Skip to main content

Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός: Finis Austriae. Η ήττα της Αυστρο-Ουγγαρίας στο Vittorio Venetto και η ανακωχή της Villa Giusti. (3 Νοεμβρίου 1918)

Αφιέρωμα στα 100 χρόνια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου   

Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός

Finis Austriae. Η ήττα της Αυστρο-Ουγγαρίας στο Vittorio Venetto και η ανακωχή της Villa Giusti.

(3  Νοεμβρίου 1918)

Στις 3 Νοεμβρίου 1918, στις 18.40′, ο αυστριακός στρατηγός Victor Weber Edler von Webenau, διοικητής του VI Σώματος στρατού, και ο  Ιταλός στρατηγός Pietro Badoglio, υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου, υπέγραφαν στην Villa Giusti della Mandria, έξω από την Padova, «ανακωχή» μεταξύ Αυστρο-Ουγγαρίας και Ιταλίας, εξ ονόματος της Entente και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Ουσιαστικά επρόκειτο περί της πλήρους  συνθηκολογήσεως της Αυστρο-Ουγγρικής αυτοκρατορίας. Η κατάσταση του στρατού της Δυαδικής Μοναρχίας είχε φθάσει σε σημείο διαλύσεως, γεγονός που συνεπέφερε και την παταγώδη ήττα του στην μάχη του Vittorio Veneto,[1]  ακολουθώντας την κατιούσα μετά την νίκη στο Caporetto, ακριβώς ένα χρόνο ενωρίτερα. Παρά τα όσα ανεγράφησαν για την μάχη αυτή, πρέπει κανείς να παραδεχθή ότι επρόκειτο για μια στρατιωτική νίκη της Ιταλίας, μεγάλης ψυχολογικής σημασίας. Η τροπή των εχθροπραξιών, σε συνάρτηση με την γενικώτερη κακοδαιμονία της αυτοκρατορίας, είχε σαν συνέπεια η Βιέννη να ζητήση επίμονα ανακωχή ήδη από τις 28 Οκτωβρίου. Οι όροι που έθεσαν τα κράτη της Entente από το συμμαχικό στρατηγείο στις Βερσαλλίες ήσαν ιδιαιτέρως σκληροί, σε σημείο που τόσο ο αυστριακός αυτοκράτωρ Κάρολος όσο και ο επί κεφαλής των δυνάμεων στο Ιταλικό μέτωπο εδίσταζαν να τους δεχθούν[2]. Ουσιαστικά επρόκειτο περί τελεσιγράφου.

Πρέπει να τονισθή ότι η ιταλο-αυστριακή ανακωχή διέφερε από τις άλλες που τερμάτισαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εφ’ όσον αυτή είχε σαν πρόθεμα – προφανώς όμως και σαν βαθύτερη αιτία – την διάλυση μίας αυτοκρατορίας. Υπεγράφη δε από στρατηγούς που δεν εκπροσωπούσαν πλέον ένα κράτος. Αυτό είχε καταλυθή λίγο πριν. Όπως παρατηρούσε η Ελληνική πρεσβεία Λονδίνου, οι όροι κοινοποιήθηκαν στο Αυστριακό στρατηγείο «comme à un pouvoir de fait vu que gouvernement régulier cessa exister à Vienne et que empereur est considéré comme virtuellement abdiqué»[3]. Η Αυστρο-Ουγγαρία, «αυτό το μωσαϊκό  εθνοτήτων τόσων διαφορετικών παραδόσεων, θρησκευμάτων, γλωσσών και καταβολών»[4] είχε πρακτικά διαμελισθή[5]. Και ο στρατός είχε διαλυθή όχι μόνον λόγω των φυγοκέντρων τάσεων εξαιτίας των εθνικών καταβολών και της ψυχολογικής καταρρακώσεως του, αλλά και λόγω της απίστευτης καταστάσεως, στην οποία βρισκόταν από πλευράς διοικητικής μέριμνας[6]. Οι εξελίξεις στην αυτοκρατορία απλώς επισημοποίησαν τις συνθήκες που είχαν διαμορφωθή de facto τους τελευταίους μήνες. Στην θέση της  δημιουργείτο πλειάδα εθνικών κρατών που σηματοδοτούσαν την ριζική αλλαγή του χάρτη της Ευρώπης.

Μετά την ανακωχή των δυτικών Δυνάμεων με την Βουλγαρία, στις 29 Σεπτεμβρίου 1918 και με την Οθωμανική αυτοκρατορία στις 30 Οκτωβρίου, που εσήμαναν την λήξη του πολέμου στα Βαλκάνια, η εξέλιξη στο ιταλικό μέτωπο οδήγησε σχεδόν αναπόδραστα στον τερματισμό του πολέμου. Ήταν ζήτημα χρόνου η κατάρρευση και της ίδιας της Γερμανίας. Η ανακωχή με αυτήν υπεγράφη λίγες ημέρες αργότερα, στις 11 Νοεμβρίου στην Rethondes, επί γαλλικού εδάφους.

Ας σημειωθή ότι ενώ η τύχη του αυστριακού στρατού στην βόρειο Ιταλία υπήρξε καταλυτική, εκείνη του σώματος στρατού στην Αλβανία, λίγο ενωρίτερα, είχε διαφορετική εξέλιξη. Μετά την κατάρρευση της Βουλγαρίας, οι αυστριακές μονάδες που ήταν ανεπτυγμένες σε ολόκληρη την Αλβανία, υπό την διοίκηση του στρατηγού Karl von Pflanzer-Baltin, άρχισαν την  υποχώρησή τους  εν τάξει προς τα πατρώα εδάφη.

Δύο είναι οι πτυχές που πρέπει να τύχουν αναλύσεως ώστε να γίνει κατανοητή η πορεία που κατέληξε στην ήττα της Δυαδικής Μοναρχίας στο Vittorio Veneto και στην ανακωχή της Villa Giusti: η εσωτερική κατάσταση της αυτοκρατορίας και οι στρατιωτικές εξελίξεις, για τις οποίες η ιστοριογραφία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν έχει επιδείξει  το ενδιαφέρον που θα ανέμενε κανείς.

Ας εγκύψουμε κατ’ αρχάς στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στην Δυαδική Μοναρχία. Την αποκαλώ έτσι για να υπογραμμίσω ότι το διφυές του πολιτεύματος και της διοικήσεως απετέλεσε ουσιώδη αιτία της κακοδαιμονίας της αυτοκρατορίας. Χρονικά  οι κεντρόφυγες εθνοκεντρικές τάσεις προτάσσονται, με αναμφισβήτητες διαλυτικές συνέπειες στην συνοχή των ενόπλων δυνάμεων της χώρας.

Ήδη προ του θανάτου του αγαπητού στον λαό και δυστυχισμένου ηγεμόνος της Αυστρο-Ουγγαρίας, Φραγκίσκου Ιωσήφ Α’, είχαν σημειωθή υφέρπουσες διεκδικήσεις των διαφόρων εθνικών οντοτήτων που απήρτιζαν την Μοναρχία. Ο ίδιος δεν είχε κατορθώσει να αναστείλει τις διεργασίες  αυτές, οι οποίες πάντως ενδυναμώθηκαν με την διαδοχή του, τον Νοέμβριο του 1916, από τον  Κάρολο Α’.

Η στέψη του Αυτοκράτορα Καρόλου Α΄.

Η κατάσταση που κυριαρχούσε στην αυτοκρατορία όταν ανήλθε στον θρόνο των Αψβούργων ο Κάρολος ήταν  βεβαρυμμένη, ιδίως μετά από  2 ½ χρόνια πολέμου. Ο ίδιος, αναγνωρίζοντας την προβληματική της κατάσταση, αντιμετώπιζε την εκπόνηση προγράμματος για την ανόρθωση της χώρας, την βελτίωση της οικονομίας και ιδίως για την επίτευξη της ειρήνης, όπως εδήλωσε ήδη στο πρώτο του διάγγελμα. Και πράγματι, αμέσως μετά την ορκωμοσία του, επελήφθη της προσπάθειας να επιτύχει την ειρήνη –είτε με την σύμπραξη της Γερμανίας, είτε διμερή- στις οποίες η Entente απέφυγε να ανταποκριθή.

Εργατικός, συνειδητοποιώντας τις υποχρεώσεις του, επιθυμώντας επαφή με τον λαό, επεδίωξε να εισαγάγη ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις ακόμη και στην δομή της Μοναρχίας.  Ιδιαίτερο γνώρισμά του ήταν ότι ήθελε να ασκεί ο ίδιος την  ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων, όχι μόνον κατ’ όνομα, παρ’ όλο ότι δεν είχε ιδιαίτερη στρατιωτική παιδεία και πείρα.

Όμως, ο λαός δυσανασχετούσε. Από την άνοιξη του 1917 η έλλειψη τροφίμων γινόταν σοβαρά αισθητή. Άνθρωποι πέθαιναν πλέον από πείνα. Η έντονη επιθυμία του, πάλι, για δομικές αλλαγές προσέκοπταν στα κόμματα της γερμανικής Αυστρίας όπως και στην ουγγρική αριστοκρατία, η οποία  με εμπάθεια υπονόμευε κάθε προσπάθεια παρεμβάσεως στα εσωτερικά της χώρας της – της Ουγγαρίας – με άμεσο στόχο την εξουδετέρωση  κάθε τυχόν σκέψεως μεταβολής της ισορροπίας μεταξύ των δύο συστατικών τμημάτων της αυτοκρατορίας. Ο νέος αυτοκράτωρ είχε απόλυτη επίγνωση των κινδύνων που υπέβοσκαν. Ιδίως συναισθανόταν ότι τα χρονικά όρια στένευαν επικίνδυνα. Στα μέσα του 1917 η Μοναρχία εστερείτο όχι μόνον βασικών προϊόντων και τροφίμων, αλλά και πρώτων υλών, άνθρακα και πυρομαχικών. Συγχρόνως, μία νέα κρίσιμη παράμετρο αποτελούσε, μετά την Επανάσταση του Οκτωβρίου στην Ρωσσία, ο φόβος μεταγγίσεως του επαναστατικού πνεύματος από την  γείτονα.

Ουρά για προμήθεια τροφίμων το 1917 στη Βιέννη.

Δεν είχε άδικο. Αντί οι διάφορες εθνότητες της Μοναρχίας να αισθάνονται ικανοποιημένες από τις επιδιώξεις του αυτοκράτορος, οι υλικές κακουχίες επιδείνωναν την ένταση  και βάθαιναν την διάσταση μεταξύ τους. Η οικονομική κρίση συνέβαλλε στην γενικότερη δυσπραγία. Σ’ αυτές τις εξελίξεις ουσιαστικό ανατρεπτικό ρόλο διεδραμάτιζαν και οι εθνοτικές ομάδες που ήσαν εγκατεστημένες στο εξωτερικό. Από τις αρχές του 20ου αιώνος ο εθνικισμός, γενικότερα, με ρίζες στην Γαλλική Επανάσταση, κέρδιζε έδαφος. Πρώτο ρόλο έπαιζαν οι Τσεχοσλοβάκοι εμιγκρέδες, ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Σε παράλληλη τροχιά τον Ιούλιο του 1917, στην Κέρκυρα, ο  Nicola Pasić, πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου των Σέρβων, και ο  Ante Trumbić, εκ μέρους των Κροατών και των Σλοβένων, διεκήρυξαν την δημιουργία ενός ενιαίου κράτους των τριών αυτών εθνοτήτων, πόλο – έστω ασύμβατο – όλων των νοτίων σλάβων.  Αντίστοιχα κινήματα διοργάνωναν οι Πολωνοί. Οι χώρες της Entente και οι ΗΠΑ δεν θα αργούσαν να αναγνωρίσουν τις εθνικές οργανώσεις που δημιουργούσαν οι διάφορες εθνότητες, σαν μαγιά για την αναγνώριση, αργότερα, των εθνικών κρατών[1]. Έτσι, η Αυστριακή (γερμανική) Δημοκρατία θα παρέμενε  από τις 30 Οκτωβρίου, απομονωμένη, με την φυσική διαδηλωμένη διάθεση ενώσεως με την Δημοκρατία της Γερμανίας.

Με την παράταση του πολέμου, από τις αρχές του 1917, αναζωπυρώθηκαν τα παλαιότερα αιτήματα της Ουγγαρίας να αποσπασθούν οι ουγγρικές μονάδες από τις κοινές ένοπλες δυνάμεις και να ενταχθούν στον εθνικό στρατό, υπογραμμίζοντας, με τον τρόπο αυτόν τον δυαρχικό χαρακτήρα της αυτοκρατορίας. Ο Κάρολος αντέστη στις πιέσεις. Αλλά το χάσμα μεταξύ των δύο μερών διευρύνετο.

Κρίσιμη καμπή στον πόλεμο απετέλεσε η Επανάσταση του Φεβρουαρίου και του Οκτωβρίου στην Ρωσσία. Μετά την νικηφόρα αντεπίθεση των ρωσσικών στρατευμάτων στο ανατολικό μέτωπο τον Ιούνιο του 1916, υπό την διοίκηση του στρατηγού Brusilov, η Επανάσταση άλλαξε τον ρου της ιστορίας.  Ιδίως με την επιθυμία της Ρωσσίας να τερματίσει τον πόλεμο. Η τελευταία, αποτυχημένη, επίθεση του ρωσσικού στρατού επέτεινε την επιθυμία αυτή. Έτσι, μετά από ταχείες διαπραγματεύσεις, υπεγράφη στις 13 Δεκεμβρίου του 1917 η ανακωχή στο Brest-Litovsk μεταξύ της Ρωσσικής Σοβιετικής Ομοσπονδίας Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών και των κρατών της Τετραμερούς Συμμαχίας[2]. Τόσο για την Ρωσσία όσο και για την Γερμανία αλλά και, κυρίως, για την Αυστρο-Ουγγαρία η ανάπαυλα της ανακωχής αυτής ήταν αναγκαία λόγω των σοβαρών οικονομικών και επισιτιστικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η κάθε μια. Για την Μοναρχία, μια πρώτη ανακούφιση προήλθε από τον Ρουμανικό σιτοβολώνα (το Βουκουρέστι υπέγραψε ανακωχή στις 9 Δεκεμβρίου 1917 και συνθήκη ειρήνης στις 7 Μαρτίου 1918). Παράλληλα, και η ανεξάρτητη πλέον Ουκρανία θα ανελάμβανε – αναποτελεσματικά όμως – μετά την υπογραφή εν τάχει, στις 9 Φεβρουαρίου 1918, της διμερούς συνθήκης ειρήνης με την Αυστρο-Ουγγαρία, (την Brotfrieden[3], την ειρήνη του άρτου,) την αποστολή μεγάλων ποσοτήτων σίτου στην Μοναρχία. Εν τω μεταξύ, οι διαδηλώσεις και η κοινωνική αναταραχή  ανάγκαζαν την Αυστριακή ηγεσία να μεταφέρει στο εσωτερικό επτά μεραρχίες για να επιβάλλει την τάξη.

Οι υπουργοί Εξωτερικών της Γερμανίας Richard von Kuhlmann (καθιστός) και της Αυστροουγγαρίας Ottokar von Czernin (όρθιος δεξιά με πολιτική περιβολή) υπογράφουν τη Συνθήκη Ειρήνης του Brest-Litovsk με τη Ρωσσική Σοβιετική Ομοσπονδία Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (Μάρτιος 1918).

Οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της ανακωχής με την Ρωσσία δεν θα ήταν εύκολες για τους Αυστριακούς  λόγω των διαφορών απόψεων που ανεφύοντο με την σύμμαχο Γερμανία, η οποία φαινόταν να επιδιώκει υπερβολικά κέρδη. Τουναντίον, ο υπουργός Εξωτερικών της Μοναρχίας, κόμης Ottokar von Chudenitz Czernin, σε νευρική κρίση , αντιμετώπιζε ακόμη και την υπογραφή μονομερούς ειρήνης εάν δεν επετυγχάνετο ευθυγράμμιση των αιτημάτων των δύο συμμάχων. Τον ενδιέφερε κυρίως η επίτευξη ειρήνης, όχι τόσο οι όροι της[4]. Δεν απέβλεπε σε εδαφικές ανακατατάξεις ή πολεμικές αποζημιώσεις. Επεδίωκε τον αφοπλισμό, ώστε να καταστή αδύνατη η επανάληψη ενός πολέμου[5]. Όμως, η εμμονή της Μοναρχίας για την εξυπηρέτηση των προτεραιοτήτων της θα είχε σαν  επίπτωση την ηυξημένη πίεση του Βερολίνου να αποστείλει η  Βιέννη δυνάμεις στο Δυτικό μέτωπο, αποσύροντάς τες από το ανατολικό,  εν όψει της μεγάλης επιθέσεως που σχεδίαζε ο Hindenburg. Ο Κάρολος, ο οποίος πάντοτε ήθελε να αποφύγει κάθε ενέργεια η οποία θα οδηγούσε στην «δορυφοριοποίηση» της Μοναρχίας ή θα επέτεινε την εξάρτηση της  από την Γερμανία, αναγκάσθηκε να ενδώσει[6]. Αλλά και πέραν αυτού, η επίσκεψη  που αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει αργότερα, στις 12 Μαΐου 1918,  στον Γερμανό ομόλογό του στην έδρα του Γερμανικού Γενικού Επιτελείου, στο  Spa του Βελγίου και η αποδοχή της υπαγωγής του αυστριακού στρατού στην διοίκηση του γερμανικού, εξουδετέρωνε σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό την αυτοτέλειά του.[7] Άλλη μια ατυχής ενέργεια της Αυστρο-Ουγγρικής πολιτικής ηγεσίας.

Η χειρότερη, εν τούτοις, επίπτωση της ειρήνης με την Ρωσσία ήταν η απελευθέρωση των αυστρο-ούγγρων αιχμαλώτων: άνω των 2 εκατ. ανδρών! Έστω και αν η επιστροφή τους στην πατρίδα γινόταν με αργούς ρυθμούς, αυτοί το μόνο που δεν επιθυμούσαν ήταν να επανενταχθούν στις αυτοκρατορικές ένοπλες δυνάμεις. Τουναντίον, εγίνοντο, όπως και οι ρώσσοι αιχμάλωτοι, φορείς της  «μεταδοτικής» κομμουνιστικής ιδεολογίας.  Έτσι, παραλλήλως προς τις εθνικιστικές διασπαστικές εκδηλώσεις, διαβρωνόταν και ο κοινωνικός ιστός της Μοναρχίας. Οι χειρισμοί για την κεντρική διοίκηση δεν ήσαν ευχερείς. Αποτέλεσμα ήταν η απειθαρχία να αυξάνεται, οι λιποταξίες να πολλαπλασιάζονται και  να σημειώνονται  κρούσματα στασιαστικά..

Από στρατιωτικής πλευράς οι εσωτερικές εθνοτικές εξελίξεις στην Δυαδική Μοναρχία, η ραγδαίως επιδεινούμενη οικονομική κατάσταση και οι στερήσεις που υφίσταντο οι  άνδρες με αποτέλεσμα την μείωση του αξιομάχου τους, ήταν ευνόητο ότι δημιουργούσαν κρίσιμες παρενέργειες στην συνοχή των ενόπλων δυνάμεων της Μοναρχίας, την μέχρι τότε θεσμική ραχοκοκαλιά της.

Είναι σκόπιμο να ανατρέξη κανείς στα στρατιωτικά προεόρτια της ήττας του Οκτωβρίου του 1918, η οποία και οδήγησε την Βιέννη στην συνθηκολόγηση της Villa Giusti.

Ο αυτοκράτωρ Κάρολος, είχε διαδηλώσει από τον Δεκέμβριο 1916, αμέσως μετά την ανάρρησή του στον θρόνο, την απόφασή του να ασκεί ο ίδιος την πραγματική στρατιωτική εξουσία. Μια τέτοια δομική αλλαγή ήταν έκδηλο ότι θα συνεπέφερε πολλούς κλυδωνισμούς. Μια πρώτη πρωτοβουλία του, ερήμην των στρατιωτικών, ήταν η μεταφορά της έδρας του Γενικού Επιτελείου, στο  Baden, μια μικρή πόλη κοντά στην Βιέννη, από το κάπως μακρυνό  Teschen. Έμμεσος στόχος του η, κατά το δυνατόν, απεξάρτηση του Αυστρο-Ουγγρικού Γενικού Επιτελείου από την επιρροή του Γερμανικού, το οποίο είχε τότε ακόμη την έδρα του στο Pless, σε μικρή απόσταση από το αυστριακό. Επόμενη απόφαση του Καρόλου ήταν η απομάκρυνση, τον Φεβρουάριο 1917, του αυστριακού αρχιστρατήγου Conrad von Hötzendorff, του οποίου η χημεία δεν ήταν συμβατή με την δική του και ο οποίος μέχρι τότε ασκούσε κατ’ αποκλειστικότητα την αρχηγία του στρατεύματος[8]. Τον αντικατατέστησε με τον στρατηγό Arz von Straussenburg, τότε διοικητή του σώματος στρατού στο Ρουμανικό μέτωπο, αξιωματικό με εξαιρετικές ομολογουμένως επιδόσεις. Οι αλλαγές αυτές είχαν σοβαρές συνέπειες στην διοίκηση του στρατού, εφ΄όσον πλέον ο αυτοκράτωρ ο ίδιος παρενέβαινε σε αποφάσεις στρατηγικής.

Στα μέσα του 1917 δεν  σημειούτο ιδιαίτερη  έξαρση στα μέτωπα αυστριακού ενδιαφέροντος. Από πλευράς της Μοναρχίας μόνον 780.000 άνδρες ευρίσκοντο τότε στα διάφορα μέτωπα, το ανατολικό, το ιταλικό, και το αλβανικό/μακεδονικό[9]. Στο δυτικό ο Κάρολος, με το προαναφερθέν σκεπτικό, πεισματικά ηρνείτο να αποστείλη μονάδες[10]. Από τις 78 μεραρχίες που διατηρούσε στα διάφορα μέτωπα, 52  απησχολούντο στο ανατολικό, 16 τότε ακόμη στο ιταλικό[11] και το ΧΙΧ Σώμα στρατού, με ηλαττωμένη σύνθεση, στο Βαλκανικό. Πολλές δυνάμεις είχαν διατεθή για την διατήρηση της εσωτερικής τάξεως της αυτοκρατορίας.

Το αυτοκρατορικό ζεύγος της Αυστροουγγαρίας σε υπαίθρια δοξολογία κοντά στην πρώτη γραμμή του μετώπου.

Λίγο αργότερα, τον Μάιο και τον Αύγουστο του 1917, σημειώθηκαν δύο ακόμη ιταλικές επιθέσεις στην περιοχή του Ισόντζο. Οι αυστριακοί αντεπεξήλθαν ικανοποιητικά, παρά τις αντίξοες γενικότερες συνθήκες.

Εν τω μεταξύ, μία απροσδόκητη εξέλιξη σημειώθηκε στο αυστρο-ρωσσικό μέτωπο. Δεν ήταν η στρατιωτική διάσταση που είχε σημασία για την Μοναρχία, αλλά κυρίως η εσωτερική, πολιτική. Και τούτο, διότι οι  300.000 Τσέχοι και Σλοβάκοι αιχμάλωτοι πολέμου, εντεταγμένοι στις ρωσσικές δυνάμεις, βρέθηκαν σε αντιπαράθεση με τους  ομοεθνείς τους του Αυστριακού στρατού. Συνέπεια υπήρξε ότι οι τελευταίοι κατέθεσαν τα όπλα! Το φαινόμενο, επικίνδυνο, υπήρχαν φόβοι ότι θα εξαπλούτο, συγχρόνως με την ιδεολογική, κομμουνιστική, προπαγάνδα. Όντως, ο εθνικός συναισθηματισμός απέκτησε το προβάδισμα έναντι του δυναστικού ενοποιητικού πατριωτισμού.[12] Η ανακωχή του  Brest-Litovsk που επηκολούθησε, όπως ήδη αναφέρθηκε, άλλαξε ριζικά τα δεδομένα στην στρατηγική του πολέμου.

Η κατάργηση του Ανατολικού μετώπου μετά την ανακωχή και την ειρήνη στο Brest-Litovsk, επέτρεψε στο στρατηγείο του Baden να αντιμετωπίσει τον σχεδιασμό μιας μεγάλης επιθέσεως στο μεγάλου μήκους ιταλικό μέτωπο με την ελπίδα ότι μία νίκη θα επέσπευδε  την ειρήνη, την οποία, άλλωστε, επεδίωκαν και στο Βερολίνο. Ο σχεδιασμός συμπεριελάμβανε την ενίσχυση του μετώπου με δυνάμεις τις οποίες η Γερμανία θα μπορούσε να διαθέσει αποσπώντας τες από το ρωσσικό. Στο αίτημα του Καρόλου, η απάντηση υπήρξε θετική, αλλά περιορισμένη: η Γερμανία θα συμμετείχε μόνον με 7 μεραρχίες. Με υστερόβουλο στόχο, όμως, αφ’ ενός μεν να εξαναγκάσει την σύμμαχο να αποστείλει εν συνεχεία δυνάμεις στο δυτικό μέτωπο και αφ΄ ετέρου να την υποτάξει πιο δεσμευτικά στην γερμανική εξουσία [13]. Συνολικά στο ιταλικό μέτωπο οι κεντρικές δυνάμεις θα παρέτασσαν 34 μεραρχίες έναντι 41 της Ιταλίας[14].

Η επίθεση σημειώθηκε την 24η Οκτωβρίου 1917 υπό γερμανική διοίκηση. Το σχέδιο του γερμανού στρατηγού von Below απεδείχθη απολύτως επιτυχές και οι Ιταλοί υπεχώρησαν κατά κράτος, με μεγάλες απώλειες και σε ψυχολογική κατάρρευση. Το μέτωπο περιορίσθηκε κατά 200 χιλ. και μετετέθη πολύ δυτικότερα, στον ποταμό Piave. Η νίκη ήταν σημαντική. Νέα, όμως, τοπική επίθεση, στα τέλη Νοεμβρίου, για να υπερβούν τον ποταμό,  δεν τελεσφόρησε. Εν πάση περιπτώσει, η  νίκη μεν των αυστρο-γερμανών, η αδυναμία τους, εν τούτοις, να υπερβούν τον  Piave, απετέλεσε το ορόσημο των δυνατοτήτων των δυνάμεων των δύο κεντρικών αυτοκρατοριών.[15]  Πολλοί την ονόμασαν Πύρρειο! Η διάσταση αυτή θα χαρακτηρίσει την επόμενη φάση των εχθροπραξιών στο ιταλικό μέτωπο.

Η μάχη του Caporetto.

Η νίκη στο  Caporetto (η πρώτη μάχη του Piave, 12η του Isonzo), παρά την συνεργασία αυστριακών και γερμανικών μονάδων, δεν συνετέλεσε στην άμβλυνση των τεταμένων πάντοτε σχέσεων των Γενικών Επιτελείων των δύο αυτοκρατοριών. Τόσο μάλλον που εν τάχει ο Ludendorff, για τον οποίο το ιταλικό μέτωπο ήταν δευτερευούσης σημασίας, απέσυρε, προώρως, τις δυνάμεις του για να τις μεταφέρει στο δυτικό θέατρο . Αντίστροφα, το αυστριακό Επιτελείο αναγκάσθηκε να αποστείλει μονάδες, 2 μεραρχίες, στην Γαλλία, πέραν της μεραρχίας βαρέως πυροβολικού που βρισκόταν ήδη εκεί από τις αρχές του 1918.[16] Λίγο αργότερα, στις αρχές του 1918, από τις 79 μεραρχίες που διέθετε η Μοναρχία  οι 43 πλέον είχαν μεταφερθή στο ιταλικό ενώ στο αλβανικό παρέμενε η ίδια κατάσταση.[17]

Ενώ από  πλευράς στρατηγικής η μάχη του Caporetto δεν είχε ιδιαίτερες επιπτώσεις, μία άλλη παράπλευρη συνέπεια θα επηρέαζε αποφασιστικά την πορεία του πολέμου: η απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να κηρύξουν τον πόλεμο και κατά της Αυστρο-Ουγγαρίας, στις 7 Δεκεμβρίου 1917.[18] Αντίστροφα, η ήττα των ρωσσικών δυνάμεων που συνεπέφερε την ειρήνη του Brest-Litovsk (3.3.1918) και την ειρήνη με την Ρουμανία (7.3.1918) ανεπτέρωσε τις  –  φρούδες αλλά επιτακτικές –  ελπίδες του καταβεβλημένου αυστριακού στρατού για λήξη του πολέμου.

Η νίκη αυτή δεν ανέστειλε τις εσωτερικές εξελίξεις στην Μοναρχία. Ενεφάνιζε πλέον όχι μόνον «μικρές σχισμές αλλά μεγάλες ρωγμές,  το κτήριο έπαιρνε νερά από όλες τις πλευρές…» κατά τον Jean- Paul Bled. «Οι εκδηλώσεις της διαδικασίας διαλύσεως είναι ποικίλες. Ακόμη χειρότερο, κάθε μία επιδρά αρνητικά στις άλλες…»[19]. Στο ψυχολογικό κεφάλαιο προσετίθετο πλέον η κρίσιμη επιδείνωση της κρίσεως στα τρόφιμα αλλά και στους εξοπλισμούς. Στον λαό και στον στρατό. Οι στρατιώτες είχαν απισχνανθή με συνέπεια την μείωση της μαχητικής ικανότητός τους. Η τάση λιποταξίας αυξάνετο ανησυχαστικά. Η εσωτερική ανησυχία μεγάλωνε. Οι σοβαρές ενδείξεις αποσαθρώσεως των ενόπλων δυνάμεων επλήθαιναν. Οι εθνοτικές διαφοροποιήσεις με τον χρόνο εγίνοντο εντονώτερες, ενώ η στρατιωτική ηγεσία ήταν αναγκασμένη να λαμβάνει υπ’ όψιν με ακόμη αυστηρότερα κριτήρια την σύσταση των μεγάλων μονάδων από πλευράς εθνικών ομάδων, προς αποφυγή φαινομένων ανυπακοής ή και στάσεων στις γραμμές της.

Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούνιο 1918, οι στρατηγικοί σχεδιασμοί του Γερμανικού Επιτελείου στο Δυτικό μέτωπο απαιτούσαν την εκδήλωση μιας νέας επιθέσεως στο Ιταλικό θέατρο. Στόχος θα ήταν η δέσμευση των γαλλο-βρεταννικών δυνάμεων στην Ιταλία καθ’ ην στιγμή θα σημειούτο η μεγάλη επίθεση των αντιστοίχων γερμανικών στο δυτικό μέτωπο. Το Αυστριακό Επιτελείο, υπό την πίεση των Γερμανών, ανταπεκρίθη[20]. Τον εξυπηρετούσε να επιφέρει το τελειωτικό κτύπημα στην Ιταλία.  Ο Κάρολος ονειρευόταν  ότι μια ακόμη νίκη θα προσέδιδε νέους τίτλους στην Μοναρχία κατά τις επερχόμενες ειρηνευτικές διαδικασίες που επιζητούσε πάντα. Και παρά την εισήγηση του Γερμανικού Επιτελείου  για την συμμετοχή γερμανικών μονάδων, στην φάση αυτή ο αυτοκράτωρ απέφυγε την προσφορά προσβλέποντας σε  μια νίκη αποκλειστικά αυστρο-ουγγρική!

Παρά ταύτα, οι προτροπές του Γερμανικού Επιτελείου προκαλούσαν   δεύτερες σκέψεις. Κατά την Ελληνική πρεσβεία της Ρώμης οι Ιταλοί «έφθαναν στο συμπέρασμα ότι οι Γερμανοί δεν επιδιώκουν η Ιταλία να υποστή καίρια ήττα από τους Αυστριακούς, διότι μια τέτοια εξέλιξη θα καθιστούσε την Αυστρο-Ουγγαρία λιγότερο χειραγωγήσιμη[21]

Όμως, οι συνθήκες  από το τέλος του 1917 είχαν ουσιαστικά μεταβληθή επί τα χείρω για τον αυστριακό στρατό. Θα πρέπει εδώ να γίνει μια γενικότερη αποτίμηση, για να γίνει κατανοητή η κατάσταση[22]. Η Μοναρχία  ήταν σε θέση να παρατάξη στην ιταλική γραμμή κατ όνομα μόνον 58 μεραρχίες,  μειωμένου δυναμικού : 5-8.000 άνδρες εκάστη αντί τουλάχιστον 12.000 ανδρών, ουσιαστικά, δηλ. σε  ισοτιμία περίπου 30- 37 πλήρεις μεραρχίες. Συγχρόνως οι άνδρες ήταν υποσιτισμένοι, με στολές κατεστραμμένες, με διοικητική μέριμνα  σχεδόν ανύπαρκτη, με εξοπλισμό και εφόδια περιορισμένα. Η ελονοσία, κοντά στον ποταμό, εθέριζε. Είναι αυτονόητο ότι η μαχητική ισχύς τους ήταν αισθητά μειωμένη. Ως εκ τούτου μπορούσε να αντιμετωπίσει μόνον αμυντικούς σκοπούς. Αλλά από πλευράς της αυστριακής ηγεσίας έγιναν και σφάλματα στρατηγικής, με αποτέλεσμα οι δυνάμεις να διασπασθούν και να δημιουργηθούν δευτερευούσης σημασίας μέτωπα[23].

Από της πλευράς, πάλι, των ιταλικών δυνάμεων η κατάσταση, έστω και αν αριθμητικά παρέμενε στα ίδια επίπεδα, είχε βελτιωθή από την προ  εξαμήνου ήττα τους[24]. Πέραν της αναδιοργανώσεως της δομής του ιταλικού στρατού από την νέα διοίκησή του, υπό τον στρατηγό Armando Diaz, είχε αναβαθμισθή και ψυχολογικά. Η  συμπαράταξη των γαλλικών και των αγγλικών μεραρχιών, 3 και 2 αντίστοιχα, συνέβαλε στον τομέα αυτόν. Η αεροπορία δε, φαίνεται να υπερείχε της αυστριακής. Και η αλήθεια είναι ότι η ανωτέρω εικόνα κατηύθυνε ορισμένους από την αυστριακή στρατιωτική ηγεσία να επιδιώκουν αναβολή της επιθέσεως. Μια μικρή αναβολή, όντως, παρεσχέθη, αλλά ένας άλλος παράγοντας παρενεβλήθη: η αποτυχία του αιφνιδιασμού! Λιποτάκτες γνωστοποίησαν την οριστική ημερομηνία αλλά και τα σχέδια επιθέσεως  στην ιταλική πλευρά. Οι συνέπειες ήσαν οι αναμενόμενες: οι Ιταλοί αναδιέταξαν τις δυνάμεις τους, έτσι ώστε οι βολές του πυροβολικού του εχθρού να πέφτουν στο κενό. Τουναντίον, οι Ιταλοί έβαλλαν εκ του ασφαλούς εναντίον των αυστριακών θέσεων, επιφέροντας καίρια πλήγματα.

O στρατηγός Armando Diaz, αρχιστράτηγος του ιταλικού στρατού.

Η επίθεση –η δεύτερη μάχη του Piave– άρχισε στις 15 Ιουνίου 1918. Η ιταλική στρατηγική απεδείχθη αποτελεσματική. Συγχρόνως, έναντι του επιτυχούς ιταλικού, το αυστριακό πυροβολικό δεν διέθετε καν τον αναγκαίο αριθμό πυρομαχικών ώστε να αντεπεξέλθη στην επίθεση των στρατευμάτων της Entente. Από τις πρώτες φάσεις των εχθροπραξιών, οι εντυπώσεις έκλιναν εις βάρος  της Μοναρχίας. Η γαλλο-βρεταννική  παρουσία  συνέδραμε αποφασιστικά τις ιταλικές δυνάμεις. Αλλά και οι καιρικές συνθήκες – εντονώτατες βροχοπτώσεις με υπερχείλιση του ποταμού Piave – παρεμπόδιζαν τις τακτικές κινήσεις των αυτοκρατορικών δυνάμεων. Ακόμη και οι σιδηροδρομικές μεταφορές πολεμοφοδίων είχαν καταστή ιδιαιτέρως προβληματικές. Και ναι μεν αποσπάσματα είχαν κατορθώσει να διαπεραιωθούν εκείθεν του ποταμού, αλλά η επιτυχία αυτή δεν ήταν ικανή να δώση μιαν  αποφασιστική τροπή στην μάχη. Οι προοπτικές, για τους αυστριακούς, διεφαίνοντο εξόχως αρνητικές. Εν τέλει, συνυπολογίζοντας και τις καιρικές συνθήκες, το Επιτελείο αναγκάσθηκε να διατάξει την επιστροφή των δυνάμεων στις αρχικές τους θέσεις, στην ανατολική όχθη του Piave.

Το χειρότερο ήταν ότι, εν τω μεταξύ, το Γερμανικό Γενικό Επιτελείο, αντιμετωπίζοντας την πίεση στο Δυτικό μέτωπο, τροποποίησε την στρατηγική του στο Ιταλικό: διέταξε το Αυστριακό Επιτελείο, εν μέσω της συγκρούσεως, να αναστείλει τις εχθροπραξίες. Και όχι μόνον τούτο, αλλά επίεζε ώστε να μεταφερθούν ταχέως μονάδες στο γαλλικό μέτωπο![25]

Η αναστολή των εχθροπραξιών, κατά διαταγή του Καρόλου, βρήκε τον αυστριακό στρατό στο σημείο εκκινήσεώς του. Άρα, στην ουσία επρόκειτο περί αποτυχίας της επιθετικής τακτικής από την οποία η Βιέννη ανέμενε τόσα πολλά. Με υπερβολικές θυσίες, νεκρών, τραυματιών και αιχμαλώτων, η αυστρο-ουγγρική στρατηγική τερματίσθηκε άδοξα και ανεπανόρθωτα στις 23 Ιουνίου. Η ανεπιτυχής αυτή προσπάθεια σηματοδότησε στην πράξη την οριστική παράλυση των ενόπλων δυνάμεων της Μοναρχίας[26]. Ούτως ή άλλως, το Αυστριακό Επιτελείο, εν πλήρη γνώσει της καταστάσεως, υπεδείκνυε ήδη από καιρό στους συμμάχους του ότι δεν θα μπορούσε να αντεπεξέλθη στην πολεμική προσπάθεια πέραν του Δεκεμβρίου 1918[27]. Ακόμη και οι δύο μεραρχίες – από τις έξι που είχε υποσχεθή ο στρατηγός Arz – που απεσπάσθησαν, τελικώς, στο Δυτικό μέτωπο, ελλιπώς αξιόμαχες,  για τους απογοητευμένους Γερμανούς επιτελείς, απέδειξαν πλέον τα όρια αντοχής του συμμαχικού τους στρατού[28].

Τους μήνες μετά την μάχη αυτή του Piave, το ιταλικό μέτωπο παρουσίασε αρκετή δραστηριότητα. Το ηθικό των Ιταλών αναπτερώθηκε αισθητά[29].  Στην μαχητική βελτίωση συνέβαλε και ο εξοπλισμός του με πολυβόλα νέου τύπου. Τότε, ο στρατηγός Diaz, συντονιζόμενος και με τις γενικότερες προθέσεις του κεντρικού Συμμαχικού Στρατηγείου,  απεφάσισε την εκδήλωση νέας επιθέσεως : της τελευταίας μεγάλης επιθέσεως του μετώπου, στο Vittorio Veneto, γνωστής και ως 3η μάχης του Piave.

Η 3η μάχη του Piave (Vittorio Veneto).

Η πλευρά της Entente διέθετε συνολικά 51 ιταλικές μεραρχίες, 2 γαλλικές, 3 βρεταννικές, μία τσεχοσλοβακική και ένα σύνταγμα των ΗΠΑ. Η Αυστρο-Ουγγαρία παρέταξε 57 1/2  μεραρχίες, περί τους 400.000 άνδρες, εκ των οποίων, ως φαίνεται, μόνον το ένα τρίτο, 18 μεραρχίες, σε θέσεις των πρόσω[30]. Οι αυστριακές δυνάμεις, σε ψυχολογική αποσύνθεση, δεν είχαν ακόμη συνέλθη από την προ μηνών αλγεινή εμπειρία τους. Το ηθικό παρέμενε χαμηλό. Είναι αδιανόητη η υλική κατάπτωση και οι οριακές συνθήκες επιβιώσεως στις οποίες είχε περιπέσει ο αυτοκρατορικὀς στρατός.

Υπό το φως ότι από αυστριακής πλευράς οι αυτοκρατορικἐς δυνάμεις αποτελούσαν στρατό χωρίς πατρίδα, εφ’ όσον οι διαδικασίες ανεξαρτησίας των διαφόρων εθνοτήτων είχαν καταστή ανεπίστροφες,[31] ο στρατός της Μοναρχίας δεν είχε πλέον κάποιο νομιμοποιητικό έρεισμα, κάποιο ψυχολογικό υπόβαθρο για να πολεμήσει! Ο αυτοκράτωρ, σε μια ενέργεια απελπισίας για να αναστείλη την ιταλική επίθεση και την επερχόμενη -και αναμενόμενη- γενική καταστροφή απευθύνθηκε στις 23 Οκτωβρίου στον Πάπα, δίδοντας συνέχεια σε παλαιότερη πρωτοβουλία του Βατικανού. Ο διατιθέμενος χρόνος, όμως, και οι σχέσεις της Αγίας Έδρας με την Βιέννη δεν επέτρεπαν καμμία τέτοια παρέμβαση.

Η επίθεση, προγραμματισμένη αρχικά για τις 18 Οκτωβρίου, λόγω πολύ κακών καιρικών συνθηκών ανεβλήθη κατά μία εβδομάδα, για τις 24 Οκτωβρίου,(δηλ. ένα έτος ακριβώς μετά την μάχη στο Caporetto). Στις 27 Οκτωβρίου, τρεις ημέρες μετά την έναρξη της επιθέσεως, οι ειδήσεις για την Βιέννη ήταν ακόμη ενθαρρυντικές, έως και συγκινητικές από τις προσπάθειες του στρατεύματος. Οι αυτοκρατορικές δυνάμεις αντεπιτίθεντο και εμάχοντο αποτελεσματικά σε διάφορα σημεία του μετώπου. Την ημέρα εκείνη, όμως, οι βρεταννικές μονάδες κατόρθωσαν να διαβούν τον ποταμό Piave, δημιουργώντας προγεφύρωμα στην περιοχή του Vittorio Veneto. Εκμεταλλεύτηκαν το κενό της αποσύρσεως ουγγρικών μονάδων την προηγουμένη![32] Αυτό το προγεφύρωμα σηματοδότησε την έναρξη της καταστροφής.

Η 28η Οκτωβρίου απετέλεσε την αποφασιστική ημέρα των εχθροπραξιών. Οι αυστριακές μονάδες, σταδιακά αποψιλούντο από τους άνδρες τους. Άλλες μεραρχίες εστασίαζαν. Ο στρατός, αποτελούμενος κυρίως από σλάβους,  είχε ουσιαστικά αποσυντεθή.[33] Ο στρατηγός Svetozar Boroevic von Bojna, την ημέρα αυτή από το θέατρο των επιχειρήσεων, επεσήμαινε στο Baden την κρισιμότητα της καταστάσεως και ότι απητείτο λήψη πολιτικής αποφάσεως «ώστε να αποφευχθή αναρχία και καταστροφή του στρατού και της Μοναρχίας».  Από δικής της πλευράς, η πολιτική ηγεσία, υπολογίζοντας τις ανατρεπτικές συνέπειες, επανήρχετο επιτακτικά στις προσπάθειες εξασφαλίσεως της ειρήνης απευθυνόμενη για μια ακόμη φορά[34] στον πρόεδρο Wilson, προβάλλοντας την ετοιμότητά της να αρχίσει ειρηνευτικές συνομιλίες «χωρίς να αναμείνει την πορεία άλλων διαπραγματεύσεων», δηλ. χωριστά από τη Γερμανία.

Ιταλοί στρατιώτες στη μάχη του Vittorio Veneto.

Πώς ακριβώς ο αυτοκρατορικός στρατός έφθασε στο σημείο να συρθή να υπογράψει την ανακωχή στην Villa Giusti και υπό ποίους όρους;

Οι δραματικές εξελίξεις στο μέτωπο, οδήγησαν, στις 29 Οκτωβρίου, το Γενικό Επιτελείο στο Baden να ζητήσει επειγόντως ανακωχή[35]. Σκέψεις προς την κατεύθυνση αυτή ήδη εγίνοντο, εφ’ όσον από τις 4 Οκτωβρίου είχε συσταθή  στο τοπικό στρατηγείο, στο Trento, μία διαπραγματευτική επιτροπή. Οι οδηγίες πάντως εδόθησαν υπό το φως των τελευταίων εξελίξεων στο μέτωπο:  θα εγίνετο αποδεκτός κάθε όρος που δεν θα έθιγε την τιμή της χώρας. Ο Κάρολος είχε, ως φαίνεται, κατά νουν ορισμένους όρους που δεν έθιγαν την αξιοπρέπεια της Μοναρχίας, όπως την σταδιακή εκκένωση των εδαφών που είχαν καταληφθή ή τον μη ακρωτηριασμό των εδαφών της αυτοκρατορίας. Ήταν και πάλι εκτός πραγματικότητος! Τουναντίον, οι όροι που θέλησαν να επιβάλουν  οι Ιταλοί και οι σύμμαχοί τους απέβλεπαν ουσιαστικά στην πλήρη συνθηκολόγηση της μεγάλης πάλαι ποτέ αυτοκρατορίας.

Τι συνέβη τις επόμενες ημέρες:

Στην πρώτη κρούση για ανακωχή, οι Ιταλικές αρχές καθυστερούσαν να απαντήσουν. Προφανώς, διότι το Επιτελείο δεν επιθυμούσε να παρενοχλήσει τις επιχειρήσεις που ήσαν σε εξέλιξη. Το Αυστριακό Γενικό Επιτελείο ήλθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με το Ιταλικό. Στις 30 Οκτωβρίου η στρατιωτική αντιπροσωπεία της Αυστρο-Ουγγαρίας  οδηγήθηκε στην Villa Giusti, έξω από την Padova, όπου, την επομένη αφίχθη ο στρατηγός Badoglio, χωρίς οδηγίες. Οι οδηγίες από τις Βερσαλλίες, όπου ήδρευε το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο, θα έφθαναν στην Ιταλική αντιπροσωπεία  την  επομένη. Η ηθελημένη  αναβλητικότητα απεδίδετο στην υστεροβουλία των Ιταλών, ώστε να καθυστερήσει η υπογραφή της ανακωχής, με ό,τι αυτό θα συνεπείγετο στο μέτωπο. Εν τω μεταξύ, συνεχίζοντο οι μεταξύ των Συμμάχων διαβουλεύσεις  στις Βερσαλλίες, οι οποίες είχαν ξεκινήσει ήδη πριν από αρκετές ημέρες, προκαταλαμβάνοντας τα γεγονότα.[36]

Εν αναμονή του επισήμου κειμένου, ο στρατηγός Badoglio επέδωσε την 1η Νοεμβρίου το μεσημέρι, ένα ανεπίσημο κείμενο των όρων της ανακωχής, στα ιταλικά, λέγοντας στον στρατηγό Weber, μεταξύ άλλων: «Οι όροι πρέπει να γίνουν αποδεκτοί ή να απορριφθούν από τους αυστριακούς πληρεξουσίους. Δεν μπορεί να υπάρξη διαπραγμάτευση»[37]. Η πορεία ήταν προδιαγεγραμμένη.

Τους τελεσιγραφικούς όρους της «ανακωχής», ουσιαστικά της συνθηκολογήσεως, είχαν  συναποφασίσει μεταξύ τους οι Σύμμαχοι. Οι Ιταλοί, από δικής τους πλευράς, προσέθεσαν ορισμένους. Κυρίως την θέση εν ισχύ της ανακωχής 24 ώρες μετά την υπογραφή της, όπως συμπεριελήφθη στο πρόσθετο πρωτόκολλο. Αλλά οι συνεννοήσεις μεταξύ των Συμμάχων δεν θα απεδεικνύοντο εύκολες, παρά την γενική κοινή κατεύθυνση: ανεφύησαν  σοβαρές διαφοροποιήσεις. Οι Iταλοί, ο πρωθυπουργός Vittorio Orlando και ο υπουργός Εξωτερικών  Sidney Sonnino, διεμαρτύροντο για τα 14 σημεία του προέδρου Wilson. Ο Georges Clemençeau ήταν επικριτικός για την γενικότερη στάση της Ιταλίας. Ήδη η Ρώμη, σύμφωνα με τις προτάσεις της ζητούσε περισσότερα εδάφη από αυτά που της είχαν ορίσει οι Σύμμαχοι με την συμφωνία του Λονδίνου του 1915, προκαλώντας την οργή των Γιουγκοσλάβων[38]. Από δικής του σκοπιάς ο γάλλος πρωθυπουργός, επιφυλακτικός έναντι της Ρώμης, δεν ήθελε την Ιταλία νικήτρια διότι φοβόταν ότι θα προέβαλλε υπερβολικές αξιώσεις.[39] Έναντι των πολύ αυστηρών όρων που ήθελαν να επιβάλουν τα μέλη της Συμμαχικής Ναυτικής Επιτροπής, οι πρωθυπουργοί επεδίωκαν την άμβλυνσή τους, δηλ. την παράδοση μικρότερου αριθμού πλοίων. Ιδίως ο David Lloyd George, ο οποίος είχε εκδηλώσει την ανωτέρω θέση, εξέφραζε τον φόβο μήπως η Αυστρία, αρνούμενη τους πολύ αυστηρούς όρους, συνέχιζε τον πόλεμο. Τελικώς, υπερίσχυσε η μετριοπαθής άποψη. Μια άλλη πτυχή απασχολούσε τους Συμμάχους της Entente: εφ’ όσον η Μοναρχία εδέχετο τους όρους, θα ήταν σε θέση να τους εκτελέσει;[40] Οι προβληματισμοί αυτοί αφήνουν να διαφανή μιά έλλειψη επακριβούς πληροφορήσεως για την δραματική εσωτερική και στρατιωτική κατάσταση στην Αυστρο-Ουγγαρία.

H Villa Giusti στη σημερινή της μορφή.

Οι προκαταρκτικές οδηγίες του στρατηγού Arz προς τον Weber ήταν να γίνουν δεκτοί όλοι οι όροι για την ανακωχή, οι οποίοι δεν θα έθιγαν την τιμή της χώρας και των ενόπλων δυνάμεων. Όταν το πρώτο, ανεπίσημο, κείμενο των όρων της ανακωχής έφθασε στην Villa Giusti, ο στρατηγός Weber αντελήφθη ότι αυτοί υπερέβαιναν κατά πολύ τις οδηγίες που είχε λάβη: αποτελούσαν τελεσίγραφο συνθηκολογήσεως. Τους απέστειλε μέσω Trento στο Baden και στην Βιέννη. Ο Κάρολος και αυτός ηρνείτο να τους αποδεχθή. Τον ενοχλούσε κυρίως ο όρος ότι οι δυνάμεις της Entente θα είχαν ελευθερία κινήσεων εντός του αυστριακού εδάφους, δηλ. θα μπορούσαν να επιτεθούν εναντίον των Γερμανικών δυνάμεων. Δεν είχε άδικo. Το συμμαχικό στρατηγείο, όντως σχεδίαζε ήδη την, μέσω αυστριακών εδαφών, επίθεση κατά της Βαυαρίας![41]

Εν τω μεταξύ, ο εκνευρισμός στο στρατηγείο στο Trento γινόταν όλο και πιο έκδηλος καθώς περνούσε η ώρα και η κατάσταση επί του εδάφους χειροτέρευε. Η ηγεσία του τοπικού στρατηγείου τηλεγραφούσε υπέρ της άνευ όρων αποδοχής της ανακωχής ως την μόνη λύση σωτηρίας!  Οι Ιταλοί, από πλευράς τους, απέρριπταν τα επίμονα επιχειρήματα των Αυστριακών να ανασταλούν οι εχθροπραξίες αμέσως για λόγους ανθρωπιστικούς. Οι Ιταλοί εκπρόσωποι έθεταν προθεσμίες και απειλούσαν με διακοπή των συνομιλιών, οι οποίες εγίνοντο όλο και πιο ζωηρές και νευρικές. Ο αυτοκράτωρ, στην Βιέννη, εν μέσω μεγάλης εντάσεως, εζήτησε την έγκριση του Συμβουλίου του Κράτους (Staatsrat) της γερμανικής Αυστρίας. Αυτό αρνήθηκε ως αναρμόδιο να συγκατατεθή στην απόφαση αποδοχής της ανακωχής. Κατόπιν άλλων αλυσιτελών μεθοδεύσεων, εν τέλει συνεκάλεσε το Συμβούλιο του Στέμματος, το οποίο, αυτό, volens nolens, απεδέχθη ομοφώνως το τελεσίγραφο. Οι στρατηγοί, από πλευράς τους, είχαν ταχθή υπέρ της άνευ όρων αποδοχής του τελεσιγράφου. Στην Βιέννη επίστευαν ότι κάθε διαμαρτυρία έναντι μεμονωμένων όρων θα έμενε άνευ αποτελέσματος, αντιμέτωπη με την απόλυτη άρνηση των Ιταλών . Ο στρατηγός Alexander von Krobatin υπό το φως των καθυστερήσεων, τηλεγραφούσε από το Trento «…μόνον με μία ανακωχή άνευ όρων θα μπορούσε να αποφευχθή, διατηρώντας την τιμή του στρατεύματος, μία καταστροφή…»[42] Και πάλι, όμως ο αυτοκράτωρ εδίσταζε. Προσεπάθησε να υπαναχωρήσει. Αλλά ήταν πλέον αδύνατον. Ας σημειωθή ότι η γερμανική πλευρά επεδίωξε, κατά διαταγή του στρατάρχου Hindenburg, να εκμεταλλευθή την διαδικασία και να υπεισέλθη στις διαπραγματεύσεις. Το ιταλικό Γενικό Επιτελείο άνευ περιστροφών απέρριψε την πρόταση με το επιχείρημα ότι η αυστριακή πλευρά δεν είχε ζητήσει την παρέμβαση της Γερμανίας[43].

Ο επικεφαλής της αυστροουγγρικής αντιπροσωπείας στρατηγός Viktor Weber von Webenau (δεύτερος από αριστερά) εξέρχεται από τη Villa Giusti.
Η υπογραφή της πράξης ανακωχής στις 3 Νοεμβρίου 1918.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι όροι της ανακωχής ήταν, χωρίς αμφιβολία, ιδιαιτέρως σκληροί. Εκδικητικοί, θα έλεγε κανείς. Επρόκειτο περί τελεσιγράφου. Δύο σημεία ενόχλησαν ιδιαιτέρως την αυστριακή πλευρά: το δικαίωμα των δυνάμεων της Entente να προωθηθούν μέσω Αυστρίας ώστε να επιτεθούν κατά της Γερμανίας, και η θέση εν ισχύ της παύσεως του πυρός από της 15.00 της 4ης Νοεμβρίου, παρά τον πρώτο όρο του κειμένου της ανακωχής που ανέφερε σαφώς ότι η  παύση πυρός ήταν άμεση. Ο Weber επανήλθε επανειλημμένως στα δύο αυτά σημεία, πλην εις μάτην. Τόσο μάλλον που, κινούμενος από ανθρωπιστικούς λόγους, ο ίδιος ο Arz είχε διατάξη τα αυστριακά στρατεύματα, πριν ακόμη την υπογραφή της ανακωχής, να αναστείλουν τις εχθροπραξίες, δηλ. 36 ώρες ενωρίτερα. Ο Badoglio ήταν αμετάπειστος σχετικά με το σημείο αυτό : έπρεπε να υπάρξη η αναγκαία διορία ώστε να ειδοποιηθούν οι μονάδες σε ένα   μέτωπο 300 χιλιομέτρων. Είτε από υστεροβουλία –ώστε να προωθηθούν τα στρατεύματα- είτε από πραγματική ανάγκη, το αποτέλεσμα ήταν ότι συνελήφθησαν 360.000 αιχμάλωτοι από τον Ιταλικό στρατό. Σημειωτέον ότι η παύση πυρός αφορούσε και στα Βαλκάνια![44]

Το οριστικό, επίσημο, γαλλικό, κείμενο της ανακωχής επεδόθη στην αυστριακή αντιπροσωπεία στις 02.00, μεταξύ της 2ας και της 3ης Νοεμβρίου. Μετεδόθη αμέσως στην Βιέννη, όπου, ήταν φυσικό, ο αρχηγός των Ενόπλων δυνάμεων von Arz και το επιτελείο του ευρίσκοντο σε κατάσταση νευρικού κλονισμού.

Εν τω μεταξύ, στην Βιέννη οι αποφάσεις έχουν ληφθή: να γίνουν δεκτοί οι όροι και να υπογραφή η πράξη ανακωχής, με παράλληλη επιφύλαξη στο ζήτημα 4, δηλ. της δυνατότητος διαπεραιώσεως στρατευμάτων μέσω του εδάφους της Αυστρο-Ουγγαρίας. Μέσα σε αυτό το τεταμένο κλίμα, ο Κάρολος απέστειλε, αργά το βράδυ, στον Weber την έγκριση του να υπογράψει την πράξη της ανακωχής[45]. Οι οδηγίες όμως, όπως φαίνεται δεν κατέστη δυνατόν να αναδιαβιβασθούν κανονικά[46].  Με συνέπεια την καθυστέρηση. Τον αναβρασμό στην Villa Giusti επέτεινε τελεσίγραφο των Ιταλών που ώριζε ότι οι όροι έπρεπε να γίνουν δεκτοί μέχρι τα μεσάνυκτα της 3ης Νοεμβρίου, αλλιώς δεν θα υπήρχε ανακωχή![47]. Ο εκνευρισμός και στην Villa  ήταν έκδηλος.

Υπό τις έκτακτες αυτές συνθήκες, τα αντιφατικά μηνύματα που έφθαναν και λαμβάνοντας υπ όψιν ότι υπήρχε αδυναμία επικοινωνίας με την  κεντρική διοίκηση, ο Weber  ανέλαβε την ευθύνη να υπογράψει, χωρίς να έχει ανά χείρας ρητές οδηγίες[48]. Προσέθεσε ότι η αποδοχή της ανακωχής δεν προκαθόριζε τους όρους της ειρήνης και διεμαρτύρετο διότι οι Ιταλοί συνέχιζαν τις εχθροπραξίες.

Η αίθουσα υπογραφής της πράξης ανακωχής.

Η πράξη, εν τέλει, υπεγράφη επισήμως επί του γαλλικού κειμένου από τις δύο αντιπροσωπείες την Κυριακή, 3η Νοεμβρίου, στις 18.40. Παρά ταύτα, ο στρατηγός Badoglio απεδέχθη ως ώρα υπογραφής την 15.20, όταν ο Weber εδήλωσε ότι εδέχετο το κείμενο και ήταν έτοιμος να το υπογράψη, την δε αναστολή των εχθροπραξιών στις 15.00 της 4ης Νοεμβρίου[49].

  1918 – L’armistizio di Villa Giusti

 

Η απόφαση του Καρόλου να παραχωρήσει στις 30 Οκτωβρίου, δηλ. προ της υποβολής των όρων της ανακωχής, τον στόλο που ναυλοχούσε στον ναύσταθμο της Pola στους Νοτιο-σλάβους ώστε να μην περιέλθη στην Ιταλία, δημιούργησε άλλες περιπλοκές. Μετά την έντονη δυσφορία του Sonnino, έγιναν σκέψεις από πλευράς της Entente, ο στόλος να πλεύση προς την Κέρκυρα με λευκή σημαία, και να τεθή εις την διάθεση των Συμμάχων[50].  Η αντίδραση, εν τούτοις, των Νοτιο-σλάβων, ιδίως του Κροάτη Ante Trumpić, ότι μισούν περισσότερο τους Ιταλούς από ό,τι τους Αυστριακούς, και ότι θα βομβάρδιζαν τυχόν ιταλικό πλοίο που θα πλησίαζε τα ύδατα υπό Γιουγκοσλαβικό έλεγχο είχε σαν αποτέλεσμα να  αναστείλη κάθε σχετική απόφαση[51].

Ποιοι ήταν οι όροι της ανακωχής; Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου στις Βερσαλλίες (2.11.1918), οι όροι, που υπεβλήθησαν και εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, συμπληρωμένοι και από ιταλικής πλευράς, λεπτομερέστατοι,   εκάλυπταν τόσο τον στρατό ξηράς, όσο και το ναυτικό και την αεροπορία. Ανεφέροντο δε και στις Γερμανικές δυνάμεις.

Σε γενικές γραμμές οι όροι ήσαν οι εξής:

-άμεση παύση των εχθροπραξιών,
-αφοπλισμός των Αυστρο-Ουγγρικών δυνάμεων πλην 20 μεραρχιών ειρηνικής συνθέσεως, παραχώρηση στην Entente του ½ της δυνάμεως του πυροβολικού,
-εκκένωση των κατεχομένων εδαφών σε μια γραμμή που περιεγράφετο λεπτομερώς, από το Bremmer, Pustertal, Treviso, Isonzo, Istria συμπεριλαμβανομένης της Τεργέστης, της Βορείας Δαλματίας και των νήσων. Η εκκένωση θα γινόταν σταδιακά, σύμφωνα με τις αποφάσεις των επί τόπου διοικητών,
-ελεύθερη μετακίνηση των συμμαχικών δυνάμεων μέσω των εδαφών της Αυστρο-Ουγγαρίας σύμφωνα με τις ανάγκες τους,
-κατοχή στρατηγικών σημείων της επικρατείας,
-απελευθέρωση όλων των αιχμαλώτων των δυνάμεων της Entente χωρίς αμοιβαιότητα,η ελεύθερη χρήση παντός αναγκαίου μεταφορικού μέσου,
-η αναδίπλωση πάσης γερμανικής μονάδος εντός 15 ημερών, όχι μόνον από τα Ιταλικά και τα Βαλκανικά εδάφη, αλλά από ολόκληρο το έδαφος της αυτοκρατορίας.

Η οριοθετική γραμμή όπως ορίστηκε από την πράξη ανακωχής.

Οι όροι για το ναυτικό προέβλεπαν την παράδοση 15 νεότευκτων υποβρυχίων, συμπεριλαμβανομένων και όσων γερμανικών ευρίσκοντο εντός των εθνικών υδάτων της Μοναρχίας, 34 άλλων μονάδων, ακόμη και ποταμοπλοίων, εθεσπίζετο η ελεύθερη ναυσιπλοΐα σε όλα τα εθνικά ύδατα, τους ποταμούς και τις λίμνες, η εγκατάλειψη των λιμένων και των ακτών που ευρίσκοντο εκτός των εθνικών ορίων της χώρας, η συγκέντρωση όλων των ναυτικών αεροπορικών μέσων σε σημεία που θα υπεδεικνύοντο από τους Συμμάχους, η επιστροφή όλων των κατασχεθέντων εμπορικών πλοίων υπό σημαία των χωρών της Entente[52].

 

  Cento anni dall’ armistizio 1918-2018

Εν τω μεταξύ, η Βουδαπέστη, έχοντας καταγγείλη από τις 30 Οκτωβρίου την ένωση (Realunion) μεταξύ των δύο χωρών και έχοντας κηρύξει την ανεξαρτησία της Ουγγαρίας, θεωρούσε ότι οι πράξεις της Βιέννης δεν την αφορούσαν. Κατόπιν τούτου ζήτησε και υπέγραψε με τους Συμμάχους της Entente ξεχωριστή ανακωχή στις 13 Νοεμβρίου, στο Βελιγράδι[53]. Οι όροι της ανακωχής με την Ουγγαρία ήσαν  ιδιαιτέρως αυστηροί, εφ’ όσον της αφαιρούσαν μεγάλα τμήματα επικρατείας προς όφελος των Νοτιο-Σλάβων.

Ενώ ο κύριος ενωτικός θεσμός, η ραχοκοκαλιά της Δυαδικής Μοναρχίας, οι ένοπλες δυνάμεις, είχαν καταστραφή, η Μοναρχία, διαμελισμένη σταδιακά ήδη, έπαψε να υπάρχη ως κράτος λίγες ημέρες αργότερα, στις 11 Νοεμβρίου. Ο αυτοκράτωρ  Κάρολος υπέγραψε το διάγγελμα με το οποίο έπαυε να ασκεί την εξουσία στο υπόλοιπο της πάλαι ποτέ Δυαδικής Μοναρχίας, δηλ. στην Γερμανική Αυστρία, η οποία και αυτή ήδη, από τις 30 Οκτωβρίου, είχε  μετωνομασθή σε «Αυστριακή Δημοκρατία»: «παραιτούμαι κάθε αναμίξεώς μου στις υποθέσεις του κράτους». Η λέξη «παραίτηση από τον θρόνο» δεν αναγράφεται πουθενά. Ωστόσο η ουσία ήταν αυτή[54].

Ο πόλεμος, που τόσο επιπόλαια η Δυαδική Μοναρχία εκήρυξε τον Ιούλιο του 1914, παρασυρθείσα από την «σύμμαχο» Γερμανία, επερατούτο με καταστροφή που κανείς δεν φανταζόταν κατά την έναρξή του. Τότε επίστευαν ότι ο πόλεμος θα ήταν βραχύς και τοπικά περιορισμένος. Τελικώς, η αυτοκρατορία μέσα σε τέσσερα χρόνια στρατολόγησε 8 εκατ. άνδρες, έχασε τουλάχιστον 1.600.000 και αριθμούσε 2.000.000 περίπου τραυματίες.[55] Κατέστρεψε σχεδόν πλήρως τις οικονομικές της υποδομές.  Ανέτρεψε δε την ιστορία της Ευρώπης.

Rudolf Konopa: “Die Ausrufung der Republik vor dem Parlament in Wien am 12. November 1918”, 1918, Wien Museum.

Αυτά συνέβαιναν στο εσωτερικό της Δυαδικής Μοναρχίας και στο Ιταλικό μέτωπο. Και  στα Βαλκάνια; Εκεί, σε όλη την έκταση της Αλβανίας και του Μαυροβουνίου,  ευρίσκοντο αυστριακές μονάδες σε αντιπαράθεση με ιταλικές, κατά μήκος του Αώου/Βογιούσα ποταμού, και ολίγες στην Μακεδονία. Στο μέτωπο αυτό η κατάσταση διαμορφώθηκε προ της ήττας στο Vittorio Veneto.

Από τα μέσα Σεπτεμβρίου 1918, ο Βούλγαρος βασιλεύς Φερδινάνδος, υπό το φως των εσωτερικών εξελίξεων[56] και της δραματικής – από πλευράς  εξοπλισμών αλλά και  από ψυχολογικής απόψεως – καταστάσεως του στρατού του αλλά και υπό τον φόβο γενικής επιθέσεως της Entente, είχε ζητήσει την στρατιωτική βοήθεια των συμμάχων του, βάσει της συμφωνίας εμπλοκής του 1915. Όμως, υπό τις υπάρχουσες τότε συνθήκες στα άλλα μέτωπα, ήταν αδύνατη η άμεση ικανοποίηση του αιτήματος για την αποστολή σημαντικών δυνάμεων. Η Αυστρία είχε δεσμευθή για την αποστολή, εν τέλει, μόνον δύο μεραρχιών. Αλλά η κατάσταση του σιδηροδρομικού δικτύου δεν θα επέτρεπε την προώθηση των μονάδων αυτών προ της παρελεύσεως μηνός. Η επιχείρηση εγκατελείφθη. Ο Βουλγαρικός στρατός κατέρρευσε.

Η αδυναμία της τετραπλής συμμαχίας να αντεπεξέλθη στην γενική επίθεση που εξαπέλυσε η Entente στο Μακεδονικό μέτωπο, στις 15 Σεπτεμβρίου 1918, είχε σαν συνέπεια η Σόφια στις 26 Σεπτεμβρίου να ζητήση ανακωχή. Αυτή υπεγράφη στις 29, στην Θεσσαλονίκη. Η Τουρκία από πλευράς της, μη μπορώντας να αντιμετωπίση την νέα τροπή, ζήτησε με την σειρά της, ανακωχή. Αυτή υπεγράφη στις 30 Οκτωβρίου, στον Μούδρο. Η κατάσταση στο Μακεδονικό μέτωπο είχε ξεκαθαρίσει λίγο προ της αυστριακής καταρρεύσεως στο Vittorio Veneto.

Η διάλυση του Βουλγαρικού στρατού απετέλεσε βαρύ στρατιωτικό πλήγμα για την Αυστρο-Ουγγαρία, εφ΄όσον μονάδες του πρώτου είχαν καταλάβη, σε συνεργασία με την Αυστριακή στρατιωτική ηγεσία – παρά την έλλειψη κάθε εμπιστοσύνης μεταξύ Βουλγαρικού και Αυστριακού στρατού – το νοτιο-ανατολικό τμήμα της Αλβανίας και εφάπτοντο κοντά στο Πόγραδετς, προφυλάσσοντας το ανατολικό άκρο της Αυστριακής αναπτύξεως.

Οι επιχειρήσεις στο αλβανικό μέτωπο το καλοκαίρι-φθινόπωρο του 1918.

Οι Ιταλοί, ως γνωστόν, από την αρχή του πολέμου είχαν εγκατασταθή στον Αυλώνα και ανατολικά αυτού – το XVI Σώμα Στρατού[57]– έχοντας απέναντί τους τις Αυστριακές μονάδες, το μειωμένο σε δύναμη ΧΙΧ Σώμα Στρατού -40.000 άνδρες περίπου- πέραν του ποταμού Αώου/Βογιούσα. Οι Ιταλοί υπερείχαν σε δυνάμεις στην γραμμή του μετώπου. Ανατολικά από τους Ιταλούς η περιοχή, συμπεριλαμβανομένης της Κορυτσάς, εκαλύπτετο από γαλλικά στρατεύματα[58]. Παρά επανειλημμένες προσπάθειες, οι περιορισμένες και μειωμένης ικανότητος Αυστριακές δυνάμεις, αποδεκατισμένες και από την ελονοσία, δεν είχαν κατορθώσει να εκβάλουν τους Ιταλούς από την στρατηγική τοποθεσία του Αυλώνος. Τότε, στις 10 Ιουλίου, τοποθετήθηκε επικεφαλής του αυστριακού στρατού στην Αλβανία ο ικανός στρατηγός Karl von Pflanzer-Baltin. Ο νέος διοικητής κατόρθωσε να αναπτερώση το ηθικό των αυστριακών μονάδων κερδίζοντας την εμπιστοσύνη τους προβαίνοντας και σε αναδιάταξη των δυνάμεων.

Στις 28 Αυγούστου του 1918, μετά από μια εν μέρει επιτυχή επιχείρηση των Γαλλο-Ιταλών τον Ιούλιο, οι Αυστριακές δυνάμεις πέρασαν σε αντεπίθεση. Κατέλαβαν το Μπεράτι, το Φιέρι και την Ταμορίτσα, με την αεροπορία των δύο χωρών να διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο. Ο αυστριακός στρατός απέδειξε την μαχητικότητά του.

Αισιόδοξος από τις επιτυχίες αυτές αλλά και με τις ελαφρές ενισχύσεις που εδέχθη[59], ο στρατηγόςPflanzer-Baltin, διοικητής του επιχειρησιακού θεάτρου, προγραμμάτιζε επίθεση κατά του Αυλώνος. Όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Εν τω μεταξύ κατέρρευσε το Μακεδονικό μέτωπο[60]. Συγχρόνως, οι αλβανικές μονάδες, σύμμαχοι μέχρι τότε των Αυστριακών, αυτομόλησαν[61]. Τελικώς, την 24η Σεπτεμβρίου προεκρίθη η υποχώρηση μέσω της βορείου Αλβανίας και του Μαυροβουνίου, προς τα εδάφη της αυτοκρατορίας. Η κίνηση αναδιπλώσεως έγινε κατά απόλυτα συντεταγμένο τρόπο, προς τιμήν του Αυστριακού διοικητού. Ο Ιταλικός στρατός παρακολουθούσε  την υποχώρηση χωρίς να παρεμβαίνει. Εν τέλει, και αφού οι  δυνάμεις που είχαν φθάσει στην Bocche di Cattaro, κατετμήθηκαν κατά εθνικότητες, στις 22 Νοεμβρίου, μετεφέρθησαν από τους διαφόρους λιμένες του Μαυροβουνίου όπου είχαν καταλήξει, με  γαλλικά πλοία στην Β. Ιταλία[62].

Ο στρατηγός Karl Freiherr von Pflanzer-Baltin, διοικητής των αυστριακών δυνάμεων στο αλβανικό μέτωπο το 1918.

Όπως προαναφέρθηκε, οι αυστριακές δυνάμεις στο Αλβανικό μέτωπο ενώ αρχικά ανέμεναν ενισχύσεις, σύμφωνα με το σχέδιο του Αυστριακού Αρχηγείου, τελικώς αυτές ποτέ δεν έφθασαν, πλην της τεθωρακισμένης μεραρχίας. Μεταξύ άλλων και διότι μονάδες –Πολωνών, Τσέχων, Σλοβάκων-  εστασίασαν, αρνούμενες πλέον να πολεμήσουν. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο στρατάρχης Hermann von Kövess, νέος γενικός διοικητής των δυνάμεων στα Βαλκάνια,  αναγκάσθηκε να διατάξει γενική υποχώρηση προς τον Δούναβη. Στην καταδίωξη των μονάδων των κεντρικών Δυνάμεων προς την ενδοχώρα από τις δυνάμεις της Entente, συνέβαλαν αποτελεσματικά και μονάδες του Ελληνικού στρατού.

Με την τροπή αυτή περατώθηκε η όλη στρατιωτική παρουσία της Αυστρο-Ουγγαρίας στο Ιταλικό και το Βαλκανικό μέτωπο. Στην πράξη, τα μέτωπα αυτά συνέβαλαν αποφασιστικά όχι μόνον στην λήξη του πολέμου, αλλά και στην κατάλυση της Δυαδικής Μοναρχίας και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, με συνέπεια την ριζοσπαστική αλλαγή του ευρωπαϊκού χάρτη και την εκκόλαψη νέων στρατηγικών ισορροπιών.

Österreich – Vom Reich zur Republik 1916 – 1918

 

Ο Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός είναι Πρέσβυς ε.τ. Διετέλεσε, μεταξύ άλλων, επικεφαλής των πρεσβειών της Βαρσοβίας, του Νέου Δελχί και της Βόννης, Υπηρεσιακός Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Εξωτερικών (1999-2000), Γενικός Γραμματεύς της Προεδρίας της Δημοκρατίας (2000-2005), Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως (2006-2007). Διετέλεσε πρόεδρος της “Εταιρίας Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας” και είναι μέλος του ΔΣ του Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.

 

ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

α) Για την κατάσταση προ της ανακωχής.

Der Weltkampf um Ehre und Recht. Die Erforschung des Krieges in seiner wahren Begebenheit. Max Schwarte, 1923. Τόμ. 5, κεφ. 19, 21, 25.

Hindenburg, General Feld Marschall von, Aus meinem Leben, (Ma vie), Paris, 1921.

P. Bled, L’Agonie d’une Monarchie, Autriche-Hongrie, 1914-1920, Paris, Editions Talandier, 2014,

Cramon, general A. von, Quatre  ans au G.Q.G. Austro- Hongrois pendant La Guerre Mondiale, Paris, 1922.

Czernin, Ottocar von, Im Weltkriege, Wien, 1919.

Fetjö , François, Histoire de la destruction de l’Autriche-Hongrie, Paris, Seuil,1993

Max Schiavon, L’Autriche-Hongrie dans la Première Guerre mondiale, La fin d’un Empire, Paris, SOTECA , 2011,

Max Schiavon, Le Front d’ Orient, Du désastre des Dardanelles à la Victoire Finale, 1915-1918, Paris, Tallandier, 2014.

Edmund Glaise von Hortenau, Ein General im Zwielicht, Wien, Böhlau, 1988

Manfried Frankensteiner, The first world war and the end of the Habsburg Monarchy,Wien, 2014.

The Cambridge History of the First World War, Vol. I, Cambridge University Press, 2014.

Holger H. Herwig, The First World War, Germany and Austria, 1914-1918, London, Bloomsbury Academic 2009.

β) για την υπογραφή της ανακωχής

Der Weltkampf um Ehre und Recht. Die erforschung des Krieges in seiner wahren Begebenheit. Max Schwarte, 1923. Τόμ. 5, κεφ. 25, Der Zusammenbruch.

Sir Frederick Maurice, The Armistices of 1918, London, Oxford University Press,, 1943.

Lenci, Giuliano, Le giornate di Villa Giusti, Storia di un armistizio, Padova, Il Poligrafo 2008.

Charles Vilain, Les quatre Armistices de 1918, Paris,  Editions FranceEmpire, 1968.

Bultitt, Lowry, Armistice 1918, Kent State University Press, 1966, .

Gooch John, The Italian army and the A; World War, Cambridge University Press, 2014.

Wagner, Der Waffenstillstand von Villa Giusti, 3.11.1918, Wr. Diss, 1970

γ) για τα Βαλκάνια

Der Weltkampf um Ehre und Recht. Die erforschung des Krieges in seiner wahren Begebenheit. Max Schwarte, 1923. Τόμ. 5, κεφ. 22, Feldzug in Albanien.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]  Οι Τσέχοι εκήρυξαν την ανεξαρτησία τους στις 18 Οκτωβρίου 1918, οι Σέρβοι και οι Κροάτες-Σλοβένοι στις 29 Οκτωβρίου και οι Ούγγροι στις 30 Οκτωβρίου. Στις  30 Οκτωβρίου ανεκηρύχθη η Αυστριακή (γερμανική) Δημοκρατία. Η Πολωνία, που αντιμετώπιζε προβλήματα συντονισμού λόγω του τριπλού διαμελισμού της χώρας, κήρυξε την ανεξαρτησία της, στην Βαρσοβία, στις 3 Νοεμβρίου.

[2] Η ειρήνη στο Brest-Litovsk υπεγράφη πολύ αργότερα μετά κοπιώδεις διαπραγματεύσεις, στις 3 Μαρτίου 1918. Βλ. J. P. Bled, L’Agonie d’une Monarchie, Autriche-Hongrie, 1914-1920, Editions Talandier, 2014, Κεφ. VII.

[3] Όπως χαρακτηριστικά την απεκάλεσε ο ίδιος ο Ottocar von Czernin, υπουργός Εξωτερικών της Μοναρχίας.

[4]  Cramon, general A. von, Quatre  ans au G.Q.G. Austro- Hongrois pendant la Guerre Mondiale, Paris, 1922. 229, 235. Bled, 336.

[5]  Czernin, Ottocar von, Im Weltkriege, Wien, 1919. 212.

[6] Fetjö , François, Histoire de la destruction de l’Autriche-Hongrie, 1992, 284. Bled,, 346

[7] Bled, 374

[8] Ο Conrad τοποθετήθηκε επί κεφαλής των δυνάμεων στο Νότιο Τυρόλο, στο Ιταλικό μέτωπο.

[9] Bled, 316.

[10] Cramon, 243-244. 276, Ως φαίνεται, στην στάση αυτή του Καρόλου τον επηρέαζε η σύζυγός του, Ζίτα, του οίκου των Βουρβώνων, η οποία δεν ήθελε αυστριακά στρατεύματα να μάχονται εναντίον γαλλικών.

[11] Bled, 317.

[12] Max Schiavon, L’Autriche-Hongrie dans la Première Guerre mondiale, La fin d’un Empire, SOTECA , 2011, 210.

[13] Bled, 323, 346.

[14] Κατά την διάρκεια της μάχης δεν συμμετέσχον γαλλικά ή αγγλικά στρατεύματα. Γαλλία και Βρεταννία επέστειλαν αντίστοιχα 6 και 5 μεραρχίες λίγο αργότερα, υπό τον φόβο καταρρεύσεως του ιταλικού θεάτρου. Αυτές  ελαττώθηκαν σε μικρό χρονικό διάστημα.

[15] Bled, 328

[16] Schiavon, 218. Cramon, 244. Απετελείτο από 50 κανόνια βαρέως και μέσου διαμετρήματος.

[17] Schiavon, 215.

[18] Οι ΗΠΑ εγκατέλειψαν την ουδετερότητα την οποία τηρούσαν τον Απρίλιο 1917, όταν  ξέσπασε ο πόλεμος των υποβρυχίων και βυθίστηκε το ΛΟΥΖΙΤΑΝΙΑ,  κηρύσσοντας τον πόλεμο στην Γερμανία. Στις 7 Δεκεμβρίου κήρυξαν τον πόλεμο και στις άλλες τρεις χώρες.  Τα πρώτα στρατεύματα έφθασαν στην Γαλλία τον Ιούνιο 1917.

[19] Bled,377

[20] Κατά τον Cramon η πρωτοβουλία ήταν του Arz με την σύμφωνη γνώμη του Hindenburg.

[21] ΑΥΕ, 1918, Α/4//ΙΙΙ,  Τηλ. πρεσβείας Ρώμης, Κορομηλάς, 1346, 7/20.4.1918.

[22] Στοιχεία από το έργο του Bled, σελ. 382-384, 398.

[23] Cramon, 272.

[24] Βλ. και ΑΥΕ, 1918, Α/12/Ι, Ιταλικός τύπος, Επιστολή Κώστα Καιροφύλα προς Υπουργό Εξωτερικών, Ρώμη, 10/23.6.1918, περί «ανορθώσεως του ηθικού ιταλικού στρατού» από το Caporetto και ότι «μάχεται  μετ’ ενθουσιώδους τόλμης και αποφασιστικότητος».

[25] Bled ,386. Cramon, 275.

[26] Παράπλευρη συνέπεια ήταν η απόφαση αποστρατείας του στρατάρχου Conrad von Hötzendorff.

[27]  Hindenburg, 266.

[28] Hindenburg, 364, Cramon 276,293.

[29] Κατά τον Bled, 398, μερικούς μήνες μετά την μάχη του Piave, έναντι 500.000 αυστριακών, η Entente αντιπαραθέτει τριπλάσιο αριθμό ανδρών.

[30] Οι αριθμοί διαφέρουν. Bled, 411, Holger H. Herwig, The First World War, Germany and Austria, 1914-1918, 1996, 421. Der Weltkampf, Τ. 5, κεφ. 25, 5. Ο αυστριακός στρατός διέθετε 250-350.000 ενόπλους.

[31] Cramon, 310.

[32] Cramon, 310-311,

[33] Herwig, 422. «melted away…». O Arz ενημέρωσε το Γερμανικό Επιτελείο ότι 30 μεραρχίες είχαν στασιάσει. Βλ. και ΑΥΕ, 1918, Α/4/ΙΙΙ, Τηλ. Βέρνη, Μαρκέττης, 4303, 20.10/1.11.1918,Πληροφορίες από την Βιέννη. Περισσότερες από 23 μεραρχίες στασίασαν και εγκατέλειψαν το μέτωπο.  Ο δε Κορομηλάς από την Ρώμη ( 21.10/2.11.1918) τηλεγραφούσε «αιφνίδια μεταστροφή των δεδομένων, παρουσιάζουν νέες προοπτικές για την Ιταλία. Εμείς θα υποστούμε τις συνέπειες».

[34] Ο Κάρολος είχε απευθυνθή στον πρόεδρο Wilson ήδη στις 14 Σεπτεμβρίου και στις 7 Οκτωβρίου.  Sir Frederick Maurice, The Armistices of 1918, Oxford Un. Press, 51.

[35] Σημειωτέον ότι ένα πρώτο αίτημα ανακωχής είχε υποβληθή ήδη ένα μήνα νωρύτερα, με το αίτημα για ειρήνη προς τον πρόεδρο Wilson. Lenci, 48.

[36] Lenci, 62. Ήδη οι σύμμαχοι συζητούσαν για τους όρους ανακωχής με την Γερμανία.

[37] Charles Vilain, Les quatre Armistices de 1918, Paris, 1968, 159. Lenci, 95.

[38] Ο Clémanceau διεβεβαίωνε τους Νοτιο-σλάβους που ζητούσαν με επιμονή,  ότι  η γραμμή της ανακωχής  δεν προεξοφλούσε  τους όρους  της μελλοντικής ειρήνης . Lenci, 91.

[39] Bultitt, Lowry, Armistice 1918, Kent State University Press, 1966, 103.

[40] Bultitt, 112.

[41] Bultitt, 113.

[42] Lenci, 62.

[43] Lenci, 91.

[44] Vilain, 165. Κατ’απόφαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου. Βλ και κείμενο ανακωχής αναφορικά με αποχώρηση γερμανικών δυνάμεων.

[45] Ας σημειωθή ότι ο Κάρολος παρεχώρησε την αρχηγεία του στρατεύματος στον στρατηγό Kövess, τον αρχαιότερο εν υπηρεσία στρατηγό, την 2α  Νοεμβρίου, ώστε να μην κατηγορηθή ο αυτοκρατο-ρικός θεσμός για την αποδοχή της καταστρεπτικής ανακωχής.

[46] Vilain, 164, 166, 169. Lenci, 108,

[47] Vilain, 169

[48] Vilain, 170. Σε έκθεσή του ο στρατηγός Weber αναγνωρίζει ότι έλαβε την σχετική απόφαση ώρες προτού λάβη τις σχετικές οδηγίες. Βλ. Wikipedia.org/Viktor Weber von Webenau.

[49] Σε ορισμένες νομικές διαμαρτυρίες αξιωματικών της αυστριακής επιτροπής, ο Badoglio, ιδιαιτέρως εκνευρισμένος, απείλησε την ακύρωση της πράξεως ανακωχής.

[50] Bultitt, 111.

[51] Οι Ιταλοί αντέδρασαν έντονα. Την 1 Νοεμβρίου ιταλική τορπίλη εβύθισε στον λιμένα αυτόν την ναυαρχίδα του αυστριακού ναυτικού Viribus Unitis, με πολλά θύματα, και ένα άλλο, εμπορικό, πλοίο. Την δε 5 Νοεμβρίου ο ναύαρχος Cagni κατέλαβε τον ναύσταθμο και το μεγαλύτερο τμήμα του στόλου.

[52] Συγχρόνως υπεγράφη και το Protocole annexe contenant les détails et les clauses d’exécution de certains points de l’Armistice.

[53] Υπεγράφη από τον εκπρόσωπο της Ουγγρικής κυβερνήσεως, τον υπουργό πολέμου,  Bela Linder.

[54] Υπό την έννοια αυτή, παρέμενε βασιλεύς της Ουγγαρίας. Προσεπάθησε δύο φορές ανεπιτυχώς να  επανέλθη στον θρόνο, το 1921.

[55] The Cambridge History of the First World War, Vol. I, Cambridge Un.Press, 291.

[56] Τον Ιούνιο 1918, ανετράπη ο γερμανόφιλος πρωθυπουργός  Vasil Radoslavov. Αντεκατεστάθη από τον Alexandar Malinov, μετριοπαθή και  προσκείμενο στην Entente.

[57] Για τις τελευταίες επιχειρήσεις στην Αλβανία, βλ. και Hindenburg,  364-366. Το ιταλικό ΧVI Σ.Σ. απετελείτο από τις 38, 13 και 36 Μεραρχίες πεζικού και την 9 ταξιαρχία ιππικού. Το αυστρο-ουγγρικό XIX Σ.Σ., μετωνομασθέν σε Armeegroup Albania, απετελείτο από την 47 και 81 μεραρχίες και μία Landsturm ταξιαρχία.

[58] Οι Ιταλοί διέθεταν στο Μακεδονικό Μέτωπο την 35η Μεραρχία ( δυνάμεως  36.500 ανδρών), λίγο ανατολικά του Μοναστηρίου. Παρέμεινε  εν δράσει  μέχρι την λήξη του πολέμου.

[59] Την 9η Τεθωρακισμένη μεραρχία, από την Ιταλία.

[60] Όπου η Μοναρχία διέθετε δύο τάγματα. Der Weltkampf, Τ. 25, κεφ. 2.

[61] Και οι δύο εμπόλεμοι χρησιμοποίησαν μονάδες αλβανών ατάκτων. Με τις μονάδες της Μοναρχίας συνεργάζοντο 9 τάγματα, περίπου 6000 ανδρών.

[62] Ο αυστριακός στρατηγός διεπραγματεύθη επιτυχώς την μεταφορά των στρατευμάτων με γαλλικά πλοία στο Fiume. Οι ουγγρικές δυνάμεις κατευθύνθηκαν οδικώς προς την πατρίδα τους.

[1] Τότε ακόμη εκαλείτο απλώς Vittorio. Το 1923 μετωνομάσθηκε σε Vittorio Veneto.

[2] Κύριο έργο της βιβλιογραφίας είναι το Der Weltkampf um Ehre und Recht. Die Erforschung des Krieges in seiner wahren Begebenheit. Max Schwarte, 1923. Τόμ. 5, κεφ. 22, 25.

[3] Διπλωματικό και Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών (ΑΥΕ), 1918, Φακ.  Α/5/IV,2, Ειδικός φάκελος Αυστρο-Ουγγαρίας. Τηλ. ανοικτό, Λονδίνο, 4.10.1918.

[4] Lenci, Giuliano, Le giornate di Villa Giusti, Storia di un armistizio, Padova, 2008. 116.

[5] Ενδεικτικά ας αναφερθή ότι το φθινόπωρο του 1918 η σύνθεση των αυστρο-ουγγρικών ενόπλων δυνάμεων ήταν η εξής: 60% σλάβοι, 16% Ούγγροι, 13% αυστρο-γερμανοί, 11% Ρουμάνοι. Schiavon, 227. Βλ. και 215-216. Ακόμη και στο ουγγρικό τμήμα της αυτοκρατορίας, το 47% δεν το αποτελούσαν Ούγγροι. Schiavon, 153.

[6] Hindenburg, General Feld Marschall von, Aus meinem Leben, (Ma vie), Paris, 378.

Jean – Claude Allain: Το πρώτο ρήγμα: Οι ανακωχές της Θεσσαλονίκης και του Μούδρου(Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1918)

Αφιέρωμα στα 100 χρόνια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

Jean – Claude Allain

Το πρώτο ρήγμα: Οι ανακωχές της Θεσσαλονίκης και του Μούδρου

(Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1918)

O συνασπισμός των Κεντρικών Δυνάμεων αποσυντίθεται ακολουθώντας συμμετρικά αντίστροφη φορά από εκείνη της συγκρότησής του. Η Βουλγαρία, τέταρτη και τελευταία χώρα, που προσχώρησε τον Σεπτέμβριο του 1915, είναι η πρώτη, η οποία εγκαταλείπει τον συνασπισμό ακριβώς τρία χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1918. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, που είχε ενεργοποιήσει στις 29 Αυγούστου του 1914 τη μυστική συμφωνία, την οποία είχε συνάψει στις 2 Αυγούστου του ιδίου έτους με την Γερμανία, ακολουθεί το παράδειγμα της Βουλγαρίας τον Οκτώβριο του 1918. Η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, ο αρχαιότερος και πλέον αξιόπιστος σύμμαχος της Γερμανίας, με την οποία ήταν συνδεδεμένη με στρατιωτικές δεσμεύσεις ήδη από το 1879, καταθέτει τα όπλα στις 4 Νοεμβρίου 1918, δίχως, ωστόσο, να καταφέρει να αποφύγει τελικά τη διάλυσή της. Η ίδια η Γερμανία, απομονωμένη, αναγκάζεται να ζητήσει ανακωχή, προκειμένου να μην υποστεί στρατιωτική εισβολή εντός του εθνικού της εδάφους. Η ανακωχή υπογράφεται στις 11 Νοεμβρίου 1918. Η διαδικασία, η οποία ολοκληρώνει εντός χρονικού διαστήματος έξι, μόλις, εβδομάδων, τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, επαληθεύει την περίφημη θεωρία του “ντόμινο”, πολύ προτού αυτή εμφανιστεί τo 1954.

Πώς διαγραφόταν, το φθινόπωρο του 1918, η κατάσταση στο Μακεδονικό μέτωπο; Η σκέψη για ανάληψη επιθετικής πρωτοβουλίας σε βάρος μιας Βουλγαρίας, η οποία εκπέμπει μηνύματα αδυναμίας και πολιτικής αστάθειας, άρχισε να διαμορφώνεται από τον μήνα Ιούνιο. Στόχος ήταν να εξαναγκαστεί η χώρα να εγκαταλείψει τη συμμαχία της και να αποσυρθεί από τον πόλεμο. Ο πρωθυπουργός της Γαλλίας, Georges Clemenceau, διέταξε στις 23 τον στρατηγό Franchet d’ Espèrey, ανώτατο διοικητή του Θεάτρου Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης, να αυξήσει την πίεση κατά μήκος του μετώπου με τη Βουλγαρία και να εκπονήσει ένα σχέδιο γενικής επίθεσης. Προς την ίδια κατεύθυνση έκλινε και το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο, κατά τη συνεδρίασή του της 2ας Ιουλίου 1918, στις Βερσαλλίες. Από την πλευρά των Βρετανών, ο  υπουργός Εξωτερικών Arthur Balfour και ο υφυπουργός Robert Cecil, υπογράμμισαν, κατά την ίδια συνεδρίαση, τις αποσταθεροποιητικές παρενέργειες επί της ασταθούς Βουλγαρικής κυβέρνησης, οι οποίες μπορούσαν να προκύψουν από μια ενδεχόμενη επίθεση. Οι αρχές της Σόφιας θα βρίσκονταν ενώπιον δυο επιλογών: α) μιας συνθηκολόγησης και β) του κινδύνου μιας γενικευμένης εξέγερσης στο εσωτερικό της χώρας. Αμφότερα τα ενδεχόμενα μπορούσαν να αποβούν ιδιαίτερα επωφελή για τους Συμμάχους. Ο προκάτοχος του  Franchet d’ Espèrey στη Θεσσαλονίκη, στρατηγός Guillaumat, είχε διαβλέψει προ πολλού μια τέτοια προοπτική, δίχως, ωστόσο, να τρέφει φιλοδοξίες προέλασης των στρατευμάτων του έως την πρωτεύουσα της Βουλγαρίας. Ο Clemenceau αξιοποίησε το επιχείρημα αυτό, πείθοντας τελικά το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο να ρίξει το βάρος στον τομέα της Θεσσαλονίκης. Έτσι, μέσω διαφορετικών αναλύσεων, προέκυψε ομοφωνία μεταξύ των δυνάμεων της Συνεννοήσεως σχετικά με την προπαρασκευή μιας γενικής επίθεσης σε βάρος της Βουλγαρίας, η οποία θα εξανάγκαζε την τελευταία να αναλάβει πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση της αναστολής των εχθροπραξιών.¹

Στρατηγός Louis Franchet d’ Espèrey.

Στις 5 Αυγούστου 1918, έναν, μόλις, μήνα έπειτα από την ανάληψη της διοίκησης του μετώπου, ο  Franchet d’ Espèrey εξέθεσε το σχέδιο επίθεσης. Θεωρούσε το φθινόπωρο ως κατάλληλη εποχή, υπό την προϋπόθεση ενός διαρκούς και επαρκούς ανεφοδιασμού των στρατευμάτων του.² Στόχος ήταν η διάσπαση των γραμμών του αντιπάλου στον σερβικό τομέα, κατά μήκος της γραμμής Οχρίδας-Μοναστηρίου-Καϊμάκτσαλαν, με αξιοποίηση του ρήγματος προς την κατεύθυνση του οδικού άξονα Πρίλεπ-Βελεσών-Σκοπίων (έδρας της ΧΙης Γερμανικής Στρατιάς του στρατηγού von Scholz). Το βάρος της επίθεσης επρόκειτο να επωμιστούν οι Γάλλοι και οι Σέρβοι. Μια δεύτερη, ταυτόχρονη, ενέργεια του ιδίου είδους προβλεπόταν στον τομέα του ποταμού Αξιού, στο ύψος της λίμνης Δοϊράνης. Την πρωτοβουλία στο σημείο αυτό θα αναλάμβαναν οι Βρετανοί και οι Έλληνες. Παρά ταύτα, οι οδηγίες σχετικά με την προοπτική αξιοποίησης ενός πιθανού ρήγματος σε βάρος των γραμμών του αντιπάλου, παρέμεναν γενικές και αόριστες: “Να τεθούν υπό έλεγχο μακρινά και κομβικής σημασίας στρατηγικά σημεία του εχθρού”³, προσδιόριζε χαρακτηριστικά η σχετική οδηγία του Γενικού Επιτελείου.⁴

Η επίθεση της 14ης Σεπτεμβρίου 1918 στο Μακεδονικό Μέτωπο.

Το καλοκαίρι του 1918, τα γαλλικά στρατεύματα στο Θέατρο της Θεσσαλονίκης ανέρχονται σε 258.000 άνδρες (16 Αυγούστου)⁵ και σε 196.000 (15 Σεπτεμβρίου, ημέρα εξαπόλυσης της επίθεσης).⁶ Η μείωση του αριθμού είναι συνεχής (έπειτα από την υπογραφή της ανακωχής το δυναμικό πέφτει στους 150.000 άνδρες) και θεωρείται φυσιολογικό φαινόμενο, παρά την ενεργό συμμετοχή αποικιακών στρατευμάτων, προερχομένων από τις αφρικανικές κτήσεις (Σενεγαλέζοι και Μαροκινοί). Μάλιστα, η αριθμητική κάμψη των Γαλλων παρατηρείται ακριβώς τη στιγμή, που η συνολική ισχύς των Συμμάχων αγγίζει το υψηλότερο σημείο: 570.000 άνδρες, εκ των οποίων 130.000 Βρετανοί και Ινδοί, 40.000 Ιταλοί, 140.000 Σέρβοι και 150.000 Έλληνες.⁷ Αντιστρόφως ανάλογη φορά ακολουθεί η αριθμητική ισχύς των Ελλήνων και των Σέρβων. Σημειώνει συνεχή ανοδική πορεία, γεγονός που εκτιμάται και με πολιτικά δεδομένα στην έδρα του Ανώτατου Συμμαχικού Στρατηγείου, στο Chantilly. Οι οδηγίες του Clemenceau τόσο πριν, όσο και έπειτα από την εκδήλωση της επίθεσης, είναι ενδεικτικές: “Το βάρος της όλης προσπάθειας αναλογεί ουσιαστικά στα βαλκανικά στρατεύματα, τα οποία έχουμε συμφέρον να ενεργοποιήσουμε κατά προτίμηση εντός του εθνικού τους εδάφους και οργανωμένα σε μονάδες υπό την υψηλή εποπτεία Γάλλων και Βρετανών αξιωματικών”.⁸ Με αυτό, ακριβώς, το πνεύμα, ο  Franchet d’ Espèrey είχε προχωρήσει στην εκπόνηση του σχεδίου επίθεσης.

Παρόλες τις αντιρρήσεις των Βρετανών, οι οποίοι δεν έκρυβαν την προτίμησή τους για μια επίθεση προς την κατεύθυνση της Κωνσταντινούπολης, που θα ανακούφιζε τα στρατεύματα του στρατηγού Allenby στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής, το σχέδιο του Franchet d’ Espèrey υιοθετήθηκε τελικά από όλες τις πλευρές. Δεν απέμενε παρά η επιλογή της κατάλληλης ημερομηνίας. Όλες οι προπαρασκευαστικές ενέργειες διέφυγαν της προσοχής του εχθρού, το ηθικό του οποίου εκτιμάτο μέτριο (πρόκειται, ωστόσο, για έναν λανθασμένο υπολογισμό, με γνώμονα πληροφορίες αποσπασμένες από λιποτάκτες και αιχμαλώτους πολέμου). Αντίθετα, εκείνο των Συμμάχων εθεωρείτο άριστο και ενισχυμένο από τις πρόσφατες στρατιωτικές επιτυχίες των Γάλλων στο Δυτικό μέτωπο.⁹ Η έκπληξη ως προς τον απρόσμενα αποφασιστικό βαθμό αντίστασης των Βουλγάρων την κρίσιμη στιγμή θα είναι μεγάλη αργότερα, με αποτέλεσμα στις διάφορες αναφορές, με αποδέκτες τα ανώτατα κλιμάκια της ηγεσίας, να καταβληθεί προσπάθεια προκειμένου να υποβαθμιστεί.

Πάντως, για την ώρα, όλα τα δεδομένα συνηγορούν πως οι συνθήκες είναι ιδανικές συμπεριλαμβανομένων και των μετεωρολογικών προβλέψεων. Στις 5 και 9 Σεπτεμβρίου, ο Franchet d’ Espèrey ζητεί επίμονα άδεια για έναρξη της επίθεσης: “Χρειαζόμαστε καλές καιρικές συνθήκες ούτως ώστε να επιτεθούμε, κυρίως δε, προκειμένου να συνεχίσουμε την προέλαση και να οργανώσουμε τις επικοινωνίες μας σε μια ορεινή περιοχή (…). Η επιχείρηση είναι ώριμη και οποιαδήποτε καθυστέρηση κινδυνεύει να αποβεί μοιραία”.¹º Στις 10 του μηνός, ο Clemenceau, εφοδιασμένος με τη συγκατάθεση Βρετανών και Ιταλών, διαβίβασε προς τη Θεσσαλονίκη την πολυπόθητη άδεια (“Μπορείτε να εξαπολύσετε την επίθεση όποτε εσείς το κρίνετε σκόπιμο”).¹¹ Τελικά, επελέγη η 14η Σεπτεμβρίου ως ημερομηνία έναρξης των προπαρασκευαστικών βομβαρδισμών από το πυροβολικό (εκ των υστέρων τα αποτελέσματα αποδείχθηκαν πενιχρά εξαιτίας της καλής οχύρωσης των Βουλγάρων σε βραχώδες έδαφος).

Η επίθεση αυτή καθεαυτή ορίστηκε για την επομένη, 15 Σεπτεμβρίου 1918.¹² Την εξαπέλυσαν στον κεντρικό τομέα η ΙΙη Σερβική Στρατιά και δυο Μεραρχίες του Γαλλικού στρατού (η 122α Πεζικού και η 17η Ιππικού). Με τη δύση του ηλίου, το ρήγμα στις εχθρικές θέσεις ανέρχεται σε 7 χλμ. βάθους, σε ένα μέτωπο μήκους 25 χλμ. Οι δυο Βουλγαρικές Μεραρχίες (2η και 3η) καθώς και ένα Γερμανικό Τάγμα, που είχαν αναλάβει την κάλυψη της περιοχής, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν προς τα βόρεια.¹³ Το αποκτηθέν από τη μάχη του Σόκολ πλεονέκτημα, επιτρέπει στους Συμμάχους να εξαπολύσουν, στις 18 Σεπτεμβρίου, την δεύτερη προγραμματισμένη επίθεση, στον τομέα της Δοϊράνης, με τη σύμπραξη δύο Ελληνικών και δύο Βρετανικών Μεραρχιών.¹⁴ Πέντε ημέρες αργότερα, η υποχώρηση των Γερμανο-Βουλγάρων είναι γενική, μεταξύ Μοναστηρίου και  Δοϊράνης. Στον κάθετο άξονα Μοναστηρίου-Πρίλεπ-Βελεσών επικρατεί συμφόρηση εξαιτίας των υποχωρούντων στρατευμάτων, ενώ η σύγχυση στις γραμμές του αντιπάλου επιτείνεται από τους αδιάκοπους βομβαρδισμούς, στους οποίους προβαίνει η Συμμαχική αεροπορία.¹⁵ Το Πρίλεπ καταλαμβάνεται στις 24 Σεπτεμβρίου. Πέντε ημέρες αργότερα, στις 29, τα Συμμαχικά στρατεύματα εισέρχονται στα Σκόπια. Στον ανατολικό τομέα του μετώπου, η προέλαση είναι εξίσου νικηφόρα. Η κατάληψη της Στρώμνιτσας στις 26 Σεπτεμβρίου, σηματοδοτεί την είσοδο των Συμμαχικών στρατευμάτων εντός του Βουλγαρικού εδάφους.¹⁶

Η μάχη του Σόκολ (15 Σεπτεμβρίου 1918)

Ο  Franchet d’ Espèrey θριαμβολογεί: “Πρόκειται για μια πολλά υποσχόμενη νίκη”, τηλεγραφεί προς το Παρίσι στις 23 Σεπτεμβρίου, απαριθμώντας αιχμαλώτους και πυροβόλα, που έπεσαν στα χέρια των Συμμάχων. “Η υποχώρηση του εχθρού έπειτα από δεκατρείς ημέρες στρατιωτικών επιχειρήσεων, έχει προσλάβει διαστάσεις πανωλεθρίας”, διαπιστώνει την 1η Οκτωβρίου.¹⁷ Την ίδια, ακριβώς, αίσθηση έχει και ο Ludendorff στο αρχηγείο του Γερμανικού στρατού, στην πόλη Σπα. Επιθυμώντας να γεφυρώσει ένα ρήγμα, που μπορούσε να αποβεί επικίνδυνο τόσο για την ασφάλεια της Σόφιας όσο και για εκείνη της Κωνσταντινούπολης, διέταξε τη μεταφορά της 217ης Γερμανικής Μεραρχίας από την Ουκρανία και τη συγκέντρωση άλλων πέντε γύρω από την Νις. Ο τσάρος Φερδινάνδος εγκαταλείπει τα Σκόπια και αναζητεί την προστασία των Γερμανών, επιστρέφοντας στην πρωτεύουσα της Βουλγαρίας.¹⁸ Ωστόσο, οι εξελίξεις τον ξεπερνούν, καθώς η κυβέρνηση της Σόφιας ενεργοποιεί τη διαδικασία της ανακωχής.

Είναι γεγονός πως, πέρα από τις επιτυχίες στο πεδίο των μαχών, η Συμμαχική επίθεση του Σεπτεμβρίου εκπλήρωσε και τον πολιτικό της στόχο, θέτωντας τέλος σε μια ολόκληρη σειρά από παρασκηνιακές διεργασίες. Συγκεκριμένα, οι ΗΠΑ, οι οποίες δεν τελούν υπό καθεστώς πολέμου με τη Βουλγαρία, βρίσκονται, από τον Ιανουάριο του 1918, σε επαφή μαζί της μέσω της πρεσβείας τους στη Βέρνη. Χρέη μεσάζοντος εκτελεί ο Teodor Sipkov, πρόσωπο του αμέσου περιβάλλοντος του τσάρου Φερδινάνδου. Οι Γερμανοί διατηρούσαν έναν δεύτερο δίαυλο επικοινωνίας με έναν Αμερικανό παρατηρητή, ονόματι George Herron. Η όλη υπόθεση αποκαλύφθηκε από την Washington Post. Τον Ιούνιο, οι Βρετανοί υπολογίζουν σε μια εξέγερση του Βουλγαρικού λαού, εάν όχι και σε κάποιο στρατιωτικό πραξικόπημα. Έτσι, άλλωστε, εξηγείται και η τελική ευθυγράμμισή τους με την σχεδιαζόμενη επίθεση  του Franchet d’ Espèrey.¹⁹ Από τη δική τους πλευρά, Γάλλοι, Ιταλοί και Βαλκάνιοι είναι ιδιαίτερα σκεπτικοί και επιφυλακτικοί. Ειδικότερα, φοβούνται τους Βούλγαρους. Τους θεωρούν ειδήμονες στον τομέα της μηχανορραφίας. Ο υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας, Stephen Pichon, τυγχάνει να γνωρίζει προσωπικά τον Φερδινάνδο. Δεν τρέφει καθόλου εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του. Ο Ιταλός πρωθυπουργός Vittorio Emanuele Orlando, είναι ακόμα πιο αποκαλυπτικός: H Βουλγαρία “είναι η πιο αναξιόπιστη χώρα αυτού του πολέμου. Λίγο δύσκολο, βέβαια, με την παρουσία της Γερμανίας στο πλευρό της. Πέρα ως πέρα αληθινό, ωστόσο”. Προσηλωμένος στον στόχο, δηλαδή τη θέση της Βουλγαρίας εκτός του συνασπισμού των Κεντρικών Δυνάμεων, ο Robert Cecil, είναι της άποψης πως οι Σύμμαχοι οφείλουν να δείξουν κάποιου είδους κατανόηση προς αυτήν. Προβαίνει, επομένως, σε έναν διαχωρισμό μεταξύ ηθικής και πολιτικής (“Ο δόλιος χαρακτήρας του βασιλέα δεν πρέπει να μας τυφλώνει”). Αντίθετα, ο Pichon είναι της άποψης πως, των όποιων διαπραγματεύσεων, οφείλει να προηγηθεί μια στρατιωτική ήττα.²º

Την ίδια την ημέρα εκδήλωσης της Συμμαχικής επίθεσης (15 Σεπτεμβρίου), η πρεσβεία της Ισπανίας στο Παρίσι διεμήνυσε πως ήδη από τις 9 του ιδίου μήνα, η κυβέρνηση της Σόφιας είχε εκφράσει επιθυμία για έναρξη διαπραγματεύσεων στη Βέρνη, με αντικείμενο την ανταλλαγή των αιχμαλώτων πολέμου. Ένα ιδιόχειρο σημείωμα του Jules Cambon, γενικού γραμματέα του υπουργείου Εξωτερικών, συστήνει προσοχή (“Η πρόταση αυτή είναι πιθανό να υποκρύπτει προσπάθεια έναρξης διαπραγματεύσεων”).²¹ Η καθυστέρηση διαβίβασης όλων των παραπάνω έμμεσων πληροφοριών, σε συνδυασμό με την ταχύτατη εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων, κατέστησαν ανενεργά τα όποια ανοίγματα. Οι ρυθμοί είναι φρενήρεις, σε βαθμό που προκαταλαμβάνουν κι αυτό, ακόμη, το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο.

Πράγματι, στις 26 Σεπτεμβρίου, στον βρετανικό τομέα της Στρώμνιτσας, παρουσιάστηκε ένας Βούλγαρος αξιωματικός. Ήταν κομιστής ενός μηνύματος από τον ανώτατο διοικητή, στρατηγό Todorov, ο οποίος ζητούσε 48ωρη αναστολή των εχθροπραξιών, που θα επέτρεπε την αποστολή δυο επίσημων εκπροσώπων, εξουσιοδοτημένων για έναρξη διαπραγματεύσεων. Ο  Franchet d’ Espèrey δεν απέκλειε μια εξέλιξη αυτού του είδους. Διαπιστώνοντας, τρεις ημέρες νωρίτερα, τους ρυθμούς της Συμμαχικής προέλασης, είχε διαμηνύσει προς τους διοικητές των μονάδων της πρώτης γραμμής ότι έπρεπε να υποδεχθούν ενδεχόμενους απεσταλμένους του αντιπάλου, δίχως, ωστόσο, να μειώσουν την στρατιωτική πίεση. Φοβούμενος μήπως επρόκειτο για ενέργεια αντιπερισπασμού με στόχο τη διασφάλιση πολύτιμου χρόνου, ο οποίος θα επέτρεπε στους Βούλγαρους να ανασυνταχθούν, ο ανώτατος διοικητής του Θεάτρου Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης απάντησε, στις 27, προς τον Todorov, μέσω του ιδίου μεσάζοντα, πως, με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις σε πλήρη εξέλιξη, δεν ήταν δυνατό να συναινέσει σε αναστολή εχθροπραξιών, πόσο μάλλον σε υπογραφή ανακωχής. Πρόσθεσε όμως, ότι θα υποδεχόταν με τον προσήκοντα σεβασμό τους δυο εντεταλμένους της Βουλγαρικής κυβέρνησης.Δεν έχουν παρά να παρουσιαστούν μπροστά από τις βρετανικές γραμμές”.²²

Ανάλογα φαινόμενα παρατηρήθηκαν την ίδια ημέρα και σε άλλους τομείς του μετώπου. Έλληνες διοικητές μονάδων υπήρξαν αποδέκτες μηνυμάτων με το ερώτημα εάν και κατά πόσο η Βουλγαρική πρωτοβουλία της προηγουμένης είχε γίνει αποδεκτή. Ταυτόχρονα, καταφθάνει στη Θεσσαλονίκη μέσω της διπλωματικής οδού, ένα αίτημα εκ μέρους της κυβέρνησης της Σόφιας περί διαμεσολάβησης των ΗΠΑ. Συντάκτης είναι ο Robert Murphy, επιτετραμμένος της Αμερικανικής πρεσβείας στη βουλγαρική πρωτεύουσα. Το αίτημα αποστέλλεται στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να διαβιβασθεί, κατόπιν, στην Ουάσινγκτον. Πρόκειται για τη δεύτερη, κατά σειρά, έκκληση του πρωθυπουργού Malinov. Είχε προηγηθεί, στις 21 Σεπτεμβρίου, η αποστολή, προς όλους τους εμπολέμους, μιας πρότασης για ειρήνη καθώς και ένα αίτημα για μεσολάβηση των ΗΠΑ. Το τελευταίο στάλθηκε προς τον πρόεδρο Wilson, δια μέσου της Αμερικανικής πρεσβείας στη Βέρνη. Ο Malinov δεν έτρεφε αυταπάτες ως προς την τελική έκβαση των επιχειρήσεων. Είχε, προηγουμένως, ζητήσει ενημέρωση από τους στρατιωτικούς συμβούλους του. Σε μια ύστατη προσπάθεια να τον αποτρέψουν από το να καταθέσει τα όπλα, οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες και η Υψηλή Πύλη του υποσχέθηκαν, στις 22 του μηνός, την προσάρτηση της Δοβρουτσάς, την οποία ανέκαθεν διεκδικούσε η Βουλγαρία από τη Ρουμανία. Στις 25 Σεπτεμβρίου, αμέσως έπειτα από την απώλεια του Πρίλεπ, ο Malinov απηύθυνε προς τις ΗΠΑ νέα έκκληση. Συνοδευόταν από μια ένθερμη επιχειρηματολογία του Murphy, σύμφωνα με την οποία η Βουλγαρία εμφανιζόταν πως ευθύς εξαρχής είχε εναντιωθεί στο όλο πρόγραμμα της Γερμανίας, ειδικότερα δε έπειτα από τους λόγους του προέδρου Wilson, του οποίου οι αρχές “έχουν υιοθετηθεί άνευ επιφυλάξεων από το σύνολο του Βουλγαρικού λαού”. Ο σχηματισμός της κυβέρνησης Malinov ήταν η έμπρακτη απόδειξη! Ο Murphy υποστήριζε, δίχως να μπορεί να αποφύγει τις αντιφάσεις, πως “η κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να θεωρεί ως διακοπείσες τις σχέσεις με τις Κεντρικές Δυνάμεις, από τη στιγμή που οι τελευταίες δεν είχαν εκπληρώσει τις δεσμεύσεις τους έναντι της Βουλγαρίας”. Ο καταπονημένος και άσχημα καθοδηγημένος αυτός λαός ήταν, πάντοτε και με όλη του την καρδιά, αφοσιωμένος στις ΗΠΑ (“have always at heart been with US”). Έπρεπε, επομένως, να αισθανθεί κάποιου είδους ικανοποίηση, πόσο μάλλον “από τη στιγμή που είναι έτοιμος να ακολουθήσει με ενθουσιασμό τη γραμμή της Αμερικής”. Προφανώς, η εν γένει στάση του Murphy ήταν εκείνη που έπεισε τον υπουργό Οικονομικών Liaptchev να του προτείνει να συνοδεύσει την επιτροπή ανακωχής.²³

Robert Daniel Murphy.

Ευθύς εξαρχής, οι δυνάμεις της Συνεννοήσεως διέβλεψαν στην πρωτοβουλία του Murphy ένα σχέδιο συνομολόγησης χωριστής ειρήνης με τη Βουλγαρία υπό την αιγίδα των ΗΠΑ. Επρόκειτο για μια προοπτική, την οποία απέρριπταν τόσο ο Clemenceau όσο και το Foreign Office, όπου ο Balfour και ο Cecil εκτιμούν πως “ο εν λόγω κατώτερος υπάλληλος παρενέβη στην υπόθεση των διαπραγματεύσεων δίχως να διαθέτει εξουσιοδότηση από τους προϊσταμένους του”. Αυτό ακριβώς διαβεβαίωσε την ίδια ημέρα ο επικεφαλής του State Department, Robert Lansing, προς τον πρέσβυ της Γαλλικής Δημοκρατίας στην Αμερικανική πρωτεύουσα, Jules Jusserand. Σύμφωνα με τα λεχθέντα του, ο Murphy ενεπλάκη αυτοβούλως, δίχως την παραμικρή οδηγία. Κατόπιν τούτου, η Κεντρική Υπηρεσία προχώρησε στην ανάκλησή του από τη Σόφια. Ενέργεια επιτακτική, προκειμένου να εξευμενιστούν οι Γάλλοι.²⁴ Όμως, πρόκειται για μια επίπληξη, η οποία έλαβε χώρα έπειτα από την υπογραφή της ανακωχής με την Βουλγαρία. Η αλήθεια είναι πως ο πρόεδρος Wilson, μόλις πληροφορήθηκε το αίτημα της κυβέρνησης της Σόφιας, τηλεγράφησε προς τον Murphy τη σύμφωνη γνώμη του για μια Αμερικανική διαμεσολάβηση υπό όρους. Μεταξύ των όρων αυτών συμπεριλαμβάνονταν η πλήρης απόσυρση των Βουλγαρικών στρατευμάτων από τη Σερβία και η ελεύθερη χρήση του εδάφους της Βουλγαρίας από τους Συμμάχους για τη συνέχιση του πολέμου εναντίον των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Το παραπάνω κρυπτογράφημα του Wilson έφτασε στον προορισμό του με καθυστέρηση και ενώ είχε, εν τω μεταξύ, υπογραφεί η πράξη της ανακωχής.²⁵

Αδιαφορώντας για τις παραπάνω ζυμώσεις, ο  Franchet d’ Espèrey υπέβαλε, προς έγκριση, στο Παρίσι τις προτάσεις του για ανακωχή. Συνάμα ζήτησε την αποστολή εξειδικευμένου προσωπικού για να μπορέσει να παρασύρει εκ νέου την, απαλλαγμένη πλέον από τον Βουλγαρικό κίνδυνο, Ρουμανία στον πόλεμο. Τη νύκτα της 27ης προς 28η Σεπτεμβρίου, ο Clemenceau τηλεγράφησε την πλήρη συναίνεσή του, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να τηρηθούν υπό έλεγχο στρατηγικής σημασίας σημεία. Συνέστησε την αποφυγή οποιασδήποτε συζήτησης γύρω από τη Ρουμανία.²⁶ Ως προς τη χώρα αυτή, στις 30 Σεπτεμβρίου στάλθηκε στο Ιάσιο ειδική αντιπροσωπεία υπό τον στρατηγό Berthelot.²⁷ Εκείνο, που προκαλεί εύλογα ερωτηματικά, είναι το περιεχόμενο ενός δευτέρου τηλεγραφήματος εκ μέρους του Clemenceau και αποδέκτη τον Franchet d’ Espèrey, με ημερομηνία 30 Σεπτεμβρίου, όπου ο Γάλλος πρωθυπουργός επιφυλάσσεται να στείλει νέες οδηγίες κατόπιν συνεννοήσεως με τους υπόλοιπους Συμμάχους. Στο ίδιο τηλεγράφημα δεν παραλείπει να…συγχαρεί τον στρατηγό για την υπογραφή της ανακωχής και να τον ενημερώσει για την επικείμενη παρασημοφόρησή του!²⁸ Πρόκειται, πιθανότατα, για άλλοθι έναντι των Συμμάχων, καθώς η συναίνεση στις προτάσεις του  Franchet d’ Espèrey, δυο μέρες νωρίτερα, είχε πραγματοποιηθεί δίχως τη συγκατάθεση των τελευταίων. Όπως και να έχει το ζήτημα, στη Θεσσαλονίκη τα πάντα ήταν έτοιμα όταν, στις 16.00 μ.μ. της 28ης Σεπτεμβρίου κατέφθασε η Βουλγαρική αντιπροσωπεία. Στελέχη της ήταν ο υπουργός Οικονομικών  Liaptchev, ο στρατηγός Lukov, διοικητής της ΙΙης Στρατιάς, ο πληρεξούσιος υπουργός Radev και δυο αξιωματικοί. Χρειάστηκαν μόλις τρεις συνεδριάσεις κατά την επόμενη μέρα, 29 Σεπτεμβρίου, προκειμένου να συνταχθεί η τελική πράξη της ανακωχής. Υπογράφηκε στις 23.00 μ.μ. με έναρξη ισχύος την 30ή Σεπτεμβρίου 1918 στις 12 το μεσημέρι.²⁹

Θεσσαλονίκη, 28 Σεπτεμβρίου 1918. Άφιξη του στρατηγού Lukov.

Οι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν σφαιρικά. ³º Οι λόγοι είναι πολλοί και διάφοροι. Η όλη διαδικασία λειτουργούσε στη συνείδηση των Συμμάχων ως προπομπός των όσων ανέμεναν πως θα  ακολουθούσαν αργότερα, με τα σύμμαχα κράτη της Βουλγαρίας. Δεν ήταν, επομένως, προς το συμφέρον τους να δουν τις συνομιλίες να ναυαγούν από λάθος ή εξαιτίας επίδειξης αδιαλλαξίας. Αντίθετα, η ευόδωση των διαπραγματεύσεων πίστευαν ότι θα είχε μεταδοτική επίδραση πάνω στις κυβερνήσεις των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Αν μη τι άλλο, θα τις θορυβούσε. Κατά δεύτερο λόγο, το είδος των σχέσεων της διασυμμαχικής στρατιωτικής διοίκησης της Θεσσαλονίκης με τις Βουλγαρικές αρχές δεν μπορούσε κατά κανένα τρόπο να αντιπαραβληθεί με το πνεύμα, το οποίο χαρακτήριζε τις διμερείς Γαλλο-Γερμανικές ή Αυστρο-Ιταλικές σχέσεις. Ενδεχομένως το κλιμα να ήταν πιο βεβαρυμένο εάν στις διαπραγματεύσεις συμμετείχαν εκπρόσωποι της Ελλάδας και της Σερβίας, κάτι που, όμως, δεν συνέβη τελικά. Η υποδοχή εκ μέρους του  Franchet d’ Espèrey είναι παραπάνω από τυπική. Στην εναρκτήρια παρέμβασή του δεν κρύβει την ικανοποίησή του για την επιλογή της Βουλγαρικής κυβέρνησης, υπογραμμίζοντας πως η στάση της τελευταίας υπήρξε ανέκαθεν “έντιμη έναντι των Γάλλων”. Αυτές οι φιλοφρονήσεις συνοδεύονταν, πάντως, και από απειλές: η Βουλγαρία δεν είχε άλλη επιλογή εάν επιθυμούσε να αποφύγει την εισβολή, την κατάληψη του εθνικού της εδάφους και την επιβολή μιας νέας κυβέρνησης. Βρισκόταν κυριολεκτικά στο έλεος του νικητή. Η δευτερεύουσα συμβολή της στον πόλεμο επέτρεπε να της επιδειχθεί κάποιο είδος επιείκιας, μόνο και μόνο προκειμένου οι Σύμμαχοι να εξοικονομήσουν δυνάμεις αποφεύγοντας μια παράταση των εχθροπραξιών μαζί της. Κυρίως όμως, ο ανώτατος διοικητής του Θεάτρου Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης κάθε άλλο παρά ήταν διατεθειμένος να παρασυρθεί από την επιδέξια διαλεκτική των συνομιλητών του.

Πράγματι, ο Liaptchev ξεδίπλωσε ολόκληρη επιχειρηματολογία με επίκεντρο την επάνοδο της Βουλγαρίας σε καθεστώς ουδετερότητας. Η χώρα θα επέστρεφε στα προ του πολέμου σύνορά της, επιτρέποντας τη διάβαση από το έδαφός της των Συμμαχικών στρατευμάτων. Σκοπός ήταν, σε ένα δεύτερο στάδιο η πράξη της ανακωχής να μεταλλαχθεί σε πραγματική ανατροπή των συμμαχιών. “Πρακτικά, γινόμαστε σύμμαχοί σας”, υποστήριξε. Ο  Franchet d’ Espèrey διέκρινε την παγίδα. Η Βουλγαρία είναι ηττημένη και οφείλει να πληρώσει. Εάν επιθυμούσε ειλικρινά να τηρήσει στάση ουδετερότητας, για ποιό λόγο δεν το είχε πράξει πριν από τις 15 Σεπτεμβρίου; Εξακολουθεί δε  να παραμένει στρατιωτική ζώνη. “Ούτε ουδέτεροι, ούτε σύμμαχοι. Είστε ηττημένοι”. Ο  Liaptchev αναγκάζεται να το παραδεχθεί. Οι διαπραγματευτικοί του ελιγμοί δεν θα τραβήξουν σε μάκρος. Το μόνο, που ενδεχομένως πέτυχαν, είναι κάποια ανεπαίσθητη μείωση τις πίεσης ως προς το περιεχόμενο των διατάξεων της ανακωχής.

Όταν οι συνομιλίες στράφηκαν στο ζήτημα της αποστράτευσης και της άμεσης εκκένωσης των Σερβικών και Ελληνικών εδαφών,  ο στρατηγός Lukov ζήτησε την παραμονή υπό τα όπλα του συνόλου των μονάδων του Βουλγαρικού ιππικού. Ήταν ο μόνος τρόπος, υποστήριξε, προκειμένου η χώρα του να μπορέσει να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο επίθεσης από τον Οθωμανικό στρατό, καθώς το τουρκικό επιτελείο είχε συγκεντρώσει δύναμη 100.000 ανδρών βορείως της Αδριανούπολης. Ειδάλλως, αργά ή γρήγορα, τις δυνάμεις αυτές θα καλούνταν να αντιμετωπίσουν οι ίδιοι οι Σύμμαχοι. Από την άλλη πλευρά, μια πλήρης αποστράτευση και εκκένωση των Σερβικών εδαφών θα ενθάρρυνε Γερμανούς και Αυστριακούς να επεκτείνουν την κατοχή τους σε περιοχές, οι οποίες θα παρέμεναν άνευ προστασίας, καθώς τα Συμμαχικά στρατεύματα βρίσκονταν ακόμη σε μεγάλη απόσταση από αυτές. Πρόκειται για ένα επιχείρημα, το οποίο δεν στερείται λογικής. Ο Franchet d’ Espèrey αντέδρασε ακαριαία. Τρια σώματα Βουλγαρικού ιππικού θα παρέμεναν σε επιφυλακή πλησίον των συνόρων με την Τουρκία. Η ΧΙη Γερμανική Στρατιά, η οποία είχε πολεμήσει στο πλευρό των Βουλγάρων, επρόκειτο να αφοπλιστεί και να αιχμαλωτιστεί. Οι διπλωματικοί και προξενικοί υπάλληλοι της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας, καθώς και όλοι οι υπήκοοι των δυο παραπάνω χωρών θα είχαν διορία τεσσάρων εβδομάδων, προκειμένου να αποσυρθούν. Πρόκειται για το άρθρο 7 της πράξης ανακωχής, το οποίο πλαισιώνεται από μια μυστική διάταξη: την πλήρη διακοπή κάθε είδους σχέσεων της Βουλγαρίας με τους μέχρι τούδε συμμάχους της. Πρόκειται για καλυμμένη διακοπή διπλωματικών σχέσεων, διχως να απαιτείται η ανάκληση των διαπιστευμένων εκπροσώπων.

Η παράδοση του πολεμικού υλικού ενεργοποίησε νέο γύρο θρήνων εκ μέρους του  Liaptchev, ο οποίος θεώρησε τις διατάξεις αυτές ως σκλήρυνση των όρων της ανακωχής, με συνακόλουθο τον κίνδυνο πρόκλησης ταραχών στη Σόφια και εισβολής της χώρας από τα στρατεύματα του Mackensen. Το όλο πρόβλημα τέθηκε με αφορμή την παράδοση, στους Έλληνες, του υλικού του, έγκλειστου στο Γκαίρλιτς της Γερμανίας,  Δ΄ Σώματος Στρατού. Από το παραπάνω υλικό είχε παραμείνει στα χέρια των Βουλγάρων ο βαρύς οπλισμός. Ο  Franchet d’ Espèrey υπήρξε ανένδοτος και οι συζητήσεις περιορίστηκαν, μοιραία, στην επιλογή των σημείων εκείνων, κοντά στα σύνορα, όπου θα συντελείτο η παράδοση.

Μέλη της Βουλγαρικής αντιπροσωπείας. Στο κέντρο διακρίνεται ο Andrei Liaptchev.

Ένα θέμα, το οποίο απασχολούσε σοβαρά τους Βούλγαρους εντεταλμένους, ήταν η προοπτική μιας στρατιωτικής κατοχής της χώρας τους. Για τον  Franchet d’ Espèrey κάτι τέτοιο δεν ήταν αυτοσκοπός. Εκείνο, που τον ενδιέφερε ήταν η εξασφάλιση επιχειρησιακών βάσεων για τα Συμμαχικά στρατεύματα. Επομένως, συνόδευσε την κατ αρχήν απαίτηση περί στρατιωτικής κατοχής, με την απαρίθμηση των μέτρων εκείνων, τα οποία θα καθιστούσαν την τελευταία λιγότερο επαχθή. Συγκεκριμένα, επικέντρωσε την πίεσή του στην πλήρη θέση υπό έλεγχο του σιδηροδρομικού δικτύου καθώς και ορισμένων σημείων της Βουλγαρικής επικράτειας με στρατηγική αξία. Στόχος ήταν η διασφάλιση της δυνατότητας διάβασης των Συμμαχικών στρατευμάτων προς βορρά και προς ανατολάς, καθώς και η απρόσκοπτη μεταφορά τους δια μέσου της χώρας. Ο διπλωμάτης Radev πρότεινε απλή άσκηση ελέγχου επί του σιδηροδρομικού δικτύου. Δίχως να απορρίψει την προοπτική της κατάληψης των στρατηγικών σημείων από τους Συμμάχους, ζήτησε να εξαιρεθεί η Ελλάδα από το μέτρο αυτό. Ο   Franchet d’ Espèrey αρνήθηκε μια διάκριση τέτοιου είδους. Ήταν η πρώτη και μοναδική φορά κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, που έδειξε να χάνει την αυτοκυριαρχία του. Πόσο μάλλον που το συγκεκριμένο επιχείρημα του Radev πλαισιώθηκε από τον ελιγμό να εμφανιστεί η Βουλγαρία ως ουδέτερη. Ο ανώτατος διοικητής του Θεάτρου της Θεσσαλονίκης δήλωσε πως οι Σύμμαχοι είναι “ένα σύμπλεγμα ελεύθερων λαών” και όχι “μια συμμορία δουλοπρεπών” όπως οι Κεντρικές Δυνάμεις. Ως εκ τούτου, Έλληνες και Σέρβοι θα συμμετείχαν επί ίσοις όροις στο ζήτημα της στρατιωτικής κατοχής.

Η ανακοίνωση της ανακωχής στο γαλλικό τύπο

Το όλο θέμα αναβλήθηκε για την απογευματινή συνεδρίαση της 29ης Σεπτεμβρίου. Ο λόγος ήταν η αναζήτηση μιας φόρμουλας, υπό την μορφή μιας μυστικής προσθήκης στο τελικό κείμενο, που να καθησυχάζει τους φόβους των Βουλγάρων για ξέσπασμα εσωτερικών ταραχών ή, ακόμη, και για μια δυναμική αντίδραση εκ μέρους της Γερμανίας. Στη δημοσιοποιημένη σύμβαση δεν θα γινόταν χρήση του όρου  “στρατιωτική κατοχή”, παρά το γεγονός ότι θα υπήρχε τέτοια κατοχή, περιορισμένη στα στρατηγικά σημεία, ως εγγύηση για την πιστή εκτέλεση των συμβατικών δεσμεύσεων. Θα απαγορευόταν στις αρχές κατοχής η χρήση κατασταλτικών μέτρων ή το δικαίωμα προσφυγής σε αυθαίρετες επιτάξεις, με βάση μια διατύπωση, η οποία άφηνε ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα για διαφορετικές, μεταξύ τους, ερμηνείες. Στην πόλη της Σόφιας δεν επρόκειτο να επιβληθεί στρατιωτική κατοχή, παρά μόνο εφόσον το απαιτούσαν οι συνθήκες. Στο μυστικό παράρτημα της σύμβασης ανακωχής, απαριθμούνταν όλα τα δίκτυα συγκοινωνιών, επικοινωνιών και κοινής οφέλειας, τα οποία επρόκειτο να τεθούν υπό Συμμαχικο έλεγχο: οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο, ταχυδρομεία, τηλεπικοινωνίες και δίκτυο ύδρευσης. Τα πλοία των Συμμάχων και των ουδετέρων κρατών θα  έκαναν ελεύθερη χρήση των λιμενικών εγκαταστάσεων (το σημείο αυτό συμπεριλήφθηκε στο μυστικό παράρτημα εξαιτίας της εγγύτητας με το τουρκικό μέτωπο). Ωστόσο, το κείμενο δεν προβαίνει σε λεπτομερείς περιγραφές: ο τρόπος χρήσης π.χ. των σιδηροδρόμων, του μακρόθεν σημαντικότερου από τα παραπάνω δίκτυα, θα αποτελούσε αντικείμενο μελλοντικών διαπραγματεύσεων με τις Βουλγαρικές αρχές. Με τον τρόπο αυτό, αποφεύχθηκαν άσκοπες καθυστερήσεις στην όλη διαδικασία υπογραφής της ανακωχής, μιας πράξης, την οποία αποζητούσαν, σε τελευταία ανάλυση, αμφότερα τα μέρη.

Τηρουμένων των αναλογιών, οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές για τη Βουλγαρία. Οι όροι της ανακωχής αποτελούσαν το λιγότερο, που μπορούσε να απαιτήσει κανείς από αυτήν. Το μελλον διαγραφόταν ανοικτό, καθώς τίποτε δεν προδιέγραφε, για την ώρα, τις προθέσεις των νικητών σχετικά με το περιεχόμενο της μελλοντικής Συνθήκης Ειρήνης, με εξαίρεση την αποκατάσταση των συνόρων με τη Σερβία και με την Ελλάδα, έτσι όπως αυτά είχαν πριν από την παρέμβαση της Βουλγαρίας στον πόλεμο. Κατά τα άλλα, η ανακωχή ήταν στρατιωτικής και μόνο φύσεως. Επιπρόσθετα, η γεωπολιτική της αξία, μόνο πλεονεκτήματα της εξασφάλιζε προς ανατολάς. Οι Σύμμαχοι προσέβλεπαν στη χρήση του εδάφους της. Δεν είχαν ανάγκη από την ίδια. Η χρήση αυτή ήταν δυνατό να εξασφαλιστεί δίχως την ενεργό συνδρομή της χώρας, εάν χρειαζόταν δε, ακόμα και ενάντια στη θέλησή της. Το ίδιο, ουσιαστικά, είχαν πράξει τρία χρόνια νωρίτερα οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες, αντικειμενικός στόχος των οποίων ήταν ο πλήρης έλεγχος των δυο στρατηγικής σημασίας οδικών και σιδηροδρομικών αξόνων προς βορρά (Ρουμανία) και προς τα νοτιοανατολικά (Κωνσταντινούπολη). Οι Βαλκάνιοι σύμμαχοι του συνασπισμού της Συνεννοήσεως επέδειξαν ανάλογη μετριοπάθεια. Ο Αλέξανδρος της Σερβίας και ο Ελευθέριος Βενιζέλος κατέστησαν σαφές προς τον  Franchet d’ Espèrey πως δεν σκόπευαν να επιμείνουν σε μια στρατιωτική κατάληψη της Σόφιας, αλλά ούτε και να συμμετάσχουν στον έλεγχο των στρατηγικών σημείων.³¹ Άλλωστε, αυτή ήταν και η επιθυμία του στρατηγού, παρά τις δηλώσεις του περί ισότιμης συμμετοχής των Συμμάχων. Το συμφέρον καθώς και η κοινή λογική υπαγόρευαν ότι η Βουλγαρία δεν έπρεπε να υποστεί άσκοπη ταπείνωση πληρώνοντας το τίμημα της ήττας. Το Παρίσι εξέπεμπε στο ίδιο μήκος κύματος. Ο Clemenceau τηλεγράφησε προς τη Θεσσαλονίκη πως η ελληνική στρατιωτική παρουσία έπρεπε να περιοριστεί στα εδάφη εκείνα, τα οποία ανήκαν προπολεμικά στην Ελλάδα. Το ίδιο θα ίσχυε, αντίστοιχα, και για τους Σέρβους. Ο  Franchet d’ Espèrey ήταν εκείνος, ο οποίος θα όριζε τις συνθήκες της στρατιωτικής κατοχής του υπόλοιπου εδάφους, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά στρατεύματα ανήκοντα στη Συνεννόηση. Μόνο έτσι ήταν δυνατό να αποσοβηθούν εθνοτικές συγκρούσεις, αλλά και μια αρνητική αντίδραση της Βουλγαρικής κοινής γνώμης σε βάρος των Συμμάχων. “Εννοείται πως δεν πρέπει σε καμία στιγμή και με κανένα τρόπο να παρέμβετε στις εσωτερικές υποθέσεις της Βουλγαρίας, παρά μόνο αν κάτι τέτοιο θεωρηθεί απαραίτητο για στρατιωτικούς λόγους”, συνέχιζε το τηλεγράφημα. Αλλά ακόμα και ως προς αυτό, το Παρίσι έπρεπε να τηρηθεί ενήμερο εγκαίρως.³² Με άλλα λόγια, ο Clemenceau εξουδετέρωνε προληπτικά οποιαδήποτε ενδεχόμενη πρόθεση του στρατηγού να συμπεριφερθεί ως ανθύπατος. Ούτε ήταν σκοπός να προκριθεί το πολιτικό μέλλον της χώρας. Οι Σύμμαχοι δεν επιθυμούσαν να εκμεταλλευθούν προς όφελός τους τις υπάρχουσες ενδοκυβερνητικές τριβές. “Στόχος μας δεν είναι να προκαλέσουμε μια επανάσταση, ούτε καν ταραχές, αλλά ούτε και να προωθηθούμε περισσότερο εντός της Βουλγαρικής επικράτειας”³³. Απόλυτα κατανοητό εφόσον το ζητούμενο ήταν απλώς η χρήση του εδάφους της για περαιτέρω επιχειρήσεις προς τα βόρεια και τα νοτιοανατολικά. Τελικά, οι ίδιοι οι Βούλγαροι διευκόλυναν τις εξελίξεις κατά τη διάρκεια της κρίσιμης μεταβατικής περιόδου. Ο τσάρος Φερδινάνδος, αφού προηγουμένως εξέτασε το ενδεχόμενο ενός πραξικοπήματος με τη συνδρομή της Γερμανίας, παραιτήθηκε από το αξίωμά του στις 3 Οκτωβρίου, προς όφελος του διαδόχου Βόριδος του Γ΄. Πρόκειται για μια ενέργεια, η οποία επέφερε κάποια εκτόνωση στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Ωστόσο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του συνταγματάρχη Trousson, ο οποίος είχε σταλεί στη Σόφια προκειμένου να επιβλέψει την ορθή εφαρμογή των όρων της ανακωχής, όσον καιρό ο πόλεμος εμαίνετο στα σύνορα της χώρας, κυρίως δε όσο τα γερμανικά στρατεύματα δεν είχαν εκκενώσει πλήρως το Βουλγαρικό έδαφος, η κατάσταση παρέμενε ρευστή: “Οι Βούλγαροι παλινδρομούν ανάμεσα στον φόβο που τους εμπνέουν οι Γερμανοί και τη διάθεση να συγχωρεθούν από την Αντάντ”.³⁴ Εξ ου και η αμοιβαία σχετική ευκαμψία, η οποία διέκρινε τις διμερείς γαλλο-βουλγαρικές σχέσεις, τόσο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, όσο και κατά τις αμέσως επόμενες εβδομάδες. Πάντως, ο χρόνος κυλά εις βάρος της Βουλγαρικής πλευράς, η οποία δεν διαθέτει απολύτως καμιά εναλλακτική λύση. Αντίθετα, τίποτα δεν εμποδίζει τους Συμμάχους από το να επιβάλλουν έναν ακόμα πιο ανισομερή    συσχετισμό δυνάμεων. “Θα μπορούμε να επανέλθουμε δριμύτεροι αργότερα” επισημαίνει ο  Franchet d’ Espèrey την επομένη της υπογραφής της ανακωχής.³⁵

Salonika – Away from the Western Front

Αναμνηστικό γραμματόσημο, το οποίο κυκλοφόρησε το 1968 τιμώντας την πεντηκοστή επέτειο της υπογραφής της ανακωχής της Θεσσαλονίκης.

Εκείνο που επείγει, για την ώρα, είναι η άμεση επαναλειτουργία της σιδηροδρομικής γραμμής Νίς-βουλγαροτουρκικής μεθορίου μέσω Σόφιας και Αδριανούπολης στον βορρά και μέσω Θεσσαλονίκης στο νότο. Τα παραπάνω, βεβαίως, με την προοπτική μιας επίθεσης κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Θράκη, με ανάπτυξη χερσαίων και ναυτικών δυνάμεων καθώς και τη δημιουργία μιας βάσης ανεφοδιασμού και αποβίβασης στρατευμάτων στο λιμάνι του Δεδεαγάτς. Η Τουρκία θεωρείται εύκολος αντίπαλος, ευρισκόμενη στα όρια αντοχής. Όμως, αυτό ισχύει στο μέτωπο της Εγγύς Ανατολής, όπου οι Βρετανοί ασκούν τον πλήρη έλεγχο. Έχουν εκχωρήσει στους Γάλλους την αρμοδιότητα των διαπραγματεύσεων με τη Βουλγαρία με λευκή επιταγή. Θεωρούν αυτονόητη μια αμοιβαιότητα στο ζήτημα της υπογραφής ανακωχής με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στο σημείο αυτό οφείλουμε να επισημάνουμε την υπέρμετρη ματαιοδοξία των αξιώσεών τους. Πρόκειται για κάτι, που θα ενεργοποιήσει την ανάγκη δημιουργίας μιας ενοποιημένης Συμμαχικής στρατιωτικής διοίκησης. Το όλο πρόβλημα θα εξομαλυνθεί στα υπόλοιπα μέτωπα εν όψει της ανακωχής με τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες. Θα τεθεί, πάντως, με αφορμή τις αγγλοτουρκικές διαπραγματεύσεις, που θα οδηγήσουν στην υπογραφή της ανακωχής του Μούδρου.

Μπορεί η πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η κεντρική διοίκηση να βρίσκονται στην ευρωπαϊκή Τουρκία, σε εξάρτηση, τρόπον τινα, από το Βαλκανικό Μέτωπο, όμως ο πόλεμος, τον οποίο διεξάγει νικηφόρα ο στρατηγός Allenby, συνεπικουρούμενος από τον αραβικό στρατό του πρίγκηπα Fayçal, λαμβάνει χώρα στα ασιατικά εδάφη της αυτοκρατορίας. Εκεί ασκείται η αποφασιστική πίεση σε βάρος της Υψηλής Πύλης. Ωστόσο, η Συρία βρίσκεται μακριά από την Κωνσταντινούπολη. Με την απόσυρση δε της Βουλγαρίας από τον πόλεμο, η πρωτεύουσα βρίσκεται ξαφνικά υπό την άμεση απειλή της Συμμαχικής Στρατιάς της Ανατολής. Μια απειλή, που πρέπει να λάβει σάρκα και οστά μέσω μιας επίθεσης ικανής, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Clemenceau στις οδηγίες της 7ης Οκτωβρίου προς τον Franchet d’ Espèreyνα απομονώσει την Τουρκία και να την εξαναγκάσει, με τη σειρά της, σε υπογραφή ανακωχής”.³⁷ Συνεπώς, τόσο σε επίπεδο σχεδιασμού όσο και εκτέλεσης, η όλη επιχείρηση ενέπιπτε στην αρμοδιότητα των Γάλλων, κατά το πρότυπο εκείνης της Μακεδονίας. Πέραν από τα Γαλλικά, Σερβικά, Ελληνικά και Ιταλικά στρατεύματα, ο  Franchet d’ Espèrey ασκεί την ανώτατη διοίκηση και επί των τριών Βρετανικών Μεραρχιών του στρατηγού Milne. Με τη διαταγή, την οποία εξέδωσε στις 5 Οκτωβρίου, ο διοικητής του μετώπου διατήρησε το μεγαλύτερο μέρος από τις  Βρετανικές δυνάμεις στον Σερβικό τομέα των επιχειρήσεων. Αντίθετα, στο νεοπαγές Μέτωπο της Θράκης, πέραν από την 122α Γαλλική Μεραρχία Πεζικού, μεταφέρθηκε μόνο μια αντίστοιχη Βρετανική (η 22α). Το γενικό πρόσταγμα ανήκε εκ νέου στους Γάλλους και συγκεκριμένα στον στρατηγό Anselme.³⁸ Αποστολή του τελευταίου, ήταν ο από ξηράς έλεγχος της εισόδου των Στενών και της Θάλασσας του Μαρμαρά, ενόψει μιας προώθησης του Συμμαχικού στόλου έως την Κωνσταντινούπολη. “Πρόκειται για μια επιχείρηση, που προβλέπεται να τραβήξει σε μάκρος”, εκτιμούν στο Παρίσι.³⁹ Όταν, ξαφνικά, έφτασε από τη γαλλική πρωτεύουσα η διαταγή, που ανέθετε τη διοίκηση του Θρακικού Μετώπου στον στρατηγό Milne, με όλα τα απαραίτητα μέσα ούτως ώστε να φέρει εις πέρας την επίθεση. Πρόκειται για μια απόφαση, που υπαγορεύτηκε από πολιτικά κριτήρια και έναντι της οποίας ο  Franchet d’ Espèrey δεν μπορούσε να πράξει το παραμικρό, παρά μόνο να εκφράσει την εκτίμηση ότι μια αλλαγή διοίκησης του είδους αυτού “θα καθυστερούσε μοιραία την εκτέλεση του όλου σχεδίου”.⁴⁰ Ελήφθη από τις κυβερνήσεις των τριών χωρών της Συνεννοήσεως και μέσω αυτής επιβεβαιώνεται η πρωτοκαθεδρία της Βρετανίας στους κόλπους του συνασπισμού, σε οτιδήποτε άπτεται των υποθέσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Μεταξύ 6 και 9 Οκτωβρίου 1918 συνήλθε στο Παρίσι το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο. Ο David Lloyd George κατέστησε σαφή την πρόθεσή του να αποσύρει από τα Βαλκάνια τα ευρισκόμενα υπό Γαλλική διοίκηση Βρετανικά στρατεύματα, ειδικότερα εκείνα, που προορίζονταν για τις επιχειρήσεις κατά της Κωνσταντινούπολης. Επρόκειτο για μια έκφραση δυσαρέσκειας καθώς, παρά τη σημαντική συμβολή τους στο Θέατρο Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης από τη διάνοιξη του τελευταίου, το 1915, και κατόπιν, και ενόψει της τελικής έκβασης, “ουδέποτε σχεδόν τα Βρετανικά στρατεύματα ελήφθησαν σοβαρά υπόψιν”. Ο Franchet d’ Espèrey είχε ενεργήσει περισσότερο ως πολιτικός και λιγότερο ως διοικητής ενός διασυμμαχικού εκστρατευτικού σώματος, σε αντιδιαστολή με τον ομόλογό του Ferdinand Foch στο Δυτικό Μέτωπο. Ανάλογη θέση υποστήριξε και ο υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας Sidney Sonnino σχετικά με την προέλαση των Γαλλικών στρατευμάτων εντός του Αλβανικού εδάφους. Η προέλαση αυτή προσέβλεπε σε πολιτικά οφέλη, από τη στιγμή που, από επιχειρησιακής απόψεως, ο συγκεκριμένος τομέας του μετώπου είχε από κοινού συμφωνηθεί ότι ανήκε στη δικαιοδοσία των Ιταλών. Έχοντας αιφνιδιαστεί από τη διπλή επίθεση, την οποία υπέστη, ο Clemenceau υπαναχώρησε, υποστηρίζοντας πως η επίθεση κατά της Κωνσταντινούπολης δεν ήταν παρά “ένα απλό σχέδιο ευρισκόμενο σε προκαταρκτικό στάδιο”, ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ενεργοποιηθεί εφόσον δεν έχαιρε της ομόφωνης στήριξης των τριών κυβερνήσεων, τέλος, πως ήταν πολύ εύκολο να εγκαταλειφθεί.

Υπό τις παραπάνω, επομένως, συνθήκες συντάχθηκε το περίφημο τηλεγράφημα, το οποίο προέβλεπε τη συγκέντρωση των Βρετανικών στρατευμάτων στη Θράκη, την ανάθεση της διοίκησης του τομέα στον στρατηγό Milne και την απόσυρση των Γαλλικών δυνάμεων από το Αλβανικό έδαφος. Στο εξής, τον πρώτο λόγο στην Ανατολή θα έχουν οι Βρετανοί, στον Βορρά οι Γάλλοι και στη Δύση οι Ιταλοί.⁴¹ Πρόκειται για μια λογιστική αναπροσαρμογή, η οποία δικαίωνε τη Μεγάλη Βρετανία.  Επιπρόσθετα ενίσχυε την εξίσου δίκαιη προσδοκία της να είναι εκείνη, που θα διαπραγματευόταν, εξ ονόματος των Συμμάχων, τους όρους της ανακωχής με τους Οθωμανούς. Τέλος, ενίσχυε την εικόνα της και ως ναυτικής δύναμης. Κάτι ιδιαίτερα σημαντικό, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι τουρκικές βολιδοσκοπήσεις για σύναψη ανακωχής προήλθαν τελικά από τη θάλασσα και όχι από την ξηρά, όπως αναμενόταν.

Το HMS Agamemnon, επί του οποίου υπογράφηκε η ανακωχή με την Οθωμανική Αυτοκρατορία στον όρμο του Μούδρου.

Οι διατάξεις του αγγλο-γαλλικού συμφώνου του 1915, όριζαν, σε ό,τι αφορά τη διεύθυνση των ναυτικών επιχειρήσεων της Μεσογείου, πως ο ανώτατος διοικητής θα ήταν Γάλλος (επρόκειτο για τον ναύαρχο Gauchet, εγκατεστημένο στην Κέρκυρα), όπως, άλλωστε, και ο ομόλογός του για τις χερσαίες επιχειρήσεις, με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Από το παραπάνω σχήμα εξαιρείτο το Αιγαίο Πέλαγος, το οποίο καταχωρίστηκε στους Βρετανούς (ναύαρχος Seymour, με έδρα τη Λήμνο)⁴². Συνεπώς, οι Γάλλοι ήταν ιεραρχικά αρμόδιοι να υποδεχθούν, εκείνοι, τους απεσταλμένους της Υψηλής Πύλης και να διαπραγματευτούν μαζί τους για τις επιχειρήσεις σε ξηρά και θάλασσα. Όμως, αυτή η κατανομή ευθυνών δεν ανταποκρινόταν με τον πραγματικό συσχετισμό των ισορροπιών στο Αιγαίο. Στις 3 Οκτωβρίου, ο ναύαρχος Arthur Calthorpe διατάχθηκε από την κυβέρνηση του Λονδίνου να μεταβεί στον όρμο του Μούδρου, στη Λήμνο, προκειμένου να διαπραγματευθεί με τους Τούρκους τους όρους της ανακωχής. Έφθασε επιτόπου δέκα ημέρες αργότερα, στις 13 του μηνός. Παρόλες τις διαμαρτυρίες του υπουργείου Ναυτικών και της κυβέρνησης, στο Παρίσι, οι Βρετανοί είχαν θέσει τους συμμάχους τους προ τετελεσμένου.

Στις 2 Οκτωβρίου 1918, λιγότερο από τρία εικοσιτετράωρα έπειτα από την υπογραφή της ανακωχής με τη Βουλγαρία, επιχειρήθηκε, από την πλευρά της Υψηλής Πύλης, μια πρώτη (έμμεση) κρούση. Ο βαλής της Σμύρνης φαίνεται πως είχε βολιδοσκοπήσει τους Συμμάχους, προκειμένου να παραδώσει την πόλη. Αυτή, τουλάχιστον, υπήρξε η αρχική εκτίμηση του διαβήματος. Η πληροφορία είχε ως προέλευση την Αθήνα. Πρώτοι ενημερώθηκαν οι Ιταλοί, οι οποίοι έσπευσαν να την κοινοποιήσουν στους υπόλοιπους Συμμάχους. Ανάλογες φήμες έφτασαν στις 6 Οκτωβρίου από τη Λέσβο στη Θεσσαλονίκη. Δυο εκπρόσωποι του βαλή κατέφθασαν εκεί με μια ατμάκατο, φέρουσα λευκή σημαία. Ζήτησαν να οδηγηθούν, δίχως χρονοτριβή, στη ναυτική διοίκηση της Λήμνου και από εκεί στη Βρετανική πρεσβεία της Αθήνας. Ο πρεσβευτής της Γαλλίας στην ελληνική πρωτεύουσα, Robert de Billy, επιβεβαιώνει το γεγονός στα κρυπτογραφήματα, που αποστέλλει προς το Παρίσι. Παραμένει, ωστόσο, επιφυλακτικός. Μήπως πρόκειται για κάποιου είδους σκευωρία; Ο φερόμενος ως εντολοδόχος, Rahmi μπέης, είναι ορκισμένος εχθρός του Μεγάλου Βεζύρη και πρώην υπουργού Εσωτερικών, Talaat. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως η πρωτοβουλία του προσβλέπει σε δημιουργία κλίματος αμφισβήτησης στο Οθωμανικό Κοινοβούλιο και (γιατί όχι) σε ανατροπή της κυβέρνησης Talaat. Ως βάση διαπραγμάτευσης προτείνει την απόσυρση από τα αραβικά εδάφη της Μέσης Ανατολής και από την Αρμενία, την επάνοδο στα τουρκο-βουλγαρικά σύνορα του 1911, την ελεύθερη ναυσιπλοία τα Στενά, όπου θα διατηρούνταν τα οχυρωματικά έργα.⁴⁴

Οι πραγματικοί όροι της ανακωχής συντάχθηκαν μεταξύ 6 και 9 Οκτωβρίου στο Παρίσι, από τους πρωθυπουργούς και υπουργούς Εξωτερικών των κρατών της Συνεννοήσεως.⁴⁵ Σε δυο περιπτώσεις, στις 6 και 8, ο Lloyd George ενημέρωσε τους συνομιλητές του για το διάβημα του Rahmi. Οι όροι, τους οποίους ο τελευταίος είχε προτείνει, απορρίφτηκαν ως απαράδεκτοι. Ουδεμία συνέχεια δόθηκε. Οι Σύμμαχοι δεν διαπραγματεύονταν με πρόσωπα μη εξουσιοδοτημένα. Ο σουλτάνος Mehmet ΣΤ΄, είχε διαμηνύσει, μέσω του ιδίου διαύλου επικοινωνίας, ότι, ουσιαστικα, δεν έθετε παρά δυο, μονάχα, όρους: την ανεξαρτησία της χώρας και τη διατήρησή του στον θρόνο.⁴⁶ Χρήσιμες ενδείξεις για τη συνέχεια, που, όμως, άπτονται της Συνθήκης Ειρήνης και όχι μιας απλής πράξης ανακωχής. Το ζητούμενο, για την ώρα, είναι η διακοπή των εχθροπραξιών, δίχως τη συμμετοχή (οφείλουμε να τονίσουμε) των ΗΠΑ. Όλοι οι υπόλοιποι αντιμετωπίζουν προκαταβολικά με δέος τη στιγμή, κατά την οποία ο Woodrow Wilson θα λάμβανε γνώση των μυστικών συμφωνιών της διετίας 1915-1917 περί μεταπολεμικού διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.⁴⁷ Στο κείμενο, που συνέταξε, και στο οποίο προσέδωσε τον χαρακτηρισμό του προσχεδίου, το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο προσπέρασε με προσοχή τους παραπάνω σκοπέλους. Το κείμενο στάλθηκε προς  στρατηγούς και ναυάρχους για παρατηρήσεις επί του τεχνικού μέρους, προτού επιστρέψει στο Παρίσι για την τελική έγκριση. Συμπεριλάμβανε 25 άρθρα.⁴⁸

Η ποικιλία του περιεχομένου οφείλεται στην αχανή έκταση της Οθωμανικής επικράτειας. Οι διατάξεις ταξινομήθηκαν κατά γεωγραφική σειρά, ούτως ώστε να μην υπάρξει η παραμικρή υπόνοια για υπεκφυγή του αντιπάλου από την εφαρμογή των όρων. Το όλο πνεύμα παραπέμπει, ωστόσο, στην ανακωχή, που είχε συναφθεί, λίγες εβδομάδες νωρίτερα, με τη Βουλγαρία. Η άμεση διακοπή των εχθροπραξιών ήταν άρρηκτα συνυφασμένη με την παράδοση των στρατιωτικών μονάδων της Μέσης Ανατολής και της Τριπολίτιδας, εκείνη των πολεμικών πλοίων (άρθρα 16, 18 και 6), την αποχώρηση των Οθωμανικών στρατευμάτων από την Περσία, τον Καύκασο και την Κιλικία (άρθρα 11 και 16), την γενική αποστράτευση με μέριμνα για την ασφάλεια των συνόρων και την τήρηση της δημόσιας τάξης (άρθρο 5), τέλος, την στρατιωτική κατάληψη στρατηγικής σημασίας θέσεων όπως τα οχυρά των Στενών και οι σήραγγες του Ταύρου (άρθρα 1, 7 και 10). Η συνέχιση του πολέμου με τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες επιβάλλει το άνοιγμα των Στενών και την ελεύθερη ναυσιπλοία στην περιοχή (άρθρα 1-3), τη διάθεση των λιμένων, των ναυπηγείων, των επικοινωνιών (τηλέγραφος και ασύρματος), την παράδοση του συνόλου του οπλισμού και εν γένει του πολεμικού υλικού, των υποδομών ανεφοδιασμού σε καύσιμα καθώς και των αποθεμάτων σε τρόφιμα (άρθρα 8, 9, 13, 14, 20 και 21). Όλοι οι υπήκοοι των Κεντρικών Αυτοκρατοριών έπρεπε να απελαθούν δίχως χρονοτριβή. Η Υψηλή Πύλη όφειλε να διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις με τους μέχρι τούδε συμμάχους της (άρθρα 19 και 23). To Σύμφωνο Ανακωχής προέβλεπε την άμεση αποφυλάκιση των αιχμαλώτων πολέμου, όχι όμως των Τούρκων (άρθρα 4 και 22), καθώς και εκείνη των Αρμενίων εγκλείστων. Σε περίπτωση εκδήλωσης ταραχών μέσα στην ίδια την Αρμενία, οι Σύμμαχοι θα προέβαιναν στην άμεση στρατιωτική της κατάληψη (άρθρα 4 και 24). Στις 2 Νοεμβρίου, τρεις μέρες μετά την υπογραφή, ο Βενιζέλος ζήτησε να συμπεριληφθούν στην κατηγορία των υπό απελευθέρωση πληθυσμών οι Έλληνες των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας, οι οποίοι, κατόπιν πιέσεων της Γερμανίας, είχαν απελαθεί στα βάθη της Ανατολίας. Η συμπερίληψη της παραπάνω κατηγορίας στο κείμενο της τελικής πράξης δεν ήταν εφικτή εφόσον είχε προηγηθεί χρονικά η συνομολόγηση. Παρά ταύτα, οι διατάξεις της ανακωχής ίσχυσαν de facto και για τους Έλληνες απελαθέντες.⁴⁹

Ο έλεγχος των στρατηγικών θέσεων (Στενά, Ταύρος) διαθέτει μια διάσταση, η οποία ξεπερνά τη συγκυρία του πολέμου κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Σύμμαχοι σχεδίαζαν να θέσουν υπό έλεγχο τη σιδηροδρομική γραμμή μεταξύ των λιμένων Μπατούμ (Εύξεινος Πόντος) και Μπακού (Κασπία Θάλασσα). Με αυτή την προοπτική, προβλεπόταν η προώθηση Συμμαχικών στρατευμάτων και η στρατιωτική κατοχή των δυο αυτών περιοχών (άρθρα 12 και 15). Πρόκειται για έδαφος, το οποίο βρίσκεται εκτός τουρκικών συνόρων, κάτι που είχε επισημάνει προς το Foreign Office, ήδη από το 1916, και ο Sir Marc Sykes, τη στιγμή που υπέγραφε το γνωστό Σύμφωνο Sykes-Picot περί διαμελισμού της μεταπολεμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.⁵⁰ Οι Τούρκοι είχαν εκμεταλλευτεί προς όφελός τους τη γενικότερη αστάθεια, που επικρατούσε σε αυτά τα δυο περιφερειακά εδάφη της Ρωσικής επικράτειας. Με τη συνδρομή των Αζέρων, κατέλαβαν, τον Σεπτέμβριο του 1918, την πόλη του Μπακού προχωρώντας σε εκτεταμένες σφαγές εις βάρος των εκεί Αρμενίων. Την ίδια περιοχή εποφθαλμιούν και οι Βρετανοί. Πρόκειται για ιδανικό ανάχωμα κατά της επέκτασης, προς νότο, της κομμουνιστικής απειλής.⁵¹ Μια διατήρηση της Οθωμανικής στρατιωτικής παρουσίας επιτόπου, εξυπηρετούσε το όλο σχέδιο. Για το λόγο αυτό, παρά τη συμπερίληψη στην τελική πράξη της ανακωχής, ειδικής διάταξης περί εκκένωσης της εν λόγω περιοχής από τα τουρκικά στρατεύματα, η κυβέρνηση του Λονδίνου δεν επέμεινε προς μια τέτοια κατεύθυνση. “Πρέπει να μεταχειριστούμε την Τουρκία λιγότερο σκληρά από ότι τη Βουλγαρία”, δήλωσε στις 4 Οκτωβρίου ο λόρδος Robert Cecil. Η ερμηνεία του Βρετανού υφυπουργού Εξωτερικών κοινοποιήθηκε άμεσα στον Μούδρο, όπου βρισκόταν ήδη ο ναύαρχος Calthorpe, αλλά και στο Παρίσι, όπου ο υπουργός Εξωτερικών Pichon, επιχειρεί εις μάτην να εκμαιεύσει μια εκπροσώπηση της χώρας του στις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία.

Στρατηγός Sir Charles Vere Townshend.
Ναύαρχος Sir Somerset Arthur Gough-Calthorpe.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στις 21 Οκτωβρίου, στον Μούδρο, έφτασε ένας νέος Τούρκος απεσταλμένος, ονόματι Tewfick μπέης. Συνοδευόταν από τον Βρετανό στρατηγό Sir Charles Townshend, ο οποίος, το 1916, είχε αιχμαλωτισθεί κατά τη διάρκεια της μάχης του Kut el Amara και ελευθερωθεί τώρα, ειδικά για την περίσταση. Δυο μέρες νωρίτερα, προτού αναχωρήσει από την Κωνσταντινούπολη, είχε γίνει δεκτός σε ακρόαση από τον νέο πρωθυπουργό, Izzet πασά, πρώτιστη προτεραιότητα του οποίου ήταν να φέρει εις πέρας τις διαπραγματεύσεις περί ανακωχής. Ο Townshend είχε επίσης συνάντηση με τον υπουργό Ναυτικών Reouf μπέη. Αμφότεροι εξέφρασαν την ευχή να δουν την ειρήνη να αποκαθίσταται. Φθάνοντας στον Μούδρο, ο Βρετανός στρατηγός και ο Τούρκος απεσταλμένος συναντήθηκαν με δυο Γάλλους αξιωματικούς: τον υποναύαρχο Amet και τον πλοίαρχο Laurens. Στις 22 Οκτωβρίου, ο Tewfick πήρε τον δρόμο της επιστροφής για την Κωνσταντινούπολη μέσω Χίου και Σμύρνης. Η εικόνα, την οποία περιέγραψε ήταν ήδη γνωστή στους Συμμάχους. Οι οθωμανικές αρχές επιθυμούσαν να απαλλαγούν από την κηδεμονία της Γερμανίας. Ήταν αποφασισμένες να απαγορεύσουν τη διέλευση των Στενών στις μονάδες του Γερμανικού πολεμικού στόλου, που ναυλοχούσαν στην Κωνσταντινούπολη, εγκλωβίζοντας, με τον τρόπο αυτό, τις τελευταίες στον Εύξεινο Πόντο, πόσο μάλλον από τη στιγμή, που ο Συμμαχικός στόλος ετοιμαζόταν να διέλθει από τα Στενά.⁵³ Το απόγευμα της 26ης Οκτωβρίου έφθασαν στον Μούδρο οι πληρεξούσιοι της Υψηλής Πύλης για διενέργεια διαπραγματεύσεων. Επικεφαλής της αντιπροσωπείας ήταν ο υπουργός Ναυτικών Reouf μπέης. Τον πλαισίωναν ο Rechad Hikmi, υφυπουργός Εξωτερικών, και ο συνταγματάρχης Saadullah μπέης, εκπρόσωπος του Γενικού Επιτελείου.⁵⁴ Οι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν δίχως τη συμμετοχή των Γάλλων. Οι προσπάθειες των τελευταίων, μεταξύ 26 και 30 Οκτωβρίου, δεν ευοδώθηκαν. Η πληροφόρησή τους, ενόσω διεξάγονταν οι διαπραγματεύσεις, υπήρξε αποσπασματική. Ενημερώθηκαν για τους όρους της ανακωχής μόνο όταν, εκ των υστέρων, κλήθηκαν να συνυπογράψουν την τελική πράξη.⁵⁵

Στις 30 Οκτωβρίου 1918, ημέρα της υπογραφής, ο πρώτος από τους όρους της ανακωχής (διέλευση του Συμμαχικού στόλου από τα Στενά) υπαγορευόταν από στρατιωτικές σκοπιμότητες. Αντικειμενικός στόχος ήταν η εξουδετέρωση του Γερμανικού στόλου μέσα στη Μαύρη Θάλασσα. Ο τελευταίος αριθμούσε πέντε θωρηκτα τύπου Dreadnought, καθώς και το βαρύ καταδρομικό πρώην Goeben. Μαζί με τα πολεμικά του Οθωμανικού ναυτικού, που τα συνόδευαν, η όλη δύναμη ξεπερνούσε τις 20 μονάδες επιφανείας.⁵⁶ Ένας δεύτερος στόχος ήταν η διάνοιξη μιας οδού επικοινωνίας, δια θαλάσσης, με τη Ρουμανία. “Ωστόσο, τίθεται ένα θέμα γοήτρου, σχετικά με τη διέλευση των Στενών”, δήλωσε στις 30 Οκτωβρίου ο Clemenceau. Επιθυμία του Γάλλου πρωθυπουργού ήταν να εισέλθει ταυτόχρονα ο αγγλο-γαλλικός στόλος, και όχι, μάλιστα, ακολουθώντας τη βρετανική ναυαρχίδα. Η άφιξη και παρουσία του στόλου στην Κωνσταντινούπολη είχαν, επίσης, ύψιστη συμβολική σημασία. Παράλληλα, έπρεπε να τηρηθούν όλοι οι απαραίτητοι κανόνες ασφαλείας.

Οι συνθήκες διάπλου των Στενών από τα πλοία του Συμμαχικού στόλου προσδιορίστηκαν την 1η Νοεμβρίου. Θα εφαρμόζονταν “οι στοιχειώδεις κανόνες προτεραιότητας, που ίσχυαν σε περίπτωση εμπλοκής με ναυτικές δυνάμεις του αντιπάλου”. Η πρόταση του Λονδίνου προέβλεπε τη διάβαση από τον βρετανικό στόλο. Ο γαλλικός, θα ακολουθούσε με μια ώρα διαφορά. “Αδικαιολόγητη καθυστέρηση”, υπήρξε η απάντηση από πλευράς Παρισιού, στις 6 Νοεμβρίου. Η διέλευση έπρεπε να πραγματοποιηθεί ταυτόχρονα και με σχηματισμούς ίσης δυναμικότητας, οι οποίοι να εγγυώνται την ασφάλεια του στόλου. “Η γαλλική σημαία πρέπει να κυματίζει στον Κεράτειο κόλπο δίπλα στην αντίστοιχη βρετανική”. Γεγονός πάντως είναι πως έως ότου ολοκληρωθεί, τελικά, η αποστρατικοποίηση και η στρατιωτική κατοχή των Δαρδανελλίων και της Θάλασσας του Μαρμαρά, ο πόλεμος στο δυτικό μέτωπο είχε τερματιστεί. Συνεπώς, η επικείμενη προώθηση του στόλου έως την Κωνσταντινούπολη προσλάμβανε διαστάσεις νικηφόρου ναυτικής παρέλασης.

Βρετανικά στρατεύματα στη σημαιοστολισμένη με την γαλανόλευκη Κωνσταντινούπολη.

Στις 12 Νοεμβρίου, υπό εξαιρετικές καιρικές συνθήκες και με ταχύτητα δεκαπέντε κόμβων, ο  στόλος εισήλθε στα Στενά, επευφημούμενος από τα Βρετανικά στρατεύματα, που είχαν προηγουμένως απασφαλίσει τα οχυρά και παραταχθεί κατά μήκος και των δυο ακτών. Το πρωί της επομένης, 13 Νοεμβρίου, έφτασε στην Κωνσταντινούπολη. Η κάθε χώρα του συνασπισμού της Συνεννοήσεως, (Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία) συμμετείχε με δύναμη τριών θωρηκτών, τα οποία διασκορπίστηκαν στον Βόσπορο. Ο υπόλοιπος στόλος, υπό ελληνική διοίκηση, αγκυροβόλησε μπροστά από τον σιδηροδρομικό σταθμό Haydarpaşa . Οι οθωμανικές αρχές υπέβαλαν τα σέβη τους στον ναύαρχο Calthorpe. Ακούγοντας τον τελευταίο να διευκρινίζει πως δεν εκπροσωπούσε παρά μόνο τη Μεγάλη Βρετανία, ο υπουργός Ναυτικών  Reouf μπέης έσπευσε να στείλει αντιπροσώπους και στους Γάλλο και Ιταλό ναυάρχους. Με την παραπάνω πρωτοβουλία, ο Calthorpe φρόντισε να αποσοβήσει εγκαίρως άσκοπες αντιπαραθέσεις μεταξύ Συμμάχων, που πήγαζαν από λόγους γοήτρου και μόνο. Παρά ταύτα, ο Γάλλος ναύαρχος Amet, τον οποίο η κυβέρνηση του Παρισιού αναγόρευσε σε Ύπατο Αρμοστή, δεν έκρυβε την καχυποψία του για τον Βρετανό συνάδελφό του (“η εν γένει διαγωγή του Calthorpe επιβεβαιώνει την πρόθεσή του να καταστήσει τη Μεγάλη Βρετανία ρυθμιστή των εξελίξεων στην Ανατολή”) αλλά ούτε και τον φθόνο του για τα μέσα, τα οποία ο τελευταίος είχε στη διάθεσή του: έναν υποναύαρχο, δυο ανώτατους διπλωμάτες και έναν δραγουμάνο. Το Παρίσι θα ανταποκριθεί άμεσα, στέλνοντας επιτόπου τρεις διπλωμάτες, έναν γενικό επιθεωρητή Οικονομικών, έναν μηχανικό του υπουργείου Δημοσίων Έργων, και έναν αντισυνταγματάρχη, με την ιδιότητα του διευθυντή της Régie des Tabacs, αποκαθιστώντας, έτσι, τη συνέχεια με την προπολεμική πραγματικότητα.⁵⁷ Η κυβέρνηση πράττει τα πάντα, προκειμένου να διασφαλιστεί μια ισοδύναμη παρουσία, ή, τουλάχιστον, να δοθεί η εντύπωση για κάτι τέτοιο. Το θέαμα δεν εγγυάται, ασφαλώς, την ισχύ. Το ερώτημα συνίσταται στο κατά πόσο η ισχύς δύναται να αποστασιοποιηθεί από το θέαμα.

Blood & Oil: The Ottoman Empire Surrenders

Ο Jean-Claude Allain (Λίλλη 1934 – Παρίσι 2008), ειδικός της Σύγχρονης Ιστορίας, διετέλεσε Καθηγητής στα πανεπιστήμια του Maine (1978-1989) και του Παρισιού (Université de Paris III – Sorbonne Nouvelle, 1989-2000), όπου διηύθηνε το ερευνητικό κέντρο Défense et diplomatie dans le monde contemporain (DDMC). Διετέλεσε μέλος της Γαλλικής και της Διεθνούς Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας (2000-2005). Κατά τα έτη 1984-1988 δίδαξε στην Ανώτατη Στρατιωτική Ακαδημία Saint-Cyr – Coëtquidan. Από το 1989 έως τον θάνατό του υπήρξε αρχισυντάκτης των περιοδικών Guerres mondiales et Conflits contemporains και Relations internationales.

Εργογραφία του συγγραφέα              

Agadir 1911 : une crise impérialiste en Europe pour la conquête du Maroc, Université Paris I, coll. « Publications de la Sorbonne », « série internationale » no 7, Paris, 1976, X-471 σελ.

Joseph Caillaux 1. Le Défi victorieux : 1863-1914, Imprimerie nationale, coll. « Personnages », Paris, 1978, 537 σελ.

Joseph Caillaux 2. L’Oracle : 1914-1944, Imprimerie nationale, coll. « Personnages », Paris, 1978, 589 σελ.

Jean-Claude Allain, Pierre Guillen et Georges-Henri Soutou, Histoire de la diplomatie française. II, De 1815 à nos jours, Paris, Perrin, 2007, 636 σελ.

La Moyenne puissance au XXe siècle: recherche d’une définition, Paris, IHCC, 1989, 401 σελ.

Jean-Claude Allain (επιμ.) Présences et images franco-marocaines au temps du protectorat, Paris, l’Harmattan, 2003, 250 σελ.

Jean-Claude Allain (επιμ.) Représentations du Maroc et regards croisés franco-marocains, Paris, l’Harmattan, 2004, 270 σελ.

 

 

 

 

 

 

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το άρθρο παρουσιάστηκε ως ανακοίνωση στο πλαίσιο διεθνούς επιστημονικού συμποσίου και δημοσιεύτηκε στα πρακτικά των εργασιών με τίτλο: “La France et les armistices de 1918 en Orient” στο (επιμ. Γιάννη Μουρέλου) La France et la Grèce dans la Grande guerre, Actes du colloque organisé par le Département d’ Histoire et d’ Archéologie de l’ Université Aristote de Thessalonique et l’ Institut d’ Histoire des Conflits contemporains, Paris, Θεσσαλονίκη, 1992, σελ. 25-44.

Συντομογραφίες

SHD/Marine: Service Historique de la Défense, section Marine (Ναυτικά Αρχεία της Γαλλίας).

SHD/Armée de Terre: Service Historique de la Défense, section  Armée de Terre (Στρατιωτικά Αρχεία της Γαλλίας).

ΜΑΕ: Ministère des Affaires étrangères (Aρχεία του υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας).

AFGG: Les armées françaises dans la Grande Guerre (η επίσημη ιστορία της γαλλικής στρατιωτικής συμμετοχής στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, έκδοση του υπουργείου Εθνικής Αμύνης).

¹ ΜΑΕ, σειρά Υ, τόμος 13, Συνεδρίαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου της 2ας Ιουλίου 1918. Πρακτικά.

² SHD/Armée de Terre, σειρά 6N τόμος 204, φάκελος “Κωνσταντινούπολη”, 3 Αυγούστου 1918, αρ.4695-3. Βλ. επίσης Charles Villain, Les 4 armistices de 1918. Salonique, Moudros, Padoue, Rethondes, Παρίσι, 1968, κεφάλαια 1 και 2.

³ Ibid., 6N201, Φάκελος “Θεσσαλονίκη”, 5 Αυγούστου 1918, αρ. 4713-3 και 4726-3.

Ibid., 16Ν3026, Σημείωμα του Γενικού Επιτελείου Στρατού, αρ. 12878, 6 Οκτωβρίου 1918.

Ibid., 6N201, Φάκελος “Θεσσαλονίκη”,, αρ. 2688-89, 2 Σεπτεμβρίου 1918.

Ibid., 6N204, Η μηνιαία έκθεση αρ. 6176 της 1ης Νοεμβρίου 1918, εκτιμά το δυναμικό των γαλλικών στρατευμάτων σε 182.000 άνδρες.

Ibid., 16Ν3147, αρ. καταχώρισης 19, έκθεση Guillaumat, 2 Οκτωβρίου 1918.

Ibid., 16Ν3026,  αρ.12913, 7 Οκτωβρίου 1918.

Ibid., 6N201, αρ.4714 της 5ης Αυγούστου και αρ.5001 της 6ης Σεπτεμβρίου 1918. Αναφορά στο χαμηλό, σχετικά, ηθικό υπάρχει και στις 11 Αυγούστου (αρ.4790) και 19 Αυγούστου 1918 (αρ.4859).

¹º Ιbid., 16Ν3147, αρ.5023, 9 Σεπτεμβρίου 1918 (απάντηση στο αρ.11849 με προέλευση το Παρίσι).

¹¹ AFGG, τόμος VIII-3,2, αρ. 910.

¹² Ibid., 6N201, αρ.5169, 23 Σεπτεμβρίου 1918. Βλ. επίσης Mermeix, Le commandement unique, τόμος Β’, Sarrail et les armées d’ Orient, Παρίσι, 1910, σελ. 148-158.

¹³ Ibid., 6N201, αρ.5097, 16 Σεπτεμβρίου 1918.

¹⁴ Ibid., αρ. 5112, 18 Σεπτεμβρίου 1918.

¹⁵ Ibid., αρ. 2867-71, 23 Σεπτεμβρίου 1918.

¹⁶ Ibid., αρ. 5169, 23 Σεπτεμβρίου, αρ. 5253, 1η Οκτωβρίου και 3013, 2 Οκτωβρίου 1918.

¹⁷ Ibid., αρ. 5169, 23 Σεπτεμβρίου, αρ. 5253, 1η Οκτωβρίου 1918.

¹⁸ Charles Villain, οπ.π., σελ.24.

¹⁹ ΜΑΕ, σειρά Α, τόμος 150, αρ.847 και 852, Βέρνη, 26 Ιουνίου 1918. Βλ. επίσης Victor S. Mamatey, “The U.S. and Bulgaria in World War I”, στο American Slavic and East European Review, τεύχος αρ. ΧΙΙ-2, Απρίλιος 1953, σελ. 242-250.

²º  Ibid., σειρά Υ, τόμος 13, Συνεδρίαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου της 2ας Ιουλίου 1918. Πρακτικά. Παρόμοια εκτίμηση του Pichon στο αρ. 1270, 3 Αυγούστου 1918 με προορισμό την Βέρνη, το Λονδίνο και την Ουάσινγκτον, ΜΑΕ, σειρά Α, τόμος 150.

²¹  Ibid., σειρά Α, τόμος 150.

²² SHD/Armée de Terre, 16Ν3147, αρ. 5571, 23 Σεπτεμβρίου 1918 και 6Ν301, αρ.11736-2CH (πρωτότυπο και μεταφρασμένο), 28 Σεπτεμβρίου 1918.

²³ Ibid. και V. Mamatey, οπ.π., σελ. 252-253.

²⁴ Ibid., 4Ν76, Φάκελος “Διαπραγματεύσεις με Βουλγαρία”, αρ. 1162 και 1354, 2 Οκτωβρίου 1918. ΜΑΕ, σειρά Α, τόμος 150, 30 Σεπτεμβρίου 1918. Ο Clemenceau αρνείται τη συμμετοχή του Murphy στις διαπραγματεύσεις της Θεσσαλονίκης και προβαίνει σε σχετικό διάβημα διαμαρτυρίας προς την Ουάσινγκτον. O ίδιος ο Murphy στην αυτοβιογραφία του  Diplomat Among Warriors, αποσιωπά το εν λόγω επεισόδιο.

²⁵ V. Mamatey, οπ.π., σελ. 253-255. Σύμφωνα με τον συντασματάρχη House, ο  Franchet d’ Espèrey είχε εισηγηθεί τη συμμετοχή των ΗΠΑ στην στρατιωτική κατοχή της Βουλγαρίας, πρόταση, την οποία απέρριψε ο επικεφαλής του State Department, Robert Lansing.

²⁶ SHD/Armée de Terre, 4N76 Φάκελος “Βουλγαρία”, αρ. 12524-BS3, 27 Σεπτεμβρίου 1918.

²⁷ Ibid.,Φάκελος “Διαπραγματεύσεις με Βουλγαρία”, αρ. 12662-BS3, 30 Σεπτεμβρίου 1918.

²⁸ ΜΑΕ, σειρά Α, τόμος 150, 30 Σεπτεμβρίου 1918.

²⁹ SHD/Armée de Terre, 16Ν3147, αρ. 11755, 29 Σεπτεμβρίου, αρ. 5252, 30 Σεπτεμβρίου 1918. Τα ίδια έγγραφα βρίσκονται και στον φάκελο 6Ν201.

³º Ακολουθούμε πιστά το υπόμνημα που κατέθεσε στις 24 Οκτωβρίου 1918 ο  Franchet d’ Espèrey στο ibid., 16N3147, αρ. 2332-2CH. Το τελικό κείμενο της Σύμβασης Ανακωχής στάλθηκε τηλεγραφικά προς το Παρίσι στις 30 Σεπτεμβρίου 1918 με αρ. 5255 (φάκελος 6Ν201). Βλ. επίσης Livre Jaune. Guerre européenne, Δεκέμβριος 1918, Conventions d’ armistice.

³¹  Ibid., αρ. 11800-2, 1η Οκτωβρίου 1918.

³² AFGG, τόμος VIII-3,2, αρ. 1244, 30 Σεπτεμβρίου 1918.

³³ SHD/Armée de Terre, 16Ν3147, αρ. 11800-2, 1η Οκτωβρίου 1918.

³⁴ Ibid.,6Ν201, αρ. 12076-2CH, 13 Οκτωβρίου 1918.

³⁵ Ibid., 16Ν3147, αρ. 11800-2, 1η Οκτωβρίου 1918

³⁶ Ibid.,4N4 αρ. καταχώρισης 3 και ΜΑΕ, σειρά Υ, τόμοι 13 και 14.

³⁷ Ibid.,16N3026, αρ.12913, 7 Οκτωβρίου 1918.

³⁸ Ibid., 16Ν3147, αρ. 5346, 5 Οκτωβρίου 1918.

³⁹ Ibid.,6Ν201, δίχως αριθμό, 6 Οκτωβρίου 1918.

⁴⁰ Ibid., 16Ν3147, αρ. καταχώρισης 19, 9 Οκτωβρίου 1918 (αυτόγραφο κείμενο του  Franchet d’ Espèrey, σχετικά με το τροποποιηθέν σχέδιο δράσης).

⁴¹ MAE, σειρά Υ, τόμος 14 (fol. 85-91 και 128).

⁴² SHD/Armée de Terre, 4Ν76, Φάκελος “Ανακωχή με Τουρκία”, αρ. 10139, 10 Οκτωβρίου, αρ. 1729, 28 Οκτωβρίου 1918, SHD/Marine, SS-A29, αρ. 23827, 27 Οκτωβρίου 1918.

⁴³ SHD/Marine, SS-C95, αρ. 604, 8 Οκτωβρίου 1918, SHD/Armée de Terre, 6Ν201, αρ. 11918/2, 6 Οκτωβρίου 1918.

⁴⁴  ΜΑΕ, σειρά Α, τόμος 164, αρ. 390, 7 οκτωβρίου 1918.

⁴⁵ Ibid., σειρά Υ, τόμος 14 (δυσανάγνωστες φωτοτυπίες).

⁴⁶ Ibid., αρ. καταχώρησης 6 (fol. 134-140), 7 (fol.1020) και για τη σύντομη συνομιλία της 6ης Οκτωβρίου 1918 βλ. fol.75.

⁴⁷ Ibid., αρ. 1177, 4 Οκτωβρίου 1918.

⁴⁸ Ibid., με 21 διατάξεις (fol. 80-81 στα γαλλικά και fol. 129-130 στα αγγλικά). Με τις χειρόγραφες επιπρόσθετες διατάξεις της 9ης Οκτωβρίου 1918, στα αγγλικά, βλ. fol. 177-178 και AFGG, τόμος VIII-3,3, αρ. 1686 με τρεις κενές διατάξεις (12, 15 και 17).

⁴⁹ SHD/Armée de Terre, 4Ν3, Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο, συνεδρίαση της 2ας Νοεμβρίου 1918, σύντομη συνομιλία μεταξύ Βενιζέλου και Clemenceau με αφορμή τη συζήτηση για την ανακωχή με την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία.

⁵⁰ Ibid., 4Ν76, αρ. 2593, 3 Νοεμβρίου 1918.

⁵¹ Anais Ter Minassian, “Indépendance et soviétisation des Républiques transcaucasiennes”, διάλεξη της 4ης Νοεμβρίου 1989, Bulletin de la société d’ histoire moderne, 17η σειρά, αρ.2, Ιούνιος 1990, σελ.6.

⁵² MAE, σειρά Υ, τόμος 14, Παρίσι προς Λονδίνο, 14 και 23 Οκτωβρίου 1918.

⁵³ SHD/Marine, SS-C95, αρ.1142 και 1145, 21 Οκτωβρίου 1918,  SHD/Marine, SS-Α45, αρ.9066Α, 24 Οκτωβρίου 1918.

⁵⁴ Ibid., SS-A29, αρ. 23901, 26 Οκτωβρίου 1918.

⁵⁵ Βλ. Jean-Claude Allain, “Le commandement unifié sur le front d’ Orient: théorie et pratique en 1918”, Guerres mondiales et Conflits contemporains, τεύχος αρ. 168, Οκτώβριος 1992, σελ. 37-50.

⁵⁶ SHD/Marine, SS-C114, αριθμός καταχώρισης 56, 10 Σεπτεμβρίου 1918.

⁵⁷ Ibid., αρ. καταχώρισης 58, 1η Νοεμβρίου 1918., SHD/Marine, SS-A29, αρ. 25229 και 25392, 6 Νοεμβρίου, SHD/Marine, SS-E156, Φάκελος “1918-1919”, Calthorpe προς Λονδίνο, 18 Νοεμβρίου 1918.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

 

Σπυρίδων Σφέτας: Το τίμημα της εξουσίας: Η Συνθηκολόγηση στο Brest-Litovsk

 Αφιέρωμα στα 100 χρόνια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου   

 Σπυρίδων Σφέτας    

Το τίμημα της εξουσίας: Η Συνθηκολόγηση στο BrestLitovsk

Η ταπεινωτική για τους Μποσελβίκους συνθήκη του Brest-Litovsk, με τις τεράστιες εδαφικές παραχωρήσεις των τελευταίων προς τους Γερμανούς, ήταν ‘’η εξόφληση των λογαριασμών‘’ των Μπολσεβίκων προς τον Γερμανό Κάϊζερ για την βοήθειά του προκειμένου να ανέλθουν στην εξουσία. Μόνο αν γνωρίζουμε την εμπλοκή της Γερμανίας στην αξιοποίηση  Ρώσων επαναστατών φυγάδων, ιδιαίτερα της σκληροπυρηνικής ομάδας των Μπολσεβίκων υπό τον Λένιν, για την αποχώρηση της Ρωσίας από την Αντάντ και την αύξηση των πιθανοτήτων για τη νίκη  της Γερμανίας, μπορούμε να κατανοήσουμε την Οκτωβριανή Επανάσταση (ή Οκτωβριανό Πραξικόπημα;), όχι ως μια  δήθεν ιστορική νομοτέλεια, αλλά ως  μια προσχεδιασμένη  πράξη σε κατάλληλη ιστορική συγκυρία στις ειδικές για τη Ρωσία συνθήκες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η επαναστατική ζύμωση στη Ρωσία στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν αποτέλεσμα της έλλειψης αστικο-δημοκρατικού εκσυγχρονισμού, μια ρωσική ιδιαιτερότητα, που δεν συμβάδιζε με τις εξελίξεις στη Δυτική Ευρώπη.

 Μεταρρυθμίσεις στη Ρωσία μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο

Το βασικά  προβλήματα  της Ρωσίας ήταν το αγροτικό ζήτημα και η απολυταρχία του τσάρου. Μετά την ήττα της Ρωσίας στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856), ο τσάρος Αλέξανδρος Β΄ προέβη σε  ορισμένες μεταρρυθμίσεις, φοβούμενος εξεγέρσεις των χωρικών. Το 1861 κατήργησε  τη δουλοπαροικία. Ωστόσο, η χειραφέτηση των χωρικών είχε την έννοια  ότι δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία των πρώην αφεντικών τους και μπορούσαν να  μεταβούν  στις πόλεις,  όμως σε  καμιά περίπτωση   δεν ήταν ελεύθεροι χωρικοί, όπως στη Δύση. Οι μισές γαίες  είχαν παραμείνει στους γαιοκτήμονες, και η γη που  διανεμήθηκε στους πρώην δουλοπάροικους δεν ήταν ιδιοκτησία τους, αλλά ανήκε  συλλογικά στην αγροτική κοινότητα (Μir). To  κοινοτικό συμβούλιο, ένα είδος  δημογεροντίας, ήταν  υπεύθυνο  για  τη διαχείριση των γαιών και  κυρίως  για  τη  συνολική καταβολή των  φόρων της κοινότητας   προς το κράτος (η εξασφάλιση  των φορολογικών  εσόδων του κράτους  ήταν  βασική γενεσιουργός αιτία της αγροτικής κοινότητας), και προχωρούσε σε αναδιανομές των γαιών, ανάλογα με τις  γεννήσεις και τους θανάτους.  Η γη που μοιράστηκε στους  πρώην δουλοπαροίκους δεν ήταν δωρεάν. Οι κοινότητες όφειλαν  να καταβάλλουν επί χρόνια  σε  δόσεις το αντίτιμο στους πρώην ιδιοκτήτες τους. Από την άλλη  πλευρά οι υπερεξουσίες  του συμβουλίου της   κοινότητας δεν οδήγησαν σε αύξηση της αγροτικής παραγωγής , συνεχίζονταν  οι παραδοσιακές μέθοδοι καλλιέργειας. Εντός του Mir επήλθαν οικονομικές ανισότητες μεταξύ των χωρικών, προϊόντος του χρόνου  αναδύθηκε μια μεσαία τάξη χωρικών, οι κουλάκοι. Δεν ήταν επομένως μια εξισωτική κοινωνία.

Το 1864 ο τσάρος θέσπισε το σύστημα των αιρετών επαρχιακών  συνελεύσεων (Zemstvo)  που είχαν τοπικές εξουσίες σε τομείς, όπως η κατασκευή δρόμων, η υγεία και η παιδεία. Την ίδια χρονιά τα Πανεπιστήμια απέκτησαν αυτονομία.  Οι διανοούμενοι απέκτησαν μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης, η λογοκρισία περιορίστηκε και τα ταξίδια στην Ευρώπη έγιναν ευκολότερα. Τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση αποτέλεσε  η πρόοδος στο νομικό σύστημα. Τυπικά  τουλάχιστον, όλοι οι Ρώσοι ήταν ίσοι απέναντι στο νόμο, οι δίκες διεξάγονταν δημόσια, άρχισε να λειτουργεί ένα σύστημα ορκωτών δικαστηρίων, οι κατηγορούμενοι είχαν το δικαίωμα να εκπροσωπούνται από επαγγελματία συνήγορο. Η πράξη ήταν πιο σύνθετη, αλλά η επαφή των Ρώσων υπηκόων  με το κράτος δικαίου είχε αναβαθμιστεί. Το 1874 εισήχθη η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και στις πόλεις επιτράπηκε η λειτουργία επαγγελματικών  σωματείων.

Ο τσάρος δεν προχώρησε στο γενναίο βήμα της ίδρυσης μιας αντιπροσωπευτικής συνέλευσης κατά το πρότυπο  των Κοινοβουλίων της Δύσης.  Οι μεταρρυθμίσεις του τσάρου δεν αποτελούσαν ρηξικέλευθη τομή στο πολιτικό σύστημα της Ρωσίας, αλλά ευνόησαν την πολιτικοποίηση της διανόησης που επιδίωκε αλλαγή του πολιτικού  συστήματος.

Επαναστατικές ζυμώσεις στη Ρωσία και η ίδρυση παράνομων πολιτικών κομμάτων.

Αρχικός φορέας της μόνιμης  επαναστατικής ζύμωσης ήταν  οι ‘’ Οι Φίλοι του Λαού’,  οι Ναρόντικι.  Δεν ήταν μια συμπαγής ομάδα, είχαν συγκεχυμένες αναρχοσοσιαλιστικές  και ουτοπικές σοσιαλιστικές ιδέες  του Φουριέ και του Σαιν-Σιμόν.  Βασική γραμμή ήταν  άποψη του Αλεξάντερ Χέρτζεν ότι  η Ρωσία θα μπορούσε να αποφύγει  τις ωδίνες  του καπιταλισμού και να μεταβεί κατ’ευθείαν  στο σοσιαλισμό έχοντας ως μήτρα  της σοσιαλιστικής κοινωνίας την αγροτική  ‘’εξισωτική κοινότητα (Mir)’’, την οποία εξιδανίκευε. Την ίδια ουτοπική άποψη υποστήριζε και ο Μάο–Τσε-Τούγκ  κατά τη διάρκεια  της πολιτιστικής επανάστασης (1966-69) : Ο κομμουνισμός είναι περισσότερο ένας τρόπος ζωής, μπορεί  να δημιουργηθεί σύντομα , χωρίς την εκβιομηχάνιση. Το κινεζικό κοινόβιο (ομάδα ανθρώπων που είναι στρατιωτικά οργανωμένοι, εργάζονται  σε αγρούς  ή εργοστάσια, σιτίζονται σε ομαδικά συσσίτια)   είναι το βασικό   κύτταρο μιας εξισωτικής κοινωνίας.

Αλλά η προσφυγή στο λαό για τη διαφώτισή του και την κινητοποίησή του για την ανατροπή  του τσαρισμού ήταν μια απογοήτευση. Το καλοκαίρι του 1874 νεαροί ακτιβιστές, κυρίως φοιτητές, έσπευσαν στη ρωσική ύπαιθρο για να ζήσουν με τους χωρικούς. Δεν βρήκαν  όμως κοινή γλώσσα επικοινωνίας  και  αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία.  Όχι ο τσάρος, αλλά ο μεγαλοκτηματίας ήταν για  τους χωρικούς  ο εχθρός. Έτσι, τέθηκε το ερώτημα αν μια επαναστατική ελίτ θα μπορούσε να  κάνει αυτό που δεν είχαν συνειδητοποιήσει ακόμα οι  μάζες.  Εδώ αναδείχτηκαν δύο τάσεις. Οι αναρχικοί του Μπακούνιν (Νετσάγιεφ, Τκάτσεφ) και οι διαφωτιστές του Λαβρώφ. Οι πρώτοι εμφορούνταν από μια ανήλεη καταστροφομανία, από Μακιαβελλισμό και  Ιησουϊτισμό. «Ένας επαναστάτης έχει πάντοτε το δικαίωμα να καλεί το λαό σε εξέγερση.  Το άμεσο  και πιο σημαντικό καθήκον  είναι η κατάληψη  της εξουσίας, η ανατροπή της κυβέρνησης και η μετατροπή του συντηρητικού κράτους σε επαναστατικό κράτος. Αλλά η κατάληψη  της εξουσίας από μόνη της δεν αποτελεί επανάσταση. Η επανάσταση πραγματοποείται όταν η νέα κυβέρνηση εκκαθαρίσει όλα τα συντηρητικά στοιχεία και αντικαταστήσει τους θεσμούς»,  έγραφε ο Τκάτσεφ το 1875. Η επανάσταση επομένως ήταν υπόθεση όχι των μαζών, αλλά μιας επαναστατικής ελιτίστικης ομάδας. Είναι γνωστή η διαφωνία του αναρχικού Μπακούνιν  με τον Μάρξ, κάτι που  είχε καταστήσει αδρανή την Πρώτη Διεθνή (1869). Αντίθετα για τον Λαβρώφ  προείχε η  διαρκής διαφώτιση του λαού, μέχρι να αποκτήσει κάθε άτομο  συνείδηση  της αποστολής του. «Δεν θέλουμε καμία νέα κυριαρχία της βίας. Όποιος θέλει το καλό του λαού, δεν πρέπει να επιδιώκει να γίνει  ο ίδιος εξουσία, αλλά να καταστήσει το λαό ικανό να συνειδητοποιήσει τους στόχους  του, και να υλοποιήσει αυτούς τους κοινωνικούς στόχους, όταν έρθει η στιγμή της ανατροπής», έγραφε ο Λαβρώφ στο περιοδικό Εμπρός – Vperëd ( 1873-1876) που εκδιδόταν στη Ζυρίχη. Για τους αναρχικούς της ομάδας Μπακούνιν, Νετσάγιεφ και Τκάτσεφ   ο λαός  θα μιμούνταν την επαναστατική ελίτ, αν αυτή τον κινητοποιούσε και με τη μέθοδο της τρομοκρατίας. Η ομάδα κρούσης ‘’Λαϊκή Θέληση‘’ (Narodnaja Volja)” ήταν μια τρομοκρατική οργάνωση  που κατάφερε να δολοφονήσει τον τσάρο Αλέξανδρο Β΄ το 1881. Ο νέος τσάρος Αλέξανδρος Γ΄ ανακάλεσε ορισμένες μεταρρυθμίσεις του πατέρα του και  έλαβε κατασταλτικά μέτρα.  Το 1887  η ‘’Λαϊκή Θέληση’’ οργάνωσε (αποτυχημένη) δολοφονική απόπειρα κατά του  τσάρου Αλέξανδρου Γ΄, στην οποία συμμετείχε και ο  μεγαλύτερος αδελφός του Λένιν. Καταδικάστηκε σε θάνατο  δια απαγχονισμού. Ο Λένιν είχε μια εκδικητική μανία κατά του τσαρισμού και λόγω προσωπικών βιωμάτων. Από την οργάνωση αυτή και την αναβίωση των πρώην Ναρόντικι συγκροτήθηκε το 1901 το Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα. Το κόμμα στηριζόταν στους αγρότες, είχε  ως πυρήνα του προγράμματός του την αγροτική μεταρρύθμιση, χωρίς να εγκαταλείψει πλήρως την τρομοκρατία.

Michail Aleksandrovich Bakunin.
Pyotr Lavrovich Lavrov.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αλλά μετά το 1890 ήταν εμφανή στη Ρωσία τα σημάδια μιας κρατικής καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο υπουργός Οικονομικών Σεργκέϊ Βίτε- Sergej Witte (1892-1903) στα τελευταία χρόνια της θητείας του τσάρου Αλεξάνδρου Γ ΄ ( 1881-1894) και τα πρώτα χρόνια της θητείας του νέου τσάρου Νικολάου Β΄ (1894-1917) ευνόησε μια καπιταλιστική ανάπτυξη: εκτενές σιδηροδρομικό δίκτυο, τραπεζικό σύστημα, ανάπτυξη βαριάς βιομηχανίας και μεταλλουργίας, εισροή δυτικών επενδύσεων και εμπειρογνωμόνων, αύξηση της εξαγωγής σιτηρών για την εξοικονόμηση συναλλάγματος χάριν της εκβιομηχάνισης, μετάβαση χωρικών από την ύπαιθρο στις πόλεις ως εργατών σε εργοστάσια. Ωστόσο, ήταν οι απαρχές της καπιταλιστικής ανάπτυξης, η Ρωσία δεν ήταν ακόμα βιομηχανικό κράτος, αλλά αγροτικό, οι εργάτες βρίσκονταν στις μεγάλες πόλεις ( Μόσχα, Πετρούπολη) και ήταν ισχνή μειοψηφία ( 3.000.000 το 1917) σε σύγκριση με τα εκατομμύρια των εξαθλιωμένων χωρικών. Η ανάδυση εργατικής τάξης έθεσε επί τάπητος το ζήτημα της ίδρυσης και Εργατικού Κόμματος.

Ο Μαρξισμός ήταν από πολύ νωρίς γνωστός στη ρωσική διανόηση. Η πρώτη ξένη γλώσσα στην οποία μεταφράστηκε το Κεφάλαιο του Μάρξ το 1874 ήταν η ρωσική. Οι ρωσικές αρχές επέτρεψαν την κυκλοφορία του, διότι το βιβλίο αφορούσε τη Δυτική Ευρώπη και κρίθηκε ακίνδυνο για τη Ρωσία στην οποία δεν υπήρχε ακόμα προλεταριάτο. Την πρώτη ουσιαστική μαρξιστική ομάδα συγκρότησε στη Γενεύη το 1883 ο Γκεόργκυ Πλεχάνωφ (Georgi Plechanov), μεταφράζοντας και το Κομμουνιστικό Μανιφέστο στα ρωσικά με πρόλογο του ίδιου του Μάρξ . Ο Μάρξ, που έβλεπε ότι μετά το 1848 δεν ακολούθησε ένα νέο επαναστατικό κύμα στην Ευρώπη, δεν απέκλειε στον πρόλογό του το ενδεχόμενο μιας επανάστασης στη Ρωσία χωρίς προλεταριάτο που θα αποτελούσε θρυαλλίδα για μια επανάσταση και στη Δυτική Ευρώπη. Ο Μάρξ πράγματι διαψεύστηκε στις προβλέψεις του για την επανάσταση στη Δυτική Ευρώπη. Η Γερμανική Σοσιαλδημοκρατία, για παράδειγμα, εξελισσόταν σε μεταρρυθμιστικό κόμμα ( με επαναστατική αναμονή), αναγνωρίζοντας τη σημασία του κοινωνικού κράτους του Μπίσμαρκ. Αλλά τι θα γινόταν στη Ρωσία; Mετά το 1890 είχε αρχίσει μια καπιταλιστική ανάπτυξη. Θα έπρεπε να αναμένει κανείς την πλήρη ανάπτυξη του καπιταλισμού που ίσως διαρκούσε δεκαετίες; Μετά από βασανιστικές σκέψεις ο Πλεχάνωφ έδωσε την ακόλουθη απάντηση: O επαναστάτης δεν μπορεί να αλλάξει το ρου της ιστορίας, μπορεί όμως να ενεργήσει λογικά, αν καταλάβει σωστά, σε ποιο σημείο της ιστορικής εξέλιξης βρίσκεται. Η Ρωσία εισήλθε στη φάση του καπιταλισμού, ο αγώνας του προλεταριάτου εναντίον της καπιταλιστικής αστικής τάξης είναι αναπόφευκτος, όμως η καπιταλιστική τάξη πραγμάτων είναι στην αρχή, ο εχθρός είναι ακόμα ανίσχυρος, όσο νωρίτερα δεχτεί επίθεση, τόσο ευκολότερα θα χτυπηθεί, μια συμμαχία με Φιλελεύθερους για την πτώση της απολυταρχίας πρέπει να απορριφθεί, διότι θα ενίσχυε τον εχθρό, την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων, ανάγκη της παρούσας στιγμής είναι η ίδρυση ενός Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος από το βιομηχανικό προλεταριάτο.

Georgi Valentinovich Plekhanov.
To Κεφάλαιο του Karl Marx μεταφρασμένο στα ρωσικά

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

To 1898 συνήλθε στο Μίνσκ  ένα συνέδριο αντιπροσώπων των διαφόρων μαρξιστικών ομάδων της Ρωσίας και ίδρυσε το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα της Ρωσίας. Ο Λένιν ήταν εξόριστος στη Σιβηρία και δεν παρέστη στο ιδρυτικό συνέδριο, προσχώρησε  όμως στο κόμμα το 1899. Το 1903 συνήλθε το δεύτερο συνέδριο του κόμματος που άρχισε τις εργασίες στις Βρυξέλλες  και τις ολοκλήρωσε  στο Λονδίνο. Στο συνέδριο ξέσπασαν σοβαρές διαφωνίες για τον χαρακτήρα του κόμματος με αποτέλεσμα να σχηματισθούν δύο αντίθετες παρατάξεις, οι Μενσεβίκοι (μειοψηφία)  με επικεφαλής τον Μαρτώφ  και οι Μπολσεβίκοι (πλειοψηφία) με επικεφαλής τον Λένιν . Ο Λένιν ήθελε ένα μικρό,  ελιτίστικο κόμμα επαγγελματιών επαναστατών με ιδιόμορφη στρατιωτικοπολιτική οργάνωση  και με συνωμοτικό χαρακτήρα. Αντίθετα, ο Μαρτώφ ήθελε  ένα ευρύ κόμμα των εργαζομένων  μαζών  με δημοκρατική οργάνωση. Αρχικά ο Μαρτώφ πλειοψηφούσε.  Στη διάρκεια όμως του συνεδρίου αποχώρησαν επτά αντιπρόσωποι  και ο Λένιν απέσπασε 24 ψήφους  έναντι 20 του Μαρτώφ.  Ο Λένιν δέχτηκε ισχυρή κριτική όχι μονάχα από τον Μαρτώφ, αλλά κυρίως από τον νεαρό τότε Τρότσκυ που  χαρακτήρισε τον Λένιν τύραννο και προέβλεψε ότι με τον Λένιν η δικτατορία του προλεταριάτου καθίσταται προσωπική δικτατορία του  κομματικού  αρχηγού. Μετά το συνέδριο οι διαφωνίες συνεχίστηκαν,   ο αγώνας  για την επανάσταση εξελίχθηκε σε κομματικό  αγώνα εξουσίας  με τον Λένιν να υιοθετεί τον αμοραλισμό και  την επαναστατική τακτική των Ναρόντικι.

Οι φιλελεύθερες δυνάμεις (αριστοκρατικής καταγωγής) προέκυψαν από τις επαρχιακές συνελεύσεις (Zemstvo) και οργανώθηκαν το 1904 με τη φιλελεύθερη αστική διανόηση σε έναν παράνομο  “Σύνδεσμο  για την Απελευθέρωση’’, που απαιτούσε  μια εκπροσώπηση του λαού με ελεύθερες εκλογές. Από τέτοιους κύκλους ίδρυσε ο Μιλγιούκωφ (Paul Miljukov)  τον Οκτώβριο του 1905  το Φιλελεύθερο Κόμμα  των Συνταγματικών – Δημοκρατικών ( Καντέ). Οι Καντέ ήταν αντίθετοι στην εσωτερική πολιτική του τσαρισμού, αλλά εντός των νόμιμων ορίων μιας κοινοβουλευτική δράσης. Με την εξωτερική πολιτική του τσαρισμού ήταν βασικά σύμφωνοι.

Η επανάσταση του 1905, ο ψευδοκοινοβουλετισμός του τσαρισμού (1906-1917) και οι άξονες της εξωτερικής πολιτικής της τσαρικής Ρωσίας

Η Ρωσία, στοχεύοντας  να αποκτήσει  ερείσματα στην Άπω Ανατολή, ήρθε σε σύγκρουση  με την Ιαπωνία και οδηγήθηκε το 1904 σε Ρωσοϊαπωνικό  Πόλεμο, κατά τον οποίο η Ρωσία υπέστη μια ταπεινωτική ήττα. Η ήττα προκάλεσε κοινωνική έκρηξη. Τον Ιανουάριο του 1905 το κύμα των απεργιών  που ξέσπασε  στην Αγία Πετρούπολη  κατέληξε σε μια έκκληση προς τον τσάρο  να προχωρήσει σε οικονομικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Στις 22 Ιανουαρίου 250.00  ειρηνικοί  διαδηλωτές κινήθηκαν προς τα χειμερινά ανάκτορα,  τραγουδώντας πατριωτικούς σκοπούς και κρατώντας την εικόνα του τσάρου. Ο ίδιος ο τσάρος δεν βρισκόταν στα ανάκτορα, αλλά οι δυνάμεις που τα φρουρούσαν  πανικοβλήθηκαν και άνοιξαν πυρ , σκοτώνοντας και τραυματίζοντας χιλιάδες διαδηλωτές. Τα νέα για τη Ματωμένη Κυριακή  διαδόθηκαν σε ολόκληρη τη Ρωσία. Ο μύθος του τσάρου-πατερούλη που φρόντιζε  για το λαό του είχε υποστεί πλήγμα. Διαδηλώσεις διαμαρτυρίας σάρωναν τη χώρα. Οι Σοσιαλδημοκράτες, οι Σοσιαλεπαναστάτες και οι Φιλελεύθεροι  συναγωνίζονταν  για την ποδηγέτηση των οργισμένων. Στα μεγάλα αστικά κέντρα οργανώθηκαν από τους Σοσιαλεπαναστάτες  και τους Σοσιαλδημοκράτες επαναστατικά συμβούλια, γνωστά ως σοβιέτ. Τον Ιούνιο του 1905 στασίασε  το πλήρωμα του θωρηκτού Ποτέμκιν που υπαγόταν στο στόλο  της Μαύρης  Θάλασσας. Τον Οκτώβριο του 1905  μια γενική απεργία που κήρυξαν στην Αγία Πετρούπολη τα σοβιέτ της πόλης  έπεισε το τσάρο να κάνει παραχωρήσεις. Ο Νικόλαος Β΄ δημοσίευσε το Οκτωβριανό Μανιφέστο, υποσχόμενος  την παραχώρηση  πολιτικών ελευθεριών στο ρωσικό λαό, την παραχώρηση δικαιώματος ψήφου σε όλους τους άρρενες υπηκόους  και  την ίδρυση εθνικού κοινοβουλίου, της Δούμας.  Οι παραχωρήσεις αυτές  άφησαν  ασυγκίνητους πολλούς επαναστάτες που δεν πίστευαν στην ειλικρίνεια του τσάρου. Ο τσάρος θέλησε να εκμεταλλευτεί τις διενέξεις Φιλελευθέρων  και Ριζοσπαστών.

Η Ματωμένη Κυριακή της 22ας Ιανουαρίου 1905.

Τον Δεκέμβριο του 1905 διέταξε τη σύλληψη των ηγετών των σοβιέτ της Αγίας Πετρούπολης. Ο Τρότσκυ  παραπέμφθηκε σε δίκη, η εβραϊκή  του καταγωγή δεν πέρασε απαρατήρητη, ο αντισημιτισμός  ήταν παθογένεια των ρωσικών φιλoτσαρικών πολιτικών οργανώσεων.  Το 1906 ο τσάρος νομιμοποίησε   με νομοθετικές πράξεις τα πολιτικά κόμματα, τα νομοθετικά όργανα θα αποτελούνταν από δύο σώματα, τη Γερουσία και τη Δούμα. Αλλά επρόκειτο για ημίμετρα.  Τα μισά μέλη της Γερουσίας  θα διορίζονταν από τον τσάρο, οι βουλευτές της Δούμα θα εκλέγονταν με έμμεσο τρόπο σε γενικές  εκλογές. Ο τσάρος είχε το δικαίωμα βέτο στις αποφάσεις της Δούμα, παρέμεινε αρχηγός του στρατού, καθόριζε την εξωτερική πολιτική, διόριζε την κυβέρνηση, συγκαλούσε και διέλυε τη Δούμα. Το ‘’σύνταγμα’’ της Ρωσίας θύμιζε το γερμανικό σύνταγμα του 1871. Στην πρώτη Δούμα  (Μάϊος 1906-Ιούλιος 1906) την πλειοψηφία είχαν οι Καντέ με 178 βουλευτές. Ωστόσο, είχε μικρά διάρκεια λόγω της δυσλειτουργικής σχέσης μεταξύ κυβέρνησης και βουλής κα της απειρίας των βουλευτών. Οι υπουργοί ήταν υπόλογοι στον τσάρο και όχι στη Βουλή.  Τον Ιούλιο του 1906 ο τσάρος  διέλυσε τη Δούμα και προκήρυξε  εκλογές.  Στη δεύτερη Δούμα (Φεβρουάριος 1907-Ιούνιος 1907) υπερίσχυαν τα σοσιαλιστικά κόμματα. Με ημιπραξικόπημα ο τσάρος διέλυσε τη δεύτερη Δούμα τον Ιούνιο του 1907  και προκήρυξε εκλογές με νέο αυθαίρετο εκλογικό  νόμο  που εξασφάλισε μια συντηρητική πλειοψηφία. Στην τρίτη και τέταρτη Δούμα  (Νοέμβριος 1907-Ιούνιος 1912, Νοέμβριος 1912-Φεβρουάριος 1917) η φιλελεύθερη και σοσιαλιστική αντιπολίτευση  μαζί  αποτελούσαν το ¼ των βουλευτών. Εντός της Δούμα Μπολσεβίκοι και Μενσεβίκοι εμφανίζονταν ως ενιαίο κόμμα. από το 1906 μέχρι το 1912.

Με τους όρους αυτούς το πείραμα το κοινοβουλευτισμού ήταν φυσικό να αποτύχει.  Και  οι φιλοδοξίες του  πρωθυπουργού Στολύπιν  (P. Stolypin)  να  συγκροτήσει μια  τάξη χειραφετημένων  αγροτών στη Ρωσία  σε υγιή βάση δεν καρποφόρησαν. Επί πρωθυπουργίας  του ψηφίστηκαν  πολλοί  νόμοι που έδιναν στους χωρικούς το δικαίωμα να αποδεσμευτούν από την αγροτική κοινότητα και να αποκτήσουν δική τους γη. Ο Στολύπιν υπολόγιζε ότι,  αν οι Ρώσοι χωρικοί αποκτούσαν δική τους γη,  θα  εξελίσσονταν σε συντηρητική δύναμη. Πολλοί χωρικοί εκμεταλλεύτηκαν το νόμο. Ο Στολύπιν  είχε μόνο τη χλιαρή υποστήριξη του τσάρου, ενώ έπρεπε  να αντιμετωπίσει την εχθρότητα τόσο των κουλάκων εντός της αγροτικής κοινότητας όσο και των αντιδραστικών μεγαλογαιοκτημόνων. Δολοφονήθηκε το 1911,  ενώ παρακολουθούσε μια  θεατρική παράσταση και δίπλα  του καθόταν ο τσάρος.

Στη εξωτερική πολιτική η Ρωσία,  μετά την ήττα της στον ρωσοϊαπωνικό πόλεμο, άρχισε να στρέφεται πάλι στα Βαλκάνια με κύρια  μακροπρόθεσμη  επιδίωξη τα Στενά και την Κωνστανινούπολη. Η ανεξέλεγκτη γερμανική διείσδυση στη Οθωμανική Αυτοκρατορία (σε βάρος της Ρωσίας και της Αγγλίας) με στόχο την  κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Κωνσταντινούπολης-Βαγδάτης,   η ναυπήγηση γερμανικού στόλου στον Ατλαντικό  ( σε βάρος της  Αγγλίας) και οι γερμανικές  βλέψεις στο Μαρόκο (σε βάρος της Γαλλίας) οδήγησαν  στην ίδρυση της Αντάντ. Η αγγλορωσική συμφωνία του 1907 για την οριοθέτηση  των αγγλορωσικών σφαιρών επιρροής στην Περσία, στο Αφγανιστάν και στο Θιβέτ αποτελεί τομή στο Ανατολικό Ζήτημα. Η Αγγλία επί της αρχής δεν είχε πλέον ενστάσεις  στο ενδεχόμενο διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ικανοποίησης ρωσικών επιδιώξεων στην Κωνσταντινούπολη  και τα Στενά. Η αγγλορωσική συμφωνία της 12ης Μαρτίου 1915  ικανοποιούσε  την αιώνια επιδίωξη της Ρωσίας για την Κωνσταντινούπολη και τα Στενά, λαμβάνοντας υπόψη και τα αγγλικά συμφέροντα. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμο ήταν για τη Ρωσία ιερός πόλεμος.

Oι Ρώσοι επαναστάτες στο σχεδιασμό της γερμανικής αντιτσαρικής πολιτικής

Όταν την 1η Αυγούστου 1914 η Γερμανία κήρυξε πόλεμο στη Ρωσία, ο Λένιν, ηλικίας 44 ετών,  με  τη σύζυγό του Κρούσπαγια ζούσε τη Γαλικία, κοντά στην Κρακοβία, επί εδάφους της Αυστροουγγαρίας. Συνελήφθη από την  αυστριακή αστυνομία και ανακρίθηκε  με την υποψία ότι είναι Ρώσος κατάσκοπος. Κατά τη ανάκριση η αστυνομία διαπίστωσε ότι είναι πολέμιος του τσαρισμού. Επενέβησαν και αυστριακοί Σοσιαλδημοκράτες που τον γνώριζαν  και επιβεβαίωσαν στην αστυνομία της Κρακοβίας, όπου κρατούνταν ο Λένιν,  την εχθρότητά του προς τον τσάρο,  με αποτέλεσμα να αφεθεί ελεύθερος  και να αναχωρήσει για την ουδέτερη Ελβετία. Χωρίς ισχυρούς οικονομικούς πόρους, ζούσε λιτά  με τη γυναίκα  του  σε  ενοικιαζόμενο  διαμέρισμα στη Ζυρίχη.

Η κατοικία του Λένιν στην Spiegel gasse αρ. 14 της Ζυρίχης.
Η άδεια εισόδου στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Βέρνης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ένα κρεβάτι, μια θερμάστρα με κάρβουνο, ένα τραπέζι με μια στοίβα βιβλίων ήταν η περιουσία του. Κάθε μέρα μελετούσε στις βιβλιοθήκες της Ζυρίχης και έκανε επαναστατικά κηρύγματα σε νεαρούς Σοσιαλιστές της Ελβετίας για την παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση που θα προέκυπτε από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. «Εμείς οι παλιοί ίσως δεν θα βιώσουμε τους αποφασιστικούς αγώνες της επερχόμενης επανάστασης. Αλλά είμαι βέβαιος ότι οι νέοι θα έχουν την τύχη όχι μόνο να αγωνιστούν, αλλά και να νικήσουν στην επερχόμενη προλεταριακή επανάσταση», έλεγε σε διάλεξή του σε νέους Σοσιαλιστές της Ελβετίας τον Ιανουάριο του 1917. Η επαναστατική του διεθνιστική ρητορική δεν ήταν αρεστή στους Ευρωπαίους Σοσιαλδημοκράτες που είχαν ψηφίσει τους προϋπολογισμούς των κυβερνήσεών τους, κάτι που προκάλεσε τον επιθανάτιο ρόγχο της Β΄ Διεθνούς.

Ο Λένιν, εκτός των κύκλων της Σοσιαλδημοκρατίας και αστυνομίας της Πετρούπολης, δεν ήταν ευρύτερα γνωστός. Πληροφορίες για Ρώσους επαναστάτες, πολιτικούς φυγάδες, άρχιζε να συγκεντρώνει η γερμανική κυβέρνηση από τα τέλη του 1914. Μετά την αποτυχία των γερμανικών επιχειρήσεων στο δυτικό μέτωπο το 1914, η Γερμανία σχεδίαζε την απεμπλοκή της από το ανατολικό μέτωπο. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί ή με την υπογραφή χωριστής ειρήνης με την τσαρική Ρωσία και την έξοδο της Ρωσίας από την Αντάντ ή με την εσωτερική υπονόμευση της τσαρικής Ρωσίας, υποστηρίζοντας επαναστατικές δυνάμεις. Από τα τέλη του 1914 οι γερμανικές πρεσβείες στη Βέρνη, στην Κοπεγχάγη και στη Στοκχόλμη άρχισαν να συγκεντρώνουν πληροφορίας για Ρώσους επαναστάτες. Βασικός πληροφοριοδότης ήταν ο Σοσιαλδημοκράτης Alexander Helphand, ένας μικροκαμωμένος, στρουμπουλός Λευκορώσος εβραϊκής καταγωγής, γνωστός με το ψευδώνυμο Parvus, που ως υπερχρεωμένος ‘’επιχειρηματίας’’ διείδε στην υπόθεση μια ευκαιρία πλουτισμού.

Αlexander Parvus.

Έζησε χρόνια στη Γερμανία την οποία λάτρευε και το διαμέρισμά του στο Μόναχο ήταν κέντρο διέλευσης Ρώσων επαναστατών. Τυχοδιωκτική φύση, χάθηκε για ένα διάστημα στα Βαλκάνια και έφθασε απένταρος στην Κωνσταντινούπολη τον Νοέμβριο του 1910. Τον Ιανουάριο του 1915 το Υπουργείο Εξωτερικών της Γερμανίας έλαβε ένα τηλεγράφημα από τον Γερμανό πρέσβη Hans von Wangenheim στην Κωνσταντινούπολη στο οποίο αναφερόταν ότι ένας επιχειρηματίας, ο Alexander Helphand, είχε ένα σχέδιο για την ανατροπή του τσαρισμού, τονίζοντας ότι τα συμφέροντα της γερμανικής κυβέρνησης ήταν ταυτόσημα με αυτά των Ρώσων επαναστατών. Ο Helphand πίστευε ότι θα ενεργούσε γρήγορα, μολύνοντας με αντιτσαρική προπαγάνδα τα ρωσικά στρατεύματα πριν αυτά σταλούν στο μέτωπο και συγκαλώντας ένα συνέδριο των Ρώσων επαναστατών στο εξωτερικό για να ενεργούν ως ενιαίο σώμα. Ήταν πρόθυμος να κάνει τα απαραίτητα πρώτα βήματα για το σκοπό αυτό, έγραφε ο Wangenheim στο Υπουργείο Εξωτερικών, αλλά θα χρειαζόταν σημαντικά ποσά. Η προσφορά του Parvus εκτιμήθηκε θετικά στο Βερολίνο. Τέλη Μαρτίου 1915 έλαβε 1.000.000 μάρκα και μετακόμισε στην Κοπεγχάγη, συνεργαζόμενος υπό την ασυλία του επιχειρηματία με την εκεί γερμανική πρεσβεία για τον κοινό σκοπό και έχοντας ένα δίκτυο πληροφοριοδοτών.

Το όνομα του Λένιν εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις 25 Μαρτίου 1915 σε έκθεση πληροφοριοδότη προς την γερμανική πρεσβεία της Βέρνης. Αργότερα δόθηκαν και άλλα στοιχεία για το πρόγραμμα του Λένιν που προέβλεπε, πέρα από τις κοινωνικές αλλαγές στη Ρωσία, την υπογραφή χωριστής ειρήνης της Ρωσίας με τη Γερμανία, χωρίς να ληφθεί υπόψη η Γαλλία. Στο Βερολίνο εκτιμούσαν ότι από όλους τους Ρώσους επαναστάτες οι Μπολσεβίκοι ήταν οι πλέον έμπιστοι για την υπόθεση της υπογραφής χωριστής ειρήνης. Το Βερολίνο έκρινε ότι έπρεπε να τηρήσει επί του παρόντος στάση αναμονής και να συγκεντρώνει πληροφορίες. Σημαντικός αποδείχτηκε εδώ ο ρόλος του Γερμανού πρέσβη στην Κοπεγχάγη Urlich Graf von Brockendorff – Rantzau που γνώριζε καλά τη Ρωσία και είχε στενή συνεργασία με τον Parvus.

Hans von Wangenheim.
Urlich Graf von Brockendorff – Rantzau

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Φεβρουριανή επανάσταση του 1917  και η δυαδική εξουσία Προσωρινής Κυβέρνησης και Σοβιέτ, η επιστροφή του Λένιν και το Οκτωβριανό Πραξικόπημα/Οκτωβριανή Επανάσταση.

Στο μέτωπο η Ρωσία υφίστατο ήττες . Η επίθεση του Brusilov  στη Γαλικία το καλοκαίρι του 1916,  παρά την αρχική της επιτυχία, τελικά απέτυχε. Η δυσαρέσκεια ήταν γενική  και ένας σπινθήρας αρκούσε να προκαλέσει  γενικευμένη  εξέγερση.

Η Επανάσταση ξέσπασε εντελώς αυθόρμητα στις 23 Φεβρουαρίου/8 Μαρτίου 1917, όταν κυκλοφόρησε στην Αγία Πετρούπολη η φήμη ότι αρχίζει η πείνα. Μεγάλες ουρές γυναικών σχηματίστηκαν μπροστά από τα καταστήματα και σε λίγο άρχισαν να κραυγάζουν, ζητώντας ψωμί. Χιλιάδες  εργάτες άφησαν τις δουλειές τους και έτρεξαν να  συνενωθούν με τα πλήθη. Η αστυνομία  επέδειξε αυτοσυγκράτηση. Τις επόμενες ημέρες υπήρξαν νέες διαδηλώσεις και απεργίες  με 40 περίπου νεκρούς. Παρατηρήθηκαν και συμπτώματα διάλυσης στο στράτευμα και η φρουρά της Πετρούπολης προσχώρησε στην Επανάσταση. Τα συνθήματα ήταν Ψωμί, Γη,  Ειρήνη,  δεν είχαν καμία σχέση με τον Μαρξισμό.  Στις 2/15 Μαρτίου ο τσάρος παραιτήθηκε και η Ρωσία για πρώτη φορά στην ιστορία της ανακηρύχθηκε σε Δημοκρατία.

Διαδήλωση στη λεωφόρο Nevski της Αγίας Πετρούπολης κατά τη διάρκεια της Φεβρουαριανής επανάστασης.

Σχηματίσθηκε Προσωρινή Κυβέρνηση, αποτελούμενη από Φιλελεύθερους της Δούμας με αριστοκρατική και αστική καταγωγή. Για παράδειγμα  πρωθυπουργός ήταν ο πρίγκηπας Λβώφ και υπουργός Εξωτερικών ο Μιλγιούκωφ. Ο μόνος σοσιαλιστικής απόχρωσης υπουργός ήταν ο Κερένσκυ, υπουργός  Δικαιοσύνης, που ανήκε  στο  μικρό, ειρηνικό,  σοσιαλιστικό  κόμμα των Τρουντοβίκων.

Όπως και το 1905, έτσι και τώρα  συγκροτήθηκαν τα επαναστατικά συμβούλια  των  σοβιέτ  (εργάτες, αγρότες, στρατιώτες), στα οποία συμμετείχαν κυρίως  οι Σοσιαλδημοκράτες ( Μενσεβίκοι και  Μπολσεβίκοι) και οι Σοσιαλεπαναστάτες. Οι Μπολσεβίκοι ήταν μειοψηφία στα σοβιέτ και  σε ιδεολογική σύγχυση.  Μετά τη πτώση  του τσαρισμού στη Ρωσία υπήρχαν  επί της ουσίας δύο πολιτικές  δυνάμεις , η φιλελεύθερη δημοκρατία και η σοσιαλδημοκρατία.   Τα σοβιέτ ασκούσαν πίεση στην Προσωρινή   Κυβέρνηση.  Στις 16 Μαρτίου 1917 η Προσωρινή Κυβέρνηση  ανήγγειλε την προσήλωσή της στη Δημοκρατία και την ελευθερία,  την πολιτική αμνηστία,  τη διεξαγωγή εκλογών για Συντακτική Συνέλευση η οποία θα έλυνε τα φλέγοντα ζητήματα: το πολιτειακό, τη συνέχιση του πολέμου ή την ειρήνη, το αγροτικό, τα εργατικό, το εθνικό  και άλλα. Τα σοβιέτ   κατά βάση συναινούσαν στη γενική θέση ότι η Συντακτική Συνέλευση  ήταν αρμόδια, χωρίς βία, να  αποφασίσει  για τα  βασικά ζητήματα. Η Προσωρινή Κυβέρνηση απελευθέρωσε  όλους τους πολιτικούς κρατούμενους και εξόριστους,  μεταξύ αυτών και τους Μπολσεβίκους. Επίσης επέτρεψε  τον  επαναπατρισμό  των  φυγάδων από το  εξωτερικό και τη νόμιμη δράση των  πολιτικών κομμάτων, την ελευθερία λόγου, Τύπου και συγκεντρώσεων . Εκτόξευσε όμως την απειλή ότι όσοι επέστρεφαν με γερμανική βοήθεια θα θεωρούνταν εχθροί.

Βασικό θέμα ήταν ο πόλεμος. Μπορεί  την οριστική απόφαση να την έπαιρνε η Συντακτική Συνέλευση , αλλά η θέση των σοβιέτ ‘’ειρήνη ‘χωρίς προσαρτήσεις και αποζημιώσεις’’ δεν ήταν η θέση του υπουργού  Εξωτερικών  Μιλγιούκωφ. Σε συνέντευξή του σε κυβερνητική εφημερίδα, στις 5 Απριλίου, μία ημέρα μετά την είσοδο της Αμερικής στον πόλεμο (4.4.1917), τόνιζε τις εδαφικές διεκδικήσεις της Ρωσίας στη Δυτική Ουκρανία (Γαλικία), για να ενωθεί με την Ανατολική Ουκρανία, στην Κωνσταντινούπολη όπου «το τουρκικό έθνος, παρά τους πέντε αιώνες κυριαρχίας, δεν έχει εξαπλώσει  βαθιά τις ρίζες του εκεί» . Η κατοχή των Στενών ήταν ένα μέτρο  «προστασίας των  πυλών  της ρωσικής πατρίδας». Με άλλα λόγια δεν παρουσίαζε τις εδαφικές  διεκδικήσεις της Ρωσίας ως προσάρτηση ξένων εδαφών, αλλά είτε ως ιστορικά δίκαια της Ρωσίας είτε ως ζωτικούς λόγους ασφάλειας. Είναι γνωστά τα προβλήματα που προκλήθηκαν στην Ρωσία από το κλείσιμο  των Στενών το 1914.

Στο μέτωπο ωστόσο  υπήρχαν μονάδες  που  συνέχιζαν να μάχονται, αλλά και μονάδες στις οποίες σημειώνονταν λιποταξίες και φαινόμενα ανυπακοής, στρατιώτες διέταζαν τους αξιωματικούς,  και  στις πόλεις εργάτες είχαν καταλάβει τα εργοστάσια. Πολλοί στρατιώτες διερωτώντο, τι νόημα  είχε να λάβουν γη, αν είχαν σκοτωθεί  στον πόλεμο. Το ζήτημα του πολέμου εκμεταλλεύτηκε επιδέξια ο Λένιν . Η επιστροφή του Λένιν μετέβαλε την κατάσταση και απέδειξε τη σημασία του ρόλου  της προσωπικότητας στην ιστορία.

O Λένιν πληροφορούνταν τα τεκταινόμενα στη Ρωσία από τις εφημερίδες.  Ήταν τόσο  έντονη η επιθυμία να επιστρέψει στη  Ρωσία ώστε τα  βράδια  ξυπνούσε με τους εφιάλτες του Κερένσκυ και του Μιλγιούκωφ! Ήρθε σε επαφή με τη γερμανική πρεσβεία της Βέρνης  και τελικά επήλθε συμφωνία ανάμεσα στον Λένιν και τους Γερμανούς στους οποίους δεν ήταν τώρα άγνωστος. Οι Γερμανοί αναλάμβαναν να επιτρέψουν στο Λένιν και στους  συνεργάτες του να περάσουν από γερμανικό έδαφος και έθεταν στη διάθεσή τους ειδικό  σιδηροδρομικό όχημα  για να φθάσουν στη Ρωσία.

Υπεύθυνη δήλωση των Ρώσων επαναστατών ότι γνωρίζουν 1) πως η Προσωρινή Κυβέρνηση θεωρεί όσους επιστρέφουν μέσω Γερμανίας ως εθνικούς προδότες, 2) ότι επωμίζονται την πολιτική ευθύνη του ταξιδιού, 3) ότι το ταξίδι από τη Ζυρίχη μέχρι τη Στοκχόλμη είναι εγγυημένο. Διακρίνεται πρώτη η χειρόγραφη υπογραφή του Λένιν, Ζυρίχη 9 Απριλίου 1917

Το ειδικά σφραγισμένο βαγόνι θα θεωρούνταν “ουδέτερο έδαφος” και δεν θα  ελέγχονταν. Υπολόγιζαν ότι ο Λένιν  και οι συνεργάτες του θα εξαπέλυαν μια  επανάσταση, κάτι που θα τους διευκόλυνε να θέσουν εκτός μάχης  τη Ρωσία. Για τη Γερμανία το ζήτημα αυτό ήταν επείγον μετά και την είσοδο της Αμερικής  στον πόλεμο. Η επαφή   του Λένιν με τη γερμανική κυβέρνηση έγινε μέσω Γερμανών  Σοσιαλιστών και  το Γενικό Επιτελείο έδωσε τη συγκατάθεσή του.

Η αναχώρηση του Λένιν και των 32 συνεργατών του από τη Ζυρίχη έγινε στις 9 Απριλίου 1917, Μεγάλη Δευτέρα των Ορθοδόξων, για να φθάσουν τις ημέρες του Πάσχα στη Ρωσία, όταν ίσως οι  συνοριακοί  έλεγχοι θα ήταν χαλαροί. Το τραίνο έφθασε στη Στοκχόλμη στις 13 Απριλίου, Μεγάλη Παρασκευή.

Pyotr Vasiliev, Ο Λένιν καθ οδόν προς την Πετρούπολη, 1949
Η διαδρομή του σφραγισμένου συρμού.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σουηδοί Σοσιαλδημοκράτες υποδέχτηκαν τον Λένιν και την ομάδα του, δίνοντας χρηματική βοήθεια και αγοράζοντάς τους καινούργια ρούχα. Το βασικότερο όμως ήταν ότι από την Κοπεγχάγη στη Στοκχόλμη αφίχθη και ο μυστηριώδης Parvus και συναντήθηκε με τον αυστριακό Karl Radek που ανήκε στην ομάδα του Λένιν. Ο Radek έμεινε στη Στοκχόλμη και δεν εισήλθε σε ρωσικό έδαφος. Πρόβλημα της ομάδας του Λένιν ίσως θα ήταν η διέλευση από τη Σουηδία στο Μεγάλο Δουκάτο της Φινλανδίας που ανήκε στη ρωσική επικράτεια. Ο συνοριακός σταθμός του Tornio ήταν ένα στρατιωτικό φυλάκιο της Αντάντ. Άγγλοι αξιωματικοί αναγνώρισαν τον Λένιν που ισχυρίστηκε ότι ήταν δημοσιογράφος. Απευθύνθηκαν στη ρωσική κυβέρνηση. Κατά μία εκδοχή ο Κερένσκυ, υπουργός Πολέμου, απάντησε ότι η Δημοκρατική Ρωσία επιτρέπει στους πολίτες της να επιστρέψουν στη Ρωσία. Έτσι, δεν ίσχυσε η ρητορική του αποκλεισμού όσων είχαν επιστρέψει με γερμανική βοήθεια! Κατά μία άλλη εκδοχή αναζητήθηκε ο Μιλγιούκωφ που όμως δεν βρέθηκε. Πλησίαζε το Πάσχα. Τελικά ο Λένιν και η ομάδα του εισήλθαν σε φιλανδικό/ ρωσικό έδαφος και στις 16 Απριλίου έφθασαν στην Αγία Πετρούπολη. Την επόμενη ημέρα ο Λένιν κάλεσε τους Μπολσεβίκους και ανήγγειλε τις περιβόητες «θέσεις του Απρίλη» με τις οποίες υποστήριζε την άμεση παύση του πολέμου, τη μη στήριξη της Προσωρινής Κυβέρνησης από τη μειοψηφία των Μπολσεβίκων, τη μετατροπή της δημοκρατικής επανάστασης σε κομμουνιστική και το πέρασμα όλης της εξουσίας στα σοβιέτ.

Ο μεθοριακός σταθμός Tornio.

Οι Μπολσεβίκοι ήταν μια μειοψηφία στα σοβιέτ της Πετρούπολης  και της Μόσχας. Είχαν όμως μια σταδιακή άνοδο.  Αυτό οφειλόταν  στη ενισχυμένη προπαγάνδα  που ασκούσαν με  την εφημερίδα τους, την Πράβδα, χάρη στη γερμανική οικονομική βοήθεια, στην εκμετάλλευση  του πολέμου  και στη διορατικότητα και οξύνοια του Λένιν που ήξερε να εκμεταλλεύεται τις αδυναμίες της Προσωρινής Κυβέρνησης  και να κρίνει πότε ήταν η κατάλληλη στιγμή για δράση.

H ατμομηχανή του συρμού που μετέφερε τον Λένιν εκτίθεται στον σιδηροδρομικό σταθμό της Φινλανδίας, στην Αγία Πετρούπολη.

Μαύρο γερμανικό  χρήμα διακινούνταν  τους επόμενους μήνες από τον Parvus  και τον Radek στους Μπολσεβίκους. Δεν είναι γνωστό μέσω ποιών διαύλων, μάλλον σε εταιρείες-φαντάσματα  του  Parvus  στη Ρωσία. Πολλά έγγραφα έχουν καταστραφεί.  Η ρωσική κυβέρνηση  με τη βοήθεια  πρακτόρων  της Αντάντ είχε υποκλέψει τηλεγραφήματα  για  τη διακίνηση   μαύρου χρήματος  στη Ρωσία από το εξωτερικό, αλλά  πουθενά δεν υπήρχε το όνομα του Λένιν. Όλες οι υποψίες όμως φωτογράφιζαν  τον Λένιν και τους Μπολσεβίκους.

Τον Μάιο (1-3.05.1917) η Προσωρινή Κυβέρνηση διήλθε την πρώτη της κρίση. Ο υπουργός Εξωτερικών Μιλγιούκωφ επέδωσε  διπλωματική διακοίνωση  στη Αντάντ  στην οποία διαβεβαίωνε τους συμμάχους ότι η Προσωρινή Κυβέρνηση θα συνέχιζε τον πόλεμο μέχρι  την τελική νίκη. Η διπλωματική διακοίνωση προκάλεσε διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες στις οποίες έλαβαν μέρος εκπρόσωποι όλων των σοσιαλιστικών κομμάτων. Οι Καντέ  ανακοίνωσαν την πάταξη της αναρχίας και κάλεσαν τους πολίτες να στηρίξουν τον Μιλγιούκωφ  και την Προσωρινή Κυβέρνηση. Οι Μπολσεβίκοι κάλεσαν εργάτες και στρατιώτες  σε ξεχωριστή διαδήλωση  για την καταδίκη της διπλωματικής διακοίνωσης του Μιλγιούκωφ και της πολιτικής της Προσωρινής Κυβέρνησης.  Ένα μέρος των Μποσλεβίκων της Πετρούπολης κάλεσε τους διαδηλωτές να καταλάβουν την εξουσία.  Εκδηλώθηκαν  και   ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των διαδηλωτών, καθώς άλλοι στήριζαν την κυβέρνηση και άλλοι ζητούσαν την ανατροπή της  με αποτέλεσμα να υπάρξουν  και τα πρώτα θύματα μετά τη Φεβρουριανή Επανάσταση. Η κρίση προκάλεσε την παραίτηση  του Μιλγιούκωφ και του υπουργού  των Στρατιωτικών  Γκουτσκώφ.  Το υπουργείο των Στρατιωτικών ανέλαβε ο Κερένσκυ. Η Προσωρινή Κυβέρνηση συνεχώς διευρυνόταν με Σοσιαλιστές υπουργούς, με αποτέλεσμα να απαρτίζεται από 6 Σοσιαλιστές και 10 Φιλελεύθερους. Υπουργός Γεωργίας, για παράδειγμα, έγινε ο Σοσιαλεπαναναστάτης Τσερνώφ, για να επεξεργαστεί το πρόγραμμα  του κόμματος για την αγροτική μεταρρύθμιση.

Οι Μπολσεβίκοι επιδόθηκαν σε ανηλεή πόλεμο φθοράς της κυβέρνησης, των Μενσεβίκων και των Σοσιαλεπαναστών (Εσαίρων). Τον Ιούνιο  διοργάνωσαν νέες αντικυβερνητικές  διαδηλώσεις  σε μια προσπάθεια  να εξασφαλίσουν   την πλειοψηφία  στην Πρώτη  Πανρωσική  Σύνοδο των σοβιέτ. Αλλά είχαν μόνο  35 μέλη, 250 μέλη ήταν  Μενσεβίκοι και Σοσιαλεπαναστάτες. Η Πρώτη Πανρωσική Σύνοδος  εξέφρασε την στήριξη στην κυβέρνηση και τάχθηκε υπέρ της συνέχισης του πολέμου. Μόλις άρχισε την 1η Ιουλίου η  ρωσική επίθεση στο μέτωπο της Γαλικίας-αρχικά με επιτυχίες- αναρχικοί   συμμάχησαν με τους Μπολσεβίκους στην Πετρούπολη. Στο μέτωπο Μποσλεβίκοι προπαγανδιστές και Γερμανοί πράκτορες   καλλιεργούσαν ηττοπάθεια  στο ρωσικό  στρατό, καλώντας τους στρατιώτες να μην πολεμήσουν και να μην υπακούουν στις διαταγές των αξιωματικών στον ιμπεριαλιστικό αυτό πόλεμο, αλλά να τον μετατρέψουν  σε εμφύλιο.  Η  ρωσική επίθεση στη Γαλικία απέτυχε. Στις 15 Ιουλίου οι αναρχικοί  στην Αγία  Πετρούπολη  αποφάσισαν ένοπλη εξέγερση για την ανατροπή της Προσωρινής Κυβέρνησης,  διεισδύοντας  στη  φρουρά της πόλης και στους ναύτες της Κροστάνδης. Άρχισαν  ένοπλες συγκρούσεις. Οι Μπολσεβίκοι, μετά από μερικές αμφιταλαντεύσεις, στήριξαν τελικά τους αναρχικούς.  Κατά το Λένιν ήταν προτιμότερο   να κάνεις λάθος στο πλευρό των επαναστατημένων μαζών παρά να έχεις δίκαιο και να είσαι εναντίον τους. Τότε η  Προσωρινή Κυβέρνηση διέταξε τη σύλληψη των ηγετών  των Μπολσεβίκων,  αποκαλώντας τον Λένιν κατάσκοπο των Γερμανών. Εναντίον του Λένιν είχε διαταχθεί εισαγγελική παραγγελία για τη διερεύνηση των σχέσεών του με τους Γερμανούς.   Ο Λένιν,  μεταμφιεσμένος ως χωρικός,  διέφυγε στη Φιλανδία, ο Τρότσκυ, που μόλις  το καλοκαίρι του 1917 είχε προσχωρήσει στους  Μπολσεβίκους, συνελήφθη και φυλακίστηκε, όπως και άλλοι ηγέτες  των Μπολσεβίκων.  Στη Φινλανδία ο χαλκέντερος   Λένιν συνέθεσε  τον Ιούλιο-Αύγουστο  του 1917 την πραγματεία Κράτος και Επανάσταση,  στην οποία εισήγαγε τον όρο του  Σοσιαλσωβινιστή για τους Μενσεβίκους  και τους Σοσιαλεπαναστάτες, όπως για τους Ευρωπαίους  Σοοσιαλδημοκράτες  που στήριζαν τον πόλεμο των κυβερνήσεών τους. Διευκρίνισε: «Το ρεύμα αυτό, σοσιαλισμός στα λόγια, σωβινισμός στην πράξη,  το διακρίνει η πρόστυχη λακεδίστικη προσαρμογή «των αρχηγών του σοσιαλισμού» στα συμφέροντα όχι μόνο της «δικής του» εθνικής αστικής τάξης , μα και του «δικού κράτους», γιατί  οι περισσότερες από τις λεγόμενες μεγάλες Δυνάμεις από καιρό εκμεταλλεύονται και  υποδουλώνουν πολλές μικρές και αδύναμες εθνότητες. Κι ο  ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι ίσα-ίσα πόλεμος για το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα αυτού του είδους της λείας. Η πάλη για την απαλλαγή των εργαζομένων μαζών από την επιρροή της αστικής γενικά τάξης γενικά, και της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης  ιδιαίτερα, δεν είναι δυνατή χωρίς την καταπολέμηση των οπορτουνιστικών  προλήψεων για το κράτος… Οι παλιάνθρωποι  του σοσιαλσωβινισμού  το 1914-1917 σκέπαζαν την υπεράσπιση των ληστρικών συμφερόντων  της «δικής τους» αστικής τάξης με φράσεις για «την υπεράσπιση της πατρίδας», για  «άμυνα  της δημοκρατίας και της επανάστασης» και με άλλα παρόμοια». Δίνοντας μια ασαφή εικόνα για την Κομμούνα των Παρισίων, ο Λένιν υποστήριζε ότι «η αυτενεργός ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού» θα συνέτριβε  το αστικό κράτος.

Αleksantr Fyodorovich Κerenski.

Στις 27 Ιουλίου 1917 σχηματίστηκε η δεύτερη Προσωρινή Κυβέρνηση Συνασπισμού με πρωθυπουργό τον ίδιο τον Κερένσκυ που διατήρησε και το Υπουργείο των Στρατιωτικών. Ανώτατος διοικητής του ρωσικού στρατού διορίστηκε ο στρατηγός Λ. Κορνίλωφ. Στο μέτωπο εισήχθηκε η θανατική ποινή. Ο Κορνίλωφ ήταν υπέρ της λήψης σκληρών μέτρων , απαραίτητων για την πολιτική σταθερότητα και την αποτροπή της αποσύνθεσης της χώρας και του στρατού.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1917 ο Κορνίλωφ θέλησε να μετακινήσει το Τρίτο Σώμα Ιππικού στην Αγία Πετρούπολη για την επιβολή της τάξης. Αρχικά ο Κερένσκυ συμφωνούσε, αλλά κατόπιν άλλαξε γνώμη, φοβούμενος ότι ο Κορνίλωφ προετοίμαζε πραξικόπημα, ότι θα χάνονταν τα κεκτημένα της επανάστασης, ότι θα μετατρεπόταν σε Βοναπαρτιστή. Πανικοβλημένος ο Κερένσκυ, καθαίρεσε τον Κορνίλωφ και ζήτησε τη βοήθεια των ηγετών της επανάστασης, συμπεριλαμβανομένων και των Μπολσεβίκων που πρόσφατα είχε φυλακίσει . Τους απελευθέρωσε και τους επέτρεψε να εξοπλιστούν. Μη διαθέτοντας πολιτική πείρα και οξύνοια, και με κακό σύμβουλο τον πανικό, ο Κερένσκυ ‘’ πήγε στο στόμα του λύκου’’. Στις 13 Σεπτεμβρίου ο Κορνίλωφ συνελήφθη. Η απειλή στρατιωτικού πραξικοπήματος που ήγειρε η υπόθεση Κορνίλωφ έπαψε πολύ γρήγορα να υφίσταται. Οι σιδηροδρομικοί αρνήθηκαν να μεταφέρουν τα στρατεύματα του Κορνίλωφ στην πρωτεύουσα, ενώ και περισσότεροι από τους στρατιώτες δεν έβλεπαν με ενθουσιασμό την προοπτική κατάλυσης των σοβιέτ που δεν εξισώνονταν με τους Μπολσεβίκους. Από τη ρήξη Κορνίλωφ-Κερένσκυ κερδισμένος βγήκε ο Λένιν. Στις αρχές Οκτωβρίου επέστρεψε από την κρυψώνα του στη Ρωσία και οι Μπολσεβίκοι άρχισαν να αποκτούν την πλειοψηφία στα σοβιέτ της Πετρούπολης,, επισείοντας τον κίνδυνο παλινόρθωσης του τσαρισμού.

Στις 10/23 Οκτωβρίου 1917 η Κεντρική Επιτροπή των Μπολσεβίκων αποφάσισε την κατάληψη της εξουσίας, μετά από εισήγηση του Λένιν, που έκρινε ότι η στιγμή ήταν κατάλληλη λόγω της αποδυνάμωσης της θέσης του Κερένσκυ. Ο Ζηνόβιεφ και o Κάμενεφ αντέδρασαν, επικαλούμενοι ότι οι Μπολσεβίκοι δεν είχαν την πλειοψηφία του ρωσικού λαού στα σοβιέτ σε πανρωσικό πλαίσιο, και είχαν ήδη προκηρυχτεί εκλογές για Συντακτική Συνέλευση. Τελικά υπέκυψαν στην πίεση του Λένιν Για την προετοιμασία της κατάληψης της εξουσίας είχε συγκροτηθεί μια Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή. Κρίσιμη ίσως σημασία είχε το γεγονός ότι ο Κερένσκυ είχε αποξενώσει τους στρατιώτες της φρουράς της Πετρούπολης, όταν θέλησε να τους στείλει στο μέτωπο. Η κατάληψη της εξουσίας είχε χρονικά προσδιοριστεί έτσι ώστε να συμπέσει με τη Δεύτερη Πανρωσική Σύνοδο των σοβιέτ η οποία θα επικύρωνε την κατάληψη της εξουσίας. Τη νύχτα της 26ης Οκτωβρίου 1917 (6ης προς 7η Νοεμβρίου) οι Μπολσεβίκοι κατέλαβαν σιδηροδρομικούς σταθμούς, γέφυρες, το κεντρικό ταχυδρομείο, το τηλεγραφικό πρακτορείο, το τηλεφωνικό κέντρο και ορισμένα δημόσια κτήρια, εργοστάσια ηλεκτρικού ρεύματος αποθήκες τροφίμων , την Εθνική Τράπεζα . Κατέλαβαν τα Χειμερινά Ανάκτορα και συνέλαβαν τους υπουργούς. Ο κόσμος δεν είχε αντιληφθεί τι είχε συμβεί. Το πρωί της 7ης Νοεμβρίου η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή εξέδωσε την ακόλουθη προκήρυξη «Η Προσωρινή Κυβέρνηση καθαιρέθηκε. Η εξουσία πέρασε στα χέρια της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής που βρίσκεται επικεφαλής του προλεταριάτου και της φρουράς της Πετρουπόλεως. Όλα τα επίκαιρα σημεία της πόλης έχουν καταληφθεί. Ζήτω η Επανάσταση».

O Λένιν απευθύνεται στο πλήθος.

Και στη Δεύτερη Πανρωσική Σύνοδο των σοβιέτ οι Μπολσεβίκοι δεν διέθεταν την απόλυτη πλειοψηφία. Η πλειοψηφία των αντιπροσώπων ήταν πρόθυμη να ψηφίσει υπέρ της μεταβίβασης της εξουσίας στα σοβιέτ, όχι όμως να εγκρίνει όλες τις πρωτοβουλίες των Μπολσεβίκων, όπως τη βίαιη ανατροπή του Κερένσκυ ή το ελεγχόμενο πλήρως από τους Μπολσεβίκους Συμβούλιο των Λαϊκών Κομισάριων που εκτελούσε τυπικά χρέη κυβέρνησης. Ορισμένοι Σοσιαλεπαναστάτες και Μενσεβίκοι άσκησαν δριμύτατη κριτική στους Μπολσεβίκους και χαρακτήρισαν την ενέργειά τους πραξικόπημα. Τελικά όμως καμιά επαναστατική δύναμη δεν αμφισβήτησε το μονοπώλιο της εξουσίας των Μπολσεβίκων που υπό την κάλυψη των σοβιέτ θα επέβαλλαν ένα μονοκομματικό σύστημα.

H κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων και η καθαίρεση της κυβέρνησης Κερένσκυ χωρίς ουσιαστική αιματοχυσία έχει σαφή χαρακτηριστικά πραξικοπήματος. Ο χαρακτηρισμός Επανάσταση απηχεί την γενικότερη επαναστατική ζύμωση που υπήρχε στη Ρωσία. Αλλά σε τελευταία ανάλυση τι ζητούσε ο κόσμος όταν τον Φεβρουάριο του 1917 κατήλθε στο δρόμο και ανέτρεψε τον τσάρο; Ψωμί, Γη και Ειρήνη, συνθήματα που ελάχιστη σχέση είχαν με τον Μαρξισμό. Τι εξασφάλισαν οι Μπολσεβίκοι; Όχι μια ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις και αποζημιώσεις, αλλά μια ταπεινωτική ειρήνη με εδαφικές παραχωρήσεις, όπως θα δούμε, οι χωρικοί δεν απέκτησαν γη ως ελεύθεροι ιδιοκτήτες καλλιεργητές, η γη περιήλθε στο κράτος και δεν διανεμήθηκε στους χωρικούς, παρά τα αρχικά διατάγματα, οι κουλάκοι που προϋπήρχαν, αργότερα εξοντώθηκαν, η πλήρης παράλυση του κράτους και της οικονομίας οδήγησε τον Λένιν στη Νέα Οικονομική Πολιτική ( 1920) που ήταν μια soft αναβίωση καπιταλισμού. Οι Μπολσεβίκοι δεν έλαβαν υπόψη τη λαϊκή ετυμηγορία, όπως αυτή εκφράστηκε στις πρώτες ελεύθερες πανρωσικές εκλογές της 25ης Νοεμβρίου/8ης Δεκεμβρίου 1917, που είχαν προκηρυχθεί ακόμα από την Προσωρινή Κυβέρνηση. Οι Μπολσεβίκοι έλαβαν το 25%, τα σοσιαλιστικά κόμματα το 62%, τα αστικά κόμματα το 13% των ψήφων. Στη Συντακτική Συνέλευση από τους 715 βουλευτές μόνο οι 183 ήταν Μπολσεβίκοι. Οι Ρώσοι ψήφισαν για μια φιλελεύθερη σοσιαλιστική δημοκρατία. Αλλά η τόσο προ πολλού αναμενόμενη Συντακτική Συνέλευση διαλύθηκε γρήγορα από τους Μπολσεβίκους με τη βία. Ο Λένιν γνώριζε ότι η Ρωσία χωρίς ισχυρό προλεταριάτο δεν ήταν ώριμη για προλεταριακή επανάσταση, αλλά ανέμενε ότι η ρωσική επανάσταση θα αποτελούσε τη θρυαλλίδα της παγκόσμιας προλεταριακής επανάσταση με πρώτη χώρα τη Γερμανία. Ο Λένιν διαψεύστηκε, όπως και ο Μάρξ.

Η εξόφληση των γερμανικών λογαριασμών: Από την ανακωχή της 15ης Δεκεμβρίου 1917 με τους Γερμανούς στην ταπεινωτική συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ της 3ης Μαρτίου 1918.

Ιδιαίτερους λόγους να επιχαίρουν για τα τεκταινόμενα στη Ρωσία είχαν φυσικά οι Γερμανοί. Επειδή θεωρούσαν επισφαλή τη θέση των Μπολσεβίκων, βιάζονταν για την ανακωχή και την υπογραφή συνθήκης ειρήνης.

Ο υφυπουργός Εξωτερικών Kühlmann έγραφε σε αξιωματικό-σύνδεσμο του Υπουργείου Εξωτερικών στις 3 Δεκεμβρίου 1917: «Η διάσπαση της Αντάντ και στη συνέχεια η διαμόρφωση ευνοϊκών γι’ μας συνθηκών είναι , από διπλωματικής απόψεως, ο σπουδαιότερος πολιτικός μας σκοπός. Ως ασθενέστερος κρίκος της εχθρικής αλυσίδας εμφανιζόταν η Ρωσία. Επομένως ενδεικνυόταν για μας η χαλάρωση και η απόσπασή του , αν αυτό ήταν δυνατόν. Τον σκοπό αυτό εξυπηρετούσε η αποσυνθετική εργασία που φροντίσαμε να αναληφθεί πίσω από το μέτωπο, στο εσωτερικό της Ρωσίας, η ενθάρρυνση των διασπαστικών τάσεων και η υποστήριξη των Μπολσεβίκων. Μόνο τα μέσα που στείλαμε στους Μπολσεβίκους δια διαφόρων οδών και με εναλλασσόμενη διαρκώς ετικέτα, τους επέτρεψαν να συγκροτήσουν και να εκδώσουν το κυριώτερο δημοσιογραφικό τους όργανο, την Πράβδα, να αναπτύξουν ενεργητική δράση και να διευρύνουν τη στενή αρχική βάση του κόμματός τους. Οι Μπολσεβίκοι βρίσκονται ήδη στην εξουσία. Δεν μπορούμε φυσικά να προβλέψουμε πόσο καιρό θα μπορέσουν να παραμείνουν στην εξουσία. Για την ενίσχυση των θέσεών τους τούς είναι απαραίτητη η ειρήνη. Είναι ευνόητο για την πλευρά μας ότι έχουμε κάθε συμφέρον να εκμεταλλευτούμε την βραχεία ίσως παραμονή τους στην εξουσία για να καταλήξουμε πρώτον σε μια ανακωχή και στη συνέχεια, αν είναι δυνατόν, στη συνομολόγηση της ειρήνης. Η σύναψη μιας χωριστής ειρήνης θα σήμαινε την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου πολεμικού μας σκοπού, τη ρήξη των σχέσεων της Ρωσίας με τους συμμάχους της….».. (Α. Β. Ζeman (ed), Germany and the Revolution in Russia, 1915- 1918. Documents from the Archives of the German Foreign Ministry, London 1958, p. 94. Επίσης βλ. Γ. Κ. Γεωργαλά, Ο Κομμουνισμός. Θεωρία , Πράξις, Ιστορία και Κριτική, Αθήναι 1968, σσ.226-227 ) .

H πρωτοβουλία για τη σύναψη ανακωχής προήλθε από τη ρωσική πλευρά. Οι Μπολσεβίκοι προσέγγισαν τους Γερμανούς στις 13/26 Νοεμβρίου 1917 κοντά στο Dvink και άρχισαν διαπραγματεύσεις στο Γενικό Επιτελείο των Κεντρικών Δυνάμεων του Ανατολικού Μετώπου στο Brest-Litovsk, όπου στις 2/15 Δεκεμβρίου συνήφθηκε η ανακωχή. Αρχικά είχε διάρκεια 10 ημερών, αλλά συνεχώς παρατεινόταν. Για τη ρωσική πλευρά ήταν απλά η νομιμοποίηση μιας προ πολλού υπάρχουσας κατάστασης.

Πολύ δύσκολη αποδείχτηκε η συνομολόγηση της ειρήνης, οι σχετικές διαπραγματεύσεις άρχισαν στις 9/22 Δεκεμβρίου 1917. Ήταν η πρώτη φορά που η νεαρή μπολσεβίκικη σοβιετική εξουσία ερχόταν σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο για ένα σημαντικό θέμα. Οι Μπολσεβίκοι απαίτησαν δημόσιο διάλογο και από την πρώτη μέρα κατέστη σαφές ότι οι δύο αντιπροσωπείες εξέφραζαν δύο διαφορετικούς κόσμους και μιλούσαν διαφορετική γλώσσα. Ο Γερμανός υφυπουργός Εξωτερικών Kühlman, o Επιτελάρχης της Ανώτατης Γερμανικής Διοίκησης στο Ανατολικό Μέτωπο Hoffman, ο υπουργός Εξωτερικών της Αυστροουγγαρίας Czernin, όπως και οι επικεφαλής της τουρκικής και της βουλγαρικής αντιπροσωπείας επιδίωκαν ανταλλάγματα, κυρίως εδαφικά.

H ρωσική αντιπροσωπεία στο Brest-Litovsk. Διακρίνονται οι Trotsky (1), ναύαρχος Altfater (2) και Joffe (3). Η φωτογραφία τραβήχτηκε μεταξύ 3 και 15 Δεκεμβρίου 1917

Για τον Α. Joffe, που στις 27 Δεκεμβρίου 1917/9 Ιανουαρίου 1918 είχε αντικαταστήσει προσωρινά τον Τρότσκυ ως Λαϊκός Κομισάριος για εξωτερικά θέματα, η ειρήνη ήταν ένα βήμα για την παγκόσμια επανάσταση, ο ακρογωνιαίος λίθος για τη νέα σοσιαλιστική τάξη πραγμάτων. Επίτηδες ασκούσε μια παρελκυστική τακτική με αόριστα κηρύγματα για την αυτοδιάθεση των λαών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που ήταν υπό καθεστώς αποικιοκρατίας. Στα μέσα Ιανουαρίου 1918 ο Hoffman απαίτησε την εκχώρηση συγκεκριμένων εδαφών, ως conditio sine qua non, και προανήγγειλε χωριστές συνομιλίες με την εθνική Ουκρανική Εθνοσυνέλευση (Rada) που είχε την εξουσία στο Κίεβο και επιδίωκε μια Ανεξάρτητη Ουκρανία. Ως πρωτεύουσα της Ουκρανίας οι Μπολσεβίκοι είχαν ανακηρύξει το Χάρκοβο τον Δεκέμβριο του 1917. Στην Ουκρανία υπήρχε μια δυαδική εξουσία. Μετά την πτώση του τσαρισμού είχε τεθεί σε κίνηση η διαδικασία ανεξαρτητοποίησης των μη ρωσικών εθνοτήτων, ιδιαίτερα στον Καύκασο (1918-1921). Ο Hoffman έθεσε τους Μπολσεβίκους ενώπιον του διλήμματος ή εξαγορά της ειρήνης με την εκχώρηση εδαφών ή επανάληψη των εχθροπραξιών. To θέμα αυτό προκάλεσε εντός των Μπολσεβίκων μια έντονη διένεξη . Ο Λένιν τάχθηκε αμέσως υπέρ την αποδοχής των όρων και θεώρησε ως ανεύθυνη τυχοδιωκτική πολιτική τη διακύβευση της σοβιετικής εξουσίας μπροστά στην αμυδρά ελπίδα της παγκόσμιας επανάστασης! (Θέσεις της 7ης / 20ής Ιανουαρίου 1918). Είχε όμως ελάχιστους οπαδούς και με κόπο, συνεπικουρούμενος και από τον Μπουχάριν, κατάφερε να αποτρέψει έναν επαναστατικό πόλεμο εναντίον των Ιμπεριαλιστών. Η πλειοψηφία ακολούθησε την έξυπνη, αλλά μη ρεαλιστική θέση του Τρότσκυ ‘’ ούτε πόλεμος ούτε ειρήνη’’. «Ελπίζοντας σταθερά στην επικείμενη παγκόσμια επανάσταση, αποσύρουμε το στρατό μας και το λαό μας από τον πόλεμο…..είμαστε όμως εξαναγκασμένοι … να μην βάλουμε την υπογραφή μας», δήλωσε εμφατικά ο Τρότσκυ στις 10 Φεβρουαρίου 1918. Αναχώρησε από το Brest- Litovsk και επέστρεψε στην Αγία Πετρούπολη, γενόμενος δεκτός με επευφημίες. Η Παγκόσμια Επανάσταση όμως δεν ξέσπασε και οι Κεντρικές Δυνάμεις αντέδρασαν, αναγνωρίζοντας την 1η Φεβρουαρίου 1918 την εθνική Λαϊκή Δημοκρατία της Ουκρανίας και συνάπτοντας την 9η Φεβρουαρίου τη λεγόμενη ‘’ Ειρήνη του Ψωμιού’’( Brotfrieden), δηλαδή αναγνώριση της Ουκρανίας με αντάλλαγμα τρόφιμα. «Η Γερμανία, η Αυστροουγγαρία, η Βουλγαρία και η Τουρκία από μη μια πλευρά η Ουκρανική Λαϊκή Δημοκρατία από την άλλη, δηλώνουν, ότι η εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ τους έχει τερματιστεί. Τα συμβεβλημένα μέρη είναι αποφασισμένα, από τώρα και στο εξής, να ζουν σε αμοιβαία ειρήνη και φιλία», τονιζόταν στο κείμενο της χωριστής ειρήνης.

Με τη δικαιολογία ότι η συμπεριφορά της ρωσικής αντιπροσωπείας έθεσε τέρμα στην ανακωχή, άρχισε στις 18 Φεβρουαρίου 1918 η γερμανική επίθεση σε όλο το μέτωπο χωρίς την παραμικρή αντίσταση, και ενώ ο Τρότσκυ είχε ήδη διατάξει την αποστράτευση. Ενώπιον του άμεσου κινδύνου συντριβής της επανάστασης από τους Γερμανούς, υπερίσχυσε η γνώμη του Λένιν, ο Τρότσκυ υπαναχώρησε και με την ψήφο του ο Λένιν το απόγευμα της 18ης Φεβρουαρίου 1918 εξασφάλισε την πλειοψηφία στην Κεντρική Επιτροπή. Η σοβιετική κυβέρνηση ζήτησε αμέσως τη συνομολόγηση ειρήνης. Οι Κεντρικές Δυνάμεις απάντησαν αργά, στις 23 Φεβρουαρίου, σε ένδειξη απαξίωσης. Η παρελκυστική τακτική των Μπολσεβίκων με την χιμαιρική προσδοκία της παγκόσμιας επανάστασης (με σπινθήρα το γερμανικό στρατό) απέβη μοιραία. Οι Γερμανοί συνέχισαν την προέλαση και έθεσαν σκληρότερους όρους, τους οποίους αποδέχτηκε και πάλι ο Λένιν. Στην Κεντρική Επιτροπή εξασφάλισε μια οριακή πλειοψηφία (7 Ναι, 4 Όχι, 4 Αποχές).

Μετά την υπογραφή της “Ειρήνης του Ψωμιού – Brotfrieden”, γερμανικά και αυστροουγγρικά στρατεύματα εξαπέλυσαν επίθεση κατά των Μπολσεβίκων φθάνοντας, τον Μάρτιο του 1918, μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα, η οποία μετατράπηκε σε γερμανική λίμνη. Η γερμανική επίθεση εξανάγκασε τους Μπολσεβίκους να συνθηκολογήσουν με τους σκληρούς γερμανικούς όρους στο Brest-Litovsk

Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Λένιν χρηματίστηκε από τους Γερμανούς για την αποδοχή και επιβολή γενικά στην Κεντρική Επιτροπή των σκληρών γερμανικών όρων. Τα λεγόμενα Sisson Documents είναι πλαστά, όπως απέδειξε πειστικά και ο George E. Kennan, ο ιδεολογικός πατέρας του Ψυχρού Πολέμου. [Βλ. ‘’ The Sisson Documents’’, Journal of Modern History, 28: 2 (June 1956), pp.130-154 ]. Κέρδιζε όμως λεφτά από τη μαύρη αγορά μολυβιών και προφυλακτικών. «What is beyond doubt is that Lenin accepted 2, 000 rubles from Fürstenberg in April when he was planning his journey to Russia, and he took 800 more for Zinoviev. He did not balk at that variety of German gold. For those who still refuse to credit that the greatest socialist on earth could ever lie about a wad of German notes, the alternative is to concede that he subsidized himself with profits from the war’s black- market trade in lead pencils and condoms (with teat end)». (Catherine Merridale, Lenin on the Train, Penguin Books, Penguin Random House UK, 2017, p. 261).

Στις 3 Μαρτίου 1918 υπογράφτηκε η συνθήκη ειρήνης στο Brest-Litovsk και στις 15 Μαρτίου επικυρώθηκε από το Τέταρτο Πανρωσικό Συνέδριο των σοβιέτ. Σύμφωνα με τους όρους, η σοβιετική κυβέρνηση έπρεπε να εκχωρήσει τη Λιθουνία, τη Λεττονία, την Εσθονία και την Πολωνία , να αναγνωρίσει την Ουκρανία και τη Φιλανδία ως κυρίαρχα κράτη και να αποσύρει τα στρατεύματα και τις ερυθρές φρουρές και στο μέλλον να μη διεξάγει προπαγάνδα εναντίον των εθνικών κυβερνήσεων των χωρών αυτών. Η Τουρκία προσάρτησε το Καρς, το Αρδαχάν και το Μπατούμ. Η προσάρτηση της Βεσσαραβίας, που ήδη από τον Δεκέμβριο του 1917 είχε καταληφθεί από το ρουμανικό στρατό, στη Ρουμανία αναγνωρίστηκε σε ειδική συνθήκη μεταξύ της Ρουμανίας και των Κεντρικών Δυνάμεων στις 9 Μαρτίου 1918. Η Ρωσία έχασε ένα μεγάλο μέρος της επικράτειά της με την ταπεινωτική ειρήνη του Brest- Litovsk. Λόγω της γερμανικής απειλής η σοβιετική κυβέρνηση μετέφερε την πρωτεύουσα από την Πετρούπολη στη Μόσχα στις 12 Μαρτίου 1918.

Ο χάρτης του Brest-Litovsk (Μάρτιος 1918).

Εν τέλει, δεν ήταν η Παγκόσμια Προλεταριακή Επανάσταση που έσωσε τον Λένιν από τα δεσμά της ταπεινωτικής Συνθήκης του Brest- Litovsk, αλλά η συνθηκολόγηση της Γερμανίας το Νοέμβριο του 1918. Η Γερμανία έπρεπε να διατηρεί στρατεύματα στις νέες χώρες, κάτι που αποδυνάμωσε το δυτικό μέτωπο, όπου κυρίως κρίθηκε ο Μεγάλος Πόλεμος. Η είσοδος της Αμερικής στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε κυρίως οικονομική και δευτερευόντως στρατιωτική σημασία για την Αντάντ. Η δημιουργία εθνικών κρατών στην Ανατολική Ευρώπη μετά τη διάλυση των Αυτοκρατοριών, κρατών εχθρικών προς τη Σοβιετική Ένωση, κατέστησε την επαγγελία της Παγκόσμιας Επανάστασης της Τρίτης Διεθνούς (1919) θνησιγενή, ο Λένιν, βλέποντας τη διάψευση των προσδοκιών του και το χάος που προκάλεσε στη Ρωσία, υπέστη καρδιακά και εγκεφαλικά επεισόδια μέχρι που πέθανε τον Ιανουάριο του 1924 σε ηλικία μόλις 54 ετών και ο Στάλιν, εξουδετερώνοντας πολιτικά τον Τρότσκυ, αποδέχτηκε την σταθεροποίηση του καπιταλισμού και περιορίστηκε στο σοσιαλιστικό πείραμα σε μια μόνο χώρα.

Мирные переговоры в Брест-Литовске / Peace talks In Brest-Litovsk: 1917-1918

             

 

Ο Σπυρίδων Σφέτας είναι Καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Βαλκανικής Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Α.Π.Θ.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Hahlweg W. (Ed.), Der Friede von Brest-Litowsk – Ein unveröffentlichter Band aus dem Werk des Untersuchungsausschusses der Deutschen Verfassungsgebenden Nationalversammlung und des Deutschen Reichstages, Düsseldorf, 1971.

Merridale C., Lenin on the Train, Penguin Books, Penguin Random House UK, 2017.

Warth, R. D., The Allies and the Russian Revolution from the Fall of the Monarchy to the Peace of Brest-Litovsk. Durham, N. C., Duke University Press, 1954.
Wheeler-Bennett, J.WThe Treaty of Brest-Litovsk and Germany’s Eastern Policy (Oxford Pamphlets of World Affairs), Claredon Press, Oxford, 1939.

 

Κωνσταντίνος Σ. Σωτηρίου: Πτυχές από την πολεμική δράση του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ (L67) Μέρος Β΄: Η διαφυγή προς την Αλεξάνδρεια

Κωνσταντίνος Σ. Σωτηρίου

Πτυχές από την πολεμική δράση του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ (L67)

Μέρος Β΄: Η διαφυγή προς την Αλεξάνδρεια

Σε περίπου ένα μήνα από της προσαράξεως είχαν σχεδόν αποπερατωθεί οι επισκευές μας. Βεβαίως το πλοίον είχε την ανάγκην περισσοτέρων επισκευών, αλλά η εκτέλεσις των θα μας καθυστερούσε τόσον ώστε ν’ αναγκασθούμε ν’ αποπλεύσωμεν εν μέσω χειμώνος και κακοκαιριών, όπου το τραυματισμένον πλοίον μας – που ήταν προχείρως επισκευασθέν – δεν θα ηδύνατο ν’ ατεπεξέλθη. Ούτως ή άλλως οι χρόνοι ήσαν ήδη οριακοί και έτσι, σαν ημερομηνία απόπλου απεφασίσθη η 1η Δεκεμβρίου.

Βεβαίως, έπρεπε τώρα να ετοιμαστή ένα πολύ προσεκτικό σχέδιο φυγής. Οι πληροφορίες μας ανέφερον ότι στην περιοχήν υπήρχαν 3 ή 4 Γερμανικά Α/Τ και 10 Τ/Κ, η δε μία εξ αυτών συχνά περιέπλεεν έξωθεν του όρμου του ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ. Η από αέρος υπεροχή του εχθρού, όπως ήδη εγνωρίζαμεν, ήταν απόλυτος και επίσης στην Κω και στη Ρόδο υπήρχαν ισχυρότατοι προβολείς και εγκαταστάσεις ΡΑΝΤΑΡ. Εάν μας εντόπιζαν προτού εισέλθομεν εντός της ακτίνος των συμμαχικών καταδιωκτικών, δηλαδή κατά το πέρασμα για την Κύπρον, δεν θα είχαμε καμμίαν ελπίδαν…

Το σχέδιον φυγής που τελικώς εξεπονήθη είχεν ως εξής. Κατά το κρίσιμον σημείον της νυκτερινής εξόδου μας από τον όρμον του ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ, θα έπρεπε να γίνη παράλληλος αεροπορική επιδρομή με βομβαρδιστικά στην Κω, ούτως ώστε ν’ αποφευχθή η αφή του εκεί προβολέως και να επικεντρωθή η προσοχή των Γερμανών στην δική τους προστασία. Όλος ο πλους της φυγής μας θα εγένετο πάντα κατά την διάρκειαν νυκτός και όσον το δυνατόν πιό κοντά στις Τουρκικές ακτές ώστε να μην μας διακρίνουν τα Γερμανικά ΡΑΝΤΑΡ.

Η κίνησις του πλοίου θα εγένετο με την πρύμναν και επομένως θα ήταν ιδιαιτέρως αργή, αλλά έπρεπε να προστατευθή το ευπαθές πρωραίον μέρος του. Επειδή τμήμα των δεξαμενών πετρελαίου είχε καταστραφή κατά την αποκοπήν της πρώρας, δεν θα ήταν δυνατόν να φορτωθή επαρκές πετρέλειο για να φτάσωμεν στην Κύπρον και για τούτο θα έπρεπε να επανα-πετρελαιεύσωμεν στο Καστελλόριζον. Δεδομένης της μικράς ταχύτητος προχωρήσεως του πλοίου, υπελογίσθη ότι στο πρώτο σκέλος της φυγής μας το φώς της ημέρας θα μας κατελάμβανε περίπου στο ύψος της Ρόδου. Έτσι επελέγη ο όρμος Λώρυμα – που είναι ακριβώς απέναντι της – για να διημερεύσωμεν και με το σκότος, πάλιν να συνεχίσωμεν προς το Καστελλόριζον.

Αφού στο πλοίο μας δεν υπήρχαν ναυτιλιακά βοηθήματα και θα έπρεπε να πλεύσουμε με μεγάλην ακρίβειαν σε υπερβολικά μικρήν απόστασιν από τις ακτές, ήταν οπωσδήποτε αναγκαίον κάποιος να μας πλοηγήση. Προς τούτο θα έπρεπε να διατεθή ακτοφυλακίς που να προπορεύεται και για μίαν στοιχειώδη προστασίαν, θα εχρειάζοντο μία ή δύο ακόμη ακτοφυλακίδες.

Το Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ στην αρτιμελή του μορφή.

Τέλος, κατά την νύκτα του απόπλου μας θα έπρεπε να απενεργωποιήσωμεν το Τ/Φ του Σταθμού Χωροφυλακής του ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ, ώστε ν’ αποκοπή η επικοινωνία με το ΜΠΟΝΤΡΟΥΜ όπου υπήρχον Γερμανοί πράκτορες σε επαφή με την Κω. Το σχέδιον αυτό εστάλη στην Αλεξάνδρεια και ενεκρίθη ως είχεν.

Την 30ην Νοεμβρίου, δηλαδή την παραμονήν του απόπλου μας, είχε προσκληθεί από την Σμύρνην ιερεύς για να ψαλή επιμνημόσυνος δέησις και ν’ αποχαιρετίσωμεν τους νεκρούς μας.

Τα χαράματα της 1ης Δεκεμβρίου παρέβαλε μία Αγγλική ακτοφυλακίς. Ο Κυβερνήτης της επεβιβάσθη του ΑΔΡΙΑ, όπου του εξηγήθη λεπτομερώς το σχέδιον φυγής και αυτός με την σειράν του μας επληροφόρησεν ότι δύο επί πλέον ακτοφυλακίδες θα μας συναντούσαν κατά την έξοδον μας από τον όρμον.

Καθώς ο απόπλους μας επλησίαζεν, η εντολή προς όλους ήταν να μην αλλάξουν καθόλου οι καθημερινές συνθήκες της ζωής του πλοίου, κυρίως για να μην προϊδεάσωμεν τυχόν εχθρικούς παρατηρητές. Έτσι, όλοι οι εκτός υπηρεσίας άνδρες εξήλθον του πλοίου κανονικώς και περπατούσαν στην παραλία ή επήγαν στο μοναδικό καφενείο του χωριού. Δηλαδή, “σαν να μην τρέχει τίποτε”…

Ολίγον πρό του απόπλου, μία ομάς απενεργοποίησε αιφνιδιαστικώς το Τ/Φ της Χωροφυλακής και εν συνεχεία επέβη επί του πλοίου. Επίσης επέβησαν ο Άγγλος ναυπηγός που εβοήθησεν κατά την επισκευήν και ένας ειδικός ναυαγοσώστης. Όταν πλέον αρχίσαμεν να λύωμεν τους κάβους, τότε το χωριό αντελήφθη ότι φεύγομε και πολλοί Τουρκοκρήτες έσπευσαν στην παραλίαν και ήρχισαν να μας αποχαιρετούν ενθέρμως, κουνώντας τα χέρια τους και ευχόμενοι συγκινητικώς: “Η Παναγιά μαζί σας”…

Ήταν η ώρα 21:00 όταν τελικώς απεπλεύσαμεν, αφήνοντας πίσω μας το φιλόξενο ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ να επανέλθη στην ήσυχη ζωήν του. Ο ΑΔΡΙΑΣ όμως αντιμετώπισε μεγάλην δυσκολίαν κατά την έξοδον του από τον όρμον και ήταν προφανές ότι το πλοίο δεν εκυβερνάτο κινούμενο με την πρύμναν. Χωρίς τον παραμικρόν δισταγμόν ο Κυβερνήτης απεφάσισεν να στρέψη το πλοίον ώστε η κίνησις από τούδε και στο εξής να γίνεται με την πρώραν. Τούτο βεβαίως ενείχεν τον μεγάλον κίνδυνον να μην ανθέξη το επισκευασθέν πρωραίο μέρος και η όλη προσπάθεια μας ν’ αποβή ματαία…

Έτσι ο ΑΔΡΙΑΣ ήρχισε να προχωρή με την πρώραν του και με μίαν παράξενον μεγαλοπρέπειαν κατευθύνετο αργά-αργά προς τον όρμον Λώρυμα. Η μία ακτοφυλακίς προεπορεύετο, με τις δύο άλλες να καλύπτουν την δεξιάν μας πλευράν και αριστερά μας. Πολύ κοντά ήσαν τα Μικρασιατικά παράλια. Η νύκτα ήταν σκοτεινή, με χαμηλήν νέφωσιν και υπήρχε αρκετός κυματισμός. Η ορατότης ήταν σχετικώς περιορισμένη και ο καιρός έδειχνε ότι μάλλον θα επεδεινούτο.

Πρέπει εδώ να σας αναφέρω παρενθετικώς ότι καθ’ όλην την διάρκειαν του πλού μας κοντά στις ακτές της Τουρκίας και μέχρις ότου εβγήκαμε επιτέλους ανοικτά για την Κύπρο, τα Τουρκικά φυλάκια σποραδικώς έβαλον εναντίον μας. Ευτυχώς, οι επιθέσεις αυτές δεν είχαν κάποιο αποτέλεσμα, αν βεβαίως εξαιρέσωμεν την συχνήν όχλησιν και μερικές μικρές οπές στην υπερκατασκευήν μας.

Καθώς επλησιάζαμεν με πολύ μεγάλην προσοχήν την περιοχήν της Κω, αίφνης ήναψεν ο ισχυρότατος προβολέας της και παρ’ ολίγον να μας φωτίση καθώς ηρεύνα επιμόνως προς την πλευράν μας. Προφανώς οι καιρικές συνθήκες είχαν ματαιώσει τον προγραμματισμένο αεροπορικό βομβαρδισμό που θα εκάλυπτε την διαφυγήν μας από εκείνο το δύσκολο σημείο και είμεθα πραγματικώς έκθετοι. Ευτυχώς η αγωνία μας αυτή έληξε συντόμως, με την ξαφνικήν εμφάνισιν ενός κατάφωτου Γερμανικού νοσοκομειακού πλοίου. Αφήνοντας αμέσως την έρευνα, ο προβολεύς – προς διευκόλυνσιν του νοσοκομειακού – επεκεντρώθη στον φωτισμόν του διαύλου και έτσι εμείς διεφύγαμεν της προσοχής. Βέβαια, διερωτάται κανείς και πάλιν πόσον τυχαίον ήτο αυτό…

Μόλις ηρεμήσαμε απ’ αυτήν την λαχτάρα, ήρθε η επιδείνωσις των μετωρολογικών συνθηκών. Αν και η χειροτέρευσις της ορατότητος συνέβαλε στην απόπειρα να περάσωμεν κυριολεκτικώς “κάτω από την μύτη του εχθρού”, η σύγχρονος επίτασις της θαλασσοταραχής μας προσέθεσεν μεγάλην ανησυχίαν για την αντοχήν του πλοίου. Το επισκευασθέν τμήμα της πρώρας είχεν ήδη αρχίσει να διαρρέη και να καθιστά τον ΑΔΡΙΑΝ έμπρωρον. Όλες οι αντλίες είχαν τεθεί σε λειτουργία, ακόμη και οι χειροκίνητες.

Φωτογραφία με αφιέρωση. Φέρει τις υπογραφές του Κυβερνήτη και των Αξιωματικών του ΑΔΡΙΑ.

Καθώς η ευστάθεια εχειροτέρευε, ο Άγγλος ναυπηγός ανέφερεν πιεστικώς στον Κυβερνήτην ότι το πλοίον αποκλείεται ν’ ανθέξη άλλο και θα έπρεπε να εγκαταλειφθή. Όταν όμως η εμμονή του σ’ αυτήν την άποψιν κατέστη όχλησις, ο Κυβερνήτης με πολύ αυστηρό τόνο του είπεν: “Σας ήκουσα κύριε και σας ευχαριστώ, αλλά ο Κυβερνήτης είμαι εγώ, πηγαίνετε!”.

Το μόνο που δεν χρειαζόταν εκείνην την στιγμήν ο Κυβερνήτης μας ήταν κάποιον που επιμόνως να του επαναλαμβάνη κάτι για το οποίον όλοι αγωνιούσαμε, αλλά ηρνούμεθα να πιστέψωμεν ότι ήταν δυνατόν να συμβή. Δηλαδή, το να χαθή ο ΑΔΡΙΑΣ μας…

Ήταν η ώρα 06:00 καθώς προέβαλε αδύναμο το λυκαυγές, η νέφωσις ήταν ακόμη πιο χαμηλή από την προηγούμενη νύκτα και η ορατότης πολύ κάτω των 200 μέτρων. Την στιγμήν εκείνην απήχαμε μόλις 20 λεπτά από τον πρώτον προορισμόν μας και τώρα έπρεπε “με νύχια και με δόντια” να κρατήσωμεν το καράβι έως ότου καταφέρομεν να το προσαράξωμεν στον όρμον Λώρυμα. Καθώς θα είχαμε μίαν ολόκληρον ημέραν εκεί, θα επαναεπισκευάζοντο κατά το μέτρον του δυνατού οι ζημίες και έπειτα, ο Θεός βοηθός…

Στις 06:20 την πρωϊαν της 2ας Δεκεμβρίου ο ΑΔΡΙΑΣ προσήραξε για μίαν ακόμη φοράν στα Τουρκικά παράλια. Σαν μανιακοί και χωρίς να αναμείνουν διαταγήν, οι άνδρες του αγήματος αποκαταστάσεως βλαβών ώρμησαν στο πρωραίον τμήμα. Εκείνη την ημέρα άπαντες, υπό τις οδηγίες του Πρώτου Μηχανικού, του Άγγλου ναυπηγού και του ναυαγοσώστη, επεδόθησαν με πολύ μεγάλην ψυχήν στο έργον της αποκαταστάσεως του αναπήρου, αλλά ακόμη περήφανου ΑΔΡΙΑ.

Επίσης, ήλθαμε σε επαφή και με τους ολίγους κατοίκους της περιοχής του όρμου, που ήσαν 5 Έλληνες Μικρασιάτες βοσκοί και ένας Άγγλος πράκτωρ. Μέσω του τελευταίου διεμηνύσαμεν στην Αλεξάνδρειαν ότι το πρώτον σκέλος του σχεδίου φυγής είχεν ολοκληρωθεί επιτυχώς.

Περί την μεσημβρίαν με ανησυχίαν ηκούσαμε βόμβον Α/Φ, αλλά η χαμηλή νέφωσις μας εκάλυψεν πλήρως. Αργά το απόγευμα οι πυρετώδεις επισκευές μας εσταμάτησαν και ό,τι ήτο δυνατόν να γίνη έπρεπε τώρα να επαρκέση. Η κακή ορατότης που επικρατούσε ευλόγως ενεθάρρυνε τον Κυβερνήτην να διακινδυνεύση ενωρίτερον απόπλουν για το Καστελλόριζο, δηλαδή καθώς θα έδυεν ο ήλιος. Έτσι θα προελάμβανε ο ΑΔΡΙΑΣ να περάση από την περιοχή εμβέλειας του προβολέα της Ρόδου ακριβώς κατά το λυκόφως, όταν δηλαδή θα ήταν οι συνθήκες ιδανικές για να μην μας διακρίνουν οι Γερμανοί.

Καθώς εξερχόμεθα του όρμου ο άνεμος είχε κάπως κοπάσει, αλλά υπήρχε ακόμη αρκετή θαλασσοταραχή. Ενώ διαπλέαμεν από το πλέον κρίσιμον σημείον, ο προβολεύς της Ρόδου ήναψε και ήρχισεν να ερευνά επισταμένως προς την πλευράν μας. Το αίμα μας επάγωσεν όταν μας εφώτισεν δύο ή τρίς φορές, αλλά και πάλι για καλήν μας τύχην δεν μας διέκριναν. Στο λυκόφως, το γκρίζο χρώμα του πλοίου με το γκρίζο της θαλάσσης και του νεφοσκεπούς ουρανού μας είχεν κάνει σχεδόν αόρατους.

Έτσι διεφύγαμεν τον μεγάλον κίνδυνον εντοπισμού από την Ρόδο και καθώς η τύχη εξηκολούθησε να μας ευνοή, η θάλασσα ήρχισεν να ημερεύη και ο πλούς μας να γίνεται άνετος. Βεβαίως όχι όσον θα ήθελεν κανείς, αφού οι Τ/Κ του εχθρού περιπολούσαν διαρκώς στην περιοχή αυτή και οπωσδήποτε δεν ήσαν μακρυά μας.

Επίσης, για να μην απαλλαγούμε τελείως από το άγχος, υπήρχε και η ακανθώδης έγνοια του κατά πόσον θα επαρκούσε το πετρέλαιον μας μέχρι το Καστελλόριζον. Αυτό γιατί εκείνα τα τελευταία αγωνιώδη 20 λεπτά προ της προσαράξεως μας στον όρμο Λώρυμα, είχεν απορριφθεί αρκετόν πετρέλαιον στην θάλασσαν για να κρατηθή το πλοίον. Άν δεν μας έφθανε τώρα, είμεθα εντελώς καταδικασμένοι…

Καθώς εχάραζεν το λυκαυγές, εφάνησαν στην πρώραν μας δυο Α/Τ που ήσαν τα ΤΖΕΡΒΙΣ και ΠΕΝΝ. Ο Διοικητής του 14ου Στολίσκου – που επέβαινε στο πρώτον – μας εσήμανε να πλεύσωμεν αμέσως στον Τουρκικόν όρμον ΚΑΚΑΒΑ, μόλις ολίγα μίλια ανατολικώς του Καστελλορίζου. Εκεί τους συναντήσαμεν κατά την 9ην πρωϊνήν της 3ης Δεκεμβρίου και παρεβάλαμεν στο ΤΖΕΡΒΙΣ για να παραλάβωμεν πετρέλαιον. Στον όρμο ήταν επίσης αγκυροβολημένο και ένα μεγάλο ρυμουλκό ανοικτής θαλάσσης, που είχε σταλεί εκεί από την Αλεξάνδρεια για να μας ρυμουλκήση.

Στις 2:00 μ.μ. ένα Γερμανικόν αναγνωριστικόν επέταξεν πολύ χαμηλά από επάνω μας και η ακριβή θέσις μας ήταν πλέον γνωστή στον εχθρόν. Τότε απεφασίσθη – αντί της νυκτός – ο απόπλους για την Κύπρον να γίνη ενωρίς το απόγευμα, με απ’ ευθείας έξοδον προς το ανοικτόν πέλαγος. Τοιουτοτρόπως, μέχρι της δύσεως του ηλίου θα μας εδίδετο η ευκαιρία – αν και ρυμουλκούμενοι – να έχωμεν απομακρυνθή όσον το δυνατόν περισσότερον από την περιοχήν εντοπισμού μας. Η ριψοκίνδυνος αυτή απόφασις εστηρίχθη στην απλήν λογικήν ότι οι Γερμανοί δεν θα εφαντάζοντο ποτέ ότι ένα πλοίον στην κατάστασιν του ΑΔΡΙΑ θα ετόλμα – και μάλιστα μήνα Δεκέμβριον – να επιχειρήση έξοδον στο ανοικτόν πέλαγος, οπότε βέβαιοι θ’ ανέμεναν μίαν νυκτερινήν απόπειραν διαφυγής του κατά μήκος των Τουρκικών ακτών.

HMS Jervis  (κάτω) και HMS Penn. Τα δυο αντιτορπιλλικά, που συνόδευσαν τον ΑΔΡΙΑ κατά την πορεία του από το Καστελλόριζο προς τη Λεμεσσό, παρέχοντας την προστασία τους.

Στις 16:30 και καθώς οι Γερμανοί θα εσχεδίαζαν με ακρίβειαν την νυκτερινήν τους επίθεσιν, ο ΑΔΡΙΑΣ απέπλευσεν ρυμουλκούμενος από την πρύμναν και εξήλθε του όρμου συνοδευόμενος από τα δύο Α/Τ και τις τρείς ακτοφυλακίδες. Συντόμως διεπιστώθη ότι η από πρύμνης ρυμούλκησις ήταν πολύ βραδεία και δυσχερής, κυρίως λόγω των παραμορφωμένων ελασμάτων. Ευτυχώς η θάλασσα ήταν ήρεμος, αλλά με την βελτίωσιν των καιρικών συνθηκών το αυτό ίσχυε και για την ορατότητα, πράγμα πολύ ανησυχητικό για μας. Έφθανε άλλο ένα αναγνωριστικόν Α/Φ για να προδοθή το σχέδιον μας, αλλά οι Γερμανοί ευτυχώς επέδειξαν την αναμενόμενην συμπεριφοράν και ήδη γνωρίζοντες την θέσιν μας, απλώς εθεώρουν ότι δεν θα εκινούμεθα από εκεί προτού επέλθει το σκότος.

Όταν περί ώραν 20:00 μία μεγάλη έκτασις κατά μήκος των Τουρκικών ακτών έλαμψεν με τα φωτιστικά του εχθρού, εμείς ήδη ευρισκόμεθα μόλις μερικά μίλια Δυτικώς από την περιοχήν ερεύνης του. Περισσότερον ακόμη και από όσον είχαμεν φανταστεί, οι μεθοδικοί Γερμανοί επεκέντρωσαν την προσοχήν τους μόνον στις πλέον πιθανολογούμενες κατ’ αυτούς θέσεις μας, επιδεικνύοντας απόλυτον βεβαιότητα για τον νυκτερινόν απόπλουν του ΑΔΡΙΑ και την κίνησιν του κατά μήκος των ακτών. Άν και δεν ευρισκόμεθα ακόμη σε απολύτως ασφαλήν απόστασιν, η υπόθεσις του Κυβερνήτου μας επεβεβαιώθη πλήρως, αφού ουδείς από την πλευράν του εχθρού εσκέφθη να ερευνήση ολίγον Δυτικότερον και προς το ανοικτόν πέλαγος.

Μη δυνάμενοι λοιπόν να μας εντοπίσουν, οι Γερμανοί δυστυχώς έστρεψαν την οργήν τους προς το Καστελλόριζον και το εσφυροκόπησαν με μεγάλην αγριότητα. Ακριβώς την ώραν που διεδραματίζετο η επίθεσις αυτή και ο εχθρός ευρίσκετο εν πλήρη εγρηγόρσει, αίφνης ανέτειλε μία φωτεινοτάτη σελήνη και για ακόμη μίαν φοράν είμεθα ευάλωτοι στον εντοπισμόν. Ευτυχώς, πάλιν δεν μας είδαν και μέσα μας όλοι προσευχηθήκαμεν για τους άτυχους νησιώτες που εκείνην την νύκτα εισέπραξαν αυτό που προωρίζετο για εμάς. Αλλά αυτή είναι η τραγωδία του πολέμου, που στην δίνη του παρασύρει όλους – αθώους και μή – και πολύ συχνά η ευτυχία του ενός γίνεται δυστυχία του άλλου…

Το Καστελλόριζο την επομένη του βομβαρδισμού.

Ο πλούς μας συνεχίσθη όλην την νύκτα χωρίς άλλα επεισόδια και όταν η παρ’ ολίγον προδοτική σελήνη ήρχισεν να δύη, τότε ηκούσθη ένας ναύτης μας να λέγη μεγαλοφώνως: “Μην ξανακούσω κανένα κερατά να μιλάει για φεγγάρια και ρομάντζες γιατί θα τον…” και σταματώ εκεί…

Την πρωϊαν της 4ης Δεκεμβρίου, με μεγάλην ανακούφισιν είδαμε δύο καταδιωκτικά ΣΠΙΤΦΑΪΕΡ και ένα αεροσκάφος ανθυποβρυχιακής ερεύνης και είχαμε επιτέλους εισέλθει εντός ακτίνος συμμαχικής αεροπορικής καλύψεως. Η δυσχερής ρυμούλκησις του ΑΔΡΙΑ  συνεχίζετο με την ίδιαν απελπιστικώς βραδείαν πρόοδον, αφού από το προηγούμενο απόγευμα μόλις είχαμε καλύψει 65 μίλια. Τότε ο Κυβερνήτης του ΑΔΡΙΑ εζήτησεν την άδειαν του Διοικητού να πλεύσωμεν δι’ ιδίων μέσων. Η άδεια εδόθη και ελεύθερος από το ρυμουλκόν ο ΑΔΡΙΑΣ επέτυχεν ταχύτητα 10,5 κόμβων. Ήταν ευτυχώς γαλήνη και το πρωραίον τμήμα άντεχε καλώς.

Στις 19:30 καταπλεύσαμεν στην Λεμεσόν. Αμέσως παρεβάλαμεν σε πετρελαιοφόρον και σε ολίγες μόνον ώρες θα απεπλέαμεν για την Αλεξάνδρεια. Τα δύσκολα είχαν πλέον περάσει, πράγμα που επιβεβαίωσεν και ο Κυβερνήτης στην γενικήν κλήσιν που διέταξε, όπου συνεχάρη τους πάντες για την καλήν εκτέλεσιν του καθήκοντος των.

Είναι πολύ δύσκολον να περιγράψω τα συναισθήματα εκείνης της ημέρας. Πάντως, το απίθανον του τι επετεύχθη σίγουρα δεν είχεν ακόμη πλήρως συνειδητοποιηθεί από εμάς τους νεώτερους, αλλά όταν είναι κανείς νέος δεν εμβαθύνει και τόσον στην σκέψιν του. Απλώς δρά και μεταθέτει τις μεγάλες αναλύσεις των εμπειριών του δι’ αργότερον στην ζωήν του. Έτσι, παρά την τετραήμερον αϋπνίαν και τις έντονες συγκινήσεις που όλοι ζήσαμε κατά την διάρκειαν αυτής της μικρής Οδύσσειας, τώρα στα καταστρώματα έβλεπες νεαρά παιδιά με πρόσωπα γελαστά και χαρούμενα.

Την 4ην πρωϊνήν της 5ης Δεκεμβρίου και συνοδεία των άλλων Α/Τ, απεπλεύσαμεν για την Αλεξάνδρειαν, Όταν τα Α/Τ ΕΞΜΟΥΡ και ΩΝΤΕΝΑΜ ήρθαν ν’ αντικαταστήσουν τα ΤΖΕΡΒΙΣ και ΠΕΝΝ, ο αποχωρών Διοικητής έστειλεν το ακόλουθο σήμα στον ΑΔΡΙΑ: “Καλό ταξείδι. Όλοι θαυμάζομεν την υπέροχον προσπάθειαν να φυγαδεύσετε το πλοίον σας”. Παρόμοιο σήμα εστάλη και από το ΠΕΝΝ.

Ο πλούς μας προς την Αλεξάνδρειαν εχαρακτηρίσθη από έναν πραγματικόν οργασμόν μπουγάδας. Άν εξαιρέσωμε μίαν σχετικήν λαχτάραν κατά την διάρκειαν της ημέρας – όταν επεδεινώθη ο καιρός και εχρειάσθησαν πάλιν οι αντλίες – η μπουγάδα συνεχίσθη ολημερίς και η νύκτα μας ηύρεν να πλέωμεν ηρέμως και με τον στάζοντα ιματισμόν να κρέμεται κυριολεκτικά από παντού. Έπρεπε την επομένην όλοι να είμεθα καθαροί γιά να παραταχθούμε αξιοπρεπώς κατά την είσοδον μας στην Αλεξάνδρεια, όπως αρμόζει σ’ ένα πολεμικόν πλοίον.

Η 6η Δεκεμβρίου εξημέρωσεν ηλιόλουστος και τολμώ να πώ πως όλοι μας νοιώθαμε την μεγάλην χάριν του Αγίου Νικολάου ολίγον περισσότερον από κάθε άλλον εκείνο το πρωινό. Με τον παραδοσιακόν σημαιοστολισμόν να κυματίζη προς τιμήν του προστάτη μας και με την Αλεξάνδρεια να φαίνεται ευκρινώς στο βάθος, ο ΑΔΡΙΑΣ είχεν επιτέλους σχεδόν φθάσει.

Εισερχόμενοι στον δίαυλον και κινούμενοι προς τον λιμένα, διετάχθη το “εις τάξιν αγκυροβολίας”. Βεβαίως άγκυρες δεν υπήρχαν δίχως την πρώραν, αλλά η διαταγή εσήμαινε παράταξιν του πληρώματος επί του καταστρώματος σαν να επρόκειτο να γίνη αγκυροβολία. Το πλήρωμα, με απαστράπτοντα ιματισμόν, κατέλαβε τις θέσεις του άψογον και υπερήφανον.

Ο ΑΔΡΙΑΣ εισέρχεται στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας με το πλήρωμα παρατεταγμένο στο κατάστρωμα.

Στην καλυτέραν των περιπτώσεων αναμέναμεν με την άφιξιν μας κάποιαν θερμήν υποδοχήν από τους Έλληνες συμπολεμιστές μας, που επί 40 ημέρες με αγωνίαν παρηκολούθουν από εκεί την περιπέτειάν μας. Κανείς όμως από εμάς δεν εφαντάσθη ποτέ αυτά που επηκολούθησαν.

Κατ’ αρχάς και καθ’ όν χρόνον είμεθα ακόμη στον δίαυλον, μας επλησίασεν το ναρκαλιευτικόν ΣΑΛΑΜΙΝΙΑ. Στο κατάστρωμα του ήσαν παρατεταγμένοι πολλοί ένστολοι Έλληνες υψηλόβαθμοι ναυτικοί και διεκρίναμε αμέσως τον Διοικητήν Αντιτορπιλλικών, τους άλλους Ανωτέρους Διοικητάς, τον Αρχιεπιστολέα Στόλου και το Επιτελείον του Αρχηγού. Περνώντας δίπλα μας ηκούσθησαν 3 βροντερές ζητωγραυγές κατά παραγγελίαν του Διοικητού Αντιτορπιλλικών και στην συνέχειαν οι Αξιωματικοί κινούσαν ζωηρώς τα πηλίκια των. Αμέσως το ΣΑΛΑΜΙΝΙΑ αναστρέφει και μας ακολουθεί τιμητικώς, ενώ εδέχθημεν καταιγισμόν πολύ τιμητικών συγχαρητηρίων σημάτων από ολόκληρον την ηγεσίαν του Ναυτικού μας.

Καθώς επλησιάζαμεν στην είσοδον του λιμένος, είδαμε δύο βενζινακάτους που ήρχοντο ολοταχώς και μόλις μας έφθασαν, ανέστρεψαν και μας ηκολούθουν δεξιά και αριστερά μας στο ύψος της γεφύρας. Στην δεξιάν επέβαινε ο τότε Υπουργός Ναυτικών Σοφοκλής Βενιζέλος με τους αξιωματούχους του Υπουργείου του και στην αριστεράν ο Άγγλος Ναύαρχος ΠΟΛΑΝΤ με το Επιτελείο του.

Ο ΑΔΡΙΑΣ αμέσως εσήμανε ακινησίαν για ν’ αποδοθούν οι συνήθεις τιμές και κάποιοι από εμάς τους νεωτέρους ήρχισαν κάπως να συνειδητοποιούν ότι η αυτονόητος ως εκείνη την στιγμήν προσπάθεια μας να σώσουμε το πλοίον και τις ζωές μας ίσως να ήταν ένα ιδιαίτερον επίτευγμα. Οπωσδήποτε ήταν πρωτοφανές και συγκινητικόν να μας υποδέχονται με τόσον τιμητικόν τρόπον ο Υπουργός των Ναυτικών και όλη η Ελληνική Ναυτική ηγεσία, αλλά εδώ ήρθεν και ο Άγγλος Ναύαρχος της Αλεξανδρείας. Και δεν είχαμε δεί τίποτε ακόμη…

Καθώς εισερχόμεθα στον λιμένα, ο σηματοφορικός σταθμός της Αλεξανδρείας – ακριβώς απέναντι μας – ήρχισε να μεταβιβάζη το ακόλουθον σήμα από τον Αρχηγόν Στόλου της Μέσης Ανατολής, Ναύαρχον ΟΥΪΛΛΙΣ: “Πολύ ευτυχής που σας ξαναβλέπω. Η αποφασιστικότης σας να σώσετε το πλοίον σας παρηκολουθήθει με θαυμασμόν και σας συγχαίρω για το λαμπρόν κατόρθωμα”.

Η συγκινησιακή μας φόρτησις είχεν πλέον αρχίσει να γίνεται πολύ μεγάλη καθώς εξετυλίσσετο το μέγεθος της υποδοχής που μας επεφυλάσσετο απ’ όλους τους συμμάχους. Είναι ένα πράγμα να σε τιμούν οι δικοί σου, αλλά όταν σε παραδέχονται με τέτοιον μεγαλειώδη τρόπον και οι ξένοι, τότε νοιώθεις ότι συνέβαλες στο να τιμηθή η Ελλάς ολόκληρος. Τα πρόσωπα όλων μας ήρχισαν κυριολεκτικώς να λάμπουν από υπερηφάνειαν και πολλών τα μάτια ήταν βουρκωμένα.

Παραπλέοντες ένα Αγγλικόν καταδρομικόν ακριβώς κατά την είσοδον μας στον λιμένα, είδαμε το πλήρωμα του παρατεταγμένον και απαστράπτον. Πριν προλάβουμε να σημάνουμε ακινησίαν για να το τιμήσωμεν, τα μεγάφωνά του έδωσαν ένα παράγγελμα και χίλια καπέλα σηκώθηκαν ψηλά στον αέρα καθώς ηκούσθη βροντερώς “ΧΟΥΡΑ!” τρείς φορές. Δίπλα και αριστερά μας ένα Πολωνικόν Α/Τ, το ίδιο…και πάλι το ίδιο όπου και να επήγαινε το βλέμμα μας, όταν πλέον είχαμεν εισέλθει για τα καλά εντός του λιμένος.

Πρέπει να φανταστήτε τον λιμένα της Αλεξανδρείας το 1943 κατάμεστον από συμμαχικά πολεμικά και εμπορικά πλοία και όλα, εκείνο το ηλιόλουστο μεσημέρι του Αγίου Νικολάου, να έχουν φορέση τα καλά τους για να μας υποδεχθούν. Παντού πληρώματα αψόγως παρατεταγμένα με Άγγλους, Ολλανδούς, Πολωνούς και Έλληνες ναύτες και αξιωματικούς ηνωμένους σε μίαν εορτήν που όμοια της δεν έχω ξαναδεί σ’ όλην την μετέπειτα ναυτικήν μου σταδιοδρομίαν. Εκπληκτικώς, με τον ίδιον ενθουσιασμόν μας υπεδέχθησαν ακόμη και κάποια Γαλλικά πολεμικά πλοία που ευρίσκοντο εκεί αιχμάλωτα και παρωπλισμένα, καθ’ ότι πιστά στην φιλοναζιστικήν Κυβέρνησιν του Βισσύ.

Ο Γεώργιος Τασσάς, τελευταίος επιζών του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ, φωτογραφίζεται μπροστά από τον πίνακα του Αντώνη Κανά.

Καθώς προσέδεεν ο ΑΔΡΙΑΣ σε προβλήτα δίπλα από το πλωτόν συνεργείον ΡΗΣΟΡΣ, ο καταιγισμός των συγχαρητηρίων σημάτων δεν είχεν ακόμη κοπάσει, ούτε οι ζητωκραυγές και τα σφυρίγματα των εμπορικών πλοίων, που και αυτά ήνωσαν την φωνή τους στο καλωσόρισμα μας. Τέλος, επί του ιστού του πλοίου του Άγγλου Διοικητού Α/Τ παρετηρήθη έπαρσις με σημαίες που μετέδιδαν το μήνυμα “WELL DONE ADRIAS” δηλαδή “Εύγε Αδρία”.

Επηκολούθησεν η εξής ανταλλαγή σημάτων μεταξύ Α.Σ. Μέσης Ανατολής και Βρεττανικού Ναυαρχείου. Ο πρώτος εσήμανεν: “Ο ΑΔΡΙΑΣ κατέπλευσεν στην Αλεξάνδρεια 13:30 σήμερον, πλεύσας με τας ιδίας δυνάμεις. Επιτυχία αυτής της παρακινδυνευμένης επιχειρήσεως οφείλεται μεγίστως στην ικανότητα του Κυβερνήτου”. Σ’ αυτό απήντησεν το Βρεττανικό Ναυαρχείο: “Παρακαλώ διαβιβάσατε τα συγχαρητήρια των Λόρδων του Ναυαρχείου στον Κυβερνήτην του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ, χάριν στην τόλμην και επιδεξιότητα του οποίου κατέστη δυνατόν να φθάση το πλοίον στην Αλεξάνδρειαν”.

Κλείνοντας την ομιλίαν μου αυτήν θέλω μόνο να σας πώ ότι ο ΑΔΡΙΑΣ διήνυσε από το ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ 730 ολόκληρα ναυτικά μίλια και δεν υπήρξε ούτε ένας από τους επιβαίνοντές του που δεν υπερέβη τον εαυτόν του για να επιτευχθή αυτό που σας αφηγήθηκα σήμερα. Όμως, όπως πολύ σωστά καταδεικνύει η παραπάνω ανταλλαγή σημάτων, ο ΑΔΡΙΑΣ τα κατάφερε γιατί ο Κυβερνήτης μας ήταν αυτός που ήταν.

Η σκυτάλη: Η φρεγάτα του Πολεμικού Ναυτικού Φ/Γ ΑΔΡΙΑΣ (F 459).

ΑΔΡΙΑΣ – Η απίστευτη ιστορία του Ελληνικού αντιτορπιλικού
 

Ο αντιναυάρχος Κωνσταντίνος Σ. Σωτηρίου (Καβάλα 1918 – Αθήνα 2008) υπηρέτησε σε πλοία επιφανείας καθώς και σε επιτελικές και διοικητικές θέσεις. Μεταξύ άλλων, διετέλεσε κυβερνήτης της κορβέτας ΤΟΜΠΑΖΗΣ (1949), του ζεύγους αντιτορπιλικών ΙΕΡΑΞ και ΠΑΝΘΗΡ (1956-1957), ΚΡΗΤΗ (1967), Διοικητής της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων (1964-1967), Υπαρχηγός ΓΕΝ (1968-1970). Στις 15.01.1944, τιμήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό Γ΄Τάξης, “για την εξαιρετικήν ψυχραιμίαν, απτόητον και ατάραχον εμφάνισίν του, αναλαβών με πλήρη ηρεμίαν και ακρίβειαν, αν και τραυματισθείς, την διεύθυνσιν του απομείναντος οπλισμού του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ, κατά την πρόσκρουσιν σε νάρκη στις 22.10.1943”.

 

Κωνσταντίνος Σ. Σωτηρίου: Πτυχές από την πολεμική δράση του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ (L67) Μέρος Α΄: Η πρόσκρουση σε νάρκη και η προσάραξη στα Μικρασιατικά παράλια

Κωνσταντίνος Σ. Σωτηρίου

Πτυχές από την πολεμική δράση του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ (L67)
Μέρος Α΄: Η πρόσκρουση σε νάρκη και η προσάραξη στα Μικρασιατικά παράλια

To ανέκδοτο κείμενο που ακολουθεί, είναι μια ομιλία του αντιναυάρχου Κωνσταντίνου Σ. Σωτηρίου (Καβάλα 1918 – Αθήνα 2008), ο οποίος, το 1943, υπηρέτησε με τον βαθμό του ανθυποπλοιάρχου στο Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ, βιώνοντας από κοντά μια απίστευτη περιπέτεια, από τις πλέον ένδοξες της ιστορίας του ελληνικού πολεμικού ναυτικού. Η ομιλία έλαβε χώρα τον Μάρτιο του 2004 στην Αθήνα. Ο προφορικός λόγος, η γλώσσα, η στίξη, ο τονισμός και η ορθογραφία του πρωτοτύπου διατηρήθηκαν στο ακέραιο. Η Clio Turbata δημοσιεύει σήμερα για πρώτη φορά τη σημαντική αυτή μαρτυρία στο σύνολό της, ως ελάχιστο φόρο τιμής στη μνήμη όσων συμμετείχαν σε αυτή την ηρωϊκή επιχείρηση.

Κυρίες και Kύριοι,

Ακόμη διερωτώμαι πού με θυμήθηκε ο κ. Μπελώνιας και μπήκε στον κόπο να μ’ εντοπίση, για να μου απευθύνη αυτή την τόσον τιμητικήν πρόσκλησιν. Ομολογώ ότι κατ’ αρχάς εδίστασα, αφού αμέσως εσκέφθην ότι η αποδοχή της θα εσήμαινε την διαταραχή της νιρβάνας που απορρέει από το προνόμιον της αφανείας που δικαιούται να απολαμβάνη ο κοινός πρεσβύτης. Μετά όμως μ΄εκυρίευσεν η ιδέα ότι ίσως να ήταν σκόπιμον να την αποδεχθώ, γιατί έτσι θα μου εδίδετο η ευκαιρία να εκπληρώσω ένα μεγάλο χρέος. Να γίνω δηλαδή για λίγο η φωνή των αγαπημένων μου φίλων και συμπολεμιστών που χάθηκαν σε τόσον νεαράν ηλικίαν και στα 86 μου χρόνια – ίσως για τελευταία φορά δημοσίως – να θυμίσω την ιστορία τους και να τους τιμήσω για την μεγάλη τους προσφορά στην πατρίδα.
Σε μία ηλικία που οι άνθρωποι συνήθως γλεντούν την ανεμελειά της νιότης, εμείς οι ολοένα απερχόμενοι επιζώντες του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου ζήσαμε εμπειρίες δύσκολες και σκληρές, απ’ αυτές που σημαδεύουν για πάντα την ψυχήν του ανθρώπου. Τότε, η κάθε μας ημέρα θα μπορούσε να ήταν η τελευταία και στην πορεία εκείνου του μακροχρόνιου αγώνος, εβιώσαμε τις πλέον ακραίες εκδηλώσεις της ανθρωπίνης φύσεως.

Αν και πάντα απεύχομαι την πιθανότητα να εκτεθούν σε παρόμοιες καταστάσεις οι νεώτερες γενιές, θεωρώ ότι κάποια χρήσιμα διδάγματα που εμείς απεκομίσαμεν από τον πόλεμον ίσως δεν θα έπρεπε να τα πάρουμε μαζί μας ησύχως. Αυτό, για να μην χάνεται ποτέ από τις συνειδήσεις των νεωτέρων η επαφή με την φρίκην του πράγματος, σαν ένα μήνυμα αποτρεπτικόν ώστε να μην γίνονται πόλεμοι ελαφρά τη καρδία, σαν αυτούς που δυστυχώς βλέπομεν τελευταία. Επίσης, αλλά εξ ίσου σημαντικόν, για να μην λησμονείται από τις νέες γενιές μας η δικαιολογημένη υπερηφάνεια που θα πρέπει να διατηρούν στην ψυχή τους για το πως συμπεριεφέρθησαν τότε οι Έλληνες.

Βρέθηκα λοιπόν σήμερα εδώ για να θυμηθούμε μαζί τον ΑΔΡΙΑ, επί του οποίου είχα την τιμή σαν νεαρός Ανθυποπλοίαρχος, πριν από 60 ολόκληρα χρόνια, να υπηρετήσω στην θέσιν του Αξιωματικού Πυροβολικού. Η ομιλία μου κυρίως θα επικεντρωθή σε γεγονότα, καθώς θα σας αφηγηθώ μιά από τις πολλές ιστορίες, που σαν περιπεπλεγμένες ίνες συνθέτουν το ύφασμα της όλης εμπειρίας ενός πολέμου. Όμως, πίσω από τα ψυχρά ίσως δεδομένα της αφήγησης μου, θα πρέπει και σείς να ταξειδέψετε για λίγο μέσα στον χρόνο. Να προσπαθήσετε δηλαδή “να μπείτε στο πετσι” των ανθρώπων που ζούσαν εκείνη την εποχή και να φαντασθήτε – πράγμα σχεδόν αδύνατον σήμερα – μιαν Ελλάδα υπό Γερμανικήν και Ιταλικήν κατοχήν και ένα τότε Β.Ν. – μαζί με κάποια διαφυγόντα τμήματα του Ελληνικού Στρατού – να εξακολουθούν μίαν ένδοξον δράσιν από την Αίγυπτον.

Το Ναυτικό μας, προκειμένου να μεγιστοποιηθή η επιχειρησιακή του συμβολή, είχε προσαρτηθεί οργανικώς στον Αγγλικόν Στόλον και κάτω από την Διοίκησιν του συνέχισε να συμμετέχη σημαντικώς στον όλον συμμαχικόν αγώνα κατά του Άξονα. Έτσι, εκτός από επιχειρήσεις σ’ όλην την Μεσόγειον, Ελληνικά πολεμικά πλοία ευρέθησαν να επιχειρούν και σε πολύ μακρυνές περιοχές στον Ατλαντικό, Ειρηνικό και Ινδικό Ωκεανούς, σα αποστολές ακόμη και κατά των Ιαπώνων.

Όλα τα πλοία του ναυτικού και ιδιαιτέρως τα αντιτορπιλλικά – που οι Άγγλοι συνήθιζαν ν’ αποκαλούν και τσοπανόσκυλα του στόλου – ανελάμβαναν πλήθος αποστολών. Ήταν σύνηθες κατά την εκτέλεσιν των αποστολών των αυτών να υπάρχουν εμπλοκαί με εχθρικά πλοία, αλλά και να δέχονται επιθέσεις από αέρος ή ακόμη και από ξηράς, σε περιπτώσεις υποστηρίξεως αποβατικών ή επιδρομικών επιχειρήσεων.

Άν και με τον ΑΔΡΙΑ εβίωσα πολλές και επικίνδυνες αποστολές, για την σημερινή μου ομιλία επέλεξα ένα εξέχον επεισόδιο από την δράσιν του που έχει χαραχθεί πολύ βαθειά στην μνήμη μου. Ήταν η περιπέτεια του βαρύτατου τραυματισμού του πλοίου στις επιχειρήσεις των Δωδεκανήσων και ο εν συνεχεία αγωνιώδης πλούς μας προς Αλεξάνδρειαν.

Κυρίες και Kύριοι,

Ένα πολεμικό πλοίο, εκτός από την τεχνολογία που το απαρτίζει, μεταφέρει και μίαν ομάδα ανθρώπων που επιδιώκουν έναν κοινόν σκοπόν. Για να επιτευχθή όμως ο κοινός αυτός σκοπός, χρειάζεται ένας ηγέτης με την ικανότητα να προάγη ένα επίπεδο συλλειτουργίας και οργανώσεως τέτοιο, ώστε και η συνεργασία μεταξύ ανθρώπων, αλλά και η εμπλοκή μεταξύ ανθρώπων και τεχνολογίας ν’ αξιοποιούνται στο έπακρον της αποδόσεως των. Είναι επίσης ευθύνη του ηγέτου αυτού να εμπνέη την ομόνοιαν ως προς την εμμονήν στον σκοπόν, αλλά και την ομοψυχίαν ακόμη και στις πλέον κρίσιμες και χαλεπές στιγμές. Το πλήρωμα του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ είχε την τύχην να έχη έναν τέτοιον ηγέτην στον τότε Αντιπλοίαρχον Ιωάννην Ν. Τούμπαν, μετέπειτα Ναύαρχον.

Αντιπλοίαρχος Ιωάννης Τούμπας, κυβερνήτης του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ.

Στην συνέχειαν της ομιλίας μου δεν θ’ αναφερθώ σ’ άλλα ονόματα, γιατί θα ήταν άδικο να προβάλλω μόνον την δράσιν των ανδρών του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ ή να μνημονεύσω μόνον τους νεκρούς του και έτσι να κάμω μίαν ασεβήν διάκρισιν προς όλους τους άλλους άνδρες του Ναυτικού μας που εξ ίσου προσέφεραν πολλά στην πατρίδα και βέβαια, πολλοί εξ αυτών, ακόμη και την ζωήν τους.

Το στρατηγικό υπόβαθρο του επεισοδίου που θα σας αφηγηθώ είχεν ως εξής. Τον Σεπτέμβριον του 1943 η Ιταλία κατέρρευσεν, το δε Συμμαχικόν Στρατηγείον του Καϊρου – που επίστευεν στην πιθανότητα της Τουρκικής βοηθείας – εκ των πραγμάτων διεψεύσθη και θα έπρεπε στο εξής να βασιστή μόνον στις δικές του δυνάμεις για τις επιχειρήσεις του στο Αιγαίον. Δεδομένων λοιπόν όλων αυτών, ο Στρατηγός Ουϊλσων διέταξεν την άμεσον κατάληψιν των νήσων Λέρου, Κώ και Σάμου, διαβλέπων μίαν ευνοϊκήν συγκυρίαν στο εκεί υπεράριθμον των Ιταλικών Φρουρών, έναντι των Γερμανικών. Τότε, πολλές Ιταλικές μονάδες εστασίαζαν ή παρεδίδοντο και επικρατούσε μία γενική ανωμαλία στις φρουρές κατοχής που αποσπούσε την προσοχήν των Γερμανικών δυνάμεων.

Παρά ταύτα, στο σχέδιον Ουϊλσων αντέδρασεν ζωηρώς η Ναυτική ηγεσία, καθώς οι στόχοι του ήσαν εκτός ακτίνος δράσεως των συμμαχικών καταδιωκτικών Α/Φ και τα πολεμικά πλοία θα ήναγκάζοντο να επιχειρήσουν άνευ καλύψεως σε μία περιοχή πλήρους από αέρος κυριαρχίας του εχθρού. Η ανησυχία της Ναυτικής ηγεσίας δεν διεψεύσθη, αφού σ’ ένα διάστημα μόλις 2 μηνών εβυθίσθησαν 6 Α/Τ, μεταξύ των οποίων και το ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ, δυστυχώς με βαρειές απώλειες. Επίσης, υπέστησαν σοβαρές ζημίες 4 καταδρομικά και 3 Α/Τ, μεταξύ των οποίων και ο ΑΔΡΙΑΣ.

Το σήμα βύθισης του Α/Τ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ.

Ούτως έχόντων των πραγμάτων, την 20ην Οκτωβρίου 1943 ο ΑΔΡΙΑΣ κατέπλευσεν στην Αλεξάνδρειαν. Εκεί αμέσως παρεβάλαν φορτιγίδες και ήρχισεν φόρτωσις πυρομαχικών και άλλων υλικών, όπως π.χ. συρματοπλεγμάτων, προφανώς για τον ανεφοδιασμόν Αγγλικών χερσαίων δυνάμεων που συμμετείχαν στην εν εξελίξει επιχείρησιν καταλήψεως των νήσων που προανέφερα. Παρ’ όλον που δεν είχαμε ακόμη επισήμως ενημερωθεί, όλο το πλήρωμα του ΑΔΡΙΑ είχεν αντιληφθεί ότι η επόμένη αποστολή μας θα ήταν στα Δωδεκάνησα, εκεί όπου προ ολίγων ημερών χάθηκε το Α/Τ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ.

Τα χαράματα της 21ης Οκτωβρίου, τέσσαρα Α/Τ, δηλαδή τα Α/Τ Στόλου ΤΖΕΡΒΙΣ και ΠΑΘΦΑΪΝΤΕΡ και τα Α/Τ/ Συνοδείας ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ και ΑΔΡΙΑΣ, απέπλευσαν από την Αλεξάνδρεια. Επί του ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ επέβαινε ο Άγγλος Διοικητής του 22ου Στολίσκου Α/Τ, στον οποίον ανήκε ο ΑΔΡΙΑΣ. Ο Κυβερνήτης εκάλεσεν τους Αξιωματικούς για να τους ενημερώσει σχετικώς με το σχέδιον ενεργείας, που είχεν ως εξής:

Η πρώτη ομάς – με τα δύο Α/Τ Στόλου – θα επιχειρούσε να εισέλθη στον όρμον Λάκη της Λέρου, για να εφοδιάση την εκεί Αγγλικήν Φρουράν. Για να προσελκύσουν την προσοχήν του εχθρού μακρυά από την ενέργειαν αυτήν, τα άλλα δύο Α/Τ θα εξετέλουν παραπλανητικήν επιχείρησιν στην Κάλυμνον. Την επομένη νύκτα θα αντηλλάσσοντο οι ρόλοι, οπότε τα δύο Α/Τ Συνοδείας θα απεβίβαζαν τα δικά τους εφόδια στη Λέρο, ενώ η πρώτη ομάς θα ανελάμβανεν την παραπλάνησιν του εχθρού.

Με το σκότος της νυκτός της 21ης Οκτωβρίου είχαμε πλέον καταπλεύσει στην περιοχή των Δωδεκανήσων και οι δύο ομάδες απεχωρίσθησαν, η μεν πρώτη με κατεύθυνσιν προς Λέρον, η δε δευτέρα – με τον ΑΔΡΙΑ – προς τον όρμον του Βαθέως Καλύμνου. Οι πληροφορίες μας ανέφερον ότι στον όρμον αυτόν ήσαν 4 εμπορικά πλοία, που θα έπρεπε να βυθίσωμεν. Επί μιάμισυ ώρα ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ και ΑΔΡΙΑΣ ηρεύνουν την περιοχή με τους μεγάλους προβολείς τους αναμμένους, αλλά δεν ευρέθη τίποτε και ούτε υπήρξεν αντίδρασις εκ μέρους του εχθρού.

Περί την 3ην πρωϊνήν ώραν ο Διοικητής μας απεφάσισεν ν’ αποσυρθούμε και να κινηθούμε προς το προκαθορισμένον σημείον συναντήσεως με την πρώτη ομάδα. Τότε ακριβώς είδαμε φώτα στο αεροδρόμιον της Κώ, πράγμα που εσήμαινεν απογείωσιν Α/Φ και επικείμενην αεροπορικήν επίθεσιν. Σχεδόν αμέσως ηκολούθησεν βόμβος Α/Φ και το ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ εδέχθη την πρώτην επίθεσιν. Εν συνεχεία, η συμπάθεια των αεροπόρων επεκεντρώθη στον ΑΔΡΙΑ και μιά δέσμη βομβών περιέβαλεν το πλοίον μας. Στήλαι θαλασσίου ύδατος κατέπεσαν στην πρώραν μας, αλλά καμμία άλλη ζημία δεν υπέστημεν πλην τριών ελαφρώς τραυματιών που επλήγησαν από το βάρος της πτώσεως του ύδατος.

Επί 30 λεπτά βομβαρδιζόμεθα αδιακόπως από αέρος, μαζί και με πυροβολισμούς, ευτυχώς όμως άνευ αποτελέσματος. Πλέοντες με ελιγμούς δεξιά και αριστερά καταφέραμε να δυσχεράνωμεν κατά πολύ την σκόπευσιν των αεροπόρων, αλλά στην ασφαλή διαφυγήν μας συνέβαλεν πολύ η φαεινή ιδέα του Διοικητού μας να ρίψη στην θάλασσαν έναν καπνογόνο κάδο. Εν μέσω νυκτός οι Γερμανοί πιλότοι εύλογα θεώρησαν ότι ο καπνός προήρχετο από βληθέν πλοίον και ήρχισαν να επιτίθενται λυσσωδώς κατά του κάδου, με αποτέλεσμα ν’ απωλέσουν εμάς.

Διαφυγόντες λοιπόν ασφαλώς από εκεί, λίγο αργότερα συνηντήθημεν με τ’ άλλα δύο Α/Τ και με το φως της ημέρας αγκυροβολήσαμεν στο εσωτερικόν του όρμου της ομάδος νήσων ΓΕΝΤΙ ΑΤΑΛΑ, όπου παρεμείναμεν όλην την ημέραν χωρίς ενοχλήσεις από Γερμανούς ή Τούρκους. Μετά από μιά τέτοιαν ολονύκτιον διασκέδασιν, ήταν λογικόν να επιζητηθή ολίγος χρόνος αναπαύσεως.

Το ηθικόν του πληρώματος ήταν άριστο και οι άνδρες ενεθυμήθησαν το παλαιό τραγούδι: “Δεν ξαναπάω στην Κάλυμνο”, που ετραγουδούσαν όμως σε παράφρασιν με τα λόγια: “Άλλη μια βραδυά στην Κάλυμνο”. Αυτό γιατί λόγω εχθρικής πιέσεως η πρώτη ομάς δεν είχεν καταφέρει να εισέλθη στη Λέρο την προηγούμενη νύκτα και η επιχείρησις θα έπρεπε οπωσδήποτε να επαναληφθή εξ αρχής. Τα πυρομαχικά της Αγγλικής Φρουράς της Λέρου εξηντλούντο και έπρεπε πάσει θυσία εκείνην την νύκτα να εφοδιασθούν επιτυχώς.

Εχθρικά αεροδρόμια στο νοτιο-ανατολικό Αιγαίο.

Ο Διοικητής εσήμανε τις προθέσεις του, που συνίσταντο στο αναμενόμενον ότι εμείς θα εκινούμεθα πάλι στην περιοχήν της Καλύμνου – επαληθεύοντας το τραγούδι των ναυτών μας – και μάλιστα αυτή τη φορά θα έπρεπε να προκαλέσουμε ακόμη περισσότερον θόρυβον, ώστε να προσελκύσωμεν την προσοχήν του εχθρού καθ’ ολοκληρίαν. Στο σήμα αυτό ο Κυβερνήτης μας απήντησεν προς τον Άγγλον Διοικητήν να μην ανησυχή διόλου όσον αφορά την παραγωγή θορύβου, γιατί αν είναι κάτι για το οποίον φημιζόμεθα εμείς οι Έλληνες είναι ότι είμεθα θορυβώδεις.

Πρό του απόπλου εκλήθησαν οι αξιωματικοί του ΑΔΡΙΑ. Ο Κυβερνήτης έδωσεν τις τελευταίες του οδηγίες και αποχωρών μας είπε: “Κύριοι, σας εξήγησα ότι έχουμε ν’ αντιμετωπίσωμεν εχθρικά πλοία, Τ/Κ, αεροπλάνα, πυροβολεία και ναρκοπέδια. Ειλικρινώς λυπούμαι που δεν έχω να σας προσφέρω τίποτε περισσότερον”.

Με την δύσιν του ηλίου απεπλεύσαμεν και στις 22:00 ακριβώς θα ήρχιζε η διαδικασία της δημιουργίας θορύβου με βομβαρδισμούς άνευ στόχου, ρίψεις βομβών βυθού, κλπ. Όμως ο ΑΔΡΙΑΣ δεν επρόλαβεν, γιατί στις 21:56 ακριβώς και καθώς έπλεεν προς την αποστολήν του, συνεκλονίσθη από ισχυροτάτην διπλήν δόνησην. Μέσα σε ολίγα δευτερόλεπτα πραγματικής φρίκης η πρώρα του πλοίου μας απεκόπη πλήρως και ο πρώτος πύργος των πυροβόλων εξετινάχθη, προσκρούοντας βιαίως επί της γεφύρας. Παντού υπήρχαν πολλοί νεκροί και τραυματίαι, μερικοί δε εξ αυτών σε θανάσιμο εναγκαλισμό με παραμορφωμένα ελάσματα.

Σύντομα αντελήφθημεν ότι επρόκειτο περί νάρκης. Ο Κυβερνήτης, παρά τον καταιγισμό καταπιπτόντων ελασμάτων και την πρόσκρουσιν των δυο πυροβόλων του εκτιναχθέντος πύργου επι της ανοικτής γεφύρας, είχεν εκ θαύματος τραυματισθεί μάλλον ελαφρώς και μετεκινήθη ταχέως στην πρυμναίαν θέσιν διευθύνσεως. Επί του πλοίου επεκράτη απόλυτος σιγή, καθώς όλοι συνειδητοποιούσαν ότι τα πάντα εξηρτώντο από την ταχεία και ακριβή εκτέλεσιν διαταγών που θα έπρεπε να ηκούγοντο ευκρινώς. Όταν όμως η ησυχία διεκόπη από κάποια αναπόφευκτα βογγητά πόνου, ο Κυβερνήτης ανεφώνησεν: “Μην ξεχνάτε ότι είσθε Έλληνες!” και οι δυστυχείς τραυματίαι ηρωϊκώς εσίγησαν.

Εκείνην την στιγμήν ο οπτήρ αναφέρει Τ/Κ δεξιά! Αμέσως δίδεται η διαταγή στον πρυμναίο πύργο “έτοιμοι δια βολήν” και διαβιβάζεται η αναφορά του οπτήρος στο ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ, που αμέσως κινείται προς τον στόχον. Δεν επρόκειτο όμως περί Τ/Κ, αλλά περί του μόλις επιπλέοντος τμήματος της αποκοπείσας πρώρας του ΑΔΡΙΑ. Εάν αντί της διαταγής “έτοιμοι δια βολήν” είχε δοθεί “αρχίσατε πυρ”, τότε θα είχε συμβή το πρωτοφανές στα παγκόσμια ναυτικά χρονικά φαινόμενο τα πρυμναία πυροβόλα να βυθίσουν την πρώραν του ιδίου πλοίου.

Με την ισχυροτάτην έκρηξιν της προσκρούσεως στην νάρκη εξετινάχθησαν στην θάλασσαν και τρεις ναύται μας, εκ των οποίων περισυνελέγησαν μόνον οι δύο και εν συνεχεία ερρίφθησαν μία σχεδία και σωσίβια για τυχόν άλλους εκτιναχθέντας. Στην περιπέτειαν του τρίτου – ο οποίος δεν περισυνελέγη – θα αναφερθώ παρακάτω.

Ο Διοικητής επί του ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ είδεν αμέσως την κακήν κατάστασιν του πλοίου μας και εσήμανε δύο φοράς: “παραβάλω δια να παραλάβω το προσωπικόν και εν συνεχεία το πλοίον θα βυθισθή”. Το σήμα όμως που έλαβεν από τον ΑΔΡΙΑ ήταν: “Να παραλάβετε τους τραυματίες, το πλοίο δεν θα βυθισθή, θα πλεύση προς τα Τουρκικά παράλια”. Τότε, καθώς το ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ εκινείτο προς τον ΑΔΡΙΑ για να παραβάλη, μία εκτυφλωτική λάμψις εφάνη προς το μέρος του και ύστερα από έναν ανατριχιαστικό συριγμό – κάτι σαν να ξεφυσούσε ένα τεράστιο κήτος – ήρθε να μας συγκλονίση μία εκκωφαντική έκρηξις. Το ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ είχεν ανατιναχθεί και στην συνέχεια βυθισθεί σχεδόν αύτανδρο…Προφανώς είμεθα παγιδευμένοι μέσα σε ναρκοπέδιον.

Το αντιτορπιλικό συνοδείας HMS Hurworth αποπλέει από το λιμάνι της Αλεξανδρείας.

Με μεγάλον κίνδυνο προσκρούσεως και σ’ άλλην νάρκην, ο κολοβός από πρώρας ΑΔΡΙΑΣ εκινήθη με μεγάλη δυσκολία προς το σημείον ανατινάξεως του ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ, για την περισυλλογή τυχόν επιζώντων. Όμως, συντόμως κατέστη αδύνατον να παραμείνωμεν άλλο στην περιοχήν, καθώς το πλοίον ελάμβανε μεγάλην κλίσιν προς τα δεξιά και η πλοήγησις του ήταν άκρως δυσχερής λόγω παραμορφώσεως ελασμάτων στο πρωραίον τμήμα του. Βεβαίως, πάλι ερρίφθησαν σχεδίαι και σωσίβια για τους Άγγλους ναυαγούς, εάν υπήρχαν.

Προσκλητήριο νεκρών του HMS Hurworth, από το πλήρωμα του ομώνυμου πλοίου, στο Ναυτικό Μνημείο του Southsea.

Καθώς απομακρυνόμεθα η κατάστασις του πλοίου μας ολοένα επεδεινούτο, με τα ύδατα να εισρέουν ζωντανά από το χάσμα που είχε δημιουργηθεί από την αποκοπήν της πρώρας. Η μόνη φρακτή που αντιστέκετο ήταν του λεβητοστασίου, η οποία εάν υπεχώρει τα ύδατα θα κατέκλυζαν το λεβητοστάσιον και θ’ ανετινάσσοντο οι λέβητες. Ο ΑΔΡΙΑΣ έπρεπε να πλεύση τάχιστα προς τα Τουρκικά παράλια, για να προσαράξη. Πού όμως;

Με την έκρηξιν, το γραφείον χαρτών διελύθη και χάρτες δεν υπήρχον. Επίσης η γυροσκοπική πυξίς είχεν καταστραφεί, οι μαγνητικές πυξίδες είχαν διαλυθεί, ακόμη και η μικρή επιλέμβιος πυξίς στην πρυμναίαν θέσιν διευθύνσεως είχε κατακερματιστεί. Ευτυχώς ήταν μία νύκτα σκοτεινή και έναστρος, οπότε δίδοντας μίαν απόκλισιν πορείας 90 μοιρών από του Πολικού Αστέρος εκινήθημεν με μικράν ταχύτηταν Ανατολικώς.

Αναγκαστικώς η διεύθυνσις του πλοίου εγένετο μόνον με τις μηχανές του, οπότε αυτό εκινείτο με σαρωτικούς ελιγμούς δεξιά και αριστερά, πράγμα που ενίσχυεν ανησυχητικώς την πιθανότητα να προσκρούσωμεν και σε άλλην νάρκην. Καθώς επλέαμε εναγωνίως προς την ακτήν ελπίζοντες στην ταχείαν εξεύρεσιν ασφαλούς σημείου προσαράξεως, η κλίσις του πλοίου ηύξανε με άμεσον πλέον τον κίνδυνον ανατροπής.

Μέσα στο βαθύ σκότος της νυκτός εκείνης, αίφνης παρετηρήθησαν – ως πυγολαμπίδες – κάποια μικρά φωτάκια που υπεδείκνυαν ίσως κάποιο ψαροχώρι όπου μάλλον θα υπήρχεν ομαλός αιγιαλός. Ο ΑΔΡΙΑΣ αμέσως κατευθύνθη προς τα φωτάκια αυτά και παρ’ όλο που κανείς μας δεν εγνώριζε πού ευρισκόμεθα, τελικώς προσηράξαμεν σε ομαλό αιγιαλό την πρωϊαν της 23ης Οκτωβρίου – 1:10 για την ακρίβειαν – και το πλοίον προσωρινώς εσώθη.

Όμως, ο βαρύτατα τραυματισμένος ΑΔΡΙΑΣ δεν θα εσώζετο εάν άπαντες οι μη τραυματίες και οι ελαφρώς τραυματισμένοι δεν ελειτούργουν με εντυπωσιακήν εντέλειαν και μίαν ψυχραιμίαν, σχεδόν σαν να ήταν απλό γυμνάσιο. Τα παρακάτω δύο μικρά παραδείγματα δίδουν μίαν πραγματικήν αίσθησιν αυτών που λέγω. Το ένα ήταν το επισκευαστικό θαύμα που επέτυχεν κάτω από φοβερήν πίεσιν το άγημα αντιμετωπίσεως βλαβών, με την στερέωσιν και στεγανοποίησιν της φρακτής του λεβητοστασίου. Το άλλο αφορά την εμμονή στο καθήκον του διόπου ηλεκτρολόγου υπηρεσίας. Ο άνδρας αυτός παρέμεινεν στο ηλεκτροστάσιον μέχρις ότου τα ύδατα έφθασαν στο στόμα του και έτσι το πλοίον μας δεν εστερήθη ηλεκτρικού ρεύματος μέχρι της προσαράξεως του. Μόνον τότε ο αξιοθαύμαστος αυτός δίοπος εγκατέλειψε την υγράν θέσιν του.

Κυρίες και Κύριοι,

Από το σημείον αυτό ας μου επιτρέψετε ν’ αρχίσω με τον αφορισμόν “από Θεού άρξασθαι”. Η απίστευτος συρροή ευνοϊκών συγκυριών που επηκολούθησαν δεν πιστεύω ότι ήσαν απλώς τυχαίαι και η συνέχεια της διηγήσεως μου θα σας επιβεβαιώση του λόγου μου το αληθές.

Κατόπιν λοιπόν μιάς αγωνιώδους νύκτας, το πλοίο δυσκυβέρνητο και έτοιμο ν’ ανατραπή, επλεύσαμε σχεδόν στα τυφλά μέσα από ναρκοπέδιο και βρεθήκαμε προσηραγμένοι σε ομαλό αιγιαλό. Είμεθα μεν για την ώρα σώοι, αλλά χωρίς ναυτιλιακά βοηθήματα – όπως προανέφερα – η ακριβής θέσις μας ήταν άγνωστος και υπήρχε πολύ μεγάλη πιθανότης να είμεθα τραγικώς καθηλωμένοι στην παραλία μίας εκ των πολλών Γερμανοκρατούμενων νήσων της περιοχής. Ευτυχώς η πρόσθετος αυτή αγωνία δεν εκράτησεν πολύ, καθώς σύντομα ήρχισαν να συγκεντρώνωνται κάτοικοι στην ακτήν και με ανακούφισιν διεπιστώσαμεν ότι ωμιλούσαν Τουρκικά. Δεν γνωρίζω άν ήταν θαύμα, πάντως είμασταν επί ουδετέρου Τουρκικού εδάφους.

Ένας από τους ναύτες μας ωμιλούσε Τουρκικά και έτσι έγινε η πρώτη επικοινωνία μας με τους ντόπιους. Επληροφορήθημεν ότι ευρισκόμεθα στο χωριό ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ και μόλις δύο ώρας οδικώς από την πλησιεστέραν επαρχιακήν πόλιν, δηλαδή το ΜΠΟΝΤΡΟΥΜ ή για μας την αρχαία Αλικαρνασσό. Επίσης για την ιστορία, το ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ ευρίσκεται στην θέσιν της αρχαίας ΜΥΝΔΟΥ, γνωστής μέχρι και τούς Βυζαντινούς χρόνους για τα πλούσια μεταλλεία αργύρου που είχε, εξ ού και το όνομα του χωριού που σημαίνει στα Τουρκικά ΑΣΗΜΟΛΙΜΑΝΟ.

Καθώς η επαφή μας με τους ντόπιους προόδευε, σύντομα ανεκαλύψαμεν ότι πολλοί ωμιλούσαν καλά Ελληνικά και ήταν ιδιαιτέρως φιλικοί. Ήταν Τουρκοκρήτες που ευρέθησαν εκεί ύστερα από την τραγικήν ανταλλαγήν πληθυσμών που επηκολούθησε της Μικρασιατικής Καταστροφής του ’22. Αυτοί οι άνθρωποι, για όσους δεν γνωρίζουν, έτρεφαν μεγάλην συμπάθειαν προς τους Έλληνες και ενοσταλγούσαν πολύ την πατρίδα τους, δηλαδή την Κρήτην. Με μεγάλην προθυμίαν μας είπαν πολλά και χρήσιμα και έτσι εμάθαμεν ότι υπήρχεν Άγγλος Προξενικός υπάλληλος στο ΜΠΟΝΤΡΟΥΜ, με τον οποίον βεβαίως άμεσα επικοινωνήσαμεν τηλεφωνικώς. Αυτός μας επληροφόρησεν ότι στο ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ ευρίσκετο Έλλην έφεδρος αξιωματικός που υπηρετούσε ως Άγγλος πράκτωρ.

Επί του πλοίου, από την στιγμήν της προσαράξεως όλοι οι εκτός υπηρεσίας άνδρες, με επικεφαλής τον Ύπαρχον και τους Αξιωματικούς, είχαν επιληφθεί του δυσκόλου και ανατριχιαστικού έργου απεγκλωβισμού των τραυματιών που είχαν την ατυχίαν να ευρεθούν παγιδευμένοι ανάμεσα σε μάζες παραμορφωμένων ελασμάτων. Δεν θα υπεισέλθω σε λεπτομέρειες, γιατί ούτε εγώ αντέχω να τις φέρω στο μυαλό μου ξανά, αρκεί όμως να σας πώ ότι δυστυχώς υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις όπου ο απεγκλωβισμός δεν κατέστη δυνατός. Επίσης, το ιατρείον και το φαρμακείον του πλοίου είχαν πλήρως καταστραφεί και έτσι ο ιατρός μας, μαζί με έναν νοσοκόμον και μερικούς αυτόκλητους ναύτες-νοσοκόμους, ηναγκάσθη να εκτελέση σειράν από επείγουσας επεμβάσεις και ακρωτηριασμούς σ’ ένα πρόχειρο χειρουργείον και δυστυχώς άνευ ναρκώσεως. Φαντασθείτε, το μόνον αντισηπτικόν που υπήρχε ήσαν κάποιες κολώνιες ξυρίσματος.

Καθ’ ον χρόνον εκείνη την νύκτα ο Κυβερνήτης επεσκέπτετο τους τραυματίες, έτυχεν η στιγμή όπου ο ιατρός ετοιμάζετο ν’ ακρωτηριάση το χέρι ενός Υπαξιωματικού Μηχανικού. Όταν ησθάνθη την ανάγκην να ενθαρρύνη τον εν λόγω Μηχανικόν, αυτός αμέσως του απήντησεν: “Τόσοι νεκροί Κύριε Κυβερνήτα, τι είναι ένα χέρι γιά την πατρίδα”.

Εν μέσω όλων αυτών, ήρθεν και κάποια στιγμή το φώς της ημέρας. Ενωρίς εκείνην την πρωϊαν μας επεσκέφθη ο ΧΑΣΑΝ ΜΠΕΗΣ, ο οποίος δεν ήταν άλλος παρά ο Έλλην συμμαχικός πράκτωρ. Μέσω αυτού απεκατεστάθη η επικοινωνία μας με την Αλεξάνδρειαν, όπου αμέσως αναφέραμεν την τραγικήν απώλειαν του ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ, την ακριβήν θέσιν του ναρκοπεδίου και την δικήν μας τύχην.

Ύστερα από μίαν τόσον δραματικήν νύκτα και παρά το αντίξοον της όλης καταστάσεως στην οποίαν ευρισκόμεθα, η λειτουργία επί του πλοίου μας έμοιαζεν εκπληκτικώς με μίαν κανονικήν εν όρμω υπηρεσίαν. Ακόμη και σήμερα διερωτώμαι για αυτήν την απίστευτον ψυχραιμίαν που επεκράτει μέσα σε τόσο δύσκολες, τραγικές, αλλά και πολύ αβέβαιες συνθήκες.

Επίσης, καθώς ανακαλώ όλα αυτά τα γεγονότα ξανά στην μνήμη μου για να σας τα αφηγηθώ, εξακολουθώ να εκπλήσσωμαι για το πόση καλή τύχην είχαμε μέσα στην φοβερήν μας ατυχίαν. Από το σημείον της προσκρούσεως στην νάρκην επετύχαμε το σχεδόν ακατόρθωτο να διανύσωμεν 16 ναυτικά μίλια και να προσαράξωμεν, εντελώς συμπτωματικώς, στην πλέον ιδανικήν – δια τα τότε δεδομένα – ακτήν. Όχι μόνον δεν επέσαμε επάνω σε μία από τις παραπλήσιες υπό Γερμανικήν κατοχήν νήσους, αλλά στο “μέσον του πουθενά” όπου ευρέθημεν έτυχε να υπήρχουν ένας Έλληνας συμμαχικός πράκτωρ και Ελληνόφωνοι κάτοικοι που ήσαν πρόθυμοι να μας βοηθήσουν. Τέλος, εξ ίσου θαυμαστόν είναι το γεγονός ότι παρ’ όλες τις πολλές και σοβαρές ιατρικές επεμβάσεις που έγιναν χωρίς στοιχειώδη ιατρικά εφόδια, ούτε ένας τραυματίας μας δεν υπέφερεν την παραμικράν επιπλοκήν. Ήσαν όλα αυτά τυχαία; Και έπεται συνέχεια…

Αργότερον την ιδίαν ημέραν μας επεσκέφθη Τούρκος Υπολοχαγός, ο οποίος μας ανέφερεν ότι εάν εντός 24 ωρών δεν αποπλεύσομεν, συμφώνως προς το Διεθνές Δίκαιον το πλοίον θα παροπλισθή. Ο Κυβερνήτης μας του απήντησεν ότι κατα το αυτόν Δίκαιον θα πρέπει να αποπλεύσωμεν όταν το πλοίον καταστή πλόϊμον. Βεβαίως η δήλωσις του αυτή δεν ήτο απολύτως ακριβής, αλλά διεμήνυεν υπαινικτικώς ότι οιαδήποτε κίνησις παροπλισμού εκ μέρους των Τούρκων θ’ αντιμετωπίζετο δι’ όλων των μέσων που διέθετεν ακόμη το πλοίον.

Η ουδετερότης της Τουρκίας και οι λεπτές γραμμές νομιμότητος της παρουσίας μας εκεί είναι μία ολόκληρος ιστορία στην οποίαν δεν θα εισέλθω για την οικονομίαν του χρόνου. Ίσως κάποιοι δισταγμοί των τοπικών αρχών, προερχόμενοι από τις πολυσύνθετες διακρατικές σχέσεις της Τουρκίας με τις εμπλεκόμενες δυνάμεις, να ήταν αυτό που μας εχάρισε τον πολύτιμον χρόνον που τελικώς απολαύσαμε με σχετικήν ηρεμίαν στο ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ. Βεβαίως η πίεσις των αρχών για να φύγουμε δεν ήταν ποτέ πολύ μακρυά, ενώ παράλληλα ο εχθρός – με την γνωστήν Γερμανικήν του συνέπειαν – μας έστελνε καθημερινώς το αναγνωριστικόν Α/Φ του, στις 12:00 και στις 16:00 ακριβώς. Έτσι επιβεβαίωνε την θέσιν μας, καθώς μας “περίμενε στη γωνία” μόλις τολμήσουμε να εγκαταλείψουμε την ουδέτερη αγκαλιά του όρμου. Μία περίεργη και δυσάρεστη αίσθηση οπωσδήποτε…

Ο όρμος Gümüslük σήμερα.

Την επομένην της προσαράξεως ενοικιάσαμεν έναν μικρόν χώρον στο ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ, όπου έγινεν η ταφή των νεκρών μας σε κοινόν τάφον και με λεπτομερές σχέδιον ταφής για την μελλοντικήν αναγνώρισιν των οστών. Επίσης απεδόθησαν όλες οι τιμές, με τους γνωστούς ναυτικούς συριγμούς και την ανάγνωσιν του προσκλητηρίου νεκρών.

Όλων οι καρδιές ήσαν σφιγμένες από το πένθος, αλλά καθώς ο πόλεμος χαρακτηρίζεται από έναν καταιγισμό αντικρουωμένων συγκινήσεων και συναισθημάτων, αργότερα την ιδίαν ημέραν ήρθαν και κάποιες ευχάριστες εκπλήξεις για να μας απαλύνουν τον ψυχικόν μας φόρτον. Είδαμε την βενζινάκατον του ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ να μας πλευρίζη με επιζώντες και στη συνέχεια, ένα καϊκι να μας φέρνη σώους τον τραυματία Άγγλον Διοικητήν και τον τρίτον ναύτη μας που δεν είχεν περισυλλεγεί την νύκταν της προσκρούσεως.

Καθώς ενωρίτερον σας υπεσχέθην την αφήγησιν της περιπέτειας του, ο ναύτης αυτός περιπλανόμενος εν μέσω σκότους με μίαν σχεδίαν, είχεν εντοπίσει τον τραυματία Διοικητήν και τον είχε μεταφέρει σώον στην παραλία κάποιας νησίδος, όπου όμως συνετρίβη η σχεδία. Έτσι ηναγκάσθη να τον αφήσει προσωρινώς εκεί. Στην συνέχειαν εκολύμβησεν μόνος όλην την νύκτα και σχεδόν όλην την επομένην ημέραν από ακτής σε ακτήν γιά να εξεύρη βοήθειαν. Ύστερα από πολλές απογοητεύσεις ανάμεσα στις ερημικές βραχονησίδες της περιοχής, επι τέλους συνήντησε ένα Ελληνικό καϊκι που προσεφέρθη να τον βοηθήση με την κάλυψιν της νυκτός. Όταν ήρθεν το σκότος, τότε ο ναύτης μας ωδήγησεν το καϊκι στο σημείον όπου ο Διοικητής – με σοβαρά κατάγματα στην σπονδυλικήν στήλην – ανέμενε στωϊκώς επί 44 ώρες. Μία συγκινητική ιστορία ανθρωπιάς, αλλά και ένας πραγματικός κολυμβητικός άθλος…

Επανερχόμενος στην τρέχουσαν αφήγησιν, ο Κυβερνήτης διέταξεν τους Αξιωματικούς, μ’ επικεφαλής τον Πρώτον Μηχανικόν, να εκπονήσουν σχέδιον επισκευών που θα καθιστούσε τον ΑΔΡΙΑ και πάλιν πλόϊμον. Εντός ολίγων ημερών το σχέδιον είχεν καταρτιστεί και απεστάλη – μέσω ΧΑΣΑΝ ΜΠΕΗ – στην Αλεξάνδρειαν, προς τελικήν έγκρισιν. Όταν ήρθε η έγκρισις, ο Κυβερνήτης ενήργησε δραστηρίως μέσω του Άγγλου Ναυτικού Ακολούθου που ευρίσκετο στην Σμύρνη και επετεύχθη η διάθεσις ενός ναυαγοσωστικού πλοίου. Εδώ πρέπει να διακόψω πάλι τον ειρμόν και να σας πώ δύο λόγια για τις κύριες ζημίες του πλοίου, μαζί με μία ακόμη μικρή ανθρώπινη ιστορία ανεκδοτικώς, σαν πινελιά της εποχής εκείνης.

Το πλοίον λοιπόν, εκτός από τις συνέπειες της αποκοπής της πρώρας του, είχε και ένα σοβαρό πρόβλημα με τα πυροβόλα του πρωραίου πύργου που είχαν εκτιναχθεί όρθια και κυριολεκτικώς εφάπτοντο επί της γεφύρας.

Η γέφυρα του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ μετά την πρόσκρουση (Αρχείο Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος).

Εκτός λοιπόν από την στεγανοποίησιν και την ενίσχυσιν που θα έπρεπε να γίνει στο χάσμα του πρωραίου μέρους – μαζί με ένα εκτενές “μάζεμα” παραμορφωμένων ελασμάτων – θα έπρεπε επίσης να ευρεθή λύσις για τους 22 τόνους των δύο πυροβόλων μετά της βάσεως των, που όρθια σε μεγάλο ύψος συνέβαλαν πολύ στην αστάθειαν του πλοίου.

Καθώς λοιπόν εμελετάτο η όλη κατάστασις, εναυλώθη ένα καϊκι για να μεταφέρη τους Πρώτον Μηχανικόν, Αξιωματικόν Πυροβολικού και Άγγλον Σύνδεσμον του ΑΔΡΙΑ στην Σμύρνη, για να συζητήσουν τις λεπτομέριες της επισκευής με τον εκεί Άγγλον Ναυτικόν Ακόλουθον και έναν επίσης Άγγλον ναυπηγόν.

Όμως, καθ’ ον χρόνον έπλεαν προς την Σμύρνην το καϊκι εβλήθη από Τουρκικό φυλάκιο και παρεδόθη, με αποτέλεσμα η φρουρά να συλλάβη τους τρείς αξιωματικούς του ΑΔΡΙΑ και να τους παραδώση στην τοπική Χωροφυλακή. Εκεί ερρίφθησαν σ’ ένα βρωμερότατο κελί όπου οι χωροφύλακες τους συμπεριεφέρθησαν βαναύσως και τους αφήρεσαν και όλα τους τα τιμαλφή. Μπορείτε μόνοι σας να φαντασθήτε τις συνθήκες που επικρατούσαν σε μία Τουρκική φυλακή το 1943. Ευτυχώς, σε μερικές ημέρες και ύστερα από περιπεπλεγμένες διαδικασίες και απιθάνους συμπτώσεις, οι τρείς Αξιωματικοί εξηγοράσθησαν μέσω της διπλωματικής οδού και συνέχισαν την αποστολήν των στην Σμύρνη και κατόπιν στον ΑΔΡΙΑ.

Όμως το πραγματικόν ενδιαφέρον της ανεκδότου αυτής ιστορίας δεν είναι όλα τα παραπάνω, αλλά το τι συνέβη όταν τελικώς επέστρεψαν με τον ΑΔΡΙΑ στην Αλεξάνδρειαν. Εκεί όλοι μας εφθάσαμεν χωρίς χρήματα, αφού το ταμείο του πλοίου είχεν ακολουθήσει την πρώραν στον βυθόν, μαζί και με το μεγαλύτερο μέρος της ενδιαίτησης πληρώματος και Αξιωματικών. Καθώς λοιπόν οι δύο Έλληνες Αξιωματικοί της μικρής ιστορίας μας έπρεπε να πληρώσουν για την αναγκαστικήν διαμονήν τους σε ξενοδοχείο και για να ξανα-αγοράσουν τις στολές που έχασαν όταν βυθίστηκαν οι καμπίνες τους, επήγαν επειγόντως για να εισπράξουν μισθούς από το ανάλογο γραφείο του Ναυαρχείου. Τότε έμαθαν με μεγάλην έκπληξιν ότι ήσαν χρεωμένοι 1000 λίρες έκαστος και αυτό, όταν ο μισθός τους ήταν τότε περίπου 30 λίρες το μήνα. Είχαν προφανώς χρεωθή τα χρήματα της εξαγοράς τους από τους Τούρκους…

Επανέρχομαι στο ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ…Με την βοήθειαν του ναυαγοσωστικού πλοίου επετεύχθη τελικώς η αποκοπή των περισσοτέρων παραμορφωμένων ελασμάτων, η ενίσχυσις των κρισιμοτέρων αδυνάμων σημείων και ο εγκιβωτισμός του χάσματος του πρωραίου τμήματος μ’ ενισχυμένο τσιμέντο ταχείας πήξεως. Όσο για τα πυροβόλα, άν και παρέμειναν όρθια, καταφέραμεν να τα χαμηλώσωμεν τόσον, ώστε να μειωθή σημαντικώς το πρόβλημα ευσταθείας που προεκάλουν. Ο τρόπος που αυτό επετεύχθη δεν έχει αξίαν ν’ αναφερθή καθώς είναι αρκετά περίπλοκος στην εξήγησιν του. Τέλος, κατεσκευάσθη και ένα μικρόν μνημείον με σταυρόν για την σήμανσιν του κοινού τάφου των νεκρών μας, στην βάσιν του οποίου ανεγράφη:

ΑΝΔΡΩΝ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΠΑΣΑ ΓΗ ΤΑΦΟΣ
Πεσόντες υπέρ πατρίδος εκ του πληρώματος του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ
22α Οκτωβρίου 1943

Το μνημείο του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ στο Λακκί της Λέρου.

[ Συνεχίζεται ]

Ο αντιναυάρχος Κωνσταντίνος Σ. Σωτηρίου (Καβάλα 1918 – Αθήνα 2008) υπηρέτησε σε πλοία επιφανείας καθώς και σε επιτελικές και διοικητικές θέσεις. Μεταξύ άλλων, διετέλεσε κυβερνήτης της κορβέτας ΤΟΜΠΑΖΗΣ (1949), του ζεύγους αντιτορπιλικών ΙΕΡΑΞ και ΠΑΝΘΗΡ (1956-1957), ΚΡΗΤΗ (1967), Διοικητής της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων (1964-1967), Υπαρχηγός ΓΕΝ (1968-1970). Στις 15.01.1944, τιμήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό Γ΄Τάξης, “για την εξαιρετικήν ψυχραιμίαν, απτόητον και ατάραχον εμφάνισίν του, αναλαβών με πλήρη ηρεμίαν και ακρίβειαν, αν και τραυματισθείς, την διεύθυνσιν του απομείναντος οπλισμού του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ, κατά την πρόσκρουσιν σε νάρκη στις 22.10.1943”.

Ιωάννης–Χιου Σειραδάκης: Η επανεκκίνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Ιωάννης–Χιου Σειραδάκης

Η επανεκκίνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Η διερεύνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων συνεχίζεται με αμείωτο ενδιαφέρον, φέρνοντας καθημερινά νέα δεδομένα τα οποία δικαιολογούν απόλυτα ότι η συσκευή αυτή είναι τόσο σημαντική για την εξέλιξη της Τεχνολογίας, όσο και ο Παρθενώνας για την Αρχιτεκτονική. Ήταν μια μικρού μεγέθους, εκπληκτικής τεχνολογίας συσκευή που μπορούσε εύκολα να μεταφερθεί στη ξηρά ή στη θάλασσα. Ανήκει στην κατηγορία των αναλογικών υπολογιστών. Μετέφερε και προσομοίωνε τις θεωρητικές γνώσεις για τις κινήσεις των ουρανίων σωμάτων των αρχαίων Ελλήνων, αναπαράγοντάς τις πιστά και με μεγάλη ακρίβεια. Χρησιμοποιείτο για τον υπολογισμό της θέσης του Ηλίου, της Σελήνης και, πιθανώς, των 5 γνωστών από την αρχαιότητα πλανητών, στον ουρανό. Ας σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν βρεθεί συρμοί γραναζιών για την κίνηση των 5 πλανητών, τα ονόματά τους, όμως, έχουν εντοπισθεί στις επιγραφές. Ο χειριστής ήταν σε θέση να υπολογίσει τις φάσεις της Σελήνης, να προβλέψει εκλείψεις (τόσο του Ηλίου όσο και της Σελήνης) και να προσδιορίσει την ημερομηνία έναρξης των Ολυμπιακών αγώνων.

Με την αποκωδικοποίηση των λειτουργιών του Μηχανισμού των Αντικυθήρων αναθεωρείται και ξαναγράφεται η ιστορία της Τεχνολογίας. Η μελέτη του μοναδικού αυτού ευρήματος, που χρονολογείται πριν από δύο χιλιετίες, επιβεβαίωσε, όχι μόνο τις λιγοστές μέχρι τώρα γραπτές μαρτυρίες για τις άριστες γνώσεις των αρχαίων Ελλήνων στις αέναες αλλά δαιδαλώδεις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων, αλλά και την ικανότητά τους να εφαρμόζουν τις γνώσεις αυτές σε τεχνολογικές συσκευές, που ακόμα και σήμερα θα δυσκολευόμασταν να κατασκευάσουμε. Η μελέτη των θραυσμάτων, που ανασύρθηκαν από το βυθό της θάλασσας πριν από 100 περίπου χρόνια, έχει δώσει μια νέα διάσταση στο ζήτημα της εξέλιξης της Τεχνολογίας δια μέσου των αιώνων. Για την κατασκευή του πρέπει να συνεργάστηκαν δύο μεγαλοφυΐες: ένας άριστος γνώστης και ερευνητής της επιστήμης της Αστρονομίας και ένας ταλαντούχος τεχνίτης με πολύ καλές γνώσεις Μαθηματικών.

                           Η ανακάλυψη του ναυαγίου των Αντικυθήρων

Ας δούμε, όμως, πως εξελίχθηκε η ιστορία της ανακάλυψης του ναυαγίου και αργότερα ο εντοπισμός και η μελέτη του Μηχανισμού των Αντικυθήρων.

Τη Μεγάλη Τρίτη του έτους 1900, δηλαδή στις 4 Απριλίου, σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο που ίσχυε στη χώρα μας μέχρι το 1923,  Συμιακοί σφουγγαράδες, πλέοντες με δύο καΐκια στις συχνά φουρτουνιασμένες θάλασσες ανάμεσα στην Κρήτη και την Πελοπόννησο, με κατεύθυνση προς τις ακτές της Β. Αφρικής, αναγκάστηκαν να αγκυροβολήσουν στον Ποταμό, το λιμανάκι των Αντικυθήρων (λόγω σφοδρής θαλασσοταραχής). Εκεί, ορμώμενοι είτε από επαγγελματική περιέργεια είτε για να μαζέψουν νηστίσιμα θαλασσινά, βούτηξαν, και σε βάθος 40 – 50 μέτρων, ανακάλυψαν έναν από τους πιο διάσημους θησαυρούς της αρχαιότητας. Προς μεγάλη τους έκπληξη βρέθηκαν μπροστά σε ένα αρχαίο ναυάγιο, διάσπαρτο στο βυθό της θάλασσας σε μήκος τουλάχιστον 40 μέτρων (δηλαδή επρόκειτο για ένα τεράστιο καράβι), με πλούσιο περιεχόμενο. Τέτοια μεγάλα καράβια (ολκάδες) χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα για τη μεταφορά σιταριού από την Αίγυπτο προς τα μεγάλα λιμάνια της βορείου Μεσογείου, αλλά και για γενικό εμπόριο και εξυπηρέτηση επιβατών. Ας σημειωθεί ότι ο έμπειρος αρχαιολόγος και δύτης σε ναυάγια της Μεσογείου, Brendan Foley, σε μία διάλεξή του, το σύγκρινε με τον Τιτανικό της εποχής μας!

Σχήμα 1. Η θέση Ποταμός στα Αντικύθηρα

Το Ναυάγιο πρώτος ανακάλυψε ο έμπειρος δύτης Ηλίας Λυκοπάντης (Σχήμα 2), επονομαζόμενος και Σταδιάτης (επειδή καταγόταν από τα Σταδιά της Μ. Ασίας), λίγο έξω από τον Ποταμό.  Για του λόγου το αληθές, απέσπασε και ανέσυρε τον βραχίονα ενός μπρούτζινου αγάλματος. Βούτηξε και ο καπετάνιος, Δημήτριος Κοντός, επιβεβαιώνοντας την ύπαρξη πλήθους μαρμάρινων αγαλμάτων, τα οποία, αναδυόμενος, τα ανέφερε ως Νεράιδες. Η πληροφορία της ανακάλυψης διαβιβάστηκε στην Κυβέρνηση, στην Αθήνα. Ας δούμε, όμως, πιο αναλυτικά την ιστορία της ανακάλυψης του ναυαγίου των Αντικυθήρων.

Σχήμα 2. Ο Ηλίας Λυκοπάντης ή Σταδιάτης, ο οποίος ανακάλυψε το ναυάγιο των Αντικυθήρων .

Υπάρχει σχέση μεταξύ της Κρητικής εξέγερσης του 1897 και της ανακάλυψης του ναυαγίου των Αντικυθήρων;

Η Κρήτη ανακηρύχθηκε επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1646. Έκτοτε υπήρξαν πολλές προσπάθειες από τους Κρήτες να ανακτήσουν την ελευθερία τους, ιδίως μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας το 1821. Τον Ιανουάριο του 1897 μετά από σκληρά διοικητικά μέτρα και εξοντωτικούς φόρους που επέβαλαν οι οθωμανικές αρχές, ξέσπασε εξέγερση που σύντομα επεκτάθηκε σε όλες υπαίθριες περιοχές του νησιού. Η εξέγερση υποστηρίχθηκε από την ελληνική κυβέρνηση, η οποία εγκατέστησε ένα οπτικό τηλέγραφο (Goode 1875) μεταξύ της Γραμβούσας στην ΒΔ Κρήτη, τα Αντικύθηρα και τα Κύθηρα. Η Τουρκία εισέβαλε στην Ελλάδα και τελικά ο πόλεμος τελείωσε καταστροφικά για την Ελλάδα, μετά την παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων.

Μετά το τέλος του πολέμου, όλος ο στρατός αποσύρθηκε από τα Αντικύθηρα. Για κάποιο λόγο, όμως, παρέμεινε ο χειριστής του οπτικού τηλέγραφου, απολαμβάνοντας τη φτηνή και απλή ζωή του νησιού και το μηνιαίο μισθό του. Ο οπτικός τηλέγραφος ήταν ένα απλό, αλλά αποτελεσματικό μέσο επικοινωνίας για μεγάλες αποστάσεις κατά τα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα. Η επικοινωνια επιτυγχάνονταν με τη μετάδοση οπτικών παλμών (συνήθως με κωδικοποίηση σημάτων Μορς), χρησιμοποιώντας το ανακλώμενο φως του ήλιου από καθρέφτες. Οι οπτικοί παλμοί παράγονταν είτε με στιγμιαία κλίση του καθρέφτη κατά λίγες μοίρες προς τα πάνω ή προς τα κάτω, είτε με τη χρήση ενός σκίαστρου.

Δέκα ημέρες μετά την ανακάλυψη του ναυαγίου, την Παρασκευή 14 Απριλίου 1900, εορτή της Ζωοδόχου Πηγής, οι κάτοικοι του Καψαλίου (του λιμανιού των Κυθήρων) διαπίστωσαν, προς μεγάλη έκπληξή τους, ότι ο τηλεγραφητής των Αντικυθήρων ζητούσε επείγουσα επικοινωνία. Μετά από λίγο η επικοινωνία αποκαταστάθηκε και διήρκεσε περίπου μία ώρα, κατά την οποία οι κάτοικοι και οι διοικητικές αρχές των Κυθήρων ενημερώθηκαν για την ανακάλυψη του ναυαγίου των Αντικυθήρων με την επίμονη παράκληση να προωθήσουν το μήνυμα στην Αθήνα, πράγμα το οποίο έγινε. Για το περιεχόμενο του τηλεγραφήματος, βλέπε το Σχήμα 3. Στο Υπουργείο Παιδείας (αρμόδιο για πολιτιστικά θέματα) και στους αρχαιολογικούς κύκλους η ανακοίνωση της ανακάλυψης έφερε κάποια δικαιολογημένη δραστηριότητα, αλλά μετά από διερεύνηση του πρόσφατου βίου και της φήμης του τηλεγραφητή των Αντικυθήρων απορρίφθηκε ως «προϊόν κρασοκατάνυξης»!

Σχήμα 3. Περίληψη του τηλεγραφήματος, όπως δημοσιεύθηκε στην Επιθεώρηση «Ήλιος» το 1950

Υπάρχουν ορισμένες αντιφάσεις στην παραπάνω ανακοίνωση¹. Ωστόσο, πρόκειται για μια ζωντανή περιγραφή της ανακάλυψης του ναυαγίου των Αντικυθήρων. Ο συντάκτης του άρθρου (Λυκούδης, 1950) το οποίο δημοσιεύθηκε στο τεύχος της 9ης Δεκεμβρίου 1950 στην Επιθεώρηση «Ήλιος»,  είναι ο Στυλιανός Λυκούδης (1878-1958), ο οποίος μαζί με τον πατέρα του Εμμανουήλ Λυκούδη (1849 – 1925) παρακολουθούσε, ως νεαρός ναυτικός την ανέλκυση των ευρημάτων  του ναυαγίου των Αντικυθήρων, επί του οπλιταγωγού «Μυκάλη», το 1900 – 1901. Θεωρείται ως ένα συνεπές και αξιόπιστο πρόσωπο. Το 1939 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Σχήμα 4. Εκπρόσωποι της κυβέρνησης, άνδρες του Πολεμικού Ναυτικού και σφουγγαράδες πάνω στο οπλιταγωγό Μυκάλη έξω από τα Αντικύθηρα (Χειμώνας 1900-1901). Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

Η οικονομική υποχρέωση να μαζέψουν σφουγγάρια και το καθήκον, επέβαλε τη συνέχιση της πορείας προς τις ακτές της Β. Αφρικής. Σύμφωνα με πληροφορίες από παλαιούς σφουγγαράδες και απογόνους αυτών, η αλιεία σφουγγαριών άρχιζε τον Απρίλιο (όταν ο καιρός βελτιωνόταν) και κρατούσε μέχρι το Φθινόπωρο². Λίγους μήνες αργότερα, επέστρεψαν στο νησί τους, το οποίο, όπως είναι γνωστό, βρισκόταν τότε υπό Οθωμανική κυριαρχία. Ως καλοί  Έλληνες, υπό την παρότρυνση του Συμιακού καθηγητή αρχαιολογίας Αντώνη Οικονόμου και τη συμβουλή της δημογεροντίας, αντιπροσωπία των δυτών υπό τον καπετάνιο Κοντό, επισκέφτηκε το Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, στην Αθήνα, τον Υπουργό Παιδείας και Εκκλησιαστικών (υπεύθυνο και για θέματα Πολιτισμού), Σπυρίδωνα Στάη, εξάδελφο του Διευθυντή του Αρχαιολογικού Μουσείου Αθηνών, Βαλερίου Στάη. Η επίδειξη του βραχίονα και οι αναφορές για τα διάσπαρτα αγάλματα, έπεισε τον Υπουργό ότι επρόκειτο για ένα σημαντικό ναυάγιο.

Σχήμα 5. Ο Φιλόσοφος των Αντικυθήρων. Αριστερά: Αρχαιολογική Εφημερίς-Πρακτικά (1900). Δεξιά: Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, (Κ. Ξενικάκης, 2017).

Μόλις δύο μήνες αργότερα, το Νοέμβριο του 1900, υπερβαίνοντας οποιαδήποτε γραφειοκρατία (κατόρθωμα ζηλευτό ακόμα και στις μέρες μας!), η Εφορεία Αρχαιοτήτων ξεκίνησε μια σειρά συστηματικών ενάλιων ανασκαφών, με τη βοήθεια του οπλιταγωγού Μυκάλη και άλλων βοηθητικών πλοίων, η οποία διήρκεσε μέχρι το Σεπτέμβριο του 1901. Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών ανασύρθηκαν σημαντικά ευρήματα πολλά από τα οποία εκτίθενται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών, όπως ο Έφηβος των Αντικυθήρων, ο περίφημος Φιλόσοφος των Αντικυθήρων (Σχήμα 5), κ.α. Ανασύρθηκαν και πολλά άλλα αγάλματα, ορειχάλκινα ή μαρμάρινα, σκεύη διατροφής και διασκέδασης (π.χ. μια μικρή λύρα), αμφορείς, ξύλινα και μολύβδινα τμήματα του πλοίου, κεραμίδες, τμήματα σωλήνων άντλησης υδάτων από το αμπάρι, υάλινα σκεύη, κοσμήματα, κ.α. Λίγο πριν το τέλος των ενάλιων ανασκαφών, ανάμεσα στα ευρήματα που ανασύρθηκαν ήταν και ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων (Σχήμα 6), ο οποίος, διαβρωμένος, σπασμένος και απολιθωμένος πλέον, μετά από 2000 χρόνια στο βυθό της θάλασσας, έμελλε να αλλάξει τη γνώμη πού είχαμε μέχρι σήμερα για τις τεχνολογικές ικανότητες των προγόνων μας. Πιθανώς, όταν ανασύρθηκε έμοιαζε με ένα απολιθωμένο όγκο με πρασινίζοντα δείγματα μπρούτζου (κρατερώματος – κράμα χαλκού και κασσίτερου).

Σχήμα 6. Tα θραύσματα Α, Β και C του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Ο εντοπισμός του Μηχανισμού των Αντικυθήρων στο Αρχαιολογικό Μουσείο

Το Μάϊο 1902, σχεδόν όλες οι Αθηναϊκές εφημερίδες αναφέρονται σε μία σημαντική είδηση: στο ναυάγιο των Αντικυθήρων υπήρχε ένας «χάλκινος» μηχανισμός, με επιγραφές που ανάγονται στον 1ο π.Χ. αιώνα. Πρόκειται για τον εντοπισμό των θραυσμάτων του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Παρακάτω αναπαράγεται το ακριβές κείμενο της εφημερίδας Εστία, 22.5.1902.

Η ΠΛΑΞ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΑΣ

ΠΕΡΙ ΤΙΝΟΣ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ

Ὁ πρῴην ὑπουργός τῆς Παιδείας κ. Στάης μετά τοῦ ἐφόρου τῶν Ἀρχαιοτήτων τοῦ Μουσείου ἐνῷ περιεργάζοντο το Σάββατον τεμάχια ἐκ τῶν ἀρχαιοτήτων τῶν Ἀντικυθήρων, διέκριναν χάλκινον μηχάνημα καθ’ ὁλοκληρίαν ὅμως ὀξειδωμένον.

Το μηχάνημα τοῦτο, ὡς φαίνεται ἀνάγεται εἰς τους Ῥωμαϊκούς χρόνους, δεν εἶνε δε ἐξηκριβωμένον ἐάν εἶνε ἐξάρτημα τοῦ πλοίου ἢ σκεῦος αὐτοῦ καλλιτεχνικόν.

Ἤδη προκεῖται δι’ ἀντιγραφῆς, διότι ἡ πλαξ φέρει ἀρνητικά ἀποτυπώματα δυσδιάκριτα, ν’ ἀναγνωσθοῦν ἢ ἐρμηνευθοῦν εὐκρινέστερον τα ἐπ’ αὐτῆς γράμματα ὑπό τῶν διαφόρων ἐπιγραφικῶν και ἀρχαιολόγων μας.

Σήμερον ὁ διευθυντής τοῦ Αὐστριακοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Ἰνστιτούτου κ. Βίλελμ ἐξήτασεν ἀμφότερα τα τεμάχια, κατώρθωσε δε να διακρίνῃ ἐπί τοῦ μικροτέρου τεμαχίου την ἑξῆς ἐπιγραφήν׃

ἀκτῖνα ἡλίου.

Ἀλλά τοῦτο δεν δύναται νa θεωρηθῇ ὡς ὁριστικόν, θα ἐπακολουθήσουν δe καi ἄλλαι μελέται ἀμφοτέρων τῶν τεμαχίων προς πληρεστέραν ἀνάγνωσιν τῶν γραμμάτων τῶν δύο πλακῶν.

  ΑΛΛΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΙ

Κατά νεωτέρας πληροφορίας τa δύο μετάλλινα τεμάχια τα εὑρεθέντα ἐν τῷ Μουσείῳ εἶνε γνώμονες και αἱ ἐπ’ αὐτῶν ἐπιγραφαι φαίνεται να εἶνε ὁδηγίαι προς χρῆσιν τοῦ ὀργάνου.

Τα γράμματα εἶνε τοῦ Ἀου προ Χριστοῦ αἰῶνος.

Συνεπῶς ἐξ ὅλων τούτων ἐξάγεται ὅτι και το ναυάγιον εἶνε τῆς ἰδίας ἐποχῆς.

Τι είχε συμβεί; Ο τέως (εδώ και λίγες εβδομάδες) Υπουργός Παιδείας και Εκκλησιαστικών, Σπυρίδων Στάης, επισκέφθηκε οικογενειακώς τον εξάδελφό του Βαλέριο και το Μουσείο, για να παρακολουθήσει τις εργασίες αναστήλωσης του θαυμάσιου αγάλματος του Εφήβου των Αντικυθήρων από τον Γάλλο ειδικό André. Ο Γάλλος είχε ζητήσει από τους συντηρητές να προσκομίσουν γύρω από το άγαλμα όλα τα κιβώτια που περιείχαν μπρούτζινα αντικείμενα τα οποία δεν είχαν ακόμα ταυτοποιηθεί. Ο Στάης παρατηρώντας ένα από αυτά τα αντικείμενα εντόπισε γρανάζια και ίσως επιγραφές. Τη σημαντική αυτή παρατήρηση αναπαρήγαγαν οι εφημερίδες της εποχής, όπως φαίνεται παραπάνω.

              Η εξελικτική πορεία της μελέτης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Η ανακάλυψη του Μηχανισμού των Αντικυθήρων υπήρξε το αντικείμενο πλήθους δημοσιευμάτων σε αρχαιολογικά και άλλα περιοδικά αλλά και σε εκατοντάδες δημοσιεύματα στον ελληνικό (κυρίως) και ξένο τύπο. Από σχετικά πρώιμες και ιδιαιτέρως πρόσφατες μελέτες πολλών ερευνητών, έχουμε σήμερα ασφαλή αντίληψη του τρόπου λειτουργίας και των ενδείξεων που έφερε ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων.

Το 1903 ο υποπλοίαρχος Περικλής Ρεδιάδης δημοσίευσε ένα εκτενές άρθρο για το Μηχανισμό (Ρεδιάδης 1903). Στο δημοσίευμα αυτό, αλλά και σε άλλα της ίδιας εποχής, ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων περιγράφεται ως αστρονομικό όργανο, ως αστρολάβος και ως όργανο ναυσιπλοΐας.

Λίγο μετά ο Γερμανός φιλόλογος και επιγραφολόγος Albert Rehm μελετά εντατικά το Μηχανισμό. Το σημαντικό αδημοσίευτο έργο του έχει εντοπιστεί στην Κρατική Βιβλιοθήκη της Βαυαρίας (Albert Rehm 1905)ς και έχει μελετηθεί (Almagest 2016).

Κατά τη δεκαετία του 1930 ο  ναύαρχος Ι. Θεοφανίδης μελέτησε τα θραύσματα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων (Theophanidis 1934) και επιχείρησε την κατασκευή του πρώτου αντιγράφου, το οποίο, δυστυχώς, δεν κατάφερε να ολοκληρώσει.

Κατά τη δεκαετία του 1970, ο εξερευνητής Jacques-Yves Cousteau συνέβαλε στην ανασκαφή με το βαθυσκάφος του Καλυψώ (Dumas 1976) και ομάδα εκπαιδευμένων δυτών, μεταξύ των οποίων και οι Τοπογράφοι Μηχανικοί (φοιτητές τότε) Λευτέρης Τσαβλίρης και Βασίλης Βιτάλης. Ιδιαίτερα χρήσιμη για τη χρονολόγηση του ναυαγίου ήταν η εύρεση νομισμάτων από την Πέργαμο, κοπής μεταξύ 86 – 67 π.Χ., μερικών αγαλματιδίων και η ανέλκυση ενός μεγάλου ξύλινου τμήματος του καραβιού. Από πρόσφατη μελέτη των επιγραφών και των νομισμάτων (Τσέλεκας 2012) το ναυάγιο χρονολογείται κατά τον 1ο π.Χ. αιώνα. Πάντως, όχι αργότερα από το 60 π.Χ.

Σχήμα 7. Η πορεία του πλοίου και το σημείο του ναυαγίου. Κόκκινη γραμμή: πιθανή πορεία του πλοίου μέχρι το ναυάγιο, Μπλε γραμμή: Η αβέβαιη πορεία του πλοίου μέχρι τον τελικό προορισμό του. Με x σημειώνονται οι πόλεις με αθλητικούς αγώνες που αναφέρονται στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων. Στην σπείρα του Μέτωνος (βλέπε παρακάτω) ήταν χαραγμένο ένα πλήρες ημερολόγιο δώδεκα μηνών. Η αριθμητική σύμπτωση του αριθμού των μηνών του ημερολογίου με τους μήνες διαφόρων αρχαίων ελληνικών πόλεων, είναι ανάλογη του μεγέθους των τετραγωνιδίων του σχήματος. Είναι προφανές ότι την μεγαλύτερη σύμπτωση παρουσιάζουν η Κέρκυρα, το Βουθρωτό, το Ταυρομένιον και η Δωδώνη (όλες Κορινθιακές αποικίες). Πρόσφατα απορρίφθηκε το ημερολόγιο του Ταυρομενίου (Iversen 2017). Οι υπόλοιπες βρίσκονται στη ΒΔ Ελλάδα. Εύλογα γεννάται το ερώτημα: μήπως ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων χρησιμοποιείτο στη ΒΔ Ελλάδα; Τα χρώματα των τετραγωνιδίων αντιστοιχούν στη σύμπτωση ορισμένων σπανίων ονομασιών μηνών (βλέπε Freeth et al. 2008).

Τα δημοσιεύματα του τύπου κέντρισαν το ενδιαφέρον του Βρετανού Φυσικού και Φιλόσοφου των Επιστημών, Derek de Solla Price, που εργαζόταν στο Πανεπιστήμιο Yale  των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Derek de Solla Price, με τη συνεργασία και βοήθεια του Χαράλαμπου Καράκαλου, από το Ερευνητικό Κέντρο «Δημοκριτος», (πλησίον των Αθηνών), μελέτησε διεξοδικά το Μηχανισμό των Αντικυθήρων, χρησιμοποιώντας ακτινογραφίες που είχε πάρει ο Καράκαλος με ένα μηχάνημα δικής του κατασκευής. Το 1959 δημοσίευσε ένα σχετικό άρθρο στο περιοδικό Scientific American (de Solla Price 1959) και το 1974 ένα εκτενέστερο (70 περίπου σελίδων) στο περιοδικό της Αμερικανικής Φιλοσοφικής Εταιρείας, με τίτλο «Γρανάζια από τους Έλληνες» (de Solla Price 1974). Στο άρθρο αυτό ισχυριζόταν  ότι ο Μηχανισμός είναι ένα πολύπλοκο αστρονομικό όργανο, το οποίο μάλιστα  περιείχε μια διάταξη γραναζιών, όπως αυτή που υπάρχει στα διαφορικά γρανάζια που χρησιμοποιούμε σήμερα στα αυτοκίνητα. Ο de Solla Price εργάστηκε πάνω από 30 χρόνια, μελετώντας το Μηχανισμό και στο άρθρο του αναφέρει επιγραμματικά ότι «είναι το παλαιότερο δείγμα επιστημονικής τεχνολογίας που διασώζεται μέχρι σήμερα και αλλάζει τελείως τις απόψεις μας για την αρχαία ελληνική τεχνολογία«. Παρόλο που το άρθρο του de Solla Price περιέχει μερικά λάθη (για παράδειγμα στον Μηχανισμό των Αντικυθήρων δεν υπάρχει διαφορικό γρανάζι), χωρίς αυτό, πιθανώς, δεν θα διαβάζατε αυτό το κείμενο.

Τη σκυτάλη από τον de Solla Price πήραν στις αρχές του 1980 οι Alan Bromley  και Michael Wright (Wright, Bromley & Magou 1995, Wright & Bromley 1997). Ο δεύτερος μάλιστα εξακολουθεί να μελετά εντατικά τo Μηχανισμό μέχρι σήμερα. Η ομάδα αυτή, μετά από πολυετή  μελέτη, απέρριψε την ύπαρξη του διαφορικού γραναζιού και εισήγαγε μερικές καινοτόμες ιδέες για τη χρήση του Μηχανισμού (Wright 2004, 2005, 2006, 2011, 2012, 2013). Για παράδειγμα, πρότεινε ότι οι κλίμακες στην πίσω πλευρά του Μηχανισμού, περιλαμβάνουν ελικοειδείς σπείρες και όχι ομόκεντρους κύκλους. Τη σημασία αυτής της διαφοράς θα την αναλύσουμε παρακάτω.

Σχήμα 8. Οι Derek de Solla Price και Michael Wright με ομοιώματα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Στις αρχές του 2001 μια ομάδα Ελλήνων και ξένων ερευνητών, στην οποία συμμετείχαν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιου του Cardiff της Μ. Βρετανίας (Mike Edmunds, Antony Freeth), το Πανεπιστήμιο Αθηνών (Ξενοφών Μουσάς, Ιωάννης Μπιτσάκης) και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Ιωάννης Σειραδάκης) δημιούργησαν την «Ομάδα Διερεύνησης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων». Μετά από αλλεπάλληλες, άκαρπες αιτήσεις προς το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (Μάρτιος 2001 – Αύγουστος 2004) η άδεια, τελικά, υπεγράφη από τον τότε Υπουργό Πολιτισμού Πέτρο Τατούλη, τον Απρίλιο 2005. Το έργο ετέθη υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και, με την ευγενική χορηγία του Ιδρύματος Leverhulme της Μ. Βρετανίας, πραγματοποιήθηκε μια νέα διερεύνηση του Μηχανισμού χρησιμοποιώντας σύγχρονα μέσα τεχνολογίας (π.χ. τομογραφία ακτίνων Χ με διακριτική ικανότητα 0.04 mm, οπτική φωτογράφιση με περιφερειακό φωτισμό, κ.α). Στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο έχει εγκατασταθεί και χρησιμοποιείται εντατικά μία από τις 4 βάσεις των τομογραφικών δεδομένων που υπάρχουν στον κόσμο. Με την έναρξη των μετρήσεων, η ομάδα ενισχύεται με  την Ελένη Μάγκου και τη Μαρία Ζαφειροπούλου από το  Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών και αργότερα με τον Αγαμέμνονα (Μέμο)  Τσελίκα από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης. Στις 30 Νοεμβρίου 2006 (14 μήνες μετά την έναρξη της λήψης των μετρήσεων) η ερευνητική ομάδα ανακοίνωσε τα πρώτα αποτελέσματα της μελέτης στο διεθνές περιοδικό “Nature” και συγχρόνως σε ένα συνέδριο που έλαβε χώρα στην Αθήνα, σε συνεργασία με το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης (Freeth et al. 2006) και συνεχίζει να δημοσιεύει (Allen et al. 2016, Seiradakis & Edmunds 2018).

Μετά το 2006, σημαντική αποδείχθηκε η συνεργασία με τον Καθηγητή Ιστορίας και Αρχαιοτήτων του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, Alexander Jones (Jones 2017), έδωσε νέα ώθηση στη μελέτη των εγχάρακτων επιγραφών και συμβόλων που φέρει ο Μηχανισμός. Το 2016 δημοσιεύθηκε  ένας μνημειώδης τόμος 300 σελίδων με αναλυτική και λεπτομερή αποκωδικοποίηση όλων των μέχρι τότε αναγνωσμένων επιγραφών (Almagest 2016).

            Η διερεύνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων–Βασικά στοιχεία

Τα αποτελέσματα της έρευνας, είναι εκπληκτικά: βρέθηκαν άγνωστες επιγραφές στο εσωτερικό του Μηχανισμού και διαβάστηκαν κείμενα χαμένα για πάνω από 2000 χρόνια! Η υψηλή διακριτική ικανότητα των μετρήσεων και η προσεκτική μελέτη των επιγραφών και των γραναζιών επέτρεψε στην ερευνητική ομάδα να παρουσιάσει μια συνολική, κατά το δυνατόν, λύση στο μυστήριο της λειτουργίας του Μηχανισμού. Τα μέχρις στιγμής συμπεράσματα επιβεβαιώνουν ότι ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων ήταν ένα μικρών διαστάσεων (32cm×16cm×~10cm) φορητό αστρονομικό όργανο, τόσο περίπλοκο που δεν είναι περίεργο πως θεωρείται ως ο πρώτος σύνθετος (αναλογικός) υπολογιστής με γρανάζια που κατασκευάστηκε ποτέ. Έκανε πράξεις (π.χ. πολλαπλασιασμούς, διαιρέσεις)  με τη βοήθεια οδοντωτών τροχών (γραναζιών). Ήταν δηλαδή ένα Laptop  της εποχής του!

Σχήμα 9. Αναπαράσταση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Πως γίνονται πολλαπλασιασμοί και διαιρέσεις με γρανάζια;

Αν συνδέσουμε ένα γρανάζι με 64 οδόντες με ένα μικρότερο με 32 οδόντες και περιστρέψουμε το μεγαλύτερο κατά μια πλήρη περιστροφή, τότε το μικρότερο θα έχει κάνει δύο περιστροφές. Ουσιαστικά έχουμε πολλαπλασιάσει  επί 2. Αντιστρέφοντας την κίνηση (από το μικρότερο προς το μεγαλύτερο γρανάζι) θα διαιρούσαμε δια 2. Επιλέγοντας καταλλήλως τον αριθμό των οδόντων των γραναζιών και χρησιμοποιώντας συρμούς γραναζιών, μπορούμε να κάνουμε οποιαδήποτε πράξεις!

Ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων πλαισιωνόταν πιθανώς από ένα ξύλινο κουτί (πυξίδα) διαστάσεων 35 εκ.×20 εκ.×10 εκ. (Σχήμα 9). Επί πλέον η εμπρόσθια και η πίσω πλευρά προστατευόταν με δύο μπρούτζινες προστατευτικές πλάκες. Ο μπρούτζος ήταν αρκετά μαλακός (περιείχε 4 – 10 % κασσίτερο).

Χωρίς να λαμβάνονται υπόψη πιθανοί υπολογισμοί για την τροχιά των 5 γνωστών, κατά τον 2ο π.Χ. αιώνα, πλανητών, η διάταξη  που χρησιμοποιήθηκε στις πρόσφατες ανακατασκευές (Freeth et al. 2008, Efstathiou et al., 2012) περιλαμβάνει: 39 γρανάζια (29 υπάρχοντα, συμπεριλαμβανομένων 2 γραναζιών, των οποίων οι οδόντες προεξέχουν σε ορθή γωνία ως προς το επίπεδο του τροχού (κορώνες) και 10 γραναζιών η ύπαρξη και χρήση των οποίων έχει τεκμηριωθεί από τις κλίμακες τω δεικτών), 17 άξονες, ένα διπλό άξονα και 7 οξύληκτους δείκτες (Efstathiou et al. 2013). Στο Σχήμα 10 παρουσιάζεται μία λειτουργική διάταξη των γραναζιών του Μηχανισμού των Αντικυθήρων.

Σχήμα 10. Λειτουργικό διάγραμμα των ημερολογιακών, ηλιακών και σεληνιακών συρμών γραναζιών. Οι 7 δείκτες καθώς και η σφαίρα των φάσεων Σελήνης απεικονίζονται σχηματικά (αναπαράγονται από την εργασία (Efstathiou M. 2013). Τα ζεύγη γραναζιών παρουσιάζονται με το γρανάζι κίνησης αριστερά και το κινούμενο γρανάζι, δεξιά (με ελάχιστες εξαιρέσεις: το a1 οδηγεί το b1 και το τριπλό σύμπλεγμα όπου το b2 οδηγεί συγχρόνως το c1 και το l1. Ο αριθμός των οδοντων κάθε γραναζιού δίνεται στην (παρένθεση). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο επικυκλικός σεληνιακός μηχανισμός με τον πείρο και τη σχισμή βρίσκεται στο ζεύγος e3 / e4 προκειμένου να αναπαραχθεί η σωστή, μεταβαλλόμενη (λόγω ελλειπτικής τροχιάς) κίνησης της Σελήνης.

                         Η εμπρόσθια πλευρά του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Στην εμπρόσθια πλευρά υπήρχαν δύο ομόκεντρες κυκλικές κλίμακες (Σχήμα 11).

Η εξωτερική κλίμακα ήταν αποσπώμενη και είχε 365 υποδιαιρέσεις (όσες οι μέρες ενός έτους), ταξινομημένες σε 12 μήνες των 30 ημερών συν 5 επαγόμενες ημέρες, σύμφωνα με το αιγυπτιακό ημερολόγιο της εποχής (12 × 30 + 5 = 365). Την κλίμακα αυτήν θα την ονομάζουμε από εδώ και στο εξής ετήσια κλίμακα. Στην κλίμακα αυτή, σε μία από τις υποδιαιρέσεις υπήρχε μία μικρή οπή διαμέτρου περίπου 0.8 χιλιοστών μέσα από την οποία περνούσε ένα μικρός πείρος (σαν καρφιτσούλα). Οι μήνες που ήταν χαραγμένοι στην εξωτερική κλίμακα, έφεραν τα ονόματα των μηνών του αιγυπτιακού ημερολογίου (ΠΑΧΩΝ, ΠΑΥΝΙ, κτλ.), με ελληνικά γράμματα. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε ότι όλες οι επιγραφές που έφερε ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων ήταν χαραγμένες με ελληνικά γράμματα.

Η εσωτερική κλίμακα είχε 360 υποδιαιρέσεις (όσες οι μοίρες ενός κύκλου). Ήταν ταξινομημένη σε 12 τμήματα των 30 μοιρών (12 × 30 = 360). Τα 12 τμήματα έφεραν τα ονόματα των 12 ζωδιακών αστερισμών, με τα ονόματα τους, όπως ονομάζονται σήμερα («ΠΑΡΘΕΝΟΝ», «ΧΗΛΑΙ», «ΣΚΟΡΠΙΟΝ», κτλ.). Εξαίρεση αποτελεί ο Ζυγός που στην αρχαιότητα ονομαζόταν «ΧΗΛΑΙ» και θεωρείτο ότι απεικόνιζε τις δαγκάνες του Σκορπιού, του επόμενου δηλαδή ζωδιακού αστερισμού. Την κλίμακα αυτήν θα την ονομάζουμε από εδώ και στο εξής ζωδιακή κλίμακα.

Σχήμα 11. Οι κλίμακες της εμπρόσθιας πλευράς. Φαίνονται η ετήσια (εξωτερική) και η ζωδιακή (εσωτερική) κλίμακα που αναφέρονται στο κείμενο

Πριν, όμως, προχωρήσουμε στην αναλυτική περιγραφή των αστρονομικών φαινομένων που προσομοίωνε ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων, ας παραθέσουμε μερικές απλές γνώσεις αστρονομίας.

Λόγω της περιστροφής της Γης  γύρω από τον άξονά της, τα ουράνια σώματα (ο Ήλιος, η Σελήνη, οι πλανήτες και τα αστέρια) φαίνονται κινούνται στον ουρανό, ανατέλλοντας, μεσουρανώντας (προς το Νότο για το βόρειο ημισφαίριο) και δύοντας.

Πιο γρήγορα κινούνται τα αστέρια(μία πλήρη περιφορά (360°) την ημέρα).

Ο Ήλιος κινείται λίγο πιο αργά από τα αστέρια (κατά μία μοίρα την ημέρα) διότι, συγχρόνως με την περιστροφή της, η Γη περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο, διαγράφοντας μια πλήρη περιφορά σε 365.25 ημέρες, δηλαδή σε μία ημέρα ο Ήλιος καθυστερεί κατά 360/365.25 = 0.986 ≈ 1 μοίρα. Το επίπεδο της τροχιάς της Γης γύρω από τον Ήλιο ονομάζεται εκλειπτική. Εκ του ορισμού αυτού, είναι προφανές ότι τόσο ο Ήλιος όσο και η Γη βρίσκονται πάνω στην εκλειπτική. Στην προέκταση της ζώνης της εκλειπτικής βρίσκονται όλοι οι 12 γνωστοί ζωδιακοί αστερισμοί οι οποίοι αποτελούνται από σχετικά λαμπρά αστέρια.

Πάνω ή κοντά στην εκλειπτική κινείται  Σελήνη, ακόμα πιο αργά (καθυστερεί κατά περίπου 13 μοίρες την ημέρα), διότι  επί πλέον περιφέρεται και γύρω από τη Γη διαγράφοντας μια πλήρη περιφορά σε 27.32 ημέρες (η περίοδος αυτή ονομάζεται αστρικός μήνας). Η τροχιά της έχει μικρή κλίση (~5 μοίρες) ως προς την εκλειπτική.

Και οι πλανήτες κινούνται πάνω ή κοντά στην εκλειπτική, αλλά πολύ πιο αργά.

Κατά την περιφορά της γύρω από τη Γη, η Σελήνη άλλοτε βρίσκεται διαμετρικά αντίθετα από τον Ήλιο και άλλοτε ανάμεσα στον Ήλιο και την Γη. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε Πανσέληνο, καθώς ο Ήλιος φωτίζει ολόκληρο το ορατό (από τη Γη) ημισφαίριο της Σελήνης. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε Νέα Σελήνη. Η περίοδος των φάσεων τα Σελήνης, π.χ. από Πανσέληνο σε Πανσέληνο ή, γενικά, για να επανέλθει στη ίδια φάση) ονομάζεται συνοδικός μήνας και διαρκεί 29.53 ημέρες (την περίοδο αυτή οι γεωργοί την ονομάζουν φεγγάρι). Αν κατά την Πανσέληνο ή τη Νέα Σελήνη, αυτή τύχει να βρίσκεται ακριβώς πάνω στην εκλειπτική, τότε είτε η Γη εμποδίζει το φως του Ήλιου να φωτίσει την επιφάνεια της Σελήνης και έχουμε έκλειψη Σελήνης είτε η Σελήνη εμποδίζει το φως του Ήλιου να φωτίσει τη Γη και έχουμε έκλειψη Ήλιου. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι εκλείψεις συμβαίνουν όταν τα τρία σώματα, ο Ήλιος, η Γη και η Σελήνη, ευθυγραμμίζονται. Επειδή αυτό συμβαίνει πάντα στο επίπεδο της τροχιάς της Γης γύρω από τον Ήλιο, το επίπεδο αυτό ονομάστηκε από τους αρχαίους προγονούς μας εκλειπτική: το επίπεδο στο οποίο ενίοτε εκλείπει ο Ήλιος ή η Σελήνη.

Οι παραπάνω γνώσεις για τις κινήσεις του Ήλιου, της Σελήνης, των πλανητών και των αστεριών ήταν γνωστές στην αρχαιότητα και τα φαινόμενα που εξαρτώνται από τις κινήσεις τους περιγράφονται ή προβλέπονται στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων!

Στην εμπρόσθια πλευρά του Μηχανισμού των Αντικυθήρων υπήρχαν επίσης δύο ανεξάρτητοι μεταξύ τους δείκτες (ένας για τον Ήλιο και ένας για τη Σελήνη). Ο δείκτης του Ήλιου έφερε πιθανώς ένα «χρυσούν σφαιρίον», το οποίο περιγράφεται στις επιγραφές που πλουσιοπάροχα έφερε ο Μηχανισμός. Χρησιμοποιώντας ένα στροφείο (χειριστήριο) και με τη βοήθεια του δείκτη αυτού, ο χειριστής μπορούσε να επιλέξει οποιαδήποτε ημέρα από τις 365 υποδιαιρέσεις που περιείχε η εξωτερική ετήσια κλίμακα της εμπρόσθιας πλευράς. Κάθε ημέρα, βέβαια, ο Ήλιος, καθώς κινείται προς τα πίσω (κατά μία μοίρα) ανάμεσα στα αστέρια, καταλαμβάνει μια διαφορετική θέση ανάμεσα στους ζωδιακούς αστερισμούς (βλέπε Σχήμα 6). Τη θέση αυτή «διάβαζε» ο χειριστής του Μηχανισμού στη εσωτερική ζωδιακή κλίμακα και έτσι γνώριζε ακριβώς (με ακρίβεια μιας μοίρας) σε ποιο αστερισμό και σε ποιο τμήμα αυτού βρισκόταν ο Ήλιος. O δείκτης της Σελήνης, ο οποίος έδειχνε τη θέση της στη ζωδιακή κλίμακα (με την ίδια ακρίβεια), έφερε επίσης ένα μικρό (ελάσσον), πιθανώς αργυρούν, σφαιρίον. Στο άκρον του δείκτη υπήρχε μια ημισφαιρική κοιλότητα εντός της οποίας υπήρχε μία μικρή περιστρεφόμενη σφαίρα, μισή λευκή και μισή μαύρη, που έδειχνε τις φάσεις της Σελήνης. Η σφαίρα αυτή έκανε μια πλήρη περιστροφή σε 29.53 ημέρες. Όταν φαινόταν το λευκό ημισφαίριο, ο Μηχανισμός ενημέρωνε τον χειριστή ότι  ήταν Πανσέληνος. Το μαύρο ημισφαίριο σήμαινε Νέα Σελήνη. Το Πρώτο και Τρίτο Τέταρτο της Σελήνης αντιπροσωπευόταν από μισό μαύρο και μισό άσπρο.

Επειδή η διάρκεια του έτους είναι 365.25 ημέρες (και όχι 365), κάθε τέσσερα χρόνια προσθέτουμε μία ημέρα. Ο Φεβρουάριος έχει 29 (αντί 28) ημέρες και το έτος έχει 366 ημέρες (δίσεκτα έτη). Βεβαίως, δεν ήταν δυνατό ο εξωτερικός ετήσιος κύκλος να έχει άλλοτε 365 και άλλοτε 366 υποδιαιρέσεις. Στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων, το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε με ένα πολύ απλό και έξυπνο τρόπο: Κάθε τέσσερα χρόνια ο χειριστής αποσπούσε την εξωτερική ετήσια κλίμακα και με τη βοήθεια του πείρου τη μετατόπιζε προς τα πίσω κατά μια οπή (μία ημέρα). Ο επόμενος χρόνος θα είχε πλέον 366 ημέρες… Με ένα τόσο απλό τρόπο ο χειριστή του Μηχανισμού των Αντικυθήρων, λάμβανε υπόψη τα  δίσεκτα έτη!

                              Η πίσω πλευρά του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Στην πίσω πλευρά υπήρχαν δύο ελικοειδείς κλίμακες (σπείρες). Η πάνω, με 5 έλικες, το συνολικό μήκος της οποίας διαιρείτο σε 235 τμήματα και η κάτω, με 4 έλικες, το συνολικό μήκος της οποίας διαιρείτο σε 223 τμήματα). Εσωτερικά, της πάνω ελικοειδούς κλίμακας υπήρχαν δύο μικρότερες κλίμακες με 4 υποδιαιρέσεις, ενώ εσωτερικά της κάτω κλίμακας υπήρχε ακόμα μία μικρότερη κλίμακα με 3 υποδιαιρέσεις (Σχήμα 12).

Σχήμα 12. Λεπτομέρεια των κλιμάκων της πίσω πλευράς. Εμφανίζεται τμήμα της κλίμακας του Μέτωνος (άνω) και τμήμα της κλίμακας του Σάρου (κάτω). Απεικονίζονται και οι δευτερεύουσες κλίμακες που αναφέρονται στο κείμενο.

Από το κέντρο όλων των κλιμάκων (2 ομόκεντρες κυκλικές στην εμπρόσθια πλευρά και 5 στην πίσω πλευρά (2 σπειροειδείς και 3 κυκλικές), διερχόταν άξονες οι οποίοι καθώς περιστρέφονταν κινούσαν τους δείκτες. Και οι 7 δείκτες ήταν μεταλλικά ελάσματα, με οξύληκτα –μυτερά- άκρα). Θεωρώντας ότι η περιστρεφόμενη σφαίρα της εμπρόσθιας πλευρά είναι και αυτή ένας δείκτης (δείχνει τις φάσεις της Σελήνης), στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων έχουν εντοπισθεί μέχρι σήμερα, συνολικά, 8 δείκτες.

Κατά την επιλογή της ημερομηνίας με τη βοήθεια του στροφείου και του δείκτη του Ήλιου που αναφέρθηκε παραπάνω, τουλάχιστον επτά άλλοι δείκτες κινούνταν και έδειχναν:

(α) Στη εμπρόσθια πλευρά, τη θέση της Σελήνης ανάμεσα στους ζωδιακούς αστερισμούς με ακρίβεια μιας μοίρας.

(β) Στην ίδια πλευρά, τη φάση της Σελήνης με τη βοήθεια του ελάσσονος σφαιρίου που αναφέρθηκε παραπάνω.

(γ) Στην πάνω ελικοειδή κλίμακα (σπείρα) της πίσω πλευράς, τη μηνιαία θέση της Σελήνης στον επονομαζόμενο κύκλο του Μέτωνος. Οι 235 υποδιαιρέσεις της έλικας αντιστοιχούν στους 235 συνοδικούς μήνες (φεγγάρια) της Σελήνης, που με αρκετά καλή προσέγγιση διαρκούν 19 έτη μείον ένα τέταρτο της ημέρας (6 ώρες). Την αντιστοιχία αυτή, πρώτος εντόπισε ο Μέτων ο Αθηναίος (5ος π.Χ. αιώνας). Κάθε 235 φεγγάρια η Σελήνη επανέρχεται στον ίδιο αστερισμό, και έχει την ίδια φάση. Ήταν πολύ σημαντική αυτή η πληροφορία για τους γεωργούς και τους ναυτικούς στην αρχαιότητα, οι οποίοι  μπορούσαν, όταν είχε Πανσέληνο, να συνεχίσουν τις εργασίες τους. Σήμερα, που υπάρχει το ηλεκτρικό ρεύμα η πληροφορία αυτή είναι ήσσονος σημασίας, καθώς με τη χρήση ενός διακόπτη, μπορούμε να φωτίσουμε το χώρο της εργασίας μας οποιαδήποτε ώρα της ημέρας. Η κλίμακα αυτή ονομάζεται «Σπείρα του Μέτωνος».

(δ) Εσωτερικά της Σπείρας του Μέτωνος (αριστερά στη μικρή κυκλική κλίμακα), ο δείκτης έδειχνε τον 76-ετή κύκλο του Καλλίππου. Κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα ο Κάλλιππος (από την Κύζικο της Μικράς Ασίας), έχοντας σπουδάσει υπό τον Εύδοξο τον Κνίδιο, στη Σχολή του Πλάτωνος και το Λύκειον του Αριστοτέλη διόρθωσε τον κύκλο του Μέτωνος, πολλαπλασιάζοντάς τον επί 4 και αφαιρώντας μία ημέρα (= 4×6 ώρες). Ο κύκλος του Καλλίππου διαρκεί 76 έτη και υπάρχει σαφής αναφορά για αυτόν στις επιγραφές του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Αν και η κλίμακα και ο δείκτης του Καλλίππου δεν έχουν βρεθεί, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι υπήρχε στο κατεστραμμένο τμήμα της σπείρας του Μέτωνος, (α) επειδή αναφέρεται στις επιγραφές και (β) η ύπαρξή του απαιτεί ένα πολύ απλό συρμό γραναζιών που να πολλαπλασιάζει τον κύκλο του Μέτωνος επί τέσσερα.

(ε) Εσωτερικά της Σπείρας του Μέτωνος (δεξιά στη μικρή κυκλική κλίμακα), τον 4-ετή κύκλο των Στεφανιτών Αγώνων. Ο δείκτης της κλίμακας αυτής έκανε μία περιστροφή κάθε τέσσερα έτη. Στις υποδιαιρέσεις υπήρχαν τα σύμβολα «5A», «5B», «5Γ», «5Δ». Το σύμβολο 5, σημαίνει έτος. Είναι προφανές ότι η κλίμακα αυτή αφορά ένα τετραετές ημερολόγιο. Σύντομα, περιμετρικά της κλίμακας διαβάστηκαν τα εγχάρακτα ονόματα των τεσσάρων σημαντικών στεφανιτώναθλητικών αγώνων της αρχαιότητας: ΟΛΥΜΠΙΑ, ΠΥΘΙΑ, ΝΕΜΕΑ, ΙΣΘΜΙΑ. Οι δύο πρώτοι είναι τετραετείς αγώνες. Οι άλλοι δύο είναι διετείς και το όνομά τους αναφέρεται δύο φορές (Σχήμα 12). Μεγάλη εντύπωση μας κάνει η αποκωδικοποίηση δύο ακόμα τετραετών αγώνων, οι οποίοι δεν θεωρούνταν ιδιαιτέρως σημαντικοί: τα ΝΑΑ (στην δωρική τους γραφή) – ονομάζονται και ΝΑΪΑ – και τα ΑΛΙΕΙΑ. Τα ΝΑΑ τελούνταν στη Δωδώνη (οι αγώνες του Ναού) και τα ΑΛΙΕΙΑ τελούνταν στη Ρόδο προς τιμή του Απόλλωνα Ήλιου.

(στ) Στην κάτω ελικοειδή σπείρα της πίσω πλευράς, την περίοδο επανάληψης των εκλείψεων, η οποία ονομάζεται κύκλος ή περίοδος του Σάρου, και διαρκεί 223 συνοδικούς μήνες (18 έτη,  11 ημέρες και 8 ώρες).  Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, για να έχουμε έκλειψη (Ηλίου ή Σελήνης) πρέπει ο Ήλιος, η Σελήνη και η Γη να βρίσκονται περίπου σε ευθεία γραμμή. Αυτό συμβαίνει τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο: όταν η Σελήνη βρίσκεται πάνω στην εκλειπτική και συγχρόνως απέναντι (σεληνιακή έκλειψη) ή σε σύνοδο (ηλιακή έκλειψη) με τον Ήλιο. Επειδή η διεύθυνση της παραπάνω ευθείας περιστρέφεται στον ουρανό και κάνει μια πλήρη περιστροφή σε 223 μήνες (περίοδος του Σάρου), εξυπακούεται ότι η διαδοχή των εκλείψεων επαναλαμβάνεται κάθε 223 μήνες. Ο κατασκευαστής του Μηχανισμού, γνωρίζοντας εκλείψεις του παρελθόντος είχε βαθμονομήσει τη σπείρα του Σάρου και έτσι ο χειριστής ήταν σε θέση να προβλέψει μελλοντικές εκλείψεις. Πράγματι, σε μερικές από τις 223 υποδιαιρέσεις (που αντιστοιχούσαν σε μήνες που έγιναν ή θα γίνουν εκλείψεις) υπάρχουν συμβολικές επιγραφές, που αναφέρουν το είδος της έκλειψης ηλιακή (Η) ή σεληνιακή (Σ) και την ώρα της έκλειψης (π.χ. ΙΒ – δηλ. 12 η ώρα)! Η ημέρα της έκλειψης ήταν αυτή που έδειχνε ο δείκτης του Ήλιου στην εμπρόσθια πλευρά του Μηχανισμού…

(ζ) Εσωτερικά της Σπείρας του Σάρου (στη μικρή κυκλική κλίμακα με τις 3 υποδιαιρέσεις), ο δείκτης έδειχνε τον 54-ετή κύκλο του Εξελιγμού. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο κύκλος του Σάρου διαρκεί 18 έτη, 11 ημέρες και 8 ώρες. Είναι προφανές ότι μετά από 18 έτη και 11 ημέρες αναμένεται να συμβεί η επόμενη έκλειψη, η οποία, όμως θα λάβει χώρα 8 ώρες, δηλαδή 1/3 της ημέρας αργότερα. Μετά από 8, όμως, ώρες, η Γη θα έχει περιστραφεί κατά 120° (1/3 μιας πλήρους περιστροφής) και επομένως η έκλειψη θα συμβεί 120° δυτικότερα από την προηγούμενη, όχι πάντως στον ίδιο τόπο. Στον ίδιο τόπο θα επανέλθει μετά από τρεις κύκλους του Σάρου και μία ημέρα. Η νέα αυτή περίοδος των εκλείψεων διαρκεί 54 έτη και ήταν γνωστή στην αρχαιότητα με το όνομα κύκλος του Εξελιγμού. Στη 2η και στην 3η υποδιαίρεση της κλίμακας του Εξελιγμού ήταν χαραγμένα τα σύμβολα Η και Ι6, που αντιστοιχούν στους αριθμούς 8 και 16. Η ακριβής ώρα της έκλειψης υπολογιζόταν με τη συνεργασία των ενδείξεων του δείκτη της σπείρας του Σάρου και του δείκτη του κύκλου του Εξελιγμού. Ο χειριστής έπρεπε να προσθέσει στην ώρα που ανέφερε η υποδιαίρεση της σπείρας του Σάρου, 8 ώρες ή 16 ώρες, αν ο δείκτης του Εξελιγμού βρισκόταν στη 2η ή στην 3η υποδιαίρεση, αντίστοιχα. Αν βρισκόταν στην 1η υποδιαίρεση, η ώρα που ανέφερε η υποδιαίρεση του Σάρου δεν χρειαζόταν καμία διόρθωση.

                                Οι επιγραφές του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Ακόμα και με σημερινά δεδομένα, είναι προφανές ότι ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων ήταν ένα εξαιρετικά περίπλοκο όργανο. Οι μπρούτζινες προστατευτικές πλάκες του Μηχανισμού των Αντικυθήρων ήταν καλυμμένες με επιγραφές που περιέγραφαν αστρονομικά φαινόμενα, τεχνικούς όρους και οδηγίες χρήσεως (βλέπε Σχήμα 13). Οι οδηγίες αυτές ήταν αναλυτικές και εκτεταμένες και μάλλον αποτελούσαν  ένα εγχειρίδιο χρήσεως (user’s manual) για τον χρήστη του Μηχανισμού. Εγχάρακτες επιγραφές και σύμβολα υπάρχουν σε κάθε ελεύθερη επιφάνεια του Μηχανισμού. Μέχρι σήμερα (Φθινόπωρο 2018) έχουν διαβαστεί περίπου 3500 γράμματα όλα, ανεξαιρέτως  της ελληνικής αλφαβήτου, τα οποία βεβαίως, σχηματίζουν λέξεις και προτάσεις, που αναφέρονται σε αστρονομικούς, γεωγραφικούς  και τεχνικούς όρους. Το ύψος των περισσοτέρων γραμμάτων είναι, κατά μέσο όρο, 2.17 χιλιοστά. Φαίνεται ότι ήταν σμιλευμένα με πολύ λεπτά εργαλεία.

Μία λεπτομερής μελέτη όλων των μέχρι σήμερα αποκωδικοποιημένων επιγραφών δημοσιεύθηκε πρόσφατα σε ένα πολυσέλιδο τόμο (Almagest, 2016). Στην πολύ προσεκτική αυτή μελέτη χρησιμοποιήθηκαν οι κανόνες της Σύμβασης του Leiden.

Σχήμα 13. Επιγραφές από την εμπρόσθια προστατευτική πλάκα. Αναφέρονται στην κίνηση των εσωτερικών πλανητών, ιδιαιτέρως στην αποχή αυτών από τον Ήλιο.

Η συμβολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στη διερεύνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, αναγνωρίζοντας την αξία και τη σπουδαιότητα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων για την ανάδειξη της επιστημονικής και τεχνολογικής κληρονομιάς της χώρας μας, θέσπισε το 2008 μία υποτροφία για την εκπόνηση Διδακτορικής Διατριβής για το Μηχανισμό των Αντικυθήρων. Η Διδακτορική αυτή διατριβή εκπονήθηκε και περατώθηκε το 2016  στο Τμήμα Φυσικής της Σχολής θετικών Επιστημών, με έδρα στο Εργαστήριο Αστρονομίας του Τομέα Αστροφυσικής, Αστρονομίας και Μηχανικής. Ήταν η πρώτη Διδακτορική Διατριβή, παγκοσμίως, για το Μηχανισμό των Αντικυθήρων. Μια δεύτερη Διατριβή, υποστηρίχθηκε επιτυχώς φέτος στον Τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής (η δεύτερη παγκοσμίως).

Κατά την τελευταία δεκαετία, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο δραστηριοποιείται μια ισχυρή ερευνητική ομάδα που μελετά συστηματικά το Μηχανισμό των Αντικυθήρων με πολυάριθμες δημοσιεύσεις σε έγκριτα διεθνή περιοδικά. Η ισχύς της ομάδας οφείλεται στο γεγονός ότι είναι διεπιστημονική και προσεγγίζει και μελετά το Μηχανισμό από πολλές πλευρές, αστρονομική, αρχαιολογική και μηχανολογική.

Στο πλαίσιο αυτής της μελέτης, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο κατασκευάζονται τα πλέον πιστά τριδιάστατα ομοιώματα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων (Efstathiou 2018), τα οποία κοσμούν διάφορα Μουσεία στο εσωτερικό ή το εξωτερικό, προβάλλοντας με τον καλύτερο τρόπο τόσο την επιστημονική όσο και την τεχνολογική κατάρτιση των αρχαίων Ελλήνων.

Βεβαίως υπάρχει σημαντικός αριθμός μεμονωμένων ερευνητών σε άλλα Πανεπιστήμια του εσωτερικού ή εξωτερικού, οι οποίοι μελετούν το Μηχανισμό ατομικά. Με τους ερευνητές αυτούς υπάρχει συνεχής συνεργασία, τόσο σε θεωρητικές γνώσεις όσο και σε τεχνικές ανάλυσης των δεδομένων.

Ανταποκρινόμενη  η Ομάδα Διερεύνησης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων (που αναφέρθηκε παραπάνω) στην πιεστική αναζήτηση πληροφοριών σχετικών με την πρόοδο της μελέτης, έχει δημιουργήσει την ιστοσελίδα: Antikythera Mechanism Research Project για την ενημέρωση του κοινού και των ειδικών. Η ιστοσελίδα ανανεώνεται περιοδικά και περιλαμβάνει τελευταία νέα, απαντήσεις σε βασικά ερωτήματα, άρθρα, εικόνες, βίντεο και άλλες πληροφορίες.

Από τη σύντομη αυτή περιγραφή, είναι προφανές ότι ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων αποτελεί ένα σημαντικότατο τεκμήριο για τις ικανότητες των αρχαίων Ελλήνων. Λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες της εποχής, θα μπορούσε εύκολα να καταταχθεί ισοδύναμα μεταξύ των επτά θαυμάτων της αρχαιότητας, δεδομένου ότι, κατά τη γνώμη μου, η γνώση που απαιτείται είναι σαφώς υψηλότερου επιπέδου και η κατασκευή του σαφώς δυσκολότερη από τις αντίστοιχες  για το Φάρο της Αλεξάνδρειας ή το Ναό της Αρτέμιδος στη Έφεσο. Αποτελεί μοναδική μαρτυρία για τις εξαιρετικές μαθηματικές, γεωμετρικές, μηχανολογικές, τεχνικές και ιδιαιτέρως αστρονομικές δεξιότητες των αρχαίων Ελλήνων πριν 2000 χρόνια. Ακόμα και σήμερα, σε ένα κόσμο προηγμένης τεχνολογίας, στεκόμαστε με δέος μπροστά στις ευφυείς προσομοιώσεις που περιέχει  και τις εκπληκτικές θεωρητικές γνώσεις του πολιτισμού που τις επινόησε.

 

 Γιάννης Σειραδάκης – ΘΑΛΗΣ + ΦΙΛΟΙ

Ο Ιωάννης – Χιου Σειραδάκης είναι Ομότιμος Καθηγητής Αστροφυσικής
του Τμήματος Φυσικής του ΑΠΘ και σημαίνον στέλεχος
της Ομάδας Διερεύνησης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹    Μικρές διαφορές που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης: (α) Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως κατά τον Απρίλιο τα σφουγγαράδικα πρέπει να όδευαν προς τις ακτές της Αφρικής και είναι απίθανο να «έκαναν αμέσως πανιά για τη Σύμη». (β) Ο δύτης που ανακάλυψε το ναυάγιο των Αντικυθήρων και απέσπασε και έφερε στην επιφάνεια το χάλκινο βραχίονα ήταν ο Ηλίας Λυκοπάντης με το ψευδώνυμο Σταδιάτης (και όχι «Σταδιώτης»). Αυτό επιβεβαιώθηκε όταν το 2006 ο Ξενοφών Μούσας και ο συγγραφεύς συνάντησαν στη Ρόδο την ανιψιά του, η οποία μας είπε επίσης ότι, μετά την ανακάλυψη, ο θείος της δεν επέτρεπε σε κανένα να αγγίξει το χάλκινο βραχίονα και ότι κοιμόταν με αυτόν στην κουκέτα του, έως ότου επέστρεψαν στη Σύμη. (γ) Είναι εξαιρετικά απίθανο, ο δύτης να φορούσε στολή. Θα ήταν πολύ άβολο να ψαρεύει θαλασσινά με στολή δύτη. Είναι πιθανότερο να είχε βουτήξει για να δοκιμάσει μία καινούργια στολή ή για να δείξει τη χρήση της σε ένα αρχάριο και άπειρο νεαρό δύτη. Βεβαίως, είναι επίσης πιθανόν να βούτηξε για θαλασσινά, να ανακάλυψε το ναυάγιο και αμέσως μετά φόρεσε τη στολή για καλύτερη διερεύνηση του ναυαγίου. (δ) Ο Ηλίας Λυκοπάντης ήταν ο πιο έμπειρος δύτης, αλλά δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι ήταν ο καπετάνιος του δεύτερου σκάφους. (ε) Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα τα δύο πλοία δεν απέπλευσαν για τη Σύμη, αμέσως μετά την ανακάλυψη. Ταξίδεψαν πρώτα έως την ακτή της Αφρικής για να συλλέξουν σφουγγάρια. Αυτό έχει νόημα, αλλιώς θα υπήρξε πολλή σημαντική καθυστέρηση, επτά μηνών, μεταξύ της επανόδου (από την Αφρική) των σκαφών στη Σύμη (προς το τέλος του Απριλίου) και την ανακοίνωση της ανακάλυψης στον (Κυθήριο) Υπουργό Παιδείας, κ. Σπυρίδωνα Στάη, στις 6 Νοεμβρίου 1900, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του τύπου.

² Ο Derek de Solla Price, στην εργασία που αναφέρεται παραπάνω, αναφέρει ότι οι σφουγγαράδες απέπλευσαν αμέσως μετά την ανακάλυψη του ναυαγίου για τη Σύμη. Η πληροφορία αυτή αντιτίθεται στις πληροφορίες που μας έδωσαν παλαιοί Συμιακοί σφουγγαράδες ή οι απόγονοι αυτών, δηλαδή ότι η αλιευτική περίοδος των σφουγγαριών άρχιζε κατά τον Απρίλιο, όταν ο καιρός βελτιωνόταν και κρατούσε μέχρι το Φθινόπωρο. Οι πληροφορίες αυτές μας δόθηκαν στις 31 Αυγούστου 2008, όταν η ερευνητική ομάδα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων μετέβη στη Σύμη για να αποτίνει φόρο τιμής στους Συμιακούς δύτες του 1900, ένας εκ των οποίων πέθανε και δύο έμειναν παράλυτοι κατά την ενάλια ανασκαφή από την (άγνωστη τότε) ασθένεια των δυτών.                                                              

                                                                ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Λυκούδης, Στ. (1950), “Αρχαιολογικά Σημειώματα. Ο περίφημος θησαυρός της νήσου των Αντικυθήρων”. Επιθεώρηση Ήλιος, 345, 563.

Ρεδιάδης, Π. (1903). Άρθρο στον τόμο Σβορώνος. I.N. (1903), “Ὁ Θησαυρὸς τῶν Ἀντικυθήρων”, Beck & Barth, Athens, 44-52.

Allen, M., Ambrisco, W., Anastasiou, M., Bate, D., Bitsakis, Y., Crawley, A., Edmunds, M.G., Gelb, D., Hadland, R., Hockley, P., Jones, A., Malzbender, T., Mangou, H., Moussas, X., Ramsey, A., Seiradakis, J.H., Steele, J.M., Tselikas, A. & Zafeiropoulou M., (2016), “General Preface to the Inscriptions” in Almagest VII, 1.

Almagest (2016), “The Inscriptions of the Antikythera Mechanism”, VII,1.

Dumas, F. (1976) “30 Centuries Under the Sea: Exciting underwater explorations by Jacques Cousteau’s Associates”, Crown Publishers Inc, N.York

Efstathiou, K., Basiakoulis, A., Efstathiou, M., Anastasiou, M. & Seiradakis, J. H. (2012), “Determination of the gears geometrical parameters necessary for the construction of an operational model of the Antikythera Mechanism” Mech. Mach. Theory, 52, 219-231.

Efstathiou, K. & Efstathiou M. (2018), “Celestial gearbox”, ASME, 140, 31-33.

Efstathiou, M., Basiakoulis, A., Efstathiou, K., Anastasiou, M., Boutbaras P. & Seiradakis J.H. (2013), “The Reconstruction of the Antikythera Mechanism” International Journal of Heritage in the Digital Era, 2, 306–334.

Freeth, T., Bitsakis, Y., Moussas, X., Seiradakis, J.H., Tselikas, A., Mangou, H., Zafeiropoulou, MM., Hadland, R., Bate, D., Ramsey, A., Allen, M., Crawley, A., Hockley, P., Malzbender, T., Gelb, D., Ambrisco, W.  &  Edmunds, M.G. (2006), “Decoding the ancient Greek astronomical calculator known as the Antikythera Mechanism”, Nature, 444, 587–91.

Freeth, T., Bitsakis, Y., Moussas, X., Seiradakis, J.H., Tselikas, A., Mangou, H., Zafeiropoulou, M., Hadland, R., Bate, D., Ramsey, A., Allen, A., Crawley, A., Hockley, P., 34. Freeth, T., Jones, A., Steele, J. M. & Bitsakis, Y. (2008) “Calendars with Olympiad display and eclipse prediction on the Antikythera Mechanism” Nature, 454, 614-617.

Goode, Samuel (1875), “Mance’s Heliograph, or Sun-Telegraph”, The Journal of the Royal United Service Institution, 19, 533-548.

Iversen P. (2017) “The calendar of the Antikythera Mechanism and the Corinthian family of calendars” Hesperia, 86, 129-203.

Jones, A. (2017), A Portable Cosmos (Oxford Univ. Press, New York).

Rehm, A. (1905) “Meteorologische Instrumente der Alten” (unpublished manuscript), Bayerische Staatsbibliothek, Rehmiana III/7.

Seiradakis, J.H. & Edmunds, M.G. (2018), “Our current knowledge of the Antikythera Mechanism” Nature Astronomy, 2, 35–42.

De Solla Price, D. (1959), “An Ancient Greek Computer”, Scientific American, June 1959, 60-67.

de Solla Price, D. (1974), “Gears from the Greeks: The Antikythera Mechanism – A calendar computer from ca. 80 BC”. American Philosophical Society, Transactions, N.S., 64.7.

Theophanidis, I. (“Jean Théophanidis“) (1934), “Sur l‘instrument en cuivre dont les fragments

se trouvent au Musée Archéologique d‘Athènes et qui fut retiré du fond de la mer

d‘Anticythère en 1902“, Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, 9, 140-149.

Tselekas, P.  (2012), “The coins” in The Antikythera Shipwreck. The Ship, the Treasures, the Mechanism — Exhibition Catalogue (eds Kaltsas, N., Vlachogianni, E. & Bouyia, P.) 216-226 (National Archaeological Museum, Athens).

Wright, M.T., Bromley, A.G., Mangou, H. (1995), “Simple X-Ray Tomography and the Antikythera Mechanism”, PACT, 45, 531-543.

Wright, M.T., Bromley, A.G. (1997), “Current Work on the Antikythera Mechanism”, Ancient Greek Technology. 1st Inernational Conference. Proceedings, Thessaloniki, 19-25.

Wright, M.T. (2004), “The Scholar, the Mechanic and the Antikythera Mechanism: Complementary Approaches to the Study of an Instrument”, Bulletin of the Scientific Instrument Society, 80, 4-11.

Wright, M.T. (2005), “Counting Months and Years: The Upper Back Dial of the Antikythera Mechanism”, Bulletin of the Scientific Instrument Society, 87, 8-13.

Wright, M. T. (2006), “The Antikythera Mechanism and the Early History of the Moon-Phase Display”, Antiquarian Horology, 29, 319-329.

Wright, M.T. (2011), “The Antikythera Mechanism: Reconstruction as a Medium for Research and Publication”, in Staubermann, K. (ed.), Reconstructions: Recreating Science and Technology of the Past, Edinburgh, 1-20.

Wright, M.T. (2012), “The Front Dial of The Antikythera Mechanism”, Springer Science + Business Media, Dordrecht.

Wright, M. T. (2013), “The Antikythera Mechanism: Compound Gear-Trains for Planetary Indications” in Almagest IV, 2.

Dušan T. Bataković: Η Σερβική εξέγερση του 1804. Μια Γαλλική Επανάσταση Βαλκανικών προδιαγραφών

Dušan T. Bataković

  Η Σερβική εξέγερση του 1804. Μια Γαλλική Επανάσταση      

  Βαλκανικών προδιαγραφών  

 

Η πρώτη, κατά σειρά, βαλκανική εξέγερση της εποχής των εθνικισμών έλαβε χώρα στη Σερβία. Σε κανένα άλλο σημείο των ευρωπαϊκων κτήσεων της οθωμανικής επικράτειας η κεντρική διοίκηση δεν υπήρξε τόσο αδύναμη και η ξένη επιρροή τόσο ισχυρή, όσο σε αυτή την όμορη με την αυτοκρατορία των Αψβούργων βόρεια επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στη συμβολή των ποταμών Δούναβη και  Σάβου. Συχνοί πόλεμοι, αναγκαστικές εκτοπίσεις πληθυσμών και τιμωρητικές εκστρατείες κατά μήκος των ρευστών συνόρων ανάμεσα στις δυο αυτοκρατορίες, ενίσχυσαν, εν τέλει, τους δεσμούς μεταξύ των ορθοδόξων Σέρβων, παρά τις διαφορές (πολιτικές είτε κοινωνικές) των καθεστώτων, στα οποία υπάγονταν.¹

Σε ένα πρώϊμο στάδιο, η εξέγερση πραγματοποιήθηκε από χωρικούς εναντίον των τοπικών γενίτσαρων. Ωστόσο, ο εθνικός της χαρακτήρας άρχισε σταδιακά να διαμορφώνεται από το 1805 και κατόπιν, καθώς χρησιμοποίηθηκε, ως σύμβολο, ο θυρεός του μεσαιωνικού βασιλικού οίκου των Νεμάνια (Nemanjić) , ο οποίος μεταξύ των ετών  1166 και 1371 παρήγαγε έντεκα Σέρβους μονάρχες, ενώ οι συνεδριάσεις του πρώτου Κυβερνητικού Συμβουλίου (Praviteljtvujušči sovjet) του 1805, πραγματοποιήθηκαν κάτω από την εικόνα του αυτοκράτορα Στεφάνου Δουσάν (1331-1355) στο  Smederevo, “την πρωτεύουσα των δεσποτών και των αυτοκρατόρων μας”. Οι επίσημες επιστολές και πράξεις του ηγέτη της εξέγερσης, Karađorđe Petrović, ιδρυτή της δυναστείας των  Karađorđević, προς τους τοπικούς στρατιωτικούς διοικητές, οι διακηρύξεις καθώς και η αλληλογραφία, την οποία αντάλλαξε με εκπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων, κατέληγαν με τη φράσηστο όνομα σύσσωμου του Σερβικού έθνους”.²

Άποψη του Βελιγραδίου, γερμανικό έγχρωμο χαρακτικό του τέλους του 18ου αιώνα.

Μια αλληλουχία επιτυχιών σε βάρος του τακτικού οθωμανικού στρατού είχε ανυψώσει αισθητά το ηθικό των Σέρβων επαναστατών. Επρόκειτο για τις μάχες του  Ivankovac (1805), του Mišar και του  Deligrad (1806) καθώς και για την κατάληψη του ιδίου του Βελιγραδίου, της σημαντικότερης, δηλαδή, οχυρής θέσης της ευρύτερης περιοχής (Ιανουάριος 1807). Σε μια έκκληση προς τον τσάρο της Ρωσίας, αναφερόταν χαρακτηριστικά πως σε περίπτωση αποστολής ρωσικών ενισχύσεων στα Βαλκάνια, “όλοι οι Σέρβοι της Σερβίας, Βοσνίας, Ερζεγοβίνης, Μαυροβουνίου και Αλβανίας θα ένωναν με ενθουσιασμό τις δυνάμεις τους, συγκροτώντας έναν ισχυρό στρατό 200.000 ανδρών”.³

Ωστόσο, οι παραπάνω πολιτικές διεκδικήσεις στηρίζονταν σε μια αδιάκοπη επαφή και συνεργασία με αντίστοιχες εξεγέρσεις ενάντια στην οθωμανική διοίκηση, τις οποίες είχαν οργανώσει διάφορες Σερβικές φατρίες τόσο στην Ερζεγοβίνη όσο και στο Μαυροβούνιο. Ήδη από καιρό, υπήρχε στρατιωτικός συντονισμός με τον ηγέτη του Μαυροβουνίου, πρίγκιπα-επίσκοπο του Μαυροβουνίου  Petar I Petrović-Njegoš, ο οποίος θεωρούσε τους υπηκόους του ως “ανήκοντες στο έθνος των Σέρβων”.⁴ Την επομένη της ήττας των οθωμανικών στρατευμάτων από τους Μαυροβούνιους το 1796 (μάχες του  Krusi και Martinići), το ημι-αυτόνομο καθεστώς των τελευταίων ενισχύθηκε περαιτέρω, με προοπτικές ακόμη πιο δυναμικής και σημαίνουσας συμμετοχής σε μελλοντικά αντι-οθωμανικά κινήματα.

Petar I Petrović-Njegoš, πρίγκιπας-επίσκοπος του Μαυροβουνίου (1748-1830).

Κατά το αρχικό στάδιο της εξέγερσης στη Σερβία, το μικροσκοπικό Μαυροβούνιο, εν μέρει εξαιτίας της εμπλοκής Ρώσων απεσταλμένων, παρέμεινε, σε γενικές γραμμές, αδρανές. Παρά ταύτα, μια αλυσίδα από ξεσηκωμούς τοπικής εμβέλειας παρατηρήθηκαν στο σαντζάκι του Novi Pazar, μια στενή λωρίδα γης, η οποία χώριζε το πασαλίκι [πρόκειται για οθωμανική διοικητική διαίρεση, αντίστοιχη της σημερινής περιφέρειας] του Βελιγραδίου από τα βουνά του Μαυροβουνίου. Στα όπλα προσέφυγαν και φατρίες Σέρβων από τη γειτονική Ερζεγοβίνη (Drobnjaci, Nikšići, Bjelopavlići  και Moračani). Άλλες από το Μαυροβούνιο (Kuči και Piperi) και από την ορεινή Αλβανία (Klimenti ή Kelmendi) ξεσηκώθηκαν, με στόχο να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη αυτονομία έναντι της κεντρικής εξουσίας. Στο διοικούμενο με σιδηρά πυγμή από τοπικούς Αλβανούς πασάδες Κοσσυφοπέδιο, παρατηρήθηκαν σημεία αναταραχής στις τάξεις του εκεί Σερβικού πληθυσμού, ένα μέρος του οποίου έσπευσε να επανδρώσει τις δυνάμεις του Karađorđe.

Ήδη από το 1804, είχαν ξεκινήσει στην Ερζεγοβίνη οι επιθέσεις εναντίον της υπό οθωμανικό έλεγχο πόλης Podgorica από την φατρία των Drobnjaci. Ένα χρόνο αργότερα, το 1805, η κατάσταση εξελίχθηκε σε εξέγερση διαρκείας, η οποία ανακόπηκε μόνο όταν οι οθωμανικές αρχές της περιοχής συνέλαβαν ως ομήρους, μέλη των οικογενειών της συγκεκριμένης φατρίας.⁶ Σε προκήρυξη, που απέστειλε το 1806 προς τους εξεγερθέντες της Ερζεγοβίνης, ο Karađorđe τους καλούσε να ενώσουν τις δυνάμεις τους με τις δικές του “για τις εκκλησίες και τα μοναστήρια μας, για την απελευθέρωση της μητέρας πατρίδας”. Ταυτόχρονα, σε επιστολή του προς τον πρίγκιπα-επίσκοπο του Μαυροβουνίου, έκανε λόγο για συγκρότηση ενός κοινού κράτους, με διακριτικό γνώρισμα την ορθόδοξη πίστη και το Σερβικό αίμα. Τους παρότρυνε να γίνουν μαζί με τους Σέρβους “ένα σώμα, μια καρδιά και μια ψυχή”.⁷ Ανταποκρινόμενα στην έκκληση, τα στρατεύματα του Μαυροβουνίου προσέβαλαν μια σειρά από οθωμανικά οχυρά κατά μήκος της μεθορίου μεταξύ Σερβίας και Μαυροβουνίου. Η πολυπόθητη ένωση δεν κατόρθωσε τελικά να επιτευχθεί υπό ευνοϊκές συνθήκες, δηλαδή ενόσω διαρκούσε η προέλαση του Karađorđe στο γειτονικό σαντζάκι του Novi Bazar το 1809. Η αιφνιδιαστική, τότε, εκδήλωση επίθεσης από τους Οθωμανούς στο νότιο μέτωπο, ανάγκασε τους Σέρβους να αποσύρουν τα στρατεύματά τους από εκεί.

Το όραμα των Σέρβων επαναστατών, μείγμα σύγχρονου ρεαλισμού και ρομαντικού παρορμητισμού με ιστορικές καταβολές, προσέβλεπε στην ανασύσταση του μεσαιωνικού Σερβικού κράτους, το οποίο είχε σταδιακά πάψει να υφίσταται έπειτα από τη μάχη του Κοσσυφοπεδίου (1389). Ο Jovan Rajić, κύριος εκφραστής της ιστορικής μοναστικής παράδοσης, είχε επιλέξει ως πρότυπο την αυτοκρατορία του Στεφάνου Δουσάν, παρά το ότι το κέντρο της τελευταίας βρισκόταν νοτιότερα, μεταξύ Κοσσυφοπεδίου και Σκοπίων. Το τετράτομο έργο του Rajić “Ιστορία των διαφόρων Σλαβικών Εθνών, Βουλγάρων, Κροατών και Σέρβων”, που δημοσιεύθηκε μεταξύ των ετών 1794 και 1795 στη Βιέννη, εξελίχθηκε σε πραγματικό πυλώνα της Σερβικής εθνικής ιδεολογίας των αρχών του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με μια μαρτυρία του 1806, προερχόμενη από έναν Οθωμανό κρατούμενο σε Σερβική

Ο Jovan Rajić (1726-1801).
Η τετράτομη “Ιστορία των διαφόρων Σλαβικών Εθνών, Βουλγάρων, Κροατών και Σέρβων”.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

φυλακή, το διακύβευμα για τους εξεγερθέντες είχε ως ακολούθως: «Όπως κάποτε ο βασιλέας [πρίγκιπας] Λάζαρος μετέβη στο Κοσσυφοπέδιο [το 1389, προκειμένου να αναμετρηθεί με τους Οθωμανούς], έτσι όλοι οι Σέρβοι θα επανέλθουν εκ νέου στην ίδια περιοχή. Κάνουν συνεχώς χρήση βιβλίων σχετικών με την ιστορία τους [πρόκειται για την Ιστορία του Jovan Rajić] και ειδικότερα εκείνη του προαναφερθέντα βασιλέα [πρίγκιπα Λαζάρου], που στο νου τους αποτελεί πηγή έμπνευσης και προτροπής για εξέγερση”.⁸

Οι επαναστάτες χωρικοί στερούνταν ισχυρής πνευματικής καθοδήγησης. Ο κυριότερος ιδεολόγος, στην περίπτωση, ήταν ο ιερέας  Matija Nenadović, άτομο, το οποίο διακατεχόταν από Σερβικές μεσαιωνικές παραδόσεις. Το παραπάνω κενό καλύφθηκε από πολιτική υποστήριξη, προερχόμενη από την πεφωτισμένη Σερβική διανόηση της γειτονικής αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Ήδη από το 1790, οι Σέρβοι κάτοικοι των νοτίων επαρχιών της αυτοκρατορίας των Αψβούργων (πρόκειται για τη σημερινή Vojvodina), θεωρούσαν υποχρέωση να παρέχουν πολιτική και ιδεολογική υποστήριξη σε ολόκληρο το Σερβικό εθνικό κίνημα, με σημαία τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ήταν δε τόσο ενθουσιώδης η συστράτευσή τους, ώστε προκάλεσε εύλογο προβληματισμό στις Αυστριακές τοπικές αρχές. Οι μυστικοί δεσμοί παγιώθηκαν εκατέρωθεν των συνόρων μέχρι σημείου προμήθειας οπλισμού και πολεμοφοδίων, με σκοπό την ενίσχυση της επανάστασης. Υφιστάμενοι, με τη σειρά τους, τις καταπιεστικές πρακτικές της διοίκησης των Αψβούργων, οι Σέρβοι της νοτίου Ουγγαρίας όχι μόνο επικρότησαν την εξέγερση, αλλά άρχισαν να συνδέουν το δικό τους μέλλον με την προοπτική δημιουργίας ενός ανεξάρτητου και κυρίαρχου Σερβικού κράτους.⁹

Dositej Obradović (1739-1811).

Ο επονομαζόμενος “Σέρβος Βολταίρος” ποιητής Dositej Obradović, συνέθεσε μια ωδή, η οποία έμελλε να χρησιμεύσει ως ύμνος των επαναστατών: “Σήκω Σερβία/ αγαπημένη μητέρα όλων μας/ για να ξαναγίνεις αυτό που υπήρξες κάποτε/ τα τέκνα σου κλαίνε για σένα/ πολεμούν γενναία για σένα”.¹º Παρακάτω στο ίδιο ποίημα, ο Obradović επισημαίνει πως η εξέγερση των Σέρβων αναπτέρωσε τις ελπίδες για απελευθέρωση της Βοσνίας, της Ερζεγοβίνης, του Μαυροβουνίου “και άλλων γειτονικών περιοχών, θαλασσών και νήσων”. Την ίδια στιγμή που επικαλούνταν το μεσαιωνικό κράτος του Στεφάνου Ντουσάν, οι Σέρβοι διανοούμενοι σχεδίαζαν νέες εδαφικές διεκδικήσεις, με γνώμονα τη σύγχρονη, για την εποχή εκείνη, αντίληψη της εθνικής ταυτότητας, που συνεπαγόταν εννιαία γλώσσα καθώς και κοινές θρησκευτικές, πολιτισμικές και ιστορικές καταβολές και παραδόσεις. Όμως, πρώτος ο Obradović αναγνώρισε ως κυρίαρχο διακριτικό γνώρισμα εθνικής ταυτότητας τη γλώσσα, που, με τη σειρά της, ήταν σε θέση να σφυρηλατήσει θρησκευτικούς δεσμούς. Όπως χαρακτηριστικά υποστήριζε, “η επικράτεια, όπου η Σερβική γλώσσα χρησιμοποιείται, δεν είναι μικρότερη  από εκείνη της Γαλλίας ή της Αγγλίας, στο ποσοστό που μπορεί κανείς να παραβλέψει ορισμένες ανεπαίσθητες διαφορές σε επίπεδο προφοράς. Ανάλογες διαφορές εντοπίζονται σε όλες τις υπόλοιπες γλώσσες […] Οσάκις αναφέρομαι σε πληθυσμούς, οι οποίοι κατοικούν στα συγκεκριμένα βασίλεια και στις συγκεκριμένες επαρχίες, εννοώ τα μέλη της Ελληνικής και της Λατινικής Εκκλησίας δίχως να εξαιρώ ακόμα και Τούρκους [Βόσνιους Μουσουλμάνους]  της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης, στο ποσοστό που το θρήσκευμα και η πίστη μπορούν να αλλάξουν.Όμως η φυλή και η γλώσσα ουδέποτε μπορούν.¹¹

Στο ίδιο πάντοτε πνεύμα, ο κόμης  Sava Tekelija, ευκατάστατος Σέρβος προύχοντας από την Ουγγαρία, δημοσίευσε το 1805 στη Βιέννη, σε 2000 αντίτυπα, έναν “Γεωγραφικό χάρτη της Σερβίας, Βοσνίας, Ντουμπρόβνικ, Μαυροβουνίου και όμορων περιοχών”. Τα πρώτα 500 είχαν ως αποδέκτες τους ηγέτες της εξέγερσης μέσα στην ίδια τη Σερβία. Μάλιστα, ο Tekelija στράφηκε και προς τους Αυστριακούς και Γάλλους κυβερνώντες (παρά το γεγονός ότι ως φυσικός σύμμαχος των Σέρβων εθεωρείτο ανέκαθεν η τσαρική Ρωσία) και ζήτησε τη συνδρομή τους για μια ανασύσταση ενός Σερβικού κράτους, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πυρήνας μιας ακόμη πιο διευρυμένης πολιτικής οντότητας. Σε υπόμνημα, που απέστειλε το 1804 προς τον μόλις ενθρονισθέντα αυτοκράτορα Ναπολέοντα Α΄, πρότεινε την ίδρυση ενός αχανούς βασιλείου της Ιλλυρίας, το οποίο θα συμπεριλάμβανε στο σύνολο σχεδόν των Σερβικών και γενικότερα Σλαβικών πληθυσμών της Βαλκανικής. Ανάλογη πρόταση απηύθυνε, ένα χρόνο αργότερα, προς τον αυτοκράτορα των Αψβούργων Φραγκίσκο Α΄.¹²

Η Σερβία του Karađorđe το 1809.

Πάντοτε σύμφωνα με τον Tekelija, το περίφημο αυτό βασίλειο της Ιλλυρίας, απαρτιζόμενο κατά κύριο λόγο από Σέρβους, ως την κυρίαρχη σλαβική εθνότητα στα Βαλκάνια, θα ήταν σε θέση να συμβάλλει στη εν γένει σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής. Εκτεινόμενο από την Αδριατική έως τη Μαύρη Θάλασσα, θα λειτουργούσε ως ανάχωμα έναντι του Ρωσικού και του Αυστριακού επεκτατισμού. Συνεπώς η Ευρώπη όφειλε να εγγυηθεί “τη σημαίνουσα θέση και την επιτυχή συνέχειαενός έθνους, που διέθετε όλες τις προδιαγραφές προκειμένου να προσφέρει αυτή την σταθερότητα. “Σήμερα”, ανέφερε ο Tekelija στο υπόμνημά του προς τον Ναπολέοντα Α΄, “ένα τέτοιο έθνος έχει εξεγερθεί, αποτινάσσοντας τον ζυγό, τον οποίο ουδέποτε, πλέον, είναι διατεθειμένο να αποδεχθεί εκ νέου για οποιοδήποτε λόγο. Πρόκειται για ένα Σερβικό έθνος, στο ποσοστό που περιοριστεί κάποιος μόνο σε όσους κατοικούν εντός της Σερβικής επικράτειας […] Όταν, όμως, διαθέτοντας την υποστήριξη της Γαλλίας, ενώσει σε ένα ευρύ βασίλειο της Ιλλυρίας τη Βοσνία, τη Βουλγαρία, τη Δαλματία, την Κροατία, τη Σλοβενία, το Μαυροβούνιο, τη Μακεδονία, την Αλβανία, το Ντουμπρόβνικ και τις επαρχίες της Ουγγαρίας, όπου κατοικούν Σερβικοί πληθυσμοί, με τη Σερβία, τότε, το εν λόγω βασίλειο θα αποτελεί ισχυρό ανάχωμα ενάντια στις χώρες εκείνες, και συγκεκριμένα στην Αυστρία και στη Ρωσία, οι οποίες θα επιχειρούσαν να επιβάλλουν τη δική τους κυριαρχία στα Βαλκάνια”. Πάντως, στο αντίστοιχο υπόμνημα προς τον Αυστριακό αυτοκράτορα Φραγκίσκο Α΄, ο κόμηςTekelija κάνει ονομαστική αναφορά μόνο στη Ρωσία, ως εν δυνάμει απειλή στη χερσόνησο των Βαλκανίων, για λόγους ευνόητους.¹³

Όσο και αν στερούνται ρεαλισμού, οι παραπάνω φιλοδοξίες δεν είναι απλά σχέδια με ισχυρό ιστορικό υπόβαθρο. Πολύ γρήγορα η σημασία τους επαληθεύθηκε από την αναστάτωση, η οποία εκδηλώθηκε στις τάξεις των Σέρβων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και εκείνης των Αψβούργων. Σύμφωνα με Γαλλικές εκθέσεις, ήδη από το 1805 ακούγονταν στη Δαλματία τραγούδια για τον “ήρωα-ελευθερωτή” Karađorđe, ακριβώς εκεί όπου η ίδια η έννοια της ελευθερίας ταυτιζόταν με το πρόσωπό του. Η απήχηση της εξέγερσης των Σέρβων υπήρξε τεράστια, από άκρη σε άκρη των Βαλκανίων, ξεπερνώντας κατά πολύ τα όρια του πασαλικίου του Βελιγραδίου, όπου είχε εκδηλωθεί. Η συγκίνηση μεταφέρθηκε και μεταξύ των Σέρβων κατοίκων των νοτίων επαρχιών της Ουγγαρίας, όπως και μεταξύ των Σέρβων στρατιωτών των παραμεθορίων ευρωπαϊκών κτήσεων (Vojna Krajina, Vojna Granica)  της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κατά μήκος του Σάβου ποταμού γύρω από τη Βοσνία και τη Δαλματία.

Το χωριό Orašac, όπου στις 14 Φεβρουαρίου 1804 εκδηλώθηκε η εξέγερση με την ανάθεση της ηγεσίας στον Karađorđe Petrović.

Οι Αυστριακές αρχές κατέγραψαν πολλές περιπτώσεις Σέρβων αγροτών, στρατιωτικών, ιερέων, δασκάλων και δικηγόρων, κατοίκων των νοτίων επαρχιών της αυτοκρατορίας των Αψβούργων, οι οποίοι διέσχισαν τα σύνορα προκειμένου να ενταχθούν στις δυνάμεις των επαναστατών. Ορισμένοι, μάλιστα, από αυτούς στελέχωσαν τα ανώτατα κλιμάκια της εξέγερσης. Πρώτος, κατά σειρά, υπουργός Παιδείας ανέλαβε ο Dositej Obradović, εξέχουσα φυσιογνωμία του Σερβικού Διαφωτισμού. Από τη δική τους πλευρά, διαθέτοντας και την σιωπηρή ανοχή των τοπικών αρχών κατά το αρχικό στάδιο της εξέγερσης, Σέρβοι έμποροι των όμορων επαρχιών της Αυστρίας (Srem, Banat, Bačka), δεν έχαναν ευκαιρία να εφοδιάζουν τους επαναστάτες με πολεμοφόδια και οπλισμό. Ιθύνων νους και συντονιστής της όλης προσπάθειας οικονομικής και στρατιωτικής υποστήριξης των δυνάμεων του Karađorđe ήταν ο Stevan Stratimirović, πνευματικός ηγέτης των Σέρβων της αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Στον απόηχο των αρχικών επιτυχιών στο πεδίο των εχθροπραξιών, ένας κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητος αριθμός πεπειραμένων Σέρβων αξιωματικών και στρατιωτών, που υπηρετούσαν στις τάξεις του Αυστριακού στρατού άρχισε, με τη σειρά του, να καταφθάνει στην επαναστατημένη Σερβία. Μεγάλος προβληματισμός κατέλαβε τη διοίκηση των Αψβούργων. Τον Απρίλιο του 1807, ο στρατιωτικός διοικητής του Ζάγκρεμπ ανέφερε πως οι ειδήσεις, σχετικά με την εξέλιξη της εξέγερσης, που μετέφεραν Ορθόδοξοι Χριστιανοί (δηλ. Σέρβοι), είχαν αντίκτυπο σε ολόκληρο τον πληθυσμό της περιφέρειάς του. Ο τελευταίος έδειχνε να δελεάζεται από την ελευθερία, της οποίας έχαιραν, πλέον, οι επαναστάτες.¹⁴ Ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός των προσχωρήσεων στις τάξεις των Σέρβων έφθανε τους 515 άνδρες, συμπεριλαμβανομένων 188 με προέλευση μονάδες του Αυστριακού τακτικού στρατού. Σε αυτούς θα έπρεπε να προστεθούν όλοι όσοι είχαν διασχίσει τα σύνορα προερχόμενοι και από άλλες περιοχές, όπως λ.χ. η Δαλματία.¹⁵

Ο άμεσος αντίκτυπος στη σημερινή Βοϊβοντίνα, ήταν δυο μικρής διάρκειας εξεγέρσεις χωρικών  το 1807 και 1808. Αμφότερες προσέβλεπαν σε εθνική και κοινωνική απελευθέρωση. Λίγο νωρίτερα, οι επίδοξοι επαναστάτες είχαν ενημερώσει, στέλνοντας υπόμνημα, τον Ρώσο αυτοκράτορα για την πρόθεσή τους να ξεσηκωθούν “ενάντια στον Γερμανικό [Αυστριακό] ζυγό”. Το αρχηγείο τους κοσμούσε ένας από τους χάρτες του Sava Tekelija [βλ. παραπάνω], όπου διαφαίνονταν όλα τα εδάφη εκείνα, τα οποία έπρεπε να ελευθερωθούν και να ενωθούν με τη Σερβία.

Μεγάλος υπήρξε ο αντίκτυπος της επανάστασης και στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, όπου, σύμφωνα με στατιστικές, ο αριθμός των εξεγερθέντων Σέρβων Ορθοδόξων ξεπερνούσε ακόμη και αυτόν των ομολόγων τους μέσα στην ίδια τη Σερβία.¹⁶ Μυστικές επαφές είχαν ξεκινήσει ήδη από το 1803 στο Σεράγεβο, με αντικείμενο την ανάληψη κοινής δράσης. Το καλοκαίρι του 1804, τραγούδια, που εξυμνούσαν τα ανδραγαθήματα του Karađorđe, ακούγονταν από άκρη σε άκρη μέσα σε ολόκληρη τη Βοσνία. Την ίδια στιγμή, μεγάλος αριθμός εθελοντών διέσχιζε ακατάπαυστα τα σύνορα με τη Σερβία. Η είδηση της επικράτησης 12.000 Σέρβων ενάντια σε 20.000 πάνοπλους Οθωμανούς στη μάχη του Mišar το 1806, δημιούργησε, μεταξύ των Σέρβων της Βοσνίας, βάσιμες ελπίδες πως το καθεστώς του Karađorđe επρόκειτο σύντομα να υποκαταστήσει την Οθωμανική διοίκηση της Βοσνίας. Ενδεικτικά είναι τα όσα έγραψε την ίδια χρονιά ένας ιερομόναχος από το Prijedor: “Υπέμενα καρτερικά τον Τουρκικό ζυγό, με την ελπίδα πως ο Karađorđe θα μας απελευθέρωνε και θα μας έθετε υπό την προστασία του”.¹⁷ Η εξέγερση των Σέρβων λειτουργούσε ως έναυσμα για την άμυνα των Σέρβων της Βοσνίας ενάντια στην Μουσουλμανική βία.¹⁸

Δυο, μικρού βεληνεκούς, εξεγέρσεις εκδηλώθηκαν τελικά στη Βοσνία. Αμφότερες κατεστάλησαν από τις τοπικές αρχές, με τη χρήση μονάδων του τακτικού Οθωμανικού στρατού. Η πρώτη από αυτές ξέσπασε το 1807 ανατολικά, κατά μήκος του ποταμού Δρίνου, ο οποίος αποτελεί και το φυσικό σύνορο με τη Σερβία. Η δεύτερη, πιο αξιόλογη, έλαβε χώρα το 1809 στην Κράϊνα.¹⁹

Η μάχη του Mišar (12–15 Αυγούστου 1806), πίνακας του Afanasij Scheloumoff.

Οι Σέρβοι ηγέτες, στερούμενοι στρατιωτικής υποστήριξης έπειτα από την υπογραφή της Συνθήκης του Πρεσβούργου (Δεκέμβριος 1805), στράφηκαν προς άλλους Χριστιανικούς πληθυσμούς της Βαλκανικής, προς αναζήτηση βοήθειας στον αγώνα τους κατά των Οθωμανών. Η παραπάνω μεταστροφή αποφασίστηκε από τη Συνέλευσή τους, που ως έδρα είχε το Smederevo. Κατόπιν τούτου, αναταράξεις παρατηρήθηκαν σε διάφορες περιοχές κατοικούμενες από Σλάβους της Μακεδονίας. Στη Βουλγαρία, ειδικότερα στις όμορες επαρχίες, κατά μήκος του Δούναβη με τη Σερβία (Βιδίνιο και  Belogradčik) ξέσπασαν προσωρινές εξεγέρσεις φιλειρηνικών, έως τότε, χωρικών. Το ίδιο έτος (1805), ο Έλληνας οπλαρχηγός Νικοτσάρας διέσχισε με το ένοπλο σώμα του ολόκληρη, σχεδόν, τη Βαλκανική, από τον Όλυμπο έως τον Δούναβη, προκειμένου να ενωθεί με τις δυνάμεις του Karađorđe. Σύμφωνα με εκθέσεις του προξένου της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη, οι Οθωμανικές αρχές προχώρησαν σε αθρόες συλλήψεις Ελλήνων και Σλάβων, με την υποψία και μόνο ότι παρείχαν υποστήριξη προς τους Σέρβους επαναστάτες.²º

Υπολογίζεται πως εντός του 1806, 5000 ένοπλοι Βούλγαροι είχαν την πρόθεση να προσχωρήσουν στην εξέγερση. Από τους 4000, που διέσχισαν τελικά τα σύνορα την επόμενη χρονιά, οι 800 ενώθηκαν αμέσως με τον στρατό του Karađorđe. Πέρα από τους τελευταίους, στις τάξεις των Σέρβων επαναστατών καταγράφηκε παρουσία Ελλήνων και Βλάχων, οι οποίοι, νωρίτερα, είχαν πολεμήσει στο πλευρό των Ρώσων εναντίον των Οθωμανών. Σε αρκετές περιπτώσεις, έφτασαν από τη Ρουμανία εκκλήσεις για αποστολή βοήθειας κατά των Οθωμανικών αρχών, ενώ το παράδειγμα των Σέρβων ενέπνευσε πολλαπλώς τον εκκολαπτόμενο αγώνα ανεξαρτησίας των Ελλήνων. Ο πρώτος ιστορικός της Σερβικής εξέγερσης ήταν ο ελληνικής καταγωγής Τριαντάφυλλος Δούκας, ο οποίος, το 1807, δημοσίευσε στη Βουδαπέστη ένα βιβλίο με τίτλο :“Ιστορία των Σερβο-Σλάβων”.

O Karađorđe, απογοητευμένος αφενός από τους δισταγμούς των Αυστριακών και αφετέρου από την προσπάθεια των Ρώσων να θέσουν την εξέγερση αποκλειστικά υπό τον δικό τους έλεγχο, έστρεψε τις ελπίδες του προς την κατεύθυνση μιας πιθανής συμμαχίας με τη Γαλλία. Είναι αλήθεια πως οι Γάλλοι θεωρούσαν τη Βοσνία ως κατεξοχήν κομβικό σημείο για τη διακίνηση των δικών τους αγαθών προς τη Μικρά Ασία, ενόσω βρισκόταν σε ισχύ ο ηπειρωτικός αποκλεισμός. Αντίθετα, μια Σερβία υπό Ρωσικό έλεγχο συνιστούσε απειλή για τα συμφέροντά τους. Το 1809, αφότου οι Σέρβοι επαναστάτες εισέπραξαν βαριές απώλειες σε όλα τα μέτωπα, ο  Karađorđe κάλεσε τον Ναπολέοντα να εισέλθει στο Šabac (Σερβική κωμόπολη κοντά στα σύνορα με τη Βοσνία) συνοδευόμενος από τα στρατεύματά του, ώστε να μπορέσουν να δρομολογηθούν διαπραγματεύσεις με την Υψηλή Πύλη.

 

Karađorđe Petrović (1762-1817).
Janko Popović (1779–1833) εκ των πρωτεργατών της εξέγερσης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ένα χρόνο αργότερα, το 1810, ο Σέρβος ηγέτης εισηγήθηκε προς τον Ναπολέοντα μέσω του ειδικού απεσταλμένου του στο Παρίσι, λοχαγού Rade Vučinić, την ένωση της Σερβίας με τη Βοσνία, την Ερζεγοβίνη, τις επαρχίες της Ιλλυρίας από τη Λιουμπλιάνα έως το Ντουμπρόβνικ (συμπεριλαμβανομένης της Δαλματίας μαζί με το Ντουμπρόβνικ καθώς και τμημάτων της Κροατίας και της Σλοβενίας). Θέση μεταξύ των διεκδικήσεών του είχαν και σερβοκατοικημένες επαρχίες της αυτοκρατορίας των Αψβούργων (Banat, Srem, Σλαβονία). Τα πάντα υπό την προστασία της Γαλλίας. Ο Ναπολέων ήταν αδύνατο να συναινέσει σε μια παρόμοια προοπτική, που έθετε σε κίνδυνο την ακεραιότητα της συμμάχου του Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δεν παρέλειψε, ωστόσο, να προτρέψει τον πρόξενο της Γαλλίας στο Βουκουρέστι να συνεργαστεί διακριτικά με τους Σέρβους. Η πρόταση του Karađorđe, παρά το ανέφικτο του περιεχομένου της, αποδεικνύει πως μια υποστήριξη από πλευράς Γαλλίας, αποτελούσε τη μοναδική διέξοδο για απαλλαγή από την επιρροή της Ρωσίας και της Αυστρίας. Από τη δική του πλευρά, ωστόσο, ο Γάλλος αυτοκράτορας εκλάμβανε την εξέγερση των Σέρβων ως μοχλό για την διάδωση της Ρωσικής επιρροής στη Βαλκανική. Ίσως γι αυτό και αναδιοργάνωσε τις Γαλλικές κτήσεις στη Δαλματία, την Κράϊνα και τη Σλοβενία σε επαρχίες της Ιλλυρίας (1809-1814), με απώτερο σκοπό να αντικρούσει τη Σερβική επανάσταση.²¹

Απογοητευμένοι από τις εξελίξεις, οι Σέρβοι αναγκάστηκαν να στραφούν εκ νέου προς τη Ρωσία. Η εναλλακτική λύση μιας ενδεχόμενης συμμαχίας με την Αυστρία ήταν από μόνη της θνησιγενής, καθότι για πολλούς και ποικίλους λόγους, η Σερβία βρισκόταν στρατιωτικά  σε θέση εξάρτησης από τους Ρώσους. Εγκαταλειμμένοι ακόμα και από τους τελευταίους μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου του 1812, οι Σέρβοι, αν και έτοιμοι να αποδεχθούν ένα ημι-αυτόνομο καθεστώς ανάλογο με εκείνο της Μολδαβίας και της Βλαχίας, απέρριψαν τελικά την πρόταση που τους υποβλήθηκε και η οποία έκανε λόγο για ακόμα πιο περιορισμένη αυτονομία: “Δεν αναγνωρίζουμε τις διατάξεις της [Οθωμανικής] Συνθήκης με τη Ρωσία [Συνθήκη του Βουκουρεστίου]. Διεκδικούμε τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους και δεν είμαστε διατεθειμένοι να αποδεχθούμε οποιασδήποτε μορφής άλλη λύση”.²²

Το φθινόπωρο του 1813, στερούμενη όποιας ξένης υποστήριξης, η Σερβική εξέγερση καταπνίγηκε βάρβαρα από τον τακτικό Οθωμανικό στρατό. Συμπιεσμένη ανάμεσα στη γενική αδιαφορία των ευρωπαϊκών χωρών και την αίγλη των Ναπολεοντίων πολέμων, η ιστορική της σημασία είναι πολυδιάστατη. Για τα έθνη της Βαλκανικής, αρχής γενομένης από τους Έλληνες και τους Νοτιοσλάβους, επρόκειτο για μια Γαλλική επανάσταση, προσαρμοσμένη σε τοπικές προδιαγραφές. Η αρχή της εθνικής κυριαρχίας ερχόταν σε αντιδιαστολή με εκείνη της νομιμοποίησης. Μια νέα μορφή κοινωνίας αναδείχθηκε παντού όπου, ελλείψει αριστοκρατίας και ανεπτυγμένης μεσαίας τάξης, η ισονομία μεταξύ ελεύθερων χωρικών συνέπιπτε με εκκολαπτόμενες διεκδικήσεις ενός σύγχρονου, για την εποχή, έθνους. Οι μακροχρόνιες πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις σε ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή, επέτρεψαν στον έγκριτο Γερμανό ιστορικό Leopold von Ranke, να κάνει χρήση του όρου “Σερβική Επανάσταση”, αντιπαραβάλλοντας την τελευταία με την ομώνυμη Γαλλική.²³

O Dušan T. Bataković (Βελιγράδι 1957-Βελιγράδι 2017) ήταν ιστορικός και διπλωμάτης. Έπειτα από μια πλούσια σταδιοδρομία στον χώρο της επιστήμης της Ιστορίας, διετέλεσε πρέσβυς της Σερβίας στην Ελλάδα, στον Καναδά, στη Γαλλία και ειδικός σύμβουλος της Προεδρίας της Δημοκρατίας για το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου. Από το 2008 έως τον θάνατό του, υπήρξε διευθυντής του Βαλκανολογικού Ινστιτούτου της Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών της Σερβίας.

 

 ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Βλ. G. Yakchitch, L’ Europe et la resurrection de la Serbie (1804-1834), Paris: Hachette 1917, σσ. 7-35; D. Djordjevic, Les revolutions nationals des peoples balkaniques 1804-1914, Belgrade, Institut d’histoire  1965, σσ. 23-38, W. S. Vucinich (ed.), The First Serbian Uprising 1804-1813, Boulder-New York: Columbia University Press 1982.

[2]  R. Perović, Prvi srpski ustanak; Akta i pisma na srpskom jeziku, vol. I, (1804-1808), Beograd: Narodna knjiga 1978, σσ. 124, 125, 149.

[3]   M.  Djordjević, Oslobodilački rat srpskih ustanika 1804-1806, Beograd: Vojnoizdavački zavod 1967

[4]   J. M. Milović, “Titule vladike Petrovića’, Istorijski zapisi, vol. LX  (1), Titograd 1987, σ. 57.

[5]  D. T. Bataković, The Kosovo Chronicles, Belgrade: Plato 1992, σσ.42-45.

[6]  A. Aličić, « Ustanak u Drobnjacima 1805. godine »,  Godišnjak društva istoričara BiH,  vol. XIX, Sarajevo 1973, σσ. 51-54.

[7]  R. Perović, Prvi srpski ustanak. Akta i pisma na srpskom jeziku, vol. I, 1804-1808, σσ. 175-177.

[8]  R. Tričković, «Pismo travničkog vezira iz 1806. godine», Politika, Beograd,  21. 02.  1965.

[9]  A. Ivić, Spisi bečkih arhiva o Prvom srpskom ustanku, vol. III, BeogradČ Srpska kraljevska akademija 1937, σ. 349.

[10]  J. Mitrović,  Istorija Srba, Beograd: Privatno izdanje 1993

[11]  D. Obradovic, “Letter to Haralampije.” The Life and Adventures of Dimitrije Obradovic. Ed. and transl. G. R. Noyes. Berkeley, Los Angeles: University of California Press, 1953, σ. 135.

[12]  S. Tekelija, Opisanije života, Beograd: Prosveta 1966, σσ. 171-187, 379-396.

[13]  S. Gavrilović, Vojvodina i Srbija u vreme prvog srpskog ustanka,  Novi Sad: Institut za istoriju 1974 σσ.20-24.

[14] F. Šišić, «Karadjordje, Južni Sloveni i Napoleonova Ilirija», in: Karadjordje, Beograd: Geca Kon 1923, σσ. 55-56.

[15] Ibid.

[16]  Ο M. Ekmečić επικαλείται στατιστικές, οι οποίες εκτιμούν τον συνολικό πληθυσμό της Βοσνίας σε 1,3 εκατομ. κατοίκους (M. Ekmečić, Stvaranje Jugoslavije 1790-1918, vol. I, Beograd: Prosveta 1989,  σ. 77. )

[17] J. Tošković, Odnosi izmedju Bosne i Srbije 1804-1806 i boj na Mišaru, Subotica 1927, σ. 72.

[18] M. Šamić, Francuski putnici o Bosni na pragu XIX stoljeća i njihovi utisci o njoj, Sarajevo: Svjetlost 1966,  σ. 206.

[19]  V. Čubrilović, Prvi srpski ustanak i bosanski Srbi, Beograd: Geca Kon 1939, σσ. 115-125. 

[20]  C. A. Vacalopoulos, La Macédoine vue  en début du XIX siècle par les consuls Européens de Thessalonique, Thessalonique: Institut des eétudes balkaniques 1980, σ. 65.

[21]  Cf. D. Roksandić, Vojna Hrvatska La Croatie militaire. Krajiško društvo u Francuskom carstvu (1809-1813), vol. I, Zagreb : Školska knjiga 1988, σσ. 151-153.

[22]  S. Hadžihuseinović-Muvvekit, Tarih-i Bosna, quoted in : M. Ekmečić, Stvaranje Jugoslavije 1790-1918, vol. I, σ. 157.

[23] Leopold von Ranke, A history of Servia and the Servian Revolution. Translated by Mrs. Alexander Kerr.New York, Da Capo Press, 1973.

                            

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

 

  • Savremenici o Kosovu i Metohiji 1850-1912 (Contemporaries on Kosovo and Metohija 1850-1912), Belgrade: Srpska književna zadruga 1989.
  • Kolubarska bitka (The Battle of Kolubara 1914), Belgrade: Litera 1989 (with N. B. Popović). 210 p.
  • Kosovo i Metohija u srpskoj istoriji (Kosovo and Metohia in Serbian History), Belgrade: Srpska književna zadruga 1989, (co-author); German translation: Kosovo und Metochien in der serbischen Geschichte, Lausanne: L’Age d’Homme 1989 (co-author; four chapters); French translation: Le Kosovo-Metohija dans l’histoire serbe, Lausanne: L’Age d’Homme 1990 (co-author, four chapters).
  • Kosovo i Metohija u srpsko-arbanaškim odnosima (Kosovo and Metohija in Serb-Albanian Relations), Priština: Jedinstvo 1991. (2nd updated edition: Čigoja štampa, Belgrade 2006.) 391 р.
  • The Kosovo Chronicles, Belgrade: Plato Books 1992.
  • La spirale de la haine, Lausanne: L’Age d’Homme 1993 (2nd Edition 1998), 106 p. [3];
  • La Yougoslavie : nations, religions, idéologies, Lausanne: L’Age d’Homme 1994.
  • Bataković, Dušan T. (1996). The Serbs of Bosnia & Herzegovina: History and Politics. Paris: Dialogue.
  • The Serbs and Their National Interest, N. Von Ragenfeld-Feldman & D. T. Batakovic (eds.), San Francisco & Belgrade 1997, 140 p.
  • Cronica de la Kosovo, prefaţă de academician Dan Berindei; Buçuresti: Editura biblioteca bucurestilor 1999, 207 p.
  • Kosovo i Metohija. Istorija i ideologija, (Kosovo and Metohija: History and Ideology), Belgrade: Hrišćanska misao 1998. (2nd updated edition: Belgrade: Čigoja štampa 2006). 469 p.
  • Нова историја српског народа (A New History of the Serbian People), Belgrade: Naš Dom 2000 (co-authors: A. Fotić, M. St. Protić, N. Samardžić); Second updated edition: Belgrade 2002, ; Korean translation: Seoul 2001, ;
  • Histoire du peuple serbe, Lausanne: L’Age d’Homme 2005. 395 p.
  • Kosovo and Metohija. Living in the Enclave, D. T. Bataković (ed.), Institute for Balkan Studies, SASA, Belgrade 2007, 314 p.
  • Un conflit sans fin? Lausanne: L’Age d’Homme 2008. 322 p.
  • Kosovo And Metohija. Living in the Enclave (with added multimedia content and original documents) T. Bataković (ed.), Institute for Balkan Studies, Serbian Academy of Sciences and Arts, Belgrade 2008. (cd-rom)
  • Istorija za sedmi razred osnovne škole Belgrade, Zavod za udžbenike, 2009, 175 p.
  • La Serbie et la France : une alliance atypique. Les relations politiques, économiques et culturelles,1870-1940 T. Bataković (dir.), Institut des Études Balkaniques, Académie serbe des Sciences et des Arts, Belgrade 2010. 613.p.
  • Косово и Метохия : история и идеология, перевод с сербского Д. Кокотович, Екатеринбург : Издательство Уральского университета, 2014, 399 p.
  • Minorities in the Balkans. State Policy and Inter-Ethnic Relations (1804-2004) T. Bataković (ed.), Belgrade, Institute for Balkan Studies, Serbian Academy of Sciences and Arts, 2011, 364 p.
  • Serbia’s Kosovo Drama. A Historical Perspective, Belgrade, Čigoja Štampa, 2012, 369 p.
  • Qeveria serbe dhe Esat Pashe Toptani, e perktheu nga anglishtja Maklen Misha, Tirane, Botimet IDK, [2012], 70 p.
  • Les sources françaises de la democratie serbe (1804-1914), Paris, CNRS Editions, 2013, 570 p.
  • A Turbulent Decade.The Serbs in Post-1999 Kosovo, Paris, Dialogue, 2014, 324 p.
  • The Foreign Policy of Serbia (1844-1867). Ilija Garašanin’s Načertanije, Institute for Balkan Studies SASA, Belgrade 2014, 308 p.
  • Christian Heritage of Kosovo and Metohija. Historical and Spiritual Heartland of Serbian People, Chief contributing editor Dušan T. Bataković, Los Angeles: Sebastian Press & Belgrade: Institute for Balkan Studies, 2015, 1007 p.
  • Serbia in the Great War. Anglo-Saxon Testimonies and Historical Analysis. Edited by Dušan T. Bataković, Belgrade: National Library of Serbia 2015, 374 p.
  • Srbija i Balkan. Albanija, Bugarska, Grčka 1914-1918 (Serbia and the Balkans: Albania, Bulgaria, Greece 1914-1918), Prometej-RTS, Novi Sad-Belgrade 2016, 572 р.
  • Dešifrovanje prošlosti. Pisci, svedoci, pojave (Deciphering the Past. Witnesses, Writers, Phenomenons), Čigoja štampa, Belgrade 2016, 436 р.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πηγή: http://www.batakovic.com/en/full-story/21/2012/02/22/the-1804-serbian-revolution_-a-balkan-size-french-revolution.html

                           Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

MEXICO ’68. Η Ολυμπιάδα της αμφισβήτησης και των άκρων

Πενήντα χρόνια από τότε

MEXICO ’68. Η Ολυμπιάδα της αμφισβήτησης και των άκρων

 Tον Οκτώβριο του 1963, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή, η οποία συνήλθε στο Baden-Baden της Δυτικής Γερμανίας, επέλεξε με άνετη πλειοψηφία την Πόλη του Μεξικού ως τόπο τέλεσης των αγώνων της 19ης  Ολυμπιάδας, προγραμματισμένων για το έτος 1968. Η σειρά κατάταξης των υποψηφίων πόλεων πέραν της νικήτριας ήταν: Ντητρόϊτ, Λυών και Μπουένος  Άϊρες. Για πρώτη φορά στην ιστορία τους, οι αγώνες θα πραγματοποιούνταν σε χώρα της Λατινικής Αμερικής. Για τρίτη φορά (είχαν προηγηθεί οι περιπτώσεις της Μελβούρνης το 1956 και του Τόκιο το 1964), επελέγη ως ημερομηνία διεξαγωγής το τελευταίο τρίμηνο του έτους και συγκεκριμένα ο μήνας Οκτώβριος. Ο λόγος ήταν η κλιματολογική ιδιαιτερότητα των παραπάνω πόλεων σε σύγκριση με τις συνθήκες, που επικρατούσαν στην Ευρώπη και στη Βόρειο Αμερική.

Η επιλογή της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως. Η Πόλη του Μεξικού επρόκειτο να λειτουργήσει ως πειραματικό εργαστήριο για το μέλλον, καθώς για πρώτη φορά οι αγώνες διεξάγονταν σε τόσο μεγάλο υψόμετρο (2.240 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας). Επιπρόσθετα, αποφασίστηκε η χρήση  χυτού συνθετικού τάπητα (το επονομαζόμενο ταρτάν στίβου) για τα αγωνίσματα ταχύτητας, αντοχής, σκυταλοδρομίας και αλμάτων. Επρόκειτο για ένα μίγμα ελαστικών σε μορφή κόκκων, το οποίο καθιστούσε αντιολισθηρή την επιφάνεια του τάπητα. Ουδείς ήταν σε θέση να εκτιμήσει τις συνέπειες των δυο παραπάνων παραμέτρων στις επιδόσεις των αθλητών. Ο συνθετικός τάπητας χρησιμοποιήθηκε για δεύτερη συνεχή φορά τον Σεπτέμβριο του 1969, στο στάδιο Καραϊσκάκη, στο πλαίσιο της διεξαγωγής του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Αθλητισμού.

Το ολυμπιακό στάδιο της Πόλης του Μεξικού και το λογότυπο των αγώνων.

Ο μεγαλύτερος, ωστόσο, ανασταλτικός παράγοντας ήταν η πολιτική κατάσταση στο εσωτερικό μιας χώρας, η οποία δεν φημιζόταν για την υποδειγματική λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών. Ειδικότερα η πενταετία, που μεσολάβησε ανάμεσα στην ανάθεση της οργάνωσης και την τέλεση των αγώνων λειτούργησε ως εστία έντασης και συγκρουσιακών καταστάσεων. Η κυβέρνηση του προέδρου Gustavo Diaz Ortaz είχε επενδύσει το μεγάλο, για την εποχή εκείνη, ποσό των 150 εκατομ. αμερικανικών δολαρίων (με γνώμονα τα σημερινά δεδομένα, το ποσό αυτό ισοδυναμεί με 11 δισεκατομμύρια δολάρια) για τα κατασκευαστικά έργα και για την εν γένει προετοιμασία των αγώνων. Επιλέγοντας προληπτικά τη μέθοδο της καταστολής, οι αρχές επιχείρησαν να θέσουν υπό έλεγχο το συνδικαλιστικό και το φοιτητικό κίνημα. Η κατάσταση αποδείχθηκε λιγότερο διαχειρίσιμη στη δεύτερη περίπτωση. Μεταξύ των φοιτητών ήταν διάχυτη η δυσφορία και η κατακραυγή ενάντια στις αυθαιρεσίες της εξουσίας. Στους κόλπους της αστυνομίας είχε ιδρυθεί ένα ειδικό σώμα (granaderos), άρτια εκπαιδευμένο, με αρμοδιότητα την αντιμετώπιση τυχόν ταραχών. Το καλοκαίρι του 1968, καθώς πλησίαζε η έναρξη των αγώνων, και με νωπές τις μνήμες από τον γαλλικό Μάη, καταγράφηκαν συγκρούσεις ανάμεσα σε φοιτητές και την αστυνομία στο κέντρο της πρωτεύουσας. Συγκεκριμένα, την 1η Αυγούστου, μια μεγάλη πορεία 50.000 φοιτητών ενάντια στις κυβερνητικές μεθόδους καταστολής και στην παραβίαση του πανεπιστημιακού ασύλου, έληξε ομαλά.  Οι διαδηλώσεις, οργανωμένες απότο ονομαζόμενο Εθνικό Συμβούλιο Απεργιών (Consejo 

Φοιτητική διαδήλωση στο κέντρο της Πόλης του Μεξικού τον Αύγουστο του 1968.

Nacional de Huelga ή CNH), έναν αυτοσχέδιο φορέα, συνεχίστηκαν κλιμακούμενες, καθώς το CNH, έκανε συνεχώς εκκλήσεις για μαζική συμμετοχή σε αυτές φοιτητών, εργατών, αγροτών και σύσσωμου του μεξικανικού λαού. Με τους αγώνες επί θύραις, η κυβέρνηση Ortaz θέλησε να θέσει τέλος στην έκρυθμη αυτή κατάσταση, διατάσσοντας τον στρατό να εισβάλλει στις εγκαταστάσεις του  Εθνικού Αυτόνομου Πανεπιστημίου του Μεξικού (UNAM), κοιτίδα της αμφισβήτησης. Η κατάληψη έλαβε χώρα δίχως επεισόδια. Ωστόσο, οι φοιτητές περιχαρακώθηκαν σε άλλες σχολές, σε μια προσπάθεια αποτροπής ανάλογων καταστάσεων. Επί δώδεκα ολόκληρες ώρες, μεταξύ 23 και 24 Σεπτεμβρίου, διεξήχθησαν πραγματικές μάχες ανάμεσα σε οπλισμένους φοιτητές και επίλεκτες μονάδες του στρατού στους χώρους της Πολυτεχνικής Σχολής (IPN). O απολογισμός ήταν βαρύς: 15 νεκροί (3 σύμφωνα με τις επίσημες κυβερνητικές ανακοινώσεις) και 45 τραυματίες, όλοι φοιτητές. Όμως, τα χειρότερα έπονταν.

Η σφαγή στο Τλατελόλκο

Στις 2 Οκτωβρίου το απόγευμα έλαβε χώρα μια συγκέντρωση 10.000 περίπου ατόμων στην Plaza de las Tres Culturas , στη συνοικία Τλατελόλκο της πόλης του Μεξικού. Το CNH είχε επιλέξει ως κεντρικό σύνθημα της συγκέντρωσης την αντίθεση στην τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων (“Δεν θέλουμε τους αγώνες. Θέλουμε επανάσταση!” – “¡No queremos olimpiadas, queremos revolución! “). Ενώ τα πράγματα έδειχναν να εξελίσσονται ομαλά, περί τις 18.00 μ.μ. άρχισαν να υπερίπτανται του χώρου της συγκέντρωσης ελικόπτερα της αστυνομίας. Την ίδια στιγμή, η περιοχή αποκλείστηκε από μονάδες του στρατού και από τεθωρακισμένα, που εισήλθαν στην πλατεία. Οι πρώτοι πυροβολισμοί αιφνιδίασαν το ανυποψίαστο πλήθος. Προέρχονταν από ελεύθερους σκοπευτές, οι οποίοι είχαν

Λήψη από αέρος της Plaza de las Tres Culturas του Τλατελόλκο. Ο χώρος προσφέρεται για τον εγκλωβισμό του πλήθους.

ακροβολιστεί στα παρακείμενα κτήρια, ειδικότερα δε σε εκείνο του υπουργείου Εξωτερικών. Άλλες πληροφορίες υποστηρίζουν πως το σύνθημα δόθηκε από τα ελικόπτερα με ρίψη φωτοβολίδων, καθώς το σκοτάδι είχε αρχίσει να πέφτει. Η αρχική έκπληξη μετεξελίχθηκε σε πανικό, όταν ο στρατός έβαλε αδιάκριτα, σε έναν χώρο, ιδανικό για ενέδρα (η πλατεία περιβαλλεται από ψηλές κατασκευές).  Η σφαγή διήρκησε ολόκληρη τη νύκτα, με συνεχείς εφόδους στα γειτονικά κτήρια. Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων εξακολουθεί να παραμένει έως σήμερα άγνωστος. Οι εφημερίδες της επομένης μέρας έκαναν λόγο για 20 έως 28 νεκρούς. Το 1998, με αφορμή τη συμπλήρωση 30 ετών, οι μεξικανικές αρχές δημοσιοποίησαν τα επίσημα κρατικά έγγραφα, από τα οποία αποδείχθηκε πως την πλήρη ευθύνη έφερε ο στρατός, και πως ο αριθμός των νεκρών κυμαινόταν μεταξύ 300 και 400 ατόμων. Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν και άλλοι 1.300 περίπου, που συνελήφθησαν και υπέστησαν βάναυση μεταχείρηση στα κρατητήρια. Ως ηθικός αυτουργός κατηγορήθηκε ο τότε υπουργός Εσωτερικών και μετέπειτα πρόεδρος της χώρας (1970-1976) Luis Echeverría. Το 2009 η Δικαιοσύνη τον απάλλαξε από την κατηγορία. Παρά τον αποτροπιασμό της διεθνούς κοινότητας, η ΔΟΕ αποφάσισε την τέλεση των αγώνων όπως ακριβώς αυτοί είχαν προγραμματιστεί.

Masacre en Tlatelolco, 2 De octubre 1968 (αγγλικοί υπότιτλοι)

Ο στρατός επί το έργον.
Η εκκένωση των σορών.
Ταπεινωτική μεταχείριση των συλληφθέντων.
Οι ολυμπιακές εγκαταστάσεις φυλάσσονται από ειδικές μονάδες του στρατού.

Οι αγώνες με τις εξωπραγματικές επιδόσεις

Το μεγάλο υψόμετρο και ο αραιός σε πυκνότητα αέρας ευνόησαν ορισμένα αθλήματα (δρόμοι μικρών και μεσαίων αποστάσεων, άλματα) λειτούργησαν, ωστόσο, ανασταλτικά σε ορισμένα άλλα (δρόμοι ημιαντοχής και αντοχής, με εξαίρεση τους αθλητές προερχόμενους από χώρες με υψόμετρο, όπως η Αιθιοπία και η Κένυα). Στον κλασσικό αθλητισμό ανδρών και γυναικών καταρρίφθηκαν συνολικά 14 παγκόσμια και 12 ολυμπιακά ρεκόρ. Τα αθλήματα κλειστού χώρου ουδόλως επηρρεάστηκαν από τις κλιματολογικές συνθήκες. Οι αγώνες της  19ης  Ολυμπιάδας έχουν να επιδείξουν και ορισμένες καινοτομίες. Για πρώτη φορά η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας εκπροσωπήθηκαν με ξεχωριστές αποστολές. Για πρώτη φορά επίσης, οι αγώνες μεταδόθηκαν τηλεοπτικά έγχρωμα. Στο Μεξικό εισήχθη το μέτρο του ελέγχου ντόπινγκ. Τέλος, για πρώτη φορά στην ιστορία των αγώνων, η πολιτική διάσταση, με τη μορφή της αμφισβήτησης, έκανε την εμφάνισή της εντός του χώρου τέλεσης των αθλημάτων.

12 Οκτωβρίου 1968. Η Enriqueta Basilio υπήρξε η πρώτη γυναίκα αθλήτρια στην ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων που άναψε τη φλόγα κατά την τελετή έναρξης.
Ο εντυπωσιακός δρόμος των 100 μέτρων με τους οκτώ νέγρους αθλητές και τον ολυμπιονίκη  Jim Hines από τις ΗΠΑ να σπάει για πρώτη φορά στα παγκόσμια χρονικά το φράγμα των 10 δευτερολέπτων (9.95).

Οι πρώτος και τρίτος ολυμπιονίκες του δρόμου των 200 μέτρων Tommie Smith και John Carlos, φορώντας μαύρα γάντια, υψώνουν τη γροθιά τους κατά την ανάκρουση του εθνικού ύμνου των ΗΠΑ (χαιρετισμός της ριζοσπαστικής οργάνωσης “Μαύρη Δύναμη” – Black Power), ως ένδειξη διαμαρτυρίας κατά των φυλετικών διακρίσεων στη χώρα τους. Ο δεύτερος ολυμπιονίκης, Peter Norman από την Αυστραλία, υπήρξε ο εισηγητής της ιδέας. Αμφότεροι οι αθλητές τιμωρήθηκαν από τις ομοσπονδίες των χωρών τους γι αυτή την ενέργεια.
Το απίστευτο άλμα του Bob Beamon στο άλμα εις μήκος με 8 μέτρα και 90 εκατοστά. Η έως τότε καλύτερη επίδοση στον κόσμο βελτιώθηκε κατά 55 εκατοστά. Το ρεκόρ έσπασε το 1991, έχοντας αντέξει επί 23 ολόκληρα χρόνια.
Το άλμα τριπλούν υπήρξε το πλέον δραματικό άθλημα των αγώνων, καθώς το παγκόσμιο ρεκόρ καταρρίφθηκε πέντε φορές κατά την τελική φάση από τους τρεις ολυμπιονίκες, συμπεριλαμβανομένου και του τελευταίου νικηφόρου άλματος. Πρωταγωνιστές ήταν ο Viktor Saneyev από την ΕΣΣΔ, ο Nelson Prudêncio από την Βραζιλία και ο Giuseppe Gentile από την Ιταλία.
Το ανορθόδοξο για την εποχή στυλ του Αμερικανού Dick Fosbury στο άλμα εις ύψος. Με την πάροδο του χρόνου καθιερώθηκε ως “Fosbury Flop”.
Το παγκόσμιο ρεκόρ  (48.12΄΄) του Βρετανού David Hemery στον δρόμο 400 μέτρων μετ εμποδίων.

Η Věra Čáslavská (αριστερά) από την Τσεχοσλοβακία, χαμηλώνει το κεφάλι της κατά την ανάκρουση του εθνικού ύμνου της ΕΣΣΔ, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την εισβολή των σοβιετικών στρατευμάτων στην πατρίδα της, δυο μήνες νωρίτερα. Ως αντίποινα, η Ομοσπονδία Γυμναστικής της Τσεχοσλοβακίας την εξανάγκασε σε υποβολή παραίτησης. ¨Επειτα από την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού το 1989, η Čáslavská ανέλαβε ειδική σύμβουλος του Προέδρου της Δημοκρατίας Václav Havel για θέματα αθλητισμού. Αργότερα εκλέχθηκε πρόεδρος της Ολυμπιακής Επιτροπής της Τσεχίας και μέλος της ΔΟΕ.

Mexico City 1968 Olympic Games

Μισό αιώνα έπειτα από την τέλεσή τους, τι έχει, άραγε, απομείνει ως κατάλοιπο των αγώνων της 19ης Ολυμπιάδας; Σε αμιγώς αθλητικό επίπεδο, το διακριτικό γνώρισμα είναι αναμφίβολα ο αριθμός και η ποιότητα των επιδόσεων, ορισμένες εκ των οποίων (Beamon, Hines) έχουν αφήσει το στίγμα τους στην Ιστορία. Όμως, οι αγώνες του Μεξικού είναι εκείνοι, που άνοιξαν διάπλατα το δρόμο για την πολιτικοποίηση του θεσμού (είχε προηγηθεί, βέβαια, η Ολυμπιάδα του Βερολίνου το 1936, ιδανική συγκυρία, που η ναζιστική προπαγάνδα αξιοποίησε στο έπακρο). Σε αυτό συνέβαλε και η απευθείας τηλεοπτική μετάδοση, η οποία, έκτοτε, χάρη της εκ των πραγμάτων προσφερόμενης μεγάλης ακροαματικότητας σε παγκόσμια κλίμακα, μετέτρεψε τους Ολυμπιακούς Αγώνες σε εφαλτήριο προβολής και δημοσιοποίησης των ανά τον κόσμο προβλημάτων και αντιπαραθέσεων. Παρά το γεγονός ότι τα αναρίθμητα θύματα της σφαγής του Τλατελόλκο κατέστησαν τους αγώνες του 1968 τους πλέον αιματηρούς της Ιστορίας, εντός των αθλητικών εγκαταστάσεων, το προαναφερόμενο γνώρισμα θα έλεγε κανείς πως εκδηλώθηκε με την αμηχανία του πρωτόπειρου. Παίρνοντας τη σκυτάλη τέσσερα χρόνια αργότερα, το Μόναχο και η παλαιστινιακή οργάνωση “Μαύρος Σεπτέμβρης”, έμελλαν να προσδώσουν μια επιπρόσθετη διάσταση στην πολιτικοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων: εκείνη της τρομοκρατίας.

Μόναχο, 1972. Η σκυτάλη.

Κείμενο-επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Μίλτος Λογιάδης: Μουσική και πολιτική

Μίλτος Λογιάδης

Μουσική και πολιτική

Το ότι η μουσική, όπως και όλες οι μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης, μπορεί να αποτελέσει φορέα πολιτικών απόψεων και μηνυμάτων, είναι προφανές ακόμα και στους λιγότερο μυημένους ακροατές. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι κάθε μουσική δημιουργία επιτελεί αυτό το σκοπό.Tις περισσότερες φορές το αν η μουσική έχει και πολιτικό περιεχόμενο εξαρτάται από την πρόθεση του δημιουργού της, αν και πολλές φορές αυτό μπορεί να συμβεί υποσυνείδητα, χωρίς την πρόθεσή του. Συμβαίνει όμως και η πιο «απολιτικοποιημένη»  μουσική σύνθεση να υποδηλώνει εμμέσως μια πολιτική θέση από τη μεριά του συνθέτη  ακόμα και αν αυτή είναι, η μουσική να μην διαθέτει πολιτικό περιεχόμενο. Γιατί πάντα μπορούμε να ανιχνεύουμε  πολιτικές αποχρώσεις σε όλα τα δημιουργήματα του ανθρώπου, αφού «ο άνθρωπος από τη φύση του είναι ον πολιτικό».¹

Η σχέση της μουσικής με την πολιτική μπορεί να αναλυθεί με δύο προσεγγίσεις. Αυτές έχουν να κάνουν με το ξεχωριστό τρόπο με τον οποίο η μουσική μπορεί να σχετίζεται με την πολιτική. Η πρώτη αφορά στο λειτουργικό ρόλο που μπορεί να έχει αυτή όταν χρησιμοποιείται για πολιτικούς σκοπούς ( πολλές φορές και εν αγνοία του συνθέτη ) και η δεύτερη αφορά στο  συνειδητό από τη μεριά του συνθέτη πολιτικό περιεχόμενο που προσδίδει στο μουσικό του δημιούργημα. Ένα γνωστό παράδειγμα στην πρώτη περίπτωση είναι η χρήση της μουσικής του L.v.Beethoven από τους οπαδούς του ναζισμού ως ιδεολογικά ταυτόσημης με αυτούς , χωρίς ούτε η πρόθεση του συνθέτη, ούτε το περιεχόμενο των έργων του να έχουν την οποιαδήποτε σχέση μ’αυτούς ,ενώ χρονικά τους χωρίζει περισσότερο από ένας αιώνας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για τη δεύτερη περίπτωση είναι ο Βάγκνερ και το καλλιτεχνικό του «μανιφέστο» με συνειδητό πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο.

Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε τη σχέση ανάμεσα στη μουσική και την πολιτική αναλύοντάς  την παράλληλα και σε ότι αφορά στη χρήση της για πολιτικούς σκοπούς αλλά και σε ότι αφορά το ίδιο το πολιτικό της περιεχόμενο. Θα εξετάσουμε διαχρονικά τη σχέση αυτή  μελετώντας ενδεικτικές περιπτώσεις από την ιστορική μουσική εξέλιξη οι οποίες έχουν πολιτικό ενδιαφέρον.

Ο «υβριστής» Μαρσύας

Η ικανότητα της μουσικής να επηρεάζει την πολιτική και κοινωνική εξέλιξη μιάς κοινωνίας αναγνωρίστηκε από τα πρώτα κιόλας χρόνια της εμφάνισης του ανθρώπινου πολιτισμού. Πολλοί στοχαστές του αρχαίου κόσμου αναφέρονται σε αυτήν την επίδραση, όπως ο Πλάτων, όπου στην «Πολιτεία» (Βιβλίο 4 : 424) αναφέρει πως « οι μουσικοί τρόποι²  δεν αλλοιώνονται ποτέ δίχως να διαταράξουν τις πιο βασικές πολιτικές και κοινωνικές συμβάσεις».

Τι είναι όμως αυτό που δίνει τέτοια δύναμη στους μουσικούς τρόπους  να διαταράσσουν πολιτικές και κοινωνικές συμβάσεις σύμφωνα με τον Πλάτωνα; Είναι κάποια μεταφυσική ιδιότητα που έχουν αυτοί ή μήπως είναι «το κοινά αποδεκτό» που αντιπροσωπεύουν; Μήπως δηλαδή αυτές οι μουσικές κλίμακες και οι μελωδικές και αρμονικές διαστάσεις τους αποτελούν μέρος μιας κοινά αποδεκτής παράδοσης και στοιχεία κοινωνικής συνοχής ή ακόμα  περισσότερο, πολιτικοκοινωνικά θέσφατα που ορίζουν και διατηρούν την ενότητα και τα χαρακτηριστικά ενός λαού; Αν συμβαίνει αυτό τότε οποιοσδήποτε νεωτερισμός στη τέχνη της μουσικής, διαταράσσοντας τις κοινωνικές και πολιτικές συμβάσεις, αποκτά και πολιτική σημασία και αναπότρεπτα θα βρεθεί αντιμέτωπος με την καθεστηκυία κατάσταση. Είναι χαρακτηριστικός γι αυτό ο μύθος του Μαρσύα.

Στην ελληνική μυθολογία ο Μαρσύας ήταν ένας Σάτυρος από τη Φρυγία και δεξιοτέχνης στον Αυλό, που προκάλεσε τον Θεό Απόλλωνα σε σύγκριση της μουσικής τους τέχνης. Ο Απόλλωνας έπαιξε Λύρα και οι Μούσες και ο Μίδας³ , που ήταν κριτές της μονομαχίας, ανέδειξαν νικητή τον θεό. Ο Μαρσύας γδάρθηκε ζωντανός, ως τιμωρία για την Ύβρη που διέπραξε, να προκαλέσει τον Απόλλωνα.

Απόλλων και Μαρσύας, σαρκοφάγος του 3ου αι. μ.Χ., Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Ο μύθος του Μαρσύα δείχνει πέρα από τη διαμάχη ανάμεσα στη Λύρα και στο δωρικό τρόπο έναντι του  Αυλού και του φρυγίου τρόπου, την πολιτική και κοινωνική σημασία του νεωτερισμού στη μουσική. Ο υβριστής Μαρσύας αμφισβήτησε τα μουσικά θέσφατα (μουσικούς τρόπους) και ακόμα περισσότερο αμφισβήτησε την απόλυτη εξουσία ,τον ίδιο το θεό. Η πράξη του είχε σαφές πολιτικό περιεχόμενο και ο μύθος του είναι χαρακτηριστικός της πολιτικής διάστασης του νεωτερισμού στη μουσική.

Ο  «διαφωτιστής»  Ludwig van Beethoven

Ο  Beethoven αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση στην ιστορία της μουσικής. Χαρακτηρίζεται συχνά ως  ο πρώτος ρομαντικός συνθέτης και η μουσική του ιδιαίτερα την τελευταία περίοδο της ζωής του  έχει όλα τα χαρακτηριστικά του ρομαντισμού, όπως η έμφαση στην πρόκληση ισχυρής συγκίνησης καθώς και η μεγαλύτερη ελευθερία στη φόρμα. Στον «όψιμο» Beethoven, όπως και στον ρομαντισμό, κυρίαρχο στοιχείο είναι το συναίσθημα αντί της λογικής. Ο  Beethoven, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των συνθετών της εποχής, δεν ανήκε στην Αυλή ούτε εργάστηκε για την εκκλησία, αλλά διατήρησε την ανεξαρτησία του ως συνθέτης. Κατόρθωνε να συντηρείται είτε με έσοδα από τις δημόσιες συναυλίες του, είτε παράγοντας μουσικά έργα κατά παραγγελία. Η δυνατότητα αυτή, του να απευθύνεται ένας μουσικός δημιουργός απευθείας στο λαό μέσω συναυλιών δόθηκε για πρώτη φορά την χρονική περίοδο των αρχών του 19ου αιώνα, με τη δημιουργία των πρώτων συναυλιακών θεάτρων (Concert Halls). Προηγούμενα η μουσική επικοινωνία του δημιουργού με τον κόσμο  πέρναγε από τον έλεγχο και τις ανάγκες τις αυλής ή της εκκλησίας. Είναι αυτονόητο ότι οι επαναστατικές ή καινοτόμες ιδέες δύσκολα θα πέρναγαν από το φίλτρο τους.  Η επιλογή του Beethoven να μη συνδεθεί μαζί τους και η «νέα εποχή» που έφερναν τα συναυλιακά θέατρα, του έδωσαν τη διέξοδο επικοινωνίας που χρειαζόταν. Σε ότι αφορά στο πολιτικό περιεχόμενο του έργο του, βρίσκουμε σ’αυτό πολλά στοιχεία που φανερώνουν το πνεύμα του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, παρόλο που ο ίδιος δεν εξέφρασε ποτέ δημόσια σαφείς πολιτικές απόψεις εν είδει μανιφέστου, αλλά περιορίστηκε, ίσως συνειδητά, να τις εκφράσει μόνο μέσα από τη μουσική του. Μια ένδειξη για αυτές του τις απόψεις είναι η αρχική του πρόθεση να αφιερώσει την 3η Συμφωνία του στον Ναπολέοντα Βοναπάρτη και η διαγραφή της αφιέρωσης ύστερα από την αυτοκρατορική στέψη του Ναπολέοντα. Άλλο παράδειγμα είναι η θεματική της μοναδικής  όπερας του Beethoven  Fidelio. Κεντρικός χαρακτήρας της είναι η Λεονόρα, η οποία μεταμφιεσμένη σε άνδρα σώζει τον σύζυγο της από τη φυλακή, ρόλος που ενσαρκώνει τα ιδανικά της Γαλλικής Επανάστασης και του Διαφωτισμού.

Παράσταση του Fidelio από την Κρατική Όπερα της Βιέννης.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτικού περιεχομένου στο έργο του όμως, αποτελεί η 9η Συμφωνία, όπου η χρήση των στίχων από την Ωδή προς την Ελευθερία του Schiller και γενικότερα τα κείμενα του 4ου μέρους της Συμφωνίας που προτρέπουν τους λαούς να ενωθούν και να πάρουν τη μοίρα τους στα χέρια τους, εκφράζει ξεκάθαρα τα πολιτικά πιστεύω ενός «πολιτικοποιημένου» καλλιτέχνη. Είναι χαρακτηριστικός άλλωστε ο αντίκτυπος που είχε η πρώτη εκτέλεση της Συμφωνίας του, όπου οι αρχές αναγκάστηκαν να ηρεμήσουν με τη βία τους θεατές και όπως αναφέρουν οι Dennis (1996,σελ.31) και  Solomon (1977, σελ.256) θα συλλάμβαναν και τον ίδιο, αν δεν φοβόντουσαν τον αντίκτυπο που θα είχε κάτι τέτοιο λόγω της φήμης του.

Ο Beethoven ως οπαδός του Διαφωτισμού δεν θα μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του αν έβλεπε τη χρήση της μουσικής του και του ονόματός του στα χέρια της ναζιστικής προπαγάνδας την εποχή της ανόδου του Hitler στην εξουσία. O Beethoven και ο Wagner υπήρξαν χαρακτηριστικές περιπτώσεις διαμόρφωσης μιας ψεύτικης ταυτότητας και για τους δύο από το ναζιστικό καθεστώς, σα να ήταν ανέκαθεν και αυτοί οπαδοί του εθνικοσοσιαλιστικού ιδεώδους και της γερμανικής ανωτερότητας. Στην περίπτωση του Beethoven μάλιστα «κατασκεύασαν» ένα ψεύτικο οικογενειακό περιβάλλον μέσα στο οποίο δήθεν μεγάλωσε, με ένα στοργικό πατέρα όλο αφοσίωση και φροντίδα, κάτι που απέχει βέβαια πολύ από την πραγματικότητα του μέθυσου πατέρα που και ο ίδιος ο Beethoven απεχθανόταν. Ακόμα πέρα από την ευρεία χρήση της μουσικής του σε ομιλίες και συγκεντρώσεις του ναζιστικού κόμματος, έγινε προσπάθεια και από τον Joseph Goebbels⁴ προσωπικά να εμφανίσουν τον Hitler σε παραλληλισμό με τον ηρωικό χαρακτήρα του Fidelio, όπως και να ενθαρρύνουν τους μουσικολόγους να υποστηρίξουν τη σύνδεση του συνθέτη με την ναζιστική ιδεολογία γενικότερα. (βλ. Dennis 1996)

Ο Daniel Barenboim αφηγείται τη συναυλία με έργα Beethoven, που διηύθηνε στο Βερολίνο τον Νοέμβριο του 1989, την επομένη της πτώσης  του τείχους.
                                     

Ο «αναρχικός» Richard Wagner

Οι πολιτικές πεποιθήσεις του R. Wagner μας είναι γνωστές μέσα από τα κείμενά του όπως το: Das Judenthum in der Musik (1850) όπου εκφράζει ένα βαθύ αντισημιτισμό, κάτι που αργότερα έπαιξε σημαντικό ρόλο στην καθιέρωσή του από το χιτλερικό καθεστώς ως του κατεξοχήν συνθέτη εκφραστή του γερμανισμού και της ναζιστικής ιδεολογίας. Πέρα όμως από τα αντισημιτικά κείμενα του συνθέτη υπάρχουν άραγε πολιτικές απόψεις μέσα στα ίδια του τα έργα που να φανερώνουν αντισημιτισμό ή ίσως και κάποια άλλη πολιτική κατεύθυνση ή ιδεολογία; Την απάντηση σ’αυτό το ερώτημα θα την βρούμε εξετάζοντας το κυριώτερο μουσικό έργο του Wagner, την επική τετραλογία του Το Δαχτυλίδι του Νιμπελούνγκεν. Ο ίδιος ο συνθέτης έγραψε το λιμπρέτο και για τις τέσσερις όπερες του «Δακτυλιδιού» και στην αυτοβιογραφία του περιγράφει τις επιρροές του από τις απόψεις του φιλοσόφου και στοχαστή Ludwich Feuerbach τις οποίες και ενέταξε στο λιμπρέτο (βλ. Magee 2000 Κεφάλαιο 4). Ο Feuerbach και κατ’επέκταση και ο Wagner έβλεπαν τη θρησκεία και το Θεό σαν έναν τρόπο προσωποποίησης των διεξόδων στα προβλήματα που αφορούν στην ανθρώπινη φύση, έναν τρόπο δημιουργίας τάξης στο χάος και την αβεβαιότητα της ανθρώπινης υπόστασης. Το θρησκευτικό περιεχόμενο του «Δακτυλιδιού» αντανακλά την πολιτική και κοινωνική σημασία της θρησκείας ως μέσο οργάνωσης τάξης και εξουσίας. Έτσι οι θεοί στις όπερες του Wagner έχουν λιγότερο «θεϊκή» υπόσταση αλλά αντανακλούν περισσότερο την ίδια την ανθρώπινη φύση. Ο θεός Wotan θα μπορούσε άνετα να συγκριθεί με τον «κακό» νάνο Alberich. Παρόλο που οι μέθοδοι του δεύτερου διαφέρουν σε «κακία» από τον πρώτο, στο τέλος και οι δυό είναι διεφθαρμένοι και πρέπει να ηττηθούν, γιατί και οι δύο αντιπροσωπεύουν την παρέκκλιση από αυτό που ο Wagner  αποκαλούσε φυσικό Νόμο.

Για το Wagner ο φυσικός αυτός Νόμος δεν αφορά μια χαώδη επισφαλή κατάσταση, όπου κανείς χρειάζεται την εξουσία για να αποτρέψει την επερχόμενη καταστροφή, αλλά ένα περιβάλλον που θα παρέχει εξασφάλιση όλων των φυσικών και πνευματικών αναγκών των ανθρώπων υπό την προϋπόθεση ότι οι άνθρωποι θα ζούν με αρμονία μέσα σ’αυτό το φυσικό πλαίσιο με οδηγό την αγάπη. Αυτή η άποψη του Wagner που προσεγγίζει τη διδασκαλία του Χριστού αλλά και αναρχικές απόψεις τις εποχής του, φαίνεται ξεκάθαρα στις επιστολές του προς τον τενόρο August Roeckel, όπου αναφέρει πως «η εξουσία στην τέλεια πολιτεία της Φύσης δεν είναι ο Νόμος της επιβολής των κανόνων αλλά ο Νόμος της αγάπης». Ο κύριος εκφραστής αυτού του Νόμου στις όπερες του  Wagner  είναι ο αναρχικός χαρακτήρας του Siegfried. Ο ήρωας αυτός δε γνωρίζει φόβο, κάτι που για το Wagner είναι ταυτόσημο της «φυσικής» του υπόστασης και είναι ακριβώς αυτό που του προσδίδει τέτοια δύναμη. Ωστόσο, η φυσική δύναμη του Siegfried τον κάνει αφελή, εξαπατάται και θανατώνεται από τους δόλιους εχθρούς του «γιατί η φυσική δύναμη χρειάζεται τη σοφία σε ανθρώπινη μορφή για να πολεμήσουν μαζί την καταπίεση. Αυτή εμφανίζεται με τη μορφή της αγαπημένης του Brunnhilde, η οποία χρησιμοποιεί τις δυνάμεις της φύσης, μέσα από την αγάπη της προς το Siegfried και την ανθρώπινη σοφία, για να αντιμετωπίσει τελικά τους εχθρούς της». (βλ. Brown 2008, σελ.52)

Η τελική σκηνή από το “Λυκόφως των Θεών” στην πολιτικοποιημένη εκδοχή του σκηνοθέτη Patrice Chéreau (φεστιβάλ του Bayreuth, 1980).

Η πίστη του Wagner στους φυσικούς νόμους με οδηγό την αγάπη δεν εκφράζεται μόνο στα μουσικά του δημιουργήματα, αλλά και στις πολιτικές του δραστηριότητες. Η γνωριμία του με τον ρώσο επαναστάτη Mikhail Bakunin και η συμμετοχή του στην επανάσταση της Δρέσδης το Μάιο του 1849, που οδήγησε στην εξορία του στην Ελβετία, είναι χαρακτηριστικές ενός πολιτικά ενεργού καλλιτέχνη. Πέρα από τον αντισημιτισμό του για τον οποίο είναι ευρύτερα γνωστός, ο Wagner ταιριάζει περισσότερο πολιτικά με τον αριστερό αναρχικό χώρο της εποχής του παρά με τον δεξιό φασιστικό χώρο στον οποίο συνήθως εμφανίζονται αντισημιτικές ή ρατσιστικές απόψεις. Ο αντισημιτισμός του έχει περισσότερο ταξικές και λιγότερο ρατσιστικές καταβολές. Για αυτόν οι Εβραίοι αντιπροσωπεύουν τους διαχειριστές της εξουσίας και του χρήματος, οι οποίοι δεν αφήνουν τους νόμους της φύσης να λειτουργήσουν προς όφελος του ανθρώπου. Αυτό φυσικά δεν παύει να αποτελεί προκατάληψη, αλλά δεν ταυτίζεται σε καμμία περίπτωση με τη ναζιστική ιδεολογία περί φυλετικής κατωτερότητας των Εβραίων, όπως χρησιμοποιήθηκε αργότερα από την ναζιστική προπαγάνδα.

Richard Wagner.
Mikhail Bakunin.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο «αντιφατικός» Dmitri Shostakovich

Η περίπτωση του Shostakovich είναι ασφαλώς ιδιαίτερη. Σ’αυτόν έχει σημασία όχι μόνο να δεί κανείς πως εκφράζονται (ή είναι καλά κρυμμένες) πολιτικές απόψεις μέσα στη μουσική του, αλλά και πως το πολιτικό καθεστώς επηρέασε ή και καθόρισε την καλλιτεχνική του δημιουργία. Η ζωή του Shostakovich σημαδεύτηκε από μια σύνθετη και αντιφατική σχέση με το σοβιετικό καθεστώς, το οποίο δυο φορές αποκήρυξε τη μουσική του, το 1936 και το 1948, και κατά καιρούς απαγόρευε έργα του. Ταυτόχρονα, υπήρξε ο δημοφιλέστερος Σοβιετικός συνθέτης της γενιάς του και παρέλαβε πολυάριθμες τιμητικές διακρίσεις και κρατικά βραβεία, ενώ επίσης θήτευσε και στο «Ανώτατο Σοβιέτ». Το πρώτο έργο του με ενδεχόμενο πολιτικό περιεχόμενο, ο Shostakovich το έγραψε σε ηλικία 12, μόλις, ετών. Πρόκειται για το Πένθιμο Εμβατήριο στη μνήμη των δύο ηγετών του κόμματος Καντέτ, που δολοφονήθηκαν από Μποσελβίκους ναύτες. Αντίθετα, 9 χρόνια αργότερα, συνέθεσε τη Δεύτερη Συμφωνία του (με υπότιτλο: Στον Οκτώβρη), έπειτα από παραγγελία για τις εκδηλώσεις εορτασμού της δέκατης επετείου της Οκτωβριανής Επανάστασης. Παράλληλα με αυτό το έργο ξεκίνησε την όπερα Η Μύτη, η οποία βασιζόταν στην ομώνυμη ιστορία του Nikolai Gogol και σατίριζε την σοβιετική γραφειοκρατία. Αυτές οι πολιτικές παλινδρομήσεις χαρακτηρίζουν το μεγαλύτερο μέρος του έργου του συνθέτη ενώ και η σχέση του με το σοβιετικό καθεστώς είναι εξίσου παλινδρομική. Η πρώτη εκτέλεση της όπερας Η λαίδη Μάκμπεθ του Μτσενσκ πραγματοποιήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1934 στο Λένινγκραντ και δύο μέρες μετά στη Μόσχα και γνώρισε αμέσως επιτυχία, από άποψη λαϊκής, αλλά και επίσημης, αποδοχής. Ειπώθηκε ότι υπήρξε «αποτέλεσμα της γενικότερης επιτυχίας του Σοσιαλιστικού οικοδομήματος, της σωστής πολιτικής του Κόμματος» και ότι μια τέτοια όπερα «θα μπορούσε να έχει γραφτεί μόνο από Σοβιετικό συνθέτη, μεγαλωμένο μέσα στο καλύτερο κομμάτι της παράδοσης της Σοβιετικής κουλτούρας». (βλ. Dmitrii Shostakovich, 1981)

Κατά τα δύο επόμενα χρόνια η φήμη και η δημοτικότητα του συνθέτη αυξάνονταν και το έργο του δεχόταν επαίνους από κριτικούς και κοινό. Το 1936 ο Shostakovich όμως έχασε την εύνοια του καθεστώτος. Αφορμή ήταν η επίσκεψη του Stalin στο θέατρο όπου παρουσιαζόταν η Λαίδη Μάκμπεθ στις 26 Ιανουαρίου. Λέγεται ότι ο ηγέτης παρακολούθησε το έργο κάτω από αυστηρά μέτρα ασφαλείας , κρυμμένος πίσω από μια κουρτίνα, για την αποφυγή ενδεχόμενης απόπειρας δολοφονίας και ότι εγκατέλειψε το θέατρο κατά την διάρκεια της παράστασης. Αυτό το γεγονός έμοιαζε με καταστροφή, μέσα στο κλίμα των εκκαθαρίσεων, των νυχτερινών συλλήψεων και του διαρκούς φόβου της δυσμένειας από το κόμμα. Το αν ο Stalin ενοχλήθηκε από τις φιλελεύθερες θέσεις της όπερας, από τον πρωτοποριακό χαρακτήρα της μουσικής ή από την αυξανόμενη δημοτικότητα του Shostakovich, παραμένει αδιευκρίνιστο. Η εκστρατεία δυσφήμισης, που ήταν υποκινούμενη από τον ίδιο τον Stalin, ξεκίνησε με μια σειρά επιθέσεων εναντίον του συνθέτη στην εφημερίδα Πράβδα και συγκεκριμένα στις 28 Ιανουαρίου με ένα άρθρο υπό τον τίτλο Σύγχυση αντί Μουσικής, που καταδίκαζε το έργο ως φορμαλιστικό. Οι παραστάσεις διακόπηκαν αμέσως και ο συνθέτης τους επόμενους μήνες κοιμόταν ντυμένος, με μια βαλίτσα κάτω από το κρεβάτι, για να είναι έτοιμος σε περίπτωση σύλληψής του από την αστυνομία. Η απάντηση του Shostakovich στην απαξίωσή του ήταν η 5η Συμφωνία του 1937, η οποία συνθετικά ήταν συντηρητικότερη από τα προηγούμενα έργα του και δεν διέθετε ανοιχτά πολιτικό περιεχόμενο. Μετά την πρεμιέρα το έργο παρουσιαζόταν ως επιστροφή του συνθέτη στην επίσημη «γραμμή» του κόμματος.

H  Λαίδη Μάκμπεθ του Μτσενσκ από την Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης.

Με το ξέσπασμα του πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Γερμανίας το 1941, ο Shostakovich αρχικά παρέμεινε στο Λένινγκραντ στη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης, διάστημα κατά το οποίο έγραψε τα τρία πρώτα μέρη της 7ης Συμφωνίας του (της επονομαζόμενης Συμφωνίας του Λένινγκραντ). Συνεισέφερε επίσης στην κρατική εκστρατεία εμψύχωσης, εκφωνώντας μεταξύ άλλων ραδιοφωνικό διάγγελμα προς τον ρωσικό λαό. Τον Οκτώβριο του 1941, ο συνθέτης και η οικογένειά του μεταφέρθηκαν στο Kyubishev (σημερινό Samara), όπου η συμφωνία ολοκληρώθηκε και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 5 Μαρτίου 1942. Η πρεμιέρα του έργου στη Μόσχα, στις 27 Μαρτίου, έγινε κάτω από επικίνδυνες συνθήκες, όμως οι θεατές δεν εγκατέλειψαν τις θέσεις ούτε και έπειτα από συναγερμό αεροπορικής επιδρομής. Ο Stalin ήθελε να κάνει το έργο γνωστό και εκτός Σοβιετικής Ένωσης: τον Ιούνιο και τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς το έργο παρουσιάστηκε στο Λονδίνο και στη Νέα Υόρκη και έγινε σύμβολο της ρωσικής αντίστασης τόσο στην Ε.Σ.Σ.Δ. όσο και στη Δύση. Η επιθυμία του Shostakovich να γίνει συναυλία και στο Λένινγκραντ εκπληρώθηκε αργότερα όταν ένα αεροσκάφος έσπασε τον αεροπορικό αποκλεισμό και μετέφερε τις παρτιτούρες στην πόλη. Η συναυλία έλαβε χώρα στις 8 Αυγούστου και μεταδόθηκε από όλους τους ραδιοφωνικούς σταθμούς της Σοβιετικής Ένωσης.

Το 1948 ο Shostakovich καταγγέλθηκε και πάλι για φορμαλισμό στο πλαίσιο του “δόγματος Ζντάνοφ” (η απάντηση της ΕΣΣΔ στο δόγμα Τρούμαν). Τα περισσότερα από τα έργα του απαγορεύτηκαν, πιέστηκε να μετανοήσει δημόσια και η οικογένειά του στερήθηκε τα προνόμιά της. Οι περιορισμοί στη μουσική και την ιδιωτική ζωή του Shostakovich χαλάρωσαν το 1949, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμετοχή του σε μια αντιπροσωπεία επιφανών σοβιετικών στις Η.Π.Α.. Εκείνη τη χρονιά έγραψε και την καντάτα Το τραγούδι των δασών, το οποίο εγκωμίαζε τον Stalin σαν «μεγάλο κηπουρό». Το 1951 ο συνθέτης ορίστηκε αντιπρόσωπος στο «Ανώτατο Σοβιέτ». Ο θάνατος του Stalin το 1953 αποδείχτηκε το σημαντικότερο βήμα για την επίσημη αποκατάσταση του Shostakovich, η οποία επισφραγίστηκε με την 10η Συμφωνία του. Το έργο περιλαμβάνει μια σειρά από μουσικές «αναφορές» και κωδικούς, το νόημα των οποίων είναι ακόμα αντικείμενο συζητήσεων, ενώ το άγριο και δραματικό δεύτερο μέρος θεωρείται ότι είναι μουσικό πορτρέτο του ίδιου του Stalin.

Το δεύτερο μέρος της Συμφωνίας αρ.10

Το έτος 1960 σηματοδότησε άλλη μια κρίσιμη καμπή στη πολιτική ζωή του Shostakovich: την προσχώρησή του στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Το γεγονός αυτό έχει ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως, είτε ως ένδειξη συμμόρφωσης και αφοσίωσης, είτε ως σημάδι δειλίας, είτε ως αποτέλεσμα πολιτικής πίεσης. Όποιος και να ήταν ο λόγος, η σχέση του Shostakovich με το σοβιετικό καθεστώς λειτούργησε καταλυτικά και επηρέασε την καλλιτεχνική δραστηριότητα του συνθέτη σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είμαστε σε θέση σήμερα να μιλούμε με σιγουριά για τις πολιτικές προθέσεις των έργων του, αλλά και για το ποιά μορφή θα είχαν αυτά, αν ο ίδιος αφηνόταν να δημιουργήσει μέσα σε ένα πιό φιλελεύθερο πολιτικό περιβάλλον.

Η avant garde και η «απολιτική μουσική» της σχολής του Darmstadt

Στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και μέσα απ’τα συντρίμια του πολέμου οι ελπίδες μιας ευρώπης για ένα νέο ξεκίνημα επηρεάζουν και τα μουσικά δόγματα της εποχής. Το μεγάλο κίνημα πειραματισμού και αλλαγής των δομών και του τρόπου σύνθεσης και αντίληψης της μουσικής δεν είχε προηγούμενο στην ιστορία της την περίοδο αυτή. Πέρα όμως από τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις των δημιουργών και του κοινού τους υπήρξε και μια σαφής πολιτική και ιδεολογική απόχρωση στο κίνημα αυτό, μερικές φορές υποσυνείδητη, μέσα και στο γενικό πλαίσιο μιας ιστορικής περιόδου γεμάτης αμφισβήτηση. Αρκετοί συνθέτες από την μεταπολεμική γενιά ασχολήθηκαν στο έργο τους συνειδητά με  πολιτικά ζητήματα, όπως ο Hans Werner Henze και ο Luigi Nono. Ο τελευταίος στο έργο του La Fabbrica Illuminata (1964) επεξεργάστηκε ήχους από εργοστάσια για να δείξει την αποξένωση και τη δυστυχία των Ιταλών εργατών, ενώ στο Musica Manifesto No 1 (1968-69) εκφράζει την υποστήριξή του στο φοιτητικό κίνημα του Μαίου του 1968. Άλλοι πάλι συνθέτες όπως ο Pierre Boulez ή ο Karlheinz Stockhausen αλλά και ο ίδιος ο  Luigi Nono γράφοντας τη μουσική τους αμέσως μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, δημιούργησαν τη «σχολή του Darmstadt». Σκοπός της ήταν, η μουσική να κρατηθεί «καθαρή», μακριά από πολιτικές σκοπιμότητες και από οποιασδήποτε μορφής εξουσία (κάτι που δεν συνέβη σε συνθέτες όπως ο Beethoven o Wagner ή ο Richard Strauss από τους Ναζί). Η «σχολή» αυτή ήταν μια χαλαρή ομάδα από συνθέτες που συμμετείχαν στα Διεθνή Σεμινάρια Σύγχρονης Μουσικής του Darmstadt και που πίστευαν  στο δωδεκαφθογγικό συνθετικό τρόπο μουσικής σύνθεσης, αναζητώντας την «απόλυτη» μουσική τέχνη πέρα από εθνικές και πολιτικές επιρροές. Ήδη από το ξεκίνημά της η «σχολή του Darmstadt» αντιμετώπισε έντονη κριτική λόγω του δογματισμού της και της εμμονής της με τον δωδεκαφθογγισμό, με αποτέλεσμα στο τέλος να μην εξελιχθεί έτσι όπως πίστευαν οι ιδρυτές της. Ίσως ο λόγος που η προσπάθεια να κρατηθεί η μουσική μακριά από οποιαδήποτε πολιτική απόχρωση έμελλε να αποτύχει, είναι ότι προσέκρουε στην ίδια την

Από αριστερά προς δεξιά: οι Pierre Boulez, Bruno Maderna και  Karlheinz Stockhausen στο Darmsadt το 1955.

αναγκαιότητα της τέχνης να εκφράζει ελεύθερα τη ζωή και τον άνθρωπο. Έτσι όλο και περισσότερο η avant garde της περιόδου αυτής συνδέθηκε με πολιτικά γεγονότα με αποκορύφωμα το Μάη του ‘68 στο Παρίσι. Οι πειραματικές και σχεδόν προβοκατόρικες δημιουργίες των συνθετών τις εποχής εκείνης είχαν πλέον και πολιτική διάσταση, αυτή της αμφισβήτησης και προέρχονταν από τον αριστερό κυρίως ιδεολογικό χώρο. Αυτό δεν αφορούσε όμως μόνο τους δημιουργούς, αλλά και το κοινό. Οι αμφισβητίες του πολιτικού κατεστημένου από οποιαδήποτε πολιτική πτέρυγα και αν προέρχονταν, επεδίωκαν να παρακολουθούν τέτοιους πειραματισμούς, θεωρώντας ότι έτσι εκφράζουν την αντίθεσή τους με το συντηρητικό δυτικοευρωπαικό κατεστημένο καθώς και τη διάθεσή τους για πολιτικές αλλαγές γενικότερα. Για παράδειγμα, στις συναυλίες «σύγχρονης» μουσικής την περίοδο της δικτατορίας στην Ελλάδα το κοινό κατέκλυζε της αίθουσες συναυλιών όχι μόνο για να ακούσει την μουσική του Ιάνη Ξενάκη ή του Γιάννη Χρήστου και άλλων  που χαρακτήριζαν την ελληνική avant garde, αλλά και για να δείξει έτσι την αντίθεσή του στο κατεστημένο της χούντας των συνταγματαρχών.

Ο «ακτιβιστής» Μίκης Θεοδωράκης

Ο Μίκης Θεοδωράκης αποτελεί έναν από τους πιο πολιτικοποιημένους συνθέτες τις εποχής μας. Το μουσικό και το πολιτικό του έργο αποτελούν μια αδιαίρετη ενότητα αφού και τα δύο θεωρούνται αναπόσπαστα τμήματα της προσωπικότητάς του. Ο Μίκης Θεοδωράκης  είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες μουσικοσυνθέτες ενώ παράλληλα διετέλεσε 4 φορές βουλευτής του ελληνικού κοινοβουλίου και ακτιβιστής, τιμημένος με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν (1983). Ο Μίκης Θεοδωράκης, ήδη σε ηλικία 17 ετών, δίνει την πρώτη του πολιτική συναυλία παρουσιάζοντας το έργο του Κασσιανή και παίρνει μέρος στην αντίσταση κατά των κατακτητών. Στη μεγάλη διαδήλωση της 25ης Μαρτίου 1943 συλλαμβάνεται για πρώτη φορά από τους Ιταλούς και βασανίζεται. Διαφεύγει στην Αθήνα, όπου οργανώνεται στο ΕΑΜ και αγωνίζεται κατά των Γερμανών κατακτητών. Μετά την απελευθέρωση και τον εμφύλιο ο Θεοδωράκης, λόγω των προοδευτικών του ιδεών, συλλαμβάνεται και στέλνεται εξορία στην αρχή στην Ικαρία και στη συνέχεια στη Μακρόνησο. Επιστρέφοντας από τις σπουδές του στο Παρίσι και μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη ιδρύει τη «Νεολαία Λαμπράκη» και εκλέγεται βουλευτής της ΕΔΑ. Την 21η Απριλίου του 1967 με το πραξικόπημα των συνταγματαρχών περνά στην παρανομία και τον επόμενο μήνα ιδρύει την πρώτη αντιστασιακή οργάνωση κατά της Δικτατορίας, το ΠΑΜ. Συλλαμβάνεται τον Αύγουστο του 1967 και ακολουθεί η κράτησή του στην οδό Μπουμπουλίνας, η απομόνωση, οι φυλακές Αβέρωφ, η μεγάλη απεργία πείνας, το νοσοκομείο, η αποφυλάκιση και ο κατ’ οίκον περιορισμός, η εκτόπιση με την οικογένειά του στη Ζάτουνα Αρκαδίας, και τέλος το στρατόπεδο Ωρωπού.

Μίκης Θεοδωράκης, Πέτρος Πανδής και Pablo Neruda (στιχουργός του Canto General), Παρίσι, Αύγουστος 1972.

Πολλά από τα καινούργια έργα του κατορθώνει με διάφορους τρόπους να τα στείλει στο εκτός συνόρων, όπου τραγουδιούνται από τη Μαρία Φαραντούρη και τη Μελίνα Μερκούρη. Στο εξωτερικό, έπειτα από την αποφυλάκισή του, αφιερώνει όλο το χρόνο του σε περιοδείες ανά τον κόσμο με συναυλίες, συναντήσεις με αρχηγούς κρατών και προσωπικότητες, συνεντεύξεις, δηλώσεις για την πτώση της δικτατορίας και την επαναφορά της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Οι συναυλίες του γίνονται βήμα διαμαρτυρίας και διεκδίκησης και για τους άλλους λαούς που αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα: Ισπανούς, Πορτογάλους, Ιρανούς, Κούρδους, Τούρκους, Χιλιανούς, Παλαιστίνιους. Το 1974 μετά την πτώση της Δικτατορίας γυρίζει στην Ελλάδα. Ενώ συνεχίζει να συνθέτει μουσική, παράλληλα συμμετέχει και στα κοινά είτε ως απλός πολίτης, είτε ως βουλευτής (τις περιόδους 1981-86 και 1989-92) είτε ως υπουργός Επικρατείας (1990-92). Το 2010 και σε ηλικία 85 ετών ιδρύει την κίνηση πολιτών «Σπίθα» και εμπλέκεται ενεργά στην αντιμνημονιακή πολιτική για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης που χτύπησε την Ελλάδα.

Είναι φανερό ότι θα ήταν λάθος αν ο Μίκης Θεοδωράκης χαρακτηριζόταν απλά ως ένας μουσικός δημιουργός με πολιτικές ανησυχίες. Αποτελεί διεθνώς το σύμβολο του μουσικού δημιουργού και ακτιβιστή σε μια περίοδο της διεθνούς πολιτικής ιστορίας με έντονες αντιπαραθέσεις ανάμεσα στο καπιταλιστικό και στο κομμουνιστικό ιδεώδες, χαρακτηριστική του ψυχρού πολέμου. Το μουσικό και το πολιτικό του έργο ως αδιαίρετη οντότητα αποτελούν το πιο εύγλωττο παράδειγμα προσέγγισης της πολιτικής με τη μουσική δημιουργία.

         Άξιον Εστί , 1977. “Ένα το χελιδόνι” (Μίκης Θεοδωράκης – Γρηγόρης Μπιθικώτσης)

Επίλογος

Η διερεύνηση της σχέσης της μουσικής με την πολιτική δεν μπορεί να εξαντληθεί ασφαλώς στα περιορισμένα πλαίσια του παρόντος άρθρου. Ασφαλώς προκύπτουν αναπάντητα ερωτήματα που αφορούν στις ενδεικτικές περιπτώσεις που αναφέρθησαν, αλλά υπάρχει και πληθώρα άλλων τόσων, άξιων αναφοράς, σε μουσικές κατευθύνσεις πέραν του «κλασσικού» χώρου της μουσικής, οι οποίες παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τέτοιες είναι για παράδειγμα ο πολιτικός ρόλος της δημοτικής μουσικής, τα μουσικά κινήματα διαμαρτυρίας του 60-70, οι μουσικές των υπόδουλων λαών, το Hip-hop, οι μουσικές  των πολιτικών κινημάτων κ.α.

Η σχέση της μουσικής με την πολιτική είναι βαθειά και διαχρονική και θα αποτελεί πάντα ενδιαφέρον πεδίο έρευνας και δράσης τόσο για τους πολιτικούς, όσο και για τους καλλιτέχνες, γιατί η μουσική όπως και η πολιτική ανταποκρίνεται πάντα στις ανάγκες μιας βαθύτερης ένωσης και επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους, αποτελώντας, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, μια αδιαίρετη ενότητα έκφρασης του ανθρώπινου πολιτισμού.

Ο Μίλτος Λογιάδης είναι Αρχιμουσικός, Καθηγητής Διεύθυνσης Ορχήστρας του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου και Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών

Μουσικές Μορφές «Μίλτος Λογιάδης, Αρχιμουσικός» (05/06/2016)

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹  Αριστοτέλης.

²   Μουσικοί τρόποι= μουσικές κλίμακες τις αρχαιότητας.

³   Ο Μίδας ήταν μυθικός βασιλιάς της Φρυγίας.

⁴   Ο Joseph Goebbels ήταν υπουργός προπαγάνδας στην κυβέρνηση του Α. Hitler.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πλάτων, Πολιτεία, βιβλίο IV, 1982. Loeb Classical Library, Plato, Republic I, Great Britain 1982

Brown, Courtney. 2008. Politics in Music.  Farsihgt Press, Atlanda, Georgia

Dennis, David. B. 1996. Beethoven in German Politics, 1870-1989. New Haven, Conn.: Yale University Press.

Dmitrii Shostakovich, Shostakovich: About Himself and His Times, compiled by L. Grigoryev and Ya. Platek, trans. Angus and Neilian Roxburgh (Moscow: Progress Publishers, 1981)

Magee, Bryan. 2000. The Tristan Chord: Wagner and Philosophy. New York: Metropolitan Books.

Solomon, Maynard. 1968. “Beethoven and Napoleon” Music Review 29:96-105

Γιάννης Μουρέλος: Ο άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ

Γιάννης Μουρέλος

Ο άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ

Ο έγκριτος Βρετανός ιστορικός και πατέρας του κλάδου της Στρατιωτικής Ιστορίας Sir Michael Howard, θεωρεί πως η επιχείρηση “Κιμάς” (Operation Mincemeat) υπήρξε η επιτυχέστερη ενέργεια παραπληροφόρησης εκ μέρους των Συμμάχων, σε ολόκληρη τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Μια επιχείρηση αποπροσανατολισμού του αντιπάλου προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, φαντασία, αληθοφάνεια, διορατικότητα, διαίσθηση και άριστη προετοιμασία. Πράγματι, ο εκβρασμός, στις ακτές ενός ουδετέρου κράτους, μιας σορού με ψεύτικη ταυτότητα, φέρουσας, ωστόσο, γνήσια διαβαθμισμένα έγγραφα με παραπλανητικό περιεχόμενο, είναι μια ιδέα, η οποία δεν στερείται πρωτοτυπίας. Αν και υλοποιήθηκε προκειμένου να καλυφθεί η επικείμενη Συμμαχική απόβαση στη Σικελία το 1943, η ιδέα αυτή διαθέτει μια αξιοπρόσεκτη προϊστορία, η οποία αξίζει να αναφερθεί εν προκειμένῳ.

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1939, και ενώ ο πόλεμος δεν είχε συμπληρώσει ακόμα τον πρώτο του μήνα, η Υπηρεσία Πληροφοριών του Βρετανικού Ναυτικού συνέταξε ένα εμπιστευτικό υπόμνημα με τον τίτλο Trout (“Πέστροφα”), το οποίο περιέγραφε διάφορες  μεθόδους παραπληροφόρησης των Γερμανών.  Η υπ αριθμόν 28 εισήγηση (“όχι πολύ κομψή”, όπως χαρακτηριστικά αναφερόταν) προέβλεπε την τοποθέτηση παραπλανητικών εγγράφων σε ένα πτώμα, με απώτερο στόχο τα έγγραφα αυτά να περιέλθουν εν γνώσει του αντιπάλου. Αν και ως συντάκτης του υπομνήματος φερόταν ο τότε διευθυντής της υπηρεσίας, υποναύαρχος John Godfrey, πιστεύεται πως αυτό γράφτηκε από έναν υφιστάμενο του τελευταίου, ονόματι Ian Fleming, τον μετέπειτα εμπνευστή και δημιουργό του προσώπου του James Bond. Ως προς την πρόταση αρ. 28, ο πλωτάρχης Ian Fleming δεν χρειάστηκε να αναλωθεί σε εκτεταμένης κλίμακας έρευνες. Ξεσήκωσε την ιδέα από το βιβλίο ενός ειδήμονα στο χώρο των Μυστικών Υπηρεσιών, του Sir Basil Thomson: ένα πτώμα, με περιβολή αεροπόρου, φέροντας έγγραφα στις τσέπες του, θα εκβραζόταν στην ακτή, δήθεν ως απώλεια αλεξιπτώτου, το οποίο δεν είχε ανοίξει. “Γνωρίζω πως δεν υπάρχουν μεγάλες δυσκολίες, προκειμένου να προμηθευθεί κανείς ένα πτώμα από το ναυτικό Νοσοκομείο, αρκεί, φυσικά, να είναι πρόσφατο”, κατέληγε ο Thomson. Με ελάχιστες παραλλαγές, πρόκειται για τη μέθοδο, η οποία επιλέχθηκε το 1943 για την επιχείρηση “Κιμάς¨.

Πλωτάρχης Ian Fleming.
Sir Basil Thomson.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αλλά και ο ίδιος ο Basil Thomson είχε εμπνευστεί από ενέργειες του παρελθόντος, καθώς η “διαρροή” εγγράφων, με απώτερο αποδέκτη τον εχθρό, υπήρξε μια πρακτική, η οποία γνώρισε ευρεία εφαρμογή στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Αρκετούς, δε, μήνες πριν από τη δρομολόγηση της επιχείρησης “Κιμάς”, κάτι αντίστοιχο δοκιμάστηκε με αξιομνημόνευτη επιτυχία στο μέτωπο της Βορείου Αφρικής.

Συγκεκριμένα, τον Αύγουστο του 1942, στη μάχη της Alam Halfa, ένα πτώμα τοποθετήθηκε μέσα σε ένα όχημα, το οποίο εγκαταλείφθηκε μπροστά από τις γερμανικές γραμμές. Έφερε έναν χάρτη, στον οποίον επάνω ήταν σημειωμένα, υποτίθεται, όλα τα βρετανικά ναρκοπέδια της περιοχής. Ο χάρτης εκλήφθηκε ως γνήσιος από τους Γερμανούς, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να οδηγήσουν τα τεθωρακισμένα κατευθείαν επάνω στην παγίδα, που είχε επιμελώς στηθεί σε βάρος τους. Ένα μήνα αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1942, ένα άλλο επεισόδιο μπορεί να εκληφθεί ως προπομπός της επιχείρησης “Κιμάς”. Ένα αεροσκάφος καθ οδόν προς το Γιβραλτάρ, κατέπεσε στη θάλασσα στα ανοικτά των ισπανικών ακτών, με αποτέλεσμα  να βρουν τον θάνατο όλοι οι επιβαίνοντες, μεταξύ των οποίων ένας  Βρετανός  αξιωματικός και ένας πράκτορας των Ελευθέρων Γάλλων. Ο πρώτος έφερε αυθεντικά έγγραφα προς τον Κυβερνήτη του Γιβραλτάρ και ο δεύτερος ένα σημειωματάριο. Οι δυο σοροί εκβράστηκαν σε μια ακτή κοντά στην πόλη Tarifa και, όπως ήταν επόμενο, της υπόθεσης επιλήφθηκαν οι ισπανικές αρχές. Όταν οι σοροί επαναπατρίστηκαν, έφεραν επάνω τους τα έγγραφα. Έπειτα από έναν εξονυχιστικό έλεγχο, αποδείχθηκε πως οι επιστολές του Βρετανού είχαν παραμείνει άθικτες. Από άλλες, ωστόσο, πηγές, προέκυψε πως το σημειωματάριο του Γάλλου είχε φωτογραφηθεί από τους Γερμανούς. Η όλη υπόθεση υπήρξε καθοριστικής σημασίας για τον σχεδιασμό της επιχείρησης “Κιμάς”, καθώς είχε αποκαλυφθεί η ύπαρξη ενός δικτύου συνεργασίας ανάμεσα στις ισπανικές αρχές και τις γερμανικές Μυστικές Υπηρεσίες.

                            Α. Σχεδιασμός και προετοιμασία της επιχείρησης “Κιμάς”

Στη Συνδιάσκεψη της Καζαμπλάνκας (Ιανουάριος 1943), με δεδομένη την τελική υπέρ αυτών έκβαση των επιχειρήσεων στο θέατρο της Βορείου Αφρικής, οι Σύμμαχοι αποφάσισαν τη διάνοιξη ενός νέου μετώπου στην Ιταλία, αρχής γενομένης από τη νήσο Σικελία. Σε αντιδιαστολή με ό,τι έμελλε να ακολουθήσει, αργότερα, στη Νορμανδία, όπου η επιχείρηση ήταν σχεδιασμένη παράτολμα με γνώμονα τα στοιχεία της ανακολουθίας και του αιφνιδιασμού, η επιλογή της Σικελίας (επιχείρηση Husky) ανταποκρινόταν σε όλους τους κανόνες της λογικής: μικρή απόσταση από τις ακτές της Βορείου Αφρικής, ανεπαρκής άμυνα της νήσου από ιταλικές (κυρίως) μονάδες, σχηματισμός ενός  προγεφυρώματος στο μαλακό υπογάστριο των δυνάμεων του Άξονα με προοπτικές περαιτέρω αξιοποίησης, δημιουργία προϋποθέσεων για ανατροπή του φασιστικού καθεστώτος και συνακόλουθη αποδέσμευση της Ιταλίας από τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της Γερμανίας. Η ρήση του Winston Churchill, έπειτα από το πέρας της Συνδιάσκεψης, είναι χαρακτηριστική ως προς το προβλέψιμο της σχεδιαζόμενης επιχείρησης: «Everyone but a bloody fool would know that it’s Sicily».

Επιχείρηση Husky. Τελική εκδοχή.

Έχοντας αυτή την προοπτική κατά νου, οι βρετανικές Υπηρεσίες Πληροφοριών αναλώθηκαν σε μια προσπάθεια ανεύρεσης τρόπων, ικανών να οδηγήσουν σε έναν αποπροσανατολισμό των Γερμανών. Σκοπός ήταν να στραφεί η προσοχή των τελευταίων προς τις δυο εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες προσφέρονταν την ίδια στιγμή στους Συμμάχους για τη διάνοιξη ενός επιχειρησιακού θεάτρου στη νότιο Ευρώπη: τη νήσο Σαρδηνία και τις δυτικές ακτές της Πελοποννήσου. Ήδη από τον Οκτώβριο 1942, ο Charles Cholmondeley, αξιωματικός της RAF, αποσπασμένος στην Υπηρεσία Πληροφοριών, με νωπό ακόμα το επεισόδιο της πτώσης του αεροσκάφους στα ανοικτά των ισπανικών ακτών, άρχισε να επεξεργάζεται μια παραλλαγή του Trout Memo του Ian Fleming, στην οποία έδωσε το χαρακτηριστικό συνθηματικό όνομα Trojan Horse (“Δούρειος Ίππος”). Σύμφωνα με την παραλλαγή αυτή, ένα πτώμα, με τους πνεύμονες γεμάτους νερό και με επίσημα έγγραφα στις τσέπες του, θα ριχνόταν από αέρος στη θάλασσα, με αντικειμενικό στόχο τα έγγραφα να περιέλθουν σε γνώση των γερμανικών Μυστικών Υπηρεσιών.

Ο Cholmondeley, έμπειρο στέλεχος της περιβόητης ΜΙ5 (Military Intelligence 5), ανήκε σε μια ενδο-υπηρεσιακή μονάδα, την “Επιτροπή των Είκοσι”, επιφορτισμένη με τη διαχείριση των διπλών κατασκόπων (πρακτόρων των Γερμανών, που είχαν στο μεταξύ αυτομολήσει και τεθεί στη διάθεση των Βρετανών). Τον μήνα Νοέμβριο, η Επιτροπή απέρριψε το σχέδιο, ως ανεπαρκές. Θεωρώντας, ωστόσο, ότι περιείχε αξιοποιήσιμα στοιχεία, και επειδή διέθετε μια σημαντική ναυτική διάσταση, όρισε τον πλωτάρχη Ewen Montagu, ως συνεργάτη του  Cholmondeley, με αποστολή να το επεξεργαστούν από κοινού και να το τελειοποιήσουν. Σε ένα αρχικό στάδιο, η επιχείρηση “Κιμάς” (η επιλογή του συνθηματικού ονόματος οφείλεται στον Montagu), επανήλθε στην   ιδέα της ρίψης του πτώματος με αλεξίπτωτο. Επειδή όμως οι Γερμανοί γνώριζαν την πολιτική των Συμμάχων για απαγόρευση μεταφοράς διαβαθμισμένων εγγράφων πάνω από εχθρικό έδαφος, προκρίθηκε η ιδέα της υποτιθέμενης πτώσης αεροσκάφους στα ανοικτά των ακτών ενός ουδετέρου κράτους. Αυτό θα εξηγούσε τόσο την πολυήμερη παραμονή του πτώματος στο νερό, όσο και την ύπαρξη εγγράφων επάνω του. Από το σημείο αυτό και πέρα, η όλη προετοιμασία αποτελεί υπόδειγμα σχολαστικής δουλειάς.

Ο Montagu ήρθε σε επικοινωνία με τον διακεκριμένο παθολόγο Sir Bernard Spilsbury, προκειμένου να πληροφορηθεί το είδος του πτώματος, που χρειαζόταν, ούτως ώστε να παραπλανηθούν οι Ισπανοί ιατροδικαστές σχετικά με την αιτία του θανάτου. Προς μεγάλη του ικανοποίηση άκουσε πως για κάποιον ιατροδικαστή, γαλουχημένο με την ιδέα πως ο θάνατος επήλθε από πνιγμό, η αυτοψία σε ένα άψυχο σώμα, ευρισκόμενο σε διαδικασία αποσύνθεσης, δύσκολα μπορούσε να οδηγήσει σε κάποιο διαφορετικό συμπέρασμα. Πρόκειται για μια απάντηση, η οποία τον χαροποίησε ιδιαίτερα, καθώς πολλαπλασίαζε, θεωρητικά, τον αριθμό των προσφερόμενων προς επιλογή σορών. Η ευεξία δεν άργησε να μετατραπεί σε απογοήτευση, όταν πληροφορήθηκε από τα χείλη του ιατροδικαστή Bentley Purchase πως η επιχείρηση θα προσέκρουε σε νομικό κώλυμα, καθώς για κάθε υποψήφιο πτώμα, θα έπρεπε, προηγουμένως, να εξασφαλιστεί η συγκατάθεση των συγγενών. Δεν ήταν μόνο αδύνατο να εξηγηθούν οι πραγματικοί λόγοι. Κινδύνευε το ίδιο το απόρρητο της επιχείρησης, καθώς η τελευταία θα εξαρτάτο, πλέον, από την εχεμύθεια των, έστω και μερικώς, ενημερωθέντων συγγενών. Πάντως, ο Purchase δεσμεύτηκε να ξεκινήσει μια έρευνα για την ανεύρεση μιας σορού, τεχνικά κατάλληλης, και δίχως την ύπαρξη συγγενών, ικανών να τη διεκδικήσουν. Είχε όλο το χρόνο στη διάθεσή του, καθώς η επιχείρηση “Κιμάς” βρισκόταν ακόμα σε προκαταρκτικό επίπεδο, δίχως ουδείς να γνωρίζει εάν και πότε επρόκειτο να τεθεί σε εφαρμογή. Οι πάντες, ωστόσο, όφειλαν να τελούν υπό συνεχή ετοιμότητα.

Charles Cholmondeley (αριστερά) και Ewen Montagu.

Στις 4 Φεβρουαρίου 1943, οι  Cholmondeley και  Montagu ανέπτυξαν την ολοκληρωμένη μορφή του σχεδίου τους ενώπιον της Επιτροπής των Είκοσι και τη φορά αυτή έτυχαν της έγκρισης της τελευταίας. Το σχέδιο προέβλεπε την τοποθέτηση αυθεντικών εγγράφων σε μια σορό, η οποία θα μεταφερόταν με υποβρύχιο έως τα ανοικτά της πόλης Huelva, λιμένα της νοτιοδυτικής Ισπανίας, κοντά στα σύνορα με την Πορτογαλία. Η επιλογή της συγκεκριμένης περιοχής οφειλόταν σε πολλαπλούς λόγους. Πρώτος ήταν το είδος των θαλασσίων ρευμάτων, ικανών να μεταφέρουν τη σορό από το υποβρύχιο στην ακτή. Δεύτερος λόγος ήταν η επιβεβαιωμένη, επιτόπου, παρουσία του Adolf Clauss, ενός δραστήριου πράκτορα, στελέχους της Abwehr, της γερμανικής Στρατιωτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Τέλος, στην Huelva υπηρετούσε ως υποπρόξενος της Μεγάλης Βρετανίας ο Francis Haselden, ένας έμπιστος και ικανός διπλωμάτης, στη συνδρομή του οποίου ο Montagu θεωρούσε πως μπορούσε να υπολογίζει. Δίχως χρονοτριβή, η Επιτροπή των Είκοσι διαβίβασε με θετική εισήγηση το σχέδιο στα ανώτερα κλιμάκια της Υπηρεσίας και ο Montagu διατάχθηκε να ξεκινήσει την έρευνα για την ανεύρεση μιας σορού. Η τελευταία είχε εντοπιστεί ήδη από τις 28 Ιανουαρίου, χάρη στις προσπάθειες του Bentley Purchase. Επρόκειτο για την περίπτωση ενός άστεγου, ονόματι Glyndwr Michael, ο οποίος είχε αυτοκτονήσει πίνοντας ποντικοφάρμακο, δίχως να έχει αφήσει πίσω του κανένα συγγενή. O Purchase διαβεβαίωσε πως το δηλητήριο δεν υπήρχε περίπτωση να εντοπιστεί σε ένα σώμα, το οποίο υποτίθεται πως θα έπλεε στη θάλασσα επί πολλές ημέρες. Για τους διενεργούντες την νεκροψία, ο πνιγμός θα ήταν η κυρίαρχη εκδοχή. Δέχθηκε να διατηρήσει τη σορό στο ψυγείο του νεκροθαλάμου, επισημαίνοντας πως έπειτα από την παρέλευση τριών μηνών, η αποσύνθεση θα είχε ξεπεράσει το όριο ασφαλείας και το σώμα θα ήταν, πλέον, άχρηστο. Η συγκυρία ήταν, πράγματι, ευτυχής. Δεν απέμενε παρά η σορός του Michael να αποκτήσει μια νέα ταυτότητα και να σφυρηλατηθεί ένας πειστικός μύθος γύρω από αυτή.

Η σορός του William Martin, κατά κόσμον Glyndwr Michael.

                          Β. Ο “ταγματάρχης William Martin” αναχωρεί για τον πόλεμο

Τόσο το όνομα όσο και ο βαθμός, που επιλέχθηκαν τελικά, είχαν ως σκοπό να καταστήσουν δυσχερή μια αναμενόμενη γερμανική έρευνα ως προς το γνήσιο της (νέας) ταυτότητας της σορού και την αυθεντικότητα των εγγράφων, τα οποία η τελευταία θα έφερε πάνω της. Το όνομα William Martin, ήταν αρκετά κοινό, όχι, όμως, σε σημείο, που να κινεί υποψίες. Ο δε βαθμός του ταγματάρχη, επέτρεπε σε όποιον τον έφερε, να είναι κομιστής διαβαθμισμένων εγγράφων. Η όλη πλεκτάνη στήθηκε με άξονα δυο καθ όλα πρωτότυπες επιστολές με παραπλανητικό, ωστόσο, περιεχόμενο. Η πρώτη, έφερε την υπογραφή του υποστράτηγου  Archibald Nye, υπαρχηγού του Βρετανικού Αυτοκρατορικού Επιτελείου. Αποδέκτης ήταν ο στρατηγός  Harold Alexander, ανώτατος διοικητής του θεάτρου επιχειρήσεων της Μέσης Ανατολής. Αφού έθιγε διάφορες (αληθείς) εκκρεμότητες, η επιστολή κατέληγε ως εξής: “Πρόσθετες πληροφορίες θέλουν τους Γερμανούς να ενισχύουν την άμυνά τους στην Κρήτη και στην Ελλάδα. Το Αυτοκρατορικό Επιτελείο θεωρεί ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, οι διαθέσιμες δυνάμεις μας για την απόβαση είναι ανεπαρκείς. Οι Αρχηγοί του Επιτελείου συμφώνησαν πως η 5η Μεραρχία πρέπει να ενισχυθεί με μια Ταξιαρχία για την απόβαση στις ακτές νοτίως του Ακρωτηρίου Αράξου και πως ανάλογης ενίσχυσης πρέπει να χαίρει η 56η Μεραρχία για την Καλαμάτα”. Το περιεχόμενο του συγκεκριμένου σημείου του εγγράφου άφηνε να εννοηθεί πως οι προετοιμασίες ενόψει μιας Συμμαχικής απόβασης στην Ελλάδα βρίσκονταν σε προχωρημένο στάδιο και ήταν πέρα ως πέρα αναληθές. Επρόκειτο για το δόλωμα της επιχείρησης “Κιμάς”.

Η επιστολή Mountbatten προς Cunningham

Προκειμένου δε να πειστούν οι Γερμανοί ως προς την ταυτότητα του κομιστή του εγγράφου, μέσα στον χαρτοφύλακα (δεμένου με χειροπέδες στο χέρι της σορού), τοποθετήθηκε μια δεύτερη, εξίσου γνήσια με την προηγούμενη, επιστολή του λόρδου Louis Mountbatten, διευθυντή του κλάδου των Ειδικών Επιχειρήσεων, προς το ναύαρχο Andrew Cunningham, διοικητή του Στόλου της Μεσογείου. Ο συντάκτης της επιστολής σύστηνε τον ταγματάρχη Martin ως ειδικό για αμφίβιες επιχειρήσεις και τον έθετε στη διάθεση του ναυάρχου έως ότου η “απόβαση στην Ελλάδα” ολοκληρωθεί. Ήταν, αναμφίβολα, μια προληπτική κίνηση, προκειμένου να μην εγερθούν αμφιβολίες ως προς την ταυτότητα της σορού. Στο τέλος, μάλιστα, της δεύτερης επιστολής, υπήρχε μια χαριτολογία περί σαρδελλών (sardines), που κάλλιστα μπορούσε να εκληφθεί ως καλυμμένη αναφορά στον έτερο υποψήφιο στόχο των Συμμάχων, τη νήσο Σαρδηνία. Με τον τρόπο αυτό, η σύγχυση στις τάξεις των Γερμανών θα ήταν πλήρης. Τέλος, το γνήσιο της υπογραφής και τα δακτυλικά αποτυπώματα των συντακτών πάνω στις δυο επιστολές, καθιστούσαν τις τελευταίες ακόμα πιο αληθοφανείς. Ο Montagu δεν αρκέστηκε μόνο σε αυτές τις προληπτικές   ενέργειες.  Προχώρησε μέχρι σημείου να κατασκευάσει μια ολόκληρη ιδιωτική ζωή γύρω από τον ταγματάρχη Martin.  Μέσα  στο πορτοφόλι της σορού, τοποθέτησε δυο ερωτικές επιστολές της υποτιθέμενης μνηστής του ταγματάρχη, ονόματι Pam, καθώς και μια φωτογραφία της τελευταίας, η οποία, στην πραγματικότητα, ανήκε σε μια υπάλληλο της ΜΙ5. Πρόσθεσε την απόδειξη αγοράς από ένα κοσμηματοπωλείο της Bond street, ενός δακτυλιδιού αρραβώνων, αξίας 53,10 λιρών. Μέσα στον χαρτοφύλακα, πέραν από τις επίσημες επιστολές υπήρχε και μια τρίτη, γραμμένη από έναν φανταστικό πατέρα, όπου είχε επισυναφθεί μια ειδοποίηση από τον δικηγόρο της οικογένειας για την εξόφληση ενός χρέους ύψους 79,19 λιρών. Ως προς το μελάνι που χρησιμοποιήθηκε, ο Montagu επέλεξε, κατόπιν συμβουλής των ειδικών της ΜΙ5, το είδος εκείνο που ήταν περισσότερο ανθεκτικό στο θαλασσινό νερό. Μέσα στις τσέπες της στολής τοποθετήθηκαν κλειδιά, ένας ασημένιος σταυρός, τσιγάρα, σπίρτα, μια απόδειξη αγοράς πουκαμίσων και ένα εισιτήριο θεατρικής παράστασης με ημερομηνία κοντινή με εκείνη της μεταφοράς της σορού στα ανοικτά των ισπανικών ακτών. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο ταγματάρχης Martin, έφερε πάνω του και έγγραφα, τα οποία πιστοποιούσαν την ιδιότητά του, συγκεκριμένα μια στρατιωτική ταυτότητα. Την αποστολή επισήμανσης ενός προσώπου, για τη φωτογραφία της ταυτότητας, το οποίο να μοιάζει με εκείνο της σορού, έφερε σε πέρας με επιτυχία ο Cholmondeley. Στις 17 Απριλίου 1943, οι Cholmondeley και Montagu ολοκλήρωσαν τις προετοιμασίες, φορώντας τη στολή και το σωσίβιο στη σορό. Κατόπιν τούτου, ο ταγματάρχης William Martin ήταν πανέτοιμος να αναχωρήσει για τον πόλεμο.

Το πτώμα τοποθετήθηκε μέσα σε ένα αεροστεγές μεταλλικό δοχείο, γεμάτο με ξηρό πάγο (στερεή μορφή του διοξειδίου του άνθρακα σε θερμοκρασία -78,5 βαθμών Κελσίου), προκειμένου να μπορέσει να διατηρηθεί κατά τη διάρκεια της διαδρομής προς τη Huelva. Το δοχείο έφερε την ένδειξη:“Προσοχή, ευαίσθητο οπτικό υλικό”. Η αρχική σκέψη χρήσης αεροπλάνου εγκαταλείφθηκε νωρίς, εξαιτίας του κινδύνου κατάρριψης, τον οποίον ενείχε. Προκρίθηκε η περισσότερο χρονοβόρα μεταφορά με υποβρύχιο. Το υποβρύχιο Seraph, το οποίο ανέλαβε την αποστολή, κατά τη διάρκεια της διαδρομής δέχτηκε δυο φορές επίθεση με βόμβες βυθού. Τα χαράματα της 30ής Απριλίου 1943 αναδύθηκε έξω από τα ανοικτά της Huelva. Ο κυβερνήτης Bill Jewell, αφού διέταξε την εκκένωση του καταστρώματος από το πλήρωμα, με τη βοήθεια των αξιωματικών άνοιξε το δοχείο, ανέγνωσε τον προσήκοντα Ψαλμό και έριξε τη σορό στη θάλασσα. Ο παφλασμός από τον έλικα, έσπρωξε την τελευταία προς την ακτή. Τη συνέχεια ανέλαβαν τα ρεύματα της περιοχής. Η επιχείρηση “Κιμάς”είχε εισέλθει στο αποφασιστικότερο στάδιο, εκείνο της εκτέλεσης, όπου η ανθρώπινη οξυδέρκεια παραμέριζε τη θέση της στον παράγοντα τύχη.

HMS Seraph.
Bill Jewell.


 

 

 

 

 

 

                                           

                                         Γ.  “Ο Κιμάς καταβροχθίστηκε ολάκερος”

Η σορός εντοπίστηκε στις 9.30 π.μ. από έναν ψαρά και μεταφέρθηκε αμέσως στο κτήριο του Ναυτοδικείου. Ταυτόχρονα, ειδοποιήθηκε από τις τοπικές αρχές ο υποπρόξενος, Francis Haselden. Δίχως χρονοτριβή, ξεκίνησε μια ανταλλαγή τηλεγραφημάτων ανάμεσα στο Foreign Office και το υποπροξενείο της Huelva. Υποψιαζόμενο τον κίνδυνο υποκλοπής, το Λονδίνο ύψωσε επίτηδες τους τόνους, διατάσσοντας τον Haselden να αποσπάσει πάση θυσία από τους Ισπανούς τον χαρτοφύλακα, επειδή περιείχε σημαντικά έγγραφα. Η νεκροψία διενεργήθηκε, παρουσία του Haselden, το μεσημέρι της 1ης Μαΐου και η τελική διάγνωση έκανε λόγο για θάνατο από πνιγμό. Η σορός παραδόθηκε στον Βρετανό υποπρόξενο και την επομένη, ο ταγματάρχης William Martin κηδεύτηκε με απόδοση στρατιωτικών τιμών στο κοιμητήριο της Huelva. Ο χαρτοφύλακας ακολούθησε μια περισσότερο δαιδαλώδη πορεία έως ότου επιστραφεί και αυτός, εννέα μέρες αργότερα, στον Haselden. Τα όσα διαδραματίστηκαν μέσα σε αυτές τις εννέα μέρες στοιχειοθετούν την πλήρη επιτυχία της επιχείρησης “Κιμάς”. Στην ίδια τη Huelva, παρά τις έντονες παραστάσεις του πράκτορα της Abwehr, Adolf Clauss, τίποτα απολύτως από το περιεχόμενο του χαρτοφύλακα δεν περιήλθε στη διάθεσή του. Ο χαρτοφύλακας στάλθηκε στη Μαδρίτη για περαιτέρω εξέταση. Εκεί, κινητοποιήθηκε η Γερμανική πρεσβεία, καθώς ένας από τους κορυφαίους πράκτορες της Abwehr στην ισπανική πρωτεύουσα, ο Karl-Erich Kühlenthal, ενημέρωσε σχετικά τον προϊστάμενό του στο Βερολίνο, τον ναύαρχο Wilhelm Canaris, προτρέποντάς τον να μεσολαβήσει, ώστε να ασκηθεί πίεση προς την κυβέρνηση της Μαδρίτης, προκειμένου η τελευταία να παραδώσει τα έγγραφα. Οι Ισπανοί τα είχαν, στο μεταξύ, στεγνώσει και φωτογραφίσει. Εν συνεχεία, τα βούτηξαν επί 24 ώρες μέσα σε θαλασσινό νερό, για να προσλάβουν εκ νέου την αρχική τους μορφή. Στις 8 Μαΐου, το περιεχόμενο αποκαλύφθηκε στον Kühlenthal. Η περίπτωση του τελευταίου, όπως και των υπολοίπων χειριστών της υπόθεσης σε ανώτερο επίπεδο, αποδείχτηκε αποφασιστική για την τελική έκβαση της επιχείρησης “Κιμάς”. Κατά το ήμισυ Εβραίος, ο Kühlenthal είχε κάθε λόγο να παραμένει εκτός γερμανικών συνόρων αλλά και να βομβαρδίζει το Βερολίνο με ευχάριστες ειδήσεις, δίχως να αξιολογεί σε βάθος την κάθε υπόθεση που συναντούσε μπροστά του. Διακατεχόμενος από αυτή την ψυχολογία, μετέφερε αυτοπροσώπως το περιεχόμενο των εγγράφων στη γερμανική πρωτεύουσα με τη γνωμοδότηση πως ήταν γνήσιο.

Ακολούθως, του όλου θέματος επελήφθη βαρόνος  Alexis von Roenne. O von Roenne προΐστατο της Υπηρεσίας Πληροφοριών του Γενικού Επιτελείου, Fremde Heer West (FHW). Εθεωρείτο ειδήμων στον τομέα της αποκρυπτογράφησης των προθέσεων των Συμμάχων. Ο ίδιος ο Hitler, προσωπικά, πίστευε πως ο von Roenne διέθετε ένα αλάθητο αισθητήριο και είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στην κρίση του. Όμως, τα αισθήματα δεν ήσαν αμοιβαία. Γόνος παλαιάς αριστοκρατικής οικογένειας και ήρωας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Roenne αντιπαθούσε σφόδρα τον Γερμανό δικτάτορα. Ευκαιρίας δοθείσης, υπονόμευε συστηματικά την πολεμική προσπάθεια των Ναζί. Άλλωστε, ήταν σε θέση να το πράξει, χάρη στο αξίωμα που κατείχε. Αν και έτρεφε σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την αυθεντικότητα των εγγράφων, διαβεβαίωσε τον Hitler πως αυτά ήταν πέραν πάσης αμφιβολίας αληθινά. Εν κατακλείδι, δυο κομβικά πρόσωπα, υπερεκτίμησαν, για να μην πει κανείς πως διαστρέβλωσαν, την σημασία των εγγράφων. Το πρώτο, μεριμνώντας για την δική του ασφάλεια, τo δεύτερο για ιδεολογικούς λόγους.

Adolf Clauss, o πράκτορας της Abwehr στην Huelva.

 

Karl-Erich Kühlenthal.
Alexis von Roenne.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μόλις ο χαρτοφύλακας επιστράφηκε στο Λονδίνο, τα έγγραφα υποβλήθηκαν σε εξονυχιστικό έλεγχο, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν είχαν περιέλθει εν γνώσει των αντιπάλων. Από τον έλεγχο προέκυψε πως οι φάκελοι, οι οποίοι περιείχαν τα δυο κύρια έγγραφα, είχαν παραβιαστεί και πως τα έγγραφα αυτά είχαν φωτογραφηθεί. Τίποτα, ωστόσο, δεν μαρτυρούσε πως οι Γερμανοί ήταν ενήμεροι για το περιεχόμενο των τελευταίων. Ένα νέο τηλεγράφημα στάλθηκε προς τον Haselden, με την προοπτική, πάντοτε, να υποκλαπεί από τον εχθρό. Περιείχε την αναφορά ότι οι φάκελοι είχαν υποστεί έλεγχο, δεν είχαν, ωστόσο, ανοιχτεί. Ο Haselden φρόντισε, επιπρόσθετα, να διαρρεύσει την ίδια πληροφορία σε ισπανικούς κύκλους, που γνώριζε πως ήταν προσκείμενοι στους Γερμανούς. Τη φορά αυτή, η αδημονία στο Λονδίνο ήταν ειλικρινής και ως εκ τούτου, ακριβώς, ελλόχευε ο μέγας κίνδυνος να αποκαλυφθούν τα πάντα.

Η λύτρωση από την αγωνία ήρθε τελικά στις 14 Μαΐου από το Bletchley Park, όπου έδρευε η υπηρεσία αποκρυπτογράφησης των γερμανικών ραδιοσημάτων. Το υποκλαπέν τηλεγράφημα, το οποίο είχε αποσταλεί δυο μέρες νωρίτερα, έκανε λόγο περί επικείμενης Συμμαχικής απόβασης στα Βαλκάνια, με μια επιχείρηση αντιπερισπασμού στα Δωδεκάνησα. Στις 21 του ίδιου μήνα, υποκλάπηκε η διαταγή του Hitler περί μετακίνησης από τη Γαλλία στη Θεσσαλονίκη της έμπειρης 1ης Μεραρχίας Panzer. Σε αντιδιαστολή με τον Mussolini, ο οποίος επέμενε ως προς την επιλογή της Σικελίας, ο Γερμανός καγκελάριος ήταν πεπεισμένος πως το επόμενο Συμμαχικό πλήγμα θα καταφερόταν στην Ελλάδα, στη Σαρδηνία ή στην Κορσική. Την άποψη αυτή επιβεβαιώνει και ο ναύαρχος Dönitz, ο οποίος, στις 14 Μαΐου, είχε συζήτηση με τον Hitler σχετικά με τα έγγραφα της επιχείρησης “Κιμάς”. Μόλις όλες οι παραπάνω πληροφορίες συγκεντρώθηκαν από την υπηρεσία του Bletchley Park, ενημερώθηκαν αμέσως οι αρχηγοί των επιτελείων. Το συνθηματικό τηλεγράφημα, που στάλθηκε στον Churchill, ο οποίος την ίδια στιγμή βρισκόταν στις ΗΠΑ, έγραφε: «Mincemeat swallowed rod”(“Ο Κιμάς καταβροχθίστηκε ολάκερος”).

Με κανένα τρόπο, ωστόσο, οι υπηρεσίες των Συμμάχων δεν έπρεπε να χαλαρώσουν, καθώς ο κίνδυνος αποκάλυψης της πλεκτάνης παράμενε, ακόμη, ισχυρός. Ο Montagu συνέχισε την εκστρατεία παραπληροφόρησης φροντίζοντας να προστεθεί το όνομα του ταγματάρχη Martin στην κατάσταση των απωλειών, η οποία δημοσιεύτηκε στις 4 Ιουνίου από τους Times. Επρόκειτο για την πρώτη πηγή, που θα έλεγχαν οι Γερμανοί, προκειμένου να διαπιστώσουν κατά πόσο επρόκειτο για υπαρκτό πρόσωπο. Κατά καλή του τύχη, την ίδια μέρα δημοσιεύθηκε και η (αληθινή τη φορά αυτή) είδηση της πτώσης ενός βρετανικού αεροσκάφους στον Βισκαϊκό κόλπο και της συνακόλουθης απώλειας του πληρώματος. Επρόκειτο για ένα συγκυριακό γεγονός, που καθιστούσε περισσότερο πειστική την ύπαρξη του ταγματάρχη Martin. Έως σήμερα, δεν έχει αποτιμηθεί επακριβώς η συνεισφορά της επιχείρησης “Κιμάς” στη μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων. Είναι γεγονός, πως η άμυνα των Βαλκανίων και της Σαρδηνίας ενισχύθηκε από επίλεκτες μονάδες, οι οποίες μεταφέρθηκαν εκεί από αλλού. Ενδεικτικό της εμμονής του Hitler για επικείμενο Συμμαχικό πλήγμα στα Βαλκάνια, είναι το γεγονός της αποστολής εικοσιενός αεροσκαφών από τη Σικελία στην Ελλάδα στις 9 Ιουλίου, τέσσερις ώρες έπειτα από την έναρξη της Συμμαχικής απόβασης. Ακόμα και τότε, η επιχείρηση Husky, λειτουργούσε στα μάτια των Γερμανών ως αντιπερισπασμός. Περί τα τέλη δε του μήνα, ο στρατάρχης Erwin Rommel στάλθηκε στη Θεσσαλονίκη, με αποστολή να διερευνήσει τρόπους ενίσχυσης της άμυνας στα Βαλκάνια. Όταν το Γερμανικό επιτελείο αντιλήφθηκε το λάθος, ήταν πλέον πολύ αργά.

Κατά πόσο όλα τα παραπάνω οφείλονται στην επιτυχία της επιχείρησης “Κιμάς”, ή είναι προϊόν της εμμονής του Hitler περί επικείμενης Συμμαχικής επέμβασης στα Βαλκάνια, δεν θα το πληροφορηθούμε ποτέ. Το πιθανότερο είναι πως αποτελούν συνδυασμό αυτών των δυο, όπως και άλλων πολλών παραμέτρων. Πρόκειται για μια διαπίστωση, η οποία ουδόλως υποβαθμίζει την αξία μιας υποδειγματικά σχεδιασμένης επιχείρησης παραπληροφόρησης. Τέλος, θα ήταν άδικο να μη γίνει ειδική μνεία στην περίπτωση του  Glyndwr Michael, ενός άστεγου ξεχασμένου από Θεό και ανθρώπους, ο οποίος, θέτοντας με τραγικό τρόπο τέλος στη ζωή του, μετουσιώθηκε, δίχως να το έχει υποψιαστεί ούτε κατά διάνοια, στον άνθρωπο που δεν υπήρξε ποτέ και που με αυτή την ιδιότητα προσέφερε ανεκτίμητη υπηρεσία τον αγώνα των Συμμάχων.

9 Ιουλίου 1943: Οι Σύμμαχοι αποβιβάζονται στη Σικελία

 

                                                        Δ. Η μεταφορά στην οθόνη

                                        The man who never was (1956), trailer

                                

Το κινηματογραφικό έργο The man who never was, προβλήθηκε για πρώτη φορά στις αίθουσες το 1956. Βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Ewen Montagu, το οποίο είχε κυκλοφορήσει τρία χρόνια νωρίτερα. Σε αρκετά σημεία, ωστόσο, το σενάριο παίρνει αποστάσεις από την πραγματικότητα, πιθανόν για εμπορικούς λόγους. Οι Montagu, Jewell, Nye, Mountbatten και Haselden εμφανίζονται με τα πραγματικά τους ονόματα. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τον  Cholmondeley, τον οποίο υποκαθιστά ένας αξιωματικός του Ναυτικού ονόματι George Acres, η δε φανταστική Pam, μνηστή του ταγματάρχη Martin, εμφανίζεται με το ίδιο όνομα ως υπάλληλος της ΜΙ5. Τη σύνταξη της ερωτικής επιστολής έχει αναλάβει εδώ η ανυποψίαστη φίλη της, Lucy Sherwood, εφεύρημα εξ ολοκλήρου του σεναριογράφου. Κυρίως, όμως, ολόκληρο το δεύτερο μέρος του έργου κινείται στο χώρο του φαντασιακού. Περιγράφει την άφιξη στο Λονδίνο  του Patrick O’ Reilly, ενός ιρλανδικής καταγωγής πράκτορα των Γερμανών, ο οποίος έχει αναλάβει την αποστολή να εξιχνιάσει την ταυτότητα του ταγματάρχη Martin. Όταν ο Montagu διάβασε το σενάριο, δεν εξέφρασε την παραμικρή αντίρρηση γι αυτή την ηθελημένη εκτροπή από την πραγματικότητα, υποστηρίζοντας πως οι βρετανικές υπηρεσίες θεωρούσαν μια εξέλιξη του είδους ως απόλυτα εφικτή και βρίσκονταν σε διαρκή εγρήγορση, προκειμένου να μπορέσουν να την αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά. Η έκπληξη της ταινίας είναι η φευγαλέα εμφάνιση του ιδίου του Montagu, ο οποίος υποδύεται έναν υποπτέραρχο, κατά την καλύτερη παράδοση του Alfred Hitchcock να σημαδεύει τα έργα του με μια δική του στιγμιαία παρουσία. Ο Άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ βλέπεται με αμείωτο ενδιαφέρον από άκρη σε άκρη, καθώς το σενάριο διατηρεί συνεχή την ένταση και οι ερμηνείες όλων των συντελεστών είναι υποδειγματικές.

 

                The man who never was (1956), ο εκβρασμός της σορού στην ακτή

 

Η ταφή του ταγματάρχη William Martin στο Κοιμητήριο της Huelva.

 

Ο εργαστηριακός έλεγχος των εγγράφων έπειτα από τον επαναπατρισμό τους.

 

                    Operation Mincemeat. WWII deception prior to invading Italy

 

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Howard, Michael, British Intelligence in the Second World War, London, 1990

Howard, Michael, Strategic Deception in the Second World War, New York, 1995

Latimer, Jon, Deception in War, London, 2001

Macintyre, Ben, Operation Mincemeat, London, 2010

Montagu, Ewen, The Man Who Never Was, Philadelphia, 1953

Smyth, Denis, Deathly Deception: The Real Story of Operation Mincemeat, London, 2010

 

 

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.