Skip to main content

Αθηνά Κακούρη: Το Ιστορικό Μυθιστόρημα: «Ιστορικό» ή «Μυθιστόρημα»;

Αθηνά Κακούρη

Το Ιστορικό Μυθιστόρημα: «Ιστορικό» ή «Μυθιστόρημα»;

Το κείμενο που ακολουθεί, προέρχεται από διάλεξη της συγγραφέως, η οποία έλαβε χώρα τον Ιούλιο του 2010 σε εργαστήριο του Θαλής και Φίλοι. Για την παρούσα έκδοση διατηρήθηκε στο ακέραιο ο προφορικός λόγος.

Τo ιστορικό μυθιστόρημα είναι είδος σχετικά πρόσφατο, πράγμα φυσικό διότι δεν μπορούσε να υπάρξει πριν από τήν εξέλιξη της ιστορικής επιστήμης από τη μιά και την διαμόρφωση του μυθιστορήματος ως είδους από την άλλη. Κι αυτό  έγινε χονδρικά στα μέσα του 18ου αιώνα.

Πατέρας του ιστορικού μυθιστορήματος θεωρείται ο Ουώλτερ Σκωτ, που έγραψε στις αρχές του 19ου αιώνος – σα να λέμε, τον καιρό που ωρίμαζε  στις περιοχές  μας  η δυναμική της Εθνεγερσίας. Ενδιαφέρον είναι να σημειώσουμε ότι στην Ελλάδα, το πρώτο ιστορικό μυθιστόρημα,  Ο Αυθέντης του Μωρέως, του Ραγκαβή,  γράφηκε στα 1850, σχετικά κοντά, δηλαδή, στην πρώτη  εμφάνιση του είδους στη Δύση. ΄Εκτοτε, το ιστορικό μυθιστόρημα γνώρισε και γνωρίζει μεγάλη εξάπλωση παντού, και φυσικά και στην Ελλάδα.

Ορισμοί του λογοτεχνικού αυτού είδους έχουν δοθεί τρεις βασικά, αλλά ας μείνουμε σ’εκείνον που ο εξαιρετικός κριτικός λογοτεχνίας Απόστολος Σαχίνης, θεωρεί τον καλύτερον: ιστορικό είναι το μυθιστόρημα που έχει ως θέμα πρόσωπα και γεγονότα μιάς περασμένης εποχής και δημιουργεί το ιδιαίτερο χρώμα του τόπου και του χρόνου.

Τα όσα θα πω σήμερα για το Ιστορικό Μυθιστόρημα δεν είναι άλλο από τα όσα μου δίδαξε η πείρα. Δεν είμαι θεωρητικός (ούτε ιστορικός, ούτε ιστορικός της λογοτεχνίας, ούτε φιλόλογος,) αλλά ένας  ενθουσιώδης αναγνώστης και ένας τεχνίτης, που έμαθε καμπόσα πάνω στη δουλειά και συχνά διερωτήθηκε τι βαραίνει περισσότερο, η Ιστορία ή το Μυθιστόρημα; Και η απάντηση που δίνω εγώ είναι: Ακόμη κι ένα μέτριο μυθιστόρημα στέκει – ή τουλάχιστον δεν βλάπτει- αν είναι σωστή η Ιστορία, δηλαδή  ο ιστορικός ιστός που πάνω του πλέκεται η ανθρώπινη περιπέτεια,  ενώ ακόμη κι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα δεν στέκει,-ή ενδέχεται να είναι και βλαβερό – εάν η Ιστορία δεν είναι σωστή.

Η Ιστορία, βλέπετε, εκτός από διασκεδαστική και ενδιαφέρουσα, είναι και ένα εργαλείο. Αν το κατασκευάσουμε και το συντηρήσουμε  καλά, τότε μας δίνει πολλές πληροφορίες για τον εαυτό μας και για τους άλλους, μας δίνει παραλληλισμούς που μας βοηθούν να εκτιμήσουμε μια κατάσταση, μας προσφέρει στοιχεία που βοηθούν για να λαβαίνουμε αποφάσεις, για να κρίνουμε (και άρα να ακολουθήσουμε)  αυτόν τον ηγέτη λόγου χάριν ή τον άλλον, να προλάβουμε λάθη, να προβλέψουμε πιθανότητες. Αν όμως δεν το φροντίσουμε όπως πρέπει, το εργαλείο αυτό μπορεί και να παραπλανήσει, να θολώσει την είκόνα του τι είμαστε εμείς και, ακόμη χειρότερο, του τι είναι κάποιοι άλλοι, να δημιουργήσει επικίνδυνες συναισθηματικές φορτίσεις, να μας βάλει σε λανθασμένους δρόμους και να μας οδηγήσει σε καταστροφές.

Ένα παράδειγμα πολύ κοντινό μας: Η Ιστορία μας διδάσκει πως η Δικτατορία είναι κακό πράγμα. Συμπεραίνουμε λοιπόν πως οι εκπληκτικές επιτυχίες μας στην Αλβανία το 1940 δεν είναι δυνατόν να οφείλονται στον τότε δικτάτορα – και καταλήγουμε ότι το ΟΧΙ το είπε ο λαός και το έπος στην  Αλβανία το  έκανε ο ελληνικός λαικός  ξεσηκωμός.

Εντούτοις η Ιστορία μας διδάσκει πως ναί, πράγματι, η Δικτατορία είναι κακό πράγμα – κι αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ.  Αλλά μας διδάσκει επίσης  και πολλά άλλα που πρέπει να λαβουμε υπ’όψιν μας, κι ανάμεσά τους  ότι ποτέ δεν έγινε λαικός ξεσηκωμός που να απήντησε ακαριαία και επιτυχώς σε μια επίθεση σύγχρονου στρατού, με επιτελικό σχέδιο και συνεργασία όλων των όπλων του σε μια έκταση μετώπου. Η Ιστορία δεν μας δίνει κανένα τέτοιο παράδειγμα. Άρα κάποιος είχε προετοιμάσει το 1940. Μικρή έρευνα αρκεί για να διαπιστώσουμε ότι την άμυνα της χώρας –στρατιωτική και διπλωματική – την είχε οργανώσει  ο Μεταξάς από χρόνια, με όλους τους πολύπλοκούς τρόπους που απαιτεί ένα τέτοιο εγχείρημα. Το ΟΧΙ το είχε ετοιμάσει ο Μεταξάς.

Αν αυτό το είχαν καταλάβει καλά οι κρατούντες το 1974, δεν θα είχαν λάβει τις αποφάσεις που έλαβαν στην Κύπρο  με τις οικτρές τους συνέπειες.

Σκοπιμότητες του είδους που ψευτίζουν την αλήθεια είναι τόσο επικίνδυνες όσο και τα σκανταλέματα της πυξίδας ενός πλοίου.

Τα παραδείγματα είναι πλήθος – σας συνιστώ μάλιστα ένα μικρό -αλλά πολύ σοβαρό -βιβλίο που κυκλοφόρησε προσφάτως και ελπίζω να μεταφραστεί. Λέγεται Dangerous games (Επικίνδυνα παιχνίδια), The uses and abuses of history, της διάσημης ιστορικού Margaret Macmillan, που διευθύνει τις Σπουδές της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ.

Θα μου πείτε, ίσως, ότι αυτά ισχύουν μεν για την συγγραφή της  Ιστορίας, αλλά για το Ιστορικό Μυθιστόρημα μπορεί να υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία, μια και σίγουρα αν μας επιτεθεί η Βουλγαρία, λόγου χάριν, δεν θα κάτσουν οι κυβερνήτες μας να δούν τι λέει η Πηνελόπη Δέλτα στον Καιρό του Βουλγαροκτόνου για ν’αποφασίσουν τι θα κάνουν.

Πηνελόπη Δέλτα (1874-1941).

Ναί, το μυθιστόρημα δεν αποτελεί στοιχείο για την λήψη αποφάσεων. Αλλά αποτελεί ένα πολύ ισχυρό μέσον δημιουργίας κοινής γνώμης, προδιαθέσεως, αιθημάτων,   φρονήματος  δηλαδή.  Η Πηνελόπη Δέλτα ανάθρεψε δυό γεννεές νέων- ή μάλλον  σ υ ν έ β α λ ε   στο να ανατραφούν δυό γεννεές νέων, -εμπνέοντας τους με ηρωικά παραδείγματα αυτοθυσίας για την πατρίδα.

Σκεφτείτε το αντίστροφο –  αν τους τροφοδοτούσε διαρκώς με ιστορίες όπου ο ήρως είναι ο φυγόστρατος, όπου το άτομο έχει το δικαίωμα να αποφασίζει μόνο του πότε θα υπηρετήσει την πατρίδα του και πότε όχι, όπου ο αρχηγός είναι πρόσωπο κατάπτυστο και η ανυπακοή στους νόμους είναι δικαίωμα του καθενός, ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα την κρίσιμη στιγμή του 1940;  Κάτι ανάλογο με αυτό που έγινε στην Γαλλία όταν της επετέθη η χιτλερική Γερμανία – οι στρατιώτες δεν ώρμησαν να υπερασπιστούν την πατρίδα τους,  «Προς τι;» pouquoi?, αναρωτιώνταν ανόρεχτα. Εδώ όμως αγγίζουμε  ένα σημείο που είναι πολύ λεπτό και πολύ επικίνδυνο: το Ιστορικό Μυθιστόρημα που στοχεύει σε κάτι. Νομιμοποιείται να γράφεται ένα τέτοιου είδους μυθιστόρημα; Δηλαδή στην ουσία ένα είδος προπαγάνδας;

Η ερώτηση είναι  μάταιη, διότι έτσι κι αλλοιώς αυτή είναι κοινή πρακτική και έχουμε πολλά τέτοια μυθιστορήματα, είτε ιστορικά είτε όχι. Η Χάριετ Μπήτσερ Στόου έγραψε Το Καλύβι του Μπάρμπα Θωμά στοχεύοντας στην κατάργηση της δουλείας. Ο Ντίκενς έγραψε τον Όλιβερ Τουίστ στοχεύοντας να συγκινήσει τους συμπατριώτες του (μεταξύ άλλων)  για την άθλια κατάσταση των ορφανοτροφείων. Ο Κανταρέ έγραψε το Ο Στρατηγός της νεκρής στρατιάς στοχεύοντας (μεταξύ άλλων) στο να τονώσει την εθνική υπερηφάνεια των Αλβανών. Αυτό λοιπόν γινόταν και γίνεται και θα εξακολουθήσει να γίνεται. Μπορούμε όμως να κρίνουμε πότε νομιμοποιείται και πότε όχι;

Πιστεύω πως ναί. Πιστεύω πως υπάρχει ένα  απόλυτο κριτήριο: η αλήθεια. Αυτήν, ο μυθιστοριογράφος έχει την  υποχρέωση να την αναζητήσει με όλες του τις δυνάμεις, όπως ακριβώς  την έχει και ο ιστορικός.

Πως βρίσκει την αλήθεια; Ψάχνοντας για να εξακριβώσει  τι συνέβη και γιατί. Σαν καλός ανακριτής θα φροντίσει να ακούσει όλες τις πλευρές, να εξετάσει αμερόληπτα όλα τα στοιχεία, να επισημάνει τις αντιφάσεις, να σταθεί εφεκτικός σε  ό,τι του φαίνεται αναξιόπιστο, να εξιχνιάσει τα κίνητρα και κυρίως –κυριότατα- να αντισταθεί στον πειρασμό να προσαρμόσει τα τεκμήρια στις προκαταλήψεις του.

«Μα δεν είναι αυτό δουλειά του Ιστορικού»; θα με ρωτήσετε. «Δεν αρκεί εγώ να πάρω ένα Εγχειρίδιο Ιστορίας, να μάθω τα γεγονότα και μετά να αφήσω την φαντασία μου ελεύθερη στο μυθιστόρημα;» Όχι, αυτό δεν αρκεί καθόλου! Και παρακάτω θα σας εξηγήσω γιατί.

Ο μυθιστοριογράφος θα δουλέψει ως ιστορικός, θα μεταχειριστεί πηγές, δηλαδή. Ημερολόγια ανθρώπων εκείνης της εποχής, εφημερίδες, αλληλογραφία, αρχεία, διπλωματικά έγγραφα…Καλό είναι να  μην ξεχνά ότι δεν είναι εκπαιδευμένος ιστορικός, ότι δεν έχει έξασκηθεί στην τεχνική που απαιτείται και δεν έχει ασκήσει το μυαλό του να αμφιβάλλει, να αντιπαραθέτει, να κρίνει, κοντολογίς ότι του λείπουν πολλά εφόδια και άρα πρέπει να προσέχει διπλά.

Του επιτρέπεται όμως να παρουσιάσει ένα μέρος μιάς περίπλοκης σύνθεσης, ενώ ο ιστορικός οφείλει να παρουσιάσει το σύνολό της. Ο μυθιστοριογράφος -εμπνευσμένος από την ζωή και το θάνατο του Κίτσου Μακρυγιάννη Μαλτέζου – δικαιούται να περιγράψει πως αντιδρά μια παρέα νέων στην Κατοχή  όταν ο πιο χαρισματικός μεταξύ τους δολοφονείται από κομμουνιστάς. Ο ιστορικός όμως ωφείλει να δώσει ολόκληρη την εικόνα των αντιστασιακών οργανώσεων και να διερευνήσει τα αίτια και τον τρόπο που αποφασίστηκε και εκτελέστηκε αυτή η δολοφονία. Αναφέρομαι εδώ σε  βιβλία που υπάρχουν και ως μυθιστορήματα και ως Ιστορία.

Ο μυθιστοριογράφος έχει λοιπόν αυτήν την ελευθερία να διαλέξει ένας μέρος και να παρουσιάσει αυτό το μέρος, αλλά όσο καλύτερος μυθιστοριογραφος είναι τόσο πιο πιστά θα απεικονίσει αυτό το μέρος, και τόσο πιο σωστά θα το τοποθετήσει  μέσα στο όλον. Στο Όσα Παίρνει ο Άνεμος η συγγραφέας παρουσιάζει τον Νότο  αλλά ο Βορράς δεν απουσιάζει ούτε αποσιωπάται η δουλεία – αντίθετα, έχουμε την ευκαιρία να δούμε (μεταξύ πολλών άλλων) και το πως η απελεύθέρωση των μαύρων από τις φυτείες δεν ήταν αμιγής κακών – τους στρίμωξε σε εργοστάσια.

Η αλήθεια λοιπόν πρέπει να υπηρετείται, και  να υπηρετείται  πάντοτε. Το αντίθετο είναι επιβλαβές και επικίνδυνο ακόμη και για εκείνους, που υποτίθεται ότι σκοπεύει να υπηρετήσει.

Ξαναγυρίζω στα τρία παραπάνω παραδείγματα – την  Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά, τον Όλιβερ Τουίστ και το Ο στρατηγός της νεκρής στρατιάς. Είναι και τα τρία από το επικίνδυνο εκείνο είδος των μυθιστορημάτων που έχουν ως σκοπό να συγκινήσουν και να επιρρεάσουν.
Τα δύο πρώτα υπηρετούν την αλήθεια  – οι συνθήκες στον αμερικανικό Νότο αποδίδονται

σωστά από την συγγραφέα, όπως σωστά αποδίδονται και οι συνθήκες στα ορφανοτροφεία της Βικτωριανής Αγγλίας απο τον Ντίκενς.

Τι συμβαίνει όμως με τον Στρατηγό της Νεκρής Στρατιάς; Η ιστορία είναι η εξής: Ένας Ιταλός στρατηγός φθάνει στα 1960 στην Αλβανία συντροφιά με έναν παπά. Είναι επιφορτισμένοι να βρούν τα οστά των στρατιωτών που σκοτώθηκαν εκεί, να τα συγκεντρώσουν και να τα στείλουν πίσω στους συγγενείς των νεκρών. Η αναζήτηση συνεχίζεται επί μήνες, και κατά τη διάρκειά της ο Ιταλός συναντιέται και με έναν άλλον αξιωματικό, του οποίου η εθνικότητα μένει απροσδιόριστη, αλλά έχει κι αυτός ανάλογη  αποστολή.

Ο Ιταλός ταλαιπωρείται, γνωρίζει πολλές πικρίες, παίρνει πολλά μαθήματα για την πολεμική ικανότητα των Αλβανών, και τελικά ολοκληρώνει την αποστολή του, ενώ ο άλλος αξιωματικός, ο απροσδιορίστου εθνικότητος, δεν τελειώνει τη δική του επειδή ο βοηθός του οικειοποιήθηκε κεφάλαια που ήταν προορισμένα για την συγκέντρωση των σορών, και επί πλέον σκύλευσε και τα πτώματα, κλέβοντας τα χρυσά τους δόντια.

Αλλά πότε συνεκρούσθησαν Ιταλοί και Αλβανοί; Οι Ιταλοί είχαν μετατρέψει την Αλβανία σε προτεκτοράτο τους ήδη από το 1939 το δε 1940, όταν επετέθησαν στην Ελλάδα, είχαν τον αλβανικό στρατό σύμμαχο και συνεργάτη τους. Αν γεμισαν τα βουνά της Χειμάρας και της Κορυτσάς με πτώματα ιταλών στρατιωτών, υπαίτιοι σίγουρα δεν ήταν οι συμπολεμιστές τους Αλβανοί, αλλά οι ΄Ελληνες. Στο μυθιστόρημα ο Κανταρέ μιλά για φοβερές συγκρούσεις και απώλειες των Ιταλών με αντάρτες Αλβανούς. Αλλά καμιά σοβαρή αντίσταση δεν συνήντησαν οι Ιταλοί από Αλβανούς στην Αλβανία το 1940 και 1941, αργότερα δε η προσπάθεια εφαρμογής της εντολής του Τσώτσιλ  “βάλτε φωτιά στην Ευρώπη”  (Set Europe ablaze) απέτυχε ολοσχερώς στην Αλβανία, όπως περιγράφει στο βιβλίο του SOE in the Land of the Eagles,  ο Roderick  Bailey με πλήθος, ελάχιστα κολακευτικές για τους Αλβανούς, λεπτομέρειες.

Ισμαήλ Κανταρέ

Μπερδεμένες είναι και οι χρονολογίες του Κανταρέ, διότι αναφέρεται στο 1943 αλλά όχι στη συνθηκολόγηση της Ιταλίας που έγινε εκείνο ακριβώς το έτος.  Και στο 1960, όταν διαδραματίζεται αυτή η ανακομιδή,   αναφέρει μεν ότι η Σοβιετική Ένωσις δεν στέλνει πλέον στάρι στην Αλβανία, αλλά παραλείπει τελείως να πεί ότι στο μεταξύ το κομμουνιστικό Αλβανικό καθεστώς είχε αποκτήσει νέο σύμμαχο και προστάτη, την Κίνα του Μάο.

Πρέπει να πω ότι, ύστερα από την φασαρία για την άρνηση του Κανταρέ να έρθει στο Μέγαρο,  ξαναδιάβασα το βιβλίο αυτό προσεκτικά, μέχρις ότου έφθασα στην σελίδα 69 και στον διάλογο μεταξύ των δύο στρατηγών,  του Ιταλού και του μη κατονομαζόμενου ά λ λ ου, όπου και οι δυό λένε πως έχουν βρεί όχι ένα αλλά πολλά πτώματα α ν έ π α φ α. Τώρα εγώ μόνον αγίων πτώματα έχω ακούσει να έχουν διατηρηθεί ανέπαφα μέσα στη γη επί είκοσι χρόνια – να μην έχουνε λειώσει, δηλαδή – κι αυτή η μεγάλη συγκέντρωση αγίων με παρακίνησε να μεταχειριστώ αυτό το μυθιστόρημα – που εν τούτοις δόξασε τον Κανταρέ! – ως παράδειγμα σήμερα.

Η μυθοπλασία εδώ δεν αφορά τα πρόσωπα αλλά τα ιστορικά γεγονότα, που δημιουργούνται με τελεία περιφρόνηση προς την αλήθεια αλλά και προς την νοημοσύνη του αναγνώστη. Είναι δε επικίνδυνη αυτή η αυθαίρετη κατασκευή του παρελθόντος, διότι απενοχοποιεί τους Αλβανούς, αποκρύπτοντας τις σχέσεις τους  με τους Ιταλούς φασίστες, συκοφαντεί τους Έλληνες ως σκυλεύοντες πτώματα,  και γενικώς προάγει παρανοήσεις, που προλειαίνουν το έδαφος για νέες συγκρούσεις μεταξύ γειτόνων. Θα πρέπει λοιπόν να αναθεωρήσουμε τους στόχους του συγγραφέως –δεν στοχεύει στο να τονώσει την εθνική υπερηφάνεια των Αλβανών, αλλά κατασκευάζει εκ του μη όντος ένα παρελθόν που υπηρετεί σκοτεινούς σκοπούς και επικίνδυνους. Τώρα πως γίνεται αυτού του είδους η λογοτεχνία να μεταφράζεται ελληνικά και αυτού του είδους ο λογοτέχνης να τιμάται  από σπουδαία ελληνικά ιδρύματα, μη με ρωτάτε εμένα!

Εγώ πιστεύω και διακηρύσσω πως σεβαστός και τιμητέος είναι μόνον ο συγγραφέας που συναισθάνεται την βαρειά του ευθύνη να εμφανίσει, στο μυθιστόρημά του,  πιστά  τα πρόσωπα και τα πράγματα της περασμένης εποχής που επέλεξε. Το έργο του δεν είναι  ένα αθώο παιχνίδι, είναι ύλη  δυνάμει εκκρηκτική και ο χειρισμός της απαιτεί μεγάλη προσοχή.

Το παρελθόν βλέπετε είναι σαν κάτι μπαούλα, που υπήρχαν στα σπίτια της παλαιάς Πάτρας με την μακρά καρναβαλική της παράδοση, δηλαδή σεντούκια όπου φυλάγονταν λογής-λογής ρούχα, μια περούκα μαρκησίας, δυό σκουλαρίκια πειρατού, ένα κοστούμι σπανιόλας, καμπόσα χρυσάνθεμα από κιμονό γιαπωνέζικο, μια χάρτινη περικεφαλαία, ρούχα παλαιά και ελαφρώς κουρελιασμένα,… κι έτσι ανασύροντας από εκεί μέσα, μπορούσες, από τη μια στιγμή στην άλλη να εμφανιστείς ως  Μαντάμ ντε Πομπαντούρ, σείχης της Αραβίας,  Ναπολέων, Νιζίνσκι  ή ζητιάνος και για μια νύχτα να ζήσεις – με την βοήθεια και της φαντασίας σου – ως ένα άλλο πρόσωπο. Το παιχνίδι είναι ακίνδυνο, γιατί ο μασκαρεμένος δεν ξεχνά  ποτέ ποιος είσαι.

Αν όμως, μια ομάδα άτόμων  περιβεβλημένοι αυτά τα ρούχα, οικειοποιηθούν κάποιο παρελθόν και βασισμένοι  σ’αυτό προβάλουν  απαιτήσεις για το μέλλον – τότε ο κίνδυνος είναι μεγάλος. Ένα τέτοιο παράδειγμα ζούμε ολοένα, στην γειτονιά μας και με πολύ ανησυχητικά συμπτώματα μάλιστα.

Βεβαίως, χάρις στο περίφημο εκείνο μπαούλο, μπορείς εξ ίσου καλά να εμφανιστείς και αντιστρόφως, χειρότερος απ’ο τι είσαι, ως ανάπηρος π.χ. ή  ως ορφανό μητρός και πατρός, ως ένα έκθετο που μόλις πρόσφατα φόρεσε μια ταυτότητα κατασκευασμένη απ’αρχής μέχρι τέλους –  το ζούμε κι αυτό στις ημέρες μας, και μάλιστα προερχόμενο από τελείως απροσδοκητη πλευρά.  Συνιστώ σε όλους την  μελέτη του διακεκριμένου ιστορικού Μιχάλη  Σακελλαρίου, που τιτλοφορείται Η Δυναμική της Εθνεγερσίας, και είναι γραμμένη πριν από δεκαετίες, αλλά τυχαίνει να ξεκαθαρίζει και να τεκμηριώνει πολλά, εξαιρετικά χρήσιμα στην σημερινή σύγχυση ιδεών.

Το Ιστορικό Μυθιστόρημα, λοιπόν, που εξ ορισμού  ασχολείται με το παρελθόν, δίνει σε όποιον το γράφει την ευκαιρία να βγάλει απ’το σεντούκι τόσο περικεφαλαίες όσο και κουρέλια, και να  παίξει και το ένα παιχνίδι και το άλλο. Πιστεύω ότι τόσο  στην μια περίπτωση όσο και στην άλλη, η μυθιστορηματική καλλιέργεια τέτοιου είδους μύθων είναι βλαβερή γιατί οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια  σε λανθασμένες εκτιμήσεις και επιλογές.

Παράδειγμα: Ναί, στους Βαλκανικούς Πολέμους ένας μικρότατος στρατός ¨Ελλήνων (το ένα τρίτο του Βουλγάρικου) έκανε θαύματα, και ναί στην Αλβανία το θαύμα επαναλήφθηκε, αλλά αν καλλιεργήσουμε την εντύπωση ότι ο ελληνικός στρατός, αδιαφορο που πολεμά και με τι ηγεσία και συνθήκες  θα κάμει θαύματα, τότε θα πουλήσουμε ίσως πολλά αντίτυπα τοῦ βιβλίου μας ἀλλά θά ἑτοιμάσουμε μιά νέα Μικρασιατική Καταστροφή. Και αντιστρόφως, αν καλλιεργήσουμε μυθιστορηματικά ατεκμηρίωτες ιστορίες δειλίας και διαφθοράς, μπορεί πάλι να πουλήσουμε πολλά αντίτυπα, αλλά θα καλλιεργήσουμε ένα  ελληνικό POURQUOI, και την διάλυση που έζησε η Γαλλία στον τελευταίο πόλεμο.

Eλπίζω ότι έχω πλέον αποδείξει το πόσο εκρηκτική ύλη είναι η Ιστορία και άρα με πόση προσοχή για την αλήθεια πρέπει να την χειρίζεται ο καθένας μας.

Κι εδώ θα επανέλθω σ’αυτό που έλεγα προηγουμένως, και θα εξηγήσω γιατί  ο συγγραφέας του Ιστορικού Μυθιστορήματος δεν μπορεί να βασιστεί σ’ένα εγχειριδιο Ιστορίας και μετά ν’αφήσει ελεύθερη την φαντασία του. Με τι θα τραφεί η φαντασία αυτή; Θα σας δώσω ένα παράδειγμα:

Σε επιτυχέστατο Ιστορικό Μυθιστόρημα –πρόσφατο- εμφανίζεται ο Γεώργιος Α΄ σε μια επίσκεψή του σε επαρχιακή πόλη, να ζητά να του προμηθεύσουν παλλακίδα, με την οποίαν και γλεντά την νύχτα μέσα σε μα εκκλησία. Τώρα, ο Γεώργιος Α΄ ήταν πράγματι γυναικάς, και είχε πλήθος περιπέτειες. Άρα νομιμοποιείται ο μυθιστοριογράφος να πεί ότι ξεφάντωσε με μια κυρία εκείνη τη νύχτα στην επαρχιακή εκείνη πόλη. Αλλά βάζοντας τον να μεταχειρίζεται προς τούτο μια εκκλησία, δείχνει πρώτον άγνοια περί του προσώπου. Εκτός από γυναικάς, ο Γεώργιος  ήταν και θρήσκος.  Το να κάνει κάποιος αταξίες τέτοιου είδους μέσα σε εκκλησία παραπέμπει  μάλλον σ’εκεινον τον προ ολίγων ετών Υπουργό μας Πολιτισμού, που δήλωσε ότι σπουδαία φιλοδοξία του ήταν  να  κάμει έρωτα πάνω στην αγία Τράπεζα, παρά  σ’έναν εστεμμένο του τέλους του 19ου αιώνος, που εκκλησιαζόταν ανελλειπώς και που σεβόταν τα θεία.

Άλλο παράδειγμα, πάλι από επιτυχέστατο Ιστορικό Μυθιστόρημα. Βρισκόμαστε στα 1880. Ένα μπουλούκι ηθοποιών μεταφέρονται προς ένα νησί με τον φθηνότερο δυνατό τρόπο, δηλαδή με πλοίο στην τρίτη θέση, όπου με την θαλασσοταραχή κατρακυλάνε πέρα δώθε οι ηθοποιοί, απ’το ένα τοίχωμα του αμπαριού στο άλλο. Αλλά τα αμπάρια δεν είναι ποτέ ανοιχτά πέρα για πέρα, πάντοτε μπαίνουν χωρίσματα – διαφράγματα, τους λεγομένους μπουλμέδες, πράγμα που θα διαπίστωνε ο μυθιστοριογράφος αν είχε μπεί στον κόπο να εξετάσει πως ήταν τα αμπάρια, και πως ήταν στα επιβατηγά πλοία η τρίτη και φθηνότερη θέση. Το ένα παράδειγμα  αφορά ένα πρόσωπο, το άλλο μια κατάσταση, ένα πράγμα. Και τις δυό φορές η λογική θα μπορούσε να είχε παρέμβει – κάποτε θα είχε μπεί σε βάρκα ο συγγραφέας και θα ήξερε πόσο εύκολα την τουμπάρει η απότομη μετακίνηση βάρους, ενώ ο άλλος συγγραφέας  πάνω στην επιθυμία του να μας ενισχύσει τον αποτροπιασμό προς το γεγονός και προς το πρόσωπο του βασιληά, – το οποίον προφανώς δεν χωνέυει- δεν στάθηκε να αναρωτηθεί που και πως θα έκανε ο Γεώργιος αυτές τις τρελλίτσες  μέσα σε έναν τόσο άβολο προς τούτο χώρον, όσο είναι μια εκκλησία;

Η λογική, ο κοινός νούς, μπορεί όχι μόνον να σώσει τον αναγνώστη – αλλά και να του χαρίσει και κάμποσες στιγμές μεγάλης ευθυμίας, που όμως θα είναι εις βάρος του συγγραφέως και της αξιοπιστίας του. Την οποίαν, αν θέλει να διατηρήσει, πρέπει να συγκεντρώσει πολλά, πολλά, πολλά  στοιχεία, πασχίζοντας να καταλάβει καλά τι συνέβη και γιατί, και μόνον μετά μπορεί, μεταχειριζόμενος το υλικό που συγκέντρωσε – αυτό και όχι άλλα πράγματα που προέρχονται από άλλες εποχές ή κολακεύουν σημερινά αυτιά τότε μόνον να καταπιαστεί να σχεδιάσει την πλοκή του και τα πρόσωπα. Η φαντασία του θα τραφεί από συγκεκριμένα στοιχεία –αυτά τα στοιχεία και τα γεγονότα και  τα πρόσωπα που βρήκε στις έρευνές του, αυτά θα εμφανιστούν και στο μυθιστόρημα -μετουσιωμένα φυσικά-και πάλι αυτά, θα θέσουν τα πλαίσια στην πλοκή που σχεδιάζει. Να λοιπόν γιατί δεν μπορεί ο μυθιστοριογράφος να διαβάσει ένα εγχειρίδιο Ιστορίας και αυτό να του αρκέσει.

Υπάρχει και κάτι ακόμη: Συχνά πολιτικές σκοπιμότητες ή άλλες δυνάμεις στρεβλώνουν την Ιστορία. Παράδειγμα περίτρανο ο Καποδίστριας και τα όσα κατώρθωσε στα τρία μόλις χρόνια που έζησε στην Ελλάδα ως Κυβερνήτης. Ο Καποδίστριας που είχε κάμει εκπληκτική καρριέρα διπλωμάτου φθάνοντας να γίνει  ο ένας εκ των δύο υπουργών Εξωτερικών του Τσάρου Αλεξάνδρου της Ρωσίας, ήταν και φλογερός πατριώτης. Από την υψηλή εκείνη θέση προσπάθησε να υπηρετεί – όπως το ομολογούσε και στον ίδιο τον Τσάρο –  τα ελληνικά συμφέροντα, συνδυασμένα με τα ρωσικά. Πριν έρθει στην Ελλάδα είχε συντάξει το Σύνταγμα της Ελβετίας, το οποίο λειτουργεί ακόμη σήμερα και γι αυτό οι Ελβετοί τιμούν τη μνήμη του.

Αυταπόδεικτο είναι ότι  πρέπει να αγαπούσε πολύ τον ελληνισμό, αφού ήρθε εδώ να τρώει ξερό ψωμί και να κοιμάται περίπου στο πάτωμα (όχι μεταφορικά αλλά έτσι ακριβώς) αφήνοντας τα πλούτη και τα καλά της τσαρικής αυλής ή ακόμη και του πατρικού σπιτιού του, στην Κέρκυρα. Διέπραξε όμως το μεγάλο σφάλμα να μην καταπιαστεί να εφαρμόσει εδώ ό,τι του υπαγόρευε ο Κοραής από το Παρίσι, κι έτσι ο μεγάλος ελληνιστής (που δεν είχε ποτέ του πατήσει το πόδι στο Μωριά ή την Στερεά ή καν τα Νησιά) τον μίσησε θανάσιμα και φρόντισε να του φορτώσει την κατηγορία του φωτοσβέστη, του απολυταρχικού, του υπερφιλόδοξου και του τύραννου. Σ’αυτό τον υποστήριξαν  και άλλοι καλοί φιλέλληνες  μεν, αλλά απληροφορητοι και αιθεροβάμονες, σαν τον βαυαρό Τίερς, με τόση δύναμη μάλιστα, ώστε ο Κυβερνήτης δολοφονήθηκε και από πάνω δυσφημίστηκε και δυσφημιζόταν επί μια τριακονταετία.

Χαράλαμπος Παχής, Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, 1872 (Μουσείο Καποδίστρια, Κουκουρίτσα, Κέρκυρα).

Αν λοιπόν καταπιανόσαστε στα 1850 να γράψετε ένα μυθιστόρημα τοποθετημένο στο Ναύπλιο στις παραμονές της δολοφονίας του Κυβερνήτη, το προχείρως διαθέσιμο υλικό θα σας παρουσίαζε μια τελείως λανθασμένη εικόνα. Κι εδώ, το μόνο που μπορούσε να σας σώσει, θα ήταν η άσκηση του κριτικού μυαλού σας. Αν ήταν τέτοιος απαίσιος ο Κυβερνήτης, πως και τον αγάπησαν οι Ελβετοί; Πως και του στάθηκε τόσο καλός φίλος ο Ευνάρδος; Πως και ξεφύτρωσαν σ’όλη τη χώρα αυτά τα μικρά αλλά τόσο χρήσιμα σχολεία; Πως και σπούδασαν στο εξωτερικό τόσα ορφανά πολέμου; Που είναι το παλάτι όπου έζησε αυτός ο τύραννος; Γιατί τον λάτρευε ο κοσμάκης;…

Τελικά νομίζω, πως χωρίς μυαλό τίποτα δεν μπορεί να γίνει σωστό. Πάντοτε με μεγάλη προσοχή και με την επίγνωση πως κινδυνεύει να κάνει λάθη, παντοτε δηλαδή με μπόλικη ταπεινοφροσύνη,  θα περάσει ο μυθιστοριογράφος από το κόσκινο της λογικής την κάθε του σκηνή, αλλά και με το κόσκινο της λογικής θα την εξετάσει ο κάθε αναγνώστης. Είναι μεν δέκτης, ο αναγνώστης, αλλοίμονο όμως αν μείνει αδρανής δέκτης.  Αλλοίμονο αν καταπίνει ό,τι του σερβίρεται , αλλοίμονο αν αφεθεί να τρέφεται με ό,τι ανοησία του προσφέρεται. Ο αναγνώστης έχει κι αυτός την ευθύνη να  σκεφτεί και να αντιδράσει.  Όπως ακριβώς αντιδρά στο κρύο ή τη ζέστη, στην πνιγρότητα ή τον καθαρόν αέρα, στον θόρυβο ή στην μελωδία – έτσι και στο βιβλίο θα αντιδράσει – ο φ ε ί λ ει   να αντιδράσει, οφείλει να εκπαιδεύσει το μυαλό του να ζυγιάζει και να κρίνει, προκειμένου να ξεχωρίσει τι θα πετάξει ως υποβολιμαία καλλιέργεια βλαβερών παρορμήσεων, τι θα θεωρήσει ως άχρηστη σαβούρα και θα το παραμερίσει, και τι θα διαβάσει με προσοχή και θα ξαναδιαβάσει και θα ανατρέχει σ’αυτό  για να  εμπλουτίζει τις ιστορικές γνώσεις του, να διευρύνει τους ορίζοντές του, να εξετάζει ξεχασμένους προβληματισμούς, έτσι ώστε η περασμένη εποχή, στην οποίαν θα ζήσει για λίγο μέσα από το μυθιστόρημα, να συμβάλει στο να καταλάβει καλύτερα το παρόν και να προχωρήσει πιο στέρεα προς το μέλλον.

Η Αθηνά Κακούρη είναι συγγραφέας ιστορικών μυθιστορημάτων και αστυνομικών διηγημάτων.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γιάννης Μουρέλος: 55 ΜΕΡΕΣ ΣΤΟ ΠΕΚΙΝΟ

Γιάννης Μουρέλος

55 ΜΕΡΕΣ ΣΤΟ ΠΕΚΙΝΟ

Σε ολόκληρο το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, η Κίνα ήταν ο “Μεγάλος Ασθενής” της Άπω Ανατολής (η Οθωμανική Αυτοκρατορία, την ίδια εποχή, ήταν κάτι το αντίστοιχο για τη Μέση Ανατολή). Σε μια χρονική περίοδο οργασμού του φαινομένου της αποικιακής εξάπλωσης, οι δυο αυτές περιπτώσεις διέθεταν κοινά διακριτικά γνωρίσματα: αχανή επικράτεια, ανεπαρκές διοικητικό σύστημα, προχωρημένη εσωτερική σήψη, πλούσιο ιστορικό και πολιτιστικό παρελθόν. Το τελευταίο, μάλιστα, από τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά, ήταν εκείνο, το οποίο σηματοδότησε, εν τέλει, το είδος της παρέμβασης του διεθνούς παράγοντα στα εσωτερικά πράγματα αμφοτέρων των κρατών. Ο Αυτοκράτορας της Κίνας, όπως και ο Σουλτάνος της Κωνσταντινούπολης, δεν συγκρίνονταν με τον όποιον άγνωστο και υπανάπτυκτο φύλαρχο της αχαρτογράφητης, ακόμα τότε, Kεντρικής Αφρικής. Δικαιούνταν το είδος εκείνο της μεταχείρισης, που ενέπνεε το αξίωμά τους και ο σεβασμός προς αυτό. Έτσι εξηγείται το ό,τι, τόσο στην περίπτωση της Κίνας όσο και σε εκείνη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δεν υιοθετήθηκε το πρότυπο της ίδρυσης αποικιών ή της δημιουργίας προτεκτοράτων, το οποίο, την ίδια εποχή, βλέπουμε να εφαρμόζεται σε εκτεταμένη κλίμακα αλλού. Εδώ, η παρέμβαση του διεθνούς παράγοντα συνίσταται στη διείσδυση κεφαλαίων υπό τη μορφή δανείων, επενδύσεων, ανάληψης μεγάλων κατασκευαστικών έργων κ.α. Ειδικότερα δε στην περίπτωση της Κίνας, η έλλειψη στρατιωτικής και ναυτικής ισχύος, κάτι που είχε έμπρακτα αποδειχθεί από τις διαδοχικές ήττες κατά κράτος στον Σινο-Γαλλικό (1881-1885) και στον Σινο-Ιαπωνικό (1894) πόλεμο, είχε εμπεδώσει την πεποίθηση πως η “Ουράνια Αυτοκρατορία” αποτελούσε προνομιακό χώρο για τη διείσδυση της ξένης επιρροής.

Ο κατακερματισμός της Κίνας (Break-up of China)

Λίγο πριν από το γύρισμα του αιώνα, είμαστε μάρτυρες ενός διαμελισμού της Κίνας σε σφαίρες επιρροής και οικονομικής εκμετάλλευσης. Πρωταγωνιστούν οι Μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις, στις οποίες θα έπρεπε να προστεθούν δυο νεο-εισελθόντες στο διεθνές στερέωμα: οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία. Ως εκ τούτου, η Κίνα μετεξελίχθηκε σε έναν αχανή χώρο ανελέητου αποικιακού ανταγωνισμού. Επί μια ολόκληρη εικοσαετία (έως την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου) διπλωμάτες και επιχειρηματίες, υπήκοοι διαφόρων χωρών, αλώνιζαν την κινεζική επικράτεια στο σύνολό της, επιδιώκοντας και διασφαλίζοντας μέσω χρηματισμού, αλλά ακόμα και μέσω άσκησης εκβιασμού, την εκχώρηση, για χρονικό διάστημα 99 ετών, στρατηγικής αξίας σημείων. Την αρχή έκανε το 1841 η Μεγάλη Βρετανία με το Hong Kong. Χρειάστηκε να περάσει πάνω από μισός αιώνας, έως ότου το μονοπώλιο της Γηραιάς Αλβιώνος αμφισβητηθεί με την εμφάνιση επικίνδυνων αντιζήλων.

Ο κατακερματισμός της Κίνας. Η μοιρασιά της πίττας ανάμεσα στη βασίλισσα Βικτωρία, τον κάιζερ Γουλιέλμο Β΄, τον τσάρο Νικόλαο Β΄, τη Γαλλική Δημοκρατία και τoν Ιάπωνα σαμουράϊ, υπό το βλέμμα του Κινέζου μανδαρίνου.

Η Ρωσία, με την οποία η Μεγάλη Βρετανία είχε χρόνια αντιπαράθεση στην Aνατολική Μεσόγειο και στην Κεντρική Ασία, έθεσε υπό έλεγχο το υψίστης σημασίας λιμάνι του Port Arthur (το επονομαζόμενο “Γιβραλτάρ” της Άπω Ανατολής), στο νότιο τμήμα της επαρχίας της Μαντζουρίας (1898), όπου εγκατέστησε ναυτική βάση. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση του Τσάρου απέκτησε το δικαίωμα κατασκευής σιδηροδρομικής γραμμής, η οποία θα συνέδεε, δια μέσου της Μαντζουρίας, το Port Arthur με το Vladivostok, καταληκτικό σημείο του Υπερσιβηρικού. Η Γερμανία, νεοφερμένη στην αρένα του αποικιακού ανταγωνισμού και με υπέρμετρες φιλοδοξίες στον τομέα αυτό, με πρόσχημα τη δολοφονία δυο ιεραποστόλων, κατέλαβε στρατιωτικά το λιμάνι Qingdao στη χερσόνησο Shandong, στη ΒΑ Κίνα. Επρόκειτο περί ιδανικής θέσης για ελλιμενισμό και ανεφοδιασμό του γερμανικού στόλου, σε μια εποχή που η κυβέρνηση του Βερολίνου είχε επιδοθεί σε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα αναβάθμισης της ναυτικής ισχύος της χώρας (1898). Οι Γάλλοι εμπέδωσαν την επιρροή τους στη μεσημβρινή Κίνα, πύλη εξόδου προς τις δικές τους κτήσεις του Τονκίνου (Tonkin) και του Annam (σημερινού Βιετνάμ). Οι Ιάπωνες εγκαταστάθηκαν στις ακτές της κεντρικής χώρας απέναντι από τη νήσο Φορμόζα, που τους είχε παραχωρήσει η Κίνα ως λάφυρο έναντι της επικράτησης τους κατά τον πόλεμο του 1894. Ανήσυχη από την αιφνίδια εμφάνιση τόσο πολλών μνηστήρων, η Μεγάλη Βρετανία απέσπασε από την κυβέρνηση του Πεκίνου την εκχώρηση του άνευ σημασίας λιμανιού Weihaiwei (απλό αντιστάθμισμα χαρτογραφικής φύσεως), κυρίως όμως, την υπόσχεση πως τα συμφέροντά της δεν επρόκειτο να θιγούν μελλοντικά από νέες εκχωρήσεις σε ολόκληρη τη λεκάνη του ποταμού Yangtze. Μόνες οι ΗΠΑ απείχαν σχολαστικά από πρακτικές αυτού του είδους. Προσηλωμένες στη διπλωματία του δολαρίου, περιόρισαν την παρέμβασή τους σε σημαντικής κλίμακας διείσδυση κεφαλαίων Η όλη διαδικασία κατακερματισμού της Κίνας έμελλε βιώσει ένα νέο στάδιο, εξαιτίας της εξέγερσης των Boxers.

Η εξέγερση των Boxers

Φυσικό επακόλουθο στην τραγική κατάσταση, υπό την οποία τελούσε η χώρα, ήταν η δημιουργία τοπικών μυστικών οργανώσεων, με σκοπό την αποτίναξη της ξένης επιρροής. Ξεχώριζε η “Γροθιά της Ενάρετης Αρμονίας”, περισσότερο γνωστή ως “Boxers” (Πυγμάχοι), επειδή τα μέλη της επιδίδονταν στις πολεμικές τέχνες. Η οργάνωση αυτή άρχισε να εξαπλώνεται το 1898 στις βοειοανατολικές επαρχίες (χερσόνησος Shandong) και απέκτησε ταχύτατα δεκάδες χιλιάδες οπαδούς.. Προερχόμενοι κατ’ εξοχή από τα χαμηλότερα στρώματα της κοινωνίας, οι τελευταίοι διακατέχονταν από έντονη δεισιδαιμονία έχοντας, παράλληλα, κατηγοριοποιήσει και στοχοποιήσει τους αντιπάλους τους: προηγούνταν όλοι οι αλλοδαποί και ακολουθούσαν οι Κινέζοι, οι οποίοι είχαν ασπασθεί τη Χριστιανική θρησκεία, τέλος, όσοι Κινέζοι απασχολούνταν εργασιακά από τους ξένους. Η εξέγερση δεν εκδηλώθηκε τυχαία στη ΒΑ Κίνα. Πρόκειται για την περιοχή εκείνη, όπου μόλις είχαν σημειωθεί κατά συρροή εκχωρήσεις εδαφών και πάσης φύσεως δικαιωμάτων στις Μεγάλες Δυνάμεις και η οποία μαστιζόταν από οικονομική δυσπραγία προτού ακόμα ξεσπάσει ο πόλεμος με την Ιαπωνία. Μετά δε τον πόλεμο, η κατάσταση είχε χειροτερέψει λόγω της συγκέντρωσης, επιτόπου, μεγάλου αριθμού Κινέζων στρατιωτών που είχαν αποστρατευτεί, αλλά και προσφύγων από νότιες περιοχές, που είχαν υποστεί ξηρασίες, πλημμύρες και λιμούς. Κατά κακή τύχη, το καλοκαίρι του 1898, προστέθηκε η μεγάλη πλημμύρα του ποταμού Yangtze, που κατέκλυσε ολόκληρη την ομώνυμη πεδιάδα και όχι μόνο, δικαιώνοντας την προσωνυμία του τελευταίου ως «πληγή της Κίνας». Η αυτοκρατορική κυβέρνηση στάθηκε ανίκανη να αντιμετωπίσει τις πλημμύρες και το κάθε χωριό είχε αφεθεί στην τύχη του. Η ανικανότητα αυτή ερμηνεύτηκε από τους Κινέζους ως απώλεια της θεϊκής βούλησης – εντολής προς την αυτοκρατορική δυναστεία για διακυβέρνηση της χώρας. Έτσι, η καταστροφή αυτή, που επαναλήφθηκε και το επόμενο έτος, απετέλεσε το έναυσμα για ανοικτή, πλέον, εξέγερση και σύγκρουση. Το κίνημα ήταν όχι μόνο αντιδυτικό, αλλά και αντιδυναστικό. Στρεφόταν και κατά της δυναστείας των Qing (γνωστής και ως Manchu), την οποία θεωρούσε υπεύθυνη για την αποσύνθεση της Κίνας. Συνεπώς, η εξέγερση των Boxers δεν ήταν μια σύγκρουση διαμετρικά αντίθετων πολιτισμών, όπως επιδιώκει να υποστηρίζει πεισματικά η Δύση, άλλα μια γνήσια αντι-ιμπεριαλιστική εξέγερση ενάντια στην πολιτική διείσδυσης, στην οποία είχαν επιδοθεί οι Μεγάλες Δυνάμεις.

Με την είσοδο του 1900, το κέντρο βάρους της εξέγερσης μεταφέρθηκε μέσα στους δρόμους του Πεκίνου, όπου σημειώθηκαν σφαγές αλλοδαπών (κατά κύριο λόγο ιεραποστόλων και Κινέζων Χριστιανών), λεηλασίες και καταστροφές εκκλησιών, καθώς και χρήση κάθε μορφής βίας. Οι Boxers μπορεί να στερούνταν στρατιωτικής εκπαίδευσης και επαρκούς οπλισμού, οι ενέργειές τους, ωστόσο, προκαλούσαν παντού τρόμο και δέος. Υποκύπτοντας στις υποδείξεις των Δυνάμεων, η κυβέρνηση χαρακτήρισε την οργάνωση ως παράνομη, επιβάλλοντας στα μέλη της τελευταίας την ποινή του αποκεφαλισμού σε δημόσια θέα. Εν τούτοις, σημειώθηκε μια αναπάντεχη ανατροπή, καθώς η εξέγερση άρχισε να αντιμετωπίζεται ακόμα και από κύκλους προσκείμενους στο αυτοκρατορικό περιβάλλον, ως αξιοποιήσιμος μοχλός για την αποτίναξη του ξένου ιμπεριαλιστικού ζυγού. Πρόκειται για μια εξέλιξη, η οποία θορύβησε τα μέγιστα τις ξένες παροικίες της πρωτεύουσας. Ανήσυχες για την ίδια την ασφάλειά τους, πλέον, οι τελευταίες άρχισαν να οργανώνουν την άμυνά τους ενάντια σε μια συντονισμένη ενδεχόμενη επίθεση σε βάρος τους.

Αποκεφαλισμοί Boxers μέσα στους δρόμους του Πεκίνου.

Επίκεντρο της άμυνας θα ήταν η συνοικία των πρεσβειών, κοντά στο τείχος της πρωτεύουσας, όπου οι υπήκοοι των Δυνάμεων άρχισαν να καταφεύγουν. Στις 30 Μαΐου 1900, ο πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας, Sir Claude Maxwell MacDonald, αξιολογώντας την κατάσταση ως ιδιαίτερα έκρυθμη, ζήτησε επιτακτικά την αποστολή ενισχύσεων. Μη δυνάμενη να αντικρούσει το αίτημα, η αυτοκρατορική κυβέρνηση παρείχε τη σχετική άδεια. Κατόπιν τούτου, μια δύναμη 435 ανδρών, αποτελούμενη από πεζοναύτες οκτώ διαφορετικών κρατών, διεκπεραιώθηκε σιδηροδρομικά από την ακτή προς την πρωτεύουσα. Αμέσως έπειτα από την άφιξη στον προορισμό της, κατασκεύασε αμυντικές περιμέτρους γύρω από τα κτήρια των πρεσβειών. Στις 5 Ιουνίου, η σιδηροδρομική σύνδεση με το επίνειο Tianjin διακόπηκε. Στις 11 Ιουνίου, ο γραμματέας της Ιαπωνικής πρεσβείας δολοφονήθηκε από άνδρες του τακτικού στρατού, οι οποίοι φύλαγαν τη νότια πύλη του τείχους. Η εμπλοκή του τακτικού στρατού στα έκτροπα, δεν προοιώνιζε τίποτα το καθησυχαστικό. Στις 13, διακόπηκε και η τηλεγραφική επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Στις 19, η Τοποτηρήτρια του Αυτοκρατορικού Θρόνου, Cixi, με Ρηματική Διακοίνωση προς όλες τις πρεσβείες, απαίτησε την αποχώρηση από το Πεκίνο του συνόλου των ξένων διπλωματικών αποστολών. Σε έκτακτη σύσκεψη του Διπλωματικού Σώματος, αμέσως μετά, στη Βρετανική πρεσβεία, αποφασίστηκε η απόρριψη του αιτήματος. Οι παροικίες αισθάνονταν περισσότερο ασφαλείς, οχυρωμένες πίσω από μια οργανωμένη αμυντική περίμετρο. Αντίθετα, μια πορεία στην κινεζική ύπαιθρο με προορισμό το επίνειο Tianjin, θα τις άφηνε εκτεθειμένες στις επιθετικές διαθέσεις των Boxers και του αυτοκρατορικού στρατού, κατά μήκος ολόκληρης της διαδρομής (160 χλμ.). Κατόπιν τούτου, η πολιορκία της συνοικίας των πρεσβειών δεν ήταν παρά ζήτημα χρόνου.

Νεαρός Boxer ασκείται στις πολεμικές τέχνες.

Η πολιορκία των πρεσβειών

Πράγματι, η πολιορκία ξεκίνησε στις 20 Ιουνίου 1900 και διήρκεσε επί 55 μέρες, έως τις 14 Αυγούστου. Σε ολόκληρο αυτό το χρονικό διάστημα, οι πολιορκημένοι ήταν πλήρως απομονωμένοι και είχαν εναποθέσει την τύχη τους στις φρουρές των διαφόρων πρεσβειών. Το πλεονέκτημα για τους αμυνόμενους, ήταν η γειτνίαση των τελευταίων. Σε μια ακτίνα 3,2 χλμ. μήκους και 1,6 βάθους ήταν συγκεντρωμένες οι αντιπροσωπείες έντεκα κρατών. Το βόρειο και το νότιο τμήμα της συνοικίας εφάπτονταν, το μεν πρώτο με το τείχος της Απαγορευμένης Πόλης (όπου βρίσκονταν τα Ανάκτορα), το δε δεύτερο με το ογκώδες Ταταρικό τείχος. Καθώς εθεωρείτο απίθανο να εκδηλωθεί επίθεση από την πλευρά της Απαγορευμένης Πόλης, κομβικό σημείο ήταν ο έλεγχος του Ταταρικού τείχους και των πύργων του, που δέσποζαν πάνω από τη συνοικία των πρεσβειών. Για την άμυνα των προσβάσεων από ανατολικά και δυτικά, οι οποίες έδιναν επάνω σε κεντρικές αρτηρίες, είχαν υψωθεί οδοφράγματα. Πέρα από τη φρουρά, υπολογίζεται πως περί τα 500 άτομα, υπήκοοι ξένων κρατών, είχαν αναζητήσει καταφύγιο στη συνοικία των πρεσβειών,οι περισσότεροι σε εκείνη της Μεγάλης Βρετανίας. Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν και περί τους 2800 Κινέζοι Χριστιανοί. Ο άμαχος πληθυσμός συνέδραμε στην ενίσχυση των οδοφραγμάτων, στον ανεφοδιασμό των πεζοναυτών και στην παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Τα αποθέματα σε τρόφιμα και πόσιμο νερό ήταν επαρκή για μια μεγάλης διάρκειας πολιορκία (ουδείς, ωστόσο, υπολόγιζε πως θα άγγιζε τους δυο μήνες), όχι, όμως, και τα πυρομαχικά. Πλην των Αυστριακών και των Ιταλών, οι οποίοι είχαν εκκενώσει τις πρεσβείες τους, όλοι οι υπόλοιποι ανέλαβαν την υπεράσπιση των διπλωματικών αποστολών που τους αναλογούσαν. Επιπρόσθετα,

Η συνοικία των πρεσβειών το καλοκαίρι του 1900

Αμερικανοί και Γερμανοί ήταν επιφορτισμένοι με τον έλεγχο του μεγίστης στρατηγικής σημασίας Ταταρικού τείχους. Οι διάφορες ιεραποστολές (περί τις 12), βρίσκονταν εκτός της αμυντικής περιμέτρου, διασκορπισμένες στο σύνολο, σχεδόν, της πρωτεύουσας. Ως εκ τούτου, η προστασία τους ήταν αδύνατη. Έναυσμα για την εκδήλωση της επίθεσης υπήρξε η δολοφονία του πρεσβευτή της Γερμανίας, Clemens von Ketteler, τη στιγμή που βρισκόταν καθ’ οδόν προς το υπουργείο Εξωτερικών, ένα, μόλις, οικοδομικό τετράγωνο προτού προλάβει να φτάσει στον προορισμό του. Από την έναρξη της επίθεσης διαφάνηκε πως οι επιτιθέμενοι (Boxers αλλά και μονάδες του τακτικού στρατού) κινούνταν δίχως συγκεκριμένο σχέδιο. Επί πολλές μέρες, συγκέντρωσαν τα πυρά τους κατά της Βρετανικής πρεσβείας, δίχως αξιόλογη επιτυχία. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να προκαλέσουν πυρκαγιά, λόγω αστοχίας, στο γειτονικό κτήριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης, με αποτέλεσμα να καταστραφεί υλικό ανεκτίμητης αξίας. Ακολούθως, η επίθεση στράφηκε κατά του ανακτόρου Fu, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι Κινέζοι Χριστιανοί, με την προστασία του οποίου ήταν επιφορτισμένοι οι Ιάπωνες. Οι τελευταίοι, κατάφεραν να αποφύγουν την περικύκλωση και να αντέξουν έως τη λύση της πολιορκίας. Οι πιο πολύνεκρες συγκρούσεις έλαβαν χώρα στο ύψος της Γαλλικής πρεσβείας, όπου είχαν υψωθεί οδοφράγματα. Η μικρή απόσταση ανάμεσα στις γραμμές των αντιπάλων, σε συνδυασμό με τον κίνδυνο να σκάψουν οι Κινέζοι λαγούμια, προκειμένου να τοποθετήσουν νάρκες, είχαν καταστήσει τη θέση των αμυνομένων (Γάλλων, ως επί το πλείστον, αλλά και ορισμένων Αυστριακών), ιδιαίτερα επισφαλή. Η δυσκολότερη αποστολή, ωστόσο, αναλογούσε στους Αμερικανούς και στους Γερμανούς. Επρόκειτο για τη διατήρηση του ελέγχου του 14 μέτρων ύψους Ταταρικού τείχους. Σε περίπτωση απώλειας του ελέγχου, το σύνολο της συνοικίας των πρεσβειών θα βρισκόταν εντός του βεληνεκούς των εχθρικών πυρών, κάτι που ισοδυναμούσε, αναπόφευκτα, με πλήρη κατάρρευση. Στις καθημερινές συγκρούσεις, θα έπρεπε να προστεθούν και οι νυκτερινές επιθέσεις με πυροβόλα και ρουκέτες, προκειμένου να κλονισθεί το ηθικό των πολιορκημένων, τόσο επί του τείχους όσο και εντός της περιμέτρου της συνοικίας των πρεσβειών. Κατά τα λεγόμενα του Sir Claude MacDonald, σκοτεινότερη μέρα της πολιορκίας υπήρξε η 13η Ιουλίου, όταν στον τομέα των ανακτόρων Fu, Ιάπωνες και Ιταλοί αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν έως την τελευταία γραμμή άμυνας, τη στιγμή που Γάλλοι και Αυστριακοί σχεδόν απωθήθηκαν από τη Γαλλική πρεσβεία. Και ενώ το τέλος φάνταζε αναπόφευκτο, η αυτοκρατορική κυβέρνηση προέβη σε μια στροφή 180 μοιρών, εκπλήσσοντας τους πάντες. Ενδεχομένως να μην είχε γίνει αντιληπτό το γεγονός ό,τι οι πολιορκημένοι είχαν φτάσει, πλέον, στο ύστατο όριο αντοχής. Η κυριότερη εξήγηση για την απότομη, αυτή, αλλαγή πλεύσης, θα πρέπει, παρά ταύτα, να αναζητηθεί στην παράταση των εχθροπραξιών. Με μια αναμενόμενη αντίδραση της διεθνούς κοινότητας επί θύραις, η κυβέρνηση του Πεκίνου δεν είχε άλλη επιλογή από το να επιχειρήσει να απεμπλακεί από τη δύσκολη θέση, στην οποία με δικές της πρωτοβουλίες είχε από μόνη της περιέλθει. Διχασμένη ανάμεσα στις ακραίες

Η μάχη έξω από τον περίβολο της Γαλλικής πρεσβείας.

και τις περισσότερο μετριοπαθείς τοποθετήσεις των συμβούλων της, η Τοποτηρήτρια του Αυτοκρατορικού Θρόνου, Cixi, πρότεινε, στις 17 Ιουλίου, εκεχειρία, η οποία τηρήθηκε από την πλευρά του τακτικού στρατού (όχι, όμως, από εκείνη των Boxers) έως τη λύση της πολιορκίας, ένα μήνα αργότερα. Στις 28 Ιουλίου, οι πολιορκημένοι έλαβαν το πρώτο μήνυμα από τον έξω κόσμο, το οποίο τους πληροφορούσε πως ένα διεθνές εκστρατευτικό Σώμα βρισκόταν καθ’ οδόν για την πρωτεύουσα, προερχόμενο από το Tianjin. Τα χαράματα της 14ης Αυγούστου, έπειτα από μια επώδυνη νύκτα, κατά την οποία οι Κινέζοι παραβίασαν την εκεχειρία, ακούστηκε από τα ανατολικά ο ήχος πυροβόλων. Στρατιωτικές μονάδες από πέντε διαφορετικές εθνότητες είχαν επιδοθεί σε έναν αγώνα δρόμου ως προς το ποια θα έσπαγε, πρώτη, την πολιορκία. Οι Ιάπωνες και οι Ρώσοι συνάντησαν σφοδρή αντίσταση. Οι Γάλλοι έχασαν τον προσανατολισμό τους. Οι Αμερικανοί προτίμησαν να σκαρφαλώσουν στο Ταταρικό τείχος αντί να επιχειρήσουν να παραβιάσουν τη θωρακισμένη πύλη του τελευταίου. Πρώτες κατάφεραν να εισέλθουν στη συνοικία των πρεσβειών βρετανικές αυτοκρατορικές δυνάμεις από την Ινδία (Σιχ).

Το διεθνές εκστρατευτικό Σώμα εντός της περιμέτρου της Απαγορευμένης Πόλης έπειτα από τη λήξη της πολιορκίας.

Χρησιμοποιώντας ένα μικρό αρδευτικό αυλάκι, ακριβώς κάτω από το τείχος, πέρασαν παντελώς απαρατήρητες, δίχως να συναντήσουν την παραμικρή αντίσταση. Οι συγκρούσεις διήρκεσαν έως τις 17.00 μ.μ., οπότε και εισήλθε μέσα στην πόλη το σύνολο του εκστρατευτικού Σώματος. Για δεύτερη φορά μέσα σε τρία χρόνια (είχε προηγηθεί η περίπτωση της Κρήτης το 1897), ένα διεθνές πολυεθνικό Σώμα αναλάμβανε την τήρηση της τάξης σε μια εύκρατη περιοχή. Η Αυτοκράτειρα-Τοποτηρήτρια, συνοδευόμενη από την Αυλή της, εγκατέλειψε το Πεκίνο για το Xi’an, πόλη της ΝΔ Κίνας, όπου παρέμεινε έως το 1902. Πέθανε το 1908 από φυσικό θάνατο, έχοντας προλάβει να χρίσει διάδοχο τον μόλις ηλικίας τριών ετών πρίγκηπα Puyi, τελευταίο Αυτοκράτορα της Κίνας. Οι απώλειες των υπερασπιστών των πρεσβειών ήταν της τάξης του 46,5% (55 νεκροί και 135 τραυματίες σε σύνολο 409 μάχιμων ανδρών). Η κατανομή, ωστόσο, ανά εθνότητα είναι ανισομερής καθώς οι Γάλλοι (57 άνδρες συνολικά) υπέστησαν απώλειες περίπου 100%. Στην κατηγορία των αμάχων καταμετρήθηκαν 13 θάνατοι και 24 τραυματισμοί. Δεν έχουν καταγραφεί οι, προφανώς μεγαλύτερες, απώλειες της απέναντι πλευράς, ούτε και εκείνες των Κινέζων Χριστιανών. Τον Σεπτέμβριο του 1901 υπογράφηκε το επονομαζόμενο “Σύμφωνο των Boxers”, ανάμεσα στην Κίνα και τα οκτώ σύμμαχα κράτη. Η κυβέρνηση του Πεκίνου κατέβαλε χρηματική αποζημίωση, ενώ όσοι υψηλόβαθμοι κρατικοί λειτουργοί κρίθηκαν ως συμμέτοχοι στην εξέγερση, εκτελέστηκαν. Το Σύμφωνο του 1901 επέβαλε και τη διάλυση της οργάνωσης των Boxers (στην ουσία αυτή είχε επιτευχθεί ήδη από την επομένη της λύσης της πολιορκίας). Το αποτέλεσμα ήταν μια περαιτέρω αποδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας και η ευθεία αμφισβήτηση της τελευταίας από τοπικούς πολέμαρχους. Τα γεγονότα του Πεκίνου δρομολόγησαν την ανατροπή της δυναστείας των Qing λίγα χρόνια αργότερα, το 1911. Στη χαώδη εσωτερική κατάσταση, η οποία συνέχισε να υφίσταται, έθεσε τέλος, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, το Κινεζικό Εθνικιστικό Κόμμα (Kuomintang) υπό τον Chiang Kai-Shek, έως ότου ανατραπεί, με τη σειρά του, από τους Κομμουνιστές του Mao Zedong to 1949, μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου.

Το Ταταρικό τείχος του Πεκίνου, με εμφανή τα ίχνη της ένοπλης αντιπαράθεσης.

Η μεταφορά στην οθόνη

Το 1963 προβλήθηκε για πρώτη φορά η παραγωγή του Sam Bronston 55 Days at Peking, σε σκηνοθεσία Nicholas Ray και με πρωταγωνιστές τους Charlton Heston, David Niven (ως Sir Claude MacDonald), Ava Gardner, Flora Robson (ως Αυτοκράτειρα-Τοποτηρήτρια Cixi). Παρά το γεγονός ό,τι προδίδει, πλέον, την ηλικία της, η αναπαράσταση του ιστορικού πλαισίου από αισθητικής πλευράς, είναι ανεκτή, υπάρχουν δε σημεία, όπως η απεικόνιση της αίθουσας του θρόνου στην Απαγορευμένη Πόλη και εκείνη του Ταταρικού τείχους, που πείθουν ακόμα και σήμερα τον θεατή. Ο κάθετος διαχωρισμός ανάμεσα σε καλούς (πολιορκημένοι) και κακούς (Κινέζοι) είναι πια ξεπερασμένος. Πρόκειται, ωστόσο, για ένα πνεύμα, το οποίο διαπερνά γενικότερα τις επικές παραγωγές της δεκαετίας του ’60. Για τις σκηνές του πλήθους χρησιμοποιήθηκαν 4.000 κομπάρσοι, πολλοί εκ των οποίων ήταν Κινέζοι, υπάλληλοι εστιατορίων και πλυντηρίων, που συνέρρευσαν από ολόκληρη την Ευρώπη, καθώς ο αριθμός των ασιατικής καταγωγής κατοίκων της Ισπανίας, όπου πραγματοποιήθηκαν τα γυρίσματα, ήταν ανεπαρκής για την κάλυψη των αναγκών του έργου. Από οικονομικής πλευράς, οι 55 Μέρες στο Πεκίνο απέτυχαν παταγωδώς, καθώς αποδείχθηκε, εν τέλει, αδύνατο να καλυφθεί ο τεράστιος, για την εποχή εκείνη, προϋπολογισμός των 17 εκατομ. δολαρίων. Παρά ταύτα, η ταινία διεκδικεί επάξια μια θέση στο πάνθεον των επικών κινηματογραφικών παραγωγών του δευτέρου ημίσεως του 20ού αιώνα.

Η Αίθουσα του Θρόνου.
Το Ταταρικό τείχος πριν από την πολιορκία (φωτογραφία εποχής).
Ο βομβαρδισμός του Ταταρικού τείχους από το κινεζικό πυροβολικό.
Στο οδόφραγμα μπροστά από τη Γαλλική πρεσβεία.
Sir Claude Maxwell Mac Donald.
David Niven
Η Τοποτηρήτρια του Αυτοκρατορικού Θρόνου Cixi.
Dame Flora Robson.

The Boxer rebellion (Time watch, παραγωγή BBC)

https://vimeo.com/94828509

55 Days at Peking, 1963 – Η λύση της πολιορκίας

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας
στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Robert A. Bickers and R. G. Tiedemann, eds., The Boxers, China, and the World, Lanham: Rowman & Littlefield, 2007

Robert A. Bickers, The Scramble for China: Foreign Devils in the Qing Empire, 1800–1914 London: Allen Lane, 2011

Joseph W. Esherick, The Origins of the Boxer Uprising. University of California Press, 1987

Peter Fleming, The Siege at Peking, New York: Harper, 1959

Pierre Loti, Les Derniers Jours De Pékin, Paris: Lévy, 1900

W.A.P. Martin, The Siege in Peking, China against the World , New York: F. H. Revell company, 1900

Frederic A.Sharf and Peter Harrington, China 1900: The Eyewitnesses Speak, London: Greenhill, 2000

David Silbey. The Boxer Rebellion and the Great Game in China. New York: Hill and Wang, 2012

Ιστορική στιγμή: Εντοπίστηκαν τα οστά δύο Ελλήνων πεσόντων στο Αλβανικό μέτωπο

Οι εργασίες για την εκταφή των οστών των Ελλήνων πεσόντων στo αλβανικό μέτωπο ξεκίνησαν σήμερα, δύο μήνες μετά τη σχετική συμφωνία του Nίκου Κοτζιά με τον Αλβανό ομόλογό του στην Κρήτη

Tα πρώτα λείψανα των Ελλήνων πεσόντων στο αλβανικό μέτωπο ήρθαν το πρωί στο φως μετά την έναρξη των επίσημων εργασιών για την εκταφή των οστών τους.

Οι εργασίες άρχισαν σήμερα, παρουσία της μικτής ελληνο-αλβανικής επιτροπής, πλησίον του διατηρητέου νεκροταφείου από το 1941, στο σημείο Ντραγκότ του νομού Τεπελενίου, όπου στεγάζονται τα οστά περίπου 80 Ελλήνων πεσόντων, μετά τη σχετική άδεια που έδωσε η αλβανική κυβέρνηση.

Παρούσα στην έναρξη των εργασιών ήταν και η πρέσβης της Ελλάδας στα Τίρανα, Ελένη Σουρανή, που χαρακτήρισε ιστορική στιγμή την εκταφή των οστών, καθώς όπως πρόκειται για τους τελευταίους άταφους πεσόντες του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου

«Στις διαπραγματεύσεις της Κρήτης τον παρελθόντα Νοέμβριο συζητήθηκε και το χρονίζον ζήτημα των κοιμητηρίων για τους Έλληνες πεσόντες. Συμφωνήθηκαν και σήμερα εφαρμόζονται, βάσει συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος, βήματα για την πλήρη εφαρμογή της συναφούς συμφωνίας, ώστε το πρωτίστως ανθρωπιστικό αυτό ζήτημα να διευθετηθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Χαιρετίζουμε την ανταπόκριση της αλβανικής κυβέρνησης στο ιστορικά δίκαιο αυτό αίτημα, που αποδεικνύει ότι ο διάλογος και η συνεργασία σε πνεύμα εποικοδομητικό και χωρίς αγκυλώσεις μπορεί να οδηγήσει στην επίλυση διαφορών και τη δημιουργία θετικών προοπτικών για τις σχέσεις μεταξύ των χωρών της περιοχής μας και των λαών τους.

Το Υπουργείο Εξωτερικών θα συνεχίσει να εργάζεται με υπευθυνότητα και σοβαρότητα για τη διασφάλιση των εθνικών μας συμφερόντων, καλλιεργώντας κανόνες καλής γειτονίας και όρους διαλόγου, με γνώμονα  την οικοδόμηση του κοινού ευρωπαϊκού μέλλοντος που αξίζει στην περιοχή μας.» αναφέρει σε ανακοίνωσή του το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών.

Πηγή: news247.gr

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος: Χίος, 412 π.Χ.: από τη δημοκρατία στην ολιγαρχία;

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος

Χίος, 412 π.Χ.: από τη δημοκρατία στην ολιγαρχία;

Είναι πράγματι παράδοξο πως στην Αθήνα και στη Σπάρτη, τις δύο πιο σημαντικές κοινότητες της κλασικής περιόδου για τις οποίες έχουμε και μία σχετική πληθώρα πληροφοριών, τα επίπεδα της πολιτικής βίας ήταν εξαιρετικά χαμηλά και οι περιπτώσεις στάσεων ελάχιστες. Η πόλη των Αθηνών βίωσε μία εξαιρετικά σύντομη φάση περιορισμένης πολιτικής βίας στα τέλη της δεκαετίας του 460, καθώς και δύο άλλες, επίσης σύντομες αλλά έντονες, κατά τη διάρκεια των ολιγαρχικών επαναστάσεων του 411/0 και του 404/3 π.Χ. Ωστόσο, για το μεγαλύτερο διάστημα των περίπου δύο αιώνων από το 508 έως το 323 π.Χ., η πολιτική βία απουσίαζε από την Αθήνα. Το ίδιο ισχύει και για τη Σπάρτη, μολονότι η γνώση μας για την συγκεκριμένη πόλη είναι πιο περιορισμένη. Πώς, επομένως, πρέπει να ερμηνεύσουμε την παράλληλη, συχνή ύπαρξη βίας στις περισσότερες ελληνικές κοινότητες με την αξιοσημείωτη απουσία της στις δύο κυριότερες ελληνικές πόλεις; Θα πρέπει να αναζητήσουμε την απάντηση σε συγκεκριμένες παραμέτρους, όπως για παράδειγμα το επιχείρημα του Josiah Ober ότι η σταθερότητα στην Αθήνα βασιζόταν στην κυριαρχία της δημόσιας ρητορείας και ιδεολογίας στο πλήθος;[i] Καθώς πλέον γνωρίζουμε περισσότερα για τα δημοκρατικά πολιτεύματα εκτός Αθηνών, μπορούμε να αποδώσουμε την παράδοξη απουσία πολιτικής βίας στην Αθήνα στο δημοκρατικό πολίτευμα αυτό καθ’ εαυτό;[ii] Ή μήπως απαιτείται ένας επανακαθορισμός του πλαισίου ανάλυσης των πολιτικών δρωμένων στις ελληνικές πόλεις, έτσι ώστε να εξηγηθεί ο διαφορετικός ρόλος της βίας εντός αυτού; Με αφορμή τη στάση των Αθηναίων απέναντι στην Χίο καθόλη τη διάρκεια του πέμπτου αιώνα, την αποστασία του νησιού από την Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία το 412 αλλά και σχόλια που προέρχονται τόσο από τον ίδιο τον Θουκυδίδη όσο και από μεταγενέστερους συγγραφείς του τετάρτου αιώνος, στην παρούσα ανακοίνωση τίθεται το ερώτημα εάν η Αθήνα επέβαλλε με την χρήση βίας -ή με την απειλή της- στο πλαίσιο της Συμμαχίας το δημοκρατικό πολίτευμα στις συμμάχους της.

Εκ πρώτης όψεως, θα ήταν λογικό να υποθέσουμε ότι η Αθήνα θα ενίσχυε ή θα προωθούσε το δημοκρατικό πολιτειακό της καθεστώς στις άλλες σύμμαχες πόλεις.[iii] Για παράδειγμα, βάσει του εδαφίου 1.97.1 του Θουκυδίδη, έχει υποστηριχθεί ότι «η ανάδειξη της Αθήνας σε ηγεμονική δύναμη ήταν συνέπεια της πολιτικής της επιλογής να μεταβάλλει βίαια το (καθαρά) συμμαχικό καθεστώς που υπήρχε στις σχέσεις της με τις άλλες πόλεις και έτσι να τις υποτάσσει».[iv] Επίσης, σχετικά πρόσφατα προτάθηκε η άποψη ότι οι Αθηναίοι θεωρούσαν τους νησιώτες εν γένει φύσει (η υπογράμμιση δική μου) υποτελείς της Συμμαχίας.[v] Με μία πρώτη ανάγνωση, οι σχετικές γραμματειακές μαρτυρίες φαίνεται να επιβεβαιώνουν αυτήν την υπόθεση· ο Ψευδο-Ξενοφών ήδη στο τελευταίο τέταρτο του πέμπτου αιώνα, αναφέρει σε αρκετά σημεία του έργου του ότι οι Αθηναίοι έτειναν να στηρίζουν τις μάζες και επιτίθονταν στους ανήκοντες στην ελίτ.[vi] Ο Ισοκράτης, για παράδειγμα, αναφέρει ότι οι Αθηναίοι έφεραν αντιρρήσεις για τις ολιγαρχίες και εγκαθίδρυσαν δημοκρατικά πολιτεύματα σε όλες τις πόλεις της αυτοκρατορίας τους.[vii] Ο Λυσίας, στον Ἐπιτάφιό του κομπάζει ότι οι Αθηναίοι κατά την περίοδο της ναυτικής τους κυριαρχίας απέτρεψαν τους πολλούς να υποδουλωθούν στους ὀλίγους.[viii] Από την αντίθεση, όμως, μέχρι την βίαιη επιβολή του δημοκρατικού πολιτεύματος στις αντιφρονούσες πόλεις υπάρχει μία απόσταση. Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ πως κατά τον τέταρτο αιώνα αυτή η αντίληψη δεν ίσχυε μόνον για την Αθήνα: στο περίφημο χωρίο από τα Πολιτικὰ του, ο Αριστοτέλης παρατηρεί πως όσοι ήθελαν να ασκήσουν την ηγεμονία τους στα ελληνικά κράτη εγκαθιστούσαν αντίστοιχα δημοκρατίες ή ολιγαρχίες, ανάλογα με το πολίτευμα που είχαν στις πατρίδες τους (επομένως, κάνει μία έμμεση αναφορά και στους Σπαρτιάτες).[ix] Πρόκειται μήπως για ένα ψόγο απέναντι σε εκείνες τις δυνάμεις που διαφέντευαν τις τύχες του ελληνικού κόσμου κατά τον πέμπτο αιώνα ή μήπως θα πρέπει να

Προτομή του Αριστοτέλη, μαρμάρινο αντίγραφο ενός μπρούτζινου έργου του Λυσίππου.
Εθνικό Μουσείο Ρώμης.

ερμηνευθούν οι δηλώσεις αυτές εξαιτίας της εμφάνισης των Μακεδόνων στο πολιτικό προσκήνιο; Το θέμα είναι ενδιαφέρον και αφορά την πολιτική θεωρία του τετάρτου αιώνος, αλλά θα το πραγματευθούμε σε άλλη ευκαιρία.

Σε ό,τι αφορά την βεβαιότητα για γενικευμένη άσκηση βίας σχετικά με την αλλαγή του πολιτεύματος σε άλλες πόλεις από την πλευρά των Αθηνών κατά τον πέμπτο αιώνα, πέρα από την εύλογη μεθοδολογική αντίρρηση ότι η πλειονότητα των προαναφερθέντων πηγών είναι μεταγενέστερες -καθώς ανήκουν κυρίως στον τέταρτο αιώνα, θα μπορούσε να προσθέσει κάποιος πως η βεβαιότητα αυτή φαίνεται -σε ορισμένες τουλάχιστον μαρτυρημένες περιπτώσεις- να διασκεδάζεται: γνωρίζουμε πως οι Αθηναίοι διατήρησαν τα ολιγαρχικά πολιτεύματα άθικτα σε ορισμένες πόλεις (στη Χίο, στη Λέσβο και στη Σάμο),[x] ενώ από προγενέστερες επιγραφικές πηγές (ανήκουσες στην περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου) επιβεβαιώνεται η δυνατότητα της ελεύθερης επιλογής του πολιτεύματος για εκείνες τις πόλεις που επέστρεφαν στην Αθηναϊκή Συμμαχία.[xi] Ο ίδιος ο Θουκυδίδης, «ο οποίος δείχνει στο 1.19 ότι οι Λακεδαιμόνιοι φρόντιζαν μόνο να κυβερνούνται από τους ολιγαρχικούς σύμμαχοί τους, δεν μνημονεύει ούτε μια φορά την αθηναϊκή στάση απέναντι στο ίδιο θέμα».[xii] Ορισμένοι δε ερευνητές έφθασαν στο σημείο να υποστηρίξουν ακόμα και πως οι σύμμαχοι ήταν ευχαριστημένοι με την επιβολή του δημοκρατικού πολιτεύματος στις πόλεις τους.[xiii] Επίσης, το γεγονός ότι έως τη δεκαετία του 420 οι περισσότερες πόλεις στο Αιγαίο είχαν δημοκρατικό πολίτευμα θα πρέπει να ερμηνευθεί ως το αποτέλεσμα πολλών ιδιαίτερων καταστάσεων και αποφάσεων (πολλές από τις οποίες δεν είχαν ληφθεί από τους Αθηναίους) παρά μία «επιβεβλημένη κανονικότητα».[xiv]

Προτομή του Θουκυδίδη, 3ος αι. π.Χ., Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Η ιδιαιτερότητα της κάθε περίπτωσης σχετιζόταν άρρηκτα με την εσωτερική πολιτική κατάσταση στις πόλεις-κράτη. Στο 3.82 ο Θουκυδίδης αναφέρεται σε αλλαγές πολιτευμάτων που ξεκίνησαν από το εσωτερικό των διαφόρων πόλεων, δηλαδή είτε από δημοκρατικούς που ήθελαν να φέρουν την πόλη πιο κοντά στην Αθήνα, είτε από οπαδούς της ολιγαρχίας που ήθελαν να την φέρουν πιο κοντά στην Σπάρτη.[xv] Είναι σπάνιες οι περιπτώσεις περιγραφής στρατιωτικών γεγονότων από τον ιστορικό, χωρίς παράλληλη αναφορά σε στοιχεία εσωτερικής διχόνοιας στις πόλεις. Εννοείται πως οι Αθηναίοι (αλλά και οι Σπαρτιάτες) δεν δίσταζαν να χρησιμοποιήσουν τις πολιτικές μερίδες που ήταν φίλα κείμενες προς αυτούς και αντίθετες με την κρατούσα πολιτειακή κατάσταση[xvi] Πρόκειται όμως περί εκμετάλλευσης δεδομένων πολιτικών συγκυριών εντός των πόλεων παρά για την άσκηση άμεσης βίας απέναντι στις σύμμαχες ή αποστατούσες πόλεις, καθώς ο αγώνας του δήμου εναντίον των ὀλίγων δεν επιφέρει αναγκαστικά την αλλαγή του πολιτεύματος σε δημοκρατία.[xvii] Στον Θουκυδίδη η σύγκρουση ανάμεσα στις δύο πλευρές περιγράφεται ρητά σε αρκετές περιπτώσεις και πρόκειται για μία βίαιη κατάσταση που φαίνεται να μαστίζει τις ελληνικές πόλεις της εποχής.[xviii] Ακόμα και ο Ψευδο-Ξενοφών, στην Ἀθηναίων Πολιτεία του, σημειώνει εμφατικά την ύπαρξη εσωτερικών ερίδων στις πόλεις, όταν αναφέρει ότι «η πολιτική των Αθηναίων είναι εσφαλμένη και από την άποψη αυτή, ότι δηλαδή σε πόλεις που υποφέρουν από την πολιτική διαίρεση αυτοί επιλέγουν να υποστηρίξουν τους κατώτερους άνδρες. Κι ωστόσο το κάνουν εσκεμμένα αυτό» (3.10).

Τι συνέβη, όμως, συγκεκριμένα στην Χίο; Σύμφωνα με τον Πλούταρχο (Κίμων 12. 3-4), η πρώτη αναφορά της Χίου στις πηγές ως ενεργού μέλους της Αθηναϊκής-Δηλιακής Συμμαχίας γίνεται όταν οι δυνάμεις της Συμμαχίας, με επικεφαλής τον Αθηναίο στρατηγό Κίμωνα, έρχονται σε διαβουλεύσεις με τους κατοίκους της Φασήλιδος, στην περιοχή της Λυκίας. Στις δυνάμεις αυτές συμπεριλαμβανόταν και η Χίος, η οποία μεσολάβησε στις διαπραγματεύσεις καί έπεισε την συγκεκριμένη πόλη να ενταχθεί στην Αθηναϊκή Συμμαχία, καταβάλλοντας το ποσό των δέκα ταλάντων. Η Χίος δεν εμφανίζεται ξανά στις πηγές μας μέχρι το 440 π.Χ., έτος κατά το οποίο η Σάμος αποστάτησε από την Αθηναϊκή Συμμαχία. Με την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου, η Χίος ήταν, όπως αναφέρθηκε, η μία από τις τρεις πόλεις της Συμμαχίας που ήταν αυτόνομη και διατήρησε το πολίτευμά της. Κατά το έβδομο έτος του πολέμου, το 425/4 π.Χ., οι Χίοι υποχρεώθηκαν να γκρεμίσουν το πρόσφατα ανεγερθέν τείχος της πόλης τους, κατόπιν υποδείξεως (κελευσάντων) των Αθηναίων. Επρόκειτο για μία προληπτική ενέργεια από την πλευρά των τελευταίων, οι οποίοι φοβόντουσαν τυχόν αποστασία των Χίων, και η οποία δεν συνοδεύτηκε από την άσκηση ωμής βίας.[xix] Η Αθήνα ακολουθούσε μία πραγματιστική πολιτική, η οποία της επέφερε την ενεργή συνεργασία του έτερου πιο ικανού κέντρου ισχύος στο Αιγαίο.[xx] Το ρήμα που χρησιμοποιεί ο Θουκυδίδης (νεωτεριεῖν) σημαίνει «την δυσάρεστη για τους Αθηναίους μεταβολή των συμμαχικών τους σχέσεων με τους Χίους ύστερα από ενδεχόμενη εξέγερση των τελευταίων». Στην έρευνα έχει επισημανθεί η ενδιαφέρουσα χρήση ενός παρεμφερούς όρου στην αντίδραση των Χίων: φοβούνται τα αντίποινα των Αθηναίων σε τυχόν αποστασία τους και «ζητούν από αυτούς την διαβεβαίωση μηδὲν περὶ σφᾶς νεώτερον βουλεύσειν».[xxi]

Στον κατάλογο των συμμάχων των Αθηναίων που παραθέτει ο Θουκυδίδης μετά την ήττα των τελευταίων στον

Νήσος Χίος (δορυφορική λήψη).

μεγάλο λιμένα των Συρακουσών το 413, οι Χίοι μετέχουν με τον στόλο τους και αναφέρονται ως οὐχ
ὑποτελεῖς ὄντες φόρου,[xxii] καθεστώς το οποίο έχει συσχετισθεί με την αὐτονομία τους (εδώ τίθεται και το ζήτημα κατά πόσον επρόκειτο για μία κατ’ όνομα και όχι για μία πραγματική αὐτονομία,[xxiii] εάν δεχθούμε φυσικά πως οι άλλες πόλεις απολάμβαναν ενός τέτοιου καθεστώτος, βάσει του καταστατικού χάρτη της Συμμαχίας). Φαίνεται ότι Χίος κατείχε, επομένως, μία ειδική θέση, η οποία αναγνωριζόταν σε αθηναϊκά ψηφίσματα (ακόμα και σε προσευχές).[xxiv] Την επόμενη χρονιά, ωστόσο, η Χίος στασίασε.

Σε μία παρέκβασή του κατά τη διήγηση των γεγονότων του 412, ο Θουκυδίδης εκδηλώνει τον θαυμασμό του για τους κατοίκους του νησιού, καθώς είναι οι δεύτεροι στον ελληνικό κόσμο -μετά τους Σπαρτιάτες- που συνδύαζαν την εδαιμονίαν με την σωφροσύνην.[xxv] Πέρα από το γεγονός ότι στο εδάφιο αυτό απαντάται ένα από τα σπάνια θετικά σχόλια του ιστορικού για τους Σπαρτιάτες,[xxvi] η συγκεκριμένη φράση δεν αποτελεί ένδειξη για την προτίμησή του στο ολιγαρχικό πολίτευμα.[xxvii] Είναι απόρροια του θαυμασμού του Θουκυδίδη για το γεγονός ότι οι Χίοι απέφυγαν την περιπέτεια των στάσεων. Ο ιστορικός, μολονότι αναφέρεται στο έργο του στους δυνατους των πόλεων (π.χ. 1.24.5), υπονοώντας έτσι τους πλουσίους, δεν χρησιμοποιεί τον όρο στην περίπτωση της Χίου, όπου προτιμά την αντιδιαστολή ὀλίγοι πολλοί.[xxviii] Δεν πρόκειται περί τυχαίας επιλογής. Απηχεί ενδεχομένως το καθεστώς ευημερίας στο οποίο είχε περιέλθει η Χίος (και το οποίο φαίνεται να εκτιμά ο Θουκυδίδης με την αναφορά του στην εδαιμονίαν των ντόπιων). Αυτό το καθεστώς δεν θα μπορούσε να έχει επιτευχθεί σε συνθήκες κοινωνικής έντασης και πόλωσης, κάτι που απηχεί το δίπολο δυνατοίἀδύνατοι.[xxix]

Εύλογη είναι η απορία αναφορικά με τους λόγους που οδήγησαν τους φαινομενικά ευνοημένους κατοίκους της Χίου σε μία αποστασία από την Αθηναϊκή Συμμαχία. Δυστυχώς, δεν έχουμε πηγές για το τι συνέβαινε στα ενδότερα του νησιού κατά τα έτη 424-412 π.Χ. Ωστόσο, τον χειμώνα του 413 π.Χ. οι ανήκοντες στην ολιγαρχική παράταξη Χίοι έστειλαν πρέσβεις στους Σπαρτιάτες και στην Πελοποννησιακή Συμμαχία ζητώντας βοήθεια.[xxx] Θα πρέπει να υποθέσουμε είτε πως οι ολιγαρχικοί της Χίου στην συγκεκριμένη χρονική συγκυρία δεν κατείχαν την εξουσία και για τον λόγο αυτό κινούνται συνωμοτικά εναντίον των δημοκρατικών, είτε πως το πολίτευμά στο νησί θα πρέπει να ήταν, όπως είπαμε, μία μετριοπαθής ολιγαρχία,[xxxi] η οποία με την επανάσταση θα γινόταν πιο σκληρή.[xxxii] Θεωρούμε ότι η δεύτερη υπόθεση είναι πιο πιθανή: επρόκειτο, δηλ., για μία προσπάθεια αλλαγής εκ μέρους ορισμένων από τους ολιγαρχικούς, προφανώς τους πλέον σκληροπυρηνικούς,[xxxiii] εάν βασιστούμε στην αναφορά στους ὀλίγους.[xxxiv] Το ολιγάριθμον των στασιαστών θα τους ανάγκασε σε μία αναζήτηση εξωτερικής υποστήριξης από την Σπάρτη, η οποία δεν έμενε αδιάφορη στις εσωτερικές συγκρούσεις των πόλεων.[xxxv] Η φράση του Θουκυδίδη πάντες γὰρ κρύφα αὐτῶν ἐπρεσβεύοντο (8.7.1) υπονοεί την εσωτερική πολιτική διάσπαση των Χίων, κάτι που διαφαίνεται αργότερα (8.9.3), γι’ αυτό και οι εν λόγω εκπρόσωποι της ολιγαρχικής παράταξης προσεγγίζουν τους Σπαρτιάτες μυστικά, χωρίς δηλ. να το γνωρίζει το σύνολο του σώματος των πολιτών:[xxxvi] ενδεχομένως, με την εν λόγω ενέργεια να συνδέεται και μία επιγραφή από την Λακωνία, στην οποία αναγράφονται όλοι όσοι είχαν συμβάλει οικονομικά στο πολεμικό ταμείο της Σπάρτης, μεταξύ των οποίων και οι Χίοι φίλοι της, επιγραφή που θεωρούμε ότι πρέπει να ενταχθεί στην περίοδο που εξετάζουμε.[xxxvii]

Η Σφίγγα υπήρξε σύμβολο της Xίου από την αρχαία εποχή.  Oι παλαιότερες παραστάσεις που βρέθηκαν ανάγονται στον 8ο π.X. αι.  H Σφίγγα σηματοδοτεί και τη νεότερη Xίο, η οποία αποτελεί παράδειγμα πόλης που τίμησε όσο καμία άλλη το σύμβολό της.

Τα υπόλοιπα γεγονότα σχετικά με την τύχη της αποστασίας είναι γνωστά και δεν θα μας απασχολήσουν εδώ, λόγω χρόνου. Ο Διόδωρος μας πληροφορεί σχετικά με το τι ακολούθησε την εξέγερση της Χίου κατά τα έτη 412-408 π.Χ. Ορισμένοι εξόριστοι Χίοι εκείνης της περιόδου έδωσαν χρήματα στον Σπαρτιάτη ναύαρχο Κρατισιππίδα, προκειμένου αυτός να τους γυρίσει πίσω στο νησί τους και την πόλη τους. Μετά την επιστροφή τους στην Χίο, εξόρισαν αμέσως τους πολιτικούς τους αντιπάλους, 600 στον αριθμό,  ενέργεια ενδεικτική των πολιτικών παθών στο νησί. Οι εξόριστοι κατέφυγαν στον Αταρνέα, απέναντι από τη Χίο, απ΄όπου πραγματοποιούσαν επιδρομές στο νησί (13.65.3-4). Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι και οι δύο πολιτικές αυτές ομάδες ήταν ολιγαρχικές.[xxxviii] Από την άλλη, η αντίδραση των Αθηναίων με την αποστολή ναυτικής δύναμης και στρατού και τη δήωση του εσωτερικού του νησιού ήταν αναμενόμενη, ειδικά δεδομένης της αρνητικής για αυτούς συγκυρία. Η Χίος θα συμπαρέσυρε –και εν μέρει το πέτυχε- και άλλους σε μία αποστασία από τη Συμμαχία. Η τιμωρία της αποστασίας, όσο συχνά και να συνέβαινε, απαιτούσε –[οπως επισημάνθηκε ήδη- προσεκτικές κινήσεις και όχι βιαστικές ενέργειες από την πλευρά των Αθηναίων.[xxxix]

Για να ανακεφαλαιώσουμε: πέρα από τη σύνδεσή της με τον πλούτο, η βία συνδέεται στενά και με την ισχύ/εξουσία, καθώς αποτελεί το μέσο επιβολής αλλά και διαφοροποίησης ανάμεσα σε άρχοντες και αρχόμενους. Σαφέστατα, δεν συνιστούν όλες οι μορφές βίας εξουσία ούτε η τελευταία ταυτίζεται με την άσκηση βίας. Αλλά, εάν ισχύει η άποψη του Hobbes βάσει της οποίας η βία θεωρείται ουσιώδης παράγοντας της άσκησης εξουσίας και της συγκρότησης του κράτους, οι αρχαίοι Έλληνες διέθεταν μία μακρά και πολύπλοκη παράδοση αντανακλάσεων, στις οποίες εμφανιζόταν ο δεσμός μεταξύ βίας και ισχύος. Πολλοί ερευνητές θεωρούν τον διάλογο Αθηναίων – Μηλίων στον Θουκυδίδη το κατεξοχήν παράδειγμα αυτού του δεσμού, όπως και τον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου.

Θα πρέπει, ωστόσο, να λάβουμε υπόψη ορισμένες ιδιαιτερότητες του ελληνικού κόσμου, προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα τα χαρακτηριστικά των ελληνικών περιπτώσεων εμφάνισης της βίας. Σε αντίθεση με αρκετές άλλες κοινωνίες στην παγκόσμια ιστορία, οι Έλληνες κατοικούσαν σε ένα ενδοκοινοτικό και διακοινοτικό περιβάλλον, στο οποίο απουσίαζε ένα συγκεκριμένο κέντρο ισχύος. Αυτή η απουσία ενός συγκεκριμένου κέντρου έκανε τα πολιτικά δρώμενα στις ελληνικές πόλεις-κράτη πολύ πιο βίαια απ’ ό,τι σε άλλες περιοχές και κοινωνίες. Οι συγκρούσεις και οι διαφωνίες μπορούσαν να οδηγήσουν στην άσκηση βίας πολύ πιο εύκολα απ’ ό,τι σε κοινωνίες όπου οι ηγεμόνες είχαν πολύ πιο μακρόχρονη και θεσμοθετημένη πρόσβαση σε μέσα εφαρμογής της βίας. Ο αναρχικός χαρακτήρας των πολιτικών σχέσεων μεταξύ των ελληνικών πόλεων επέτεινε αυτό το χαρακτηριστικό.[xl] Απουσίᾳ ενός αδιαφιλονίκητου κέντρου ή μιας ρυθμιστικής δυνάμεως, οι διεθνείς σχέσεις στον ελληνικό κόσμο χαρακτηρίζονταν από μία εύκολα αποσταθεροποιήσιμη ισορροπία δυνάμεων, και οι εκρήξεις βίας μπορούσαν να αποτελούν ένα συχνό φαινόμενο. Η περιγραφή του Θουκυδίδη για τον εμφύλιο πόλεμο στην Κόρκυρα είναι ένα διαφωτιστικό παράδειγμα της σύνδεσης μεταξύ μίας ενδοκοινοτικής διαμάχης και της διακοινοτικής αναρχίας.[xli]

Η περίπτωση της Χίου, μολονότι λιγότερο τεκμηριωμένη, θεωρούμε ότι αποτελεί ένα αντίστοιχο παράδειγμα. Πόσο βίαιη ήταν όμως στο ίδιο το νησί αυτή η απόπειρα αποστασίας; Σε ό,τι αφορά τους κατοίκους του, προφανώς όχι τόσο όσο θα περίμενε κάποιος. Υπάρχουν ενδείξεις που μας κάνουν να κλίνουμε προς την κατεύθυνση αυτή: αφενός, η χρήση του όρου ὀλίγοι και η σημασιοδοσία του με αριθμητικό ή πολιτικό περιεχόμενο μας απομακρύνει από μία βίαιη κοινωνική αντιπαράθεση πλούσιων – φτωχών και είναι εναρμονισμένη με τις αντιλήψεις περί δημοκρατίας.[xlii] Ο ίδιος ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι οι Χίοι ήταν οι πλουσιώτεροι Ελλήνων (8.45.4). Αφετέρου, οι αντιδράσεις του δήμου (14.2: καὶ οἱ μὲν πολλοί) των Χίων είναι εξαιρετικά μετριοπαθείς.[xliii] Τρίτον, για τον ιστορικό ένα επιπλέον δείγμα της σωφροσύνης τους είναι το ότι προχωρούν στην παρούσα φάση σε αποστασία από την Αθήνα, καθώς θεωρούν ότι υπό τις τρέχουσες συνθήκες η συγκεκριμένη απόφαση είναι πολιτικά ορθή.[xliv]

Φαίνεται πως στο μυαλό των ακραίων ολιγαρχικών της Χίου που ήθελαν να αναλάβουν τα πολιτικά πράγματα προείχε το καλό του νησιού παρά εκείνο της Συμμαχίας. Δεν δίστασαν, επομένως, να συνεργαστούν με το αντίπαλον δέος των Αθηνών, μία συνεργασία η οποία πρέπει να συνδέεται με τις εσωτερικές διαμάχες ανάμεσα στους ὀλίγους και στον δῆμον στη Χίο. Ήταν οι ίδιοι οι Χίοι (ή τουλάχιστον, ένα τμήμα τους) που αποφάσισαν για την αποστασία και την πολιτειακή μεταβολή σε ακραία ολιγαρχία. Η προσπάθεια αυτή και η στάσις που ακολούθησε υποδηλώνουν εσωτερικές αντιπαραθέσεις μεταξύ ηγετικών ομάδων και όχι άσκηση βίας από κάποια μεγάλη δύναμη.

Ο Ιωάννης K. Ξυδόπουλος είναι Επίκουρος Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίαςτου Α.Π.Θ

Βιβλιογραφία

Anastasiadis, B. I. (1992) : Charaktirismoi koinonikon stromaton kai i ennoia τάξις stin archaia Hellada, Thessaloniki.

Bleicken, J. (19998) : Die athenische Demokratie, Paderborn – München.

Brock, R. (2009) : “Did the Athenian Empire Promote Democracy?”, in : Ma, Papazarkadas, Parker 2009, 149-166.

Constantakopoulou, C. (2010) : The Dance of the Islands. Insularity, Networks, the Athenian Empire, and the Aegean World, Oxford.

Davies, J. K. (19932) [2014]: Democracy and Classical Greece, Glasgow.

de Romilly, J. [1947] (1963) : Thucydides and Athenian Imperialism, transl. of the French original of 1947. Oxford.

de Ste. Croix, G. E. M. (1954-1955) : “The Character of the Athenian Empire”, Historia, 3, 1-41.

Eckstein, A. M. (2007) : Mediterranean Anarchy, Interstate War and the Rise of Rome, Berkeley, Los Angeles and London.

Hansen, M. H. (1995) : ‘The “Autonomous City-State”. Ancient Fact or Modern Fiction?’, in : Hansen Raaflaub 1995, 21-43.

Hornblower, S. (2008) : A Commentary on Thucydides, Volume III: Books 5.25-8.109, Oxford.

Kagan, D. (1987) : The Fall of the Athenian Empire, Ithaca, London.

Kastoriadis, K. (2011) : I helliniki idiairetotita. Tomos III: Thoukididis, i ischis kai to dikaio. Seminaria 1984-1985, Athens.

Leppin, H. (1999) : Thucydides und die Verfassung der Polis, KLIO Beihefte, NF, 1, Berlin.

Manolopoulos, L. (1991) : Στάσις–Επανάστασις–Νεωτερισμός–Κίνησις. Simvoli stin ereuna tis politikis orologias ton archaion Hellinon, Thessaloniki.

Meiggs, R. (1972) : The Athenian Empire, Oxford.

O’Neil, J. (1978/9) : “The constitution of Chios in the fifth century B.C.”, Talanta, 10/11, 66-73.

Ober, J. (1989) : Mass and Elite in Democratic Athens: Rhetoric, Ideology, and the Power of the People, Princeton, NJ.

Price, J. J. (2004) : Thucydides and Internal War, Cambridge.

Quinn, T. J. (1981) : Athens and Samos, Lesbos, and Chios, 478-404 B.C., Manchester.

Raaflaub, K. (2006) : “Thucydides on Democracy and Oligarchy”, in : Rengakos, Tsakmakis 2006, 189-222.

Robinson, E. W. (2011) : Democracy beyond Athens. Popular Government in the Greek Classical Age, Cambridge.

Rood, T. (1998) : Thucydides. Narrative and Explanation, Oxford.

Schuller, W. (1995) : “Zur Entstehung der Griechischen Demokratie ausserhalb Athens”, in : Kinzl 1995, 302-323.

Whibley, L. (1896) : Greek Oligarchies. Their character and Organisation, Cambridge.

Υποσημειώσεις

[i]               Ober 1989, 17-35, 332-9.

[ii]              Για δημοκρατικά πολιτεύματα εκτός Αθηνών, βλ. Robinson 2011.

[iii]             Για παράδειγμα, βλ. Whibley 1955, 54-55· de Romilly 1963 (2000), 132· Schuller 1995, 312 κεξ· Bleicken 19998, 487. Αναφορές σε θιασώτες αυτής της άποψης στον Brock 2009, 162 σημ. 1, 2· Constantakopoulou 2010, 61-81.

[iv]             Μανωλόπουλος 1991, 151. Βλ. και de Romilly 1947 [1963], 132.

[v]              Όπως υποστηρίζει η Constantakopoulou 2010, 61 κεξ. και ιδίως 80-81.

[vi]             [Ξενοφών], Ἀθηναίων Πολιτεία, 1.14,16· 3.10-11.

[vii]            Ισοκράτης, Πανηγυρικὸς 104-106· Παναθηναϊκὸς 54 και 68.

[viii]           Λυσίας, 2.55-56.

[ix]             Αριστοτ. Πολιτικὰ 1307b 22-24. Βλ. και Αριστοτ., Ἀθηναίων Πολιτεία 24.1-2· Brock 2009, 150.

[x]              Αριστοτ. Ἀθηναίων Πολιτεία 24.2.

[xi]             ATL III, D 11 (450/49 π.Χ.).

[xii]            de Romilly 1947 [1963], 132.

[xiii]           De Ste. Croix 1954, 1-41.

[xiv]          Βλ. τα σχόλια των εκδοτών των ATL III, 154· Davies 2014, 87.

[xv]           Broke 2009, 151.

[xvi]          Καστοριάδης 2011, 342.

[xvii]         Καστοριάδης 2011, 344.

[xviii]        3.82.1· Raaflaub 2006, 197.

[xix]          4.51.1.

[xx]           ATL III, 154· Davies 2014, 85.

[xxi]          Μανωλόπουλος 1991, 151.

[xxii]         7.57.4.

[xxiii]        Όπως υποστηρίζει ο Hansen 1995, 33-33.

[xxiv]        Βλ. σχετ. στον Σχολιαστή του Αριστοφάνη (Vögel) 880.

[xxv]         8.24.4.

[xxvi]        Rood 1998, 195 n. 58· Hornblower 2008, 819.

[xxvii]       Hornblower 2008, 819. Για την αντίθετη άποψη, βλ. Kagan 1987, 60.

[xxviii]      Βλ. π.χ. 8.9.3·14.2. Leppin 1999, 176.

[xxix]        Βλ. Αναστασιάδης 1992, 46 και σημ. 86.

[xxx]         8.5.4· Kagan 1987, 28 κεξ.· Quinn 1981, 43.

[xxxi]        Whibley 1955, 54-55· Quinn 1969, 24· Kagan 1987, 43· Schuller 1995, 309· Hornblower 2008, 784-785.

[xxxii]       Hornblower 2008, 819-820. Για μία εμπεριστατωμένη συζήτηση του σχετικού χωρίου, βλ. Leppin 1999, 172 κεξ.

[xxxiii]      O’Neil 1978/9, 66· Hornblower 2008, 784-785]

[xxxiv]      8.9.2· Hornblower 2008, 784-785.

[xxxv]       Καστοριάδης 2011, 350.

[xxxvi]      Hornblower 2008, 763, 778-779..

[xxxvii]     IG V.I.1.

[xxxviii]    Quinn 1981, 47.

[xxxix]      Βλ. την περίπτωση της Μυτιλήνης, το 428/7 (3.1-18, 36-50), και τα σχόλια του Raaflaub 2006, 200-201.

[xl]             Eckstein 2007, 37-78.

[xli]            Price 2004.

[xlii]           Αναστασιάδης 1992, 56-59.

[xliii]          Ο Kagan 1987, 45 θεωρεί ότι οι πολλοί είναι η πλειοψηφία της χιακής βουλής.

[xliv]         8.24.5: Βλ. και Meiggs 1972, 358.

Ιωάννης Σαραντίδης: Ξένοι στρατιώτες στην υπηρεσία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (4ος – 6ος αι.)

 Ιωάννης Σαραντίδης

Ξένοι στρατιώτες στην υπηρεσία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (4ος – 6ος αι.)

Η ένταξη ξένων στρατιωτών στον αυτοκρατορικό στρατό της πρώιμης βυζαντινής περιόδου αποτέλεσε μια εκ των κορυφαίων εσωτερικών διαδικασιών και επιλογών του Βυζαντινού κράτους κατά τους 4ο – 6ο αι. Η κεντρική διοίκηση της αυτοκρατορίας ευνόησε τη μαζική πρόσληψη «βαρβάρων» πολεμιστών στους βυζαντινούς σχηματισμούς μάχης κατά την περίοδο 324-565, προκειμένου να ενισχύσει τη στρατιωτική της ισχύ. Η συγκεκριμένη διαδικασία υποδηλώνεται γενικότερα στη σύγχρονη έρευνα ως «εκβαρβαρισμός» (αγγλ. Barbarization, γερμ. Barbarisierung) ή ειδικότερα «γερμανοποίηση» (αγγλ. Germanization, γερμ. Germanisierung)· με αυτούς τους περιγραφικούς όρους τονίζεται η αυξημένη παρουσία πολεμιστών από τα γερμανικά φύλα του Ρήνου και του Δούναβη στις ένοπλες δυνάμεις της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Για την επίτευξη της στρατιωτικής σύμπραξης και την ευχερή στρατολόγηση, η βυζαντινή ηγεσία συνδεόταν μέσω επίσημων συνθηκών με λαούς και κράτη πέρα από τα σύνορα της αυτοκρατορίας, με μικρότερες ομάδες προσφύγων που επιζητούσαν να μετοικήσουν στη αυτοκρατορία και, σπανιότερα, ακόμη και με επιδρομείς. Οι γραπτές πηγές όμως είναι δυστυχώς ασαφείς σχετικά με τους όρους αυτών των συμφωνιών. Ο λατινικός όρος foedus ή ο ελληνικός σπονδαί χρησιμοποιούνταν για να δηλώσουν γενικά την επίσημη συμφωνία του Ρωμαϊκού και έπειτα του Βυζαντινού κράτους με οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος, είτε επρόκειτο για συνθήκη μεταξύ μερών που ήλθαν σε συμφωνία επί ίσοις όροις (= ισοβαρής συνθήκη, λατ. foedera aequa) είτε επρόκειτο για συνθήκη που προήλθε μετά από τη στρατιωτική επικράτηση της αυτοκρατορίας και υποταγή (λατ. deditio) των εχθρών της (= ετεροβαρής συνθήκη, λατ. foedera iniqua)1. Στην περίπτωση της στρατιωτικής επικράτησης η κεντρική εξουσία υποχρέωνε κατά κανόνα τους ηττημένους λαούς να παράσχουν ένοπλα τμήματα για τις στρατιωτικές ανάγκες της αυτοκρατορίας. Οι πηγές όμως δεν παραδίδουν τις ακριβείς υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών, όπως (για παράδειγμα) εάν οι ξένες επικουρίες θα ελάμβαναν από το κρατικό ταμείο χρήματα, εφόδια, εξοπλισμό κ.ά.

Προσφορά δώρων από ξένους απεσταλμένους στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄, ανάγλυφο από τον Οβελίσκο του Θεοδοσίου Α΄ στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης (4ος αι.) – Πηγή: φωτογραφικό αρχείο κ. Θ. Κορρέ

Κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο οι κύριες πηγές στρατολόγησης βαρβάρων ήταν τρεις: Οι ξένοι εισέρχονταν για υπηρεσία στον αυτοκρατορικό στρατό κυρίως ως εθελοντές με σκοπό να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσης τους ή για να ξεφύγουν από τις κακουχίες, την ανασφάλεια, την εξαθλίωση ή ακόμα τις διώξεις στον τόπο καταγωγής τους. Επιπρόσθετα, το Βυζαντινό κράτος αντλούσε ανθρώπινο δυναμικό για την επάνδρωση των στρατιωτικών μονάδων του από τις ξένες πληθυσμιακές ομάδες που εγκαταστάθηκαν εντός της αυτοκρατορικής επικράτειας, όπως συνέβαινε με τις κοινότητες των laeti και gentiles, των dediticii ή των αιχμαλώτων πολέμου. Παράλληλα, η εδαφική επέκταση του Βυζαντίου στη Δύση, μέσω των κατακτητικών ή ανακτητικών πολέμων (reconquista) του Ιουστινιανού Α΄ (527-565), συνετέλεσε στην ενίσχυση των βυζαντινών στρατευμάτων και με επίστρατους από τους προσφάτως υποταχθέντες ξένους πληθυσμούς (βλ. σχετικά κατωτέρω).

Οι ξένοι από τις παραπάνω πηγές στρατολόγησης κατατάσσονταν μεμονωμένα ή μαζικά για μόνιμη θητεία στους σχηματισμούς μάχης του βυζαντινού στρατού υπό τις διαταγές αυτοκρατορικού αξιωματούχου και ήταν ενταγμένοι πλήρως στην πολεμική μηχανή του Βυζαντίου. Βάρβαροι με καθεστώς υπηρεσίας μακράς διάρκειας μαρτυρούνται στις βυζαντινές μονάδες του στρατού κρούσης (λατ. comitatenses) και των συνοριακών στρατευμάτων (λατ. limitanei) των 4ου και 5ου αι. ή στους λεγόμενους αριθμούς, τους καταλόγους και τα νέα έφιππα φοιδερατικά σώματα του 6ου αι., καθώς επίσης και στην ανακτορική φρουρά των λεγόμενων Παλατινών σχολών (λατ. scolae palatinae)2.  Επιπρόσθετα, ξένοι υπηρέτησαν στις προσωπικές ένοπλες ακολουθίες (bucellarii3) των αυτοκρατορικών αξιωματούχων ή των πλούσιων γαιοκτημόνων, όπως οι Ούννοι και οι Γότθοι στα τέλη του 4ου και τον 5ο αι., ή οι Αρμένιοι και οι Πέρσες τον 6ο αι.

Οι γεωγραφικές «δεξαμενές» προέλευσης των ξένων στρατιωτιών, οι οποίοι εισέρχονταν τελικά στις τάξεις των αυτοκρατορικών δυνάμεων, ήταν κυρίως τρεις: (α) οι περιοχές που εκτείνονταν αμέσως μετά το ανατολικό / ασιατικό σύνορο του κράτους (τουτέστιν από τον Καύκασο στα βόρεια μέχρι την Ερυθρά Θάλασσα στα νότια)· (β) οι περιφέρειες που βρίσκονταν βορείως του υδάτινου και πολιτικού συνόρου του Δούναβη καθώς και η βορειοανατολικότερη ρωσική στέπα έως τις βόρειες ακτές του Ευξείνου Πόντου· (γ) οι περιοχές της Δύσης, ειδικότερα η δυτική λεκάνη της Μεσογείου και η βορειοδυτική Ευρώπη.

Από τις σημαντικότερες πληθυσμιακές ομάδες της Ανατολής που παρείχαν σταθερά στρατιώτες στο βυζαντινό στρατό ήταν οι λαοί του Καυκάσου. Οι Αρμένιοι ιδιαίτερα κατείχαν εξέχουσα θέση μεταξύ των ξένων στρατιωτών καθ’ όλη τη διάρκεια της πρώιμης βυζαντινής περιόδου. Κατά τον 4ο αι. επαρχιώτες που προέρχονταν από τους συμπαγείς αρμενικούς πληθυσμούς του Πόντου, της Καππαδοκίας και της Μεσοποταμίας «κατέκλυσαν» τις συνοριακές μονάδες, ελαφρού πεζικού και ιππικού, που διοικούσε ο αυτοκρατορικός στρατιωτικός διοικητής dux Armeniae· αποτέλεσμα της ενσωμάτωσής τους ήταν η μετέπειτα «θωράκιση» της Μικράς Ασίας από τις επιδρομές των φύλων του Καυκάσου αλλά και των Περσών. Κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού Α΄ το αρμενικό στοιχείο αυξήθηκε κατακόρυφα και γενικότερα στο βυζαντινό στρατό· μάλιστα, τα τμήματα που επανδρώνονταν αποκλειστικά από Αρμενίους διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην άμυνα του βόρειου τομέα του ανατολικού συνόρου του κράτους αλλά και στους επεκτατικούς πολέμους του Βυζαντίου στη Δύση (κυρίως στην Ιταλία και τη βορειοδυτική Αφρική). Κατά την ίδια περίοδο μαρτυρούνται και στρατιώτες από τους πιο ολιγάριθμους λαούς του Καυκάσου, όπως οι Ίβηρες ή Τζάνοι, Λαζοί και Αβασγοί, ιδιαίτερα μετά την ενσωμάτωση των ηγεμονιών τους στον εδαφικό κορμό του Βυζαντίου κατά τη μακρά περίοδο διακυβέρνησης του Ιουστινιανού.

Το βυζαντινο-περσικό σύνορο και οι λαοί της Ανατολής στις αρχές του 7ου αι. – Πηγή: http://www.iranpoliticsclub.net/maps/maps06/index.htm

Αξιόλογη παρουσία στον αυτοκρατορικό στρατό μαρτυρείται όμως και για τα αραβικά φύλα της συριακής ερήμου. Τα τελευταία ενίσχυσαν το δύσκολο έργο της άμυνας των τομέων του ανατολικού συνόρου (στη Συρία, τη Μεσοποταμία και την Παλαιστίνη) από τις επιδρομές των Σασανιδών Περσών και των συμμάχων τους Λαχμιδών Αράβων· έτσι, συνέχισαν τη μακραίωνη παράδοση συνεργασίας των Αράβων νομάδων με την αυτοκρατορία, η απαρχή της οποίας χρονολογείται ήδη στη ρωμαϊκή εποχή. Ιδιαίτερα με την ενοποίηση της διοίκησης τους υπό την ηγεσία των Γασσανιδών του Αρέθα από τον Ιουστινιανό Α΄ (τέλη της δεκαετίας του 520), τα αραβικά φύλα συνέβαλαν καθοριστικά στην εδαφική ακεραιότητα και την επικράτηση του Βυζαντίου στην Ανατολή κατά τις μείζονες συγκρούσεις με τους Πέρσες4. Παράλληλα, οι «αστικοποιημένοι» αραβικοί επαρχιακοί πληθυσμοί της Συρίας και της Παλαιστίνης επάνδρωσαν μαζικά τις τοπικές συνοριακές μονάδες, κυρίως ελαφρού πεζικού και ιππικού, συντελώντας έτσι στην προστασία των ανατολικών επαρχιών από πάσης φύσεως εχθρική επιβουλή. Εξέχουσα θέση κατείχαν όμως και οι Πέρσες εξόριστοι που κατέφυγαν στη βυζαντινή επικράτεια. Οι τελευταίοι εντάχθηκαν κυρίως σε σχηματισμούς βαρέως ιππικού (clibanarii, clibanariis agittarii) του 4ου αι., κατά μίμηση των αντίστοιχων περσικών. Έτσι, συνέβαλλαν στην αναβάθμιση του ρόλου του ιππικού στην έκβαση των πολεμικών αναμετρήσεων έναντι του κυρίαρχου μέχρι τότε πεζικού αλλά και στη συνολική εξέλιξη της επιχειρησιακής τακτικής του βυζαντινού στρατού κατά τους 5ο και 6ο αι.5

Σημαντικό ήταν όμως και το πλήθος των σωμάτων του αυτοκρατορικού στρατού που επανδρώθηκαν από λαούς του Δούναβη και της ρωσικής στέπας κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο. Από τους λαούς αυτούς διακρίνονταν κυρίως οι γερμανικής καταγωγής Γότθοι στον κάτω Δούναβη, ιδιαίτερα από τις τελευταίες δεκαετίες του 4ου αι. και εξής, οι Έρουλοι και οι Γεπίδες στον άνω Δούναβη κατά τον 6ο αι. καθώς επίσης και τα ουννικά / τουρανικά φύλα της ρωσικής στέπας και του κάτω Δούναβη κατά τους 5ο και 6ο αι. Τα τελευταία μάλιστα άσκησαν, μαζί με τους Πέρσες (βλ. ανωτέρω), σημαντική επίδραση στο βυζαντινό στρατό: οι συγκρούσεις με τους νομάδες της στέπας βαθμιαία συνετέλεσαν στην αύξηση της σημασίας του ιππικού, ιδιαίτερα των τμημάτων ιπποτοξοτών, αλλά και στη γενικότερη εξέλιξη της επιχειρησιακής τακτικής και του εξοπλισμού των αυτοκρατορικών δυνάμεων6. Μικρότερη παρουσία μαρτυρείται και από γερμανικά φύλα του άνω Δούναβη, των Ταϊφάλων και Κουάδων (4ος αι.) αλλά και των Σκίρων και Ρούγων (5ος αι.)· επίσης, από τα ιρανικά φύλα των Σαρματών και Αλανών (4ος και 5ος αι.)· τέλος, από τα σλαβικά φύλα των Σκλαβηνών και Αντών του κάτω Δούναβη (6ος αι.). Οι πολεμιστές και τα σώματα από τους λαούς της Χερσονήσου του Αίμου και της ρωσικής στέπας διακρίθηκαν κυρίως στην άμυνα του παραδουνάβιου συνόρου της αυτοκρατορίας· συμμετείχαν όμως και στις πολεμικές επιχειρήσεις του βυζαντινού στρατού σε άλλα μέτωπα, όπως το ανατολικό σύνορο ή την Ιταλία.

Η διοικητική οργάνωση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και οι βαρβαρικοί λαοί πέρα από τα σύνορα κατά το έτος θανάτου του Θεοδοσίου Α΄ (395) – Πηγή: https://undevicesimus.deviantart.com/art/The-Roman-Empire-AD-395-466568534

Στρατιώτες και μόνιμοι σχηματισμοί μάχης από τους λαούς της Δύσης μαρτυρούνται σε δύο χρονικές περιόδους, τον 4ο και τον 6ο αι. Κατά τον 4ο αι. στις στρατιωτικές διοικήσεις της Βυζαντινής αυτοκρατορίας εμφανίζονται μονάδες των γερμανικών φύλων των Φράγκων, των Αλαμανών και των συγγενών τους Ιουθούγγων, των Σαξόνων και Anglii, των Βανδάλων, του κελτικού φύλου των Atecotti και του αφρικανικού φύλου των Μαυρουσίων. Το μεγαλύτερο μέρος των μονάδων αυτών εντάχθηκαν στα συνοριακά στρατεύματα των ανατολικών επαρχιών από Ρωμαίους αυτοκράτορες του 3ου αι. (Γαλλιηνό, Αυρηλιανό, Διοκλητιανό), ενώ σημαντικό ποσοστό από αυτές εντάχθηκε στον στρατό κρούσης (comitatenses) του Βυζαντίου, ως ενίσχυση του δυτικού τμήματος από τους αυτοκράτορες (π.χ. τους Ιουλιανό και Βαλεντινιανό Α΄). Οι μονάδες αυτές διατήρησαν τον αμιγή εθνικό τους χαρακτήρα μέχρι περίπου τα τέλη του 4ου αι., οπότε με τη διοικητική (σε ανώτερο επίπεδο) «διαίρεση» της αυτοκρατορίας σε δυτικό και ανατολικό τμήμα σταμάτησε η εισροή ξένων από τη Δύση στις αυτοκρατορικές δυνάμεις του ανατολικού τμήματος. Οι στρατιώτες από τη Δύση επανεμφανίστηκαν στο βυζαντινό στρατό κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Ιουστινιανού Α΄. Μετά την κατάλυση του Βανδαλικού βασιλείου (534), οι ηττημένοι Βάνδαλοι και Μαυρούσιοι συγκρότησαν τμήματα πεζικού και ιππικού αντίστοιχα και εντάχθηκαν στις αυτοκρατορικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Το Βυζάντιο και τα βαρβαρικά κράτη της Δύσης (476) – Πηγή: https://undevicesimus.deviantart.com/art/The-end-of-the-Western-Roman-Empire-AD-476-481124076

Αξιωματούχοι με καταγωγή από τους εκτός συνόρων λαούς σταδιοδρόμησαν στο βυζαντινό στρατό, απέκτησαν σημαντική πολιτική επιρροή στο αυτοκρατορικό επιτελείο και διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα της πρώιμης βυζαντινής περιόδου. Κορυφαίες περιπτώσεις βαρβάρων αξιωματούχων είναι εκείνες του ικανού Βανδάλου magister militum Στηλίχωνα επί Θεοδοσίου Α΄ (379-395) και του διαδόχου του Ονωρίου στα τέλη του 4ου και στις αρχές του 5ου αι., του Αλανού Άσπαρα επί Θεοδοσίου Β΄, Μαρκιανού και Λέοντoς Α΄ τον 5ο αι. και του διακεκριμένου Αρμένιου στρατηγού ευνούχου Ναρσή επί Ιουστινιανού Α΄ τον 6ο αι.

Η βυζαντινή reconquista επί Ιουστινιανού Α΄ και οι βαρβαρικοί λαοί (527-565) – Πηγή: https://undevicesimus.deviantart.com/art/The-Eastern-Roman-Empire-AD-527-565-491648322

Ιδιαιτέρως σημαντική εξέλιξη κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο (πιο συγκεκριμένα από τις τελευταίες δεκαετίες του 4ου αι. και εξής) ήταν η δημιουργία των βαρβαρικών φοιδερατικών σωμάτων. Ξένοι λαοί εγκαταστάθηκαν εντός της αυτοκρατορικής επικράτειας κατόπιν ειδικής συμφωνίας (foedus) των ηγεμόνων τους με τον αυτοκράτορα. Βασικές υποχρεώσεις τους υπήρξαν η παροχή στρατιωτικών σωμάτων για τη συνοριακή άμυνα αλλά και η συμμετοχή τους στις εκστρατείες του βυζαντινού στρατού σε μέτωπα απομακρυσμένα από τον εκάστοτε τόπο εγκατάστασης τους. Οι ξένοι φοιδεράτοι ελάμβαναν καλλιεργήσιμες γαίες στις συνοριακές περιοχές, δώρα, εξοπλισμό, ανεφοδιασμό (λατ. annona foederatica) και χρήματα. Οι παροχές καθορίζονταν δια της συμφωνίας που σύναπταν οι φοιδεράτοι με την αυτοκρατορία. Οι ίδιοι διατηρούσαν τον οπλισμό και τις τακτικές μάχης τους, διέθεταν σχετική πολιτική αυτονομία εντός της αυτοκρατορίας, ενώ παραμένει ασαφές εάν το κράτος τους παραχωρούσε πολιτικά δικαιώματα και το λεγόμενο connubium, δηλαδή το δικαίωμα σύναψης νόμιμου γάμου. Παράλληλα, οι φοιδεράτοι ηγέτες – πολέμαρχοι έπαιρναν τα διάσημα της εξουσίας τους από τον αυτοκράτορα και τις περισσότερες φορές διορίζονταν σε υψηλές θέσεις της στρατιωτικής ιεραρχίας ή ελάμβαναν τιμητικούς τίτλους της αυτοκρατορικής αυλής7. Από τα παραπάνω στοιχεία καθίσταται σαφές ότι οι φοιδεράτοι αποτέλεσαν νέα κατηγορία μόνιμων μονάδων, πλήρως ενταγμένων στο βυζαντινό στρατό.

Σημαντικότερη περίπτωση φοιδεράτων ήταν εκείνη των Γότθων μετά τη βυζαντινο-γοτθική συνθήκη ειρήνης του 382 (επί Θεοδοσίου Α΄). Οι Γότθοι φοιδεράτοι (Βησιγότθοι του Αλάριχου, Γότθοι του Γαϊνά, Γότθοι της Θράκης του Θεοδώριχου Στραβού και Οστρογότθοι του Θεοδωριχου Αμαλού) διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο (συνήθως αρνητικό) στα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα τόσο του ανατολικού όσο και του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας κατά τους 4ο και 5ο αι. Στο χώρο της Ανατολής φοιδερατικό καθεστώς απέκτησαν διάφορα αραβικά φύλα, όπως οι Τανουκίδες τον 4ο αι., οι Σαλιχίδες, οι ομάδες του Ασπέβετου και του Αμόρκεσου τον 5ο αι., και οι Γασσανίδες και Κινδίτες τον 6ο αι.· επίσης, οι άνδρες που υπηρετούσαν στις αρμενικές περιφέρειες Βελαβιτηνή, Σοφηνή, Αντζιτηνή, Ιγκιληνή και Σοφανηνή στη βόρεια Μεσοποταμία στα τέλη του 4ου αι. καθώς επίσης και οι Λαζοί ηγεμόνες στον Καύκασο κατά τον 5ο αι.

Κατά τον 6ο αι. τα φοιδερατικά σώματα εξελίχθηκαν, σύμφωνα με μαρτυρία του Προκοπίου,  σε μικτά επίλεκτα τμήματα βαρβάρων και Βυζαντινών υπηκόων, αν και το ξένο στοιχείο (ιδιαίτερα οι Γότθοι και οι Έρουλοι) συνέχισε να κυριαρχεί· τη διοίκηση τους ανέλαβε μάλλον ο κόμης των φοιδεράτων (λατ. comes foederatorum)8. Παράλληλα, οι λαοί που είχαν καθεστώς παρόμοιο με εκείνο των φοιδεράτων των 4ου και του 5ου αι. αποκαλούνται στις πηγές σύμμαχοι ή ένσπονδοι9. Δεν ενσωματώθηκαν όμως όλοι οι λαοί που απέκτησαν το καθεστώς των συμμάχων στις δομές του Βυζαντινού κράτους. Για παράδειγμα, οι Λογγοβάρδοι στον άνω Δούναβη κατά τη δεκαετία του 540 έγιναν μεν σύμμαχοι του Βυζαντίου, αλλά η ηγεμονία τους  παρέμεινε ουσιαστικά πολιτικώς ανεξάρτητη.

Από την εξέταση της ένταξης ξένων στρατιωτικών σωμάτων διαφαίνεται και η συμβολή του εκάστοτε αυτοκράτορα στον «εκβαρβαρισμό» του βυζαντινού στρατού. Η πολιτική στρατολόγησης ξένων εγκαινιάστηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο (306/24-337) κατά τις πρώτες δεκαετίες του 4ου αι. Ο τελευταίος στηρίχθηκε κυρίως στα βαρβαρικά φύλα της δυτικής Ευρώπης (κυρίως τους Φράγκους και Αλαμανούς) για να νικήσει τους αντιπάλους του (Μαξέντιο, Λικίνιο), ακολουθώντας έτσι την αντίστοιχη πολιτική των προκατόχων του Τετραρχών αυτοκρατόρων (Διοκλητιανού και Κωνστάντιου Χλωρού)10. Την ίδια πολιτική συνέχισαν όμως και οι διάδοχοι του Κωνσταντίνου επιστρατεύοντας πολεμιστές από λαούς που συνόρευαν με τις επικράτειες της δικαιοδοσίας τους. Στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας ο Ιουλιανός και ο Βαλεντινιανός Α΄ ενέταξαν λ.χ. στις στρατιωτικές τους δυνάμεις Φράγκους, Αλαμανούς, Σάξονες, Anglii και Atecotti κατά το β´ μισό του 4ου αι. Στο ανατολικό τμήμα ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος Β΄ (337-361) συγκρότησε αρκετούς σχηματισμούς κατάφρακτου ιππικού με Πέρσες πολεμιστές, ενώ ο Βάλης (364-378) στρατολόγησε μάλλον αρκετά νέα τμήματα Καυκασίων (Αρμενίων, Ιβήρων και Τζάνων). Παράλληλα, οι Τανουκίδες Άραβες επί Ιουλιανού (361-363) και Βάλεντος (364-378) συμμετείχαν ενεργά τόσο στις επιχειρήσεις του βυζαντινού στρατού εναντίον των Περσών όσο και σε εκστρατείες πέρα από το ανατολικό σύνορο, όπως για παράδειγμα στη Θράκη εναντίον των Γότθων το 378. Παρόλ’ αυτά όμως το συνολικό ποσοστό των ξένων πολεμιστών και σωμάτων έως τότε μάλλον δεν υπήρξε μεγάλο. Μέχρι τη δεκαετία του 370 η μεγάλη πλειονότητα των στρατιωτών του δυτικού και του ανατολικού τμήματος προερχόταν δηλαδή από τους επαρχιακούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας.

Ούννοι σε μάχη με τους Αλανούς. Γκραβούρα της δεκαετίας του 1870 – Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CF%8D%CE%BD%CE%BD%CE%BF%CE%B9#/media/File:Hunnen.jpg

Η είσοδος των ξένων στο βυζαντινό στρατό έλαβε μαζικές διαστάσεις κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄ (379-395). Οι τρομακτικές απώλειες που είχαν ήδη υποστεί οι Βυζαντινοί (= Ρωμαίοι της Ανατολής) από τους Γότθους κατά την καταστροφική για τους ίδιους μάχη της Αδριανούπολης (9 Aυγούστου 378) και άλλες συγκρούσεις ανάγκασαν τον Θεοδόσιο να προσλάβει ή να επιστρατεύσει πολυπληθή σώματα ξένων πολεμιστών, προκειμένου να καταστήσει και πάλι αξιόμαχα τα αυτοκρατορικά στρατεύματα. Γότθοι, Ούννοι, Αλανοί από το Δούναβη, Αρμένιοι και Ίβηρες από τον Καύκασο πλαισίωσαν τις βυζαντινές δυνάμεις κατά τις εκστρατείες του Θεοδοσίου στην Ιταλία εναντίον των σφετεριστών Μάξιμου και Ευγενίου. Ξένοι εξακολούθησαν να υπηρετούν στις αυτοκρατορικές δυνάμεις και κατά τις βασιλείες των Αρκαδίου, Θεοδοσίου Β΄, Μαρκιανού, Λέοντος Α΄ και Ζήνωνος από τη δεκαετία του 390 και κατά το μεγαλύτερο διάστημα του 5ου αι. Οι πηγές αναφέρονται σε Γότθους και Ούννους από τη Χερσόνησο του Αίμου αλλά και σε Αρμένιους και Άραβες από την Ανατολή.

Η ορδή των Ούννων εν κινήσει – Πηγή: http://eclass31.weebly.com/iotasigmatauomicronrho943alpha-epsilon900—beta900-epsilonnu972tauetataualpha.html#.Wfweg9Vl_IU

Πλήθος νέων ξένων στρατιωτών εντάχθηκε στο βυζαντινό στρατό και κατά τον 6ο αι. Ο αυτοκράτορας Αναστάσιος Α΄ (491-518) στηρίχθηκε στους Έρουλους, τους Αρμένιους και τα νεοεμφανιζόμενα αραβικά φύλα των Γασσανιδών και των Κινδιτών για την αντιμετώπιση των εξωτερικών και εσωτερικών αντιπάλων του. Αποκορύφωμα όμως της μαζικής στρατολόγησης ξένων αποτέλεσε η μακρά περίοδος διακυβέρνησης του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α΄ (527-565). Οι συνεχείς πολεμικές συγκρούσεις σε Ανατολή, Χερσόνησο του Αίμου και Δύση καθώς και ο μεγάλος λοιμός τη δεκαετία του 540, ο οποίος αποδεκάτισε τους επαρχιακούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας, συνετέλεσαν στην ολοένα και μεγαλύτερη επιστράτευση σωμάτων και πολεμιστών από τους λαούς του λεγόμενου barbaricum. Αυτή την περίοδο μαρτυρούνται τμήματα Αρμενίων, Τζάνων, Λαζών, Γασσανιδών Αράβων και Περσών από το ανατολικό σύνορο· επίσης, Ερούλων και Γεπιδών, Σκλαβηνών και Αντών, Πρωτοβούλγαρων και άλλων ουννικών / τουρανικών φύλων  από το Δούναβη και τη μετέπειτα ρωσική στέπα (π.χ. Σαβείρων Ούννων, Ούννων Κριμαίας κ.ά.)· τέλος, Οστρογότθων, Βησιγότθων, Βανδάλων και Μαυρουσίων από τα βαρβαρικά βασίλεια της δυτικής λεκάνης της Μεσογείου.

Συνοψίζοντας: κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο (κυρίως από τα τέλη του 4ου αι. και εξής) μεγάλο ποσοστό των στρατιωτών του αυτοκρατορικού στρατού προερχόταν από τους πληθυσμούς πέρα από τα σύνορα της Ρωμανίας (Βυζαντίου). Η κεντρική εξουσία της αυτοκρατορίας ανέπτυξε στενές σχέσεις με τους εκτός συνόρων λαούς, στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει τη στρατιωτική τους σύμπραξη στους αναρίθμητους και πολυμέτωπους πολέμους αυτής της περιόδου. Παρά τις μεγάλες καταστροφές που προξένησαν κυρίως οι Γότθοι, μέσω (και) των ξένων στρατιωτών η βυζαντινή ηγεσία πέτυχε να προσαρμόσει τις ένοπλες δυνάμεις της στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα και να ανταπεξέλθει στις δύσκολες περιστάσεις που δημιούργησαν οι λεγόμενες «μεταναστεύσεις των λαών», ενώ παράλληλα κατάφερε να επεκταθεί εδαφικά τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση.

Ο Ιωάννης Σαραντίδης είναι υποψήφιος διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ

Παραπομπές

  1. E. Chrysos, Legal Concepts and Patterns for the Barbarian’ Settlement on Roman Soil, στο E. Chrysos – A. Schwarcz (επιμ.), Das Reich und die Barbaren [Veröffentlichungen des Instituts für Österreichische Geschichtsforschung 29], Wien / Köln 1989, σ. 18-19. – P. Heather, Foedera and Foederati of the Fourth Century, στο T. Noble (επιμ.), From Roman Province to Medieval Kingdoms, London / NewYork 2006, σ. 244-245.
  2. Για την οργάνωση του αυτοκρατορικού στρατού κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο, βλ. A. H. M. Jones, The Later Roman Empire 284-602. A Social, Economic and Administrative Survey, τ. II, Oxford 1964, σ. 608-610, 613-614, 621, 649-654. – Ι. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους. Τόμος πρώτος (324-565 μ.Χ.), Θεσσαλονίκη 51995, σ. 622-628.
  3. Γ. Α. Λεβενιώτης, Οbsequentes – privatum obsequium – Οbsequium – Obsequioν – Οpsicion – Οψίκιον. Η εξέλιξη ενός τεχνικού όρου και η πρώιμη περίοδος του «θέματος» Οψικίου, στο Θ. Κορρές – Πολύμνια Κατσώνη – Ι. Λεοντιάδης – Α. Γκουτζιουκώστας (επιμ.), ΦΙΛΟΤΙΜΙΑ. Τιμητικός τόμος για την ομότιμη καθηγήτρια Αλκμήνη Σταυρίδου-Ζαφράκα, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 361-410, ειδικά 389 κ.ε.
  4. Προκόπιος, Υπέρ των πολέμων λόγοι, έκδ. J. Haury, Procopii Caesariensis Opera Omnia, τ. I (De bello Persico), Lipsiae 1913, 4-304. Addenda et corrigenda adiecit G. Wirth I, Leipzig 1962, 1.17.47.
  5. Grosse, Römische Militärgeschichte von Gallienus bis zum Beginn der Byzantinischen Themenverfassung, Berlin 1920, σ. 254-256. – Καραγιαννόπουλος, ό.π., σ. 639-640. – Λεβενιώτης, ό.π.
  6. Ι. Σαραντίδης, Η βυζαντινή πολιτική της ενσωμάτωσης ξένων λαών στη Χερσόνησο του Αίμου (450-491): προτάσεις ερμηνείας των αυτοκρατορικών πολιτικών στόχων, Βυζαντιακά 33 (2016) 37-54, ειδικά σ. 47, σημ. 24.
  7. Ενδεικτικά, βλ. Ε. Κ. Χρυσός, Το Βυζάντιον και οι Γότθοι.Συμβολή εις την εξωτερικήν πολιτικήν του Bυζαντίου κατά τον δ΄ αιώνα, Θεσσαλονίκη 1972, σ. 146-166. – P. Heather, Goths and Romans 332-489, Oxford 1994, σ. 158-165.
  8. Προκόπιος, ό.π., τ. I: De belloVandalico, 305-552. Addenda et corrigenda G. WirthI, Leipzig 1962, 1.11.3-4, και, τ. II: De bello Gothico, Lipsiae 1913. Addenda et corrigenda G. Wirth ΙI, Leipzig 1963, 7.33.13. – Codex Justinianus, έκδ. P. Krüger [CJC 2], Berlin 1877, ανατ. Dublin / Zürich 1970, 1.5.12, εδάφιο 17 (a. 527). Για τον κόμητα των φοιδεράτων, βλ. Jones, ό.π., σ. 665. – Καραγιαννόπουλος, ό.π., σ. 636.
  9. Καραγιαννόπουλος, ό.π., σ. 636.
  10. Ζώσιμος, Νέα Ιστορία, έκδ. F. Paschoud, Histoire Nouvelle, τ. I-ΙΙΙ [CUF], Paris 1971-1989, 2.15.1.

 Επιπρόσθετη βιβλιογραφία

  • Adontz, Armenia in the Period of Justinian. The Political Conditions based on the Naxarar System, αγγλ. μτφρ. N. Garsoïan, Lisbon 1970
  • Altheim, Geschichte der Hunnen. Band 1-5, Berlin 1959-1962
  • C. Blockley, East Roman Foreign Policy. Formation and Conduct from Diocletian to Anastasius, Leeds 1992
  • S. Burns, Rome and the Barbarians 100 B.C.-A.D. 400, Baltimore/London 2003
  • Curta (επιμ.), Borders, Barriers and Ethnogenesis. Frontiers in Late Antiquity and Middle Ages [Studies in Early Middle Ages 12], Turnhout 2005
  • Curta (επιμ.), Neglected Barbarians, Turnhout 2010
  • Dignas / E. Winter, Rome and Persia in Late Antiquity, Cambridge 2007
  • Elton, Warfare in Roman Europe, AD 350-425, Oxford 1996
  • Goffart, Barbarian Tides: the Migration Age and the Later Roman Empire, Philadelphia 2006
  • Hoffmann, Das spätrömische Bewegungsheer und die Notitia Dignitatum. Ι-ΙΙ [Epigraphische Studien 7], Düsseldorf 1969-1970
  • Γ. Καλαφίκης, Η οργάνωση του ύστερου ρωμαϊκού στρατού (260-395). Σχηματισμοί μάχης – διοίκηση – οχυρώσεις – αμυντική στρατηγική [ανέκδοτη διδακτορική διατριβή], ΑΠΘ 2008
  • H. W. G. Liebeschuetz, Barbariansand Bishops. Army, Church, and State in the Age of Arcadius and Chrysostom, Oxford 1990
  • J. Maenchen-Helfen, The World of the Huns. Studies in their History and Culture, Berkeley / Los Angeles / London 1973
  • Σ. Πατούρα-Σπανού, Χριστιανισμός και παγκοσμιότητα στο πρώιμο Βυζάντιο: από τη θεωρία στην πράξη [Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Ινστιτούτο Βυζαντινών Σπουδών. Μονογραφίες 10], Αθήνα 2008
  • Ι. Σαραντίδης, Βαρβαρικοί λαοί και βυζαντινή εξωτερική πολιτική στον Δούναβη (450-491): μια νέα ερμηνευτική θεώρηση, Βυζαντινά 34 (2015-2016) 189-215
  • Shahid, Byzantium and Arabs in the Fourth Century, Washington 1984
  • Shahid, Byzantium and Arabs in the Fifth Century, Washington 1989
  • Shahid, Byzantium and Arabs in the Sixth Century. I.1: Political and Military History, Washington 1995
  • Southern – K. R. Dixon, The Late Roman Army, New Haven/London 1996
  • L. Teall, The Barbarians in Justinian’s Armies, Speculum 40.2 (1965) 294-332
  • Sarantis – N. Christie (επιμ.), War and Warfare in late Antiquity. Current Perspectives [Late Antique Archaeology 8], Leiden / Boston 2013

Νικόλαος Δούμπας: Ο Έλληνας που μετατράπηκε σε προστάτη της Αυστροουγγαρίας

Νικόλαος Δούμπας: Ο Έλληνας που μετατράπηκε σε προστάτη της Αυστροουγγαρίας

Ο Νικόλαος Δούμπας είναι ένας Έλληνας που τιμάται μανιωδώς από την  Αυστρία ενώ οι συμπατριώτες του σπανίως τον γνωρίζουν. Ο τάφος του δε βρίσκεται στο κεντρικό νεκροταφείο της Βιέννης, στο τμήμα που είναι μάλιστα θαμμένοι οι μεγάλοι μουσουργοί (Μπετόβεν, Μότσαρτ, Μπραμς, Στράους κ.ά.), καθώς με πολλούς από αυτούς ήταν προσωπικός φίλος και σίγουρα προστάτης τους.

Γόνος της μακεδονικής δυναστείας των Δουμπάδων, ο Νικόλαος γεννήθηκε, έζησε, έδρασε και διέπρεψε στην Βιέννη του 19ου αιώνα, κοσμώντας την πόλη με λαμπρά έργα και στηρίζοντας τους σημαντικότερους μουσουργούς του καιρού του.

Ως ευεργέτης της Αυστρίας πρωτίστως αλλά και της Ελλάδας ακολούθως, ο βλάχικης καταγωγής επιχειρηματίας προώθησε ως πολιτικός τις αρχές του δικαίου και του ανθρωπισμού στο Κοινοβούλιο της Αυστρίας και πέρασε στην αιωνιότητα ως μια εξέχουσα μορφή του 19ου αιώνα.

Όποιος βρεθεί άλλωστε στη Βιέννη θα παρατηρήσει ότι ένας κεντρικότατος δρόμος της πόλης, η Dumbastrasse (Οδός Δούμπα), έχει πάρει το όνομά της από τον Δούμπα. Εκεί άλλωστε εδρεύει το λαμπρό κτίριο της περίφημης Φιλαρμονικής της Βιέννης, έργο του δανού αρχιτέκτονα Χάνσεν, που χτίστηκε με έξοδα του μεγάλου έλληνα ευεργέτη.

Ο οποίος έμελλε να μετατραπεί σε στυλοβάτη της μουσικής και καλλιτεχνικής ζωής της Βιέννης, προστάτη των τεχνών και μεγάλο μαικήνα της Αυστρίας. Τυπικός εκπρόσωπος του παροιμιώδους «βιεννέζικου πνεύματος», τόσο χαρακτηριστικού της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής της πρωτεύουσας των Αψβούργων, ο έμπορος Νικόλαος Δούμπας έζησε σε μια εποχή που η αυστριακή πρωτεύουσα θα γνώριζε μεγάλη άνθιση.

Όταν μάλιστα μετατρέπεται η Βιέννη σε πρωτεύουσα της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας το 1867 ­και η μεγαλοαστική τάξη των εμπόρων και των επιχειρηματιών διαγωνίζεται για πλούτη και μεγαλεία, ο Δούμπας θριαμβεύει ανάμεσά τους καθώς ήταν η δική του έπαυλη, το Μέγαρο Δούμπα (Dumba Palais), αυτή που θα ενσάρκωνε όλη την καλαισθησία του καιρού!

Μέλος του Συλλόγου Ανδρικής Χορωδίας της Βιέννης από το 1852, πρόεδρός του από το 1865 και από τους ιδρυτές της Φιλαρμονικής, ο Δούμπας είδε τους Σούμπερτ, Στράους υιό και Μπραμς να του αφιερώνουν τα έργα τους και να του παραδίδουν άγνωστες και ακυκλοφόρητες παρτιτούρες. Ο ίδιος διατηρούσε φιλικές σχέσεις όχι μόνο με τους εν λόγω συνθέτες, αλλά και με τον Βάγκνερ αλλά και τον περίφημο ζωγράφο Γκούσταβ Κλιμτ φυσικά.

Γιος του αυτοδημιούργητου Στέργιου Δούμπα, ο οποίος ήρθε στη Βιέννη το 1817 για να δουλέψει ως υπηρέτης πριν αναδειχθεί σε μεγάλο έμπορο της πρωτεύουσας των Αψβούργων, ο Νικόλαος ακολούθησε τη φιλανθρωπική δράση του πατέρα του συνεχίζοντας τις δωρεές και τις αγαθοεργίες σε Αυστρία και Ελλάδα.

Η Βιέννη του χρωστά όχι μόνο τα σπανιότατα μουσικά χειρόγραφα που είχε στη συλλογή του, αλλά και τόσους χώρους συναυλιών, μουσικές δομές αλλά και τα ίδια τα κτίρια της Βουλής, του Πανεπιστημίου, της Ακαδημίας Καλών Τεχνών, του Μεγάρου Μουσικής και του Δημαρχείου!

Ως η ιστορικότερη ενδεχομένως μορφή του ελληνισμού στην κοσμοπολίτικη Βιέννη της εποχής, ο Δούμπας άφησε παρακαταθήκη στην πόλη την ελληνικότητά του, την οποία μπόλιασε με το μεγαλοαστικό στοιχείο συνθέτοντας ένα φαινόμενο που ενσάρκωνε όλα τα ιδανικά του μεγάλου ευεργέτη…

Πρώτα χρόνια

Ο Νικόλαος Δούμπας γεννιέται στις 24 Ιουλίου 1830 στη Βιέννη ως ένα από τα παιδιά του Μακεδόνα Στέργιου Δούμπα και της Λαρισαίας Μαρίας Κούρτη. Ο Στέργιος είχε ξεκινήσει από τη σημερινή Βλάστη της Κοζάνης, είχε ανοίξει ένα μαγαζί με τα αδέρφια του στις Σέρρες και το 1817 κατέφτασε στη Βιέννη με μεγάλα όνειρα.

Αφού περάσει ένα διάστημα υπηρέτης σε μεγαλοαστικά σπιτικά, ασχολείται με το εμπόριο βαμβακιού και σύντομα θα έχει στα χέρια του τα μεγαλύτερα κλωστοϋφαντουργία της Βιέννης, πριν περάσει και σε πολλές ακόμα εμπορικές δραστηριότητες. Ο Στέργιος ήταν επίσης μεγάλος ευεργέτης και η δράση του απλώθηκε πάνω από πολλά.

Ως πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας της Βιέννης για πολλές δεκαετίες, στήριξε οικονομικά τη Φιλική Εταιρεία, προσέφερε υποτροφίες σε Ελληνόπουλα και παιδιά της Αυστρίας, έχτισε και εξόπλισε σχολεία και στις δύο χώρες και ήταν ένας από τους μεγάλους χορηγούς του Πανεπιστημίου Αθηνών

Ο μικρός Νικόλαος μεγαλώνει μέσα στα πλούτη και τις ανέσεις, αλλά και το καλλιεργημένο μεγαλοαστικό περιβάλλον της Βιέννης. Κατά το επαναστατικό κύμα του 1848, ο Στέργιος στέλνει την οικογένειά του για δύο χρόνια στην Αθήνα, και επιστρέφοντας στη Βιέννη ο Νικόλαος ολοκληρώνει τη φοίτηση στο Γυμνάσιο της Βιέννης. Για την κοινωνική θέση που απολάμβανε η οικογένεια Δούμπα στην Αυστρία αξίζει ίσως να αναφέρουμε ότι ο Νικόλαος ήταν ένας από τους δύο νεαρούς που συνόδευσαν τον νεαρό αυτοκράτορα Φραγκίσκο Ιωσήφ κατά τη στέψη του στον Ναό των Αυγουστίνων!

Στα 23 του ήταν ώρα πια να ασχοληθεί με τις πατρικές επιχειρήσεις. Του εμπιστεύονται αρχικά ένα περιφερειακό υφαντουργείο βάμβακος και εκείνος επιδεικνύει το ίδιο επιχειρηματικό δαιμόνιο με τον πατέρα του. Σύντομα η δράση του θα περιλαμβάνει πολλά, από συμμετοχές σε βιομηχανίες μέχρι και χρηματιστηριακές δραστηριότητες, αυξάνοντας την ήδη μεγάλη οικογενειακή περιουσία. Την ίδια ώρα, αναλαμβάνει από νεαρός πλούσια φιλανθρωπική δράση, ακολουθώντας τα χνάρια του ευεργέτη Στέργιου.

Το αυστριακό Τάτεντορφ όπου ζούσε στην πρώτη του αυτή επιχειρηματική περίοδο δεν θα έπαιρνε πολύ να τον στέψει εθνικό του ευεργέτη, αφού σχολεία, εκπαιδευτικά ιδρύματα και υποτροφίες λειτουργούσαν αποκλειστικά χάρη στη γενναιοδωρία του Νικολάου.

Ο ευεργέτης Αυστρίας και Ελλάδας

Διατηρώντας άσβεστο τόσο τον ελληνισμό όσο και την ορθόδοξη πίστη, ο Νικόλαος μετατρέπεται σε χρυσό ευεργέτη τόσο της τοπικής ορθόδοξης εκκλησίας όσο και της ελληνικής παροικίας της Αυστρίας. Παρά το γεγονός ότι είναι περισσότερο γνωστός για τα έργα του στη Βιέννη, μιας και οι Βιεννέζοι τον τιμούν σε κάθε ευκαιρία, ο Δούμπας εργάστηκε και για την Ελλάδα που είχε πάντα στην καρδιά του.

Κάθε Έλληνας που ερχόταν στη Βιέννη τον είχε παραστάτη του, καθώς ο Νικόλαος νοιαζόταν πραγματικά για την προκοπή των απόδημων Ελλήνων. Νοιαζόταν όμως και για την προκοπή του τόπου του και δεν ήταν λίγες οι φορές που εργάστηκε από κοινού με τον Χαρίλαο Τρικούπη. Οι τοιχογραφίες στο προστώο του παλαιού κτιρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών όπου απεικονίζονται οι επιστήμες, έργο του αυστριακού ζωγράφου Karl Rahl (1864), πραγματοποιήθηκαν έπειτα από δωρέα του Δούμπα. Λίγο πριν από τον θάνατό του άλλωστε το 1900, κληροδότησε 30.000 φράγκα, ποσό αστρονομικό για την εποχή, στο Νοσοκομείο Σερρών αλλά και πολλά φιορίνια στο Δημοτικό Σχολείο της ιδιαίτερης πατρίδας του, Βλάστης. Τις ευεργεσίες αυτές, αλλά και τις υποτροφίες και την ανέγερση σχολείων στον τόπο μας, συνέχισε κατόπιν ο γιος του, Θεόδωρος.

Η κατεξοχήν δράση του θα λάβει ωστόσο χώρα στη Βιέννη. Λάτρης της μουσικής από μικρός, ο Νικόλαος έγινε μέλος του Συλλόγου Ανδρικής Χορωδίας της Βιέννης το 1852, ενώ συνέθεσε και μερικά δικά του κομμάτια. Με δική του πρωτοβουλία αλλά και άπλετη χρηματική αρωγή κατασκευάστηκε η αυστριακή Βουλή, η οποία παρουσιάζει έντονα ελληνικά στοιχεία τόσο αρχιτεκτονικής όσο και γλυπτικής. Με τη χρηματοδότησή του ανεγέρθηκαν επίσης τόσο το Πανεπιστήμιο και το Δημαρχείο όσο και η Ακαδημία Καλών Τεχνών, στην οποία κληροδότησε ένα καταπίστευμα για τη θέσπιση του ετήσιου «Βραβείου Δούμπα» για την ενίσχυση των σπουδαστών.

Ο Δούμπας έδωσε λεφτά για πάρα πολλά έργα μεγάλης σπουδαιότητας στη Βιέννη, όπως το περιβόητο Μέγαρο Μουσικής.

Ήταν, για παράδειγμα, ο βασικός χορηγός της κατασκευής της νεογοτθικής Εκκλησίας του Τάματος αλλά και της αποκατάστασης του Καθεδρικού του Αγίου Στεφάνου. Η αγάπη του για τις τέχνες και τα γράμματα θα τον φέρει υποστηρικτή αλλά και προσωπικό φίλο πολλών από τις πιο αξιόλογες προσωπικότητες της πόλης. Χάρη στον Δούμπα αναδείχθηκε και καθιερώθηκε ο δημοφιλής κατόπιν ζωγράφος Χανς Μάκαρτ, όπως και αργότερα ο ίδιος ο Γκούσταφ Κλιμτ!

Ο Γιόχαν Στράους Β’ εκτιμούσε ιδιαιτέρως τον Νικόλαο και του αφιέρωσε πολλά έργα του. Για τον Δούμπα έγραψε εξάλλου την περιβόητη «Πόλκα των Ελλήνων»! Οι δύο άντρες χάρισαν στο βιεννέζικο μια σειρά από θρυλικές παραστάσεις και ο Στράους του χρωστούσε πολλά. Στην εξοχική κατοικία του Δούμπα συνέθεσε εξάλλου ο Στράους ο νεότερος το βαλς που θα τον έστεφε «βασιλιά των βαλς»: τον «Γαλάζιο Δούναβη» δηλαδή, τον οποίο αφιέρωσε στον Δούμπα!

Φιλικές σχέσεις διατηρούσε ο Νικόλαος και με τον Σούμπερτ, του οποίου είχε εξάλλου τη σπουδαιότερη συλλογή αυτόγραφων και χειρόγραφων. Πραγματικά καρδιακός φίλος ήταν όμως με τον Γιοχάνες Μπραμς, την ίδια ώρα που και ο Ρίχαρντ Βάγκνερ τον επισκεπτόταν συχνά στο μέγαρό του αλλά και στις τόσες εξοχικές επαύλεις του Δούμπα σε δημοφιλή αυστριακά θέρετρα της εποχής. Εκεί θα γράψει ο μεγάλος μουσουργός μερικές από τις γνωστότερες συνθέσεις του.

Το Μέλαθρον Δούμπα άλλωστε, στη νεοσύστατη και αριστοκρατική περιφερειακή λεωφόρο της Βιέννης, ήταν πόλος έλξης αλλά και το απόλυτο σημείο συνάντησης της καλλιτεχνικής, πνευματικής και οικονομικής ζωής της πόλης. Το Palais Dumba διασώζεται ως και τις μέρες μας, όντας πια εμπορικό κτίριο γραφείων και καταστημάτων.

Στο εν λόγω πενταώροφο παλάτι ο Δούμπας είχε δωμάτια φιλοτεχνημένα από τους Μάκαρτ, Κλιμτ και άλλους σπουδαίους ζωγράφους της εποχής, αλλά και έργα τους αποκλειστικά για το μέγαρό του. Στο ίδιο μέλαθρο φιλοξενήθηκε και ο Γεώργιος Αβέρωφ κατά την περίοδο 1880-1881, ο οποίος περιλαμβανόταν επίσης στον κύκλο των εκλεκτών φίλων του Δούμπα.

Ειδικά για την υποδοχή των ελλήνων προσκεκλημένων, ο Δούμπας είχε κοντά στην εξώπορτά του κεντημένη σε μια κουρτίνα με μεγάλα χρυσά γράμματα τη λέξη «χαίρε»…

Η πολιτική και το τέλος

nniikolalslddujmbmbas4

Όταν ανέλαβε την εξουσία ο νεαρότατος Φραγκίσκος Ιωσήφ Α’ μετά την περίφημη επανάσταση του 1848, ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που θέλησε να κάνει ήταν να γκρεμίσει τα τείχη της Βιέννης φτιάχνοντας στη θέση τους την περιφερειακή οδό της πόλης. Ο νέος δρόμος έπρεπε τώρα να αποκαλύπτει τη μεγαλοπρέπεια τόσο της Αυστρίας όσο και των Αψβούργων κι έτσι ο αυτοκράτορας στράφηκε φυσικότατα στον Δούμπα, τον οποίο έχρισε εξάλλου μέλος της επιτροπής που διαχειριζόταν το πρόγραμμα επέκτασης της πόλης αλλά και προσωπικό σύμβουλό του.

Ο Νικόλαος ανέλαβε ενεργό ρόλο στην πολιτική σκηνή της Αυστρίας ήδη από την εποχή που είχε εκλεγεί στην Κάτω Βουλή (1870). Αργότερα (1874) διετέλεσε μέλος της Αυστροουγγρικής Αντιπροσωπείας και μετά (1885) διορίστηκε ισόβιος γερουσιαστής στην Άνω Βουλή. Μια θέση που απονεμόταν μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και ο Δούμπας ήταν η εξαιρετική αυτή περίπτωση! Ταυτοχρόνως ήταν και μέλος της Κάτω Βουλής, ενώ για μεγάλο διάστημα διετέλεσε μυστικοσύμβουλος του αυτοκράτορα. Ήταν μάλιστα ο βασικός εισηγητής του προϋπολογισμού των εξωτερικών υποθέσεων όλης της αυτοκρατορίας.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του, ο Δούμπας τιμήθηκε πολλάκις. Το 1868, για παράδειγμα, ο Φραγκίσκος Ιωσήφ του απένειμε τον Σταυρό των Ιπποτών και προθυμοποιήθηκε να του χαρίσει τίτλο ευγενείας. Ο Νικόλαος όμως, που διακρινόταν για τις φιλελεύθερες πεποιθήσεις του, απέρριψε ευγενικά την πρόταση του αυτοκράτορα, όπως είχε κάνει παλιότερα και ο πατέρας του και όπως θα έκανε λίγο αργότερα και ο αδερφός του.

Ενδεικτικό γεγονός της θέσης του Δούμπα στο παλάτι, μυστικοσύμβουλου εξάλλου του αυτοκράτορα για χρόνια, ήταν πως κατά τον εορτασμό των 50 ετών της βασιλείας του Φραγκίσκου Ιωσήφ, ο Νικόλαος στεκόταν με τη χρυσοποίκιλτη στολή του ακριβώς πίσω από τον μονάρχη.

Το νήμα της ζωής του θα κοπεί αιφνιδίως στις 23 Μαρτίου 1900 στη Βουδαπέστη -όπου είχε πάει για δουλειές και διέμενε στο σπίτι συγγενών του-, πιθανότατα από έμφραγμα. Δύο ημέρες αργότερα η σορός του μεταφέρθηκε στη Βιέννη ώστε να πενθήσει η πόλη τον άνθρωπο που τόσο είχε αλλάξει το πρόσωπό της. Η πρωτεύουσα ντύθηκε πράγματι πένθιμα, όλες οι σημαίες των δημόσιων κτιρίων κυμάτιζαν μεσίστιες και χιλιάδες κόσμου έσπευσαν στην ορθόδοξη Εκκλησία της Αγίας Τριάδας στις 27 Μαρτίου για το ύστατο χαίρε.

Η μεγαλειώδης πομπή πορεύτηκε ως το κεντρικό κοιμητήριο της πόλης και οι εφημερίδες ομολόγησαν την επομένη πως τέτοια κηδεία δεν είχαν ξαναδεί στη Βιέννη. Τα 270 στεφάνια στον τάφο του Δούμπα συνυπέγραφαν ποιος ήταν ο Νικόλαος. Παρά το γεγονός ότι ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο της δυναστείας στο ελληνικό τμήμα του νεκροταφείου, η σορός του εναποτέθηκε τον Αύγουστο του 1903 σε άκρως τιμητική θέση, δίπλα στους τάφους των Μπραμς και Στράους.

Όσο για την Οδό Καλλιτεχνών που έφερε το σπουδαιότερο έργο του Δούμπα, το Μέγαρο Μουσικής της Βιέννης, πέντε ημέρες μετά τον θάνατό του μετονομάστηκε σε «Οδό Δούμπα», ως ένδειξη «εκτίμησης των μεγάλων προσφορών του εκλιπόντος».

© pronews.gr 2017

Βενιαμίν Καρακωστάνογλου: Κρίσιμες αλήθειες για το όνομα των Σκοπίων

Βενιαμίν Καρακωστάνογλου

                 Κρίσιμες αλήθειες για το όνομα των Σκοπίων

Το θέμα των Σκοπίων, όπως άλλωστε και τα Ελληνοτουρκικά ζητήματα έχουν χρονίσει δραματικά και αδικαιολόγητα, και βρίσκονται τελματωμένα, κάτι που σαφώς εξυπηρετεί τα συμφέροντα των διεκδικητών (ΠΓΔΜ-Τουρκία) σε βάρος των Εθνικών μας Δικαίων, καθώς παγιώνονται καταστάσεις που υπονομεύουν τα συμφέροντα και νόμιμα δικαιώματα του Ελληνικού Κράτους και του Ελληνισμού.

Αυτό όμως, κατ’ ουδένα λόγο, πρέπει να οδηγήσει σε μη ασφαλείς και πρόχειρες λύσεις, που, καθ’ όλες τις ενδείξεις, δεν θα εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα της Ελλάδος, αλλά τις επιδιώξεις των αντιπάλων μας ή Μεγάλων Δυνάμεων που θέλουν να προωθήσουν, για τους δικούς τους λόγους, λύσεις συμβιβαστικές, που ούτε την αλήθεια και το δίκαιο υπηρετούν ούτε μακροπρόθεσμα θα παγιώσουν την ειρήνη και τη σταθερότητα.

Είναι σαφές για κάθε σοβαρό παρατηρητή ότι η σπουδή που επιδεικνύει η Ελληνική Κυβέρνηση για λύση εντός του πρώτου εξαμήνου του 2018 στο θέμα της διαφοράς για το όνομα των Σκοπίων, γίνεται είτε καθ’ υπόδειξιν ισχυρών ξένων είτε με στόχο κομματικά πολικά οφέλη στην εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση της χώρας μας. Και τα δύο είναι απαράδεκτα εφόσον δεν ανταποκρίνονται στα αληθή και προσεκτικά σταθμισμένα ελληνικά συμφέροντα.

Παρά την φαινομενικά θετική συγκυρία στο εσωτερικό της ΠΓΔΜ, μετά την πρόσφατη πολιτική αλλαγή, οι δηλώσεις του Πρωθυπουργού κ. Ζάεφ και του Υπ. Εξωτερικών κ. Δημητρώφ, δεν παρέχουν καμία ένδειξη ότι έχουν μεταβάλει ουσιαστικά τις πάγιες θέσεις των Σκοπίων για το κρατικό όνομα, την εθνική ταυτότητα, την ιστορία και την ιδεολογία της γειτονικής χώρας.

Το μικρό lifting που εμφανίζεται, προφανώς υπό την πίεση της ανάγκης για ένταξη στο ΝΑΤΟ (τον προσεχή Ιούνιο μάλιστα), και την Ευρωπαϊκή Ένωση, με στόχο την πολιτική, και οικονομική σταθεροποίηση της μικρής βόρειας χώρας, μάλλον οφείλεται στα διαπιστωμένα αδιέξοδα της μακράς διακυβέρνησης του «εξαρχαϊστή» και εθνικιστή Γκρούεφσκι, αλλά κυρίως στις προτροπές και απαιτήσεις ξένων (ΗΠΑ-Ε.Ε.), για να υπάρξει πρόοδος στην πορεία και της ΠΓΔΜ (αλλά στη συνέχεια και των άλλων χωρών των Δυτ. Βαλκανίων) προς την ενσωμάτωσή τους στους Ευρωατλαντικούς θεσμούς. Δυστυχώς, αρνητική εμπειρία τέτοιων «όπως όπως» «λύσεων», έχουμε αποκομίσει από την Βοσνία-Ερζεγοβίνη, το Κοσσυφοπέδιο, αλλά βέβαια και από τις προωθούμενες μορφές διευθέτησης του Κυπριακού.

Ενόψει των παραπάνω, θα καταγράψουμε συνοπτικά στη συνέχεια τα κρίσιμα στοιχεία που πρέπει να αντιμετωπισθούν σε σχέση με τις Ελληνο-Σκοπιανές εκκρεμότητες, ώστε το όνομα της γειτονικής χώρας και το πακέτο συμφωνίας που θα το συνοδεύει, να ανταποκρίνεται στην ιστορική, δικαιϊκή και πολιτική πραγματικότητα και να εγκαθιδρύει ένα περιβάλλον διμερούς και περιφερειακής σταθερότητας, ειρήνης, συνεργασίας και καλής γειτονίας

1.Το όνομα της Μακεδονίας δεν πρέπει να περιλαμβάνεται στο κρατικό όνομα των Σκοπίων με καμία απλή ή σύνθετη μορφή. Το γεγονός ότι τα Σκόπια χρησιμοποιούν ως συνταγματικό κρατικό τους όνομα τον όρο Μακεδονία, δηλαδή εμφανίζονται με αυτό ως υποκείμενο Διεθνούς Δικαίου και μέλος της Διεθνούς Κοινότητας, τους προσδίδει ένα τεράστιο πλεονέκτημα για την επιδιωκόμενη μονοπώληση του ονόματος στις διεθνείς σχέσεις, κάτι που δεν μπορεί να αντισταθμίσει με κανένα τρόπο η Ελλάδα, παρά το ότι κατέχει ως επικράτειά της το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της γεωγραφικής Μακεδονίας, έχει, αλλά μόνον ως Περιφέρειες του Κράτους της, την Ελληνική Μακεδονία, χωρίς όμως διεθνή υπόσταση.

Επίσης, έτσι αλλοτριώνεται και η Μακεδονική ιστορική κληρονομιά (δηλαδή αυτή της Κλασικής και Ελληνιστικής Περιόδου) με την οποία έγινε παγκοσμίως γνωστή η Μακεδονία και στην οποία αναφέρεται ακόμη και σήμερα η διεθνής κοινότητα με αφορμή το Μακεδονικό κράτος του Φιλίππου Β’ και του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων του.

Η ιστορία, η γλώσσα και ο πολιτισμός εκείνης της Μακεδονικής περιόδου ταυτίζονται με τους αντίστοιχους του Ελληνισμού των άλλων περιοχών της κλασσικής Ελλάδας. Κληρονόμοι του πολιτιστικού αυτού κεκτημένου (που συνεχίστηκε και στην περίοδο της κατ’ εξοχήν Ελληνικής, Βυζαντινής Αυτοκρατορίας) είναι οι σημερινοί Έλληνες το γένος. Η έλευση των Σλαβικών φύλων στις περιοχές βορείως της Μακεδονίας έγινε μετά τον 6ο αιώνα, άρα δεν έχει την παραμικρή σχέση με την ιστορική περίοδο του 4ου π.Χ. αιώνα και μετά, η οποία κατέστησε γνωστή την Μακεδονία παγκοσμίως.

Η ιστορία της γεωγραφικής Μακεδονίας, έκτοτε, ήταν ταυτισμένη με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η οποία στη συνέχεια εξελληνίσθηκε πολιτιστικά και μετά η Μακεδονία ήταν επαρχία της Βυζαντινής και αργότερα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (και μάλιστα ενωμένη και με εκτός της Μακεδονίας περιοχές).

Οι Βαλκανικοί πόλεμοι διαμόρφωσαν την σημερινή κατανομή της Μακεδονίας μεταξύ της Ελλάδας (55%, και πάνω από 80% της κλασσικής Μακεδονίας), της ΠΓΔΜ (35%) και της Βουλγαρίας (10%).

Οι Σκοπιανοί απέδειξαν, με τον τρόπο που εφήρμοσαν (δηλαδή καταχράσθηκαν) τόσο τα δύο θεμελιώδη ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (817 και 845/1993), αλλά κυρίως την Ενδιάμεση Συμφωνία Ελλάδος-ΠΓΔΜ (του 1995), ότι δεν μπορεί να τους εμπιστευθεί η Ελλάδα (αλλά ούτε και η Διεθνής Κοινότητα), το γεωγραφικό όνομα της Μακεδονίας, ως κρατικό τους όνομα. Ο επικίνδυνος (ψευτο-) αλυτρωτισμός σε βάρος της Ελλάδος (και της Βουλγαρίας) με τον οποίο επένδυσαν τη χρήση του ονόματος Μακεδονία (δηλαδή απειλή εδαφικής διεκδίκησης κατά της ακεραιότητας των δύο χωρών), μέσω του ασύστατου ιδεολογήματος περί τεμαχισμένης πρώην ενιαίας Μακεδονίας, «σκλαβωμένης» σήμερα στην Ελλάδα και Βουλγαρία, αλλά και η «εθνογένεση» και μονοπώληση από τους Σκοπιανούς της «Μακεδονικής» εθνότητας (!), με «υπόδουλες» «μακεδονικές» μειονότητες στις γειτονικές Ελλάδα και Βουλγαρία, αποτελούν αιτίες για την μη χρήση ούτε μερικώς (δηλαδή ως Βόρεια ή Νέα), από τους Σκοπιανούς του όρου Μακεδονία στο κρατικό τους όνομα.

2. Κεφαλαιώδους σημασίας αποτελεί, και εξίσου σημαντικό ζήτημα με την κρατική ονομασία των Σκοπίων, το όνομα (η ταυτότητα) του λαού τους ως «Μακεδόνες». Μολονότι, οι Αλβανοί που αποτελούν τουλάχιστον το 25.5% του πληθυσμού της γειτονικής χώρας, δεν έχουν καμία ταύτιση ή επιθυμία χρήσης αυτού του πλαστού ονόματος, η χρήση του από το Σλαβικό-σλαβόφωνο τμήμα του λαού της χώρας, αποτελεί στοιχείο σφετερισμού, υποκλοπής αλλά και μονοπώλησης του Ελληνικού ονόματος της Μακεδονίας, που η ένδοξη φάση της ιστορίας της ήταν πλήρως Ελληνική, διαχρονικά εκατοικείτο από πλειοψηφία Ελλήνων, και (το σημαντικότερο) το μεγαλύτερο μέρος της γεωγραφικής περιοχής της ανήκει από το 1912 στο σύγχρονο Ελληνικό Κράτος.

3. Οι Σκοπιανοί κωλυσιέργησαν και παρεσπόνδησαν συνεχώς από το 1993 και ιδίως από το 1995, απέναντι στις διεθνείς και διμερείς υποχρεώσεις τους προς τα Ηνωμένα Έθνη και την Ελλάδα. Έτσι, ενώ υποτίθεται ότι διαπραγματεύονταν ένα συμβιβαστικό μοναδικό διεθνές όνομα, προώθησαν την διμερή αναγνώρισή τους, από περίπου 130 κράτη της Διενούς Κοινότητας, με το συνταγματικό τους όνομα (και όχι το προσωρινό FYROM που είχε επιβάλει το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ). Το ατύχημα είναι ότι η Ελλάδα ανέχθηκε αυτήν την κατάσταση, συνεχίζοντας τον διάλογο «κωφών» (!) για ένα συμβιβαστικό όνομα, επί 22 χρόνια, ενώ έτσι παγιωνόταν διεθνώς το σφετεριστικό συνταγματικό όνομα της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας».

Δυστυχώς, τα λάθη και η αδιαφορία στις διεθνείς σχέσεις πληρώνονται ακριβά (!). Τόσο για την Ελλάδα που δεν επέμεινε σε ρήτρες διασφάλισης εφορμογής της συμφωνίας, όσο και για τα Σκόπια που η κακοπιστία τους, δεν επιτρέπει πλέον έστω και την μερική χρήση του όρου Μακεδονία.

4. Παραδείγματα επιβολής ή τροποποίησης κρατικών ονομάτων υπάρχουν αρκετά στις διεθνείς σχέσεις, άρα δεν πρόκειται για κάτι παράδοξο.

5. Η Ελλάδα δεν πρέπει να συνεργήσει στην νομιμοποίηση της χρήσης του όρου Μακεδονία στην κρατική ονομασία των Σκοπίων, γιατί η χώρα μας είναι ο νόμιμος ιστορικός και δικαιωματικός κληρονόμος της Μακεδονικής πολιτιστικής κληρονομιάς και η δική της συναίνεση είναι αποφασιστικής σημασίας (αντίθετα με τους Βούλγαρους, Αλβανούς ή Σέρβους που δεν μπορούν να εκχωρήσουν αυτό που δεν τους ανήκε ποτέ).

6. Η χρήση του όρου Μακεδονία με αποκλειστικά γεωγραφική έννοια (π.χ. Βόρεια ή Άνω ή του Βαρδάρη) θα μπορούσε να γίνει ίσως, μόνο όμως για μία νότια επαρχία ή περιφέρεια της ΠΓΔΜ. Αν όμως αυτό αφορά το σύνολο της χώρας, δηλαδή το επίσημο κρατικό της όνομα, τότε, και με δεδομένη την ψευδεπίγραφη θεωρία του «Μακεδονισμού» (δηλαδή Μεκεδονικού Έθνους διαφορετικού από το Ελληνικό), αλλά και την καταχρηστική και κακόπιστη μέχρι τώρα συμπεριφορά των Σκοπίων, δεν αποφεύγεται αλλά νομιμοποιείται και υποβοηθείται η μονοπώληση και επέκταση του ονόματος Μακεδονία – Μακεδονικός, εκτός από το Κράτος, και για την εθνότητα και την ιστορική κληρονομιά. Άλλωστε, το μεγαλύτερο μέρος του εδάφους της ΠΓΔΜ (και η ίδια η πρωτεύουσα, τα Σκόπια) ουδέποτε ανήκε στην γεωγραφική Μακεδονία.

7. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας, ολόκληρη ή τμηματικά, δεν αποτέλεσε ποτέ στην ιστορία (μετά την κλασσική περίοδο βέβαια) ενιαίο κρατικό φορέα παρά μόνο διοικητική υποδιαίρεση (Επαρχία, Θέμα, Σαντζάκι) ευρύτερων Αυτοκρατοριών (Ρωμαϊκής, Βυζαντινής, Οθωμανικής), είτε με το όνομα Μακεδονία είτε όχι και ουδέποτε απώλεσε την ελληνοφωνία της και την ελληνική συνείδησή της, κατά πλειοψηφία.

8.Η πλήρης αποσύνδεση των Σκοπίων (ως όρος μίας ενδεχόμενης συμφωνίας Ελλάδας-ΠΓΔΜ) με την κλασσική Μακεδονική κληρονομιά θα ήταν απαραίτητη, αν και όχι επαρκής εγγύηση για το μέλλον. Θα έπρεπε να συνοδευθεί δε, απαραιτήτως, με σοβαρότατες αλλαγές στο Σύνταγμα, στην διδασκόμενη ιστορία στο εκπαιδευτικό και κρατικό σύστημα των Σκοπίων, ώστε να απαλειφθεί ο σφετερστικός «μακεδονισμός» τους. Δηλαδή μία σοβαρή εκ νέου «παιδαγώγηση» (εθνογένεση) περί της ιστορικής προέλευσης του πολυεθνικού λαού της γειτονικής χώρας. Συνεπώς, το όνομα Νέα Μακεδονία, από μόνο του δεν λύνει το δημιουργηθέν πρόβλημα γιατί απλώς διαχωρίζει την σύγχρονη «Μακεδονία» από το απώτερο ιστορικό παρελθόν, δεν λύνει όμως το ζήτημα της χρήσης, ως κρατικής ονομασίας των Σκοπίων, το όνομα μίας περιοχής που ανήκε ιστορικά αλλά και σήμερα κατά την μεγαλύτερη έκτασή της σε άλλο Κράτος (Ελλάδα). Άλλωστε, υπάρχει καμια αμφιβολία ότι ο λαός της «Νέας Μακεδονίας» (όπως βέβαια και της «Βόρειας Μακεδονίας») θα ονομάζεται (αργά ή γρήγορα) αποκλειστικά «Μακεδόνες-Μακεδονικός»; Είτε από καταχρηστική πρόθεση, είτε από κεκτημένη ταχύτητα;

9. Συνεπώς, η φύση και το ιστορικό του προβλήματος (εμπλοκή στον ελληνικό Εμφύλιο και η ψυχροπολεμική προέλευση του ζητήματος με ευθύνη του Τίτο και ο εμφανής (ψευδο) αλυτρωτισμός δεν επιτρέπουν μία μοιρασιά του Μακεδονικού κεκτημένου μεταξύ Ελλάδος-Σκοπίων. Δεν μπορεί δηλαδή να μοιραστεί η κλασσική (Ελληνική) Μακεδονική ιστορία με αυτούς που μιλούν σλαβική γλώσσα και έχουν ανάλογο πολιτισμό, και όχι ελληνικό!

Και δεν μπορεί να υπάρξει ισότιμη και μη συγκρουόμενη χρήση του όρου Μακεδονία-Μακεδόνες-Μακεδονικός, ανάμεσα σ’ αυτούς που το χρησιμοποιούν συνολικά για το Κράτος, το λαό τους και τη γλώσσα-πολιτισμό τους, απ’ τη μια, και σ’αυτούς που το θεωρούν τμήμα της συνολικής ελληνικής ιστορίας, της εθνικής τους ρίζας-ταυτότητας και πολιτισμού, καθώς και μίας μεγάλης περιοχής της επικράτειάς τους (Ελληνική Μακεδονία).

Οι πρώτοι λοιπόν, αποκτούν συντριπτικό πλεονέκτημα στη διεθνή κοινότητα, ιδίως με τον πλαστό και ψευδή        τρόπο που χρησιμοποιούν την μακεδονική ονομασία και εθνική-πολιτισμική ταυτότητα.

10. Άλλωστε, οι δήθεν διαφορετικές θέσεις της κυβέρνησης Ζάεφ, από αυτές των προκατόχων του, αποκαλύπτονται από τις εξής δηλώσεις του ιδίου του Σκοπιανού Πρωθυπουργού, ο οποίος πρόσφατα δήλωσε:
• «Η συμβιβαστική ονομασία που πρέπει να συμφωνήσουμε με την Ελλάδα, θα χρησιμοποιείται μόνο στους Διεθνείς Οργανισμούς»! [Άρα, όχι στο εσωτερικό της ΠΓΔΜ, και όχι στις διμερείς σχέσεις με τα 130 Κράτη, δηλαδή τα 2/3 των μελών του ΟΗΕ, που τους αναγνώρισαν ως Μακεδονία].
• «Μπορούμε να μοιραστούμε την Μακεδονική ιστορία και πολιτισμό με τους Έλληνες και τους Βούλγαρους!»

Ποιος λοιπόν μας διασφαλίζει ότι, χρησιμοποιώντας τους μακεδονικούς όρους, θα εννοούν ότι η σχέση τους αρχίζει μετά τον 6ο αιώνα μ.Χ.; Και ποια η σχέση τους με ένα όνομα, που ως όνομα του λαού τους χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά και μάλιστα μεθοδευμένα με πλαστό και επιθετικό τρόπο, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο; Στην περίοδο που προηγήθηκε, δηλαδή στο Μεσοπόλεμο, η ΠΓΔΜ ονομαζόταν «Βαρντάρσκα Μπανοβίνα» (δηλαδή επαρχία του Βαρδάρη)!

Άλλωστε, οι ίδιοι κάτοικοι των νοτίων περιοχών της ΠΓΔΜ (δηλαδή μέρους της γεωγραφικής Βόρειας Μακεδονίας) είχαν Βουλγαρική, Σερβική, Αλβανική ή και απροσδιόριστη εθνική συνείδηση μέχρι το 1944!

Τέλος, ποιος μας βεβαιώνει ότι μια νέα εθνικιστική Κυβέρνηση των Σκοπίων στο μέλλον, δεν θα ακυρώσει την όποια συμφωνία για το όνομα;

Συμπεραίνουμε λοιπόν, με βεβαιότητα:

α. Ότι ουδεμία ουσιαστική αλλαγή επήλθε στις θέσεις των Σκοπίων, στο θέμα του ονόματος, το εύρος χρήσης του, και τα συναφή ζητήματα (π.χ. εθνότητα, ιστορία-πολιτισμός), από τις γνωστές και διακηρυγμένες τους. Άρα δεν υπάρχουν προϋποθέσεις συμφωνίας.

β. Ότι, μόνη διασφάλιση αποτελεί η μη χρήση στην κρατική και εθνοτική τους ονομασία του όρου Μακεδονία, με εξαίρεση ίσως το γεωγραφικό όνομα μιας νότιας επαρχίας ή περιφέρειάς τους.

γ. Η Διεθνής Κοινότητα (ΟΗΕ, ΕΕ, ΝΑΤΟ κ.λπ.) πρέπει να ασκήσει επιτέλους σοβαρές πιέσεις και να αντιληφθεί τις σοβαρές αρνητικές νομικές και πολιτικές συνέπειες που θα έχει για την Ελλάδα αλλά και για το σύνολο της Νότιας Βαλκανικής, η επικάλυψη του ονόματος του Κράτους των Σκοπίων και του λαού τους (ιδίως υπό το φως της αλυτρωτικής και επιθετικής Μακεδονικής ιδεολογίας τους). Οι σύμμαχοι και εταίροι μας πρέπει να αντιληφθούν τις ελληνικές θέσεις, τα δίκαια και τις δικαιολογημένες ανησυχίες μας. Άλλωστε το πρόβλημα δημιουργείται με τη διεθνή χρήση και σφετερισμό ενός ονόματος που ανήκει σε άλλο Κράτος, λαό και πολιτισμό (την Ελλάδα και τους Έλληνες). Συνεπώς, η Διεθνής Κοινότητα πρέπει να πεισθεί και να αντιδράσει ανάλογα.

Αυτό προϋποθέτει βεβαίως, εργώδη ελληνική διπλωματική προσπάθεια, σταθερή πεποίθηση περί του δικαίου των θέσεών μας, επιμονή στις «κόκκινες» γραμμές μας και ενότητα. Και κυρίως όχι «ευσεβείς πόθους» για τις προθέσεις των άλλων ή ψευδαισθήσεις!

Ο Βενιαμίν Καρακωστάνογλου είναι Διεθνολόγος, Λέκτορας Τομέα Διεθνών Σπουδών Νομικής Σχολής Α.Π.Θ., πρ. Διπλωμάτης Διεθνών Οργανισμών στα Βαλκάνια, πρ. Αντιδήμαρχος Θεσσαλονίκης, πρ. υποψήφιος Βουλευτής – Ευρωβουλευτής Ν.Δ.

Πηγή:http://thestival.gr/

 

Κώστας Γαγανάκης: Η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση, 1517-2017. Μύθοι και κληρονομιές

Κώστας Γαγανάκης

Η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση, 1517-2017. Μύθοι και κληρονομιές

Στις 31 Οκτωβρίου 2017, περίπου 560 εκατομμύρια Προτεστάντες σε όλο τον κόσμο γιόρτασαν τα 500 χρόνια από την ημέρα που ο αυγουστινιανός μοναχός Μαρτίνος Λούθηρος θυροκόλλησε στην εκκλησία του κάστρου στη γερμανική πόλη της Βιττεμβέργης τις 95 θέσεις του ενάντια στις καταχρήσεις της Καθολικής Εκκλησίας[1]. Η επέτειος, η οποία είχε την απρόσμενη συμμετοχή του προκαθήμενου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας Πάπα Φραγκίσκου, με την παρουσία του σε επετειακή κοινή προσευχή με Λουθηρανούς στη σουηδική πόλη της Lund, τον περασμένο Οκτώβριο, αποτέλεσε την αφορμή για τη διεξαγωγή εκατοντάδων συνεδρίων σε Ευρώπη, ΗΠΑ, Αυστραλία και Καναδά, όπου ιστορικοί, θεολόγοι, οικονομολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες και πλήθος άλλων ειδικοτήτων θα ανταλλάξουν προβληματισμούς και θα επιχειρήσουν επανεκτιμήσεις του χαρακτήρα και της ιστορικής κληρονομιάς της Μεταρρύθμισης, της «πρώτης επανάστασης που άλλαξε ριζικά τον κόσμο».

Η ιστοριογραφία της Μεταρρύθμισης, από τα μέσα του 19ου αιώνα ως σήμερα, έχει εδραιωθεί ως ένα από τα δυναμικότερα και πολυπληθέστερα στη στελέχωσή τους πεδία ιστορικής έρευνας σε παγκόσμιο επίπεδο. Πανεπιστημιακά τμήματα ιστορίας συγκροτήθηκαν σε Ευρώπη και Αμερική, ήδη από τα μέσα του 16ου αιώνα, για να υποστηρίξουν ερευνητικά το νέο αντικείμενο σπουδών, ενώ σήμερα, η Μεταρρύθμιση ως προνομιακό πεδίο ιστορικής έρευνας, εξακολουθεί να κατέχει πρωτεύουσα θέση στα σημαντικότερα πανεπιστήμια της Δύσης, επιδεικνύοντας μια εντυπωσιακή ανθεκτικότητα στη γενικότερη στροφή της παγκόσμιας ακαδημαϊκής κοινότητας των ιστορικών προς τη σύγχρονη ιστορία. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι ήταν η μετατόπιση στην ιστοριογραφία της Μεταρρύθμισης από την αρχική, «απολογητική» της φάση – όπου Προτεστάντες και Καθολικοί ιστορικοί επιστράτευσαν τις γνώσεις τους για να καταδείξουν την ανωτερότητα της κάθε πλευράς – σε νέες, πολυεπίπεδες και διεπιστημονικές προσεγγίσεις της Μεταρρύθμισης ως ιστορικού φαινομένου που, από τη δεκαετία του 1960, συνέβαλαν στον απογαλακτισμό της ιστορίας από τις εμμονές και ιεραρχήσεις της θεολογικής σκέψης, ενώ συμπαρέσυραν τις όμορες επιστήμες (κοινωνιολογία, πολιτική επιστήμη) σε ψυχραιμότερες και διεισδυτικότερες προσεγγίσεις και αποτιμήσεις της Μεταρρύθμισης. Τέλος, ενδεικτική της «διαχρονικής επικαιρότητας» της Μεταρρύθμισης ως θεμελιώδους συνιστώσας της σύγχρονης δυτικής ταυτότητας, ήταν η υποταγή της γερμανόφωνης ιστοριογραφίας της Μεταρρύθμισης στις προπαγανδιστικές προτεραιότητες που πυροδότησε από τις αρχές του 1960 ο Ψυχρός Πόλεμος, όταν οι δύο Γερμανίες, η Δυτική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, και η Ανατολική Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία, αντιπαράθεσαν σε βιβλία, περιοδικά και σε ιστορικά συνέδρια τις εναλλακτικές τους αναγνώσεις του Μαρτίνου Λούθηρου και της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης.

Είναι όμως γεγονός ότι η Μεταρρύθμιση ως ιστορική διεργασία και παγκόσμια κληρονομιά, υπερβαίνει σαφώς τους ορίζοντες των ιστορικών και θέτει συνεχώς νέα ζητήματα – η προκαλεί επανεκκινήσεις παλαιότερων προβληματισμών – στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, επειδή είναι ακριβώς στη Μεταρρύθμιση όπου ειδικοί αναλυτές από το χώρο των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών, δημοσιογράφοι, πολιτικοί και κάθε λογής δημόσιοι σχολιαστές εντοπίζουν διαρκώς τον «θεμέλιο λίθο» στη συγκρότηση της ταυτότητας του νεωτερικού δυτικού ανθρώπου, σχεδόν πάγια σε αντιδιαστολή με διεργασίες και μορφοποιήσεις στις κοινωνίες πέραν της Δύσης. Η προτεσταντική Μεταρρύθμιση χάραξε ανεξίτηλα την ιστορική πορεία της Ευρώπης και, μέσω της ευρωπαϊκής αποικιακής εξάπλωσης και του κόσμου, γι’ αυτό και απέκτησε από νωρίς την ιδιαίτερή της μυθολογία. Σκοπός της παρούσας μικρής συμβολής είναι να διαλεχθεί κριτικά με κάποιους από τους «θεμελιώδεις μύθους» αλλά και με τις πολλαπλές κληρονομιές της Μεταρρύθμισης

                                                                         Μύθοι.

Μέχρι περίπου τις αρχές της δεκαετίας του 1960, η προωθούμενη εικόνα της Μεταρρύθμισης ως εγχειρήματος ήταν αυτή του “one-man show”: Στις 31 Οκτωβρίου του 1517, ο Μαρτίνος Λούθηρος θυροκόλλησε τις 95 Θέσεις του ενάντια στις καταχρήσεις της Καθολικής Εκκλησίας, πυροδοτώντας

Η γέννηση του μύθου Ο Λούθηρος θυροκολλεί τις 95 Θέσεις του στην εκκλησία του κάστρου στη Βιττεμβέργη.

ένα διεθνές κίνημα που με τη σειρά του σήμανε το οριστικό τέλος του Μεσαίωνα και τη βίαιη εισαγωγή στη νεωτερικότητα. Σήμερα, είμαστε σε θέση να υποθέσουμε με μεγάλη βεβαιότητα πως η πρωτοβουλία αυτή καθαυτή δεν είχε τίποτε το δραματικό. Η θυροκόλληση «θέσεων» αποτελούσε πάγια ακαδημαϊκή πρακτική στο Πανεπιστήμιο της Βιττεμβέργης, συνιστώντας πρόσκληση σε δημόσια αντιπαράθεση επί συγκεκριμένων θεμάτων, η δε πόρτα της εκκλησίας του κάστρου, πολύ κοντινής στο πανεπιστήμιο, λειτουργούσε και ως «πίνακας ανακοινώσεων» των πανεπιστημιακών δασκάλων. Αυτό που προκάλεσε τη θύελλα των αντιδράσεων και τον ορυμαγδό των εξελίξεων ήταν η επιστολή με τις 95 Θέσεις που απέστειλε ο Λούθηρος στον προϊστάμενό του, αρχιεπίσκοπο Άλμπρεχτ του Μαγδεβούργου και του Μάιντς, ο οποίος και την κοινοποίησε στη Ρώμη.

Ούτε όμως και το περιεχόμενο των 95 Θέσεων ήταν ιδιαίτερα επαναστατικό, επειδή οι Θέσεις επικεντρώνονταν σε μια συγκεκριμένη πρακτική της Καθολικής Εκκλησίας, την πώληση συγχωροχαρτίων και στη θεολογική θεμελίωσή της. Ο Λούθηρος δεν προχωρούσε σε μια «εφ’όλης της ύλης» κριτική στην Καθολική Εκκλησία, ούτε και αμφισβητούσε την αυθεντία του Πάπα. το σημαντικότερο, ο Λούθηρος δεν ανέπτυσσε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο Μεταρρύθμισης της Καθολικής Εκκλησίας. Όλα αυτά προέκυψαν πολύ γρήγορα, και ήταν προϊόντα της συγκυρίας και του ιδιαίτερου χαρακτήρα του Λούθηρου. Οι αμφιβολίες που εξέφρασε ο Λούθηρος για την σκοπιμότητα και ορθότητα του πολύπλοκου τελετουργικού μηχανισμού που είχε εδραιώσει η Καθολική Εκκλησία για τη σωτηρία της ψυχής των Χριστιανών μέσω των αγαθοεργιών γρήγορα ριζοσπαστικοποιήθηκαν στο σύνθημα “sola fide-sola scriptura” (η πίστη μόνον σώζει, οι Γραφές και όχι η αυθεντία του Πάπα ή των εκκλησιαστικών συμβουλίων, αποτελούν τη μόνη βάση διευθέτησης ζητημάτων πίστης), όταν κλήθηκε να διασαφηνίσει τις απόψεις του σε μια σειρά δημόσιων θεολογικών αντιπαραθέσεων με τον επιδέξιο αντίπαλο του, καθολικό θεολόγο Γιόχαν Εκκ. Ήταν στη δημόσια αντιπαράθεση στη Λειψία τον Ιούνιο και Ιούλιο του 1519, όπου ο Λούθηρος οδηγήθηκε από τον Εκκ στο να δηλώσει ανοιχτά την πλήρη διαφωνία του με την εδραιωμένη δογματική αντίληψη της Καθολικής Εκκλησίας σχετικά με τη σωτηρία της ψυχής μέσω των αγαθοεργιών και της αγοράς συγχωροχαρτίων, όπως και με την απόλυτη ανωτερότητα των εκκλησιαστικών οργάνων στη διασαφήνιση ζητημάτων του δόγματος, και να συνταχθεί δημόσια με τον Γιαν Χους, αρχιεπίσκοπο της Πράγας, o οποίος είχε καταδικασθεί ως αιρετικός και καεί στην πυρά με απόφαση της Συνόδου της Κωνσταντίας στις 6 Ιουλίου του 1415, έχοντας υποστηρίξει τις ίδιες ακριβώς θέσεις[2].

Με τη δημόσιά του πλέον διαφοροποίηση, ο Λούθηρος υποστήριζε πως οι δογματικές αντιλήψεις και τελετουργικές πρακτικές της Καθολικής Εκκλησίας βασίζονταν σε μια θεμελιώδη παρερμηνεία της φύσης της αμαρτίας, της μετάνοιας και της σωτηρίας. Δίνοντας απόλυτη έμφαση στο ζήτημα της μετάνοιας και της συνακόλουθης σωτηρίας της ψυχής, ο Λούθηρος εμφανιζόταν πλέον να βάλλει ευθέως στην καρδιά της Καθολικής Εκκλησίας, σε ένα τεράστιο κοινωνικό, πολιτισμικό και οικονομικό οικοδόμημα, το οποίο λειτουργούσε επί αιώνες ως μηχανισμός συλλογικής σωτηρίας των Χριστιανών: Αυτό επέτρεπε στους πιστούς να προσεύχονται για τους συνανθρώπους τους, ώστε να μειώσουν την παραμονή των ψυχών τους στο Καθαρτήριο, αυτό μισθοδοτούσε χιλιάδες τοπικούς ιερείς που τελούσαν επιμνημόσυνες δεήσεις υπέρ της σωτηρίας της ψυχής των μεταστάντων, και χρηματοδοτούσε μια στρατιά θεοσεβούμενων γυναικών που διοργάνωναν τακτικές προσευχές στα άσυλα και στα πτωχοκομεία. Αυτό το σύστημα δημιούργησε και εδραίωσε τις εκατοντάδες θρησκευτικές αδελφότητες, οι οποίες προσεύχονταν για τα μέλη τους, τελούσαν τη θεία λειτουργία, διοργάνωναν λιτανείες και έχτιζαν νέες εκκλησίες και ειδικούς χώρους συλλογικής  προσευχής στις ήδη υπάρχουσες. Όπως επισημαίνει η ιστορικός Lyndal Roper, το σύστημα αυτό δομούσε με τον πιο αυστηρό τρόπο τον θρησκευτικό αλλά και τον κοινωνικό βίο των ευρωπαίων Χριστιανών του Ύστερου Μεσαίωνα[3]. Επικεφαλής και θεματοφύλακας του συστήματος ήταν ο Πάπας της Ρώμης, ο βικάριος του Απόστολου Πέτρου.  η επίθεση του Λούθηρου αντιμετωπιζόταν πλέον και ως επίθεση στην παπική αυθεντία. Όμως, στην επίθεση αυτή, ο Λούθηρος δεν ήταν μόνος.

Δεν θα μπορέσουμε να αποτιμήσουμε πλήρως την ιστορική μοναδικότητα του Μαρτίνου Λούθηρου και του κινήματος που συγκροτήθηκε γύρω του, αν δεν απαλλαγούμε από τον δεύτερο από τους «καταστατικούς μύθους» της ιστορίας της Μεταρρύθμισης, αυτόν της μοναδικότητας της «περίπτωσης Λούθηρου», και παράλληλα αυτόν της «καταρρέουσας υστερο-μεσαιωνικής Καθολικής Εκκλησίας», που χρειάστηκε τελικά έναν Λούθηρο για να αφυπνισθεί και να προχωρήσει στη δικιά της «Αντί-Μεταρρύθμιση»[4]. Όπως επισήμανε πρόσφατα ο κορυφαίος ιστορικός της Μεταρρύθμισης Diarmaid MacCullogh, δεν ήταν οι θρησκευτικά αδιάφοροι και απαθείς που συντάχθηκαν με τον Λούθηρο, αλλά αντίθετα, εκείνοι που, όπως και ο Λούθηρος, πίστευαν με πάθος στην οδό για τη λύτρωση που πρότεινε η υστερο-μεσαιωνική Εκκλησία[5].

Η Καθολική Εκκλησία στις αρχές του 16ου αιώνα σίγουρα αντιμετώπιζε τα προβλήματα της εντεινόμενης καθοδηγητικής ανεπάρκειας, οργανωτικής δυσλειτουργίας, και θεσμικής κρίσης που έχει επισημάνει η ιστορική έρευνα, δεν ήταν όμως ένας αποστεωμένος οργανισμός, αποκομμένος από τους πιστούς. Ρεύματα ανανέωσης ή και μεταρρύθμισης του εκκλησιαστικού τυπικού, ή ακόμη και επαναπροσέγγισης της σχέσης των πιστών με τον Δημιουργό τους, εκφράζονταν ανοιχτά στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας, πριν ακόμα την εμφάνιση του Λούθηρου. Το κίνημα της Devotio moderna (της «σύγχρονης ευλάβειας»), με κορυφαίο εκπρόσωπό του τον Έρασμο του Ρότερνταμ, ή ο κύκλος κληρικών και λαϊκών λογίων γύρω από τον Γιόχαν φον Στάουπιτζ, ηγούμενο της αυγουστινιανής μονής στη Βιττεμβέργη και μέντορα του νεαρού Μαρτίνου Λούθηρου, αποτελούσαν δύο μόνο περιπτώσεις ζωντανών «θυλάκων προβληματισμού» στο εσωτερικό της Καθολικής Εκκλησίας. Με λίγα λόγια, είχαν ήδη δρομολογηθεί οι προϋποθέσεις για μια Καθολική Μεταρρύθμιση, η οποία τελικά υποτάχθηκε σε μεγάλο βαθμό στο σοκ της απόσχισης του Λούθηρου, δεν γεννήθηκε όμως από αυτήν. η σύνοδος του Τριδέντου (1545-1563), τοποθετήθηκε συνολικά επί της Προτεσταντικής θεολογίας, αλλά και κωδικοποίησε προβληματισμούς που είχαν εκφραστεί δημόσια πριν την καταλυτική εμφάνιση του Λούθηρου.

Ο Λούθηρος λοιπόν δεν ήταν ο μόνος που επιδίωξε να επαναπροσδιορίσει τη σχέση των πιστών με τον Θεό. αυτό που αποκρυσταλλώθηκε ως Προτεσταντική Μεταρρύθμιση ήταν η ταυτόχρονη έκρηξη πολλών δυσαρεσκειών, αγωνιών και προσδοκιών, από άνδρες και γυναίκες κάθε τάξης και ηλικίας, πολλές από τις οποίες βάδισαν παράλληλα με το εγχείρημα του Λούθηρου, ενώ άλλες εκφράστηκαν και μέσα στο λουθηρανικό κίνημα, αποδίδοντάς του εξ αρχής μια πολυφωνία στόχων και οραματισμών που ενόχλησε σφόδρα τον ίδιο τον Λούθηρο, ιδιαίτερα όταν διαπίστωσε αποκλίνουσες ή και ετερόδοξες αναγνώσεις της δικής του θεολογίας. Ακόμα σημαντικότερο, διαφάνηκε γρήγορα πως η «μεταρρύθμιση» δεν θα περιοριζόταν αυστηρά στο δογματικό/εκκλησιολογικό πεδίο, αλλά πως θα αφορούσε και άλλους, ζωτικής σημασίας, τομείς της εγκόσμιας (πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής) πραγματικότητας. και αυτό ήταν αποτέλεσμα της έντονης διεισδυτικότητας που είχε η θρησκεία σε όλο το εύρος της ζωής των πιστών. Δεν πρέπει να αγνοούμε το γεγονός ότι η θρησκεία τον 16ο αιώνα δεν αποτελούσε τον στενά προσδιορισμένο και ιδιαίτερο, προσωπικό, χώρο εμπειρίας και δραστηριοποίησης που συνιστά στον σύγχρονο δυτικό κόσμο, αλλά ότι ήταν ο θεμελιώδης πυλώνας μιας κοσμοαντίληψης που πρέσβευε πως ο Θεός δεν είχε αποχωρήσει από τον κόσμο μετά τη Δημιουργία, αλλά πως εξακολουθούσε να ελέγχει και να παρεμβαίνει καθημερινά στις ζωές των ανθρώπων, σε όλες τους τις εκφάνσεις. Η θρησκεία ήταν άρρηκτα συνυφασμένη με τις σχέσεις εξουσίας, και όχι απλά ως «νομιμοποιητικός καθρέπτης» του πολιτικό-κοινωνικού συστήματος του ύστερου φεουδαλισμού, όπως ήταν συνυφασμένη και με τις σχέσεις ανδρών και γυναικών, αφεντών και υπηρετών, ενηλίκων και ανηλίκων. Ήταν συνεπώς πρακτικά αδύνατο η επανάσταση που κήρυξε ο Λούθηρος ενάντια στην Καθολική Εκκλησία, μετά τον αφορισμό του από τον Πάπα Λέοντα Ι΄ (3 Ιανουαρίου του 1521), να μην «υπερχειλίσει» και σε άλλους, ζωτικής σημασίας, τομείς της εγκόσμιας τάξης πραγμάτων, προκαλώντας ορυμαγδό εξελίξεων, που δεν ήταν σε θέση να προβλέψει ο χαρισματικός ηγέτης της Μεταρρύθμισης. Ο Πόλεμος των Χωρικών στη Γερμανία το 1525, η μαζικότερη αγροτική εξέγερση που είχε γνωρίσει ως τότε ο δυτικός κόσμος, συνιστούσε για τον Λούθηρο φοβερή έκφραση παρερμηνείας της διδασκαλίας του. Για αναρίθμητους όμως χωρικούς της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η απόπειρα υλοποίησης μακροχρόνιων στόχων και προσδοκιών που βρήκαν αιφνιδιαστικά την ισχυρότερή τους νομιμοποίηση από το κήρυγμα του Λούθηρου.

Η επαναστατικότητα της θεολογικής σκέψης του Μαρτίνου Λούθηρου εκφράστηκε και στη μετάφραση των Γραφών στις εθνικές γλώσσες και περιφερειακές διαλέκτους, βασικό προαπαιτούμενο στη λουθηρανική διδασκαλία για την εγκαθίδρυση μιας άμεσης, προσωπικής σχέσης των πιστών με τον λόγο του Θεού. Αυτό είχε ως συνέπεια η θεολογία – που, επαναλαμβάνω, δεν πρέπει να τη βλέπουμε στη βάση του στενού προσδιορισμού του χαρακτήρα και του περιεχομένου της σήμερα – να ξεφύγει από τα auditoria των εκκλησιαστικών κύκλων και ακαδημαϊκών θεσμών της εποχής, και να καταστεί φλέγον ζήτημα δημόσιου προβληματισμού και αντιπαράθεσης. Ό,τι θεωρούνταν αίρεση και ανάθεμα στη θεώρηση της Καθολικής Εκκλησίας, δηλαδή η παρεμβολή λαϊκών σε ζητήματα πίστης, αρμόδια για την αποσαφήνιση των οποίων ήταν τα εκκλησιαστικά όργανα, όπως οι σύνοδοι της Εκκλησίας, κατέστη με ραγδαίους ρυθμούς κτήμα ενός ολοένα διευρυνόμενου τμήματος των δυτικών κοινωνιών.

Η πρωτοβουλία του Λούθηρου κατέστησε τη θεολογία «ζώσα», πεδίο επίκαιρου και διαρκούς προβληματισμού, στις ηγεμονικές αυλές, στις αίθουσες συνεδριάσεων των αστικών συμβουλίων, αλλά και στις ταβέρνες και στα καπηλειά της Γερμανίας[6]. Για να γίνει αυτό εφικτό, απαιτήθηκε η συστηματική εκμετάλλευση από μέρους του Λούθηρου του σχετικά νέου για την εποχή μέσου της τυπογραφίας. Μεταρρύθμιση και τυπογραφία είχαν μια εκρηκτική ώσμωση, με την τυπογραφία να λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής του λουθηρανικού μηνύματος, στέλνοντάς το στις εσχατιές της Ευρώπης και, σύντομα, στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Κι εδώ όμως πρέπει να αποφύγουμε το μύθο: Η Μεταρρύθμιση υπήρξε η πρώτη επικοινωνιακή επανάσταση στη νεότερη ιστορία γιατί εκμεταλλεύθηκε το νέο μέσον, δεν προκλήθηκε όμως από αυτό. δεν προέκυψε δηλαδή μια «Μεταρρύθμιση δια του εντύπου», όπως θεωρούσαν οι ιστορικοί ως περίπου τα τέλη της δεκαετίας του 1980[7], ακριβώς επειδή η Μεταρρύθμιση εξέφρασε – και εκφράσθηκε – από την κυρίαρχη προφορική κουλτούρα της εποχής. Το κήρυγμα από τον άμβωνα, οι δημόσιες αντιπαραθέσεις, αρχικά σε στενό κύκλο επαϊόντων, και κατόπιν σε συνεχώς διευρυνόμενους κύκλους ανεπίσημων – και ανεξέλεγκτων – συζητητών, συνδυάσθηκαν με το κείμενο, την εικόνα, την αφίσα, για να καταστήσουν τη λουθηρανική υπόθεση γνωστή αρχικά στην ευρωπαϊκή επικράτεια και κατόπιν στον κόσμο.

Ο Μαρτίνος Λούθηρος σε προχωρημένη ηλικία, και ο στενότερος συνεργάτης του στη Βιττεμβέργη και στην ηγεσία του λουθηρανικού κινήματος, Φίλιππος Μελάγχθων.

Ακόμη σημαντικότερο, όπως έχουν επισημάνει την τελευταία δεκαετία ιστορικοί που ασχολούνται με την «επικοινωνιακή διάσταση» της Μεταρρύθμισης, η τυπογραφία δεν λειτούργησε ως πολλαπλασιαστής ενός ενιαίου «λουθηρανικού μηνύματος», αλλά κοινωνικοποίησε τις διαφορετικές εκδοχές της Μεταρρύθμισης που συλλειτουργούσαν με τον Λούθηρο στο πλαίσιο του κινήματός του. Στη Γενεύη, ο Χούλντριχ Ζβίγκλιος έθεσε τις βάσεις για ένα μεταρρυθμιστικό κίνημα που θα εξέφραζε εντονότερα τις προσδοκίες του αστικού χώρου, και που θα μορφοποιούνταν αργότερα στην καλβινική εκδοχή του μεταρρυθμισμένου Προτεσταντισμού. Στο γερμανικό χώρο, ο Λούθηρος είχε να αντιπαλέψει με τις ριζοσπαστικές φωνές του Ανδρέα φον Κάρλσταντ και του Θωμά Μύντζερ, που τροφοδότησαν ένα λαϊκό, ριζοσπαστικό μεταρρυθμιστικό κίνημα, με προεξάρχοντες τους Αναβαπτιστές. Η πρωτοβουλία του Λούθηρου γέννησε την προτεσταντική Μεταρρύθμιση, η οποία με τη σειρά της δημιούργησε – και στηρίχθηκε σε αυτό – ένα τεράστιο, τελικά παγκόσμιο, δίκτυο επικοινωνίας και προπαγάνδισης των νέων ιδεών, που κανένας κατασταλτικός ή λογοκριτικός μηχανισμός της εκκλησιαστικής ή της κοσμικής εξουσίας της εποχής δεν ήταν σε θέση να το ανακόψει.

Η σημερινή εικόνα που δίνει για τον Λούθηρο η ιστοριογραφία της Μεταρρύθμισης απέχει πολύ από εκείνη της εξιδανικευμένης, ημι-προφητικής φιγούρας που αναμετρήθηκε με τις καταχρήσεις της Παπικής Εκκλησίας και άλλαξε ριζικά τον ρου της ιστορίας. Σήμερα, αναγνωρίζεται βέβαια η ιστορική πρωτοβουλία του Λούθηρου, αλλά οι ιστορικοί μιλούν για πολλαπλά μεταρρυθμιστικά ρεύματα στο εσωτερικό του μεταρρυθμιστικού κινήματος, επικεφαλής του οποίου τέθηκε ο Μαρτίνος Λούθηρος. Ο χαρακτηρισμός «λουθηρανοί», που ήταν του καθολικού αντιπάλου (ο Λούθηρος και οι οπαδοί του προτιμούσαν το «ευαγγελικός χριστιανός», υποδηλώνοντας την εγγύτητά τους στην αλήθεια του Ευαγγελίου, αλλά και για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο αγιοποίησης του ηγέτη της Μεταρρύθμισης), επέφερε μια επιφανειακή ομογενοποίηση του μεταρρυθμιστικού κινήματος, η οποία ωστόσο δεν συσκότισε τις διαφοροποιήσεις τόσο στο εσωτερικό του ευαγγελικού κινήματος, όσο και στην εξέλιξη επιμέρους μεταρρυθμιστικών κινημάτων στις πόλεις της Γερμανικής αυτοκρατορίας. Η ιστορική τυπολογία της Μεταρρύθμισης στο γερμανικό χώρο κάνει διάκριση ανάμεσα σε τρεις παράλληλες μεταρρυθμιστικές εκστρατείες: Τη μεταρρύθμιση των αστικών ολιγαρχιών, των ομάδων εξουσίας στις πόλεις (Ratsreformation), τη μεταρρύθμιση των κοινοτήτων, ιδιαίτερα του κόσμου της εργασίας, οργανωμένου στις συντεχνίες (Gemeinereformation), και τη λαϊκή, ριζοσπαστική μεταρρύθμιση (Volksreformation) που πυρπόλησε τη Γερμανία με τον Πόλεμο των Χωρικών, για να πνιγεί στο αίμα από την αντεπίθεση της φεουδαλικής, καθολικής και λουθηρανικής, αριστοκρατίας.

                                                                       Κληρονομιές.

Μέχρι περίπου τη δεκαετία του 1960, όταν ακόμα μεγάλο μέρος της διεθνούς ιστορικής κοινότητας παρέμενε προσηλωμένο στην ιδέα της «προόδου» στην ιστορία, δηλαδή της αναπόδραστης γραμμικής πορείας της ανθρωπότητας προς την αυτό-βελτίωση, η θέση της Μεταρρύθμισης ως ιστορικού φαινομένου ήταν αυτή του ορόσημου: Η προώθηση της επιστημονικής σκέψης με την «απομάγευση» του κόσμου, το ιδεώδες της πολιτικής ελευθερίας και η κοινοβουλευτική δημοκρατία, ο σύγχρονος καπιταλισμός, με άλλα λόγια η ταυτότητα του νεωτερικού δυτικού ανθρώπου, χρωματίσθηκαν ανεξίτηλα από τη Μεταρρύθμιση. Σήμερα, που οι ιστορικοί είναι κατά κανόνα πιο προσεκτικοί και μετριοπαθείς στις εκτιμήσεις τους, η πλειονότητα των ειδικών συμφωνεί ότι όλα το προηγούμενα ιστορικά επιτεύγματα πρέπει μάλλον να ειδωθούν ως απότοκα της σύνθετης αλληλόδρασης ανάμεσα στις δυνάμεις που εξαπέλυσε η κρίση της Μεταρρύθμισης, και στις ακούσιες συνέπειές της[8].

Έντυπη λουθηρανική προπαγάνδα: Ο Καθολικός μοναχός ως ασκός του διαβόλου(αριστερά). Το παπικό τέρας. Αναζωπύρωση των αποκαλυπτικών οραμάτων και εσχατολογικών αγωνιών του Μεσαίωνα (δεξιά).

Άμεση κληρονομιά της κρίσης της Μεταρρύθμισης ήταν η εδραίωση ενός κλίματος μισαλλοδοξίας σε ολόκληρη τη Δύση. Η εκστρατεία των Προτεσταντών για την κάθαρση των Εκκλησιών τους από τις «παπικές βλασφημίες» και η αντεπίθεση του Τριδεντινού Καθολικισμού στην αίρεση του Προτεσταντισμού προσέλαβαν αποκαλυπτικές διαστάσεις, ιδιαίτερα εξαιτίας της σύμπραξης Εκκλησίας και κράτους που επέβαλλε η κρίση της Μεταρρύθμισης, τόσο στις προτεσταντικές όσο και στις καθολικές επικράτειες. Και για τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, η θρησκευτική απόκλιση ταυτιζόταν πλέον με πράξη εσχάτης προδοσίας απέναντι στο κράτος και στον ηγεμόνα. Προτεσταντικές μειονότητες σε καθολικά κράτη και Καθολικές σε Προτεσταντικά, πήραν το δρόμο της προσφυγιάς και της εξορίας, όταν κλήθηκαν να επιλέξουν ανάμεσα στην αποκήρυξη της πίστης τους ή στον παραδειγματικό θάνατο. Τα αλλεπάλληλα κύματα θρησκευτικών διωγμών, οι αιματηρές εκστρατείες κάθαρσης των κοινωνιών από τον βλάσφημο άλλο, γρήγορα πυροδότησαν πολεμικές συγκρούσεις ανάμεσα στα ευρωπαϊκά βασίλεια, ή και στο εσωτερικό ευρύτερων κρατικών σχηματισμών: Οι πόλεμοι της αριστοκρατικής Σμαλκαλδικής ‘Ενωσης ενάντια στον αυτοκράτορα Κάρολο Ε΄(1546-1555) και ο ιδιαίτερα αιματηρός Τριακονταετής Πόλεμος (1618-1648) στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους, οι γαλλικοί Θρησκευτικοί Πόλεμοι (1562-1598), η Ολλανδική Επανάσταση (1568-1648), και η Αγγλική Επανάσταση και ο Εμφύλιος (1638-1660) πυροδοτήθηκαν, νομιμοποιήθηκαν, και ανατροφοδοτήθηκαν από τη θρησκευτική μισαλλοδοξία που

Μάρτυρες του Προτεσταντισμού.

διέσπασε τις ευρωπαϊκές κοινωνίες[9]. Το κλίμα απόλυτης έλλειψης ανεκτικότητας απέναντι στο διαφορετικό συνδυάσθηκε με τη διάχυση ενός αποκαλυπτικού τρόμου στις δυτικές κοινωνίες, όταν και τα δύο θρησκευτικά στρατόπεδα αλληλο-καταγγέλλονταν συστηματικά ως υπηρέτες του Σατανά, συνεργοί δαιμόνων, με απώτερο στόχο την έκλειψη της ανθρωπότητας. Δεν ήταν τυχαίο που το ευρωπαϊκό κυνήγι μαγισσών (1550-1750), ένα από τα σκοτεινότερα επεισόδια της ευρωπαϊκής ιστορίας, με εκατόμβες αθώων θυμάτων στο βωμό της θρησκευτικής παραφροσύνης και της μισαλλοδοξίας, συνέπεσε χρονικά με την κορύφωση της κρίσης της Μεταρρύθμισης.

Ήταν η αποκαλυπτική εμπειρία των θρησκευτικών πολέμων, η κόπωση που προκάλεσε το διαρκές θρησκευτικό μίσος, που γέννησαν στον 17ο αιώνα τις πρώτες ιδέες περί ανεκτικότητας (και όχι απλά ανοχής) απέναντι στο διαφορετικό, συμπεριλαμβανομένης και της θρησκευτικής ταυτότητας. Εξάλλου, οι συγκρούσεις που είχε προκαλέσει η Μεταρρύθμιση είχαν καταστήσει εμφανώς ουτοπικές τις όποιες σκέψεις για επανένωση της Χριστιανοσύνης. Οι πολλαπλασιαζόμενες φωνές που κήρυσσαν την ανεξιθρησκία, την αποχώρηση της Εκκλησίας από τη διαχείριση της ζωής των κοσμικών κοινωνιών, και που κορυφώθηκαν με το κίνημα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, πρέπει μάλλον να θεωρηθούν απότοκο της τραγικής εμπειρίας των θρησκευτικών πολέμων, και όχι της Μεταρρύθμισης[10].

Με  τη δημοσίευση του περίφημου έργου του Μαξ Βέμπερ Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού στις αρχές του 20ου αιώνα, η σχέση ανάμεσα στη Μεταρρύθμιση και στην εδραίωση του καπιταλισμού προσέλαβε διαστάσεις αξιώματος στη δυτική αυτοθεώρηση: διάφορες εκφάνσεις του Προτεσταντισμού, όπως ο Καλβινισμός, ο λουθηρανικός Πιετισμός και ο Μεθοδισμός, θεωρήθηκαν ότι προώθησαν συστηματικά και, τελικά εδραίωσαν τις αξίες της εργατικότητας, της αυτό-πειθάρχησης, της θεώρησης του κάθε επαγγέλματος ως κλήσης εκ Θεού, και της συσσώρευσης και παραγωγικής επανεπένδυσης του πλούτου ως θεϊκών επιταγών. Σε αντίθεση με τον αναχωρητισμό από τα εγκόσμια που θεωρούνταν ότι κήρυττε ο υστερο-μεσαιωνικός Καθολικισμός, ο Προτεσταντισμός του 16ου και 17ου αιώνα εμφανίσθηκε ως μια εξωστρεφής θρησκεία, η οποία αγιοποιούσε την ενασχόληση με τα κοινά, και ιδιαίτερα την επιχειρηματικότητα. Οι προτεστάντες αντιφρονούντες του 17ου αιώνα, οι άγγλοι Πουριτανοί που δημιούργησαν τις «ένθεες αποικίες» στη Βόρεια Αμερική, διωγμένοι από την απροθυμία του αγγλικού στέμματος να τους ακολουθήσει στον ευαγγελισμό της χώρας, οι γάλλοι ουγενότοι υφαντουργοί που εγκαταστάθηκαν στο Spitalfields του Λονδίνο μετά την ανάκληση του Διατάγματος της Νάντης από τον Λουδοβίκο ΙΔ΄ το 1685, θεωρήθηκαν οι κατεξοχήν εκφραστές αυτού του αυστηρού, ασκητικού πνεύματος, και της προσήλωσης στην επαγγελματική επιτυχία, που τους κατέστησαν πρωταγωνιστές στις εμπορικές και κατασκευαστικές δραστηριότητες[11]. Ψήγματα αυτής της αντίληψης εξακολουθούν να επιβιώνουν κυρίως στον λόγο των βόρειο-δυτικών ευρωπαϊκών πολιτικών ελίτ, όπως εκφράζονται εντός της ΕΕ (ιδιαίτερα στο διαχωρισμό με τους κηφήνες και λιγότερο ευρηματικούς οικονομικά Νότιους), στις περισσότερες όμως των περιπτώσεων, πρόκειται για προπαγανδιστικές χρήσεις στερεότυπων που αν και στερούνταν ιστορικής θεμελίωσης, επέδειξαν μια θαυμαστή αντοχή στο χρόνο.

Η προβαλλόμενη λιτότητα και αυστηρότητα των Προτεσταντών: Κουάκεροι στο Λονδίνο του 17ου αιώνα.

Σήμερα, η βεμπεριανή θέση έχει καταρριφθεί από τα πορίσματα της ιστορικής έρευνας: Η μετατόπιση του κέντρου βάρους του παγκόσμιου εμπορίου και της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τη Μεσόγειο στις ευρωπαϊκές ακτές του Ατλαντικού, η ανάδυση της Αγγλίας και των Κάτω Χωρών και η παρακμή της Ιταλίας στη διάρκεια του 16ου αιώνα θεωρούνται προϊόντα τόσο της μακροχρόνιας κρίσης που είχαν επιφέρει οι Ιταλικοί Πόλεμοι στην ιταλική χερσόνησο, όσο και ιδιαίτερα της εξάπλωσης της οθωμανικής απειλής. Η παροχέτευση της ενεργητικότητας των προτεσταντών αντιφρονούντων (Πουριτανοί στο αγγλικανικό βασίλειο της Αγγλίας, Ουγενότοι στην καθολική Γαλλία) του 17ου αιώνα στο εμπόριο, στις κατασκευές και στην επιχειρηματική δραστηριότητα, συνδεόταν λιγότερο με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις και περισσότερο με την περιθωριοποίησή τους από τη δημόσια ζωή και τα αξιώματα. Η έντονη θρησκευτικότητα, ο ασκητισμός των Προτεσταντών του 16ου και 17ου αιώνα, ήταν απόρροια της προσφυγικής, διασπορικής τους ταυτότητας. Οι διωκόμενοι κλητοί του Κυρίου ήταν, όπως ο  λαός του Ισραήλ της Παλαιάς Διαθήκης, σε βιβλική πορεία εξόδου από τις τυραννικές και φαύλες κοινωνίες που πλέον δεν τους ανέχονταν. Η έντονη θρησκευτικότητα, η ασκητική προσήλωση, θεωρήθηκαν οπτικοποιήσεις της διαφορετικότητας/ανωτερότητας των προτεσταντών προσφύγων στους νέους τόπους εγκατάστασής τους. Σταδιακά, εδραιώθηκαν ως κληρονομικά χαρακτηριστικά στις νέες κοινότητες των ένθεων στην αμερικανική ήπειρο, στην Αφρική και την Αυστραλία. Τέλος, η ιστορική έρευνα έχει καταδείξει ότι ο Καλβινισμός του 16ου και 17ου αιώνα, μια ιδιαίτερα κοινοτιστική εκδοχή της Μεταρρύθμισης, είχε ελάχιστη σχέση με τον επιθετικό, εγωιστικό ατομισμό που ο Μαρξ ταύτισε με το καπιταλιστικό ήθος. Ο Καλβινισμός καλούσε τους πιστούς να υποτάξουν τα συμφέροντά τους στη συλλογική ευημερία της κοινοπολιτείας, της κοινότητας, ενώ καυτηρίαζε όσους πλούτιζαν σε βάρος των ασθενέστερων.

American Gothic του Grant Wood.  Aρχετυπική απεικόνιση της καλβινιστικής ασκητικής αυστηρότητας.

Τέλος, θα πρέπει να αμφισβητήσουμε την «οικουμενικότητα» της Μεταρρύθμισης, ως διαδικασίας χειραφέτησης από τα διανοητικά δεσμά του φεουδαλικού Μεσαίωνα. Οι θρησκευτικοί πόλεμοι που πυροδότησε η κρίση της Μεταρρύθμισης επέφεραν έναν επαναστατικό μετασχηματισμό στην ευρωπαϊκή πολιτική σκέψη, με την απόρριψη της ελέω Θεού μοναρχίας και την ανάδειξη της λαϊκής κυριαρχίας ως θεμελίου της σχέσης ανάμεσα στους ηγεμόνες και στους υπηκόους τους (γαλλικοί Θρησκευτικοί Πόλεμοι του 16ου αιώνα, Αγγλική Επανάσταση του 17ου), όπως όμως φάνηκε γρήγορα, αυτές οι χειραφετητικές αντιλήψεις αφενός υποτάσσονταν στις προτεραιότητες θεοκρατικών συστημάτων σκέψης, ιδιαίτερα στους γάλλους Καλβινιστές, αφετέρου δεν αφορούσαν τους πάντες. Η ευρωπαϊκή αποικιακή εξάπλωση σε Αμερική και Αφρική, τροφοδοτούμενη και από την αντιπαράθεση Καθολικών και Προτεσταντών στον ευρύτερο κόσμο, οδηγήθηκε πολύ γρήγορα στην εδραίωση του δουλεμπορίου στη ζώνη του Ατλαντικού, για τρεις αιώνες. Οι ευρωπαίοι δουλέμποροι, Καθολικοί και Προτεστάντες, νομιμοποίησαν την αγορά, κατοχή και πώληση αφρικανών δούλων γιατί, τουλάχιστον ως τις αρχές του 18ου αιώνα, έβρισκαν νομιμοποίηση στις Γραφές, στον κόσμο της Βίβλου, όπου η δουλεία εμφανιζόταν ως αναπόσπαστο στοιχείο της εκ Θεού ανθρώπινης πραγματικότητας[12]. Οι μεταρρυθμισμένες ευρωπαϊκές κοινωνίες του 17ου αιώνα, είτε Προτεσταντικές είτε Τριδεντινές-Καθολικές, εξακολουθούσαν να μην αναγνωρίζουν αυτά που η «Εποχή των Επαναστάσεων» θα αναδείκνυε ως πανανθρώπινα δικαιώματα, και να κάνουν πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές  διακρίσεις στη βάση του θρησκεύματος.

Ο Κώστας Γαγανάκης είναι Αναπληρωτής
Καθηγητής Νεότερης Ευρωπαϊκής Ιστορίας
(16ος – 18ος αιώνας) στο Τμήμα Ιστορίας και
Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού
Πανεπιστημίου Αθηνών.

Υποσημειώσεις

[1]                      Todd M. Johnson, Gina A. Zurlo, Albert W. Hickman, Peter F. Grossing, “Christianity 2017: Five Hundred Years of Protestant Christianity”, International Bulletin of Mission Research, 41/1 (2016), pp. 1-12. Από όσους δηλώνουν Προτεστάντες σήμερα, το 41% κατοικεί στην Αφρική, ενώ μόλις το 16% στην Ευρώπη. Στις αρχές του 17ου αιώνα, το ποσοστό των ευρωπαίων Προτεσταντών καταλάμβανε το 96% του παγκόσμιου προτεσταντικού πληθυσμού, στοιχείο που, σε σύγκριση με την τωρινή πραγματικότητα, μας δίνει άμεσα μια εξαιρετική εικόνα της ευρωπαϊκής αποικιακής εξάπλωσης.

[2]                      Peter Marshall, The Reformation- A Very Short Introduction, Οξφόρδη, OUP, 2009, σ. 13, 16.

[3]                      Lyndal Roper, Martin Luther, Renegade and Prophet, Λονδίνο, The Bodley Head, 2016, σ. 3-4.

[4]              Ο όρος «Αντί-Μεταρρύθμιση», ο οποίος ουσιαστικά προδιαγράφει μια εκ των υστέρων αμυντική απάντηση της Καθολικής Εκκλησίας στη «λουθηρανική αφύπνιση», αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες και ανθεκτικότερες στην εμπειρική πραγματικότητα επιτυχίες της στρατευμένης Προτεσταντικής ιστοριογραφίας.

[5]                      Diarmaid MacCullogh, All Things Made New. The Reformation and its Legacy, Οξφόρδη, OUP, 2016, σ. 2-3.

[6]                      Heiko Oberman, The Reformation. Roots and Ramifications; Λονδίνο, T&T. Clark International, 2004, σ. 207.

[7]                      Άποψη που σε μεγάλο βαθμό προκλήθηκε από το επιβλητικό έργο της Elizabeth Eisenstein,  The Printing Revolution in Early Modern Europe, Κέιμπριτζ,  CUP, 1983.

[8]                      Peter Marshall, The Reformation- A Very Short Introduction…, σ. 133.

[9]                      Alexandra Walsham, “Reformation Legacies”, στο Peter Marshall (επιμ.), The Oxford Illustrated History of the Reformation, Οξφόρδη, OUP, 2015, σ. 229-230.

[10]                   Όπως σημειώνει ο Diarmaid MacCullogh, οι μόνες ζώνες θρησκευτικής ανεκτικότητας στον 16ο αιώνα εντοπίζονταν στην Ανατολική Ευρώπη, στην Πολωνία, την Ουγγαρία και την Τρανσυλβανία, την κάθε μια για τους ιδιαίτερούς της λόγους πολιτικών και κοινωνικών ισορροπιών. Diarmaid MacCullogh, All Things Made New. The Reformation and its Legacy…, σ. 7-8.

[11]                   Alexandra Walsham, “Reformation Legacies”…, σ. 241-242.

[12]                   Diarmaid MacCullogh, All Things Made New. The Reformation and its Legacy…, σ.9.

Δημήτριος Στ.Φεσσάς: Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΥΠΟΒΡΥΧΙΟΥ. ΕΝΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΔΙΧΑΣΜΟΥ, 1918-1920

Δημήτριος Στ.Φεσσάς

Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΥΠΟΒΡΥΧΙΟΥ. ΕΝΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΔΙΧΑΣΜΟΥ, 1918–1920

  1. Εισαγωγή.

Πυρήνα του παρόντος άρθρου, το οποίο συντάχθηκε με αφορμή πρόσφατη ομότιτλη έκδοση  του συγγραφέα, αποτελούν δύο μαρτυρίες εφέδρων αξιωματικών της εποχής του Α′ Παγκοσμίου πολέμου, που παρουσιάζονται για πρώτη φορά. Προέρχονται από το οικογενειακό αρχείο του συγγραφέα και επιμελητή των κειμένων συνταξιούχου πολιτικού – υδραυλικού μηχανικού Δημητρίου Στ. Φεσσά, που κατάγεται από την κωμόπολη Μεσσήνη. Συντάκτες των μαρτυριών οι υπολοχαγοί Νικόλαος Γ. Ποτηρόπουλος (Μεσσήνη 1882-1946) και Ηλίας Κ. Παπακώστας (Κομπότι Άρτας 1884 – Λυκότραφο Μεσσηνίας 1920).

Κύριο αντικείμενο των δύο χειρόγραφων μαρτυριών (7 σελίδων η πρώτη και 54 η δεύτερη) είναι η εξιστόρηση του ταξιδιού που οι αξιωματικοί έκαναν τον Φεβρουάριο – Μάρτιο 1918 ως κομιστές μηνυμάτων του εξόριστου στην Ελβετία βασιλιά Κωνσταντίνου προς τον γιο του Αλέξανδρο που βασίλευε στην Ελλάδα και των εν συνεχεία περιπετειών τους μέχρι το 1920.

Οι δύο υπολοχαγοί ήταν στελέχη του Δ′ Σώματος του ελληνικού στρατού, που είχε «αυτομολήσει» ή «εκβιαστεί να καταφύγει» από την Καβάλα στη Γερμανία τον Σεπτέμβριο 1916 και «φιλοξενείτο» από τότε στην πόλη Goerlitz της Γερμανίας, στα σημερινά γερμανοπολωνικά σύνορα. Αυτοί, μαζί με δύο άλλους —τον υπολοχαγό Ιωάννη Καλαμαρά και τον ανθυπολοχαγό Ιωάννη Χατζόπουλο— επελέγησαν από εκπρόσωπο του Κωνσταντίνου για τη μεταφορά των μηνυμάτων. Τα απορρήτου χαρακτήρα αυτά μηνύματα κρίθηκε από το βασιλικό περιβάλλον ότι έπρεπε να μεταφερθούν από στρατιωτικούς.

Ενώ η μαρτυρία Ποτηρόπουλου περιορίζεται στα του ταξιδιού του και του εγκλεισμού – απόκρυψής του που ακολούθησε μέχρι το Νοέμβριο 1920, η μαρτυρία Παπακώστα περιλαμβάνει και τις γενικότερες σκέψεις του για τον Α′ Παγκόσμιο πόλεμο. Αποτελεί μια προσπάθεια ανάλυσης των διεθνών γεγονότων και άντλησης συμπερασμάτων για την επιθυμητή πορεία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και τη στάση των ομοϊδεατών του αξιωματικών. Παρά τις αδυναμίες, ή και λόγω αυτών, δείχνει τον τρόπο σκέψης σημαντικού μέρους του πληθυσμού για τα εθνικά θέματα της εποχής.

Για τον Ποτηρόπουλο γνωρίζομε ότι ήταν απόφοιτος της Ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και προτίμησε τη σταδιοδρομία του μονιμοποιηθέντος εφέδρου αξιωματικού. Για τον Παπακώστα γνωρίζομε ότι μετά τις γυμνασιακές του σπουδές φοίτησε στη Σχολή Υπαξιωματικών της Κέρκυρας και κατόπιν ασκούσε το επάγγελμα του τηλεγραφητή μέχρι την επιστράτευσή του στους Βαλκανικούς πολέμους και την εν συνεχεία μονιμοποίησή του στο στράτευμα. Αμφότεροι ήταν άγαμοι.

Η μαρτυρία του Ποτηρόπουλου συνετάγη πολύ μετά την περιπέτειά του, κατά το έτος 1935, ενώ η μαρτυρία του Παπακώστα κατά τη διάρκεια της απόκρυψής του για να αποφύγει τη σύλληψη, μεταξύ 1918 και Αυγούστου 1920.

Ως ημερολόγιο αναφοράς χρησιμοποιήθηκε από τον επιμελητή αποκλειστικά το Ιουλιανό, που ίσχυε στην Ελλάδα μέχρι το 1923.

Μεσσήνη. Το Ηρώο (δεκαετία 1920)
  1. Η επιλογή του μέσου μεταφοράς και της διαδρομής.

Δεδομένου ότι η Ευρώπη ήταν κομμένη στα δύο λόγω του Παγκοσμίου πολέμου, δύο τρόποι για να πραγματοποιηθεί μια τέτοιας φύσεως αποστολή υπήρχαν : Δια ξηράς, με τα πόδια στη ζώνη των συνόρων μεταξύ Αλβανίας – Ηπείρου όπου το μέτωπο (Αυστριακοί απέναντι από Ιταλούς και Γάλλους) ήταν ανενεργό, ή με πλοίο. Η δια ξηράς μετάβαση και πλέον επικίνδυνη ήταν και υπερβολικά χρονοβόρα. Από τα πλοία πάλι, το υποβρύχιο ήταν το καταλληλότερο μέσο για προσέγγιση σε εχθρική ακτή τις νυκτερινές ώρες και αποβίβαση των απεσταλμένων.

Ξεκινώντας από τον πολεμικό ναύσταθμο των Αυστριακών στην Πόλα, στον μυχό της Αδριατικής θάλασσας (σημερινή  Pula της Κροατίας) δεκάδες γερμανικά και αυστριακά υποβρύχια διέσχιζαν τη θάλασσα αυτή και στη συνέχεια από το Ιόνιο πέλαγος στρεφόντουσαν είτε προς την ανατολική είτε προς τη δυτική Μεσόγειο για να πλήξουν εχθρικούς στόχους. Τα καύσιμα που διέθεταν επέτρεπαν πλού λίγων εβδομάδων. Επιδίωξη ήταν η εκτόξευση του συνόλου των τορπιλλών που διέθεταν που ήταν περί τις δέκα και η καταστροφή ισάριθμων εχθρικών, κυρίων πλωτών, στόχων. Το ποσοστό επιτυχίας των επιχειρήσεων των υποβρυχίων αυτών ήταν εξαιρετικά ψηλό, κυρίως κατά τα πρώτα έτη του πολέμου. Αργότερα, τα συμμαχικά σκάφη ταξίδευαν σε νηοπομπές, με τα μεταγωγικά πλαισιούμενα από καταδρομικά για προστασία.

Για τη μεταφορά λοιπόν των απεσταλμένων αξιωματικών στις ελληνικές ακτές, έπρεπε αυτοί να επιβιβασθούν σε ένα από τα υποβρύχια σε προγραμματισμένη αποστολή του και —με μικρή παρέκκλιση πορείας— να αποβιβασθούν νύκτα σε κάποια ακτή της δυτικής Πελοποννήσου απ’ όπου θα μπορούσαν να ταξιδεύσουν προς την Αθήνα.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, καθορίστηκε και η όλη διαδρομή των αξιωματικών από το Goerlitz μέχρι τη δυτική Πελοπόννησο. Αυτή περιελάμβανε σταθμούς στο Βερολίνο (για λήψη οδηγιών από τον υπασπιστή του βασιλιά Κωνσταντίνου), τη Βιέννη (για αναμονή μέχρις ότου έλθει η μέρα της επιβίβασης στο υποβρύχιο) και την Πόλα (για αυθημερόν επιβίβαση). Ο πλούς Πόλα – ακτές δυτικής Πελοποννήσου απαιτούσε τέσσερις πλήρεις μέρες.

Καρτ ποστάλ εποχής του Goerlitz. Ο σιδηροδρομικός σταθμός

    3. Η υπόθεση του (πρώτου) υποβρυχίου 

Για λόγους ασφαλείας, η εκκίνηση των δύο δυάδων αξιωματικών από την Πόλα έγινε με διαφορά είκοσι περίπου ημερών : μέσα Φεβρουαρίου και αρχές Μαρτίου 1918.

Οι δύο πρώτοι αξιωματικοί αποβιβάστηκαν νύκτα στις ακτές της Κυπαρισσίας, απ’ όπου ακολουθώντας διαφορετικές διαδρομές έφθασαν στην Αθήνα. Οι προσπάθειες του Καλαμαρά, που ήταν και κομιστής επιστολής του Κωνσταντίνου προς τον γιό του Αλέξανδρο γραμμένης με συνθηματική μελάνη, να παραδώσει την επιστολή μέσω τρίτου προσώπου, οδήγησαν στη σύλληψή του. Την επιστολή κατάφερε ωστόσο να εξαφανίσει. Λίγες μέρες αργότερα συνελήφθη από τη βενιζελική αστυνομία και ο Χατζόπουλος, λόγω της επιπολαιότητας και των άστοχων αντιβενιζελικών εκδηλώσεών του.

Οι αξιωματικοί παραπέμφθηκαν αμέσως στο Διαρκές Στρατοδικείο. Η κατηγορία ήταν της κατασκοπείας και αυτό διότι υπό την πίεση βασανιστηρίων ομολόγησαν ότι πέραν της προσκόμισης της επιστολής ήταν επιφορτισμένοι με τη συγκέντρωση πληροφοριών στρατιωτικής φύσης τις οποίες και θα μετέφεραν στον Κωνσταντίνο επιστρέφοντας στην Γερμανία, αφού διέσχιζαν με τα πόδια το μέτωπο στην Αλβανία.

Η δίκη τους έγινε τον Μάρτιο 1918 σε αρνητική γι’ αυτούς πολιτική συγκυρία. Είχαν προηγηθεί κατά λίγες εβδομάδες στάσεις φιλοβασιλικές και αντιπολεμικές σε μονάδες του υπό επιστράτευση ελληνικού στρατού στη Λαμία, τη Θήβα, την Αταλάντη και τη Λιβαδιά. Επόμενο ήταν οι στάσεις αυτές να αποδοθούν σε υποκίνηση του Κωνσταντίνου. Η δίκη απέληξε σε καταδίκες σε θάνατο και μετά την απόρριψη των αναιρέσεων που ασκήθηκαν, η καταδίκες εκτελέστηκαν τον Ιούλιο 1918.

Οι πληροφορίες που οι αξιωματικοί ομολόγησαν ότι έπρεπε να συγκεντρώσουν αφορούσαν τα ακόλουθα : 1) Το πνεύμα της κοινής γνώμης σε σχέση με τον βασιλιά Κωνσταντίνο. 2) Την όλη δύναμη του ελληνικού στρατού και εκτίμηση της μερίδας των βενιζελικών. 3) Τις δυνάμεις του συμμαχικού στρατού στο Μακεδονικό μέτωπο. 4) Τον αριθμό των αξιωματικών της βενιζελικής Εθνικής Άμυνας. 5) Τις τοποθεσίες των εγκαταστάσεων του συμμαχικού στρατού. 6) Την κατάσταση των μέσων συγκοινωνίας και ιδίως των σιδηροδρομικών και 7) Την επίβλεψη των ελληνικών παραλίων από τον συμμαχικό στρατό.

Η «υπόθεση του υποβρυχίου» όπως αυτή έγινε ευρύτερα γνωστή, προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στον τύπο και την κοινή γνώμη. Επειδή οι σχετικές δίκες συνέπεσαν με την άφιξη των αξιωματικών του δεύτερου υποβρυχίου, αυτοί αναγκάσθηκαν —για να σώσουν τη ζωή τους— να κρυφθούν σε αχυρώνα – σταύλο Μεσσηνιακού χωριού και να προσπαθήσουν να μεταφέρουν τα μηνύματα με τα οποία ήταν επιφορτισμένοι μέσω παρένθετου προσώπου.

Rappoltenkirchen Αυστρίας: Πύργος οικογένειας Υψηλάντη.
  1. Το ταξίδι του δεύτερου υποβρυχίου – Η απόκρυψη των αξιωματικών

Η ονομασία της αποστολής Καλαμαρά – Χατζόπουλου ως «υπόθεσης του υποβρυχίου» από τον τύπο της εποχής, οδήγησε στην ονομασία της αποστολής Ποτηρόπουλου – Παπακώστα ως «υπόθεσης του δεύτερου υποβρυχίου». Παρ’ όλον που υπάρχουν ομοιότητες και αναλογίες μεταξύ των υποθέσεων αυτών, η δεύτερη, λόγω ακριβώς και της τραγικής εξέλιξης της πρώτης, παρέμεινε ως σήμερα σχετικώς άγνωστη.

Η Αυστριακή ναυτική βάση της Πόλα στις ακτές της Αδριατικής. Πολεμικά πλοία στο λιμάνι.

Οι Ποτηρόπουλος και Παπακώστας ταξίδευσαν από το Goerlitz στα τέλη Ιανουαρίου 1918 σιδηροδρομικώς για το Βερολίνο. Εκεί έλαβαν οδηγίες από τον υπασπιστή του Κωνσταντίνου πλοίαρχο Παπαρρηγόπουλο για το τι έπρεπε να κάνουν στην Ελλάδα. Επιστολή, ή έγγραφες οδηγίες του βασιλιά Κωνσταντίνου δεν αναφέρεται κατά τρόπο σαφή στις μαρτυρίες τους, ή σε άλλα κείμενα, να τους δόθηκαν. Το πιθανότερο είναι ότι απομνημόνευσαν τις προς διαβίβαση εντολές (αναφέρονται δέκα τέσσερις) για να τις μεταφέρουν. Μετά παραμονή λίγων εβδομάδων στο Βερολίνο, μετέβησαν σιδηροδρομικώς στη Βιέννη και παρέμειναν στον πύργο RappoltenKirchen, κοντά στη Βιέννη, επί μερικές ακόμη εβδομάδες. Ο πύργος αυτός ήταν κατοικία της οικογένειας Εμμανουήλ Υψηλάντη, αδερφού του σταυλάρχη του βασιλιά Κωνσταντίνου. Από εκεί μετέβησαν σιδηροδρομικώς στην Πόλα, όπου επιβιβάσθηκαν αυθημερόν στο υποβρύχιο UB-50,  του νεότερου τότε γερμανικού τύπου υποβρυχίων UB III,  που αναχωρούσε για επιχειρησιακό πλού στη Μεσόγειο. Ο προσδιορισμός του αριθμού / ονομασίας του υποβρυχίου κατέστη δυνατός ύστερα από διασταύρωση των πληροφοριών που οι δύο αξιωματικοί παραθέτουν στις μαρτυρίες τους με τα ημερολόγια πλοίων (υποβρυχίων) που αναχώρησαν από την Πόλα κατά την χρονική εκείνη περίοδο. Τα ημερολόγια πλοίων βρίσκονται στα Γερμανικά Ομοσπονδιακά Αρχεία (Bundesarchiv) στο Φράϊμπουργκ (Freiburg).

Το υποβρύχιο με συνολικό πλήρωμα τριάντα τριών ανδρών και τους δύο αξιωματικούς αναχώρησε από την Πόλα στις 1800  της 1ης Μαρτίου 1918 και αποβίβασε τους δύο αξιωματικούς την ίδια περίπου ώρα τέσσερις μέρες αργότερα, στην παραλία της κωμόπολης Μεσσήνης την Μπούκα. Πρόθεση του κυβερνήτη ήταν να τους αποβιβάσει στην παραλία Κυπαρισσίας όπου είχαν οδηγηθεί και οι προηγούμενοι, αλλά τελικά επελέγη ο μυχός του Μεσσηνιακού κόλπου διότι ο Ποτηρόπουλος καταγόταν από την περιοχή και του ήταν ευκολότερο να κινηθεί εκεί τις επόμενες μέρες.

Μόλις αποβιβάστηκαν, οι δύο αξιωματικοί κατευθύνθηκαν στην αγροικία του αντιβενιζελικού πολιτικού Σπύρου Κουμουνδούρου, γιού του παλιού πρωθυπουργού. Δεν τον βρήκαν και από την αγροικία έστειλαν ειδοποίηση στον πρώην κοινοτάρχη Μεσσήνης, δικηγόρο Εμμανουήλ Φεσσά καλώντας τον να τους προϋπαντήσει. Δεν γνώριζαν ότι ο Εμμανουήλ Φεσσάς μαζί με άλλους σημαντικούς βασιλόφρονες της περιοχής είχαν προ εβδομάδων συλληφθεί από το βενιζελικό καθεστώς ως επικίνδυνοι για τη δημόσια τάξη και εκτοπισθεί στην Ιθάκη. Αντί του Εμμανουήλ ήλθε σε συνάντησή τους ο αδελφός του Χρήστος Φεσσάς, μαιευτήρας, ο οποίος τους πληροφόρησε για την προ ελαχίστων ημερών σύλληψη των Καλαμαρά και Χατζόπουλου και την επικέιμενη δίκη τους στο Διαρκές Στρατοδικείο.

Τα προβλήματα που ετίθεντο πλέον ήταν αφ’ ενός η διαβίβαση των μηνυμάτων του Κωνσταντίνου προς τον Αλέξανδρο μέσω τρίτου προσώπου και αφ’ ετέρου η απόκρυψη των δύο αξιωματικών για να σώσουν τη ζωή τους. Ως τρίτο κατάλληλο πρόσωπο επελέγη ο Χρήστος Φεσσάς. Ως προς την απόκρυψή τους, οι αξιωματικοί επί εξαήμερο παρέμειναν στην οικία Φεσσά στη Μεσσήνη και σε αγροικία της ίδιας οικογένειας στην περιοχή, μέχρις ότου καταλήξουν στον αχυρώνα – σταύλο της φιλικής προς την οικογένεια Φεσσά οικογένειας Ηλία Δημητρόπουλου στο χωριό Λυκότραφο, μια ώρα με τα πόδια από τη Μεσσήνη. Ο αχυρώνας – σταύλος, καίτοι στο κέντρο του μικρού χωριού των πεντακοσίων κατοίκων και απέναντι από το καφενείο του, ήταν απροσπέλαστος από τον δρόμο και συνεπώς και σε μη μέλη της οικογένειας Ηλία Δημητρόπουλου.

Στον αχυρώνα αυτόν έμελλε να παραμείνουν ο μεν Ηλίας Παπακώστας επί είκοσι εννέα μήνες και ένδεκα μέρες, από τις 12 Μαρτίου 1918 μέχρι τις 21 Αυγούστου 1920, οπότε και απεβίωσε από οξεία δηλητηρίαση και τάφηκε μέσα στον ίδιο χώρο, ο δε Νικόλαος Ποτηρόπουλος επί τριάντα μήνες και είκοσι έξι μέρες, από τις 12 Μαρτίου 1918 μέχρι τις 7 Νοεμβρίου 1920, οπότε και βγήκε από το κρυσφήγετό του. Είχαν προηγηθεί οι εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, που απέληξαν στη συντριβή του Βενιζέλου και η αλλαγή κυβέρνησης που ακολούθησε.

Κατά το διάστημα της απόκρυψης των αξιωματικών, ενήμεροι γι’ αυτήν ήταν λίγα μέλη των οικογενειών Δημητρόπουλου (η οποία ανέλαβε και την ευθύνη της τροφοδοσίας τους) στο Λυκότραφο και Φεσσά και Ποτηρόπουλου στη Μεσσήνη.

Το θέμα της «εξαφάνισης» των αξιωματικών πήρε κάποια δημοσιότητα στο τέλος του 1918 – αρχές 1919, όταν οι “προδότες του Goerlitz” επέστρεψαν μετά τη λήξη του Παγκοσμίου πολέμου στην Ελλάδα και οι Ποτηρόπουλος και Παπακώστας δεν ήταν μεταξύ αυτών. Διαδόθηκε τότε ότι πιθανόν επέβαιναν σε γερμανικό υποβρύχιο που είχε βυθισθεί. Στις 19 Ιουνίου 1920 οκτώ αξιωματικοί απ’ αυτούς που είχαν καταφύγει στο Goerlitz καταδικάστηκαν από το βενιζελικό καθεστώς σε θάνατο. Μεταξύ αυτών, καταδικάστηκαν —ερήμην— και οι Ποτηρόπουλος και Παπακώστας.

Μετά την απελευθέρωση του Ποτηρόπουλου τον Νοέμβριο 1920 και τη γνωστοποίηση του θανάτου του Παπακώστα, μέλη της οικογένειας του τελευταίου μετέβησαν από το Κομπότι Άρτας στο Λυκότραφο και αφ’ ενός προέβησαν στον θρησκευτικό ενταφιασμό του συγγενή τους, ενώ αφ’ ετέρου παρέλαβαν και τη χειρόγραφη μαρτυρία που είχε αυτός συντάξει κατά την περίοδο του εγκλεισμού του. Αυτήν, λίγα χρόνια αργότερα, αντέγραψε – μετέγραψε ο αδελφός του φιλόλογος Γεώργιος Κ. Παπακώστας. Διατηρήθηκε αδημοσίευτη μέχρι σήμερα.

Ο Νικόλαος Ποτηρόπουλος, ό μόνος από τους τέσσερις αξιωματικούς που επέζησε της περιπέτειας του ταξιδιού και των όσων ακολούθησαν μέχρι το 1920, επανήλθε στο στράτευμα, απ’ όπου αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του ταγματάρχη το 1923. Στη συνέχεια, εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα. Κατά το διάστημα Οκτωβρίου 1940 – Μαΐου 1941 επιστρατεύθηκε και υπηρέτησε ως υπασπιστής του βασιλιά Γεωργίου Β′. Έθεσε ο ίδιος τέρμα στη ζωή του το 1946 στη Μεσσήνη.

  1. Η διαβίβαση των οδηγιών του βασιλιά Κωνσταντίνου.

Από τα στοιχεία που θα οδηγούσαν στην πλήρη εικόνα της διαβίβασης των μηνυμάτων απουσιάζει δυστυχώς μια μαρτυρία του Χρήστου Φεσσά, κομιστή τους στα αρμόδια πρόσωπα, στην Αθήνα. Μια τέτοια μαρτυρία θα μας πληροφορούσε ποια ακριβώς ήταν τα μηνύματα, ποιοι οι αποδέκτες τους και σε ποιο βαθμό η διαβίβαση υπήρξε εφικτή.

Την απουσία της μαρτυρίας, αναπληρώνει εν μέρει η αφήγηση του Χρήστου Ζαλοκώστα, φίλου, σύγγαμβρου και αυτόπτη και αυτήκοου μάρτυρα των όσων περιγράφει σχετικά με το θέμα στη βιογραφία του βασιλιά ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, εκδόσεις ΑΛΦΑ, Αθήνα 1952. Δυστυχώς μεταξύ 1918 και 1952 έχουν περάσει 34 χρόνια και στο κείμενο Ζαλοκώστα, που έχει μυθιστορηματική μορφή, υπάρχουν πρόδηλες ανακρίβειες. Ακόμη, ο Ζαλοκώστας, όπως θα δούμε στο απόσπασμα που ακολουθεί «λογοκρίνει» τα μηνύματα, προφανώς για να μην εκθέσει τον ένα ή και τους δύο βασιλείς, Κωνσταντίνο και Αλέξανδρο.

Στο κεφάλαιο «Μήνυμα του Πατέρα» της βιογραφίας ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, ο Ζαλοκώστας αναφέρεται στις δυσκολίες που συνάντησε στην Αθήνα ο Χρήστος Φεσσάς στην προσπάθειά του να επικοινωνήσει με πρόσωπα του βασιλικού περιβάλλοντος που του είχαν υποδειχθεί, λόγω του φόβου που είχαν προκαλέσει οι πρόσφατες καταδίκες σε θάνατο όχι μόνον των Καλαμαρά και Χατζόπουλου, αλλά και του προσώπου που είχε δράσει ως μεσάζων με το περιβάλλον του Αλέξανδρου, στην υπόθεση του πρώτου υποβρυχίου.

Τις επόμενες μέρες, πάντως, η διαβίβαση των μηνυμάτων στον Αλέξανδρο έγινε από τον κοινό φίλο Φεσσά και Ζαλοκώστα, γιατρό Νικόλαο Οικονομόπουλο. Παρατίθεται στη συνέχεια αυτολεξεί το απόσπασμα του σχετικού κεφαλαίου του βιβλίου. Όλες οι υπογραμμίσεις είναι του επιμελητή.

……………………………………………………………………………………………………………Όταν φθάσαμε (ο Ζαλοκώστας με τον Οικονομόπουλο) ακριβώς μεσάνυκτα, ο Αλέξανδρος μας περίμενε κιόλας. Ολομόναχος. Του παρουσίασα τον γιατρό Οικονομόπουλο, ο οποίος του έδωσε το σημείωμα του Πατέρα του. Περιείχε δέκα τέσσερα θέματα ∙ απ’ αυτά είναι ανακοινώσιμα ένδεκα :

  • Ότι είχαν ανάγκη από χρήματα ∙ να τους στέλνη τακτικότερα ο Αλέξανδρος.
  • Ότι ξέχασε τους γονείς του, πράγμα που τους λυπεί πολύ.
  • Να κάνη οικονομίες, γιατί είναι στεναχωρημένοι ∙ άλλον πόρον ζωής δεν έχουν παρά όσα θα τους στέλνη αυτός.
  • Να μην τελέση τώρα τον γάμο του με την Ασπασία, επειδή τούτο εξυπηρετεί τα συμφέροντα του Βενιζέλου ∙ να την παντρευτή μετά την υπογραφή της ειρήνης.
  • Ότι μόλις τελειώσει ο πόλεμος, σκοπεύουν να επιστρέψουν αμέσως στην Ελλάδα.
  • Να δυσπιστή απολύτως στις συμβουλές του Βενιζέλου και να φειδωλεύεται τις δυνάμεις του τόπου, γιατί ο πόλεμος θ’ αργήση ακόμη να τελειώσει.
  • Να μην πηγαίνει στο μέτωπο και, προ πάντων, να μην εκτίθεται σε κινδύνους.
  • Να δώση απάντηση στους ίδιους υπολοχαγούς. Να στείλη τις απόψεις του για την εσωτερική κατάσταση του τόπου.
  • Να μην είναι τόσο ενδοτικός στα μέτρα της Κυβερνήσεως κατά των βασιλικών. Η ως τώρα πολιτική του στάθηκε πολύ φιλική προς τον Βενιζέλο. Εις το μέλλον να είναι προσεκτικότερος και να εμποδίση την γενική επιστράτευση.
  • Να αποφεύγη να παρουσιάζεται δημόσια, και να παριστάνη όσον το δυνατόν λιγότερο τον Βασιλέα.
  • Του έδινε πολεμικές πληροφορίες.

Ο Αλέξανδρος άκουσε με προσοχή τις οδηγίες, έσφιξε το χέρι του Οικονομόπουλου και τον ευχαρίστησε θερμά.

…………………………………………………………………………………………………………

Οι παραπάνω οδηγίες μπορούν να χαρακτηρισθούν «αναμενόμενες» από έναν μελετητή της ιστορίας της περιόδου. Μη αναμενόμενο είναι το ότι ο Ζαλοκώστας, το 1952, θεωρεί τρία από τα δέκα τέσσερα θέματα …. μη ανακοινώσιμα. Πιθανολογείται ότι, έστω και 34 χρόνια αργότερα, η μνεία ή ανακίνησή τους θα έβλαπτε την εικόνα των νεκρών από το 1920÷22 Αλέξανδρου και Κωνσταντίνου, ή την εικόνα του βασιλικού θεσμού (υπενθυμίζεται ότι το 1952 βασίλευε ο γιός του Κωνσταντίνου και αδελφός του Αλέξανδρου, Παύλος).

Κατά τα λοιπά, όπως πληροφορούμαστε από τα χειρόγραφα των εγκλείστων στην κρυψώνα αξιωματικών, ο Χρήστος Φεσσάς επέστρεψε από την Αθήνα μετά πάροδο ημερών και τους ενημέρωσε ότι οι βασιλικές οδηγίες είχαν μεταφερθεί…. κατά τι τετμημένες.

Γερμανικό υποβρύχιο τύπου  UB III.
  1. Διασταύρωση των κειμένων Ζαλοκώστα, Ποτηρόπουλου και Παπακώστα.

Επισημάναμε ήδη ότι από το κείμενο Ζαλοκώστα ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά σε τρία «μη ανακοινώσιμα» μηνύματα. Πράγματι, η αποστολή τεσσάρων αξιωματικών με δύο υποβρύχια, με προφανή στήριξη του γερμανικού στρατιωτικού μηχανισμού που τα διέθεσε, δημιουργεί την υποψία ότι αποσκοπούσε και στη διαβίβαση οδηγιών διαφορετικής μορφής απ’ αυτές που ο Ζαλοκώστας αναφέρει, οδηγιών πλησιέστερων προς τις γερμανικές πολεμικές επιδιώξεις της εποχής εκείνης.

Ανατρέχοντας στη μαρτυρία Ποτηρόπουλου, στο σχετικό με τη μεταφορά των μηνυμάτων απόσπασμα, διαβάζομε :

…………………………………………………………………………………………………………

Ο ιατρός κ. Φεσσάς μετέβη πράγματι εις Αθήνας όπου και κατώρθωσε παλαίων κατά μυρίων δυσχερειών να μεταβιβάση εις τον μακαρίτην Αλέξανδρον δια του στρατηγού μακαρίτου Μαλάμου, τας ας είχε λάβη παρ’ ημών οδηγίας, αίτινες συνίσταντο εις τα εξής :

Να προσπαθή δια παντός τρόπου να αποφεύγη τας υποδείξεις του Βενιζέλου. Να μην εκτίθεται δημοσία υπέρ αυτού, ως είχε πράξει εις κάποιαν συγκέντρωσιν που είχε λάβη χώραν εις Λαμίαν, αν δεν με απατά η μνήμη.

Να φροντίζη να έρχεται εις επαφήν με τους τότε εν Αθήναις ευρισκομένους πολιτικούς μακαρίτας Σκουλούδην, Ράλλην, Στράτον κλπ. των οποίων ν’ ακολουθή τας συμβουλάς.

Ν’ αποφύγη με κάθε τρόπον τον γάμον του με την δεσποινίδα Μάνου, τον οποίον επίτηδες ευνοεί ο Βενιζέλος, δια να ρίψη εις την συνείδησιν του ελληνικού λαού την δυναστείαν.

Να κάμνη  οικονομίας και να φροντίζη δια την υλικήν ενίσχυσιν της εν εξορία ευρισκομένης οικογενείας του και μερικά άλλα τα οποία λόγω της παρέλευσης δεκαεπταετίας δεν ενθυμούμαι.

…………………………………………………………………………………………………………

Τα όσα ο Ποτηρόπουλος αναφέρει εμπεριέχονται περίπου στα όσα ο Ζαλοκώστας εξιστορεί. Τα όσα ο ίδιος δεν θυμάται —κατά το έτος 1935 όταν συνέταξε τη μαρτυρία του— ή λιγότερο σημαντικά ήταν απ’ αυτά που αναφέρει ότι θυμάται, ή εύσχημα τα αποσιωπά.

Ας σημειωθεί ότι το κείμενο Ποτηρόπουλου γράφηκε σε κάποια στιγμή του πρώτου τριμήνου του 1935 και τούτο διότι ο Εμμανουήλ Φεσσάς αναφέρεται σ’ αυτό ως «ήδη γερουσιαστής», ενώ γνωρίζομε ότι η Γερουσία καταργήθηκε με την έκδοση συντακτικής πράξης την 1η Απριλίου 1935. Είχε προηγηθεί το αποτυχημένο βενιζελικό κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935. Η πολιτική ένταση, πυροδοτούμενη από την καθημερινή αρθρογραφία των εφημερίδων κατά το τρίμηνο αυτό, μπορεί να περιγραφεί ως καζάνι που βράζει. Συνεπώς δύσκολα φανταζόμαστε ένα άτομο με τις εμπειρίες του Ποτηρόπουλου να θέλει να εκτεθεί με κατάθεση εγγράφως αναμνήσεων για συμμετοχή του σε ακραίες συνωμοτικές πράξεις, της μορφής που τώρα (αρχή 1935) πάλι κατά γενική εντύπωση προετοιμαζόντουσαν και από τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα.

Τελείως διαφορετική από τις περιγραφές Ζαλοκώστα και Ποτηρόπουλου είναι η μαρτυρία Παπακώστα για τη φύση των επίμαχων μηνυμάτων. Αυτή γράφηκε μέσα στο κρησφύγετο, το πολύ λίγους μήνες μετά τη διαβίβασή τους. Μεταξύ Μαρτίου 1918 και καλοκαιριού 1920.

Τα σχετικά εδάφια από τη μαρτυρία Παπακώστα έχουν ως εξής :

……………………………………………………………………………………………………………Εκεί (στην αγροικία Φεσσά) την επομένην αφίκετο και ο κ. Φεσσάς και απεφασίσθη όπως σπεύση και αναχωρήση εις Αθήνας ίνα μεταδώση εις τους ομοϊδεάτας μας τας οδηγίας και παρασκευάσωσι το κίνημα προς ανατροπήν του εντολοδόχου των ξένων. Εδώκαμεν αυτώ και κατάλογον των προσώπων εις α έδει να αποταθή και να ανακοινώση τας οδηγίας επί τη βάσει των οποίων ούτοι θα ενήργουν. Ηγέρθη ζήτημα μεταξύ ημών αν κατόπιν της συλλήψεως των άλλων και του εγερθέντος θορύβου ως και απανθρώπων μέσων άτινα μετήρχετο η Κυβέρνησις δια πάντα όστις εφαίνετο αυτή ύποπτος θα ανελάμβανον οι υποδεικνυόμενοι παρ’ ημών να ρίψωσιν τον κύβον και να ενεργήσωσιν συμφώνως προς τας υποδείξεις των οδηγιών ίνα περιαγάγωσι την Κυβέρνησιν εις αδιέξοδον και εξαναγκάσωσιν αυτήν υποτασσομένην εις το κοινόν αίσθημα εν ανάγκη και εις την βίαν να εγκαταλείπη την αρχήν. Πλήν τούτου τα πλείστα των παρ’ ημών υποδεικνυομένων προσώπων διετέλουν εν εξορία, εν φυλακή, ύπο περιορισμόν και αστυνομικήν επίβλεψιν. Απεφασίσαμεν να επιδιωχθή η εργασία συτή και υπό προσώπων μη εμπεριεχομένων εν τω καταλόγω ομοϊδεατών ημών και προθύμων να συντρέξωσι τον αγώνα μας. Μετά δύο ημέρας απήρχετο ο Φεσσάς εις Αθήνας κομίζων τας οδηγίας και με την εξουσιοδότησιν ως αυτός θα ενόμιζε ασφαλέστερον αφιέντων ημών αυτώ πλήρη πρωτοβουλίαν.

…………………………………………………………………………………………………………

Και παρακάτω :

…………………………………………………………………………………………………………

Τω όντι μετά 10 ημέρας επανήρχετο εξ’ Αθηνών ο κ. Φεσσάς κομιστής ευαρέστων ειδήσεων, ότι δηλαδή αι οδηγίαι κατά τι τετμημέναι επεδόθησαν και ότι εντός ολίγου θέλομεν ίδει την έναρξιν των συνεπειών αυτών. Μετ’ ολίγας ημέρας αι στάσεις εις τα διάφορα σώματα μας έπειθον ότι η επενέργειά μας ήρξατο εκδηλούμενη προς αφύπνισιν του κοινού αισθήματος.

…………………………………………………………………………………………………………

Από τα παραπάνω αποσπάσματα της μαρτυρίας Παπακώστα, είναι σαφές ότι μεταξύ των κειμένων Ζαλοκώστα και Ποτηρόπουλου αφ’ ενός και του κειμένου Παπακώστα αφ’ ετέρου υπάρχουν οι ακόλουθες σημαντικές διαφορές:

Α′ Σε ότι αφορά τους αποδέκτες των μηνυμάτων, ο Ζαλοκώστας και ο Ποτηρόπουλος αναφέρουν τον βασιλιά Αλέξανδρο, ενώ ο Παπακώστας «τους ομοϊδεάτες μας (προφανώς αξιωματικούς)». Όλοι μάλιστα αναφέρουν ότι μετά την μετάβαση του Χρήστου Φεσσά στην Αθήνα, οι επαφές μ’ αυτούς (τον Αλέξανδρο ή/και τους ομοϊδεάτες) έγιναν και η ουσία των μηνυμάτων μεταβιβάστηκε.

Β′ Σε ότι αφορά το περιεχόμενο των μηνυμάτων, ο Ζαλοκώστας και ο Ποτηρόπουλος παραθέτουν οικογενειακού και προσωπικού κυρίως ενδιαφέροντος εντολές, ενώ ο Παπακώστας όχι μόνον ομιλεί για οδηγίες προς παρασκευήν αντιβενιζελικού κινήματος, αλλά και ότι οι στάσεις στα διάφορα στρατιωτικά Σώματα (προφανώς αναφέρεται σε κάποιες απ’ αυτές που εξερράγησαν μετά τον Μάρτιο 1918) μπορούν ν’ αποδοθούν στις εντολές που οι αξιωματικοί διαβίβασαν.

Βελίκα Μεσσηνίας. Αγροικία Σπ. Κουμουνδούρου (φωτ. 2016).
  1. Συμπεράσματα.

Η προετοιμασία που ο γερμανικός και ο εξόριστος φιλοβασιλικός παράγοντας αφιέρωσαν στο ταξίδι των δύο αξιωματικών, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία Παπακώστα που δεν διαψεύδεται, αλλά έμμεσα επιβεβαιώνεται από το κείμενο Ζαλοκώστα και τη μαρτυρία Ποτηρόπουλου οδηγεί στην εκδοχή ότι κατά πάσαν πιθανότητα οι αξιωματικοί στάλθηκαν για τη μεταφορά εντολών για την προετοιμασία κινήματος.

Από τους δύο αποδέκτες, των μηνυμάτων, τον βέβαιο —Αλέξανδρο— και τους πιθανούς —ομοϊδεάτες αξιωματικούς— ο πρώτος είχε πάρει ήδη θέση εναντίον των κινημάτων. Πράγματι, στις 25 Ιανουαρίου 1918, στη Λαμία όπου είχε μεταβεί ύστερα από την εκδήλωση κινήματος κατά της επιστράτευσης, είχε χαρακτηρίσει ως πράξη προδοτική όχι μόνον κάθε ενέργεια, αλλά και κάθε σκέψη που δεν θα έτεινε στην ενίσχυση του πολέμου. Η στάση βέβαια αυτή του Αλέξανδρου δεν ήταν αποδεκτή από τον πατέρα του, ο οποίος λίγες μέρες μετά έστειλε εντολή (Ποτηρόπουλος) : «Να μην εκτίθεται δημόσια υπέρ του Βενιζέλου, ως είχε πράξει εις κάποιαν συγκέντρωσιν που είχε λάβη χώραν εις Λαμίαν, αν δεν με απατά η μνήμη».

Για τα πολλά κινήματα, είτε υποκινούμενα από φιλοβασιλικούς στρατιωτικούς, είτε αυθόρμητα κατά της αντιδημοφιλούς επιστράτευσης, υπάρχουν πολλές μαρτυρίες αξιωματικών με συμμετοχή σ’ αυτά (θετική ή αρνητική). Λείπει όμως —βάσει των μέχρι σήμερα διαθέσιμων στοιχείων— η τεκμηρίωση της εξέλιξης ενός ή περισσότερων στασιασικών φιλοβασιλικών κινημάτων της περιόδου από τη σχεδίασή του στην Ελβετία και τη Γερμανία μέχρι την εκδήλωσή του σε ελληνικό στρατόπεδο. Οι μαρτυρίες Παπακώστα και —δευτερευόντως— Ποτηρόπουλου προσθέτουν μια ψηφίδα για μια τέτοια τεκμηρίωση.

Ο Δημήτριος Στ. Φεσσάς είναι διπλωματούχος πολιτικός μηχανικός του Πολυτεχνείου της Αθήνας (1961) και υδραυλικός μηχανικός του Πανεπιστημίου της Grenoble (1966). Εργάστηκε επί μισό περίπου αιώνα ως ελεύθερος επαγγελματίας, μελετητής υδραυλικών δημοσίων έργων. Είναι συγγραφέας της πραγματείας “1918 – 1920. Η υπόθεση του δευτέρου υποβρυχίου. Ένα επεισόδιο της εποχής του Διχασμού”, Αθήνα, εκδόσεις Καπόν, 2016.

 

ΑΞΕΧΑΣΤΕΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ

ΑΞΕΧΑΣΤΕΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ

Σπύρος Λούης, Κώστας Τσικλητήρας, διάδοχος Κωνσταντίνος, Χρήστος Παπανικολάου, Άννα Βερούλη, Σοφία Σακοράφα, Βούλα Πατουλίδου, Πύρρος Δήμας, Κώστας Κεντέρης σε ατομικό επίπεδο, η ομάδα μπάσκετ της ΑΕΚ, η ομάδα ποδοσφαίρου του Παναθηναϊκού, η Εθνική ομάδα μπάσκετ και η Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου σε συλλογικό επίπεδο, είναι τα ονόματα εκείνα, τα οποία πρόσφεραν στους Έλληνες αξέχαστες στιγμές συγκίνησης και υπερηφάνειας. Αλήθεια, ποιος ξεχνά το παγκόσμιο ρεκόρ προσέλευσης για αγώνα μπάσκετ το 1968, σε γήπεδο από τσιμέντο, τον ημιτελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης σε ένα ημι-ξερό γήπεδο της λεωφόρου Αλεξάνδρας (ο τελικός του Wembley, πάντως, διεξήχθη επάνω σε υποδειγματικό γρασίδι), το “Για την Ελλάδα, ρε γαμώτο” της Πατουλίδου, τις “κονταρομαχίες” της Βερούλη με τη Σακοράφα, τα απανωτά ολυμπιακά μετάλλια του Πύρρου Δήμα, τον πολλά υποσχόμενο Κεντέρη, με τη γεμάτη απογοήτευση εξέλιξη και, βέβαια, το Euro του 2004, όταν κάηκε σύσσωμη η χώρα από τον ενθουσιασμό. Αυτές τις στιγμές ξαναφέρνει στη μνήμη το παρόν αφιέρωμα. Η έκφραση της χαράς ζωγραφισμένη στα πρόσωπα, μας θυμίζει πως η ζωή έχει ανατροπές και πως θα καταφέρουμε, ως λαός, να απαλλαγούμε από τον βραχνά των τελευταίων ετών και να βιώσουμε εκ νέου τέτοια συναισθήματα ανάτασης. Το μπορούμε και το δικαιούμαστε! 

1896. Σπύρος Λούης: Η αρχή.

Δεκατρείς δρομείς από την Ελλάδα και τέσσερις αθλητές από άλλα έθνη έλαβαν μέρος στο Μαραθώνιο δρόμο των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων της νεότερης εποχής (Αθήνα, 1896). Ο Γάλλος Albin Lermusiaux που είχε πάρει και χάλκινο στα 1500 μέτρα μπήκε νωρίς μπροστά και προηγείτο. Στο Πικέρμι ο Λούης σταμάτησε σε ένα καφενείο και ζήτησε να πιει ένα ποτήρι κρασί, λέγοντας ότι θα τους φτάσει και θα τους προσπεράσει όλους πριν από το τέλος. Μετά το 32ο χιλιόμετρο, ο  Lermusiaux κατέρρευσε από την εξάντληση. Το προβάδισμα ανέλαβε τώρα ο Αυστραλός Teddy Flack, που πρωτύτερα είχε κερδίσει μετάλλιο στα 800 και 1500 μέτρα. Ο Λούης άρχισε να μειώνει την απόσταση, μέχρι που και ο Αυστραλός, που δεν ήταν συνηθισμένος στις μεγάλες αποστάσεις, κατέρρευσε μερικά χιλιόμετρα αργότερα, αφήνοντας το τελικό προβάδισμα στον Λούη. Εν τω μεταξύ, στο στάδιο, η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη, ειδικά όταν ένας αγγελιοφόρος με το ποδήλατο είχε σπεύσει να μεταφέρει την είδηση ότι ο Αυστραλός προηγείτο. Ξαφνικά έφτασε και δεύτερος αγγελιοφόρος, που τον είχε στείλει κάποιος αστυνόμος μόλις ο Λούης μπήκε μπροστά, και ανήγγειλε ότι ένας Έλληνας ήταν πρώτος στον αγώνα δρόμου. Οι χιλιάδες θεατές άρχισαν να πανηγυρίζουν και να τον παροτρύνουν φωνάζοντας « Έλλην, Έλλην ! » Ο Λούης εισήλθε στο στάδιο, όπου τον υποδέχτηκε ο λαός μαζί με δυο πρίγκιπες, τον διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο και τον δευτερότοκο πρίγκιπα Γεώργιο και τον κέρναγαν κρασί, γάλα, μπύρα, αυγά πασχαλινά, πορτοκαλάδα και άλλα δώρα. Πολλοί του έταζαν από κοσμήματα ως τζάμπα ξύρισμα στο κουρείο για πάντα. Δεν ξέρουμε αν τελικά τα πήρε όλα αυτά τα δώρα. Ο βασιλέας Γεώργιος Α ρώτησε τον Λούη τι δώρο θα ήθελε να του προσφέρει, και εκείνος του απάντησε : « Ένα γαϊδουράκι να με βοηθάει να κουβαλάω το νερό. » Ο Λούης έτρεξε τον μαραθώνιο σε χρόνο 2 ώρες, 58 λεπτά και 50 δεύτερα. Μετά τους Ολυμπιακούς γύρισε στο χωριό του και δεν πήρε μέρος σε κανέναν άλλο αγώνα δρόμου. Έζησε μια ζωή ήρεμη, εργαζόμενος ως αγρότης, και αργότερα ως τοπικός αστυνομικός.

Η απονομή του επάθλου στον Σπύρο Λούη. Πηγή: Albert Meyer, Λεύκωμα Πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων 1896, Ιστορικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη.

Κώστας Τσικλητήρας. Ο δοξασμένος αθλητής με το άδοξο τέλος.

Στις 20 Ιουλίου 1908, ο Κώστας Τσικλητήρας αγωνίστηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου στο αγαπημένο του αγώνισμα το οποίο ήταν το μήκος άνευ φοράς και κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο υποσχώμενος ότι θα γίνει πρώτος ολυμπιονίκης. Στις 23 Ιουλίου, κατέκτησε για δεύτερη φορά το ασημένιο μετάλλιο στην ίδια διοργάνωση στο ύψος άνευ φοράς. Τα άλματά του ήταν 3,28 μ. και 1,55 μ. αντίστοιχα. Ο Τσικλητήρας επανέλαβε το κατόρθωμα του Λονδίνου τέσσερα χρόνια αργότερα. Στους  Ολυμπιακούς Αγώνες της Στοκχόλμης, το 1912, κέρδισε χρυσό μετάλλιο στο μήκος άνευ φοράς με 3.37 μ. (παγκόσμιο ρεκόρ του ιδίου με 3.47 μ. από νωρίτερα) και χάλκινο στο ύψος άνευ φοράς με 1.55 μ., αφού χρειάστηκε να δώσει σκληρή μάχη και στα δύο αγωνίσματα με τους αδελφούς Άνταμς από τις ΗΠΑ. Ο Τσικλητήρας επέστρεψε τροπαιούχος στην Αθήνα, όπου του επιφυλάχθηκε αποθεωτική υποδοχή, ενώ διθυραμβικά ήταν και τα σχόλια του Τύπου. Δύο μήνες μετά τον θρίαμβο της Στοκχόλμης ξεσπά ο Α΄Βαλκανικός πόλεμος (Οκτώβριος 1912) και ο Τσικλητήρας στρατεύεται. Του προτείνουν να παραμείνει στο Φρουραρχείο Αθηνών, αλλά αυτός αρνείται. Θέλει να πάει στο μέτωπο για να μην κατηγορηθεί για ευνοϊκή μεταχείριση. Εκεί στην πρώτη γραμμή προσβλήθηκε από μηνιγγίτιδα και άφησε την τελευταία του πνοή στις 10 Φεβρουαρίου 1913. Ήταν μόλις 25 ετών.

 

Το άδοξο και απρόσμενο τέλος

8 Σεπτεμβρίου 1960.

Ο διάδοχος Κωνσταντίνος στέφεται χρυσός ολυμπιονίκης στην ιστιοπλοΐα.

Επάνω στο σκάφος Νηρεύς, στον όρμο της Νεάπολης, όπου έλαβε χώρα το αγώνισμα

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 1960, και στην Ελλάδα δεν υπήρχε τηλεόραση. Δεν υπήρχε φυσικά και ίντερνετ. Και το ραδιόφωνο που ήταν κρατικό μετέδιδε σπάνια αθλητικά γεγονότα. Περιοριζόταν στο ποδόσφαιρο. Κι όμως εκείνη τη μέρα το κρατικό ραδιόφωνο διέκοψε το πρόγραμμά του για να ανακοινώσει σ′ όλη τη χώρα τη μεγάλη είδηση: Ο διάδοχος Κωνσταντίνος, σημαιοφόρος της Ελληνικής αποστολής, με το σκάφος του «Νηρεύς» κέρδιζε το Χρυσό Μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης στα σκάφη τύπου «Ντράγκον». Ο Κωνσταντίνος ως πηδαλιούχος του σκάφους με πλήρωμα τους Οδυσσέα Εσκιτζόγλου και Γιώργο Ζαϊμη, χάρισαν στην Ελλάδα το πρώτο της Χρυσό Ολυμπιακό Μετάλλιο, από το 1912 (όπου η Ελλάς κατέκτησε στην Στοκχόλμη δύο μετάλλια με τον Κώστα Τσικλητήρα) κερδίζοντας στην κατηγορία Ντράγκον της ιστιοπλοΐας, στον Κόλπο της Νάπολης στην Ιταλία. Δύο κούρσες πριν το τέλος, η Ελλάδα είχε εξασφαλίσει ένα από τα τρία μετάλλια και όλη η προσπάθεια στράφηκε στο χρυσό. Η νέα τακτική να μένουν κοντά στο σκάφος της Αργεντινής απέδωσε καρπούς και το χρυσό μετάλλιο ταξίδεψε για την Ελλάδα. Η νίκη του διαδόχου Κωνσταντίνου χαιρετίστηκε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό από τους Έλληνες, οι οποίοι επιφύλαξαν στον ίδιο και το πλήρωμά του υποδοχή ηρώων κατά την επιστροφή τους στην Ελλάδα. Χιλιάδες κόσμου είχαν κατακλήσει τους δρόμους που οδηγούσαν από το αεροδρόμιο του Ελληνικού μέχρι και το κέντρο της Αθήνα.

Έκδοση ειδικού γραμματοσήμου

 

Η άφιξη στο αεροδρόμιο του Ελληνικού
Η είσοδος στην Αθήνα

 

4 Απριλίου 1968

Η ομάδα μπάσκετ της ΑΕΚ κατακτά το Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης.

Το βράδυ της 4ης Απριλίου του 1968 για πρώτη φορά ελληνική ομάδα κατακτούσε ευρωπαϊκό τίτλο γράφοντας χρυσή σελίδα στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού. Η ΑΕΚ κατάφερε να νικήσει τη Σλάβια Πράγας της Τσεχοσλοβακίας με 89-82, στην Αθήνα, στο κατάμεστο Παναθηναϊκό Στάδιο όπου είχαν προσέλθει πάνω από 60.000 θεατές, αριθμός ρεκόρ για τα παγκόσμια αθλητικά δεδομένα, για να παρακολουθήσουν τον τελικό αγώνα μπάσκετ του Κυπέλλου Κυπελλούχων Ευρώπης.

Για την AEK αγωνίστηκαν στον τελικό οι: Γιώργος Aμερικάνος (αρχηγός της ομάδας), Γιώργος Tρόντζος, Χρήστος Zούπας, Στέλιος Bασιλειάδης, Αίαντας Λαρεντζάκης, Αντώνης Xρηστέας, Απόστολος Tσάβας, Πέτρος Πετράκης, Παναγιώτης Οικονόμου.  

Η ανεπανάληπτη ραδιοφωνική περιγραφή του Βασίλη Γεωργίου

 

Το Παναθηναϊκό Στάδιο κατάμεστο από 60.000 θεατές, παγκόσμιο ρεκόρ προσέλευσης για αγώνα μπάσκετ.
Ο αρχηγός της ομάδας Γιώργος Αμερικάνος και ο πλέϊ μέηκερ Χρήστος Ζούπας πανηγυρίζουν μετά το πέρας του αγώνα.

 

Η βασική πεντάδα: Αμερικάνος, Τρόντζος, Ζούπας, Λαρεντζάκης, Βασιλειάδης.

 

24 Οκτωβρίου 1970

Το παγκόσμιο ρεκόρ του Χρήστου Παπανικολάου στο άλμα επί κοντώ.

Το Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 1970, ήταν η μεγάλη μέρα για τον Παπανικολάου και τον ελληνικό αθλητισμό. Ο ΣΕΓΑΣ διοργάνωσε στο παλιό στάδιο (τότε) «Καραϊσκάκη», ένα μίτινγκ, μεταξύ των μεικτών ομάδων Αθήνας-Βελιγραδίου. Περίπου 10.000 φίλαθλοι συγκεντρώθηκαν για να παρακολουθήσουν, ουσιαστικά, την προσπάθεια του Παπανικολάου να πετύχει παγκόσμιο ρεκόρ.  Ο Χρήστος Παπανικολάου ξεκίνησε από τα 5 μέτρα, που πέρασε με μεγάλη ευκολία, όπως και τα 5,20 μέτρα. Τότε, ζήτησε να μπει ο πήχης στα 5,47 μέτρα.
Με αποφασιστικότητα και άψογη τεχνική, ο Παπανικολάου περνά το ύψος και μόλις συνειδητοποιεί τι έχει πετύχει ξεσπά σε πανηγυρισμούς, όπως βέβαια και όλοι οι φίλαθλοι! Πολλοί, δεν συγκρατιούνται και μπαίνουν μέσα στον αγωνιστικό χώρο για να τον αγκαλιάσουν. Ένας αφέτης πυροβολεί από τη χαρά του στον αέρα! Σε λίγο, η ένδειξη του φωτεινού πίνακα αλλάζει: Το 5,47 μετατρέπεται σε 5,49 (δίπλα στο 78, το νούμερο της φανέλας του Παπανικολάου). Τι είχε συμβεί; Οι κριτές μέτρησαν πάλι το ύψος, όπως όφειλαν και βρήκαν ότι ήταν 5,49 μέτρα.

Νέοι, εντονότεροι πανηγυρισμοί για το παγκόσμιο ρεκόρ στο στάδιο! Λογικό είναι, μέσα σ’ αυτό το κλίμα, ο Παπανικολάου να μην μπορέσει να υπερβεί τα 5,54 μέτρα, στα οποία τοποθέτησε τον πήχη λίγο αργότερα. Το ρεκόρ αυτό, καταρρίφθηκε από τον Σουηδό Ίσακσον στις 8 Απριλίου 1972 (μετά από 1,5 χρόνο περίπου δηλαδή), με άλμα 5,51 μέτρα. Στη χώρα μας, καταρρίφθηκε μετά από 22 χρόνια (!) το 1992, από τον Χρήστο Παλλάκη, που ξεπέρασε τα 5,52 μέτρα.

 

2 Ιουνίου 1971. Το έπος του Wembley.

Το ταξίδι του Παναθηναϊκού άρχισε στις 16 Σεπτεμβρίου 1970 κόντρα στους πρωταθλητές Λουξεμβούργου της Ζενές Ες. Οι «πράσινοι» τους απέκλεισαν με δυο νίκες και προχώρησαν, βρίσκοντας απέναντί τους την ισχυρή Σλόβαν Μπρατισλάβας. Τον Οκτώβριο του 1970 φάνηκε σε όλη την Ευρώπη, για πρώτη φορά, η δύναμη της «Λεωφόρου» αφού η εύκολη επικράτηση στο πρώτο ματς έφερε την πρόκριση παρά την ήττα στην Τσεχοσλοβακία. Η συνέχεια βέβαια, ήταν ακόμα δυσκολότερη αφού βρέθηκε στο διάβα της αρμάδας του Πούσκας η πρωταθλήτρια Αγγλίας, Έβερτον. Αλησμόνητο γκολ του Αντώνη Αντωνιάδη στο «Γκούντισον Παρκ», αφού όταν ο «ψηλός» άνοιξε το σκορ για λογαριασμό του Παναθηναϊκού, φορούσε το νούμερο 9, ήταν 9 λεπτά πριν λήξει το ματς, ήταν 21:00 ακριβώς και πετύχαινε το ένατο γκολ του στη διοργάνωση στις 9 Μαρτίου! Ο επαναληπτικός αγώνας στην Αθήνα έληξε ισόπαλος 0-0 και ο Παναθηναϊκός προκρίθηκε χάρη στο εκτός έδρας γκολ. Τελευταίο εμπόδιο, ήταν αυτό του, επίσης, ισχυρού Ερυθρού Αστέρα. Αξέχαστη θα μείνει σε όλους η τεράστια… εκστρατεία που έκαναν οι Έλληνες φίλαθλοι στο Βελιγράδι. Σύμφωνα με εφημερίδες της εποχής περισσότερα από 2.500 αυτοκίνητα πέρασαν τα σύνορα και πάνω από 30.000 Έλληνες βρέθηκαν στις εξέδρες. Το 4-1 υπέρ του Ερυθρού Αστέρα ήταν απόρροια της χειρότερης εμφάνισης της ομάδας, αλλά και των αποφάσεων του Νιεμάγιερ, του αυστριακού ρέφερι που φαινόταν ότι δεν ήθελε στον τελικό τον Παναθηναϊκό. Η μεγάλη ανατροπή έλαβε χώρα στον επαναληπτικό αγώνα της Αθήνας (3-0), στέλνοντας τον  Παναθηναϊκό στον τελικό και την Ελλάδα σε πελάγη ευτυχίας. Στον τελικό της 2ας Ιουνίου, περισσότεροι από 40.000 Έλληνες είχαν βάψει πράσινο το μισό «Γουέμπλεϊ».  Ο Άγιαξ άνοιξε το σκορ μόλις στο 5’ με τον Φαν Ντάικ, αλλά ο Παναθηναϊκός ούτε διασύρθηκε, ούτε απογοητεύτηκε, ούτε φοβήθηκε. Προσπάθησε, πάλεψε, αντιμετώπισε σαν ίσος τον αντίπαλο και δημιούργησε κάποιες ευκαιρίες που τον έκαναν να πιστεύει ως και στην ανατροπή. Το αυτογκόλ του Καψή στο 85’ τελείωσε μια για πάντα το όνειρο.

Oι δυο ομάδες εισέρχονται στο γήπεδο. Διακρίνονται δεξιά οι Μίμης Δομάζος, Τάκης Οικονομόπουλος και Αντώνης Αντωνιάδης. Τελευταίος στη σειρά της ομάδας του Ajax, ο μεγάλος ποδοσφαιριστής Johan Cruyff.

Ο αρχιτέκτονας της επιτυχίας. O Ούγγρος προπονητής και σπουδαίος ποδοσφαιριστής Ferenc Puskás

 

Καταστάσεις, οι οποίες σήμερα φαντάζουν εξωπραγματικές.

Γουέμπλει 1971

Σεπτέμβριος 1982.

Άννα Βερούλη και Σοφία Σακοράφα: Κονταρομαχίες και παγκόσμιο   ρεκόρ.

 

Οι μονομαχίες της Άννας Βερούλη με την Σοφία Σακοράφα στον ακοντισμό έμειναν στην ιστορία στη δεκαετία του ’80. Ήταν δύο τελείως διαφορετικές σε εμφάνιση και στιλ που είχαν η καθεμία τους θαυμαστές τους. Αναζωογόνησαν το ενδιαφέρον του κοινού για τον κλασσικό αθλητισμό. Η Βερούλη ήταν αθλήτρια των αγώνων, η Σακοράφα των ρεκόρ. Η Αννα Βερούλη στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1982 στο Ολυμπιακό Στάδιο κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στον ακοντισμό του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος. ΄Ηταν η πρώτη Ελληνίδα που έφθανε τόσο ψηλά. Η επιτυχία πανηγυρίστηκε δεόντος, η Σακοράφα ήταν 3η, αλλά λίγες μέρες αργότερα σημείωσε παγκόσμιο ρεκόρ στα Χανιά.  «Πήγα χάλια στο Ευρωπαϊκό και απογοητεύτηκα», θυμάται η Σακοράφα. «Κατέκτησα βέβαια το χάλκινο μετάλλιο, αλλά ήμουν σε εξαιρετική κατάσταση και περίμενα πολύ περισσότερα. Ταξίδεψα στα Χανιά με κεφάλι κατεβασμένο, αλλά φαίνεται ότι ο οργανισμός μου αντέδρασε. Το πείσμα έφερε το ρεκόρ. Μάλλον με βοήθησε και η χαλαρότητα».

Η παρουσία της δημοφιλέστατης Σοφίας μάζεψε 5.000 κόσμο στο Εθνικό Στάδιο των Χανίων. Δεν ήταν τα «Βενιζέλεια», όπως λανθασμένα πέρασε στην ιστορία, αλλά το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα, που έγινε με καθυστέρηση λόγω της διεξαγωγής του Πανευρωπαϊκού στην Αθήνα. Η εξαγγελία των διοργανωτών για αγώνα – ρεβάνς με τη Βερούλη έπεσε στο κενό, αφού η εκστασιασμένη πρωταθλήτρια Ευρώπης προτίμησε ένα ταξίδι αποθεραπείας στην Αμερική. Η Σακοράφα είχε μοναδικό αντίπαλο τη μεζούρα. Και τον απογοητευμένο εαυτό της. «Η πρώτη μου βολή δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο, ούτε η δεύτερη ούτε η τρίτη. Στην τέταρτη, όμως, ήρθε το ρεκόρ. Τρελάθηκα! Προσπάθησα να συγκρατήσω τα συναισθήματά μου, αλλά ήταν αδύνατο. Μόλις κατάλαβε ο κόσμος τι συνέβη, σηκώθηκε το στάδιο στον αέρα. Δύσκολα περιγράφονται τέτοιες στιγμές».

Η βολή του ονείρου μετρήθηκε στα 74,20 μ., σχεδόν δύο μέτρα πιο πέρα από το ρεκόρ της Φινλανδέζας Τίνα Λίλακ (72,40 μ., από τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς). Εγκλωβισμένη στον πατροπαράδοτο ύπνο της, η ΕΡΤ κατόρθωσε να χάσει το ρεκόρ. Τα βίντεο της κρατικής τηλεόρασης κατέγραψαν μόνο τη στιγμή της προσγείωσης του ακοντίου στην απέναντι άκρη του Σταδίου «Ελενα Βενιζέλου», πέρα από τις γραμμές. Το φιλμάκι που κυκλοφορεί σήμερα στο YouTube είναι προϊόν μοντάζ, αλλά απαθανατίζει ανάγλυφα τον ενθουσιασμό των κριτών, οι οποίοι πανηγύρισαν με θριαμβευτικά νοήματα προς το πλήθος: «Ρεκόρ! Φωνάξτε!».

Η χρυσή βολή της Άννας Βερούλη.

Αθήνα 09.09.1982. Το χρυσό μετάλλιο της Βερούλη στους Πανευρωπαϊκούς Αγώνες Στίβου.

Η παγκόσμια βολή της Σοφίας Σακοράφα

Χανιά 26.09.1982. Το παγκόσμιο ρεκόρ της Σοφίας Σακοράφα

 

14 Ιουνίου 1987. Το πρώτο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα για την Εθνική ομάδα μπάσκετ.

Ήταν 14 Ιουνίου του 1987 όταν η παρέα του Γκάλη, του Γιαννάκη, του Φασούλα, του Χριστοδούλου, του Καμπούρη, του Φιλίππου, του Ανδρίτσου, του Ιωάννου, του Σταυρόπουλου, του Λινάρδου, του Ρομανίδη και του Καρατζά με τον Κώστα Πολίτη στο τιμόνι όρθωνε το ανάστημά της στην πανίσχυρη Σοβιετική Ένωση και νικώντας τη στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας με 103-101 κατακτούσε την κορυφή της Ευρώπης. Η τεράστια αυτή επιτυχία έδωσε μεγάλη ώθηση στο άθλημα και οι επιτυχίες που ακολούθησαν αποτελούν τρανή απόδειξη γι’αυτό. Η πορεία προς την τελική επικράτηση: 3/6/1987 Ελλάδα – Ρουμανία 109-77, 4/6/1987 Ελλάδα – Γιουγκοσλαβία 84-78, 5/6/1987 Ελλάδα – Ισπανία 89-106, 6/6/1987 Ελλάδα – ΕΣΣΔ 66-69, 7/6/1987 Ελλάδα – Γαλλία 82-69, 10/6/1987 Ελλάδα – Ιταλία 90-78 (προημιτελικός), 12/6/1987 Ελλάδα – Γιουγκοσλαβία 81-77 (ημιτελικός), 14/6/1987 Ελλάδα – ΕΣΣΔ 103-101 (τελικός), έπειτα από έναν αγώνα για ατσάλινα νεύρα.  Η Σοβιετική Ένωση προηγείται με 89-87 της ελληνικής ομάδας, που έχει τη μπάλα στην κατοχή της. Ο Νίκος Γκάλης διεισδύει και αφού «μαζεύει» την άμυνα των Σοβιετικών πάνω του πασάρει στον Λιβέρη Ανδρίτσο που κερδίζει το φάουλ 36’’ πριν το τέλος και πηγαίνει στις βολές. Εκεί αποδεικνύεται τέρας ψυχραιμίας και ισοφαρίζει σε 89-89, στέλνοντας τον αγώνα στην παράταση, αφού οι δύο ομάδες δεν αξιοποίησαν τις τελευταίες τους επιθέσεις. Με το σκορ στο 101-101 στην παράταση, η μπάλα βρίσκεται σε ελληνικά χέρια. Ο Μέμος Ιωάννου αναλαμβάνει την ευθύνη, ωστόσο το σουτ του είναι άστοχο. Ο Αργύρης Καμπούρης πετάγεται και κερδίζει το επιθετικό ριμπάουντ και ταυτόχρονα το φάουλ, πηγαίνοντας στις βολές 4’’ πριν το τέλος. Ακολουθεί η περιγραφή του Φίλιππου Συρίγου: «Τίποτα, τίποτα δεν μας σταματά. Πραγματικά είμαστε τόσο κοντά. Η πρόκριση στα χέρια αυτού του τίμιου γίγαντα… 102-101… και μόνο τέσσερα δευτερόλεπτα. 103-101. Βάλτερς, στον Γιοβάισα, θέλει προσοχή… η μπάλα έξω, είναι το τέλος. Η ελληνική ομάδα είναι πρωταθλήτρια Ευρώπης…». Μια ιστορία γεμάτη επιτυχίες και μεγάλες στιγμές έχει μόλις ξεκινήσει.Ο πολυτιμότερος παίκτης του τουρνουά δε θα μπορούσε είναι άλλος από το Νίκο Γκάλη.

Η πεντάδα του τελικού: Γιαννάκης, Γκάλης, Φασούλας, Καμπούρης και Χριστοδούλου
Το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας την ημέρα του τελικού.
Νίκος Γκάλης. Πρώτος μεταξύ ίσων.
Η Μελίνα Μερκούρη πανηγυρίζει στην αγκαλιά του Παναγιώτη Φασούλα.

Ελλάδα – ΕΣΣΔ 103-101. Τα τελευταία 2:42 λεπτά του τελικού    

 

 5 Αυγούστου 1992. Βούλα Πατουλίδου: “Για την Ελλάδα, ρε γαμώτο!”

Η Βούλα Πατουλίδου, 27 χρόνων τότε, ταξίδεψε στη Βαρκελώνη, για τη δεύτερη Ολυμπιακή της συμμετοχή, με ατομική επίδοση 12.96 (1991) στα 100μ εμπόδια και 13.14 ατομικό ρεκόρ εκείνης της χρονιάς. Με 13.05 στις 5 Αυγούστου, μπήκε και στα ημιτελικά, δημιουργεί νέο πανελλήνιο ρεκόρ με 12.88(3η θέση) και προκρίνεται στον μεγάλο τελικό. Έτσι, έγινε η πρώτη Ελληνίδα στην ιστορία που κατάφερε να περάσει σε τελικό Ολυμπιακών Αγώνων. Δύο ώρες αργότερα, Η Βούλα Πατουλίδου, με απίστευτο πείσμα και θάρρος πραγματοποιεί μια απίστευτη κούρσα, ψάχνει για το θαύμα, που ισοδυναμεί με ένα μετάλλιο και καταφέρνει το όνειρο. Η Ντίβερς που προηγείται, σκοντάφτει στο τελευταίο εμπόδιο, σωριάζεται στο έδαφος και η Πατουλίδου χρίζεται χρυσή Ολυμπιονίκης με νέο πανελλήνιο ρεκόρ, το ασύλληπτο 12.64. Αυτό ήταν το πρώτο χρυσό μετάλλιο της Ελλάδος στον στίβο από το 1912, όταν ο Τσικλητήρας πήρε τη πρώτη θέση στη Στοκχόλμη στο μήκος άνευ φοράς. Στη μνήμη όλων έμειναν οι δηλώσεις που έκανε αμέσως μετά το τέλος της κούρσας της και η φράση για την «Ελλάδα ρε γαμώτο».»Έχω τρελαθεί. Δεν μπορώ να το συνειδητοποιήσω. Απλά μπήκα στον τελικό και το που σκέφτηκα ήταν ότι «Για την Ελλάδα θα τρέξω και για κανέναν άλλο». Όλα για την Ελλάδα, αξίζει να κάνει κάποιος τα πάντα για αυτήν. Πέτυχα αυτό που κανείς δεν πίστευε, πλην δύο – τριών ανθρώπων. Έλεγα στον εαυτό μου πριν τον τελικό ότι μπορώ να πάρω το χάλκινο μετάλλιο και τελικά πάλεψα και πήρα το χρυσό. Όταν ήρθα στη Βαρκελώνη, βρήκα τους Έλληνες αθλητές με πεσμένο ηθικό, ίσως από την ατυχία του Παπακώστα. Κανείς δεν μου έδωσε σημασία και αυτό με πείσμωσε τρομερά. Νομίζω ότι έκανα τη κούρσα της ζωής μου. Στις προπονήσεις έτρεχα συχνά κοντά στο 12.70 αλλά στους αγώνες δεν μου έβγαινε η επίδοση. Ήρθε την κατάλληλη στιγμή. Τώρα τι να πω, έχω τρελαθεί».

Η κούρσα της Βαρκελώνης.

1992, 1996, 2000. Πύρρος Δήμας: Ο αθλητής με τα τρία χρυσά ολυμπιακά μετάλλια.

Ο πλέον επιτυχημένος αθλητής στην ολυμπιακή ιστορία του ελληνικού αθλητισμού. Έχει αναδειχθεί τρεις φορές χρυσός Ολυμπιονίκης, στην Βαρκελώνη το 1992 στην κατηγορία των 82,5 κιλών, στην Ατλάντα το 1996 στην κατηγορία των 83 κιλών και στο Σίδνεϊ το 2000 στην κατηγορία των 85 κιλών, ενώ στους ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας το 2004 κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο. Στην κατοχή του έχει ακόμη τρεις παγκόσμιους τίτλους (1993, 1995 και 1998) Έχει μείνει στην ιστορία με δύο παγκόσμια ρεκόρ τα οποία θα ζουν αιώνια, καθώς τα έχει πετύχει στη κατηγορία των 83 κιλών., η οποία δεν υπάρχει πια, στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα. Σήκωσε τότε 180κ. στο αρασέ και 392,5κ. στο σύνολο. Είναι κάτοχος του παγκοσμίου ρεκόρ στην κίνηση του αρασέ στην κατηγορία των 85 κιλών, με 180 κιλά επίδοση την οποία πέτυχε το 1999 στο Παγκόσμιο πρωτάθλημα της Αθήνας, ενώ οι ατομικές του επιδόσεις στο ζετέ είναι 210 κιλά (1998) και στο σύνολο 387,5 κιλά (1998 και 1999). Το 1992 κατέκτησε την τρίτη θέση στο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα και πήρε το εισιτήριο για τη συμμετοχή του στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης. Το 1993, στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα πήρε την τρίτη θέση στα 83 κιλά και τον ίδιο χρόνο, στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στη Μελβούρνη κέρδισε την πρώτη θέση στην ίδια κατηγορία. Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα άρσης βαρών στη Βαρσοβία, τον Μάιο του 1995, κατέκτησε τρία χρυσά μετάλλια στα 83 κιλά, επιτυγχάνοντας ταυτόχρονα τρία παγκόσμια ρεκόρ, στο αρασέ, το ζετέ και το σύνολο,ενώ το 1998 στη Φινλανδία κατετάγη δεύτερος με επίδοση 377,5 κιλά στο σύνολο. Στους Ολυμπιακούς αγώνες της Ατλάντα και της Αθήνας ήταν ο σημαιοφόρος της ελληνικής ολυμπιακής αποστολής. Για τις διακρίσεις του έχει αναδειχθεί πέντε φορές καλύτερος αθλητής στο ετήσιο δημοψήφισμα των αθλητικών συντακτών Ελλάδας τις χρονιές 1992, 1993, 1995, 1996 και 2000. Το Μάρτιο του 2005, στην Κωνσταντινούπολη, βραβεύτηκε από την Παγκόσμια Ομοσπονδία Αρσης βαρών ως ο καλύτερος αθλητής του αιώνα. Τον Μάιο του 2012 μαζί με τον Κινέζο Ολυμπιονίκη της γυμναστικής Λι Νιγκ άναψαν τον βωμό στο Παναθηναϊκό στάδιο κατά τη διάρκεια της τελετής παράδοσης της ολυμπιακής φλόγας στη διοργανώτρια πόλη του Λονδίνου. Για την προσφορά του στον ελληνικό αθλητισμό έχει τιμηθεί με το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής της Ελληνικής Δημοκρατίας. Έχει μείνει αξέχαστη η παρότρυνση του προπονητή του, Χρήστου Ιακώβου, κατά τη διάρκεια του αγώνα: “Κάτσε κάτω από τη μπάρα!”

Το χρυσό μετάλλιο της Ατλάντα.
Χρήστος Ιακώβου: “Κάτσε κάτω από τη μπάρα”.
H συγκίνηση και η απογοήτευση της Αθήνας.

 Ο Πύρρος Δήμας θυμάται

  “Κάτσε κάτω από τη μπάρα”

28 Σεπτεμβρίου 2000. Κώστας Κεντέρης: Πιο γρήγορος και από τον άνεμο

Ο Κώστας Κεντέρης αναδείχθηκε Ολυμπιονίκης στο Σίδνεϊ στις 28 Σεπτεμβρίου 2000 στα 200 μέτρα, παγκόσμιος πρωταθλητής το 2001 στο Εντμόντον του Καναδά και πρωταθλητής Ευρώπης το 2002 στο Μόναχο. Ο Κώστας Κεντέρης ήταν μία από τις μεγάλες ελπίδες της Ελλάδας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 στην Αθήνα, καθώς και πιθανότατα ο τελευταίος λαμπαδηδρόμος που θα έπαιρνε μέρος στην τελετή έναρξης, ανάβοντας τη φλόγα. Ωστόσο, μία μέρα πριν την τελετή, ο Κεντέρης και η συναθλήτριά του Κατερίνα Θάνου δεν παρέστησαν σε έκτακτο έλεγχο ντόπινγκ. Οι ίδιοι υποστήριξαν ότι ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα με μηχανή κατά την προσπάθειά τους να σπεύσουν στο Ολυμπιακό Χωριό, ώστε να υποβληθούν στο τεστ. Σύμφωνα με τον Κώστα Κεντέρη, ενημερώθηκε για την κλήση της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής (ΔΟΕ) για τον έλεγχο 60 λεπτά πριν τη λήξη της προθεσμίας. Αργότερα, η έρευνα έδειξε ότι το ατύχημα ήταν προσχεδιασμένο και εικονικό, ενώ η εισαγωγή και παραμονή τους στο νοσοκομείο ΚΑΤ έγινε μετά από «τηλεφωνική εντολή». Στον απόηχο των γεγονότων, ο Κεντέρης και η Θάνου ανακοίνωσαν την απόσυρσή τους από τους Αγώνες στις 18 Αυγούστου, μετά από την απολογία τους στην πειθαρχική επιτροπή της ΔΟΕ. Μια από τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις, που βίωσε ποτέ το ελληνικό φίλαθλο κοινό, καθώς κατά την τελετή έναρξης του γεγονότος, που τόσο πολύ ανέμενε, της τέλεσης, δηλαδή, των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, το μούδιασμα ήταν γενικευμένο.

 

Η νίκη στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ.

Η κούρσα του Σίδνεϊ.

Εντμόντον, Αύγουστος 2001. Ο Κεντέρης παγκόσμιος πρωταθλητής.

4 Ιουλίου 2004. Η Ελλάδα στην κορυφή του Ολύμπου.

Αναμφίβολα, πρόκειται για τη μεγαλύτερη και πλέον απρόσμενη επιτυχία του ελληνικού αθλητισμού όλων των εποχών. Αλήθεια, ποιος μπορεί να ξεχάσει τις μαγικές στιγμές, από την νίκη κατά της διοργανώτριας χώρας, Πορτογαλίας στον εναρκτήριο αγώνα. Όταν, ένα μήνα αργότερα, στις 4 Ιουλίου 2004, οι δυο ομάδες βρέθηκαν εκ νέου αντιμέτωπες στον τελικό, η Εθνική Ελλάδος Ποδοσφαίρου βρισκόταν έτη φωτός πιο μπροστά από το σημείο εκκίνησης. Έδινε το δικαίωμα σε όλους μας να πιστεύουμε σε αυτό, που λίγες εβδομάδες νωρίτερα φάνταζε άπιαστο όνειρο: την πρώτη θέση και την κατάκτηση του Κυπέλλου. Είχε προκριθεί στην προημιτελική φάση χάρη στο πολύτιμο γκολ του Βρύζα ενάντια στη Ρωσία. Στον προημιτελικό, ήταν η ώρα του ωραιότερου γκολ του πρωταθλήματος από τον συνδυασμό του Ζαγοράκη με τον Χαριστέα. Σε έναν ημιτελικό απαγορευτικό για καρδιοπαθείς απέναντι στην καλύτερη ομάδα του τουρνουά, την Τσεχοσλοβακία, το γκολ-πρόκριση επιτεύχθηκε από τον Δέλλα ένα λεπτό πριν από τη λήξη. Στον τελικό της Λισαβόνας, οι Πορτογάλοι κατέβηκαν αποφασισμένοι να κατακτήσουν το έπαθλο, το οποίο θεωρούσαν πως τους ανήκε δικαιωματικά. Όπως και στους προηγούμενους αγώνες, η Εθνική Ελλάδος ακολούθησε καλά οργανωμένη αμυντική τακτική και κατάφερε το μοιραίο πλήγμα σε μια στιγμή, που τα πράγματα ήταν σχεδόν αδύνατο να ανατραπούν. Βλέποντας τους πανηγυρισμούς που ακολούθησαν μέσα στους δρόμους, θα έλεγε κανείς πως ουδέποτε άλλοτε από την εποχή της πτώσης της χούντας ο ελληνικός λαός ένοιωσε μεγαλύτερη αγαλλίαση.

Το γκολ-πρόκριση του Ζήση Βρύζα με τη Ρωσία στον προκριματικό γύρο
Το γκολ του Άγγελου Χαριστέα στον προημιτελικό με τη Γαλλία.
Το γκολ του Τραϊανού Δέλλα στο τελευταίο λεπτό του ημιτελικού με την Τσεχία.

 

Το χρυσό γκολ του τελικού με την Πορτογαλία από τον Άγγελο Χαριστέα.
Οι πανηγυρισμοί των Ελλήνων…
...και η οδύνη του Cristiano Ronaldo.

Η υποδοχή της Εθνικής ομάδας στο Καλλιμάρμαρο.

 

Greece – Euro 2004 Champions

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης:  Νικόλαος  Μισολίδης