Skip to main content

To IX Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Αθλητισμού (Αθήνα, 16 – 21 Σεπτεμβρίου 1969)

50 χρόνια από τότε

To IX Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Αθλητισμού
(Αθήνα, 16 – 21 Σεπτεμβρίου 1969)

Α. Προετοιμασία και οργάνωση

Το 1966, ένα χρόνο πριν από την επιβολή της δικτατορίας, η οργάνωση του ΙΧ Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Αθλητισμού ανατέθηκε στην Ελλάδα. Επρόκειτο για την πρώτη μεγάλη διεθνή αθλητική οργάνωση, που θα φιλοξενούσε η χώρα μας έπειτα από τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 και τους ενδιάμεσους Ολυμπιακούς του 1906. Η πρόκληση ήταν πολλαπλή, τόσο σε επίπεδο οργάνωσης, όπου η Ελλάδα δεν είχε να επιδείξει ιδιαίτερες περγαμηνές, όσο και σε επίπεδο υποδομών. Για τις ανάγκες των αγώνων ανακατασκευάστηκε το “Καραϊσκάκης”, το οποίο, από Ποδηλατοδρόμιο μετατράπηκε σε Στάδιο. Πέρα από τις εργασίες, αποφασίστηκε η τοποθέτηση χυτού συνθετικού τάπητα (το επονομαζόμενο ταρτάν στίβου) για τα αγωνίσματα ταχύτητας, αντοχής, σκυταλοδρομίας και αλμάτων. Επρόκειτο για ένα μίγμα ελαστικών σε μορφή κόκκων, το οποίο καθιστούσε αντιολισθηρή την επιφάνεια του τάπητα. Για πρώτη φορά είχε χρησιμοποιηθεί ένα χρόνο νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 1968, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικού, με αποτέλεσμα να μην έχουν απολύτως αξιολογηθεί οι συνέπειές του (θετικές είτε αρνητικές) πάνω στις επιδόσεις των αθλητών.

Ταυτόχρονα με την κατασκευή σταδίου συγκεκριμένων προδιαγραφών, οι οργανωτές είχαν αναλάβει και τη δέσμευση για την τηλεοπτική κάλυψη των αγώνων. Εδώ, η κατάσταση ήταν άκρως σοβαρή, καθώς η τηλεόραση στην Ελλάδα βρισκόταν ακόμη σε εμβρυακό στάδιο, με αποτέλεσμα τεράστιες ελλείψεις σε κομβικούς τομείς. Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Γυμναστικών Αθλητικών Σωματείων (ΣΕΓΑΣ), με την ιδιότητα του οργανωτικού φορέα των αγώνων, κατέβαλε το σεβαστό, για την εποχή εκείνη, ποσό των 60 εκατομ. δραχμών, για την αγορά τεσσάρων συνεργείων Εξωτερικών Μεταδόσεων από τη Μεγάλη Βρετανία (τόσο το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας -ΕΙΡ- όσο και η Υπηρεσία Ενημερώσεως Ενόπλων Δυνάμεων -ΥΕΝΕΔ- δεν διέθεταν ούτε ένα).

Το Στάδιο Καραϊσκάκη, έπειτα από την ολοκλήρωση των έργων ανακατασκευής.

Αμέσως μετά, πούλησε έναντι 34 εκατομ. τρία από αυτά στο ΕΙΡ και ένα στην ΥΕΝΕΔ. Το καθένα από τα τέσσερα παραπάνω συνεργεία τοποθετήθηκαν στο Στάδιο Καραϊσκάκη, στον Μαραθώνα (εκκίνηση του Μαραθωνίου δρόμου), στο Παναθηναϊκό Στάδιο (τερματισμό του Μαραθωνίου), τέλος, το τέταρτο ακολουθούσε τη διαδρομή των δρομέων του Μαραθωνίου. Την παραγωγή στο Στάδιο Καραϊσκάκη είχαν αναλάβει Ιταλοί της RAI. Δεν τα πήγαν και τόσο καλά, αφού, όπως διαβάζουμε στο τύπο της εποχής, το BBC διαμαρτυρήθηκε για δύο παγκόσμια ρεκόρ που δεν καταγράφηκαν από τις κάμερες. Την παραγωγή του Μαραθωνίου είχαν αναλάβει Γάλλοι τεχνικοί. Οι Έλληνες τηλεθεατές πάντως, που δεν είχαν ξαναδεί αθλητική διοργάνωση σε απ’ ευθείας σύνδεση, καθηλώθηκαν μπροστά από τους δέκτες και τη μαυρόασπρη αναμετάδοση. Για λίγες μέρες, χάρη ακριβώς σε αυτή την τηλεοπτική μετάδοση, απόκτησαν μια, στοιχειώδη έστω, επαφή με τον έξω κόσμο, έπειτα από άνω των δυο ετών στυγνής δικτατορίας, διαρκούς στρατιωτικού νόμου και ασφυκτικής λογοκρισίας. Τις περιγραφές στο ΕΙΡ έκανε ο κορυφαίος Γιάννης Διακογιάννης με τον Νίκο Γεωργόπουλο, παλιό Βαλκανιονίκη. Στην ΥΕΝΕΔ τον γενικό συντονισμό ανέλαβε ο Κώστας Σισμάνης και τις περιγραφές οι Μανώλης Βασιλαράς, Βασίλης Γεωργίου και Στάθης Γαβάκης. Το στρατιωτικό κανάλι, επειδή έπαιρνε την εικόνα του ΕΙΡ που έδινε και στην Eurovision, έστησε ένα μικρό στούντιο, μέσω του οποίου εξέπεμπε συνεντεύξεις των πρωταγωνιστών αθλητών. Οι αγώνες αποτέλεσαν μια καλή ευκαιρία για να διαφημίσουν τα καταστήματα ηλεκτρικών ειδών τις τηλεοράσεις τους, καθώς οι αγορές αυξήθηκαν ενόψει της τέλεσης των αγώνων.

Χαρακτηριστική διαφήμιση εταιρίας ηλεκτρικών ειδών.

Όπως ήταν επόμενο, η χούντα, πιστή στην αφειδώλευτη παροχή άρτου και θεάματος, επιχείρησε να εκμεταλλευτεί προς όφελός της την τέλεση των αγώνων. Οι εννέα μήνες του 1969, οι οποίοι είχαν προηγηθεί, δεν ευνοούσαν τη διεθνή εικόνα του καθεστώτος, αλλά ούτε και εκείνη, την οποία αυτό εξέπεμπε προς το εσωτερικό. Τον Ιούνιο, είχε αποδράσει από τις φυλακές του Μπογιατίου, με τη συνδρομή του δεσμοφύλακά του, ο θανατοποινίτης Αλέξανδρος Παναγούλης, ο οποίος, ένα χρόνο νωρίτερα, είχε αποπειραθεί να δολοφονήσει τον Γεώργιο Παπαδόπουλο. Παρά το γεγονός ότι οι δυο καταζητούμενοι συνελήφθησαν λίγες μέρες αργότερα, η απόδραση υπήρξε πλήγμα για το καθεστώς. Στις 30 Σεπτεμβρίου, δηλαδή μόλις εννέα ημέρες έπειτα από τη λήξη των αγώνων, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, σε συνέντευξη, την οποία παραχώρησε σε ελβετική εφημερίδα, κατηγόρησε τη χούντα για “τυραννική πολιτική”, εξανεμίζοντας τα όποια οφέλη το καθεστώς θεωρούσε πως είχε αποκομίσει από την τέλεση των αγώνων. Ήδη από την άνοιξη του 1969, η Ευρωπαϊκή Υποεπιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης είχε ξεκινήσει έρευνα στην Αθήνα, για καταγγελίες, που είχαν διατυπωθεί σχετικά με διενέργεια βασανιστηρίων. Το δικτατορικό καθεστώς παρεμπόδιζε με κάθε τρόπο τη διενέργεια της έρευνας, με αποτέλεσμα η τελευταία να διακοπεί. Προ του κινδύνου να αποβληθεί η Ελλάδα από το Συμβούλιο της Ευρώπης, η δικτατορία διά του υπουργού της των Εξωτερικών, Παναγιώτη Πιπινέλη, υπέβαλε στις 25 Αυγούστου (δηλ. τρεις εβδομάδες πριν από την έναρξη των αγώνων) χρονοδιάγραμμα, με το οποίο υποσχέθηκε τη συγκρότηση εκλεγμένου κοινοβουλίου ως τα μέσα του 1971, δηλαδή δύο χρόνια αργότερα. Ακόμη, το χρονοδιάγραμμα προέβλεπε αποκατάσταση της ελευθερίας του Τύπου το Νοέμβριο του 1969 και άρση της επιβολής του στρατιωτικού νόμου τον Σεπτέμβριο του 1970. Επρόκειτο για κινήσεις αποπροσανατολισμού της διεθνούς κοινότητας. Τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους, η Ελλάδα αποβλήθηκε από μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης (το καθεστώς προσέδωσε στο γεγονός διαστάσεις ηρωϊκής εθελούσιας αποχώρησης, δίχως, όπως ήταν επόμενο, να καταφέρει να πείσει κανέναν).

Επιχειρώντας, με την αδεξιότητα που τους χαρακτήριζε, να αντιστρέψουν την παραπάνω καθόλα αρνητική εικόνα, οι Συνταγματάρχες επιδόθηκαν σε μια ανόητη επιχείρηση αυτοδιαφήμισης, με κεντρικό σύνθημα την “αναγέννηση του ελληνικού αθλητισμού”. Λίγο πριν από την έναρξη των αγώνων, οι υπηρεσίες προπαγάνδας της χούντας κυκλοφόρησαν ένα μήνυμα του πρωθυπουργού της αυτοαποκαλούμενης “Εθνικής Κυβερνήσεως” Γεωργίου Παπαδόπουλου, ενώ στην τελετή έναρξης παρέστη σύσσωμο το υπουργικό συμβούλιο, τα μέλη του οποίου καμάρωναν και επαίρονταν για τα επιτεύγματά τους. Στο λόγο, τον οποίον εκφώνησε, ο πρόεδρος του ΣΕΓΑΣ καλωσόρισε τους αθλητές “στην Ελλάδα, την πιο δημοκρατική χώρα στον κόσμο”…Εύλογο είναι το ερώτημα, για ποιό λόγο, μετά τον Απρίλιο του 1967, η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Αθλητισμού δεν αφαίρεσε από την Ελλάδα την οργάνωση των αγώνων, ως ένδειξη διαμαρτυρίας και καταδίκης του καθεστώτος. Όλες οι ελληνικές αντιστασιακές οργανώσεις ενάντια στη χούντα, μήνες πριν, είχαν ξεκινήσει μια εκστρατεία, κάνοντας δραματική έκκληση στους Ευρωπαίους αθλητές να μποϋκοτάρουν τους αγώνες. Απάντηση στο ερώτημα δεν υπάρχει. Ωστόσο, η εκ νέου ανάθεση στην Ελλάδα του ΙΓ΄ Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Αθλητισμού για το 1982, οκτώ, μόλις, χρόνια έπειτα από τη μεταπολίτευση, δύναται να εκληφθεί ως χειρονομία συγγνώμης για τη μη αφαίρεση των αγώνων του 1969.

Το μήνυμα του Γεωργίου Παπαδόπουλου.

Β. Το αγωνιστικό μέρος

Στο καθαρά αγωνιστικό μέρος κυριάρχησαν τα επτά παγκόσμια ρεκόρ, τα οποία σημειώθηκαν (έξι στις γυναίκες και ένα, μόνο, στους άνδρες), η αποχώρηση της ομάδας της Ομοσπονδιακής Γερμανίας, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τον αποκλεισμό, από τη Διεθνή Ένωση Ομοσπονδιών Κλασσικού Αθλητισμού, του πρώην Ανατολικογερμανού αθλητή Jürgen May, που είχε αυτομολήσει στη Δύση και συμπεριληφθεί στην ομάδα της Δυτικής Γερμανίας ενάντια στους κανονισμούς (οι Δυτικογερμανοί συμμετείχαν μόνο στις τέσσερις σκυταλοδρομίες), η πρώτη, στα παγκόσμια χρονικά, τιμωρία αθλητή για χρήση αναβολικών ουσιών έπειτα από έλεγχο ντόπινγκ (πρόκειται για τον Ολλανδο δεκαθλητή Edward de Noorlander), ο γαλλοβρετανικός ανταγωνισμός στη σκυταλοδρομία των 4X400 μέτρων γυναικών, ο ενδογαλλικός αντίστοιχος στο δρόμο 400 μέτρων γυναικών, η απαρχή της λαμπρής σταδιοδρομίας του σπουδαίου Σοβιετικού σπρίντερ Valeriy Borzov και, βέβαια, η αποτυχία του επικοντιστή Χρήστου Παπανικολάου να ανεβεί στο βάθρο των νικητών, γεγονός, το οποίο προσέλαβε διαστάσεις εθνικής συντριβής. Η ΕΣΣΔ και η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ) έδωσαν τη μάχη των μεταλλίων. Στους άνδρες νίκησαν οι Σοβιετικοί (7-5-6), έναντι 7-4-5 της ΛΔΓ και 4-4-4 των Βρετανών. Όμως, οι Γερμανίδες ξεπέρασαν τις Σοβιετικές (4-3-2, έναντι 2-2-2). Και εδώ η Μεγάλη Βρετανία αναδείχθηκε τρίτη, με 2-0-3.

European Athletics In Athens (1969) [Πηγή: British Pathé: ID 3321.14]

Πιο συγκεκριμένα, η Σοβιετική Nadezhda Chizhova, ανέβασε το παγκόσμιο ρεκόρ της σφαιροβολίας στα 20,43 μέτρα. Η Ανατολικογερμανίδα Karin Balzer νίκησε στα 100 μ. με εμπόδια με ρεκόρ κόσμου (13.29). Παγκόσμιο ρεκόρ σημείωσαν, επίσης, η Τσεχοσλοβάκα Jaroslava Jehličková στα 1.500 μ. με 4.10.7 και η Αυστριακή Liese Prokop στο πένταθλο με 5.030 βαθμούς. Τα άλλα δύο παγκόσμια ρεκόρ γυναικών σηματοδοτούν και το δράμα της Γαλλίδας Colette Besson. Έφτασε κοντά σε δύο χρυσά μετάλλια, αλλά απέτυχε για εκατοστά του δευτερολέπτου. Στα 400 μ. έχασε πάνω στο νήμα από την συμπατριώτισσά της Nicole Duclos. Επιδόσεις: 51.72 για την Duclos, 51.74 για την Besson. Και οι δύο ανώτερες από το παγκόσμιο ρεκόρ. Το ίδιο συνέβη στα 4×400 μ. Πάνω στον τερματισμό, η Βρετανή Lillian Board, που δυο χρόνια αργότερα έχασε τη ζωή της σε ηλικία 22 ετών από καρκίνο, νικήτρια των 800 μ., ξεπέρασε την Besson (οι δυο αθλήτριες είχαν ανοικτούς λογαριασμούς από την εποχή της Ολυμπιάδας του Μεξικού, οπότε είχε επικρατήσει η Besson). Με τη νίκη της, χάρη στην εκπληκτική τελευταία κούρσα της Board, η ομάδα της Μεγάλης Βρετανίας, με 3.30.82 βελτίωσε το ρεκόρ κόσμου στα 4X400 γυναικών.

Η επική μονομαχία Board – Besson στον τελευταίο γύρο της σκυταλοδρομίας 4Χ400 μ. Γυναικών

Άξια μνείας είναι και τα τρία χρυσά μετάλια, τα οποία κέρδισε η Ανατολικογερμανίδα Petra Vogt στα 100 μ., 200 μ. και 4Χ100 μ.

Μόνο ένα παγκόσμιο ρεκόρ καταρρίφθηκε στους άνδρες. Σημειώθηκε από τον Σοβιετικό σφυροβόλο Anatoliy Bondarchuk, που έριξε βολή στα 74,68 μ. Το δράμα των Γάλλων δεν περιορίστηκε στα αθλήματα γυναικών. Ο Alain Sarteur τερμάτισε στα 100 μ. και πανηγύρισε. Όλοι πίστευαν πως αυτός ήταν ο νικητής. Το φωτο-φίνις, όμως, έδωσε το χρυσό μετάλλιο στον Valeriy Borzov. Ήταν το πρώτο για τον μετέπειτα κορυφαίο λευκό σπρίντερ όλων των εποχών. Οι Γάλλοι αποζημιώθηκαν με την κατάκτηση των χρυσών μεταλλίων στις δυο σκυταλοδρομίες (4Χ100 και 4Χ400) των ανδρών.

Η επικράτηση του Valeriy Borzov στο φωτο-φίνις του δρόμου 100 μ. Ανδρών

Μεγάλα ονόματα διατήρησαν το κύρος τους, δίχως, ωστόσο, να βελτιώσουν τις ατομικές τους επιδόσεις. Πρόκειται για τους Σοβιετικούς Jānis Lūsis στον ακοντισμό, Igor Ter-Ovanesyan στο μήκος, Valentin Gavrilov στο ύψος και, φυσικά, τον επεισοδιακό χρυσό Ολυμπιονίκη του Μεξικού, Viktor Saneyev. Το ίδιο ισχύει για τον Ιταλό Eddy Ottoz στα 110 μ. με εμπόδια και για τον Ανατολικογερμανό Jürgen Haase στα 10 000 μ. Τρεις Ανατολικογερμανοί (Dieter Hoffmann, Heinz-Joachim Rothenburg και Hans-Peter Gies) σάρωσαν τα μετάλλια της σφαιροβολίας. Εντυπωσίασε ο συμπατριώτης τους Joachim Kirst, ο οποίος, κατά τη διάρκεια του δεκάθλου, πέρασε στο ύψος τα 2,13 μ. (ο νικητής του άλματος εις ύψος, Σοβιετικός Gavrilov, πήδηξε 2,17 μ. μόλις 4 εκατοστά ψηλότερα). Στα 5 000 μ. επικράτησε ο Βρετανός Ian Stewart. Ο Μαραθώνιος κρίθηκε μέσα στην Αθήνα, στο ύψος του Χίλτον! Σε ολόκληρη, σχεδόν, τη διαδρομή από τον Μαραθώνα, προηγείτο ο Βέλγος Gaston Roelants, για να χάσει, τελικά, την πρώτη θέση από τον Βρετανό Ron Hill.

Οι Πανευρωπαϊκοί Αγώνες στα πρωτοσέλιδα του Γαλλικού Τύπου. Αριστερά: οι προσδοκίες για τον Alain Sarteur στα 100 μ. Ανδρών. Δεξιά: η θριαμβολογία για το διπλό παγκόσμιο ρεκόρ των Duclos και Besson στα 400 μ. Γυναικών.

Το μεγάλο δράμα για την Ελλάδα και τους Έλληνες έλαβε χώρα στο τελικό αγώνισμα του άλματος επί κοντώ, όταν μια ολόκληρη χώρα και ένας ολόκληρος λαός κρέμονταν κυριολεκτικά από το κοντάρι ενός αθλητή, του Χρήστου Παπανικολάου. Οι έως τότε επιδόσεις του, άφηναν βάσιμες ελπίδες για την κατάκτηση ενός μεταλλίου, ακόμη και του χρυσού. Στους προηγούμενους Πανευρωπαϊκούς της Βουδαπέστης (1966) είχε κατακτήσει τη δεύτερη θέση. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικού (1968) είχε καταταγεί τέταρτος, καταρρίπτοντας, ωστόσο, το ρεκόρ Ευρώπης με ένα άλμα 5.30μ. Στους Βαλκανικούς Αγώνες της Σόφιας (1969) κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο με 5.25μ. Ήταν η αιχμή του δόρατος της ελληνικής ομάδας (αυτόν είχε επιλέξει ο ΣΕΓΑΣ για τον όρκο των αθλητών κατά την τελετή έναρξης), γεγονός, το οποίο τον φόρτωσε με άγχος. Έχοντας στοχεύσει το χρυσό μετάλλιο, ακολούθησε λάθος τακτική, αφήνοντας άλματα, τα οποία μπορούσαν να του είχαν εξασφαλίσει θέση στο βάθρο. Απέτυχε να ξεπεράσει ένα εύκολο για την κλάση του ύψος (5.20μ.) και κατετάγη τέταρτος, με επίδοση μόλις 5.00μ., με τον μεγάλο αντίπαλό του, Ανατολικογερμανό Wolfgang Nordwig, να κατακτά την πρώτη θέση με 5.30μ. και ν’ αποτυγχάνει δύο φορές να καταρρίψει το παγκόσμιο ρεκόρ, βάζοντας τον πήχη στο 5.45μ. Μέσα στο στάδιο επικράτησε γενικό πάγωμα (αν και οι θεατές παρότρυναν τον Nordwig στην προσπάθειά του να καταρρίψει το παγκόσμιο ρεκόρ) και η Ελλάδα ολάκερη βυθίστηκε σε πένθος. Στις 24 Οκτωβρίου 1970, δεκατρείς μήνες αργότερα, ο Χρήστος Παπανικολάου, με ένα άλμα 5.49μ. κατέρριψε το παγκόσμιο ρεκόρ, μέσα στο ίδιο στάδιο, αποδεικνύοντας πως ήταν πρωταθλητής επιδόσεων και όχι πρωταθλητής μεγάλων αγώνων. Το ρεκόρ του άντεξε επί 531 ημέρες, έως ότου καταρριφθεί, με τη σειρά του, στις 8 Απριλίου 1972 από τον Σουηδό Kjell Gunnar Isaksson.

Ο καταποντισμός του Χρήστου Παπανικολάου στον ελληνικό ημερήσιο αθλητικό Τύπο.
Η πλήρης σειρά αναμνηστικών γραμματοσήμων, που κυκλοφόρησε με αφορμή την τέλεση των αγώνων.

European Athletics Finals (1969) [Πηγή: British Pathé: ID 3321.15]

Στον καθαρά αγωνιστικό τομέα, υπήρξαν μονομαχίες, οι οποίες καθήλωσαν τους θεατές, προσδίδοντας ρυθμό και ένταση στους αγώνες. Οργανωτικά, αν και το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να κριθεί οριακά ικανοποιητικό, αναδείχθηκε ανάγλυφα η έλλειψη πείρας και υποδομών της χώρας μας σε αυτό το επίπεδο. Πάντως, το ελληνικό κοινό (θεατές και τηλεθεατές) ξέφυγε για λίγες ημέρες από τους ψυχοφθόρους περιορισμούς της χούντας και ανακάλυψε πως υπήρχε κόσμος και εκτός ελληνικών συνόρων (η συχνή ανάκρουση εθνικών ύμνων “εχθρικών”, ιδεολογικά, καθεστώτων, όπως το Σοβιετικό και το Ανατολικογερμανικό, σχολιάστηκε με αρκετή δόση ειρωνείας από τον μέσο Έλληνα). Παρόλες τις άκομψες και αδέξιες προσπάθειές τους, οι Συνταγματάρχες απέτυχαν να πιστωθούν τη διεξαγωγή των αγώνων. Δεκατρία χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1982, το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Αθλητισμού επανήλθε στην Αθήνα, κάτω από μια εκ διαμέτρου διαφορετική συγκυρία: σε μια Ελλάδα ελεύθερη και μέσα σε ένα νεόκτιστο Ολυμπιακό Στάδιο.

Σεπτέμβριος 1982. Στον ηλεκτρονικό πίνακα ανακοινώνονται τα τελικά αποτελέσματα του ακοντισμού, με την Άννα Βερούλη στην πρώτη θέση και τη Σοφία Σακοράφα στην τρίτη.

 

Κείμενο-Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση-Επιμέλεια έκδοσης: Βαγγέλης Κανσίζογλου

 

Νικολέττα Γιαντσή: Μεσαιωνική πόλη και φιλανθρωπία. Το παράδειγμα των ευρωπαϊκών πόλεων

Νικολέττα Γιαντσή

Μεσαιωνική πόλη και φιλανθρωπία.
Το παράδειγμα των ευρωπαϊκών πόλεων

Η ιστορία της φιλανθρωπικής συμπεριφοράς, των θεωρητικών προϋποθέσεών της και των πρακτικών της μέσα στη μεσαιωνική κοινωνική πραγματικότητα της Δυτικής Ευρώπης εμφανίζεται ως αποτέλεσμα ενός συγκερασμού ανάμεσα στις αρχαίες ελληνικές και ρωμαϊκές πρακτικές, τις χριστιανικές θεολογικές επεξεργασίες που προήλθαν από το κήρυγμα του Ευαγγελίου και την οδυνηρή πραγματικότητα της επιλογής να είναι κάποιος χριστιανός την εποχή των διωγμών, την εποχή των βαρβαρικών επιδρομών και της κατάρρευσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στη Δύση.

Η φιλανθρωπία κατά την πρώτη περίοδο του Μεσαίωνα ανέδειξε έναν πρωταγωνιστή, έναν συντονιστή και έναν οργανωτή, την Εκκλησία. Οι επίσκοποί της ανέλαβαν να καλύψουν το κενό της κοινωνικής πολιτικής μετά την κατάρρευση των ρωμαϊκών πόλεων· τα μοναστήρια της να ανακουφίσουν τους πληθυσμούς που υπέφεραν μέσα στην αχανή ευρωπαϊκή ύπαιθρο· οι θεολόγοι της να εκλαϊκεύσουν και να στηρίξουν με επιχειρηματολογίες – δυσκολότερες ή ευκολότερες κατά περίσταση – την εικόνα του φτωχού Χριστού. Ο Χριστός που ταυτίζεται με τον πένητα, τον πάσχοντα, τον πλάνητα συνιστά το ιδανικό του ίδιου του καταναγκασμένου, πεινασμένου, διψασμένου, άρρωστου και κατατρεγμένου μεσαιωνικού ανθρώπου. Και όταν οι εποχές άλλάζουν και αναδύονται οι νέοι τόποι της κοινωνικότητας – οι μεσαιωνικές πόλεις – πάλι η Εκκλησία βρίσκει τα μέσα και τους τρόπους να ανανεώσει τη θεολογία της φιλανθρωπίας και την ίδια στιγμή να τη μοιραστεί με τους νέους άρχοντες –τις δημοτικές αρχές. Οι τελευταίοι με τη σειρά τους, όσο δείχνουν να σέβονται και να συνεχίζουν αυτή την εκσυγχρονισμένη εκκλησιαστική παράδοση, άλλο τόσο επιχειρούν να την αξιοποιήσουν στο πλαίσιο των δικών τους επιδιώξεων, στο πλαίσιο του δικού τους προγράμματος ανάπτυξης και εκσχυγχρονισμού της οικονομικής ζωής. Οι φτωχοί, οι άρρωστοι, οι εγκαταλειμμένοι δεν λιγόστεψαν στις μεσαιωνικές πόλεις· απλώς, η ένταξή τους στην κοινωνική ζωή ή η καταβαράθρωσή τους στο περιθώριο έγινε πιο εμφανής και οι φιλανθρωπικές πρακτικές αποκάλυψαν τα όριά τους στο ζήτημα της διασφάλισης της κοινωνικής συνοχής: δεν απέτρεψαν τις κοινωνικές εξεγέρσεις του 14ου αιώνα, μολονότι κάποτε τις αντιλαμβανόμαστε ως εκτονωτικές ρυθμίσεις απέναντι στη σοβούσα κοινωνική κρίση· μολονότι κάποτε τις βλέπουμε να αλλάζουν μετά από μια εξέγερση και να εμφανίζονται ως πρακτικές και συγκεκριμένες εκφράσεις των κοινωνικών αναρρυθμίσεων.

Χειρόγραφο του 1320 – 1342, με σκηνές από τον βίο του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης.

Κατά τον 20ό αιώνα η βιβλιογραφία σχετικά με τη φτώχεια ως οικονομικοκοινωνικό φαινόμενο – με ποικίλες διαστάσεις, απολήξεις και εκβλαστήσεις – έχει πολλαπλασιαστεί. Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει τον εκτατικό τρόπο προσέγγισης του φαινομένου της φτώχειας στις μέρες μας και συνάμα υποδεικνύει ότι οι τρόποι με τους οποίους θεωρούμε τη φτώχεια είναι πολλαπλά χρήσιμοι για τη χάραξη κοινωνικών πολιτικών και για την ενίσχυση της συνείδησής μας σχετικά με την κοινωνική αλληλεγγύη (solidarité sociale).

Histoire de la pauvreté

Οι απόπειρες ορισμού του φαινομένου της φτώχειας απέδωσαν μια σειρά από διατυπώσεις που προσέγγιζαν νοηματικά το περιεχόμενό της. Μέσα στο πλαίσιο μιας κοινωνικής και πολιτικής προσέγγισης η φτώχεια ορίστηκε – με κυρίαρχο το οικονομικό κριτήριο – ως «στέρηση των μέσων για την απόκτηση α) του είδους της διατροφής, β) της συμμετοχής στις δραστηριότητες και γ) των ίδιων συνθηκών διαβίωσης και ευκολιών που είναι συνήθως ή τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό αποδεκτές από τις κοινωνίες στις οποίες ανήκουν τα πρόσωπα».[1] Εισάγοντας επιπλέον το κριτήριο της εκπαίδευσης και του επαγγέλματος: «σε κατάσταση φτώχειας βρίσκονται τα άτομα και οι οικογένειες που τα χρηματικά εισοδήματα ή άλλοι πόροι, μεταξύ των οποίων και η εκπαιδευτική και επαγγελματική τους μόρφωση, οι συνθήκες ύπαρξης και η υλική τους περιουσία είναι σαφώς χαμηλότερα από το μέσο επίπεδο της κοινωνίας στην οποία ζουν».[2] Σε μία προσπάθεια, τέλος, να περιληφθούν όλα τα πιθανά κριτήρια ένταξης ενός ατόμου σε καθεστώς φτώχειας, ορίστηκε πως «να είναι κάποιος φτωχός δεν σημαίνει να έχει απλώς εισόδημα σημαντικά χαμηλότερο από αυτό των συμπολιτών του· σημαίνει ακόμη να κατοικεί σε χειρότερες από εκείνους κατοικίες, συχνά να είναι ασθενής, και λόγω του είδους των απασχολήσεών του πιο επιρρεπής σε ατυχήματα· να έχει αισθητά χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο, να κινδυνεύει πολύ συχνότερα να μένει άνεργος και για πολύ περισσότερο χρόνο· να του είναι πολύ δύσκολο να ξεπεράσει την κατάστασή του αυτή, όντας σχεδόν σίγουρος ότι και τα παιδιά του θα ζήσουν στις κατώτερες βαθμίδες της κοινωνίας».[3] Οι παραπάνω ορισμοί έχουν ασφαλώς ως κεντρικό στοιχείο προσδιορισμού της κατάστασης της φτώχειας την οικονομική θέση του ατόμου, στην οποία προστίθενται άλλα στοιχεία, τα οποία οι παλαιότερες οικονομικές θεωρίες αντιμετώπιζαν ως περιφερειακά: η μόρφωση, η υγεία, η ικανότητα εργασίας, η δυνατότητα άρθρωσης κοινωνικής έκφρασης και κοινωνικής κινητικότητας, καθώς και η δυνατότητα «απόδρασης» από τη μοίρα αυτή. Μια τέτοια προσέγγιση προϋποθέτει δύο παράγοντες, οι οποίοι θεωρείται ότι χαρακτήριζαν τις σύγχρονες κοινωνίες μας πριν από τις αλλαγές στην εργασία που επέφεραν η παγκοσμιοποίηση και η έκρηξη στην πληροφορική: την εκχρηματισμένη οικονομία τους και την ιεραρχική δομή τους.

Το Λονδίνο της εποχής του Dickens.

Αρχίζοντας, ωστόσο, να μιλούμε για τη φτώχεια, οφείλουμε να διατυπώσουμε μία γενική αρχή: υπάρχουν πολλοί τρόποι για να την προσεγγίσουμε, αλλά ένας μόνον για να την κατανοήσουμε. Και ο τρόπος αυτός είναι να την αντιμετωπίσουμε στην ανθρώπινή της διάσταση. Αυτό κατά τη γνώμη μου σημαίνει πως, ανεξάρτητα από τις εποχές, ο φτωχός παραμένει μια ανθρώπινη ύπαρξη που είναι εκτεθειμένη σε φυσικούς και κοινωνικούς καταναγκασμούς περισσότερο από εκείνον που δεν χαρακτηρίζεται ως φτωχός. Και το γεγονός αυτό ισχύει, επειδή η ένδεια δεν αποτελεί φαινόμενο μίας μόνον εποχής, δεν χαρακτηρίζει ορισμένες μόνον ιστορικές συνθήκες, δεν περιορίζεται σε μία μόνον κοινωνική ομάδα, δεν πλήττει μία ορισμένη μόνον κοινωνική τάξη, όπως συνήθως υπονοούμε κάνοντας την απαραίτητη, αλλά απλουστευτική, διάκριση «πλούσιος-φτωχός». Η φτώχεια δεν εδράζεται παρά μόνον θεωρητικά και λεξιλογικά στην αντίθεση αυτή. Στην απόλυτη και έσχατη ουσία της αγγίζει τα βάθη τόσο της ανθρώπινης ιστορίας, όσο και της ανθρώπινης ύπαρξης. Γιατί, ποιος μπορεί άραγε να ορίσει με απόλυτη ακρίβεια και διαχρονικά ποιος είναι ο ελλειμματικός, εκείνος που στερείται κάτι και, αντίστοιχα, τι είναι αυτό το απαραίτητο που του λείπει και που είναι τόσο ουσιαστικό, ώστε να δημιουργεί την ανάγκη για την κάλυψή του και από ποιον; Ποιος μπορεί να ορίσει με ακρίβεια το όριο που χωρίζει τον κοινωνικό ξεπεσμό από τη δυνατότητα να ζει κάποιος, έστω και με ταπεινό τρόπο; Ποιο είναι το ελάχιστο εκείνο σημείο που, ξεπερνώντας το, μετακινείται κάποιος προς τον κόσμο των αποκλεισμένων ή και των απόβλητων μιας κοινωνίας; Η φτώχεια είναι ένδεια και πενία: καλύπτει με τον τρόπο αυτόν ένα ευρύ φάσμα ποικίλων συνθηκών και είναι δυνατόν να περιλαμβάνει καταστάσεις που κινούνται μεταξύ της έλλειψης ορισμένων από τα αγαθά που θεμελιώνονται και βιώνονται ως βασικά από την εκάστοτε κοινωνική πραγματικότητα και της έσχατης ένδειας που απειλεί την ανθρώπινη ύπαρξη. Η ένδεια, επομένως, είναι έλλειψη αγαθών και η έλλειψη αυτή μπορεί να είναι διαφορετική σε κάθε εποχή: έλλειψη τροφής, στέγης, χρημάτων, υγείας, ηθικών αρετών ή αρχών. Έλλειψη είναι η μιζέρια και η αθλιότητα, η δυστυχία και η κακομοιριά. Έλλειψη είναι η φτώχεια και η φιλαργυρία, η αδιαφορία και ο εγωισμός.

Η δυναμική, όμως, της ένδειας και των ενδεών βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι ο άνθρωπος, ενώ κινείται σε ένα επίπεδο έλλειψης, κινητοποιεί δυνάμεις που μπορούν να τον οδηγήσουν στο επίπεδο της πλήρωσης ή ακόμη και της πλησμονής. Οι άνθρωποι, για διαφορετικούς σε κάθε εποχή λόγους, επιλέγουν να συμπαρασταθούν σε εκείνους που έχουν την ανάγκη τους και η επιθυμία τους αυτή, είτε εκφράζει το πολιτικό ιδεώδες της «φιλάνθρωπης ευεργεσίας» είτε συνδέεται με μία σωτηριολογική διδασκαλία θεολογικής προέλευσης, κατατείνει στην προσπάθεια θεραπείας, αν όχι αποκατάστασης, μιας θεωρούμενης κοινωνικής αδικίας· με τον τρόπο αυτόν η ένδεια ως έκφραση αδικίας μεταπίπτει τον λόγον περι αὐτῆς εἰς ἕτερον γένος, γίνεται πρόβλημα ηθικής, ενώ, συγχρόνως, η προσπάθεια αυτή, στην αρχή από την πλευρά του φορέα της – του ευεργέτη – και στη συνέχεια από το κοινωνικό σύνολο, χαρακτηρίζεται από την επένθεση στοιχείων ηθικού χαρακτήρα: εκείνος που προσφέρει «με τη θέλησή του κάτι που του ανήκει σε κάποιον που θεωρεί ότι δεν μπορεί να μην το δεχθεί»[4] τοποθετείται συμπληρωματικά απέναντι από τον ενδεή, ταυτίζεται μαζί του και συγχρόνως, χάρη σε αυτόν, διεκδικεί και εξασφαλίζει μια διακριτή θέση σε σχέση με τους υπόλοιπους, εκείνους που δεν συμπαραστέκονται και δεν ελεούν. Με την έννοια αυτή, ο «έχων και κατέχων» από άποψη ηθική αναγνωρίζει πως ορισμένα αγαθά αποτελούν δικαίωμα όλων των ανθρώπων και επιδιώκει να εξισορροπήσει τη διαφορά ανάμεσα στον ίδιο που τα έχει και σε εκείνους που δεν τα έχουν με την προσφορά ενός μέρους από τα δικά του. Στο σημείο αυτό υφίσταται, ανάλογα με τις εποχές, η ποσοτική και η ποιοτική διάκριση και διευκρίνιση σχετικά με το είδος της προσφοράς: άραγε, δίνει κανείς από το πλεόνασμα ή από το υστέρημά του;

Από την άλλη μεριά, η παραπάνω διαδικασία διαθέτει ένα βάρος κοινωνικό: εγκαθιστά και εδραιώνει αναγκαστικά μια σχέση αμοιβαιότητας και αλληλεγγύης ανάμεσα στα δύο πρόσωπα που συμμετέχουν. Ωστόσο, από αυτή την ίδια αμοιβαιότητα και αλληλεγγύη προκύπτουν και τα αντίθετά τους, η διαφορά και η ανισότητα. Με δυο λόγια, η φιλανθρωπία λειτουργεί κοινωνικά με ελκτικό τρόπο, όπως οι βαρυτικές δυνάμεις, αλλά συγχρόνως προκαλεί κοινωνικές απώσεις, λειτουργώντας όπως οι ηλεκτρικές δυνάμεις. Κάνει τους ανθρώπους να προσεγγίζουν ο ένας τον άλλον και την ίδια στιγμή τους τοποθετεί σε απόσταση.[5] Μέσα στο πλαίσιο αυτής της λειτουργίας της συντείνει στην ανάδειξη ιεραρχικών δεσμών και σχέσεων και συνεισφέρει στη νομιμοποίησή τους ενεργώντας ως ένα στοιχείο όχι μόνον διατήρησης, αλλά και ανάδειξης και συνδιαμόρφωσης του κοινωνικού προσώπου του ευεργέτη. Επομένως, η άσκηση της φιλανθρωπίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ένα από τα στοιχεία πάνω στα οποία μία ορισμένη ομάδα ανθρώπων οικοδομεί την κοινωνική εξουσιαστική της ταυτότητα και ασκεί την κυριαρχική της επιρροή.

Αν όλες οι προηγούμενες διατυπώσεις συνείρονται με τους συλλογισμούς και τις αποφάνσεις που γεννά ένας σύγχρονος προβληματισμός σχετικά με τις πραγματικές διαστάσεις των εννοιών της ένδειας και της φιλανθρωπίας, οι πρόδρομες και ατελείς μορφές τους ή οι ανταγωνιστικές και διαφορετικές ως προς αυτές θεωρήσεις, που εντοπίζονται σε παλαιότερες εποχές, διαμορφώνουν έναν καμβά πάνω στον οποίον αναδύεται και αποτυπώνεται διαχρονικά ο άνθρωπος και τα ποιοτικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς του. Οι συνθήκες – προφανώς – παίζουν ρόλο και αφήνουν το ευδιάκριτο ίχνος τους πάνω στην ανθρώπινη συμπεριφορά· κοντά, όμως, σε αυτές, οι εντελώς ατομικές αντιλήψεις για την ευημερία, την ωφελιμότητα και την οικονομική αποδοτικότητα συνιστούν κάθε άλλο παρά αμελητέες μεταβλητές για ορισμένους σύγχρονους οικονομολόγους (λαμπρό παράδειγμα αποτελεί το έργο του Αμάρτυα Σεν[6]), προκειμένου να αναδείξουν  τον κοινωνικό τους χαρακτήρα και να επαναφέρουν τους ηθικούς κανόνες στην οικονομική πρακτική.

Ο εσωτερικός αυλόγυρος του Hôtel-Dieu στο Beaune της Βουργουνδίας. Το συγκρότημα κατασκευάστηκε το 1452 και λειτούργησε ως Νοσοκομείο.

Η ιστορία των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, μέσα στα οποία εντάσσονται και τα νοσοκομειακά ιδρύματα, αποτελεί ένα θέμα που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για τη μεσαιωνική ιστορία της Ευρώπης. Η φιλανθρωπία με τις πρακτικές της εκφράσεις – ευαγή ιδρύματα (θεσμικό πλαίσιο, διοίκηση, οικονομικά κ.τ.λ.), ελεημοσύνη, κοινωνική διαστρωμάτωση των ευεργετών, κοινωνική θέση των ευεργετούμενων – έχει την ιδιαίτερη σημασία της για την κοινωνική ιστορία, την ιστορία των θεσμών και του δικαίου· με τις θεωρίες και τους προβληματισμούς που προκαλεί, συνδέεται στενά με τη θρησκευτική ιστορία, την ιστορία της φιλοσοφίας και τη λογοτεχνία· εξαιτίας της ευρύτατης διάδοσης της φιλανθρωπικής πρακτικής στον ευρωπαϊκό χώρο, παρουσιάζονται διασυνδέσεις με τις διερευνήσεις της ιστορικής γεωγραφίας, της αρχαιολογίας, της πολεοδομίας και της αρχιτεκτονικής.

Η ανάδειξη της φιλανθρωπίας ως αντικειμένου των ιστορικών επιστημών δεν είναι τίποτα άλλο παρά η εξιστόρηση των προσπαθειών για επιβίωση μιας κοινωνίας σε μια δεδομένη χρονική περίοδο. Η εξιστόρηση σχετικά με τις φιλανθρωπικές δραστηριότητες γίνεται με τον τρόπο αυτόν ένας εσωτερικός διάλογος, μια αφήγηση από τα μέσα, από την πλευρά δηλαδή των συλλογικοτήτων ή των ατόμων με την οικονομική τους λειτουργία, το πολιτισμικό τους έθος, στο κέντρο ή στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, την ώρα που ανακαλύπτουν ότι η συνοχή τους αποτελεί δική τους υπόθεση και ενεργούν συνειδητά προς όφελός της. Από την άποψη της ιστορικής προσέγγισης, η μελέτη της φιλανθρωπίας στις μεσαιωνικές κοινωνίες της Δυτικής Ευρώπης δεν αποτελεί παρά συστατικό στοιχείο που διευκολύνει τις ανθρωπολογικού τύπου γενικεύσεις στη μεσαιωνική κοινωνική ιστορία και αποδίδει στην καθαρή οικονομική ιστορία τη θέση που της αναλογεί δίπλα στην πολιτισμική ιστορία και στη μελέτη των νοοτροπιών της περιόδου από τον 11ο έως τον 13ο ακόμη και τον 14ο αιώνα.

Όσοι απαρτίζουν, λόγου χάρη, τους νέους αστικούς πληθυσμούς που εμφανίζονται στο προσκήνιο της ευρωπαϊκής ιστορίας ελπίζουν, αλλά η ελπίδα τους είναι ακόμη ισχνή, μόλις θρεμμένη από την ηρωική έξοδο από την ύπαιθρο χωρίς ακόμη γνώση, μόνον με δεξιότητα χειροτεχνική και υπομονή. Η κοινωνική κινητικότητα στη Δυτική Ευρώπη σε αντίθεση με το Βυζάντιο είναι μικρή. Οι πλούσιοι στις πόλεις είναι πολύ λίγοι, στη Ντουαί οκτώ, στην Αρράς ένδεκα και επτά μόνον οικογένειες στις Βρυξέλλες τον 13ο αιώνα, και τα μέλη τους από τότε έως σήμερα γεμίζουν μόλις δύο τόμους ενός εραλδικού συγγράμματος.

Η φιλανθρωπία, βέβαια, δεν είναι μόνον των πλουσίων· σαν κλωστή διατρέχει ολόκληρη την κοινωνία και αποκτά χαρακτηριστικά αλληλεγγύης ανάμεσα στα μέλη της ίδιας κοινωνικής ομάδας, για παράδειγμα της συντεχνίας· ή αλληλεγγύης αδιαφοροποίητης που σφραγίζεται από τη χριστιανική παράδοση και ενισχύεται από την ακμαία θωμιστική θεολογία της εποχής. Υπάρχει πάντοτε, όμως, μια σειρά για την πρακτική και συγκεκριμένη έκφραση της αλληλεγγύης και της φιλανθρωπικής δραστηριότητας: πρώτα προς τους έκπτωτους δικούς μας, τις χήρες, τα ορφανά, τους ξεπεσμένους· ιδίως στους αρρώστους· μετά στους άλλους, αλλά όχι όλους, παρά μόνον στους δικούς μας, δηλαδή στους συμπολίτες μας. Και πάλι οι όροι της περίθαλψης είναι η καλύτερη ένδειξη για το πού ανήκει ο άρρωστος. Μπορεί να αναλάβει τα έξοδα της φροντίδας του; Μπορεί να μεταβιβάσει την περιουσία του στο νοσοκομείο που τον στεγάζει; Μπορεί να διαθέτει πρόσωπα που τον υπηρετούν αυτές τις δύσκολες ώρες; Μπορεί να μετακινηθεί από τον τόπο του σε άλλον κοντινό ή απομακρυσμένο;

Η ελεημοσύνη προς τους φτωχούς, χειρόγραφο του 1330-1340,  Παρίσι, Εθνική Βιβλιοθήκη.

Τέτοιου τύπου ερωτήσεις υποδεικνύουν έναν πρώιμο ορθολογικό τρόπο διαχείρισης, ο οποίος θα συντελέσει αργότερα στη μετάβαση της Ευρώπης σε κοινωνικές δομές κεφαλαιοκρατικού τύπου. Η Ευρώπη ξυπνάει και το ξύπνημα αυτό συνδέεται στο οικονομικό πεδίο με την αναβίωση της εμπορικής και βιοτεχνικής της δραστηριότητας και την ανάπτυξη των πόλεων· στο πολιτικό πεδίο με την εξέλιξη και ανάπτυξη των θεσμών της διοίκησης και της άσκησης της εξουσίας, που θα προκύψει μέσα από την αντιπαράθεση και σύγκρουση των φορέων που τη διεκδικούν και οι οποίοι προκύπτουν από τις αλλαγές στο οικονομικό επίπεδο· στο διανοητικό και πολιτισμικό πεδίο με την αλλαγή στις νοοτροπίες που συνόδευαν τον μεσαιωνικό άνθρωπο μέχρι εκείνη την εποχή και οι οποίες συνδέονταν με τη θέση που κατείχε στη σκέψη του και τη συγκρότηση των αντιλήψεών του η Εκκλησία, θέση που σταδιακά αλλάζει, παρασυρόμενη από τις τεράστιες αλλαγές στο οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.

Τα ευαγή ιδρύματα παρουσιάζουν ανάγλυφη την πορεία αυτή της Ευρώπης. Αντλώντας την καταγωγή τους από τη χριστιανική αντίληψη για την άσκηση της φιλανθρωπίας – η οποία βέβαια με τη σειρά της στηρίζεται στις αντιλήψεις της Αρχαιότητας για τη φιλαλληλία, το Πρόσωπο και τον Άλλο, όπως διαμορφώθηκε μέσα στις φιλοσοφικές αντιλήψεις του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και ιδίως κατά την Ελληνιστική εποχή – θα αποτελέσουν αρχικά το κύριο μέσο για την επικράτηση του χριστιανισμού και στη συνέχεια το πεδίο άσκησης της πεμπτουσίας του, που είναι η αγάπη προς τον πλησίον, με αποτέλεσμα την πλήρη υπαγωγή των ιδρυμάτων πρόνοιας στη δικαιοδοσία των εκκλησιαστικών φορέων. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζει την πρώτη μεσαιωνική εποχή και αντιστοιχεί σε ένα επίπεδο επικράτησης των χαρακτηριστικών της αγροτικής και φεουδαρχικής οικονομίας.

Στη συνέχεια, όμως, καθώς οι άνθρωποι στρέφονται σε οικονομικές δραστηριότητες που συνδέονται με την ανάπτυξη των πόλεων και την απομάκρυνσή τους από την ύπαιθρο – η οποία, ωστόσο, συνεχίζει να παίζει έναν σημαντικό ρόλο στην οικονομική δραστηριότητα – η παλαιά διοικητική οργάνωση της Εκκλησίας σε ευρύτερα ή στενότερα σχήματα, τις ενορίες, αρχίζει να μην είναι επαρκής για δύο λόγους: α) επειδή αλλάζει ο δημογραφικός χάρτης της Ευρώπης, με αποτέλεσμα άλλες περιοχές να ερημώνονται και να ελαχιστοποιείται το ποίμνιό τους, ενώ άλλες να αποκτούν έναν πολλαπλάσιο πληθυσμό από εκείνον που είχαν αρχικά και β) επειδή η εγκατάσταση των ανθρώπων στις πόλεις μετακινεί συγχρόνως προς τα εκεί και σε βάρος της Εκκλησίας την ικανοποίηση της ανάγκης τους για ανακούφιση από τα πάθη και για συνδρομή στη φτώχεια και την αδυναμία τους. Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή έπαιξε βέβαια η κατάσταση της ίδιας της Καθολικής Εκκλησίας, η οποία από τα μέσα του 11ου αιώνα επιδίωξε να αναδειχθεί σε κυρίαρχο πολιτικό παράγοντα.

Η φροντίδα των αδύναμων μελών της κοινωνίας αρχίζει να μετατίθεται σταδιακά στη δικαιοδοσία των πόλεων, οι οποίες αντιλαμβάνονται το έργο αυτό με διαφορετικό τρόπο. Ο αδύναμος, ο φτωχός, ο επαίτης, ο ασθενής δεν αποτελούν απλώς την εικόνα του «πάσχοντος Χριστού», προς τον οποίον η χριστιανική ηθική επέβαλλε τη συμπάθεια και παραμυθία, αλλά ένα μέλος του κοινωνικού συνόλου, το οποίο, αν δεν θεραπευθεί, είναι πιθανόν να μολύνει και τα υπόλοιπα, αν δεν βοηθηθεί στη φτώχεια του, είναι πιθανόν να στραφεί εναντίον των υπολοίπων, αν δεν τον συνδράμουν στην ανάγκη του, δεν μπορεί να είναι εν τέλει παραγωγικό.

Φραγκισκανοί μοναχοί περιθάλπτουν θύματα λέπρας. Aπόσπασμα από το χειρόγραφο La Franceschina (π. 1474).

Στο τελευταίο αυτό σημείο επικεντρώνεται, κατά τη γνώμη μου, η διαφορά του νοήματος της φιλανθρωπίας που διακρίνει τις δύο αυτές εποχές, καθώς η φιλανθρωπία της δεύτερης περιόδου, η οποία συνδέεται με την ανάπτυξη των πόλεων, χωρίς να έχει απωλέσει τα χριστιανικά της χαρακτηριστικά, γίνεται στην ουσία μία φιλανθρωπία των παραγωγικών ομάδων της πόλης, οι οποίες ενδιαφέρονται για την εξασφάλιση των μελών τους, και για τον λόγο αυτόν αφενός ιδρύουν νέα φιλανθρωπικά καταστήματα και αφετέρου αναλαμβάνουν να διαχειριστούν με διαφορετικό τρόπο τα ήδη υπάρχοντα.

Το αρχικό, λοιπόν, ζήτημα που τίθεται είναι η ίδια η έννοια της φιλανθρωπίας. Ο Μεσαίωνας αποτελεί μία εποχή, κατά τη διάρκεια της οποίας έχει ιδιαίτερη βαρύτητα η παρουσία της Εκκλησίας. Οι πρώτες αναγνώσεις τόσο των πηγών όσο και των έργων που έχουν γραφεί για τον Μεσαίωνα μπορούν εύκολα να προσανατολίσουν τον ερευνητή προς τη διαμόρφωση μιας εκκλησιοκεντρικής αντίληψης για την εποχή. Έτσι, είναι εύκολο να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι η φιλανθρωπία αποτέλεσε μία αποκλειστικά εκκλησιαστική μέριμνα. Μια πιο προσεκτική ανάγνωση, εμπλουτισμένη και με ανθρωπολογικά στοιχεία, θα μπορούσε να προχωρήσει ένα επιπλέον βήμα και να αντιμετωπίσει τη φιλανθρωπία ως προϊόν θρησκευτικής μέριμνας, θεωρώντας τη θρησκεία ως μία πιο εξειδικευμένη έκφραση του κοινωνικού αισθήματος των ανθρώπων, όπως και είναι. Με τον τρόπο αυτόν, οδηγούμαστε αναπόφευκτα και στη διερεύνηση των κοινωνικών απολήξεων της έννοιας της θρησκευτικότητας, επομένως όχι αποκλειστικά συνδεδεμένης με την Εκκλησία ως θεσμό.

 

Τραυματίας μεταφέρεται από μοναχούς  (π. 1480), Παρίσι, Εθνική Βιβλιοθήκη.

Στη συνέχεια, ωστόσο, τοποθετώντας αυτή τη νέα παράμετρο, την παράμετρο της κοινωνικότητας, το θέμα της φιλανθρωπίας οδηγεί σε μία άλλου είδους ανάγνωση των πηγών, όπου το ζητούμενο είναι πλέον η διακρίβωση του σημείου εκείνου, στο οποίο ο κοινωνικός χαρακτήρας της φιλανθρωπίας υπερβαίνει το εκκλησιαστικό θεσμικό πλαίσιο και αποκτά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, γεγονός που προϋποθέτει μία ανάγνωση περισσότερο λεπτομερή ως προς τις αποχρώσεις του νοήματος που βρίσκονται στα κείμενα των πηγών, όπου πολύ συχνά ο συγγραφέας είτε συνειδητά είτε υποσυνείδητα τοποθετούσε τις πληροφορίες που μας έδινε μέσα στο κοινά αποδεκτό κοινωνικό πλαίσιο. Στις περιπτώσεις, λοιπόν, αυτές έπρεπε να γνωρίζει κανείς το ευρύτερο, αλλά συγχρόνως και το ιδιαίτερο ιστορικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο εντάσσονται και αναπτύσσονται αυτές οι απόψεις. Έτσι, αναπόφευκτα και σχεδόν αναγκαστικά, τίθεται το ζήτημα της ανάπτυξης των πόλεων στη μεσαιωνική Ευρώπη. Στο σημείο αυτό διαμορφώνεται μία νέα οπτική προσέγγισης της έννοιας της φιλανθρωπίας, όχι απλώς για να τοποθετηθεί ένα όριο τομής ανάμεσα σε μια προγενέστερη εποχή, κατά την οποία η φιλανθρωπία αποτελούσε αποκλειστικά έργο της Εκκλησίας, αλλά και σε μια μεταγενέστερη, κατά την οποία το έργο αυτό ανατέθηκε στους εξουσιαστικούς φορείς των πόλεων. Τέτοιες τομές στην ιστορία, το ξέρουμε, δεν αποτελούν παρά συμβάσεις. Το ουσιαστικό ζήτημα ήταν η εκ νέου διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης της φιλανθρωπίας, η οποία συμβαδίζει με τη διαμόρφωση μιας νέας αντίληψης την οποία απέκτησαν, όταν άρχισαν να συνειδητοποιούν το δικαίωμα να σκέφτονται και να ενεργούν ελεύθερα και προσωπικά.

Η Νικολέττα Γιαντσή είναι Aναπληρώτρια Καθηγήτρια Ευρωπαϊκής Ιστορίας στο Τμήμα  Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

     ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] J. Brown, «Σκέψεις πάνω στις εθνικές εισηγήσεις για τη φτώχεια», Επιθεώρηση Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 4/2-3 (1983), σ. 236˙ πρβλ. Ν. Πατινιώτης, «Η φτώχεια ως πρόβλημα: Ιστορική διάσταση, αναλυτικές προσεγγίσεις», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 66 (1987), σ. 211.

[2] H. Bartoli, «Η φτώχεια και η γέννησή της», Επιθεώρηση Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 4/2-3 (1983), σ. 219 κ.ε.

[3] R. Draperie, «Η φτώχεια στην Ευρώπη», Επιθεώρηση Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 4/2-3 (1983), σ. 207 κ.ε.

[4] Αν και έχουν περάσει αρκετά χρόνια από την εποχή που ο Μ. Μως ή ο Κλ. Λεβί Στρως πραγματοποιούσαν τις ανθρωπολογικές ή κοινωνιολογικές τους αναλύσεις σχετικά με την έννοια της προσφοράς, ωστόσο, από τον διάλογό τους μπορούμε να κρατήσουμε το συμπέρασμα, που αποτελεί και τον κλασικό ορισμό της φιλανθρωπίας, πως ο όρος αυτός περιγράφει την «εκούσια μεταβίβαση κάποιου πράγματος που μας ανήκει σε κάποιον που θεωρούμε ότι δεν μπορεί να μην το δεχθεί». Βλ. M. Godellier, Το αίνιγμα του δώρου, μτφρ. Αλίκη Αγγελίδου, Αθήνα 2003, σ. 31.

[5] Σημειώνω εδώ τη διαδεδομένη ανάμεσα στους ανθρωπολόγους άποψη για τον ιδιαίτερο ρόλο που διαδραματίζει στις συλλογικές συμπεριφορές του γύρω από τη Μεσόγειο κόσμου το αίσθημα της ντροπής. Βλ. σχετικά το άρθρο του J. Pitt-Rivers, «Honour and Social Status» και του J. Caro Barola, «Honour and Shame: a Historical Account of Several Conflicts» δημοσιευμένα και τα δύο στο Honour and Shame. The Values of Mediterranean Society, εκδ. J.C. Peristiany, Λονδίνο 1965, σ. 19-77 και 79-137 αντίστοιχα. Η σύναψη ένδεια – ντροπή εμφανίζεται επίσης στο E. LeRoy Ladurie, Montaillou, village occitan de 1294 à 1321, Παρίσι 1975, σ. 547.

[6] Sen Am., Poverty and Famines. An Essay on Entitlement and Deprivation, Νέα Υόρκη 1981, σ. 9 κ.ε.

Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης: Το τραγικό τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας

Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης

Το τραγικό τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας

Οι μάχες του Σαγγαρίου (Αύγ. 1921) δεν έφεραν την προσδοκώμενη νίκη και η Ελληνική Στρατιά αποχώρησε δυτικά του Σαγγαρίου, με το Βόρειο Συγκρότημα, με έδρα το Εσκί Σεχήρ, και το Νότιο με έδρα το Αφιόν Καραχισάρ. Συνολικό ανάπτυγμα 700 χιλιόμ. από τον κόλπο της Κίου ως την κοιλάδα του Μαιάνδρου. Οι άνδρες της Στρατιάς επί ένα έτος Αύγ. 1921 – Αύγ. 1922 παρέμειναν σε απραξία, ενώ, από την άλλη, ο Κεμάλ οργάνωνε μεθοδικά τον στρατό του, έχοντας και την σιωπηρή ή φανερή στήριξη Γάλλων, Ιταλών, Σοβιετικών. Οι ελληνικές κυβερνήσεις της περιόδου αυτής αδυνατούσαν να βρουν διπλωματικά και οικονομικά στηρίγματα στην Ευρώπη μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920. Επιπλέον, η Στρατιά παραμέλησε την αμυντική οργάνωση, τις επικοινωνίες, τις οδεύσεις και δεν είχε αντιληφθεί ότι είχε απωλέσει το 50% της μάχιμης δύναμής της, καθόσον εκατοντάδες οπλιτών και έμπειρων αξιωματικών είχαν σκοτωθεί στις μάχες του Σαγγαρίου. Και ακόμη ότι η Στρατιά είχε διαβρωθεί από τον κομματισμό και την κομμουνιστική προπαγάνδα στο μέτωπο.

Στις 5 το πρωί της 13ης Αυγούστου 1922 άρχισε η τουρκική επίθεση που πρώτη δέχθηκε η Ι Μεραρχία Φράγκου στο μέτωπο του Αφιόν Καραχισάρ και η γειτονική της IV του Δημαρά. Ο ελληνικός στρατός πρώτη φορά αντιμετώπιζε τέτοιας έκτασης βομβαρδισμό και νωρίς τα τμήματα των Μεραρχιών αυτών άρχισαν να υποχωρούν σχεδόν διαλυμένα. Οι Τούρκοι είχαν καταλάβει τις στρατηγικές θέσεις Τιλκί Κιρί Μπελ και Καγιαντιμπί. Οι υποχωρήσαντες Μέραρχοι της Ι Φράγκου και VII Κουρουσόπουλου αποφάσισαν την ενίσχυση του αγώνα στο Χασάν Μπελ και την κάλυψη του κενού Τσάι Χισάρ, από το οποίο εισέδυε το τουρκικό ιππικό και κτυπούσε από τα νώτα τις ελληνικές δυνάμεις. Το βράδυ της 13 Αυγούστου βρήκε τις Ι και VII Μεραρχίες με σοβαρές απώλειες και τους άνδρες καταπονημένους από το συνεχές εχθρικό σφυροκόπημα και τον αφόρητο καύσωνα. Στην καίρια στρατηγική θέση Τουμπλού Μπουνάρ οι Τούρκοι ιππείς είχαν διασκορπίσει τα φυλάκια του σιδηροδρομικού σταθμού και διακόψει την τηλεγραφική επικοινωνία. Το παράδοξο είναι ότι η Ελληνική Στρατιά στην Σμύρνη πληροφορήθηκε την έναρξη της τουρκικής επίθεσης τρεις ώρες αργότερα.

Στις 14 Αυγούστου η Ι Μεραρχία βρισκόταν σε δύσκολη θέση και περί το μεσημέρι οι I, IV, VII, XII Μεραρχίες άρχισαν να συμπτύσσονται δυτικά στην γραμμή Αϊβαλί – Μπαλ Μαχμούτ – Κιοπρουλού. Ήδη οι ελληνικές δυνάμεις και ο χριστιανικός πληθυσμός εγκατέλειπαν το Αφιόν Καραχισάρ. Ο ασύρματος, που αντί να μεταφερθεί στο Γκιόλ Χαμάμ, όπου το στρατηγείο του Α΄Σ.Σ., μεταφέρθηκε στο Εσκί Σεχήρ δημιούργησε, με την έλλειψή του, τραγικά προβλήματα επικοινωνίας.  Από τότε δεν υφίστατο επικοινωνία μεταξύ των ελληνικών δυνάμεων.

Η εχθρική πίεση εξακολουθούσε όλη την μέρα στις Ι και IV Μεραρχίες στο Μπαλ Μαχμούτ. Εκείνες τις ώρες παρατηρούνταν συνεχής διαρροή οπλιτών στις γύρω πλαγιές. Οι II, V και XII Μεραρχίες δεν είχαν υποστεί ως το βράδυ της 14 Αυγούστου σοβαρή πίεση. –Είχαν περάσει 36 ώρες από το πρωί της 13 Αυγούστου. Μεσάνυχτα της 14  Αυγούστου οι ελληνικές δυνάμεις είχαν υποχωρήσει στην περιοχή του Αφιόν – Ακάρ Νταγ.

Η Ι Μεραρχία την 15 Αυγούστου βρισκόταν σε πλήρη αταξία στο Μπασκιμσέ, 10 χιλιόμετρα ΒΔ του Αφιόν και 20 περίπου από το Τουμπλού Μπουνάρ. Η IV υποχωρούσε άτακτα και ακάλυπτη. Ο Πλαστήρας ήταν στο Μπαλ Μαχμούτ. Η IX Μεραρχία στις 5 το πρωί κατευθύνθηκε προς Ουλουτζάκ, περί τα 40 χιλιόμετρα Β. του Αφιόν και στις 7.15 δέχθηκε επίθεση από την 2η Μεραρχία του Τουρκικού Ιππικού. Η IV Μεραρχία στις 4-5 το πρωί κατευθύνθηκε προς το Ουλουτζάκ δεχόμενη σφοδρές εχθρικές επιθέσεις που προκάλεσαν φυγή οπλιτών προς βορράν. Δεν είχε καλυφθεί από το απόσπασμα Πλαστήρα που δεν φρόντισε να βρίσκεται στα υψώματα Κιοπρουλού, και από το απόσπασμα Λούφα που είχε αποχωρήσει από τα υψώματα βόρεια του Μπαλ Μαχμούτ.

Στις 2 το μεσημέρι, στο μοιραίο Ουλουτζάκ είχαν φθάσει οι Διοικητές του Α΄Σ.Σ. Ν. Τρικούπης και Β΄Σ.Σ. Κίμων Διγενής, όπου πληροφηρήθηκαν ότι οι IV και VII Μεραρχίες συμπτύσσονταν προς Τουμπλού Μπουνάρ. Ο Διοικητής της IX Μεραρχίας Π. Γαρδίκας που έφθασε και αυτός εκεί, τους πρότεινε να κινηθούν προς Τουμπλού Μπουνάρ, προκειμένου με άλλες Μεραρχίες να αποκτήσουν αμυντικές θέσεις. Οι δύο σωματάρχες απέρριψαν την πρόταση Γαρδίκα αποφασίζοντας να παραμείνουν στο Ουλουτζάκ. Το λάθος τους ήταν μοιραίο και οδήγησε στην αιχμαλωσία τους.

Ήδη είχε συγκροτηθεί το Νότιο Συγκρότημα δηλ. η Ομάδα Φράγκου με την I, II, IV (5 τάγματα), VI, του Καλλιδόπουλου με την XII, το απόσπασμα Πλαστήρα, την Μεραρχία Ιππικού και μονάδος Πυροβολικού. Το Βόρειο Συγκρότημα του Τρικούπη αποτελούνταν από την IV, V, τμήματα της IX, τμήματα της XII και της IX.

Η Μεραρχία Φράγκου, η VII του Κουρουσόπουλου και το απόσπασμα Πλαστήρα έφθασαν στο Τουμπλού Μπουνάρ το βράδυ της 15 Αυγούστου. Στο Ουλουτζάκ το βράδυ της 15 Αυγούστου οι Τρικούπης και Διγενής ήσαν απομονωμένοι χωρίς σύνδεσμο με I και II Μεραρχία, αγνοούσαν την τύχη του μεγαλύτερου μέρους της IV του Δημαρά. Στο Ουλουτζάκ είχαν φθάσει η ΙΧ του Γαρδίκα, υπολείμματα της V και την επομένη η ΧΙΙΙ του Μιλτιάδη Καϊμπαλή. Δυστυχώς, ο Τρικούπης δίσταζε να κινηθεί προς το Τουμπλού Μπουνάρ, ενώ θα μπορούσε να το κάμει από τις 4.30 το απόγευμα. Αργότερα, σε έκθεσή του δικαιολογήθηκε ότι δεν είχε οδηγούς, καθώς οι χωρικοί είχαν εγκαταλείψει τα χωριά τους, έκρινε ως πολύ δύσκολη την μετακίνηση πυροβόλων την νύκτα, των νοσοκομειακών κ.λπ.

Στις 16 Αυγούστου η ΙΧ του Γαρδίκα έδωσε σκληρή μάχη με τουρκικό ιππικό στο Χαμούρκιοϊ και η ΧΙΙ του Καλλιδόπουλου στο Ιλμπουλούκ, που επέτρεψε στην V του Ρόκα να διαρρεύσει δυτικά και να αποφύγει την αιχμαλωσία. Στο Ουλουτζάκ φθάνοντας ο Διοικητής της ΧΙΙΙ Καϊμπαλής παρέδωσε στον Τρικούπη ερματισμένο φάκελο ελληνικού αεροπλάνου, όπου αναφερόταν ότι τουρκικές δυνάμεις κατευθύνονταν προς εκεί. Τούτο σήμαινε ότι το συγκρότημα Τρικούπη, γνωστό ως Βόρειο, ήταν περικυκλωμένο. Την 16 Αυγούστου οι IX, V, XII, XIII έδιναν συνεχείς αγώνες στο Κιουτσούκιοϊ, με ελάχιστα πυρομαχικά. Πολύ αργά πια, ο Τρικούπης διέταξε την πορεία των XII, V, XIII, IV προς Τουμπλού Μπουνάρ. Στις 4 το απόγευμα στο Ουλουτζάκ οι στρατηγοί Τρικούπης, Διγενής και ο συνταγματάρχης Καλλιδόπουλος είχαν συνειδητοποιήσει την περικύκλωσή τους. Η κατάσταση ήταν πέρα για πέρα τραγική από τον συνεχή βομβαρδισμό, την αταξία, τον συνωστισμό των Μεραρχιών σε περιορισμένο χώρο. Με το τελευταίο φως της 16ης Αυγούστου ο Τρικούπης και οι λοιποί ανώτατοι αξιωματικοί αποφάσισαν να κινηθούν προς Τουμπλού Μπουνάρ μέσω Σάλκιοϊ, εγκαταλείποντας τα βαρέα πυροβόλα και καταστρέφοντας τον ασύρματο του Β΄Σ.Σ. που ήταν το μοναδικό μεσό επικοινωνίας. Στις 11 το βράδυ της 16 Αυγούστου η ομάδα Τρικούπη άρχισε να κινείται άτακτα και κατά το δοκούν, με τα τμήματά της χωρίς οργανικό δεσμό, πειθαρχία, καταπονημένα από την πείνα, την αγρυπνία, τις συνεχείς μάχες. Λίγο πριν από την αυγή της 17 Αυγούστου το Συγκρότημα Τρικούπη έφθασε στο Σάλκιοϊ σε άθλια κατάσταση, με κάποια εξαίρεση την ΧΙΙΙ Μεραρχία Καλλιδόπουλου. Για μιαν ακόμη φορά ο Τρικούπης απέρριψε πρόταση συνέχισης της πορείας προς Τουμπλού Μπουνάρ και μόνον προς το μεσημέρι αποφάσισε να κινηθεί προς το Ουσάκ δια μέσου της κοιλάδας Ουσάκ. Ήταν, όμως, αργά. Όλη την 17 Αυγούστου κατέφθασαν στο Σάλκιοϊ 10-15.000 στρατιώτες διαφόρων διαλυμένων μονάδων. Δεν υπήρχαν πυρομαχικά, τρόφιμα, νερό και φυσικά επικοινωνία. Το κακό επέτεινε η διαρροή οπλιτών σε χαράδρες του Σάλκιοϊ και η φυγή προς το χωριό Αλή Βεράν.

Την ίδια μέρα στην μάχη του Αλή Βεράν ο Τρικούπης είχε παρατακτή δύναμη 7.000 πεζούς, 180 ιππείς, 116 πυροβόλα. Προς το μεσημέρι της 17 Αυγούστου η Ομάδα Τρικούπη κινήθηκε προς Τουμπλού Μπουνάρ, Μπανάζ, Ουσάκ, σε δρόμους στενούς και δύσβατους πάνω στο βουνό Μουράτ Νταγ. Καθ’ οδόν έφθασε στον Τρικούπη ο απεσταλμένος του Ν. Πλαστήρα ανθυπολοχαγός Καραμάνος και του πρότεινε να τους οδηγήσει στο Χασάν Ντεπέ που κατείχε ο ίδιος με το 5/42 Σύνταγμά του. Στις 4 το απόγευμα ο Τρικούπης αποφάσισε να κινηθεί προς Μπανάζ διά μέσου της οδού Σάλκιοϊ-Αλή Βεράν, που λίγο πριν είχε απορρίψει. Ήταν αργά, γιατί είχαν χαθεί πολύτιμες ώρες. Η μάχη του Αλή Βεράν, που από τουρκικής πλευράς διηύθυνε ο ίδιος ο Κεμάλ με έξη Μεραρχίες Πεζικού και μιας Ιππικού απέναντι σε μικρή δύναμη 7.000 Ελλήνων μαχητών που έδειξαν πρωτοφανή ανδρεία. Επρόκειτο για μια μάχη που αδυνατεί να συλλάβει ανθρώπινος νους. Ο Χρ. Σπανομανώλης, Σμυρναίος την καταγωγή, που έλαβε μέρος σ’ αυτήν, στο βιβλίο του Αιχμάλωτος των Τούρκων έδωσε συγκλονιστική περιγραφή της.

Το βράδυ της 17 Αυγούστου, μετά την μεγάλη καταστροφή, η Ομάδα Τρικούπη, έχοντας αφήσει στο πεδίο της μάχης όλους τους τραυματίες, υλικά, 250 υγειονομικά και μεταγωγικά αυτοκίνητα, πυροβόλα, συνέχισε την πορεία της προς το Ουσάκ. Στο Συγκρότημά του περιλαμβάνονταν η IV Μεραρχία Δημαρά, η ΧΙΙ Καλλιδόπουλου, η ΧΙΙΙ του Καϊμπαλή, ενώ η ΙΧ του Γαρδίκα ακολούθησε διαφορετικό ημερολόγιο και βοηθούμενη από την V του Ρόκα απέφυγε την αιχμαλωσία. Κάθε Μεραρχία ακολούθησε δική της πορεία. Η φάλαγγα των στρατηγών Δημαρά – Καλλιδόπουλου που κινήθηκε όλη την νύκτα της 17ης Αυγούστου στο Μουράτ Νταγ, απώλεσε τον προσανατολισμό της. Την επομένη 18 και πάλι κινούνταν άσκοπα ώσπου στις 8 το βράδυ της 19 Αυγούστου παραδόθηκε στους Τούρκους. Οι αιχμάλωτοι ανέρχονταν σε 84 αξιωματικούς και 1.600 οπλίτες. Σημειωτέον, πάντως, ότι ο επιτελάρχης της IV Μεραρχίας ταγματάρχης Γ. Τσολάκογλου, ο κατοπινός κατοχικός Πρωθυπουργός, διαφώνησε  με το δρομολόγιο της Μεραρχίας και μαζί με αξιωματικούς και οπλίτες που τον ακολούθησαν, εφθασαν στο Ουσάκ την 19 Αυγούστου και ενώθηκαν με την Ομάδα Φράγκου.

Η Ομάδα Τρικούπη κινούνταν δυτικά, αναζητώντας μάταια οδηγούς για να φθάσει στο Ουσάκ δια μέσου Μπανάζ. Πρόθεσή του ήταν να παρακάμψει το Ουσάκ, που, ομως,  ήδη είχε καταληφθεί από τους Τούρκους. Η εξάντληση, η πείνα, η απογοήτευση, κυριαρχούσαν στην φάλαγγα του Τρικούπη. Έτσι, το απόγευμα της 20ης Αυγούστου στις 5 μ.μ. παραδόθηκε λίγα χιλιόμετρα βόρεια του Ουσάκ. Το τέλος της Ομάδας: αιχμάλωτοι οι στρατηγοί Ν. Τρικούπης Διοικητής του Α΄Σ.Σ., Κίμων Διγενής Διοικητής του Β΄Σ.Σ., ο Διοικητής της ΧΙΙΙ Μιλτιάδης Καϊμπαλής μαζί και 190 αξιωματικοί και 4.400 οπλίτες. Για πρώτη φορά Έλληνας αρχιστράτηγος αιχμαλωτίζεται από τον εχθρό. Ο Τρικούπης είχε ανακηρυχθεί στον βαθμό αυτό από την ελληνική κυβέρνηση σε αντικατάσταση του Χατζηανέστη. Το πληροφορήθηκε από τον ίδιο τον Κεμάλ, που υπηρεσίες του είχαν αποκρυπτογραφήσει τα σήματα της ελληνικής κυβέρνησης.

Οι Δημαράς (διοικητής της IVης Μεραρχίας), Τρικούπης (διοικητής Α’ ΣΣ) και Διγενής (διοικητής Β’ ΣΣ) σε τουρκικό στρατόπεδο αιχμαλώτων.

Η Ομάδα Φράγκου υποχώρησε και βρέθηκε το μεσημέρι της 15 Αυγούστου στο Μπασκιμσέ, όπου ανέμενε την V Μεραρχία, το απόσπασμα Λούφα και το 5/42 του Πλαστήρα. Στις 4 το απόγευμα ξεκίνησε για το Τουμπλού Μπουνάρ, όπου έφθασε το πρωί της 16 Αυγούστου, μαζί και η VΙΙ του Κουρουσόπουλου. Την νύκτα στάθμευσε μεταξύ σιδηροδρομικού σταθμού Τουμπλού Μπουνάρ  και Οτουράκ Τσιφλίκ. Απέναντι τουρκικές δυνάμεις, που μπορούσε να αντιμετωπίσει, αλλά την τελευταία στιγμή ματαίωσε την επίθεσή του και έτσι άφηνε ακάλυπτη την Ομάδα Τρικούπη, που οδηγήθηκε στην αιχμαλωσία, σε συνδυασμό με την επιμονή του να παραμένει στο Ολουτζάκ. Η αποχώρηση του 1/38 του Ιω. Ζήρα από το Καραγκιοζελί και του 4ου Σ.Π. επεδείνωσαν την θέση του Τρικούπη. Κατόπιν τούτων, ο Φράγκου υποχώρησε προς το Τσορούμ Νταγ, καθ’ ον χρόνον ο Πλαστήρας κατείχε το Χασάν Τεπέ. Ο Φράγκου, στο μεταξύ, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τουρκική επίθεση στο Τσορούμ Νταγ που δέσποζε στην κοιλάδα του Μπανάζ και αυτό έσβηνε κάθε ελπίδα επαφής με την Ομάδα Τρικούπη. Σημειωτέον ότι Εύζωνοι του Φράγκου στην κρίσιμη στιγμή δεν κινήθηκαν να ανακαταλάβουν το Τσορούμ, που ανακατέλαβαν, για λίγο, η IV και VII Μεραρχία. Η Ομάδα Φράγκου αναγκάσθηκε να συμπτυχθεί δυτικότερα με σκοπό την κατάληψη του Ουσάκ. Είχε συμπτυχθεί στην γραμμή Κιζίλ Νταγ – Ελμά Νταγ – Καπακλάρ, ποταμός Μπανάζ Τσάι (18 – 19 Αυγ.). Η Ι Μεραρχία του Φράγκου, όμως, βρισκόταν σχεδόν σε πλήρη διάλυση, μολονότι διατασσόταν από την Στρατιά να συντρίψει τον εχθρό(!). Ήδη είχε απωλεσθεί η γραμμή Καπακλάρ, που ανακατέλαβε ο Πλαστήρας, που τέθηκε επικεφαλής του παραπαίοντος 4ου Σ.Π. Το μεσημέρι της 19 Αυγούστου οι Τούρκοι εισήλθαν στο Ουσάκ, όπου βρήκαν στις αποθήκες του ελληνικού στρατού άφθονο πολεμικό υλικό. Δυστυχώς, η ΙΙ Μεραρχία δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τις θέσεις της. Η εγκατάλειψη του Ουσάκ σήμαινε πια την βέβαιη αιχμαλωσία της Ομάδας Τρικούπη. Από το βράδυ της 19 ως τις 21  Αυγούστου η Ομάδα Φράγκου κατευθυνόταν προς Κούλα – Φιλαδέλφεια, με διαταγή να φράξει την διάβαση Κούλων, ώσπου να περάσουν οι φάλαγγες. Οι Τούρκοι σκόπευαν να καταλάβουν το Σαλιχλί, γι’ αυτό και η Στρατιά διέταξε το πρωί της 22 Αυγούστου την ΧΙΙΙ Μεραρχία –τα υπολείμματά της δηλαδή- να κινηθεί προς Σαλιχλί, όπου θα συναντούσε την Μεραρχία Ιππικού. Η ΧΙΙΙ Μεραρχία φθάνοντας στο Σαλιχλί επέβαλε την τάξη στην σύγχυση που επικρατούσε στον σιδηροδρομικό σταθμό και φρόντισε την επομένη για την επιβίβαση προσφύγων σε έξη συρμούς, στους οποίους επιβιβάσθηκε και η ίδια. Το απόσπασμα Λούφα στις 22 Αυγούστου νοτιοδυτικά των Κούλων δέχθηκε επιθέσεις του Τουρκικού Ιππικού, που κατέληξαν σε πεζομαχία. Στην συνέχεια κινήθηκε προς Φιλαδέλφεια. Την 22 Αυγούστου η Στρατιά διέταξε την ΙΙ Μεραρχία Γονατά να κατευθυνθεί προς Τουρμπαλί και Οδεμίσι και να αναλάβει την στρατιωτική διοίκηση Οδεμισίου. Την ίδια μέρα διέτασσε την επιβίβαση στα ελλιμενισμένα πλοία όλου του προσωπικού και των κτηνών των μη μάχιμων σχηματισμών (υπηρεσίες, νοσηλευτικά κέντρα, στρατιωτικά καταστήματα κ.ά.). Στις 2.30 της 22 Αυγούστου διέταξε τον Φράγκου να συμπτυχθούν στον χώρο Μαγνησία – Κασαμπά.

Η μάχη του Σαλιχλί στις 23 Αυγούστου ήταν η τελευταία νικηφόρα του ελληνικού στρατού στην Μ. Ασία, όπου το απόσπασμα Πλαστήρα και η Μεραρχία Ιππικού απέκρουσαν δύο τουρκικές επιθέσεις το πρωί και το μεσημέρι της ίδιας μέρας. Την επομένη η Ομάδα Φράγκου κινήθηκε προς Αχμετλί με την Μεραρχία Ιππικού, η ΙΙ Μεραρχία προς Οδεμίσι και το 2ο Σ.Π. της Ι Μεραρχίας διατέθηκε στο Α΄Σ.Σ. που, μαζί με το απόσπασμα Λούφα, θα κάλυπταν τις ελληνικές δυνάμεις από τα βόρεια.

Η μάχη του Σαλιχλί (23 Αυγούστου 1922).

Την νύκτα της 23 Αυγούστου το Β΄Σ.Σ. στάθμευε με την V Μεραρχία στο Αχμετλί, η ΧΙΙ στον σιδηροδρομικό σταθμό Σάρδεων και η ΙΧ στον Κασαμπά.

Το πρωί της 25 Αυγούστου στον Κασαμπά βρισκόταν το Α΄Σ.Σ. και στην Μαγνησία το Β΄Σ.Σ. με φροντίδα του Φράγκου, κατά διαταγήν της Στρατιάς το βράδυ της 23 Αυγούστου. Πάντως, στις 24 Αυγούστου ο νέος Διοικητής της Στρατιάς Πολυμενάκος διέταξε την ΙΙ Μεραρχία να κινηθεί προς Τουρμπαλί για να καλύψει την Σμύρνη και την Χερσόνησο της Ερυθραίας. Άσχετα με τις διαταγές Πολυμενάκου το Συγκρότημα Φράγκου κινήθηκε προς τις διόδους του Νυμφαίου και της Σαπάντζας.

Στις 26 Αυγούστου το πρωί οι Μεραρχίες των Α΄ και Β΄ Σ.Σ. κινήθηκαν προς τις νέες θέσεις τους. Η VII Μεραρχία απέκρουσε τουρκική μεραρχία που επιχείρησε να αποκόψει την πορεία της προς την Σμύρνη, στην οποία έφθασε το πρωί της 27ης Αυγούστου και απ’ εκεί γρήγορα τράβηξε προς τον Τσεσμέ. Στις 11 το πρωί εισήλθαν στην ιωνική πρωτεύουσα 400 τσέτες. Η Μεραρχία Ιππικού έφθασε στην Μαινεμένη στις 6 το πρωί και το μεσημέρι βιαστικά έφυγε για το Μερσινλί, αφήνοντας ελεύθερη την οδό προς την Σμύρνη στην τουρκική 14η Μεραρχία Ιππικού, που κατέλαβε την στενωπό της Μαγνησίας το βράδυ της 26 Αυγούστου. Ο έγκυρος δημοσιογράφος Ροδής, αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων γράφει ότι την 25 Αυγούστου 1922 πέρασε από τη Σμύρνη με καλπασμό η Μεραρχία Ιππικού με τον μέραρχον Καλλίνσκην, άθικτος και πάνοπλος…με την σημαίαν διπλωμένην, με τους άνδρας σιωπηλούς μέχρι θανάτου…Ήτο η Μεραρχία του Ιππικού άθικτος και πάνοπλος…και κατευθύνεται όχι προς τον  πόλεμον και την θυσίαν, αλλά προς την παραλίαν του Τσεσμέ…άθικτος και πάνοπλος. Λίγες μέρες αργότερα, ο αιχμάλωτος στρατηγός Τρικούπης έλεγε σε Τούρκο συνάδελφό του ότι στην τραγική μάχη του Αλή Βεράν, η Μεραρχία Ιππικού έβοσκε χορταράκι στο Ουσάκ.

Έλληνες στρατιώτες στο Σαλιχλί το καλοκαίρι του 1922.

Η Ομάδα Φράγκου την νύκτα της 26 προς 27 Αυγούστου πέρασε έξω από την Σμύρνη, ενώ τα Α΄ και Β΄ Σ.Σ. έφθασαν στο Ναρλί Ντερέ και Άγιο Γεώργιο της Χερσονήσου της Ερυθραίας. Το Β΄Σ.Σ. πέρασε στις 8.30 το Γκιούλ Μπαξέ, το Α΄Σ.Σ. έφθασε στα Βουρλά στις 9 το πρωί, η Μεραρχία Ιππικού στην Σκάλα Βρυούλων στις 7μ.μ. της 28 Αυγούστου. Απόσταση Σμύρνη –Βουρλά 90 χιλιόμετρα. Ο στρατηγός Ανδρέας Πλατής είχε αναλάβει την άμυνα της Ερυθραίας, που υποστήριζαν το θωρηκτό Κιλκίς, το καταδρομικό Έλλη, τα αντιτορπιλλικά Νίκη και Σφενδόνα και το εύδρομο Νάξος. Το Β΄Σ.Σ. και το Α΄Σ.Σ.  έφθασαν στα Αλάτσατα το μεσημέρι της 29 Αυγούστου. Η απόσταση Βουρλών – Αλατσάτων περί τα 80 χιλιόμετρα.

Την αμυντική γραμμή ενίσχυαν οι I, II, VII Μεραρχίες. Η Μεραρχία Ιππικού κατευθύνθηκε από την Σκάλα Βρυούλων προς το λιμάνι του Τσεσμέ. Το Β΄Σ.Σ. την αυγή της 30 Αυγούστου έφθασε στην γραμμή Λίντζα – κόλπος Αγριελιάς και στις 2 το μεσημέρι της 31 Αυγούστου κινήθηκε προς τον Τσεσμέ. Ο κόλπος της Αγριελιάς βρίσκεται περί τα 10 χιλιόμετρα από τα Αλάτσατα και άλλα τόσα προς τον Τσεσμέ. Η ΧΙΙΙ Μεραρχία τα μεσάνυκτα της 31 Αυγούστου κινήθηκε προς Αλάτσατα και στις 2.30 μ.μ. της 1 Σεπτεμβρίου έφθασε δυτικά του Ζεϊντελί, ενώ το Α΄Σ.Σ. συμπτύχθηκε και εγκαταστάθηκε στα Αλάτσατα την 1 μ.μ. της 1 Σεπτεμβρίου. Το Β΄Σ.Σ. είχε ήδη φθάσει στον Τσεσμέ. Η απόσταση Αλατσάτων – Τσεσμέ είναι περί τα 20 χιλιόμετρα. Το Ζεϊτενλί είναι στο μέσο της αποστάσεως Βουρλών – Τσεσμέ.

Δύο τμήματα της στρατιωτικής διοικήσεως Οδεμισίου, το πρώτο του Τάγματος Ηλία Βαμβακόπουλου με 25 αξιωματικούς και 800 οπλίτες, από το Τζιμόβασι έφθασε στο Ντεμιρτζαλή και επιβιβάσθηκε στο εξοπλισμένο εμπορικό Νάξος στις 30 Αυγούστου. Το δεύτερο με 7 αξιωματικούς και 70 οπλίτες έφθασε στην Σκάλα Βρυούλων και επιβιβάσθηκε στο Κιλκίς στις 29 Αυγούστου. Ο γηραιός διοικητής στο Οδεμίσι Ζεγγίνης αντί να στραφεί προς Τσεσμέ, ξεκίνησε από το Οδεμίσι, έφθασε έξω από την Σμύρνη και παραδόθηκε στους Τούρκους!

Το πρωί της 3 Σεπτεμβρίου απέπλευσαν από τον Τσεσμέ τα τελευταία τμήματα του Νοτίου Συγκροτήματος, καλυπτόμενα από τον Διοικητή του 1ου Σ.Π. αντισυνταγματάρχη Π.Ζ. Οδυσσέα Μιαούλη. Το ίδιο πρωί έφθασε στον Τσεσμέ ο τουρκικός στρατός. Πέρα μακριά η Σμύρνη καιγόταν ακόμη!

Οι ελληνικές δυνάμεις που μεταφέρθηκαν στην Χίο και την Μυτιλήνη ανέρχονταν κατά Μεραρχίες ως εξής:

IV Μεραρχία: Αξιωματικοί 200, οπλίτες 3300, κτήνη 450

V Μεραρχία:  Αξιωματικοί 204, οπλίτες 3000, κτήνη 1212

VII Μεραρχία: Αξιωματικοί 240, οπλίτες 6500, κτήνη 2800, πυροβόλα 11

ΧΙΙ Μεραρχία: Αξιωματικοί 1500, οπλίτες 2200, κτήνη 1010, πυροβόλα 8

Δεν υπάρχουν στοιχεία για Ι, ΙΙ, ΙΧ, ΧΙΙΙ και Μεραρχία Ιππικού.

Ο εμπρησμός της Σμύρνης.

Η σύμπτυξη του Γ΄Σ.Σ.

Το Γ΄Σ.Σ. με διοικητή τον Γ. Σουμίλα, είχε την ευθύνη του Βορείου Συγκροτήματος της Στρατιάς, δηλ. από την Κίο ως το Σεϊντή Γαζή και Ακ ιν. Συνολικό άνοιγμα 300 χιλιόμ. Έδρα του το Εσκί Σεχήρ και στην δύναμή του συμπεριλαμβάνονταν οι ΙΙΙ, Χ, ΧΙ και η Ανεξάρτητη Μεραρχία, δώδεκα αεροπλάνα αναγνώρισης και δύο καταδιωκτικά. Το Γ΄Σ.Σ. είχε πολύ καλή αμυντική οργάνωση. Την 13 Αυγούστου 1922, με την έναρξη της τουρκικής επίθεσης, διατάχθηκε από την Στρατιά να καλύψει την σιδηροδρομική γραμμή προς Προύσα και η Ανεξάρτητη Μεραρχία να κατευθυνθεί προς Τουμπλού Μπουνάρ. Το Γ΄Σ.Σ. δέχθηκε την μικρότερη σε έκταση τουρκική επίθεση, αφού οι Τούρκοι έρριψαν το βάρος της επίθεσής τους στο Νότιο Συγκρότημα. Από την 15 Αυγούστου άρχισε η εκκένωση του Εσκί Σεχήρ, η καταστροφή της σιδηροδρομικής γραμμής προς Αφιόν και η προετοιμασία φόρτωσης υλικών προς Προύσα και Κιουτάχεια. Στις 17 Αυγούστου ο στρατιωτικός διοικητής Κιουτάχειας, συγκέντρωσε την φρουρά της Κιουτάχειας, προώθησε τους Χριστιανούς στην Προύσα και κινήθηκε προς το Ουσάκ. Είχε 1.400 άνδρες που δέχθηκαν τουρκική επίθεση και διαλύθηκαν αφήνοντας πολλούς νεκρούς. Σώθηκαν 7 αξιωματικοί και 250 οπλίτες που συνάντησε η Ανεξάρτητη Μεραρχία και τους ενέταξε πανικοβλημένους σε μη μάχιμο τμήμα. Ο ταγματάρχης Σωτ. Σακελλαρίου με 900 οπλίτες που συγκέντρωσε, έφθασε στο Ουσάκ και στις 19 Αυγούστου αναχώρησε σιδηροδρομικώς για την Σμύρνη.

Το πρωί της 18 Αυγούστου το Γ΄Σ.Σ. διατάχθηκε να συμπτυχθεί προς Προύσα και να μεταφέρει μεγάλη ποσότητα υλικών στο Καράκιοϊ. Τα υλικά και οι πρόσφυγες του Εσκί Σεχήρ μεταφέρθηκαν στην Προύσα με 1.000 σιδηροδρομικά οχήματα και 300 αυτοκίνητα. Η μεταφορά χαρακτηρίσθηκε αρίστη. Στην συνέχεια, το στρατηγείο μεταφέρθηκε στο Ινονού, 75 χιλιόμετρα από την Κιουτάχεια. Στις 21 και 22 Αυγούστου έλαβαν χώραν οι μάχες Κοβαλίτσας και Καράκιοϊ, όπου είχε μεταφερθεί η έδρα του στρατηγείου. Στις 22 και 23 Αυγούστου μεγάλα τμήματα της Στρατιάς είχαν καταλάβει την αμυντική τοποθεσία της Προύσας. Η ΧΙ, βοηθούμενη από συντάγματα που ήλθαν από την Ραιδεστό και τα πυρά των αντιτορπιλλικών Πάνθηρ και Λέων, που ήσαν ελλιμενισμένα στην Κίο, πέτυχε να διατηρήσει τις θέσεις της. Στις 23 Αυγούστου το απόσπασμα Ζήρα έφθασε τα μεσάνυκτα στην Κίο και την ίδια μέρα το Γ΄Σ.Σ. διατάχθηκε να εξασφαλίσει τα λιμάνια Πανόρμου και Αρτάκης. Τούτο σήμαινε συνεχή σύμπτυξή του προς αυτά, όπου θα φορτώνονταν τα πάσης φύσεως υλικά. Από τις 24 – 27 Αυγούστου η ΧΙ Μεραρχία συνέχισε αμυνόμενη ανατολικά της Προύσας, ενώ το απόσπασμα Ζήρα και τα 47ο και 55ο Σ.Π. μάχονταν στον τομέα της Κίου. Στην Κίο βρίσκονταν αγωνιζόμενες και οι ΧΙ, Χ και ΙΙΙ Μεραρχίες. Στις 28 Αυγούστου είχε εκκενωθεί η Κίος, χάρη στην πρωτοβουλία του Ζήρα που είχε καταλάβει την κορυφογραμμή της Κίου και το στρατηγείο είχε μεταφερθεί στο Δεμιρτάς, περί τα 30 χιλιόμετρα από τα Μουδανιά. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας παρουσιάσθηκε στον στρατηγό Σουμίλα επιτροπή τριών αξιωματικών, από Βρεττανό, Γάλλο και Ιταλό και του ανήγγειλε ότι ήταν επιφορτισμένη για την ασφάλεια των τεμενών της Προύσας και ότι στο λιμάνι των Μουδανιών βρίσκονταν δύο συμμαχικά πλοία. Ο στρατηγός τους απάντησε ότι, εφ’ όσον υπήρχε ελληνικός στρατός, η Προύσα θα ήταν ασφαλής. Από την επιτροπή ο Σουμίλας πληροφορήθηκε την κατάληψη της Σμύρνης που καιγόταν και ότι το Α΄ και Β΄Σ.Σ. είχαν διαλυθεί. Τα 47ο και 55ο Σ.Π. είχαν διασκορπισθεί, άλλα τμήματά τους κινήθηκαν προς τα Μουδανιά και άλλα συνέχισαν μαχόμενα. Το κενό μεταξύ Χ και ΧΙ Μεραρχίας εξακολουθούσε να υφίσταται. Στις 9 το πρωί της 29 Αυγούστου αποβιβάσθηκαν στα Μουδανιά γαλλικά τμήματα για την τήρηση της τάξης. Το απόσπασμα Ζήρα έφθασε στα Μουδανιά έχοντας μαζί του και υπολείμματα μονάδων που είχαν διαλυθεί, τα άλλα είχαν παραδοθεί στους Γάλλους, τους άνδρες των οποίων παρέδωσαν στους Τούρκους. Οι Γάλλοι ζήτησαν και από τον Ζήρα να παραδοθεί κι αυτός τους απάντησε περήφανα διασπώντας τον γαλλικό κλοιό με τους άνδρες με εφ’ όπλου λόγχη. Ακολούθως, στράφηκε προς το Μιχαλίτσι. Στο μεταξύ, η ΧΙ Μεραρχία Κλαδά αγνοούνταν, λίγο μετά το Γ΄Σ.Σ. θα πληροφορηθεί ότι είχε αιχμαλωτισθεί την 30 Αυγούστου. Στις 31 Αυγούστου άρχισε η επιβίβαση μη μεραρχικών μονάδων στα πολεμικά πλοία τα ελλιμενισμένα στην Πάνορμο και Αρτάκη. Την 1 Σεπτεμβρίου συνεχιζόταν η σύμπτυξη προς την Πάνορμο, ενώ στην Ραιδεστό είχε αφιχθεί ο στρατιωτικός διοικητής Πανόρμου, με εντολή να φροντίζει για την υποδοχή των αφικομένων τμημάτων, αρχικά των μη μεραρχικών μονάδων του Γ΄Σ.Σ. και των μεταγωγικών της ΧΙ Μεραρχίας, που είχαν διασωθεί, την τήρηση της τάξης και πειθαρχίας κ.λπ. Στις 2 και 3 Σεπτεμβρίου επιβιβάσθηκαν οι υγειονομικοί, οι σχηματισμοί Μηχανικού, το απόσπασμα Ζήρα και στρατιωτικές υπηρεσίες. Οι υπόλοιπες δυνάμεις θα επιβιβασθούν στις 3, 4, 5 Σεπτεμβρίου στα λιμάνια της Πανόρμου και Αρτάκης. Το Γ΄Σ.Σ. επικοινωνούσε με την Στρατιά δια μέσου του ασυρμάτου του Στόλου. Αυτές τις μέρες η ΙΙΙ Μεραρχία και το 27ο Σ.Π., με την βοήθεια των αντιτορπιλλικών Βέλος και Αετός, έδωσαν σκληρές μάχες στην Πάνορμο. Λίγο μετά, βρέθηκαν στην Αρτάκη και κάλυπταν την γραμμή Αρτάκη – Πάνορμος για την ασφαλή επιβίβαση των τμημάτων. Στις 6 το πρωί της 4 Σεπτεμβρίου τα 12ο και 30ο Σ.Π. απέκρουσαν τουρκικές επιθέσεις που παρακολούθησε ο Αρχιστράτηγος Πολυμενάκος και ο οποίος έφθασε εκεί ατμοπλοϊκώς. Το μεσημέρι της 5 Σεπτεμβρίου ολοκληρώθηκε η επιβίβαση του Γ΄Σ.Σ. που έφθασε στην Ραιδεστό έχοντας απώλειες 12 αξιωματικούς και  84 οπλίτες νεκρούς, 45 αξιωματικούς και 446 οπλίτες τραυματίες και 119 οπλίτες αγνοούμενους. Δυστυχώς, είχε αιχμαλωτισθεί η ΧΙ Μεραρχία Κλαδά. Στην Ραιδεστό αποβιβάσθηκαν 60.000 άνδρες.

Η αποβίβαση του Γ’ Σ.Σ. στο λιμάνι της Ραιδεστού.

Η αιχμαλωσία της ΧΙ Μεραρχίας Κλαδά. Η ΧΙ Μεραρχία Κλαδά είχε απωλέσει την επικοινωνία με το Γ΄Σ.Σ., κατευθύνθηκε προς τα Μουδανιά, πορευόμενη σε άγνωστο και δύσβατο έδαφος, έχοντας χάσει τον προσανατολισμό της. Την κρίσιμη στιγμή δεν την κάλυπτε το απόσπασμα Ζήρα, που είχε φθάσει στα Μουδανιά. Την πορεία προς Μουδανιά δυσχέραινε, πλην του δύσβατου του εδάφους, και το δυσκίνητο πεδινό πυροβολικό που αρνούνταν να εγκαταλείψει ο Κλαδάς. Αν το εγκατέλειπε, θα έφθανε 6 – 7 ώρες νωρίτερα στα Μουδανιά και θα απέφευγε την αιχμαλωσία. Στις 7 το πρωί της 30 Σεπτεμβρίου η Μεραρχία πλησίαζε στα Μουδανιά, που είχαν καταληφθεί από τους Τούρκους, που της επιτέθηκαν,  με το 17ο Σ.Π. να αμύνεται απεγνωσμένα, ενώ η διαρροή οπλιτών αποδυνάμωνε την άμυνά της. Την ίδια άμυνα προέβαλλε το 47ο Σ.Π. Την 1 μ.μ. ο Κλαδάς αντιλήφθηκε ότι είχε περικυκλωθεί και παραδόθηκε,  ενώ το 47ο Σ.Π. εξακολουθούσε μαχόμενο, ώσπου παραδόθηκε και αυτό. Σύνολο αιχμαλωτισθέντων ανδρών 4.500 και 36 πυροβόλα.

Ο άθλος της Ανεξάρτητης Μεραρχίας (Α.Μ.). Το πρωί της 16 Αυγούστου η Α.Μ. κινήθηκε προς Τουμπλού Μπουνάρ, χωρίς, ωστόσο, να έχει επικοινωνία με καμμία μονάδα. Το βράδυ πληροφορήθηκε ότι είχε καταληφθεί η Κιουτάχεια την 15 Αυγούστου. Την 18 Αυγούστου εξακολουθούσε κινούμενη προς Ουσάκ. Κατά την πορεία της βόρεια βρέθηκε μπροστά στο φρικιαστικό θέαμα και την έκταση των απωλειών της στρατιωτικής δύναμης Κιουτάχειας. Τους διασωθέντες περισυνέλεξε η Α.Μ., όπως είδαμε παραπάνω. Την ίδια  μέρα, δέχθηκε εχθρική επίθεση, όπου διακρίθηκε το 53ο Σ.Π. Από ερματισμένο φάκελο ο Μέραρχος Θεοτόκης πληροφορήθηκε την κατάληψη από τους Τούρκους τόσο της Κιουτάχειας, όσο και του Ουσάκ (19 Αυγ.). Έτσι, αποφάσισε να ακολουθήσει τον ελεύθερο δρόμο Σιμάβ προς Σαλιχλί. Στο Σιμάβ έφθασε στις 22 Αυγούστου και δια μέσου Σιντιρτζί κινήθηκε προς Αξάριο, πάντα ελπίζοντας να ενωθεί με το Νότιο Συγκρότημα. Στις 24 Αυγούστου η Α.Μ. έφθασε στο Σιντιρτζί και στις 27 στο Κιρκαγάτς, όπου Έλληνες και Τούρκοι πρόκριτοι, μετά από απειλές του Μεράρχου για βομβαρδισμό της πόλης, συγκέντρωσαν ποσότητες ψωμιού, τροφίμων και νομής. Το απόγευμα της 28 Αυγούστου η Α.Μ. στάθμευσε στο Κινίκ, όπου τον Διοικητή της επισκέφθηκαν Έλληνες, Αρμένιοι και Τούρκοι πρόκριτοι και του ζήτησαν να μην περάσει από την Πέργαμο και σε αντάλλαγμα του προσέφεραν τρόφιμα κ.λπ. Στις 29 Αυγούστου η Α.Μ. με τμήματά της επέβαλε την τάξη στο Ντικελί, όπου είχε συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός προσφύγων. Στις 30 Αυγούστου η Α.Μ. έφθασε στο Ντικελί και στις 31 Αυγούστου άρχισε η επιβίβαση προσφύγων, επιλεγμένων κτηνών και όλων των τμημάτων της Α.Μ. Την 1 Σεπτεμβρίου το πρωί είχε συντελεσθεί η αποβίβασή τους στην Μυτιλήνη και απ’ εκεί στην Θεσσαλονίκη, όπου ανασυγκροτήθηκε και μεταφέρθηκε στην Θράκη.

Η σύμπτυξη της Ανεξάρτητης Μεραρχίας.

Η σύμπτυξη της Α.Μ. υπήρξε υποδειγματική. Από τις 16 – 31 Αυγούστου η Α.Μ. διήνυσε 600 χιλιόμετρα μέσα σε δύσβατες περιοχές, χωρίς τρόφιμα, χωρίς πληροφορίες, χωρίς κανένα σύνδεσμο. Εκτός από την μάχη της Κιουτάχειας, δεν ενεπλάκη σε άλλη μεγάλη μάχη. Κατά την πορεία της δεχόταν συνεχείς προσβολές, παρενοχλήσεις και αιφνιδιασμούς τουρκικών τμημάτων και άτακτων. Η Α.Μ. με τον Διοικητή, τους αξιωματικούς, τους οπλίτες, πέτυχε αυτόν τον άθλο, χάρη στην συνοχή και την πειθαρχία της. Στο Ντικελί επιβίβασε πρώτα 6.000 Έλληνες και Αρμένιους πρόσφυγες και όλους τους Χριστιανούς της κωμόπολης και κατόπιν επιβιβάσθηκαν οι άνδρες της.

Συμπερασματικά: Η Μικρασιατική Καταστροφή οφείλεται σε πολλές αιτίες και αυτές ήσαν α. Το ανάπτυγμα της Στρατιάς που ήταν μεγαλύτερο από 700 χιλιόμετρα και που δεν μπορούσε να καλύψει. β. Τις πρώτες μέρες της τουρκικής επίθεσης υπήρχε κενό στο αριστερό της Ι Μεραρχίας και στο δεξιό της ΙV (Καλεντζίκ – Καγιαντιπί), που εκμεταλλεύθηκαν οι Τούρκοι, διεισδύοντας και καταλαμβάνοντας το στρατηγικό Τιλκί Κιρί Μπελ. γ. Το κενό στο Τσάι Χισάρ μεταξύ 1/38 Συντ. Ευζώνων και 5ου Συντ. της Ι Μεραρχίας, απ’ όπου εισήλθαν τέσσερις Μεραρχίες Τουρκικού Ιππικού και βρέθηκαν στα νώτα του Α΄Σ.Σ. δ. Η λανθασμένη εκτίμηση, που δεν έδωσε σημασία στο παραπάνω γεγονός, αφού η Στρατιά ενδιαφερόταν για την άμεση σύμπτυξη του Ελληνικού Στρατού προς τον Τσεσμέ. ε. Η εμμονή του Τρικούπη να παραμείνει στο Ουλουτζάκ και να μην κινηθεί εγκαίρως προς Τουμπλού Μπουνάρ, όπου με την Ομάδα Φράγκου θα μπορούσε να δώσει την τελική μάχη. στ. Το απόσπασμα Πλαστήρα αποχώρησε πρόωρα από το Μπαλ Μαχμούτ και έτσι διαλύθηκε η IV Μεραρχία. ζ. Η αποχώρηση του Φράγκου από το Τουμπλού Μπουνάρ. η. Η ανικανότητα του Χατζανέστη και ορισμένων διοικητών μονάδων που αντικατέστησαν εμπειροπόλεμους συναδέλφους τους μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, και τέλος η εγκατάλειψη της Ελλάδας από τους Γάλλους και Ιταλούς και η απροκάλυπτη βοήθειά τους στον Κεμάλ.

Η Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922, μέσα από μαρτυρίες Ελλήνων στρατιωτών | Media Education Project

Ο   Αθανάσιος  Ε.  Καραθανάσης είναι Ομότιμος Καθηγητής του ΑΠΘ και Καθηγητής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας

Ενδεικτική  βιβλιογραφία

Ακτζόγλου Ιάκ., Χρονικό Μικρασιατικού Πολέμου 1919-1922, Αθήνα,1998.

Κονδύλης Γεώργ. [επιμ. Θεμ. Γ. Ζαφειρόπουλος], Ο δρόμος προς την Καταστροφήν, Αθήνα, 1979.

Μπουλαλάς Κλ., Η Μικρασιατική Εκστρατεία, Αθήνα, 1957.

Μπουντούρης  Δημ., Η Ανεξάρτητος Μεραρχία, Λαμία, 1928

Πανταζής Κωνστ., Συμβολή εις την ιστορίαν της Μικρασιατικής Εκστρατείας, Αθήνα, 1966.

Ρόδας Μιχ., Η Ελλάδα στην Μικρά Ασία, Αθήνα, 1950.

Σπυρίδωνος Γ., Πόλεμος και Ελευθερία. Η Μικρασιατικη Εκστρατεία όπως την είδα, Αθήνα 1929.

ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη ιστορία της εκστρατείας στη Μικρά Ασία, Αθήνα 2001.

Κι αν είχε γίνει δεκτός στην Ακαδημία Καλών Τεχνών; Το συμπλεγματικό φορτίο ενός παραγνωρισμένου καλλιτέχνη

Κι αν είχε γίνει δεκτός στην Ακαδημία Καλών Τεχνών;

Το συμπλεγματικό φορτίο ενός παραγνωρισμένου καλλιτέχνη

 

Στη βρετανική Κυανή Βίβλο του Πολέμου, έχει καταχωριστεί το περιεχόμενο ενός διαλόγου, που ο Adolf Hitler είχε ανταλλάξει με τον πρέσβυ της Α.Μ. στο Βερολίνο, Nevile Henderson, τον Αύγουστο του 1939, λίγες μέρες προτού τα γερμανικά στρατεύματα εισβάλουν στην Πολωνία, σηματοδοτώντας την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο αρχηγός του Γ’ Ράιχ φέρεται να εκφράστηκε ως εξής: “Δεν είμαι πολιτικός. Είμαι καλλιτέχνης. Μόλις επιλυθεί η εκκρεμότητα της Πολωνίας ευελπιστώ να ολοκληρώσω τη ζωή μου ως καλλιτέχνης”.

Όσο και αν ο ίδιος ήταν πεπεισμένος πως δεν υφίστατο κίνδυνος διολίσθησης προς έναν γενικευμένο πόλεμο εξαιτίας των πολωνικών περισπασμών, είναι δύσκολο να αποδεχτούμε ότι το καλοκαίρι του 1939 τα λόγια αυτά αντανακλούσαν τον εσωτερικό του κόσμο. Μάλλον επρόκειτο για τα κατάλοιπα μιας συμπλεγματικής νοοτροπίας, εξαιτίας ενός νεανικού τραύματος, που διένυε ήδη την τρίτη δεκαετία. Στο Mein Kampf (1925), o Hitler δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Περιγράφει αναλυτικά τον τρόπο, με τον οποίο σε δυο διαδοχικές περιπτώσεις, το 1907 και το 1908, η προσπάθειά του να γίνει δεκτός στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης δεν καρποφόρησε. Ειδικότερα την πρώτη φορά, κατάφερε να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις του προκαταρκτικού γύρου, που συνίστατο στη σύνθεση ενός έργου με βιβλικό θέμα, σε δυο τρίωρης διάρκειας συνεδρίες. Στον επόμενο γύρο, σειρά είχε η αξιολόγηση των φακέλων των υποψηφίων. Θεωρήθηκε ότι τα έργα του Hitler έδιναν έμφαση στη λεπτομέρεια των κτηρίων. Η ανθρώπινη παρουσία σε αυτά ήταν σχεδόν μηδαμινή. Του υποδείχθηκε να στραφεί προς την αρχιτεκτονική. Κάτι τέτοιο, όμως, ισοδυναμούσε με επάνοδο στα μαθητικά έδρανα, που ο μετέπειτα δικτάτορας είχε εγκαταλείψει σε ηλικία 16 ετών, προκειμένου, ακριβώς, να εισαχθεί στην Ακαδημία Καλών Τεχνών. To 1936, έχοντας προηγουμένως περιεργαστεί τον παραπάνω φάκελο υποψηφιότητας, ο Αμερικανός συγγραφέας και δημοσιογράφος John Gunther, βρήκε ότι τα προς κρίση έργα ήταν στατικά και στερούνταν ρυθμού, χρώματος, συναισθήματος και πνευματικής ευρηματικότητας. Θύμιζαν περισσότερο, χάρη στην ακρίβειά, τους σχέδια αρχιτέκτονα και τίποτα παραπάνω. Διόλου περίεργο, επομένως, ότι η εξεταστική επιτροπή επιχείρησε να στρέψει τον Hitler προς την κατεύθυνση εκείνη.¹

Selbstporträt, 1910.

Πάντως, σε ολόκληρη τη ζωή του, ο Hitler θεωρούσε τον εαυτό του  ιδιοφυία, ενδεχομένως και καλλιτεχνική. Μέσα στον διαταραγμένο νου του, η πεποίθηση αυτή είχε ριζώσει χάρη στη διφορούμενη άποψη, που κυριαρχούσε περί τα τέλη του 19ου αιώνα και βάσει της οποίας μια ιδιοφυία – με άλλα λόγια μια ισχυρή προσωπικότητα – μπορούσε να πράξει τα πάντα, ειδικότερα δε όσα επιθυμούσε.² Από την άλλη πλευρά, πάντως, πρόσφατες έρευνες αποκαλύπτουν πως από ένα σημείο και έπειτα, το ενδιαφέρον του για την τέχνη είχε ατονήσει, αντιστρόφως ανάλογα, μάλιστα, με εκείνο του υπαρχηγού του Hermann Göring, ο οποίος δεν έχανε ευκαιρία να λεηλατεί μουσεία και συλλογές των κατεχομένων χωρών, προκειμένου να εμπλουτίσει την προσωπική του συλλογή.

Η καλλιτεχνική παραγωγή του Hitler κάθε άλλο παρά αμελητέα δύναται να χαρακτηριστεί, σε ποσοτικό επίπεδο τουλάχιστον. Το Mein Kampf μας πληροφορεί πως, σε ολόκληρο το χρονικό διάστημα της παραμονής του στη Βιέννη, ζωγράφιζε δυο με τρια έργα σε καθημερινή κλίμακα και ότι κατά τα έξι αυτά χρόνια (1908-1914) είχε φιλοτεχνήσει πάνω από 1000 πίνακες. Μάλιστα, αναγκαζόταν να πουλήσει πολλούς από αυτούς για καθαρά βιοποριστικούς λόγους. Στα χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ζωγράφιζε, όποτε ήταν αδειούχος, σε απλό χαρτί, ή ακόμα και σε καμβάδες, που μετέφερε ανάμεσα στα προσωπικά του αντικείμενα. Επρόκειτο για την τελευταία φάση της καλλιτεχνικής του παραγωγής, προτού ο ίδιος στραφεί προς ένα περισσότερο σκοτεινό πεπρωμένο.

Οι Hitler και Göring περιεργάζονται έναν ζωγραφικό πίνακα.

Μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ένα μέρος από τα ζωγραφικά έργα του Γερμανού δικτάτορα κατασχέθηκε από τις αμερικανικές αρχές κατοχής και φυλάσσεται ακόμα, υπό κυβερνητικό έλεγχο, στις ΗΠΑ, με ρητή εντολή να μη δει το φως της δημοσιότητας.³ Άλλα, πάλι, έργα, πουλήθηκαν κατά καιρούς μέσω δημοπρασιών σε αμφότερες τις πλευρές του Ατλαντικού, σε τιμές, οι οποίες κυμαίνονταν μεταξύ 32.000 και 160.000 δολαρίων.⁴ Το ύφος του Hitler δεν έχει να επιδείξει κάτι το αξιόλογο. Στερούμενος θεμελιώδους παιδείας και ανήμπορος να τελειοποιήσει την καλλιτεχνική του έμπνευση και έκφραση, αρκείται στο να αναπαραγάγει τα προϋπάρχοντα ρεύματα. Στα έργα του αντανακλώνται κατάλοιπα του ελληνορωμαϊκού Κλασσικισμού, της ιταλικής Αναγέννησης, του Νεοκλασσικισμού καθώς και του κατανοητού, από τον ίδιο, τμήματος του Συμβολισμού. Αντίθετα, δεν κρύβει την απέχθειά του έναντι του Ιμπρεσιονισμού (αν και στα έργα του υπάρχουν σχετικά ψήγματα), κυρίως δε, έναντι του Εξπρεσιονισμού και της Avant-garde, που αργότερα, η ναζιστική προπαγάνδα θα καταδικάσει ως παρακμιακή τέχνη. Θεωρούσε τον εαυτό του συνεχιστή του εξαίρετου Αυστριακού τοπιογράφου Rudolf Ritter von Alt (1812-1905), παρόλο που ο τελευταίος προσδίδει ασύγκριτα μεγαλύτερη προσοχή στη φύση, σε αντιδιαστολή με τον Hitler, ο οποίος επιμένει να επικεντρώνει αδέξια το ενδιαφέρον του στην αρχιτεκτονική διάσταση.

Άραγε, ποιά θα ήταν η ροή των πραγμάτων εάν ο Hitler γινόταν δεκτός στην Ακαδημία Καλών Τεχνών; Η απάντηση στο καίριο αυτό ερώτημα είναι πως η Ιστορία δεν γράφεται με γνώμονα τα “εάν”. Αντίθετα, η, έστω και πρόσκαιρη, ενασχόλησή του με την Τέχνη, αποτελεί μια πραγματικότητα και ως τέτοια, έχει ήδη υπάρξει αντικείμενο ενδελεχούς μελέτης.⁵ Τα μέχρι στιγμής πορίσματα, μας διευκολύνουν να αποκρυπτογραφήσουμε περισσότερο τον πολύπλοκο ψυχισμό του ηγέτη του Γ΄Ράιχ. Η Τέχνη κατέλαβε μέρος της ζωής του έως το τέλος (στη διαθήκη, που υπαγόρευσε λίγο προτού αυτοκτονήσει, υπάρχει αναφορά στη συλλογή του). Δεν έκρυψε τον θαυμασμό του, όταν ένα πρωϊνό του Ιουνίου 1940 επισκέφτηκε για μια και μοναδική φορά το Παρίσι. Όταν, τέσσερα χρόνια αργότερα, ως νέος Νέρων, δεν δίστασε να διατάξει την ισοπέδωση της γαλλικής πρωτεύουσας, απαίτησε να προηγηθεί μέριμνα για την απομάκρυνση σημαντικών έργων τέχνης από εκεί και τη μεταφορά τους σε ασφαλές μέρος. Ως προς τις συνέπειες της απόρριψης από την Ακαδημία Καλών Τεχνών, οι απόψεις διίστανται. Έγκριτοι μελετητές του Ναζισμού (Ian Kershaw) επιμένουν στις ψυχολογικές επιπτώσεις σε βάρος της όλης μετέπειτα πορείας. Άλλοι πάλι, θεωρούν πως, παρά τη μεγάλη απογοήτευση, την οποία εισέπραξε, ο Hitler αποδέχτηκε την αποτυχία, με αποτέλεσμα το τραύμα να μπορέσει να επουλωθεί με την πάροδο του χρόνου. Άλλωστε, πίστευε πως μια ιδιοφυΐα ήταν δυνατό να συνεχίζει να λάμπει εν κρυπτώ, αναμένοντας την ευκαιρία εκείνη, η οποία να της επέτρεπε να επιχειρήσει, των συγκυριών επιτρεπουσών, μια θεαματική εισβολή στο προσκήνιο των εξελίξεων.

Schloss und Kirche Perchtoldsdorf, circa 1910-1912.

 

Wiener Opernhaus, 1912.

 

Der Alte Hof , München, 1914.

 

Standesamt München, circa 1900-1910.

 

Unterstand in Fournes, 1915.

 

Fromelles, 1915.

 

Ardoye in Flandern, 1917

 

Selbstporträt, 1926.

Psychoanalysing Hitler’s Rare, Controversial Paintings | Nazi Treasure Hunters

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹  John Gunther, Inside Europe, New York, Harper & Brothers, 1940, σ. 1-2.

² “Hitler Considered Himself an Artistic Genius”, συνέντευξη της Birgit Schwartz στο περιοδικό Spiegel, 21 Αυγούστου 2009.

³  Marc Fisher, «The Art of Evil; Half a century later, the paintings of Adolf Hitler are still a federal case», The Washington Post, 2 Απριλίου 2002.

⁴  “Hitler paintings sold at British auction house”, Deutsche Welle, 24 Απριλίου 2009.

⁵  Χαρακτηριστικά αναφέρονται οι πραγματείες Billy F. Price, Hitler: The Unknown Artist, Houston, Texas, Billy F. Price Publishing Co., 1983. Tου ιδίου, Adolf Hitler als Maler und Zeichner. Ein Werkkatalog der Oelgemälde, Aquarelle, Zeichnungen und Architekturskizzen,Gallant, Zug/Schweiz, 1983,  Frederic Spotts,  Hitler and the Power of Aesthetics, New York,  Harry N. Abrams, 2004. Stephen R.Pastore, The Art of Adolf Hitler: A Study of His Paintings and Drawings, Grand Oak  Rare Books Ltd, 2013. Του ιδίου, The Complete Paintings of Adolf Hitler, Grand Oak  Rare Books Ltd, 2015. Sherree Owens Zalampas, Adolf Hitler: a psychological interpretation of his views on architecture, art, and music, Bowling Green, Ohio, Bowling Green University Popular Press, 1990. Stephanie Barron, Degenerate art: The Fate of the Avant-Garde in Nazi Germany, Los Angeles, Calif., Los Angeles County Museum of Art, 1991, Eric-Emmanuel Schmitt, La Part de l’ autre, Paris, Albin Michel, 2003.

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

 

Γεώργιος Καλαφίκης: Η «Epitoma rei militaris» του Βεγέτιου και ο ύστερος ρωμαϊκός στρατός στο μεταίχμιο μεταξύ αρχαιότητας και μεσαίωνα

Γεώργιος  Καλαφίκης

Η «Epitoma rei militaris» του Βεγέτιου και ο ύστερος ρωμαϊκός στρατός στο μεταίχμιο μεταξύ αρχαιότητας και μεσαίωνα

Ι. Γενική εισαγωγή στο έργο

Η «Epitoma rei militaris» του Λατίνου συγγραφέα Φλάβιου (ή Πόπλιου) Βεγέτιου Ρενάτου (Flavius ή Publius Vegetius Renatus) κατέχει διαχρονικά περίοπτη θέση μεταξύ των στρατιωτικών εγχειριδίων και τακτικών σε παγκόσμιο επίπεδο. Γραμμένη στη λατινική γλώσσα, η «Στρατιωτική επιτομή» δημοσιεύτηκε κατά την εποχή της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (ca. 284-476). Συνέχισε, ωστόσο, να ασκεί σημαντικότατη επίδραση ειδικά στη δυτική Ευρώπη καθ’ όλη τη διάρκεια του μεσαίωνα μέχρι και την έλευση των νεότερων χρόνων. Παρέμεινε εξαιρετικά δημοφιλές κείμενο, αφού γνώρισε μέσω της χειρόγραφης αντιγραφής αλλεπάλληλες επανεκδόσεις1.

Ο Βεγέτιος (I.8, I.27, II.Praef., II.3) ομολογεί ότι η συγγραφή της επίτομης μελέτης του στηρίχθηκε σε κείμενα προγενέστερων Λατίνων συγγραφέων και σε στρατιωτικές ρυθμίσεις (constitutiones) σπουδαίων Ρωμαίων αυτοκρατόρων, συγκεκριμένα του Οκταβιανού Αυγούστου (27 π.Χ. – 14 μ.Χ.), του Τραϊανού (98-117) και του Αδριανού (117-138). Όπως έχει διαπιστωθεί, η συγκεκριμένη στρατιωτική πραγματεία αποτελεί προπαντός σύνθετο μωσαϊκό αρκετών άμεσων και έμμεσων επιρροών, αμάλγαμα από παλαιότερα τακτικά. Βασίζεται μεν κυρίως σε αρχαιότερα ελληνορωμαϊκά τακτικά εγχειρίδια, εκ των οποίων ορισμένα έχουν χαθεί, αλλά πλαισιώνεται από πρόσθετο σχετικό υλικό, του οποίου η προέλευση και σύνθεση οφείλεται στον ίδιο τον Βεγέτιο. Ο τελευταίος αναφέρει ονομαστικά τους συγγραφείς Κάτωνα πρεσβύτερο (M. Porcius Cato “censorius” ή “maior”, 3ος – 2ος αι. π.Χ.), συγκλητικό και τιμητή, Κορνήλιο Κέλσο (A. Cornelius Celsus, 1ος αι. π.Χ. – 1ος αι. μ.Χ.), εγκυκλοπαιδιστή, Φροντίνο (Sextus Iulius Frontinus, 1ος – 2ος αι. μ.Χ.), μηχανικό και πολιτικό, και Πατέρνο (P. Taruttienus ή Tar[r]untenus Paternus, 2ος αι. μ.Χ.), νομικό και έπαρχο πραιτωρίων. Τα στρατιωτικά κείμενα των προαναφερθέντων μάλλον συνόψισε ο Βεγέτιος με δική του πρωτοβουλία, επιχειρώντας να ανταποκριθεί –όπως ο ίδιος σχολιάζει και παραδέχεται– στις απαιτήσεις του μη κατονομαζόμενου αυτοκράτορα και εντολέα του (I.8, II.Praef.). Εκτός των άλλων, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ή έστω πιθανόν ότι εγχειρίδια αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, όπως το «Στρατηγικόν» του Ονάσανδρου (μέσα 1ου αι. μ.Χ., επί Κλαυδίου Α΄) και η «Τακτική θεωρία» του Αιλιανού του Τακτικού (επί Αδριανού), καθώς και η λατινική πραγματεία «Περί της οχύρωσης στρατοπέδων» (De munitionibus castrorum, ίσως 3ος αι. μ.Χ.), που είχε παλαιότερα αποδοθεί λανθασμένα στον Λατίνο τοπογράφο των αρχών του 2ου αι. μ.Χ. Υγίνο τον «Γεωμέτρη» (Hyginus Gromaticus), οφείλουν επιπρόσθετα να συνυπολογιστούν ως έμμεσες επιρροές.

Δυστυχώς, στις μέρες μας διασώζονται αυτούσια μόνον τα «Στρατηγήματα» (Strategemata) του Φροντίνου. Σπαράγματα από τα γραπτά του Κάτωνα έχουν συμπεριληφθεί από τον Λατίνο λεξικογράφο Φήστο (Sextus Pompeius Festus, β΄ μισό 2ου αι. μ.Χ.) στην εγκυκλοπαιδική πραγματεία «Περί της σημασίας των λέξεων» (De verborum significatu)2· πρόκειται για επιτομή του ομώνυμου λεξικού που είχε συνταχθεί από τον φιλόλογο Βέρριο Φλάκκο (M. Verrius Flaccus, ca. 55 π.Χ. – 20 μ.Χ.).

Εικόνες από χειρόγραφα και εκδόσεις

 

Η σπουδαία αξία της «Στρατιωτικής επιτομής» του Βεγέτιου έγκειται στο ότι συνιστά επιτυχή σύνοψη παλαιοτέρων τακτικών, αφού παραδίδει με ικανοποιητικό τρόπο την εικόνα του «κλασικού» ρωμαϊκού στρατού, αλλά παράλληλα διαθέτει στοιχεία πρωτοτυπίας, καθώς συνδυάζει εύστοχα τη θεωρία με την πράξη. Επιπλέον, ο Βεγέτιος επιχείρησε συνάμα να μπολιάσει το παρόν και το μέλλον του αυτοκρατορικού στρατού με το ένδοξο παρελθόν. Γι’ αυτούς τους λόγους αξίζει να αποσαφηνίσουμε ορισμένα ζητήματα που προκύπτουν από τη μελέτη του έργου. Πιο συγκεκριμένα, αμέσως παρακάτω ασχολούμαστε με το πρόβλημα της ακριβούς χρονολόγησης της πραγματείας. Επιπλέον, εξετάζουμε το περιεχόμενο, τη στόχευση καθώς και τη σημασία του συγκεκριμένου έργου στο πλαίσιο της γραμματείας της ύστερης αρχαιότητας. Πέραν αυτών, ευελπιστούμε να αναλύσουμε εκτενώς –σε άλλες σχετικές δημοσιεύσεις– τους πιθανούς λόγους που οδήγησαν στη σύνταξή του καθώς και τις συμβουλές που το ίδιο πόνημα παρέχει σε επίπεδο τακτικών, σχηματισμών και παρατάξεων μάχης (του πεζικού, του ιππικού ή συνδυαστικά και των δύο όπλων από κοινού).

ΙΙ. Το ζήτημα της χρονολόγησης

Η χρονολόγηση της «Στρατιωτικής επιτομής» του Βεγέτιου αποτελεί ιδιαίτερο ερευνητικό πρόβλημα, το οποίο εξακολουθεί να ταλανίζει τους νεότερους και σύγχρονους ιστορικούς και μελετητές, και προφανώς συνδέεται με τις αφορμές και τα αίτια που οδήγησαν στη συγγραφή της πραγματείας. Η τελευταία ανάγεται κατά τη διάρκεια της βασιλείας διαφόρων Ρωμαίων αυτοκρατόρων από τα τέλη του 4ου μέχρι τα μέσα του 5ου αι. Οι περίοδοι δεσποτικής αρχής του Βαλεντινιανού Β΄ (375-392), του Θεοδοσίου Α΄ (379-395), του Ονωρίου (395-423), του Θεοδοσίου Β΄ (408-450) και του Βαλεντινιανού Γ΄ (425-455) έχουν λ.χ. υποστηριχθεί ως βέβαιες ή πιθανές. Ορισμένοι πάλι θεωρούν ότι η επιτομή συντάχθηκε γύρω στα τέλη του 4ου με αρχές του 5ου αι. «ακροβατώντας» μεταξύ της βασιλείας των τριών προαναφερθέντων αυτοκρατόρων3. Κατά κανόνα, τα σχετικά επιχειρήματα στηρίζονται τόσο σε «εσωτερικά» δομικά στοιχεία, βάσει της γραπτής παράδοσης του κειμένου, όσο και σε «εξωτερικά» δεδομένα, σχετικά με τη ζωή και τη δράση του συγγραφέα. Οι βασικές ωστόσο προτάσεις χρονολόγησης ήταν και παραμένουν δύο: είτε επί Θεοδοσίου Α΄, μεταξύ 385-390, είτε επί Βαλεντινιανού Γ΄, μεταξύ 425-450. Έως τις μέρες μας οι περισσότεροι μελετητές εξακολουθούν να συντάσσονται συνήθως υπέρ της πρώτης ή της δεύτερης άποψης. Οι τελευταίες διαθέτουν την πληρέστερη επιχειρηματολογία, λόγω της πληθώρας των ισχυρισμών που διατυπώθηκαν από τους πολυάριθμους υποστηρικτές τους.

Αν και ακούγεται οξύμωρο, όλες οι διαφορετικές χρονολογικές απόψεις και εκτιμήσεις εδράζονται κατ’ αρχήν σε πειστικά επιχειρήματα και παρατηρήσεις, επί των οποίων έχουν εξάλλου διαμορφωθεί και διατυπωθεί. Σαφείς πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του Βεγέτιου δεν διαθέτουμε. Από την άλλη, και τα δύο ασφαλή χρονικά termina που διαθέτουμε περιορίζουν μεν το χρονικό εύρος σύνθεσης και συγγραφής σε επτά περίπου δεκαετίες (383-450), αλλά είναι μάλλον ασαφή· ως εκ τούτου, είναι παράλληλα ευεπίφορα σε αποκλίνουσες ερμηνείες και αντικρουόμενες απόψεις.

Υπάρχει, λοιπόν, η τάση να τοποθετείται η σύνταξη της Epitoma rei militaris επί της δεσποτικής αρχής ορισμένων Ρωμαίων αυτοκρατόρων, οι οποίοι συνήθως κυβέρνησαν το δυτικό τμήμα του ύστερου Ρωμαϊκού κράτους. Δυστυχώς, ο συγγραφέας παρέλειψε να μνημονεύσει ρητά το όνομα της «αυτοκρατορικής μεγαλειότητας» που του έδωσε την εντολή να συντάξει τη συγκεκριμένη ανακεφαλαιωτική πραγματεία περί των στρατιωτικών ζητημάτων.

Publius  Flavius Vegetius Renatus

Η πραγματεία του Βεγέτιου γράφτηκε χωρίς αμφιβολία μετά το θάνατο του αυτοκράτορα Γρατιανού το έτος 383 (terminus post quem), διότι στο πρώτο βιβλίο (I.20) ο Γρατιανός αναφέρεται ως divus, δηλαδή «θεοποιημένος», παλαιός ειδωλολατρικός προσδιορισμός για τους αποθανόντες ηγεμόνες. Πάντως, η ιδιαίτερη μνεία και ρητή αναφορά σε μόνον εκείνο τον αυτοκράτορα ίσως υποδηλώνει ότι το έργο συντάχθηκε στη Δύση, πιθανώς στην Ιταλία, έχοντας υπόψη το «ακροατήριο» ή για την ακρίβεια το αναγνωστικό κοινό του δυτικού τμήματος της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Από την άλλη πλευρά, γνωρίζουμε σήμερα πως το αρχικό κείμενο του Βεγέτιου υπέστη δεκαετίες αργότερα βέβαιη τροποποίηση: ορισμένα από τα σωζόμενα χειρόγραφα περιλαμβάνουν τη σημείωση (subscriptio) πως κάποιος Φλάβιος Ευτρόπιος από την Κωνσταντινούπολη προέβη σε κριτική αναθεώρηση του σχετικού έργου «επί υπατείας Βαλεντινιανού (Γ΄) εβδόμης και Αβιηνού», δηλαδή το έτος 450. Συνεπώς, κατέχουμε δύο σταθερές και αναμφισβήτητες χρονολογίες, μεταξύ των οποίων συντάχθηκε με πάσα βεβαιότητα η πραγματεία: πλην του terminus post quem (το 383, δηλαδή το έτος μετά το οποίο γράφτηκε το βιβλίο), διαθέτουμε και τον terminus ante quem (το 450, δηλαδή το έτος πριν από το οποίο γράφτηκε το βιβλίο).

Οι αυτοκράτορες της ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Στην πραγματικότητα λοιπόν η σύγχρονη έρευνα δεν έχει ακόμη αποφανθεί με τελεσίδικο και κατηγορηματικό τρόπο ως προς την ακριβή χρονολόγηση του έργου. Πάντως, κλίνουμε για πολλούς και διάφορους λόγους προς την κατώτερη χρονολογία, δηλαδή προς τα τέλη του 4ου αι. (επί Θεοδοσίου Α΄) και πάντως πριν από την έναρξη των βίαιων και αλλεπάλληλων βαρβαρικών εισβολών εναντίον του δυτικού Ρωμαϊκού κράτους, παρά προς την ανώτερη, δηλαδή προς τα μέσα του 5ου αι. Τα δύο κομβικά ιστορικά γεγονότα που ενδεχομένως οριοθετούν τη συγγραφή της πραγματείας είναι η μάχη της Αδριανούπολης το 378 και η άλωση της Ρώμης από τον Αλάριχο το 410· και τα δύο παραπάνω γεγονότα διέθεταν σημαδιακά (;) κοινούς πρωταγωνιστές τους Βησιγότθους. Κρίνουμε ιδιαίτερα πιθανό να έχουν παρεισφρήσει στο αρχικό κείμενο μεταγενέστερες προσθήκες μέχρι τα μέσα του 5ου αι.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε ωστόσο δύο ακόμη σημαντικές αναφορές: η πρώτη απαντά πάλι στο πρώτο βιβλίο (I.20) κάνοντας λόγο για Γότθους, Αλανούς και Ούννους ιππείς, λίγο πριν από τη μνημόνευση του δολοφονημένου Γρατιανού, ενώ η δεύτερη βρίσκεται στο τρίτο βιβλίο (III.26) και προσδιορίζει τους Πέρσες, Ούννους, Αλανούς, Σαρακηνούς (σκηνίτες Άραβες) και «Ινδούς» (Άραβες της «Ευδαίμονος» Αραβίας στα παράλια της Ερυθράς Θάλασσας) ως βασικούς εχθρούς της αυτοκρατορίας. Τα συγκεκριμένα στοιχεία υποδηλώνουν ότι μάλλον το βιβλίο απευθυνόταν ειδικά σε κάποιον αυτοκράτορα του ανατολικού τμήματος του (τυπικά ενιαίου) Ρωμαϊκού κράτους, μάλλον εξοικειωμένο με τους προερχόμενους εξ Ανατολών αντιπάλους, αν και συντάχθηκε από συγγραφέα ορμώμενο από τη Δύση, στο αναγνωστικό κοινό της οποίας αρχικά απευθυνόταν. Άραγε, πώς είναι δυνατόν να συνδυαστούν αυτά τα εκ πρώτης όψεως αντιφατικά και αντικρουόμενα στοιχεία; Ας πάρουμε, λοιπόν, τα πράγματα από την αρχή.

Όπως σημειώθηκε ήδη, οι περισσότεροι σύγχρονοι ερευνητές (ιστορικοί, φιλόλογοι, λεξικογράφοι) τείνουν να χρονολογούν το έργο του Βεγέτιου στη βασιλεία του Θεοδοσίου Α΄ και να απορρίπτουν για πολλούς και διαφόρους λόγους απόπειρες μεταγενέστερης χρονολόγησης. Πράγματι, η αναφορά στον εκλιπόντα –και σύγχρονο με τον Θεοδόσιο Α΄– Γρατιανό (367-383) δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαία. Αντιθέτως, η σαφής μνεία στον ηγεμόνα που επέλεξε ως συναυτοκράτορα τον Θεοδόσιο Α΄, για να τον αποστείλει αμέσως μετά να κυβερνήσει τις χειμαζόμενες από τον γοτθικό πόλεμο (376-382) ανατολικές επαρχίες, εκτιμούμε πως συνιστά βασικό και καθοριστικό παράγοντα χρονολόγησης per se, δηλαδή αυτό καθ’ αυτό, όχι όμως το μοναδικό.

Στην ίδια ακριβώς παράγραφο (I.20) θεωρούμε ως εξίσου ενδεικτικά τα σχόλια του Βεγέτιου για τους Γότθους, Αλανούς και Ούννους ιππείς και τη θωράκισή τους. Ως γνωστόν, εκείνοι οι ιππείς διακρίθηκαν ιδιαιτέρως το 378 στη μάχη της Αδριανούπολης. Η διαπρεπής συμμετοχή τους έγειρε τότε αποφασιστικά την πλάστιγγα της νίκης προς την πλευρά των Γότθων και των υπολοίπων βαρβάρων συμμάχων τους. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, ο συγγραφέας να κατονόμασε ρητά αυτούς τους ιππείς επηρεασμένος από τη δράση τους σε εκείνη τη μάχη. Άλλωστε, ο κύριος λόγος για τον οποίο ο Γρατιανός έπεσε στη δυσμένεια των στρατιωτικών χάνοντας το θρόνο και τη ζωή του, ήταν η υπερβολική εύνοιά του ειδικά στους Αλανούς μισθοφόρους ιππείς. Ο ίδιος αυτοκράτορας μάλιστα, με τη σύμφωνη γνώμη του συναυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄, είχε επιτρέψει γύρω στο 380 μια πρώιμη εγκατάσταση Αλανών και Γότθων προσφύγων στη δυτική Παννονία.

Η Μεγάλη σαρκοφάγος Λουντοβίζι του 3ου αιώνα απεικονίζει μάχη μεταξύ Γότθων και Ρωμαίων.

Επιπροσθέτως, διάφοροι μελετητές με προεξάρχοντα τον Miller, στηρίζουν τα επιχειρήματά τους σε ορισμένους ακόμη δείκτες που είτε απουσιάζουν είτε οφείλουν να ληφθούν υπόψη. Εκθέτουμε τους σημαντικότερους από αυτούς: (Α) Απουσιάζει στο έργο κάθε αναφορά ή έστω νύξη στο συγκλονιστικό –όντως– γεγονός της άλωσης της Ρώμης από τους Γότθους του Αλάριχου το 4104. (Β) Παρομοίως, ούτε μαρτυρούνται, ούτε επαληθεύονται οι ευρύτατες μετακινήσεις, εισβολές και μετεγκαταστάσεις διάφορων λαών στη δυτική Ευρώπη καθ’ όλη τη διάρκεια του 5ου αι., που οδήγησαν σωρευτικά το δυτικό Ρωμαϊκό κράτος σε σταδιακό ακρωτηριασμό και οριστική κατάρρευση. Το μόνο συμπέρασμα που ενδεχομένως μπορεί να συναχθεί είναι ότι η πραγματεία συντάχθηκε στην απαρχή αυτής της «βαρβαρικής» διάχυσης, όταν η διασπορά Γότθων και άλλων βαρβάρων στη Βαλκανική φαινόταν ακόμη διαχειρίσιμη και αντιμετωπίσιμη, όπως θα υποστηρίξουμε σε μελλοντικό μας κείμενο. (Γ) Επιπροσθέτως, οφείλει να ληφθεί υπόψη η απουσία στο κείμενο άλλων γερμανικών λαών της δυτικής Ευρώπης. Αλαμανοί, Βάνδαλοι, Φράγκοι, Σάξονες κ.ά. δεν καταγράφονται πουθενά, παρότι συχνά εμπλέκονταν σε συγκρούσεις με το ύστερο Ρωμαϊκό κράτος. Αυτό σημαίνει ότι η πραγματεία του Βεγέτιου γράφτηκε πιθανώς υπό την επίδραση και το βάρος της μάλλον τότε σύγχρονης απειλής που συνιστούσαν πρωτίστως οι –αναφερόμενοι στο κείμενο– Γότθοι και Ούννοι.

Η Άλωση της Ρώμης από τους Γότθους, Αυγ. 410. Ντοκιμαντέρ του History Channel. Barbarians Rising: Alaric and the Sack of Rome | History


Αν και τα παραπάνω συναπαρτίζουν argumenta ex silentio, μας ωθούν στη διατύπωση του εξής συμπεράσματος: όλες αυτές οι οδυνηρές για τη δυτική αυτοκρατορία εξελίξεις ήταν πάρα πολλές και σοβαρές, ώστε να μην αναφερθούν ή να υπονοηθούν καθόλου. Αντιθέτως, ο Βεγέτιος θα είχε λογικά συμπεριλάβει ορισμένες τουλάχιστον από αυτές υπό τη μορφή έστω συγκαλυμμένων υποδείξεων και συμβουλών στρατιωτικής αντιμετώπισής τους. Ειδάλλως, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι η «Στρατιωτική επιτομή» του συνιστούσε εντέλει απλή «ουτοπία», ενταγμένη στο κλίμα μιας παραπαίουσας και παρακμάζουσας αυτοκρατορίας σε φάση κατακερματισμού και πλήρους αποσύνθεσης, στην οποία είχε όντως «βυθιστεί» το δυτικό τμήμα του κράτους κατά τον 5ο αι. Σε αυτήν την περίπτωση, οι προτάσεις του Βεγέτιου επί των στρατιωτικών θεμάτων θα είχαν καταστεί εκ των πραγμάτων ουτοπικές και ανεδαφικές, λόγω του πανίσχυρου και αναπόδραστου «αποτυπώματος» των βαρβαρικών εισβολών. Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν διαφαίνεται καθόλου στα γραπτά του, όπως θα διαπιστώσουμε ευθύς αμέσως στην επόμενη ενότητα. Αντιθέτως, ο συγγραφέας φέρεται να συντηρεί τις ελπίδες του για ταχεία και εύκολη ανασυγκρότηση ενός στρατού ακόμη κραταιού και ανθεκτικού και σαφώς όχι αποσυντεθειμένου. Εμφανίζεται, επίσης, να διατηρεί την πίστη του στο σφρίγος, στην αλκή και στη συνολική ισχύ της –θεωρουμένης από τον ίδιο ως ακμάζουσας καίτοι απειλούμενης– ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

W. Waterhouse: The Favorites of the Emperor Honorius, 1883. Αλληγορικός ζωγραφικός πίνακας, συμβολικός της «Παρακμής και Πτώσης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας» (Decline and Fall of the Roman Empire). (https://en.wikipedia.org/)

Ο Βεγέτιος ομολογεί ότι η πραγματεία του βασίζεται κατά κόρον σε αρχαιότερα τακτικά (I.8) και αναλύει κατά βάση τη δομή του παλαιότερου, «κλασικού» ρωμαϊκού στρατού. Ο ίδιος εντούτοις παρέχει αρκετές ακόμη διαπιστώσεις, υποδείξεις και συμβουλές για ποικίλα στρατιωτικά ζητήματα· αυτά αποτελούν δείκτες ότι συνέγραψε την επιτομή υπό το βάρος σύγχρονων, ή λίγο προγενέστερων, αρνητικών εξελίξεων. Αναφερόμαστε στην παντοειδή επιρροή και πολυπλόκαμη διείσδυση των βαρβάρων εντός της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Θεωρείται, λοιπόν, πιθανότερη η εκτίμηση πως ο Βεγέτιος έγραψε και δημοσίευσε το έργο επηρεασμένος –μεταξύ των άλλων– από τον αντίκτυπο της πανωλεθρίας του αυτοκρατορικού στρατού στην Αδριανούπολη (378) και ευρύτερα εμπνευσμένος από το «γοτθικό πόλεμο» των ετών 376/7-382.

Η Μάχη της Αδριανούπολης, Αυγ. 378. Ντοκιμαντέρ του History Channel.  Barbarians Rising: Fritigern and the Battle of Adrianople | History

Συμφωνώντας, λοιπόν, πλήρως με τον Milner, και προωθώντας και επαυξάνοντας τη συλλογιστική του, πιστεύουμε ότι ο Βεγέτιος αφιέρωσε το έργο του πιθανότατα στον Θεοδόσιο Α΄ σε περίοδο ειρηνικής ανάπαυλας, κατά την οποία είχε προσωρινά κατευναστεί το οξύ «γοτθικό» πρόβλημα· ειδάλλως, λογικά θα συμπεριελάμβανε ονομαστικά και τους Γότθους στον κατάλογο των βασικών εχθρών της αυτοκρατορίας (III.26) μαζί με τους Πέρσες, τους Ούννους, τους Αλανούς και τους Άραβες. Επομένως, η «Στρατιωτική επιτομή» ίσως συντάχθηκε και δημοσιεύτηκε προς το τέλος της βασιλείας του Θεοδόσιου Α΄, εποχή κατά την οποία ο τελευταίος κυβερνούσε πλέον ουσιαστικά ολόκληρο το ύστερο Ρωμαϊκό κράτος. Άλλωστε, ο Milner επεσήμανε και αυτός σε τεχνικό επίπεδο ότι το βιβλίο γράφτηκε μάλλον σε δύο περιόδους: το πρώτο βιβλίο του αποτελούσε το αρχικό και παλαιότερο τμήμα, αφού συχνά αντανακλά και υπογραμμίζει έντονα τις στρατιωτικές πανωλεθρίες του πρόσφατου παρελθόντος, που δεν έπρεπε να επαναληφθούν· τα τρία υπόλοιπα μάλλον γράφτηκαν λίγο αργότερα, όταν οι αρνητικές εξελίξεις είχαν προσωρινά έστω κοπάσει και φάνταζαν αντιμετωπίσιμες, οπότε θα μπορούσε να εφαρμοστεί –θεωρητικά και δυνητικά– το προτεινόμενο πρόγραμμα στρατιωτικής ανασυγκρότησης5.

III. Το περιεχόμενο και η στόχευση του έργου

Η «Στρατιωτική επιτομή» του Βεγέτιου ίσως κρύβει αρκετά στρώματα επεξεργασίας στη χειρόγραφη παράδοση, τα οποία δεν μας επιτρέπουν βέβαιη χρονολόγηση, καθώς έχουν παραλλάξει το αρχικό κείμενο σε άγνωστο βαθμό, μη διαγνώσιμο πλέον με ασφάλεια και άρα μη αναγνωρίσιμο με ευκολία. Ενδεχομένως μάλιστα να είναι ακριβώς αυτές οι άδηλες προσθήκες στο αρχικό κείμενο, σε συνδυασμό με την πιθανή απάλειψη του ονόματος του αυτοκράτορα, που τελικά προσέδωσαν έναν αέρα «διαχρονικότητας» στην πραγματεία. Έτσι, αυτή ελίσσεται με άνεση και ευκολία μεταξύ ύστερης αρχαιότητας και μέσων χρόνων και μεσουράνησε κατόπιν για εκατοντάδες χρόνια (ειδικά στα γράμματα της μεσαιωνικής δυτικής Ευρώπης).

Τμήμα από τη στήλη του Μάρκου Αυρηλίου (2oς αι.) στο κέντρο της Piazza Colonna της Ρώμης.

Προηγουμένως, επιχειρήσαμε να χρονολογήσουμε την πραγματεία βασισμένοι σε ορισμένους δείκτες που προσφέρονται για κάποια πρώιμα συμπεράσματα ή έστω πρωτόλειες εικασίες. Κατά τη γνώμη μας, περισσότερη προσοχή οφείλει να δοθεί στους σκοπούς συγγραφής της πραγματείας. Με άλλα λόγια, τελικά η μέγιστη σημασία και ουσία της έρευνας μάλλον έγκειται στο να διερευνηθεί ΓΙΑΤΙ γράφτηκε το βιβλίο, αναζήτηση που δύναται να βοηθήσει και στο να εξακριβωθεί ΠΟΤΕ συντάχθηκε. Ποιες είναι, λοιπόν, οι βεβαιότητες σχετικά με την Epitoma rei militaris; Δια της μελέτης της πρωτογενούς πηγής αλλά και της εκτενούς σύγχρονης σχετικής βιβλιογραφίας καταλήξαμε στα κάτωθι συμπεράσματα:

  1. Καταρχάς διαθέτουμε δύο βέβαια και ασφαλή termina χρονολόγησης (383 και 450).

  2. Το κείμενο αποτελεί κυρίως συμπίλημα, ακόμη και μέσω αντιγραφής και επικόλλησης (Milner 21996: xvixvii), διαφόρων παλαιοτέρων τακτικών αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων.

  3. Το έργο μεταδίδει την εικόνα ενός στρατιωτικού οργανισμού μάλλον «εκτός τόπου και χρόνου» για την εποχή του· συνεπώς δεν μας βοηθά ιδιαίτερα ούτε στην αποσαφήνιση της εικόνας ούτε στην αποκατάσταση του ύστερου ρωμαϊκού στρατού.

  4. Δεν υπάρχουν παρά ελάχιστες ή έστω αραιές και σκόρπιες αναφορές στη σύγχρονη πραγματικότητα, διάσπαρτες σε διάφορα επιμέρους κεφάλαια (Γρατιανός, ορισμένοι εχθρικοί λαοί, mattiobarbuli χειριστές βλημάτων επί Διοκλητιανού, Χριστιανισμός).

  5. Η γλώσσα του κειμένου έχει σκοπίμως (;) ή μέσω προσθηκών και τροποποιήσεων καταστεί αόριστη και ασαφής. Συνεπώς, δεν παρέχει ασφαλείς δείκτες, ενώ το καθαυτό κείμενο είναι εν πολλοίς άχρονο και γι’ αυτό συνάμα περιέργως και διαχρονικό.

  6. Μολαταύτα, η δομή της πραγματείας είναι ξεκάθαρη και συγκροτημένη: στο 1ο βιβλίο περιέχονται θέματα και συμβουλές για ορθή στρατολογία και μεθοδική στρατιωτική εκπαίδευση, ενώ παράλληλα καταγράφεται επιμελώς ο απαραίτητος και βασικός (επιθετικός και αμυντικός) στρατιωτικός εξοπλισμός. Στο 2ο βιβλίο παρουσιάζεται η βασική στρατιωτική οργάνωση με κύριο άξονα και σημείο αναφοράς την κλασική ρωμαϊκή λεγεώνα, την περίφημη «antiqua legio», που όμως έχει δυσεπίλυτα προβλήματα ειδικά ως προς τη σύνθεση και αναλογία του ιππικού. Στο 3ο βιβλίο αναλύονται ποικίλα θέματα και παρέχονται υποδείξεις για την υγιεινή, την επιμελητεία και την πειθαρχία, για τη δράση του μηχανικού, για την αξιοποίηση του πεζικού και του ιππικού, για τη στρατιωτική τακτική και στρατηγική, για σχηματισμούς και για παρατάξεις μάχης, ενώ παρατίθενται γενικοί κανόνες πολέμου, ώστε το βιβλίο αυτό να συνιστά το πιο πρακτικό μέρος όλου του έργου. Τέλος, το 4ο βιβλίο αναφέρεται σε θέματα οχυρωματικής και πολιορκητικής, ναυτικής τέχνης και τεχνολογίας, τα οποία είναι μεν ειδικά αλλά εξίσου ενδιαφέροντα.

Εικόνες μαχών από χειρόγραφα

 

  1. Η Epitoma rei militaris δεν αποτελούσε, προφανώς, μόνον ένα κλασικό στρατιωτικό τακτικό, αλλά επίσης ένα κείμενο προπαγάνδας, γεμάτο ιδεαλισμό και εξιδανίκευση για την (ένδοξη) αρχαιότητα. Συνιστούσε, επομένως, ένα στρατιωτικό μανιφέστο με κυρίαρχο σύνθημα το «όπισθεν ολοταχώς» και με σαφείς πολιτικές προεκτάσεις, εφόσον αναλογιστούμε και λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι ο ανώτατος πολιτειακός άρχων, δηλαδή ο αυτοκράτορας, παρέμενε –ουσιαστικά ή έστω τυπικά– πρωτίστως και πάνω απ’ όλα ο ανώτατος στρατιωτικός ηγέτης, δηλαδή imperator.

  2. Κύρια επιδίωξη του Βεγέτιου ήταν η στρατιωτική ανασυγκρότηση και μέσω αυτής η αναγέννηση της φοβερής και τρομερής στο παρελθόν ισχύος των αυτοκρατορικών στρατευμάτων· μόνο χάρη σε αυτήν, πίστευε ο συγγραφέας, ότι ήταν εφικτή η συνολική ανανέωση της αυτοκρατορίας.

  3. Ο Βεγέτιος διέκρινε μεγάλο πρόβλημα στη σύνθεση, στην εκπαίδευση καθώς και στην οργάνωση του σύγχρονού του ρωμαϊκού στρατού.

  4. Πάνω απ’ όλα, ο Βεγέτιος κατήγγειλε την ένοπλη εξάρτηση της Ρώμης από ξένους και βαρβάρους· στηλίτευσε δηλαδή τον τότε στρατιωτικό «εκβαρβαρισμό». Ο ίδιος θεωρούσε ότι ο τελευταίος σχετιζόταν άμεσα με την πτώση της ποιότητας σε όλους τους τομείς, π.χ. στην εκπαίδευση και στις ασκήσεις, στην καθαυτό δομή των δυνάμεων (δηλαδή την οργάνωση σε μονάδες), στη μαχητική ικανότητα (τακτικές, διεξαγωγή πολιορκιών, άμυνα/αποτροπή), στις υπόλοιπες βασικές υποστηρικτικές δομές (επιμελητεία, γραμματειακή υποστήριξη, δραστηριότητες μηχανικού, όπως λ.χ. περιχαράκωση στρατοπέδων κ.ά.), στη χρήση αμυντικού και επιθετικού εξοπλισμού ή ακόμη και στην παροχή σχετικού πολεμικού / στρατιωτικού υλικού.

Από τα ανωτέρω δεδομένα, προκύπτει ότι οι βασικοί πυλώνες επί των οποίων δομήθηκε η «Στρατιωτική επιτομή» ήταν οι εξής: (α) η αναχαίτιση της αυξανόμενης βαρβαρικής επιρροής και διείσδυσης εντός της αυτοκρατορίας· (β) η ανάταξη της πολεμικής ισχύος του κράτους μέσω της ευρείας στρατιωτικής αναδιοργάνωσης και ανασυγκρότησης στη βάση παλαιότερων, «κλασικών» (και κατά τον Βεγέτιο σαφώς πιο αποτελεσματικών) προτύπων. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, οι δύο αυτοί στόχοι θα μπορούσαν να διασφαλίσουν ολιστικά την ποιότητα του ύστερου ρωμαϊκού στρατού στους τομείς της στελέχωσης, της εκπαίδευσης, της οργάνωσης, της διεξαγωγής πολεμικών επιχειρήσεων, του εξοπλισμού και της επιμελητείας εξασφαλίζοντας έτσι τη διατήρηση υψηλού επιπέδου επαγγελματισμού και ετοιμότητας. Συνοψίζοντας, η επήρεια των ανωτέρω παραγόντων είναι ιδιαιτέρως εμφανής και πρόδηλη, καθώς διατρέχει ολόκληρο το κείμενο.

Σε κάθε περίπτωση, τα βασικά σημεία που συνιστούν την ειδοποιό διαφορά της συγκεκριμένης στρατιωτικής πραγματείας συγκριτικά με όλα τα παλαιότερα παρόμοια κείμενα είναι τα εξής: (α) Η ανάγνωση των ελαττωμάτων και η αναγνώριση των ελλείψεων σε όλους τους τομείς της στρατιωτικής οργάνωσης καθώς και η αναφανδόν έκπτωση της ποιότητας του στρατεύματος. Αυτά τα προβλήματα συνοδεύονται (β) από επικριτικές διαπιστώσεις και συμπεράσματα και κυρίως (γ) από πλήθος προτάσεων επί πολλών και διαφόρων στρατιωτικών θεμάτων, με απώτερο στόχο την αντιμετώπιση, επιδιόρθωση και επίλυση των διαπιστωμένων και επαληθευμένων προβλημάτων.

Οι τρεις αυτές κρίσιμες διαφοροποιήσεις καθιστούν σε τελική ανάλυση το έργο εξαιρετικά ενδιαφέρον και πρωτότυπο σε σύγκριση με τα υπόλοιπα ομοειδή. Παρότι, δηλαδή, η πραγματεία αντέγραφε παλαιότερα σχετικά εγχειρίδια, συνάμα διέθετε αξιόλογη πρωτοτυπία. Παράλληλα, η συλλογιστική πορεία που εφάρμοσε ο Βεγέτιος είναι ακραιφνώς αναλυτική και, συνεπώς, ο συλλογισμός που αναπτύσσει είναι κατεξοχήν παραγωγικός: εντοπισμός και διάγνωση προβλημάτων (παρατήρηση), σχολιασμός των κακών κειμένων (αρνητική κριτική) και υπόδειξη της λύσης με παράλληλη μέγιστη κατά το δυνατόν θεωρητική και πρακτική υποστήριξη σε θέματα εν γένει στρατιωτικής οργάνωσης, πολεμικής τακτικής και στρατηγικής (θετική / εποικοδομητική προσέγγιση).

Théodore Chassériau, Battle Between Romans And Barbarians, (ca.1850-1855), The Nelson-Atkins Museum of Art, Kansas City.

Επικουρικώς, ο Χριστοδούλου προέβη στην εξής εύστοχη παρατήρηση ως προς τη διαφορά μεταξύ αρχαιοτέρων ελληνικών τακτικών και ανάλογων λατινικών εγχειριδίων της περιόδου: «σε αντίθεση με την ελληνόγλωσση παράδοση που τείνει στους πρώτους τρεις μεταχριστιανικούς αιώνες να περιχαρακωθεί στην τακτική θεωρία των ελληνιστικών χρόνων, τα λατινικά εγχειρίδια που εκδίδονται εκείνη την εποχή είναι αρκετά πραγματιστικά και αναφέρονται σε σύγχρονες πολεμικές συνθήκες, στοχεύοντας στην επίλυση πραγματικών τακτικών προβλημάτων». Ο ίδιος διαπιστώνει μάλιστα ότι «ένας κοινός τόπος στις περισσότερες στρατιωτικές ιστορίες είναι η αναζήτηση των αιτίων «της παρακμής» της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στη στρατιωτική της ανεπάρκεια, ειδικότερα δε στην αδυναμία του παραδοσιακού βαρέως πεζικού έναντι των εφίππων βαρβάρων, είτε αυτοί ήσαν Γερμανοί είτε νομάδες»6.

Την ίδια στιγμή και αντιθέτως με τα προγενέστερα στρατιωτικά κείμενα, ενυπάρχει στη «Στρατιωτική επιτομή» έντονη ροπή προς την άμυνα. Αυτή είναι εντελώς δικαιολογημένη, εφόσον ληφθεί υπόψη ότι οι αντίπαλοι και εχθροί της αυτοκρατορίας δεν την απειλούσαν μόνον από το εξωτερικό αλλά (ακόμη χειρότερα) και από το εσωτερικό της επικράτειάς της. Συνεπώς, ήταν απολύτως φυσιολογικό και αναμενόμενο το κράτος, οι συνοριακές γραμμές του οποίου είχαν τότε παραβιαστεί από τις εχθρικές προσβολές, να υποπέσει πλήρως σε κατάσταση αμύνης. Σε τέτοια δυσχερή και επικίνδυνη κατάσταση, ακόμη και οι επιθετικές ενέργειες που στρέφονταν εναντίον αντιπάλων, οι οποίοι περιφέρονταν και κινούνταν βαθιά μέσα στα εδάφη του απειλούμενου κράτους, θεωρούνταν ως υποχώρηση σε αμυντικό αγώνα και προπάντων ως προβολή άμυνας. Αυτό ακριβώς συνέβη με τις βαρβαρικές ορδές που μετακινούνταν κατά το δοκούν και μάλλον ανεξέλεγκτα στην ενδοχώρα της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, προπαντός στο δυτικό της τμήμα, το οποίο μετατράπηκε ήδη από την πρώτη δεκαετία του 5ου αι. σε «κέντρο διερχομένων» λαών και φυλών, προτού καν προλάβει «να στεγνώσει το μελάνι» της γραφίδας του Βεγέτιου.

Χάρτες

Εντούτοις, τα σχετικά στοιχεία που υποδεικνύουν συγγραφή του έργου υπό το βάρος της τότε πρόσφατης και απρόοπτης εμφάνισης του «γοτθικού» ζητήματος, εξέλιξη που οδήγησε σε αλυσιδωτή μετακίνηση και άλλων φύλων και πληθυσμών στην Ευρώπη και σε αλλεπάλληλες εισβολές στα εδάφη της αυτοκρατορίας, είναι τόσο πολλά και συνάμα εξαιρετικά ενδιαφέροντα, ώστε αξίζει να αναλυθούν σε ξεχωριστή δημοσίευση. Αμέσως μετά παραθέτουμε όμως ένα ακόμη επιχείρημα που μας επιτρέπει να χρονολογήσουμε τη «Στρατιωτική επιτομή» προς τα τέλη του 4ου αι., ενισχύοντας τη φαρέτρα των υποστηρικτών της πρώτης, χρονολογικά, σχολής. Πρόκειται για γενικότερη αιτιολογία, η οποία βασίζεται περισσότερο σε ειδολογικά σχόλια και διαπιστώσεις, διαμορφωμένα ως φιλολογική κριτική υπό ευρύτερο ιστορικό πρίσμα, παρά για αυστηρά δεδομένα υπό τη στενή έννοια.

IV. Η «Στρατιωτική επιτομή» στα τέλη του 4ου αι.

Μία περισσότερο γενική, όχι τόσο ειδική αλλά θεωρούμε εξίσου πειστική, συνολική θεώρηση είναι επίσης δυνατόν να δοθεί ως εξήγηση αφενός για τη χρονολόγηση και αφετέρου για τους σκοπούς συγγραφής της πραγματείας. Σύμφωνα με αυτήν, η «Στρατιωτική επιτομή» μπορεί και πρέπει να ενταχθεί σε συγκεκριμένη χορεία ποικίλων κειμένων, τα οποία προωθούσαν και υπηρετούσαν ιδεολογικά ή εξυμνούσαν και προπαγάνδιζαν την «ασφάλεια και τη σωτηρία της (Ρωμαϊκής) πολιτείας» (securitassalus rei publicae) καθώς και την «αποκατάσταση των ευτυχισμένων χρόνων, δηλαδή την επάνοδο σε εποχές ακμής» (felicitas temporum reparatio). Αυτές επιτεύχθηκαν από πλειάδα άξιων αυτοκρατόρων, οι οποίοι χάρη στην «ανδρεία του Ρωμαϊκού στρατού» (virtus exercitus Romanorum) χαιρετίστηκαν ως «επανορθωτές της (Ρωμαϊκής) οικουμένης ή πολιτείας» (restitutor orbis/rei publicae).

Αυτοκρατορική κρατική προπαγάνδα σε νομίσματα

 

Αρχής γενομένης από τους έντεκα «Λατινικούς Πανηγυρικούς» (Panegyrici Latini, 289-389), πολλοί συγγραφείς (ειδωλολάτρες και χριστιανοί, Λατίνοι και Έλληνες) συμπαρατάχθηκαν και «συστρατεύθηκαν» για την προβολή της ανανεωμένης ισχύος και σταθερότητας της αυτοκρατορίας καθ’ όλο τον 4ο αι. Τα κείμενα του Ευσέβιου Καισαρείας (ή Παμφίλου), αρκετοί λόγοι του καίσαρα και αυτοκράτορα Ιουλιανού (355-363), πολλοί άλλοι λόγοι σπουδαίων ρητόρων του δεύτερου μισού του αιώνα (λ.χ. του Λιβάνιου, του Θεμίστιου και του Συνέσιου στην Ανατολή, του Αυρήλιου Σύμμαχου, του Αυσόνιου και του Κλαύδιου Κλαυδιανού στη Δύση) εντάσσονται σαφώς σε αυτό το κλίμα. Οι συγγραφείς τους κατορθώνουν να εκφράσουν και να συμπυκνώσουν το (όντως επιτυχές και σπουδαίο) έργο που συντελέστηκε στον τομέα της επανόρθωσης του κράτους. Επομένως, ο 4ος αι., μολονότι περίοδος μεταρρυθμίσεων και άλλων καίριων αλλαγών που προοιωνίζονταν το μεσαίωνα (λ.χ. καθιέρωση της χριστιανικής θρησκείας και ίδρυση της Κωνσταντινούπολης), παρέμενε αιώνας συνεχιζόμενου (ρωμαϊκού) μεγαλείου. Η αίγλη αποδείχτηκε όμως εύθραυστη, ευμετάβλητη και ευεπίφορη σε αστάθεια.

Στο πλαίσιο αυτό, το έργο του Βεγέτιου δύναται να ιδωθεί ως καταληκτική απόληψη της παραπάνω γόνιμης περιόδου, χρονικού διαστήματος ακμής και ανάκαμψης του (αρχαίου αυτοκρατορικού) ρωμαϊκού μεγαλείου. Τότε καλλιεργήθηκε συγκροτημένα η ιδεολογία της επανόρθωσης, η πίστη στις δυνάμεις και στη σταθερότητα του συστήματος εξουσίας, όπως αυτό επιβλήθηκε μέσω της εγκαθίδρυσης και θεσμοθέτησης του Dominatus (Δεσποτείας, δηλαδή της απόλυτης μοναρχίας) στη θέση του Principatus (της Ηγεμονίας που διατηρούσε πολιτειακά ψήγματα της ρεπουμπλικανικής περιόδου), καθώς και η εμπιστοσύνη στο (λαμπρό) μέλλον της αυτοκρατορίας.

Παράλληλα όμως, η πραγματεία του Βεγέτιου αποτελεί τρόπον τινά και «κύκνειο άσμα» εκείνης της εποχής, αφού περιλαμβάνει τα πρώτα ψήγματα και τα πρώιμα σημάδια ενός ζοφερού μέλλοντος. Η στρατιωτική αποδυνάμωση της αυτοκρατορίας, κυρίως μέσω των βαρβαρικών εισβολών και της μαζικής εισδοχής ξένων στις τάξεις του στρατεύματος, συνιστούσε ήδη πραγματικότητα. Ο Βεγέτιος εύστοχα επεσήμανε και προσπάθησε να αποτρέψει την τάση αυτή συγγράφοντας τη μελέτη του· η τελευταία, πέραν και εκτός των άλλων τακτικών και οργανωτικών στρατιωτικών συμβουλών, φιλοδοξούσε επιπλέον να αποτελέσει εναλλακτική συνεκτική πρόταση σε στρατηγικό και πολιτικό επίπεδο για τη μακροημέρευση της αυτοκρατορίας, τη διαφύλαξη της ενότητας και τη διατήρηση της επιρροής της μέσω της συντήρησης ειδικά της στρατιωτικής ισχύος. Ωστόσο, τελικά η πτώση αποδείχτηκε αναπόφευκτη γι’ αυτό ακριβώς το τμήμα του ύστερου Ρωμαϊκού κράτους στο οποίο ο Βεγέτιος μάλλον έζησε και έδρασε δημοσιεύοντας μεταξύ των άλλων και τούτο το σημαντικό σύγγραμμα. Αν μη τι άλλο, αυτό συνιστά μία κατεξοχήν τραγική ειρωνεία, ένα όντως περίεργο «παιχνίδι της μοίρας».

Πράγματι, κατά τη διάρκεια του 5ου αι., πολλοί και διάφοροι βαρβαρικοί λαοί εισέβαλαν και εγκαταστάθηκαν στη δυτική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Αυτή σταδιακά «εθίστηκε» στην καταναγκαστική ύπαρξη τόσων βαρβάρων στα εδάφη της, ώστε δεν μπόρεσε τελικά ποτέ να «απεξαρτηθεί» από αυτούς, ούτε να τους «αποβάλει», εις βάρος αρχικά της ακεραιότητας και τελικά της υπόστασής της. Τουναντίον, ξένες ορδές στρατολογήθηκαν μαζικά ή συμπεριελήφθησαν αναγκαστικά ως «σύμμαχοι» στην τάξη των (μόνον κατ’ όνομα πλέον) ρωμαϊκών στρατευμάτων. Ολόκληρες φυλές εισέβαλαν και εγκαταστάθηκαν συνήθως με τη βία σε διάφορες περιφέρειες, παρά τη βούληση του ίδιου του κράτους και τη θέληση των κατοίκων του. Παράλληλα, πολλοί Γερμανοί και άλλοι βάρβαροι ηγεμόνες, φύλαρχοι και πολέμαρχοι κατέλαβαν ύπατα στρατιωτικά αξιώματα. Έτσι, κατέκτησαν τον κύριο πόλο και διαχρονικό φορέα της βασιλικής εξουσίας μετατρέποντάς τον σε εφαλτήριο για την επίτευξη των σκοπιμοτήτων τους, θανάσιμα επικίνδυνων για τα αυτοκρατορικά συμφέροντα.

Στο προαναφερθέν πλαίσιο οι ξένοι στρατιωτικοί αρχηγοί ανέβασαν σκόπιμα στον θρόνο «αυτοκράτορες – μαριονέτες». Επίσης, απέσπασαν και αφαίρεσαν από τον κεντρικό έλεγχο ολόκληρες επαρχίες και περιφέρειες, κατακτώντας τις τυπικά ή και ουσιαστικά προς όφελος των ιδίων και των φυλών ή ορδών που εξουσίαζαν. Παράλληλα, οδήγησαν σε πλήρη παρακμή και απαξίωση τον τακτικό στρατό, οι μονάδες του οποίου εξαϋλώθηκαν σταδιακά προς όφελος της πρόσληψης και ένταξης βαρβαρικών στρατιωτικών σωμάτων, των φοιδεράτων (foederati). Έτσι, οι ξένοι ηγήτορες ουσιαστικά υποκατέστησαν τον ήδη ξεπεσμένο αυτοκρατορικό θεσμό, από τον οποίο στο τέλος απαλλάχθηκαν, αφού όμως πρώτα τον αντικατέστησαν πλήρως (de facto και de jure) δημιουργώντας στη θέση του διάφορα (γερμανικά) βασίλεια μέχρι και το 476.

Παρακμή και Πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Παράλληλα όμως, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι προτάσεις του Βεγέτιου βρήκαν –έστω και εμμέσως– ευήκοα ώτα στους ιθύνοντες και στους ηγεμόνες του αντίστοιχου ανατολικού τμήματος της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (Ρωμανία ή Ρωμαίων πολιτεία, συμβατικά γνωστή στους νεότερους χρόνους ως Βυζαντινή αυτοκρατορία). Εκεί, το κράτος αντιστάθηκε με επιτυχία στη βάναυση βαρβαρική εισβολή, όπως αυτή επιχειρήθηκε είτε στο εσωτερικό από αλλοδαπούς στρατηγούς (λ.χ. Γαϊνάς, Άσπαρ), είτε προήλθε από το εξωτερικό, δηλαδή από βαρβάρους ηγεμόνες και έθνη (λ.χ. από τους Βησιγότθους του Αλάριχου, τους Ούννους του Αττίλα, από τους Οστρογότθους του Θεοδώριχου κ.ά.). Ο εθισμός στους βαρβάρους αποδείχτηκε εκεί εφήμερος και είτε αποβλήθηκε πλήρως ως ξένο σώμα παθογόνο και επικίνδυνο για την ευρωστία του κρατικού οργανισμού, είτε χαλιναγωγήθηκε επιτυχώς και κατέστη αντικείμενο δημιουργικής εκμετάλλευσης εις βάρος άλλων βαρβάρων (πρβ. λ.χ. την εκτεταμένη και επιτυχημένη συμμετοχή Ερούλων και Ούννων στους στρατούς του Ιουστινιανού Α΄ και την αξιοποίησή τους σε όλους τους πολέμους του, αμυντικούς και επιθετικούς). Η ανατολική αυτοκρατορία σύντομα μετατράπηκε στην εξελληνισμένη μεσαιωνική Ρωμανία (ευρέως γνωστή σήμερα ως Βυζάντιο), καθώς αναδιοργανώθηκε –εξ ανάγκης– σε εντελώς καινούριες βάσεις κατά τους 7ο και 8ο αι.· παρά τις κοινωνικές και θεσμικές μεταβολές της, διατήρησε ωστόσο τη ρωμαϊκή πολιτική κληρονομιά της και παρέμεινε πολιτισμένο και οργανωμένο κράτος. Έτσι, κατέστη ορόσημο και σταθερός πυλώνας αναφοράς για πολλούς ακόμη αιώνες, σε έναν κόσμο που τότε διαρκώς μεταλλασσόταν και αενάως μετασχηματιζόταν μέχρι την έλευση των νεοτέρων χρόνων και το σχηματισμό των πρώτων σύγχρονων κρατών και αυτοκρατοριών.

Κινούμενος χάρτης με την εδαφική διακύμανση της Ύστερης Ρωμαϊκής και της Βυζαντινής αυτοκρατορίας από το 300 έως το 1453 https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Byzantine_Empire_map.gif#/media/File:Byzantine_Empire_map.gif

Το παραπάνω επίτευγμα θα ήταν όμως αδύνατο χωρίς την ύπαρξη και αξιοποίηση του πρότερου υποβάθρου, δηλαδή της ανασυγκρότησης του κράτους σε όλους τους τομείς, στρατιωτικό, πολιτικό και διοικητικό, οικονομικό και κοινωνικό, όπως αποτυπώθηκε και επενδύθηκε σε ιδεολογικό επίπεδο στα προαναφερθέντα επιδραστικά συγγράμματα του 4ου αι. Μεταξύ αυτών, η Epitoma rei militaris του Βεγέτιου κατέχει δεσπόζουσα θέση, ως κορωνίδα συγκεκριμένων πολιτικο-στρατιωτικών προτάσεων που είχαν εκκινήσει να διαμορφώνονται ήδη από την εποχή της Τετραρχίας στα τέλη του 3ου αι., απέκτησαν συγκροτημένη δομή και ολοκληρωμένη υφή κατά τον 4ο αι. και συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της ύστερης ρωμαϊκής και πρώιμης βυζαντινής περιόδου μέχρι τον 6ο και 7ο αι. Τότε, η αραβική λαίλαπα (μέσα 7ου αι.) και οι λοιπές εξελίξεις στη Βαλκανική (εμφάνιση Σλάβων κ.ά.) συμπαρέσυραν ό,τι είχε απομείνει από την ύστερη αρχαιότητα οδηγώντας την καθ’ ημάς ελληνορωμαϊκή οικουμένη (ανατολική Μεσόγειο, Εγγύς και Μέση Ανατολή) οριστικά και αμετάκλητα στους μέσους χρόνους, στους οποίους είχε ήδη εισέλθει νωρίτερα η δυτική Ευρώπη (5ος αι.).

V. Συμπεράσματα

Έχοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, συμφωνούμε τελικά πλήρως με τον Milner (21996: xxxi), ο οποίος σχολίασε ότι παρά τις όποιες αδυναμίες της Epitoma rei militaris, η κρίση και οι εκτιμήσεις του Βεγέτιου για το μέλλον αποδείχτηκαν εξαιρετικά οξυδερκείς, μεστές από ορθές βασικά στρατηγικές παρατηρήσεις: ο συγγραφέας επεσήμανε πλειστάκις τους πολυπλόκαμους κινδύνους που έθεταν για την αυτοκρατορία η συνεχής και αδιατάρακτη εισβολή και εγκατάσταση τόσων βαρβάρων στην επικράτειά της, καθώς και ο παραγκωνισμός των γηγενών και η στελέχωση του κρατικού μηχανισμού (και ειδικά η επάνδρωση του στρατού) από ξένους. Επομένως, ο Βεγέτιος, παρότι μάλλον απλός πολίτης και όχι έμπειρος στρατιωτικός, υπήρξε εντούτοις έξοχος στρατηγικός αναλυτής, πολύ καλά ενημερωμένος για μεγάλο εύρος εξελίξεων κατά τη μεταβατική και πολύπλοκη περίοδο της ύστερης αρχαιότητας, η «Στρατιωτική επιτομή» του οποίου συνιστά τελικά τη «γέφυρα» στον τομέα της μεταξύ των αντίστοιχων κειμένων της κλασικής αρχαιότητας (από τη μία πλευρά) και του μεσαίωνα (από την άλλη).

Ο Γεώργιος Καλαφίκης είναι Διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας. Υπηρετεί ως Φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (ΠΕ 02). Εργάζεται ως επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Γλωσσολογίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας στη Θεσσαλονίκη (με απόσπαση).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Εκτενέστατος θεματικός κατάλογος με όλες τις σχετικές με την Epitoma rei militaris και τον Vegetius Renatus δημοσιεύσεις (κριτικές εκδόσεις, μεταφράσεις, δευτερεύουσα βιβλιογραφία) μεταξύ των ετών 1981-2015 περιέχεται στο άρθρο του Famerie, É. 2015. «Bibliographie sur l’Epitoma rei militaris de Végèce (1981-2015)», Revue Internationale des Droits de l’Antiquité 62: 207-221.
  2. Χρήσιμη ενίοτε για την αποσαφήνιση δυσνόητων όρων που απαντούν στην επιτομή του Βεγέτιου, όπως π.χ. του πολεμικού σχηματισμού «serra» (δηλ. «πριόνι»), όπως θα διαπιστώσουμε σε επόμενη δημοσίευση.
  3. Κυριότεροι εκπρόσωποι κάθε θεωρίας: Επί Θεοδοσίου Α΄, περί το 385-390: Schenk 1930: 4. – Barnes 1979: 254-257. – Milner 1991: 71-104, 146 κ.ε. – Του ιδίου 21996: xxix, xxxix-xli. – Richardot 1998a: 136-147. Επί Βαλεντινιανού Β΄, στα μέσα της δεκαετίας του 380: Zuckerman 1994: 67-74. Επί Ονωρίου, περ. 400-410: Giuffrida Manmana 1981: 25-56. Επί Θεοδοσίου Β΄, περ. 445-450: Colombo 2012: 278-288. Επί Βαλεντινιανού Γ΄, πριν από το 450: Seeck 1876: 69. – Grosse 1920: 259 κ.ε. – Goffart 1977: 69-88. – Birley 1985: 57-67. – Charles 2007: 55-65. Τέλη 4ου / αρχές 5ου αι.: Allmand 2009: 101, 112. – Branco 2009: 155, 166, 168. – Heuser 2010: 40, 42, 101.
  4. Αντιθέτως η Ρώμη εμφανίζεται σε τρεις περιπτώσεις ακόμη ως απόρθητη. Πρβ. Veg. IV.Praef., 9 και 26. Βλ. Milner 1991: 76-77.
  5. Βλ. αναλυτικά Milner 1991: 71-96, 146 κ.ε. – Του ιδίου 21996: xxxviii-xli.
  6. Χριστοδούλου 2004: 326 και 327 αντίστοιχα. Όπως όμως –ορθά πάλι– συμπεραίνει, η ίδια ανεπάρκεια διαπιστώνεται και στα τακτικά του 6ου αι., μολονότι εντελώς ανεστραμμένη: τότε ήταν οι κάθε είδους αντίπαλοι του Βυζαντινού στρατού που αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τον έφιππο Βυζαντινό πολεμιστή (σ. 327), ο οποίος ήταν άρτια εξοπλισμένος και βαρύτατα θωρακισμένος για τα δεδομένα της εποχής (σ. 328).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Εκδόσεις και μεταφράσεις Bεγέτιου

Stelten, L.F. 1990. Flavius Vegetius Renatus, Epitoma Rei Militaris. Edited with an English translation [American University Studies, Series XVII: Classical Languages and Literature 11], New York

Milner, N.P. 21996. Vegetius: Epitome of Military Science. Translated with notes and introduction [Translated Texts for Historians 16], Liverpool

Β. Μελέτες

Allmand, Chr. 2009. «The De Re Militari of Vegetius. How did the Middle Ages treat a Late Roman Text on War», Revista de História das Ideias 30: 101-117

Barnes, T.D. 1979. «The Date of Vegetius», Phoenix 33: 254-257

Birley, E. 1985. «The Dating of Vegetius and the Historia Augusta», στο Bonner Historia Augusta Colloquium (BHAC) 1982-83, Bonn, σ. 57-67 = idem, The Roman Army Papers (1929-1986) [MAVORS IV], Amsterdam 1988, σ. 58-68

Branco, Maria-João 2009. «Vegetius», στο Os Grandes Mestres da Estratégia: estudos sobre o poder da guerra e da paz, eds. Ana Paula Garcêz – G. Oliveira Martins, Coimbra, σ. 153-188

Carley, L.K. 1962. The Anglo-Norman Vegetius. A Thirteenth Century Translation of the “De Re Militari” of Flavius Vegetius Renatus, ed. with Introduction, Notes, and Glossary, Ph.D. thesis, University of Nottingham

Charles, M.B. 2007. Vegetius in Context: Establishing the Date of the Epitoma Rei Militaris [Historia Einzelschriften 194], Stuttgart

Χριστοδούλου, Δ.Ν. 2004. «Τα Βυζαντινά Τακτικά κατά τον 6ο αι. μ.Χ. Θεωρία και Πράξη», Εγνατία 8: 323-338

Colombo, Μ. 2012. «La datazione dell’Epitoma Rei Militaris e le genesi dell’esercito tardoromano. La politica militare di Teodosio I, Veg. R. Mil. 1.20.2-5 e Teodosio II», Ancient Society 42: 255-292

Giuffrida Manmana, C. 1981. «Per una datazione dell’Epitoma rei militaris di Vegezio: politica e propaganda nell età di Onorio», Siculorum Gymnasium XXXIV: 25-56

Goffart, W. 1977. «The Date and Purpose of Vegetius’ ‘De Re Militari’», Traditio 33: 64-100

Gordon, C.D. 1974. «Vegetius and His Proposed Reforms of the Army», στο Polis and Imperium. Studies in Honour of E. T. Salmon, Toronto, σ. 35-58

Grosse, R. 1920. Römische Militärgeschichte von Gallienus bis zum Beginn der byzantinischen Themenverfassung, Berlin

Heuser, Beatrice 2010. The Evolution of Strategy. Thinking War from Antiquity to the Present, Cambridge

Milner, N.P. 1991. Vegetius and the Anonymus De Rebus Bellicis, Ph.D. thesis, University of Oxford

Reeve, M.D. 2000. «Τhe Transmission of Vegetius’s Epitoma Rei Militaris», Aevum 74: 243-354

Richardot, Ph. 1998a. «La datation du Re Militari de Végèce», Latomus 571: 136-147

Richardot, Ph. 1998b. Végèce et la culture militaire au Moyen Âge (Ve-XVe siècles), Paris

Richardot, Ph. 2003. «La tradition moderne du De re militari de Végèce (XVe-XVIIIe siècles)», στο Hommages à Carl Deroux, V: Christianisme et Moyen Âge, Néo-latin et survivance de la latinité, éd. P. Defosse, Brussels, σ. 537-544

Sander, E. 1932. «Die Hauptquellen der Bücher I-III der Epitoma rei militaris des Vegetius», Philologus 87: 369-375

Schenk, D. 1930. Flavius Vegetius Renatus: Die Quellen der Epitoma rei militaris [Klio: Beiträge zur alten Geschichte 22], Leipzig

Seeck, O. 1876. «Die Zeit des Vegetius», Hermes XI1: 61-83

Shrader, C.R. 1979. «Handlist of Extant Manuscripts Containing the De Re Militari of Flavius Vegetius Renatus», Scriptorium 332: 280-305

Whately, C. 2013. «War in Late Antiquity: Secondary Works, Literary Sources and Material Evidence», στο War and Warfare in Late Antiquity. Current Perspectives, eds. A. Sarantis – N. Christie [Late Antique Archaeology 8.1], Leiden, σ. 101-151

Zuckerman, C. 1994. «Sur la date du traité militaire de Végèce et son destinataire Valentinien II», Scripta Classica Israelica 13 : 67-74

 

Ο πόλεμος των Falklands. Η τελευταία αναλαμπή της βρετανικής  αυτοκρατορικής ισχύος

Ο πόλεμος των Falklands. Η τελευταία αναλαμπή της βρετανικής 

αυτοκρατορικής ισχύος

 

Η μακροχρόνια αμφίπλευρη διεκδίκηση του συμπλέγματος των Νήσων Falklands (Islas Malvinas στα ισπανικά), οδήγησε το 1982 την Αργεντινή και το Ηνωμένο Βασίλειο σε μια σύντομης διάρκειας (74 ημερών) ένοπλη αντιπαράθεση στο Νότιο Ατλαντικό. Το διακύβευμα ήταν ισχυρό για αμφότερα τα μέρη. Ευρισκόμενο σε οικτρή οικονομική και πολιτική κατάσταση, το στρατιωτικό καθεστώς της Αργεντινής αναζητούσε απεγνωσμένα μια επιτυχία σε ένα εθνικό ζήτημα, ικανή να επιφέρει λαϊκό έρεισμα (ό,τι ακριβώς είχε συμβεί με την απριλιανή δικτατορία στην Ελλάδα και την περίπτωση της Κύπρου, οκτώ χρόνια νωρίτερα). Αποδεκατισμένη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Μεγ. Βρετανία, από τη δική της πλευρά, αναζητούσε εις μάτην την απωλεσθείσα αίγλη μέσα στα ερείπια της αποαποικιοποίησης (η τελευταία, πριν από τον πόλεμο των Falklands, εμπλοκή σε μια περιπέτεια αποικιακής φύσεως ήταν, το 1956, η επιχείρηση κατά της Διώρυγας του Σουέζ, η οποία εξελίχθηκε σε φιάσκο). Επισήμως, η διαφορά εκδηλώθηκε σε επίπεδο διεκδίκησης της κυριαρχίας. Η Αργεντινή θεωρούσε πως τα νησιά της ανήκαν ιστορικά, η δε Βρετανία αρνείτο να διαπραγματευθεί την από το 1841 επιτόπου παρουσία της. Το γόητρο, επομένως, ήταν μια σημαίνουσα παράμετρος σε μια αναμέτρηση, όπου για πρώτη φορά από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενεπλάκησαν αεροναυτικές δυνάμεις τόσο εκτεταμένης κλίμακας. Σήμερα, 37 χρόνια αργότερα, οι συνέπειες του πολέμου των Falklands έχουν, πλέον αξιολογηθεί. Για τους ηττημένους Αργεντινούς, τα κοινωνικο-πολιτικά προβλήματα διαιωνίσθηκαν, παρά την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος και την επάνοδο των δημοκρατικών θεσμών. Η κεφαλαιοποίηση της επιτυχίας από την Margaret Thatcher, εισήγαγε τους Βρετανούς σε μια νέα περίοδο εσωστρέφειας, κυρίως, όμως, στην εποχή του λεγόμενου “νεοφιλελευθερισμού”, με ανάλογους κραδασμούς. Η πρόσφατη ψήφος υπέρ του Brexit, θα μπορούσε, ίσως, να ερμηνευθεί ως μια ύστατη ενστικτώδης κίνηση αυτοπροστασίας από τα παραπάνω. Στον επιχειρησιακό τομέα, καταμετρήθηκαν συνολικά 907 νεκροί (649 Αργεντινοί, 255 Βρετανοί και 3 κάτοικοι του νησιού) και σημαντικός αριθμός τραυματιών εκατέρωθεν (775 και 1657 αντίστοιχα). Οι Αργεντινοί έχασαν 9 σκάφη (μεταξύ των οποίων ένα ελαφρύ καταδρομικό και ένα υποβρύχιο), 75 αεροσκάφη και 25 ελικόπτερα. Οι Βρετανοί απώλεσαν 7 σκάφη (μεταξύ των οποίων 2 φρεγάτες), 11 αεροσκάφη και 24 ελικόπτερα. Η επαγγελματική κατάρτιση των Βρετανών υπήρξε, αναμφίβολα, το αντιστάθμισμα της μεγάλης απόστασης από το Μητροπολιτικό έδαφος και τις βάσεις ανεφοδιασμού. Όταν, ωστόσο, οι άπειροι Αργεντινοί κληρωτοί στρατιώτες παραδίδονταν πανικόβλητοι κατά δεκάδες ή αρνούνταν να εκτελέσουν τις διαταγές των ανωτέρων τους κατά την τελευταία μάχη του Mount Longdon, δεν είχαν, προφανώς, αντιληφθεί πως απέναντί τους βρισκόταν ένας αντίπαλος δίχως υπεροπλία στους αιθέρες και στην ξηρά και ο οποίος είχε ξεπεράσει, και εκείνος, κάθε όριο φυσικής και ψυχικής αντοχής. Πρακτικά, ίσχυαν ακόμη όλες οι προϋποθέσεις προκειμένου η σύγκρουση να προσλάβει μια εκ διαμέτρου αντίθετη έκβαση.

Ισπανικός χάρτης του 1769.

1.Επιχείρηση Rosario: Η κατάληψη των Νήσων από τους Αργεντινούς (2 Απριλίου 1982).

Η προέλαση του αποβατικού Σώματος προς το Port Stanley.

 

Η έπαρση της σημαίας στον περίβολο του Βρετανικού Κυβερνείου.

 

Βρετανοί αιχμάλωτοι, την πρώτη μέρα της εισβολής.

 

Αμφίβιο όχημα μέσα στους δρόμους του Port Stanley.

 

Ο Βρετανός Κυβερνήτης Rex Hunt. Απελάθηκε από τους Αργεντινούς και αποκαταστάθηκε στο αξίωμά του έπειτα από το πέρας του πολέμου.

 

Ο στρατιωτικός διοικητής των Falklands, Mario Menéndez (αριστερά) συνομιλεί με τον αντιναύαρχο Carlos Büsser, υπεύθυνο της επιχείρησης Rosario.

2.Η πορεία προς την ένοπλη αντιπαράθεση (3 – 24 Απριλίου 1982).

Ο απόπλους του αεροπλανοφόρου HMS Hermes, ναυαρχίδας της Βρετανικής δύναμης κρούσης, από το λιμάνι του Portsmouth στις 5 Απριλίου 1982.

 

Ο διάπλους του Ατλαντικού από τη Βρετανική αρμάδα.

 

Βρετανοί κομμάντος, φέροντες πλήρη εξάρτηση, ασκούνται στο κατάστρωμα του υπερωκεανίου Queen Elisabeth 2 κατά τη διάρκεια του διάπλου.

 

Η Βρετανή πρωθυπουργός Margaret Thatcher και ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Alexander Haig έξω από την πρωθυπουργική κατοικία, σε μια από τις ύστατες προσπάθειες διασφάλισης της ειρήνης.

 

Ο στρατηγός Leopoldo Galtieri, επικεφαλής του στρατιωτικού καθεστώτος της Αργεντινής.

3.Οι πρώτες επιχειρήσεις στη στεριά και στη θάλασσα (25 Απριλίου – 20 Μαΐου 1982).

Επιχείρηση Paraquat: Η ανακατάληψη της Νήσου South Georgia (25 Απριλίου 1982).

 

Τορπιλισμός και βύθιση του ελαφρού καταδρομικού General Belgrano από το Βρετανικό υποβρύχιο Conqueror (2 Μαΐου 1982). Από το πλήρωμα, 323 άτομα έχασαν τη ζωή τους και άλλα 772 περισυνελέγησαν από παρακείμενα Αργεντινά και Χιλιανά πλοία.

 

Η απάντηση των Αργεντινών: Βύθιση του αντιτορπιλικού HMS Sheffield από τηλεκατευθυνόμενο πύραυλο Exocet με 20 νεκρούς. Επλήγη στις 4 Μαΐου 1982 και βυθίστηκε έξι ημέρες αργότερα, έπειτα από απεγνωσμένες προσπάθειες διάσωσης.

 

Το αεροπλανοφόρο Veinticinco de Mayo του πολεμικού ναυτικού της Αργεντινής. Αποσύρθηκε από την εμπόλεμη ζώνη, για λόγους προληπτικούς, την επομένη της απώλειας του General Belgrano. Τα αεροσκάφη του συνέχισαν να επιχειρούν από τις αεροπορικές βάσεις των Falklands.

 

Dassault/Bréguet Super Étendard της αεροπορίας ναυτικού της Αργεντινής. Ο εφιάλτης των Βρετανών.

 

Απογείωση μαχητικού αεροσκάφους από το HMS Hermes.

4.Οι χερσαίες επιχειρήσεις (21 Μαΐου – 14 Ιουνίου 1982).

Η ανάπτυξη του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος.

 

Η απόβαση των πεζοναυτών στο San Carlos (21 Μαΐου 1982).

 

Η βύθιση της φρεγάτας HMS Antelope στον κόλπο του San Carlos (24 Μαΐου 1982).

 

Το βοηθητικό σκάφος SS Atlantic Conveyor φλέγεται στον κόλπο του San Carlos (25 Μαΐου 1982). Βυθίστηκε τρεις μέρες αργότερα, παρασύροντας δέκα ελικόπτερα στον βυθό της θάλασσας. Η απώλεια των τελευταίων υπήρξε μοιραία για τα πεζοπόρα τμήματα, τα οποία αναγκάστηκαν να μεταφέρουν τον οπλισμό στους ώμους κατά τη διάρκεια της διάβασης των κεντρικών Falklands.

 

Αργεντινοί αιχμάλωτοι έπειτα από τη μάχη του Goose Green (28 – 29 Μαΐου 1982).

 

Προέλαση μέσα από τα Kεντρικά Falklands.

 

Το μεταγωγικό σκάφος RFA Sir Galahad έχει πληγεί από την Αργεντινή αεροπορία στο Bluff Cove (8 Ιουνίου 1982). Από την επίθεση έχασαν τη ζωή τους 48 άτομα και πολλά άλλα υπέστησαν σοβαρά εγκαύματα. Τα περισσότερα θύματα, μέλη των Welsh Guards, βρίσκονταν σε διαδικασία αποβίβασης στην στεριά.

 

Οι επιζώντες του Sir Galahad μεταφέρονται στη στεριά.

 

Η μάχη του Mount Longdon, στις παρυφές του Port Stanley (11 – 12 Ιουνίου 1982). Παροχή πρώτων βοηθειών σε τραυματία.

 

Η μάχη του Mount Longdon. Αργεντινός αιχμάλωτος οδηγείται για ανάκριση.

 

Η είσοδος των Βρετανικών ειδικών δυνάμεων στο Port Stanley έπειτα από την παράδοση των Αργεντινών (14 Ιουνίου 1982).

 

Αργεντινοί αιχμάλωτοι στιβάζονται στους δρόμους του Port Stanley.

 

Η κεφαλαιοποίηση της επιτυχίας από την Margaret Thatcher.

 The Falklands War Documentary

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Blakeway, Denys: The Falklands War, London, Sidgwick & Jackson, 1992.

Brown, David: The Royal Navy and the Falklands War,  Leo Cooper, Barnsley, UK, 1987.

Freedman, Lawrence: The Official History of the Falklands Campaign. London, Whitehall Histories, Government Official History Series, 2005.

Fremont-Barnes, Gregory: The Falklands 1982: Ground operations in the South Atlantic, Oxford, Osprey Publishing, 2012.

Gavshon, Arthur, Rice, Desmond: The sinking of the Belgrano, London, Secker & Warburg, 1984.

Hastings, Max, Jenkins, Simon: The battle for the Falklands, New York, Norton,1984.

Goebel, Julius: La pugna por las islas Malvinas – Un estudio de la historia legal y diplomática, Yale University Press, 1983.

Kirschbaum, Oscar, Van Der Kooy, Roger, Cardoso, Eduardo: Malvinas, La Trama Secreta, Buenos Aires, Sudamericana/Planeta, 1983.

Middlebrook, Martin: The fight for the «Malvinas»: The Argentine Forces in the Falklands War, New York, Viking, 1989.

Moro, Ruben: The History of the South Atlantic Conflict: The War for the Malvinas,  1st edition, Santa Barbara, California, Praeger, 1989.

Rodríguez Mottino, Horacio: La artillería argentina en Malvinas, Coyoacán, México D.F., Editorial Clio, 1984.

Thatcher, Margaret: Downing Street Years, London, Harper Collins, 1993.

 

 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

Νικόλαος Ιντζεσίλογλου: Οικουμενικός Πατριάρχης και Οθωμανική Αυτοκρατορία: Τρία προς συζήτηση θέματα

Νικόλαος Ιντζεσίλογλου

Οικουμενικός Πατριάρχης και Οθωμανική Αυτοκρατορία:

Τρία προς συζήτηση θέματα

 

Στο άρθρο αυτό γίνεται προσπάθεια σκιαγράφησης των τρόπων με τους οποίους πολιτεύθηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σχετικά με τρία θέματα που προκάλεσαν συζητήσεις και πάνω στα οποία διατυπώθηκαν αποκλίνουσες απόψεις. Η προσπάθεια αυτή περιλαμβάνει τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος γίνεται αναφορά στη σχέση μεταξύ Μεχμέτ Β΄ του Πορθητή και του Γεώργιου Σχολάριου-Γενάδιου, πρώτου Οικουμενικού Πατριάρχη μετά την κατάληψη της Πόλης από τους Οθωμανούς. Στο δεύτερο μέρος δίνεται μια εξήγηση της στάσης του εθνομάρτυρα Γρηγορίου Ε΄ απέναντι στην ελληνική επανάσταση του 1821. Τέλος, στο τρίτο μέρος γίνεται αναφορά σε τρία διαφορετικά σχέδια Ανάστασης του Γένους κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με ιδιαίτερη έμφαση στο σχέδιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η σχέση του Γ. Σχολάριου-Γεννάδιου με τον Μεχμέτ B΄ τον Πορθητή

Κάποιοι θεωρώ ότι παρερμηνεύουν μια φράση που αποδίδεται στον Γεώργιο Γεννάδιο-Σχολάριο (περίπου 1400 – 1473), και επαναλαμβάνουν κάποιες κριτικές και ανυπόστατες κατηγορίες ενάντια σ’ αυτόν που υπήρξε ο πρώτος Πατριάρχης μετά την Άλωση.

Κατ’ αρχήν και προς αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, πρέπει να δώσουμε με συντομία το ιστορικό περίγραμμα της εποχής λίγο πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Εκατό περίπου χρόνια πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης, οι Οθωμανοί είχαν περάσει στην Ευρώπη και έκαναν εν τω μεταξύ πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας τους την Αδριανούπολη, ενώ η Κωνσταντινούπολη ήταν μια απομονωμένη πόλη, τουλάχιστον από την ξηρά.

Ο Πατριάρχης Γεώργιος Σχολάριος-Γεννάδιος.

Η επιρροή που ασκούσε ο Γεννάδιος πάνω στον Μεχμέτ Β΄τον Πορθητή (Φατίχ Σουλτάν Μεχμέτ, 1432 – 1481) είχε αρχίσει πολύ πριν την άλωση. Ο Γεννάδιος και ο Μεχμέτ, που παρά το νεαρό της ηλικίας του (μόλις σε ηλικία 21 ετών κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη) ήταν πολύ μορφωμένος, ιδιαίτερα ευφυής, πολύγλωσσος και γνώστης των ομηρικών επών, και ιδιαίτερα της Ιλιάδας (θαύμαζε από την Ιλιάδα κυρίως τον Αχιλλέα και εκτός Ιλιάδας τον Μεγαλέξανδρο), είχαν πριν την άλωση αλληλογραφία επί θεολογικών και φιλοσοφικών θεμάτων.

Αυτές οι σχέσεις και ανταλλαγές απόψεων επί θεολογικών και φιλοσοφικών θεμάτων ήταν κάτι το συνηθισμένο μεταξύ διανοουμένων την εποχή εκείνη. Ειρήσθω μάλιστα εν παρόδω ότι ο μεγάλος Έλληνας πλατωνιστής φιλόσοφος Γεώργιος Πλήθων-Γεμιστός (φιλοσοφικός αντίπαλος του Γενναδίου, ο οποίος ήταν αριστοτελιστής) είχε μεταβεί για «μεταπτυχιακές» πλατωνικές σπουδές από την Κωνσταντινούπολη στο Πανεπιστήμιο της Αδριανουπόλεως, που ήταν τότε η πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Όσον αφορά τη σχέση Γενναδίου και Μεχμέτ,  λέγεται ότι ο Μεχμέτ (του οποίου η τροφός του ήταν χριστιανή) ζήτησε από τον Γεννάδιο να τον βαπτίσει χριστιανό, αλλά ο Γεννάδιος αρνήθηκε, διότι ο Μεχμέτ δεν θεωρούσε ως αμάρτημα την παιδεραστία, αλλά ως μια φυσιολογική έκφραση και ικανοποίηση της σεξουαλικής επιθυμίας.

Μετά την άλωση, ο Μεχμέτ έψαξε να βρει τον Γεννάδιο, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε γίνει μοναχός, για να τον κάνει Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Ο Γεννάδιος όμως κρυβόταν και απόφευγε να συναντήσει τον Μεχμέτ. Τελικά, ο Γεννάδιος-Σχολάριος συνελήφθη και οδηγήθηκε στον Μεχμέτ Β΄τον Πορθητή. Και βέβαια ο Μεχμέτ δεν ήθελε να κάνει Πατριάρχη τον Γεννάδιο μόνο και μόνο διότι τελούσε υπό την πνευματική επιρροή αυτού του τελευταίου, αλλά και διότι αυτό συνέφερε και στον ίδιο τον Μεχμέτ, από πολιτική άποψη. Πράγματι, προκειμένου να αποκλεισθεί κάθε διάθεση ή πρόθεση του Πάπα να οργανώσει τυχόν επέμβαση στην Κωνσταντινούπολη εκ μέρους της δυτικής Ευρώπης, προφανώς συνέφερε από πολιτική άποψη στον Μεχμέτ να καταργήσει τον παπικό πατριάρχη που είχαν εγκαταστήσει οι Παλαιολόγοι (και τον οποίο δεν τον ήθελε ούτε ο λαός της Κωνσταντινούπολης, που ήταν καθολικά ανθενωτικός και αντι-Παπικός) και να εγκαταστήσει έναν Πατριάρχη ανθενωτικό, όπως ο Γεννάδιος, που ήταν φημισμένος διανοούμενος και ηγετική μορφή των ανθενωτικών, την εποχή εκείνη (είχε διαδεχθεί τον Μάρκο τον Ευγενικό στο κίνημα των ανθενωτικών, μετά τον θάνατο αυτού του τελευταίου).

Μεχμέτ Β΄ ο Πορθητής.

Το θέμα των προνομίων, που δόθηκαν στον Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης και στην Εκκλησία σχετίζεται με τη δομή της οργάνωσης της Αυτοκρατορίας σε Μιλλέτ που εμπνεύστηκε και εφάρμοσε με επιτυχία ο Μεχμέτ. Αυτά τα προνόμια της Εκκλησίας (και όχι μόνο βέβαια) συνέβαλαν αποφασιστικά στην επιβίωση και διατήρηση της ταυτότητας του γένους στα δύσκολα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Τέλος, όσον αφορά τη φράση που αποδίδεται στον Γεννάδιο «Είμαι Χριστιανός. Δεν είμαι Έλλην» δεν πρέπει να την παρερμηνεύουμε και να διαστρέφουμε το νόημά της. Το Έλλην σε αντιπαράθεση προς το Χριστιανός σημαίνει παγανιστής εθνικός, και ο Γεννάδιος με τη φράση αυτή ασκεί κριτική στον πλατωνιστή Γεώργιο Πλήθωνα-Γεμιστό όχι ως εθνικά Έλληνα στο γένος, αλλ’ ως νεοπαγανιστή (περίπου κάτι σαν τον αυτοκράτορα Ιουλιανό τον λεγόμενο και παραβάτη). Έτσι η φράση: «Είμαι Χριστιανός. Δεν είμαι Έλλην», ορθά εννοούμενη, σημαίνει: «Είμαι Χριστιανός. Δεν είμαι νεοπαγανιστής όπως ο Γεώργιος Πλήθων-Γεμιστός».

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος Ε΄ και η ελληνική επανάσταση του 1821.

Όταν ο Σουλτάνος πληροφορήθηκε ότι στη Μολδοβλαχία ξέσπασε επανάσταση από Έλληνες με αρχηγό έναν αξιωματικό του Ρωσικού στρατού (τον Αλέξανδρο Υψηλάντη) και μάλιστα της προσωπικής φρουράς του Τσάρου, εξοργίστηκε σφόδρα, διότι θεώρησε την όλη κατάσταση ως προδοσία κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Χαλιφάτου, υποκινούμενη από μια εχθρική δύναμη (τη Ρωσία). Για τον λόγο τούτο θέλησε να κηρύξει το μικρό Τζιχάντ (ιερό πόλεμο), δηλαδή να σφάξει όλους τους «απίστους». Προκειμένου όμως να εφαρμόσει μια τέτοια φοβερή απόφαση, έπρεπε ο Σουλτάνος να έχει και τη σύμφωνη γνώμη του Σελιχουλισλάμ (θρησκευτικού ηγέτη των Μουσουλμάνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Χαλιφάτου). Κάλεσε, λοιπόν, ο Σουλτάνος τον Σελιχουλισλάμ, του ανάγγειλε την απόφασή του και ζήτησε τη σύμφωνη γνώμη του. Ο Σελιχουλισλάμ ζήτησε μια διορία για να σκεφτεί και ειδοποίησε αμέσως τον Πατριάρχη για το τι πρόκειται να συμβεί, στέλνοντας το μήνυμα: «κάνε κάτι γιατί θα σας σφάξει όλους».

Ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄.

Ο Πατριάρχης, προκειμένου να σώσει το ποίμνιό του αποκήρυξε την επανάσταση και αφόρισε τους επαναστάτες. Έτσι ο Πατριάρχης έδωσε τη δυνατότητα στον Σελιχουλισλάμ να μη δώσει τη σύμφωνη γνώμη που απαιτούσε ο Σουλτάνος. Κι έτσι δεν κηρύχθηκε Τζιχάντ (ιερός πόλεμος) και αποτράπηκε η σφαγή των Χριστιανών. Ο Σουλτάνος, όμως, που αντιλήφθηκε τη συμπαιγνία των δύο θρησκευτικών ηγετών, τους σκότωσε και τους δύο. Και τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ και τον Σελιχουλισλάμ. Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια!

Δικαίως, επομένως, ο Γρηγόριος Ε΄, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, αναγνωρίστηκε ως εθνομάρτυρας, και πολύ σωστά η Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο τιμώντας την μνήμη του στις 10 Απριλίου, ημέρα του απαγχονισμού του.

Και οι δύσκολοι καιροί για Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως παραμένουν διαχρονικά (λιγότερο ή περισσότερο) δύσκολοι. Και για τον πρόσθετο τούτο λόγο απαιτείται διαχρονικά η προς αυτούς αμέριστη συμπαράστασή μας, ανεξαρτήτως προσώπων και πολιτικών τοποθετήσεων και επιλογών!

Τα σχέδια για την Ανάσταση του Γένους

Για την Ανάσταση του Γένους υπήρχαν διάφορες προτάσεις και σχέδια κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Υπήρχε, π.χ., το σχέδιο του Ρήγα, το σχέδιο του Πατριαρχείου και το σχέδιο, αργότερα, της Φιλικής Εταιρείας. Τα δύο πρώτα σχέδια δεν προέβλεπαν διάσπαση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και επομένως δεν προέβλεπαν δημιουργία εθνικών Κρατών, αλλά εκ των έσω μετάλλαξη της συνολικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ρήγας Βελεστινλής.

Ειδικότερα το Πατριαρχικό σχέδιο προέβλεπε, κατ’ αναλογία της μετατροπής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από λατινο-ειδωλολατρική σε ελληνο-χριστιανική (βλέπε Βυζαντινή) Αυτοκρατορία, την αντίστοιχη μετατροπή-μετάλλαξη ολόκληρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μέσω της διαρκούς και προοδευτικής (με υπομονή και επιμονή) βελτίωσης της κοινωνικής θέσης των χριστιανών Ρωμιών και προώθησής τους σε καίριες θέσεις με κοινωνική επιρροή. Το σχέδιο αυτό γνώρισε σχετική επιτυχία όσον αφορά τους τομείς της οικονομίας, της εκπαίδευσης και εν μέρει της διοίκησης. Δεν επιτεύχθηκε η διείσδυση στο στρατό, όπου τελικώς επικράτησαν οι εθνικιστέςΝεότουρκοι.

Το πανευρωπαϊκό και παναμερικανικό κύμα της εθνικής ιδεολογίας που χαρακτηρίζει κυρίως τον 19ο αιώνα και του εθνικισμού στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, σάρωσε και εξουδετέρωσε κάθε πολυεθνικό αυτοκρατορικό σχεδιασμό. Έτσι, το σχέδιο που πραγματοποιήθηκε ήταν εκείνο της Φιλικής Εταιρείας, που ανταποκρινόταν στο αίτημα του σχηματισμού εθνικού Κράτους. Βέβαια για να κερδηθεί η υπόθεση της δημιουργίας εθνικού Κράτους, χρειάστηκαν όχι μόνο το σχέδιο της Φιλικής Εταιρείας και οι αγώνες και ηρωικές θυσίες των Ελλήνων, αλλά και η στρατιωτική επέμβαση των τριών μεγάλων δυνάμεων της εποχής (Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας) ιδίως με τη ναυμαχία του Ναυαρίνου και τη νίκη επί του Αιγυπτο-οθωμανικού στόλου, καθώς επίσης και με την αποβίβαση για εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο χιλιάδων Γάλλων στρατιωτών υπό τον στρατηγό Maison.  Επρόκειτο για μια στρατιωτική νίκη, που έκανε τον σπουδαίο ήρωα του απελευθερωτικού αγώνα  και διορατικότατο πολιτικά Θεόδωρο Κολοκοτρώνη να πει μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου¨ «Κερδίσαμε τον πόλεμο και χάσαμε την ανεξαρτησία!»

Πάντως, ακόμη και στις αρχές του 20ου αιώνα δεν είχε σβήσει εντελώς, σε ορισμένους ελληνικούς κύκλους (βλέπε, π.χ., τη συνωμοτική οργάνωση Κωνσταντινούπολης των Ίωνα Δραγούμη και Σουλιώτη) η ιδέα της κυριαρχίας της Ρωμιοσύνης εντός μιας πολυεθνικής αυτοκρατορικής δομής (κυρίως εντός του μικρασιατικού υπόλοιπου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), ως μόνης ικανής να αντιπαρατεθεί δια της ισχύος στον ιμπεριαλισμό κυρίως των Γάλλων και των Βρετανών, οι οποίοι διψούσαν για επικράτηση και κυριαρχία στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή (βλέπε γεωστρατηγικά σημαντικές θέσεις και πλούσιες ενεργειακές πηγές).

Ο Νικόλαος Ιντζεσίλογλου είναι Ομότιμος Καθηγητής Κοινωνιολογίας του Δικαίου, ΑΠΘ

Κωνσταντίνος Σβολόπουλος: Η ελληνικότητα είναι ανάχωμα στην απρόσωπη εξομοίωση της παγκοσμιοποίησης

Έφυγε από τη ζωή ο ιστορικός και ακαδημαϊκος Κωνσταντίνος Σβολόπουλος

Κωνσταντίνος Σβολόπουλος

Η ελληνικότητα είναι ανάχωμα στην απρόσωπη εξομοίωση της παγκοσμιοποίησης

 

Απεβίωσε το μεσημέρι της Τρίτης 13 Αυγούστου, στην Αθήνα, ο ιστορικός, πανεπιστημιακός καθηγητής και πρώην πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών Κωνσταντίνος Σβολόπουλος. Ήταν 81 ετών.

Γεννημένος στην Aθήνα το 1938, ο Κωνσταντίνος Σβολόπουλος σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Πολιτικές Επιστήμες στα Πανεπιστήμια Στρασβούργου και Παρισίων.

Ανακηρύχθηκε διδάκτωρ στα Πανεπιστήμια Στρασβούργου και Αθηνών και υφηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης όπου και διετέλεσε καθηγητής της Ιστορίας των Διεθνών Σχέσεων (1981-1989). Διετέλεσε επί εννέα χρόνια διευθυντής του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, του οποίου παρέμεινε επίτιμος διευθυντής. Tο 1989 εξελέγη καθηγητής της Iστορίας του Nεωτέρου Eλληνισμού στο Πανεπιστήμιο Aθηνών.

Tο 1990 ανέλαβε τη Διεύθυνση του Iδρύματος «Kωνσταντίνος Γ. Kαραμανλής», του οποίου υπήρξε συνιδρυτής με τους K. Tσάτσο και K. Tρυπάνη. Εξέδωσε επίσης βιογραφία του έλληνα πολιτικού: «Καραμανλής 1907-1998» (Ίκαρος, 2012).

Διετέλεσε μέλος του επιστημονικού συμβουλίου του Iδρύματος Nτε Γκωλ και επίτιμος εταίρος της Eταιρείας NA Eυρώπης του Mονάχου.

Υπήρξε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από το 2003 και χρημάτισε πρόεδρός της το 2010.

Ήταν παντρεμένος με την ηθοποιό του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου Κατερίνα Χέλμη.

Η Clio Turbata αναδημοσιεύει, ως φόρο τιμής, τη σύντομη συνέντευξη, που ο Κωνσταντίνος Σβολόπουλος παραχώρησε στην εφημερίδα Καθημερινή και στην Άννα Γριμάνη στις 3 Μαΐου 2009.

 

H ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;

Αναμφισβήτητα, επενεργεί ως αίσθημα, ενσυνείδητα ή υποσυνείδητα, υπό την επήρεια είτε του περιβάλλοντος, γεωφυσικού ή ανθρώπινου, είτε της παράδοσης, ιστορικής ή πολιτιστικής. Θα ήταν εν τούτοις ευκταίον να αναχθεί το αίσθημα σε συνείδηση. Το συγκεκριμένο αυτό γεγονός δεν θα ήταν καταρχήν ασύμβατο με την αυτονόητη, κατά την εποχή μας, πύκνωση της επικοινωνίας με άλλους λαούς και με διαφορετικούς πολιτισμούς. Αποτελεί όμως ανάχωμα -ευτυχώς!- στην απρόσωπη εξομοίωση -πολιτική, κοινωνική ή πνευματική- που επιχειρείται στις μέρες μας στο όνομα της παγκοσμιοποίησης.

Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.

Τα χρώματα της θάλασσας, όπως «καθρεφτίζονται» στους πίνακες του Παναγιώτη Τέτση.

Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.

Οταν είναι δημιουργικός, όταν κάνει χρήση της ιδιότυπης ευφυΐας του, της τόλμης και της φαντασίας του.

Αυτό που με χαλάει.

Η αδιαφορία, η ραστώνη, η προσαρμογή σε όσες ευκολίες παρέχονται στο πλαίσιο της σύγχρονης ζωής.

Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Ελληνας σήμερα;

Παρά τις έκδηλα αρνητικές πλευρές που οφείλουμε να μην παραβλέπουμε, είναι δυνάμει ικανός να επιτελέσει γόνιμα έργα – στο κοινωνικό ή το πνευματικό πεδίο. Βασική όμως προς τούτο προϋπόθεση παραμένει η βούληση να αξιοποιήσει ιδιότητες που τείνουν να τον αναβιβάσουν στο επίπεδο μαχητή και όχι παθητικού αποδέκτη των συμπτωμάτων παρακμής που κατατρύχουν -ατυχώς- τη σύγχρονη ζωή σε παγκόσμια κλίμακα.

Παράγει πολιτισμό ο Ελληνας της νέας εποχής ή μένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;

Αντλώντας έμπνευση και ιδέες απ’ τη δική του σπάνια πολιτιστική παρακαταθήκη, είναι εξ ορισμού σε θέση να δημιουργήσει νέα, πρότυπα και πρωτότυπα πολιτιστικά αγαθά. Αν στρέψει όμως την πλάτη στα διαχρονικά αυτά μηνύματα, αν -λόγω και άγνοιας- προκρίνει την οδό του «πιθηκισμού» έναντι σχημάτων και προτάσεων χωρίς παρελθόν και μέλλον, κινδυνεύει να εξουδετερώσει κάθε πλεονέκτημα. Στο σημείο αυτό εντοπίζεται ένας κίνδυνος μείζων εκείνου που συνεπάγεται η προσκόλληση σε μια «ρητορική ελληνικότητα» – που, εξάλλου, δεν αποτελεί και κύριο γνώρισμα των ημερών μας.

Με ποια ταυτότητα οι Ελληνες περιέρχονται στον σύγχρονο κόσμο;

Απαιτείται να ενισχυθεί η αυτοσυνείδηση ότι, ως αποτέλεσμα βιωμάτων και εμπειριών, προσφέρεται να εισφέρει στον σύγχρονο κόσμο ή -αν ο ισχυρισμός αυτός είναι μεγαλόστομος- στη σύγχρονη Ευρώπη την αίσθηση της ισορροπίας και της ελευθερίας. Δεν υπάρχει λόγος ούτε να διακατέχεται ή να επιδεικνύει αίσθημα μειονεξίας, ούτε και να ασπάζεται μορφές κοινωνικής συμπεριφοράς ανοίκειας στον εκάστοτε περίγυρό του.

Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.

Το μείζον αρνητικό ερώτημα «γιατί», διαχρονικά παρόν και ουσιαστικά αναπάντητο επί αιώνες, εντοπίζεται στον πειρασμό για διαίρεση και μισαλλοδοξία, για τη «διχόνοια», κατά τη ρήση του Σολωμού, η οποία συχνά μαστίζει την ελληνική δημόσια ζωή – υπό συνθήκες είτε δυστυχίας είτε και ευημερίας. Αραγε, είναι όμως πραγματιστική η πρόταση ότι «πρέπει» να εξουδετερωθεί η αδυναμία αυτή;

Ο Ελληνας ποιητής μου.

Ο Διονύσιος Σολωμός, στο μέτρο που αγγίζει βαθύτερα βιώματα που διακατέχουν πάντοτε την ανθρώπινη ύπαρξη.

Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.

Η καθαρότητα, το ελληνικό φως κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Η Οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη – ορίστε την.

Η αδιάκοπη προσπάθεια για την επιτέλεση έργου δημιουργικού.

 

Πηγή: Καθημερινή

 

Συνοπτική εργογραφία Κωνσταντίνου Σβολόπουλου

 

 

Καμένα Βούρλα: νοσταλγικές μνήμες μεγαλείου και δόξας

Καμένα Βούρλα: νοσταλγικές μνήμες μεγαλείου και δόξας

H είδηση έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία εκείνο το αυγουστιάτικο πρωϊνό του 1961: “Παίδες, τρέξτε! Στην πλαζ γυρίζουν ταινία. Είναι εκεί ο Αυλωνίτης, η Βασιλειάδου και ο Ρίζος”. Στην αρχή, νομίζαμε πως επρόκειτο για φάρσα. Κάτι τέτοιο φάνταζε εξωπραγματικό. Αληθινή κοσμογονία στη νωχελική καθημερινότητά μας. Όταν, όμως, είδαμε να συγκεντρώνεται πλήθος, αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε το αδιανόητο. Παρατήσαμε το πρόγευμα και την προετοιμασία για το θαλάσσιο μπάνιο και τρέξαμε πάραυτα στην πλαζ του ΕΟΤ. Δυο πράγματα θυμάμαι σαν χθες: 1) το σπρώξιμο, για να εξασφαλίσω θέση με θέα, έξω από την περίφραξη, στο ύψος, σχεδόν, της δημοσίας οδού, που τότε περνούσε μέσα από τον οικισμό και 2) την εικόνα των πρωταγωνιστών, καθισμένων στις γνωστές πάνινες κινηματογραφικές πολυθρόνες, πάνω στην άμμο.

Αργότερα, οι εξελίξεις προσέλαβαν ακόμα πιο συγκλονιστική τροπή. Μαγεμένοι, παρακολουθούσαμε εκ του σύνεγγυς το γύρισμα μιας βωβής σκηνής, ακριβώς μπροστά από το ξενοδοχείο Ράδιον, όπου ο Γιώργος Τσιτσόπουλος κρυβόταν πίσω από ένα αυτοκίνητο, προκειμένου να αποφύγει τη χυμώδη Πόπη Λάζου. Θέλοντας, προφανώς, να δώσει περισσότερη φυσικότητα και κίνηση, ο σκηνοθέτης της ταινίας, Νίκος Τσιφόρος, ζήτησε από δυο νεαρές παριστάμενες, να περάσουν, δήθεν αμέριμνες, μπροστά από τον φακό. Εκείνες, θεώρησαν σκόπιμο να το πράξουν τραγουδώντας. “Σκ… κυρίες μου”, ήταν η οργισμένη αντίδραση. Η σκηνή έπρεπε να ξαναγυριστεί και ο σκηνοθέτης άρχισε να ψάχνει για νέους εθελοντές. Όταν το βλέμμα του καρφώθηκε στη δική μας παρέα (περί τους 5-6 μπόμπιρες), αισθανθήκαμε την ανάσα μας να κόβεται και την καρδιά μας να παίζει ταμπούρλο. “Για ελάτε, εσείς παιδιά. Θα περάσετε από αυτό εδώ το σημείο, αλλά δεν θα βγάλετε τσιμουδιά. Σύμφωνοι;”. Και να θέλαμε, άλλωστε, αδυνατούσαμε από συγκίνηση! Τη φορά αυτή, η σκηνή κλείδωσε. Τρέχοντας πίσω στο ξενοδοχείο, φώναξα στη μητέρα μου θριαμβευτικά: “Έπαιξα στο σινεμά!”. Ήταν η πρώτη δημόσια εμφάνιση της ζωής μου, σε ηλικία εννέα, μόλις, ετών. Τελικά, δεν αξιώθηκα ποτέ να δω τη σκηνή.  Κόπηκε στο μοντάζ…

Την επομένη, ανακατεύτηκα με το πλήθος, που περιέβαλε τους πρωταγωνιστές στην περίφημη σκηνή, όπου ο Νίκος Ρίζος πετάει τραπέζια και καθίσματα στη θάλασσα φωνάζοντας: “Εγώ σήμερα σκίζω Μαρίνες!”. Σήμερα, 58 χρόνια αργότερα, προσπάθησα κατ επανάληψη να εντοπίσω τον εαυτό μου, παγώνοντας το συγκεκριμένο σημείο στο DVD. Ακόμη δεν το έχω καταφέρει.

Κατά τα άλλα, το πρόγραμμα της ημέρας ήταν σταθερό. Περιλάμβανε μαθήματα γαλλικών αμέσως μετά το πρόγευμα (η πιο επαχθής στιγμή), μπάνιο στην πλαζ, μεσημεριανή κατάκλιση (συνήθως την κοπανούσαμε από το δωμάτιο εν αγνοία των μεγάλων και παίζαμε επιτραπέζια στο σαλόνι του ξενοδοχείου), ποδόσφαιρο δίπλα στο ρέμα το απόγευμα, ομαδική προσέλευση στους δυο υπαίθριους κινηματογράφους (Αττική και Ράδιον) το βράδυ, σταυροπόδι στα χαλίκια οσάκις είχε κόσμο. Το ρεπερτόριο περιλάμβανε επιμορφωτικές ταινίες, όπως Ο Γολγοθάς μιας ορφανής, Το Νησί των Γενναίων, Ο λουστράκος κ.ο.κ.. Εναλλακτικά, προσφερόταν πιο πέρα και παράσταση Καραγκιόζη σε μια αυτοσχέδια εγκατάσταση, με έντονη την τσίκνα από τα σουβλάκια και το ψητό καλαμπόκι, προερχόμενη από τον προαύλιο χώρο. Κάποτε, έφτασε στα Καμένα Βούρλα και ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής. Κατέλυσε στο ξενοδοχείο Γαλήνη. Παρά τις απέλπιδες προσπάθειές μας, δεν καταφέραμε να τον δούμε, έστω και από μακριά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο Κοντός (1961)

“Εγώ σήμερα σκίζω Μαρίνες”

Στις πλαγιές του Καλλίδρομου και της Κνημίδας, τα Καμένα Βούρλα οφείλουν την ονομασία τους στο ακόλουθο περιστατικό: αρχικά, ήταν γνωστά ως «Παλιοχώρι». Κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας, στο πλαίσιο μιας τουρκικής επιδρομής, οι κάτοικοι, σύμφωνα με μια παράδοση, αναζήτησαν καταφύγιο σωτηρίας μέσα στα βούρλα (η περιοχή ήταν ελώδης). Όταν πέρασε ο κίνδυνος, έγινε πολύς λόγος για τη σωτηρία τους και πάνω στη συζήτηση κάποιος είπε τη φράση «ας είναι καλά τα καημένα τα βούρλα». Πρώτη επίσημη ονομασία ως «Καϋμένα Βούρλα» συναντάται στο βασιλικό διάταγμα του Γεωργίου Α΄ στις 29 Αυγούστου 1912,Περί αναγνωρίσεως των Δήμων και Κοινοτήτων του Νομού Φθιώτιδος”.

Οι ιαματικές πηγές έγιναν γνωστές περί το 1926. Ο χημικός Μιχαήλ Περτέσης ανακάλυψε, τότε, τις ευεργετικές, για τον άνθρωπο, θεραπευτικές ιδιότητες των πηγών της ευρυτερης περιοχής (Θερμοπύλες, Καμένα Βούρλα, Υπάτη). Συγκεκριμένα, διαπίστωσε πως η περιεκτικότητα των υδάτων σε ραδόνιο ήταν μοναδική και ανώτερη των περισσοτέρων αντίστοιχων ευρωπαϊκών. Οι ιαματικές πηγές δημιουργήθηκαν από τις γεωλογικές μεταβολές του Μαλιακού Κόλπου και του ορεινού όγκου Καλλιδρόμου – Κνημίδος, και έγιναν γνωστές λόγω της σπάνιας σύστασής τους σε φυσικά μέταλλα, άλατα και ραδόνιο. Αναβλύζουν στους πρόποδες του βουνού Κνημίς, ανατολικής απόληξης του Καλλιδρόμου, και έχουν διαφορετική θερμοκρασία και ραδιενέργεια. Υπάρχουν οι ραδιενεργές πηγές, μια υδρόθειο-χλωρονατριούχος, μια άλλη σιδηρούχος, τέλος, η καλλυντική πηγή της Αφροδίτης, που περιέχει καλλοειδές θείον. Η θερμοκρασία των πηγών είναι 35 – 36οC και τα νερά τους ενδείκνυνται για πολλές και διάφορες παθήσεις.

Άποψη των Καμένων Βούρλων το 1930.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’30,ξεκίνησε η αξιοποίηση των πηγών με την κατασκευή σύγχρονων, για την εποχή, πολυτελών ξενοδοχειακών μονάδων που, εκτός απο την παροχή υπηρεσιών σχετικών με τα ιαματικά λουτρά, προσέφεραν ξενοιαστες και ξεκούραστες διακοπές στους παραθεριστές. Σταδιακά, τα Καμένα Βούρλα απέκτησαν μεγάλη φήμη, προσελκύοντας επώνυμους και ανώνυμους. Μεταπολεμικά, ειδικότερα δε στις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70, υπήρξαν προνομιακός τόπος προορισμού των Αθηναίων (και όχι μόνο) για τους θερινούς μήνες.

Ανέγερση των λουτρικών εγκαταστάσεων το 1938.
Γενική άποψη της λουτρόπολης από το όρος Καλλίδρομο, το 1940. Σε πρώτο πλάνο διακρίνεται το υδροθεραπευτήριο και στο βάθος, τα ξενοδοχεία Θρόνιον και Ράδιον
Θέα από τη θάλασσα στις αρχές της δεκαετίας του ΄60. Διακρίνονται το ξενοδοχείο Ράδιον και στο δεξιό άκρο της φωτογραφίας το ομώνυμο εστιατόριο (κατεδαφίστηκε την ίδια περίπου εποχή).
Η συνοικία Αττική, στο ΝΑ άκρο του οικισμού.
Μπροστά από το υδροθεραπευτήριο Ασκληπιός.
Η είσοδος από την πλευρά της Αθήνας.
Η κεντρική αρτηρία, στις αρχές της δεκαετίας του ΄60.
Η ακτή του ΕΟΤ. Στο βάθος, διακρίνεται το τρεχαντήρι Χαράλαμπος, το οποίο απέπλεε καθημερινά με προορισμό την Αιδηψό. Ο διάπλους του Ευβοϊκού διαρκούσε, τότε, περί τις τρείς ώρες!
Το ξενοδοχείο Ράδιον, σήμα κατατεθέν της λουτρόπολης.
Στον περίβολο του ξενοδοχείου Γαλήνη.
Το ξενοδοχειακό συγκρότημα Φλοίσβος, στην έξοδο του οικισμού προς τη Λαμία.
Το ξενοδοχείο Αργώ, στις αρχές της δεκαετίας του ΄60.

Καμένα Βούρλα (1961 – 1962)

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο βασιληάς Idris της Λιβύης, στη Γαλήνη.
O Δημήτρης Μητροπάνος, νέος τραγουδιστής με τους Idols, το καλοκαίρι του 1965 στο κέντρο Corfu. Δίπλα του διακρίνεται ο Ντέμης Ρούσσος.
Η Ρένα Παγκράτη στα Καμένα  Βούρλα.
Το μνημείο του Λεωνίδα, στις γειτονικές Θερμοπύλες.
Το Μοτέλ Λεβέντη, στον Άγιο Κωνσταντίνο.
Mitsis Galini Wellness Spa & Resort. Η εξέλιξη του ξενοδοχείου Γαλήνη, σήμερα.

Το υδροθεραπευτήριο (επάνω) και το ξενοδοχείο Ράδιον (κάτω), σήμερα. Σπαρακτικά κατάλοιπα μιας νοσταλγικής εποχής, που έχει φύγει ανεπιστρεπτί.

TimeTravel – Παλιά Λουτρόπολη των Καμένων Βούρλων


 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Χαράλαμπος Παπασωτηρίου: Έναρξη του σκανδάλου Ουότεργκεϊτ

9 Αυγούστου 1974: Η παραίτηση του Richard Nixon από το προεδρικό αξίωμα

Χαράλαμπος Παπασωτηρίου

Έναρξη του σκανδάλου Ουότεργκεϊτ

Το εκπληκτικό με το σκάνδαλο Ουότεργκεϊτ είναι ότι μια μάλλον συνηθισμένη και «μπανάλ» υπόθεση πολιτικής κατασκοπείας οδήγησε στην πτώση ενός από τους πιο ισχυρούς προέδρους των μεταπολεμικών ΗΠΑ. Σε αυτό συνέβαλαν καθοριστικά δύο παράγοντες: Πρώτον, λόγω της μακρόσυρτης εμπλοκής των ΗΠΑ στο Βιετνάμ είχε κλονιστεί η εμπιστοσύνη πολλών Αμερικανών στην πολιτική ηγεσία τους, με αποτέλεσμα να υπάρχει ιδιαίτερα αυξημένη ευαισθησία στην αμερικανική κοινωνία όσον αφορά ζητήματα κατάχρησης εξουσίας. Δεύτερον, με το Ουότεργκεϊτ βγήκαν στη φόρα σοβαρότερες καταχρήσεις εξουσίας στελεχών του Λευκού Οίκου, που είχαν προκύψει μέσα στο νοσηρό κλίμα των διαρροών στον Τύπο από αξιωματούχους που διαφωνούσαν με τη συνεχιζόμενη εμπλοκή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ.

Το σκάνδαλο ξεκίνησε με τη σύλληψη στις 17 Ιουνίου 1972 πέντε ανδρών, που είχαν διαρρήξει τα γραφεία της δημοκρατικής εθνικής επιτροπής (Δημοκρατικό Κόμμα) στο εντυπωσιακό κτιριακό σύμπλεγμα Ουότεργκεϊτ στις όχθες του ποταμού Ποτόμακ στην πρωτεύουσα των ΗΠΑ, με σκοπό να βάλουν κοριούς και να συλλέξουν άλλες πληροφορίες. Επικεφαλής των πέντε ήταν ο υπεύθυνος ασφάλειας της προεκλογικής εκστρατείας του προέδρου Νίξον.

Το χειρότερο όμως ήταν ότι η αστυνομία βρήκε επάνω στους πέντε στοιχεία που τους συνέδεαν με τους Γκόρντον Λίντι και Χάουαρτντ Χαντ, στελέχη της προεκλογικής εκστρατείας του Νίξον που προηγουμένως είχαν υπηρετήσει στον Λευκό Οίκο. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους στον Λευκό Οίκο οι Λίντι και Χαντ είχαν εμπλακεί σε σοβαρές καταχρήσεις εξουσίας υπό τις εντολές μερικών από τους στενότερους συνεργάτες του προέδρου Νίξον.

Οι δημοσιογράφοι Μπομπ Γούντγουορντ (δεξιά) και Καρλ Μπέρνστιν (εδώ στο γραφείο τους στην εφημερίδα Washington Post, τον Μάιο του 1973) τιμήθηκαν για την αποκάλυψη του σκανδάλου Ουότεργκεϊτ με το βραβείο Πούλιτζερ (ASSOCIATED PRESS).

Η «μονάδα υδραυλικών» του Λευκού Οίκου

Οι καταχρήσεις εξουσίας από στελέχη του Λευκού Οίκου προέκυψαν από την άρνηση του διευθυντή του FBI Τζέι Εντγκαρ Χούβερ να συνεχίσει παράνομες πρακτικές του παρελθόντος ενάντια στο αντιπολεμικό κίνημα και σε άλλους αντιφρονούντες. Το 1970, ο Χούβερ δήλωσε σε διυπηρεσιακή επιτροπή: «Για πολλά χρόνια ενέκρινα το άνοιγμα της αλληλογραφίας και άλλες παρόμοιες ενέργειες, αλλά όχι τώρα. Γίνεται ολοένα πιο επικίνδυνο και είναι πιθανό να μας ανακαλύψουν. […] Δεν εναντιώνομαι στο να συνεχίσουμε τις διαρρήξεις και το άνοιγμα της αλληλογραφίας και άλλες παρόμοιες ενέργειες, αρκεί κάποιος ανώτερος από εμένα να τις εγκρίνει. […] Δεν αναλαμβάνω πλέον ο ίδιος την ευθύνη, αν και το έκανα για πολλά χρόνια».

Το κρίσιμο βήμα για την άμεση εμπλοκή του Λευκού Οίκου σε παράνομες δραστηριότητες, μετά την άρνηση του Χούβερ να τις αναλάβει ο ίδιος, έγινε ύστερα από τη μαζική διαρροή στους New York Times τον Ιούνιο του 1971 των λεγόμενων «Εγγράφων του Πενταγώνου», μιας μεγάλης μελέτης του υπουργείου Αμυνας για την εμπλοκή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ που περιείχε χιλιάδες απόρρητα έγγραφα. Ο Νίξον διέταξε τη δημιουργία άτυπης «μονάδας υδραυλικών» στο επιτελείο του Λευκού Οίκου με σκοπό την καταπολέμηση των διαρροών απόρρητων πληροφοριών στον Τύπο, με επικεφαλής τους Λίντι και Χαντ. Μία από τις πρώτες ενέργειές τους ήταν, με εντολή του συμβούλου Εσωτερικής Πολιτικής Τζον Ερλιχμαν, ενός από τους στενότερους συνεργάτες του Νίξον, να διαρρήξουν το γραφείο του ψυχιάτρου του πρώην αξιωματούχου που είχε διαρρεύσει τα «Εγγραφα του Πενταγώνου», ελπίζοντας να βρουν στοιχεία για τον δημόσιο κλονισμό της αξιοπιστίας του.

Επομένως, η σύλληψη των Λίντι και Χαντ λόγω της διάρρηξης από τους πέντε συνεργάτες τους στο Ουότεργκεϊτ απειλούσε να οδηγήσει στην αποκάλυψη αυτής της προγενέστερης παράνομης ενέργειας, στην οποία εμπλεκόταν ένας ιδιαίτερα στενός σύμβουλος του Νίξον.

Ως εκ τούτου, ο Νίξον, ο σύμβουλος Εσωτερικής Πολιτικής Τζον Ερλιχμαν, ο επιτελάρχης του Λευκού Οίκου Μπομπ Χάλντεμαν και ο συνήγορος του προέδρου Τζον Ντιν προσπάθησαν να περιορίσουν τη ζημιά συγκαλύπτοντας την πλευρά του εγκλήματος που αφορούσε τους ηθικούς αυτουργούς, δηλαδή τον επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας και πρώην υπουργό Δικαιοσύνης Τζον Μίτσελ και άλλα ηγετικά στελέχη της προεκλογικής οργάνωσης. Αλλωστε, δεν είχαν άλλη επιλογή από τη συγκάλυψη, καθώς η αποκάλυψη των ηθικών αυτουργών θα οδηγούσε τις διωκτικές αρχές στις προγενέστερες παρανομίες της «μονάδας των υδραυλικών» μέσα από τον ίδιο τον Λευκό Οίκο. Οι πολιτικά φυσιολογικές ενέργειες συγκάλυψης όμως συνιστούσαν ποινικά κολάσιμα αδικήματα –εξαγορά μαρτύρων, παρεμπόδιση της Δικαιοσύνης– που αποτέλεσαν ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της προεδρίας Νίξον.

Το κτίριο Ουότεργκεϊτ στις όχθες του ποταμού Ποτόμακ, στο οποίο στεγάζονταν τα γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος στην Ουάσιγκτον (ASSOCIATED PRESS).

Η δημοσιογραφική έρευνα και το «βαθύ λαρύγγι»

Με την παροχή πλουσιοπάροχης χρηματικής υποστήριξης στους επτά κατηγορουμένους από το μυστικό κονδύλιο για το Ουότεργκεϊτ που έστησε ο Νίξον και οι συνεργάτες του, το σκάνδαλο καταλάγιασε μερικές εβδομάδες μετά τη σύλληψη των διαρρηκτών. Παρέμεινε ωστόσο στην επικαιρότητα στις σελίδες της Washington Post λόγω του ρεπορτάζ των δημοσιογράφων Μπομπ Γούντγουορντ και Καρλ Μπέρνστιν, με τον πρώτο να καθοδηγείται από έναν αξιωματούχο τον οποίο στο βιβλίο τους «All the President’s Men» ονόμασε «βαθύ λαρύγγι». Ο αξιωματούχος αυτός οδήγησε τους δύο δημοσιογράφους σε έρευνες για την αποκάλυψη των πηγών του μυστικού κονδυλίου για το Ουότεργκεϊτ («Follow the money»).

Για δεκαετίες η ταυτότητα του «βαθιού λαρυγγιού» παρέμεινε μυστική, καθώς ο Γούντγουορντ αρνήθηκε να την αποκαλύψει, επικαλούμενος το δημοσιογραφικό απόρρητο. Πολλοί πανεπιστημιακοί και άλλοι ερευνητές αφιέρωσαν χρόνια σε άκαρπες προσπάθειες να λύσουν τον γρίφο. Το 2005, ο Μαρκ Φελτ, υποδιοικητής του FBI το διάστημα 1972-1973, αποκάλυψε ότι αυτός ήταν το «βαθύ λαρύγγι». Οταν πέθανε ο θρυλικός διευθυντής του FBI Τζέι Εντγκαρ Χούβερ, τον Μάιο 1972, έπειτα από περίπου μισό αιώνα στο πόστο αυτό, οι ανώτεροι συνεργάτες του, συμπεριλαμβανομένου του Μαρκ Φελτ, ήλπιζαν ένας τους να τον αντικαταστήσει. Αντ’ αυτών, ο Νίξον διόρισε ως νέο διοικητή του FBI τον Πάτρικ Γκρέι, που δεν προερχόταν από το FBI, προκαλώντας την μήνιν του Μαρκ Φελτ.

Πιο πρόσφατα αποκαλύφθηκε ότι ο επιτελάρχης του Λευκού Οίκου Μπομπ Χάλντεμαν είχε ενημερώσει τον Νίξον στις 19 Οκτωβρίου 1972 ότι ο Μαρκ Φελτ διέρρεε πληροφορίες στον Τύπο. Ο Νίξον δεν τόλμησε να κινηθεί ενάντια στον Φελτ, φοβούμενος μην προβεί σε χειρότερες αποκαλύψεις.

Το σκάνδαλο Ουότεργκεϊτ απέκτησε απότομα νέα δυναμική τον Απρίλιο 1973, όταν οι προσπάθειες συγκάλυψης των ηθικών αυτουργών της διάρρηξης κατέρρευσαν. Ο Τύπος και το Κογκρέσο στράφηκαν στη συνέχεια στην ίδια τη συγκάλυψη, που ενέπλεκε άμεσα κορυφαία στελέχη του Λευκού Οίκου. Στις 30 Απριλίου, ο Νίξον αναγκάσθηκε να απολύσει τον επιτελάρχη του Λευκού Οίκου Μπομπ Χάλντεμαν, τον σύμβουλο Εσωτερικής Πολιτικής Τζον Ερλιχμαν και τον συνήγορό του Τζον Ντιν.

Αριστερά: Ο συνήγορος του προέδρου Νίξον, Τζον Ντιν καταθέτει στην Επιτροπή της Γερουσίας (ASSOCIATED PRESS). Δεξιά: Ο σύμβουλος Εσωτερικής Πολιτικής Τζον Ερλιχμαν καταθέτει στην Επιτροπή της Γερουσίας (ASSOCIATED PRESS).

 Ο Νίξον αρνείται να δώσει τις μαγνητοταινίες

Ακολούθησε η διαφοροποίηση του Τζον Ντιν από τους υπόλοιπους εμπλεκομένους στη συγκάλυψη. Ο Ντιν είχε βάσιμες υποψίες ότι οι υπόλοιποι θα επιδίωκαν να του φορτώσουν όλη την ευθύνη για τη συγκάλυψη. Για να μην καταλήξει αποδιοπομπαίος τράγος, αποφάσισε να συνεργαστεί με τη δικαιοσύνη και την εξεταστική επιτροπή της Γερουσίας. Μεταξύ άλλων, ο Ντιν κατέθεσε στη Γερουσία τον Ιούνιο του 1973 ότι είχε κατ’ επανάληψιν συζητήσει με τον Νίξον τις μεθόδους της συγκάλυψης, συμπεριλαμβανομένης της πλουσιοπάροχης χρηματοδότησης ενός από τα δύο πρώην στελέχη της «μονάδας των υδραυλικών» που είχαν οργανώσει τη διάρρηξη (εξαγορά μαρτύρων).

Καθώς ο Νίξον αρνήθηκε την κατηγορία, το όλο ζήτημα αφορούσε πλέον την αξιοπιστία του προέδρου έναντι της αξιοπιστίας ενός πρώην συμβούλου του. Αν και βαριά τραυματισμένος από τις αποκαλύψεις και τις ποινικές διώξεις που ασκήθηκαν κατά των πρώην συνεργατών του, ο Νίξον είχε κάποιες ελπίδες να διασώσει την προεδρία του έστω και αποδυναμωμένη, εφόσον δεν προέκυπτε κάποιο ακλόνητο στοιχείο, πέρα από την κατάθεση του Ντιν, που να τον ενοχοποιεί ποινικά.

Τον Ιούλιο του 1973, ένας άλλος συνεργάτης του Νίξον ρωτήθηκε αν ο πρόεδρος μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες του στα γραφεία του. «Ηλπιζα να μου κάνατε αυτή την ερώτηση», απάντησε ο αξιωματούχος και αποκάλυψε ότι όντως ο Νίξον, από τις αρχές του 1971, μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες στα γραφεία του. Επομένως, υπήρχε τρόπος να διαπιστωθεί αν ο Ντιν είχε πει την αλήθεια για τις συνομιλίες του με τον Νίξον για τη συγκάλυψη. Καθώς ο Νίξον αρνήθηκε να παραδώσει τις μαγνητοταινίες των σχετικών συνομιλιών επικαλούμενος το απόρρητό τους, το ζήτημα κατέληξε για το επόμενο δωδεκάμηνο στη δικαιοσύνη. Τώρα, η υπόθεση θα λάμβανε δραματική τροπή.

Ο Χαράλαμπος Παπασωτηρίου είναι καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, πρόεδρος του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

Πηγή: Καθημερινή – έντυπη έκδοση