Skip to main content

Αγγελική Δεληκάρη: Η συμβολή των Θεσσαλονικέων αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου και των μαθητών τους στον σλαβικό πολιτισμό

Αγγελική Δεληκάρη

Η συμβολή των Θεσσαλονικέων αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου και των μαθητών τους στον σλαβικό πολιτισμό

Οι Σλάβοι αποτελούν το τελευταίο χρονολογικά κύμα της λεγόμενης μεγάλης μετανάστευσης των λαών στην Ευρώπη. Η μετακίνηση από την αρχική κοιτίδα τους, που βρισκόταν περίπου στην περιοχή της σημερινής ανατολικής Πολωνίας, δυτικής Ουκρανίας και νοτιοδυτικής Λευκορωσίας, άρχισε τον 6ο αιώνα μ.Χ. και ολοκληρώθηκε μέχρι τον 9ο αιώνα.                                   

Η αρχική κοιτίδα των Σλάβων(3ος-4ος αι.).

Οι αιτίες της μετανάστευσης των σλαβικών ομάδων οφείλονται κυρίως στη διέλευση μέσα από τη στεππώδη ζώνη βόρεια του Ευξείνου Πόντου των Ούννων στο α΄ μισό του 5ου αι. και κυρίως των Αβάρων έναν αιώνα αργότερα. Αυτό προκάλεσε ανακατατάξεις και κινητοποιήσεις μεταξύ των Σλάβων. Αρχικά, έγιναν θύματα της αβαρικής προέλασης, ενώ στη συνέχεια σύμμαχοι των Αβάρων στις εκστρατείες τους στα Βαλκάνια (γι’ αυτό και χρησιμοποιείται συχνά ο όρος Αβαροσλάβοι).

Κύρια πηγή για τις επιδρομές των Σλάβων στη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία γενικότερα αποτελούν τα Θαύματα του Αγίου Δημητρίου.

«Ο άγιος Δημήτριος με τους κτίστες της βασιλικής» *
«Ο άγιος Δημήτριος και ο διάκονος».**

 

 

 

 

 

 

 

 

Σλαβικά φύλα κατά τη δεύτερη δεκαετία του 7ου αι. στον μακεδονικό χώρο: Βερζήτες, Δρογουβίτες, Σαγουδάτοι, Βελεγεζήτες.

Πρόκειται για ένα αγιολογικό κείμενο του 7ου αι., που χωρίζεται σε δύο τμήματα. Το πρώτο προέρχεται από τη γραφίδα του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Ιωάννη, ενώ ο συγγραφέας του δεύτερου τμήματος παραμένει άγνωστος. Στο κείμενο αυτό περιγράφονται με γλαφυρότητα οι θαυματουργικές επεμβάσεις του πολιούχου της Θεσσαλονίκης, του αγίου Δημητρίου, εναντίον των Σλάβων επιδρομέων. Τα στίφη των βαρβάρων με μονόξυλα πλοιάρια, αφού κατάφεραν προηγουμένως να εκπορθήσουν την περιοχή της Θεσσαλίας και τα κοντινά σ’ αυτήν νησιά, τις Κυκλάδες, την Αχαΐα, την Ήπειρο, το μεγαλύτερο μέρος του Ιλλυρικού, καθώς και ένα μέρος των μικρασιατικών παραλίων, αφήνοντας ακατοίκητες πάρα πολλές πόλεις, στράφηκαν και εναντίον της Θεσσαλονίκης. Διαβάζοντας το συγκεκριμένο κείμενο, διαπιστώνονται πολλές υπερβολές και ανακρίβειες σχετικά με την επέκταση και τον αριθμό των Σλάβων που κατέκλυσαν τον ελλαδικό χώρο. Ωστόσο γίνεται σαφές ότι ήδη από τα τέλη του 6ου αι. οι Σλάβοι εισέρχονται στη Μακεδονία και αρχίζουν να εγκαθίστανται πλέον μόνιμα σε διάφορα εδάφη της. Στα Θαύματα γίνεται ονομαστική μνεία στα σλαβικά φύλα και τις σχέσεις τους με τη βυζαντινή εξουσία και τον γηγενή πληθυσμό. Τα φύλα που κατονομάζονται να δρουν στο χώρο της Μακεδονίας είναι αυτά των Στρυμονιτών (στην πεδιάδα του ποταμού Στρυμόνα), των Δρο(υ)γουβιτών (βορειοδυτικά της Θεσσαλονίκης, πιθανόν στην περιοχή της Βέροιας, ή, κατά άλλη άποψη, κοντά στη Βέροια και ως το Μοναστήρι), των Σαγουδάτων (νοτιότερα των Δρο(υ)γουβιτών), των Ρυγχίνων (στα στενά της Ρεντίνας ή στη Χαλκιδική κοντά στον ποταμό Ρυγχίνο (Ρήχιο) ή, κατά άλλη άποψη, στις εκβολές του Αλιάκμονα) και των Βερζητών (στα βόρεια όρια της Μακεδονίας, στην περιοχή του Μοναστηρίου). Αργότερα, τον 9ο αιώνα, απαντάται στις πηγές και το φύλο των Σμολεάνων (στην περιοχή βόρεια των Φιλίππων, κοντά στον ποταμό Νέστο). Τα παραπάνω φύλα συνήθως κατοικούσαν έξω από τις πόλεις, σε εδάφη που εν μέρει ήταν εγκαταλειμμένα, εξαιτίας άλλων προγενέστερων επιδρομών, και επομένως αποτελούσαν ιδανικό χώρο για την εγκατάσταση νέων φύλων. Σχημάτιζαν τις λεγόμενες Σκλαβηνίες, αναγνώριζαν την αυτοκρατορική εξουσία, απέδιδαν ως μικροκαλλιεργητές φόρους στην κεντρική διοίκηση και είχαν τους δικούς τους αρχηγούς, αναγνωρισμένους από το Βυζάντιο με τον τίτλο του ρήγα ή του άρχοντα. Πολλές φορές, όμως, στασίαζαν εναντίον του Βυζαντίου και τότε η κεντρική εξουσία παρενέβαινε για να καταπνίξει την επανάσταση. Ο αριθμός των επήλυδων, αν και πρέπει να ήταν αρκετά μεγάλος, όπως δηλώνεται έμμεσα στις πηγές, δεν αλλοίωσε ουσιαστικά την «εθνική» φυσιογνωμία της περιοχής. Από την αρχή οι Βυζαντινοί αναγνώριζαν τη «διαφορετικότητα» των Σλάβων, και οι Σλάβοι δεν ταύτιζαν τον εαυτό τους με τους Βυζαντινούς. Άλλωστε οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες λάμβαναν μέτρα προκειμένου να αποφύγουν απώλειες εδαφών της αυτοκρατορίας, αλλά και έναν ενδεχόμενο εκσλαβισμό της Μακεδονίας και άλλων περιοχών, όπου εγκαταστάθηκαν Σλάβοι. Η πολιτική της Κωνσταντινούπολης δεν αποσκοπούσε σε καμιά περίπτωση στην εξόντωση των Σλάβων, αλλά στην ομαλή ένταξή τους στο πολιτικό και οικονομικό σύστημα της αυτοκρατορίας και στη σταδιακή αφομοίωσή τους. Τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν από τους Βυζαντινούς ήταν στρατιωτικά, όταν υπήρχε ανάγκη να καταστείλουν μια επανάσταση ή να αποκαταστήσουν την τάξη και να θέσουν υπό έλεγχο μια απείθαρχη σλαβική ομάδα, καθώς επίσης και διοικητικά, εκκλησιαστικά, δημογραφικά και οικονομικά. Πάντως, μετά τον 9ο αιώνα, οι σχέσεις του σλαβικού με τον βυζαντινό πληθυσμό της Μακεδονίας παρουσιάζονται γενικά ειρηνικές. Σύμφωνα με τον Ιωάννη Καμινιάτη, οι Θεσσαλονικείς βίωναν επί μακρόν μια «θαυμάσια και σταθερή» ειρήνη, επειδή διατηρούσαν αρμονικές εμπορικές σχέσεις με τη σλαβική τους ενδοχώρα.

Η Θεσσαλονίκη ως δεύτερη πόλη της αυτοκρατορίας ακολουθεί αυτό το διάστημα ανοδική πορεία. Μετά τη δημογραφική αύξηση του 9ου αιώνα καθίσταται διοικητικό κέντρο της βυζαντινής αυτοκρατορίας στον αγώνα εναντίον των Βουλγάρων. Αυτό ενισχύει τη θέσης της τόσο οικονομικά όσο και γεωπολιτικά. Αποτελεί κατά τους μεσοβυζαντινούς χρόνους κέντρο διαφόρων πολιτικών εξελίξεων. Αυτή την περίοδο παρατηρείται μια οικοδομική ανάπτυξη που σχετίζεται όχι μόνο με τη δημιουργία καινούριων μνημείων αλλά και με την αποκατάσταση, επιδιόρθωση παλαιοτέρων ή τη μετασκευή τους.

Αγία Σοφία, Τρούλος Ψηφιδωτό Ανάληψης, Απόστολοι Ανδρέας και Παύλος, τέλη 9ου αι.
Μεγάλοι παλαιοχριστιανικοί ναοί: η Ροτόντα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μεγάλοι παλαιοχριστιανικοί ναοί, όπως η Ροτόντα, ο Άγιος Δημήτριος και η Αχειροποίητος, καθώς και άλλοι μικρότεροι, ανακαινίζονται ή αποκτούν νέα προσκτίσματα και παρεκκλήσια. Στην εποχή αυτή χρονολογείται και η οικοδόμηση της Αγίας Σοφίας και της Παναγίας των Χαλκέων. Στον πολεοδομικό ιστό της πόλης ενσωματώνονται οι πολυάριθμες μονές της που βρίσκονται εντός των τειχών, ίσως εξαιτίας της επίφοβης διαβίωσης στην ύπαιθρο. Το εμπόριο παίζει κομβικό ρόλο στις σχέσεις της με τους υπόλοιπους λαούς. Στη μεγάλη εμποροζωοπανήγυρη, τα γνωστά Δημήτρια, που διοργανωνόταν κάθε χρόνο έξω από τα δυτικά τείχη της πόλης, από τις 20 μέχρι τις 28 Οκτωβρίου, σε συνδυασμό με την εορτή του αγίου Δημητρίου, πολιούχου της Θεσσαλονίκης, συνέρρεαν Έλληνες έμποροι από όλη τη βυζαντινή αυτοκρατορία, Βούλγαροι, Ρώσοι, Ούγγροι, Ιταλοί, Κέλτες και Γαλάτες που εμπορεύονταν κάθε λογής προϊόντα από τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μεσόγειο, την Αίγυπτο τη Συρία και αλλού. Σ’ αυτήν, λοιπόν, την πολυπολιτισμική πόλη έλαβαν την πρώτη τους μόρφωση και ανδρώθηκαν οι άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος. Μία από τις μορφές που ξεχώριζε αυτό το διάστημα στη Θεσσαλονίκη

Οι Αγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος.

ήταν αυτή του μητροπολίτη Λέοντα Μαθηματικού που σίγουρα επηρέασε τη διαμόρφωση της προσωπικότητας των δύο αδελφών.

Το προοδευτικό άλλωστε πνεύμα της γενέτειράς τους και η εξωστρέφειά της θα συνοδεύει τους δύο αγίους σε ολόκληρο τον βίο τους. Εδώ ήρθαν σε επαφή με τους Σλάβους των περιχώρων της Θεσσαλονίκης και προφανώς γνώρισαν σε βάθος τη γλώσσα τους. Η γνώση αυτή της σλαβικής γλώσσας αποτέλεσε μάλλον ένα από τα βασικά κριτήρια επιλογής των δύο Θεσσαλονικέων αδελφών για την αποστολή στη Μεγάλη Μοραβία. Το κράτος

Χάρτης Μεγάλης Μοραβίας.

της Κεντρικής Ευρώπης έμελλε να αποτελέσει την κύρια περιοχή δράσης της κυριλλο-μεθοδιανής αποστολής στον κόσμο των Σλάβων. Όσον αφορά τα ακριβή σύνορά του οι απόψεις των μελετητών διΐστανται. Κατά πάσα πιθανότητα περιελάμβανε περιοχές της σημερινής Σλοβακίας, της Τσεχίας και μάλλον ένα μικρό τμήμα της Ουγγαρίας.

Στον χώρο αυτόν δρούσαν ήδη πριν την κυριλλο-μεθοδιανή αποστολή Γερμανοί ιεραπόστολοι, επηρρεάζοντας πολιτισμικά αλλά και πολιτικά το νεοσύστατο αυτό κρατικό μόρφωμα. Ο τότε Μοραβός ηγεμόνας Ραστισλάβ (846-870) αντιλήφθηκε έγκαιρα τους κινδύνους της έντονης αυτής επιρροής και θεώρησε σκόπιμο να διαφυλάξει με κάθε τρόπο τον σλαβικό χαρακτήρα της χώρας του, αναπτύσσοντας έναν αυτόνομο σλαβικό πολιτισμό. Κύριος στόχος του ήταν η συγκρότηση μιας ανεξάρτητης Μοραβικής Εκκλησίας που θα συντελούσε όχι μόνο στην ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας αλλά και στην απαλλαγή των δυτικών επιδράσεων. Αρχικά στράφηκε προς τη Ρώμη. Μετά όμως από την αρνητική απάντηση του πάπα Νικόλαου Α΄ (858-867), απηύθυνε παρόμοια έκκληση προς την Κωνσταντινούπολη. Αν και το Βυζάντιο μάλλον απέρριπτε τη δημιουργία στη Μοραβία ενός εκκλησιαστικού οργανισμού που θα συνδεόταν με το Πατριαρχείο

Αριστερά της εικόνας: Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ΄ συμβουλεύεται τους «φιλοσόφους» της Αυτοκρατορίας σχετικά με την αποστολή του Κυρίλλου και Μεθοδίου στις σλαβικές χώρες: «Ακούγονταςαυτά ( δηλαδή το αίτημα από τη Μοραβία), ο αυτοκράτορας Μιχαήλ συγκάλεσε τους φιλοσόφους και τους είπε τα λόγια των Σλάβων ηγεμόνων…».Δεξιά της εικόνας: Ο απεσταλμένος του αυτοκράτορα μεταφέρει τομήνυμα του στον πατέρα του Κυρίλλου και Μεθοδίου: «Οταν άκουσε (τη συμβουλή τους), ο αυτοκράτορας έστειλε γράμμα στη Θεσσαλονίκη, στονΛέοντα, λέγοντας : ¨Στείλε μας τους γιους σου τον Μεθόδιο και τον Κύριλλο..¨ ». Μικρογραφία του ρωσικού Χρονικού του Ραντζιβίλ του 15ου αι.

Κωνσταντινουπόλεως, αφού γνώριζε ότι η χώρα υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Ρώμη, τελικά συγκατένευσε (έτ. 862/863) στο αίτημα του Ραστισλάβ. Οι Βυζαντινοί αντιμετώπιζαν τώρα την πρόκληση να επεκτείνουν την πνευματική ακτινοβολία τους σε λαούς της Κεντρικής Ευρώπης. Παράλληλα βέβαια θα ασκούσαν πολιτική πίεση στον ηγεμόνα του βουλγαρικού κράτους, Βόρη Α΄, ο οποίος είχε έρθει σε συνεννοήσεις με τους Φράγκους (Λουδοβίκος Β΄ Γερμανικός), ώστε να περιοριστεί η εδαφική επέκταση της Μοραβίας.

Ως επικεφαλής της ιεραποστολής στη χώρα αυτή ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ΄ (842 -867) και ο

 

Νόμισμα που εικονίζει τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ (842-847), στις ημέρες του οποίου ο Κύριλλος και Μεθόδιος εντάχθηκαν στην υπηρεσία της Αυτοκρατορίας και ανέλαβαν την αποστολή προς τους Σλάβους.

πατριάρχης Φώτιος (858-867 και 877-886) έθεσαν τους αδελφούς Κύριλλο (827-869) και Μεθόδιο (815-885). Οι δύο αυτοί ιεραπόστολοι των Σλάβων, τέκνα του Βυζαντινού αξιωματούχου Λέοντα δρουγγάριου, μετά τις εγκύκλιες σπουδές τους διακρίθηκαν για το πνεύμα και τις γνώσεις τους και εκπροσώπησαν το Βυζάντιο σε αρκετές αποστολές (όπως για παράδειγμα στους Χαζάρους και στους Άραβες).

Κατά πάσα πιθανότητα είχαν εξοικειωθεί από τα παιδικά τους χρόνια με το σλαβικό ιδίωμα. Στην εποχή αυτή οι διάφορες σλαβικές γλώσσες δεν εμφανίζουν ακόμη μεταξύ τους μεγάλες διαφορές. Η κοινή σλαβική γλώσσα εξακολουθεί να υφίσταται και πρέπει να σημειωθεί ότι επρόκειτο για μία πολύ απλή γλώσσα, από την οποία απουσίαζαν σύνθετες λέξεις, αφηρημένες, φιλοσοφικές έννοιες, και ο,τιδήποτε άλλο δυσκολεύει την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας. Ο Κύριλλος διακρινόταν, όπως φαίνεται από τις πήγες και ως πολύγλωσσος. Πληροφορίες για τη ζωή, την πορεία και τη δράση των δύο αδελφών μας παρέχουν τα κείμενα των Βίων τους, εγκώμια και ακολουθίες που γράφτηκαν προς τιμήν τους. Οι Βίοι των μαθητών τους Κλήμη, επιλεγόμενου

Ο Βίος του Μεθοδίου. Χειρόγραφο της βιβλιοθήκης του Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου της Μόσχας του 12ου αιώνα, το γνωστό ως Uspenskij sbornik.

Αχρίδας, και Ναούμ, καθώς και μερικές λατινικές πηγές, όπως για παράδειγμα η Vita cum translatione sancti Clementis/Italjanska Legenda, η Legenda sanctorum Cyrilli et Methodii patponorum Moraviae, το De sancto Quirillo et conversione Moraviae et Bohemie, η Legenda Quemadmodum-De sancto Cyrillo et Metodio legenda, η Legenda Beatus Cyrillus, επιστολές παπών, επιστολή/ες του Αναστασίου Βιβλιοθηκαρίου στον επίσκοπο Γκάουντεριχ του Βέλετρι για τη σύνταξη της Vita cum translatione s. Clementis papae. Όλες τις πηγές που σχετίζονται με την κυριλλο-μεθοδιανή αποστολή στη Μεγάλη Μοραβία, μπορεί να τις βρει κάποιος στο πεντάτομο έργο Magnae Moraviae Fontes Historici με παράλληλη τσεχική μετάφραση. Μέσα από κείμενα αυτά παρακολουθούμε την προϊστορία της αποστολής, τις επαφές των δύο ιεραποστόλων με πολιτικές και εκκλησιαστικές προσωπικότητες, το έργο που επιτελέστηκε στη Μεγάλη Μοραβία, την αποδοχή του από το λαό και τέλος τις σφοδρές επιθέσεις εναντίον τους από τον γερμανικό κλήρο.

Το ζήτημα που απασχόλησε εξαρχής τους δύο αγίους ήταν η απουσία ενός σλαβικού αλφαβήτου, μιας γραπτής δηλαδή σλαβικής γλώσσας. Αυτό προβλημάτιζε και το Βυζάντιο πολύ πριν προκύψει το θέμα της ιεραποστολής στη Μεγάλη Μοραβία, όπως άλλωστε είναι εμφανές στο δέκατο τέταρτο κεφάλαιο του Βίου του Κυρίλλου. Όταν ο άγιος συμφώνησε να ακολουθήσει τις επιταγές του αυτοκράτορα, τον ρώτησε «αν οι Μοραβοί έχουν γράμματα για τη γλώσσα τους», και τότε ο αυτοκράτορας του απάντησε: «Ο παππούς μου και ο πατέρας μου και άλλοι πολλοί τα αναζήτησαν και δεν τα βρήκαν, πώς μπορώ λοιπόν να τα βρω εγώ;». Στη φράση αυτή του αυτοκράτορα διαφαίνεται ξεκάθαρα η πρόθεση του Βυζαντίου να προσεγγίσει τους Σλάβους πολιτισμικά. Υπό το πρίσμα αυτό γίνεται αντιληπτό ότι τελικά η αποστολή στη Μοραβία δεν αποτελούσε ένα μεμονωμένο γεγονός αλλά μέρος ενός ευρύτερου προγράμματος της εξωτερικής πολιτικής του βυζαντινού κράτους, του αποκαλούμενου συχνά από την έρευνα «σλαβικού σχεδίου», στο οποίο εντάχθηκαν και οι δύο ιεραπόστολοι.

Με τρόπο λιτό οι βιογράφοι των δύο αγίων παρουσιάζουν την εύρεση της σλαβικής γραφής από τον Κύριλλο, ενώ στον εκτενή Βίο του αγίου Κλήμη Αχρίδας η σχετική αναφορά είναι εκτενέστερη. Μάλιστα ο συγγραφέας του, ο Θεοφύλακτος αρχιεπίσκοπος Αχρίδας επανέρχεται συχνά στην ανακάλυψη της σλαβικής γραφής, προβάλλοντας τον κομβικό ρόλο του επιτεύγματος αυτού στην πολιτισμική εξέλιξη των Σλάβων και την είσοδό τους στην οικογένεια των πολιτισμένων λαών. Ως αρχαιότερο σλαβικό αλφάβητο θεωρείται από την πλειοψηφία των επιστημόνων το γλαγολιτικό.

Δείγμα γλαγολιτικής γραφής. Σελίδα του Ευαγγελίου  του Ασσεμάνι, 11ος αιώνας, Βιβιοθήκη του Βατικανού
Μαρμάρινη επιγραφή στα 1100 μ.Χ., Κροατία,γλαγολιτικά γνωστή ως Bašćanska ploča, νήσος Krk

Σ’ αυτό διαμορφώθηκε η γραπτή σλαβική γλώσσα για τις ανάγκες της μοραβικής αποστολής και γράφτηκαν οι πρώτες σλαβικές μεταφράσεις των εκκλησιαστικών κειμένων. Μέχρι σήμερα όμως δεν γνωρίζουμε σε ποιο γραφικό σύστημα στηρίχθηκε ο Κύριλλος για τη δημιουργία του γλαγολιτικού αλφαβήτου. (Εικ.20) Το πρόβλημα της προέλευσης αυτού του πρώτου σλαβικού αλφαβήτου απασχολεί την έρευνα των ειδικών εδώ και πολλά χρόνια, επειδή τα γράμματα της γλαγολιτικής δεν ταιριάζουν με κανένα άλλο γνωστό αλφάβητο. Σχετικά με το ζήτημα αυτό έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις, όπως ότι βασίστηκε στη συριακή γραφή, στην ελληνική επισεσυρμένη της εποχής τους, σε βυζαντινά αστρολογικά και αλχημικά σημεία και σύμβολα, στα Κοπτικά, τα Εβραϊκά, τα Αρμενικά κτλ. Το πιθανότερο είναι να πρόκειται για μια τεχνική γραφή, που δεν ταιριάζει με κανένα άλλο σύστημα, αν και η σειρά των γραμμάτων φαίνεται να ακολουθεί το ελληνικό αλφάβητο και όχι το λατινικό. Αμέσως μετά τη δημιουργία του σλαβικού αλφαβήτου προέκυψε άμεσα η ανάγκη της δημιουργίας μιας λόγιας γλώσσας για τους Σλάβους, προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα να αποδίδουν διάφορες αφηρημένες έννοιες, σύνθετες λέξεις (ουσιαστικά, επίθετα κ.ά.), οι οποίες απουσίαζαν από τη σλαβική γλώσσα. Στο έργο αυτό σίγουρα σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι Σλάβοι συνεργάτες της αποστολής με επικεφαλής πάντα τον Κύριλλο. Με τον τρόπο αυτόν δημιουργήθηκε ένα λεξιλόγιο με βάση τα ελληνικά, λεξιλογικά και σημασιολογικά δάνεια (calques), το οποίο εμπλούτιζε τη σλαβική γλώσσα, έτσι ώστε να καταστεί δυνατόν να

Γλαγολιτικό αλφάβητο.

ενσωματώσει τον εννοιολογικό πλούτο της ελληνικής γλώσσας. Τα Σλαβικά θα αποτελούσαν πλέον τη βάση για τη δημιουργία ενός αυτοτελούς σλαβικού πνευματικού πολιτισμού. Σκοπός της κυριλλο-μεθοδιανής αποστολής ήταν να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα αυτή όχι μόνο ως γλώσσα ιεραποστολής, όπως συνέβη σε περιπτώσεις ιεραποστόλων από τη Δύση, αλλά και ως λειτουργική γλώσσα, ως γλώσσα της Θείας Λειτουργίας. Η ενέργεια αυτή μαρτυρεί το ουμανιστικό πνεύμα του Κωνσταντίνου, ο οποίος αναγνώριζε σε κάθε λαό και σε κάθε άνθρωπο τα ίδια δικαιώματα. Ήταν πολύ σημαντικό τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή να μπορούν οι δύο φωτιστές των Σλάβων να προσεγγίσουν τον μοραβικό λαό, να τον διδάξουν, να τον προσηλυτίσουν να του μεταδώσουν το ευρύ φάσμα του χριστιανικού βυζαντινού πολιτισμού αλλά και στοιχεία του αρχαιοελληνικού πνεύματος.

Ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος με έναν κύκλο μαθητών τους, ανάμεσα στους οποίους σίγουρα συμπεριλαμβάνονταν και αρκετοί Σλάβοι, έφτασαν στη Μοραβία το 863 (ή το 864). Αρχικά προσπάθησαν να εδραιώσουν τον Χριστιανισμό, καταπολεμώντας ταυτόχρονα διάφορα κατάλοιπα της ειδωλολατρείας και δημιουργώντας έναν κλήρο από τον μοραβικό πληθυσμό. Η χρήση της σλαβικής γλώσσας τους έφερε γρήγορα αντιμέτωπους με τον γερμανικό κλήρο που πρέσβευε το λεγόμενο δόγμα της τριγλωσσίας, σύμφωνα με το οποίο οι εκκλησιαστικές ακολουθίες έπρεπε να τελούνται μόνο στις τρεις ιερές γλώσσες, Ελληνικά, Λατινικά και Εβραϊκά. Αν και στη Δύση το δόγμα αυτό είχε επανειλημμένα καταδικαστεί σε εκκλησιαστικές συνόδους του τέλους του 8ου αι. και των πρώτων δεκαετιών του 9ου αι., ωστόσο στη Μοραβία οι Γερμανοί κληρικοί εξακολουθούσαν να το υπερασπίζονται.

Ο Κύριλλος επιδόθηκε με ζέση στη μετάφραση όλης «της εκκλησιαστικής τάξης» και δίδαξε στους (Μοραβούς) μαθητές «τον Όρθρο, τις Ώρες, τη Λειτουργία, τον Εσπερινό, το Απόδειπνο και τα θεία μυστήρια», όπως πληροφορούμαστε από το δέκατο πέμπτο κεφάλαιο του Βίου του.

Η αναγνώριση της σλαβικής γλώσσας επιτεύχθηκε, αν και για σύντομο χρονικό διάστημα, όταν οι δύο Θεσσαλονικείς αδελφοί έγιναν δεκτοί στη Ρώμη από τον πάπα Αδριανό Β΄ (14 Δεκεμβρίου 867-872). Μάλιστα, πληροφορούμενος ο πάπας ότι οι Βυζαντινοί ιεραπόστολοι έφεραν μαζί τους τα λείψανα του αγίου Κλήμεντος Ρώμης που είχαν ανακαλύψει στην Κριμαία, βγήκε ο ίδιος και η συνοδεία του για να τους υποδεχτούν στην είσοδο της πόλης. Στη συνέχεια ο πάπας τοποθέτησε τα σλαβικά βιβλία πάνω στην Αγία Τράπεζα, ώστε να δηλώσει την αποδοχή τους, και επιπλέον τελέστηκε Λειτουργία, στην οποία οι απόστολοι των Σλάβων λειτούργησαν με τα σλαβικά βιβλία. Έτσι τέθηκε τέλος σε κάθε αμφιβολία για την ακαταλληλότητα της σλαβικής γλώσσας στη λειτουργική ζωή. Ο Αδριανός Β΄ χειροτόνησε τον Μεθόδιο ιερέα, ενώ ανέθεσε σε δύο άλλους επισκόπους την χειροτονία τριών Σλάβων μαθητών του Μεθοδίου σε ιερείς και τη χειροθεσία δύο από αυτούς σε αναγνώστες. Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στη Ρώμη ο Κύριλλος, εξασθενημένος από τα συνεχή ταξίδια και τη σκληρή εργασία, αρρώστησε. Στις 14 Φεβρουαρίου του 869 έφυγε από τη ζωή. Αν και η επιθυμία του αγίου Κυρίλλου ήταν να ενταφιαστεί στη γενέτειρά του Θεσσαλονίκη, τελικά μετά από παρότρυνση του πάπα και φυσικά εξαιτίας της δυσκολίας της μεταφοράς του λειψάνου του ενταφιάστηκε στο ναό του Αγίου Κλήμεντος (Ρώμης) και σχεδόν αμέσως άρχισαν να του αποδίδονται τιμές αγίου.

Ο Μεθόδιος συνέχισε μόνος το αποστολικό έργο τους. Μάλιστα ο ηγεμόνας της Παννονίας Κότσελ εξέφρασε στον πάπα την επιθυμία να διαδόσει ο Μεθόδιος τον Χριστιανισμό και στη δική του χώρα. Ο Αδριανός Β΄ ανταποκρίθηκε άμεσα στο αίτημα αυτό και με επιστολή του καθιστούσε τον Μεθόδιο διδάσκαλο όλων των σλαβικών χωρών της περιοχής. Ο μόνος όρος που έθετε στη βούλλα του ήταν να διαβάζεται κατά τη «μίσσα» (δηλαδή κατά τη Λειτουργία) ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο πρώτα στα Λατινικά και στη συνέχεια στα Σλαβικά.

Ο Κότσελ δέχτηκε τον Μεθόδιο (έτ. 869) με μεγάλες τιμές και λίγο αργότερα ζήτησε από τον πάπα να χειροτονήσει το λαμπρό αυτό τέκνο της Θεσσαλονίκης επίσκοπο Παννονίας. Με την πράξη αυτή ο Μεθόδιος, ένας Βυζαντινός ιεραπόστολος, τέθηκε επίσημα υπό την εξουσία της Εκκλησίας της Ρώμης, έχοντας πλέον στη δικαιοδοσία του όχι μόνο το κράτος της Μοραβίας αλλά και την Παννονία. Αυτό σήμαινε βέβαια ότι τη συγκεκριμένη εποχή υπήρχε ακόμη η δυνατότητα

Η εγκατάσταση του Μεθοδίου ως αρχιεπισκόπου Παννονίας: Μετα ταυτα ο ηγεμόνας Κότσελ κατέστησε τον Μεθόδιο επίσκοπο Παννονίας στον θρόνο του αγίου αποστόλου Ανδρονίκου. Μικρογραφία του ρωσικού Χρονικού του Ραντζιβίλ του 15ου αιώνα.

λειτουργικής προσέγγισης με τη Ρώμη, αφού ο Μεθόδιος ως αρχιερέας της θα έπρεπε να διαφυλάσσει τα ρωμαϊκά ήθη, προσαρμόζοντας σ’ αυτά και την τέλεση της Θείας Λειτουργίας. Πρόκειται για την εποχή πριν το επίσημο σχίσμα του 1054, οπότε υφίσταται ακόμη μια ενιαία Εκκλησία, αν και οι δογματικές διαφορές ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή ήταν ήδη ξεκάθαρες. Επίσης ότι την περίοδο της κυριλλο-μεθοδιανής αποστολής η Ρώμη συνέχιζε να θεωρεί ότι η Θεσσαλονίκη ανήκε στη δική της δικαιοδοσία. Ο πάπας Νικόλαος Α΄ (858-867) σε επιστολή του προς τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ το 860 αναφέρεται στο αποστολικό βικαριάτο της Θεσσαλονίκης με ακριβή μάλιστα προσδιορισμό της περιφέρειας υπό τη δικαιοδοσία του. Βέβαια ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Λέων Γ΄ (717-741) είχε αφαιρέσει το Ιλλυρικό, στο οποίο ανήκε η Θεσσαλονίκη, από τη δικαιοδοσία της Δυτικής Εκκλησίας.

Η απόφαση ωστόσο του πάπα Αδριανού να τοποθετήσει έναν Βυζαντινό επικεφαλής σε περιοχή της Κεντρικής Ευρώπης είχε ευρύτερες διαστάσεις. Προφανώς ο ποντίφηκας θεώρησε κατάλληλη την συγκυρία αυτή, για να αποκαταστήσει την εκκλησιαστική εξουσία της παπικής έδρας στα εν λόγω εδάφη, να περιορίσει τις επιβουλές του γερμανικού κλήρου στον χώρο αυτόν, αλλά και να κάνει σαφές ότι, παρά την αποστολή Βυζαντινών ιεραποστόλων, η περιοχή παραμένει υπό παπικό έλεγχο. Από την άλλη, αναγνωρίζοντας τον Μεθόδιο ως διδάσκαλο και «παπικό λεγάτο», απομάκρυνε το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας ανεξάρτητης εθνικής Εκκλησίας της Μοραβίας. Η δυναμική της ιεραποστολής των δύο αδελφών και του κύκλου τους στη Μοραβία όλο αυτό το διάστημα, σε συνδυασμό με την ακτινοβολία που ασκούσε το έργο τους γενικά στους Σλάβους ηγεμόνες, κατέστησαν σαφή τον κίνδυνο διεκδίκησης εκκλησιαστικής αυτονομίας από τα σλαβικά κράτη της Ευρώπης. Η οργάνωση των Εκκλησιών των Σλάβων σε εθνικές βάσεις θα τόνωνε την εθνική συνείδηση των λαών αυτών, που με τη χρήση της σλαβικής γλώσσας στην εκκλησιαστική ζωή θα δήλωναν τη διαφορετικότητά τους από τους γείτονες Γερμανούς, οι οποίοι μέχρι πρόσφατα ασκούσαν εκεί το ιεραποστολικό έργο. Ενδεχομένως αυτός να ήταν και ένας από τους σημαντικότερους λόγους για τη μεγάλη αντίδραση των Γερμανών εναντίον του Μεθοδίου και του έργου του που έφτασε αργότερα μέχρι την εξορία του Μεθοδίου σε κάποια μονή στην περιοχή της Σουαβίας (Schwaben) της Γερμανίας για δύομιση περίπου έτη.

Αυτό όμως δεν πτόησε τον Μεθόδιο, ο οποίος μετά την επιστροφή του στη Μεγάλη Μοραβία συνέχισε σθεναρά το έργο του. Αν και είχε την ευκαιρία να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη και να πραγματοποιήσει εκεί το αποκαλούμενο από την έρευνα “σλαβικό σχέδιο” του Βυζαντίου που προέβλεπε τον εκχριστιανισμό και τον “εκπολιτισμό”, θα μπορούσαμε να πούμε, των γειτονικών στο Βυζάντιο σλαβικών λαών (Σέρβων και Βουλγάρων), ωστόσο αυτός προτίμησε να παραμείνει πιστός στον μοραβικό λαό. Όπως φαίνεται και από τον Βίο του τον συνόδευε πάντα η μνήμη του προστάτη της γενέτειράς του αγίου Δημητρίου, για τον οποίο έγραψε και Κανόνα που γνώρισε μεγάλη διάδοση σε ολόκληρο τον σλαβικό κόσμο. Θέλοντας να συμβάλει ακόμη περισσότερο στην πολιτισμική ανάπτυξη της χώρας, επιδόθηκε επίσης στον τομέα του δικαίου και των νόμων. Χάρισε έτσι στο μοραβικό κράτος το κανονικό/εκκλησιαστικό, αστικό, ποινικό και δικονομικό δίκαιο, προσαρμόζοντας πάντα τα έργα του στις ανάγκες της μοραβικής κοινωνίας. Ορισμένα νομικά έργα που αποδίδονται σ’ αυτόν είναι ο Νομοκάνονας, ο Νόμος προς εκδίκασιν των λαϊκών, η Ομιλία του Ανωνύμου ή Παραίνεσις προς τους ηγεμόνες. Ο Μεθόδιος διαισθανόμενος το τέλος του την Κυριακή των Βαΐων του 885, αφού έδωσε την ευλογία του στον Μοραβό ηγεμόνα, στον κλήρο και τον λαό του έφυγε από τη ζωή τρεις μέρες αργότερα, στις 6 Απριλίου του 885. Στην κηδεία του έψαλλαν την εξόδιο ακολουθία στα Λατινικά, Ελληνικά και Σλαβικά, δείχνοντας ότι ο Μεθόδιος, ένας Βυζαντινός ιεραπόστολος, υπηρέτησε με συνέπεια την Εκκλησίας της Ρώμης, δημιουργώντας ταυτόχρονα τον πρώτη επίσημη Σλαβική Εκκλησία.

Δυστυχώς η κοίμησή του συνεπαγόταν και το τέλος της κυριλλο-μεθοδιανής αποστολής στην Κεντρική Ευρώπη. Οι μαθητές του εκδιώχθηκαν με τον χειρότερο τρόπο και πολλοί απ’ αυτούς βρήκαν το θάνατο. Μια μικρή ομάδα όμως κατόρθωσε να βρει καταφύγιο στη Βουλγαρία. Στο νεοσύστατο αυτό σλαβικό κράτος, το κυριλλο-μεθοδιανό έργο που είχε επιτελεστεί στη Μεγάλη Μοραβία θα έβρισκε τις καλύτερες συνθήκες για περαιτέρω ανάπτυξη και διάδοση. Ουσιαστικά στο βουλγαρικό κράτος αναδείχθηκε το έργο των αγίων Κυρίλλου, Μεθοδίου και των μαθητών τους και άρχισε η διάδοση του γραπτού σλαβικού πολιτισμού, που είναι κατά τη γνώμη μου το σημαντικότερο από τα οφέλη της κυριλλο-μεθοδιανής αποστολής και η μεγαλύτερη προσφορά των δύο Θεσσαλονικέων αγίων στον σλαβικό κόσμο.

Ο εκχριστιανισμός είχε ούτως ή άλλως αρχίσει από Γερμανούς ιεραποστόλους της αρχιεπισκοπής Βαυαρίας. Οι καινοτομίες που εισήγαγαν οι δύο Θεσσαλονικείς αδελφοί στη Μεγάλη Μοραβία ήταν αυτές που κατέστησαν την σλαβική αυτή χώρα της Κεντρικής Ευρώπης κοιτίδα του γραπτού σλαβικού πολιτισμού. Το όραμα του Ραστισλάβ για μια αυτόνομη πολιτισμική εξέλιξη του κράτους του σε συνδυασμό με το φιλελεύθερο πνεύμα του Βυζαντίου οδήγησε στην εύρεση του σλαβικού αλφαβήτου και κατ’ επέκταση στη δημιουργία της σλαβικής γραμματείας, καθώς και την τέλεση της Θείας Λειτουργίας για πρώτη φορά παγκοσμίως στη σλαβική γλώσσα. Αυτοί οι παράγοντες, όχι μόνο αναιρούσαν το τότε εκκλησιαστικό status quo, αλλά έθεταν σε κίνδυνο τα συμφέροντα του Δυτικού κόσμου στο κράτος της Μεγάλης Μοραβίας. Η εκκλησιαστική χειραφέτηση της χώρας γρήγορα θα ήταν δυνατόν να σηματοδοτήσει τον ανεξάρτητο από κάθε είδους επιδράσεις πολιτικό χαρακτήρα της. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι επρόκειτο για μια πολιτισμική επανάσταση στην Κεντρική Ευρώπη, οι συνέπειες της οποίας ίσως αλλοίωναν την εικόνα της, παραμερίζοντας τις γερμανικές επιρροές που ήταν πολύ έντονες εκείνη την περίοδο. Η στροφή των Μοραβών στην αναζήτηση της πολιτισμικής τους ταυτότητας μέσω της ύπαρξης πλέον γραπτής σλαβικής γλώσσας, ενδεχομένως θα επηρέαζε και τους υπόλοιπους Σλάβους της Ευρώπης. Ας μην ξεχνάμε ότι σλαβικές εγκαταστάσεις υπήρχαν και στον χώρο της Γερμανίας, της Αυστρίας κ.α. Το κράτος της Μεγάλης Μοραβίας προσπαθώντας να εδραιώσει την αυτονομία του πρωτοπόρησε, χρησιμοποιώντας ως μέσο τον πολιτισμό. Την ίδια πορεία αλλά με πολύ καλύτερους όρους συνέχισε ο ηγεμόνας της Βουλγαρίας Βόρης Α΄.

Μόλις πληροφορήθηκε ότι μία ομάδα μαθητών των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου βρήκε καταφύγιο στη χώρα του, αμέσως τους κάλεσε στην τότε βουλγαρική πρωτεύουσα Πρεσλάβα. Ο εκτενής Βίος του αγίου Κλήμη αναφέρεται με πολλές λεπτομέρειες στα γεγονότα αυτά. Βέβαια παρά το γεγονός ότι οι Βούλγαροι είχαν ήδη εκχριστιανιστεί από το Βυζάντιο (ο Βόρης βαπτίσθηκε το 864 και έλαβε το όνομα του Βυζαντινού αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄, ο οποίος θεωρείται και ανάδοχός του), ο ρόλος των μαθητών του Κυρίλλου και Μεθοδίου θα επικεντρωνόταν στην πολιτισμική εξέλιξη του νεοφώτιστου βουλγαρικού λαού. Στο πνεύμα του Βόρη κινήθηκε ο γιος και διάδοχός του Συμεών, με τον οποίο η Βουλγαρία θα γνωρίσει τον λεγόμενο «Χρυσό αιώνα του Συμεών» και θα καθιερωθεί η χώρα αυτή ως η κοιτίδα του γραπτού σλαβικού πολιτισμού. Αν και υφίστατο ήδη η πρώτη σλαβική γραφή, το γλαγολιτικό αλφάβητο (δημιούργημα του Κυρίλλου), το οποίο απέδιδε επακριβώς τους φθόγγους εκείνους που απουσίαζαν τόσο από τη λατινική όσο και από την ελληνική γλώσσα, ωστόσο η γραφή αυτή μάλλον δεν ικανοποιούσε τον τσάρο Συμεών, ο οποίος, πρέπει να σημειώσουμε ότι ήταν φορέας της βυζαντινής/ελληνικής παιδείας, αφού κατά το διάστημα της παραμονής του στην Κωνσταντινούπολη ως αιχμάλωτος, κατά πάσα πιθανότητα είχε σπουδάσει στην περίφημη Σχολή της Μαγναύρας. Ο Λιουτπράνδος στο έργο του Ανταπόδοσις χρησιμοποιεί για τον Συμεών τα επίθετα ημίαγρος (emiargon) και ημιέλλην (semigrecus). Βρισκόμαστε στην εποχή που οι Βούλγαροι, όπως και οι υπόλοιποι ξένοι (εκτός από τους Δυτικούς) θεωρούνταν από τους Βυζαντινούς ως “βάρβαροι”. Από την αρχή, λοιπόν, της βασιλείας του Συμεών, τέθηκε το ζήτημα αλλαγής του γλαγολιτικού αλφαβήτου με ένα νέο σλαβικό αλλά πιο ευέλικτο αλφάβητο.

Με το τελευταίο αυτό θέμα ασχολήθηκε διεξοδικά ο Βούλγαρος μοναχός Χραμπρ (9ος/10ος αι.) στην πραγματεία του O pismenech (Περί γραμμάτων). Ο λόγιος αυτός προερχόταν πιθανότατα από τη Σχολή της Πρεσλάβας και έζησε κατά την περίοδο της μετάβασης από το γλαγολιτικό στο κυριλλικό αλφάβητο. Στο κείμενό του αποτυπώνονται απόψεις της βουλγαρικής κοινωνίας σχετικά με την εισαγωγή ενός αλφαβήτου πιο ευέλικτου (με λιγότερα γράμματα) από το ισχύον σλαβικό. Στην ένσταση για τα 38 γράμματα του σλαβικού αλφαβήτου, ο Χραμπρ απαντούσε ότι και το ελληνικό διέθετε 38 χαρακτήρες, αφού στα 24 γράμματα προσέθετε τους 11 διφθόγγους καθώς και τα 3 σύμβολα που αντιστοιχούσαν στους αριθμούς 6, 90 και 900 (στίγμα ς, κόππα ϟ, σαμπί ϡ).

Η τάση της βουλγαρικής κοινωνίας για απλούστευση της γραφής διαφαίνεται και στον σύντομο Βίον του αγίου Κλήμη: ἐσοφίσατο δὲ [sc. ο Κλήμης] καὶ χαρακτῆρας ἑτέρους γραμμάτων πρὸς τὸ σαφέστερον ἢ οὓς ἐξεῦρεν ὁ σοφὸς Κύριλλος. Ο συγγραφέας του σύντομου Βίου Δημήτριος Χωματηνός υποδείκνυε τον Κλήμη ως τον δημιουργό της νέας σλαβικής γραφής (δηλ. της κυριλλικής). Αλλά και στον εκτενή Βίο του οσίου Ναούμ εντοπίζεται ένα χωρίο παρόμοιου περιεχομένου: καὶ ἣν πολιτείαν θεάρεστον ἐξεπαίδευσε [sc. ο Κλήμης] καὶ θείων γραμμάτων τύποις τῇ τῶν διδαγμάτων γλώσσῃ προσφόροις, ἐπλάτυνεν ἐν τοῖς τῶν Βουλγάρων πέρασιν. Για τη διαδικασία μετάβασης στο νέο σύστημα γραφής απαιτήθηκε βέβαια κάποιο χρονικό διάστημα έως ότου ολοκληρωθεί (είναι γνωστό ότι γλαγολιτικά κείμενα χρονολογούνται και σε μεταγενέστερες περιόδους, αφού προφανώς υφίστατο αρχικά παράλληλη χρήση των δύο γραφών, με εμφανές όμως το προβάδισμα της κυριλλικής). Αυτό βέβαια δεν σήμαινε, κατά τη γνώμη μου, ότι το γλαγολιτικό αλφάβητο ήταν δυσλειτουργικό. Σύμφωνα με τον Χραμπρ δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο· ο ίδιος μάλιστα υποστήριζε το αντίθετο.

Οι πραγματικοί λόγοι που κατέστησαν επιτακτική τη διαμόρφωση του νέου σλαβικού αλφαβήτου πρέπει να αναζητηθούν μάλλον στις συνθήκες που επικρατούσαν την περίοδο αυτή στην ανερχόμενη πολιτικά Βουλγαρία και στις επιδιώξεις των ηγεμόνων της. Αν δεν υπήρχε πολιτική παρέμβαση, θα ήταν δυνατόν η γλαγολιτική γραφή να επικρατήσει στη Βουλγαρία και να διαδοθεί ως η κατεξοχήν σλαβική γραφή και στους υπόλοιπους Σλάβους (π.χ. στους Ανατολικούς Σλάβους, οι οποίοι εκχριστιανίστηκαν αργότερα). Η μετάβαση από το γλαγολιτικό στο κυριλλικό αλφάβητο συνέβη, όπως μπορούμε να υποστηρίξουμε με βάση την εμφάνιση των πρώτων κυριλλικών κειμένων στο βουλγαρικό κράτος, προς τα τέλη του 9ου με αρχές του 10ου αι. και από την πλειοψηφία των μελετητών συνδέεται με τη Σύνοδο της Πρεσλάβας (το φθινόπωρο του 893). Ο ρόλος του τότε Βούλγαρου ηγεμόνα πρέπει να ήταν καθοριστικός. Ένα τόσο σημαντικό ζήτημα θα απαιτούσε τουλάχιστον την αποδοχή του (σε περίπτωση που δεν πρωτοστατούσε ο ίδιος σ’ αυτό). Ο Συμεών θα έπρεπε καταρχήν να είναι πεπεισμένος για τις ωφέλειες που θα επέφερε στη χώρα του ένα τέτοιο εγχείρημα, αλλά και να αναγνωρίζει την υπεροχή της ελληνικής γραφής ως κατάλληλου γραφικού συστήματος, στο οποίο θα μπορούσε να βασιστεί η νέα γραφή. Τίθεται βέβαια το ερώτημα, ποιοι ήταν οι λόγοι που οδήγησαν τον νέο τσάρο στο καθοριστικό αυτό βήμα για το μέλλον των Σλάβων. Το γλαγολιτικό αλφάβητο που επικράτησε αρχικά στη Βουλγαρία είχε δημιουργηθεί για τις ανάγκες της κυριλλο-μεθοδιανής αποστολής στη Μεγάλη Μοραβία. Οι άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος, αν και σίγουρα γνώριζαν τη λατινική γλώσσα, με την οποία ο μοραβικός λαός θα ήταν εξοικειωμένος λόγω γειτνίασης με τους Φράγκους αλλά και προσηλυτισμού, προσπάθησαν παρόλα αυτά να δημιουργήσουν ένα αλφάβητο μοναδικό που δεν θα θύμιζε το λατινικό αλλά ούτε και το ελληνικό. Ως πιστά τέκνα του βυζαντινού Ουμανισμού οι δύο απόστολοι των Σλάβων πρωτοτύπησαν, προσφέροντας στους Μοραβούς την ευκαιρία της ανάπτυξης του δικού τους ανεξάρτητου και αυτοδύναμου πολιτισμού. Η γλαγολιτική γραφή όμως που προέκυψε χρησιμοποιήθηκε πιθανόν εντός των ορίων του μοραβικού κράτους και δεν είχε ίσως εξαρχής ευρεία διάδοση. Ωστόσο είναι γραφή που δημιουργήθηκε για να υπηρετήσει ένα μεγάλο πληθυσμιακά σύνολο ανθρώπων και όχι μεμονωμένες εκκλησιαστικές ομάδες ανθρώπων (π.χ. μοναχικές αδελφότητες) που θα είχαν ανάγκη μιας κρυπτογραφικής, μυστικής γραφής. Επίσης θα ήθελαν να γίνει γνωστή και να επικρατήσει στο σύνολο του σλαβικού κόσμου. Αυτή ήταν η αρχική ιδέα και των Βυζαντινών, αν κρίνουμε από τα λόγια του Βυζαντινού αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ για τις προηγούμενες προσπάθειες εξεύρεσης μιας σλαβικής γραφής. Ακόμη η γραφή συγκρίνεται με τις τρεις ιερές και ευρέως διαδεδομένες γραφές, την ελληνική, τη λατινική και την εβραϊκή. Αν επρόκειτο για μια μυστική, περιθωριακή γραφή δεν θα μπορούσε τεθεί ζήτημα σύγκρισης. Οι «αδυναμίες» του γλαγολιτικού αλφαβήτου έγιναν εμφανείς στη Βουλγαρία, όπου οι εκδιωγμένοι μαθητές των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου βρήκαν καταφύγιο. Η προϋπάρχουσα σλαβική γραφή, δηλ. η γλαγολιτική, σίγουρα βοήθησε στην ανάπτυξη του γραπτού πολιτισμού της.

Ο Συμεών όμως δεν ήταν μάλλον πλήρως ικανοποιημένος από τη χρήση του γλαγολιτικού αλφαβήτου και επιζητούσε τη δημιουργία ενός νέου απλοποιημένου. Αυτό δεν σήμαινε, όπως προαναφέρθηκε, ότι η γλαγολιτική ήταν μια γραφή δυσλειτουργική. Απλά ο Συμεών προερχόταν από ένα πολιτισμικό περιβάλλον διαφορετικό σε σχέση με το μοραβικό. Ο ίδιος καθώς και ο κύκλος των μορφωμένων Βουλγάρων που είχαν λάβει ελληνική παιδεία και ήταν καλοί γνώστες της ελληνικής γλώσσας, είχαν τη δυνατότητα να συγκρίνουν την ελληνική με την τότε σλαβική γραφή και να διακρίνουν τα υπέρ και κατά από τη χρήση της γλαγολιτικής στη χώρα τους. Η πραγματεία του Χραμπρ κάνει ξεκάθαρα λόγο για έναν κύκλο (προφανώς μορφωμένων ατόμων ή κάποιων ελληνόφιλων (;) ή ίσως ακόμη και Βυζαντινών που κατοικούσαν στα εδάφη που κατέκτησαν οι Βούλγαροι από το Βυζάντιο) που προέβαλε αντιρρήσεις για το γλαγολιτικό σύστημα γραφής, υποστηρίζοντας το ελληνικό αλφάβητο και την εφαρμογή του στη Βουλγαρία. Άλλωστε η ελληνική γραφή χρησιμοποιούνταν ευρέως εκεί ήδη από τη δημιουργία του Πρώτου Βουλγαρικού κράτους, αν κρίνει κανείς από τις πρωτοβουλγαρικές επιγραφές, αλλά και αργότερα (μάλλον αμέσως μετά την εισαγωγή της κυριλλικής) από τις δίγλωσσες, σλαβικές και ελληνικές, επιγραφές. Η γραμμή που είχε επικρατήσει εξαρχής στη χώρα αυτή ήταν εκείνη της μίμησης των βυζαντινών προτύπων. Οι Βούλγαροι λόγιοι είχαν σε ιδιαίτερα μεγάλη υπόληψη τη βυζαντινή-ελληνική γραμματεία και προσπαθούσαν να δημιουργήσουν μία αντίστοιχη βουλγαρική, τηρώντας τους βυζαντινούς-ελληνικούς κανόνες. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο κινούνταν η γραμματειακή παραγωγή τόσο της Σχολής της Αχρίδας όσο και της Σχολής της Πρεσλάβας.

Το άγαλμα των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου μπροστά από την ομώνυμη βιβλιοθήκη της Σόφιας.

Ο τσάρος Συμεών επιθυμούσε προφανώς να συγκεράσει το ελληνικό με το γλαγολιτικό αλφάβητο, προκειμένου να προκύψει μια γραφή ευέλικτη, η οποία δεν θα είχε μεγάλες διαφορές ούτε από την ελληνική αλλά και από τη λατινική (αφού κάποια γράμματα είναι κοινά). Η επιβολή του ελληνικού αλφαβήτου θα ήταν ένα πολύ τολμηρό εγχείρημα και ίσως επέσυρε κατηγορίες εναντίον του, από τη στιγμή μάλιστα που υπήρχε ήδη ένα γνωστό σλαβικό αλφάβητο, το οποίο έφερε την αίγλη του δημιουργού του, Κυρίλλου, χρησιμοποιούνταν από τους εκκλησιαστικούς (και ίσως όχι μόνο) κύκλους και υποστηρίζονταν από κάποιους λογίους (όπως ο Χραμπρ). Η νέα γραφή, λοιπόν, θα έπρεπε να απαρτίζεται από ένα μεγάλο μέρος ελληνικών γραμμάτων αλλά και ορισμένων γλαγολιτικών που ήταν απαραίτητα για την απόδοση των ιδιαίτερων σλαβικών φθόγγων. Τα γλαγολιτικά αυτά γράμματα θα αποτελούσαν ίσως και ένα είδος ανάμνησης της πρώτης σλαβικής γραφής του αγίου Κυρίλλου. Το κυριλλικό ήταν ως ένα βαθμό ένα μικτό αλφάβητο (ελληνικό και γλαγολιτικό), πιο προσιτό στον πληθυσμό (που πολύ πιθανόν γνώριζε και χρησιμοποιούσε ίσως το ελληνικό), και βασίστηκε κυρίως στη μεγαλογράμματη ελληνική γραφή. Ονομάστηκε κυριλλικό προς τιμήν του αγίου Κυρίλλου. Έτσι από τη μια δεν θιγόταν η αξίωση για μια καθαρά σλαβική γραφή και από την άλλη η Βουλγαρία αποκτούσε το δικό της αλφάβητο παρόμοιο με το ελληνικό. Η εξέλιξη αυτή ανταποκρινόταν ακόμη στο σχέδιο των Βουλγάρων ηγεμόνων να περιορίσουν την πολιτισμική εξάρτηση από το Βυζάντιο με την ανάπτυξη μιας ανεξάρτητης βουλγαρικής γραμματείας με ένα νέο «βουλγαρικό» αλφάβητο.

Ο Συμεών σίγουρα θα συζήτησε το σοβαρό θέμα της αλλαγής του αλφαβήτου ή της προσαρμογής του στο ελληνικό με τους εκπροσώπους και των δύο γνωστών σχολών της Πρεσλάβας και της Αχρίδας. Ο Κλήμης και ο Κωνσταντίνος Πρεσλάβας υπήρξαν άμεσοι μαθητές του Κυρίλλου και του Μεθοδίου· και οι δύο είχαν παρακολουθήσει εκ του σύνεγγυς τη διαδικασία δημιουργίας της γλαγολιτικής γραφής και θα γνώριζαν καλά τους κανόνες, πάνω στους οποίους βασίστηκε ο Κύριλλος για την τελειοποίηση του αλφαβήτου. Από μόνοι τους βέβαια δεν θα προέβαιναν ίσως ποτέ στην αναίρεση του δημιουργήματος του «θεόσταλτου» στους Σλάβους διδασκάλου τους, οι συνθήκες όμως και τα επιχειρήματα του Συμεών τους έπεισαν μάλλον να προχωρήσουν. Οι φιλοδοξίες του Βούλγαρου ηγεμόνα για εκσυγχρονισμό και ανάπτυξη του πολιτισμού της χώρας του σε συνδυασμό με το πολιτικό σχέδιο κατάκτησης της βυζαντινής αυτοκρατορίας και ανάρρησης του ίδιου στον θρόνο του Βυζαντίου, η οικειοποίηση ακόμη του τίτλου του Βυζαντινού αυτοκράτορα (όπως προκύπτει σαφώς από σφραγίδες του, αλλά και από βυζαντινές πηγές), καθώς και η προσάρτηση στο βουλγαρικό κράτος πολλών βυζαντινών εδαφών καθιστούσαν εξαιρετικά κρίσιμο τη συγκεκριμένη περίοδο τον πολιτισμικό προσανατολισμό της Βουλγαρίας.

Ίσως αρχικά υπήρξε μια αμηχανία όσον αφορά τη χρήση της νέας γραφής, καθώς η μετάβαση από το ελληνικό στο γλαγολιτικό και ακολούθως στο κυριλλικό αλφάβητο πραγματοποιούνταν με πολύ γρήγορους ρυθμούς, και ο πληθυσμός θα έπρεπε να συνηθίσει το νέο αλφάβητο. Επίσης οι μορφωμένοι Βούλγαροι γνώριζαν, αν όχι τέλεια, τουλάχιστον ικανοποιητικά, την ελληνική γλώσσα, αφού τα Ελληνικά ήταν μαζί με τα Λατινικά οι διεθνείς γλώσσες της εποχής. Ίσως βέβαια είναι πιθανόν η γλαγολιτική να έπαιξε για ένα διάστημα τον ρόλο της ιερής εκκλησιαστικής γραφής σε αντίθεση με την κυριλλική που εμφανίζεται ως πιο κοσμική γραφή.

Πάντως τη στιγμή που ο Μοραβός ηγεμόνας Ραστισλάβ ζήτησε από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα διδάσκαλο που θα διδάξει τον “ορθό λόγο” στην σλαβική γλώσσα και ακολούθως ο Βούλγαρος ηγεμόνας Βόρης δέχτηκε τους μαθητές των δύο αγίων στη χώρα του, δεν γνώριζαν ότι άνοιγαν τον δρόμο για τη δημιουργία της σλαβικής γραφής, ότι η πρωτοβουλία τους θα σηματοδοτούσε την ένταξη όλων των Σλάβων στον πολιτισμένο κόσμο της Ευρώπης, στον κόσμο του γραπτού πολιτισμού.

Αρχικά το γλαγολιτικό αλφάβητο και στη συνέχεια το κυριλλικό θα διαθοδούν σε όλες τις χώρες του σλαβικού κόσμου. Επίσης το κυριλλικό αλφάβητο κατά τον 18ο και ιδιαίτερα κατά τον 19ο αιώνα θα χρησιμοποιηθεί και για την καταγραφή μη σλαβικών ιδιωμάτων, όπως των μολδαβικών ή ακόμη τουρκικών (όπως της τουρκικής γλώσσας των Γκαγκαούζων ή των τουρκόφωνων χριστιανών της Βουλγαρίας). Την κυριλλική γραφή διατηρούν μέχρι σήμερα οι ορθόδοξοι Σλάβοι των Βαλκανίων (Βούλγαροι, Σέρβοι, πολίτες της ΠΓΔΜ), οι Ρώσοι, οι Ουκρανοί και οι Λευκορώσοι.

Η δύναμη του γραπτού λόγου κατέστησε το έργο των δύο Θεσσαλονικέων ιεραποστόλων μοναδική συνεισφορά στον σλαβικό κόσμο. Η σλαβική γραφή έθεσε τα θεμέλια για την ύπαρξη ενός κοινού υποστρώματος πολιτισμικών, κοινωνικών και πολιτικών αξιών στα εξελισσόμενα σλαβικά κράτη και ανέδειξε τη γενέτειρα των δύο αγίων Θεσσαλονίκη σε ένα κατεξοχήν πνευματικό κέντρο των σλαβικών λαών, που την θεωρούν έως σήμερα ότι αποτελεί το λίκνο του δικού τους πολιτισμού.

Ευχαριστώ τη Μαρία Μητσού, φοιτήτρια του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας για τη βοήθειά της όσον αφορά την τοποθέτηση των εικόνων στο κείμενο.

Η Αγγελική Δεληκάρη είναι Επίκουρη Καθηγήτρια
της Μεσαιωνικής Ιστορίας των Σλαβικών Λαών στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ

 

Υποσημειώσεις

* «Ο άγιος Δημήτριος με τους κτίστες της βασιλικής»: Το ψηφιδωτό της βασιλικής του Αγίου Δημητρίου βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του νοτίου πεσσού προς το ιερό βήμα εικονίζεται ο άγιος Δημήτριος με χρυσοκίτρινο χιτώνα και λευκή κεντημένη χλαμύδα με ερυθρό ταβλίον. Μπροστά στα τείχη της Θεσσαλονίκης και σε ένδειξη εύνοιας και προστασίας ο πολιούχος θέτει τα χέρια του στους ώμους του ανακαινιστή της βασιλικής αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης στα δεξιά του, και του ιδρυτή της βασιλικής επάρχου του Ιλλυρικού Λεοντίου, στα αριστερά του. Η επιγραφή «Κτίστας θεωρε ς το πανενδόξου δόμου κε θεν νθεν μάρτυρος Δημητρίου, τοῖ ῦ ἐ ῖ ἔ ῦ βάρβαρον κλύδωνα βαρβάρων στόλ μετατρέποντος καιὶ πόλινῳ λυτρομένου» εννοεί τη σωτηρία της πόλης από τις επιδρομές Αβάρων και Σλάβων στα τέλη του 6ου και στις αρχές του 7ου αι. από τον άγιο Δημήτριο και τον στρατό των υπολοίπων στρατιωτικών αγίων που απεικονίζεται στα ψηφιδωτά της βασιλικής.

** «Ο άγιος Δημήτριος και ο διάκονος» :Το ψηφιδωτό αυτό της βασιλικής του Αγίου Δημητρίου βρίσκεται στο νότιο πεσσό του ιερού βήματος. Ο πολιούχος της Θεσσαλονίκης παραστέκεται σε ηλικιωμένο διάκονο μπροστά από τα τείχη της Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για τον άνδρα στον οποίο συνεχώς επιφαινόταν ο άγιος Δημήτριος και είχε αναλάβει την επιστασία των εργασιών αναστήλωσης της βασιλικής στις αρχές του 7ου αι. Πρόκειται για τον συντάκτη κάποιων κεφαλαίων των Θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου, το βιβλίο των οποίων κρατά στα χέρια του. Το δεξί χέρι του διακόνου σε κίνηση υποδοχής και προσκύνησης δείχνει προς την επιγραφή «Πανόλβιε Χριστο μάρτυς φιλόπολις φροντίδα τίθη καιὶ πολιτ ν καιὶ ξένων» (Μακάριεῦ ῶ Μάρτυρα του Χριστού, εσύ που αγαπάς την πόλη σου, φρόντιζε και τους πολίτες της και τους ξένους). Η αναφορά στους “ξένους” εικάζεται πως οφείλεται στη φροντίδα του αγίου προς τους αλλοεθνείς, οι οποίοι βοήθησαν τους Θεσσαλονικείς στην ανοικοδόμηση του Ναού από την καταστροφή που υπέστη περί το 620 – προσπάθεια στην οποία φέρεται πως συνέβαλε και ο εικονιζόμενος διάκονος. Το χέρι του αγίου Δημητρίου σε στάση κατάφασης και συνομιλίας.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Grivec, Konstantin und Method. Lehrer der Slaven, Wiesbaden 1960.

Dvornik, Byzantine Missions among the Slavs. SS. Constantine-Cyril and Methodius, New Brunswick-New Jersey 1970.

Konstantinou (επιμ.), Leben und Werk der byzantinischen Slavenapostel Methodios und Kyrillos. Beiträge eines Symposions der Griechisch-deutschen Initiative Würzburg im Wasserschloss Mitwitz vom 25.-27. Juli 1985 zum Gedenken an den 1100. Todestag des hl. Methodios, Münsterschwarzach 1991.

Thessaloniki Magna Moravia. Proceedings of the International Conference. Thessaloniki 16-19 October 1997, Thessaloniki 1999

Γ. Κατσόβσκα-Μαλιγκούδη, Οι Σλάβοι των Βαλκανίων. Εισαγωγή στην ιστορία και τον πολιτισμό τους, Αθήνα 2005.

 Εκ Θεσσαλονίκης Φως/Ex Thessalonica Lux. Κατάλογος Έκθεσης/Exhibition catalogue, 31 Ιανουαρίου-4 Μαΐου 2014/January 31-May 4 Thessaloniki 2014, Θεσσαλονίκη/Thessaloniki 2014.

Α. Δεληκάρη (επιμ.), Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο “Κύριλλος και Μεθόδιος: Το Βυζάντιο και ο κόσμος των Σλάβων”, 28-30 Νοεμβρίου 2013, Θεσσαλονίκη 2015.

VILLA “KÉRYLOS”. MIA ΑΠΟΜΙΜΗΣΗ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΥΑΝΗ ΑΚΤΗ

VILLA “KÉRYLOS”. MIA ΑΠΟΜΙΜΗΣΗ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΥΑΝΗ ΑΚΤΗ

Εάν επιθυμεί κανείς να αποκτήσει μια εικόνα ως προς το ποια, ακριβώς, μορφή είχαν οι οικίες στην αρχαία Ελλάδα, δεν έχει παρά να μεταβεί στην κωμόπολη Beaulieu-sur-Mer, στην Κυανή Ακτή (μεταξύ Νίκαιας και του Πριγκιπάτου του Μονακό), όπου βρίσκεται η βίλα Kérylos. Το όνομά της προέρχεται από τον Κύηκα, σύζυγο της Αλκυόνης, μαζί με την οποία ζούσε ευτυχισμένος. Μια μέρα ο Κύηκας πήγε για ψάρεμα παρά τις παρακλήσεις της γυναίκας του, που είχε κακό προαίσθημα. Πράγματι, έπιασε θαλασσοταραχή και το πλοιάριό του βυθίστηκε. Η Αλκυόνη, που παρακολουθούσε από ένα βράχο, αυτοκτόνησε από την απελπισία της πέφτοντας από τον βράχο. Οι θεοί τους λυπήθηκαν και τους μεταμόρφωσαν σε πτηνά, το θαλασσοπούλι κύηκα και την αλκυόνη. Η ιδέα κατασκευής μιας ιδιωτικής οικίας-απομίμησης των αντιστοίχων της αρχαιότητας, ανήκει στον Théodore Reinach (1860–1928), λάτρη και θαυμαστή της αρχαίας Ελλάδας, έναν από τους κορυφαίους ελληνιστές του 20ού αιώνα. Από τη συνάντησή του με τον αρχιτέκτονα Emmanuel Pontremoli (1865-1956), προέκυψε ένα απόλυτο αποτέλεσμα, το οποίο εισάγει τον επισκέπτη σε έναν κόσμο, όπου η πεμπτουσία του ελληνικού πολιτισμού διαπλέκεται με αξιοθαύμαστη αρμονία με την πρωτοπορία των αρχών του 20ού αιώνα. Η βίλα Kérylos είναι το απόσταγμα μιας καλλιτεχνικής, συνάμα όμως και μιας διανοητικής έρευνας. Αποτελεί μια σπονδή στη σύλληψη ενός πολιτισμού, ο οποίος έθεσε τον Άνθρωπο στο κέντρο του κόσμου. Το 1928, το κτήριο περιήλθε στην Ακαδημία Επιγραφών και Γραμμάτων της Γαλλίας (Académie des Inscriptions et Belles Lettres). Έκτοτε, πέραν της μουσειακής διάστασης, χρησιμεύει και ως χώρος επιστημονικών εκδηλώσεων με επίκεντρο, πάντοτε, την αρχαία Ελλάδα.

Théodore Reinach
Emmanuel Pontremoli

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο ΠΕΡΙΒΑΛΛΩΝ ΧΩΡΟΣ

Λεωφόρος των Ελλήνων, στη γωνία του δρόμου που οδηγεί στη βίλα (φωτογραφία Γ. Μουρέλου).
Η προτομή του Ελευθερίου Βενιζέλου έξω από τη βίλα (φωτογραφία Γ. Μουρέλου).
Η θέα προς το Πριγκιπάτο του Μονακό (φωτογραφία Γ. Μουρέλου).
Η θέα προς το Ακρωτήριο Saint-Jean Cap Ferrat (φωτογραφία Γ. Μουρέλου).

ΟΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ

Το Περιστύλιο.
Απομιμήσεις αρχαίων ελληνικών αγαλμάτων σε υπόγειο διάδρομο κάτω από το περιστύλιο.
Το καθιστικό των ανδρών κατασκευασμένο με ιταλικό μάρμαρο.

Το Θυρωρείον, χώρος κοντά στην είσοδο.
“Ορνιθες”, το όνομα της κύριας κρεββατοκάμαρας στον πρώτο όροφο.
Το Τρίκλινον (τραπεζαρία), επικοινωνεί με το Άντρον.
“Αμπελος”, το όνομα του λουτρού στον πρώτο όροφο.

Η ΕΠΙΠΛΩΣΗ

Η Βιβλιοθήκη, χώρος των επιστημονικών εκδηλώσεων.

Η ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ

Ψηφιδωτό στην είσοδο του κτηρίου, υποδέχεται τον επισκέπτη.
Το Βαλάνειον, λουτρό δίπλα από την κεντρική είσοδο του κτηρίου.
Ψηφιδωτά δαπέδων.

Άποψη της οροφής

Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Άποψη της βίλας, ένα Κυριακάτικο πρωϊνό του Οκτωβρίου (φωτογραφία Γ. Μουρέλου).

Villa Kérylos

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση: Δημήτρης Μητσόπουλος

Κωστής Κορνέτης: Η «μακρά» δεκαετία του ’60

Κωστής Κορνέτης

Η «μακρά» δεκαετία του ’60

Η συνέντευξη δόθηκε στο προπτυχιακό φοιτητή του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, του Α.Π.Θ, Δημήτρη Μητσόπουλο

 

Κύριε Κορνέτη, θα ήθελα να σας ρωτήσω,  αν η δεκαετία του ’60 υπήρξε «σύντομη» ή «μακρά», καθώς βλέπουμε ότι στο βιβλίο σας προτείνετε τη δεύτερη εκδοχή, γεγονός και ερμηνεία, που δεν είναι συνηθισμένη στην Ελλάδα

Ένα σημαντικό στοιχείο που προτείνω στο βιβλίο έχει να κάνει με αυτό που στην ιστορία ονομάζουμε περιοδολόγηση– κοινώς πώς αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο. Το σχήμα που πρότειναν διάφοροι ιστορικοί για τη δεκαετία του 60 και που πιστεύω ταιριάζει και στην ελληνική περίπτωση, είναι πως ο καλύτερος τρόπος να εξεταστεί η δεκαετία του 1960 είναι να θεωρηθεί ως μια εκτενέστερη χρονολογικά περίοδος, η «μακρά δεκαετία του εξήντα», που ξεκινά το 1958 και φτάνει μέχρι τη διεθνή πετρελαϊκή κρίση του 1974. Ένα είδος χρονολόγησης τέτοιου τύπου θα είχε νόημα και για την Ελλάδα παρά τις επίμονες αντιρρήσεις αρκετών πολιτικών επιστημόνων στη χώρα μας. Στην Αθήνα πραγματοποιήθηκε το 2005 ένα ολόκληρο συνέδριο αφιερωμένο σε αυτή την περίοδο, παρουσιάζοντας την ελληνική δεκαετία του εξήντα ως «σύντομη δεκαετία», επειδή η πορεία της διακόπηκε βίαια με την επιβολή της δικτατορίας των Συνταγματαρχών το 1967. Κατά την άποψή μου, όμως, η προδικτατορική περίοδος είναι αξεδιάλυτα συνυφασμένη με τα ίδια τα χρόνια της Δικτατορίας. Δεν πρέπει να κατανοηθεί μόνο με βάση τις τομές, αλλά επίσης με βάση τις συνέχειες, και πρέπει να μελετηθεί με αυτό τον τρόπο.Η Χούντα, τέλος δεν κατάφερε να κλείσει εντελώς την στρόφιγγα επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, όπως θεωρείται λανθασμένα, παροτι το προσπάθησε και παροτι θέλησε να καλλιεργήσει την πλήρη απομόνωση από τις διεθνείς εξελίξεις· δεν τα κατάφερε όμως

Πως καταλήξατε στη πολύ ενδιαφέρουσα διάκριση μεταξύ της γενιάς των Λαμπράκηδων, τη Γενιά Ζ, όπως την αποκαλείτε και τη Γενιά του Πολυτεχνείου;

Γενικά με ενδιαφέρει το ζήτημα της «γενιάς» – πώς ορίζεται, πώς διαμορφώνεται, ποια είναι τα στοιχεία που την καθορίζουν. Οι γενιές δεν είναι ορισμένες χρονικές περίοδοι, αλλά ηλικιακές ομάδες που υφίστανται εάν και μόνο εάν μοιράζονται μια κοινή ιστορική εμπειρία. Παρότι, λοιπόν, οι νέοι της «μακράς» δεκαετίας του 60 εντάσσονται στην ίδια βιολογική γενιά, αντέδρασαν με διαφορετικό τρόπο στα πολιτικά ερεθίσματα και τείνουν να αυτοαναπαριστάνονται διαφορετικά στις αφηγήσεις ζωής τους. Το έτος κλειδί για την πολιτική δράση των νέων πριν από τη δικτατορία ήταν το 1963. Η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, τον Μάιο της ίδιας χρονιάς, αποτέλεσμα της ανάδυσης ενός εκτεταμένου «παρακρατικού» μηχανισμού που βασιζόταν στη βία και την τρομοκράτηση των αριστερών, σημάδεψε τη γενιά αυτή νέων ανθρώπων, λειτουργώντας ως ενοποιητικό γεγονός και καταλύτης για την πολιτικοποίησή της. Ο νεκρός Λαμπράκης αναδείχθηκε σχεδόν ακαριαία σε σύμβολο του πρωτοποριακού κινήματος που συγκροτήθηκε στις αρχές του Ιουνίου του 1963 και πήρε το όνομά του, δηλαδή της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, που αργότερα ονομάστηκε «Νεολαία Λαμπράκη» ή απλά «Λαμπράκηδες». Επειδή ακριβώς ο Λαμπράκης αποτέλεσε καίρια φυσιογνωμία για τη συλλογική αναπαράσταση της αριστερής νεολαίας της εποχής, ονομάζω αυτή την ηλικιακή ομάδα «γενιά του Ζήτα», δανειζόμενος τον τίτλο του ομώνυμου βιβλίου του Βασιλικού.

Η γενιά του Ζήτα περιλάμβανε κυρίως νέους που γεννήθηκαν περίπου στο διάστημα από το 1944 μέχρι το 1949, με αποτέλεσμα η δεκαετία του 1940 να αποτελεί σημαντικό διαμορφωτικό άξονα για τις ιστορικές εμπειρίες της, το φαντασιακό και τη μνήμη των μελών της, τα οποία πολλές φορές αυτοπροσδιορίζονται ως άνθρωποι που δεν έζησαν πραγματικά νεανικά χρόνια. Ως εκ τούτου, τείνουν να αναπαριστούν τη δολοφονία του Λαμπράκη το 1963, αλλά και την επιβολή της δικτατορίας του 1967, ως γραμμική συνέχεια του ίδιου του εμφυλίου πολέμου. Σημείο-σταθμό για τη γενιά αυτή αποτελεί φυσικά η επιβολή της ίδιας της δικτατορίας. Η γενιά του Ζ έζησε τα πιο σκληρά χρόνια του καθεστώτος –τα πρώτα χρόνια της χούντας– με συνεχείς φυλακίσεις, λογοκρισία και στρατιωτικό νόμο σε πλήρη ισχύ. Με τα πανεπιστήμια να βρίσκονται σε καθεστώς τρόμου, μετά τη βίαιη διάλυση όλων των φοιτητικών παρατάξεων και συλλόγων, προσπάθησε να αντισταθεί στο καθεστώς μέσα από υπόγεια δίκτυα –τις αντιδικτατορικές οργανώσεις, που πετούσαν τρικάκια, τοποθετούσαν εκρηκτικά και γενικά προσπαθούσαν να κάνουν αισθητή την παρουσία αντίστασης. Έως το 1971, όμως, οργανώσεις όπως ο Ρήγας Φεραίος είχαν ήδη εντοπιστεί από το χουντικό καθεστώς και είχαν αποδεκατιστεί. Τα μέλη αυτής της «ιστορικής» γενιάς του φοιτητικού κινήματος βρέθηκαν από τα πρώτα στη φυλακή και βασανίστηκαν απάνθρωπα, αποκτώντας το κύρος εμβληματικών προσωπικοτήτων.

Ενόσω όμως η επιβολή της δικτατορίας και το σοκ που προκάλεσε καθόρισε τη φοιτητική και την εν γένει ζωή της πρώτης αυτής γενιάς, μια νεότερη γενιά βρισκόταν ακόμα στα εφηβικά της χρόνια. Οι έφηβοι αυτοί θα ενηλικιώνονταν κατά τη διάρκεια του δικτατορικού καθεστώτος και για τον λόγο αυτό θα κατανοούσαν καλύτερα τη λογική του, και θα εκμεταλλεύονταν τις πολιτικές ευκαιρίες που πρόσφερε άθελά της η ίδια η δικτατορία, προκειμένου να βαθύνουν την πολιτική ρήξη. Εξαιρετικής σημασίας ήταν το γεγονός πως ένα μεγάλο κομμάτι της δεύτερης αυτής γενιάς προερχόταν από αστικές οικογένειες και από τον πολιτικό χώρο της Δεξιάς –ενίοτε και από στρατιωτικούς κύκλους, άρα χωρίς τα οικογενειακά βιώματα και τις μνήμες του Εμφυλίου και όσα αυτός κληροδότησε στη χώρα, που κουβαλούσαν οι Λαμπράκηδες. Στις 21 Απριλίου 1967 η δεύτερη γενιά, που τη συνέθεταν κυρίως άτομα γεννημένα από το 1949 μέχρι το 1954, βρισκόταν ακόμα στην εφηβεία. Ήταν παιδιά που δεν διακατέχονταν από φόβο και δεν ήταν «στιγματισμένα», εφόσον δεν ανήκαν στους «επικίνδυνους πολίτες», για να δανειστώ τον δόκιμο όρο της ανθρωπολόγου Νένης Πανουργιά. Μια οργανωτική δομή καθοριστικής σημασίας, η Ελληνοευρωπαϊκή Κίνησις Νέων (ΕΚΙΝ), για παράδειγμα, ήταν απόρροια δικτύων που είχαν δημιουργηθεί σε περιβάλλοντα υπεράνω πάσης υποψίας, όπως τα ιδιωτικά σχολεία όπου είχαν φοιτήσει πολλά από τα πιο ενεργά στελέχη της, π.χ. η Λεόντειος Σχολή και το Αμερικάνικο Κολλέγιο.

Αυτές οι δύο υποομάδες, λοιπόν, παρότι εντάσσονται στην ίδια βιολογική γενιά, αντέδρασαν με διαφορετικό τρόπο στα πολιτικά ερεθίσματα που βρήκαν μπροστά τους. Όπως είναι φυσικό, τείνουν και να αυτοαναπαριστάνονται αλλιώτικα στις βιοαφηγήσεις τους σήμερα. Η γενιά του Ζ συχνά εκφράζει το παράπονο πως έχει επισκιαστεί σε επίπεδο μνήμης και δημόσιας ιστορίας από τη γενιά του Πολυτεχνείου. Ενώ ο κύκλος παράνομης δράσης στον οποίο η ίδια συμμετείχε δεν είχε απτά αποτελέσματα, μέλη της τονίζουν την καθοριστική συμβολική σημασία του στην ευαισθητοποίηση της επόμενης γενιάς μέσα από το παράδειγμά αλλά και τη μετάδοση της σκληρής εμπειρίας της.

Πως η «φιλελευθεροποίηση» , που επιχείρησε η Δικτατορία, επηρέασε το φοιτητικό κίνημα; Υπήρξε η θρυαλλίδα των κατοπινών εξελίξεων;

Η προσπάθεια της χούντας, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, να εισάγει ένα είδος «ελεγχόμενης φιλελευθεροποίησης» αποσκοπούσε στην ενίσχυση της λαϊκής υποστήριξης, στη σίγαση της κριτικής στο εξωτερικό και στην εξασφάλιση μακροζωίας για το καθεστώς, με δημοκρατικό πλέον προσωπείο. Η προσπάθειεα ομαλοποίησης είναι καθοριστικής σημασίας για την κατανόηση των νέων πολιτικών ευκαιριών που προσφέρθηκαν στους αντικαθεστωτικούς φοιτητές της δεύτερης γενιάς, καθώς αυτές αποδείχτηκαν σημαντικές όσον αφορά τις κοινωνικές κινητοποιήσεις. Η προληπτική λογοκρισία ειδικά εφαρμοζόταν μέχρι το 1969 και κανένα έντυπο δεν μπορούσε να κυκλοφορήσει χωρίς την έγκριση της Υπηρεσίας Λογοκρισίας. Αυτό δημιουργούσε ένα κενό στους εναλλακτικούς διαύλους πληροφόρησης και πνευματικής καλλιέργειας, καθώς τα παράνομα έντυπα επιφορτίστηκαν με το βαρύ έργο να εκφράσουν την πολιτική αντίθεση. Αναπόφευκτα, μόλις το καθεστώς επέτρεψε ως ένα βαθμό την περιορισμένη ελευθερία της έκφρασης, ορισμένα τμήματα του τύπου άρχισαν να διατυπώνουν μια ήπια κριτική στον τρόπο διακυβέρνησης σπάζοντας το κυβερνητικό «μονοπώλιο πληροφορίας». Ο ημερήσιος και ο περιοδικός τύπος συνέβαλε καθοριστικά στη διάδοση της πληροφορίας και στη συνειδητοποίηση της πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα επί Χούντας. Εφόσον κάλυπτε εκτενώς την ακροαματική διαδικασία των στρατοδικείων και δημοσίευε τα πλήρη πρακτικά των δικών, έδινε στους φοιτητές της δευτερης γενιας την ευκαιρία να μάθουν για τις αντιστασιακές προσπάθειες. Οι απολογίες πρόσφεραν στους κατηγορούμενους τη δυνατότητα να υπερασπιστούν τις πράξεις τους καταδικάζοντας το καθεστώς και αναφέροντας ότι είχαν υποστεί βασανιστήρια. Ο τύπος πρόσφερε επίσης λεπτομερή, και πολλές φορές προκλητική, πλήρη κάλυψη των φοιτητικών κινητοποιήσεων. Άλλο τυπικό στοιχείο των εφημερίδων της εποχής ήταν πως παρουσίαζαν τις φοιτητικές ταραχές σε άλλες χώρες με πηχιαίους τίτλους, εκτενές φωτογραφικό υλικό και άμεσους υπαινιγμούς για την ελληνική κατάσταση, με τίτλους όπως «Νέες συγκρούσεις φοιτητών-αστυνομίας» ή «Η εξέγερσις των φοιτητών εξαπλούται», και θα πρόσθετε με μικρά γραμματάκια από κάτω «στην Ισπανία» ή «εις όλον τον κόσμον».

Η άρση της προληπτικής λογοκρισίας επέτρεψε και την εισαγωγή πολύτιμων πολιτισμικών ερεθισμάτων, παρόμοιων με αυτά στη Γαλλία, την Ιταλία και τη Γερμανία. Από τα τέλη του 1970 μέχρι τα τέλη του 1971 άνοιξαν 150 νέοι εκδοτικοί οίκοι, και τυπώθηκαν 2.000 νέοι τίτλοι. Η υπερπαραγωγή εκδόσεων είχε ως στόχο να ενθαρρύνει την κριτική σκέψη των νεαρών αναγνωστών, βοηθώντας τους να κατανοήσουν την υφιστάμενη πραγματικότητα. Χρειάζονταν βιβλία που θα πρότειναν μια «πρακτική προσέγγιση» ή έναν τρόπο διαφυγής από το πολιτικό αδιέξοδο. Ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν και ο Καρλ Μαρξ, μαζί με τον Μιχαήλ Μπακούνιν, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Γκιόργκι Λούκατς εμφανίστηκαν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων.

Το άλλο στοιχείο ήταν η επαναφορά του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι που παραχώρησε ζωτικό χώρο δράσης στο αναπτυσσόμενο φοιτητικό κίνημα, με τη δημιουργία της «Ελληνοευρωπαϊκής Κίνησης Νέων» (ΕΚΙΝ) που έγινε σημείο αναφορά και ζυμώσεων αλλά και των λεγόμενων τοπικών συλλόγων, που λειτούργησαν ως χώροι κινητοποίησης και επώασης ριζοσπαστισμού.

Ποια ήταν η σχέση της εμπειρίας της συμμετοχής στο αντιδικτατορικό κίνημα και του αστικό χώρου; Ειδικότερα, πως επηρεάζει έναν φοιτητή, που συμμετέχει στον αντιδικτατορικό αγώνα, το αν μένει στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη;

Ο αστικός χώρος πάντα διαμορφώνει τις συνθήκες εξέλιξης της κινηματικής δράσης,λόγω της δομής της πόλης – που ενίοτε ευνοεί ή δυσχεραίνει τις κινητοποιήσεις, παρέχει διεξόδους διαφυγής σε περιπτώσεις αστυνομικής καταστολής κτλ. Βασικό ρόλο παίζει φυσικά το ίδιο το πανεπιστήμιο, ο χώρος του, η τοποθεσία στην οποία βρίσκεται – κατά πόσο είναι ενταγμένο στον κεντρικό αστικό ιστό, ή εκτός πόλης κτλ. Στην περίπτωση της Αθήνας για παράδειγμα έπαιξε κεντρικό ρόλο το γεγονός πως και η Νομική και το Πολυτεχνείο βρίσκονται στον πυρήνα του κέντρου της πόλης. Ήταν αδύνατον να λάβει χώρα η κατάληψη της Νομικής στη Σόλωνος ή του Πολυτεχνείου στην Πατησίων χωρίς να γίνουν άμεσα αντιληπτές από χιλιάδες κόσμου. Ένα κεντρικό στοιχείο στο αφήγημα του βιβλίου έχει να κάνει με την κοινωνικοποίηση που αναπτύχθηκε και στους χώρους αναψυχής – εδώ κάνω λόγο για την σημασία, των μπουάτ αρχικά, της ταβέρνας αργότερα, που έπαιξαν τεράστιο ρόλο για την αλληλοαναγνώριση των μελών του κινήματος, της σύναψης φιλικών και ερωτικών σχέσεων και μέσα από την οποία, εν τέλει, σφυρηλατήθηκε η ενότητα του κινήματος. Και πάλι λοιπόν ο αστικός χώρος έπαιξε ένα κεντρικό ρόλο. Τέλος,ένα βασικό ζήτημα έχει να κάνει με την ίδια την κουλτούρα των πόλεων και το γεγονός πως η Θεσσαλονίκη – η λεγόμενη και «τραμπουκομάνα» – είχε γίνει μια συντηρητική και αστυνομοκρατούμενη πόλη, με έντονο παρελθόν πολιτικών δολοφονιών και ένα εκτεταμένο δίκτυο χαφιέδων και παρακρατικών που δυσχέραινε εξαιρετικά την όποια ανάληψη δράσης.

Τέλος,  θα ήθελα, να σας θέσω μια πιο γενική ερώτηση: Ποία η σύνδεση του Πολυτεχνείου το ’73 με τα διεθνή κινήματα, κυρίως το ’68, ή τις διεθνείς εξελίξεις, όπως οι αναφορές στον Αλιέντε. Ήταν οι Έλληνες φοιτητές, τα «Παιδιά του Μαρξ και της Κόκα-Κόλα;»

Μέσα από τον εκδοτικό οργασμό, στον οποίο αναφέρθηκα, έχουμε τη δημιουργία μιας θεωρητικής εργαλειοθήκης για το φοιτητικό ξεσηκωμό που είχε ως σημείο αναφορά το 68. Μια πλειάδα «αιρετικών» διανοητών με τα κριτήρια της παλιάς αριστεράς, όπως ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Ρεζίς Ντεμπρέ, ο Γκυ Ντε Μπωρ και ο Χέρμπερτ Μαρκούζε – όλοι διανοητές που συνδιαμόρφωσαν με την σκέψη τους το 68, συγκαταλέγονταν στους πιο πολυμεταφρασμένους συγγραφείς στην Ελλάδα της εποχής. Τα έργα τους, που αμφισβητούσαν την ορθόδοξη μαρξιστική προσέγγιση, έγιναν δημοφιλή στη Νέα Αριστερά και αποτέλεσαν πνευματικό ορόσημο για πολλούς φοιτητές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι και ο συλλογικός τόμος Φοιτητική δύναμη (1973). Σύμφωνα με όσα λέγονται στην εισαγωγή του, «οι φοιτητές αρνούνται σήμερα να περιμένουν μια από τα έξω σωτηρία από την κατάστασή τους» και άρα παιρνουν κατά κάποιο τρόπο τα πράγματα στα χέρια τους.Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και μέσα από το πολιτικό σινεμά που μεταλαμπαδεύει την ριζοσπαστική εμπειρία του 68 μέσα από ταινίες ορόσημα, όπως οι «Φράουλες και Αίμα», για την κατάληψη του αμερικανικού πανεπιστήμια Κολούμπια. Βασικό ρόλο επίσης έπαιξαν τα φοιτητικά δίκτυα και το γεγονός πως ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων φοιτητών στο Παρίσι, στη Ρώμη και το Δ.Βερολίνο πηγαινοερχόταν μεταφέροντας την εμπειρία του από τα εκεί κινήματα.

Τέλος, ναι, εν μέρει ήταν τα «παιδιά του Μαρξ και της Κοκα-Κολα» στην Ελλάδα. Οι βασικοί πομποί της μαζικής κουλτούρας στο δυτικό κόσμο, δηλαδή οι τηλεοράσεις και τα πικάπ, έγιναν τυπικά καταναλωτικά αγαθά κάτα τη διάρκεια της δικτατορίας. Ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1960 η τηλεόραση παρέμενε πολυτέλεια, μία μόλις πενταετία αργότερα περίπου αποτελούσε τυπικό εξοπλισμό στα μισά νοικοκυριά της Ελλάδας. Σε μια συνέντευξή του το 1970 ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο κατ’εξοχήν ψυχογράφος της ελληνικής κοινωνίας, περιέγραψε τις ραγδαίες αλλαγές που επήλθαν στη μαζική κατανάλωση μετά την επιβολή της Δικτατορίας: «Έχω επτά χρόνια που έφυγα από τη Θεσσαλονίκη. […] Την τελευταία φορά που ανέβηκα, μου έκανε μεγάλη εντύπωση η αλλαγή. Ένα σωρό πράγματα, που ήταν απρόσιτα στις χαμηλότερες τάξεις, τώρα έχουν μπει παντού. Τα βρίσκεις και πουλιούνται σε κάθε γωνιά. Υπάρχουν σε ένα σωρό σπίτια: Ψυγεία, τηλεοράσεις, κουζίνες. Άσε πια τι γίνεται από πολυκατοικίες. Και όλο και πληθαίνουν οι νέοι με τα μακριά μαλλιά, που ντύνονται στην αμερικάνικη αγορά». Η ταχύτατη αύξηση της μαζικής κατανάλωσης υπήρξε ως ένα βαθμό αποτέλεσμα της εκρηκτικά αναπτυσσόμενης οικονομίας των πρώτων ετών της Δικτατορίας, αλλά και της τάσης των Δικτατόρων να εξαγοράζουν την πολιτική αντίθεση στο καθεστώς με αυξήσεις των κρατικών επιδομάτων και βοηθημάτων – να το θυμηθουμε και αυτο. Είναι μέσα στη Χούντα που φτάνει στην Ελλάδα και αυτό το εμβληματικό καταναλωτικό προϊόν, η Κόκα Κόλα – μέσα από συμφωνίες ανάμεσα στο καθεςτώς και τον μεγιστάνα της εποχής Τομ Πάπας. Παρά λοιπόν την ύπαρξη του δικτατορικού καθεστώτος –ή ίσως κι εξαιτίας του–, οι φοιτητές και οι φοιτήτριες μέσα στη χούντα που είχαν αριστερές και μαρξιστικά ανησυχίες, είχαν και μια έντονη επαφή με τον καταναλωτισμό. Άρα έχουμε αυτή την ιδιάζουσα σύζευξη που αναφέρει ο Γκοντάρ στην εμβληματική του ταινία «Αρσενικό-Θηλυκό» (1966), ανάμεσα στον Μαρξ, την Κόκα-Κόλα, αλλά και τη Χούντα των Συνταγματαρχών, όσο περίεργο κι αν ακούγεται.

KKornetis,0Ο Κωστής Κορνέτης σπούδασε ιστορία και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Ludwig Maximilian’s του Μονάχου και War Studies και Modern Greek Studies στο Πανεπιστήμιο King’s College του Λονδίνου. Έκανε το μάστερ του πάνω στη σύγχρονη ιστορία στο University College του Λονδίνου και εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή στο τμήμα Ιστορίας και Πολιτισμού του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου της Φλωρεντίας, με θέμα το φοιτητικό κίνημα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών.Έχει διατελέσει υπότροφος της ισπανικής κυβέρνησης στη Μαδρίτη, επισκέπτης ερευνητής στη Σορβόννη και Visiting Global Scholar στο New York University, όπου παρακολούθησε μαθήματα Film Studies με έμφαση στο ντοκιμαντέρ. Από το 2007 εργάστηκε ως επισκέπτης επίκουρος καθηγητής στο τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου Brown των ΗΠΑ. Άρθρα του σχετικά με τη σύγχρονη κοινωνική και πολιτισμική ιστορία έχουν δημοσιευτεί σε επιστημονικά περιοδικά της Ελλάδας και του εξωτερικού. Το βιβλίο του «Τα παιδία της δικτατορίας» απέσπασε το βραβείο «Edmund Keeley» το 2015. Αυτή τη περίοδο εργάζεται στο Πανεπιστήμιο της Carlos III της Μαδρίτης.

Αλέξανδρος Δάγκας: Ιδεολογικές χρήσεις της δημοκρατίας και της επανάστασης: η γαλλική αστική επανάσταση και η ρωσσική σοσιαλιστική επανάσταση, ένας απολογισμός.

 100 Χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση

Αλέξανδρος Δάγκας

Ιδεολογικές χρήσεις της δημοκρατίας και της επανάστασης: η γαλλική αστική επανάσταση και η ρωσσική σοσιαλιστική επανάσταση, ένας απολογισμός.

Οι ισχυρισμοί για τη διεξαγωγή «καθαρής» επιστημονικής έρευνας έχουν ασθενές έρεισμα. Οι επιστήμες του ανθρώπου και της κοινωνίας υπόκεινται σε ιδεολογική επιρροή. Το αποτέλεσμα της έρευνας, εφόσον αυτή διαμεσολαβείται από το υποκείμενο (ερευνητής), δεν μπορεί να είναι αντικειμενικό. Είναι –συμβατικά– «αντικειμενικό». Μεταξύ των επιστημών, η ιστορία είναι σε πολλούς τομείς η πλέον ιδεολογικοποιημένη. Ένας επίμονος αγώνας διεξάγεται από το μελετητή για την ανεξαρτητοποιημένη, κατά το δυνατόν, αποτύπωση του ιστορικού λόγου, με την αυστηρή χρήση μεθόδων και εργαλείων που παρέχουν μία μίνιμουμ εγγύηση για την «αντικειμενικότητα» της έρευνας. Περαιτέρω, η «τιμιότητα» του ερευνητή, η εμμονή του στην αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας χωρίς υποχωρήσεις στον πειρασμό εξυπηρέτησης της ιδεολογίας του (χωρίς να έχει προκατασκευασμένες τις διαπιστώσεις της έρευνας), συμβάλλει στην «καθαρότητα» του επιστημονικού συμπεράσματος. Σε αυτό το περίγραμμα, η διαχείριση του ιστορικού γεγονότος της ρωσσικής επανάστασης του 1917 ανέδειξε ιστορικούς ερευνητές οι οποίοι ενεπλάκησαν αναπόφευκτα στην ιδεολογικοποίηση της περιόδου που είχε τη μεγαλύτερη βαρύτητα στον 20ό αιώνα. Παρήχθη ιστορία συντηρητική και προοδευτική, ανάλογα με την αξιολογική τοποθέτηση των συγγραφέων έναντι του υπό εξέταση αντικειμένου (και την αξιολόγηση, εκ μέρους των αναγνωστών, των ιστορικών απόψεων που αποτυπώνονταν στις ως άνω έρευνες).

Μείζον είναι το θέμα της πολιτικής προσέγγισης ή της κοινωνικής ερμηνείας της επανάστασης. Με τον όρο «επανάσταση» μπορεί να αποδοθεί ένα γεγονός που συνιστά αλλαγή προς ένα «δίκαιο» καθεστώς. Η επιτυχία της εξαρτάται από την επιστράτευση των μαζών και εξώθηση σε μη θεσμικές κινήσεις (διαδηλώσεις, συγκρούσεις). Οι κλασσικοί του μαρξισμού προτιμούσαν τον όρο με τη συμπλήρωση ότι η επανάσταση υλοποιούσε τα «προοδευτικά» στοιχεία τα οποία ήταν διαθέσιμα στη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο και συνθήκες. Ιστορικά, οι επαναστάσεις ήταν, σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία περί πάλης των τάξεων, συγκρούσεις για την επιβολή μίας κοινωνικής τάξης επί των κυρίαρχων κοινωνικών δυνάμεων στην εξουσία. Η αγγλική επανάσταση του 1640, γαλλική του 1789, ρωσσική του 1917, κινεζική του 1949, χαρακτηρίζονταν από την έναρξη εμφύλιου πολέμου, απόρροιας της ταξικής σύγκρουσης.

Στην ιστοριογραφία, καταγράφηκαν επιθέσεις εναντίον της γαλλικής επανάστασης, που ήταν προειδοποιητικές βολές κατά της ρωσσικής. Η φιλελεύθερη προσέγγιση της γαλλικής επανάστασης αντιστοιχούσε σε απόψεις συντηρητικής πολιτικής φιλοσοφίας, που αναίρεσαν ευθύς εξαρχής το πρεστίζ της γαλλικής επανάστασης, ακόμη και της πρώτης περιόδου 1789-1792. Στο 19ο αιώνα, ο Γκιζώ (François Guizot), ο Τοκβίλ (Alexis de Tocqueville), ενίσχυσαν αυτή τη γραμμή. Υπήρξαν άλλοι συγγραφείς που κινήθηκαν στο μοτίβο της πολιτικής συνωμοσίας. Στη μοντέρνα εποχή, οι συντηρητικοί φιλελεύθεροι αντέκρουσαν, μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, την κοινωνική ερμηνεία (μαρξιστικές αναλύσεις) της γαλλικής επανάστασης, με την προβολή του πολιτικού μοντέλου (με τον ισχυρισμό ότι ήταν πολιτική ανατροπή). Υποστήριζαν ότι ο μύθος της λαϊκής κυριαρχίας γέννησε το μπολσεβικισμό, φασισμό, εθνικοσοσιαλισμό (ναζισμός) και τα ολοκληρωτικά κοινωνικά-πολιτικά καθεστώτα τους. Οι μαρξιστές είχαν εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη. Συντηρητικοί, όπως ο Αρόν (Raymond Aron), ασκούσαν φιλελεύθερη και εμπειρική κριτική του μαρξισμού. Στα τέλη του 20ού αιώνα, οι θεωρίες που απαξίωναν τη γαλλική επανάσταση βρήκαν έρεισμα στην ύπαρξη ισχυρών ρευμάτων ανάμεσα στους διανοουμένους, που και αυτά αντικατόπτριζαν την αυξανόμενη αναξιοπιστία του κομμουνισμού. Επιχειρήθηκε επαναφορά της φιλελεύθερης παράδοσης.

Η γενική ιδέα ήταν να τεθεί υπό αίρεση, να διεμβολισθεί ο ταξικός χαρακτήρας της σύγκρουσης που χαρακτηρίζεται ως επανάσταση. Αναλύσεις είδαν το φως, με τη θεώρηση κοινωνικών δομών (όχι τάξεων), με αναφορές στην ιδεολογία (πολυταξικές συμμαχίες). Μία προσέγγιση της επανάστασης αξιολόγησε τον πολιτιστικό παράγοντα. Ο βαθμός, στον οποίο ήταν εγγεγραμμένη στον πολιτισμό της μάζας η κουλτούρα της εξέγερσης, ήταν η θρυαλλίδα που πυροδοτούσε τα γεγονότα.

Με την κριτική εναντίον του ολοκληρωτισμού να έχει τροφοδοτήσει κεντρικά επιχειρήματα υπέρ των φιλελεύθερων αντιλήψεων, ιστορικοί ερευνητές συνέδεσαν το φαινόμενο με την επανάσταση. Οι όροι και εξελίξεις της επανάστασης (στρεβλώσεις), η εμφάνιση ακραίων αυταρχικών συμπεριφορών, δεν εξαρτιόντουσαν από τις συνθήκες, αλλά αποτελούσαν αναπόσπαστο στοιχείο της κομμουνιστικής ιδεολογίας και πολιτικής.

Η προοδευτική σκέψη

Οι μαρξιστικές κατηγορίες ανάλυσης (πάλη των τάξεων, μάζες και ηγέτες, εξουσία και κράτος) οδήγησαν τους συγγραφείς σε επιστημονικές προσεγγίσεις των επαναστάσεων. Η γαλλική επανάσταση ήταν η ανατροπή, υπό συνθήκες κινητοποίησης ευρέων κοινωνικών στρωμάτων, του στάτους κβο στο μεγαλύτερο βασίλειο της Ευρώπης. Η κατάληψη της εξουσίας στην Πετρούπολη και Μόσχα τον Οκτώβριο 1917 ήταν εγχείρημα, που διεκπεραιώθηκε από μία δράκα επαναστατών υπό την καθοδήγηση του χαρισματικού ηγέτη, Β. Ι. Λένιν, σε μία συγκριτικώς καθυστερημένη χώρα, και συσπείρωσε ακολούθως την κοινωνία δημιουργώντας επαναστατικό δίκαιο. Η κίνηση του Λένιν συνδυαζόταν με την ελπίδα για επιβίωση της ρωσσικής επανάστασης με την επέκτασή της στην Ευρώπη, την επιβολή αντίστοιχων επαναστάσεων. Η προσδοκία δεν ευοδώθηκε και σύντομα έγινε κατανοητό ότι το ρωσσικό προλεταριακό κράτος αιωρούνταν μόνο απέναντι στις αστικές δυνάμεις. Το κέρδος ήταν η δημιουργία του παγκόσμιου επαναστατικού φορέα (η Κομμουνιστική Διεθνής), με ένα παράρτημα (κομμουνιστικό κόμμα – τμήμα της Διεθνούς) σε κάθε χώρα που δεχόταν εντολές από το κέντρο στη Μόσχα, και η διαδικασία μπολσεβικοποίησης (εγκατάλειψη από το κάθε κόμμα των εθνικών χαρακτηριστικών του και προσαρμογή στο πρότυπο του λενινιστικού «κόμματος νέου τύπου»).

Σε ένα απάνθισμα των θεμάτων, τα οποία υποβλήθηκαν σε ανάλυση από τους κλασσικούς του μαρξισμού, μπορούμε να διαπιστώσουμε την ανάπτυξη του επαναστατικού στοχασμού σε συνάφεια με την ποικιλία των καταστάσεων. Οι κλασσικοί, Μαρξ και Ένγκελς, θεώρησαν ότι η έννοια της επανάστασης συγκρουόταν με την έννοια της δημοκρατίας. Η αξία της πολιτικής δημοκρατίας, που έκανε την εμφάνισή της στον ορίζοντα της ιστορίας, στο 19ο αιώνα, τράβηξε την προσοχή των ιδρυτών του μαρξισμού χωρίς όμως να λείπει, στη σκέψη τους, η μελέτη των προβληματικών πλευρών, που συνδέονταν με τη σύγκρουση της δημοκρατίας και της επανάστασης, σε μία εποχή που η γαλλική επανάσταση δεν είχε ολοκληρωθεί και που η πολιτική δημοκρατία ήταν μακρυά από τη θεμελίωσή της[1].

Η γαλλική επανάσταση λειτούργησε, στη σκέψη των θεωρητικών της επανάστασης, διττώς. Ήταν ιστορικό παράδειγμα, που λάμβαναν υπόψη για τη διαλεύκανση των πτυχών οι οποίες μπορούσαν να οδηγήσουν ένα νέο εγχείρημα στην επιβολή του ή την αποτυχία.

1789: Πορεία γυναικών προς τα ανάκτορα των Βερσαλλιών.

Οι Μαρξ και Ένγκελς επέδειξαν ενδιαφέρον για την έννοια της επανάστασης, την ανατροπή της τάξης των καπιταλιστών και των θεσμών οι οποίοι εντάσσονταν στην άσκηση της κυριαρχίας της. Για τη γαλλική επανάσταση, περιλάμβαναν το γεγονός σε μία κοινωνική-πολιτική διαδικασία μακράς διάρκειας που εντασσόταν στη φιλοσοφία της ιστορίας, θεωρώντας ότι κάθε επανάσταση διαλύει την παλαιά κοινωνία, άρα είναι κοινωνική, και επίσης καταλύει την παλαιά εξουσία άρα είναι πολιτική. Για την οικονομική ουσία του φαινομένου, εισήχθη ο ορισμός για την αναντιστοιχία παραγωγικών σχέσεων – παραγωγικών δυνάμεων που αναζητά διέξοδο (ανατροπή προς μία νέα ισορροπία) στη διάρκεια της ιστορικής εξέλιξης.

Ο Μαρξ είδε στη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη τη συγκεκριμενοποίηση των οραμάτων της επανάστασης, τον ατομικισμό και την ατομική ιδιοκτησία, χωρίς να έχει συμβολή στο πρόβλημα της αποξένωσης του παραγωγού από το προϊόν του και να δίδει διεξόδους για υπέρβαση της ανθρώπινης αλλοτρίωσης. Η αστική τάξη εξυπηρέτησε τα συμφέροντά της, ενώ σε επόμενη φάση το 1830 υποστήριξε την παλινόρθωση των Βουρβόνων εγκαταλείποντας τα οικουμενικά ιδεώδη προς όφελος των ταξικών συμφερόντων της.

Οι κλασσικοί, όσο ριζοσπαστικοποιούνταν, διαμόρφωναν ρηξικέλευθες αντιλήψεις. Ο Μαρξ επικαλέσθηκε την αυταπάτη των αστικών συνθημάτων[2]. Για την Παρισινή Κομμούνα το 1871, θεώρησε ότι οι εργάτες εγκαθίδρυσαν ένα επαναστατικό καθεστώς, μία λαϊκή δημοκρατία, διαλύοντας την παλαιά κρατική μηχανή[3]. Ο Ένγκελς ανέφερε στη Β. Ι. Ζασσούλιτς το 1885 ότι, στη Ρωσσία, ο τσαρισμός ήταν τόσο ασταθής ώστε μία ομάδα συνωμοτών θα μπορούσε να τον ανατρέψει[4]. Ο ίδιος, απευθυνόμενος στον Κ. Κάουτσκυ, το 1889, τον κατηγόρησε ότι, στο τελευταίο άρθρο του για τους ταξικούς αγώνες του 1789, έμενε σε αφηρημένα σχήματα ομιλώντας για την εμφάνιση ενός νέου τρόπου παραγωγής, αντί να ασχοληθεί με τους ανατρεπτικούς στόχους και συνθήματα της επανάστασης και με τον Τρόμο[5].

Ορισμένα παραδείγματα για το Λένιν, από τα γραπτά του, δείχνουν την αντίληψή του ότι η δημοκρατία έπρεπε να είναι όχι πολιτική (civique), αλλά ουσιαστική, που θα προερχόταν από τη χειραφέτηση του προλεταριάτου. Θεωρούσε αιτιολογημένο τον όρο Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση για τα ίχνη, που αυτή άφησε στην πολιτιστική και πολιτισμική εξέλιξη της ανθρωπότητας με την ίδρυση της αστικής δημοκρατίας και εμπέδωση της αστικής ελευθερίας[6]. Ενδιαφερόμενος για την εξουσία, ο Λένιν δεν έβλεπε στη Γαλλία την επανάσταση του 1789, αλλά την επαναστατική διαδικασία από το 1789 έως το 1871, τονίζοντας τις ριζικές ανατροπές στις επαναστάσεις. «Στις πόλεις οι εργαζόμενοι ανέτρεψαν τους βασιλείς τους (στην Αγγλία και Γαλλία, εκτέλεσαν τους βασιλιάδες πριν από αιώνες –μονάχα εμείς αργήσαμε με το δικό μας τσάρο–), όμως η παλαιά τάξη επανήλθε…» διότι δεν υπήρχαν οι αντικειμενικοί όροι δημιουργίας πολυπληθούς προλεταριάτου [βιομηχανία] που θα στελέχωνε τον επαναστατικό στρατό[7]. Ο Λένιν ενδιέτριψε στα ζητήματα της εξέλιξης των αγροτικών στρωμάτων και της μετάβασης από τα φεουδαρχικά σχήματα στη νεώτερη εποχή, έχοντας κατά νου μία πολιτική παρέμβαση στα ρωσσικά λαϊκά στρώματα –μάζα σύνθεσης ιδίως αγροτικής–. Το 1919, υπό την απειλή της ξένης επέμβασης, προχώρησε σε ένα τακτικό χειρισμό της γαλλικής επανάστασης, σε υμνολογία της ως συμβόλου με γενικότερη απήχηση στο λαό και πόλου συσπείρωσης ανομοιογενών κοινωνικών στρωμάτων. «Η γαλλική επανάσταση … ήταν μεγάλη διότι επέτυχε να εγείρει τις ευρείες λαϊκές μάζες στην άμυνα για διατήρηση των επιτεύξεών της…»[8]

Ο Λένιν στράφηκε, στις θεωρητικές μελέτες του –όπως ο Μαρξ–, στην Παρισινή Κομμούνα του 1871, την οποία αναγόρευσε σε πρόδρομο της ρωσσικής επανάστασης[9]. Για τη Ρωσσία, σκεπτόταν ότι η απουσία συνεκτικών αστικών στρωμάτων έθετε το καθήκον διενέργειας μίας επανάστασης προς όφελος αυτών, ή και εναντίον αυτών, από την εργατική τάξη και το εργατικό κόμμα, στο πλαίσιο της διαρκούς επανάστασης που είχαν προσεγγίσει οι Μαρξ και Ένγκελς το 1848-1849.

Η Ρ. Λούξεμπουργκ, την άνοιξη του 1918, τάχθηκε αναφανδόν υπέρ της επανάστασης των μπολσεβίκων, εκτιμώντας την κατάσταση στη σοβιετική Ρωσσία σε αντιπαραβολή με τη γαλλική επανάσταση, Θεώρησε ότι, μετά από τέσσερα χρόνια αγώνα, η εξουσία των Ιακωβίνων αποδείχθηκε το μόνο μέσο διάσωσης των κατακτήσεων, της διάλυσης της φεουδαρχίας και επιβίωσης της δημοκρατίας, της επαναστατικής άμυνας κατά των συνωμοσιών της αντεπανάστασης. Αντίστροφα, ο Κάουτσκυ και οι Ρώσσοι ομόθρησκοί του που ήθελαν να δουν τη Ρωσσική Επανάσταση να κρατά τον αστικό χαρακτήρα της [του Φεβρουαρίου 1917] μπορούσαν να συγκριθούν με τη μερίδα των Άγγλων και Γερμανών φιλελευθέρων του 19ου αιώνα που διέκριναν δύο περιόδους στη Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση, την καλή επανάσταση της πρώτης φάσης των Γιρονδίνων και την κακή μετά την παρέμβαση των Ιακωβίνων. Δεν κατανοούσαν ότι, στην επανάσταση, δεν ήταν δυνατό να υπάρξει χρυσή τομή. Η ατμομηχανή της ιστορίας [η επανάσταση] ή θα κινούνταν πρόσω ολοταχώς ή θα κατρακυλούσε στην άβυσσο. Το κόμμα του Λένιν ήταν το μόνο που είχε κατανοήσει το μήνυμα και έρριψε το σύνθημα ανάθεσης της εξουσίας στο προλεταριάτο και στην αγροτιά[10].

Όσον αφορούσε στο Λ. Ν. Τρότσκυ, ήταν ένας θεωρητικός ο οποίος επανήλθε, μετά το 1929, σε πρότερες προσεγγίσεις του για τη διαρκή επανάσταση, υποστηρίζοντας ότι η σοσιαλιστική επανάσταση δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί μέσα σε εθνικά όρια, με τη διεθνοποίησή της να αποτελεί αναγκαιότητα[11].

Αναφορικά με τον Α. Γκράμσι, ως θεωρητικός της μαρξιστικής σκέψης κατέληξε σε πεποιθήσεις αντίθετες από την άποψη του Τρότσκυ. Η επανάσταση, μετά την εμπέδωση του κοινοβουλευτισμού και του συνδικαλισμού, λάμβανε νέες μορφές, που απείχαν από την ιταλική εμπειρία (ενεργητική εξέγερση του Ματσίνι [Giuseppe Mazzini]) όπως η υπομονετικά μεθοδευμένη «παθητική επανάσταση» του Καβούρ[12]. Η γκραμσιανή αντίληψη περί ηγεμονίας (συνδυασμός ταξικής-πολιτικής ηγεμόνευσης και συναίνεσης) αντανακλούσε τους συσχετισμούς στη γαλλική επανάσταση (ευρεία συναίνεση με την αστική τάξη) και το Ρισορτζιμέντο (περιορισμένη συναίνεση προς το κράτος της ενοποιημένης Ιταλίας)[13].

Η ρωσσική σχολή σκέψης

Η σοβιετική ιστοριογραφία ενσωμάτωνε συλλογικούς μύθους που δεν υπάκουαν πάντοτε στη λογική εξήγηση και το γεγονός, αλλά σε προκατασκευές, δημιουργώντας μία συλλογική μνήμη, μία κοινωνική συνείδηση, ένα πολιτισμό αποκωδικοποίησης του παρελθόντος που συμφωνούσε με την επίσημη κρατική μνήμη. Αυτή ήταν θεμιτή επιδίωξη, ανέκαθεν, ο εξορθολογισμός της συναφούς δράσης των καθεστώτων, η λήψη μέτρων ιδεολογικής συντήρησης της εξουσίας. Η θεματική συμβάδιζε με τις τρέχουσες προτεραιότητες στους τομείς της οικονομίας, της κοινωνικής οργάνωσης, της πολιτικής πράξης, της κουλτούρας. Οι υποθέσεις έρευνας των συγγραφέων ήταν ενδεχομένως αξιωματικές, χωρίς να υποβάλλονται αναγκαστικά σε στοιχειοθέτηση. Στους σκεπτικιστές, το δίλημμα που ετίθετο ήταν, ιστορική αλήθεια ή πολιτική ορθότητα (με την έννοια της καταλληλότητας του χρόνου έγερσης του ιστορικού ερωτήματος).

Η μνεία των επαναστάσεων ήταν συντονισμένη μέσα στα σχολικά εγχειρίδια στο σοβιετικό κράτος κατά το Μεσοπόλεμο. Στα πανεπιστήμια, αφιερωνόταν εκτενής προσπάθεια για τη μελέτη της γαλλικής επανάστασης. Ήταν μέτρο για τη δημιουργία πολιτιστικής παρακαταθήκης, με την εγγραφή τους στη μνήμη και συνείδηση των πολιτών.

Οι Σοβιετικοί θεωρητικοί, μελετώντας τη γαλλική επανάσταση, δέχθηκαν ένα περίγραμμα το οποίο ήταν σε γενικές γραμμές σταθερό, με τη διαμόρφωση κατασκευών που την τοποθετούσαν στην ιστορία ως προπομπό της ρωσσικής. Υποστηριζόταν ότι υφίσταντο κομμουνιστικές ιδέες, που κυκλοφορούσαν στην εποχή της γαλλικής επανάστασης και εντάσσονταν στο πλαίσιο του ουτοπικού σοσιαλισμού, και ότι ο ουτοπικός σοσιαλισμός συνέβαλε στη διαμόρφωση των συνειδήσεων στην εποχή του μοντέρνου σοσιαλισμού του 19ου αιώνα για την αναρχία στην παραγωγή και τις ταξικές αντιθέσεις μεταξύ εχόντων και μη προνομιούχων. Η άποψη επιβεβαιωνόταν από τη διατύπωση, στο έργο των κλασσικών του μαρξισμού, για το ιδεολογικό περιεχόμενο του ουτοπικού σοσιαλισμού ως συνέχειας, ως εξέλιξης, των αρχών που αποκαταστάθηκαν από τους μεγάλους φιλοσόφους του Διαφωτισμού στη Γαλλία του 18ου αιώνα[14]. Υπάκουε επίσης στην άποψη του Λένιν ότι μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα δεν υπήρχε η δυνατότητα γνώσης και εξήγησης της φύσης της μισθωτής δουλείας στο καπιταλιστικό σύστημα λόγω μη ύπαρξης κοινωνικών συνθηκών που θα επέτρεπαν την ανάπτυξη του επιστημονικού σοσιαλισμού.

Η σοβιετική σχολή διέβλεπε στη Γαλλία του 18ου αιώνα τη μετάβαση από το κίνημα ισοπολιτείας (égalitarisme) και το ρουσσωισμό (μετριοπαθής ισοπολιτεία του Ζ. Ζ. Ρουσσώ) σε αιτήματα προωθημένα, κομμουνιστικού χαρακτήρα. Σπέρματα κομμουνιστικής σύλληψης ανιχνεύονταν, στην πρώτη περίοδο της επανάστασης, στα κοινοτικά σχέδια (κοινοτικός κομμουνισμός) και στα συνεταιριστικά προγράμματα. Στη δεύτερη περίοδο (δικτατορία των Ιακωβίνων) αναπτύχθηκαν ιδέες κομμουνιστικές[15].

Στις σοβιετικές απόψεις, οι παρατηρητές μπορούσαν να διακρίνουν φάσεις, οι οποίες αντιστοιχούσαν σε μεταβολές στο μπολσεβικικό κόμμα, το σοβιετικό κράτος και την κοινωνία.

Στη δεκαετία 1920, Σοβιετικοί ιστορικοί εργάσθηκαν στη Δύση, συλλέγοντας υλικό και αποκαθιστώντας επαφή με τους συναδέλφους των άλλων χωρών. Η αρχειακή βάση διευρύνθηκε. Το κρατικό αρχείο (η τελική μορφή του ήταν το Ινστιτούτο Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν) δέχθηκε τις ευεργετικές πρωτοβουλίες του Ν. Μ. Ριαζάνωφ. Ήταν Εβραίος, στέλεχος με ιδιαίτερες ικανότητες, παλαιός επαναστάτης (συμμετείχε στη σοσιαλιστική διάσκεψη του Τσίμμερβαλντ, το 1915, όπου αντιτάχθηκε στον ενδοτισμό των σοσιαλδημοκρατών αλλά και στον επαναστατικό ντεφαιτισμό των μπολσεβίκων, και συνεργάσθηκε στενά με τον Τρότσκυ), μέλος της σοβιετικής Ακαδημίας Επιστημών το 1929. Ο Ριαζάνωφ φρόντισε για τον εμπλουτισμό των συλλογών του ινστιτούτου με ντοκουμέντα των κλασσικών του μαρξισμού και των παλαιών εργατικών οργανώσεων. Σε αυτόν οφειλόταν η έκδοση έργων των Μαρξ και Ένγκελς[16]. Χάθηκε στις εκκαθαρίσεις το 1938[17]. Στο ινστιτούτο τον διαδέχθηκε ο ιστορικός Β. Β. Αντοράτσκυ, μέλος της Ακαδημίας Επιστημών το 1932. Εκτός από τη συγκέντρωση προσωπικών αρχείων, αγοράσθηκαν βιβλία και χειρόγραφα σε ποικίλα σημεία της Ευρώπης, πραγματοποιήθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες φωτογραφικών αναπαραγωγών εγγράφων, μεταφράσεις στη ρωσσική γλώσσα, διεξαγωγή μελετών, πραγματοποίηση εκδόσεων. Στη δεκαετία 1930, τα ταξίδια των ερευνητών στη Δύση διακόπηκαν, οι συνδιαλέξεις με τους ομολόγους τους ομοίως. Οι επαφές κατέληξαν σε αποκοπή. Στις εξαιρέσεις βρισκόταν η συνέχιση της δραστηριότητας για την απόκτηση υλικού. Αγοράζονταν ντοκουμέντα και αντικείμενα της γαλλικής επανάστασης του 1789, της Παρισινής Κομμούνας του 1871, της γαλλικής εξέγερσης του 1830, της ευρωπαϊκής εξέγερσης του 1848. Ο Ν. Ι. Μπουχάριν ταξίδευσε το Φεβρουάριο 1936 στο Παρίσι, για να διαπραγματευθεί με τους Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες τη μεταφορά των αρχείων των Μαρξ και Ένγκελς –λόγω του κινδύνου του ναζισμού– από τη Γαλλία και Δανία στη Μόσχα (μετά από διαπραγματεύσεις δύο μηνών, η έκβαση ήταν ανεπιτυχής)[18].

Στο σοβιετικό διανοητικό δυναμικό, παρατηρούνταν ο εξαφανισμός, από την επιστημονική σκηνή, προσώπων που ασχολούνταν έως τότε με τη μελέτη του αντικειμένου της επανάστασης και έδιδαν κατεύθυνση στους ακαδημαϊκούς κύκλους για τις προσεγγίσεις των ευρωπαϊκών γεγονότων στις επιστήμες του ανθρώπου και της κοινωνίας. Ένα από τα σοβαρά ιδεολογικά ζητήματα, κατ’ αυτό το διάστημα, ήταν η διαχείριση της γαλλικής επανάστασης σε σχέση με τις φάσεις εξέλιξης της

Οκτώβριος 1919: Ο εορτασμός της δεύτερης επετείου της Επανάστασης στη Μόσχα.

σοβιετικής κοινωνίας και τις διαμορφώσεις νέων συνθηκών. Οι ιστορικοί ερευνητές παρακολουθούσαν την πολιτική τοποθέτηση των ιθυνόντων και την επίσημη κομματική άποψη για να προσαρμόσουν τη δική τους επιστημονική στάση. Ο Ι. Β. Στάλιν είχε διατυπώσει το αξίωμα ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση, ως σοσιαλιστική στη ρίζα της, διέφερε από τη γαλλική, επανάσταση αστικού χαρακτήρα. Σε συνέντευξη που παραχώρησε στον Έμιλ Λούντβιχ στις 13 Δεκεμβρίου 1931, στην ερώτηση εάν η Ρωσσική Επανάσταση ήταν συνέχιση ή επιστέγασμα της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης αποφάνθηκε ότι ο στόχος των Γάλλων ήταν να θέσουν τέρμα στη φεουδαρχία και να επιβάλουν το σύστημα του καπιταλισμού, ενώ των Σοβιετικών να εγκαθιδρύσουν το σοσιαλισμό. Σημείωσε επίσης ότι ο πρωτόγονος «κομμουνισμός» της εποχής του Κρόμβελ και της Γαλλικής Επανάστασης δεν είχε σχέση με το μαρξισμό[19]. Για το Στάλιν, το σημείο αναφοράς είχε μετατεθεί από τη γαλλική επανάσταση στη ρωσσική, και από τον ιακωβινισμό στο μπολσεβικισμό, με τη σκέψη ότι η εποχή, κατά την οποία το προλεταριάτο ήταν η δύναμη κρούσης και τους καρπούς έδρεπε η εκμεταλλεύτρια τάξη, παρήλθε[20]. Με υπόδειξη του Στάλιν, το «Μεγάλη» απαλείφθηκε, με διαφύλαξη του προσδιορισμού μόνο για τη ρωσσική επανάσταση (Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση). Η αποφυγή του παραλληλισμού και σύγκρισης των δύο επαναστάσεων συνδεόταν με τις

Ο Μέγας Τιμονιέρης

υποκειμενικές συνθήκες, τη συγκυρία της επικράτησης, στην κορυφή της κομματικής πυραμίδας, της παράταξης υπό το Στάλιν και τους συνειρμούς πουενδεχομένως προκαλούσε ο Θερμιδώρ [ανατροπή του ιακωβινισμού]. Ως προς τα αντικειμενικά δεδομένα, η επαναδιαπραγμάτευση του ζητήματος των ατομικών ελευθεριών στη σοβιετική κοινωνία, μετά την εκπνοή του πειράματος του κρατικού καπιταλισμού 1921-1928, καθιστούσε τα προτάγματα της γαλλικής επανάστασης συνειρμό προς αποφυγή. Εντάθηκε, αντ’ αυτών, η προπαγάνδιση της ανωτερότητας του σοβιετικού μοντέλου ελευθερίας. Ο Στάλιν απέκλειε τις αναλογίες, με το επιχείρημα (ορθό, κατ’ αρχήν) ότι η γαλλική επανάσταση ήταν το επιστέγασμα μίας μακράς κοινωνικής διαδικασίας, ενώ η ρωσσική επανάσταση συνιστούσε μόλις την αφετηρία αλλαγών. Το 1934, η έμφαση στη διαφορά της μπολσεβικικής επανάστασης (σοσιαλιστική) από τη γαλλική (αστική) καθορίσθηκε ως βασική ιδεολογική επιλογή. Το σύνθημα ήταν ότι η δεύτερη αποτίναξε τις αλυσίδες της φεουδαρχίας και του απολυταρχισμού για να ρίψει τις μάζες στον καπιταλισμό και την αστική δημοκρατία. Η πρώτη ελευθέρωσε τους ανθρώπους από την εκμετάλλευση, γι’ αυτό έπρεπε να αποκαλείται «σοσιαλιστική επανάσταση»[21].

Σε συμμόρφωση με την επίσημη κομματική άποψη περί «γαλλικής αστικής επανάστασης», οι ιστορικοί ερευνητές προσάρμοζαν εκάστοτε τα κείμενά τους ώστε να μη δημιουργούν χασμωδία στις τρέχουσες περιστάσεις. Σε μία περίπτωση, ο Γ. Β. Ταρλέ, μέλος της Ακαδημίας Επιστημών, ιστορικός ειδικός για το Ναπολέοντα που επικάλυπτε την πορεία της γαλλικής επανάστασης με την παρουσία του στρατηγού, είχε ανασκευάσει τις επιστημονικές θέσεις του για την εκστρατεία στη Ρωσσία το 1812 με στροφή σε απόψεις που αναδείκνυαν την υπεροχή του εθνικού επί του ταξικού. Οι αλλαγές στην οπτική του δεν προέρχονταν από προσφυγή σε διαφορετικές πρωτογενείς ιστορικές πηγές (αρχειακό υλικό) αλλά οφείλονταν στη συνετή ευκαμψία του απέναντι σε πιέσεις εξαιτίας τρεχουσών κρατικών προτεραιοτήτων. Εκτός από μία εξορία το 1931, δεν αντιμετώπισε σημαντικά προβλήματα έως το θάνατό του το 1955.

Μετά την αλλαγή καθοδήγησης στο σοβιετικό κόμμα και την αποστολή διαφοροποιημένων μηνυμάτων προς την κοινωνία –στη δεκαετία 1950–, η ρωσσική επανάσταση καθιερώθηκε στη βιβλιογραφία με τον τίτλο Μεγάλη και Σοσιαλιστική. Οι μελετητές δεν τη συνέδεσαν με τις προηγούμενες επαναστάσεις, τονίζοντας ότι διέφερε ριζικά λόγω του περιεχομένου, των στόχων και των αποτελεσμάτων (δικτατορία του προλεταριάτου, κατάργηση του καπιταλισμού, εξάλειψη της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, αναίρεση της κοινωνικής και εθνικής καταπίεσης, οικοδόμηση του σοσιαλισμού). Ήταν η έκφραση της νομοτέλειας της κοινωνικής ανάπτυξης[22].

Στη φιλοσοφία, η ρωσσική επανάσταση τοποθετήθηκε στη βιβλιογραφία ως μελέτη περίπτωσης στο πλαίσιο του ιστορικού υλισμού. Στα φιλοσοφικά βοηθήματα, εξετάζονταν ο αποφασιστικός ρόλος των λαϊκών μαζών, που αποτελούν τη δύναμη ανάπτυξης της κοινωνίας και δημιουργό της ιστορίας, ο ρόλος της προσωπικότητας στην ιστορία (καθοδήγηση της κοινωνίας από το άτομο-ηγέτη και τη συλλογικότητα-κόμμα), ο ρόλος των ηγετών της εργατικής τάξης στον επαναστατικό αγώνα.

Επισημαινόταν ότι η κάθε τάξη στην ιστορία κατέκτησε την κυριαρχία αναδεικνύοντας τους δικούς της πρωτοπόρους εκπροσώπους –σε αυτό το σημείο μνημονευόταν η εξαιρετική συμμετοχή του Λένιν στα γενόμενα στη Ρωσσία έως το 1917–. Ο ηγέτης ατσαλώθηκε μέσα στην επαναστατική πάλη των μαζών, καθοδηγούσε τις μάζες και διδασκόταν από τις μάζες, Αναδείχθηκε ως προσωπικότητα που καθοδήγησε την επανάσταση συνδυάζοντας επιδέξια τη θεωρία και την πράξη του επαναστατικού κινήματος. Στη ρωσσική επανάσταση, στην οποία εφαρμόσθηκαν οι αρχές του μαρξισμού-λενινισμού στις συγκεκριμένες συνθήκες κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας, ο ηγέτης είχε γνώση των νόμων της ιστορίας, βαθιά κατανόηση των καθηκόντων του αγώνα στη δεδομένη ιστορική κατάσταση, ακράδαντη πίστη στις δημιουργικές δυνάμεις των μαζών, επαναστατική τόλμη, ανδρεία εναντίον των εχθρών του προλεταριάτου. Το κόμμα επίσης υπερνίκησε την προσωπολατρεία. Ο Στάλιν ήταν μεγάλος μαρξιστής, θεωρητικός   και οργανωτής, που  τέθηκε επικεφαλής του

Προπαγανδιστική αφίσα

κόμματος και του λαού για την επίτευξη του σοσιαλισμού, ενάντια στους τροτσκιστές, ζηνοβιεφικούς, μπουχαρινικούς. Κατακρίθηκε όμως αποφασιστικά από το κόμμα [μετά το θάνατό του] για τα χονδροειδή λάθη και διαστρεβλώσεις. «Σε αυτά έγκειται η τραγωδία του Στάλιν, διότι υποκειμενικώς ήταν αφοσιωμένος στο λενινισμό»[22].

Στην παραγωγή επιστημονικής (ιδεολογικής) ύλης για τις βάσεις της διδασκαλίας (doctrine [δόγμα]) του μαρξισμού-λενινισμού (τη «μαρξιστικο-λενινιστική φιλοσοφία», τη «μαρξιστικο-λενινιστική πολιτική οικονομία του καπιταλισμού», το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας), αναπτύσσονταν επιχειρήματα που υποστήριζαν τη ρωσσική επανάσταση ενάντια στις «οππορτουνιστικές» θέσεις του Κάουτσκυ (δυνατότητα περάσματος στο σοσιαλισμό μονάχα σε χώρες με υψηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και με πλειοψηφούσα δημογραφικώς εργατική τάξη)[23].

Στην παραγωγή επιστημονικής (ιδεολογικής) ύλης για τις βάσεις της διδασκαλίας (doctrine [δόγμα]) του μαρξισμού-λενινισμού (τη «μαρξιστικο-λενινιστική φιλοσοφία», τη «μαρξιστικο-λενινιστική πολιτική οικονομία του καπιταλισμού», το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας), αναπτύσσονταν επιχειρήματα που υποστήριζαν τη ρωσσική επανάσταση ενάντια στις «οππορτουνιστικές» θέσεις του Κάουτσκυ (δυνατότητα περάσματος στο σοσιαλισμό μονάχα σε χώρες με υψηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και με πλειοψηφούσα δημογραφικώς εργατική τάξη)[24].

Τα επιχειρήματα στα επιστημονικά εγχειρίδια, ασύνδετα, έπασχαν απελπιστικά. Η επίσημη έκδοση της ιστορίας της ρωσσικής επανάστασης, που μεταφράσθηκε σε πολλές γλώσσες[25], δεν είχε οιαδήποτε αναφορά στην ευρωπαϊκή προωθητική δύναμη, η οποία αξιοποιήθηκε από τους μπολσεβίκους για την πραγματοποίηση της ανατροπής στη χώρα τους, ούτε στη μνήμη των αγώνων, που λειτούργησε στη Δύση μετά το 1918 στις αποτυχημένες εργατικές και λαϊκές εξεγέρσεις.

Η ρωσσική επανάσταση επισκιάσθηκε, στη σοβιετική ιστοριογραφία, από το Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο 1941-1945. Το βάρος ανέλαβε ο ιστορικός Σ. Π. Τραπεζνίκωφ, μέλος της κεντρικής επιτροπής του σοβιετικού κομμουνιστικού κόμματος το 1966 (καθαιρέθηκε το 1983, επί καθοδήγησης Γ. Β. Αντρόπωφ), δεδηλωμένος εχθρός του ρεβιζιονισμού στην ιστορία[26], ο οποίος έθεσε εμμέσως στην ακαδημαϊκή κοινότητα το θέμα της αποκατάστασης του Στάλιν, ως στρατιωτικού ηγέτη, εναντίον της αναθεωρητικής άποψης για ανετοιμότητα των Σοβιετικών το 1941 και αποκατάσταση του στρατηγού Μ. Ν. Τουχατσέφσκυ[27]. Η σοβαρότητα της συζήτησης εντοπιζόταν στη σύνδεση με την τρέχουσα εικόνα (εγρήγορση και αποτελεσματικότητα) του σοβιετικού κράτους.

Η συζήτηση μεταξύ των Σοβιετικών για τη γαλλική επανάσταση πέρασε σε δεύτερο πλάνο. Σε μία περίπτωση, ο Α. Ζ. Μάνφρεντ, γεννηθείς το 1906, μαθητής του Ταρλέ, δημοσίευσε, στη δεκαετία 1960 και 1970, εκτενείς ακαδημαϊκές μελέτες για τη γαλλική ιστορία (επανάσταση, Ναπολέων, Παρισινή Κομμούνα)[28], εκπροσωπώντας τη χώρα του στα διεθνή φόρα και επιστημονικές εταιρείες.

Η δυτική εκδοχή. Η αντιδικία για τη γαλλική επανάσταση

Στη δυτική ιστορική θεώρηση της ρωσσικής επανάστασης, αποτυπώνονταν οι ταλαντώσεις των συγγραφέων επιστημονικών κειμένων, που υποστήριζαν ιδεολογικά την κομμουνιστική υπόθεση. Χαρακτηριστική ήταν, σε γενικές γραμμές, η αμφισημία. Συμφωνούσαν με τη σοβιετική σχολή, αλλά το πλήθος αστερίσκων αποκαθιστούσαν τις ισορροπίες στον «ξύλινο» λόγο [ανεπεξέργαστες θεωρήσεις στοιχείων, πομπώδες λεκτικό, ατεκμηρίωτες υπερβολές στις περιγραφές γεγονότων] που υποστήριζε τις τρέχουσες πολιτικές επιδιώξεις της Μόσχας. Από την άλλη πλευρά, οι αντιλήψεις που αντιστρατεύονταν τον κομμουνισμό συνέβαινε να εισάγουν μεθόδους ανάλυσης εντυπωσιακές για την πρωτοτυπία τους.

Με ειδικότερη αναφορά στη γαλλική πλευρά, η συμβολή της στον ιστορικό διάλογο ήταν η οπτική για το ρωσσικό 1917 που διερχόταν από τις ανατροπές του 1789. Προσεγγίσεις οι οποίες δεν είχαν εμφανείς τις αναλύσεις βάσει της πάλης των τάξεων, την υπονοούσαν. Το απαύγασμα των απόψεων ήταν ότι η γαλλική επανάσταση, μετάβαση από ένα κόσμο σε έναν άλλο, δημιούργησε πολιτική κουλτούρα απέραντη, αδιαχώριστη από τη δημοκρατία, και ανεξάντλητη, πέραν οιουδήποτε νομικού η θεσμικού ορίου, τροφοδοτούμενη από το πάθος για ισότητα. Κυριάρχησε η αντίληψη ότι η αστική τάξη ανέτρεψε την αριστοκρατία αλλά δεν έφερε τα δικαιώματα του πολίτη, παρά μόνο την αγορά. Συνέβαλε στην ανάπτυξη του καπιταλισμού, με έλλειμμα στην ανάπτυξη της δημοκρατίας, ενσαρκώνοντας μονάχα το αμφιλεγόμενο μέρος της νεωτερικότητας.

Η Σορβόννη διακρίθηκε ως ιακωβινική σχολή της ιστορίας της γαλλικής επανάστασης.

Οι κορυφαίοι της πρώτης γενεάς των ιστορικών της Σορβόννης, Ωλάρ (Alphonse Aulard) καθηγητής από το 1885 έως το 1922, και Ματιέ (Albert Mathiez), μαθητής του, καθηγητής μετά το 1926, συγκρούονταν, υποστηρίζοντας ο πρώτος το Δαντόν και ο δεύτερος το Ροβεσπιέρο. Ο Ματιέ, γεννηθείς το 1874, μέλος του γαλλικού κομμουνιστικού κόμματος έως το 1922 και ακτιβιστής έκτοτε σε προοδευτικές κοινωνικές κινήσεις. υποστήριξε την άποψη της αναγκαιότητας της βίας, που μετήλθε ο Ροβεσπιέρος και η επαναστατική κυβέρνηση, εντοπίζοντας επίσης σοσιαλιστικές αφετηρίες στις αντιλήψεις του.

Στο παρελθόν οι σοσιαλιστές ταυτοποιούνταν με την αστική αξία της ελευθερίας και ταυτοχρόνως διαφοροποιούνταν, γνωρίζοντας ότι η μελλοντική σοσιαλιστική επανάσταση θα την υπερπηδούσε. Οι σοσιαλιστές ιστοριογράφοι, όπως ο Ζωρές (Jean Jaurès), δεν μπορούσαν να αποτυπώσουν μία πραγματικότητα (σοσιαλιστική επανάσταση) η οποία δεν είχε ακόμη έλθει και αντιμετώπιζαν τη γαλλική επανάσταση ως τη μήτρα, στη βάση της οποίας θα διαμορφωνόταν πιθανώς η μελλοντική σοσιαλιστική επανάσταση. Μετά το 1917, το γεγονός καταγράφηκε –η ρωσσική ανατροπή–, με εξέλιξη που έδιδε λαβή σε ιστορικούς όπως ο Ματιέ να στοχασθούν ότι ο εμφύλιος πόλεμος το 1918-1922, κρισιμότερη φάση της ρωσσικής επανάστασης, ταυτοποιούνταν με τον εμφύλιο επί Ροβεσπιέρου. Οι δικτατορίες των Ιακωβίνων και μπολσεβίκων, σύμφωνα με το ίδιο σκεπτικό, γεννήθηκαν σε συνθήκες εμφύλιου πολέμου, αμυνόμενες με όπλο την τρομοκρατία, και η ουσιώδης διαφορά υπέρ των μπολσεβίκων ήταν το πλεονέκτημα της εκτίμησης της γαλλικής εμπειρίας, ιδιαίτερα του κινδύνου επανάληψης του Θερμιδώρ και διάλυσης της επανάστασης. Όθεν ο τρόμος αναγορευόταν σε απαραίτητη επαναστατική πράξη.

Η άμυνα των μαρξιστών στις προκλήσεις αναθεώρησης της ιστοριογραφίας της γαλλικής επανάστασης ήταν οι τεκμηριωμένες απαντήσεις. Μία καταιγιστική παραγωγή εργασιών, στις οποίες υπέστη επεξεργασία ένας τεράστιος όγκος δεδομένων, τεκμηρίωσε την ταξική διαστρωμάτωση της γαλλικής κοινωνίας και τα όρια της αστικής τάξης, τον τρόπο παραγωγής και τα φεουδαρχικά υπολείμματα στην κοινωνική οργάνωση, την ανάπτυξη του κινήματος των κατώτερων λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων. Το μαρξιστικό ρεύμα, με τη γενική αντίληψη ότι οι κοινωνικές ανατροπές (επαναστατικά γεγονότα) αποτελούν ιστορική αναγκαιότητα και αναπόφευκτη εξέλιξη, διέκρινε αναμόρφωση των παραγωγικών δομών στη γαλλική οικονομία της εποχής και αντίστοιχη αλλαγή των κοινωνικών δεδομένων, ως στοιχείων που ώθησαν τη χώρα σε μία μετάβαση και απαίτησαν την αποκατάσταση της αντιστοιχίας των παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων. Σε αυτό το μοντέλο, επιφυλασσόταν για τον πολιτισμό (εξέλιξη των ιδεών) δευτερεύων ρόλος.

Σε μία αλληλουχία καθηγητών στη Σορβόννη, ο σοσιαλιστής ζωρεσικός Λεφέβρ (Georges Lefebvre), σύγχρονος του Ζωρές, οι κομμουνιστές Σομπούλ (Albert Soboul) και Βοβέλ (Michel Vovelle), θεωρούσαν ότι η γαλλική επανάσταση ήταν το πρότυπο της επανάστασης των αστών, των πόλεων και των αγροτών, με επίδραση σε παγκόσμια κλίμακα. Η περίοδος 1793-1794 ήταν η εμβάθυνση των όρων της πρώτης περιόδου της επανάστασης (1789-1792).

Ο Λεφέβρ, γεννηθείς το 1874, ήταν δεξιοτέχνης της κλασσικής μαρξιστικής ανάλυσης, με εκτίμηση της αλληλεπίδρασης των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων, θεώρηση τάξεων προνομιούχων και μη, πάλη αυτών. Υπήρχε ήδη παλαιά συγγραφική παραγωγή (του Φωρ[29]) για το σοσιαλισμό στη γαλλική επανάσταση, που είχε συνέχεια (με έργα των Λιχτεμπερζέ[30] και Ζωρές[31]) έως το τέλος του 19ου – αρχές 20ού αιώνα και αποτέλεσε το υπόστρωμα ανάπτυξης της σκέψης του Λεφέβρ. Το προτεινόμενο σχήμα ήταν η επανάσταση των ευγενών (Assemblée des notables) και το κοινοβούλιο του Παρισιού μέχρι το 1788, η αστική επανάσταση (Assemblée nationale constituante) το 1789, η λαϊκή επανάσταση (Τρόμος) μετά το 1792. Ως καθηγητής στη Σορβόννη μετά το 1935, διέπρεψε για τις έρευνές του στην ιστορία των αγροτικών πληθυσμών, ζήτημα νευραλγικό εφόσον έδιδε λαβή για σκέψεις στο θέμα της ποικιλότητας των δρόμων της ανάπτυξης και του περάσματος των καθυστερημένων κοινωνιών στον καπιταλισμό.

Ο Σομπούλ, γεννηθείς το 1914, σταθερό μέλος του γαλλικού κομμουνιστικού κόμματος από το 1939, μαθητής του Λεφέβρ, με τον οποίο συνεργάσθηκε για τη διαμόρφωση, στη Γαλλία, της μαρξιστικής σχολής ιστορίας[32], τον διαδέχθηκε στη Σορβόννη το 1967. Επέβαλε την άποψη ότι ο Τρόμος, μη γενικευμένη πρακτική αλλά δράση οφειλόμενη σε ολίγα άτομα του επαναστατικού χώρου, ήταν η απάντηση στη μοναρχική βία και τις ξένες επεμβάσεις, που στοίχισαν εκατόμβες θυμάτων στα χαμηλά στρώματα της γαλλικής κοινωνίας. Η προσέγγιση του Λεφέβρ και του Σομπούλ ταυτιζόταν με τις αντιλήψεις της σχολής των Ανάλ (l’Ecole des Annales), τάσης της οποίας οι εκπρόσωποι, Μπλοχ (Marc Bloch), Φεβρ (Lucien Febvre), Μπρωντέλ (Fernand Braudel) επικεντρώνονταν όχι στα αιματηρά ή μη γεγονότα αλλά στα ρεύματα, οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά, πολιτιστικά, που διέτρεχαν την ιστορία, με στήριξη των διαπιστώσεων σε εξαντλητική φυλλομέτρηση των πρωτογενών ιστορικών πηγών (αρχεία, ντοκουμέντα, μαρτυρίες) αντί της ανάλωσης σε στοχασμούς[33].

Albert Soboul(1914-1982)

Ο Βοβέλ (Michel Vovelle), γεννηθείς το 1933, αντικαταστάτης του Σομπούλ το 1982, σταθερό μέλος του γαλλικού κόμματος, συνέχισε την προοδευτική παράδοση των ιστορικών ερευνών για τη γαλλική επανάσταση. Εισηγήθηκε την προσέγγιση της γαλλικής επανάστασης και των επαναστατικών νοοτροπιών των υποστηρικτών της με μεθόδους της ιστορίας των νοοτροπιών (histoire des mentalités), κλάδου της κοινωνικής ιστορίας (histoire sociale) που βρισκόταν κοντά στη μελέτη της πολιτιστικής πλευράς των φαινομένων (histoire culturelle)[34]. Το προτεινόμενο ερμηνευτικό σχήμα ήταν η αναγνώριση της συνέχειας, την οποία συνιστούσε η γαλλική επανάσταση στο περιεχόμενο της ιστορίας της Γαλλίας. Ήταν αστική επανάσταση με λαϊκά ερείσματα, στην οποία δόθηκε βάθος από τα γεγονότα μετά το 1793. Η κοινωνική συμπεριφορά των λαϊκών στρωμάτων στον 20ό αιώνα αναπαρήγαγε απλώς την πολιτιστική σφραγίδα των αντιδημοκρατικών παρεκκλίσεων του παρελθόντος. Οι πρωτότυπες επεξεργασίες του Βοβέλ δεν επισκίαζαν τη μαρξιστική θεωρητική αφετηρία του ότι οι μάζες και η πάλη τους με τις δυνάμεις στην εξουσία συνιστούσαν το μοχλό κίνησης της ιστορίας, και ειδικότερα τη μαρξιστική θεώρηση ότι οι μάζες στη γαλλική επανάσταση κινήθηκαν σε ανοδική τροχιά παρέμβασης με απτά αποτελέσματα (εξουδετέρωση του βασιλέως, ιακωβινισμός).

Στη Γαλλία, επώνυμοι της ιστορικής επιστήμης, ο Λε Γκοφ (Jacques Le Goff), η Περρό (Michelle Perrot), ο Ρομάνο (Ruggiero Romano), η Αντωνιάδου (Hélène Antoniadis-Bibicou) –μέλη του γαλλικού κόμματος ή θιασώτες του μαρξισμού–, ήταν συνοδοιπόροι στην οπτική και μεθόδους ερμηνείας της γαλλικής επανάστασης που αντιστρατεύονταν τη συντηρητική άποψη. Εξ αυτών, ο Λε Γκοφ, γεννηθείς το 1924, μαθητής του Μπλοχ, διευθυντής της Ανωτάτης Σχολής Κοινωνικών Επιστημών (Εκόλ), εργάσθηκε πάνω σε θέματα κουλτούρας, τομέως στον οποίο αναγνώριζε ορισμένη αυτονομία σε σχέση με την οικονομική-κοινωνική προσέγγιση (πάλη των τάξεων). Η Περρό, γεννηθείσα το 1928, κάτοχος διατριβής υπό την εποπτεία του Λαμπρούς (Ernest Labrousse), κομματικό μέλος από το 1946 έως το 1957, συγγραφέας μαρξιστικών βιβλίων, δίδαξε στη Σορβόννη, όπου συμμετείχε στα γεγονότα του Μάη 1968. Άλλοι ξένοι στοχαστές ιστορικοί που χρησιμοποιούσαν μεθόδους μαρξιστικής ανάλυσης, όπως ο Χομπσμπάουμ (Eric Hobsbawm) και ο Βαλλερστάιν (Emmanuel Wallerstein), αναμείχθηκαν, αντικρούοντας τη μέθοδο σύμφωνα με την οποία η γαλλική επανάσταση έπαυσε να αποτελεί μία «μεγάλη αφήγηση» (σύνθεση των μερικών προς αναζήτηση του γενικού) και κατέστη γεγονοτολογική και χρονολογική[35].

Στον αντίποδα, οι δυνάμεις στην εξουσία, μέσω των ακαδημαϊκών ομάδων οι οποίες προσέφεραν διανοητική και ιδεολογική υποστήριξη, μελέτησαν το φαινόμενο των επαναστάσεων, ώστε να έχουν τη δυνατότητα αντιμετώπισης αυτών. Η ιδεολογικοποίηση της επιστήμης διαμόρφωσε καταλλήλως την ιστοριογραφία. Στις εντάσεις του Ψυχρού Πολέμου, η ρωσσική επανάσταση προβλήθηκε ως πραξικόπημα υπό την ηγεσία μίας εξτρεμιστικής διανόησης, το οποίο επέπλευσε με τον προσεταιρισμό της μάζας μέσω της προπαγάνδας περί ταξικών διαφορών και της διαφήμισης της βίας[36].

Η αναθεώρηση της ιστορίας της γαλλικής επανάστασης, με στόχο τον τορπιλλισμό του ιδεώδους της ρωσσικής επανάστασης, απλώθηκε σε ποικίλα πεδία. Οι κατηγορίες ανάλυσης ήταν πολιτιστικού περιεχομένου, με αναγνώριση σε ορισμένες περιπτώσεις της κοινωνικής διαστρωμάτωσης (τάξεις) αλλά χωρίς εμπλοκές με την κατηγορία της πάλης των τάξεων. Η έννοια της ομάδας ελίτ, που αντικαθιστούσε την κοινωνική τάξη, αφορούσε σε πλέγματα εξουσίας η οποία πήγαζε από την πνευματική και πολιτιστική υπεροχή, με επακόλουθο την πολιτική και (παρεμπιπτόντως) οικονομική ισχύ. Μία ιστορική αναθεωρητική τάση υποστήριζε ότι η ολλανδική επανάσταση το 1568 ήταν ένας συμβιβασμός των εμπόρων με τις ελίτ, η αγγλική επανάσταση το 1640 ένας ανταγωνισμός αντίπαλων ελίτ. Σε αντίθεση με την αμερικανική επανάσταση (ορθότερα, αμερικανικός πόλεμος για ανεξαρτησία) του 1775, η οποία δεν γέννησε μίσος για τους αστούς, η γαλλική επανάσταση τους ανέδειξε σε εστία κάθε κακού. Η ευρωπαϊκή κουλτούρα, τόσο εξ ακροδεξιών όσο και εξ ευωνύμων, οδηγούσε σε συμπεριφορές εναντίον της αστικής τάξης. Η αντιδραστική συντηρητική παράταξη καυτηρίαζε τον ορθολογισμό της πεφωτισμένης μερίδας της, και των φιλοσόφων της, που απομάκρυνε την κοινωνία από τη θρησκεία και την παράδοση και θέσπισε το χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος. Η αριστερά, καθοδηγούμενη από το Μαρξ, εγκαινίασε, από τη γέννηση της σοσιαλδημοκρατίας στο 19ο αιώνα, την αντιπαλότητα της εργατικής με την αστική τάξη. Στο επίκεντρο μεταφερόταν το ζήτημα της επαναστατικής βίας. Εν προκειμένω, διαμορφώθηκαν δύο ιστορικές αντιλήψεις. Η πρώτη υποστήριζε ότι ο τρόμος ήταν επιτελική κατάστρωση. Ο «σταλινισμός» στο σοβιετικό κράτος ισοπέδωσε τις εθνικές κουλτούρες, ισοπέδωσε τις παλαιές ελίτ του πνεύματος[37]. Η εργαλειοποίηση του φόβου συνοδευόταν από ρητορική, είχε κοινωνική αποδοχή[38]. Η δεύτερη άποψη επέμενε ότι ο ολοκληρωτισμός ήταν εγγενής. Ο διανοητικός σχεδιασμός για αποκατάσταση μίας ισορροπίας μεταξύ δικτατορίας του προλεταριάτου και δημοκρατίας βρισκόταν εκτός του περιγράμματος των κοινωνικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν μία επανάσταση. Ο θάνατος του Στάλιν ήταν «το ξεκίνημα του τέλους[39]» (με την έννοια της απεμπόλησης της πολιτικών επιλογών της υπ’ αυτόν καθοδηγητικής ομάδας, άρα σύγκρουσης με την ουσία της επανάστασης –τον ολοκληρωτισμό–).

Μία διακεκριμένη περίπτωση συνιστούσε ο Γάλλος ιστορικός Φυρέ (François Furet). Γεννηθείς το 1927, συμμετείχε στην αντίσταση κατά της γερμανικής κατάκτησης και των συνεργατών το 1944, κρίνοντας τότε ότι ο αγώνας ήταν η διέξοδος κατά του φασισμού. Κατά τη συνήθεια της εποχής, θήτευσε στο γαλλικό κομμουνιστικό κόμμα (από το 1949 έως το 1956). Εκπόνησε διατριβή υπό την επίβλεψη του Λαμπρούς για την αστική τάξη στο 18ο αιώνα, εντάχθηκε στη σχολή των Ανάλ και εργάσθηκε στο εθνικό ερευνητικό κέντρο (CNRS), επιτυγχάνοντας και μία ευδόκιμη καρριέρα στον πανεπιστημιακό χώρο, μέχρι και στη θέση, μετά το 1977, του διευθυντή της Εκόλ –διαδέχθηκε το Λε Γκοφ–. Αποβίωσε το 1997 –συνεπεία ατυχήματος στο τέννις–. Μαζί με το Φυρέ δούλεψε ο γαμπρός του, Ρισέ (Denis Richet). Γεννηθείς το 1927, μαθητής του Μπρωντέλ και Λαμπρούς, ήταν, και αυτός επίσης, καθηγητής στην Εκόλ.

Η στροφή του Φυρέ στο συντηρητισμό τον έφερε στο προσκήνιο της πάλης των ιδεών, όταν, με τη διορατικότητα που απέκτησε στην προϋπηρεσία στον κομμουνισμό, εντόπισε τη γαλλική επανάσταση ως ευάλωτο σημείο της μαρξιστικής κατασκευής της ρωσσικής επανάστασης.

François Furet (1927-1997).

Ο Φυρέ ισχυρίσθηκε ότι η γαλλική επανάσταση δεν ήταν ταξική σύγκρουση αλλά αντιδικία για την εφαρμογή των αστικών απαιτήσεων (ελευθερία, ισότητα), αγώνας υπέρ της ισοπολιτείας (égalitarisme). Η ανατροπή, με το πραξικόπημα του Ναπολέοντα το 1799 και με την παλινόρθωση της μοναρχίας το 1815, δεν εξάλειψε τις μνήμες του 1789, που αναβίωσαν στις επόμενες επαναστάσεις, το 1830 και 1848, και στην Κομμούνα του Παρισιού το 1871. Η επιλογή του Φυρέ –συνετή– ήταν να διεμβολίσει τη γαλλική επανάσταση, όχι την Παρισινή Κομμούνα. Παρατήρησε ότι, μολονότι οι αξίες της ελευθερίας, ισότητας, αδελφότητας δεν υφίσταντο οιαδήποτε αμφισβήτηση, με γενικευμένη πλέον την αποδοχή της «νομιμότητάς» τους, και ενώ ούτε η γαλλική επανάσταση ανταποκρινόταν σε οιαδήποτε οικουμενική πολιτική εκκρεμότητα, εντούτοις η επαναστατική ιστοριογραφία εξακολουθούσε να είναι το ίδιο ορμητική όπως στο παρελθόν. Βεβαιώθηκε ότι οι παλαιές ιδεολογικές συγκρούσεις με αφετηρία την υποστήριξη των ελίτ ή της δημοκρατίας είχαν αντικατασταθεί από τις διανοητικές και πολιτικές αντιδικίες τις οποίες γεννούσε η σοσιαλιστική επανάσταση. Ερεύνησε τις αναλύσεις των Μαρξ και Ένγκελς –οικείες, από την εποχή της στράτευσής του στο κομμουνιστικό κίνημα– και εντόπισε τα σημεία που ανασκευάζονταν από τις γραμμικές και απλοποιημένες –κατά την άποψή του– επεξεργασίες των μαρξιστών ιστορικών. Αποκαλύπτοντας εξαντλητική μεθοδικότητα, συνέλεξε και σχολίασε κείμενα του Μαρξ για τη γαλλική επανάσταση, για να καταλήξει στη διαπίστωση ότι η θέση του «νεαρού Μαρξ» [η πρώιμη φάση ανάπτυξης της σκέψης του διανοητή] για την αστική πρωτοβουλία ίδρυσης του δημοκρατικού καθεστώτος υπέστη αλλαγές από τον «ύστερο Μαρξ» προς όφελος του επαναστατικού ντετερμινισμού, με την αναγόρευση των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων της γαλλικής κοινωνίας σε φορέα των ανατροπών που οδήγησαν σε επόμενες ρήξεις με το σύστημα[40].

Ο Φυρέ κατανοούσε ότι η κλασσική σχολή (η ορθόδοξη άποψη του Σομπούλ) είχε δημιουργήσει ένα «νόμιμο» κλειστό σύστημα πρόσληψης των γεγονότων της γαλλικής επανάστασης, που είχε αναδειχθεί σε θεσμοθετημένο καλούπι για τη διαχείριση της ιστορίας της χώρας. Ο Σομπούλ είχε επιβάλει την αντίληψη ότι η εξέλιξη της γαλλικής επανάστασης ήταν ωρίμανση προς μία λαϊκή δημοκρατία. Ο Ροβεσπιέρος ήταν το πιο ριζοσπαστικό στοιχείο της αστικής τάξης, άρα δύναμη απελευθέρωσης. Ο Φυρέ αποτόλμησε το ανάποδο, ισχυριζόμενος ότι με το Ροβεσπιέρο έκλεισε ο δρόμος προς τη φιλελεύθερη κοινωνία, ότι ο Ροβεσπιέρος ήταν η προμετωπίδα του νέου και χειρότερου δεσποτισμού.

Επί των ημερών του Φυρέ, κατά την αντιδικία του με τον επικεφαλής της σχολής της Σορβόννης, Βοβέλ, ο στόχος ήταν η επιβολή, εναλλακτικά προς την πάλη των τάξεων, του αναθεωρημένου μοντέλου, το οποίο στηριζόταν στην άποψη της παρέκκλισης της επανάστασης εξαιτίας της βίαιης παρεμβολής ενός εξωτερικού παράγοντα (οι λαϊκές μάζες). Η εξέλιξη της σκέψης του Φυρέ οδήγησε στην κατασκευή ότι ο Τρόμος ήταν ειδοποιό γνώρισμα της επαναστατικής ιδεολογίας. Ο ιακωβινισμός δεν ήταν απλά ένα πολιτιστικό γνώρισμα των μαζών, κληρονομημένο από τις φάσεις βίας του παρελθόντος, αλλά μήτρα του ολοκληρωτισμού.

Είναι ιδιαίτερα αξιοπερίεργο το γεγονός ότι ο εκπρόσωπος της Εκόλ, σχολής στην οποία συνέβαιναν συσσωματώσεις της αριστερής διανόησης του Παρισιού, συγκρούσθηκε με τη Σορβόννη, ίδρυμα που αποτελούσε πυλώνα των φιλελεύθερων εκδοχών της κυρίαρχης ιδεολογίας. Η ερμηνεία ίσως προσδιορισθεί στην εξαιρετική βαρύτητα του θέματος της γαλλικής επανάστασης, επί του οποίου θεμελιώθηκε η Γαλλική Δημοκρατία και οικοδομήθηκε το φαντασιακό της γαλλικής κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής (εθνικής) ταυτότητας, όλα τα στοιχεία –συγκεντροποίηση του κράτους, λαϊκή παιδεία και λοιπά– που παραμένουν επίκαιρα, νευραλγικής σημασίας, σήμερα.

Μεθοδολογικά, ο Φυρέ χώρισε σε δύο μέρη τη μελέτη της γαλλικής επανάστασης, το πρώτο έως το 1792 και το δεύτερο –του Τρόμου– έως το Θερμιδώρ (πτώση Ροβεσπιέρου). Ο Τρόμος τεκμηρίωσε τον ολοκληρωτισμό, ο οποίος ενεγράφη ως προϊόν της επαναστατικής ιδεολογίας. Δεδομένου ότι η γαλλική επανάσταση προμήθευε ιστορική εμπειρία στη σύγχρονη αριστερά, δεν μπορούσε να αποφευχθεί η σύγκριση νεώτερων επαναστατικών κινημάτων με τους Ιακωβίνους[41]. Ο Φυρέ αποφάνθηκε ότι ο κομμουνισμός και ο φασισμός είχαν κοινές ρίζες στο σοσιαλισμό και αντινεοφιλελευθερισμό. Ο κομμουνισμός και ο φασισμός είχαν εγγενή χαρακτηριστικά ολοκληρωτισμού. Διαφοροποιήθηκε ελαφρώς από την άποψη ότι ο φασισμός ήταν αμυντική κίνηση κατά του κομμουνισμού, με τη θέση ότι ο φασισμός και μπολσεβικισμός ήταν αποτελέσματα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Ο παγκόσμιος πόλεμος ήταν η επιρροή του έθνους στην κοινωνία υπό την ηγεμονία της αστικής τάξης, η κατίσχυση του εθνικισμού επί της εργατικής τάξης και των μη προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων. Η επανάσταση του 1917 ήταν η επικράτηση του διεθνισμού επί του ιμπεριαλισμού. Αντίθετα, ο φασισμός ήταν η αντίδραση του εθνικισμού εναντίον του κοσμοπολιτισμού[42].

Στο έργο αναψηλάφησης της γαλλικής επανάστασης[43], στο οποίο διατυπωνόταν από το Φυρέ η αντίληψη για τον αντιδημοκρατικό και ολοκληρωτικό πυρήνα της, θιγόταν αντιστρόφως το θέμα της μαγνητικής έλξης του μαρξισμού, που εμφανίσθηκε συγκροτημένα στη γαλλική διανόηση, ως αποτελέσματος της αναζήτησης των ριζών του κομμουνισμού στον ιακωβινισμό.

Ο Φυρέ, στο περιεχόμενο του κομμουνιστικού πολιτισμού –τον γνώριζε εξ ιδίας πείρας και τον συμμερίσθηκε κατά τα έτη της στράτευσής του στο γαλλικό κομμουνιστικό κόμμα–, με την αποδοχή της μονολιθικότητας, με την αυθυποβολή και αυτοπειθαρχία έναντι των προτάσεων προς ψήφιση που υποβάλλονταν εκ των άνω (από την ανώτερη καθοδηγητική βαθμίδα του κόμματος), βρήκε ομοιότητες με τις ανάλογες συμπεριφορές που διαμορφώθηκαν με τη λειτουργία της εξουσίας το 1792. Περαιτέρω, ο ίδιος αντέκρουσε τις απόψεις της σχολής των Ανάλ –από την οποία προερχόταν, υπετίθετο– για τη μακρά διάρκεια (la longue durée) διαμόρφωσης πολιτιστικών δομών στη Γαλλία, ειδικότερα –στην περίπτωση της γαλλικής επανάστασης– για τον ιστορικό σχηματισμό των δομών που οδήγησαν στα γεγονότα του 1789.

Με βάση τους ανωτέρω ισχυρισμούς, η αστική τάξη ήταν το θύμα, στο οποίο φορτώθηκαν εκ μέρους των λενινιστών τα κακά του ιμπεριαλισμού –ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού– και η δημιουργία του φασισμού, και εκ μέρους του Χίτλερ η δημιουργία του κομμουνισμού.

Με τους ανωτέρω χρησμούς, θεωρούσε ο Φυρέ ότι κατόρθωνε να αποσιωπήσει τα αιτήματα του κομμουνισμού.

Ο Τρόμος μετατράπηκε, στην αντικομμουνιστική οπτική, σε σύνθημα. Σύμφωνα με το Μορέν (Edgar Morin), ήταν μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της ιστορίας.

Οι θεωρίες περί δομών (όχι τάξεων) και περί αυτονομίας της κουλτούρας έναντι της οικονομίας δημιουργούσαν το διανοητικό υπόστρωμα άρθρωσης απόψεων που αναγνώριζαν στην επιτυχία των μπολσεβίκων το 1917 όχι αντικειμενικό υπόβαθρο αλλά ικανότητα λαοπλάνου προπαγάνδας. Πιο ισορροπημένες προσεγγίσεις αξιολόγησαν το κοινωνικό θεμέλιο, τις τότε τάσεις μέσα στην κοινωνία. Για την καταστροφή του τσαρισμού, του φιλελευθερισμού και της μετριοπαθούς σοσιαλδημοκρατίας ευθύνονταν η τυχαιότητα, η ύπαρξη μη δυτικής κουλτούρας, ο πόλεμος και οι διαλυτικές συνέπειες αυτού, η ανικανότητα των αστικών ελίτ και η κίνησή τους χωρίς σχέδιο. Εντοπίσθηκαν συνάμα οι ρωσσικές ιδιαιτερότητες. Η ρωσσική επανάσταση ονομάσθηκε από τους κομμουνιστές ιθύνοντες σοσιαλιστική, λαμβάνοντας υπόψη την επαγγελία οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Τέθηκε υπό κρίση το ζήτημα ότι, στην πραγματικότητα, στηρίχθηκε στην ειρήνη και στη διανομή της γης –αστικά αιτήματα–, καθιστώντας εμφανές το συμπέρασμα ότι τους σοσιαλιστικούς στόχους οραματιζόταν μόνο η ηγεσία, όχι η μάζα.

Στις νέες συνθήκες μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, καταγράφηκε επιστροφή της ιστοριογραφίας της ρωσσικής επανάστασης στη θεωρία περί πραξικοπήματος. Εξάλλου, κυριάρχησαν στην ακαδημαϊκή βιβλιογραφία οι μεταμοντέρνες θεωρήσεις. Δεν διακρίνονταν κοινωνικές τάξεις μέσα στην κοινωνία, δεν πραγματοποιούνταν γενικεύσεις, δεν αξιολογούνταν οι αντικειμενικές συνθήκες, η έρευνα στρεφόταν στον πολιτισμό, τη συνείδηση, τη γλώσσα, τη νοηματοδότηση.

Η επανάσταση, σήμερα

Με την εξαφάνιση του σοβιετικού φαινομένου, εντάθηκε η ανάγκη της ιστορικής –συνεπώς ιδεολογικής και φιλοσοφικής– αποσαφήνισης. Ακόμη και οι εχθροί του κομμουνισμού παραδέχθηκαν το αδιανόητο –πριν από ένα τέταρτο του αιώνα– της δυνατότητας κατάρρευσης του σοβιετικού συστήματος. Ήταν άτοπη οιαδήποτε εκτίμηση ότι η προωθητική δύναμή του, η οκτωβριανή επανάσταση, είχε εκπνεύσει.

Οι αντίπαλοι του κομμουνισμού υπογράμμισαν τη διαπίστωση ότι η κομμουνιστική ιδεολογία επέζησε μόνο σε καθεστώτα, τα οποία συνέχισαν να διακηρύσσουν το στρατηγικό στόχο (σοσιαλισμός) και αναθεώρησαν την τακτική (ο δρόμος προς το στόχο του σοσιαλισμού) με προσαρμογή σε χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού συστήματος που προηγουμένως είχαν δαιμονοποιήσει, την αγορά (σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς), επιχειρηματικότητα και ανταγωνισμό, προσωπική ανέλιξη, ατομική ιδιοκτησία. Ουδεμία αναφορά καταγράφεται πλέον στο ιδεολογικό παρελθόν, το μαρξισμό-λενινισμό, την πάλη των τάξεων, τη δικτατορία του προλεταριάτου.

Στις δύο χώρες των ευρωπαϊκών επαναστάσεων, η διαφορά της κατάστασης στη Γαλλία (στην περίοδο ανάμεσα στις δύο βασιλείες –από την επανάσταση το 1789 έως την παλινόρθωση το 1815–) και στη Σοβιετική Ένωση είναι ότι η δεύτερη δεν νικήθηκε σε θερμό πόλεμο. Αυτοδιαλύθηκε, μετά από κατάρρευση (σύμφωνα με τους αντιπάλους, λόγω των εσωτερικών αντιφάσεων), ή, έστω, εξωτερική υπόσκαψη (εξαιτίας της ανατρεπτικής δράσης του ιμπεριαλισμού –σύμφωνα με τη θέση των υποστηρικτών–), με αποσύνθεση όλων των ορατών στοιχείων που την απάρτιζαν. Ο κομμουνιστικός πολιτισμός εξαερώθηκε. Δεν κατέλειπε μία αδιαφιλονίκητη ιστορία πίσω του, προς μνημόνευση. Εξάλλου, στη μακρο-κλίμακα, η γαλλική επανάσταση άφησε μία κληρονομία μνήμης, ιδεολογίας, θεσμών, που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του γαλλικού έθνους και κράτους και γενικότερα στην εκγύμναση του δυτικού κόσμου. Ο Οκτώβριος 1917, αντιθέτως –σύμφωνα με τους εχθρούς του–, απωθήθηκε στα παρασκήνια. Δεν άφησε μία επαγγελία, που θα απευθυνόταν ευρύτερα σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας, νόμους και αρχές, κοινωνική συνοχή, οικονομία. Δεν κατέλειπε ένα εμφανές ιστορικό μήνυμα, όπως ακριβώς συνέβη με τους Γερμανούς, οι οποίοι δεν άφησαν ίχνη ιστορίας προς μίμηση, πίσω τους, στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Ήταν ένα κλειστό κύκλωμα στο φαντασιακό, που άρχισε με την οκτωβριανή επανάσταση και έληξε με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.

Πολλοί μελετητές, επιχειρώντας μία νέα εκτίμηση της πτώσης του κομμουνισμού, ανακατασκεύασαν το πλαίσιο των ενδογενών και εξωγενών παραγόντων, που θα μπορούσαν να διευκρινίσουν τις πτυχές της ιστορίας του κινήματος. Το κίνημα διέθετε φορείς εθνικούς, ένα στην κάθε χώρα, που υπέστησαν κραδασμό μετά το 20ό συνέδριο του σοβιετικού κόμματος το 1956 και την αλλαγή πλεύσης της νέας καθοδηγητικής ομάδας υπό το Ν. Σ. Χρουστσώφ. Από τη δεκαετία 1960 παρατηρήθηκε η υιοθέτηση νέας οπτικής, που αντανακλούσε τις διαφοροποιήσεις μέσα στο ανθρώπινο δυναμικό, καθώς παλαιά στελέχη (μεταξύ τους, διανοούμενοι) έφευγαν και τα νέα ευνοούσαν την ενωτική τακτική. Στις χώρες της Δύσης, τα εθνικά κομμουνιστικά κόμματα προχώρησαν σε αναζήτηση συμμαχιών με τους όμορους πολιτικούς-κοινωνικούς φορείς. Ακολούθησε η στρατηγική της αναμονής (αποκλεισμός του επαναστατικού μέσου της συνωμοσίας και της εφόδου). Οι αλλαγές στις αντικειμενικές συνθήκες (μοντέρνα εργατικά στρώματα, ανάδυση νέων θεσμών) και στους υποκειμενικούς όρους (ανανέωση στον πολιτισμό των νέων κοινωνικών στρωμάτων, μη επιδεκτικών σε αναπαραστάσεις του μηνύματος της παραδοσιακής ρητορικής) κόστισαν τη βαθμιαία απομόνωση του κάθε κομμουνιστικού κόμματος από την κοινωνία και οδήγησαν τους υποστηρικτές σε απομάκρυνση, που έλαβε τελικά τη μορφή της αποχώρησης. Στο παράδειγμα της Γαλλίας, μετά την

Μάρτιος 1985, η αρχή του τέλους: θάνατος του Τσερνιένκο. Το διαδέχθηκε ο Γκορμπατσώφ.

κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων η καταγγελία του «σοβιετικού ολοκληρωτισμού» (περιλήφθηκαν οι χρονικές περίοδοι επί καθοδήγησης Χρουστσώφ, Λ. Ι. Μπρέζνιεφ και λοιπών που προηγήθηκαν του Μ. Σ. Γκορμπατσώφ) δεν απέτρεψε το διαμελισμό του κομμουνιστικού κόμματος[44]. Στο παράδειγμα της Ελλάδας, οι αλλαγές στους συσχετισμούς –στην ιδεολογία και πολιτική αντίληψη– που απειλούσαν τις θέσεις των «κληρονόμων» (κατά Μπουρντιέ) εκδηλώνονταν μετά το 1989 με κρίσεις. Παρά τις αλλαγές στις συνθήκες και στην κοινωνία, η παλαιά ρητορική και πρακτική (σύστημα δράσης) άντεξαν, μάλιστα με ορισμένη διεύρυνση του ακροατηρίου παρά τη ριζική ηλικιακή αλλαγή. Σε αυτή την επιτυχία ενδεχομένως συνέβαλε η διατήρηση αναλλοίωτων των δομών της εργατικής τάξης (η εργατική απασχόληση δεν υπέστη σοβαρές αλλαγές, ενώ ο εργατικός πολιτισμός αναπαράγεται με προσήλωση, σε σημαντικό βαθμό, στην παράδοση).

Οι ανωτέρω επισημάνσεις είναι ελάχιστες, μέσα στο χάος των γεγονότων και καταστάσεων που αναμένουν ιστορική, κοινωνιολογική, φιλοσοφική εξήγηση. Επιγραμματικά, μπορεί να υποστηριχθεί ότι, στην Ευρώπη, ο κομμουνισμός υπήρξε ένα καταφύγιο, το όραμα απέναντι στις ακραίες εκφάνσεις του καπιταλιστικού συστήματος. Δεν υπήρχε άμεση εμπειρία, όπως στη Σοβιετική Ένωση, ώστε να κριθεί ο κομμουνισμός για την πραγματιστική τακτική του κόμματος (la raison de Parti), τα συμφέροντα του κράτους (la raison d’État), την πολιτική (civique) εξέλιξη. Η απόσταση από την εξουσία επέτρεπε την παραγωγή και αναμετάδοση ενός μύθου, που προσήλκυε τις μάζες. Για τους ορθολογιστές, επίσης, εν πολλοίς παραμένει μυστηριώδης ο μηχανισμός στη νόηση του ανθρώπου, από τον οποίο κινητοποιείται η ονειροπόληση και το συναίσθημα απέναντι στα μηνύματα κοινωνικής συστράτευσης.

Ο Αλέξανδρος Δάγκας είναι Ομότιμος Καθηγητής Κοινωνικής
Ιστορίας, ΑΠΘ.

[1]           Cf. Jacques Texier, « Révolution et démocratie dans la pensée politique de Marx et d’Engels. Les aspects problématiques de la théorie », Congrès Marx International, Actes du colloque de la revue Actuel Marx (27-30 septembre 1995), PUF, Paris 1995, pp. 15-44.

[2]           Cf. Karl Marx, “Der achtzehnte Brumaire des Louis Bonaparte”, Karl Marx – Friedrich Engels Werke [MEW], t. 8 (pp. 115-207), Dietz Verlag, Berlin 1978, p. 116.

[3]           Id., “Der Bürgerkrieg in Frankreich”, MEW, t. 17, pp. 491-610.

[4]           Cf. Engels an Vera Sassulitsch, 23 April 1885, MEW, t. 36, pp. 303-307.

[5]           Cf. Engels an Karl Kautsky, 20 Febr. 1889, MEW, t. 37, pp. 154-158.

[6]           Cf. V. I. Lenin, Collected Works, Progress Publishers, Moscow 1977, t. 29, pp. 339-376.

[7]           Id., t. 28, pp. 171-178.

[8]           Id., t. 28, pp. 412-428.

[9]           Ibid.

[10]          Cf. Rosa Luxemburg, “Zur russischen Revolution”, Gesammelte Werke, Dietz Verlag, Berlin 1987, (pp. 332-365) p. 340.

[11]          Cf. Léon Trotsky, De la révolution, Les Éditions  du Minuit, Paris 1963, pp. 247-439.

[12]          Cf. A. Gramsci, Œuvres choisies, Éditions  Sociales, Paris 1959, pp. 268-277.

[13]          Ibid., pp. 349-367, 387-388.

[14]          Cf. Friedrich Engels, “Die Entwicklung der Socialismus von der Utopie zur Wissenschaft”, MEW, t. 19, pp. 181-228.

[15]          Cf. A. Ioannissian, Les idées communistes pendant la Révolution française, Éditions du Progrès, Moscou 1984, pp. 114-232, 458-519.

[16]          Cf. G. L. Ulmen, The Science of Society. Toward an Understanding of the Life and Work of Karl August Wittfogel, Mouton, The Hague etc. 1978, pp. 88 et seq.

[17]          Cf. Roman Brackman, The Secret File of Joseph Stalin. A Hidden Life, Frank Cass Publishers, London 2001, pp. 191 et seq.

[18]          Cf. André Liebich, “I Am the Last. Memories of Bukharin in Paris”, Slavic Review, 51, No 4, 1992, pp. 767-781.

[19]          Cf. Ι. Β. Στάλιν, Άπαντα, t. 13, Εκδοτικό της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, [Βουκουρέστι] 1953, pp. 114-135.

[20]          Id., t. 10, pp. 189-193.

[21]           Id., t. 14, p. 33.

[22]          Cf. Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, λήμμα «Οκτωβριανή Μεγάλη Σοσιαλιστική Επανάσταση», ελληνική μετάφραση: Ακάδημος, Αθήνα 1981.

[23]          Cf. Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ – Ινστιτούτο Φιλοσοφίας, Οι βάσεις της μαρξιστικής φιλοσοφίας, Κρατικός Εκδοτικός Οίκος Πολιτικών Κειμένων, Μόσχα 1959, pp. 804-830 (στη ρωσσική).

[24]          Cf. Les principes du marxisme-léninisme, Éditions en langues étrangères, Moscou 1961, pp. 387-406.

[25]          Cf. The Great October Socialist Revolution, Progress, Moscow 1977, pp. 502-510.

[26]          Cf. S. P. Trapeznikov, Aux tournants cruciaux de l’histoire. Quelques leçons de la lutte contre le révisionnisme au sein du mouvement marxiste-léniniste, Éditions du Progrès, Moscou 1973.

[27]          Cf. Roger Markwick, Rewriting History in Soviet Russia: The Politics of Revisionist Historiography, 1956-1974, Palgrave, New York 2000, pp. 199-233.

[28]          Cf. Albert Manfred, Essais d’histoire de France du XVIIIe au XXe siècle. Recueil d’articles, Editions du Progrès, Moscou 1969. Id., Napolèon Bonaparte, Éditions du Progrès, Moscou 1980.

[29]          Cf. Amédée Le Faure, Le socialisme pendant la Révolution française, Dentre, Paris 1863.

[30]          Cf. Andre Lichtenberger, Le socialisme et la Révolution française. Etude sur les idées socialistes en France de 1789 à 1796, Félix Alcan, Paris 1899.

[31]          Cf. Jean Jaurès, Histoire socialiste de la Révolution française, Rouff, Paris 1901-1907.

[32]          Cf. Albert Soboul, La Révolution française, 1789-1799, Éditions sociales, Paris 1948, ελληνική μετάφραση: Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1990.

[33]          Cf. Henry Heller, The Bourgeois Revolution in France, 1789-1815, Berghahn Books, New York – Oxford 2006, passim.

[34]          Cf. Michel Vovelle, La Révolution française, Armand Colin, Paris 2003, passim.

[35]          Cf. Ferenc Fehér, The French Revolution and the Birth of Modernity, University of California Press, Berkeley 1990, pp. 30-48, 117-132.

[36]          Cf. Leonard Shapiro, The Russian Revolutions of 1917. The Origins of Modern Communism, Basic Books, New York 1986.

[37]          Cf. Pierre Clermont, Le communisme à contre-modernité, Presses Universitaires de Vincennes, Paris 1993, passim.

[38]          Cf. Bernard Foutrier, L’identité communiste. La psychanalyse, la psychiatrie, la psychologie, Harmattan, Paris 1994, passim.

[39]          Cf. François Furet, Le passé d’une illusion. Essai sur l’idée communiste au XXe siècle, Robert Laffont – Calmann-Lévy, Paris 1995, p. 502.

[40]          Id., Marx et la Révolution française, Flammarion, 1986, pp. 66-98.

[41]          Cf. Michael Scott Christofferson, French Intellectuals against the Left. The Antitotalitarian Moment of the 1970s, Berghahn, Oxford – New York 2004, pp. 133-271.

[42]          Cf. Furet, Le passé d’une illusion…, op. cit., pp. 19-20.

[43]          Id., Penser la Révolution française, Gallimard, Paris 1985, passim.

[44]          Cf. Bernard Pudal, Un monde défait. Les communistes français de 1956 à nos jours, Éditions du Croquant, Paris 2009, passim.

Giorgio Rochat: O Mussolini πολέμαρχος-Μέρος B΄: Η Ιταλία εμπόλεμο κράτος (1940-1943)

Giorgio  Rochat

 O Mussolini πολέμαρχος

Μέρος B΄: Η Ιταλία εμπόλεμο κράτος (1940-1943)

  1. Ο παράλληλος πόλεμος

Ο επονομαζόμενος “Παράλληλος πόλεμος”,¹ υπήρξε το απόσταγμα ενός σχεδιασμού ετών ολόκληρων, συνάμα δε, αποτέλεσε σημείο σύγκλισης πολιτικών, οικονομικών, στρατηγικών και στρατιωτικών προτεραιοτήτων. Στην πράξη, γνώρισε εφήμερη διάρκεια: από τις 10 Ιουνίου 1940 έως το τέλος του ιδίου έτους, οπότε διακόπηκε απότομα, εξαιτίας μιας σειράς  ταπεινωτικών αποτυχιών στα διάφορα πεδία των εχθροπραξιών. Όποιος αναλώνεται στον κυκεώνα των(ως επι το πλείστον ανούσιων και μη εφαρμόσιμων) διαταγών του Duce και των αλλεπάλληλων διακυμάνσεων των ιταλικών αντικειμενικών στόχων, αποκτά μια ακόμα πιο συγκεχυμένη και αρνητική αντίληψη ως προς το περί τίνος, ακριβώς, επρόκειτο. Επομένως, στο σημείο αυτό είναι απαραίτητο να δοθούν ορισμένες διευκρινίσεις.

Μια πρώτη και ουσιαστική διαπίστωση είναι πως ο παράλληλος πόλεμος είχε σφυρηλατηθεί με την προοπτική μιας ταχείας επικράτησης της Γερμανίας. Η πεποίθηση αυτή ενισχύθηκε με την θεαματική όσο και ανέλπιστη κατάρρευση της Γαλλίας, καθώς και με την εξουδετέρωση του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, το οποίο μαχόταν επί του ηπειρωτικού εδάφους. Κατά τα άλλα, ο Mussolini δεν επιθυμούσε μια ολοκληρωτική ήττα της Μεγ. Βρετανίας. Μια εξέλιξη αυτού του είδους θα καθιστούσε την Γερμανία απόλυτο κυρίαρχο της Ευρώπης. Ο ιταλός ηγέτης προσέβλεπε σε μια ειρήνη, η οποία δεν θα διατάραζε σε βάθος τον υφιστάμενο συσχετισμό των ισορροπιών. Μια δεύτερη, συνακόλουθη, διαπίστωση, είναι η ανησυχία μήπως ένας απόλυτος θρίαμβος της Γερμανίας καθιστούσε την Ιταλία δύναμη δεύτερης διαλογής. Ο φόβος αυτός αρκούσε ούτως ώστε ο Mussolini προσωπικά αλλά και η πλειοψηφία του Σώματος των αξιωματικών να αρνούνται πεισματικά κάθε είδους συνεργασία σε βάθος με το Βερολίνο, θεωρώντας πως κάτι τέτοιο θα άνοιγε διάπλατα τον δρόμο προς την υποτέλεια. Συνεπώς, η μεγαλύτερη έγνοια του Duce δεν ήταν η ήττα της Μεγ. Βρετανίας. Η αποστολή αυτή ενέπιπτε, ούτως ή άλλως, στη Γερμανία. Η μεγαλύτερη έγνοια ήταν μια γρήγορη συνομολόγηση της ειρήνης, υπό συνθήκες, που θα εξασφάλιζαν στην Ιταλία την ανάληψη ενός αυτόνομου ρόλου στο μεταπολεμικό στερέωμα, μαζί με την εκπλήρωση των ιμπεριαλιστικών της φιλοδοξιών. Κατά μια έννοια, ο παράλληλος πόλεμος στρεφόταν και ενάντια στη Γερμανία (ιδίως εάν λάβουμε υπόψη τα αντικρουόμενα συμφέροντα των δυο χωρών στα Βαλκάνια). Απέφευγε, τέλος, να προσλάβει τη μορφή μιας αναμέτρησης μέχρις εσχάτων κατά της Μεγ. Βρετανίας, για τη διενέργεια της οποίας η Ιταλία δεν διέθετε την απαιτούμενη υποδομή.

Ο παράλληλος πόλεμος

Υπό το πρίσμα μιας ιμπεριαλιστικής λογικής, το δόγμα περί παράλληλου πολέμου δεν παρουσιάζει κάτι το ηθικά μεμπτό. Ως μεσαία δύναμη, η Ιταλία δεν ήταν σε θέση να αντιπαρατεθεί κατά μέτωπο με τους υπόλοιπους εμπολέμους. Το σφάλμα συνίστατο στο ό,τι η φασιστική ηγεσία επέμενε να διεκδικεί φιλόδοξους στόχους, δυσανάλογους με τις πραγματικές δυνατότητες και αντοχές της χώρας. Κυβέρνηση και επιτελεία αδυνατούσαν να αντιληφθούν πόσο εξωπραγματική ήταν η ταυτόχρονη διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων σε υπεράνω του ενός θέατρα (στα Βαλκάνια, με δεδομένη την ανταγωνιστική παρουσία της Γερμανίας και στη Βόρεια Αφρική, εναντίον της Μεγ. Βρετανίας, ενός αντιπάλου, ο οποίος εξακολουθούσε να παραμένει υπολογίσιμος). Το μόνο που προέκυψε από τον παραπάνω σχεδιασμό, ήταν μια γρήγορη κατασπατάληση των πενιχρών αποθεμάτων, γεγονός, το οποίο εξέθεσε τη χώρα σε κινδύνους και την παρέσυρε σε αλυσιδωτές  ταπεινωτικές ήττες.

Κι όμως, ο παράλληλος πόλεμος ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς. Την επίθεση εναντίον μιας Γαλλίας, ηττημένης ήδη κατά κράτος. Το Ημερολόγιο του Ciano περιγράφει γλαφυρά τη διογκούμενη ανυπομονησία του δικτάτορα και του περιβάλλοντός του μπροστά στις γερμανικές επιτυχίες στα μέτωπα της Νορβηγίας και της Γαλλίας. Το ζητούμενο γι αυτούς ήταν η αποφυγή σύναψης ειρήνης στη συγκεκριμένη συγκυρία. Ο Mussolini είχε προηγουμένως ανάγκη από μερικές χιλιάδες νεκρούς (όπως δήλωσε χαρακτηριστικά προς τον Badoglio), οι οποίοι θα του παρείχαν το δικαίωμα να καθήσει μεταξύ των νικητών στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.² Ωστόσο, δεν υπήρχαν συγκεκριμένα επιχειρησιακά σχέδια, ούτε είχαν εντοπιστεί οι αντίπαλοι στρατιωτικοί στόχοι. “Προγραμματίζουμε την παρέμβαση στον πόλεμο για τις 5 Ιουνίου”, έγραφε στο Ημερολόγιό του ο στρατηγός Armellini (…) “Το πως θα ενεργήσουμε, θα το εξετάσουμε εν συνεχεία. Για την ώρα, το κυρίαρχο κριτήριο είναι η άμυνα”.³ Η ανακολουθία είναι πλήρης. Η φασιστική κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο κατά της καταρρέουσας Γαλλίας, διατάζοντας αμυντική στρατηγική στα μέτωπα των Άλπεων, της Κορσικής, της Τυνησίας και του Djibouti, τόσο στη στεριά, όσο και στους αιθέρες! Έφτασε μέχρι σημείου να ανακοινώσει επίσημα ό,τι “ Τα στρατεύματά μας, κατά μήκος των συνόρων, δεν πρόκειται να ανοίξουν πυρ εναντίον των γαλλικών θέσεων, παρά μόνο απαντώντας σε επιθετικές ενέργειες των αντιπάλων”. Δεν πρόκειται για επίδειξη μεγαλοψυχίας, ούτε για κάποια προσπάθεια να διασκεδαστεί ο ύπουλος τρόπος, με τον οποίο η Ιταλία εξήλθε στον πόλεμο έχοντας επιλέξει τη συγκεκριμένη συγκυρία. Ήταν μια ακόμη προσπάθεια του Mussolini να αφήσει όλα τα ενδεχόμενα ανοικτά. Η ανακωχή της 24ης Ιουνίου 1940, συνιστά την πρώτη επιτυχία του παράλληλου πολέμου. Μπορεί μεν τα εδαφικά οφέλη να ήταν ισχνά, ο αντικειμενικός στόχος, ωστόσο, εκπληρώθηκε στην εντέλεια, με αντιστάθμισμα ελάχιστες ανθρώπινες απώλειες και οικονομικές δαπάνες.

    10 Ιουνίου 1940. Ο Mussolini κηρύσσει τον πόλεμο κατά της Γαλλίας και της Μεγ. Βρετανίας

                                     

Κατά τους αμέσως επόμενους μήνες, ο Mussolini και το επιτελείο του κινήθηκαν σαν ο πόλεμος να είχε κερδηθεί, θεωρώντας ως δεδομένη μια κατάθεση των όπλων εκ μέρους της Μεγ. Βρετανίας. Έτσι εξηγείται για ποιο λόγο αδιαφόρησαν ως προς την εκπόνηση μακροπρόθεσμων σχεδίων, την ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής, τον εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεων και την ιεράρχηση των στρατηγικών προτεραιοτήτων (π.χ. ουδόλως τους απασχόλησε η προοπτική  καταφοράς πλήγματος κατά της Μάλτας). Τους ενδιέφερε μόνο η όσο το δυνατόν αναίμακτη απόσπαση εδαφικών ανταλλαγμάτων ενόψει των διαφαινομένων διαπραγματεύσεων ειρήνης, κατά την καλύτερη παράδοση ενός θρασύδειλου και αδύναμου ιμπεριαλισμού. Οι αδιαμφισβήτητες επιτυχίες του γερμανικού στρατού, καθιστούσαν ως απαραίτητη προϋπόθεση τη συναίνεση του Βερολίνου για κάθε πρωτοβουλία του είδους αυτού. Οι διάφορες σφαίρες επιρροής θα χαράσσονταν από κοινού. Ως προς αυτό, ο Hitler επαναβεβαίωσε τις προπολεμικές δεσμεύσεις δίχως να εισέλθει σε λεπτομέρειες. Ο Ciano, αμέσως μετά το πέρας της συνάντησης της 7ης Ιουλίου σημείωνε πως ο γερμανός καγκελάριος τον είχε κατ επανάληψη διαβεβαιώσει πως “(…) ο,τιδήποτε σχετίζεται με τη Μεσόγειο, συμπεριλαμβανομένης της Αδριατικής, είναι πρόβλημα, που αφορά την Ιταλία και στο οποίο δεν προτίθεται να αναμιχθεί, αποδεχόμενος a priori κάθε σχετική απόφαση και ενέργεια του Duce”.⁴ Ο ιταλός υπουργός Εξωτερικών ερμήνευσε τα παραπάνω λόγια, σαν να επρόκειτο για το ελεύθερο για μια παρέμβαση σε βάρος της Γιουγκοσλαβίας. Όμως, ο Hitler είχε επανειλημμένα επιστήσει την προσοχή του συνομιλητή του (επανήλθε σχετικά στις 17 του ιδίου μήνα), πως η Ιταλία όφειλε να απέχει από οποιαδήποτε πρόωρη πρωτοβουλία. Έπρεπε να αναμείνει, προηγουμένως, την εσωτερική κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας, το αίτημα για συνθηκολόγηση της Μεγ. Βρετανίας ή κάποια άλλη συγκυρία, η οποία θα εξανάγκαζε το Βελιγράδι σε υποχώρηση, δίχως να είναι απαραίτητη η προσφυγή στα όπλα. Στην πραγματικότητα, η Γερμανία προσέβλεπε σε μια επέκταση και εμπέδωση της δικής  της ηγεμονίας στα Βαλκάνια, κάνοντας χρήση πολιτικών και οικονομικών μέσων. Απέφευγε, με τον τρόπο αυτό, επιπλοκές, ικανές να δυσαρεστήσουν τους Σοβιετικούς ή να ξαναβάλουν στο παιχνίδι τους Βρετανούς. Η πολιτική αυτή έφραζε το δρόμο της Ιταλίας. Οι δυνατότητες της τελευταίας για μια πολιτική και οικονομική διείσδυση στην περιοχή ήταν περιορισμένες. Το να αναμένει, ισοδυναμούσε με το να παίζει το παιχνίδι της Γερμανίας. Στριμωγμένος όπως ήταν, ο Mussolini απέφυγε να προκαλέσει ευθέως τον γερμανό ομόλογό του. Ναι μεν εκπονήθηκαν σχέδια για εισβολή στη Γιουγκοσλαβία. Αυτό συνέβη με διακριτικό τρόπο. Ταυτόχρονα, όμως, προωθήθηκε και η σύνταξη σχεδίων για  μια εισβολή κατά της Ελλάδας, με ορμητήριο το αλβανικό έδαφος.

Σε αντίθεση με τον βαλκανικό χώρο, η Ιταλία διέθετε πλήρη ελευθερία κινήσεων στην αναμέτρηση με τη Μεγ. Βρετανία. Μόνο που εδώ αναδείχθηκαν ανάγλυφα οι περιορισμοί της πολεμικής της μηχανής. Στη Λιβύη, πολύ περισσότερο δε στην Αιθιοπία, διατηρούσε πολυάριθμες στρατιωτικές δυνάμεις Όμως, ο εξοπλισμός, τα μέσα μεταφοράς και οι δυνατότητες ανεφοδιασμού των τελευταίων ίσα-ίσα που ανταποκρίνονταν στις ανάγκες ενός ανορθόδοξου πολέμου με τους ιθαγενείς. Τα στρατεύματα αυτά ήταν ακατάλληλα προετοιμασμένα για πόλεμο εναντίον ενός ευρωπαίου αντιπάλου. Στο απέναντι στρατόπεδο, ούτε ο εξοπλισμός των βρετανών διεκδικούσε περγαμηνές (διέθεταν καλό πυροβολικό, εξαιρετική πλην όμως αριθμητικά ανεπαρκή αεροπορία, δυσκίνητα ή υπερβολικά ελαφρά άρματα μάχης). Όμως, στον τομέα της μηχανοκίνησης, υπερτερούσε από κάθε άποψη. Το γεγονός αυτό εξασφάλιζε μεγάλα πλεονεκτήματα ταχείας μετακίνησης, τη στιγμή, που οι Ιταλοί επαφίονταν, στον ίδιο τομέα, σε πεζοπόρα τμήματα, στελεχωμένα, ως επί το πλείστον, από ντόπιους πληθυσμούς. Οι διοικητές των μονάδων είχαν απόλυτη επίγνωση του προβλήματος. Απέφευγαν, ωστόσο, να συγκρουστούν με τα κέντρα αποφάσεων της Ρώμης. Εάν ο Mussolini, ο Badoglio και τα διάφορα επιτελεία δεν έλαβαν ποτέ υπόψη τον πραγματικό συσχετισμό των δυνάμεων στα μέτωπα της Λιβύης και της Αιθιοπίας, είναι επειδή θεωρούσαν την έκβαση του πολέμου ως δεδομένη και τη μεταφορά των επιχειρήσεων εντός του αιγυπτιακού εδάφους ως απλή επίδειξη ισχύος. Ένα τηλεγράφημα του Mussolini προς τον στρατηγό Grazziani, διοικητή του θεάτρου επιχειρήσεων της Λιβύης (19 Αυγούστου 1940), είναι διαφωτιστικό ως προς τους στρατηγικούς στόχους της Ιταλίας:

Οι προετοιμασίες ενόψει μιας γερμανικής εισβολής κατά των Βρετανικών Νήσων έχουν ολοκληρωθεί και τελούμε εν αναμονή της έναρξης της επιχείρησης. Θα ξεκινήσετε την επίθεση την ίδια  μέρα που ο πρώτος γερμανός στρατιώτης θα πατήσει το πόδι του επί του βρετανικού εδάφους.Για πολλοστή φορά, σας επισημαίνω πως δεν έχω προσδιορίσει όρια εδαφικής επέκτασης. Δεν τίθεται ζήτημα προέλασης μέχρι την Αλεξάνδρεια. Σας ζητώ, μόνο, να επιτεθείτε στα αγγλικά στρατεύματα, τα οποία βρίσκονται απέναντι από εσάς.”⁵

Ιδού, λοιπόν, με ποιο τρόπο οι ιταλικές αρχές διεξήγαγαν τον παράλληλο πόλεμο. Δίχως να γνωρίζουν τις επιτόπιες συνθήκες και τις δυνάμεις του αντιπάλου, δίχως στρατηγική προοπτική, δίχως καν να καταβάλουν προσπάθεια να εναρμονίσουν τις ισχνές δυνατότητες, που διέθεταν, με τις ανάγκες ενός και μοναδικού μετώπου. Είμαστε της άποψης πως δεν υπάρχει άλλο προηγούμενο τόσο προκλητικής αποκήρυξης των ουσιαστικών εθνικών προτεραιοτήτων και επιταγών, εκ μέρους της πολιτικής και της στρατιωτικής ηγεσίας μιας χώρας.

Αποκορύφωμα και συνάμα καταδίκη του παράλληλου πολέμου ήταν η εκστρατεία κατά της Ελλάδας. Στις 12 Οκτωβρίου 1940, η γερμανική κυβέρνηση ανακοίνωσε τη στρατιωτική κατάληψη της Ρουμανίας. Το ανακοινωθέν αποσαφήνιζε πως η επιχείρηση έλαβε χώρα προκειμένου να προστατευτούν οι πετρελαιοπηγές και πως έχαιρε της συγκατάθεσης των αρχών του Βουκουρεστίου. Δεν υπήρχε αμφιβολία πως, μέσω της στρατιωτικής παρουσίας, η Γερμανία ενίσχυε αποφασιστικά την επιρροή της στα Βαλκάνια και αναιρούσε κάθε πιθανότητα για μια μελλοντική ιταλική εισβολή σε βάρος της Γιουγκοσλαβίας. Ο Mussolini αντέδρασε ακαριαία: “ Ο Hitler με θέτει διαρκώς προ τετελεσμένου. Αυτή τη φορά, θα τον πληρώσω με το ίδιο νόμισμα. Θα πληροφορηθεί από τον Τύπο την κατάληψη της Ελλάδας. Είναι ο μόνος τρόπος, προκειμένου να αποκατασταθεί η ισορροπία”.⁶ Η Ιταλία δεν είχε αγεφύρωτες διαφορές με την Ελλάδα. Το μειονέκτημα για την τελευταία ήταν η μικρή της έκταση και το γεγονός ότι συνόρευε με την Αλβανία. Το αρχικό ιταλικό σχέδιο εισβολής προέβλεπε τη χρήση 20 μεραρχιών, η δε κατάληψη της χώρας προβλεπόταν να έχει ολοκληρωθεί προτού συμπληρωθούν τρεις μήνες από την ημερομηνία έναρξης των επιχειρήσεων. Αντ αυτού, τον Οκτώβριο του 1940, επί του αλβανικού εδάφους στάθμευαν 8 μεραρχίες μόνο (ένα τμήμα των οποίων ήταν επιφορτισμένο με τη φύλαξη των συνόρων με τη Γιουγκοσλαβία), η δε διάρκεια του όλου εγχειρήματος μειώθηκε από τον ίδιο τον Mussolini στις δυο εβδομάδες. Σε επίπεδο στρατιωτικής διοίκησης επικράτησε γενική αμηχανία μπροστά σε αυτούς τους αυτοσχεδιασμούς. Πόσο μάλλον, που από τις 2 Οκτωβρίου, κατόπιν διαταγής του δικτάτορα, τέθηκε σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα μερικής αποστράτευσης του στρατού ξηράς, το οποίο αποσυντόνισε επί μήνες ολόκληρους στη συνέχεια τις ιταλικές ένοπλες δυνάμεις. Ο Mussolini επιχείρησε να διασκεδάσει τους όποιους προβληματισμούς, διαβεβαιώνοντας πως η ευρύτερη πολιτική συγκυρία συνηγορούσε υπέρ της εξαπόλυσης μιας τολμηρής εκστρατείας. Η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική. Καμιά από τις πολιτικές και στρατιωτικές προϋποθέσεις για μια νικηφόρα εκστρατεία δεν ίσχυε. Οι αξιωματικοί το γνώριζαν. Από τη στιγμή, όμως, που ολόκληρη η διεξαγωγή του παράλληλου πολέμου επαφιόταν στην ικανότητα ελιγμών του Musollini και όχι στον πραγματικό συσχετισμό των δυνάμεων, αναγκάστηκαν να αποδεχθούν την πρόκληση και να επωμισθούν το ρίσκο.

 

Η ιταλική εκστρατεία κατά της Ελλάδας, 1940-1941.

Η εκστρατεία ξεκίνησε στις 28 Οκτωβρίου και εξελίχθηκε σε πραγματική πανωλεθρία, έπειτα από την εκδήλωση της ελληνικής αντεπίθεσης (Νοέμβριος 1940 – Μάρτιος 1941), που είχε ως συνέπεια να μεταφερθούν οι επιχειρήσεις εντός του αλβανικού εδάφους. Ακολούθησε μια δραματική συρροή ενισχύσεων (προς το τέλος του πολέμου, οι ιταλικές δυνάμεις ανήλθαν στους 600.000 άνδρες) και μόνο έτσι μπόρεσε να ανακοπεί η προέλαση του ελληνικού στρατού, δίχως, ωστόσο, να ανακτηθεί η πρωτοβουλία των κινήσεων. Τελικά, η λύτρωση προήλθε απέξω. Τον Απρίλιο του 1941, μια καλά οργανωμένη γερμανική επίθεση εξουδετέρωσε κάθε προοπτική αντίστασης ενός ελληνικού στρατού, ο οποίος είχε υπερβεί όλα τα όρια εξάντλησης και αντοχής.

Η εκστρατεία κατά της Ελλάδας εκμηδένισε το κύρος και το ηθικό του ιταλικού στρατού. Ο τελευταίος, έχοντας επιτεθεί σε προεπιλεγμένη χρονική συγκυρία και μορφολογία εδάφους (οι ιταλικές ένοπλες δυνάμεις ήταν κατάλληλα εξοπλισμένες για ορεινές επιχειρήσεις), αποδείχτηκε παντελώς ανίκανος να επιβληθεί σε έναν κατώτερο αριθμητικά, ποιοτικά και οργανωτικά αντίπαλο.⁷

Οι γυναίκες της Πίνδου

Την ίδια, ακριβώς, στιγμή, που διαγραφόταν η πανωλεθρία στην Αλβανία, ο ιταλικός πολεμικός στόλος υπέστη ένα πλήγμα, από το οποίο ουδέποτε πλέον επρόκειτο να ανακάμψει. Η ναυτική παρουσία της Ιταλίας στη Μεσόγειο είχε αναβαθμιστεί αισθητά την επομένη της συνθηκολόγησης της Γαλλίας. Το φθινόπωρο του 1940, χάρη στην προσθήκη δυο νέων θωρηκτών και την ανακαίνιση άλλων δυο, ο στόλος είχε σχεδόν ισοσκελίσει σε αριθμό μονάδων και σε ισχύ πυρός τον αντίστοιχο βρετανικό της Αλεξάνδρειας και του Γιβραλτάρ. Δυστυχώς, η υπολογίσιμη αυτή ναυτική δύναμη χαραμίστηκε γρήγορα, εν πολλοίς εξαιτίας μιας αδικαιολόγητης υποβάθμισης της αεροναυτικής παραμέτρου, που απέστρεψε την κυβέρνηση της Ρώμης από τη ναυπήγηση αεροπλανοφόρων. Μέσα στη νύκτα της 11ης προς 12η Νοεμβρίου 1940, μια δωδεκάδα βρετανικών τορπιλοβόλων αεροπλάνων, τα οποία είχαν απογειωθεί από το αεροπλανοφόρο Illustrious, που έπλεε στα ανοικτά των ιταλικών ακτών, βύθισαν εντός της ναυτικής βάσης του Τάραντα, ένα θωρηκτό και προκάλεσαν εκτεταμμένες ζημιές σε άλλα δυο. Κατόπιν τούτου, ο συσχετισμός των ισορροπιών στη Μεσόγειο έκλινε υπέρ των Βρετανών, με αποτέλεσμα ο ιταλικός στόλος να περιοριστεί, εφεξής, σε επιχειρήσεις αμυντικού χαρακτήρα. Η συμβολή του προσμετρήθηκε σε αποστολές όπως η προστασία των νηοπομπών με προορισμό τη Λιβύη, ο αποκλεισμός του διαύλου της Σικελίας, στις περισσότερες περιπτώσεις δε, με την πολύτιμη συνδρομή της γερμανικής αεροπορίας. Παρόλη την έντιμη και ορισμένες φορές ηρωϊκή επίδοση του πολεμικού ναυτικού, ουδέποτε ανακτήθηκε η πρωτοβουλία των κινήσεων στον ευαίσθητο χώρο ανάμεσα στη Σικελία και τις ακτές της Βορείου Αφρικής.

Το ναυάγιο του θωρηκτού Conte di Cavour έπειτα από τη βρετανική επιδρομή στη ναυτική βάση του Τάραντα

Μεταξύ Δεκεμβρίου και Ιανουαρίου, μια τρίτη αποτυχία λειτούργησε ως ταφόπετρα του παράλληλου πολέμου. Στις 7 Δεκεμβρίου 1940, μια μηχανοκίνητη δύναμη 30.000 ανδρών, πλαισιωμένη από 250 άρματα μάχης, υπό τις διαταγές των στρατηγών Wavell και O’ Connor, έπληξε αιφνιδιαστικά τα στρατεύματα του Grazziani, στη μεθόριο μεταξύ Λιβύης και Αιγύπτου. Οι επιχειρήσεις μεταφέρθηκαν ταχύτατα εντός του λιβυκού εδάφους, όπου οι Βρετανοί επιχείρησαν εκτεταμένης κλίμακας κυκλωτικές κινήσεις. Η όλη υπόθεση στοίχισε στους Ιταλούς την αιχμαλωσία 140.000 στρατιωτών και την απώλεια του συνόλου της Κυρηναϊκής μέσα σε δυο, μόλις, μήνες. Για μια ακόμη φορά, η Γερμανία υπήρξε εκείνη που επωμίσθηκε τον ρόλο του από μηχανής θεού. Τον Φεβρουάριο του 1941, αποβιβάστηκαν στο λιμάνι της Τρίπολης τα πρώτα τμήματα της τεθωρακισμένης στρατιάς του στρατηγού Rommel. Έκτοτε, και μέχρι τη διάλυση του θεάτρου επιχειρήσεων της Βορείου Αφρικής δυο χρόνια αργότερα, η διεύθυνση των επιχειρήσεων μέσα στους κόλπους του συνασπισμού του Άξονα, περιήλθε στους Γερμανούς.

Στην αλυσίδα των καταστροφών, ο Mussolini αντέδρασε αψυχολόγητα, καθαιρώντας τους δημοφιλέστερους στρατιωτικούς. Ο Badoglio, αρχηγός του γενικού επιτελείου, χρεώθηκε την πανωλεθρία στην Αλβανία, ο Cavagnari, υφυπουργός Ναυτικών και αρχηγός του γενικού επιτελείου του ιδίου όπλου, την αιφνιδιαστική επιδρομή στον Τάραντα, ο Grazziani, ανώτατος διοικητής του θεάτρου της Λιβύης, την απώλεια της  Κυρηναϊκής. Αντικείμενο των προαναφερθέντων εκκαθαρίσεων ήταν η αποποίηση, εκ μέρους του ιταλού δικτάτορα, οποιασδήποτε προσωπικής ευθύνης και η ενίσχυση, στα μάτια της κοινής γνώμης, της εικόνας του ως πολέμαρχου (condottiere). Όμως, τα παραπάνω μέτρα δεν αρκούσαν προκειμένου να μεταβάλλουν τις κλονισμένες ισορροπίες. Οι στόχοι του παράλληλου πολέμου, έτσι όπως είχαν καθοριστεί έξι μήνες νωρίτερα, εξανεμίστηκαν, η δε τελική επικράτηση της Γερμανίας δεν φάνταζε, πλέον, τόσο κοντινή αλλά ούτε τόσο σίγουρη όσο πριν. Το χειρότερο είναι πως η φασιστική Ιταλία αποδείχτηκε ανίκανη να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που της προσφέρθηκαν, αφήνοντας να διαφανεί, σε ολόκληρο το μεγαλείο της, μια αφοπλιστική αδυναμία να διεξαγάγει τον πόλεμο από μόνη, δίχως την υποστήριξη και τη συνδρομή της συμμάχου της. Επόμενο ήταν να καταποντιστεί κάθε ψευδαίσθηση περί αυτοδύναμης ισχύος χωρίς ρίσκο και απώλειες, με την πρόσδεση και μόνο στα χνάρια μιας επικείμενης γερμανικής νίκης. Μοναδική ελπίδα για τον Mussolini, ήταν ένας επαναπροσδιορισμός των σχέσεών του με το Γ’ Ράϊχ, από θέση εξάρτησης. Έτσι, τουλάχιστον, ήταν δυνατό να διασφαλιστεί η παραμονή του στην εξουσία.

  1. Ο πόλεμος από θέση εξάρτησης.

Επί τριάντα μήνες (άνοιξη 1941 – καλοκαίρι 1943), η Ιταλία δεν κατάφερε να επηρρεάσει την εξέλιξη του πολέμου. Υποτάχθηκε πλήρως στη γερμανική πρωτοκαθεδρία, αποδεχόμενη τον υποδεέστερο ρόλο, ο οποίος της αναλογούσε στο πλαίσιο της συμμαχίας με το Βερολίνο.⁸ Έναν ρόλο αποκλειστικά αμυντικό. Η επιβίωση της Μεγ. Βρετανίας κατά τα έτη 1940 και 1941, προσέδωσε στον πόλεμο νέες διαστάσεις και άλλη διάρκεια. Ο Hitler επένδυσε επάνω σε μια εισβολή στη Σοβιετική Ένωση, προσδοκώντας μια ταχεία και ολοκληρωτική επικράτηση. Επρόκειτο για μια, ακόμη, οικτρή ψευδαίσθηση. Την ίδια στιγμή, το γερμανικό Ναυαρχείο επέμενε να δοθεί προτεραιότητα στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου, με στόχο την εκρίζωση της βρετανικής παρουσίας από τον ευρύτερο χώρο της Βορείου Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Ο ηγέτης του Γ’ Ράϊχ δεν απέκλειε μια τέτοια προοπτική.  Ανέβαλε, απλά, την υλοποίησή της για την επομένη της επικράτησης σε βάρος της ΕΣΣΔ. Έως τότε, η Γερμανία ήταν υποχρεωμένη να ακολουθήσει αμυντική στρατηγική στη Μεσόγειο. Άλλωστε, το είχε έμπρακτα αποδείξει: η εκστρατεία στα Βαλκάνια την άνοιξη του 1941, η αποστολή και στάθμευση αεροπορικών δυνάμεων στη Μεσόγειο το 1941 και ακόμα περισσότερο το 1942, η αποστολή του Rommel στη Βόρεια Αφρική, ανταποκρίνονταν στις επιταγές ενός συνόλου προληπτικών επιχειρήσεων, προκειμένου να προστατευθούν τα πλευρά της Wehrmacht, ενόσω αυτή θα ήταν απασχολημένη στο ρωσικό μέτωπο, με την καθήλωση επιτόπου όσο το δυνατόν περισσοτέρων δυνάμεων του αντιπάλου. Σε αντίθεση με τη Γερμανία, η Μεσόγειος υπήρξε το κεντρικό επιχειρησιακό θέατρο   για τους Βρετανούς έως τη στιγμή της απόβασης των Συμμάχων στη Νορμανδία, τον Ιούνιο του 1944. Εκεί συγκέντρωσαν το μεγαλύτερο μέρος των στρατιωτικών και ναυτικών τους δυνάμεων και εκεί υιοθέτησαν μια επιθετική στρατηγική. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι Γερμανοί καλούνταν να συγκρατήσουν την ορμητικότητα των αντιπάλων τους με τις λιγότερες δυνατές απώλειες.

Η αποστολή, η οποία ανατέθηκε, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, στην Ιταλία δεν διεκδικεί περγαμηνές. Θα έλεγε κανείς πως ήταν μάλλον οδυνηρή. Ανάλωση των στρατιωτικών της δυνάμεων και αποθεμάτων σε μια αντίσταση δίχως ελπίδα, έως ότου η Γερμανία, ανίκανη, πλέον, να υπερασπιστεί τη Μεσόγειο, αναγκαζόταν να αποσύρει από εκεί τις δυνάμεις της. Αλλά ούτε τότε η τελευταία ήταν διατεθειμένη να εκχωρίσει την κυριαρχία της σε έναν ανυπόληπτο σύμμαχο. Η συμβολή της Ιταλίας μπορούσε να είναι ανεκτή στους κόλπους ενός συμμαχικού συνασπισμού, θεμελιωμένου επάνω σε έντιμες και σαφώς διατυπωμένες εκατέρωθεν πολιτικές και στρατιωτικές δεσμεύσεις, οι οποίες θα συνεκτιμούσαν τις θυσίες, που απαιτούνταν από την κάθε πλευρά. Αντ αυτού, ο άξονας Βερολίνου-Ρώμης είχε σφυρηλατηθεί με διάθεση αμοιβαίας καχυποψίας και εξαπάτησης, στο ποσοστό που η κάθε πλευρά εννοούσε να εκμεταλλεύεται τον έτερο συμβαλλόμενο προς όφελος των δικών της συμφερόντων. Σε περίπτωση, δε, γερμανικής νίκης, το Βερολίνο θα ήταν εκείνο, που θα οριοθετούσε τον νέο ρόλο, ο οποίος θα προοριζόταν για την Ιταλία. Βρισκόμαστε πολύ μακρυά από την υπόσχεση του 1938-1940 περί αυτόνομης σφαίρας επιρροής.

Η περιφρόνηση των Γερμανών φάνηκε και από την άρνηση να ενημερώνουν τους συμμάχους τους σχετικά με τα μελλοντικά σχέδια. Το πλέον προκλητικό παράδειγμα αποτελεί η  καθυστέρηση, με την οποία η ιταλική ηγεσία πληροφορήθηκε ένα γεγονός μείζονος σημασίας: την εισβολή της Wehrmacht στη Σοβιετική Ένωση. Ενώ η

Ugo Cavallero

απόφαση είχε ληφθεί ήδη από τον Δεκέμβριο του 1940, χρειάστηκαν έξι ολόκληροι μήνες, έως ότου η κυβέρνηση της Ρώμης πληροφορηθεί το γεγονός, ταυτόχρονα με την έναρξη της εισβολής. Αξίζει να επισημάνουμε πως μόλις δέκα μέρες νωρίτερα, στις 12 Ιουνίου 1941, ο Hitler, o Mussolini και οι αρχηγοί των δυο επιτελείων Keitel και Cavallero είχαν μακρά σύσκεψη, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν αποκαλύφτηκε απολύτως τίποτα. Γενικότερα, οι προσπάθειες του στρατάρχη Cavallero, ενός υπέρμαχου της συμμαχίας με τους Γερμανούς, προς την κατεύθυνση μιας συνεργασίας σε βάθος, έπεσαν στο κενό. Ο Hitler και οι στρατηγοί του αντιμετώπιζαν την Ιταλία ως κράτος δορυφόρο, έστω και αν στις επίσημες τοποθετήσεις τους  εκχωρούσαν στην τελευταία προνομιακό ρόλο. Ο Mussolini δεν είχε επιλογή άλλη από το να συνεχίζει να πολεμά στο πλευρό της Γερμανίας, μόνο και μόνο προκειμένου η χώρα του να καταφέρει να διατηρηθεί στην κορυφή της ιεραρχίας των δορυφόρων του Βερολίνου. Η επιβίωση του φασιστικού καθεστώτος και του ιδίου προσωπικά ήταν άρρηκτα συνυφασμένες με μια γερμανική τελική επικράτηση. Μοιραία, ο στρατηγικός σχεδιασμός της Ιταλίας υπαγορευόταν από την εκάστοτε τροπή των πολεμικών επιχειρήσεων. Στη Μεσόγειο η πρωτοβουλία ανήκε στους Βρετανούς. Ο ιταλικός στρατός αρκείτο στο να αποκρούει τα πλήγματα. Αλλά και ως προς αυτό, ήταν απαραίτητη η συνδρομή της Γερμανίας σε ένα ποσοστό, το οποίο καθοριζόταν πάντοτε από το Βερολίνο. Παραταύτα, ο Mussolini και ο Cavallero, οι οποίοι μεταξύ 1941 και 1942 είχαν αγαστή συνεργασία, μπόρεσαν να αξιοποιήσουν τα περιορισμένα περιθώρια αυτονομίας, που τους προσφέρονταν, έχοντας κατά νου τη διάσωση του καθεστώτος και λιγότερο την τύχη του πολέμου. Συγκεκριμένα, απέφυγαν να αναλώσουν το σύνολο των αποθεμάτων στον αγώνα κατά της Μεγ. Βρετανίας, κατάφεραν να διατηρήσουν τη θέση του προνομιακού συμμάχου έναντι της Γερμανίας (έστω κι αν αυτό στερείτο, πλέον, κάθε ουσιαστικού αντικρύσματος) και επικέντρωσαν τις προσπάθειές τους στην προστασία του καθεστώτος από οποιαδήποτε απειλή ανατροπής.

Ας δούμε τα πράγματα πιο αναλυτικά. Τα θέατρα, όπου ο ιταλικός στρατός επιχειρούσε κατά τα έτη 1941-1942 ήταν τα Βαλκάνια (η κατοχή της Γιουγκοσλαβίας, της Αλβανίας και της Ελλάδας απασχολούσε 30 έως 35 μεραρχίες), η Κεντρική Μεσόγειος και η Βόρεια Αφρική.⁹ Το μεγαλύτερο μέρος των αεροναυτικών δυνάμεων ήταν απασχολημένο στην κεντρική Μεσόγειο. Καταμετρώντας οδυνηρές απώλειες και διαθέτοντας την υποστήριξη της Luftwaffe, οι Ιταλοί είχαν καταφέρει να διατηρήσουν ανοικτές, τις γραμμές ανεφοδιασμού με τη Βόρεια Αφρική. Ωστόσο, ο συνασπισμός του Άξονα δεν διέθετε τα μέσα εκείνα, τα οποία θα του επέτρεπαν να επεκτείνει τη δραστηριότητα σε παραπλήσια θέατρα, όπου η βρετανική υπεροχή ήταν αδιαμφισβήτητη. Στο μέτωπο της Βορείου Αφρικής, τα ιταλικά στρατεύματα μόλις που παρείχαν μικρή βοήθεια στην τεθωρακισμένη στρατιά του Rommel. Οι Ιταλοί είχαν συγκεντρώσει εκεί τέσσερις μεραρχίες – δυο τεθωρακισμένες και δυο μηχανοκίνητες – μέτρια εξοπλισμένες και με επάνδρωση χαμηλότερη από την προβλεπόμενη. Για λόγους εντυπώσεων, οι Mussolini και Cavallero προτιμούσαν τη διατήρηση επιτόπου δυο ανίσχυρων μεραρχιών και όχι μιας πλήρους και ισχυρής. Στις παραπάνω δυνάμεις πρέπει να προστεθούν άλλες τέσσερις μεραρχίες πεζικού, στερούμενες από μηχανοκίνητη υποστήριξη και εντελώς ακατάλληλες για διενέργεια πολεμικών επιχειρήσεων στην έρημο. Με αυτά τα δεδομένα, μια εκτίμηση, βάσει της οποίας ο Mussolini προτιμούσε να διατηρήσει την αφρόκρεμα του στρατεύματος για την προάσπιση του μητροπολιτικού εδάφους, δεν θα ηχούσε παράλογα. Κι όμως, στην ίδια την Ιταλία στάθμευαν μόνο δυο δωδεκάδες μεραρχίες πεζικού, μερικώς εξοπλισμένες και με ελλειπή στελέχωση, εκ των προτέρων άχρηστες για έναν σύγχρονο πόλεμο.

Για τις αιτίες του προβλήματος, πρέπει κανείς να σκάψει βαθύτερα. Πρώτο μεγάλο ερώτημα, το οποίο τίθεται από μόνο του δίχως να χρήζει αμφισβήτησης, είναι το χρόνιο πρόβλημα των τεθωρακισμένων του ιταλικού στρατού, καθ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Δύσκολα μπορούμε να αποδεχτούμε πως μια βιομηχανία ευρωπαϊκών προδιαγραφών σαν την Fiat, ήταν αδύνατο να προβεί στην κατασκευή αρμάτων μάχης σχεδόν ισάξιων με τα αντίστοιχα γερμανικά και βρετανικά. Εκτός εάν οι σχέσεις του φασιστικού καθεστώτος με τους οικονομικούς παράγοντες βρίσκονταν σε κατάσταση αποσύνθεσης, οπότε θα ήταν δύσκολο για την πολιτική και τη στρατιωτική ηγεσία να επιβάλλουν τη δική τους γραμμή, στην προσπάθεια να μετατρέψουν την οικονομία της χώρας σε πολεμική. Το εγχείρημα της μετάλλαξης από οικονομία εν καιρώ ειρήνης σε οικονομία εν καιρώ πολέμου, είχε πετύχει ένα τέταρτο του αιώνα νωρίτερα. Τώρα, όμως, η στρατιωτική ηγεσία είχε αμελήσει να χαράξει ένα ευρύ και συνάμα ρεαλιστικό πρόγραμμα προς την κατεύθυνση αυτή. Αντί να ασκήσει αφόρητη πίεση, αποσπώντας από το Βερολίνο την άδεια για αναπαραγωγή, επί του ιταλικού εδάφους, των δοκιμασμένων γερμανικών αρμάτων, προσανατολίστηκε προς την κατασκευή εγχωρίων μοντέλων πρωτοποριακής (υποτίθεται) τεχνολογίας. Τέλος, δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται τη βαρύνουσα σημασία της ύπαρξης τεθωρακισμένων μονάδων, αντιμετωπίζοντας το όλο ζήτημα με χαρακτηριστική επιπολαιότητα.

Στρατωτικά γυμνάσια του 1938. Η έμφαση δίνεται στη…συμμετρική διάταξη των αρμάτων.

Αλήθεια, τί νόημα είχαν οι στομφώδεις εξαγγελίες των Mussolini και Cavallero περί συγκρότησης νέων μεραρχιών, όταν η μίζερη παραγωγή αρμάτων μάχης μόλις που αρκούσε για να ισοσκελιστούν οι απώλειες στο πεδίο των εχθροπραξιών;

Ένα δεύτερο, εξίσου εύλογο, ερώτημα προκύπτει από τη συστηματική αποφυγή αποστολής στο θέατρο επιχειρήσεων της Βορείου Αφρικής, του αναγκαίου αριθμού μηχανοκίνητων οχημάτων. Ο ρυθμός παραγωγής ήταν χαμηλός ο δε μηνιαίος μέσος όρος δεν ξεπερνούσε τις 1.000 μονάδες. Από τα 50 – 60.000 φορτηγά, που η Ιταλία διέθετε ενόσω βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση, μόνο το 1/5 από αυτά στάλθηκε τη Λιβύη. Ναι μεν απασχολείτο επιτόπου το 1/10 του στρατιωτικού δυναμικού, ωστόσο, η Βόρεια Αφρική ήταν το μόνο μέτωπο, το οποίο προσφερόταν προκειμένου να μπορέσει η χώρα να διαδραματίσει κάποιον στρατηγικό ρόλο. Αρκεί η αποτελεσματικότητα των ενόπλων δυνάμεων να κάλυπτε ορισμένες (περιορισμένες) προδιαγραφές. Μη ξεχνάμε, άλλωστε, πως οι δυνάμεις όλων των εμπλεκομένων κρατών στο συγκεκριμένο μέτωπο ήταν σχετικά ευάλωττες.  Τα 14.000 οχήματα, που ο Cavallero προόριζε για τη Λιβύη και τα οποία ουδέποτε έστειλε, δεν θα επηρρέαζαν την έκβαση των επιχειρήσεων. Σίγουρα, όμως, θα βελτίωναν την απόδοση και θα προσέδιδαν μεγαλύτερη πολιτική και στρατιωτική βαρύτητα στην εκεί ιταλική παρουσία και συμμετοχή. Αντ’ αυτού, τα οχήματα παρέμειναν επί του μητροπολιτικού εδάφους, προτού αναλωθούν άσκοπα στις επιχειρήσεις του Ανατολικού μετώπου.

Μοιραία περνάμε στο σοβαρότερο ερώτημα, την πιο σημαντική και περισσότερο αμφισβητήσιμη επιλογή της ιταλικής ηγεσίας διαρκούντος του πολέμου. Πρόκειται για τη σύμπραξη στη ναζιστική εισβολή σε βάρος της ΕΣΣΔ. Γνωρίζουμε πως ο Hitler δεν αποδέχτηκε την προσφορά, που του έγινε από την πρώτη κιόλας στιγμή. “Την ουσιαστική βοήθεια”, έγραφε προς τον Mussolini, “μπορείτε να την προσφέρετε ενισχύοντας τα στρατεύματά σας στη Βόρεια Αφρική (…), κλιμακώνοντας τον πόλεμο στον αέρα και πολλαπλασιάζοντας, στο μέτρο του δυνατού, τη δραστηριότητα των υποβρυχίων σας στη Μεσόγειο”.¹º Η στρατηγική οπτική του γερμανού καγκελαρίου ήταν ορθή. Όμως, το πολιτικό διακύβευμα μιας, συμβολικής, έστω, ιταλικής συμμετοχής στις επιχειρήσεις του νεότευκτου μετώπου, ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερο για τον Duce. Η χώρα όφειλε να είναι έμπρακτα παρούσα και να αποσπάσει μερίδιο από την επιτυχία της αποφασιστικής γιγαντομαχίας, η οποία θα έκρινε την τελική έκβαση του πολέμου. Η επιλογή δεν υπαγορεύτηκε από ιδεολογικά κίνητρα (έστω και αν ο Mussolini έγραφε προς τον Cavallero ό,τι “Σε αυτό τον αγώνα εναντίον του κομμουνισμού δεν μας επιτρέπεται να είμαστε απόντες”).¹¹ Ούτε άδραξε η Ιταλία την ευκαιρία, προκειμένου να ξεπληρώσει την υποχρέωση έναντι ενός ισχυρού συμπολεμιστή, που τόσο πολύ την είχε στηρίξει στη Μεσόγειο.¹² Βρέθηκε αντιμέτωπη με μια συγκυρία, η οποία την εξανάγκαζε να υπερασπιστεί, τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων, την εικόνα της ως προνομιακού συμμάχου του Γ’ Ράϊχ. “Δεν μπορούμε να είμαστε υποδεέστεροι από τη Σλοβακία”. Επρόκειτο για μια επαναλαμβανόμενη έκφραση στις δηλώσεις του Mussolini και των συνεργατών του.¹³ Το να κερδηθεί ο πόλεμος, ήταν μια αποκλειστικά γερμανική υπόθεση. Από τη δική του πλευρά, το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας επείγετο, πάντοτε για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης, να καλλιεργήσει μια απατηλή εικόνα ισχύος, η οποία θα του επέτρεπε να συμμετάσχει στη διανομή των λαφύρων.

Τον Ιούλιο του 1941 στάλθηκε στη Ρωσία ένα ιταλικό εκστρατευτικό σώμα, αποτελούμενο από τρεις μεραρχίες και 5.000 μηχανοκίνητα οχήματα (πρόκειται για τον προβλεπόμενο αριθμό οχημάτων για την πλαισίωση μεραρχιών πεζικού, μικρότερο, όμως, για την παροχή ουσιαστικής μηχανοκίνητης υποστήριξης). Σχεδόν αμέσως, άρχισαν να εκπονούνται σχέδια για την αποστολή κι ενός δευτέρου εκστρατευτικού σώματος. Επιθυμία των Mussolini και Cavallero ήταν το μέγεθος των  ιταλικών στρατευμάτων να ανέλθει στις 20 μεραρχίες, με γερμανικό εξοπλισμό. Ο Cavallero έφτασε μέχρι σημείου να προσφέρει ανύπαρκτες τεθωρακισμένες μεραρχίες. Όταν, τον χειμώνα 1941-1942, οι Γερμανοί αντιλήφθηκαν πως η διάρκεια της εκστρατείας επρόκειτο να ξεπεράσει τις αρχικές προβλέψεις, ζήτησαν απο τους Ιταλούς να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους. Αμέσως συγκροτήθηκαν δυο σώματα (ένα εκ των οποίων αλπινιστών) προοριζόμενα για τον τομέα του Καυκάσου. Τελικά, χρησιμοποιήθηκαν στο μέτωπο του Ντον. Το 1942, οι ιταλικές δυνάμεις ανήλθαν στις 10 μεραρχίες (227.000 άνδρες, 74 άρματα μάχης των 6 τόνων, 16.700 μηχανοκίνητα οχήματα, 4.470 μοτοσυκλέτες, 960 πυροβόλα, 380 αντιαρματικά των 47 χιλιοστών, 52 αντιαεροπορικά πυροβόλα και 220 αντιαεροπορικά πολυβόλα των 20 χιλιοστών).¹⁴ Ο εξοπλισμός αποδείχθηκε ανεπαρκής, με αποτέλεσμα, τα ιταλικά στρατεύματα να εξολοθρευτούν κατά τη μεγάλη σοβιετική αντεπίθεση του Ιανουαρίου 1943. Κι όμως, εξαιρουμένων των τεθωρακισμένων, οι Mussolini και Cavallero είχαν στείλει επιτόπου ό,τι καλύτερο διέθεταν, παραμελώντας το μέτωπο της Βορείου Αφρικής, όπου αποφασιζόταν η έκβαση των πολεμικών επιχειρήσεων στη Μεσόγειο!

Σε αντιπαραβολή με το ιταλικό εκστρατευτικό σώμα της Λιβύης, εκείνο της Ρωσίας αριθμούσε ίσο αριθμό ανδρών και διπλάσιο αριθμό οχημάτων. Είχε απόλυτη προτεραιότητα σε ενίσχυση πυροβολικού. Σε αυτό στάλθηκε το σύνολο των νεοκατασκευασθέντων βαρέων και μεσαίων πυροβόλων, το ένα τέταρτο των διαθέσιμων σε εθνική κλίμακα σύγχρονων αντιαεροπορικών πυροβόλων και σχεδόν όλα τα νέα φορτηγά.¹⁵ Στην κλίμακα της γερμανο-σοβιετικής γιγαντομαχίας, επρόκειτο, ασφαλώς, για ανεπαίσθητο ειδικό βάρος. Ωστόσο, το ίδιο, ακριβώς, υλικό ήταν σε θέση να επηρρεάσει την εξέλιξη των επιχειρήσεων στη Βόρεια Αφρική. Αρκεί να επισημάνουμε πως στην αποφασιστική μάχη του El Alamein, οι Ιταλοί διέθεταν 371 απαρχαιωμένα πυροβόλα (τα περισσότερα από αυτά χρονολογούνταν από την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου και τους ήταν αδύνατο να αντιπαρατεθούν στα βρετανικά), 150 ελαφρά αντιαρματικά και ούτε ένα βαρύ πυροβόλο. Κατά την ακολουθήσασα υποχώρηση, αιχμαλωτίστηκαν πολλοί στρατιώτες, ακριβώς επειδή τα φορτηγά, τα οποία προορίζονταν για τη Λιβύη, είτε είχαν σταλεί στο Ανατολικό μέτωπο, είτε στάθμευαν άπραγα επί του μητροπολιτικού εδάφους.

Ιταλοί μοτοσυκλετιστές στο Ανατολικό μέτωπο

Η εμμονή αποστολής ενισχύσεων στη Ρωσία μαρτυρεί την αποκήρυξη, από πλευράς Mussolini και Cavallero, κάθε προοπτικής νικηφόρας έκβασης του πολέμου στη Βόρεια Αφρική, με διάθεση, στο συγκεκριμένο επιχειρησιακό θέατρο, των απαραίτητων μέσων. Κάτι ανάλογο ισχύει και με την περίπτωση των σχεδίων κατάληψης της Μάλτας, Είναι γνωστό πως ο έλεγχος της τελευταίας από τους Βρετανούς παρεμπόδιζε, κατά βαθμό αφάνταστο, τις επικοινωνίες μεταξύ Ιταλίας και Λιβύης.¹⁶ Προτού ξεσπασει ο πόλεμος, οι μεν Βρετανοί είχαν χαρακτηρίσει τη Μάλτα ως “μη υπερασπίσιμη”, οι δε Ιταλοί ως “απόρθητη”. Αργότερα, το 1940, μια ενδεχόμενη κατάληψη του νησιού αξιολογήθηκε από τα κέντρα σχεδιασμού της Ρώμης  ως άνευ ουσιαστικής σημασίας. Ήταν όταν οι πάντες θεωρούσαν πως επίκειτο το τέλος του πολέμου με μια περιφανή γερμανική επικράτηση. Τα δεδομένα ανατράπηκαν μέσα στο 1941, όταν ο ολοένα αυξανόμενος στρατηγικός ρόλος της Μάλτας στις επιθέσεις κατά των ιταλικών νηοπομπών έθεσε ζήτημα κατάληψης της τελευταίας. Επρόκειτο για την μοναδική λύση, προκειμένου να διασφαλιστούν οι απρόσκοπτες αεροναυτικές επικοινωνίες με το μέτωπο της Βορείου Αφρικής. Περί τα τέλη του έτους, αποφασίστηκε η προπαρασκευή μιας ιταλο-γερμανικής απόβασης. Το προκαταρκτικό σκέλος της όλης επιχείρησης περιλάμβανε εκτεταμμένους αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Ως ημερομηνία διενέργειας της απόβασης είχε οριστεί το τέλος της άνοιξης του 1942. Όμως, το σχέδιο αναβλήθηκε, προτού ματαιωθεί οριστικά κατόπιν γερμανικής πρωτοβουλίας. Την τελευταία στιγμή, το Βερολίνο προτίμησε να διαθέσει τις ισχνές δυνάμεις, που διατηρούσε στην περιοχή, για την ενίσχυση της αντεπίθεσης του Rommel, ο οποίος, τον Ιούλιο, διέβη τα σύνορα με την Αίγυπτο και προωθήθηκε μέχρι το El Alamein. Η επιλογή αυτή των Γερμανών ανταποκρίνεται απόλυτα στην πρόσληψη που είχαν για τον πόλεμο στη Μεσόγειο. Αντίθετα, το ιταλικό επιτελείο έδινε προτεραιότητα σε επιχειρήσεις (όπως η σχεδιαζόμενη σε βάρος της Μάλτας), ικανές να αναχαιτίσουν κάθε είδους εχθρική απειλή στις πύλες του μητροπολιτικού εδάφους. Επιπρόσθετα, μια εκστρατεία κατά της Αιγύπτου θα είχε ως συνέπεια την επιμήκυνση των γραμμών ανεφοδιασμού, πολλαπλασιάζοντας τις ήδη υπάρχουσες δυσκολίες στον νευραλγικό αυτόν τομέα. Ο Mussolini, όμως, αποδέχτηκε αδιαμαρτύρητα τις προτιμήσεις των Γερμανών και πίεσε τον Cavallero να τις αποδεχτεί και εκείνος, επενδύοντας τα μέγιστα επάνω σε μια θεαματική επιτυχία του Rommel. Μάλιστα, ο ιταλός

Τα ερείπια της Βαλέτας, πρωτεύουσας της Μάλτας, έπειτα από διενέργεια αεροπορικού βομβαρδισμού

δικτάτορας πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του Ιουλίου στα μετόπισθεν των γερμανικών γραμμών, εν αναμονή μιας νίκης, η οποία θα του επέτρεπε να εισέλθει ως θριαμβευτής στην πόλη της Αλεξανδρείας, καβάλα σε ένα λευκό άλογο! Για μια επιπλέον φορά, απεμπολούσε την προτεραιότητα διεξαγωγής ενός επωφελούς πολέμου στη Μεσόγειο, έναντι μιας προσωπικής προβολής στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Το συμπέρασμα, το οποίο προκύπτει από όλα αυτά, είναι πως όποτε τους παρουσιάστηκε η δυνατότητα ανάπτυξης αυτόνομης δράσης εντός ενός πλαισίου, καθοριζομένου εν πολλοίς, είναι αλήθεια, από τον ισχυρό σύμμαχο, οι Mussolini και Cavallero άδραξαν την ευκαιρία όχι προκειμένου να ενισχύσουν το μοναδικό μέτωπο, όπου η ιταλική παράμετρος ήταν σε θέση να επηρρεάσει τον συσχετισμό των ισορροπιών, εκείνο της Λιβύης, αλλά για εδραιώσουν την παρουσία των στρατευμάτων τους στο Ανατολικό μέτωπο αποκλειστικά και μόνο για λόγους κύρους. Ένα δεύτερο στοιχείο, εξίσου σημαντικό, αναδείχτηκε από την έρευνα, την οποία διενήργησε ο Lucio Ceva στα κατάλοιπα του στρατάρχη Cavallero. Πρόκειται για τη αδιάκοπη έγνοια του Mussolini και των στρατηγών του περί συγκρότησης νέων μεραρχιών, μη αξιόμαχων ίσως στο πεδίο των εχθροπραξιών, επαρκών, ωστόσο, για την τήρηση της τάξης και της ασφάλειας στο εσωτερικό της χώρας.

Ιδού ορισμένα στοιχεία από την παραπάνω έρευνα. Σε υπόμνημα με ημερομηνία 25 Ιουλίου 1941, ο Mussolini χαρακτήριζε ως αναγκαία την αύξηση του αριθμού των μεραρχιών από 60 σε 80 έως την άνοιξη του 1942. Από τις είκοσι επιπλέον μεραρχίες, οι πέντε θα ήταν τεθωρακισμένες. Ο στόχος διαφαινόταν ως παντελώς ανέφικτος, με δεδομένες τις δυνατότητες της Ιταλίας. Άλλωστε, το πρόγραμμα υλοποιήθηκε μερικώς. Πάντοτε σύμφωνα με το ίδιο σκεπτικό, οι νέες αυτές μονάδες θα έδρευαν επί του μητροπολιτικού εδάφους, λειτουργώντας ως στρατηγικές εφεδρείες. Εφεδρείες, αποτελούμενες, ως επί το πλείστον, από ελλειπώς εξοπλισμένες μεραρχίες πεζικού, το ειδικό βάρος των οποίων ήταν φύσει αδύνατον να ασκήσει οποιουδήποτε έιδους επίδραση επί των πολεμικών επιχειρήσεων. Στο ζήτημα αυτό, ο Mussolini έχαιρε της πλήρους υποστήριξης των στρατιωτικών. Τον Σεπτέμβριο του 1941, ο Cavallero ενεργοποίησε τις διαδικασίες συγκρότησης 16 νέων μεραρχιών, παρά το γεγονός ό,τι τα διαθέσιμα αποθέματα δεν επαρκούσαν καν για την κάλυψη των υφισταμένων κενών. Τον Ιανουάριο του 1942, ο ιταλός αρχιστράτηγος προσδιόρισε ως απόλυτη προτεραιότητα την δημιουργία της ονομαζόμενης “κεντρικής εφεδρείας”, έτοιμης να ανταποκριθεί σε παν ενδεχόμενο, με έδρα το μητροπολιτικό έδαφος. Δυο μήνες αργότερα, τον Μάρτιο, εγκαταλείφθηκε κάθε πρόθεση περί σχηματισμού νέων τεθωρακισμένων και μηχανοκίνητων μονάδων. Ο συνολικός προβλεπόμενος αριθμός μεραρχιών κατήλθε στις 77, έστω και αν έως τον Ιούνιο του 1943, μόνο οι 31 μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως πλήρεις. Στους μήνες που ακολούθησαν, με επαναλαμβανόμενες τις αποτυχίες στα πεδία των μαχών, αυξήθηκαν ο ρυθμοί του όλου προγράμματος. Με τη διαφορά πως οδήγησαν στη συγκρότηση μονάδων με ακόμα περισσότερο ελλειπή στελέχωση και εξοπλισμό. Πάντως, η φιλόδοξη “μεγάλη στρατιά” των Mussolini και Cavallero, αποτελούμενη από 90 μεραρχίες, θα καταφέρει, τελικά, να δει το φως της ημέρας. Λίγο καθυστερημένα βέβαια. Τον Ιούλιο του 1943, στις άμεσες παραμονές της απόβασης των Συμμάχων στη Σικελία. Χρειάστηκαν λιγότερο από 24 ώρες, μεταξύ 8 και 9 Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους, προκειμένου να διαλυθεί…¹⁷

Εν κατακλείδι, η πολεμική προπαρασκευή και ο στρατηγικός σχεδιασμός της Ιταλίας μεταξύ των ετών 1935 και 1943, πραγματοποιήθηκαν με κριτήρια εσωτερικής πολιτικής. Από την αρχή ως το τέλος, ο Mussolini και το περιβάλλον του δεν έπαψαν ούτε στιγμή να εργάζονται για την επιβίωση του καθεστώτος. Η παράταση του πολέμου και η γενικότερη κάμψη της Γερμανίας είναι εκείνες που σφράγισαν, τελικά, τη μοίρα τους. Τον Ιούλιο του 1943, το φασιστικό καθεστώς ανατράπηκε εκ των έσω. Ο βασιλέας και οι στρατιωτικοί θεώρησαν ό,τι είχε εμπλακεί πέραν του δέοντος στον πόλεμο, τον οποίο διεξήγαγαν οι ναζί. Η ανατροπή της δικτατορίας και η τήρηση της δημόσιας τάξης ανατέθηκαν στην περίφημη “κεντρική εφεδρεία”, την ίδια ακριβώς που, επί ημερών Mussolini, είχε συγκροτηθεί με την αποστολή να ανταποκριθεί σε παν ενδεχόμενο. Τέτοιου είδους προφυλάξεις επρόκειτο, όμως, να  αρκέσουν για μια ομαλή μετάβαση στην επόμενη μέρα. Η συνθηκολόγηση, η κατάρρευση του στρατεύματος και της βασιλείας, τέλος, η ανάδειξη άγνωστων, μέχρι στιγμής, πολιτικών δυνάμεων, έμελλαν να οδηγήσουν τις εξελίξεις στον αγώνα για την απελευθέρωση της χώρας και στην επιβολή νέων ισορροπιών.

Italia in guerra: sui monti della Grecia.

Ο Giorgio Rochat (Παβία, 1936) έχει ειδικευθεί στη στρατιωτική Ιστορία. Διετέλεσε Καθηγητής επί θητεία της Σύγχρονης Ιστορίας στα Πανεπιστήμια του Μιλάνου (1969 -1976), της Φερράρας (1976-1980) και τακτικός Καθηγητήςστο Πανεπιστήμιο του Τορίνου (1980-1996). Υπήρξε Πρόεδρος του Εθνικού Ιδρύματος Ιστορίας των Εθνικοαπελευθερωτικού Κινήμάτος της Ιταλίας – Istituto nazionale per la storia del movimento di liberazione in Italia – (1996-2000), και του Διαπανεπιστημιακού Κέντρου Ιστορικών και Στρατιωτικών Ερευνών και Μελετών – Centro interuniversitario di studi e ricerche storico-militari, με τη συμμετοχή των Πανεπιστημίων Τορίνου, Πάντοβας, Πίζας, Παβίας και Μιλάνου (1981-1989).

ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΜΟΝΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

– L’ esercito italiano da Vittorio Veneto a Mussolini 1919-1925, Editore Laterza, Bari 1967.
L’ antimilitarismo italiano oggi in Italia. Antologia, Editore Claudiana, Torino 1973.
Pietro Badoglio, di Piero Pieri (parte I) e Giorgio Rochat (parte II) Editore Utet, Torino 1974.
Italo Balbo aviatore e ministro dell’ aeronautica 1926-1933, Editore Bovolenta/Zanichelli, Ferrara 1989.
La prima guerra mondiale 1914-1948. Problemi di storia militare, nuova edizione, introduzione di Giorgio Rochat, Ufficio storico S.M. Esercito, Roma 1986.
 Regime fascista e chiese evangeliche, Editrice Claudiana, Torino, 1990.
La divisione Acqui a Cefalonia, settembre 1943, a cura di G. Rochat e M. Venturi, Editore Mursia, Milano 1993.
La Grande Guerra 1914-1918, di Mario Isnenghi e Giorgio Rochat Milano, La Nuova Italia, 2000.
Duecento sentenze nel bene e nel male. I tribunali militari della guerra 1940-1943, Udine, Gaspari, 2002.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Β΄ ΜΕΡΟΥΣ

¹ Η πατρότητα του όρου αποδίδεται στον ίδιο τον Mussolini και γνώρισε μεγάλη απήχηση. Βλ. σχετικά τη μαρτυρία του στρατηγού Soddu στο F. ROSSI, Mussolini e lo stato maggiore, Roma, 1951, σ. 35.

² P. BADOGLIO, L’ Italia nella seconda guerra mondiale, Milano, 1946, σ. 37.

³ Q. ARMELLINI, Diario di guerra. Nove mesi al Commando supremo, Milano, 1946, σ. 12.

⁴ Παραπέμπουμε στην περίληψη σχετικά με τη συνάντηση της 7ης Ιουλίου 1940, την οποία συνέταξε ο Ciano, έτσι όπως η τελευταία έχει καταχωριστεί στον τόμο: L’ Europa verso la catastrofe, Milano, 1948, σ. 569. Τα γερμανικά διπλωματικά αρχεία μετριάζουν, δίχως να διαψεύδουν, την εκδοχή του Ciano. Βλ. σχετικά, E. COLLOTTI, “La politica dell’ Italia nel settore danubiano-balcanico dal patto di Monaco all’ armisticio italiano” in E. COLLOTTI, T. SALA, G. VACCARINO (επιμ.), L’ Italia nell’ Europa danubiana duranta la seconda guerra mondiale, Milano, 1967, σ. 23.

⁵ Ufficio storico dello Stato maggiore del Esercito, Africa settentrionale. La preparazione al conflitto, Roma, 1955, σ. 165.

⁶ G. CIANO, Diario, 1939-1943, Milano, 1946.

⁷  Η απουσία ελαφρυντικών εξηγεί και την αποφυγή του Ufficio storico dello Stato maggiore del Esercito  να συμπεριλάβει στις εκδόσεις του έναν τόμο αφιερωμένο στην εκστρατεία κατά της Ελλάδας. Αντίθετα, το ίδιο θέμα αναλύεται διεξοδικά στο M. CERVI, Storia della guerra di Grecia, Milano, 1965.

⁸  Για τη συμμετοχή της Ιταλίας στον πόλεμο κατά τα έτη 1941 και 1942 βλ.  E. CANEVARI, La guerra italiana, Roma, 1948,  E. FALDELLA, L’ Italia nella seconda guerra mondiale, Bologna, 1959, CAVALLERO, Comando supremo. Diario 1940-1941, Bologna, 1948, L. CEVA, La condotta italiana della guerra. Cavallero e il comando supremo, 1941-1942, Roma, 1975 (o συγγραφέας του άρθρου εξασφάλισε πρόσβαση στο χειρόγραφο προτού δημοσιευθεί και το χρησιμοποίησε υπό αυτή τη μορφή), καθώς και τις συμβολές των L. CEVA, A. HILLGRUBER και L. GRUCHMANN στον συλλογικό τόμο: La guerre en Méditerranée (1939-1945), Paris, 1971.

⁹ Εξαιρέθηκαν τα ελάσσονα θέατρα, όπως είναι η Αιθιοπία(όπου το 1941 τα ιταλικά στρατεύματα εξαναγκάστηκαν σε παράδοση), η κατοχή τμήματος του εδάφους της Γαλλίας, οι θάλασσες όπου δραστηριοποιούνταν τα ιταλικά υποβρύχια και φυσικά το ρωσικό μέτωπο, στο οποίο θα αναφερθούμε παρακάτω.

¹º Hitler e Mussolini. Lettere e documenti, Milano, 1946, σ. 102.

¹¹ U. CAVALLERO, οπ., σ. 105.

¹² E. FALDELLA, οπ., σ. 375.

¹³ G. MESSE, La guerra al fronte russo, Milano, 1947, σ. 177.

¹⁴ Storia dell’ artiglieria italiana, Roma, 1955, τόμος 16, σ. 758.

¹⁵ Στο Ανατολικό Μέτωπο στάλθηκαν η μοναδική πυροβολαρχία των 210/22, τρεις απο τις τέσσερις πυροβολαρχίες των 149/40 και 24 από τα 38 πυροβόλα των 149/28. Μόλις είχε αποπερατωθεί η κατασκευή όλων των παραπάνω. Στάλθηκαν επίσης τα μοναδικά υπάρχοντα 36 πυροβόλα των 75/32, ιδιαίτερα αποτελεσματικά εναντίον των τεθωρακισμένων, και 78 πυροβόλα των 75/18. Βλ. σχετικά, Storia dell’ artiglieria italiana, Roma, 1955, τόμος 16, σ. 760, G. ROCHAT, “La campagna di Russia, 1941-1943” in Il movimento di liberalismo in Italia, 1965, αρ. 79, L. CEVA, οπ.

¹⁶ M. GABRIELE, Operazione C. 3: Malta, 1965.

¹⁷ L. CEVA, οπ.π.

© PUF/Humensis, 1975

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

Giorgio  Rochat: O Mussolini πολέμαρχος- Μέρος Α΄: Η πορεία προς τον πόλεμο (1935-1940)¹

Giorgio  Rochat

O Mussolini πολέμαρχος

               Μέρος Α΄: Η πορεία προς τον πόλεμο (1935-1940)¹

Η γνωστή ρήση του Churchill, η οποία απέδιδε την ευθύνη για την εμπλοκή και για την εν γένει συμπεριφορά της Ιταλίας στον πόλεμο, σε “έναν και μόνο έναν άνθρωπο”, ² έτυχε μιας απήχησης  ευρύτερης από ό,τι της άξιζε, επειδή εξυπηρετούσε σημαντικά συμφέροντα. Επί χρόνια, η φασιστική προπαγάνδα, έχοντας εστιάσει στον μύθο του αλάνθαστου και αναντικατάστατου Duce, εξυμνούσε συστηματικά την αποφασιστική συμβολή του Mussolini στην όλη διαμόρφωση της πολιτικής σε καιρούς ειρήνης και πολέμου. Μετά το 1943, οι διάφορες βασιλόφρονες και δημοκρατικές κυβερνήσεις της Ιταλίας, η στρατιωτική ιεραρχία και η συντηρητική πτέρυγα της κοινής γνώμης, υιοθέτησαν ευχαρίστως την εκδοχή του Churchill, καθώς αισθάνονταν, έτσι, απαλλαγμένες από τη βαρειά κληρονομιά, που είχε αφήσει πίσω η χρεωκοπία του φασιστικού καθεστώτος. Η ίδια εκδοχή ευνοούσε και τον Roosevelt, ο οποίος, φοβούμενος μήπως δυσαρεστήσει μια εκλογική πελατεία 6 εκατομμυρίων Ιταλο-αμερικανών ψηφοφόρων, προσκείμενων στο Δημοκρατικό κόμμα, επέμενε συνεχώς στη διάκριση μεταξύ του δικτάτορα και της κυβέρνησης από τη μια πλευρά και ενός ιταλικού λαού, παραδοσιακά φιλικά προσκείμενου έναντι των ΗΠΑ, από την άλλη. Αντίθετα, μέσα στους κόλπους της βρετανικής κυβέρνησης, η επικρατούσα τάση ήταν πιο αυστηρή, και δεν άφηνε περιθώρια για υπεκφυγές στο ζήτημα των πολεμικών ευθυνών της Ιταλίας. Παραταύτα, το 1943, ο Churchill κατάφερε να επιβάλει τη δική του πολιτική, που συνίστατο στην αντικατάσταση του Mussolini από μια όσο το δυνατόν περισσότερο συντηρητική κυβέρνηση, αποφεύγοντας οποιαδήποτε μετατόπιση του ιταλικού πολιτικού κέντρου βάρους.³ Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο, η προπαγάνδα των δυο παραπάνω κρατών επέμενε στην προσωπική ευθύνη του Mussolini ως προς την εμπλοκή της Ιταλίας στον πόλεμο, την ανεπαρκή στρατιωτική προπαρασκευή της χώρας και την εν γένει κακή διαχείριση των στρατηγικών και πολεμικών επιχειρήσεων. Από το ίδιο πνεύμα διακατέχεται και μια πληθώρα πρωτογενών πηγών και ένα μεγάλο μέρος της σχετικής ιστοριογραφίας, που ανακάλυψαν ένα ανέλπιστο στήριγμα στους θεατρινισμούς και στην εμμονή του δικτάτορα να καταλαμβάνει συνεχώς το προσκήνιο. Η διαφορά του Mussolini, συγκριτικά με τους υπόλοιπους ηγέτες της περιόδου του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, ήταν το ό,τι, περισσότερο από κάθε άλλον, υπήρξε εκείνος που παρέμεινε επί τόσο μακρύ χρονικό διάστημα στην εξουσία και συνακόλουθα, που κλήθηκε να αντιμετωπίσει τα δυσκολότερα εσωτερικά προβλήματα. Επόμενη ήταν η αντανάκλαση του διακριτικού αυτού γνωρίσματος και στο πεδίο των πολεμικών ευθυνών. Επιπρόσθετα, μη ξεχνάμε πως είχε  προηγηθεί η πετυχημένη διενέργεια του ιταλο-αιθιοπικού πολέμου, όπου ο Mussolini διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο, έστω και αν η συμβολή του μεγαλοποιήθηκε από τη φασιστική προπαγάνδα. Όπως συμβαίνει με όλους τους μύθους, έτσι και στην περίπτωση που μας αφορά, η παντοδυναμία και η σατανική ιδιοφυία του πρωταγωνιστή επαληθεύονται μόνο μερικώς. Κυρίως, όμως, πρέπει να αποτελέσουν, σε όλο τους το μέγεθος, αντικείμενο κριτικής προσέγγισης, ικανής να συνυπολογίσει το πολιτικό πλαίσιο, εντός του οποίου ο ιταλός δικτάτορας ανέπτυξε τη δραστηριότητά του. Αυτός ακριβώς είναι ο στόχος μας. Θα τον επιχειρήσουμε, συγκεντρώνοντας τα αποτελέσματα της ιστοριογραφικής έρευνας, αλλά και διακινδυνεύοντας, παράλληλα, ορισμένες υποθέσεις εργασίας.

  1. Η πολεμική προπαρασκευή.

Η εξωτερική πολιτική του φασιστικού καθεστώτος καλείτο να ανταποκριθεί σε δυο αντικρουόμενες, ως ένα βαθμό, παραμέτρους.⁴  Από τη μια πλευρά, ήταν επιτακτική η ανάγκη να διαφυλαχθεί και να βελτιωθεί μια διεθνής ισορροπία των πραγμάτων, που ευνοούσε την οικονομική ανάπτυξη της χώρας, ειδικότερα δε, την εξαγωγή των προορισμένων για μαζική κατανάλωση προϊόντων, απαραίτητη για τη διατήρηση του εμπορικού ισοζυγίου. Από την άλλη, έπρεπε να σημειωθούν, για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης και μόνο, μεγάλης ή μικρής διάρκειας θεαματικές επιτυχίες, ικανές να ανυψώσουν το κύρος του καθεστώτος. Μόνο έτσι ήταν δυνατό να εκτραπεί η προσοχή της αστικής και τμήματος της εργατικής τάξης από τα εσωτερικά προβλήματα. Πόσο μάλλον, που οι σχέσεις των οικονομικών κύκλων  με τη Γαλλία, μια χώρα λιγότερο ανταγωνιστική από ό,τι η Γερμανία, αλλά και με τη Γιουγκοσλαβία, κυριότερο προμηθευτή πρώτων υλών, ήταν καλές. Η αναγκαιότητα, όμως, να κατασκευαστούν εύκολα αναγνωρίσιμοι αντίπαλοι, είχε οδηγήσει την ιταλική διπλωματία στο να υιοθετήσει επιθετική πολιτική έναντι των δυο παραπάνω γειτονικών κρατών.

Κατά την πρώτη δεκαετία της φασιστικής δικτατορίας, η απόλυτη παντοδυναμία της αγγλο-γαλλικής συμμαχίας στην Ευρώπη, δεν άφηνε στην Ιταλία περιθώρια για αυτοσχεδιασμούς στο χώρο της εξωτερικής πολιτικής. Αποτέλεσμα ήταν η εμφάνιση ενός χάσματος ανάμεσα στον πολεμοχαρή και θορυβώδη λόγο του Mussolini (τον οποίο φρόντιζαν να αναδεικνύουν οι υπηρεσίες προπαγάνδας) και τις μετριοπαθείς επιλογές της επίσημης διπλωματίας, που στόχευαν στη δημιουργία σφαιρών πολιτικής και οικονομικής επιρροής στη Βαλκανική, αποφεύγοντας να διαταράξουν την υπάρχουσα ισορροπία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πολεμική προπαρασκευή (ο Mussolini ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος κατά την τετραετία 1925-1929, ως επικεφαλής των τριών αρμοδίων υπουργείων) δεν μπορούσε παρά να κινηθεί σε συμβατικά επίπεδα: επιχειρήσεις του στρατού ξηράς στο μέτωπο των Άλπεων και προσπάθεια για εξασφάλιση ναυτικής υπεροπλίας στη Μεσόγειο. Έτσι εξηγείται γιατί η διαμόρφωση του αμυντικού δόγματος κινείτο σε ρυθμούς Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. Το ίδιο ακριβώς συνέβαινε την ίδια εποχή και με τη Γαλλία.

 

Tο καταδρομικό Alberico da Barbiano καταπλέει στο λιμάνι της Βενετίας.

Οι αρχικές επιλογές της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, χρίζουν προσοχής, καθώς έμελλαν να επηρεάσουν τους μετέπειτα σχεδιασμούς και ενέργειες του καθεστώτος. Πρώτη διαπίστωση αποτελεί η πλήρης ευθυγράμμιση της στρατιωτικής ηγεσίας με το φασιστικό κόμμα. Ο στρατός είχε, κατά κάποιο τρόπο ευθύς εξαρχής υποστηρίξει την άνοδο του Mussolini στην εξουσία και συνδράμει στην εμπέδωση της δικτατορίας. Οι ένοπλες δυνάμεις, έμπειρες σε ζητήματα διαφύλαξης της δημόσιας τάξης, ήταν σε θέση να παράσχουν ένα αποφασιστικό στήριγμα και να προφυλάξουν το καθεστώς από μια ενδεχόμενη ανατροπή. Τόσο σημαντική, μάλιστα, αποδείχθηκε η εμπιστοσύνη, που το στράτευμα απέπνεε, ώστε από νωρίς το κόμμα εγκατέλειψε την προοπτική διατήρησης μιας δικής του πολιτοφυλακής, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στις ένοπλες δυνάμεις. Η προνομιακή αυτή σχέση παρέμεινε σε ισχύ έως τις μεγάλες ήττες της περιόδου 1942-1943 και έχαιρε της συγκατάθεσης του συνόλου του σώματος των αξιωματικών.

Ως αντιστάθμισμα, το στράτευμα εξασφάλισε απόλυτη αυτονομία σε θέματα διοίκησης των τριών όπλων. Υπό αυτές τις συνθήκες, η στρατιωτική ιεραρχία στράφηκε προς την κατεύθυνση μιας παραδοσιακής πολιτικής με έμφαση στην επίδειξη ισχύος. Αντίθετα, έδειχνε να συγκινείται λιγότερο από μια πολεμική προπαρασκευή με γνώμονα τα πλεονεκτήματα και τις δυνατότητες που προσέφερε η εξέλιξη της τεχνολογίας. Έτσι αποδείχθηκαν αναποτελεσματικές όλες οι ενέργειες για έναν καλύτερο συντονισμό μεταξύ των τριών όπλων. Ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου λόγου χάρη, ένα αξίωμα το οποίο δημιουργήθηκε το 1925, διέθετε περιορισμένες δυνατότητες παρέμβασης και ανάληψης πρωτοβουλιών, παρόλο το αδιαμφισβήτητο κύρος του κατόχου της θέσης από το 1925 έως το 1940, του στρατάρχη Badoglio. Κάθε όπλο θεωρούσε σκόπιμο να αναπτυχθεί κινούμενο προς την κατεύθυνση των δικών του επιλογών, αγνοώντας επιδεικτικά όσα έπρατταν τα υπόλοιπα δυο, αλλά και μη συνυπολογίζοντας τις εξελίξεις, οι οποίες σημειώνονταν καθημερινά στο διεθνές στερέωμα. Οι όποιες ενέργειες για συντονισμό, πέραν του ισχνού αριθμού, υπαγορεύονταν αποκλειστικά και μόνο από ανάγκες προβολής και διαφήμισης.

Πρόκειται περί σοβαρών ελλείψεων, η ύπαρξη των οποίων έγινε ακόμα πιο αισθητή όταν, μέσα στη δεκαετία του ’30, η εξωτερική πολιτική της Ιταλίας προσέλαβε μια περισσότερο διεκδικητική μορφή. Οι λόγοι της μεταστροφής είναι γνωστοί: η μεγάλη οικονομική κρίση του 1929, η άνοδος των ναζί στην εξουσία τέσσερα χρόνια αργότερα και ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας. Το ολοένα και βαθύτερο χάσμα, που χώριζε τη Γερμανία από τον συνασπισμό Γαλλίας και Μεγάλης Βρετανίας, προσέφερε νέες ευκαιρίες και προοπτικές για έναν Mussolini, ο οποίος αποζητούσε μετ’ επιτάσεως διεθνείς επιτυχίες για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης. Τα ποσοστά της ανεργίας είχαν αυξηθεί εντυπωσιακά εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, οι μισθοί περικόπηκαν, ενώ παρατηρήθηκε κάμψη στον τομέα της βιομηχανικής παραγωγής. Πάνω απ’ όλα, όμως, το καθεστώς καλείτο να διαχειριστεί μια διαρκώς αυξανόμενη δυσαρέσκεια σε επίπεδο κοινής γνώμης. Ο δε δυναμισμός της γερμανικής οικονομίας σε χώρους όπως τα Βαλκάνια, κινδύνευε να αποβεί μοιραίος για τις εξαγωγές των ιταλικών βιομηχανικών προϊόντων προς την ίδια περιοχή. Προκειμένου να ξεπεραστεί μια κρίση αυτού του είδους, ήταν απαραίτητο να πραγματοποιηθούν μεγάλες επενδύσεις. Δυστυχώς, ο οικονομικός κόσμος δεν διέθετε το σθένος και την ωριμότητα για να υπαγορεύσει ένα πρόγραμμα σε βάθος χρόνου, όπως συνέβη με την περίπτωση του New Deal του Roosevelt ή με εκείνη του επανεξοπλισμού της Γερμανίας. Κατά συνέπεια, η πρωτοβουλία διαχείρισης της κρίσης περιήλθε στον Mussolini, ο οποίος επέλεξε την εύκολη λύση: έναν πόλεμο αποικιακής φύσεως, ικανό να εξασφαλίσει επιτυχίες δίχως απώλειες και θυσίες.

Ο στόχος ήταν προδιαγεγραμμένος. Επρόκειτο για την Αιθιοπία, το μοναδικό εναπομείναν, περί τα μέσα της δεκαετίας του ΄30, ανεξάρτητο κράτος της Αφρικανικής Ηπείρου, σε βάρος του οποίου ο ιταλικός ιμπεριαλισμός είχε στρέψει την προσοχή του ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Ήταν προφανές πως οι εποχές των αποικιακών πολέμων είχαν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η Αιθιοπία εκπροσωπείτο στους κόλπους της Κοινωνίας των Εθνών, με ό,τι κάτι τέτοιο συνεπαγόταν σε επίπεδο διεθνών ερρεισμάτων. Όμως, όπως είδαμε, ο Mussolini είχε απόλυτη ανάγκη από έναν κλασσικού τύπου αποικιακό πόλεμο, γι’ αυτό και τετραπλασίασε με δική του πρωτοβουλία το μέγεθος των στρατευμάτων, που ενεπλάκησαν στην όλη υπόθεση. Στο μυαλό του ιταλού δικτάτορα ο συγκεκριμένος πόλεμος έπρεπε να είναι αρκετά σημαντικός, ώστε να μπορέσει να αναμειχθεί σε αυτόν ενεργά ο ιταλικός λαός (πάνω από 500.000 νέοι στάλθηκαν επιτόπου), να λειτουργήσει ως έναυσμα για μαζικές παραγγελίες στον τομέα της βιομηχανίας (ο κρατικός προϋπολογισμός αυξήθηκε κατά 50%, αλλά τα αποθέματα σε χρυσό και σε σκληρό συνάλλαγμα μεταξύ 1934 και 1936 μειώθηκαν από 7,4 εκατομ. σε 2,4 χρυσές λίρες) και να μην επιφυλασσει δυσάρεστες εκπλήξεις, ικανές να τραυματίσουν το κύρος του καθεστώτος και τον μύθο περί αήττητου του φασισμού. Τέλος, ένας πόλεμος, ο οποίος θα εμφάνιζε εντός και εκτός συνόρων την Ιταλία στο προπύργιο της τεχνολογίας, χάρη στην εκτεταμένη χρήση αεροπλάνων, αρμάτων μάχης και πάσης φύσεως μηχανοκίνητων μέσων καθώς και ασφυξιογόνων αερίων. Εξυπακούεται πως όλα τα παραπάνω έπρεπε να διεκπεραιωθούν ταχύτατα, προκειμένου να αποφευχθούν διεθνούς κλίμακας επιπλοκές.⁶

Αντ’ αυτών, ο δεύτερος ιταλο-αιθιοπικός πόλεμος κατάφερε ένα θανάσιμο πλήγμα σε βάρος της  ισορροπίας στην Ευρώπη, έτσι τουλάχιστον όπως αυτή είχε προκύψει από το καθεστώς των Συνθηκών  του Μεγάλου Πολέμου. Οι κυβερνήσεις του Λονδίνου και του Παρισιού, θορυβημένες και απορροφημένες από τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας, δεν είχαν αντίρρηση να αφήσουν το πεδίο ελεύθερο στον

Προπαγανδιστική αφίσα του 1936.

Duce. Άλλωστε, δεν διακυβεύονταν ζωτικά τους συμφέροντα στην Αιθιοπία. Καλούνταν, όμως, να διαχειριστούν την αντίδραση της κοινής γνώμης στις χώρες τους, αλλά και εκείνη των μικρών κρατών, που θεωρούσαν την Κοινωνία των Εθνών ως κυματοθραύστη των όποιων καταχρηστικών συμπεριφορών εκ μέρους των Μεγάλων Δυνάμεων. Ο Mussolini, από τη δική του πλευρά, δεν ήταν διατεθειμένος να περιοριστεί σε μια απλή de facto στρατιωτική κατοχή. Αναζητούσε θεαματικές επιτυχίες, που θα εξουδετέρωναν εν τη γεννέσει του κάθε περιθώριο συμβιβασμού. Τελικά, η υποστήριξη Βρετανών και Γάλλων προς τον ιταλό δικτάτορα (απέτρεψαν μια περισσότερο δυναμική ανάμειξη της ΚτΕ, ενώ οι περίφημες κυρώσεις εξελίχθηκαν σε φαρσοκωμωδία), δεν απέφερε το προσδοκούμενο αποτέλεσμα. Το χάσμα βάθυνε ανάμεσα στις δυτικές δημοκρατίες και τη φασιστική Ιταλία, με αποτέλεσμα η τελευταία να στραφεί προς τη χιτλερική Γερμανία.⁷ Έκτοτε, οι διμερείς σχέσεις με το Βερολίνο ακολούθησαν εξελικτική πορεία με αφορμή το Anschluss, την κοινή παρέμβαση στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, το Σύμφωνο του Μονάχου, έως τη συνομολόγηση, στις 22 Μαίου 1939, μιας επιθετικής συμμαχίας, γνωστής με την προσωνυμία Χαλύβδινη.

Στο σημείο αυτό, οφείλουμε να επισημάνουμε πως η παραπάνω μεταστροφή της ιταλικής πολιτικής προς την κατεύθυνση της Γερμανίας, υπήρξε συνειδητή επιλογή της κυβέρνησης, ειδικότερα δε του ιδίου του Mussolini προσωπικά. Ο τελευταίος, εκτιμώντας πως οι δυτικές δημακρατίες είχαν περιέλθει σε κατάσταση παρακμής, θεώρησε σκόπιμο να προσδέσει τη χώρα του με τη μοίρα της ανερχόμενης, την εποχή εκείνη, δύναμης. Κατά τους πρώτους, ωστόσο, μήνες του πολέμου (μεταξύ Σεπτεμβρίου 1939 και Ιουνίου 1940), ο ανέτοιμος, ακόμη, για πόλεμο Duce, θα αναλωθεί σε επικίνδυνους ακροβατισμούς, έως ότου η ίδια η εξέλιξη του πολέμου τον πείσει να παρέμβει τελικά σε αυτόν. Νωρίτερα όμως, το 1935-1936, τα πράγματα δεν είχαν έτσι. Τότε, η επιλογή της προσχώρησης σε κάποιο από τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα, πραγματοποιήθηκε απρόσκοπτα και τύγχανε της σύμφωνης γνώμης της άρχουσας τάξης, του οικονομικού κόσμου και του στρατεύματος.

Κατά δεύτερο λόγο, πρέπει να τονισθεί πως η αλλαγή πλεύσης προϋπέθετε ουσιαστικές αλλαγές ως προς τον στρατηγικό σχεδιασμό και τον ρόλο των ενόπλων δυνάμεων. Η ρήξη με τη Γαλλία και με τη Μεγάλη Βρετανία αυτομάτως μετατόπιζε το κέντρο βάρους αφενός στο μέτωπο των Άλπεων για τις χερσαίες επιχειρήσεις και αφετέρου στον ευρύτερο Μεσογειακό χώρο για τις ναυτικές.⁸

Όταν το καλοκαίρι του 1935, η βρετανική κυβέρνηση έστειλε την Home Fleet στη Μεσόγειο (επρόκειτο για μια κίνηση επίδειξης ισχύος λίγο προτού οι Ιταλοί εισβάλουν στην Αιθιοπία), στους στρατιωτικούς κύκλους της Ρώμης επικράτησε κλίμα απόγνωσης, γεγονός που εκλήφθηκε ως ομολογία αδυναμίας. “Μια ένοπλη αναμέτρηση με τη Μεγάλη Βρετανία θα μας έφερε στο χείλος της καταστροφής” έγραφε προς τον Mussolini ο στρατάρχης Badoglio, βγαίνοντας από μια σύσκεψη των αρχηγών των επιτελείων. Συνέχισε δε, προτρέποντας για μια ειρηνική διευθέτηση της κρίσης: “Η Εξοχότης σας έχει προσφέρει τεράστιες υπηρεσίες στη χώρα μας. Την έχει επανατοποθετήσει, σε τιμητική, μάλιστα και περίοπτη θέση, στο παγκόσμιο στερέωμα. Η Εξοχότης σας δεν πρέπει να αφήσει το μεγαλειώδες αυτό έργο ημιτελές. Ούτε πρέπει να εκθέσει τη χώρα σε μια καταστροφή, η οποία θα είχε ως συνέπεια να την υποβιβάσει στην κατηγορία των βαλκανικών κρατών. Είμαι πεπεισμένος πως η Εξοχότης σας θα βρει, μέσα στις αστείρευτες δυνατότητες που διαθέτει και που κατ’ επανάληψη έχει αποδείξει ότι διαθέτει, μια έντιμη λύση στο αγωνιώδες πρόβλημα μιας ένοπλης αντιπαράθεσης με την Αγγλία, το οποίο μας απασχολεί τον τελευταίο καιρό. Δεν μου απομένει παρά να τη διαβεβαιώσω πως εμείς οι στρατιωτικοί πρόκειται να εκπληρώσουμε την αποστολή μας μέχρι τέλους”.⁹

Δυστυχώς, ούτε ο στρατηγικός σχεδιασμός υπήρξε αντικείμενο επανεξέτασης με γνώμονα τις διεθνείς εξελίξεις, αλλά ούτε και οι επιλογές της φασιστικής κυβέρνησης έδειχναν να λαμβάνουν υπόψη τις δυνατότητες των ενόπλων δυνάμεων. Ως εκ τούτου, προέκυψε σαφής διάσταση ανάμεσα στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής και την πολεμική προπαρασκευή της χώρας. Μια διάσταση, την οποία χρεώνονται εξολοκλήρου ο Mussolini (μην λησμονούμε πως σε ολόκληρη τη δεκαετία 1933-1943 είχε εκ νέου αναλάβει επικεφαλής των τριών πολεμικών υπουργείων) και η στρατιωτική ηγεσία, η οποία δεν είχε το σθένος να αντιταχθεί στις οδηγίες και στις επιλογές του Duce.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των προαναφερθέντων αποτελεί ο τρόπος, με τον οποίο ο Mussolini οργάνωσε την ανώτατη διοίκηση του στρατεύματος κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής του πολέμου της Αιθιοπίας. Συγκέντρωσε στο πρόσωπό του τις αρμοδιότητες έξι αυτόνομων διοικήσεων: των υπουργείων Στρατιωτικών, Ναυτικών, Ναυτικής  Αεροπορίας και Αποικιών, καθώς και της  ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης της Σομαλίας και της Ερυθραίας. Επόμενο ήταν να ανακύψουν

Αιθιοπία, 1936. Ιταλοί στρατιώτες μεταφέρουν την προτομή του Duce.

σοβαρά προβλήματα συντονισμού, από τη στιγμή που ο ιταλός δικτάτορας δεν διέθετε τον απαιτούμενο χρόνο αλλά ούτε και τα προσόντα, προκειμένου να είναι σε θέση να ανταποκριθεί σε τόσο αυξημένες υποχρεώσεις. Το μόνο που τον ενδιέφερε, στην περίπτωση, ήταν η προσωπική προβολή για προπαγανδιστικούς λόγους. Το χειρότερο απ’ όλα είναι πως από την κατάσταση αυτή ανέκυψαν προσωπικές αντιπαλότητες,  βίαιες αντιπαραθέσεις, φαινόμενα διαφθοράς και υπέρμετρης αλαζονείας, που μπορούσαν να ζημιώσουν την χώρα, εάν η Ιταλία δεν διέθετε μια συντριπτική στρατιωτική υπεροχή έναντι των ιθαγενών αντιπάλων της, οι οποίοι μάχονταν με αρχαϊκά μέσα. Μπορεί μεν ο πόλεμος να κερδήθηκε δίχως απώλειες, διατάραξε, ωστόσο, αμετάκλητα την ιεραρχία μέσα στο στράτευμα, καθώς το κριτήριο ανέλιξης δεν ήταν, πλέον, η αξιοκρατία, αλλά οι προσωπικές διασυνδέσεις με την εξουσία. Το νέο πνεύμα ανταποκρινόταν στη λογική και στις επιταγές ενός αυταρχικού τρόπου διακυβέρνησης και κατέληξε να γίνει αποδεκτό και από το ίδιο το Σώμα των αξιωματικών, προς το οποίο το καθεστώς φρόντιζε να διανέμει απλόχερα ανταμοιβές και προνόμια. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο γενικής ευφορίας, ο κίνδυνος μιας ευρωπαϊκής ανάφλεξης περνούσε σχεδόν απαρατήρητος. Αρκεί να αναφέρουμε τις μετατροπές, που υπέστησαν οι ιταλικές μεραρχίες το 1937, οπότε η ισχύς τους περιορίστηκε αισθητά (από δυο συντάγματα η καθεμιά αντί τριών), παρά το γεγονός ό,τι ο συνολικός τους αριθμός φαινομενικά αυξήθηκε (63 το 1937 έναντι 30 το 1926). Τα αποτέλεσμα ήταν να πολλαπλασιαστεί, συνακόλουθα, και ο αριθμός των διοικητών των μεγάλων μονάδων για το θεαθήναι και μόνο, δίχως να υπάρχει κάποιο ουσιαστικό αντίκρυσμα. Είναι ακριβώς η εποχή, που υιοθετήθηκε το δόγμα του “ταχέως πολέμου”. Επρόκειτο για μια παραλλαγή του γερμανικού Blitzkrieg (κεραυνοβόλου πολέμου), η οποία, όμως, δεν στηριζόταν στη χρήση αρμάτων μάχης, αλλά στην ταχύτητα των ποδιών των διαποτισμένων από φασιστική επιθετικότητα στρατιωτών!

  1. Το πρόβλημα της παρέμβασης στον πόλεμο.

Το καταλληλότερο κείμενο, που προσφέρεται για την απαρίθμιση των αντιφάσεων και των αδυναμιών της φασιστικής πολιτικής στις άμεσες παραμονές του πολέμου, είναι το περιεχόμενο του Χαλύβδινου Συμφώνου (Patto d’Acciaio), το οποίο αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της τελευταίας. Από το κείμενο αυτό αναδύονταν ανησυχητικά έως απαισιόδοξα μηνύματα για το μέλλον. Οι Γερμανοί στρατιωτικοί είχαν απορρίψει τις ιταλικές προτάσεις περί συνεργασίας και αμοιβαίων διαβουλεύσεων. Οι δε Ιάπωνες ομόλογοί τους είχαν αρνηθεί τη συνομολόγηση μιας τριμερούς συμμαχίας. Το παράξενο της όλης υπόθεσης είναι πως η τελική πράξη, η οποία υπογράφηκε στο Βερολίνο στις 22 Μαίου 1939, διέθετε όλα τα διακριτικά γνωρίσματα μιας διεθνούς Συνθήκης, καθώς προσδιόριζε με σαφήνεια την αλληλεγγύη των συμβαλλομένων μερών και προέβλεπε σε τακτά χρονικά διαστήματα διαβουλεύσεις και ανταλλαγή πολιτικών και στρατιωτικών πληροφοριών. Τέλος, δέσμευε τις δυο πλευρές για αμοιβαία υποστήριξη όχι μόνο στο πλαίσιο αμυντικού, αλλά και σε περίπτωση επιθετικού πολέμου.¹º

Το ανακόλουθο της όλης υπόθεσης αποκαλύφθηκε ταχύτατα στην πράξη. Την επομένη, κιόλας, της υπογραφής του Συμφώνου, ο Hitler και το επιτελείο του προγραμμάτισαν τις κινήσεις εκείνες, που έμελλαν να οδηγήσουν σε μια γενικευμένη ανάφλεξη, δίχως να ενημερώσουν την ιταλική πλευρά. Ο δε Mussolini, στις 30 Μαίου 1939, σε ένα υπόμνημα προς τον γερμανό δικτάτορα (γνωστό και ως “Υπόμνημα Cavallero”, από το όνομα του κομιστή), οριοθετούσε τις δυνατότητες της συνδρομής της Ιταλίας. Συγκεκριμένα, παρά το γεγονός ό,τι θεωρούσε αναπόφευκτο έναν πόλεμο μέχρις εσχάτων με τις δυτικές δημοκρατίες, η κυβέρνηση της Ρώμης καθιστούσε σαφές πως δεν μπορούσε να ανταποκριθεί σε κάτι τέτοιο πριν από το 1943, οπότε και εκτιμούσε πως θα είχε ολοκληρωθεί η στρατιωτική της προπαρασκευή. Αναμφίβολα, απώτερος σκοπός της υποβολής του υπομνήματος, ήταν η αποδέσμευση από τις υποχρεώσεις, που προέβλεπαν οι διατάξεις του Χαλύβδινου Συμφώνου. Ο Mussolini επιχειρούσε, κατά βάθος, να επιδεικνύει τον εαυτό του ως ισότιμο σύμμαχο της Γερμανίας

Το Χαλύβδινο Σύμφωνο του 1939.

εφόσον εξακολουθούσε να επιμένει στην προβολή μιας δημαγωγικής πολιτικής με άξονα την επίδειξη ισχύος. Έχοντας απόλυτη συναίσθηση του κενού μεταξύ λόγου και πράξης, είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στις διεθνείς συγκυρίες, ικανές, από μόνες, να επιβραδύνουν μια ιταλική παρέμβαση στον πόλεμο.¹¹

Το 1939, η Ιταλία ήταν στην πραγματικότητα μια ελάσσονος κλιμακας δύναμη. Αγωνιζόταν να μην εμπλακεί στις διεθνείς αντιπαραθέσεις, εφαρμόζοντας μια εξωτερική πολιτική, η οποία ξεπερνούσε κατά πολύ τις δυνατότητες και τις αντοχές της. Ως προς αυτό, έχαιρε και της συνενοχής των υπολοίπων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Οι επιλογές του Mussolini και των συνεργατών του πρέπει να αξιολογηθούν υπό αυτό το πρίσμα. Όλοι τους γνώριζαν πολύ καλά πως η Ιταλία δεν διέθετε τα μέσα, προκειμένου να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στο πλαίσιο ενός γενικευμένου πολέμου. Η παραπάνω διαπίστωση δεν υπονοεί κατά κανένα τρόπο ό,τι οι ιταλικές ένοπλες δυνάμεις ήταν παντελώς ανίκανες. Απλούστατα, μπορούσαν να εκπληρώσουν δευτερεύοντες στόχους, σε συνεργασία με κάποιον ισχυρότερο σύμμαχο. Πρόκειται, ωστόσο, για μια ομολογία, η οποία δεν ήταν δυνατό να εκφραστεί δημόσια. Ούτε ήταν δυνατό να επανασχεδιαστεί μια πολιτική γύρω από έναν άξονα, ο οποίος θα αγνοούσε ολόκληρη προϊστορία είκοσι ετών φασιστικής διακυβέρνησης και προπαγάνδας. Δεν απέμενε παρά η προσχώρηση στο στρατόπεδο των νικητών, με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής ήταν, πλέον, συνυφασμένη με τις διπλωματικές ικανότητες του Mussolini και όχι με τον βαθμό ισχύος των ενόπλων δυνάμεων. Η αποχή από τις πολεμικές επιχειρήσεις, όταν τον Σεπτέμβριο του 1939 ξέσπασε ο Δεύτερος Παγκόμιος πόλεμος, ήταν απόλυτα αναμενόμενη ενέργεια, καθώς ανταποκρινόταν σε αυτές, ακριβώς, τις επιταγές. Ακόμα και ο Hitler, εν γνώσει των παραπάνω παραμέτρων, δεν άσκησε πίεση για άμεση παρέμβαση. Ήταν, πάντως, εμφανές πως η ιταλική ουδετερότητα δεν μπορούσε να παραταθεί στο διηνεκές και πως, αργά ή γρήγορα, η χώρα θα αναγκαζόταν να εξέλθει στον πόλεμο.

Σε ένα νέο υπόμνημα, το οποίο συνέταξε στις 31 Μαρτίου 1940, ο Mussolini περιέγραφε με σαφήνεια την κατάσταση: “Σε περίπτωση παράτασης του πολέμου, είναι παράλογο να πιστεύει κανείς πως η Ιταλία θα εξακολουθήσει να βρίσκεται στο περιθώριο…Της είναι αδύνατο να παραμείνει ουδέτερη καθ όλη τη διάρκεια του πολέμου, δίχως να αποποιηθεί την αποστολή της, δίχως να εκτεθεί στα μάτια της διεθνούς κοινότητας και δίχως να υποβαθμιστεί στο επίπεδο μιας δεκαπλάσιας, σε μέγεθος, Ελβετίας. Επομένως, δεν τίθεται ερώτημα περί συμμετοχής ή μη της Ιταλίας στον πόλεμο. Τίθεται ερώτημα περί του πότε και πώς. Οφείλουμε να καθυστερήσουμε στο έπακρο την έξοδό μας στον πόλεμο, λειτουργώντας πάντοτε μέσα στο πλαίσιο της εντιμότητας και της αξιοπρέπειας, για δυο λόγους: α) Προκειμένου να προετοιμαστούμε κατά τρόπο ώστε η παρέμβασή μας να κάνει τη τελική διαφορά και β) επειδή μας είναι αδύνατο να αναλωθούμε σε έναν πόλεμο φθοράς, από τη στιγμή που δεν είμαστε σε θέση να δαπανήσουμε εκατοντάδες δισεκατομμύρια, όπως πράττουν σήμερα τα εμπόλεμα κράτη”.¹²

Pietro Badoglio

Στα δε αντίστοιχα κείμενα του στρατάρχη Badoglio, δεν υφίσταται πλέον η αναφορά σε μια καταλυτική παρέμβαση, η οποία και θα έκρινε την έκβαση του πολέμου. Ο αρχηγός του επιτελείου, επισημαίνοντας πως η πολεμική προπαρασκευή είχε αγγίξει το ποσοστό του 40%, εξέφραζε τις θέσεις του ως ακολούθως σε επιστολή, την οποία απηύθυνε προς τον Mussolini (4 Απριλίου 1940): 1) Προσήλωση στο πνεύμα του Χαλύβδινου Συμφώνου, 2) προώθηση του προγράμματος πολεμικής προπαρασκευής με αποφυγή επιπλοκών, ικανών να παρασύρουν τη χώρα σε μια πρόωρη πολεμική αντιπαράθεση με τις δημοκρατικές δυνάμεις, 3) αξιοποίηση της στρατιωτικής υπεροχής της Γερμανίας έναντι των Συμμάχων, έτσι ώστε η ιταλική παρέμβαση να πραγματοποιηθεί την κατάλληλη στιγμή και υπό τις ιδανικότερες δυνατές συνθήκες.¹³ Από τις παραπάνω εκτιμήσεις, απέρρεε μια σειρά από οδηγίες με αποδέκτη το στράτευμα: 1) Η έξοδος στον πόλεμο έπρεπε να λάβει χώρα αποκλειστικά με ίδιες δυνάμεις και όχι με την ταπεινωτική, εν πολλοίς, συνδρομή του γερμανικού στρατού. 2) Οι δεσμεύσεις έναντι της Γερμανίας έπρεπε να είναι τέτοιου είδους, ώστε να εξασφαλίζουν απόλυτη ελευθερία κινήσεων και επιλογής της ημερομηνίας παρέμβασης. Με δεδομένη την καταπιεστική και παρεισφρητική νοοτροπία των Γερμανών, εγκυμονούσε  σοβαρός κίνδυνος η εν λόγω ημερομηνία να επιλεγεί με γνώμονα κριτήρια, που εξυπηρετούσαν περισσότερο τα συμφέροντα του Βερολίνου και λιγότερο εκείνα της Ρώμης.¹⁴

Υπό αυτό το πρίσμα, το ελλειπές επίπεδο της πολεμικής προπαρασκευής της χώρας στερείτο, πλέον, νοήματος, εφόσον ουδείς απαιτούσε από τις ένοπλες δυνάμεις επιτυχίες μεγάλου βεληνεκούς. Το επιβεβαιώνουν και οι παρακάτω οδηγίες του ιδίου του Mussolini (31 Μαρτίου 1940):

  • Χερσαία σύνορα: Αμυντική διάταξη στον τομέα των δυτικών Άλπεων. Ανάληψη πρωτοβουλίας μόνο στην (απίθανη, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μου) περίπτωση ολικής κατάρρευσης της Γαλλίας (…)
  • Ανατολικά σύνορα: Παρατήρηση και εγρήγορση έναντι της Γιουγκοσλαβίας. Ανάληψη επιθετικής πρωτοβουλίας μόνο σε περίπτωση εσωτερικής κατάρρευσης της τελευταίας (…).
  • Λιβύη: Αμυντική διάταξη έναντι της Τυνησίας και της Αιγύπτου (…).
  • Αιγαίο πέλαγος: Άμυνα.
  • Αιθιοπία: Ανάληψη επιθετικής πρωτοβουλίας με στόχο την προάσπιση της Ερυθραίας. Επίθεση κατά του Djibouti. Αμυντική στρατηγική και, εν ανάγκη, αντεπίθεση κατά μήκος των συνόρων με την Κένυα.
  • Στους αιθέρες: Συντονισμός της δραστηριότητας της αεροπορίας με τον στρατό ξηράς και το ναυτικό. Επιθετική ή αμυντική στρατηγική ανάλογα με το μέτωπο και τις πρωτοβουλίες του εχθρού.
  • Στη θάλασσα: Επίθεση με όλα τα διαθέσιμα εντός και εκτός Μεσογειακού χώρου.¹⁵

Η προοπτική ανάληψης επιθετικής πρωτοβουλίας  εντός και εκτός Μεσογειακού χώρου ήταν εξωπραγματική. Το ιταλικό ναυτικό δεν βρισκόταν καν σε θέση να προστατέψει τις θαλάσσιες επικοινωνίες με τη Λιβύη. Ως προς τα υπόλοιπα, οι οδηγίες του Duce διαπνέονταν από μια παράξενη αντίφαση: ανάληψη επιθετικής πρωτοβουλίας σε αυστηρά επιλεγμένο τομέα και συγκυρία, μέσα στο πλαίσιο, πάντοτε, μιας γενικότερης αμυντικής στρατηγικής, προς αποφυγή δυσμενών επιπλοκών. Η αντίφαση αυτή στέρησε τις ένοπλες δυνάμεις από τη δυνατότητα επαρκούς προετοιμασίας ακόμη και για τους στόχους εκείνους, οι οποίοι βρίσκονταν εντός του δικού τους βεληνεκούς. Φυσικά, ουδείς μπορούσε να απαιτήσει μια αναμέτρηση επί ίσοις όροις με τον γαλλικό στρατό. Θα περίμενε, ωστόσο, μια καλύτερη επίδοση κατά τη διάρκεια του πολέμου των δέκα ημερών με τη Γαλλία, τον Ιούνιο του 1940 και ενώ, για μια φορά, οι συνθήκες ευνοούσαν σκανδαλωδώς την ιταλική πλευρά. Στη ευρέως αποδεκτή εμμονή πως η Ιταλία μπορούσε να υπολογίζει στη διπλωματία και στον παράγοντα τύχη, ήρθε να επικαθήσει ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα επιτελεία, συνέπεια της κατηγορηματικής άρνησης του δικτάτορα να προχωρήσει στη συγκρότηση ενός ανώτατου συντονιστικού οργάνου διοίκησης και διαχείρισης του πολέμου. Παρόμοια πρωτοβουλία θα υποβάθμιζε την προβολή του ως πρωταγωνιστή σε κάθε επίπεδο και θα του στερούσε τη δυνατότητα ελέγχου και ελιγμών ανάμεσα στους διαφόρους πόλους εξουσίας.

Η Ιταλία βάδιζε με μαθηματική ακρίβεια προς τον πόλεμο, δίχως να διαθέτει κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο αλλά ούτε και κάποιο κατάλληλο όργανο, ικανό να τον διεξαγάγει. Παρά το γεγονός της συγκέντρωσης, στο πρόσωπό του, τόσο εκτεταμένων πολιτικών και στρατιωτικών εξουσιών, ο Mussolini απεμπόλισε επιμελώς ακόμα και τη δημιουργία ενός προσωπικού στρατιωτικού γραφείου και επιτελείου. Προτίμησε να αυτοσχεδιάζει ανάλογα με τις περιστάσεις. Ο Badoglio, στον οποίο, με την ιδιότητα του αρχηγού του επιτελείου, αναλογούσε, θεωρητικά, η ευθύνη του συντονισμού της πολεμικής προσπάθειας, στερείτο των πλέον υποτυποδών εξουσιών και μέσων (το γραφείο του αριθμούσε τρεις αξιωματικούς εν καιρώ ειρήνης και είκοσι έπειτα από την έξοδο της χώρας στον πόλεμο). Το Ανώτατο Συμβούλιο Αμύνης, το οποίο υποτίθεται πως ήταν υπεύθυνο για τον πολεμικό σχεδιασμό, από τη στιγμή που συμμετείχαν στις συνεδριάσεις του όλα τα αρμόδια πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη, πέραν από την πληθωρική του επάνδρωση, περιοριζόταν σε μια γραφειοκρατική δραστηριότητα, έχοντας παράλληλα μετεξελιχθεί σε φορέα προπαγάνδας του καθεστώτος. Δεν υφίστατο ούτε καν μια επιτροπή, αποτελούμενη από τους αρχηγούς των επιτελείων, την οποία να μπορούσε να συγκαλέσει ο Badoglio σε τακτά χρονικά διαστήματα. Μόνο τα επιτελεία των τριών όπλων ήταν σε θέση, το καθένα ξεχωριστά από τα δυο υπόλοιπα, να εκπονήσει τα διάφορα επιχειρησιακά σχέδια. Καθώς, όμως, στερούνταν του απαραίτητου συντονισμού, κινούνταν μέσα στα όρια της δικής τους, περιορισμένης οπτικής, δίχως να δύνανται να σχηματίσουν μια συνολική εικόνα. Πρόκειται για ουσιαστικές ελλείψεις, οι οποίες ουδέποτε υπήρξαν αντικείμενο καταγγελίας εκ μέρους της πολιτικής και της στρατιωτικής ηγεσίας. Ακόμα χειρότερα, η ίδια, ακριβώς, δομή διατηρήθηκε και κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ιδού πως εκφράζεται στο ημερολόγιό του ο στρατηγός Armellini, διευθυντής του στρατιωτικού γραφείου του Badoglio, στις 7 Ιουνίου 1940, τρεις, μόλις, ημέρες πριν από την παρέμβαση της χώρας στον πόλεμο:

            Πρόκειται να ριχτούμε στον πόλεμο (με την ελπίδα να τον διεκπεραιώσουμε νικηφόρα, αλλά και με ορατό τον κίνδυνο ο πόλεμος αυτός να μετεξελιχθεί σε έναν σκληρό αγώνα φθοράς), ευρισκόμενοι σε μια τρομερή και απίστευτη κατάσταση, ικανή να μας καταβροχθίσει. Η Ιστορία, μόνη, θα αποτιμήσει, μελλοντικά, τις επιλογές μας και θα τις κρίνει με αυστηρότητα.¹⁶

[ Συνεχίζεται ]

Italy and the road to war

 

Ο Giorgio Rochat (Παβία, 1936) έχει ειδικευθεί στη Στρατιωτική Ιστορία. Διετέλεσε Καθηγητής επί θητεία της Σύγχρονης Ιστορίας στα Πανεπιστήμια του Μιλάνου (1969- -1976), της Φερράρας (1976-1980) και τακτικός Καθηγητής
στο Πανεπιστήμιο του Τορίνου (1980-1996). Υπήρξε Πρόεδρος του Εθνικού Ιδρύματος Ιστορίας του Εθνικο-απελευθερωτικού Κινημάτος της Ιταλίας – Istituto nazionale per la storia del movimento di liberazione in Italia – (1996-2000), και του Διαπανεπιστημιακού Κέντρου Ιστορικών και Στρατιωτικών Ερευνών και Μελετών – Centro interuniversitario di studi e ricerche storico-militari, με τη συμμετοχή των Πανεπιστημίων Τορίνου, Πάντοβας, Πίζας, Παβίας και Μιλάνου (1981-1989).

 

 

 

 

 

 

 

 ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Α΄ ΜΕΡΟΥΣ

¹ Το άρθρο, με τίτλο “Μussolini, chef de guerre”, δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Revue d’ Histoire de la Deuxième Guerre mondiale, Τεύχος αρ. 100, Παρίσι, Οκτώβριος 1975, σελ. 43-66.

² W. CHURCHILL, La seconda guerra mondiale, Milano, 1949, τ. ΙΙ, σ. 618, με αφορμή το προσκλητήριο της 23ης Δεκεμβρίου 1940 προς τον ιταλικό λαό.

³ Βλ. σχετικά Ε. Aga ROSSI, “La politica degli alleati verso l’ Italia nel 1943” in Storia contemporanea, 1972, IV, σ. 847-895.

⁴ Βλ. σχετικά G. SALVEMINI, Mussolini diplomatico, Parigi, 1932 και του ιδίου, Preludio alla seconda guerra mondiale, Milano, 1967. E. di NOLFO, Mussolini e la politica estera italiana (1919-1933), Padova, 1960. G. CAROCCI, La politica estera dell’ Italia fascista (1925-1928), Bari, 1969.

⁵  Για μια ανάλυση της πολεμικής προπαρασκευής της Ιταλίας βλ. G. ROCHAT, L’ esercito italiano da Vittorio Veneto a Mussolini, 1919-1925, Bari, 1967. Του ιδίου, “Mussolini et les forces armées” in La guerre en Méditerranée (1939-1945), Paris, 1971, σ. 39-59, “L’ esercito e il fascismo” in Fascismo et società italiana, Torino, 1973, σ. 89-123.

⁶ G. ROCHAT, Militari e politici nella preparazione della campagna d’ Etiopia, 1932-1938, Milano, 1971, E. SANTARELLI, “Guerra d’ Etiopia, imperialismo e terzo mondo” in Il movimento di liberazione in Italia, 1969, 97, σ. 35-51, A. del BOCA, La guerra d’ Abissinia (1935-1941), Milano, 1965. Σχετικά με τις επιπτώσεις του πολέμου στην ιταλική οικονομία βλ. F. CATALANO, L’ economia italiana di guerra (1935-1943), Milano, 1969.

⁷ Βλ. σχετικά G. SALVEMINI, Preludio…ο.π., G.W. BAER, The Coming of the Italian-Ethiopian War, Cambridge (Mass.), 1967.

⁸ Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών ανάμεσα στους δυο υπουργούς Εξωτερικών Ciano και Ribbentrop (Μάρτιος 1939), συμφωνήθηκε ρητά να ενταχθεί η Μεσόγειος στη ζώνη επιρροής της Ιταλίας, από τη στιγμή που τα Βαλκάνια είχαν ήδη περιέλθει περίπου εξολοκλήρου στην αντίστοιχη γερμανική. Βλ. σχετικά E. COLLOTTI, “La politica dell’ Italia nel settore danubiano-balcanico dal patto di Monaco all’ armisticio italiano” in E. COLLOTTI, T. SALA, G. VACCARINO (επιμ.), L’ Italia nell’ Europa danubiana duranta la seconda guerra mondiale, Milano, 1967.

⁹ F. ROSSI, Mussolini e lo stato maggiore, Roma, 1951, σ. 24-26. Βλ. επίσης G. ROCHAT, Militari e politici…οπ.π., σ. 225-231.

¹º Το άρθρο 3 προέβλεπε επί λέξει: “Εάν, παρά τις επιθυμίες και τις ελπίδες των συμβαλλομένων μερών, ήθελε προκύψει μια κατάσταση, η οποία θα ενέπλεκε το ένα εξ’ αυτών σε εμπόλεμες καταστάσεις, το έτερο συμβαλλόμενο μέρος δεσμεύεται να προστρέξει άμεσα σε βοήθεια με το σύνολο των χερσαίων, ναυτικών και αεροπορικών του δυνάμεων”.

¹¹ Σχετικά με το Χαλύβδινο Σύμφωνο βλ. M. TOSCANO, Le origini diplomatiche del Patto d’ acciaio, β΄ έκδοση, Firenze, 1956.

¹² Ufficio storico dello Stato maggiore del Esercito, Africa settentrionale. La preparazione al conflitto, Roma, 1955, σ. 162-165.

¹³ Οπ.π., σ. 161-162.

¹⁴ Οπ.π.

¹⁵ Οπ.π.

¹⁶ Q. ARMELLINI, Diario di guerra. Nove mesi al Commando supremo, Milano, 1946, σ. 21. Σχετικά με τις συνθήκες εξόδου της Ιταλίας στον πόλεμο βλ. E. CANEVARI, La guerra italiana, Roma, 1948, G. CIANO, Diario, 1939-1943, Milano, 1946, E. FALDELLA, L’ Italia nella seconda guerra mondiale, Bologna, 1959, F. PRICOLO, La regia aeronautica nella seconda guerra mondiale, Milano, 1971, U. SFIGO, Premesse tecniche della disfatta, Roma, 1946, V. VAILATI, Badoglio risponde, Milano, 1958, G. ZANUSSI, Guerra e catastrofe d’ Italia, Roma, 1945.

© PUF/Humensis, 1975

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Ζήσης Φωτάκης: Η Ναυμαχία του Τραφάλγκαρ

Ζήσης Φωτάκης

    Η Ναυμαχία του Τραφάλγκαρ

Το παρόν κείμενο παρουσιάζει αδρομερώς το διεθνοπολιτικό και ναυτικό πλαίσιο, την επιχειρησιακή εξέλιξη, την ώριμη μα καινοτόμο ναυτική τακτική, τη στρατηγική σημασία αλλά και την ποικίλη κληρονομιά της φημισμένης ναυμαχίας του Τραφάλγκαρ.

H Ναυμαχία του Τραφάλγκαρ έλαβε χώρα στις 21 Οκτωβρίου του 1805 όταν στην Ευρώπη οι Ναπολεόντιοι Πόλεμοι βρίσκονταν στη φάση του τρίτου αντιγαλλικού συνασπισμού (Αύγουστος-Δεκέμβριος 1805). Στη ναυμαχία αυτή αντιπαρατάχθηκαν 27 πλοία της γραμμής του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού υπό το ναύαρχο Νέλσονα με 33 πλοία της γραμμής του Γαλλικού και του Ισπανικού στόλου υπό τον ναύαρχο Βιλνέβ. Ο Αγγλικός στόλος είχε 17.000 άνδρες και 2.184 πυροβόλα ενώ ο συμμαχικός διέθετε 30.000 άνδρες και 2.568 πυροβόλα. Οι δύο αντίπαλοι στόλοι διέθεταν και μερικά ακόμα πρόσκοπα πλοία (φρεγάδες και πάρωνες).[1]

Παρά την αριθμητική υπεροχή του έναντι του στόλου του Νέλσονα, ο αντίστοιχος συμμαχικός μειονεκτούσε ποιοτικά συγκριτικά με αυτόν. Δεν διέθετε ούτε κεφάλαια για να προμηθευτεί τα χρειώδη που είχαν λιγοστέψει μετά τον παρελκυστικό πλου του στις Δυτικές Ινδίες το 1805, χρειώδη που ήταν διαθέσιμα στο στόλο του Νέλσονα, λόγω των οικονομικών δυνατοτήτων της Αγγλίας και της σχετικής πρόνοιας του άγγλου στόλαρχου. Το σώμα επίσης των Γάλλων αξιωματικών και υπαξιωματικών δεν ήταν υψηλού επιπέδου, λόγω της απομάκρυνσης πολλών άξιων στελεχών του κατά τη Γαλλική Επανάσταση. Τα πληρώματα του Συμαχικού στόλου είχαν επίσης μικρή πλεύσιμη και βλητική εμπειρία και στον περιορισμένο πλεύσιμο χρόνο τους εκπαιδεύονταν περισσότερο στη ναυτιλία παρά στη βλητική λόγω, ως ένα βαθμό, της αναξιοπιστίας πολλών γαλλικών πυροβόλων. Η πολυδιάσπαση των Συμμαχικών ναυτικών δυνάμεων στους γαλλικούς λιμένες της Βρέστης, της Τουλώνας και του Ροσφόρ, αλλά και στους Ισπανικούς του Καδίθ και της Φερόλ δυσχέραινε επίσης σημαντικά τη στρατηγική τους συγκέντρωση.[2]

Ναύαρχος Οράτιος Νέλσον (1758-1805).

Το Γαλλικό πολεμικό ναυτικό ακολουθούσε το δόγμα της προσήλωσης στην αποστολή σε βάρος της επίτευξης της κυριαρχίας των θαλασσών, αποφεύγοντας τις αναμετρήσεις με αριθμητικά υπέρτερες, Αγγλικές δυνάμεις και βάλλοντας κατά της ιστιοφορίας τους, ώστε να ακινητοποιηθούν και να συνεχιστεί ανενόχλητα ο πλους των Γαλλικών πολεμικών πλοίων. Αντίθετα οι Άγγλοι χτυπούσαν στο σκαρί για να μεγιστοποιήσουν τις απώλειες και τις ζημιές επί του αντιπάλου τους, στοχεύοντας στη συντριβή του αντιπάλου.[3]

Μεταξύ του 1692 και του 1782 ο αγγλικός στόλος παρατάσσονταν σε γραμμή παραγωγής καθώς η ναυτική αυτή τακτική διευκόλυνε το συντονισμό των κινήσεων του στόλου και παρείχε μεγαλύτερο πεδίο βολής. Επειδή όμως σε 15 ναυμαχίες που έδωσε με αυτό τον τρόπο το Αγγλικό ναυτικό την περίοδο εκείνη δεν αιχμαλωτίσθηκε ούτε ένα αντίπαλο πλοίο υπήρξαν Άγγλοι ναυμάχοι, όπως οι Vernon, Anson, Hawke, Rodney, Howe, Duncan, Jervis και Kempenfelt που δοκίμασαν εναλλακτικές ναυτικές τακτικές κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα.[4] Κυριότερος θεωρητικός εκφραστής αυτών υπήρξε ο John Clerk of Elden που στο βιβλίο του “An essay in naval tactics”, βιβλίο που αγαπούσε ο πολυμαθέστατος και εμπειρότατος Νέλσονας, υποστήριζε τη σκοπιμότητα της συγκέντρωσης υπέρτερης δύναμης κατά τμήματος του αντίπαλου στόλου.[5] Η εφαρμογή καινοτομιών στη ναυτική τακτική διευκολύνθηκε από τεχνολογικές εξελίξεις όπως η εισαγωγή της καρονάδας, ο πενταπλασιασμός της ταχύτητας πυρός των πυροβόλων και η διεύρυνση του πεδίου βολής τους, η εισαγωγή του συστήματος σημάτων Popham και η χάλκινη επένδυση του κύτους των πλοίων που απέτρεπε τη συγκέντρωση αλγών κάτω από την ίσαλο γραμμή τους που τα επιβράδυναν.[6]

Το κύριο ναυτικό σχέδιο του Ναπολέοντα κατά το 1805 προέβλεπε τη διαφυγή στις Δυτικές Ινδίες του συμμαχικού στόλου από τα ορμητήρια του στην Τουλώνα, την Καρθαγένη, το Καδίθ και τη Βρέστη σπώντας τον Αγγλικό ναυτικό αποκλεισμό, αλλά και τον επανάπλου του συμμαχικού στόλου στο Στενό της Μάγχης, απ’ όπου θα υποστήριζε γαλλική απόβαση στις Βρετανικές Νήσους, διασφαλίζοντας τοπική ναυτική υπεροχή έναντι των Αγγλικών ναυτικών δυνάμεων για λίγες ώρες.[7] Το πρώτο σκέλος του σχεδίου επιτεύχθηκε καθώς ο συμμαχικός στόλος διέλαθε της προσοχής του Νέλσονα, που διατηρούσε τακτικό ναυτικό αποκλεισμό της Τουλώνας. Έφτασε στις Δυτικές Ινδίες και επέστρεψε στο λιμάνι της Φερόλ μετά από σύγκρουσή του με τη ναυτική μοίρα του υποναυάρχου Calder στα τέλη Ιουλίου 1805, στην οποία, όμως, δεν υπέστη σημαντικές απώλειες. Έπειτα ο Βιλνέβ, παρακούοντας τις διαταγές του Ναπολέοντα κατέφυγε στο Καδίθ με το πρόσχημα ότι παρακολουθούνταν οι κινήσεις του από υπέρτερο αριθμητικά Αγγλικό στόλο. Ο Ναπολέων αναγκάστηκε τότε να εγκαταλείψει το σχέδιό του για απόβαση στην Αγγλία και χρησιμοποίησε το στράτευμα που είχε ήδη συγκεντρώσει στη Βουλώνη, για να νικήσει τον Αυστριακό στρατό στο Ούλμ.[8]

Πολεμικά πλοία του Γαλλικού Ναυτικού.

Στις 16 Σεπτεμβρίου 1805 ο Ναπολέοντας εξέδωσε νέες διαταγές σύμφωνα με τις οποίες ο συμμαχικός στόλος έπρεπε να πλεύσει στη Νάπολη για να ενισχύσει τις εκεί στρατιωτικές επιχειρήσεις των Γάλλων, αλλά και να καταναυμαχήσει Αγγλικές ναυτικές δυνάμεις, αν τύχαινε να είναι αριθμητικά ασθενέστερες. Ζητούσε δηλαδή ο Ναπολέοντας να διακινδυνέψει το στόλο του ο Βιλνέβ για την επίτευξη ενός στρατηγικά ελάσσονος στόχου.[9] Έχοντας πληροφορηθεί την αποδυνάμωση του στόλου του Νέλσονα κατά έξι πλοία αλλά και την επικείμενη ταπεινωτική αντικατάστασή του από το ναύαρχο Rosily ο Βιλνέβ διέταξε τον απόπλου του συμμαχικού στόλου από το Καδίθ στις 19 Οκτωβρίου. Ο απόπλους αυτός, εκτελέστηκε με μεγάλη καθυστέρηση λόγω της απροθυμίας αρκετών κυβερνητών των μονάδων του και της πτώσης της έντασης του ανέμου, παρέχοντας έτσι έγκαιρη προειδοποίηση στο Νέλσονα που ναυλοχούσε με το στόλο του στα ανοικτά. Όπως και στη ναυμαχία του Αμπουκίρ έτσι και στη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ ο Νέλσονας ενθάρρυνε την έξοδο του αντιπάλου του εφαρμόζοντας στρατηγικό παρά τακτικό ναυτικό αποκλεισμό και δικαιώθηκε για αυτό.[10]

Ο συμμαχικός στόλος έπλευσε προς νότο με το Βιλνέβ να ερωτοτροπεί με την ιδέα της επανάκαμψής του στο Καδίθ. Κοντά στο ακρωτήριο Trafalgar στις 8 το πρωί της 21ης Οκτωβρίου ο Βιλνέβ διέταξε αναστροφή προς το Καδίθ, η οποία αναστάτωσε την παράταξη του στόλου του, λόγω των δυσμενών ανέμων και της απειρίας των πληρωμάτων του. Σε αυτή την κατάσταση βρήκε το συμμαχικό στόλο η επίθεση του Νέλσoνα.[11]

Εφαρμόζοντας ελαστική συγκέντρωση που επαινέθηκε από τον Corbett, ο Νέλσονας κατηύθυνε τις δύο μοίρες του στόλου του κάθετα στην εχθρική γραμμή ώστε να τμήσει το μέσο και την ουρά της. Στόχος της κίνησης αυτής του στόλου του Νέλσονα ήταν η  περικύκλωση του μισού συμμαχικού στόλου, πριν προλάβει να συμμετάσχει στη μάχη το μπροστινό τμήμα του Γαλλο-ισπανικού στόλου, που χρειαζόταν περισσότερο χρόνο για να αναστρέψει και να έρθει προς βοήθεια του άλλου του μισού, με αντίθετο μάλιστα άνεμο.[12] Ο Βιλνέβ περίμενε την κίνηση αυτή του Νέλσονα, γνωρίζοντας, όμως, την ανεπάρκεια των αξιωματικών του δεν έλαβε μέτρα που θα εμπόδιζαν την πραγματοποίησή της.

Ο Νέλσονας αρχικά προσποιήθηκε πως κατευθύνονταν εναντίον της κεφαλής της αντίπαλης παράταξης. Λίγο πριν την φτάσει, όμως, στράφηκε στο κέντρο της, αιφνιδιάζοντας τακτικά τον αντίπαλο και επιβαρύνοντάς τον ψυχολογικά λόγω της αβεβαιότητας που τον διακατείχε σχετικά με το πραγματικό σημείο προσβολής του στόλου του από το Νέλσονα.[13] Επειδή ο άνεμος ήταν ασθενής, τα Αγγλικά πλοία εκτέθηκαν αρκετή ώρα στο πυρ του αντιπάλου, χωρίς αυτά να μπορούν να ανταποδώσουν. Δεν έπαθαν όμως σημαντικές ζημιές λόγω της ανεπάρκειας των πυροβολητών του συμμαχικού στόλου και της σχετικά μεγάλης ταχύτητας που επέτυχαν τα πλοία του Νέλσονα προσεγγίζοντας το συμμαχικό στόλο με πλήρη ιστιοφορία, κάτι το ασυνήθιστο σε αυτή τη φάση της ναυμαχίας. Στα πρωτόπλοα πλοία των δύο στηλών του Αγγλικού στόλου επέβαιναν ο Νέλσονας και ο Collingwood αντίστοιχα, κάτι επίσης ασυνήθιστο και ενδεικτικό της επιθετικότητας του Αγγλικού στόλου και της γενναιότητας των αρχηγών του.[14]

Η διάταξη των αντιπάλων στόλων.

Ο στόλος του Νέλσονα επέτυχε να τμήσει την αντίπαλη παράταξη στο μέσο και στην ουρά της και ακολούθησε melee που ανέδειξε την αγγλική ανωτερότητα σε ναυτοσύνη, ταχύτητα πυρός και ηθικό. Η εμπροσθοφυλακή του συμμαχικού στόλου ελάχιστα ενεπλάκη στη ναυμαχία και προτίμησε να διαφύγει.[15] Οι απώλειες του συμμαχικού στόλου ήταν συντριπτικές καθώς μόνο το ένα τρίτο των πλοίων του κατόρθωσε να σωθεί, ενώ είχε δεκαπλάσιες ανθρώπινες απώλειες σε σχέση με αυτές του Αγγλικού.[16] Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι μόνο ένα μικρό τμήμα των συνολικών Γαλλικών ναυτικών δυνάμεων καταστράφηκε στο Τραφάλγκαρ.[17]

Κατά την έναρξη της ναυμαχίας του Τραφάλγκαρ, οι δύο στήλες του στόλου του Νέλσονα θα μπορούσαν να ήταν καλύτερα παρατεταγμένες, ώστε να επιτευχθεί ακόμα μεγαλύτερη νίκη επί των αντιπάλων του. Η καλύτερη πάντως παράταξη του στόλου του Νέλσονα απαιτούσε χρόνο που θα μπορούσε να είχε αξιοποιηθεί από το Βιλνέβ, ώστε να αμυνθεί καλύτερα.[18] Σε κάθε περίπτωση, ο Νέλσον διοίκησε το στόλο του αποκεντρωτικά κατά το πρότυπο των Vernon, Anson και Hawke, έχοντας ενημερώσει τους κυβερνήτες των πλοίων του για το απλό σχέδιο μάχης που είχε συλλάβει και για αυτό χρησιμοποίησε λίγα μόνο σήματα κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας προσβλέποντας στην ικανότητα και στην πρωτοβουλία τους. Προσέγγιζε ο Νέλσονας χαοτικά και όχι γραμμικά τις ναυτικές επιχειρήσεις, οπότε και εξηγείται η σπουδή του να συνάψει ναυμαχία με τον συμμαχικό στόλο.[19]

William Turner, The Battle of Trafalgar, 21 October 1805, National Maritime Museum, Greenwich

Μετά το Τραφάλγκαρ και μέχρι το 1814 οι Γάλλοι δεν αμφισβήτησαν άμεσα την κυριαρχία των θαλασσών από τους Άγγλους με αποτέλεσμα να υποχωρήσει δραματικά η απειλή Γαλλικής αποβατικής ενέργειας εναντίον των βρετανικών νήσων και να αυξηθεί η διαθεσιμότητα αγγλικών ελαφρών μονάδων για την προστασία νηοπομπών. Πράγματι, η απώλεια έστω και μιας βρετανικής νηοπομπής από τις Δυτικές Ινδίες προς την Αγγλία θα μπορούσε να αποβεί καταστροφική για τη Βρετανική οικονομία, ενώ η απώλεια μιας νηοπομπής από τις Ανατολικές Ινδίες θα μπορούσε να ρίξει τη βρετανική κυβέρνηση.[20] Η προστασία αυτή του Βρετανικού εμπορίου από τον Αγγλικό στόλο παρέσχε στην Αγγλία τους αναγκαίους πόρους για να συνεχίσει αυτή τον πόλεμο και να χρηματοδοτήσει τους στρατούς των συμμάχων της μέχρι την τελική ήττα του Ναπολέοντα το 1814.[21] Μπόρεσε επίσης η Αγγλία να υποστηρίξει από θαλάσσης επαναστατικές εξεγέρσεις εναντίον των Γάλλων του Ναπολέοντα στην Ισπανία, στην Καλαβρία, στη Δαλματία και στο Μοριά.[22] Στέρησε δε τη Γαλλία από πολύτιμο ναυτεμπορικό εισόδημα.

Οι Γάλλοι, πάντως, δεν έπαψαν μέχρι το 1814 να αποτελούν αυξανόμενη ναυτική απειλή για την Αγγλική κυριαρχία στη θάλασσα. Με την επέκταση της ηγεμονίας τους στην ηπειρωτική Ευρώπη υπήρχε πάντα ο κίνδυνος ότι θα έπεφταν στα χέρια τους σημαντικοί πολεμικοί στόλοι της περιοχής κάτι που οι Άγγλοι προσπάθησαν να αποτρέψουν με την επίθεσή τους εναντίον του δανικού στόλου στην Κοπεγχάγη το 1807. Επιπλέον, οι Γάλλοι συνέχιζαν να κατασκευάζουν νέο στόλο που το 1814 έφτασε τα 80 πλοία της γραμμής έναντι 99 των Άγγλων. Αντικειμενικά, οι νίκες του Ναπολέοντα στο Αούστερλιτς και στο Ουλμ ήταν μεσοπρόθεσμα πολύ πιο σημαντικές από την ήττα του συμμαχικού στόλου στο Τραφάλγκαρ. Στρατηγικά πιο σημαντική από τη νίκη στο Τραφάλγκαρ υπήρξε και η νίκη του Νέλσονα στη ναυμαχία του Αμπουκίρ το 1798. [23]

Η κηδεία του Νέλσονα.

Ο Νέλσον αναδείχθηκε σε εθνικό ήρωα των Άγγλων μετά τη νίκη και την ηρωїκή θανή του στη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ η ναυτική του, όμως, τακτική δεν εφαρμόστηκε ξανά. Η πραγματοποίηση 15 μόνο και μικρών, κυρίως, ναυμαχιών, μεταξύ της μάχης του Βατερλώ και της έναρξης του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου δεν ενθάρρυνε την περαιτέρω μεταρρύθμιση στη ναυτική τακτική που είχε επιτευχθεί κατά τον 18ο αιώνα, όταν συνάφθηκαν 56, μεγάλες, κυρίως, ναυμαχίες. Επιπλέον, η εισαγωγή του τηλέγραφου και του ασυρμάτου αλλά και η συνεχής αύξηση της απόστασης μάχης ενίσχυσε το συγκεντρωτισμό στις ναυτικές επιχειρήσεις σε στρατηγικό και τακτικό επίπεδο, απομακρύνοντας το ενδεχόμενο της υιοθέτησης της ναυτικής τακτικής που εφάρμοσε ο Νέλσονας. Μόνο ως επιθετική νοοτροπία και σήμα ελιγμού στο Αγγλικό σηματολόγιο επιβίωσε η ανάμνηση του Άγγλου ναυμάχου στο Βρετανικό ναυτικό.[24]

Η πλατεία Trafalgar του Λονδίνου

Nelson’s Trafalgar (Britain’s Greatest Naval Hero) | Timeline

Ο Ζήσης Φωτάκης είναι Λέκτορας Ναυτικής Ιστορίας στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων

Υποσημειώσεις

[1]        https://en.wikipedia.org/wiki/Battle_of_Trafalgar

[2]        Kennedy, P., The Rise and Fall of the Great Powers. Economic Change and Military Conflict from 1500 to 2000 (New York, 1987), 127. Hattendorf, J.B., The Eighteenth Century and the Classic Age of Sail (Malabar. Florida, 1997), 181. Rodger, N.A.M., The Command of the Ocean. A Naval History of Britain, 1649-1815, 486. Harding, R., The evolution of the Sailing Navy, 1509-1815 (London, 1995), 137.

[3]        Till, G., Maritime Strategy and the Nuclear Age (London, 1982), 97-98.

[4]        Leonard W. Cowie, Lord Nelson 1758-1805: a bibliography (Westport CT, 1990), 28. Fioravanzo, G., A history of naval tactical thought (Annapolis, 1979), 86-87, 99. Hughes, W.P., Fleet Tactics. Theory and Practice (Annapolis, 1986), 49.

[5]        Till, Maritime Strategy, 23-24. Lambert, A.D., «Nelson: Searching for the Sublime», Historically Speaking, 10:3 (June 2009), 13-17.

[6]        Harding, The evolution of the Sailing Navy, 134. Lavery, B., The Ship of the Line. Design, construction and fittings (Annapolis, 1984), 163. Tunstall, B., Naval Warfare in the Age of Sail. The Evolution of Fighting tactics 1650-1815 (London, 2001), 92.

[7]        Potter E.B. & Nimitz, C. W., Seapower. A Naval History (Englewood Cliffs, 1960), 155-156.

[8]          Ό.π., 159-162.

[9]        Rodger, The Command of the Ocean, 537.

[10]      Fioravanzo, A history of naval tactical thought, 10. https://en.wikipedia.org/wiki/Battle_of_Trafalgar

[11]      Potter, Seapower ,164

[12]      Till, Maritime Strategy, 99. Reynolds, C. G., Command of the Sea. The History and Strategy of Maritime Empires (New York, 1974), 307.

[13]      Potter, Seapower, 164-165. Για την αξία του αιφνιδιασμού ως πολλαπλασιαστή ισχύος σε τακτικό επίπεδο βλέπε ενδεικτικά Liddel Hart, B.H., Strategy : the indirect approach (London, 1967).

[14]      Rodger, The Command of the Ocean, 538.

[15]      White, C., «Trafalgar, Battle of» στο Hattendorf, J. (ed.) Oxford Encyclopedia of Maritime History, vol. 4 (London and New York, 2007), 189.

[16]      Ό.π., 542.

[17]      White, «Trafalgar», 189.

[18]      Tunstall, Naval Warfare, 92, 258

[19]      Palmer, M. A. «The Soul’s Right Hand»: Command and Control in the Age of Fighting Sail, 1652-1827, The Journal of Military History, Vol. 61, No. 4 (Oct., 1997), 688, 701. Hughes, Fleet Tactics, 53. https://en.wikipedia.org/wiki/Battle_of_Trafalgar

[20]      Potter, Seapower, 167-168. Lambert, A., «Strategy» στο Hattendorf, J. (ed.) Oxford Encyclopedia of Maritime History, vol. 4 (London and New York, 2007), 52.

[21]      Rodger, The Command of the Ocean, 544.

[22]      Coutau-Begarie, H., «Seapower in the Mediterranean from the Seventeenth to the Nineteenth Century» στο Hattendorf, J. (ed.) Naval Policy and Strategy in the Mediterranean, Past Present and Future (London & Portland, Or, 2000), 39.

[23]      White, «Trafalgar», 190.

[24]      Palmer, «The Soul’s Right Hand», 703-705.

Η ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΠΥΡΑΥΛΩΝ ΤΗΣ ΚΟΥΒΑΣ

Η ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΠΥΡΑΥΛΩΝ ΤΗΣ ΚΟΥΒΑΣ

Η κρίση των πυραύλων της Κούβας υπήρξε ένα από τα πλέον θερμά επεισόδια της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου. Επί πολλά χρόνια, η επικρατούσα ερμηνεία των υπευθύνων και πάσης φύσεως μελετητών, έκλινε προς την εκτίμηση πως το Κρεμλίνο, εγκαθιστώντας βαλλιστικούς πυραύλους με πυρηνικές κεφαλές στην Κούβα, προέβη σε μια κίνηση αντιπερισπασμού, η οποία προσέβλεπε σε μια επωφελή, για το ίδιο, επαναδιαπραγμάτευση του καθεστώτος του Βερολίνου ένα χρόνο έπειτα από την ανέγερση του τείχους. Σήμερα, με τη δυνατότητα αξιοποίησης, πλέον, των Σοβιετικών αρχείων, τα κίνητρα της Μόσχας φωτίζονται υπό διαφορετική οπτική από εκείνη των δυτικών: Η υποστήριξη της Κουβανικής επανάστασης (πολιτική, ιδεολογική, στρατιωτική), μπροστά στις έμπρακτες προθέσεις των ΗΠΑ περί ανατροπής του Fidel Castro, ερχόταν σε άμεση προτεραιότητα. Έτσι εξηγείται η αποστολή, επί τόπου, των πυρηνικών όπλων, αλλά και σημαντικών συμβατικών δυνάμεων, το μέγεθος των οποίων είχε εξολοκλήρου διαφύγει από την εκτίμηση των Αμερικανών την εποχή της κρίσης, εκπλήσσοντας ακόμα και σήμερα. Όλα τα παραπάνω, βέβαια, με γνώμονα την ειρηνική συνύπαρξη των υπερδυνάμεων επάνω σε μια αποτρεπτική, παρά τα φαινόμενα, ισορροπία τρόμου. Είναι αποδεδειγμένο πως η ΕΣΣΔ δεν επεδίωκε μια μετωπική σύγκρουση. Η παρουσία των πυραύλων σε ορατή απόσταση από τις ακτές της Φλόριντα, ήταν προληπτικής φύσεως και αποτελούσε περισσότερο, για τους εμπνευστές αυτής της στρατηγικής, ένα αυστηρό μήνυμα παρά μια άμεση απειλή. Σε αυτό ακριβώς το σημείο οι χειρισμοί του Κρεμλίνου ελέγχονται ως αφελείς, καθώς ουδείς από τους Σοβιετικούς ιθύνοντες, ανέμενε μια τόσο αποφασιστική και άμεση αντίδραση εκ μέρους των ΗΠΑ. Μόλις έγινε αντιληπτό πως η κλιμάκωση της έντασης οδηγούσε σε ένοπλη αντιπαράθεση, η Μόσχα υποχώρησε. Ο συμψηφισμός των Σοβιετικών πυραύλων της Κούβας με τους αντίστοιχους Αμερικανικούς της Τουρκίας ήταν επίσης ένα ζητούμενο για τους λειτουργούς της εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ. Αντίθετα, το ζήτημα του Βερολίνου, έτσι, τουλάχιστον, όπως προκύπτει από τη μελέτη των Σοβιετικών αρχείων, δεν είχε τη σημασία εκείνη, την οποία του προσέδιδαν, παλαιότερα, οι δυτικοί ερευνητές, παρά μόνο στο πλαίσιο μιας δυναμικής καθολικής αναμέτρησης Ανατολής – Δύσης, κάτι που δεν επιθυμούσε η Μόσχα. Μεταξύ πολλών ερωτήσεων, που εξακολουθούν να προβληματίζουν έως σήμερα, αξίζει ειδική μνεία για τις παρακάτω δυο: 1) Υπήρξε νικητής και ηττημένος από την κρίση των πυραύλων της Κούβας και 2) πόσο κοντά σε ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα βρέθηκε η Ανθρωπότητα; Ως προς το πρώτο ερώτημα, φαινομενικός νικητής είναι οι ΗΠΑ. Ωστόσο, από μια διεξοδικότερη προσέγγιση της κρίσης, το Αμερικανικό σύστημα διακυβέρνησης ανέδειξε μοιραίες ρωγμές, με την ανοικτή διάσταση ανάμεσα στους οπαδούς της δυναμικής παρέμβασης και εκείνους της ειρηνικής επίλυσης. Οι ήδη προβληματικές σχέσεις μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας ή, καλύτερα, μεταξύ εκλεγμένης αρχής και βαθέως κράτους, έφθασαν σε οριακό σημείο, οδηγώντας, ένα μόλις χρόνο αργότερα, με μαθηματική ακρίβεια, τις εξελίξεις στη φυσική εξόντωση του John F. Kennedy. Από την άλλη πλευρά, δεν δύναται κανείς να θεωρήσει την ΕΣΣΔ ως την απόλυτη χαμένη της όλης υπόθεσης. Ναι μεν οι πύραυλοι αποσύρθηκαν, ωστόσο, ο ουσιαστικός στόχος του Κρεμλίνου, η μετάλλαξη δηλ. της Κούβας σε ένα ιδεολογικο-στρατιωτικό προπύργιο για την ενίσχυση των επαναστατικών κινημάτων της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής, επιτεύχθηκε στην εντέλεια. Ως προς το δεύτερο ερώτημα (κατά πόσο ο κίνδυνος πυρηνικού ολοκαυτώματος ήταν υπαρκτός ή αποτελούσε αποκύημα ομαδικής ψύχωσης), η απάντηση ακόμα και σήμερα, με την πάροδο μισού αιώνα, δεν είναι εύκολη. Ουδεμία εκ των δυο πλευρών επεδίωκε μια πυρηνική σύγκρουση. Ωστόσο, αμφότερες προσέφυγαν σε μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση. Οι ΗΠΑ όρισαν ακόμα και ακριβή ημερομηνία για στρατιωτική παρέμβαση στην Κούβα, το δε σύνολο των στρατιωτικών δυνάμεων των κρατών-μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας τέθηκε, όπως και το αντίστοιχο Αμερικανικό, σε κόκκινο συναγερμό. Τέλος, οι διοικητές των Σοβιετικών μονάδων στην Κούβα είχαν εξουσιοδότηση να κάνουν χρήση πυρηνικών όπλων κατά το δοκούν, προκειμένου να αποκρούσουν ενδεχόμενη Αμερικανική εισβολή, κάτι το οποίο αγνοούσαν πλήρως οι ιθύνοντες στην Ουάσιγκτον (το σημαντικό αυτό στοιχείο αναδύθηκε πρόσφατα από τα Σοβιετικά αρχεία). Σε μια τόσο ακραία διελκυνστίδα, οι προοπτικές να σπάσει τελικά το σχοινί δεν είναι εξωπραγματικές.

Οι πρώτες αεροφωτογραφίες από αεροσκάφος U-2, οι οποίες εντοπίζουν παρουσία Σοβιετικών πυρηνικών πυραύλων μεσαίου βεληνεκούς στην Κούβα (15 Οκτωβρίου 1962).
Το βεληνεκές των Σοβιετικών πυραύλων.
Ο υπουργός Εξωτερικών της ΕΣΣΔ Andrei Gromyko στον Λευκό Οίκο (18 Οκτωβρίου 1962).
Η Εθνική Επιτροπή Διαχείρισης κρίσεων (National Security Council Executive Committee συντ. Ex-Comm). Όλες οι συνεδριάσεις μαγνητοφωνήθηκαν από τον Kennedy εν αγνοία των υπολοίπων (ηχογραφημένο υλικό διάρκειας 43 ωρών)
Ο ηγέτης της Κούβας Fidel Castro με τον ΓΓ της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ Nikita Khrushchev.

Το διάγγελμα του Προέδρου των ΗΠΑ John F. Kennedy από την τηλεόραση και η δημόσια αναγγελία της επικείμενης επιβολής αποκλεισμού της Κούβας (22 Οκτωβρίου 1962). Σε ένα πρώτο στάδιο, ο Kennedy τάχθηκε υπέρ της διενέργειας χειρουργικών αεροπορικών βομβαρδισμών σε βάρος των Σοβιετικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην Κούβα. Μετέβαλε γνώμη όταν η στρατιωτική ηγεσία στάθηκε ανίκανη να του παράσχει τη διαβεβαίωση πως θα καταστρέφονταν πλήρως όλοι πύραυλοι και οι πυρηνικές κεφαλές. Κατόπιν τούτου, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ στράφηκε προς την εναλλακτική λύση του αποκλεισμού, την οποία αρχικά επέκρινε ως ανεπαρκη. Καθώς μάλιστα, με δεδομένα Διεθνούς Δικαίου, ο όρος “αποκλεισμός” συνεπάγεται ύπαρξη εμπόλεμου καθεστώτος, το μέτρο βαπτίστηκε για την περίσταση “καραντίνα”, διαθέτοντας, ωστόσο, το σύνολο των διακριτικών γνωρισμάτων ενός αποκλεισμού.

Πρωτοσέλιδο των New York Times.
Η μοναξιά της εξουσίας σε κρίσιμες ώρες.
Ο JFK εικονίζεται με τον στρατηγό Maxwell D. Taylor, αρχηγό του Επιτελείου, και τον Υπουργό Άμυνας Robert McΝamara. Οι έκρυθμες σχέσεις με τους στρατιωτικούς, οπαδούς μιας δυναμικής λύσης και πολιτικά εχθρικούς έναντι της συγκεκριμένης Κυβέρνησης, υπήρξε μόνιμο πρόβλημα για τον Kennedy κατά τη διάρκεια της κρίσης και όχι μόνο. Σημειώθηκαν κρούσματα ανυπακοής προς τον Πρόεδρο και συνταγματικά αναγνωρισμένο αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων, ενώ ο Λευκός Οίκος δεν απέκλειε και αυτό ακόμη το ενδεχόμενο διενέργειας στρατιωτικού πραξικοπήματος εις βάρος του.
Η έναρξη εφαρμογής του αποκλεισμού. Αεροσκάφος τύπου Lockheed P-2 Neptune παρατηρεί τις κινήσεις Σοβιετικού εμπορικού πλοίου στα ανοικτά της Κούβας (23 Οκτωβρίου 1962).
Οι εγκαταστάσεις των Σοβιετικών πυραύλων στην Κούβα
Η μεταφορά της αντιπαράθεσης στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Ο Πρέσβυς των ΗΠΑ Adlai Stevenson (κάτω), καταγγέλει την ύπαρξη Σοβιετικών πυρηνικών όπλων στην Κούβα δημοσιοποιώντας τις σχετικές αεροφωτογραφίες (25 Οκτωβρίου 1962).

Χαμηλή πτήση αεροσκάφους Crusader RF8 πάνω από την Κούβα. Το Αμερικανικό Πεντάγωνο πολλαπλασίασε πτήσεις της κατηγορίας αυτής με αιτιολογία τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με τις Σοβιετικές εγκαταστάσεις, αγνοώντας επιδεικτικά τον υφιστάμενο κίνδυνο κατάρριψης και πρόκλησης θερμού επεισοδίου σε εξαιρετικά κρίσιμες στιγμές
Οι υποσμηναγοί William Ecker και Bruce Wilhelmy αλληλοσυγχαίρονται έπειτα από την επιστροφή τους από αναγνωριστική αποστολή στην Κούβα. Υπακούοντας στις εντολές του Λευκού Οίκου, απέκρυψαν από τη στρατιωτική ηγεσία του Πενταγώνου, οπαδού της δυναμικής λύσης, το γεγονός ό,τι εβλήθησαν από την Κουβανική αεράμυνα. Το έπραξαν προκειμένου να αποφευχθεί περαιτέρω κλιμάκωση της έντασης σε δύσκολες ώρες (25 Οκτωβρίου 1962). Πενήντα χρόνια αργότερα, το 2012, ο Ecker περιέγραψε την εμπειρία του σε βιβλίο που εξέδωσε και το οποίο φέρει τον τίτλο Blue Moon over Cuba: Aerial Reconnaissance during the Cuban Missile Crisis
Αντιαεροπορική συστοιχία πυραύλων στις ακτές της Φλόριντα, απέναντι από την Κούβα.
Το πυρηνικό οπλοστάσιο των ΗΠΑ σε ετοιμότητα (DEFCON-2)

 

Διαδηλώσεις υπέρ της ειρήνης στην Ουάσιγκτον
Διαδηλώσεις υπέρ της ειρήνης και στο Λονδίνο
Aleksandr Feklisov
John Scali

 

Οι ανεπίσημες επαφές ανάμεσα στο Κρεμλίνο και τον Λευκό Οίκο, είναι ένα επεισόδιο, που έλαβε χώρα ενόσω η κρίση βρισκόταν σε εξέλιξη. Ο συνταγματάρχης Aleksandr Feklisov, επικεφαλής του κλιμακίου της KGB στην Αμερικανική πρωτεύουσα μεταξύ 1960 και 1964 με το ψευδώνυμο Aleksandr Fomin, ήρθε σε επαφή με τον ανταποκριτή του ABC News John Scali, μεταφέροντας την πρόταση εκείνη, η οποία έμελλε να λειτουργήσει ως βάση των μετέπειτα διαπραγματεύσεων: άμεση απόσυρση των Σοβιετικών πυραύλων έναντι μιας δημόσιας επίσημης δέσμευσης των ΗΠΑ πως δεν επρόκειτο να παρέμβουν στρατιωτικά στην Κούβα. Έχοντας λάβει οδηγίες από τον Λευκό Οίκο, ο Scali συναντήθηκε εκ νέου, λίγες ώρες αργότερα, με τον συνομιλητή του, διαβεβαιώνοντας τον τελευταίο ως προς τη δέσμευση του Προέδρου Kennedy να μην προχωρήσει σε εισβολή, εφόσον είχε προηγηθεί η απόσυρση των πυραύλων υπό την επιτήρηση των Ηνωμένων Εθνών. Το περιεχόμενο της συνομιλίας διαβιβάστηκε δίχως χρονοτριβή στη Μόσχα. Την επόμενη μέρα, 27 Οκτωβρίου 1962, στα τηλετυπα του Λευκού Οίκου έφτασε μια αόριστη, θετική κατ αρχήν, απάντηση του Khrushchev. Η βελτίωση του κλίματος ανακόπηκε αυθημερόν, εξαιτίας δυο γεγονότων: 1) της κατάρριψης ενός αναγνωριστικού U-2 από την Κουβανική αεράμυνα, λίγες ώρες αργότερα και 2) μιας επαναδιατύπωσης της πρότασης Krushchev, όπου ετίθετο ως προαπαιτούμενο η απόσυρση των αμερικανικών πυραύλων Jupiter από την Τουρκία. Το περιβάλλον του Λευκού Οίκου ερμήνευσε το παραπάνω πισωγύρισμα ως επιβολή των σκληροπυρηνικών κύκλων στη Μόσχα, ακόμα και ως πιθανή ένδειξη ανατροπής του Krushchev από αυτούς. Σήμερα, από τη μελέτη των Σοβιετικών αρχείων, γνωρίζουμε πως συντάκτης και της δεύτερης επιστολής ήταν ο Σοβιετικός ηγέτης, με ομόφωνη, μάλιστα, υποστήριξη των μελών του Politburo, δηλ. του ανώτατου οργάνου σε επίπεδο λήψεως αποφάσεων. Το έπραξε στο πλαίσιο μιας προσπάθειας εκμαίευσης μιας μαξιμαλιστικής λύσης, δίχως να πιστεύει ούτε ο ίδιος σε μια τελική ευόδωση. Αντίθετα, όπως προκύπτει, πάντοτε, από τις Σοβιετικές πηγές, ήταν έτοιμος να απεμπολίσει με χαρακτηριστική ευκολία το αίτημα για τους Jupiter. Όμως, μη έχοντας σχηματίσει σαφή εικόνα για τα παραπάνω, στην Ουάσιγκτον, οι Αμερικανοί ιθύνοντες, εκτιμώντας (λανθασμένα, όπως αποδεικνύεται πλέον) ως αμετάκλητο το αίτημα του Γενικού Γραμματέα του Κ.Κ.Σ.Ε., συναίνεσαν, τελικά, στην αρχή του συμψηφισμού. Με τον τρόπο αυτό, οι πύραυλοι Jupiter αποτέλεσαν, έκτοτε, σημαντική παράμετρο στην εκτόνωση της κρίσης

 

Το καταρριφθέν αεροσκάφος U-2 της CIA με διακριτικά της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας και κυβερνήτη τον Rudolf Anderson (27 Οκτωβρίου 1962). Το εν λόγω επεισόδιο οδήγησε στην κορύφωση της έντασης, πείθοντας τον Kennedy να επανεξετάσει το σενάριο εισβολής στην Κούβα
Ο πιλότος Rudolf Anderson, μοναδική ανθρώπινη απώλεια των δεκατριών ημερών που διήρκεσε η κρίση.
Robert Francis Kennedy
Anatoly Fyodorovich Dobrynin

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η συνάντηση, αργά το βράδυ της 27ης Οκτωβρίου, ανάμεσα στον Υπουργό Δικαιοσύνης Robert F. Kennedy και τον Πρέσβυ της ΕΣΣΔ στις ΗΠΑ Anatoly Dobrynin, δικαιούται τον χαρακτηρισμό της ύστατης ευκαιρίας πριν από την Αποκάλυψη. Η πρωτοβουλία προήλθε από την Αμερικανική πλευρά και ενώ είχε, πλέον, ληφθεί η απόφαση και ορισθεί για τις 29 Οκτωβρίου η ημερομηνία έναρξης των αεροπορικών βομβαρδισμών των Σοβιετικών εγκαταστάσεων της Κούβας, ως προοιμίου αποβατικής επιχείρησης, έπειτα από την κατάρριψη του U-2 και την απώλεια του πιλότου. Η επιλογή του Robert Kennedy για τη λεπτή αυτή αποστολή μόνο ως συγκυριακή δεν μπορεί να θεωρηθεί. Διατηρούσε άριστες προσωπικές σχέσεις με τον Σοβιετικό Πρέσβυ. Επιπρόσθετα, ήταν άτομο της απόλυτης εμπιστοσύνης του Προέδρου και αδελφού του. Τέλος, ανήκε στην κατηγορία των μετριοπαθών, οι οποίοι πρέσβευαν πως έπρεπε να εξαντληθεί κάθε περιθώριο συμβιβασμού, προτού οι δυο πλευρές προσφύγουν στη χρήση βίας. Η συζήτηση των δυο ανδρών περιστράφηκε γύρω από την πρώτη επιστολή Khrushchev (η Αμερικανική πλευρά, για λόγους γοήτρου αλλά και τακτικής, αγνόησε σκοπίμως τη δεύτερη επιστολή). Μόνο όταν η συνομιλία έδειχνε πως καταλήγει σε αδιέξοδο, ο Kennedy προέβη στην ακόλουθη ανεπίσημη διαβεβαίωση: η αμερικανική πλευρά αποδεχόταν, τελικά, την απόσυρση των πυραύλων Jupiter από την Τουρκία. Η συμφωνία θα παρέμενε μυστική και θα υλοποιείτο την άνοιξη του 1963, ώστε να μην εκληφθεί σε επίπεδο κοινής γνώμης αλλά και των υπολοίπων κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, ως υποχωρητικότητα εκ μέρους των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, διαμηνύθηκε πως ο χρόνος πίεζε ασφυκτικά, καθώς οι βομβαρδισμοί ήταν προγραμματισμένοι να ξεκινήσουν σε λιγότερο από 48 ώρες αργότερα. Σε αυτό, ακριβώς, το σημείο συνίστατο ο μεγάλος κίνδυνος για τους Αμερικανούς, που έχαναν, με την παραπάνω αποκάλυψη, το στοιχείο του αιφνιδιασμού, προσφέροντας στους Σοβιετικούς το πλεονέκτημα να καταφέρουν, εκείνοι, ένα πρώτο πλήγμα με ενδεχόμενη χρήση πυρηνικών όπλων (το Πεντάγωνο και η CIA εξέφρασαν ζωηρές επιφυλάξεις για τη συνάντηση R. Kennedy-Dobrynin ενόψει αυτού ακριβώς του κινδύνου). Πάραυτα, ο Dobrynin έσπευσε να ενημερώσει τη Μόσχα, ασκώντας όλη του την επιρροή προς την κατεύθυνση της εκτόνωσης. Τα χαράματα της επομένης, 28 Οκτωβρίου, το Σοβιετικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Tass κοινοποίησε την απόφαση του Krushchev περί άμεσης απόσυρσης των πυραύλων από την Κούβα. To 1969, ένα χρόνο έπειτα από τη δολοφονία του, κυκλοφόρησε η καταγραφή των γεγονότων από τον Robert Kennedy σε βιβλίο με τίτλο Thirteen Days: A Memoir of the Cuban Missile Crisis. O Dobrynin παρέμεινε επικεφαλής της Σοβιετικής πρεσβείας στην Ουάσιγκτον έως το 1986. Καθώς κατά την προ Gorbachev εποχή δεν ήταν σύνηθες οι εν ενεργεία διπλωμάτες να εκδίδουν τις αναμνήσεις τους, ο Dobrynin δεν άφησε γραπτά ίχνη. Ωστόσο, η πλούσια και αποκαλυπτική επίσημη αλληλογραφία, την οποία αντάλλαξε με τη Μόσχα, αποτελεί, στις μέρες μας, ανεκτίμητης αξίας πηγή για τη μελέτη και κατανόηση της κρίσης του 1962.

Η φόρτωση των πυραύλων υπό τη σκιά Αμερικανικού αναγνωριστικού αεροπλάνου.
29 Οκτωβρίου 1962: Η εκτόνωση της κρίσης.

History Channel The Cuban Missile Crisis Declassified

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Allison, Graham: Essence of Decision: Explaining the Cuban Missile Crisis, New York, Little Brown, 1971 (1η έκδοση).

Allison, Graham – Zelikow, Philip: Essence of Decision: Explaining the Cuban Missile Crisis, New York, Longman, 1999 (2η έκδοση).

Coleman, David G.: The Fourteenth Day: JFK and the Aftermath of the Cuban Missile Crisis: The Secret White House Tapes, New York, W. W. Norton and Company, 2012.

Dobbs, Michael: One Minute to Midnight: Kennedy, Khrushchev, and Castro on the Brink of Nuclear War, New York, Knopf, 2008.

Ecker, William B.- Jack, Kenneth V.: Blue Moon over Cuba: Aerial Reconnaissance during the Cuban Missile Crisis, New York, Bloomsbury, 2012.

Kennedy, Robert F.: Thirteen Days: A Memoir of the Cuban Missile Crisis , New York, W.W. Norton and Company, 1969.

May, Ernest R. – Zelikow, Philip D. (Eπιμ.): The Kennedy Tapes: Inside the White House during the Cuban Missile Crisis, New York, W. W. Norton and Company, 1997.

Mikoyan, Sergo – Savranskaya, Svetlana: The Soviet Cuban Missile Crisis: Castro, Mikoyan, Kennedy, Khrushchev and the Missiles of November, Washington, D.C., Woodrow Wilson Center Press, 2012.

Naftali, Timothy – FursenkoAleksandr: “One Hell of a Gamble”: Khrushchev, Castro, Kennedy and the Cuban Missile Crisis, 1958–1964, London, John Murray, 1997.

Widmer,Ted (Kennedy, Caroline, Πρόλογος): Listening In: The Secret White House Recordings of John F. Kennedy, New York, Hyperion, 2012.

 

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Μαρία Δημητρίου: Γιατί θυμόμαστε τον Λόρενς και ξεχνάμε τον Νογάλες;

Μαρία Δημητρίου

Γιατί θυμόμαστε τον Λόρενς και ξεχνάμε τον Νογάλες;[1]

«Γιατί θυμόμαστε τον Λόρενς και ξεχνάμε τον Νογάλες;» αναρωτήθηκε ο αργεντινός λογοτέχνης και δημοσιογράφος Roberto Arlt (1900 – 1942), σε άρθρο του με τίτλο «Ο Λόρενς 500.000 δολάρια. Και ο Ραφαέλ ντε Νογάλες;»,[2] που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “El Mundo” του Μπουένος Άιρες στις 15 Δεκεμβρίου του 1937 και αναδημοσιεύτηκε δύο εβδομάδες μετά στην εφημερίδα “El Nacional” της πόλης του Μεξικού.   Το άρθρο αναφέρεται στους παράλληλους βίους δύο εξαιρετικά σημαντικών προσωπικοτήτων, που έδρασαν στα πεδία μαχών των περιφερειακών μετώπων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στις γραμμές της Τριπλής Συνεννόησης (Entente)  ο πρώτος, είναι o παγκοσμίως γνωστός Βρετανός συνταγματάρχης Thomas Lawrence (1888-1935), γνωστός ως Λόρενς της Αραβίας, ο οποίος οργάνωσε την αραβική εξέγερση (1916-1918) και συμμετείχε σε αυτήν διευθύνοντας επιχειρήσεις ομάδων ατάκτων Αράβων κατά του οθωμανικού στρατού, ως απεσταλμένος της ανωτάτης βρετανικής διοίκησης της Μέσης Ανατολής.  Μετά το τέλος του πολέμου δημοσίευσε τις εμπειρίες του στο αυτοβιογραφικό βιβλίο  “Seven Pillars of Wisdom” (Επτά Στύλοι της Σοφίας), που εκδόθηκε το 1926, γνώρισε παγκόσμια προβολή και δημοσιότητα και εξασφάλισε την υστεροφημία του συγγραφέα, χάρη στην επική ταινία του David Lean.

Ο Λόρενς με αραβική κελεμπία και ο Νογάλες με στολή Οθωμανού αξιωματικού και μετάλλια ανδρείας που του απονεμήθηκαν για τις υπηρεσίες του στις Κεντρικές Δυνάμεις.

Στις γραμμές τού αντίπαλου συνασπισμού, της Τριπλής Συμμαχίας των Κεντρικών Δυνάμεων, ο δεύτερος, είναι ο άγνωστος Βενεζουελανός μπέης Rafael de Nogales Méndez (1877-1937), που την ίδια περίοδο με το Λόρενς πολέμησε εθελοντικά ως αξιωματικός στις τάξεις του οθωμανικού στρατού κατά των ρωσικών και βρετανικών δυνάμεων, καθώς και κατά των Αρμενίων στη πολιορκία του Βαν.  Το 1924 εξέδωσε το αυτοβιογραφικό βιβλίο “Cuatro años bajo la Media Luna” (Τέσσερα χρόνια στην υπηρεσία της Ημισελήνου), όπου καταγράφει τις συκλονιστικές του εμπειρίες, καθώς και εκτιμήσεις, εντυπώσεις, και σκέψεις από την τετραετή θητεία του στον οθωμανικό στρατό, δίνοντας παράλληλα το χρονικό της κατάρρευσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.  Στις 463 πυκνογραμμένες σελίδες του βιβλίου του που φέρει τον επεξηγηματικό υπότιτλο “Su diario e impresiones durante la guerra mundial en los diversos frentes de Europa y Asia” (το ημερολόγιό και οι εντυπώσεις του από τα διάφορα μέτωπα σε Ευρώπη και Ασία κατά τον παγκόσμιο πόλεμο), διατυπώνει με ακρίβεια λεπτομέρειες στρατιωτικού, πολιτικού, διπλωματικού και εθνογραφικού χαρακτήρα, περιγράφει το πολύχρωμο πολιτιστικό μωσαϊκό της Ανατολίας και δίνει ανεκτίμητες μαρτυρίες για την οργάνωση και εκτέλεση της γενοκτονίας των Αρμενίων, τη δράση των Νεότουρκων και το ρόλο των Γερμανών, καθώς και τις σχέσεις μεταξύ τους.

Tόσο οι Οθωμανοί, όσο και οι Γερμανοί τίμησαν το Νογάλες για τις υπηρεσίες του, απονέμοντάς του οκτώ συνολικά παράσημα ανδρείας.  Στο ίδιο άρθρο, ο Roberto Arlt αναφέρει ότι ο Τύπος του Βερολίνου στις 15 Σεπτεμβρίου 1918 τον εξυμνεί ως εξής: «Θα πρέπει να αποτελεί πραγματική ικανοποίηση για όλους τους Λατινοαμερικανούς ότι είναι ο μοναδικός ουδέτερος αξιωματικός που πολεμά με αυτήν ακριβώς την ιδιότητα στις γραμμές των Κεντρικών Δυνάμεων και εδώ και τριάμισι χρόνια,  μαχόμενος υπό τη σημαία του Προφήτη, έχει καταφέρει να δρέψει δάφνες, που θα γέμιζαν αναμφισβήτητα με ικανοποίηση και περηφάνια, όχι μόνο την πατρίδα του τη Βενεζουέλα, αλλά όλες τις λατινοαμερικανικές δημοκρατίες».

Αναφερόμενος στις ομοιότητες των δύο ανδρών, ο Arlt σημειώνει: «είναι και οι δύο εξαιρετικά ριψοκίνδυνοι τυχοδιώκτες,  έχουν τα χέρια τους βαμμένα με αίμα…  είναι συγγραφείς… είναι επαγγελματίες στρατιωτικοί, ωστόσο απογυμνώνουν τόσο ανηλεώς τους επαγγελματίες στρατιωτικούς, ώστε τελικά μας προκαλούν φρίκη».

Ο Arlt θεωρεί ότι τα βιβλία που έγραψαν και οι δύο, βασισμένα στις περιπέτειές τους, «έχουν το ίδιο ζοφερό μεγαλείο» και καταλήγει: «Θεωρώ ότι όφειλα, ως πράξη δικαιοσύνης, να ανακαλέσω στη μνήμη το βιβλίο του τυχοδιώκτη Νογάλες, σε αυτή ακριβώς τη στιγμή που θυμόμαστε τόσο ζωντανά το έργο του Λόρενς.»

Ο Arlt διατύπωσε το ερώτημα, ωστόσο δεν έδωσε με το άρθρο του την απάντηση, δηλαδή για πιο λόγο ξεχάστηκε ο Νογάλες και το τόσο σημαντικό ντοκουμέντο που μας άφησε, 13 μόλις χρόνια μετά την αρχική του έκδοση στα ισπανικά και ενώ εκδόθηκε στη συνέχεια στα γερμανικά(1925),στα αγγλικά(1926) και στα γαλλικά(1934).  Επιπλέον, το 1931 έκανε την εμφάνισή της μία λογοκριμένη έκδοση στα τουρκικά, από την οποία είχαν αφαιρεθεί τα κεφάλαια που αφορούσαν στην αρμενική γενοκτονία.

Το γεγονός ότι ο Λόρενς πολέμησε στο στρατόπεδο των νικητών, προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στη πατρίδα του, διασφαλίζοντας τα συμφέροντά της στη Μέση Ανατολή, ηρωποιήθηκε και χαρακτηρίστηκε ως ο “πρίγκιπας της Μέκκας” ή ο “βασιλιάς δίχως στέμμα της Αραβίας”, ενώ αντίθετα ο Νογάλες πολέμησε στο στρατόπεδο των νικημένων, υπηρετώντας ξένη σημαία, η πατρίδα του τον αντιμετώπισε ως μαύρο πρόβατο και του αποδόθηκαν αφενός οι ρομαντικοί χαρακτηρισμοί “ντ’ Αρτανιάν του 20 αιώνα” ή “στρατιώτης Δον Κιχώτης” αλλά παράλληλα κατηγορήθηκε ως o “δήμιος της Αρμενίας” από τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Woodrow Wilson, θα μπορούσε ίσως να εξηγήσει εν μέρει τη δημοσιότητα που είχε το έργο του πρώτου και την λήθη στην οποία περιέπεσε το έργο του δεύτερου.  Η Ιστορία δε γράφεται μόνο από τους νικητές, αλλά σίγουρα προβάλει τους άθλους τους, κυρίως όταν αυτοί αποτελούν μέσο εσωτερικής προπαγάνδας αλλά και προβολής της εξωτερικής πολιτικής μιας παραπαίουσας αυτοκρατορίας, όπως η Βρετανική, μετά το Μεγάλο Πόλεμο.

Αλλά ποιός πραγματικά ήταν ο αμφιλεγόμενος Νογάλες, που αυτοχαρακτηρίστηκε “περιπλανώμενος ιππότης” ή “πολίτης του κόσμου”  και κάτω από ποιές συνθήκες βρέθηκε να υπηρετεί την Ημισέληνο;

Οι αυτοβιογραφικές πραγματείες των Λόρενς και Νογάλες.  Η δεύτερη είναι τιμητική έκδοση για τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου, ALMUZARA, 2015.

Οι περιπέτειες στις πέντε ηπείρους ενός κοσμοπολίτη-στρατιώτη[3]

Στις 14 Οκτωβρίου 1877 στο San Cristóbal, της επαρχίας Táchira στη δυτική Βενεζουέλα, ήρθε στον κόσμο ο Rafael Ramón Inchauspe Méndez, γόνος εύπορης οικογένειας κρεολών, η οποία  μετανάστευσε στη Γερμανία τον Απρίλιο του 1886.  O νεαρός Ραφαέλ μετά από τις βασικές σπουδές στη Γερμανία, πήγε στο Βέλγιο για στρατιωτικές σπουδές και στην Ισπανία, όπου παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας και φιλολογίας.

Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, άλλαξε το βασκικής προέλευσης επίθετο Inchauspe, επιλέγοντας την αντίστοιχη ισπανική λέξη Nogales (καρυδιές), και έχοντας ως θεμελιώδη αρχή, όπως λέει ο ίδιος, «δράση ή θάνατος», επιδόθηκε σε ένα ξέφρενο κυνήγι περιπετειών και εθίστηκε σε αυτές σε τέτοιο βαθμό, ώστε κάθε φορά επιζητούσε ως κίνητρο τις πλέον ριψοκίνδυνες, που του προσέφεραν όλο και μεγαλύτερες συγκινήσεις.

To βάπτισμα του πυρός στην Κούβα το 1898.

Η καριέρα του ως επαγγελματία στρατιωτικού εγκαινιάστηκε στην Κούβα στις 15 Φεβρουαρίου 1898, όπου πήρε το βάπτισμα του πυρός στον ισπανο-αμερικανικό πόλεμο, πολεμώντας στο πλευρό των Ισπανών για τη διατήρηση της αποικιοκρατικής κατοχής του νησιού.  Μετά την ήττα της Ισπανίας περιπλανήθηκε για δύο χρόνια σε Αφρική και Ασία παίρνοντας μέρος σε επικίνδυνες στρατιωτικές αποστολές, ικανοποιώντας παράλληλα ένα άλλο μεγάλο πάθος: την περιέργειά του να γνωρίσει τόπους άγνωστους και μακρινούς.  Το 1890 επέστρεψε στην πατρίδα του, αλλά ήρθε σε αντιπαράθεση με το αυταρχικό καθεστώς με συνέπεια τη φυλάκισή του. Κατάφερε να δραπετεύσει  την άνοιξη του 1901 και μετά από απίστευτες τυχοδιωκτικές περιπέτειες στα νησιά της Καραϊβικής, στην Κεντρική Αμερική και στο Μεξικό, βρέθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες για να εργαστεί ως αγελαδοτρόφος στη Νεβάδα και την Αριζόνα.

Στα τέλη του 1903 αναχώρησε για την Κίνα, που λόγω του επερχόμενου ρωσο-ιαπωνικού πολέμου (1904-1905) είχε μετατραπεί σε μήλο της έριδος, μεταξύ Ρωσίας, Ιαπωνίας και Βρετανίας, καθώς και πρόσφορο πεδίο για νέες περιπέτειες.  Εκεί έδρασε ως διπλός κατάσκοπος υπέρ της Κορέας και της Ιαπωνίας, αλλά αποκαλύφθηκε και διέφυγε στην Αλάσκα τον Μάιο του 1904, όπου παρέμεινε για ενάμιση χρόνο κυνηγώντας φάλαινες με τους Εσκιμώους.

Η τυχοδιωκτική του φύση, αλλά και ο πυρετός του χρυσού τον οδήγησαν και πάλι στη Νεβάδα, και την Καλιφόρνια, όπου από το 1906 έως το 1907 άσκησε δύο άκρως κερδοφόρα επαγγέλματα: του χρυσοθήρα και του ζωοκλέφτη.   Παράλληλα ήρθε σε επαφή με εξόριστους Μεξικανούς και επηρεάστηκε από τις ιδέες τους σε τέτοιο βαθμό ώστε να μετατραπεί από ζωοκλέφτης σε φλογερό επαναστάτη.  Πήγε στο Μεξικό και πήρε μέρος στην πρώτη μεγάλη κοινωνικο-πολιτική επανάσταση του 20ου αιώνα.

Από το 1909 μέχρι το 1914 προσπάθησε επανειλημμένα, αλλά χωρίς επιτυχία, να ανατρέψει το δικτατορικό καθεστώς της πατρίδας του, με άρθρα, αλλά και με ένοπλη δράση, γεγονός που του στέρησε τη δυνατότητα στρατιωτικής καριέρας στη Βενεζουέλα.  Γι αυτό  θεώρησε την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ως ευκαιρία να δράσει ως επαγγελματίας στρατιωτικός.

Από την Καραϊβική στη Μικρά Ασία

Ο Νογάλες βρισκόταν στις Αντίλλες όταν πληροφορήθηκε ότι στις 2 Αυγούστου 1914 είχε ξεσπάσει ο Μεγάλος Πόλεμος και αμέσως πήρε την απόφαση να πάει στην Ευρώπη για να στρατευτεί στο πλευρό της Entente.  Ωστόσο, η προσφορά του αρχικά προς το βελγικό στρατό και στη συνέχεια προς στο γαλλικό απορρίφθηκε.  Απτόητος, συνέχισε τη προσπάθεια απευθυνόμενος στο στρατό του Μαυροβουνίου και της Σερβίας για να εισπράξει αρνητικές απαντήσεις, λόγω της ουδετερότητας της Βενεζουέλας.  Αποφάσισε να πάει στη Σόφια για να υποβάλει το αίτημά του στο Ρώσο πρέσβη, αλλά εισέπραξε ακόμα μία αρνητική απάντηση.

Τον απογοητευμένο Λατινοαμερικανό έσπευσε να παρηγορήσει ο στρατιωτικός ακόλουθος της γερμανικής πρεσβείας στη Σόφια, von der Goltz[4] και ο Οθωμανός πρέσβης Fethi μπέη, οι οποίοι του πρότειναν να πολεμήσει για τις Κεντρικές Δυνάμεις και του προσέφεραν μία θέση στον οθωμανικό στρατό.  Αν και δεν ήταν η πρώτη του επιλογή, ο Νογάλες, ως επαγγελματίας στρατιώτης, αποδέχτηκε την πρόταση και αναχώρησε για την  Κωνσταντινούπολη, όπου αρχικά συναντήθηκε με υψηλόβαθμους Γερμανούς, όπως αφηγείται: «Μόλις έφτασα στην Κωνσταντινούπολη έγινα αμέσως δεκτός από τον αρχιστράτηγο Liman von Sanders, αρχηγό της γερμανικής στρατιωτικής αποστολής στην Τουρκία και ήρωα της εκστρατείας των Δαρδανελίων, ο οποίος μαζί με το στρατηγό Bronsart von Schellendorf πασά, αρχηγό του τουρκικού Γενικού Επιτελείου Στρατού, με παρουσίασαν στον υπουργό Στρατιωτικών Enver πασά, που με τίμησε με τη φιλία του.  Μου προσέφερε μία θέση ανώτατου αξιωματικού στον τακτικό τουρκικό στρατό, δίνοντας το λόγο της τιμής μου ως άνδρας και ως στρατιώτης ότι θα υπερασπιζόμουν και θα τιμούσα τη σημαία αυτής της χώρας, για όσο θα την υπηρετούσα.  Αυτόν τον όρκο τον εκπλήρωσα πιστά μέχρι το τέλος του πολέμου»[5]  Ως Νογάλες μπέης πλέον, αναχώρησε στις 12 Φεβρουαρίου 1915 για το ρωσο-τουρκικό μέτωπο του Καυκάσου.  Ο ίδιος σχολιάζει με αυτοσαρκαστική διάθεση: «Μέσα σε λίγους μήνες από αρχηγός των ανταρτών που μάχονταν τη δικτατορία του Gómez στη Βενεζουέλα, έγινα αξιωματικός της Ημισελήνου και πολεμούσα κατά των στρατευμάτων των χωρών που είχαν αρνηθεί τις υπηρεσίες μου μερικές μέρες πριν» και συνεχίζει αναφερόμενος στις αιτίες αυτής της μεταστροφής: «Αλλά μια αιτία είναι απλά μια αιτία, λίγο ή πολύ δίκαια.  Αυτό που θα έλεγα προς υπεράσπισή της θα μπορούσε να είναι λιγότερο ή περισσότερο αληθινό.  Αλλά ποιός μπορεί να έχει δίκαιο στον πόλεμο;  Όπως λένε οι Γάλλοι “o πόλεμος είναι πόλεμος”.  Εγώ ως επαγγελματίας στρατιωτικός φυσικά και έπρεπε να συμμετάσχω σε αυτόν τον πόλεμο» [6]

Στο μέτωπο του Καυκάσου οι επιχειρήσεις βρίσκονταν σε ύφεση μετά από τη  συντριπτική ήττα της Τρίτης Στρατιάς από τις ρωσικές δυνάμεις  στο Σαρίκαμισκ.  Ο Νογάλες, διψασμένος για δράση, ζήτησε να ενταχθεί στη Μεραρχία της Χωροφυλακής και αναχώρησε για το Βαν τον Απρίλιο του 1915, όταν η οθωμανική κυβέρνηση άρχισε να θέτει σε εφαρμογή το σχέδιο εξόντωσης του αρμενικού πληθυσμού.  Βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα και κατέγραψε με λεπτομέρειες όσα είδε, χωρίς να αποκρύψει τη δική του συμμετοχή στην επιχείρηση αφανισμού αυτού του λαού με τον πανάρχαιο πολιτισμό.

Η πολιορκία του Βαν

Μετά την ήττα στο Σαρίκαμισκ, η περιφέρεια του Βαν, με το μεγαλύτερο ποσοστό Αρμενίων όλης της Ανατολίας, μετατράπηκε σε κρανίου τόπο.  Οι διώξεις άρχισαν όταν ο  Enver πασάς, Υπουργός Στρατιωτικών και επικεφαλής της Τρίτης Στρατιάς, επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη απέδωσε την ήττα στην προσχώρηση Αρμενίων στο ρωσικό στρατό.  Στις 20 Απριλίου 1915 η πόλη Βαν, όπου είχαν καταφύγει πολλοί άμαχοι, πολιορκήθηκε από οθωμανικά στρατεύματα.  Στην περιτειχισμένη αρχαία ακρόπολη οχυρώθηκαν 1.300 ένοπλοι Αρμένιοι για να προστατέψουν 30.000 αμάχους.  Επί σχεδόν ένα μήνα αντιστάθηκαν στις επιθέσεις των οθωμανικών δυνάμεων, μέχρι την έλευση του ρωσικού στρατού.[7]

Στις 20 Απριλίου ο Νογάλες έφτασε στη λίμνη του Βαν.  Στην παραλίμνια πόλη Αντίλτζεβας έγινε μάρτυρας της επίθεσης κατά του αρμενικού πληθυσμού της πόλης, την οποία περιγράφει λεπτομερώς: «οι πολιτικές αρχές της πόλης υποστηριζόμενες από Κούρδους και ντόπιους εγκληματίες είχαν εφορμήσει και λεηλατούσαν την αρμενική συνοικία…. Γκρέμιζαν τις πόρτες και εισέβαλαν στα σπίτια των ανυπεράσπιστων θυμάτων τους, μαχαίρωναν τους άνδρες και εξανάγκαζαν τις μητέρες, αδελφές και κόρες να σύρουν τα πτώματά τους στο δρόμο.  Εκεί άλλοι παλιάνθρωποι από αυτόν το συρφετό τους αποτελείωναν, στη συνέχεια τους αφαιρούσαν τα ενδύματά τους και εγκατέλειπαν τα γυμνά τους πτώματα για να γίνουν βορά των τσακαλιών και των κορακιών[8]  Το αποτρόπαιο θέαμα του προκάλεσε οργή και αγανακτισμένος ζήτησε από το δήμαρχο, ο οποίος διεύθυνε, όπως λέει, την επιχείρηση, να σταματήσει τη σφαγή.  Έκπληκτος, άκουσε την απάντηση ότι εκτελούσε γραπτή και κατηγορηματική διαταγή του γενικού κυβερνήτη της περιφέρειας να εξολοθρέψει όλο τον άρρενα αρμενικό πληθυσμό, άνω των δώδεκα ετών και αντιλήφθηκε ότι οι πολιτικές αρχές είχαν διατάξει και οργανώσει τις σφαγές, τις οποίες αυτός ως στρατιωτικός δεν είχε τη δικαιοδοσία να αποτρέψει.

Ο Νογάλες εν μέσω της κουρδικής του προσωπικής φρουράς κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Βαν.

Την επόμενη μέρα, όταν αποβιβάστηκε στο Ερντεμίντ, το επίνειο του Βαν, διαπίστωσε ότι είχε πυρποληθεί.  Απομακρύνθηκε γρήγορα, επειδή δεν μπορούσε να υποφέρει την έντονη μυρωδιά καμένης σάρκας, η οποία αναδυόταν από τα πτώματα των Αρμενίων που είχαν καταφύγει στο εσωτερικό της φλεγόμενης εκκλησίας.  Οργανωμένες ομάδες Κούρδων και Τούρκων ατάκτων ερευνούσαν τα μουσουλμανικά σπίτια και τα πηγάδια για να εκτελέσουν όσους Αρμένιους είχαν καταφύγει σε αυτά.  Η βαρβαρότητα του τρόπου εκτέλεσης, το ψυχορράγημα και η επιθανάτια αγωνία των θυμάτων σχολιάστηκε με αποτροπιασμό από το Νογάλες, ο οποίος ήταν αναγκασμένος να παρίσταται όπως λέει «με το χαμόγελο στα χείλη σε αυτό το όργιο βαρβαρότητας, βλέποντας τα αιμόφυρτα σώματα των θυμάτων να σφαδάζουν». [9]

Με τη συνοδεία έφιππων χωροφυλάκων έφτασε στο Βαν και ανέλαβε τη στρατιωτική διοίκηση των δυνάμεων της χωροφυλακής που συμμετείχαν στη πολιορκία της πόλης, ενώ τη γενική διοίκηση είχε ο κυβερνήτης της επαρχίας του Βαν Djevded μπέης.  Η άφιξή του επιβεβαιώνεται από ένα κωδικοποιημένο τηλεγράφημα  με ημερομηνία 22/23 Απριλίου 1915, υπογεγραμμένο από τον Τζεβντέτ μπέη, όπου αναφέρεται ότι ο Νογάλες συμμετείχε στην πολιορκία του Βαν.  Μεταξύ άλλων, λέει:

«Επείγον

Σήμερα συνεχίστηκαν οι βίαιες συγκρούσεις… Εκείνη τη στιγμή έφτασε ο Nokalis (Νογάλες) αφέντη για να ασκήσει τα καθήκοντά του.  Θα παραμείνει εδώ για μερικές μέρες για να αντιταχτεί στους επαναστάτες …»[10]

Οι συνεχείς έφοδοι που έκανε ο Νογάλες με τους άντρες του στην προσπάθειά τους να διεισδύσουν στην πόλη, αποτύγχαναν κυρίως εξ αιτίας της γενναίας αντίστασης των Αρμενίων υπερασπιστών της, την οποία περιγράφει με θαυμασμό και παράλληλα δίνει αναλυτικές λεπτομέρειες σχετικά με την οργάνωση της πολιορκίας, των επιθέσεων και των μεθόδων κάμψης της αντίστασης των πολιορκημένων.  Παραθέτει αυτούσιους διαλόγους και επεισόδια μεταξύ αντιπάλων, επαίρεται για το ζήλο και την ορμή των στρατιωτών του, αλλά αναγνωρίζει και τη γενναιότητα των Αρμενίων που, όπως λέει χαρακτηριστικά, «υπερασπίζονταν απεγνωσμένα, μαχόμενοι μέχρι θανάτου για μία Αρμενία ελεύθερη και για τον θρίαμβο του Αγίου Σταυρού…. ενώ εγώ καταριόμουν την ώρα και τη στιγμή που η κακή μου τύχη με είχε μετατρέψει σε δήμιο των ομοθρήσκων μου».[11]

Καθώς ο ρωσικός στρατός πλησίαζε στο Βαν οι οθωμανικές δυνάμεις έλυσαν τη πολιορκία και υποχώρησαν.  Ο Νογάλες κατευθύνθηκε προς τα τουρκο-ιρανικά σύνορα, αφού πρώτα αντιμετώπισε τις ραδιουργίες του Djevded, ο οποίος προσπάθησε να τον εξοντώσει για να απαλλαγεί από το μόνο χριστιανό αξιωματικό του οθωμανικού στρατού και αυτόπτη μάρτυρα των θηριωδιών που διέπραξε.  Ο Νογάλες τον χαρακτηρίζει ως ένα «πάνθηρα με ανθρώπινη μορφή, ντυμένο με την τελευταία λέξη της παρισινής μόδας, που παρόλη την εκλεπτυσμένη του συμπεριφορά, δεν διστάζει να βγάλει από τη μέση οποιονδήποτε σταθεί εμπόδιο στο δρόμο του ή γνωρίζει περισσότερα από όσα θα έπρεπε».[12]

Βαν, Απρίλιος 1915. Η απαρχή της Γενοκτονίας των Αρμενίων.

Από το Βαν στη Μεσοποταμία– Οδοιπορικό φρίκης

Στην πορεία του προς τα νοτιο-ανατολικά του Βαν ήρθε αντιμέτωπος αρκετές φορές με το ρωσικό στρατό.  Κατέφυγε στο  Μπάσκαλε, αλλά η προέλαση των Ρώσων τον εξανάγκασε να εγκαταλείψει τη πόλη, αφού πρώτα την πυρπόλησε για να μην πέσουν οι προμήθειες σε εχθρικά χέρια.  Οι συμπλοκές με τους Ρώσους συνεχίστηκαν, καθώς ο οθωμανικός στρατός υποχωρούσε.  Ο Νογάλες κατευθύνθηκε δυτικά, ξεκινώντας ένα  οδοιπορικό φρίκης μέσα από περιοχές με αρμενικό πληθυσμό, όπου η συστηματική εξόντωσή του ήταν σε εξέλιξη.  Λίγο πριν την άφιξή του στο Μπιτλίς, αγανακτισμένος από τις σφαγές αμάχων χριστιανών, παραιτήθηκε από αρχηγός του προσωρινού επιτελείου της μεραρχίας της χωροφυλακής του Βαν, επειδή θεώρησε ότι υπεύθυνος της εξόντωσης όχι μόνο των Αρμενίων, αλλά και άλλων χριστιανών αμάχων στις πόλεις Σερτ, Μπιτλίς, στην κοιλάδα του Μους και τα βουνά του Σασούν, ήταν ο Halil, γενικός αρχηγός του εκστρατευτικού σώματος στο οποίο υπηρετούσε.  Ως συνεργό του Halil κατονομάζει τον  Djevded και καταγγέλλει ότι οι τοπικές αρχές του Μπιτλίς είχαν ετοιμάσει το σχέδιο εξολόθρευσης του χριστιανικού πληθυσμού και οι ομάδες των εθελοντών περίμεναν εντολή του Halil για να αναλάβουν δράση.  Επίσης καταγγέλλει ότι ο Djevded μοιράστηκε με τον Halil πέντε χιλιάδες λίβρες χρυσού, που απέσπασε με δόλο από τους Αρμένιους του Μπιτλίς.  Περιγράφει με λεπτομέρειες την εξόντωση των αρρένων κατοίκων άνω των 12 ετών του Μπιτλίς και υπολογίζει ότι μόνο σε μία μέρα, την 25η Ιουνίου 1915, σφαγιάστηκαν 15.000 χριστιανοί του Μπιτλίς και των περιχώρων, όχι μόνο Αρμένιοι, αλλά και  Νεστοριανοί, Γρηγοριανοί, Χαλδαίοι και Σύριοι καθολικοί.[13]  Ο Νογάλες αναφέρει ότι  «οι νέες γυναίκες δόθηκαν ως λάφυρα στους εκτελεστές, οι ηλικιωμένες και τα παιδιά εκτοπίστηκαν…  Γύρω στις 30.000 διέφυγαν από ο Μπιτλίς και άλλες πόλεις και κατέφυγαν διωκόμενοι στην οροσειρά του Αντίταυρου.  Εκεί αυτοκτόνησαν ομαδικά, καθώς προτίμησαν να πηδήξουν στο κενό παρά να πέσουν στα χέρια των διωκτών τους»[14].

Καταγγέλλει ότι «στο Σερτ ο ίδιος ο  Djevded είχε σχεδιάσει  τις σφαγές, την εκτέλεση των οποίων διεύθυνε προσωπικά ο Nasim Effendi, αρχηγός της τοπικής αστυνομίας».[15]  Περιγράφει με φρικιαστικές λεπτομέρειες τις σφαγές στο Σερτ και την εικόνα της λεηλατημένης πόλης.  Αποφάσισε να φύγει κρυφά όταν πληροφορήθηκε ότι ο Halil είχε δώσει εντολή να δολοφονηθεί «για να μη μαρτυρήσει όσα μάτια χριστιανού δεν έπρεπε να δουν».[16]  Ο Djevded τον έψαχνε μανιωδώς για να εκτελέσει την εντολή, αλλά γλίτωσε την τελευταία στιγμή από απόπειρα να δολοφονήσουν αυτόν και τους συνοδούς του.

Αναφέρει ότι στο Μους σφαγιάστηκαν 50.000 χριστιανοί μέσα σε 15 ημέρες.  Την ίδια τύχη είχαν στο Ντιγιαρμπακίρ και στα Άδανα, καθώς και οι εκτοπισμένοι στη βόρεια Συρία από την κεντρική και βόρεια Ανατολία.  Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του από το Σερτ προς το Ντιγιάρμπακιρ έγινε μάρτυρας πολλών θηριωδιών τις οποίες περιγράφει με φρίκη και αποτροπιασμό.  Είδε εκατοντάδες πτώματα στις όχθες του Ευφράτη να έχουν γίνει τροφή τσακαλιών και ορνέων και υποστηρίζει ότι το 90 – 95% των εκτοπισμένων άφησε την τελευταία του πνοή στην έρημο, καθώς εξοντώνονταν συστηματικά κατά τη διάρκεια της πορείας.  Διατυπώνει την άποψη ότι οι σφαγές και οι εκτοπίσεις ήταν ένα καλά οργανωμένο σχέδιο του ίδιου του Υπουργού Εσωτερικών Talaat πασά και των συνεργατών του, με στόχο να απαλλαγούν πρώτα από τους Αρμένιους, μετά από τους Έλληνες και τους άλλους χριστιανούς.

Ως εμπνευστή και οργανωτή της σφαγής στο Ντιγιάρμπακιρ, ο Νογάλες κατονομάζει τον κυβερνήτη Reshid μπέη και ως εκτελεστή τον αστυνομικό διοικητή Mehmed Asim μπέη, τον οποίο αποκαλεί ύαινα.   Ως πρόφαση επικαλέστηκαν την κατοχή όπλων, τα οποία ο Mehmed Asim του είπε ότι βρέθηκαν κρυμμένα σε σπίτια και εκκλησίες και του έδειξε φωτογραφίες με όσα είχε κατασχέσει.  Ο Νογάλες, παρατηρώντας τις προσεκτικά, ανακάλυψε ότι ήταν σωροί κυνηγετικών όπλων που είχαν καλυφτεί από πολεμικά όπλα, αλλά όχι αρκετά προσεκτικά.  Αντιλήφτηκε ότι επρόκειτο για τέχνασμα του  Mehmed Asim και θεώρησε ότι αποσκοπούσε στην παραπλάνηση της κοινής γνώμης.

Σύμφωνα με μαρτυρία του γενικού κυβερνήτη της περιφέρειας Reshid μπέη στον ίδιο το Νογάλες, ο Talaat έστειλε με τηλεγράφημα την εντολή εξόντωσης του χριστιανικού πληθυσμού: «κάψε, κατάστρεψε, σκότωσε».[17]  Αυτή η πληροφορία του Νογάλες είναι βαρύνουσας σημασίας, καθώς η αυθεντικότητά τεκμηρίων, που υπαινίσσονται ότι η κυβέρνηση είχε αποφασίσει να εξολοθρεύσει τους Αρμένιους και είχε εκδώσει σχετικές διαταγές, έχει αμφισβητηθεί από την τουρκική πλευρά.  Ο Νογάλες, ως απόδειξη της αυθεντικότητας αυτού του τηλεγραφήματος, επικαλείται τον τύπο της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος μετά την πτώση των Νεότουρκων  δημοσίευσε παρόμοιο τηλεγράφημα, που ο Talaat έστειλε στον κυβερνήτη της Μαλάτιας, με το οποίο επιπλέον αναλάμβανε κάθε ηθική και υλική ευθύνη.

Ο φόβος ότι ο Halil και ο Djevded θα τον δολοφονήσουν για να του κλείσουν το στόμα, ανάγκασε το Νογάλες να εγκαταλείψει το Ντιγιάρμπακιρ στις 27 Ιουνίου.  Περνώντας από τα Άδανα, το καλοκαίρι του 1915, έγινε μάρτυρας της εκτόπισης των Αρμενίων στη Συρία.  Περιγράφει με λεπτομέρειες τις κακουχίες των καραβανιών των εξαθλιωμένων εκτοπισμένων, που αποδεκατίστηκαν από την πείνα, τα τσακάλια και τους λύκους, αλλά κυρίως τη βάναυση συμπεριφορά και την απληστία των φρουρών τους.

Στις 20 Νοεμβρίου 1915, ενώ βρισκόταν στην Ιερουσαλήμ, πληροφορήθηκε ότι ο Colmar von der Goltz, διοικητής της Έκτης Στρατιάς και επικεφαλής των επιχειρήσεων στο μέτωπο της Μεσοποταμίας, είχε ζητήσει να τεθεί στην υπηρεσία του.  Έτσι στα τέλη Δεκεμβρίου του 1915 εντάχθηκε στην Έκτη Οθωμανική Στρατιά.

Οι πληροφορίες του Νογάλες ως προς την έκβαση των επιχειρήσεων στο μέτωπο της Μεσοποταμίας και οι εκτιμήσεις του γι αυτές επιβεβαιώνονται σε γενικές γραμμές από τη βιβλιογραφία.  Η νικηφόρα προέλαση των βρετανο-ινδικών δυνάμεων, που είχαν αποβιβαστεί στις 6 Νοεμβρίου 1914 στο μυχό του Περσικού Κόλπου και προήλαυναν προς το εσωτερικό της Μεσοποταμίας ανακόπηκε από την Έκτη Στρατιά στη Κτησιφώνα, 22 χιλιόμετρα πριν τη Βαγδάτη, στις 21 Νοεμβρίου 1915 με τεράστιες απώλειες και από τις δύο πλευρές.  Ο επικεφαλής των βρετανο-ινδικών δυνάμεων Townshend οπισθοχώρησε με τα υπολείμματα του στρατού του στην πόλη Κουτ, στον Τίγρη ποταμό, στο κάστρο της οποίας οχυρώθηκαν οι βρετανικές   δυνάμεις,   αλλά   αναγκάστηκαν   να   παραδοθούν   μετά   από   147  ημέρες πολιορκίας, στις 29 Απριλίου 1916. [18]  Το γόητρο των Βρετανών δέχτηκε μεγάλο πλήγμα, καθώς ποτέ μέχρι τότε δεν είχε υπάρξει παράδοση παρομοίου μεγέθους στην ιστορία του βρετανικού στρατού.[19]

Ο von der Goltz στις 12 Ιανουαρίου 1916  διόρισε τον τολμηρό Βενεζουελανό επιθεωρητή της έφιππης ταξιαρχίας του Maghmud Fasel πασά, καθώς και εκπρόσωπό του σε αυτήν, με καθήκον να τον ενημερώνει προσωπικά για τις επιχειρήσεις της.  Με αυτήν την ιδιότητα ο Νογάλες συνόδευσε τον von der Goltz στην Κουτ, όπου ο γερμανός στρατάρχης ηγήθηκε της πολιορκίας αλλά και των επιχειρήσεων κατά των Βρετανών που προσπάθησαν να βοηθήσουν τους πολιορκημένους.  Ο Νογάλες συμμετείχε σε μάχες στο Σεϊχ Σαάντ, ανατολικά της Κουτ-αλ-Αμάρα κατά των βρετανικών δυνάμεων που στάλθηκαν προς ενίσχυση του Townshend.

Colmar von der Goltz, διοικητής της Έκτης Στρατιάς και επικεφαλής των επιχειρήσεων στο μέτωπο της Μεσοποταμίας.

Δύο προσπάθειες του Halil να θέσει το Νογάλες υπό τις διαταγές του, για να μπορέσει να  εξαφανίσει  έναν   επικίνδυνο  μάρτυρα   των εγκλημάτων κατά του χριστιανικού πληθυσμού, απέτυχαν.  Για να ξεφύγει υπέβαλε την παραίτησή του στο von der Goltz, ο οποίος αποχαιρετώντας τον του απένειμε το γερμανικό παράσημο του σιδερένιου σταυρού, το πρώτο από τα οκτώ παράσημα που πήρε στη διάρκεια του πολέμου.

Μετά την αποχώρηση του Νογάλες, η κατάσταση στο μέτωπο της Μεσοποταμίας παρέμεινε σταθερή μέχρι τις αρχές του 1917. Τα βρετανο-ινδικά στρατεύματα ανακατέλαβαν την Κουτ στις 24 Φεβρουαρίου 1917 και τρεις ημέρες αργότερα κατέλαβαν την Κτησιφώνα, θέτοντας οριστικά τέλος στα γερμανικά σχέδια για κατάκτηση της Εγγύς Ανατολής.  Στις 11 Μαρτίου ο Βρετανός στρατηγός Maude, με τη βοήθεια των εξεγερμένων Αράβων υπό την καθοδήγηση του Λόρενς, κατόρθωσε να καταλάβει τη Βαγδάτη σχεδόν ταυτόχρονα με την προέλαση του Allenby προς την Ιερουσαλήμ.[20].

Από το μέτωπο της Μεσοποταμίας στο μέτωπο της Παλαιστίνης

Αποφασισμένος να εγκαταλείψει οριστικά τον οθωμανικό στρατό, ο Νογάλες επιχείρησε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη.  Ενδιάμεσος σταθμός ήταν η Μοσούλη, από την οποία αναχωρώντας παρουσιάστηκε η ευκαιρία να αποδείξει τη γενναιότητα και τον αλτρουισμό του.  Πληροφορήθηκε ότι μόλις αναχώρησαν με προορισμό το Χαλέπι  Βρετανοί αιχμάλωτοι, αλλά είχε δοθεί μυστική εντολή σε μια ομάδα Κιρκάσιων εθελοντών να τους δολοφονήσουν κατά τη μεταφορά.  Αποφάσισε να εμποδίσει τη διάπραξη αυτού του εγκλήματος και έσπευσε να συναντήσει την ομάδα των 200-300 αιχμαλώτων.  Μπλοφάροντας, παραπλάνησε τον επικεφαλής της φρουράς και ανέλαβε εκείνος την ευθύνη της αποστολής, διακινδυνεύοντας να αποκαλυφτεί.  Στη διάρκεια της πορείας προς το Χαλέπι, κέρδισε την εμπιστοσύνη των αιχμαλώτων αξιωματικών, φροντίζοντας για τον επισιτισμό και την ασφάλειά τους.  Δύο εξ αυτών έγραψαν αργότερα τα απομνημονεύματά τους και αναφέρθηκαν θετικά στο Νογάλες και στη βοήθεια που τους προσέφερε.  Ο ένας είναι ο Αυστραλός πιλότος Thomas Walter White (1888-1957), πολιτικός και διπλωμάτης, ο οποίος στα απομνημονεύματά του, που δημοσιεύτηκαν με τίτλο Guests of the unspeakable: The odessey of an Australian airman (Λονδίνο 1928) αναφέρεται στο Νογάλες, «ίσως τον πιο γραφικό τυχοδιώκτη του εικοστού αιώνα».  Τον περιγράφει ως ένα άνδρα μικρόσωμο και γεροδεμένο, ο οποίος φρόντισε να προμηθεύσει με εκλεκτή τροφή και ποτό τους αιχμαλώτους και επαγρυπνούσε για την ασφάλειά τους. [21]

Ένας άλλος αιχμάλωτος, ο Βρετανός Francis Yeats-Brown (1886-1944), στα απομνημονεύματά του, που δημοσιεύτηκαν το 1932 με τίτλο Golden Horn, αποκαλεί το Νογάλες «σκληροτράχηλο τυχοδιώκτη, που ενώ ήταν αδιάφορος για τη δική του μοίρα, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους αιχμαλώτους αξιωματικούς».  Ωστόσο, παραμένοντας πιστός στις αρχές και στο καθήκον του, τους προειδοποίησε ότι  βρισκόταν εκεί για να τους βοηθήσει να επιβιώσουν και όχι για να τους αφήσει να δραπετεύσουν, απειλώντας τους ότι αν το επιχειρήσουν δεν θα δίσταζε να τους πυροβολήσει.  Ο Yeats-Brown επισημαίνει τον αντιφατικό του χαρακτήρα, σημειώνοντας ότι «οι εμπειρίες του χάραξαν βαθιά το ευαίσθητο και ρομαντικό του πνεύμα, που παραδόξως βρίσκεται σε αντίθεση με τον τρόπο ζωής του».[22]

Όταν ο Νογάλες έφτασε στο Χαλέπι ήρθε διαταγή του Enver πασά να μη του επιτραπεί σε καμία περίπτωση η μετάβαση στην Κωνσταντινούπολη, αλλά να καταταγεί αμέσως στην Τέταρτη Στρατιά, που έδρευε στη Συρία με διοικητή τον Djemal πασά, ένα από τα τρία μέλη της Κυβερνητικής Επιτροπής των Νεότουρκων.  Σε επίσκεψη του στο Χαλέπι ο Enver πασάς συνάντησε το Νογάλες, του ζήτησε επιτακτικά να παραμείνει στον οθωμανικό στρατό και την άνοιξη του 1916 τον διόρισε στρατιωτικό διοικητή και υπεύθυνο των εγκαταστάσεων του στρατού της περιφέρειας της Ραμάλα.  Με αυτήν την ιδιότητα επέβλεπε την άφιξη του πολεμικού υλικού και τα κινητά νοσοκομεία που μετέφεραν οι Γερμανοί με τρένο στο γενικό στρατόπεδο της Τελ-ες- Σέρια.

Η υπομονή και η ανοχή του έντιμου Λατινοαμερικανού δοκιμάστηκαν όταν δέχτηκε εντολή του Djemal να επιτάξει την ισπανική μονή, στην οποία φιλοξενούταν και ήταν περιουσία της ισπανικής κυβέρνησης: «Γνωρίζοντας ότι στόχος του Djemal ήταν η λεηλασία της μονής, αρνήθηκα να συμπράξω σε αυτήν την ατιμία και υπέβαλα την παραίτησή μου, όπως όφειλα ως χριστιανός και έντιμος άνθρωπος». [23]

 Στο μέτωπο της Παλαιστίνης (1917)

Ενώ βρισκόταν στην Ιερουσαλήμ, ήρθε η εντολή τοποθέτησής του στην τρίτη μεραρχία του αυτοκρατορικού ιππικού, που στρατοπέδευε στη Μπιρσέμπα, την αριστερή πτέρυγα του μετώπου του Σινά.  Γενικός διοικητής των δυνάμεων της Μπιρσέμπα ήταν ο Αλβανός πρίγκιπας Essad μπέης, τον οποίο αποκαλεί «προσωποποίηση του πολιτισμού και της ιπποσύνης».[24]  Σύντομα κέρδισε την απόλυτη εμπιστοσύνη του Essad και έγινε το δεξί του χέρι.

Αρχές Μαρτίου του 1917  πήγε  στο  γενικό  στρατόπεδο της Τελ-ες-Σέρια, όπου ο γερμανός συνταγματάρχη von Kress, του ανέθεσε την επικίνδυνη αποστολή της καταστροφής του κεντρικού υδραγωγείου των βρετανικών εγκαταστάσεων στο Σεϊχ-Ζουεϊντ.  Κατάφερε να διεισδύσει στις βρετανικές θέσεις, αλλά έγινε αντιληπτός και αναγκάστηκε να επιστρέψει, χωρίς να εκπληρώσει την αποστολή του.

Όταν επέστρεψε στο στρατόπεδο της Μπιρσέμπα, όλες οι δυνάμεις αναχωρούσαν για να πάρουν μέρος στην πρώτη μάχη της Γάζας (26-27 Μαρτίου) κατά των Βρετανών, που είχαν εισβάλει στην πόλη.  Οι οθωμανικές δυνάμεις κατέλαβαν θέσεις βόρεια της Γάζας, προκειμένου να εμποδίσουν την προέλαση του βρετανικού ιππικού.  Αντιλαμβανόμενος ο von Kress ότι το βρετανικό ιππικό δεν σκόπευε να προελάσει, έδωσε εντολή να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους και να επιτεθούν στο κέντρο και την αριστερή πτέρυγα της οπισθοφυλακής των βρετανικών δυνάμεων.  Ο Νογάλες επαινεί τη στρατιωτική ευφυΐα του Γερμανού αξιωματικού, που με αυτό το τέχνασμα επεδίωξε, και κατά τη γνώμη του πέτυχε, να φοβίσει τους Βρετανούς ότι είναι εκτεθειμένα τα νώτα τους και να εγκαταλείψουν τη Γάζα.  Από την πλευρά τους οι Βρετανοί αποδίδουν την ήττα στην ανεπάρκεια των αξιωματικών που διηύθυναν την επίθεση και στην έλλειψη ανεφοδιασμού τους σε νερό.[25]

Οθωμανικά πολυβόλα υπερασπίζονται τη Γάζα.

Η δεύτερη απόπειρα των Βρετανών να καταλάβουν τη Γάζα στις 19 Απριλίου 1917 κατέληξε σε βαρύτερη ήττα.  Η συμμετοχή του Νογάλες σε αυτήν την μάχη ήταν περισσότερο ενεργή από ότι στην πρώτη, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ελαφρά, κατά τη διάρκεια μιας παράτολμης επιχείρησης.  Περιγράφει με λεπτομέρειες την εξέλιξη της μάχης, επισημαίνοντας τις αιτίες της βρετανικής ήττας, καθώς και τα λάθη που οδήγησαν σε αυτήν.

Μετά τη μάχη, ο Νογάλες έφυγε με ομάδα εθελοντών Αράβων ιππέων για την αιγυπτιακή περιοχή του Σινά, με αποστολή να ανοίξουν δίοδο δια μέσου της δεξιάς πτέρυγας των βρετανικών δυνάμεων, να εγκατασταθούν στο αιγυπτιακό έδαφος και από τα μετόπισθεν να επιχειρήσουν δολιοφθορές στις επικοινωνίες του εχθρικού μετώπου.  Επειδή ήταν ο επικεφαλής της οργάνωσης και εκτέλεσης αυτής της μυστικής επιχείρησης, του δόθηκε στις 8 Μαΐου 1917, δύο μέρες πριν την αναχώρησή του, ο τίτλος του  στρατιωτικού διοικητή των επιχειρήσεων στο αιγυπτιακό Σινά.  Κατάφερε να εισχωρήσει  στο αιγυπτιακό έδαφος, να συναντήσει ομάδες Βεδουίνων και να αποκαταστήσει την επαφή τους με την οθωμανική κυβέρνηση, ολοκληρώνοντας επιτυχώς το πρώτο σκέλος της αποστολής του.[26]  Επιπλέον, έχοντας διεισδύσει 80 χιλιόμετρα πίσω από τις βρετανικές γραμμές, ανατίναξε τα πηγάδια της Μαγκντάμπα, από τα οποία υδροδοτούνταν τα βρετανικά στρατόπεδα, και οι εγκαταστάσεις του βρετανικού σιδηροδρομικού σταθμού στα περίχωρα του Ελ-Αρίς.

Δεύτερο σκέλος της αποστολής του ήταν να παρασύρει το βρετανικό ιππικό στην έρημο του Σινά, με σκοπό να αποτρέψει άλλη βρετανική επίθεση στη Γάζα, η οποία  θα μπορούσε να αποβεί ολέθρια για τις οθωμανικές δυνάμεις.  Ωστόσο, έγινε αντιληπτός από τους Βρετανούς, που τον καταδίωξαν, αλλά διέφυγε.  Πριν ολοκληρώσει την αποστολή του, ήρθε διαταγή από τον von Kress να επιστρέψει στη βάση του, μετά από παραμονή τεσσάρων εβδομάδων στο αιγυπτιακό έδαφος.   Επισημαίνει ότι με την αναχώρησή του «έπαψε οριστικά να ανεμίζει η τουρκική σημαία στο αιγυπτιακό έδαφος» και σχολιάζει με ειρωνεία, αλλά και αυτοσαρκασμό, ότι αυτός «ένας Βενεζουελανός, πιστός χριστιανός, με το σήμα της ημισελήνου να λάμπει στο μέτωπό του, έτυχε να είναι ο τελευταίος εκπρόσωπος του Χαλίφη και του οθωμανικού στρατού στην Αίγυπτο».[27]

Η αποτυχία του στρατηγού Archibald Murray, επικεφαλής τω βρετανικών δυνάμεων στις δύο πρώτες μάχες της Γάζας είχε ως συνέπεια την αντικατάστασή του, στις 11 Ιουνίου 1917, από το στρατηγό Edmund Allenby, ο οποίος εκπόνησε ένα σχέδιο απλό, αλλά ευφυές για την κατάκτηση της Γάζας: να συγκεντρώσει τη μεγαλύτερη δύναμη εναντίον της αριστερής πτέρυγας του εχθρικού μετώπου, στη Μπιρσέμπα, ενώ θα προσποιούταν ότι θα χτυπούσε και πάλι στη Γάζα, στη δεξιά πτέρυγα. Η μπλόφα πέτυχε και την 31η Οκτωβρίου η Μπιρσέμπα καταλήφθηκε, με αποτέλεσμα να καταρρεύσει  όλο το μέτωπο, γεγονός που σήμανε την απαρχή της νικηφόρας εκστρατείας του Allenby σε Παλαιστίνη και Συρία, η οποία, μετά την κατάληψη της Ιερουσαλήμ, χαρακτηρίστηκε από τους Βρετανούς ως η τελευταία σταυροφορία και ο ίδιος ο Allenby ως ο σύγχρονος Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος.[28]

Οθωμανοί λογχοφόροι αναπτύσσονται ανατολικά της Μπιρσέμπα.

Μολονότι οι Βρετανοί αποδίδουν τη νίκη στην στρατιωτική ευφυΐα του Allenby, δεν παραλείπουν να επισημάνουν τις παραλείψεις του επικεφαλής των αντιπάλων, του στρατηγού Erich von Falkenhayn, στον οποίο καταλογίζουν αδυναμία να αντιληφτεί την πραγματικότητα και να εκτιμήσει την αποδιοργάνωση των οθωμανικών δυνάμεων, οι οποίες είχαν κυριολεκτικά εξουθενωθεί από τις κακουχίες.[29]  Οι εκτιμήσεις τους ταυτίζονται απόλυτα με αυτές του Νογάλες.   Ο von Falkenhayn ήταν ο μοναδικός Γερμανός αξιωματικός, τον οποίο ο φιλογερμανός Βενεζουελανός έκρινε αρνητικά, θεωρώντας ότι οι λανθασμένοι χειρισμοί του οδήγησαν τις Κεντρικές Δυνάμεις στην ήττα της τρίτης μάχης της Γάζας.

Το καλοκαίρι του 1917 Ο Νογάλες αναχώρησε από το μέτωπο του Σινά για να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη.  Εκεί συνάντησε τον Enver, ο οποίος του έδωσε την άδεια να παραμείνει για δύο μήνες, προκειμένου να ξεκουραστεί, μετά τις πολύτιμες υπηρεσίες που προσέφερε στον οθωμανικό στρατό.

Εξορία στο μέτωπο του Καυκάσου – Τέλος πολέμου (1918)

Κατά την παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη, ο Νογάλες ενημερώθηκε από τον von Dommes, στέλεχος του επιτελείου του στρατηγού von Falkenhayn, ότι ο στρατηγός είχε ζητήσει από το υπουργείο Πολέμου να τοποθετηθεί στο επιτελείο του, αλλά πήρε αρνητική απάντηση, με τη δικαιολογία ότι ήδη είχε αποφασιστεί η τοποθέτησή του στο επιτελείο της Δεύτερης Στρατιάς του Καυκάσου.  Ο Νογάλες θεώρησε ότι αυτό έγινε για να τον εμποδίσουν να αποκαλύψει στον von Falkenhayn το ρόλο του Djevded  και του Halil, γαμπρού και θείου αντίστοιχα του Enver, στις σφαγές του Μπιτλίς και του Βαν.  Υποστηρίζει ότι αποφάσισαν να τον εξορίσουν στον Καύκασο για να μπορέσουν να τον εξοντώσουν ευκολότερα, χωρίς μάρτυρες.

Μετά την άφιξή του στο Ντιγιάρμπακιρ και τη συνάντηση με τον γενικό διοικητή της Δεύτερης Στρατιάς του Καυκάσου Nihat πασά, οι υποψίες τους επιβεβαιώθηκαν, καθώς ενημερώθηκε από τον ίδιο ότι ο Enver, με επιστολή του,  ζητούσε έμμεσα το θάνατό του, καθώς τόνιζε σε αυτήν ότι «δεν θα έπρεπε να φύγει ποτέ ξανά από εκείνη την περιοχή».[30]  Ο Νογάλες τον έπεισε ότι πρόκειται για μια κατάφωρη αδικία σε βάρος του και ο Nihat τον αποδέσμευσε από τα καθήκοντά του και του έδωσε την άδεια να αναχωρήσει για την Κωνσταντινούπολη, όπου έφτασε μία ημέρα πριν την Κυριακή των Βαΐων του 1918.  Παρακολούθησε ένα σεμινάριο ανωτάτου επιπέδου της οθωμανικής Στρατιωτικής Ακαδημίας, που απευθυνόταν σε υψηλόβαθμους αξιωματικούς και την 1η Ιουλίου διορίστηκε επιθεωρητής και υπαρχηγός του πρώτου συντάγματος του ιππικού, του οποίου η τέταρτη ίλη φρουρούσε τα ανάκτορα του Ντολμά Μπαξέ.  Τον Ιούλιο του 1918 απεβίωσε ο σουλτάνος Gasi-Mehmed Ε΄ και τον διαδέχτηκε ο Mehmed ΣΤ΄, ο οποίος πήρε μέτρα κατά των Νεότουρκων.  Έτσι ο Νογάλες απαλλάχτηκε από τους διώκτες του και απέκτησε εύνοια στο παλάτι.  Πήρε άδεια από τη νέα ηγεσία του υπουργείου Στρατιωτικών να πάει στη Γερμανία για λόγους υγείας και να επισκεφτεί τις αδελφές του που ζούσαν εκεί, παντρεμένες με Γερμανούς αριστοκράτες.  Στο Βερολίνο πληροφορήθηκε την καταστροφική ήττα του von Sanders στην Παλαιστίνη και την ήττα των Κεντρικών Δυνάμεων στα Βαλκάνια.

Λόγω της έκρυθμης κατάστασης, οι Γερμανοί του πρότειναν να παραμείνει στη Γερμανία και να μη διακινδυνεύσει, επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη, αλλά εκείνος αρνήθηκε επικαλούμενος λόγους συνείδησης, αλλά και υστεροφημίας: «δεν ήθελα να πουν ότι εγκατέλειψα τη θέση μου την ώρα του κινδύνου για να αποφύγω τις συνέπειες του πολέμου».[31]

Έφτασε στην Κωνσταντινούπολη στις 31 Οκτωβρίου, μία ημέρα μετά την υπογραφή της ανακωχής του Μούδρου.  Εφόσον συνθηκολόγησε ο στρατός που υπηρέτησε ευσυνείδητα, υπέβαλε την παραίτησή του στο υπουργείο Στρατιωτικών, η οποία έγινε δεκτή, αφού πρώτα του απονεμήθηκε το αστέρι του ιππότη του τάγματος Mecidiye, η ανώτατη πολεμική διάκριση που μπορούσε να του απονείμει ο σουλτάνος για τις υπηρεσίες που προσέφερε στον οθωμανικό στρατό.

Μία ανέλπιστη βοήθεια ήρθε από τους Βρετανούς αξιωματικούς που είχε βοηθήσει κατά την μεταφορά τους από την Μοσούλη στο Χαλέπι, το Μάρτιο του 1916.  Οι ρόλοι πλέον είχαν αλλάξει, οι πρώην αιχμάλωτοι ήταν οι νικητές του πολέμου, οι οποίοι για να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους στο Λατινοαμερικανό ευεργέτη τους, μεσολάβησαν ώστε να του δοθεί άδεια επιστροφής στην Αμερική, μαζί με μία ειδική σφραγίδα στο διαβατήριό του, η οποία τον διευκόλυνε σε κάθε του μετακίνηση.[32]  Τον Απρίλιο του 1919 αναχώρησε για την αμερικανική ήπειρο, θέτοντας τέλος στην τετραετή περιπετειώδη δράση του, σε όλη την επικράτεια της παραπαίουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το έγγραφο αποστράτευσης του Νογάλες από τον οθωμανικό στρατό με ημερομηνία 20.11.1334 (1918)[33]

Συγγραφέας και μαχόμενος δημοσιογράφος (1919-1937)

Μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου αφοσιώθηκε στη συγγραφή του πρώτου του βιβλίου “Cuatro años bajo la Media Luna” και εργάστηκε ως δημοσιογράφος  σε Η.Π.Α. και Μεγάλη Βρετανία.  Με αυτή την ιδιότητα πήγε στη Νικαράγουα, όπου ήρθε σε επαφή με τον ηγέτη των ανταρτών Augusto César Sandino και έζησε μαζί του συγκλονιστικές στιγμές της επανάστασης, καθώς και την αγριότητα της κατάπνιξής της από τον κυβερνητικό στρατό και το ναυτικό των ΗΠΑ.  Με αφορμή τις εμπειρίες του έγραψε το δεύτερο βιβλίο του “The Looting of Nicaragua” (Ν. Υόρκη, 1928), όπου κατήγγειλε με δριμύτητα την παρέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και τη ληστρική εκμετάλλευση στην οποία είχαν υποβάλει τη μικρή αυτή κεντροαμερικανική χώρα.  Η πρώτη έκδοση αυτού του βιβλίου κατασχέθηκε από τη κυβέρνηση των ΗΠΑ και επιβλήθηκε υψηλό πρόστιμο στον εκδοτικό οίκο.

Άρθρο του Νογαλες με τίτλο “More Light on ‘Bad Man’ Sandino and How he Fights”, που δημοσιεύτηκε στις 14 Σεπτέμβρη 1930 στην εφημερίδα The Sunday Star της Ουάσινγκτον. Στο κέντρο ο συγγραφέας με τον Juan Bautista Sacasa, αντιπρόεδρο της κυβέρνησης της Νικαράγουας.

Μετά από διάφορες τυχοδιωκτικές περιπέτειες στην Κεντρική Αμερική, αφοσιώθηκε και πάλι στην αρθρογραφία στο διεθνή Τύπο και τη συγγραφή των νέων του βιβλίων.  Εξέδωσε στα αγγλικά ακόμη δυο αυτοβιογραφικά βιβλία, το “Memoirs of a Soldier of Fortune” (Λονδίνο, 1932)  και το “Silk Hat and Spurs” (Λονδίνο, 1934).  Στα άρθρα και στις συνεντεύξεις του Νογάλες για την πολιτική κατάσταση στη Βενεζουέλα και τη Νικαράγουα που δημοσιεύτηκαν στον διεθνή Τύπο διατυπώνεται ξεκάθαρα η πολιτική του σκέψη και αποκαλύπτεται η πολυπλοκότητα του χαρακτήρα του.

Ο περιπλανώμενος τυχοδιώκτης, που αναζητούσε ριψοκίνδυνες περιπέτειες ανά την υφήλιο, έφυγε άδοξα κατά τη διάρκεια μιας χειρουργικής επέμβασης στον Παναμά, στις 10 Ιουλίου 1937.  Μετά το θάνατό του ξεχάστηκε.  Οι πρώτες απόπειρες για να ανασυρθεί από την αφάνεια και να διασωθεί από τη λήθη έγιναν τη δεκαετία του 70 στη Βενεζουέλα, όπου αργά αλλά σταθερά από μαύρο πρόβατο άρχισε να μετατρέπεται σε εθνικό ήρωα, όταν άρχισε να αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον των ιστορικών για το μοναδικό Λατινοαμερικανό που πολέμησε στο πλευρό των Οθωμανών.  Από το 2000 επικεφαλής της έρευνας της ζωής και του έργου του Νογάλες έχει τεθεί το Ίδρυμα Fundación General de Nogales Méndez με έδρα το Καράκας και σκοπό τη μελέτη και επαλήθευση των πηγών, καθώς και την προώθηση και διάδοση του έργου του.[34]  Σημαντικό ρόλο στην ίδρυσή του έχει διαδραματίσει ο Βενεζουελανός καθηγητής και διπλωμάτης Kaldone Nweihed, ερευνητής της ζωής και του έργου του Νογάλες, ο οποίος έχει δημοσιεύσει μελέτες, άρθρα και βιβλία γι αυτόν, με τελευταίο το βιβλίο “Reencuentro con Nogales: La historia de una investigación” (Επανασυνάντηση με το Νογάλες: ιστορία μιας έρευνας), που εκδόθηκε το 2012 και συγκεντρώνει τα αποτελέσματα της 20ετούς της δικής του έρευνας, αλλά και των πιο σημαντικών ερευνών  που έχουν διεξαχθεί σε διεθνές επίπεδο, οι οποίες επιχειρούν την επιστημονική προσέγγιση αυτής της αντιφατικής και πολυσχιδούς προσωπικότητας και διασταυρώνουν τις μαρτυρίες του.

Η συσχέτιση του Νογάλες με τον Λόρενς εξακολουθεί να κεντρίζει το ενδιαφέρον των ερευνητών, όπως φαίνεται από τη δημοσίευση μίας συγκριτικής μελέτης, με τίτλο “The Real and Assumed Personalities of Famous Men: Rafael De Nogales, T.E. Lawrence, and the Birth of the Modern Era, 1914-1937” (Λονδίνο, 2010).  Σε αυτό το βιβλίο ο αμερικανός συγγραφέας και ακαδημαϊκός  Kim McQuaid συγκρίνει και αντιδιαστέλλει τη δράση των δύο ανδρών, προκειμένου να ρίξει φως σε διαφορές και ομοιότητες που παρουσιάζει η ιστορική αφήγηση και ανάλυση εκείνης της περιόδου, που υπήρξε καθοριστική για τις παγκόσμιες εξελίξεις. [35]

Εκτός από τις όποιες ομοιότητες ή διαφορές έχει ο πολύπαθος Βενεζουελανός με σημαντικές προσωπικότητες της ιστορίας ή της μυθιστοριογραφίας, η δράση του παρουσιάζει πολλά σκοτεινά σημεία, που διχάζουν όσους ερευνούν τη ζωή του.  Ο στρατιώτης-συγγραφέας Rafael de Nogales Méndez διαπράττει αρκετά από τα «αμαρτήματα» που χαρακτηρίζουν τα απομνημονεύματα των στρατιωτικών και πολιτικών, καθώς συχνά υπερβάλει και κομπορρημονεί, και παρά τις φιλότιμες προσπάθειές του, δεν καταφέρνει πάντα να είναι αντικειμενικός, αλλά είναι έντιμος και δε φοβάται να αποκαλύψει την αλήθεια.  Αφηγείται άγνωστα συμβάντα, αξιολογεί πρόσωπα, πολεμικές και πολιτικές πράξεις και κρίνει αποστασιοποιημένα, από την οπτική γωνία ενός κριτικού παρατηρητή, χωρίς ιδιοτελείς σκοπιμότητες.   Επαινεί τους Οθωμανούς στρατιώτες για την ανδρεία τους, αλλά κατηγορεί τους αξιωματικούς για ανικανότητα και διαφθορά.  Υποστηρίζει κατηγορηματικά ότι ο τακτικός στρατός δε συμμετείχε στις σφαγές του αρμενικού πληθυσμού, τις οποίες αποδίδει σε ομάδες παραστρατιωτικών, που δρούσαν με εντολές της πολιτικής ηγεσίας.  Καταδίκασε τις φρικαλεότητες, κατονόμασε τους υπεύθυνους και υπέβαλε την παραίτησή του για λόγους συνείδησης, ωστόσο θεωρούσε ότι οι Αρμένιοι προκάλεσαν αυτές τις εξελίξεις, επειδή επαναστάτησαν, συμπαρατάχθηκαν με τον εχθρό, το ρωσικό στρατό, και διέπραξαν και αυτοί σφαγές, επιτιθέμενοι σε χωριά με μουσουλμανικό πληθυσμό, άποψη  που ταυτίζεται με αυτή των οθωμανικών αρχών και την επίσημη άποψη της σύγχρονης Τουρκίας.[36]  Ωστόσο, αναγνωρίζει ότι η επαναστατική δραστηριότητα των Αρμενίων απετέλεσε την αφορμή, καθώς τα πραγματικά αίτια της γενοκτονίας ήταν οικονομικά και τα αποδίδει στη συστηματική προσπάθεια των Νεότουρκων να ισχυροποιήσουν την εξουσία τους, αποκτώντας τον πλήρη έλεγχο της οικονομίας της χώρας: «Οι Αρμένιοι χάρη στη δραστηριότητά και στα χαρίσματά τους είχαν προοδεύσει σε τομείς νευραλγικούς, όπως η βιομηχανία, και αποτελούσαν μια αληθινή απειλή για τους Νεότουρκους».[37]

Αυτή η ιδιαιτερότητα, ότι δηλαδή επιχειρηματολογεί με στοιχεία υπέρ και κατά και των δύο πλευρών, κρατώντας ίσες αποστάσεις, έχει ως αποτέλεσμα τόσο η τουρκική όσο και η αρμενική πλευρά να επικαλούνται τις μαρτυρίες του για να επιχειρηματολογήσουν υπέρ των θέσεών τους, αποκρύπτοντας η κάθε μία τα αναφερόμενα εις βάρος της.  Οι Αρμένιοι αναφέρονται στις αποκαλυπτικές μαρτυρίες του για την αγριότητα των επιχειρήσεων αφανισμού τους, καθώς και για τους υπεύθυνους αυτών, για το το ρόλο και την ευθύνη των οποίων ο Νογάλες παραθέτει στοιχεία.  Αποδίδουν τα αρνητικά σχόλια του Νογάλες στη σχέση του με υψηλά ιστάμενους Οθωμανούς και Γερμανούς.  Στον αντίποδα βρίσκονται οι Τούρκοι, που ενώ αναφέρονται αναλυτικά στα θετικά σχόλια του Νογάλες για τον ηρωισμό και την αυταπάρνηση των απλών στρατιωτών, “ξεχνούν” τις αρνητικές κρίσεις του για τη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία.  Ως προς το αρμενικό ζήτημα, επικαλούνται τη θέση του Νογάλες ότι «οι Αρμένιοι προκάλεσαν τη τύχη τους», παραθέτοντας αναλυτικά αποσπάσματα με τους λόγους που αυτός χαρακτηρίζει ως πρόκληση, αλλά αγνοούν τις πολυσέλιδες περιγραφές του για τις θηριωδίες κατά αμάχων ή τις αποδίδουν σε μεροληψία, λόγω της συναισθηματικής ταύτισης του Νογάλες με τα ομόθρησκα θύματα, χωρίς όμως να παραθέτουν ούτε ένα απόσπασμα από αυτές τις «μεροληπτικές» κρίσεις.  Από αυτήν την επιλεκτική εκτίμηση ή απαξίωση των μαρτυριών του δεν εξαιρούνται ούτε οι δημοσιεύσεις ακαδημαϊκών που ερευνούν το έργο του. [38]

Μολονότι ο Νογάλες εξακολουθεί μέχρι σήμερα να προκαλεί αμηχανία σε Αρμενίους και Τούρκους, κατάφερε να κερδίσει την εκτίμηση και αποδοχή των αντιπάλων του Βρετανών, όχι μόνον των αιχμαλώτων που βοήθησε, οι οποίοι τον αποκάλεσαν σωτήρα τους,[39] αλλά και αυτών που αντιμετώπισε σε μάχες, όπως ο αντίπαλός του λόρδος Edmund Allenby (1861-1936), επικεφαλής των βρετανικών δυνάμεων στο μέτωπο της Παλαιστίνης, ο οποίος προλόγισε το βιβλίο του Νογάλες “Silk Hat and Spurs” αποκαλώντας τον «γενναίο πρώην εχθρό και νυν αληθινό φίλο, που συνδυάζει τον μη εγωιστικό πατριωτισμό με την αλτρουιστική ιπποσύνη».[40]

Ο Νογάλες ήταν ταυτόχρονα τυχοδιώκτης, περιηγητής, στρατιώτης, επαναστάτης, πολιτικός, δημοσιογράφος, συγγραφέας και διανοούμενος, που, όπως πολύ εύστοχα σχολιάζει ο Allenby, «από την Κίνα ως τη Λατινική Αμερική ήταν παντού όπου εκπυρσοκροτούσαν τα όπλα και διασταυρώνονταν τα ξίφη». [41]  Τα βιβλία του θυμίζουν τα μεσαιωνικά ιπποτικά μυθιστορήματα, όπου η πολεμική δράση των ηρώων εξιδανικεύεται, αλλά παράλληλα διαθέτουν και όλα τα στοιχεία της σύγχρονης κατασκοπευτικής λογοτεχνίας: προδοσίες, στρατηγικές, κρατικά μυστικά, ίντριγκες, καταδιώξεις, αποδράσεις τη τελευταία στιγμή, συνεχείς φόνοι, πολεμικά  κατορθώματα απίστευτης ανδρείας. [42]  Είναι δύσκολο να πιστέψει κάποιος ότι βίωσε τόσες πολλές και έντονες εμπειρίες σε μία και μόνο ζωή, η οποία υπήρξε τόσο συναρπαστική που θα μπορούσε να αποτελέσει θέμα πολλών ταινιών και όχι μόνο μίας, όπως συνέβη με το Λόρενς.  Ωστόσο επισκιάστηκε από το Λόρενς, ξεχάστηκε και τα βιβλία του αγνοήθηκαν παρόλο που βρίθουν στοιχείων τα οποία συμβάλλουν στην πληρέστερη κατανόηση της σύγχρονης ιστορίας και στην ακριβέστερη αποτίμηση γεγονότων που επηρέασαν τις τύχες εκατομμυρίων ανθρώπων, καθόρισαν την έκβαση του πολέμου και οδήγησαν στην κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Rafael de Nogales Méndez (1879-1937).

Συμπτωματικά, τόσο στην έναρξη όσο και στη λήξη της επαγγελματικής στρατιωτικής του καριέρας, ο Νογάλες  πολέμησε υπέρ δύο αυτοκρατοριών που ηττήθηκαν και αμέσως μετά διαλύθηκαν.   Μετά την ταπεινωτική ήττα της στον ισπανο-αμερικανικό πόλεμο που σήμανε την ανεξαρτησία της Κούβας, της τελευταίας αποικίας που της είχε απομείνει στο Νέο Κόσμο,  η Ισπανία περιορίστηκε σχεδόν στα εθνικά της σύνορα.  Το ίδιο συνέβη και με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, που μετά τη συνθηκολόγησή και την απώλεια μέρους της επικράτειάς της, μετασχηματίστηκε σε εθνικό κράτος.

Ο στρατιώτης Δον Κιχώτης που περιπλανήθηκε όπως ό ίδιος λέει «πολεμώντας για ξένες σημαίες» δεν είχε μόνο την ατυχία ως στρατιωτικός να βρεθεί στο πλευρό των ηττημένων, αλλά είχε και ένα μεγάλο “ελάττωμα” ως συγγραφέας: δεν «απογύμνωσε ανηλεώς», όπως αναφέρει ο Arlt, μόνο τους στρατιωτικούς, αλλά και τους πολιτικούς, ακόμη και τον ίδιο τον πόλεμο, που τόσο επεδίωξε σε όλη του τη ζωή.  Επιπλέον, ως συγγραφέας τόλμησε να «απογυμνώσει ανηλεώς» μια νέα, ανερχόμενη “αυτοκρατορία” – υπερδύναμη, αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών με το βιβλίο του “The Looting of Nicaragua”, καθώς και με τα πύρινα άρθρα του στον παγκόσμιο Τύπο.  Αυτή η “αποκοτιά” του να μάχεται ηρωικά για τις πεποιθήσεις του, με το σπαθί ή την πένα, τον κατέστησε, δεδομένων των συγκυριών, αντι-ήρωα, και τον οδήγησε στην αφάνεια, τη λήθη, αλλά κυρίως την απαξίωση.   Ίσως οι ομοιότητες που έχει με τον “τρελό” αντι-ήρωα του Θερβάντες, το ρομαντικό περιπλανώμενο ιππότη Δον Κιχώτη, που έκανε αιχμηρή κριτική στα κακώς κείμενα της εποχής του και έδινε ηρωικές αλλά μάταιες μάχες, να προσφέρονται περισσότερο για παραλληλισμό  από ότι αυτές με τον ήρωα – πρότυπο και πρωταγωνιστή επικών ταινιών Λόρενς.

Η Μαρία Δημητρίου διδάσκει Ισπανική Γλώσσα στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
Ανήκει στο Ειδικο Εκπαιδευτικό Προσωπικό (ΕΕΠ) του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών

The First World War in the Middle East 1914 to 1916

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Allenby, Edmund, “Silk hat and spurs – prólogo”, Nogales Méndez visto por propios y extraños, επιμ. Kaldone Nweihed, Fundación General de Nogales Méndez, Caracas 2003, 51-52

Brenchley, Fred & Elizabeth, White’s Flight: An Australian Pilot’s Epic Escape from Turkish Prison Camp to Russia’s Revolution, John Wiley & Sons, Australia 2004

Bullock, L. David, Allenby’s War.  The Palestine-Arabian campains, 1916-1918, Blandford Press, London 1988

Burne, H. Alfred, Mesopotamia.  The Last Phase, Gale & Polden Ltd, London 1936

Candler, Edmund, The Long Road to Baghdad, τόμοι 1-2, Cassel and Company Ltd, London 1919

Gilbert, Martin, The First World War: a complete history, Henry Holt, New York 1996

Emin, Ahmed, Turkey in the World War, New Haven: Yale University press, London 1930

Ferro, Marc, The Great War 1914-1918, Routledge, London  1973

Kutlu Necati, Mehmet, “Nogales Méndez: un caballero andante en TurquíaConcluciones”, Nogales Méndez visto por propios y extraños, επιμ. K. Nweihed, Fundación General de Nogales Méndez, Caracas 2003, 341-343

Moberly, J. Frederick, History of the Great War based on official documents.  The campaign in Mesopotamia, τόμοι 1-4, His Majesty’s Stationery Office, London 1923-1927

Nogales Méndez, Rafael de, Cuatro años bajo la media luna, Fundación Editorial el perro y la rana, Caracas 2006

Nogales Méndez, Rafael de, Memorias (e-book), Red Ediciones, Barcelona 2017

Quero de Trinca, Mirela, Rafael de Nogales Méndez (1877-1937), Biblioteca Biográfica Venezolana, Caracas 2005

Strachan, Hew, The First World War, “To Arms”, τόμος 1ος, Oxford University Press, New York 2001

Yeats-Brown, Francis, Golden Horn, V. Gollancz, London 1932

Wavell, Archibald, Allenby, a Study in Greatness: The Biography of Field-Marshal Viscount Allenby of Megiddo and Felixstowe, George G. Harrap, London 1941

Woodward, R. David, Hell in the Holy Land.  World War I in the Meddle East, The University Press of Kentucky, Kentucky 2006

Άρθρα στο διαδίκτυο

Jäckel de Aldana, Jasmina, ¿Del aventurero trotamundos al héroe nacional venezolano?,  http://www.redalyc.org/pdf/586/58635105.pdf

Rojo, Violeta, “Memorias de un aventurero venezolano: Rafael de Nogales Méndez”, Contexto, 6/8, (Καράκας, 2002): http://www.saber.ula.ve/bitstream/123456789/ 18898/1/violeta_rojo.pdf

Arlt Roberto, “Lawrence 500.000 dólares.- ¿Y Rafael de Nogales?, http://www.revistadelauniversidad.unam.mx/ojs_rum/files/journals/1/articles/9868/public/9868-15266-1-PB.pdf

ŞAHİN, Hüseyin Güngör, OSMANLI ORDUSUNDA VENEZUELALI BİR GEZGİN ŞÖVALYE: RAFAEL DE NOGALES MÉNDEZ, http://www.turkishstudies.net/Makaleler/1964617505_33%C5%9EahinH%C3%BCseyinG%C3%BCng%C3%B6r-563-598.pdf

ŞAHİN, Hüseyin Güngör, “Algunos puntos importantes sobre la vida de Rafael de Nogales Méndez, http://www.1915imperiootomano.org/site/o/69763/2016/08/d31dd5b2c38a68fe341dd6c8e153656b.pdf

Kutlu Necati, Mehmet, “Período Otomano del ilustre Caballero Venezolano Rafael de Nogales Méndez, http://www.1915imperiootomano.org/site/o/69763/2017/02/5048b10f8c6acb65dd336d74d0fe9961.pdf?759870

Υποσημειώσεις

[1]           Αυτή η δημοσίευση βασίζεται σε αποσπάσματα της διπλωματικής εργασίας με τίτλο «Rafael de Nogales Méndez(1877-1937). Ένας Λατινοαμερικανος στην υπηρεσία της Ημισελήνου», που εκπονήθηκε το 2009 στα πλαίσια του μεταπτυχιακού προγράμματος Σπουδών στη Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική και Παγκόσμια Ιστορία του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, με επιβλέποντα τον Καθηγητή κ. Ιωάννη Μουρέλο. βλ. http://ikee.lib.auth.gr/record/122601/files/GRI-2010-4889.pdf

[2]         http://www.revistadelauniversidad.unam.mx/ojs_rum/files/journals/1/articles/9868/public/9868-15266-1-PB.pdf

[3]          Τα βιογραφικά στοιχεία αντλήθηκαν από: M. Quero de Trinca, Rafael de Nogales Méndez (1877-1937), Caracas 2005

[4]           Πρόκειται για το Fritz von der Goltz, γιο του στρατηγού Colmar Freiherr von der Goltz, διοικητή της 6ης οθωμανικής στρατιάς, υπό τις εντολές του οποίου πολέμησε ο Νογάλες στο μέτωπο της Μεσοποταμίας. Βλ.

http://www.1915imperiootomano.org/site/o/69763/2016/08/d31dd5b2c38a68fe341dd6c8e153656b.pdf

[5]           R.de Nogales Méndez, Memorias, Barcelona 2017(e-book), σσ. 80- 81.

[6]           Στο ίδιο, σ.81

[7]           Martin Gilbert, The First World War: a complete history, Henry Holt, New York 1996, σ. 143

[8]           R.de Nogales Méndez, Cuatro años bajo la Media Luna, Caracas 2006, σσ. 81-82

[9]           Στο ίδιο, σ. 85

[10]          http://www.turkishstudies.net/Makaleler/1964617505_33%C5%9EahinH%C3%BCseyinG%C3%BCng%C3%B6r-563-598.pdf

[11]          Nogales Méndez, ό., σ. 89

[12]          Στο ίδιο, σ. 93

[13]          Οι αριθμοί των θυμάτων που αναφέρει ο Νογάλες ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα.  Οι σφαγές στο Μπιτλίς άρχισαν στις 17 Ιουνίου και μέσα σε οκτώ ημέρες σφαγιάσθηκαν 15.000 Αρμένιοι.  Στο γειτονικό Σερτ εκατοντάδες Αρμενίων Νεστοριανών και Ιακωβιτών είχαν την ίδια τύχη. Βλ. Gilbert, ό.π., σ. 167

[14]          Nogales Méndez, ό.π., σ. 139

[15]          Στο ίδιο, σ. 133

[16]          Στο ίδιο, σ. 133

[17]          Στο ίδιο, σ. 150

[18]          A.H. Burne, Mesopotamia.  The Last Phase, London 1936, σ. 2·   F. J. Moberly, History of the Great War based on official documents.  The campaign in Mesopotamia, London 1923, τ.2ος, σ. 157

[19]          3.000 Βρετανοί και 6.000 Ινδοί, εκτός των μη μαχίμων, παραδόθηκαν στην Kut.  Η συντριπτική ήττα προκάλεσε κύμα αντιδράσεων στη Βρετανία κατά της πολιτικής ηγεσίας, η οποία δεν έλαβε υπόψη τις αντιρρήσεις των στρατιωτικών, που επισήμαναν τον κίνδυνο να υπάρξουν πολλές απώλειες σε άνδρες και εξοπλισμό, επειδή οι δυνάμεις που διέθεταν ήταν ανεπαρκείς. Βλ. E. Candler, The Long Road to Baghdad, London 1919, τ. 1ος, σσ. 211-212

[20]          M. Ferro, The Great War 1914-1918, London  1973, σ. 67·  Gilbert, ό., σ. 312

[21]          F.& E. Brenchley, White’s Flight: An Australian Pilot’s Epic Escape from Turkish Prison Camp to Russia’s Revolution, Australia, 2004, σσ. 76, 82  

[22]          F.Yeats-Brown, Golden Horn, London 1932, σσ. 143-144

[23]          Nogales Méndez, ό., σ. 273

[24]          Στο ίδιο, σ. 307

[25]          D.R.Woodward, Hell in the Holy Land.  World War I in the Meddle East, Kentucky 2006, σσ. 63-64

[26]          Η αποστολή του Νογάλες έχει άμεση σχέση με τα αρχικά σχέδια των Γερμανών για αποστολή πρακτόρων, οι οποίοι θα διείσδυαν στην Αίγυπτο για να στρατολογήσουν εθελοντές πρόθυμους να πλήξουν τα βρετανικά συμφέροντα, διαπράττοντας φόνους και δολιοφθορές.  Επιπλέον, τόσο οι Γερμανοί όσο και οι Τούρκοι ήλπιζαν σε μία λαϊκή εξέγερση κατά των Βρετανών.  Τις ελπίδες τους τροφοδοτούσαν οι εξόριστοι εθνικιστές, αλλά πιο ρεαλιστική ήταν η προσφορά βοήθειας των Βεδουίνων της Ερήμου του Σινά.  Βλ. H. Strachan, The First World War, v.1 “To Arms”, New York 2001, σσ. 701, 732.

[27]          Nogales Méndez, ό., σ. 370

[28]          A.Wavell, Allenby, a Study in Greatness: The Biography of Field-Marshal Viscount Allenby of Megiddo and Felixstowe, London 1941,  τ.1ος, σσ. 188-189, 201, 207, 210, 213·  . D.L.Bullock, Allenby’s War.  The Palestine-Arabian campains, 1916-1918, London 1988, σ. 7

[29]          A.Wavell, , ό., σσ. 221-222

[30]          Nogales Méndez, ό., σ. 445

[31]          Στο ίδιο, σ. 460

[32]          Ο Fulton και άλλοι αξιωματικοί από την ομάδα των αιχμάλωτων που είχε προστατέψει από βέβαιο θάνατο, μίλησαν για το Νογάλες με τα καλύτερα λόγια γι αυτόν στις βρετανικές αρχές, όταν κατέρρευσε η κυβέρνηση των Νεότουρκων. Βλ. Brenchley, ό., σ. 241

[33]  http://www.turkishstudies.net/Makaleler/1964617505_33%C5%9EahinH%C3%BCseyinG%C3%BCng%C3%B6r-563-598.pdf

[34]          J.- J. de Aldana, ¿Del aventurero trotamundos al héroe nacional venezolano?, Βλ. http://www.redalyc.org/pdf/586/58635105.pdf

[35]          http://www.gomidas.org/books/show/33

[36]          A. Emin, Turkey in the World War, London 1930, σ. 216

[37]          Nogales Méndez, ό., σ. 146

[38]          M.Necati Kutlu, “Nogales Méndez: un caballero andante en Turquía – Concluciones”, Nogales Méndez visto por propios y extraños, επιμ. K. Nweihed, Caracas 2003, σσ. 341-342» και “Período Otomano del ilustre Caballero Venezolano Rafael de Nogales Méndez, βλ.            http://www.1915imperiootomano.org/site/o/69763/2017/02/5048b10f8c6acb65dd336d74d0fe9961.pdf?759870

[39]          Yeats-Brown, ό.π., σ.143·   Brenchley, ό.π., σ. 81

[40]          E. Allenby, “Silk hat and spurs – prólogo”, Nogales Méndez visto por propios y extraños, επιμ. K. Nweihed, Caracas 2003, σσ. 51-52.

[41]          E. Allenby, ό., σ. 52.

[42]          V. Rojo, “Memorias de un aventurero venezolano: Rafael de Nogales Méndez”, βλ. http://www.saber.ula.ve/bitstream/123456789/18898/1/violeta_rojo.pdf

Χαράλαμπος Γάππας: Η Μάχη του Κούρσκ.

Χαράλαμπος Γάππας

Η Μάχη του Κούρσκ

Οι εξελίξεις κατά την σοβιετική αντεπίθεση στο Ανατολικό Μέτωπο

Εισαγωγή

Είχε εν τέλει γίνει έξις του Αδόλφου Χίτλερ, ειδικά μετά την αναπάντεχη και μεγάλη νίκη του κατά την μάχη της Γαλλίας στις αρχές καλοκαιριού του 1940, να θέτει μαξιμαλιστικούς στόχους στις πολεμικές επιχειρήσεις. Παρά τις όποιες αντιρρήσεις ή ενστάσεις που μπορεί να είχε το Επιτελείο της Βέρμαχτ, τα στελέχη του ουδέποτε αμφισβητούσαν ανοιχτά τους ίδιους τους στόχους του Φύρερ, αλλά προσάρμοζαν κάθε φορά την κριτική τους στο πως επρόκειτο να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, στοιχιζόμενοι ουσιαστικά πίσω από τους οραματισμούς του.

Έτσι, και το καλοκαίρι του 1942, όταν τα γερμανικά Πάντσερ έφθασαν έξω από το Στάλνγκραντ, ο Χίτλερ απεφάσισε να μην συγκεντρώσει όλες του τις δυνάμεις για να εισβάλει στην πόλη. Έδωσε εντολή λοιπόν, το ένα τμήμα των δυνάμεών του να κατευθυνθεί και να καταλάβει την πόλη, και το άλλο να στραφεί νότια προς τον Καύκασο, στοχεύοντας σε ταυτόχρονη κατάληψη των περασμάτων του Βόλγα και των πετρελαιοπηγών του Μπακού. Η κίνηση αυτή όμως αποδυνάμωσε τις δυνάμεις τις Βέρμαχτ και στα δύο μέτωπα, και οδήγησε τις επιχειρήσεις σε αδιέξοδο. Έτσι, όταν η Σοβιετική πλευρά πέρασε στην αντεπίθεση στο μέτωπο του Στάλινγκραντ, η Γερμανική άμυνα κατέρρευσε. Η 6η Γερμανική Στρατιά και η 3η Ρουμανική περικυκλώθηκαν και παρά τις προσπάθειες  του φον Μάνσταϊν, στις 2 Φεβρουαρίου, ο Φρήντριχ Πάουλους παρέδωσε τα απομεινάρια της 6ης Στρατιάς στους Σοβιετικούς[1].

Με πρόδηλη την κατάρρευση των Γερμανών στην Νοτιοδυτική Ρωσία, η Σοβιετική Ανωτάτη Διοίκηση (Ставка) απεφάσισε να εκμεταλλευτεί την συγκυρία, και στις 29 Ιανουαρίου 1943, διατάζει τις δυνάμεις του Νοτιοδυτικού Μετώπου, υπό τον στρατηγό Νικολάι Βατούτιν, να εκδιώξουν τις δυνάμεις του Άξονος και πέρα από την Ανατολική Ουκρανία. Την ίδια στιγμή, οι δυνάμεις του μετώπου Βορονέζ υπό τον στρατηγό Φίλιπ Γκολίκωφ, διατάζονται να προχωρήσουν στην κατάληψη του Κούρσκ, του Χάρκοβου, και να προελάσουν ως τον Δνείπερο[2].

Αυτό που προσπαθούν να εκμεταλλευθούν οι Σοβιετικοί, είναι η αδυναμία των Γερμανών σε εκείνη την χρονική συγκυρία να ανασυγκροτηθούν και να σχηματίσουν γραμμές αμύνης. Ουσιαστικός σκοπός τους είναι να απωθήσουν τον Άξονα και πέρα από τον Δνείπερο με απανωτές και αλληλεπικαλυπτόμενες επιχειρήσεις, με επιθέσεις και αντεπιθέσεις σε μεγάλη έκταση και ταυτόχρονα σε πολλά μέτωπα, χωρίς οι Γερμανοί να μπορέσουν να αντιδράσουν προβάλλοντας σοβαρή αντίσταση.

Στις 9 Φεβρουαρίου οι Σοβιετικοί κατέλαβαν το Κούρσκ και στις 14 Φεβρουαρίου βρίσκονταν έξω από το Χάρκοβο. Οι Γερμανικές δυνάμεις μέσα στην πόλη αντιμετώπιζαν πλέον σοβαρό τον κίνδυνο να περικυκλωθούν και να διαλυθούν. Οι Γερμανοί διοικητές πρότειναν την εκκένωση της πόλης, ο Χίτλερ όμως το αρνήθηκε. Κατόπιν αυτού, μετά από σκληρές οδομαχίες οι Σοβιετικοί κατέλαβαν το Χάρκοβο μεταξύ 15 και 16 Φεβρουαρίου[3]. Αυτή η βαθιά προώθηση των Σοβιετικών μέχρι και τον Δνείπερο ποταμό έπληττε καίρια την συνοχή των γερμανικών δυνάμεων και απειλούσε θανάσιμα την υπόσταση του γερμανικού μετώπου. Όμως αν και επιτυχημένη, η ταχύτατη Σοβιετική προέλαση εξουθένωσε τις δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού, οι οποίες πλέον ήταν επικίνδυνα εκτεθειμένες σε μια γερμανική αντεπίθεση.

Η Τρίτη μάχη του Χάρκοβου. 19 Φεβρουαρίου- 15 Μαρτίου 1943[4].

Στις 12 Φεβρουαρίου 1943, ο στρατηγός Μάνσταϊν ζήτησε από τη διοίκηση της Βέρμαχτ την άδεια να αποσπάσει κάποιες μεραρχίες από την Ομάδα Στρατιών «Κέντρο» και την Ομάδα Στρατιών «Βορράς», καθώς ο Κόκκινος Στρατός ήταν πλέον σε θέση να καταλάβει τα περάσματα του Δνείπερου και να περικυκλώσουν τις γερμανικές δυνάμεις[5]. Ο στόχος του Μάνσταϊν ήταν διπλός. Από την μια ήθελε να εξασφαλίσει δυνάμεις που θα του επέτρεπαν να ανασυγκροτήσει το μέτωπο στην Ανατολική Ουκρανία και από την άλλη, γνωρίζοντας ότι η Σοβιετική προέλαση είχε φθάσει στα όριά της, να επιχειρήσει αντεπίθεση με στόχο το Χάρκοβο, το οποίο ήταν σημαντικό σιδηροδρομικός κόμβος. Έτσι στις 12 Φεβρουαρίου,  έστησε το επιτελείο μιάς νέας Ομάδας Στρατιών στο Ζαπορόζιε. Ο νέος σχηματισμός ονομάστηκε Ομάδα Στρατιών «Νότος»[6], και αποτελούνταν από τις δυνάμεις της Ομάδας Στρατιών «Ντόν» και της  Ομάδας Στρατιών «Β».

Στις 17 Φεβρουαρίου 1943, ο Χίτλερ πέταξε για την Ζαπορόζιε, όπου συμμετείχε σε σύσκεψη υπό τον Έριχ φον Μάνσταϊν, από τον οποίο και ζήτησε να αντεπιτεθεί και να ανακαταλάβει το Χάρκοβο. Ο Μάνσταϊν, προσπάθησε να πείσει τον Χιτλερ πως μια κατά μέτωπον επίθεση στην πόλη θα απέβαινε άκαρπη, όποτε θεώρησε καλύτερο να επιτεθεί από νοτιοανατολικά και βόρεια στα εκτεθειμένα πλευρά των Σοβιετικών, και μετά να επιτεθεί στην πόλη. Σε διαφορετική περίπτωση υπήρχε κίνδυνος οι γερμανικές δυνάμεις να καθηλωθούν και να περικυκλωθούν. Υπό τα βάρος των εξελίξεων στις 19 Φεβρουαρίου ο Χίτλερ δίνει την άδειά του για ελεύθερη επιχειρησιακή  δράση από μεριάς του στον Μάνσταϊν, και αναχωρεί την στιγμή που οι Σοβιετικοί απέχουν μόλις 30 χιλιόμετρα από τα αεροδρόμιο[7]. Τότε, ο Μάνσταϊν εξαπολύει την αντεπίθεση προς στο Χάρκοβο, το οποίο οι δυνάμεις του θα καταλάβουν μετά από σκληρές οδομαχίες, στις 16 Μαρτίου.

Ο Έριχ φον Μάνσταϊν υποδέχεται τον Αδόλφο Χίτλερ στο Ζαπορόζιε στις 17 Φεβρουαρίου 1943 (πηγή: Bundesarchiv).

Όμως, ενισχύσεις του Κόκκινου Στρατού στο Κεντρικό Μέτωπο ανέκοψαν κάθε περαιτέρω γερμανική προέλαση. Άλλωστε οι εξελίξεις στο μέτωπο των επιχειρήσεων θα περνούσαν σε μια φάση στασιμότητας, λόγω της ρασπούτιτσα[8][9]. Η κατάσταση αυτή ουσιαστικά έδωσε την ευκαιρία και στους δύο αντιμαχόμενους να εμπεδώσουν το έδαφος που είχαν καταλάβει και να ενισχύσουν τος θέσεις τους[10].

Ο σχηματισμός της προεξοχής γύρω από το Κούρσκ.

Με την αντεπίθεση του στρατηγού Μάνσταϊν στο Χάρκοβο, καθώς και τη συγκράτηση της σοβιετικής επίθεσης στο Όρελ, οι δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού βρέθηκαν να κατέχουν μια σημαντική προκεχωρημένη θέση στο μέτωπο με επίκεντρο την πόλη Κούρσκ· η οποία έμοιαζε ιδανική για μια επιθετική κίνηση ʹʹτανάλιαςʹʹ από πλευράς της Βέρμαχτ. Αυτό όμως που δεν ήταν ιδανικό, ήταν η κατάσταση των γερμανικών δυνάμεων. Εξαντλημένοι, με περιορισμένο εξοπλισμό και ελάχιστες εφεδρείες, ήταν πραγματική αυτοκτονία η ανάληψη επιθετική ενέργειας εκείνη την στιγμή από πλευράς του γερμανικού στρατού. Παρόλα ταύτα ο Χίτλερ, μέσα στην παροξυσμική μεγαλομανία των στόχων του διέταξε την κατάρτιση σχεδίων επίθεσης κατά του Κούρσκ[11].

Κίνητρο για αυτή την επιχείρηση δεν αποτελούσε μόνο η εμμονή του Χίτλερ με την ανάληψη επιθετικών ενεργειών, αλλά επιπλέον οι Γερμανοί αναζητούσαν μια νέα μεγάλη νίκη που του θα επανεπιβεβαίωνε την ισχύ και το γόητρό τους. Η υποχώρηση στα μέτωπα της Βορείου Αφρικής, αλλά κυρίως η ήττα στο Στάλινγκραντ είχε αυξήσει την δυσαρέσκεια μεταξύ των συμμάχων του Χίτλερ- κυρίως της Ρουμανίας και της Ουγγαρίας. Η μεγάλη ήττα που υπέστησαν και τα δικά τους στρατεύματα και η απώλεια μεγάλου αριθμού στρατιωτών από μεριάς τους, είχε προκαλέσει σκέψεις ακόμη και για αποχώρηση από τον πόλεμο. Υπό το κράτος αυτών των συνθηκών, στις 13 Μαρτίου, ο Χίτλερ υπέγραψε το Επιχειρησιακό Διάταγμα αριθ. 5, με το οποίο έδινε την έγκρισή του για διάφορες επιθετικές ενέργειες, μεταξύ των οποίων και αυτής κατά του Κούρσκ[12][13][14].

Η προπαρασκευή της σύγκρουσης.

Ο Χίτλερ ήταν πεπεισμένος πως πολλά από τα προβλήματα που είχε αντιμετωπίσει τόσο κατά την μάχη του Στάλινγκραντ, όσο και μετά από αυτήν είχαν πλέον παρέλθει. Σύμφωνα με την αντίληψή του, η Βέρμαχτ είχε πιά στην διάθεσή της νέο, καλύτερο εξοπλισμό και άρματα μάχης.

Για τον Χίτλερ αυτά τα νέα όπλα αποτελούσαν τον καταλύτη της επίθεσης, και αν διέθετε αρκετά από αυτά η νίκη ήταν σχεδόν βεβαία. Προς επίρρωση των λεγομένων του ο Χίτλερ σημείωνε στις συσκέψεις που είχε με το επιτελείο του πως από τις γραμμές παραγωγής έβγαιναν ολοένα και περισσότερα από αυτά τα άρματα μάχης, καθώς επίσης και αυτοπροωθούμενα πυροβόλα και πολυβόλα, που αποτελούσαν κρίσιμη συνιστώσα στην τακτική διεξαγωγής της γερμανικής επίθεσης. Αν και οι στρατηγοί και τα άλλα μέλη του επιτελείου προσπαθούσαν να θέσουν υπό αίρεση αυτές τις σκέψεις, ο Χίτλερ παρέμενε ακλόνητος γύρω από το επιχείρημά του. Παραγνώριζε, σχεδόν εθελοτυφλώντας ότι οι ρυθμοί παραγωγής της γερμανικής βιομηχανίας για όλα αυτά τα όπλα, επ’ ουδενί δεν μπορούσαν να συγκριθούν με αυτούς των Σοβιετικών ούτως ώστε να εξασφαλίσουν την απαραίτητη υπεροπλία[15][16].

Οι Σοβιετικοί φαίνεται άλλωστε πως είχαν προετοιμαστεί για ένα μεγάλης έκτασης πόλεμο, και μάλιστα στα εδάφη τους. Για τον λόγο αυτό, από την δεκαετία του 1930, άρχισαν να μετεγκαθιστούν ολόκληρες βιομηχανικές μονάδες πίσω από τα Ουράλια όρη, οπότε όταν ξεκίνησε ο πόλεμος, η προπαρασκευή αυτή είχε ως αποτέλεσμα ζωτικές βιομηχανίες της χώρας να παραμείνουν άθικτες από τις συγκρούσεις και τους βομβαρδισμούς, και να αυξάνουν πυρετωδώς της παραγωγή τους, εφοδιάζοντας τον Κόκκινο Στρατό. Έτσι, αν και η ΕΣΣΔ κατήγαγε έναν καταστροφικό πόλεμο εντός της επικρατείας της, κατάφερε να διατηρήσει και να επαυξήσει τους προπολεμικούς ρυθμούς παραγωγής της, και εν τέλει να υπερκεράσει και αυτούς της Γερμανίας[17].

Ο σχεδιασμός της επιχείρησης Zitadelle[18].

Στις 15 Απριλίου, ο Χίτλερ εξέδωσε το Επιχειρησιακό Διάταγμα αριθ. 6, το οποίο αφορούσε την επιθετική επιχείρηση εναντίον του Κούρσκ, με την κωδική ονομασία Zitadelle («Φρούριο»), η οποία ήταν προγραμματισμένη να ξεκινήσει  στις 3 Μαΐου. Κρίσιμος παράγοντας για την επιτυχία της επίθεσης θεωρήθηκε το γεγονός, η επιχείρηση να διεξαχθεί πριν προλάβουν οι Σοβιετικοί να οργανώσουν και να κατασκευάσουν ισχυρά οχυρωματικά έργα[19][20]. Το σχέδιο της επιχείρησης περιελάβανε διπλό ταυτόχρονο χτύπημα στην εξοχή του Κούρσκ από Βορρά και Νότο, με συντονισμένη και ταυτόχρονη δράση από την Ομάδα Στρατιών «Κέντρο» στο Όρελ, και την Ομάδα Στρατιών «Νότος» στο Χάρκοβο[21].

Στις 27 Απριλίου, ο Χίτλερ συναντήθηκε με τον διοικητή της 9ης Στρατιάς Βάλτερ Μόντελ, ο οποίος ήθελε να εκφράσει τις ενστάσεις του για την επιχείρηση, καθώς οι γερμανικές δυνάμεις είχαν λάβει γνώση κυρίως μέσω της Luftwaffe για ισχυρές αμυντικές θέσεις που ετοίμαζε ο Κόκκινος Στρατός. Ο Μόντελ πρότεινε την ριζική επανεξέταση του σχεδίου μάχης καθώς και του χρονικού πλαισίου της επίθεσης. Υποστήριξε λοιπόν, πως όσο περισσότερο καθυστερεί η επίθεση, τόσο περισσότερο ισχυροποιούνταν οι Σοβιετικές άμυνες και κατά συνέπεια τόσο πιο πολύ απομακρύνονταν το ενδεχόμενο της επιτυχίας. Κατά συνέπεια, πρότεινε την εγκατάλειψη του σχεδίου ‘’Φρούριο’’, και την προετοιμασία των γερμανικών δυνάμεων για άμυνα[22][23]. Οι θέσεις αυτές πλέον εύρισκαν σύμφωνο και τον Μάνσταϊν.

Στις αρχές Μαΐου ο Χίτλερ συγκάλεσε σύσκεψη της Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης (Oberkommando des Heeres) με αντικείμενο τις εξελίξεις στο Ανατολικό Μέτωπο. Σε ότι αφορά τις εξελίξεις στα νότια του Μετώπου, ο Χίτλερ επέμεινε στην γενική του άποψη για την διεξαγωγή της επίθεσης στο Κούρσκ. Οι στρατηγοί του όμως δεν διέκειντο απολύτως θετικά απέναντι σε αυτό στο ενδεχόμενο, καθώς εξέφρασαν ενστάσεις τόσο για τους διαθέσιμους στρατιωτικούς πόρους, όσο και για το γεγονός της αναβολής της επίθεσης. Η συνάντηση τελικά έληξε χωρίς να ληφθεί κάποια ξεκάθαρη απόφαση, πέραν της αναβολής της ημέρας διεξαγωγής της επιχείρησης[24]. Οι αναβολές αυτές οφείλονταν την καθυστέρηση την μεταφοράς του πολεμικού υλικού, των νέων μονάδων και των εφοδίων από την δυτική και κεντρική Ευρώπη, στο Ανατολικό Μέτωπο. Πέρα από ότι είχε ο Χίτλερ στο μυαλό του, οι γραμμές παραγωγής δεν μπορούσαν να έχουν έτοιμο τον όγκο του πολεμικού υλικού που ζητούσε, στο χρόνο που ζητούσε. Παράλληλα, το κακό δίκτυο μεταφορών και η δράση των παρτιζάνων, δυσχέραναν την μεταφορά εφοδίων στο μέτωπο[25].

Στην σύσκεψη εκείνη, ο Γενικός Επιθεωρητής των Δυνάμεων των Πάντσερ, Χάιντς Γουντέριαν υπήρξε εξαιρετικά αρνητικός απέναντι στην ιδέα ανάληψης οποιασδήποτε επιθετικής ενέργειας κατά των δυνάμεων των Σοβιετικών, αλλά και γενικότερα σε οποιοδήποτε άλλο μέτωπο. Χαρακτήρισε ουσιαστικά άτοπη και άχρηστη οποιαδήποτε ενέργεια από πλευράς της Βέρμαχτ. Ο Γκουντέριαν, χωρίς να εστιάζει μόνο σε ένα μέτωπο, αλλά έχοντας μια γενικότερη εικόνα του πολέμου και του συνόλου των διεξαγομένων επιχειρήσεων στο μυαλό του, θεωρούσε πως ο γερμανικός στρατός δεν έπρεπε να αναλωθεί εκτιθέμενος επικίνδυνα σε επιθετικές πρωτοβουλίες. Αντιλαμβανόμενος την σημασία των εξελίξεων στην Αφρική, διέβλεπε την πιθανότητα διάνοιξης ενός νέου μετώπου στην Νότια Γαλλία ή την Ιταλία, κατά δεν θα συνηγορούσε σε μια ενέργεια που θα δέσμευε το επιτελείο της Βέρμαχτ να αποσπάσει δυνάμεις από εκείνες τις περιοχές.

Εξέφρασε λοιπόν ανοιχτά την γνώμη του και στον Φύρερ στις 10 Μαΐου, προτείνοντας την ανάληψη αμυντικής στάσης στην ΕΣΣΔ. Παράλληλα, ισχυρίστηκε τότε πως τα Πάντσερ και τα Τάιγκερ στα οποία είχε εναποθέσει τόσες ελπίδες, ο Χίτλερ θα ήταν φρονιμότερο να μην αποσταλούν στην Ανατολή, σε μια συμπλοκή κατατριβής με επικίνδυνα αμφίβολο αποτέλεσμα, και να παραμείνουν στην δυτική Ευρώπη για να αντιμετωπίσουν την αναμενόμενη εισβολή[26]. Ο Γκουντέριαν ήταν μάλλον ανήσυχος λόγω  της αδυναμίας κάλυψης των ενδεχόμενων απωλειών, τόσο δε ανθρώπινο δυναμικό, όσο και σε πολεμικό υλικό, την στιγμή μάλιστα, που οι Σύμμαχοι έμοιαζαν να διαθέτουν αστείρευτο πολεμικό υλικό και απεριόριστες εφεδρείες[27][28].

Χάιντς Γκουντέριαν

Χαρακτηριστικά είπε στον Χίτλερ:

‘’ Είναι πραγματικά απαραίτητο να επιτεθούμε στο Κούρσκ, και ουσιαστικά στα ανατολικά γενικότερα φέτος; Νομίζεις ότι κανείς έστω ξέρει πού είναι το Κούρσκ; Ο κόσμος όλόκληρος δεν νοιάζεται αν θα καταλάβουμε το Κούρσκ ή όχι. Ποιος είναι ο λόγος που μας αναγκάζει να επιτεθούμε φέτος στο Κούρσκ ή γενικά στο Ανατολικό Μέτωπο;’’

Στα λόγια αυτά ο Χίτλερ απάντησε: «Ξέρω. Η σκέψη και μόνο αυτού του πράγματος μου ανακετεύει το στομάχι μου«.

Και ο στρατηγός σημείωσε συμπερασματικά:

«Σε αυτή την περίπτωση η αντίδρασή σας στο πρόβλημα είναι σωστή.»[29]

Παρά τις παραινέσεις του Γκουντέριαν ο Χίτλερ ενέμεινε στην άποψή του, και όρισε την ημερομηνία έναρξης της επιχείρησης περίπου στις πρώτες μέρες του Ιουλίου. Τελικά την 1η Ιουλίου δόθηκε το τελικό σχέδιο μάχης και η ημερομηνία έναρξης στις 5 του μηνός[30].

Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα της αναμονής οι Γερμανοί είχαν συγκεντρώσει στον χώρο γύρω από το Κούρσκ, περίπου 780.000 άνδρες, 3.000 τεθωρακισμένα και λοιπά άρματα μάχης, και 10.000 πυροβόλα, κανόνια και όλμους, καθώς επίσης και περίπου 2.000 αεροπλάνα[31][32][33][34][35][36][37].

Η προετοιμασία της άμυνας από τους Σοβιετικούς[38].

Όπως είχε σχηματιστεί το μέτωπο, με την προεξοχή γύρω από το Κούρσκ, ήταν δύσκολο για τους Σοβιετικούς να μαντέψουν την πιθανότητα μιας επικείμενης γερμανικής επίθεσης στον τομέα αυτόν. Σύντομα, ωστόσο, οι υποψίες τους θα επιβεβαιωθούν από τον κατασκοπευτικό κύκλο ‘’Λούκυ’’ στην Ελβετία, καθώς και από τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες είχαν καταφέρει να σπάσουν τους κρυπτογραφημένους κώδικες της μηχανής Enigma. Ως πληροφοριοδότης αναφέρεται κάποιος ‘’Werther’’, για το οποίο δεν υπάρχουν άλλες πληροφορίες, αλλά πιθανολογείται πως ανήκε στους κόλπους της Ανωτάτης Γερμανικής Στρατιωτικής Διοίκησης. Είναι αυτός που έστελνε τις πληροφορίες στον Ρούντοφ Ροίσλερ, τον οργανωτή του κατασκοπευτικού δικτύου στην Ελβετία.  Κατά συνέπεια, ήδη από τα τέλη Μαρτίου οι Σοβιετικοί είχαν λάβει γνώσει για τις συζητήσεις του γερμανικού επιτελείου γύρω από την επίθεση στο Κούρσκ, ακόμη και για τα διαμορφούμενα σχέδια μάχης.

Έτσι, το οι επιτελείς του Κόκκινου Στρατού προχώρησαν σχεδόν αμέσως στην κατάρτιση σχεδίων αμύνης και στο χτίσιμο οχυρωματικών έργων. Στα μέσα Απριλίου ο Ζούκωφ ανέπτυξε ενώπιον της ΣΤΑΒΚΑ το σχέδιο μάχης. Ο Στρατάρχης, πρότεινε να αφεθεί στους Γερμανούς η πρωτοβουλία της επίθεσης και ο Κόκκινος Στρατός να οργανώσει ισχυρές γραμμές αμύνης που ουσιαστικά θα του επέτρεπαν να προχωρήσει σε μια σφοδρή γενική αντεπίθεση.

Δύο ήταν τα μέτωπα τα οποία θα αναλάμβαναν την κυρίως υπεράσπιση του Κούρσκ. Την μεν νότια πλευρά είχε υπό την δικαιοδοσία του το Μέτωπο Βορονέζ, του στρατηγού Βατούτιν, την δε βόρεια πλευρά το Κεντρικό Μέτωπο του στρατηγού Ροκοσσόβσκυ. Ενώ σε εφεδρεία, βρισκόταν ένα ολόκληρο μέτωπο, αυτό της Στέπας, του στρατηγού Κόνιεφ. ‘Ήταν προφανές λοιπόν, πως ο Ζούκωφ και η Ανωτάτη Διοίκηση, ήταν αποφασισμένοι να χρησιμοποιήσουν στο έπακρο την μεγάλη δυνατότητα που είχαν σε ανθρώπινο δυναμικό και πολεμικό υλικό, καθώς και κάθε δυνατότητα που τους παρείχετο ώστε να μην υπάρξει κανένα ενδεχόμενο κατάρρευσης των σοβιετικών δυνάμεων και ήττας. Επιστράτευσαν λοιπόν τον ντόπιο πληθυσμό για την κατασκευή των οχυρωματικών έργων. Είναι δείγμα των πλεονεκτημάτων που αποκτούσε ο Κόκκινος Στρατός, μετά την αντεπίθεσή του στα τέλη του 1942, το γεγονός ότι μπορούσε να επιστρατεύει τον ντόπιο πληθυσμό, τόσο για δευτερεύοντα έργα υποδομής, όσο και για να στελεχώνει τις ίδιες τις ένοπλες δυνάμεις του.

Η άμυνα των Σοβιετικών συνίστατο από ένα σύνολο πολλαπλών, εξαιρετικά ισχυρών και αλληλεπικαλυπτόμενων οχυρωματικών έργων. Τα οχυρωματικά έργα αυτά αποτελούνταν από τρείς γραμμές αμύνης, με χαρακώματα, αντιαρματικές τάφρους, ναρκοπέδια και αντιαρματικούς πύργους.

Γύρω από το Κούρσκ, οι στρατιώτες του Κεντρικού Μετώπου και του Μετώπου Βορονέζ έσκαψαν 7 επάλληλες σειρές χαρακωμάτων, τα οποία σε ευθεία γραμμή έφθανα τα 9.000 χιλιόμετρα[39]. Επιπλέον σκάφθηκα περίπου 500 χιλιόμετρα αντιαρματικών τάφρων. Στήθηκαν ακόμη περίπου 700 γέφυρες και διανοίχθηκαν 2.000 δρόμοι.

Οι Σοβιετικοί τοποθέτησαν επίσης περίπου 450 χιλιάδες νάρκες για το πεζικό και 500 χιλιάδες αντιαρματικές νάρκες. Η αναλογία ήταν κάπου 1.700 νάρκες πεζικού και 1.500 αντιαρματικές ανά ένα χιλιόμετρο[40]. Οι νάρκες ήταν κυρίως τοποθετημένες στην πρώτη γραμμή αμύνης[41]. Για τις δύο επόμενες γραμμές, το σχέδιο προέβλεπε οι νάρκες να τοποθετούνται από το μηχανικό κατά την διάρκεια της γερμανικής επίθεσης.

Άνδρες του Κόκκινου Στρατού στα χαρακώματα, καθώς σοβιετικό άρμα μάχης τύπου Τ-34 περνά από πάνω τους.

Ένα από τα πιο σημαντικά αμυντικά έργα του Κόκκινου Στρατού απέναντι στα γερμανικά τεθωρακισμένα ήταν οι αντιαρματικοί πύργοι. Οι Σοβιετικοί είχαν στήσει πολλούς τέτοιους πύργους εντός των οχυρωματικών έργων. Αυτοί βρίσκονταν σε απόσταση 600 με 800 μέτρα ο ένας από τον άλλο, και αποτελούνταν από περίπου 20 αντιαρματικά πυροβόλα και πολλά περισσότερα αντιαρματικά τυφέκια. Οι Σοβιετικοί γνώριζαν την διάταξη επίθεσης των γερμανικών τεθωρακισμένων. Αυτά κατά την έφοδό τους σχημάτιζαν ένα ‘’Λ’’ στην κορυφή του οποίου βρίσκονταν τα ισχυρά Τάιγκερ. Όταν λοιπόν αυτά κατάφερναν να διαλύσουν ένα πόστο αντιαρματικών όπλων, περνούσαν από το κενό που δημιουργούνταν και απλώνονταν πίσω από τις εχθρικές γραμμές. Για να αντιμετωπίσουν αυτό το ενδεχόμενο οι Σοβιετικοί έστησαν σε αλλεπάλληλες γραμμές αλληλεπικαλυπτόμενους αντιαρματικούς πύργους.  Έτσι, όταν κάποιος κατεστρέφετο, το πλεονέκτημα της γερμανικής επίθεση μετετρέπετο σε μειονέκτημα, καθώς εάν τα τεθωρακισμένα της Βέρμαχτ, πήγαιναν να περάσουν από το διαμορφωμένο κενό, βρίσκονταν ακόμη πιο εκτεθειμένα στα εχθρικά πυρά[42].

Τόσο για την άμυνα του τομέα του Κούρσκ, όσο και για τις δευτερεύουσες επιχειρήσεις του μετώπου, οι Σοβιετικοί παρέταξαν, περίπου 2.000.000 άνδρες, 6.000 τεθωρακισμένα και άρματα μάχης, και 30.000 πυροβόλα, κανόνια και όλμους, καθώς επίσης και 3.500 αεροπλάνα[43][44][45][46][47][48].

Η έναρξη της μάχης[49].

Στις αρχές Ιουλίου 1943, οι δύο αντίπαλοι ήταν έτοιμοι για την μάχη. Στα νότια του τομέα του Κούρσκ οι Γερμανοί είχαν παρατάξει την Ομάδα Στρατιών «Νότος», αποτελούμενη από 447.000 στρατιώτες και 1.500 άρματα μάχης. Απέναντί τους, από την πλευρά των Σοβιετικών, βρίσκονταν οι δυνάμεις του Μετώπου Βορονέζ, που απαρτίζονταν από 630.000 στρατιώτες και 1.700 άρματα μάχης. Ο στρατηγός Βατούτιν που ηγείτο της άμυνας αυτού του τομέα είχε να καλύψει ένα πολύ εκτεταμένο μέτωπο στην Ουκρανική Στέπα, γεγονός που θα επέτρεπε στους Γερμανούς να αναπτύξουν καλύτερα τους σχηματισμούς τους και να επιχειρήσουν ανετότερους ελιγμούς με τα τεθωρακισμένα τους. Από την άλλη στα βόρεια του τομέα, από την Ομάδα Στρατιών «Κέντρο», ο φον Κλούγκε παρέτασσε 330.000 άνδρες, και 1.000 άρματα μάχης, απέναντι στους 712.000 άνδρες του στρατηγού Ροκοσσώβσκυ, και τα 1.800 άρματα μάχης. Η μορφολογία του εδάφους είχε κατά κάποιον τρόπο προκαθορίσει τις εξελίξεις στον τομέα αυτόν, καθώς απέναντι από τις σοβιετικές γραμμές αμύνης, υπήρχε ένα μόνον πέρασμα μέσα από το μεγάλο δάσος, όπου οι Γερμανοί θα μπορούσαν να αναπτύξουν τους σχηματισμούς τους, κατά την επικείμενη επίθεση[50].

Τις μέρες πρίν την επίθεση και οι δύο πλευρές επιδόθηκαν σε μια προσπάθεια να συγκεντρώσουν πληροφορίες για τις θέσεις του εχθρού. Οι Σοβιετικοί κατάφεραν να συλλάβουν έναν ναρκαλιευτή στις 4 Ιουλίου και να μάθουν την ώρα που θα ξεκινούσε η Γερμανική επίθεση καθώς και τα σχέδια μάχης. Σύμφωνα με αυτόν η επιχείρηση θα ξεκινούσε στις πέντε τα ξημερώματα (ώρα Βερολίνου) με ταυτόχρονη επίθεση από βόρεια και νότια του τομέα. Από τον Βορρά η επίθεση θα γίνονταν με κατεύθυνση την Ολχοβάτκα, ενώ από τον Νότο, μεταξύ Σολοτίνο και Προχορόβκα. Παράλληλα, από νότια θα διεξάγονταν και μία επιπρόσθετη επίθεση από το Μπέλγκοροντ προς τα βορειοανατολικά, με σκοπό να περικυκλώσει τις Σοβιετικές Δυνάμεις[51].

Ο Ζούκωφ απεφάσισε να εκμεταλλευτεί αυτές τις πληροφορίες και να αιφνιδιάσει τους Γερμανούς ξεκινώντας με βομβαρδισμό των θέσεών τους πρίν την προβλεπόμενη έναρξη της επίθεσης. Έτσι, με έναν καταιγιστικό βομβαρδισμό στις 2.20, ώρα Μόσχας, ξεκίνησε η Μάχη του Κούρσκ.

Επειδή ο βομβαρδισμός γίνονταν νύχτα και χωρίς την χρήση αεροπορίας για τον εντοπισμό των εχθρικών θέσεων, οι βολές ήταν συχνά άστοχες, και δεν επέφεραν μεγάλες απώλειες στους Γερμανούς. Δύο ώρες αργότερα, μετά την κατάπαυση των σοβιετικών πυροβόλων οι Γερμανοί άρχισαν τον δικό τους βομβαρδισμό, με δυνάμεις πυροβολικού και αεροπορίας[52][53].

Α. Η επίθεση στον Βόρειο τομέα[54][55][56].

Μετά το πέρας του γερμανικού βομβαρδισμού μονάδες της 9ης Στρατιάς του Μόντελ, άρχισαν να κινούνται κατά των σοβιετικών θέσεων. Μπροστά από τα γερμανικά τμήματα πεζικού και τεθωρακισμένων προπορεύονταν τα ναρκαλιευτικά Borgward IV. Αυτά έσπρωχναν μπροστά τους έναν άξονα, ο οποίος έφερε τέσσερεις οδοντωτούς κυλίνδρους οι οποίοι πυροδοτούσαν τις νάρκες και τις έσκαγαν πρίν φθάσουν τα πεζοπορία και μηχανοκίνητα τμήματα. Παρόλα ταύτα, τα μηχανήματα αυτά δεν καθίστατο δυνατόν να εξουδετερώσουν όλες τις νάρκες, και επίσης πολλά άρματα μάχης που ακολουθούσαν έχαναν το δρόμο τους μέσα στον χαμό της μάχης και οδηγούνταν πάνω από τα ναρκοπέδια. Την πρώτη εκείνη μέρα, οι δυνάμεις της Βέρμαχτ διείσδυσαν 9,5 χιλιόμετρα μέσα στα οχυρωματικά έργα του Κόκκινου Στρατού, φθάνοντας στο χωριό Πονίρι[57], στην 2α δηλαδή γραμμή αμύνης, προτού καθηλωθούν από τις δυνάμεις της 13ης σοβιετικής Στρατιάς[58].

Η διάταξη των αντιπάλων και η εξέλιξη της μάχης.

Την 2η ημέρα οι δυνάμεις του στρατηγού Ροκοσσόβσκυ αντεπιτίθενται μπροστά από το χωριό Ολκοβάτκα, και σταματήσουν την προέλαση του Μόντελ. Τις επόμενες μέρες, από τις 7 έως τις 10 Ιουλίου, ο Μόντελ θα εστιάσει την επίθεσή του κατά της Ολκοβάτκα και του Πονίρι, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στις 7 του μηνός οι Γερμανοί κατάφεραν να καταλάβουν, μετά από μάχη σώμα με σώμα, το μισό Πονίρι, ενώ παράλληλα οι υπόλοιπες δυνάμεις τους κινήθηκαν περιμετρικά για να κυκλώσουν το χωριό. Ο Ροκοσσόβσκυ ήταν προετοιμασμένος για αυτήν την κίνηση και οδήγησε τα προωθούμενα γερμανικά τμήματα σε μια παγίδα.

Σε διάφορα σημεία οι Σοβιετικοί είχαν τοποθετήσει αντιαρματικά όπλα, τα οποία έριπταν βολές για να τραβήξου την προσοχή των γερμανικών αρμάτων μάχης σε μεγάλη απόσταση. Όταν αυτά πλησίαζαν, καμουφλαρισμένα αντιαρματικά πυροβόλα εμφανίζονταν δεξιά και αριστερά τους και τα εξουδετέρωναν. Παράλληλα τα γερμανικά τεθωρακισμένα δέχονταν βόμβες Μολότωφ από στρατιώτες που ήταν κρυμμένοι στα χαρακώματα[59][60].Την 2η ημέρα οι δυνάμεις του στρατηγού Ροκοσσόβσκυ αντεπιτίθενται μπροστά από το χωριό Ολκοβάτκα, και σταματήσουν την προέλαση του Μόντελ. Τις επόμενες μέρες, από τις 7 έως τις 10 Ιουλίου, ο Μόντελ θα εστιάσει την επίθεσή του κατά της Ολκοβάτκα και του Πονίρι, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στις 7 του μηνός οι Γερμανοί κατάφεραν να καταλάβουν, μετά από μάχη σώμα με σώμα, το μισό Πονίρι, ενώ παράλληλα οι υπόλοιπες δυνάμεις τους κινήθηκαν περιμετρικά για να κυκλώσουν το χωριό. Ο Ροκοσσόβσκυ ήταν προετοιμασμένος για αυτήν την κίνηση και οδήγησε τα προωθούμενα γερμανικά τμήματα σε μια παγίδα.

Στις 9 του μηνός το επιτελείο του Μόντελ συνειδητοποίησε το αδιέξοδο, αλλά ο Γερμανός στρατηγός επέμεινε η επίθεση να συνεχιστεί, ούτως ώστε να διατηρηθεί η πίεση στους Σοβιετικούς και να βοηθηθεί η επίθεση από τον Νότο. Παρόλα ταύτα, την επόμενη μέρα ο Κόκκινος Στρατός κατάφερε να ανακόψει τελείως την γερμανική προέλαση. Έτσι ο Ροκοσσόβσκυ, έχοντας πετύχει το στόχο του να εξαντλήσει τους Γερμανούς, ζήτησε να προχωρήσει σε γενική αντεπίθεση, η οποία ονομάστηκε «Επιχείρηση Κουτούζωφ», και ορίστηκε για 2 μέρες αργότερα[61].

Β. Η επίθεση στον Νότιο τομέα[62][63][64].

Με το τέλος του γερμανικού βομβαρδισμού ο Μάνσταϊν διέταξε την 4η Στρατιά Πάντσερ του στρατηγού Χόθ να κατευθυνθεί προς το Ομπογιάν, και την Στρατιά του Αποσπάσματος Κέμπφ, προς την Προχορόβκα. Ο καταιγιστικός, όμως, σοβιετικός βομβαρδισμός δεν κατέστησε δυνατό τον καθαρισμό των ναρκοπεδίων και την διάνοιξη ασφαλών διαδρόμων, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα πολλά άρματα μάχης που προπορεύονταν της επιχείρησης, να αχρηστευθούν από νάρκη, ενώ όσα γλύτωσαν, καθηλώνονταν από τα αντιαρματικά ορύγματα και τις τάφρους. Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση η Βέρμαχτ χρησιμοποίησε την Αεροπορία για να βομβαρδίσει τα ναρκοπέδια και να ανοίξει δρόμο μέσα από τα οχυρωματικά έργα[65].

Εν τέλει, μετά δεκαεφτά ώρες οι Γερμανοί κατάφεραν να περάσουν την 1η γραμμή αμύνης των Σοβιετικών. Απέναντι στο προελαύνον 2ο SS Σώμα Πάντσερ, ο στρατηγός Βατούτιν έστειλε την 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων του Κατούκωφ. Τα ισχυρότατα όμως, γερμανικά τεθωρακισμένα προκάλεσαν τεράστιες απώλειες στα σοβιετικά άρματα μάχης[66].

Η κατάσταση αυτή έκανε το Κατούσωφ ανήσυχο για την νέα αντεπίθεση που διέταξε ο Βατούτιν[67]. Τελικά ζήτησε και έλαβε την άδεια από τον ίδιο τον Στάλιν να προσαρμόσει το σχέδιο μάχης στα νέα δεδομένα. Εισηγήθηκε λοιπόν, η Στρατιά του να σταματήσει την αντεπίθεση και να σκαφτούν ορύγματα για να τοποθετηθούν τα τάνκ, ούτως ώστε να είναι καλυμμένα, μέχρι ότου πλησιάσουν τα γερμανικά σε απόσταση 300-400 μέτρων, ώστε να μπορούν να τα διαλύσουν, με την βοήθεια του πεζικού και του πυροβολικού.

Παρόλα ταύτα, οι Γερμανοί εκμεταλλεύτηκαν τα πλεονεκτήματα που τους έδινε το έδαφος, κινούμενοι πιο ευέλικτα στο ανοιχτό πεδίο, καταφέραν να προωθηθούν ως την 2α γραμμή αμύνης, με κατεύθυνση το Ομπογιάν και την Προχορόβκα. Οι Σοβιετικοί είχαν περιέλθει σε πολύ δύσκολη θέση με την τροπή που είχε πάρει η μάχη. Με τα τεθωρακισμένα της Βέρμαχτ να τους ακολουθούν κατά πόδα, τους ήταν πολύ δύσκολο να καλύψουν την υποχώρηση των μονάδων τους σύμφωνα με το σχέδιο μάχης για την 2η και 3η γραμμή αμύνης, στις οποίες η ναρκοθέτηση θα γινόταν κατά την προέλαση των γερμανικών αρμάτων μάχης.

Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση οι σοβιετική αεροπορία έλαβε εντολή να βομβαρδίσει τα γερμανικά τάνκ. Αν και η 69η σοβιετική Στρατιά είχε αναγκαστεί να ρίξει στην μάχη όλες τις εφεδρείες που υπήγοντο σε αυτήν, οι Γερμανοί προχωρούσαν προς τα εμπρός απειλώντας να περάσουν και την 3η γραμμή αμύνης, και να φθάσουν στα ανοχύρωτα πλέον μετόπισθεν των Σοβιετικών. Για τον λόγω αυτό η ΣΤΑΒΚΑ έστειλε ως εφεδρείες την 5η Στρατιά Φρουρών και την 5η Τεθωρακισμένη Στρατιά, που ανήκαν στο Μέτωπο την Στέπας, καθώς και άλλες μονάδες, παρά τις ενστάσεις του Ιβάν Κόνιεφ, διοικητή του Μετώπου[68]. Έτσι, κατάφεραν ως τις 8 Ιουλίου να σταματήσουν με τις αντεπιθέσεις τους την εχθρική προέλαση, με τα τεθωρακισμένα της Βέρμαχτ όμως να έχουν εισχωρήσει 28 χιλιόμετρα μέσα στις σοβιετικές γραμμές. Στον νότιο τομέα οι Γερμανοί είχαν καταφέρει να προωθηθούν βαθιά στις σοβιετικές άμυνες, αλλά είχαν σχεδόν ξεμείνει από εφεδρείες.

Η μάχη της Προχορόβκα[69][70][71].

Αν και ο αντικειμενικός στόχος της γερμανικής επίθεση παρέμενε το Ομπογιάν, στις 9 και 10 Ιουλίου, η 2η μεραρχία Πάντερ των SS, η οποία αποτελείτο από την 1η Μεραρχία SS Leibstandarte SS Adolf Hitler, την 2η Μεραρχία SS Das Reich και την 3η Μεραρχία SS Totenkopf, κινήθηκε βορειοανατολικά, προς τον σιδηροδρομικό σταθμό της Ποχορόβκα. Ο Μάνσταϊν, και ο Χόθ, υπό την υψηλή επίβλεψη του οποίου βρίσκονταν η 2η μεραρχία Πάντσερ SS, απεφάσισαν αυτήν την κίνηση ως έναν ελιγμό, ο οποίος αφ’ ενός θα υποβοηθούσε την κύρια επίθεση προς τo Ομπογιάν, με μια κυκλωτική κίνηση από νοτιοανατολικά, και αφ’ ετέρου θα αποπειράτο να αποσοβηθεί ο κίνδυνος δημιουργίας ρήγματος, μεταξύ της κύρια επίθεσης που διενεργούσε η Ομάδα Στρατιών «Νότος», και της παράπλευρης επίθεσης που διενεργούσε ανατολικότερα η Στρατιά αποσπάσματος Κέμπφ.

Την ίδια στιγμή, ο στρατηγός Βατούτιν, είχε αποφασίσει να προχωρήσει σε μία ακόμη αντεπίθεση, στέλνοντας προς το σημείο την 5η Τεθωρακισμένη Στρατιά Φρουρών υπό τον αντιστράτηγο Πάβελ Ροντμίστρωφ, συνεπικουρούμενη από πέντε σώματα πεζικού. Η αντεπίθεση αυτή ήταν στο πλαίσιο μιας γενικότερης αντεπίθεση στην οποία θα προσχωρούσαν οι Σοβιετικοί, αφού την ίδια μέρα οι δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού θα προχωρούσαν σε αντεπίθεση και στα βόρεια του τομέα του Κούρσκ. Η σύγκρουση που επέκειτο να λάβει χώρα στην Προχορόβκα, έμοιαζε να είναι δευτερευούσης σημασίας, αφού και για τους δύο αντιπάλους αποτελούσε έναν ελιγμό, του οποίου τα αποτελέσματα θα βοηθούσαν τις εξελίξεις σε άλλο σημείο του μετώπου.

Οι κινήσεις στο πεδίο της μάχης, είχαν λίγο πολύ καθοριστεί από την μορφολογία του εδάφους. Στα δεξιά (δυτικά) της σιδηροδρομικής γραμμής που οδηγούσε βόρεια στην Προχορόβκα, εκτείνονταν μια δύσβατη περιοχή με ρέματα, που κατέληγαν στον ποταμό Πσέλ. Ενώ, στα αριστερά(νοτιοανατολικά) εκτείνονταν οι στέπες του Ντόν.

Στις 11 Ιουλίου, η 1η και 2η Μεραρχία των SS σταμάτησαν την πορεία τους προς την Προχορόβκα, και πήραν αμυντικές θέσεις αναμένοντας την 3η να περάσει τον ποταμό Πσέλ από τα ανατολικά, και από εκεί να βρεθεί με μια κυκλωτική κίνηση στα βορειοδυτικά της Προχορόβκα[72]. Την νύχτα της 11ης προς 12η Ιουλίου ο Βατούτιν διέταξε την 5η Τεθωρακισμένη Στρατιά Φρουρών να κινηθεί προς Νότο. Στην επίθεση αυτή οι Σοβιετικοί βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση, καθώς τα άρματα μάχης τους δεν μπορούσαν να λάβουν ανοιχτούς σχηματισμούς στο πεδίο, παρά έπρεπε να διαταχθούν σε σχήμα κολώνας μεταξύ των ρείθρων στα δεξιά τους, και της σιδηροδρομικής γραμμής στα αριστερά τους. Επιπλέον, οι κινήσεις τους έγιναν αντιληπτές από την γερμανική αεροπορία τα ξημερώματα της 12ης, έτσι οι θέσεις του άρχισαν να δέχονται γερμανικά πυρά πυροβολικού. Παρόλα ταύτα οι Σοβιετικοί συνέχισαν να στέλνουν άρματα μάχης, ενώ και ο Χόθ έριξε στην μάχη τις δικές του μεραρχίες. Η σύγκρουση που ακολούθησε ήταν σφοδρή, οι απώλειες και από τις δύο πλευρές ήταν τεράστιες, ενώ ο κουρνιαχτός που υψώνονταν εμπόδιζε την αεροπορία και των δύο πλευρών να αναλάβει δράση. Με τεράστιες απώλειες και στην θέα των ατελείωτων σοβιετικών εφεδρειών ο Χοθ αναγκάστηκε να αποτραβήξει τις δυνάμεις του. Στο τέλος την ημέρας η μάχη δεν είχε αναδείξει ουσιαστικό νικητή, αφού κανείς από τους δύο δεν είχε πετύχει τον αντικειμενικό του στόχο. Οι Γερμανοί δεν κατάφεραν να προωθούν, αλλά και η σοβιετική αντεπίθεση, προς το παρόν είχε ανακοπεί. Οι δυνάμεις της Βέρμαχτ είχαν όμως αρχίσει να αποτραβιούνται από την Προχορόβκα, ενώ ο Κόκκινος Στρατός εξαπέλυε γενική αντεπίθεση από όλα τα Μέτωπα και στους δύο τομείς γύρω από το Κούρσκ.

Από την πλευρά τους οι Γερμανοί είχαν ρίξει στην μάχη περίπου 400 άρματα μάχης, ενώ οι Σοβιετικοί 800[73]. Για τους πρώτους οι απώλειες έφθασαν στο 1/3, ενώ για τους δεύτερους ήταν κάτι παραπάνω από τα μισά. Για τον Μάνσταϊν όμως, δεν υπήρχαν άλλα άρματα μάχης, οι εφεδρείες του είχαν εξαϋλωθεί. Αντίθετα, η ΣΤΑΒΚΑ είχε ένα ολόκληρο Μέτωπο, αυτό της Στέπας, καθώς και το Νότιο, έτοιμα να εξαπολύσουν αντεπίθεση.

Η ανάκληση της επίθεσης από τον Χίτλερ[74].

Στις 9 Ιουλίου οι Αγγλοαμερικανοί Σύμμαχοι αποβιβάστηκαν στη Σικελία[75], ανοίγοντας ένα ακόμη μέτωπο για τους Γερμανούς. Το γεγονός αυτό θορύβησε την διοίκηση της Βέρμαχτ και τον ίδιο τον Χίτλερ. Έτσι, στις 12 Ιουλίου δόθηκε εντολή ανάκλησης της Επιχείρησης Zitadelle.

Η προέλαση των γερμανικών τεθωρακισμένων.

Παρόλα ταύτα, στον νότιο τομέα, στις 14 Ιουλίου, οι δυνάμεις του Μάνσταϊν διατάχθηκαν να προχωρήσουν στην επιχείρηση Roland[76][77]. Με την επιχείρηση αυτή η επιτελείς της Βέρμαχτ ήλπιζαν να συγκρατήσουν τις γερμανικές δυνάμεις στις θέσεις τους μετά την ουσιαστική ήττα στην Προχορόβκα, και να σταματήσουν την σοβιετική προέλαση. Μάταια όμως, αφού η επιχείρηση απέτυχε, με αποτέλεσμα οι Γερμανοί να αρχίσουν να υποχωρούν προς το Χάρκοβο.

Η σοβιετική αντεπίθεση[78][79].

Α. Ο βόρειος τομέας.

Με την καθήλωση της επίθεσης στον βόρειο τομέα του Κούρσκ, οι επιτελείς της ΣΤΑΒΚΑ εξαπέλυσαν αντεπίθεση με τις δυνάμεις του Δυτικού Μετώπου, του Μετώπου Μπριάνσκ, και του Μετώπου Βορονέζ, υπό την ονομασία, Επιχείρηση Κουτούζωφ.

Η επιχείρηση ξεκίνησε με έναν καταιγιστικό βομβαρδισμό με βαρέα πυροβόλα και πυραύλους Κατυούσα των γερμανικών θέσεων, οι οποίες παρέλυσαν κυριολεκτικά. Ο στρατηγός Μόντελ αναδιπλώθηκε σε αμυντικούς σχηματισμούς, εγκαταλείποντας κάθε επιθετική ενέργεια. Για να ανακόψει την σοβιετική επίθεση χρησιμοποίησε τον 6ο Αεροπορικό Στόλο της Luftwaffe. Οι εξαντλημένες όμως δυνάμεις της Βέρμαχτ, παρά την αντίσταση μίας εβδομάδος, ήταν αδύνατον να συγκρατήσουν αποτελεσματικά την επίθεση του Κόκκινου Στρατού, και μπροστά στον κίνδυνο να περικυκλωθούν στο Όρελ, εγκατέλειψαν την πόλη με αποτέλεσμα να καταληφθεί από τους Σοβιετικούς στις 29 Ιουλίου.

Η κατάληψη του Όρελ υπήρξε μεγάλο πλήγμα για τους Γερμανούς, καθώς αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους σιδηροδρομικούς κόμβους στον κεντρικό τομέα του σοβιετο-γερμανικού μετώπου. Παρόλα ταύτα, οι δυνάμεις της Ομάδας Στρατιών Κέντρο υπεχώρησαν προς το Μπριάνσκ και πρόταξαν μια νέα γραμμή αμύνης.

Φωτιά και θάνατος στο πεδίο της Προχορόβκα.

Β. Ο νότιος τομέας[80][81].

Με την αποτυχία της επιχείρησης Roland, οι Γερμανοί αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν στις θέσεις που είχαν στις αρχές Ιουλίου, όταν ξεκινούσε η Επιχείρηση Zitadelle. Λόγω των μεγάλων απωλειών στις επιχειρήσεις στο Κούρσκ, ο Βατούτιν προτίμησε να ανασυντάξει τις δυνάμεις του προτού αντεπιτεθεί. Έτσι, στις 3 Αυγούστου, οι Σοβιετικοί εξαπέλυαν μια διπλή, ταυτόχρονη αντεπίθεση εναντίον του Μπέλγκροντ, και εναντίον του Χαρκόβου. Η κίνηση αυτή των Σοβιετικών είχε την ονομασία, Επιχείρηση Ρουμιάντσεβ, και συμμετείχαν οι δυνάμεις του Μετώπου της Στέπας και του Βορονέζ, ενώ απέναντί τους ο Μάνταϊν είχε παρατάξει τα απομεινάρια της Ομάδας Στρατιών «Νότος». Η επίθεση ξεκίνησε από τα βορειανατολικά με κατεύθυνση το Μπέλγκοροντ, το οποίο οι δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού κατέλαβαν στις 5 Αυγούστου[82].

Μετά το Μπέλγκοροντ η 1η Τεθωρακισμένη Στρατιά, υπό τον αντιστράτηγο Κατούκωφ, κινήθηκε προς το Μπογκοντούκωφ, στα βορειοδυτικά του Χαρκόβου, και το κατέλαβε. Στόχος ήταν να περικυκλωθεί το Χάρκοβο, το οποίο έχει μετατραπεί σε φρούριο από τους Γερμανούς, και από τα δυτικά, ενώ θα δέχονταν την κύρια επίθεση από τις δυνάμεις του Κόνιεφ στα ανατολικά.

Ο Χίτλερ για μία ακόμη φορά αρνούνταν να συνειδητοποιήσει την πραγματικότητα, και διέταξε σε άμυνα μέχρι τέλους. Αλλά ο Μάνταϊν δεν ήταν έτοιμος για ένα ακόμη ‘’Στάλινγκραντ’’, και διέταξε τις δυνάμεις του να υποχωρήσουν.  Οι Σοβιετικοί τελικά κατέλαβαν το Χάρκοβο στις 23 Αυγούστου.

Οι απώλειες.

Κατά την μάχη του Κούρσκ, οι απώλειες και για τις δύο πλευρές ήταν τεράστιες. Από τις αρχές Ιουλίου ως τα τέλη Αυγούστου, οι Γερμανοί έχασαν 120.000 άνδρες (νεκροί και αγνοούμενοι), 3.000 άρματα μάχης και πυροβόλα όπλα, και 1.000 αεροσκάφη, ενώ οι Σοβιετικοί, 450.000 άνδρες, 8.000 άρματα μάχης και πυροβόλα όπλα, και 3.000 αεροσκάφη.

Το μνημείο της μάχης σήμερα

Ο επίλογος της μάχης[83].

Με την ήττα αυτή των Γερμανών στο Χάρκοβο, έληγε και η μάχη του Κούρσκ, η οποία υπήρξε η τελευταία γερμανική επίθεση στο Ανατολικό Μέτωπο. Από το σημείο αυτό και έπειτα οι δυνάμεις τις Βέρμαχτ μόνο θα υποχωρούσαν, ενώ η πρωτοβουλία των κινήσεων θα ανήκε αποκλειστικά και μόνο στους Σοβιετικούς. Μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου οι Γερμανοί θα υποχωρήσουν στα δυτικά, πέρα από τον ποταμό Δνείπερο, στην Αμυντική Γραμμή Βόταν.

Παρόλα αυτά, η τελική νίκη επί του Άξονος απείχε ακόμη δύο χρόνια μέχρι να γίνει πραγματικότητα, ενώ ο Κόκκινος Στρατός θα χρειαστεί να μάχεται τουλάχιστον μέχρι τον Δεκέμβριο του 1944, για να εκδιώξει τους Γερμανούς από την ΕΣΣΔ[84].

Soviet Storm: World War II — In The East. ep. 9. The Battle Of Kursk

O Χαράλαμπος Γάππας είναι φοιτητής
του Α΄ Κύκλου Μεταπτυχιακών Σπουδών
του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ.

Βιβλιογραφία

Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, Η άνοδος και η πτώση του Γ’ Ράιχ 1939-1945, Θεσσαλονίκη 2009.

  1. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, London, 2002.

David M. Glantz and Jonathan M. House, When Titans Clashed: How the Red Army Stopped Hitle , Kansas, 1995.

David M. Glantz and Jonathan M. House,The Battle of Kursk, Kansas, 1999.

David M. Glantz and Harold S. Orenstein, The Battle for Kursk 1943: The Soviet General Staff Study, London, 1999.

Heinz Guderian, Panzer Leader, New York, 1952.

Thomas L. Jentz and Hilary L. Doyle, Germany’s Tiger Tanks D.W. to Tiger I: Design, Production & Modifications, N. Carolina, 1999.

Clark, Lloyd, Kursk: The Greatest Battle: Eastern Front 1943, London, 2012.

Erich Von Manstein, Lost Victories: The War Memoirs of Hitler’s Most Brilliant General, Powell, London, 1982, Anthony G. (translation).

McCarthy Peter and Mike Syryon  Panzerkieg: The Rise and Fall of Hitler’s Tank Divisions, New York 2002.

Dennis E. Showalter, Armor and Blood: The Battle of Kursk, The Turning Point of World War II, New York, 2013.

Steven H. Newton, Kursk: The German View, Eyewitness Reports of Operation Citadel by the German Commanders, USA, 2002.

Υποσημειώσεις

[1] ο.π. 22.

[2] David M. Glantz and Jonathan M. House, When Titans Clashed: How the Red Army Stopped Hitle , Kansas, 1995, p. 53-57.

[3] Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, Η άνοδος και η πτώση του Γ’ Ράιχ 1939-1945, Θεσσαλονίκη 2009, σ.243-244.

[4] Ο.π. p. 58-60.

[5] Erich Von Manstein, Lost Victories: The War Memoirs of Hitler’s Most Brilliant General, Powell, London, 1982, Anthony G. (translation), p. 261-265.

[6]Steven H. Newton, Kursk: The German View, Eyewitness Reports of Operation Citadel by the German Commanders, USA, 2002, p.11.

[7] Erich Von Manstein, Lost Victories, p. 256-270.

[8] David M. Glantz and Jonathan M. House, When Titans Clashed, p. 60.

[9] Έτσι ονομάζεται η περίοδος στην αρχή της Άνοιξης, κατά την οποία ο καιρός γίνεται θερμότερος και λιώνουν τα χιόνια του χειμώνα, καθιστώντας το ήδη φτωχό σοβιετικό οδικό δίκτυο απροσπέλαστο.

[10] Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ..243-247.

[11] Ο.π., σ.248.

[12] David M. Glantz and Jonathan M. House, The Battle of Kursk, Kansas, 1999, p. 354.

[13] Clark, Lloyd, Kursk: The Greatest Battle: Eastern Front 1943, London, 2012, p. 186.

[14] David M. Glantz and Harold S. Orenstein, The Battle for Kursk 1943: The Soviet General Staff Study, London, 1999, p. 54-56.

[15] Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ.249.

[16] Heinz Guderian, Panzer Leader, New York, 1952, p. 276-283.

[17] Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ.241-243.

[18] David M. Glantz and Jonathan M. House, When Titans Clashed, p. 63.

[19] Clark, Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, p. 187.

[20] David M. Glantz and Jonathan M. House, The Battle of Kursk, Kansas, 1999, p. 25.

[21] Erich Von Manstein, Lost Victories, p. 280.

[22] Clark, Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, p. 193.

[23] Ο.π. , p. 192.

[24] David M. Glantz and Jonathan M. House, The Battle of Kursk, Kansas, 1999, p. 1-3.

[25] M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, London, 2002, p.58.

[26] Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ.250.

[27] Ο.π. σ. 250.

[28] Heinz Guderian, Panzer Leader, p.307-312.

[29] Ο.π. p. 308-309.

[30] Clark, Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, p. 223.

[31] Ο.π. p. 200.

[32] Erich Von Manstein, Lost Victories, p. 280-282.

[33] David M. Glantz and Jonathan M. House, The Battle of Kursk, Kansas, 1999, p. 338.

[34] M. K. Barbier, Kursk, p.50-51.

[35] Ο.π. , p. 172.

[36] Dennis E. Showalter, Armor and Blood: The Battle of Kursk, The Turning Point of World War II, New York, 2013, p.8.

[37] David M. Glantz and Jonathan M. House, When Titans Clashed, p. 63-66.

[38] Ο.π. , p. 63-66.

[39] Δύο φορές η απόσταση Μαδρίτης- Μόσχας

[40] David M. Glantz and Jonathan M. House,The Battle of Kursk, p. 65.

[41] Clark Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, p. 211.

[42] M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, p.53-55.

[43] David M. Glantz and Jonathan M. House, The Battle of Kursk, Kansas, 1999, p. 290-344.

[44] Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ.251-253.

[45] Clark Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, p. 478-484.

[46] David M. Glantz and Harold S. Orenstein, The Battle for Kursk 1943, p.14, 300-301.

[47] Dennis E. Showalter, Armor and Blood, p.9.M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, p. 173.

[48] M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, p. 173.

[49] Ο.π. p. 59-71.

[50] David M. Glantz and Jonathan M. House, The Battle of Kursk, Kansas, 1999, p. 66.

[51] Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ.252 (χάρτης).

[52] Clark Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, p. 224-236.

[53]  David M. Glantz and Jonathan M. House, The Battle of Kursk, Kansas, 1999, p. 66.

[54]  Ο.π. p. 93-121.

[55]  Clark Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, p. 306-313.

[56]  M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, p.75-87.

[57]  Το χωριό Πονίρι ήταν πολύ σημαντικό καθώς αποτελούσε σιδηροδρομικό κόμβο πού ένωνε τον Βόρειο τομέα με την πόλη του Κούρσκ.

[58]  Clark Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, p. 261-266.

[59]  Οι Σοβιετικοί επιτελείς είχαν παρατηρήσει κατά την γερμανική εισβολή το τρόμο που προκαλούσαν στους στρατιώτες τα εχθρικά τεθωρακισμένα όταν αυτά περνούσαν πάνω από τα χαρακώματα. Έτσι, προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν αυτόν τον φόβο, εκπαιδεύοντας του Σοβιετικούς οπλίτες σε αυτές τις συνθήκες. Τους έκρυβαν λοιπόν σε χαρακώματα και βάζαν άρματα μάχης να περνούν από πάνω, έτσι ώστε να μάθουν οι στρατιώτες να τιθασεύουν τον πανικό τους.

[60] David M. Glantz and Harold S. Orenstein, The Battle for Kursk 1943, p.45-46.

[61] Ο.π. , p. 28.

[62] Erich Von Manstein, Lost Victories, p. 282-284.

[63] Clark Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, p. 237-260.

[64] M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, p. 89-105.

[65] Ο.π., p. 247-248.

[66] Ένα σοβιετικό Τ-34 για να εξουδετερώσει ένα Τάιγκερ, έπρεπε να το χτυπήσει, το πολύ από απόσταση 500 μέτρων, και σε αυτήν την περίπτωση από πλάγια, όπου η θωράκιση είναι ελαφρότερη. Αντίθετα, ένα Τάιγκερ μπορούσε να καταστρέψει ένα Τ-34, ακόμη χτυπώντας το και στην μπροστινή ισχυρή θωράκιση, από απόσταση δύο χιλιομέτρων.

[67] Ο στρατηγός Βατούτιν ήταν αξιωματικός που προτιμούσε την επίθεση από την άμυνα. Σχετικά μάλιστα με την ‘’επιχείρηση Ακρόπολις ή Φρούριο’’, είχε προτείνει λόγω της καθυστέρησης έναρξης της επιχείρησης από τους Γερμανούς να ξεκινήσουν οι Σοβιετικοί πρώτοι την επίθεση.

[68] Clark Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, p. 287-288.

[69] David M. Glantz and Jonathan M. House, When Titans Clashed, p. 66-67.

[70] Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ.253-255.

[71] M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, p.122-141.

[72] David M. Glantz and Jonathan M. House,The Battle of Kursk, Kansas, p. 164-170.

[73] Η χρήση τόσο μεγάλου αριθμού τεθωρακισμένων σε μία σύγκρουση, κατέστησε την μάχη της Προχορόβκα, την μεγαλύτερη αρματομαχία στην ιστορία.

[74] M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, p. 142-187.

[75] Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ.221-229.

[76] David M. Glantz and Jonathan M. House,The Battle of Kursk, Kansas, p. 119-123.

[77] M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, p. 163-164.

[78] Erich Von Manstein, Lost Victories, p. 284-294.

[79] Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ.255-257.

[80] David M. Glantz and Jonathan M. House,The Battle of Kursk, Kansas, p. 241-249.

[81]  Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ.255-257.

[82] Η κατάληψη του Μπέλγκοροντ γιορτάστηκε στην Μόσχα με κανονιοβο