Skip to main content

Christopher Montague Woodhouse: Το δράμα της γραμμής Αλιάκμoνα

Christopher Montague Woodhouse

Το δράμα της γραμμής Αλιάκμoνα

Θα ξεκινήσω με μια προσωπική ανάμνηση.*Αργά τη νύκτα της 4ης Μαρτίου 1941, με την ιδιότητα ενός κατώτερου αξιωματικού της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής, ήμουν επιφορτισμένος με την μεταφορά ενός μηνύματος από το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία, έδρα της αποστολής, στη βρετανική πρεσβεία. Παραλήπτης του μηνύματος αυτού ήταν ο στρατηγός Wavell, ανώτατος διοικητής της Μέσης Ανατολής, ο οποίος διέμενε προσωρινά στην πρεσβεία. Θυμάμαι πως ήταν ημέρα Τρίτη, όχι ό,τι καλύτερο για να ξεκινήσει μια νέα στρατιωτική επιχείρηση στην Ελλάδα, όμως οι καιροί ήταν ζοφεροί. Γερμανικά στρατεύματα είχαν προωθηθεί έως τα σύνορα της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας και δραστικές (αν και καθυστερημένες χρονικά) αποφάσεις έπρεπε να ληφθούν ταχύτατα.

Η μεγάλη αίθουσα της πρεσβείας βρισκόταν σε κατάσταση αναβρασμού. Εκτός από τον στρατηγό Wavell, στον οποίο παρέδωσα αμέσως το μήνυμα δίχως να γνωρίζω, έως σήμερα, το περιεχόμενο, αναγνώρισα πάνω από τα μισά πρόσωπα που ήταν παρόντα: τον βασιλέα Γεώργιο Β΄, τον Αλέξανδρο Κορυζή, ο οποίος, λίγες εβδομάδες νωρίτερα είχε διαδεχθεί τον στρατηγό Μεταξά στην πρωθυπουργία, τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου στρατηγό Παπάγο, τον βρετανό υπουργό Εξωτερικών Anthony Eden, τον αρχηγό του Αυτοκρατορικού Επιτελείου Sir John Dill, τον πρεσβευτή Sir Michael Palairet, καθώς και μια πλειάδα Ελλήνων και Βρετανών διπλωματών, κρατικών λειτουργών και ανωτάτων αξιωματικών των τριών όπλων.

Ο Chris Woodhouse στην Ελλάδα, το 1941.

Το ζητούμενο ήταν η λήψη τελικών αποφάσεων για τη δημιουργία ενός κοινού μετώπου στη βόρειο Ελλάδα, όπου  αναμενόταν να εκδηλωθεί γερμανική εισβολή, προερχομένη είτε από τη Βουλγαρία είτε δια μέσου της Γιουγκοσλαβίας. Οι σχετικές διαπραγματεύσεις είχαν ξεκινήσει ήδη από τα μέσα Ιανουαρίου του 1941, όταν ο στρατηγός Wavell επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Ελλάδα. Η χώρα, τότε, τελούσε υπό καθεστώς πολέμου έναντι της Ιταλίας, όχι όμως έναντι της Γερμανίας. Ο ελληνικός στρατός στο μέτωπο της Αλβανίας και ο βρετανικός σε εκείνο της βορείου Αφρικής, μόλις είχαν καταφέρει σημαντικά πλήγματα σε βάρος των Ιταλών. Ο στρατηγός Μεταξάς, λίγες εβδομάδες πριν από τον θάνατό του, μη επιθυμώντας να προκαλέσει πρόωρα τη Γερμανία με καταστρεπτικές συνέπειες για τον τόπο, προτιμούσε οι συνομιλίες με τον Wavell να περιοριστούν στο ζήτημα του πολέμου κατά της Ιταλίας. Ωστόσο, ήταν εξωπραγματικό να μη θιγεί καθόλου η γερμανική απειλή, καθότι τα γερμανικά στρατεύματα είχαν ήδη εισέλθει στη Ρουμανία και προωθούνταν κρυφά εντός του βουλγαρικού εθνικού εδάφους. Κατόπιν τούτου, οι Μεταξάς, Παπάγος και Wavell συνεκτίμησαν και την παράμετρο αυτή, δίχως να καταλήξουν σε συγκεκριμένο συμπέρασμα.

Κατά τον πρώτο, αυτό, γύρο των συνομιλιών, ο Παπάγος είχε δηλώσει πως σε περίπτωση σχηματισμού ενός κοινού ελληνο-βρετανικού μετώπου, η καλύτερα προσφερόμενη περιοχή ήταν η Μακεδονία, βορείως της Θεσσαλονίκης και σε άμεση γειτνίαση με τη μεθόριο τόσο με τη Βουλγαρία όσο και με τη Γιουγκοσλαβία. Με άλλα λόγια, η επονομαζόμενη “Γραμμή Μεταξά”. Το ανατολικό σκέλος των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων, που μάχονταν στο αλβανικό μέτωπο, θα υποχωρούσε μερικά μίλια, ούτως ώστε να ευθυγραμμιστεί με αυτή. Οι Μεταξάς και Παπάγος απογοητεύθηκαν σφόδρα ακούγοντας τον Wavell να τους εξηγεί πως οι Βρετανοί δεν είχαν διαθέσιμες εφεδρείες πέρα από ορισμένες μονάδες πυροβολικού. Κατέστησαν σαφές πως η αποστολή στην Ελλάδα ανεπαρκών ενισχύσεων υπήρχε κίνδυνος να εκληφθεί από τους Γερμανούς ως πρόκληση, προσφέροντας στους τελευταίους το πρόσχημα προκειμένου να επιτεθούν. Υπό παρόμοιες συνθήκες, η αναχαίτιση μιας γερμανικής εισβολής ήταν πρακτικά αδύνατη. Οι συνομιλίες απέβησαν άκαρπες. Για πρώτη φορά, όμως, αναφέρθηκε η προοπτική οργάνωσης μιας μικρότερης, σε μήκος, αμυντικής γραμμής, στο ύψος του ποταμού Αλιάκμονα.

Η γραμμή Αλιάκμονα διέθετε πράγματι τις προδιαγραφές μιας ισχυρής αμυντικής θέσης. Από ελληνικής πλευράς, όμως, εκφράστηκαν σοβαρές ενστάσεις για μια επιλογή αυτού του είδους. Μια ελληνο-βρετανική σύμπτυξη των δυνάμεων κατά μήκος της παραπάνω γραμμής σήμαινε, αυτομάτως, την απόσυρση του ελληνικού στρατού από τα εδάφη, τα οποία είχε κατακτήσει στην Αλβανία. Σήμαινε επίσης, την εγκατάλειψη αμαχητί της δυτικής Θράκης, της ανατολικής και κεντρικής Μακεδονίας και, υπεράνω όλων, εκείνη της Θεσσαλονίκης. Επρόκειτο για θυσίες, ικανές να κλονίσουν ανεπανόρθωτα το ηθικό του ελληνικού λαού. Για τον Παπάγο, ο Αλιάκμονας εκπροσωπούσε την ύστατη γραμμή άμυνας. Αντίθετα, αποτελούσε την μείζονα προτεραιότητα του βρετανικού Γενικού Επιτελείου.

Οι συνομιλίες του Ιανουαρίου 1941 ολοκληρώθηκαν με μια ξεκάθαρη δήλωση του Μεταξά, ό,τι δεν επρόκειτο να καλέσει σε βοήθεια τους Βρετανούς παρά μόνο εάν ο γερμανικός στρατός εισερχόταν στη Βουλγαρία και εφόσον οι προοριζόμενες για την Ελλάδα ενισχύσεις επαρκούσαν για την αποτελεσματική απόκρουση μιας  εισβολής. Λίγες μέρες αργότερα, στις 29 Ιανουαρίου, ο Μεταξάς εξέπνευσε. Ο βασιλέας τοποθέτησε στη θέση του τον Αλέξανδρο Κορυζή, έναν οικονομολόγο, ο οποίος στερείτο παντελώς κάποιας, έστω στοιχειώδους, επαγγελματικής στρατιωτικής εμπειρίας. Έκτοτε, η διαχείριση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας περιήλθε ουσιαστικά στον βασιλέα και στον

Πολεμικό συμβούλιο υπό την προεδρία του Γεωργίου Β’ (στο κέντρο). Από αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται ο Βρετανός στρατηγός Parry, ο Ιωάννης Μεταξάς,, ο Βρετανός πτέραρχος D’ Albiac και ο Αλέξανδρος Παπάγος.

Παπάγο. Όταν, διαρκούντος του Φεβρουαρίου, τα γερμανικά στρατεύματα εισήλθαν μαζικά εντός του βουλγαρικού εθνικού εδάφους, ο πρεσβευτής Sir Michael Palairet, ζήτησε από την ελληνική κυβέρνηση να επιβεβαιώσει την πρόθεση του Μεταξά να καλέσει τους Βρετανούς σε βοήθεια σε μια τέτοια περίπτωση. Αν και καταφατική, η απάντηση έκανε εκ νέου λόγο για αποστολή επαρκούς στρατιωτικής δύναμης.

Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Wavell, η Αθήνα απέφευγε να προσδιορίσει τί ακριβώς εννοούσε με τον επιθετικό προσδιορισμό “επαρκής”. Από τη δική του πλευρά, ο ανώτατος διοικητής του θεάτρου της Μέσης Ανατολής ήταν αποδέκτης ισχυρών πιέσεων εκ μέρους της βρετανικής κυβέρνησης, για αποστολή του μεγίστου δυνατού ενισχύσεων, εις βάρος ακόμα και των δυνάμεών του, που μάχονταν στο μέτωπο της βορείου Αφρικής. Η Μεγάλη Βρετανία όφειλε να είναι συνεπής ως προς τις υποχρεώσεις της έναντι της Ελλάδας και να ανταποκριθεί στη δήλωση εγγυήσεως, στην οποία είχε προβεί τον Απρίλιο του 1939, την επομένη της κατάκτησης της Αλβανίας από τον ιταλικό στρατό. Η πίεση έναντι του Wavell και του Παπάγου αυξήθηκε περί το τέλος Φεβρουαρίου, όταν κατέφθασε στη Μέση Ανατολή μια πολυπληθής διπλωματική και στρατιωτική αποστολή, με επικεφαλείς τον υπουργό Εξωτερικών, Anthony Eden και τον αρχηγό του Αυτοκρατορικού Επιτελείου, Sir John Dill.

Πρώτος σταθμός της αποστολής ήταν το Κάϊρο, έδρα του στρατηγείου του Wavell. Στις 22 Φεβρουαρίου ακολούθησε η Αθήνα, με τη συνοδεία του ανώτατου διοικητή Μέσης Ανατολής προσωπικά. Κατόπιν, σειρά είχαν η Άγκυρα και η Κύπρος και εκ νέου η Αθήνα, στις 2 Μαρτίου. Για μια ακόμη φορά, το ζητούμενο ήταν η δημιουργία ενός κοινού ελληνο-βρετανικού μετώπου ενάντια σε μια γερμανική εισβολή, προερχόμενη από τη Βουλγαρία, η οποία θεωρείτο βεβαία. Η έκβαση της όλης υπόθεσης έμελλε να προκαλέσει ολόκληρη σειρά από παρεξηγήσεις ανάμεσα στις δυο σύμμαχες χώρες.

Το ύψος της βοήθειας δεν αποτελούσε, πλέον, εμπόδιο για μια επίτευξη συμφωνίας. Πέρα από βρετανικές μονάδες, ο Wavell ήταν σε θέση να προσφέρει αυστραλιανές, νεοζηλανδικές και πολωνικές, συνολικού ύψους 100.000 ανδρών περίπου. Η δυνατότητα αποστολής ενισχύσεων του μεγέθους αυτού οφειλόταν στην ολοκληρωτική ήττα των Ιταλών στη βόρειο Αφρική και στην αποδέσμευση στρατευμάτων από εκεί. Ως διοικητής του εκστρατευτικού σώματος επελέγη ο στρατηγός Maitland Wilson και ως υποδιοικητής ο Αυστραλός στρατηγός Blamey. Ωστόσο, αμφότεροι θα υπάγονταν στις διαταγές του Παπάγου. Ο Παπάγος εξακολουθούσε να θεωρεί την προτεινόμενη βοήθεια

Maitland Wilson.

ως ανεπαρκή. Τελικά, αναγκάστηκε να υποκύψει μπροστά στην επιμονή του βασιλέα Γεωργίου Β΄, για λόγους υψίστης εθνικής πολιτικής.

Δυστυχώς, οι ρίζες της παρεξήγησης ήταν απλωμένες βαθειά και οφείλονταν, πρωτίστως, σε ψυχολογικούς λόγους: στην ενδόμυχη ελπίδα του Παπάγου πως η άμυνα της βορειοανατολικής Ελλάδας ήταν εφικτή, την ίδια στιγμή που οι Βρετανοί στρατηγοί είχαν αφήσει να εννοηθεί ότι η μόνη θέση, στην οποία ήταν διατεθειμένοι να αναπτύξουν τις δυνάμεις τους, ήταν η γραμμή Αλιάκμονα. Οι τελευταίοι, δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν τη σημασία, που εκπροσωπούσε για τους Έλληνες, μια παράδοση της Μακεδονίας και της Θεσσαλονίκης στον εχθρό. Προσηλωμένοι σε μια αμιγώς στρατηγική οπτική, θεωρούσαν ευκολότερη την οργάνωση της άμυνας κατά μήκος μιας μικρότερης γραμμής. Μόνο υπό αυτή την προϋπόθεση η βρετανική βοήθεια ήταν δυνατό να θεωρηθεί ως επαρκής.

Όταν, στις 22 Φεβρουαρίου, οι Eden και Dill έφτασαν στην Αθήνα, ήλπιζαν πως θα  κατάφερναν να πείσουν τον Παπάγο να αποσύρει αμέσως τις δυνάμεις του από την βορειοανατολική Ελλάδα και να τις συμπτύξει στο ύψος του Αλιάκμονα, με ότιδήποτε μια ενέργεια του είδους αυτού συνεπαγόταν ως προς την εγκατάλειψη της Θεσσαλονίκης. Όμως, δεν ήταν δυνατό για τον Παπάγο να λάβει μια τόσο σοβαρή απόφαση εάν όλα τα δυνατά περιθώρια δεν είχαν προηγουμένως εξαντληθεί. Υπήρχε ακόμη το ενδεχόμενο η Τουρκία και η Γιουγκοσλαβία να παρέμβουν, ξεχωριστά η καθεμιά ή από κοινού, στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων, παρόλη την παρουσία των γερμανικών στρατευμάτων στη Βουλγαρία. Αμέσως μετά τη συνεδρίαση της 23ης Φεβρουαρίου, οι δυο Βρετανοί αξιωματούχοι αναχώρησαν με προορισμό την Άγκυρα δίχως τη συνοδεία του Wavell, προκειμένου να βολιδοσκοπήσουν τους Τούρκους και να εξετάσουν τις προθέσεις τους. Παράλληλα, ο Eden ήρθε σε επαφή με την κυβερνηση της Γιουγκοσλαβίας μέσω της βρετανικής πρεσβείας στο Βελιγράδι, για τον ίδιο ακριβώς σκοπό.

Πιθανότατα, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών δεν έτρεφε ιδιαίτερες ελπίδες για μια θετική ανταπόκριση, τόσο από πλευράς Τουρκίας, όσο και από πλευράς Γιουγκοσλαβίας. Στο νου του, το διάβημα, στο οποίο είχε προβεί, προσλάμβανε περισσότερο χροιά χειρονομίας υποστήριξης έναντι του Παπάγου, ενόψει της οδυνηρής απόφασης που ο τελευταίος καλείτο να πάρει. Ενόσω δε βρισκόταν εκτός Αθηνών, ο Eden ήταν πεπεισμένος πως ο Παπάγος είχε ενεργοποιήσει τη διαδικασία μεταφοράς των μεραρχιών του στη γραμμή Αλιάκμονα. Ο τελευταίος, όμως, είχε αναστείλει κάθε ενέργεια προς αυτή την κατεύθυνση, έως ότου αποσαφηνίζονταν πλήρως οι προθέσεις της Άγκυρας και του Βελιγραδίου. Τα εκατέρωθεν πρακτικά, γραμμένα στα ελληνικά και στα αγγλικά, των συνομιλιών της 22ας και 23ης Φεβρουαρίου 1941 στην Αθήνα, αναδεικνύουν ανάγλυφα, σε όλο της το μέγεθος, τη θεμελιώδη αυτή παρεξήγηση ανάμεσα στα δυο μέρη. Είναι άξιο απορίας το γεγονός πως δεν καταβλήθηκε επιτόπου καμία προσπάθεια για αντιπαραβολή και συμβιβασμό ανάμεσα στα δυο πρακτικά. Υπήρξα προσωπικά ο πρώτος που επιχείρησε μια αντιπαραβολή του ελληνικού κειμένου, όταν αυτό δημοσιεύτηκε το 1980, με το αντίστοιχο αγγλικό, το οποίο φυλάσσεται στα Βρετανικά Κρατικά Αρχεία.

Το παρακάτω απόσπασμα του ελληνικού κειμένου επιτρέπει να κατανοήσει κανείς τον τρόπο, με τον οποίο ο Παπάγος εκλάμβανε τα όσα είχαν συμφωνηθεί: “Διότι σκοπός μας, εις περίπτωσιν εισβολής των Γερμανών είναι να δημιουργήσωμεν κάπου έν μέτωπον προς κάλυψιν του κυρίου κορμού της Ελλάδος. Εις περίπτωσιν καθ’ ην οι Γιουγκοσλάβοι δεν μετάσχουν εις τον πόλεμον, ενδείκνυται η τοποθεσία Καϊμακτσαλάν-Έδεσσα-Αλιάκμων ποταμός, εις την οποίαν δέον να συμπτυχθώσιν αι δυνάμεις της Ανατολικής Μακεδονίας (…). Αντιθέτως, εάν η Γιουγκοσλαβία μετείχε του πολέμου κατά της Γερμανίας, ενδείκνυται η παρ’ ημίν εξασφάλισις τοποθεσίας καλυπτούσης την Θεσσαλονίκην”

Αλέξανδρος Παπάγος

Ο Παπάγος επισήμανε πως σε περίπτωση εξόδου της Τουρκίας στον πόλεμο, τα ελληνικά στρατεύματα, τα οποία στάθμευαν στη Δυτική Θράκη, θα παρέμεναν επιτόπου προς υποστήριξη. Σε αντίθετη περίπτωση, θα αποσύρονταν και αυτά, από κοινού με τις δυνάμεις της Ανατολικής Μακεδονίας. Και συνέχισε λέγοντας: “Κατόπιν των ανωτέρω, φρονώ ό,τι το στρατιωτικόν πρόβλημα της αντιμετωπίσεως γερμανικής εις το ελληνικόν έδαφος εισβολής επηρεάση σημαντικώς η σχετική στάσις την οποίαν θα τηρήσωσιν η Γιουγκοσλαβία και η Τουρκία. Το πολιτικόν τούτο δεδομένον αναγκαιοί απολύτως δια να καταρτισθή το σχετικόν σχέδιον ενεργείας”.²

Επομένως, προκύπτει σαφώς ότι για τον Παπάγο, η απόφαση απόσυρσης των στρατευμάτων του από την βορειοανατολική Ελλάδα στη γραμμή Αλιάκμονα, βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση από την απάντηση του Βελιγραδίου, όπως, άλλωστε, σημειώνει και ο ίδιος στα απομνημονεύματά του, τα οποία κυκλοφόρησαν μετά τον πόλεμο.³

Εντελώς διαφορετική δείχνει να είναι η εντύπωση, που είχε αποκομίσει ο Eden. Σύμφωνα με το περιεχόμενο των βρετανικών πρακτικών στα National Archives, ο Παπάγος φέρεται να λεέι: “Η αβέβαιη στάση των Γιουγκοσλάβων και των Τούρκων καθιστά αδύνατη την κάλυψη της Θεσσαλονίκης. Υπό τις παρούσες συνθήκες η μόνη υπερασπίσιμη γραμμή είναι αυτή του Αλιάκμονα”. Ο ίδιος ο Eden δήλωσε πως “η στάση της Γιουγκοσλαβίας  καθιστά αναγκαία, από στρατιωτικής πλευράς, την οργάνωση της γραμμής Αλιάκμονα το ταχύτερο δυνατόν” και ότι “οι συνθήκες απαιτούν την άμεση απόσυρση των ελληνικών δυνάμεων της Ανατολικής Μακεδονίας και την σύμπτυξή τους κατά μήκος της γραμμής Αλιάκμονα”.

Ωστόσο, στο βρετανικό κείμενο ο Eden καταγράφεται να συσχετίζει την παραπάνω άποψη, υπαγορευόμενη από αυστηρά στρατιωτικά κριτήρια, με τρεις προοπτικές, τις οποίες ο ίδιος βαπτίζει “το πολιτικό σκέλος”. Η πρώτη από αυτές κάνει λόγο “περί απόσυρσης των ελληνικών δυνάμεων προτού καν γνωστοποιηθούν οι προθέσεις της Γιουγκοσλαβίας”. Η δεύτερη προέβλεπε “την έναρξη της απόσυρσης ταυτόχρονα με τη βολιδοσκόπηση προς το Βελιγράδι”. Η τρίτη πρέσβευε “αναμονή έως ότου η Γιουγκοσλαβία τοποθετηθεί με σαφήνεια”. Πάντοτε σύμφωνα με τα βρετανικά πρακτικά, η απάντηση της ελληνικής πλευράς συγκεκριμενοποιήθηκε χάρη σε επίμονες ερωτήσεις που υπέβαλλε ο Eden κατά τη διάρκεια των συνομιλιών.

Σε ένα πρώτο στάδιο, οι δυο πλευρές συμφώνησαν να επιχειρηθεί επαφή με τον αντιβασιλέα Παύλο της Γιουγκοσλαβίας με την αποστολή ενός επιτελικού αξιωματικού στο Βελιγράδι. Αργότερα, ο Eden προτίμησε να επιδιώξει την επαφή μέσω του Βρετανού πρεσβευτή στη γιουγκοσλαβική πρωτεύουσα, ούτως ώστε να ενημερωθεί για τις εκτιμήσεις του αντιβασιλέα σχετικά με τη γερμανική απειλή. Σύμφωνα, πάντοτε, με τα βρετανικά πρακτικά, επήλθε ταύτιση απόψεων και ως προς δυο άλλα σημεία: α) Άμεση λήψη μέτρων για την απόσυρση των ελληνικών στρατευμάτων από τη Θράκη και τη Μακεδονία και τη μεταφορά τους σε μια υπερασπίσιμη γραμμή πυρός, για την περίπτωση εκείνη που η Γιουγκοσλαβία δεν προέβαλλε αντίσταση και β) Δίχως χρονοτριβή βελτιωτικές παρεμβάσεις στο ελληνικό συγκοινωνιακό δίκτυο, προκειμένου να διευκολυνθεί η προώθηση στην πρώτη γραμμή του βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος. Αυτά αναφέρουν, σε γενικές γραμμές, τα πρακτικά των συνομιλιών, έτσι όπως τηρήθηκαν από τη βρετανική πλευρά. Η εμπλοκή των Ελλήνων στην όλη υπόθεση παραμένει αρκετά ασαφής, εάν περιοριστεί κανείς σε αυτά.

Η χρήση του επιθετικού προσδιορισμού “άμεση” αφήνει να διαφανεί πως, σύμφωνα με τη βρετανική εκδοχή, η λήψη των παραπάνω στρατιωτικών μέτρων δεν υπόκειτο στην ανταπόκριση ή μη από πλευράς Βελιγραδίου. Αντίθετα, ο Παπάγος εξακολουθούσε να υποστηρίζει πως το περιεχόμενο της απάντησης ήταν εκείνο, που θα καθόριζε κατά πόσο ο ελληνικός στρατός θα εγκατέλειπε την βορειοανατολική Μακεδονία. Ως προς αυτό, υφίστανται ακράδαντα αποδεικτικά στοιχεία.

Στις συνομιλίες της 22ας και 23ης Φεβρουαρίου συμμετείχε και ο στρατηγός Ηeywood, επικεφαλής της βρετανικής στρατιωτικής απόστολής στην Αθήνα. Όπως ο Παπάγος, έτσι και ο Heywood είχε εγκαταστήσει το επιτελείο του στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία. Οι δυο αξιωματικοί βρίσκονταν σε συνεχή επικοινωνία μεταξύ τους. Μιλούσαν, αμφότεροι, γαλλικά με χαρακτηριστική ευχέρεια και δεν ήταν λίγες οι φορές που δειπνούσαν κατ ιδίαν. Έπειτα από την αναχώρηση του Eden και της αποστολής του για την Άγκυρα, δεν περνούσε μέρα που ο Παπάγος να μη ρωτήσει τον συνάδελφό του εάν υπήρχαν νεώτερα σχετικά με την απάντηση του Βελιγραδίου. Κάθε φορά, ο Heywood απαντούσε πως δεν γνώριζε απολύτως τίποτα. Οι δυο άνδρες επιβεβαίωσαν κατηγορηματικά το είδος της στιχομυθίας αυτής σε μεταγενέστερες δημόσιες τοποθετήσεις, στις οποίες προέβησαν. Επιπρόσθετα, ο Παπάγος συμπεριέλαβε την ίδια πληροφορία και στα απομνημονεύματά του, που κυκλοφόρησαν μετά από το πέρας του πολέμου. Για μια ακόμη φορά, ο Heywood την επιβεβαίωσε. Επομένως, ο Έλληνας αρχιστράτηγος δεν προχώρησε σε καμία απολύτως ενέργεια απόσυρσης των στρατευμάτων του από την βορειοανατολική Ελλάδα ενόσω συνεχιζόταν η επίσκεψη του Eden στην Τουρκία και στην Κύπρο.

Παρά τις προτροπές του, ο Eden δεν έλαβε κάποια ενθάρρυνση από την πλευρά της Τουρκίας, που να του επιτρέπει να ελπίζει σε μια παρέμβαση της χώρας αυτής στον πόλεμο. Ευρισκόμενος στην Άγκυρα, υπήρξε αποδέκτης ενός εξίσου απογοητευτικού μηνύματος, προερχομένου από το Βελιγράδι, που του γνωστοποίησε ο πρεσβευτής της Γιουγκοσλαβίας στην τουρκική πρωτεύουσα. Δυστυχώς, δεν του πέρασε από το νου να εξετάσει κατά πόσο το περιεχόμενο του μηνύματος αυτού ήταν εν γνώσει της Αθήνας. Έτσι, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα στις 2 Μαρτίου, διαπίστωσε, εμβρόντητος, πως τα στρατεύματα του Παπάγου βρίσκονταν ακόμη καθηλωμένα στις θέσεις τους και πως η γραμμή Αλιάκμονα παρέμενε ανέτοιμη και ανοχύρωτη. Ο Heywood του απαρίθμησε δυο παραμέτρους, οι οποίες, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, εξηγούσαν την αδράνεια από ελληνικής πλευράς: έλλειψη χρόνου και αγωνία ως προς τις παρενέργειες επάνω στο ηθικό του πληθυσμού. Δεν έκανε την παραμικρή μνεία σχετικά με την απουσία απάντησης του Βελιγραδίου, ούτε για τις καθημερινές οχλήσεις του Παπάγου προς τον ίδιο για το συγκεκριμένο ζήτημα.

Ακολούθησε μια στενάχωρη συνάντηση ανάμεσα στους Έλληνες και Βρετανούς ιθύνοντες, η οποία διήρκεσε κατά το μεγαλύτερο μέρος της νύκτας της 2ας προς 3η Μαρτίου. Αντικείμενο ήταν η αποκατάσταση της ζημιάς, που είχε προκληθεί από την καθυστέρηση. Ανταλλάχθηκαν κατηγορίες, δίχως, ωστόσο, να προκύψει κάποια αποτελεσματική λύση. Για μια ακόμη φορά τηρήθηκαν χωριστά πρακτικά. Για μια ακόμη φορά παρατηρήθηκαν αποκκλίσεις ως προς το περιεχόμενό τους. Επί παραδείγματι, η δυσαρέσκεια του Παπάγου ως προς την αδυναμία εκμαίευσης κάποιας απάντησης σχετικά με τις προθέσεις των Γιουγκοσλάβων (την οποία δείχνει να συμμερίζεται ο Heywood) δεν αναφέρεται παρά μόνο στα ελληνικά πρακτικά. Δεν γίνεται η παραμικρή σχετική μνεία στα αντίστοιχα βρετανικά.

Τη φορά αυτή, ο Έλληνας αρχιστράτηγος υποστήριξε πως ήταν πλέον αργά για μια απόσυρση των στρατευμάτων του. Η ιδέα έπρεπε να εγκαταλειφθεί, με γνώμονα τα νέα δεδομένα. Αντίθετα, μια νέα κοινή ελληνοβρετανική γραμμή άμυνας ήταν δυνατό να σχηματισθεί κατά μήκος της λεγομένης “Γραμμής Μεταξά”, των οχυρωματικών, δηλαδή, έργων, που είχαν κατασκευαστεί βορείως της Θεσσαλονίκης. Εκτιμώντας πως οι βρετανικές δυνάμεις παρασύρονταν μακρυά από τις βάσεις ανεφοδιασμού τους, οι Eden και Dill απέρριψαν την πρόταση. Παρά ταύτα, οι δυο πλευρές απέφυγαν να καταλήξουν σε μια απόφαση προτού ακούσουν τις απόψεις του στρατηγού Wavell. Ο ανώτατος διοικητής του θεάτρου της Μέσης Ανατολής αφίχθηκε στην Αθήνα τις πρωϊνές ώρες της 4ης Μαρτίου. Την ίδια μέρα, έλαβαν χώρα τρεις ιδιαίτερα κρίσιμες συναντήσεις.

Ο στρατηγός Παπάγος συνέχισε να υποστηρίζει πως η στρατιωτική λογική υπαγόρευε την υπεράσπιση μιας γραμμής κατά μήκος των βορείων συνόρων. Οι δυο Βρετανοί συνάδελφοί του, Dill και Wavell, χαρακτήρισαν την επιλογή εντελώς επισφαλή με τέτοια επιμονή, κάνοντας ακόμα και τον ίδιο τον Παπάγο να αρχίσει να αμφιβάλλει γι αυτήν. Ο Eden ζήτησε να συνομιλήσει κατ ιδίαν με τον βασιλέα. Στη συνάντηση που ακολούθησε, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών διευκρίνισε πως, σε περίπτωση που ο Παπάγος εξακολουθούσε να επιμένει στις θέσεις του, ο ίδιος θα εισηγείτο την ματαίωση της αποστολής του βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος στην Ελλάδα. Κατόπιν τούτου, ο Γεώργιος Β’ κάλεσε τους Κορυζή και Παπάγο και τους επiσήμανε πως ο αρχιστράτηγος έπρεπε να υποχωρήσει για λόγους υψίστης εθνικής σημασίας για τη χώρα. Αν και διαμαρτυρόμενος, ο Παπάγος ενέδωσε. Όπως θα ανέμενε κανείς, η κατ ιδίαν συνομιλία του βασιλέα με τον Eden, συμπεριλαμβάνεται μόνο στα βρετανικά πρακτικά, ενώ εκείνη με τους Κορυζή και Παπάγο μόνο στα αντίστοιχα ελληνικά.

Οι Anthony Eden (αριστερά) και Sir John Dill στη Μάλτα, καθ οδόν για την Ελλάδα.

Ο Γεώργιος Β΄ άσκησε την προεδρία των δυο πρώτων συνεδριάσεων της 4ης Μαρτίου, μόνο και μόνο προκειμένου να αποφευχθούν πισωγυρίσματα. Ο Παπάγος συνέχισε να δίνει δείγματα ηττοπάθειας σχετικά με τη γραμμή Αλιάκμονα, μόνο που αυτά καταγράφονται με διαφορετικό τρόπο στα ελληνικά και στα βρετανικά πρακτικά. Εάν κανείς πιστέψει το βρετανικό κείμενο, τα τελευταία λόγια του βασιλέα είχαν ως εξής: “Ο Στρατηγός Παπάγος, τώρα πλέον που αποφάσισε να αντιμετωπίσει τους Γερμανούς, θα το πράξει με το ίδιο σθένος, ανεξάρτητα από το μέγεθος των διαθέσιμων μονάδων ή  την επιλογή του τελικού επιχειρησιακού σχεδίου”. Πρόκειται για λόγια, τα οποία δεν είναι καταγεγραμμένα στα ελληνικά πρακτικά.

Στην τρίτη και τελευταία συνεδρίαση, αργά τη νύκτα της 4ης Μαρτίου – πρόκειται για τη νύκτα που έτυχε να βρεθώ ανάμεσα στους συμμετέχοντες κομίζοντας το μήνυμα προς τον στρατηγό Wavell – οι Dill και Παπάγος υπέγραψαν το τελικό κείμενο της συμφωνίας. Ας σημειωθεί πως η τελευταία αυτή συνεδρίαση είναι η μόνη από μια ολόκληρη σειρά συναντήσεων, που χρονολογούνται από τον Ιανουάριο, της οποίας τα πρακτικά συμπίπτουν λέξη προς λέξη. Μια πρόχειρη αντιπαραβολή αρκεί προκειμένου να αντιληφθεί κανείς πως το ελληνικό κείμενο δεν είναι παρά μια απλή μετάφραση του αγγλικού. Δεν ετίθετο ζήτημα ορολογίας, από τη στιγμή που το προσχέδιο, το οποίο έφερε επίσης την υπογραφή των δυο ανδρών είχε συνταχθεί στη γαλλική γλώσσα.⁴

Δυο σημεία εξακολουθούν να με εκπλήσσουν σχετικά με αυτές τις παρατεταμένες διαπραγματεύσεις. Το πρώτο από αυτά είναι πως μέχρι την τελευταία στιγμή δεν καταβλήθηκε η παραμικρή προσπάθεια αντιπαραβολής των δυο πρακτικών, στα ελληνικά και στα αγγλικά, ούτως ώστε να μην ελλοχεύει ο κίνδυνος μιας παρεξήγησης για όσα είχαν συμφωνηθεί. Το δεύτερο σημείο έχει να κάνει με τον στρατηγό Heywood. Ο τελευταίος λειτουργούσε ως σύνδεσμος ανάμεσα στα δυο επιτελεία. Κι όμως, ουδέποτε επιχείρησε να ενημερώσει τους Eden και Dill για την ανυπομονησία του Παπάγου σχετικά με την απάντηση του Βελιγραδίου, ή ακόμα και τον ίδιο τον Παπάγο για την πρόθεση των Eden και Dill να ενεργοποιηθεί η διαδικασία απόσυρσης των ελληνικών στρατευμάτων δίχως αναμονή και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της απάντησης των Γιουγκοσλάβων.

Βρετανικά υδροπλάνα τύπου Sunderland εκκενώνουν τους υποχωρούντες Βρετανούς από το λιμάνι της Καλαμάτας.

Οι τραγικές επιπτώσεις είναι γνωστές σε όλους και δεν χρειάζεται να τις ανακεφαλαιώσω. Να προσθέσω απλώς πως η ήττα των ελληνοβρετανικών δυνάμεων ήταν, ούτως ή άλλως, αναπόφευκτη σε κάθε περίπτωση. Για αμφότερους τους εμπλεκόμενους υπερίσχυσαν τελικά οι πολιτικές προτεραιότητες έναντι των αντίστοιχων στρατιωτικών. Για τους Βρετανούς υπήρχε επιτακτική ανάγκη να θέσουν τέλος σε μια ολόκληρη αλυσίδα ανεκπλήρωτων υποχρεώσεων και εγγυήσεων έναντι της Τσεχοσλοβακίας, της Πολωνίας και της Ρουμανίας. Κανένα από τα κράτη αυτά δεν είχε, τελικά, καταφέρει να αποφύγει τον γερμανικό ζυγό. Από ελληνικής πλευράς, ο Γεώργιος Β΄ είχε επισημάνει προς τον Παπάγο ότι, για καθαρά πολιτικούς λόγους, ήταν επιτακτικό να επιλυθούν οι πάσης φύσεως στρατηγικές δυσκολίες για την έλευση στην Ελλάδα των βρετανικών ενισχύσεων. Διαφορετικά, “όχι μόνο οι Βρετανοί θα είναι απόντες από τον αγώνα, αλλά, επιπρόσθετα, θα προκληθεί η μήνις των τελευταίων με εξαιρετικά δυσάρεστες επιπτώσεις, γεγονός, για το οποίο υπάρχουν ήδη ενδείξεις”.

Όλοι οι θεωρητικοί του είδους, από τον Αριστοτέλη έως τον Clausewitz, συμφωνούν ότι στον πόλεμο, είναι δύσκολο να διαχωρίσει κανείς απολύτως τις στρατιωτικές εκτιμήσεις από τις πολιτικές. Ο κανόνας αυτός επιβεβαιώθηκε την άνοιξη του 1941 στα πεδία των μαχών της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Κρήτης. Είναι γεγονός πως η όλη περιπέτεια επεφύλαξε για τους συμμάχους ένα άδοξο τέλος. Δεν θα ήταν, ωστόσο, άσκοπο να επιχειρήσει κανείς να αποκαταστήσει μια σειρά γεγονότων, αρχής γενομένης από την αψυχολόγητη ενέργεια του Mussolini να επιτεθεί κατά της Ελλάδας, τον Οκτώβριο του 1940, εξαναγκάζοντας τον Hitler να αναθεωρήσει τα σχέδιά του σχετικά με την εισβολή του γερμανικού στρατού στην ΕΣΣΔ, σώζοντας, με τον τρόπο αυτό, άθελά του τη Μόσχα, ενδεχομένως δε, αλλάζοντας και τον ρου του ιδίου του πολέμου.

Greek Tragedy: The Australian Campaign in Greece & Crete 1941 (Part One)

             Greek Tragedy: The Australian Campaign in Greece & Crete 1941 (Part Two)

 

Από τις πλέον εμβληματικές προσωπικότητες της περιόδου του πολέμου, της κατοχής και της αντίστασης στην Ελλάδα, ο Christopher Montague Woodhouse,  5ος Βαρόνος Terrington,, DSO, OBE (1917–2001), υπήρξε υπαρχηγός και αργότερα αρχηγός της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής στα ελληνικά βουνά (1942–1944). Διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στην επιχείρηση ανατίναξης της γέφυρας του Γοργοποτάμου τον Νοέμβριο του 1942. Μετά το πέρας του πολέμου υπηρέτησε στις πρεσβείες της Αθήνας (1945–1946) και της Τεχεράνης (1951–1953). Διετέλεσε γενικός διευθυντής του Royal Institute of International Affairs (1955–1959), βουλευτής του Συντηρητικού Κόμματος εκπροσωπώντας την Οξφόρδη στη Βουλή των Κοινοτήτων (1959–1966 και 1970–1974), υφυπουργός Εσωτερικών (1962–1964). Εξαιρετικός γνώστης των ελληνικών πραγμάτων και χρήστης της ελληνικής γλώσσας, εθεωρείτο στη χώρα του από τους μεγαλύτερους ειδικούς για την Ελλάδα, την οποία αγάπησε με πάθος ως το τέλος της ζωής του.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Apple of Discord, A survey of recent Greek politics in their international setting – 1948

Modern Greece: A Short History – 1968

The Philhellenes – 1971

Capodistria: The Founder of Greek Independence by C. M. Woodhouse London O.U.P. 1973

The Struggle for Greece – 1976

Karamanlis: The Restorer of Greek Democracy (biography) – 1982

Something Ventured (autobiography) – 1982

The Rise and Fall of the Greek Colonels – 1985

George Gemistos Plethon – The Last of the Hellenes – 1986

«Rhigas Velestinlis :The proto-Martyr of the Greek Revoloution» by C. M. Woodhouse 1995

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Το πρωτότυπο κείμενο στην αγγλική γλώσσα, αναπτύχθηκε προφορικά στο πλαίσιο των εργασιών Διεθνούς Επιστημονικού Συμποσίου. Βλ. σχετικά, Ελληνική Επιτροπή Στρατιωτικής Ιστορίας, Διεθνές Συμπόσιο για τα 50 χρόνια από το Έπος 1940-41, Πρακτικά, Αθήνα, 1991, σελ. 42-47.

¹ Για τα ελληνικά πρακτικά της σύσκεψης της 22ας Φεβρουαρίου 1941 στα ανάκτορα του Τατοΐου, προκρίθηκε από τον διενεργήσαντα τη μετάφραση η παράθεση του πρωτοτύπου κειμένου και όχι η απόδοση στην αγγλική γλώσσα, στην οποία προσφεύγει ο συγγραφέας. Βλ. σχετικά, Υπουργείο Εξωτερικών, Ελληνικά Διπλωματικά Έγγραφα 1940-1941, Αθήνα 1980, σελ. 102. Επίσης βλ. Αλ. Παπάγος, Ο πόλεμος της Ελλάδος 1940-1941, Αθήνα, 1945, σελ. 265.

² Υπουργείο Εξωτερικών, Ελληνικά Διπλωματικά Έγγραφα 1940-1941, Αθήνα 1980, σελ. 102.

³ (Σημ. Μεταφρ.) Παρακάτω, στα ελληνικά πρακτικά καταγράφεται η ακόλουθη στιχομυθία:

Ντηλ: Νομίζετε ότι επέστη η στιγμή να συμπτύξετε τας δυνάμεις Ανατολικής Μακεδονίας εις την τοποθεσία του Αλιάκμονος ποταμού;

Παπάγος: Εάν η Γιουγκοσλαβία αδρανήση, ου μόνον από στρατιωτικής απόψεως συμφέρει να γίνη το ταχύτερον αλλά και από πολιτικής τοιαύτης, ως ελέχθη ήδη, και τούτο ίνα η σύμπτυξις αύτη έχη τον μικρότερον δυνατόν αντίκτυπον εις το ηθικόν του πληθυσμού της Μακεδονίας.

Ουέιβελ: Εάν αυτήν την στιγμήν λάβωμεν τηλεγράφημα ό,τι οι Γιουγκοσλάβοι θα εξέλθωσιν εις τον πόλεμον;

Παπάγος: Τότε θα κρατήσωμεν τοποθεσία καλύπτουσαν την Θεσσαλονίκην”.

Προς το τέλος δε της σύσκεψης:

Κατόπιν βραχείας συνομιλίας του Στρατηγού Ουέιβελ μετά του Στρατηγού Ντηλ εφάνησαν ό,τι θεωρούν την συζήτησιν περατωθείσαν.

Παπάγος: (Αποτεινόμενος προς τον Στρατηγόν Χέϋγουντ), θα ήθελα να πληροφορηθώ αν οι Στρατηγοί είναι σύμφωνοι με όσα τους εξέθεσα.

Ουέιβελ και Ντηλ: Σύμφωνοι απολύτως”.

[Υπουργείο Εξωτερικών, Ελληνικά Διπλωματικά Έγγραφα 1940-1941, Αθήνα 1980, σελ. 104].

Η ίδια εντύπωση απορρέει και από ένα Μνημόνιο, που την ίδια μέρα συνέταξε ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κορυζής και στο οποίο περιγράφεται η συνέχεια των διαπραγματεύσεων:

Μετά την ιδιαιτέραν σύσκεψιν του κ. Αρχιστρατήγου μετά των άγγλων Στρατηγών επηκολούθησεν η τελευταία γενική τοιαύτη, καθ’ ην ο Στρατηγός Παπάγος, λαβών τον λόγον, εξέθηκε την στρατιωτικήν κατάστασιν. Ο κ. Ηντεν εδήλωσεν ακολούθως ό,τι οι άγγλοι Στρατηγοί συμφωνούν προς τας απόψεις του Στρατηγού Παπάγου, αίτινες δια την διάταξιν και θέσιν των στρατευμάτων έχουν ως προϋπόθεσιν την μη σύμπραξιν του γιουγκοσλαβικού στρατού”.

[Υπουργείο Εξωτερικών, Ελληνικά Διπλωματικά Έγγραφα 1940-1941, Αθήνα 1980, σελ. 100].

⁴ (Σημ. Μεταφρ.) Υπουργείο Εξωτερικών, Ελληνικά Διπλωματικά Έγγραφα 1940-1941, Αθήνα 1980, σελ. 145-146. Για τις συνομιλίες της 2ας, 3ης και 4ης Μαρτίου 1941 βλ. επίσης Αλ. Παπάγος, οπ.π., σελ. 266-268.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Φωτογραφικό Οδοιπορικό σε μια Νοσταλγική Ελλάδα

Φωτογραφικό Οδοιπορικό σε μια Νοσταλγική Ελλάδα

Ο Θεμιστοκλής Μεταξάς (1910-2002) δεν ήταν επαγγελματίας φωτογράφος. Ούτε καλλιτέχνης. Ως μηχανικός, είχε κυριολεκτικά οργώσει την Ελλάδα από τα προπολεμικά χρόνια. Μια χώρα, την οποία υπεραγαπούσε. Ενδεικτικό, άλλωστε, είναι το γεγονός ό,τι για πρώτη φορά στη ζωή του ταξίδεψε εκτός ελληνικών συνόρων μετά από τη Μεταπολίτευση, ενώ είχε συμπληρώσει τα εξήντα του χρόνια. Το έπραξε όχι από κάποια ανάγκη, αλλά για να πάψουν να του προσάπτουν πως η αγάπη του για τον τόπο υπαγορευόταν από παντελή έλλειψη μέτρου σύγκρισης. Έκτοτε, απέκτησε αυτό το μέτρο σύγκρισης. Αποτέλεσμα ήταν να ενδυναμώσει ακόμα περισσότερο μέσα του η αγάπη και η εκτίμηση που έτρεφε για την Ελλάδα. Μια Ελλάδα, τη γοητεία της οποίας εισέπραττε με τον δικό του, υποκειμενικό, τρόπο, επιστρατεύοντας τον φωτογραφικό φακό. Το έπραξε για τον εαυτό του και τους ανθρώπους του στενού του περιβάλλοντος. Οι φωτογραφίες του βλέπουν για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας με την ευκαιρία του παρόντος αφιερώματος.Η επιλογή των θεμάτων, η διακριτικότητα του φωτογράφου, που γνωρίζει καλά το αντικείμενο φροντίζοντας, ωστόσο, να αφήσει την εικόνα να μιλήσει από μόνη της, το μαυρόασπρο χρώμα, σφυρηλατούν μια δική τους αισθητική, η οποία, σε συνδυασμό με εκείνη της μεσοπολεμικής και μεταπολεμικής εποχής, αναδεικνύουν ανάγλυφα μια όμορφη και νοσταλγική Ελλάδα, που εμείς οι μεγαλύτεροι, που είχαμε την τύχη να τη γνωρίσουμε, φυλάμε ευλαβικά μέσα στην ψυχή μας.

Αθήνα, δεκαετία του ’60

Χαλκίδα, 1963

Πελοπόννησος

Βάσσες 1970
Βάσσες 1970
Ανδρίτσαινα 1970
Δημητσάνα 1969
Δημητσάνα 1969
Μεθώνη 1960
Μεθώνη 1960
Μεθώνη 1960

Κρήτη

Χανιά 1960
Χανιά 1960
Χανιά 1960
Χανιά 1960
Χανιά 1960


 

Θεμιστοκλής Μεταξάς
Κάνδανος, 1962
Κάνδανος, 1962
Αρκάδι, 1962
Αρκάδι, 1962

Αίγινα, Πάσχα 1959

Λαύριο, 1972

Μετέωρα, δεκαετία του ΄60

Καστοριά, 1973

 

Όσιος Λουκάς, 1980

Η Μαρία Κάλλας αιφνιδιάζεται στο καμαρίνι της

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση: Δημήτρης Μητσόπουλος

© φωτογραφιών: Γιάννης Μουρέλος 2018

Κωσταντίνος Ι. Αιλιανός: Έλληνες Διπλωματικοί, θύματα εν ώρα καθήκοντος

Κωσταντίνος Ι. Αιλιανός

Ο τορπιλλισμός του επιβατηγού πλοίου Città di Bari στα στενά του Οτράντο (1917)          

Έλληνες Διπλωματικοί, θύματα εν ώρα καθήκοντος

Ένα τηλεγράφημα από την Ρώμη,[1] την 27η Σεπτεμβρίου 1917, ανεκοίνωνε στο Υπουργείο των Εξωτερικών το τραγικό συμβάν: «ΕΠΕΙΓΟΝ. Το πλοίον Città di Bari, αναχωρήσαν από την Gallipoli[2] στο οποίο επέβαιναν 14 προξενικοί υπάλληλοι, ετορπιλλίσθη την παρελθούσαν Παρασκευήν».  Σε νεώτερο τηλεγράφημα, ο Χαράλαμπος Σιμόπουλος, Γραμματεύς Πρεσβείας, πληροφορούσε ότι «επί του πλοίου ευρίσκοντο ο Κύριος Δημαράς και η σύζυγός του[3]….Δυστυχώς ουδείς εκ των υπαλλήλων μας αναφέρεται εις τον πίνακα των διασωθέντων… ». Οι υπόλοιποι προξενικοί υπάλληλοι ήσαν οι εξής: Μιλτιάδης Ραφαήλ, Γενικός Πρόξενος Ιεροσολύμων, Νικόλαος Χαντέλης, Υποπρόξενος Αττάλειας, Ν. Γκίκας, Υποπρόξενος Βηρυττού, Δημήτριος Βλάχος, Πρόεδρος του Προξενικού Δικαστηρίου Σμύρνης,  Θεμιστοκλής Αποστολόπουλος, Υποπρόξενος στην Αμισσό, Μιλτιάδης Τέρκας, α΄ Διερμηνεύς Προξ. Σμύρνης,  Ευστράτιος Καμπότης, γραμματεύς Προξ. Σμύρνης, Δ. Μαντικόπουλος, Ι. Σιδερής, Ισίδωρος Λιπαρώδης, προξενικοί γραφείς Σμύρνης, Β. Διαλυσμάς, βοηθητικό προσωπικό Προξ. Σμύρνης.[4]  Πνίγηκαν. Το προαναφερθέν πλοίο επαναπάτριζε υπαλλήλους του Υπ. Εξωτερικών από διάφορες προξενικές αρχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, μαζύ με 350 άλλους, έλληνες μετανάστες από τις ΗΠΑ ως επί το πλείστον, αλλά και 50 περίπου ιταλούς στρατιωτικούς και άλλους ξένους. Στο πλοίο επέβαιναν συνολικά 493 άτομα. Βυθίσθηκε την 23η Σεπτεμβρίου (6 Οκτωβρίου) 1917, στις 05.00 τα ξημερώματα.

Τον περασμένο Σεπτέμβριο συμπληρώθηκαν 100 χρόνια, από αυτό το λίγο γνωστό συμβάν. Αξίζει να γραφή κάτι για αυτήν την ιδιαίτερη περίπτωση, μοναδική ίσως λόγω της φύσεώς της, διπλωματικών υπαλλήλων, οι οποίοι απεβίωσαν εν υπηρεσία κατά τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο! Το άρθρο αυτό αφιερώνεται σε όλους τους υπαλλήλους, θύματα του τορπιλλισμού. Εστιάζω, εν τούτοις, το κείμενό μου αυτό στον Κωνσταντίνο Δημαρά, πρόσεδρο υπουργό[5], Γενικό Πρόξενο στην Σμύρνη από το 1914, τον αρχαιότερο από τα θύματα και με σημαντική εθνική υπηρεσιακή προσφορά, εφ’όσον η συγγένειά μου με αυτόν και η οικογενειακή μνήμη  με κατέστησε γνώστη του πολεμικού    αυτού  επεισοδίου.[6]

 ***

Τί, ακριβώς, συνέβη;

Τον Ιούνιο 1917 ο Βενιζέλος ολοκληρώνοντας το διχαστικό του κίνημα, δημιουργούσε την κυβέρνησή του στην Αθήνα. Λίγες ημέρες νωρύτερα είχε αναχωρήσει από την Ελλάδα ο βασιλεύς Κωνσταντίνος ενώ ο Αλέξανδρος ορκίστηκε την 30η Μαϊου.  Από τις πρώτες αποφάσεις της νέας κυβερνήσεως ήταν η διακοπή, και επισήμως (στις 15 Ιουνίου 1917), των διπλωματικών σχέσεων[7] με τις εχθρικές χώρες – τις τρεις αυτοκρατορίες (Αυστρο-Ουγγαρία, Γερμανία και Οθωμανική), και την Βουλγαρία και η κήρυξη πολέμου κατ΄αυτών. Συνέπεια υπήρξε η ανάγκη επιστροφής των υπαλλήλων των διπλωματικών και προξενικών αρχών μας από την Τουρκία –αλλά και από τις άλλες χώρες – στην Αθήνα.

Το εγχείρημα δεν θα ήταν απλό. Οι συνθήκες δεν επέτρεπαν την απ’ευθείας μετάβαση στην Αθήνα. Τα σύνορα ήταν κλειστά. Οι υπάλληλοι έπρεπε να επαναπατρισθούν μέσω μιάς ουδέτερης χώρας. Επί του προκειμένου της Ελβετίας. Σημείο συγκεντρώσεως ορίσθηκε η Βέρνη. Η σιδηροδρομική μετάβαση μέσω των εχθρικών  γραμμών δεν ήταν η πλέον άνετη, έστω και αν οι οθωμανικές αρχές έθεσαν στην διάθεση των αναχωρούντων ειδικό βαγόνι – wagon-lits. Υπήρξαν περιπτώσεις που οι τοπικές αρχές δεν επέτρεψαν στον συρμό  να διέλθη. Αλλά και προ τούτου, οι οθωμανικές αρχές δεν έδιδαν άδεια αναχωρήσεως σε αριθμό υπαλλήλων, μεταξύ των οποίων και στον Κων. Δημαρά. Για να τους επιτραπή η αναχώρηση από την Τουρκία[8], έγιναν διαβήματα, τον Αύγουστο, στην  Πύλη, μέσω των Ισπανικών διπλωματικών αρχών, δεδομένου ότι η Μαδρίτη είχε αναλάβει την εξυπηρέτηση των ελληνικών συμφερόντων στην Οθωμανική αυτοκρατορία.[9]  Αποτέλεσμα ήταν ότι η αναχώρηση του ζεύγους Δημαρά και άλλων υπαλλήλων από την Κωνσταντινούπολη καθυστέρησε πολύ, μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου.[10]

Όπως προανεφέρθη, οι προξενικοί υπάλληλοι θα συνεκεντρώνοντο στην Βέρνη. Από εκεί θα προωθούντο, καθ΄ομάδας, στην Ρώμη. Από την ιταλική πρωτεύουσα θα μετεφέροντο στον νότο, στον λιμένα της Καλλιπόλεως. Από την Καλλίπολη με πλοία, ιταλικά κυρίως, θα μετέβαιναν στην Πάτρα. Οδηγίες εδόθησαν στην Πρεσβεία Ρώμης, οι συγκεντρωθέντες υπάλληλοι να ταξειδεύσουν προς την Ελλάδα με «ιταλικόν ατμόπλοιον, με το οποίον οι κίνδυνοι είναι ελάχιστοι».[11]  Άγνωστον διατί, εθεωρείτο ότι τα ιταλικά πλοία παρείχαν μεγαλύτερη ασφάλεια στον κίνδυνο επιθέσεως αυστριακού ή γερμανικού υποβρυχίου.  Μία ομάδα είχε την τύχη στα τέλη Ιουλίου να επιβιβασθή στην, μέχρι πρό τινος βασιλική, θαλαμηγό ΑΜΦΙΤΡΗΤΗ,  η οποία  είχε πλεύσει στην Ιταλία με άλλη αποστολή.

Η ομάδα των 11 προξενικών υπαλλήλων και των συζύγων τριών από αυτούς ανεχώρησαν με το επιβατηγό ατμόπλοιο Città di Bari,από τον λιμένα της Καλλιπόλεως το απόγευμα της 22ας Σεπτεμβρίου/5ης Οκτωβρίου 1917. Ο πλοίαρχος του ατμοπλοίου, ως συνήθως, δεν είχε ζητήσει συνοδεία ασφαλείας.

Λίγο πρίν από τα μεσάνυκτα της 22ας σημειώθηκε μια πρώτη επαφή με (γερμανικό) υποβρύχιο (βλ. φωτογραφία), δυτικά των Παξών[12], αδιευκρίνιστο αν επρόκειτο περί ίχνους τορπίλλης ή του περισκοπίου του υποβρυχίου. Κατά τα επίσημα στοιχεία, μιά πρώτη τορπίλλη ερρίφθη στις 02.30.[13] Ευτυχώς απέτυχε τον στόχο της. Αργότερα, γύρω στις 04.10, ακούστηκε μεγάλη έκρηξη από την  δεύτερη τορπίλλη που εξετοξεύθη από το υποβρύχιο και η οποία έπληξε την φορά αυτή το σκάφος, όχι όμως καίρια, και το οποίο « ἒκλινεν ὀλίγον πρός τήν μίαν πλευράν», όπως ανέφερε ο πλοίαρχος ενός άλλου ελληνικού πλοίου, ο οποίος επέβαινε στο Città di Bari, και ο οποίος διεσώθη.[14]  Η προξενηθείσα βλάβη δεν ήταν τόσο ουσιαστική ώστε να οδηγήση σε άμεση βύθιση το σκάφος. Το πλοίο βρισκόταν τότε 37 ν.μ. περίπου δυτικά των Παξών, σε στίγμα  39.40 βόρειο πλάτος και 19.23 ανατολικό μήκος.

Συγχρόνως με την διαδικασία καθελκύσεως των σωστικών λέμβων, ο ιταλός κυβερνήτης του ατμοπλοίου έδωσε εντολή να βληθή το υποβρύχιο που εν τω μεταξύ είχε αναδυθή, με το μικρό τηλεβόλο 76 mm με το οποίο ήταν εξοπλισμένο. Από το σημείο αυτό άρχισε η τραγωδία! Περιγράφει ο διασωθείς ναυαγός πλοίαρχος – τα αναφέρω όπως τα μεταφέρει στο κείμενο της επιστολής του ο Δημ. Δημαράς, για να διατηρηθή η αμεσότης της διηγήσεως : « πανικός τότε κατέλαβε τούς ἐπιβάτας…οἳτινες ἐν ἀταξίᾳ κατέφυγαν εἰς τάς κρεμαμένας λέμβους, ἀλλ’ αὗται ὑπό τό βάρος κατέπεσαν εἰς τήν θάλασσαν διαρραγεῖσαι. Ἒπειτα ἐρρίφθησαν ἐκ τοῦ πλοίου σχεδίαι, ὧν ἐπέβησαν περί τούς 170 ἐπιβάται. Μετά ½ ὃμως ὣραν ἀπό τοῦ τορπιλλισμοῦ, τό ὑποβρύχιον ἀναδηθέν ἢρχισε σφοδρόν κατά τοῦ πλοίου κανονιοβολισμόν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐπήλθεν ἡ καταβύθισίς του. Οἱ ἐπί τῶν σχεδιῶν ναυαγοί ἒμειναν ἐν τῆ θαλάσσῃ καί ὑπό σφοδράν τρικυμίαν μέχρι τῆς 4 ἑσπ. τῆς Κυριακῆς, ὃτε ἐφάνησαν ἀντιτορπιλλικά, τά ὁποῖα περισυνέλεξαν αὐτούς καί τούς μέν 50 μετέφεραν εἰς Κέρκυραν…τούς δέ λοιπούς 120 εἰς Καλ[λίπολιν] ἢ εἰς Τάραντα». Και συνεχίζει ο Δημ. Δημαράς: «Ἐν Κερκύρᾳ ὁ Κώστας ἀσφαλῶς δέν εὑρίσκεται, ὧστε ἡ μόνη ἐλπίς, ἧν διατηρῶ, εἶναι νά μετεφέρθη εἰς Τάραντα…Φαντάζεσαι τήν ἀγωνίαν μου…ἡ καρδία μου τρέμει. Παρῆλθε τό μεσονύκτιον καί δέν ἒχω δύναμιν νά πλαγιάσω…Εὑρίσκω ἀνακούφισιν νά σοῦ γράφω».[15]

Το επιβατικό πλοίο Città di Bari.

Ο Giov. Verni, στο άρθρο του, περιγράφει, με τα ίδια, λίγο πολύ, χρώματα τα διαδραματισθέντα στο πλοίο, προσθέτοντας ουσιαστικές λεπτομέρειες. Όταν άρχισε η επίθεση κατά του υποβρυχίου, Έλληνες επιβαίνοντες παρενέβησαν βίαια ώστε να σταματήσει. Φοβόντουσαν, και δικαίως, αντίποινα.[16] Όπως επίσης, εξαγριωμένοι Έλληνες παρενέβαιναν στην καθέλκυση των λέμβων, δυσχεραίνοντας την διαδικασία. Μερικοί από αυτούς σήκωσαν μια λευκή σημαία, ένα πουκάμισο! Εν τω μεταξύ το υποβρύχιο άρχισε να βάλη αδιακρίτως κατά του Città di Bari αλλά και κατά των λέμβων, ακόμη και με εμπρηστικές βόμβες, οι οποίες είχαν σαν αποτέλεσμα την πρόκληση  πυρκαϊών που επετάχυναν πλέον την βύθιση. Πολλοί επιβάτες έπεφταν στην φουρτουνιασμένη θάλασσα. Το υποβρύχιο, σημειωτέον, πλησίασε το βυθιζόμενο πλοίο σε απόσταση 15 μέτρων. Δεν περισυνέλεξε, ωστόσο, ναυαγούς!

Το Città di Bari εβυθίσθη σε περίπου 45 λεπτά, φλεγόμενο, όπως αναφέρει έκθεση τού ναυαρχείου της Πόλα, ναυστάθμου της Αυστρο-Ουγγαρίας στην Αδριατική. Με τις λέμβους και τις σχεδίες που καθελκύσθηκαν εσώθησαν περί τα 156 άτομα. 98 από τους 493 συνολικά επιβάτες και πλήρωμα μετεφέρθηκαν από τα πλοία που τους περισυνέλεξαν στην Καλλίπολη, 48 στην Κέρκυρα. Μερικοί άλλοι οδηγήθηκαν στον Τάραντα.  Η καθυστέρηση μεταδόσεως του σήματος του τορπιλισμού αλλά και οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες είχαν ως αποτέλεσμα οι ναυαγοί να μείνουν αβοήθητοι περί τις 36 ώρες! Ορισμένοι από αυτούς που είχαν επιβιβασθή σε λέμβους επλήγησαν από το τηλεβόλο του υποβρυχίου και απεβίωσαν εν τω μεταξύ ή ακόμη και όταν μετεφέρθησαν στην ξηρά. Από τους προξενικούς υπαλλήλους πνίγηκαν όλοι, καθώς και η σύζυγος του Κων. Δημαρά. Οι Κες  Κομπότη και Αποστολόπουλου διεσώθησαν στην Κέρκυρα.  To Città di Bari υπήρξε ένα ακόμη θύμα του πολέμου των υποβρυχίων που βυθίστηκε από τις εχθρικές τορπίλλες.[17]

Γερμανικό υποβρύχιο UB-48.

Εις μνήμην των θυμάτων «τῆς ἀνάνδρου καί θηριώδους δολοφονίας ἀόπλων ἀνδρών καί ἀνυπερασπίστων γυναικοπαίδων…»[18] πραγματοποιήθηκε επιμνημόσυνος δέηση στην Μητρόπολη των Αθηνών, στις 8 Οκτωβρίου, με «ασφυκτική συμμετοχή επισήμων».[19] Παρέστη ο πρωθυπουργός, ο υπουργός Εξωτερικών, το υπουργικό συμβούλιο, οι ξένοι πρέσβεις –όσοι παρέμεναν στην Αθήνα. Στεφάνι κατέθεσε ο Αλέξανδρος Ναούμ, Γενικός Δ/της του Υπουργείου και μέχρι πρότινος πρέσβυς στην Σόφια, ενώ λόγο εξεφώνησε ο Δημήτριος Καλλέργης, τ. πρέσβυς στην Κωνσταντινούπολη, στην δικαιοδοσία του οποίου ευρίσκοντο τα θύματα. Στεφάνι κατέθεσε και ο δήμαρχος Αθηναίων, Σπυρίδων Πάτσης.

***

 Ας επανέλθουμε στον Γενικό Πρόξενο Σμύρνης, Κωνσταντίνο Ι. Δημαρά, πρόσεδρο υπουργό (βλ. φωτογραφία). Δεν προτίθεμαι να εξετάσω διεξοδικά την σταδιοδρομία του, αλλά αξίζει μια ματιά στην –προξενική -υπηρεσιακή του πορεία τα λιγοστά – 12 – χρόνια θητείας του στον κλάδο.

Ο Κωνσταντίνος Δημαράς γεννήθηκε στο Ναύπλιο, το 1863[20]. Ο πατέρας του ήταν ο Ιωάννης Δημαράς, επώνυμος έμπορος στην πόλη, η δε μητέρα του κόρη του δικηγόρου και γόνου παλαιάς Ναυπλιώτικης οικογενείας Παναγιώτου Φαρμακοπούλου, του οποίου το όνομα φέρει κεντρικἠ οδός της πόλεως. Αδελφοί του ήταν ο Νικόλαος Δημαράς (1856-1906), γνωστός καθηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο Δημήτριος (1869-1926), ο οποίος διετέλεσε υποστράτηγος, καθώς και ο Θησεύς-Παναγιώτης (1872-1927), τραπεζικός.[21]

Ο Κων. Δημαράς εσπούδασε νομικά, ονομάσθηκε διδάκτωρ, και εισήλθε, κατόπιν εξετάσεων, στο δικαστικό σώμα, ως πρωτοδίκης στην Τρίπολη, το 1888, μετατεθείς εν συνεχεία στον Πύργο. Τον Μάρτιο 1891 διωρίσθη έμμισθος πάρεδρος δικαστής στο Προξενικό Δικαστήριο στο Γενικό Προξενείο Σμύρνης, τον δε Απρίλιο 1896 ανέλαβε υπηρεσία στο Γενικό Προξενείο Αλεξανδρείας, ως πάρεδρος και εν συνεχεία προεδρεύων τού εκεί (Μικτού) Προξενικού Δικαστηρίου.[22] Η θητεία του  υπήρξε επιτυχής, εάν κρίνουμε από τις εύφημες μνείες που του εγένοντο γιά την « ἀνατεθεῖσαν ἐπιθεώρησιν τῶν ἐν Αἰγύπτῳ ὑποπροξενείων…» και άλλες αποστολές που του ανετέθησαν.[23]

Η θητεία του στα προξενικά δικαστήρια τον οδήγησαν στην ένταξή του στο Υπουργείο Εξωτερικών. Τον Ιούλιο 1905, ως Πρόξενος Α΄τάξεως πλέον, ανέλαβε υπηρεσία στο Προξενείο Αδριανουπόλεως.[24] Η τοποθέτησή του στην Αδριανούπολη αλλά και ο χρόνος διαμονής του εκεί συνέπιπτε με μιά κρίσιμη περίοδο του Μακεδονικού Αγώνος. Όσο και αν η περιφέρειά του δεν βρισκόταν στο επίκεντρο της εντάσεως, ήταν φυσικό και η Θράκη να επηρεάζεται από την εχθρότητα της Βουλγαρίας προς το ελληνικό στοιχείο γενικότερα, αλλά και την επιβουλή της προς περιοχές που ήταν μεν έδαφος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, πλην όμως τις ενέτασσε στις ευρύτερες βλέψεις της. Αλλά και η μετάθεσή του, εν συνεχεία, στο Μοναστήρι, θα τον έφερνε και πάλι αντιμέτωπο με την βουλγαρική βαρβαρότητα.

Κατά την θητεία του στην Αδριανούπολη κατέβαλε συστηματικές προσπάθειες για να εμψυχώσει τον ελληνισμό, προωθώντας, μεταξύ άλλων, την εκμάθηση και χρήση της ελληνικής γλώσσας τονώνοντας το εθνικό αίσθημα. Μεταξύ των άλλων προτάσεων του Δημαρά ήταν και αυτή δημιουργίας υποκαταστήματος ελληνικής τραπέζης στην Αδριανούπολη, προς διευκόλυνση των ομογενών επιχειρηματιών, πρόταση που υπεστήριξε και το Υπουργείο των Εξωτερικών. Με τέτοιο πνεύμα επεσκέπτετο τους αγροτικούς ελληνικούς πληθυσμούς που είχαν διογκωθή από τους Έλληνες που διέφευγαν ή διώκοντο από την Αν. Ρωμυλία. Η βουλγαρική πολιτική, στο πλαίσιο των βλέψεων της Σόφιας στην περιοχή, καθοδηγούσε την ένοπλη δράση των κομιτάτων για να ασκή τρομοκρατία και να προβαίνη σε φόνους Ελλήνων στο βιλαέτι της Αδριανουπόλεως. Πέραν αυτών ο Δημαράς τόνιζε προς πάσα κατεύθυνση  την δημογραφική δύναμη του ελληνικού στοιχείου, έναντι των αλλοιωμένων βουλγαρικών στατιστικών αλλά και των ανακριβών οθωμανικών, ενώ επεσήμαινε προς την Αθήνα την οικονομική ανάπτυξη του Ιουδαϊκού στοιχείου. Τέλος, εισηγήθηκε την απόσπαση στην περιοχή και άλλων πρακτόρων στα πλέον καίρια σημεία, προς παρακολούθηση των βουλγαρικών κινήσεων σε συνδυασμό με τον Μακεδονικό αγώνα.[25]

Μετά διετία, τον Μάρτιο 1907 μετετέθη, μάλλον αιφνιδίως, σε άλλη καίρια αρχή, στην καρδιά του Μακεδονικού Αγώνα, στο Προξενείο Μοναστηρίου. Στην διαταγή μεταθέσεώς του ο υπουργός Εξωτερικών, Αλεξ. Σκουζές, σημειώνει: « …πέπεισμαι ὃτι θέλετε ἀναπτύξει ὑπέρ τῶν ἐθνικῶν ἐν τῶ σπουδαίῳ ἐκείνῳ κέντρῳ, συμφερόντων, πᾶσαν τήν δεξιότητα καί τόν ζῆλον ὑμῶν».[26]  Όντως, η θητεία του στην νέα του θέση υπήρξε πολυσχιδής, ταραχώδης και, πάλι, απολύτως ουσιαστική. Από το Μοναστήρι έπρεπε να παρακολουθεί τις κινήσεις και την πολιτική των αλβανο-ρουμανο-βουλγαρικών συμμοριών και κομιτάτων, που καθίσταντο ασύδοτα λόγω της ατιμωρησίας και αδρανείας των οθωμανικών αρχών.[27] Ειδικώς οι βουλγαρικές συμμορίες είχαν οδηγίες να εξολοθρεύουν κάθε τι το ελληνικό![28] Συγχρόνως έπρεπε να υπονομεύει στις τουρκικές αρχές τις πολιτικές βλέψεις των βουλγαρικών κομιτάτων, προβάλλοντας, από την άλλη πλευρά, το πνεύμα συνεργασίας των Ελλήνων, εξουδετερώνοντας την εντύπωση των οθωμανών αξιωματούχων ότι ο Πρόξενος ευρίσκετο όπισθεν της δράσεως των ελληνικών συμμοριών που δρούσαν στην περιοχή, γεγονός όχι αναληθές, άλλωστε. Διότι, στην πράξη, ο Δημαράς εκαλείτο να προωθεί στις ελληνικές ομάδες οπλισμό ή να τους μεταφέρει πληροφορίες, ακόμη και να τους συντονίζει, όσο επέτρεπαν οι συνθήκες. Πάντως, όπως ήταν φυσικό, διατηρούσε άριστη συνεργασία με τον γενικό διοικητή Χιλμί πασά, σε σημείο που ο τελευταίος του παρείχε διακριτική αλλά ουσιαστική προστασία, έναντι αυτών που απειλούσαν την ζωή του.[29]

Το κτήριο του Ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου.

Η παραμονή του στο Μοναστήρι επί τρία  συναπτά έτη υπήρξε και ιδιαιτέρως κοπιαστική αλλά, κυρίως, επικίνδυνη. Δυστυχώς, τα οικογενειακά αρχεία δεν περιλαμβάνουν προσωπικές επιστολές του με την εμπειρία του. Σε αναγνώριση, πάντως, της επιτυχούς εκεί θητείας του, προήχθη τον Ιούνιο 1910 σε Γενικό Πρόξενο, μετατεθείς, λίγο αργότερα, στα Ιωάννινα, όπου παρέμεινε για  λίγο,[30] εφ’όσον  τον Ιανουάριο 1911 απεστάλη εκ νέου, εκτάκτως,  στο Γενικό, πλέον, Προξενείο Αδριανουπόλεως, όπου υπηρέτησε μέχρι τον Οκτώβριο 1912. Είναι σημαντικό ότι τον Απρίλιο 1912, προήχθη στο βασιλικό Τάγμα του Σωτήρος στον Χρυσούν Σταυρόν, « διά τήν εὐδόκιμον [αυτού] ὑπηρεσίαν», ως ανεγράφη διά χειρός στην σχετική προς αυτόν ανακοίνωση. Και την περίοδο αυτή, διατηρώντας άριστες πάντα επαφές με τις οθωμανικές αρχές, σημείωνε την εξέλιξη των προβληματικών σχέσεων των τοπικών αρχών με τους βουλγαρικούς πληθυσμούς και ιδίως έναντι των «αναρχικών» κινημάτων της Επαναστατικής Βουλγαρικής Οργανώσεως. Επεσήμαινε ότι ο τουρκικός πληθυσμός, ερεθισμένος έναντι των βουλγάρων, ενδιεφέρετο περισσότερο για τις βουλγαρικές κινητοποιήσεις και τους κινδύνους που αυτές υπέκρυπταν, παρά για τον ιταλο-τουρκικό πόλεμο.[31]

Η ελληνική αντιπροσωπεία στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου (Δεκέμβριος 1912). Διακρίνονται από αριστερά προς τα δεξιά οι Γεώργιος Στρέιτ, Στέφανος Σκουλούδης, Π. Δαγκλής (πρώτη σειρά), Νικ. Πολίτης, Π. Μεταξάς, διπλωμάτης, Ι. Μεταξάς, Ι. Καρατζάς,  Κ. Δημαράς και Ι. Παππάς. Πηγή: Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος,  τόμος 3, σελ. 263.

Με την έναρξη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου επέστρεψε στην Αθήνα, όπου διηύθυνε για μικρό διάστημα το Β΄ Πολιτικό τμήμα, μία από τις κύριες διευθύνσεις του Υπουργείου. Μετά δε την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, προσεκλήθη από τον Κωνσταντίνο Ρακτιβάν,[32] αντιπρόσωπο της Κυβερνήσεως στην Θεσσαλονίκη, ως διευθυντής στην νεοσύστατη Ελληνική Διοίκηση. Λίγο μετά, στις 22 Νοεμβρίου, έλαβε εντολή να μεταβή  στο Λονδίνο,  ως μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας « πρός διαπραγμάτευσιν καί ὑπογραφήν τῆς μεταξύ Ἑλλάδος καί Τουρκίας Συνθήκης περί εἰρήνης».[33] Στην βρεταννική πρωτεύουσα θα μετέβαιναν και επίλεκτες προσωπικότητες της πολιτικής ζωής και του Υπουργείου Εξωτερικών, μεταξύ άλλων ο Γεώργιος Στρέιτ και ο Στέφανος Σκουλούδης. Με το πέρας της αποσπάσεως του στο Λονδίνο, τον Ιανουάριο 1913, επανήλθε στην προτέρα θέση του, στην Αδριανούπολη, από όπου, την 1.3.1913, διετάχθη να επιστρέψη «ἐπί εἰδικῆ ἀποστολῆ» στην  Θεσσαλονίκη και να παρουσιασθή ενώπιον του Πρίγκηπος Νικολάου. Εκεί, εκλήθη να μετάσχη των εργασιών Επιτροπής για ζητήματα κατοχής των νέων εδαφών, προς διευθέτηση των διαφορών που είχαν προκύψει με την Βουλγαρία από τον πρώτο Βαλκανικό πόλεμο.[34]

Τον Αύγουστο 1913, ο Δημαράς μετετέθη στην Κεντρική Υπηρεσία, ως   τμηματάρχης Α΄τάξεως, σε αντικατάσταση του Ιωάννη (Ίωνος) Δραγούμη,[35] στην καίρια θέση του διευθύνοντος το Β΄ Τμήμα – επονομαζόμενο Ανατολικό – της Διευθύνσεως Πολιτικών Υποθέσεων της Γενικής Διευθύνσεως, το οποίο ο τελευταίος είχε ιδρύσει. Εύκολα γίνεται αντιληπτή η σπουδαιότης αυτής της τοποθετήσεως.[36]

Καθ’όδον πρός το τελευταίο του, ιδιαιτέρως απαιτητικό, πόστο, το Γενικό Προξενείο Σμύρνης, και εν όψει της προαγωγής του (2.7.1914) σε πρόσεδρο υπουργό, ο Δημαράς ‘εστάθμευσε’ προσωρινώς στην Κωνσταντινούπολη, ως προϊστάμενος του Προξενικού Γραφείου της Πρεσβείας (Φεβρουάριος-Ιούνιος).[37] Στην Σμύρνη, οι αρμοδιότητές του θα ήσαν βεβαρυμμένες. Παραλλήλως προς τα προξενικά καθήκοντά του, κύρια αποστολή του θα ήταν  η συμμετοχή του ως εκπροσώπου της Ελλάδος  στην Μικτή Επιτροπή για την ανταλλαγή των πληθυσμών και των περιουσιών όσων ομογενών κατέφυγαν στην Ελλάδα και αντιστοίχως όσων μωαμεθανών από την Ελλάδα μετανάστευσαν στην Τουρκία. Έργο ευαίσθητο, δυσχερές, λόγω των συνθηκών, και  άχαρο.

Η Επιτροπή άρχισε να λειτουργεί στις 28.6.1914. Ο Δημαράς, διευκολύνετο στην  αποστολή του και από την νομική του κατάρτιση. Ήδη, υπό την πίεση των Βαλκανικών πολέμων αλλά και των συστηματικών διωγμών εκ μέρους των τουρκικών αρχών, περί τους 150.000 έλληνες είχαν μεταναστεύσει στην Ελλάδα. Παρά την σύσταση της Επιτροπής οι διωγμοί επετείνοντο. Μετά δε την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου οι συνθήκες χειροτέρευαν. Στην προσπάθειά του να αναστείλει το κύμα φυγής από τα Οθωμανικά εδάφη και να ανακουφίζει τους Έλληνες, είχε να αντιμετωπίσει την διαρκή αρνητικότητα των Τούρκων, στόχος των οποίων, σε κλίμα έντονου εθνικισμού, ήταν η αποψίλωση των εδαφών τους από τους ελληνικούς πληθυσμούς. Και πάλι, δηλ., για τρίτη φορά, ο Δημαράς είχε να αντιμετωπίσει τον διωγμό και την εκδίωξη των Ελλήνων από τα πατρογονικά τους εδάφη! Συγχρόνως η Επιτροπή είχε την αρμοδιότητα αποτιμήσεως των περιουσιών που άφηναν οι έλληνες, κινητή και ακίνητη. Έργο δύσκολο και δύστροπο, καθ’ην στιγμή οι οθωμανικές αρχές ζητούσαν κάθε δυνατή διευκόλυνση για τους μουσουλμάνους της Ελλάδος.[38]

Εν τω μεταξύ, τον Αύγουστο 1914, είχε ξεσπάσει η θύελλα του Μεγάλου Πολέμου, στην πρώτη φάση του οποίου η Ελλάς παρέμενε ουδέτερη. Παρά ταύτα, ήταν ευνόητο ότι στο κλίμα των τεταμένων σχέσεων με την Πύλη, η Επιτροπή δεν ήτο δυνατόν να λειτουργήσει ικανοποιητικά. Είχε, αρχικά, αναστείλη προσωρινά τις εργασίες της την 25 Ιουλίου, με πρωτοβουλία της οθωμανικής πλευράς. Αν και αυτές επανελήφθησαν στις 24 Οκτωβρίου, έπαυσε ουσιαστικά  να λειτουργεί την 1 Δεκεμβρίου. Η Πύλη από τα τέλη Οκτωβρίου είχε εμπλακή στον πόλεμο με τις Κεντρικές Δυνάμεις. Ο Κων. Δημαράς παρέμεινε στην Σμύρνη ως Γενικός Πρόξενος, μέχρι την διακοπή των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Ελλάδος και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τον Ιούνιο 1917, σε μία περίοδο ιδιαίτερης εντάσεως.

Τηλεγράφημα Δημαρά προς ΥΠΕΞ, σχετικά με τις εργασίες της Μικτής Επιτροπής (ΑΥΕ/1914/φακ. Α/21).

Η δεύτερη αυτή θητεία του στην Σμύρνη συνέπεσε με την χειρότερη φάση των διωγμών των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Οι εκθέσεις του Δημαρά είναι αποκαλυπτικές των δεινών που υφίσταντο  οι Έλληνες, εκδιωκόμενοι από τις πατρογονικές τους εστίες, χωρίς σχεδόν κανένα εφόδιο, εγκαταλείποντας τα πάντα, και πουλώντας ό,τι τους έμενε από ρουχισμό στο δρόμο τους για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Παρά τις διαβεβαιώσεις των οθωμανικών, αλλά και των γερμανικών στρατιωτικών αρχών – οι οποίες μεθόδευαν τους διωγμούς των Ελλήνων – οι διωγμοί δεν ανεστάλησαν. Τουναντίον μετά τις Κυδωνιές,  ο ξεριζωμός επεξετάθη και σε άλλες πόλεις της Μικρασίας. Ο Δημαράς, προσπαθούσε να απαλύνει τους πόνους των «λιμοκτονούντων καί ὑπό ἀσθενείας ταλαιπωρουμένων» Ελλήνων. Πολλοί πέθαιναν από ασιτία. Ζητούσε κονδύλια από την Αθήνα, ώστε να τους έλθη αρωγός, όσο ήταν δυνατόν σε ένα πύθο των Δαναΐδων. Σταγών εν τω ωκεανώ! Τα γεγονότα του 1917 αποτελούσαν, βεβαίως, τον προάγγελο των όσων έλαβαν χώρα το 1922! Ο Δημαράς προσπαθούσε το κατά δύναμιν σε μία διαδικασία, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν προδιαγεγραμμένο!

Υπό αυτές τις συνθήκες διεκόπησαν οι διπλωματικές σχέσεις και με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Οι προξενικές αρχές ανεχώρησαν και οι Τούρκοι, υπό την καθοδήγηση των γερμανών, συνέχισαν το απάνθρωπο έργο τους.

Φώκαια, Ιούνιος 1914. Κάτοικοι της πόλης και των γύρω περιοχών επιβιβάζονται σε πλοιάρια με προορισμό τη Λέσβο (δεξιά). Κατεστραμμένο κατάστημα στην ελληνική συνοικία της Παλαιάς Φώκαιας (αριστερά).(Πηγή: http://anatropitora.blogspot.com/2015/06/12-1914.html)

Η απαρίθμηση απλώς των πόστων στα οποία υπηρέτησε ο Κων. Δημαράς, δεν υποδηλοί, είναι ευνόητο, την σπουδαιότητα του έργου του. Όμως, είναι εύκολο να αντιληφθή κανείς ότι η τοποθέτησή του στις νευραλγικές θέσεις και οι δύσκολες αποστολές που του ανετέθησαν, δεν υπήρξε τυχαίο γεγονός. Στο Μοναστήρι και την Αδριανούπολη είχε να αντιμετωπίσει την λαίλαπα των   διωγμών του ελληνισμού από τους Βουλγάρους και να προασπίση τα συμφέροντα της εκεί θάλλουσας ομογένειας, διατηρώντας, κατά το δυνατόν, άριστες τις σχέσεις με τις Οθωμανικές αρχές. Με την ευστροφία του το επέτυχε, κατά τρόπο που μπόρεσε να προσφέρει σημαντικότατες υπηρεσίες κατά τον Μακεδονικό Αγώνα.

Αλλά και στην Σμύρνη η θητεία του συνέπεσε με την χειρότερη φάση διωγμών του ελληνισμού. Αναφέρεται με ιδιαίτερη ευφράδεια στο βιογραφικό του σημείωμα που βρέθηκε στο οικογενειακό αρχείο, το οποίο ως φαίνεται συνετάγη λίγο μετά τον θάνατό του, εν είδη νεκρολογίας, από συνάδελφό του στο Υπουργείο Εξωτερικών:[39] « ἡ ὑπηρεσία αὐτού συνέπεσε πάλιν μέ τόν ἀπηνῆ διωγμόν τῶν Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν ὑπ’αὐτῆς τῆς ἐπισήμου Τουρκίας, κατά προδιαγεγραμμένον Γερμανικόν σχέδιον,[40] διωγμόν ὃστις ἀρξάμενος τήν ἐπιοῦσαν τῆς λήξεως τοῦ Βαλκανικοῦ πολέμου, ἓτι ὀξύτερος καί συστηματικώτερος ἀπέβη μετά τήν ἒκρηξιν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου καί ἀνένδοτος ἐξακολουθεῖ ἓτι καί νῦν. Ὁλόκληρος ὁ χρόνος τῆς τελευταίας ἐν Σμύρνῃ ὑπηρεσίας τοῦ Κ. Δημαρᾶ ἦτο διαρκῆς καί ἀχάριστος ἀγῶν πρός προστασίαν τῶν καταδυναστευομένων ὁμοεθνῶν ἡμῶν, συνάμα δέ καί πρός ἀνακούφισιν τῆς πενομένης πλειονότητος αὐτών….». Και τελειώνει το σημείωμα: «Ἡ ὃλη ἐν γένει πατριωτική ἐργασία τοῦ Κ. Δημαρᾶ, ἐν τῆ ἐπιμελείᾳ τῶν ἀνατεθειμένων αὐτῶ ἐθνικῶν συμφερόντων κατέχει τιμητικωτάτην διά τήν μνήμην αὐτού θέσιν ἐν τῆ ἡμετέρᾳ ἱστορίᾳ τῶν τελευταίων χρόνων, καί ἀποτελεῖ ἀληθῶς ζημία ἀνυπολόγιστον διά τήν Ἑλληνικήν πολιτείαν ἡ πρόωρος ἀπώλεια τοιούτου διακεκριμένου  ὑπαλλήλου ».

Ο Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός είναι Πρέσβυς ε.τ. Διετέλεσε, μεταξύ άλλων, επικεφαλής των πρεσβειών του Νέου Δελχί, της Βαρσοβίας και της Βόννης, Υπηρεσιακός Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Εξωτερικών (1999-2000), Γενικός Γραμματεύς της Προεδρίας της Δημοκρατίας (2000-2005), Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως (2006-2007). Είναι πρόεδρος της “Εταιρίας Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας” και μέλος του ΔΣ του Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.

Υποσημειώσεις

[1]  ΑΥΕ, 1917, φακ. Αακ.2, σελ. ηλεκτρονικού καταλόγου, 118, 122,151, 156, 160.

[2] Η Καλλίπολις ευρίσκεται στο νότιο τμήμα του ανατολικού σκέλους του κόλπου του Τάραντος.

[3]Όλγα, το γένος Κωνσταντινίδου.

[4]Εφ. ΕΣΤΙΑ, 23.9.191. Συνταξίδευαν και οι κυρίες Αποστολόπουλου και Καμπότη.

[5]Ο βαθμός του προσέδρου υπουργού (ministre résident) ήταν τότε ο πρώτος των πρεσβευτικών, λεγομένων, βαθμών. Kατηργήθη ήδη προ του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

[6]Πολλά από τα βιογραφικά στοιχεία του άρθρου ελήφθησαν από επίσημες διαταγές όπως και σημείωμα/νεκρολογία που βρέθηκε στο αρχείο του Κων. Δημαρά (Αρχ. ΚΔ).  Το αρχείο διατηρεί ο Ιωάννης Ζολώτας, δισέγγονος του Θησέως-Παναγιώτου Δημαρά, αδελφού του Κων/νου και γυιός της εγγονής του, Μαρίας Δημαρά. Τον ευχαριστώ εγκαρδίως για όλη την διευκόλυνση που μου παρέσχε στην αναδίφηση και την μελέτη του αρχείου. Ο συγγραφεύς έχει τον ίδιο βαθμό συγγενείας προς τον Κων. Δημαρά, μέσω της αδελφής του Ευαγγελίας (1860-1917).

[7]Είχαν κατά πρώτον διακοπή ατύπως όταν ο Γάλλος ναύαρχος Dartige du Fournet, χωρίς την έγκριση της κυβερνήσεως, διέταξε την εκδίωξη των πρέσβεων της Τετραπλής Συμμαχίας, τον Νοέμβριο 1916. Τότε, η προσωρινή κυβέρνησις της Θεσσαλονίκης είχε κηρύξει τον πόλεμο κατά των εχθρών κρατών, στις 10 και 11 Νοεμβρίου 1916. Οι Έλληνες διπλωματικοί δεν είχαν ανακληθή από τις θέσεις τους. Ήδη, τον Δεκέμβριο 1915, οι αρχές της Ανταντ είχαν εκδιώξει από την Θεσσαλονίκη και την Βόρειο Ελλάδα το προσωπικό των προξενείων των εχθρικών Δυνάμεων.

[8]ΑΥΕ, 1917, Ι/67 (5), Οδηγ. Αθηνών προς Πρεσβεία Βέρνης, 9941, 7.8.17, 11640, 24.8.1917, 6328, 29.8.1917.

[9]ΑΥΕ, 1917, Ι/76, 3, Οδηγ. προς Βέρνη, από 2.6.17., Α/5,VII, 6088, 25.8.1917, Τηλ. Υπ. Εξωτερικών προς Νομάρχη Ηρακλείου. Η Ολλανδία εκπροσωπούσε τα οθωμανικά συμφέροντα στην Ελλάδα.

[10]ΑΥΕ, 1917, Ι/76,4, Οδηγ. Υπ. Εξωτ. προς Βέρνη, 6328, 29.8.1917, για διάβημα στην Ισπανική Πρεσβεία.

[11] ΑΥΕ, 1917 Ι/76 (3),  Οδηγ. προς Πρεσβεία Ρώμης, 9942, 4.8.1917.

[12]Ο αθηναϊκός τύπος αναφέρει ότι το υποβρύχιο ήταν αυστριακό. Τα γερμανικά αρχεία επιβεβαιώνουν ότι επρόκειτο για γερμανικό, το UB48, τύπου UB III, με κυβερνήτη τον ανθυποπλοίαρχο  Wolfgang  Steinbauer.  (1888, Στρασβούργο – 1978, Κολωνία). Στην επίσημη αλληλογραφία της πρεσβείας Ρώμης ουδέν αναφέρεται για την εθνικότητα του υποβρυχίου. Τα ιταλικά δημοσιεύματα, επίσης, αναφέρονται σε γερμανικό. Την ίδια ημέρα βυθίστηκαν δύο ελληνικά πλοία, το ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ και το ΝΙΚΟΣ ΡΟΥΣΣΟΣ.

[13]Πολλές λεπτομέρειες αναφέρονται στο άρθρο του καθηγητού Giovanni Verni, «4.10.17, Il triste epilogo del piroscafo Città di Bari», το οποίο δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρ. ιστοσελίδα La voce di marinaio στις 4 Οκτωβρίου 2016.

[14]Αρχ. ΚΔ, επιστολή (Πάτρα, 27.9.1917) του αδελφού του Κωνσταντίνου, Δημητρίου, αντισυνταγματάρχου τότε, που υπηρετούσε στην Πάτρα, προς τον άλλο αδελφό του, Τάκη (Θησέα-Παναγιώτη). Ο Δημήτριος Δημαράς μεταφέρει όσα του διηγήθηκε ο ναυαγός πλοίαρχος που διεσώθη στην Κέρκυρα και μετέβη αμέσως στην Πάτρα.

[15]Idem υ/σ 15.

[16]Βλ. και ΑΥΕ, 1917, Ι/76,(4), τηλ. Ρώμης, Σιμόπουλος, από 4.10.1917 (193).

[17]Στην Αθήνα κυκλοφόρησε η φήμη, η οποία αναμετεδόθη στον τύπο του εξωτερικού, ότι το πλοίο εβυθίσθη κατόπιν εντολής του βασιλέως Κωνσταντίνου ως αντίποινα (revenge) για την εκθρόνισή του,. Βλ. On the seas, 19.10.1917, (αναμετάδοση από ανταπόκριση εξ Αθηνών της 17.10.17).   Πιθανόν επειδή ορισμένοι επιβάτες φώναζαν προς το υποβρύχιο «Κωνσταντίνος, Κωνσταντίνος…».Βλ. προαναφερθέν άρθρο καθηγητού Giovani Verni, υ/σ 14.

[18]Εφ. ΕΜΠΡΟΣ, 3.10.17.

[19]Εφ. ΕΣΤΙΑ, 8.10.1917 , ΚΑΙΡΟΙ, 9.101917. Πέραν των ειδησεογραφικών τηλεγραφημάτων δεν επεσήμανα περιγραφές του επεισοδίου στο ελληνικό τύπο από διασωθέντες ναυαγούς.

[20]Κατ΄άλλους το 1856.

[21]Ο ιστορικός φιλόλογος Κων. Δημαράς ήταν υιός του Θησέως-Παναγιώτου.

[22]Στις – μη χριστιανικές – χώρες όπου ίσχυε το καθεστώς των Διομολογήσεων, λειτουργούσαν προξενικά δικαστήρια για την επίλυση διαφορών μεταξύ των υπηκόων της χώρας του δικαστηρίου. Στην Οθωμανική αυτοκρατορία το καθεστώς κατηργήθη μονομερώς τον Σεπτέμβριο 1914, με την έναρξη του πολέμου. Στην Αίγυπτο λειτουργούσαν αντίστοιχα (πολυμελή) Μικτά (προξενικά) Δικαστήρια, απαρτιζόμενα από αλλοδαπούς και ημεδαπούς δικαστές, των οποίων ο πρόεδρος ήταν αλλοδαπός.

[23]Αρχ. ΚΔ, Έγγ. Υπ. Εξωτερικών, Προξενικού τμήματος, αρ. 2173/19.2.1901, και Τμήματος Γ΄, αρ. 7098/22.7.1904.

[24] ΑΥΕ, 1905, Γ/34.1, έγγ. 7932, 15.6.1905, εντολή προς Κ. Δημαρά να μεταβή στην Αδριανούπολη, αφού διέλθη από την Κωνσταντινούπολη.

[25]Για την δράση του Κ. Δημαρά στην Αδριανούπολη βλ. ΑΥΕ, 1906, Φ. 15/2 (Α/5Ἄ),  16/1 (Α), και 72/1 (Η), καθώς και 1907, Φ. 55.4 (Δ1).

[26]Αρχ. ΚΔ, Διαταγή Τμήματος Γ΄, Προξενικού αρ. 3482/10.3.1907.

[27]ΑΥΕ, 1907, 92.1, τηλ. Δημαρά, από 29.10.1907.

[28]ΑΥΕ, 1907, 92.1, τηλ. Δημαρά, από 19.6.1907.

[29]Βλ. ΑΥΕ, 1907,  92,1, τηλ. Δημαρά, από 19.6.1907.

[30]Αρχ. ΚΔ, Διαταγή Γ΄Τμήματος, Προξενικού, αρ. 8988, 1.6.1910.

[31]ΑΥΕ, 1912, 105.2, έγγ. Δημαρά, 1123, 8.12.1911.

[32]Αδελφό της συζύγου του νεώτερου αδελφού του, Θησέως-Παναγιώτου.

[33]ΑΥΕ, 1912, 53,5, τηλ. 22.11.12, ΥΠΕΞ προς Ρακτιβάν, υπουργόν Δικαιοσύνης. Διαταγή Γεν. Δ/σεως Πολιτικών Υποθέσεων, αρ. 35209/23.11.1912. Βλ. φωτογραφία μελών της αντιπροσωπείας στο Σπ. Μαρκεζίνης «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος», Τ. 3, σ. 263.

[34]Αρχ. ΚΔ, Διαταγή Γεν. Δ/σεως Πολιτικών Υποθέσεων, αρ. 7067/1.3.1913 και διαταγή του Τμήματος Στρατιάς, προς τον Κο Κων. Δημαράν, από 16.3.1913, με υπογραφή Νικόλαος

[35]ΑΥΕ, 1913, 72,5, Γραφ. Υπουργού προς Α.Μ. τον Βασιλέα, προς έγκριση, αρ. 23645, 16.8.1913.

[36]Τέλη Δεκεμβρίου 1913, έλαβε εντολή να μεταβή στο Γεν. Προξενείο Οδησσού, Ωστόσο, δεν φαίνεται η μετάθεση να υλοποιήθηκε.

[37] Αρχ. ΚΔ,  Διαταγή μεταθέσεως στην Κωνσταντινούπολη, αρ. 4419/18.2.1914.

[38]Για την θητεία του Δημαρά στην Επιτροπή βλ. Γιάννης Μουρέλος, “Πληθυσμιακές ανακατατάξεις την επομένη των Βαλκανικών πολέμων: η πρώτη απόπειρα ανταλλαγής των πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία”, από το Συμπόσιο ‘Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου και η Ελλάδα’, Θεσσαλονίκη, 16-18 Νοεμβρίου 1988, ΙΜΧΑ, 1990. Στην εργασία αυτή του Γ. Μουρἐλου γίνεται συχνά αναφορά σε έγγραφα του Κ.Δημαρά προς τον υπουργό Εξωτερικών, Γ. Στρέιτ.

[39]Βλ. υ/σ 8. Δεν είναι γνωστόν ούτε με ποια ευκαιρία ανεγνώσθη ούτε αν και πού δημοσιεύθηκε. Αλλά συγκρίνοντας τον γραφικό χαρακτήρα  με άλλο υπηρεσιακό σημείωμα, θα πρέπει να εγράφη από υπάλληλο του υπουργείου.

[40]Η πολιτική αυτή είχεν όντως την υποστήριξη της Γερμανίας, ιδίως ύστερα από την άφιξη της στρατιωτικής γερμανικής αποστολής υπό τον στρατηγό Liman von Sanders. Μουρέλος Γιάννης, Πληθυσμιακές ανακατατάξεις… Σ. 178.

Ο εξωπραγματικός πολεμικός σχεδιασμός των ετών 1939-1940. Ειδικό Αφιέρωμα του περιοδικού “GUERRES MONDIALES ET CONFLITS CONTEMPORAINS” που μόλις κυκλοφόρησε με επιμέλεια Γιάννη Μουρέλου

Ο εξωπραγματικός πολεμικός σχεδιασμός των ετών 1939-1940. Αφιέρωμα του περιοδικού “GUERRES MONDIALES ET CONFLITS CONTEMPORAINS” που μόλις κυκλοφόρησε με επιμέλεια Γιάννη Μουρέλου

Drôle de guerre”, “Phony War”, “Sitzkrieg”, τρεις διαφορετικοί όροι που αποδίδουν το ίδιο νόημα. Την εννιάμηνη επιχειρησιακή απραξία στο δυτικό μέτωπο, στο χρονικό διάστημα από την ολοκλήρωση της γερμανικής εκστρατείας στην Πολωνία έως την έναρξη της, γερμανικής πάντοτε, εισβολής στο Βέλγιο, τις Κάτω Χώρες, το Λουξεμβούργο και τη Γαλλία (τέλη Σεπτεμβρίου 1939 – αρχές Μαίου 1940). Αν όμως η αδράνεια υπήρξε το κύριο διακριτικό γνώρισμα κατά μήκος της γαλλογερμανικής μεθορίου, την ίδια εποχή ο πόλεμος μαίνεται στη θάλασσα και στην περιφέρεια (νότιος Ατλαντικός, Σκανδιναβία). Οι κυριότερες εκφάνσεις του φαινομένου είναι η ναυμαχία του Ρίβερ Πλέϊτ στα ανοικτά των ακτών της Ουρουγουάης, ο ρωσοφινλανδικός πόλεμος (γνωστός με την προσωνυμία “χειμερινός”) σε μια εποχή όπου η ΕΣΣΔ είχε συνταχθεί με τις χώρες του Άξονα, τέλος, η γερμανική εισβολή στη Δανία και στη Νορβηγία. Άνετα θρονιασμένα σε αυτή την κατάσταση απραξίας στο κυρίως μέτωπο, τα διάφορα επιτελεία αναλώνονται σε απανωτές ασκήσεις επί χάρτου, σχεδιάζοντας φανταστικές επιχειρήσεις στην περιφέρεια, ικανές να καταφέρουν το αποφασιστικό πλήγμα στον αντίπαλο και τερματίζοντας έτσι νικηφόρα τον πόλεμο προτού καλά-καλά αυτός προλάβει να ξεκινήσει. Πρόκειται για σχέδια εξωπραγματικά, τα οποία ουδέποτε μπόρεσαν να υλοποιηθούν, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων και παρά ταύτα δίχως επιτυχία. Αποκαλύπτουν, όμως, την ψυχολογία και τον τρόπο σκέψης και λειτουργίας εκείνων που τα εκπονούν, εξηγώντας, τρόπον τινα, και την μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων. Στην ανάλυση και αξιολόγηση των παραπάνω σχεδίων είναι αφιερωμένο το τεύχος του περιοδικού Guerres mondiales et Conflits contemporains (πρώην Revue dHistoire de la Deuxième Guerre mondiale) των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων της Γαλλίας (Presses Universitaires de France), που μόλις κυκλοφόρησε με επιμέλεια του Καθηγητή Σύγχρονης Ιστορίας του ΑΠΘ και μέλους της επιστημονικής επιτροπής του περιοδικού, Γιάννη Μουρέλου. Συμμετέχουν με κείμενο η Ομότιμη Καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου 3 του Παρισιού Sorbonne-Nouvelle,  Élisabeth du Réau, συγγραφέας μιας υποδειγματικής βιογραφίας του τότε πρωθυπουργού της Γαλλίας Édouard Daladier, με ένα άρθρο, πραγματικό ψυχογράφημα των κυριοτέρων εκπροσώπων της γαλλικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Η συμβολή του Louis Clerc, Καθηγητή Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Turku της Φινλανδίας και συγγραφέα, πρόσφατα, μιας εξαντλητικής μελέτης σχετικά με τον ρωσοφινλανδικό πόλεμο, αναφέρεται στον γαλλικό σχεδιασμό παρέμβασης στο πλευρό της Φινλανδίας (επιχείρηση Petsamo), o οποίος ουδέποτε υλοποιήθηκε, καθώς και στην, πραγματική τη φορά αυτή αλλά ετεροχρονισμένη συμμαχική επιχείρηση στη Νορβηγία τον Απρίλιο του 1940, με αποκορύφωμα το επεισόδιο του Narvik. Ο Sylvain Champonnois, δρ. Ιστορίας και αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, αναλύει το γαλλοβρετανικό σχέδιο αεροπορικών βομβαρδισμών σε βάρος των σοβιετικών πετρελαϊκών εγκαταστάσεων του Καυκάσου, το οποίο παρέμεινε στα χαρτιά λόγω έλλειψης διαθέσιμων μέσων. Το ίδιο ισχύει και για την προοπτική αναβίωσης του Μακεδονικού μετώπου της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη, που πραγματεύεται το κείμενο του Γιάννη Μουρέλου. Κλείνοντας, πρέπει να επισημανθεί, πως από το ειδικό αυτό αφιέρωμα απουσιάζει ο γερμανικός αντίλογος. Σχέδια, εξίσου εξωπραγματικά, εκπονήθηκαν και από την πλευρά εκείνη (επιχείρηση Felix κατά του Γιβραλτάρ δια μέσου της ισπανικής ενδοχώρας, σκέψεις για καταφορά πλήγματος σε βάρος των γαλλικών κτήσεων της βορείου Αφρικής). Ακόμα και τα σχέδια Weserübung (κατάληψη της Δανίας και της Νορβηγίας) και Fall Gelb (επίθεση κατά της Γαλλίας) διακατέχονται από σημαντικό βαθμό προχειρότητας και αυτοσχεδιασμού. Υπερτερούν, ωστόσο, των υπολοίπων στο βαθμό που δέησαν να γνωρίσουν το φως της ημέρας με τη συνδρομή, είναι αλήθεια, της τύχης, η οποία σε παρόμοιες περιπτώσεις, ευνοεί τους τολμηρούς.

https://www.cairn.info/revue-guerres-mondiales-et-conflits-contemporains-2018-1.htm

Στάθης Μπίρταχας: Το “Ημερολόγιο της πολιορκίας του Ναυαρίνου” του Giacinto Provana di Collegno (1824-25): συμβολή στη μελέτη των ιδιαιτεροτήτων της ιταλικής συνιστώσας του μαχόμενου φιλελληνισμού.

Στάθης Μπίρταχας

ΤοΗμερολόγιο της πολιορκίας του Ναυαρίνου”

του Giacinto Provana di Collegno (1824-25):

συμβολή στη μελέτη των ιδιαιτεροτήτων

της ιταλικής συνιστώσας του μαχόμενου φιλελληνισμού.*

Τα ημερολόγια, τα απομνημονεύματα και οι επιστολές των φιλελλήνων μαχητών της ελευθερίας που συνεισέφεραν στον ελληνικό αγώνα για

Giacinto Provana di Collegno. Χαρακτικό. Από: Leone Ottolenghi, La vita e i tempi di Giacinto Provana di Collegno. Col Diario dell’assedio di Navarino 1825 che si pubblica la prima volta nell’originale francese, E. Loescher, Torino 1882.

την ανεξαρτησία και την οικοδόμηση του εθνικού κράτους συνιστούν ιστορικές πηγές αδιαμφισβήτητης αξίας για τη μελέτη των ποικίλων εκφάνσεων του φιλελληνικού κινήματος και αναδεικνύουν τη διεθνική διάσταση της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά και την ετερότητα και τους ποικίλους τρόπους του βλέμματος των συντακτών των εν λόγω κειμένων έναντι της νεοελληνικής πραγματικότητας, καθώς και τις

συγκλίσεις ή αποκλίσεις της εν λόγω πραγματικότητας από τα ευρωπαϊκά πρότυπα πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής και πολιτισμικής συγκρότησης της εποχής[1]. Στο πλαίσιο αυτό, στην παρούσα μελέτη εξετάζεται κατά τρόπο ενδελεχή το Ημερολόγιο της Πολιορκίας του Ναυαρίνου (Diario dellassedio di Navarino)[2] που συνέγραψε ο κόμης Giacinto Ottavio Enrico Provana di Collegno από το Πιεμόντε[3] και το οποίο μπορεί να συμβάλει στη μελέτη και τη βαθύτερη κατανόηση των ιδιαιτεροτήτων της ιταλικής συνιστώσας του μαχόμενου φιλελληνισμού κατά τη δεκαετία του 1820. Σημειωτέον ότι ο Collegno είχε λάβει μέρος στο αποτυχημένο συνταγματικό κίνημα των φιλελευθέρων που είχε εκδηλωθεί στην πατρίδα του το 1821 και ταξίδεψε στην Ελλάδα κατά τα τέλη του 1824 εκκινώντας από τον τόπο της εξορίας του, το Λονδίνο, από κοινού με τον συμπατριώτη, συναγωνιστή και αδελφικό του φίλο κόμη Santorre di Santarosa, πεσόντα εν συνεχεία στη μάχη της Σφακτηρίας μεταξύ Ελλήνων και Αιγυπτίων (Μάιος 1825).

 

  1. Οι πρώτοι ιταλοί εξόριστοι επαναστάτες του Risorgimento: τέκνα μίας “Φιλελεύθερης Διεθνούς”

Η περίπτωση του Collegno εντάσσεται σ’ ένα κίνημα εθελοντών, οι οποίοι στρατολογούνται στον ελληνικό αγώνα για ανεξαρτησία. Αυτοί συνιστούν μέλη μίας περιπλανώμενης ομάδας, που διατρέχει και συνδέει τα μέτωπα του επαναστατικού κύματος της δεκαετίας του 1820: στην Ιταλία, στην Ισπανία, στην Ελλάδα, αλλά και στη Λατινική Αμερική. Συνεκτικά στοιχεία τους συνιστούν η συμμετοχή σε μυστικές εταιρείες[4], η φιλελεύθερη ιδεολογία (εξ ου και ο χαρακτηρισμός της ομάδας ως “Φιλελεύθερης Διεθνούς”), αλλά και η βούληση πολλών από αυτούς να συνεχίσουν τη στρατιωτική σταδιοδρομία ύστερα από το τέλος των Ναπολεόντειων Πολέμων και την υποχρεωτική αποστρατεία[5]. Όσον αφορά τους εκπροσώπους του Risorgimento, οι ιταλοί επαναστάτες της περιόδου ερμηνεύουν την ελληνική ανεξαρτησία στο πλαίσιο της μεγάλης υπόθεσης της ελευθερίας στην Ευρώπη. Στην Ιταλία οικοδομείται σε πρώτο χρόνο η έννοια της ελληνολατινικής αλληλεγγύης, που απορρέει από τη σύνδεση των δύο πολιτισμών της κλασσικής αρχαιότητας. Προϊόντος του χρόνου – ύστερα από τα αποτυχημένα συνταγματικά και φιλελεύθερα κινήματα του 1820-21 στο Πιεμόντε, τη Νεάπολη και τη Σικελία – οι ιταλοί φιλελεύθεροι πατριώτες διευρύνουν στην εξορία τα όρια της κοινής δράσης και του συντονισμού των επαναστατικών δυνάμεων στο πλαίσιο μίας αλληλεγγύης των μεσογειακών λαών[6]. Από την άλλη, βέβαια, ήδη πριν από την εκδήλωση της Ελληνικής Επανάστασης η ιταλική χερσόνησος αναδεικνύεται σε πραγματικό ζυμωτήρι, σε σημείο συνάντησης του αγγλικού ρομαντισμού με κύκλους ιταλών συνωμοτών, καθώς και σημαντικούς εκπροσώπους του νεοελληνικού διαφωτισμού και της Φιλικής Εταιρείας. Στην Τοσκάνη, ειδικότερα, συναντώνται οι άγγλοι ριζοσπάστες ρομαντικοί ποιητές Byron και Shelley με τους ιταλούς καρμπονάρους και τον “κύκλο της Πίζας” των Ελλήνων της διασποράς[7].

Επαναστατικά κινήματα στην Ευρώπη (δεκαετία 1820).
Πηγή:http://slideplayer.com/slide/7505029/24/images/4/Revolutionary+Movements+in+the+Early+19c.jpg

Το Λονδίνο συνιστά το τελικό σημείο συνάντησης και ώσμωσης επιμέρους συντελεστών της Επανάστασης: των εξόριστων επαναστατών, των επιτροπών στήριξης του αγώνα, αλλά και του οικονομικού παράγοντα που θα τον χρηματοδοτούσε. Παράλληλα, η πόλη αποτελεί κομβικό σημείο για την ανάπτυξη του ιταλικού εθνικού αφηγήματος, γεγονός στο οποίο συμβάλλει και η έντονη εκδοτική δραστηριότητα των εκεί ιταλών εξορίστων – πρωτοστατούντος του Ugo Foscolo, του ποιητή με την υβριδική ταυτότητα που συνεισέφερε καθοριστικά στη διάδοση της ελληνικής υπόθεσης μεταξύ των Ιταλών. Με την πεποίθηση ότι η υπόθεση της Επανάστασης κρίνεται στο μέτωπο της Ελλάδας, αυτοί συνδέουν την εθνική τους υπόθεση με την ελληνική[8]. Ακριβώς από το Λονδίνο οι Collegno και Santarosa αναχωρούν στις 5 Νοεμβρίου 1824 με το πλοίο “Little Sally” για το ελληνικό μέτωπο˙ και τούτο, παρά τις αντιρρήσεις του John Bowring, γραμματέα της Ελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου (London Greek Committee), καθώς και άλλων μελών αυτής αντίθετων με την αποστολή στην Ελλάδα ιταλών εξορίστων, ώστε να μη θεωρηθεί απόδειξη από τις εχθρικές απολυταρχικές δυνάμεις ότι τα ίδια ανατρεπτικά στοιχεία υποκινούσαν τις επαναστάσεις στις τρεις μεσογειακές χερσονήσους[9]. Είχε προηγηθεί η μετάβαση του Collegno στην ιβηρική χερσόνησο για να στηρίξει την ισπανική συνταγματική κυβέρνηση˙ όχι, όμως, και του Santarosa, ο οποίος αφενός θεωρούσε ότι κάτι τέτοιο αντίβαινε στις πολιτικές αρχές του και αφετέρου δεν αισθανόταν καμία συμπάθεια για την Ισπανία. Για την Ελλάδα, αντιθέτως, αισθανόταν μία αγάπη και μία αδελφοσύνη που είχαν κάτι το ιερό[10]. Συνεπώς, η μετάβαση στην Ελλάδα των δύο ιταλών φιλελεύθερων εξορίστων – πρωταγωνιστών του συνταγματικού κινήματος στο Πιεμόντε και καταδικασθέντων σε θάνατο στην πατρίδα τους – εντάσσεται στη δεύτερη φάση ενίσχυσης του ελληνικού αγώνα με κοσμοπολίτες μαχητές της ελευθερίας: ύστερα δηλαδή από τον θάνατο-προσκλητήριο του Byron στο Μεσολόγγι, το ισπανικό Trienio liberal (1820-23) και το τέλος των επαναστάσεων της Λατινικής Αμερικής. Πρόκειται για την περίοδο από το 1824 έως το 1826, όταν κατευθύνονται πλέον προς την Ελλάδα έμπειροι ως επί το πλείστον αξιωματικοί με την προοπτική να αναλάβουν θέσεις ευθύνης στις ελληνικές δυνάμεις και εντείνονται οι προσπάθειες για τη συγκρότηση τακτικού στρατού[11].

Annibale Santorre Derossi di Pomarolo, κόμης di Santarosa, έργο Πολυχρόνη Λεμπέση, ελαιογραφία σε μουσαμά, 1882, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.
  1. Το ημερολόγιο του Giacinto Provana di Collegno

2.1. Στο ελληνικό μέτωπο

Οι Santarosa και Collegno φθάνουν στην πόλη του Ναυπλίου (Napoli di Romania, όπως είναι γνωστή από τη βενετική περίοδο) στις 10 Δεκεμβρίου 1824. Η φήμη του πρώτου αναγκάζει τις ελληνικές αρχές να μην του απονείμουν κάποιο σημαντικό στρατιωτικό ή διοικητικό οφίκιο – παρά τις διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου από μέρους των εκπροσώπων της ελληνικής διοίκησης στο Λονδίνο (του Ιωάννη Ορλάνδου και του Ανδρέα Λουριώτη)[12] – και να τον στείλουν εν τέλει ως απλό μαχητή στη Σφακτηρία με το ψευδώνυμο Derossi[13]. Στον Collegno, από την άλλη, απονέμεται ο βαθμός του συνταγματάρχη και αποστέλλεται ως διοικητής του μηχανικού (archimeccanico) στο φρούριο του Νεοκάστρου (Ναυαρίνου).

Στοιχεία για τα έργα και τις ημέρες του Collegno στο ελληνικό μέτωπο αντλούμε από το δικό του Ημερολόγιο της πολιορκίας του Ναυαρίνου (Diario dellassedio di Navarino), που εκδόθηκε στο Τορίνο το 1857 από κοινού με ένα βιογραφικό σχεδίασμα του συγγραφέα, που συνέταξε ο φίλος του και μετριοπαθής φιλελεύθερος πολιτικός Massimo d’Azeglio[14]. Από ιστοριογραφικής απόψεως, σύμφωνα με τον ιστορικό της εκστρατείας του Ιμπραήμ Πασά στην Πελοπόννησο Μιχαήλ Σακελλαρίου, «Επειδή [ο Collegno] ήταν πολύ σοβαρός και πολύ παρατηρητικός, το κείμενό του είναι η καλύτερη πηγή για την πολιορκία του Νεοκάστρου [Μάιος 1825]»[15].

Πρόθεσή μου εδώ δεν είναι να αναδείξω τη συμβολή του Collegno στην αποκατάσταση των πολεμικών γεγονότων, αλλά τις οπτικές του έναντι: α) των ελλήνων συμμαχητών του και της νεοελληνικής πραγματικότητας˙ β) των εχθρών στο πεδίο της μάχης, δηλαδή των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ˙ και γ) των ομοεθνών “άλλων”, των ιταλών δηλ. μισθοφόρων αξιωματικών που βρέθηκαν στρατολογημένοι στο αντίπαλο στρατόπεδο. Τέλος, το ενδιαφέρον μου στρέφεται στην εικόνα της ελληνικής γης και του Μοριά ειδικότερα, όπως αυτή εξάγεται από τις περιγραφές του Collegno υπό τύπον περιηγητικής λογοτεχνίας.

2.2. Η εικόνα της φίλιας πλευράς: Έλληνες και νεοελληνική πραγματικότητα

Η συνάντηση με τους έλληνες ιθύνοντες, αλλά και με τους γηγενείς πολεμιστές στο πεδίο της μάχης αναδεικνύει τη γνωστή – από τα κείμενα πλήθους άλλων ευρωπαίων εθελοντών – προβληματική επαφή και προσέγγιση δύο αντιθετικών κόσμων: των φιλελλήνων της φιλελεύθερης Δύσης από τη μία και των Ελλήνων της οθωμανικής Ανατολής από την άλλη. Συνακόλουθα, τίθενται σε δοκιμασία οι εκατέρωθεν αναπαραστάσεις. Η αμηχανία του Collegno έναντι των Ελλήνων είναι πρόδηλη: από τη μία το δέος για την κλασσική παράδοση – που τροφοδοτείται, ωστόσο, κατά κύριο λόγο από τον οίστρο του διανοούμενου συνοδού και φίλου Santarosa για την πατρίδα του Σωκράτη[16] – και από την άλλη η αποστροφή ενώπιον της νεοελληνικής βαρβαρότητας. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η συμπόρευση είναι προβληματική, γεγονός που κυριαρχεί σε όλο το εύρος του Ημερολογίου του Collegno[17].

Giacinto Collegno, Diario dell’assedio di Navarino. Memorie di Giacinto Collegno precedute da un ricordo biografico dell’autore scritto da Massimo d’Azeglio, μτφρ. A. Mauri, Pelazza, Τorino 1857.

Ας δούμε αναλυτικότερα τις επιμέρους πτυχές αυτής της συνάντησης του ιταλού εθελοντή με τους γηγενείς και της προβληματικής σύμπραξής του με αυτούς ακόμη και την κρίσιμη ώρα της μάχης˙ και πρώτα απ’ όλα, την εικόνα που ο Collegno σχηματίζει γενικά για τους Νεοέλληνες, τις συνήθειες, τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές τους. Ο πολιτισμός φθάνει έως τα – τέως βενετικά και νυν βρετανικά – Ιόνια Νησιά, σημειώνει κατηγορηματικά. Οι Έλληνες είναι απολίτιστοι και βάρβαροι˙ συμφεροντολόγοι, άπληστοι και διεφθαρμένοι (μόνον οι μικροί και οι φτωχοί απέχουν από τη διαφθορά)˙ απερίσκεπτοι και καθόλου προνοητικοί για την αυριανή ημέρα˙ πότες˙ ξεκινούν να κάνουν κάτι με την όρεξη και την ορμή των Γάλλων, αλλά εν συνεχεία χάνουν το ενδιαφέρον τους και πέφτουν στη ραθυμία των Ισπανών και δεν υπάρχει κάτι που να τους βγάλει από αυτήν τη μακάρια κατάσταση˙ δεν είναι σταθεροί στις απόψεις τους, αλλά αλλάζουν γνώμη ανά πάσα στιγμή και ανάλογα με τις περιστάσεις[18]˙ φοβούνται το σκοτάδι περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο («στο σκοτάδι δεν είναι πια ο εαυτός τους!»[19])˙ με την πρώτη ευκαιρία απλώνουν «το δεξί χέρι, ανοίγοντας τα δάκτυλα και φωνάζοντας εκείνο το Ναα τους που εκφράζει ρητώς την περιφρόνηση»[20]. Όσο για τη ζωή στα χωριά, εκεί τα πράγματα είναι πραγματικά δύσκολα: είναι καλύτερα κανείς να διανυκτερεύει στην ύπαιθρο παρά «στις ρυπαρές καλύβες»[21].

Οι έλληνες γιατροί είναι εντελώς αδαείς και η επιβίωση των τραυματιών στα χέρια τους είναι σχεδόν αδύνατη. Επ’ αυτού, ο Collegno μνημονεύει την περίπτωση ενός χειρουργού ονόματι «Satrako»[22], που προέβαινε σε διάτρηση κρανίου όλων όσοι τραυματίζονταν στο κεφάλι˙ δεν επιβίωσε κανείς τους[23].

Όσον αφορά τις Ελληνίδες, αυτές είναι σκλάβες των ανδρών. Στον γάμο η γυναίκα δεν είναι σύντροφος, αλλά υπηρέτρια ή μάλλον σκλάβα του άνδρα, τον οποίο αποκαλεί «εφέντη, δηλαδή κύριο» και τον υπηρετεί αδιαλείπτως. Μόνον εκείνος κοιμάται σε κρεβάτι, ενώ εκείνη και τα παιδιά πλαγιάζουν στο πάτωμα. Δεν υπάρχει κανενός είδους συντροφικότητα και αγάπη στη σχέση τους. Ο Collegno καταλήγει διερωτώμενος: «Να ’ναι άραγε και ο έρωτας καρπός του πολιτισμού;»[24].

Γενικά είναι δύσκολο να βρει κανείς κάτι θετικό στους Έλληνες. Ως εκ τούτου, ο Collegno αισθάνεται οίκτο για τον επίδοξο μονάρχη της αναδυόμενης Ελλάδας, έναν δηλαδή από τους γιους του δούκα της Ορλεάνης, τον οποίο προωθεί ο Γάλλος στρατηγός Henri Roche. «Φτωχό παιδί! Τι έχεις κάνει άραγε και σκέφτονται να σε στείλουν βασιλιά σ’ αυτόν τον τόπο;», διερωτάται[25]. Οικτίρει, ομοίως, εκείνους που «άφησαν την πολιτισμένη Ευρώπη» και «δοκιμάζουν την ελληνική ζωή: φτωχούληδες! τους συμπονώ από τα βάθη της ψυχής μου»[26].

2.2.1. Έλληνες συμμαχητές

Η παραπάνω εικόνα επιτείνεται αφενός από την κατηγορηματική απόρριψη εκ μέρους του Collegno των στρατιωτικών πρακτικών, αλλά και της ιδιοσυγκρασίας των ατάκτων ελλήνων συμμαχητών του˙ και αφετέρου και αντίστοιχα, από τη γενική δυσπιστία των τελευταίων προς το πρόσωπό του, την περιφρόνηση για τις στρατιωτικές του γνώσεις, αλλά και για την προσήλωσή του σε κανόνες και αρχές (πειθαρχία, κώδικας τιμής κλπ.), που εκείνοι θεωρούν αδιανόητες και ανεφάρμοστες σε συνθήκες ασύμμετρου πολέμου. Στο πλαίσιο αυτό, οι Έλληνες μαχητές, αξιωματικοί και απλοί στρατιώτες, είναι σύμφωνα με τον Collegno δειλοί και κρύβονται ή διαφεύγουν ακόμη και στο άκουσμα του ονόματος των Τούρκων. Ενώπιον, μάλιστα, του αιγυπτιακού στόλου αποφεύγουν να αντισταθούν, αποφασίζουν τη διαφυγή και αφήνουν στη Σφακτηρία έκθετους, στο έλεος του εχθρού, τους πολεμιστές που βρίσκονταν εκεί – μεταξύ αυτών και τον Santarosa[27]. Επ’ αυτού διατυπώνονται ευθείες αιχμές κατά του διοικητή του φρουρίου Δημητρίου Σαχτούρη και ιδίως κατά του πρίγκιπα Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου που διαφεύγει με το μπρίκι “Άρης”. Επιπλέον, φεύγοντας αφήνουν το Ναυαρίνο δίχως βλήματα: «η μπαρουταποθήκη μας ήταν το [μπρίκι] “Άρης”, και τo “Άρης” το απομάκρυνε ο πρίγκιπας Μαυροκορδάτος»[28]. Η πειθαρχία είναι άγνωστη έννοια στους Έλληνες

Χάρτης του όρμου του Ναυαρίνου. Από: William Martin Leake, Travels in the Morea, John Murray, London 1830.

μαχητές τόσο στη στεριά όσο και στη θάλασσα. Αυτοί είναι, επίσης, οκνηροί. Οι έλληνες αξιωματικοί δεν αναγνωρίζουν την αξία των ειδικευμένων ευρωπαίων αξιωματούχων και παρουσιάζονται απρόθυμοι να ακολουθήσουν τις οδηγίες τους όταν δεν συνάδουν με τις δικές τους συνήθειες και επιθυμίες. Ειδικότερα, οι προτάσεις του Collegno για την εκπόνηση αναγκαίων εργασιών προκειμένου να ενισχυθεί η άμυνα του φρουρίου του Ναυαρίνου προκαλούν τη θυμηδία τους, αλλά ενίοτε και την ανοικτή αποδοκιμασία και την καταφρόνησή τους. «Οι Έλληνες διαμαρτυρήθηκαν έντονα όλοι με μια φωνή, δεν είναι σκλάβοι˙ κανείς τους δεν μπορεί να μεταφέρει χώμα. Εάν ο διοικητής του μηχανικού χρειάζεται χειρώνακτες, ας πάει να πάρει τους Αιγύπτιους: εκείνοι, μάλιστα, θα δουλέψουν», αναφέρει επί λέξει ο Collegno[29]. Οι έλληνες ανώτεροι αξιωματικοί είναι κλέφτες: τους έδωσε το τηλεσκόπιό του να κοιτάξουν και του το έκλεψαν μπροστά στα μάτια του. Oι έλληνες στρατιωτικοί ιθύνοντες είναι ανέντιμοι και βάρβαροι: δεν τηρούν τις συμφωνίες τους με τον εχθρό και δεν δείχνουν το παραμικρό έλεος για τους ηττημένους. Επ’ αυτού, ο Collegno μνημονεύει την περίπτωση της ανέντιμης σφαγής – παρά τα συμφωνηθέντα – των 600 περίπου τούρκων αιχμαλώτων του Ναυαρίνου το 1821. Από τους έλληνες αξιωματούχους ξεχωρίζει μόνον έναν για την ειλικρίνεια, την εντιμότητα και την ανιδιοτέλειά του: τον Υδραίο Αναστάσιο Τσαμαδό. Οι άλλοι ως επί το πλείστον είναι ιδιοτελείς[30]˙ σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, που σκέφτονται ακόμη και να προτείνουν στον Ιμπραήμ την παράδοση του φρουρίου του Ναυαρίνου υπό τον όρο να καταβάλει στη φρουρά αμοιβή έξι μηνών! Μα αυτό «θα ισοδυναμούσε με πώληση του φρουρίου, όχι με παράδοσή του υπό τίμιους όρους», σημειώνει εμφατικά ο Collegno[31]. Είναι αγροίκοι – συνεχίζει – και δεν έχουν επαφή με την πραγματικότητα: αδυνατούν να αντιληφθούν ακόμη και το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά πλοία μπορούν να εγγυηθούν την προστασία τους όχι με την ισχύ των κανονιών, αλλά μ’ εκείνη της σημαίας τους. «Ως πειρατές συνηθισμένοι να επιτίθενται κάθε φορά που είναι ισχυρότεροι, αυτές οι έννοιες είναι γι’ αυτούς πολύ αφηρημένες», συμπεραίνει ο Collegno[32].

Σημερινή άποψη του φρουρίου του Νεοκάστρου και της Πύλου.

Η απαξίωσή τους απέναντι στο πρόσωπο του Collegno είναι πέρα για πέρα εμφανής. «Απόψε στα πρανή του οχυρού έτυχε να ακούσω κάποιους που περνούσαν από κοντά μου να λένε μεταξύ τους: “Α! εκείνος ο σκύλος ο Φράγκος πληγώθηκε”. Τι ωραία φιλοφρόνηση!», γράφει με πικρία ο Collegno[33]. Κι ακόμη χειρότερα, όταν αποστέλλεται ως μέλος αντιπροσωπείας για να διαπραγματευτεί με τον Ιμπραήμ την παράδοση του Ναυαρίνου εισπράττει τη δυσπιστία τους και καθίσταται ύποπτος προδοσίας –συμπεριλαμβανομένου και πρωταγωνισθέντος του Μακρυγιάννη, τον οποίο ο Collegno αποδομεί[34]. Επί τη ευκαιρία δε ξεσπά: «οι βάρβαροι είμαστε εμείς και όχι οι Τούρκοι. […] Γιατί λοιπόν θα έπρεπε να μείνω κι άλλο σε έναν τόπο, όπου κανείς δεν με καταλαβαίνει;»[35]. Εν τέλει, ύστερα από την παράδοση του Ναυαρίνου ο Collegno πληροφορείται με έκπληξη ότι οι Έλληνες ψιθυρίζουν μεταξύ τους πως λόγω της απαράδεκτης συμπεριφοράς που είχε εισπράξει από μέρους τους δεν περίμεναν παρά να έχει περάσει στην υπηρεσία του Ιμπραήμ. Αργότερα, μάλιστα, στον δρόμο της επιστροφής του για το Ναύπλιο, στους Μύλους του Άργους, τον υποδέχονται ως ήρωα του Ναυαρίνου, γεγονός που τον αφήνει εμβρόντητο: «Πραγματικά, αδυνατώ να καταλάβω γιατί εδώ μου κάνουν τόσους τεμενάδες, ενώ στο Ναυαρίνο με αποκαλούσαν εκείνος ο σκύλος ο Φράγκος[36]. Όπως θα πληροφορείτο αργότερα, είχε διαδοθεί η φήμη – αναληθής βεβαίως – ότι, ενώ ο Ιμπραήμ του έταζε “τον ουρανό με τ’ άστρα”, είχε αρνηθεί να δωροδοκηθεί και να προσχωρήσει στον στρατό του. Και καταλήγει: «Πραγματικά, αυτοί οι Έλληνες πρέπει να έχουν μία πολύ ευτελή ιδέα για τους φιλέλληνες!»[37].

Και πράγματι, οι έλληνες συμμαχητές αδυνατούν να κατανοήσουν τα κίνητρά του και των ευρωπαίων εθελοντών εν γένει. Εις επίρρωσιν τούτου, μνημονεύει το ακόλουθο επεισόδιο: «[…] ο Μακρυγιάννης, απευθυνόμενος στον γραμματέα του […] τον ρώτησε: “Τι μπορεί να έφερε εδώ αυτούς τους Φράγκους; Δεν είναι η χώρα τους αυτή: δεν έχουν εδώ οικογένεια ή άλλο πολύτιμο αγαθό να υπερασπιστούν˙ παρ’ όλα αυτά μοιράζονται τους κινδύνους μας και τις στερήσεις μας, και δεν παραπονούνται ποτέ”. Και ο γραμματέας με περισπούδαστο ύφος του απάντησε: “Τους έφερε εδώ ο πόθος για τη δόξα!”»[38]. Η αδυναμία αυτή κατανόησης τους οδηγεί ένα βήμα παραπέρα: στην αχαριστία ή και την ύβρη έναντι των θυσιασθέντων φιλελλήνων. Εύγλωττη απόδειξη συνιστά η στάση του λοχαγού του πυροβολικού Εμμανουήλ Καλλέργη εξ αφορμής του θανάτου του Santarosa, την οποία ο Collegno στηλιτεύει δεόντως: «Απόψε ο Καλλέργης μου έλεγε: “Τι τρελός εκείνος ο δικός σας ο Santarosa που ήρθε εδώ να σκοτωθεί!”»[39].

2.2.2. Έλληνες ιθύνοντες

Ανεξάρτητα από τον πόλεμο των ατάκτων και τις ιδιαιτερότητες των ελλήνων μαχητών, ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι κρίσεις του Collegno για την ελληνική κυβέρνηση, για τους αξιωματούχους της, καθώς και για ορισμένες εμβληματικές προσωπικότητες του ελληνικού αγώνα. Η κυβέρνηση των Υδραίων θεωρείται υπαίτια του εμφυλίου πολέμου, από τη στιγμή που απέκλεισε από τις τάξεις της τους Μωραΐτες. Στηλιτεύεται, ομοίως, η συνεργασία της με τους Ρουμελιώτες οι οποίοι, αφού κατέκλεψαν και κατέστησαν τον Μοριά ανίκανο να αμυνθεί κατά των Τούρκων, επιστρέφουν στις πατρίδες τους. Επιπλέον, επικρίνεται επειδή κατασπαταλά τα χρήματα του αγγλικού δανείου πληρώνοντας καπετανέους ατάκτων για τη συντήρηση ανύπαρκτων ανδρών, ώστε αυτοί να μην στρατολογήσουν κόσμο και την ανατρέψουν. «Ιδού λοιπόν η ιστορία του ελληνικού στρατού!», σχολιάζει ο Collegno[40]. Ύστερα από την πτώση του Ναυαρίνου, o Collegno θεωρεί την αποστολή του λήξασα και αρνείται να προσφέρει άλλες υπηρεσίες σε τέτοιου είδους ελληνική κυβέρνηση. Σημειώνει δε εμφατικά ότι η μοναδική επαφή που θα επιθυμούσε μαζί της θα ήταν μία αποχαιρετιστήρια επίσκεψη[41].

Ο πρόεδρος του Εκτελεστικού Γεώργιος Κουντουριώτης, ο δήθεν αρχιστράτηγος κατά την αντίσταση εναντίον του Ιμπραήμ, αντιμετωπίζεται σχεδόν ως λιποτάκτης: μόλις πληροφορήθηκε την απώλεια της Σφακτηρίας, εγκατέλειψε τον ελληνικό στόλο και στρατό για να κατευθυνθεί στους δικούς του, στην Ύδρα. Ανάξιοι εμπιστοσύνης είναι και οι λοιποί κυβερνητικοί αξιωματούχοι – εκτός βεβαίως του υπουργού των εσωτερικών Παπαφλέσσα, που «με το γιαταγάνι στο χέρι […] χάθηκε ένδοξα με όλους τους δικούς του»[42]. Όσον αφορά τον προαναφερθέντα πρίγκιπα Μαυροκορδάτο, γραμματέα του Εκτελεστικού, ο Collegno τον θεωρεί υπαίτιο του χαμού του Santarosa, τον αντιμετωπίζει με δυσπιστία και τον αποφεύγει συστηματικά. Η προσωπικότητα που θέλγει πραγματικά τον Collegno είναι εκείνη του πρίγκιπα Δημητρίου Υψηλάντη, στρατιωτικού και πολιτικού αλλά αγνού πατριώτη, που δεν ενεπλάκη στον εμφύλιο[43]: «Ο Υψηλάντης παραμένει πάντοτε ο μοναδικός πολιτισμένος Έλληνας, για τον οποίο τρέφω μία αδυναμία, και η ιδέα που έχω γι’ αυτόν μεγεθύνθηκε ύστερα από τη συναναστροφή μου με τον αντίπαλό του Μαυροκορδάτο»[44].

Ιωάννης Μακρυγιάννης – Παναγιώτης Ζωγράφος, Μάχη της Σφακτηρίας (Μάιος 1825). Από: I. Makryjannis – P. Zographos, Histoire picturale de la Guerre de l’indépendance hellénique, Editions d’Art Boissonas – Librairie Jean Budry & CIE, Genève – Paris 1926.

Εν αντιθέσει προς τις οπτικές πολλών άλλων φιλελλήνων, ο Collegno προσλαμβάνει θετικά τον εμβληματικό στρατιωτικό Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον οποίο σέβονται αλλά και φοβούνται άπαντες. Τον εκλαμβάνει ως φυσικό ηγέτη του λαού, εν αντιθέσει προς τη μισητή και ανίκανη κυβέρνηση που τον έχει εξουδετερώσει την ώρα που οι δυνάμεις του Ιμπραήμ προελαύνουν. Τον περιγράφει δε ως ακολούθως: «Ο Κολοκοτρώνης, τον οποίο είδα σήμερα [30 Μαΐου 1825] για πρώτη φορά, είναι ένας άνδρας μεταξύ σαράντα πέντε και πενήντα ετών, ψηλός, στιβαρός, με μαύρα ακόμη μαλλιά και με τον αέρα μεγάλου ηγέτη. Κρατούσε στο χέρι ένα κυρτό μπαστούνι σε σχήμα ποιμενικής γκλίτσας ή ποιμαντορικής ράβδου: […] Βλέποντας τον σεβασμό με τον οποίο όλοι τον τιμούν, πρέπει να ειπωθεί ότι πρόκειται για τον δικό τους άνθρωπο, για τον ηγέτη της επιλογής τους»[45]. Στην Τριπολιτσά, αλλά και στην ευρύτερη ζώνη όλοι («άνδρες, γυναίκες, γέροι, νέοι, όσοι εν τέλει συναντούμε στον δρόμο») εκφράζουν τη λατρεία και τον σεβασμό τους απέναντι στον «γέρο τους»[46] (έτσι τον αποκαλούν) και την απέχθειά τους για τον Κουντουριώτη και την κυβέρνηση των Υδραίων που τον φυλάκισε. Πιστεύουν δε ότι, εφόσον ο Κολοκοτρώνης δεν είχε φυλακιστεί, το Ναυαρίνο δεν θα είχε πέσει στα χέρια του Ιμπραήμ. Υπό την αρχηγία του Κολοκοτρώνη όλοι είναι πρόθυμοι να πολεμήσουν τους Αιγύπτιους˙ σε αντίθετη περίπτωση όχι. O Collegno ρωτά κάποια στιγμή τον στρατηγό Roche «εάν είναι της γνώμης ότι η Ελλάδα μπορεί να διοικηθεί δίχως τον Κολοκοτρώνη, και πως η παρούσα κυβέρνηση μπορεί να εξακολουθήσει να υφίσταται εφόσον ο Κολοκοτρώνης τεθεί επικεφαλής του στρατού. Κατά την άποψή μου, ένας μόνον τρόπος μπορεί να σώσει την Ελλάδα, κι αυτός δεν είναι άλλος από μία στρατιωτική κυβέρνηση. Αλλ’ όση εκτίμηση κι αν τρέφω για τον Κολοκοτρώνη, θα μου ήταν αδύνατον από την άλλη να ζήσω υπό την απόλυτη εξουσία της δικής του προαιρέσεως˙ εκτός του ότι όλα όσα γνωρίζω γι’ αυτόν με κάνουν να πιστεύω ότι οι Ευρωπαίοι δεν θα τα βγάλουν εύκολα πέρα όταν εκείνος πάρει την κατάσταση στα χέρια του»[47].

2.3. Η εικόνα του εχθρού: Ιμπραήμ και Αιγύπτιοι

Η εικόνα του “άλλου”, του αλλόθρησκου εχθρού, όπως αυτή εξάγεται από το Ημερολόγιο του Collegno, παρουσιάζει ορισμένες θετικές πτυχές. Όσον αφορά τον Ιμπραήμ Πασά, ο Collegno δεν διστάζει να παραδεχθεί τη μεγαλοψυχία του αιγύπτιου στρατηλάτη προς τους παραδοθέντες Έλληνες του Ναυαρίνου – εν αντιθέσει προς την προρρηθείσα ανάλγητη στάση των Ελλήνων έναντι των Τούρκων παραδοθέντων της ίδιας πόλης το 1821˙ και τούτο, παρά τα όσα φρικώδη του καταμαρτυρούν. Οι εφημερίδες σας γράφουν «ότι τρώω ανθρώπινο κρέας και πίνω αίμα», δηλώνει στον Collegno και του ζητά να ανασκευάσει την εικόνα αυτή όταν θα μεταβεί στη Δύση με τα αρνητικά της στερεότυπα για τους Οθωμανούς και τους μουσουλμάνους συμμάχους τους. Και συνεχίζει: «Πράγματι, είναι μία ευγενής υπόθεση εκείνη των Ελλήνων! Είναι οι δικές σας προκαταλήψεις που την καθιστούν τέτοια!»[48]. Από την άλλη, εκφράζει απερίφραστα τον θαυμασμό του για τον Ναπολέοντα. Εντύπωση προξενεί, εξάλλου, στον Collegno ότι οι αιχμάλωτοι που έστειλε ο Ιμπραήμ στους Έλληνες για να τους πείσει να παραδώσουν το Ναυαρίνο «Ήταν άοπλοι, αλλά ντυμένοι με τα συνηθισμένα ρούχα τους, και δεν ανταποκρίνονταν επ’ ουδενί στην εικόνα εκείνων των ελλήνων αιχμαλώτων, που αναπαριστώνται στις ευρωπαϊκές λιθογραφίες ως φέροντες αλυσίδες και μώλωπες από κτυπήματα»[49]. Στο πρόσωπο δε του ικανού συνταγματάρχη Σουλεϊμάν Μπέη, γάλλου εξωμότη και νικητή της Σφακτηρίας[50], ο Collegno αναγνωρίζει έναν καλλιεργημένο και έντιμο άνθρωπο. Συνακόλουθα, αναπτύσσεται σχέση αλληλοσεβασμού και εκτίμησης μεταξύ τους. Ο Σουλεϊμάν τον ενημερώνει για την τύχη του φίλου του Santarosa, του μοναδικού από τους ανευρεθέντες θανόντες που φορούσε γυαλιά. Επίσης, προσφέρεται να του δανείσει χρήματα, καθώς και να τον βοηθήσει να μεταβεί στη Δύση μέσω Αιγύπτου, εφόσον το θελήσει˙ προτάσεις που αμφότερες απορρίπτει ευγενικά ο Collegno. Όλα τα παραπάνω γεννούν ανάμικτα συναισθήματα στον ιταλό φιλέλληνα: από τη μία η πολιτισμένη συμπεριφορά απέναντί του από μέρους των εχθρών και από την άλλη η απαράδεκτη αντιμετώπιση από μέρους της φίλιας πλευράς των Ελλήνων. Παρ’ όλα αυτά, απομακρυνόμενος από το Ναυαρίνο, επάνω στο πλοίο, και αντικρίζοντας την τουρκική σημαία να κυματίζει επάνω στον ναό της Μεταμορφώσεως, το μοναδικό όρθιο κτίσμα της πόλης, συγκινείται και κλαίει[51].

2.4. Η εικόνα του ομοεθνούς “άλλου”: Ιταλοί μισθοφόροι στο αντίπαλο στρατόπεδο

Η οπτική του Collegno έναντι των ομοεθνών “άλλων”, των τυχοδιωκτών μισθοφόρων της επανάστασης, των ιταλών δηλαδή αξιωματικών που βρέθηκαν στρατολογημένοι στο αντίπαλο στρατόπεδο, είναι ασφαλώς διαφορετική. Στον στρατό του Μεχμέτ Αλή υπήρχαν ευρωπαίοι εκπαιδευτές, που αναμφίβολα είχαν τις ίδιες καταβολές με τους εθελοντές που κατευθύνθηκαν στην Ελλάδα και συνέδραμαν τον ελληνικό αγώνα: ήταν στην πλειονότητά τους απόστρατοι της Μεγάλης Στρατιάς του Ναπολέοντα. Σημειωτέον ότι στις τάξεις τους είχε περάσει πλέον και ο επαγγελματίας μισθοφόρος Gubernatis από το Πιεμόντε, που είχε πολεμήσει στο πλευρό των Ελλήνων στη μάχη του Πέτα. Το γεγονός είναι δηλωτικό της ρευστότητας των ορίων όσον αφορά στις κατατάξεις, καθώς και των προσωπικών προτεραιοτήτων και του τυχοδιωκτισμού που διέκρινε ορισμένους ευρωπαίους μαχητές. Στην εκστρατεία του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο συμμετείχαν τεκμηριωμένα οι Ιταλοί Romei, Luchessi, Trona, Scarpa, Bolognini, Albertini και Luccoli, καθώς και οι Κορσικανοί Muri και Giacometti[52]. Η έκπληξη της συνάντησης του Collegno με ορισμένους από τους προαναφερθέντες επαγγελματίες στρατιωτικούς συμπατριώτες στο εχθρικό στρατόπεδο είναι αναπόφευκτη. Η αποστροφή του, ωστόσο, και η ψυχρότητα έναντι των τυχοδιωκτών τέως ομοϊδεατών του φιλελευθέρων αξιωματικών είναι δεδομένη: «Αξιωματικοί που ήταν ή τουλάχιστον δήλωναν φιλελεύθεροι, και που υπηρετούσαν εναντίον των Ελλήνων, και για το χρήμα μάχονταν ενάντια στις αρχές τους, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν πλέον από εμένα φίλοι!»[53].

2.5. Περιηγητισμός και το τέλος της επαναστατικής περιπέτειας

Όπως ήδη προειπώθηκε, ύστερα από τον χαμό του φίλου Santarosa και τη δική του απομάκρυνση από το πεδίο της μάχης ωριμάζει η απόφαση τoυ Collegno να εγκαταλείψει την Ελλάδα. Κατά την επιστροφή από την Καλαμάτα στο Ναύπλιο βαθμιαία αποφορτίζεται, αρχίζει να απολαμβάνει τις ομορφιές του Μοριά και από μαχητής της ελευθερίας μετατρέπεται σε ευρωπαίο περιηγητή[54]. Σε όλη αυτή τη διαδρομή, αλλά κυρίως όταν φθάνει στο Ναύπλιο, αναζητά τη συντροφιά και τη θαλπωρή στο γνώριμο και ευγενές περιβάλλον των συμπατριωτών και των φιλελλήνων (των Charles Fabvier, Giuseppe Pecchio, Pietro Gamba, Luigi Porro-Lambertenghi κ.ά.), αλλά και των ελάχιστων καλλιεργημένων ελλήνων που τους συναναστρέφονται (όπως λ.χ. του Καλλέργη)[55]. Η πόλη της Καλαμάτας φαντάζει στα μάτια του ως «ένα μικρό Παρίσι εν συγκρίσει προς το ερειπωμένο Ναυαρίνο»[56]. Εκεί απολαμβάνει το αφέψημά του «σε ένα καφέ που μόλις έχει ανοίξει, που το διασχίζει ένα ποταμάκι, το οποίο του δίνει μία δροσιά άγνωστη στα καφέ των πολιτισμένων χωρών»[57]. Κάνει τον περίπατό του παρέα με τον Fabvier στους κήπους των Καλυβίων, στα περίχωρα της Καλαμάτας, και γεύεται πορτοκάλια και λεμόνια[58]. Η ανοιξιάτικη γη της Αρκαδίας ανακαλεί στη μνήμη του Collegno οικείους τόπους και γνώριμες πολιτισμικές αναφορές. Ιδού πώς την περιγράφει:

Η Αρκαδία είναι λοιπόν ο ωραίος τόπος, ακόμη και εν συγκρίσει προς τη Μεσσηνία: θα την παραλλήλιζα με μία από τις υψηλές πεδιάδες των Απεννίνων, ενώ η περιοχή που περάσαμε εχθές ανακαλεί στη μνήμη τις ακτές της Νεαπόλεως. Χαιρέτησα τις βελανιδιές ενός δάσους που εκτείνεται από το Λεοντάρι έως εδώ˙ τις χαιρέτησα ως παλαιούς φίλους, διότι είναι οι μοναδικές που είδα από τη στιγμή που άφησα την πολιτισμένη Ευρώπη. Ο Αλφειός αυτή την εποχή […] είναι ένα ποτάμι ήσυχο, διαυγές, που περιβάλλεται από λιβάδια και δάση, η θέα του οποίου ανακουφίζει από τη ζέστη της ημέρας. […] Ψηλά από τους λόφους αποχαιρέτησα τον Αλφειό και την Αρκαδία, και από εκείνο το σημείο κατάλαβα σήμερα γιατί η Αρκαδία επελέγη ως ο κατεξοχήν τόπος της πιο ανέμελης και χαρούμενης ποιμενικής ζωής»[59].

Η δε Τριπολιτσά είναι μία ανερχόμενη πόλη: «ύστερα από την Αθήνα, η πόλη που μου φάνηκε περισσότερο από κάθε άλλη σε φάση ανάπτυξης»[60]. Τέλος, το Ναύπλιο είναι η έδρα της κυβέρνησης, αλλά και η πόλη των φιλελλήνων. Ο Collegno συντρώγει, περιηγείται, τραγουδά, ψυχαγωγείται μαζί τους. Η πόλη είναι, επίσης, η πύλη που οδηγεί στην Ευρώπη. Εκεί ο Collegno κάνει το πρώτο βήμα για την επιστροφή του στον πολιτισμό. Παίρνει το λουτρό του για πρώτη φορά από τότε που κατατάχτηκε στις ελληνικές δυνάμεις, αλλάζει ρούχα και εκφράζει την ανακούφισή του. Το Ναυαρίνο, οι κακουχίες, οι απώλειες, η ρυπαρότητα, η βαρβαρότητα, οι φρούδες ελπίδες από την υπηρέτηση της ελληνικής υπόθεσης, όλα ετούτα είναι πλέον μακριά. «Εγώ επιστρέφω στον πολιτισμό»[61], δηλώνει αναχωρώντας για τη Σμύρνη με τον Gamba και με το ίδιο πλοίο, το “Little Sally”, το βράδυ της 10ης Ιουνίου 1825[62].

Από το Βέλγιο, όπου μετέβη ύστερα από την Ελλάδα, απέστειλε μία σκληρή επιστολή προς τους εκπροσώπους της ελληνικής διοίκησης στο Λονδίνο, με την οποία τους κατηγορούσε για τη στάση τη δική τους και της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι σ’ αυτόν, αλλά και στη θυσία του Santarosa[63].

  1. Συμπεράσματα

Εν κατακλείδι, το Ημερολόγιο του Collegno συνιστά πηγή για τη σκιαγράφηση του προφίλ του εν λόγω μαχητή, αλλά και γενικότερα συνεισφορά στη μελέτη των ιδιαιτεροτήτων των ιταλών φιλελλήνων εθελοντών που συμμετείχαν στην Ελληνική Επανάσταση. Η εμπειρία του Collegno από τη μετάβασή του στο ελληνικό μέτωπο υπήρξε, αναμφίβολα, βαθύτατα τραυματική. Η διανοητική και παιδευτική του συγκρότηση, εξάλλου, δεν ήταν τέτοια που να του επιτρέψει να βιώσει τη νεοελληνική πραγματικότητα διαφορετικά. Πιστεύοντας ακράδαντα στην αξία των θεσμών, των διοικητικών και νομοθετικών μεταρρυθμίσεων και της πολιτικής σταθερότητας ύστερα από την ναπολεόντεια εμπειρία της Ιταλίας[64] και διαθέτοντας στρατιωτική κατά βάση παιδεία, αδυνατούσε να ερμηνεύσει την περίπλοκη νεοελληνική πραγματικότητα κατά τον τρόπο ενός Santarosa – του διανοούμενου με την πλούσια κλασσική παιδεία και την αδάμαστη ρομαντική ορμή – που, παρά τις απογοητεύσεις, την καταφρόνηση και τις προσωπικές προσβολές στην Ελλάδα, παρέμεινε βαθύτατα αφοσιωμένος στην υπόθεση της ελληνικής ελευθερίας έως την ύστατη στιγμή[65]˙ ή ενός Pecchio, που για να αιτιολογήσει το χαοτικό εμφυλιακό κλίμα στην Ελλάδα αναζητούσε συγγένειες μεταξύ των αρχαίων και των νέων Ελλήνων:

Αυτό το δείγμα αντικρουόμενων συμφερόντων και παθών αρκεί για να καταστήσει σαφές ότι οι σύγχρονοι Έλληνες έχουν διατηρήσει εκείνη την ανησυχία, εκείνες τις αντιπαλότητες, εκείνα τα πολιτικά πάθη που είχαν οι πρόγονοί τους στην Ελλάδα, και εκτός της Ελλάδας, στη Μικρά Ασία, στη Μεγάλη Ελλάδα, στη Σικελία, όπου κι αν εγκαταστάθηκαν.[66]

Μνημείο Σανταρόζα στη Σφακτηρία. Περιγραφή: http://hdl.handle.net/11596/158

Η ειδοποιός αυτή διαφορά μεταξύ τους υποδηλώνεται, άλλωστε, και από το γεγονός ότι οι αναφορές του Collegno, ακόμη και ως περιηγητή, στην ελληνική αρχαιότητα είναι περιορισμένες έως σχεδόν ανύπαρκτες στο Ημερολόγιό του. Δεν μνημονεύει ούτε καν την Μάχη της Σφακτηρίας, που είχε διεξαχθεί στον τόπο της θυσίας του Santarosa ακριβώς 1400 έτη προγενέστερα (425 π.Χ.) μεταξύ των Αθηναίων και των Σπαρτιατών στο πλαίσιο του Πελοποννησιακού Πολέμου. Για την ακρίβεια, η μοναδική αναδρομή στην ιστορία της αρχαίας Ελλάδας πραγματοποιείται όταν ο συγγραφέας αντικρίζει από το πλοίο την Καλαμάτα και νιώθει τα ίδια συναισθήματα με τους «Μεσσήνιους, όταν μπόρεσαν να ξαναδούν τις εστίες τους ύστερα από την μακροχρόνια εξορία στην οποία τους είχε καταδικάσει η Σπάρτη»[67]. Ανύπαρκτο είναι, ομοίως, το ενδιαφέρον του για τα ορατά κατάλοιπα του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Δεν επισκέφτηκε – όπως ο Santarosa και άλλοι ιταλοί φιλέλληνες – «την Επίδαυρο, το νησί της Αίγινας και τον ναό του Δία», «στην Αθήνα […] τα μνημεία αυτής πόλης», δεν πραγματοποίησε «προσκύνημα στην Αττική για να επισκεφτεί τον Μαραθώνα και το Ακρωτήριο Σούνιο» και δεν έγραψε το όνομά του στις κολώνες «του ναού του Θησέα» ή «της Αθηνάς Σουνιάδος», πλάι στα ονόματα συμπατριωτών όπως οι Carlo Vidua, Luigi Provana del Sabbione, Giacomo Luigi Ornato κ.ά.[68]

Υπ’ αυτό το πρίσμα, ο ιταλός εθελοντής δεν δίστασε να αναγάγει τη στρατιωτική ασυμβατότητα με τους έλληνες μαχητές στο Ναυαρίνο, τον φατριασμό των ελλήνων κυβερνώντων και την αδυναμία συνεννόησης μαζί τους σε πολιτισμική διαφορά. Η αναγωγή αυτή, βέβαια, παρουσιάζει αναλογίες με τους όρους προσέγγισης των Ελλήνων από μέρους των βρετανών μπενθαμιτών (των θιασωτών δηλ. του άγγλου φιλοσόφου και νομικού Jeremy Bentham) αλλά και των άλλων λαών της Μεσογείου από μέρους των προηγμένων δυτικών και των Βορειοευρωπαίων. Οι στρατιώτες του Wellington λ.χ. είχαν προσδώσει στους Ισπανούς υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς (ιθαγενείς, βάρβαροι, άγριοι, υπανάπτυκτοι κλπ.)[69]. Επίσης, σύμφωνα με τα στερεότυπα πολλών βρετανών περιηγητών ακόμη και αυτής της εποχής, του Grand Tour των ρομαντικών, η Ιταλία εξακολουθούσε να εκλαμβάνεται ως γη της ηθικής πενίας και της βίας, ενώ οι ίδιοι οι Ιταλοί ως ευρισκόμενοι στην περιφέρεια του πολιτισμού της γηραιάς ηπείρου. Όσον αφορά δε τη νότια Ιταλία, αυτή τοποθετούνταν εκτός της “πολιτισμένης Ευρώπης”[70] – εκείνης δηλαδή που επικαλείται διαρκώς στο Ημερολόγιό του ο Collegno. Κατ’ αντίστοιχο λόγο, οι Νεοέλληνες τίθενται από αυτόν εκτός του δυτικού πολιτισμού και του “πολιτισμένου” κόσμου. Έτσι, ωστόσο, τίθενται σε δοκιμασία οι προσπάθειες των άλλων ιταλών εξορίστων να ενσωματώσουν τη Μεσόγειο κατά τρόπο δημιουργικό και επωφελές για τις διεκδικήσεις των λαών της στην γεωγραφία του πολιτισμού˙ καθώς, ομοίως, και τα αντιθετικά δίπολα Δύση – Ανατολή, Χριστιανισμός – Ισλάμ, πολιτισμός – βαρβαρότητα, που είχαν επεξεργαστεί οι Ugo Foscolo και Giovanni Berchet στην προσπάθειά τους να τοποθετήσουν την Ελλάδα στις ανατολικές παρυφές της Ευρώπης[71].

Όπως και να ’χει, ο πιεμοντέζος αριστοκράτης Collegno υπήρξε ένας κοσμοπολίτης φιλελεύθερος πατριώτης, που συμμετείχε στην Ελληνική Επανάσταση δίχως ιδιοτελείς στόχους, αλλά με ειλικρινή διάθεση για συνεισφορά στον κοινό αγώνα κατά της τυραννίας. Τη δεδομένη χρονική στιγμή άλλωστε – ύστερα από την καταστολή των εξεγέρσεων στην Ισπανία και την Πορτογαλία – η ελληνική περίπτωση ήταν το μοναδικό καταφύγιο στην Ευρώπη για τους κυνηγημένους επαναστάτες γενικά και για τον Collegno ειδικότερα. Τα δε μασονικά δίκτυα διευκόλυναν τη μετάβαση τόσο του ιδίου όσο και άλλων συμπατριωτών του στο ελληνικό μέτωπο. Εκεί, η προκατασκευασμένη και εξιδανικευμένη εικόνα του για τη νεώτερη Ελλάδα κατέρρευσε ενώπιον των σύγχρονών της δυτικών υποδειγμάτων. Η αδυναμία πολιτισμικής επικοινωνίας με τους Νεοέλληνες, καθώς και η εν γένει απογοήτευση του Collegno από τα επαναστατικά κινήματα και το περιβάλλον των μυστικών εταιρειών τον οδήγησαν όχι μόνον στη διαφοροποίηση από το αφήγημα της ελληνικής υπόθεσης, αλλά και στον τερματισμό της εμπειρίας του ως συνωμότη και μαχητή της ελευθερίας. Μακριά πλέον από την επαναστατική δράση, αφοσιώθηκε: σε πρώτο χρόνο, στις σπουδές τις οποίες είχε εγκαταλείψει νεότατος για να ακολουθήσει στρατιωτική σταδιοδρομία˙ εν συνεχεία, στην ακαδημαϊκή σταδιοδρομία ως γεωλόγος˙ και, εν τέλει, στην προλείανση του εδάφους για την επιστροφή του στην πατρίδα, την οποία θα υπηρετούσε πλέον υπό εντελώς διαφορετικούς όρους προσχωρώντας στους κύκλους της élite των μετριοπαθών φιλελευθέρων του Πιεμόντε. Το γεγονός απαιτούσε, ασφαλώς, τη διαχείριση της μνήμης αναφορικά με τα έργα και τις ημέρες τού τέως εξόριστου Collegno και την αποκάθαρσή της από κάθε ιδέα ή πολιτικό εγχείρημα ριζοσπαστικού τύπου και, επομένως, από το συνωμοτικό και επαναστατικό παρελθόν του[72].

Πρέπει να τονιστεί, εντούτοις, ότι οι φίλοι και σύντροφοι του Collegno ιταλοί εξόριστοι πατριώτες – όπως επί παραδείγματι ο Giuseppe Pecchio[73], ο Pietro Gamba[74] ή ο Alerino Palma[75] από την ομάδα των αποκαλούμενων «κομήτων καρμπονάρων» –, παρά το γεγονός ότι ασπάζονταν τις αντιλήψεις του Collegno περί του χαρακτήρα των Νεοελλήνων, εξακολούθησαν να υπηρετούν την ελληνική υπόθεση. Διαφοροποιούνταν, ωστόσο, από την υπεροπτική και αποικιοκρατική προσέγγιση των άγγλων μπενθαμιτών, οι οποίοι διατείνονταν ότι η καθυστερημένη και διεφθαρμένη ελληνική κοινωνία μπορούσε να εκπολιτιστεί μόνον υπό την πατρική καθοδήγηση των Βορειοευρωπαίων[76]. Οι ιταλοί φιλέλληνες δεν έτρεφαν πλέον αυταπάτες: οι Έλληνες δεν ήταν έτοιμοι για την ελευθερία και η εγκαθίδρυση κράτους στην Ελλάδα, με σταθερή πολιτική διοίκηση και θεσμούς, έμοιαζε με ουτοπία. Οι ίδιοι, όμως, αισθάνονταν την ανάγκη να πιστέψουν στον ελληνικό εθνικό μύθο, ώστε να μπορέσουν να υποστηρίξουν τον ανάλογο μύθο που οικοδομούσαν για την Ιταλία. Σε αντίθετη περίπτωση, οι αγγλικές θέσεις απειλούσαν να υπονομεύσουν ολόκληρο το ιδεολογικό οικοδόμημα του ιταλικού πατριωτισμού. Οι Ιταλοί, άλλωστε, έπρεπε να αντικρούσουν τα ανάλογα στερεότυπα των βορειοευρωπαίων παρατηρητών, που αντιλαμβάνονταν κατά παρόμοιο τρόπο την Ιταλία ως έναν τόπο μη πολιτισμένο. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η διαπλοκή μεταξύ ελληνικού και ιταλικού εθνικού

Alerino Palma, Κατήχησις πολιτική εις χρήσιν των Ελλήνων συνταχθείσα μεν ιταλιστί υπό του φιλέλληνος Κ. Α. Π. [Κόμητος Αλερίνο Πάλμα] μεταφρασθείσα δε παρά Νικολάου Γ. Παγκαλάκη, Εκ της εν Ύδρα Τυπογραφίας, Ύδρα 1826.

προγράμματος δεν ήταν γι’ αυτούς παρά δεδομένη. Η ίδια πάνω-κάτω διαπλοκή μεταξύ των δύο εθνικών προγραμμάτων λειτούργησε και στην περίπτωση της ηρωοποίησης του συνταξιδιώτη και συμμαχητή του Collegno, δηλαδή του Santarosa. Όπως ορθώς παρατηρεί ο Maurizio Isabella, μέσω της σύνδεσης μίας ιταλικής μορφής με τη δημοφιλέστερη πολιτική υπόθεση στην Ευρώπη εκείνη την εποχή προσφερόταν στους ιταλούς πατριώτες ένα παράδειγμα εθνικού και υπερεθνικού ηρωισμού και ταυτόχρονα εγειρόταν το ιταλικό εθνικό ζήτημα σε διεθνές επίπεδο[77]. Ασφαλώς, το Ημερολόγιο του Collegno συνιστά συμβολή στην ηρωοποίηση αυτή, αλλά και εν γένει στη μελέτη της ιταλικής συνιστώσας του μαχόμενου φιλελληνισμού την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης. Η στρατηγική δε του ελληνοϊταλικού παραλληλισμού και της ανάδειξης της ιδέας της αδελφοσύνης των δύο λαών, προσδίδει στην ως άνω συνιστώσα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά και εξηγεί εν πολλοίς γιατί αυτή υπήρξε μακροβιότερη από τις ευρωπαϊκές ομόλογές της, μια και η εθελοντική παράδοση της δεκαετίας του 1820 θα ανανεωνόταν κατά το δεύτερο μισό του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα με τη συμμετοχή των ιταλών γαριβαλδινών εθελοντών στους ελληνικούς αλυτρωτικούς αγώνες της περιόδου[78].

Ως προς το ζήτημα της μνήμης, τέλος, καίτοι οι ελληνικές αρχές αδράνησαν σε πρώτο χρόνο, η αλληλεγγύη που επέδειξαν οι ιταλοί εθελοντές προς τον ελληνικό λαό κατά τη διάρκεια της Επανάστασης κατόρθωσε να παραμείνει, έως έναν βαθμό, ζωντανή στη μνήμη του τελευταίου. Το μαρτυρούν, μεταξύ άλλων, το μνημείο που ανεγέρθηκε (1925) επί τη εκατονταετηρίδι του θανάτου του Santarosa στον τόπο της θυσίας του, τη Σφακτηρία, που στις μέρες μας (2000) χαρακτηρίστηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο[79]˙ τα οδωνύμια της Αθήνας και πολλών άλλων ελληνικών πόλεων[80], οι εορταστικές εκδηλώσεις και τα πολιτικά μνημόσυνα προς τιμήν ιταλών φιλελλήνων της περιόδου[81].

Χάρτης του όρμου του Ναυαρίνου, όπου αποτυπώνονται και τα μνημεία των φιλελλήνων. Από: Ισμήνη Καρυωτάκη, Μετατροπή, Αντλιοστάσιο, Γιάλοβα, εκδ. Ροδακιό, Αθήνα 2005.

 

Ο Στάθης Μπίρταχας είναι Επίκουρος Kαθηγητής Ευρωπαϊκής Ιστορίας
στο Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας & Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ

 

** Το κείμενο συνιστά ανεπτυγμένη μορφή ανακοίνωσης με τίτλο «Esilio risorgimentale e filellenismo combattente al tempo di Ugo Foscolo: il conte Giacinto Provana di Collegno in Grecia (1824-25)», που εκφωνήθηκε στο διεθνές συνέδριο Ugo Niccolò Foscolo entre Italie et Grèce (διοργάνωση: Université Nice Sophia Antipolis, Université Sorbonne Nouvelle Paris 3 & Università degli Studi di Genova˙ Νίκαια – Βεντιμίλια, 9-11 Μαρτίου 2017) και η δημοσίευση της οποίας επίκειται (στην ιταλική) στα πρακτικά του εν λόγω συνεδρίου.

Ως τελευταία ημερομηνία πρόσβασης στις διαδικτυακές πηγές θα πρέπει να θεωρηθεί η 7η Νοεμβρίου 2017.

Υποσημειώσεις

[1] Μεταξύ πολλών άλλων, βλ. λ.χ.: Maxime Raybaud, Mémoires sur la Grèce pour servir à l’histoire de la guerre de l’Indépendance …; avec une introduction historique, par Alph. Rabbe, τ. 1-2, Tournachon-Molin Libraire, Paris 1824-1825˙ Alerino Palma, Greece Vindicated; in Two Letters by Count Alerino Palma: to which αre Added, by the same Author, Critical Remarks on the Works Recently Published on the Same Subject by Messrs. Bulwer, Emerson, Pecchio, Humphreys, Stanhope, Parry, & Blaquiere, Printed for the Author, London 1826˙ Giuseppe Pecchio, Relazione degli avvenimenti della Grecia nella primavera del 1825, Vanelli, Lugano 1826˙ Sketches of Modern Greece, illustrative of the leading events of the Revolution; by a young English volunteer in the Greek service, τ. 1-2, Hurst, Chance & Co., London 1828˙ Jacques Mangeart, Souvenirs de la Morée, recueillis pendant le séjour des Français dans le Péloponnèse, Igonette, Paris 1830˙ Julius Millingen, Memoirs of the Affairs of Greece; containing an Account of the Military and Political Events which occurred in 1823 and following Years…, John Rodwell, London 1831˙ Persat Maurice, Mémoires du commandant Persat, 1806 à 1844…, Librairie Plon, Paris 1910˙ Santorre di Santa Rosa, Lettere dall’esilio (1821-1825), επιμ. A. Olmo, Istituto per la Storia del Risorgimento Italiano, Roma 1969˙ Σάμουελ Χάου [Samuel Gridley Howe], Ημερολόγιο από τον Αγώνα 1825-1829, Καραβίας, Αθήνα 1971.

[2] Giacinto Collegno, Diario dell’assedio di Navarino. Memorie di Giacinto Collegno precedute da un ricordo biografico dell’autore scritto da Massimo d’Azeglio, μτφρ. A. Mauri, Pelazza, Τorino 1857.

[3] Για τον Collegno βλ. Massimo d’Azeglio, Ricordo d’una vita italiana. Giacinto Collegno, στο Collegno, Diario…, σσ. 5-22˙ Albert De La Marmora, Notice biographique sur le general H. Provana de Collegno, Imprimerie royale, Turin 1857˙ Leone Ottolenghi, La vita e i tempi di Giacinto Provana di Collegno. Col Diario dell’assedio di Navarino 1825 che si pubblica la prima volta nell’originale francese, E. Loescher, Torino 1882, σσ. 3-191˙ Guido Ratti, «Collegno, Giacinto Ottavio Provana di», Dizionario Biografico degli Italiani, τ. 26, Treccani, Roma 1982, σ. 802-807, http://www.treccani.it/enciclopedia/giacinto-ottavio-provana-di-collegno_(Dizionario-Biografico)/˙ Σπύρος Δ. Λουκάτος, Ο ιταλικός φιλελληνισμός κατά τον αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας, 1821-1833, Ελληνική Επιτροπή Σπουδών Νοτιοανατολικής Ευρώπης, Αθήνα 1996, σσ. 64-66˙ Roberto Chiaramonte (επιμ.), Giacinto Provana di Collegno. Uomo d’Armi, geologo, eroe risorgimentale, Ministro di Stato e Senatore del Regno. Atti del Convegno, R. Chiaramonte Editore, Collegno (Torino) 2011.

[4] Ο Collegno είχε προσχωρήσει στις τάξεις της καρμποναρικής “Alta Vendita”. Ratti, «Collegno…».

[5] Marion S. Miller, «A ‘Liberal International’? Perspectives on Comparative Approaches to the Revolutions in Spain, Italy, and Greece in the 1820s», Mediterranean Studies 2 (1990), σσ. 61-67. Εκτός από ένα μεγάλο ποσοστό πρώην στρατιωτών και αξιωματικών, στις τάξεις των ιταλών εξορίστων αυτής της περιόδου συγκαταλέγονταν, επίσης, πολλοί πανεπιστημιακοί φοιτητές, άνθρωποι των γραμμάτων, δικηγόροι, γιατροί, συμβολαιογράφοι κλπ. Maurizio Isabella, Risorgimento in esilio. L’internazionale liberale e l’età delle rivoluzioni, μτφρ. D. Scaffei, Laterza, Roma – Bari 2011, σ. 12. Για τις πολιτικές και ιδεολογικές τους καταβολές βλ. στο ίδιο, σσ. 14-26. Σημειωτέον ότι από καιρού εις καιρόν έβρισκε μεταξύ αυτών τη θέση του και ο ρομαντικός παρορμητικός τυχοδιωκτισμός ορισμένων εθελοντών. Βλ. ενδεικτικά παρακάτω, ενότητα 2.4., όπου περιπτώσεις ιταλών που κατατάχθηκαν στον αιγυπτιακό στρατό και πολέμησαν κατά των Ελλήνων.

[6] Άννα Καρακατσούλη, «Μαχητές της Ελευθερίας» και 1821. Η Ελληνική Επανάσταση στη διεθνική της διάσταση, Πεδίο, Αθήνα 2016, σσ. 19, 116, 128. Για τις έννοιες της ελληνολατινικής και μεσογειακής αλληλεγγύης βλ. τις συναφείς μελέτες του Gilles Pécout: «Philhellenism in Italy: political friendship and the Italian volunteers in the Mediterranean in the nineteenth century», Journal of Modern Italian Studies 9/4 (2004), σσ. 405-427˙ «The international armed volunteers: pilgrims of a transnational Risorgimento», Journal of Modern Italian Studies 14/4 (2009), σσ. 413-426˙ «Ελληνική Επανάσταση: Η ιδρυτική στιγμή των μεσογειακών πολιτικών αλληλεγγύης;», στο Πέτρος Πιζάνιας (επιμ.), Η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ένα ευρωπαϊκό γεγονός, Ιόνιο Πανεπιστήμιο – Κέδρος, Αθήνα 2009, σσ. 119-130.

[7] Για τις ελληνοϊταλικές ανταλλαγές της περιόδου βλ. κυρίως τα ακόλουθα έργα όπου συγκεντρώνεται η σημαντικότερη βιβλιογραφία: Isabella, Risorgimento in esilio, μέρος 1˙ Stathis Birtachas, «Solidarietà e scambi ideologico-culturali italo-ellenici in epoca risorgimentale. L’emigrazione politica italiana nelle Isole Ionie e in Grecia», Mediterranea. Ricerche Storiche 26 (dicembre 2012), σσ. 461-474, http://www.storiamediterranea.it/portfolio/dicembre-2012/˙ του ιδίου, «Εκφάνσεις του ιταλικού φιλελληνισμού κατά τη δεκαετία του 1820», στο Α. Β. Μανδηλαρά, Γ. Β. Νικολάου, Λ. Φλιτούρης, Ν. Αναστασόπουλος (επιμ.), Δήμος Νικολάου Σκουφά – Ηρόδοτος, Αθήνα 2015, σσ. 373-391, https://www.academia.edu/34159791/Manifestations_of_the_Italian_Philhellenism_during_the_1820s˙ Andrea Giovanni Noto, La ricezione del Risorgimento greco in Italia (1770-1844). Tra idealità filelleniche, stereotipi e Realpolitik, Edizioni Nuova Cultura, Roma 2015, κεφ. 3˙ Καρακατσούλη, «Μαχητές της Ελευθερίας»…, passim, ιδίως κεφ. 1-3. Πρβλ. Ι. Τσόλκας, Η Ελληνική Παλιγγενεσία και ο αντίκτυπός της στη Λογοτεχνία της Ιταλίας κατά το 19ο αιώνα, Διδ. διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2004˙ Gerassimos D. Pagratis, «Emigrazione italiana, condizioni socio-economiche e politica statale nelle Isole Ionie nell’età del Risorgimento: nuovi interrogativi su una vecchia questione», Mediterranean Chronicle 4 (2014), σσ. 153-164˙ Caterina Carpinato, «Filellenismo minore ai tempi della rete. Qualche spunto di riflessione attraverso testimonianze letterarie italiane e greche», στο Serena Fornasiero και Silvana Tamiozzo (επιμ.), Studi sul Sette-Ottocento offerti a Marinella Colummi, σ. 29-48˙ Guido Muoni, Η φιλελληνική λογοτεχνία στον Ιταλικό Ρομαντισμό, εισαγωγή και επιμ. Ά. Μπουμπάρα, μτφρ. Σ. Κουτράκης, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2016.

[8] Καρακατσούλη, «Μαχητές της Ελευθερίας»…, σσ. 20, 129, 154-170, 175-176; Isabella, Risorgimento in esilio…, passim.

[9] Για τις στοχεύσεις και τους προσανατολισμούς της Ελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου, τα δάνεια της ανεξαρτησίας, την κακοδιαχείρισή τους και, εν τέλει, την απαξίωση της Επιτροπής βλ. τις κάτωθι ειδικές μελέτες, όπου η βιβλιογραφία: Γιάννα Τζουρμανά, Βρετανοί Φιλελεύθεροι και ριζοσπάστες μεταρρυθμιστές: Ο Τζέρεμυ Μπένθαμ και η Ελληνική Επιτροπή του Λονδίνου (1823-1826), Διδ. διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο / Τμήμα Κοινωνιολογίας, Αθήνα 2007˙ Μαρία Χριστίνα Χατζηιωάννου, Το προπατορικό χρέος: Τα δάνεια της εθνικής ανεξαρτησίας της Ελλάδας, Gutenberg, Αθήνα 2013˙ Γιάννα Τζουρμανά, Βρετανοί Ριζοσπάτες Μεταρρυθμιστές: Φιλικές εταιρείες και κομιτάτα στο Λονδίνο (1790-1823), Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2015.

[10] Βλ. επ’ αυτού μία επιστολή του προς τον φίλο του Victor Cousin (Λονδίνο, 31 Οκτωβρίου 1824): «Mon ami, je n’avais point de sympathie pour l’Espagne, et je n’y suis point allé, puisque par cela seul je n’y aurais été bon à rien. Je sens au contraire pour la Grèce un amour qui a quelque chose de solennel; la patrie de Socrate, entends tu bien? – Le peuple grec est brave, il est bon, et bien des siècles d’esclavage n’ont pas pu détruire entièrement son beau caractère; je le regarde d’ailleurs comme un peuple frère. Dans tous les âges, l’Italie et la Grèce ont entremêlé leurs destinées; et ne pouvant rien pour ma patrie, je considère presque comme un devoir de consacrer à la Grèce quelques années de vigueur qui me restent encore». Santa Rosa, Lettere dall’esilio…, σ. 461.

[11] William St Clair, That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence, Open Book Publishers, Cambridge 2008, σσ. 254-255; Καρακατσούλη, «Μαχητές της Ελευθερίας»…, σσ. 18, 36 123-126, 133.

[12] Εκείνος είχε ζητήσει τη διοίκηση ενός τάγματος κι εκείνοι του είχαν αντιτείνει ότι «η ελληνική κυβέρνηση θα του εμπιστευόταν καθήκοντα πολύ πιο σημαντικά και πως του αναλογούσε το έργο της διαχείρισης του πολέμου, της αναδιοργάνωσης των οικονομικών κλπ.». Collegno, Diario, σσ. 24-25 (πρβλ. σ. 114).

[13] Collegno, Diario, σσ. 24-25, 114-115. Για την προσαρμογή της ελληνικής διοίκησης στα δεδομένα της διεθνούς διπλωματίας προκειμένου οι Έλληνες να αποκτήσουν υπόληψη στην Ευρώπη και εν γένει για την απόπειρα αποσύνδεσης των επιδιώξεων των Ελλήνων από τη δράση των συνωμοτικών εταιρειών (συμπεριλαμβανομένης και της Φιλικής Εταιρείας) και των ανατρεπτικών βλέψεων των Ισπανών και των Ιταλών βλ. Καρακατσούλη, «Μαχητές της Ελευθερίας»…, σσ. 209-217.

[14] Collegno, Diario... Το πρωτότυπο γαλλικό κείμενο δημοσιεύτηκε 25 έτη αργότερα στο Ottolenghi, La vita e i tempi, σσ. 193-298. Για τη χρήση του εν λόγω ημερολογίου κατά το παρελθόν βλ. κυρίως Brigitte Urbani, «Patriotes italiens en Grèce (1825)», Italies 1 (1997), σσ. 47-73, http://italies.revues.org/3411, η οποία το έχει μελετήσει σε αντιπαραβολή με τις Lettere dallesilio του Santarosa και τη Relazione degli avvenimenti della Grecia του Giuseppe Pecchio, που μνημονεύθηκαν παραπάνω (σημ. 1)˙ και Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου, Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο καταλύτης για την αποδιοργάνωση της Ελληνικής Επανάστασης, 24 Φεβρουαρίου – 23 Μαΐου 1825, Π.Ε.Κ., Ηράκλειο 2012, passim.

[15] Σακελλαρίου, Η απόβαση…, σσ. 29-30.

[16] Βλ. παραπάνω, σημ. 10.

[17] Καρακατσούλη, «Μαχητές της Ελευθερίας»…, σσ. 193-209. Πρβλ. St Clair, That Greece…, σσ. 255-256.

[18] Collegno, Diario…, σσ. 28-29, 41-42, 44, 46, 75-76.

[19] Collegno, Diario…, σ. 75.

[20] Collegno, Diario…, σ. 52.

[21] Collegno, Diario…, σσ. 100-101.

[22] Πρόκειται προφανώς είτε για τον Παναγιώτη Γιατράκο από την Άρνα της Λακωνίας, Φιλικό, αγωνιστή και γιατρό, που είχε σπουδάσει την ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβα, είτε για κάποιον από τους πέντε αδελφούς του, που ασκούσαν την ιατρική εμπειρικά. Θεόδωρος Δαρβδαβέσης, «Υγειονομική φροντίδα και περίθαλψη των αγωνιστών του 1821», Πάπυροι 2 (2013), σσ. 15-17.

[23] Collegno, Diario…, σσ. 60-61.

[24] Collegno, Diario…, σσ. 97-98.

[25] Collegno, Diario…, σ. 103.

[26] Collegno, Diario…, σ. 101˙ πρβλ. σσ. 41, 102-103.

[27] Από την πλευρά του ο Santarosa εκθείαζε την αξία των Νεοελλήνων έως την τελευταία ημέρα της ζωής του: «Μακάρι, προτού πεθάνει, να μην είδε να το σκάνε τούτοι οι Έλληνες, των οποίων ακόμη και εχθές μου εξυμνούσε το σθένος! Είθε τουλάχιστον να έκλεισε τα μάτια πιστεύοντας ότι έπεσε με τους ανδρείους της σειράς του!», σημειώνει ο Collegno. Collegno, Diario…, σ. 56.

[28] Collegno, Diario…, σ. 57.

[29] Collegno, Diario…, σ. 34.

[30] Collegno, Diario…, σσ. 41-42, 51, 56-57, 63, 65.

[31] Collegno, Diario…, σ. 63.

[32] Collegno, Diario…, σ. 81. Με την εικόνα του έλληνα πολεμιστή που παρουσιάζει ο Collegno συμφωνούν πλείστοι φιλέλληνες, μεταξύ αυτών και ο αμερικανός φιλέλληνας γιατρός στο Ναυαρίνο Samuel Gridley Howe. Ο τελευταίος, ωστόσο, αντιπαραβάλλοντας τους έλληνες στρατιώτες με τους δυτικούς ομολόγους τους καταλήγει σε ένα πολύ ενδιαφέρον συμπέρασμα: «Ως στρατός, επομένως, και σε σύγκριση με τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς, δεν είναι γενναίοι˙ αλλά είναι αμφίβολο αν οι Ευρωπαίοι ή οι Αμερικανοί, στην ίδια θέση, θα ήταν γενναιότεροι». Laura E. Richards (ed.), Letters and Journals of Samuel Gridley Howe, εισαγωγή και σημειώσεις F. B. Sanborn, Dana Estes & Company – John Lane, Boston – London 1906, p. 34˙ David Brewer, Η Φλόγα της Ελευθερίας: Ο Αγώνας των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία, 1821-1833, μτφρ. Τιτίνα Σπερελάκη, Ενάλιος, Αθήνα 2004, σ. 287.

[33] Collegno, Diario…, σ. 63.

[34] Collegno, Diario…, σσ. 76, 80, 86.

[35] Collegno, Diario…, σ. 80.

[36] Collegno, Diario…, σ. 105.

[37] Collegno, Diario…, σ. 108˙ πρβλ. σσ. 105, 107.

[38] Collegno, Diario…, σ. 52.

[39] Collegno, Diario…, σ. 57.

[40] Collegno, Diario…, σ. 111.

[41] Collegno, Diario…, σσ. 43, 93, 98.

[42] Collegno, Diario…, σ. 115.

[43] Collegno, Diario…, σσ. 56-57, 94, 102-103.

[44] Collegno, Diario…, σ. 103.

[45] Collegno, Diario…, σ. 109.

[46] Collegno, Diario…, σ. 101.

[47] Collegno, Diario…, σσ. 110-111.

[48] Collegno, Diario…, σ. 91.

[49] Collegno, Diario…, σ. 66.

[50] Απαντάται ως Suleyman Bey, Soliman Aga, Soliman Bey ή Soliman Pacha. Το αρχικό γαλλικό του όνομα ήταν Joseph Anthelme Sève. Βλ. https://web.archive.org/web/20060701155543/http://soliman-pacha.ifrance.com/biograph.htm.

[51] Collegno, Diario, σσ. 73, 79-80, 90-92.

[52] Σακελλαρίου, Η απόβαση…, σσ. 69-72. Οι Romei και Scarpa εμφανίζονταν μετανιωμένοι που μάχονταν εναντίον των Ελλήνων και σχεδίαζαν να αποσυρθούν. Παρείχαν δε πληροφορίες για το αιγυπτιακό στρατόπεδο στον ιταλό στρατηγό Giuseppe Maria Rosaroll-Scorza, τέως συνάδελφο στον ναπολεόντειο στρατό. Στο ίδιο, σσ. 71-72.

[53] Collegno, Diario…, σ. 89.

[54] Collegno, Diario…, σ. 95.

[55] Collegno, Diario…, σ. 127. Δεν διευκρινίζει εάν πρόκειται για τον Εμμανουήλ ή τον Δημήτριο Καλλέργη. Ωστόσο, πιθανότατα αναφέρεται στον δεύτερο.

[56] Collegno, Diario…, σ. 94.

[57] Collegno, Diario…, σ. 96.

[58] Collegno, Diario…, σ. 98.

[59] Collegno, Diario…, σ. 102.

[60] Collegno, Diario…, σ. 104.

[61] Collegno, Diario…, σ. 128.

[62] Collegno, Diario…, σσ. 106-108, 113-115, 127-128.

[63] Collegno, Diario…, σσ. 129-130.

[64] Isabella, Risorgimento in esilio…, σσ. 18-20.

[65] Βλ. παραπάνω σημ. 27.

[66] Pecchio, Relazione…, σ. 70.

[67] Collegno, Diario…, σ. 93.

[68] Collegno, Diario…, σ. 25.

[69] Gavin Daly, The British Soldier in the Peninsular War: Encounters with Spain and Portugal, 1808-1814, Palgrave Macmillan, Basingstoke (UK) 2013, σσ. 123-124.

[70] Για το ζήτημα αυτό, καθώς και για τις προσπάθειες των ιταλών εξορίστων στην Αγγλία (του Foscolo κ.ά.) να μεταβάλουν αυτή την ιδέα του αγγλικού κοινού για την πατρίδα τους βλ. Isabella, Risorgimento in esilio…, σσ. 110 και σημ. 90, 249 κ.ε. Πρβλ. Καρακατσούλη, «Μαχητές της Ελευθερίας»…, σσ. 120-122.

[71] Isabella, Risorgimento in esilio…, σσ. 91-92, 100.

[72] Ratti, «Collegno…»˙ Isabella, Risorgimento in esilio…, σ. 291 και σημ. 20.

[73] O μιλανέζος Giuseppe Pecchio μετέβη στην Ελλάδα το 1825 μαζί με τον Pietro Gamba για να παραδώσει μία δόση του δεύτερου αγγλικού δανείου και το επόμενο έτος συνέγραψε στην αγγλική ένα χρονικό, το οποίο είχε ευρεία απήχηση και μεταφράστηκε εν συνεχεία στην ιταλική (βλ. παραπάνω σημ. 1), στη γαλλική και εν τέλει στην ελληνική (H Ελλάς κατά το έαρ του 1825, μτφρ. Σ. Α. Αντωνόπουλος, Εκδοθείσα υπό του περιοδικού «Αττικού Ορίζοντος», Τυπ. «Φοίνιξ» Αντ. Χαλούλος, Αθήνα 1855). Για τον Pecchio βλ. Λουκάτος, Ο ιταλικός φιλελληνισμός, σ. 107˙ Elena Riva, «Pecchio, Giuseppe», Dizionario Biografico degli Italiani, τ. 82 (2015), http://www.treccani.it/enciclopedia/giuseppe-pecchio_(Dizionario-Biografico).

[74] O Pietro Gamba από τη Ραβέννα υπήρξε γραμματέας του Βύρωνα και αρχισυντάκτης της εφημερίδας “Telegrafo greco”, που δημοσίευε στο Μεσολόγγι κείμενα στην ιταλική, τη γαλλική, την αγγλική και ενίοτε τη γερμανική (Μάρτιος – Δεκέμβριος 1824). Πέθανε το 1828 στην Τακτικούπολη της Τροιζηνίας. Γι’ αυτόν βλ. Λουκάτος, Ο ιταλικός φιλελληνισμός…, σσ. 78-80. Έχουν μεταφραστεί στην ελληνική τα ακόλουθα έργα του, τα οποία προσέφεραν υλικό για την οικοδόμηση του μύθου του Βύρωνα: Ο Βύρων εν Ελλάδι: Έκθεσις των κατά την μετάβασιν του Βύρωνος εν Ελλάδι, μτφρ. Μπάμπης Άννινος, Εκάτη, Αθήνα 2005˙ Ο Λόρδος Βύρων στην Ελλάδα: Η άφιξή του στο Μεσολόγγι, η υποδοχή, η δράση του, τα αισθήματά του, η αγωνία του, ο θάνατος, ο θρήνος, μτφρ. Μ. Άννινος, Βεργίνα, Αθήνα 2007˙ Το τελευταίο ταξίδι του Λόρδου Μπάυρον στην Ελλάδα, μτφρ. Μ. Άννινος, Ε. Χεμίκογλου, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, Αθήνα 2010.

[75] O Alerino Palma από το Ριβαρόλο Καναβέζε του Τορίνου παρέμεινε στην Ελλάδα έως τον θάνατό του (Ερμούπολη, 1851). Σταδιοδρόμησε ως νομικός στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος και έλαβε μέρος στη σύνταξη της αρχικής Πολιτικής και Ποινικής Δικονομίας και διετέλεσε μέλος του Αρείου Πάγου. Γι’ αυτόν βλ. Λουκάτος, Ο ιταλικός φιλελληνισμός, σσ. 104-106˙ Roberto Damilano, «Palma di Cesnola, Alerino», Dizionario Biografico degli Italiani, τ. 80 (2014), http://www.treccani.it/enciclopedia/palma-di-cesnola-alerino_(Dizionario-Biografico). O Palma συνέταξε μία πολιτική κατήχηση: Κατήχησις πολιτική εις χρήσιν των Ελλήνων συνταχθείσα μεν ιταλιστί υπό του φιλέλληνος Κ. Α. Π. μεταφρασθείσα δε παρά Νικολάου Γ. Παγκαλάκη, Εκ της εν Ύδρα Τυπογραφίας, Ύδρα 1826. Επίσης, έχει μεταφράσει στην ελληνική το ακόλουθο έργο: Συλλογή των αρχών του πρωτοτύπου και του εκ συνθήκης της Ευρώπης δικαιώματος των εθνών περί των θαλασσίων λειών και της ουδετερότητος, μεταφρασθείσα εκ του γαλλικού υπό του κόμητος Α. Πάλμα, Εκ της εν Ύδρα Τυπογραφίας, Ύδρα 1826 [Φωτοτυπική επανέκδοση: Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1972]. Από τα υπόλοιπα έργα του Palma άξιες μνείας είναι οι ακόλουθες πραγματείες: A Summary Account of the Steam Boats for Lord Cochrane’s Expedition: With Some Few Words Upon the Two Frigates Ordered at New York for the Service of Greece, Effingham Wilson, London 1826, με την οποία ο Palma κατηγορούσε τον John Bowring και την Ελληνική Επιτροπή του Λονδίνου για κατασπατάληση των χρημάτων που είχαν συγκεντρωθεί με σκοπό την κατασκευή των πλοίων που ήταν αναγκαία για τη συνέχιση του πολέμου˙ Greece Vindicated…, τουτέστιν μία από τις πιο ενδιαφέρουσες, ενδελεχείς και οξυδερκείς αναλύσεις της ευρωπαϊκής συνεισφοράς στον ελληνικό αγώνα.

[76] Για τις θέσεις των ιταλών εξορίστων έναντι των Ελλήνων, που απείχαν παρασάγγας από εκείνες των βρετανών φιλελλήνων, βλ. Isabella, Risorgimento in esilio…, σσ. 100-110.

[77] Isabella, Risorgimento in esilio…, σ. 119. Για όλη αυτή τη συζήτηση των ιταλών εξόριστων πατριωτών και την ηρωοποίηση του Santarosa βλ. στο ίδιο, σσ. 106-120. Πρβλ. Pécout, «Ελληνική Επανάσταση…», σσ. 125-129.

[78] Για το θέμα βλ. Stathis Birtachas, «“In defence of the liberty and the rights of Great Mother Greece”. The Italian Garibaldini Volunteers in Epirus: the decline of a long tradition in Greece. Evaluation of an old story and new research perspectives», Mediterranean Chronicle 6 (2016), σσ. 161-182, όπου η βιβλιογραφία. Πρβλ. Andrea Giovanni Noto, «Le “nazioni sorelle”. Affinità, diversità e influenze reciproche nel Risorgimento di Italia e Grecia», στο G. Altarozzi, C. Sigmirean (επιμ.), Il Risorgimento italiano e i movimenti nazionali in Europa. Dal modello italiano alla realtà dell’Europa centro-orientale, Edizioni Nuova Cultura, Roma 2013, σσ. 43-68.

[79] http://listedmonuments.culture.gr/fek.php?ID_FEKYA=1191225891&v17=. Βλ. απεικόνιση και περιγραφή του στην ακόλουθη ιστοσελίδα: http://repository.pylia.gr/dspace/handle/11596/158.

[80] Ο Δήμος Αθηναίων λ.χ. έδωσε τιμητικά το όνομα του Santarosa σε μία από τις οδούς στο κέντρο της πόλης, όπου παλαιότερα στεγάζονταν τα δικαστήρια. Το ίδιο συνέβη σε μία σειρά από άλλους δήμους της χώρας.

[81]Βλ. επί παραδείγματι τις παράλληλες εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν ομοίως το 1925 στην Ελλάδα και την Ιταλία εις μνήμην του Santarosa. Δύο έτη αργότερα διεξήχθησαν ανάλογες εορταστικές εκδηλώσεις στη Ζάκυνθο επί τη εκατονταετηρίδι του θανάτου του ελληνοϊταλού ποιητή Ugo Foscolo. Βλ. σχετικά Σωκράτης Β. Κουγέας, Λόγος εκφωνηθείς κατ’ εντολήν της Πανεπ. Συγκλήτου εν τῃ μεγάλῃ αιθούσῃ των τελετών του Πανεπιστημίου την 10ην Μαΐου 1925 εις μνήμην του Ιταλού Φιλέλληνος Κόμητος Σανταρόζα επί τῃ εκατονταετηρίδι του εν Σφακτηρίᾳ θανάτου αυτού, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα 1925˙ Δημήτρης Φιλιππής, Ελλάδα-Ιταλία 1919/20-1940 και η εμπλοκή της Ισπανίας, Διδ. διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο / Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Αθήνα 2005, σσ. 175-180.

Ευάγγελος Παλάσκας: Οι μεταρρυθμίσεις του Κλεομένους Γ’ στην Σπάρτη

Ευάγγελος Παλάσκας 

Οι μεταρρυθμίσεις του Κλεομένους Γ’ στην Σπάρτη

 

Αντικείμενο πραγμάτευσης του παρόντος άρθρου αποτελούν οι μεταρρυθμίσεις του Κλεομένους Γ’ στην Σπάρτη. Ένας τίτλος μπορεί να φανεί εξαιρετικά γενικός και να προκαλέσει διάφορους προβληματισμούς, όπως για παράδειγμα πότε, πού και για ποιους λόγους έλαβαν χώρα τα υπό πραγμάτευση γεγονότα. Ως ιστορικοί πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι πως η αποκάλυψη της αλήθειας δεν είναι πάντα δυνατή. Με το άρθρο αυτό γίνεται η απόπειρα να φωτιστούν αρκετές πτυχές του θέματος, οι οποίες προβληματίζουν έναν ειδικό ερευνητή.

Η βασική απόπειρα αφορά στην ανάδειξή του χαρακτήρα των μεταρρυθμίσεων· προκειμένου όμως αυτές να γίνουν πιο κατανοητές, εξίσου σημαντικό είναι να περιγραφούν οι συνθήκες ανάδειξης του νεαρού βασιλιά Κλεομένους, οι καταβολές του και οι ενέργειές του σε στιγμές εξαιρετικά κρίσιμες για την Σπάρτη. Δευτερευόντως, είναι δύσκολο προς κατανόηση το κίνητρο βάσει του οποίου ο Κλεομένης έκανε πράξη μια σειρά μεταρρυθμίσεων που χαρακτηρίστηκαν ως «κοινωνική επανάσταση». Τέλος θα εξετασθούν οι παράμετροι που επηρέασαν την κρίση του νεαρού βασιλιά: ο δάσκαλος του, Σφαίρος, ο Άγις Δ’, η σύζυγός του, και οι γενικότερες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες.

Ο Κλεομένης της Σπάρτης.

Όπως είναι γνωστό, μέχρι και την Ελληνιστική εποχή  το μοντέλο διακυβέρνησης της Σπάρτης, με κάποιες κατά καιρούς διαφοροποιήσεις, ήταν αυτό της δυαδικής βασιλείας. Οι δύο βασιλείς κατάγονταν απ’ τους οίκους των Αγιάδων και των Ευρυπωντιδών και η διαδοχή τους ήταν κληρονομική. Κύρια αρμοδιότητά τους ήταν η ανάληψης της ισόβιας αρχιστρατηγίας. Συνεκτικά σημαίνοντα  ρόλο στο πολίτευμα της Σπάρτης διαδραμάτιζαν: η Γερουσία που κατέθετε αποφάσεις στην συνέλευση των πολιτών (Απέλλα) και λειτουργούσε ως δικαστήριο αλλά και οι έφοροι. Οι τελευταίοι ήδη από τα τέλη του 6ου αιώνα κάνουν αισθητή την παρουσία τους και αποτελούν τον ισχυρότερο πόλο  άσκησης της εξουσίας στην Σπάρτη.

Ο Κλεομένης ήταν ένας από τους βασιλείς της Σπάρτης, ευδιάκριτος για τις ικανότητές του εξ αρχής. Τα γεγονότα της δολοφονίας του Άγιδος Δ’, κληρονόμου της δυναστείας των Ευρυπωντιδών, και της αυτοεξορίας του αδερφού του Αρχίδαμου στην Μεσσήνη θ’ αφήσουν ως μόνο βασιλέα της Σπάρτης τον πατέρα του Κλεομένη, Λεωνίδα. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ο Άγις Δ’ προσπάθησε να εφαρμόσει ένα κοινωνικοπολιτικό πρόγραμμα παρόμοιο με αυτό που θα δούμε παρακάτω από τον Κλεομένη Γ’· οι πολιτικοί του αντίπαλοι όμως κρίθηκαν αποτελεσματικότεροι. Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη ενός μόνο βασιλέα αποδυνάμωσε εξαιρετικά το αξίωμα και μέχρι το τέλος της βασιλείας του (235 π.Χ.) ανάγκασε τον Λεωνίδα να κυβερνά -κατόπιν συμβιβασμού- με τους εφόρους.

 Κατά την διακυβέρνηση του, ο Λεωνίδας προέβη σε μία κίνηση που εξασφάλισε στον οίκο του εξαιρετική δύναμη και πλούτο. Πάντρεψε, παρανόμως, τον ανήλικο γιο του Κλεομένη Γ’ με την χήρα του Άγιδος Δ’ και κόρη του πλούσιου Γύλιππου, την Αγιάτιδα. Με τον τρόπο αυτό, ο μοναδικός κληρονόμος και γιος του Άγιδος, Ευδαμίδας, θα ήταν πλέον κληρονόμος τόσο του οίκου  των Αγιάδων από την πλευρά του Κλεομένους  όσο και των Ευρυπωντιδών, εφόσον ο Αρχίδαμος βρίσκονταν εξόριστος στην Μεσσήνη. Η μεταβολή αυτή άλλαξε άρδην την μορφή της διαδοχής και της ύπαρξης δύο βασιλέων στην Σπάρτη. Η διττή βασιλεία ήταν πλέον παρελθόν. Άλλωστε, η ίδια η Σπάρτη ήταν αρκετά πίσω από την εποχή της. Ο θεσμός της πόλης-κράτους είχε αποδυναμωθεί και την θέση των άλλοτε ισχυρών πόλεων είχαν πάρει αφενός οι νέες αυτοκρατορίες (κοσμοπολίτικες και μη) και αφετέρου οι συνομοσπονδίες πόλεων, οι Συμπολιτείες. Η ανάγκη για μια εκ βάθρων μεταβολή στη Σπάρτη ήταν περισσότερο από ποτέ εμφανής.

Έτσι το 235 π.Χ., όταν ο Κλεομένης ανέλαβε την διαδοχή του Λεωνίδα στον θρόνο, «ήταν ο τελευταίος νόμιμος βασιλιάς σύμφωνα με τους κανόνες της κληρονομικής διαδοχής του οίκου των Αγιάδων».[1] Επιπρόσθετα, η αναρρίχησή του στον θρόνο συμπίπτει με γεγονότα που εκτυλίσσονται στην Πελοπόννησο την περίοδο αυτή, τα οποία δεν επέτρεπαν την ύπαρξη ενός λιγότερου δυναμικού προσώπου από αυτό του Κλεομένους Γ’, εφόσον η πόλη της Σπάρτης επιθυμούσε να διατηρήσει κραταιά την θέση της υπό την απειλή της Αχαϊκής Συμπολιτείας.

«Κλεομένειος» πόλεμος.

Την ισχυρή δυναμική που παρουσίαζε η Αχαϊκή Συμπολιτεία κατά τον τρίτο αιώνα στην περιοχή της Πελοποννήσου εξέφραζε ο ηγέτης της, Άρατος από την Σικυώνα. Όσο και αν η κοινωνική επανάσταση του Κλεομένους εκφράστηκε με τις μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της Σπάρτης, η ευκαιρία για την ανατροπή των πολιτικών σταθερών απλόχερα του «χαρίστηκε» από το εξωτερικό.

Τα πρώτα πέντε χρόνια της βασιλείας του Κλεομένους δεν παρατηρήθηκε κάποια ιδιαίτερη δράση εκ μέρους του. Αρχικά, ο νεαρός βασιλιάς δεν μπορούσε να αντιτεθεί στους ισχυρούς εφόρους.[2] Το γεγονός αυτό επιτάθηκε από τη χηρεία του δεύτερου βασιλικού θρόνου. Μία ακόμη ενδιαφέρουσα εικασία θέλει τον νεαρό Κλεομένη Γ’ να προσπαθεί να εξασφαλίσει ως σύμμαχο στην υλοποίηση του σχεδίου του τον «εραστή» του, τον άνθρωπο δηλαδή που είχε αναλάβει την εκπαίδευσή του, τον Ξενάρη. Οι ιδέες που τον είχαν επηρεάσει τόσο από τον δάσκαλό του Σφαίρο όσο και από την χήρα του Άγιδος Δ’ δεν κατάφεραν να πείσουν τον Ξενάρη, ο οποίος αποστασιοποιήθηκε από τον Κλεομένη. Αναπόφευκτα ο νεαρός βασιλιάς δεν κατάφερε να δημιουργήσει έναν κύκλο συμμάχων ή συνεργών ώστε να πετύχει το σχέδιο της πολιτικής ανατροπής που επιθυμούσε.[3]

Αυτό που πραγματικά έδωσε στον Κλεομένη το έναυσμα για την αποφασιστική του πορεία ήταν η κινητικότητα της Αχαϊκής Συμπολιτείας και η ανατροπή ισορροπιών στην Πελοπόννησο. Το 229, όχι απαραίτητα δια πρωτοβουλίας του Κλεομένους, η Σπάρτη κατακτά, κατόπιν και της ανοχής των Αιτωλών, τις αρκαδικές πόλεις της Μαντίνειας, της Τεγέας, του Ορχομενού και των Καφυών. Στις αρχές τους αμέσως επόμενου χρόνου (228 π.Χ.), οι έφοροι εξουσιοδότησαν τον Κλεομένη να κατακτήσει το οχυρό του Αθήναιου κοντά στα σύνορα της Αρκαδίας και στην Βελβίνα, φρούριο ιδιαίτερα σημαντικό για τον έλεγχο της κοιλάδας του Ευρώτα. Ο Άρατος αντεπιτέθηκε την νύχτα στις πόλεις της Τεγέας και του Ορχομενού, μάταια όμως.[4] Η νίκη αυτή εξασφάλισε την αύξηση του κύρους που προσθέτει μια μεγαλειώδης στρατιωτική επιτυχία και λειτούργησε ως καθοριστικό μέσο επιβολής του Κλεομένους στον στρατό. Ο βασιλιάς ήταν πλέον αρχιστράτηγος και στην πράξη. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι, έως την κατάκτηση του Αθήναιου από τον Κλεομένη, οι εχθροπραξίες μεταξύ των δύο πλευρών «ήταν περιορισμένες, πιθανότατα επειδή και η Αχαΐα και η Σπάρτη δεν ήθελαν να διακινδυνεύσουν την υποστήριξη από την πλευρά του Πτολεμαίου Γ’».[5] Προκύπτει επομένως ένα ζήτημα ως προς το ποια ήταν η σχέση του απομακρυσμένου βασιλείου της Αιγύπτου με τις δύο αυτές πόλεις, το οποίο μετέπειτα θα μας απασχολήσει.

To 228 ο Κλεομένειος πόλεμος, όρος που υιοθετήθηκε από το στρατόπεδο των Αχαιών, ήταν πλέον γεγονός. Ο βασιλιάς της Σπάρτης συνέχισε τις εχθροπραξίες στην περιοχή της Αρκαδίας, αντιμετώπισε όμως ιδιαίτερες δυσκολίες εξαιτίας της επιφυλακτικής στάσης που διατηρούσε το συμβούλιο των εφόρων. Ίσως και να είχαν αντιληφθεί έως ένα σημείο τις προθέσεις του Κλεομένους, ίσως κατά κάποιο τρόπο να το είχαν πληροφορηθεί. Μετά την κατάκτηση των Καφυών, οι έφοροι ανακάλεσαν τον Κλεομένη. Η τρέχουσα κατάσταση όμως για άλλη μια φορά θα ευνοήσει τον νεαρό βασιλιά. Οι κινήσεις του Αράτου αναγκάζουν τους εφόρους να στείλουν τον ίδιο τον Κλεομένη στην Αρκαδία, εκεί θα κατακτήσει το Μιθύδριο που είχε προσχωρήσει στην Αχαϊκή συμπολιτεία. Στο μεταξύ, στρατηγός της Συμπολιτείας αυτή την φορά εκλέχθηκε ο Αριστόμαχος, πρώην τύραννος του Άργους και από τους παλαιότερους εχθρούς της Σπάρτης, ο οποίος εκστράτευσε εναντίον του Κλεομένους.

Χάρτης από «Macedonia and the Greek Leagues» του F.W. Walbank που απεικονίζει τις προαναφερθείσες περιοχές-πόλεις στην Πελοπόννησο.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, οι Αχαιοί με αρχηγό τον Αριστόμαχο πλέον, κινήθηκαν εναντίον του Κλεομένους με τον υπεράριθμο στρατό των 20.000 πεζικού και 1.000 ιππικού. Στον αντίποδα, ο Κλεομένης είχε στην κατοχή του μόνο 5.000 άνδρες, δηλαδή μόλις το ένα τέταρτο σχεδόν του έμψυχου δυναμικού των Αχαιών. Παρά την υπεροχή τους, ο Άρατος πείθει τον Αριστόμαχο να μην επιτεθεί, ίσως γιατί πίστευε πως μια πιθανή σύγκρουση με την Σπάρτη θα απογύμνωνε τη Συμπολιτεία από την επιδότηση που προερχόταν από το βασίλειο της Αιγύπτου ή γιατί απλούστερα ο ίδιος διακαώς επιθυμούσε να επανέλθει στο προσκήνιο.

Η συνέχεια γίνεται όλο και πιο ελκυστική για τον Κλεομένη. Η άτυπη αυτή νίκη αποδείχθηκε ιδιαίτερα σημαντική για το ηθικό του σπαρτιατικού στρατού. Οι Αχαιοί χλευάστηκαν συλλήβδην για την υποχώρησή τους παρά την αριθμητική τους υπεροχή. Για μια ακόμη φορά ο Άρατος επανεκλέχθηκε στρατηγός το 227. Παράλληλα, ο Κλεομένης προσπάθησε να ενισχύσει τον θεσμό της βασιλείας και κάλεσε πίσω τον εξόριστο βασιλιά του οίκου των Ευρυπωντιδών. Ωστόσο, ο Αρχίδαμος δολοφονήθηκε σχεδόν αμέσως. Ο Πολύβιος έσπευσε να χαρακτηρίσει ένοχο τον Κλεομένη, γιατί, σύμφωνα με αυτόν, ήθελε να εξουδετερώσει κάθε ανταπαιτητή του θρόνου.[6] Κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά αμφιλεγόμενο, ιδίως εάν λάβουμε υπόψη την αρνητικά μεροληπτική άποψη του Πολυβίου  για τον Κλεομένη. Η αντίθετη άποψη μάλλον είναι πιο ρεαλιστική: «Ο Κλεομένης κατηγορήθηκε αμέσως από τους Σπαρτιάτες είτε για την οργάνωση είτε για την συνομολόγηση στην δολοφονία του Αρχίδαμου. Η ντροπή που μπορεί να ένιωσε  αλλά και η αποδυνάμωση του βασιλικού θεσμού ήταν η κινητήρια δύναμη της πολιτειακής ανατροπής».[7]

Τα γεγονότα όμως υπηρετούσαν μια ακατάπαυστη ροή: ο Κλεομένης, όντας ικανός, πείθει τους εφόρους να αποχωρήσει και να συνεχίσει να ασκεί το καθήκον της αρχιστρατηγίας. Μια σκιά συνομωσίας πλανάται από πάνω του, εντούτοις η λύση γι’ αυτόν προήλθε και πάλι από το εξωτερικό ύστερα από την επιτυχία της κατάκτησης του οχυρού των Λεύκτρων. Το οχυρό των Λεύκτρων βρισκόταν σε απόσταση δέκα περίπου χιλιομέτρων από την Μεγαλόπολη και έμμεσα ελέγχονταν από τις δυνάμεις της Αχαϊκής Συμπολιτείας.[8] Εδώ θα χρειαστεί να γίνει μια μικρή διευκρίνιση. Το πεδίο δράσης του Κλεομένους ήταν τα Λεύκτρα Μεγαλουπόλεως και όχι τα Λεύκτρα Βοιωτίας όπου έλαβε μέρος η κομβική μάχη του 371π.Χ μεταξύ Θηβαίων και Σπαρτιατών.

Αναντίρρητα όσο έκδηλος και αν ήταν ο εσωτερικός αναβρασμός της Σπάρτης, ο Κλεομένης είχε αποδείξει ότι στις δύσκολες στιγμές στρέφονταν πάντα προς το εξωτερικό. Το κύριο προσόν του και αυτό που του εξασφάλιζε κύρος ήταν η δεινότητά του ως αρχιστράτηγος. Έστω και χωρίς τον ουσιαστικό έλεγχο του εσωτερικού της Σπάρτης, ο νεαρός βασιλιάς κατάφερε να αποκτήσει φήμη και συμμάχους έξωθεν της Σπάρτης. Στην ερμητική σπαρτιατική κοινωνία, με τις  εκατό οικογένειες των πολιτών που είχαν απομείνει να είναι πολιτικά ανώριμες, το μόνο σώμα που μπορούσε να τον βοηθήσει στα σχέδια του ήταν ο στρατός. Η εξουσία του βασιλιά ήταν αυστηρά περιορισμένη, όμως η αέναη εμμονή της Αχαϊκής Συμπολιτείας για την επικράτησή της στην Πελοπόννησο έδωσε τα μέσα στον Κλεομένη να επιβληθεί

Η επανάσταση.

Δεν μπορούμε να καθορίσουμε με ασφάλεια το χρονικό στίγμα που αποφάσισε να επιβληθεί στους εφόρους και γενικά σ’ ολόκληρη την Σπάρτη. Ενδεχομένως, να ήταν η στιγμή που ο μοναδικός διάδοχος του θρόνου των Ευρυπωντιδών δολοφονήθηκε. Από την άλλη, η ικανότητά του στο πεδίο της μάχης είχε πλέον αποδειχτεί περίτρανα στο παρελθόν. Σίγουρα ο Κλεομένης θεωρούνταν υπολογίσιμος και ικανός από τους αντιπάλους του τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Γεγονός είναι ότι οι έφοροι δεν μπόρεσαν παρά να εξουσιοδοτήσουν την τρίτη εκστρατεία του το 227 π.Χ. Ο Πλούταρχος στους βίους του Άγιδος και του Κλεομένους αναφέρει ότι ο Κλεομένης έπεισε τους εφόρους να εγκρίνουν την τελευταία εκστρατεία του χρηματίζοντάς τους. Εδώ λοιπόν προκύπτει το εξής ερώτημα, ποια ήτανε η προέλευση της οικονομικής αρωγής που λάμβανε;

Ο Κλεομένης ήταν ιδιαίτερα ικανός, ευφυής και δρούσε μεθοδευμένα. Χωρίς καμία ιδιαίτερη δυσκολία έπεισε την μητέρα του Κρατισίκλεια, η οποία γνώριζε τα σχέδια του, να παντρευτεί έναν ισχυρό άντρα της Σπάρτης, τον Μεγιστάνα. Συνάμα η χήρα του Άγιδος Δ’ και σύζυγος του Κλεομένους, Αγιάτιδα, ως κόρη του εύπορου Γύλιππου διέθετε αρκετά μεγάλη περιουσία. Επομένως, οι οικονομικοί πόροι και η επιρροή που διέθετε ο Κλεομένης τόσο για τον (πιθανό) χρηματισμό των εφόρων όσο και για τις εκστρατείες και για το δυναμικό που συγκέντρωνε προέρχονταν άμεσα από την Αγιάτιδα, την Κρατισίκλεια και τον πατριό του, Μεγιστάνα. Μετά την τρίτη εκστρατεία του και αφού κατέλαβε την πόλη Ηραία που ήταν υπό την κατοχή των Αχαιών, κινήθηκε κυκλικά ώστε να εισαγάγει τρόφιμα στον Ορχομενό και  παρέμεινε κοντά στην Μαντίνεια. Έχοντας τα στρατεύματα του στην Αρκαδία, άφησε όλους τους στρατιώτες πίσω για να πραγματοποιήσουν ασκήσεις και πήρε μαζί του μια μικρή ομάδα μισθοφόρων, με την βοήθεια των οποίων εκτέλεσε ένα είδος πραξικοπήματος.[9] Πεπεισμένος ότι η μοναρχία που ονειρευόταν μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο με την βία και όχι με την πειθώ, επέλεξε αυτήν την ομάδα των ψυχρών μισθοφόρων για την εκτέλεση του σχεδίου του.[10] Οι μισθοφόροι του Κλεομένους προέρχονταν είτε γενικά από πόλεις της Πελοποννήσου είτε από πρώην φιλοαχαϊκές πόλεις που τάχθηκαν με την Σπάρτη καθώς ο Κλεομένης καταργούσε τα ολιγαρχικά καθεστώτα που τις καταπίεζαν.[11] Πιθανό ακόμη είναι και να επιθυμούσαν την εφαρμογή της διαγραφής των χρεών στις πόλεις τους.

Στην ομάδα που πήρε μαζί του καθοριστική θέση είχαν και οι μόθακες, νόθοι γιοι Σπαρτιατών, είλωτες από την πλευρά της μητέρας τους, οι οποίοι προσδοκούσαν στην ευόδωση της επανάστασης για να αποκτήσουν πολιτικά δικαιώματα τα οποία ως τότε δεν είχαν. Έχοντας αφήσει τον  Μεγιστάνα στην Σπάρτη έστειλε μία ομάδα πέντε επίλεκτων στρατιωτών-εκτελεστών, έναν για κάθε έφορο. Δολοφονήθηκαν οι τέσσερις από τους εφόρους και δέκα υποστηρικτές τους. Ο Αγύλαιος, ένας εκ των πέντε εφόρων, διέφυγε τραυματισμένος. Έπειτα, ο Κλεομένης εξόρισε ογδόντα αντιπάλους του και προχώρησε στην εφαρμογή του προγράμματός του. Από το στόχαστρο του Κλεομένους δεν ξέφυγε και η Γερουσία: «Έλεγε δε ότι η Γερουσία είχε ενωθεί με τους βασιλείς από τον καιρό του Λυκούργου και ότι μετέπειτα η πόλη είχε διοικηθεί με τον αυτόν τον τρόπο και για μεγάλο χρονικό διάστημα, δίχως να έχει ανάγκη από άλλους αξιωματούχους».[12] Με τον τρόπο αυτό, προσπάθησε να δείξει πως είναι πιστός στο παράδειγμα του Λυκούργου, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η Γερουσία ήταν η πεμπτουσία της νομοθεσίας του. Ως απόρροια της σύνδεσης του με τον Λυκούργο δεν θα μπορούσε να εξαφανίσει και την Γερουσία, ο βασιλιάς της Σπάρτης όμως ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει σε ριζικές αλλαγές.

Οι μεταρρυθμίσεις.

Το πρόγραμμα αναμόρφωσης της Σπάρτης δέχθηκε  επιρροές από πληθώρα προσώπων. Σαφέστατα ο Κλεομένης επηρεάστηκε από την αποτυχημένη προσπάθεια του Άγιδος να το εφαρμόσει και παραδειγματίστηκε από την κατάληξή του. Γνωρίζουμε ακόμη πως επηρεάστηκε από τον δάσκαλό του, τον στωικό φιλόσοφο Σφαίρο από την Βορυσθένη της Μαύρης Θάλασσας. Το σίγουρο είναι πως ο βασιλέας της Σπάρτης προώθησε τις μεταρρυθμίσεις του στηριζόμενος σε ένα γνωστό πρόσωπο που ήταν αποδεκτό από το σύνολο των Σπαρτιατών, τον Λυκούργο. Η βαρύτητα που προσέφερε το πρόσωπο του Λυκούργου στις σκληρές αλλαγές που επέβαλε ο Κλεομένης ήταν ο σημαντικότερος παράγων νομιμοποίησής τους. Ανάμεσα στις μεταρρυθμίσεις που προέβη ήταν η αναδιανομή της γης. Διαίρεσε την γη σε 4.000 κλήρους, εκ των οποίων 2.500 διατέθηκαν στους  πολίτες της Σπάρτης με πλήρη πολιτικά δικαιώματα, 1.400 στους περίοικους και στους ξένους -πιθανώς για να αποκαταστήσει τους μισθοφόρους ως ανταμοιβή που τον βοήθησαν να καρπωθεί την εξουσία- ενώ κράτησε και κάποιους κλήρους για όσους είχαν εξορισθεί. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να σημαίνει είτε πως επρόκειτο να επιστρέψουν είτε πως αποτέλεσαν μέρος της προπαγάνδας του Κλεομένους. Τα χρέη διαγράφηκαν και το σώμα των πολιτών αυξήθηκε σε 5.000 περίπου, μαζί με τους περίοικους και τους μέτοικους. Στα οπισθοδρομικά μέτρα του Κλεομένους –που συνάδουν όμως με την «εκμετάλλευση» του Λυκούργου- συγκαταλέγεται: η επαναφορά της σπαρτιατικής αγωγής, η τήρηση της αυστηρής σπαρτιατικής δίαιτας και η παράδοση της σοδειάς από τους είλωτες στο ακέραιο.[13]

Το πεδίο στο οποίο ο Κλεομένης υπήρξε ιδιαίτερα καινοτόμος ήταν εκείνο του στρατού. Συγκεκριμένα εισήχθη για πρώτη φορά από τον Σπαρτιάτη βασιλιά η υιοθέτηση της μακεδονικής φάλαγγας και του βασικού πολεμικού εξοπλισμού της. Οι Σπαρτιάτες μαθαίνουν να χρησιμοποιούν την σάρισσα, το μακρύ δόρυ που χρησιμοποιούσαν οι Μακεδόνες, και να κουβαλούν την ασπίδα τους με τη χρήση ζώνης.[14] Στο πρωτεύον πρόβλημα της ολιγανθρωπίας απάντησε με την αύξηση του στρατιωτικού σώματος μέσω της ενσωμάτωσης των κορυφαίων περίοικων.

Σε πολιτειακή βάση, στην θέση των εφόρων εγκατέστησε τον πατρονόμο, ένα νέο ετήσιο αξίωμα με σκοπό την προστασία των νόμων. Για να διατηρεί την σχεδόν απόλυτη εξουσία που είχε εξασφαλίσει έπρεπε, σεβόμενος το δόγμα του Λυκούργου να διατηρήσει την Γερουσία, προχώρησε όμως στην υποβάθμιση των εξουσιών της. Αυτός ήταν και ο υποβόσκων ρόλος του αξιώματος του πατρονόμου. Πολύ πιθανόν ο Κλεομένης να αφαίρεσε το τεράστιο κύρος της Γερουσίας μετατρέποντάς την σε ετήσια από αιώνια. Τέλος, έχοντας την πλήρη εξουσία, όρισε συμβασιλέα τον αδερφό του Ευκλείδη.[15] Αποτέλεσμα ήταν να υποτιμηθεί ο γενικότερος θεσμικός ρόλος της Γερουσίας και να παραμερισθεί, αφήνοντας στον Κλεομένη τα περιθώρια να δρα στην κατεύθυνση που επιθυμούσε.

Μολαταύτα ο ακρογωνιαίος λίθος στην επιτυχία της ανατροπής ήταν ο τρόπος που διαχειρίστηκε τους πολιτικούς του αντιπάλους. Χωρίς δισταγμό, εξόρισε ή εξολόθρευσε κάθε λογής απειλή. Η Σπάρτη απέκτησε για λίγο και πάλι τον «λακωνικό» της χαρακτήρα. Ο Κλεομένης, αφού έλαβε όλα αυτά τα μέτρα που τον κατέστησαν ένα πραγματικά ισχυρό ηγεμόνα στο εσωτερικό, συνέχισε την δυναμική εξωστρεφή πολιτική της Σπάρτης.

Ο εξωτερικός παράγων.

Ο συνδυασμός του προσωποπαγούς πολιτεύματος και της αναδιοργάνωσης του στρατού λειτούργησε αρκετά θετικά στην αρχή για την Σπάρτη. Την νίκη της στο πεδίο του Εκατόμβαιου το 226 π.Χ. ακολούθησε η διπλωματική επιτυχία που επικύρωσε την συμμαχία της με το Άργος το 225 π.Χ. Έως το 224, το κοινωνικοπολιτικό μόρφωμα του δυναμικού ηγεμόνα είχε φέρει στο στρατόπεδο της Σπάρτης όχι μόνο το Άργος αλλά και το μεγαλύτερο τμήμα της Αρκαδίας.[16] 

Όπως ήτανε φυσικό, ο Άρατος ανησύχησε και αποφάσισε πως έπρεπε να κινηθεί δραστικά. Η στρατιωτική επικράτηση του Κλεομένους στην Πελοπόννησο θα μπορούσε πολύ εύκολα να μετατραπεί σε ένα καθεστώς ηγεμονίας σε ολόκληρη την χερσόνησο. Μέσα σε μεγάλη σύγχυση, ο Άρατος εγκατέλειψε την αντιμακεδονική του πολιτική και εναπόθεσε τις ελπίδες του στους Μακεδόνες, πράξη που έστρεψε το βασίλειο της πτολεμαϊκής Αιγύπτου προς την Σπάρτη. Ο Πτολεμαίος Γ’ δεν ήταν διατεθειμένος να στηρίξει οποιαδήποτε δύναμη συμμαχούσε με την Μακεδονία. Συνεπώς γίνεται εύκολα αντιληπτό πόσο λογική ήτανε η υποστήριξη του Κλεομένους Γ’ από τον ίδιο. Εμφανώς η Σπάρτη υστερούσε πάντα σε χρήματα και σε έμψυχο δυναμικό. Ποια μορφή λοιπόν είχε η υποστήριξη που παρείχε ο Πτολεμαίος; Αρχικά, ήταν χρηματική. Ο Κλεομένης χρηματοδοτήθηκε είτε με μπρούτζινα Αιγυπτιακά νομίσματα είτε με άργυρο που του επέτρεψε να κόψει το ασημένιο τετράδραχμο που χρησιμοποίησε και ο Άγις Δ’.

Η πρώτη κοπή νομισμάτων του Κλεομένους. Ο Κλεομένης εμφανίζεται κατά το πρότυπο των ελληνιστικών ηγεμόνων(Φοράει διάδημα και είναι αγένειος).Στο πίσω μέρος η μορφή της Αρτέμιδος Ορθίας.

Ένα τμήμα των χρημάτων κατανεμήθηκε για την αναστήλωση του ναού της Αρτέμιδος Ορθίας και για την ανακαίνιση του «Μεγάλου Ιερού» που ήταν αφιερωμένο στον Λυκούργο. Το μεγαλύτερο όμως μέρος των χρημάτων διατέθηκε για την προετοιμασία του στρατεύματος των πολιτών και  των μισθοφόρων εν όψει της μεγάλης μάχης εναντίον της αντισπαρτιατικής συμμαχίας.

Η κάθοδος του Δώσωνος στην Πελοπόννησο δεν αποτέλεσε έναν κεραυνό εν αιθρία για όσους έχουν γνώση των πληροφοριών που μας προσφέρει ο Πολύβιος επί του θέματος. Η σύμπραξη Άρατου και Αντιγόνου ήταν μάλλον παρασκηνιακή. Ο Πολύβιος υποστηρίζει ανοικτά πως σε περίπτωση νίκης του Αντιγόνου Γ’ και εγκαθίδρυσης «de facto» μακεδονικής επικυριαρχίας στην Πελοπόννησο, η κοινή γνώμη θα  θεωρούσε αποκλειστικό υπεύθυνο τον Άρατο. Για τον λόγο αυτό ο ίδιος εμπιστεύθηκε το σχέδιο του στους δύο στενούς Μεγαλοπολίτες φίλους του, τον Νικοφάνη και τον Κερκίδα. Οι δύο συνεργάτες γρήγορα έπεισαν τους κατοίκους της Μεγαλόπολης για την αποστολή πρεσβείας στον Μακεδόνα βασιλιά. Ταυτόχρονα ανέλαβαν και την πρεσβεία ακολουθώντας μεθοδικά τις υποδείξεις που τους έκανε ο Άρατος. Στην γραπτή του απάντηση ο Αντίγονος υποσχέθηκε ότι κατόπιν και της επιθυμίας των Αχαιών θα παρείχε την αναμενόμενη βοήθεια στην Μεγαλόπολη.[17]

 Η συνεργασία των δύο ανδρών εγκαινιάστηκε με την παράδοση του Ακροκορίνθου, που λίγα χρόνια πριν είχε στερήσει από το Μακεδονικό βασίλειο ο στρατηγός των Αχαιών. Σύμφωνα με τον Πολύβιο ο Άρατος προφασίστηκε την στροφή των Κορινθίων προς τον Κλεομένη Γ’ για την εκδίωξη των Αχαιών από την πόλη. Τότε και μόνον απέκτησε την αφορμή που μανιωδώς αναζητούσε ώστε να παραδώσει τον βράχο του Ακροκορίνθου στους Μακεδόνες. Αβίαστα κανείς συμπεραίνει ότι ο Αντίγονος απέκτησε ένα πανίσχυρο ορμητήριο στην Πελοπόννησο. Η αντίδραση του Κλεομένους ήταν να στρατοπεδεύσει στον Ισθμό. Στο άκουσμα της είδησης πως θα παρουσιαστεί και στην Θεσσαλία ο Αντίγονος κινήθηκε εναντίον του. Οι Αιτωλοί όμως, διόλου ευκαταφρόνητη δύναμη, απαγόρευσαν την διέλευση του Αντιγόνου  με τον στρατό του από τις Θερμοπύλες, απειλώντας τον ανοιχτά με πόλεμο. Μην έχοντας άλλη επιλογή ο Αντίγονος κατέφθασε στον Ισθμό μέσω της Εύβοιας. Η άμυνα του Κλεομένους έμοιαζε αδιάτρητη εντούτοις το πρώτο ρήγμα της  κατέστη μοιραίο για την κατάρρευση της Σπάρτης.[18]

Με την εξέγερση του Αριστοτέλους στο Άργος υποβοηθούμενη από τους Αχαιούς ο Κλεομένης Γ’ γυρίζει πίσω. Βλέποντας την έκβαση της μάχης υποχωρεί στην Σπάρτη μέσω της Μαντίνειας. Ο Αντίγονος αιφνιδίως άδραξε την ευκαιρία, εισέβαλλε στην Πελοπόννησο και κατέλυσε ένα προς ένα τα φρούρια του Κλεομένους. Το 224π.Χ στην συνέλευση της Αχαϊκής Συμπολιτείας στο Αίγιο  ο Αντίγονος Δώσων εκλέχθηκε ηγεμών-στρατηγός της «Συμμαχίας». Την ίδια στιγμή ανέπτυξε και τα σχέδιά του για την «Ελληνική Συμμαχία» που θα αποτελούνταν από συμπολιτείες και «κράτη» ως ανάχωμα προς την Σπάρτη και μελλοντικά προς την Αιτωλική συμπολιτεία. Η συμμαχία αποτελούνταν από Αχαιούς, Μακεδόνες, Θεσσαλούς, Ηπειρώτες, Ακαρνάνες, Βοιωτούς και Φωκείς.[19] Στην πράξη όμως ο Αντίγονος αποφασιστικά καθιέρωσε την μακεδονική ηγεμονία και ανέλαβε επίσημα επικεφαλής του αγώνα κατά του Κλεομένους. Η προσπάθεια του Άρατου να ποδηγετήσει εν καιρώ τον Δώσονα έπεσε στον κενό…

Ασημένιο τετράδραχμο του βασιλέως Αντιγόνου Γ’ (229-220π.Χ). Στην εμπρόσθια πλευρά απεικονίζεται ο γενειοφόρος Ποσειδών με κυματοειδείς βόστρυχους. Στο πίσω μέρος εμφανίζεται ο Απόλλων γυμνός τοποθετημένος στη πλώρη ενός πλοίου με το δεξί του χέρι να κρατά ένα τόξο. Στην πλώρη αναγράφεται «ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΑΝΤΙΓΟΝΟΥ» και πιο κάτω υπάρχει ένα μονόγραμμα.[20] Πηγή: American Numismatic Society.
Η κάτοψη του ναού της Αρτέμιδος Ορθίας στην Σπάρτη και των κερκίδων που προστέθηκαν κατά την ρωμαϊκή εποχή.

 

Αναπαράσταση του ναού κατά την περίοδο της αναστήλωσής του. Οι εικόνες είναι από την ανασκαφή 1906 – 1910 της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής των Αθηνών.

 Σε αντίθεση με τον Άρατο, ο Μακεδόνας βασιλέας Αντίγονος Γ’ ήταν ιδιαίτερα ικανός στρατηγός. Οι δυσκολίες που επρόκειτο να αντιμετωπίσει η Σπάρτη ήταν αρκετά σημαντικές και οι συνθήκες μη ευνοϊκές. Οι οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετώπιζε ο Κλεομένης, κυρίως λόγω και της απόσυρσης της οικονομικής αρωγής του Πτολεμαίου λίγο πριν την μάχη εναντίον των Μακεδόνων επιτείνονταν από την ολιγανθρωπία. Ήταν λοιπόν η σειρά του να κάνει μία κίνηση απελπισίας. Όταν ο Αντίγονος Γ’ περιόρισε τον Κλεομένη στην Λακωνία, αυτός ελευθέρωσε τους Είλωτες που μπορούσαν να πληρώσουν το ποσό των πέντε μνων. Με τον τρόπο αυτό συγκέντρωσε 500 τάλαντα και εξόπλισε 3.000 στρατιώτες στον αγώνα του εναντίον της Μακεδονίας.[21] Ωστόσο, στη μάχη που διεξήχθη το 222π.Χ στην Σελλασία, ο στρατός της Σπάρτης ηττήθηκε ολοσχερώς και ο Κλεομένης κατέφυγε στην Αίγυπτο. Τρία χρόνια αργότερα, άφησε την τελευταία του πνοή υποκινώντας εξέγερση εναντίον του Πτολεμαίου Δ’.

Εν κατακλείδι η μάχη στην Σελλασία αποτέλεσε μια διαφοροποίηση της σύγκρουσης της Μακεδονίας και της  τεχνικά ανεξάρτητης ακόμη Σπάρτης. Πρόκειται για την σύγκρουση της μακεδονικής αντίληψης για την επικυριαρχία στους νότιους Έλληνες απέναντι στην κοινωνική επανάσταση και σε αυτά που αντιπροσώπευε η επανάσταση του Κλεομένη. Σε μία σύγκρουση εποχών και ιδεών που νικητής αναπόφευκτα θα ήταν η Μακεδονία.

Χάρτης της περιοχής της Πελοποννήσου από «Atlas of the Greek and Roman world in antiquity» του N.G.L Hammond. Το μαύρο στίγμα αντιστοιχεί στην Σπάρτη και η κυκλωμένη κόκκινη περιοχή στην περιοχή της Σελλασίας όπου δόθηκε η μάχη Κλεομένους-Αντιγόνου το 222 π.Χ .

 

Ο Ευάγγελος Παλάσκας είναι απόφοιτος του Τμήματος
Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-M.M. Αustin, The Hellenistic World from Alexander to the Roman Conquest, Cambridge 1981.

-P.J. Rhodes, Οι ελληνικές πόλεις-κράτη. Μία συλλογή πηγών, (μτφ.-επιμέλεια: Ι.Κ. Ξυδόπουλος), Αθήνα 2010.

-F.W. Walbank, «Macedonia and the Greek Leagues», in Cambridge Ancient History vol. VII.1, Cambridge 1984.

-P. Cartledge-A. Spawforth, Hellenistic and Roman Sparta, 1992.

-F.W Walbank, Ο Ελληνιστικός κόσμος, εκδόσεις Βάνιας, α’ ανατύπωση, (μετάφραση: Τ. Δαρβέρης επιμέλεια: Λ. Μανωλόπουλος – Π. Νίγδελης), Θεσσαλονίκη 1999.

-Otto Morkholm, EARLY HELLENISTIC COINAGE from the accession of Alexander to the peace of Apamea (336-186 B.C), Cambridge University Press, 1991. 

-Περικλής Ροδάκης, Κλεομένης Γ΄ της Σπάρτης η μεγάλη κοινωνική επανάσταση, εκδόσεις Καστανιώτη, Γ’ έκδοση, 1994.

-Πηγή: Πλούταρχος, «Άγις και Κλεομένης».

Barrington atlas of the Greek and Roman world, έκδοση Princeton, N.J. Princeton University Press, 2000.

Atlas of the Greek and Roman world in antiquity, έκδοση: Park Ridge, N.J.  Noyes Press, 1981

-Πολυβίου, «Ιστοριών Β’», εκδόσεις: Στιγμή, (μετάφραση: Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος), Αθήνα 1995.

-ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Κ. ΓΥΙΟΚΑ, «Αντίγονος Δώσων, επίτροπος του Φιλίππου Ε’ και βασιλεύς της Μακεδονίας», Θεσσαλονίκη 1986.

Παραπομπές 

[1]

Cartledge – Spawforth 1998, 49.

[2]

                Walbank 1984, 456. 

[3]

                Ροδάκης 1994, 187-88.

[4]

                Walbank 1984, 456.

[5]

                Walbank 1984, 457.

[6]

                P.CARTLEDGE-A.SPAWFORTH, 1992, σ. 50-51.

[7]

                F.W.WALBANK, 1984, σ. 457.

[8]

                F.W.WALBANK, 1984, σ. 457-458.

[9]

                P.CARTLEDGE-A.SPAWFORTH, 1992, σ. 50.

[10]

                P.CARTLEDGE-A.SPAWFORTH, 1992, σ. 51.

[11]

                F.W Walbank, 1984, σ. 471.

[12]

                RJ RHODES, 2010, σ. 123 κείμενο 30.

[13]

                F.W.WALBANK, 1984, σ. 458.

[14]

                MM Austin, 1981, σ.111 κείμενο 56.

[15]

                P.CARTLEDGE-A.SPAWFORTH, 1992, σ. 52.

[16]

                P.CARTLEDGE-A.SPAWFORTH, 1992, σ. 54.

[17]

                Πολυβίου, Ιστοριών Β’, 1995, σ.100-105.

[18]

                Πολύβιου, Ιστοριών,1995, σ.108-111.

[19]

                F.W.WALBANK, 1984, σ.468-469.

[20]

                ΓΥΙΟΚΑΣ, 1986, σ.383-387.

[21]

                F.W.WALBANK,1999, σ. 244

Πατηρ Γεώργιος Μεταλληνός: Το ’21 και οι Συντελεστές του

Πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός

Το ’21 και οι Συντελεστές του

Ένα από τα φοβερότερα ανοσιουργήματα στο χώρο της Ιστορίας -αυτόχρημα αναιρετικό της ιστορικής επιστήμης- είναι η ιδεολογική ερμηνεία και χρήση των ιστορικών δεδομένων. Τότε ο Ιστορικός δεν κάνει επιστήμη (απροκατάληπτη δηλαδή και ελεύθερη έρευνα), αλλά πολιτική. Ένα δε από τα ιστορικά γεγονότα, πρωταρχικής για τον Ελληνισμό σημασίας, που δεινοπαθεί ιδιαίτερα από την ιδεολογικοποιημένη ιστορία, είναι το 1821, η Μεγάλη Επανάσταση του Ελληνικού Γένους/Έθνους και ο αληθινός χαρακτήρας της. Το ’21 σηματοδοτεί την αρχή του Ελληνικού Κράτους και γι’ αυτό όλες oι ιδεολογίες ζητούν να το παρουσιάσουν ως δικό τους, να σφετερισθούν τη δόξα του.

Μία ομάδα ερευνητών προσεγγίζουν το ’21 με ένα πνεύμα αμφισβητήσεως και διάθεση απορριπτική για κοινωνικές ομάδες, που καταλέγονται στους συντελεστές του. Γι’ αυτούς το ’21 είναι «σημείον αντιλεγόμενον (Λουκ. 2,34) και ζητούν την απομύθευσή του, στα πλαίσια του γνωστού αιτήματος «να ξαναγραφεί η ιστορία». Διατυπώθηκαν μάλιστα θέσεις, που επαναλαμβάνονται αυτούσιες από τους συνεχιστές τους, ιδιαίτερα στο χώρο της παιδείας και της ανεύθυνης (υπάρχει και τέτοια) δημοσιογραφίας.

Κυρίως πολεμείται η θέση του «ανωτέρου» (λεγομένου) Κλήρου(1) στον Αγώνα και αμφισβητείται γενικότερα ο ρόλος του Ράσου σ’ αυτόν. Επισημαίνονται προδοσίες, χαρακτηρίζονται… προδότες, ελέγχονται συμπεριφορές, αμφισβητείται η προσφορά.

Τα «επιχειρήματα» όμως περιορίζονται συνήθως σε ωραιολογίες και ανέρειστες γενικεύσεις η γλωσσικά πυροτεχνήματα χωρίς τεκμηρίωση. Η ιδεολογικοποιημένη αυτή «ιστορική ερμηνεία» αναπαράγεται, συνεχώς, και παρασύρει τους αδύνατους και ανίκανους να επιχειρήσουν αυτοδιαπιστώσεις. Ιδιαίτερα δε στο χώρο της παιδείας το θύμα παρόμοιων ιδεολογημάτων είναι η Νεολαία, που οδηγείται στην αμφισβήτηση και την άρνηση, πριν ακόμη γνωρίσει την ιστορική αλήθεια.

Ανταποκρινόμενος στην παράκληση των οργανωτών αυτής της πανηγυρικής συνάξεως, θα προσπαθήσω να απαντήσω στα ερωτήματα:

Ποια η συμβολή του Κλήρου στον Αγώνα;

Ωφέλησε η έβλαψε το Γένος;

Ποια η συμμετοχή του γενικότερα στην ανάσταση του Γένους;

Στάθηκε στο πλευρό του η αδιαφόρησε;

Μπορούμε να μιλούμε για αντίδραση η αδιαφορία;

Θα προσεγγίσουμε τα ερωτήματα αυτά μέσα από τις ιστορικές μαρτυρίες, ελέγχοντας τη στάση του Κλήρου κατά την πορεία προς τον Αγώνα και κατά τη διεξαγωγή του. Σκοπός μας δεν είναι μία (ανώφελη και προκλητική) απολογητική υπέρ του Κλήρου -τότε θα ίσχυε το αρχαίο: «το τας ιδίας ευεργεσίας υπομιμνήσκειν τινί ίδιον τω υβρίζειν»- αλλά η αντικειμενική, κατά το δυνατόν, ερμηνεία.

  1. Το δiλημμα «συνύπαρξη ή αντίσταση» και η δυναμική του (2).

Μετά την άλωση (1453) το Γένος ολόκληρο διχάσθηκε στη στάση του απέναντι στον κατακτητή. Δύο τάσεις διαμορφώθηκαν: ο συμβιβασμός με τη νέα κατάσταση, κινούμενος ανάμεσα στη μοιρολατρία και την ελπίδα αποκαταστάσεως, ή η δυναμική αντίσταση με κάθε δυνατό μέσο. Την πρώτη τάση εκπροσωπούσαν oι αντιδυτικοί η ανθενωτικοί, ενώ τη δεύτερη oι ενωτικοί και φιλοδυτικοί. H διάσταση ενωτικών – ανθενωτικών προϋπήρχε φυσικά της αλώσεως, διότι oι δύο παρατάξεις διαμορφώθηκαν αμέσως μετά το τελικό σχίσμα Ανατολής – Δύσεως (1054). Η αντιλατινική – αντιφραγκική πλευρά ήταν η πολυπληθέστερη και ισχυρότερη, διότι την συντηρούσε η μόνιμη – απόδειξη το 1204 – φραγκική επιβουλή απέναντι στην Ορθόδοξη – Ρωμαίικη Ανατολή. Στους φιλοδυτικούς καταλέγονταν κυρίως διανοούμενοι και πολιτικοί. Οi πρώτοι, διότι ταυτίζονταν στις θεωρητικές αναζητήσεις τους με τους δυτικούς διανοουμένους (ενδοκοσμική εσχατολογία), ενώ οι δεύτεροι και διά λόγους σκοπιμότητας (προσδοκία βοήθειας). Με την αλληλοπεριχώρηση θεολογίας και πολιτικής, βασικό γνώρισμα της Ρωμανίας («Βυζαντίου»), η σύγκρουση των δύο παρατάξεων δεν έμεινε στο θεωρητικό επίπεδο, αλλ’ επηρέασε όλο το φάσμα της ζωής.

Συνείδηση των ανθενωτικών ήταν, ότι την Ορθόδοξη – Ρωμαίικη ταυτότητα (που για το Γένος ήταν και εθνική) δεν την απειλούσαν τόσο oι Οθωμανοί, όσο oι Φράγκοι. Η πίστη, όχι ως θρησκευτική ιδεολογία, αλλ’ ως θεραπευτική της υπάρξεως και μέθοδος θεώσεως – σωτηρίας, θα έχει πάντοτε στην ησυχαστική παράδοση και τα επηρεαζόμενα απ’ αυτήν πλατειά λαικά στρώματα πρωταρχική σημασία.

Αυτή τη συνείδηση κωδικοποιεί και επαναδιατυπώνει τον 18ο αιώνα ο μεγάλος απόστολος του δούλου Γένους, ο άγιος Κοσμάς Αιτωλός: «Και διατί δεν ήφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, που ήταν τόσα ρηγάτα εδώ κοντά να τους το δώση, μόνον ήφερε τον Τούρκον, μέσαθεν από την Κόκκινην Μηλιάν και του το εχάρισε; Ηξερεν ο Θεός, πως τα άλλα ρηγάτα μας βλάπτουν εις την πίστιν, και (=ενώ) ο Τούρκος δεν μας βλάπτει. Άσπρα (=χρήματα) δωσ’ του και καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι. Και διά να μη κολασθούμεν, το έδωσε του Τούρκου, και τον έχει o Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλον να μας φυλάη…»(3).

Ο άγιος Κοσμάς έδινε, έτσι, απάντηση στους δυτικόφρονες – ενωτικούς, χωρίς μάλιστα να μπορεί να κατηγορηθεί ως εχθρός του Λαού η σκοταδιστής. Μόνο όσοι έχουν εμπειρία της ησυχαστικής παραδόσεως, που διασώζεται στις λαϊκές πρακτικές, μπορούν να κατανοήσουν τη δυναμική της πίστεως μέχρι τον 19ο αιώνα(4). Αντίθετα οι φιλενωτικοί ήσαν πάντα πρόθυμοι να μειοδοτήσουν στο θέμα της πίστεως (δεν ήσαν λίγοι εκείνοι που προσχώρησαν στον παπισμό), διότι τα κριτήριά τους ήταν προπάντων ενδοκοσμικά και καιρικά. Οι δεύτεροι έριχναν το βάρος στην εξωτερική ελευθερία. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να λεχθεί, ότι μολονότι η πρώτη τάση διέσωσε την ταυτότητα του Γένους, η δεύτερη το κράτησε σε μόνιμο επαναστατικό βρασμό. Η αντίθεσή τους, χωρίς να γίνεται από τότε αισθητό, λειτούργησε ως σύνθεση. Βέβαια, κατά τον γνωστό ιστορικό Στήβεν Ράνσιμαν, οι ανθενωτικοί δικαιώθηκαν, διότι μ’ αυτούς «διατηρήθηκε η ακεραιότητα της Εκκλησίας και με αυτήν και η ακεραιότητα του Ελληνικού λαού»(5).

Η πολιτική της συνυπάρξεως εκφραζόταν ως πολιτική κατευνασμού του κατακτητή και περιορισμένης συνεργασίας και την εγκαινίασε, κατ’ ανάγκην, ο πρώτος Γενάρχης, οικουμενικός Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος (1454). Η στάση αυτή στόχευε στην περίσωση των δυνάμεων, που είχαν μείνει στο Γένος. Βέβαια, από το φρόνημα των προσώπων εξηρτάτο η φύση και η έκταση που θα έπαιρνε αυτή η «συνεργασία». Η στάση αυτή όμως δικαιωνόταν ιστορικά, διότι είχε εφαρμοσθεί ήδη από την αραβοκρατία (7ος αι.), άρα υπήρχε μακρά πείρα, και θεμελιωνόταν θεολογικά στο γνωστό παύλειο χωρίο της Προς Ρωμαίους (13,1: «Πάσα ψυχή εξουσίαις υπερεχούσαις υποτασσέσθω. Ου γαρ εστι εξουσία, ειμή από Θεού…»), σε συνδυασμό βέβαια με το επίσης αποστολικό: «πειθαρχείν δεί Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Πραξ. 5, 29). Η υπακοή στα τυραννικά καθεστώτα, όχι στους τυράννους, έχει όρια («εν οις εντολή του Θεού μη εμποδίζηται», κατά τον Μ. Βασίλειο, P.G. 31, 860) και δεν νοείται ορθόδοξα ως «ταύτιση», αλλά ως μέτρο καιρικό, όταν δεν υπάρχει άλλη (χριστιανικά δικαιωμένη) επιλογή.

Βέβαια, στο σημείo αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο λόγος εδώ αφορά στο Ράσο στο σύνολό του και όχι σε κάποια προσωπική επιλογή. Η Εκκλησία, σε κάθε εποχή, έχει την αποστολή της Μάνας. Να προφυλάσσει και να σώζει το ποίμνιό της. Κάθε δυναμική στάση, που θα οδηγούσε σε αποτυχία και καταστροφή, θα καταλογιζόταν πάντα εναντίον της,(6). Η ανοχή και διαλλακτικότητα του Κλήρου δεν μπορεί να ερμηνεύεται συλλογικά ως ένοχος συμβιβασμός και εθελοδουλία, παρά μόνο στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες διακριβώνεται εσωτερική ταύτιση με τον κατακτητή. Αλλά τέτοιες περιπτώσεις ελεγχόμενης διαγωγής Κληρικών, υπήρξαν σπανιότατες. Τα εκκλησιαστικά κείμενα, ιδιαίτερα δε τα Πατριαρχικά, έχουν πάντα ανάγκη αποκρυπτογραφήσεως. Διότι σκοπός τους ήταν να παραπλανήσουν την Πύλη. Το Πατριαρχείο ως Εθναρχία, έπρεπε να φαίνεται πάντα άψογο απέναντι στην Πύλη, ανεξάρτητα από τις πραγματικές του διαθέσεις. Οι συχνές θανατικές εκτελέσεις Πατριαρχών και Μητροπολιτών αποδεικνύουν, πόσο μικρή ήταν η εμπιστοσύνη της Πύλης απέναντί τους και, συνεπώς, την ορθότητα της θέσεως αυτής.

Η πολιτική όμως της συνυπάρξεως είχε και μία δυναμική διάσταση. Την πίστη στη δυνατότητα βαθμιαίας υποκαταστάσεως των Οθωμανών στη διακυβέρνηση του Κράτους και τη δημιουργία ενός «Οθωμανικού Κράτους του Ελληνικού Έθνους». Κατά την άποψη αυτή η ανάσταση του Ρωμαίικου (της Ρωμανίας / «Βυζαντίου») θα ερχόταν χωρίς επανάσταση, αλλά με τη βαθμιαία διάβρωση του κράτους και την αθόρυβη μεταλλαγή του. Η επανάσταση των Νεοτούρκων (1908) και η επικράτηση του εθνικιστικού φανατισμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία αποσκοπούσε ακριβώς στην επίσχεση των Ρωμηών (και των Αρμενίων) στη συνεχώς αυξανόμενη συμμετοχή τους στον κρατικό μηχανισμό. Και αυτό δικαιώνει τη φαναριώτικη πολιτική. Η πολιτική αυτή της πρόσκαιρης «συνεργασίας» μπόρεσε να βελτιώσει τη θέση του υπόδουλου Γένους, με την ανάπτυξη της αυτοδιοικήσεως στις κοινότητες και την ανάδειξη στελεχών μίας ελληνικής πολιτικής ηγεσίας.

Πρόσφατα διατυπώθηκε η άποψη, ότι «η Εκκλησία εδραίωσε όλη της την επιρροή, ώστε να αποθαρρύνει τις εξεγέρσεις των Ορθοδόξων κατά της κυβέρνησης του Σουλτάνου»(6α). Μολονότι η διάθεση του συγγραφέα είναι θετική απέναντι στην Ορθόδοξη Εθναρχία, η τοποθέτηση αυτή δεν επιβεβαιώνεται από τα πράγματα. Ο εκκλησιαστικός χώρος, σε όλο του το φάσμα, δεν έχει να δείξει μόνο εκπροσώπους της πολιτικής της περιορισμένης συνεργασίας, αλλά και στην πλευρά της δυναμικής αντιστάσεως. Αυτό είναι ενδεικτικό της ελευθερίας στο σώμα της Εκκλησίας, σε θέματα επιλογών τακτικής. Τον 16ο και 17ο αιώνα Πατριάρχες και Μητροπολίτες έλαβαν απροκάλυπτα μέρος σε εξεγέρσεις. Και δεν επρόκειτο μόνο για φιλοδυτικούς, παρασυρόμενους από τη δυτική προπαγάνδα, αφού και ένας ησυχαστής αγιορείτης, ο άγιος Μάξιμος ο «Γραικός» (16ος αι.), επιδίωξε να υποκινήσει τους Ρώσους εναντίον των Τούρκων.

Διαπίστωση αδιάψευστη της έρευνας είναι, ότι δεν υπάρχει εξέγερση του υποδούλου Γένους, στην οποία δεν έπαιξαν ενεργό ρόλο Κληρικοί και Μοναχοί. Μία περιδιάβαση στην πολύτομη (και πολύτιμη) «Ιστορία του Νέου ‘Ελληνισμού» του καθηγητού Αποστ. Βακαλόπουλου επιβεβαιώνει τη θέση αυτή. Και δεν ήσαν λίγα τα επαναστατικά κινήματα του δούλου Γένους(7). Περισσότερες από 70 είναι, κατά τον υπολογισμό μας, oι εξεγέρσεις και τα επαναστατικά κινήματα σ’ όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη ανάλογες κινήσεις σε βενετοκρατούμενες περιοχές. Και σ’ όλα πρωτοστατούν Κληρικοί κάθε βαθμού και Μοναχοί. Το Ράσο γίνεται ένα είδος επαναστατικού λαβάρου και σημαίας.

Βέβαια, τα αποτυχημένα αυτά επαναστατικά κινήματα επιτρέπουν και κάποιες άλλες σημαντικές διαπιστώσεις:

α) Το Γένος δεν συμβιβάσθηκε ποτέ με την κατάσταση της δουλείας και δεν έπαυσε να πιστεύει στη δυνατότητα αποκαταστάσεώς του.

β) Οι επανειλημμένες αποτυχίες των επαναστατικών αυτών κινημάτων δικαιολογούν, αλλά και ερμηνεύουν συνάμα, τους δισταγμούς των Ηγετών του Γένους το 1821, όταν μάλιστα το φόβο της νέας τραγικής αποτυχίας τον ενίσχυε η καταθλιπτική παρουσία της «‘Ιεράς Συμμαχίας» (από το 1815).

γ) Αποδεικνύεται τελείως αβάσιμο το επιχείρημα, ότι ο Διαφωτισμός και ιδίως η Γαλλική Επανάσταση (1789) γέννησαν το ’21(8), όταν το Γένος δεν παύει στιγμή να βρίσκεται σε επαναστατικό βρασμό. Η Γαλλική Επανάσταση ήταν φυσικό να επιταχύνει τους ρυθμούς και να ενθαρρύνει την αστική τάξη, όχι όμως και να προκαλέσει τον Αγώνα του ’21, ο οποίος δεν είναι παρά ένας σταθμός στη μακραίωνη φιλελεύθερη πορεία του  Γένους μας.

Η μεγάλη ανθενωτική – ησυχαστική παράταξη, στην οποία ανήκαν κατά κανόνα και oι Πατριάρχες και Μητροπολίτες, το εθναρχικό δηλαδή σώμα, έχει να επιδείξει και μία σημαντικότερη ακόμη αντίσταση, ανταποκρινόμενη μάλιστα απόλυτα στο πνεύμα της ορθοδόξου παραδόσεως. Είναι οι Νεομάρτυρες. Αυτοί προέβαλαν τη συνεπέστερη για την Ορθοδοξία και αποτελεσματικότερη για το Γένος αντίσταση, χωρίς μάλιστα Θυσίες άλλων, παρά μόνο του εαυτού τους(9). Διότι, μη ξεχνάμε, το πρόβλημα της εκχύσεως του αίματος των άλλων, ακόμη και σε περίπτωση «νόμιμης» άμυνας η απελευθερωτικής εξεγέρσεως, στην ησυχαστική (αυθεντική δηλαδή) ορθόδοξη συνείδηση δεν βρίσκει εύκολα λύση.

Οι Νεομάρτυρες ξαναζωντάνεψαν την αρχαία χριστιανική παράδοση του μαρτυρίου. Η ομολογία τους αποσκοπούσε στην έμπρακτη απόρριψη του κατακτητή και την άμεση επιβεβαίωση της υπεροχής της δικής τους πίστεως, που περιέκλειε συνάμα και τον εθνισμό τους. Σ’ όλη τη μακρά δουλεία, απέναντι στους εξωμότες (εξισλαμισθέντες) ή και τους κρυπτοχριστιανούς, που αληθινά ή όχι κατέφασκαν την ιδεολογία του κατακτητή, στέκονταν oι δημόσιοι καταφρονητές της, οι Νεομάρτυρες, μόνιμη παρηγορία και στήριγμα της συνειδήσεως των υποδούλων αδελφών τους. Οι Νεομάρτυρες ενσαρκώνουν μάλιστα πληρέστερα από τους Εθνομάρτυρες την ελληνορθόδοξη παράδοση, διότι διακρίνονται όχι μόνο για ηρωισμό, αλλά για την αγιότητα – πνευματικότητα, που αποδεικνυόταν με τα θαύματα, που συνόδευαν το μαρτύριό τους. Κίνητρό τους δεν ήταν το μίσος, εναντίον των κατακτητών, αλλά η αγάπη για τον Χριστό και τους ανθρώπους, ακόμη και τους διώκτες τους.

Σε τελευταία όμως ανάλυση οι στρατιές των Νεομαρτύρων αποδεικνύουν τη συμμετοχή και του Ράσου στην αντίστασή τους, όπως και την ενότητα του Γένους εναντίον του Τυράννου. Οι Νεομάρτυρες προετοιμάζονταν για την ομολογία τους από τους Πνευματικούς – Γέροντες (ανάμεσά τους και Επίσκοποι). Οι βίοι και τα μαρτύρια των Νεομαρτύρων κυκλοφορούνταν και διαβάζονταν, είτε μεμονωμένα από τους πιστούς, είτε στις μνήμες τους ως συναξάρια. Και μόνο η καθιέρωση της τιμής της μνήμης των Νεομαρτύρων, αμέσως μετά τη θυσία τους, βεβαιώνει τη, σιωπηρή έστω (για ευνόητους λόγους), κατάφαση από μέρους του Εθναρχικού Κέντρου (του Οικουμενικού Πατριαρχείου) της θυσίας τους και αναγνώριση της σημασίας της για τη συνέχεια του Γένους.

Σ’ αυτήν όμως τη συνάφεια θα ήθελα να δηλώσω, ότι ακλόνητη πεποίθησή μου, θεμελιουμένη στη μελέτη τόσο της τάσεως για περιορισμένη συνεργασία με τον κατακτητή, όσο και εκείνης για αντίσταση, είναι η σύγκλιση τελικά, και των δύο προς ένα κοινό στόχο: την αποκατάσταση του Γένους. Η διαφορά εντοπιζόταν στον τρόπο θεωρήσεως του αιτήματος και στα χρησιμοποιούμενα μέσα, όχι όμως στη στοχοθεσία. Δεν είναι η μόνη περίπτωση παρόμοιων «διχασμών» του Γένους.

Η περίπτωση των Νεομαρτύρων όμως δείχνει πέρα από τα παραπάνω και τη σημασία των Μοναστηριών στους αγώνες για την ανάσταση του Γένους. Ο καθηγητής Απόστολος Βακαλόπουλος, ονομάζει αδίστακτα τα Μοναστήρια «προμαχώνες μπροστά στα κύματα του Μουσουλμανισμού»(10). Δεν ήσαν, πράγματι, μόνο κέντρα παιδείας («κρυφά» σχολεία), καταφυγής και προστασίας των Ραγιάδων. Δεν ήσαν μόνο πνευματικές κολυμβήθρες για τον συνεχή αναβαπτισμό του Γένους στην παράδοσή του»(11). Ήσαν και αντιστασιακά – επαναστατικά κέντρα σε σημείο, που να μην υπάρχει εξέγερση ως το ’21, στην οποία δεν πρωτοστατούν κάποιο ή κάποια Μοναστήρια, ως επίκεντρα της επαναστατικής δραστηριότητας, αλλά και χώροι, από τους οποίους ξεπηδούσαν επαναστάτες – πολεμιστές. Οι Μοναχοί μας, ποτέ δεν θεώρησαν αντίθετο προς τον πνευματικό τους αγώνα, τον αγώνα για την εθνική ελευθερία και τη θυσία τους γι’ αυτήν.

Αυτή τη στάση των Μοναστηριών στον Αγώνα ομολογεί και προσδιορίζει με το δικό του μοναδικό τρόπο ο Στρατηγός Μακρυγιάννης: «Τ’ άγια τα μοναστήρια, οπού ‘τρώγαν ψωμί oι δυστυχισμένοι […] από τους κόπους των Πατέρων, των Καλογήρων. Δεν ήταν καπιτσίνοι δυτικοί, ήταν υπηρέτες των Μοναστηριών της Ορθοδοξίας. Δεν ήταν τεμπέληδες· δούλευαν και προσκυνούσαν (=λάτρευαν). Και εις τον αγώνα της πατρίδος σ’ αυτά τα μοναστήρια γινόταν τα μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τα ολίγα αναγκαία του πολέμου, και εις τον πόλεμον θυσίαζαν και σκοτωνόταν αυτείνοι, οι ‘περέτες των μοναστηριών και των εκκλησιών. Τριάντα είναι μόνον με μένα σκοτωμένοι έξω εις τους πολέμους και εις το Κάστρο, το Νιόκαστρο και εις την Αθήνα»(12).

Ο Μακρυγιάννης επικαλείται την προσωπική του εμπειρία, για να κατοχυρώσει τη συμμετοχή των Μοναστηριών στο μακρό αγώνα της ανεξαρτησίας. Με αφετηρία την καθαρά ορθόδοξη – ρωμαίικη συνείδησή του, νομίζω, ότι δεν τον παρερμηνεύουμε, αν την αναφορά του στο δυτικό μοναχισμό την ερμηνεύσουμε με βάση την εθνική προσφορά των Μοναχών μας. Η φράση «δεν ήταν καπιτσίνοι δυτικοί» για μας σημαίνει: δεν είχαν καμιά σχέση με τα δυτικά – μοναχικά τάγματα, που βρίσκονταν στην εξουσία του «τυράννου» (Πάπα η Φράγκου Αυτοκράτορα). Ήταν στην υπηρεσία – διακονία του Γένους, στο οποίο και ανήκαν. Πόσοι όμως παρόντες σ’ αυτόν εδώ το χώρο δεν έχετε τις προσωπικές σας εμπειρίες για τον εθνικό ρόλο των Μοναστηριών και των Μοναχών μας -ακόμη και των Μοναζουσών- στους νεώτερους αγώνες του Έθνους, όπως η αντίσταση 1941-44; Είναι μία προσφορά αδιάκοπη, ταπεινή και αθόρυβη, αληθινά μαρτυρική. Προσφορά πάνω απ’ όλα αφατρίαστη και ακομμάτιστη, αληθινά εθνική. Τα Ελληνικά Μοναστήρια δεν συνδέθηκαν μόνο με τις εξεγέρσεις των χρόνων της δουλείας, αλλά από αυτά ξεπήδησαν και μεγάλες μορφές του ’21(13), φωτεινοί Ηγέτες  χρόνων τῆς δουλείας, αλλά από αυτά ξεπήδησαν και μεγάλες μορφές τοῦ ’21(13), φωτεινοί Ἡγέτες και φλογεροί Επαναστάτες.

  1. Το Ράσο στην Επανάσταση του ’21

Η συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και γενικά όλου του Ράσου στον πανεθνικό Αγώνα του ’21 ήταν αδύνατη χωρίς μία πολύ δύσκολη αυθυπέρβαση. Και η αυθυπέρβαση αυτή δεν έχει σχέση, όπως θα δεχόταν η αντικληρική προπαγάνδα, με κάποια εθελοδουλία ή αδιαφορία για το Γένος. Αντίθετα, σχετιζόταν άμεσα με την γνήσια και αυθεντική αποκατάστασή του. Ας θυμηθούμε εδώ το βαθύτερο στόχο της Εθναρχίας και του Κλήρου μέσω της «περιορισμένης συνεργασίας» με τον κατακτητή. Ήταν η ανάσταση όλου του Ρωμαίικου, δηλαδή της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, με την παλαιά έκταση και εύκλειά της. Αυτό εννοούσε ο Πατροκοσμάς λέγοντας συχνά: «αυτό μία μέρα θα γίνει ρωμαίικο». Αυτό εννοούσε και ο Ρήγας Βελεστινλής, έστω και σε ένα άλλο ιδεολογικό πλαίσιο, όταν έλεγε στο «Θούριό» του: «Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι και Ρωμηοί, αράπηδες και άσπροι, με μία κοινή ορμή, για την ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί».

Μετά το κίνημα του Αλ. Υψηλάντη θα αλλάξει αυτός ο ρωμαίικος – οικουμενικός στόχος του Ρήγα και των Κολλυβάδων, που ήταν ο στόχος της Εθναρχίας(14). Από τη μεγαλοιδεατική ιδεολογία του Γένους, θα ενταχθεί ο Αγώνας στο πλαίσιο της αρχής των εθνικοτήτων -καρπού της Γαλλικής Επαναστάσεως, στοχεύοντας όχι πιά στην ανασύσταση της αυτοκρατορίας, αλλά στη δημιουργία ενός μικρού ανεξάρτητου κράτους, στο οποίο θα «στριμωχνόταν» κυριολεκτικά (πρβλ. το 1922) το Ελληνικό Έθνος.

Αυτό το πέρασμα από τη Ρωμαίικη Οικουμένη στο Ελληνικό κράτος ισοδυναμούσε με θάψιμο της Ρωμηοσύνης. Έτσι ο αγώνας του ’21 εντάχθηκε στα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης για την αυτοκρατορία της Ρωμανίας. Στις ευρωπαικές αυλές, όπως λ.χ. του Ναπολέοντος, καθορίσθηκε ο χαρακτήρας της Ελληνικής Επαναστάσεως, που δεν θα έχει πιά ρωμαίικο – οικουμενικό χαρακτήρα, αλλά στενά εθνικό και κατ’ ουσίαν «αρχαιοελληνικό». Θα είναι επανάσταση των Ελλήνων του Ελλαδικού θέματος όχι μόνο εναντίον των Τούρκων, αλλά και εναντίον της Ρωμαίικης Εθναρχίας, ως συνέχειας της «Ρωμαικής Βασιλείας» των «Βυζαντινών»(15). Το πραξικοπηματικό Αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας (1833) είναι η απτή επιβεβαίωση αυτών των ξενόφερτων προσανατολισμών.

Η συμμετοχή, συνεπώς, του Ράσου -και μάλιστα του Οικουμενικού Πατριαρχείου- στον Αγώνα υπήρξε δείγμα υψηλής αυθυπερβάσεως και αυτοθυσίας, αφού ήταν πιά φανερό, ότι ο Αγώνας είχε σαφώς αντιρωμαίικο και αντιεθναρχικό χαρακτήρα, στρεφόμενο και κατά του Πατριάρχου, ως Εθνάρχου των Ρωμηών(16).

Η συμμετοχή δε αυτή ομολογείται από εκείνους, που την έζησαν σ’ όλη τη διάρκεια του Αγώνα και ήταν σε θέση να την επιβεβαιώσουν.

«Πλησίον εις τον Ιερέα -έλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης- ήτον ο λαικός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης και τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι»(17).

Ο ιστορικός του 19ου αιώνα Χρ. Βυζάντιος σημειωνει: «Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοί και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν η μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επαναστάτησαν κατά της τουρκικής δυναστείας(18).

Ο εθνικός ιστορικός μας Κ.Παπαρρηγόπουλος ομολογει: «…Οσαδήποτε και αν υπήρξαν τα αμαρτήματα πολλών εκ των Πατριαρχών, ουδείς όμως εξ αυτών, ουδείς ωλίσθησεν περί την ακριβή του πατρίου δόγματος και των υπάτων εθνικών συμφερόντων τήρησιν»(19)

Ανάλογα αποτιμούν τη στάση του Ράσου στην Επανάσταση ο Δ. Κόκκινος, ο Δ.Φωτιάδης, ο Σπ. Μαρινάτος, ο Ι.Συκουτρής, ο Κ.Βοβολίνης, ο Ν.Τωμαδάκης, ο Απ.Βακαλόπουλος κ.α.(20) Υπάρχουν, βέβαια, και επικριτές του Κλήρου, και των Αρχιερέων, που αμφισβητούν η και αρνούνται την ειλικρινή και άδολη συμμετοχή τους στον Αγώνα. Τέτοιες θέσεις έχουν κατά καιρούς υποστηρίξει ο Γ. Κορδάτος (ιστορικός μαρξιστής), ο Γ. Σκαρίμπας (λογοτέχνης μαρξιστής, αλλ’ όχι ιστορικός), ο Μάριος Πλωρίτης (φιλόλογος κριτικός, αλλ’ όχι ιστορικός), ο Γ. Καρανικόλας (δημοσιογράφος, όχι ιστορικός) κ.α.(21).

Οι θέσεις αυτές επαναλαμβάνονται στερεότυπα από άλλους λιγότερο σημαντικούς και άσχετους με την ιστορική έρευνα. Αρκεί να μελετήσει κανείς το «ΔΕΛΤΙΟΝ» της Ο.Λ.Μ.Ε.(22), για να διαπιστώσει πως αυτούσιες oι ιδεολογικές αυτές ερμηνείες για το ’21 περνούν στο χώρο της παιδείας. Το τραγικά απελπιστικό όμως είναι, ότι πολλές από τις παλαιότερες τοποθετήσεις έχουν πιά ξεπερασθεί και στο χώρο της μαρξιστικής ιστορικής Σχολής, οπότε oι υποστηρικτές τους αποδεικνύονται «παλαιομοδίτες» στο χώρο του ιστορικού ερασιτεχνισμού. Νεώτεροι μαρξιστές ιστορικοί, έχουν αποκηρύξει την ερμηνευτική μέθοδο του Γ.Κορδάτου και απομακρυνθεί από την ιδεολογική προοπτική του. Επίσης έχουν απορρίψει την προπολεμική θεωρία του «λαικισμού (π.χ. Λέων. Στρίγκας). Έτσι, ο Π. Ρούσος δέχεται την επανάσταση του ’21 ως εθνικοαπελευθερωτική και ομολογεί: «Σε σύγκριση με το εθνικό το κοινωνικό έρχεται στο υπόστρωμα»(23). Ανάλογα δέχονται ο καθηγ. Βασ. Φίλιας, ο Λέων. Στρίγκας, η Ελ. Αντωνιάδη-Μπιμπίκου κ.α. (24).

Η επικρατούσα στο χώρο της μαρξιστικής σκέψης σήμερα θέση είναι, ότι η Επανάσταση του ’21 είναι εθνικοαπελευθερωτική, με κοινωνικό περιεχόμενο, αλλά μία, στην οποία έλαβαν μέρος oι πιο ετερόκλητες δυνάμεις, κάθε μία με τις δικές της προϋποθέσεις και στοχοθεσία. Δεν έχει εκλείψει όμως τελείως η ιδεολογική προσέγγιση, που αναιρεί κάθε δυνατότητα ιστορικής – επιστημονικής κατανοήσεως και ερμηνείας.

Ένα από τα επισημότερα θύματα της παρατεινόμενης αυτής ιδεολογικής αδιαλλαξίας είναι ο Μέγας Οικουμενικός Πατριάρχης του Αγώνα, Άγιος Γρηγόριος Ε'(25).

Η ερμηνεία της στάσης του στον Αγώνα απαιτεί επαρκή γνώση της εποχής (ιστορικά, κοινωνιολογικά, πολιτικά, διπλωματικά) και τη χρήση ορθών κριτηρίων, συγχρόνων δηλαδή και όχι σημερινών (ιστορικός αναχρονισμός).

Ο σοφός εκείνος Γενάρχης, πως ήταν δυνατό να παραβλέψει τους αρνητικούς παράγοντες, που απειλούσαν κάθε επαναστατική σκέψη (Ιερά Συμμαχία, Τσάρος, προηγούμενες οικτρές αποτυχίες, π. χ. 1790);

Γιατί να απαιτεί κανείς λιγότερη σύνεση από εκείνη του Κοραή και του Καποδίστρια, που ήσαν τελείως αρνητικοί στα σχέδια εξεγέρσεως;

Και όμως, σε καμία παρακωλυτική ή αποτρεπτική ενέργεια δεν προέβη, η δε αλληλογραφία του είναι σαφώς θετική και φανερώνει την εσωτερική συμμετοχή του στα σχέδια της Φιλικής(26).

Θα ερωτήσει, βέβαια, κανείς: και ο περιβόητος αφορισμός του κινήματος Υψηλάντου – Σούτσου; Δεν είναι σαφής αντίδραση του Γρηγορίου;

Έτσι, άλλωστε, ερμηνεύεται ως σήμερα από την αρνητική κριτική. Μπορεί όμως να «ερμηνευθεί» ο αφορισμός χωρίς να ληφθεί υπόψη το κλίμα, μέσα στο οποίο έγινε; Και ποιο ήταν το κλίμα αυτό;

-Έκρηξη της οργής του Σουλτάνου (απόλυτου κυρίου πάνω σε κάθε υπήκοο)

-Άμεσος κίνδυνος γενικής σφαγής των Ρωμηών (ομολογία εκθέσεων των Ξένων της  Κων/πόλεως(27))

-Απερίγραπτες θηριωδίες, που προοιώνιζαν τη συνέχεια

-Παύση από τον Σουλτάνο δύο Μ. Βεζίρηδων, με την κατηγορία της επιεικούς στάσεως έναντι των Ρωμηών

-Απαγχονισμός του Σειχουλισλάμη (Θρησκευτικού αρχηγού), κατηγορουμένου για απείθεια (δεν εξέδωσε φετφά για την σφαγή και εξόντωση των Ρωμηών(28))

-Εκτελέσεις Φαναριωτών (Μουζούρηδων και Μητροπολιτών) κ.λπ.(29).

Ποιος μπορεί μετά από όλα αυτά να αρνηθεί, ότι ο αφορισμός ήταν πράξη ανάγκης και «στάχτη στα μάτια του Σουλτάνου»; (Νικοπόλεως Μελέτιος).

Αυτή ακριβώς ήταν και η ερμηνεία του άμεσα θιγομένου από τον αφορισμό, Αλ.Υψηλάντη:

«Ο Πατριάρχης, βιαζόμενος υπό της Πόρτας, σας στέλλει αφοριστικά και Εξάρχους, παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρταν. Εσείς όμως να τα θεωρήτε αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου»(30).

Μόνο, λοιπόν, μετά από την γνώση όλων αυτών μπορεί να εκτιμηθεί σωστά και ο απαγχονισμός του Γρηγορίου. Ο πρώτος Πατριάρχης της Ρωμηοσύνης εκτελέσθηκε ως «προδότης» του Σουλτάνου και όχι των Ρωμηών(31). Και εύλογα, αφού τυπικά ήταν ο δεύτερος μετά τον Σουλτάνο αξιωματούχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ενώ δε ο αφορισμός δεν είχε καμιά αρνητική απήχηση στον Εθνικό Αγώνα, αφού ήταν γνωστή η προέλευσή του, το «σχοινί του Πατριάρχη» ανέπτυξε μίαν ευεργετική δυναμική, διότι έγινε κινητήρια δύναμη στο αγωνιζόμενο Έθνος.

Η ιδεολογικοποιημένη ερμηνεία δεν αφήνει όμως άθικτους και τους άλλους Αρχιερείς. Θέλοντας να μειώσουν τη διακεκριμένη συμμετοχή αρχιερέων, όπως λ.χ. ο Παλαιών Πατρών Γερμανός η ο Σαλώνων Ησαίας, μιλούν για «εκατοντάδες αρχιερέων» (Σκαρίμπας), η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων (δήθεν) απέσχε και υπονόμευσε τον Αγώνα(32). Έχουν όμως έτσι τα πράγματα;

Οι Αρχιερείς του Οικουμενικού Θρόνου δεν ξεπερνούσαν τους 200, στις 171 συνολικά επαρχίες του. Ο αριθμός δε αυτός περιλαμβάνει και τους Αρχιερείς των άλλων ρωμαίικων Πατριαρχείων, που ήταν στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας(33). Ο Σπ.Τρικούπης, Θ. Φαρμακίδης κ.α,. δέχονται τον αριθμό 180, οι δε τιτουλάριοι Αρχιερείς δεν υπερέβαιναν τους 20(34). Ποια ήταν, λοιπόν, η συμμετοχή αυτών των Αρχιερέων στη Φιλική Εταιρεία(35).

Παρά τον αστικό χαρακτήρα της Φιλικής, oι πρωτεργάτες της δεν είχαν δυτική αντιφεουδαρχική συνείδηση, διότι στην «καθ’ ημάς Ανατολήν» δεν υπήρχε φεουδαρχία φραγκικού τύπου (φυσική αριστοκρατία). Γι’ αυτό ενώ στη Δύση ο Κλήρος, και μάλιστα οι Επίσκοποι, εθεωρούντο προέκταση της τάξεως των Ευγενών, η Φιλική στράφηκε εδώ στον Κλήρο και μάλιστα στις κεφαλές του. Αυτό επιβεβαιώνει και ο Κορδάτος: «0ι Φιλικοί […] επεδίωξαν να δώσουν χαρακτήρα πανεθνικόν εις την ωργανωμένην επανάστασιν και δι’ αυτό προσηλύτισαν και μερικούς Φαναριώτας και ανωτέρους Κληρικούς»(36). Το επίθετο («μερικούς») απορρέει από το ιδεολογικό πρίσμα του Κορδάτου και δεν ανταποκρίνεται στο ελάχιστο στα πράγματα.

Από το 1818 μυήθησαν στην Φ. Ε. όλοι σχεδόν oι αρχιερείς της Πελοποννήσου(37), κάτι που αναγκάζεται να το παραδεχθεί ο αγαθότερος Σκαρίμπας: «Η Φ. Ε. […] στο κόλπο είχε μυήσει όλους σχεδόν τους Παλαιοελλαδίτες κοτσαμπάσηδες και προπαντός τους δεσποτάδες»(38).

Η αλήθεια είναι, ότι ως Ρωμηοί oι ηγέτες της Φιλικής γνώριζαν την επιρροή των Αρχιερέων στο λαό. Μέσα στα έτη 1918-21 όλοι σχεδόν oι Αρχιερείς έγιναν μέλη της Φιλικής. Μαρτυρίες αδιαμφισβήτητες καλύπτουν 81 περιπτώσεις. Για έναν αριθμό απουσιάζουν μαρτυρίες, χωρίς όμως να μπορεί να υποστηριχθεί, ότι δεν είχαν μυηθεί και εκείνοι. Απουσιάζει όμως και κάθε μαρτυρία για προβολή αρνήσεως η για υπονόμευση του έργου της Εταιρείας. Οι περισσότεροι ιστορικοί δέχονται, ότι oι Αρχιερείς υπήρξαν η σπονδυλική στήλη της Φιλικής και ο κύριος παράγων του έργου της λόγω του υψηλού κύρους τους στον Λαό(39). Αν οι Αρχιερείς εξ άλλου δεν περιέβαλλαν με την αγάπη τους το έργο της Φιλικής, πολλά πράγματα μπορούσαν να ανατραπούν. Μία αναφορά, τέλος, στην ποσοστιαία σύνθεση της Φιλικής δίνει τα στοιχεία: Κληρικοί 9,5%, Αγρότες 6% και Πρόκριτοι 11,7%(40).

Ιδιαίτερα από την περιοχή της Ελλάδος αναφέρονται επώνυμα στις πηγές 73 αρχιερείς, που έλαβαν ενεργό μέρος στον Αγώνα. Σαρανταδύο Αρχιερείς υπέστησαν ταπεινώσεις, εξευτελισμούς, φυλακίσεις, διώξεις κάθε είδους, βασανιστήρια, εξορίες κ.λπ. Δύο Οικουμενικοί Πατριάρχες (Γρηγόριος Ε’, Κύριλλος ΣΤ’) και 45 Αρχιερείς (Μητροπολίτες) εκτελέσθηκαν η έπεσαν σε μάχες. Κατά τον Γάλλο Πρόξενο Πουκεβίλ οι κληρικοί – θύματα του Αγώνα ανέρχονται συνολικά σε 6.000(41).

 Υπάρχει όμως και το «εξ αντιθέτου» επιχείρημα.

Η μαρτυρία των Τούρκων Ιστορικών για τη δράση του ελληνορθοδόξου Κλήρου στον Αγώνα του ’21(42).

Έτσι, ο Μώραλη Μελίκ Μπέη δέχεται ότι «τον λαόν (της Πελοποννήσου) υπεκίνησαν oι έχοντες συμφέροντα και σχέσεις μετά τούτων, oι έμποροι, οι πρόκριτοι, και κυρίως oι μητροπολίται και γενικώς oι ανήκοντες εις τον κλήρον, δηλαδή oι πραγματικοί ηγέται του Έθνους»(43). Ο δε Ζανί Ζαντέ σημειώνει: «Τα σχέδια ετηρούντο μυστικά μεταξύ του Πατριάρχου, των Μητροπολιτών, των Παπάδων, των Δημογερόντων»(44).

Διά να κλείσουμε το θέμα αυτό, θα προσθέσουμε, ότι ενίοτε τον 19ο αιώνα εγείρονταν αντιδράσεις όχι για την μη συμμετοχή των Κληρικών μας στον απελευθερωτικό Αγώνα, αλλά αντίθετα για τη συμμετοχή τους σ’ αυτόν. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κεφαλλονίτη κοσμοκαλόγηρου και ησυχαστή Κοσμά Φλαμιάτου (1786- 1852)(45).

Κατά τον Φλαμιάτο η Αγγλία εκμεταλλεύθηκε τον Αγώνα του ’21. Με την εμπλοκή του Κλήρου σ’ αυτόν επεδίωξε «ίνα διεγείρη την παγκόσμιον, ει δυνατόν, περιφρόνησιν, μίσος, αποστροφήν και συνωμοσίαν κατά του Κλήρου, τόσον την εκ των Αρχών, όσον και την εκ του λαού. Δι’ αυτόν τον σκοπόν προς τοις άλλοις εκίνησεν εμμέσως εις τους αρχηγούς της Φιλικής Εταιρείας και εισήχθησαν εν αυτώ ο Οικουμενικός Πατριάρχης, πολλοί Επίσκοποι και άλλοι εκ του Κλήρου της Ανατολής, και εφάνησαν τινές εξ αυτών οπλοφορούντες εις το στάδιον του κατά των Οθωμανών πολέμου, φαινόμενον όλως μοναδικόν, αλλόκοτον και αποτρόπαιον, εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν…»(46).

Το σκανδαλιστικό για ησυχαστές σαν τον Φλαμιάτο είναι η συμμετοχή του Κλήρου στις πολεμικές επιχειρήσεις («οπλοφορία») και σε μία συνωμοτική Εταιρεία, όπως η Φιλική. Την τελευταία θεωρεί κατευθυνόμενη «εμμέσως» από την Αγγλία. Μάλλον, συνεπώς, αυτό προσκρούει στη συνείδησή του, ότι δηλαδή η Επανάσταση εξυπηρετούσε τους σκοπούς της Δύσεως.

Σ’ αυτό ακριβώς, πιστεύουμε, έγκειται η αντίθεσή του. Ότι ο Κλήρος της Ελλάδος, εν αγνοία του, εξυπηρέτησε σκοπούς αλλοτρίους και όχι τα όνειρα της Ρωμηοσύνης. Ο Φλαμιάτος γράφει στη δεκαετία του 1840, όταν πολλά πιά έχουν αποσαφηνισθεί. Σημαντικό όμως είναι, ότι θεωρεί τον Οικουμενικό Πατριάρχη μέλος της Φιλικής Εταιρείας, σ’ αντίθεση με τους σημερινούς επικριτές του. Για τους παραδοσιακούς ορθοδόξους όμως αυτό ήταν το σκάνδαλο και όχι το αντίθετο. Ο Γενάρχης της Ρωμηοσύνης να υποθάλπει κινήσεις, που στρέφονταν εναντίον της… Γι’ αυτό μιλήσαμε παραπάνω για «θυσία» και «αυθυπέρβαση» του Ράσου. Η εθναρχική πολιτική εγκαταλείφθηκε για χάρη της ελευθερίας της Ελλάδος(47).

Η Ρωμαίικη Εθναρχία θυσιάστηκε, εκούσια, για την ελευθερία της Ελλάδος. Ο Όθωνας στα 1833 θα πάρει για τους Έλληνες, πολιτικά και εκκλησιαστικά, τη θέση του Εθνάρχη Οικουμενικού Πατριάρχη. Η αγανάκτηση του Φλαμιάτου εστιάζεται, ακριβώς, στην αντίθετη κατεύθυνση από τις αιτιάσεις των επικριτών του Κλήρου.

Το Ράσο θυσίασε τα πάντα για την Ελλάδα και την εθνική αποκατάστασή της.

                                                                    Συμπερασματικά:

Η συμμετοχή του Ράσου στους εθνικούς μας αγώνες δεν είναι ασφαλώς, ο μοναδικός λόγος της παρουσίας του Κλήρου στην κοινωνία μας. Κύρια αποστολή του Ράσου είναι το έργο του ιατρού στο «Πνευματικόν Ιατρείον» της Εκκλησίας για την πνευματική και υπαρκτική αποκατάσταση του ανθρώπου μέσα στο Σώμα του Χριστού. Η Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να θεωρείται ως ένας συμβατικός θεσμός, κοινωνικού χαρακτήρα, μέσα στον υπόλοιπο κρατικό και εθνικό βίο, με σκοπό να σώζει απλώς την ιστορική διάσταση.

Εν τούτοις η Ορθόδοξη Εκκλησία, και μάλιστα η Ελλαδική, πρωτοστατεί σ’ όλους τους απελευθερωτικούς μας αγώνες. Γιατί; Διότι τούτο απορρέει από την πίστη της για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Η Ορθοδοξία βλέπει την ελευθερία ως το φυσικό κλίμα αναπτύξεως και πραγματώσεως, του ανθρωπίνου προσώπου. Πραγματική δε ελευθερία είναι η δυνατότητα κοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό και τους συνανθρώπους του, σε βαθμό γνησιότητας, πληρότητας και αυθεντικότητας, έξω δηλαδή από κάθε αναγκαστικότητα. Η ανθρώπινη ελευθερία εντάσσεται στα πλαίσια του θελήματος του Θεού και είναι (και ως εθνική – κοινωνική) έννοια καθαρά θεολογική – εκκλησιαστική(48).

Ο Ορθόδοξος Κλήρος δεν μπορεί να μη συμμετάσχει στους εθνικούς – απελευθερωτικούς αγώνες, διότι το έργο του και στην περίοδο της ειρήνης είναι απελευθερωτικό. Αγώνας για την καταξίωση του Ρωμηού, ως απελευθέρωση από τα δεσμά της εσωτερικής δουλείας, της αμαρτίας(49).

H εσωτερική δε δουλεία κατά κύριο λόγο επιφέρει και την εξωτερική. Διότι δουλεία δεν είναι, κυρίως, η αναγκαστική υποταγή, αλλά η εσωτερική υποταγή και ταύτιση με τον κατακτητή, η νέκρωση του πνεύματος αντιστάσεως και του ψυχικού δυναμισμού. Γι’ αυτό και πιστεύουμε, ότι η σημαντικότερη προσφορά του Ράσου στο Έθνος μας δεν ήταν τόσο η συμμετοχή του Κλήρου στις ένοπλες εξεγέρσεις και συγκρούσεις, όσο η συμβολή του Ράσου στη συντήρηση του ελληνορθοδόξου φρονήματος του Γένους και της αγάπης του προς την ελευθερία.

     Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις δεν θα μπορούσε να υπάρξει Εικοσιένα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Το λάθος αυτό διαπράττεται συχνά, και όχι μόνο από «αθεολόγητους». Οι βαθμοί της Ιερωσύνης (Επίσκοπος – Πρεσβύτερος και Διάκονος) συναποτελούν τον ανώτερο κλήρο. Στον κατώτερο κλήρο ανήκουν oι (χειροθετημένοι και όχι εντός του αγίου βήματος χειροτονημένοι) υποδιάκονοι, ψάλτες, αναγνώστες κ.λπ.

2. Γ.Δ. Μεταλληνού, Τουρκοκρατία…, Αθήνα 1989, σ. 85 ε.ε. Πρβλ. Χρ. Σ. Πελεκίδη, Ιδεολογικά Ρεύματα του Ελληνισμού της Τουρκοκρατίας, Ιωάννινα 1974.

3. Ι. Μενούνου, Κοσμά του Αιτωλού ΔΙΔΑΧΕΣ, Αθήνα 1979, σ. 269-70.

4. Ας Θυμηθούμε τα προφητικά για σήμερα λόγια του Γάλλου περιηγητή Μαλέρμπ (MALHERBE) προς τον Μακρυγιάννη: «…΄Ένα θα σας βλάψη εσάς, το κεφάλαιον της θρησκείας, οπού είναι αυτείνη η ιδέα σ’ εσάς πολύ τυπωμένηι» (Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, εκδ. ΜΠΑΫΡΟΝ, χ. χρ., σ. 415).

5. Στ. Ράνσιμαν, Η Μεγάλη Εκκλησία εν Αιχμαλωσία (μετάφρ. Ν. Παπαρρόδου), Αθήνα 1979, σ. 360.

6. Χαρακτηριστική η περίπτωση του μητροπολίτου Τρίκκης Διονυσίου, του επικαλουμένου «Σκυλοσόφου». Έκαμε δύο αποτυχημένες εξεγέρσεις (1600 και 1611), προσχωρώντας μάλιστα και στον παπισμό, με αντάλλαγμα την υπόσχεση βοήθειας, που δεν ήλθε φυσικά ποτέ. Οι συνέπειες της αποτυχίας ήταν, για το λαό κυρίως, οδυνηρές, όπως φανερώνει το σχετικό δημοτικό τραγούδι:

«Δεσπότη μου, τι σήκωσες τον κόσμο στο σεφέρι και ρήμαξαν τα Γιάννενα και ρήμαξεν ο τόπος; Μείναν τα σπίτια αδειανά, γεμίσαν τα χανδάκια κι ο Τούρκος δεν απόσωσε να κόβη και να καίη. ‘Εδώ αρπάζουν κόρακες κι εκεί oι Γιαουντζήδες. Δεν εχ’ η μάννα πιά παιδιά και τα παιδιά γονέους. Ki εσένα το τομάρι σου το στείλανε στην πόλη, να τρων oι κότες πίτουρα, να νταβουλάν oι Γύφτοι, για να ξυπνάη η Τουρκιά να κάνη ραμαζάνι..».

6α. Βλ. Δημήτρη Κιτσίκη, Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1280-1924), Αθήνα 1988, σ. 104.60.

7. Ἀναφέρουμε τά σημαντικότερα:

– Επανάσταση στην Κρήτη και Πελοπόννησο λίγο μετά την Άλωση (l5ος αι.).

-Βενετοτουρκικός πόλεμος (1463-1479).

– Κίνημα στη Ρόδο (1524-29).

-Επανάσταση Χειμαριωτών (1570).

– Επανάσταση στην Πελοπόνησο, Στερεά, Ήπειρο, Μακεδονία, Αιγαίο μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου (Lepanto)(1571).

-Ανταρσία στο Ρέθυμνο (1571). -Ανταρσία Μανιατών (1582).

-Ανταρσία Κύπρου (τέλη του l6ου-αρχές του l7ου αι.).

-Απελευθερωτικές προσπάθειες αρχιεπισκόπων Αχρίδος Γαβριήλ, Νεκταρίου και Αθανασίου.

-Επαναστατικές προσπάθειες μητροπολίτου Τορνόβου Διονυσίου Ράλλη (1595/98).

-Εξεγέρσεις μητροπολίτου Διονυσίου Σκυλοσόφου (1600 και 1611).

-Επαναστατικές κινήσεις Μανιατων (l7ος αι.). – Εξέγερση αγροτών Νάξου ( 1641 ). – Κρητικός πόλεμος (1645-1669).

-Εξέγερση Μητροπολίτου Θεσσαλιώτιδος Μεθοδίου και αρχιμανδρίτου Σερραφείμ (1704).

-Επανάσταση της Θεσσαλίας ( 1715)

-Ενέργειες μητροπολίτου Αχρίδος Ζωσιμά για την απελευθέρωση του βαλκανικού χώρου (1716).

-Συμμετοχή στα Ορλωφικά ( 1768): επαναστατική κίνηση Πελοποννήσου, Στερεάς, Κρήτης, Αίγαιον κ.λπ.

-Συμμετοχή στους αγώνες του Λ. Κατσώνη ( 1789-92).

-Αγώνες Σουλιωτών (1800-1804).

-Ανταρσία Ευθυμίου Παπαβλαχάβα (1808) κ.λπ.

8. Βλ. Ν. Τωμαδάκη, ΄Ητο εθνικόν η κοινωνικόν κίνημα η ελληνική εθνεγερσία; Στο περ. ΜΝΗΜΟΣΥΝΗ Γ’ (1970/71), σ. 5 ε. ε.

9.Βλ. τον τόμο: ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ, Εις τιμήν και μνήμην των Νεομαρτύρων (17-19 Νοεμβρίου 1986), Θεσσαλονίκη        1988, σσ. 612, με σπουδαίες μελέτες και την παλαιότερη για το θέμα βιβλιογραφία.

10. Ιστορία…, τομ. β’, σ. 229

11. Βλ. το κεφάλαιο: «Η Εκκλησία και ο Ελληνικός Λαός» του Στ. Ράνσιμαν, οπ.π. , σ. 659 ε..

12. Στρατηγού Μακρυγιάννη, Οράματα και θάματα, Αθήνα 1983, σ. 163/4.

13. Αγιορείτης ήταν ο πατριάρχης Αγαθάγγελος, όπως και ο Μαρωνείας Κωνστάντιος και ο Ηρακλείας Ιγνάτιος. Στη Μονή Φιλοσόφου Δημητσάνας «μαθήτευσαν» ο Αργολίδος Γρηγόριος, ο Π.Πάτρον Γερμανός, ο Τριπόλεως Δανιήλ, ο Ανδρούσης Ιωσήφ, ο Μονεμβασίας Χρύσανθος κ.π.α. Ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός στο Μ. Σπήλαιο, ο Χίου Δανιήλ στη Ν. Μονή Χίου, ο Βρεσθένης Θεοδώρητος στη μονή Αγ. Θεοδώρων, ο Κύπρου Κυπριανός στη μονή Μαχαιρά Κύπρου, κ.λπ. Από Μονές ξεκίνησαν επίσης ο Παπαφλέσσας και ο Αθανάσιος Διάκος.

14. Βλ. Το κεφάλαιο «Το ανολοκλήρωτο ’21» του Γ. Δ. Μεταλληνού, ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ, Αθήνα 1989(2), σ. 191

15. Βλ. τη σπουδαία ανάλυση του καθηγ. π.Ιωάννου Ρωμανίδου, στο έργο του: Το προπατορικόν αμάρτημα, Αθήνα 1989(2), σ. Ιδ’ ε. ε.

16. Ph. Sherrard, Δοκίμια για τον Νέο Ελληνισμό, Αθήνα 1971, σ. 296 ε.

17. Θ.Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων ελληνικής φυλής, εκδ. Πάπυρος, Αθήναι, σ. 29.

18. Χρ.Βυζαντίου, Ιστορία τακτικού στρατού, σ. 265. Βλ. του Π. Γεωργαντζή, Οι Αρχιερείς και το Εικοσιένα, Ξάνθη 1985, σ. 189.

19. Κ. Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. 7, Αθήναι 1925 σ. 216/17.

20.Παραθέματα βλ. του Π. Γεωργαντζή, οπ. π., σ. 190 ε. ε. Πρβλ. σ. 248 ε. ε. «Διακηρύξεις εθνοσυνελεύσεων», «κρίσεις συγχρόνων με την Επανάσταση ιστορικών».

21.Παραθέματα σχετικά βλ. του Π. Γεωργαντζή, οπ.π. σ.197 ε.ε. και 234 ε.ε. Για να γίνει συνειδητή η φθορά εκ μέρους του δυτικού διαφωτισμού, αρκεί να σημειώσουμε, ότι μεταξύ των επικριτών του Πατριάρχου Γρηγορίου Ε’ δεν είναι μόνο μαρξιστές, αλλά και ο χριστιανός καθηγ. Αλέξ. Τσιριντάνης. Στο ίδιο, σ.198-99: Το Οικουμ. Πατριαρχείο «δεν ήθελε την Επανάσταση και ο Πατριάρχης την αφόρισε. Βρέθηκαν μερικοί να πούν πως τάχα ο τρομερός αφορισμός ήλθε και στον Μωριά και ήθελε να δέσει τα χέρια του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Θα μπορούσε βέβαια, ο Πατριάρχης να είχε κατά κάποιο τρόπο διαμηνύσει στο λαό, να μη πάρουν στα σοβαρά τον αφορισμό. Τέτοιο πράγμα όμως δεν έγινε, γιατί απλούστατα, ο αφορισμός ήταν αληθινός και «σπουδαίος». «Έγινε στα σοβαρά, σοβαρώτατα» (Βλ. Αλεξ. Τσιριντάνη, Το Εικοσιένα, στο περιοδ. ΣΥΖΗΤΗΣΗ, τεύχ. 195, Ιανουαρ. 1977, σ. 2). Το κείμενο του καθηγ. Τσιριντάνη, αποδεικνύει, ότι η «παρερμηνεία» δεν είναι προνόμιο «αντορθοδόξων» και «ανθελληνικών» ιδεολογιών. Το τραγικό όμως στην περίπτωση, και σκανδαλώδες συνάμα για σοβαρό και ανεγνωρισμένο επιστήμονα, είναι όχι μόνο η απουσία γνώσεως, αλλά και ενδιαφέροντος (στα 1977!) για γνώση της σχετικής με το θέμα βιβλιογραφίας, που δίνει απάντηση στα μετέωρα ερωτήματά του. Από πλευράς δε στενά επιστημολογικής διερωτάται κανείς, αν ο επιστήμων δικαιούται να αδιαφορεί για το λόγο των ειδικών στην έρευνα. Και μία αφελής απορία: Και αν ακόμα ο άγιος Πατριάρχης «είχε διαμηνύσει στο λαό…κ.λπ.» (και είχε πράγματι «διαμηνύσει». Βλ.Ι. Μ. Χατζηφώτη, ο Γρηγόριος ο Ε’ μέσα από τα έγγραφα και τις πηγές τον αγώνα, Αθήνα 1988, σ. 21 ε. ε.), που θα τα εύρισκε ο Αλ. Τσιριντάνης; τοιχοκολλημένο σε κάποια δημόσια πλατεία; Καλά έλεγε ο μακαρίτης και «άθεος» Γιάννης Σκαρίμπας, «από την ψώρα του Κοραή δεν απαλλάχθηκε ακόμη το «Έθνος»…

22.Βλ. το τεύχος Μαρτίου 1983, ετ.34/τεύχος 556, σ. 3: «Οι κοτσαμπάσηδες και ο ανώτερος κλήρος στην πλειοψηφία τους είτε σύρθηκαν στην επανάσταση, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά μπροστά στο γενικό ξεσηκωμό, είτε προσχώρησαν υστερόβουλα, αποβλέποντας σε μία νέα μορφή κυριαρχίας πάνω στον επαναστατημένο λαό(…). Ο ανώτερος κλήρος, με λίγες φωτεινές εξαιρέσεις, πολέμησε την επανάσταση με τα μέσα που διέθετε και με επικεφαλής τους Πατριάρχες των αφορισμών (Γρηγόριο Ε’, Πολύκαρπο Ιεροσολύμων). Πρβλ. Π. Γεωργαντζή, οπ. π. σ. 201. Αυτό που έχει σημασία είναι, ότι το πνεύμα του «λαικισμού» εμποδίζει το κείμενο να λάβει υποδομή τις περιπτώσεις που αρχηγοί, όπως ο Κολοκοτρώνης, με την απειλή των όπλων κράτησαν τμήματα του λαού τις μάχες, εμποδίζοντας την λιποταξία τους. Έτσι καταντά η ερμηνεία μονομερής και ιδεολογική.

23. Βλ. στού Π. Γεωργαντζή, οπ.π., σ. 238 ε.

24. Στο ίδιο.

25. Τις νεώτερες μελέτες για το πρόσωπο βλ. στη Βιβλιογραφία.

26. Βλ. Ι. Μ. Χατζηφώτη, οπ.π.

27. Βλ. Γεωργίου Θ. Ζώρα, Ο απαγχονισμός του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε’ εις την έκθεσιν του Ολλανδού Επιτετραμμένου Κωνσταντινουπόλεως, Αθήναι 1976, σ. 4 ε.

28. Μπορεί να αποκληθεί πρώτος μάρτυρας του Αγώνος της Ανεξαρτησίας μας.

29. Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών, τομ. ΙΒ’, σ. 32 και 36 (Α. Δεσποτόπουλος) γράφει σχετικά: «…Επικρίθηκε εν τούτοις ο Πατριάρχης και επικρίνεται ακόμη, επειδή έστερξε στον αφορισμό και έστειλε τις νουθετικές εγκυκλίους. Οι επικριτές όμως δεν αναλογίζονται τι θα πάθαινε το ΄Έθνος, αν ο Πατριάρχης τηρούσε αρνητική στάση απέναντι στις αξιώσεις του Σουλτάνου. Συμμορφώθηκε, άλλωστε, τότε ο Πατριάρχης προς την σταθερή παράδοση της Εκκλησίας, που με παρόμοια στάση κατόρθωνε σε ανάλογες κρίσιμες περιστάσεις να σώζει το Γένος. ΄Άλλωστε θα ήταν εντελώς παράλογη και ανεύθυνη διαφορετική απόφαση. Αν δεν γινόταν ο αφορισμός, ήταν σχεδόν βέβαιο, ότι θα εξοντώνονταν εκατοντάδες χιλιάδες ορθοδόξων χριστιανών».

30. Βλ. Ιστορία του ‘Έλλην. Έθνους (Εκδοτικής Αθηνών), τομ. ΙΒ’, σ. 130β.

31. Κατά την «Προκήρυξη» του Σουλτάνου (YAFTA), «ο δόλιος Ρωμηός Πατριάρχης, καίτοι κατά το παρελθόν είχε δώσει πλαστά δείγματα αφοσιώσεως, όμως κατά την περίπτωσιν ταύτην, μη δυνάμενος να αγνοή την συνωμοσίαν της επαναστάσεως του έθνους του […] γνωρίζων δε ο ίδιος και υποχρεωμένος να γνωστοποιήση και εις όσους το ηγνόουν, ότι επρόκειτο περί επιχειρήσεως ματαίας, ήτις ουδέποτε θα επετύγχανε […], όμως ένεκα της εμφύτου διαφθοράς της καρδίας του, ου μόνον δεν ειδοποίησε, ουδέ επετίμησε τους αφελείς […], αλλά, κατά τα φαινόμενα, αυτός ο ίδιος, όπισθεν των παρασκηνίων, έδρα κρυφίως, ως αρχηγός της επαναστάσεως….» (Γ. Ζώρα, οπ. π., σ. 9). Ο Σουλτάνος, γνώστης των πραγμάτων, δίνει την ερμηνεία του, που αποδεικνύεται σοβαρότερη από εκείνη νεωτέρων, όπως ο Γ. Καρανικόλας .η ο Αλ. Τσιριντάνης…

32. Βλ. στού Π. Γεωργαντζή, οπ. π., σ. 263 ε.

33. Στο ίδιο, σ. 206 ε. ε

34. Στο ίδιο, σ. 210-11.

35. Βλ. την εκτενή και εμπεριστατωμένη έκθεση του Π. Γεωργαντζή, οπ. π., σ. 261 ε. ε.

36. Γ. Κορδάτου, Η κοινωνική σημασία της ‘Ελληνικής ‘Επαναστάσεως, σ. 144. Πρβλ. Π. Γεωργαντζή, οπ. π., σ. 214, σ. 463.

37. Π. Γεωργαντζή, ο.π., σ. 215 ε. ε.

38. Το Εικοσιένα και η αλήθεια, τ. Α’, σ. 59 και Β’, σ. 93.

39. Ο Th. Gordon λ.χ., ιστορικός του Αγώνα (Ιστορία της Ελλην. Επαναστάσεως, μετάφρ. Φ. Βράχα, τομ. Α’, σ. 134) γράφει: «Δεν τολμούμε να βεβαιώσουμε, πως ο Πατριάρχης και τα μέλη της Συνόδου ήταν απόλυτα αθώοι συνωμοσίας κατά του κράτους. Αντίθετα, έχομε λόγους να πιστεύουμε, ότι ο Γρηγόριος γνώριζε την ύπαρξη της Εταιρείας και ότι μερικοί από τους άλλους Ιεράρχες ήταν βαθειά πλεγμένοι στις μηχανορραφίες της».

40. Βλ. στον Π. Γεωργαντζή, σ. 240.

41. Λεπτομερή ανάλυση βλ. στο ίδιο, σ. 281 ε.ε.

42. Βλ. τις μελέτες: Νικηφ. Μοσχοπούλου, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως κατά τους Τούρκους ιστοριογράφους, Αθήναι 1960. Ι. Παπαιωάννου, Ιστορικές Γραμμές, τ. Α’, Λάρισα 1979

43. Μοσχοπούλου, ο.π., σ. 167. Ι. Παπαιωάννου, οπ.π., σ. 240.

44. Ν. Μοσχοπούλου, σ.107. Ι. Παπαιωάννου, σ. 240

45. Βλ. Γ. Δ. Μεταλληνού, ΚΟΣΜΑΣ ΦΛΑΜΙΑΤΟΣ (1786- 1852). Ένας μάρτυρας της ορθοδόξου παραδόσεως στο Ελληνικό Κράτος, ανάτ. από τη ΘΕΟΛΟΓΙΑ, Αθήναι 1987

46. Κοσμά Φλαμιάτου, «Άπαντα» εκδόσεις «Σπανός»), Αθήναι 1976, σ. 96/7.

47. Για το ίδιο πράγμα «κατηγορεί» το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ο Ράνσιμαν: «Δεν θα μπορούσε το Πατριαρχείο να είχε γίνει η δύναμη, που θα συγκέντρωνε τον ορθόδοξο κόσμο και έτσι θα εξουδετέρωνε τις κεντρόφυγες τάσεις του βαλκανικού εθνικισμού; Η ευκαιρία χάθηκε. Το Πατριαρχείο μάλλον ελληνικό, παρά Οικουμενικό». (οπ. π. σ. 694)

48. Βλ. Μάρκου Α. Σιώτου, Η θρησκευτική αξία της εθνικής ελευθερίας, στην Ε. Ε. της Θ. Σχ. του Π. Α., τ. Κ’ (1973), σ. 41-70.

49. Γ. Δ. Μεταλληνού, «Θεολογία Απελευθερώσεως» και «Θεολογία Ελευθερίας», στο περ. ΚΟΙΝΩΝΙΑ, τ. ΛΒ’ (1989), σ. 51-61.

Πηγή: Ρωμαίικο Οδοιπορικό

Αρετή Τούντα-Φεργάδη: Η επίσκεψη του Γεωργίου Παπανδρέου στις ΗΠΑ και ο αντίκτυπός της στο ελληνικό Κοινοβούλιο (Ιούνιος-Ιούλιος 1964).*

Αρετή Τούντα-Φεργάδη

Η επίσκεψη του Γεωργίου Παπανδρέου στις ΗΠΑ και ο αντίκτυπός της στο ελληνικό Κοινοβούλιο (Ιούνιος-Ιούλιος 1964).*

Την εποχή των πολυμερών, διαδοχικών, διαβουλεύσεων, που οδήγησαν στην ίδρυση της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας, στην αθηναϊκή εφημερίδα Το Βήμα, δημοσιευόταν άρθρο, στο οποίο αναγράφονταν και τα ακόλουθα: «Η Κύπρος καθίσταται επομένως το θερμόμετρο της Ελληνοτουρκικής προσεγγίσεως, διότι εκεί θα βλέπωμεν εάν αυξάνεται ο πυρετός μεταξύ Αθηνών και Αγκύρας ή αν, αντιθέτως, η κατάστασις των σχέσεών μας έχει πλήρως εξυγιανθή. […]. Και πάλιν, εγγυηταί της προόδου του Κυπριακού Κράτους και της ειλικρινούς συμβιώσεως Ελλήνων και Τούρκων πρέπει να είναι οι Αμερικανοί. Αυτοί προώθησαν την συνεννόηση προς δικό τους, όσο και δικό μας αμυντικό συμφέρον. Άρα αυτοί είναι και συνυπεύθυνοι για την κατοχύρωση των επιτευχθέντων, ώστε ο ένας να μην αδική τον άλλον και να μην παραβαίνη τις υποχρεώσεις του»[1].

Οι σκέψεις αυτές μπορούμε να πούμε πως ήταν τόσο αποκαλυπτικές, για το ρόλο των Αμερικανών στην εν γένει Κυπριακή υπόθεση, όσο και προφητικές για τα όσα επακολούθησαν λίγα χρόνια αργότερα. Πράγματι, από τον Νοέμβριο του 1963 τα πράγματα στην Κύπρο οξύνθηκαν, όταν ο Πρόεδρος Μακάριος υπέβαλε στον Αντιπρόεδρο Κιουτσούκ το υπόμνημά του, που έχει μείνει γνωστό ως «13 Σημεία» και αφορούσε στην αναθεώρηση του κυπριακού Συντάγματος, στον τομέα του περιορισμού των αρμοδιοτήτων της τουρκοκυπριακής κοινότητας[2]. Η κίνηση αυτή πυροδότησε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις· από δε τον Δεκέμβριο, το φάσμα ενός ελληνοτουρκικού πολέμου δεν έπαψε να πλανάται στον ορίζοντα των σχέσεων των δύο κρατών. Στις αρχές του καλοκαιριού το 1964, η κατάσταση έφτασε και πάλι σε σημείο αιχμής τέτοιο, ώστε να προκαλέσει εκ νέου την ανάμιξη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, οι οποίες είχαν νωρίτερα ενδιαφερθεί για τα τεκταινόμενα στην ευαίσθητη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, ερχόμενες σε αντιπαράθεση με τη Σοβιετική Ένωση, επιζητώντας και οι δύο να υπογραμμίσουν την παρουσία τους και να διαφυλάξουν τα συμφέροντά τους, που διακυβεύονταν.

Η αντιπαλότητα των δύο υπερδυνάμεων για την Ανατολική Μεσόγειο χρονολογείτο από τα τέλη, κυρίως, του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και συνέχισε αμείωτη στη δεκαετία του 1950. Οι ΗΠΑ, ηγέτης του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, στο οποίο συμμετείχαν Ελλάδα και Τουρκία, είχαν αναλάβει ουσιαστικό ρόλο και στην υπόθεση της Κυπριακής ανεξαρτησίας, προωθώντας τη συνεργασία των δύο χωρών, στοχεύοντας στην ικανοποίηση των αμυντικών τους συμφερόντων. Επομένως, η Αμερική, ήταν εκείνη, η οποία κατηύθυνε «το πολιτικό παιγνίδι της Δύσεως» και υπολόγιζε στην ελληνοτουρκική προσέγγιση και συνεργασία, διότι σ’ αυτήν στηριζόταν, εν πολλοίς, «η άμυνα της Δύσεως στον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου»[3].

Ωστόσο, γνωρίζοντας τη συνεχή βρετανική παρουσία στην Κύπρο, από το 1878 και ως το 1959-1960, νομιμοποιείται να υποστηρίξει κανείς πως τον πρώτο λόγο στο Κυπριακό θα έπρεπε να έχει η Βρετανία. Όμως, προς τα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Βρετανία, στρεφόταν αναγκαστικά προς τις ΗΠΑ και της μεταβίβαζε τα «δικαιώματά» της επί της Τουρκίας και της Ελλάδας αλλά και στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο  της Ανατολικής Μεσογείου. Η παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή, τα επόμενα χρόνια, ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο, έναντι της Βρετανίας, εξαιτίας της κρίσης του Σουέζ[4]. Επομένως, δεν είναι παράδοξη η ανάμιξη της Αμερικής στην Κυπριακή υπόθεση και την περίοδο στην οποία αναφερόμαστε, δεδομένου ότι, από τις αρχές της δεκαετίας του ’50, οι Αμερικανοί αντιδρούσαν ποικιλοτρόπως στη διεθνοποίηση του Κυπριακού[5].

Όμως, τον χειμώνα του 1963-64, όταν ξέσπασε η πρώτη βαθιά κρίση στο νεοπαγές Κυπριακό κράτος από την εποχή της ίδρυσής του[6], αναφάνηκε έντονο το ενδιαφέρον των δύο υπερδυνάμεων, των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης. Η πιθανότητα ενεργού παρέμβασης της Μόσχας στην Κυπριακή υπόθεση φάνηκε πως διαδραμάτιζε καθοριστικό ρόλο στην αποσόβηση της απειλούμενης επέμβασης των Τούρκων στο νησί[7]. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, θιασώτης του κινήματος των Αδεσμεύτων, είχε στραφεί και προς τη Μόσχα. Επανειλημμένως, ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΣΕ, Νικήτα Χρουστσόφ, είχε δηλώσει πως η χώρα του ήταν αντίθετη σε οποιαδήποτε ξένη ανάμιξη στα εσωτερικά πράγματα της νήσου και «δεν θα παρέμενε αδιάφορη στην κατάσταση που εκτυλίσσεται στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου»[8].

Οι επαφές του Μακαρίου με τη Σοβιετική Ένωση. Δεξιά διακρίνονται ο Πρόεδρος της ΕΣΣΔ Nikolai Podgorny και ο Υπουργός Εξωτερικών Andrei Gromyko .

Αλλά και η Αμερική μετά, κυρίως, την αποτυχία της πενταμερούς Διάσκεψης του Λονδίνου, της 15ης Ιανουαρίου, αποφάσισε να παρέμβει στην κρίση, στέλνοντας στην Αθήνα και την Άγκυρα τον Λέμνιτζερ,  Διοικητή του ΝΑΤΟ, υπεύθυνο για τα ζητήματα της Ευρώπης. Αποστολή του ήταν να πληροφορήσει τις δύο κυβερνήσεις για τις επιπτώσεις, που θα είχε στη Συμμαχία ενδεχόμενος ελληνοτουρκικός πόλεμος για το Κυπριακό[9]. Η επίσκεψη αυτή ερμηνεύθηκε ως αποβλέπουσα «στη ματαίωση μονομερούς επέμβασης της Τουρκίας στην Κύπρο»[10].

Παραλλήλως, οι Σοβιετικοί, στις συνομιλίες, που διεξήχθησαν στα ΗΕ, κατήγγειλαν τις Δυνάμεις του ΝΑΤΟ, ότι προσπαθούσαν «να μετατρέψουν την Κύπρο σε στρατιωτικό προγεφύρωμα». Ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον απευθυνόταν στον Χρουστσόφ, στις 4 Μαρτίου, τονίζοντας πως όφειλε να αποτρέψει «την όξυνση της κατάστασης στην ανατολική Μεσόγειο»[11]. Την ίδια μέρα, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, εξέδιδε απόφαση, βάσει της οποίας τα κράτη-μέλη του όφειλαν να απέχουν από οποιαδήποτε ενέργεια ή και από οποιαδήποτε απειλή ενέργειας, παρεπόμενο της οποίας θα ήταν η διακύβευση της Κυπριακής κυριαρχίας και η διατάραξη της παγκόσμιας ειρήνης[12].

Dean Acheson

Λίγους μήνες αργότερα, και ενώ η Τουρκία φαινόταν να ετοιμάζεται για πόλεμο[13], στις 5 Ιουνίου 1964, ο Λίντον Τζόνσον, στοχεύοντας στη μη διάρρηξη των συμμαχικών δεσμών στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, απευθύνθηκε προς τον Ισμέτ Ινονού, στέλνοντάς του επιστολή, όπου τόνιζε πως τυχόν «στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας στην Κύπρο, θα μπορούσε να οδηγήσει σε άμεση εμπλοκή της Σοβιετικής Ενώσεως». Επιπλέον, διευκρίνιζε πως είχε πληροφορίες πως η τουρκική κυβέρνηση ήταν έτοιμη να επέμβει ενόπλως στην Κύπρο, γεγονός το οποίο τον ανησυχούσε.  Εφιστούσε την προσοχή του Ινονού στο ότι ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος ήταν «αδιανόητος» και επισήμαινε πως η Τουρκία δεν ήταν δυνατόν να στρέψει τα όπλα, με τα οποία την είχε εφοδιάσει η Αμερική, εναντίον της Κύπρου. Μια ανάλογη ενέργεια της Τουρκίας θα αντέβαινε προς τους όρους εκείνους, οι οποίοι περιλαμβάνονταν στη Συμφωνία, βάσει της οποίας είχε παρασχεθεί η στρατιωτική βοήθεια[14]. Τα συγκεκριμένα σημεία, που αναφέρονταν στην επιστολή Τζόνσον, αποδεικνύουν, με πλήρη καθαρότητα, την επικινδυνότητα της όλης κατάστασης εξαιτίας ενός επικείμενου πολέμου. Ο φόβος του Αμερικανού Προέδρου, για πόλεμο, τον οποίο δεν θα μπορούσε να σταματήσει, διαφαίνεται και από επιστολή, που έστειλε στον Παπανδρέου, στις 2 Ιουλίου, λίγες μέρες αφότου ο τελευταίος είχε επιστρέψει στην Αθήνα[15]. Ας σημειωθεί, πως η θέση του Τζόνσον φαίνεται να αποδείχθηκε και όταν ενδιαφέρθηκε για την προώθηση του Σχεδίου Άτσεσον, τον Αύγουστου του 1964, σχέδιο στο οποίο διαφαινόταν το ενδεχόμενο μόνιμης τουρκικής παρουσίας στονησί και το οποίο παρέμεινε ανεφάρμοστο λόγω, κυρίως, της αντίδρασης του Μακάριου[16].  Η διχοτόμηση αποτράπηκε για μερικά χρόνια.

Είναι προφανές πως ο Τζόνσον προσπαθούσε να αποτρέψει μια δυναμική ενέργεια της ΕΣΣΔ σε περιοχή, η οποία θεωρούσε πως ανήκε στη δική του δικαιοδοσία. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής προσκάλεσε στην Αμερική τον Ισμέτ Ινονού και τον Γεώργιο Παπανδρέου για συνομιλίες, υποδηλώνοντας έτσι την πρόθεσή του να τερματίσει τη σοβιετική ανάμιξη στο πρόβλημα της Κύπρου, ανάμιξη η οποία είχε διευκολυνθεί από την αδέσμευτη πολιτική του Μακαρίου. Με την πρόσκληση αυτή  αναγνώριζε εμμέσως, πλην σαφώς, ότι τα άμεσα ενδιαφερόμενα μέρη, στην κυπριακή υπόθεση, ήταν η Τουρκία και η Ελλάδα[17], παρότι από την άνοιξη ο Μακάριος, από τις αρχές Απριλίου, είχε καταγγείλει την Συνθήκη Συμμαχίας του 1959[18]. Στην ουσία, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζόνσον, ενδιαφερόταν να επιτύχει έναν «νέο συνεταιρισμό», θεμελιωμένο στην άμεση διαβούλευση ανάμεσα στις δύο χώρες[19].

Ο Έλληνας πρωθυπουργός, Γεώργιος Παπανδρέου, ο οποίος από την πρώτη στιγμή, που ανήλθε στην εξουσία, μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1963, βρέθηκε αντιμέτωπος με την Κυπριακή κρίση, δέχθηκε την πρόσκληση του Τζόνσον αλλά αρνήθηκε να έρθει σε απευθείας συνομιλίες με τον Τούρκο ομόλογό του, Ινονού. Στην πρώτη συνάντησή του με τον εκπρόσωπο του Λευκού Οίκου, το τελευταίο δεκαήμερο του Ιουνίου 1964[20], άκουσε τον Τζόνσον να υποστηρίζει πως η επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, εξαιτίας των εξελίξεων στην Κύπρο, αποτελούσαν για τον ίδιο και τη χώρα του «αντικείμενον βαθείας ανησυχίας». Οι Αμερικανοί δεν είχαν να προτείνουν λύση για τη διευθέτηση της κατάστασης[21] αλλά έτρεφαν την ελπίδα πως οι σύμμαχοί τους θα είχαν τη δυνατότητα να διαπραγματευθούν μεταξύ τους και να αποφύγουν τον πόλεμο. Ήταν διατεθειμένοι να οργανώσουν τη συνάντηση των δύο ανδρών «[ε]ν πάση μυστικότητι» και με τη βοήθεια του Ντην Άτσεσον, πρώην υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ και γνώστη της όλης υπόθεσης.

Ο Παπανδρέου, παίρνοντας τον λόγο, είχε αντιτείνει πως και βεβαίως η κατάσταση ήταν κρίσιμη και ο πόλεμος έπρεπε, πάση θυσία, να αποτραπεί. Όμως, η μέθοδος, που πρότειναν οι Αμερικανοί, εξυπηρετούσε περισσότερο τον πόλεμο και σε καμία περίπτωση την ειρήνη, διότι, αν πραγματοποιείτο η συνάντηση και οι συνομιλίες αποτύγχαναν, τότε «τα ακραία στοιχεία θα αποκομίσουν την εντύπωσιν ότι ο πόλεμος πλέον καθίσταται αναπόφευκτος. Και θα προτραπούν εις εξαπόλυσιν αυτού». Σημαντικό σημείο των όσων υποστήριξε ήταν και η ανάπτυξη, από πλευράς του, των δικαιωμάτων, τα οποία είχε η Τουρκία επί της υποθέσεως, τα οποία διαχώρισε σε νομικά και πολιτικά, δηλ. ουσιαστικά. Ως προς τα πρώτα, η αντίθεση της ελληνικής κυβέρνησης ήταν καθολική, δεδομένου ότι σε καμία περίπτωση δεν δεχόταν την ερμηνεία, την οποία έδινε η Τουρκία στη Συνθήκη Εγγυήσεως της Κυπριακής Ανεξαρτησίας, σύμφωνα με την οποία αναγνωριζόταν στις εγγυήτριες Δυνάμεις δικαίωμα επεμβάσεως. Και αν ακόμα οι Έλληνες δέχονταν αυτή την ερμηνεία, η Συνθήκη ήταν άκυρη πλέον, από τη στιγμή που η Κύπρος είχε γίνει μέλος του ΟΗΕ. Ως προς την πραγματική πλευρά του ζητήματος, η Τουρκία δεν είχε κανένα δικαίωμα να ζητά κάθε τόσο και ένα αντάλλαγμα εκ μέρους της Ελλάδας. Πριν από εκατό χρόνια, αρχές Ιουνίου του 1878, είχε εκχωρήσει την Κύπρο στη Μεγάλη Βρετανία[22]. Υπογράφοντας, δε, τη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης, το 1923, είχε αναγνωρίσει «την πλήρη αποξένωσίν της εκ της νήσου». Γιατί να αποζημιωθεί; Το μόνο δικαίωμα που της αναγνωριζόταν ήταν το αίτημά της για ασφάλεια της Επικράτειάς της και ασφάλεια της τουρκικής μειονότητας της Κύπρου. Αναφερόμενος στο ζήτημα της Ομοσπονδίας ή του Διαμελισμού, που συζητείτο τότε, υποστήριξε πως και οι δύο λύσεις θα ήταν επικίνδυνες για την Τουρκία, διότι, αν το ένα τμήμα της Κύπρου γίνει τουρκικό «το άλλο θα γίνη Κούβα»[23]. Η Ελλάδα δεν ζητούσε τίποτα, επομένως δεν χρειαζόταν και τίποτα να δώσει. Το μόνο αίτημά της ήταν «αδέσμευτη ανεξαρτησία» και «αυτοδιάθεση». Εκείνο, το οποίο χρειαζόταν να γίνει αντιληπτό από την Τουρκία και να της επιβληθεί, ήταν πως «τα όπλα του ΝΑΤΟ δεν δύνανται να χρησιμοποιηθούν εναντίον Συμμάχων». Από τη στιγμή, που αυτό θα επιτυγχανόταν, τότε θα ήταν δυνατόν να προσέλθουν σε συνομιλίες.

Δημόσιες δηλώσεις στον περίβολο του Λευκού Οίκου. Πίσω από τον Γεώργιο Παπανδρέου διακρίνεται το προεδρικό ζεύγος των ΗΠΑ και δεξιά ο υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας Σταύρος Κωστόπουλος.

Το ταξίδι του Παπανδρέου στην Αμερική σχολιάστηκε με ευνοϊκότατα σχόλια από τον τύπο της συμπολίτευσης[24]: «Διήμερος ανένδοτος αγών εις την Ουάσιγκτον», ήταν ένας από τους τίτλους πρωτοσέλιδου άρθρου της εφημερίδας Ελευθερία, όπου αναφερόταν πως χάριν της «αποφασιστικής» ελληνικής στάσης «εματαιώθη οριστικώς το αμερικανικόν σχέδιον διμερών ελληνοτουρκικών διαπραγματεύσεων και εις το επίσημον ανακοινωθέν ανεγνωρίσθη η αρμοδιότης των Ηνωμένων Εθνών δια το Κυπριακόν»[25].  Στο ίδιο πρωτοσέλιδο, ο αρθρογράφος Σπ. Γρανίτσας, δημοσίευε άρθρο με τίτλο: «Αποφασιστικώς: ΟΧΙ», όπου μεταξύ άλλων ανέφερε και απόσπασμα συνομιλίας του πρωθυπουργού με τον Μακναμάρα. Στην εν λόγω συζήτηση ο Παπανδρέου απαντώντας στις προτάσεις του Αμερικανού υπουργού για απ’ ευθείας διάλογο με την Τουρκία ή ακόμα και για «ανάγκη συμβιβασμού», ώστε να αποφευχθεί ο πόλεμος, είχε διευκρινίσει πως ανάλογες ενέργειες θα συνιστούσαν «αθλίαν απεμπόλησιν των αρχών της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Δημοκρατίας. […]. Θα απετέλει επίσης σφετερισμόν των αρμοδιοτήτων του ΟΗΕ και πλήγμα εναντίον του κύρους του». Στην εφημερίδα Εμπρός το κοινό ανακοινωθέν χαρακτηρίστηκε ως «άνευ ουσιαστικού περιεχομένου»[26].

Τις μέρες που ο Παπανδρέου βρισκόταν στην Ουάσιγκτον, ο Τούρκος πρωθυπουργός δήλωνε, απεριφράστως, πως η «ενσωμάτωσις ενός τμήματος της νήσου εις την Ελλάδα και του ετέρου τμήματος εις την Τουρκίαν, θα ήτο η μάλλον ενδεδειγμένη λύσις»[27]. Η εν λόγω δήλωση δεν ήταν τυχαία. Ίσως να δικαίωνε τις αμφιβολίες, που ο αρθρογράφος του Εμπρός διατύπωνε ως εξής: «Οι Αμερικανοί […] μη δυνηθέντες […] να επιτύχουν υποχώρησιν των ελληνικών απόψεων, φαίνονται διατεθειμένοι αν όχι να παροτρύνουν τους Τούρκους να επιχειρήσουν απόβασιν αλλά να ανεχθούν οιανδήποτε πραξικοπηματικήν ενέργειαν δυναμένη να εκβιάση απαραδέκτους λύσεις του Κυπριακού»[28].

Επιστρέφοντας ο Έλληνας πρωθυπουργός από την Αμερική και τη Γαλλία[29], όπου είχε μεταβεί με σκοπό να συνομιλήσει με τους αρμόδιους για το μεγάλο εθνικό ζήτημα της Κύπρου και ελπίζοντας πως από τη συνάντηση «θα προέκυπτε […] μία διευθέτησις του Κυπριακού θέματος», θεώρησε υποχρέωσή του να ενημερώσει τους αντιπροσώπους του Έθνους για τα όσα είχαν διαμειφθεί στο ταξίδι του και να εξηγήσει τις θέσεις του.

Τα όσα συζητήθηκαν στο Ελληνικό Κοινοβούλιο στη συνεδρίαση της 3ης Ιουλίου 1964, τόσο η αγόρευση του πρωθυπουργού όσο και τα όσα υποστηρίχθηκαν από εκπροσώπους της αντιπολίτευσης, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, δεδομένου ότι σ’ αυτές τις αναλύσεις αναδεικνύονται πτυχές και όψεις του Κυπριακού, οι οποίες επαληθεύθηκαν στην ιστορική του πορεία.

Οι κύριοι άξονες της αγόρευσης του Έλληνα πρωθυπουργού, ενώπιον των αντιπροσώπων του Έθνους, δεν απείχαν από τα όσα είχε υποστηρίξει στις συνομιλίες του με τους Αμερικανούς επισήμους. Δεν απείχαν, δε, και από τις θέσεις του, τις οποίες είχε αναπτύξει στην αίθουσα του Ελληνικού Κοινοβουλίου, λίγους μήνες νωρίτερα[30]. Στη συγκεκριμένη Συνεδρίαση της 3ης Ιουλίου, υπερτόνισε το γεγονός πως σε περίπτωση, που αποδεχόταν την πρόταση του Τζόνσον και προσερχόταν σε συνομιλίες με τον Ινονού με αντικείμενο το Κυπριακό, τότε θα παρεχόταν η εικόνα πως το εν λόγω θέμα ήταν ζήτημα «Ελληνοτουρκικής διενέξεως, ενώ τούτο δεν είναι αληθές, διότι υπάρχει η Κύπρος, και ως Κράτος, και ως λαός. Και δεν είναι δυνατόν η Ελλάς και η Τουρκία, να διαχειρισθούν το θέμα της Κύπρου, ερήμην της Κύπρου και ως Κράτους και ως λαού]»[31]. Στο τέλος της αγόρευσής του, ο Παπανδρέου, δήλωσε πως αν, παρά την σαφή, αρνητική του θέση απέναντι στα όσα είχαν προταθεί από του Αμερικανούς, η απειλή απόβασης της Τουρκίας στην Κύπρο είχε τον χαρακτήρα «τελεσιγράφου, προς υποταγήν της Ελλάδος», η απάντηση είχε δοθεί, ήδη, από την Ιστορία. Τη σύμπνοια και την εναρμόνιση προς την κυβερνητική πολιτική, απέναντι σε μια παρόμοια ενέργεια της Τουρκίας, δήλωσαν τόσο ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, αρχηγός της ΕΡΕ, τόσο και ο Ηλίας Ηλιού, εκπρόσωπος της ΕΔΑ.

Γεώργιος Παπανδρέου και Παναγιώτης Κανελλόπουλος (πάνω). Ηλίας Ηλιού (κάτω).

Η αγόρευση του τελευταίου, που ακολούθησε τη σύντομη παρέμβαση του Κανελλόπουλου[32], ήταν ιδιαιτέρως σημαντική, δεδομένου ότι στις θέσεις του  ανιχνεύονται και αναδεικνύονται πολλές πτυχές του παρασκηνίου της Κυπριακής υπόθεσης[33]. Στις αναλύσεις του διαπιστώνουμε πως πολλά απ’ όσα υποστήριζε επαληθεύθηκαν στην πορεία της τραγικής ιστορίας της Κύπρου. Παρουσίασε πλευρές του θέματος, τις οποίες δεν είχε θίξει ο πρωθυπουργός. Τον κατηγόρησε, πως εξωράισε την «εξιστόρησιν τού πως έγινε δεκτός εκεί». Το τι θα συναντούσε στις ΗΠΑ του ήταν γνωστό πριν από την αναχώρησή του. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, δημοσιευμένες στην εφημερίδα Sunday Times της Νέας Υόρκης, η Ουάσιγκτον και οι Δυτικές πρωτεύουσες θεωρούσαν πως «η Κύπρος έπαυσε να υφίσταται ως κυρίαρχον Κράτος» και μετά τη συνάντηση Παπανδρέου ‒ Ινονού, «ο κ. Τζόνσον θα αρχίση διπλωματικήν εγχείρησιν, η οποία θα καταλήξη εις την διάλυσιν της Κύπρου ως ανεξαρτήτου χώρας». Ο ισχυρισμός του Παπανδρέου, πως η κυβέρνηση είχε ακολουθήσει «εθνικήν εξωτερικήν πολιτικήν» δεν ευσταθούσε, αν περιοριζόταν μόνο στην άρνηση απευθείας διαβουλεύσεων με την Τουρκία. Για ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική μπορεί κανείς να μιλά μόνο όταν αυτή εφαρμόζεται σε όλους τους τομείς. Και έφερε ως παράδειγμα το ζήτημα των βάσεων, θέμα στο οποίο η ΕΔΑ είχε αντιταχθεί από την αρχή, από τη δεκαετία του ’50, όταν εγκαταστάθηκαν οι αμερικανικές βάσεις στην Ελλάδα. Αξίζει να σημειωθεί πως στα παραδείγματά του, ως προς τι σημαίνει ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, ανέφερε το «θέμα της αμύνης της χώρας από την  κατακτητικήν διείσδυσιν ξένων μονοπωλιακών συγκροτημάτων». Η θέση του αυτή, διατυπωμένη πριν από πενήντα περίπου χρόνια, καθίσταται δραματικά επίκαιρη, αν αναλογιστούμε και τη σημερινή κατάσταση, στην οποία έχει περιέλθει η Ελλάδα την τελευταία τριετία και η Κυπριακή Δημοκρατία από τον χειμώνα του 2013.

Ο Ηλιού, συνεχίζοντας το λόγο του, αναφέρθηκε στο ζήτημα των συμμαχικών δεσμών της Ελλάδας με την Τουρκία, ως μέλη του ΝΑΤΟ. Εντός αυτού του πλαισίου, δεν ήταν δυνατόν η άρνηση για διμερείς διαβουλεύσεις να προβάλλεται ως ανεξάρτητη και εθνική πολιτική. Η κυβέρνηση αντιμετώπιζε το ζήτημα, που είχε ανακύψει με «ασταθή βήματα». Ωστόσο, η παράταξή του ενέκρινε την άρνηση της κυβέρνησης  να προσέλθει σε διαπραγματεύσεις με την Τουρκία. Δεν ήταν δυνατόν να αποφασίσουν τρίτοι για το μέλλον της Κύπρου, μιας χώρας μέλους του ΟΗΕ, δοθέντος ότι με αυτό τον τρόπο, με αυτή τη μέθοδο, τα άμεσα ενδιαφερόμενα μέρη επέβαλαν τη Συνθήκη της Ζυρίχης, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η επιβολή στους Κυπρίους λύσης, «δια την οποίαν ούτε ηρωτήθησαν, ούτε συνήνεσαν, ούτε ηδύνατο ουδαμόθεν να συναχθή ότι συνήνουν, διότι ευρίσκετο εις απόλυτον αντίθεσιν  προς την παγίαν και δικαίαν διεκδίκησίν των[.]».

Ο πρόεδρος της ΕΔΑ υποστήριξε τις θέσεις του, εκθέτοντας και τις απόψεις, που είχαν διατυπωθεί στο εξωτερικό, σχετικά με τη θέση του Αμερικανού προέδρου έναντι της ελληνοτουρκικής αντιδικίας. Ανέφερε, λοιπόν, πως η διαμεσολάβηση του Τζόνσον είχε σχολιασθεί αρνητικά από τη γαλλική εφημερίδα Le Monde, της 27ης Ιουνίου. Ο αρθρογράφος θεωρούσε πως οι προσπάθειες του Τζόνσον συνιστούσαν στην ουσία «υποστήριξιν» προς την τουρκική κυβέρνηση. Ελληνοτουρκικός διάλογος θα σήμαινε πως εμμέσως αναγνωριζόταν στην Τουρκία δικαίωμα να επέμβει σε μια διαφορά, πράγμα το οποίο η Ελλάδα δεν δεχόταν. Οι θέσεις του Ινονού ήταν απολύτως σαφείς: ή θα έπρεπε να διατηρηθεί το υφιστάμενο συνταγματικό καθεστώς της Κύπρου ή το νησί θα έπρεπε να διχοτομηθεί και να διαμοιραστεί ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία.

Η γνώμη του εκπροσώπου της ΕΔΑ ήταν πως η αποδοχή της πρότασης Τζόνσον θα ισοδυναμούσε με αναίρεση της αρχής της αυτοδιάθεσης των λαών. Θα συνιστούσε προσπάθεια «υπερκερασμού της λύσεως του Κυπριακού δια του ΟΗΕ, μίαν προσπάθειαν επαναφοράς του εις τα πλαίσια των συμμαχιών του ΝΑΤΟ, εκεί ακριβώς όπου εχαλκεύθησαν κατά το παρελθόν αι αλυσίδες του Κυπριακού λαού». Το ΝΑΤΟ, κατά τη γνώμη της παράταξής του, εξυπηρετούσε πάντα συμφέροντα ιμπεριαλιστικά και αντιτίθετο στην Κυπριακή αυτοδιάθεση, διότι είχε ανάγκη την Κύπρο, «δια μίαν στρατηγικήν περικυκλώσεως της Ανατολικής Μεσογείου, είτε διότι την χρειάζονται προς προστασίαν των μονοπωλίων πετρελαίου, είτε δια να δύνανται να ασκούν πίεσιν επί των αδεσμεύτων αραβικών χωρών της Μέσης Ανατολής», τις οποίες μέχρι πριν από λίγα χρόνια ήλεγχαν ως αποικίες.

Υπενθύμισε το ιστορικό της υπόθεσης, το πως ξεκίνησαν από τον Δεκέμβριο του 1963 τα τρέχοντα, εκείνη την περίοδο,  γεγονότα και θεώρησε ευτυχές το ότι απεφεύχθη η εμπλοκή του ΝΑΤΟ, το οποίο ήταν έτοιμο να στείλει στρατεύματα στη νήσο, αποσκοπώντας σε λύση του Κυπριακού, σύμφωνα με τις δικές του επιδιώξεις. Η εξέλιξη αυτή ήταν απότοκη της υποβολής προσφυγής, εκ μέρους της Κυπριακής κυβέρνησης, στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπου οι υποστηρίζοντες λύση του αναφυέντος προβλήματος, μέσω της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, θα είχαν να αντιμετωπίσουν την ισχυρή πλειοψηφία και συμπαράσταση των αδεσμεύτων, των σοσιαλιστικών και των ουδέτερων χωρών. Αυτή η δύναμη ήταν ικανή να αναχαιτίσει και να ανατρέψει τα εξυφαινόμενα από του Αμερικανούς σχέδια και αυτή τη δύναμη φοβούνταν εκείνοι, οι οποίοι προετοίμαζαν, πάση θυσία, να παρακαμφθεί ο ΟΗΕ με την τοποθέτηση ενός μεσολαβητή, ο οποίος, στην ουσία θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Συμμαχίας. Αυτή τη λύση ο Μακάριος την είχε απορρίψει.

Οι μηχανορραφίες αυτές εξυφαίνονταν παράλληλα με μια πραγματική εκστρατεία «εκβιαστικών απειλών περί επικειμένης ενόπλου επεμβάσεως της Τουρκίας», γεγονός το οποίο είχε οδηγήσει σε συνεχείς και επαναλαμβανόμενες στρατιωτικές συσκέψεις. Παραλλήλως, καταβαλλόταν προσπάθεια τείνουσα στη διάσπαση της εθνικής ενότητας της Κύπρου. Πληροφορίες, δημοσιευόμενες στη γαλλική εφημερίδα Le Monde, των προηγουμένων ημερών, ανέφεραν πως σύμφωνα με Κυπριακή εφημερίδα «οι Αμερικανοί προετοίμαζαν πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου, το οποίον θα επραγματοποιείτο κατά την διάρκειαν της απουσίας του κατά την προσεχή εβδομάδα όταν θα μεταβή εις την συνδιάσκεψιν των Πρωθυπουργών της Κοινοπολιτείας». Στόχος αυτής της ενέργειας ήταν να εκδιώξουν τον Μακάριο από τη θέση του, ώστε να διευκολυνθούν στην επιβολή του σχεδίου τους, επιτυγχάνοντας να δώσουν ένα τέλος στην περαιτέρω αύξηση της σοβιετικής και κομμουνιστικής επιρροής στην Κύπρο.

Ο Ηλιού έκρινε αρνητικώς τη στάση του Παπανδρέου απέναντι στα υποστηριχθέντα από τον Τζόνσον, πως δεν θα μπορούσε να αποτρέψει ένοπλη επέμβαση των Τούρκων στην Κύπρο, αν οι τελευταίοι εκδήλωναν εκ νέου παρόμοια πρόθεση. Η μη σθεναρή αντίδραση του Έλληνα πρωθυπουργού σήμαινε παραδοχή, εκ μέρους του, πως στο παρελθόν οι Αμερικανοί είχαν αποτρέψει ανάλογη τουρκική ενέργεια. Όμως, ήταν γνωστό πως η απειλή επέμβασης της Τουρκίας στο νησί οφειλόταν στην αυστηρή και κατηγορηματική προειδοποίηση της Σοβιετικής Ένωσης. Εξάλλου, υπήρχαν ανάλογες δηλώσεις και προειδοποιήσεις και από τη Στοκχόλμη και από το Όσλο. Ήταν προφανές, επομένως, πως η στάση της κυβέρνησης των ΗΠΑ ήταν «απολύτως αρνητική, απολύτως εχθρική».

Η αλήθεια είναι πως οι μηχανορραφίες συνεχίζονταν και συνιστούσαν εκδήλωση της επιθυμίας των ΗΠΑ να παγιώσουν ένα «de facto διαμελισμό, ο οποίος πραγματοποιείται εις τας λεγομένας πρασίνας γραμμάς της Κύπρου, όπου παρενεβλήθησαν αγγλικά στρατεύματα και ύστερα παρέδωσαν της θέσιν των εις τα στρατεύματα του ΟΗΕ». Βάσει του σχεδίου Λέμνιτζερ προετοιμαζόταν ένας de facto διαμελισμός της νήσου, ταυτοχρόνως, δε, καταβάλλονταν προσπάθειες διάσπασης της ενότητας του Ελληνισμού της νήσου, «η οποία είναι το μόνον ασφαλές θεμέλιον ότι, η επιδίωξις, η διεκδίκησίς του  δια την αυτοδιάθεσιν και την ελευθερίαν  θα έλθη εις αίσιον πέρας».

Ο πρωθυπουργός είχε παραλείψει, συνέχιζε ο Ηλιού, στις συνομιλίες του με τον Τζόνσον, να αναφερθεί στο ζήτημα των Αδεσμεύτων χωρών και στην υποστήριξη που αυτές παρείχαν στην υπόθεση της Κύπρου. Ο αντικομουνισμός, ο οποίος εκδηλωνόταν, ήταν απαράδεκτος και φαινόταν σαν να δικαιούνταν να θυσιάζουν «τους προασπιστάς και τους συμπαραστάτας της Κυπριακής ελευθερίας, με νοοτροπίαν πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων».

Κατά τη γνώμη του, για το μέγα εθνικό ζήτημα, που είχε ανακύψει, το Κυπριακό, έπρεπε η κυβέρνηση να υιοθετήσει μια συγκεκριμένη πορεία, ακολουθώντας τα εξής σημεία: τη διαδικασία των οργάνων των ΗΕ, την αποφυγή διμερών ή τριμερών ή οποιωνδήποτε άλλων ενδοτικών διαδικασιών, στροφή προς τον Κυπριακό Ελληνισμό, του οποίου όφειλε να ενισχύσει το φρόνημα και την ενότητα, ολομέτωπος αγώνας για την κατάργηση των υπαρχουσών στην Κύπρο βάσεων και αντίθεση σε εγκατάσταση καινούριων, συνεργασία με τις χώρες εκείνες, οι οποίες υπεράσπιζαν και προασπίζονταν την υπόθεση της Κύπρου.

Ο Ηλιού, ολοκλήρωσε την αγόρευσή του, παραπονούμενος για το ότι ο πρωθυπουργός είχε αποκλείσει την ΕΔΑ από την ενημέρωση των φακέλων της Κυπριακής υπόθεσης, κάνοντας διάκριση ανάμεσα σε μείζονα και υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης. Υποστήριξε πως, και αν ακόμη δεν είχαν υπογραφεί οι ιδρυτικές της Κυπριακής ανεξαρτησίας Συνθήκες, βάσει των οποίων αποκλείσθηκε η αυτοδιάθεση και οι Τούρκοι επανήλθαν στην Κύπρο και οι οποίες ήταν το πραγματικό αίτιο της κατάστασης, που είχε δημιουργηθεί, πάλι η διάκριση θα ήταν «άτοπος».

Η συνεδρίαση της μέρας εκείνης ολοκληρώθηκε με την παρέμβαση του Σπύρου Μαρκεζίνη[34], ο οποίος επιχείρησε μια ιστορική αναδρομή στην υπόθεση του Κυπριακού, όπως αυτό είχε εκτυλιχθεί από τα τέλη του 1963. Υπενθύμισε πως ο πρωθυπουργός στην πρώτη του,  εναρκτήρια, εμφάνιση στην Εθνοσυνέλευση, στις 20 Δεκεμβρίου, δεν είχε καν θίξει το εν λόγω θέμα, περιοριζόμενος μόνο στο να αναφερθεί στις καλές ελληνοτουρκικές σχέσεις, που υφίσταντο ως τότε και είχε διατρανώσει την πίστη του στην αναγκαιότητα προώθησής τους «προς κοινόν όφελος». Ο μόνος από την κυβέρνηση, που είχε μιλήσει τότε για το Κυπριακό ήταν ο Σοφοκλής Βενιζέλος, ο οποίος επιστρέφοντας από το Παρίσι είχε εκφράσει τις ανησυχίες του. Η αγόρευση του Μαρκεζίνη, αρχηγού των Προοδευτικών, είχε τερματισθεί άδοξα από την παρεμβολή ορισμένων ταραξιών, που εισήλθαν στην αίθουσα συνεδριάσεων του Κοινοβουλίου και αρνήθηκε να συνεχίσει το λόγο του.

Ο υπουργός Εξωτερικών Σταύρος Κωστόπουλος υποδέχεται τον ΓΓ του ΟΗΕ U-Thant στον αερολιμένα του Ελληνικού.

Η μέρα εκείνη τελείωσε με σύντομη αγόρευση του υπουργού Εξωτερικών, Σταύρου Κωστόπουλου[35], ο οποίος αντέκρουσε τα επιχειρήματα του Ηλιού, τα σχετικά με το ΝΑΤΟ και τη θέση της Ελλάδας σ’ αυτό, υποστηρίζοντας πως η Ελλάδα ήταν μέλος μιας αμυντικής συμμαχίας, «η οποία δεν πρόκειται ούτε ιμπεριαλιστικά συμφέροντα να υπηρετήση ούτε και άλλους ανομολογήτους σκοπούς να επιδιώξη». Τέλος, υπεραμύνθηκε της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, υπενθυμίζοντας την πρόοδο, που είχε σημειωθεί στο ζήτημα των ελληνοβουλγαρικών σχέσεων, οι οποίες επρόκειτο να επισφραγισθούν τις επόμενες μέρες με την εισαγωγή προς συζήτηση και ψήφιση από τη Βουλή των δώδεκα συμφωνιών, που είχαν ήδη μονογραφηθεί στη Σόφια.

Από την εξιστόρηση των γεγονότων, τα οποία συνθέτουν το σκηνικό του ταξιδιού του πρωθυπουργού της Ελλάδας, Γεωργίου Παπανδρέου, στην Ουάσιγκτον και τις συνομιλίες του με τον Αμερικανό πρόεδρο Τζόνσον και άλλους επίσημους παράγοντες, καθώς και από την παράθεση των όσων σημαντικών συζητήθηκαν στην ελληνική Εθνοσυνέλευση μετά την επιστροφή του, φαίνεται να προκύπτουν ορισμένα κωδικοποιημένα συμπεράσματα:

  • Ο Έλληνας πολιτικός, υπέρμαχος της αρχής της αυτοδιάθεσης και της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, μετά τη δεύτερη, κυρίως, εκλογική του επιτυχία, τον Φεβρουάριο του 1964, ενέτεινε τις προσπάθειές του για αποσόβηση στρατιωτικής επέμβασης της Τουρκίας στην Κύπρο και του, συνεπεία αυτής,  επαπειλούμενου ελληνοτουρκικού πολέμου. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής θέσης, αρνήθηκε να συμμετάσχει σε απευθείας συνομιλίες με τον Τούρκο πρωθυπουργό, Ισμέτ Ινονού, πρόταση, που του υποβλήθηκε από τον Αμερικανό πρόεδρο, Τζόνσον, δηλώνοντας πως μια παρόμοια αποδοχή θα σήμαινε παραδοχή και αναγνώριση στην Τουρκία δικαιωμάτων, τα οποία, πλέον, δεν είχε, λόγω του ότι μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης είχε αποξενωθεί νομικώς.

 

  • Η πρόταση του Τζόνσον υποδήλωνε φιλοτουρκική στάση, παρά το γεγονός πως ο φόβος για τουρκική επέμβαση στην Κύπρο, στις αρχές Ιουνίου, εξαλείφθηκε λόγω της ουσιαστικής παρέμβασής του. Ωστόσο, δεν πρέπει να παροράται και το γεγονός ότι ο Αμερικανός πρόεδρος ενδιαφερόταν για τη μη διάρρηξη της συνοχής στην Ανατολική πτέρυγα της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, γεγονός το οποίο, αν συνέβαινε, θα διευκόλυνε την περαιτέρω διείσδυση της Σοβιετικής Ένωσης στη συγκεκριμένη περιοχή. Επίσης, την περίοδο εκείνη οι ΗΠΑ θεωρούσαν την Ελλάδα και την Τουρκία ως τμήματα «μιας στρατηγικής εξίσωσης» και όχι ως χώρες, των οποίων τα στρατηγικά και διπλωματικά τους ενδιαφέροντα ήταν δυνατόν να συμβαδίζουν με την «παγκόσμια στρατηγική των ΗΠΑ» αλλά θα μπορούσαν να διαφέρουν από αυτή[36].

 

  • Οι καταγγελίες του εκπροσώπου της ΕΔΑ, Ηλία Ηλιού, στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, για τα όσα εξυφαίνονταν από την Αμερική σχετικά με την Κύπρο, δηλ. σχέδιο ανατροπής του Μακαρίου κλπ., επαληθεύθηκαν μετά από δέκα ακριβώς χρόνια.

 

  • Παρά την άρνηση του τότε πρωθυπουργού να δεχθεί τον απευθείας διάλογο με τους Τούρκους, ως προς το Κυπριακό, καθίσταται  προφανές πως, εκείνη την περίοδο, ετέθη επισήμως από αμερικανικής πλευράς, για πρώτη φορά ένα σχέδιο διαμελισμού του νησιού, σχέδιο το οποίο πραγματοποιήθηκε, με πραξικοπηματικό τρόπο, το καλοκαίρι του 1974. Όσο κι’ αν ο Τζόνσον διατεινόταν, στις συνομιλίες του με τον Έλληνα πρωθυπουργό, πως δεν είχε να προτείνει λύση για την ανακύψασα ελληνοτουρκική διαφορά, εκείνη τη δεδομένη περίοδο, οι παραινέσεις του για απ’ ευθείας διμερείς συνεννοήσεις Παπανδρέου-Ινονού, είναι προφανές πως αναβάθμιζαν το ρόλο της Τουρκίας στην κυπριακή υπόθεση και προϊδέαζαν για τις επερχόμενες πολιτικές, διπλωματικές και γεωστρατηγικές εξελίξεις.

 

Η Αρετή Τούντα-Φεργάδη είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Ελληνικής Διπλωματικής Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

*  Το συγκεκριμένο κείμενο έχει δημοσιευθεί στη γαλλική, Tounta-Fergadi A.,  «Le voyage de Georges Papandréou en Amérique et sa répercussion au Parlement grec (juin-juillet 1964)», στο Samara-Krispi A., Kareklas I. (ed.), Essays on International Law in Honour of Professor Elias Krispis, 31, Athens-Thessaloniki, Sakkoulas Publications, 2014, pp. 175-191. Στο δημοσιευόμενο κείμενο έχουν γίνει λίαν περιορισμένες προσθήκες και τροποποιήσεις.

Υποσημειώσεις

[1]Λαμπράκης Χ., «Ο ρόλος των Αμερικανών στην Ελληνοτουρκική φιλία», Το Βήμα, 7 Ιουνίου 1959, σ.1. Αναλυτικά για την κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, εκείνη την περίοδο, εξαιτίας του Κυπριακού, τη θέση των δύο υπερδυνάμεων αλλά και τις επιπτώσεις της στη διαρρύθμιση των σχέσεων της Ελλάδας με τη Βουλγαρία βλ. Τούντα-Φεργάδη Α., Συνιστώσες της Γένεσης και της Πορείας του Ελληνικού Κράτους, 30, Ίδρυμα Διεθνών Νομικών Μελετών Η. Κρίσπη, Αθήνα, Εκδ. Σάκκουλα, 2012, σσ. 134-169. Για το ίδιο κείμενο στην αγγλική βλ. Tounta-Fergadi A., «The Cyprus Question and the settlement of Greek-Bulgarian Abeyances»,Thetis, Band 16/ 17, Mannheim 2010, pp. 131-139. Ειδικότερα για το ρόλο της Αμερικής στα ελληνικά πράγματα από τη δεκαετία του ’50 και ως το 1974 βλ. Miller J. E., The United States and the making of Modern Greece. History and Power, 1950-1974, The University of North Carolina Press, 2009.

[2] Συρίγος Α., Σχέδιο Ανάν. Οι κληρονομιές του παρελθόντος και οι προοπτικές του μέλλοντος, Αθήνα, Εκδ. Πατάκη, 2005, σ. 54-55 και σσ . 166-167, για μια ανάλυση  των 13 Σημείων. Πιο εξειδικευμένα,  Στυλιανού Φ., «Τα 13 Σημεία», στο Παπαπολυβίου Π. (επιμ.), 1960-2010: Ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας, τ. 1, 1960-1969: Η δεκαετία της εγκαθίδρυσης, Λευκωσία, Φιλελεύθερος, 2010, σσ. 94-97.  Για το θέμα των κοινοτήτων στην Κύπρο βλ. Markides D., Cyprus 1957-1963: from colonial conflict to constitutional crisis: the key role of the municipal issue, University of Minnesota, 2001.

[3] Λαμπράκης Χ., ό.π., σ.1.

[4] Βαληνάκης Γ., Μπότσιου Κ., Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγική στην Πυρηνική Εποχή, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 2000. Ήφαιστος Π., Διπλωματία και Στρατηγική των Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, Γαλλίας, Γερμανίας, Μεγάλης Βρετανίας, Αθήνα, Ποιότητα, 2000, σσ. 175-177, ειδικότερα για το Σουέζ.

[5] Για μια ιδιαίτερη ανάλυση του ρόλου της Αμερικής στα ελληνικά πράγματα με έμφαση στο ζήτημα της Κύπρου, Στεφανίδης Ι., Εν Ονόματι του Έθνους. Πολιτική κουλτούρα, αλυτρωτισμός και αντιαμερικανισμός στη μεταπολεμική Ελλάδα, 1945-1967, Θεσσαλονίκη, Επίκεντρο, 2010, σσ.286-297 και σ. 305.

[6] Για την Κυπριακή κρίση εκείνης της περιόδου βλ. Χατζηβασιλείου Ε., «Η κρίση του 1963: Ερωτήματα και αποτιμήσεις», στο Παπαπολυβίου, 2010, σ. 114-118.

[7] Χατζηβασιλείου Ε., Στα Σύνορα των Κόσμων. Η Ελλάδα και ο Ψυχρός Πόλεμος, 1952-1967, Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη, 2009, σ. 398. Ο βουλευτής της ΕΔΑ, Ηλιού, επεσήμαινε: «Αν δεν υπήρχεν η Σοβιετική προειδοποίησις πού θα ευρίσκετο σήμερον το Κυπριακόν ζήτημα; Η διχοτόμησις είναι δυνατόν να ήτο πραγματικότης». Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής (=ΕΣΒ), Συνεδρίασις 5η, 31 Μαρτίου 1964, σ. 52. Αργότερα,  τον Αύγουστο του 1964,  ο Μακάριος «εξεμαίευε δήλωση […] της σοβιετικής κυβέρνησης για την παροχή βοήθειας με σκοπό την προάσπιση της ανεξαρτησίας της κυπριακής επικράτειας». Σβολόπουλος, Κ., Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, 1945-1981, Αθήνα, Εστία, 2001, σ. 163 και γενικότερα, σελ. 133-166, για τις εν γένει εξελίξεις της κυπριακής υπόθεσης. Για λεπτομέρειες σχετικά με τα όσα οδήγησαν στην κρίση του Δεκεμβρίου 1963 και τα όσα επακολούθησαν βλ. Δρουσιώτης Μ., Η πρώτη διχοτόμηση. Κύπρος, 1963-1964, Λευκωσία, Αλφάδι, 2005.

[8] Ténékidès G., Chypre. Histoire récente et perspectives davenir, Paris, Les Editions Nagel, 1964, pp. 197-198, κυρίως, για το περιεχόμενο του μηνύματος Χρουστσόφ. Για τη σοβιετική πολιτική έναντι της Κύπρου, Stergiou A., «Soviet Policy toward Cyprus», στο The Cyprus Review, V. 19:2 Fall 2007, pp. 83-106.

[9] Adams, T. W. and Cottrell, A. J., Cyprus between East and West, Baltimore, The Johns Hopkins Press, 1968, p. 61.

[10] Παπανδρέου Α., Η Δημοκρατία στο Απόσπασμα, Τόμος Α΄, Αθήνα, Εκδ. Οίκος Α.Α. Λιβάνη, 2006, σ. 186.

[11]Adams and Cottrell, 1968, pp. 35-36.

[12] Τενεκίδης Γ., Κοινωνιολογία των Διεθνών Σχέσεων. Μεθοδολογικά. Η διεθνής θέση της Ελλάδας. Το Κυπριακό πρόβλημα, Αθήνα, Παπαζήσης, 1978, σ. 188.

[13] Δρουσιώτης, 2005, σσ. 259-260.

[14] Βαληνάκης Γ., Εισαγωγή στην Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, 1949-1988, Αθήνα, Ι. Σιδέρης, 2005²,  σσ . 179-183. Επίσης, Συρίγος, 2007, σ. 55. Δρουσιώτης, 2005, σσ. 260-261.

[15] Χατζηβασιλείου, 2009, σ. 404, όπου δημοσιεύεται απόσπασμα από τη συγκεκριμένη επιστολή και γίνεται αποτίμηση της στάσης του Αμερικανού προέδρου έναντι του Έλληνα πρωθυπουργού. Η δεύτερη επιστολή του Τζόνσον προς τον Παπανδρέου, εκείνη της 2ας Ιουλίου, καθώς και η απάντηση του Έλληνα Πρωθυπουργού, της 6ης Ιουλίου, δημοσιεύονται αυτούσιες στο Πετρίδης Π., Ο Γεώργιος Παπανδρέου και το Κυπριακό Ζήτημα (1954-1965), Ντοκουμέντα, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 1998, σσ. 294-298.

[16] Για το Σχέδιο Άτσεσον, Παπανδρέου,  2006, σσ. 163-164. Η πρώτη επιστολή Άτσεσον προς τον Γ. Παπανδρέου, της 20 Αυγούστου 1964, δημοσιεύεται στο Ξύδη Α., Λιναρδάτου Σ., Χτζηαργύρη Κ., Ο Μακάριος και οι Σύμμαχοί του, Αθήνα, Gutenberg, 1972², σσ. 341-342 και ακολουθεί η απαντητική επιστολή του Παπανδρέου, στις 22 Αυγούστου 1964, στις σελ.343-345.

[17] Ténékidès, 1964, pp. 192-193. Adams and Cottrell, 1968, p. 37.

[18] Δρουσιώτης, 2005, σ. 206.

[19] Miller, 2009, p. 96. Ο ίδιος συγγραφέας (p. 97)  υποστηρίζει πως οι συνομιλίες του Τζόνσον με τον Έλληνα πρωθυπουργό σηματοδοτούσαν «την αρχή μιας μακράς προσπάθειας», τείνουσας στην εξεύρεση ενός πεδίου συνεννόησης αναφορικά με την Κύπρο.

[20] Οι συνομιλίες, με τους Αμερικανούς αξιωματούχους, διεξήχθησαν στο χρονικό διάστημα 24 ‒ 28 Ιουνίου 1964 και σχετικά έγγραφα δημοσιεύονται στο Πετρίδης, 1998, σσ. 233-270. Στο συγκεκριμένο βιβλίο δημοσιεύονται και αποσπάσματα από αγορεύσεις του Γεωργίου Παπανδρέου στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, και κατά το 1964, αλλά δεν διευκρινίζονται οι ακριβείς ημερομηνίες.

[21]   Στο «άκρως απόρρητον» έγγραφο το οποίο έστειλε ο πρέσβης της Ελλάδας στην Ουάσιγκτον, Α. Μάτσας, στο Παπανδρέου, την 1η Ιουλίου, εικάζεται πως οι Αμερικανοί είχαν έτοιμη λύση ή λύσεις, τις οποίες «πεισμόνως απέφυγον αποκαλύψουν ημίν». Ο Μάτσας θεωρούσε πως η αποκάλυψη της λύσης ήταν αντίθετη προς τις άγραφες αρχές της αμερικανικής διπλωματίας. Πίστευε πως «επιμελής […] οργάνωσις προταθείσης συναντήσεως εν Camp David προδίδει ότι υπάρχει πάντως το ουσιαστικώτερον στοιχείον, η λύσις. […]. Ως ταχυδακτυλουργός, ο αυτάρεσκος και πολυμήχανος Αμερικανός Νέστωρ θα ενεφάνιζε την λύσιν ενώπιον εγκαθείρκτων απεσταλμένων, ως εάν προήρχετο εξ αυτών». Πετρίδης, 1998, σσ. 292-293.

[22] Για το ιστορικό υπόβαθρο, Klapsis A., «The Strategic Importance o Cyprus and the Prospect of Union with Greece, 1919-1923: The Greek Perspective», στο Journal of Imperial and Commonwealth History, 41:5, 765-782, DOI:  10.1080/03086534.2013.789275

[23] Ο χαρακτηρισμός «Κούβα της Μεσογείου» έχει αποδοθεί στον Παπανδρέου. Όμως, έχει διατυπωθεί η άποψη πως ήταν αμερικανικής έμπνευσης και επίνευσης. Δρουσιώτης, 2005, σ. 262.

[24] Ο συμπολιτευόμενος τύπος είχε εκφρασθεί υπέρ της στάσης του πρωθυπουργού υποστηρίζοντας πως: «Δια πρώτην φοράν από πολλών ετών, ευρέθη Έλλην πρωθυπουργός, ο οποίος αντέταξεν άρνησιν  υπερήφανον εις τας αξιώσεις των ξένων». Η αντιπολίτευση κατέκρινε το «ηρωικόν όχι» του Παπανδρέου και υποστήριξε πως η αμερικανική ανάμιξη δεν συνιστούσε επέμβαση στα εσωτερικά του κράτους αλλά «προσφορά υπηρεσιών διαμεσολάβησης». Στεφανίδης, 2010, σ. 380 και έως 386.

[25] Ελευθερία, 26 Ιουνίου 1964, Νο 6071, σ. 1.

[26] Εμπρός, 27 Ιουνίου 1964, Νο 26, σ. 3.  Το άρθρο με τίτλο «Εμπαιγμός».

[27] Ελευθερία, 26 Ιουνίου 1964, Νο 6071, σ. 7.

[28] Εμπρός, 27 Ιουνίου 1964, Νο 26, σ. 3.  Το άρθρο με τίτλο «Εμπαιγμός».

[29] Ο Παπανδρέου, όταν αναφέρθηκε στις συζητήσεις, που είχε στη Γαλλία με τον πρόεδρο Ντε Γκωλ και τον πρωθυπουργό Πομπιντού, υποστήριξε πως συνάντησε «πλήρη κατανόησιν. Και ήτο εύκολον, διότι το θέμα της Αυτοδιαθέσεως τους είναι γνώριμον». Ωστόσο,  έχει διατυπωθεί πως ο Γάλλος ηγέτης δεν «είχε υποστηρίξει τις ελληνικές θέσεις για άμεση Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα». Χατζηβασιλείου, 2009, σ. 379. Ο Ηλιού, στην αγόρευσή του της 3ης Ιουλίου υποστήριξε πως και στο Παρίσι ο Παπανδρέου πιέστηκε να δεχθεί τις αμερικανικές προτάσεις. ΕΣΒ, Συνεδρίασις 56, 3 Ιουλίου 1964, σ. 638. Προφανώς, ο Ηλιού, εννοούσε τις προτάσεις για διμερείς συζητήσεις με τον Ινονού. Αξίζει να αναφερθεί πως μετά τη συνάντησή του με τον Ντε Γκωλ ο Παπανδρέου επέμενε στην Ένωση, ως τη μόνη λύση, η οποία θα κατασφάλιζε την ειρήνη. Το μόνο, που απέμενε προς διαπραγμάτευση ήταν «η μορφή των διεθνών εγγυήσεων προς την τουρκικήν μειονότητα». Ελευθερία, 30 Ιουνίου 1964, Νο 6074, σ. 1.

[30] Στην ομιλία του της 30ης Μαρτίου, αναγνώριζε πως το ζήτημα της Κύπρου είχε καταστεί σημείο διατάραξης των ελληνοτουρκικών σχέσεων και εξήγησε πως δεν ευθυνόταν η κυβέρνησή του για το γεγονός της αμφισβήτησης των Συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου. Η αντιγνωμία επί των συγκεκριμένων συμβατικών κειμένων και η άρνηση αποδοχής τους οφειλόταν στην εξέλιξη των γεγονότων. Τα ίδια τα πράγματα είχαν αποδείξει «ότι το σημερινόν καθεστώς, αντί να οδηγήση εις ειρήνην και ευημερίαν, έχει οδηγήση εις αδιέξοδον». Στη διαπίστωση αυτή είχε καταλήξει το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και είχε γίνει αποδεκτή διεθνώς. Βεβαίως, δεν επρόκειτο περί απλής διαπίστωσης, επρόκειτο περί απόφασης και ενεργείας, αποτέλεσμα της οποίας ήταν, αφενός η παρουσία διεθνούς στρατιωτικής δύναμης στη Μεγαλόνησο, με σκοπό να επαναφέρει την ειρήνη, αφετέρου ο διορισμός μεσολαβητή, ώστε να καταστεί δυνατή η αναζήτηση νέου πολιτικού σχήματος, αφ’ ης στιγμής είχε διαπιστωθεί η πλήρης κατάρρευση του παλαιού. Σ’ αυτό το πραγματικό γεγονός είχε συντελέσει και η ίδια η Τουρκία, δεδομένου ότι είχε ψηφίσει στο Συμβούλιο Ασφαλείας τις σχετικές αποφάσεις, επομένως κακώς διαμαρτυρόταν πως η Ελλάδα έθετε υπό αμφισβήτηση το καθεστώς της Κύπρου. Από τα συμφραζόμενα συνάγεται το συμπέρασμα πως η Τουρκία απειλούσε να επέμβει στο νησί και ο Παπανδρέου σημείωνε πως η πρόκληση μιας έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις θα είχε ως πιθανό επακόλουθο τη ρήξη, διότι σε περίπτωση επέμβασης «αποτελεί χρέος τιμής η άμυνα». Το ζήτημα της Κύπρου είχε πλέον περιέλθει υπό διεθνή κρίση και έπρεπε να επιλυθεί βάσει των συγχρόνων αρχών της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Κατά τη γνώμη του, οποιαδήποτε εξωτερική επέμβαση όφειλε να τερματισθεί και να αναγνωρισθούν τα δικαιώματα της Ελληνικής πλειοψηφίας και της Τουρκικής μειονότητας. Μόνο έτσι θα μπορούσαν να επιλυθούν τα προβλήματα, που είχαν έρθει στο προσκήνιο και προξενούσαν κραδασμούς στις σχέσεις Ελλάδας ‒ Τουρκίας, στη Συμμαχία του ΝΑΤΟ αλλά και εν γένει στην ειρήνη. ΕΣΒ, Συνεδρίασις 4η, 30 Μαρτίου 1964, σ. 22.

[31] ΕΣΒ, Συνεδρίασις 56, ό. π.,  σσ.632-634, για την αγόρευση του Παπανδρέου.

[32] Για την αγόρευση του Κανελλόπουλου,  ΕΣΒ, Συνεδρίασις 56, ό. π., σσ. 634-635, κυρίως.

[33] Για την αγόρευση του Ηλιού,  ΕΣΒ, Συνεδρίασις 56, ό. π.,  σσ. 638-642.

[34] ΕΣΒ, Συνεδρίασις 56, ό. π.,  σσ. 642-643.

[35] ΕΣΒ, Συνεδρίασις 56, ό. π., σσ. 653-655.

[36] Για την τελευταία επισήμανση, Χατζηβασιλείου, 2009, σ. 388.

Θεοδόσης Καρβουναράκης: Η ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΣΤΗ ΒΟΣΝΙΑ

Θεοδόσης Καρβουναράκης

Η  ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΣΤΗ ΒΟΣΝΙΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η κρίση της Γιουγκοσλαβίας απασχόλησε έντονα τη διεθνή κοινότητα για μία δεκαετία και είχε δραματικές συνέπειες για τους λαούς της περιοχής.  Στο κέντρο του προβλήματος βρισκόταν η έντονη διαφωνία ανάμεσα στις συνιστώσες εθνότητες της χώρας, τόσο για το εδαφικό, όσο και για το συνταγματικό καθεστώς που θα ακολουθούσε την κατάρρευση του κομουνισμού.  Στη Βοσνία η ύπαρξη τριών εθνοτήτων, δύο εκ των οποίων, Σέρβοι και Κροάτες, με ισχυρούς και όμορους προστάτες, ενέτεινε και παρέτεινε τις συγκρούσεις δημιουργώντας μία εστία αναταραχής, επικίνδυνης για την ασφάλεια της περιοχής και απαράδεκτης από ανθρωπιστική άποψη, που η διεθνής κοινότητα προσπάθησε να ελέγξει.

Από όλους τους παράγοντες που αναμείχθηκαν, διεθνείς οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Ο.Η.Ε, ή κατ’ ιδίαν κράτη, πιο αποτελεσματικές αποδείχθηκαν οι Ηνωμένες Πολιτείες.  Μετά από παρατεταμένη περίοδο διστακτικότητας που οφείλονταν σε αντίξοες πολιτικές, διεθνείς και εσωτερικές συνθήκες, οι Η.Π.Α παρενέβησαν αποφασιστικά στη σύρραξη, όταν οι συνθήκες έγιναν πιο πρόσφορες και όταν η μη υιοθέτηση ενεργότερης πολιτικής θα έβλαπτε πλέον παρά θα ωφελούσε τα συμφέροντα της χώρας.

Το άρθρο αυτό επιχειρεί να καταγράψει την εξέλιξη των αμερικανικών θέσεων και πράξεων και εστιάζεται κυρίως στην τελευταία φάση της αμερικανικής εμπλοκής, όταν οι συντονισμένες και τολμηρές ενέργειες των Αμερικανών διπλωματών είχαν σαν αποτέλεσμα τη διάσκεψη και συμφωνία του Dayton που αντιμετώπισε ριζικά το πρόβλημα.  Διαφαίνονται από την ανάλυση των γεγονότων οι ιδιαίτερες δυνατότητες αλλά και προφανείς περιορισμοί της μοναδικής απομένουσας υπερδύναμης στην αντιμετώπιση διεθνών κρίσεων, δυνατότητες που εξανάγκασαν τους  αντιμαχόμενους σε συναίνεση και περιορισμοί που έκαναν αναγκαία την εξεύρεση μίας ρεαλιστικής και όχι ακριβοδίκαιης λύσης.

Στόχος του γράφοντος δεν είναι η πολιτική ανάλυση αλλά η ιστορική καταγραφή και ερμηνεία των γεγονότων. Η προσέγγιση είναι εμπειρική, χωρίς προσπάθεια αναγωγής σε θεωρητικά υποδείγματα πολιτικής δράσης. Επιχειρείται μια πρώτη παρουσίαση των ουσιωδών παραμέτρων του ζητήματος, κατ’ανάγκη ελλιπής, αφού η χρονική εγγύτητα των γεγονότων δεν επιτρέπει την πρόσβαση σε καίριες αρχειακές πηγές.

 

Η Αμερικανικη Πολιτικη Μεχρι τον Ιουνιο του 1995

Radovan Karadžić και Ratko Mladić (αριστερά).

Η στάση των Η.Π.Α σχετικά με την Γιουγκοσλαβική κρίση ήταν αρχικά περισσότερο εκείνη του παρατηρητή παρά του άμεσα ενδιαφερόμενου για την αντιμετώπισή της.  Από το 1990 με προφανή την επικείμενη έκρηξη βίας στην περιοχή, η Αμερικανοί απέφυγαν να αναλάβουν πρωτοβουλίες γιατί δεν ήθελαν να διασπάσουν την προσοχή τους από την εν εξελίξει κατάσταση στον Περσικό κόλπο μετά την κατάληψη του Κουβέιτ από τον Σαντάμ Χουσεΐν.  Για τον ίδιο λόγο, την επιτυχία δηλαδή της εκεί προσπάθειάς τους, δεν ήθελαν να προσθέσουν έναν ακόμη λόγο διαφωνιών με τους Ευρωπαίους συμμάχους τους, που ήταν ήδη δυσαρεστημένοι με τους αμερικανικούς χειρισμούς στο θέμα του Ιράκ.  Αλλά και μετά τη λήξη του πολέμου του κόλπου, η αμερικανική απόσταση από τις εξελίξεις στην Γιουγκοσλαβία διατηρήθηκε.  Ένας λόγος γι’ αυτό, ήταν η προσπάθεια να αποφευχθούν οι απρόβλεπτες συνέπειες της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης, της οποίας η ενότητα απειλούνταν από εθνικά κινήματα παρόμοια με εκείνα της Γιουγκοσλαβίας.  Η αναγνώριση από τις Η.Π.Α της ανεξαρτησίας των γιουγκοσλαβικών δημοκρατιών θα έστελνε λάθος μήνυμα στις εθνότητες της Σοβιετικής Ένωσης, πράγμα που η κυβέρνηση του Προέδρου Bush ήθελε να αποφύγει.  Έτσι μέχρι και τις αρχές του 1992, οι  Η.Π.Α επέμεναν ότι η Γιουγκοσλαβία πρέπει να παραμείνει ένα ενιαίο κράτος. 

Επίσης, ήταν αμφίβολο αν μπορούσε να αποτραπεί η ένοπλη σύγκρουση στην Γιουγκοσλαβία χωρίς την παρουσία εκεί μεγάλου αριθμού αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, μία κίνηση που φαινόταν απίθανο να γίνει αποδεκτή από την αμερικανική κοινή γνώμη.  Ιδωμένη από την οπτική γωνία της realpolitik, μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου η Γιουγκοσλαβία και τα Βαλκάνια ευρύτερα δεν αποτελούσαν υψηλή προτεραιότητα για τα αμερικανικά συμφέροντα.  Ο κίνδυνος βέβαια  επέκτασης της Γιουγκοσλαβικής κρίσης με την ανάμειξη γειτονικών κρατών ανησυχούσε τους Αμερικανούς και για να τον περιορίσουν επίσης υποστήριζαν τον μη διαμελισμό της χώρας ώστε η σύρραξη να περιοριστεί στα πλαίσια μιας μόνο κρατικής οντότητας.  Τέλος, η απροθυμία εμπλοκής των Aμερικανών οφείλεται στον ισχυρισμό των Ευρωπαίων συμμάχων τους ότι η Γιουγκοσλαβία ήταν ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα που έπρεπε να αντιμετωπίσει κατά κύριο λόγο η ευρωπαϊκή κοινότητα.  Μετά τη λήξη ψυχρού πολέμου, η ενωμένη Ευρώπη φαινόταν διατεθειμένη να αποκτήσει τη δική της φωνή, ανεξάρτητη από εκείνη των Η.Π.Α, στα μεγάλα διεθνή θέματα, κάτι που στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας διευκόλυνε τους Αμερικανούς, καθώς δεν επιθυμούσαν άμεση εμπλοκή στο συγκεκριμένο, δυσεπίλυτο και επικίνδυνο πολιτικά πρόβλημα.  Από την άλλη πλευρά, η αποτυχία των Ευρωπαίων θα καθιστούσε σαφή την ανάγκη για την συνέχιση του πρωταγωνιστικού ρόλου των Αμερικανών και στην Ευρώπη.

Σημαντική αλλαγή στις απόψεις των Αμερικανών παρατηρείται τον Απρίλιο του 1992, όταν οι Η.Π.Α αναγνωρίζουν την ανεξαρτησία της Κροατίας, της Σλοβενίας και της Βοσνίας.  Οι Αμερικανοί αποφάσισαν να συμπορευθούν με τους Ευρωπαίους, που είχαν αναγνωρίσει τις δύο πρώτες τον Ιανουάριου του 1992.[i] Παράγοντας με ιδιαίτερη βαρύτητα που οδήγησαν στην αναγνώριση της Βοσνίας ήταν η υποστήριξη που αυτή είχε από τον μουσουλμανικό κόσμο και η επιθυμία των Ηνωμένων Πολιτειών να αποφύγουν την αντιπαράθεση μαζί του.  Ειδικότερα ήταν απαραίτητο να διατηρηθούν οι καλές σχέσεις με την Τουρκία, λόγω της στρατιωτικής της σημασίας για τη διατήρηση του μεταπολεμικού καθεστώτος στο Ιράκ, αλλά και της μελετώμενης κατασκευής πετρελαιαγωγού που δια του εδάφους τους θα μετέφερε στη Μεσόγειο πετρέλαιο από την κεντρική Ασία.  Η ιδιαίτερη σχέση της Τουρκίας – μέχρι και τέσσερα εκατομμύρια Τούρκων είναι βοσνιακής καταγωγής – αλλά και οι πολιτικές διαστάσεις που είχε πάρει εκεί το θέμα μετά την αξιοποίησή του από ισλαμικούς και άλλους κύκλους, καθιστούσαν αναπόφευκτο το έντονο ενδιαφέρον αυτής της χώρας.  Τέλος, η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης είχε απαλλάξει τους Αμερικανούς από τις αναστολές τους σχετικά με τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει εκεί η ανεξαρτητοποίηση των Γιουγκοσλαβικών δημοκρατιών. [ii]

Η Διεθνής όμως αναγνώριση δεν ήταν αρκετή για να αποτρέψει τον πόλεμο στη Βοσνία.  Στις 6 Απριλίου άρχισαν οι ένοπλες συγκρούσεις.  Αναπόφευκτα, η σύρραξη στη Βοσνία αποτέλεσε αντικείμενο αντιπαράθεσης στις Προεδρικές εκλογές του 1992.  Ο υποψήφιος των Δημοκρατικών Bill Clinton, σε αντίθεση με τον Πρόεδρο Bush υποστήριζε πως η σερβική πρόκληση – η προσπάθεια δηλαδή των Σερβοβοσνίων να διευρύνουν με τη βία την περιοχή ελέγχου τους – έπρεπε εν ανάγκη  να αντιμετωπιστεί με στρατιωτικά μέσα.  Τον Αύγουστο του 1992, αντιδρώντας σε αναφορές που έκαναν λόγο για εθνοκάθαρση εις βάρος των μουσουλμάνων, ο Clinton δήλωσε ότι ως Πρόεδρος θα διέταζε αεροπορικές επιδρομές κατά των Σέρβων.  Μετά την εκλογή του, ο Πρόεδρος Clinton κατέστησε σαφή την πρόθεσή του να υποστηρίξει τους μουσουλμάνους, που ήταν η κυρίως αδικούμενη πλευρά και συγκέντρωναν την συμπάθεια του αμερικανικού λαού, αλλά φρόντισε να αποφύγει την άμεση στρατιωτική εμπλοκή της χώρας του.

Φλεγόμενο κτήριο στο Σεράγεβο

Εν τω μεταξύ, η ανάμειξη της διεθνούς κοινότητας στην κρίση της Γιουγκοσλαβίας, είχε σαν αποτέλεσμα την επιβολή από το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε, εμπάργκο (απαγόρευσης) πώλησης όπλων προς  όλες ανεξαιρέτως τις αντιμαχόμενες πλευρές.  Λίγο αργότερα, τον Ιανουάριο του 1992, αποφασίστηκε η σύσταση της UNPROFOR, ειρηνευτικής δύναμης του Ο.Η.Ε, εντεταλμένης να επιβλέπει την τήρηση της ανακωχής που είχε επιτευχθεί στην Κροατία.  Από το Νοέμβριο του 1992, τμήματα της UNPROFOR που περιλάμβαναν και προσωπικό από χώρες της ευρωπαϊκής κοινότητας, είχαν αποσταλεί και στη Βοσνία.  Τέλος, και αρχής γενομένης από το Νοέμβριο του 1991, είχαν επιβληθεί οικονομικές κυρώσεις στην κυβέρνηση του Βελιγραδίου για το ρόλο της στην σύρραξη, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1992, η κολοβωμένη Γιουγκοσλαβία, είχε αποβληθεί από τον Ο.Η.Ε.[iii]  Το εμπάργκο όπλων έθιγε κυρίως τους Βόσνιους μουσουλμάνους, γιατί οι Σέρβοι είχαν στη διάθεσή τους μεγάλα αποθέματα οπλισμού από τον γιουγκοσλαβικό εθνικό στρατό, όπου το έθνος τους είχε πάντα κυρίαρχη θέση.  Για να διευκολύνει λοιπόν τους Βόσνιους Μουσουλμάνους, που βρίσκονταν σε δεινή στρατιωτική θέση, ο Clinton αποφάσισε να άρει το εις βάρος τους εμπάργκο.  Αν οι Σέρβοι απαντούσαν εντείνοντας τις πολεμικές τους επιχειρήσεις, οι Η.Π.Α θα εξαπέλυαν αεροπορικές επιθέσεις εναντίον σερβικών θέσεων.  Για την εφαρμογή αυτής της πρότασης «αίρω και χτυπώ» (lift and strike) όπως συνοπτικά ονομάστηκε, οι Αμερικανοί ζήτησαν την συνεργασία των Ευρωπαίων συμμάχων τους που εκείνοι όμως αρνήθηκαν.  Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι των οποίων στρατιωτικά τμήματα συμμετείχαν στην UNPROFOR δεν ήθελαν να εκθέσουν το προσωπικό τους στα αντίποινα των Σερβοβοσνίων που ήταν πολύ πιθανό να ακολουθήσουν τους βομβαρδισμούς από τη δυτική συμμαχία.   Δεν πίστευαν επίσης ότι ακόμη και με ενισχυμένο τον πολεμικό τους εφοδιασμό, οι μουσουλμάνοι ήταν ικανοί να σταματήσουν τους Σέρβους.  Για τους ίδιους και άλλους λόγους, την πρόταση απέρριψαν και οι Ρώσοι.  Οι Ευρωπαίοι θα συνεργάζονταν μόνο αν οι Η.Π.Α αναλάμβαναν ηγετικό ρόλο στο ζήτημα της επίλυσης της Γιουγκοσλαβικής κρίσης, πράγμα που η Ουάσιγκτον δεν ήταν διατεθειμένη να κάνει, φοβούμενη μία μακροχρόνια, αδιέξοδη και δαπανηρή εμπλοκή που ο αμερικανικός λαός θα καταδίκαζε [iv].  Χωρίς την υποστήριξη των Ευρωπαίων το σχέδιο αποσύρθηκε και οι Αμερικανοί περιόρισαν τη δράση τους σε θέματα όπως η αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας στη Βοσνία και η επιβολή δια του ΝΑΤΟ των ζωνών απαγόρευσης πτήσης που είχε  επιβάλει τον Οκτώβριο του 1992 το Συμβούλιο Ασφαλείας, μετά από αίτημα των Αμερικανών, με στόχο τον περιορισμό της πολεμικής δράσης των Σέρβων. 

Μέχρι τον Απρίλιο του 1994, οι Η.Π.Α παραμένουν τυπικά εκτός της διαπραγματευτικής διαδικασίας που διεξάγεται από τη Διεθνή Διάσκεψη για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICFI) που συγκροτείται τον Αύγουστο του 1992 με κοινή πρωτοβουλία της ευρωπαϊκής κοινότητας και του Ο.Η.Ε.[v].  Η επιρροή όμως των Η.Π.Α σαν  τη μόνη εναπομείνασα υπερδύναμη παρέμεινε καθοριστική για την τύχη των λύσεων που προωθούνταν καθώς όλα τα εμπλεκόμενα μέρη εξαρτούσαν από την στάση της τελευταίας τον δικό τους τρόπο ενέργειας.  Με την απροθυμία τους λοιπόν να εμπλακούν άμεσα στην περιοχή, τις αντιδράσεις τους σε σχέση με προτεινόμενες λύσεις ή τις δικές τους σπασμωδικές παράλληλες παρεμβάσεις, οι Ηνωμένες Πολιτείες ουσιαστικά αποδυνάμωσαν τις μεσολαβητικές προσπάθειες και συνέβαλαν στην τελική αποτυχία τους.  Παράδειγμα αποτελεί η υπονόμευση του σχεδίου Vance – Owen που υποβλήθηκε τον Ιανουάριο του 1993.  Αυτό πρόβλεπε τη διαίρεση της Βοσνίας σε δέκα ημιαυτόνομες διοικητικές περιφέρειες με βάση την εθνοτική τους σύνθεση.  Οι Αμερικανοί που πίστευαν στην ανάγκη διατήρησης μίας ισχυρής κεντρικής εξουσίας, αλλά και θεωρούσαν πως με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις αμοίβονταν η σερβική επιθετικότητα, εκφράστηκαν επικριτικά, αν και δεν έφεραν τελικά αντίρρηση στην προώθηση του σχεδίου.  Η αμφιλεγόμενη όμως στάση τους ενθάρρυνε τους πολέμιους και αποθάρρυνε τους υπέρμαχους του σχεδίου που τελικά εγκαταλείφθηκε μετά την απόρριψή του από το σερβοβοσνιακό κοινοβούλιο τον Μάιο του 1993[vi].

Στις αρχές όμως του 1994, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποδηλώνουν τη βούλησή τους να παρέμβουν πιο αποφασιστικά στην περιοχή. Μεσολαβούν για την σύναψη μίας συμφωνίας που έχει σαν αποτέλεσμα τον τερματισμό των συγκρούσεων ανάμεσα στους μουσουλμάνους τις Βοσνίας και τους Κροάτες, καθώς και τη δημιουργία ομοσπονδίας ανάμεσα στις δύο αυτές βοσνιακές εθνότητες.  Ο λόγος για την ανάληψη αυτής της πρωτοβουλίας, για την οποία επίσης ζητείται και επιτυγχάνεται η συμμετοχή της Γερμανίας, που είχε ιδιαίτερη επιρροή επί των Κροατών, είναι η επιδεινούμενη για τους μουσουλμάνους στρατιωτική κατάσταση.  Η κροατομουσουλμανικές διαφορές είχαν οδηγήσει σε πολύμηνες συγκρούσεις που ανάγκαζαν τους μουσουλμάνους να πολεμούν σε δύο μέτωπα και ενέκλειαν τον κίνδυνο συνεννόησης μεταξύ Κροατών και Σέρβων που θα οδηγούσε στον διαμελισμό της Βοσνίας.  Οι συνέπειες μίας τέτοιας εξέλιξης θα ήταν ιδιαίτερα δυσμενείς για την ασφάλεια και την αυτοδιάθεση της μουσουλμανικής κοινότητας.  Στην προσπάθειά τους να πετύχουν την συγκατάθεση τόσο των Βοσνίων Κροατών  όσο και του κράτους της Κροατίας που είχε εμπλακεί άμεσα στην σύρραξη, οι Η.Π.Α χρησιμοποίησαν ένα μείγμα υποσχέσεων και απειλών, όπως οικονομική βοήθεια, υποστήριξη για την ανάκτηση των χαμένων από τους  Σέρβους περιοχών, αλλά και διεθνείς κυρώσεις κατά της Κροατίας, που με τον στρατό της είχε προσβάλει την εδαφική ακεραιότητα του ανεξάρτητου κράτους της Βοσνίας.  Με ανάλογες μεθόδους ξεπεράστηκαν και οι δισταγμοί των μουσουλμάνων. 

Η συνεννόηση με τους Κροάτες έδωσε τη δυνατότητα στους μουσουλμάνους να συγκεντρώσουν την πολεμική τους προσπάθεια κατά των Σέρβων αλλά και εξασφάλισε την συνέχιση της ενίσχυσης τους με πολεμικό υλικό, παρά το διεθνές εμπάργκο, μέσω Κροατίας.  Σηματοδότησε επίσης μεγαλύτερη διαπραγματευτική ευκαμψία εκ μέρους των Η.Π.Α που με τη δημιουργία της ομοσπονδίας φαινόταν να εγκαταλείπουν την ιδέα του συγκεντρωτικού, ενιαίου βοσνιακού κράτους, προς όφελος αυτόνομων αλλά ομόσπονδων οντοτήτων.

Η διπλωματική εμπλοκή των Η.Π.Α διευρύνθηκε τον Απρίλιο του 1994 με την συμμετοχή τους στην Ομάδα Επαφής (Contact Group) που επίσης περιελάμβανε την Ρωσία, τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, και τη Γερμανία.  Η απευθείας ανάμειξη όλων των ισχυρών που ενδιαφέρονταν για την περιοχή είχε ασφαλώς περισσότερα εχέγγυα επιτυχίας, από εκείνη ενός διεθνούς οργανισμού, όπως για παράδειγμα ο Ο.Η.Ε., που στερούνταν ιδίων πόρων και ισχύος.  Και σ’ αυτήν την περίπτωση όμως, διαφωνίες ανάμεσα στα μέλη της ομάδας, όσον αφορά στα μέσα με τα οποία θα εξασφάλιζαν την αποδοχή των προτάσεών τους, οδήγησαν σε αποτυχία αφού οι Σέρβοι, συμπεραίνοντας ότι δεν υπήρχε πιθανότητα άσκησης καταναγκασμού εις βάρος τους, απέρριψαν τον προτεινόμενο εδαφικό διακανονισμό.

Μεταφορά από τη Srebrenica

 Μια Αποφασιστική Πρωτοβουλία

Η στάση όμως αυτή της επιλεκτικής και περιορισμένης ανάμειξης των Η.Π.Α έμελε να αλλάξει.  Τον Ιούνιο του 1995, με αφορμή την επικείμενη συνάντηση του προέδρου Clinton με το Γάλλο ομόλογό του Jacques Chirac, η αμερικανική πολιτική στη Βοσνία συζητήθηκε εκτεταμένα από τους ιθύνοντες του Λευκού Οίκου. Η κατάσταση στη Βοσνία, όπως μέχρι τότε είχε διαμορφωθεί, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονταν από της Ηνωμένες Πολιτείες, είχαν εκνευρίσει τον Αμερικανό Πρόεδρο.  Η ασυμφωνία μέσα στους κύκλους των συμβούλων και συνεργατών του, αλλά και μεταξύ της Ουάσινγκτον και των συμμάχων της, δεν επέτρεπε τη διαμόρφωση στρατηγικών προτάσεων ευρείας προοπτικής, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην οριστική λύση του προβλήματος.  Νέες πρωτοβουλίες ήταν λοιπόν απαραίτητες για να αλλάξουν τα δεδομένα.

Προς αυτήν την κατεύθυνση εργάστηκαν οι βασικοί φορείς παραγωγής εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας, το Υπουργείο Εξωτερικών και το Υπουργείο Άμυνας σε συνεργασία με το γραφείο της Madeleine Albright, πρέσβεως των ΗΠΑ στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και θερμό υποστηρικτή ενεργότερου αμερικανικού ρόλου στη Βοσνία. Έτσι, με την έγκριση του προέδρου Clinton, μια νέα πρωτοβουλία για τη λύση του Βοσνιακού υποβλήθηκε στους Ευρωπαίους συμμάχους από τον Anthony Lake, σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας, που ταξίδεψε για αυτόν το σκοπό στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες τον Αύγουστο του 1995[vii].

Σύμφωνα με τις νέες αμερικανικές θέσεις, θα έπρεπε να επιδιωχθεί μία συνολική ρύθμιση του προβλήματος, που θα περιλάμβανε ένα ενιαίο βοσνιακό κράτος, τριμερή αμοιβαία αναγνώριση από την Κροατία, τη Βοσνία και τη Γιουγκοσλαβία, αλλά και μία «παράλληλη ειδική σχέση» της Μουσουλμανικής-Κροατικής Ομοσπονδίας και της Σερβικής Δημοκρατίας – των προβλεπομένων δηλαδή αυτονόμων συστατικών οντοτήτων του βοσνιακού κράτους- με την Κροατία και τη Σερβία αντίστοιχα. Σαν κίνητρο για την αποδοχή του σχεδίου τους, οι Αμερικανοί πρότειναν τη σταδιακή άρση των κυρώσεων που είχαν επιβληθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ στη Γιουγκοσλαβία για το ρόλο της στη σύρραξη αλλά και σημαντική οικονομική βοήθεια για την ανασυγκρότηση της περιοχής υπό τη μορφή ενός μικρού Σχεδίου Μάρσαλ. Σε περίπτωση που η νέα αυτή διπλωματική πρωτοβουλία αποτύγχανε, οι Αμερικανοί ήταν διατεθειμένοι να συνδυάσουν την αποχώρηση της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ με άρση του εμπάργκο όπλων, αποστολή πολεμικού υλικού και εκπαίδευση των Βοσνίων, αεροπορικές επιδρομές κατά των Σερβοβοσνίων και ενθάρρυνση της παρουσίας πολυεθνικής δύναμης που θα βοηθούσε τους Μουσουλμάνους.

Χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, οι Ευρωπαίοι δέχτηκαν να στηρίξουν τη νέα πρωτοβουλία. Επικεφαλής της αποστολής που αναλάμβανε να πείσει τους εμπολέμους να συζητήσουν σοβαρά τις νέες προτάσεις, ορίστηκε ο βοηθός Υπουργός Εξωτερικών Richard Holbrooke, του οποίου η επιμονή, έντονη προσωπικότητα και σκληρή διαπραγματευτική τακτική θεωρήθηκαν απαραίτητο αντιστάθμισμα στις μεθόδους του Milocevic και των άλλων αντιπάλων ηγετών. Διάφοροι λόγοι θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν αυτή τη σημαντική μεταστροφή της αμερικανικής πολιτικής :

1. H αναμενόμενη κατάρρευση της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ στη Βοσνία (United Nations Protection Force – UNPROFOR) μετά την σύλληψη και ομηρία κυανοκράνων από τις σερβικές δυνάμεις, με στόχο να αποτραπεί η επανάληψη Νατοϊκών βομβαρδισμών που είχαν διαταχθεί από τον ΟΗΕ το Μάιο του 1995, σαν απάντηση σε απαγορευμένες σερβικές πολεμικές ενέργειες. Η ταπείνωση και αδυναμία του οργανισμού να επιβάλλει τις αποφάσεις του – οι βομβαρδισμοί διακόπηκαν χωρίς αποτέλεσμα – που αποδείχτηκε πέρα από κάθε αμφιβολία με την κατάληψη από τους Σέρβους του θύλακα της Σρεμπρενίτσα τον Ιούλιο του 1995 και τη σφαγή, υπό τα όμματα των κυανοκράνων, περίπου 8.000 Βοσνίων, καταρράκωσαν το γόητρο της UNPROFOR και ήραν κάθε αμφιβολία για την αναποτελεσματικότητά της.  Φαινόταν ότι ο ΟΗΕ δεν θα μπορούσε πλέον να παρέχει το πρόσχημα για την μη ενεργότερη ανάμειξη των Αμερικανών στην περιοχή. Επιπλέον, φαινόταν τώρα πολύ πιθανή η αποχώρηση της ειρηνευτικής δύναμης λόγω της απροθυμίας των Ευρωπαίων και μελών του ΝΑΤΟ που συνεισέφεραν στη σύνθεσή της να διακινδυνεύσουν την ασφάλεια του στρατιωτικού τους προσωπικού. Σ’ αυτήν την περίπτωση, οι ΗΠΑ είχαν αναλάβει την υποχρέωση να βοηθήσουν με μεγάλο αριθμό ανδρών σε μια επικίνδυνη κατά τα αναμενόμενα επιχείρηση αποχώρησης[viii]. Για να αποτραπούν λοιπόν τέτοιες εξελίξεις, αλλά και για να εξασφαλιστεί η ανεξάρτητη από αποφάσεις τρίτων στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ, αν κάτι τέτοιο γινόταν αναπόφευκτο, ήταν αναγκαίο η Ουάσιγκτον να αναλάβει μία νέα πρωτοβουλία.

2. Η σοβαρή και μακροχρόνια εμπλοκή του ΝΑΤΟ στο Βοσνιακό πρόβλημα, δημιουργούσε εντάσεις και διαφωνίες στους κόλπους της συμμαχίας, με αποτέλεσμα να διακυβεύεται η ενότητα και η αποτελεσματικότητά της. Ο ηγετικός ρόλος της Αμερικής ετίθετο επίσης σε αμφισβήτηση, όπως φανέρωνε και η δήλωση του Jacques Chirac ότι «η θέση του ηγέτη του Ελευθέρου Κόσμου είναι κενή».

3.   Η σύρραξη στη Βοσνία και ευρύτερα η έκρυθμη κατάσταση στην πρώην Γιουγκοσλαβία, αντέβαινε στην πραγμάτωση του οράματος του προέδρου Clinton για τη μεταψυχροπολεμική Ευρώπη, που στόχευε στη δημιουργία ενός ενιαίου ειρηνικού ευρωπαϊκού χώρου, με ισχυρές δημοκρατίες και ευημερούσες οικονομίες της αγοράς, όπου θα ενσωματώνονταν το πρώην κομμουνιστικό ήμισυ της ηπείρου. Κεντρικό ρόλο στην επίτευξη αυτού του στόχου θα διαδραμάτιζαν το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Γι’ αυτό και η αποκατάσταση της αξιοπιστίας και της ενότητας του οργανισμού, που απειλούνταν από τη βοσνιακή κρίση, γινόταν ακόμη πιο πιεστική και αναγκαία.

4. Τέλος, το πολιτικό κλίμα και ο δημόσιος διάλογος στις Ηνωμένες Πολιτείες σε σχέση με τη Βοσνία είχαν μεταβληθεί. Τα προηγούμενα τρία χρόνια οι απόψεις κατά της εμπλοκής και της ουδετερότητας είχαν σημαντική απήχηση στην αμερικανική κοινή γνώμη. Φαίνεται όμως πως γύρω στον Ιούλιο του 1995 οι υποστηρικτές κάποιου είδους παρέμβασης είχαν αρχίσει να επικρατούν. Η Βουλή των Αντιπροσώπων και η Γερουσία, υπό την επήρεια και των φρικαλεοτήτων στη Σρεμπρένιτσα, ψήφισε με μεγάλη πλειοψηφία υπέρ της άρσης του εμπάργκο όπλων που είχε επιβληθεί στη Βοσνία. Μια τέτοια εξέλιξη όμως θα ενέτεινε τις συγκρούσεις, αυξάνοντας τις πιθανότητες αποχώρησης των δυνάμεων του ΟΗΕ και στρατιωτικής εμπλοκής της Ουάσιγκτον προς διευκόλυνση της αποχώρησης. Έπρεπε λοιπόν ο πρόεδρος Clinton να προτείνει μία πειστική εναλλακτική λύση, που θα έπειθε το Κογκρέσο να μην αμφισβητήσει το αναπόφευκτο προεδρικό βέτο κατά της παραπάνω απόφασης. Επιπλέον, το 1996 ήταν χρονιά προεδρικών εκλογών και ο πιο πιθανός αντίπαλος του Clinton φαινόταν ότι θα ήταν ο Ρεπουμπλικάνος επικεφαλής της πλειοψηφίας στη Γερουσία, Robert Dole, γνωστός και επίμονος επικριτής της πολιτικής Clinton στη Βοσνία. Ήταν ανάγκη λοιπόν το βοσνιακό πρόβλημα να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το συντομότερο δυνατό, για να μην αποτελέσει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους αντιπάλους του προέδρου στην προεκλογική εκστρατεία που επέκειτο.

Αρχικά, λίγοι στην Ουάσιγκτον πίστευαν ότι το διπλωματικό σκέλος της νέας αμερικανικής πρωτοβουλίας είχε σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Οι πιο πολλοί θεωρούσαν μια νέα σοβαρή διπλωματική προσπάθεια απλώς αναγκαίο βήμα για να πεισθούν οι σύμμαχοι να στηρίξουν το στρατιωτικό σκέλος του αμερικανικού σχεδίου, που προέβλεπε την αναβάθμιση των στρατιωτικών δυνατοτήτων των Βοσνίων με αμερικανική ενίσχυση, σε συνδυασμό με τη διενέργεια αεροπορικών επιδρομών. Μόνο τότε, και αφού επιτυγχάνονταν κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των αντιμαχομένων, θα μπορούσαν να διεξαχθούν διαπραγματεύσεις με ελπίδες επιτυχίας.       

Από τα μέσα Σεπτεμβρίου όμως, οι εκτιμήσεις των Αμερικανών ιθυνόντων άλλαξαν, καθώς μια διπλωματική λύση θεωρούνταν τώρα άμεσα εφικτή. Και αυτό γιατί οι πραγματικές συνθήκες στη Βοσνία είχαν μεταβληθεί, δημιουργώντας έτσι ένα κλίμα που ευνοούσε τις διαπραγματεύσεις. Τρεις ήταν οι λόγοι που οδήγησαν σ’ αυτήν την εξέλιξη :

1.      Η συνδυασμένη επίθεση Κροατών και Μουσουλμάνων Βοσνίων το καλοκαίρι του 1995, που περιόρισε την περιοχή ελέγχου των Σερβοβοσνίων από 70% σε λιγότερο από 50% του εδάφους της χώρας, διευκολύνοντας έτσι ιδιαίτερα τους δυτικούς διαπραγματευτές, που προωθούσαν την σε ποσοστό 51% – 49% κατανομή του εδάφους για τους Βοσνίους-Κροάτες και Σέρβους αντίστοιχα. Οι επιχειρήσεις των Βοσνίων και των Κροατών ενθαρρύνθηκαν από τις ΗΠΑ. Σημαντικές παραβιάσεις του εμπάργκο όπλων προς ενίσχυση των Βοσνίων από μουσουλμανικές χώρες φαίνεται πως ήταν εν γνώσει των Αμερικανών, που όμως προτίμησαν  τουλάχιστον να τις αποσιωπήσουν[ix]. Για δε την εισβολή του κροατικού στρατού στη Βοσνία, στρατιωτικός διοικητής, μέλος της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ παρατήρησε : «ήταν υπόδειγμα στρατιωτικής επιχείρησης, αλλά όχι υπόδειγμα από εγχειρίδιο του Γιουγκοσλαβικού στρατού. Όποιος κατέστρωσε αυτό το σχέδιο επιθέσεως θα μπορούσε να έχει πάει σε οποιαδήποτε σχολή επιτελών του ΝΑΤΟ στη Βόρεια Αμερική ή στη Δυτική Ευρώπη και να έχει αριστεύσει»[x].

2.      Η απόφαση του Milocević να ηγηθεί της σερβικής πλευράς στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων, βάζοντας στο περιθώριο τους Σερβοβόσνιους ηγέτες και υποχρεώνοντάς τους να δεχθούν ως καθοριστική τη δική του γνώμη για τα ζητήματα που θα εξετάζονταν[xi]. Ο Milocević ενδιαφέρονταν να αρθούν οι κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στη Γιουγκοσλαβία από το Συμβούλιο Ασφαλείας και να πάψει η χώρα του να αποτελεί τον παρία της διεθνούς κοινότητας. Ήταν διατεθειμένος λοιπόν να κάνει πολλά προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία των μερών. Ως μοναδικός δε υποστηρικτής των Σερβοβοσνίων μπορούσε να ασκήσει επάνω τους μεγάλη επιρροή, πράγμα που εξηγεί και την ανάληψη από μέρους του τόσο σημαντικού ρόλου και δικαιοδοσίας. Φαίνεται ακόμη πολύ πιθανό ότι ο Milocević επικρότησε ή και διευκόλυνε την κροατική επίθεση μετά από συμφωνία με τον Κροάτη πρόεδρο Tudjman.

3.      Αεροπορικές επιδρομές που διεξήγαγε το ΝΑΤΟ κατά σερβοβοσνιακών θέσεων. Με αφορμή την έκρηξη βλήματος πυροβολικού στις 28 Αυγούστου στην αγορά του Σεράγεβο, που προκάλεσε το θάνατο 38 ατόμων και τον τραυματισμό άλλων 85, οι δυτικοί σύμμαχοι ενεργοποίησαν την απόφασή τους του προηγουμένου Ιουλίου να απαντήσουν με αεροπορικές επιδρομές σε επίθεση κατά οιασδήποτε «ασφαλούς περιοχής» που ο ΟΗΕ είχε αναλάβει να προστατεύσει.

 

To NATO βομβαρδίζει θέσεις των Σερβο-Βόσνιων στο Σεράγεβο

Οι βομβαρδισμοί, που κράτησαν μέχρι τις 14 Σεπτεμβρίου και αποτέλεσαν τη μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση στην ιστορία του ΝΑΤΟ, σε συνδυασμό με την προέλαση Βοσνίων και Κροατών, ανησύχησαν τους Σερβοβοσνίους που αντιμετώπιζαν πλέον το ενδεχόμενο ακόμη μεγαλύτερων εδαφικών απωλειών. Έγιναν έτσι πιο διαλλακτικοί και πρόθυμοι να διαπραγματευτούν. Οι πιθανότητες λοιπόν επίτευξης διπλωματικής λύσης αυξήθηκαν κατά πολύ γιατί το κύριο εμπόδιο στην υιοθέτηση της προτεινόμενης από τη Δύση συμβιβαστικής φόρμουλας ήταν τώρα αντί των Σερβοβοσνίων, που οι Αμερικανοί δεν μπορούσαν να ελέγξουν, οι Μουσουλμάνοι, επί των οποίων μπορούσαν να ασκήσουν μεγάλη επιρροή.

Η επίτευξη βέβαια της τελικής συμφωνίας ήταν ακόμη μακριά. Έπρεπε να προηγηθεί έντονη διπλωματική δραστηριότητα με πρωτοβουλία των Ηνωμένων Πολιτειών για να αντιμετωπιστούν τα πολλά προβλήματα που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την ειρηνευτική διαδικασία. Ασκήθηκε έτσι πίεση από τον Holbrooke στους Μωαμεθανούς και τους Κροάτες να σταματήσουν την προέλασή τους, ενώ το ΝΑΤΟ δεν αντέδρασε, παρά τη συνήθη του πρακτική, στη συμμετοχή της σερβοβοσνιακής αεροπορίας στις συγκρούσεις. Προφανής επιδίωξη ήταν να μην ανατραπεί η σε ποσοστό 51% προς 49% διανομή του βοσνιακού εδάφους που θεωρούνταν από τους Σέρβους απαραίτητη προϋπόθεση για τη συζήτηση της προτεινόμενης συμφωνίας .Έγινε επίσης προσπάθεια να εξομαλυνθούν οι διαφορές των μερών με ενδιάμεσες συμφωνίες που αντιμετώπιζαν συγκεκριμένα προβλήματα και υποχωρήσεις που απέσπασαν οι Αμερικανοί από τους εμπολέμους. Στις 14 Σεπτεμβρίου ο Holbrooke, με τη βοήθεια του Milocević και με αντάλλαγμα την αναστολή των βομβαρδισμών, έπεισε τους Σερβοβόσνιους να άρουν την πολιορκία του Σεράγεβο. Στις 8 Σεπτεμβρίου, και ενώ οι βομβαρδισμοί συνεχίζονταν, οι υπουργοί εξωτερικών της Βοσνίας, της Κροατίας και της Γιουγκοσλαβίας, υπό την αιγίδα των ΗΠΑ συναντήθηκαν στη Γενεύη και συμφώνησαν στην αμοιβαία αναγνώριση των συνόρων των κρατών τους και τη δημιουργία βοσνιακού κράτους δύο οντοτήτων. Το τελευταίο ικανοποιούσε τη σερβική απαίτηση για τη δημιουργία αυτονόμου σερβοβοσνιακής  πολιτείας, πράγμα που αποτελούσε μείζονα παραχώρηση των Βοσνίων Μουσουλμάνων αλλά και παράλληλα επίτευγμα των Σέρβων, των οποίων το βοσνιακό κράτος εν κράτει (Republica Srpska) αναγνωρίζονταν επίσημα για πρώτη φορά.  Δεύτερη συνάντηση των υπουργών στη Νέα Υόρκη στις 26 Σεπτεμβρίου αποδέχτηκε και συμφώνησε σε βασικές αρχές που θα καθόριζαν το καθεστώς του νέου κράτους.  Η επίτευξη συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός όμως αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολη. Οι εχθροπραξίες συνεχίστηκαν και μετά την αναγγελία της στις 5 Οκτωβρίου από τον πρόεδρο Clinton – που επίσης ανακοίνωσε την έναρξη των συνομιλιών στο Dayton – και μετά την υπογραφή της στις 12 του ίδιου μήνα, καθώς οι αντίπαλοι προσπαθούσαν να βελτιώσουν τη θέση τους μέχρι την τελευταία στιγμή πριν τον τελικό διακανονισμό.

Slobodan Milocević και Richard Holbrooke

Η συνολική και τελική ρύθμιση του Βοσνιακού επιτεύχθηκε στο Dayton του Οχάιο, στη διάρκεια «εκ του σύνεγγυς συνομιλιών» (proximity talks), διαμεσολάβησης δηλαδή των χωρών της «Ομάδας Επαφής», Γερμανίας, Γαλλίας, Ρωσίας, Ηνωμένου Βασιλείου και ΗΠΑ μεταξύ των εκπροσώπων των τριών αντιπάλων που δεν αντάλλασσαν απ’ ευθείας απόψεις. Έχοντας αποδεχθεί την κύρια ευθύνη για την επίτευξη αλλά  και τη διατήρηση της ειρήνης, οι Αμερικανοί από την αρχή ανέλαβαν κυρίαρχο ρόλο στο χειρισμό των διαπραγματεύσεων. Σύμφωνα με την επικεφαλής της βρετανικής  αποστολής στο Dayton, «ο Αμερικανός διαπραγματευτής … αποφάσιζε την ημερήσια διάταξη και διεξήγαγε τις διαπραγματεύσεις όπως ήθελε, με τη συγκατάθεση των υπολοίπων. Αυτοί ενημερώνονταν αλλά δεν ερωτούνταν και ο κύριος ρόλος τους ήταν να βοηθούν, στο μέτρο που τους ζητούνταν, να παρίστανται και να επικυρώνουν το αποτέλεσμα. Αλλά δεν έπρεπε να παρεμβαίνουν»[xii].  Ο συντονισμός και ο έλεγχος της όλης διαδικασίας από μία και μόνη χώρα, παρουσίαζε βέβαια σημαντικά πλεονεκτήματα καθώς δεν απαιτούνταν στη λήψη αποφάσεων η συναίνεση ενός αριθμού κρατών με διαφορετικά συμφέροντα και προτεραιότητες.  Το πλήθος όμως των διεθνών ενδιαφερόντων της υπερδύναμης, σε συνδυασμό με τα επιμέρους συμφέροντα και απόψεις των διαφόρων κλάδων της διοίκησης, δημιούργησε και στην περίπτωση του ενός ουσιαστικά μεσολαβητή προβλήματα συνοχής της ακολουθούμενης πολιτικής.  Έτσι η γραφειοκρατία του Λευκού Οίκου αντέδρασε στη πρόταση των διπλωματών να ασκηθεί πίεση από τον Πρόεδρο Clinton επί του ηγέτη των Βοσνίων Μουσουλμάνων για μεγαλύτερη διαλλακτικότητα, φοβούμενη τις δυσμενείς επιπτώσεις που μία τέτοια ενέργεια θα μπορούσε να έχει στις σχέσεις των Η.Π.Α με τον μουσουλμανικό κόσμο.  Με πρόσφατη την εμπειρία της Σομαλίας[xiii], αδιέξοδης αιματηρής και χωρίς ουσιαστική σημασία για την ασφάλεια των Η.Π.Α στρατιωτικής εμπλοκής, το Πεντάγωνο αντιδρούσε στη ανάληψη εκτεταμένων αρμοδιοτήτων, από τη νέα ειρηνευτική δύναμη για τη Βοσνία (IFOR), στις τάξεις της οποίας θα υπηρετούσαν τα αμερικανικά στρατεύματα.  Στο μεγαλύτερο μέρος, οι Αμερικανοί διπλωμάτες που υποστήριζαν έναν διευρυμένο ρόλο για την IFOR, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν[xiv].

Οι διαφορές των αντιμαχομένων εστιάζονταν σε δύο κυρίως ζητήματα:  το Σύνταγμα που θα καθόριζε τη δομή και λειτουργία του βοσνιακού κράτους, αλλά και το ποια εδάφη θα έλεγχε η κάθε πλευρά.  Οι λύσεις που θα υιοθετούνταν είχαν μεγάλη σημασία, κυρίως για τους Σέρβους και του Μουσουλμάνους, γιατί μέσω αυτών θα μπορούσαν να προωθηθούν οι διαφορετικοί για τη κάθε πλευρά στόχοι σε σχέση με το κράτος τους, ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας και ενιαίο κράτος για τους Μουσουλμάνους, η δυνατότητα της τελικής απόσχισης της σερβικής οντότητας από τη Βοσνία για τους Σέρβους. Οι συνθήκες υπό τις οποίες προσέρχονταν στις διαπραγματεύσεις για την ανεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης ήταν διαφορετικές για το κάθε ένα από τα τρία εμπλεκόμενα μέρη.  Έχοντας επιτύχει τους στρατιωτικούς τους στόχους, οι Κροάτες ήταν ικανοποιημένοι από τις μέχρι τότε εξελίξεις και ως  εκ τούτου πρόθυμοι να βοηθήσουν τη διαδικασία.  Η πιθανότητα δημιουργίας σοβαρών προβλημάτων από τους Σέρβους είχε επίσης κατά πολύ περιοριστεί.  «….. οι Σερβοβόσνιοι της αντιπροσωπείας του Milosević αγνοήθηκαν παντελώς.  Για τους Αμερικανούς ήταν αόρατοι.  Για τον Milosević ήταν μόνο για να μαθαίνουν ό,τι επέλεγε να τους πει σχετικά με ό,τι είχε διαπραγματευθεί για λογαριασμό τους.  Μάλιστα, μόλις λίγα λεπτά πριν από την τελετή υπογραφής (της Συνθήκης) είπε ο Milosević στους Σερβοβοσνίους ότι είχε εγκαταλείψει την σερβική απαίτηση για το Σεράγιεβο.  Η επέκταση στην πρωτεύουσα της Βοσνίας ήταν «εκ των ων ουκ άνευ» για τους Σερβοβοσνίους και ο αντιπρόεδρος Nikola Koljević φαίνεται πως λιποθύμησε όταν είδε τον χάρτη του Dayton.  Εξοργισμένοι αλλά ανίκανοι να αντιδράσουν, έφυγαν από το Dayton χωρίς να υπογράψου τίποτα, όμως μέσα σε μία εβδομάδα ατάραχος ο Milosević τους κατάφερε να συμφωνήσουν»[xv].

Περισσότερο αδιάλλακτοι εμφανίζονταν οι Μουσουλμάνοι που είχαν ενθαρρυνθεί από τις πρόσφατες στρατιωτικές τους επιτυχίες και ήλπιζαν ότι με την επανάληψη των εχθροπραξιών θα πετύχαιναν τον έλεγχο περισσοτέρων εδαφών και σε τελική ανάλυση καλύτερους όρους.  Μέχρι την τελευταία στιγμή φαινόταν να ανθίστανται στην σύναψη συμφωνίας.  Για να κάμψουν την αδιαλλαξία τους, οι Αμερικανοί τους υποσχέθηκαν σημαντική οικονομική βοήθεια, αλλά και μεσολάβησαν για την επίλυση των Σερβο-Κροατικών διαφορών, πράγμα που σήμαινε πως σε περίπτωση επανάληψης των εχθροπραξιών οι Μουσουλμάνοι δεν θα μπορούσαν να υπολογίζουν στην πολύτιμη Κροατική βοήθεια. 

Οι διαπραγματεύσεις του Dayton

Για να ξεπεραστούν οι διαφωνίες των μερών, οι Αμερικανοί προώθησαν ρυθμίσεις που δημιουργούσαν ασάφεια σε σχέση με το συμφωνούμενο καθεστώς.  Έτσι και οι Μουσουλμάνοι και οι Σέρβοι μπορούσαν να ισχυριστούν πως πέτυχαν τον στόχο τους: οι μεν τη δημιουργία ενιαίου κράτους, οι δε  την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας τους.  Η πορεία των διαπραγματεύσεων διευκολύνθηκε επίσης από  την παρουσία στο Dayton των επικεφαλής κρατών και κυβερνήσεων, πράγμα που περιόριζε τη δυνατότητα κωλυσιεργίας, με τη δικαιολογία της αναμονής οδηγιών.  Τον περιορισμό των επαφών με τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, γιατί η μεγάλη δημοσιότητα θα μπορούσε, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, να μειώσει την ευελιξία των διαπραγματευομένων.  Την επιδέξια χρήση διοριών (deadlines) από τους Αμερικανούς – που είχαν αυτή τη δυνατότητα ως χώρα προεδρεύουσα της διάσκεψης- για να ασκήσουν πίεση επί των μερών ώστε να συμβιβαστούν.  Έτσι ο Αμερικανός υπουργός εξωτερικών, Warren Christopher,  πληροφόρησε τους διαπραγματευομένους την εικοστή ημέρα της διάσκεψης, ότι σε λίγες ώρες θα ανακοίνωνε την αποτυχία της.  Γνωρίζοντας τις αρνητικές για όλους συνέπειες μίας τέτοιας εξέλιξης, εκείνη έσπευσαν να ξεπεράσουν τις εναπομένουσες διαφορές τους, κάνοντας έτσι εφικτή την επίτευξη της τελικής συμφωνίας.  Τέλος, οι Αμερικανική πρωτοβουλία επωφελήθηκε σημαντικά από τις σύντονες και συνεχείς διπλωματικές προσπάθειες που είχαν προηγηθεί.  Φορείς όπως η ICFΥ ( Διεθνής Διάσκεψη για την Πρώην Γιουγκοσλαβία) και  η Ομάδα Επαφής είχαν συλλάβει και επεξεργαστεί το μεγαλύτερο μέρος των ρυθμίσεων στις οποίες βασίστηκε η Αμερικανική πρόταση, ενώ ήταν ήδη γνωστή και η αντίδραση των εμπολέμων σε αυτές.  Για παράδειγμα, το ποσοστό εδάφους που θα έλεγχε η κάθε εθνότητα [xvi] – αν και όχι ποιες ακριβώς περιοχές αυτό θα περιελάμβανε – είχε ήδη γίνει δεκτό από τον Δεκέμβριο του 1993 στα πλαίσια διαπραγματεύσεων για την αποδοχή ειρηνευτικού σχεδίου, που τελικά εγκαταλείφθηκαν. 

Μετά από δύσκολες διαπραγματεύσεις τριών εβδομάδων, με έντονη την δυσαρέσκεια των μερών για τις υποχωρήσεις που τους επιβάλλονταν, η τελική συμφωνία μονογραφήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 1995. Προέβλεπε μια ενιαία Βοσνία – Ερζεγοβίνη με δύο χωριστές οντότητες, την Μουσουλμανική – Κροατική Ομοσπονδία και τη Σερβική Δημοκρατία, που θα μοιράζονταν περίπου εξ ημισείας το έδαφος της χώρας, θα είχαν η κάθε μία το δικό της Σύνταγμα, το δικό της Κοινοβούλιο και τη δυνατότητα να συνάπτουν αυτοτελώς σχέσεις με γειτονικές χώρες.  Χωριστές εκλογές για τις δύο οντότητες, με διεθνή επίβλεψη θα διεξάγονταν μέσα σε έξι με εννέα μήνες.  Η κάθε μία από τις τρεις εθνότητες θα είχε το δικό της στρατό. Η συμφωνία εγγυόνταν στους πρόσφυγες το δικαίωμα επιστροφής στις εστίες τους και σ’ όλους τους πολίτες ελευθερία κίνησης, τα δε συμβαλλόμενα μέρη υπόσχονταν να συνεργαστούν με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία. Την εφαρμογή του πλήθους των επιμέρους όρων της συνθήκης ανέλαβε να εξασφαλίσει πολυεθνική ειρηνευτική δύναμη 60.000 ανδρών, η IFOR ( Implementation Force) με συμμετοχή 20.000 Αμερικανών και κυρίαρχο το ρόλο του ΝΑΤΟ, μετά από εξουσιοδότηση από το Συμβούλιο Ασφαλείας.

Αμερικανικές δυνάμεις σε πλήρη ανάπτυξη στο πλαίσιο της επιχείρησης Joint Endeavor, Δεκέμβριος 1995

Η Ουάσιγκτον αρχικά προσπάθησε να αποφύγει μια εκτεταμένη από άποψη υποχρεώσεων και μακροχρόνια στρατιωτική εμπλοκή στη Βοσνία. Για πολλούς ιθύνοντες φαινόταν αρκετό να ενισχυθεί στο χρόνο παραμονής της IFOR στη Βοσνία η στρατιωτική ικανότητα των Μουσουλμάνων σαν μέσο αποτροπής επανάληψης των εχθροπραξιών, αντί να οικοδομηθεί προσεκτικά μια βιώσιμη ειρήνη με μέτρα που θα επιτύγχαναν την αλληλοαποδοχή της συνύπαρξης των τριών εθνοτήτων. Έτσι, χρόνος παραμονής της IFOR ορίστηκαν οι δώδεκα μήνες και καθήκοντά της κυρίως η εφαρμογή των στρατιωτικών όρων της συμφωνίας του Dayton. Σταδιακά όμως, η άποψη ότι η κατά το δυνατόν πληρέστερη εφαρμογή των όρων του Dayton ήταν εφικτός και ασφαλέστερος τρόπος για την αποφυγή επανάληψης των εχθροπραξιών επικράτησε. Οι αρμοδιότητες της ειρηνευτικής δύναμης διευρύνθηκαν και η εντολή της παρατάθηκε. Το Δεκέμβριο του 1997 ο πρόεδρος Clinton δήλωσε πως η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στη Βοσνία θα παρατείνονταν μέχρι την οριστική εδραίωση της ειρήνης.

O Bill Clinton επισκέπτεται την αεροπορική βάση της Tuzla το 1996

                                                           

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η πολιτική των Η.Π.Α στην Βοσνία- Ερζεγοβίνη εξελίχθηκε σε συνάρτηση με του παράγοντες που κατά κανόνα προσδιορίζουν την εξωτερική πολιτική της χώρας.  Τόσο η αποσχιστική διαδικασία στη Γιουγκοσλαβία, όσο και η Βοσνία ειδικότερα, δεν αποτελούσαν πρόβλημα υψηλής προτεραιότητας για τις Η.Π.Α.  Μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, η σημασία της  περιοχής για την ασφάλεια της χώρας είχε περιοριστεί, ενώ πολύ περιορισμένα ήταν και τα οικονομικά της συμφέροντα.  Για την περιφρούρηση βέβαια του κύρους της ως μόνης  υπερδύναμης και ως ηγέτη του δυτικού κόσμου, έπρεπε να αναλάβει κάποιες πρωτοβουλίες.  Για ανθρωπιστικούς επίσης λόγους, προς αυτήν την κατεύθυνση πίεζε τόσο η Αμερικανική όσο και η παγκόσμια κοινή γνώμη.   Τέλος, η κρίση θα μπορούσε να διευρύνει διαφωνίες στα πλαίσια της δυτικής συμμαχίας.  Παράλληλα όμως φαινόταν απίθανο να γίνει αποδεκτή από τον Αμερικανικό λαό η παρατεταμένη και δαπανηρή κυρίως από άποψη ανθρώπινων ζωών στρατιωτική παρέμβαση των Η.Π.Α, με στόχο την υλοποίηση μίας δίκαιης και βιώσιμης λύσης.

Η παρέμβαση λοιπόν των Η.Π.Α ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα περιορισμένη και αναποτελεσματική, κατά καιρούς και αρνητική, όταν αντιτίθονταν ή δεν στήριζε επαρκώς τις Ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες.  Υπήρξαν βεβαίως και θετικά βήματα, όπως η αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Βοσνίας, και η διπλωματική παρέμβαση για τη δημιουργία της Κροατο-Μουσουλμανικής ομοσπονδίας, καθώς επίσης και μία διαρκής ανησυχία, άρα και ενδιαφέρον, για τη μη επέκταση και μη αύξηση της έντασης της σύρραξης. 

Οι περιστάσεις τελικά επέτρεψαν και επέβαλαν στις Ηνωμένες Πολιτείες την ανάληψη μίας πιο συγκροτημένης, επίμονης και συστηματικής πρωτοβουλίας, στα πλαίσια της οποίας τα άφθονα μέσα στη διάθεση της υπερδύναμης (διπλωματικές υπηρεσίες και δυνατότητες, οικονομική και στρατιωτική ισχύς) χρησιμοποιήθηκαν αποτελεσματικά. Πέτυχαν έτσι οι Η.Π.Α να οδηγήσουν τους αντιμαχόμενους στην αποδοχή ενός διακανονισμού που σταμάτησε την αιματοχυσία και αποδείχθηκε ανθεκτικός στον χρόνο. Μία εστία λοιπόν προβλημάτων τόσο για τις Η.Π.Α όσο και για τους συμμάχους της τέθηκε υπό έλεγχο, με μικρό κόστος αφού η εκτεταμένη και επικίνδυνη στρατιωτική εμπλοκή των Η.Π.Α αποφεύχθηκε.   Η λύση βέβαια που υιοθετήθηκε δεν ήταν αδιάβλητη, είτε από άποψη δικαίου, είτε από άποψη ηθικής [xvii].  Ήταν όμως κατά πάσα πιθανότητα η μόνη εφικτή, με δεδομένη την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στην περιοχή και τα όρια εμπλοκής που είχαν θέσει στον εαυτό τους η διεθνής κοινότητα και η Η.Π.Α.  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η Αμερικανική διπλωματία ακολούθησε μία πρωτότυπη διαδικασία, που θα μπορούσε να ονομασθεί «εξαναγκαστική διαμεσολάβηση» (coercive mediation).  Δεν περιορίστηκε δηλαδή μόνο στην υποβολή και υποστήριξη συγκεκριμένης συμβιβαστικής πρότασης, αλλά και με την χρήση διπλωματικών και στρατιωτικών μέσων διαμόρφωσε τις συνθήκες ώστε τα αντιμαχόμενα μέρη να οδηγηθούν στην αποδοχή της.  Το αποτέλεσμα, αν και αρχικά αντικείμενο εντόνων επικρίσεων, δικαίωσε τους εμπνευστές του αφού σταμάτησε την αιματοχυσία, έδωσε τη δυνατότητα ελεγχόμενης και αποτελεσματικής παρέμβασης στη διεθνή κοινότητα, και δημιούργησε τις προοπτικές για μία μόνιμη ειρήνη στην περιοχή[xviii].

Ο χάρτης του Dayton

 

 

Bosnian War 1992-1995! ( Part 1/2) The Death Of Yugoslavia BBC Documentary

Bosnian War 1992-1995! ( Part 2/2) The Death Of Yugoslavia BBC Documentary

 

 

Ο Θεοδόσης Καρβουναράκης είναι Καθηγητής
της Διπλωματικής Ιστορίας της Ευρώπης και των ΗΠΑ στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Η ευρωπαϊκή κοινότητα επίσης αναγνώρισε τη Βοσνία τον Απρίλιο του 1992.
[ii]    Touval Saadia, Mediation in the Yugoslav Wars.  The Critical Years, 1990-95.  Palgrave, New York 2002.  σελ. 138-139.
[iii]  Rogel, Carole, The Breakup of Yugoslavia and the War in Bosnia.  Greenwood Press. London, 1998. σελ. 60.
[iv] Daalder, Ivo.  Getting to Dayton. The Making of America’s Bosnian Policy. The Brookings Institution, Washington D.C, 2000 σελ. 17-18.
[v] Από το Νοέμβριο του 1993 και σαν συνέπεια της Συνθήκης του Μάαστριχτ, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα μετονομάστηκε σε Ευρωπαϊκή Ένωση. 
[vi] Touval. σελ. 120-123
[vii]  Στην απόφαση του Αμερικανού Προέδρου, συνέβαλε και η προφανής διάθεση του νεοεκλεγέντα Chirac να αντιμετωπίσει το Βοσνιακό με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα. Με πρωτοβουλία του οι Ευρωπαίοι ενέκριναν την δημιουργία της καλά εξοπλισμένης και εκπαιδευμένης Δύναμης Ταχείας Αντιδράσεως (Rapid Reaction Force) που θα παρέμβαινε για να προστατεύσει την ειρηνευτική δύναμη του Ο.Η.Ε. στη Βοσνία και να τη διευκολύνει στο έργο της. Το κλίμα λοιπόν φαινόταν ευνοϊκό για την προώθηση μιας πιο δυναμικής πολιτικής. Burg, Steven and Shoup, Paul    The War in Bosnia-Herzegovina. Ethnic Conflict and International  Intervention. M.E. Sharpe, London, 1999. σσ 326, 341. Daalder. σσ 44-45.
[viii] Αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ πίστευαν πως και οι Σερβοβόσνιοι και οι Μουσουλμάνοι θα επιχειρούσαν να αποσπάσουν τον εξοπλισμό των απερχομένων τμημάτων ή και να συλλάβουν ομήρους. Βλ. Burg σελ. 324, Touval σελ.143
[ix] Holbrooke, Richard.  To End a War. Random House, New York, 1998 σελ.50-51. Burg σελ. 307-309, 338-339 «Από τον Ιούλιο (1995) κύκλοι ευρωπαϊκών μυστικών υπηρεσιών υπαινίσσονταν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, ‘ ενορχήστρωναν’  αποστολές στρατιωτικού υλικού στη Βοσνία από συμμάχους στον μουσουλμανικό κόσμο» οπ. παρ. σελ 309
[x] Ο συνταγματάρχης Leslie στο Silber, Laura and Little, Allan. Yugoslavia: Death of a Nation. Penguin Books, New York, 1997. σ 357. Με  τη βοήθεια της αμερικανικής κυβέρνησης,  μία εταιρία συμβούλων με προσωπικό πρώην αξιωματικούς του αμερικανικού στρατού είχε αναλάβει την εκπαίδευση και την οργάνωση του κροατικού στρατού.  Ο Holbrooke προσπάθησε επίσης  να καθοδηγήσει την Κροατο-Μουσουλμανική προέλαση με στόχο τη δημιουργία De facto εδαφικού καθεστώτος που θα διευκόλυνε τη μεσολαβητική του προσπάθεια με το  να προσεγγίζει έναν κοινά αποδεκτό εδαφικό διακανονισμό. Γενικά φαίνεται πως οι Αμερικανοί αναμείχθηκαν τόσο στην προετοιμασία, όσο και στην διεξαγωγή των Kροατο-Μουσουλμανικών επιχειρήσεων, με στόχο να επιδεινωθεί η θέση των Σέρβων και να γίνουν πιο διαλλακτικοί στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων.
[xi] Holbrooke σελ. 105-106.  Κατά τον ίδιο τρόπο ο Πρόεδρος της Κροατίας, Franjo Tudjman, θα εκπροσωπούσε και τους Βόσνιους Κροάτες.
[xii] Pauline Neville-Jones στο άρθρο της “Dayton, IFOR and Alliance Relations in Bosnia”, Survival 30, no 4, (Winter 1996-97) σ 48. Βλ. επίσης και Burg and Shoup σ 361. Πρωταρχικό ρόλο έπαιξαν οι Ευρωπαίοι μόνο στην σύναψη δύο συμπληρωματικών συμφωνιών. Touval, σελ. 157
[xiii] Για μία σύντομη αλλά εμπεριστατωμένη παρουσίαση της αμερικανικής παρέμβασης στη Σομαλία, βλέπε, Huchthausen, Peter. America’s Splendid Little Wars. Penguin, New York, 2003 σελ. 160-182
[xiv] Touval, σελ. 158-159
[xv] Bass, Warren, The Triage of Dayton στο The Balkans and American Foreign Policy, A Council on Foreign Relations Book, Foreign Affairs, 2002. σελ. 100
[xvi]  Σέρβοι 49%, Μουσουλμάνοι 33,5%, Κροάτες 17,5%
[xvii] Με πληθυσμό 31,4% οι Σέρβοι αναγνωρίστηκαν κυρίαρχοι στο 49% του εδάφους της Βοσνίας.  Η ίδια η ύπαρξη του κράτους δυνητικά υπονομεύθηκε με την πρόβλεψη να μπορούν οι δύο συνιστώσες οντότητες να συνάπτουν ανεξάρτητα εξωτερικές σχέσεις. Και η ανάθεση καίριου ρόλου στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων στους  Tudjman  και Milosevic ενίσχυσε το κλονισμένο από τις εθνικιστικές ακρότητες κύρος τους και ενθάρρυνε τον δεύτερο να προχωρήσει στην ολέθρια για το Κόσσοβο πολιτική του. 
[xviii] Παράβαλε την αρχική αβεβαιότητα  για το μέλλον της συμφωνίας με την παρακάτω παρατήρηση του 2006 για την εξελισσόμενη κατάσταση, υπεραισιόδοξη ίσως αλλά ακόμη και σήμερα όχι ουτοπική: « Μάλιστα, μερικοί αξιωματούχοι και πολιτικοί από τη διεθνή κοινότητα, ισχυρίζονται ότι οι πολιτικοί της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης κατ’ ιδίαν παραδέχονται ότι οι (ξεχωριστές οντότητες της BiH (Βοσνίας – Ερζεγοβίνης) θα εξαφανιστούν μέσα σε μία δεκαετία, καθώς το κράτος γίνεται ισχυρότερο και η δημοτική αναδιοργάνωση οικοδομεί τη δυνατότητα σε τοπικό επίπεδο για την παροχή υπηρεσιών, των οποίων επί του παρόντος η διαχείριση γίνεται σε επίπεδο οντότητας και καντονίου».  Toal, Gerard, O’ Loughlin John, Djipa Dino, Bosnia- Herzegovina Ten Years After Dayton: Constitutional Change and Public Opinion στο Eurasian Geography and Economics, 2006 47 Νo.1 σελ. 74.  Για την εξέλιξη της κατάστασης από την υπογραφή της συμφωνίας  βλέπε επίσης Toal, Gerard Embedding Bosnia- Herzegovina in Euro-Atlantic Structures: From Dayton to Brussels.  Eurasian Geography and Economics, 2005, 46 No. 1 σελ. 51-67

Bosnia –Herzegovina Country Review, 2006.

CountryWatch Incorporated, Houston, TX USA.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.      Bass, Warren “The Triage of Dayton” The Balkans And American Foreign Policy, A Council on Foreign Relations Book. Foreign Affairs 2002.

2.      Burg, Steven and Shoup, Paul  “The War in Bosnia-Herzegovina: Ethnic Conflict and International  Intervention” M.E. Sharpe, London, 1999

3.      Clinton William Jefferson Bill and Dole, Robert J. “Contrasting foreign policy agendas: addresses to the Nixon Center Conference by President Clinton and Senator Dole” Foreign Policy Bulletin; 5:30-5 My/Je 1995

4.      Daalder, Ivo “Getting to Dayton. The Making of America’s Bosnia Policy” Brookings Institution Press, Washington, DC, 2000

5.      Glenny, Μisha “The Balkans 1804-1999. Nationalism, War and the Great Powers”. Granta Books, London 2000

6.      Gow, James “Triumph of the Lack of Will.  International Diplomacy and the Yugoslav War”, Columbia University Press New York, 1997

7.      Holbrooke, Richard “To End a War”, Random House, New York,1998

8.      Holbrooke, Richard “The Road to Sarajevo” The New Yorker, October 21& 28, 1996 σσ 88-102

9.      Huchthausen Peter “America’s Splendid Little Wars.  A Short History of U.S Military Engagements: 1975-2000” Penguin, New York 2003

10.  Hyland, William “Clinton’s World.  Remaking American Foreign Policy” Praeger, Westport, CT 1999

11.  Kelly, Michael “The Negotiator” The New Yorker, November 6, 1995 σσ 81-92

12.  Rogel, Carole “The Breakup of Yugoslavia and the War in Bosnia”, Greenwood Press, London, 1998

13.  Schild Georg “The USA and Civil War in Bosnia” Aussenpolitik, 47:22-32 no 1 1996

14.  Schonberg, Karl “Traditions and Interests: American Belief Systems, American Policy and the Bosnia War” World Affairs (Washington, D.C.) v162 no1 pp11-21 Summ 1999

15.  Silber, Laura and Little, Allan “Yugoslavia: Death of a Nation” Penguin Books, New York, 1997

16.  Touval, Saadia “Mediation in the Yugoslav Wars. The Critical Years 1990-1995” Palgrave, New York 2002

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ιάκωβος Μιχαηλίδης: Η Μικρασιατική Καταστροφή

Συγγραφέας: Μιχαηλίδης Ιάκωβος

Η Μικρασιατική Καταστροφή αποτελεί, δίχως αµφιβολία, τη µεγαλύτερη τραγωδία που γνώρισε ο νεότερος ελληνισµός. Δεν ήταν τόσο ο ενταφιασµός στα χαλάσµατα της Σµύρνης της πολιτικής της Μεγάλης Ιδέας. Ήταν κυρίως ο αφανισµός και η προσφυγοποίηση των ελληνικών κοινοτήτων της Ανατολίας υπό συνθήκες πρωτοφανείς, που δικαιολογηµένα προκαλούν αισθήµατα πικρίας αλλά και οργής. Ήταν, επίσης, η ενδυνάµωση του Εθνικού Διχασµού που επί δεκαετίες υπονόµευσε τη συνοχή του Έθνους και, ως εκ τούτου, την ευηµερία του. 

Το βιβλίο αυτό επιχειρεί να δώσει απαντήσεις στα κρίσιµα ερωτήµατα που σχετίζονται µε τα πώς και τα γιατί της µικρασιατικής περιπέτειας και καταστροφής.