Ουρανία Φωτοπούλου: Μικρασιατική εκστρατεία: το ζήτημα των Ελλήνων αιχμαλώτων πολέμου

Ουρανία Φωτοπούλου

Μικρασιατική εκστρατεία: το ζήτημα των Ελλήνων αιχμαλώτων πολέμου

Στη δεκαετία 1912-1922, η Ελλάδα συμμετείχε σε στρατιωτικές συγκρούσεις καθοριστικής σημασίας για την πορεία του Ελληνισμού, από συστάσεως του Νεοελληνικού Κράτους. Ξεκινούν με τους Βαλκανικούς Πολέμους, οι οποίοι είχαν ως αποτέλεσμα τον υπερδιπλασιασμό του εδάφους της επικράτειας, και ολοκληρώνονται με μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες που γνώρισε αυτό το έθνος, τη συρρίκνωση και τον εγκλωβισμό του στα στενά όρια του ελληνικού κράτους, με την καταστροφή του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

Μέσα σε όλες αυτές τις πολεμικές περιπέτειες, ο ελληνικός στρατός υπήρξε θύτης, αλλά και θύμα της κοινής πολεμικής πρακτικής, δηλαδή της επιδίωξης ο αντίπαλος, εκτός από το να φονευτεί, να καταστεί αιχμάλωτος, να αφοπλιστεί και να χάσει εν γένει τη μαχητική του αξία. Ο ρόλος λοιπόν που διαδραμάτισε η Ελλάδα κατά την πολυτάραχη αυτή δεκαετία είχε ως λογική συνέπεια να κατέχει αιχμαλώτους, αλλά και να προσπαθεί να απελευθερώσει τους δικούς της που βρίσκονταν στα χέρια των εχθρών.

Σαφώς, τη μεγαλύτερη πρόκληση ως προς τη διαχείριση της δυσάρεστης κατάστασης στρατιωτικών σε αιχμαλωσία ο ελληνικός στρατός τη δέχτηκε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Έτσι, σε αντίθεση με τον μικρό αριθμό Ελλήνων αιχμαλώτων των προηγούμενων πολεμικών αναμετρήσεων μεταξύ της Ελλάδος και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η μικρασιατική τραγωδία συνίστατο όχι μόνο στον αφανισμό και την εκρίζωση του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, αλλά και στη μεγαλύτερη καταστροφή που υπέστη ο ελληνικός στρατός στην ιστορία του, καταμετρώντας μεγάλο αριθμό απωλειών, τόσο σε νεκρούς, όσο και σε αιχμαλώτους.

Πριν την τελική Καταστροφή, στο πλαίσιο της Μικρασιατικής Εκστρατείας, οι Έλληνες στρατιωτικοί αιχμάλωτοι των Τούρκων δεν ξεπερνούσαν τους 400 άνδρες. Ο αριθμός τους προσέλαβε πρωτόγνωρα δραματικές διαστάσεις, μετά τη διάρρηξη του ελληνικού μετώπου από τις κεμαλικές δυνάμεις το καλοκαίρι του 1922.

Τις πρώτες μέρες μετά την ολοκλήρωση της τουρκικής επίθεσης και πριν ακόμη διεκπεραιωθούν τα υπολείμματα του ελληνικού στρατού στην νησιωτική και ηπειρωτική Ελλάδα, η σύγχυση των ελληνικών αρχών για το μέγεθος των απωλειών ήταν τεράστια. Το Υπουργείο Στρατιωτικών δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιοι και πόσοι είχαν σωθεί, ποιοι είχαν σκοτωθεί και ποιοι είχαν περιαχθεί σε καθεστώς αιχμαλωσίας.¹

Η υποχώρηση του ελληνικού στρατού (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1922).

Ως εκ τούτου, οι συνθήκες αιχμαλωσίας, λόγω του αιφνιδιαστικού τρόπου με τον οποίο εκδηλώθηκε η τουρκική αντεπίθεση, είχαν ως αποτέλεσμα να μην είναι δυνατός – ούτε κατά προσέγγιση – ο αριθμητικός προσδιορισμός των Ελλήνων αιχμαλώτων. Σχετικά με αυτό, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχουν τα επίσημα στοιχεία του τουρκικού Υπουργείου Στρατιωτικών. Σύμφωνα με το επίσημο τουρκικό κράτος, οι Τούρκοι είχαν αιχμαλωτίσει κατά την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου 30.000 στρατιωτικούς. Ο αριθμός αυτός όμως, σε λίγους μήνες, όταν άρχισαν οι ανταλλαγές των αιχμαλώτων, έγινε δραματικά μικρότερος και πάντως όχι σαφής ως προς το σύνολο των Ελλήνων αιχμαλώτων στρατιωτικών.

Για αυτή την αριθμητική ανακολουθία, η Τουρκία λογοδότησε ενώπιον της διεθνούς κοινότητας, ισχυριζόμενη ότι υπερέβαλε στις αρχικές εκτιμήσεις και ότι στην πραγματικότητα αυτοί που αιχμαλωτίστηκαν δεν ξεπερνούσαν τις 17.000.² Η διαφορά είναι σαφώς τεράστια και σε συνδυασμό με τις μαρτυρίες περί μεγάλης έκτασης βιαιοπραγιών εκ μέρους των τουρκικών αρχών, οδηγεί στη βάσιμη υποψία ότι εξοντώθηκαν περίπου οι μισοί από τους Έλληνες που αιχμαλωτίστηκαν, ήδη από τις πρώτες μέρες μετά την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου, πριν ακόμη αυτοί διαμοιραστούν και εγκατασταθούν σε στρατόπεδα αιχμαλώτων.³

Υπάρχει βέβαια το ενδεχόμενο η αριθμητική διαφορά – ως ένα σημείο – να προέκυπτε και για δύο άλλους λόγους: α) όχι σημαντικός, αλλά υπαρκτός αριθμός Ελλήνων αιχμαλώτων ήταν βουλγαρόφωνοι. Αυτοί αφέθηκαν ελεύθεροι σχεδόν άμεσα, με την προϋπόθεση να κατευθυνθούν στη Βουλγαρία, καθώς δήλωσαν Βούλγαροι στην καταγωγή και το φρόνημα⁴ και β) στις τάξεις του ελληνικού στρατού ενσωματώθηκαν, σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την αποβίβασή του στη Σμύρνη το Μάιο του 1919, και εθελοντές Μικρασιάτες. Πιθανόν, κατά τη σύλληψή τους, αρχικά προσμετρήθηκαν από τις τουρκικές αρχές, μεταξύ των Ελλήνων στρατιωτών, όταν ταυτοποιήθηκαν όμως, οι Τούρκοι τους ενέταξαν στην κατηγορία των Τούρκων υπηκόων, κατηγορουμένων για εσχάτη προδοσία,⁵ οπότε και θανατώθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες.

Η ασυγκράτητη ορμή του τουρκικού εθνικισμού – έτσι όπως αυτή εκδηλώθηκε με την τουρκική αντεπίθεση – σε συνδυασμό με εμπρηστικά δημοσιεύματα του τουρκικού Τύπου περί παραδειγματικής τιμωρίας των «δυναστών του τουρκικού λαού» – αλλά και οι φήμες που διαδίδονταν⁶ για μαζικές σφαγές Ελλήνων στρατιωτικών και αμάχων, οδήγησαν την ελληνική κυβέρνηση να προβεί σχετικά άμεσα σε κινήσεις για την προστασία των Ελλήνων αιχμαλώτων. Στο πλαίσιο αυτό απευθύνθηκε στις κυβερνήσεις της Γαλλίας και τις Ιταλίας, οι οποίες είχαν εξαιρετικές σχέσεις με τους κεμαλικούς τη δεδομένη χρονική περίοδο, αλλά και στην Ερυθρά Ημισέληνο, που είχε δηλώσει ότι θα ενεργούσε σε κάθε περίπτωση ως θεματοφύλακας των διεθνών κανόνων περί αιχμαλώτων,⁷ ρόλος που επωμίζονταν άλλωστε, βάσει σχετικών διατάξεων της IVης Σύμβασης της Χάγης του 1907 περί αιχμαλώτων πολέμου.⁸ Παρόλα αυτά, οι αιχμάλωτοι στρατιωτικοί υπέστησαν την πιο απάνθρωπη μεταχείριση και την απόλυτη ευτέλεια. Η απαρίθμηση των βασανιστηρίων μπορεί να καλύψει όλο το εύρος κάθε νοσηρής φαντασίας. Εκατοντάδες είναι οι μαρτυρίες για τη βάναυση συμπεριφορά των Τούρκων, την κακοποίηση μέχρι θανάτου, τις εν ψυχρώ δολοφονίες και γενικά τις φρικαλεότητες εις βάρος των Ελλήνων αξιωματικών και στρατιωτών που συνελήφθησαν.

Οι στρατηγοί Δημαράς (διοικητής IVης Μεραρχίας), Τρικούπης (διοικητής Α’ ΣΣ) και Διγενής (διοικητής Β’ ΣΣ) στο τουρκικό στρατόπεδο αιχμαλώτων του Κισεχίρ.

Ο παραπάνω ισχυρισμός ενισχύεται από το ότι, κατά παράβαση των διεθνών κανόνων, καταμετρήθηκαν για πρώτη φορά περίπου δύο εβδομάδες μετά τη σύλληψή τους. Η αργοπορημένη καταμέτρηση των αιχμαλώτων αποδεικνύει ότι η εξόντωσή τους ήταν μέρος οργανωμένου σχεδίου, καθώς ο αιχμάλωτος αποκτά οντότητα και γίνεται άτομο που έχει δικαιώματα και χρήζει προστασίας, μόνο αφότου ταυτοποιηθεί και καταγραφεί σε καταλόγους, στους οποίους δύνανται να έχουν πρόσβαση οι ανθρωπιστικές οργανώσεις. Έτσι, οι χιλιάδες αιχμαλώτων, πολιτικών και στρατιωτικών που είχαν εντωμεταξύ σφαγιαστεί, ήταν σαν να μην υπήρξαν ποτέ· η τουρκική πλευρά δεν τους χρεώθηκε ως αποθανόντες εν αιχμαλωσία, αντιθέτως συμπεριλήφθηκαν στην κατηγορία των αγνοουμένων, η ύπαρξη της οποίας στοίχειωνε για πολλά χρόνια τις οικογένειες όσων είχαν την ατυχία να συμπεριληφθούν σε αυτή.

Επίσης, κατά παρέκκλιση από τη διεθνή νομιμότητα, η τουρκική ηγεσία δεν έκανε τη διάκριση αξιωματικών – στρατιωτών, από την πρώτη στιγμή της σύλληψης τους, προκειμένου αυτοί να μισθοδοτούνται, αλλά και για να τηρείται η στρατιωτική ιεραρχία στα στρατόπεδα αιχμαλώτων. Μόλις το Νοέμβριο του 1922 διαχώρισαν βαθμοφόρους από απλούς οπλίτες με σαφή στόχο την εξόντωση των αξιωματικών: μετά τη διαφοροποίηση των αξιωματικών από τους απλούς στρατιώτες, συγκέντρωσαν όλους τους αξιωματικούς στη Σεβάστεια και τους φωτογράφησαν. Οι φωτογραφίες τους απεστάλησαν σε όλη τη Μικρά Ασία, για να επιδεικνύονται στους κατοίκους, με σκοπό αφενός την ηθική ικανοποίηση των Τούρκων, αφετέρου για να υποδειχθούν όσοι αδίκησαν ή κακοποίησαν πληθυσμούς και να τιμωρηθούν καταλλήλως. Μέσα σε τρεις μήνες τουφεκίστηκαν χωρίς να δικαστούν, για δήθεν παρανομίες εις βάρος Τούρκων αμάχων, 150 αξιωματικοί διαφόρων βαθμών.

Όσο για τους οπλίτες, μετά το διαχωρισμό τους από τους βαθμοφόρους, αυτοί σχημάτισαν ένα ιδιαίτερο σώμα, το σώμα των εργατών, το οποίο διαιρέθηκε σε επιμέρους τμήματα που διασκορπίστηκαν σε διάφορα σημεία της τουρκικής επικράτειας, σε μία αρκετά εκτεταμένη περιοχή, έως και τα σύνορα με τη Συρία. Τα σώματα αυτά μετακινούνταν συνεχώς, τόσο για λόγους ασφαλείας, όσο και γιατί υποβάλλονταν σε καταναγκαστική εργασία υπό καθεστώς δουλείας, οπουδήποτε εξυπηρετούνταν οι σκοπιμότητες της τουρκικής ηγεσίας.⁹

Μετά την εκτόνωση του τουρκικού εθνικισμού – και σε «δεύτερη ανάγνωση» – η ύπαρξη πολλών Ελλήνων αιχμαλώτων ήταν ένα καλό διαπραγματευτικό χαρτί για την τουρκική ηγεσία. Έτσι, η κράτησή τους πλαισιώθηκε από κανόνες –όπως η σύσταση Κανονισμού σε κάθε στρατόπεδο αιχμαλώτων που συνιστούσε στοιχειώδες θεωρητικό πλαίσιο της λειτουργίας του – που τυπικά ταυτίζονταν με το διεθνώς αποδεκτό νομικό πλαίσιο περί μεταχείρισης αιχμαλώτων πολέμου. Στην πράξη βέβαια τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Τα δικαιώματα των κρατουμένων στρατιωτικών επαφίονταν στη διάθεση του εκάστοτε δεσμoφύλακα, είτε αυτός ήταν ο απλός Τούρκος φαντάρος, είτε ο διοικητής του στρατοπέδου. Η χαλαρότητα τήρησης των κανόνων περί αιχμαλώτων ήταν τόσο μεγάλη, ώστε να μπορεί να ισχυριστεί κανείς με βεβαιότητα ότι οι αιχμάλωτοι ήταν απόλυτα τρωτοί και έρμαια της ασυδοσίας κάθε Τούρκου, ακόμα και ενός απλού χωρικού.

Σε διεθνές επίπεδο, η Τουρκία προσπαθούσε να άρει κάθε εντύπωση κακομεταχείρισης των αιχμαλώτων πολέμου, κυρίως μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1920, όταν άρχισε να διεκδικεί μία θέση μεταξύ των πολιτισμένων κρατών της Δύσης και επιδίωκε να αποσείσει το βαρβαρικό προφίλ που της είχαν αποδώσει πολλοί Ευρωπαίοι. Η επιδίωξη αυτή ερμηνεύει και τις παλινδρομήσεις που παρατηρούνται στη συμπεριφορά απέναντι στους αιχμαλώτους: περιστατικά ακραίας κακοποίησης έληγαν με νοσοκομειακή περίθαλψη του κακοποιημένου ή η στέρηση του ρουχισμού των αιχμαλώτων και οι συνακόλουθες συνέπειες (πνευμονία, κρυολογήματα) συνοδεύονταν από ιατροφαρμακευτική φροντίδα. Φαίνεται ότι η τουρκική ηγεσία ισορροπούσε μεταξύ της εμπάθειας που είχε προκαλέσει ο πόλεμος μεταξύ των δύο λαών και της χρηστικής αξίας των αιχμαλώτων ως εργατικών χεριών, αλλά και ως μέσο πίεσης προς την Ελλάδα.

Η ελληνική κυβέρνηση κατέβαλε από την πρώτη στιγμή προσπάθειες απεγκλωβισμού των Ελλήνων αιχμαλώτων στην Τουρκία, οι οποίες εντατικοποιήθηκαν κατά τις διαπραγματεύσεις ειρήνης στη Λωζάννη,¹º στο πλαίσιο των οποίων υπογράφηκε Πρωτόκολλο περί Ανταλλαγής υγειών και αρτιμελών αιχμαλώτων πολέμου, πολιτών και στρατιωτικών στις 30 Ιανουαρίου 1923.¹¹

Η υπογραφή της Συμφωνίας έγινε υπό την αιγίδα της Διεθνούς Επιτροπής Ερυθρού Σταυρού και της Ερυθράς Ημισελήνου οι οποίες προσπάθησαν να άρουν κάθε είδους πολιτική σκοπιμότητα και να θέσουν ως γνώμονα την εφαρμογή των ανθρωπιστικών ιδεωδών στους χιλιάδες πολίτες και στρατιωτικούς που επλήγησαν από την πολεμική σύρραξη· παρόλα αυτά, η Συμφωνία σκιαζόταν κατά κάποιο τρόπο από τη θριαμβευτική νίκη της Τουρκίας επί της Ελλάδος. Βασικός άξονάς της ήταν η Ελλάδα να αποδώσει απευθείας το σύνολο των Τούρκων αιχμαλώτων πολέμου. Αμέσως μετά τον επαναπατρισμό τους, η Τουρκία όφειλε να αποδώσει ίσο αριθμό Ελλήνων αιχμαλώτων, με αναλογία στρατιώτη με στρατιώτη και αξιωματικού με αξιωματικό.¹² Η απελευθέρωση των Ελλήνων και η συγκέντρωσή τους στο λιμάνι της Σμύρνης έπρεπε να συγχρονιστεί με την άφιξη των Τούρκων στην πατρίδα τους, ούτως ώστε την μεταγωγή των Τούρκων από την Ελλάδα να ακολουθήσει άμεσα αυτή των ισάριθμων Ελλήνων. Οι υπόλοιποι Έλληνες θα επαναπατρίζονταν, με έξοδα της Τουρκίας, μέσα σε τρεις βδομάδες το αργότερο από την υπογραφή του τελικού κειμένου της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης.¹³

Πράξεις υπογραφείσες στη Λωζάννη στις 30 Ιανουαρίου και 24 Ιουλίου 1923.

Για την εφαρμογή της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου συστήθηκε Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής Αιχμαλώτων¹⁴ η οποία άρχισε τις εργασίες της στις 15 Φεβρουαρίου 1923¹⁵ και προσχεδίασε την έναρξη εφαρμογής της Συμφωνίας, δηλαδή τις πρώτες αναχωρήσεις των Τούρκων αιχμαλώτων από την Ελλάδα, στις 27 και 28 Φεβρουαρίου, υπό τη συνοδεία μελών της ελβετικής κοινότητας στην Αθήνα.¹⁶ Γρήγορα όμως κλήθηκε να αντιμετωπίσει μία σειρά από δυσκολίες που ως επί το πλείστον προέκυπταν από τον έντονο ανταγωνισμό και την καχυποψία που υπήρχε μεταξύ των δύο κρατών.¹⁷

Παρά ταύτα, η Επιτροπή μέσα σε περίπου τρεις μήνες από τη σύστασή της, κατάφερε να επιστρέψουν στην Ελλάδα συνολικά 10.098 στρατιωτικοί αιχμάλωτοι,¹⁸ ενώ υπολογίζονταν ότι στην Τουρκία βρίσκονταν ακόμη 6 – 8.000 Έλληνες στρατιωτικοί, εκ των οποίων 400 αξιωματικοί.¹⁹ Συνέχισε τις εργασίες της ως τα τέλη Μαΐου, προσπαθώντας να συστηματοποιήσει την αναζήτηση αιχμαλώτων βάσει ονομαστικών καταλόγων που της είχαν υποβάλει οι δύο χώρες. Μετά το πέρας των εργασιών της Επιτροπής²º, την παλιννόστηση των υπολειπομένων στρατιωτικών αιχμαλώτων ανέλαβε η Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής Πληθυσμών.²¹

Το έργο της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής έχει αποτυπωθεί στα πρακτικά των Συνεδριάσεών της.²² Επρόκειτο σαφώς για το εκτελεστικό όργανο των αποφάσεων που είχαν ληφθεί στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης της Λωζάννης· παράλληλα όμως είχε επωμιστεί την επίλυση δευτερευούσης σημασίας ζητημάτων που ανέκυπταν από την πρακτική εφαρμογή της ανταλλαγής των αιχμαλώτων. Από τη θεώρηση των ζητημάτων αυτών διαφαίνεται η πολυπλοκότητα της διαδικασίας ανταλλαγής και το δύσκολο έργο της Επιτροπής. Όφειλε να τακτοποιήσει ποικίλες λεπτομέρειες και συνεχώς αναφυόμενα προβλήματα που προέκυπταν τόσο από την αντιπαλότητα μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας²³, όσο και από την ίδια τη φύση του έργου της Επιτροπής. Ως παράδειγμα του εύρους και της διαφορετικότητας των προβλημάτων που έπρεπε να αντιμετωπίσει η Επιτροπή, αναφέρεται ότι όφειλε: να μεριμνήσει τόσο για τη συγκέντρωση, όσο και για την ταυτοποίηση και την αναζήτηση αιχμαλώτων· να σχεδιάσει με ακρίβεια τα δρομολόγια των πλοίων και να συγχρονίσει απόλυτα τους κρατικούς μηχανισμούς των δύο χωρών μεταξύ τους και με τη Διεθνή Επιτροπή Ερυθρού Σταυρού, για να μην προκληθεί συσσώρευση μεγάλου αριθμού αιχμαλώτων σε ελληνικά ή τουρκικά λιμάνια, να επιλέξει τους καταλληλότερους συνοδούς και να ορίσει τα πλοία που θα τους μετέφεραν· να σχεδιάσει τις συνθήκες μεταφοράς των αιχμαλώτων, να λάβει μέριμνα για την απολύμανσή τους, το σωστό και συχνό καθαρισμό των πλοίων, προκειμένου να προληφθούν προβλήματα υγιεινής και μολύνσεων.

Ο Eduard Wildbolz, πρόεδρος της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής Αιχμαλώτων, σε παλαιότερη φωτογραφία με την ιδιότητα του διοικητή της 3ης Μεραρχίας του ελβετικού στρατού (1912-1917).

Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το ότι η Επιτροπή στερούνταν μηχανισμών επιβολής, την ανάγκαζε να περιοριστεί στη χρήση διπλωματικών κυρίως μέσων και να επαφίεται στην καλή προαίρεση των συμβαλλομένων για να επιτύχει όσο το δυνατόν καλύτερο αποτέλεσμα.

Επειδή ακριβώς επένδυε στην καλή διάθεση των δύο χωρών, στο πλαίσιο λειτουργίας της έλαβε χώρα και ένας ανταγωνισμός Ελλάδας – Τουρκίας για το ποιο από τα δύο κράτη θα κέρδιζε τις εντυπώσεις ως το πλέον συνεργάσιμο και διαλλακτικό. Οι συνεδριάσεις της λοιπόν αποτέλεσαν πολλές φορές και το πεδίο αντιπαραθέσεων και αντεκδίκησης των δύο χωρών. Κατά κάποιο τρόπο εκλαμβάνονταν από τις δύο χώρες ως ένα δευτερεύoν διπλωματικό μέτωπο που υπήρχε εκ παραλλήλου με αυτό της Λωζάννης, παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ήταν τίποτε περισσότερο από εντολοδόχος της Συνδιάσκεψης.

Σαφώς η Επιτροπή αποτέλεσε έκφραση των ανθρωπιστικών ιδεωδών και προσπάθησε να διατηρήσει πολύτιμες ισορροπίες μεταξύ δύο χωρών που ήταν προαιώνιοι εχθροί και είχαν αναμετρηθεί πολεμικά πολλάκις κατά το πρόσφατο παρελθόν. Παράλληλα, πρέπει να της αναγνωριστεί η προσπάθεια να εξασφαλίσει την ακριβή εφαρμογή των αποφάσεων της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου,²⁴ χωρίς καμία παρέκκλιση, σε πλαίσιο αυστηρής ουδετερότητας και δικαιοσύνης.²⁵ Επίσης αναμφισβήτητο είναι το κύρος και η φερεγγυότητα που της προσέδιδε η υποχρέωσή της να λογοδοτεί στη Διεθνή Επιτροπή Ερυθρού Σταυρού, υπόψιν της οποίας ήταν υποχρεωμένη να υποβάλλει εκτενή αναφορά των πεπραγμένων της, μετά τη λήξη των εργασιών της.

Παρόλα αυτά, είχε περιορισμένη επαφή με την πραγματικότητα. Διέπονταν από υπερβάλλοντα ρομαντισμό που δεν επέτρεπε την ρεαλιστική αντιμετώπιση των προβλημάτων που ανέκυψαν κατά την ανταλλαγή· ενίοτε μάλιστα απεικόνιζε τις αποχρώσεις των πολιτικών σκοπιμοτήτων και των διπλωματικών μεθοδεύσεων που μπορούν να ευδοκιμήσουν σε διεθνείς οργανισμούς και επιτροπές.

Παράλληλα, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι εργασίες της Επιτροπής αποτέλεσαν μία εφαρμογή της συνεργασίας του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, της Ερυθράς Ημισελήνου και της ΚτΕ για την επίτευξη ενός ανθρωπιστικού στόχου· από αυτή την άποψη, η δράση και τα αποτελέσματα της Επιτροπής έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη διεθνή κοινότητα καθώς αποτελούσαν ένα από τα πρώτα εγχειρήματα πραγματοποίησης των ιδεωδών που επικράτησαν μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

                      Τα μέλη της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής των Αιχμαλώτων

https://avarchives.icrc.org/Film/5443

[Πηγή: ICRC Audiovisual Archives, Ref. V-F-CR-H-00001-5]

Έτσι, γίνεται αντιληπτό ότι οι εμπλεκόμενοι διεθνείς φορείς δεν θα επέτρεπαν την αποτυχία της Επιτροπής. Ίσως για αυτό το λόγο, ο πρόεδρός της στον απολογισμό του έργου της τοποθετήθηκε με λεπτότητα και επιτηδειότητα στο θέμα της εξαφάνισης μεγάλου αριθμού Ελλήνων, αλλά και της άθλιας κατάστασης των περισσοτέρων από όσους διαβιούσαν σε στρατόπεδα αιχμαλώτων, ερμηνεύοντας αυτή την ιδιαιτέρως παράταιρη με τα ανθρωπιστικά ιδανικά εικόνα των Ελλήνων αιχμαλώτων, χωρίς να αποδίδει ευθύνη στην επίσημη Τουρκία για αυτό· τουναντίον υπερθεμάτισε υπέρ αυτής²⁶ και μετέθεσε το βάρος των ευθυνών σε επουσιώδεις αιτίες όπως: στις άσχημες κλιματολογικές συνθήκες στα υψίπεδα της Ανατολίας, στις λοιμώδεις ασθένειες που είχαν ενσκύψει κατά τη διάρκεια του χειμώνα και είχαν προκαλέσει πολλούς θανάτους και τέλος στις ιδιαιτερότητες της Τουρκίας, μιας χώρας με αχανείς εκτάσεις, χωρίς υποδομές και πρωτόγονες συνθήκες διαβίωσης. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή οδηγούνταν στο συμπέρασμα ότι ο πόλεμος που μόλις είχε τελειώσει, δυσκόλεψε κατά πολύ την ήδη δύσκολη ζωή των κατοίκων της Ανατολίας, οι οποίοι αναπόφευκτα πήραν ενεργό μέρος σε αυτόν. Ταυτόχρονα έφερε στην επιφάνεια τα στοιχεία διαφοροποίησης των δύο λαών, όπως αυτά της καταγωγής του πολιτισμού και της θρησκείας. Επομένως η υποχώρηση των Ελλήνων εύλογα προξένησε έκρηξη φανατισμού και θυμού στον άμαχο πληθυσμό που εκδηλώθηκε με τον χειρότερο τρόπο εναντίον των αιχμαλώτων στρατιωτικών και των Ελλήνων Μικρασιατών.

Υπό αυτό το πρίσμα μπορεί να εξηγηθεί και το οξύμωρο αφενός της απόδοσης ευσήμων προς την Τουρκία για τη «φροντίδα» που είχε προσφέρει στους Έλληνες αιχμαλώτους και αφετέρου την ταυτόχρονη έκκληση της Επιτροπής προς το Διεθνή Ερυθρό Σταυρό και την Ερυθρά Ημισέληνο για άμεση παρέμβαση, λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης των Ελλήνων που συνέχιζαν να βρίσκονται σε αιχμαλωσία. Μπορεί λοιπόν η εξαθλίωση των αιχμαλώτων να ήταν κάτι που δε μπορούσε να παραβλεφθεί, ταυτόχρονα όμως δεν τολμούσε κανείς να αναγνωρίσει μεθόδευση οργανωμένου σχεδίου εξόντωσης, παρά μόνο αδυναμία της Τουρκίας να ξεπεράσει αντικειμενικές δυσκολίες ως προς τη φροντίδα, αλλά και γενικότερα τη διαχείριση τόσο μεγάλου αριθμού αιχμαλώτων.

Το οξύμωρο του πορίσματος της Επιτροπής θα μπορούσε να εκληφθεί ως άκρως προκλητικό και ως επίδειξη ανερυθρίαστου εθελοτυφλισμού, όμως εύλογα μπορεί να σκεφτεί κανείς πόσο δύσκολο θα ήταν η ανθρωπότητα και οι ρομαντικοί των ανθρωπιστικών οργανώσεων να αποδεχθούν τόσο σύντομα μια αποτυχία της νεοσύστατης ΚτΕ, ή το «ναυάγιο» των ελπίδων που διέσπειρε στoν κόσμο το ιδεολογικό πλαίσιο της Συνθήκης των Βερσαλλιών.

Εφημερίδα Εμπρός 6 Ιανουαρίου 1923.

Η αξιοθρήνητη κατάσταση των πρώτων αιχμαλώτων που απελευθερώθηκαν υπό την αιγίδα της Επιτροπής Ανταλλαγής Αιχμαλώτων κλόνισε εκ νέου την ελληνική κυβέρνηση²⁷ και την ελληνική κοινή γνώμη.²⁸ Από τους περίπου 10.000 που απελευθερώθηκαν, κάποιοι πέθαναν στο δρόμο της επιστροφής – μαρτυρείται ότι, μόνο κατά την πρώτη ανταλλαγή, 21 άνδρες ξεψύχησαν εν πλω-. 620 από αυτούς, αφού απολυμάνθηκαν, στάλθηκαν για νοσηλεία στα νοσοκομεία των Αθηνών και του Πειραιά.²⁹ Οι στρατιωτικοί γιατροί που τους εξέτασαν πιστοποίησαν την κάκιστη κατάσταση της υγείας όλων σχεδόν, αλλά και το γεγονός ότι είχαν υποστεί επαναλαμβανόμενη κακοποίηση.³º Οι υπόλοιποι τέθηκαν σε καραντίνα από το φόβο τύφου.³¹

Η παραβίαση του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου³² από την Τουρκία, ήταν περισσότερο από εμφανής. Η εκτροπή από κάθε ανθρωπιστικό νόμο και κάθε νόμο περί πολέμου, δεν άφηνε άλλα περιθώρια στην Ελλάδα από την άσκηση πολυμέτωπης πίεσης προς την Τουρκία με άμεσο στόχο τη μείωση της θνησιμότητας, όσων ακόμη δεν είχαν παλιννοστήσει,³³ καθώς οι φόβοι ότι, αν δεν επιβάλλονταν το συντομότερο έλεγχος στην Τουρκία, κανείς αιχμάλωτος δε θα κατάφερνε να επιβιώσει, ήταν παραπάνω από βάσιμοι.³⁴

Η κατ΄ επανάληψη πιστοποίηση της τουρκικής παραβατικότητας³⁵ έδινε ένα διπλωματικό πλεονέκτημα στην Ελλάδα, η οποία, ούσα η παταγωδώς ηττημένη του πολέμου στη Μ. Ασία, δεν είχε και πολλά περιθώρια χειρισμών στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων Ειρήνης στη Λωζάννη. Οι προς κάθε κατεύθυνση καταγγελίες για τις τουρκικές μεθοδεύσεις ήταν από τα ελάχιστα εργαλεία της ελληνικής διπλωματίας, ούτως ώστε η Τουρκία να πιεστεί να αποδώσει το σύνολο των αιχμαλώτων που διατηρούσε υπό κράτηση. Ταυτοχρόνως χρησιμοποιήθηκαν ποικιλοτρόπως για να ενισχυθούν γενικότερα οι θέσεις της Ελλάδος στις ελληνοτουρκικές διαπραγματεύσεις.³⁶ Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις, αποτέλεσαν το ανάχωμα της Ελλάδος στις αιτιάσεις των Τούρκων περί διωγμών των τουρκικών πληθυσμών στη Δυτική Θράκη. Η τουρκική αντιπροσωπεία στη Λωζάννη, προσπαθώντας να καλύψει τις εκτεταμένες βιαιοπραγίες και τις ωμότητες εναντίον των αιχμαλώτων και των χριστιανικών πληθυσμών, υπερμεγένθυνε μεμονωμένα επεισόδια στη Θράκη μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων.³⁷

Λωζάννη, Palais de Rumine, 24 Ιουλίου 1923. Η ημέρα υπογραφής της τελικής πράξης.

Βάσει της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου περί Ανταλλαγής Αιχμαλώτων, άρθρο 5, η τουρκική κυβέρνηση είχε δεσμευτεί να ελευθερώσει τους υπόλοιπους Έλληνες στρατιωτικούς εντός τριών εβδομάδων από την υπογραφή της Ειρήνης μεταξύ των δύο χωρών. Για την ελληνική λοιπόν πλευρά, η υπογραφή της, αποτελούσε το ορόσημο της παλιννόστησης των αιχμαλώτων.³⁸ Σε αντίθεση με τα συμφωνηθέντα όμως, η Τουρκία απέβλεπε σε παράταση του χρόνου, χρησιμοποιώντας τους αιχμαλώτους ως μέσο πίεσης για την επίτευξη όσο γίνεται περισσότερων από τους στόχους που είχε θέσει στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης Ειρήνης.³⁹ Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ασκούσε πιέσεις σε προσωπικό επίπεδο προς τον Ισμέτ Ινονού, ο οποίος όμως προεξοφλούσε ότι οι πιθανότητες ολοκλήρωσης της παλιννόστησης των αιχμαλώτων ταυτόχρονα με την υπογραφή της Συνθήκης ήταν ελάχιστες.

Το σημείο στο οποίο βρισκόταν τόσο οι σχέσεις των δύο χωρών, όσο και η διαδικασία ανταλλαγής, δεν άφηνε περιθώρια για αισιόδοξες προβλέψεις. Για το λόγο αυτό, αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης στις 24 Ιουλίου 1923, ο Βενιζέλος ζήτησε από τη τουρκική αντιπροσωπεία την υπογραφή ειδικής συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας όπου θα προσδιοριζόταν επακριβώς η προθεσμία επιστροφής των αιχμαλώτων στις πατρίδες τους. Η τουρκική πλευρά συμφώνησε με την πρόταση, υπό τον όρο η Ελλάδα να αναλάβει εξ ολοκλήρου τη μεταφορά των αιχμαλώτων, σε αντίθεση με τον όρο της Συνθήκης που προέβλεπε τον επαναπατρισμό των αιχμαλώτων με τη φροντίδα της Τουρκίας.⁴º

Η Τουρκία, θέτοντας προϋποθέσεις, ουσιαστικά υποδείκνυε παράταση της διαδικασίας ανταλλαγής των αιχμαλώτων, εξέλιξη που υπερέβαινε τον προκαθορισμένο χρόνο λειτουργίας της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής των Αιχμαλώτων.⁴¹

Εφημερίδα Εμπρός 6 Απριλίου 1923.

Η ελληνική γραμματεία στη Διεθνή Επιτροπή Ερυθρού Σταυρού, ύστερα από κοπιώδεις διαπραγματεύσεις με τη διοίκηση του Οργανισμού, αλλά και την τουρκική κυβέρνηση, πέτυχε την παράταση των εργασιών της Επιτροπής, έως τις 15 Σεπτεμβρίου, οπότε και τερματίστηκε επίσημα η ανταλλαγή των στρατιωτικών αιχμαλώτων,⁴² δίχως όμως να έχει ολοκληρωθεί πλήρως η παλιννόστησή τους. Στρατιωτικοί συνέχισαν να κρατούνται σε διάφορα στρατόπεδα της τουρκικής επικράτειας Όλοι τους συνέχισαν να διάγουν ζωή αιχμαλώτου και να είναι οργανωμένοι σε τάγματα εργασίας.⁴³ Η μέριμνα για τον επαναπατρισμό τους ανατέθηκε στην Επιτροπή Ανταλλαγής Πληθυσμών.

Ο απολογισμός της ανταλλαγής των στρατιωτικών ήταν η πληθώρα των αγνοουμένων και οι πολυάριθμοι ανάπηροι και ασθενείς. Από τη θεώρηση των αρχείων, κανένας από τους επαναπατρισθέντες δεν βίωσε την αιχμαλωσία έχοντας διατηρήσει συγκροτημένο τον ψυχισμό του και ρωμαλέο το σώμα του.⁴⁴ Το αποτέλεσμα ήταν οι περισσότεροι από αυτούς να είναι ανίκανοι για εργασία και να εκλιπαρούν, προκειμένου να ζήσουν, τη μέριμνα του Κράτους.

Εξυπακούεται λοιπόν ότι οι άνθρωποι αυτοί αποτέλεσαν προβληματικό κοινωνικό «απόθεμα», για το οποίο η Πολιτεία έπρεπε να λάβει ιδιαίτερη μέριμνα, για να μην εξοβελιστούν παντελώς από το κοινωνικό σώμα. Σε μία εποχή, όμως, που το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα ήταν ανύπαρκτο και λαμβάνοντας υπόψη ότι το δράμα των αιχμαλώτων επισκιάστηκε από αυτό των προσφύγων,⁴⁵ οι αιχμάλωτοι έπρεπε να πάρουν μόνοι τους πρωτοβουλία για να διεκδικήσουν μεταχείριση συμβατή με τις επιδιώξεις τους. Έτσι οργανώθηκαν σε πανελλήνιες ή τοπικές ενώσεις οι οποίες διεκδικούσαν – εκ μέρους όλων των πρώην αιχμαλώτων – ιδιαίτερη μεταχείριση, καθώς η υπηρεσία προς την πατρίδα τούς είχε καταστήσει τα πλέον αδύναμα μέλη της κοινωνίας. Τα αιτήματά τους διαγράφουν ανάγλυφα και τη φύση των προβλημάτων τους. Τα βασικότερα από αυτά τα αιτήματα μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: α) περίθαλψη στα στρατιωτικά νοσοκομεία όσων είχαν προβλήματα υγείας που αποκτήθηκαν κατά την αιχμαλωσία, β) παντελής φοροαπαλλαγή των απόρων αιχμαλώτων, γ) σύσταση ειδικής υγειονομικής επιτροπής προς εξέταση των αιχμαλώτων, ούτως ώστε να δικαιούνται σύνταξης οι ανίκανοι για εργασία, δ) απόδοση των μισθών που κατακρατήθηκαν, ενόσω βρισκόταν στην αιχμαλωσία, ε) προτεραιότητα των αιχμαλώτων στην πρόσληψή τους στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, στ) μείωση στο μισό των δικαστικών εξόδων των πολιτικών και ποινικών δικών των απόρων, αιχμαλώτων και ζ) έκπτωση 50% σε όλα τα δημόσια μέσα μαζικής μεταφοράς.⁴⁶

Παράλληλα, συνιστούσαν μοχλό πίεσης προς την Πολιτεία, σχετικά με το ζήτημα των αγνοούμενων συναδέλφων τους στη Μικρά Ασία, καθώς είχαν την πεποίθηση ότι οι Τούρκοι συνέχιζαν να παρακρατούν Έλληνες αιχμαλώτους. Φαίνεται μάλιστα να θεωρούσαν ηθική υποχρέωση την αναζήτηση των αγνοουμένων συναδέλφων τους, καθώς σε κάθε οργανωμένη διεκδίκησή τους, το αίτημα της αναζήτησης και επαναφοράς των Ελλήνων αιχμαλώτων από την Τουρκία ήταν πρωτεύον.⁴⁷

Η σύσταση συλλόγων αιχμαλώτων αναδεικνύει επίσης την ένταση της εμπειρίας που είχαν βιώσει οι άνθρωποι αυτοί. Η σκληρότητα των συνθηκών κάτω από τις οποίες ήταν δέσμιοι είχε διαμορφώσει σε αυτούς την ψυχολογία μιας διάφορης από το υπόλοιπο κοινωνικό σώμα κοινωνικής ομάδας, χαρακτηριζόμενης μάλιστα από τους ίδιους ως πολύπαθης και αναξιοπαθούσας, στους κόλπους της οποίας μπορούσαν να βρουν αλληλοκατανόηση και, ίσως, παρηγοριά.⁴⁸

Εκτός από την επανενσωμάτωση των πρώην αιχμαλώτων στην ελληνική κοινωνία, η Ελληνική κυβέρνηση έπρεπε να διαχειριστεί μεταξύ άλλων και την αναπόδραστη πραγματικότητα των χιλιάδων αγνοουμένων στρατιωτικών, οι οποίοι (με κάποιες επιφυλάξεις, λόγω των συνεχώς αλληλοαναιρούμενων αριθμητικών δεδομένων), υπολογίζονταν περισσότεροι από 18.000 άτομα, εκ των οποίων 500 περίπου αξιωματικοί.

Η αναζήτηση των αγνοουμένων καθίστατο εξόχως επιτακτική λόγω των ισχυρών πιέσεων που ασκούσε προς αυτή την κατεύθυνση η κοινή γνώμη⁴⁹, που σε μεγάλο ποσοστό αποτελούνταν από πρόσφυγες, οικογένειες αγνοουμένων στρατιωτών⁵º, βετεράνους της Στρατιάς Μικράς Ασίας και επανελθόντες από την αιχμαλωσία, οι οποίοι, πρέσβευαν με ιδιαίτερη ζέση την άποψη ότι συνέχιζαν να διαβιούν υπό απάνθρωπες συνθήκες Έλληνες αιχμάλωτοι στην Τουρκία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, η κοινή γνώμη εγέρθηκε εκ νέου για το ζήτημα των αιχμαλώτων. Ιδιαίτερα οι προσφυγικές οργανώσεις ανά την Ελλάδα, με έντονα υπομνήματά τους απαιτούσαν την επιστροφή όσων υποτίθεται ότι κρατούνταν ακόμη στην Τουρκία, στρατιωτικών και πολιτών. Η έξαψη αυτή, που συνοδευόταν και από την ανάλογη αρθρογραφία, σχετίζονταν με τις διαπραγματεύσεις και την υπογραφή του ελληνοτουρκικού συμφώνου του 1930.⁵¹

Οι ίδιοι έκριναν ως ανεπαρκείς τις πιέσεις της ελληνικής κυβέρνησης προς την αντίστοιχη τουρκική στο θέμα αυτό και ξεκάθαρα μέμφονταν το σύνολο του πολιτικού κόσμου για ακηδία⁵² και αμέλεια της εφαρμογής των σχετικών περί αιχμαλώτων αποφάσεων στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στη Λωζάννη.⁵³

Πιέσεις για το θέμα των εξαφανισμένων στη Μ. Ασία δεχόταν οι ελληνικές κυβερνήσεις και εκ των έσω: από τον στρατό που δεν είχε συμφιλιωθεί με την πραγματικότητα του μικρασιατικού ολέθρου⁵⁴ και από ελληνικές διπλωματικές υπηρεσίες του εξωτερικού, με πιο ενεργητική την ελληνική πρεσβεία του Βερολίνου. Εκεί ακριβώς έδρευε ο πολύ δραστήριος σύνδεσμος Γερμανών πρώην αιχμαλώτων πολέμου που, μεταξύ άλλων επιδίωκε τη δημιουργία και κωδικοποίηση νέου δικαίου περί αιχμαλώτων πολέμου. Ο εν λόγω σύνδεσμος πληροφόρησε την ελληνική πρεσβεία για την ύπαρξη περίπου 1500 Ελλήνων στρατιωτικών αιχμαλώτων στη Μικρά Ασία, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν ως ανδράποδα από Τούρκους γαιοκτήμονες, υπό αφόρητες συνθήκες. Οι πληροφορίες αυτές παρουσιάστηκαν από την ελληνική πρεσβεία ως εξακριβωμένες, λόγω της εγκυρότητας από την οποία διέπονταν ο σύνδεσμος. Για το λόγο αυτό η πρεσβεία παρακινούσε την ελληνική κυβέρνηση να ανακινήσει το ζήτημα των αιχμαλώτων, κρίνοντας το «σκόπιμο και επίκαιρο», πιθανότατα λόγω της επικείμενης διάσκεψης για τη σύσταση νέου Δικαίου περί αιχμαλώτων στη Γενεύη εντός του 1929. Ο σύνδεσμος μάλιστα θα παρίστατο αρωγός στην ανακίνηση του ζητήματος.⁵⁵

Το ζήτημα συντηρούσε ανοικτό και η κατά καιρούς εμφάνιση κάποιων που διατείνονταν ότι ήταν δραπέτες αιχμάλωτοι, άρτι αφιχθέντες από τη Μικρά Ασία. Οι ειδήσεις για τυχόν όψιμες παλιννοστήσεις διοχετεύονταν συνήθως από τον Τύπο (π.χ, η εφημερίδα Ρουμελιώτης με άρθρο της στις 12. 5. 1928 υπό τον τίτλο Χαρμόσυνα Νέα ανέφερε: «Αιχμάλωτοι που θρηνούνταν ως νεκροί, είναι ζωντανοί στην Καισάρεια. Κάποιοι επέστρεψαν και δίνουν κατάλογο ονομάτων») και μέριμνα των ελληνικών αρχών ήταν να αναζητήσουν και να εξετάσουν ένορκα τους παλιννοστούντες.⁵⁶

Οι πληροφορίες που κατά καιρούς προέκυπταν δεν εξακριβώνονται, ούτε και διασταυρώνονται από κάποια επίσημη πηγή, θεωρούνται αναξιόπιστες, αποδιδόμενες στο πλαίσιο της μυθοπλασίας που άνθησε τα χρόνια που ακολούθησαν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ενδεικτικά αναφέρεται απόσπασμα μαρτυρικής καταθέσεως του επανελθόντος από την αιχμαλωσία πρόσφυγα Αλ. Πετρόπουλου ή Κορακάκη, στις 14. 7. 1930: « Στην Τουρκία υπάρχουν πολλοί Έλληνες αιχμάλωτοι και αξιωματικοί εξισλαμισθέντες, στους οποίους χορηγήθηκε υπό του Κεμάλ το ποσό των 20.000 λιρών και από ένα τσιφλίκι. Αυτοί βρήκαν συζύγους Τουρκάλες και κρατούν από 5 έως 10 αιχμαλώτους Έλληνες που εργάζονται στα χορηγηθέντα τσιφλίκια για την τροφή τους».⁵⁷

Οι φήμες περί ύπαρξης Ελλήνων αιχμαλώτων ευδοκίμησαν αφενός λόγω της μεγάλης ανάγκης των συγγενών των αγνοουμένων να ελπίζουν και αφετέρου της εξαθλίωσης κάποιων κοινωνικών ομάδων, μέρος των οποίων μετέρχονταν κάθε μέσου για να κερδίσουν χρήματα, εν προκειμένω την εκμετάλλευση των οικογενειών όσων δεν είχαν επιστρέψει από το μέτωπο.⁵⁸ Η θέση αυτή ενισχύεται αν αναλογιστεί κανείς τις προσφορές των οικογενειών αυτών, με αντάλλαγμα την παραμικρή πληροφορία για τον αγνοούμενο συγγενή τους.⁵⁹

Για την αναξιοπιστία αυτών των μαρτυριών ήταν πεπεισμένη και η επίσημη ελληνική ηγεσία,⁶º όφειλε όμως να τις λάβει υπόψη και να εξαντλήσει κάθε πιθανότητα ύπαρξης Ελλήνων αιχμαλώτων στην Τουρκία. Όμως η συχνότητα εμφάνισης αναξιοπαθούντων εκ Μικράς Ασίας που διέδιδαν φήμες για ταλανιζόμενους Έλληνες, η αναστάτωση που αυτοί επέφεραν στην ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα στους συγγενείς των αγνοουμένων, ο διασυρμός των ελληνικών αρχών στα μάτια της κοινής γνώμης και, τέλος, οι επιπτώσεις στην εξωτερική πολιτική της χώρας, σε μία περίοδο που αυτή επεδίωκε εξομάλυνση των σχέσεων της με το όμορο κράτος, ανάγκασε την ελληνική Πολιτεία να λάβει δραστικά μέτρα προς όλους όσους ανακύκλωναν το ζήτημα, είτε επρόκειτο για εφημερίδες, είτε για άτομα που διέδιδαν ότι γνωρίζουν σχετικά με το θέμα. Τα μέτρα αυτά συνίστατο στην προσαγωγή των ατόμων αυτών στις αστυνομικές αρχές, όπου ανακρίνονταν, παρουσία εισαγγελέα. Αν όσα έγραφαν ή ισχυρίζονταν αποδεικνύονταν αναληθή, όπως άλλωστε συνέβαινε σχεδόν πάντοτε⁶¹, παραπέμπονταν σε δίκη με την κατηγορία του κοινού απατεώνα.⁶²

Μάλιστα, υπήρξαν περιπτώσεις που οι αρχές, όχι απλά διέγνωσαν απάτη,⁶³ αλλά εξήγαν το συμπέρασμα ότι επρόκειτο περί οργανωμένης σπείρας κακοποιών που βάσει σχεδίου, στόχευαν στην εξαπάτηση των οικογενειών των αγνοουμένων. Το «μοτίβο» της εξαπάτησης ήταν αρχικά η διάδοση σχετικής είδησης στον Τύπο, για να δημιουργηθεί στις ενδιαφερόμενες οικογένειες η δέουσα συγκίνηση· στη συνέχεια ανέμεναν προσέγγισή τους από τις οικογένειες· όποιες δεν ανταποκρινόταν στο «κάλεσμα» τις προσέγγιζαν οι ίδιοι. Όταν επιτυγχάνονταν η επαφή, με επιδεξιότητα αποσπούσαν χρηματικά ποσά, παρέχοντας ψευδείς και παραπλανητικές πληροφορίες.⁶⁴

Σχετικά με την ύπαρξη αγνοουμένων, το επίσημο ελληνικό κράτος φαίνεται να ισορροπούσε ανάμεσα στην πεποίθηση του ασκόπου της αναζήτησης Ελλήνων αιχμαλώτων⁶⁵ και στην ελπίδα που εξέπεμπε με ιδιαίτερη έμφαση η κοινή γνώμη ότι, αν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να βρεθεί έστω και ένας από αυτούς, άξιζε τον κόπο η αναζήτησή τους.

Οι προαναφερθείσες εσωτερικές πιέσεις επέφεραν τέτοια ένταση στην πολιτική ζωή της χώρας, ώστε η ελληνική κυβέρνηση να επιδιώξει επανειλημμένως να κλείσει αυτό το κεφάλαιο δια παντός, διαλύοντας κάθε αμφιβολία. Επιπλέον, η λήξη της υπόθεσης θα εξομάλυνε τις σχέσεις της με την Τουρκία. Η Ελλάδα λοιπόν, επί μια περίπου δεκαετία μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, δεν εφείσθη ούτε προσώπων, ούτε χρημάτων, ούτε προσπαθειών προκειμένου να επιβεβαιώσει την παρακράτηση ή μη Ελλήνων αιχμαλώτων στη Μικρά Ασία. Έγινε προσπάθεια να προωθεί το ζήτημα χωρίς να προκαλεί την Τουρκία, ανακινώντας το κάθε φορά που το επέτρεπαν οι συνθήκες, με προσεκτικές και μεθοδευμένες κινήσεις, αντιμετωπίζοντας με ρεαλισμό τις δυνατότητες έρευνας.⁶⁶

Ελλάδα, 1922. Παροχή βοήθειας σε αιχμαλώτους [Πηγή: CRC / hist-02493-14a].

Παρά τις άοκνες προσπάθειες του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών⁶⁷ -σημειώνεται ενδεικτικά ότι οι έρευνες έφτασαν έως και το Ιράκ, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες στη Μεσοποταμία είχαν καταφύγει Έλληνες στρατιώτες που είχαν δραπετεύσει από στρατόπεδα αιχμαλώτων στην Τουρκία.-, κάθε αναζήτηση είχε αποβεί άκαρπη.⁶⁸ Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι τρία περίπου χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και αφού είχαν μεσολαβήσει χιλιάδες διαβήματα προς τις τουρκικές αρχές για αναζήτηση αγνοουμένων αιχμαλώτων, το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακά απογοητευτικό. Πιστοποιήθηκε μόνο ο θάνατος δύο αιχμαλώτων από διάρροια και φυματίωση αντιστοίχως στο νοσοκομείο της Καισάρειας. Έτσι με το πέρασμα των ετών, οι ελληνικές αρχές έτειναν να ευθυγραμμιστούν με τη θέση της τουρκικής πλευράς,⁶⁹ η οποία ήδη από το 1927, με έγγραφό της προσπάθησε να «κλείσει» την υπόθεση δια παντός, αρνούμενη κατηγορηματικά την ύπαρξη στρατιωτικών αιχμαλώτων και πολιτικών ομήρων στην τουρκική επικράτεια.⁷º

Στην ουσία της η υπόθεση των αγνοουμένων από την πρώτη στιγμή ήταν ατελέσφορη. Σε όλες τις προσπάθειες που κατέβαλε η Ελλάδα προς αυτή την κατεύθυνση, επανέρχονταν τα ίδια προβλήματα: α) ετεροχρονισμένες⁷¹ ή αβάσιμες συνήθως πληροφορίες και ελλιπή στοιχεία⁷² β) αλλαγή ονομάτων, καθώς πολλοί στρατιωτικοί απέφυγαν την αιχμαλωσία προσκολλούμενοι σε οικογένειες ομογενών, αλλά και άλλων εθνοτήτων, όπως Αρμενίων. Αυτοί διαβιούσαν εργαζόμενοι με άλλα ονόματα και περίμεναν να επωφεληθούν από την ανταλλαγή των πληθυσμών, γ) η αναποτελεσματικότητα του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με τους αγνοούμενους αιχμαλώτους,⁷³ αλλά και η εύλογη απροθυμία των Τούρκων να ασχοληθούν με αυτό θέμα, ιδιαίτερα όσο απομακρυνόμαστε χρονικά από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την επανάληψη στερεότυπων αρνητικών απαντήσεων από την Τουρκία, δ) η αδυναμία των διπλωματικών υπηρεσιών της Ελλάδος να δραστηριοποιηθούν ελεύθερα σε μία χώρα σαν την Τουρκία, λόγω της αυστηρότατης επιτήρησης από τους Τούρκους επί των ελληνικών διπλωματικών αντιπροσωπειών, γεγονός που σήμαινε ότι η ελληνική πλευρά είχε περιορισμένη δυνατότητα ενεργειών. Το πρόβλημα μάλιστα εντείνονταν από την παντελή έλλειψη εχεγγύων στο εσωτερικό, εχέγγυα που θα συνέβαλαν στην ευόδωση των ερευνών, π.χ. χριστιανικό στοιχείο,⁷⁴ ε) τα ελάχιστα χρήματα που διέθετε η Ελλάδα για τη διενέργεια ερευνών, στ) οι απέραντες εκτάσεις της μικρασιατικής Τουρκίας. Αν υπήρχαν ακόμη αιχμάλωτοι, εγκλωβισμένοι σε κτήματα μεγαλοκτηματιών, δεν μπορούσαν να υπόκεινται στον αποτελεσματικό έλεγχο οποιασδήποτε διοίκησης, ιδιαίτερα αυτά που βρίσκονταν στις ανατολικές επαρχίες, τα οποία απολάμβαναν προνόμια φεουδαρχικού τύπου. Σε αυτές τις περιοχές περιορίζονταν η δυνατότητα ελέγχου ακόμη και των τουρκικών αρχών. Έτσι, η ανεύρεση δια της διοικητικής τουρκικής οδού ήταν μάλλον καταδικασμένη σε αποτυχία και ζ) η έλλειψη οργάνωσης των υπευθύνων υπηρεσιών, οι οποίες είτε δεν ενημέρωναν εγκαίρως τις προξενικές αρχές και τις ανθρωπιστικές οργανώσεις που «όργωναν» την Τουρκία εις αναζήτηση αιχμαλώτων, είτε δεν φρόντιζαν ούτε να διαγράφουν από τους καταλόγους αυτών που αναζητούνταν, τα ονόματα όσων επαναπατρίζονταν, με αποτέλεσμα να διεκδικούνται ως ανταλλάξιμοι ακόμη και αυτοί που είχαν προ πολλού αποδοθεί.⁷⁵

 

1923: Επαναπατρισμός Ελλήνων αιχμαλώτων

https://avarchives.icrc.org/Film/5432

[Πηγή: ICRC Audiovisual Archives, Ref. V-F-CR-H-00001-13]

Έτσι, παρ’ όλες τις προσπάθειες, το αποτέλεσμα ήταν πενιχρό και συνίστατο στην «ανακάλυψη», κατά τα πρώτα κυρίως χρόνια, 10 με 15 στρατιωτικών αιχμαλώτων, η πλειοψηφία των οποίων ψευδώς είχαν ισχυριστεί ότι ήταν βιαίως κρατούμενοι, ενώ επρόκειτο, όπως αποδείχθηκε, για λιποτάκτες ή για άτομα που για προσωπικούς λόγους, είχαν οικιοθελώς επιλέξει να μην επιστρέψουν στην Ελλάδα, μαζί με το υπόλοιπο στράτευμα.⁷⁶

Αντιμετωπίζοντας λοιπόν με ρεαλισμό την ύπαρξη χιλιάδων αγνοουμένων, μπορούμε να οδηγηθούμε στις εξής διαπιστώσεις:

1)Όσοι από τους στρατιωτικούς δεν αποδόθηκαν στο πλαίσιο της ανταλλαγής τους ή στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε αμέσως μετά, κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών, υπήρξαν θύματα των γενικευμένων σφαγών από τις πρώτες κιόλας μέρες της εκκένωσης της Μ. Ασίας από τον ελληνικό στρατό ή πέθαναν από τις κακουχίες· η θέση αυτή ενισχύεται, αν λάβει κανείς υπόψη την μεγίστης κλίμακας φθορά που είχαν υποστεί αυτοί που κατάφεραν να επιστρέψουν.

2)Η υπόνοια ότι οι τουρκικές αρχές αποκρύπτουν τόσο μεγάλο αριθμό ανθρώπων δεν αποδεικνύεται αρχειακά· αντιθέτως η Τουρκία επέδειξε πολλές φορές διάθεση συνεργασίας. Οι σχετικές φήμες εμπεδώθηκαν περισσότερο από την ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας να ελπίζει ότι ο θάνατος της Μεγάλης Ιδέας δεν κόστισε τόσο μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.

3)Ελάχιστοι αιχμάλωτοι βρέθηκαν στα χέρια ιδιωτών. Αυτούς τους αναζήτησε η ελληνική κυβέρνηση διά μέσου ξένων υπηκόων και πρεσβειών και ομολογουμένως είχε κάποιες επιτυχίες.

4)Δεν αποκλείστηκε ποτέ η ύπαρξη ολιγάριθμων περιπτώσεων, εκουσίως παραμενόντων που ίσως ζούσαν στις εσχατιές της Ανατολής και κατά πάσα πιθανότητα είχαν ευθυγραμμιστεί με τις τοπικές κοινωνίες.⁷⁷

Εκ των υστέρων αντιλαμβάνεται κανείς ότι η αναζήτηση αιχμαλώτων υπήρξε ένα μεγάλο κεφάλαιο της διαδρομής της χώρας τα πρώτα χρόνια μετά το τέλος της μικρασιατικής περιπέτειας και καταδεικνύει για άλλη μία φορά το έντονο ίχνος που άφησε στην ελληνική κοινωνία η περιπέτεια του ελληνικού στρατού στη Μ. Ασία.

Δεν μπορεί κανείς παρά να συσχετίσει την περίπτωση των αγνοουμένων του μικρασιατικού πολέμου με τους αγνοούμενους ως αποτέλεσμα κάθε πολεμικής αναμέτρησης, όπου η ελπίδα των οικογενειών τους ότι είναι κάπου ζωντανοί συμπορεύεται με την αναπόδραστη συνήθως πραγματικότητα ότι είναι ήδη προ πολλού νεκροί.

Μετά την Καταστροφή, η διαχείριση των Ελλήνων στρατιωτικών αιχμαλώτων αποτέλεσε μεγάλη πρόκληση για τις ελληνικές κυβερνήσεις της δεκαετίας του 1920· το δράμα τους όμως επισκιάστηκε από την ακόμη μεγαλύτερη τραγωδία των προσφύγων.

Η δυνατότητα της χώρας να αποκαταστήσει τους αιχμαλώτους δεν εκπορεύονταν από την ισχύ της, σε επίπεδο στρατιωτικής ετοιμότητας ή προεξέχουσας θέσης σε διεθνές διπλωματικό επίπεδο· συνιστούσε χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας χώρας η οποία εξαρτιόταν απόλυτα και μπορούσε να επωφεληθεί μόνο από το ανθρωποκεντρικό στην ουσία του νομικό πλαίσιο, το σχετικό με τη μεταχείριση των αιχμαλώτων.

Κατά συνέπεια εκμεταλλεύτηκε, όσο της επιτρεπόταν, τους μηχανισμούς που πλαισίωναν το δικαϊκό πλέγμα προστασίας των αιχμαλώτων, με την επιδίωξη σύστασης μικτών επιτροπών ελέγχου των συνθηκών διαβίωσης των αιχμαλώτων και την έκκληση για παρέμβαση φορέων προάσπισης και προαγωγής του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου, τη Διεθνή Επιτροπή Ερυθρού Σταυρού και την ΚτΕ.⁷⁸

Παράλληλα προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τη διπλωματική δεινότητα και τις προσωπικές σχέσεις των Ελλήνων αντιπροσώπων στη Συνδιάσκεψη της Λωζάννης, προτάσσοντας πολλές φορές την πολιτιστική ταύτιση της Ελλάδας με την υπόλοιπη Ευρώπη, σε αντιδιαστολή με την πολιτιστική ετερότητα της Τουρκίας.

Ενώ λοιπόν το πλαίσιο δράσης της ελληνικής διπλωματίας οριοθετούνταν από τα διεθνή νόμιμα περί αιχμαλώτων, η Τουρκία, έχοντας το πλεονέκτημα του νικητή, τολμούσε και επιτύγχανε τις περισσότερες φορές να παρακάμπτει την εφαρμογή των αποφάσεων των διεθνών οργάνων και των Συνθηκών των σχετικών με τους αιχμαλώτους: Άλλοτε επιδεικνύοντας αναβλητικότητα, άλλοτε κωλυσιεργία, προσδιόριζε το ρυθμό των διαπραγματεύσεων κατά το επιθυμητό, απενεργοποιώντας ταυτόχρονα κάθε ελεγκτικό μηχανισμό που επιχειρούσε να της επιβάλλει την εφαρμογή του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου περί αιχμαλώτων.

 

Η Ουρανία Φωτοπούλου είναι Διδάκτωρ Νεότερης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ και Καθηγήτρια της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Ν. Κλαδάς για τον οποίο δε γνώριζαν αν είχε φονευτεί κατά την παράδοση της Μεραρχίας του ή όχι, αλλά και το γεγονός ότι μόλις στις αρχές του 1923 η ελληνική κυβέρνηση πληροφορήθηκε ότι οι υποστράτηγοι βρισκόταν εν ζωή και ήταν υγιείς, ύστερα από παρέμβαση της ουδέτερης Ολλανδίας. Πρβ. ΓΕΣ/ ΔΙΣ, Φακ. 246, Β, 1, τηλεγράφημα ελληνικής στρατιωτικής αποστολής στην Κων/πολη προς υπουργείο Στρατιωτικών, αρ. πρωτ. 1423, 3. 9. 1922(π.η), και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1922/ Φακ. 10, 1, ρηματική διακοίνωση ολλανδικής πρεσβείας στην Αθήνα προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 22. 12. 1922(π.η) και τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς οικογένειες Τρικούπη, Δημαρά και Διγενή, αρ.πρωτ. 311339/ 7734, 22. 12. 1922(π.η).

2. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, επιστολή αντιπροσωπείας ΕΕΣ στην Κων/πολη προς υπουργείο Εξωτερικών, 21. 7. 1923.

3. Ενδεικτικά από μαρτυρία αιχμαλώτου, ενώ ήταν περίπου 6.000 αιχμάλωτοι, μέσα σε μία βδομάδα από την αιχμαλωσία τους, μεταφερόμενοι από τη Σμύρνη στη Μαγνησία, έχασαν τη ζωή τους, με διάφορες αφορμές 3.000 άνδρες. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 19, 4, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς α) ελληνική διαρκή αντιπροσωπεία στη Λωζάνη, β) ελληνική αντιπροσωπεία στην ΚτΕ και γ) ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο και το Παρίσι, α.α.π, 8. 12. 1922(π.η). Ίδια στοιχεία παρατίθενται και στο ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 20, 2, όπου μαρτυρικές καταθέσεις αιχμαλώτων οπλιτών για τουρκικές βιαιοπραγίες, ενώπιον του πρωτοδίκη Σάμου, 12. 11. 1923(π.η).

4. Κάποιοι από αυτούς, φτάνοντας στη Σόφια επισκέφτηκαν την εκεί ελληνική πρεσβεία, για να τους βοηθήσει να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Ενώ όμως είχαν προμηθευτεί διαβατήρια και οδοιπορικά έξοδα, ουδέποτε έφυγαν από τη Βουλγαρία. Για το λόγο αυτό και με δεδομένη την καχυποψία απέναντι στους βουλγαρόφωνους εν γένει, η πρεσβεία διέκοψε κάθε μορφής βοήθεια προς όσους διατείνονταν ότι ήταν Έλληνες στρατιωτικοί, πρώην αιχμάλωτοι των Τούρκων. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα Γενικού Στρατηγείου προς υπουργείο Εξωτερικών και υπουργείο Στρατιωτικών, α.α.π, 26. 1. 1923, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στη Σόφια προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 10. 3. 1923 και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική πρεσβεία στη Σόφια, α.α.π, 29. 3. 1923.

5. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1922/ Φακ. 10, 1, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς Γενική Επιθεώρηση Αιχμαλώτων, α.α.π, χ.η, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 78, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 670, 24. 2. 1924 και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ, 47, όπου πληθώρα σχετικών μαρτυριών.

6. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1922/ Φακ. 90, 1, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 16033, 29. 9. 1922(π.η) και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι, αρ.πρωτ.10580, 5/ 18. 10. 1922.

7. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1922/ Φακ. 90, 1, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 16033, 29. 9. 1922(π.η), τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς υπουργείο Στρατιωτικών, αρ.πρωτ. 10134, 24. 9. 1922(π.η) και ρηματική διακοίνωση γαλλικής πρεσβείας στην Αθήνα προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 25. 9. 1922.

8. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 6, 5, Résolutions et voeux de la Xme Conférence internationale de la Croix-Rouge, άρθρο 12 της ΙVης Σύμβασης της Χάγης του 1907

9. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 19, 4, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς α) ελληνική διαρκή αντιπροσωπεία στη Λωζάνη, β) ελληνική αντιπροσωπεία στην ΚτΕ και γ) ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο και το Παρίσι, α.α.π, 8. 12. 1922(π.η), ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1923/ Φακ. 9, 1, επιστολή αρχηγού ΓΕΣ προς υπουργείο Εξωτερικών, τμήμα ΚτΕ, α.α.π, 20. 11. 1923 και έκθεση λοχ. πυρ/κου Δημ. Ξένου από τη Σμύρνη προς υπουργείο Εξωτερικών, τμήμα ΚτΕ, 25. 10. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, υποβολή μαρτυρικής κατάθεσης αιχμαλώτου από τη Νομαρχία Καβάλας προς το υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 59, 16. 7. 1930 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 20, 2, όπου μαρτυρικές καταθέσεις αιχμαλώτων οπλιτών για τουρκικές βιαιοπραγίες, ενώπιον του πρωτοδίκη Σάμου, 12. 11. 1923(π.η).

10. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 20, 6, όπου πολυάριθμα σχετικά έγγραφα.

11. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1923/ Φακ. 9, 1, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, Επ. 3675/ 30, 24.1. 1923(π.η) και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς λοχ. πυρ/κου Δημ. Ξένο, αρ. Πρωτ. 31343, 8. 10. 1923.

12. Άρθρα 1 έως 4 της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου 1923. Στη συνεδρίαση της 13ης Μαρτίου 1923 της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής διευκρινίστηκε ότι οι αξιωματικοί που θα ανταλλάσονταν θα ήταν όσο το δυνατόν του ιδίου βαθμού. Λόγω των ευάριθμων Τούρκων αιχμαλώτων αξιωματικών, αποφασίστηκε η αποστολή στην Ελλάδα Τούρκου αξιωματούχου ο οποίος θα κατέγραφε τους Τούρκους βαθμοφόρους, προκειμένου να απελευθερωθούν αντιστοίχως οι Έλληνες αξιωματικοί.

13. Άρθρο 4 της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου 1923.

14. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, telegramme de Comite Grec de la Croix Rouge a monsieur Baron de Reading-Biberegg, délégué de Comité International de la Croix Rouge à Athènes, 5. 4. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1923/ Φακ. 9, 1, ρηματική διακοίνωση προέδρου της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής, συντ/χη Wildbolz προς υπουργείο Εξωτερικών, χ.η. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, 8, τηλεγράφημα ΕΕΣ προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 368, 20. 3. 1924 και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1925/ Φακ. Α/ 48, rapport du colonel – commandant de corps Wildbolz, président de la Commission pour l’ échange des prisonniers turcs et grecs, Genève, le 14 Mai 1923. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, διαταγή υπουργείου Εξωτερικών προς τμήμα εκκαθαρίσεως δαπανών ιδίου υπουργείου, α.α.π, 9. 3. 1923.

15. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1925/ Φακ. Α/ 48, rapport du colonel – commandant de corps Wildbolz, président de la Commission pour l’ échange des prisonniers turcs et grecs, Genève, le 14 Mai 1923.

16. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 12. 2. 1923(π.η) και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1925/ Φακ. Α/ 48, rapport du colonel – commandant de corps Wildbolz, président de la Commission pour l’ échange des prisonniers turcs et grecs, Genève, le 14 Mai 1923.

17. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, Séance de 2. 4. 1923 de la Comission pour l’ échange de PG civils et militaires en Grèce et en Turquie και Séance de 3. 4. 1923 de la Comission pour l’ échange de PG civils et militaires en Grèce et en Turquie, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στο Παρίσι προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 30. 1. 1923(π.η) και κοινοποίηση του προέδρου της Επιτροπής Ανταλλαγής αιχμαλώτων, συντ/χη Wildbolz προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 17. 4. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1923/ Φακ. 9, 1, ρηματική διακοίνωση προέδρου της Επιτροπής Ανταλλαγής αιχμαλώτων, συντ/χη Wildbolz προς υπουργείο Εξωτερικών.

18. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, Séance de 19. 4. 1923 de la Comission pour l’ échange de PG civils et militaires en Grèce et en Turquie, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ 17, 3, διαβιβαστικό έγγραφο επιστολής ΔΕΕΣ προς τον πρόεδρο της Συνδιάσκεψης της Λωζάνης από την ελληνική αντιπροσωπεία στη Λωζάνη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1205, 1. 5. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ταγμ/χη Ιωα. Κωττάκη, μέλους της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής αιχμαλώτων από τη Σμύρνη προς Επιτελική Υπηρεσία Στρατού, Γραφείο ΙΙ, α.α.π, 3. 4. 1923.

19. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική αντιπροσωπεία στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης, α.α.π, 26. 4. 1923.

20. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1925/ Φακ. Α/ 48, rapport complémentaire sur l’ activité de la Commission d’ échange du 15 mai au 15 septembre 1923, du colonel – commandant de corps Wildbolz, président de la Commission pour l’ échange des prisonniers turcs et grecs, Genève, Octobre 1923.

21. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 31, όπου μεγάλος αριθμός εγγράφων σχετικών με περισυλλογή εναπομεινάντων στρατιωτικών από την Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής πληθυσμών και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 10659/ 651, 28. 3. 1924.

22. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, όπου τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής.

23. Τα παραδείγματα συνεχών αντεγκλήσεων μεταξύ των δύο χωρών είναι πολλά, κυρίως όμως αφορούν στην αμοιβαιότητα των αποδόσεων αιχμαλώτων και στην εφαρμογή του συνόλου των συμφωνηθέντων. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1923/ Φακ. 9, 1, ρηματική διακοίνωση υπουργείου Εξωτερικών προς ΔΕΕΣ, α.α.π, 11. 6. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ταγμ/χη Ιωα. Κωττάκη, από τη Σμύρνη προς Légation de sa Majestic Catholique, 5. 6. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς κυβερνήσεις Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας, ΔΕΕΣ και ΚτΕ, α.α.π, 20. 6. 1923.

24. Οι όροι της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου στο σύνολο τους θα τίθονταν σε ισχύ μετά την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφορά γίνεται στις αποφάσεις της Συμφωνίας τις σχετικές με την ανταλλαγή των αιχμαλώτων οι οποίες είχαν αρχίσει να εφαρμόζονται από την επομένη της υπογραφής της Συμφωνίας.

25. Για παράδειγμα, καθόσο η Επιτροπή βρίσκονταν στη Σμύρνη, αρκετοί αιχμάλωτοι δραπέτευσαν και κατέφευγαν στα ουδέτερα μέλη της ζητώντας άσυλο· λόγω δεοντολογίας, οι δραπέτες δεν βοηθήθηκαν. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, έκθεση Biquel, μέλους της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής προς τον πρόεδρο της επιτροπης, συντ/ρχη Wildbolz, χ.η.

26. Η Επιτροπή χαρακτήρισε μάλιστα αξιέπαινη τη συμπεριφορά των Τούρκων απέναντι στους αιχμαλώτους, ιδιαίτερα απέναντι στους αξιωματικούς και κυρίως στους τρεις στρατηγούς.

27. Ταυτόχρονα με την επιβίβαση των πρώτων απελευθερωθέντων στο πλοίο «Πολικός», ο Έλληνας αντιπρόσωπος συνειδητοποίησε την τραγικότητα της κατάστασης των αιχμαλώτων: Νηστικοί, ρακένδυτοι, εξαντλημένοι και κακοποιημένοι. Τραγικότερες ήταν όμως οι διηγήσεις των ίδιων των αιχμαλώτων σχετικά με τις συνθήκες διαβίωσής τους. Όσοι ήλθαν σε επαφή μαζί τους αναφέρουν ότι δύσκολα θύμιζαν ζωντανούς ανθρώπους· περισσότερο παρέπεμπαν σε φοβισμένο ζώο, καθώς όταν τους απηύθυναν το λόγο, λούφαζαν φοβούμενοι μην κακοποιηθούν. Επίσης εξόχως αρνητική εντύπωση έκανε και η γύμνιά τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και για τις κουρελιασμένες στολές που φορούσαν, όταν έφτασαν στην Ελλάδα, δήλωσαν ότι τους τις είχαν δώσει οι Τούρκοι, λίγο πριν επιβιβαστούν στο πλοίο, ενώ κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους ήταν σχεδόν γυμνοί. Και μόνο το γεγονός ότι πολλοί αιχμάλωτοι είχαν πεθάνει στο δρόμο της επιστροφής – μαρτυρείται ότι, μόνο κατά την πρώτη ανταλλαγή, 21 άνδρες ξεψύχησαν εν πλω, – αποτελεί απόδειξη ότι είχαν φτάσει στα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, επιστολές διαμαρτυρίας του ΕΕΣ προς την ΚτΕ και τη ΔΕΕΣ, 14. 4. 1923, έκθεση του βαρώνου de Reading- Biberegg προς τη ΔΕΕΣ, 6. 4. 1923 και rapport du lieutenant colonel Durmeyer, chef d’ Etat Major de la mission militaire francaise et du medicine principal de 2eme classe, Eybert, de la mission militaire francaise, aux sujet de la visite de PG grecs a l’ ile St George, 14. 4. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, έκθεση Biquel, μέλους της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής προς τον πρόεδρο της επιτροπης, συντ/ρχη Wildbolz, χ.η.

28. Σε ορισμένες περιοχές έλαβαν χώρα εκδικητικές ενέργειες εις βάρος Τούρκων κατοίκων. Αν και το φαινόμενο ήταν περιορισμένης κλίμακας, η εκδήλωσή του και μόνο προκαλούσε ανησυχία στις ελληνικές αρχές, με αποτέλεσμα τη λήψη μέτρων από το υπουργείο Στρατιωτικών. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 19, 1, τηλεγράφημα στρατιωτικής διοίκησης Κρήτης προς υπουργείο Στρατιωτικών, α.α.π, 7. 4. 1923 και τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς γενικό στρατηγείο, α.α.π, 20. 4. 1923.

29. Χαρακτηριστικό της άθλιας κατάστασης των περισσοτέρων από αυτούς είναι ότι περίπου ένα μήνα μετά την άφιξή τους, συνέχιζαν να νοσηλεύονται 1363αιχμάλωτοι. Αν και έχρηζαν στοιχειώδους περιθάλψεως οι παραπάνω από τους μισούς απ΄ όσους επέστρεψαν, λόγω της ηπιότητας της κατάστασής τους, αλλά και εξαιτίας της έλλειψης υποδομών, προκρίθηκε αυτή να τους παρασχεθεί από την οικογένειά τους.Τα ποιό κοινά νοσήματα από τα οποία έπασχαν οι αιχμάλωτοι ήταν δυσεντερία, διάρροια, σκορβούτο, κρυοπαγήματα, πνευμονία, τύφο, πλευρίτιδα, εξάντληση, κ.α.

30. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, επιστολή διαμαρτυρίας του ΕΕΣ προς την ΚτΕ και τη ΔΕΕΣ, 14. 4. 1923.

31. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, rapport du lieutenant colonel Durmeyer, chef d’ Etat Major de la mission militaire francaise et du medicine principal de 2eme classe, Eybert, de la mission militaire francaise, aux sujet de la visit de PG grecs a l’ ile St George, 14. 4. 1923.

32. Επρόκειτο για κατάφωρη παραβίαση του άρθρου 9 της Συνθήκης της Γενεύης του 1906, και του άρθρου 12 της Συνθήκης της Χάγης του 1907. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 6, 5, Résolutions et voeux de la Xme Conférence internationale de la Croix-Rouge.

33. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, αναφορά υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 14. 4. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, ρηματική διακοίνωση υπουργείου Εξωτερικών προς διάφορες ξένες πρεσβείες στην Αθήνα, α.α.π, 5. 4. 1923, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική αντιπροσωπεία στην ΚτΕ, α.α.π, 28. 4. 1923 και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνικές πρεσβείες στις ΗΠΑ, το Λονδίνο, το Παρίσι, τη Στοκχόλμη και τη Ρώμη, α.α.π, 20. 4. 1923.

34. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, αναφορά υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 14. 4. 1923.

35. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1922/ Φακ. 10, 1, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 19627/ 2697, 18. 11. 1922(π.η), τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 19709/ 2740, 23. 11. 1922(π.η) και τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 21297, 17. 12. 1922(π.η), ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, διαταγή υπουργείου Στρατιωτικών προς Α΄ Σώμα Στρατού, α.α.π, 25. 1. 1923(π.η) και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς πρόεδρο Επιτροπής επί των τουρκικών ωμοτήτων, α.α.π, 9. 4. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, κατάθεση Γεω. Σουργιεδάκη, εφέδρου υπιάτρου, λοιμοκαθαρτήριο Αγ. Γεωργίου, 19. 4. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, αναφορά υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 14. 4. 1923.

36. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ 17, 3, declaration du Gouvernement de la Grande Assemble Nationale de Turquie a la Conference de la Paix, Lausanne, le 30. 5. 1923, διαβιβαστικό έγγραφο επιστολής της ΔΕΕΣ προς τον πρόεδρο της Συνδιάσκεψης της Λωζάνης από την ελληνική αντιπροσωπεία στη Λωζάνη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1205, 1. 5. 1923, επιστολή διαμαρτυρίας του ΕΕΣ προς την ΚτΕ και τη ΔΕΕΣ, 14. 4. 1923 και τηλεγράφημα ΕΕΣ προς υπουργείο Εξωτερικών, 6. 4. 1923, télégramme de Comité Grec de la Croix Rouge a monsieur le Baron de Reading-Biberegg, délégué de Comité International de la Croix Rouge à Athènes, α.α.π, 5. 4. 1923, έκθεση του βαρώνου de Reading- Biberegg προς την ΔΕΕΣ, 6. 4. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στη Ρώμη προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 3. 5. 1923, τηλεγράφημα Ιωα. Πολίτη, διευθύνοντα της διαρκούς ελληνικής γραμματείας στην ΚτΕ προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 10. 6. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, τηλεγράφημα του προέδρου της ΔΕΕΣ προς την Ερυθρά Ημισέληνο, αρ. Πρωτ. 6484, 20. 4. 1923.

37. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα Ιωα. Πολίτη, διευθύνοντα της διαρκούς ελληνικής γραμματείας στην ΚτΕ προς υπουργείο Εξωτερικών, 10. 6. 1923.

38. Ήδη από την άνοιξη του 1923 πολλοί Έλληνες αξιωματούχοι και κάποιοι Τούρκοι εξέφραζαν την άποψη ότι η ανταλλαγή των αιχμαλώτων έπρεπε να ολοκληρωθεί πριν την υπογραφή της Ειρήνης, από φόβο μήπως μετά το τέλος της Συνδιάσκεψης επέρχονταν δυσκαμψία στις διαπραγματεύσεις και στις επαφές μεταξύ των δύο χωρών, η οποία θα επιβράδυνε τον επαναπατρισμό των αιχμαλώτων. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, κατάθεση υπολοχ. Κων/νου Λαζαρίδη προς υπουργείο Στρατιωτικών, Έμπεδον Τμήμα Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού, Αθήνα, α.α.π, 12. 4. 1923.

39. Ο Βενιζέλος ασκούσε επάλληλες πιέσεις σε προσωπικό επίπεδο προς τον Ισμέτ, ο οποίος όμως προεξοφλούσε ότι οι πιθανότητες ολοκλήρωσης της παλιννόστησης των αιχμαλώτων ταυτόχρονα με την υπογραφή της Συνθήκης ήταν ελάχιστες: “Vu les circonstances actuels, ne croit pas possible de songer le rapatriement des PG grecs”. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα ελληνικής αποστολής στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 4. 6. 1923. Αντιπρόταση της Ελλάδος για έστω συγκέντρωση των αιχμαλώτων στα παράλια, προκειμένου να είναι έτοιμοι για επιστροφή στην Ελλάδα, απορρίφθηκε επίσης με το επιχείρημα της αδυναμίας επισιτισμού τους για όσο χρόνο θα παρέμεναν εκεί, αλλά και με τη διαβεβαίωση ότι οι Έλληνες αιχμάλωτοι διήγαν καλώς, γεγονός που θα αποδείκνυαν και οι επιτροπές που θα επισκέπτονταν για το λόγο αυτό τα στρατόπεδα αιχμαλώτων. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα ελληνικής αποστολής στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 4. 6. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 6. 7. 1923.

40. Άρθρο 4 της ελληνοτουρκικής Συμφωνίας περί αποδόσεως αιχμαλώτων της 30ης Ιανουαρίου 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ελληνικής αντιπροσωπείας στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στη Λωζάνη προς υπουργείο Εξωτερικών, 30. 7. 1923.

41. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ελληνικής αντιπροσωπείας στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 23. 6. 1923.

42. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, επιστολή διευθυντή ελληνικής γραμματείας στη ΔΕΕΣ, Ιωα Πάλλη προς υπουργείο Εξωτερικών, 24. 8. 1923, τηλεγράφημα Ιωα. Πολίτη, διευθύνοντα της διαρκούς ελληνικής γραμματείας στην ΚτΕ προς υπουργείο Εξωτερικών, 23. 8. 1923, τηλεγράφημα ΔΕΕΣ προς Ιωα. Πολίτη, διευθύνοντα της διαρκούς ελληνικής γραμματείας στην ΚτΕ, 24. 8. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1924/ Φακ. Α, 15, αναφορά Ιωα. Μπακόπουλου, πρόσφυγα από τη Μ. Ασία προς τον Αρχηγό της Επαναστάσεως, 12. 11. 1923.

43. Στρατιωτικοί συνέχισαν να κρατούνται στο Αϊδίνιο. Αιχμάλωτοι υπήρχαν επίσης στα Άδανα, στο Αχμετλί, στα περίχωρα της Σμύρνης, στο Αφιόν Καραχισάρ και αλλού. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 31, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 254969/ 2150, 29. 12. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 88, όπου αντίγραφο έκθεσης εξετάσεως Αν. Τριανταφύλλου, χωροφύλακα εκ Σμύρνης, 4. 1. 1924, τηλεγράφημα ελληνικού προξενείου στη Συρία προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1356, 7. 12. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ / 15. 92, κατάλογοι του 11ου εργατικού τάγματος, 2ου λόχου αιχμαλώτων Μαγνησίας.

44. Όσοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να επαναπατριστούν επανήλθαν σε αξιοθρήνητη κατάσταση: άλλοι με όχι σώας τας φρένας, άλλοι παραμορφωμένοι στο σώμα ή στο πρόσωπο, άλλοι ακρωτηριασμένοι και άλλοι έχοντας νοσήσει από διάφορες αθεράπευτες ασθένειες.

45. Όπως ήταν αναμενόμενο, το βάρος της κρατικής μέριμνας, αλλά και οποιαδήποτε ιδιωτική ή άλλη συνεισφορά την απορρόφησαν οι μεγάλες ανάγκες των προσφύγων. Ελάχιστες οι συνδρομές υπέρ αιχμαλώτων. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα Επαναστατικής Επιτροπής προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 19. 5. 1923 και ευχαριστήριο τηλεγράφημα ελληνικής κυβέρνησης προς σουηδική πρεσβεία στην Αθήνα, α.α.π, 6. 4. 1923.

46. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1934, Β, 1, ΧΙ, ψήφισμα συλλόγου αιχμαλώτων Μ. Ασίας από τη Λακωνία προς Π. Τσαλδάρη, Πρωθυπουργό της Ελλάδος, 1. 6. 1934.

47. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933, Β, Ι ΧΙ, επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς γραφείο Πρωθυπουργού, αρ. πρωτ. 30693Β/ 1/ ΧΙ, 2. 8. 1933, υπόμνημα του εν Ηρακλείω συλλόγου στρατιωτικών αιχμαλώτων Τουρκίας προς τη σεβαστή κυβέρνηση, αρ. πρωτ. 226, 10. 7. 1933 και υπόμνημα πανελληνίας ενώσεως αιχμαλώτων πολέμου Μικράς Ασίας προς Πρόεδρο Δημοκρατίας, Πρωθυπουργό, Υπουργό Εξωτερικών, Υπουργό Στρατιωτικών, αρχηγούς κομμάτων και Τύπο, 30. 8. 1933. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1934, Β, 1, ΧΙ, ψήφισμα συλλόγου Λακωνίας αιχμαλώτων Μικράς Ασίας προς τον Κο Τσαλδάρη, Πρωθυπουργό της Ελλάδος, 1. 6. 1934.

48. ΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933, Β, Ι ΧΙ, υπόμνημα πανελληνίας ενώσεως αιχμαλώτων πολέμου Μικράς Ασίας προς Πρόεδρο Δημοκρατίας, Πρωθυπουργό, Υπουργό Εξωτερικών, Υπουργό Στρατιωτικών, Αρχηγούς κομμάτων και Τύπο, 30. 8. 1933.

49. Στο ιστορικό αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών διαγράφεται ξεκάθαρα το δράμα και η αγωνία χιλιάδων οικογενειών που αναζητούσαν μεταξύ των αιχμαλώτων τους συγγενείς τους, από την πρώτη στιγμή της υποχώρησης του ελληνικού στρατού και για πολλά χρόνια μετά την ανταλλαγή των αιχμαλώτων: επάλληλες αιτήσεις προς αναζήτηση στρατιωτικών, οι οποίες συνοδεύονταν από φωτογραφίες του αγνοούμενου, λεπτομερείς πληροφορίες για στοιχεία ταυτότητας, φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία χαρακτήρα, πληροφορίες από την προσωπική του ζωή και οτιδήποτε μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι θα βοηθούσε στην ανεύρεση του αγνοούμενου, προς οποιαδήποτε κατεύθυνση (τοπικές αρχές, διεθνείς ανθρωπιστικούς οργανισμούς, το ίδιο το υπουργείο, κλπ). Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ / 15. 92, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 33, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 78, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 1, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 3, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 1, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 5, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 7, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 10, 1, 3, 2, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 11, 5, 1, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 11, 7, 1, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 1, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 2, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 86. 4, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1928/ Φακ. 77. 1. 2, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931/ Φακ, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933/ Φακ, Β, Ι ΧΙ και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1934/ Φακ, Β, 1, ΧΙ, όπου χιλιάδες αιτήσεις για την αναζήτηση Ελλήνων στρατιωτικών.

50. Κάποιες οικογένειες στήριζαν την ελπίδα ότι το προσφιλές τους πρόσωπο βρίσκεται στη ζωή, λόγω των επιστολών που λάμβαναν από αυτό κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας ή και μετά την επίσημη ανταλλαγή των αιχμαλώτων. Με δεδομένο ότι η αλληλογραφία των αιχμαλώτων με τους συγγενείς τους αποτελούσε δικαίωμά τους και ότι πολλές φορές αυτοί έστελναν και χρήματα για να διευκολύνουν κατά τι τη ζωή στην αιχμαλωσία, εκτιμάται ότι οι περισσότερες από τις επιστολές όσων τελικά δεν επέστρεψαν ήταν πλαστογραφία, για να μπορούν αυτοί που τις λάμβαναν να αποκομίζουν τα οφέλη από τυχόν δέματα ή εμβάσματα που συνόδευαν τις επιστολές αυτές. Αυτή η θέση ενισχύεται και από το γεγονός ότι η αναζήτηση αιχμαλώτων με γνώμονα της επιστολές που υποτίθεται ότι είχαν στείλει ή συνέχιζαν να στέλνουν στους δικούς του, απέβησαν όλες άκαρπες. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, επιστολή Κου Τζανή προς το υπουργείο Εξωτερικών εις αναζήτηση του υιού του Ανδρέα Τζανή, 20. 12. 1929 και επιστολή του υπουργείου Εξωτερικών προς τον Κο Τζανή, αρ. Πρωτ. 11822, 30. 9. 1930.

51. Χαρακτηριστικό είναι απόσπασμα ανώνυμου τηλεγραφήματος που στάλθηκε από τη Μυτιλήνη προς το υπουργείο Εξωτερικών, τη Βουλή, διάφορους βουλευτές, σε εφημερίδες και αλλού: «Επ΄ ευκαιρία συναφθείσης επιζημίου για ελληνικά συμφέροντα ελληνοτουρκικής οικονομικής συμφωνίας και μέλλοντος συναφθεί συμφώνου φιλίας και άλλων παρόμοιων τοιούτων μετά Τουρκίας, ας μη λησμονεί η Ελλάδα ότι υπάρχουν ακόμη στην Τουρκία συμπολίτες μας, λευκοί δούλοι, τους οποίους δεν επιτρέπεται να παραγνωρίσει η κυβέρνηση εν ονόματι της εθνικής κρατικής φιλοτιμίας και του ανθρωπισμού». Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931/ Φακ, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, τηλεγράφημα από Μυτιλήνη προς υπουργείο Εξωτερικών, χ.η.

52. Πολλοί, απλοί πολίτες κυρίως, συνέχεαν την Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής αιχμαλώτων με αυτή της Ανταλλαγής πληθυσμών, με αποτέλεσμα, μετά τη λήξη της Ανταλλαγής των στρατιωτικών αιχμαλώτων, να πιστεύουν ότι η ανταλλαγή αιχμαλώτων θεωρητικά ήταν ανοικτή, αλλά αδρανούσε, λόγω της κρατικής αδιαφορίας. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, 8, τηλεγράφημα ΕΕΣ προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 368, 20. 3. 1924.

53. Αρκετοί πρώην αιχμάλωτοι προσφέρονταν μάλιστα να πλαισιώσουν τις εκάστοτε ελληνικές αντιπροσωπείες προς την Τουρκία, για να διευκολυνθεί ο εντοπισμός των εναπομεινάντων στρατιωτικών, εκμεταλλευόμενοι τη γνώση του χώρου, του τόπου και των ανθρώπων, γνώση που είχαν αποκτήσει κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 3, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4,όπου πληθώρα αιτήσεων ιδιωτών, προσφυγικών ενώσεων, αλλά και συλλόγων όπως αυτός των πολεμιστών του Αϊδινίου, της ομοσπονδίας παλαιών πολεμιστών, της πανηπειρωτικής ένωσης εφέδρων Ιωαννίνων και άλλων, που απαιτούσαν σύσταση επιτροπών επιφορτισμένων με τον επαναπατρισμό των εναπομεινάντων και συμμετοχή τους σε αυτές με ενεργό ρόλο. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, τηλεγράφημα του συλλόγου αιχμαλώτων Σπάρτης προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Θ. Πάγκαλο, 17. 7. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933, Β, Ι ΧΙ, υπόμνημα πανελληνίας ενώσεως αιχμαλώτων πολέμου Μικράς Ασίας προς Πρόεδρο Δημοκρατίας, Πρωθυπουργό, Υπουργό Εξωτερικών, Υπουργό Στρατιωτικών, Αρχηγούς κομμάτων και Τύπο, 30. 8. 1933.

54. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 13, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 3059/1954, 5. 10. 1925.

55. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1928/ Φακ. 77. 1. 2, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στο Βερολίνο προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1385, 7. 6. 1928 και τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στο Βερολίνο προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 1881, 7. 8. 1928.

56. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1928/ Φακ. 77. 1. 2, τηλεγράφημα υπουργείου Εσωτερικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 26421, 22. 9. 1928, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, υποβολή μαρτυρικής κατάθεσης αιχμαλώτου από τη Νομαρχία Καβάλας προς το υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 59, 16. 7. 1930, αλλά και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933, Β, Ι ΧΙ, όπου αρκετές περιπτώσεις «επανελθόντων» που ισχυρίζονταν ότι υπήρχαν ακόμη αιχμάλωτοι στρατιωτικοί στην Τουρκία.

57. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, υποβολή μαρτυρικής κατάθεσης αιχμαλώτου από τη Νομαρχία Καβάλας προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 59, 16. 7. 1930.

58. ΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 12, 4, επιστολή ελληνικού προξενείου στη Μερσίνα προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 15. 4. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, επιστολή υπουργείου Στρατιωτικών προς νομαρχία Μεσσηνίας, αρ. πρωτ. 67859, 14. 8. 1930 και επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς νομαρχία Λέσβου, αρ. πρωτ. 10133, χ.η.

59. Για παράδειγμα, οικογένεια αγνοουμένου προσέφερε 50.000δρχ σε πρόσφυγα που ισχυριζόταν ότι συνάντησε ζωντανό το παιδί της, αν κατόρθωνε να το ελευθερώσει, και 20.000δρχ, αν κατάφερνε τουλάχιστον να τους φέρει ιδιόχειρη επιστολή του υιού που να επιβεβαίωνε ότι ήταν ζωντανός. Πρβ, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, αίτηση Μαρίας Πειράκη από τα Χανιά προς το υπουργείο Εξωτερικών, εις αναζήτηση του αγνοούμενου υιού της, Αύγουστος 1929.

60. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 2, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 19089, 23. 10. 1926, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 18480, 1. 10. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 5, διαβιβαστικό έγγραφο έκθεσης εξετάσεως αιχμάλωτου επιλοχία Υγειονομικού Σώματος, Ν. Λέκκα από τη γενική διοίκηση Θεσσαλονίκης προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 26151, 19. 5. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 6, όπου πολυάριθμα έγγραφα που αφορούν σε ισχυρισμούς στρατιωτών περί αιχμαλωσίας τα οποία δεν λαμβάνονται σοβαρά υπόψιν, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 13, τηλεγράφημα από το γραφείο του πρωθυπουργού προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 36, 31. 8. 1925, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 1 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 1,όπου προσπάθειες αναζήτησης δήθεν επανελθόντων από την αιχμαλωσία και εξακρίβωσης των ισχυρισμών τους, χωρίς αποτέλεσμα και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς υπουργείο Εσωτερικών, αρ. πρωτ. 177958, 8. 6. 1931, τηλεγράφημα υπουργείου Εσωτερικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 57793, 11. 9. 1931, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνικό προξενείο Κων/πολης, αρ. πρωτ. 13870, 2. 11. 1931 και αναφορά υποδιοίκησης χωροφυλακής Καρδίτσας προς υπουργείο Εσωτερικών, α.α.π, χ.η.

61. Εξαίρεση αποτελούσαν οι περιπτώσεις αποδεδειγμένης παραπληροφόρησης από τρίτο.

62. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, τηλεγράφημα γενικής διοίκησης Θεσσαλονίκης προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 12. 7. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς υπουργείο Εσωτερικών, αρ. πρωτ. 8062, 9. 8. 1931, επιστολή υπουργείου Εσωτερικών προς γενική διοίκηση Μακεδονίας, αρ. πρωτ. 11991, 4. 10. 1930 και επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς υπουργείο Εσωτερικών, αρ. πρωτ. 11991, 11. 11. 1930.

63. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1928/ Φακ. 77. 1. 2, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική πρεσβεία στο Βερολίνο, αρ Πρωτ. 6811, 19. 6. 1928 και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο, αρ. πρωτ. 5718, 23. 5. 1928, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς πολιτικό τμήμα του ιδίου υπουργείου, αρ. πρωτ. 53812, 20. 12. 1930, όπου αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι « είναι γνωστό ότι πάντες οι εκάστοτε εμφανιζόμενοι ως παλιννοστήσαντες εκ Τουρκίας αιχμάλωτοι, τυγχάνουσι εκμεταλλευτές της ευπιστίας των απλοϊκών, με μοναδικό σκοπό το χρηματισμό» και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, επιστολή υπουργείου Εσωτερικών προς Νομαρχία Λέσβου, αρ. πρωτ. 10133 και επιστολή υπουργείου Στρατιωτικών προς Νομαρχία Μεσσηνίας, αρ. Πρωτ. 67859, 14. 8. 1930.

64. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 2, επιστολή υπουργείου Στρατιωτικών προς δ/ση Δημοσίας Ασφάλειας, αρ.πρωτ. 1015/ 2105, 12. 10. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/  1926/ Φακ. 13, 3, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 4134, 22. 12. 1925.

65. Οι ελληνικές αρχές φαίνεται να είχαν διαμορφώσει από πολύ νωρίς ισχυρή άποψη για το ζήτημα των στρατιωτικών αιχμαλώτων, σύμφωνα με την οποία, αυτοί είχαν επιστρέψει προ καιρού. Η τυχόν ύπαρξη ευάριθμων Ελλήνων σε καθεστώς αιχμαλωσίας, συνίστατο σε πολίτες Μικρασιάτες που εργαζόταν σε απομακρυσμένα αγροκτήματα της Ανατολής. Πρέπει να επισημανθεί ότι από το 1924, η αναζήτηση των στρατιωτικών που ήταν αγνοούμενοι ευθυγραμμίστηκε απόλυτα με αυτή των πολιτικών ομήρων. Έτσι, αν και αντικείμενο της παρούσας έρευνας είναι οι στρατιωτικοί αιχμάλωτοι, οι ενέργειες της επίσημης Ελλάδας που διαγράφονται στις επόμενες σελίδες αφορούν και στις δύο κατηγορίες, και ίσως περισσότερο στους πολιτικούς, λόγω του μεγαλύτερου αριθμού τους. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 109, 9. 2. 1930 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 1331, 8. 7. 1931.

66. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1541, 25. 5. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 2, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 233, 9. 2. 1927.

67. Σημειώνεται ενδεικτικά ότι οι έρευνες έφτασαν έως και το Ιράκ, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες στη Μεσοποταμία είχαν καταφύγει Έλληνες στρατιώτες που είχαν δραπετεύσει από στρατόπεδα αιχμαλώτων στην Τουρκία. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 1, ρηματική διακοίνωση βρεττανικής πρεσβείας στην Αθήνα προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 14. 5. 1925.

68. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 26. 6. 1925. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1924/ Φακ. Α, 15, τηλεγράφημα ΕΕΣ προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 14. 3. 1924, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα, αρ. πρωτ. 9214, 17. 3. 1924, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1125, 8. 4. 1924, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1428, 5. 5. 1924, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 31, τηλεγράφημα πρόεδρου της ελληνικής αποστολής παρά τη Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής πληθυσμών προς το υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 25. 7. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 3, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 2417, 3. 8. 1926, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στη Μόσχα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1612, 2. 8. 1926, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 2695, 14. 9. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, αναφορά χωροφυλακής Αθηνών προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 24. 7. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 1 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 2, όπου πληθώρα παραδειγμάτων άτελεσφορων ερευνών.

69. Από την τουρκική πλευρά επανερχόταν στερεότυπη η απάντηση ότι δεν υπήρχε κανείς Έλληνας αιχμάλωτος στην Τουρκία. Όμως η εμμονή της Ελλάδας εξώθησε από ένα σημείο και μετά την Τουρκία, σε κάθε σχετική «επίθεση» να αμύνεται αντιπαραβάλλοντας ισχυρισμούς περί βασανιστηρίων των Τούρκων αιχμαλώτων από τις ελληνικες αρχές και καταπιέσεις επί του τουρκικού στοιχείου που διαβιούσε στην Ελλάδα. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931/ Φακ,, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, επιστολή υπουργείου Εσωτερικών προς γενική διοίκηση Μακεδονίας, αρ. πρωτ. 11991, 4. 10. 1930, επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς Νομαρχία Λέσβου, αρ. πρωτ. 10133, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 78, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στο Βουκουρέστι προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 107, 31. 1. 1924 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1929/ Φακ. Β/ 67, διαβιβαστικό έγγραφο υπουργείου Εξωτερικών, τμήμα Τύπου προς τη δ/ση πολιτικών υποθέσεων του ιδίου υπουργείου, αρ. πρωτ. 35755, 7. 9. 1929. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933/ Φακ, Β, Ι ΧΙ, τηλεγράφημα ελληνικής αντιπροσωπείας στην Τουρκία προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 30. 5. 1931, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ / 15. 92, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 2154, 6. 8. 1924 και τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 2309, 28. 8. 1924, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 3, επιστολή ελληνικού προξενείου στη Σμύρνη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 702, 23. 6. 1925, επιστολή   ελληνικού προξενείου στη Σμύρνη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 1055, 23. 12. 1924, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 2, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 11980 & 2854, 16. 10. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 6868 & 1604, 4. 6. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 86, 4, επιστολή ΓΕΣ προς στρατιωτικό ακόλουθο της ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη, αρ. πρωτ. 518, 17. 3. 1927. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, 8, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1928/ Φακ. 77. 1. 2, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933, Β, Ι ΧΙ, όπου πολυάριθμες περιπτώσεις άκαρπων αναζητήσεων.

70. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 2, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 233, 9. 2. 1927.

71. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου παρεχόμενες πληροφορίες από καιρού εις καιρό ήταν αληθείς, αλλά αφορούσαν σε πρότερη χρονική περίοδο και δεν ίσχυαν, όταν διενεργούνταν η έρευνα. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 10, 1, 3, 2, επιστολή ελληνικού προξενείου στη Μερσίνα προς ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα, αρ.πρωτ. 258, 12. 11. 1925.

72. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 78, ρηματική διακοίνωση τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 24. 5. 1925 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 65/ 3/ 2, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη προς υπουργείο Γεωργίας, δ/ση Ανταλλαγής, αρ. Πρωτ. 6943, 12. 9. 1925 .

73. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 78, ρηματική διακοίνωση τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 24. 5. 1925 και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ / 15. 92, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 1922, 8. 7. 1924.

74. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 10, 1, 3, 2, επιστολή ελληνικού γενικού προξενείου στη Σμύρνη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 148, 5. 2. 1926.

75. Ειδικότερα αυτή η αιτία επέβαλε τη μεθόδευση της αναζήτησης, προκειμένου να διασφαλιστεί το κύρος των ελληνικών αρχών και για να μην προκαλείται μάταια σύγκρουση με την Τουρκία. Έτσι προκρίθηκε αφενός η άμεση διεκπεραίωση και αποστολή των αιτήσεων και καταλόγων αναζήτησης διαμέσου της κοινής ταχυδρομικής οδού στην ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα και αφετέρου την ενημέρωση για οποιαδήποτε αλλαγή στους υφιστάμενους καταλόγους τηλεγραφικώς. Επιπλέον κρίθηκε απαραίτητο να επέλθει συντονισμός μεταξύ των ελληνικών διπλωματικών υπηρεσιών που βρίσκονταν στην Τουρκία, με επίκεντρο την ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 12, 3, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 7137 & 672, 26. 2. 1924 επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 734, 27. 2. 1924.

76. Όπως η περίπτωση του στρατιώτη Σαράντη Κουρκουρή, ο οποίος, ύστερα από αναζήτηση, εντοπίστηκε στα Άδανα, όπου έμενε οικειοθελώς με το όνομα Μεχμέτ Εμίν. Επρόκειτο περί απατεώνα, που χρησιμοποιούσε διάφορα ψευδώνυμα και επιδίδονταν συστηματικά σε παράνομες δραστηριότητες. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931/ Φακ. Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνικό προξενείο Μερσίνης, α.α.π, 25. 6. 1931. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 3, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στο Χαλέπι προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ.175, 10. 6. 1925, όπου αναφέρονται διάφορες περιπτώσεις Ελλήνων στρατιωτών που είχαν φτιάξει μία νεα ζωή στην Τουρκία και δεν επεδίωκαν επιστροφή στην Ελλάδα και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 13, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 4082, 31. 12. 1925.

77. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 13, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 4082, 31. 12. 1925, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ / 15. 92, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1922, 8. 7. 1924 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1541, 25. 5. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 2, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 233, 9. 2. 1927 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931/ Φακ, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, επιστολή υπουργείου Στρατιωτικών προς Νομαρχία Μεσσηνίας, αρ. πρωτ. 67859, 14. 8. 1930 και επιστολή υπουργείου Εσωτερικών προς γενική διοίκηση Μακεδονίας, αρ. Πρωτ. 11991, 4. 10. 1930.

78. Ιδιαίτερα για την ΚτΕ, η Ελλάδα επιχείρησε ποικιλοτρόπως να εκμεταλλευτεί το γεγονός ότι η ίδια αποτελούσε μέλος του οργανισμού, σε αντιπαραβολή με την Τουρκία που ως χώρα ηττημένη στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, δεν της δόθηκε το δικαίωμα να συμμετάσχει στον Οργανισμό.

Κωνσταντίνος Δ. Βλάσσης: Ο Νόμος 2870/1922 «Περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής»

Κωνσταντίνος Δ. Βλάσσης

Ο Νόμος 2870/1922 «Περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής»

 

Ένα μήνα πριν τα τραγικά γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής τον Αύγουστο του 1922, δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθ. 119 Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως ο Νόμος 2870 «Περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής». Σύμφωνα με το Άρθρο 1 του νόμου:

«Απαγορεύεται η εν Ελλάδι αποβίβασις προσώπων ομαδόν αφικνουμένων εξ αλλοδαπής, εφ’ όσον ούτοι δεν είναι εφωδιασμένοι διά τακτικών διαβατηρίων νομίμως τεθεωρημένων ή διά των εγγράφων των εκάστοτε οριζομένων διά Β. διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει των επί των Εσωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και Περιθάλψεως Υπουργών».

Τα επόμενα χρόνια εντοπίζονται σποραδικά σε εφημερίδες της βενιζελικής παράταξης, άρθρα που συνδέουν τον συγκεκριμένο νόμο με γενικότερο σχέδιο της κυβέρνησης Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη για εσκεμμένη παρεμπόδιση διαφυγής των Μικρασιατών στην Ελλάδα. Το 1962, ο Μικρασιάτης διευθυντής της εφημερίδας Έθνος Γιάννης Π. Καψής, εκδίδει το βιβλίο Χαμένες Πατρίδες –που αποτελεί συρραφή προηγούμενης αρθρογραφίας στην εφημερίδα για τη Μικρασιατική Εκστρατεία και Καταστροφή– στο οποίο για πρώτη φορά καταγράφεται βιβλιογραφικώς η άποψη ότι ο νόμος προέβλεπε: «την σε μαρτυρικό θάνατο καταδίκη του μικρασιατικού Λαού», ενώ μετά την αναφορά στις πρόνοιές του, ο συγγραφέας καταλήγει:

«Η σκηνοθεσία του μεγάλου δράματος είχε συμπληρωθεί. Η εκκένωση της Μικράς Ασίας αποφασισμένη –δεν έμενε παρά η εκτέλεση, που είχε ανατεθεί στον Χατζηανέστη. Και την τελευταία στιγμή οι κυβερνήτες της Αθήνας απαγορεύουν τη μετανάστευση των Μικρασιατών. Είναι εξοργιστικό ψέμα, ότι ήθελαν ν’ αποφύγουν τη δημιουργία προσφυγικού ζητήματος. Εκείνοι, που θα μετανάστευαν πρώτοι και υπό ομαλές συνθήκες, ήταν οι εύποροι Μικρασιάτες. [. . .] Άλλος ήταν ο λόγος, που οδήγησε στην απαγόρευση της μετανάστευσης: οι Μικρασιάτες είχαν το μίασμα του Βενιζελισμού – ήταν προτιμότερο να σφαγούν από τους διψασμένους για αίμα τσέτες, παρά να μεταφέρουν τις επαναστατικές ιδέες τους στην Ελλάδα. Ήταν τόσο ανόητοι. Πίστευαν, ότι έτσι θα μπορούσαν να σωθούν».

Έκτοτε, η συγκεκριμένη θεωρία έχει διαδοθεί και αναπαράγεται ευρέως ως αναπόσπαστο κομμάτι της Μικρασιατικής Καταστροφής. Είναι όμως φανερό, ότι τα παραπάνω δεν αποτελούν προϊόν στοιχειοθετημένης έρευνας, αλλά απλά μια προσωπική άποψη/σκέψη του συγγραφέα. Πρόσφατη αρχειακή έρευνα ανατρέπει πλήρως αυτήν την εκδοχή και αποκαλύπτει ότι ο νόμος δεν αποσκοπούσε σε οποιαδήποτε αποτροπή φυγής των Μικρασιατών, επειδή δήθεν η τότε κυβέρνηση γνώριζε ότι θα ακολουθούσε η εκκένωση της Μικράς Ασίας. Άλλη ήταν η αφετηρία σε μία υπόθεση που ξεκινά από το 1919!

 

Μεταπολεμική Παλιννόστηση

Με την λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι ελληνικοί πληθυσμοί που είχαν αναγκαστεί σε προσφυγοποίηση ή βίαιη μετακίνηση, ήταν Θράκες και Μικρασιάτες που από το 1914 είχαν καταφύγει στην Ελλάδα, Μικρασιάτες που είχαν εκτοπισθεί στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Μικρασιάτες Πόντιοι που από το 1917 άρχισαν να μετακινούνται προς τα ρωσσικά εδάφη του Καυκάσου. Όλοι αυτοί οι πληθυσμοί, μετά την Ανακωχή του Μούδρου το 1918, επιζητούσαν την επιστροφή στις εστίες τους.

Στην Κωνσταντινούπολη, διάφοροι επιφανείς Έλληνες και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ανέλαβαν τον συντονισμό ενός γιγαντιαίου έργου, το οποίο αποσκοπούσε στην διευκόλυνση της επιστροφής όλων των προσφύγων στις εστίες τους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά και την παροχή επικουρίας για την πρώτη φάση της εγκατάστασής τους. Εκτός της βοήθειας που ζητήθηκε από τον Ύπατο Αρμοστής της Μεγάλης Βρετανίας στην Κωνσταντινούπολη, ανάλογη κρούση έγινε και στην ελληνική κυβέρνηση, η οποία έσπευσε να ανταποκριθεί. Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος σημείωνε σχετικά:

«Ανάγκη έλθωμεν παντοιοτρόπως αρωγοί εις δεινοπαθήσαντες ομογενείς όχι μόνον εκ καθήκοντος αλλά και εκ (συμφέροντος) απέναντι πολιτισμένου κόσμου. [. . .] Β. Κυβέρνησις εγκρίνουσα πάσαν ενέργειαν υπέρ δυστυχών ομογενών θέλει πάση δυνάμει συνδράμη τα εν Κων/πόλει αρξάμενα φιλανθρωπικά έργα».

Λίγους μήνες αργότερα και με επικείμενη την μεταφορά στρατευμάτων στην περιοχή της Σμύρνης, ανέφερε ειδικότερα:

«Είμεθα διατεθειμένοι επικουρήσωμεν παλιννοστούντας ομογενείς υποβαλλόμενοι εις πάσας αναγκαίας οικονομικάς θυσίας. [. . .] επικουρία ημών θα αποβλέπει κυρίως εις αγοράν ζώων, εργαλείων και σπόρων και συντήρησιν παλιννοστούντων μέχρι προσεχούς εσοδείας. Κυρίως διά παλιννοστούντας Θράκην επιβάλλεται όπως μεριμνήσωμεν γενναιότερον περί αποκαταστάσεώς των, προκειμένου περί πληθυσμών οίτινες επανέρχονται εις μητρικούς κόλπους. Το αυτό θα πράξωμεν και διά πρόσφυγας εκ Δ[υτικής]. Μ. Ασίας, αλλά ως προς αυτούς παλιννόστησις δεν πρέπει να γίνη πριν ή καταληφθή στρατιωτικώς τουλάχιστον χώρα παρ’ ημών και ασφαλισθή Τάξις. Ως προς πρόσφυγας ετέρων περιφερειών Τουρκίας δεν θα αδιαφορήσωμεν βεβαίως, αλλά επικουρία ημών έσται πολύ μετριωτέρα και ως προς αυτούς δέον επιδιώξωμεν επικουρίαν Αμερικανών».

H ελληνική κυβέρνηση σε αυτήν την προσπάθειά της, εναπόθεσε μεγάλες ελπίδες οικονομικής αρωγής από το Ανώτατο Οικονομικό Συμβούλιο των Συμμάχων με έδρα το Παρίσι, το οποίο διοχέτευσε κονδύλια για την αποκατάσταση προσφύγων και την ανοικοδόμηση στην Ευρώπη. Όπως είχε αρχικά υπολογισθεί, για την αποκατάσταση περίπου 38.000 ελληνικών οικογενειών που είχαν εκτοπισθεί από την Μικρά Ασία και Θράκη, απαιτείτο ένα κονδύλι περίπου 100 εκατομμυρίων δραχμών (4 εκατομμύρια λίρες Αγγλίας), εκ των οποίων η ελληνική συνεισφορά θα ανερχόταν σε 12,5 εκατομμύρια δραχμές (0,5 εκατομμύριο λίρες Αγγλίες). Ωστόσο, αν και αρχικά υπήρξαν σχετικές διαβεβαιώσεις, έως τον Αύγουστο του 1919 έγινε αντιληπτό ότι δεν υπήρχε περίπτωση Συμμαχικής συνεισφοράς καθώς οι πόροι είχαν εξαντληθεί αφιερώμενοι σε Ρουμανία και Τσεχοσλοβακία!

 

Εκστρατεία Μεσημβρινής Ρωσσίας

Αμέσως σχεδόν μετά την λήξη του Μεγάλου Πολέμου, τέθηκε από γαλλικής πλευράς στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο το ζήτημα της συμμετοχής στην Συμμαχική εκστρατεία στην Μεσημβρινή Ρωσσία, προκειμένου να κατασταλεί το μπολσεβικικό κίνημα. Ως αντάλλαγμα η Γαλλία θα αναλάμβανε πρωτοβουλία για την απόδοση της Θράκης στην Ελλάδα και θα ήταν θετική αν ετίθετο θέμα παραχώρησης εδαφών στην Δυτική Μικρά Ασία. Τον Ιανουάριο του 1919 τα πρώτα ελληνικά στρατιωτικά τμήματα κατέφθασαν στην περιοχή, αλλά σύντομα η εξέλιξη των επιχειρήσεων άρχισε να λαμβάνει αρνητική τροπή για τους Συμμάχους. Ήδη δε, από τον Φεβρουάριο οι ελληνικές προξενικές Αρχές άρχισαν να μεταδίδουν τα πρώτα ανησυχητικά μηνύματα των ελληνικών παροικιακών πληθυσμών που διαβιούσαν επί χρόνια στην Ρωσσία και τα οποία απηύθυναν εκκλήσεις βοηθείας απέναντι στην επερχόμενη απειλή των μπολσεβίκων. To αποκορύφωμα ήταν η πληροφορία που μεταδόθηκε στις 6 Μαρτίου, σύμφωνα με την οποία: «Άπαντες Έλληνες κάτοικοι Χερσώνος κατακρεουργήθησαν».

Συμμαχικά μεταγωγικά πλοία στον Βόσπορο το 1919, κατά την εκκένωση της Κριμαίας.

Καθώς δεν είχε ακόμη γίνει αντιληπτή η γενική κατάρρευση της Συμμαχικής προσπάθειας, η ελληνική πλευρά βλέποντας την προέλαση των μπολσεβίκων προς την Οδησσό, στην οποία διαβιούσε σημαντικός αριθμός Ελλήνων, επιχείρησε να πείσει τους Συμμάχους για την μεταφορά τους στην χερσόνησο της Κριμαίας που θεωρείτο ασφαλής. Το επόμενο διάστημα έως τα τέλη Μαρτίου, μάταια επιχείρησε να επιτύχει την μεταφορά των ελληνικών κοινοτήτων που θεωρείτο ότι κινδύνευαν περισσότερο, διαδοχικά σε Βεσσαραβία και Κωνσταντινούπολη. Οι Σύμμαχοι επεδίωκαν την μεταφορά των ελληνικών πληθυσμών στην Ελλάδα και ειδικότερα στην Θεσσαλονίκη, που θεωρούσαν και ως φυσιολογική επιλογή.

Η δυσχέρεια της ελληνικής κυβέρνησης σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο εκπορευόταν τόσο από πρακτικούς οικονομικούς περιορισμούς, όσο και σκέψεις αναγόμενες στο πολιτικό κόστος μιας τέτοιας εξέλιξης. Αφ’ ενός μεν στην Θεσσαλονίκη δεν υπήρχαν υποδομές έστω και για την προσωρινή στέγαση των προσφύγων, αφ’ ετέρου δε, σε δεύτερο στάδιο, θα έπρεπε να εκπονηθεί ένα ακόμη πιο απαιτητικό πρόγραμμα μόνιμης εγκατάστασης/αποκατάστασης. Ως εκ τούτου ζητούσε την εγκατάσταση των Ελλήνων σε περιοχές όσο το δυνατόν πλησιέστερα στις εστίες τους και δήλωνε διατεθειμένη να αναλάβει η ίδια την συστηματική διατροφή τους. Από την άλλη πλευρά όμως, η άφιξη χιλιάδων προσφύγων θα εκλαμβάνετο ως αποτέλεσμα αποτυχίας της κυβερνητικής πολιτικής για αποστολή ελληνικού Στρατού στην Ρωσσία. Επιπλέον, ο αντίκτυπος δεν θα περιοριζόταν μόνο σε αυτό το σημείο, αλλά θεωρείτο ότι υπήρχε κίνδυνος διάδοσης μπολσεβικικών ιδεών στο εσωτερικό της Ελλάδας, με φορείς ορισμένους ακριβώς από τους ομογενείς που θα κατέφθαναν. Την ίδια περίοδο, υπήρχαν και έντονες υποψίες για ανάπτυξη ενός έντονου αισθήματος δυσαρέσκειας και εξέγερσης εντός των τάξεων των στρατευσίμων που είχαν αποσταλεί στην εκστρατεία.

Εν τέλει μεταφέρθηκαν από την Οδησσό περίπου 10.000 Έλληνες στην Θεσσαλονίκη, ενώ και οι Βρετανοί δέχθηκαν και πώλησαν στην ελληνική κυβέρνηση τα από την εποχή του πολέμου αναπτυχθέντα 28ο και 50ό Στρατιωτικά Νοσοκομεία στον συνοικισμό Χαρμάν Κιόι και Καλαμαριάς αντίστοιχα, τα οποία παραχωρήθηκαν για την φιλοξενία των ομογενών. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι τόσο κυβερνητικοί απεσταλμένοι, όσο και ο Υποναύαρχος Κακουλίδης επικεφαλής των ναυτικών δυνάμεων που εστάλησαν στον Εύξεινο Πόντο, κατάφεραν να εξασφαλίσουν διαβεβαιώσεις από τις επαναστατικές μπολσεβικικές Αρχές, ότι ο Ελληνισμός της περιοχής δεν επρόκειτο να υποστεί διώξεις και διακρίσεις.

 

Νότια Ρωσσία – Καύκασος

Εν τω μεταξύ, το καλοκαίρι του 1919, οργανώθηκε από την Αθήνα η αποστολή αρμοδίων παραγόντων του Υπουργείου Περιθάλψεως, προκειμένου να εξετάσουν την κατάσταση στην περιοχή του Καυκάσου. Καθώς τα ρωσικά στρατεύματα αποχωρούσαν το 1917 από τα εδάφη του Πόντου, περίπου 85.300 Πόντιοι αποφάσισαν να βρουν καταφύγιο στην Νότιο Ρωσία. Από αυτούς οι 8.000 είχαν ήδη επιστρέψει το 1919 στην πατρίδα τους, άνω του 10% είχε αποβιώσει, οπότε απέμεναν 65.000 στα ρωσικά εδάφη για τους οποίους θα έπρεπε να ληφθεί μέριμνα.

Το Υπουργείο Περιθάλψεως αποφάσισε να επέμβει βοηθώντας στην παλιννόστηση αυτών των Ποντίων, ενώ παράλληλα θα παρείχε επί 6 μήνες περίθαλψη στους 35.000 εξ αυτών που ήσαν άποροι. Έγινε, επίσης, αντιληπτό ότι μεταξύ αυτών αλλά και του ποντιακού στοιχείου που είχε εγκατασταθεί στην Ρωσική Αυτοκρατορία χρόνια πριν, υπήρχε μια κρίσιμη μάζα τουλάχιστον 100.000, οι οποίοι είχαν εκφράσει ενδιαφέρον προκειμένου να μεταφερθούν στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση Βενιζέλου σκέφθηκε πως μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε ένα ιδανικό τρόπο για να αναπληρώσει τους Θράκες και Μικρασιάτες πρόσφυγες που είχαν εγκατασταθεί στην Μακεδονία από το 1914 και οι οποίοι είχαν συμβάλει στην πύκνωση του εκεί ελληνικού στοιχείου, αλλά πλέον επιθυμούσαν την επιστροφή στις ρίζες τους.

Επιστολή του Υπουργού Περιθάλψεως Νίκου Καζαντζάκη προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Σε αυτό το πλαίσιο, τον Αύγουστο του 1919 το Υπουργικό Συμβούλιο ανέθεσε τον συντονισμό της προσπάθειας στον αναπληρούντα τον Υπουργό Εξωτερικών Αλέξανδρο Διομήδη, ενώ καταρτίστηκε ειδική υπηρεσία στο Υπουργείο Περιθάλψεως υπό τον Νικόλαο Καζαντζάκη. Τα προβλήματα όμως που παρουσιάστηκαν περιέπλεξαν την κατάσταση. Η διαδικασία παλιννόστησης των προσφύγων που είχαν καταφύγει στην Ελλάδα προς Θράκη και Μικρά Ασία, αντιμετώπιζε την άρνηση της οθωμανικής κυβέρνησης να τους επιτρέψει την επάνοδο. Συγκεκριμένα η Υψηλή Πύλη θεωρούσε μονομερώς, ότι βάσει των συνομιλιών του 1914, είχε τελεσίδικα αποφασισθεί ότι οι εκδιωχθέντες Έλληνες, δεν μπορούσαν να εγκατασταθούν σε οθωμανικό έδαφος, ως οριστικά απερχόμενοι. Παράλληλα, Οθωμανοί πρόσφυγες από τα Βαλκάνια είχαν εγκατασταθεί στις εγκαταληφθείσες από Έλληνες περιουσίες, συνεπώς, έπρεπε πρώτα να απομακρυνθούν για να επιστρέψουν οι νόμιμοι ιδιοκτήτες.

Στον Πόντο, ήδη από τα μέσα του 1919 η παλιννόστηση ήταν δυνατή μόνο στα παράλια, καθώς στην ενδοχώρα επικρατούσε αναρχία και η ελληνική κυβέρνηση μάταια προσδοκούσε ότι οι Σύμμαχοι θα επενέβαιναν μεταφέροντας στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή, προκειμένου να επιτευχθεί εκεί η ειρήνευση και να αναπτυχθούν οι συνθήκες για ανεμπόδιστη επιστροφή των προσφύγων. Την ίδια περίοδο στην Ελλάδα, η οικονομική κατάσταση σταδιακά άρχισε να επιδεινώνεται. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να καταφύγει σε ευρύ εσωτερικό δανεισμό, περιλαμβανομένης και της έκδοσης πληθωριστικού χρήματος, ενώ η στρατιωτική παρουσία στην Μικρά Ασία απαιτούσε την αφιέρωση σημαντικών πόρων από το κράτος. Καθ’ όλη την διάρκεια του 1920, το ελληνικό Δημόσιο δανείσθηκε άνω του 1 δισεκατομμυρίου δραχμών, ενώ ταυτόχρονα ρευστοποιήθηκε και μέρος των πιστώσεων που μεταξύ 1918–1919 είχε συμφωνηθεί να παράσχουν Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και ΗΠΑ, ώστε να χρηματοδοτηθεί η ελληνική πολεμική προσπάθεια στο Μακεδονικό Μέτωπο.

Την άνοιξη του 1920, το όλο πρόγραμμα κρατικής υποστήριξης στους ομογενείς της Νοτίου Ρωσσίας και του Καυκάσου, άρχισε να παρουσιάζει σημάδια αρρυθμίας, περιπλοκών, αλλά κυρίως έλλειψης πόρων. Η οικονομική δυστοκία, δεν διευκόλυνε στην άμβλυνση των προβλημάτων στέγασης που αντιμετώπιζε η Μακεδονία (η Θεσσαλονίκη μετά την πυρκαγιά του 1917, ακόμη ανοικοδομείτο), ενώ δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής το γεγονός ότι οι πρόσφυγες του 1914 δεν είχαν στην ολότητά τους εκκενώσει τους χώρους που είχαν φιλοξενηθεί, καθώς εξακολουθούσαν να υφίστανται κολλήματα στην επιστροφή τους.

Στα πλαίσια αυτά, οι αποστολές του Υπουργείου Περιθάλψεως και οι διπλωματικές Αρχές που ευρίσκοντο σε ρωσσικό έδαφος, τον Μάρτιο του 1920 ζητούσαν από την Αθήνα να πληροφορηθούν πότε προβλεπόταν να καταστεί δυνατή η μεταφορά γεωργικών πληθυσμών από τον Καύκασο και υπογράμμιζαν χαρακτηριστικά:

«Εξ όλων των χωρίων κατέρχονται καθ’ εκάστην εις την πόλιν αντιπρόσωποι των χωρικών, ζητούντες να διευκολύνωμεν την αναχώρησιν αυτών εις Ελλάδα. Εις ουδέν ισχύουν οι συστάσεις,

τας οποίας τόσον εγώ, όσον και ο πρόξενος, απευθύνομεν προς τους χωρικούς περί αναμονής μέχρι νεωτέρων διαταγών παρά της κυβερνήσεως. Αυτοί πωλούσι τα οικιακά των σκεύη, τα ζώα των, τα ολίγα αποθέματα καπνού τα οποία έχουν, τα ξύλα των οικιών των ακόμη και συλλέγουν τα χρήματα, τα οποία τοις είναι αναγκαία διά την ναύλωσιν ατμοπλοίων προς αναχώρησιν. Υπάρχουσιν ήδη πολλαί ομάδες χωρικών, διαθέτουσαι από 200 χιλιάδας μέχρι 3 εκατομμυρίων ρουβλίων προς ναύλωσιν ατμ., ζητούσι δε παρ’ ημών μόνον μίαν μικράν διευκόλυνσιν εις το ζήτημα της αδείας, διά της εκδόσεως προσωρινώς διαβατηρίων ή άλλων πιστοποιητικών επί τη βάσει των οποίων να δύνανται να επιβιβασθώσιν ελευθέρως».

Η άνευ προηγουμένης προπαρασκευής έναρξη αποστολής ατμοπλοίων και άφιξη προσφύγων στην Ελλάδα, προκάλεσε την αντίδραση του Γενικού Διοικητή Θεσσαλονίκης Αδοσίδη, ο οποίος μετέδιδε:

«. . . ατμόπλοιον ΚΑΛΟΥΤΑΣ διευθυνθέν Πειραιά εστάλη κατόπιν εδώ πολλών επιβατών πασχόντων εξ εξανθηματικού τύφου. Ήδη με συσσώρευσιν ενταύθα προσφύγων επισταθμία εν Θεσσαλονίκη ολονέν αφικνουμένων καθίσταται προβληματική μέσα δε γεωργικής των εγκαταστάσεως εις εσωτερικόν τόσον γλισχρά ώστε αν ρεύμα δεν ανασταλή αμέσως έποικοι ευρεθώσιν εκτεθειμένοι ενταύθα θέλει δε δημιουργηθή και ζήτημα δημοσίας Τάξεως. Σήμερον λαμβάνω επιστολήν εκ Νοβορωσσίσκης αντιπροσώπου Περιθάλψεως Ζέρβου αγγέλοντος δύο νέας αποστολάς. Επειδή πάντες ούτοι αμέσως ή εμμέσως κατευθύνονται εις Θεσσαλονίκην θεωρώ αναγκαίον τονίσω ευθύνην εκείνων οίτινες ανέλαβον και συνεχίζουν τοιαύτας αποστολάς χωρίς ζητήσωσι γνώμην αρμοδίας Αρχής».

Ο Διευθυντής Περιθάλψεως Καζαντζάκης θεωρώντας, ότι υπήρχε άδεια αποστολής απεριορίστου αριθμού ομογενών και έχοντας ο ίδιος σχηματίσει την γνώμη ότι η μεταφορά των ομογενών στην Μακεδονία ήταν επωφελής και επιτακτική, τηλεγραφούσε και πίεζε για την άρση οποιουδήποτε εμποδίου στην συστηματική μετανάστευση ακόμα και αυτών που επιθυμούσαν να μεταφερθούν στην Ελλάδα με δικά τους έξοδα. Από την πλευρά της, όμως, η Ύπατη Αρμοστεία Κωνσταντινουπόλεως, απαντώντας, εφιστούσε την προσοχή από τα αντικρουόμενα μηνύματα που ελαμβάνοντο και επιχειρούσε να διαγράψει μια ρεαλιστική προσέγγιση στην επικρατούσα κατάσταση με την παύση –τουλάχιστον προσωρινή– της υποδοχής ομογενών, εξαιτίας των εγγενών περιορισμών που ετίθεντο στο ελληνικό κράτος:

«. . . παρακαλώ ανακοινώσατε Υπ. Περιθάλψεως ότι αν ημέτεραι Αρχαί εν Αντικαυκάσω επιτρέψουσιν απεριορίστως μετανάστευσιν βουλομένων ιδίαις δαπάναις έλθωσιν Ελλάδα υπό ιδιότητα πρόσφυγος τοιούτον μέτρον θα ισοδυναμεί με το να αφήσωμεν άπαντα τον πληθυσμόν ελεύθερον να μεταναστεύση διότι σχεδόν άπαντες οι χωρικοί εκποιήσαντες περιουσίας των είναι εις θέσιν και πρόθυμοι να απέλθωσιν έστω και ιδίαις δαπάναις. Πραγματικώς άποροι τυγχάνουσι ιδίως οι πλείστοι των εκ της περιφερείας Καρς φευγόντων των οποίων ακριβώς ενδείκνυται η μεταφορά δαπάναις ημών, διά την απορίαν και τους κινδύνους εις ους είναι εκτεθειμένοι. Οι τοιούτοι όμως χωρικοί αφικνούμενοι εις Ελλάδα θα γίνωσιν αμέσως βάρος εις το κράτος καθόσον εξαντλουμένων ταχέως των πόρων των θα απαιτούσι άμεσον γεωργικήν εγκατάστασιν ην κράτος προφανώς δεν είναι εις θέσιν παρέξη αυτοίς επί του παρόντος. Διά λόγους τούτους ειδοποίησα απάσας υπηρεσίας εν Αντικαυκάσω μη επιτρέψωσιν αναχώρησιν γεωργικού πληθυσμού μέχρι νεωτέρας ειδοποιήσεως. Εάν επιθυμείτε άρω διαταγήν αυτήν παρακαλώ μοι δοθώσι σαφείς και κατηγορηματικαί οδηγίαι. Παρακαλώ όμως όπως έχητε υπ’ όψιν ότι μετά αποστολήν ΚΑΛΟΥΤΑΣ παρά τηλ/μά μου υπ’ αριθμόν 1764 εις Θεσσαλονίκην κ. Αδοσίδης μοι τηλεγραφεί διαμαρτυρόμενος εντόνως δι’ αποστολήν αυτού δι’ ην δεν ευθυνόμεθα και λέγει ότι θεωρεί αναγκαίον τονίση ευθύνην εκείνων οίτινες ανέλαβον και ενεργούσι τοιαύτας αποστολάς χωρίς να ζητήσωσι γνώμην αρμοδίας Αρχής».

 

Κρυπτογράφημα του Ύπατου Αρμοστή της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη προς το Υπουργείο Εξωτερικών με αντικείμενο την παλινόστηση των Ελλήνων του Πόντου (πηγή: Αρχείο Μουσείου Μπενάκη).

Αντιθέτως, στην Ελλάδα, το Υπουργείο Γεωργίας ζητούσε από την Διεύθυνση Δημοσίων Κτημάτων να εντείνει τις προσπάθειες, παρ’ όλες τις γνωστές ελλείψεις και δυσχέρειες και ενημέρωνε πως είχε ζητήσει από το Υπουργείο Περιθάλψεως να μην ανασταλεί η αποστολή προσφύγων στην Μακεδονία:

«. . . παρακαλούμεν υμάς, όπως συνεχίσητε το έργον της γεωργικής εγκαταστάσεως των προσφύγων εν τη καθ’ υμάς περιφερεία, συμφώνως και προς τας δοθείσας υμάς οδηγίας [. . .] με τα διατιθέμενα επί του παρόντος τεχνικά και οικονομικά μέσα, της ανεπαρκείας των οποίων διατελούντες εν γνώσει, θέλομεν επιδιώξει συν τω χρόνω βελτιουμένων και των περιστάσεων να καταστήσωμεν ταύτα επαρκέστερα. Βεβαίως αι επιπροσθούσαι δυσχέρειαι ως εκ της ελλείψεως ιδία οικημάτων και ζώων είναι σοβαραί και μεγάλαι, αλλ’ όχι και τοιαύται ώστε λιποψυχούντες και αποθαρρυνόμενοι να χαλαρώσωμεν την εποικιστικήν εργασίαν και ν’ αναστείλωμεν πάσαν αποστολήν προσφύγων γεωργών διακόπτοντες ούτο το αρξάμενον με πολλάς ελπίδας έργον της γεωργικής συγκροτήσεως της χώρας. Τουναντίον με τα υπάρχοντα και πενιχρά ακόμη μέσα οφείλομεν να τείνομεν τας προσπαθείας ημών, όπως επιτύχωμεν το μέγιστον δυνατόν αποτέλεσμα και εγκαταστήσωμεν πάσει δυνάμει όσον το δυνατόν περισσοτέρους γεωργούς έστω και προσωρινώς, δεν θα παύση η υπηρεσία να παρακολουθή και να μεριμνά διά τους εγκαθισταμένους, ώστε να συμπληρώση βαθμηδόν τας ελλείψεις των είτε εις ζώα, είτε εις γεωργικά εφόδια επ’ ωφελεία και τούτων και του Δημοσίου. Κατόπιν δε των ανωτέρω διά ταυταρίθμου προς Υπουργείον Περιθάλψεως εγγράφου μας, παρεκαλέσαμεν όπως μη ανασταλή εις Μακεδονίαν αποστολή προσφύγων, αλλά, όπως συνεννοήται μεθ’ ημών προ πάσης αποστολής ή μετακινήσεως προσφύγων γεωργών οσωνδήποτε, ως μελέτην και προπαρασκευήν της εγκαταστάσεώς των και αποφευχθή ούτω συγκέντρωσις μεγάλου αριθμού αυτών εν Θεσ/νίκη».

Ωστόσο, ήταν φανερό, ότι δεν αρκούσε μόνο η καλή θέληση και ένα αισιόδοξο πνεύμα προκειμένου να υλοποιηθεί ένα τόσο πολύπλοκο σχέδιο. Συνεπώς, η Γενική Διοίκηση Θεσσαλονίκης, στις υποδομές της οποίας μεταφέρονταν σε πρώτο στάδιο όλοι οι πρόσφυγες/μετανάστες, ζητούσε στις 20 Μαρτίου εκ νέου την αναστολή άφιξης νέων, για τους γνωστούς λόγους:

«προέχει επί του παρόντος το ζήτημα της στεγάσεως των ενταύθα Καυκασίων εποίκων, οίτινες ανήρχοντο περί τας 3.000, ήδη όμως με την άφιξιν του ατμοπλοίου ΚΑΛΟΥΤΑΣ δι’ ου απεστάλησαν ενταύθα και έτεροι 1.500 τοιούτοι, επληθύνθησαν εις τον τρόπον ώστε καθίσταται αυτόχρημα προβληματική η εν Θεσ/νίκη επισταθμία αυτών ελλείψει μέσων στεγάσεως, καθόσον ναι μεν διαθέτομεν το αγορασθέν υφ’ ημών 28ον Αγγλικόν Νοσοκομείον, αλλ’ αυτό μόλις θα επαρκέση διά τους ήδη εν τω 18ω Γαλλ. Νοσοκομείω εγκατεστημένους, όπερ, πιεζόμενοι υπό των γαλλικών Αρχών αίτινες το εξεποίησαν, είναι ανάγκη να παραδώσωμεν άνευ βραδύτητος. Αλλά και εάν υποτεθή ότι εξοικονομείτο η εν Θεσ/νίκη επισταθμία των εποίκων τούτων, θα συμβή ώστε το κράτος να επιβαρυνθή με τας ακάρπους δαπάνας της επί μακρόν ενταύθα διατροφής των, διότι η Γεωργική Υπηρεσία του Εποικισμού δεν δύναται ευκόλως να τους εγκαταστήση γεωργικώς εις την ύπαιθρον, προβαίνουσα εις τούτο κατά μικρόν, τούτο δε διότι και γενικώς στερείται επαρκών πιστώσεων διά τον προς γεωργικήν εγκατάστασιν εφοδιασμόν των, δεν υπάρχουν δε εξ άλλου εις τας γαίας έστω και πρόχειρα οικήματα. Προς τούτοις και όπου εγκατεστάθησαν ήδη οι ως άνω εκ ΚΑΥΚΑΣΟΥ πρόσφυγες προέκυψαν σοβαρά ζητήματα δημοσίας Τάξεως. Πάντως πληρουμένου του 28ου Νοσοκομείου, δεν υπάρχει ενταύθα άλλο μέρος προς στέγασιν τυχόν αφιχθησομένων νέων προσφύγων, ους εν τοιαύτη περιπτώσει θα ευρεθώ εις την ανάγκην να διευθύνω εις ΠΕΙΡΑΙΑ».

Συνεπώς, τον Απρίλιο, ο πρωθυπουργός Βενιζέλος ανέθεσε στον διπλωμάτη Κωνσταντίνο Ρέντη να περιοδεύσει σε εκείνες τις περιοχές, προκειμένου να εισηγηθεί την μελλοντική πολιτική σε σχέση με τους ποντιακούς πληθυσμούς. Ήδη στις αρχές Μαΐου, το Υπουργείο Περιθάλψεως συνόψιζε την υφιστάμενη κατάσταση και την πρόκληση που αντιπροσώπευε το θέμα των Καυκασίων Ποντίων για το κράτος:

«Η ελληνική κυβέρνησις είναι υποχρεωμένη ν’ αντικρύση τα εξής τέσσαρα προβλήματα και να επιζητήση την εύστοχον λύσιν των, εάν θέλη να σωθούν εκατοντάδες χιλιάδων Ελλήνων:

  • Κατεπείγουσαν μετανάστευσιν εις την Ελλάδα των κινδυνευόντων εις τας ακτάς ταύτας Ελλήνων.
  • Ρύθμισιν συγχρόνως της μεταναστεύσεως προς εποικισμόν εν Μακεδονία εκατόν χιλιάδων γεωργών Καρσίων κ.λπ.
  • Εντός ολίγων μηνών παλιννόστησιν εις τα κατεστραμμένα ελληνικά χωρία του Πόντου των εναπομεινάντων εκ των προσφυγόντων εις την Ρωσσίαν 000 Ποντίων και
  • Πρόνοιαν περί εγκαταστάσεως, ιδίως εν Ελλάδι όσον δυνατόν περισσότερων εκ των υπερπεντακοσίων χιλιάδων Ελλήνων των εκδιωκομένων νυν, ως εκ της επελθούσης πολιτικής ανατροπής, εκ Ρωσσίας και Αντικαυκάσου.
    Εάν αφεθή εις την τύχην του ο Ελληνισμός ούτος θα καταστραφή».
Κωνσταντίνος Ρέντης.

Ο Ρέντης επέστρεψε στην Ελλάδα στα τέλη Μαΐου και κατέθεσε τα συμπεράσματα της περιοδείας του. Σε γενικές γραμμές, οι εξελίξεις δεν επέβαλλαν την λήψη εξαιρετικά δραστικών μέτρων, καθώς δεν υπήρχε άμεσος κίνδυνος για το σύνολο των Ελλήνων στην περιοχή, πέραν ορισμένων εξαιρέσεων:

«Ελληνικοί πληθυσμοί δεν κινδυνεύουσιν εξ επιθέσεων άλλων λαών, πλην εν μέρει των Καρσίων. Κινδυνεύουσιν όμως εκ του ότι δεν έσπειρον και πωλήσαντες ή εγκαταλείψαντες περιουσίας των κατήλθον εις τας ακτάς. Υπάρξασα πρότερον η δημιουργηθείσα λόγω ανωμαλιών εν Ρωσσία και (μεγεθύνσεως) Ελλάδος τάσις προς μετανάστευσιν φοβούμαι ότι ενισχύθη εκ παρουσίας και ενδιαφέροντος Αποστολής Περιθάλψεως. [. . .] Εν τη μπολσεβικική Ρωσσία Έλληνες προστατεύονται αλλά ελλείπουσι τρόφιμα. Αποστολή τοιούτων αποκλείεται διότι Σοβιέτ θα διανείμωσι αυτά μεταξύ όλου πληθυσμού. Εξευρέθη τρόπος αποστολής χρημάτων. Φρονώ ότι δυνάμεθα αναβάλλωμεν επί του παρόντος μεταφοράν αυτών εις Ελλάδα. Εν περιφερεία Σοχούμ (ημέτεροι) πληθυσμοί άνευ ευλόγου αιτίας ήρξαντο από δύο μηνών πωλούντες υπάρχοντά των αντί ευτελών τιμών και κατήρχοντο Σοχούμ προς επιβίβασιν. Συνεκεντρώθησαν ούτω υπέρ τας 6.000 και διαμένουσι εν υπαίθρω. Κύριος Σκέφερης από της αφίξεώς του προσεπάθησε ανακόψη ρεύμα και διένειμε σπόρον και εις αυτούς τους Καρσίους ακόμη. Ίνα ανακοπή τάσις διέταξα δύο ιστιοφόρα μεταφέροντα μετανάστας εις Βατούμ εκ Σοχούμ να επιστρέψωσι εις Σοχούμ ωμίλησα διά μακρών εις μετανάστας οίτινες εν τέλει παρεδέχθησαν αποχωρήσωσι εις χωρία των εάν προστατευθώσιν υπό γεωργιανών Αρχών. Κύριος Άψης θα φροντίση περί αυτού, περιέρχεται δε χωρία ανακόπτων περαιτέρω κάθοδον Ελλήνων ων αριθμός υπερβαίνει 30.000. Θα γίνη κατάλογος των μη δυναμένων επιστρέψωσι χωρία των. Παρακαλώ να μου τηλ/σητε εάν εγκρίνητε μεταφοράν τούτων».

Οι οριστικές αποφάσεις ελήφθησαν σε συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου στις 26 Μαΐου, το οποίο εξετάζοντας την ακριβή πολιτική που θα έπρεπε να εφαρμοσθεί για την λύση του θέματος, κατέληξε στα εξής σημεία:

α) Σε σχέση με τους Έλληνες του Σοχούμ θα μεταφέρονταν περί τους 25.000 και από αυτούς του Καρς μόνο περί τους 2.000 από του απορώτερους γεωργούς. Αυτοί που επιθυμούσαν με δικά τους έξοδα να κατέλθουν στην Ελλάδα θα μπορούσαν να λάβουν θεώρηση στα διαβατήριά τους, εφ’ όσον εκτιμάτο ότι είχαν τα μέσα για την συντήρησή τους στην Ελλάδα επί 3μηνο και με ρητώς διατυπωμένη δήλωση επί του διαβατηρίου «ότι ουδεμίαν περί συντηρήσεως ή εγκαταστάσεώς των ευθύνην φέρει η κυβέρνησις».

β) Η περίθαλψη που παρείχετο επί τόπου (παροχή τροφίμων, ιατρική φροντίδα), θα περιοριζόταν στο ελάχιστο στοχεύοντας στις περιπτώσεις όπου υπήρχε απόλυτη ανάγκη. Σε κάθε περίπτωση αυτή θα έπαυε μετά την παρέλεση 3μήνου.

γ) Από καμμία άλλη περιοχή δεν θα μεταφέρονταν άλλοι ομογενείς.

Συνεπώς, στους 12.000 ήδη αφιχθέντες στην Μακεδονία Καυκάσιους Ποντίους θα προστίθεντο τουλάχιστον 27.000 που είχαν απόλυτη ανάγκη και θα επιτρεπόταν επιπλέον η μετανάστευση μόνο σε αυτούς που μπορούσαν με δική τους ευθύνη και μέσα να διαβιώσουν στην Ελλάδα. Όπως ο ίδιος ο Ρέντης τηλεγράφησε στον Βενιζέλο, ενημερώνοντας για την ανάγκη λήψης μέτρων:

«Τα μέτρα ταύτα είναι απαραίτητα όπως ανακοπή το μεταναστευτικόν ρεύμα το τείνον να μεταβάλη μέγιστον μέρος των εν Ρωσσία Ελλήνων εις πρόσφυγας. Διότι το ζήτημα των εν Ν. Ρωσσία Ελλήνων, εν τη κυρίως βάσει του, υπήρξεν ελάχιστα προσφυγικόν και τα μέγιστα μεταναστευτικόν. Ο Ελληνισμός δεν καταδιώκεται και αν δυσφορή λόγω της καταστάσεως, βεβαίως υποφέρει ολιγώτερον ή κατά την διάρκειαν του πολέμου».

Επιπλέον, ο Ρέντης συμπέραινε, ότι η παρουσία των ελληνικών Αποστολών Περιθάλψεως ερέθιζε τους εκεί πληθυσμούς για μετανάστευση, ενώ αντίθετα σημείωνε ότι σε περιπτώσεις όπου τα εδάφη κατελήφθησαν από τους μπολσεβίκους και συνεπώς δεν υπήρχε δυνατότητα αποστολής πλοίων:

«Αποδεικνύει δε τούτο ότι η έλλειψις πολλού ενδιαφέροντος συγκρατεί τους Έλληνας της Ρωσσίας εις τας εστίας των». Τέλος, υπέβαλε την πρόταση, οι εναπομείναντες από τους 85.000 Ποντίους που από το 1917 είχαν εγκαταλείψει το Βιλαέτιο Τραπεζούντας καταφεύγοντας στην Ρωσσία, αλλά και οι υπόλοιποι που επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν την χώρα, να μεταφερθούν στον Πόντο, στον οποίο όμως ήταν γνωστό ότι δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εγκατάστασης, εξαιτίας της από το καλοκαίρι του 1919 επικράτησης εκεί του κεμαλικού κινήματος.

Παρά την κυβερνητική αλλαγή τον Νοέμβριο του 1920, η μεταφορά Καυκασίων ομογενών στην Ελλάδα συνεχίστηκε. Τον Μάρτιο του 1921, όμως και μετά την επιστράτευση εφέδρων για τις κλιμακούμενες επιχειρήσεις στην Μικρά Ασία, μοιραία διεκόπη η διαδικασία. Συνεπώς, μεταξύ των ετών 1920–1921, είχαν μεταφερθεί συνολικά περίπου 70.000 Καυκάσιοι Πόντιοι γεωργοί, που εγκαταστάθηκαν κυρίως στην Μακεδονία.

Το Λοιμοκαθαρτήριο της Μίκρας.

Η στρατιωτική αποτυχία του Ελληνικού Στρατού για καθυπόταξη του Κεμάλ και η δεινή οικονομική κατάσταση που επικράτησε στην χώρα, δεν άφηναν περιθώρια για επανάληψη στο εγγύς μέλλον μιας παρόμοιας επιχείρησης αιμοδότησης του ελληνικού στοιχείου στην Μακεδονία. Το Αναγκαστικό Δάνειο του Μαρτίου 1922 διοχετεύθηκε στην διατήρηση του επιστρατευμένου Στρατού στην Μικρά Ασία και Θράκη, σε τμήματα των οποίων οι πληθυσμοί κινδύνευαν εξαιτίας του κεμαλικού κινήματος και κατά προτεραιότητα απασχολούσαν την ελληνική κυβέρνηση.

Πέραν των πολεμικών όμως επιχειρήσεων, μετά τον Νοέμβριο του 1920 και έως την λήξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας, οι ελληνικές κυβερνήσεις κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν και έκτακτες προσφυγικές κρίσεις με κυριότερες αυτήν της Νικομήδειας (Μάρτιος 1921), της Κιλικίας (Νοέμβριος 1921) και των Σωκίων (Απρίλιος 1922), που αφορούσαν κυρίως ελληνικούς πληθυσμούς, αλλά με σημαντικό στοιχείο Αρμενίων και αντικεμαλικών (κυρίως Κιρκασίους).

 

Το κρίσιμο 1922

Από τον Απρίλιο του 1922 διεφάνη μια ευκαιρία συνεννόησης με την σοβιετική ρωσική κυβέρνηση για την αποκατάσταση των ελληνικών πληθυσμών της Ρωσσίας. Παράλληλα, η ελληνική κυβέρνηση ενήμερη για την άθλια κατάσταση μέρους των εκεί ελληνικών πληθυσμών, αποφάσισε να επέμβει με την αποστολή υγειονομικής αποστολής του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού και επιτόπου μεταφορά τροφίμων. Ωστόσο, στην Νότιο Ρωσσία, το επισιτιστικό πρόβλημα που επικρατούσε, η απελπιστική κατάσταση που αντιμετώπιζαν όσοι δεν μεταφέρθηκαν τελικά στην Ελλάδα και οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από το μπολσεβικικό καθεστώς, ώθησαν τους εκεί ομογενείς σε αναζήτηση λύσεων απελπισίας. Απροειδοποίητα και πριν προλάβει να αποσταλεί η κυβερνητική βοήθεια, άρχισε η άφιξη στην Θεσσαλονίκη χιλιάδων Ποντίων. Οι ίδιοι είχαν ναυλώσει ατμόπλοια, των οποίων οι κυβερνήτες επιδιώκοντας το εύκολο κέρδος δεν δίσταζαν να τους μεταφέρουν δίχως τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα που θα είχαν επικυρωθεί από τις ελληνικές ή Συμμαχικές προξενικές Αρχές.

Παρόλες τις εγκυκλίους διαταγές που εξέδωσαν οι αρμόδιες υπηρεσίες για απαγόρευση κατάπλου στους ελληνικούς λιμένες ατμοπλοίων που μετέφεραν Καυκασίους, το β’ δεκαήμερο του Μαΐου 1922 σημειώθηκαν νέες αφίξεις χιλιάδων προσφύγων. Όπως είναι φυσικό, δεν υπήρχε περίπτωση επιστροφής των ατμοπλοίων και των ομογενών στην Ρωσία. Το πρόβλημα ήταν οξύτατο καθώς εκτός των προβλημάτων στέγασης και περίθαλψης που υφίσταντο, μεταξύ των επιβατών οι οποίοι μεταφέρονταν υπό άθλιες συνθήκες, είχαν αναπτυχθεί μεταδοτικές ασθένειες, που θα απειλούσαν και την δημόσια υγεία. Οι χιλιάδες πρόσφυγες θα έπρεπε πρώτα να απολυμανθούν, να αναρρώσουν ανακτώντας τις δυνάμεις τους, ώστε αργότερα να εξεταστούν οι δυνατότητες αποκατάστασής τους. Δεδομένης της ανεπάρκειας του Λοιμοκαθαρτηρίου στην Μίκρα, το σύνολο των αφιχθέντων προσφύγων κατευθύνετο στο Λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου στην Σαλαμίνα.

Το Λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου στη Σαλαμίνα σήμερα.

Στις 31 Μαΐου η κυβέρνηση υπέβαλε επείγον νομοσχέδιο. Στις 11 Ιουνίου ψηφίσθηκε από την Γ΄ Συντακτική Συνέλευση ομοφώνως ο Νόμος 2870 που δημοσιεύθηκε στις 20 Ιουλίου 1922. Κατά την διαδικασία δεν σημειώθηκε αντίδραση των Φιλελευθέρων πολιτικών εντός ή εκτός του κοινοβουλίου. Σε ορισμένες αντιπολιτευόμενες εφημερίδες δημοσιεύθηκαν μεμονωμένα και δίχως συνέχεια επικριτικά άρθρα. Πάντως ήταν ξεκάθαρο πως ο νόμος ψηφίσθηκε ως έσχατο μέτρο για την άναρχη έλευση προσφύγων από τον Καύκασο.

Εντός του κοινοβουλίου διεξήχθη συζήτηση για τις απαράδεκτες συνθήκες που επικρατούσαν στο Λοιμοκαθαρτήριο, οι οποίες όμως οφείλονταν αποκλειστικά στην συσσώρευση υπερβολικά μεγάλου αριθμού που ξεπερνούσε τις δυνατότητες υποδοχής και μάλιστα βραχυπρόθεσμης, ώστε να καταστεί δυνατή η σύντομη απολύμανσή του. Στις 22 Ιουνίου, η Εθνοσυνέλευση συζήτησε εκτεταμένως το θέμα. Τον λόγο έλαβε ο πληρεξούσιος Λυκούργος Τσουκαλάς, ο οποίος ανέφερε τα παράπονα των περιοίκων της Σαλαμίνας, περιέγραψε την οικτρή κατάσταση των προσφύγων και ζήτησε από τον υπουργό Εσωτερικών να ενημερώσει για τα μέτρα που έχουν ληφθεί από την κυβέρνηση. Εν συνεχεία, ο πληρεξούσιος Γ. Αναστασόπουλος ζήτησε την επίσπευση των μέτρων, ώστε να καθησυχασθούν οι κάτοικοι και επεσήμανε την διάσταση της πρόληψης για την προστασία της δημόσιας υγείας.

Απαντώντας, ο υπουργός Εσωτερικών Νικόλαος Στράτος, έκανε λόγο για αιφνιδιασμό της κυβέρνησης. «Ούτω προ ημερών ήλθον εκ Νοβορωσσίσκης 2.555 πρόσφυγες ευρισκόμενοι εις αξιοθρήνητον κατάστασιν, μετεφέρθησαν δε ενταύθα κατά τρόπον αξιοκατάκριτον διά τον πλοίαρχον του ατμοπλοίου. Εστιβάχθησαν εις τα αμπάρια και χολεριώντες και υγιείς έγιναν ένα και το αυτό. Το ατμόπλοιον όπερ τους μετέφερεν είχε προσεγγίσει εις την Θεσσαλονίκην, αλλ’ εκεί δεν ήτο δυνατόν να αποβιβασθούν λόγω μη υπάρξεως λοιμοκαθαρτηρίου διά την κάθαρσιν και μετεφέρθησαν εδώ όπου υπάρχει τοιούτον». Με την έλευση άλλων 2 ατμοπλοίων, ο αριθμός των προσφύγων ξεπέρασε τις 8.000 ψυχές, εκ των οποίων το 80% ήσαν Έλληνες και οι υπόλοιποι Αρμένιοι και Ρώσσοι. Εξαιτίας της ταλαιπωρίας που υπέστησαν κατά τον πλου, είχαν προσβληθεί από διάφορες ασθένειες και το πρόβλημα ήταν ακόμα οξύτερο: «διότι επρόκειτο ου μόνον περί διατροφής, αλλά και περί εξοικονομήσεως αυτών, ευρισκομένων εις οικτροτάτην κατάστασιν από πάσης απόψεως, και δη από υγιεινής». Υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν ήταν δυνατή η άμεση εγκατάστασή τους σε μόνιμες εστίες, οπότε τα ατμόπλοια που αρχικά είχαν καταπλεύσει στην Θεσσαλονίκη, εξαιτίας έλλειψης υποδομών, κατέπλευσαν εν συνεχεία στο Λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου στην Σαλαμίνα. Και εκεί όμως τα μέσα και οι υποδομές ήσαν ανεπαρκή (ελλείψεις σε απολυμαντικούς κλιβάνους, μαγειρεία), οπότε απαιτήθηκε η ανάπτυξη έκτακτης δραστηριότητας του προσωπικού, ενώ παρασχέθηκε και η αρωγή του Ναυστάθμου.

Σε κάθε περίπτωση, στις 16 Ιουνίου οι ασθενείς ανέρχονταν σε 466, εκ των οποίων: «136 εκ δυσεντερίας, 80 ύποπτοι χολέρας, 12 εξανθηματικού, 10 υποστρόφου πυρετού, 17 κοιλιακού τύφου, 10 ιλαράς, 8 εντερίτιδος, 7 φυματιώσεως, 10 ελονοσίας και οι υπόλοιποι εξ αυτών εξ άλλων νοσημάτων». Όπως εξήγησε ο υπουργός, τα πιο επικίνδυνα νοσήματα ήταν η χολέρα και ο εξανθηματικός τύφος στα οποία δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή, με τον αριθμό των πασχόντων από χολέρα να είναι σοβαρός, εν τέλει όμως, οι φόβοι μετάδοσης διαδοχικά στην Σαλαμίνα, τον Πειραιά και την Αθήνα, δεν επαληθεύθηκαν. Οι περίοικοι, βλέποντας το σύνολο των προσφύγων να καταφεύγει στο Λοιμοκαθαρτήριο, σχημάτισαν την εντύπωση ότι το σύνολο αυτών έπασχαν από χολέρα, όμως αυτό δεν ίσχυε και εν τέλει καμία μετάδοση νόσου δεν σημειώθηκε. Κατά τα άλλα, ελήφθησαν μέτρα για την ανακούφιση των υπολοίπων προσφύγων, οι οποίοι ταλαιπωρούμενοι από τον 12ήμερο πλου, δίχως τροφή και στοιβαγμένοι στα αμπάρια, είχαν πλήρως εξαντληθεί –πέραν της υφισταμένης εξάντλησής τους από τις προηγηθείσες στερήσεις στην Ρωσσία.

Μικρασιάτες πρόσφυγες έξω από το μετέπειτα κτήριο της Βουλής (Παλαιά Ανάκτορα), 1922-23.

Μεταξύ Μαΐου–Αυγούστου 1922, οι κρατικές υπηρεσίες ανέλαβαν το απαιτητικό έργο της απολύμανσης των προσφύγων, στις τάξεις των οποίων σημειώθηκαν πολλοί θάνατοι. Όμως από τις αρχές Αυγούστου, η κατάσταση φάνηκε να σταθεροποιείται καθώς αφ’ ενός μεν ολοκληρωνόταν η διαδικασία απολύμανσης/αποθεραπείας και άρχιζε η σταδιακή προώθηση προς αποκατάσταση σε περιοχές όπου εξευρέθησαν κατάλληλοι χώροι, όπως το Αίγιο και το Αγρίνιο. Στο β΄ δεκαήμερο του Αυγούστου όμως, η κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου, προκάλεσε μια νέα ασυλλήπτου μεγέθους ανθρωπιστική κρίση, με την έλευση σταδιακά περίπου 1.400.000 προσφύγων από την Θράκη και Μικρά Ασία. Η νέα αυτή τραγωδία του Ελληνισμού, άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην Ιστορία, που μοιραίως επισκίασε όλες τις προηγούμενες προσφυγικές εμπειρίες.

 

O Κωνσταντίνος Δ. Βλάσσης είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Σπουδών του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών & Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

 

 

 

ΠΗΓΕΣ

 

Αδημοσίευτες αρχειακές συλλογές

Υπουργείο Εξωτερικών/Υπηρεσία Διπλωματικού & Ιστορικού Αρχείου.

Κεντρική Υπηρεσία 1919, 1920, 1921, 1922, 1923.
Αρχείο Δημητρίου Γούναρη.

Γενικά Αρχεία του Κράτους.

Αρχείο Ύπατης Αρμοστείας Σμύρνης.
Αρχείο Πολιτικού Γραφείου Πρωθυπουργού 1917–1928.
Αρχείο Υπουργείου Υγείας.

Μουσείο Μπενάκη.

Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου.
Αρχείο Γεωργίου Μπαλτατζή.

Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης/Ελληνικό Λογοτεχνικό & Ιστορικό Αρχείο.

Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου.

Ακαδημία Αθηνών/Κέντρο Έρευνας Ιστορίας Νεότερου Ελληνισμού.

Αρχείο Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή.

The National Archives.

Cabinet Series.

National Archives.

Decimal Files.

Αρχείο Βουλής.

1921, 1922.

 

Άλλες πρωτογενείς πηγές

Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Γ΄ εν Αθήναις Συντακτικής των Ελλήνων Συνελεύ- σεως 1920–1921–1922. Τεύχος Δ΄, Ε΄ (Μάιος–Ιούλιος 1922).
Φύλλο Εφημερίδας Κυβερνήσεως.
Τεύχος Α΄, 1836, 1917, 1918, 1919, 1920, 1921, 1922.

 

Ημερήσιος Τύπος

Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 1922.
Εφημερίδα ΕΣΠΕΡΙΝΗ, 1922.
Εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, 1922.
Εφημερίδα ΣΦΑΙΡΑ, 1922.
Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ, 1922.
Εφημερίδα ΝΕΑ ΗΜΕΡΑ ΤΕΡΓΕΣΤΗΣ, 1922.
Εφημερίδα ΕΣΤΙΑ, 1922.
Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, 1922.
Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 1930.
Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ, 1922, 1930.
Εφημερίδα ΝΕΟΝ ΚΡΑΤΟΣ, 1932.
Εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝ, 1934.

 

Κύρια Βιβλιογραφία (κατά χρονολογική σειρά)

  • Υπουργείον Περιθάλψεως, Το Έργον των Αποστολών του Υπουργείου Περιθάλψεως – Πόντος, Κωνσταντινούπολις, Σμύρνη, Μακεδονία, εν Αθήναις εκ του τυπογραφείου Κων. Θεοδωροπούλου, 1920.
  • Μιχ. Χρ. Αιλιανού, Το έργον της ελληνικής περιθάλψεως, Υπουργείον Περιθάλψεως, εν Αθήναις, έκδοσις Γραφείου Τύπου Υπουργείου Εξωτερικών, 1921.
  • Θέμηδος Κώδιξ Εκατονδεκαετίας ήτοι Γενική Κωδικοποίησις ολοκλήρου της ελληνικής νομοθεσίας από της συστάσεως του Ελληνικού Κράτους μέχρι σήμερον, υπό τον τίτλον Κώδηξ Θέμιδος 1821–1931, επιμέλεια Αντωνίου Ν. Μαλαγαρδή, Τόμος Δ΄, Τόμος ΙΒ΄, εκδοτικός οίκος Ι. Ν. Ζαχαροπούλου, Αθήναι, 1933.
  • Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Η Εκστρατεία εις Μικράν Ασίαν 1919–1922, τόμος τέταρτος, Επιχειρήσεις Ιουνίου – Ιουλίου 1921, Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, Αθήναι, 1962.
  • ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν (1919–1922), τόμος έβδομος, Το τέλος της εκστρατείας 1922 – μέρος δεύτερον, Σύμπτυξις του Γ΄ Σώματος Στρατού, έκδοση Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, Αθήνα, 1987 – ανατύπωση αρχικής 1962.
  • Petsalis-Diomidis N., “Hellenism in Southern Russia and the Ukranian Campaign: Τheir Effect on the Pontus Question (1919)”, Balkan Studies, 13.2, 1972.
  • Γιάννης Γ. Μουρέλος, «Η γαλλοτουρκική προσέγγιση του 1921: Το Σύμφωνο Franklin- Bouillon και η εκκένωση της Κιλικίας», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, τόμος 4, 1983.
  • Ανδρέα Η. Ζαπάντη, Ελληνοσοβιετικές Σχέσεις 1917–1941, Μετ.: Αγγέλου Σ. Βλάχου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1989.

Jasmina Tomašević: Οι Σερβο-ελληνικές σχέσεις από τους απελευθερωτικούς αγώνες μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα

Jasmina Tomašević

 Οι Σερβο-ελληνικές σχέσεις από τους απελευθερωτικούς αγώνες μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα

 

Η Σερβία και η Ελλάδα απέκτησαν διπλωματικές σχέσεις μόλις το 1868. Μάλιστα, η γεωγραφική εγγύτητα των δύο χωρών, η κοινή θρησκεία και η αιώνια υπαγωγή τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά και πάνω απ’ όλα οι παρόμοιες ιστορικές συνθήκες κατά της μακροχρόνιας τούρκικης κυριαρχίας, έφεραν τους δύο λαούς πιο κοντά. Τον πρώτο καιρό, η αλληλεγγύη και συνεργασία των δύο χωρών αντικατοπτρίστηκαν στη ροή εθελοντών στη διάρκεια των εξεγέρσεων έναντι των Οθωμανών, κατά την Πρώτη σερβική εξέγερση (1804-1813) και την Επανάσταση του 1821.Η σερβική εξέγερση το 1804, που ήταν – τυπικά τουλάχιστον – ο πρώτος απελευθερωτικός αγώνας σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, βοήθησε τους Σέρβους να αποκτήσουν κύρος στα Βαλκάνια και μια καλύτερη εικόνα στη Δύση, όπου, για πολλούς, η χώρα ήταν σχεδόν ή πλήρως άγνωστη. Όμως, η εξέγερση αυτή, παρόλο που δεν κατέληξε στην πλήρη απελευθέρωση της Σερβίας, είχε απήχηση στις τουρκοκρατούμενες περιοχές των Βαλκανίων. Ταυτόχρονα διαδόθηκε και η φήμη των Σέρβων ως καλών πολεμιστών, γεγονός που αναγνωρίστηκε και από τους Έλληνες, δημιουργώντας εξ’ αρχής μια προνομιακή σχέση σε σύγκριση προς τους άλλους βαλκανικούς λαούς. Εν τέλει, με τους απελευθερωτικούς αγώνες και την ανεξαρτησία τους, η Σερβία και η Ελλάδα αναδείχθηκαν σε σημαντικούς πολιτικούς παράγοντες στα Βαλκάνια.2

Λαμβάνοντας υπόψη τους εξωτερικούς παράγοντες, μπορούν να διακριθούν τρεις διαφορετικές φάσεις στις σερβο-ελληνικές σχέσεις, από τις αρχικές αμοιβαίες εξεγέρσεις για την ανεξαρτησία μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η πρώτη φάση διήρκεσε μέχρι τη Συνθήκη του Βερολίνου. Πρόκειται για την εποχή που οι σχέσεις των δύο κρατών διαμορφώθηκαν γύρω από την ιδέα μιας βαλκανικής συμμαχίας εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης φάσης, η Ανατολική Κρίση (1875-1878) και οι αποφάσεις της Συνθήκης του Βερολίνου, ψύχραναν τις σχέσεις Σερβίας-Ελλάδας, εφόσον η πρώτη «αναγκάστηκε» να κατευθυνθεί προς το Νότο, διεκδικώντας περιοχές της λεγόμενης σερβικής Μακεδονίας και ακόμη νοτιότερες. Στη φάση αυτή η ιδέα της κοινής μάχης κατά των Οθωμανών πήρε τη μορφή της από κοινού αντιμετώπισης της βουλγαρικής επιρροής στη Μακεδονία και διήρκεσε μέχρι το 1903, όταν στη Σερβία δολοφονήθηκε το βασιλικό ζεύγος των Ομπρένοβιτς.Μετά από αυτό το γεγονός που απομόνωσε τη Σερβία από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες η εικόνα της αμαυρώθηκε, το Βελιγράδι έστρεψε τη ματιά του προς την Αθήνα, προσπαθώντας να αποκαταστήσει τις «παλιές, καλές» σχέσεις. Ο κοινός αγώνας έγινε εκ νέου πραγματικότητα κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, ενώ η σερβο- ελληνική συνεργασία και φιλία κορυφώθηκαν λίγους μήνες αργότερα – στον Β΄ Βαλκανικό.

 

Ηλίας Γκαράσανιν (πηγή: Βικιπαίδεια).
Ιωάννης Κωλέττης (πηγή: Βικιπαίδεια).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η πρώτη φάση των σερβο-ελληνικών σχέσεων, μέχρι τη Συνθήκη του Βερολίνου, απέπνεε το ρομαντικό πνεύμα μιας εποχής, γεμάτης με εθνικά προγράμματα, στη σκιά του βαλκανικού οράματος του Ρήγα Φεραίου. Την ίδια περίοδο της «Μεγάλης Ιδέας» του Κωλέττη, ο Σέρβος υπουργός Εξωτερικών Ηλίας Γκαράσανιν συνέταξε το 1844 το εθνικό πρόγραμμα «Νατσερτάνιε», που χρησιμοποιήθηκε ως βάση της σερβικής εξωτερικής πολιτικής μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.Από την άλλη, ο Φεραίος – που δολοφονήθηκε στο Βελιγράδι το 1798 – είχε κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές την ιδέα μιας βαλκανικής ομοσπονδίας με κυρίαρχη την ελληνική κουλτούρα και προσανατολισμένης στις αρχές της γαλλικής επανάστασης.Όμως, προσδιόρισε την Ορθοδοξία ως την κυρίαρχη θρησκεία του κράτους, δίνοντας έτσι έναν ιδιαίτερο ρόλο στους λαούς του ορθόδοξου μιλλέτ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εμπνευσμένοι από τις επαναστατικές ιδέες του Φεραίου, οι Έλληνες έδωσαν στην ορθόδοξη και πατριαρχική Σερβία ιδιαίτερη σημασία, από τη στιγμή που ήταν ενσωματωμένη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο μέχρι το 1879.6

Εξάλλου, το όραμα του Φεραίου για τη συμφιλίωση των Βαλκανίων και την απαλλαγή από τον τούρκικο ζυγό, για πολλά χρόνια ακόμα έμεινε ζωντανό στη μνήμη των βαλκανικών κρατών, ειδικά στη Σερβία, όπου ο Έλληνας επαναστάτης και συγγραφέας άφησε την τελευταία του πνοή.7 Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης μεταφράστηκε συμβολικά στη σερβική γλώσσα ο Θούριος. Προς τιμήν του, ο ρομαντικός ποιητής Βόισλαβ Ίλιτς – γνωστότερος ως ο Σέρβος Πούσκιν – έγραψε το 1892 το ποίημα Glasnik slobode (Μαντατοφόρος της Ελευθερίας), υποστηρίζοντας σθεναρά τις ιδέες του και εκφράζοντας την οδύνη για το θάνατο  «του μεγάλου γιου της Ελλάδος», «απογόνου των θαρραλέων Ελλήνων των μαχών του Μαραθώνα και των Πλαταιών».8

Ο Πύργος Νεμπόισα στο Βελιγράδι όπου οι Τούρκοι βασάνισαν και σκότωσαν τον Ρήγα Φεραίο μαζί με τους συνεργάτες του (πηγή: Εθνική Βιβλιοθήκη της Σερβίας).

Η ίδια φάση, μέχρι το 1878, αποτελεί την περίοδο των πρώτων γνωριμιών και προσεγγίσεων μεταξύ των δύο χωρών. Με την καθιέρωση των διπλωματικών και προξενικών αρχών επισημάνθηκαν οι διμερείς σχέσεις του Βελιγραδίου και της Αθήνας.Από τη στιγμή που η θεμελιώδης ιδέα της σερβο-ελληνικής συνεργασίας ήταν η κοινή δράση εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υπογράφτηκε η Συνθήκη του Φεσλάου τον Αύγουστο του 1867, με την οποία προβλεπόταν η στρατιωτική συνεργασία των δύο κρατών σε περίπτωση σύγκρουσης με αυτή την χώρα και ο διαμοιρασμός των βαλκανικών της εδαφών.

Με στόχο τη μεταξύ τους προσέγγιση, τα δυο μέρη έκαναν προσπάθειες και στα πεδία της εκπαίδευσης και του πολιτισμού. Κυκλοφόρησαν μεταφράσεις έργων με θέμα την ιστορία, τη λογοτεχνία και την παράδοση της γειτονικής χώρας, αλλά και εκδόσεις διάφορων άλλων πραγματειών και άρθρων με συντάκτες πολιτικούς και διανοούμενους της εποχής. Το έργο της προσέγγισης διευκόλυνε επίσης η παρουσία των Ελλήνων (σε μεγάλο βαθμό ελληνόφωνων Βλάχων) στη Σερβία, οι οποίοι πρωτοεγκαταστάθηκαν εκεί τον 16ο αιώνα. Οι εμπορευόμενοι εκπρόσωποι αυτών των παροικιών στην τουρκοκρατούμενη Σερβία και την αυστροκρατούμενη Βοϊβοντίνα λειτούργησαν ως φορείς του ελληνικού πολιτισμού. Μέσω των οικονομικών τους δραστηριοτήτων, κατάφεραν να αποκτήσουν σημαντικές περιουσίες και ανάλογο κοινωνικό και πολιτισμικό κύρος στη σερβική κοινωνία. «Οι Έλληνες-Βλάχοι κυριάρχησαν στην κύρια αγορά και στο Ζέρεκ (δήμος Παλιάς Πόλης), επισκιάζοντας τα σερβικά μαγαζιά που βρίσκονταν στην περιφέρεια του Βελιγραδίου», σημείωσε στο ιστορικό του μυθιστόρημα ο πρώτος Σέρβος συγγραφέας της επιστημονικής φαντασίας.10 Παρόλο που κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα το ελληνικό στοιχείο της Σερβίας αφομοιώθηκε για διάφορους λόγους, εξακολουθούσαν να παραμένουν φανερά τα ίχνη του.11

Το φρούριο του Βελιγραδίου σε λιθογραφία εποχής (πηγή: Βικιπαίδεια).

Με την ίδρυση των ελληνικών δημοτικών σχολείων στη Σερβία και την Αυτοκρατορία των Αψβούργων (Βελιγράδι το 1718, Νόβι Σαντ το 1730, Σάμπατς γύρω στα 1760, Σέμλινο το 1794 κ.ά.), που μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα έφτασαν τα 23, ακολούθησε η εισαγωγή της ελληνικής γλώσσας στη σερβική εκπαίδευση σε κάποια γυμνάσια, πολλά δημοτικά σχολεία, όπως και στην Εμπορική Σχολή του Βελιγραδίου.12 Αξίζει να σημειωθεί πως η ελληνική γλώσσα θεωρούνταν ως απαραίτητο προσόν για όσους ανήκαν στα ανώτερα στρώματα της κοινωνίας. Γι’ αυτό το λόγο, τα ελληνικά κατείχαν τα παιδιά του κνιάζ Μίλος, του πρωθυπουργού Πετρονίγιεβιτς και διάφορων εξεχουσών προσωπικοτήτων της εποχής.13 Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του βαφτιστικού του Μίλος και του προσωπικού γραμματέα της ηγεμόνισσας, Σρέτεν Πόποβιτς, που επισήμανε πως η γλώσσα αυτή αποτελούσε αδιαχώριστο μέρος της κατάλληλης μόρφωσης στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα: «(Μετά από το σερβικό σχολείο), όποιος ήθελε να συνεχίσει την μόρφωσή του πήγαινε στο ελληνικό… Όλοι οι διανοούμενοι του Βελιγραδίου έκλιναν προς την ελληνική μόρφωση».14 Σύμφωνα με μια άλλη μαρτυρία, όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα την προσέγγιση των Σέρβων – «εκείνων που δεν είχαν ούτε μια σταγόνα αίματος των προγόνων από τις Θερμοπύλες» – προς τους Έλληνες και Ρωμαίους φιλοσόφους.15 

Ταυτόχρονα με τη διδασκαλία, άρχισαν οι πρώτες μεταφράσεις στη σερβική γλώσσα με σκοπό να διευκολυνθεί η εκμάθηση της ελληνικής ως ξένης. Το έργο των δασκάλων – που ήταν και οι πρώτοι μεταφραστές – δεν περιορίστηκε μόνο στη μετάφραση των γραμματικών και λεξικών, αλλά περιέλαβε και τη συγγραφή βιβλίων με θέμα την Ελλάδα και τον πληθυσμό της, ώστε να έρθουν οι δύο λαοί πιο κοντά.16 Κατά την περίοδο αυτή, στη Σερβία κυκλοφόρησαν οι μεταφράσεις του Δημήτριου Δάρβαρη – του δασκάλου στο ελληνικό σχολείο του Σεμλίνου – η Χρηστοήθεια του Αντωνίου Βυζαντίου (1786), ο Πίνακας του Κέβητος και το Εγχειρίδιον του Επίκτητου (1799). Πέραν από αυτά τα έργα φιλοσοφικού χαρακτήρα, ο Δάρβαρης μετέφρασε και τον Καθρέφτη του Χριστιανισμού (1801), μια συλλογή διάφορων κειμένων Πατέρων της Εκκλησίας, με στόχο – όπως επισήμανε ο ίδιος – να μεταφέρει στο σερβικό λαό «ηθικά τους διδάγματα».17 Διδάσκοντας για πολλά χρόνια συνεισέφερε και με τη Γραμματική της απλής ελληνικής γλώσσας το 1806.18 Για τις μεταφράσεις του «στη σλαβενο-σερβική γλώσσα», έγραψε και ο πολιτικός Δημήτριος Νταβίντοβιτς, ιδρυτής της εφημερίδας Novine serbske, τονίζοντας τη συνεισφορά του στη σερβική λογοτεχνία.19 

Ακολούθησαν το Λεξικόν Ρωμαϊκοσλαβωνικόν (1803) και η Γραμματική Ελληνική περιέχουσα το ετυμολογικόν και συντακτικόν (1816) σε συγγραφή και μετάφραση του Γεωργίου Ζαχαριάδη από τον Τύρναβο, που δίδασκε επίσης στο ελληνικό σχολείο του Σεμλίνου από το Σεπτέμβριο του 1799.20 Ο Ζαχαριάδης υπήρξε και ο πρώτος μεταφραστής των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων στη Σερβία, ενώ κατά τις προηγούμενες δεκαετίες μεταφράζονταν μόνο τα βιβλία εκκλησιαστικού περιεχομένου.21 Το έργο του Ζαχαριάδη συνέχισε ο γιατρός και καθηγητής της ελληνικής γλώσσας στο Πρώτο Γυμνάσιο του Βελιγραδίου, ο Παναγιώτης Παπακωστόπουλος. Μετέφρασε την Αντιγόνη του Σοφοκλέους (1873), την Παραίνεσιν προς Δημόνικον του Ισοκράτη (1874), τους Νεκρικούς διαλόγους του Λουκιανού (1874), την Βατραχομυομαχία του Ομήρου (1877)22 και τέλος την Οδύσσεια (1881), η οποία απέσπασε τις θετικές κριτικές των σερβικών λογοτεχνικών κύκλων.23 Επιθυμώντας να διευκολύνει τους μαθητές του την εκμάθηση της ελληνικής γραμματικής, ο Παπακωστόπουλος συνέταξε και δημοσίευσε το 1878 το εγχειρίδιο Jelinski jezik (Ελληνική γλώσσα). 24

Το Λεξικόν Ρωμαϊκοσλαβωνικόν (1803) του Γ. Ζαχαριάδη (πηγή: Βιβλιοθήκη της Μάτιτσα Σρπσκα).
Η Ελληνική γλώσσα (1878) του Π. Παπακωστόπουλου (πηγή: Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Βελιγραδίου).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όσον αφορά την έκδοση ιστορικών βιβλίων, ικανών να προσεγγίσουν το ευρύτερο κοινό στη γειτονική χώρα, η παραγωγή τους ήταν μικρότερη, όχι όμως ανύπαρκτη. Δεν πέρασε απαρατήρητο σε αμφότερες τις πλευρές το έργο του πάροικου του Σεμλίνου, Τριαντάφυλλου Δούκα, η Ιστορία των Σλαβενο-Σέρβων (1807) που είχε ως έμπνευση την Πρώτη σερβική εξέγερση. Στη σερβική γλώσσα μεταφράστηκε μόλις το 1883, παρόλο που το έργο ήταν ήδη γνωστό για πολλές δεκαετίες στη Σερβία όπου είχαν μεταφραστεί κάποια αποσπάσματά του.25 Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η εξέγερση των Σέρβων είχε μεγάλη απήχηση στην Ελλάδα, όπως προκύπτει και από την ελληνική μετάφραση το 1862 του βιβλίου του Λεοπόλντ φον Ράνκε, Επανάστασις της Σερβίας συγγραφείσα κατά σερβικάς πηγάς και έγγραφα. Επίσης, ο ελληνικός Τύπος της εποχής, ειδικά κατά τη δεκαετία του 1860 – αλλά και γενικότερα κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα – έβρισκε τα θέματα της Πρώτης και της Δεύτερης σερβικής εξέγερσης ενδιαφέροντα και δημοσίευε άρθρα για τις μάχες, όπως και για τις προσωπικότητες του Καραγιώργη Πέτροβιτς και του Μίλος Ομπρένοβιτς.26

Ταυτόχρονα εκδίδονταν μελέτες που αφορούσαν το σέρβικο στρατό και τον εξοπλισμό του, θίγονταν διάφορα θέματα από την ιστορία και τη γεωγραφία της Σερβίας προβάλλοντας μια θετική εικόνα της χώρας – «αδελφήν της Ελλάδος, αδελφήν ου μόνον ομόθρησκον και ομοιοπαθή».27

Παρόμοια κατάσταση επικρατούσε επίσης στη σερβική δημοσιογραφία της εποχής, αλλά και γενικότερα στην εκδοτική παραγωγή της χώρας. Χρειάζεται όμως να τονιστεί πως η Σερβία σε σύγκριση με την Ελλάδα ακόμα δεν είχε αποκτήσει την ανεξαρτησία της. Για αυτό το λόγο, τέτοιες εκδόσεις που δημοσιεύονταν αποκλειστικά στο αυστριακό έδαφος ήταν λιγότερες αριθμητικά. Το Επτάκλωνο ανθοκλάδι αφιερωμένο στους αγωνιζόμενους Έλληνες του αναφερόμενου Πόποβιτς που γράφτηκε τη στιγμή της Ελληνικής Επανάστασης, «από την αγάπη προς τους πατριώτες Έλληνες, που για πολλούς αιώνες έδειχναν πως είναι άξιοι θαυμασμού», δεν είχε δημοσιευτεί ποτέ λόγω της αυστηρής αυστριακής λογοκρισίας.28 Δεν παραλείφθηκαν όμως εντελώς κάποια έργα, στα οποία εκθειάζονταν τα ελληνικά πολεμικά επιτεύγματα. Στη σερβική γλώσσα μεταφράστηκε το βιβλίο Ναυμαχία του Ναυαρίνου το 1829, όπου ο μεταφραστής εξέφρασε τη λύπη του για την «αιώνια σκλαβιά της αδερφικής χώρας», αλλά και τη χαρά του για την τελική συντριβή των Οθωμανών.29 Λίγες δεκαετίες αργότερα ακολούθησε και η μετάφραση της πραγματείας Ελληνική Επανάσταση: από την αρχή (1821) έως τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου (1827). Στην αρχή του προλόγου, ο μεταφραστής τόνιζε την εγγύτητα των δύο λαών που «είχαν την ίδια μοίρα».30 Επίσης, στις σερβόγλωσσες εφημερίδες31 μπορούσε ένας αναγνώστης να πληροφορηθεί για τον πληθυσμό, το κλίμα και τη γεωγραφία της Ελλάδας. Τα περισσότερα, όμως, άρθρα αφορούσαν τα ιστορικά θέματα, ειδικά την Επανάσταση του ‘21, «που μαζί με τις σερβικές εξεγέρσεις έμεινε στην ιστορία ως η θρυλική εποποιία».32

Η μετάφραση της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου (1829) στη σερβική γλώσσα (πηγή: Βιβλιοθήκη της Μάτιτσα Σρπσκα).

Την ίδια περίοδο ο ταγματάρχης του ελληνικού στρατού και αγωνιστής του ’21, Λάμπρος Κουτσονίκας, στο έργο του Γενική ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως (1863-1864), πρότεινε την ομοσπονδία των δύο αδελφών χωρών στον αγώνα ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.33 Όμως, ήταν πλέον αργά. Τα εθνικά προγράμματα της Ελλάδας, της Σερβίας και κατόπιν της Βουλγαρίας δεν μπορούσαν να συνυπάρξουν. Με λίγα λόγια, τα Βαλκάνια δεν ήταν αρκετά μεγάλα για να συμπεριλάβουν ταυτόχρονα μια Μεγάλη Σερβία του Γκαράσανιν, μια Μεγάλη Ελλάδα του Κωλέττη και μια Μεγάλη Βουλγαρία της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου. Σε αυτό το ρομαντικό και εν μέρει ουτοπιστικό πνεύμα της εποχής, η Σερβία και η Ελλάδα ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις, οι οποίες κατέληξαν στην υπογραφή της Συνθήκης του Φεσλάου, που όμως δεν έτυχε ποτέ βασιλικής επικύρωσης. Προέβλεπε τις περιοχές, που θα ενσωμάτωναν αμφότερες οι χώρες μετά την απελευθέρωση: η Ελλάδα τη Θεσσαλία, την Ήπειρο, τη Θράκη και τα νησιά του Αιγαίου, η Σερβία τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, τη βόρεια ζώνη της Αλβανίας και το Μαυροβούνιο, σε περίπτωση που το τελευταίο δεν θα επιθυμούσε να γίνει ανεξάρτητο κράτος.34 Είναι ασαφές σε τι είδους συμφωνία κατέληξαν οι δύο χώρες όσον αφορά τη Μακεδονία, γιατί το σερβικό εθνικό πρόγραμμα του Γκαράσανιν είχε διαφορετική αντίληψη για τα όριά της από την ελληνική πλευρά. Το συγκεκριμένο αυτό το ζήτημα παρέμεινε σε αφάνεια για λίγες ακόμη δεκαετίες. Η Σερβία του κνιάζ Μιχαήλ Ομπρένοβιτς (1860-1868), είχε ακόμη στραμμένο το βλέμμα προς τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η οποία θα της εξασφάλιζε τη διέξοδο στην Αδριατική.

Μόνο μια δεκαετία μετά την ηγεμονία του, η Σερβία κατευθύνθηκε προς τη Μακεδονία με αποτέλεσμα να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στις σερβο-ελληνικές σχέσεις. Με τη Συνθήκη του Βερολίνου, η Σερβία και το Μαυροβούνιο απέκτησαν την ανεξαρτησία τους, αλλά η διοίκηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης ανατέθηκε έστω και προσωρινά στην Αυστροουγγαρία. Η de facto αυτή προσάρτηση σήμαινε πως ένα μεγάλο μέρος των Σέρβων θα συνέχιζε να παραμένει υπό ξένη κυριαρχία και ταυτόχρονα ματαιώνονταν τα σχέδια του Βελιγραδίου για έξοδο στην Αδριατική. Έκτοτε η Σερβία άρχισε ενεργά να διεκδικεί περιοχές της βόρειας Μακεδονίας,35 καταπολεμώντας το έργο της βουλγαρικής Εξαρχίας, μέσω των διαφόρων απεσταλμένων, εκπαιδευτικών και κληρικών.36

Ταυτόχρονα η σερβική και η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησαν να βρουν μια συμβιβαστική λύση. Ο πολιτικός Στόγιαν Νοβάκοβιτς, μέλος της Επιτροπής για τα σερβικά σχολεία και τους Σέρβους δασκάλους στην Παλαιά Σερβία και τη Μακεδονία – που εφάρμοσε τη σερβική εθνική πολιτική στις εν λόγω περιοχές – και πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη (1886-1891) ανέπτυξε πρόγραμμα συνεργασίας με την ελληνική κυβέρνηση για την κατανομή της Μακεδονίας σε σφαίρες επιρροής. Ο Νοβάκοβιτς, που ήταν υποστηρικτής μιας συναινετικής σερβο-ελληνικής συμφωνίας,37 συζήτησε με τον Έλληνα πρεσβευτή Νικόλαο Μαυροκορδάτο με γνώμονα μια τέτοια προοπτική και την κατανομή της Μακεδονίας σε ελληνική και σερβική σφαίρα επιρροής. Συμφώνησαν να επιδικαστεί η βόρεια ζώνη στη Σερβία και η νότια στην Ελλάδα, αλλά υπήρξε διαφωνία για τη μεσαία ζώνη. Και οι δύο πλευρές διεκδικούσαν τη Στρώμνιτσα, το Μοναστήρι, το Κρούσοβο και την Αχρίδα. Ούτε οι νέες διαπραγματεύσεις, που ξεκίνησαν δύο χρόνια αργότερα, το 1892, καρποφόρησαν. Ο πολιτικός Βλάνταν Τζόρτεβιτς, απεσταλμένος του σερβικού κράτους στην Αθήνα, με πρωτοβουλία του Νοβάκοβιτς άρχισε διαπραγματεύσεις με τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών, Στέφανο Δραγούμη. Η σερβική πλευρά φάνηκε πρόθυμη για κοινή δράση των δύο κρατών εναντίον της Βουλγαρίας, αλλά δεν υποχωρούσε βορειότερα από το Μοναστήρι, το Κρούσοβο και τον Περλεπέ. Και η τελευταία προσπάθεια, το 1899, ανάμεσα στον αντιπρόσωπο της Σερβίας, τον Αλέξανδρο Μιλίτσεβιτς και τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Άθω Ρωμάνο, απέβη άκαρπη.38 Παρόλο που οι διαπραγματεύσεις δεν ευοδώθηκαν με συμφωνία για τη μεσαία ζώνη, μετεξελιχθηκαν σε βασική αρχή της διανομής της Μακεδονίας, απόφαση που απέκλειε τη Βουλγαρία, τον κοινό εχθρό των δύο χωρών.39

Οι οθωμανικές κτήσεις στα Βαλκάνια στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα (πηγή: Βικιπαίδεια).

Όμως, οι αντικρουόμενες βλέψεις για τη μεσαία ζώνη της Μακεδονίας οδήγησαν αναπόφευκτα σε ψύχρανση των διμερών σχέσεων. Τις επαφές δυσκόλεψε επιπρόσθετα η ουδέτερη στάση της σερβικής πλευράς στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, όταν μάλιστα παραχωρήθηκαν στη Σερβία – ως αντάλλαγμα από την Υψηλή Πύλη – εκπαιδευτικά και θρησκευτικά προνόμια στα βιλαέτια του Μοναστηρίου και της Θεσσαλονίκης.40 Εκδηλώθηκαν, ωστόσο, κάποιες προσπάθειες προσέγγισης κατόπιν πρωτοβουλίας και των δυο πλευρών. Το χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο εορτασμός της επετείου της μάχης του Κοσόβου στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου του 1889. Τρία χρόνια αργότερα, ένας άλλος Σέρβος πολιτικός, υποστηρικτής της διατήρησης των καλών σερβο- ελληνικών σχέσεων, ο Τσέντομιλ Μιγιάτοβιτς, έγραψε το έργο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Η τελευταία νύχτα της Πόλης. Σε αυτό τόνιζε το ηθικό δίκαιο και την ιστορική συνέχεια των Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη, επισημαίνοντας στην εισαγωγή πως «υπάρχει στον κόσμο μια αίσθηση ότι η Πόλη μπορεί σύντομα να αλλάξει και πάλι χέρια».41 Ο μύθος της μάχης του Κοσόβου ήταν αναπόσπαστο στοιχείο της εξέλιξης της σερβικής εθνικής ταυτότητας. Η «κοιτίδα των Σέρβων» ήταν ό,τι για τους Έλληνες η Κωνσταντινούπολη. Οι δύο λαοί, υποστηρίζοντας αλλήλους στον αγώνα για την απελευθέρωση των «πατρώων εδαφών», καμούφλαραν το επίκαιρο Μακεδονικό Ζήτημα. Μια ακόμη προσέγγιση ήταν η ανέγερση αγάλματος προς τιμήν του Φεραίου στο Βελιγράδι το 1889, με την επιγραφή «Στον Ρήγα Φεραίο. Ο σερβικός και ο ελληνικός λαός».42

Ο αδριάντας του Ρήγα Φεραίου στο Βελιγράδι (πηγή: Βικιπαίδεια).

Ωστόσο, αυτές οι προσπάθειες των δύο πλευρών, όπως ήταν και η επίσκεψη του Τρικούπη στο Βελιγράδι τον Ιούνιο του 1891, οι προετοιμασίες για υποδοχή Σέρβων φοιτητών στην Αθήνα, η οργάνωση συναυλιών για φιλανθρωπικούς σκοπούς στο Βελιγράδι για να στηριχθεί η Θεσσαλονίκη μετά από το σεισμό του 190243 και τα λογοτεχνικά άρθρα του πολιτικού και απεσταλμένου του σερβικού κράτους στην Αθήνα, του Βλάνταν Τζόρτζεβιτς44 δεν μπορούσαν να καλύψουν τη σοβαρότητα της διάστασης του Μακεδονικού Ζητήματος. Ακόμη και οι ειδήσεις ότι η ελληνική γλώσσα θα διδασκόταν υποχρεωτικά στα σερβικά γυμνάσια πέρασε σχεδόν ασχολίαστη στον ελληνικό Τύπο.45 Κατά τη διάρκεια αυτής της δεύτερης φάσης και οι δύο χώρες προσπαθούσαν να συμφιλιώσουν τις αντικρουόμενες βλέψεις για τα τουρκικά εδάφη στα Βαλκάνια, που «περίμεναν τους απελευθερωτές». Με το Μακεδονικό Ζήτημα, η «παραδοσιακή» σερβο-ελληνική φιλία τέθηκε σε δοκιμασία. Δεν αρκούσαν άλλο οι συνθήκες φιλίας και συμμαχίας γραμμένες σ’ ένα απλό χαρτί, οι αναφορές μιας βαλκανικής ομοσπονδίας του Ρήγα και τα άρθρα προς τιμήν της άλλης χώρας. Είχε φτάσει η στιγμή των αποφάσεων και των διπλωματικών συμπράξεων.46 Η αυξανόμενη παρουσία των Βουλγάρων στη Μακεδονία συνέβαλε στο να αναστείλουν προς στιγμή οι δύο πλευρές τις διαφωνίες τους και να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις για την καταπολέμηση της βουλγαρικής προπαγάνδας.

Η δολοφονία του βασιλιά Αλεξάνδρου Ομπρένοβιτς και της βασίλισσας Ντράγκα το Μάιο του 1903 διέκοψε πρόωρα τη φάση αυτή. Ουσιαστικά ήταν ένα πραξικόπημα που έφερε στο προσκήνιο την αντιπαράθεση μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών. Με τη βασιλοκτονία η Σερβία εγγράφηκε ως έθνος βαρβάρων στη μαύρη λίστα της Ευρώπης, όπου και παρέμεινε μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.47 Η αρνητική εικόνα, ως «πρωτόγονης, βαρβαρικής χώρας»,48 την οδήγησε σε ακόμη πιο μεγάλη απομόνωση. Δίχως Ευρωπαίους υποστηρικτές, έτσι απομονωμένη όπως ήταν, η Σερβία επιχείρησε εκ νέου προσέγγιση με τη Ελλάδα. Η Αθήνα δεν την απέρριψε, γνωρίζοντας πως οι Σέρβοι αποτελούσαν πλέον μικρότερο κίνδυνο στη Μακεδονία από τους Βουλγάρους και όσο αυτή η απομόνωση της Σερβίας γινόταν μεγαλύτερη, τόσο οι σερβο-ελληνικές σχέσεις παρουσίαζαν δυνατότητες βελτίωσης.49 Εξάλλου, παρ’ όλες τις προσπάθειες, η σερβική επιρροή στη Μακεδονία μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, ουδέποτε προσέλαβε απειλητικές για τους Έλληνες διαστάσεις.50 Ο πολιτικός Μιγιάτοβιτς, που είχε ήδη εκφράσει τη θετική του γνώμη για τους Έλληνες στο βιβλίο του, επανήλθε το 1910 με την ιδέα της βαλκανικής συμμαχίας. Συνεισέφερε έτσι στην αποκατάσταση των διμερών σχέσεων. Στα σχέδιά του περιέλαβε ακόμη και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, γιατί πίστευε πως έτσι μόνον θα ήταν εφικτή η αντιμετώπιση της Αυστροουγγαρίας.51

Η δολοφονία του βασιλιά Αλεξάνδρου και της βασίλισσας Ντράγκα στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Le Petit Parisien (πηγή: Βικιπαίδεια).

Όμως, και η Σερβία και η Ελλάδα έπρεπε να απαλλαγούν προηγουμένως από τον αιώνιο τους εχθρό, του οποίου η διάλυση «ήταν γραμμένη από πολύ καιρό στο βιβλίο της μοίρας».52 Τον Οκτώβριο του 1912, χωρίς να έχουν υπογράψει προηγουμένως συνθήκη συμμαχίας, οι δύο χώρες ενωμένες με τις δυνάμεις της Βουλγαρίας και του Μαυροβουνίου, κήρυξαν τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη συνέτριψαν σε σύντομο χρονικό διάστημα.53 Ως γνωστόν, η Συνθήκη του Λονδίνου, υπογεγραμμένη στις 30 Μαΐου του 1913, δεν ικανοποίησε τους συμμάχους και άφησε απροσδιόριστη τη μοίρα της Μακεδονίας. Η δυσαρέσκεια των χωρών για το διαγραφόμενο μέλλον των μακεδονικών εδαφών, ο αποκλεισμός της Σερβίας από την Αδριατική λόγω της δημιουργίας του ανεξάρτητου αλβανικού κράτους και η βουλγαρική παρουσία στη Θεσσαλονίκη, ώθησαν το Βελιγράδι και την Αθήνα στην υπογραφή Μυστικού Προκαταρκτικού Πρωτοκόλλου.54 Η σημασία της σερβο-ελληνικής συμμαχίας αποδείχθηκε γρήγορα στην πράξη. Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, στις 10 Αυγούστου, η Σερβία και η Ελλάδα απέκτησαν νέα εδάφη εις βάρος της Βουλγαρίας και, για πρώτη φορά στην ιστορία τους, κοινά σύνορα.

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι ήταν σημαντικοί ιστορικοί σταθμοί της τρίτης φάσης των σερβο-ελληνικών σχέσεων. Οι δύο πλευρές λησμόνησαν τις διαφωνίες τους για τη μεσαία ζώνη της Μακεδονίας. Έμεινε όμως μια θλίψη από ελληνικής πλευράς για το Μοναστήρι, το οποίο ο σερβικός στρατός κατέλαβε στις 19 Νοεμβρίου του 1912.55 Και οι τρεις φάσεις των σερβο-ελληνικών σχέσεων μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επηρεάστηκαν από την ιδέα της συμμαχίας και φιλίας, που είχε τις ρίζες της στο όραμα της βαλκανικής ομοσπονδίας του Φεραίου και στις πρώτες εξεγέρσεις των δύο κρατών εναντίον του οθωμανικού καθεστώτος. Η ιδέα αυτή δεν άλλαζε, παρά μόνο οι εχθροί. Ο πρώτος στη σειρά ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο αιώνιος κατακτητής των Βαλκανίων, ο οποίος, εγκαταλείποντας σταδιακά τα ευρωπαϊκά εδάφη πολλαπλασίασε τα περιθώρια συγκρούσεων ανάμεσα στα βαλκανικά κράτη. Η Σερβία, που μέχρι τη Συνθήκη του Βερολίνου, πρόβαλλε ως σωτήρας όχι μόνο του σερβικού λαού, αλλά και όλων των Νοτίων Σλάβων στα Βαλκάνια, απέτυχε στην αποστολή της, λόγω της αυστριακής προσάρτησης της Βοσνίας- Ερζεγοβίνης. Στρεφόμενη εκ των πραγμάτων προς τη Μακεδονία, την «προίκα» των Οθωμανών, άρχισε να βλέπει το σύμμαχό της στον αγώνα εναντίον του Σουλτάνου – την Ελλάδα – με διαφορετικό, περισσότερο ανταγωνιστικό μάτι. Ας τονιστεί πάντως ότι κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και των ανταγωνισμών για τη κατανομή της Μακεδονίας, το – ιδιαίτερα ελληνικά διατεθειμένο – Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν ήταν σύμμαχος του Βελιγραδίου. Το αντίθετο. Η Σερβική Εκκλησία δεν μπορούσε να συγκρουστεί με το «μητρικό» της Πατριαρχείο, ούτε όμως και να το εγκαταλείψει.56

Παρ’ όλες τις διαταραχές στις σερβο-ελληνικές σχέσεις, η ιδέα της συμμαχίας συνεχίστηκε, και η βασική ιδέα των Σέρβων πολιτικών να βρεθεί μια συναινετική λύση με την ελληνική πλευρά για τη διανομή της Μακεδονίας τελικά ευοδώθηκε. Μάλιστα, πριν από τη συντριβή του βουλγαρικού στρατού στη Μακεδονία, έκανε την εμφάνισή της και η ιδέα μιας συμμαχίας εναντίον της Αυστροουγγαρίας, η οποία όμως δεν προχώρησε. Η σερβο-ελληνική συνθήκη συμμαχίας του 1913 προέβλεπε την αμυντική σύμπραξη σε περίπτωση επίθεσης τρίτης χώρας, αλλά ο βασιλιάς Κωνσταντίνος δεν τη θεώρησε δεσμευτική ένα χρόνο αργότερα, όταν ο Μεγάλος Πόλεμος απέκτησε παγκόσμιο χαρακτήρα. Εξάλλου, ούτε το Βελιγράδι ήταν διατεθειμένο να υποστηρίξει με τα όπλα την Αθήνα στο ζήτημα των νησιών του Βορείου Αιγαίου. Αν σκεφτεί όμως κανείς, θα ήταν πράγματι παράλογη – για τα γεωπολιτικά δεδομένα της εποχής – η παρέμβαση της Ελλάδας σε έναν περιφερειακό αυστρο-σερβικό πόλεμο, όπως και η σερβική ανάμειξη σε μια τοπική ελληνο- τουρκική σύγκρουση για το ζήτημα των νησιών που δεν ανήκαν στη δική της σφαίρα συμφερόντων57 και επί των οποίων η Σερβία δεν ασκούσε κανένα απολύτως δικαίωμα.

Αν θα κάναμε την υποθετική ερώτηση ποια από αυτές τις δύο χώρες είχε μεγαλύτερη ανάγκη για να πλησιάσει την άλλη, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως αυτή ήταν η Σερβία.58 Η Αθήνα ζήτησε τη σερβική χείρα βοήθειας μόνο μια φορά, εκείνο το καλοκαίρι του 1913, όταν στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας ήταν παρούσες βουλγαρικές μονάδες. Σε σύγκριση με την Ελλάδα, η Σερβία δεν είχε θαυμαστές στη Δύση. Ήταν μια αγροτική χώρα των Βαλκανίων ελάχιστα αναγνωρίσιμη και μετά από τη βασιλοκτονία ακόμη λιγότερο δημοφιλής. Ειδικά μετά από το 1903, η Σερβία προσπαθούσε με διάφορους τρόπους να προσεγγίσει την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό. Από την άλλη, η «κοιτίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού», διέθετε τη μακροχρόνια παράδοση του δυτικού φιλελληνισμού ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα, θεωρητικού αλλά και έμπρακτου.59 Οι Σέρβοι διανοούμενοι, όπως ο Νοβάκοβιτς, ο φιλόλογος Βουκ Στεφάνοβιτς Κάρατζιτς και ο ιστορικός Γιόβαν Ράγιτς, αντιλαμβάνονταν τη διαφορετική απήχηση της Πρώτης σερβικής εξέγερσης και της Ελληνικής Επανάστασης στην Ευρώπη. Ο Ράγιτς έγραψε: «Έτσι η Ελλάδα απέκτησε τη μισή Θεσσαλία το 1878, χωρίς όπλα και χωρίς ούτε μια ανθρώπινη ζωή χαμένη».60

Μήπως ο σερβικός λαός, κυρίως λόγω του μύθου της σερβο-ελληνικής φιλίας, που για δεκαετίες προωθούσαν οι πολιτικοί των δύο κρατών, περίμενε κάποιες πράξεις από τους Έλληνες «εκ φύσεως»; Σε ερώτηση για την Ανατολική Ομοσπονδία, ο βασιλιάς Νικόλαος του Μαυροβουνίου δήλωσε στο Παρίσι το 1883 πως δεν υπήρχε συμφωνία των κρατών του Αίμου, επρόκειτο απλώς για μια «φυσική σχέση».61 Τα ίδια είχε δηλώσει και ο βασιλιάς Μίλαν στη Βιέννη, λίγους μήνες πριν από τη δήλωση του Τρικούπη πως η χώρα του δεν έδειχνε ενδιαφέρον για τέτοιες συνεργασίες. Από αυτές τις βασιλικές δηλώσεις φαίνονται οι πεποιθήσεις τους για μια «αδελφότητα» των βαλκανικών κρατών, η οποία πιθανότατα να μην υπήρχε. Ίσως λόγω αυτής της «φυσικής σχέσης», η Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Ελλάδα ήταν οι μοναδικές χώρες που δεν υπέγραψαν τη συνθήκη συμμαχίας στις παραμονές του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου; Ούτε οι σερβικοί, αλλά ούτε οι ελληνικοί διπλωματικοί κύκλοι έδειχναν κάποια ιδιαίτερη ανησυχία γι΄ αυτό το ζήτημα.62 Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο εορτασμός του Γεωργίου Α΄ της Ελλάδας στις 6 Μαΐου του 1912 στη Σερβία. Ο σερβικός λαός, που γιόρταζε πανηγυρικά στους δρόμους του Βελιγραδίου την εορτή του τελευταίου, προκάλεσε στην Ελλάδα μεγάλη έκπληξη. Ένας Έλληνας ανταποκριτής έγραψε: «Ουδείς ανέμενε και κανείς δεν θα θελήση να πιστεύση εις την αυθόρμητον εκδήλωσιν εκ μέρους των Σέρβων τοσούτης παροχής φιλελληνικών συναισθημάτων».63

Η Ελλάς και η Σερβία συμφωνούν επί χάρτου στη μεταξύ τους διανομή των κερδών του πολέμου τους κατά της Τουρκίας (πηγή: Τίτος Ι. Αθανασιάδης, Οι μεγάλοι πόλεμοι της Ελλάδος, 1912 – 1913 / 1940 – 1941, Αθήνα: 1995).

Παρ’ όλες τις συγκρούσεις των προηγουμένων δεκαετιών λόγω του Μακεδονικού, οι Σέρβοι, μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο παρέμειναν στα μάτια των Ελλήνων οι πιο αγαπημένοι τους Σλάβοι, οι πιο χρήσιμοι και οι πιο έξυπνοι. Ο λαός τους ήταν «θαρραλέος», «περήφανος», «εργατικός» και «θιασώτης της ελευθερίας». Οι Έλληνες στα μάτια των Σέρβων αποτελούσαν έναν «αδελφικό» λαό και η χώρα τους μια «αδελφική» χώρα, που ήταν φορέας του Χριστιανισμού μαζί με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπου η σερβική εκκλησία έμεινε ενταγμένη για αιώνες. Ο κοινός εχθρός στα Βαλκάνια – πρώτον η Οθωμανική Αυτοκρατορία και κατόπιν η Βουλγαρία – έφερνε τους δύο λαούς πιο κοντά. Οι Έλληνες περιγράφηκαν ως άνθρωποι «περήφανοι» λόγω της καταγωγής τους και της κληρονομιάς του αρχαίου πολιτισμού τους. Αυτοί, όπως και οι Σέρβοι, ήταν οι λαοί με πνεύμα ανεξαρτησίας και περιγράφηκαν ως πολεμιστές της εθνικής ιδέας και ως άτομα με εθνική αυτοσυνειδησία.64 Παρόλο που ο μύθος της σερβο-ελληνικής φιλίας δεν ήταν πάντα η αντανάκλαση της πραγματικότητας – όπου δεν συμβάδιζαν πολύ συχνά οι «πολιτικές αντιπαλότητες»65 και τα συναισθήματα των δύο λαών – έβρισκε τον τρόπο να επιβιώσει μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και, εξάλλου, μέχρι τις ημέρες μας. Η σερβο-ελληνική συνεργασία και φιλία, όσο και να ακούστηκε κατά περιόδους σαν μια «κενή φράση», αποτέλεσε αναπόσπαστο στοιχείο της σερβικής και ελληνικής εθνικής συνείδησης.66

Η Jasmina Tomašević είναι κάτοχος τίτλου μεταπτυχιακών σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 1. Για τη συνεργασία των Σέρβων και των Ελλήνων κατά τη διάρκεια των απελευθερωτικών τους αγώνων, βλ. Μιχαήλ Θ. Λάσκαρις, Έλληνες και Σέρβοι κατά τους απελευθερωτικούς των αγώνας 1804-1830, Αθήνα, 1936, σ. 13-88.ֹ Σπύρος Λουκάτος, Σχέσεις Ελλήνων μετά Σέρβων και Μαυροβουνίων κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν,   1823-1826,  Θεσσαλονίκη, 1970, σ. 27-162.ֹ Σπύρος Λουκάτος, «Σέρβοι, Μαυροβούνιοι και Βόσνιοι, μαχητές της ελληνικής ανεξαρτησίας, 1821- 1829», Ίδρυμα  Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 187 (1979), 101-151. ֹΑνώνυμος, Συνεργασία Ελλήνων και Σέρβων κατά τους απελευθερωτικούς αγώνες, 1804-1830: 1ο  Ελληνοσερβικό  Συμπόσιο, Θεσσαλονίκη,  1979, σ. 9-260. Ιωάννης  Παπαδριανός, Η ελληνική παλιγγενεσία του 1821 και η βαλκανική της διάσταση, Κομοτηνή, 1996, σ. 23-47. ֹΙωάννης Παπαδριανός, «Μαυροβούνιοι εθελοντές στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων στα 1821», Ελληνομαυροβουνιώτικο Συνέδριο 1, Θεσσαλονίκη, 2000, σ. 160-178. Barbara Jelavich,«The Balkan Nations and the Greek War of Independence», Balkan Studies Θεσσαλονίκη, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 156 (1976), 157-169.ֹ Barbara Jelavich, History of the Balkans. Eighteen and Nighteen Centuries, τόμ. Α΄, Cambridge, 1983, σ. 171-234.ֹ Dimitrije Đorđević, Nacionalne revolucije balkanskih naroda 1804–1914, Beograd, 1995, σ. 23-25, 34-35.ֹ Kliment Džambazovski, «Grci u Prvom srpskom ustanku», Balkan Studies, Θεσσαλονίκη, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 187 (1979), 185-195.ֹ Lazar Tomanović, Bokelji u ratu za oslobođenje gr ko, Zadar, 1873, σ. 5-43.ֹ Dušan Kašić, «Grčki ustanak i Srbi: povodom proslave 150-godišnjice ustanka grčkog naroda», Teološki pogledi: dvomesečni versko naučni časopis, IV/2 (1971), 143- 154.ֹ Nebojša Ozimić, «Melentijeva buna: doprinos niškog sveštenstva Grčkom ustanku 1821. godine», Crkvene studije: godišnjak Centra za crkvene studije, III/3 (2006), 389-394.

2. Υπάρχουν μόνο δύο μελέτες γραμμένες στη σερβική γλώσσα για τις σερβο-ελληνικές σχέσεις πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, βλ. Slavenko Terzić, Srbija i Grka (1856-1903): borba za Balkan, Beograd, ֹ Vladan Đorđević, Srbija i Grčka 1891-1893: prilog za istoriju srpske diplomatije pri kraju XIX veka, Beograd, 1923.

3. Terzić, ό.π., σ. 410.

4. Περισσότερο για το σερβικό εθνικό πρόγραμμα «Νατσερτάνιε», βλ. Dragoslav Stranjaković, Kako je postalo Garašaninovo „Na ertanije“, Beograd, 1939.ֹ Μελπομένη Κατσαροπούλου, Η προγραμματική βάση της σερβικής εθνικής πολιτικής τον 19ο και 20ό αι. Το «Naertanije» του Ηλία Γκαράσανιν, Θεσσαλονίκη, 2003.

5. Mark Mazower, Τα Βαλκάνια, Κώστας Κουρεμένος (μτφρ.), Αθήνα, 2003, σ. 27-28.

6. Radoslav Grujić – Sava Vuković, Pravoslavna srpska crkva: kulturno-istorijska baština, Kragujevac, 1989, σ. 151.

7. Το παρόμοιο όραμα για την απαλλαγή από τον τουρκικό ζυγό μοίραζε ένας άλλος έλληνας επαναστάτης, που άφησε επίσης την τελευταία του πνοή στο σερβικό έδαφος. Ο αγωνιστής του ΄21 από την περιοχή της Νάουσας, ο Δημήτριος Καρατάσος ήταν υποστηρικτής της σερβο-ελληνικής συνεργασίας για την οποία πίστευε πως ήταν η μόνη που μπορούσε να δώσει τέλος στην οθωμανική κυριαρχία στα Βαλκάνια. Με αυτή την ιδέα έφτασε στη Σερβία το 1861, αλλά είχε πεθάνει πριν να υπογράψει τη συμφωνία με τη σερβική πλευρά. Θάφτηκε με όλες τις τιμές κατά τη διαταγή του κνιάζ Μιχαήλ Ομπρένοβιτς, που του αφιέρωσε αυτούς τους στίχους γραμμένους στον τάφο του: «Περαστικέ, ενθάδε κείται ο ήρωας από το πεδίο μάχης μεγάλο και ιερό, από που πηγάζει η χαρά της Ελλάδος… Αν πας ποτέ σ΄ εκείνα τα μακρινά μέρη όπου μένουν οι Έλληνες, τα αδέρφια μας, πες τους πως εμείς ξέρουμε να εκτιμάμε τα πλήγματα, πες τους πως και αυτή η χώρα είχε απελευθερωθεί με αίμα», βλ. Milan Grol, Iz predratne Srbije, Beograd, 1939, σ. Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι φιλέλληνες κατά την Επανάστασιν του 1821. Διπλωματικαί διαπραγματεύσεις-πολεμικός αγών», Συνεργασία Ελλήνων και Σέρβων κατά τους απελευθερωτικούς αγώνες, σ. 71.

8. Για το Φεραίο έγραψαν και οι άλλοι σέρβοι συγγραφείς και ποιητές του 19ου αιώνα: ο Γιόβαν Στέριγια Πόποβιτς το έργο Rigine ode i himne Grcima (Ωδαί και ύμνοι του Ρήγα προς τους Έλληνας) το 1821 και το Sedmograno cvetno drvo posvećeno borbenim Grcima (Επτάκλωνο ανθοκλάδι αφιερωμένο στους αγωνιζόμενους Έλληνες) που παρέμεινε αδημοσίευτο, ο Σβέτομιρ Νικολάγιεβιτς το έργο Riga od Fere, pesnik i patriota (Ο Ρήγας Φεραίος, ποιητής και πατριώτης) το 1889, ο Πέρα Τοντόροβιτς το έργο Misterija Beograda (Το μυστήριο του Βελιγραδίου) το 1889 κ.ά.

9. Από το 1868 έως το 1903, η Ελλάδα διατηρούσε στο Βελιγράδι έναν επιτετραμμένο – με εξαίρεση την περίοδο 1868-1880 όταν διέθετε και γενικό πρόξενο. Ταυτόχρονα, η Σερβία διατηρούσε επιτετραμμένους στην Αθήνα κατά τις συγκεκριμένες περιόδους (1876, 1882-1885, 1886-1889 και 1891-1903), βλ. Lukijanos Hasiotis, Srpsko-gr ki odnosi 1913-1918. Savezni ke prednosti i politika rivalstva, Jasmina Tomašević (μτφρ.), Novi Sad, 2017, σ. 26

10. Στο μυθιστόρημα παρουσιάστηκε η ζωή των σημαντικών ελληνικών και βλάχικων οικογενειών του Βελιγραδίου, αλλά και η προσπάθεια των σέρβων εμπόρων να ενταχθούν στους εμπορικούς τους κύκλους, βλ. Dragutin J. Ilić, Hadži-Diša: roman iz života starog Beograda, Beograd, 1908, σ. 7.

11. Για τις εγκαταστάσεις των Ελλήνων στη Σερβία, τις οικονομικές, εκκλησιαστικές και εκπαιδευτικές τους δραστηριότητες, όπως και την κοινωνική τους θέση στη σερβική κοινωνία βλ. κυρίως Ιωάννης Α. Παπαδριανός, Οι Έλληνες της Σερβίας (18ος-20ος αι.), Αλεξανδρούπολη, 2001, σ. 7-114.ֹ Ιωάννης Α. Παπαδριανός, Οι Έλληνες πάροικοι του Σεμλίνου, 18-19ος αι. Διαμόρφωση της παροικίας, δημογραφικά στοιχεία, διοικητικό σύστημα, πνευματική και πολιτιστική δραστηριότητα, Θεσσαλονίκη, 1988, σ. 9-260.ֹ Joanis Papadrianos, «Grčka škola u Zemunu i Srbi (XVIII i XIX vek)», Balcanica, 22 (1991), 281-291.ֹ Jovanka Đorđević-Jovanović, «Grci u Beogradu. Skrivene manjine na Balkanu», Posebna izdanja Balkanološkog Instituta, 82 (2004), 157-175.

12. Περισσότερο για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία της Σερβίας, βλ. Jovanka Đorđević-Jovanović, «Η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στο Βελιγράδι. Από τον 18ο αιώνα μέχρι το 1921», Διαβαλκανικό Συνέδριο 2, Κομοτηνή, 2002, σ. 165-171.

13. Ο δάσκαλος ονόματι Κωνσταντίνος Ράνος βρέθηκε στην υπηρεσία του κνιάζ Μίλος και δίδασκε ελληνικά στα παιδιά του, βλ. Mita Petrović, Finansije i ustanove obnovljene Srbije do S jednim pogledom na raniji istorijski razvoj finansijskog uređenja u Srbiji: po originalnim dokumentima, τόμ. Α΄, Beograd, 1897, σ. 751, 754-756. Επίσης, ορισμένοι Σέρβοι όπως ο ποιητής Σίμα Μιλουτίνοβιτς Σαραγίλια και οι πολιτικοί Ηλίας Γκαράσανιν και Βλάνταν Τζόρτζεβιτς πήγαιναν και στο ελληνικό σχολείο στο Σέμλινο και το Βελιγράδι, βλ. Milan Đ. Milićević, Pomenik, Beograd, 1971, σ. 172.ֹ Dušan J. Popović, O Cincarima: prilozi pitanju postanka naše čaršije, Beograd, [b.g.], σ. 221, 239.

14. Sreten Popović, Putovanje po novoj Srbiji: (1878 i 1880), Beograd, 1950, σ. 434.

15. Ilić, ό.π., σ. 15.

16. Πέραν από τη γλώσσα, στα ελληνικά σχολεία διδάσκονταν και η ελληνική ιστορία, βλ. Popović, ό.π., σ. 242.

17. Dimitrije Nikolajević Darvar (επιμ. και μτφρ.), Zercalo Hristianskoe, Budim, 1801, σ. 7.

18. Vladan Đorđević, Grčka i srpska prosveta, Beograd, 1896, σ. 223.

19. Popović, ό.π., σ. 219.

20. Εκτός από τα βιβλία του Ζαχαριάδη που ήταν και τα πρώτα που χρησιμοποιήθηκαν στην εκπαίδευση, για τον ίδιο σκοπό κυκλοφόρησαν στη Σερβία διάφορα λεξικά και γραμματικές: τα λογοτεχνικά αποσπάσματα με σύντομο λεξικό της ελληνικής γλώσσας σε συγγραφή του δασκάλου στο ελληνικό σχολείο του Σεμλίνου και του μεταφραστή του Κοραή στη σερβική γλώσσα, του Βουκάσιν Ράδισιτς (1837), το λεξικό με καθημερινές εκφράσεις στην ελληνική και τουρκική γλώσσα του Ράντοβ Πέντσο (1845), η γραμματική της σερβικής και ελληνικής γλώσσας (1845) και το διδακτικό εγχειρίδιο για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στην Εμπορική Σχολή του παιδαγωγού Ευθυμίου Αμπράμοβιτς (1846, 1855), το μικρό σερβο-ελληνικό λεξικό του Ρίστα Γιοβάνοβιτς (1855), η γραμματική της σερβικής και ελληνικής γλώσσας του δασκάλου στο ελληνικό σχολείο του Νόβι Σαντ, του Νικόλαου Γιαννακίδη (1863) κ.ά.

21. Ο Ζαχαριάδης μετέφρασε στη σερβική ή σλαβοσερβική γλώσσα τα εξής έργα των αρχαίων Ελλήνων: H Περί παίδων αγωγής του Πλουτάρχου του Χαιρωνέως (1807), όπως και τα Γαμικά παραγγέλματα του ίδιου συγγραφέα (1808), η Παραίνεσιν προς Δημόνικον του Ισοκράτη (1807), Η δίκη των φωνηέντων του Λουκιανού του Σαμοσατέως (1834) που την υπέγραψε με το ψευδώνυμο «Φιλοσέρβος Κρίτων» και το έργο Hranilište iliti amajlija (Βιότοπος ή φυλαχτό) (1837), που ήταν η συλλογή διάφορων αποφθεγμάτων και σκέψεων των σοφών ανθρώπων της αρχαίας Ελλάδας, βλ. Žarko Vojnović (επιμ.), Srpska bibliografija: knjige: 1801-1867, τόμ. Α΄, Beograd, 2019, σ. 88, 115, 123, 176, 294, 316, 345, 385.

22. Ο Παπακωστόπουλος υποστήριξε τη λανθασμένη άποψη της ελληνιστικής εποχής ότι ο Όμηρος ήταν συγγραφέας του έπους Βατραχομυομαχία.

23. Jovanka Đorđević-Jovanović, «Ο ιατροφιλόσοφος Παναγιώτης Παπακωστόπουλος, απόδημος στη Σερβία από το Βελβενδό Δυτικής Μακεδονίας», Η Δυτική Μακεδονία κατά τους χρόνους της τουρκικής κυριαρχίας με έμφαση στους Δυτικομακεδόνες απόδημους στις βαλκανικές χώρες (15 ος αιώνας έως το 1912), Σιάτιστα, 2003, σ. 2-5.

24. Εκτός από το έργο των τριών ελλήνων δασκάλων και καθηγητών, μέχρι τη Συνθήκη του Βερολίνου στη Σερβία δημοσιεύτηκαν ελληνικά βιβλία και μεταφράσεις από την ελληνική γλώσσα, που συνήθως είχαν ως θέμα τη θρησκεία. Ο σέρβος λογοτέχνης και ιερέας Βιτσέντιε Ράκιτς, που είχε γράψει και τη συλλογή ποιημάτων για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1854), ήταν ιδιαίτερα παραγωγικός μεταφραστής: το κρητικό θρησκευτικό δράμα Η θυσία του Αβραάμ (1799), το Φυλακτήριον της ψυχής του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου (1800), το Άνθος Χαρίτων του Τομμάσο Γκοτζαντίνι (1800), τα ηθικά διδάγματα του Αγίου Σπυρίδωνα του Θαυματουργού (1802), η συλλογή προσευχών στον Χριστό και την Παναγία (1808), τα Θαυμάσια της υπεραγίας Θεοτόκου του Αγαπίου Λάνδου (1808), η συλλογή ποιημάτων του ιατροφιλοσόφου από τη Κοζάνη, του Γεωργίου Σακελλαρίου (Plač Đorđa Saćelarija, na smrt ljubezne svoje supruge Naste Karakase, 1821) κ.ά., βλ. Vojnović, ό.π., σ. 84, 119, 122, 134, 146.

25. Gordana Blagojević, «Τριαντάφυλλος Δούκας, Ιστορία των Σλαβενοσέρβων», Balcanica, 35 (2004), 357.

26. Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, στα σερβικά αναγνωστήρια μπορούσε να διαβάσει κανείς πάνω από 230 εφημερίδες σε 14 ξένες γλώσσες. Κάποιες απ’ αυτές ήταν και στην ελληνική γλώσσα που έφταναν τακτικά από την Ελλάδα, όπως οι Αιών, Αθήνα, Αμάλθεια, Ελλάδα, Ημέρα, Θεολόγος, Ισοκράτης, Τηλέγραφος και Χρόνος, βλ. Desanka Stamatović, «Strani i domaći časopisi i novine u srpskim čitalištima druge polovine XIX veka», Nauka i tehnika u Srbiji druge polovine XIX veka (1854-1904), Todor I. Podgorac (επιμ.), Kragujevac, 1998, σ. 714.ֹ Đorđević-Jovanović, «Grci u Beogradu», 165.

27. Βασίλης Κ. Γούναρης, Τα Βαλκάνια των Ελλήνων: Από το Διαφωτισμό έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Αθήνα, 2007, σ. 321-323.

28. Στην προσπάθεια να εκδώσει το βιβλίο του, ζήτησε τη βοήθεια του φιλολόγου και μεταρρυθμιστή της σερβικής γλώσσας, του Βουκ Στεφάνοβιτς Κάρατζιτς, «να βρει έλληνες και σέρβους συνδρομητές» που θα στήριζαν οικονομικά την έκδοσή του. Από τη στιγμή που το έργο παρέμεινε αδημοσίευτο μέχρι τις μέρες μας, γνωρίζουμε πως ο Κάρατζιτς απέτυχε στην αποστολή αυτή, βλ. Vuk Stefanović Karadžić, Prepiska III, 1826–1828, Golub Dobrašinović (επιμ.), Beograd, 1989, σ. 64-65.ֹ Kosta Milunović, «Grčki ustanci u srpskoj književnosti», Braničevo: časopis za književnost, kulturna i društvena pitanja, 2-3 (Μάρτιος-Ιούνιος 1967), 10.

29. Ανώνυμος, Boj kod Navarina ili razorenje turske flote, Avram Branković (μτφρ.), Budim, 1829, σ. VII-XII.

30. Karl Heinrich Hermes, Ustanak grčki: od početka (1821), do bitke pod Navarinom (1827 god.), Đorđe Protić (μτφρ.), Novi Sad, 1829, σ. I.

31. Χρειάζεται να τονιστεί πως η κυκλοφορία των πρώτων καθημερινών εφημερίδων στη Σερβία αργοπορούσε σε σύγκριση με την Ελλάδα. Μόλις το 1878, μετά τη Συνθήκη του Βερολίνου, άρχισαν να δημοσιεύονται οι πρώτες εφημερίδες στη σερβική γλώσσα, που αποτέλεσαν ουσιαστικά τα επίσημα όργανα των πολιτικών κομμάτων. Τέτοιες ήταν οι Samouprava (Αυτοδιοίκηση), Videlo (Φως) και Srpska nezavisnost (Σερβική ανεξαρτησία). Όσον αφορά εκείνες που κυκλοφορούσαν στο αυστριακό έδαφος ήταν η Zastava (Σημαία) από το Νόβι Σαντ και η Srbobran (Υπερασπιστής των Σέρβων) από το Ζάγκρεμπ. Οι εφημερίδες αυτές ενημέρωναν το σερβικό κοινό για τα γεγονότα στην Ελλάδα, όπως εκείνα της Κρητικής Επανάστασης (1895-1898) και του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897, ενώ καμιά φορά άγγιζαν και τα ιστορικά θέματα της προγενέστερου περιόδου, βλ. Nemanja M. Kalezić – Jasmina I. Tomašević, «The Struggle for Independence: Serbia and Greece as Mirrored in the Press During the Last Decades of the 19th Century», αδημοσίευτη εισήγηση στο συνέδριο «New Tendencies in Ottoman Researches (INOCTE 2019)», Belgrade, 2019, σ. 8-12.

32. Otadžbina: književnost, nauka, društveni život, «Posle bombardovanja Beograda», 8/29 (1881), 1-34, «Stara i nova Grčka», 18/70 (1888), 381-392.ֹ Službeni vojni list: organ i izdanje Vojnog ministarstva, «Grčka vojska», 16 (1881), 333-334, 24 (1881), 533-536.ֹ Srpska nezavisnost, 1 Μαΐου 1882, αριθ. 67, σ. 2.ֹ Delo: list za nauku, književnost i društveni život, «Istočno pitanje», 1 (1894), 496-508, 2 (1894), 448-466, «Intervencija u međunarodnom pravu s obzirom na Tursku», 30 (1904), 386-394, «Odnosi Karađorđevi i Miloševi sa Grcima. Prevod grčkih dokumenata iz Filomonove istorije Grčkog ustanka», 1-3 (1907), 9-10, 174-175.ֹ Prosvetni glasnik: službeni list Ministarstva prosvete i crkvenih poslova Kraljevine Srbije, «Opšta istorija», 6 (1894), 44-103.ֹ Srpski književni glasnik, «Pogled na ulogu Rusije i Austrije u Isto nom pitanju», 10/8 (1903), 584-605.

33. «Ἐάν ὅμως ἡ τῆς Ἐλλάδος αὕτή ἀδελφή, ἤτις καὶ θρησκευτικῷς ἀναποστάσεως ὑπάρχει συνδεδεμένη μετ’ αὐτῆς, ἑνωθῆ καὶ πολιτικῷς δι’ ἀγῷνα τὸν ἅπαντα, διὰ φιλικῆς καὶ ἀνασπάστου ὁμοσπονδίας, θέλει ἰσχυροποιηθῆ μεγάλως, ἀποκαθισταμένη σεβαστὴ παντοῦ», βλ. Λάμπρος Κουτσονίκας, Γενική ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα, 1863-1864, σ. 121.

34. Σταμάτιος Θ. Λάσκαρις, Διπλωματική ιστορία της Ελλάδος, 1821-1914, Αθήνα, 1947, σ. 117. Μιχαήλ Λάσκαρης, Το Ανατολικόν Ζήτημα, 1800-1923, τόμ. Α΄: 1800-1878, Θεσσαλονίκη, 1948, σ. 225.

35. Στο σερβικό εθνικό πρόγραμμα του Γκαράσανιν, που καθόρισε τη σερβική εξωτερική πολιτική μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν αναφέρονταν τα ονόματα των περιοχών της Παλαιάς Σερβίας (Ράσκα, Κοσσυφοπέδιο, Σκόπια), όπως και της Μακεδονίας (κάποιες περιοχές των βιλαετιών του Μοναστηρίου και της Θεσσαλονίκης). Όμως, εφόσον ο σέρβος πολιτικός ανέφερε στο πρόγραμμά του την Αυτοκρατορία του Δουσάν, θέτοντάς την ως βάση του νέου σερβικού κράτους, συμπεραίνεται πως αυτές οι περιοχές ήταν αυτονόητα εντός. Το μεσαιωνικό σερβικό κράτος νομιμοποιούσε το ιστορικό δίκαιο του σερβικού έθνους για τις περιοχές αυτές, βλ. Κατσαροπούλου, ό.π., σ. 172-179.

36. Για τη σερβική πολιτική στη Μακεδονία από την ίδρυση της βουλγαρικής εξαρχίας και τη σερβική αντιμετώπιση του Μακεδονικού Ζητήματος, βλ. Κωνσταντίνος Κατσάνος, «Η Μακεδονία των Σέρβων 1870-1941: από την Παλαιά στη Νότια Σερβία», Μακεδονικές ταυτότητες το χρόνο: διεπιστημονικές προσεγγίσεις, Ιωάννης Στεφανίδης (επιμ.), Αθήνα, 2008, σ. 212-234.ֹ Ljubiša Doklestić, Kroz historiju Makedonije: izabrani izvori, Zagreb, 1964, σ. 52-194. tojan Novaković, Najnovija balkanska kriza i srpsko pitanje: beleške, razmišljanja, razgovori i politiki članci iz 1908-1909, Beograd, 1910, σ. 2-100. Stojan Novaković, S’ Morave na Vardar, Beograd, 1892, σ. 3-109. ֹ  Stojan  Novaković,  Balkanska  pitanja  i  manje  istorijsko-politike  beleške  o  Balkanskom poluostrvu  1886-1905,  Beograd,  1906,  σ.  7-549. ֹ Stojan  Protić,  O  Makedoniji  i  Makedoncima, Beograd, 1928, σ. 4-107.ֹ Marko P. Cemović, Makedonski problem i Makedonci, Beograd, 1913, σ. 21-106.ֹ Jovan Cvijić, Balkansko poluostrvo i južnoslovenske zemlje: osnovi antropogeografije, Borivoje Drobnjaković (επιμ.), Beograd, 1931, τόμ. Β΄, σ. 73-171.ֹ Jovan Cvijić, Nekolika promatranja o etnografiji Makedonskih Slovena, Beograd, 1906, σ. 2-67.ֹ Jovan Cvijić, O balkanskim psihikim tipovima, Ivo Andrić (επιμ.), Beograd, 1988, σ. 15-113.ֹ Jovan Cvijić, Sabrana dela, knjiga 3. Govori i članci, Radomir Lukić (επιμ.), Beograd, 1987, σ. 34-61.ֹ Jovan Cvijić, Sabrana dela, knjiga 8. Osnovi za geografiju i geologiju Makedonije i Stare Srbije, Beograd, 1995, σ. 53-57, 437-464.ֹ Pavle Orlović – Svetislav Simić, «Maćedonija i maćedonsko pitanje», Srpski književni glasnik, 8 (Ιούνιος, 1902), 1264-1269.ֹ Pavle Orlović – Svetislav Simić, «Maćedonsko pitanje i turkofilstvo», Srpski književni glasnik, 6 (Αύγουστος, 1902), 459-467.

37. Ο Νοβάκοβιτς θεωρούσε πως η συνεργασία των δύο χωρών ήταν απαραίτητη για την καταπολέμηση της βουλγαρικής Εξαρχίας. Ήταν σίγουρα ο μοναδικός Σέρβος της εποχής που γνώριζε τόσα πολλά για το ελληνικό εθνικό πρόγραμμα και την ελληνική εθνική ιδεολογία. Έχοντας ευκαιρία να γνωρίσει τους ελληνικούς κύκλους της Κωνσταντινούπολης κατά τη διάρκεια της θητείας του, ενδιαφέρθηκε για την καθημερινή ζωή τους και τον ελληνικό πολιτισμό. Προσπάθησε να φέρει τους Έλληνες πιο κοντά στο σερβικό λαό, μεταφράζοντας και συγγράφοντας διάφορα εγχειρίδια ελληνικής ιστορίας και συλλογές ποιημάτων. Στη Σερβία έγιναν γνωστά τα έργα του: Jelada i Jelini (Η Ελλάς και οι Έλληνες, 1874), Grčke misli o etnografiji Balkanskog poluostrva (Ελληνικές σκέψεις περί της εθνογραφίας της Βαλκανικής Χερσονήσου, 1890), Carigradska patrijaršija i pravoslavlje u evropskoj Turskoj (Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Ορθοδοξία στην ευρωπαϊκή Τουρκία, 1895), όπως και οι μεταφράσεις των ελληνικών δημοτικών ποιημάτων από την τσεχική γλώσσα στο λογοτεχνικό περιοδικό Vila (Νεράιδα).

38. Hasiotis, ό.π., σ. 306.

39. Σπυρίδων Σφέτας, Η διαμόρφωση της σλαβομακεδονικής ταυτότητας. Μια επώδυνη διαδικασία, Θεσσαλονίκη, 2003, σ. 58.

40. Đorđević, Srbija i Grčka, σ. 263.

41. Čedomilj Mijatović, Constantine, the Last Emperor of the Greeks, or, the Conquest of Constantinople by the Turks (A.D. 1453). After the Last Historical Researches, London, 1892, σ. XII.

42. Male novine, 24 Ιουνίου 1889, αριθ. 184, σ. 2, 30 Ιουνίου 1889, αριθ. 190, σ. 2-3. Ιουλίου 1889, αριθ. 2569, σ. 1-2, 7 Ιουλίου 1889, αριθ. 2571, σ. 1-2.

43. Jovanka Đorđević-Jovanović, «Greece in Serbian periodicals (first half of 20th century)», Balkan Studies, 45/1-2 (2004), 166.

44. Μετέφρασε τα θεατρικά έργα του Άγγελου Βλάχου Βραδινό γλέντι στου κυρίου Σουζαμάτη το 1890 και του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή Του Κοντρούλη ο γάμος το Ταυτόχρονα συνεισέφερε στην προσέγγιση των δύο πλευρών με συγγραφή βιβλίων και άρθρων όπως «Εικόνες από την Αθήνα και κοντινές περιοχές» το 189?, «Ο Σέρβος ποιητής Λ.Κ. Λαζάρεβιτς» το 1892, Η ελληνική και η σερβική παιδεία το 1896 κ.ά.

45. Γούναρης, ό.π., σ. 195.

46. Στο ίδιο, σ. 327.

47. Έλλη Σκοπετέα, «Οι Έλληνες και οι εχθροί τους. Η κατάσταση του έθνους στις αρχές του 20ού αιώνα», Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Οι Απαρχές 1900-1922, Χρήστος Χατζηιώσηφ (επιμ.), τόμος Α΄, Αθήνα, 1999, σ. 23.

48. Slobodan Marković, «British Perceptions of the Salonika Front», The Salonica Theatre of Operations and the Outcome of the Great War: Proceedings of the International Conference, Thessaloniki, 16-18 April 2002, Θεσσαλονίκη, 2005, σ. 410.

49. Basil C. Gounaris, «‘A Mysterious Bond forged by History’: The Making of Greek-Serbian Traditional Friendship in 19th Century Greece», Balkan Studies, 45/1-2 (2004), 18.

50. Περισσότερο για τους λόγους αποτυχίας της σερβικής δράσης στη Μακεδονία, βλ. Σοφία Βούρη, Εκπαίδευση και Εθνικισμός στα Βαλκάνια. Η περίπτωση της βορειοδυτικής Μακεδονίας (1870- 1904), Αθήνα, 1992, σ. 30-34.

51. Ακρόπολις, 13 Ιανουαρίου 1910, αριθ. 6730, σ. 1, 14 Ιανουαρίου 1910, αριθ. 6731, σ. 1.

52. Jacob Gold Schurman, The Balkan Wars, 1912-1913, London, 1914, σ. 3.

53. Λευτέρης Σταυριανός, Τα Βαλκάνια από το 1453 και μετά, Ελένη Δελιβάνη (μτφρ.), Θεσσαλονίκη, 2007, σ. 534.

54. Hasiotis, ό.π., σ. 43-47.

55. Γούναρης, ό.π., σ. 219-220.

56 Terzić, ό.π., σ. 371, 411-412.

57. Hasiotis, ό.π., σ. 461.

58. Έλλη Σκοπετέα, Το «πρότυπο Βασίλειο» και η Μεγάλη ιδέα. Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Αθήνα, 1988, σ. 416-420.

59. Στέφανος Παπαγεωργίου, Από το γένος στο έθνος. Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους 1821- 1862, Αθήνα, 2005, σ. 116-117.

60. Terzić, ό.π., σ. 305.

61. Περισσότερο για την Ανατολική Ομοσπονδία, βλ. Λουκιανός Χασιώτης, «Η Ανατολική Ομοσπονδία»: Δύο ελληνικές φεντεραλιστικές κινήσεις του 19ου αιώνα, Θεσσαλονίκη, 2001, σ. 12-61.

62. Γούναρης, ό.π., σ. 177, 218.

63. Pravda, 24 Απριλίου 1912, αριθ. 113, σ. ֹ Ακρόπολις, 7 Μαΐου 1912, αριθ. 6984, σ. 3.

64. Κωνσταντίνος Μητσόπουλος, Γεωγραφία της Ευρώπης και ιδίως της Ευρωπαϊκής Τουρκίας προς χρήσιν της πρώτης τάξεως των Γυμνασίων, Αθήνα, 1892, σ. 190.ֹ Σπύριδων Σφέτας, Εισαγωγή στη Βαλκανική Ιστορία, από την οθωμανική κατάκτηση των Βαλκανίων μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1354-1918), τόμ. Α΄, Θεσσαλονίκη, 2009, σ. ֹ Stojan Novaković, Jelada i Jelini: putopis, statistika, administracija, Beograd, 1874, σ. 50-63.ֹ Σκοπετέα, «Οι Έλληνες και οι εχθροί τους», σ. 23. Terzić, ό.π., σ. 411.

65. Hasiotis, ό.π., σ. 18.

66. Terzić, ό.π., σ. 419.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Δημοσιευμένες πηγές

Ανώνυμος, Boj kod Navarina ili razorenje turske flote [Ναυμαχία του Ναυαρίνου ή συντριβή του τουρκικού στόλου], Avram Branković (μτφρ.), Budim: Pismeni Kr. Vseučilišta Peštanskog 1829.

Grol, Milan, Iz predratne Srbije [Από την προπολεμική Σερβία], Beograd: Srpska književna zadruga 1939.

Darvar, Nikolajević Dimitrije (επιμ. και μτφρ.), Zercalo Hristianskoe [Καθρέφτης του Χριστιανισμού], Budim: Slaveno-srbska pečatnja Kraljevskago vseučilišta vengerskago 1801.

Ilić, Dragutin J., Hadži-Diša: roman iz života starog Beograda [Ο Χατζή-Ντίσα: μυθιστόρημα περί της ζωής του παλιού Βελιγραδίου], Beograd: Srpska književna zadruga 1908.

Popović, Sreten L., Putovanje po novoj Srbiji: (1878 i 1880) [Ταξιδεύοντας στη νέα Σερβία: (1878 και 1880)], Beograd: Srpska književna zadruga 1950.

Hermes, Heinrich Karl, Ustanak grčki: od početka (1821), do bitke pod Navarinom (1827 god.) [Ελληνική Επανάσταση: από την έναρξη (1821) μέχρι τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου (1827)], Đorđe Protić (μτφρ.), Novi Sad: Nar. knjigopečatnja Dan. Medakovića 1829.

 

Βοηθήματα

Ανώνυμος, Συνεργασία Ελλήνων και Σέρβων κατά τους απελευθερωτικούς αγώνες, 1804-1830: 1ο Ελληνοσερβικό Συμπόσιο, Θεσσαλονίκη: Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών 1979.

Blagojević, Gordana, «Τριαντάφυλλος Δούκας, Ιστορία των Σλαβενοσέρβων», Balcanica, 35 (2004), 357-358.

Vojnović, Žarko (επιμ.), Srpska bibliografija: knjige: 1801-1867 [Σερβική βιβλιογραφία: βιβλία: 1801-1867], τόμ. Α΄, Beograd: Narodna biblioteka Srbije 2019.

Gounaris, Basil C., «‘A Mysterious Bond forged by History’: The Making of Greek-Serbian Traditional Friendship in 19th Century Greece», Balkan Studies, 45/1-2 (2004), 5-22.

Γούναρης, Βασίλης Κ., Τα Βαλκάνια των Ελλήνων: Από το Διαφωτισμό έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Αθήνα: Επίκεντρο 2007.

Grujić, Radoslav – Vuković, Sava, Pravoslavna srpska crkva: kulturno-istorijska baština [Η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία: πολιτιστική και ιστορική κληρονομιά], Kragujevac: Svetlost 1989.

Đorđević-Jovanović, Jovanka, «Greece in Serbian periodicals (first half of 20th century)», Balkan Studies, 45/1-2 (2004), 157-167.

Đorđević-Jovanović, Jovanka, «Grci u Beogradu. Skrivene manjine na Balkanu» [Έλληνες του Βελιγραδίου. Κρυμμένες μειονότητες στα Βαλκάνια], Posebna izdanja Balkanološkog Instituta, 82 (2004), 157-175.

Đorđević-Jovanović, Jovanka, «Ο ιατροφιλόσοφος Παναγιώτης Παπακωστόπουλος, απόδημος στη Σερβία από το Βελβενδό Δυτικής Μακεδονίας», Η Δυτική Μακεδονία κατά τους χρόνους της τουρκικής κυριαρχίας με έμφαση στους Δυτικομακεδόνες απόδημους στις βαλκανικές χώρες (15ος αιώνας έως το 1912), Σιάτιστα: Μανούσεια Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη 2003, σ. 1- 6.

Đorđević, Vladan, Grčka i srpska prosveta [Η ελληνική και η σερβική παιδεία], Beograd: Srpska kraljevska akademija 1896.

Đorđević, Vladan, Srbija i Grčka 1891-1893: prilog za istoriju srpske diplomatije pri kraju XIX veka [Η Σερβία και η Ελλάδα 1891-1893: συμβολή στην ιστορία της σερβικής διπλωματίας στα τέλη του 19ου αιώνα], Beograd: Srpska kraljevska akademija 1923.

Kalezić, Nemanja M. – Tomašević, Jasmina I., «The Struggle for Independence: Serbia and Greece as Mirrored in the Press During the Last Decades of the 19th Century», αδημοσίευτη εισήγηση στο συνέδριο «New Tendencies in Ottoman Researches (INOCTE 2019)», Belgrade: University of Belgrade 2019.

Karadžić, Stefanović Vuk, Prepiska III, 1826–1828 [Αλληλογραφία ΙΙΙ, 1826-1828], Golub Dobrašinović (επιμ.), Beograd: Prosveta 1989.

Κατσαροπούλου, Μελπομένη, Η προγραμματική βάση της σερβικής εθνικής πολιτικής τον 19ο και 20ό αι. Το «Načertanije» του Ηλία Γκαράσανιν, Θεσσαλονίκη: Βάνιας 2003.

Κουτσονίκας, Λάμπρος, Γενική ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα: Τύποις του Ευαγγελισμού 1863-1864.

Λάσκαρης, Μιχαήλ, Το Ανατολικόν Ζήτημα, 1800-1923, τόμ. Α΄: 1800-1878, Θεσσαλονίκη: [χ.ό.] 1948.

Λάσκαρις, Σταμάτιος Θ., Διπλωματική ιστορία της Ελλάδος, 1821-1914, Αθήνα: Τζάκας- Δελαγραμμάτικας 1947.

Mazower, Mark, Τα Βαλκάνια, Κώστας Κουρεμένος (μτφρ.), Αθήνα: Πατάκης 2003.

Marković, Slobodan, «British Perceptions of the Salonika Front and the Belligerent Balkan Countries», The Salonica Theatre of Operations and the Outcome of the Great War: Proceedings of the International Conference, Thessaloniki, 16-18 April 2002, Θεσσαλονίκη: IMXA 2005, σ. 409-429.

Μητσόπουλος, Κωνσταντίνος, Γεωγραφία της Ευρώπης και ιδίως της Ευρωπαϊκής Τουρκίας προς χρήσιν της πρώτης τάξεως των Γυμνασίων, Αθήνα: Σ.Κ. Βλαστώ 1892.

Mijatović, Čedomilj, Constantine, the Last Emperor of the Greeks, or, the Conquest of Constantinople by the Turks (A.D. 1453). After the Last Historical Researches, London: Sampson Low, Marston & company 1892.

Milićević, Milan Đ., Pomenik [Μνημόνευση], Beograd: Srpska književna zadruga 1971.

Milunović, Kosta, «Grčki ustanci u srpskoj književnosti» [Ελληνικές εξεγέρσεις στη σερβική λογοτεχνία], Braničevo: časopis za književnost, kulturna i društvena pitanja, 2-3 (Μάρτιος- Ιούνιος 1967), 3-19.

Novaković, Stojan, Jelada i Jelini: putopis, statistika, administracija [Η Ελλάς και οι Έλληνες: οδοιπορικό, στατιστική, διοίκηση], Beograd: štamparija N. Stefanovića i družine 1874.

Παπαγεωργίου, Στέφανος, Από το γένος στο έθνος. Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους 1821-1862, Αθήνα: Παπαζήσης 2005.

Παπαδριανός, Ιωάννης Α., Οι Έλληνες πάροικοι του Σεμλίνου, 18-19ος αι. Διαμόρφωση της παροικίας, δημογραφικά στοιχεία, διοικητικό σύστημα, πνευματική και πολιτιστική δραστηριότητα, Θεσσαλονίκη: ΙΜΧΑ 1988.

Petrović, Mita, Finansije i ustanove obnovljene Srbije do 1842. S jednim pogledom na raniji istorijski razvoj finansijskog uređenja u Srbiji: po originalnim dokumentima [Οικονομία και θεσμοί της ανανεωμένης Σερβίας μέχρι το 1842. Με μια ματιά στην προηγούμενη ιστορική εξέλιξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος στη Σερβία: κατά τα πρωτότυπα έγγραφα], τόμ. Α΄, Beograd: Ministarstvo finansija 1897.

Popović, Dušan J., O Cincarima: prilozi pitanju postanka naše čaršije [Περί των Αρμάνων: συνεισφορά στο ζήτημα της προέλευσης της πόλης μας], Beograd: Grafički institut Narodna misao [b.g.].

Σκοπετέα, Έλλη, «Οι Έλληνες και οι εχθροί τους. Η κατάσταση του έθνους στις αρχές του 20 ού αιώνα», Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Οι Απαρχές 1900-1922, Χρήστος Χατζηιώσηφ (επιμ.), τόμος Α΄, Αθήνα: Βιβλιόραμα 1999.

Σκοπετέα, Έλλη, Το «πρότυπο Βασίλειο» και η Μεγάλη ιδέα. Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Αθήνα: Πολύτυπο 1988.

Stamatović, Desanka, «Strani i domaći časopisi i novine u srpskim čitalištima druge polovine XIX veka» [Ξένες και εγχώριες εφημερίδες και περιοδικά στα σερβικά αναγνωστήρια στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα], Nauka i tehnika u Srbiji druge polovine XIX veka (1854- 1904), Todor I. Podgorac (επιμ.), Kragujevac: Univerzitet, 1998, σ. 711-725.

Σταυριανός, Λευτέρης, Τα Βαλκάνια από το 1453 και μετά, Ελένη Δελιβάνη (μτφρ.), Θεσσαλονίκη: Βάνιας 2007.

Σφέτας, Σπύριδων, Εισαγωγή στη Βαλκανική Ιστορία, από την οθωμανική κατάκτηση των Βαλκανίων μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1354-1918), τόμ. Α΄, Θεσσαλονίκη: Βάνιας 2009.

Σφέτας, Σπυρίδων, Η διαμόρφωση της σλαβομακεδονικής ταυτότητας. Μια επώδυνη διαδικασία, Θεσσαλονίκη: Βάνιας 2003.

Schurman, Gold Jacob, The Balkan Wars, 1912-1913, London: Oxford University Press 1914. Terzić, Slavenko, Srbija i Grčka (1856-1903): borba za Balkan [Η Σερβία και η Ελλάδα (1856-1903): ο αγώνας για τα Βαλκάνια], Beograd: SANU 1992.

Χασιώτης, Λουκιανός, «Η Ανατολική Ομοσπονδία»: Δύο ελληνικές φεντεραλιστικές κινήσεις του 19ου αιώνα, Θεσσαλονίκη: Βάνιας 2001.

Hasiotis, Lukijanos, Srpsko-grčki odnosi 1913-1918. Savezničke prednosti i politička rivalstva [Σερβο-ελληνικές σχέσεις 1913-1918: συμμαχικές προτεραιότητες και πολιτικές αντιπαλότητες], Jasmina Tomašević (μτφρ.), Novi Sad: Prometej 2017.

 

Εφημερίδες

Ακρόπολις, Αθήνα, 1889, 1910, 1912.

Delo: list za nauku, književnost i društveni život [Πράξη: περιοδικό επιστήμης, λογοτεχνίας και κοινωνικής ζωής], Beograd, 1894, 1904, 1907.

Male novine [Μικρές εφημερίδες], Beograd, 1889.

Otadžbina: književnost, nauka, društveni život [Πατρίδα: λογοτεχνία, επιστήμη, κοινωνική ζωή], Beograd, 1881, 1888.

Pravda [Δικαιοσύνη], Beograd, 1912.

Prosvetni glasnik: službeni list Ministarstva prosvete i crkvenih poslova Kraljevine Srbije [Εκπαιδευτικό περιοδικό: το επίσημο όργανο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων του Βασιλείου της Σερβίας], Beograd, 1894.

Službeni vojni list: organ i izdanje Vojnog ministarstva [Επίσημη εφημερίδα του Στρατού: το όργανο και η έκδοση του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας], Beograd, 1881.

Srpski književni glasnik [Σερβικός λογοτεχνικός αγγελιαφόρος], Beograd, 1903.

Srpska nezavisnost [Σερβική ανεξαρτησία], Beograd, 1882.

 

 

 

Ίνα Μουλλάι: «Συστήματα». Οι βυζαντινές συντεχνίες και το «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» (τέλη 9ου – 12ος αι.)

Ίνα Μουλλάι

 

«Συστήματα».

Οι βυζαντινές συντεχνίες και το «Ἐπαρχικόν Βιβλίον»

(τέλη 9ου – 12ος αι.)

 

Το Βυζάντιο κληρονόμησε από τη ρωμαϊκή οικονομική παράδοση και πρακτική τις κοινότητες όμοιων επαγγελματιών, τα ρωμαϊκά δηλαδή collegia ή corpora (ελλην. σύλλογοι ή ἑταιρεῖαι ή σωματεῖα). Επρόκειτο ουσιαστικά για συνεταιριστικούς δεσμούς, οι οποίοι μπορούν καταχρηστικά να ονομαστούν και συντεχνίες. Στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» του 10ου αι. (βλ. σχετικά παρακάτω) η έννοια της συντεχνίας προσδιορίζεται ωστόσο με τους τεχνικούς όρους σύστημα /-ήματα ή κοινότης τοῦ συστήματος. Η αλήθεια είναι ότι παρατηρείται κάποια ασάφεια ως προς την ειδική ορολογία που χρησιμοποιούν οι σύγχρονοι ερευνητές για να προσδιορίσουν τις διάφορες βυζαντινές συντεχνίες· αυτό συμβαίνει διότι οι τελευταίοι ενίοτε δεν υιοθετούν στις δημοσιεύσεις τους την αυστηρή ορολογία των μεσαιωνικών ελληνικών κειμένων, αλλά «παρασύρονται» τρόπον τινά από τον σύγχρονο γενικό αγγλικό όρο guilds. Αξιοσημείωτη ως προς αυτό είναι ωστόσο η διαφοροποίηση του G. C. Maniatis: O συγκεκριμένος μελετητής επισημαίνει (ορθά κατά τη γνώμη μας) ότι οι έννοιες / όροι collegia, σύλλογοι, ἑταιρεῖαι, σωματεῖα / corpora, συστήματα, ἐργαστηριακοί και οι αποκαλούμενοι οἱ τῶν βαναύσων τεχνῶν δεν θα πρέπει να συγχέονται και να ταυτίζονται με τις συντεχνίες και το συντεχνιακό σύστημα της Κωνσταντινούπολης, δηλαδή με τα αποκαλούμενα συστήματα. Ο ίδιος ερευνητής διακρίνει δυο ξεχωριστές ομάδες συντεχνιών, τις κρατικές – υποχρεωτικές (συστήματα) και τις εθελοντικές συνενώσεις (σωματεῖα και σύλλογοι). Η διάκρισή τους στηριζόταν κυρίως στο ενδιαφέρον ή όχι που έδειχνε το κράτος για αυτά τα επαγγέλματα και τους ασκούντες τους ¹.

Όλες οι συντεχνίες υπόκειντο στον έλεγχο του ἐπάρχου τῆς (Κωνσταντινου)πόλεως. Η συμμετοχή των επαγγελματιών στις διάφορες βυζαντινές συντεχνίες ήταν υποχρεωτική μόνο για τις περιπτώσεις που αναφέρονται ρητά στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον». Η αλήθεια είναι ότι έχουν διατυπωθεί πολλές θεωρίες σχετικά με τη χρονολόγηση και το περιεχόμενο του συγκεκριμένου έργου, το οποίο απευθυνόταν από τον αυτοκράτορα στον ἔπαρχον τῆς πόλεως, αξιωματούχο επόπτη και ρυθμιστή των επαγγελματικών δραστηριοτήτων και συναλλαγών στην ιδιαίτερη οικονομική και φορολογική ζώνη της βυζαντινής πρωτεύουσας (περί αυτής, βλ. τις σχετικές μελέτες του Ν. Oικονομίδη). Ωστόσο, οι περισσότεροι ερευνητές αποδέχονται πλέον ότι επρόκειτο μάλλον για συμπίλημα του 10ου αι. (τμήματά του ανάγονται από τη βασιλεία του Λέοντος Στ´ «Σοφού» [κυρίως] έως και την εποχή του Νικηφόρου Β´ Φωκά). Το «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» αποτελούσε επαγγελματικό και αγορανομικό κώδικα, δηλαδή βασιλικό εγχειρίδιο εμπορικής δραστηριότητας με σαφή νομική και πρακτική εφαρμογή. Συμπεριέλαβε νέες (δηλαδή του τέλους του 9ου και των αρχών του 10ου αι.) αλλά και παλαιότερες κρατικές διατάξεις, οι οποίες διευθετούσαν ζητήματα σχετικά με τη δράση των λεγόμενων συστημάτων, δηλαδή των συντεχνιακά οργανωμένων επαγγελματιών της Κωνσταντινούπολης². Σύμφωνα με αυτές τις διατάξεις, ο εκάστοτε επαγγελματίας ασκούσε μια μόνο τέχνη και εντασσόταν στο αντίστοιχο σύστημα. Σε περίπτωση που κάποιος επιθυμούσε να αλλάξει τέχνη, αρκούσε η εγκατάλειψή της και η υιοθέτηση της νέας, με την παράλληλη βεβαίως είσοδό του στο ανάλογο σύστημα.

Απεικόνιση του ἐπάρχου τῆς πόλεως.

Η οργάνωση των επαγγελματιών σε συστήματα στόχευε σε ποικίλους σκοπούς: στη βέλτιστη άσκηση των επαγγελμάτων, στην ορθολογική κατανομή της εργασίας μεταξύ των συστημάτων, στη μετάδοση των γνώσεων μέσω της μαθητείας, στην εκπροσώπηση των επαγγελματιών έναντι των δημοσίων αρχών, στην εξασφάλιση προμηθειών σε λογικές τιμές από τις επαρχίες και το εξωτερικό, στη διατήρηση της ποιότητας των προϊόντων, στη δημιουργία μιας συγκεκριμένης επαγγελματικής συμπεριφοράς, ώστε να αποτραπεί ο αθέμιτος ανταγωνισμός και η απόκρυψη αγαθών σε κρίσιμες περιόδους, στην απαγόρευση της παραγωγής και εξαγωγής απαγορευμένων προϊόντων (όπως επίσης και τεχνιτών) και –τέλος– στη διευκόλυνση του κράτους στον αποτελεσματικό έλεγχο και στη συλλογή των φόρων. Ορισμένοι ερευνητές, βασιζόμενοι στις αναφορές στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» περί μέτρων και σταθμών, ελέγχου της παραγωγής από τον ἔπαρχο και καθορισμού του κέρδους των επαγγελματιών, θεώρησαν πως τα συστήματα αποσκοπούσαν επίσης στην αποτροπή του ανταγωνισμού μεταξύ των μελών τους και στη δημιουργία μονοπωλίου στις τιμές. Κατά την άποψη του G. C. Maniatis, η αποφυγή ανταγωνισμού μεταξύ των ίδιων των μελών και το μονοπώλιο στις τιμές προϋπόθεταν ισχυρές αγορανομικές δομές, συνεργασία των μελών για τον καθορισμό και επιβολή των τιμών, επιλεκτική είσοδο νέων μελών, προστασία από τον εξωτερικό ανταγωνισμό αλλά και κρατική προστασία μέσω της νομοθεσίας.

Υπήρχαν πολλά επαγγέλματα και στην Κωνσταντινούπολη, τα οποία δεν ήταν οργανωμένα σε συντεχνίες και –πιο συγκεκριμένα– σε συστήματα. Οι δραστηριότητές τους ρυθμίζονταν ωστόσο από την καθαυτό αυτοκρατορική νομοθεσία και ορισμένα νομοκανονικά κείμενα. Το κράτος επέβαλλε την οργάνωση σε συστήματα των επαγγελματιών, οι δραστηριότητες των οποίων ενείχαν ιδιάζουσα οικονομική, κοινωνική και πολιτική σημασία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δικαιολογείται και η επιλογή της σειράς των αναφερόμενων συστημάτων στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον». Σε ό,τι αφορά την ύπαρξη ή μη άλλων συστημάτων, που δεν αναφέρονται στο τελευταίο, οι A. Stöckle και Α. Χριστοφιλόπουλος θεωρούσαν πως το ζήτημα αυτό σχετίζεται με την ακριβή μορφή διάσωσης του συγκεκριμένου κειμένου. Όπως σημειώσαμε ήδη, το «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» αποτελεί συμπιληματικό έργο· περιλαμβάνει διατάξεις για την επίλυση προβλημάτων που είχαν προκύψει κατά τις περιόδους σύνταξής του και για τα επαγγέλματα που είχαν σημασία για το κράτος. Συνεπώς, ακόμη και εάν υπήρχαν επιπρόσθετα συστήματα, δεν ήταν αναγκαίο να συμπεριλαμβάνονται στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον». Ο Σπ. Βρυώνης υποστήριξε την άποψη της συντεχνιακής οργάνωσης όλων των επαγγελμάτων³. Ο G. C. Maniatis θεωρεί αντιθέτως ότι ορισμένες τέχνες δεν οργανώθηκαν σε συστήματα, καθώς ο μεγάλος αριθμός επαγγελματιών, οι οποίοι ασκούσαν την αντίστοιχη τέχνη, οι ποικίλες δραστηριότητες τους και οι μικρής κλίμακας επιχειρήσεις τους, αποτέλεσαν μερικούς από τους αποτρεπτικούς λόγους για την ένταξή τους⁴.

 

Κλίβανος εργαστηρίου κεραμικών δομικών υλικών από παράσταση εικονογραφημένου (ιστορημένου) χειρογράφου κώδικα (Biblioteca Apostolica Vaticana, Ms gr. 746, fol. 61r.).

Οι επικεφαλής των συστημάτων διορίζονταν από τον ἔπαρχο τῆς πόλεως, με μοναδική εξαίρεση τον προϊστάμενο του συστήματος των ταβουλλαρίων, δηλαδή των συμβολαιογράφων, εξαιτίας της ιδιαιτερότητας του επαγγέλματος αυτού. Θα πρέπει να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στους εκλεγμένους από τα μέλη των συστημάτων προϊσταμένους (ἐξάρχους, προστάτας, πρωτοστάτας ή προστατεύοντας), οι οποίοι εγκρίνονταν κατόπιν από τον ἔπαρχο τῆς πόλεως, και τους αξιωματούχους της υπηρεσίας του τελευταίου (λεγατάριος, σύμπονοι, βουλλωτὴς, μιττωτής και ἐπαρχικοί). Στα μέσα του 11ουαι. ο Μιχαήλ Ατταλειάτης αναφέρει επίσης τους τῆς ἀγορᾶς προεξάρχοντας⁵, ενώ ο ελαφρά μεταγενέστερος Γεώργιος Κεδρηνός τους λεγόμενους φροντιστάς⁶. Τα σχετιζόμενα με τον επισιτισμό της πόλεως συστήματα διέθεταν παραπάνω από έναν αντιπρόσωπο, με εξαίρεση τους σαλδαμαρίους (παντοπώλες) και μάγκιπας (φουρνάρηδες)⁷. Η ποικιλία των τίτλων αποδεικνύει την ύπαρξη μιας σαφούς εσωτερικής οργάνωσης των συστημάτων, η οποία αντικατόπτριζε τις κοινωνικές και οικονομικές διαφορές ανάμεσα στα μέλη αλλά και στα καθαυτό συστήματα. Γεγονός πάντως είναι ότι προϊστάμενοι των συστημάτων ήταν κρατικοί υπάλληλοι, οι οποίοι προάσπιζαν πρωτίστως τα δημόσια οικονομικά και όχι τα επαγγελματικά συμφέροντα των μελών των πρώτων. Οι ίδιοι λειτουργούσαν τρόπον τινά ως συνδετικοί κρίκοι μεταξύ του ἐπάρχου τῆς πόλεως και των μελών των συστημάτων αναφέροντας στον πρώτο τυχόν παραβάσεις των κανονισμών, αλλά δεν προέβαιναν σε λύση των εσωτερικών ζητημάτων των μελών.

Ήδη από τον 3ο αι. μ.Χ. οι ρωμαϊκές συντεχνίες χρησιμοποιήθηκαν ως όργανα της τότε κρατικής μηχανής για την εφαρμογή της εκάστοτε κεντρικής οικονομικής πολιτικής. Ενίοτε ελάμβαναν τη μορφή ομάδων πιέσεως σε στιγμές αναταραχών, χωρίς να μπορούν να διακριθούν από τις φατρίες του Ιπποδρόμου⁸. Ένα ανάλογο περιστατικό αναφέρεται στη χρονογραφία του Ιωάννη Μαλάλα μεταξύ των αθλητικών (και όχι μόνο) σωματείων (δήμων) των Πρασίνων και Βενέτων: οι τελευταίοι δωροδόκησαν τους λεγόμενους ἐργαστηριακούς, με σκοπό να συνεχίσουν τις συγκρούσεις κατά την πασίγνωστη λαϊκή Στάση του Νίκα στη βυζαντινή πρωτεύουσα (a. 532): « … ἐτοξεύετο ἐκ τῶν τοῦ Βενέτου μέρους· εἶχον γὰρ τῶν αὐτῶν ἐργαστηριακῶν διαφόρους ἀμοιβάς. καὶ τῇ ἔριδι συσχεθέντες … ». Χαρακτηριστική είναι όμως και η παλαιά σχετική αναφορά του Διόδωρου Σικελιώτη (1ος αι. π.Χ.), την οποία διασώζει και επαναλαμβάνει ο λόγιος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος (μέσα 10ου αι.): « … ὥστε μὴ μόνον τοὺς ἐργαστηριακοὺς καὶ τὸν ἄλλον ὄχλον συντρέχειν, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄρχοντας καὶ τὴν σύγκλητον ὑπερθέσθαι τοὺς χρηματισμούς … ». Από το πρώτο τέταρτο του 7ου έως και το 10ο αι., οι επαγγελματικές ενώσεις δεν απαντούν στις πηγές. Σποραδικές αναφορές εντοπίζουμε μόνο σε ἐργαστηριακούς, χωρίς ωστόσο να μπορούμε να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με τη συνέχεια των συστημάτων.

 

O πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης διαμαρτύρεται στον έπαρχο πόλεως. Μικρογραφία χειρογράφου κώδικα του 12ου αι., Μονή Αγίου Παντελεήμονος (Άγιον Όρος), Κωδ. 6, fol. 140b. Βλ. Π. Κ. Χρήστου – Χ. Μαυροπούλου-Τσιούμη – Σ. Ν. Καδάς, Οι θησαυροί του Αγίου Όρους. Εικονογραφημένα χειρόγραφα, Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1973, σ. 182, εικ. 308.

Αν και τα συστήματα ανέπτυσσαν πολυσχιδή δράση στην Κωνσταντινούπολη και διέπονταν από πολλούς κανονισμούς, υπολείπονταν στην εσωτερική οργάνωση. Τα μέλη τους δεν διέθεταν λ.χ. κανόνες για την άσκηση της τέχνης τους, ενώ παράλληλα δεν συμμετείχαν στη διαχείριση των εσωτερικών τους υποθέσεων· γενικά, δεν προωθείτο η ατομική πρωτοβουλία. Εντούτοις, τα μέλη των συστημάτων, ως ανήκοντα σε ενώσεις, επιτελούσαν και κοινωνικό έργο: αναλάμβαναν λ.χ. έξοδα νεκρώσιμων τελετών, προστάτευαν κοινωνικά τα αδύνατα μέλη των συστημάτων, ενώ προωθούσαν ακόμη και τη λατρεία. Κάθε σύστημα διέθετε κοινό ταμείο, το οποίο ενισχυόταν από τις εγγραφές των νέων του μελών. Τα έσοδα του ταμείου χρησιμοποιούνταν για το φιλανθρωπικό έργο που επιτελούσε το εκάστοτε σύστημα αλλά και για τις θρησκευτικές και δημόσιες εορτές που διοργανώνονταν από τις συγκεκριμένες ενώσεις⁹.

Τα συστήματα δεν αποτελούσαν νομικά πρόσωπα· συνακόλουθα, ήταν αδύνατη η κατοχή ιδιοκτησίας αλλά και η προσφυγή τους στα κρατικά δικαιοδοτικά όργανα. Βεβαίως, τα μέλη τους –ως ατομικές προσωπικότητες– διέθεταν ανάλογες δυνατότητες. Η εισαγωγή στα συστήματα πραγματοποιείτο δια εκλογής, εφόσον οι υποψήφιοι πληρούσαν τις απαραίτητες προϋποθέσεις· αντιθέτως, στα παλαιά ρωμαϊκά collegia η είσοδος ήταν κληρονομική. Η τελική έγκριση, όπως αντίστοιχα και η απομάκρυνση των παραβατών, αποφασιζόταν μόνο από τον ἔπαρχο τῆς πόλεως, καθώς τα ήδη ενταγμένα μέλη δεν συνεδρίαζαν¹º. Σε κάθε σύστημα, ανάλογα με την επαγγελματική φύση και δραστηριότητά του, οι προϋποθέσεις ένταξης νέου μέλους ήταν διαφορετικές. Έτσι, για την εισαγωγή μεταξοπρατῶν και καταρταρίων απαιτούνταν εγγυήσεις για το επαγγελματικό ήθος των υποψηφίων από αξιόπιστους άνδρες και η καταβολή δύο (χρυσών) νομισμάτων στο ταμείο του συστήματος. Για τους σηρικαρίους και βεστιοπράτας, οι αξιόπιστοι μάρτυρες ήταν πέντε, ενώ στο ταμείο του συστήματος κατέβαλλαν οι πρώτοι τρία και οι δεύτεροι έξι νομίσματα. Μόνο στα συστήματα των τραπεζιτῶν και χοιρεμπόρων δεν συνιστούσε προϋπόθεση η καταβολή χρημάτων παρά μόνο η προσέλευση μαρτύρων. Οι σαπωνοπράται αντίθετα, πέραν των εγγυήσεων από αξιόπιστους μάρτυρες, κατέβαλλαν στο δημόσιο ταμείο και το βασιλικό βεστιάριο από έξι νομίσματα. Για το σύστημα των ἰχθυοπρατῶν, αν και δεν αναφέρονται προϋποθέσεις στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον», ο G. C. Maniatis υποθέτει την καταβολή δύο νομισμάτων και τις απαραίτητες εγγυήσεις από μάρτυρες. Ανάλογα με το επάγγελμα, τα νέα μέλη υποβάλλονταν σε ειδική εκπαίδευση ή απλή μαθητεία Διαθέτουμε για παράδειγμα αναφορές σε «παιδοδιδάσκαλο νομικὸ καὶ διδάσκαλο ἐν νομῇ» για το σύλλογο των ταβουλλαρίων, ενώ για τα συστήματα των κηρουλαρίων και των σαπωνοπρατῶν αναφέρονται μαθητευόμενοι κοντά στους ασκούντες της τέχνης: « … Τοὺς τὴν κηρουλαρικἠν μεταχειριζομένους τένην χρεὼν ἰδικῶς ἐν τοῖς ἑαυτῶν ἐργαστηρίοις ποιεῖσθαι τὰς πραγματείας καὶ μὴ παροδικῶς ἐν τοῖς ἀνεπιτηδείοις τόποις εἴτε δι’ οἰκετῶν μἢ καὶ μαθητῶν συνιστᾶν πρατήρια … », « … ὁ ἄνευ εἰδήσεως τοῦ ἐπάρχου καὶ τοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν προστάτου ἓτερον πρόσωπον μὴ ὂν ἐκ τοῦ συστήματος ἐκδιδάσκων τὴν τοιαύτην τέχνην … » ¹¹.

 

Εικόνες από την καθημερινή ζωή του Βυζαντίου. Στα λιμάνια λειτουργούσαν τα ιχθυοπωλεία, όπου οι ψαράδες πουλούσαν τα προϊόντα τους και τα καπηλειά για να φάνε, να πιούν ή και να διανυκτερεύσουν.

Τα νέα μέλη καταγράφονταν στο κατάστιχο του ἐπάρχου τῆς πόλεως και ελάμβαναν τη βούλλα του. Η τελευταία ισοδυναμούσε ουσιαστικά με άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος αλλά και ένταξη στο ευρύτερο συντεχνιακό καθεστώς, το οποίο τελούσε υπό τον έλεγχο του ἐπάρχου. Οι ποινές για όσους δεν τηρούσαν τους κανόνες ήταν σκληρές και ταπεινωτικές, όπως σωματικός κολασμός, χρηματικά πρόστιμα, αποβολή από το σύστημα (ισοδύναμη με απώλεια άδειας άσκησης επαγγέλματος), διαπόμπευση μόνο για το σύστημα των μαγκίπων, εξορία από την Πόλη ακόμη και θανάτωση (ειδικά στην περίπτωση των σαπωνοπρατῶν). Οι ποινές επιβάλλονταν συνδυαστικά: συνήθως ο σωματικός κολασμός συνοδευόταν με τις υπόλοιπες ποινές¹². Κάποτε για το ίδιο παράπτωμα μνημονεύεται διαφορετική ποινή. Αυτό αποδίδεται στο συμπιληματικό χαρακτήρα του «Ἐπαρχικοῦ Βιβλίου», στη χρονική απόσταση του χειρογράφου κώδικα –δια του οποίου έχει διασωθεί το έργο (14ος αι.)– από τον αρχικό χρόνο σύνταξης του τελευταίου (10ος αι.) αλλά και στη διαφορετική οικονομική κατάσταση των μελών των συστημάτων. Οι υφιστάμενοι του ἐπάρχου φρόντιζαν για την άμεση εφαρμογή των ανωτέρω.

Υπήρχε δυνατότητα ένταξης ακόμη και δούλων σε ορισμένα συστήματα, με εγγυητές τους κυρίους των πρώτων. Οι μη ελεύθεροι δεν εμπλέκονταν μεν άμεσα στην παραγωγή και πώληση των προϊόντων, αλλά αναλάμβαναν τις οικιακές εργασίες. Υπήρχαν ωστόσο και δούλοι, έμπιστοι των κυριών τους, που αναλάμβαναν τη διαχείριση των ἐργαστηρίων, ανάλογα με το μορφωτικό επίπεδο και τις τεχνικές γνώσεις τους. Πιο συγκεκριμένα, με βάση και πάλι το «Ἐπαρχικόν Βιβλίον», διακρίνουμε δυο κατηγορίες δούλων: αυτούς που προΐσταντο των ἐργαστηρίων, αφού ο κύριός τους είχε διαθέσει τα απαραίτητα κεφάλαια προς επένδυση, και εκείνους που ασκούσαν ορισμένες οικονομικές λειτουργίες υπό την επίβλεψη των ἐργαστηριακῶν. Μια αντίστοιχη πληροφορία αντλούμε δυο αιώνες αργότερα από σχετικό σχόλιο του κανονολόγου (αλλά και διακεκριμένου χρονογράφου) Ιωάννη Ζωναρά, με τη διαφορά πως στη δεύτερη κατηγορία ο τελευταίος εντάσσει τους οικιακούς δούλους¹³. Μέσω των δούλων δινόταν η δυνατότητα στους ευκατάστατους πολίτες να ασχοληθούν με το εμπόριο, σε περίπτωση που επιθυμούσαν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους ή δεν επιθυμούσαν να εμπλακούν οι ίδιοι προσωπικά.

 

Εργοτάξιο της βυζαντινής εποχής. Μικρογραφία χειρογράφου.
Χρονικό Ιωάννη Σκυλίτζη (κώδ. Vitr. 26 – 2, φ. 141ˇα) 13ος αι. Ισπανία, Μαδρίτη, Biblioteca Nacional.

Σχετικά με τη συμμετοχή των γυναικών στα συστήματα, μαρτυρείται η ισότιμη συμμετοχή τους στο σύστημα των λεγόμενων καταρταρίων: « … οἱ μὴ ἐν τῇ ἀπογραφῇ ὄντες, εἴτε ἄνδρες εἴτε γυναῖκες, μὴ δυνάμενοι ἐκ τῆς ἔξωθεν μετάξης ἐξωνεῖσθαι καὶ ἀπὸ τῶν μεταξοπρατῶν ἐξωνούμενοι … ». Πιθανότατα και οι συμμετέχουσες στο πανηγύρι της Αγίας Αγάθης, κλώστριες και υφάντριες μάλλινων ενδυμάτων, να εντάσσονταν σε σύστημα ή τουλάχιστον να συγκροτούσαν σωματείο¹⁴. Η συμμετοχή των γυναικών στα συστήματα των ἀργυροπρατῶν και τραπεζιτῶν απαγορευόταν ήδη από την πρωτοβυζαντινή περίοδο. Στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» αναφέρεται πως σε περίπτωση έκθεσης προς πώληση πολύτιμων μετάλλων και λίθων από γυναίκες, απαιτείτο η γνωστοποίησή της στον ἔπαρχο τῆς πόλεως, για να αποφευχθεί η εξαγωγή των αγαθών σε ξένους λαούς. Η συμμετοχή κληρικών και Εβραίων απαγορευόταν.

Ενασχόληση των γυναικών με την υφαντουργία.

Πολλοί ερευνητές έχουν υποστηρίξει την πιθανότητα οργάνωσης των επαγγελματιών σε συστήματα και στις επαρχίες της αυτοκρατορίας, τουλάχιστον στις μεσοβυζαντινές πόλεις που διέθεταν αναπτυγμένη βιοτεχνία (π.χ. Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Κόρινθο Θήβα, Εύριπος και Άνδρος) από το 10ο έως και το 12ο αι. Η σχετική επιχειρηματολογία τους στηρίζεται βασικά στην τεκμηριωμένη ύπαρξη βυζαντινής καλλιέργειας μουριών και βιοτεχνίας παραγωγής μεταξιού στις ανωτέρω περιοχές. Κατά τους ίδιους, εφόσον την παραγωγή και διανομή του τελευταίου πραγματοποιούσαν ἐργαστήρια, τα οποία λειτουργούσαν με βάση τους κανόνες του «Ἐπαρχικοῦ Βιβλίου», ήταν πιθανό το ίδιο να συνέβαινε και στα μεγάλα αστικά κέντρα παραγωγής των βυζαντινών επαρχιών. Οι ερευνητές τονίζουν τη λειτουργία συστημάτων ψαράδων κογχυλιών πορφύρας στη Θήβα, στην Αθήνα και στην Πελοπόννησο (10ος αι.). Αν και στις πηγές δεν αναφέρεται παρόμοιο σύστημα, η πορφύρα συνιστούσε πολύ σημαντικό συστατικό για τη βαφή μεταξωτών υφασμάτων και δεν νοείτο η λειτουργία του έξω από το πλαίσιο κάποιου συστήματος.

 

Σκηνή από το βυζαντινό αγροτικό βίο από βίβλο του 11ου αι., Παρίσι, Bibliothèque Nationale de France.

O G. C. Maniatis αντικρούει ωστόσο την εικασία περί ύπαρξης συστημάτων και σε άλλες αυτοκρατορικές πόλεις πέραν της Κωνσταντινούπολης. Ο ίδιος θεωρεί ότι η τελευταία προϋπόθετε την ύπαρξη ευρείας διοικητικής μηχανής με συγκεκριμένη νομική μορφή, στοιχεία της οποίας στις επαρχίες δεν μας έχουν διασωθεί, όπως σε προγενέστερες περιόδους. Εξάλλου, η ποικιλομορφία της περιφερειακής οικονομικής δραστηριότητας, η επινόηση νέων φόρων και αγγαρειών και η αδυναμία πραγματικού ελέγχου της επαρχιακής οικονομικής δραστηριότητας καθιστούσαν αδύνατη τη δημιουργία ενός εθνικού συντεχνιακού δικτύου. Σχετικά με το σύστημα των ναυτικών στη Θεσσαλονίκη του 14ου αι., την αναφορά του οποίου χρησιμοποίησαν ως επιχείρημα υπέρ της ύπαρξης συστημάτων στις επαρχιακές βυζαντινές πόλεις οι O. Tafrali, Α. Χριστοφιλόπουλος, P. Charanis και Ν. Οικονομίδης¹⁵, πιθανότατα επρόκειτο για σωματείο μη υπαγόμενο σε κρατικό έλεγχο. Κατά τη γνώμη μας δεν υπήρξε κανένα σύστημα, τουλάχιστον οργανωμένο όπως εκείνα της Kωνσταντινούπολης, στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Τέλος, ο περιορισμός των συστημάτων αποκλειστικά στη βυζαντινή πρωτεύουσα καταδεικνύεται και από διάταγμα του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1259-1282), με το οποίο ο τελευταίος πρόσταζε τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές του κράτους να διασφαλίσουν τις εμπορικές συναλλαγές¹⁶.

Εργασία βυζαντινών τεχνιτών σε εργαστήριο.

Η προοδευτική επικράτηση των Λατίνων εμπόρων στην εμπορική ζωή της Κωνσταντινούπολης μετά τον 11ο αι., η αδυναμία της κεντρικής εξουσίας μπροστά στην διαρκή πάλη μεταξύ δυναμικών ανταγωνιστικών ομάδων, η πολιτική αβεβαιότητα με την ταυτόχρονη αδυναμία ελέγχου των συστημάτων είχαν ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση των τελευταίων στα τέλη του 12ου αι. Όπως τονίζει ο G. C. Maniatis, oι σποραδικές αναφορές ορισμένων όρων, όπως πρωτομαΐστωρ, πρωτομακελλάριος και ἔξαρχος, δεν αποτελούν απόδειξη της συνέχειας των συστημάτων, καθώς οι τελευταίοι προσδιόριζαν τους επικεφαλής διαφόρων επαγγελμάτων και όχι συστημάτων. Επίσης, υπήρχαν και οι επικεφαλής των επαγγελματικών συνεταιρισμών (συντροφίαι), όπως ο λεγόμενος πρωταλυκάριος, ο οποίος ήταν επικεφαλής μιας επαγγελματικής επιχείρησης και όχι προϊστάμενος ενός αντίστοιχου συστήματος. Προφανώς από το προγενέστερο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» δεν μπορεί να διαπιστωθεί η διατήρηση ή μη των συστημάτων από τα τέλη του 12ου αι. και εξής. Είναι αλήθεια ότι η απαγόρευση εισόδου κάποιου στο επάγγελμα ενός τρίτου, που απαντά στο τελευταίο κείμενο, αναπαράγεται πολύ αργότερα στη λεγόμενη «Ἑξάβιβλο» (νομική πραγματεία του 14ου αι. που συντάχθηκε από τον Κωνσταντίνο Αρμενόπουλο)¹⁷· αυτό ωστόσο από μόνο του δεν αποτελεί επαρκή απόδειξη για τη συνέχεια των επαγγελματικών ενώσεων. Με την ουσιαστική απάλειψη των συστημάτων, έπαυσε έκτοτε και ο λόγος ύπαρξης, εφαρμογής και εποπτείας των κανονισμών του «Ἐπαρχικοῦ Βιβλίου».

 

Η  Ίνα Μουλλάι είναι υποψήφια Διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ).  Το ερευνητικό θέμα της διατριβής της αφορά το δευτερογενή τομέα παραγωγής στη μεσοβυζαντινή Μικρά Ασία.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

¹ Maniatis, Economy 339-345. Για τους επαγγελματίες της πρωτεύουσας, βλ. Dimitroukas, «Guilds». Για τα ἐργαστήρια και τους ἐργαστηριακούς, βλ. Μουλλάι, Εργαστήρια.

² Χριστοφιλόπουλος, Συντεχνίες 5. – Τρωιάνος, Πηγές 136-137. – Maniatis, «System» 542.

³ Βρυώνης, «Δημοκρατία» 297 (κείμ. και σημ. 26).

⁴ Maniatis, «System» 536.

Ατταλειάτης, Ἱστορία 12. Πρβλ. Vryonis, «Δημοκρατία» 313 και σημ. 116.

⁶ Κεδρηνός 2. 641. Πρβλ. Vryonis, «Δημοκρατία» 313 και σημ. 116.

⁷ Βλ. ειδικά το σύστημα των λεγόμενων λωροτόμων αλλά και εκείνα των καπήλων και των ἰχθυοπρατῶν. Ο αριθμός των επικεφαλής των συστημάτων καθοριζόταν από τα μέλη τους. Βλ. Ἐπαρχικόν Βιβλίον 17.1, 19.1, 20.1. Πρβλ. Dagron, «Οικονομία» 66-67. – Maniatis, «System» 538.

⁸ Μαλάλας 491. 2-5. – Πορφυρογέννητος, Excerpta 285.15-17. Πρβλ. Vryonis, «Δημοκρατία» 290.

⁹ Dagron, «Οικονομία» 64.

¹º Stöckle, Zünfte 138, 140. – Maniatis, «System» 532.

¹¹ Ἐπαρχικόν Βιβλίον 1.13, 11.1, 12.1. Πρβλ. Dagron, «Οικονομία» 79 (κείμ. και σημ. 140). – Koder, «Authority» 87.

¹² Ἐπαρχικόν Βιβλίον 8.3, 10. 3, 12.3, 16.2: « … τυπτέσθω καὶ κουρευέσθω … ». Πρβλ. Koder, «Delikt und Strafe» 118. – Νεράντζη-Βαρμάζη, Σχόλια 1171-1172.

¹³  Σύνταγμα 2. 106. Πρβλ. Παπαγιάννη, Πρόβλημα 411-412.

¹  Laiou, Agathe 120.

¹⁵ Καντακουζηνός 575.8-13. Πρβλ. Χριστοφιλόπουλος, «Συντεχνίες» 4. – Oikonomidès, «Hommes» 78, 112-113.

¹⁶ Burgmann – Magdalino, «Michael» 382. – Maniatis, «Economy» 352-357. – Του ιδίου, «System» 537.

¹⁷ Ἐπαρχικόν Βιβλίον 2.1, 4.1, 4.7, 5.1, 6.14-15, 8.6, 9.6, 10.1, 10.5, 10.6, 11.2, 12.4, 12.6, 13.1, 14.2, 15.1, 21.7. – Αρμενόπουλος, Ἑξάβιβλος (H) 6.14.12. Πρβλ. Maniatis, «Economy» 360-361.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Πηγές

Αρμενόπουλος Κωνσταντίνος, Πρόχειρον Νόμων ἢ Ἐξάβιβλος, έκδ. Κ. Πιτσάκης [Βυζαντινά και Νεοελληνικά Κείμενα 1], Αθήνα 1971 (ανατ. 2006)

Ατταλειάτης Μιχαήλ, Ἱστορία, έκδ. Εύδ. Θ. Τσολάκης [CFHB 50], Athens 2011.

Burgmann, L. – Magdalino, P. (έκδ.), «Michael VIII on Maladministration», Fontes minores 6 (1976) 377-390.

Ἐπαρχικὸν Βιβλίον, έκδ. J. Koder, Das Eparchenbuch Leons des Weisen [CFHB 33], Wien 1991.

Καντακουζηνός Ιωάννης, Ἱστορία, έκδ. L. Schopen, Ioannis Cantacuzeni ex imperatoris historiarum [CB], Bonnae 1828-1832.

Κεδρηνός Γεώργιος, Σύνοψις Ἱστοριῶν, έκδ. I. Bekker, Georgius Cedrenus. Ioannis Scylitzae ope [CB], Bonnae 1838.

Κόλιας, Τ. Κ. – Χρόνη, Μ., Το Επαρχικόν Βιβλίον Λέοντος Στ´ του Σοφού, Αθήνα 2010.

Μαλάλας Iωάννης, Χρονογραφία, έκδ. I. Thurn, Ioannis Malalae chronographia [CFHB 35], Berlin 2000.

Πορφυρογέννητος Κωνσταντίνος, έκδ. T. R. Büttner – A.G. Wobst, Excerpta historica iussu imp. Constantini Porphyrogeniti confecta. 1: Excerpta de insidiis, Berlin 1903, 2: Excerpta de virtutibus et vitiis, Berlin 1906, 1910, 3: Excerpta de insiidis, έκδ. C. de Boor, Berlin 1905, 4: Excerpta de sententiis, έκδ. U. P. Boissevain, Berlin 1906.

Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων τῶν τὲ ἁγίων καὶ πανευφήμων ἀποστόλων καὶ τῶν ἱερῶν καὶ οἰκουμενικῶν καὶ τοπικῶν Συνόδων, καὶ τῶν κατὰ μέρος ἁγίων πατέρων, έκδ. Γ. Α. Ράλλης – Μ. Ποτλής, τ. 1-6, Ἀθῆναι 1852-1859 (ανατ. 1966, 1982).

Βασιλικά, έκδ. H. J. Scheltema – N. van der Wal, Basilicorum Libri LX, τ.1-8 (κείμενο), Groningen 1955 κ.ε. και H. J. Scheltema – D. Holwerda, τ. 1-11 (σχόλια), Groningen 1953 κ.ε.

 

Β. Μελέτες

Χριστοφιλόπουλος, Α.Π., Τὸ Ἐπαρχικὸν Βιβλίον Λέοντος τοῦ Σοφοῦ καὶ αἱ συντεχνίαι ἐν Βυζαντίῳ, Ἀθῆναι 1935 (φωτ. ανατ. Θεσσαλονίκη 2000).

Dagron, G., «Η αστική οικονομία από τον 7ο έως τον 12ο αιώνα», Οικονομική ιστορία του Βυζαντίου από τον 7ο έως τον 15ο αιώνα. Τόμος Β´, γεν. εποπτ. Α. Λαΐου, επιστ. επιτρ. C. Morrisson – Χ. Μπούρας – Ν. Οικονομίδης – Κ. Πιτσάκης, Αθήνα 2006, σσ. 43-140.

Dimitroukas, Ι., «Craft Guilds in Constantinople», Encyclopaedia of the Hellenic World, Constantinople (2007), ιστοσ. http://www.ehw.gr/l.aspx?id=11681.

Koder, J., «Delikt und Strafe im Eparchenbuch», Jahrbuch der Österreichischen Byzantinistik 41 (1991) 113-131.

Koder, J., «The Authority of the “Eparchos” in the Markets of Constantinople (according to the Book of the Eparch)», Authority in Byzantium, επιμ. P. Amstrong, Abingdon, Oxon – New York 2013, σσ. 83-108.

Laiou, A. E., «The Festival of “Agathe”: Comments on the Life of Constantinopolitan Women», Bυζάντιον. Αφιέρωμα στὸν Ανδρέα Ν. Στράτο, επιμ. N. Στράτου, Αθήνα 1986, σσ. 111-123.

Maniatis, G. C., «The Domain of Private Guilds in the Byzantine Economy, Tenth to Fifteenth Centuries», Dumbarton Oaks Papers 55 (2001) 339-369.

Maniatis, G. C., «The Guild System in Byzantium and Medieval Western Europe: A Comparative Analysis of Organizational Structures, Regulatory Mechanisms, and Behavioral Patterns», Byzantion 76 (2006) 463-570.

Μουλλάι, Ί., Τα βυζαντινά εργαστήρια (9ος – 15ος αιώνας). Είδη, λειτουργία και συμβολή στην αστική οικονομία [Διπλωματική μεταπτυχιακή εργασία], ΑΠΘ 2018.

Νεράντζη-Βαρμάζη, B., «Σχόλια γύρω από τις ποινές στο Επαρχικό Βιβλίο του Λέοντα Στ΄ του Σοφού», Αντικήνσωρ: Τιμητικός τόμος Σπύρου Ν. Τρωιάνου για τα ογδοηκοστά γενέθλια του, επιμ. Β. Α. Λεονταρίτου – Κ. Α. Μπουρδάρα – Ε. Σ. Παπαγιάννη, Αθήνα 2013, σσ. 1167-1176.

Παπαγιάννη, E., «Τὸ πρόβλημα τῶν δούλων στὸ ἔργο τῶν κανονολόγων τοῦ 12ου αι.», Τὸ Βυζάντιο κατὰ τὸν 12ο αἰώνα. Κανονικό δίκαιο, κράτος καὶ κοινωνία, επιμ. Ν. Οικονομίδης, Ἀθήνα 1991, σσ. 405-445.

Stöckle, Α., Spätrömische und Byzantinische Zünfte. Untersuchungen zum Sogenannten Ἐπαρχικόν Βιβλίον Leos des Weisen, Leipzig 1911 (ανατ. 1963).

Τρωιάνος, Σ. Ν., Οι πηγές του βυζαντινού δικαίου, Αθήνα 32011.

Vryonis, S., «Byzantine “Δημοκρατία” and the Guilds in the Eleventh Century», Dumbarton Oaks Papers 17 (1963) 287-314.

Βασίλης Ν. Κολλάρος: Ο τορπιλισμός της «Έλλης». Ο φασισμός σε ρόλο πειρατή

Βασίλης Ν. Κολλάρος

Ο τορπιλισμός της «Έλλης». Ο φασισμός σε ρόλο πειρατή

 

Ο τορπιλισμός της «Έλλης» από ιταλικό υποβρύχιο, ανοικτά του λιμανιού της Τήνου, τον Δεκαπενταύγουστο του 1940, είναι γεγονός «μοναδικόν εις τα ναυτικά χρονικά του κόσμου».[i] Επρόκειτο για καθαρά «πειρατικήν ενέργειαν» με σκοπό να ασκήσει πίεση στο καθεστώς Μεταξά, για να μεταβάλλει τη διπλωματική του θέση (αυστηρή ουδετερότητα) μεταξύ των εμπόλεμων, Άγγλων και Ιταλών, στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Μπορεί, όμως, να εκληφθεί και ως «τιμωρία» για την αγγλόφιλη, κατά τους Ιταλούς, στάση της Ελλάδας. Υπό μια άλλη οπτική, αποτελούσε προμήνυμα της καθυπόταξης της Ελλάδας, που τόσο επεδίωκε ο Ιταλός δικτάτορας Μπενίτο Μουσολίνι.[ii]

Το φασιστικό καθεστώς της Ρώμης δεν έκρυψε ποτέ τις επεκτατικές εδαφικές βλέψεις του, σε βάρος των γειτόνων της Ιταλίας, με σκοπό τη δημιουργία του ιταλικού mare nostrum. Το επεισόδιο της Κέρκυρας (Αύγουστος του 1923), η απόσπαση του Φιούμε από τη Γιουγκοσλαβία,[iii] η κατάκτηση της Αιθιοπίας (Αβησσυνία) το 1936[iv] και η κατάληψη της Αλβανίας (Απρίλιος του 1939),[v] αποτέλεσαν όψεις του ίδιου στρατηγικού σχεδίου.[vi]

 

Η διεθνής (εμπόλεμη) πραγματικότητα

Καθ’ όλη τη διάρκεια του Αυγούστου του 1940, πάνω από τη Θάλασσα της Μάγχης και τις νότιες ακτές της Βρετανίας διεξαγόταν ένας αγώνας μέχρι εσχάτων, με τη γερμανική πολεμική αεροπορία να επιτίθεται και την αντίστοιχη βρετανική να προσπαθεί να απωθήσει τους εναέριους εισβολείς. Επρόκειτο για τη «Μάχη της Αγγλίας», μια από τις σημαντικότερες σελίδες της ιστορίας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Να σημειώσουμε, ότι η πιο δραστήρια μέρα της «Μάχης της Αγγλίας», αναφορικά με τις εξόδους της γερμανικής αεροπορίας, ήταν η 15η Αυγούστου.[vii]

Είχε προηγηθεί, βέβαια, η ήττα και συνθηκολόγηση της Γαλλίας, γεγονός που κατέστησε τον Χίτλερ κυρίαρχο της Ευρώπης. Στις 10 Ιουνίου του 1940, όταν η γαλλική αντίσταση είχε καμφθεί μπροστά στη γερμανική επέλαση, ο Ιταλός δικτάτορας κήρυξε και αυτός τον πόλεμο τόσο κατά της Γαλλίας όσο και κατά της Βρετανίας. Η Ιταλία δραστηριοποιήθηκε έντονα στην περιοχή της Βόρειας Αφρικής,[viii] σχεδιάζοντας να εισβάλει στη βρετανική Αίγυπτο και εξαπολύοντας σειρά επιθέσεων από τις βάσεις της στη Λιβύη με απώτερο σκοπό την κατάληψη του Σουέζ,[ix] ενώ για να πετύχουν τα ιταλικά όπλα μια εύκολη νίκη, αρχές Αυγούστου του 1940, εισέβαλλαν στη Σομαλία, η οποία αποτελούσε αγγλικό προτεκτοράτο.[x]

Η εξασθένιση της παρουσίας των ναυτικών δυνάμεων της Μεγάλης Βρετανίας σε όλους τους θαλάσσιους δρόμους του Ατλαντικού, της Μεσογείου, της Ερυθράς Θάλασσας και του Ινδικού ωκεανού, υπήρξε πρωταρχικός στόχος του Άξονα. Η Ιταλία ήταν αυτή που προσπάθησε να απονευρώσει τους Βρετανούς στη Μεσόγειο. Ωστόσο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Βρετανών, οι ναυτικές δυνάμεις τους στη περιοχή  αυτή παρουσίαζαν αριθμητική υπεροχή έναντι των Ιταλών, ενώ, σύμφωνα με την ίδια πηγή, οι τελευταίοι απέφευγαν τις κατά θάλασσαν συγκρούσεις με τους Βρετανούς, ρίχνοντας το βάρος στην ιταλική πολεμική αεροπορία.[xi]

H Regia Marina, σημαιοστολισμένη και παρατεταγμένη στο Ναύσταθμο του Τάραντα

 

Ανησυχητικά σημάδια και ελληνική «αντίδραση»

Πριν, όμως, φτάσουμε στα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στις 15 Αυγούστου 1940, έξω από το λιμάνι της Τήνου, θεωρούμε απαραίτητο να αναφερθούμε σε μια σειρά από εχθρικές ενέργειες της Ιταλίας σε βάρος της χώρας μας το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα, γεγονός που προμήνυε ότι ο πόλεμος ήταν κοντά, παρ’ όλο που ο Μεταξάς ήθελε να τον αποφύγει με κάθε τρόπο.

Η σημαντικότερη από αυτές ήταν ο βομβαρδισμός, στις 12 Ιουλίου,  εν καιρώ ειρήνης, του πλοίου φάρων του ελληνικού πολεμικού ναυτικού «Ωρίων», εντός του κόλπου του Κισσάμου στη Κρήτη. Νέες επιθέσεις κατά πλοίων του ελληνικού στόλου διενεργήθηκαν την 30η Ιουλίου, όταν ιταλικά αεροπλάνα βομβάρδισαν τα αντιτορπιλικά «Βασιλεύς Γεώργιος» και «Βασίλισσα Όλγα», καθώς και δυο ελληνικά υποβρύχια, τα οποία ήταν προσορμισμένα στο λιμάνι της Ναυπάκτου. Στις 2 Αυγούστου, ιταλικό αεροσκάφος έριξε βόμβες κατά του πλοιαρίου Α6, το οποίο ήταν καταδιωκτικό λαθρεμπορίου της οικονομικής αστυνομίας, μεταξύ Αίγινας και Σαλαμίνας. Παράλληλα με τους βομβαρδισμούς των πλοίων, οι Ιταλοί πραγματοποιούσαν και συχνές παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου, ενώ στις 11 Αυγούστου 1940 Ιταλία σκηνοθέτησε δύο ελληνοαλβανικά επεισόδια στην περιοχή της Θεσπρωτίας (Τσαμουριάς).[xii]

Το καθεστώς Μεταξά, με συνεχείς ρηματικές διακοινώσεις, διαμαρτυρόταν για τις επιθέσεις κατά των μονάδων του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού και διατράνωνε την αυστηρή ουδετερότητα της χώρας έναντι των εμπόλεμων.[xiii] Ο ίδιος υιοθέτησε πολιτική κατευνασμού έναντι των επιθετικών ενεργειών της φασιστικής Ιταλίας με αποκορύφωμα τον τορπιλισμό της «Έλλης».[xiv] Είτε τις υποβάθμιζε, είτε τις απέκρυπτε από τον ελληνικό λαό. Απόδειξη αποτελούν τα δημοσιεύματα του λογοκριμένου Τύπου της περιόδου, που ασχολούνταν με τις προετοιμασίες για τον εορτασμό της πρώτης τετραετίας της «ιστορικής» επετείου της 4ης Αυγούστου, χωρίς καμία αναφορά στις επιθετικές ενέργειες της Ιταλίας.[xv]

Είναι γεγονός ότι η ιταλική προκλητικότητα είχε αποθρασυνθεί μετά τη συνθηκολόγηση της Γαλλίας (22.6.1940). Οι σπασμωδικές κινήσεις της Ρώμης είχαν σκοπό η Ελλάδα να εγκαταλείψει την ουδετερότητα. Επίσης, ο Μουσολίνι επιθυμούσε τον έλεγχο των ναυτικών κινήσεων των Άγγλων στο Αιγαίο, ενώ πίστευε ότι ο Μεταξάς προσέφερε κάλυψη, υποστήριξη και διευκολύνσεις στα πλοία και υποβρύχια του βρετανικού στόλου της Μεσογείου.[xvi]

Ο Μεταξάς, από την άλλη πλευρά, προσπάθησε να εξισορροπήσει την ιταλική επιθετικότητα, αναπτύσσοντας στενότερες σχέσεις με την Αγγλία, της οποίας τα συμφέροντα στην ανατολική Μεσόγειο πλήττονταν καίρια από τα ιταλικά επεκτατικά οράματα. Σύμφωνος με τις κινήσεις του, ήταν και ο αγγλόφιλος βασιλιάς Γεώργιος Β΄. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των στενών σχέσεων, που υπήρχαν μεταξύ των δύο κυβερνήσεων, είναι το γεγονός ότι ο Μεταξάς πρότεινε το 1938 στην αγγλική κυβέρνηση τη σύναψη αμυντικής συμμαχίας, την οποία όμως το Λονδίνο απέρριψε. Παρ’ όλα αυτά, η εισβολή του ιταλικού στρατού στην Αλβανία, οδήγησε τη Γαλλία και τη Βρετανία να παράσχουν εγγυήσεις για την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας.[xvii]

Αναφορικά με τα εμπορικά πλοία των ουδέτερων κρατών, όπως η Ελλάδα, η ιταλική κυβέρνηση, με διακοίνωσή της στις 15 Ιουνίου 1940, κατέστησε γνωστό στις κυβερνήσεις των ουδέτερων κρατών ότι «συνεπεία των μέτρων αποκλεισμού  τα οποία εχθρικαί χώραι έλαβον απέναντι της Ιταλίας, είνε αύτη υποχρεωμένη να δηλώση ότι τα εμπορικά ατμόπλοια τα κατευθυνόμενα εις εχθρικούς λιμένας θα εταξείδευον υπό ιδίαν των ευθύνην διά τους κινδύνους τους οποίους θα διέτρεχον εφ’ όσον θα ευρίσκοντο εντός ζώνης τριάκοντα μιλίων από των εχθρικών ακτών».[xviii]

Το γεγονός αυτό ανάγκασε το ελληνικό Γενικό Επιτελείο Ναυτικών να εκδώσει με τη σειρά του  ανακοίνωση. με την οποία καλούσε όλα τα ελληνικά εμπορικά σκάφη να πλέουν με προσοχή στις εμπόλεμες ζώνες, διότι σημειώνονταν συχνά τορπιλισμοί ακόμα και ουδέτερων πλοίων, ενώ στην ίδια ανακοίνωση γινόταν λόγος ότι όλοι οι μεσογειακοί λιμένες των εμπολέμων ήταν επικίνδυνοι και συνεπώς έπρεπε να αποφεύγονται.[xix] Επιπλέον, τα ελληνικά πλοία είχαν ζωγραφισμένη την ελληνική σημαία στα πλευρά τους, ώστε να αποδεικνύουν την εθνικότητά τους.

Ακόμα, η ιταλική επιθετικότητα ανάγκασε το ελληνικό Υπουργείο των Ναυτικών να διατάξει την αποκέντρωση των δυνάμεων του ελληνικού στόλου (Ναύπακτος, Μήλος, Ναύσταθμος).[xx] Μη ξεχνάμε, ότι τα Δωδεκάνησα τελούσαν υπό ιταλική κυριαρχία και η κίνηση των Ιταλών στο κεντρικό και νότιο Αιγαίο ήταν αμείωτη. Ο τότε Αρχηγός Στόλου, Επαμεινώνδας Καββαδίας, διαφωνούσε κάθετα με την απόφαση για διασπορά των πλοίων, διότι, κατά τον ίδιο, «το μέτρον της αγκυροβολίας πολεμικών εις ανοικτούς, απροασπίστους όρμους», τα καθιστούσε εύκολους στόχους, ενώ δεν απέκλειε και αιφνιδιαστική επίθεση, δίχως να έχει κηρυχθεί πόλεμος.[xxi]

Ο Αρχηγός Στόλου, υποναύαρχος Επαμεινώνδας Καββαδίας.

Έφτασε μάλιστα μέχρι τον ίδιο τον Μεταξά σε μια προσπάθεια να τον μεταπείσει, ώστε τα πολεμικά πλοία να αποσυρθούν από τη Ναύπακτο και την Μήλο, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Πέτυχε, όμως, να αντικατασταθούν τα νεότερα πολεμικά, που στάθμευαν στις συγκεκριμένες περιοχές, με παλαιότερα.[xxii] Ως εκ τούτου, η μεγαλύτερη σε ηλικία «Έλλη», μαζί με τον «Αετό», απέπλευσαν για τη Μήλο για να αντικαταστήσουν τα νεότερα πλοία, που αγκυροβολούσαν στο συγκεκριμένο λιμάνι.[xxiii]

Ωστόσο, η παραμονή της «Έλλης» και του «Αετού» στη Μήλο αποτέλεσε μόνιμο πονοκέφαλο για τον Καββαδία. Διέταξε, λοιπόν, για όσο διάστημα τα δυο πολεμικά θα βρίσκονταν εκεί, να παραμένουν σε κατάσταση ετοιμότητας και σε απόσταση το ένα από το άλλο. Γενικώς, η Μήλος είχε τραβήξει την προσοχή των Ιταλών, καθώς πίστευαν ότι αποτελούσε αγκυροβόλιο αγγλικών πλοίων, με συνέπεια να εκτοξεύουν απειλές κατά της Ελλάδας.[xxiv] Η κατάσταση είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο καχυποψίας, που ο Έλληνας Αρχηγός Στόλου ενημέρωνε τον Ναυτικό Ακόλουθο της ιταλικής πρεσβείας στην Αθήνα για κάθε κίνηση του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού,[xxv] ούτως ώστε να αποφεύγονται οι παρεξηγήσεις.

Το ζήτημα της θρησκευτικής παράδοσης

Από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας της χώρας, η ελληνική κυβέρνηση ενέκρινε την αποστολή τμήματος στρατού και πολεμικού πλοίου στη Τήνο κατά την εορτή του Ευαγγελισμού, αλλά και τον Δεκαπενταύγουστο, για την απόδοση τιμών στη Μεγαλόχαρη. Τον Αύγουστο, όμως, του 1940 τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Οι ανώτατοι αξιωματικοί του Ναυτικού ήταν κατηγορηματικά αντίθετοι με την αποστολή πλοίου, από τη στιγμή που οι Ιταλοί «αλώνιζαν» στο Αιγαίο και είχαν προκαλέσει τόσα επεισόδια. Η κατάσταση αυτή, είχε θέσει τον στόλο σε κατάσταση αυξημένης επαγρύπνησης.

Ο Καββαδίας πρότεινε να αποσταλεί το «Βασιλεύς Γεώργιος», ως πιο σύγχρονο από το γερασμένο «Έλλη», κατασκευής του 1912. Τελικά, σε ειδική σύσκεψη, στην οποία δεν συμμετείχε ο Αρχηγός Στόλου, αποφασίστηκε να σταλεί το «εύδρομον Έλλη», ενώ η σκέψη για αποστολή και άλλων δυο πλοίων εγκαταλείφθηκε λόγω των επιχειρησιακών σχεδίων του Πολεμικού Ναυτικού. Να σημειώσουμε εδώ, ότι το Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου, ήδη από την 1η Αυγούστου, είχε ζητήσει με αίτημά του προς το Υπουργείο Ναυτικών, την αποστολή πολεμικού πλοίου.[xxvi]

Η απάντηση του Υπουργείου Ναυτικών προς το Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου σχετικά με την αποστολή της «Έλλης».

Το «Έλλη», εκτελώντας διαταγές του Υπουργείου Ναυτικών, αναχώρησε από το λιμάνι του Αδάμαντα της Μήλου στην 01.00 τα μεσάνυχτα της 14ης προς 15ης Αυγούστου, προφανώς προκειμένου να πραγματοποιήσει το ταξίδι με την ασφάλεια της νύκτας.[xxvii] Οι οδηγίες του Καββαδία προς τον κυβερνήτη του πλοίου Άγγελο Χατζόπουλο ήταν αυστηρές, αναφορικά με την επικινδυνότητα της αποστολής. Ήταν ξεκάθαρο ότι περίμεναν ιταλική επίθεση, δεδομένου ότι τα στεγανά διαμερίσματα ήταν συνεχώς κλειστά σε όλη τη διάρκεια του πλου.[xxviii] Το πλήρωμα δεν έπαψε να επαγρυπνά, διότι το πλοίο δεν διέθετε συστήματα παρακολούθησης του περιβάλλοντα χώρου.

 

Το πρωινό της 15ης Αυγούστου 1940

Στις 06.25 το πρωί της Πέμπτης 15 Αυγούστου, η «Έλλη» αγκυροβόλησε γύρω στα 550 μέτρα από τον πράσινο φανό του λιμενοβραχίονα του λιμανιού της Τήνου. Δεν εισήλθε εντός του λιμένα, όπου θα ήταν σαφώς καλύτερα προστατευμένο, διότι ήταν αβαθή τα νερά.[xxix]

Από τη στιγμή που το πλοίο ήταν αγκυροβολημένο, και μάλιστα χωρίς την προστασία κάποιου όρμου, αν δέχονταν επίθεση από αέρος διέθετε τουλάχιστον τα αντιαεροπορικά του όπλα. Ωστόσο, ήταν εντελώς ανίσχυρο να αντιδράσει και να κινηθεί σε περίπτωση επίθεσης υποβρυχίου. Η «Έλλη» δεν έφερε βόμβες, οι οποίες άλλωστε «εν όρμω ήσαν άχρησται»,  καθότι το Πολεμικό Ναυτικό δεν είχε εφοδιαστεί με «βομβοβόλα» μεγάλου βεληνεκούς.[xxx]

Μόλις το πλοίο κατέπλευσε στην Τήνο, μετέβη σε αυτό λιμενικός για να συγκεκριμενοποιηθούν οι λεπτομέρειες της ώρας εξόδου του αγήματος, που ορίστηκε  περί τις 10:30. Οι υπόλοιποι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί αποσύρθηκαν στα διαμερίσματά τους προς ανάπαυση.[xxxi]

Το εύδρομο «Έλλη».

Περί τις 07.00 εμφανίστηκε στον ορίζοντα ένα αεροπλάνο, το οποίο, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των αξιωματικών που βρίσκονταν στο κατάστρωμα τη στιγμή εκείνη, αναγνωρίστηκε ως ιταλικό. Οι ίδιες μαρτυρίες μας δίνουν την πληροφορία, ότι το συγκεκριμένο αεροπλάνο κατόπτευσε για αρκετή ώρα το αγκυροβόλιο της «Έλλης». Ωστόσο, δεν μπορούσε να βληθεί από την «Έλλη», αν πρώτα αυτό δεν άνοιγε πυρ κατά του ελληνικού πολεμικού.

Στις 08.00 ακριβώς έγινε η έπαρση της σημαίας του πλοίου και ταυτόχρονα μεγάλος σημαιοστολισμός του λόγω της εορτής.[xxxii] Μισή σχεδόν ώρα αργότερα, στις 08.25, «ισχυροτάτη δόνησις ετάραξε το πλοίον».[xxxiii] Η «Έλλη» είχε δεχθεί τορπίλη στα δεξιά ύφαλά της, στο ύψος του δευτέρου λεβητοστασίου, με αποτέλεσμα να προσκληθεί έκρηξη του λέβητα, ο οποίος εκείνη τη στιγμή βρισκόταν σε λειτουργία. «Από το προκληθέν εκ της τορπίλλης τεράστιον ρήγμα εισήλθον ακατασχέτως εις τα ύφαλά της άφθονα ύδατα, τα οποία και τα κατέκλυσαν».[xxxiv] Ευτύχημα ήταν το γεγονός ότι δεν ανατινάχθηκαν οι αποθήκες των πυρομαχικών του σκάφους, οπότε εκεί η τραγωδία θα λάμβανε διαστάσεις «ανατριχιαστικάς».[xxxv]

Όταν ακούστηκε ο κρότος, πολλοί που βρίσκονταν στον Ιερό Ναό της Μεγαλόχαρης και γύρω από αυτόν, πίστευαν ότι το πολεμικό ρίχνει τιμητικές βολές.[xxxvi] Ωστόσο, στο κατάστρωμα του πλοίου επικράτησαν σκηνές αλλοφροσύνης. Τα πάντα είχαν καλυφθεί από ατμό και συντρίμμια, ενώ στη δεξιά πλευρά του πλοίου μέχρι την ίσαλο γραμμή υπήρχε μια κάθετη ρωγμή. Πολλοί τραυματίες ήταν κατάμαυροι από το πετρέλαιο που χύθηκε από τα σπλάχνα του πλοίου, ενώ άλλοι βρίσκονταν στη θάλασσα από την έκρηξη. Οι περισσότεροι από το πλήρωμα είχαν την αίσθηση, ότι η δόνηση που δέχτηκε το πλοίο προέρχονταν είτε από έκρηξη των πυρομαχικών είτε από βόμβες αεροσκάφους.[xxxvii]

Όταν ο κυβερνήτης και το πλήρωμα της «Έλλης» αντιλήφθηκαν τι είχε συμβεί πραγματικά, ξεκίνησαν αμέσως οι προσπάθειες διάσωσης του πλοίου. Ο Χατζόπουλος διέταξε την τοποθέτηση ρίπου (καραβόπανο), στο σημείο που είχε δημιουργηθεί άνοιγμα, με σκοπό να σταματήσει η εισροή υδάτων στο πλοίο, αλλά ο ύπαρχος του ανέφερε ότι ο ρίπος είχε εκτιναχθεί στη θάλασσα.[xxxviii]  Όσον αφορά την κίνηση των μηχανών, ο πρώτος μηχανικός ενημέρωσε τον κυβερνήτη ότι αν και οι μηχανές ήταν άθικτες, ο εν λειτουργία λέβητας είχε ανατιναχθεί. Επιπλέον, υπήρχαν διαρροές στο δεύτερο και στο τρίτο λεβητοστάσιο, ενώ είχαν σπάσει και όλες οι ατμοσωλήνες. Επομένως, ούτε κίνηση μηχανών υπήρχε, αλλά ούτε και ηλεκτρικές αντλίες μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν γιατί δεν υπήρχε ρεύμα. Επίσης, ο κυβερνήτης αρνήθηκε να επιτρέψει «κατάκλιση» πυριτιδαποθηκών (πλημμύρισμα με θαλασσινό νερό, ώστε να αχρηστευτεί η γόμωση των πυρομαχικών), διότι δεν επιθυμούσε, και πολύ σωστά, να βαρύνει επιπλέον το σκάφος.[xxxix]

Ο Κυβερνήτης Άγγελος Χατζόπουλος.
Το ρήγμα στα δεξιά ύφαλα του σκάφους.

 

 

Δεν απέμεινε, λοιπόν, τίποτα άλλο παρά από την προσάραξη στα αβαθή για την οποία υπήρχαν ελπίδες, διότι παραδόξως το πλοίο βυθιζόταν αργά. Ο Χατζόπουλος διέταξε να αποκοπεί η άγκυρα του πλοίου, αλλά αυτό στάθηκε αδύνατο παρ’ όλες τις προσπάθειες των αξιωματικών, διότι δεν είχαν τα κατάλληλα εργαλεία, αλλά ούτε και ήταν δυνατό να βρεθούν μέσα στα συντρίμμια. Όπως, επίσης, ήταν αδύνατη η «αποκρίκωσις» (αποδέσμευση)  της αλυσίδας του πλοίου, που το τραβούσε προς το βυθό.[xl] Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, ο Χατζόπουλος ζήτησε ρυμούλκηση από τα επιβατικά ατμόπλοια που βρίσκονταν εντός του λιμανιού της Τήνου. Παράλληλα, λέμβοι και καΐκια περισυνέλλεγαν τους ναυαγούς και τους τραυματίες.[xli]

Καθόσον γίνονταν αυτά, δέκα λεπτά περίπου μετά την πρώτη έκρηξη ακούστηκαν άλλες δύο διαδοχικές εκρήξεις, αυτή τη φορά προς την κατεύθυνση της ξηράς. Στις 08.35 δεύτερη τορπίλη εξερράγη στο κέντρο του λιμενοβραχίονα και ένα λεπτό αργότερα (08.36) μια τρίτη χτύπησε σε ύφαλο («προς το μέρος της εξωτερικής αμμώδους παραλίας του λιμένος»),[xlii] μπροστά από την είσοδο του λιμανιού. Σύμφωνα με το επίσημο πόρισμα του Καββαδία, που θα αναλύσουμε παρακάτω, οι τορπίλες αυτές «ως εκ της διευθύνσεως, φαίνεται ερρίφθησαν ουχί κατά της «ΕΛΛΗΣ», αλλά κατά του εσωτερικού του λιμένος». Στόχος τους, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν τα επιβατικά που αποβίβαζαν προσκυνητές, με αφορμή την θρησκευτική εορτή.[xliii]

Εν τω μεταξύ, το πλοίο βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο και η κλήση του αύξανε. Ο κυβερνήτης αποφάσισε τη βαθμιαία εγκατάλειψή του, επιβιβάζοντας σε λέμβους το μεγαλύτερο μέρος του πληρώματος και παραμένοντας ο ίδιος με τους αξιωματικούς και μερικούς ναύτες πάνω στο κατάστρωμα. Η ομάδα που έμεινε πάνω στο πλοίο, προσπάθησε με δύο συρματόσχοινα και ένα κάβο να το ρυμουλκήσει από την πρύμνη. Ζητήθηκε για αυτό, η βοήθεια του πλοιάρχου της «Έλσης», που ήταν το μεγαλύτερο από τα ατμόπλοια, που βρίσκονταν εντός του λιμανιού, αλλά ο πλοίαρχος του απάντησε ότι «δεν έχει ατμόν».

Σκαριφήματα του λιμανιού της Τήνου, την ημέρα του τορπιλισμού, Ακρόπολις (18.8.1940).

Τότε, ζητήθηκε η συνδρομή του «Έσπερου», ο οποίος εκείνη τη στιγμή αποβίβαζε πλήθος επιβατών. Ο πλοίαρχός του έπλευσε προς την «Έλλη» και την προσέγγισε στις 09.10 περίπου. Ωστόσο, το κύριο κατάστρωμα του πολεμικού πλοίου απείχε ελάχιστα εκατοστά από την επιφάνεια της θάλασσας. Είχαν ήδη γίνει κάποιες απόπειρες ρυμούλκησης με την άκατο (μεγάλη λέμβος πολεμικού πλοίου) της «Έλλης», χωρίς κανένα αποτέλεσμα.[xliv] Τότε, ο Χατζόπουλος διέταξε την εκκένωση του πλοίου. Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος αρνούνταν να το εγκαταλείψει. Μπροστά σε αυτή την άρνηση, ο ανθυποπλοίαρχος Λεβαντίνος, με εντολή του υπάρχου, «δια της βίας σχεδόν κατέβασε» τον κυβερνήτη εντός της ακάτου.[xlv]Από εκεί, οι αξιωματικοί της «Έλλης» θα παρακολουθούσαν την τελευταία απόπειρα ρυμούλκησης του πλοίου.

Μόλις, όμως, ο πλοίαρχος του «Έσπερου» πλησίασε αρκετά για να πάρει τα ρυμούλκια (κάβους), παρατήρησε πυκνό μαύρο καπνό να εξέρχεται από την πρύμνη της «Έλλης». Παρ’ όλα αυτά, η ρυμούλκηση ξεκίνησε, αλλά ο μαύρος καπνός αυξανόταν και άρχισαν να φαίνονται και φλόγες. Είτε αυτό ανάγκασε τον κυβερνήτη του «Έσπερου» σε κάπως απότομες κινήσεις, είτε διότι το πλοίο συγκρατούνταν από την άγκυρα του και ήταν πολύ βαρύ, γεγονός είναι ότι και τα δύο ρυμούλκια κόπηκαν.[xlvi]

Επειδή όμως η πυρκαγιά όλο και μεγάλωνε και το πλοίο έκλινε «επικινδύνως», ο Χατζόπουλος διέταξε τον «Έσπερο» να εγκαταλείψει κάθε απόπειρα ρυμούλκησης και να απομακρυνθεί από την «Έλλη», η οποία ημιβυθισμένη, μέσα στις φλόγες, και «κρατουμένη δια της άγκυρας»,  δεν μπορούσε πλέον να σωθεί. Βυθίστηκε με την πρύμνη 1 ώρα και 55 λεπτά περίπου μετά τον τορπιλισμό της, στις 10.20.[xlvii]

Παράλληλα, η παραλία εκκενώθηκε από τα πλήθη των προσκυνητών που απομακρύνονταν από την προκυμαία προς τα γύρω υψώματα της πόλης υπό το φόβο μήπως τα θραύσματα, από μια πιθανή έκρηξη των πυρομαχικών της «Έλλης», φτάσουν μέχρι την παραλία. Ταυτόχρονα, πραγματοποιήθηκε ομαδική εκκένωση της πόλης για τον ίδιο λόγο.[xlviii]

Η στιγμή της έκρηξης μιας εκ των τορπιλών στην προβλήτα
του λιμανιού της Τηνου, στις 15 Αυγούστου 1940. Η «Έλλη» διακρίνεται στην δεξιά πλευρά του στύλου.
Πορτραίτο μέλους του πληρώματος της «Έλλης». Φωτογραφία Ε. Αντωνάτου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο τορπιλισμός της ‘Έλλης”

 

Τα νέα μεταδίδονται στην πρωτεύουσα

Τα πρωτοσέλιδα των αθηναϊκών εφημερίδων της 16ης και 17ης Αυγούστου, καθώς και των επόμενων ημερών, ασχολήθηκαν διεξοδικά με τον τορπιλισμό της «Έλλης», με αναφορές σε «αγνώστου εθνικότητος» υποβρύχιο που έπληξε θανάσιμα το ελληνικό σκάφος. Οι απεσταλμένοι των εφημερίδων, που βρίσκονταν στην Τήνο, λόγω του εορτασμού του Δεκαπενταύγουστου, μετέδιδαν τις λεπτομέρειες του πρωτοφανούς αυτού γεγονότος.[xlix] Την είδηση, όμως, μετέδωσε πρώτος ο Ραδιοφωνικός Σταθμός των Αθηνών με τους ακροατές του να ακούνε κατάπληκτοι τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο λιμάνι της Τήνου.

Η αγανάκτηση του Τύπου συνίστατο στο γεγονός ότι το «Έλλη» τορπιλίστηκε ενόσω ήταν «αγκυροβολημένον, ανύποπτον και εν μεγάλω σημαιοστολισμώ, μετέχον εις την μεγάλην θρησκευτικήν πανήγυριν της Τήνου».[l] Παρ’ όλα αυτά, ο Τύπος συνιστούσε ψυχραιμία για την αποφυγή «γεγονότων», τονίζοντας παράλληλα ότι το ελληνικό έθνος έπρεπε να δώσει δείγματα πολιτικής ωριμότητας και ψυχραιμίας.[li]

Ο Μεταξάς, στο άκουσμα της είδησης, έσπευσε να ενημερώσει τον βασιλιά και να αποστείλει στις αρχές της Τήνου το παρακάτω τηλεγράφημα: «Είμαι βέβαιος, ότι θα έχετε ενθαρρύνει τους προσκυνητάς και ότι και αυτοί, ως αληθινοί Έλληνες, δεν θα έχουν ανάγκην ενθαρρύνσεως. Είμαι βέβαιος επίσης, ότι η λιτανεία θα γίνη. Δια την επιστροφήν των πλοίων με τους προσκυνητάς,  θα απαντήσω συντόμως και θα φροντίσω διά την προστασίαν των».[lii] Πράγματι, η λιτανεία συνεχίστηκε μετά τις 11:30 το πρωί.

Από την πλευρά του, ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ απηύθυνε προς τον Μεταξά επιστολή με την οποία εξέφραζε την οδύνη του για την «όλως απροσδόκητο»  είδηση του τορπιλισμού και βύθισης της «Έλλης», συμμεριζόμενος τη θλίψη που δοκίμαζε το βασιλικό Πολεμικό Ναυτικό για την απώλεια αυτή, χωρίς καμία αναφορά στο «άγνωστο» υποβρύχιο.[liii] Ο Μεταξάς, σε ημερήσια διαταγή του προς το Βασιλικό Ναυτικό, εξέφραζε και αυτός τη βαθιά οδύνη του για την απώλεια του «ευδρόμου Έλλη», σημειώνοντας ότι «εβλήθη δια τορπιλλών αγνώστου εθνικότητος υποβρυχίου».[liv] Παράλληλα, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, με εγκύκλιό του ζητούσε από τις τοπικές αρχές να απαγορεύσουν οποιαδήποτε δημοσίευση, περί της εθνικότητας του υποβρυχίου, σε εφημερίδες. Διαφορετικά, αν αποκαλυπτόταν η ταυτότητα του δράστη, η χώρα ήταν υποχρεωμένη να κηρύξει τον πόλεμο στην Ιταλία.[lv]

Τα πρωτοσέλιδα των Αθηναϊκών εφημερίδων.

Σχετικά με το τελευταίο, ήδη από τις 11:00 το πρωί της 15ης Αυγούστου, όταν ο Μεταξάς έλαβε τηλεγράφημα από τον ύπαρχο της «Έλλης», που του περιέγραφε τα γεγονότα, εκείνος του απάντησε ότι «ουδεμία, εκ μέρους ουδενός να εκφρασθή σκέψις ή υπόνοια της εθνικότητος του υποβρυχίου που σας ετορπίλλισε»,[lvi] ενώ σε συνάντηση, το βράδυ της 15ης Αυγούστου, στην οποία συμμετείχε και ο υφυπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας Αμβρόσιος Τζίφος, κατέστησε σαφές στους συνομιλητές του ότι «όποιος από εμάς μιλήση, θα τουφεκισθή. Δεν θα φεισθώ ουδενός».[lvii] Την ίδια απάντηση έδωσε και στον Καββαδία, που βρέθηκε στην Τήνο το πρωινό της  16ης Αυγούστου για να συντονίσει την επιστροφή των προσκυνητών και του πληρώματος της «Έλλης» στον Πειραιά. Ο Αρχηγός Στόλου μόλις είδε τα θραύσματα της δεύτερης τορπίλης, που έφεραν ιταλικά διακριτικά, ενημέρωσε τον Μεταξά και εκείνος του συνέστησε «απόλυτον εχεμύθειαν» για την εθνικότητα του υποβρυχίου.[lviii]

Το Υπουργείο Ναυτικών κήρυξε, λόγω της απώλειας της «Έλλης», διήμερο πένθος με τις σημαίες να κυματίζουν μεσίστιες σε όλα ελληνικά πολεμικά πλοία.[lix] Ωστόσο, μόλις έγινε γνωστή η είδηση στο Γενικό Επιτελείο Ναυτικού, ο Αρχηγός Στόλου διέταξε όλα τα πολεμικά πλοία να βρίσκονται σε συναγερμό, ειδικά τα αντιτορπιλικά να είναι «υπ’ ατμόν». Μεγάλη ανησυχία υπήρχε για το αντιτορπιλικό «Αετός», το οποίο βρισκόταν αγκυροβολημένο στη Μήλο. Κανείς δεν ήξερε αν η επίθεση κατά της «Έλλης» ήταν το προοίμιο ενός αιφνιδιαστικού πόλεμου.[lx]

Το πανελλήνιο πένθος για την απώλεια της «Έλλης» εκδηλώθηκε ποικιλοτρόπως. Πλείστα επαγγελματικά σωματεία και ενώσεις, καθώς και ιδιώτες,  προσέφεραν χρηματικές δωρεές για την όσο το δυνατόν ταχύτερη αντικατάσταση της «Έλλης».[lxi] Ο Μεταξάς, όμως, με δήλωσή του έκανε γνωστό ότι δεν επιθυμούσε να επιβαρύνει τον ελληνικό λαό με νέες θυσίες και ότι η αντικατάσταση του πολεμικού πλοίου θα γινόταν μέσω του κρατικού προϋπολογισμού.[lxii]

 

Οι διεθνείς αντιδράσεις

Τα ξένα πρακτορεία ειδήσεων, καθώς και οι διπλωματικοί κύκλοι βοούσαν ότι το υποβρύχιο που πραγματοποίησε την επίθεση κατά της «Έλλης» ήταν ιταλικό.[lxiii] Στον αγγλικό τύπο, και λόγω της εμπόλεμης κατάστασης μεταξύ των δυο κρατών, διατυπωνόταν ξεκάθαρες υπόνοιες περί της ιταλικής εθνικότητας του υποβρύχιου,[lxiv] ενώ το Βρετανικό Ναυαρχείο ανακοίνωσε ότι κανένα βρετανικό υποβρύχιο δεν ευρίσκονταν στα ύδατα του Αιγαίου την ημέρα εκείνη.[lxv] Η ιταλική ενοχή ενισχυόταν και από το γεγονός, ότι οι ιταλικές εφημερίδες που κυκλοφόρησαν την 16η Αυγούστου δεν ανέφεραν τίποτα για το γεγονός.[lxvi] Αλλά και ο τότε Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα Εμμανουέλε Γκράτσι στα απομνημονεύματά του δηλώνει ότι από τις 18 Αυγούστου ήταν γενική η πεποίθηση του ελληνικού λαού, καθώς και των διεθνών κύκλων, ότι το υποβρύχιο ήταν ιταλικό.[lxvii]

Από την άλλη πλευρά, σε ανακοίνωση του ιταλικού πρακτορείου «Στέφανι», που προπαγάνδιζε τις επίσημες απόψεις της Ρώμης, γινόταν λόγος για συκοφαντικά δημοσιεύματα του αγγλικού τύπου, που άφηναν υπαινιγμούς για την ευθύνη της Ιταλίας. Ακόμα, τα ίδια δημοσιεύματα προσπαθούσαν να επιρρίψουν στην Αγγλία την ευθύνη για τον τορπιλισμό της «Έλλης».[lxviii] Ισχυρίζονταν δε, ότι κανένα ιταλικό υποβρύχιο δεν βρίσκονταν πλησίον της θέσης της «Έλλης» τις τελευταίες ημέρες.[lxix] Οι Ιταλοί έφτασαν μέχρι του σημείου να διαμαρτυρηθούν στην Αθήνα για τις φήμες που κυκλοφορούσαν σχετικά με την ιταλική εμπλοκή στον τορπιλισμό του ελληνικού πλοίου.[lxx] Ο Ιταλός ναυτικός ακόλουθος της πρεσβείας στην Αθήνα ρωτούσε κατ’ επανάληψη το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού αν είχε αποκαλυφθεί κάποιο στοιχείο, σχετικά με την εθνικότητα του υποβρυχίου. Ωστόσο, οι Έλληνες επιτελείς, αν και γνώριζαν, απαντούσαν ότι δεν διέθεταν ακόμη στοιχεία.[lxxi]

Για όσους γνώριζαν πράγματα και καταστάσεις, ο τορπιλισμός της «Έλλης» δεν ήταν παρά ένα σκηνοθετημένο γεγονός, προκειμένου να δικαιολογηθεί η ήδη προαποφασισμένη επίθεση κατά της Ελλάδας.[lxxii] Σύμφωνα με τον Έλληνα πρεσβευτή στη Ρώμη, Ιωάννη Πολίτη, η φασιστική Ιταλία τορπίλισε την «Έλλη» σε μία προσπάθεια να τρομοκρατήσει την Ελλάδα, ώστε να αποσπάσει από αυτήν στρατηγικά πλεονεκτήματα στον θαλάσσιο αγώνα της έναντι της Αγγλίας.[lxxiii] Η άλλη όψη του νομίσματος ήταν ότι οι Ιταλοί προσπαθούσαν να προκαλέσουν κάποια σπασμωδική ενέργεια της Ελλάδας, που θα δικαιολογούσε την κήρυξη πολέμου εναντίον της. Ταυτόχρονα με τον τορπιλισμό της «Έλλης», στην ιταλοκρατούμενη Αλβανία υπήρχε κινητοποίηση δυνάμεων προς  τα ελληνοαλβανικά σύνορα με σκοπό την εισβολή στην Ελλάδα.[lxxiv] Ωστόσο, η γερμανική παρέμβαση στον Μουσολίνι ανέβαλε την ιταλική επίθεση.[lxxv]

 

Το ιταλικό υποβρύχιο «Ντελφίνο», το οποίο βύθισε την «Έλλη».

 

Η επισφαλής επιστροφή των προσκυνητών

Ο τορπιλισμός της ««Έλλης»» θορύβησε τις αρχές, γεγονός που αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το ατμόπλοιο «Αθήναι», που εστάλη κενό επιβατών για να συνδράμει στην εκκένωση του νησιού από τους προσκυνητές, έφερε μόνο εκατοντάδες σωσίβια και μερικούς δύτες για την αναζήτηση των αγνοουμένων, καθώς και των θραυσμάτων από τις τορπίλες.[lxxvi] Δεν ήταν, επίσης, καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο Μεταξάς έστειλε τον υποναύαρχο Α. Σακελλαρίου να ενημερώσει τους ναυτικούς ακολούθους της Αγγλίας και της Ιταλίας για την επικείμενη μετάβαση στην Τήνο των αντιτορπιλικών «Βασιλεύς Γεώργιος» και «Βασίλισσα Όλγα», που θα συνόδευαν τα ατμόπλοια που θα παραλάμβαναν τους προσκυνητές.[lxxvii] Ήθελε να προλάβει μεγαλύτερη τραγωδία από εκείνη της «Έλλης».

Στις 06:00 το πρωί της 16ης Αυγούστου, τα αντιτορπιλικά απέπλευσαν από την Ελευσίνα, όπου ήταν το αγκυροβόλιό τους, για την Τήνο. Επί του «Βασίλισσα Όλγα» βρισκόταν ο Αρχηγός Στόλου και επί του «Βασιλέως Γεωργίου» ο Ανώτατος Διοικητής των αντιτορπιλικών. Όταν τα δυο πλοία έφτασαν στο ύψος της Γυάρου, και ενώ έπλεαν με μεγάλη ταχύτητα, δέχτηκαν επίθεση με βόμβες από δύο αεροσκάφη από μεγάλο ύψος. Τα ελληνικά πολεμικά ανταπάντησαν, χωρίς όμως να τα πετύχουν, λόγω του μεγάλου ύψους που πετούσαν. Εντέλει, χωρίς άλλες επιθέσεις εναντίον τους, τα δύο αντιτορπιλικά κατέπλευσαν, περί τις 10.00, στην Τήνο.[lxxviii]

Το «Βασιλεύς Γεώργιος» δεν αγκυροβόλησε. Έκανε συνεχείς περιπολίες όσο διαρκούσε η επιβίβαση των προσκυνητών και του πληρώματος της ««Έλλης»» στα επιβατικά ατμόπλοια. Από τον ασύρματο του αντιτορπιλικού «Βασίλισσα Όλγα», ο Καββαδίας έδωσε τις τελευταίες εντολές για τον σχηματισμό της νηοπομπής και τις υποχρεώσεις των κυβερνητών.[lxxix] Όλα τα επιβατηγά θα έπλεαν με ταχύτητα 9 μιλίων και δεν επιτρεπόταν καμία παρέκκλιση από τις διαταγές του.[lxxx]

Στις 13:30 περίπου τα ατμόπλοια «Σοφία», «Έσπερος», «Αντέννα», «Αθήναι» και «Έλση» ξεκίνησαν για τον Πειραιά. Μετά από λίγο στη νηοπομπή προστέθηκε το επιβατικό «Σάμος», το οποίο είχε αποπλεύσει από τη Σύρο.[lxxxi] Τα ατμόπλοια πήραν θέση το ένα πίσω από το άλλο, σχηματίζοντας μια γραμμή με τα αντιτορπιλικά να κάνουν συνεχείς κύκλους γύρω τους. Ο ανταποκριτής της εφημερίδας Ασύρματος μας δίνει μια παραστατική διήγηση της νηοπομπής που σχηματίσθηκε. Συγκεκριμένα, «τα δυο πολεμικά πλέοντα με κατεύθυνσιν αντίθετον το ένα προς το άλλο, διέγραφαν τους περιπολικούς κύκλους των γύρω από την αρμάδα των επιβατικών, άγρυπνοι φρουροί των χιλιάδων ψυχών που επέβαινον».  Αργότερα, η νηοπομπή χωρίστηκε σε δύο σκέλη με τρία επιβατικά το καθένα και τα πολεμικά να περιπολούν στα πλάγια.[lxxxii] Ο Καββαδίας, ιδιαίτερα μετά την αεροπορική επίθεση σε βάρος των δυο αντιτορπιλικών στη Γυάρο, ζήτησε αεροπορική προστασία κατά την επιστροφή στον Πειραιά. Μολαταύτα, το αίτημά του δεν ικανοποιήθηκε.[lxxxiii]

Αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας, η νηοπομπή εισήλθε στο λιμάνι του Πειραιά, ενώ πλήθη κόσμου στην προκυμαία ανέμεναν την επιστροφή των προσκυνητών, καθώς και των τραυματιών της «Έλλης».[lxxxiv]

 

Το πόρισμα Καββαδία

Στις 21 Αυγούστου 1940, ειδική επιτροπή, αποτελούμενη από τον υποναύαρχο και Αρχηγό Στόλου, Ε.  Καββαδία, τον κυβερνήτη της «Έλλης»,  Α.  Χατζόπουλο, τον πλωτάρχη – ύπαρχο της «Έλλης» Κ. Δούση,  τον υποπλοίαρχο Α. Στερίοπουλο και τον ανθυποπλοίαρχο Χ. Λεβαντίνο,  συνέταξε έκθεση – πόρισμα, αφού πρώτα εξέτασε τα ανελκυσθέντα θραύσματα από τις τορπίλες ΙΙ και ΙΙΙ.[lxxxv] Στο πόρισμα αυτό, αποφάνθηκαν ότι τα ανευρεθέντα τεμάχια ανήκαν σε δύο ειδών τορπίλες. Μια διαμέτρου 45 εκ. και μια 53 εκ.  Τα τεμάχια των 45 εκ. (τορπίλη ΙΙ) βρέθηκαν δίπλα στο ρήγμα του λιμενοβραχίονα, ενώ εκείνα των 53 εκ. (τορπίλη ΙΙΙ) εντοπίστηκαν σε μεγαλύτερη απόσταση. Όσον αφορά την πρώτη τορπίλη, δεν έγινε έρευνα για τον εντοπισμό των θραυσμάτων της, διότι αυτά θα βρίσκονταν εντός του βυθισμένου σκάφους ή γύρω από αυτό, σε μεγάλο βάθος, και δεν υπήρχαν τα μέσα για την ανέλκυσή τους, αλλά ούτε και ο χρόνος.[lxxxvi] Αμφότερες οι τορπίλες έφεραν διακριτικά, καθώς και γράμματα, που αποδείκνυαν ότι ήταν ιταλικής κατασκευής.

Τμήμα της τορπίλης ΙΙ, το οποίο βρίσκεται στο Μαυσωλείο της «Έλλης» εντός του Ιερού Ναού της Μεγαλόχαρης

Στο πόρισμα του ο Καββαδίας αναφέρει ότι τον τορπιλισμό της «Έλλης» εκτέλεσε άγνωστο υποβρύχιο, ενώ ορισμένοι από το πλήρωμα ισχυρίστηκαν ότι είδαν την κηλίδα «εκσφενδονίσεως» της τορπίλης. Σύμφωνα με το πόρισμα, «το αυτό κατά πάσα πιθανότητα υποβρύχιον έβαλε και τας δυο άλλας τορπίλλας…». Αυτές προορίζονταν για τα εντός του λιμένα ατμόπλοια.[lxxxvii] Δεν μπορεί να έριξε το υποβρύχιο τρεις τορπίλες για να πετύχει ένα μεγάλο αντιτορπιλικό μήκους 105 μέτρων, το οποίο ήταν αγκυροβολημένο και ανύποπτο.[lxxxviii]

Όσον αφορά τη δικαιολογία, που μπορούσε να ειπωθεί από αυτόν που το τορπίλισε, περί σύγχυσης της «Έλλης» με κάποιο από αυτά των εμπόλεμων κρατών, αυτή δεν ευσταθούσε, διότι κανένας εμπόλεμος ή κάποιος που πίστευε ότι διατρέχει κίνδυνο δεν θα αγκυροβολούσε σε ανοικτό όρμο, ούτε θα ήταν σημαιοστολισμένος. Επίσης, το ιδιαίτερο σκαρίφημα της «Έλλης» ήταν μοναδικό στην Ευρώπη και δεν υπήρχε μεταξύ των εμπολέμων. Επομένως, σύμφωνα με τον Καββαδία, «εν γνώσει και εκ προθέσεως» τορπιλίστηκε το ελληνικό πολεμικό από το υποβρύχιο, το οποίο βρισκόταν εντός της αιγιαλίτιδας ζώνης, πιθανότατα σε συνεννόηση με το αεροπλάνο, το οποίο κατόπτευσε την «Έλλη» μιάμιση ώρα πριν από τον τορπιλισμό.[lxxxix]

Όσον αφορά τις ευθύνες του πληρώματος, ο Καββαδίας θεωρούσε ότι δεν έφερε καμία ευθύνη, καθώς το πλοίο βρισκόταν εκεί σε εκτέλεση διαταγής. Συν τοις άλλοις, όπως προαναφέρθηκε, το ελληνικό πολεμικό επειδή ήταν αγκυροβολημένο ήταν ανίσχυρο εναντίον υποβρυχίου, παρ’ όλα αυτά διατήρησε τον λέβητα σε λειτουργία, ώστε να μπορεί να τεθεί εν κινήσει σχεδόν αμέσως. Ακόμα, τα στεγανά του ήταν κλειστά εν πλω, τα αντιαεροπορικά του όπλα ήταν έτοιμα και εξοπλισμένα, ενώ υπήρχε αυστηρή επαγρύπνηση στη γέφυρα του πλοίου.[xc] Σε γενικές γραμμές, σύμφωνα με το πόρισμα, ο πλοίαρχος της «Έλλης» είχε λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα.[xci]

Ωστόσο, από τη στιγμή που το πλοίο χτυπήθηκε στο μέσο και προκλήθηκε έκρηξη στον λέβητα, η τύχη του είχε προδιαγραφεί. Η «Έλλη» βρέθηκε χωρίς μηχανές, χωρίς αντλίες, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα και φωτισμό, ενώ δεν λειτουργούσε και ο μηχανισμός ανέλκυσης της άγκυρας. Κατά τον Καββαδία, η σημαντικότερη αιτία της αποτυχίας της ρυμούλκησης ήταν ότι δεν κατέστη δυνατή η «αποκρίκωσις»  της άγκυρας, το βάρος της οποίας επιβάρυνε το ήδη πληγωμένο σκαρί.  Από την άλλη, ο Καββαδίας εξέφρασε επιφυλάξεις αν κατά πόσο η ρυμούλκηση του σκάφους στα αβαθή, πλησίον της πόλης της Τήνου, δεν θα γινόταν πρόξενος μεγαλύτερης συμφοράς, από τη στιγμή που το πλοίο άρχισε να φλέγεται, καθώς δεν υπήρχαν μέσα κατάσβεσης, οι πυριτιδαποθήκες, κατά πάσα πιθανότητα, δεν είχαν κατακλυστεί και τα μέσα κατάκλισης δεν λειτουργούσαν. Τα δε αίτια της πυρκαγιάς θεωρήθηκαν ανεξήγητα, διότι ουδείς την είχε αντιληφθεί επί μια και πλέον ώρα από τον τορπιλισμό.[xcii]

Το πλοίο, αν και παλαιότατο (κατασκευής 1912), ήταν σύμφωνα με τον Καββαδία απαραίτητο για το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό, καθώς είχε αναβαθμιστεί ο οπλισμός του, αλλά ήταν και η μοναδική πολεμική «ναρκοθέτις».[xciii] Ο ίδιος πίστευε ότι το ελληνικό πολεμικό ναυτικό υπέστη «ζημίαν», μοναδική στα χρονικά του.[xciv]

Αναφορικά με τα θύματα της ««Έλλης»» ήταν συνολικά 9 σε σύνολο 210 ανδρών πληρώματος.  Ο Υποκελευστής Ι. Μαντούβαλος και τρεις ναύτες θερμαστές (Ι. Μπόνος, Ι Ανατσελόπουλος, Γ. Γρίβας) που είχαν βάρδια στο λεβητοστάσιο, σκοτώθηκαν ακαριαία. Αγνοούμενοι θεωρήθηκαν οι δύο θερμαστές, Δ. Καλλίας και Δ. Τομαράς, οι οποίοι πιθανότατα βρίσκονταν κοντά στο λεβητοστάσιο. Επίσης, κατέληξαν αργότερα στο νοσοκομείο της Τήνου ο αρχικελευστής Π. Κατσαΐτης, ο  κελευστής Ν. Παπανικολάου και ο ναύτης – αρμενιστής Μ. Πέτας.[xcv] Οι τραυματίες ανέρχονταν σε 29 άνδρες.[xcvi] Στα θύματα της ημέρας εκείνης πρέπει να συμπεριλάβουμε και το θάνατο μιας γυναίκας, αρμενικής καταγωγής, που βρισκόταν στην παραλία της Τήνου, από ανακοπή καρδιάς.[xcvii]

 

Η ώρα της αποκάλυψης του «αναίσχυντου τορπιλητή»

Η κυβέρνηση για «γενικωτέρους»  λόγους θεώρησε ότι δεν έπρεπε να φέρει το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης στη δημοσιότητα. Οι ελληνικές ναυτικές αρχές από την πρώτη στιγμή είχαν στα χέρια τους αδιάψευστα πειστήρια του εγκλήματος, δηλαδή τα υπολείμματα της τορπίλης που χτύπησε τον λιμενοβραχίονα της Τήνου.  Ωστόσο, η κήρυξη του πολέμου σε βάρος της Ελλάδας από τη φασιστική Ιταλία, τον Οκτώβριο του 1940, δημιούργησε νέα δεδομένα στην υπόθεση της «Έλλης». Σε ανακοίνωση του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, με ημερομηνία 29 Οκτωβρίου 1940, γινόταν λόγος ότι η «Έλλη» τορπιλίστηκε από ιταλικό υποβρύχιο.

Πάνω στις τορπίλες αναγράφονταν τα εργοστάσια κατασκευής τους (Τορίνο), ο αριθμός μητρώου τους, καθώς και χαρακτηριστικά σύμβολα της προέλευσής τους. Από τα παραπάνω, λοιπόν, εξήχθη το συμπέρασμα ότι οι τορπίλες ήταν κατασκευής ιταλικών εργοστασίων, ενώ δεν είχαν πουληθεί σε κανένα άλλο κράτος. Θεωρήθηκε, λοιπόν, βέβαιο ότι με αυτό τον τύπο τορπιλών είχαν εφοδιαστεί τα ιταλικά υποβρύχια.[xcviii]

Στον Τύπο των ημερών εκείνων αποκαλύφθηκε και η επίθεση που δέχτηκε το ακτοπλοϊκό ατμόπλοιο «Φρίντων», το απόγευμα της 15ης Αυγούστου, λίγες ώρες μετά τον τορπιλισμό της «Έλλης». Το συγκεκριμένο πλοίο εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιά – Χανίων, όταν δέχτηκε την επίθεση τριών ιταλικών βομβαρδιστικών, χωρίς όμως να το βυθίσουν.[xcix]

 

Το ατμόπλοιο «Φρίντων», με ζωγραφισμένη την ελληνική σημαία στα πλευρά της γέφυρας.

Ποιος έδωσε την εντολή τορπιλισμού της «Έλλης»;

Ο Γκαλεάτσο Τσιάνο, υπουργός Εξωτερικών του φασιστικού καθεστώτος και γαμπρός του Μουσολίνι, στο ημερολόγιο του αποδίδει τον τορπιλισμό της «Έλλης» στον Ιταλό Γενικό Διοικητή Δωδεκανήσων Τσέζαρε Μαρία Ντε Βέκκι.[c] Ο συγκεκριμένος ήταν ένας από τους παλαιότερους συντρόφους του Μουσολίνι, συνοδοιπόρος του στη φασιστική πορεία προς τη Ρώμη το 1922, και μέλος της Φασιστικής Τετρανδρίας.[ci] Ο ίδιος ο Τσιάνο, στο ημερολόγιό του, που δημοσιεύτηκε μετά τον πόλεμο, έγραφε ότι δεν γνώριζε ποιος τορπίλισε την «Έλλη».

Ωστόσο, ο Ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα Γκράτσι σε άρθρο του, που δημοσιεύτηκε στις 19 Αυγούστου του 1945, έκανε λόγο ότι η ενέργεια αυτή δεν μπορούσε να αποδοθεί σε πρωτοβουλία του Ντε Βέκκι. Ο τελευταίος, αν και κατείχε υψηλή θέση στο μηχανισμό του φασιστικού καθεστώς, δεν μπορούσε να εκδώσει μόνος του διαταγή καταβύθισης ενός ελληνικού πολεμικού πλοίου. Για τον Γκράτσι, η διαταγή καταβύθισης της «Έλλης» ήρθε από τη Ρώμη (Τσιάνο ή Μουσολίνι).[cii]

Την εικασία αυτή, ο  Γκράτσι τη στήριζε στο γεγονός ότι ο Μεταξάς την 13η Αυγούστου συνομίλησε με τον Γερμανό πρεσβευτή στην Αθήνα και έκανε λόγο για κυριαρχία της Αγγλίας στη Μεσόγειο.[ciii] Το περιεχόμενο της συνάντησης αυτής μεταφέρθηκε στον Γκράτσι, ο οποίος με τη σειρά του ενημέρωσε τη Ρώμη. Επομένως, σύμφωνα με τον Ιταλό πρεσβευτή στην Αθήνα, η καταβύθιση της «Έλλης» αποτελούσε μια απάντηση του Μουσολίνι στα λόγια του Μεταξά.[civ]

Στα απομνημονεύματα του γενικού διοικητή Δωδεκανήσων Ντε Βέκκι, τα οποία δημοσιεύτηκαν με τον τίτλο «Ο αληθινός Μουσολίνι», τον Μάρτιο του 1960, αποκαλύπτονταν ότι το υποβρύχιο που τορπίλισε την «Έλλη» ήταν το ιταλικό «Ντελφίνο» με κυβερνήτη τον πλωτάρχη Τζουζέπε Αϊκάρντι. Η δημοσίευση αυτή προκάλεσε την αντίδραση του τελευταίου, καθώς ο Ντε Βέκκι παρουσίαζε τον τορπιλισμό της «Έλλης», ως πρωτοβουλία του κυβερνήτη του ιταλικού υποβρυχίου. Μετά την εξέλιξη αυτή, ο Αϊκάρντι υπέβαλε μήνυση κατά του Ντε Βέκκι, ενώ δημοσίευσε στον ιταλικό Τύπο τη δική του άποψη για τον τορπιλισμό της «Έλλης».[cv]

O Τσέζαρε Μαρία Ντε Βέκκι, Γενικός Διοικητής Δωδεκανήσων.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Αϊκάρντι, στις 14 Αυγούστου ο Ντε Βέκκι, που μόλις είχε φτάσει στη Λέρο (βάση των ιταλικών υποβρυχίων στα Δωδεκάνησα), προερχόμενος από τη Ρόδο, έφερε μαζί του ένα πολύ σημαντικό έγγραφο του ιταλικού Γενικού Επιτελείου Ναυτικού. Στο έγγραφο αυτό γινόταν λόγος για έντονη κίνηση εμπορικών σκαφών από τα Δαρδανέλια προς το Αιγαίο, τα οποία σε μεγάλο βαθμό εξυπηρετούσαν τους Άγγλους. Επί πλέον, τα ουδέτερα σκάφη, που έπλεαν στην ίδια περιοχή, εξυπηρετούσαν μόνο τον ανεφοδιασμό του εχθρού.[cvi]

Για την αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής, ο Μουσολίνι ζήτησε από τα ιταλικά υποβρύχια να αναπτύξουν έντονη πολεμική δραστηριότητα «μέχρις εσχάτων» κατά των μεταφορών του εχθρού στα ύδατα του Αιγαίου. Τα υποβρύχια είχαν διαταγές να βυθίσουν χωρίς προειδοποίηση όλα τα πλοία, τα οποία θεωρούσαν ότι ενεργούσαν μεταφορές του «εχθρού», ακόμη κι αν καλύπτονταν από ουδέτερη σημαία. Η ενέργεια αυτή έπρεπε να γίνει με τέτοιο τρόπο, ώστε η ταυτότητα και η εθνικότητα του υποβρυχίου να μην αποκαλυφθούν. Η αποστολή θα εκτελούνταν μεταξύ 20-25 Αυγούστου.

Στο ίδιο έγγραφο γινόταν λόγος να κρατηθεί απόλυτη και πλήρης ραδιοτηλεγραφική σιγή από και προς το υποβρύχιο, καθ’ όλη τη διάρκεια της αποστολής. Επίσης, ο Αϊκάρντι ισχυρίστηκε ότι ο Ντε Βέκκι του έδωσε ένα μικρό φύλλο χαρτιού, στο οποίο ήταν σημειωμένα τα νησιά ΤΗΝΟΣ και ΣΥΡΟΣ, καθώς εκεί είχε παρατηρηθεί έντονη ναυτική κίνηση.

Επομένως, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Αϊκάρντι, η αποστολή του συνδεόταν με την καταβύθιση εμπορικών και επιβατικών ατμόπλοϊων, που βρίσκονταν στα δύο παραπάνω νησιά, ενώ ο ίδιος τα σκάφη αυτά, τα χαρακτήρισε ως οπλιταγωγά! Βέβαια, τα ατμόπλοια που βρίσκονταν στην Τήνο, εκείνη την ημέρα, δεν μετέφεραν παρά μόνο προσκυνητές. Απορίας άξιο είναι, επίσης, πώς οι Ιταλοί δεν γνώριζαν ότι την ημέρα εκείνη εορτάζει η Μεγαλόχαρη, μια από τις μεγαλύτερες εορτές της Ορθοδοξίας, συνεπώς ήταν απόλυτα δικαιολογημένη η αυξημένη κίνηση των ατμόπλοιων στο λιμάνι της Τήνου.

Μετά το πέρας της επιχείρησης, στις 18 Αυγούστου 1940 (και όχι μεταξύ 20-25 Αυγούστου), ο Αϊκάρντι έστειλε αναφορά στον Ντε Βέκκι, στην οποία ανέφερε τα εξής:

«Αναχώρησα από τη Λέρο στις 14 Αυγούστου, στις 20:30. Στις 04:30 της 15ης Αυγούστου φτάνοντας κοντά στο λιμάνι της Τήνου, καταδύθηκα. Προχώρησα σε βάθος περισκοπίου και κατευθύνθηκα προς το στόμιο του λιμανιού. Φτάνοντας σε απόσταση περίπου 4.000 μ. από το στόμιο του λιμανιού, είδα να βγαίνει ένα ατμόπλοιο που κατευθύνθηκε αμέσως προς τα βόρεια, ξεφεύγοντας έτσι από επίθεσή μου. Φτάνοντας μπροστά από το στόμιο, είδα ευδιάκριτα στο εσωτερικό του λιμανιού δύο μεγάλα ατμόπλοια… Ενώ ετοιμαζόμουν να λάβω κατάλληλη θέση, ώστε να εκτοξεύσω διαμέσου του στενού ανοίγματος μεταξύ των δύο λιμενοβραχιόνων, είδα ένα πολεμικό πλοίο (Έλλη) να κατευθύνεται προς το λιμάνι με μικρή ταχύτητα. Επειδή η πορεία του θα το έφερνε να περάσει ακριβώς από πάνω μου, θεώρησα σκόπιμο να καταδυθώ στα 4 μέτρα, παρακολουθώντας το με τα υδρόφωνα. Λίγο αργότερα, μην ακούγοντας πλέον τον ήχο των ελίκων αναδύθηκα σε βάθος περισκοπίου και είδα το ΕΛΛΗ αγκυροβολημένο μπροστά από τη μεγαλύτερη προβλήτα.

Αποφάσισα να τορπιλίσω πρώτο το πολεμικό πλοίο και στη συνέχεια τα ατμόπλοια.  Η απόφαση ήταν αποτέλεσμα του κάτωθι συλλογισμού:

1) Η πεποίθηση πως τα δύο εμπορικά πλοία βρίσκονται στην υπηρεσία του εχθρού. Διαφορετικά δεν εξηγείται η παρουσία των δύο αυτών μεγάλων πλοίων σε ένα λιμάνι που μόλις τα χωρούσε, ούτε μπορούμε να καταλάβουμε σε τι είδους μεγάλη διακίνηση εμπλέκονταν.

2) Η παρουσία του πολεμικού πλοίου, έτοιμο να προστατεύσει και να συνοδεύσει τα πλοία καθιστούσε την υπόθεση ύποπτη και μαρτυρούσε την ελληνική συνενοχή.

3) Ο τορπιλισμός των πλοίων εντός του λιμένα με παρουσία πολεμικού πλοίου σήμαινε κατάφωρη παραβίαση, ίδια με αυτή του τορπιλισμού του ίδιου του πολεμικού πλοίου. Από την άλλη πλευρά, αντί να αντιμετωπιστεί κατόπιν η αναπόφευκτη αντίδραση του πολεμικού πλοίου, ήταν καλύτερα να απαλλαγούμε από αυτό πριν».[cvii]

Οι απαντήσεις του Αϊκάρντι έχουν αρκετά θολά σημεία – ανακρίβειες, έκρυβαν εμπάθεια για την Ελλάδα και επιχείρησαν να μετριάσουν τις δικές του ευθύνες, αν όχι πρωτοβουλίες. Μη ξεχνάμε, ότι πάντα επεκρέματο πάνω από το κεφάλι του ο φόβος να κατηγορηθεί για εγκληματίας πολέμου.  Επίσης, στην αναφορά του έκανε λόγο ότι ο τορπιλισμός έβγαζε από τη μέση το μόνο σκάφος, το οποίο θα μπορούσε να παρενοχλήσει τις ιταλικές δυνάμεις του Αιγαίου.[cviii] Ωστόσο, η αποστολή του Ιταλού κυβερνήτη διεκόπη απότομα, πιθανότητα για να μην προκαλέσει μεγαλύτερες τραγωδίες, όπως η προσπάθεια να χτυπήσει τη νηοπομπή που απέπλευσε από την Τήνο την επομένη του τορπιλισμού.

Αρκετά χρόνια αργότερα, όταν ο Αϊκάρντι ερωτήθη για την «Έλλη» συνέχιζε να υποστηρίζει ότι «Μου έδωσαν τη διαταγή και εγώ την εκτέλεσα», ενώ δεν δίστασε να κατηγορήσει την Ελλάδα ότι το καλοκαίρι του 1940 έπαιζε με τους Άγγλους ένα πολύ «βρώμικο παιχνίδι».[cix]Μολαταύτα, οι διαταγές που είχε λάβει από τη Ρόδο δεν έκαναν λόγο για προσβολή ελληνικών πολεμικών πλοίων. Ακόμα, εγείρονται σοβαρές αμφιβολίες για την αξιοπιστία του ιταλικού μηχανισμού εκτέλεσης των διαταγών, καθώς ο καθείς τις ερμήνευε, όπως τον βόλευε.

Πρωτοσέλιδο της 30ής Οκτωβρίου 1940, έπειτα από την έκρηξη του ελληνοϊταλικού πολέμου

Υπάρχει, βέβαια, και η πληροφορία, ότι στην επιχείρηση κατά της «Έλλης» συμμετείχε και δεύτερο ιταλικό υποβρύχιο. Η πληροφορία αυτή προέκυψε από τον Ιταλό Ντίνο Μπαλντασίνι,  που υπηρετούσε ως ηλεκτρολόγος στο υποβρύχιο «Ασιάγκι», το οποίο, κατά τα λεγόμενά του, συνόδευε το «Ντελφίνο» στη συγκεκριμένη περιπολία στο Αιγαίο.[cx] Ο ίδιος ο Αϊκάρντι, όταν ρωτήθηκε για την ύπαρξη δεύτερου υποβρύχιου, απάντησε ότι δεν μπορεί να πει περισσότερα, εκτός και αν του έδινε την άδεια το ιταλικό αρχηγείο των ενόπλων δυνάμεων. Η απάντηση του ήταν μια έμμεση παραδοχή της ύπαρξης δεύτερου υποβρυχίου στην επιχείρηση της Τήνου. Επιπλέον, υπάρχει φωτογραφικό υλικό, που απεικονίζει τα πληρώματα των δύο υποβρυχίων να γιορτάζουν από κοινού τον τορπιλισμό της «Έλλης».[cxi]

Υπάρχουν ερωτήματα, γύρω από τον τορπιλισμό της «Έλλης», που παραμένουν αναπάντητα. Για παράδειγμα, γιατί το «Ντελφίνο» δεν χτύπησε νωρίτερα; Το υποβρύχιο ήταν έξω από το λιμάνι της Τήνου δυο ώρες πριν καταπλεύσει το ελληνικό καταδρομικό. Τι μεσολάβησε μεταξύ 06.25 και 08.25; Συνδέεται η πτήση αεροπλάνου, που πραγματοποιήθηκε κατά τις 07.00, με τον τορπιλισμό; Έσπασε ο Αϊκάρντι τη σιγή ασυρμάτου για να ζητήσει επιβεβαίωση από την ιταλική διοίκηση της Ρόδου για τον στόχο που είχε μπροστά του ή έδρασε μόνος; Εύλογα ερωτήματα, τα οποία η ιστορική έρευνα οφείλει να απαντήσει.

Το μνημείο ηρώων στον εσωτερικό λιμενοβραχίονα της Τήνου.

 

Ο Βασίλης Ν. Κολλάρος είναι Διδάκτωρ Διπλωματικής Ιστορίας του Τμήματος Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[i]Ο Τύπος,  16.8.1940.

[ii]Ελληνικόν Μέλλον, 18.8.1940.

[iii]Παναγιώτης Ι. Φαναριώτης, Η Ελλάδα στις φλόγες του πολέμου, 1940-1944, Εκδ. Σταμούλη, Αθήνα 2012, σ. 91.

[iv]Ό.π.,

[v]Γενικό Επιτελείο Στρατού, Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου 1940-1941 (Επιχειρήσεις του Στρατού Ξηράς), Έκδ. Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1985, σ. 7.

[vi]Γενικό Επιτελείο Στρατού, Αιτίαι και αφορμαί Ελληνοϊταλικού πολέμου 1940-1941, Εκδ. Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, Αθήναι 1959, σσ. 11-18.

[vii]Ό.π., σ. 71 ̇  Ακρόπολις, 17.8.1940.

[viii]Ακρόπολις,  8.8.1940.

[ix]Φαναριώτης, ό.π., σ. 75 ̇  Έθνος, 9.8.1940.

[x]Ακρόπολις, 7.8.1940.

[xi]Έθνος, 27, 30.7.1940 ̇ Ελληνικόν μέλλον, 15.6.1940.

[xii]Ηλίας Ρουμάνης, Ο τορπιλισμός της «Έλλης» και το έπος του 1940-41, Συγκριτική Ιστορική Μελέτη, Εκδ. Τήνος, Αθήνα 2002, σσ. 30-31.

[xiii]Ό.π., σ. 27.

[xiv]Ελληνικόν  μέλλον, 15.7.1940.

[xv]Ακρόπολις,  4.8.1940.

[xvi]Ρουμάνης, ό.π., σ. 25.

[xvii]ΓΕΣ, Αιτίαι και αφορμαί Ελληνοϊταλικού πολέμου…, σσ. 18-22.

[xviii]Ελληνικόν Μέλλον, 14, 21.8.1940.

[xix]Ελληνικόν μέλλον,  12, 15, 29.6.1940.

[xx]Ρουμάνης, ό.π., σ. 40.

[xxi]Επαμεινώνδα Π. Καββαδία, Ο ναυτικός πόλεμος του 1940, όπως τον έζησα, Αναμνήσεις 2 Μαρτίου 1935 – 25 Μαρτίου 1943, Εκδ. Πυρσός, Αθήναι 1950, σ.  138.

[xxii]Ό.π., σ. 143.

[xxiii]Καρόλου Επ. Μωραΐτη, Έλλη, η τορπίλη της ντροπής, Εκδ. Βασδέκης, 1998 σ. 15.

[xxiv]Βασιλικόν Υπουργείον Εξωτερικών, Διπλωματικά Έγγραφα, Η ιταλική επίθεσις κατά της Ελλάδος, Αθήναι 1940, έγγραφο 87, σ. 93 και έγγραφο 89, σ. 96. (στο εξής Ελληνική Λευκή Βίβλος)

[xxv]Εμμ. Γκράτσι, Η αρχή του τέλους, Η επιχείρηση κατά της Ελλάδος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1980, σσ. 147, 162.

[xxvi]Αλέκος Φλωράκης, Η Παναγία της Τήνου στον Αγώνα του ̓40, Έκδ. ΠΙΙΕΤ, Αθήνα 1990, σ. 32.

[xxvii]Πόρισμα της δυνάμει της υπ’ αριθ. Ε/1256 17.8.1940 διαταγής Αρχηγού Στόλου διενεργηθείσης ανακρίσεως επί των συνθηκών του τορπιλισμού του ευδρόμου «Έλλη». Αντίγραφο του πορίσματος βρίσκεται στην Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού, Αρχείο Καββαδία, Περίοδος 1940- 1941, φάκελος 10, υποφάκελος 12, σσ. 37-48 (στο εξής Πόρισμα Καββαδία).

[xxviii]Ό.π.,

[xxix]Έθνος, 18.8.1940.

[xxx]Πόρισμα Καββαδία, ό.π.,

[xxxi]Ό.π.,

[xxxii]Ό.π.,

[xxxiii]Ό.π.,

[xxxiv]Έθνος, 16, 18.8.1940 ̇ Ακρόπολις, 17.8.1940.

[xxxv]Ασύρματος, 18.8.1940.

[xxxvi]Ακρόπολις, 17.8.1940.

[xxxvii]Πόρισμα Καββαδία, ό.π.,

[xxxviii]Θερμές ευχαριστίες στον Ναύαρχο ε.α. Ιωάννη Παλούμπη για την εξήγηση του όρου.

[xxxix]Ό.π.,

[xl]Ό.π.,

[xli]Ό.π.,

[xlii]Κώστας Δανούσης, «Ο τορπιλισμός του «Έλλη». Η αξιοπιστία και τα προβλήματα της μνήμης», Τηνιακά Σύμμεικτα, τχ. 9, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2008, σ. 14.

[xliii]Πόρισμα Καββαδία, ό.π.,

[xliv]Ό.π.,

[xlv]Ελληνικόν Μέλλον, 17.8.1940.

[xlvi]Ασύρματος, 16.8.1940.

[xlvii]Πόρισμα Καββαδία, ό.π.,

[xlviii]Δανούσης, ό.π., σ. 7,10.

[xlix]Ό.π.,

[l]Ασύρματος, 19.8.1940  ̇ Έθνος, 16.8.1940.

[li]Ελληνικόν Μέλλον, 22.8.1940.

[lii]Ακρόπολις, 17.8.1940

[liii]Ό.π.,

[liv]Ό.π.,

[lv]Ελληνική Λευκή Βίβλος, έγγραφο 109, σσ. 82-83.

[lvi]Ρουμάνης, ό.π.,  σσ. 126-127.

[lvii]Ό.π.,

[lviii]Ό.π., σ. 128 ̇  Καββαδίας, ό.π., σ. 147.

[lix]Ελληνικόν Μέλλον, 17.8.1940.

[lx]Καββαδίας, ό.π., σ. 146.

[lxi]Ακρόπολις, 21.8.1940.

[lxii]Ακρόπολις, 18.8.1940.

[lxiii]Ελληνική Λευκή Βίβλος, έγγραφο 121, σ. 132.

[lxiv]Ό.π., έγγραφο 140, σ. 156.

[lxv]Έθνος, 16.8.1940.

[lxvi]Ελληνική Λευκή Βίβλος, έγγραφο 140, σ. 156.

[lxvii]Γκράτσι, ό.π., σ. 207.

[lxviii]Ελληνική Λευκή Βίβλος, ό.π.,

[lxix]Ακρόπολις,  17.9.1940.

[lxx]Ρουμάνης, ό.π., σ. 137.

[lxxi]Γκράτσι, ό.π., σσ. 206-207.

[lxxii]Ρουμάνης, ό.π.,  σ. 26.

[lxxiii]Ελληνική Λευκή Βίβλος, έγγραφο 121, σ. 132.

[lxxiv]The Ciano Diaries, 1939-1943, the complete, unabridged diaries of count Galeazzo Ciano Italian Minister for foreign Affairs 1936-1943, Edited by Hugh Gibson, New York 1946, σσ. 283-284. Ακόμα, A. I. Κοραντή, Διπλωματική Ιστορία της Ευρώπης (1919-1956), τόμ. Γ΄ – μέρος Α΄, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1979, σσ. 377-378. Επίσης, Ελληνική Λευκή Βίβλος, έγγραφο 140, σ. 163.

[lxxv]Κοραντής, ό.π.,  σ. 379 ̇ Ελληνική Λευκή Βίβλος, έγγραφο 127, σ. 135, καθώς και Αλέξης Κύρου, Ελληνική εξωτερική πολιτική, Εκδ. Εστία, Αθήνα 1984,  σσ. 116-117.

[lxxvi]Ασύρματος, 17.8.1940.

[lxxvii]Ρουμάνης, ό.π.,  σσ. 104-105.

[lxxviii]Καββαδίας, ό.π., σ. 147.

[lxxix]Ελληνικόν Μέλλον, 17.8.1940.

[lxxx]Ασύρματος, 18.8.1940.

[lxxxi]Έθνος, 18.8.1940.

[lxxxii]Ασύρματος, 18.8.1940.

[lxxxiii]Καββαδίας, ό.π., σ. 48.

[lxxxiv]Ελληνικόν Μέλλον, 17.8.1940.

[lxxxv]Πόρισμα Καββαδία, ό.π.,

[lxxxvi]Ό.π.,

[lxxxvii]Ακρόπολις, 17-18.8.1940 ̇ Ασύρματος, 17,19.8.1940.

[lxxxviii]Ασύρματος, 19.8.1940.

[lxxxix]Πόρισμα Καββαδία, ό.π.,

[xc]Ό.π.,

[xci]Ό.π.,

[xcii]Ό.π.,

[xciii]Η Έλλη μπορούσε να μεταφέρει και να ποντήσει 110 νάρκες. Ό.π.,

[xciv]Ό.π.,

[xcv]Ρουμάνης, ό.π., σσ. 114-116. Επίσης, Ελληνικόν Μέλλον, 17.8.1940.

[xcvi]Πόρισμα Καββαδία, ό.π.,

 

[xcvii]Ακρόπολις, 17.8.1940.

[xcviii]Ακρόπολις, 30.10.1940.

[xcix]Ακρόπολις, 31.10.1940.

[c]The Ciano Diaries, 1939-1945, ό.π., σ. 284.

[ci]Ρουμάνης, ό.π., σσ. 169-173.

[cii]Ό.π., σ. 160.

[ciii]Ό.π., σ. 162.

[civ]Ό.π., σ. 201.

[cv]Ό.π., σ. 161.

[cvi]Ό.π.,

[cvii]Αναφορά πλωτάρχη Τζουζέπε Αϊκάρντι, Ρόδος, 18.8.1940.

[cviii]Ρουμάνης, ό.π., σ. 169.

[cix]Γκράτσι, ό.π.,  σ. 204 ̇ Ρουμάνης, ό.π., σσ. 167- 168.

[cx]Ό.π., σσ. 181-184.

[cxi]Περιοδ. Ταχυδρόμος, τχ. 42, 30.10.1980, σ. 54, 57, 62.

 

 

Νίκος Χατζηϊωακείμ: Ο «Βράχος» που απέβη Βρόγχος. Η επίδραση του Γιβραλτάρ στους στρατηγικούς σχεδιασμούς των αντιμαχόμενων κατά την πρώτη διετία του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου (Μέρος Γ΄)

Νίκος Χατζηϊωακείμ 

Ο «Βράχος» που απέβη Βρόγχος. Η επίδραση του Γιβραλτάρ στους στρατηγικούς σχεδιασμούς των αντιμαχόμενων κατά την πρώτη διετία του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου (Μέρος Γ΄)

 

ΙΙΙ. Ούτε επιθετικό εφαλτήριο, ούτε αμυντικό έρεισμα του Άξονα. Το Γιβραλτάρ μένει βρετανικό.

Οι σχεδιαζόμενες γερμανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ισπανία και την Ελλάδα απέκτησαν επιτελική διασύνδεση στις 19/11, όταν η Luftwaffe ενημέρωσε τον καγκελάριο ότι οι δύο επιθέσεις δεν γινόταν να εκτοξευτούν ταυτόχρονα, καθώς για αμφότερες είχε προϋπολογιστεί μεγάλη αριθμητικά συμμετοχή των Stukas. Συζητώντας με τον Raeder την επομένη, ο Hitler προσπάθησε να τον πείσει ότι οι Αζόρες ήταν το μόνο έρεισμα που θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως εφαλτήριο των βαρέων βομβαρδιστικών «Me-264, ακτίνας δράσης 12.600 χλμ [των επονομαζόμενων Amerika Bomber]» που θα μπορούσαν να πλήξουν τις ΗΠΑ (όταν θα εισέρχονταν σε υπηρεσία, αν και τελικά ουδέποτε παράχθηκαν μαζικά). Ο αρχηγός του ναυτικού αντεπιχειρηματολόγησε ότι η παραβίαση της πορτογαλικής ουδετερότητας θα έστρεφε την διεθνή Κοινή Γνώμη κατά της Γερμανίας (μην θέλοντας να παραδεχθεί ευθέως ότι οι δισταγμοί του εδράζονταν στην αδυναμία του Kriegsmarine και στην αφερεγγυότητα του Göring). Αργότερα τον Νοέμβριο, αψηφώντας τις περί του αντιθέτου εισηγήσεις της ανώτατης ηγεσίας του στρατού, ο Hitler αποφάσισε την κίνηση στην οποία (εύλογα) είχε προσκολληθεί, τη μεταφορά δηλαδή δύο μεραρχιών (εκ των οποίων η μία τεθωρακισμένη) στο ισπανικό Μαρόκο, ως διαδοχική κίνηση μετά την προβλεπόμενη κατάληψη του Γιβραλτάρ, με σκοπό κυρίως την επιτήρηση των γειτονικών γαλλικών δυνάμεων του Vichy, ώστε να αποθαρρυνθούν από τυχόν σκέψεις απόσχισης και προσχώρησης στο συμμαχικό στρατόπεδο.1 Τον ίδιο μήνα, οι Βρετανοί επιτελείς, ανταποκρινόμενοι σε σχετική παραγγελία του Churchill, εκπόνησαν σχέδιο κατάληψης μίας ζώνης στα νότια της Ισπανίας, εκτεινόμενης από το Κάντιθ ως τη Μάλαγα, με σκοπό την επιβράδυνση τυχόν γερμανικής προέλασης ώστε αυτή να αναχαιτιστεί προτού απειλήσει το Γιβραλτάρ. Επικρατούσε ωστόσο απαισιοδοξία τόσο σε ό,τι αφορούσε τις διαθέσιμες δυνάμεις για την υλοποίηση αυτής της εκστρατείας, όσο και αναφορικά με τις προθέσεις των Ισπανών να αντισταθούν στους Γερμανούς. Αμφίθυμη ήταν και η άποψη της ανώτατης πολιτικοστρατιωτικής ηγεσίας σχετικά με τη σκοπιμότητα κατάληψης των Αζόρων και των νησιών του Πράσινου Ακρωτηρίου. Από στρατιωτικής άποψης θεωρείτο επιβεβλημένη˙ από πολιτικής υπερβολικά ριψοκίνδυνη. Παρόλο που η στρατιωτική ετοιμότητα διατηρήθηκε (μία ταξιαρχία πεζοναυτών στο μητροπολιτικά νησιά για την έφοδο στις Αζόρες και μία στο Φρητάουν για τα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου –Επιχειρήσεις «Brisk» και «Shrapnel» αντίστοιχα), μετά από διαδοχικές συσκέψεις που κράτησαν όλον τον μήνα, πρυτάνευσε ο αντικατοπτρισμός των γερμανικών φόβων και ως καταλληλότερη στάση προκρίθηκε η βρετανική συνδρομή στην ισπανική άμυνα, αν σημειωνόταν γερμανική προσπάθεια κατάληψης των Κανάριων. Δεν υπήρχε περιθώριο για μοιρολατρική αποδοχή τυχόν απώλειας του Γιβραλτάρ άνευ αναζήτησης εναλλακτικών υποκατάστατων. Ο ίδιος ο «Βράχος» παρέμενε αμφίπλευρα πολύτιμος, αφού δεν είχε καταληφθεί, ούτε καν αδρανοποιηθεί (τόσο για την συνέχιση της προς δυσμάς ασφυξίας του ιταλικού ναυτικού όσο και για την μόχλευση της φρούρησης των «Δυτικών Προσβάσεων», την από νότο προστασία των νηοπομπών που διέπλεαν τον Ατλαντικό δηλαδή και στην οποία συμμετείχε συχνά η «Δύναμη Η»). Συναφώς, προβλημάτιζε την ανώτατη ηγεσία των βρετανικών ένοπλων δυνάμεων ακόμη και η πιθανότητα κατάληψης της Λισαβόνας από τους Γερμανούς, καθώς διέθετε αξιόλογες υποδομές ελλιμενισμού. Πιο αποτελεσματική αποδείχθηκε έτερη συνιστώσα των βρετανικών σχεδίων, εκείνη των χειρονομιών οικονομικού περιεχομένου: όπως έγραψε ο Churchill στον Roosevelt (23/11), η παροχή αμερικανικής επισιτιστικής βοήθειας σε μηνιαία βάση θα επιδοτούσε την ισπανική καλή θέληση και κατ’ επέκταση θα παρείχε στο ΗΒ τον αναγκαίο χρόνο απρόσκοπτης αξιοποίησης του Γιβραλτάρ ως ερείσματος για την ελευθεροπλοΐα στη Μεσόγειο και την απαγόρευση χρήσης της ίδιας περιοχής από τους Γερμανοϊταλούς, που χρειαζόταν για όσο διάστημα διεξάγονταν σκληρές στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Κεντρική και στην Ανατολική Μεσόγειο. Στις ΗΠΑ, η πλειοψηφία της κυβέρνησης, της Κοινής Γνώμης και του Τύπου ομονοούσαν ότι τους ήταν απεχθής η προοπτική παροχής βοήθειας προς ένα δικτατορικό καθεστώς για το οποίο θεωρείτο πιθανότατο να εισέλθει στον πόλεμο σύντομα, γι’ αυτό και προηγουμένως είχε επιτραπεί μόνον η παράδοση μικρών φορτίων αλεύρων στο πλαίσιο των ενεργειών του Ερυθρού Σταυρού. Προοδευτικά όμως, οι Ηνωμένες Πολιτείες πείστηκαν από την βρετανική επιχειρηματολογία (και την πραγματική έκταση του λιμού, που έπληττε αδιακρίτως τον ισπανικό λαό εκείνο τον χειμώνα κι ήταν σπαρακτικής έντασης όπως επιβεβαίωναν οι Γερμανοί).Στα τέλη Νοεμβρίου αποφασίστηκε η δημιουργία κλιμακίου της SOE (της βρετανικής Υπηρεσίας συλλογής πληροφοριών και διεξαγωγής δολιοφθορών που είχε ιδρυθεί καλοκαίρι) στη Λισσαβώνα, με τρισυπόστατη αποστολή την προετοιμασία φιλικών δικτύων αντίστασης στη χώρα αν αυτή καταλαμβανόταν από στρατεύματα του Άξονα, την παρεμπόδιση της αξιοποίησης των ουδέτερων λιμανιών όλης της Ιβηρικής από τους Γερμανοϊταλούς και την προετοιμασία κατάληψης «ισπανικών και πορτογαλικών υπερπόντιων κτήσεων με έμφαση στα νησιά, ως αντιστάθμισης της πιθανής απώλειας του Γιβραλτάρ».3 Η δυτική Μεσόγειος εντωμεταξύ παρέμεινε διαφιλονικούμενη περιοχή, για τους δύο βασικούς αντιμαχόμενους. Ασφαλώς το Royal Navy επιβλήθηκε στη Regia Marina για σειρά λόγων (εισέφεραν η τεχνολογική υπεροχή, τα δόγματα μάχης, σωρευτικά οι επιπτώσεις των επιτυχιών στις υποκλοπές, οι αριθμητικοί περιορισμοί και η παροιμιώδης έλλειψη καυσίμων που βασάνισε τους Ιταλούς), οπωσδήποτε όμως η επίμαχη θαλάσσια περιοχή πόρρω απείχε από του να τελεί υπό βρετανική κυριαρχία. Αρκετές -και ορισμένες από αυτές ονομαστές- απώλειες υπέστη το βρετανικό ναυτικό εκεί, με την κεντρική και την ανατολική υποδιαίρεση της θάλασσας να διεκδικούν εννοείται το μεγαλύτερο μερίδιο αίματος και βυθισμένου εκτοπίσματος.

James Somerville, Διοικητής της “Δύναμης Η”.
Sir Frank Noel Mason-MacFarlane, υποδιοικητής της φρουράς (1940-1941) και Κυβερνήτης του Γιβραλτάρ (1942-1944).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τον Δεκέμβριο ο Raeder επανέφερε το σχέδιο περιφερειακής στρατηγικής εξαναγκασμού του ΗΒ σε συνθηκολόγηση, με κύριο άξονα την σφράγιση της Μεσογείου διά της κατάληψης του Γιβραλτάρ και του Σουέζ, σε συντονισμό με την φασιστική Ιταλία, που αν επιτύγχανε, ο αρχηγός του ναυτικού προεξοφλούσε ότι θα εντυπωσίαζε τους Ισπανούς, τους Γάλλους του Vichy, ίσως ακόμη και τους Πορτογάλους και θα τους υπέβαλε την ιδέα να εξασφαλίσουν στους Γερμανούς πρόσβαση στις περιπόθητες κτήσεις τους στη Βόρειο Αφρική και στον Ατλαντικό. Κατά τον ναύαρχο, το γερμανικό πολεμικό ναυτικό ήταν έτοιμο να βοηθήσει στην κατάληψη του «Βράχου» κι επίσης βρισκόταν σε προχωρημένες διαπραγματεύσεις με τους Ισπανούς για την εγκατάσταση επάκτιου πυροβολικού στα Κανάρια. Στις 5 Δεκεμβρίου η κατάληψη του Γιβραλτάρ έγινε αντικείμενο ενδογερμανικών προβληματισμών για τελευταία φορά εκείνο το μεταιχμιακό έτος, όταν εξετάστηκε το χρονοδιάγραμμα και το τελικό μέγεθος των στρατιωτικών δυνάμεων που θα εμπλέκονταν. Υπολογίστηκε ότι αν η είσοδος αυτών σε ισπανικό έδαφος ξεκινούσε στις 10/1/1941, η επίθεση θα μπορούσε να εξαπολυθεί τον Μάιο. Τα προϋπάρχοντα σχέδια τροποποιήθηκαν μερικώς, καθώς η βρετανική άμυνα είχε ενισχυθεί (είχαν εντοπιστεί ~100 πυροβόλα και 50-90 αντιαεροπορικά, χωρίς να προσμετρούνται τα πολυάριθμα και διαφόρων διαμετρημάτων πυροβόλα όσων πλοίων του Royal Navy θα συνέδραμαν την άμυνα της βάσης). Πράγματι, ο Κυβερνήτης του Γιβραλτάρ εκείνη τη στιγμή αιτείτο μόνον την έγκαιρη λήψη πληροφοριών αν το Λονδίνο μάθαινε ότι η εισβολή επέκειτο, την ολοκλήρωση του προγράμματος διάνοιξης υπόγειων σηράγγων4 και την προώθηση περισσότερο ευκίνητου πυροβολικού μόνον, καθώς το ταγμένο σε σταθερές βάσεις θεωρείτο πλήρες. Για το σύνολο των φάσεων της επίθεσης, διατέθηκαν 800 αεροσκάφη της Luftwaffe, στα οποία ανατέθηκαν επιπλέον αποστολές ναρκοθέτησης των νερών γύρω από τη βρετανική βάση5 και συμπληρωματικός αριθμός μοιρών βαρέως πυροβολικού. Ο Canaris στάλθηκε στη Μαδρίτη για να εξασφαλίσει τις σχετικές άδειες διέλευσης, διατυπώνοντας πολύ προσεκτικά εκ νέου τις προσωπικές του αποθαρρυντικές αντιρρήσεις προς την ισπανική ηγεσία σχετικά με την αποστολή που τού είχε ανατεθεί, λόγω της παρουσίας προσώπων που θα μπορούσαν να τον προδώσουν (έχει λεχθεί ότι τελικά εκείνη η επίσκεψη στάθηκε αφορμή να πληροφορηθεί ο Hitler την στάση του και μάλιστα από ισπανική πηγή). Ο Franco απέφυγε και πάλι να συγκατατεθεί (7/12–συμβολικά, έναν ακριβώς χρόνο πριν την ιαπωνική επίθεση στο Pearl Harbor), επικαλούμενος για άλλη μια φορά την τραγική οικονομική κατάσταση της χώρας, τις ελληνικές νίκες επί των Ιταλών, την ισχύ και τη βούληση των Βρετανών να συνεχίσουν τον πόλεμο, κατ’ επέκταση δε, την απειλητική παρουσία του Royal Navy σε όλα τα νερά ισπανικού ενδιαφέροντος. Παρηγορητικά προσφέρθηκε στο γερμανικό πολεμικό ναυτικό η ανανέωση της άδειας του εν πλω ανεφοδιασμού καυσίμων από πετρελαιοφόρα πλησίον των ισπανικών ακτών του Ατλαντικού.6 Ο Hitler αντέδρασε με εκ πρώτης όψεως απρόσμενη νηφαλιότητα, η οποία ήταν πολλαπλά ερμηνεύσιμη: αφενός μεν ήταν πια διαρκώς απορροφημένος στις λεπτομέρειες έναρξης της «Επιχείρησης Barbarossa». Αφετέρου, η αντίσταση του Vichy στο Ντακάρ και οι διαβεβαιώσεις που έλαβε από στρατιωτικούς του γαλλικού καθεστώτος ότι σκόπευαν να συνεχίσουν να τηρούν την ίδια στάση αταλάντευτα, τον καθησύχασαν για το μέλλον της γαλλογερμανικής φιλίας. Σε συνάντηση πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων που έλαβε χώρα στο Παρίσι (10/12/1940), οι Γάλλοι αποκάλυψαν στους Γερμανούς ομολόγους τους σχέδια ανάκτησης της «Γαλλικής Ισημερινής Αφρικής», ακόμη κι αν αυτό σήμαινε την κήρυξη πολέμου στο ΗΒ. Την ίδια ημέρα, λόγω της πορείας εκείνων των συνομιλιών και της παρατεινόμενης ισπανικής στάσης (μίγμα δισταγμών, αδυναμίας και μαξιμαλιστικών απαιτήσεων), ο Hitler διέταξε την προσωρινή εγκατάλειψη κάθε προπαρασκευής της «Επιχείρησης Felix». Η αισιοδοξία του, έστω και μετά πολλών επιφυλάξεων, επρόκειτο να αποδειχθεί εφήμερη: μόλις 3 μέρες αργότερα, ο Pétain απέλυσε τον γερμανόφιλο αναπληρωτή του P. Laval κι επιπλέον διέταξε τη σύλληψή του. Ο καγκελάριος συνέδεσε την μεταχείριση του Laval με τα αποτελέσματα της γαλλογερμανικής σύσκεψης της 10ης Δεκεμβρίου και την απέδωσε σε δάκτυλο του εγνωσμένων αντιγερμανικών διαθέσεων στρατηγού Μ. Weygand, υπουργού άμυνας στο καθεστώς Vichy ως τον Σεπτέμβριο, που ασκούσε επιρροή στον Pétain και πλέον διοικούσε τις πολύτιμες αποικίες στη βόρεια Αφρική. Γι’ αυτό άλλωστε, διά παν ενεχόμενο, ο καγκελάριος υπέγραψε την Οδηγία αρ. 20 («Επιχείρηση Attila») σχετικά με την κατάλυση του Vichy και την αιχμαλώτιση του στόλου και της αεροπορίας του σε περίπτωση αιφνιδιαστικής απόσχισης του Weygand, την ίδια ημέρα που λάμβαναν χώρα οι ενθαρρυντικές γαλλογερμανικές επαφές˙ εκ των πραγμάτων δικαιώθηκε.Οι Βρετανοί τήρησαν την ίδια προσεκτική στάση (στρατιωτική επιφυλακή και κινήσεις καλής θέλησης στο πεδίο της επισιτιστικής βοήθειας μαζί με υποσχέσεις παροχής δανείων, συνοδευόμενες από εκβιαστικές προϋποθέσεις), η οποία αποδείχθηκε άκρως αποδοτική, ως άσκηση πιέσεων εναλλασσόμενη με επιδοκιμασίες προς την εφεκτικότητα του Φρανκικού καθεστώτος. Ο Churchill, διατηρώντας σε προσωπικό επίπεδο το άκρως επιθετικό πνεύμα που τον χαρακτήριζε (και τον καθιστούσε ενίοτε επιρρεπή σε τυχοδιωκτισμούς) κράτησε ζωντανά τα σχέδια κατάληψης των ισπανικών και κυρίως των πορτογαλικών νησιών στον Ατλαντικό «ακόμη και αν οι δύο χώρες δεν προσχωρούσαν εθελουσίως στον Άξονα, αλλά αποδεικνύονταν απλώς ανίκανες να περιφρουρήσουν την ουδετερότητά τους». Μόνον το σχέδιο αιφνιδιαστικής κατάληψης της Θέουτα («Επιχείρηση Challenger») ως αντίβαρου στην απειλή κατά του Γιβραλτάρ κρίθηκε παρακινδυνευμένο πολιτικά και περιττό στρατιωτικά, όμως ακόμη κι εκείνο επικαιροποιείτο περιοδικά (Επιχειρήσεις «Ballast», «Blackthorn» και «Sapphic»). Οι επιτυχίες των Ελλήνων και του Wavell σε βάρος των Ιταλών αναχαίτισαν προς το παρόν τον επιθετικό οίστρο της βρετανικής ηγεσίας, αν και οι εξελίξεις δημιούργησαν το άγχος ότι ίσως σημειωνόταν γερμανική επέμβαση σύντομα, για την ανακοπή της ιταλικής κατάπτωσης. Τότε, τον Δεκέμβριο, ο υπαρχηγός του ιταλικού ΓΕΣ στρατηγός Μ. Roatta (είχε συμπολεμήσει με τους Εθνικιστές κατά την πρώτη διετία του ισπανικού Εμφυλίου και πιο πρόσφατα, το 1939, είχε διατελέσει στρατιωτικός Ακόλουθος στο Βερολίνο), έφθασε στο σημείο να προτείνει τον συντονισμό των ιταλικών και γερμανικών στρατιωτικών ενεργειών στη Μεσόγειο, εξαιτίας της δυσμενούς πορείας των επιχειρήσεων (η αιμορραγία των Ιταλών στο αλβανικό μέτωπο ήταν πολύπλευρη, μια και απορροφούσε το μεγαλύτερο μέρος των στρατευμάτων, αλλά και του πολεμικού υλικού, από αεροσκάφη και τεθωρακισμένα, πυροβολικό, μέχρι την πάσης φύσης διοικητική μέριμνα, απασχολώντας και το ναυτικό, εμπορικό και πολεμικό, για την μεταφορά τους). Διατυπώθηκε μάλιστα εκ των υστέρων η άποψη ότι η δέσμευση γερμανικού πολεμικού υλικού για την υλοποίηση της «Επιχείρησης Felix» μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχε επιπτώσεις στην ιταλική πολεμική προσπάθεια στη βόρεια Αφρική, με την έννοια ότι από τη στιγμή που η φροντίδα του εκστρατευτικού σώματος στην Αλβανία είχε αποστραγγίσει τα (ούτως ή άλλως ανεπαρκή) μέσα μηχανοκίνησης των Ιταλών, εάν οι Γερμανοί είχαν θέσει στη διάθεση των συμμάχων τους τα 3.000 οχήματα για τους στρατιωτικούς σχηματισμούς που μάχονταν ενάντια στους Βρετανούς στη Λιβύη, αντί να τα κρατούν σε ετοιμότητα για υποστήριξη της επίθεσης κατά του Γιβραλτάρ, ίσως οι ιταλικές δυνάμεις ήταν πιο ευέλικτες στο βορειοαφρικανικό μέτωπο και είχαν αποφύγει την ήττα τουλάχιστον εκεί. Η άποψη ευσταθεί κατά το ότι σε όλους τους μεγάλους πολέμους, τα γειτονικά θέατρα επιχειρήσεων αποδεικνύονται, εκτός από αλληλοεπηρεαζόμενα επιχειρησιακά, επίσης και συγκοινωνούντα δοχεία σε επιτελικό επίπεδο (σχεδιασμών, διάθεσης δυνάμεων και πόρων). Εντωμεταξύ, ορισμένες κινήσεις των Ισπανών στην Ταγγέρη (η επίσημη προσάρτησή της για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης, ενώ είχε ήδη καταληφθεί όπως αναφέρθηκε), υποχρέωσαν το Λονδίνο να παραμείνει σε εγρήγορση.Το ισπανικό ΓΕΕΘΑ απ’ την πλευρά του συνέχισε να επεξεργάζεται σχέδια εισβολής στην Πορτογαλία και «αδρανοποίησης ή κατάληψης» του Γιβραλτάρ, αναγνωρίζοντας παράλληλα τις σοβαρές υλικές αδυναμίες των ένοπλων δυνάμεων της χώρας και την έλλειψη ναυτικής ισχύος που δεν θα επέτρεπε την ενίσχυση των φρουρών στο ισπανικό Μαρόκο, στη Σαχάρα, στα Κανάρια και στην ισπανική Γουϊνέα, εφόσον το ΗΒ ή /και οι ΗΠΑ αντιδρούσαν με επιθέσεις εκεί. Τα επιθετικά σχέδια των Ισπανών αρχειοθετήθηκαν κι εκείνα προς το παρόν, υπό τη σκιά των ιταλικών ηττών στο αλβανικό μέτωπο και στη βόρειο Αφρική. Συναφώς, η εχθρική τους στάση έναντι της γερμανικής παρουσίας στο ισπανικό Μαρόκο παρέμεινε στο έπακρο ορατή. Καθώς ο Raeder επέμεινε στη σκοπιμότητα κατάληψης του Γιβραλτάρ, ο Ribbentrop συνέχισε τις προσπάθειες δελεασμού των Ισπανών διά ασαφών υποσχέσεων εδαφικών κερδών στην Αφρική, μεταπολεμικά όμως, μέσω του Ισπανού πρεσβευτή στο Βερολίνο (ο οποίος δεν ανήκε στην φιλογερμανική ομάδα του Suñer). Οι Γερμανοί διπλωμάτες τοπικά εξακολούθησαν να ανησυχούν για το ενδεχόμενο μονομερών ισπανικών ενεργειών με στόχο το γαλλικό Μαρόκο, οι οποίες, ενώ θα συντρίβονταν από τις ισχυρές φρουρές του Vichy, ίσως προξενούσαν επιπρόσθετα την εμφάνιση των ΗΠΑ εκεί. Γερμανικές σκέψεις μαζικών υποβρυχιακών προσβολών όλων των θαλάσσιων οδών με σημείο διέλευσης το Στενό του Γιβραλτάρ που διατυπώθηκαν, απορρίφθηκαν την τελευταία μέρα του έτους διότι, ενώ απαιτούσαν συγκέντρωση σχεδόν κάθε διαθέσιμου υποβρυχίου στα πέριξ νερά, δεν εξυπηρετούσαν τον μείζονα πολιτικό στόχο, την είσοδο της Ισπανίας στον πόλεμο με το πλευρό του Άξονα δηλαδή. Σε επιστολή του προς τον Mussolini ο Hitler εξέφραζε την πικρία του για την απροθυμία του Franco να δώσει τη συγκατάθεσή του στην διέλευση των γερμανικών στρατευμάτων με σκοπό την κατάληψη της βρετανικής βάσης, ενώ όλα ήταν έτοιμα και η επιχείρηση θα μπορούσε να ξεκινήσει ένα μήνα μετά. Σε απόγνωση, ο καγκελάριος έφθασε στο σημείο να εκδώσει διαταγή επίσημα οριστικής ματαίωσης της επίθεσης στον «Βράχο», για να την μεταβάλλει λίγες ώρες μετά σε «αναβολή».9

Γερμανικές παραδοχές αδιεξόδου στα Δυτικά, πριν την καταβαράθρωση στην Ανατολή: τα ύστερα και έσχατα σκεπτικά εκπόρθησης του «Βράχου».

Η «Επιχείρηση Felix» αναβίωσε πρόσκαιρα τον Ιανουάριο του 1941, με αποτρεπτικές βλέψεις εκείνη τη φορά, καθώς ο Hitler ήταν μονίμως αγχωμένος μετά τον διορισμό του Μ. Weygand στη θέση του Γενικού Διοικητή Βορείου Αφρικής. Οι Γερμανοί προετοιμάστηκαν να μετακινήσουν στρατεύματα στο Μαρόκο συνολικά, φοβούμενοι μήπως ο ηλικιωμένος στρατηγός κήρυσσε αιφνιδιαστικά την απόσχιση από το καθεστώς Vichy όλων των γαλλικών αποικιών που διοικούσε. Υπενθυμίζεται ότι ο καγκελάριος επέμεινε σε αυτήν την ανάγνωση από τον Δεκέμβριο (ήταν χαρακτηριστική η συζήτησή του επ’ αυτού με τον Mussolini στις 20/12/1940), προσπαθώντας να αιτιολογήσει την εμμονή του με την ανάπτυξη των δύο τεθωρακισμένων μεραρχιών στο Μαρόκο. Ευμεγέθεις διπλωματικές και στρατιωτικές αντιπροσωπείες στάλθηκαν στο γαλλικό Μαρόκο για να επιτηρούν εκ του σύνεγγυς τις διαθέσεις των τοπικών αξιωματούχων και να εξετάσουν την κατάσταση του σιδηροδρομικού και του οδικού δικτύου. Ταυτόχρονα, διά του Stohrer, του πρεσβευτή του στη Μαδρίτη, ο Ribbentrop επιχείρησε να τρομοκρατήσει την ισπανική ηγεσία, υπαινισσόμενος ακόμη και αστραπιαία γερμανική εισβολή, σε περίπτωση που η Ισπανία αρνιόταν να εισέλθει αμέσως στον πόλεμο. Ο Franco παρέμεινε απτόητος, ικανοποιώντας τους Βρετανούς (που αισιοδοξούσαν πως ίσως έφταναν στο σημείο να εξασφαλίσουν την στρατιωτική τους πρόσβαση στα Κανάρια και στο Μαρόκο με ισπανική συγκατάθεση).   Όπως το συνόψισε Hitler στις 19/1, «δυστυχώς ο Franco δεν συνέλαβε πως με το Γιβραλτάρ στα χέρια του Άξονα, δύο μεραρχίες Panzer και λίγα αεροδρόμια στη διάθεση της Luftwaffe επί μαροκινού εδάφους, η δύση του άστρου De Gaulle θα ήταν ραγδαία». Την ίδια στιγμή που οι Ιταλοί αποζητούσαν απεγνωσμένα να αποσπάσουν από τους Γερμανούς μία δέσμευση ότι θα σέβονταν έστω και κατ’ ελάχιστο τις (εναπομείνασες) ιταλικές επιδιώξεις στα Βαλκάνια, ο καγκελάριος ζητούσε αντίστοιχα από τον Mussolini να μεσολαβήσει, μήπως και οι Ισπανοί μεταπείθονταν να συνεργαστούν. Επ’ αυτού, ο Stohrer προχώρησε σε έντονες παραστάσεις προς τον ίδιο τον Franco (20/1): αν οι Ισπανοί επέτρεπαν την κατάληψη του Γιβραλτάρ με γερμανικά στρατεύματα, αφενός μεν δεν θα κατέβαλαν φόρο αίματος, ενώ αφετέρου θα λάμβαναν μεγάλη οικονομική επιβράβευση. Η νέα γερμανική πρόταση είχε και πάλι οσμή τελεσιγράφου, καθώς έπρεπε να απαντηθεί εντός 48 ωρών. Ο Franco απάντησε εκ νέου σε ευγενικό τόνο μεν, υπεκφεύγοντας δε. Ο Ribbentrop εκτόξευσε νέο προσβλητικό κι απειλητικό μήνυμα, τάζοντας αφετέρου 100 χιλ. τόνους σιτηρών στις 24/1. Αυτή τη φορά η Μαδρίτη επέσεισε τον κίνδυνο βρετανικής απόβασης στην Πορτογαλία και την ισχυρή παρουσία των στρατευμάτων του Vichy στο γαλλικό Μαρόκο. Πρότεινε μάλιστα την επίσκεψη του Α/ΓΕΕΘΑ στρατάρχη Keitel στην Ισπανία για διαβουλεύσεις. O Suñer δεν παρέλειψε να παραπονεθεί ότι το Βερολίνο περιέβαλε με στοργή αποκλειστικά τις γαλλικές ευαισθησίες. Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών ήταν εξοργισμένος με την παρελκυστική τακτική που αντιμετώπιζε. Ο Hitler εξέτασε προς στιγμήν την σκέψη επιβολής στο Γιβραλτάρ ενός «τετελεσμένου δι’ αλεξιπτωτιστών», όμως ο επικεφαλής τους στρατηγός K. Student αποφάνθηκε ότι η κατάληψη του «Βράχου» ήταν ανέφικτη αν η Ισπανία διατηρούσε την ουδετερότητά της.10 Η ισπανική ηγεσία έδωσε την χαριστική βολή στις προθέσεις του Βερολίνου κατά τρόπο παραδοσιακά διπλωματικό: διεκδικώντας έπαθλα εν γνώσει της δυσθεώρητα. Στις 7/2/1941 προώθησε στο Βερολίνο την εξής λίστα χρειωδών: 1 εκ. τόνους σιτηρά, 8.000 οχήματα, 16.000 βαγόνια, 2 καταδρομικά, 13 αντιτορπιλικά, 4 υποβρύχια, 3 μοίρες πολεμικών αεροσκαφών και 400 αντιαεροπορικά πυροβόλα. Εάν διδόταν η επισιτιστική βοήθεια, τα οχήματα και το σιδηροδρομικό υλικό που ζητούσαν οι Ισπανοί, η γερμανική πολεμική προσπάθεια ανά την Ευρώπη θα τιναζόταν στον αέρα (και ασφαλώς το ίδιο σχόλιο αφορούσε εκθετικά την προετοιμαζόμενη εισβολή στην Σοβιετική Ένωση). Ο Hitler απάντησε επιστολικά προς τον ίδιο τον Franco αυθημερόν με έντονη πικρία, ότι η αναβλητικότητά του που χρονολογείτο από τον Ιανουάριο και είχε στοιχήσει δύο κρίσιμους μήνες στα επιθετικά χρονοδιαγράμματα της Γερμανίας, ίσως είχε μεταβάλει τον ρου της Ιστορίας. Στις 12 Φεβρουαρίου του 1941, οι Franco – Suñer συναντήθηκαν στην ιταλική Ριβιέρα με τον Mussolini, στον οποίον εξέθεσαν τα παράπονα και τις αιτιάσεις τους εις βάρος του Hitler, που τους είχαν υποχρεώσει -κατ’ αυτούς- να αναβάλλουν πρακτικά την είσοδο της χώρας τους στον πόλεμο. Ο Ισπανός δικτάτορας συμπλήρωσε ρητορικά ότι θα προτιμούσε η χώρα του να αποπειραθεί μόνη της την εκπόρθηση του Γιβραλτάρ, ώστε να εξέλειπε η πρόφαση για την ανάπτυξη γερμανικών στρατευμάτων στο Μαρόκο. Δεν παρέλειψε όμως παράλληλα να διεκτραγωδήσει την δυσπραγία που δεν επέτρεπε την δέουσα μεγέθυνση των ισπανικών ένοπλων δυνάμεων. Οι Ιταλοί είχαν μόλις θρηνήσει πολλούς νεκρούς αμάχους, την απώλεια εμπορικών καραβιών και την καταστροφή εκατοντάδων κτηρίων στη Γένοβα, της οποίας η πόλη και το λιμάνι είχαν βομβαρδιστεί ανηλεώς από τα θωρηκτά της «Δύναμης Η» με έδρα τον «Βράχο», ενώ τα αεροσκάφη του αεροπλανοφόρου της, του Ark Royal, είχαν βομβαρδίσει τα διυλιστήρια στο Λιβόρνο και ποντίσει νάρκες στο ναύσταθμο της Λα Σπέτζια. Η καταρράκωση του φασιστικού γοήτρου είχε πια αποκτήσει και προς δυσμάς διάσταση. Την επομένη το ισπανικό δίδυμο έκανε στάση στο Μονπελλιέ, για διάλογο με τον στρατάρχη Pétain και τον ναύαρχο Darlan. Αντικείμενα της συζήτησης ήταν η επαναπροώθηση στην Ισπανία πολιτικών προσφύγων (Δημοκρατικών που είχαν αυτοεξοριστεί καταφεύγοντας στην Γαλλία την επαύριον της ήττας τους) και η δημιουργία συναινετικού κλίματος σχετικά με το μέλλον της συνύπαρξης της παρουσίας των δύο κρατών στην Αφρική. Οι δύο πλευρές κατέληξαν στο συμπέρασμα που είχαν ήδη υπερασπιστεί, ασυντόνιστα έστω μέχρι τότε: ήταν προς το συμφέρον τους η Γερμανία να κρατηθεί εκτός της δυτικής Μεσογείου. Οι διακανονισμοί σχετικά με το Μαρόκο επρόκειτο να είναι σχοινοτενείς και δυσχερείς, η ομόνοια όμως σε επίπεδο συναντίληψης αναφορικά με την εκτίμηση και την ιεράρχηση των απειλών κατά των γαλλικών και των ισπανικών περιφερειακών συμφερόντων, ήταν πια γεγονός πιστοποιημένο εκατέρωθεν και ρητώς. Στις 22/2 η ανώτατη διοίκηση των γερμανικών ένοπλων δυνάμεων μετέθεσε οριστικά την κατάληψη του «Βράχου» στο απώτερο μέλλον. Τις ίδιες μέρες οι Βρετανοί κατέληξαν για άλλη μια φορά στο συμπέρασμα ότι μία έστω φιλογερμανική, πάντως ουδέτερη Ισπανία εξυπηρετούσε βέλτιστα τα δικά τους συμφέροντά, καθώς κι ότι θα ήταν χρήσιμο να διατηρηθεί η ετοιμότητα παροχής στρατιωτικής βοήθειας προς όσους Ισπανούς θα ήταν διατεθειμένοι να αντισταθούν σε μία γερμανική εισβολή στην Ιβηρική χερσόνησο, έστω κι αν οι προοπτικές ήταν πιο ευοίωνες για επιτυχή άμυνα στο Μαρόκο. Αυτή επρόκειτο να παραμείνει η ισχύουσα εκτίμηση του Λονδίνου ως το τέλος του έτους.11

Τον Μάρτιο, όταν η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα είχε δρομολογηθεί, οι ΗΠΑ προχώρησαν σε σειρά κινήσεων δηλωτική των κυβερνητικών προθέσεων: διατάχθηκε η κατάσχεση του συνόλου των εμπορικών πλοίων υπό γερμανική και ιταλική σημαία που ελλιμενίζονταν στις ΗΠΑ, συγκροτήθηκε η «Δύναμη Υποστήριξης του Στόλου του Ατλαντικού», αποτελούμενη από 3 στολίσκους αντιτορπιλικών με καθήκοντα συνοδείας νηοπομπών, εγκρίθηκε από το Κογκρέσο η εκκρεμούσα προεδρική εισήγηση για την παροχή γενναίας βοήθειας προς το ΗΒ βάσει των προνοιών του Lend-Lease, ενώ επίσης συνομολογήθηκε σε διακυβερνητικό επίπεδο και στο επίπεδο των ΓΕΕΘΑ των δύο χωρών (ΗΠΑ-ΗΒ) η πρόταξη της εξάλειψης της γερμανικής απειλής «σε περίπτωση παράλληλα εκτυλισσόμενων εχθροπραξιών σε Ευρώπη κι Ασία» (όπως αποτυπώθηκε στη σχετική μελέτη με την κωδική επωνυμία «ABC-1»). Εξαιτίας όλων αυτών, το γερμανικό σχέδιο κατάληψης του Γιβραλτάρ νεκραναστήθηκε τότε (10/3) πρόσκαιρα, σε επικαιροποιημένη εκδοχή («Felix Heinrich»), που δεν είχε συνέχεια. Αντίστοιχα, υποψίες αξιοποίησης των Αζόρων για τον ανεφοδιασμό γερμανικών υποβρυχίων οδήγησαν σε επανενεργοποίηση των βρετανικών σχεδίων κατάληψης των επίμαχων νησιών και των νησιών του Πράσινου Ακρωτηρίου, το τελευταίο δεκαήμερο του μήνα. Τα σχέδια εγκαταλείφτηκαν και πάλι από φόβο πως αυτό θα προξενούσε γερμανική εισβολή στην Ισπανία και τα Κανάρια. Εφόσον τα τελευταία (και οι αξιόλογες λιμενικές υποδομές τους) έπεφταν στα χέρια των Γερμανών, τα υποβρύχιά τους θα είχαν αποκτήσει πολύτιμες πρόσω βάσεις και τότε η κατοχή των νησιών της Πορτογαλίας θα έχανε μεγάλο μέρος της αξίας της. Το βρετανικό στρατιωτικό ενδιαφέρον μετατοπίστηκε στα Κανάρια για το υπόλοιπο έτος, τόσο ως δυνητική εναλλακτική τοποθεσία αν το Γιβραλτάρ απειλείτο ξανά, όσο και ως σύμπλεγμα του οποίου η χρήση έπρεπε οπωσδήποτε να συνεχίσει να απαγορεύεται στους Γερμανούς. Σε εκείνη τη φάση πάντως, το Ναυαρχείο κάθε άλλο παρά εξέταζε την μείωση της χρήσης του «Βράχου»: στους βραχυπρόθεσμους σχεδιασμούς του, όπως αυτοί διατυπώθηκαν στις 3/4, περιλαμβανόταν η διατήρηση της ναυτικής δύναμης με έδρα το Γιβραλτάρ παράλληλα με την ενίσχυση εκείνης στην Αλεξάνδρεια, ενόψει της προβλεπόμενης σύντομα ανάνηψης του ιταλικού πολεμικού ναυτικού από τα σοβαρά πλήγματα που είχε υποστεί το προηγούμενο διάστημα. Στις 18 Απριλίου, την ημέρα της σκληρής μάχης ανάμεσα στα προελαύνοντα γερμανικά στρατεύματα και τις αμυνόμενες μονάδες των Αυστραλών και των Νεοζηλανδών στη Μάχη των Τεμπών, οι ΗΠΑ κήρυξαν πολεμική ζώνη μία τεράστια έκταση του Ατλαντικού στην οποία περιλαμβάνονταν οι Αζόρες. Τις αμέσως επόμενες μέρες, στο Λονδίνο αναζωπυρώθηκαν οι φόβοι γερμανικού προσεταιρισμού της Ισπανίας κι αναβίωσης της απειλής κατά του Γιβραλτάρ, λόγω της έναρξης της υποχώρησης του μικρού εκστρατευτικού σώματος της Κοινοπολιτείας από τα εδάφη της ηπειρωτικής Ελλάδας. Όταν ξεκινούσε η Μάχη της Κρήτης, και ενώ το θωρηκτό Bismarck με το καταδρομικό Prinz Eugen είχαν ξεκινήσει την Επιχείρηση «Άσκηση Ρήνος» στον Ατλαντικό, οι ΗΠΑ εκπόνησαν εσπευσμένα σχέδια απόβασης στις Αζόρες, ενώ ταυτόσημες προθέσεις εξέφρασε κι ο Hitler τότε, τις οποίες υπέθαλψε ο αρχηγός του γαλλικού ναυτικού ναύαρχος Darlan στις συζητήσεις μαζί του τις προηγούμενες μέρες (11/5), σε μία προσπάθεια να στρέψει την προσοχή του συνομιλητή του αλλού και κατ’ αυτόν τον τρόπο να προστατεύσει την γαλλική κατοχή του Ντακάρ έναντι των γερμανικών και των αμερικανοβρετανικών επιβουλών εξίσου. Ως επαΐων, προσέφυγε στην απαρίθμηση των αρετών των δύο νησιωτικών συστάδων, των Αζόρων και των Κανάριων, μνημονεύοντας εκτός από την γεωγραφική τους θέση, τα υπόλοιπα θέλγητρά τους: τις αεροναυτικές υποδομές τους, τον ρόλο τους ως τηλεπικοινωνιακών κόμβων κλπ. Οι Βρετανοί, έχοντας ήδη εξετάσει εξονυχιστικά όλα τα σενάρια όπως αναφέρθηκε, εποφθαλμιούσαν αμφότερα τα Κανάρια και τις Αζόρες, με εμφανή προτίμηση σταθερά πλέον στα πρώτα (το σχέδιο κατάληψής τους εκείνη τη στιγμή έφερε την επωνυμία «Επιχείρηση Puma»).12 Τελικά το αρχιπέλαγος της Μακαρονησίας παρέμεινε υπό αποκλειστικά ιβηρική κατοχή, όπως και το Γιβραλτάρ βρετανικό. Η σύρραξη όμως, επρόκειτο σύντομα να εισέλθει σε νέα φάση τον επόμενο μήνα με επίκεντρο χερσαίο κι όχι θαλάσσιο, συγκεκριμένα την σοβιετογερμανική μεθόριο.

 

Το κινδυνολογικό σενάριο που μονοπώλησε την προβολή υπερατλαντικού συλλογικού άγχους επικεντρωνόταν στις Αξονικές απειλές. Καθώς μάλιστα η εγχώρια Κοινή Γνώμη παρέμενε “εφησυχασμένη και σκεπτική”, κρίθηκε απαραίτητη η γραφιστική αποτύπωση του κινδύνου. Οι 4 από τις 6 εκδοχές εισβολής στο μητροπολιτικό έδαφος των ΗΠΑ, ένα βέβαιο ελατήριο διέγερσης αντανακλαστικών, περιείχαν το Γιβραλτάρ υπό εχθρική κατοχή, ως σημείο συγκέντρωσης/διέλευσης ορδών του τότε από Ανατολάς αντιπάλου. Οι διαφάνειες δημοσιεύθηκαν στο τεύχος της 2ας Μαρτίου 1942 του ευρείας κυκλοφορίας περιοδικού LIFE, που πρωτοπορούσε στην εικονογράφηση καταστάσεων, κυρίως με το φωτογραφικό ρεπορτάζ (Πηγή: https://bigthink.com/strange-maps/497-nazis-up-the-mississippi-and- other-axis-invasion-scenarios).

Κατακλείδα: Καίριο, το κατά τις περιστάσεις μέτρο

Οι ποικίλου περιεχομένου στρατηγικές σχέσεις της Φρανκικής Ισπανίας με τη ναζιστική Γερμανία διατηρήθηκαν σε γενικές γραμμές ως την άνοιξη του 1944 κι εξακτινώνονταν σε μεγάλο εύρος συναλλαγών (πέραν της αποστολής της μεραρχίας εθελοντών Azul, οι εξαγωγές κρίσιμων πρώτων υλών όπως του πολύτιμου βολφραμίου συνεχίστηκαν, στο Γ΄ Ράιχ επιτράπηκε όπως αναφέρθηκε η εγκατάσταση δικτύου έγκαιρης προειδοποίησης που περιελάμβανε από πληροφοριοδότες μέχρι radar, τα γερμανικά υποβρύχια μπορούσαν να ανεφοδιαστούν και να συντηρηθούν-επισκευασθούν σε ισπανικά νερά ως τα μέσα του 1942 και ο ελεγχόμενος Τύπος της χώρας κράτησε αδιάλειπτα φιλοΑξονική στάση). Ειδικά ο Franco πίστευε μέχρι το τέλος του Πολέμου στην τεχνολογική υπεροχή των Γερμανών και εκτιμούσε ότι πρωτοποριακά οπλικά συστήματα όπως τα πυραυλικά, ίσως μετέβαλλαν την έκβαση της σύρραξης. Οι διπλωματικές σχέσεις με το Γ΄ Ράιχ διακόπηκαν μόνον εξαιτίας της επισημοποίησης της γερμανικής κατάρρευσης, την ημέρα της συνθηκολόγησης. Κι όμως, σε ομιλία του στο βρετανικό κοινοβούλιο στις 24 Μαΐου του 1944, ο Churchill, σε μία από τις πολλές επιδείξεις του κυνισμού του, δεν δίστασε να αποτίσει φόρο τιμής στη «νουνέχεια» του “caudillo”, για τη στάση που κράτησε κατά τις αμφίρροπες μέρες του 1940-41. Μετά τις αποβάσεις στη Νορμανδία και στη νότια Γαλλία, αλλά και την κατάληψη της Αμβέρσας (οπότε διασφαλίστηκε η μεταφορά στα δέοντα μεγέθη της λογιστικής υποστήριξης προς τα συμμαχικά στρατεύματα), φάνηκε ότι οι άνεμοι του πολέμου άλλαζαν κατεύθυνση και η ολοκληρωτική ήττα της Γερμανίας, κυρίως δε ο διαμοιρασμός των ιματίων της δεν θα ήταν υπόθεση μόνον της πανίσχυρης ποσοτικά κι ποιοτικά σε χερσαίες δυνάμεις ΕΣΣΔ. Ο ίδιος ο Franco περιορίστηκε να αντικαταστήσει τις φωτογραφίες των Hitler και Mussolini με εκείνες του Πάπα Πίου του 12ου και του Πορτογάλου Προέδρου Carmona, όπως διαπίστωσε ο παρατηρητικός Βρετανός πρεσβευτής όταν τον επισκέφθηκε στα μέσα Δεκεμβρίου. Έναν μήνα νωρίτερα, σε υπερπροβεβλημένη συνέντευξη που παραχώρησε στον επικεφαλής της διεύθυνσης Διεθνούς Ειδησεογραφίας του United Press και δημοσιεύθηκε στις 7-11-1944, ο Ισπανός δικτάτορας ισχυρίστηκε ότι υπήρξε «ο μείζων μυστικός φίλος των Συμμάχων [sic]», στο πλαίσιο της προσπάθειας αποκατάστασης των ισπανοαμερικανικών σχέσεων που είχαν διαταραχθεί σοβαρά από τις αρχές του έτους. Απ’ την πλευρά του, ο «αδελφός Hitler» κατά τον παρατεταμένο ρόγχο του δεν φείστηκε περιφρονητικών σχολίων (10/2/1945) για «τον ιησουΐτη υπονομευτή των σχεδίων του» και «το διχαστικό για τον ισπανικό λαό καθεστώς του, το έρμαιο καπιταλιστών τυχοδιωκτών και της συμμορίας του Κλήρου … τυπικό δείγμα των ανεπιστρεπτί παρηκμασμένων Λατίνων, που απέδειξαν ότι δεν είχαν δικαίωμα να συμμετάσχουν στη χάραξη της τύχης του κόσμου».13

Για την βρετανική υψηλή στρατηγική, πολιτική και στρατιωτική εξίσου, η απώλεια της βάσης στον «Βράχο» ήταν θέμα χρόνου να συμπαρέσυρε έπειτα τη Μάλτα, με αποτέλεσμα η δυτική Μεσόγειος να μετατρεπόταν πράγματι σε «Αξονική λίμνη». Οι συνέπειες για το ΗΒ θα ήταν να εξοβελιστεί εν συνεχεία από την Αίγυπτο και την Παλαιστίνη, αφού η διοικητική μέριμνα των ιταλογερμανικών χερσαίων δυνάμεων θα περαιωνόταν με περισσή ευκολία διά θαλάσσης, παρεμποδιζόμενη μόνον από τα βρετανικά υποβρύχια. Η σπουδή του Λονδίνου να ρευστοποιήσει τις ελληνοβρετανικές επιτυχίες του χειμώνα του 1940-41 α) στην αντεπίθεση στο Κέρας της Αφρικής επί ένα τρίμηνο κι αμέσως μετά β) με την κατάπνιξη της φιλογερμανικής κίνησης στο Ιράκ και την εκδίωξη των Γάλλων του Vichy το επόμενο τρίμηνο, καταδεικνύουν στην εντέλεια την ακριβή επίγνωση της κατάστασης που είχαν οι Βρετανοί κυβερνώντες: ότι η Μέση Ανατολή συνιστά διφυή διακύβευση, κατά το ότι αποτελεί το συνδετήριο γεωγραφικό σημείο των τριών μειζόνων Ηπείρων («ΕυρΑφρΑσία») με σύμπλεγμα χερσαίων, θαλάσσιων κι εναέριων οδεύσεων, προβάλει το βάθος της στον έλεγχο του αντίστοιχου «μεσάζοντος Ωκεανού» (του Ινδικού) και ταυτόχρονα είναι περιοχή παραγωγής κρίσιμων πρώτων υλών (λόγω των ευρύτατων κι εκμεταλλεύσιμων άμεσα κοιτασμάτων υδρογονανθράκων).

Τελικά το Γιβραλτάρ αξιοποιήθηκε στο μέγιστο βαθμό στην προπολεμική του χρήση ως σημείου ελέγχου της Μεσογείου, με «δική του» ισχυρή δύναμη μονάδων επιφανείας και υποβρυχίων (που απέτρεψε γερμανικούς πειρασμούς σχετικά με αστραπιαίες απόπειρες κατάληψης των υπό ιβηρική κατοχή νησιών του Ατλαντικού) κι επιπλέον ως σημείο συγκρότησης κι ασφαλούς ελλιμενισμού νηοπομπών, ορμητήριο ισχυρών αεροναυτικών δυνάμεων με Α/Υ (ανθυποβρυχιακές) αποστολές, τόσο για την αυτοάμυνα της βάσης όσο και για την προστασία διερχόμενων από τη δυτική Μεσόγειο και τον ανατολικό Ατλαντικό νηοπομπών. Στο αποκορύφωμα της εκμετάλλευσής τους, οι βρετανικές εγκαταστάσεις αποτέλεσαν τη στρατηγική βάση υποστήριξης όλων των μεγάλων επιχειρήσεων ενίσχυσης της Μάλτας, καθώς και των αποβατικών επιχειρήσεων στη βορειοδυτική Αφρική τον Νοέμβριο του 1942 («Επιχείρηση Torch» ─στο απόγειο των προετοιμασιών της, 600 συμμαχικά αεροσκάφη είχαν ως έδρα τους το τοπικό αεροδρόμιο). Σχετικά με αυτήν, σημειώνεται ότι αρχικά υφίσταντο στους κόλπους της υπερατλαντικής ηγεσίας αποκλίνουσες μεταξύ τους προτιμήσεις υλοποίησης (της κατάληψης σε πρώτη φάση μόνον των Καναρίων, ή της απόβασης αποκλειστικά στο γαλλικό Μαρόκο, ή της απόβασης στην ηπειρωτική Ισπανία), αναλόγως των πολιτικών απόψεων των υποστηρικτών της κάθε μιας εκδοχής. Μετά από έντονες κι επιτυχείς βρετανικές πιέσεις, επικράτησαν στις ΗΠΑ όσοι προέκριναν την απόβαση σε τρεις τοποθεσίες, μία στο γαλλικό Μαρόκο και δύο στην γαλλοκρατούμενη Αλγερία, με αναγκαία προηγουμένως την άσκηση οικονομικών πιέσεων στη Μαδρίτη συνδυαστικά με την παροχή διαβεβαιώσεων ότι το ισπανικό Μαρόκο θα έμενε ανέγγιχτο, ώστε να μην αντιδράσει στρατιωτικά, είτε επί αφρικανικού εδάφους είτε βομβαρδίζοντας τον πλήρη στρατευμάτων και υλικού «Βράχο». Το Γιβραλτάρ παρείχε τον αναγκαίο γεωγραφικό και τεχνητό κόμβο ανάμεσα στις δύο κύριες περιοχές αποβάσεων (Μαρόκο – Αλγερία). Λόγω ακριβώς της θέσης και των υποδομών της βάσης, ο Eisenhower την επέλεξε για έδρα του στρατηγείου του τότε. Οι εκτεταμένες εγκαταστάσεις του «Βράχου» συνέχισαν να αξιοποιούνται εντατικά όλο το επόμενο διάστημα, ακόμη και μετά την κατάληψη των λιμανιών της Τυνησίας, καθώς αυτά είχαν υποστεί εκτεταμένες ζημιές. Παρείχε επίσης πολύτιμο σημείο επιτήρησης, κέντρο συντονισμού των υπηρεσιών πληροφοριών, τόσο της MI 5 όσο και του ισπανικού κλιμακίου της SIS-MI 6 (ο Βρετανός πρεσβευτής ζήτησε αυτό να φύγει από την Μαδρίτη για να διαθέτει μεγαλύτερο περιθώριο διπλωματικών ελιγμών και να μην έχει να χειριστεί άβολα ζητήματα όπως την σύλληψη πρακτόρων της χώρας του από τις ισπανικές αρχές), βάση των βρετανικών ειδικών δυνάμεων (SOE, SBS), αλλά και στρατηγικής αξίας εφαλτήριο της RAF: εκτός από έδρα σμηναρχίας μακράς ακτίνας ανθυποβρυχιακής δράσης της Παράκτιας Διοίκησης, ο επιμηκυμένος διάδρομος αποπροσγειώσεων λειτούργησε και ως βάση βομβαρδιστικών. Στις σημαντικότερες αποτυχίες των Βρετανών να κυριαρχήσουν στη Δυτική Μεσόγειο προεξέχει η δυνατότητα των Γάλλων του Vichy να την αξιοποιήσουν: 540 νηοπομπές τους (1750 πλοία) διέσχισαν το Στενό του Γιβραλτάρ μέχρι την κατάρρευση του καθεστώτος. Διευκρινίζεται ότι η ανεπάρκεια αυτή οφειλόταν στην απροθυμία του Royal Navy τοπικά να φέρει σε πέρας την εκ φύσεως λεπτή αποστολή περιορισμού ή /και απαγόρευσης των κατά θάλασσα κινήσεων του Vichy, επειδή η ναυτική ηγεσία στον «Βράχο» γνώριζε ότι υπήρχαν σοβαρές πιθανότητες να προκληθούν νέες απώλειες στους Γάλλους ναυτικούς, προοπτική που διόλου δεν συνέπαιρνε τους βρετανούς ομολόγους τους μετά την τραυματική για όλους εμπειρία της επίθεσης στο Μερς-ελ-Κεμπίρ τον Ιούλιο του 1940. Οι ναύαρχοι του Γιβραλτάρ δηλαδή δεν υποτιμούσαν τις πολιτικές προεκτάσεις του κινδύνου και γι’ αυτό δεν εκτέλεσαν με ενθουσιασμό την επίμαχη αποστολή, η οποία ήταν διακριτή Επιχείρηση με την επωνυμία «Ration» και στο πλαίσιό της οι οδηγίες ήταν τα μεν εμπορικά πλοία να οδηγούνται στο Γιβραλτάρ, τα δε πολεμικά να αντιμετωπίζονται «δυναμικά». Εξάλλου, επικρεμόταν διαρκώς ο κίνδυνος μίας κρίσης που μάλλον θα κλιμακωνόταν, η οποία θα μπορούσε να φέρει τη «Δύναμη Η» σε ανοικτή αντιπαράθεση με το εναπομείναν ναυτικό του Vichy (αυτό, παρέμενε υπολογίσιμο ως την αυτοβύθισή του στην Τουλών τον Νοέμβριο του 1942).Εκτός από την πολιτική διακύβευση, οι Βρετανοί ναύαρχοι φοβούνταν διαρκώς ότι τα άμεσα γαλλικά αντίποινα (με γερμανικές ευλογίες) θα αφορούσαν την προσπάθεια καταστροφής του «Βράχου» ─και ο κίνδυνος εκείνος ήταν υπαρκτός, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, μεταξύ του φθινοπώρου του 1940 και της άνοιξης του 1941. Μέχρι την έλευση των ΗΠΑ, η βρετανική παρουσία υπερείχε της ιταλικής, όμως κανείς δεν κυριάρχησε απόλυτα εκεί. Δεδομένου ότι η οργανική δύναμη της βάσης του Γιβραλτάρ ήταν πάντοτε ισχυρή κι αποτελούμενη από σύγχρονες μονάδες, ήταν όμως συνήθως ολιγάριθμη, αποκτούν πρόσθετο ειδικό βάρος οι ποικίλες επιτυχίες της και οι αποτελεσματικοί χειρισμοί απαιτητικών καταστάσεων έναντι 4 συνολικά δυνάμει ή /και ενεργεία εχθρών (των Γερμανών, των Ιταλών, των Γάλλων του Vichy και των Ισπανών), υπό την εμπνευσμένη ηγεσία του ναυάρχου sir J. Somerville, διοικητή της ως τις αρχές του 1942. Η έντονη χρήση του «Βράχου» ως αεροναυτικής βάσης εντυπωσίασε τους Ισπανούς και τους άσκησε μεγάλη ψυχολογική επίδραση, τόσο ως διαρκής χειρονομία πολιτικής αποφασιστικότητας όσο και ως επίδειξη στρατιωτικών δυνατοτήτων των Βρετανών.14

Αεράκατος τύπου Catalina απογειώνεται για αναγνωριστική αποστολή τον Μάρτιο του 1942. Στο βάθος διακρίνεται το αεροδρόμιο, ακριβώς επάνω στα σύνορα με το ισπανικό έδαφος.

Οι Γερμανοί περιορίστηκαν να αξιοποιούν το Στενό για την λάθρα είσοδο υποβρυχίων τους στη Μεσόγειο (μία απόφαση του Hitler για την οποία ο Raeder είχε εκφράσει σοβαρές αντιρρήσεις, καθώς στερούσε δυνάμεις από τη «Μάχη του Ατλαντικού») και να επιτηρούν από τις εκατέρωθεν ακτές με τεχνολογικά μέσα αιχμής την κίνηση της διερχόμενης συμμαχικής ναυτιλίας (υπό την ανοχή των Ισπανών). Γερμανικές δολιοφθορές στη βρετανική βάση επιχειρήθηκαν από το εκτεταμένο δίκτυο που είχε στηθεί τοπικά, χωρίς ιδιαίτερες επιπτώσεις στην παρακώλυση της λειτουργίας της, κατά τη διετία 1941-1943 (οπότε οι Ισπανοί υποχρεώθηκαν να απαγορεύσουν τη συνέχισή τους). Αφότου αναβλήθηκε επ’ αόριστον η «Επιχείρηση Felix», αντικαταστάθηκε από τις Επιχειρήσεις «Isabella» και «Ilona /Gisela» (του Μαΐου 1941 και Μαΐου 1942 αντίστοιχα), οι οποίες επίσης ουδέποτε υλοποιήθηκαν, είχαν όμως αμφότερες και οι δύο ως περιεχόμενο την αμυντικογενή αντίδραση σε τυχόν βρετανική απόβαση ειδικά στην Ταγγέρη ή /και στην Πορτογαλία (η πρώτη) και σε τυχόν αμερικανοβρετανική απόβαση οπουδήποτε στο Μαρόκο ή /και σε διάφορα σημεία της Ιβηρικής (οι άλλες δύο). Όπως είναι γνωστό, οι Σύμμαχοι τις παρέκαμψαν μέσω επιτυχούς παραπλάνησης. Τις παραμονές της εισβολής στην ΕΣΣΔ, ο Hitler έγραψε στον Mussolini ότι η εκπόρθηση του Γιβραλτάρ τον Φεβρουάριο, όπως είχε αρχικά προγραμματιστεί και η μεταφορά των δύο τεθωρακισμένων μεραρχιών στις μαροκινές ακτές, θα είχε σταθεροποιήσει την κατάσταση και θα είχε επιβάλει τον απαιτούμενο έλεγχο στους Γάλλους του Vichy «που δεν ενέπνεαν καμία εμπιστοσύνη», παρέχοντάς του έπειτα την δυνατότητα να απαιτήσει την χρήση του Ντακάρ, όπως σημείωσε. Ένδεκα μέρες πριν εξαπολυθεί η «Επιχείρηση Barbarossa», σε μία παροιμιώδη επίδειξη μυωπίας και υποτίμησης των σοβιετικών στρατιωτικών δυνατοτήτων, διέταξε την αναβίωση των προνοιών της «Επιχείρησης Felix», με επίκεντρο την κατάληψη του Γιβραλτάρ και στο πλαίσιο της προετοιμασίας του Άξονα για έναν πραγματικά πλανητικών διαστάσεων πόλεμο, μετά την συνθηκολόγηση της ΕΣΣΔ. Το θέρος του 1941 οι Βρετανοί ήταν σχεδόν πεπεισμένοι ότι το Γιβραλτάρ θα υφίστατο άμεσα γερμανική επίθεση με ισπανική συνεισφορά ή απλώς ανοχή, έστω κι αν η Wehrmacht με την Luftwaffe ήταν απορροφημένες στην προέλαση επί σοβιετικών εδαφών. Οι φόβοι εκείνοι δεν κόπασαν μέχρι τις παραμονές της μεγάλης αντεπίθεσης στο Ελ Αλαμέιν, εξ ου και συνέταξαν νέο σχέδιο κατάληψης των Κανάριων τότε, στα μέσα του 1941 (διάδοχο της «Επιχείρησης Puma», με την επωνυμία «Επιχείρηση Pilgrim»), το οποίο ήταν έτοιμοι να εφαρμόσουν ως τον Φεβρουάριο του 1942, διαθέτοντας για την υλοποίησή του δύναμη 24.000 ανδρών που προηγουμένως προοριζόταν για απόβαση στις Αζόρες και στη Μαδέιρα, δεσμεύοντας ισχυρές ναυτικές δυνάμεις για την υποστήριξη της ενέργειας (1 θωρηκτό, 3 αεροπλανοφόρα, ισάριθμα καταδρομικά και 19 αντιτορπιλικά). Ο Hitler πράγματι εξέφρασε εκ νέου την επιθυμία κατάληψης του Γιβραλτάρ τον Σεπτέμβριο. Ο διάδοχος του Raeder στην ηγεσία του Kriegsmarine ναύαρχος K. Dönitz πίεζε για την κατάληψη του «Βράχου» μέχρι και τον Μάιο του 1943, μη εισακουόμενος. Ως φτωχό υποκατάστατο, κατατέθηκε τότε η ιδέα της μαζικής προσβολής της βρετανικής βάσης με τα νέα πυραυλικά όπλα του Ράιχ. Εκ των υστέρων, ο Göring αξιολόγησε ως στρατηγικών διαστάσεων σφάλμα την γερμανική αβελτηρία κατάληψής του.15

Οι Ιταλοί, βομβάρδισαν την βρετανική βάση του Γιβραλτάρ σποραδικά από αέρος το δίμηνο Ιουλίου-Αυγούστου 1940 (ομάδες τριών αεροσκαφών μακράς ακτίνας δράσης SM-82, εξορμώντας από την ηπειρωτική Ιταλία και τη Σαρδηνία, ενίοτε με ειδικές τορπίλες τύπου Motobomba FFF). Οι πτήσεις εκείνες διήλθαν από τον εναέριο χώρο της Μαγιόρκας. Το 1942 επανέλαβαν το εγχείρημα με ακόμη μεγαλύτερα αεροσκάφη, τετρακινητήρια τύπου P.108 από την Σαρδηνία (τότε οι Ισπανοί διαμαρτυρήθηκαν για την παραβίαση του εναέριου χώρου τους) και για τελευταία φορά τον Ιούνιο του 1943, με τροποποιημένα τρικινητήρια SM-79. Οι αεροπορικές τους επιδρομές κατά του Γιβραλτάρ βοηθήθηκαν από τους Ισπανούς και κατά έναν ακόμη τρόπο: σε όσα αεροσκάφη είχαν πληγεί και δεν ήταν σε θέση να επιστρέψουν στις βάσεις τους, επιτράπηκε να προσγειωθούν σε ισπανικά αεροδρόμια. Κυρίως, οι Ιταλοί κατέβαλαν αξιοπρόσεκτες για την εφευρετικότητα και το θάρρος τους προσπάθειες να παρακωλύσουν τη χρήση του «Βράχου» μέχρι λίγο πριν την αλλαγή στρατοπέδου το φθινόπωρο του 1943, με παράτολμες δράσεις των ειδικών δυνάμεων του Ναυτικού τους (των καταδυτών μάχης και των χειριστών υποβρύχιων οχημάτων του «10ου Στολίσκου – Decima MAS»), γενικά με ισπανική ανοχή. Οι Φρανκικές αρχές επέτρεψαν επίσης σε ιταλικά υποβρύχια να ανεφοδιαστούν εντός ισπανικών χωρικών υδάτων (είτε στη Μεσόγειο είτε στον Ατλαντικό), αν και σε πολύ μικρότερη κλίμακα απ’ ό,τι στα γερμανικά. Οπωσδήποτε, η δήλωση του τότε Α/ΓΕΕΘΑ (Capo di Stato Maggiore Generale) στρατάρχη Badoglio στις 25/9/1940 σύμφωνα με την οποία η επιτυχής ιταλική δράση σε Γιβραλτάρ και Σουέζ θα έδινε πλήρη ελευθερία κινήσεων στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας του, εκτός από αυτονόητη επισήμανση, αποδείχθηκε ότι δεν αποτέλεσε εξαγγελία προθέσεων, μήτε κατ’ επέκταση μετουσιώθηκε σε εφαρμόσιμη επιδίωξη (για σειρά διπλωματικών, οικονομικών και στρατιωτικών λόγων).16

Ιταλικός χάρτης του Γιβραλτάρ.
Απεικόνιση δυο διαφορετικών τύπων βομβαρδιστικών της ιταλικής RAI SM-79 και P.108 (ουδέποτε επιχείρησαν μαζί κατά του Γιβραλτάρ) σε καλλιτεχνική απόδοση νυκτερινού βομβαρδισμού του “Βράχου”. Εξώφυλλο του περιοδικού Illustrazione del Popolo, τεύχος της 8ης Νοεμβρίου 1942, που μάλλον αφορά την επιδρομή της 28ης Οκτωβρίου 1942.(Πηγή: https://upload.wikimedia.org/wikipedia/en/4b/Illustrazione_del_Popolo_%281942%29.JPG).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η άθλια οικονομική κατάσταση της Ισπανίας και οι πιεστικές επισιτιστικές ανάγκες που αντιμετώπιζε, τής προσέδιδαν ένα ανορθόδοξο «προσόν απελπισίας», τη δυνατότητα δηλαδή να εκβιάζει και να αποσπά βοήθεια από αμφότερους τους αντιμαχόμενους, με δέλεαρ την υιοθέτηση της επιθυμητής από αυτούς στάσης. Εννοείται ότι η χειραγώγηση ήταν αμφίδρομη, αφού και η Μαδρίτη τελούσε υπό την ομηρία των αρωγών της. Τα χρόνια προβλήματα της ισπανικής Οικονομίας εξάλλου, που είχαν οξυνθεί πρόσφατα, συνάσπιζαν την ηγεσία της ισχυρής Καθολικής Εκκλησίας, την πλειοψηφία των στρατιωτικών και τους μοναρχικούς στο αίτημα της εκδίπλωσης μίας άκρως επιφυλακτικής εξωτερικής πολιτικής. Από τη στιγμή που το Φρανκικό καθεστώς συνειδητοποίησε ότι η εργαλειακή αντιμετώπιση που τού επιφύλασσαν οι Ναζί απέκλειε την ικανοποίηση των ισπανικών επιδιώξεων στο γαλλικό Μαρόκο με όχημα την γερμανική στρατιωτική ισχύ, κάθε σκέψη ανακατάληψης του Γιβραλτάρ με δυναμικά μέσα αναβλήθηκε επ’ αόριστον. Συνετέλεσαν σε αυτό οι οικονομικού περιεχομένου επιτυχείς βρετανικές ραδιουργίες, καθώς και η ιεράρχηση της θέσης της Ισπανίας στην Αφρική ως υπερέχουσας εκείνης της ένωσης ενός, έστω στρατηγικής σημασίας, γεωγραφικού σημείου με την ενδοχώρα, σύμφωνα με τις προτεραιότητες της πλειοψηφίας των μελών της ισπανικής χούντας (η οποία, σε ζητήματα προτίμησης διεθνών εταίρων ήταν διαιρεμένη, αλλά όχι διχασμένη). Άλλωστε, εκτός της ηθικής μείωσης που συνεπαγόταν η κατοχή του «Βράχου» από τους Βρετανούς (χωρίς άμεσο πολιτικό κόστος, αφού η κατάσταση αναγόταν σε υπεραιωνόβιο status), η ναυτική βάση του ΗΒ δεν παρακώλυε καμία οικονομική δραστηριότητα της Ισπανίας (λχ του πλησίον λιμανιού της Αλχεθίρας)˙ απεναντίας, εμπλούτιζε την ισπανική φαρέτρα με ένα μόνιμο διαπραγματευτικό πλεονέκτημα στις διμερείς ισπανοβρετανικές σχέσεις, διαπίστωση που ισχύει ως τις μέρες μας (έστω κι αν αμβλύνθηκε με την κατ’ επανάληψη διατυπωμένη προτίμηση των κατοίκων του «Βράχου» να παραμείνουν πολίτες του ΗΒ). Αναμφίβολα, σε αποφασιστικές στιγμές του 1940, ο γερμανικός δισταγμός να προσφερθούν γραπτές εγγυήσεις για την ισπανική επέκταση στο γαλλικό Μαρόκο απαντήθηκε με αποφυγή του ορισμού ημερομηνίας εισόδου της χώρας στη σύρραξη. Επιπλέον όμως, ο ισπανικός αναθεωρητισμός σχετικά με το Γιβραλτάρ έμεινε ανεκπλήρωτος, επειδή κρατήθηκε επί τούτω αναιμικός ακόμη και όταν εμφανίστηκε η «γερμανική παράμετρος». Αυτό συνέβη διότι ορθά εκτιμήθηκε τότε, ότι το αντίτιμο της ανάκτησης του «Βράχου» θα ήταν δυσβάστακτες απώλειες ακόμη και στο ισπανικό Μαρόκο.

Αμερικανοί στρατιώτες ατενίζουν το Γιβραλτάρ καθώς μεταφέρονται για να συμμετάσχουν στην “Επιχείρηση Torch”, Νοέμβριος 1942 (Πηγή: UNITED STATES ARMY IN WORLD WAR II /Pictorial Record /THE WAR AGAINST GERMANY AND ITALY: MEDITERRANEAN AND ADJACENT AREAS, CENTER OF MILITARY HISTORY UNITED STATES ARMY WASHINGTON, D.C.: CENTER OF MILITARY HISTORY UNITED STATES ARMY, 1988).

Από επιχειρησιακής άποψης, η γερμανική διστακτικότητα να προκληθεί συμμαχική αεροναυτική αντίδραση σε όποιο απομακρυσμένο σημείο δεν θα προλάβαινε να αναπτυχθεί προηγουμένως ή έγκαιρα αερεδαφική δύναμη της Wehrmacht, είναι εύλογη και κατανοητή. Το στρατηγικό όμως υπόβαθρο της απροθυμίας εκείνης υπήρξε άλλο και, στη δημόσια σφαίρα, ανομολόγητο, σχετιζόμενο με τους ιδιοσυγκρασιακούς παράγοντες της μονοπρόσωπης κορυφής του ναζιστικού καθεστώτος: με υπόβαθρο την ενόρμηση θανάτου, η ιδεοληπτική προσκόλληση του Hitler στις περί ατομικού και συλλογικού πεπρωμένου δοξασίες του εκφράστηκε με τους σπασμωδικούς αυτοσχεδιασμούς του, διαρκείς δηλώσεις της υπερτροφικής του αυτοπεποίθησης και της πίστης στα ένστικτα του αυτοδίδακτου παραγωγού Στρατηγικής, που θεμελίωναν τις αυτοαντιλήψεις του. Όταν τα όρια των χειριστικών ενεργειών του προσέκρουαν στα αναλυτικά εργαλεία της άλλης πλευράς κι αδυνατούσε να επιβάλει τις απόψεις του, οι επιθυμίες και τα σχέδιά του θρυμματίζονταν. Το ιστορικό περιβάλλον, ο προσωπικός μαγνητισμός που ασκούσε και οι βαριές υπαρξιακές διαταραχές που τον συνόδευαν από νωρίς στη ζωή του, αποτέλεσαν συνδυασμό θανάσιμο για τα εκατομμύρια των θυμάτων του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου (όταν αυτός έλαβε και δυτική διάσταση, μια και στην Ανατολή εκτυλισσόταν ήδη από το 1931), αποδείχθηκαν όμως εξίσου ιοβόλο κράμα και για τις προοπτικές κυριαρχίας της Γερμανίας. Ευτυχώς για το σύνολο των αντιπάλων της και την Ανθρωπότητα, ο Hitler παρέμεινε πουριτανικά προσηλωμένος στην παρακμιακή ρατσιστική ιδεολογία του και πιστός στον άνευ πραγματικών συμμάχων γερμανικό επεκτατισμό, ενώ οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι στο ζήτημα (Ισπανοί, Βρετανοί, Γάλλοι, Ιταλοί, Αμερικανοί) προσέγγιζαν την κατάσταση αναλύοντάς την βάσει διορατικότητας, πραγματιστικού και νηφάλιου πνεύματος. Έτσι, ο μεν προσέφευγε σε διαρκείς απόπειρες εξαπάτησης καθώς και σε ολοένα και λιγότερο πιστευτούς αντιπερισπασμούς (ένα εξ ορισμού φτωχό, μικρού βεληνεκούς κι ανύπαρκτης φερεγγυότητας ρεπερτόριο εκφοράς σκοπών), οι δε σε παραγωγικούς μεταξύ τους συμβιβασμούς (έστω με στρεψοδικίες, ραδιουργίες, έντονη αποφορά υστερόβουλου κυνισμού κι αδιαφορίας για τις βουλές της Κοινής Γνώμης). Το ίδιο ασφαλώς αφορούσε και την ηγεσία της ΕΣΣΔ, απλώς αυτή δεν ενεπλάκη εκ των πραγμάτων στις Μάχες του Ατλαντικού και της Μεσογείου. Σε επίπεδο υπολογισμών, ο Hitler ήταν σε θέση να αντιληφθεί ότι αν οι ισορροπίες στην Ιβηρική διαταράσσονταν κατ’ ελάχιστον, τα αποτελέσματα θα ήταν καταστροφικά για τις επιδιώξεις του. Από τη στιγμή που απέτυχε είτε να δελεάσει είτε να παραπλανήσει τους επίδοξους εταίρους του (Γάλλους του Vichy, Ισπανούς), μόνη εναλλακτική ήταν η «δυναμική οδός». Όμως γνώριζε ότι η εισβολή στην Ιβηρική και η προέλαση ως το Γιβραλτάρ, θα προξενούσε την αυτεπάγγελτη αμερικανοβρετανική κατάληψη των Αζόρων και των Κανάριων, με ή χωρίς την ανάμιξη των Πορτογάλων και των Ισπανών, καθώς και την προσχώρηση στους «Ελεύθερους Γάλλους» όσων γαλλικών αποικιών είχαν απομείνει στο Vichy. Η κατάληψη του Γιβραλτάρ θα μπορούσε να αποτελέσει ικανό κίνητρο για τον Hitler, αν είχε σχεδιάσει την προέλαση ως το Κέιπ Τάουν. Δεν υφίστανται ενδείξεις ή αρχειακά σπαράγματα ότι αυτό το σενάριο τον απασχόλησε σοβαρά˙17 αντιθέτως, η ένταξη του αρχιπελάγους της Μακαρονησίας στις τοποθεσίες στρατιωτικής εκμετάλλευσης από πλευράς ΗΠΑ – ΗΒ, θα συνεπαγόταν α) απαράδεκτα αυξημένους κινδύνους για την δράση των γερμανικών υποβρυχίων και β) τον αποκλεισμό πρακτικά οποιωνδήποτε, έστω θεωρητικών, πιθανοτήτων να προσαρτηθούν από το «χιλιόχρονο Ράιχ» τα νησιά εκείνα εν όψει της τελικής σύγκρουσης με τις ΗΠΑ, την οποία ο καγκελάριος τοποθετούσε στο απώτερο μέλλον. Εντωμεταξύ, ξεκίνησε την εισβολή στην ΕΣΣΔ, ισχυριζόμενος ώστε να στερήσει το ΗΒ από εναλλακτικές και να το ρυμουλκήσει στο γερμανικό άρμα [sic]. Όπως ορθά επισήμανε ο G.Payne, το απτό που θα εισέφερε η γερμανική κατάληψη του Γιβραλτάρ και των συμπαρομαρτούντων εδαφών θα ήταν η αποτροπή της συμμαχικής απόβασης στη βορειοδυτική Αφρική,18 ένα κέρδος αμυντικής φύσης το οποίο δεν δελέασε τον Hitler εγκαίρως. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο «Βράχος» απέφυγε τον ύπατο εξευτελισμό να κυματίσει η σβάστικα στην κορυφή του.

Gibraltar (1941)

Το ισορροπητικό επίτευγμα του Φρανκικού καθεστώτος, μάλλον συνισταμένη των παραμέτρων που συνοψίσθηκαν μόλις και παραγόντων νοοτροπίας (ουδέποτε η αντιδραστική ιδεολογία υπερέβη σε τιμές την έμφυτη καχυποψία του ίδιου του Caudillo), σαφώς υπερκεράστηκαν από τον αστείρευτο αμοραλισμό του γείτονα Salazar, ο οποίος αξιοποίησε την, μέτριας έκτασης αλλά μεγάλης αξίας, υπερπόντια παρουσία της Πορτογαλίας στις σχέσεις του με όλους του Δυτικούς (και κυρίως με τις ΗΠΑ), τόσο για την διασφάλιση της διατήρησης ή της ανάκτησής της όσο και για την μακροημέρευση του καθεστώτος του. Κορωνίδα των ελιγμών του αποτέλεσε η, με εύστοχη βρετανική παρασκηνιακή ανάμιξη, διατήρηση του ελέγχου στο «Κλειδί του Ατλαντικού», τις Αζόρες. Οι Βρετανοί, αφού αποσόβησαν αμερικανικούς πειρασμούς προληπτικών δυναμικών ενεργειών εκεί το προηγούμενο έτος, απέσπασαν δικαίωμα χρήσης δύο αεροδρομίων στα εν λόγω νησιά μετά τις 8-10-1942. Οι ΗΠΑ ακολούθησαν, την επόμενη διετία. Η αξιομνημόνευτη Πορτογαλική περίπτωση, δηλαδή οι μηχανισμοί επιβίωσης του καθεστώτος και της επικράτειας έναντι όλων των σφετεριστών, δηλωμένων κι επίδοξων, θα αποτελέσει αντικείμενο χωριστής μελέτης.

Στο εκ φύσεως δύσβατο αρχειακά τοπίο της σύγχρονης διπλωματικής και στρατιωτικής Ιστορίας (τα πρωτογενή τεκμήρια διατηρούν υψηλή διαβάθμιση και δεν αποχαρακτηρίζονται ακόμη και μετά την παρέλευση δεκαετιών), η διαρκής έρευνα πιθανότατα επιφυλάσσει περαιτέρω αποκαλύψεις, ενδεχομένως και ορισμένες ανατροπές, κατά την αναδίφηση της ενότητας που εξετάστηκε. Καθώς εξάλλου η επί του παρόντος συρρικνωμένη υπερπόντια στρατιωτική παρουσία του ΗΒ παραμένει ακμαία στις δύο άκρες της Μεσογείου, στο Γιβραλτάρ και στην Κύπρο, το ζήτημα συγκεντρώνει την κατά καιρούς πολιτικά φορτισμένη ιστοριογραφική προσοχή, ευρωπαϊκής και άλλης προέλευσης.

Αριστερά: Δικινητήριο Lockheed Hudson Mk III της Μοίρας αρ. 233 της RAF, ανθυποβρυχιακού αναγνωριστικού ρόλου, στο αεροδρόμιο της βάσης με φόντο τον “Βράχο”. Δεξιά: Εκτός από την υπόγεια πόλη και τις σήραγγες συνολικού μήκους άνω των 45 χλμ που δημιούργησαν οι Βρετανοί με καναδική τεχνική βοήθεια στη διάρκεια του Πολέμου (ένα θαύμα Μηχανικής), ξεχωριστή μέριμνα λήφθηκε για την κατασκευή άκρως απορρήτου καταφυγίου- παρατηρητηρίου, το οποίο προβλεπόταν να αξιοποιηθεί ακόμη και μετά την ενδεχόμενη εκπόρθηση της υπόλοιπης βάσης για την κρυφή επιτήρηση των Αξονικών δραστηριοτήτων. Η εγκατάσταση βρισκόταν κοντά στην κορυφή του “Βράχου” και είχε αμφίπλευρη θέα.

 

 

 

Ο Νίκος Χατζηϊωακείμ είναι Διδάκτωρ του Παντείου Πανεπιστημίου. Έχει συγγράψει δυο βιβλία σχετικά με τη στρατιωτική ιστορία της σύγχρονης Κύπρου και το Μεσανατολικό και το Ψυχροπολεμικό υπόβαθρο της μεταπολεμικής ιστορίας του νησιού, μονογραφίες κι άρθρα στρατιωτικής Ιστορίας. Διδάσκει αντικείμενα της ειδίκευσής του στη Σχολή Πολέμου του Π.Ν. από το 2008 και στην αντίστοιχη της Π.Α. από το 2016.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Γ΄ ΜΕΡΟΥΣ

1. K. G. Weiss 1980 op cit σ 7, N. J. W. Goda 1993 op cit σσ 302-303, G. Schreiber 1995 op cit σ 236.

2. J. Garcia 1979 op cit σσ 31-32, 34, D. Smyth 1986 op cit σσ 64, 79, 116-117, 122-123,128-129, 141-145, R. Wigg 2005 op cit σσ 15-16, 20-21. Οι ΗΠΑ είχαν πιέσει επιτυχώς οικονομικά την Ισπανία σε άλλα πεδία των μεταξύ τους οικονομικών δοσοληψιών ήδη από το καλοκαίρι: A. N. Buchanan 2009 op cit σσ 98-99, A. N. Buchanan 2011 op cit σσ 115-117.

3. N. Wylie, ‘An Amateur Learns his Job’? Special Operations Executive in Portugal, 1940–42, Journal of Contemporary History, Vol. 36, No. 3, 1993, σ 443.

4. Τα έργα συνεχίσθηκαν και τα επόμενα χρόνια. Πρωταγωνιστικό ρόλο είχε το 3ο Συγκρότημα διάνοιξης σηράγγων του Βασιλικού Μηχανικού (ο 178ος, ο 180ος κι ο 170ος Λόχος, μαζί με απόσπασμα του 1ου κι εν συνεχεία τον 2ο Λόχο του καναδικού Μηχανικού, αναφερόμενοι με την χρονική σειρά που ανέλαβαν δράση στον «Βράχο»). Βλ. αναλυτικά: E. P. F. Rose, Tunnelling [sic] Companies Royal Engineers in World War II: excavation of bomb-proof facilities in France, Gibraltar, Malta and the UK, Geological Society, Vol. 1, 473, 2019, σσ 210-216.

5. Παρατίθεται για λόγους σύγκρισης ότι για την κατάληψη της Νορβηγίας είχαν διατεθεί 500 μαχητικά κι ισάριθμα μεταγωγικά αεροσκάφη, ενώ στην επίθεση κατά της Κρήτης αργότερα χρησιμοποιήθηκαν 1250 πτητικά μέσα (αναγνωριστικά, καταδιωκτικά, βομβαρδιστικά, μεταγωγικά κι ανεμόπτερα).

6. J. Colvin 1960 op cit σσ 134-137, J. Garcia 1979 op cit σσ 16-18, 31, D. Smyth 1986 op cit σσ 133-135, H. H. Herwig 1988 op cit σ 100, N. J. W. Goda 1993 op cit σσ 306-307, G. Schreiber 1995 op cit σσ 237-238, N. J. W. Goda 1998 op cit σ 182, R. Wigg 2005 op cit σ 29, S. G. Payne 2008 op cit σσ 102-103.

7. N. J. W. Goda 1993 ibid σσ 307-308, G. Schreiber 1995 ibid σσ 239-240, E. Moradiellos 2018 op cit σ 59.

8. D. Smyth 1986 op cit σσ 129-132, 146-151, 153-159, J. J. Sadkovich, The Italo-Greek War in Context: Italian Priorities and Axis Diplomacy, Journal of Contemporary History, Vol. 28, Iss. 3, 1993, σσ 440-444, 447, 453, R. Wigg 2005 op cit σσ 22-24, G. Payne 2008 op cit σσ 104-105.

9. D. Smyth 1986 ibid σσ 152, 165, N. J. W. Goda 1993 op cit σ 308, G. Schreiber 1995 op cit σσ 242-243, S. G. Payne 2008 ibid σσ 97-98, 106-107, D. W. Pike 2008 op cit σσ 46-47.

10. D. Smyth 1986 ibid σσ 161, 165-166, N. J. W. Goda 1993 ibid σσ 308-311, J. J. Sadkovich 1993 op cit σσ 450, 453, G. Schreiber 1995 ibid σσ 244-245, S. G. Payne 2008 ibid σσ 107-110, R. L.Miller (εισαγωγή – επιμέλ.) 2015 op cit σ10 D. Smyth 1986 ibid σσ 161, 165-166, N. J. W. Goda 1993 ibid σσ 308-311, J. J. Sadkovich 1993 op cit σσ 450, 453, B. H. Liddell Hart, The Other Side of the Hill, enlarged and revised edition, Delhi: Army Publishers, 1965, σ 196.

11. S. Roskill 1977 op cit σ 179, D. Smyth 1986 ibid σσ 177, 194, 244, N. J. W. Goda 1993 ibid σ 308, M. Simpson 1997 op cit σ 71, N. J. W. Goda 1998 op cit σσ 182-183, 185-186, G. Schreiber 1995 ibid σσ 245-246, και The Anglo- American Association and Its Consequences for British Strategy, σσ 569-572, καθώς και German Intervention and Its Effects on the Naval and Air War in the Mediterranean, σσ 662-663, όλα στο G. Schreiber – B.Stegemann – D. Vogel (επιμέλ.) op cit, L. A. Rose 2007 op cit σ 367, G. Payne 2008 ibid σσ 111-113, D. W. Pike 2008 op cit σ 45.

12. H. H. Hewig 1971 op cit ibid σ 660-661, 663, J. Garcia 1979 op cit σ 35, D. Smyth 1986 ibid σσ 221-228, G. Payne 2008 ibid σσ 131-132, R. L. Miller (εισαγωγή – επιμέλ.) 2015 op cit σ 207, R. Hammond 2017 op cit σ 16.

13. P. Preston 1992 op cit σσ 1-3, G. Payne 2008 ibid σσ 257-258, A. N. Buchanan 2009 op cit σσ 106-109, E. Moradiellos 2018 op cit σ 63.

14. M. Simpson 1997 op cit σσ 67-72, M. Simpson 2004 op cit σσ 106, 112, A. Jackson, The British Empire and the Second World War, London – N. York: Hambledon Continuum, 2006, σσ 30, 37, 69, 94, 112, 114, 126, 130, 134-137, 342, M. E. Cokely 2007 op cit σσ 131-133, G. Payne 2008 ibid σ 174, D. W. Pike 2008 op cit σ 155 υποσημ. 69, M. H. Murfett, 2009 op cit σ 88, A. N. Buchanan 2009 ibid σσ 102-104.

15. Ενδεικτικά: J. Garcia 1979 op cit σ 35, D. Smyth 1986 op cit σσ 184, 219, 231-238, N. J. W. Goda 1993 op cit σ 309, B.Stegemann, The Naval and Air War in the Mediterranean and Supplies for the North African Theatre, στο G. Schreiber – B.Stegemann – D. Vogel (επιμέλ.) op cit σ 714, D. W. Pike 2008 ibid σσ 46, G. Payne 2008 ibid σσ 117, 140-141, 144, 164-165, 183, 194, M. H. Murfett 2010 op cit σσ 3-4, 19.

16. D. Mondey, The Hamlyn Concise Guide to Axis Aircrafts of World War II, London: Chancellor Press, 1996, σ 232, M.E. Cokely 2007 op cit σσ 138-142, D. W. Pike 2008 ibid σσ 14, 67-68, G. Payne 2008 ibid σ 182, A. D. Harvey, THE BOMBER OFFENSIVE THAT NEVER TOOK OFF, The RUSI Journal, Vol. 154, No. 6, 2009, σ 98, MacGregor Knox, The Italian Armed Forces, 1940–3, στο A. R. Millet – W. Murray (επιμέλ.), Military Effectiveness, Vol. 3,The Second World War, Cambridge, N. York et al: Cambridge University Press, 2010, σ 172.

17. Καθώς εύστοχα παρατήρησε ο H. Kissinger, ουδέποτε η Αφρική κέντρισε πραγματικά το κατακτητικό ενδιαφέρον του καγκελάριου-δικτάτορα: H. Kissinger 1995 op cit σ 401.

18. G. Payne 2008 op cit σ 270.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Best, J. , Spying on the rock: an assessment of Abwehr clandestine operations against Gibraltar during the Second World War, Intelligence and National Security, Vol. 34, Iss. 2, 2019

Bryden, J. , Fighting to Lose: How the German Secret Intelligence Service Helped the Allies Win the Second World War, Toronto: Dundurn Press, 2014

Buchanan, A. N. , Washington’s ‘silent ally’ in World War II? United States policy towards Spain, 1939–1945, Journal of Transatlantic Studies, Vol. 7, No. 2, 2009

Buchanan, A. N. , “We Have Become Mediterraneanites” Washington’s Grand Strategy in the Mediterranean, 1940–1945, unpublished PhD Thesis, Graduate School-New Brunswick Rutgers, The State University of New Jersey, 2011

Burdick, C. B. , “Moro”: The Resupply of German Submarines in Spain, 1939-1942, Central European History, 3, No. 3, 1970

Cabrera, M. G. , Operation Warden: British sabotage planning in the Canary Islands during the Second World War, Intelligence and National Security, Vol. 35, Iss. 2, 2020

Canessa, A. , (επιμέλ.), Bordering on Britishness National Identity in Gibraltar from the Spanish Civil War to Brexit, London: Palgrave Macmillan, 2018

Cokely, M. E. , British counter-intelligence in Gibraltar: Deciphering Spanish ‘neutrality’ during the Second World War, International Journal of Iberian Studies, Vol. 20, Nο. 2, 2007

Colvin , J. , (πρόλογος L. Rivet), Φον Κανάρης /Το Αίνιγμα του θρυλικού Αρχηγού της γερμανικής Αντικατασκοπίας, Θεσσαλονίκη: Εστία του Βιβλίου, 1960

Du Jourdin, M. M. , L’ Europe et la mer (ελληνική μετάφραση: Η Ευρώπη και η θάλασσα, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1998)

Δούκας, Γ. , Επιχείρηση «Φέλιξ» /το γερμανικό σχέδιο για την κατάληψη του Γιβραλτάρ, Πόλεμος & Ιστορία, τ. 12, 1998

Fa, D. , ─ Finlayson, C. , The Fortifications of Gibraltar 1068-1945, London – N. York: Osprey, 2006

Frank Jr. , W. C. , Naval Operations in the Spanish Civil War, 1936-1939, Naval War College Review, Vol. 37, No. 1, 1984

Garcia, J. , Operation Felix /Hitler’ s Plan to capture Gibraltar, Gibraltar: Mediterranean Sun, 1979

Glynn, S. , The European Great Powers and Spanish Civil War, 1936-1939, στο R. Boyce & E. M. Robertson (επιμέλ.), Paths to War: New Essays on the Origins of the Second World War, Basingstoke & London: Macmillan, 1989

Goda, N. J. W. , The Riddle of the Rock: A Reassessment of German Motives for the Capture of Gibraltar in the Second World War, Journal of Contemporary History, Vol. 28, 1993

Goda, J. W. , Franco’s bid for empire: Spain, Germany, and the western Mediterranean in World War II, Mediterranean Historical Review, Vol. 13, Iss. 1-2, 1998

Gold, P. , Gibraltar /British or Spanish?, London & N. York: Routledge, 2005

Hammond, R. , An enduring influence on imperial defence and grand strategy: British perceptions of the Italian Navy, 1935–1943, The International History Review, 39, Iss. 5, 2017

Harvey, A. D. , THE BOMBER OFFENSIVE THAT NEVER TOOK OFF, The RUSI Journal, Vol. 154, No. 6, 2009

Herwig, H. H. , Prelude to Weltblitzkrieg: Germany’s Naval Policy toward the United States of America, 1939-41, The Journal of Modern History, Vol. 43, No. 4, 1971

Herwig, H. H. , The Failure of German Sea Power, 1914–1945: Mahan, Tirpitz, and Raeder Reconsidered, The International History Review, Vol. 10, Iss. 1 (1988)

Jackson, A. , The British Empire and the Second World War, London – N. York: Hambledon Continuum, 2006

Kissinger, H. , Διπλωματία, Αθήνα: «Νέα Σύνορα» Λιβάνης, 1995

Knox, MacGregor , The Italian Armed Forces, 1940–3, στο R. Millet – W. Murray (επιμέλ.), Military Effectiveness, Vol. 3,The Second World War, Cambridge, N. York et al: Cambridge University Press, 2010

Liddell Hart, B. H. , The Other Side of the Hill, enlarged and revised edition, Delhi: Army Publishers, 1965

Miller, D. M. , Dark Waters: Britain and Italy’s Invasion of Albania,7 April 1939, International Journal of Intelligence and CounterIntelligence, Vol. 16 No. 2, 2003

Miller, R. L. , (εισαγωγή – επιμέλ.), Hitler at War /Meetings and Conversations 1939-1945, York: Enigma Books, 2015

Mondey, D. , The Hamlyn Concise Guide to Axis Aircrafts of World War II, London: Chancellor Press, 1996

Moradiellos, E. , Franco /Anatomy of a Dictator, London – N. York: I. B. Tauris, 2018

Murfett, M. , Naval Warfare 1919-1945 /An operational History of the volatile war at sea, Abingdon – N. York: Routledge, 2009

Murfett, M. H. , Casting Doubt on the Inevitability Syndrome, στο H. Murfett (επιμέλ.), Imponderable but Not Inevitable / Warfare in the 20th Century, Santa Barbara-Denver-Oxford: ABC-Clio, 2010

Payne, S. G. , Franco and Hitler /Spain, Germany, and World War II, New Haven & London: Yale University Press, 2008

Pierpaoli Jr, P. G. , Gibraltar, Strait of, στο S.C. Tucker, WORLD WAR II / The Definitive Encyclopedia and Documents Collection, Vol. I, Santa Barbara-Denver: ABC-Clio LLC, 2016

Pike, D. W. , Franco and the Axis Stigma, Basingstoke – N. York: Palgrave Macmillan, 2008

Preston, P. , Franco and Hitler: the myths of Hendaye 1940, Contemporary European History, Vol. 1, Iss. 1, 1992

Reynolds, D. , Churchill and the British ‘Decision’ to fight on in 1940: right policy, wrong reasons, στο R. Langhorne (επιμέλ.), Diplomacy and Intelligence during the Second World War /Essays in honour of F. H. HINSLEY, Cambridge-London-N. York et al: Cambridge University Press, 1985

Rodao, F. , Japan and the Axis, 1937—8: Recognition of the Franco Regime and Manchukuo, Journal of Contemporary History, Vol. 44, No. 3, 2009

Rose, E. P. F. , Tunnelling [sic] Companies Royal Engineers in World War II: excavation of bomb-proof facilities in France, Gibraltar, Malta and the UK, Geological Society, Vo. 473, 2019

Rose, L. A. , Power at Sea, Vol. 2: The Breaking Storm 1919–1945, Columbia & London: University of Missouri Press, 2007

Roskill, S. W. , The Strategy of Sea Power /Its Development and Application, London: Collins, 1962

Roskill, S. , Churchill and the Admirals, London: Collins, 1977

Sadkovich, J. J. , The Italo-Greek War in Context: Italian Priorities and Axis Diplomacy, Journal of Contemporary History, Vol. 28, Iss. 3, 1993

Schreiber, G. , Ideas of German Ruling Circles concerning a Colonial Empire, στο Schreiber – B. Stegemann – D. Vogel (επιμέλ.),Militärgeschichtliches Forschungsamt, Freiburg im Breisgau, Germany and the Second World War, Vol. III: The Mediterranean, South-East Europe, and North Africa 1939-1941, Oxford: Clarendon Press, 1995

Schreiber, G. , Political and Military Developments in the Mediterranean Area, 1939-1940, /The Strategic Dilemma of summer and autumn 1940: an Alternative or Interim Strategy? στο G. Schreiber – B.Stegemann – D. Vogel (επιμέλ.) Vol. III 1995 ibid

Schreiber, G. , The Anglo-American Association and Its Consequences for British Strategy, στο Schreiber – B.Stegemann – D. Vogel (επιμέλ.) Vol. III 1995 ibid

Schreiber, G. , German Intervention and Its Effects on the Naval and Air War in the Mediterranean, στο G. Schreiber – B.Stegemann – D. Vogel (επιμέλ.) Vol. III 1995 ibid

Simpson, M. , A Life of Admiral of the Fleet Andrew Cunningham /A Twentieth-Century Naval Leader, London – Portland, OR: F. Cass, 2004

Simpson, M. , FORCE H AND BRITISH STRATEGY IN THE WESTERN MEDITERRANEAN 1939–42, The Mariner’s Mirror, Vol. 83, No. 1, 1997

Smyth, D. , The politics of asylum, Juan Negrin and the British Government in 1940, στο R. Langhorne (επιμέλ.) op cit

Smyth, D. , Diplomacy and Strategy of Survival /British Policy and Franco’s Spain, 1940-41, Cambridge-London-New York-New Rochelle-Melbourne-Sydney: Cambridge University Press, 1986

Sontag, R. J. , and Beddie, J. S. , (επιμέλ.), NAZI-SOVIET RELATIONS, 1939-1941 /Documents from the Archives of the German Foreign Office, Washington DC: Government Printing Office, Department of State Publication 3023, 1948

Stegemann, B. , The Naval and Air War in the Mediterranean and Supplies for the North African Theatre, στο G. Schreiber – B.Stegemann – D. Vogel (επιμέλ.) op cit

Sweet, P. R. , – Lambert, M. , – Baumont, M. , (επιμέλ.), Documents on German Foreign Policy 1918-1945 (DGFP), Series D (1937-1945), X, The War Years, June 23-August 31, 1940, Department of State Publication 6491, Washington DC: United States Government Printing Office, 1957

Toprani, A. , “THE NAVY’S SUCCESS SPEAKS FOR ITSELF”? /The German Navy’s Independent Energy Security Strategy, 1932–1940, Naval War College Review, Vol. 68, No. 3, 2015

Trevor-Roper, H. R. , Hitler’s War Directives 1939-1945, London: Sidgwick and Jackson, 1964

Viñas, A. , and Seidel, C. C. , Franco’s Request to the Third Reich for Military Assistance, Contemporary European History, Vol. 11, No. 2, 2002

Weiss, K. G. , The Azores in Diplomacy and Strategy, 1940-1945, Professional Paper 272, Alexandria VA: Center for Naval Analysis, 1980

Wigg, R. , Churchill and Spain /The survival of the Franco regime, 1940–45, Abingdon – N. York: Routledge, 2005

Wylie, N. , ‘An Amateur Learns his Job’? Special Operations Executive in Portugal, 1940– 42, Journal of Contemporary History, 36, No. 3, 1993

Νίκος Χατζηϊωακείμ: Ο «Βράχος» που απέβη Βρόγχος. Η επίδραση του Γιβραλτάρ στους στρατηγικούς σχεδιασμούς των αντιμαχόμενων κατά την πρώτη διετία του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου (Μέρος B΄)

Νίκος Χατζηϊωακείμ

Ο «Βράχος» που απέβη Βρόγχος. Η επίδραση του Γιβραλτάρ στους στρατηγικούς σχεδιασμούς των αντιμαχόμενων κατά την πρώτη διετία του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου (Μέρος B΄)

 

II. Φθινοπωρινές Βροχοπτώσεις: Το Γιβραλτάρ στο μέσον ευρωατλαντικών εξελίξεων

Οι τάσεις που επικρατούσαν στις ΗΠΑ συνδαύλισαν τις γερμανικές ανησυχίες: στις 2 Σεπτεμβρίου υπογράφηκε η αμερικανοβρετανική Συμφωνία «[μεταβίβασης 50 αμερικανικών] Αντιτορπιλικών έναντι [μακροχρόνιας εκχώρησης δικαιώματος σε 8 νησιά υπό βρετανική κατοχή στον δυτικό Ατλαντικό για την ίδρυση] Βάσεων», μία συμφωνία-ορόσημο που εκτιμάται πως θα παράγει πολιτικές συνέπειες όταν εξεταστεί η ανανέωσή της ή μη, πριν τα μέσα του 21ου αιώνα, γι’ αυτό και θα παρουσιαστεί σε χωριστή μελέτη. Τρεις μέρες αργότερα, ο Hitler διέταξε την εκπόνηση σχεδίων κατάληψης των Αζόρων και των νησιών του Πράσινου Ακρωτηρίου˙ ειδικά οι πρώτες, θα αποτελούσαν πρώτης τάξης εφαλτήριο για τα υπό σχεδιαστική ολοκλήρωση μακράς ακτίνας δράσης στρατηγικά βομβαρδιστικά της Luftwaffe, τα οποία σχεδιαζόταν να παραχθούν μαζικά και να πλήττουν το ηπειρωτικό έδαφος των ΗΠΑ. Στις 7/9 ο Raeder τού ανέλυσε την εισήγηση μίας Μεσογειακής (Mittelmeer) στρατηγικής. Την επομένη, ο Hitler εξέδωσε Οδηγία προς την ηγεσία της Luftwaffe να μελετήσει την αξιοποίηση της Καζαμπλάνκας και του Ντακάρ, μάλιστα γερμανικές αποστολές επισκέφθηκαν γι’ αυτόν τον σκοπό τις προσεχείς εβδομάδες τα δύο λιμάνια.1

Ακριβώς όπως και ο στρατηγός Jodl, η ηγεσία του Kriegsmarine τασσόταν υπέρ της υιοθέτησης της περιφερειακής στρατηγικής περίσφιγξης του ΗΒ, μέσω αφενός μεν του συντονισμού των διπλωματικών ενεργειών μεταξύ του Βερολίνου, της κυβέρνησης του Vichy, της Ρώμης και της Μαδρίτης κι αφετέρου της άσκησης στρατιωτικής πίεσης στις δύο εσχατιές της Μεσογείου υπό βρετανική κατοχή, στο Γιβραλτάρ και στο Σουέζ, το πολύ καταλαμβάνοντας τα Κανάρια. Ο Raeder και οι συνεργάτες του ήταν επιφυλακτικοί στην προοπτική κατάληψης των πιο μακρινών νησιών του Ατλαντικού, καθώς λάμβαναν υπ’ όψιν τους την καταθλιπτική υπεροχή του Royal Navy, που εύκολα θα εφάρμοζε το ναυτικό αποκλεισμό τους. Οι μνήμες από την σοβαρή αποψίλωση που υπέστη το Kriegsmarine στο πλαίσιο υλοποίησης της «Άσκησης Weser» (της κατάληψης της Νορβηγίας) ήταν πρόσφατες, όταν το ναυτικό αξιοποιήθηκε μεν επιτυχώς ανορθόδοξα ως κύριο μέσο μεταφοράς στρατευμάτων, ωστόσο η δράση των βρετανικών υποβρυχίων συνδυαστικά με την επιβολή των απόψεων του Göring (ο οποίος παρείχε ανέφικτες δεσμεύσεις για την αερομεταφορά διοικητικής μέριμνας στα υπό γερμανική κατοχή προγεφυρώματα ανά τις νορβηγικές ακτές που είχαν μεταπέσει σε θύλακες μετά τις αιφνιδιαστικές αποβάσεις), κατέληξαν να οδηγήσουν στη σφαγή των λίγων, πολύτιμων μονάδων του. Ακόμη κι αν τα γερμανικά υποβρύχια αναλάμβαναν να υπερασπιστούν μαζί με την Luftwaffe τα νησιά αφότου θα είχαν εγκατασταθεί φρουρές σε αυτά, η αποστολή αυτή θα μείωνε σοβαρά τη διαθεσιμότητά τους για τις στρατηγικού χαρακτήρα επιθετικές επιχειρήσεις τους και κατά την εποχή εκείνη οι αριθμοί των U-boote ήταν ήδη ανεπαρκείς, εξαιτίας εύστοχων βρετανικών ενεργειών και γερμανικών σφαλμάτων κατά την προπολεμική περίοδο. Καταληκτικά, ο Γερμανός Α/ΓΕΝ εκτίμησε ότι τα πορτογαλικά νησιά ίσως γίνονταν στόχος αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης, εάν μία ή και οι δύο χώρες της Ιβηρικής εισέρχονταν στον πόλεμο (στο πλευρό του Άξονα εννοείται) και διαβεβαίωσε τον καγκελάριο ότι το ναυτικό ήταν σε θέση να εξασφαλίσει τον ανεφοδιασμό των Καναρίων με όλα τα χρειώδη –κυρίως δε να μεταφέρει εκεί (αεροπορικά) καύσιμα, όχι το ίδιο, αλλά συνοδεύοντας ισπανικά tankers ως εκεί. Δηλαδή, αντικατοπτρίζοντας τους αμερικανοβρετανικούς φόβους, η ηγεσία του γερμανικού ναυτικού αντιλαμβανόταν ότι εφόσον το Βερολίνο προχωρούσε είτε σε επιτυχείς διπλωματικές ενέργειες, είτε σε κάποια επιθετική κίνηση στην Ιβηρική, οι αδημονούντες αντίπαλοί τους θα απαντούσαν με την κατάληψη τουλάχιστον των Αζόρων. Οι σκοποί και τα άγχη του Kriegsmarine ήταν ξεκάθαρα (όλα τα προαναφερθέντα αποκρυσταλλώθηκαν σε εκτενές υπόμνημα τον Οκτώβριο), ενώ οι επιδιώξεις του Hitler ήταν συνθετότερες κι εγγενώς αντιφατικές, αφού η συστέγαση των γερμανικών επιθυμιών με τις γαλλικές και τις ισπανικές αντίστοιχες, την οποία θεωρητικά προσυπέγραφε, προϋπέθετε συμβιβασμούς στους οποίους ο Γερμανός δικτάτορας δεν ήταν διατεθειμένος να προχωρήσει, σεβόμενος προς το παρόν μόνον τις ιταλικές –και όλα αυτά, ενόσω η εισβολή στην ΕΣΣΔ είχε αρχίσει να τον απορροφά. Μοιραία, θνησιγενές υποκατάστατο αποτέλεσαν οι χειριστικοί τακτικισμοί στους οποίους αποδύθηκε και που έγιναν αντιληπτοί από αμφότερους τους Franco – Pétain, αποκρούστηκαν δε με σχετική ευκολία.2

Ο Churchill συνέχιζε να κατατρύχεται από μέγιστο άγχος σχετικά με την τύχη του Γιβραλτάρ το ίδιο διάστημα. Όπως έγραφε χαρακτηριστικά στον λόρδο Halifax (τότε ακόμη υπουργό Εξωτερικών), αδιαφορούσε για το αν οι Ισπανοί θα επιχειρούσαν να καταλάβουν το γαλλικό Μαρόκο και ήταν έτοιμος να τους παράσχει «οικονομικά και άλλα κίνητρα», αρκεί να παρέμεναν ουδέτεροι. Επ’ ουδενί δεν ήθελε να δημιουργηθεί κλίμα προσδοκιών εξέτασης μεταβολής του καθεστώτος του Γιβραλτάρ μεταπολεμικά, καθώς τόνιζε. Η δυνατότητα επίβλεψης των διά θαλάσσης μεταφορών και εισαγωγών της Ισπανίας αξιοποιήθηκε «χειρουργικά» από πλευράς Λονδίνου, το οποίο επέτρεπε την μεταφορά πετρελαίου στη χώρα και παρέβλεπε το τεράστιας έκτασης παράκτιο λαθρεμπόριο που διεξαγόταν υπό την ανοχή του, καθώς μέσω του Γιβραλτάρ έλεγχε ό,τι κινείτο στο «μαλακό υπογάστριο» της Ισπανίας.3 Οι Γάλλοι του Vichy κατάφεραν σημαντικό πλήγμα στο βρετανικό γόητρο εκείνες τις μέρες, όταν μοίρα τριών ελαφρών καταδρομικών κι ισάριθμων μεγάλων αντιτορπιλικών κατάφερε να δραπετεύσει από τη βρετανική απαγορευτική εποπτεία, διαπλέοντας με ταχύτητα το Στενό (11/9) με προορισμό τη Λιμπρεβίλ της Γκαμπόν (γαλλική αποικία στη δυτικοαφρικανική ακτή, η οποία είχε δεν προσχωρήσει στο Γκωλλικό στρατόπεδο των Ελεύθερων Γάλλων), αγκυροβολώντας μάλιστα προκλητικά στο Ντακάρ (15/9), πριν καταπλεύσει στον τελικό της προορισμό. Η μοίρα είχε αποπλεύσει από τον μεσογειακό ναύσταθμο της Τουλών με γερμανική άδεια, υπό τον όρο να αντισταθεί πάση δυνάμει, εάν οι βρετανικές ένοπλες δυνάμεις επιχειρούσαν να της κλείσουν τον δρόμο. Μεταξύ Ντακάρ και Λιμπρεβίλ παρεμβάλλεται γεωγραφικά το υπό βρετανική κατοχή λιμάνι του Φρητάουν, από το οποίο θα ήταν δυνατόν να επιχειρηθεί η ανακοπή των γαλλικών πλοίων, όμως το Royal Navy δεν καραδοκούσε εκεί. Εξιλαστήριο θύμα της αβελτηρίας θεωρήθηκε ο επικεφαλής της Ναυτικής υποδιοίκησης του Ατλαντικού με έδρα Γιβραλτάρ sir D. North (η «Δύναμη Η» είχε ξεχωριστό, δικό της διοικητή), ο οποίος απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του τον Δεκέμβριο, αδικούμενος καταφανώς, μια κι η αδράνεια είχε υψηλούς υπαίτιους (το Ναυαρχείο, το Foreign Office και το πρωθυπουργικό περιβάλλον).4

Langmaid, Rowland; Force H off Gibraltar, 1940; National Maritime Museum, Greenwich.

Στις 16/9/1940 ο R. S. Suñer αφίχθηκε στο Βερολίνο για συναντήσεις με τον Hitler και τον υπουργό Εξωτερικών J. von Ribbentrop. Ενόσω ο Suñer βρισκόταν στο Βερολίνο (παρέμεινε εκεί επί 12 ημέρες), έλαβε επιστολή του Franco σχετική με τις επαφές του (μάλλον προβληματισμούς παρά οδηγίες). Οι κύκλοι των σημαντικών συζητήσεων ήταν επίπονοι, εδικά με τον Ribbentrop (ο διάλογος μεταξύ των δύο ανδρών διεξάχθηκε απόντος του Ισπανού πρεσβευτή, κατ’ απαίτηση του Γερμανού αξιωματούχου). Πέραν της αμοιβαίας αντιπάθειας που αναπτύχθηκε σύντομα σε προσωπικό επίπεδο, ο Suñer άκουσε από τον («μισητό εγωιστή») Ribbentrop τις απαιτήσεις του Ράιχ γύρω από την παροχή δικαιώματος ανάπτυξης στρατιωτικής βάσης σε ένα από τα Κανάρια νησιά, στο Αγκαντίρ, μάλιστα «με επάρκεια εδαφικού βάθους» εκεί, καθώς και στο εγγύς νησί του Μογκαντόρ (και τα δύο στο γαλλικό Μαρόκο, αφότου αυτό θα προσαρτάτο από την Ισπανία), ως αντάλλαγμα για την βοήθεια που αναζητούσε η Ισπανία. Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών θα πρότεινε την κατάληψη του Γιβραλτάρ, αν δεν προεξοφλούσε ότι τυχόν ισπανική συναίνεση θα προξενούσε ανταπαντητικά την κατάληψη από πλευράς Βρετανών όλων των υπόλοιπων νησιωτικών ερεισμάτων στρατηγικού ενδιαφέροντος στον Ατλαντικό (των ισπανικών Καναρίων, αλλά και των πορτογαλικών νησιών του Πράσινου Ακρωτηρίου, κυρίως δε των Αζόρων). Ο ίδιος ο Hitler πάντως, σε επιστολή του προς τον Franco εκείνες τις μέρες (18/9) υπήρξε πιο τολμηρός κι ευθύς: αφού τόνισε την αξία της άμεσης κατάληψης του Γιβραλτάρ (εξαίροντας τα ισπανικά συμφέροντα), υπογράμμισε επίσης την σημασία της παροχής μίας βάσης στα Κανάρια, ως έδρας για γερμανικά αεροσκάφη κάθετης εφόρμησης και μακράς ακτίνας αναχαίτισης, κατ’ ελάχιστον, ώστε να αποκρουστεί η βέβαιη βρετανική αντεπίθεση εκεί. Επιπλέον, ο Ribbentrop απαίτησε την αποπληρωμή των υψηλών χρεών του Φρανκικού καθεστώτος προς την Γερμανία που ανάγονταν στον Ισπανικό Εμφύλιο (οι Ιταλοί ήταν ελαστικότεροι σε αυτό το ζήτημα), καθώς και την εξασφάλιση πρόσθετων εξορυκτικών δικαιωμάτων στο ισπανικό προτεκτοράτο του Μαρόκου.

Με πλήρη κάλυψη από τον Franco, ο Suñer αντέστη στις πιέσεις του Ribbentrop κι απέρριψε τα γερμανικά αιτήματα. Ο (επίσης παρών) Ιταλός υπουργός Εξωτερικών G. Ciano υποστήριξε αργότερα ότι οι Γερμανοί δίστασαν να ανταποκριθούν ακόμη και στο ισπανικό αίτημα παροχής αλεύρων, λόγω ανεπάρκειας των δικών τους αποθεμάτων, ενώ ο Hitler σε επιστολή του προς τον Ciano σχολίασε με (πέρα για πέρα δικαιολογημένο) σαρκασμό τις -εν γνώσει τους- χιμαιρικές απαιτήσεις των Ισπανών. Η αλήθεια ήταν ότι ο κατάλογος των υλικών τους απαιτήσεων ξεπερνούσε κατά πολύ τις δυνατότητες των παραληπτών του (για την ακρίβεια, ήταν ακριβώς η ένδεια σε πρώτες ύλες που επικαλούνταν πάγια οι Γερμανοί για την νομιμοποίηση των κατακτητικών τους πολέμων, ακόμη και εκείνη την εποχή της κατ’ εξαίρεση δραματικής αύξησης των σοβιετικών εξαγωγών προς το Ράιχ): πέραν των αμιγώς στρατιωτικών τελικών προϊόντων (τριών μοιρών υδροπλάνων κι εκατοντάδων πυροβόλων κάθε κατηγορίας), οι Ισπανοί ζητούσαν 600-700 χιλ. τόνους σιτάλευρων, 625 χιλ. τ. αζωτούχων λιπασμάτων, 200 χιλ. τ. λιθάνθρακα, 320 χιλ. τ. πετρελαίου κάθε επιμέρους κατηγορίας (θέρμανσης, κίνησης, βιομηχανικής παραγωγής), 40 χιλ. τ. λιπαντικών, 100-150 χιλ. τ. σκράπ, 100 χιλ. τ. χαρτοπολτού, άλλους τόσους βάμβακα, 48 χιλ. τ. ξυλοπολτού, 25 χιλ. τ. ακατέργαστου καουτσούκ, δεκάδες χιλιάδες τόνους φυτικών πρώτων υλών για στρατιωτικές χρήσεις, ορυκτά (25 χιλ. τ. μαγγάνιο) κλπ. Η απόρριψη της λίστας ήταν αυτονόητη. Συμβιβαστική επιστολή του Franco στον Hitler (22/9) δεν άλλαξε τα πράγματα.5

Συγκαταβατικά χαμόγελα, αμοιβαία αισθήματα. Ουδέποτε επιχειρήθηκε η άμβλυνση της εκατέρωθεν αντιπάθειας μεταξύ του Γερμανού υπουργού Εξωτερικών Joachim von Ribbentrop (στο κέντρο) και του Ισπανού ομολόγου του Ramón Serrano Suñer (δεξιά). Η φωτογραφία προέρχεται από την πολυήμερη επίσκεψη του δευτέρου στο Βερολίνο, τον Σεπτέμβριο του 1940. Πηγή: https://img.welt.de/img/geschichte/zweiter weltkrieg/mobile125069406/5182505657- ci102l-w1024/Ram-n-Serrano-Ser-in Berlin-1940-Ribbentrop-Foto.jpg 

Ο τελευταίος, απογοητευμένος, έγραψε στον Mussolini ήδη στις 17 του μήνα ότι σκεπτόταν την δημιουργία στρατιωτικού προγεφυρώματος στη βορειοδυτική Αφρική, ώστε να επιτηρεί τις γειτονικές γαλλικές αποικίες, διότι ειδάλλως ίσως έμπαιναν στον πειρασμό να κηρύξουν απόσχιση από την κυβέρνηση του Vichy, φοβούμενος μυστική συναίνεση του Pétain σε αυτό το σενάριο. Σε δική του επιστολή προς τον Ιταλό εκείνες τις μέρες (20/9), ο Ribbentrop παραπονιόταν ότι οι αντιλήψεις των Ισπανών, όσο κι αν αυτοί ήταν «πιστοί φίλοι», δεν συμβάδιζαν με τις στρατηγικές ανάγκες του Άξονα. Η Ρώμη απ’ την πλευρά της, προσέβλεπε στις γερμανικές πιέσεις, υπαινισσόμενη ότι αν οι Ισπανοί ενέδιδαν και το Γιβραλτάρ έπεφτε, η δυτική Μεσόγειος θα μετατρεπόταν σε «Αξονική λίμνη», με αποτέλεσμα η Regia Marina, να είναι έπειτα σε θέση να ξεχυθεί ανεμπόδιστα στον Ατλαντικό. Το δέλεαρ ήταν μεγάλο, μια κι οι ιταλικές μονάδες επιφανείας αποτελούσαν σοβαρή γερμανική ελπίδα (τότε ακόμη) αντίβαρου στο Royal Navy, ο ισχυρισμός όμως ήταν ανυπόστατος, μια και το βρετανικό πολεμικό ναυτικό διατηρούσε άθικτες της βάσεις του στην ανατολική Μεσόγειο, όπου υφίσταντο απτά ιταλικά συμφέροντα κι επομένως η ναυτική ισχύς των Ιταλών θα εξακολουθούσε να είναι απασχολημένη εντός της Μεσογείου.Το θέμα θα συνέχιζε να απασχολεί τον Hitler το επόμενο διάστημα. Ο Βρετανός πρεσβευτής πιστοποιούσε τις ίδιες μέρες, βάσει των εμπιστευτικών συζητήσεών του με τον Ισπανό υπουργό Εξωτερικών Beigbeder, ότι η δική του (και όσων στους ισπανικούς κυβερνητικούς κύκλους ομοφρονούσαν μαζί του) προτεραιότητα παρέμενε μάλλον το Μαρόκο, παρά το Γιβραλτάρ. Υποτίθεται ότι τους Ισπανούς απασχολούσε η κατάρρευση της γαλλικής «έννομης τάξης» στην μαροκινή επικράτεια υπό την κατοχή της, που ίσως διαχεόταν ως κρίση κι εν τέλει επανέναρξη εξέγερσης των ντόπιων στο ισπανικό Μαρόκο. Οι Ισπανοί δίσταζαν να εκφράσουν ευθέως τον μαροκινό αναθεωρητισμό τους στους Βρετανούς, εκείνοι όμως τον λάμβαναν ήδη πλήρως υπ’ όψιν –εξ ου και αρχειοθέτησαν τις σκέψεις απόβασης στο Μαρόκο («Επιχείρηση Threat»), για να μην ωθήσουν τους αμφιταλαντευόμενους Ισπανούς στις γερμανικές αγκάλες μια ώρα αρχύτερα. Άλλωστε, όπως το έθεσε η ανώτατη στρατιωτική ηγεσία στο Λονδίνο, ήταν ζήτημα προτεραιοτήτων: δεν υφίσταντο επαρκείς δυνάμεις και για την κατάληψη «ιβηρικών νησιών στον Ατλαντικό [sic]» προς δημιουργία υποκατάστατου της βάσης στο Γιβραλτάρ αν αυτή χανόταν και για την υποστήριξη μίας ενέργειας των Γκωλλικών στο γαλλικό Μαρόκο –οι στρατιωτικοί ιεραρχούσαν αδιαμφισβήτητα πολύ υψηλότερα την πρώτη αποστολή.7

Στα τέλη του μήνα (23-25/9), βρετανικές αεροναυτικές δυνάμεις επιτέθηκαν στο Ντακάρ («Επιχείρηση Menace»). Για όλους τους πολιτικούς λόγους που σημειώθηκαν ακροθιγώς ανωτέρω, η επιχείρηση εκτελέστηκε με περιορισμούς και καθυστερήσεις, δεν αιφνιδίασε τους Γάλλους του Vichy, οι οποίοι αντέδρασαν με αποτελεσματική αποφασιστικότητα και γι’ αυτό απέτυχε (από στρατιωτικής άποψης). Η αεροπορία Armée de l’Air de Vichy και η αεροπορία του ναυτικού Marine nationale de Vichy (οι αεροπορικοί βραχίονες των ένοπλων δυνάμεων του καθεστώτος) επανέλαβαν σε απάντηση τις επιδρομές κατά του Γιβραλτάρ εξορμώντας από την Αλγερία και το Μαρόκο (μία ημερήσια με 64 αεροσκάφη και μία νυκτερινή με 83), ρίπτοντας άνω των 100 τόνων βομβών, που προξένησαν σοβαρές ζημιές στις οχυρώσεις αλλά πέτυχαν να βυθίσουν μόλις ένα μικρό βρετανικό πλοίο. Το ισπανικό υπουργείο Eξωτερικών πληροφόρησε τους Βρετανούς ότι από τις αρχές του Vichy είχε ζητηθεί η πρόσβαση σε αεροπορικές βάσεις στο ισπανικό Μαρόκο και η χρήση του ισπανικού εναέριου χώρου, αλλά ότι η Μαδρίτη είχε απορρίψει τα αιτήματα. Στον Pétain ο Franco διαμήνυσε ότι είχε την ηθική έγκριση βομβαρδισμού «αυτού του τμήματος της ισπανικής επικράτειας που τελούσε υπό κατοχή», ενώ ο Τύπος της χώρας υπογράμμιζε ότι μετά την ήττα της Γαλλίας σύντομα θα ερχόταν και η σειρά του ΗΒ.Η γερμανική ηγεσία ήταν πεπεισμένη ότι οι ΗΠΑ κρύβονταν πίσω από την βρετανική επίθεση,πάντως η ισχυρή αντίσταση των γαλλικών δυνάμεων έπεισε αρκετούς Γερμανούς ότι η κυβέρνηση του Vichy έπρεπε να αντιμετωπιστεί ως εταίρος και να μην πιεστεί υπερβολικά σε επώδυνες παραχωρήσεις (στρατιωτική πρόσβαση σε υπερπόντιες γαλλικές  κτήσεις) ώστε  να διατηρηθεί νομιμόφρων στην Αξονική πλευρά –μέχρι τουλάχιστον η τροπή των επιχειρήσεων σε πλανητικό επίπεδο να επέτρεπε την απροσχημάτιστη προβολή των γερμανικών απαιτήσεων. Αν αυτό ίσχυε, τότε πολύ περισσότερο δεν έπρεπε να τρομοκρατείται το Vichy ότι επέκειτο η παραχώρηση στους Ισπανούς εδαφών στο γαλλικό Μαρόκο. Όμως αυτό με τη σειρά του σήμαινε ότι το Βερολίνο δεν γινόταν να υποσχεθεί στη Μαδρίτη τη μόνη ανταμοιβή που θα συνιστούσε κίνητρο εισόδου της Ισπανίας στον πόλεμο και κατάληψης του Γιβραλτάρ. Η βρετανική βάση στον «Βράχο» επιβίωσε λόγω της ανωτέρω αλληλουχίας υπολογισμών και λεπτών ισορροπιών εκείνη τη στιγμή. Αντίστοιχα, η βρετανική ενέργεια ερμηνεύθηκε από τον Franco ως ένδειξη ότι η κατάρρευση του ΗΒ κακώς θεωρείτο επερχόμενη, από την άποψη της βούλησης του Λονδίνου (αν και η εν εξελίξει αεροπορική «Μάχη της Βρετανίας» τον έκανε να πιστεύει πως σύντομα οι Βρετανοί θα υποχρεώνονταν να καμφθούν). Πάγια προτίμηση του ισπανικού καθεστώτος ήταν να εισέλθει μεν στον πόλεμο στην Αξονική πλευρά, όταν όμως αυτός θα όδευε προς τη λήξη του –κι αυτή η προοπτική παρουσίαζε μειούμενες πιθανότητες. Η Μαδρίτη ενίσχυσε σημαντικά την φρουρά των Κανάριων (έφθανε πια τους 40.000 άνδρες), τα αποθέματα πόσιμου νερού στα νησιά αυξήθηκαν και 2 μεραρχίες προστέθηκαν στις υπάρχουσες 5 επί μαροκινού εδάφους. Οι ενέργειες αυτές είχαν πολλαπλούς αποδέκτες και για να καθησυχαστούν οι Γερμανοί, τους διαμηνύθηκε ότι πολύ ευχαρίστως, σύντομα, θα υπογραφόταν 10ετής συμμαχία με τον Άξονα. Το καθεστώς του Vichy διόρισε ένα ισπανόφιλο ως πρεσβευτή του στη Μαδρίτη και κατατέθηκαν προτάσεις διακανονισμού σχετικά με τις ζώνες κατοχής στο Μαρόκο, που άφησαν ασυγκίνητους τους Ισπανούς.10

Αριστερά: ο στρατηγός de Gaulle στα ανοικτά του Ντακάρ παρακολουθεί την εξέλιξη των επιχειρήσεων. Δεξιά: “Με αυτόν τον de Gaulle δεν θα πάρετε τίποτα”, προπαγανδιστική αφίσα του καθεστώτος του Vichy.

Στις 26 Σεπτεμβρίου ο Hitler, σε συζήτησή του με τον Raeder, επανήλθε στο ζήτημα της αναγκαιότητας κατάληψης των Καναρίων, «ίσως και των πορτογαλικών νησιών στον Ατλαντικό, εκ των προτέρων, τουλάχιστον προς όφελος της Luftwaffe» πριν η Ισπανία εισέλθει στη σύρραξη. Ο Α/ ΓΕΝ τού απάντησε ότι αυτό (ειδικά η κατάληψη των Αζόρων) προαπαιτούσε την σημαντική ενίσχυση του ναυτικού με πολλές μονάδες κάθε τύπου πολεμικών σκαφών επιφανείας, εν όψει μάλιστα της πιθανής εμπλοκής των ΗΠΑ. Εκτός του να εκμαιεύσει κονδύλια για το εθνικό ναυπηγικό πρόγραμμα της Γερμανίας, ο Raeder πρότεινε και την συνολική επανεξέταση των σχέσεων με τη Γαλλία του Vichy, μία και η άθικτη ναυτική ισχύς της ήταν κίνητρο ειδικά για τους Γερμανούς ναυτικούς να την θεαθούν ως υποψήφιο σύμμαχο. Προσπαθώντας να πείσει τον καγκελάριο, ο ναύαρχος έδωσε μία χερσαία χροιά στην ανάλυσή του, προβάλλοντας τα οφέλη που θα προέκυπταν για την γερμανοϊταλική πολεμική προσπάθεια μέχρι τον Ινδικό Ωκεανό, εφόσον το Vichy ρυμουλκείτο σε μία στρατιωτική σύμπραξη, έστω κι αν αυτό θα ενοχλούσε με βεβαιότητα τους Ιταλούς. Μέσω της υπό γαλλική κατοχή Συρίας εξάλλου, η Τουρκία θα πειθαναγκαζόταν να επανεξετάσει τη στάση της και αυτό θα επιδρούσε ευνοϊκά στην από Νότο απομόνωση της Σοβιετικής Ένωσης, πριν αναληφθεί οποιαδήποτε στρατιωτική πρωτοβουλία εναντίον της. Ο Hitler δέχθηκε να εξετάσει ευνοϊκά τις εισηγήσεις εκείνες, όμως δεν έπαυε να είναι δέσμιος των δικών του οραματισμών, τους οποίους υποστήριζε δουλικά η ούτως ή άλλως «ηπειρωτικά σκεπτόμενη» μερίδα της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας υπό τον στρατηγό Keitel.11 Πέραν αυτού, οι συζητήσεις επισκιάστηκαν από την υπογραφή του Τριμερούς Συμφώνου την επομένη, στο οποίο οι άλλοι δύο (πλην της Γερμανίας) συμβαλλόμενοι, η Ιαπωνία και η Ιταλία, εισέφεραν το βασικό ποσοστό της ναυτικής ισχύος της νεότευκτης συμμαχίας.

Τον Οκτώβριο ενισχύθηκε επιτέλους σημαντικά η άμυνα του Γιβραλτάρ, οι υποδομές του λιμανιού απέκτησαν τη δυνατότητα υποστήριξης κι επισκευών πλοίων μεγάλου εκτοπίσματος, μεταφέρθηκαν σεβαστές ποσότητες εφοδίων κάθε είδους και παράλληλα ο επικεφαλής της «Δύναμης Η» ναύαρχος Somerville διατάχθηκε να διαθέσει ένα καταδρομικό για διαρκείς περιπολίες στα νερά μεταξύ των Καναρίων και των Αζόρων. Επίσης, ο Churchill ανακοίνωσε ότι αν οι Γάλλοι του Vichy επαναλάμβαναν τις αεροπορικές επιθέσεις τους κατά του «Βράχου», θα υπήρχαν αντίποινα και συγκεκριμένα ότι θα βομβαρδιζόταν η Καζαμπλάνκα. Εγκρίθηκε ακόμη (κατά πλειοψηφία) ανακοίνωση γενικόλογης αναγνώρισης της προβολής μεταπολεμικά «των ισπανικών δικαίων στη Μεσόγειο και την βόρειο Αφρική», αψηφώντας το κόστος στις σχέσεις του Λονδίνου με το Vichy ─αλλά και με τον De Gaulle. Από γερμανικής πλευράς το ίδιο διάστημα, το ΓΕΣ κατέθεσε επιτελική μελέτη στην οποία καθορίζονταν το ύψος και η σύνθεση των δυνάμεων που θα συμμετείχαν στην απόπειρα κατάληψης του Γιβραλτάρ με ημερομηνία έναρξης την 10η Δεκεμβρίου. Μετά τις αναγκαίες διορθώσεις του, το σώμα θα ήταν μεγέθους 65.383 ανδρών, με 26 μοίρες μέσου και βαρέως πυροβολικού και κλιμάκια εφόδου ένα σύνταγμα πεζικού κι ένα ορεινών κυνηγών, άφθονη λογιστική και λοιπή υποστήριξη από 8 πρόσθετες μονάδες (από μηχανικό μέχρι κλιμάκιο ανορθόδοξων επιχειρήσεων). Οι αεροπορικές πρόνοιες των θερινών επιτελικών πρωτολείων παρέμειναν αμετάβλητες (βλ. αναφορά τους παρακάτω, στην αρμόδια Οδηγία του Hitler), προστέθηκε όμως το εξής στοιχείο: ενώ θα είχε ξεκινήσει η χερσαία επίθεση, τμήματα επί λέμβων θα εξορμούσαν από το λιμάνι της Αλχεθίρα, ώστε να κορεστεί με βεβαιότητα η ήδη αποδυναμωμένη βρετανική άμυνα, η οποία ίσως δέσμευε εφεδρικά τμήματα συγκεντρωμένα για την απόκρουση αλεξιπτωτιστών. Μία τεθωρακισμένη μεραρχία προβλεπόταν να αρκέσει για την απόκρουση τυχόν βρετανικής αντεπίθεσης. Η ειδική εκπαίδευση των κλιμακίων εφόδου ξεκίνησε τον επόμενο μήνα σε γαλλικές εγκαταστάσεις. Ο Hitler επανήλθε στο ζήτημα της κατάληψης των Κανάριων και των Αζόρων στις 14/10 διερωτώμενος κατά πόσον το ναυτικό θα μπορούσε να εγγυηθεί την μεταφορά στρατευμάτων και διοικητικής μέριμνας, οπότε ο Raeder αποκρίθηκε καταφατικά με προϋπόθεση η μεταφορά να λάμβανε χώρα προτού η Luftwaffe αποστείλει τις μοίρες της για μεταστάθμευση στα νησιά.12 Ο αποχωρών Ισπανός υπουργός Εξωτερικών Beigbeder, που είχε μόλις αντικατασταθεί από τον φιλογερμανό Suñer, σε αποχαιρετιστήρια συνάντησή του με τον Βρετανό πρεσβευτή Hoare (18/10), εκτίμησε ότι σύντομα οι Γερμανοί θα απαιτούσαν το δικαίωμα διέλευσης στρατευμάτων από ισπανικό έδαφος προκειμένου να επιτεθούν στο Γιβραλτάρ και τού υπογράμμισε την αξία της διατήρησης επαφών με την ηγεσία των ισπανικών ένοπλων δυνάμεων, ώστε το Λονδίνο να μην χρειαζόταν να βασιστεί σε οργανωμένη αντίδραση της Αριστεράς και των εθνοτικών συλλογικοτήτων με αποσχιστικές τάσεις (των Βάσκων και των Καταλανών), σε περίπτωση που οι Βρετανοί σκέφτονταν να ενισχύσουν την ισπανική αντίσταση.13

Το σύμπλεγμα της Μακαρονησίας: Αζόρες, Μαδέρα, Κανάριοι Νήσοι και Πράσινο Ακρωτήριο.

Ο μήνας της ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα υπήρξε διάστημα σημαντικών συναντήσεων για τον Hitler: αρχικά με τον Mussolini (στο Πέρασμα Μπρέννερο, στις 4/10), όπου επικύρωσε την αναγνώριση της ιταλικής πρωτοκαθεδρίας στην βόρειο Αφρική. Δύο εβδομάδες αργότερα, ο Ιταλός δικτάτορας τού έγραψε (μάλλον υστερόβουλα) ότι η οικονομική κατάσταση της Ισπανίας καθιστούσε την ουδετερότητά της προτιμότερη. Ο Mussolini προσπάθησε διακριτικά να υπονομεύσει και την γερμανική πρόθεση συνεργασίας με τους Γάλλους του Vichy, καθώς θεωρούσε κι εκείνους ανταγωνιστές των ιταλικών επιδιώξεων. Ενεργοποιώντας την ιδέα «εμπιστευτικές συναντήσεις σε απομακρυσμένους σιδηροδρομικούς σταθμούς», ο Hitler είδε έπειτα στο Μοντουάρ τον αρχιτέκτονα της γαλλοϊταλικής προσέγγισης του 1935 P. Laval, αντιπρόεδρο πλέον του Pétain (στις 22/10) και τον ίδιο τον στρατάρχη δύο μέρες αργότερα στην ίδια τοποθεσία. Ενδιαμέσως, στις 23/10 στο Αντάι , συναντήθηκε με τους Franco – Suñer. Πρόθεσή του ήταν υποτίθεται να δελεάσει όλους τους συνομιλητές του σε «ενεργητική συμπόρευση» (είσοδο στον πόλεμο στο πλευρό του Άξονα), εξαπατώντας τους ταυτόχρονα. Σύμφωνα με τις προγραμματικές ονειρώξεις του Γερμανού δικτάτορα, οι συναντήσεις του με τους Γάλλους και τους Ισπανούς επρόκειτο να αποτελέσουν υλοποίηση μίας προμελετημένης «Μεγάλης Παραπλάνησης»–εν τέλει αποδείχθηκαν άσκοπη σιδηροδρομική περιπλάνηση, υπό τη σκιά της ήττας της Luftwaffe στην αεροπορική «Μάχη της Βρετανίας», που ολοκληρωνόταν εκείνες τις μέρες (και την οποία ο Hitler απέδωσε στις μετεωρολογικές συνθήκες). Ο καγκελάριος επιδίωξε να πείσει τους υποψήφιους εταίρους του να συμπλεύσουν με τα (δήθεν καταχθόνια) σχέδιά του εκθέτοντας τις σκέψεις του ως εξής: το μεν καθεστώς του Vichy προοριζόταν να προασπιστεί το αποικιακό του κληροδότημα στην Αφρική έναντι των «αγγλοσαξωνικών επιβουλών», υποτίθετο αρκούμενο να προσβλέπει σε τήρηση υποσχέσεων μεταπολεμικής ανταμοιβής (διάσωσης ποσοστού στις γαλλικές κτήσεις, των οποίων η πλειοψηφία θα διαμοιραζόταν μεταξύ Γερμανίας – Ιταλίας), το δε Φρανκικό καθεστώς καλείτο να επιτρέψει την χρήση της επικράτειάς του έναντι συμβολικών κερδών (του Γιβραλτάρ και περιορισμένων στο γαλλικό Μαρόκο), αλλά ούτε εκείνο αποφεύγοντας τις απώλειες (παραχωρήσεις άλλων υπερπόντιων ισπανικών κτήσεων στο Ράιχ).

Ο Laval στάθηκε γλοιωδώς κολακευτικός προς τον καγκελάριο (έφτασε στο σημείο να αποτιμήσει την κήρυξη πολέμου στο Ράιχ ως το «μεγαλύτερο έγκλημα στη γαλλική Ιστορία») και τοποθετήθηκε ανοικτά υπέρ της γαλλογερμανικής συνεργασίας. Στον Pétain ο Hitler απευθύνθηκε με σεβασμό και προέβαλε τις γερμανικές υποβρυχιακές δυνατότητες (πρωτίστως) μαζί με την αεροπορική ισχύ ως εχέγγυα επικράτησης στον πόλεμο κατά του ΗΒ. Προσέθεσε ότι οι τεχνολογικές καινοτομίες που παράγονταν αμέσως από την σφριγηλή γερμανική βιομηχανία, θα έπρεπε να βεβαιώσουν φίλους κι εχθρούς πως ειδικά σε ό,τι αφορούσε την μαζική κατασκευή αεροσκαφών, η γερμανική επικράτηση σε αυτό το στρατηγικό πεδίο αναφοράς μπορούσε να προεξοφλείται ακόμη κι έναντι της αντίστοιχης δυνατότητας των ΗΠΑ. Ο στρατάρχης, αφού ανταπέδωσε τις αβρότητες κι εξέφρασε έναν δυνάμει πικρόχολο θαυμασμό για το εξοπλιστικό πρόγραμμα της Γερμανίας, στα επί της ουσίας ζητούμενα υπεξέφυγε εύκολα, περιοριζόμενος να δεσμευτεί ότι οι δυνάμεις του καθεστώτος του θα συνέχιζαν να αντιστέκονται σε οποιαδήποτε επίθεση των πρώην συμμάχων της χώρας του. Έναντι αυτού, οι Γερμανοί υποσχέθηκαν να απελευθερώσουν συγκεκριμένες κατηγορίες Γάλλων αιχμαλώτων πολέμου (έτσι τουλάχιστον ερμηνεύθηκε το σχετικό πρωτόκολλο που υπογράφηκε λίγες μέρες αργότερα, στις 16/11). Δεδομένης της σοβαρής μειονεξίας ισχύος που βάραινε τον Pétain (οι κατακτητές Γερμανοί διέθεταν το θεμελιωδέστερο ενέχυρο ανά χείρας, τον γαλλικό πληθυσμό), η συνολική διαπραγματευτική του επιτυχία αξιολογείται ως πρώτου μεγέθους.

Η περίφημη χειραψία ανάμεσα στους Hitler και Pétain στη Μοντουάρ. Οι Γάλλοι την έχουν χαρακτηρίσει ως εθνικό όνειδος.

Ο Franco αφετέρου, επιθυμώντας να αποσπάσει τα ανταλλάγματα που θεωρούσε εύλογα, συμφώνησε να υπογράψει, «μόλις το κείμενο αποκτούσε οριστικά αμοιβαία αποδεκτή μορφή», ένα πρωτόκολλο που σύντομα αποδείχθηκε κενό περιεχομένου. Θεωρητικά, ο Hitler πέτυχε στο διμερές πρωτόκολλο με τους Ισπανούς να συνομολογηθούν (όταν θα υπογραφόταν οριστικά) η υπό όρους είσοδος της Ισπανίας στον πόλεμο, χωρίς όμως να καθορίζεται προθεσμία γι’ αυτό και η παροχή εδαφικών κερδών στην Αφρική, παράλληλα όμως με αποζημιώσεις προς την Γαλλία, που θα αποφάσιζαν η Γερμανία με την Ιταλία, για τις οποίες ρητά σημειωνόταν ότι διατηρούσαν άθικτες τις διεκδικήσεις τους επί των γαλλικών αποικιών. Ο υπαινιγμός ήταν πως όλοι οι Αξονικοί σύμμαχοι θα ικανοποιούνταν όταν θα διαμοιράζονταν τα ιμάτια της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, οι Ισπανοί και οι Γάλλοι πάντως θα υποχρεώνονταν σε αποδοχή των γερμανοϊταλικών επιθυμιών, χάνοντας εδάφη και κερδίζοντας αντισταθμιστικές αποζημιώσεις βρετανικής αποικιακής προέλευσης. Ο Hitler εξομολογήθηκε στον Ribbentrop ότι αν ήταν σαφέστερος σε αυτό το σημείο (έστω και ψευδόμενος), υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να μαθευτεί από ισπανικές ακριτομυθίες, με βέβαιο επακόλουθο την εν σώματι προσχώρηση της γαλλικής αποικιακής αυτοκρατορίας στο Γκωλλικό στρατόπεδο. Οι Ισπανοί επανήλθαν την επομένη, με πρόταση υπογραφής συμπληρωματικού πρωτοκόλλου, που κατοχύρωνε εξορυκτικά δικαιώματα στη Γερμανία επί του υπεδάφους του γαλλικού Μαρόκου, αφότου όμως αυτό θα είχε προσαρτηθεί από την Ισπανία. Ζητούσαν επιπλέον, κατά πάγια τακτική τους, τα δύο αγαθά που σπάνιζαν στη χώρα τους, σύγχρονο βαρύ οπλισμό («για να καταλάβουμε μόνοι μας το Γιβραλτάρ ˙ είναι ζήτημα εθνικής υπερηφάνειας») κι άλευρα. Η γερμανική ηγεσία παρέμεινε αμετάπειστη στο ζήτημα της Αφρικής κι αρνήθηκε να τινάξει στον αέρα την εύθραυστη συστέγαση συμφερόντων του Βερολίνου με το Vichy. Ήδη στην πρώιμη μεταπολεμική εργογραφία δημοσιεύθηκε η άποψη πως η επιφυλακτική στάση του Franco υπήρξε μεταξύ άλλων προϊόν εκ των προτέρων ενημέρωσής του από τον παλιό του φίλο Canaris, ο οποίος γενικότερα δεν ενέκρινε τις ναζιστικές φιλοδοξίες κι ότι επιπλέον πληροφόρησε την ισπανική ηγεσία για τις σοβαρές αδυναμίες του Ράιχ. Επισήμως πάντως, η έκβαση των ισπανογερμανικών συνομιλιών χαιρετήθηκε αρχικά ως επιτυχία, ενώ μεταγενέστερα αξιολογήθηκε ορθά ως επί της ουσίας φιάσκο από τον ίδιο τον Hitler, ο οποίος χαρακτήρισε απαξιωτικά τον Franco αφόρητα βαρετό μείγμα απλοϊκότητας κι απληστίας (σε αυτά τα σχόλια εντάσσονται και οι παραδιδόμενες συγκρίσεις με επώδυνες οδοντιατρικές εργασίες). Αξιολογώντας στον Göbbels τις προσωπικότητες που είχε μόλις συναντήσει, βρήκε τον μεν Pétain συγκροτημένο και διαυγή, τον δε Franco ανασφαλή.

Οι Hitler και Franco συναντώνται στον σιδηροδρομικό σταθμό του Αντάι στα σύνορα μεταξύ Γαλλίας και Ισπανίας.

Ο (επίσης παρών) Ribbentrop, με εμφανώς περιφρονητική διάθεση κακολόγησε τον μεν Suñer ως «Ιησουΐτη», τον δε Franco ως «δειλό κι αχάριστο υποχείριο του Suñer». Το μόνο που μπορούσαν να τάξουν σε εκείνη τη φάση οι Γερμανοί (κι αυτό προφορικά) ήταν η αλλαγή κυριότητας του Γιβραλτάρ. Οι έμπειροι και κυνικοί εκφραστές του ευρωπαϊκών αποικιοκρατικών παραδόσεων (όσο κι αν αυτές παρήκμαζαν οφθαλμοφανώς), στρατιωτικού επαγγελματικού υποβάθρου αμφότεροι και οι δύο (επιπλέον οι Pétain και Franco γνωρίζονταν14 –χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι είχαν ενορχηστρώσει τις αντιδράσεις τους), δεν συνέχεαν τις ιδεολογικές τους συνάφειες προς τον Hitler, δηλαδή τις προσωπικές τους ροπές προς υπερσυντηρητικές θέσεις πολιτικού αυταρχισμού (ο Γάλλος) και πρακτικές ολοκληρωτισμού (ο Ισπανός), με τον στυγνό πραγματισμό των διεθνών σχέσεων. Είναι πάντως γεγονός ότι α) ο Franco διατήρησε φιλική προς τον Άξονα ουδετερότητα, β) ενώ αφετέρου η Ισπανία ταλανιζόταν όντως από σοβαρά οικονομικά προβλήματα, σύντομα δε, θα άρχιζε να εξαρτιέται οικονομικά (επισιτιστικά) απ’ τους Συμμάχους, χάρη στην βρετανική επιτηδειότητα (βλ. παρακάτω) και τέλος γ) πράγματι, οι Γερμανοί ήταν εμφανώς απρόθυμοι να καταβάλουν το αντίτιμο της στρατιωτικής συνεργασίας που οι Ισπανοί όρισαν ως εύλογο, προτάσσοντας την εξασφάλιση της βραχυπρόθεσμης έστω νομιμοφροσύνης των Γάλλων του Vichy. Αυτό το τελευταίο κυρίως στοιχείο ήταν που εντυπωσίασε αρνητικά τον Franco. Στα δικά του μάτια η γαλλική αυτοκρατορία ήταν οριστικά χρεωκοπημένη, μα προς μεγάλη του απογοήτευση, ο Γερμανός συνοδοιπόρος του δεν προσέβλεπε σε σαρωτική διαδοχή της με ισπανική συμμετοχή, ούτε συμμεριζόταν τα άγχη του αναφορικά με την βρετανική ισχύ (η δεύτερη εντύπωση δεν ίσχυε). Εν ολίγοις, οι μεν Ισπανοί αναζητούσαν βοήθεια για την ευόδωση όσων φιλοδοξιών τους δεν διέθεταν αυτάρκεια για να υλοποιήσουν, οι δε Γερμανοί ήταν διατεθειμένοι να συνάψουν πρόσκαιρες κι ετεροβαρείς συμμαχίες με εταίρους που αντιμετώπιζαν ως ελάσσονες.15

Los acercamientos de Franco con Hitler y Mussolini | Franco. La vida del dictador en color

Λίγες μέρες πριν ή μετά την συνάντηση στο Αντάι, η ανώτατη στρατιωτική ηγεσία της Ισπανίας κατέθεσε ολοκληρωμένα σχέδια εκπόρθησης του Γιβραλτάρ («Επιχείρηση C») τα οποία περιελάμβαναν συστηματικό βομβαρδισμό πυροβολικού κι αεροπορίας που θα ακολουθούνταν από μαζικές επιθέσεις πεζικού – τεθωρακισμένων υπό την κάλυψη εκτεταμένου προπετάσματος καπνού, ενώ τέθηκε επί τάπητος και η προσφυγή σε χημικά όπλα (το θέμα της δημιουργίας παρασκευαστικών υποδομών και δημιουργίας αποθεμάτων χημικών όπλων με σκοπό την χρήση τους κατά την προσπάθεια εκπόρθησης του «Βράχου», ήταν γνωστό στους Βρετανούς από αρκετά νωρίτερα). Η γερμανική συνδρομή αναζητιόταν στην αεροπορική της έκφανση, ώστε η Luftwaffe να απαγόρευε στο Royal Navy την προσπάθεια εξουδετέρωσης της ισπανικής επίθεσης. Μόλις έγινε γνωστή η έναρξη της ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα, οι Γερμανοί ανησύχησαν για το ενδεχόμενο αντιγραφής του ιταλικού αιφνιδιασμού, στην ισπανική εκδοχή διά της εισβολής είτε στην Πορτογαλία είτε στο γαλλικό Μαρόκο. Αφετέρου, όταν συναντήθηκαν εκείνη την ημέρα στη Φλωρεντία (28/10) για να ανασκοπήσουν μαζί τις εξελίξεις, ο Hitler (που είχε πληροφορηθεί την είδηση της ιταλικής επίθεσης δύο ώρες νωρίτερα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι ιταλικές προθέσεις δεν ήταν από πριν σε γνώση της γερμανικής ηγεσίας) επισήμανε στον Mussolini ανεστραμμένα τον κίνδυνο υπερφαλάγγισης των ασθενών ισπανικών φρουρών στο ισπανικό Μαρόκο, εάν το γαλλικό Μαρόκο αποσχιζόταν από το Vichy με την βοήθεια κάποιας βρετανικής απόβασης. Το υπονοούμενο ήταν σαφές: υπήρχε κίνδυνος η νέα ιταλική εκστρατεία να πυροδοτούσε δυσμενείς αντιδράσεις άγνωστων επιπτώσεων. Τουλάχιστον, τα γεγονότα του Ντακάρ είχαν διαλύσει τις υποψίες του καγκελάριου περί μυστικής σύνδεσης του Pétain με τον De Gaulle όπως είπε, προσθέτοντας ότι λόγω της ναυτικής υπεροχής των αντιπάλων τους (άλλη μία μειωτική για τους Ιταλούς νύξη), οι δύο σύμμαχοι ίσως υποχρεώνονταν σύντομα να εξαναγκάσουν την Ισπανία να συμμετέχει στην πολεμική τους προσπάθεια, λόγω του Γιβραλτάρ, εάν πραγματοποιούνταν απαντητικές ενέργειες των Βρετανών στη βορειοδυτική Αφρική. Από το Vichy ο Hitler σκόπευε να ζητήσει μόνον την παροχή αεροναυτικών διευκολύνσεων κι όχι ενεργό ανάμιξη στις επιχειρήσεις, παρόλο που η είσοδος των καθεστωτικών Γάλλων στον πόλεμο κατά του ΗΒ θα διευκόλυνε πολύ την κατάληψη του Γιβραλτάρ όπως σημείωσε, προσθέτοντας (αντιφατικά και ψευδόμενος) ότι οι στρατιωτικοί του σύμβουλοι τον είχαν διαβεβαιώσει πως ούτως ή άλλως η εκπόρθηση του «Βράχου» θα αποδεικνυόταν εύκολη υπόθεση και θα στηριζόταν σε περιορισμένες δυνάμεις. Η θετική αποτίμηση που επιφύλαξε στον Pétain δεν πέρασε απαρατήρητη. Ο Mussolini αποκρίθηκε ότι, συμμεριζόμενος (δήθεν) τις απόψεις του συνομιλητή του, η Ιταλία είχε [sic] περιορίσει τις απαιτήσεις της στην Σομαλία, την Τυνησία, την Κορσική και την Νίκαια. Τις ίδιες μέρες, στο Λονδίνο εξέτασαν σοβαρά τόσο σκέψεις απόβασης στην Πορτογαλία όσο και μυστικές προτάσεις του Beigbeder να συγκροτηθεί εξόριστη ισπανική κυβέρνηση εθνικής ενότητας με πολιτειακή νομιμοφάνεια (αντιβασιλεία) που θα έθετε υπό τον έλεγχό της περιοχές της ηπειρωτικής Ισπανίας, το Μαρόκο και τα Κανάρια, ενώ ο αντιγερμανός πρώην υπουργός διατύπωσε και πρόσθετες προτάσεις στρατιωτικών δράσεων στρεφόμενων ευθέως κατά του Ράιχ. Πολλά από αυτά θα είχαν ίσως υλοποιηθεί, μα τίποτε δεν προχώρησε τελικά, ένεκα του μόνιμου προβλήματος που αντιμετώπιζε το ΗΒ της περιόδου: έλλειψη πόρων (προσωπικού και υλικού εξίσου), λόγω της υπερεπέκτασης των τρεχουσών αμυντικών υποχρεώσεων.16

Ταυτόχρονα, οι ήδη ισχνές γερμανικές ευαισθησίες σχετικά με τις προτεραιότητες των δυνάμει ή ενεργεία συμμάχων τους συρρικνώνονταν περαιτέρω με ταχείς ρυθμούς, υπό το βάρος των γεγονότων: όπως σημείωνε στο ημερολόγιό του ο F. Halder, επιτελάρχης του ΓΕΣ (ΟΚΗ) την 1η Νοεμβρίου, η άρνηση των Ισπανών να παραχωρήσουν στους Γερμανούς «…έστω και μία βάση στα Κανάρια, φανέρωνε μονόπλευρη πλεονεξία». Στη διάρκεια επιτελικής σύσκεψης που έλαβε χώρα στις 4 Νοεμβρίου, ο Γερμανός δικτάτορας για πρώτη φορά έδειξε να παραμερίζει τις επιφυλάξεις του μήπως προσβαλλόταν ο Duce και ανέλυσε διεξοδικά τις (βραχύβιες) σκέψεις του για μία επιθετικότερη συνολική στρατηγική «προς Νότο», που συμπεριελάμβαναν την αποστολή δυνάμεων στη Λιβύη, την κατάληψη όλων των πορτογαλικών νησιών στον Ατλαντικό, την απόκτηση αεροπορικών βάσεων στην μητροπολιτική Ισπανία και στα Κανάρια, την απομόνωση κι εν συνεχεία την εκπόρθηση του Γιβραλτάρ, αδιαφορώντας για τον αντίκτυπο αυτών των κινήσεων στα καθεστώτα του Franco και του Salazar, σχετικά με τα οποία σημειωνόταν απλώς η πρόθεση «να βοηθηθούν στρατιωτικά για να αποκρούσουν βρετανικές επιθέσεις» μόλις τα γερμανικά στρατεύματα θα κινούνταν προς την Ιβηρική (ενώ το ζήτημα ήταν η τυχόν αντίσταση που θα προέβαλλαν οι δύο χώρες στην επαπειλούμενη γερμανική προέλαση). Ο στρατηγός Jodl εκτιμούσε ότι η πτώση του Γιβραλτάρ θα είχε ευεργετικά αποτελέσματα στις επιχειρήσεις στην ανατολική Μεσόγειο, όμως η αυτονομημένη (λόγω του πολιτικού εκτοπίσματος του αρχηγού της) Luftwaffe αρνήθηκε ακόμη και να εκτελέσει αναγνωριστικές πτήσεις τότε πάνω από τον «Βράχο». Η αποτυχία της ιταλικής επίθεσης κατά της Ελλάδας εντωμεταξύ, επιτάθηκε μετά τα ταπεινωτικά πλήγματα που υπέστη ο ιταλικός στόλος κατά την αιφνιδιαστική προσβολή του από τα βρετανικά τορπιλοπλάνα στον Τάραντα τη νύχτα της 10ης προς 11η Νοεμβρίου. Όλα συνηγορούσαν υπέρ της άμεσης βρετανικής ανάμιξης στο αλβανικό μέτωπο προσεχώς, κατά τις γερμανικές εκτιμήσεις. Την επομένη, το ισπανικό ΓΕΕΘΑ (ΑΕΜ) εισηγήθηκε γενική επιστράτευση, την προώθηση προς τις Γερμανία-Ιταλία αιτήματος εξοπλιστικής βοήθειας και την εν συνεχεία ναρκοθέτηση του Στενού του Γιβραλτάρ. Υπήρχαν αφετέρου σοβαρές αντίρροπες τάσεις: ο υπουργός Ναυτικών (απόστρατος ναύαρχος) εξέφρασε φόβους ότι αν η σύμπραξη με τους Γερμανούς γινόταν ορατή, η βρετανική ναυτική υπεροχή θα μετουσιωνόταν σε διά θαλάσσης αποκλεισμό της χώρας και βομβαρδισμούς παράκτιων ισπανικών αστικών κέντρων (αμφότερες , ενέργειες εντός των δυνατοτήτων και των προθέσεων του ΗΒ). Παράλληλα, ολόκληρο τον μήνα η στάση των Ισπανών έναντι της σφριγηλής γερμανικής παρουσίας στο «δικό τους» Μαρόκο σκλήρυνε εμφανώς (εν πολλοίς με υπαιτιότητα του Βερολίνου, μια και η διείσδυση και προπαγανδιστική προβολή της γερμανικής ισχύος στην ισπανική αποικία ήταν προκλητική). Το ίδιο επί τα χείρω μεταβλήθηκε και η ισπανική στάση σε ένα άλλο ζήτημα ζωτικής σημασίας για τους Γερμανούς: πάγωσαν (προσωρινά) οι διευκολύνσεις ανεφοδιασμού του γερμανικού ναυτικού στα μητροπολιτικά νερά της χώρας η οποία, υπενθυμίζεται ότι βρέχεται τόσο από στη Μεσόγειο όσο και στον Ατλαντικό.17 Εκείνες τις μέρες έλαβαν χώρα στο Βερολίνο οι συνομιλίες Hitler – Molotov, το ναυάγιο των οποίων (με επίκεντρο τις σοβιετικές διεκδικήσεις στην Τουρκία και στον Περσικό Κόλπο) επισφράγισε την απόφαση του Hitler για την εξαπόλυση του κατακτητικού πολέμου κατά της ΕΣΣΔ το συντομότερο. Από τις γερμανοσοβιετικές συζητήσεις σταχυολογείται η αναφορά του Hitler στο υπό βρετανική κατοχή Γιβραλτάρ ως σημείου ανάσχεσης των ιταλικών κατά θάλασσα φιλοδοξιών, στις 12/11.18 Τότε ακριβώς (12/11) ο Αμερικανός ναύαρχος Stark υπέβαλε στον πρόεδρο Roosevelt περιώνυμο υπόμνημα στο οποίο εξεταζόταν 5 διαφορετικά σενάρια εισόδου των ΗΠΑ στον ευρωπαϊκό πόλεμο και προκρινόταν ως πιθανότερο εκείνο που θα έφερε τις ΗΠΑ στο πλευρό του ΗΒ να αγωνίζονται κατ’ αρχάς εναντίον των Γερμανοϊταλών και μετέπειτα και κατά των Ιαπώνων. Το υπόμνημα καθιερώθηκε να αναφέρεται ιστοριογραφικά ως «Plan Dog Memo» και οδήγησε στην υιοθέτηση της κοινής αμερικανοβρετανικης στρατιωτικής στρατηγικής το επόμενο έτος (βλ. παρακάτω). Στις θεμελιώδεις αιρέσεις για την επιτυχή έκβαση της πρώτης φάσης του πολέμου που αποσκοπούσε στην εξάλειψη της γερμανικής απειλής, ο Stark περιέλαβε ως ζωτικές προϋποθέσεις την διατήρηση του Γιβραλτάρ και της Αιγύπτου υπό βρετανικό έλεγχο.19 Στις 14 Νοεμβρίου ο Hitler επανέφερε για μία ακόμη φορά το θέμα της κατάληψης των Αζόρων, ώστε να θέσει τις ΗΠΑ σε κατάσταση ομηρίας από την άποψη των αεροπορικών βομβαρδισμών των αστικών κέντρων της ανατολικής τους Ακτής. Ο Raeder υπήρξε πιο φειδωλός αυτή τη φορά στις εκτιμήσεις του: χαρακτήρισε την επιχείρηση «παρακινδυνευμένη, αλλά με πιθανότητες επιτυχίας». Ο επικεφαλής του ΟΚΜ παρέμενε υπέρ της πρόταξης της κατάληψης των Κανάριων. Εκείνο που διέκρινε στην επιμονή του καγκελάριου να καταληφθούν οι Αζόρες, ήταν η ευκαιρία να αξιοποιήσει την εξάρτηση της εκπλήρωσης του σκοπού της επιχείρησης από την επιτυχή συνδρομή του Ναυτικού. Οι απορρέουσες ελπίδες του Α/ΓΕΝ ήταν να αρχίσει η υλοποίηση του μεγαλεπήβολου ναυπηγικού προγράμματος (του «Σχεδίου Ζ») του Kriegsmarine. Στις ιταλογερμανικές στρατιωτικές επαφές κορυφής το διήμερο 14-15 Νοεμβρίου οριστικοποιήθηκε η άρνηση των Ιταλών να συμμετάσχουν σε οποιαδήποτε ενέργεια κατά του Γιβραλτάρ.20

Ο Juan Luis Beigbeder y Atienza (στο κέντρο) την εποχή της θητείας του ως Ύπατου Αρμοστή του Ισπανικού Προτεκτοράτου του Μαρόκου, φωτογραφίζεται στο κατάστρωμα του γερμανικού θωρηκτού Admiral Graf Spee τον Μάιο του 1939 στο λιμάνι της Θέουτα. Πλαισιώνεται από τον ναύαρχο Hermann Böhm και τον κυβερνήτη του σκάφους Hans Langsdorff. Επτά μήνες αργότερα το Graf Spee αυτοβυθίστηκε στον όρμο του Μοντεβιδέο, έπειτα από σύντομη εμπλοκή με το βρετανικό βασιλικό ναυτικό.

Στις 18 Νοεμβρίου, οι υπουργοί Eξωτερικών της Ιταλίας και της Ισπανίας προσήλθαν στο Μπερχτεσγκάντεν για συνομιλίες με τους Hitler – Ribbentrop (σε εξ αναβολής συνάντηση που είχε αρχικά οριστεί για τις 11 του μήνα), η πορεία των οποίων θεωρήθηκε υπεύθυνη για τον καταποντισμό των σχεδίων κατάληψης του Γιβραλτάρ: οι Γερμανοί επέμειναν να μην παρέχουν στους Ισπανούς τις ποθητές γραπτές εγγυήσεις κατάληψης του γαλλικού Μαρόκου, ενώ αφετέρου απαίτησαν την έναρξη της επίθεσης για την κατάληψη του Γιβραλτάρ «εντός 6, το πολύ 8 εβδομάδων». Ο Hitler δικαιολογήθηκε ότι αν το γαλλικό Μαρόκο καταλαμβανόταν, αυτό θα πυροδοτούσε την αποστασία όλων των υπόλοιπων γαλλικών αποικιών «προς το ΗΒ, τον De Gaulle και τις ΗΠΑ». Αποξένωση των Ισπανών προξένησε η αποκάλυψη (απ’ τον ίδιο τον καγκελάριο) ότι αντιμετώπιζε το Γιβραλτάρ ως απλό σημείο περαίωσης στρατευμάτων προς το Μαρόκο. Το ζήτημα είχε διαστάσεις quid pro quo («Μαρόκο έναντι Γιβραλτάρ»), όμως μόνον για τους Ισπανούς. Όπως το έθεσε με καθ’ υπερβολή ωμότητα ο Hitler, υπ’ αυτό το πρίσμα θα προτιμούσε το Γιβραλτάρ να παρέμενε σε βρετανικά χέρια και οι αποικιακές κτήσεις της Γαλλίας στην Αφρική υπό τον έλεγχο του Vichy. Από πλευράς του, ο Suñer επικαλέστηκε την κούραση της Κοινής Γνώμης της χώρας του από τον πρόσφατο Εμφύλιο, τα υπαρκτά οικονομικά προβλήματα (που δεν είχαν εντούτοις μετριάσει τον παρακλητικό οίστρο των Ισπανών να εισέλθουν στον πόλεμο, 4 μήνες νωρίτερα) και την σχετικότητα της αποπομπής των Βρετανών από τη Μεσόγειο για όσο κατείχαν το Σουέζ, ακόμη κι αφότου θα είχαν εκδιωχθεί από το Γιβραλτάρ. Οι Γερμανοί μνημόνευσαν το πρωτόλειο του πρωτοκόλλου του Αντάι , χωρίς αποτέλεσμα: οι Ισπανοί αρνούνταν να ορίσουν ημερομηνία εισόδου τους στη σύρραξη. Αυτό το κολοβό έγγραφο ήταν που συνομολόγησαν τότε, διατηρώντας ουσιαστικά πλήρη ελευθερία κινήσεων. Οι συζητήσεις έκλεισαν με την εξέταση τεχνικών λεπτομερειών (της αποστολής γερμανικών ενισχύσεων στη φρουρά των Καναρίων, του τύπου πυροβολικού που θα εγκαθίστατο στο Γιβραλτάρ μετά την κατάληψή του κλπ), ενώ το πολιτικό πρόβλημα σοβούσε ακέραιο.21 Την ίδια ημέρα (18/11), ο Hitler εξέδωσε την Οδηγία Αρ. 18, στο πλαίσιο της οποίας ο αρχηγός του στρατού διατασσόταν να ξεκινήσει προετοιμασίες κατάληψης του ελληνικού ηπειρωτικού εδάφους «βορείως του Αιγαίου» ώστε η Luftwaffe να αποκτήσει επιθετικές βάσεις για δράση στην ανατολική Μεσόγειο (μοίρες της άλλωστε μεταστάθμευσαν στην ιταλοκρατούμενη Ρόδο πριν εκπνεύσει το έτος, με πρωτεύουσες αποστολές την προσβολή ναυτικών στόχων και την αεροναρκοθέτηση του Σουέζ) και παράλληλα για να διευρυνθεί η περίμετρος ασφάλειας των πετρελαιοπηγών της Ρουμανίας έναντι αεροπορικών βομβαρδισμών. Η Οδηγία ξεκινούσε με αναφορά στη Γαλλία του Vichy, για την οποία προβλεπόταν η «ενεργητική ουδετερότητά της» σε πρώτη φάση, ώστε να μην αποσχισθούν περισσότερες αποικίες της. Το κύριο αντικείμενο όμως της Οδηγίας Αρ. 18 ήταν η περιγραφή της «Επιχείρησης Felix» για την γερμανική επέμβαση στην Ιβηρική, που θα είχε δύο κύριους σκοπούς: την κατάληψη του Γιβραλτάρ και την αδρανοποίηση κάθε βρετανικής απόπειρας κατάληψης των νησιών του Ατλαντικού υπό ισπανική και πορτογαλική κατοχή. Στελέχη των αρμόδιων υπηρεσιών θα συνέλεγαν τις πιο πρόσφατες πληροφορίες όσο πλησιέστερα γινόταν αλλά κι εντός του ίδιου του Γιβραλτάρ, στρατεύματα θα συγκεντρώνονταν μυστικά σε σχετική απόσταση από την γαλλοϊσπανική μεθόριο, η Luftwaffe θα επιτίθετο αιφνιδιαστικά εξορμώντας από γαλλικά αεροδρόμια (ο Hitler δεν αποσαφήνισε αν εννοούσε τις αεροπορικές βάσεις στο μητροπολιτικό γαλλικό έδαφος ή αν σκόπευε να αξιοποιήσει και εκείνες στη Βόρειο Αφρική), απερίφραστα όμως οριζόταν ότι τα αεροσκάφη εκείνα θα προσγειώνονταν μετά σε ισπανικά αεροδρόμια. Πρόσθετες χερσαίες δυνάμεις θα τελούσαν σε ετοιμότητα προέλασης στο έδαφος της Πορτογαλίας, εάν διαπιστώνονταν βρετανικές προθέσεις απόβασης εκεί, ενώ μία ακόμη μικρή στρατιωτική δύναμη θα ήταν έτοιμη να συνδράμει τους Ισπανούς αμυντικά, σε περίπτωση βρετανικής αντεπίθεσης επί ισπανικού εδάφους και μοίρες πυροβολικού θα προωθούνταν ταχέως επί των ισπανικών ακτών για να προσθέσουν ισχύ πυρός στους αμυνόμενους Ισπανούς. Αμέσως μετά τις αεροπορικές επιδρομές, τα γερμανικά στρατεύματα θα προέλαυναν μέσω ισπανικού εδάφους (θα ήταν μηχανοκίνητα σε ικανό βαθμό, λόγω του φτωχού σιδηροδρομικού κι οδικού δικτύου της χώρας) και θα έφθαναν στη γραμμή εξόρμησης. Μεγαλύτερες δυνάμεις της Luftwaffe θα προωθούνταν τότε σε ισπανικά αεροδρόμια, με σκοπό την απομόνωση του πεδίου της μάχης πριν την τελική επίθεση στη βρετανική βάση, προσβάλλοντας το Royal Navy και παρέχοντας εγγύς υποστήριξη στις χερσαίες μονάδες εφόδου. Ένα 24ωρό νωρίτερα, το πυροβολικό που θα είχε ήδη αναπτυχθεί, θα αναλάμβανε να κονιορτοποιήσει όλα τα προαποφασισμένα σημεία ενδιαφέροντος της βρετανικής άμυνας. Γερμανικά υποβρύχια που θα ενέδρευαν έξω απ’ το Γιβραλτάρ (τόσο τη βάση, όσο και το Στενό) θα βύθιζαν όσες μοίρες του βρετανικού ναυτικού προσπαθούσαν να διαφύγουν.22

Operation Felix

Ενσωματώνοντας την απόφαση της πρόσφατης γερμανοϊταλικής διαβούλευσης, δεν προβλεπόταν ιταλική ανάμιξη στις επιχειρήσεις. Το Γιβραλτάρ θα καταλαμβανόταν «με ή χωρίς ισπανική αρωγή», πάντως ρητά καθοριζόταν ότι εν συνεχεία οι Ισπανοί θα βοηθιούνταν να σφραγίσουν τη δυτική έξοδο της Μεσογείου. Σχετικά με τα νησιά του Ατλαντικού, συστηνόταν στους αρχηγούς του ναυτικού και της αεροπορίας να εξετάσουν τη σκοπιμότητα κατάληψης σε πρώτη φάση των νησιών του Πράσινου Ακρωτηρίου και την παροχή βοήθειας στους Ισπανούς για την υπεράσπιση των Κανάριων. Ο Hitler ζητούσε ακόμη να σταθμιστούν τα πλεονεκτήματα και οι κίνδυνοι που θα απέρρεαν από την κατάληψη των υπό πορτογαλική κατοχή νησιωτικών συμπλεγμάτων της Μαδέιρας και των Αζόρων.23 Επανερχόμενος, προσέθεσε δύο μεραρχίες τεθωρακισμένων και μία μηχανοκίνητη στα σχέδια ανάσχεσης τυχόν βρετανικής απόβασης στην Πορτογαλία.

Βυθομετρικός χάρτης της ευρύτερης περιοχής του Στενού του Γιβραλτάρ (Πηγή: Global Ocean Associates, An Atlas of Oceanic Internal Solitary Waves, Strait of Gibraltar. Prepared for the Offive of Naval Research – Code 322 PO, February 2004).

 

 

[Συνεχίζεται]

 

 

Ο Νίκος Χατζηϊωακείμ είναι Διδάκτωρ του Παντείου Πανεπιστημίου. Έχει συγγράψει δυο βιβλία σχετικά με τη στρατιωτική ιστορία της σύγχρονης Κύπρου και το Μεσανατολικό και το Ψυχροπολεμικό υπόβαθρο της μεταπολεμικής ιστορίας του νησιού, μονογραφίες κι άρθρα στρατιωτικής Ιστορίας. Διδάσκει αντικείμενα της ειδίκευσής του στη Σχολή Πολέμου του Π.Ν. από το 2008 και στην αντίστοιχη της Π.Α. από το 2016.

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Β΄ ΜΕΡΟΥΣ

 

1. N. J. W. Goda 1993 ibid σ 302.

2. H. Herwig 1971 op cit σ 657, K. G. Weiss 1980 op cit σ 6, H. H. Herwig, The Failure of German Sea Power, 1914– 1945: Mahan, Tirpitz, and Raeder Reconsidered, The International History Review, Vol. 10, Iss. 1 (1988), σ 101, N. J. Goda 1993 ibid σσ 303-304, G. Schreiber 1995 op cit σσ 212-217, S. G. Payne 2008 op cit σσ 80-81.

3. R. Wigg 2005 op cit σσ 4-5, 18.

4. Roskill 1977 op cit σσ 161-169, M. Simpson 1997 op cit σ 66, M. Simpson 2004 op cit σ 176, M. Murfett, Naval Warfare 1919-1945 /An operational History of the volatile war at sea, Abingdon – N. York: Routledge, 2009, σσ 88-89.

5. D. Smyth 1986 op cit σσ 87-90, P. Preston, Franco and Hitler: the myths of Hendaye 1940, Contemporary European History, Vol. 1, Iss. 1, 1992, σσ 5-7, N. J. W. Goda 1993 op cit σ 304, N. J. W. Goda 1998 op cit σσ 177-178, S. G. Payne 2008 op cit σσ 82-83, M. H. Murfett, Casting Doubt on the Inevitability Syndrome, στο M. H. Murfett (επιμέλ.), Imponderable but Not Inevitable / Warfare in the 20th Century, Santa Barbara-Denver-Oxford: ABC-Clio, 2010, σσ 18- 19, D. W. Pike 2008 op cit σ 41.

6. J. Garcia 1979 op cit σ 11, N. J. W. Goda 1993 ibid σ 303, N. J. W. Goda 1998 ibid σσ 177-178.

7. D. Smyth 1986 op cit σσ 47-50, 95-96.

8. Ενδεικτικά: Captain (RN –Retd) S. W. Roskill, The Strategy of Sea Power /Its Development and Application, London: Collins, 1962, σ 166, J. Garcia 1979 op cit σ 31, D. W. Pike 2008 op cit σ 52, M. H. Murfett, 2009 op cit σσ 90, 98. Λόγω του ενδιαφέροντος που παρουσιάζει το πολιτικό υπόβαθρό της, η «Επιχείρηση Menace» θα αναλυθεί σε ξεχωριστό άρθρο.

9. N. J. W. Goda 1993 op cit σσ 304-305.

10. J. Garcia 1979 op cit σ 12, P. Preston 1992 op cit σ 6, N. J. W. Goda 1998 op cit σ 179, D. W. Pike 2008 op cit σ 42.

11. H. H. Herwig 1971 op cit σσ 657-658, D. Smyth 1986 op cit σ 141, G. Schreiber 1995 op cit σσ 220-223.

12. H. Herwig 1971 ibid σ 658, J. Garcia 1979 op cit σσ 15, 31, D. Smyth 1986 ibid σσ 97-98, G. Schreiber 1995 ibid σ 224, S. G. Payne 2008 op cit σσ 99-100. Υφίσταται καλογραμμένο άρθρο στα ελληνικά, σχετικά με λεπτομέρειες των επίμαχων γερμανικών σχεδίων εκπόρθησης του «Βράχου», ατυχώς χωρίς παραπομπές σε πηγές: Γ. Δούκας, Επιχείρηση «Φέλιξ» /το γερμανικό σχέδιο για την κατάληψη του Γιβραλτάρ, Πόλεμος & Ιστορία, τ. 12, 1998, ειδικά βλ. σσ 72-74.

13. M. Simpson 1997 op cit σ 65, D. Smyth, The politics of asylum, Juan Negrin and the British Government in 1940 στο R. Langhorne (επιμέλ.) op cit σ 138.

14. Είχαν συστηθεί στη Θέουτα το 1923 και συμπολεμήσει στην καταστολή της ηρωικής Μαροκινής εξέγερσης κατά τον 3ο Πόλεμο του Ριφ, το 1925 (όταν οι δύο ανταγωνίστριες Δυνάμεις παραμέρισαν ευκαιριακά τον αβυσσαλέο διαγκωνισμό τους και συνέπραξαν αναπτύσσοντας εκατοντάδες χιλιάδες ανδρών, καταφεύγοντας σε αποβάσεις με χρήση τεθωρακισμένων, εκτεταμένους αεροπορικούς βομβαρδισμούς και ρήψη χημικών όπλων, πριν καταφέρουν να καταβάλουν το επταετούς συνολικά διάρκειας επιτυχές αντάρτικο των υστερούντων από κάθε άποψη ορεσίβιων εξεγερμένων) ˙ πιο πρόσφατα, το 1939, ο Pétain είχε υπηρετήσει ως πρεσβευτής της Γαλλίας στη Μαδρίτη

15. Η αρχειακή τεκμηρίωση όλων των παραπάνω συναντήσεων παρουσιάζει σοβαρά κενά. Ακόμη και η παραδοχή της ύπαρξης του ισπανογερμανικού πρωτοκόλλου συνέβη μετά τον θάνατο του Οι συζητήσεις έλαβαν χώρα απουσία των εκατέρωθεν διαπιστευμένων διπλωματών και με ιδιαιτερότητες από πλευράς της παρουσίας μεταφραστών. Εκτενείς αναφορές στις γαλλογερμανικές και τις ισπανογερμανικές επαφές των ημερών, απαντώνται μεταξύ άλλων στα: J. Garcia 1979 op cit σσ 12-13, P. Preston 1992 op cit σσ 3-4, 8-14, N. J. W. Goda 1993 op cit σ 305, G. Schreiber 1995 op cit σσ 190-195, N. J. W. Goda 1998 op cit σσ 180-181, S. G. Payne 2008 op cit σσ 89-94, 99, D. W. Pike 2008 op cit σσ 41-44, 47, R. L. Miller (εισαγωγή – επιμέλ.), Hitler at War /Meetings and Conversations 1939-1945, N. York: Enigma Books, 2015, σσ 81-110, E. Moradiellos 2018 op cit σσ 57-58. Ειδικά για την διάσταση της εκδοχής της ενημέρωσης του Franco από τον Canaris, βλ. το έργο του βρετανού δημοσιογράφου J. Colvin, του οποίου η μετάφραση στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 1960 ως: J. Colvin (με πρόλογο από τον L. Rivet, πρώην επικεφαλής της υπηρεσίας πληροφοριών του γαλλικού ΓΕΕΘΑ -Deuxième Bureau de l’État-major général), Φον Κανάρης /Το Αίνιγμα του θρυλικού Αρχηγού της γερμανικής Αντικατασκοπίας, Θεσσαλονίκη: Εστία του Βιβλίου, 1960, σσ 129-134. Το πιθανότερο είναι να πρόκειται μετάφραση αναθεωρημένης έκδοσης του J. Colvin, Master spy / The incredible story of Admiral Wilhelm Canaris, who, while Hitler’s chief of intelligence, was a secretly ally of the British , New York: McGraw-Hill, 1951. Για πιο πρόσφατη αναπαραγωγή της ίδιας (πιστευτής) άποψης, βλ. Ενδεικτικά: J. Bryden, Fighting to Lose: How the German Secret Intelligence Service Helped the Allies Win the Second World War, Toronto: Dundurn Press, 2014.

16. D. Smyth 1986 op cit σσ 105-106, G. Schreiber 1995 ibid σσ 195-196, 226-230, D. W. Pike 2008 ibid σ 15, R.L.Miller (εισαγωγή – επιμέλ.) 2015 ibid σσ 111-126.

17. Smyth 1986 ibid σ 111, P. Preston 1992 op cit σ 15, N. J. W. Goda 1993 ibid σ 307, N. J. W. Goda 1998 ibid σσ 184-185, D. W. Pike 2008 ibid σ 20, S. G. Payne 2008 op cit σσ 94-95, 100.

18. Tο θέμα είναι κομβικής σημασίας και δεν αναλύεται περαιτέρω στην παρούσα μελέτη. Για μία εισαγωγική προσέγγισή του με βάση δημοσιευμένο αρχειακό υλικό, βλ. ενδεικτικά: R. J. Sontag and J. S. Beddie (επιμέλ.), NAZI- SOVIET RELATIONS, 1939-1941 /Documents from the Archives of the German Foreign Office, Washington DC: Government Printing Office, Department of State Publication 3023, 1948, σ 229, R. L.Miller (εισαγωγή – επιμέλ.) 2015 op cit σ 132.

19. A. N. Buchanan, “We Have Become Mediterraneanites” Washington’s Grand Strategy in the Mediterranean, 1940– 1945, unpublished PhD Thesis, Graduate School-New Brunswick Rutgers, The State University of New Jersey, 2011, σσ 23-24.

20. H. Herwig 1971 op cit σ 658, G. Schreiber 1995 op cit σσ 233-235.

21. Garcia 1979 op cit σ 33, N. J. W. Goda 1993 op cit σσ 306-307, G. Schreiber 1995 ibid σσ 193-194, N. J. W. Goda 1998 op cit σσ 181-182, S. G. Payne 2008 op cit σσ 101-102.

22. Προφανώς εννοείτο ότι τα υποβρύχια θα περιπολούσαν στον Ατλαντικό, αλλά κυρίως εντός της Μεσογείου, ακριβώς έξω από την βάση (ειδάλλως δεν είχε νόημα η ενέδρα: τα βρετανικά σκάφη θα προσπαθούσαν να φτάσουν στον ναύσταθμο της Αλεξάνδρειας). Για να απειληθούν οι εν λόγω πλόες σε ανοικτή θάλασσα θα έπρεπε να υλοποιηθεί ένα σενάριο πέραν κάθε πολιτικής φαντασίας (να συνέπρατταν οι Γάλλοι του Vichy με τους Ιταλούς και να έχουν συντονίσει εκ των προτέρων αεροναυτικές δράσεις ολκής ˙ αυτό δεν κατορθώθηκε καν επαρκώς, μεταξύ των θεωρητικά εν όπλοις συμμάχων γερμανοϊταλών, καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου στη Μεσόγειο). Τα πλησιέστερα στην επιφάνεια ρεύματα στο σημείο συνάντησης του Ατλαντικού με τη Μεσόγειο κινούνται τόσο προς Ανατολάς όσο και προς Δυσμάς, εξαρτώμενα από πολλούς παράγοντες (κυρίως την θερμοκρασία, την αλατότητα και την πίεση του νερού, τους ανέμους, τις φάσεις κίνησης των ουράνιων σωμάτων, την εποχή και το ρυθμό εξάτμισης των Μεσογειακών νερών που συνήθως υπερβαίνει τις εκβαλλόμενες ποσότητες των ποταμών). Στο μέσο του Στενού, ισχυρότερο κι επικρατέστερο χρονικά είναι το πρώτο (το προς Ανατολάς), το οποίο εκτείνεται σε όλο το ανώτερο μέρος της υδάτινης στήλης, επιτρέποντας την σχετικά ασφαλή κίνηση υποβρυχίων εν καταδύσει με σβηστές μηχανές και κατ΄ επέκταση παραμένοντας ανεντόπιστα από sonar. Τα πολύ υψηλότερης αλατότητας μεσογειακής προέλευσης ύδατα, ως βαρύτερα, εξέρχονται με αντίθετη φορά, δημιουργώντας κατώτερο (εγγύτερα προς τον πυθμένα) υποθαλάσσιο ρεύμα προς Δυσμάς και μάλιστα διατηρώντας για τα πρώτα μίλια την θερμότητά τους ενόσω η πυκνότητά τους εξισώνεται. 25 χλμ δυτικά του Στενού του Γιβραλτάρ, υφίσταται φυσική έξαρση του βυθού (το «Camarinal Sill») που επιδρά κι αυτή στα ρεύματα και η οποία θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την εγκατάσταση δικτύου υδρόφωνων (ηχοεντοπιστών παθητικής λειτουργίας) στα υφαλοπρανή εκείνου του σημείου, επιτρέποντας την εξονυχιστική επιτήρηση των εισερχομένων κι εξερχομένων υποβρυχίων, όμως η τεχνολογία της περιόδου διερχόταν ακόμη τα στάδια ωρίμανσης: ούτε καν οι φερόμενες στους υδροδυναμικούς θόλους των τροπίδων των σκαφών επιφανείας (ASDIC – τα ενεργητικά sonar της εποχής) δεν είχαν επαρκή εμβέλεια. Από τον Σεπτέμβριο του 1941 μέχρι το Μάιο του 1944, 62 συνολικά γερμανικά υποβρύχια εισήλθαν στη Μεσόγειο μέσω του Στενού του Γιβραλτάρ (ορισμένα από αυτά συγκρότησαν τον 23ο Στολίσκο με ορμητήριο την κατειλημμένη Σαλαμίνα, απ’ τον Σεπτέμβριο του 1941 ως τον Μάιο του 1942, ενώ μεμονωμένα υποβρύχια παρέμειναν εκεί ως τα τέλη του 1943), 9 εντοπίστηκαν και βυθίστηκαν, ενώ άλλα 10 εντοπίστηκαν και υπέστησαν ζημιές εξαναγκαζόμενα να εγκαταλείψουν την προσπάθειά τους (αυτό ήταν το τίμημα των πλόων πλησιέστερα στην επιφάνεια: μπορούσαν να εντοπιστούν ευκολότερα από συγκεκριμένη κατηγορία αισθητήρων, εκείνων που ανιχνεύουν μαγνητικές ανωμαλίες –MAD). Σύντομη, εισαγωγική αναφορά στα θεμελιώδη των συνθηκών στο Στενό από την άποψη της Φυσικής Ωκεανογραφίας, ενδεικτικά: P. G. Pierpaoli Jr., Gibraltar, Strait of, στο S.C. Tucker, WORLD WAR II / The Definitive Encyclopedia and Documents Collection, Vol. I, Santa Barbara- Denver: ABC-Clio LLC, 2016, σσ 698-699. Βλ. επίσης: M. Simpson 1997 op cit σ 70.

23. Στην επίμαχή Οδηγία ο Hitler καταπιανόταν και με άλλα θέματα (την σχεδιαζόμενη επίθεση κατά της ΕΣΣΔ και την εν καιρώ επανεξέταση των σχεδίων απόβασης στα μητροπολιτικά νησιά του ΗΒ, καθώς και την πορεία των ιταλικών επιχειρήσεων στο βορειοαφρικανικό έδαφος): R. Trevor-Roper, Hitler’s War Directives 1939-1945, London: Sidgwick and Jackson, 1964, σσ 39-43.

 

Νίκος Χατζηϊωακείμ: Ο «Βράχος» που απέβη Βρόγχος. Η επίδραση του Γιβραλτάρ στους στρατηγικούς σχεδιασμούς των αντιμαχόμενων κατά την πρώτη διετία του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου (Μέρος Α΄)

Νίκος Χατζηϊωακείμ 

Ο «Βράχος» που απέβη Βρόγχος. Η επίδραση του Γιβραλτάρ στους στρατηγικούς σχεδιασμούς των αντιμαχόμενων κατά την πρώτη διετία του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου (Μέρος Α΄)

 

Εισαγωγικά

Η κατοχή κρίσιμης σημασίας αμφιγείωναποτέλεσε παραδοσιακά ζωτική προϋπόθεση ασφαλούς ανάπτυξης δραστηριοτήτων της εμπορικής ναυτιλίας και ορμητήριο της δράσης ενός πολεμικού ναυτικού. Γνωστή τοποθεσία αυτής της κατηγορίας είναι η χερσόνησος του Γιβραλτάρ, στο ανατολικό άκρο του κόλπου Algeciras, έκτασης 6,7 τετρ. χλμ, προστατευμένη από την βόρεια στεριά με την οποία ενώνεται μέσω επίπεδου, αμμώδους ισθμού μήκους ~1 χλμ, που καταλήγει σε έξαρση υψομέτρου χαμηλού βουνού (κορυφή: 426 μ.), εξ ου το προσωνύμιο «Βράχος» –The Rock» κι εποπτεύει το προς Δυσμάς απώτατο σημείο επικοινωνίας της Μεσογείου με άλλες μείζονες θαλάσσιες εκτάσεις, το ομώνυμο Στενό, εύρους 7,7 νμ στο στενότερο σημείο του.2 Κατά την αρχαιότητα επισκιάστηκε από το μοναδικό άλλο φυσικό άνοιγμα της Μεσογείου, το βορειοανατολικό, που με σημεία αναφοράς τις λεκάνες της θάλασσας του Μαρμαρά και την Αζοφική, αποτέλεσε μείζονα εκμεταλλεύσιμη έκταση (την πλούσια σε φυσικούς πόρους Μαύρη θάλασσα, που επέτρεπε επικοινωνία με κατοικημένες ακτές και παρείχε επικοινωνιακές οδεύσεις προς ενδοχώρα, ενώ και η ίδια η επίμαχη θάλασσα προσέφερε διατροφικούς θησαυρούς εύκολης αλιείας). Το Γιβραλτάρ απέκτησε την αίγλη του από την εποχή της ανάδυσης της ποντοπόρου ναυτιλίας κατά τον ύστερο Μεσαίωνα αποτέλεσε έκτοτε αδιαφιλονίκητο δέλεαρ, αξιολόγηση που ενισχύθηκε περαιτέρω μετά τη διάνοιξη της Διώρυγας του Σουέζ, ως οι δύο παρυφές οριοθέτησης της σημαντικότερης ίσως εμπορικής κι ευρύτερα επικοινωνιακής αρτηρίας των νεώτερων ευρωπαϊκών Χρόνων. Η Μεσόγειος παρέχει μία αναντικατάστατη δέσμη Θαλασσίων Οδών Διέλευσης (ΘΟΔ ), με το Γιβραλτάρ, τις Βαλεαρίδες, τη Μάλτα, τα διπλά Στενά της Σικελίας (Μεσσήνης και Παντελλερίας-Χαμμαμέτ), το αντίστοιχο του Οτράντο, την Ζάκυνθο, την Κρήτη, τα Στενά Ελλησπόντου- Βοσπόρου, το Στενό του Κέρτς στη Μαύρη Θάλασσα, την Κύπρο και το Σουέζ να την οριοθετούν ως σημεία ελέγχου.

Johannes Covens en Cornelis Mortier, The Harbor and Strait of Gibraltar (1710).

Η σημασία κατοχής ενός σημείου ελέγχου μίας θαλάσσιας λεωφόρου τέτοιας ολκής και ταυτόχρονα τιθάσευσης ενός μεμονωμένου ανταγωνιστή (της Ισπανίας, της Γαλλίας) ή συνδυασμού αυτών των δύο για τον έλεγχο των Ωκεανών, αποτυπώθηκε στην προσοχή με την οποία το περιέβαλλε η Βρετανική Αυτοκρατορία και οδήγησε στην κατάληψη του Γιβραλτάρ κι αργότερα της Μάλτας. Η υλοποίηση της βρετανικής στρατηγικής ολοκληρώθηκε με την κατοχή των Επτανήσων και της Κύπρου στις αρχές και στα τέλη του 19ου αιώνα. Προηγουμένως, από τα μέσα του 15ου αιώνα (1462) και για τους επόμενους 2,5 αιώνες, το Γιβραλτάρ είχε περιέλθει στην κυριαρχία των Ισπανών, οι οποίοι το κατέλαβαν από τους Μαυριτανούς, που ήταν κύριοι του μετά το 711. Η Χανσεατική Ένωση και το Αγγλικό βασίλειο εμφανίστηκαν στην Μεσόγειο την ίδια περίοδο, αξιοποιώντας κατά κόρον το ισπανικό Γιβραλτάρ ως σημείο διέλευσης,4 το οποίο όμως άλλαξε χέρια έπειτα από την επιτυχή συνδυασμένη δράση βρετανικών και ολλανδικών μοιρών το 1704, μία μεταβολή που έλαβε χαρακτήρα μονιμότητας με την Συνθήκη της Ουτρέχτης εννέα χρόνια αργότερα. Οι Βρετανοί επέκτειναν σημαντικά τις προϋπάρχουσες αραβικές και ισπανικές οχυρώσεις, οι οποίες ενίσχυαν την δυσπρόσιτη, φυσικά οχυρή θέση του. Ο συνδυασμός ισθμού – βουνού, καθιστούσε τον «Βράχο» πρακτικά απόρθητο για όποια δύναμη τον κατείχε, εφόσον διέθετε ναυτική υπεροχή. Διαρκείς έκτοτε απόπειρες ανακατάληψής του από ισπανικής πλευράς (στρατιωτικά κυρίως μεταξύ 1779-1783), στάθηκαν μονίμως ανεπιτυχείς κι αντιθέτως οδήγησαν στην επέκταση της βρετανικής περιμέτρου ασφαλείας (ο ισθμός κατέχεται από το 1814, αν και δεν περιλαμβανόταν στη Συνθήκη της Ουτρέχτης και σε εκείνο το σημείο, το μόνο πρόσφορο για τέτοια χρήση, αποπερατώθηκε διάδρομος αποπροσγειώσεων, ο οποίος επεκτάθηκε αργότερα, τον Οκτώβριο του 1941).5 Όπως προσφυώς παρατηρήθηκε, μετά την σταδιακή παρακμή της Βενετίας και των υπόλοιπων ιταλικών πόλεων, η Μεσόγειος βρέθηκε να ελέγχεται από «εξωΜεσογειακές» δυνάμεις για πρώτη φορά στη μακραίωνη Ιστορία της, κατάσταση που συνεχίστηκε αδιάλειπτα μέχρι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

John Singleton Copley, Siege and Relief of Gibraltar (1810).

Κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ο «Βράχος» υπήρξε έδρα ελαφρών μονάδων περιπολίας, επιτήρησης και συνοδείας νηοπομπών του βρετανικού πολεμικού ναυτικού, με αμερικανική συνεισφορά μετά το 1917. Την εποχή εκείνη η βάση διέθετε ολιγάριθμο πυροβολικό, πάντως το λιμάνι της είχε αποκτήσει μέσα παθητικής άμυνας έναντι των ύφαλων όπλων (ναρκών και τορπιλών). Την μεσοπολεμική περίοδο, λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων, οι Βρετανοί εξέτασαν την προοπτική ανταλλαγής του Γιβραλτάρ με τον ισπανικό θύλακα της Θέουτα (στις Μεσογειακές ακτές του ισπανικού Μαρόκου), για να μετεγκατασταθεί εκεί η μεγάλη βρετανική βάση. Ο Ισπανός δικτάτορας Primo de Rivera, ο οποίος θεωρούσε την αδυναμία εκδίωξης των Βρετανών απ’ το Γιβραλτάρ «εξευτελιστικό σύμπτωμα γενικότερης απραγίας», αντιμετώπισε ευνοϊκά το σενάριο, τελικά όμως αυτό προσέκρουσε στην αντίθεση της Κοινής Γνώμης και του κοινοβουλίου του ΗΒ. Την επόμενη δεκαετία το Στενό και η βρετανική βάση διατήρησαν αλώβητη την αίγλη τους: ενδεικτικά, στους περισσότερους ιαπωνικούς χάρτες στρατηγικού ενδιαφέροντος (χώρας με πλανητικές φιλοδοξίες και πανίσχυρη ναυτιλία κάθε κατηγορίας), από όλη την Ιβηρική χερσόνησο, το μόνο σημείο που θεωρείτο άξιο αποτύπωσης ήταν το Γιβραλτάρ. Η χρήση του «Βράχου» όμως ως έδρας βαρέων μονάδων μάχης παρέμεινε εξαιρετικά περιορισμένη, όπως και κατά την περίοδο του Α΄ Παγκόσμιου, με το ίδιο σκεπτικό: η δύναμη που εγγυάτο την κατά βούληση αξιοποίηση της δυτικής Μεσογείου ήταν η (σύμμαχος πλέον) Γαλλία και οι μοίρες του ισχυρού πολεμικού της ναυτικού που ναυλοχούσαν στις μεγάλες βάσεις της Τουλών (στις μεσογειακές ακτές της μητροπολιτικής Γαλλίας) και του Μερς-ελ-Κεμπίρ (στην υπό γαλλική κατοχή αποικία της Αλγερίας).6

Στις αρχές του 20ού αιώνα, την επαύριον της απώλειας των Φιλιππίνων και της Κούβας, το ισπανικό ναυτικό έμεινε μικρό: ήταν χρήσιμος μεν βραχίονας υλοποίησης οιουδήποτε αναθεωρητισμού /επεκτατισμού που τυχόν υλοποιείτο προς την Αφρική, αλλά όχι απαραίτητος λόγω της ιδιόμορφης γεωγραφικής διαμόρφωσης, καθώς μεταξύ ηπειρωτικής Ισπανίας – Μαρόκου παρεμβάλλονται περιορισμένες θαλάσσιες εκτάσεις. Σημαντικότερος ήταν ο ρόλος του ναυτικού σε ό,τι αφορούσε τα νησιωτικά συμπλέγματα που είχαν μείνει υπό ισπανική κατοχή στον ανατολικό Ατλαντικό. Ένα ενδιαφέρον πρόγραμμα ναυτικού επανεξοπλισμού είχε ξεκινήσει πριν την έναρξη τον Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, το οποίο, παρά τα οικονομικά προβλήματα, απέφερε ενδιαφέρουσες μονάδες ισπανικής κατασκευής σε βάθος χρόνου (τα κρατικά ναυπηγεία είχαν ιδιωτικοποιηθεί και πωληθεί σε βρετανοϊσπανική κοινοπραξία). Μέχρι τις παραμονές της έναρξης του Εμφυλίου είχαν καθελκυστεί και τεθεί σε υπηρεσία 2 μικρά θωρηκτά, 2 βαριά και 3 ελαφρά καταδρομικά, άνω των 20 σύγχρονων αντιτορπιλικών και 12 υποβρύχια. Το Ναυτικό διχάστηκε μετά το ξέσπασμα του Εμφυλίου, με την πλειοψηφία του να μένει πιστή στη νόμιμη κυβέρνηση, πάντως φθάρθηκε σημαντικά στη διάρκειά του, παρόλο που οι μεν Δημοκρατικοί αξιοποίησαν πολύ επιφυλακτικά το δικό τους φοβούμενοι απώλειες, οι δε Εθνικιστές (που προοδευτικά έφτασαν να διαθέτουν σημαντικές μονάδες και βάσεις) έλαβαν σημαντική ξένη ναυτική συνδρομή, κυρίως γερμανική, αλλά και ιταλική (σε υποβρύχια). Οι Δημοκρατικοί, αν και αρχικά έσπευσαν να αποκλείσουν για τους αντιπάλους τους το Στενό του Γιβραλτάρ, εν συνεχεία το άφησαν σχεδόν αφύλακτο, με αποτέλεσμα οι Εθνικιστές να καταφέρουν να περαιώσουν μέσω αυτού σημαντικό αριθμό αξιόμαχων στρατευμάτων από το Μαρόκο στο μητροπολιτικό έδαφος. Οι Βρετανοί έμειναν αμέτοχοι στα τεκταινόμενα (όπως και οι Γάλλοι). Κατά την διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου οι Ιταλοί ανέπτυξαν ναυτική επιθετική δράση στις Βαλεαρίδες προς όφελος των Εθνικιστών συμμάχων τους και προσπάθησαν να αποσπάσουν από τη νόμιμη Δημοκρατική κυβέρνηση το μόνο νησί του συμπλέγματος που παρέμεινε νομιμόφρον, τη Μινόρκα.7 Βάσει μυστικής συμφωνίας που συνάφθηκε μεταξύ της Ιταλίας και των Εθνικιστών (26/11/1936), οι τελευταίοι δεσμεύονταν πως αν κέρδιζαν θα υιοθετούσαν ευμενώς ουδέτερη στάση έναντι της Ιταλίας σε περίπτωση εμπλοκής της σε διενέξεις με «άλλες Δυνάμεις». Αργότερα, στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, η ιταλική πολεμική αεροπορία RAI εξαργύρωσε εκείνη τη βοήθεια, όταν χρειάστηκε κατά τις σποραδικές επιθέσεις που εξαπέλυσε με στόχο τη βρετανική βάση στο Γιβραλτάρ.

Gibraltar during the Spanish Civil War

Στις προγραμματικές επιδιώξεις του Franco μετά την επικράτησή του στον ισπανικό Εμφύλιο, η ανάκτηση του Γιβραλτάρ περιλαμβανόταν μεν, αλλά χωρίς να τονίζεται. Όπως ανέφερε σε Πορτογάλο διπλωμάτη, ο «εδαφικός ωφελιμισμός του θα ήταν πιο πολύ πραγματιστικός παρά προγραμματικός και η εξωτερική του πολιτική θα διεπόταν περισσότερο από γεωγραφικά παρά ιδεολογικά κριτήρια». Το νέο καθεστώς εξέφρασε τις αναθεωρητικές του απόψεις σχετικά με το Γιβραλτάρ αρχικά μέσω του Τύπου. Τον Αύγουστο του 1939 συγκροτήθηκε Επιτροπή με σκοπό τη δημιουργία επιθετικών βάσεων στο νότο της χώρας ως αφετηριακών σημείων για την εκπομπή επίθεσης, σύντομα όμως έγινε δεκτό ότι λόγω των βρετανικών οχυρώσεων θα ήταν προτιμότερο να εφαρμοστεί μακροχρόνιος αποκλεισμός τους. Μόλις ξέσπασε ο πόλεμος στην Ευρώπη, ο Franco έσπευσε να διαβεβαιώσει τις ΗΠΑ ότι ήλπιζε η ειρήνη να επανέλθει σύντομα. Επίσης, εκμεταλλευόμενος την πρόσφατη εξομάλυνση στις διμερείς οικονομικές σχέσεις, αιτήθηκε επισιτιστική βοήθεια (την οποία είχε διαρκώς μεγάλη ανάγκη ολόκληρη εκείνη την περίοδο). Αφετέρου, στις 31 Οκτωβρίου, σε μυστική σύσκεψη της ηγεσίας της ισπανικής χούντας αποφασίστηκε η ραγδαία αναβάθμιση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της χώρας, προκειμένου οι ένοπλες δυνάμεις να είναι μεταξύ άλλων σε θέση να αποκλείσουν σε πρώτη φάση το Στενό του Γιβραλτάρ και στη συνέχεια να καταλάβουν τον «Βράχο». Επιθετικές (κατά πολύ σοβαρότερες μάλιστα) ήταν οι προθέσεις κι έναντι της Γαλλίας, με στόχους κυρίως το γαλλικό Μαρόκο και τον έλεγχο των θαλάσσιων οδών γαλλικού ενδιαφέροντος.

Ισπανοί αντιφρονούντες αναζητούν καταφύγιο στο Γιβραλτάρ έπειτα από την επικράτηση του Franco στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο

Σε ό,τι αφορούσε τους δύο βασικούς μονομάχους της πρώτης περιόδου του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ορισμένες κορυφαίες προσωπικότητες είχαν ξεκάθαρη αντίληψη της κατάστασης: για τον Βρετανό ηγέτη W. Churchill, όπως και για τον επικεφαλής (Oberbefehlshaber der Marine) του Kriegsmarine (γερμανικού πολεμικού ναυτικού) E. Raeder, το Γιβραλτάρ συνιστούσε τον πλησιέστερο στα μητροπολιτικά νησιά του ΗΒ προμαχώνα της Μεσογείου, ο έλεγχος της οποίας με τη σειρά του ήταν ο ζωτικότερος ίσως πυλώνας της διηπειρωτικής βρετανικής αυτοκρατορίας. Όπως το είχε συνοψίσει ο διακεκριμένος στρατιωτικός ιστορικός και στοχαστής στρατηγικής sir B. H. Liddell Hart ήδη το 1938, απευθυνόμενος στον Βρετανό υπουργό Στρατιωτικών, «σε περίοδο Πολέμου, η ισπανική φιλία είναι επιθυμητή˙ η ουδετερότητά της, ζωτική». Η ανώτατη ηγεσία των βρετανικών ένοπλων δυνάμεων (COS) διεπόταν από ταυτόσημες αντιλήψεις. Τον Ιανουάριο του 1939 αποφασίστηκε πως αμέσως μετά την αναβάθμιση της αντιαεροπορικής άμυνας των μητροπολιτικών νησιών του Ηνωμένου Βασιλείου (ΗΒ), ανάλογη μέριμνα ενίσχυσης όφειλε να ληφθεί επίσης για τρεις υπερπόντιους ναυστάθμους: το Γιβραλτάρ, την Αλεξάνδρεια και το Άντεν (και για τα τρία λιμάνια αναφέρθηκε η σκοπιμότητα εξοπλισμού τους με τις ριζοσπαστικές συσκευές ραδιοεντοπισμού της εποχής, τα radar). Στις γαλλοβρετανικές επαφές κορυφής (17/3) κι ενώ οι δύο κυβερνήσεις είχαν αναγνωρίσει τους πραξικοπηματίες Εθνικιστές, οι Βρετανοί στρατιωτικοί εκτίμησαν πως μία εχθρική Ισπανία θα αποτελούσε απειλή τόσο για το Γιβραλτάρ όσο και για την Πορτογαλία, προσθέτοντας ότι η προοπτική πρόσβασης του ιταλικού και του γερμανικού πολεμικού ναυτικού σε λιμάνια της ηπειρωτικής Ισπανίας, των Βαλεαρίδων και των Καναρίων Νήσων, ειδικά η αξιοποίησή τους από υποβρύχια, θα συνιστούσε σοβαρό κίνδυνο για τις κατά θάλασσα συγκοινωνίες του ΗΒ και της Γαλλίας, στον Ατλαντικό και στη δυτική Μεσόγειο εξίσου. Τον επόμενο μήνα, όταν οι Γάλλοι επιχείρησαν να ρυμουλκήσουν τους Βρετανούς στην παροχή εγγυήσεων προς τη Ρουμανία και την Ελλάδα, τους αποκάλυψαν ότι, σύμφωνα με πληροφορίες που είχαν υποκλέψει, υφίσταντο μεταξύ άλλων ιταλικά σχέδια επίθεσης σε βάρος του Γιβραλτάρ. Στις 19/5 το ίδιου έτους, ο πρώτος λόρδος του Ναυαρχείου (ο πολιτικός επικεφαλής του Royal Navy) δήλωσε επιγραμματικά πως «από τότε που το μεγάλου βεληνεκούς πυροβολικό εντάχθηκε σε υπηρεσία παγκοσμίως, η συνολική μας θέση στη Μεσόγειο κατέστη εξαρτημένη από την κατάσταση της Ισπανίας, που έπρεπε να είναι είτε φιλική είτε [έστω] ευάλωτη». Τη διαπίστωση αυτή μπορούσαν να την συλλάβουν, έστω κι αν δεν την είχαν πληροφορηθεί άμεσα, ακόμη και οι πλέον φιλοβρετανοί Ισπανοί αξιωματούχοι. Σύμφωνα με τον Γερμανό αεροπορικό ακόλουθο που υπηρετούσε στην πρεσβεία του Ράιχ στη Μαδρίτη (την γερμανική πρεσβεία με τον μεγαλύτερο αριθμό προσωπικού παγκοσμίως εκείνη τη στιγμή, 5/6/1939), ο Franco ήταν βαθύτατα πεπεισμένος ότι το μέλλον του καθεστώτος του ταυτιζόταν με την ιταλογερμανική πλευρά, απεχθανόταν τους Γάλλους και αντιπαθούσε τους Βρετανούς. Επίσης, πίστευε ότι σε περίπτωση σύρραξης το ΗΒ δεν θα ήταν σε θέση να υπερασπιστεί τη βάση του στο Γιβραλτάρ. Εξάλλου, επαληθεύοντας τα γαλλοβρετανικά άγχη, η ναυτική συνεργασία των νέων κυβερνώντων με τους διεθνείς υποστηρικτές τους (επαν)εκκίνησε εκείνη την περίοδο, λίγο πριν το Βερολίνο βρεθεί σε εμπόλεμη κατάσταση με το Παρίσι και το Λονδίνο: άρχισαν οι διαπραγματεύσεις για να δοθεί άδεια σε γερμανικά πλοία γενικής υποστήριξης να αγκυροβολούν εντός ισπανικών χωρικών υδάτων, ώστε να ανεφοδιάζουν υποβρύχια υπό ασφαλές νομικά καθεστώς (Επιχείρηση «Moro»). Η υλοποίησή της καθυστέρησε λόγω δισταγμών, πάντως αξίζει να σημειωθεί ότι οι Γερμανοί ζήτησαν διευκολύνσεις εκτός από τα Κανάρια νησιά, σε 3 ατλαντικά λιμάνια της Ισπανίας ανοιχτά των οποίων διέρχονταν θαλάσσιοι δρόμοι πυκνής κυκλοφορίας (στο Φερρόλ, στο Βίγο και κυρίως στο Κάντιθ, εγγύτατα στο Γιβραλτάρ). Κατόπιν αυτού, όπως ήταν αναμενόμενο, η εναρκτήρια επίδειξη της σημασίας που απέδιδαν οι Γερμανοί στον ρόλο του Στενού έλαβε χώρα πλησίον του: η πρώτη επίθεση αγέλης υποβρυχίων («Rudeltaktik»: συντονισμένη, ομαδική προσβολή στόχων) δοκιμάστηκε με στόχο νηοπομπή στη ζώνη ευθύνης της βάσης του «Βράχου», τον Οκτώβριο. Τον Νοέμβριο, το Kriegsmarine είχε μεριμνήσει για την υπερπόντια προαποθήκευση 50.000 τόνων diesel σε δυο χώρες: την ΕΣΣΔ και την Ισπανία. Μεταγενέστερα, την άνοιξη του 1941, ο Churchill συμφωνούσε κι εκείνος απολύτως με τις αντιλήψεις των υπόλοιπων Βρετανών που παρατέθηκαν παραπάνω –εντούτοις, την αμέσως προηγούμενη περίοδο παραλίγο να ενέδιδε σε πολεμικούς πειρασμούς έναντι της παλιάς αποικιακής ανταγωνίστριας. Αναμφίβολα θα τον είχε προβληματίσει έντονα η ευρωπαϊκή περιοδεία του Αμερικανικού υφυπουργού Εξωτερικών S.Welles, έμπιστου του F. D. Roosevelt στις αρχές Μαρτίου του 1940 (πριν ακόμη ο Bρετανός ηγέτης αναλάβει το πρωθυπουργικό πηδάλιο), όταν, ως προσωπικός απεσταλμένος του προέδρου των ΗΠΑ συναντήθηκε μεταξύ άλλων με τον B. Mussolini και συζήτησαν ακόμη και την παραχώρηση του Γιβραλτάρ στην Ιταλία, μία εξωφρενική σκέψη της οποίας την απήχηση ο ενθουσιασμένος με την προσωπικότητα του Iταλού δικτάτορα Aμερικανός αξιωματούχος ανέλαβε να διερευνήσει στο Λονδίνο .

Ο Ναύσταθμος του Γιβραλτάρ τον Μάρτιο του 1931.

Ι. Ο «Ψευτοπόλεμος» παύει – αναδύονται τα ουσιώδη προβλήματα

Όταν ξεκίνησε η κύρια γερμανική επίθεση κατά της Γαλλίας τον Μάιο του 1940, ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών έφθασε στο σημείο να υπαινιχθεί πως ίσως το ΗΒ επέστρεφε το Γιβραλτάρ στην Ισπανία, προκειμένου να εξασφαλίσει την ουδετερότητά της. Σύμφωνα με τον Chamberlain, ο Churchill φέρεται να δήλωσε στις 26/5 πως «πολύ ευχαρίστως θα συναινούσα, αν γινόταν να απεμπλακούμε από το όλο πρόβλημα [εννοώντας τον πόλεμο με τον Άξονα] διά της αποχώρησης από το Γιβραλτάρ, την Μάλτα κι ορισμένες αποικίες στην Αφρική, όμως δεν βλέπω αυτά να αρκούν για κάτι τέτοιο». Οι Ισπανοί έσπευσαν να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους για το ζήτημα, μέσω του Τύπου. Σημειώνεται ότι η πρώτη αναφορά του Hitler σε αξιώσεις ανάκτησης της Καϊζερικής αποικιακής αυτοκρατορίας στην κεντρική Αφρική, ήδη στις 7-3-1936, απλώς αναζωπύρωσε το προϋπάρχον ενδιαφέρον για μία συζήτηση με περιεχόμενο τον «ιμπεριαλιστικό αλυτρωτισμό», που ούτως ή άλλως είχε ξεκινήσει στο εσωτερικό της Γερμανίας την επαύριον της λήξης του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Εντός των ένοπλων δυνάμεων της χώρας, ένθερμος πρωτοστάτης αυτών των σκοπών ήταν ο Κλάδος με την μικρότερη απήχηση στο καθεστώς: το πολεμικό ναυτικό, του οποίου ο αρχηγός έδωσε εντολή εκπόνησης υπηρεσιακών μελετών επί του θέματος τον Μάιο του 1940. Την άνοιξη και το θέρος του 1940 ο Hitler ενθάρρυνε περαιτέρω αυτές τις σκέψεις και το πρώτο εκτενές υπόμνημα κατατέθηκε σύντομα.9 Αποδείχθηκε πως δεν συνεπήρε τον καγκελάριο.

Χάρτης του Στενού του Γιβραλτάρ. Δημοσιεύθηκε το 1939 στο περιοδικό The Illustrated London News.

Τον μήνα εκείνο (ένα πολιτικό μεταίχμιο για τα πολιτικά πράγματα στο Λονδίνο), οι συνέπειες του πολέμου βιώθηκαν για πρώτη φορά από τους διαμένοντες στον «Βράχο», όταν 1.400 μέλη οικογενειών της φρουράς κι άνω των 13.000 άμαχοι μόνιμοι κάτοικοι μεταφέρθηκαν προληπτικά για την ασφάλειά τους αρχικά στο γαλλικό Μαρόκο και στα υπό πορτογαλική κατοχή νησιά της Μαδέιρα κι έπειτα στο μητροπολιτικό έδαφος του ΗΒ και στη Jamaica (τα μέλη της ινδικής κοινότητας μεταφέρθηκαν στην Ινδία, ακόμη και οι ινδικής καταγωγής γηγενείς).10 Μία ημέρα πριν η Ιταλία εισβάλει στη Γαλλία, ο Mussolini ενημέρωσε με επιστολή του τους Ισπανούς ότι αναγνώριζε ως δίκαιες τις διεκδικήσεις τους επί του Γιβραλτάρ. Τού απάντησαν ότι επισήμως μεν θα έμεναν αμέτοχοι στον πόλεμο, αλλά θα προσέφεραν στους Ιταλούς απεριόριστες στρατιωτικές διευκολύνσεις στην επικράτειά τους. Λόγω των δυσμενών εξελίξεων, εκείνη τη στιγμή εξετάστηκε στο Λονδίνο η ιδέα που πολύ σύντομα θα εφαρμοζόταν: κάποια ισχυρή ναυτική δύναμη έπρεπε να φράζει τον δρόμο σε κάθε ιταλική σκέψη επιδρομών στον Ατλαντικό και η φυσική επιλογή προωθημένου ορμητηρίου γι’ αυτήν ήταν η βάση στο «Βράχο».

Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1940 αφετέρου, η ανώτατη στρατιωτική ηγεσία της ναζιστικής Γερμανίας, με πρωτοστάτες το στρατό και το ναυτικό, υπέβαλε κατ’ επανάληψη στον Hitler εισηγήσεις κατάληψης του Γιβραλτάρ, στο πλαίσιο μίας περιφερειακής στρατηγικής απογύμνωσης της Βρετανίας από τις πηγές της στρατιωτικής ισχύος της. Ηχεί εκ πρώτης όψης παράδοξο, πάντως ο Hitler εξέτασε θετικά τις εισηγήσεις εκείνες έχοντας κατά νου άλλο κύριο σκοπό του: την διασφάλιση των νώτων του εν όψει της εξαπόλυσης της επίθεσης κατά της ΕΣΣΔ. Καθώς η κατάρρευση της Γαλλίας τον Ιούνιο δεν είχε οδηγήσει το ΗΒ σε διαπραγματεύσεις ειρήνης όπως ήλπιζε, το σχέδιο εξάρθρωσης της βρετανικής παρουσίας στη Μεσόγειο τού είχε φανεί επαρκές ως κίνητρο για τη νέα κι αποφασισμένη κυβέρνηση του Λονδίνου να «λογικευθεί» και να υποκύψει στις επιθυμίες του. Εκτός αυτού, ο Γερμανός δικτάτορας ενέταξε την κατάληψη του Γιβραλτάρ ως φάση ενός ευρύτερου σχεδίου επίθεσης κατά των ΗΠΑ, το οποίο θα υλοποιείτο μεταγενέστερα – ο Χίτλερ έβλεπε αυτόν τον πόλεμο ως κληροδότημα προς τους επιγόνους του. Λίγο αργότερα εκείνη την ίδια περίοδο, συνέλαβε, ως πρόσθετη νομιμοποίηση για την εισβολή στην Σοβιετική Ένωση, την ρηξικέλευθη (κι εκ του αποτελέσματος αίολη) ιδέα ότι η εξουδετέρωση της ΕΣΣΔ και η επακόλουθη γερμανική προέλαση ως την Ινδία, επιτεύγματα που προφανώς θεωρούσε εύκολη υπόθεση, θα εξανάγκαζαν το ΗΒ σε συνθηκολόγηση και αποδοχή του ρόλου του ως ελάσσονος συμμάχου του Ράιχ (απομονώνοντας εν τέλει τις ΗΠΑ).11

Τρεις διορατικοί σύμμαχοι: αριστερά ο Γερμανός ναύαρχος E. Raeder, στο μέσον ο ομοεθνής του στρατηγός A. Jodl, δεξιά ο Ιταλός στρατηγός M. Roata. Ήταν οι βασικοί εισηγητές της πρόταξης της Μεσογείου στους Αξονικούς σχεδιασμούς που ευτυχώς δεν εισακούστηκαν.

Στις 14 Ιουνίου, τη μέρα που οι Γερμανοί καταλάμβαναν το Παρίσι και 4 μέρες αφότου η φασιστική Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην παραπαίουσα Γαλλία (επισύροντας την δημόσια μήνι του F. D. Roosevelt), ισπανικά στρατεύματα κατέλαβαν «προσωρινά» τη «Διεθνή Ζώνη της Ταγγέρης», μόλις 17 μίλια νότια των ισπανικών ακτών και κοντά στα δύο οχυρωμένα λιμάνια της βορειοδυτικής Αφρικής ήδη υπό ισπανική κατοχή, τη Θέουτα και τη Μέλιγια. Η ενέργεια, θεωρητικά εκ των προτέρων εγκεκριμένη από γαλλοβρετανικής πλευράς σε περίπτωση εισόδου της Ιταλίας στον πόλεμο, αποτελούσε εν πάση περιπτώσει εύγλωττο προοίμιο των εκφρασμένων επεκτατικών προθέσεων της Ισπανίας στην ευρύτερη βορειοδυτική Αφρική.12 Καθώς όμως τα ερείσματα αυτά θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν επίσης ως εφαλτήριο στραγγαλισμού του Γιβραλτάρ -και όντως ο Franco εξέφρασε νέες αλυτρωτικές απόψεις σχετικά με τον Βράχο μόλις 4 μέρες αργότερα-, ο Churchill διέταξε το Αυτοκρατορικό Γενικό Επιτελείο και το Ναυαρχείο κατά προτεραιότητα, να εκπονήσουν σχέδια κατάληψης των Κανάριων νησιών, σε περίπτωση που ο Franco αποφάσιζε είτε να εισέλθει επίσημα στον πόλεμο συμπράττοντας με τους φυσικούς του συμμάχους, είτε επιτρέποντας στους Γερμανούς να προελάσουν μέσω Ισπανίας για να καταλάβουν την Πορτογαλία. Ο Bρετανός ηγέτης εκτιμούσε ότι η κατοχή των Καναρίων (το επίμαχο αρχιπελαγικό σύμπλεγμα στον ανατολικό Ατλαντικό απέχει ~1350 χλμ από το νοτιοδυτική εσχατιά της Ευρώπης και ~100 χλμ από τις νοτιοδυτικές μαροκινές ακτές) θα αντιστάθμιζε τυχόν απώλεια του Γιβραλτάρ. Τα σχέδια αυτά επικαιροποιούνταν έως και το 1942, προέβλεπαν δε τη αντιμετώπιση είτε των Ισπανών μόνων τους είτε ακόμη και αν προσέτρεχαν σε βοήθειά τους οι Γερμανοί, γι’ αυτό και στις πρόνοιές τους περιλαμβανόταν η απόβαση ευμεγέθους εκστρατευτικού σώματος δύναμης 50.000 ανδρών (λόγω ανεπάρκειας στρατευμάτων ωστόσο, πραγματική δύναμη απόβασης για τα Κανάρια θα συγκροτείτο αργότερα, το 1941, η οποία διατηρείτο σε ετοιμότητα ως τις αρχές του 1943). Η κατευναστική μερίδα του Foreign Office όμως, θεωρούσε τη στάση του Churchill ριψοκίνδυνη και προκλητική, εκτιμώντας ότι ο Franco δεν έπρεπε να εξωθηθεί σε σύμπραξη με τον Άξονα. Η βρετανική διπλωματία συνυπολόγιζε επίσης το δεκαετές σύμφωνο φιλίας – μη επίθεσης που είχε συνομολογήσει με τον Πορτογάλο ομόλογό του Α. Salazar την επαύριον την λήξης του Ισπανικού Εμφυλίου, με σκοπό να διατηρήσουν από κοινού την Ιβηρική εκτός των ευρωπαϊκών ανταγωνισμών. Λίγο αργότερα, όταν το σύμφωνο ενισχύθηκε με επιπλέον διμερές πρωτόκολλο που υπογράμμιζε την πρόθεση τους να περιφρουρήσουν την ουδετερότητα των δύο κρατών, οι Βρετανοί ανέβαλλαν την ολοκλήρωση των σχεδίων κατάληψης των Καναρίων, ιεραρχώντας ως προτεραιότητα τα σχέδια κατάληψης των πορτογαλικών Αζόρων (αν και είχαν αρχικά δηλώσει ότι θα σέβονταν την πορτογαλική ουδετερότητα). Προς το παρόν, ο αντιναύαρχος sir A. B. Cunningham που μόλις είχε οριστεί Στόλαρχος Μεσογείου και ήταν εξοικειωμένος από ετών με την επίμαχη Θάλασσα, απέρριψε ως ηττοπαθείς τις εισηγήσεις του συναδέλφου του Pound να εγκαταλειφθεί η Αλεξάνδρεια και το Royal Navy να αναδιπλωθεί στο Γιβραλτάρ (16-18/6). Ο Cunningham ήταν υπέρ της συγκρότησης μίας ad hoc, ολιγάριθμης ισχυρής δύναμης με έδρα τη βάση στο «Βράχο», ώστε να αποτρέψει τυχόν αιφνιδιαστική έξοδο της Regia Marina (του ιταλικού πολεμικού ναυτικού), στον Ατλαντικό, όμως κατά τα άλλα να διατηρηθεί ο όγκος των βρετανικών ναυτικών δυνάμεων στην ανατολική Μεσόγειο.13 Ο Βρετανός πρεσβευτής sir H. Hoare προσέγγισε τον R. S. Suñer, υπουργό Εσωτερικών, γαμπρό κι έμπιστο του Franco (που από τα μέσα Οκτωβρίου επρόκειτο να θα αναλάβει το χαρτοφυλάκιο των Εξωτερικών), με ασαφείς προτάσεις επανεξέτασης του καθεστώτος του Γιβραλτάρ μεταπολεμικά, οι οποίες δεν έπεισαν τον βέβαιο για την γερμανική επικράτηση στενό συνεργάτη του Ισπανού δικτάτορα. Διά παν ενδεχόμενο, οι Βρετανοί (ομονοώντας σε αυτήν την τακτική ανεξαρτήτως της κατάταξής τους σε «ιέρακες» ή «περιστέρες»), επιστράτευσαν μία ακόμη μέθοδο ελέγχου των ισπανικών διαθέσεων, παραδοσιακότερη: ξεκίνησαν την συστηματική δωροδοκία στενών συνεργατών του Franco, 8 κορυφαίων κι αρκετών αξιωματούχων μεσαίων βαθμίδων, που εν συνεχεία τον επηρέασαν σε κρίσιμες στιγμές αποφάσεων. Ο χρηματισμός, μέσω αμερικανικού εδάφους μάλιστα, αποδείχθηκε εξαίρετη ασπίδα του βρετανικού Γιβραλτάρ σε βάθος χρόνου, μαζί με τις οχυρώσεις του (αν και όχι εφάμιλλή τους, παρότι η συνεισφορά της υπερτονίστηκε). Ούτως ή άλλως εξάλλου, οι λήπτες αποφάσεων στη Μαδρίτη είχαν δικές τους διακριτές προτιμήσεις, ιεραρχήσεις, στερεότυπα και προκαταλήψεις, όντας παράλληλα δέσμιοι της εμπειρικής σκευής τους και των μεθοδολογικών εργαλείων ανάλυσης που τους ήταν οικεία ˙ ήταν εντέλει σε θέση να επιβάλουν τις αποφάσεις τους και μακράν απείχαν του να είναι πειθήνιοι υπήκοοι της ιδεολογίας τους, επομένως δεν θα προχωρούσαν σε παρακινδυνευμένες κινήσεις.14

Ο στρατηγός Juan Vigón.

Πράγματι πάντως, εκείνο το διάστημα, στις αρχές του θέρους του 1940, η φιλογερμανική μερίδα της ισπανικής ηγεσίας «πολιόρκησε» τους Γερμανούς, με θέμα την είσοδο της Ισπανίας στον πόλεμο -έναντι υψηλών ανταλλαγμάτων όμως. Στις 12 Ιουνίου η Μαδρίτη κήρυξε επίσημα την μετάπτωση της εξωτερικής της πολιτικής από το status της ουδέτερης σε εκείνο της «μη-εμπόλεμης [sic]». Αρχικά ο Franco έστειλε τον Α/ΓΕΕΘΑ στρατηγό Vigón στο Βερολίνο για την προπαρασκευή των σχετικών συνομιλιών και με πρώτο αίτημα την παροχή εξοπλιστικής βοήθειας ώστε να αντιμετωπιστεί τυχόν αιφνιδιαστική απόβαση των Βρετανών, ίσως ακόμη και με αμερικανική συνδρομή όπως αναφέρθηκε κινδυνολογικά, στην Πορτογαλία ή στο Μαρόκο. Στις 19 Ιουνίου κατατέθηκαν επίσημα οι ισπανικές απαιτήσεις κατάληψης τοποθεσιών στο γαλλικό Μαρόκο και στο Οράν της Αλγερίας, αυτονόητα του Γιβραλτάρ, καθώς και η επέκταση της υπάρχουσας ισπανικής επικράτειας στη Σαχάρα και την Ισημερινή Γουϊνέα, ενώ ζητήθηκαν ναυτική βοήθεια (υποβρύχια για την υπεράσπιση των Κανάριων) και οικονομική ενίσχυση, προκειμένου η Μαδρίτη να κηρύξει τον πόλεμο κατά του ΗΒ στο πλευρό της Γερμανίας. Συλλαλητήρια στην πρωτεύουσα είχαν ως βασικό τους σύνθημα «το Γιβραλτάρ ισπανικό». Ο Chrurchill αναγνώρισε στις 21/6 ότι οι ισπανικές επιθυμίες σχετικά με τον «Βράχο» ταυτίζονταν με την ήττα της Βρετανίας. Ειδικά πάντως το θέμα της διεύρυνσης του υπό ισπανική κατοχή Μαρόκου κατείχε περίοπτη θέση στις σκοποθεσίες των «Αφρικανιστών» του Φρανκικού καθεστώτος, που είχαν σταδιοδρομήσει δρώντας στο ισπανικό Μαρόκο (όπως άλλωστε κι ο ίδιος ο Franco, ο οποίος είχε οικοδομήσει τη φήμη του ανεκτικού και συμπαθούς στους γηγενείς πληθυσμούς ). Στα μάτια αυτών των αξιωματικών, το Μαρόκο υπερέβαινε μονίμως σε αξία το Γιβραλτάρ. Αναμφίβολα το καθεστώς της Μαδρίτης επιδίωξε σταθερά την αποκατάσταση όσων «αδικιών» είχε υποστεί εκεί ο ισπανικός επεκτατισμός, με υπαίτιο τον γαλλικό ιμπεριαλισμό, ήδη απ’ τις αρχές του 20ού αιώνα. Στο Μαρόκο οι Ισπανοί ήταν έτοιμοι να αναλάβουν μονομερώς δράση, όπως ήταν σε θέση να γνωρίζουν οι Γερμανοί, οι οποίοι ήξεραν επίσης ότι η ισπανική αδημονία συγκρατιόταν μόνον λόγω της γαλλικής στρατιωτικής ισχύος στην περιοχή, που παρέμενε υπολογίσιμη (γι’ αυτό κι εκφράστηκε έντονη ενόχληση για την ενίσχυση της γαλλικής αεροπορικής παρουσίας τοπικά, με γερμανική ανοχή). Εν πάση περιπτώσει, ο Franco ενημέρωσε για όλες τις παραπάνω επιδιώξεις και τον Mussolini, διά τηλεγραφήματος. Ο Ιταλός δικτάτορας αντιμετώπισε με εχθρική αμηχανία τις διευρυμένες ισπανικές αξιώσεις, χαρακτηρίζοντάς τες υπερβολικές και δυνάμει ανταγωνιστικές (οι Ιταλοί είχαν εξάλλου εκφρασμένο ενδιαφέρον ακόμη και για τη Μαγιόρκα). Η γερμανική αντίδραση ήταν φιλόφρων, αλλά κενή περιεχομένου: το Βερολίνο δήλωνε προς το παρόν ασυγκίνητο στις ισπανικές διαθέσεις, με κύριο μέλημά του την διατήρηση των γερμανικών εξορυκτικών δικαιωμάτων στο ισπανικό Μαρόκο. Η ηγεσία το Ράιχ δήλωσε έτοιμη μόνον να παράσχει βοήθεια σε περίπτωση αμερικανικής απόβασης στο Μαρόκο.15 Στις δυτικές ακτές του Ατλαντικού οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες: μετά από συζήτηση διάρκειας μικρότερης της μίας ώρας, η αμερικανική βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε παμψηφεί (18/6) τον νόμο που είχε φέρει προς ψήφιση η κυβέρνηση F. D. Roosevelt, με ισχύ από την επομένη κιόλας. Βάσει του «Two-Ocean Navy Expansion Act», άνω των 8,5 δισ. $ (σε τιμές εποχής) θα διατίθεντο για το εξοπλιστικό πρόγραμμα του αμερικανικού πολεμικού ναυτικό, που, όπως φανέρωνε το ίδιο το όνομα του νομοθετήματος, εξέφραζε την πρόθεση απόκτησης ναυτικής υπεροχής σε αμφότερους και τους δύο ωκεανούς που βρέχουν τη χώρα. Οι ΗΠΑ άρχιζαν την επίδειξη της δύναμής τους που θα κλιμακωνόταν ακατάπαυστα τα επόμενα χρόνια.

Στις 20 Ιουνίου, ενόψει της υπογραφής της ανακωχής με την Γαλλία, ο Hitler συζήτησε με τον αρχηγό του γερμανικού ΓΕΝ (OKM) E. Raeder την προοπτική απόκτησης βάσεων στο γαλλικό Μαρόκο και τη Σενεγάλη, όπως και στα νησιά του Ατλαντικού υπό ισπανική και πορτογαλική κυριαρχία (τα Κανάρια, τις Αζόρες και το Πράσινο Ακρωτήρι), πάντως ως εκείνη τη στιγμή οι Γερμανοί απέφυγαν να το θέσουν ευθέως, από φόβο μήπως οι τοπικοί Γάλλοι κυβερνήτες κήρυτταν απόσχιση από την υπό συγκρότηση κυβέρνηση με επικεφαλής τον Ph. Pétain. Το Γιβραλτάρ δεν αναφέρθηκε καν, καθώς το Λονδίνο αναμενόταν να υποκύψει σύντομα, είτε λόγω ηττοπάθειας είτε εξαναγκαζόμενο μέσω πολεμικών ενεργειών. Γερμανικά στρατεύματα αφίχθηκαν στην γαλλοϊσπανική μεθόριο στις 27 Ιουνίου και προτάθηκε «αδελφοποιημένη» παρέλαση με ισπανικά αγήματα στο ισπανικό Σαν Σεμπαστιάν.O επιτελάρχης επιχειρήσεων του γερμανικού ΓΕΕΘΑ (OKW) στρατηγός Jodl υπέβαλε τότε (30/6) στον Hitler αναλυτικό υπόμνημα στο οποίο εισηγήθηκε την εφαρμογή εξίσου μίας άμεσης και μίας «έμμεσης» στρατιωτικής στρατηγικής εξαναγκασμού του Λονδίνου σε συνθηκολόγηση. Η πρώτη σχετιζόταν με τις επιθέσεις στα μητροπολιτικά νησιά, ενώ η δεύτερη προϋπέθετε τη συνεργασία με διεθνείς εταίρους (πρωτίστως την Ιταλία και την Ισπανία). Η γερμανική συνδρομή θα περιοριζόταν στη ναρκοθέτηση του Σουέζ και την κατάληψη το Γιβραλτάρ αντίστοιχα. Σε δύο μήνες, η ηγεσία του ναυτικού θα προχωρούσε σε ταυτόσημου περιεχομένου παρατηρήσεις και προτάσεις. Πιθανόν επηρεασμένος από τις σκέψεις του Jodl, την 1η Ιουλίου ο Hitler ανέφερε στον ιταλό πρεσβευτή πως η ισπανική συμμετοχή στην πολεμική προσπάθεια του Άξονα θα ήταν χρήσιμη για την κατάληψη του Γιβραλτάρ, την οποία χαρακτήρισε απαραίτητη.16

Ο «Βράχος» ήρθε εκ νέου στο προσκήνιο κατά δραματικό τρόπο, όταν η βρετανική κυβέρνηση για στρατιωτικούς και πολιτικούς λόγους (πρωτίστως για να επιδείξει στην απρόθυμη Κοινή Γνώμη των ΗΠΑ την αταλάντευτη αποφασιστικότητά της να συνεχίσει τον πόλεμο κατά του Άξονα), προχώρησε (παρά τις αντιρρήσεις που εξέφρασαν εξέχοντες Βρετανοί ναύαρχοι), σε δύο πολύνεκρες επιθέσεις κατά όσων μοιρών του γαλλικού πολεμικού ναυτικού ναυλοχούσαν στον αλγερινό ναύσταθμο του Μέρς-ελ-Κεμπίρ («Επιχείρηση Catapult», 3 και 8 Ιουλίου). Η βρετανική δύναμη που εκτέλεσε την αεροναυτική17 επιχείρηση με στόχους τα σύγχρονα και ισχυρά πλοία της γαλλικής «Επιδρομικής Δύναμης -Force de Raid», ήταν η «Δύναμη Η -Force H» που είχε μόλις ιδρυθεί (27/6) εξαιτίας της γαλλικής κατάρρευσης, για να ελέγχει τη δυτική Μεσόγειο με μόνιμο ορμητήριο το ναύσταθμο του Γιβραλτάρ (κατά προτεραιότητα να προστατεύει την ίδια την βάση του «Βράχου» και τις νηοπομπές προς την Μάλτα). Η σύνθεσή της μεταβαλλόταν αναλόγως των συνθηκών και των διαθέσιμων μονάδων, πυρήνας της πάντως ήταν σχεδόν μονίμως ένα μεγάλο αεροπλανοφόρο κι ένα παλιό μικρότερο, δύο παλιά θωρηκτά, ένα καταδρομικό μάχης και λίγα σκάφη μικρότερων τύπων (βαριά καταδρομικά κι αντιτορπιλικά). Επικεφαλής της είχε οριστεί ο αντιναύαρχος sir J. Somerville, ένας άνδρας που συνδύαζε πολιτική διορατικότητα με ηγετικά προσόντα και υψηλή τεχνική κατάρτιση.18 Οι Γάλλοι εκτέλεσαν αντεκδικητικές αεροπορικές επιδρομές με στόχο το Γιβραλτάρ και ασήμαντα αποτελέσματα. Όσοι κάτοικοι του Γιβραλτάρ είχαν μεταφερθεί στο γαλλικό Μαρόκο για την δική τους ασφάλεια προληπτικά τον Μάιο, μετά τα γεγονότα εκκενώθηκαν αναίμακτα, κατόπιν εύλογης γαλλικής απαίτησης, καταλήγοντας στο μητροπολιτικό έδαφος του ΗΒ, έπειτα από σύντομη, συναισθηματικά φορτισμένη στάση στην «περίπου πατρίδα» τους.

Επιχείρηση “Catapult”. Η βύθιση του γαλλικού πολεμικού στόλου στο Μερς-ελ-Κεμπίρ στις 3 Ιουλίου 1940.

Σε έναν από τους πολλούς αντικατοπτρισμούς σκέψεων που σημειώνονταν στο Βερολίνο και στο Λονδίνο ολόκληρο εκείνο διάστημα των κινήσεων, θυμίζοντας ολοκλήρωση σκακιστικών ανοιγμάτων, τέθηκε από τον Hitler το ζήτημα της επέκτασης στην Ιβηρική, την βορειοδυτική Αφρική και τον ανατολικό Ατλαντικό. Τότε, στις 11 Ιουλίου, αφότου ανέλυσε με τον Raeder το διευρυμένο ναυπηγικό πρόγραμμα της χώρας (το χιμαιρικών διαστάσεων «Σχέδιο Ζ» του Ιανουαρίου του 1939 με ορίζοντα ολοκλήρωσης τη διετία 1946-48) και την ανάγκη εξασφάλισης βάσης στα Κανάρια νησιά, ο Hitler απαίτησε από τη Γαλλία την χρήση 8 στρατιωτικών αεροδρομίων στην ευρύτερη περιοχή της Καζαμπλάνκας, συνδυαστικά με την αξιοποίηση της σιδηροδρομικής σύνδεσης της Τύνιδας με το Ραμπάτ για την προώθηση των απαραίτητων υλικών ενίσχυσης κι αναβάθμισης αυτών των αεροπορικών υποδομών, υποτίθεται ώστε να είναι σε θέση να επέμβει άμεσα σε περίπτωση επανάληψης των βρετανικών επιθέσεων. Με το ίδιο σκεπτικό είχε κατ’ αρχάς ζητηθεί πρόσβαση και στις στρατιωτικού ενδιαφέροντος υποδομές του Οράν (τις οποίες όμως ορέγονταν επίσης οι Ιταλοί). Όταν ο Pétain αρνήθηκε (προσεκτικά, χωρίς να αποκλείει κατηγορηματικά κάποιο είδος «ελεύθερης συνεργασίας» επ’ αυτού), ο Γερμανός δικτάτορας σκέφθηκε να στραφεί στην Ισπανία ως εναλλακτική λύση, συζητώντας συνολικά το Γιβραλτάρ, τα Κανάρια και το ισπανικό Μαρόκο. Τα πρωτόλεια των σχεδίων κατάληψης του «Βράχου» που εκπονήθηκαν υπό την επίβλεψη του στρατηγού Jodl ανάγονται σε εκείνο το διάστημα. Ο W. Canaris, επικεφαλής της γερμανικής υπηρεσίας στρατιωτικών πληροφοριών Abwehr, βαθύτατα εξοικειωμένος με τα ισπανικά πράγματα από ετών λόγω α) της πρότερης δράσης του στη χώρα κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, β) των κατ’ εξακολούθηση επαφών του με το ευρύτερο ισπανικό Δημόσιο την επόμενη δεκαετία (η γερμανική ναυπηγική υποδομή και τεχνογνωσία ειδικά στον υποβρυχιακό τομέα, φυγαδεύτηκε ένεκα των περιορισμών της συνθηκολόγησης του 1918, σε 3 χώρες: την Ισπανία, την Ολλανδία και τη Φινλανδία), γ) της διαρκούς ανταλλαγής πληροφοριών με αντικείμενο τις γαλλικές δραστηριότητες, αλλά και δ) της ενεργού ανάμιξής του στον Εμφύλιο μετά το ξέσπασμά του, περιόδευσε εκείνο τον μήνα στην ευρύτερη περιβάλλουσα περιοχή του Γιβραλτάρ, επικεφαλής υψηλόβαθμου υπηρεσιακού κλιμακίου, για επιτόπια έρευνα και διαμόρφωση ιδίας αντίληψης.

Wilhelm Canaris
Η διάνοιξη των υπογείων σηράγγων και των θαλάμων.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Χρονικές φάσεις των έργων διάνοιξης των υπογείων σηράγγων και των θαλάμων στον “Βράχο” ως τα τέλη Σεπτεμβρίου 1943 από κάθε φορέα (Ναυαρχείο, στρατό, Δημοτικό Συμβούλιο). Το μήκος παρατίθεται σε πόδια και ο όγκος των εσκαφών σε κυβικές υάρδες (Πηγή: E.P.F. Rose, “Tunnelling Companies Royal Engineers in World War II: excavation of bomb-proof facilities in France, Gibraltar, Malta and the UK”, Geological Society, Vol. 473, 2019).

Οι στρατιωτικοί που τον συνόδευαν διαπίστωσαν  ότι η βρετανική βάση ήταν ισχυρά οχυρωμένη, η αιφνιδιαστική επίθεση αποκλειόταν εκ των πραγμάτων και θα έπρεπε να έχει στοιχεία εντελώς συμβατικής προσπάθειας εκπόρθησης ενός οχυρού, που θα συνεπαγόταν χρήση επίλεκτων δυνάμεων εφόδου, προικοδοτημένων με άφθονο πυροβολικό και χρήση ειδικών αυτοπροωθούμενων πυρομαχικών, μηχανικό για την εξουδετέρωση των ναρκοπεδίων κι εξεζητημένα μέσα (τηλεκατευθυνόμενα, μεταξύ άλλων) για την υπονόμευση των οχυρώσεων, ισχυρή αντιαεροπορική προστασία και ανάλογη αεροπορική συνδρομή. Υπολογίστηκε ότι θα χρειάζονταν ~167 σωλήνες, προκειμένου να επιτευχθεί υπεροχή 3:1 έναντι του βρετανικού πυροβολικού. Καθορίστηκαν επίσης οι άξονες επίθεσης και οι φάσεις της. Πέραν αυτών, σε εκείνη την επίσκεψή του ο Canaris έθεσε τα θεμέλια της άκρως αποτελεσματικής επιχείρησης επιτήρησης όλων των πλοίων των Συμμάχων, πολεμικών κι εμπορικών, που διέπλεαν το Στενό ή ναυλοχούσαν, ανεφοδιάζονταν, επισκευάζονταν στη ναυτική βάση του «Βράχου», όπως και της κίνησης του αεροδρομίου του. Στην οργανωμένη εκείνη προσπάθεια με την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Bodden» αξιοποιήθηκαν τεχνολογικά μέσα αιχμής που εγκαταστάθηκαν σε επιλεγμένες τοποθεσίες, ενώ παράλληλα στρατολογήθηκαν τοπικοί Ισπανοί στρατιωτικοί (που ήταν πιο αξιόπιστοι από όσους πολίτες είχαν δοσοληψίες με τους Βρετανούς) για την συλλογή των σχετικών πληροφοριών. Η «Bodden» διήρκεσε ως το καλοκαίρι του 1942, οπότε εξουδετερώθηκε μερικώς, λόγω των βρετανικών επιτυχιών στον τομέα των υποκλοπών. Σε επετειακό διάγγελμά του στις 17/7, ο Franco διακήρυξε ότι οι στόχοι του καθεστώτος του περιελάμβαναν την επαναδιαπραγμάτευση του status του Γιβραλτάρ, τους αποικιακούς οραματισμούς στην Αφρική και την πολιτική ενότητα στο εσωτερικό της χώρας. Με γνώμονα το φάσμα της απώλειας του Γιβραλτάρ, η ανώτατη ηγεσία του ΗΒ, σε απόλυτη ταύτιση με τον Churchill, ετοιμάστηκε να διατάξει την κατάληψη των πορτογαλικών Αζόρων και των νησιών του Πράσινου Ακρωτηρίου. Προς στιγμήν οι Βρετανοί εξέτασαν επίσης το ενδεχόμενο κατάληψης των Κανάριων, καθώς το φάσμα της έλλειψης κάθε ενδιάμεσου διαθέσιμου λιμανιού μεταξύ Πλύμουθ και Φρητάουν (σημαντικό λιμάνι υπό βρετανική κατοχή, πρωτεύουσα της τότε βρετανικής αποικίας της Σιέρρα Λεόνε) ήταν υπαρκτό και η προοπτική αναγκαστικής αξιοποίησης επιμηκυμένων κι αντιοικονομικών θαλάσσιων διαδρομών για την μεταφορά ανθρώπων κι υλικών άρχισε να τους απασχολεί σοβαρά. Τελικά όμως επικράτησε και πάλι η άποψη του Foreign Office, που τόνισε ότι οποιαδήποτε από τις παραπάνω ενέργειες θα προξενούσε οπωσδήποτε κάθε δυνατή ισπανική αντίδραση, αλλά και την γερμανική εισβολή στο μητροπολιτικό έδαφος της Πορτογαλίας. Καθώς η τρέχουσα κατάσταση της στρατιωτικής ισχύος των Βρετανών δεν επέτρεπε την παροχή βοήθειας στη Λισσαβώνα, στις 22 Ιουλίου η κυβέρνηση αποφάσισε την αναβολή της επιχείρησης και την υλοποίησή της μόνον αν προηγείτο γερμανική επίθεση. Τις αμέσως επόμενες μέρες υπογράφηκε το πρόσθετο ισπανοπορτογαλλικό κείμενο (το Πρωτόκολλο της 29ης Ιουλίου), στο περιθώριο του οποίου ο Salazar παρείχε προφορικές διαβεβαιώσεις «ενεργητικής προστασίας» της πορτογαλικής ουδετερότητας όταν οι Ισπανοί θα προσπαθούσαν να καταλάβουν τον «Βράχο». Οι Γερμανοί, οι οποίοι το είχαν πληροφορηθεί από τότε ακόμη που η αναβαθμισμένη διμερής προσέγγιση ήταν στα σπάργανα, σκέφθηκαν να προβάλουν την είδηση αντίστροφα, ότι δηλαδή υπήρχε πρόθεση ανάπτυξης ισπανικών στρατευμάτων στην Πορτογαλία, για να την προστατεύσουν από τυχόν βρετανική απόβαση.19

Hitler’s Spies in Gibraltar | Operation Felix

Στις 2 Αυγούστου, ο Γερμανός υπουργός Eξωτερικών J. von Ribbentrop ενημέρωσε τον πρεσβευτή του Γ΄ Ράιχ στη Μαδρίτη ότι επειγόταν να ρυμουλκήσει την Ισπανία σε έξοδο στον πόλεμο κι ότι σκόπευε να επισκεφθεί σύντομα την ισπανική πρωτεύουσα για τις σχετικές συνομιλίες. Ο Canaris μετέβη στη Μαδρίτη για να συζητήσει τη δυνατότητα της εν κρυπτώ μετακίνησης γερμανικών στρατευμάτων εάν διενεργούσαν την επίθεση κατά του Γιβραλτάρ μαζί με τους Ισπανούς και ολιγομελής ομάδα στρατιωτικών ειδικών επισκέφθηκε στην Ισπανία εκείνες τις μέρες για να αξιολογήσει τα ισπανικά σχέδια κατάληψης του «Βράχου». Η αποτίμησή τους ήταν αποκαρδιωτική: τα σχέδια ήταν ανεφάρμοστα, οι ένοπλες δυνάμεις ήταν ανεπαρκώς εξοπλισμένες και πλημμελώς εκπαιδευμένες για την διεξαγωγή σύγχρονων επιθετικών επιχειρήσεων. Στο πλαίσιο της «διπλωματίας εκ προσωπικοτήτων» ο Hitler απέστειλε επίσης στο Σαν Σεμπαστιάν τον πτέραρχο W. F. von Richthofen, διοικητή του 8ου Αεροπορικού Σώματος της Luftwaffe, με αποστολή να βυθομετρήσει τις προθέσεις του Franco (ο πτέραρχος είχε διατελέσει διοικητής της αεροπορικής συνιστώσας της «Λεγεώνας Κόνδωρ» στη διάρκεια του ισπανικού Εμφυλίου, όταν η συνεισφορά της Luftwaffe είχε εκτιμηθεί τα μέγιστα από τους Εθνικιστές). Η αυξημένη γερμανική στρατιωτική και λοιπή παρουσία στην Ισπανία υπέπεσε στην αντίληψη των Βρετανών, οι οποίοι διαμαρτυρήθηκαν φοβούμενοι την σταδιακή παραβύστω μεταφορά στρατευμάτων στη χώρα (η γερμανική κοινότητα στην Ισπανία ήταν υπολογίσιμη ποσοτικά, ήδη από την προπολεμική περίοδο, αριθμώντας πολλές δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων). Το ισπανικό υπουργείο Εξωτερικών τους καθησύχασε ότι η κατάσταση βρισκόταν υπό έλεγχο και τους διαβεβαίωσε ότι ειδικά οι γερμανικές δραστηριότητες στις Βαλεαρίδες, στο ισπανικό Μαρόκο και στην περιοχή πέριξ του Γιβραλτάρ τελούσαν υπό παρακολούθηση.20

Ο Αύγουστος κύλησε χωρίς το Λονδίνο να μεριμνήσει σοβαρά για την στρατιωτική ενίσχυση του «Βράχου» πέραν της συνέχισης των εργασιών διάνοιξης υπόγειων σηράγγων για το στρατωνισμό και την διοικητική υποστήριξη της φρουράς (επειδή δεν υπήρχαν επαρκείς πόροι για κάτι παραπάνω), η άλλη πλευρά όμως δεν έμεινε άπραγη: πρώτα μερίμνησε να συγκεντρωθούν πληροφορίες για το μέγεθος της φρουράς (υπολογίστηκε ορθά σε 10.000 άνδρες, με κορμό 5 μονάδες, εκτεταμένο δίκτυο υπόγειων οχυρώσεων, καταφυγίων και αποθηκευτικών χώρων σκαμμένων στον «Βράχο», με επάρκεια κάθε αναγκαίου είδους εφοδίων ώστε ένα σύνολο 16.000 ατόμων να μπορέσει να αντέξει 18μηνη πολιορκία). Εν συνεχεία, μεταξύ 13-24 Αυγούστου, εκπονήθηκε κι εγκρίθηκε από τον Hitler το πλήρες πρωτόλειο της επιτελικής μελέτης για την κατάληψη του Γιβραλτάρ («Επιχείρηση Felix»), χωρίς να αποκλειστεί τότε μία εναλλακτική εκδοχή, μάλλον απίθανη από πολιτικής άποψης, συγκεκριμένα μία συνδυασμένη ισπανοϊταλική επίθεση στη βρετανική βάση. Από το σχέδιο σταχυολογείται η εντατική χρήση του Μπορντώ εκ μέρους της Luftwaffe.

Επιχείρηση “Felix”. Το γερμανικό σχέδιο στρατιωτικής κατάληψης του Γιβραλτάρ διαμέσου του ισπανικού εδάφους.

Οι παράλληλες πολιτικές εξελίξεις κι εκτιμήσεις ήταν υπεύθυνες για την αναθέρμανση του ενδιαφέροντος του Βερολίνου σχετικά με την τύχη του Γιβραλτάρ: αφενός μεν, ο De Gaulle είχε κατορθώσει να πείσει τους κυβερνήτες μίας κρίσιμης υποενότητας των γαλλικών αποικιών στην Αφρική (της «Ισημερινής Γαλλικής Αφρικής», Afrique Equatoriale Francaise –AEF) να προσχωρήσουν στο κίνημα των «Ελεύθερων Γάλλων» (εντός του «ένδοξου τριημέρου» όπως καθιερώθηκε να προσαγορεύεται, μεταξύ 26-28/8, το Vichy υπέστη την αποσκίρτηση του Τσαντ, του Καμερούν και του Κογκό ─ μόνον η Γκαμπόν χρειάστηκε να προσαρτηθεί στο συμμαχικό στρατόπεδο δια της βίας, τον Νοέμβριο).

Φιλοτεχνημένη αναπαράσταση της γαλλικής αποικιακής περιουσίας τοπικά: Σε πρώτο πλάνο η “Γαλλική Δυτική Αφρική” (AOF). Διακρίνεται και το μετέπειτα Γκωλλικό λίκνο, η “Γαλλική Ισημερινή Αφρική” (AEF). (Πηγή: https:// www.ideararemaps.com/wp-content/uploads/2017/01/vichy-africa-1600×1161.jpeg)

Αφετέρου, όπως πίστευαν τόσο η γερμανική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον όσο και η ανώτατη ηγεσία του Kriegsmarine, η αμερικανική κυβέρνηση θα δραστηριοποιείτο σύντομα στην κατεύθυνση της κατάληψης των νησιών στον Ατλαντικό υπό ισπανική και πορτογαλική κατοχή. Επίσης, υπήρχαν ενδείξεις ότι η κυβέρνηση F. D. Roosevelt εποφθαλμιούσε και το μεγάλο λιμάνι του Ντακάρ στη Σενεγάλη. Ο Γερμανός πρεσβευτής στη Μαδρίτη εισηγήθηκε αρχικά (8/8) να μην ασκηθεί υπερβολική πίεση στον Franco για πρόωρη είσοδο της χώρας στον πόλεμο, φοβούμενος πως στις βρετανικές αντιδράσεις ήταν πιθανόν να περιληφθούν ανατρεπτικές ενέργειες στο ισπανικό Μαρόκο, την Ταγγέρη, πιθανόν και μία απόβαση στην Πορτογαλία (οι Ισπανοί δήλωναν αγχωμένοι ακόμη και για την εκδήλωση επίθεσης στις Βαλεαρίδες). Στις 20/8 όμως ανασκεύασε τις εκτιμήσεις του σημειώνοντας ότι οι ενδείξεις από αμφότερα τα «θερμόμετρα της περιοχής», το Μαρόκο και την Πορτογαλία, ήταν ενθαρρυντικές. Η ηγεσία του Βερολίνου εμφανιζόταν έτοιμη να ενδώσει έστω και παραπλανητικά στις ισπανικές απαιτήσεις περί οικονομικής και τεχνικής βοήθειας, όμως, σε ό,τι αφορούσε το ζέον ζήτημα των ισπανικών εδαφικών διεκδικήσεων, τα πράγματα ήταν διαφορετικά: σε αντάλλαγμα για την απρόθυμη και προσχηματική αποδοχή των απαιτήσεων στο Γιβραλτάρ, την Ταγγέρη, το Οράν κι εν μέρει στο γαλλικό Μαρόκο, οι Γερμανοί ζητούσαν αεροπορικές βάσεις στην Καζαμπλάνκα, σε ένα από τα Κανάρια νησιά και πρόσβαση σε δύο ακόμη λιμάνια του ισπανικού Μαρόκου επί των ατλαντικών ακτών. Εκτός αυτού, ο W. Canaris (για τις γενικότερες απόψεις του οποίου βλ. παρακάτω) ανέλυσε σε εκτενές, απαισιόδοξο υπόμνημά του που υπέβαλε εκείνες τις μέρες (27/8) ότι η οικονομική κατάσταση της Ισπανίας ήταν δεινή, το καθεστώς ασταθές («ο Κλήρος κι η στρατιωτική ηγεσία είναι εναντίον του Francoμόνος του πραγματικά έμπιστος είναι ο Suñer, αλλά ακόμη κι αυτός είναι μάλλον ιταλόφιλος παρά γερμανόφιλος») και γενικά πως η αναξιόπιστη και αδύναμη αυτή χώρα δεν προοιωνιζόταν ισχυρή συνεισφορά διαρκείας. Εντωμεταξύ, οι ικανοί Βρετανοί ναύαρχοι που διοικούσαν τις μοίρες του Royal Navy απέδειξαν ότι ήταν σε θέση να συντονίσουν αποτελεσματικά τις δράσεις τους από τις δύο άκρες της Μεσογείου και να επιβληθούν στο ιταλικό ναυτικό («Επιχείρηση Hats», 30/8-5/9/1940). Οι δύο στόλαρχοι, ο Cunningham από την Αλεξάνδρεια και ο Somerville από το Γιβραλτάρ εφάρμοσαν κατ’ επανάληψη τέτοιου είδους υψηλού επιπέδου συνεργασία.21

Χαμηλές προτεραιότητες. Οι αποικιακές φιλοδοξίες του Γ΄ Ράιχ στην Αφρική το 1940-1941. Αποτυπώνονται οι τρέχουσες κατοχές, το παρελθοντολογικό status και οι αναθεωρητικές φιλοδοξίες σε εκδοχές κάθε εύρους (Πηγή:G. Schreiber – B.Stegemann – D. Vogel (επιμέλ.), Militärgeschichtliches Forschungsamt, Freiburg im Breisgau, Germany and the Second World War, Vol. III: The Mediterranean, South East Europe, and North Africa 1939-1941, Oxford: Clarendon Press, 1995, 279).

 

 

 

[Συνεχίζεται]

 

 

 

Ο Νίκος Χατζηϊωακείμ είναι Διδάκτωρ του Παντείου Πανεπιστημίου. Έχει συγγράψει δυο βιβλία σχετικά με την στρατιωτική ιστορία της σύγχρονης Κύπρου και το Μεσανατολικό και το Ψυχροπολεμικό υπόβαθρο της μεταπολεμικής ιστορίας του νησιού, μονογραφίες κι άρθρα στρατιωτικής Ιστορίας. Διδάσκει αντικείμενα της ειδίκευσής του στη Σχολή Πολέμου του Π.Ν. από το 2008 και στην αντίστοιχη της Π.Α. από το 2016.

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Α΄ ΜΕΡΟΥΣ

1. Όρος της Ναυτικής Γεωγραφίας που περιγράφει πόρους (περάσματα) ανεξαρτήτως έκτασης-βάθους και συγκεκριμένα φυσικούς πορθμούς ή προϊόντα ανθρωπογενών παρεμβάσεων (διώρυγες, μεταβολές λόγω δραστηριοτήτων με συνεισφορά σε κλιματικές αλλαγές), δηλαδή υδάτινους διαδρόμους που διαμεσολαβούν χερσαία Στενά, συνδέουν πελάγη/θάλασσες/ωκεανούς και είναι πλεύσιμοι από υποβρύχια ή /και σκάφη επιφανείας, στελεχωμένα ή /και μη.

2. Ἡράκλειοι στῆλαι, Fretum Gaditanum (το Πέρασμα του Καντίζ), Az-Zuqāq (الزقاق –«το Πέρασμα»), Bāb al-Maghrib ( المغرب باب -«Μαροκινή Πύλη» ή «Πύλη της Δύσης»), the STROG (STRait Of Gibraltar –«το Στενό του Γιβραλτάρ»), το διάσημο αμφίγειο εποπτεύεται από «το βουνό του Τάρικ» (Jabal Ṭāriq [ibn Ziyad]), του βέρβερου ηγέτη που το αξιοποίησε πρώτος ως εφαλτήριο προέλασης στο εσωτερικό της Ιβηρικής. Παράφραση του ονόματός του αποτελεί το νεώτερο γνωστό όνομά της χερσονήσου του Γιβραλτάρ (αγγλικό προσωνύμιο: ο «Βράχος»).

3. Απόδοση του αντίστοιχου αγγλικού αρκτικόλεξου SLOC=Sea Lines of Communications.

4. Βλ. αναλυτικά στο επίτομο έργο του M. Du Jourdin, L’ Europe et la mer (ελληνική μετάφραση: Η Ευρώπη και η θάλασσα, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1998, ειδικά τα Κεφάλαια 4-6).

5. Οι αναδρομές στην νεώτερη ιστορία του είναι πολυάριθμες, με άξονες τη στρατηγική σημασία του και την κατοχή του από μη γειτνιάζουσα πολιτική οντότητα. Περιοριζόμαστε ενδεικτικά: Gold, Gibraltar /British or Spanish?, London & York: Routledge, 2005, Εισαγωγή – Κεφ. 2. Σύνοψη των στρατιωτικών πτυχών, ενδεικτικά στο: D. Fa ─ C. Fin- layson, The Fortifications of Gibraltar 1068-1945, London – N. York: Osprey, 2006, σσ 4-44.

6. Ενδεικτικά: Simpson, FORCE H AND BRITISH STRATEGY IN THE WESTERN MEDITERRANEAN 1939–42, The Mariner’s Mirror, Vol. 83, No. 1, 1997, σ 62, N. J. W. Goda, Franco’s bid for empire: Spain, Germany, and the western Mediterranean in World War II, Mediterranean Historical Review, Vol. 13, Iss. 1-2, 1998, σ 179, F. Rodao, Japan and the Axis, 1937—8: Recognition of the Franco Regime and Manchukuo, Journal of Contemporary History, Vol. 44, No. 3, 2009, σ 432.

7. Ενδεικτικά: C. Frank Jr., Naval Operations in the Spanish Civil War, 1936-1939, Naval War College Review, Vol. 37, No. 1, 1984, σσ 30, 45.

8. B. Burdick, “Moro”: The Resupply of German Submarines in Spain, 1939-1942, Central European History, Vo. 3, No. 3, 1970, σσ 256-262, D. Smyth, Diplomacy and Strategy of Survival /British Policy and Franco’s Spain, 1940-41, Cambridge-London-New York-New Rochelle-Melbourne-Sydney: Cambridge University Press, 1986,σσ 2-3, 5, 14-17, 42, S. Glynn, The European Great Powers and Spanish Civil War, 1936-1939, στο R. Boyce & E. M. Robertson (επι- μέλ.), Paths to War: New Essays on the Origins of the Second World War, Basingstoke & London: Macmillan, 1989, σσ 218-221, D. W. Pike, Franco and the Axis Stigma, Basingstoke – N. York: Palgrave Macmillan, 2008, σσ 3, 20, 153 υποσημ. 11, A. N. Buchanan, Washington’s ‘silent ally’ in World War II? United States policy towards Spain, 1939– 1945, Journal of Transatlantic Studies, Vol. 7, No. 2, 2009, σσ 95-97, R. Hammond, An enduring influence on imperial defence and grand strategy: British perceptions of the Italian Navy, 1935–1943, The International History Review, Vol. 39, Iss. 5, 2017, σ 10. D. M. Miller, Dark Waters: Britain and Italy’s Invasion of Albania,7 April 1939, International Journal of Intelligence and CounterIntelligence, Vol. 16 No. 2, 2003, σ. 310, A. Toprani, “THE NAVY’S SUCCESS SPEAKS FOR ITSELF”? /The German Navy’s Independent Energy Security Strategy, 1932–1940, Naval War College Review, Vol. 68, No. 3, 2015, σ. 117 υποσημ. 80.

9. H. Herwig, Prelude to Weltblitzkrieg: Germany’s Naval Policy toward the United States of America, 1939-41, The Journal of Modern History, Vol. 43, No. 4, 1971, σ 652, D. Reynolds, Churchill and the British ‘Decision’ to fight on in 1940: right policy, wrong reasons, στο R. Langhorne (επιμέλ.), Diplomacy and Intelligence during the Second World War /Essays in honour of F. H. HINSLEY, Cambridge-London-N. York et al: Cambridge University Press, 1985, σ 152, Smyth 1986 ibid σ 42, G. Schreiber, Ideas of German Ruling Circles concerning a Colonial Empire, στο G. Schreiber – B. Stegemann – D. Vogel (επιμέλ.),Militärgeschichtliches Forschungsamt, Freiburg im Breisgau, Germany and the Second World War, Vol. III: The Mediterranean, South-East Europe, and North Africa 1939-1941, Oxford: Clarendon Press, 1995, σσ 278-301, L. A. Rose, Power at Sea, Vol. 2: The Breaking Storm 1919–1945, Columbia & London: Uni- versity of Missouri Press, 2007, σ 292, S. G. Payne, Franco and Hitler /Spain, Germany, and World War II, New Haven & London: Yale University Press, 2008, σσ 45, 49, 51-52, 62.

10. Ο πληθυσμός, πολυεθνικό αμάλγαμα επί αιώνες, ήταν ως το 1940 αρκετών γενεών αυτόχθονες, αλλά και πρόσφατοι μέτοικοι ισπανικής, ιταλικής, πορτογαλικής, αραβικής, εβραϊκής, μαλτέζικης, βρετανικής, ινδικής και γαλλικής κατα- γωγής. Το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα, τα Γιανίτικα (La Línea: η περιοχή του Γιβραλτάρ βορείως του «Βράχου»), είναι αν- δαλουσιανό με έντονες αγγλικές και δευτερευόντως γενοβέζικες κι εβραϊκές προσμίξεις. Ανθρωπολογικά, το Γιβραλτάρ ουδέποτε έπαψε να είναι υπόδειγμα διαρκώς ανατροφοδοτούμενης «συνοριακής κουλτούρας», παλλαϊκού κοσμοπολιτι- σμού στην πράξη. Για το θέμα του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού των μόνιμων κατοίκων (αποκαλούνται Llanitos) βλ. ενδεικτικά: A. Canessa (επιμέλ.), Bordering on Britishness National Identity in Gibraltar from the Spanish Civil War to Brexit, London: Palgrave Macmillan, 2018. Η έκφανση αυτή δεν αναλύεται περαιτέρω, διότι εκφεύγει του εξεταζόμε- νου αντικειμένου. Αξίζει να προστεθεί ότι ντόπιοι εθελοντές συγκρότησαν ένοπλη δύναμη το 1938, την Gibraltar Defence Force (GDF), η οποία αξιοποιήθηκε ως μονάδα αντιαεροπορικού πυροβολικού (μετά το ξέσπασμα των εχθρο- πραξιών επάνδρωσε και άλλες μονάδες, επάκτιου πυροβολικού, διαβιβάσεων, υγειονομικού κλπ). Η δύναμη GDF, μετε- ξελισσόμενη, υφίσταται ως τις μέρες μας.

11. Ενδεικτικά: H. H. Herwig 1971 op cit σ 656, J. Garcia, Operation Felix /Hitler’s Plan to capture Gibraltar, Gibral- tar: Mediterranean Sun, 1979, σ 26, N. J. W. Goda, The Riddle of the Rock: A Reassessment of German Motives for the Capture of Gibraltar in the Second World War, Journal of Contemporary History, Vol. 28, 1993, σσ 297, 310, R. Ham- mond 2017 op cit σ 13, Kissinger, Διπλωματία, Αθήνα: «Νέα Σύνορα» Λιβάνης, 1995, σ 431.

12. Schreiber, Political and Military Developments in the Mediterranean Area, 1939-1940, /The Strategic Dilemma of summer and autumn 1940: an Alternative or Interim Strategy? στο G. Schreiber – B.Stegemann – D. Vogel (επιμέλ.) Vol. III 1995 op cit σ 183.

13. Σχετικά με τα βρετανικά σχέδια για τα Κανάρια, σε συνάρτηση με το φάσμα απώλειας της βάσης στο Γιβραλτάρ, σημειώνεται ότι οι αρχικές σκέψεις περιστράφηκαν γύρω από την απόβαση στο λιμάνι Puerto de la Luz (Puerto de Las Palmas) του νησιού Gran Canaria. Τα βρετανικά σχέδια κατάληψης των Καναρίων ουδέποτε εγκαταλείφτηκαν ως το τέλος του 1943, αντιθέτως επικαιροποιούνταν περιοδικά (Σχέδια «PUMA, Pilgrim, Adroit»), αρχικά στο πλαίσιο ανα- ζήτησης εναλλακτικής προς το Γιβραλτάρ βάσης, σε περίπτωση που αυτό καταλαμβανόταν κι εν συνεχεία λόγω της συ- στηματικής αξιοποίησης των νερών γύρω από τα νησιά ως ασφαλούς καταφυγίου των γερμανικών υποβρυχίων για επι- σκευές, ανεφοδιασμό από πλοία και συλλογή πληροφοριών. Το 1941, αφότου πιστοποιήθηκε η χρήση του Puerto de la Luz από γερμανικά πλοία μεταφορών κι υποστήριξης, σχεδιάστηκε η «Επιχείρηση Warden» με περιεχόμενο την κατα- στροφή των λιμενικών υποδομών, η οποία αναβλήθηκε για διπλωματικούς λόγους: C. B. Burdick 1970 op cit σ 279, M. Simpson, A Life of Admiral of the Fleet Andrew Cunningham /A Twentieth-Century Naval Leader, London – Portland, OR: F. Cass, 2004, σ 47, R. Wigg, Churchill and Spain /The survival of the Franco regime, 1940–45, Abingdon – N. York: Routledge, 2005 σσ 7, 15, G. Cabrera, Operation Warden: British sabotage planning in the Canary Islands dur- ing the Second World War, Intelligence and National Security, Vol. 35, Iss. 2, 2020, σσ 252-268.

14. D. Smyth 1986 op cit σσ 35-38, R. Wigg 2005 op cit σσ 6-7, 10-15, 33-34, 40-44, S. G. Payne 2008 op cit σσ 63, 66. Ο H. Hoare υπήρξε ηγετική προσωπικότητα των Συντηρητικών από την δεκαετία 1920-1930. Είχε διατελέσει υπουργός αεροπορίας, υπουργός αρμόδιος για θέματα Ινδίας και υπουργός εξωτερικών (ήταν υπεύθυνος για τον συμβιβαστικό γαλλοβρετανικό διακανονισμό στο ζήτημα του ιταλικού επεκτατισμού στην τότε Αβησσυνία το 1935 κι εξαιτίας των χειρισμών του οδηγήθηκε σε παραίτηση). Τοποθετήθηκε έπειτα Πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείου και εισέφερε πολλά στην ενίσχυση του Royal Navy. Επανήλθε πρόσκαιρα στην ηγεσία του Foreign Office, αλλά απομακρύνθηκε λόγω έντονων διαφωνιών με τον Churchill, καθώς ο Hoare ανήκε στους κατευναστικούς. Η τοποθέτησή του στην Μαδρίτη το 1940 θεωρήθηκε «πολιτική εξορία», πάντως έφερε σε πέρας με μεγάλη επιτυχία τα καθήκοντά του, που απαιτούσαν λεπτούς χειρισμούς και τήρηση ισορροπιών, διατηρούμενος στο πρεσβευτικό του αξίωμα μέχρι το 1944.

15. Schreiber 1995 op cit σ 184, N. J. W. Goda 1998 op cit σσ 170-176, S. G. Payne 2008 ibid σ 72, D. W. Pike 2008 op cit σ 27, E. Moradiellos, Franco /Anatomy of a Dictator, London – N. York: I. B. Tauris, 2018, σσ 54-55.

16. J. Garcia 1979 op cit σ 6, G. Schreiber 1995 ibid σσ 198-200, 211, S. G. Payne 2008 ibid σσ 72-73.

17. Υπήρχε και αεροπορική διάσταση στη δράση των Βρετανών, από αέρος ναρκοθέτηση του Μέρς-ελ-Κεμπίρ, για τον αποκλεισμό ή τον εκβιασμό των γαλλικών πλοίων να εξέλθουν υπό δυσμενείς συνθήκες. Τα δραματικά εκείνα γεγο- νότα δεν αναλύονται περαιτέρω στο παρόν κείμενο, καθώς αξίζει να αποτελέσουν αντικείμενο ξεχωριστής μελέτης, με βάση το πρόσφατα αποδεσμευμένο πρωτογενές αρχειακό υλικό που αξιοποίησαν γάλλοι και βρετανοί ερευνητές.

18. M. Simpson 1997 op cit σσ 64-65, D. Fa & C. Finlayson 2006 op cit σσ 46-47.

19. Απόρρητο τηλεγράφημα (3/7) του Γερμανού πρεσβευτή Stohrer, στο P. R. Sweet – M. Lambert – M. Baumont (επι- μέλ.), Documents on German Foreign Policy 1918-1945, Series D (1937-1945), X, The War Years, June 23-August 31, 1940, Department of State Publication 6491, Washington DC: United States Government Printing Office, 1957, σσ 105-106, S. Roskill, Churchill and the Admirals, London: Collins, 1977, σ 175, J. Garcia 1979 op cit σ 27, K. G. Weiss, The Azores in Diplomacy and Strategy, 1940-1945, Professional Paper 272, Alexandria VA: Center for Naval Analysis, 1980, σ 5, D. Smyth 1986 op cit σσ 35, 41, 66-67, G. Schreiber 1995 op cit σσ 200-203, 211, D. W. Pike 2008 op cit σ 33, S. G. Payne 2008 op cit σ 94.

20. J. Garcia 1979 ibid σσ 8-10, G. Schreiber 1995 ibid σσ 185-186, N. J. W. Goda 1998 op cit σ 176, A. Viñas and C. Seidel, Franco’s Request to the Third Reich for Military Assistance, Contemporary European History, Vol. 11, No. 2, 2002, σσ 195-196, M. E. Cokely, British counter-intelligence in Gibraltar: Deciphering Spanish ‘neutrality’ during the Second World War, International Journal of Iberian Studies, Vol. 20, Nο. 2, 2007, σσ 133-137, S. G. Payne 2008 ibid σ 78, D. W. Pike 2008 ibid σ 14, J. Best, Spying on the rock: an assessment of Abwehr clandestine operations against Gibraltar during the Second World War, Intelligence and National Security, Vol. 34, Iss. 2, 2019, σσ 3-11.

21. Άκρως απόρρητα υπόμνημα (8/8) και τηλεγράφημα (20/8) του γερμανού πρεσβευτή Stohrer, στο P.R. Sweet – M. Lambert – M. Baumont (επιμέλ.) op cit σσ 442-446, 514-515, J. Garcia 1979 ibid σ 29, N. J. W. Goda 1993 op cit σσ 299-301, Schreiber 1995 ibid σσ 205-208, 211-212, M. Simpson 2004 op cit σ 52, D. Fa & C. Finlayson 2006 op cit σ 47, S. G. Payne 2008 ibid σ 79, E. Moradiellos 2018 op cit σ 55.

Ανθή Γ. Λιμπιτσιούνη: Το ζήτημα της Κύπρου υπό το πρίσμα της γαλλικής διπλωματίας (1950 – 1959)

Ανθή Γ. Λιμπιτσιούνη

Το ζήτημα της Κύπρου υπό το πρίσμα της γαλλικής διπλωματίας (1950 – 1959)

 

Το δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου 1950

H απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της Εθναρχίας να προχωρήσει στις 15 Ιανουαρίου 1950 στη διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος, προκειμένου ο λαός της Κύπρου να διακηρύξει την επιθυμία του για την Ένωση με την Ελλάδα, δεν θορύβησε διόλου τη γαλλική διπλωματία. Στο πλαίσιο αυτό, τόνιζε με περισσή βεβαιότητα ότι «εάν το τουρκικό στοιχείο δεν επιδιδόταν σε καμία απερίσκεπτη ενέργεια, ήταν σίγουρο ότι η 15η Ιανουαρίου δεν θα διέφερε από οιαδήποτε άλλη ημερομηνία και ότι το δημοψήφισμα δεν θα αποτελούσε παρά μία νέα πλατωνική εκδήλωση ενός πόθου για πολλοστή φορά εκπεφρασμένου από τον ελληνικό πληθυσμό του νησιού».

Η εκτίμηση αυτή ήταν απόρροια της πεποίθησής της ότι το ζήτημα της Ένωσης ήταν επίπλαστο, αφού η αναταραχή των Ελληνοκυπρίων, στην οποία ήθελε να πιστεύει ο ελληνικός Τύπος, αποτελούσε «περισσότερο μύθο παρά πραγματικότητα». Ως εκ τούτου, θεωρούσε ότι τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος δεν θα μπορούσαν να εκληφθούν ως αξιόπιστα, αφού δεν τεκμαιρόταν ότι υφίστατο πράγματι μία διευρυμένη πλειοψηφία στον πληθυσμό της Μεγαλονήσου, που επιθυμούσε ειλικρινά την Ένωση με την Ελλάδα. Και τούτο διότι όχι μόνο το ¼ των κατοίκων της ήταν διαφορετικής εθνικής προέλευσης, αλλά και ένα διόλου ευκαταφρόνητο μέρος των Ελλήνων της Κύπρου αντιτασσόταν στην προοπτική της Ένωσης. Ερωτήματα εγείρονταν και ως προς την εγκυρότητα της ψήφου των συμμετεχόντων, αφού ήταν πεπεισμένη ότι η βούλησή τους υπαγορευόταν από τις διαταγές του Ορθόδοξου Κλήρου και του Α.Κ.Ε.Λ.

Συν τοις άλλοις, η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος εξελήφθη ως μία ακόμη ηχηρή εκδήλωση των ψηφισμάτων, που διατράνωναν τα ενωτικά αισθήματα των Ελλήνων της Κύπρου. Με βάση το παρελθόν, δεν αναμενόταν να σηματοδοτήσει την απαρχή σημαντικών πολιτικών εξελίξεων ως προς το ζήτημα της Κύπρου, αφού ουδέποτε άλλοτε ανάλογου είδους διακηρύξεις, όπως επισήμαινε, είχαν οδηγήσει σε απτά αποτελέσματα, παραμένοντας πάντοτε ευσεβείς πόθοι.

Μολαταύτα, καταλυτικό ρόλο στις εκτιμήσεις της διαδραμάτισε πρωτίστως η αντίδραση των βρετανικών αρχών, οι οποίες, έχοντας τονίσει επανειλημμένως την πρόθεσή τους να μην εγκαταλείψουν την Κύπρο, αρνήθηκαν να λάβουν υπ’ όψιν τους το επικείμενο δημοψήφισμα, τονίζοντας ότι «το ζήτημα της Κύπρου θεωρείτο κλειστό» για την κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος. Όμως, εξίσου καθοριστικής σημασίας θεωρήθηκε η εφεκτική στάση που τήρησε επί του θέματος η Αθήνα, η οποία σε μία κρίσιμη συγκυρία για την ανασυγκρότηση της χώρας επ’ ουδενί λόγω επιθυμούσε την έγερση του ζητήματος της Κύπρου, η διευθέτηση του οποίου θα επιτυγχανόταν, σύμφωνα με την πάγια θέση της, εντός του πλαισίου της ελληνοβρετανικής φιλίας.

Το δημοψήφισμα του 1950 στην Κύπρο.

Εντούτοις, το ενδεχόμενο έγερσης του Κυπριακού στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, δεδομένου του υπομνήματος   που είχε υποβάλει στις 25 Νοεμβρίου 1949 ο Γενικός Γραμματέας του Α.Κ.Ε.Λ., Εζεκίας Παπαϊωάννου στον Γενικό Γραμματέα, ενέβαλε σε προβληματισμό τη γαλλική διπλωματία. Και τούτο διότι σε αυτήν την περίπτωση η Γαλλία θα καλείτο να λάβει θέση επί του θέματος, αφού σύμφωνα με το 4ο άρθρο της Σύμβασης της 23ης Δεκεμβρίου του 1920, η οποία διαμόρφωνε τα σύνορα των υπό εντολή εδαφών της Συρίας, της Παλαιστίνης και του Ιράκ, η Βρετανία δεσμευόταν να μην εκχωρήσει την Κύπρο σε μία τρίτη δύναμη, δίχως τη συναίνεσή της. Στο πλαίσιο αυτό, εκτιμούσε ότι εάν διεθνοποιείτο το ζήτημα της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, η υποστήριξη των ελληνικών διεκδικήσεων θα μπορούσε όχι μόνο να θέσει σε κίνδυνο τη συμμαχία της Γαλλίας με τη Βρετανία, αλλά και να αποβεί μακροπρόθεσμα εις βάρος των γαλλικών συμφερόντων στη Μεσόγειο, αφού θα μπορούσε στο μέλλον να αντιταχθεί στην πολιτική που ακολουθούσε στην περιοχή της Βορείου Αφρικής.

Τηλεγράφημα του προξένου της Γαλλίας στη Λευκωσία σχετικό με το δημοψήφισμα (πηγή: Γαλλικά Διπλωματικά Αρχεία).

Η επίσημη ανακοίνωση στις 29 Ιανουαρίου 1950 των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος, σύμφωνα με τα οποία το 96% τασσόταν υπέρ της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, άρχισε να προκαλεί προβληματισμό στους Γάλλους διπλωμάτες. Παρά τους ενδοιασμούς που διατηρούσαν ως προς τη διαδικασία διεξαγωγής του, δεν αμφισβητούσαν πλέον ότι αποτελούσε μία ηχηρή εκδήλωση υπέρ της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.

Παράλληλα όμως, δεν έκρυβαν την έντονη ανησυχία τους για τον αντίκτυπό του στις σχέσεις της Ελλάδας τόσο με την Τουρκία, όσο και με τη Βρετανία, εκτιμώντας ότι οι Έλληνες επέδειξαν έλλειψη πολιτικού πνεύματος, διεκδικώντας πρόωρα την Κύπρο. Μολονότι η Αθήνα διατεινόταν ότι η Τουρκία με την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης (24 Ιουλίου 1923), είχε παραιτηθεί επί παντός δικαιώματός της επί της Μεγαλονήσου, η αντίδραση της τουρκικής μειονότητας εναντίον οιασδήποτε τροποποίησης του υπάρχοντος εδαφικού καθεστώτος, καταδείκνυε, όπως επισήμαιναν, ότι αργά ή γρήγορα το ζήτημα της Κύπρου θα εξελισσόταν σε μία ελληνοτουρκική διαμάχη, γεγονός που θα είχε ανυπολόγιστες συνέπειες για τη σταθερότητα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Επιπλέον, ήταν πεπεισμένοι ότι η ανακίνηση του ζητήματος της Ένωσης, το οποίο περιπλεκόταν ακόμη περισσότερο από την ισχυρή παρουσία των κομμουνιστών στη Μεγαλόνησο, θα έφερνε εκ των πραγμάτων σε τροχιά σύγκρουσης την Ελλάδα με τη Βρετανία. Εντούτοις, έθεταν εν αμφιβόλω τη δυνατότητα του Λονδίνου να συνεχίσει επί μακρόν να αντιτάσσεται στις διεκδικήσεις των Ελλήνων, εάν η αναταραχή γύρω από το ζήτημα της Κύπρου προσλάμβανε τέτοιο εύρος, ώστε όχι μόνο η Ελλάδα, αλλά και τα Ηνωμένα Έθνη καλούνταν πλέον να παρέμβουν. Στο πλαίσιο αυτό, δεν απέκλειαν το ενδεχόμενο μεταβολής του status quo της Μεγαλονήσου, γεγονός που θα μπορούσε να ανατρέψει όλη την ισορροπία δυνάμεων στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου.

37, quai d’ Orsay. Η πρόσοψη του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών.

Οι προσπάθειες διεθνοποίησης του Κυπριακού (1950 – 1954)

Οι Γάλλοι διπλωμάτες άσκησαν δριμεία κριτική στους χειρισμούς, στους οποίους προέβησαν ως προς το ζήτημα της Κύπρου μέχρι το καλοκαίρι του 1954 τόσο οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις, όσο και ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος. Καίτοι κατανοούσαν το αδιέξοδο, στο οποίο είχε εγκλωβιστεί η Αθήνα μετά το δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου, καθώς αδυνατούσε να αποκηρύξει δημοσίως τις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνονταν για την προώθησή της Ενωσης, προκειμένου να μην κατηγορηθεί για έλλειψη πατριωτισμού και εθνική μειοδοσία, στηλίτευαν τις παλινωδίες που παρουσίαζε η πολιτική της στο Κυπριακό. Και τούτο διότι η ελληνική κυβέρνηση κατέφευγε συχνά σε μεθοδεύσεις, δημιουργώντας ανεδαφικές προσδοκίες στην κοινή γνώμη περί δήθεν διευθέτησης του προβλήματος, οι οποίες όμως διαψεύδονταν εν τοις πράγμασι.

Παράλληλα, αλγεινή εντύπωση προκαλούσε στους Γάλλους διπλωμάτες η εκχώρηση ως μη όφειλε του ηγετικού της ρόλου στην Ορθόδοξη Εκκλησία, επιτρέποντας τις άφρονες παρεμβάσεις της τελευταίας στο Κυπριακό, κριτική που δεν ήταν ολότελα ανεξάρτητη από τα αντικληρικαλιστικά αισθήματα, από τα οποία εμφορούνταν. Εξίσου επιτιμητικοί ήταν ως προς τον ρόλο που διαδραμάτισε ο Τύπος στην αναμόχλευση του Κυπριακού, αν όχι καθ’ υπόδειξιν, τουλάχιστον υπό την ανοχή των εκάστοτε ελληνικών κυβερνήσεων, προκειμένου να εξυπηρετηθούν διάφορες πολιτικές σκοπιμότητες στο εσωτερικό της χώρας.

Τα πυρά τους εκτοξεύονταν και εναντίον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, ο υπερβάλλοντας ζήλος του οποίου περιέπλεξε, όπως επισήμαιναν, το ζήτημα της Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, διατείνονταν ότι το δημοψήφισμα που διοργάνωσε στην Κύπρο με «τρόπο περισσότερο δημαγωγικό παρά σοβαρό», αποδείχτηκε στα χέρια του ένα όπλο εξαιρετικά επικίνδυνο, το οποίο όχι μόνο αξιοποίησε, αλλά και «καταχράστηκε» στο έπακρο. Ψέγοντας τον τρόπο με τον οποίο μετερχόταν το ανώτατο θρησκευτικό του αξίωμα, προκειμένου να πραγματοποιήσει τις απώτερες επιδιώξεις του, διατείνονταν ότι ασκούσε αφόρητες πιέσεις έναντι της Αθήνας, ώστε να την εξαναγκάσει να εγείρει το ζήτημα της Κύπρου στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, εγχείρημα των δυσκολιών του οποίου είχε πλήρη επίγνωση ευθύς εξαρχής.

Εντούτοις, οι Γάλλοι διπλωμάτες δεν φείστηκαν κριτικής ούτε για την προκλητική αδιαλλαξία, που επέδειξε το Λονδίνο έναντι της Αθήνας, παρά τις αλλεπάλληλες προσπάθειές της να ξεκινήσει ένας απευθείας διάλογος για τη φιλική διευθέτηση του θέματος διά μέσου διμερών διαπραγματεύσεων, αποφεύγοντας έως την ύστατη στιγμή να προσφύγει στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών. Η κατηγορηματική άρνηση που προέτασσε ευκαιρίας δοθείσης στις εκκλήσεις της, αντικρούοντας τα επιχειρήματά της με μία έκδηλη διάθεση ειρωνείας, διαδραμάτισε, κατά την άποψή τους, καταλυτικό ρόλο στην όξυνση των πνευμάτων.

Και τούτο διότι προκάλεσε ένα αίσθημα βαθύτατης προσβολής, το οποίο επρόκειτο να αναδειχθεί σε καθοριστικό παράγοντα των εξελίξεων στο Κυπριακό. Υπό το πρίσμα αυτό, η απαξιωτική στάση του Anthony Eden κατά τη διάρκεια της συνάντησής του με τον Αλέξανδρο Παπάγο τον Σεπτέμβριο του 1953 στην Αθήνα, αλλά και το «ουδέποτε» που διατύπωσε από το βήμα της Βουλής των Κοινοτήτων ο Henry Hopkinson τον Ιούλιο του 1954, είχαν επιφέρει ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα στην ελληνική υπερηφάνεια. Και τούτο διότι, όπως χαρακτηριστικά επισήμαιναν, «η ειρωνεία ουδέποτε εκτιμήθηκε στην Ελλάδα, ιδίως όταν επρόκειτο για εθνικά θέματα», εφιστώντας την προσοχή του Quai d’ Orsay στον καταλυτικό ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει στο Κυπριακό η ευθιξία των Ελλήνων, οι οποίοι δεν είχαν εισπράξει παρά μόνο κοφτές ή ειρωνικές αρνήσεις. «Inde ira et lacrimae».

 

Η προσφυγή της Αθήνας στα Ηνωμένα Έθνη (1954)

Οι Γάλλοι διπλωμάτες δεν υπερέβαλλαν στις εκτιμήσεις τους. Ενδεικτική της ολότελα διαφορετικής προσέγγισής που ακολουθούσαν επί του θέματος, ήταν η εισήγησή τους ότι η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να εγκαταλειφθεί ολότελα από τη γαλλική αντιπροσωπεία στους κόλπους της Γενικής Συνέλευσης, προσφέροντάς της την έμπρακτη συμπαράστασή της κατά τη διάρκεια των εργασιών εκτός συνόδου. Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμιζαν ότι οι παρεμβάσεις, στις οποίες εκ των πραγμάτων θα προέβαινε, θα έπρεπε να διακρίνονται από μετριοπάθεια και μία διάθεση συμφιλίωσης, σε μία προσπάθεια να αμβλυνθεί η αντιπαράθεση μεταξύ δύο χωρών, με τις οποίες η Γαλλία διατηρούσε στενούς δεσμούς στο πλαίσιο της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.

Ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπάγος υποδέχεται τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο στην Αθήνα.

Παράλληλα όμως, η γαλλική διπλωματία δεν έκρυψε τους ενδοιασμούς της ως προς την απόφαση της Γαλλίας να ταχθεί υπέρ των βρετανικών θέσεων, καταψηφίζοντας τον Σεπτέμβριο του 1954 την εγγραφή της ελληνικής προσφυγής για την εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης του λαού της Κύπρου στην ημερήσια διάταξη της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών. Βεβαίως, κατανοούσε τους λόγους, που την υποχρέωναν να ανταποκριθεί θετικά στο βρετανικό αίτημα, αφού τα ζητήματα του Μαρόκου και της Τυνησίας παρουσίαζαν, παρά τις όποιες διαφορές, σημαντικές ομοιότητες με εκείνο της Κύπρου. Επανειλημμένως, το Παρίσι είχε επισημάνει την πολύτιμη αρωγή που του προσέφερε αφειδώλευτα το Λονδίνο, εν αντιθέσει με την Αθήνα, κατά τη διάρκεια των σχετικών ψηφοφοριών που διεξήχθησαν για τα ζητήματα του Μαρόκου και της Τυνησίας.

Εντούτοις, οι Γάλλοι διπλωμάτες εκτιμούσαν ότι τα επιχειρήματα που προέτασσε το Λονδίνο εν έτει 1954, ήταν σαθρά. Και τούτο διότι ουδόλως ανταποκρίνονταν στα δεδομένα της καινούργιας πραγματικότητας, που είχε διαμορφωθεί διεθνώς μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ως εκ τούτου, θεωρούσαν ότι το υπόμνημα που κατέθεσε τον Αύγουστο του 1954 η κυβέρνηση Παπάγου στα Ηνωμένα Έθνη αναφορικά με το ζήτημα της Κύπρου, διέθετε ισχυρότερα ερείσματα από νομικής άποψης, εν συγκρίσει με την επίσημη βρετανική θέση, αφού «πολλές παράγραφοι του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών φαίνονταν να έχουν γραφτεί εις επίρρωσιν των ελληνικών θέσεων».

 

Οι απόπειρες διευθέτησης του Κυπριακού διά μέσου διμερών διαπραγματεύσεων (1955 – 1956)

Η γαλλική διπλωματία εξέφρασε τον αποτροπιασμό της για το πογκρόμ, που διενεργήθηκε εις βάρος των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις 6/7 Σεπτεμβρίου 1955. Καίτοι θεωρούσε ότι το καταστροφικό μένος που επέδειξε ο όχλος, δεν ήταν απόρροια αποκλειστικά και μόνο του μίσους που έτρεφε εναντίον των Ελλήνων, αλλά εν μέρει και του φθόνου του για τους κατέχοντες του πλούτου, ουδεμία αμφιβολία είχε ότι επρόκειτο για μια συστηματικά οργανωμένη επιχείρηση, που υλοποιήθηκε υπό την ανοχή, αν όχι την ενθάρρυνση των τουρκικών αρχών, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η πολιτική της Άγκυρας στο Κυπριακό.

Στην προσπάθειά της να απευθύνει κατά τη διάρκεια της Τριμερούς Διάσκεψης του Λονδίνου (29 Αυγούστου – 7 Σεπτεμβρίου 1955) μία αυστηρή προειδοποίηση προς την κυβέρνηση Eden για τις επιπτώσεις που θα επέσυρε η υιοθέτηση μίας λύσης, που θα απέβαινε εις βάρος των αξιώσεών της, υποδαύλισε τα ανθελληνικά αισθήματα της κοινής γνώμης διά μέσου του Τύπου, ο τόνος του οποίου προσέλαβε στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1955 έναν ιδιαίτερα βίαιο χαρακτήρα, αγγίζοντας τα όρια του παροξυσμού. Λειτουργώντας ως μαθητευόμενος μάγος, όπως υπογράμμιζε, εξαπέλυσε σφοδρές δυνάμεις, τη δράση των οποίων απέτυχε να θέσει υπό τον έλεγχό της.

Υπό το πρίσμα αυτό, η γαλλική διπλωματία δεν έκρυβε τον προβληματισμό της για τη ραγδαία επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, γεγονός που όχι μόνο καθιστούσε «τον πολιτικό ελληνοτουρκικό γάμο ένα εύθραυστο οικοδόμημα», αλλά και εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για το μέλλον της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με τις εξελίξεις στο Κυπριακό. Παράλληλα όμως, ήταν πεπεισμένη ότι ούτε η ίδια η Τουρκία επρόκειτο να εξέλθει αλώβητη από τις ανθελληνικές ταραχές της 6ης/7ης Σεπτεμβρίου. Και τούτο διότι ετίθετο πλέον εν αμφιβόλω όλη η προσπάθεια που αναλήφθηκε τόσο από τους Κεμαλιστές, όσο και από την κυβέρνηση Menderes, προκειμένου να εκριζώσουν από τη χώρα τους τα «συμπλέγματα του μεγάλου ασθενούς», τα οποία κατέτρυχαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Τα “Σεπτεμβριανά” του 1955 στην Κωνσταντινούπολη.

Το κύμα οργής και αγανάκτησης που πυροδότησε στην Ελλάδα το πογκρόμ, το οποίο ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο μετά την απόρριψη τον Σεπτέμβριο του 1955 της 2ης ελληνικής προσφυγής στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, ενέβαλε σε έντονη ανησυχία τη γαλλική διπλωματία. Με δεδομένα τα αντιδυτικά αισθήματα, από τα οποία είχε αρχίσει πλέον να εμφορείται η κοινή γνώμη, δεν αποκλειόταν το ενδεχόμενο αναθεώρησης της εξωτερικής πολιτικής της Αθήνας και στροφής της προς την κατεύθυνση της ουδετερότητας, ένα ελκυστικό παράδειγμα της οποίας αποτελούσε η Γιουγκοσλαβία. Η εξέλιξη αυτή θεωρείτο ότι θα απέβαινε εις βάρος της Δύσης, λόγω της προκεχωρημένης στρατηγικής θέσης της ελληνικής χερσονήσου, αλλά και της λανθάνουσας δύναμης που διέθετε στη χώρα ο κομμουνισμός.

Το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων ανάμεσα στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και τον Στρατάρχη Harding, (Οκτώβριος 1955 – Φεβρουάριος 1956) ενέτεινε τους φόβους της γαλλικής διπλωματίας για την εξέλιξη του Κυπριακού. Ανεξαρτήτως της δεδηλωμένης πρόθεσης του Λονδίνου να μην εκχωρήσει την κυριαρχία του στη Μεγαλόνησο, προτάσσοντας τη στρατηγική της σημασία για την υλοποίηση της βρετανικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή, θεωρείτο ότι καθοριστικό ρόλο στο αδιέξοδο που επήλθε, διαδραμάτισαν οι αντιρρήσεις της Τουρκίας, η οποία φοβόταν, παρά τις ρητές διαβεβαιώσεις των Βρετανών περί του αντιθέτου, μήπως εν τέλει προχωρούσαν στην εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης στην Κύπρο, μέσω της εδραίωσης ενός καθεστώτος αυτοκυβέρνησης. Στο πλαίσιο αυτό, διακήρυττε ότι «τίποτε δεν μπορούσε να γίνει στην Ανατολική Μεσόγειο χωρίς την έγκρισή της», υπογραμμίζοντας ότι δεν προτίθετο να εγκαταλείψει την τουρκική μειονότητα στην τύχη της, αφού αισθανόταν υπεύθυνη για την ασφάλειά της.

Η γαλλική διπλωματία ανησυχούσε ιδιαιτέρως για το εύρος που θα μπορούσαν να προσλάβουν οι αντιδράσεις της, εάν αναγνωριζόταν η αυτοδιάθεση της Κύπρου. Πεποίθησή της ήταν ότι η Άγκυρα δεν θα δίσταζε να εξαπολύσει ακόμη και έναν πραγματικό εμφύλιο πόλεμο στη Μεγαλόνησο, δεδομένου ότι η τουρκική μειονότητα, η οποία ήταν ήδη οργανωμένη και εν μέρει εξοπλισμένη, τελούσε σε κατάσταση αναμονής. Ενδεικτικές των προθέσεών της θεωρούνταν όχι μόνο οι διακοινοτικές ταραχές που εκδηλώθηκαν στις 11 Ιανουαρίου 1956, με αφορμή τη δολοφονία ενός Τούρκου αστυνομικού από την Ε.Ο.Κ.Α, οι οποίες συνιστούσαν μία σαφή προειδοποίηση για το μέλλον, αλλά και οι στενές επαφές που άρχισε να αναπτύσσει η ηγεσία της με τους ιθύνοντες της μητέρας πατρίδας, υπό τη συστηματική καθοδήγηση των οποίων άλλωστε τελούσε. Απώτερος στόχος της κυβέρνησης Menderes ήταν να εξέλθει η τουρκική μειονότητα από τη συνήθη της παθητικότητα, καθιστώντας σαφή την πρόθεσή της να αντιταχθεί με οιοδήποτε μέσο στην Ένωση.

Μολονότι η απόφαση του Λονδίνου να προχωρήσει τον Μάρτιο του 1956 στη σύλληψη και την εκτόπιση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στις Σεϋχέλλες, της προκάλεσε προς στιγμήν ένα αίσθημα ανακούφισης και ικανοποίησης, ουδόλως αμβλύνθηκαν οι ανησυχίες της. Και τούτο διότι η απομάκρυνση του Αρχιεπισκόπου από το προσκήνιο, ο οποίος καθίστατο πλέον μάρτυρας, όχι μόνο δεν διευθετούσε το πρόβλημα της Κύπρου, αλλά αντιθέτως μετέθετε τη λύση του στο απώτερο μέλλον. Εξακολουθώντας, όπως επισήμαιναν οι Γάλλοι διπλωμάτες, να τρέφει σοβαρές αμφιβολίες για την ειλικρίνεια των βρετανικών προθέσεων, αδυνατούσε να λησμονήσει ότι είχε τεθεί στο περιθώριο των συνομιλιών Μακαρίου – Harding, παρά τις ρητές διαβεβαιώσεις του Λονδίνου ότι η συγκατάθεσή της θεωρείτο εκ των ων ουκ άνευ για τη σύναψη μίας ενδεχόμενης συμφωνίας.

Παράλληλα όμως, οι Γάλλοι διπλωμάτες εκτιμούσαν ότι η εκτόπιση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, η οποία σηματοδοτούσε τη σκλήρυνση της βρετανικής πολιτικής στο Κυπριακό, υποδηλώντας την αποφασιστικότητά της να προασπίσει πάση θυσία την κυριαρχία της επί της Μεγαλονήσου, συνιστούσε πέραν πάσης αμφιβολίας «σφάλμα έναντι της Ελλάδος». Και τούτο διότι επρόκειτο να δυσχεράνει το έργο της κυβέρνησης Καραμανλή, η οποία επιθυμούσε διακαώς την αποκλιμάκωση της έντασης που σοβούσε στις σχέσεις της τόσο με τη Βρετανία, όσο και με την Τουρκία, ούτως ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστη στο έργο της οικονομικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης της χώρας. Εκ των πραγμάτων, θα ήταν πλέον υποχρεωμένη να σκληρύνει τη στάση της, αφού σε διαφορετική περίπτωση ελλόχευε ο κίνδυνος ανατροπής της.

Ο Μακάριος στις Σεϋχέλλες.

Το αδιέξοδο στο Κυπριακό μετά την εκτόπιση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου

Η αδιαλλαξία που επέδειξε το Λονδίνο μετά την εκτόπιση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, εμμένοντας στην πάταξη της «τρομοκρατίας» στη Μεγαλόνησο, η οποία θεωρείτο εκ των ων ουκ άνευ για την επανάληψη των διαπραγματεύσεων με την ελληνοκυπριακή πλευρά, επέσυρε δριμεία κριτική εκ μέρους των γαλλικών διπλωματικών κύκλων. Και τούτο διότι όχι μόνο δεν συνετέλεσε στην αποκατάσταση της τάξης και της ηρεμίας στη Μεγαλόνησο, αλλά επιπλέον οδήγησε το Κυπριακό σε νεκρό σημείο.

Ενδεικτική της άτεγκτης στάσης που τηρούσε επί του θέματος, θεωρείτο η εκτέλεση διά απαγχονισμού στις 10 Μαΐου 1956 του Μιχάλη Καραολή και του Ανδρέα Δημητρίου. Οι Γάλλοι διπλωμάτες εξέφρασαν τη διαφωνία τους με την απόφαση του Στρατάρχη Harding να απορρίψει το αίτημα για την απονομή χάριτος στους καταδικασθέντες, η οποία προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Και τούτο διότι επρόκειτο για μία υπόθεση, που θα μπορούσε να εξάψει τα αντιδυτικά αισθήματα, από τα οποία εμφορείτο η ελληνική κοινή γνώμη μετά τα Σεπτεμβριανά και την απόρριψη της 2 ης ελληνικής προσφυγής στα Ηνωμένα Έθνη, οδηγώντας ακόμη και σε διάρρηξη των δεσμών της Αθήνας με τη Δύση.

Σε μία προσπάθεια να αποσοβηθεί ο κίνδυνος αυτός, η γαλλική διπλωματία θεωρούσε ότι το Παρίσι θα έπρεπε να έρθει αρωγός σε οιαδήποτε προσπάθεια, προκειμένου να «διευθετηθεί το θέμα ενδοοικογενειακά», όπως είχε επισημάνει ο Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος, Σπυρίδων Θεοτόκης. Και τούτο διότι η επανάληψη των διαπραγματεύσεων μεταξύ των εμπλεκομένων πλευρών θα απέβαινε προς όφελος της Γαλλίας, αφού «η διένεξη της Κύπρου δηλητηρίαζε την ατμόσφαιρα σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο».

Μολαταύτα, το Λονδίνο δεν ήταν διατεθειμένο να αναθεωρήσει την αδιάλλακτη πολιτική του. Ενδεικτικό θεωρείτο το γεγονός ότι παρέπεμψε τον Ιούλιο του 1956 στις ελληνικές καλένδες παρά τις προηγούμενες εξαγγελίες του την παρουσίαση ενός καινούργιου σχεδίου για την άρση του αδιεξόδου στο Κυπριακό. Καταλυτικό ρόλο στην υπαναχώρησή του διαδραμάτισαν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Γάλλων διπλωματών, οι αντιρρήσεις της Τουρκίας, η οποία αντιτίθετο σφόδρα στην εδραίωση καθεστώτος αυτονομίας στην Κύπρο. Και τούτο διότι παρόμοια εξέλιξη εκλαμβανόταν ως προάγγελος της αναγνώρισης της αρχής της αυτοδιάθεσης, εξέλιξη που απευχόταν η Άγκυρα. Στο πλαίσιο αυτό, δεν δίστασε να μετέλθει έναν απροκάλυπτο εκβιασμό, προκειμένου να καταστήσει σαφές στους δυτικούς της εταίρους ότι επ’ ουδενί λόγω ήταν διατεθειμένη να συγκατατεθεί σε οιονδήποτε συμβιβασμό ως προς το ζήτημα της Κύπρου που θα απέβαινε εις βάρος των συμφερόντων της, πυροδοτώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις.

Εξακολουθώντας να τρέφει αμφιβολίες για τις πραγματικές προθέσεις του Λονδίνου, αλλά και για την ασάφεια που χαρακτήριζε την πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, η Τουρκία προειδοποίησε ότι η αλλαγή του status quo της Μεγαλονήσου θα συνεπαγόταν ipso facto την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης, γεγονός που θα μπορούσε να ανατρέψει όλη την εύθραυστη ισορροπία, στην οποία βασιζόταν το καθεστώς της Ανατολικής Μεσογείου. Η σκλήρυνση που παρατηρείτο πλέον στην στάση της, αλλά και η αναταραχή που υποδαύλιζε εντέχνως στη Μεγαλόνησο, η οποία θα μπορούσε να εκφυλιστεί σε εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των δύο εθνικών κοινοτήτων, προκαλούσε έκδηλη ανησυχία στη γαλλική διπλωματία. Και τούτο διότι η διένεξη ως προς το ζήτημα της Κύπρου υπέσκαπτε τη συνοχή της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.

Δηλωτική της όξυνσης των πνευμάτων θεωρείτο η σφοδρή αντίδραση της Αθήνας στις δηλώσεις του Τούρκου Πρωθυπουργού. Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση Καραμανλή διακήρυξε ότι σε περίπτωση που η Τουρκία έθετε ζήτημα αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάννης, ήταν αποφασισμένη να προχωρήσει πάραυτα στην καταγγελία της Σύμβασης του Montreux, γεγονός που θα επέφερε αναπόδραστα αλλαγές στο καθεστώς των Στενών. Παράλληλα, προειδοποίησε τους εταίρους της ότι εάν δεχόταν την παραμικρή πρόκληση από την Άγκυρα, θα αντιδρούσε ακαριαία, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο ενός ελληνοτουρκικού πολέμου.

Καίτοι οι Γάλλοι διπλωμάτες χαρακτήριζαν ως έναν βαθμό υπερβολικές τις εν λόγω απειλές, με δεδομένη την κατηγορηματική άρνηση της Μόσχας να προσυπογράψει οιαδήποτε μεταβολή του καθεστώτος των Στενών, θεωρούσαν αδήριτη ανάγκη να καθησυχάσουν την Αθήνα. Και τούτο διότι ελλόχευε ο κίνδυνος υπό το βάρος της απογοήτευσής της, αλλά και των συνομιλιών που επρόκειτο να διεξαχθούν το καλοκαίρι του 1956 με τους ηγέτες της Γιουγκοσλαβίας και της Αιγύπτου να προχωρήσει σε βεβιασμένες ενέργειες, που θα απέβαιναν εις βάρος της Δύσης, σε μία κρίσιμη χρονική συγκυρία, κατά την οποία επικρατούσε μία τεταμένη ατμόσφαιρα στη Μέση Ανατολή.

Υπό το πρίσμα αυτό, αναπτύχθηκε ένας έντονος προβληματισμός στους κόλπους της γαλλικής διπλωματίας για το ενδεχόμενο έναρξης απευθείας διαπραγματεύσεων μεταξύ της Ελλάδος και της Τουρκίας, σε μία προσπάθεια να αρθεί το υφιστάμενο αδιέξοδο στο ζήτημα της Κύπρου. Και τούτο διότι εάν δεν διευθετείτο επειγόντως, ελλόχευε ο κίνδυνος ανατροπής της κυβέρνησης Καραμανλή, γεγονός που θα καθιστούσε αναπόφευκτη την απώλεια της Αθήνας για τη Δύση.

Εντούτοις, ο Γάλλος Πρέσβυς στην Άγκυρα, Jean-Paul Garnier ήταν εκ διαμέτρου αντίθετος σε τούτη την προοπτική. Με δεδομένη την ένταση που σοβούσε στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά και την αδιαλλαξία της Άγκυρας, η οποία δεν επρόκειτο να καμφθεί μεσούσης της κρίσης του Σουέζ, υπογράμμιζε ότι οιαδήποτε απόπειρα για την έναρξη ενός διαλόγου μεταξύ των δύο χωρών ήταν εκ των προτέρων καταδικασμένη σε αποτυχία. Ως εκ τούτου, εκτιμούσε ότι το Παρίσι όφειλε να επιδείξει ιδιαίτερη σύνεση επί του θέματος, υποστηρίζοντας την υιοθέτηση μίας συμβιβαστικής λύσης, που θα τύγχανε της αποδοχής και των τριών ενδιαφερομένων πλευρών.

Jean-Paul Garnier, πρέσβυς της Γαλλίας στην Άγκυρα (1955-1957).
Christian Pineau, υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας (1956-1958).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Κεντρική Υπηρεσία του Quai d’ Orsay συντασσόταν πλήρως με την άποψή του, τονίζοντας ότι το Παρίσι ήταν αδύνατον να παρεκκλίνει της γραμμής που ακολουθούσε στο Κυπριακό, λόγω όχι μόνο των συμμαχικών του δεσμών με τη Βρετανία, αλλά και της σοβαρής κρίσης που είχε ενσκήψει στη Μέση Ανατολή από το καλοκαίρι του 1956 μετά την εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ από τον Nasser, στο πλευρό του οποίου τάχθηκε η Αθήνα χωρίς περιστροφές. Εντούτοις, δεν έκρυβε τον προβληματισμό της για τους κινδύνους που ενείχε η διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος στην Κύπρο. Όλη η προσοχή της γαλλικής διπλωματίας άρχισε εφεξής να επικεντρώνεται στην ανάδυση της ιδέας της διχοτόμησης, μετά τη δήλωση στις 19 Δεκεμβρίου του 1956 του επί κεφαλής του Colonial Office, Allan Lennox-Boyd περί ταυτόχρονης άσκησης του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης και από τις δύο εθνικές κοινότητες της Μεγαλονήσου, στην περίπτωση που πραγματοποιείτο η προσάρτησή της στην Ελλάδα, την οποία έσπευσε να αξιοποιήσει στο έπακρο η Άγκυρα.

 

Οι άκαρπες προσπάθειες εξεύρεσης μίας λύσης στο Κυπριακό (1957)

Πράγματι, η αναγνώριση της αρχής της διπλής αυτοδιάθεσης μετέβαλε άρδην τα δεδομένα του Κυπριακού. Και τούτο διότι το Λονδίνο ομολογούσε για πρώτη φορά επισήμως ότι η προοπτική της διχοτόμησης, αν και απευκταία, αποτελούσε μία από τις πιθανές λύσεις του προβλήματος της Κύπρου, γεγονός που όχι μόνο υπονόμευσε τη σημασία του Σχεδίου Συντάγματος Radcliffe, το οποίο περιέπεσε σε τέλμα, αλλά και διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο στην ενίσχυση της τουρκικής αδιαλλαξίας.

Σε μία περίοδο που η Βρετανία βρισκόταν αντιμέτωπη με την εχθρότητα του Αραβικού κόσμου, απόρροια της βρετανογαλλικής επέμβασης στο Σουέζ το φθινόπωρο του 1956, είχε αρχίσει να εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από την Τουρκία, η οποία αποτελούσε τον μόνο σταθερό της σύμμαχο στη Μέση Ανατολή. Με δεδομένη τη βαρύνουσα σημασία που αποκτούσε πλέον για την προάσπιση των βρετανικών συμφερόντων στην περιοχή, αλλά και την αναβάθμιση του στρατηγικού της ρόλου στο πλαίσιο του Ν.Α.Τ.Ο. μετά την εξαγγελία του Δόγματος Eisenhower τον Ιανουάριο του 1957, η κυβέρνηση Eden επ’ ουδενί λόγω ήταν διατεθειμένη να προκρίνει μία λύση για την άρση του αδιεξόδου στο Κυπριακό, η οποία θα αντιστρατευόταν τα συμφέροντα της Άγκυρας.

Δηλωτική των προθέσεων της κυβέρνησης Menderes θεωρείτο από τους Γάλλους διπλωμάτες η αποστολή του Nihat Erim στο Λονδίνο στις 24 Ιανουαρίου 1957, λίγο πριν από την έναρξη των εργασιών της 11η Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών. Απώτερος στόχος του ήταν να αποσπάσει από την κυβέρνηση Macmillan τη ρητή της δέσμευση ως προς την επιβολή της διχοτόμησης, η οποία θα αναγόταν εφεξής, όπως υπογράμμιζαν, στην αιχμή του δόρατος της τουρκικής πολιτικής στο Κυπριακό.

Στο πλαίσιο αυτό, εκτιμούσαν ότι η μετάβαση του Τούρκου νομομαθούς στη βρετανική πρωτεύουσα δεν μπορούσε να νοηθεί ανεξάρτητα από τις διακοινοτικές ταραχές, που εκτυλίχθηκαν στη Μεγαλόνησο το δεύτερο δεκαήμερο του Ιανουαρίου του 1957. Και τούτο διότι αποτελούσαν αλληλοσυμπληρωματικές εκφάνσεις μίας και της αυτής πολιτικής. Απώτερος στόχος της Άγκυρας ήταν να καταδείξει στη διεθνή κοινή γνώμη ότι υπό τις υφιστάμενες συνθήκες καθίστατο εκ των πραγμάτων αδύνατη η αρμονική συμβίωση των δύο εθνικών κοινοτήτων, προτάσσοντας τη διχοτόμηση ως αδήριτη ανάγκη, προκειμένου να εδραιωθεί η ειρήνη και η ασφάλεια στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου.

Ο προβληματισμός της γαλλικής διπλωματίας για την επικίνδυνη τροπή που είχε αρχίσει πλέον να προσλαμβάνει το ζήτημα της Κύπρου, δεν αμβλύνθηκε ούτε μετά την απελευθέρωση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου τον Μάρτιο του 1957. Καίτοι εκλαμβανόταν ως μία χειρονομία καλής θέλησης εκ μέρους της κυβέρνησης Macmillan, σε μία χρονική στιγμή που είχε επέλθει στασιμότητα στο διπλωματικό πεδίο, έτρεφε ενδοιασμούς ως προς την έκβασή της. Και τούτο διότι τόσο ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, όσο και η βρετανική κυβέρνηση δεν επιδείκνυαν καμία διάθεση συμβιβασμού, εμμένοντας κατηγορηματικά στις απόψεις τους.

Παράλληλα, εκτιμούσε ότι η παρουσία του στην Αθήνα όχι μόνο δεν θα διευκόλυνε τη διευθέτηση του Κυπριακού, αλλά αντιθέτως θα δυσχέραινε ακόμη περισσότερο τους χειρισμούς της κυβέρνησης Καραμανλή. Και τούτο διότι οι δηλώσεις του, θα καθίσταντο αντικείμενο κομματικής εκμετάλλευσης από την αντιπολίτευση, σε μία περίοδο που μαίνονταν τα πολιτικά πάθη στην Ελλάδα, υποσκάπτοντας το κύρος όχι μόνο του ιδίου, αλλά και του Έλληνα Πρωθυπουργού.

 

Guy de Girard de Charbonnières, πρέσβυς της Γαλλίας στην Αθήνα (1957-1964).
Maurice Couve de Murville, υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας (1958-1968).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μολαταύτα, η προσοχή της γαλλικής διπλωματίας εστιαζόταν κυρίως στις αντιδράσεις της Άγκυρας, η οποία δεν έκρυβε τη βαθύτατη ενόχλησή της για την πρωτοβουλία του Λονδίνου. Και τούτο διότι θεωρείτο ως προάγγελος επικίνδυνων εξελίξεων, που θα απέβαιναν εις βάρος της. Ενδεικτικά ήταν τα καυστικά σχόλια του τουρκικού Τύπου, ο οποίος ισχυριζόταν ότι η εν λόγω απόφαση συνιστούσε μέγα σφάλμα, καθώς «ισοδυναμούσε με τη ρίψη μίας νάρκης στη Μεσόγειο».

 Όμως, ακόμη πιο ανησυχητική ήταν, κατά την άποψη της, η μεταστροφή που παρατηρείτο πλέον στις διαθέσεις της Τουρκίας έναντι της Βρετανίας. Η απελευθέρωση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, η οποία εξελήφθη ως προσβολή απέναντί της, της προκάλεσε ένα αίσθημα βαθύτατης απογοήτευσης, αφού ήταν πεπεισμένη ότι εξαπατήθηκε σκοπίμως από την κυβέρνηση Macmillan, η οποία καταχράστηκε ως μη όφειλε την καλή της πίστη. Μέσω αλλεπάλληλων δηλώσεών του ο Menderes άφηνε να εννοηθεί ότι η συνεργασία της Τουρκίας στο Σύμφωνο της Βαγδάτης δεν θα έπρεπε εφεξής να θεωρείται δεδομένη, αφού ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τον σεβασμό των δικαιωμάτων της, τα οποία δεν προτίθετο να θυσιάσει στον βωμό της βρετανικής πολιτικής.

Στην προσπάθειά της να εγείρει φόβους για τις επιπτώσεις που θα είχε η υιοθέτηση μίας λύσης, η οποία θα αντέκειτο προς τις αξιώσεις της, η Άγκυρα άρχισε να υποδαυλίζει εντέχνως μία κρίση που άγγιζε πλέον, όπως επισήμαιναν οι Γάλλοι διπλωμάτες, τα όρια της εθνικής ψύχωσης. Στο πλαίσιο αυτό, δεν απέκλειαν ακόμη και το ενδεχόμενο ανάληψης ένοπλης δράσης από την πλευρά της τουρκικής μειονότητας, δεδομένου ότι οι Τούρκοι ιθύνοντες επανειλημμένως είχαν δηλώσει ότι δεν υπήρχε άλλη οδός για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της, πλην της στρατιωτικής κατοχής.

Αποτιμώντας τις αντιδράσεις της κυβέρνησης Menderes, θεωρούσαν ότι δεν θα έπρεπε να αναμένεται μία άμβλυνση των θέσεών της στο Κυπριακό, αφού ήταν πλέον αποφασισμένη να μετέλθει κάθε μέσο, προκειμένου να υπερασπιστεί τη λύση της διχοτόμησης, η οποία διασφάλιζε πλήρως τα συμφέροντά της. Υπό το πρίσμα αυτό, υπογράμμιζαν ότι η σκλήρυνση της στάσης της καθίστατο πλέον αναπόφευκτη.

Οι εκτιμήσεις των Γάλλων διπλωματών ήταν απολύτως εύστοχες. Ενδεικτική ήταν η οξύτατη αντίδρασή τους στην πρόταση που υπέβαλε ο Γενικός Γραμματέας του Ν.Α.Τ.Ο., Paul-Henri Spaak τον Ιούνιο του 1957 για την εδραίωση καθεστώτος εγγυημένης ανεξαρτησίας στην Κύπρο, σε μία προσπάθεια άρσης του αδιεξόδου που είχε επέλθει στο Κυπριακό, επιβεβαιώνοντας τους ενδοιασμούς τους για τη χρονική στιγμή που εκδηλωνόταν η παρέμβασή του. Ο Menderes κατέστησε σαφές ότι ουδέποτε επρόκειτο να συγκατατεθεί στην ανεξαρτησία της Μεγαλονήσου, ακόμη και εάν τελούσε υπό διεθνή εγγύηση, δεδομένου ότι αποτελούσε το προοίμιο για την πραγματοποίηση της Ένωσης. Ως εκ τούτου, η μοναδική λύση που η Τουρκία ήταν διατεθειμένη να αποδεχτεί «στο όνομα της ειρήνης και της παγκόσμιας ασφάλειας», ήταν η διχοτόμηση, η οποία συνιστούσε την ύστατη παραχώρηση εκ μέρους της.

Νέα Υόρκη, 13 Φεβρουαρίου 1957: Το ζήτημα της Αλγερίας στα Ηνωμένα Έθνη. Ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Christian Pineau αγορεύει στο πλευρό του Έλληνα Μονίμου Αντιπροσώπου.

Εντούτοις, πίστευαν ακράδαντα ότι η αδιαλλαξία του Τούρκου Πρωθυπουργού υπαγορευόταν όχι μόνο από την προσπάθειά του να προασπίσει τα ζωτικά συμφέροντα της χώρας του, αλλά και από την αγωνία του για το προσωπικό του πολιτικό μέλλον εν όψει των βουλευτικών εκλογών που επρόκειτο να διεξαχθούν το επόμενο έτος. Σε μία κρίσιμη συγκυρία, κατά την οποία υπέβοσκε εναντίον της κυβέρνησής του ένα διογκούμενο κύμα λαϊκής δυσαρέσκειας, ήταν αδύνατον να επιδείξει την παραμικρή διάθεση συμβιβασμού ως προς το ζήτημα της Κύπρου, αφού οιαδήποτε παραχώρησή του έναντι των ελληνικών αξιώσεων θα εκλαμβανόταν από τους Τούρκους ψηφοφόρους ως εθνική ταπείνωση.

 

Το Σχέδιο Macmillan και οι Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου (1958 – 1959)

Η κλιμάκωση της τουρκικής αδιαλλαξίας, η οποία οδήγησε στις αρχές του 1958 σε ναυάγιο και το φιλελεύθερο σχέδιο του Κυβερνήτη της Κύπρου, Sir Hugh Foot για την εκχώρηση διοικητικής αυτονομίας στη Μεγαλόνησο, ενέβαλε σε έκδηλη ανησυχία τη γαλλική διπλωματία. Και τούτο διότι η κυβέρνηση Macmillan εμφανιζόταν διατεθειμένη να ικανοποιήσει τις αξιώσεις της Άγκυρας, η οποία ενέμενε αναφανδόν στη λύση της διχοτόμησης, προτάσσοντάς την ως την ύστατη παραχώρησή της επί του θέματος.

Οι Πρέσβεις της Γαλλίας τόσο στην Αθήνα, όσο και στην Άγκυρα έκρουαν από τον Φεβρουάριο του 1958 τον κώδωνα του κινδύνου για το ενδεχόμενο διχοτόμησης της Κύπρου, η οποία «συνιστούσε σε κάθε περίπτωση τη χειρότερη δυνατή λύση του Κυπριακού». Και τούτο διότι όχι μόνο θα αποτελούσε τη γενεσιουργό αιτία σοβαρών περιπλοκών σε τοπικό επίπεδο, το εύρος των οποίων ήταν αδύνατον να προβλεφθεί εκ των προτέρων, αλλά και θα συντελούσε στην αποκρυστάλλωση του ανταγωνισμού που ήδη σοβούσε μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας, καλλιεργώντας ένα κλίμα έντασης, που θα απειλούσε τη συνοχή της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Συν τοις άλλοις, η ισχυρή στρατιωτική παρουσία δύο χωρών μελών του Ν.Α.Τ.Ο. στο έδαφος της Μεγαλονήσου θα εκλαμβανόταν ως εν δυνάμει απειλή όχι μόνο από τη Συρία, οι ακτές της οποίας βρίσκονταν πλησίον της, αλλά και από το σύνολο του Αραβικού κόσμου, με αποτέλεσμα να εκδηλωθεί μία νέα κρίση στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, της οποίας θα έσπευδε να επωφεληθεί ασμένως η Σοβιετική Ένωση.

Αποτιμώντας τις εμπρηστικές δηλώσεις της τουρκικής ηγεσίας, εκτιμούσαν ότι η ιδέα της διχοτόμησης καθίστατο ακόμη πιο επικίνδυνη, διότι δεν υπαγορευόταν μόνο από την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειάς της, αλλά από ένα συναίσθημα πολύ πιο βαθύ, που μπορούσε να γίνει κατανοητό μόνο υπό το πρίσμα της βίαιης αφύπνισης της παραδοσιακής εχθρότητας, από την οποία διαπνέονταν οι Οθωμανοί εναντίον των Ελλήνων. Αυτό το άκρως «εγωιστικό συναίσθημα», όπως υπογράμμιζαν, σε συνδυασμό με τον φόβο που της προκαλούσε ο κίνδυνος περικύκλωσής της από τα νησιά μίας χώρας που ήταν προαιώνιος αντίπαλός της, αποτελούσαν τα κίνητρα, από τα οποία υπαγορευόταν η πολιτική της Τουρκίας στο Κυπριακό.

Στο πλαίσιο αυτό, οι δυο Γάλλοι διπλωμάτες προειδοποιούσαν το Quai d’ Orsay ότι η πρόθεση της κυβέρνησης Macmillan να ικανοποιήσει τις παράλογες αξιώσεις της, συνιστούσε πέραν πάσης αμφιβολίας ολέθριο σφάλμα, θέτοντας σε κίνδυνο όχι μόνο τη συνοχή του δυτικού κόσμου, αλλά και τη διασφάλιση της ειρήνης σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Ως εκ τούτου, εισηγούνταν ότι το Παρίσι ως εξέχον μέλος του Ν.Α.Τ.Ο. θα έπρεπε, λόγω της εφεκτικής στάσης των Ηνωμένων Πολιτειών, να αναλάβει πάραυτα μία πρωτοβουλία επί του θέματος, προκειμένου να αποσοβηθεί ο κίνδυνος διχοτόμησης της Κύπρου, πρόταση που ισοδυναμούσε με αναθεώρηση της γαλλικής πολιτικής στο Κυπριακό.

Η εξαγγελία στις 19 Ιουνίου 1958 του Σχεδίου Macmillan, το οποίο καθιστούσε περισσότερο ορατό από ποτέ τον κίνδυνο διχοτόμησης της Κύπρου, ενέτεινε τις ανησυχίες των Γάλλων διπλωματών. Και τούτο διότι η κυβέρνηση De Gaulle, η οποία είχε μόλις ανέλθει στην εξουσία, προτίθετο να ταχθεί υπέρ της εφαρμογής του, εκτιμώντας ότι συνιστούσε «μία αδιαμφισβήτητη προσπάθεια εκ μέρους του Λονδίνου, προκειμένου να διευθετηθεί το ζήτημα της Κύπρου, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα συμφέροντα όλων των ενδιαφερομένων πλευρών».

Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούσαν ότι η πρωτοβουλία της βρετανικής κυβέρνησης, η οποία παρομοιαζόταν με μία προσπάθεια «τετραγωνισμού του κύκλου», ήταν όλως διόλου εσφαλμένη. Και τούτο διότι η ιδέα εδραίωσης ενός καθεστώτος τριπλής συγκυριαρχίας στη Μεγαλόνησο, με δεδομένες τις εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις που προέβαλλαν η Αθήνα και η Άγκυρα, ήταν εκ των προτέρων καταδικασμένη σε αποτυχία. Ως εκ τούτου, θεωρούσαν ότι η εφαρμογή του Σχεδίου Macmillan όχι μόνο δεν θα συνέβαλλε στη διευθέτηση του ζητήματος της Κύπρου, αλλά τουναντίον θα επέτεινε το αδιέξοδο, στο οποίο είχε υπεισέλθει.

Harold Macmillan, πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας (1957-1963).

Καίτοι διατείνονταν ότι μόνο η εφαρμογή του θεμελιώδους δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των λαών συνιστούσε μία δίκαιη και δημοκρατική λύση του Κυπριακού, εκτιμούσαν ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή ήταν εκ των πραγμάτων ανέφικτη, λόγω των σφοδρών αντιρρήσεων της Τουρκίας, αλλά και της άρνησης του Λονδίνου να προχωρήσει στην εφαρμογή της. Υπό το πρίσμα αυτό, καλούσαν το Παρίσι να προκρίνει την υιοθέτηση μίας προσωρινής φόρμουλας διακυβέρνησης, ανάλογης με εκείνες που είχαν ήδη εφαρμοστεί με επιτυχία σε πρώην αποικίες του βρετανικού Στέμματος, η οποία δεν θα επιδίωκε, όπως το βρετανικό σχέδιο «συνεταιρισμού», να «συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα», αλλά αντιθέτως θα προσανατολιζόταν προς την κατεύθυνση της εκχώρησης ανεξαρτησίας στην Κύπρο εν ευθέτω χρόνω, αποκλείοντας a priori την κυβέρνηση τόσο της Ελλάδας, όσο και της Τουρκίας από τη διοίκηση της Μεγαλονήσου.

Εντούτοις, το Παρίσι εμφανιζόταν απρόθυμο να συγκατατεθεί στην υιοθέτηση μίας τόσο ρηξικέλευθης λύσης, ένεκα των σοβαρών προβλημάτων που καλείτο να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση De Gaulle, με αποκορύφωμα τη σύγκρουση που μαινόταν από το 1954 στην Αλγερία. Σε τούτη την ιδιαιτέρως κρίσιμη συγκυρία, επ’ ουδενί λόγω ήταν διατεθειμένο να έρθει σε αντιπαράθεση με τη Βρετανία για ένα δευτερεύον θέμα, όπως αυτό της Κύπρου, διακυβεύοντας ζωτικά συμφέροντά του. Η διασφάλιση της στήριξης του Λονδίνου, τη στιγμή που εκκρεμούσε η συζήτηση του ζητήματος της Αλγερίας στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, θεωρείτο μείζονος σημασίας για τη Γαλλία.

Στο πλαίσιο αυτό, η Κεντρική Υπηρεσία του Quai d’ Orsay αποσαφήνιζε στους Γάλλους Πρέσβεις ότι ήταν αδύνατον να ταχθεί αίφνης η Γαλλία υπέρ της αυτοδιάθεσης της Μεγαλονήσου. Εμμένοντας στην πάγια θέση της περί τήρησης ίσων αποστάσεων επί του θέματος, υπογράμμιζε μετ’ επιτάσεως ότι σε μία διένεξη, στην οποία εμπλέκονταν τρεις χώρες με τις οποίες διατηρούσε στενούς συμμαχικούς δεσμούς, ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατον να λάβει θέση υπέρ μίας εξ αυτών, εις βάρος των σχέσεών της με τις υπόλοιπες. Θεωρώντας εφικτή την επίτευξη ενός συμβιβασμού, καθήκον της ήταν, όπως επισημαινόταν, να ενθαρρύνει τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων μεταξύ των τριών ενδιαφερομένων πλευρών, προτρέποντας παράλληλα τόσο την Αθήνα, όσο και την Άγκυρα να λάβουν τα προσήκοντα μέτρα για τον κατευνασμό των πνευμάτων, ο οποίος αποτελούσε conditio sine qua non για την εξεύρεση μίας λύσης στο πρόβλημα της Κύπρου.

O Γάλλος Πρέσβυς στην Αθήνα, Guy de Girard de Charbonnières εξέφρασε ρητώς την αντίθεσή του επί της απόφασης αυτής, προειδοποιώντας το Παρίσι ότι εάν εξακολουθούσε να εμμένει στην επίτευξη ενός συμβιβασμού μεταξύ των θέσεων των τριών ενδιαφερομένων πλευρών, δεν υπήρχε καμία απολύτως ελπίδα να αρθεί το αδιέξοδο στο Κυπριακό. Αντιθέτως, υποστήριζε μετ’ επιτάσεως ότι το Σχέδιο Macmillan θα έπρεπε να «τεθεί εν υπνώσει». Και τούτο διότι τορπίλιζε κάθε προσπάθεια φιλικής διευθέτησης του Κυπριακού, οδηγώντας όχι μόνο σε οριστική διάρρηξη τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά και δημιουργώντας ένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στην Ελλάδα και τους δυτικούς της εταίρους, εξέλιξη που θα μπορούσε να πυροδοτήσει μία νέα σοβαρή κρίση στη Μέση Ανατολή, μία ιδιαιτέρως εύφλεκτη περιοχή που ήδη βρισκόταν σε αναβρασμό, μετά την επανάσταση στο Ιράκ τον Ιούλιο του 1958.

Οι ενδοιασμοί των Γάλλων διπλωματών για την εξέλιξη του Κυπριακού δεν ήρθησαν ούτε μετά την υπογραφή τον Φεβρουάριο του 1959 των Συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου, παρά το διάχυτο αίσθημα ανακούφισης που προκάλεσαν στη Δύση. Εκφράζοντας έναν έντονο προβληματισμό για το καθεστώς που επρόκειτο να εδραιωθεί στην Κύπρο, διατύπωσαν σοβαρές ενστάσεις ως προς καίριες διατάξεις τους. Ως εκ τούτου, υποστήριζαν ότι η Συνθήκη Εγγυήσεως περιόριζε εκ προοιμίου την κυριαρχία του υπό σύσταση κράτους, το οποίο μόνο κατ’ όνομα θα ήταν ανεξάρτητο. Συν τοις άλλοις, με δεδομένο το δικαίωμα ανάληψης μονομερούς δράσης από κάθε μία από τις τρεις Εγγυήτριες Δυνάμεις, ουδείς μπορούσε να προδικάσει τι θα συνέβαινε, εάν μία διαφορά μεταξύ των δύο εθνικών κοινοτήτων εξελισσόταν σε ελληνοτουρκική διαμάχη.

Οι Κωνσταντίνος Καραμανλής (πρωθυπουργός), Ahmed Zorlu (υπουργός Εξωτερικών), Adnan Menderes (πρωθυπουργός) και Ευάγγελος Αβέρωφ (υπουργός Εξωτερικών) φωτογραφίζονται αμέσως μετά την μονογραφή της Συμφωνίας της Ζυρίχης στις 11 Φεβρουαρίου 1959 στο ξενοδοχείο Ντόλτερ.

Όμως, πρωτίστως υπογράμμιζαν ότι καίτοι είχε αποφευχθεί η γεωγραφική διχοτόμηση της Κύπρου, οι εν λόγω συμφωνίες, οι οποίες απέβησαν εις βάρος τόσο των Ελλήνων της Κύπρου, όσο και της ίδιας της Ελλάδας, επέβαλαν μία πραγματική διχοτόμηση σε επίπεδο θεσμών. Και τούτο διότι εκχωρώντας καθεστώς αυτονομίας στην τουρκική μειονότητα, αποκτούσε πλήρη ισονομία εν συγκρίσει με την ελληνική πλειοψηφία, η οποία στην πραγματικότητα καθίστατο δέσμιά της. Καθιστώντας αδύνατη τη λήψη οιασδήποτε απόφασης χωρίς τη συγκατάθεσή της, μετατρεπόταν στην πραγματικότητα σε συνιδιοκτήτη της Μεγαλονήσου, απολαμβάνοντας όλα τα οφέλη που απέρρεαν εκ της νέας νομικής θέσεώς της.

Λευκωσία, 2 Μαρτίου 1959. Ο Μακάριος επιστρέφει την επομένη της συνομολόγησης των Συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου.

Οι Γάλλοι διπλωμάτες δεν έκρυβαν τον έντονο προβληματισμό τους για το νομικό καθεστώς του υπό σύσταση κράτους, δεδομένου ότι δεν υφίστατο κυπριακό έθνος. Ιδιαιτέρως ανησυχητικό θεωρούσαν το γεγονός ότι αντί να αναγάγει τον πληθυσμό του σε ένα ενιαίο και αλληλέγγυο έθνος, καθιστούσε απαγορευτική τη δημιουργία του. Υπό το πρίσμα αυτό ήταν πεπεισμένοι ότι ο πολιτικός του βίος δεν θα ήταν ανέφελος, εάν δεν κατοχυρωνόταν το αναφαίρετο δικαίωμα της πλειοψηφίας να ασκεί τη διακυβέρνηση του νεοσύστατου κράτους. Και τούτο διότι το δικαίωμα της αρνησικυρίας, το οποίο παραχωρήθηκε στην τουρκική μειονότητα, θα παρέλυε πέραν πάσης αμφιβολίας τη λειτουργία όλων των θεσμών.

Η εφαρμογή των Συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου εξαρτάτο αποκλειστικά, όπως υπογράμμιζαν, από την καλλιέργεια ενός κλίματος αμοιβαίας κατανόησης και συνεργασίας μεταξύ όχι μόνο των δύο εθνικών κοινοτήτων, αλλά και των κυβερνήσεων της Ελλάδας και της Τουρκίας. Εντούτοις, προειδοποιούσαν ότι εάν διατηρείτο η αντιπαλότητα που υπέβοσκε ανάμεσά τους, δίνοντας το έναυσμα σε έξωθεν παρεμβάσεις, τότε «θα κατέρρεαν σαν χάρτινος πύργος και όλες οι ελπίδες που βασίστηκαν σε αυτές, θα γίνονταν στάχτη».

Εκτιμήσεις του Henry Spitzmuller, πρέσβυ της Γαλλίας στην Άγκυρα, σχετικά με τη Συμφωνία του Λονδίνου (πηγή: Γαλλικά Διπλωματικά Αρχεία).

Η Ανθή Γ. Λιμπιτσιούνη είναι διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Η διδακτορική της διατριβή φέρει τον τίτλο: Το πλέγμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων υπό το πρίσμα της γαλλικής διπλωματίας, 1950 – 1960.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Αβέρωφ – Τοσίτσα Ευάγγελου, Ιστορία χαμένων ευκαιριών, (Κυπριακό, 1950 – 1963), Α’ Τόμος, Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”, Αθήνα 1981.

Αργυρίου Σοφία, Το εθνικό κίνημα των Ελληνοκυπρίων κατά την τελευταία περίοδο της Αγγλοκρατίας (1950 – 1960), Πρόλογος Π. Παπαπολυβίου, Εκδόσεις Ασίνη, Αθήνα 2017.

Βλάχος Άγγελος Σ. Δέκα χρόνια Κυπριακού, Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”, Αθήνα 2003.

Crouzet François, Η κυπριακή διένεξη, 1946 – 1959, Τόμος Α’, μτφρ. Αριστοτέλης Φρυδάς, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2011.

Hatzivassiliou Evanthis Britain and the international status of Cyprus, 1955 – 1959, University of Minnesota, Minneapolis Minnesota 1997.

Κρανιδιώτης Νίκος, Δύσκολα χρόνια, Κύπρος, 1950 – 1960, Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”, Αθήνα 1981.

Λιμπιτσιούνη Ανθή Γ., Το πλέγμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων υπό το πρίσμα της γαλλικής διπλωματίας, 1950 – 1960, Ανέκδοτη Διδακτορική Διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2020.

Παπαπολυβίου Πέτρος, Συρίγος Άγγελος, Χατζηβασιλείου Ευάνθης (επιμ.), Το Κυπριακό και το διεθνές σύστημα, 1945 – 1974: αναζητώντας θέση στον κόσμο, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013.

Stefanidis Ioannis D., Isle of discord, Nationalism, imperialism and the making of the Cyprus problem, Hurst & Company, London 1999.

Τενεκίδης Γιώργος, Κρανιδιώτης Γιάννος (επιμ.), Κύπρος, ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”, Αθήνα 2000.

Χατζηβασιλείου Ευάνθης, Στρατηγικές του Κυπριακού, Η δεκαετία του 1950, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2005.

Χατζηβασιλείου Ευάνθης, Εισαγωγή στην ιστορία του μεταπολεμικού κόσμου, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2008.

Χόλλαντ Ρόμπερτ, Η Βρετανία και ο κυπριακός αγώνας, 1954 – 1959, μτφρ. Βίλλυ Φωτοπούλου, Εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα 2001.

Xydis Stephen G., Cyprus, Conflict and conciliation, 1954 – 1958, Ohio State University Press, Columbus Ohio 1967.

 

 

 

Καλοκαιρινή ανάπαυλα: Μεγάλες πόλεις – Αθάνατες μελωδίες

Καλοκαιρινή ανάπαυλα

Μεγάλες πόλεις – Αθάνατες μελωδίες

 

Ο χώρος εμπνέει τη μελωδία και η μελωδία παραπέμπει στον χώρο. Με την πάροδο του χρόνου η όσμωση είναι πλήρης. Αυτό ακριβώς πρεσβεύει το φετινό καλοκαιρινό αφιέρωμα, με την επιλογή εννέα μεγαλουπόλεων και τη σύνδεσή τους με πασίγνωστες μελωδίες, αφιερωμένες σε αυτές. Μαζί με τις ευχές για υγεία και ευτυχία, το επιτελείο της Clio Turbata σας προσκαλεί να απολαύσετε την οπτικοακουστική πανδαισία που ακολουθεί και να ταξιδέψετε με συνοδό όχι τα πράσινα πιστοποιητικά, τα εμβόλια και τις μεταλλάξεις, αλλά τη διεθνή γλώσσα της ελευθερίας, της ανιδιοτέλειας και της αξιοπρέπειας, που ονομάζεται Μουσική. Στις μέρες μας, όπου η απαξίωση των πάντων αποτελεί καθημερινή πραγματικότητα, ας μη υποτιμάμε τις σταθερές ανθρώπινες αρχές και αξίες που μας αποκαλύπτει και προσφέρει απλόχερα η γνώση του παρελθόντος. Μια γνώση, η οποία μας διδάσκει πως μια κοινωνία, δομημένη επάνω στην έννοια του κέρδους δίχως φραγμούς και δίχως ηθική σαν τη σημερινή, είναι μια κοινωνία με προδιαγεγραμμένη ημερομηνία λήξης. Σας το υπενθυμίζουμε έχοντας επιλέξει έναν δροσερό κι ευχάριστο τρόπο, που θέλουμε να πιστεύουμε πως θα προσδώσει μια ηλιαχτίδα αισιοδοξίας και μια ανάσα οξυγόνου στην αποπνικτική ατμόσφαιρα των τελευταίων μηνών. Και ας μη ξεχνάμε: ο χρόνος δεν είναι στάσιμος, πολύ συχνά δε οι αστάθμητοι παράγοντες είναι εκείνοι που διαμορφώνουν τις εξελίξεις. Με πιο απλά λόγια, ο καιρός έχει γυρίσματα!

Σας ευχαριστούμε ολόψυχα για την εμπιστοσύνη με την οποία μας περιβάλετε πάνω από πέντε χρόνια τώρα και σας υποσχόμαστε ότι θα συνεχίσουμε με το κεφάλι ψηλά για πολύ καιρό ακόμα την περιήγησή μας μέσα στον ιστορικό χωροχρόνο με σκοπό να γνωρίσουμε σφαιρικότερα το παρελθόν, γεγονός που θα μας επιτρέψει με τη σειρά του να κατανοήσουμε καλύτερα το παρόν και, γιατί όχι, να ριψοκινδυνεύσουμε κάποια πρόγνωση για το μέλλον.

Η σημερινή ανάρτηση αφιερώνεται σε όλα τα παιδιά του κόσμου, μαζί με την ακράδαντη πεποίθηση ότι θα καταφέρουμε τελικά να τους κληροδοτήσουμε μια κοινωνία, μέσα στην οποία θα δικαιούνται να ζήσουν και να προκόψουν ως ελεύθεροι και υπεύθυνοι πολίτες.

Αθήνα

 

Μάνος Χατζιδάκις – Νανά Μούσχουρη – Αθήνα

 

 

 

 

Ρώμη

Renato Rascel – Arrivederci Roma

 

 

 

Βενετία

 

Stelvio Cipriani – Anonimo Veneziano

 

Charles Aznavour – Com’è Triste Venezia

 

 

 

 

Άμστερνταμ

 

Scott Walker – In the port of Amsterdam

 

 

 

Βρυξέλλες

 

Jacques  Βrel – Bruxelles

 

 

 

Παρίσι

 

Hubert Giraud – Sous le Ciel De Paris

 

Joe Dassin – Champs Élysées

 

 

 

Λονδίνο

 

George Gershwin – A Foggy Day In London Town

 

 

Ρίο ντε Τζανέιρο

Antônio Carlos Jobim – Garota de Ipanema

Barry Manilow – Copacabana

 

 

 

Νέα Υόρκη

 

Billy Joel – Barbra Streisand – New York State of Mind

 

Frank Sinatra – New York, New York

 

 

 

 

 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Βαγγέλης Κανσίζογλου