Skip to main content

Στράτος Δορδανάς–Βάϊος Καλογρηάς: «Έχει θετική άποψη για το καθεστώς»: Οι Έλληνες της Ανατολικής Γερμανίας και η Στάζι

Στράτος Δορδανάς – Βάϊος Καλογρηάς 

«Έχει θετική άποψη για το καθεστώς»:

Οι Έλληνες της Ανατολικής Γερμανίας και η Στάζι

 

Α. Το πλαίσιο της έρευνας: το αρχείο (-α) και οι βιβλιογραφικές διαθεσιμότητες

Το παρόν κείμενο σκοπό έχει να παρουσιάσει την ταυτότητα της αρχειακής έρευνας που διενεργήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος «ΘΑΛΗΣ» (Η Ελλάδα από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στον Ψυχρό Πόλεμο. Διεθνείς σχέσεις και εσωτερικές εξελίξεις) στο αρχείο της Στάζι, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2014, καθώς και κάποια πρώτα συμπεράσματα όχι τόσο γενικότερα για τους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες στην Ανατολική Γερμανία αλλά ειδικότερα – όπως γίνεται αμέσως αντιληπτό – για όσους δραστηριοποιήθηκαν ως πληροφοριοδότες της Στάζι από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 έως και τα μέσα της δεκαετίας του ΄80.

Γενικότερα, το ζήτημα των πολιτικών προσφύγων, δηλαδή των ανθρώπων που εγκατέλειψαν μαζικά τη χώρα προς το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949) και περιπλανήθηκαν σε χώρες ανάμεσα στο Καζακστάν και την Ανατολική Γερμανία, είναι ένα ερευνητικό πεδίο που άρχισε να αναπτύσσεται από τη δεκαετία του ΄90 και άνθισε μέσα στην επόμενη δεκαετία. Επιχειρώντας μια σύντομη βιβλιογραφική επισκόπηση για την περίπτωση της Ανατολικής Γερμανίας και τους πολιτικούς πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στη χώρα αυτή, διαπιστώνεται πως ελάχιστα απασχόλησε έως σήμερα την έρευνα μάλλον γιατί ο αριθμός των προσφύγων ήταν ο μικρότερος από κάθε άλλη ανατολική χώρα (αποτελούμενος στη συντριπτική πλειοψηφία του από παιδιά).

Αν εξαιρέσει κανείς τα γενικά έργα για τους Έλληνες στην υπερορία (Τσέκου Κατερίνα, Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Ευρώπη, 1945-1989. Βουτυρά Ευτυχία-Δαλκαβούκης Βασίλης-Μαραντζίδης Νίκος-Μποντίλα Μαρία (επιμ.), Το όπλο παρά πόδα. Οι πολιτικοί πρόσφυγες του ελληνικού εμφυλίου πολέμου στην Ανατολική Ευρώπη. Boeschoten Riki Van-Danforth Loring M., Παιδιά του ελληνικού Εμφυλίου. Πρόσφυγες και πολιτική της μνήμης), ειδικότερα ανά χώρα (Τσέκου Κατερίνα, Προσωρινώς διαμένοντες…Έλληνες Πολιτικοί Πρόσφυγες στη Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας (1948-1982. Κράλοβα-Τσίβος, Στέγνωσαν τα δάκρυά μας. Έλληνες πρόσφυγες στην Τσεχοσλοβακία) ή θεματικές προσεγγίσεις (Μποντίλα Μαρία, «Πολύχρονος να ζεις, μεγάλε Στάλιν». Η εκπαίδευση των παιδιών των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στα ανατολικά κράτη (1950-1964. Ματθαίου Άννα-Πολέμη Πόπη, Η εκδοτική περιπέτεια των Ελλήνων κομμουνιστών από το βουνό στην υπερορία, 1947-1968) μετρούνται κυριολεκτικά στα δάχτυλα του ενός χεριού οι συμβολές για την Ανατολική Γερμανία. Μεταξύ των τελευταίων, κυρίως γιατί πραγματεύονται το ζήτημα στον μακρό χρόνο, δηλαδή από την άφιξη και την εγκατάσταση στην εμπλοκή τους στα γρανάζια της Στάζι, ξεχωρίζει κανείς τη δουλειά της Marias Panoussi, „Die griechischen politischen Immigranten in der DDR“ και τα άρθρα στα γερμανικά και στα ελληνικά του Stefan Troebst, «Πρόσφυγες σε μια διαιρεμένη χώρα: Ελληνόπουλα στη ΛΔΓ, 1949-1989», Λαγάνη Ειρήνη-Μποντίλα Μαρία (επιμ.), ‘Παιδομάζωμα’ ή ‘Παιδοσώσιμο’; Παιδιά του Εμφυλίου στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη.

Οι παραπάνω βιβλιογραφικές συνεισφορές δεν θα είχαν δει ενδεχομένως το φως της δημοσιότητας (σίγουρα όχι υπό τη μορφή αυτή), αν δεν είχε προηγηθεί η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ που εξασφάλισε στον ερευνητή την πρόσβαση στα αρχεία (βεβαίως όχι σε όλα) των κομμουνιστικών καθεστώτων. Στο πλαίσιο αυτό, το αρχείο της Στάζι προσελκύει πλέον εκατοντάδες ερευνητές από όλο τον κόσμο, καθώς η συγκεκριμένη υπηρεσία αποτέλεσε για δεκαετίες τον ισχυρότερο πυλώνα ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος-βιτρίνα για ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη ή διαφορετικά αντιπροσώπευσε το ίδιο το κόμμα και εξασφάλισε τη μακροημέρευσή του.

Εδώ η σύγκριση με τις πρακτικές πολιτικού ελέγχου και κοινωνικής πειθάρχησης των αντίστοιχων υπηρεσιών ασφαλείας άλλων χωρών του ανατολικού συνασπισμού (όπως της Ρουμανίας για παράδειγμα) καθίσταται εκ των πραγμάτων απαραίτητη για τη βαθύτερη κατανόηση της υφής των ίδιων των καθεστώτων. Στην περίπτωση της ΛΔΓ πίσω από το Ministerium für Staatssicherheit (MfS, υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας) κρυβόταν το κόμμα. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να μελετήσει κανείς τις σχέσεις, αλλά και τις διαφοροποιήσεις, μεταξύ SED (Sozialistische Einheitspartei Deutschlands, Σοσιαλιστικό Ενωτικό Κόμμα Γερμανίας) και MfS. Το γεγονός ακριβώς πως πίσω από τις υπηρεσίες κρατικής ασφάλειας κρυβόταν το κόμμα και όχι το κράτος, όπως αντίθετα συνέβαινε σε ορισμένες στρατιωτικές δικτατορίες, όπου το κράτος χρησιμοποίησε το κόμμα ως όργανο πολιτικής ενδυνάμωσης για τον έλεγχο της κοινωνίας, αποτελεί ένα σημαντικό προσδιοριστικό στοιχείο του τρόπου οικοδόμησης του συγκεκριμένου καθεστώτος. Γενικότερα, όπως και στις υπόλοιπες ανατολικές χώρες έτσι και εδώ δεν πρέπει να μιλάμε για ένα „Staatspartei‟ (κρατικοποιημένο κόμμα) αλλά για ένα „Parteistaat‟ (κομματικοποιημένο κράτος ή αλλιώς για ένα κράτος υπό την πλήρη κυριαρχία του κόμματος). Αυτό εντάσσεται ασφαλώς στη λογική του διεθνούς κομμουνιστικού συστήματος, όπως για παράδειγμα στην ΕΣΣΔ του Στάλιν, όπου το κράτος ενσωματώθηκε ή καλύτερα απορροφήθηκε από την κομματική γραφειοκρατία. Στο τέλος η κρατική δομή και οργάνωση αντικαταστάθηκε από τον κομματικό μηχανισμό („dupliziert‟).

Το αρχηγείο της Στάζι στο Ανατολικό Βερολίνο. Σήμερα λειτουργεί ως μουσείο.

Στο σύνολό του το αρχείο στην κεντρική υπηρεσία στο Βερολίνο (Bundesbeauftragte für die Unterlagen des Staatssicherheitsdienstes der ehemaligen Deutschen Demokratischen Republik, BStU) συγκροτείται από αρχειοθετημένους ή υπό επεξεργασία φακέλους μέχρι και το 1989/90 αλλά και από οπτικοαουστικό υλικό (φωτογραφίες, αρνητικά, βίντεο, φιλμ, ηχογραφημένες συνομιλίες). Επίσης, εκεί απόκεινται τα αρχεία των πρόδρομων οργανώσεων της Στάζι (politischen Polizei K 5 και του Amt für Nationale Sicherheit der DDR). Συνολικά το διασωθέν υλικό καταλαμβάνει έκταση 111 χιλιομέτρων ή χωρά σε περισσότερα από 1.500 γήπεδα ποδοσφαίρου (https://www.bstu.de/en/). Οι ελληνικού ενδιαφέροντος φάκελοι ανέρχονται σε περίπου εκατό, συνολικά κάπου έντεκα με δώδεκα χιλιάδες σελίδες. Ίσως να υπάρχουν και άλλοι που λανθάνουν, κυρίως εκείνοι για τους οποίους η αναζήτηση στηρίζεται στους ονομαστικούς καταλόγους βάσει των οποίων η ίδια η Στάζι αρχειοθετούσε τις υποθέσεις. Η πλήρη ταυτοποίηση του ελληνικού ονόματος με τον προς αναζήτηση φάκελο παραμένει ακόμη και σήμερα μια σχετικά απαιτητική υπόθεση για το προσωπικό του αρχείου.

Ορισμένοι από τους 16.500 σάκκους, όπου ήταν συγκεντρωμένο το αρχείο της Στάζι.

Β. Το αρχείο της Στάζι: τα ελληνικά δεδομένα

Όταν πριν από εννέα περίπου χρόνια διαμορφώνονταν τα παραδοτέα του προγράμματος, είχε κριθεί πως η συνεργασία Ελλήνων της Ανατολικής Γερμανίας – πολιτικών προσφύγων ή στελεχών του ΚΚΕ – με τη διαβόητη Στάζι ήταν δυνατόν να οδηγήσει σε μια μονογραφία, βασισμένη στις πληροφορίες που διέθετε η υπηρεσία για τις κινήσεις των στελεχών του ΚΚΕ και στο πλέγμα της μεταξύ τους συνεργασίας για ζητήματα πολιτικού, ιδεολογικού ή και στρατιωτικού ακόμη ενδιαφέροντος. Όπως όμως συχνά συμβαίνει, το αρχειακό υλικό που αναζητά και εντοπίζει ο ερευνητής, οδηγεί στη δημιουργία νέων ερωτημάτων και επαναπροσδιορίζει το αντικείμενο μελέτης. Έτσι έγινε και στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι από τους φακέλους που εντοπίστηκαν, δεν ανέκυψαν συνταρακτικά στοιχεία για τις σχέσεις μεταξύ του ΚΚΕ και των μυστικών κρατικών υπηρεσιών της Ανατολικής Γερμανίας (ειδικά της Στάζι) σε επίσημο ή ανεπίσημο επίπεδο. Ας σημειωθεί ότι το 1951 υπήρχαν 95 μέλη του ΚΚΕ, 18 από τα οποία δόκιμα, στην Ανατολική Γερμανία.

Αντιθέτως, οι φάκελοι περιέχουν πολυάριθμα στοιχεία για τη στρατολόγηση ελλήνων πολιτικών προσφύγων από τη Στάζι με σκοπό την παρακολούθηση «ύποπτων προσώπων» ή τη συλλογή πληροφοριών για τις δραστηριότητες των Ελλήνων τόσο στην Ανατολική Γερμανία όσο και στο Δυτικό Βερολίνο το οποίο, λόγω του ιδιαίτερου καθεστώτος του, θεωρήθηκε από τη Στάζι ορμητήριο ελλήνων κατασκόπων προς την Ανατολική Γερμανία. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα το Δυτικό Βερολίνο, η Στάζι επιθυμούσε να πληροφορηθεί τα ονόματα των προσώπων που συνδέονταν με την εκεί Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή και επισκέπτονταν τακτικά ομοεθνείς τους στον ανατολικό τομέα της πόλης. Για τον σκοπό αυτό επιστράτευσε Έλληνες της ΓΛΔ που, με το πρόσχημα της διεκπεραίωσης ιδιωτικών υποθέσεων ή της έκδοσης/ανανέωσης του διαβατηρίου τους, πηγαινοέρχονταν στα γραφεία της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής (γι’ αυτό και στρατολογήθηκαν κυρίως όσοι διέθεταν διαβατήριο, ώστε να έχουν τη δυνατότητα της μετάβασης στο Δυτικό Βερολίνο ή για να πραγματοποιούν ταξίδια εκτός του γερμανικού χώρου), παρακολουθώντας τις κινήσεις των επισκεπτών αλλά και καταγράφοντας στιχομυθίες μεταξύ των ελλήνων υπαλλήλων.

Επίσης, μεγάλο ενδιαφέρον υπήρξε για τις μετακινήσεις, τις οικονομικές δοσοληψίες και «άλλες» περιπέτειες του γενικού προξένου (που όπως εικάζεται τού κόστισαν μάλιστα και τη θέση του), καθώς και ορισμένων στενών συνεργατών του, όπως και για τις αντιδικτατορικές δραστηριότητες στα τέλη της δεκαετίας του ΄60 που οργανώθηκαν από έλληνες φοιτητές αλλά και αριστερές οργανώσεις (για παράδειγμα μαοϊκές). Μάλιστα, οι έλληνες συνεργάτες της Στάζι είχαν περιγράψει αναλυτικά τους χώρους των γραφείων της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής προκειμένου να συνταχθεί ειδικός χάρτης.

Στη μεγαλύτερη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η μετάβαση από τον ανατολικό τομέα του Βερολίνου στον δυτικό και αντίστραφα γινόταν με χρήση του υπογείου σιδηροδρόμου (U-Bahn). Στη φωτογραφία διασταύρωση δυο συρμών έξω από τον σταθμό της Dimitroffstrasse, στο Ανατολικό Βερολίνο, το 1980.

Γ. Οι Έλληνες πράκτορες της Στάζι

Ποια πρόσωπα, όμως, στρατολογήθηκαν από τη Στάζι και για ποιο σκοπό; Με ποιο τρόπο τα πλησίασαν οι άνθρωποί της και τι ακριβώς ανέμεναν από αυτά; Ποια υλικά ή άλλου είδους ανταλλάγματα υποσχέθηκαν για να εξασφαλίσουν τη συνεργασία τους; Τι ακριβώς περιλάμβανε το «μενού» των δραστηριοτήτων των ελλήνων πρακτόρων; Πως αντιλαμβάνονταν οι ίδιοι την υπηρεσία τους αυτή, με δεδομένο ότι η Στάζι ήταν μισητή στον πληθυσμό και οι πράκτορές της ο «φόβος και ο τρόμος» της ανατολικογερμανικής κοινωνίας; Υπήρχε η δυνατότητα να αρνηθεί κανείς την ένταξή του στο δίκτυο της Στάζι; Ποια ήταν η τύχη των ελλήνων συνεργατών μετά την πτώση του Τείχους και πως επανήλθαν σε φυσιολογικούς ρυθμούς ζωής; Αυτά είναι ορισμένα από τα ερωτήματα, τα οποία προέκυψαν από τη μελέτη των φακέλων της Στάζι και θυμίζουν, χωρίς υπερβολή, την καταπληκτική ταινία «Οι ζωές των άλλων».

Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως των κινήτρων τους οι έλληνες πράκτορες βοήθησαν τη Στάζι να διεισδύσει σε ένα άλλο κομμάτι του πληθυσμού, αυτό των ελλήνων προσφύγων. Όπως και οι υπόλοιπες μη γερμανικές εθνοτικές ομάδες, έτσι και η ελληνική βρέθηκε στο στόχαστρο της Στάζι που ήθελε να εξακριβώσει τον βαθμό της νομιμοφροσύνης της  απέναντι στο κομμουνιστικό καθεστώς και να εξουδετερώσει εγκαίρως ενδεχόμενες «απειλές» εναντίον του. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, η Στάζι δεν επιδίωξε συνεργασία με το ΚΚΕ αλλά απευθύνθηκε ξεχωριστά σε κάθε πρόσωπο που ήθελε να στρατολογήσει, χωρίς να ενημερώσει γι’ αυτό ή να λάβει την έγκριση του ΚΚΕ.

Κλασσικός εξοπλισμός αξιωματικού της Στάζι.

Με άλλα λόγια, οι έλληνες πράκτορες δεν «υπηρετούσαν δύο κυρίους» αλλά δούλευαν αποκλειστικά για λογαριασμό της Στάζι. Φυσικά, η δραστηριότητά τους αυτή έπρεπε να μείνει μυστική όχι μόνο από το ΚΚΕ αλλά και από τις οικογένειές τους. Αμέσως μετά τη στρατολόγησή του από τον αξιωματικό, ο Έλληνας πληροφοριοδότης λάμβανε έναν ειδικό τηλεφωνικό αριθμό για να επικοινωνεί με τον στρατολόγο του σε συγκεκριμένες ημέρες και ώρες, αλλά και για να κλείνει ραντεβού, συνήθως σε δημόσιους χώρους. Η ρητή εντολή που λάμβανε ήταν πως σε καμία περίπτωση δεν θα έπρεπε να χαιρετήσει τον αξιωματικό σε περίπτωση που τον συναντούσε τυχαία στον δρόμο. Υπήρχαν όμως και εξαιρέσεις. Σε μία από αυτές καταγράφεται η περίπτωση ενός πρώην αξιωματικού του «Δημοκρατικού Στρατού», ο οποίος δούλευε παράλληλα για το ΚΚΕ, αρνούμενος να διαθέσει στη Στάζι πληροφορίες γι’ αυτή του τη δραστηριότητα – επιθυμία που έγινε αποδεκτή από τη Στάζι.

Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι η στρατολόγηση Ελλήνων έγινε ακριβώς γιατί διέθεταν την αναγκαία οικειότητα με τους ομοεθνείς τους. Θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να χρησιμοποιήσει η Στάζι γερμανούς συνεργάτες που, εκτός από το πρόβλημα της γλώσσας, θα κινούσαν σίγουρα τη δυσπιστία των ελλήνων συνομιλητών τους. Βεβαίως, η ίδια τακτική εφαρμόστηκε και για τις υπόλοιπες μη γερμανικές εθνοτικές ομάδες. Ο αριθμός των ελλήνων συνεργατών δεν ήταν μεγάλος (γενικά ο αριθμός των μη Γερμανών ΙΜ πληροφοριοδοτών δεν ξεπέρασε 2%).

Οι πιο δυναμικές προσωπικότητες ήταν περίπου δέκα με δώδεκα στον αριθμό. Για καθέναν από αυτούς η Στάζι είχε συντάξει ξεχωριστό φάκελο που περιλάμβανε: α) το βιογραφικό του, συνοδευόμενο από φωτογραφία, β) τους λόγους της στρατολόγησής του, και γ) τη δράση του ως όργανο της Στάζι μέσω των αναφορών που κάθε φορά υπέβαλε και βάσει των οποίων συντάσσονταν εκθέσεις για τα «ύποπτα» πρόσωπα που ενδιέφεραν τη Στάζι. Κάθε φάκελος έφερε το ψευδώνυμο του συ-νεργάτη. Ανάμεσά τους ήταν τόσο άντρες όσο και γυναίκες, ανεξαρτήτου ηλικίας και επαγγέλματος. Ένα κοινό γενικό χαρακτηριστικό της επιλογής τους ήταν ότι έρχονταν σε επαφή, κυρίως λόγω της δουλειάς τους, με πολλούς ομοεθνείς τους. Μερικά παραδείγματα βοηθούν στην καταγραφή και ανάλυση των διαφορετικών τύπων των συνεργατών της Στάζι.

Στον εσωτερικό περίβολο του αρχηγείου.

Γ1. Ο πεπεισμένος κομμουνιστής

Η πρώτη περίπτωση είναι ο «Χρήστος» (κωδικό όνομα), πολιτικός πρόσφυγας που βρέθηκε στην Ανατολική Γερμανία. Πιο μπροστά ήταν στην Τσεχοσλοβακία. Έγινε μέλος του ΚΚΕ το 1952 και αργότερα του SED το 1954. Θεωρήθηκε διωκόμενος από τον «φασισμό» στην Ελλάδα και απασχολήθηκε στην Επιτροπή Διεθνών Διασυνδέσεων του Πολιτικού Γραφείου του SED. Επίσης, είχε αναλάβει τη φροντίδα των ελλήνων συντρόφων, διέθετε καλή πολιτική μόρφωση και η στάση του απέναντι στο ανατολικογερμανικό καθεστώς και τη Σοβιετική Ένωση ήταν απολύτως θετική. Η Ανατολική Γερμανία είχε γίνει, σύμφωνα με τα δικά του λόγια, η δεύτερη πατρίδα του. Στην ιδιωτική του ζωή ήταν φιλικός και ευγενικός, φρόντιζε επιμελώς την εμφάνισή του, είχε μια πολύ καλή σχέση με τη σύντροφό του, την οποία βοηθούσε στο νοικοκυριό και στα ψώνια. Δεν είχαν χρέη, ούτε ιδιαίτερη συμπάθεια στο αλκοόλ. Η σύντροφός του ήταν επίσης μέλος του SED και του ΚΚΕ και απασχολούταν ως επιστημονική συνεργάτης στο Ινστιτούτο Μαρξισμού-Λενινισμού του Πολιτικού Γραφείου του SED. Μάλιστα, φρόντιζε τη σύζυγο του Χαρίλαου Φλωράκη, και γνώριζε προσωπικά τον πρώην καπετάνιο του ΔΣΕ. Επιθυμούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα, το ΚΚΕ όμως – για άγνωστους λόγους – δεν έδινε τη συγκατάθεσή του.

Στρατιωτική παρέλαση στο Ανατολικό Βερολίνο κατά τη δεκαετία του 1980.

Στις εκθέσεις της Στάζι που αφορούν τη συγκεκριμένη περίπτωση, δίνεται μια πολύ καλή εικόνα των στοιχείων που την ενδιέφεραν, μερικά από τα οποία, αν και φαντάζουν ασήμαντα, τη βοηθούσαν να δημιουργήσει το ψυχολογικό προφίλ όχι μόνο των αντιπάλων αλλά και των πιθανών συνεργατών της. Αυτή η γραφειοκρατικού τύπου διαδικασία φανερώνει ουσιαστικά τον ολοκληρωτικό χαρακτήρα του καθεστώτος (εμμονή μέχρι και στις παραμικρές λεπτομέρειες για τη διαρρύθμιση και την καθαριότητα του σπιτιού – που περιλάμβανε και σχεδιάγραμμα –, φυσικά για τους ενοίκους, την οικογενειακή και κοινωνική ζωή τους, πόσο πολιτικοποιημένοι και κοινωνικοί ήταν, ακόμα και αν συμμετείχαν στις συνελεύσεις της πολυκατοικίας τους σήμαινε κάτι για τη Στάζι, πόσο μάλλον αν συμμετείχαν στις εκδηλώσεις του κόμματος).

Στη συνέχεια ο «Χρήστος» προσεγγίστηκε από ανθρώπους της Στάζι και με προθυμία συνεργάστηκε μαζί τους, δίνοντας πληροφορίες για τις μεταβάσεις Ελλήνων της Ανατολικής Γερμανίας στο Δυτικό Βερολίνο που είτε επισκέπτονταν γνώριμά τους πρόσωπα είτε τα γραφεία της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής.

Αριστερά: Πράκτορας της Στάζι μεταμφιεσμένος σε δυτικό τουρίστα.
Δεξιά: Υλικό παρακολούθησης κρυμμένο μέσα σε δίχτυ για ψώνια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γ2. Ο εγκλωβισμένος

Ο „Antana“ και έπειτα „Arno“ (κωδικό όνομα) είναι μια εντελώς διαφορετική περίπτωση από την προηγούμενη. Καταρχάς δεν ήταν πολιτικός πρόσφυγας. Το 1941, δηλαδή επί γερμανικής Κατοχής, αναζήτησε εθελοντικά στο Γ΄ Ράιχ ψωμί και εργασία αλλά και θεραπεία για την ασθένειά του. Εκεί, μετά το τέλος του πολέμου, βρέθηκε εγκλωβισμένος στην Ανατολική Γερμανία, εμπλεκόμενος σε παράνομες συναλλαγές, δηλαδή σε υποθέσεις μαυραγοριτισμού, προκειμένου να επιβιώσει. Η γερμανίδα συζυγός του, που δούλευε σε μπαρ, χαρακτηρίζεται από τη Στάζι ως «μη ηθικό στοιχείο». Επειδή ο „Arno“ λάμβανε ένα μικρό βοήθημα, ένα είδος σύνταξης, από την Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή στο Δυτικό Βερολίνο, η Στάζι τον υποψιαζόταν ως όργανο ελληνικών και βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Μετά τη σχετική ανάκριση, ο „Arno“ δήλωσε πρόθυμος να συνεργαστεί με τη Στάζι και να της παράσχει πληροφορίες, όχι αποκλειστικά για τους ομοεθνείς του αλλά και για μέλη άλλων εθνικών ομάδων. Λόγω των συναναστροφών του με κυκλώματα της νύχτας, γνώριζε αρκετά καλά πρόσωπα και πράγματα. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι και η γυναίκα του στρατολογήθηκε από τη Στάζι („Christina“), χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος.

Erich Mielke, ο πανίσχυρος διοικητής της Στάζι.

Τα προβλήματα που απασχολούσαν τον οικογενειακό τους βίο ήταν ένα από τα αντικείμενα των εκθέσεων της Στάζι. Μάλιστα, ο „Arno“ δεχόταν και συμβουλές για το πως έπρεπε να συμπεριφερθεί ή να αντιδράσει απέναντι στη γυναίκα του. Φαίνεται, πως η δραματική επιδείνωση της υγείας του συνέβαλε καθοριστικά στο να υποχρεωθεί η Στάζι να τον «απολύσει», αφού άλλωστε το μεγαλύτερο διάστημα βρισκόταν άρρωστος στο σπίτι του και δεν είχε πλέον σημαντικές επαφές. Πάντως, μετά το πέρασμά του στο Δυτικό Βερολίνο η γυναίκα του τον επισκέφθηκε, για λογαριασμό της Στάζι βεβαίως, προφανώς για να διαπιστώσει αν είχε μιλήσει σε κάποιον για τις παλιές υπηρεσίες του. Φαίνεται, πως κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί. Ο „Arno“ ήταν εξουθενωμένος, ψυχικά και σωματικά. Και σε αυτό είχαν συμβάλει αναμφισβήτητα, εκτός από τη δύσκολη οικογενειακή του κατάσταση, και οι συνεχείς ενοχλήσεις που δέχονταν εκ μέρους των ανθρώπων της Στάζι.

Ο „Arno“ συνεργάστηκε με τη Στάζι από τα μέσα της δεκαετίας του ΄50 έως τα τέλη της δεκαετίας του ΄60. Σε αυτό το διάστημα τού επιτράπηκε να ταξιδέψει στην Ελλάδα. Μετά την επιστροφή του ανέφερε σε έκθεσή του και στοιχεία για την κατάσταση των ελλήνων εργατών στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι γιατί δεν άδραξε αυτήν την ευκαιρία να εγκαταλείψει την Ανατολική Γερμανία και να παραμείνει στην Ελλάδα, ερώτημα που μάλλον βρίσκει εύκολα απάντηση αν αναλογιστεί κανείς τα «συμβόλαια» δέσμευσης των πληροφοριοδοτών με τη Στάζι.

Αναμνηστικό γραμματόσημο, το οποίο εκδόθηκε κατόπιν πρωτοβουλίας της Στάζι το 1986, με αφορμή τη συμπλήρωση 25 ετών από την ανέγερση του τείχους του Βερολίνου.

Γ3. Ο συγγραφέας-ζηλωτής

Η τρίτη περίπτωση είναι και η πιο ενδιαφέρουσα. Πρόκειται για τον φοιτητή δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας και κατοπινό συγγραφέα „Anton“ (κωδικό όνομα), ο οποίος εργάστηκε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ως πληροφοριοδότης της Στάζι, με εξαιρετική επιτυχία, όπως επιβεβαιώνουν οι εκθέσεις των ανωτέρων του. Η προσφορά και δράση του έχει περιληφθεί σε πέντε φακέλους. Από την 1η Σεπτεμβρίου 1962, την ημέρα που συμφώνησε να συνεργαστεί με τη Στάζι, διακρίθηκε στη συλλογή πληροφοριών για τους έλληνες φοιτητές του Βερολίνου και άλλων πόλεων. Όμως η δραστηριότητά του δεν σταμάτησε εκεί. Επεκτάθηκε και στη συλλογή πληροφοριών για τους φοιτητές άλλων εθνικών ομάδων, όπου είχε καλές διασυνδέσεις, για παράδειγμα από την Αφρική ή την Ινδονησία, ενώ αργότερα φαίνεται πως προστέθηκε στις αρμοδιότητές του η ενημέρωση γύρω από τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις διάφορων αντικαθεστωτικών ποιητών και συγγραφέων, για παράδειγμα του Rainer Kunzer ή του Volker Braun.

Σε αντίθεση με τις προηγούμενες περιπτώσεις, ο „Anton“ έδειξε τρομερό ζήλο για την επιτυχή κατάληξη των αποστολών που του ανατέθηκαν, κάνοντας μάλιστα προτάσεις στους ανώτερούς του για το πως έπρεπε να επιλυθούν διάφορα ζητήματα. Ο ζήλος αυτός φαίνεται πως είχε ιδεολογικά αλλά και καιροσκοπικά κίνητρα. Από τη μια πλευρά ήταν ένθερμος οπαδός του κομμουνισμού, από την άλλη επιθυμούσε σφόδρα να αναρριχηθεί στην ιεραρχία της πολιτιστικής ζωής της Ανατολικής Γερμανίας. Δεν ήταν μάλλον τυχαίο πως διακρίθηκε σε αυτό τον τομέα, μεταξύ άλλων για τις μεταφράσεις ελληνικών λογοτεχνικών έργων στα γερμανικά, αποτελώντας μια γέφυρα ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους.

Για την εκπλήρωση των αποστολών του ταξίδευε συχνά στο Δυτικό Βερολίνο, παγιδεύοντας γερμανούς πολίτες που προσπαθούσαν να διαφύγουν στη Δυτική Γερμανία. Η Στάζι φρόντιζε να τον ανταμοίβει συχνά σε δυτικά και ανατολικά μάρκα για τις υπηρεσίες που πρόσφερε. Πάντως, μερικές φορές κίνησε την υποψία των συνομιλητών του, που τον κατηγόρησαν ευθέως ως άνθρωπο της Στάζι. Ύστερα από σχετικές οδηγίες που έλαβε, αρνήθηκε έξαλλος τις κατηγορίες «διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά του». Μετά την πτώση του Τείχους επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου αναγνωρίστηκε η συνεισφορά του στη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων στη Γερμανία, μέσω των μεταφράσεων ελληνικών κειμένων. Ο θάνατός του βρήκε τον Ριζοσπάστη να θρηνεί για την απώλεια ενός άξιου Έλληνα, που είχε κρατήσει ψηλά τη σημαία της πατρίδας του όλα αυτά τα πικρά χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς.

Παρακολούθηση της πρεσβείας των ΗΠΑ στο Ανατολικό Βερολίνο από πράκτορες της Στάζι.

Δ. Επιλογικά

Ως κατακλείδα θα μπορούσε ανάμεσα σε πολλά να ειπωθεί απλώς πως η Στάζι συνιστά ένα λαμπρό ερευνητικό πεδίο για τη μελέτη και την κατανόηση των κομματικών μηχανισμών επιβολής και κυριαρχίας που στήριξαν για δεκαετίες ολοκληρωτικά καθεστώτα, καθώς και για τη θέση των υπό ασφυκτική επιτήρηση κοινωνιών μέσα σε αυτά. Από την πλευρά της Ελλάδας έχει γίνει μέχρι σήμερα πολύ περιορισμένη χρήση του αρχείου, κυρίως για ιδιωτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Και εάν στην πρώτη περίπτωση οι άμεσα ενδιαφερόμενοι έχουν αφήσει αχνά τα ίχνη της έρευνάς τους στους φακέλους, στη δεύτερη πολλοί περισσότεροι – για αλλότριους φυσικά της επιστημονικής έρευνας σκοπούς – βρέθηκαν κατά πόδας του «Ρόκου» ή «Κασκαντέρ» στην ελληνική εκδοχή του James Bond.

 

The Berlin Wall and Stasi HD (ελληνικοί υπότιτλοι)

 

Ο Στράτος Δορδανάς (αριστερά) είναι Επίκουρος Καθηγητής Ιστορίας στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Ο Βάϊος Καλογρηάς είναι Διδάκτορας Ιστορίας και επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Μάιντς.

Ιωάννης Κ. Χασιώτης: Μακεδονικό και Αρμενικό Ζήτημα: Συγκλίσεις, αποκλίσεις (19ος-20ός αι.)*

Ιωάννης Κ. Χασιώτης

Μακεδονικό και Αρμενικό Ζήτημα:

Συγκλίσεις, αποκλίσεις (19ος-20ός αι.)*

Το διπλωματικό ενδιαφέρον για το αρμενικό πρόβλημα εκδηλώθηκε για πρώτη φορά στη διάρκεια της μεγάλης κρίσης του Ανατολικού Ζητήματος στα 1876-1878. Ωστόσο, μολονότι η κρίση εκείνη ξεκίνησε από τα Βαλκάνια, η ιστοριογραφική εξέταση της αρμενικής της παραμέτρου περιορίστηκε ουσιαστικά από άποψη γεωγραφική στον μικρασιατικό χώρο, εκεί δηλαδή όπου είχαν συμβεί και οι μεγάλες διώξεις των Αρμενίων (οι σφαγές της δεκαετίας του 1890 και του 1909 και, κυρίως, η Γενοκτονία του 1915). Στη σχετική λοιπόν βιβλιογραφία η βαλκανική διάσταση του αρμενικού ζητήματος δεν έχει μελετηθεί συστηματικά. Δεν απουσιάζει πάντως εντελώς: εκδόθηκαν κάποιες –ελάχιστες– μελέτες για τη διασύνδεση του αρμενικού εθνικού κινήματος με το βουλγαρικό, αλλά κι αυτές, παρά τις κάποιες πληροφορίες τους, είτε είναι ιδεολογικά φορτισμένες είτε ατελείς στην τεκμηρίωσή τους. Στην εργασία αυτή θα περιοριστώ σε ένα γενικό περίγραμμα, επισημαίνοντας τους κύριους τομείς, όπου τέμνονται το αρμενικό ζήτημα με τα βαλκανικά διπλωματικά ζητήματα, ιδιαίτερα με τις φάσεις τους που αφορούσαν τον χώρο της μείζονος Μακεδονίας.

Η διασύνδεση του αρμενικού με το Ανατολικό Ζήτημα ξεκίνησε με τη Συνθήκη ειρήνης του Παρισιού του 1856 που έθεσε τέλος στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856). Ωστόσο οι εξελίξεις που αφορούν τη Μακεδονία επιταχύνθηκαν με την Ανατολική Κρίση του 1876-1878. Τότε διεθνοποιήθηκε ουσιαστικά και το αρμενικό ζήτημα, με κύριους διπλωματικούς σταθμούς τις συνθήκες του Αγίου Στεφάνου (19 Φεβρουαρίου/3 Μαρτίου 1878) και του Βερολίνου (13 Ιουνίου – 13 Ιουλίου 1878, ν.η.): Στο πολυσυζητημένο άρθρο 16 της πρώτης συνθήκης συνδυαζόταν η εκκένωση από τα ρωσικά στρατεύματα των «κατακτημένων περιοχών της Αρμενίας» (δηλαδή οι ανατολικές επαρχίες της Μ. Ασίας που είχαν συμπαγείς αρμενικούς πληθυσμούς, τα λεγόμενα «αρμενικά βιλαέτια») με την εφαρμογή εκ μέρους της Υψηλής Πύλης «χωρίς καθυστέρηση» (sans plus de retard) των διοικητικών μεταρρυθμίσεων που απαιτούσε η ασφαλής διαβίωση των χριστιανών κατοίκων. Στο Βερολίνο, παρά τις διαμαρτυρίες του Αρμενίου ιεράρχη Khrimian, εκπροσώπου του Αρμενικού Πατριαρχείου στο συνέδριο,  η ισχύς του άρθρου αυτού περικόπηκε δραστικά με το άρθρο 61, αφού παρέπεμπε την εφαρμογή του στη διακριτική ευθύνη (à garantir) –ολέθρια, όπως αποδείχτηκε σύντομα– του σουλτάνου, χωρίς πια την εγγύηση της στρατιωτικής παρουσίας των Ρώσων. Ανάλογες, αλλά ασαφέστερες ρυθμίσεις (με το άρθρο 23 της βερολίνειας συνθήκης) αφορούσαν και τη Μακεδονία, μόνιμο στόχο από το 1870 της βουλγαρικής βαλκανικής πολιτικής. Η Σόφια προσπάθησε κι αυτή να εντάξει στο ίδιο πεδίο τις δικές της απαιτήσεις για «μεταρρυθμίσεις» στη Μακεδονία και να προωθήσει έτσι τα σχέδιά της για τη μετέπειτα ενσωμάτωση ολόκληρης της περιοχής στη βουλγαρική επικράτεια (κατά το προηγούμενο της Ανατολικής Ρωμυλίας του 1886).

To Συνέδριο του Βερολίνου. Στο μέσο της εικόνας διακρίνεται ο οικοδεσπότης Otto von Bismarck, καγκελάριος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας.

Από τότε λοιπόν και για μια τουλάχιστον τριακονταπενταετία εμφανίζονται αλληλένδετες οι εθνικές διεκδικήσεις των Αρμενίων και των Βουλγάρων, και μάλιστα χωρίς την παρέμβαση αυτή τη φορά του εχθρικού πλέον ρωσικού παράγοντα. Οι Αρμένιοι ζητούσαν την εφαρμογή των «μεταρρυθμίσεων» που είχαν αποφασιστεί στο Βερολίνο για τα «αρμενικά βιλαέτια», και οι Βούλγαροι ανάλογες ρυθμίσεις στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο. Από την ίδια επίσης εποχή χρονολογούνται και ορισμένα μέτρα της Σόφιας υπέρ των Αρμενίων που κατέφευγαν στο βουλγαρικό έδαφος. Οι βουλγαρικές αρχές μάλιστα φρόντιζαν και για την εκπαίδευση δεκάδων Αρμενόπουλων στην πρόσφατα (1879) ιδρυμένη στρατιωτική Ακαδημία της χώρας. Μέσα στο κλίμα αυτό ήταν επόμενο να αρχίσει η συνεργασία των αρμενικών επαναστατικών «κομιτάτων» με τα βουλγαρικά. Από την πλευρά τους και οι Αρμένιοι της Διασποράς άρχισαν να συνηγορούν για την αναγνώριση ως ανεξάρτητου τού ως τότε αυτόνομου βουλγαρικού κράτους, εκτιμώντας ότι μια τέτοια εξέλιξη στα Βαλκάνια θα συνιστούσε θετικό προηγούμενο για μιαν ανάλογη εξέλιξη στην ανατολική Μ. Ασία. Μαζί με τους Αρμενίους συντάχθηκαν σύντομα και οι φιλοαρμενικοί και φιλοβουλγαρικοί πολιτικοί κύκλοι της δυτικής Ευρώπης, με κινητοποιήσεις που πρόβαλλαν σχεδόν ταυτόχρονα την ανάγκη των διοικητικών μεταρρυθμίσεων στην «Αρμενία» και τη «Μακεδονία».

Οι εκτεταμένες αρμενικές σφαγές του 1894-1896 ενδυνάμωσαν την αρμενο-βουλγαρική προσέγγιση. Γι’ αυτό και οι αναπόφευκτες μαζικές μετοικεσίες των Αρμενίων από την Κωνσταντινούπολη προς τη Βάρνα και άλλες πόλεις της Βουλγαρίας δεν θα πρέπει να αποδοθούν μόνο στη γεωγραφική γειτνίαση, αλλά και στη σχετικά καλή μεταχείριση που έβρισκαν εκεί οι φυγάδες και οι πρόσφυγες. Σε αντίθεση λοιπόν με την εχθρική πολιτική που ακολούθησε στα επόμενα χρόνια η Σόφια έναντι του ελληνικού στοιχείου της Ανατολικής Ρωμυλίας (που κορυφώθηκε στα πογκρόμ του 1906), οι Βούλγαροι καλλιέργησαν συστηματικά την πολιτική συνεργασία τους με τους Αρμενίους.

 

Ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ Β΄ και οι σφαγές των Αρμενίων στα πρωτοσέλιδα του γαλλικού Τύπου.

Όλα αυτά προκάλεσαν την καχυποψία έναντι των Αρμενίων εκμέρους όλων σχεδόν των κυβερνήσεων των άλλων βαλκανικών κρατών: της Σερβίας, της Ρουμανίας και βέβαια και της Ελλάδας. Η καχυποψία των Ελλήνων έγινε μεγαλύτερη όταν τα βουλγαρικά επαναστατικά κομιτάτα, παράλληλα με τη στρατολόγηση «κομιτατζήδων» για τη Μακεδονία, ήρθαν σε επαφή με αρμενικές επαναστατικές οργανώσεις.  Στην απεγνωσμένη αναζήτηση συμμάχων, οι ηγεσίες των Αρμενίων επαναστατών (αρχικά του ριζοσπαστικού Henchakian και στη συνέχεια της μακροβιότερης σοσιαλδημοκρατικής Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας/Dashnaktsutiun), δεν απέκλεισαν τους Έλληνες: Αρχικά στράφηκαν προς τους Κρητικούς, που είχαν αρχίσει κι αυτοί τις εξεγέρσεις τους μετά την ακύρωση των αποφάσεων του συνεδρίου του Βερολίνου, που έδιναν σχετική διοικητική αυτονομία στο νησί. Αλλά ενώ οι αρμενο-κρητικές επαφές παρέμεναν για ποικίλους λόγους στο επίπεδο των μυστικών –και στάσιμων– συνεννοήσεων, οι αρμενο-βουλγαρικές έγιναν περισσότερο χειροπιαστές: Οι Βούλγαροι μάλιστα άρχισαν να εκπαιδεύουν στρατιωτικά και τους Αρμενίους αντάρτες (fedayi) στο βουλγαρικό έδαφος. Σπεύδω πάντως να υπογραμμίσω ότι οι προσπάθειες των Βουλγάρων  να στρατολογήσουν Αρμενίους εθελοντές για τις ένοπλες ομάδες τους στη Μακεδονία και τη Θράκη, δεν βρήκαν απήχηση· το υπογραμμίζει τον Σεπτέμβριο του 1896 σε ανταπόκριση από τη Σόφια η φιλοαρμενική Daily News, που σημειώνει ότι μεταξύ των χιλιάδων Αρμενίων που αναζήτησαν πρόσφατα καταφύγιο στο βουλγαρικό έδαφος δεν βρέθηκε ούτε ένας πρόθυμος να συνενωθεί με τους «κομιτατζήδες» που δρούσαν στη Μακεδονία.

Η αρμενο-βουλγαρική αντιτουρκική συνεργασία είχε αρχίσει να προβάλλεται στον ευρωπαϊκό τύπο ανοιχτά από το φθινόπωρο του 1895, και μάλιστα με τις ευλογίες της Αγγλο-αρμενικής Εταιρείας του Λονδίνου, της ισχυρότερης τότε φιλοαρμενικής οργάνωσης της Ευρώπης. Τον επόμενο χρόνο πραγματοποιήθηκαν στη Γενεύη κοινές συνεδριάσεις Αρμενίων και Βουλγάρων επαναστατών. Οι συζητήσεις επισφραγίστηκαν με τη συμφωνία ανάμεσα στον Boris Sarafov, ηγετική μορφή της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (VMRO), και την Αρμενική Επαναστατικής Ομοσπονδία/Dashnaktsutiun.

Μολονότι οι περισσότερες από τις ενέργειες αυτές εντάσσονταν σε προπαγανδιστικά παιχνίδια, οι Βούλγαροι κατάφεραν να αξιοποιήσουν συστηματικά το αρμενικό ζήτημα, όπως έκαναν και με το κρητικό κατά τις περιόδους έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Είναι ενδεικτικό ότι στη διάρκεια των αρμενικών σφαγών και των αιματηρών γεγονότων στην Κρήτη, η Σόφια έσπευσε να προωθήσει, εκμεταλλευόμενη και την κατακραυγή της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης εναντίον του Αβδούλ Χαμίτ Β΄ , τα δικά της σχέδια στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο, καταρχήν με την απόσπαση σουλτανικών βερατιών για την ίδρυση νέων εξαρχικών επισκοπών στη Μακεδονία, στη συνέχεια με τη ρύθμιση επιμέρους ζητημάτων στις σχέσεις της με την Υψηλή Πύλη με ευνοϊκούς για τη βουλγαρική (και μάλλον δυσμενείς για την ελληνική) πλευρά όρους. Αλλά το σταθερό πεδίο για την εκμετάλλευση του αρμενικού ζητήματος ήταν η επίμονη διασύνδεση των διοικητικών μεταρρυθμίσεων στην «Αρμενία» με ανάλογες στη Μακεδονία στο όνομα του άρθρου 23 της βερολίνειας συνθήκης (σύμφωνα πάντοτε με τη φιλοβουλγαρική ερμηνεία του). Ας σημειωθεί ότι η αντιμετώπιση του άρθρου αυτού δεν ήταν ομόθυμη στον ελληνικό πολιτικό κόσμο· αυτό φαίνεται από τις αντιπαραθέσεις που με αφορμή τις αρμενικές σφαγές του Σεπτεμβρίου του 1895 καταγράφτηκαν στις αθηναϊκές εφημερίδες με τη συμμετοχή –σε επώνυμες, ψευδώνυμες και ανώνυμες συνεντεύξεις– διπλωματών, πρώην υπουργών και δημοσιογράφων, όλων σχεδόν άριστα ενημερωμένων στο μακεδονικό ζήτημα.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία στην αυγή του 20ού αι.

Από την πλευρά τους οι Ευρωπαίοι φιλέλληνες δεν αντιλαμβάνονταν την ελληνική ευαισθησία στην αρμενο-βουλγαρική συνεργασία, επειδή προσέβλεπαν με σχετική αφέλεια στη συσπείρωση των χριστιανικών λαών της οθωμανικής Ανατολής εναντίον του σουλτάνου. Aνάλογες ιδέες, που είχαν κυκλοφορήσει και παλαιότερα, συχνά μάλιστα με Έλληνες εμπνευστές, είχαν επανέλθει στην επικαιρότητα με τις κινήσεις για τη σύμπηξη της λεγόμενης Ανατολικής Ομοσπονδίας. Η Αθήνα βέβαια δεν ήταν δυνατόν να ενστερνιστεί τις ιδεαλιστικές αυτές προσεγγίσεις, ακόμα και όταν εκφράζονταν από ένθερμους φιλέλληνες. Γενικά η σύζευξη στον διπλωματικό και προπαγανδιστικό τομέα του αρμενικού με το μακεδονικό ζήτημα προδιέθετε αρνητικά τη στάση όλων των ελληνικών κυβερνήσεων. Ο αθηναϊκός τύπος δημοσίευε άρθρα (επώνυμα, ανώνυμα ή ψευδώνυμα) Ελλήνων διπλωματών, που υπογράμμιζαν τις αρνητικές επιπτώσεις που θα είχε για το ελληνικό στοιχείο της Μακεδονίας η επιβολή εκεί διοικητικών μεταρρυθμίσεων, ανάλογων με εκείνες που καταστρώνονταν για τα «αρμενικά βιλαέτια». Αλλά τα πράγματα δεν έμειναν μόνον εκεί: Ήδη η Υψηλή Πύλη, από τις αρχές κιόλας της δεκαετίας του 1890, κατά την εφαρμογή της αδυσώπητης αρμενικής της πολιτικής, είχε αρχίσει να εφαρμόζει επιδεικτικά τακτική διακρίσεων υπέρ των Ελλήνων υπηκόων της. Και όταν ξέσπασαν οι μαζικές σφαγές των Αρμενίων το φθινόπωρο του 1895, οι Έλληνες εξαιρέθηκαν από το αιματηρό πρόγραμμα με τέτοια ακρίβεια και σχολαστικότητα, προπάντων στην Κωνσταντινούπολη, ώστε να μη μένει καμιά αμφιβολία ότι δεν επρόκειτο για αυθόρμητη συμπεριφορά των μουσουλμάνων (όπως θέλησε να παραστήσει το καθεστώς), αλλά για την τήρηση αυστηρών εντολών της κεντρικής εξουσίας. Γι’ αυτό και στο τελικό ισοζύγιο των σφαγών της περιόδου 1894-1896 το ελληνικό στοιχείο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν είχε παρά ελάχιστες μόνο αμυχές: Ο αριθμός των καταγραμμένων τουλάχιστον Ελλήνων νεκρών και βαριά τραυματισμένων δεν ξεπέρασε τις δεκάδες, την ίδια εποχή που ο αρμενικός πληθυσμός πλήρωνε βαρύτατο τίμημα με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και πολλαπλάσιους τραυματίες. Οι αναλογίες ισχύουν και στο πεδίο των υλικών καταστροφών, παρ’ όλο που οι διακρίσεις στις λεηλασίες των χριστιανικών περιουσιών δεν εφαρμόστηκαν με την ίδια πάντοτε ευστοχία.

Οι σφαγές του 1895 σε βάρος των Αρμενίων.

Η ευμενής μεταχείριση των Ελλήνων –που θα πρέπει βέβαια να αποδοθεί και στους φόβους του σουλτάνου για ενδεχόμενη επέμβαση των Ρώσων υπέρ των «προστατευόμενων» ομοδόξων– εκδηλώθηκε με χειρονομίες και προς την κορυφή (στον νεοεκλεγέντα Οικουμενικό Πατριάρχη Άνθιμο Ζ΄) και προς τη βάση (με οικονομικές παροχές προς τα ελληνικά σχολεία, αλλεπάλληλους διορισμούς Ελλήνων σε επίζηλες δημόσιες θέσεις κ.ά.). Ας σημειωθεί ότι την εξέλιξη αυτή την είχαν προβλέψει προπολλού οι Αρμένιοι της Κωνσταντινούπολης· γι’ αυτό και δίσταζαν να συμμετάσχουν στο εθνικό κίνημα των συμπατριωτών τους, αφού την ίδια τακτική –αλλά αντίστροφα– την είχαν ήδη ακολουθήσει οι σουλτάνοι μισόν αιώνα νωρίτερα, κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά την ελληνική επανάσταση του 1821: Τότε το «πιστό» αρμενικό στοιχείο όχι μόνο είχε ξεφύγει από τις σφαγές, αλλά και είχε επωφεληθεί, αντικαθιστώντας στις κρατικές θέσεις το τότε «στασιαστικό» ελληνικό.

Η υποκριτική τακτική της Υψηλής Πύλης υπέρ των Ελλήνων είχε δυο στόχους: Ο πρώτος (και κύριος) ήταν η διάσπαση ανάμεσα στις δυο εθνότητες, ώστε να υπονομευθεί εξαρχής ο ενδεχόμενος σχηματισμός κοινού χριστιανικού μετώπου. Ταυτόχρονα όμως ο ίδιος ο Αβδούλ Χαμίτ προσδοκούσε και άμεσα πολιτικά ωφέλη: την ενδεχόμενη, βραχυπρόθεσμη για τις περιστάσεις, προσέγγιση με τους Έλληνες ή τουλάχιστον την ουδετερότητά τους στην αρμενική κρίση. Γι’ αυτό, παράλληλα προς τη «φιλελληνική» συμπεριφορά του, που την υπογράμμιζε με τρόπο πομπώδη και επιδεικτικό στην Κωνσταντινούπολη, ο σουλτάνος άρχισε να καλλιεργεί το έδαφος για μια διπλωματική προσέγγιση με την Ελλάδα: Τον Μάρτιο του 1895, για να επιτύχει την εκτόνωση της αντιτουρκικής έντασης στην Κρήτη, έστειλε εκεί ως βαλή τον ελληνικής καταγωγής Αλέξανδρο Καραθεοδωρή. Καρπός αυτής της τακτικής ήταν να επικρατήσει τον Μάιο του 1895 στην Κρήτη απατηλό κλίμα ευφορίας. Έτσι η αρμενικἠ κρίση συνδυάστηκε με το κρητικό ζήτημα, που για ένα μικρό διάστημα φάνηκε να ρυθμίζεται με αντίτιμο τις αρμενικές εκατόμβες. Ένα χρόνο αργότερα ο σουλτάνος προχώρησε σε τολμηρότερα σχέδια: πρότεινε στην Αθήνα τη σύμπηξη «βαλκανικής» συμμαχίας, με πρώτα μέλη της βέβαια την Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η ανταπόκριση των ελληνικών κυβερνήσεων στα σουλτανικά στρατηγήματα ήταν ψυχρή: Η Αθήνα ούτε συνεργάστηκε με την Υψηλή Πύλη στα Βαλκάνια ούτε αρνήθηκε να φιλοξενήσει στην Αττική χιλιάδες Αρμενίους πρόσφυγες και δεκάδες πολιτικούς φυγάδες. Όπως ήταν επόμενο, η τακτική αυτή –που υποστηριζόταν βέβαια και από την ελληνική κοινή γνώμη με πρωτοστάτη την εφημερίδα Εστία– προκαλούσε τις αντιδράσεις των Οθωμανών. Στα 1895-1896 ο σουλτάνος απέδιδε τη συνεχή αναζωπύρωση του αρμενικού ζητήματος σε δυο παράγοντες: στην υποστήριξη των Αρμενίων από τη Μ. Βρετανία και στην ανοχή της Ελλάδας έναντι των Αρμενίων ακτιβιστών που είχαν καταφύγει στο έδαφός της.

Αριστερά: Αρμένιοι πρόσφυγες στην Αττική Δεξιά: Η ειλικρίνεια του σουλτάνου, δημοσίευμα της εφημερίδας Εστία.

Η έκρηξη του ελληνοτουρκικού πολέμου την άνοιξη του 1897 συνδέθηκε και πάλι με το αρμενικό ζήτημα, τουλάχιστον στο πεδίο της προπαγάνδας. Οι φιλελληνικοί κύκλοι διατύπωσαν την υποψία ότι ο σουλτάνος, ανοίγοντας ένα νέο μέτωπο, δικαιολογούνταν απόλυτα να κλείσει ένα άλλο· να αναβάλει δηλαδή για αργότερα (ουσιαστικά να ακυρώσει) την εφαρμογή των προτεινόμενων αρμενικών μεταρρυθμίσεων. Και πραγματικά: Οι θεαματικές επιτυχίες των οθωμανικών στρατευμάτων στη Θεσσαλία αναπτέρωσαν τόσο πολύ το ηθικό και την αυτοπεποίθηση του μουσουλμανικού πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (αλλά και το κύρος του ίδιου του σουλτάνου-χαλίφη), ώστε να γίνει ακόμα πιο δύσκολη, αν και όχι αδύνατη, η επιβολή εκμέρους των Δυνάμεων των σχεδίων τους για τις «αρμενικές» επαρχίες. Τον Οκτώβριο του 1897 ο Αβδούλ Χαμίτ δήλωσε στον Βρετανό πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη ότι το αρμενικό ζήτημα «είχε επιτέλους κλείσει».

Η Ελλάδα ηττημένη στα 1897 με φόντο τα θύματα των αρμενικών σφαγών.

Με το πέρασμα στον 20ό αιώνα η αρμενική εμπλοκή στα βαλκανικά ζητήματα συνδέθηκε και πάλι με τον ελληνοβουλγαρικό ανταγωνισμό για τη Μακεδονία. Οι μαζικότερες φιλοαρμενικές και φιλοβουλγαρικές εκδηλώσεις («υπέρ της Μακεδονίας καί της Αρμενίας») στη Δυτική Ευρώπη στα 1902 και 1903 προκάλεσαν αμηχανία στην Αθήνα. Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε στην ελληνική κοινή γνώμη η στάση του Γάλλου ελληνιστή Victor Bérard, ο οποίος, παρά τις φιλελληνικές του περγαμηνές, επέμεινε ως τις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων (1912) ότι το μακεδονικό αδιέξοδο θα έβρισκε τη λύση του μόνο στο πλαίσιο μιας βαλκανικής ομοσπονδίας. Οι περισσότερες πάντως καταγγελίες εναντίον της Ελλάδας προέρχονταν από τους Βρετανούς που συνδέονταν με τη «Balkan Committee» του Λονδίνου, μια οργάνωση που είχε στο ενεργητικό της σημαντικές φιλοβουλγαρικές επιδόσεις.

Η ελληνική αντίδραση ήταν αναπόφευκτη. Αλλά όπως φαίνεται από ποικίλα δημοσιεύματα στον ευρωπαϊκό τύπο της εποχής, οι Έλληνες δεν είχαν καταφέρει να κάνουν κατανοητή στη δυτική κοινή γνώμη τη διαφορά ανάμεσα στην ιστορική ελληνική Μακεδονία και τον τρέχοντα –τότε– γεωγραφικό και πολιτικό της όρο (που περιελάμβανε και το βιλαέτι του Κοσσυφοπεδίου). Μόνο στα επόμενα χρόνια η δυσμενής για τις ελληνικές θέσεις στάση της ριζοσπαστικής ευρωπαϊκής διανόησης άρχισε να αλλάζει· το ίδιο αφορά και τις βουλγαρικές και τις αρμενικές εθνικές διεκδικήσεις, οι οποίες μάλιστα άρχισαν και να αποσυνδέονται η μια από την άλλη, με το επιχείρημα ότι η συνολική τους λύση ήταν πλέον ανέφικτη. Πάντως μερικοί προσέγγιζαν το μακεδονικό και το αρμενικό συγκριτικά, προτείνοντας στο πρώτο τη συνεννόηση ανάμεσα σε Έλληνες, Σέρβους και Βουλγάρους με βάση τα αποτελέσματα των στατιστικών για τη γλώσσα, την εθνική συνείδηση και τα σχολεία, και στο δεύτερο τα δημογραφικά δεδομένα των επιμέρους μικρασιατικών επαρχιών.

Οι κατηγορίες εναντίον της Ελλάδας δεν ήταν άσχετες με ένα ακόμα δεδομένο: ότι η Αθήνα, προκειμένου να αντιμετωπίσει την έκρυθμη κατάσταση στη Μακεδονία, άρχισε να προσεγγίζει την Υψηλή Πύλη. Η προσέγγιση εκείνη –αλλόκοτη με τα μέτρα της εποχής– αιτιολογήθηκε με δυο τουλάχιστον δεδομένα: Το γεγονός ότι ο τότε ηγεμόνας της Βουλγαρίας Φερδινάνδος Α΄ βολιδοσκοπούσε τον σουλτάνο για κάποιας μορφής πολιτική συνεννόηση, και, κυρίως, η έξαρση της ένοπλης δράσης των Βουλγάρων κομιτατζήδων στη Μακεδονία και στην ανατολική Θράκη. Η διατήρηση κάτω από τις τρέχουσες συνθήκες του οθωμανικού status quo στη Μακεδονία ήταν για την Ελλάδα της εποχής εκείνης προτιμότερη για την προστασία τού πιστού στο Οικουμενικό Πατριαρχείο πληθυσμού από την αιματοχυσία. Η Αθήνα (που αντιμετώπιζε ήδη προβλήματα και στις σχέσεις της με τη Ρουμανία) επικαλέστηκε το δικαίωμά της στη Realpolitik, προπάντων όταν ξέσπασε η «εξέγερση» του Κρουσόβου (Ilinden) της 20 Ιουλίου/2 Αυγούστου 1903, ένα αιματηρό γεγονός που έκανε την κατάσταση στη Μακεδονία ανεξέλεγκτη. Η ελληνοτουρκική συνεργασία βέβαια ήταν περιστασιακή και μονοδιάσταση· αφορούσε μόνο το μακεδονικό.

Μακεδονικός αγώνας (1904-1908). Ελληνικό ένοπλο σώμα Χαλκιδικής.

Με την ανακήρυξη του οθωμανικού Συντάγματος στα 1908, το ολοένα και συγκεντρωτικότερο νεοτουρκικό καθεστώς άρχισε να αμφισβητεί –στο όνομα της εκκοσμίκευσης του κράτους– την κοινοτική οργάνωση των μη μουσουλμανιών κοινοτήτων, χωρίς ωστόσο να θίξει αντίστοιχες κατεστημένες παραδόσεις στη μουσουλμανική πλειονότητα. Έτσι τα δυο Πατριαρχεία της Κωνσταντινούπολης, το Οικουμενικό και το Αρμενικό, αλλά και η βουλγαρική Εξαρχία, άρχισαν έναν απεγνωσμένο αγώνα για να διασώσουν τα παραδοσιακά «προνόμια» των χριστιανικών κοινοτήτων και συνεπώς και την εθνικο-θρησκευτική τους ταυτότητα από τη διακηρυσσόμενη ενσωμάτωση σε ένα κοινό «πατριωτικό» σώμα όλων των Οθωμανών υπηκόων της Αυτοκρατορίας. Αλλά στο μεταξύ προστέθηκαν και νέες αφορμές, που έπεισαν το νεοτουρκικό κομιτάτο να σκληρύνει ακόμα περισσότερο την εσωτερική του πολιτική: Ήταν η μονομερής ανακήρυξη της ανεξαρτησίας από τη Βουλγαρία και η προσάρτηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης από την Αυστρουγγαρία (5-6 Οκτωβρίου 1908). Και όταν άρχισαν ανάλογες κινήσεις για την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, το καθεστώς άρχισε για εκφοβισμό τη συστηματική δίωξη του ελληνικού στοιχείου της Αυτοκρατορίας και το ανηλεές μποϊκοτάζ του ελλαδικού εμπορίου. Στις κρίσιμες εκείνες περιστάσεις άρχισε σταδιακά η προσέγγιση της Αθήνας με τη Σόφια και το Βελιγράδι. Επιπλέον συνέκλιναν, για πρώτη φορά, και οι προσπάθειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της βουλγαρικής Εξαρχίας για τη διάσωση της εκκλησιαστικής και εκπαιδευτικής τουλάχιστον αυτονομίας των κοινοτήτων τους.

Η αρμενική ανταπόκριση στις προσπάθειες αυτές ήταν μάλλον αναιμική. Το γεγονός οφειλόταν καταρχήν στην έλλειψη κατά την περίοδο εκείνη εκκλησιαστικής ηγεσίας: Στο διάστημα από τις αρχές του 1909 ως το τέλος του 1911 το Αρμενικό Πατριαρχείο διοικούνταν ουσιαστικά από Τοποτηρητές ή με βραχύχρονες πατριαρχικές θητείες. Αλλά το κυριότερο εμπόδιο ήταν η διάσταση ανάμεσα στην εκκλησιαστική ηγεσία και τα αρμενικά επαναστατικά κόμματα, ιδιαίτερα το Dashnak. Οι ντασνακιστές εξακολουθούσαν να συνεργάζονται σταθερά με το καθεστώς ακόμα και

Ένοπλο σώμα ντασνακιστών. Στο λάβαρο διακρίνεται η φράση  Azatutyun kam Mah (Ελευθερία ή θάνατος).

μετά τις μαζικές σφαγές των Αρμενίων της Κιλικίας στα 1909· δεν διέρρηξαν επίσης τις σχέσεις τους με το νεοτουρκικό κομιτάτο παρά τη συστηματική αρπαγή των αρμενικών αγροτικών περιουσιών. Το ίδιο έπραξαν όταν τα ανθελληνικά πογκρόμ του 1909-1911 συμπεριελάμβαναν –κατά λάθος– και αρμενικούς πληθυσμούς. Στις διακηρύξεις φανατικών εκπροσώπων του μουσουλμανικού ιερατείου για τα προγκρόμ αυτά, αλλά και των εκφραστών του αναδυόμενου τουρκικού εθνικισμού, ο αντίπαλος δεν καθοριζόταν εθνικά, αλλά θρησκευτικά: το έργο έπρεπε να ολοκληρωθεί με την οικονομική εξουθένωση όλων των απίστων. Μόνον έτσι θα επικρατούσε  οικονομικά το «τουρκικό» στοιχείου έναντι του μη μουσουλμανικού (ελληνικού, αρμενικού και εν μέρει και ιουδαϊκού), το οποίο διαμεσολαβούσε επί αιώνες στις αποικιοκρατικές παρεμβάσεις της χριστιανικής Δύσης στην οθωμανική επικράτεια.

Το κλίμα αυτό επικράτησε ως τους βαλκανικούς πολέμους στα 1912-1913. Οι ντασνακιστές κρατήθηκαν στην μετριοπαθή τακτική τους έναντι των Νεοτούρκων, επειδή έβλεπαν ως έσχατη λύση στο εθνικό τους πρόβλημα τη μελλοντική ειρηνική συμβίωση του αρμενικού στοιχείου με το μουσουλμανικό. Τελικά η τακτική αυτή το μόνο που κατάφερε ήταν, όπως αποδείχτηκε σύντομα, η ἀναβολή τοῦ επερχόμενου δεινοῦ. Αυτό φάνηκε ήδη από τις αρχές τού 20ού αιώνα, όταν την ενδημική ανασφάλεια της οθωμανικής ενδοχώρας την επιδείνωσε ένας νέος παράγοντας: οι χιλιάδες μουσουλμάνοι πρόσφυγες (muhacirler), που κατέφθαναν αθρόοι αρχικά από τη Βουλγαρία και στη συνέχεια από τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Οι πρόσφυγες, αφού πρώτα κατέφυγαν πανικόβλητοι στη Θράκη και τη Μακεδονία, στη συνέχεια υποχρεώθηκαν, εξαιτίας των νέων εδαφικών οθωμανικών αναδιπλώσεων, να μετακινηθούν και πάλι προς τα ανατολικοθρακικά και ιωνικά παράλια και στη συνέχεια προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Αλλά στις παρεμβάσεις των αρχών για την «αποκατάσταση» των προσφύγων διακρίνει κανείς, εκτός από τους ανθρωπιστικούς, και πολιτικούς στόχους: τη δημογραφική αύξηση του μουσουλμανικού στοιχείου έναντι του χριστιανικού, του ελληνικού (και εν μέρει του βουλγαρικού) στην ανατολική Θράκη και την Ιωνία, του αρμενικού στη μικρασιατική ενδοχώρα.

Με το ξέσπασμα των βαλκανικών πολέμων οι Έλληνες, οι Βούλγαροι και οι Αρμένιοι υπήκοοι του σουλτάνου θα αρχίσουν να δοκιμάζονται με την αναπόφευκτη εμπλοκή τους στην αναμέτρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τους πέραν των συνόρων ομόθρησκους και ομοεθνείς τους. Η κατάσταση στα πολεμικά μέτωπα δεν ήταν καθόλου εύκολη, ιδιαίτερα για τους Αρμενίους. Καταρχήν όσοι προωθήθηκαν στο μέτωπο της Θράκης (οι περισσότεροι), βρέθηκαν συχνά απέναντι σε βουλγαρικές δυνάμεις στις οποίες συμμετείχαν, ως εθελοντές ή επιστρατευμένοι, εκατοντάδες ομοεθνείς τους. Συνολικά οι Αρμένιοι που εντάχθηκαν σε διάφορες μονάδες του βουλγαρικού στρατού υπολογίστηκαν σε 1.000 άνδρες. Οι σχέσεις άλλωστε των αρμενικών επαναστατικών οργανώσεων με τους Βουλγάρους ήταν, όπως αναφέρθηκε, και στενές και μακροχρόνιες. Συνεπώς ίσως δεν ήταν τυχαίο ότι στα μέτωπα της Θράκης σημειώθηκαν και αρκετές αρμενικές λιποταξίες από την οθωμανική προς τη βουλγαρική πλευρά.

Αλλά οι βαλκανικοί πόλεμοι και ιδιαίτερα ο πρώτος έδωσαν την αφορμή να επανέλθει στη διπλωματική επικαιρότητα το αρμενικό ζήτημα. Καταρχήν η δραματική αλλαγή του καθεστώτος κυριαρχίας στην Μακεδονία με την εκδίωξη των Οθωμανών ακύρωσε de facto τις αποφάσεις του συνεδρίου του Βερολίνου που συνδέονταν με τις πολυσυζητημένες, αλλά ανεκτέλεστες διοικητικές μεταρρυθμίσεις στα «αρμενικά βιλαέτια». Δεν ήταν τυχαίο ότι στον ευρωπαϊκό τύπο διατυπώνονταν φόβοι ότι σύντομα οι Οθωμανοί θα ήταν υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουν, εκτός από το βαλκανικό, και ένα ακόμα εσωτερικό μέτωπο στις αρμενικές τους επαρχίες. Εξάλλου η εκκλησιαστική και εθνική ηγεσία των Αρμενίων άρχισε να κινητοποιείται για τη διπλωματική αναψηλάφηση του αρμενικού ζητήματος, σε μια προσπάθεια να συμπεριληφθεί στις διαπραγματεύσεις που άρχιζαν στο Λονδίνο (Δεκέμβριος 1912) για τη ειρήνευση των εμπολέμων του πρώτου βαλκανικού πολέμου. Αλλά ο παράγοντας που επιτάχυνε τις εξελίξεις ήταν αναμφίβολα ο ρωσικός: Τον Ιούνιο του 1913 η ρωσική κυβέρνηση είχε ετοιμάσει ένα προσχέδιο για τις «αρμενικές μεταρρυθμίσεις», το οποίο και θα παρουσίαζε σύντομα σε ειδική πρεσβευτική συνδιάσκεψη στην Κωνσταντινούπολη. Οι Οθωμανοί αντέδρασαν, αντιπροτείνοντας ένα δικό τους σχέδιο διοικητικών μεταρρυθμίσεων για ολόκληρη την οθωμανική επικράτεια. Αλλά δεν έπεισαν πια κανέναν: Οι βαλκανικοί πόλεμοι δεν είχαν μόνο αλλάξει τον πολιτικό χάρτη στις ευρωπαϊκές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας· είχαν αναθερμάνει ως καταλύτες, το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον για την οριστική λύση και της αρμενικής εκκρεμότητας. Ταυτόχρονα, με τους πολέμους του 1912-13 έσβησε οριστικά και η ουτοπία του «οθωμανισμού» (osmanlılik) και των διλημμάτων που αυτό είχε εκθρέψει μεταξύ των χριστιανών και μουσουλμάνων θιασωτών του. Ακόμα και οι νομοταγείς ως τότε ντασνακιστές δεν ήταν πια διατεθειμένοι –με κάποιες εξαιρέσεις– να δώσουν νέα παράταση στις ως τότε «καλές» (αλλά δοκιμαζόμενες) σχέσεις τους με τους Νεότουρκους.

Έντυπο για το αρμενικό και μακεδονικό ζήτημα.

Τον Ιούλιο του 1913 η πρεσβευτική συνδιάσκεψη, που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη για να συζητήσει το αρμενικό αποφάσισε τον χωρισμό των «αρμενικών» βιλαετιών σε δυο μεγάλες διοικητικές ενότητες, την αποστολή σ’ αυτές ευρωπαϊκής χωροφυλακής (κατά το προηγούμενο της Μακεδονίας), τον διορισμό εκεί δυο Ευρωπαίων «επιθεωρητών» (inspecteurs généraux) με αυξημένες αρμοδιότητες, αλλά και τη συμμετοχή των χριστιανών στις νομαρχιακές συνελεύσεις των δυο «επιθεωρητειών» σε ποσοστό 50%. Οι διεθνείς αυτές εγγυήσεις για την ασφάλεια των Αρμενίων στις ανατολικές επαρχίες της Μικράς Ασίας ήταν αυτή τη φορά ρεαλιστικές σε σύγκριση με τις ασταθείς προϋποθέσεις που είχε δημιουργήσει για το ίδιο ζήτημα πριν από μια τριακονταπενταετία περίπου το συνέδριο του Βερολίνου. Ωστόσο η τουρκική κυβέρνηση αναζητούσε στρατηγήματα για να εξουδετερώσει και το νέο σχέδιο. Με πρόφαση λοιπόν τις εκκρεμότητες του δευτέρου βαλκανικού πολέμου (που έληξαν με τις συνθήκες ειρήνης των Οθωμανών με τους Βουλγάρους και τους Έλληνες στις 17/30 Σεπτεμβρίου και 1/14 Νοεμβρίου 1913) άρχισε παρελκυστικές διαπραγματεύσεις για την τελική διαμόρφωση του σχεδίου. Παράλληλα δεν σταμάτησε και τις οργανωμένες μαζικές διώξεις των ελληνικών πληθυσμών της Θράκης και της Ιωνίας. Ήταν φανερό ότι, μετά τις τραυματικές εμπειρίες στα Βαλκάνια, οι Νεότουρκοι δεν ήταν διατεθειμένοι να απεμπολήσουν τα αρχικά τους σχέδια για τον μετασχηματισμό της Αυτοκρατορίας σε εθνικά ομογενοποιημένο τουρκικό κράτος. Αποδέχτηκαν βέβαια εκόντες άκοντες (8 Φεβρουαρίου 1914) τις αποφάσεις των Δυνάμεων για τις αρμενικές τους επαρχίες, καθώς επίσης, μερικούς μήνες αργότερα τον διορισμό των δυο Ευρωπαίων «επιθεωρητών». Ωστόσο πολύ σύντομα (2 Αυγούστου 1914) θα υπογράψουν τη μυστική γερμανοτουρκική συνθήκη συμμαχίας, που θα τους εντάξει στο στρατόπεδο των Κεντρικών Δυνάμεων. Με την έκρηξη λοιπόν του Μεγάλου Πολέμου δεν θα αναβάλουν απλώς την εφαρμογή του νόμου για τη διοικητική αναδιοργάνωση της οθωμανικής Αρμενίας· θα τον καταργήσουν (16 Δεκεμβρίου), εκδιώκοντας ταυτόχρονα και τον έναν από τους δυο Ευρωπαίους «επιθεωρητές» που είχε στο μεταξύ σπεύσει να αναλάβει τα καθήκοντά του. Τέλος, για να απαλλαγούν ολοκληρωτικά από την επανεμφάνιση στο μέλλον του φάσματος ενός νέου αρμενικού προβλήματος, θα θέσουν σε εφαρμογή στα 1915 την από χρόνια κυοφορούμενη στους κλειστούς κύκλους του νεοτουρκικού κομιτάτου τελική «λύση»: τη μαζική εξόντωση του συνόλου σχεδόν του αρμενικού πληθυσμού της οθωμανικής επικράτειας. Η εκτέλεση του εφιαλτικού αυτού σχεδίου, το οποίο θα ολοκληρωθεί στα επόμενα χρόνια με την εκμηδένιση και των Ελλήνων και των άλλων χριστιανικών λαών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα επισκιάσει με την έκταση και την αγριότητά του όλες τις ανθρώπινες εκατόμβες των προηγούμενων δεκαετιών.

Armenian Genocide Museum – Institute, Yerevan. Virtual Tour

O Ιωάννης Κ. Χασιώτης είναι Ομότιμος Καθηγητής Νεώτερης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ και Επίτιμος Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης  Διετέλεσε, επίσης, επισκέπτης Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Πρόεδρος του ΔΣ του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα και Αντιπρόεδρος του ΔΣ του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου. Το Πανεπιστήμιο της Γρανάδας του απένειμε το χρυσό μετάλλιο Τιμής και  η ισπανική κυβέρνηση το παράσημο του Ταξιάρχη. Η Δημοκρατία της Αρμενίας, με σχετική πράξη του Προέδρου της, τον τίμησε με το «Μετάλλιο Μοβσές Χορενατσί» για το πολύτιμο επιστημονικό έργο του περί του Αρμενικού ζητήματος .
  • Ελληνική διασκευή της μελέτης του συγγραφέα “La dimensón balcánica de la cuestión armenia (1856-1914)”, στο: Balcanes. Procesos históricos y desafíos actuales, επιμ. D. M. Morfakidis Motos – J. A. Ruiz Jiménez, Γρανάδα 2017, σ. 197-216.

 

 ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Argyriadès, «Ceux qui luttent pour leur liberté. Crète et Macédoine», Almanach de la Question Sociale […] pour 1897, Παρίσι, 1897, σ. 232-236.

André Barre, L’esclavage blanc (Arménie et Macédoine), Παρίσι, L. Michaud, χ.χ. [1909].

Dogan Y. Çetinjaya, The Young Turks and the Boycott Movement: Nationalism, Protest and the Working Classes in the Formation of Modern Turkey, Λονδίνο, I.B. Tauris, 2013.

Vahakn N. Dadrian, The History of the Armenian Genocide. Ethnic Conflict from the Balkans to Anatolia to the Caucasus, Providence, RI, Berghahn, 1995.

Louise Nalbandian, The Armenian Revolutionary Movement. The Development of Armenian Political Parties through the Nineteenth Century, Berkeley, Calif., Univ. of California Press, 1963.

Surik V. Ovnanian, Armiano-bolgarskie istoričeskie sviazi i armianskie kolonii ν Bolgarii vo vtoroi polovine XIX veka (Οι αρμενοβουλγαρικές ιστορικές σχέσεις και οι αρμενικές παροικίες στη Βουλγαρία στο δεύτερο μισό του 19ου αι.), Εριβάν, Izdatelstvo Akademii Nauk Armianskoi SSR, 1968.

Duncan M. Perry,  «The Macedonian Revolutionary Organization’s Armenian Connection», Armenian Review, 42/1 (1989), 61-70.

Armand J. Kirakossian, British Diplomacy and the Armenian Question: From the 1830s to 1914, Princeton N.J., The Gomidas Institute, 2003.

Ivan Savev, «Victor Bérard et la Macédoine», Cahiers balkaniques, 38-39 (2011), 149-166.

Ronald Grigor Suny – Fatma Müge Göçek – Norman M. Naimark (επιμ.), A Question of Genocide: Armenians and Turks at the End of the Ottoman Empire, Νέα Υόρκη, Oxford Univ. Press, 2011.

Stéphane Yérasimos, «Comment furent tracées les frontières actuelles au Proche-Orient. Des crayons, des gommes, des cartes, des ratures», Hérodote, 41 (1986), 123-161.

K. Χασιώτης, Ἀδελφά ἔθνη ἐν μέσ θυέλλης. Αρμένιοι και Έλληνες στις μεγάλες κρίσεις του Ανατολικού Ζητήματος (1856-1914), Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 2015.

Αγγελική Δεληκάρη–Μαρία Μητσού: Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός και η περίοδος τρομοκρατίας στη Ρωσία

Αγγελική Δεληκάρη – Μαρία Μητσού

Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός και η περίοδος τρομοκρατίας στη Ρωσία

 

Ο Ιβάν Δ΄ (1530-1584), γιος του Ρώσου ηγεμόνα Βασίλειου Γ΄ (1505-1533) και της Έλενας Glinskaja, συνέδεσε το όνομά του με μία ιδιαίτερα σκληρή και πολλές φορές βίαιη άσκηση εξουσίας και έμεινε στην Ιστορία γνωστός με το προσωνύμιο Τρομερός. Η προσωπικότητά του από πολύ νωρίς σημαδεύτηκε από τραγικές απώλειες στο στενό συγγενικό περιβάλλον του. Σε ηλικία μόλις τριών ετών έχασε τον πατέρα του (1533), ενώ πέντε χρόνια αργότερα έφυγε από τη ζωή και η μητέρα του (1538), για την οποία υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ότι δηλητηριάστηκε από τους βογιάρους. Μέχρι την ενηλικίωσή του συνέχισε να βιώνει ένα κλίμα έντονων αντιπαραθέσεων και μηχανορραφιών ανάμεσα σε δύο κυρίως αριστοκρατικές οικογένειες των Šujskij, απογόνων των ηγεμόνων του Suzdal’, και των Bel’skij, επιφανούς οικογένειας της δυτικής Ρωσίας. Συχνά ο νεαρός τσάρος χρησιμοποιήθηκε σε ίντριγκες, που ενίοτε κατέληγαν σε φόνους και εξορίες. Τα βιώματα αυτά της παιδικής ηλικίας του συντέλεσαν κατά πάσα πιθανότητα στη δυσπιστία που τον διακατείχε σε όλη την περίοδο της ζωής του σε συνδυασμό με τη συνεχή εμμονή καταδίωξης, αφού έβλεπε παντού συνομωσίες και προδότες.

Η στέψη του σε τσάρο στις 16 Ιανουαρίου του 1547 πραγματοποιήθηκε σε μια λαμπρή τελετή με βάση το βυζαντινό τυπικό. Έναν μήνα μετά την ανάληψη της εξουσίας νυμφεύτηκε την Αναστασία Romanovna, γόνο της μετέπειτα δυναστείας των Romanov. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους η Μόσχα συνταράχθηκε από μία εξέγερση των κατοίκων της με αφορμή καταστροφές που προκλήθηκαν από αλλεπάλληλες πυρκαγιές στην πόλη. Αν και ευθυνόταν γι’ αυτό μάλλον η μεγάλη ξηρασία, ο λαός απέδωσε ευθύνες στην οικογένεια των Glinskij, συγγενών του τσάρου από την πλευρά της μητέρας του. Τα δραματικά γεγονότα που εκτυλίχθηκαν τότε από τον εξαγριωμένο όχλο (λεηλασία ανακτόρων, λιθοβολισμός έως θανάτου του θείου του τσάρου, Jurij Glinskij, κ.ά.) επηρέασαν αποφασιστικά τη διαμόρφωση της πολιτικής του Ιβάν Δ΄. Συνειδητοποιώντας τη σκληρή πραγματικότητα και τη μοναξιά του ηγεμόνα, έθεσε ως πρωταρχικό στόχο την εδραίωση της τσαρικής εξουσίας με τη δημιουργία ενός ισχυρού συγκεντρωτικού κράτους και τον περιορισμό της δύναμης των βογιάρων. Σ’ αυτή την πορεία συνέβαλαν οι μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε στους τομείς της δικαιοσύνης, του στρατού και της εκκλησίας. Κεντρικό ρόλο στον σχεδιασμό των αλλαγών αυτών διαδραμάτισε το «επιλεγμένο συμβούλιο» (Izbrannaja rada), που απαρτιζόταν από νέα σχετικά σε ηλικία έμπιστα άτομα του τσάρου όπως, ο knjaz Andrej Kurbskij, ο προϊστάμενος του προσωπικού γραφείου του τσάρου, Aleksej Adašev, ο επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής, Ivan Vyskovatyj, ο ιερέας της Αυλής, Silvestr’, και ο προκαθήμενος της Ρωσικής Εκκλησίας, Μακάριος, που ταυτόχρονα αποτελούσε και πατρική μορφή για τον Ιβάν Δ΄. Το συμβούλιο αυτό λειτουργούσε άτυπα στο πλαίσιο της Bojarska duma, του ανώτερου συμβουλευτικού οργάνου του τσάρου.

Ο Ιβάν Δ΄ σε νεαρή ηλικία και η τσαρίνα Αναστασία.

Από τη μεταρρύθμιση του δικαίου προέκυψε ο νέος νομικός κώδικας, ο Sudebnik, που προέβλεπε τη δημιουργία κεντρικών υπηρεσιών του κράτους και τη μείωση των δικαστικών δικαιοδοσιών των βογιάρων-τοποτηρητών στις επαρχίες της χώρας. Όσον αφορά τον στρατό, οργάνωσε ένα επίλεκτο στρατιωτικό σώμα 3000 τουφεκιοφόρων, των Strelcy, που αποτέλεσε την προσωπική φρουρά του τσάρου. Μια άλλη μονάδα 1000 οπλιτών, οι οποίοι έλαβαν κτήματα (pomestje) κοντά στη Μόσχα, είχε ως κύριο καθήκον τους την επίλυση διπλωματικών, διοικητικών αλλά και έκτακτων στρατιωτικών προβλημάτων. Τέλος, καθορίστηκε η στρατιωτική θητεία, σύμφωνα με την οποία κάθε γαιοκτήμονας όφειλε να διαθέτει, όποτε έκρινε το κράτος, για κάθε 545 στρέμματα που κατείχε, έναν εξοπλισμένο ιππέα. Στο πλαίσιο αυτό των μεταρρυθμίσεων εντάσσεται και η ρύθμιση των σχέσεων κράτους-Εκκλησίας. Το 1551 συγκλήθηκε σύνοδος (έμεινε γνωστή ως Stoglav Sobor), προϊόν της οποίας ήταν ένας τόμος με 100 κεφάλαια σχετικά με την ανανέωση της  Εκκλησίας, αλλά και την τήρηση των ηθών του Χριστιανισμού. Θεσπίστηκαν μέτρα που καταδίκαζαν τις αυθαιρεσίες των επισκόπων, τη σιμωνία, τη διαφθορά στην Εκκλησία, την ύπαρξη μικτών μοναστηριών, κ.ά. Στόχος ήταν γενικότερα η ηθική ζωή των πολιτών, η απαγόρευση της μέθης, του όρκου, των τυχερών παιχνιδιών, της συμμετοχής σε λαϊκές εκδηλώσεις ενδεχομένως παγανιστικής προέλευσης. Στις μεταρρυθμίσεις αυτές ο τσάρος είχε ως έναν βαθμό τη συμπαράσταση του κλήρου, αφού η Ρωσική Εκκλησία δέχθηκε να συμμετέχει με την περιουσία της στις οικονομικές υποχρεώσεις του κράτους. Ταυτόχρονα απαγορεύτηκε η δωρεά γαιών προς τα εκκλησιαστικά ιδρύματα.

Μετά την ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων, που συνέβαλαν στη σταθεροποίηση της εξουσίας στο εσωτερικό της χώρας, ο τσάρος άρχισε να εκδηλώνει τα επεκτατικά σχέδιά του. Στράφηκε εναντίον των χανάτων του Καζάν και του Αστραχάν, απομεινάρια της Χρυσής Ορδής. Το 1552 κατέλαβε την πόλη του Καζάν μετά από δύο αποτυχημένες πολιορκίες, ενώ μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια ολοκλήρωσε την υποταγή ολόκληρου του χανάτου. Το 1556 προσάρτησε και το χανάτο του Αστραχάν. Αυτό σήμαινε ότι οι Ρώσοι κυριαρχούσαν πλέον κατά μήκος του Βόλγα, γεγονός που τους επέτρεπε την πρόσβαση στις αγορές της Ανατολής. Με τις κατακτήσεις αυτές η Μόσχα είχε την ευκαιρία να προχωρήσει προς τα Ουράλια αλλά και τη Σιβηρία. Αρκετά αργότερα, το 1582, το Χανάτο Σιμπίρ στη δυτική Σιβηρία περιήλθε επίσης στην κατοχή του Ιβάν Δ΄, όταν το κατέλαβαν οι Κοζάκοι και του το προσέφεραν ως «δώρο».

Η κατάληψη του Καζάν το 1552, πίνακας του Aleksey Kivshenko (1880).

Στη συνέχεια ο τσάρος έστρεψε το ενδιαφέρον του προς τη Λιβονία (τμήμα της σημερινής Λετονίας), η οποία βίωνε μία βαθιά εσωτερική κρίση. Προσπαθώντας να επωφεληθεί από την κατάσταση, ο Ιβάν Δ΄ ζήτησε την αποπληρωμή ενός μεγάλου χρηματικού ποσού ως αναδρομικό φόρο. Η αδυναμία της χώρας να ανταποκριθεί οικονομικά αποτέλεσε την αφορμή για την απαρχή ενός πολέμου που θα ξεκινήσει το 1558 και θα διαρκέσει 25 έτη. Αν και η Λιβονία δεν κατόρθωσε να αντισταθεί και διαλύθηκε, ωστόσο η Ρωσία δεν είχε ουσιαστικό όφελος, αφού τα εδάφη της διαμοιράστηκαν ανάμεσα στη Σουηδία, τη Δανία και την Πολωνία-Λιθουανία. Η εξέλιξη αυτή ανάγκασε τον Ιβάν Δ΄ να υπογράψει συνθήκη με τη Δανία και εκεχειρία με τη Σουηδία. Επόμενος στόχος του τσάρου ήταν να αποσπάσει την ηγεμονία του Πόλοτσκ από την Πολωνία-Λιθουανία. Η κατάκτηση της πόλης του Πόλοτσκ (1563) αποτέλεσε τη μεγαλύτερη στρατιωτική ρωσική επιτυχία. Ωστόσο άρχιζε μία καθοδική πορεία στις στρατιωτικές δυνάμεις της Ρωσίας που οφειλόταν κυρίως στη συμπεριφορά του τσάρου απέναντι στους στρατιωτικούς ηγέτες και διπλωμάτες. Πολλοί θα πέσουν θύματα των εκκαθαρίσεων του Ιβάν Δ΄, ενώ άλλοι θα επιλέξουν να ζητήσουν καταφύγιο στο εχθρικό στρατόπεδο. Την ίδια περίοδο οι βαριές φορολογικές υποχρεώσεις του πληθυσμού προς το κράτος αυξάνονταν εξαιτίας των επεκτατικών πολέμων της Ρωσίας. Αυτό προκάλεσε μαζική φυγή του πληθυσμού από τις κεντρικές περιοχές του κράτους προς τη στέπα, όπου υπήρχε μεγαλύτερη ασφάλεια από τους φοροεισπράκτορες του τσάρου. Την ερήμωση επιδείνωσαν επίσης οι μαζικοί διωγμοί, ο παρατεταμένος λιμός των ετών 1569-1571, αλλά και η εισβολή του Κριμαϊκού χανάτου στη Ρωσία το 1571/1572. Το τελευταίο έγινε αιτία να οδηγηθούν στην ομηρία πάνω από 100.000 Ρώσοι πολίτες. Η δημογραφική αυτή πτώση συντέλεσε στην αδυναμία καλλιέργειας των κτημάτων των στρατιωτών, με αποτέλεσμα να μείνουν χωρίς έσοδα οι στρατιωτικοί και να λιποτακτούν και αυτοί μαζικά, αποδυναμώνοντας ακόμη περισσότερο το ρωσικό στράτευμα.

Η εδαφική επέκταση της Ρωσίας (1533 – 1598).

Η εκλογή του Ούγγρου ηγεμόνα της Τρανσυλβανίας και ικανότατου στρατηγού Στέφανου Báthory ως βασιλιά της Πολωνίας-Λιθουανίας το 1578 θα επηρεάσει αρνητικά τις εξελίξεις για τη Ρωσία στο στρατιωτικό πεδίο. Ο Báthory σε συνεργασία με τους Σουηδούς κινήθηκε εναντίον της Ρωσίας και κατόρθωσε το 1579/1580 να επανακτήσει το Πόλοτσκ, ενώ η Σουηδία κατέλαβε το ρωσικό τμήμα της Καρελίας. Ο τσάρος, βλέποντας τον ρωσικό στρατό να αδυνατεί να ανταποκριθεί στα πολλά μέτωπα, αναγκάστηκε να παρακαλέσει το Βατικανό για διαμεσολάβηση, αφήνοντας ανοιχτό στον πάπα το ενδεχόμενο να συμμετάσχει η Ρωσία σε ένα αντιτουρκικό μέτωπο, αλλά και υπόνοιες για συναίνεσή του στην Ένωση των δύο Εκκλησιών. Οι συνθήκες ειρήνης που ακολούθησαν (με την Πολωνία-Λιθουανία το 1582 και με τη Σουηδία το 1583) ήταν ιδιαίτερα ταπεινωτικές για τη Ρωσία. Επιστράφηκαν στην Πολωνία-Λιθουανία όλα τα εδάφη της Λιβονίας, ενώ η Σουηδία εδραίωσε την κυριαρχία της στις κατακτημένες ρωσικές περιοχές και πόλεις. Με τον τρόπο αυτόν η Ρωσία εξακολουθούσε να βρίσκεται αποκομμένη από τη Βαλτική θάλασσα και να μαστίζεται από σημαντική οικονομική κρίση στο εσωτερικό.

Ivan le Terrible (documentaire)

Ο Ιβάν Δ΄ ήδη από το 1560 είχε αρχίσει να λαμβάνει μέτρα εναντίον συμβούλων, συνεργατών, αξιωματούχων και εκκλησιαστικών ανδρών, θεωρώντας ότι όλοι αυτοί αποσκοπούσαν να κυβερνούν τη χώρα και να παρακάμπτουν τον τσάρο. Ο θάνατος δύο προσφιλών προσώπων του, της συζύγου του Αναστασίας το 1560 και του μητροπολίτη Μακάριου το 1563 επέδρασε αρνητικά στην ψυχολογία του. Αυτό που είχε τώρα πρώτιστη σημασία για τον τσάρο ήταν η επιβολή της απόλυτης εξουσίας του με την εξουδετέρωση των αντιπάλων του. Η συμπεριφορά άλλωστε του Andrej Kurbskij, τοποτηρητή της Λιβονίας, και παράλληλα προσωπικού φίλου και συγγενή του Ιβάν Δ΄, να διαφύγει (τον Απρίλιο του 1564) στη Λιθουανία, πυροδότησε μια σειρά διώξεων και εκτελέσεων των knjazi και των βογιάρων. Προκειμένου να εξαφανίσει ο τσάρος κάθε ίχνος απειλής, δημιούργησε ένα ειδικό σώμα, την οπρίτσνινα (Oprichnina), εγκαινιάζοντας μία περίοδο τρομοκρατίας για τη χώρα. Εκτεταμένα εδάφη της βόρειας ευρωπαϊκής Ρωσίας υπήχθησαν σε ένα νέο νομικό καθεστώς και θεωρήθηκαν προσωπική ιδιοκτησία του τσάρου. Οι περιοχές αυτές λειτούργησαν ως πηγές εσόδων της οπρίτσνινα, ενώ οι ιδιοκτήτες τους εξορίστηκαν. Η κατώτερη αριστοκρατία των παραπάνω περιοχών είχε το δικαίωμα να ενταχθεί σε ένα επίλεκτο στρατιωτικό σώμα, τη σωματοφυλακή του τσάρου. Οι οπρίτσνικοι φορούσαν μαύρη στολή και έφεραν στη ζώνη ένα είδος σαρώθρου, που συμβόλιζε την αποστολή τους, δηλαδή την εκκαθάριση της χώρας από τους συνωμότες. Το σώμα αριθμούσε περί τα 5.000-6.000 μέλη και οι οικονομικές απολαβές από τα δημευμένα κτήματα αποτελούσαν για τους περισσότερους δέλεαρ για να ενταχθούν σ’ αυτό. Οι περιοχές της οπρίτσνινα διατηρούσαν τη δική τους διοίκηση και εκκλησιαστική ιεραρχία, ενώ στις υπόλοιπες περιοχές του κράτους ίσχυε ο ήδη υπάρχων διοικητικός μηχανισμός. Φυσικά ο τσάρος ήταν ο απόλυτος άρχων παντού.

Σε όλη τη διάρκεια της οπρίτσνινα κυριάρχησε στη Ρωσία καθεστώς τρόμου. Πολλοί αξιωματούχοι-ευγενείς εκτελέστηκαν, βασανίστηκαν, δηλητηριάστηκαν, μαστιγώθηκαν δημόσια, ή ακόμη υποχρεώθηκαν να γίνουν μοναχοί. Τα ίδια δεινά υπέστησαν και οι συγγενείς, οι φίλοι και οι δουλοπάροικοί τους. Όσον αφορά τις περιουσίες τους, αυτές μοιράστηκαν ανάμεσα στον τσάρο και τους καταδότες. Το 1566 αποφάσισαν 300 αριστοκράτες να στείλουν γραπτή επιστολή προς τον τσάρο με αίτημα την κατάργηση της οπρίτσνινα. Αυτός αμέσως διέταξε τη φυλάκιση όλων όσων είχαν υπογράψει την επιστολή, ενώ πενήντα από αυτούς μαστιγώθηκαν δημόσια και τρεις εκτελέστηκαν.

Η οπρίτσνινα του ζωγράφου Nikolai Nevrev (δεκαετία του 1870). Ο πίνακας αναπαριστά τα τελευταία λεπτά του βογιάρου Feodorov, τον οποίο είχαν συλλάβει για προδοσία.

Με πρόσχημα την προδοσία ο τσάρος προχώρησε στη λεηλασία και την καταστροφή πόλεων, οχυρών, μοναστηριών. Φοβούμενος ότι η ηγεμονία του Νόβγκοροντ μαζί με άλλες περιοχές της βορειοδυτικής Ρωσίας θα ζητούσαν πιθανόν να προσαρτηθούν στο βασίλειο της Πολωνίας-Λιθουανίας, οργάνωσε εκστρατεία τον Δεκέμβριο του 1569. Η επιχείρηση ξεκίνησε με μία αιφνιδιαστική επιδρομή εναντίον του Τβερ, αποκόπτοντας όλες τις προσβάσεις προς την πόλη. Ακολούθησε η κατάληψη του Τβερ και η εξόντωση των εμπόρων και των βιοτεχνών μαζί με τις οικογένειές τους, προβάλλοντας ως πρόσχημα τη λιθουανική καταγωγή τους. Την ίδια τύχη είχαν και οι 500 οικογένειες από το Πσκοβ, που είχαν εγκατασταθεί νωρίτερα εκεί κατόπιν εντολής της οπρίτσνινα. Θύμα των διώξεων αυτών έπεσε και ο μητροπολίτης Μόσχας Φίλιππος, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε έντονα για τις σφαγές αυτές. Στραγγαλίστηκε στις 28 Δεκεμβρίου του 1569 από έναν άνθρωπο του τσάρου σε μία μονή κοντά στο Τβερ. Ο θάνατός του βέβαια αποδόθηκε σε ασφυξία από τον ανθυγιεινό αέρα του κελιού. Η βιαιότητα του Ιβάν Δ΄ συνεχίστηκε δριμύτερη στο Νόβγκοροντ. Οι κάτοικοι της πόλης, αγνοώντας τις προθέσεις του τσάρου, του επεφύλασσαν μία λαμπρή υποδοχή με επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο. Ο τσάρος όμως τους κατηγόρησε για εσχάτη προδοσία, με αιτιολογία ότι αυτοί σκόπευαν να παραδώσουν το Νόβγκοροντ και την περιοχή του στον βασιλιά της Πολωνίας. Στη συνέχεια προχώρησε σε μαζική εκκαθάριση του εμπορικού κόσμου, καθώς και των συγγενών και των φίλων τους. Έστησε μάλιστα εικονικές δίκες και με βασανιστήρια ανάγκασε την ανώτερη τάξη του Νόβγκοροντ (βογιάρους, εμπόρους, υπαλλήλους, ιερείς και μοναχούς) να δηλώσουν την ενοχή τους. Στους «προδότες» επιβλήθηκε ως ποινή ο πνιγμός στα παγωμένα νερά του ποταμού Βόλχοβ. Ολόκληρες οικογένειες βρήκαν φρικτό θάνατο. Κατόπιν εντολής του Ιβάν Δ΄ λεηλατήθηκαν οι εκκλησίες και οι μονές της πόλης και των περιχώρων, ακόμη και τα οστεοφυλάκια των αγίων και τα κελιά των μοναχών. Μεγάλες καταστροφές υπέστη και ο ιστορικός ναός της Αγίας Σοφίας του Νόβγκοροντ που χρονολογούνταν από τον 11ο αιώνα (αφαιρέθηκαν το τέμπλο, τα ιερά σκεύη, εικόνες κ.ά.). Την ίδια τύχη είχαν και οι μονές. Μάλιστα εκεί επέβαλε ο τσάρος έκτακτη χρηματική εισφορά. Οι οπρίτσνικοι, όπως ήταν φυσικό, εστίασαν την καταστροφική μανία τους στις επιχειρήσεις, αρπάζοντας εμπορεύματα από τις αποθήκες, αλλά και πολύτιμα αντικείμενα από τις οικίες των πλουσίων. Από το διαταραγμένο μυαλό του τσάρου δεν γλίτωσαν ούτε οι ζητιάνοι που εκείνον τον χειμώνα αυξήθηκαν εξαιτίας του λιμού. Προκειμένου να επιβιώσουν, έφτασαν σε σημείο να τρώνε τα πτώματα των εκτελεσμένων «προδοτών». Έτσι οι επιχειρήσεις εκκαθάρισης επεκτάθηκαν και σ’ αυτούς με ομαδικούς πνιγμούς στον ποταμό του Νόβγκοροντ. Παρόμοια κατάσταση επικράτησε και σε άλλες πόλεις της βόρειας Ρωσίας. Η εισβολή των Τατάρων στη Μόσχα τον Μάιο του 1571 είχε σαν αποτέλεσμα μία μεγάλη πυρκαγιά. Οι υλικές ζημιές ήταν ανυπολόγιστες. Ο τσάρος βρήκε τότε την ευκαιρία να κατηγορήσει γι’ αυτό τα μέλη της δούμας της zemština. Η πολιτική που ακολουθούσε ο Ιβάν Δ΄ είχε αποδυναμώσει τον στρατό από τα ικανά στελέχη του, αφήνοντας παράλληλα εκτεθειμένα τα νότια σύνορα της χώρας.

Με τις λεηλασίες προσπαθούσε η οπρίτσνινα να γεμίζει τα άδεια ταμείου του κράτους. Ο τσάρος φαινομενικά ήταν ικανοποιημένος με το επίτευγμά του, να ορίζει δηλαδή αυτός και μόνο την τύχη όλων των κοινωνικών τάξεων της Ρωσίας. Η ζωή και ο θάνατος των υπηκόων εξαρτιόταν αποκλειστικά από τον ίδιο. Μετά από επτά έτη απόλυτης τρομοκρατίας αρχίζει σιγά σιγά να διαφαίνεται η αποσύνθεση της οπρίτσνινα. Η πυρκαγιά στη Μόσχα (Μάιος 1571), αλλά κυρίως ο αιφνίδιος θάνατος της τρίτης γυναίκας του Ιβάν Δ΄, Marfa Sobakina, λίγες ημέρες μετά τον γάμο τους γεννούν υποψίες στον τσάρο για συνωμοσίες στους κόλπους των οπρίτσνικοι. Ούτε αυτοί δεν μπορούσαν πια να αισθάνονται ασφαλείς από τις διαθέσεις του Ιβάν Δ΄. Το φθινόπωρο του 1571 δύο από τους καλύτερους διπλωμάτες και ταυτόχρονα επιφανή μέλη της οπρίτσνινα, ο Johann Taube και ο Elert Kruse, και οι δύο γερμανικής καταγωγής, αυτομολούν στο εχθρικό στρατόπεδο. Η πράξη αυτή αιφνιδίασε τον τσάρο, ο οποίος συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε πλέον να αισθάνεται ασφαλής. Το διάστημα των οκτώ αυτών ετών τρομοκρατίας και βίας σε συνδυασμό με τον πολυδάπανο πόλεμο με τη Λιβονία είχαν εξαντλήσει οικονομικά τη Ρωσία.

Ο Ιβάν Δ΄ με τον σκοτωμένο γιο του, Πίνακας του Ilja E. Repin (1885).

Ο Ιβάν Δ΄ παρά τη δυσπιστία και την καχυποψία που τον περιέβαλε, μπορούσε να γίνει όργανο στα χέρια κάποιων που τον έπειθαν για την αφοσίωση και την υποταγή τους. Του άρεσαν οι κολακείες, και γύρω του συγκεντρώνονταν διάφοροι ευνοούμενοι, οι οποίοι επεδίωκαν με κάθε τρόπο να ενισχύουν την αλαζονεία του. Αν και υπερβολικά θρησκόληπτος, δεν δίστασε να παντρευτεί επτά φορές (κάποιες από τις γυναίκες του δολοφονήθηκαν), αλλά και να διατηρεί πολλές εξωσυζυγικές σχέσεις. Μάλιστα τα τέκνα που προέκυπταν από αυτές τα έπνιγε με τα ίδια του τα χέρια. Αργότερα βέβαια μπορεί να μετανοούσε. Παράλληλα σκεφτόταν να ασπαστεί τον μοναχισμό, γι’ αυτό και είχε κάνει μία μεγάλη χρηματική δωρεά στη Μονή του Αγίου Κυρίλλου, για να του ετοιμάσουν ένα κελί. Όλη του τη ζωή περιστοιχιζόταν από τον θάνατο και μέχρι το τέλος ταλανιζόταν από φόβο για συνωμοσίες, μίσος και δίψα για εκδίκηση.

Σε μία έκρηξη θυμού στράφηκε και εναντίον του γιου και διαδόχου του, αφού υποψιαζόταν ότι εποφθαλμιούσε τον τσαρικό θρόνο. Τον χτύπησε ανελέητα μέχρι θανάτου. Ο φόνος του γιου του, που συνεπαγόταν και το τέλος του μοσχοβίτικου δυναστικού οίκου, στιγμάτισε τον Ρώσο ηγεμόνα. Θέλοντας να απαλλαγεί από τις τύψεις, διέταξε να δημιουργηθούν κατάλογοι με τα ονόματα των θυμάτων του, ώστε να τελούνται μνημόσυνα για τη σωτηρία της ψυχής τους.

Ο Ιβάν Δ΄ πέθανε τον Μάρτιο του 1584. Για τον θάνατό του υπάρχουν δύο εκδοχές. Σύμφωνα με την πρώτη δηλητηριάστηκε από συνωμότες του στενού περιβάλλοντός του με τη βοήθεια του προσωπικού γιατρού του. Η δεύτερη αναφέρεται σε φυσικά αίτια. Λίγο πριν φύγει από τη ζωή έλαβε τη μοναχική κουρά.

Η περίοδος που ακολούθησε χαρακτηρίστηκε από μία βαθιά πολιτική, οικονομική, κοινωνική και δυναστική κρίση του κράτους της Μόσχας. Ο γιος του Fjodor που τον διαδέχτηκε ανέλαβε την εξουσία μόνο τυπικά (1584-1598), αφού ήταν άτομο με νοητική καθυστέρηση και δεν άφησε διάδοχο. Θα ακολουθήσει η λεγόμενη «περίοδος των ταραχών (1584-1613)» έως την άνοδο στον θρόνο της δυναστείας των Romanov με την εκλογή του Michail Romanov σε τσάρο το 1613.

 

Ivan the Terrible – 1944 – Sergei Eisenstein

 

Ο Nikolay Cherkasov ως Ιβάν ο Τρομερός, στην ομώνυμη κλασσική κινηματογραφική εκδοχή του Sergei Eisenstein (1944–1946).

 

 

Η Αγγελική Δεληκάρη είναι Επίκουρη Καθηγήτρια
της Μεσαιωνικής Ιστορίας των Σλαβικών Λαών στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

 

Η Μαρία Μητσού είναι απόφοιτος του
Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

R. Payne – N. Romanoff, Ivan the Terrible, New York 22002.

I. de Madariaga, Ivan the Terrible. First Tsar of Russia, New Haven and London 2005.

Γ. Μαλιγκούδη, Η Μεσαιωνική Ρωσία, Αθήνα 2013.

L. Trepanier, Political Symbols in Russian History: Church, State, and the Quest for Order and Justice,Lexington Books 2017

Ch. Ziegler, The History of Russia, Greenwood Publishing Group 1999

N. Shields Kollmann, The Russian Empire (1450-1801), Oxford University Press 2017.

Δημήτριος Σιδηρόπουλος: Η μουσουλμανική κατάκτηση της βυζαντινής Σικελίας (827-902)

Δημήτριος Σιδηρόπουλος

Η μουσουλμανική κατάκτηση της βυζαντινής Σικελίας (827-902)

 

Η Σικελία είναι το μεγαλύτερο νησί της Μεσογείου (έκταση 25.708 τ.χλμ.) και χωρίζεται από την ηπειρωτική Ιταλία από το θαλάσσιο Στενό της Μεσσήνης. Η στρατηγική της θέση την κατέστησε παραδοσιακό πεδίο αντιπαράθεσης ισχυρών δυνάμεων. Από το 210 π.Χ. η Σικελία αποτέλεσε τμήμα του Ρωμαϊκού κράτους. Στα μέσα του 5ου αι. μ.Χ. οι Γερμανοί Βάνδαλοι, με επικεφαλής τον Γιζέριχο, την κατέκτησαν πρόσκαιρα. Σύντομα ωστόσο οι Οστρογότθοι, επίσης γερμανικό φύλο, διείσδυσαν αρχικά στην ιταλική χερσόνησο και έπειτα εκδίωξαν τους Βάνδαλους από τη νήσο.

Γύρω στα μέσα του 6ου αι., μετά το πέρας των πολέμων του Ιουστινιανού Α΄ στη Δύση και την αποκατάσταση της αυτοκρατορικής εξουσίας στην Ιταλία, η Σικελία και ο εν πολλοίς ελληνόφωνος τότε πληθυσμός της πέρασαν στον έλεγχο των Βυζαντινών. Έκτοτε, το νησί βίωσε μία ειρηνική περίοδο περίπου 100 ετών. Ωστόσο, η άνοδος του Ισλάμ και οι μουσουλμανικές κατακτήσεις στο μεσογειακό κόσμο κατά τον 7ο αι. μετέβαλλαν άρδην την κατάσταση.

Η πρώτη αραβική επιδρομή στη Σικελία πραγματοποιήθηκε το 652 από πλοία του συριακού ναυτικού, το οποίο μόλις είχε ναυπηγηθεί υπό τις οδηγίες του μελλοντικού χαλίφη Μωαβία. Θα ακολουθούσαν και άλλες, με στόχο κυρίως την αποκόμιση λαφύρων και αιχμαλώτων και όχι τη μόνιμη εγκατάσταση στο νησί. Κατά το διάστημα των μεγάλων αραβικών κατακτήσεων στην Αίγυπτο και τη βόρεια Αφρική (7ος αι.) η Σικελία απέκτησε ειδικό βάρος στο στρατηγικό σχεδιασμό των Βυζαντινών. Ο αυτοκράτορας Κώνστας Β΄ ενδιαφέρθηκε για τις υποθέσεις της Δύσης και μετέφερε την αυλή του στις Συρακούσες, όπου τελικά δολοφονήθηκε τον Ιούνιο του 668. Κατά τα επόμενα χρόνια η Σικελία αποτέλεσε σημαντικό αυτοκρατορικό προπύργιο στη Δύση. Από εκεί ξεκίνησαν τα βυζαντινά στρατεύματα για την πρόσκαιρη ανακατάληψη της Καρχηδόνας το 698.

Η δημιουργία ναυτικών βάσεων στις ακτές της βόρειας Αφρικής, ειδικά στην Τύνιδα, έφερε ωστόσο τους Άραβες κοντά στη Σικελία. Κατά το α´ μισό του 8ου αι. οι επιδρομές τους συνεχίστηκαν, αλλά όχι συστηματικά, καθώς ήταν ήδη σε εξέλιξη η κατάκτηση της Ιβηρικής χερσονήσου. Η αυγή του 9ου αι. βρήκε τη Σικελία με νέους γείτονες. Η δυναστεία των Αγλαβιδών, που εγκαθιδρύθηκε το 799 στη σημερινή Τυνησία, έδωσε έμφαση κυρίως στην εδραίωση της εξουσίας της επί των τοπικών φύλων και άφησε σε δεύτερη μοίρα την επιθετική πολιτική σε βάρος της Σικελίας και των βυζαντινών εδαφών γενικότερα.

Οι Αγλαβίδες ωστόσο προχώρησαν στη σύναψη συμφωνιών ειρήνης με τους Βυζαντινούς διοικητές του νησιού, αρχικά το 803 με δεκαετή διάρκεια και έπειτα το 813 με παρόμοιους όρους. Η ενδομουσουλμανική σύγκρουση στη βόρεια Αφρική μεταξύ των Αγλαβιδών και της νεοϊδρυθείσας δυναστείας των Ιδρισίδων στο Μαρόκο δεν άφηνε πολλά περιθώρια για άλλες πολεμικές επιχειρήσεις.

Η ανέφελη περίοδος τερματίστηκε ωστόσο σύντομα. Την αφορμή θα την έδιναν οι ίδιοι οι Βυζαντινοί. Το 826 εκδηλώθηκε στη Σικελία στασιαστικό κίνημα κατά του αυτοκράτορα Μιχαήλ Β΄, οργανωμένο από τον διοικητή των ναυτικών δυνάμεων του τοπικού «θέματος», τουρμάρχη Ευφήμιο1. Ο τελευταίος εκμεταλλεύθηκε τις επιπτώσεις του μικρασιατικού κινήματος του Θωμά του Σλάβου (821-823) και προσπάθησε να γίνει κυρίαρχος του νησιού· μάλιστα κατάφερε να καταλάβει τις Συρακούσες, διοικητική έδρα της Σικελίας. Η αντεπίθεση των πιστών στον αυτοκράτορα στρατευμάτων, έλαβε χώρα υπό τον στρατηγό Παλατά και τον διοικητή της Πανόρμου Μιχαήλ. Οι συγκεκριμένοι αξιωματούχοι αποκατέστησαν γρήγορα την τάξη και εκδίωξαν τον Ευφήμιο και τους οπαδούς του από τις Συρακούσες. Ο αποστάτης κατέφυγε στην αυλή των Αγλαβιδών στο Καϊρουάν, όπου πρότεινε στον εμίρη Ζιγιαντάτ Αλλάχ Α΄ να γίνει φόρου υποτελής του, εφόσον ο τελευταίος του παρείχε υποστήριξη για να αποκτήσει εκ νέου τον έλεγχο του νησιού. Ο εμίρης ήταν διστακτικός αρχικά· ωστόσο, πείστηκε από τους συμβούλους του ότι μία εκστρατεία κατά των Βυζαντινών θα αποδυνάμωνε την εσωτερική αντιπολίτευση, η οποία τον κατηγορούσε για τρυφηλή ζωή και νωθρότητα, ιδιαίτερα ως προς το σκέλος της επέκτασης του Ιερού Πολέμου (τζιχάντ). Η εμπλοκή των Αράβων στη Σικελία επρόκειτο να αποτελέσει την απαρχή μιας σκληρής και μακροχρόνιας σύγκρουσης για την κατοχή του νησιού.

Χάρτης της Σικελίας με τα κύρια σημεία συγκρούσεων κατά την υπό εξέταση περίοδο (σχεδίαση Νάσια Γιαννούτσου / ΓΝΩΜΩΝ Εκδοτική για το άρθρο του γράφοντος στο περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία 222 [Αθήνα, Ιούλιος 2015]).

Στα μέσα του Ιουνίου του 827 αραβική εκστρατευτική δύναμη 10.000 πεζών και 700 ιππέων ξεκίνησε από τα Σούσα της Τυνησίας με προορισμό τη Σικελία. Επικεφαλής τέθηκε ο Άσαντ μπιν αλ Φουράτ, εξέχουσα προσωπικότητα του κράτους των Αγλαβιδών. Ο Ευφήμιος θα διοικούσε τις πιστές σε αυτόν δυνάμεις, που τον περίμεναν στις νότιες ακτές της Σικελίας. Η απόβαση των Αράβων πραγματοποιήθηκε κοντά στη Μάζαρα, στα νοτιοδυτικά της νήσου, αρχικά δίχως αντίσταση. Οι εισβολείς συγκρούστηκαν όμως με τους άνδρες του Ευφημίου, επειδή εξέλαβαν εσφαλμένα τους τελευταίους ως πιστά στον αυτοκράτορα στρατεύματα. Η εμπλοκή έληξε σύντομα χωρίς σοβαρές απώλειες.

Οι Βυζαντινοί συγκέντρωσαν δυνάμεις, ώστε να εκδιώξουν άμεσα τους Άραβες. Οι μνήμες της πρόσφατης μουσουλμανικής κατάκτησης της Κρήτης ήταν νωπές και οι αυτοκρατορικοί αξιωματούχοι της Σικελίας ήταν αποφασισμένοι να μην ακολουθήσει το νησί τους την ίδια μοίρα. Υπό τη διοίκηση του Παλατά οι βυζαντινές δυνάμεις προήλασαν στη Μάζαρα, όπου ενεπλάκησαν σε μάχη με τα στρατεύματα του Άσαντ και του Ευφημίου. Από τη σύγκρουση, που διήρκεσε αρκετές ώρες, αναδείχθηκαν νικητές οι εισβολείς. Οι αυτοκρατορικοί αποσύρθηκαν με σχετική τάξη στο εσωτερικό του νησιού. Κύριο μέλημά τους αποτέλεσε πλέον η ενίσχυση στρατηγικών ερεισμάτων (φρούριο Έννε, Πάνορμος, Συρακούσες, Κεφαλοίδιον). Παράλληλα, ενισχύσεις αναμένονταν από την Καλαβρία και τη Μικρά Ασία, καθώς ο Μιχαήλ Β´ είχε ειδοποιηθεί για τις εξελίξεις.

Μετά τη νίκη του ο Άσαντ κατέλαβε τη Μάζαρα. Η πόλη αποτέλεσε εφεξής ορμητήριο των Αράβων για τη σταδιακή κατάκτηση όλου του νησιού. Επόμενος στόχος τους ήταν οι Συρακούσες στην ανατολική πλευρά. Η πορεία που έπρεπε να ακολουθήσουν οι εισβολείς διερχόταν αναγκαστικά από το νότιο οδικό άξονα του νησιού. Εκεί βρίσκονταν δύο βυζαντινά οχυρά, το Μήναιον και ο Ακράγας. Με τη βοήθεια του Ευφημίου, που γνώριζε τα στρατηγικά σημεία του νησιού αλλά και τις αδυναμίες των ρωμαϊκών δυνάμεων, τα στρατεύματα του Άσαντ παρέκαμψαν τα οχυρά. Κατόπιν εμφανίστηκαν μπροστά στα τείχη των Συρακουσών (χειμώνας του 827).

Η ισχυρή φρουρά των Συρακουσών διέθετε προμήθειες, ώστε να αντέξει μακρά πολιορκία. Η έλευση του χειμώνα θα αποτελούσε επιπρόσθετο πρόβλημα για τους Άραβες, οι οποίοι όμως ήλπιζαν σε γρήγορη πτώση της πόλης, έχοντας λάβει ενισχύσεις από την Αφρική. Ο Μιχαήλ Β΄ γνώριζε ότι οι ενισχύσεις που σκόπευε να στείλει δεν θα έφθαναν εγκαίρως, ώστε να σώσουν την πόλη. Έτσι, ζήτησε βοήθεια από τον δόγη της Βενετίας Τζιουστινιάνο (825-829). Ισχυρή μοίρα του βενετικού στόλου κατέπλευσε πράγματι στη Σικελία στις αρχές του 828, αλλά δεν κατάφερε να άρει την πολιορκία των Συρακουσών. Ωστόσο, μία επιδημία έπληξε τους πολιορκητές την άνοιξη του 829, ενώ η εξάντληση των προμηθειών τους οδήγησε σε λιμό. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο Άσαντ. Ο θάνατός του καταρράκωσε το ηθικό των Αράβων. Έτσι αποφασίστηκε η εγκατάλειψη της πολιορκίας.

Έπειτα από υπόδειξη του Ευφημίου, οι Άραβες κατέλαβαν όμως το Μήναιον, το οποίο θα χρησίμευε ως προωθημένη βάση για μόνιμη παρουσία στη δυτική πλευρά του νησιού. Εκεί κατέφθασαν σύντομα ενισχύσεις από την Αφρική. Ο νέος διοικητής των αραβικών δυνάμεων Μωχάμεντ αλ Τζαράουι αποφάσισε τη συγκρότηση δύο επιθετικών σωμάτων: το πρώτο θα πολιορκούσε τον Ακράγαντα στα δυτικά, ενώ το δεύτερο (στο οποίο θα συμμετείχαν και στρατεύματα του Ευφημίου) θα κατευθυνόταν προς την ενδοχώρα του νησιού με στόχο το ισχυρό οχυρό Έννε.

Dirham του ηγεμόνα της Ιφρικίγια Ζιγιαντάτ Αλλάχ Α΄ (817-838), τρίτου εμίρη της δυναστείας των Αγλαβιδών. Στα χρόνια της αρχής του ξεκίνησε η αραβική κατάκτηση της Σικελίας.

Η πολιορκία του Ακράγαντα ήταν σύντομη, καθώς η μικρή αυτοκρατορική φρουρά του σύντομα υπέκυψε στις υπέρτερες αραβικές δυνάμεις. Ωστόσο, η περίπτωση του δυσπρόσιτου Έννε ήταν διαφορετική. Ο Ευφήμιος γνώριζε πως λόγω της μορφολογίας του εδάφους η πολιορκία θα ήταν επίπονη και μακρά. Έτσι, αποφάσισε να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με τη φρουρά. Αρχικά φάνηκε πως οι συνομιλίες βρίσκονταν σε καλό δρόμο. Οι πολιορκημένοι όμως μάλλον προσπαθούσαν να κερδίσουν χρόνο με την παράταση των διαπραγματεύσεων, ώστε να φτάσουν οι ενισχύσεις του Μιχαήλ Β΄ στα ανατολικά του νησιού (αρχές άνοιξης του 829) υπό τη διοίκηση του στρατηγού Θεόδοτου. Οι πολιορκημένοι του Έννε κατόρθωσαν μάλιστα, σε μία συνάντησή τους με αραβική αντιπροσωπεία, να δολοφονήσουν τον αποστάτη και ιθύνοντα νου της αραβικής εισβολής Ευφήμιο· ο θάνατός του ουσιαστικά προκάλεσε μάλιστα και τη διάλυση των δυνάμεών του. Από το σημείο αυτό και μετά οι Άραβες έπρεπε να διεξαγάγουν μόνοι τους τις επιχειρήσεις κατά των Βυζαντινών.

Η ανταρσία του Ευφημίου έληξε επομένως την άνοιξη του 829. Τα δεινά της δεν επρόκειτο όμως να τελειώσουν. Οι Άραβες είχαν πλέον αγκιστρωθεί γερά, ενισχυόμενοι συνεχώς από νέες ξεκούραστες δυνάμεις. Οι Βυζαντινοί δεν έμειναν πάντως άπραγοι. Ο Θεόδοτος προωθήθηκε στο Έννε για να λύσει την πολιορκία του και ενέπλεξε σε μάχη τις αραβικές δυνάμεις που είχαν περισφίξει την πόλη. Αν και οι πολιορκητές επικράτησαν στη σύγκρουση που ακολούθησε, ο Θεόδοτος κατόρθωσε να διεισδύσει στο Έννε με το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών του.

Παρά τη νίκη τους οι Άραβες δεν επιχείρησαν να καταλάβουν με έφοδο την πόλη. Συνέχισαν με υπομονή την πολιορκία επιδιώκοντας την πτώση του Έννε μέσω εξάντλησης της φρουράς ή διαπραγματεύσεων. Ο Θεόδοτος σε σύντομο χρονικό διάστημα κατάφερε να αναδιοργανώσει την άμυνα και να εμψυχώσει τους πολιορκημένους. Τους οδήγησε μάλιστα σε έξοδο, η οποία ανάγκασε τους Άραβες να κλειστούν στο στρατόπεδό τους. Οι αραβικές δυνάμεις επιχείρησαν να διασπάσουν τον αποκλεισμό με νυκτερινή έξοδο που απέτυχε όμως με μεγάλες απώλειες. Οι επιζήσαντες κατάφεραν με δυσκολία να φτάσουν έως το Μήναιον. Τους ακολούθησε όμως κατά πόδας ο Θεόδοτος και έθεσε υπό πολιορκία το οχυρό. Οι Άραβες δεν είχαν προετοιμαστεί για πολιορκία, με αποτέλεσμα σύντομα να εμφανιστούν ελλείψεις σε τρόφιμα. Η πείνα οδήγησε τους πολιορκημένους στη σφαγή των αλόγων και σε αγωνιώδη προσπάθεια εξασφάλισης τροφής από άλλα ζώα (ακόμη και σκυλιά). Η φρουρά του Ακράγαντα διαβλέποντας την επικείμενη πτώση του Μήναιου αποφάσισε να εγκαταλείψει την πόλη και υποχώρησε στη Μάζαρα.

Η κατάσταση ήταν κρίσιμη για τους Άραβες. Οι Βυζαντινοί, υπό την ικανή ηγεσία του Θεοδότου, είχαν καταφέρει σχεδόν να εκκαθαρίσουν το νησί από τη μουσουλμανική παρουσία. Την πτώση του Μήναιου, που φάνταζε επικείμενη, θα ακολουθούσε προέλαση έως τη Μάζαρα, τελευταίο ουσιαστικά προγεφύρωμα των Αράβων στη Σικελία. Σύντομα ωστόσο ένα απρόοπτο γεγονός έμελλε να αλλάξει τη ροή της σύγκρουσης.

Στα μέσα του καλοκαιριού του 829 ισχυρή ναυτική μοίρα από το Ομαϋαδικό εμιράτο της Κόρδοβας έφτασε στη Σικελία. Ο Θεόδοτος εκτίμησε πως επρόκειτο για επιχείρηση πειρατικού χαρακτήρα, δίχως απώτερο στρατηγικό στόχο. Η επιδρομή όμως ήταν πραγματικό δώρο για τους πολιορκημένους Άραβες στο Μήναιον. Παρότι γνώριζαν ότι οι Ανδαλούσιοι της Κόρδοβας δεν αντιμετώπιζαν με ιδιαίτερη θέρμη το ενδεχόμενο να πολεμήσουν για τα συμφέροντα των Αββασιδών επικυρίαρχων των Αγλαβιδών, τους πρότειναν να αναλάβουν αυτοί (ο αρχηγός τους Άσμπαγκ μπιν Ουακίλ) τη διοίκηση των επιχειρήσεων στο νησί, με αντάλλαγμα τη λύση της πολιορκίας της πόλης. Ενδεχομένη συμμαχία των μουσουλμανικών δυνάμεων θα επηρέαζε μάλλον καταλυτικά τις επιχειρήσεις. Άλλωστε, Ανδαλούσιοι ήταν και οι μουσουλμάνοι που είχαν πριν από μερικά χρόνια είχαν αποβιβαστεί και κατακτήσει την Κρήτη.

Ο Άσμπαγκ αποδέχθηκε τελικά την πρόταση των πολιορκημένων του Μήναιου. Η αύξηση της επιρροής στην κεντρική Μεσόγειο αποτελούσε πάγια επιδίωξη των εμίρηδων της Κόρδοβας, και αυτή ήταν καλή ευκαιρία για την απόκτηση προωθημένων ναυτικών βάσεων κοντά στην ιταλική χερσόνησο και τα δυτικά εδάφη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Δίχως χρονοτριβή οι Ανδαλούσιοι προήλασαν μέχρι το Μήναιον και έλυσαν την πολιορκία του. Ο Θεόδοτος διέταξε υποχώρηση προς το Έννε για να ανασυντάξει τις δυνάμεις του. Την ίδια στιγμή όμως οι συνδυασμένες αραβικές δυνάμεις υπό τον Άσμπαγκ έκαιγαν το Μήναιον και έθεταν υπό πολιορκία την Καλονιάνα. Οι Βυζαντινοί δεν κινήθηκαν για να σπάσουν τον κλοιό γύρω από την τελευταία. Προτίμησαν να χτυπήσουν τους Άραβες με μικρά τμήματα που παρενοχλούσαν τις φάλαγγες ανεφοδιασμού. Ο Άσμπαγκ όμως συνέχισε την πολιορκία της Καλονιάνα, ενώ παράλληλα οι μουσουλμανικές δυνάμεις, που βρίσκονταν στη Μάζαρα, προήλασαν στην Πάνορμο. Η τελευταία βρέθηκε πολιορκημένη από ξηρά και θάλασσα, καθώς τις επιχειρήσεις των Αράβων στη ξηρά συνεπικουρούσε ισχυρή δύναμη από εκατό και πλέον πολεμικά πλοία.

Ενώ οι Άραβες πολιορκούσαν την Καλονιάνα, ασθένεια έπληξε το στρατόπεδό τους και προκάλεσε σοβαρές απώλειες. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο Άσμπαγκ. Η πόλη όμως έπεσε στα τέλη του φθινοπώρου του 830. Η μουσουλμανική επιτυχία ήταν πρόσκαιρη, καθώς ο Θεόδοτος αντεπιτέθηκε και ανάγκασε τους εισβολείς να υποχωρήσουν στα δυτικά. Σειρά από συγκρούσεις και διαδοχικές βυζαντινές νίκες έφερε και πάλι τους Άραβες πίσω στη Μάζαρα. Στις συγκρούσεις αυτές σκοτώθηκε όμως ο Θεόδοτος, γεγονός που συνιστούσε σημαντικό πλήγμα για τους Βυζαντινούς. Ο θάνατός του αποσυντόνισε την άμυνα του νησιού, ενώ οι διάδοχοί του αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων.

Επί σχεδόν ένα έτος η Πάνορμος, στα βορειοδυτικά του νησιού, βρισκόταν υπό πολιορκία, χωρίς να λάβει κάποια βοήθεια. Η κατάσταση στην πόλη είχε γίνει αφόρητη, καθώς τα τρόφιμα λιγόστευαν. Η στρατηγική θέση της την είχε καταστήσει κύριο αντικειμενικό στόχο των Αράβων. Ο κλοιός ήταν ασφυκτικός από ξηρά και θάλασσα. Ο διοικητής της πόλης, σπαθάριος Συμεών, αφού συμβουλεύτηκε τους αξιωματικούς της φρουράς, ήλθε σε συνεννόηση με τους πολιορκητές. Συμφώνησε να παραδώσει την Πάνορμο με αντάλλαγμα την ασφαλή αποχώρηση της δύναμής του. Έτσι, το Σεπτέμβριο του 831, οι Άραβες απέκτησαν σημαντική βάση στα βόρεια του νησιού εξασφαλίζοντας παράλληλα την κυριαρχία και στο δυτικό τμήμα του. Η Πάνορμος έγινε πρωτεύουσα του αραβικού τμήματος της Σικελίας, με τους Αγλαβίδες να στέλνουν στο νησί έναν βαλή (διοικητή), έμπρακτη απόδειξη πως θεωρούσαν την περιοχή ως τμήμα του εμιράτου τους. Ο πληθυσμός της πόλης, που είχε ούτως η άλλως μειωθεί δραματικά, υπέστη τα πάνδεινα. Μέρος του σφαγιάστηκε μετά την αποχώρηση της φρουράς, ενώ πολλοί αιχμαλωτίστηκαν με την προοπτική της πώλησης στα σκλαβοπάζαρα του Καϊρουάν και σε άλλα κέντρα της μουσουλμανικής Αφρικής.

Η πτώση της Πανόρμου αποτέλεσε πρώτο σημείο καμπής στη σύγκρουση μεταξύ Αράβων και Βυζαντινών για την κυριαρχία στο νησί. Τις επιχειρήσεις της περιόδου 827-831 ακολούθησε σχετική ηρεμία. Οι Άραβες προτίμησαν να ασχοληθούν με την οργάνωση των κατακτημένων εδαφών του νησιού, ενώ οι Βυζαντινοί δεν διέθεταν τις απαραίτητες δυνάμεις για να επιχειρήσουν εκ νέου μεγάλης κλίμακας αντεπίθεση. Άλλωστε δεν αναμένονταν ενισχύσεις από την Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας Θεόφιλος έπρεπε να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη δραστηριότητα των Αββασιδών στην Ανατολή, καθώς υπό τη διοίκηση του χαλίφη αλ Μαμούν οι Άραβες διενεργούσαν συνεχείς επιδρομές. Η απατηλή αυτή ηρεμία όμως δεν επρόκειτο να κρατήσει για πολύ.

Από τον Ιανουάριο του 834 ξεκίνησαν πάλι οι πολεμικές επιχειρήσεις. Οι Άραβες με νέες δυνάμεις επιτέθηκαν κατά του Έννε. Η κατάκτησή του ήταν ζωτικής σημασίας, καθώς η στρατηγική θέση του ήλεγχε τις προσβάσεις προς το ανατολικό τμήμα της Σικελίας. Για την επίτευξη του στόχου αυτού οι Άραβες διέθεσαν σημαντικές δυνάμεις και κατάφεραν τελικά να επικρατήσουν των Βυζαντινών. Ο ικανός βαλής της Σικελίας Αμπού Φιχρ μετέβη στην περιοχή, ώστε να ασχοληθεί με την οργάνωση της πολιορκίας του οχυρού. Αφού κατάφερε την άνοιξη του 834 να αποκρούσει αιφνιδιαστική έξοδο της φρουράς του Έννε, έστειλε αναγνωριστικά αποσπάσματα στα ανατολικά. Αυτά έφτασαν μέχρι τα προάστια των Συρακουσών, δίχως να συναντήσουν σοβαρή αντίσταση.

Το επίτευγμα των Αράβων ανησύχησε τη βυζαντινή διοίκηση της Σικελίας. Ενισχύσεις ζητήθηκαν από την Κωνσταντινούπολη, αλλά ήταν αδύνατο να σταλούν άμεσα. Από το καλοκαίρι του 834 έως τις αρχές του 835 τα ρωμαϊκά στρατεύματα της Σικελίας συγκρούστηκαν επανειλημμένα με τις υπέρτερες δυνάμεις του Αμπού Φιχρ. Αν και οι Βυζαντινοί συνήθως ηττούνταν, η αντίστασή τους εμπόδισε τους Άραβες να αυξήσουν την κυριαρχία τους στο νησί. Την άνοιξη του 835 (ίσως τον Απρίλιο) ο βυζαντινός στρατηγός διοικητής αποφάσισε να αντιμετωπίσει σε ανοικτή μάχη τους Άραβες. Οι τελευταίοι αποδέχθηκαν την πρόκληση και υπό τον Αμπού Φιχρ κέρδισαν σημαντική νίκη, για την οποία οι πηγές (αραβικές και βυζαντινές) δεν παρέχουν λεπτομέρειες. Οι νικητές κατά τη λεηλασία του βυζαντινού στρατοπέδου αιχμαλώτισαν τη σύζυγο και τον γιο του Βυζαντινού στρατηγού και αποκόμισαν πλούσια λεία. Ενθαρρυμένος από τη νέα νίκη ο Αμπού Φιχρ έστειλε αποσπάσματα για να επιτεθούν στα περίχωρα του Ταυρομενίου.

Παρά τις συνεχείς επιτυχίες η κατάσταση στο μουσουλμανικό στρατόπεδο ήταν περίπλοκη. Στις νεοκατακτηθείσες περιοχές συμβίωναν με τους γηγενείς Άραβες (που συγκροτούσαν τη διοικητική και κοινωνική ελίτ) και Βέρβεροι (που αποτελούσαν την πλειονότητα των μουσουλμανικών δυνάμεων). Οι συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο τελευταίες εθνικές ομάδες, που πριν από χρόνια είχαν ταλαιπωρήσει το Αγλαβιδικό εμιράτο, ανέκυψαν και στη Σικελία. Τα θύματα ήταν πολλά, ανάμεσά τους και ο Αμπού Φιχρ. Ο δραστήριος βαλής δολοφονήθηκε από τον Βέρβερο υπηρέτη του, ο οποίος έπειτα βρήκε καταφύγιο στα εδάφη της Σικελίας που ελέγχονταν από τους Βυζαντινούς.

Η αναταραχή αποσυντόνισε το μουσουλμανικό στρατόπεδο μέχρι την άφιξη του νέου διοικητή αλ Φαντλ μπιν Γιακούμπ, ο οποίος κατέφθασε από το Καϊρουάν φέρνοντας νέα και πιστά στρατεύματα. Ο αλ Φαντλ γνώριζε ότι η συνέχιση των επιχειρήσεων ήταν ο ιδανικός τρόπος για να καταλαγιάσουν οι εσωτερικές έριδες στα αραβικά εδάφη της Σικελίας. Γι’ αυτό οδήγησε προσωπικά δύο επιδρομές κατά των Συρακουσών και του Έννε. Κατά την επιδρομή εναντίον του Έννε ο αλ Φαντλ αντιμετώπισε όμως ισχυρές βυζαντινές δυνάμεις υπό το στρατηγό της Σικελίας (τον ίδιο που είχε ηττηθεί από τον Αμπού Φιχρ). Αυτή τη φορά οι Βυζαντινοί κατάφεραν να απωθήσουν τους Άραβες και τους καταδίωξαν, αλλά οι τελευταίοι κατέφυγαν σε δυσπρόσιτη ορεινή περιοχή. Ο Βυζαντινός στρατηγός αποφάσισε να διακόψει την καταδίωξη καθώς φοβήθηκε τη μορφολογία του εδάφους, ιδιαίτερα ευνοϊκή για τη δημιουργία ενέδρας, και διέταξε υποχώρηση. Ενδεχομένως οι Βυζαντινοί πίστευαν ότι είχαν διασκορπίσει τις αραβικές δυνάμεις και δεν έλαβαν κατά την οπισθοχώρησή τους μέτρα ασφαλείας. Έτσι, αιφνιδιάστηκαν από τους Άραβες κατά τη διάρκεια της νύχτας και υπέστησαν σημαντικές απώλειες· ο στρατηγός της Σικελίας διέφυγε μετά βίας, ενώ το βυζαντινό στρατόπεδο λεηλατήθηκε.

Ενώ η μία ήττα διαδεχόταν την άλλη, στα τέλη του καλοκαιριού του 835 ο βυζαντινός στόλος εμφανίστηκε στη Σικελία. Η παρουσία του έγινε άμεσα αισθητή. Σε σειρά από μικρές ναυμαχίες κατίσχυσε έναντι των Αράβων και τους ανάγκασε να γίνουν πιο προσεκτικοί. Μάλιστα σε σύγκρουση κινδύνευσε ο Αμπού Αγκλάμπ, συγγενής του εμίρη της Αφρικής Ζιγιαντάτ Αλλάχ, που ταξίδευε προς την Πάνορμο για να αναλάβει τη διοίκηση των μουσουλμανικών δυνάμεων της Σικελίας. Αφού κατάφερε να αποβιβαστεί στο νησί, προχώρησε άμεσα στην ανασυγκρότηση των ναυτικών του δυνάμεων και ανέθεσε στον αλ Φαντλ, μέχρι πρότινος διοικητή της Σικελίας, την ηγεσία τους. Ο αλ Φαντλ αποδείχθηκε εξίσου ικανός και σε αυτόν τον τομέα, καθώς το 836 οδήγησε τις αραβικές μοίρες σε επιτυχημένες επιδρομές κατά της νήσου Παντελερία, στα νότια της Σικελίας, αλλά και κατά των Αιολίδων νήσων στα βορειοδυτικά της.

Και στην ξηρά όμως οι Αγλαβίδες δεν έμεναν αδρανείς. Την άνοιξη του 837 ισχυρό απόσπασμα υπό τον στρατηγό Αμπντ ελ Σαλάμ κινήθηκε κατά του Έννε, αλλά οι Βυζαντινοί κατάφεραν έπειτα από σκληρή μάχη να το κατανικήσουν και να αιχμαλωτίσουν τον Άραβα διοικητή. Αντί να αποθαρρυνθούν, οι αρχές της Πανόρμου έστειλαν νέες ισχυρότερες δυνάμεις που έθεσαν υπό πολιορκία το Έννε. Οι Βυζαντινοί προτίμησαν πάλι να εμπιστευθούν τις αποδεδειγμένα ισχυρές οχυρώσεις του, παρά να αντιπαρατεθούν άμεσα στον καταφανώς υπέρτερο εχθρό. Οι Άραβες δεν επιχείρησαν μετωπικές εφόδους κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου, αλλά συνέχισαν να ενισχύουν τις θέσεις τους γύρω από την πόλη. Περίμεναν την κατάλληλη ευκαιρία για να επιτεθούν· αυτή εμφανίστηκε το χειμώνα, πιθανότατα στις αρχές του Δεκέμβρη του 837, όταν ανακάλυψαν ένα κρυφό πέρασμα που οδηγούσε μέσα στην πόλη. Η νυκτερινή αραβική επίθεση αιφνιδίασε τους Βυζαντινούς, οι οποίοι όμως κατάφεραν να αποσυρθούν στη φύσει οχυρή ακρόπολη. Έτσι, οι Άραβες ήλεγχαν μεν το μεγαλύτερο μέρος της πόλης, αλλά δεν είχαν εξουδετερώσει την απειλή της φρουράς. Παράλληλα, η επιδείνωση των καιρικών συνθηκών δεν επέτρεπε την παραμονή τους σε περιοχή που δεν ήλεγχαν απόλυτα. Γι’ αυτούς τους λόγους αποφάσισαν να αποχωρήσουν, αφού πρώτα έλαβαν χρηματικό ποσό από τους Βυζαντινούς.

Οι συνεχείς ήττες ώθησαν τον αυτοκράτορα Θεόφιλο να ενισχύσει τη Σικελία. Στην ηγεσία των στρατευμάτων που εστάλησαν τέθηκε ο γαμπρός του καίσαρας Αλέξιος Μωσηλέ. Ο Θεόφιλος του εμπιστεύτηκε περίπου 4.000 στρατιώτες και αρκετά πλοία, δείγμα της πρόθεσής του να αντιστρέψει τις τύχες του πολέμου. Πράγματι, ο Μωσηλέ έφτασε εγκαίρως την άνοιξη του 838 για να λύσει την πολιορκία του οχυρού Κεφαλοιδίου, περίπου 40 χλμ. ανατολικά της Πανόρμου. Έπειτα, πέτυχε διαδοχικές νίκες επί των Αράβων ανυψώνοντας το ηθικό των βυζαντινών στρατευμάτων. Το διάλειμμα επιτυχιών όμως δεν κράτησε πολύ. Στην Κωνσταντινούπολη διαδίδονταν φήμες ότι ο Μωσηλέ σκόπευε να στασιάσει. Έτσι, στα μέσα του 839 ο Θεόφιλος τον ανακάλεσε. Ο αγώνας στη Σικελία επρόκειτο να πάρει νέα, αγριότερη μορφή, καθώς οι Άραβες συνειδητοποιούσαν ότι οι Βυζαντινοί δεν διέθεταν τα απαραίτητα μέσα για να τους αντιμετωπίσουν. Αυτό το συμπέρασμα θα τους οδηγούσε στην ανάληψη περισσότερων και πιο τολμηρών επιθετικών επιχειρήσεων.

Ο αυτοκράτωρ Θεόφιλος (829-842) με τους αυλικούς του. Κατά την περίοδο της βασιλείας του οι Άραβες επέκτειναν σημαντικά τη ζώνη επιρροής τους στη Σικελία και την ηπειρωτική Ιταλία.

Τον Ιούνιο του 838 πέθανε ο εμπνευστής της αραβικής επέμβασης στη Σικελία, εμίρης της Αφρικής Ζιγιαντάτ Αλλάχ. Αυτό το γεγονός δεν μετέβαλλε τα σχέδια των Αγλαβιδών. Ο διάδοχός του, εμίρης Αμπού Ικάλ, έστειλε νέα στρατεύματα στη Σικελία, με αποτέλεσμα οι συγκρούσεις να αναζωπυρωθούν στο νησί (839-841). Οι Βυζαντινοί μάλλον ανήμποροι παρακολούθησαν τα εναπομείναντα οχυρά τους στη δυτική πλευρά της Σικελίας να υποκύπτουν (Πλατάνι, Κορλεόνε, Γεράκι, Καρταλμπελλότα και Μαρινέο). Στα τέλη του 841 οι Άραβες ήλεγχαν πλήρως σχεδόν το μισό νησί. Μάλιστα η αυτοπεποίθησή τους ήταν τόσο ενισχυμένη, ώστε εξαπέλυσαν νέες επιθέσεις κατά του Έννε αλλά και στην ιταλική χερσόνησο, όπου κυρίευσαν και τον Τάραντα.

Ο Θεόφιλος αποφάσισε τότε να δοκιμάσει την οδό της διπλωματίας. Πρεσβείες στάλθηκαν στον Λουδοβίκο Ευσεβή, ηγεμόνα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, στον εμίρη της Κόρδοβας Αμπντελραχμάν Β΄ και στις αρχές της Βενετίας. Ωστόσο, δεν υπήρξε ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ο Λουδοβίκος πέθανε, προτού ληφθεί κάποια απόφαση (Ιούνιος 840), οι Άραβες της Ανδαλουσίας προτίμησαν να κρατήσουν ουδέτερη στάση, ενώ οι Βενετοί έστειλαν μεν μικρή βοήθεια, αλλά ηττήθηκαν σε ναυμαχία προ του Τάραντα από τον αγλαβιδικό στόλο. Ο τελευταίος βρήκε μετά την ευκαιρία να λεηλατήσει τις ακτές της Δαλματίας, την Ανκόνα και τις περιοχές κοντά στις εκβολές του ποταμού Πάδου.

Μετά το θάνατο του Θεόφιλου στις αρχές του 842 και την άνοδο στο θρόνο του ανήλικου γιου του, Μιχαήλ Γ΄ (την εξουσία ασκούσε επιτροπή υπό την χήρα αυτοκράτειρα Θεοδώρα) η κατάσταση στη Σικελία δεν βελτιώθηκε. Το 843 οι Άραβες ξεκίνησαν την πολιορκία της Μεσσήνης, στα βορειοανατολικά του νησιού, την οποία κατέλαβαν με τη βοήθεια δυνάμεων του δουκάτου της Νεάπολης. Παράλληλα, άλλο αραβικό σώμα επιτέθηκε στα νότια και κατέλαβε τη Μούτικα έπειτα από πολιορκία (το 845). Με τις ήττες να συσσωρεύονται, η Θεοδώρα αποφάσισε να στείλει στη Σικελία ισχυρό σώμα από το μικρασιατικό «θέμα» Χαρσιανού. Με τις δυνάμεις τους ενισχυμένες οι Βυζαντινοί προήλασαν στα νότια του νησιού, με σκοπό να αντιμετωπίσουν τους Άραβες σε μάχη εκ παρατάξεως. Η παρουσία των ανατολικών εμπειροπόλεμων στρατευμάτων πιστευόταν ότι θα αντέστρεφε τη φορά των πραγμάτων. Η μάχη ωστόσο, που έλαβε χώρα στην κωμόπολη Μπουτέρα, έληξε με συντριπτική ήττα των αυτοκρατορικών δυνάμεων.

Την ήττα στη Μπουτέρα διαδέχθηκε η πτώση των Λεοντίνων. Η πόλη πολιορκήθηκε επί μακρόν και τελικά έπεσε το 847. Από το 848 έως το 853 η αραβική προέλαση υπήρξε αργή αλλά σταθερή. Το 848 σχεδιάστηκε από τις βυζαντινές αρχές μια παράτολμη επιχείρηση, η οποία περιλάμβανε τη δια θαλάσσης προσβολή της Πανόρμου με παράλληλη αποβίβαση στρατευμάτων που θα καταλάμβαναν αιφνιδιαστικά την αραβική πρωτεύουσα του νησιού. Όμως το φιλόδοξο σχέδιο ναυάγησε λόγω κακοκαιρίας, με τους Βυζαντινούς να χάνουν επτά από τα δέκα πλοία τους. Το 853 οι Άραβες πολιόρκησαν επί έξι μήνες τη Μπουτέρα, από την οποία αποχώρησαν με ανταλλάγματα (χρήματα και ομήρους). Το 857 οι Βυζαντινοί υπέστησαν σημαντικό πλήγμα, όταν έπεσε το ισχυρό και έως τότε απόρθητο φρούριο του Κεφαλοιδίου.

Το αποφασιστικό πλήγμα για τη βυζαντινή παρουσία στη Σικελία σημειώθηκε όμως τον Ιανουάριο του 859. Οι Άραβες βρίσκονταν για άλλη μια φορά προ των τειχών του Έννε, δίχως να μπορούν να διασπάσουν την άμυνά του. Βυζαντινός αιχμάλωτος υπέδειξε ωστόσο στους πολιορκητές ένα αφύλαχτο πέρασμα, από το οποίο οι Άραβες εισήλθαν στην πόλη και αιφνιδίασαν τη φρουρά της. Ήταν η δεύτερη φορά που τα τείχη του Έννε παραβιάζονταν με αυτόν τον τρόπο, αλλά επρόκειτο να είναι η τελευταία. Η φρουρά προσπάθησε να αμυνθεί, αλλά τελικά υπέκυψε και η πόλη παραδόθηκε στη λεηλασία και τη σφαγή.

Η πτώση του Έννε, ακρογωνιαίου λίθου της αμυντικής διάταξης των Βυζαντινών και τότε έδρας του διοικητή της Σικελίας, περιόρισε τα εδάφη που βρίσκονταν υπό αυτοκρατορική εξουσία σε στενή λωρίδα στα ανατολικά του νησιού (μεταξύ Ταυρομενίου και Συρακουσών). Στο εξής, όπως τόνισε παραστατικά ο Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, οι ώρες της βυζαντινής παρουσίας στη Σικελία ήταν πια μετρημένες.

Η απάντηση της βυζαντινής κυβέρνησης στην πρόσφατη καταστροφή ήταν άμεση. Στις αρχές του φθινοπώρου του 859 δύναμη τριακοσίων πλοίων υπό τη διοίκηση του στρατηγού Κωνσταντίνου Κοντομύτη κατέπλευσε στις Συρακούσες. Παρά τον εντυπωσιακό αριθμό των πλοίων του, ο βυζαντινός στόλος υπέστη σειρά από ήττες σε διαδοχικές ναυμαχίες με τους Άραβες, χάνοντας περισσότερα από εκατό σκάφη, προτού αναγκαστεί να αποσυρθεί στα ανατολικά Εξίσου ατυχής ήταν όμως και η έκβαση των πολεμικών συγκρούσεων στην ξηρά. Η πιο σημαντική έλαβε χώρα στα πέριξ του Κεφαλοιδίου, με τον Κοντομύτη επικεφαλής των βυζαντινών στρατευμάτων. Οι Βυζαντινοί υπέστησαν νέα ήττα και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στις Συρακούσες. Μεταξύ των ετών 861-867 οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν, με τους Βυζαντινούς να ανακαταλαμβάνουν ορισμένα φρούρια κυρίως στα νότια, για να τα χάσουν ξανά λίγο αργότερα, υφιστάμενοι νέες απώλειες.

Η δυναστική αλλαγή του 867 στην Κωνσταντινούπολη, με την εξουσία να περνάει από τον Μιχαήλ Γ´ (του Αμορίου) στον Βασίλειο Α΄ (τον Μακεδόνα), επέφερε αλλαγή και στην ευρύτερη στρατηγική της αυτοκρατορίας. Ο Βασίλειος έδωσε μεγάλη σημασία στην ισχυροποίηση του ανατολικού συνόρου και τη σταθεροποίηση του κράτους, αλλά αποφάσισε να κρατήσει συντηρητική στάση στα θέματα της Δύσης. Σχετικά με την Ιταλία και τη Σικελία, πρωταρχικό μέλημά του ήταν η αναχαίτιση της αραβικής προέλασης και αργότερα, εφόσον το επέτρεπαν οι συνθήκες, μια γενική αντεπίθεση. Άλλωστε, οι εσωτερικές έριδες που αντιμετώπιζαν οι Αγλαβίδες στη Σικελία είχαν περιορίσει την ορμή τους, με τις κύριες πολεμικές τους προσπάθειες να εντοπίζονται σε τρεις αποτυχημένες πολιορκίες των Συρακουσών (868, 869 και 873).

Το 875 οι αρχές της Αφρικής αποφάσισαν να ενισχύσουν σημαντικά τον τότε διοικητή της Σικελίας Γκαφάρ, ώστε να επιτευχθεί η πτώση των Συρακουσών. Οι μεγάλες προετοιμασίες των Αράβων έγιναν αντιληπτές από τους Βυζαντινούς, καθώς ο στρατηγός της Σικελίας ζήτησε άμεσα ενισχύσεις από την Κωνσταντινούπολη· παράλληλα, ξεκίνησε να ενισχύει την άμυνα των Συρακουσών που από τον Αύγουστο του 877 βρέθηκαν υπό ασφυκτικά πολιορκία από ξηρά και θάλασσα. Ο αυτοκράτορας ανταποκρίθηκε, πλην όμως με αργοπορία. Ο στόλος που έστειλε προς ενίσχυση των Συρακουσών υπό τη διοίκηση του πατρικίου Αδριανού καθυστέρησε υπερβολικά να φτάσει στο νησί, με αποτέλεσμα η πόλη να πέσει στις 20 Μαϊου του 878, παρά την ηρωική άμυνα των υπερασπιστών της.

Ο ναύαρχος Αδριανός πληροφορείται την πτώση των Συρακουσών (μικρογραφία από τον κώδικα του έργου του Ιωάννη Σκυλίτζη, Εθνική Βιβλιοθήκη, Μαδρίτη)

Την πτώση των Συρακουσών ακολούθησαν λεηλασίες και καταστροφές, ενώ οι Άραβες κατέσφαξαν τα υπολείμματα της φρουράς και μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Ελάχιστοι ήταν οι αιχμάλωτοι, ενώ λίγοι κατάφεραν να διαφύγουν και να μεταφέρουν τα θλιβερά νέα στην Κωνσταντινούπολη. Το πλήγμα επηρέασε σημαντικά τον Βασίλειο, ο οποίος αποφάσισε να δράσει με μεγαλύτερο ζήλο. Το 880 έστειλε τον έμπειρο ναύαρχο Νάσαρ στη Δύση με ισχυρές ναυτικές δυνάμεις. Ο Νάσαρ κατάφερε να νικήσει τους Άραβες σε σειρά από ναυμαχίες, αρχικά με νυχτερινή αιφνιδιαστική επίθεση στα δυτικά του Ιονίου, όπου οι Αγλαβίδες υπέστησαν πανωλεθρία, και έπειτα στα ανοιχτά της Πανόρμου, τα προάστια της οποίας λεηλατήθηκαν από τα βυζαντινά στρατεύματα.

Η πτώση των Συρακουσών (21 Μαΐου 878) (μικρογραφία από τον κώδικα του έργου του Ιωάννη Σκυλίτζη, Εθνική Βιβλιοθήκη, Μαδρίτη).

Ο Νάσαρ στράφηκε κατόπιν στην ιταλική χερσόνησο, όπου σημείωσε νέες νίκες, προτού ανακληθεί στην Κωνσταντινούπολη. Η βυζαντινή αντεπίθεση αποτέλεσε όμως μικρό διάλειμμα μέσα σε καταιγισμό αραβικών επιδρομών. Οι συγκρούσεις μεταξύ 881 και 900 ήταν σκληρές, αλλά με γνώριμο αποτέλεσμα για τους Βυζαντινούς, που ηττήθηκαν σχεδόν παντού και είδαν την Κατάνη και την Ραμέττα να λεηλατούνται κατ’ επανάληψη. Κύριο σημείο στήριξης της βυζαντινής παρουσίας στο νησί ήταν πια η πόλη του Ταυρομενίου, αλλά δίχως προοπτικές ενίσχυσης και το δικό της μέλλον προδιαγραφόταν δυσοίωνο.

Ο διάδοχος του Βασιλείου, Λέων Στ΄, ασχολήθηκε αρκετά με τα της Σικελίας, τουλάχιστον στην αρχή της βασιλείας του. Ήδη από το 885 βρισκόταν στην ιταλική χερσόνησο ο στρατηγός Νικηφόρος Φωκάς ο πρεσβύτερος, ο οποίος κέρδισε αρκετές νίκες σε βάρος των Αράβων (ανακατέλαβε μεταξύ άλλων το Ταυρομένιο, που είχε πέσει για λίγο στα χέρια των Αράβων, τον Τάραντα, τη Βάρη, το Ρήγιο και την Αμαντία)· ωστόσο, ανακλήθηκε το 886. Παρότι η κατάσταση στο νησί δεν άλλαξε σημαντικά, εντούτοις η αραβική πίεση χαλάρωσε, καθώς το βάρος της σύγκρουσης μεταφέρθηκε βορειότερα.

Οι Βυζαντινοί υπό το Νικηφόρο Φωκά (πρόγονο του κατοπινού αυτοκράτορα Νικηφόρου Β΄ Φωκά) καταλαμβάνουν το φρούριο της Αμαντίας. Η δράση του Φωκά στη νότια Ιταλία και τη Σικελία θα μπορούσε ίσως να ανατρέψει τη δυσμενή πορεία των επιχειρήσεων για τους Βυζαντινούς, όμως η ανάκλησή του το 896 στην Κωνσταντινούπολη άφησε ημιτελές το έργο του (μικρογραφία από τον κώδικα του έργου του Ιωάννη Σκυλίτζη, Εθνική Βιβλιοθήκη, Μαδρίτη).

Το 888 ο αυτοκράτορας έστειλε στη Σικελία ισχυρή ναυτική δύναμη και ανατολικά στρατεύματα. Ο βυζαντινός στόλος συγκρούστηκε με αραβικά πλοία στα ανοικτά της πόλης Μύλαι, στα βορειοανατολικά του νησιού. Οι Βυζαντινοί ηττήθηκαν χάνοντας περίπου 12.000 άνδρες και μεγάλο μέρος των πλοίων τους.

Από το 889 έως και το 895 στη Σικελία σημειώθηκαν σποραδικές συγκρούσεις, αλλά οι αραβικές επιθέσεις ήταν αναιμικές. Οι Άραβες ήταν μάλλον απασχολημένοι με εσωτερικά προβλήματα, τα οποία ταλάνιζαν το εμιράτο της Αφρικής και τις κτήσεις τους στη Σικελία. Γι’ αυτό προχώρησαν στη σύναψη ειρήνης με τους Βυζαντινούς κατά το 896. Μεταξύ άλλων (και ως αντάλλαγμα για τη διακοπή των συγκρούσεων), οι τελευταίοι δεσμεύονταν να απελευθερώσουν μέσα σε διάστημα 40 μηνών τους μουσουλμάνους αιχμαλώτους τους.

Οι Βυζαντινοί προσπάθησαν ωστόσο να εκμεταλλευθούν την ένταση στο αραβικό στρατόπεδο για να αναδιοργανώσουν τις δυνάμεις τους. Άρχισαν να συγκεντρώσουν στρατό στην Καλαβρία, με σκοπό να περάσουν στη Σικελία και να επιτεθούν αιφνιδιαστικά στους Άραβες. Η πρόθεσή τους όμως έγινε αντιληπτή από τον Αμπού Αμπάς. Ο τελευταίος, αφού κατέστειλε τις εστίες αναταραχής, επιτέθηκε στο Ταυρομένιο, την Κατάνη και το Ρήγιο για να παρεμποδίσει τους Βυζαντινούς. Μάλιστα, κατά την επιστροφή του από το Ρήγιο συνάντησε βυζαντινό στόλο, που μετέφερε ενισχύσεις στη Σικελία από την Κωνσταντινούπολη, και τον καταναυμάχησε βυθίζοντας 30 από τα πλοία του.

Οι αραβικές επιχειρήσεις διακόπηκαν πρόσκαιρα το 901, όταν ο Αμπού Αμπάς επέστρεψε στο Καϊρουάν για να αναλάβει τα ηνία του εμιράτου, καθώς ο εμίρης Ιμπραήμ Β΄ είχε εξαναγκαστεί σε παραίτηση. Για τους Βυζαντινούς το διάλειμμα ήταν ευπρόσδεκτο αλλά δεν διήρκεσε πολύ, καθώς ο Ιμπραήμ μετέβη στη Σικελία με ισχυρά στρατεύματα με στόχο την ολοκλήρωση της κατάκτησης του νησιού. Η προσοχή του στράφηκε στο Ταυρομένιο, το ισχυρότερο τοπικό έρεισμα της βυζαντινής εξουσίας. Έδωσε μάχη προ των τειχών του με τη φρουρά της πόλης, την οποία και κατανίκησε. Η πολιορκία του Ταυρομενίου ήταν, όπως και στην περίπτωση των Συρακουσών παλαιότερα, ασφυκτική, αλλά η πόλη άντεξε σχεδόν έξι μήνες, πριν υποκύψει (Ιούλιος του 902). Ο βυζαντινός στόλος που είχε σταλεί για να ενισχύσει το Ταυρομένιο έφτασε μετά την πτώση της πόλης και το μόνο που κατάφερε ήταν να μεταφέρει στην πρωτεύουσα τα υπολείμματα της φρουράς.

Η απώλεια του Ταυρομενίου σφράγισε το τέλος της ουσιαστικής ρωμαϊκής εξουσίας στο νησί, καθώς σύντομα ακολούθησαν και άλλες πόλεις που έως τότε αντιστέκονταν (Ντεμόνα, Ραμέττα, Μίκους). Παρότι ορισμένα βυζαντινά οχυρά στις ανατολικές ακτές παρέμειναν για αρκετά ακόμη χρόνια ελεύθερα, οι Άραβες ήταν πια ελεύθεροι να μεταφέρουν τον πόλεμο στην ιταλική χερσόνησο και μόνο ο θάνατος του Ιμπραήμ από δυσεντερία τους απέτρεψε από το να αυξήσουν περαιτέρω τις κατακτήσεις τους. Η Σικελία επρόκειτο να μείνει υπό τον έλεγχο των Αράβων έως το 1091, οπότε η τελευταία κτήση τους, η πόλη Νότο, έπεσε στα χέρια των Νορμανδών.

Συμπερασματικά: Η σκληρή σύγκρουση μεταξύ Αράβων και Βυζαντινών για την κατοχή της Σικελίας κράτησε περίπου 75 χρόνια. Στο διάστημα αυτό υπήρξαν περίοδοι έντονων πολεμικών επιχειρήσεων σε ξηρά και θάλασσα, αλλά και περίοδοι κατά τις οποίες τα προβλήματα των δύο αντιπάλων τους ανάγκασαν να προχωρήσουν σε προσωρινές παύσεις. Για τους Βυζαντινούς η άμυνα της Σικελίας ήταν ζήτημα τιμής μετά την απώλεια της Κρήτης. Επιπρόσθετα, το νησί αποτελούσε το δυτικότερο τμήμα της αυτοκρατορία, ενώ η κατοχή του εξασφάλιζε την βυζαντινή παρουσία και στη νότια Ιταλία. Οι Άραβες ξεκίνησαν την επιχείρηση για να λύσουν εσωτερικά τους προβλήματα και βρέθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα να κατέχουν ισχυρά προπύργια στο νησί. Οι Βυζαντινοί αρχικά υποτίμησαν την αραβική επίθεση, αλλά στην πορεία συνειδητοποίησαν τον θανάσιμο κίνδυνο που διέτρεχε η Σικελία. Οι Άραβες διέθεταν δύο σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι των Βυζαντινών. Το πρώτο ήταν η απόσταση: Η Σικελία ήταν πολύ κοντά στις ακτές της Αφρικής, με αποτέλεσμα οι αραβικές δυνάμεις να ενισχύονται συνεχώς. Αντιθέτως, οι Βυζαντινοί έπρεπε να μεταφέρουν στρατό και στόλο από μακριά, επομένως ο χρόνος αντίδρασής τους ήταν αργός. Αυτό φάνηκε κατά τις πολιορκίες των Συρακουσών και του Ταυρομενίου. Το δεύτερο πλεονέκτημα των Αράβων της Αφρικής ήταν πως είχαν να ασχοληθούν με ένα μόνο μέτωπο. Οι Βυζαντινοί όμως μάχονταν παράλληλα στο ανατολικό σύνορό τους τους Αββασίδες, αντιμετώπιζαν στα Βαλκάνια τους Βούλγαρους και στο Αιγαίο το αραβικό εμιράτο της Κρήτης. Έτσι, η αποστολή στρατευμάτων στη Σικελία ήταν γι’ αυτούς συχνά ανέφικτη. Κατ’ επέκταση, οι ρωμαϊκές δυνάμεις του νησιού έπρεπε να αρκεστούν στα δικά τους μέσα για να αμυνθούν απέναντι σε έναν αντίπαλο που διέθετε καλύτερο ανεφοδιασμό, περισσότερα μέσα και συχνά πιο άξια ηγεσία.

 

Ο Δημήτριος Σιδηρόπουλος είναι υποψήφιος διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ)

Σημείωση:

  1. Ήδη από τα τέλη του 7ου αι. η Σικελία αποτελούσε αυτοκρατορική στρατιωτική – διοικητική περιφέρεια (στρατηγία και μετέπειτα θέμα) υπό τη διοίκηση ενός στρατηγού, ο οποίος την έδρα του στις Συρακούσες.

 

Βιβλιογραφία:

– H. Ahrweiler, Byzance et la mer. La marine de guerre, la politique et les institutions maritimes de Byzance aux VIIe – XVe siècles, Paris 1956.

– K. Αλεξανδρής, Η θαλασσία δύναμις εις την ιστορία της Βυζαντινής aυτοκρατορίας, Αθήνα 1957.

– J. S. Codoñer, The Εmperor Theophilos and the East, 829-842. Court and Frontier during the Last Phase of Iconoclasm, Aldershot 2014.

– E. Eickhoff, Seekrieg und Seepolitik zwischen Islam und Abendland. Das Mitelmeer unter byzantinischer und arabischer Hegemonie, Berlin 1966.

– A. M. Fahmy, Muslim Sea Power in the Eastern Mediterranean from the Seventh to the Tenth Century A.D., Cairo 1966.

– A. Metcalfe, The Muslims of Medieval Italy, Edinburgh 2009.

– Β. Βλυσίδου – Στ. Λαμπάκης – Μ. Λεοντσίνη, Τ. Λουγγής, Βυζαντινά στρατεύματα στη Δύση, Αθήνα 2008.

Αλκης Χαραλαμπίδης: Η τέχνη στα Επτάνησα: Δυτικά της Ανατολής, ανατολικά της Δύσης

Άλκης Χαραλαμπίδης

Η τέχνη στα Επτάνησα: Δυτικά της Ανατολής, ανατολικά της Δύσης

Η αισθητική παίδευση υπήρξε και παραμένει ένα από τα πλέον υποβαθμισμένα κεφάλαια του σχολικού προγράμματος στην Ελλάδα. Μια συμπυκνωμένη γεύση των αποτελεσμάτων αυτής της ακατανόητης επιμονής θα μπορούσε να έχει κανείς ξεφυλλίζοντας τη συλλογική έκδοση-«αφιέρωμα» στη νεοελληνική κακογουστιά «Κάτι το Ωραίον» (1984). Όλα θα ήταν ίσως διαφορετικά αν δεν ξεθώριαζε το όραμα που γεννήθηκε την αυγή κιόλας του εθνικού μας κράτους. Το 1843, ενώ ο Όθων αναγκαζόταν να παραχωρήσει Σύνταγμα και με Βασιλικό Διάταγμα θεσμοθετούσε το Σχολείον των Ωραίων Τεχνών, ο φιλόλογος, ιστορικός και πολιτικός Ανδρέας Μουστοξύδης δημοσίευε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Ελληνομνήμων μια μελέτη για τον ζωγράφο Παναγιώτη Δοξαρά (1662-1729)1, το πρώτο εμπεριστατωμένο κείμενο ιστορίας της τέχνης στη γλώσσα μας. Είναι ασφαλώς αξιοπαρατήρητο το ότι, έχοντας γνωρίσει προσωπικά τον Κοραή και ακολουθώντας προφανώς την προτροπή του «…να μετακενώνωμεν εις του έθνους τας κεφαλάς, τας ωριμασμένας ιδέας των φωτισμένων εθνών»2, αναγνώρισε στο πρόσωπο ενός καλλιτέχνη έναν καλό αγωγό διοχέτευσης αποσταγμάτων πνευματικής δημιουργίας. Ήταν ένα έντονο σημείο στίξης στο κεφάλαιο του ελληνικού Διαφωτισμού.

Ο Δοξαράς, έχοντας από μικρός διδαχθεί «την προφεσιόν της αγιογραφοσύνης» και για ένα διάστημα προσφέρει τις στρατιωτικές του υπηρεσίες στους Ενετούς, μετέφρασε πρώτα από τα ιταλικά «εις απλήν ημετέραν διάλεκτον, χωρίς να σπουδάξει εις Ελληνικά σπουδαστήρια» την πραγματεία του Leonardo da Vinci Trattato della pittura και μερικά ακόμη «πάνυ ωραία» κείμενα του Leon Battista Alberti για τη ζωγραφική –δηλαδή δύο εμβληματικών εκπροσώπων του προτύπου homo universalis– και στη συνέχεια συνέγραψε μία μελέτη Περί Ζωγραφίας (1726), ακολουθώντας και πάλι ιταλικά πρότυπα, «εν η εποχή ολίγοι ησχολούντο περί την θεωρίαν της τέχνης, έτι δ’ ολιγώτεροι έγραφον περί αυτής»3. Η διδακτική του πρόθεση είναι πρόδηλη: «Έχοντας υποκάτω εις τα όμματα άπειρα υποδείγματα, και από κάποιάν μου σπουδήν, και εις πολλά πράγματα οπού εστοχάστηκα, επιδεξιούμαι να φανερόσω κάποιον τι, εις εκείνο το καλίτερον οπού να ηξεύρω… Πλην καλίτερον από κάθε άλλω είναι να δουλεύεσε από το Φυσικόν, και αληθινόν, το οποίον τυχένει να το έχης αενάως κατ’ έμπροσθεν εις τα όμματα , ωσάν υπόδειγμα πρωτότυπον και βέβαιον Διδάσκαλον»4. Αυτά απευθύνονται «υπό χειρός ολίγον εμπείρου την ορθογραφίαν» ως «νουθεσία εις τους νέους, όταν προάγονται εις το Σχέδιον» και «εις ζήτησιν των φιλομαθών».

Στη μεγάλων διαστάσεων (2,40  x 1,89 μ.) Προσωπογραφία του Johann Matthias von der Schulenburg (εικ. 1), αρχιστράτηγου των ενετικών δυνάμεων κατά την πολιορκία της Κέρκυρας από τους Τούρκους το 1716, επιγραφή μας πληροφορεί ότι πρόκειται για έργο του Παναγιώτη Δοξαρά. «ιππέως Λακεδαιμονίου» υπενθυμίζοντας τον τίτλο που του είχε προσφέρει η Γαληνοτάτη σε αναγνώριση των υπηρεσιών του. Ακολούθησε το opus magnum του, οι μνημειακές σκηνές από τον βίο του Αγίου Σπυρίδωνα στην ουρανία του φερώνυμου ναού της Κέρκυρας (1726-29) που σήμερα σώζονται σε πιστά (;) αντίγραφα (1852-71) του Νικόλαου Ασπιώτη. Με αυτά τα δεδομένα, ο Παν. Δοξαράς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, ως θεωρητικός, ένας από τους προδρόμους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, και ως καλλιτέχνης εκείνος που καθόρισε το νέο πλαίσιο στο οποίο θα διέγραφαν την τροχιά τους τέσσερις τουλάχιστον γενιές ζωγράφων της Επτανησιακής Σχολής. Ο Σπυρίδων Δε Βιάζης, υπερβάλλοντας ίσως, τον αποκαλεί «σχολάρχην της νεοελληνικής τέχνης»5.

Εικ.1.  Προσωπογραφία του Johann Matthias von der Schulenburg,1719, Αθήνα, Συλλογή Γιάννη Περδίου.

Σήμερα, μετά την καθοριστικής σημασίας παρέμβαση των διανοητών και καλλιτεχνών της «Γενιάς του ‘30», είμαστε πλέον βέβαιοι, όπως παρατηρεί ο Χρήστος Γιανναράς, ότι «ο λαός των Ελλήνων τους αιώνες της Τουρκοκρατίας, υπόδουλος, βασανισμένος, φτωχός, αγράμματος, δεν έπαψε να παράγει πολιτισμό: Αρχιτεκτονική, ποίηση, μουσική, κάλλος λαϊκής φορεσιάς, λειτουργικούς κοινωνικούς θεσμούς… εμπόριο δικτυωμένο σε ολόκληρο τον χώρο της Μεσογείου αλλά και της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης»6. Αν αυτές οι διαπιστώσεις αφορούν τον πληθυσμό της κυρίως Ελλάδος και των νησιών του Αιγαίου, στα Επτάνησα προστίθεται μία θετική παράμετρος που σχετίζεται βέβαια και πάλι με την παρουσία ενός κατακτητή, των Ενετών, όμως εντελώς διαφορετικής πολιτισμικής στάθμης. Οι Επτανήσιοι καλλιτέχνες ήταν φυσικό στην Ιταλία να αναζητήσουν πρότυπα ζωής και πνευματικού προσανατολισμού. Το επέβαλε η ίδια η ιστορική πραγματικότητα.

Όπως είναι γνωστό, η διοικητική παρουσία της Γαληνοτάτης στα Επτάνησα άρχισε στα τέλη του 14ου αιώνα με τους «προβλεπτές». Η διαστρωμάτωση του πληθυσμού διαμορφωνόταν σε τρεις κοινωνικές τάξεις: τους ευγενείς, τους αστούς και τους ποπολάρους. Στην πρώτη ανήκαν Ενετοί αλλά και Έλληνες που είχαν προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στη Βενετία, συγκεντρώνοντας στα χέρια τους όλα τα αγαθά και τα τοπικά αξιώματα και αποκλείοντας ταυτόχρονα από την εξουσία τις άλλες δύο τάξεις. Σταδιακά, ωστόσο, σε συνδυασμό και με την αποδυνάμωση της Βενετικής Δημοκρατίας, η οικονομική ανάπτυξη των νησιών έδωσε την ευκαιρία στους αστούς να συσπειρωθούν σε συντεχνίες και να προσπαθήσουν να μειώσουν στο ελάχιστο την εξάρτηση από τους ξένους και εντόπιους μεγαλογαιοκτήμονες. Το 1797 τα νησιά πέρασαν στους Γάλλους και τρία χρόνια αργότερα στους Ρώσους, συγκροτώντας την «Ιόνιο Πολιτεία», υπό την επικυριαρχία της Υψηλής Πύλης. Κάθε πολιτική αλλαγή συνοδευόταν από κοινωνικές μεταρρυθμίσεις  και, όχι σπάνια, από ταραχές. Ακολούθησε δεύτερη ρωσική και άλλη μία γαλλική κυριαρχία που το 1814 κατέληξε στην αγγλική προστασία, ως το 1864, όταν η Επτάνησος ενσωματώθηκε στον εθνικό κορμό.

Οι περισσότεροι μελετητές θεωρούν την Επτανησιακή Σχολή «κλειστό» φαινόμενο7 αναγνωρίζοντάς της έτσι μια αυτοτέλεια, αλλά χρεώνοντάς της συγχρόνως την αδυναμία μεταφύτευσης των κατακτήσεών της στην υπόλοιπη Ελλάδα. Στην πραγματικότητα την τοποθετούν σε ένα γεωγραφικό και χρονολογικό στεγανό ή, διαφορετικά, ανάμεσα σε δύο άλλες σχολές, την Κρητική και εκείνη του Μονάχου. Σχολή, ως γνωστόν, είναι μια ομάδα καλλιτεχνών που εργάζονται υπό την επίδραση ενός δασκάλου ή που παρουσιάζουν ομοιότητα επειδή προέρχονται από την ίδια περιοχή ή διέπονται από το ίδιο τοπικό στυλ.

Ο όρος «Σχολή» έχει καθιερωθεί στην ιστορία της νεότερης ελληνικής τέχνης, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι μάλλον περιοριστικός. Καλύπτει τον 18ο και 19ο αιώνα, δηλαδή την περίοδο κατά την οποία η επίδραση της δυτικής τέχνης στην επτανησιακή είναι πρόδηλη, αφήνοντας όμως εκτός την προηγούμενη φάση, τη μεταβυζαντινή, που προεκτείνει τον βίο της τέχνης στα Επτάνησα κατά περίπου τρεις αιώνες προς τα πίσω, μέχρι τον 15ο αιώνα, αλλά και ένα άλλο κεφάλαιο που την προωθεί μέχρι τον 20ό. Για μια περιφερειακή χώρα όπως η Ελλάδα, οι πέντε περίπου αιώνες αδιάλειπτης και, παρά τις φυσικές καταστροφές, επαρκώς τεκμηριωμένης καλλιτεχνικής ζωής στα Επτάνησα, σε σύγκριση με εκείνη της πρωτεύουσας, που μόλις ξεπερνά τον ενάμιση αιώνα, είναι ένα ζήτημα κλίμακας αξιοσημείωτο.

Αντί των όρων «Eπτανησιακή τέχνη» ή «Η τέχνη των Επτανήσων» σωστότερο ίσως είναι να γίνεται λόγος για «Τέχνη στα Επτάνησα», που παραπέμπει όχι μόνο στην εντόπια καλλιτεχνική παραγωγή αλλά και σε ό,τι εισήχθη σε αυτόν τον γεωγραφικό χώρο τόσο πριν όσο και μετά τον 18ο και 19ο αιώνα. Αν επομένως κρατήσουμε τον terminus technicus «Σχολή» σε εισαγωγικά να παραπέμπει σε μια περίοδο πέντε περίπου αιώνων, τότε  αυτή η Σχολή μπορεί να θεωρηθεί πραγματικό Σχολείο όπου πολλά θα ήταν δυνατό να διδαχθούμε και να μελετήσουμε. Συγκεκριμένα: α. Να δούμε πώς συμπλέκεται η γεωγραφική, ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα με την καλλιτεχνική δημιουργία. β. Να έχουμε, παρά τις απώλειες, μια πολύ καλή εποπτεία της ζωγραφικής και πιο περιορισμένη της γλυπτικής και της αρχιτεκτονικής. γ. Να εξετάσουμε πώς σε αυτόν τον τόπο διαμορφώθηκε ένας ορίζοντας υποδοχής όπου έγιναν αποδεκτές οι διακυμάνσεις της κατεξοχήν θρησκευτικής μεταβυζαντινής ζωγραφικής και στη συνέχεια κατακτήσεις της πολυθεματικής ζωγραφικής της Αναγέννησης, του Μανιερισμού, του Μπαρόκ, του Ροκοκό, του Νατουραλισμού του  19ου αιώνα, ακόμα και του Εξπρεσιονισμού του 20ού. δ. Να διαπιστώσουμε πώς, σε αντίθεση με την Αθήνα, εξασφαλίστηκε μια οργανική συνέχεια της τέχνης και μάλιστα σε μεγάλο χρονικό φάσμα. Ας μην ξεχνάμε ότι η Αθήνα πέρασε με ένα είδος σοκ από την απονευρωμένη μεταβυζαντινή και τη ζωντανή ακόμη τότε λαϊκή ζωγραφική της κυρίως Ελλάδας στη λόγια· από τον Ζωγράφο του Μακρυγιάννη στον Βρυζάκη και τον Νικηφόρο Λύτρα. Αντίθετα, τα Επτάνησα γνώρισαν το καλύτερο ίσως πρόσωπο της μεταβυζαντινής ζωγραφικής, έργα της Κρητικής Σχολής, και σταδιακά υιοθέτησαν ιταλικά και άλλα ευρωπαϊκά πρότυπα. Ας δούμε όμως πώς αυτό τεκμηριώνεται μέσα από τα ίδια τα έργα.

Σε κάποιον προικισμένο Κρητικό ζωγράφο των μέσων του 15ου αιώνα αποδίδεται η σχετικά μεγάλων διαστάσεων (1,10 x 0,78 μ. περ.) εικόνα της Παναγίας Γλυκοφιλούσας του Μουσείου Ζακύνθου (εικ.2) . Η εναρμόνιση του καστανοπόρφυρου χρώματος με το γαλάζιο και το χρυσό, η αναγωγή των πτυχώσεων σε ένα αφηρημένο σύστημα γραμμών και σχημάτων, η ιδιότυπη πλαστικότητα των γυμνών μερών και η έκφραση των προσώπων που συναιρεί την ανθρώπινη θλίψη μπροστά στο προδιαγεγραμμένο Πάθος με τη θεϊκή αταραξία καθιστούν αυτή την εικόνα έξοχο δείγμα της ζωγραφικής των χρόνων γύρω από την Άλωση. Από τη στιγμή που τοποθετήθηκε στον ναό του Αγίου Γερασίμου των Κήπων Ζακύνθου θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τους γηγενείς καλλιτέχνες.

Εικ..2. Παναγία Γλυκοφιλούσα, μέσα 15ου αιώνα, Μουσείο Ζακύνθου.

Με ένα άλμα τρεισήμισι περίπου αιώνων συναντούμε την Θεοτόκο στον εικονογραφικό τύπο της Mater Dolorosa (εικ.3), που μαζί με τον Άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή πλαισίωναν τον Εσταυρωμένο στην επίστεψη του τέμπλου της Παναγίας Επισκοπιανής Ζακύνθου. Εδώ, το μοναδικό στοιχείο που δίνει θρησκευτικό τόνο είναι η άλως γύρω από το κεφάλι της Παναγίας, η οποία απεικονίζεται σε μια απόλυτα γήινη εκδοχή. Καθιστή σε έντονο contrapposto, με πληθωρικά πτυχωμένα ενδύματα και ακάλυπτο ένα τμήμα του στέρνου, ατενίζει τον Εσταυρωμένο με μάτια πνιγμένα στα δάκρυα, το στόμα ανοιχτό και τα χέρια σφιχτοδεμένα. Το αριστερό μάτι, το στόμα και τα χέρια μαζί με τη γωνιώδη απόληξη του μαφορίου στο κεφάλι και την ανάλογη του αποπτύγματος του χιτώνα στο στήθος στοιχίζονται επάνω σε έναν ανήσυχο διαγώνιο άξονα που παρακολουθεί τον αντίστοιχο νοητό άξονα του βλέμματος. Ο έντονος σκιοφωτισμός επιτείνει τον δραματικό χαρακτήρα της ατμόσφαιρας παραπέμποντας σε πρακτικές του θεάτρου.

Εικ..3. Mater Dolorosa, ca. 1800, Μουσείο Ζακύνθου.
Εικ.4. Ν. Βεντούρας, Βρεφοκρατούσα Ι, ca. 1970.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο ρεαλισμός αυτού του έργου, που προϋποθέτει την εμπειρία του Μπαρόκ και που θα πρέπει να αποδοθεί σε κάποιον μαθητή του Νικόλαου Κουτούζη (1741-1813), βρίσκεται στον αντίποδα της Βρεφοκρατούσας Ι (εικ. 4), του Κερκυραίου Νικόλαου Βεντούρα (1899-1990), μιας χαλκογραφίας που χαράχτηκε γύρω στο 1970. Έχουμε φτάσει πλέον στην τελευταία φάση της τέχνης στα Επτάνησα, στην κορύφωση των δυτικών επιδράσεων και από στυλιστική άποψη στο πεδίο συνάντησης Εξπρεσιονισμού και Αφαίρεσης. Εδώ η Παναγία-Μητέρα υποδηλώνεται με ένα πλέγμα καμπύλων περιγραμμάτων που, παρά τις μικρές διαστάσεις του έργου (0,24 x 0,175 μ.), προκαλούν το αίσθημα μνημειακής λειτουργίας της μορφής, καθώς αναπτύσσεται σε ολόκληρη την επιφάνεια. Αυτή η Πλατυτέρα των Ουρανών στην πραγματικότητα δεν φαίνεται να κρατάει στην αγκαλιά της το Θείο Βρέφος, αλλά ένα διάπυρο μάγμα που διαχέεται στο σύμπαν και το διαποτίζει φέρνοντας στον νου το «χαίρε, θρόνε  πύρινε του Παντοκράτορος» του Ακαθίστου Ύμνου. Η εκμετάλλευση των εκφραστικών δυνατοτήτων της οξυγραφίας από τον Βεντούρα είναι εξαιρετική και επιβεβαιώνεται σε μια δεύτερη παραλλαγή του ίδιου θέματος.

Όμως το κεφάλαιο της θρησκευτικής ζωγραφικής δεν μπορεί να κλείσει εδώ. Πρέπει να σταθούμε οπωσδήποτε στους επτά Προφήτες (1727-28) (εικ. 5) από τον ναό της Φανερωμένης Ζακύνθου, του Ιερώνυμου Πλακωτού (c. 1670-1728), ενός αινιγματικού ζωγράφου και γιατρού που προσβλήθηκε από πανώλη στην προσπάθειά του να βοηθήσει κάποιον ασθενή, με συνέπεια να κάψουν οι υγειονομικές αρχές το εργαστήριο και όλα τα υπάρχοντά του. Οι προφήτες απεικονίζονται κατά το επάνω ήμισυ περίπου του σώματός τους σε εικονογραφικά ασυνήθιστες στάσεις πλαισιωμένοι από τμήματα οικοδομημάτων. Η ψυχική τους ένταση είναι ολοφάνερη όσο και η μνημειακή τους επιβολή. Τα περιγράμματα είναι αυστηρά, οι φόρμες κοφτερές, σαν από μέταλλο, και σχεδόν αφηρημένες, τα χρώματα δυνατά, σε αλληλοσυγκρουόμενους τόνους. Ο Πλακωτός, συνθέτοντας στοιχεία από το μορφοπλαστικό λεξιλόγιο του Μιχαήλ Αγγέλου και των μανιεριστών, ζωγράφισε ίσως ό,τι  πιο πρωτοποριακό θα μπορούσε κανείς να φανταστεί στην Ελλάδα του 18ου αιώνα.

Εικ.5. I. Πλακωτός, Μωυσής, 1727-28, Μουσείο Ζακύνθου.

Παράδειγμα πλήρους επιβολής του ρεαλισμού στη θρησκευτική ζωγραφική θα μπορούσε να θεωρηθεί η εικόνα του Αποστόλου Πέτρου (εικ. 6) του Κουτούζη. Ο φλογερός Μαθητής απεικονίζεται τη στιγμή της έσχατης συντριβής, μετά και την τρίτη άρνηση, όταν «αλέκτωρ εφώνησεν». Το φως της φωτιάς όπου «ην εστώς και θερμαινόμενος» έρχεται από τα αριστερά και του κοκκινίζει το πρόσωπο, σχεδόν το ματώνει υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα κάθε λεπτομέρεια· τις βαθιές ρυτίδες, τον ιδρώτα, τα δάκρυα. Ίσως δεν είναι τυχαίο το ότι ο Κουτούζης, ορθόδοξος ιερέας αλλά συνάμα ανήσυχο και κριτικό πνεύμα, παρουσιάζει τον Πέτρο σε μια στιγμή αδυναμίας, κάτι που απέφυγε συστηματικά η ρωμαιοκαθολική εικονογραφική παράδοση. Αυτό έχει τη σημασία του αν ληφθεί  υπ’ όψιν ότι λατινική προπαγάνδα υπήρξε έντονη στα Επτάνησα.

Ποια ήταν η στάση του κοινού, όπως λέμε ο ορίζοντας υποδοχής, απέναντι στο φαινόμενο της μετάβασης από τον βυζαντινό στον δυτικό τρόπο; Ενδεικτικά παρατίθενται οι παρακάτω πληροφορίες:

  • Ο Σπύρος Δε Βιάζης γράφει στο περιοδικό Πινακοθήκη το 1903: «Ο Δυτικισμός εν Επτανήσω απερροφήθη υπό της Ορθοδοξίας…», αλλά παράλληλα υπογραμμίζει: «Οι ιεράρχαι και εν γένει ο Επτανήσιος κλήρος ουδέποτε εφάνη εχθρός της προόδου της τέχνης και δεν εκάλουν τα αριστουργήματα ‘φράγκικα κονίσματα’»8. 2. Ο Γεράσιμος Μαυρογιάννης αντίθετα παρατηρεί: «…Η ιταλική τέχνη εν Κεφαλληνία και έν τισι των άλλων νήσων δεν ηδυνήθη να εισχωρήσει και να γενικευθεί εν ταις εκκλησίας. Εύρε μάλιστα το κοινόν προκατειλημμένον κατά των φραγκικών αγίων, το οποίον ουχί μόνον δεν ηυλαβείτο τοιούτους αγίους, αλλά και εχλεύαζεν αυτούς»9. 3. Ο Δε Βιάζης πάλι μνημονεύει τα λόγια του Νικόλαου Καντούνη (1767-1834) σε κάποιον που του παρήγγειλε έναν Εσταυρωμένο σε βυζαντινή τεχνοτροπία: «Δεν είμαι κολοραδώρος αλλ’ αρτίστας, και η επιστήμη και η τέχνη γνωρίζουνε πώς ξεψυχάνε οι άνθρωποι στο σταυρό»10.

 

 

Εικ.6. Ν. Κουτούζης, Ο Απόστολος Πέτρος, Μουσείο Ζακύνθου.
Εικ.7. Εσταυρωμένος, αρχές 19ου αιώνα,
Μουσείο Ζακύνθου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τι τελικά ισχύει; Πιθανότατα και τα δύο. Δηλαδή ένα τμήμα του πληθυσμού υπήρξε συντηρητικότερο ενώ ένα άλλο δεκτικότερο απέναντι στις δυτικότροπες προκλήσεις. Του ζήτησαν του Καντούνη να ζωγραφίσει έναν Εσταυρωμένο κατά τον βυζαντινό τρόπο, αλλά εκείνος τον ζωγράφισε «φράγκικο». Στον ναό τελικά τοποθετήθηκε ο δεύτερος. Για να έχει κανείς μια οπτική τεκμηρίωση αυτής της πορείας θα μπορούσε να συγκρίνει έναν βυζαντινής τεχνοτροπίας Εσταυρωμένο των αρχών του 16ου αιώνα με έναν Εσταυρωμένο του Καντούνη των αρχών του 19ου αιώνα, αποδομένο ρεαλιστικά μεν αλλά συνάμα και με μια διάθεση εξιδανίκευσης και, τέλος, με έναν άλλον Εσταυρωμένο (εικ. 7) της ίδιας περιόδου που, μέσω των ανατομικών παραμορφώσεων και των έντονων αντιθέσεων φωτός και σκιάς, βρίσκεται στα όρια ρεαλισμού-εξπρεσιονισμού.

Το τοπίο σε θρησκευτικές παραστάσεις, δηλαδή σε παραπληρωματικό ρόλο, το συναντούμε σε έναν σημαντικό αριθμό έργων, με την απόδοσή του να κυμαίνεται ανάμεσα στο σχηματοποιημένο και το φυσιοκρατικό. Μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά είναι: Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος  του ζωγράφου Βίκτορος (1670, Μουσείο Ζακύνθου), Ο Ιησούς και ο Ιωάννης (17ος αιώνας, Μουσείο Ζακύνθου), Η εμφάνιση του Ιησού στον δέσμιο Παύλο (τέλη 17ου αιώνα, Μουσείο Ζακύνθου), Ο διάπλους του Νείλου ποταμού (τέλη 17ου αιώνα, Μουσείο Ζακύνθου), Η Αγία Βαρβάρα καταδιώκεται από τον ειδωλολάτρη πατέρα της, (μικρογραφική σκηνή από την εικόνα της αγίας, 18ος αιώνας, Μουσείο Ζακύνθου), Βιβλική σκηνή (18ος αιώνας, Μουσείο Ζακύνθου), Ο Προφήτης Ιωνάς (εικ. 8).

Εικ.8. Ο Προφήτης Ιωνάς, 18ος αιώνας, Μουσείο Ζακύνθου.

Μετά τα μέσα του 19ου αιώνα αναπτύσσεται μια κοσμική θεματολογία αμιγής όσο και εκείνη της Σχολής του Μονάχου, που την καλλιεργούν πλέον ζωγράφοι «αποκλειστικής απασχόλησης» και όχι ζωγράφοι-στρατιωτικοί, όπως ο Παναγιώτης Δοξαράς και ο γιός του Νικόλαος ή ζωγράφοι-κληρικοί, όπως ο Κουτούζης και ο Καντούνης. Το στίγμα της ανεξάρτητης τοπιογραφίας δίνουν τρεις Κερκυραίοι καλλιτέχνες γεννημένοι γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα: ο Χαράλαμπος Παχής (1844-1891), ο Βικέντιος Μποκατσιάμπης (1856-1932) και ο Άγγελος Γιαλλινάς (1857-1939). Αντιπροσωπευτικά μπορούν να αναφερθούν έργα όπως: Τοπίο της Κέρκυρας (1873, Αθήνα, συλλογή Κουτλίδη) του Παχή, Κέρκυρα (Αθήνα, συλλογή Κουτλίδη), Αμυγδαλιές και Ελαιώνες (εικ. 9) του Μποκατσιάμπη, Τοπίο με ρυάκι (εικ. 10) και Το Θησείο και η Ακρόπολη (1893, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη) του Γιαλλινά.  Η τοπιογραφία των προαναφερθέντων κινείται, θα έλεγε κανείς, στο φυσικό της πλαίσιο, δηλαδή στο κλίμα του νατουραλισμού, του «Φυσικού και αληθινού» του Π. Δοξαρά. Η αποφασιστική απομάκρυνση από αυτό το κλίμα συντελείται και πάλι στην καλλιτεχνική δημιουργία του Ν. Βεντούρα, με  μια πορεία που αρχίζει από την εξπρεσιονιστική πραγμάτευση του τοπίου και καταλήγει σε μια δραματική αφαίρεση. Μερικά έργα-οδοδείκτες σε αυτή τη διαδρομή είναι: Ελαιώνας στη Δαφνίλλα (1938), Ελαιώνας με πρόβατα (1935-40), Ελαιόδεντρα (1939), Στον κάμπο των Βελονάδων στ’ Αγύρου (1966), Νοέμβριος στη Γαρίτσα (1972), Στον κάμπο του Σιδάρι (εικ. 11), Παλαιϊκό τοπίο. Κάτω Κορακιάνα (1969), Φθινοπωρινό τοπίο (1969), Στην Παντάνασσα. Κάτω Κορακιάνα (1974). Μετά το 1969 είναι φανερό ότι ο Βεντούρας επιχειρεί να αναχθεί σε ένα υπερκόσμιο επίπεδο. Χρησιμοποιεί το γνωστό και κοντινό σαν αφορμή για απόδραση στο άγνωστο και μακρινό.

Εικ.9. Β. Μποκατσιάμπης, Ελαιώνες.
Εικ.10. Α. Γιαλλινάς, Τοπίο με ρυάκι, Αθήνα, Συλλογή Κουτλίδη.
Εικ.11. Ν. Βεντούρας, Στον κάμπο του Σιδάρι, 1969.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Με δεδομένη πλέον την εμπειρία της θρησκευτικής ζωγραφικής δεν μας εκπλήσσει η κλιμάκωση του ρεαλισμού στην προσωπογραφία. Με αφετηρία τη δοξαστική ή και πομπώδη, κατά τα πρότυπα του Μπαρόκ,  Προσωπογραφία του κόμη Johannes Matthias von der Schulenburg  του Παναγιώτη Δοξαρά περνάμε στην Αυτοπροσωπογραφία (ca. 1800, Ζάκυνθος, Αρχοντικό Δ. Ρώμα) του Κουτούζη και από εκεί στις προσωπογραφίες της Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκο (1833, Ζάκυνθος, Μουσείο Σολωμού) και του Φαρμακοποιού Δικόπουλου (εικ. 12) του Καντούνη, όπου η ρεαλιστική αποτύπωση των λεπτομερειών – στο τελευταίο έργο ανελέητη, θα έλεγε κανείς – συνδυάζεται και με μια αξιοπαρατήρητη ψυχογραφική ικανότητα.

Εικ.12. Ν. Καντούνης, Προσωπογραφία του φαρμακοποιού Δικόπουλου, ca. 1825,  Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη.

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι οι εμποτισμένοι από την ιταλική παιδεία Επτανήσιοι αριστοκράτες και αστοί αδιαφόρησαν για τις άλλες θεματικές κατηγορίες της κοσμικής ζωγραφικής, επειδή λόγω φυσικών κυρίως καταστροφών ελάχιστα μόνο δείγματά τους έχουν φτάσει ως εμάς. Ο Τώνης Σπητέρης παρατηρεί: «Η εμφάνιση του κοσμικού θέματος τον 18ο αιώνα στα Επτάνησα δεν είναι παρά η παρουσία στον χώρο της ζωγραφικής της βαθιάς εκείνης αλλαγής στο πνεύμα και στον τρόπο ζωής αυτή την περίοδο που ευγενείς και κατακτητές θέλουν να επιδείξουν τον πλούτο και τη ματαιοδοξία τους, ενώ ταυτόχρονα μια καινούρια τάξη εμπόρων και διανοουμένων αποκτά αυτοσυνειδησία και θέλει να κατοχυρώσει τη θέση της»11. Όσον αφορά τα ηθογραφικά θέματα και τη νεκρή φύση, σώζονται περισσότερες πληροφορίες παρά έργα – Πρωτομαγιά στην Κέρκυρα (εικ. 13) του Χ. Παχή και η Γυναίκα με παιδί που προσπαθεί να σβήσει ένα κερί (Αργοστόλι, Ιστορικό και Λαογραφικό  Μουσείο) του Γεωργίου Μηνιάτη (ca. 1820-1895). Και εδώ φαίνεται πως πρωταγωνίστησε ο Ιερώνυμος Πλακωτός. Οι πηγές μας πληροφορούν ότι “έστεκε άριστος πιτόρος [ζωγράφος] εις το νατουράλε” , ότι “εσώζοντο διάφοροι εικόνες, εν αις οι δώδεκα μήνες και έτεραι παριστώσαι οπώρας και ποικιλόχρωα άνθη έχοντα μεγίστην φυσικότητα” και ακόμη ότι “αμπειλίρησε [διακόσμησε] κάμποσους ναούς, σπίτια, με φιγούρες, φιόρια, ζώα και πουλιά… καθώς και αγίους στο ξερόν και στο φράγκικον και πολλαίς άλλαις φιγούραις προφάναις [κοσμικές] ”12.  Ενδεικτικά, από την κατηγορία αυτή, θα μπορούσαν να αναφερθούν επίσης Η λιτανεία του λειψάνου του Αγίου Χαραλάμπη (1756, Μουσείο Ζακύνθου) του Ιωάννη Κοράη (1799-1841) και Η λιτανεία του Αγίου Διονυσίου (εικ. 14)  του Κουτούζη. Στη Λιτανεία της Αναστάσεως του Αγίου Νικολάου στο Καμπιέλο (εικ. 15) μία από τις πολλές παραλλαγές στο ίδιο θέμα, ο Βεντούρας αποκαλύπτει με την οξύτητα της εξπρεσιονιστικής γραφίδας πως ό,τι για άλλους μπορεί να είναι εορταστική, λυτρωτική διαδικασία για εκείνον εμπεριέχει μεταφυσική αγωνία, πέρα ίσως από τα όρια της χριστιανικής πίστης. Όπως στα τοπιογραφικά θέματά του η δραματική ένταση υποκαθιστά τον ειδυλλιακό χαρακτήρα των τοπιογραφιών του Παχή, του Μποκατσιάμπη ή του Γιαλλινά, έτσι και στις Λιτανείες  του η αφηγηματική και καταγραφική πρόθεση του Κοράη ή του Κουτούζη δίνει τη θέση της στην εργώδη προσπάθεια διατύπωσης υπαρξιακών ερωτημάτων και αισθητοποίησης προσωπικών βιωμάτων. Όμως ήδη φτάσαμε στο ακρότατο σημείο μιας πορείας πέντε αιώνων της τέχνης στα Επτάνησα, ο χαρακτήρας της οποίας αποτυπώνεται υποδειγματικά στα λόγια του Ελύτη: «Είναι μια πρωτοπορία ίσως, αλλά μια πρωτοπορία που η ανθρώπινη εγγύησή της είναι ο μικρός εφτανησιώτικος πληθυσμός και που, από τη γέφυρα της Βενετιάς, με πρώτους σημαιοφόρους τους Δοξαράδες, οδηγεί ολόισια στη Δύση»13.

Εικ.13. Χ Παχής, Πρωτομαγιά στην Κέρκυρα, 1875-80, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη.
Εικ.14. Ν Κουτούζης, Η λιτανεία του Αγίου Διονυσίου (Τμήμα), 1766, Ζάκυνθος, ναός Αγίου Διονυσίου.
Εικ.15. Ν. Βεντούρας, Η λιτανεία της Αναστάσεως του Αγίου Νικολάου στο Καμπιέλο, 1973.

Σημειώσεις

¹Α. Μουστοξύδης, «Παναγιώτης Δοξαράς», Ελληνομνήμων, Ι (1843), σ. 17-40.

2 Α. Κοραής, «Το είδος και τα μέσα της παιδείας, (1814)», Άπαντα Ι, Αθήνα 1969, σ. 327.

3 Από τον πρόλογο του Σπυρίδωνος Λάμπρου στην πρώτη έκδοση του χειρογράφου του Παναγιώτη Δοξαρά, Περί Ζωγραφίας, Αθήναι 1871, σ. λέ.

Π. Δοξαρά, Περί Ζωγραφίας, Αθήναι 1871, σ. 4, 27.

5 Σ. Δε Βιάζης, «Η ζωγραφική εν Ελλάδι», αναδημοσιευμένο με τη φροντίδα του Ντίνου Κονόμου από το περιοδικό Πινακοθήκη του 1902-1903, Ζάκυνθος 1968, σ. 28.

6  Χ. Γιανναράς, Η Ευρώπη γεννήθηκε από το “Σχίσμα”, Αθήνα 20183 (2015), σ. 255.]

7   Βλ. ενδεικτικά Σ. Λυδάκης, Η Ιστορία της νεοελληνικής ζωγραφικής, Αθήνα 1976, σ. 35.

8  Σ. Δε Βιάζης, «Η ζωγραφική εν Ελλάδι», Πινακοθήκη Β’ (1902-3), σ. 5.

9  Γ. Μαυρογιάννης, «Η τέχνη εν Κρήτη και εν Επτανήσω», Αττικόν Ημερολόγιον 1890, σ. 286.

10 Σ. Δε Βιάζης, ό.π., σ. 210.

11 T. Spitéris, Influences occidentales sur la peinture néo-hellenique, Αθήνα 1955, σ. 2.

12 Ν. Κατραμής, Φιλολογικά Ανάλεκτα Ζακύνθου, Ζάκυνθος 1880, σ. 328, 371 · Σ. Δε Βιάζης, περιοδ. Καλλιτεχνικός Κόσμος, έτος Α΄, αρ. 3 (1892).

13 Ο. Ελύτης, «Ο ζωγράφος Θεόφιλος», Ανοιχτά χαρτιά, Αθήνα 1987, σ. 289.

Ο Άλκης Χαραλαμπίδης είναι Ομότιμος Καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

Μανόλης Ανδρόνικος: Ο άνθρωπος που ανέσυρε από τη λήθη το μακεδονικό μεγαλείο

Μανόλης Ανδρόνικος: Ο άνθρωπος που ανέσυρε από τη λήθη το μακεδονικό μεγαλείο

«Είναι ασύλητος! Είναι κλειστός!», αναφώνησε ο διαπρεπής αρχαιολόγος μην κρύβοντας την έκπληξή του όταν η σκαπάνη του σκόνταψε πάνω στον πρώτο ασύλητο μακεδονικό τάφο που πρωτοαντίκριζε ποτέ.

«Στηριγμένος λοιπόν σε ισχυρές αρχαιολογικές ενδείξεις, νομίζω πως έχω το δικαίωμα να πω ότι ο μεγάλος μακεδονικός τάφος μπορεί να ανήκει στον Φίλιππο Β’», δήλωσε λίγες μέρες αργότερα, στέλνοντας την Ελλάδα για πολλούς μήνες στα πρωτοσέλιδα του παγκόσμιου Τύπου.

Ήταν στις 8 Νοεμβρίου 1977 όταν ο καθηγητής αρχαιολογίας Μανόλης Ανδρόνικος και η ομάδα του βρέθηκαν μπροστά στο αρχαιολογικό εύρημα που θα προκαλούσε οικουμενική συγκίνηση αλλά και μια πρωτόγνωρη κινητοποίηση της επιστημονικής κοινότητας. Τα νέα των επόμενων εβδομάδων θα έκαναν πολλές φορές τον γύρο της υφηλίου, μιας και μέσα στον ασύλητο μακεδονικό τάφο που αποκάλυψε η αρχαιολογική εμμονή του Ανδρόνικου των 26 ολόκληρων ετών θα βρισκόταν μια ολόχρυση λάρνακα, η οποία είχε αποθηκεύσει για τόσους και τόσους αιώνες τα οστά του μακεδόνα βασιλιά Φιλίππου, του πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου!

Στις 24 Νοεμβρίου, ο Ανδρόνικος προβαίνει με την απροσχημάτιστη απλότητά του στην ανακοίνωση της ανακάλυψης στην αίθουσα τελετών της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αφήνοντας άπαντες με το στόμα ανοιχτό. Πριν από την ανακοίνωση, ο διαπρεπής αρχαιολόγος έχει κάνει δύο τηλεφωνήματα: στον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Τσάτσο.

Η ανασκαφή της Βεργίνας έμελλε να σφραγίσει την επιστημονική διαδρομή του Ανδρόνικου, αν και ο ίδιος ήταν μια πολυδιάστατη προσωπικότητα που δεν μπορεί να περιγραφεί μόνο από την κολοσσιαίας αρχαιολογικής σημασίας ανακάλυψή του. Ο επίμονος αρχαιολόγος ήταν ταυτοχρόνως ένας πολύ μεγάλος πανεπιστημιακός δάσκαλος, ένας συνειδητοποιημένος πολίτης και ένας άνθρωπος που σημάδεψε γενικά όλους όσοι είχαν την τύχη να συνεργαστούν μαζί του ή να ακούσουν τις διαλέξεις του.

Η δήλωση του Μανόλη Ανδρόνικου το πρωινό της 24ης Νοεμβρίου 1977 σφράγισε τη μοίρα της μακεδονικής ιστορίας και άλλαξε τα δεδομένα της αρχαιολογικής έρευνας. Μετά τη μέρα αυτή, τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο στα αρχαιολογικά πράγματα της χώρας μας…

Πρώτα χρόνια

Ο Μανόλης Ανδρόνικος (που επιθυμούσε να αναγράφεται το όνομά του με «όμικρον») γεννιέται στις 23 Οκτωβρίου 1919 στην Προύσα της Μικράς Ασίας. Για τα παιδικά του χρόνια δεν είναι και πολλά γνωστά, παρά μόνο ότι μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 κατέφτασε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη, όπου και γράφτηκε το 1936 στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου.

Ήδη από παιδί αγάπησε τις τέχνες και τα γράμματα, καθώς η ποίηση ήταν γι’ αυτόν το διαχρονικό καταφύγιο από τις δυσκολίες της προσφυγιάς, και ίδρυσε κάποια στιγμή τον καλλιτεχνικό και φιλολογικό όμιλο «Η Τέχνη». Και τότε τον κερδίζει η αρχαιολογία, μέσω μιας σειράς σημαδιών της μοίρας. Ας τον ακούσουμε: «Τον πρώτο χρόνο στο πανεπιστήμιο άκουσα όλους τους καθηγητές που είχα τότε, τον Κακριδή, τον Θεοδωρακόπουλο, τον Αποστολάκη, τον Θεοδωρίδη. Αλλά ανάμεσα σ’ όλους ήταν ένας παράξενος θα ’λεγα δάσκαλος, ο Ρωμαίος. Ήταν κακός ομιλητής, δεν ήταν όμορφος, δεν είχε τίποτα εξωτερικά γοητευτικό. Αλλά μέσα από τη δυσκολία του λόγου του και τη μονότονη θα έλεγα διδασκαλία του, σου κάρφωνε ορισμένα πράγματα. Μας δίδασκε για τους Κούρους, κάτι που δεν το ήξερα καθόλου. Παράλληλα, ήρθε μια άλλη περίεργη σύμπτωση: Ένας συμφοιτητής και φίλος μου, ο Θηστέρης ο Γιώργος, ήταν αρραβωνιασμένος με μια κοπέλα που ήταν χορεύτρια κλασικού χορού. Καθώς μια μέρα μελετούσαμε με τον Γιώργο στα εκμαγεία και ήρθε να τον πάρει, μας είπε τι πόνο έχει το χέρι του γλύπτη και μας εξήγησε με το ίδιο της το κορμί τι σημαίνει χαρά, πόνος, λύπη, ενθουσιασμός. Μας τα έδειξε και στα αρχαία αγάλματα. Αυτή η περίεργη συγκυρία μ’ έκανε να βλέπω με άλλο μάτι και τα αρχαία αγάλματα και να ακούω και με άλλο αυτί τη διδασκαλία του Ρωμαίου».

Και τότε τον καλεί η Βεργίνα, χωρίς ακόμα να το γνωρίζει ο ίδιος: «Ακόμη μια συγκυρία, ήταν ότι ο Ρωμαίος από την πρώτη κιόλας χρονιά με πήρε μαζί του στην ανασκαφή της Βεργίνας. Αυτό μπορώ να πω ότι σφράγισε τη ζωή μου. Τελείωσα το πανεπιστήμιο το 1941. Από το 1938, τότε με το δάσκαλο μου, τον Ρωμαίο, πηγαίναμε στη Βεργίνα στην ανασκαφή του ανακτόρου δύο φορές το χρόνο. Αυτές ήταν οι πρώτες αρχαιολογικές μου εμπειρίες, μαζί με τις εμπειρίες που είχα και από τη διδασκαλία του στο πανεπιστήμιο, αλλά και από όσα μας έλεγε στα ξενύχτια που κάναμε στο μικρό προσφυγικό σπίτι της Βεργίνας, όπου έμενε».

Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του το 1941, διορίζεται φιλόλογος σε γυμνάσιο του Διδυμότειχου, αν και σύντομα θα τον καλούσε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Ανδρόνικος κατέφυγε στη Μέση Ανατολή, κατατάχτηκε στις ελληνικές δυνάμεις και πήρε μέρος σε διάφορες πολεμικές επιχειρήσεις, υπηρετώντας το στράτευμα ως λοχίας. Επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη το 1945, πιάνει δουλειά στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια «Σχοινά»: «Ήταν μια ωραία εμπειρία για μένα. Είχα καλά παιδιά, μαθήτριες -ήταν γυμνάσιο θηλέων- και θυμούμαι με συγκίνηση που μπόρεσα και δίδαξα όπως ήθελα και τα αρχαία ελληνικά και τα νια ελληνικά. Και έτσι αισθάνομαι μια ικανοποίηση, όταν θυμάμαι ότι το 1946 πρωτοδίδαξα τον Ελύτη. Το “Άσθμα πένθιμον και ηρωικό”, που μόλις γύρισα από τη Μέση Ανατολή το είχα βρει στο Τετράδιον Δεύτερον. Δίδαξα και Σεφέρη και “Ερωτόκριτο’’ και άλλη ποίηση, την οποία πάντα αγαπούσα».

Αφού περάσει μερικά χρόνια ως εκπαιδευτικός, ο Ανδρόνικος διορίζεται το 1949 επιμελητής αρχαιοτήτων στην εφορεία Κεντρικής Μακεδονίας και το 1952 αναλαμβάνει πανεπιστημιακή θέση στο Αριστοτέλειο (καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας). Η δίψα του για γνώση θα τον φέρει τη διετία 1954-1955 με υποτροφία στην Οξφόρδη, όπου θα βρεθεί δίπλα στον μεγάλο αρχαιολόγο sir John Beazley, που «ήταν ο μεγαλύτερος αρχαιολόγος ασφαλώς του 20ού αιώνα, αλλά ίσως και όλων των εποχών».

Ο φωτισμένος δάσκαλος, ο «πατέρας» της αρχαίας ελληνικής αγγειογραφίας, ενσταλάζει στον Ανδρόνικο ακόμα μεγαλύτερο πάθος για την κλασική αρχαιολογία και εκείνος τον ανταμείβει με τη διατριβή του «Λακωνικά ανάγλυφα», με την οποία και θα εκλεγεί υφηγητής Αρχαιολογίας στο ΑΠΘ το 1957. Από το 1964, ο Ανδρόνικος ήταν τακτικός πια καθηγητής της έδρας.

Τα χρόνια που εργαζόταν ως καθηγητής μέσης εκπαίδευσης στη Θράκη του χάρισαν ωστόσο και τη γυναίκα της ζωής του. Το 1949 παντρεύεται την Ολυμπία Κακουλίδου, την ακούραστη συμπαραστάτριά του στην ανασκαφική οδύσσεια της Βεργίνας, που όπου να ’ναι θα ξεκινήσει: «Στη σχολή Σχοινά είχα μιαν άλλη τύχη. Γνώρισα τη γυναίκα μου, την Όλια, η οποία μου παραστάθηκε πάρα πολύ σε όλη την ανασκαφική προσπάθεια, γιατί μοιράστηκε μαζί μου τις ταλαιπωρίες. Τουλάχιστον τις ταλαιπωρίες των πρώτων χρόνων που ήταν πολύ μεγάλες. Υπάρχει και μια ακόμα σύμπτωση, ότι διορίστηκα στην Αρχαιολογική Υπηρεσία αμέσως μετά το γάμο μου»…

Η αρχαιολογική ανασκαφή της Βεργίνας

Παλιός γνώριμος της Βεργίνας ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, ο Ανδρόνικος πρωτοστάτησε αρχαιολογικά σε διάφορες ανασκαφές της ευρύτερης περιοχής της Μακεδονίας (Θεσσαλονίκη, Βέροια, Νάουσα, Κιλκίς, Χαλκιδική κ.α.), αν και σύντομα θα έστρεφε το επιστημονικό του ενδιαφέρον στη Βεργίνα. Ο αγώνας του τιτάνιος και γεμάτος εμπόδια. Στο ξεκίνημα θα ανασκάψει 32 τύμβους της πρώιμης εποχής του σιδήρου, ενώ θα ολοκληρώσει και την ανασκαφή του ανακτόρου της Βεργίνας. Το 1952 αρχίζει τις ανασκαφές της Μεγάλης Τούμπας. Αρχικά απογοητεύεται, αφού ανακαλύπτει τρεις τάφους που έχουν όμως συληθεί. «Η πρώτη άμεση αντίδραση που δοκίμασα ήταν μια έντονη απογοήτευση. Η πόρτα παρουσιάζει μια τραχιά, χοντροδουλεμένη επιφάνεια. Οι τοίχοι δεν είχαν καμιά διακόσμηση», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Λίγο πιο βαθιά όμως θα ανακαλύψει την αριστουργηματική τοιχογραφία με θέμα την αρπαγή της Περσεφόνης! Με το πάθος του οραματιστή που κυνηγάει απέλπιδα τη δική του Ιθάκη, ψάχνει αδιάκοπα στο χώμα, παλεύοντας τόσο με τη γη όσο και με τον εαυτό του. Τα κονδύλια αλλά και ο χρόνος φτάνουν στο τέλος τους, όχι όμως και το πείσμα του. Στις τρεις απόπειρες που προηγήθηκαν του 1977 (το 1951, το 1962 και το 1963), ο Ανδρόνικος κατέληξε πως ο τεράστιος τύμβος στην ανατολική άκρη της Βεργίνας ήταν τεχνητός και κάλυπτε έναν -τουλάχιστον- τάφο.

Έπειτα από αναγκαστική διακοπή 13 χρόνων, επέστρεψε λοιπόν σε αυτόν απερίσπαστος, έχοντας ολοκληρώσει την πανεπιστημιακή ανασκαφή στο ανάκτορο της Βεργίνας, ελεύθερος τώρα να αφοσιωθεί στο φιλόδοξο νεανικό του όνειρο και να αποκρυπτογραφήσει το μυστικό της Μεγάλης Τούμπας! Στις 8 Νοεμβρίου 1977, που έμελλε να γίνει η σημαντικότερη μέρα της ζωής του, ανακαλύπτει χωρίς καμία αμφιβολία και με τεκμηριωμένες πια αποδείξεις τον τάφο του βασιλιά των Μακεδόνων Φιλίππου Β’! Τα ευρήματα πολλά: χρυσή λάρνακα με ανάγλυφο το δεκαεξάκτινο αστέρι και οστά, λαμπρές τοιχογραφίες, σιδερένιοι θώρακες, ψηφιδωτά, ανάγλυφα μέλη, κλίνες από ελεφαντοστό και άλλα πολλά.

Λίγο καιρό πριν από τη σπουδαία ανακάλυψη, γράφει στο σημειωματάριό του: «Οι προσδοκίες για την ανασκαφή της Μ. Τούμπας είναι εξαιρετικές. Ακόμα και η απίστευτη ελπίδα πως κάτω από την τεράστια επίχωσή της καλύπτει τάφους Μακεδόνων Βασιλέων. Τίποτα δεν αποκλείεται!». Την πρώτη μέρα της ανακάλυψης, σημειώνει: «Εκείνο το βράδυ στάθηκε αδύνατο να κοιμηθώ. Ήταν η πιο απίστευτη ώρα της ζωής μου. Έπιασα με τα χέρια μου το λείψανο του Φιλίππου».

Η ανασκαφή του 1976 ταύτισε στη θεωρητική συλλογιστική του Ανδρόνικου τον αρχαιολογικό χώρο της Βεργίνας με τις αρχαίες Αιγές, την παλιά πρωτεύουσα και βασιλική νεκρόπολη των Τημενιδών, υποθέτοντας πια με σχετική ασφάλεια ότι ενδέχεται να υπάρχουν βασιλικοί τάφοι κάτω από την επίχωση του τύμβου. Τον Νοέμβριο του 1977, έπειτα από μια μακρά και εντατική ανασκαφική περίοδο που έγινε δυνατή χάρη στα κονδύλια από τον προϋπολογισμό του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, ο Μανόλης Ανδρόνικος παρουσίασε στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Παλαιού Κτιρίου της Φιλοσοφικής Σχολής το μεγάλο του εύρημα: τρεις τάφους, ανάμεσά τους δύο ασύλητους μακεδονικούς, που άλλαξαν την πορεία της ελληνικής αρχαιολογίας και έστρεψαν το ενδιαφέρον και τη στήριξη της πολιτείας στα αποτελέσματά της.

Το ημερολόγιο έγραφε 8 Νοεμβρίου 1977 όταν ο καθηγητής αρχαιολογίας Μανόλης Ανδρόνικος πραγματοποίησε τη σημαντικότερη ίσως αρχαιολογική ανακάλυψη του 20ού αιώνα επί ευρωπαϊκού εδάφους: τον τάφο του βασιλιά της Μακεδονίας, Φιλίππου Β’. Τα εντυπωσιακά ευρήματα, όπως η χρυσή λάρνακα διακοσμημένη με τον δεκαεξάκτινο ήλιο, το χρυσό στεφάνι που αναπαριστά φύλλα και καρπούς δρυός, η πανοπλία του ηγεμόνα και το χρυσό δόρυ, κάνουν για πρώτη φορά παγκόσμια γνωστό τον λαμπρό μακεδονικό πολιτισμό.

Ο ίδιος ο Ανδρόνικος εξιστορεί στο «Χρονικό της Βεργίνας» την περιπέτεια της κοσμοϊστορικής ανακάλυψης: «Πήρα το τσαπάκι της ανασκαφής, που έχω μαζί μου από το 1952, έσκυψα στο λάκκο και άρχισα να σκάβω με πείσμα και αγωνία το χώμα κάτω από το κλειδί της καμάρας. Ολόγυρα ήταν μαζεμένοι οι συνεργάτες μου. (…) Συνέχισα το σκάψιμο και σε λίγο ήμουν βέβαιος. Η πέτρα του δυτικού τοίχου ήταν στη θέση της, απείραχτη, στέρια. (…) -Είναι ασύλητος! Είναι κλειστός! Ήμουν ευτυχισμένος βαθιά. Είχα λοιπόν βρει τον πρώτο ασύλητο μακεδονικό τάφο. Εκείνη τη στιγμή δεν ενδιαφερόμουν για τίποτε άλλο. Εκείνη τη νύχτα -όπως και όλες τις επόμενες- στάθηκε αδύνατο να κοιμηθώ περισσότερο από δυο τρεις ώρες. Γύρω στις 12, τα μεσάνυχτα, πήρα το αυτοκίνητο και πήγα να βεβαιωθώ αν οι φύλακες ήταν στη θέση τους. Το ίδιο έγινε και στις 2 και στις 5 το πρωί. Οπωσδήποτε, συλλογιζόμουν, μέσα στη σαρκοφάγο πρέπει να κρύβεται μια ωραία έκπληξη. Η μόνη δυσκολία που συναντήσαμε ήταν πως την ώρα που ανασηκώναμε το κάλυμμα, είδαμε καθαρά πια το περιεχόμενο και έπρεπε να μπορέσουμε να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας και να συνεχίσουμε τη δουλειά μας, μόλο που τα μάτια μας είχαν θαμπωθεί απ’ αυτό που βλέπαμε και η καρδιά μας πήγαινε να σπάσει από συγκίνηση. Μέσα στη σαρκοφάγο υπήρχε μια ολόχρυση λάρνακα. Επάνω στο κάλυμμά της ένα επιβλητικό ανάγλυφο αστέρι με δεκάξι ακτίνες, και στο κέντρο του ένας ρόδακας. Με πολλή προσοχή και περισσότερη συγκίνηση ανασήκωσα το κάλυμμα με το αστέρι πιάνοντάς το από τις δυο γωνίες της μπροστινής πλευράς. Όλοι μας περιμέναμε να δούμε μέσα σ’ αυτήν τα καμένα οστά του νεκρού. Όμως αυτό που αντικρίσαμε στο άνοιγμά της μας έκοψε για μιαν ακόμη φορά την ανάσα, θάμπωσε τα μάτια μας και μας πλημμύρισε δέος: πραγματικά μέσα στη λάρνακα υπήρχαν τα καμένα οστά. (…) Αλλά το πιο απροσδόκητο θέαμα το έδινε ένα ολόχρυσο στεφάνι από φύλλα και καρπούς βελανιδιάς που ήταν διπλωμένο και τοποθετημένο πάνω στα οστά. Ποτέ δεν είχα φανταστεί τέτοια ασύλληπτη εικόνα. Μπορώ να φέρω στη συνείδησή μου ολοκάθαρα την αντίδραση που δοκίμασα καθώς έλεγα μέσα μου: “Αν η υποψία που έχεις, πως ο τάφος ανήκει στον Φίλιππο, είναι αληθινή -και η χρυσή λάρνακα ερχόταν να ενισχύσει την ορθότητα αυτής της υποψίας- κράτησες στα χέρια σου τη λάρνακα με τα οστά του. Είναι απίστευτη και φοβερή μια τέτοια σκέψη, που μοιάζει εντελώς εξωπραγματική”. Νομίζω πως δεν έχω δοκιμάσει ποτέ στη ζωή μου τέτοια αναστάτωση, ούτε και θα δοκιμάσω ποτέ άλλοτε»….

Η πολιτεία τον εμπιστεύεται και πλέον είναι στο πλευρό του. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, μόλις ενημερώνεται για το κατόρθωμα του Ανδρόνικου, του ξεκαθαρίζει: «Θα σας δώσω ό,τι θέλετε. Πείτε τι θέλετε και θα το έχετε. Δώσατε φωνή και υπόσταση στην ιστορία της Ελλάδος».

Ο απολογισμός της αποκάλυψης του Ανδρόνικου ήταν χονδρικά ένα Ηρώο, ένας κιβωτιόσχημος τάφος με καταπληκτική ζωγραφική διακόσμηση, δύο ασύλητοι μακεδονικοί τάφοι και ένας κατεστραμμένος. Η ανασκαφή της Μεγάλης Τούμπας ολοκληρώθηκε το 1981 και ο Ανδρόνικος δημοσίευσε το 1984 το σύγγραμμά του «Οι βασιλικοί τάφοι και άλλες αρχαιότητες», όπου εξέθεσε τα δεδομένα, τους προβληματισμούς, τις σκέψεις και τις ερμηνείες του σχετικά με τα ευρήματα, εγκαινιάζοντας μια αρχαιολογική συζήτηση που δεν έχει κοπάσει μέχρι και σήμερα.

Την επόμενη χρονιά, το 1978, ο Ανδρόνικος ανακάλυψε και τον λεγόμενο «Τάφο του Πρίγκιπα». Ήταν το τρίτο μυστικό που έκρυβε η Μεγάλη Τούμπα: ένας ακόμα ασύλητος μακεδονικός τάφος. Το 1982, η ανασκαφική πανεπιστημιακή ομάδα αφήνει πίσω της τη Μεγάλη Τούμπα, αφού βέβαια πρώτα ο Ανδρόνικος φρόντισε για τη συντήρηση των μνημείων. Η ιδιαίτερη ευαισθησία και το αίσθημα ευθύνης του για το ταφικό μνημείο της Βεργίνας συνεχίστηκαν για πολλά χρόνια, έως ότου να κατασκευαστεί το μεγάλο στέγαστρο των βασιλικών τάφων από το υπουργείο Πολιτισμού (1992). Τότε ήταν που άνοιξε έναν νέο κύκλο ανασκαφικών εργασιών στη Βεργίνα, γύρω από το νεκροταφείο, και εντόπισε -σε άμεση σχέση με το ανάκτορο- το αρχαίο θέατρο της πόλης και αμέσως βορειότερα το Ιερό της Εύκλειας (αγορά).

Το 1987 ανακαλύπτεται πλάι στον τάφο του «Ρωμαίου», ο τάφος της «Ευρυδίκης», ένας πιο πρώιμος μακεδονικός τάφος που ενίσχυσε τον συλλογισμό που είχε αναπτύξει ο Ανδρόνικος σχετικά με την τυπολογική και μορφολογική εξέλιξη των μακεδονικών ταφικών μνημείων, ενώ την επόμενη χρονιά ακολουθούν και άλλοι τάφοι στην ίδια περιοχή. Το 1990 ξεκίνησε την ανασκαφή του «Μητρώου» (Ιερό της Μητέρας των θεών)…

Κατοπινά χρόνια

Ο διαπρεπής αρχαιολόγος και φωτισμένος πανεπιστημιακός δάσκαλος διετέλεσε κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, μετρώντας συνεχή παρουσία στην πνευματική ζωή της Ελλάδας. Τιμήθηκε εκτεταμένα για το έργο του και έλαβε αναρίθμητους επαίνους και διακρίσεις, διατελώντας πρόεδρος του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, του εθνικού συμβουλίου και της εκτελεστικής επιτροπής της UNESCO, μέλος και πρόεδρος του αρχαιολογικού συμβουλίου και ισόβιος εταίρος της αρχαιολογικής εταιρείας.

Το 1980 εκλέχθηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και τον Μάρτιο του 1992, λίγες μέρες πριν φύγει από τον κόσμο, η ελληνική πολιτεία τίμησε τον κορυφαίο αρχαιολόγο με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Φοίνικα. Ο Ανδρόνικος διαχειρίστηκε υποδειγματικά ένα πολύπλευρο και πολυσήμαντο εύρημα, φρόντισε για την προστασία και την ανάδειξή του και μάγεψε το ευρύ κοινό με τις ανακαλύψεις του, διατηρώντας πάντα στο ακέραιο το ακαδημαϊκό ήθος και την επιστημονική σεμνότητα που προσιδιάζουν στους μεγάλους άντρες.

Έφυγε από τη ζωή στις 30 Μαρτίου 1992 αναγνωρισμένος από την πολιτεία, το κοινό, ακόμα και τους επιστημονικούς αντιπάλους του. Στο «Χρονικό της Βεργίνας», ένα μόνο σύγγραμμα από την πλούσια εργογραφία του, παρατηρούσε για την ανακάλυψη που συγκλόνισε την οικουμένη: «Δεν φαντάζομαι να έχει γίνει δεκτή ποτέ άλλοτε μια αρχαιολογική ανακοίνωση με τόσο ενθουσιασμό και συγκίνηση. Ήταν φανερό πως τα ευρήματα λειτουργούσαν κιόλας πολύ πέρα από την αυστηρά επιστημονική περιοχή. Για μιαν ακόμη φορά, ο θρύλος του Μεγαλέξανδρου είχε αγγίξει τις καρδιές των Μακεδόνων. Και όχι μόνο αυτών»…

Πηγή: Newsbeast 30/04/2015


Πηγή: H Μηχανή του Χρόνου

Θεοδόσης Καρβουναράκης: Ο Πρόεδρος Reagan και η Ευρώπη

Θεοδόσης Καρβουναράκης

Ο Πρόεδρος Reagan και η Ευρώπη

 

Στόχος του νοεκλεγέντος Αμερικανού προέδρου Ronald Reagan, που ανέλαβε τα καθήκοντά του τον Ιανουάριο του 1981, ήταν να αναστρέψει την τάση αμφισβήτησης τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στο εξωτερικό, ως προς τη δυνατότητα και ικανότητα της χώρας του να πρωταγωνιστεί στη διεθνή σκηνή και να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις προκλήσεις των Σοβιετικών. Για να το επιτύχει επανέφερε επιθετική αντικομμουνιστική ρητορική και διπλωματία περασμένων δεκαετιών, ανέλαβε δράση κατά καθεστώτων φιλικά προσκειμένων προς τη Μόσχα ή σε αντιπαράθεση με τα αμερικανικά συμφέροντα και αύξησε δραστικά τις αμυντικές δαπάνες.

Η νέα πολιτική προφανώς καθιστούσε αδιαμφισβήτητη την προσήλωση του Reagan στη Βορειοατλαντική Συμμαχία και την άμυνα της Ευρώπης, γεγονός που ικανοποιούσε τους Ευρωπαίους. Τους ανησυχούσε όμως και η ένταση της νέας αμερικανό-σοβιετικής αντιπαλότητας. Τόσο ο ίδιος o Αμερικανός πρόεδρος όσο και άλλοι υψηλά ιστάμενοι αξιωματούχοι δεν απέκλειαν τη χρήση πυρηνικών όπλων, τη διεξαγωγή δηλαδή πυρηνικού πολέμου και μάλιστα σε ευρωπαϊκό έδαφος.[1] Οι Ευρωπαίοι ήταν αντίθετοι στην αύξηση της έντασης με το ανατολικό μπλοκ και προτιμούσαν τη συνέχιση της πολιτικής της ύφεσης (détente), που είχε ενισχύσει το αίσθημα ασφάλειας στη δυτική Ευρώπη, ήταν επωφελής οικονομικά για τους ίδιους, τέλος, τη σωστή τακτική προσέγγισης, προσέλκυσης και μετασχηματισμού των ευρωπαϊκών κομμουνιστικών καθεστώτων. Αντέδρασαν έτσι αρνητικά σε μία σειρά αμερικανικών πρωτοβουλιών που κατά τη γνώμη τους επιβάρυναν επικίνδυνα τις σχέσεις των δύο στρατοπέδων και ζημίωναν της Ευρώπη.

Στην Πολωνία η κακή οικονομική κατάσταση οδήγησε σε έντονη λαϊκή αντίδραση κατά την δεκαετία του 1970 και στην ανάπτυξη ισχυρού συνδικαλιστικού κινήματος. Τα συνδικάτα του κινήματος Αλληλεγγύη (Solidarność), υπό την ηγεσία του Lech Wałęsa  αμφισβήτησαν αποτελεσματικά και έφεραν σε δύσκολη θέση την κομμουνιστική ηγεσία της χώρας. Η αντιπαράθεση κορυφώθηκε τον Δεκέμβριο του 1981, όταν ο πρόεδρος της χώρας στρατηγός Jaruzelski, υπό την πίεση της Μόσχας[2] κήρυξε στρατιωτικό νόμο και συνέλαβε χιλιάδες μέλη της Αλληλεγγύης. Φοβούμενοι να διακινδυνεύσουν τα πολιτικά και οικονομικά οφέλη της détente, οι Ευρωπαίοι αντέδρασαν με περιορισμένο τρόπο, αρνούμενοι νέες πιστώσεις στην πολωνική κυβέρνηση.

Πολύ πιο έντονη ήταν η αμερικανική αντίδραση, που θέλησε να επεκτείνει τις συνέπειες για το ανατολικό μπλοκ με κυρώσεις και κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Έχοντας σαν ευρύτερο στόχο την άσκηση μεγάλης οικονομικής πίεσης σε βάρος της τελευταίας, ο πρόεδρος Reagan απαγόρευσε την εξαγωγή τεχνολογίας που θα χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή μεγάλου αγωγού για τη μεταφορά φυσικού αερίου από την Σιβηρία στη Δυτική Ευρώπη. Τον Ιούνιο του 1982 απαγόρευσε επίσης και την πώληση εξοπλισμού που κατασκευάζονταν από θυγατρικές αμερικανικές εταιρίες ή με ειδική άδεια εκτός Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ πίεσε τους Ευρωπαίους να μη συμμετάσχουν στο έργο. Η κατασκευή όμως του αγωγού είχε πολύ μεγάλη οικονομική σημασία για τους Ευρωπαίους, που αντέδρασαν έντονα και αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με τις επιθυμίες της Ουάσινγκτον. Η ευρωπαϊκή αντίδραση επιτάθηκε από τη στάση του Reagan που, εκπληρώνοντας προεκλογικές υποσχέσεις, υπέγραψε νέα συμφωνία πώλησης αμερικανικών δημητριακών στη Σοβιετική Ένωση, δημιουργώντας έτσι την εντύπωση ότι δεν ήταν διατεθειμένος να μοιραστεί με την Ευρώπη το κόστος των κυρώσεων. Η ένταση εκτονώθηκε με την υποχώρηση των Αμερικανών και την άρση των κυρώσεων μερικούς μήνες αργότερα.

Τον Μάρτιο του 1983 ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε στον αμερικανικό λαό την Πρωτοβουλία Στρατηγικής Άμυνας, SDI, πρόγραμμα έρευνας και κατασκευής αμυντικής ασπίδας, που με τη βοήθεια ακτινών λέιζερ θα κατέστρεφε τους σοβιετικούς βαλλιστικούς πυραύλους προτού εκείνοι πλήξουν το αμερικανικό έδαφος. Οι Ευρωπαίοι, τους οποίους ο Reagan δεν είχε ενημερώσει, ανησύχησαν γιατί το πρόγραμμα θα διατάρασσε την πυρηνική ισορροπία, καθώς αντέβαινε σε σχετική συμφωνία των υπερδυνάμεων και θα οδηγούσε σε αύξηση του πυρηνικού οπλοστασίου των Σοβιετικών. Αν ήταν επιτυχές –πράγμα που έντονα αμφισβητούσε μεγάλο μέρος της επιστημονικής κοινότητας- θα μπορούσε να ενθαρρύνει την απεμπλοκή των Αμερικανών από την Ευρώπη, καθώς η σημασία της για την άμυνα των Ηνωμένων Πολιτειών (ως ενδιάμεσο στάδιο κλιμάκωσης της πυρηνικής αντιπαράθεσης) θα μειώνονταν. Επιφυλακτική ήταν και η πρωθυπουργός της Βρετανίας Margaret Thatcher, ο πιο πιστός Ευρωπαίος σύμμαχος αλλά και με στενή προσωπική σχέση με τον πρόεδρο Reagan.

Σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο, η Σοβιετική Ένωση είχε εκμεταλλευτεί αδυναμίες και σφάλματα του δυτικού στρατοπέδου τα  προηγούμενα χρόνια, με αποτέλεσμα να διαθέτει υπεροπλία έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών αλλά και να έχει οδηγήσει σε διατάραξη της πυρηνικής ισορροπίας, κάτι που έπρεπε να αποκατασταθεί. Γι’ αυτό και η κυβέρνησή του δεν εκδήλωσε ενδιαφέρον για τη διαδικασία περιορισμού των πυρηνικών όπλων, την οποία είχαν ξεκινήσει οι προκάτοχοί της. Οι προτάσεις της για την αντικατάσταση της σχετικής συμφωνίας SALT II που δεν είχε κυρωθεί από τη Γερουσία, φαίνοταν να ευνοούν μονομερώς τις Ηνωμένες Πολιτείες  και απορρίφθηκαν ως μη σοβαρές από τους Σοβιετικούς.

Παρόμοιος ήταν και ο χειρισμός του θέματος των πυραύλων μέσου βεληνεκούς SS20 που οι Σοβιετικοί είχαν εγκαταστήσει στην ανατολική Ευρώπη. Το 1981, στα πλαίσια της πολιτικής “dual track” οι Αμερικανοί πρότειναν την απόσυρση των σοβιετικών πυραύλων με αντάλλαγμα την μη εγκατάσταση στη δυτική Ευρώπη των αμερικανικών Pershing και Cruise. Όπως και ο ίδιος ο υπουργός Εξωτερικών του Reagan, Alexander Haig επισήμανε στα απομνημονεύματά του: «ήταν παράλογο να περιμένουμε οι Σοβιετικοί να αποσύρουν μία δύναμη 1100 πυρηνικών κεφαλών που είχαν ήδη εγκαταστήσει στο πεδίο των πιθανών συγκρούσεων…με αντάλλαγμα μία υπόσχεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες να μην εγκαταστήσουν πυραύλους που ακόμη δεν είχαμε αρχίσει να κατασκευάζουμε και που είχαν προκαλέσει τέτοια βίαιη αντιπαράθεση στη δυτική Ευρώπη»[3]. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν χωρίς επιτυχία και κάθε σχετική επαφή των δύο πλευρών διακόπηκε το Νοέμβριο του 1983, όταν οι πρώτοι αμερικανικοί πύραυλοι άρχισαν να φθάνουν στην Ευρώπη.

Το διάγραμμα του Προγράμματος Strategic Defense Initiative (SDI), γνωστότερο ως Star Wars.

Η εγκατάσταση των πυραύλων ήταν επιθυμία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων για να αντιμετωπιστούν σοβιετικές πιέσεις αλλά και για να εξασφαλιστεί η δέσμευση των Αμερικανών ως προς την άμυνα της Ευρώπης, σε περίπτωση σοβιετικής απειλής. Δημιουργήθηκε όμως μεγάλη λαϊκή αντίδραση που έφερε τους Ευρωπαίους ηγέτες σε δύσκολη θέση. Το κίνημα κατά της εγκατάστασης των νέων πυραύλων υποστήριζε πως επρόκειτο για επιθετικά όπλα και θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για έναν πυρηνικό πόλεμο που θα περιορίζονταν στην Ευρώπη, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προστατεύονταν από το SDI. Στη Γερμανία, μέσα σε 18 μήνες από το Νοέμβριο του 1980, το κίνημα ειρήνης συγκέντρωσε 2,5 εκατομμύρια υπογραφές κατά των πυρηνικών με το σύνθημα «πυρηνικός πόλεμος μας απειλεί όλους- όχι πυρηνικά όπλα στην Ευρώπη». Στη Βρετανία ο αριθμός των μελών της Εκστρατείας για Πυρηνικό Αφοπλισμό (CND) έφθασε τις 100.000 το 1985 από 5.000 που ήταν το 1979. Στα τέλη του 1982, 750.000 διαδηλωτές στο Central Park της Νέας Υόρκης απαίτησαν το «πάγωμα» του αριθμού των πυρηνικών όπλων, ενώ το Νοέμβριο του 1983 οι διαδηλωτές σε Βόννη και Ρώμη έφτασαν τις 500.000.

Το κίνημα ειρήνης υποστηρίζονταν αλλά δεν ελέγχονταν από τη Μόσχα. Συμμετείχαν άνθρωποι με διάφορες πεποιθήσεις, κοινωνική και επαγγελματική προέλευση, ειρηνιστές αλλά και φεμινίστριες, ιερείς, οικολόγοι, νοικοκυρές, φοιτητές και καλλιτέχνες. Το κίνημα ειρήνης είχε σημαντική πολιτική επιρροή. Στις εκλογές του 1983 το βρετανικό εργατικό κόμμα πρότεινε την αποπυρηνικοποίηση της Βρετανίας και την κατάργηση του βρετανικού πυρηνικού οπλοστασίου. Στη Γερμανία το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα στράφηκε εναντίον του ηγέτη του Helmut Schmidt και αρνήθηκε να υποστηρίξει την εγκατάσταση των πυραύλων στη Γερμανία. Οι κυβερνήσεις της Ευρώπης όμως δεν υπέκυψαν στις πιέσεις του αντιπυρηνικού στρατοπέδου. Τόσο ο κεντροδεξιός Γερμανός καγκελάριος Helmut Kohl που διαδέχτηκε στην εξουσία τον Schmidt το 1983, όσο και η Βρετανή νεοφιλελεύθερη Margaret Thatcher, ήταν πεπεισμένοι πως η εγκατάσταση των πυρηνικών ήταν επωφελής για τις χώρες τους και την Ευρώπη. Την ίδια άποψη είχαν και οι σοσιαλιστές, François Mitterrand και Bettino Craxi, πρόεδρος της Γαλλίας και πρωθυπουργός της Ιταλίας αντίστοιχα. Από το τέλος του 1983 οι αμερικανικοί πύραυλοι άρχισαν να εγκαθίστανται στη Γερμανία.

Σημαντικές διαφωνίες επίσης υπήρξαν μεταξύ Ευρωπαίων και Αμερικανών όσον αφορά την πολιτική των τελευταίων στον Τρίτο Κόσμο. Ο πρόεδρος Reagan ήθελε να αναγκάσει σε υποχώρηση τους Σοβιετικούς. Οι τελευταίοι είχαν αποκτήσει επιρροή σε διάφορες χώρες, υποστηρίζοντας κομμουνιστικά ή φιλοκομμουνιστικά κινήματα. Έθεσε έτσι ως στόχο του την ανατροπή των μαρξιστικών κυβερνήσεων σε χώρες όπως το Αφγανιστάν, η Νικαράγουα, η Αγκόλα και η Καμπότζη, ενισχύοντας ένοπλες ομάδες αντιφρονούντων. Παράλληλα ανέμενε την έμπρακτη συμπαράσταση των Ευρωπαίων. Μόνο η Βρετανία φαίνεται να ενίσχυσε στρατιωτικά τους Μουτζαχεντίν στο Αφγανιστάν, ενώ ακόμα και η Margaret Thatcher υπήρξε επιφυλακτική ως προς τις άλλες πρωτοβουλίες του προέδρου. Και ήταν ιδιαίτερα έντονη η κριτική της όταν, το φθινόπωρο του 1983, δίχως να την ενημερώσει, ο πρόεδρος Reagan διέταξε εισβολή στο μικροσκοπικό νησί της Καραϊβικής Grenada, μέλος της βρετανικής Κοινοπολιτείας, προκειμένου να ανατρέψει τη εκεί μαρξιστική κυβέρνηση. Γενικά οι Ευρωπαίοι ήταν αντίθετοι στις επεμβάσεις των Αμερικανών επειδή αντέβαιναν στο απαράβατο της εθνικής κυριαρχίας που θεμελιώνει το διεθνές δίκαιο, αλλά και γιατί δεν μπορούσαν να έχουν αποτέλεσμα, καθότι οι δυνάμεις που υποστήριζαν οι Αμερικανοί ήταν στρατιωτικά ανεπαρκείς, ενώ σε πολλές περιπτώσεις και ένοχες για μείζονες παραβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επιπρόσθετα, ήταν διάχυτος ο φόβος μήπως αυτή η προκλητική έναντι της Σοβιετικής Ένωσης πολιτική απειλούσε με  υπονόμευση την ύφεση στις ευρω-σοβιετικές σχέσεις. Τέλος, πίστευαν πως η πίεση που ασκούσαν οι Αμερικανοί στα φιλοσοβιετικά καθεστώτα με την ενίσχυση αντιπάλων κινημάτων, αντί να τα απομακρύνει, τα έφερνε πλησιέστερα και ενίσχυε την εξάρτησή τους από τη Μόσχα. Οι Ευρωπαίοι υποστήριξαν διπλωματικά τον Παλαιστίνιο ηγέτη Yasser Arafat, τον οποίο οι Αμερικανοί είχαν χαρακτηρίσει ως τρομοκράτη. Τον Απρίλιο του 1986, η Ισπανία και η Γαλλία απαγόρευσαν τη χρήση του εναέριου χώρου τους σε αμερικανικά αεροσκάφη, που βομβάρδισαν ως αντίποινα τη Λιβύη, ως επακόλουθο βομβιστικής επίθεσης εναντίον Αμερικανών στρατιωτών στο Βερολίνο και την πεποίθηση που κυριαρχούσε στην Ουάσινγκτον πως η Λιβύη ενίσχυε τρομοκράτες.[4]

Το Νοέμβριο του 1986, τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης αποκάλυψαν ένα μυστικό πρόγραμμα πώλησης όπλων από την κυβέρνηση των ΗΠΑ στο Ιράν, με αντάλλαγμα την απελευθέρωση Αμερικανών ομήρων στο Λίβανο. Τα κέρδη από τις πωλήσεις των όπλων διοχετεύονταν παράνομα στους Contras, τους αντικαθεστωτικούς αντάρτες της Νικαράγουας, κατά παράβαση νόμου ψηφισμένου από το αμερικανικό Κογκρέσο που απαγόρευε την ενίσχυσή τους.[5] Για τους Ευρωπαίους ήταν μια δυσάρεστη έκπληξη. Οι σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ισλαμικό καθεστώς του Ιράν ήταν κακές, ενώ μεγάλη πίεση είχε ασκηθεί επί των Ευρωπαίων από τους Αμερικανούς για την επιβολή εμπάργκο στην πώληση όπλων στο Ιράν, με αποτέλεσμα δραστική μείωση των ευρωπαϊκών πωλήσεων. Η αξιοπιστία του Αμερικανού προέδρου και της κυβέρνησής του δέχθηκε σοβαρό πλήγμα.

Το εξώφυλλο του περιοδικού Time της 17/11/1986.
Ο συν/ρχης Oliver North, κομβικό πρόσωπο στο σκάνδαλο Irangate.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Από το 1984 η πολιτική του προέδρου Reagan έναντι της Σοβιετικής Ένωσης εμφανίζει ενδείξεις ριζικής μεταβολής. Σταδιακά ο Αμερικανός πρόεδρος προχωρεί σε στενή προσέγγιση και συνεννόηση με τον Ρώσο ηγέτη Mikhail Gorbachev, που καταλήγει σε δραστική μείωση τόσο των πυρηνικών όπλων όσο και των εντάσεων μεταξύ των δύο πλευρών, ανοίγοντας τον δρόμο για τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου. Σε σημαντική ομιλία του τον Ιανουάριο του 1984, αναφερόμενος στις σχέσεις της χώρας του με τη Σοβιετική Ένωση, ο Reagan μίλησε για «…κοινά συμφέροντα. Και το πιο σημαντικό απ’ αυτά είναι να αποφύγουμε τον πόλεμο και να περιορίσουμε το επίπεδο των εξοπλισμών…οι χώρες μας δεν πολέμησαν ποτέ η μία την άλλη. Δεν υπάρχει κανείς λόγος να το πράξουν».[6] Ποιοι ήταν όμως οι λόγοι αυτής της ριζικής αλλαγής; Ο Reagan απεχθάνονταν τα πυρηνικά όπλα με την ολέθρια, καταστροφική τους ισχύ και είχε εκφράσει την επιθυμία του να τα εξαλείψει.  Όμως, προτού διαπραγματευτεί με τη Σοβιετική Ένωση, επεδίωκε να αναβαθμίσει το κύρος, την πολιτική, στρατιωτική και οικονομική ισχύ της χώρας του, πράγμα που θεώρησε πως είχε επιτύχει μέχρι το 1984. Δεχόταν επίσης πιέσεις για μια πιο διαλλακτική πολιτική τόσο από τους Ευρωπαίους συμμάχους όσο και από την αμερικανική κοινή γνώμη, το δεύτερο με ιδιαίτερη σημασία, καθώς το 1984 ήταν έτος προεδρικών εκλογών. Προς την ίδια κατεύθυνση πίεζε και η Nancy Reagan, σύζυγος του προέδρου, με μεγάλη επιρροή πάνω του, που ήθελε η υστεροφημία του συζύγου της να περιλαμβάνει κάτι σημαντικότερο από μια μεγάλη αύξηση των εξοπλισμών. Δύο επίσης γεγονότα, το φθινόπωρο το 1983, απέδειξαν στον Αμερικανό πρόεδρο πόσο επικίνδυνη ήταν η ένταση στις σχέσεις των υπερδυνάμεων που είχε δημιουργήσει η πολιτική του. Τον Σεπτέμβριο του 1983, επιβατηγό αεροσκάφος της Korean Airlines καταρρίφθηκε από τους Σοβιετικούς όταν από λάθος εισήλθε στον εναέριο χώρο της ΕΣΣΔ. Διακόσια εξήντα-εννέα άτομα έχασαν τη ζωή τους, μεταξύ των οποίων 60 Αμερικανοί. Το Νοέμβριο, μεγάλη άσκηση του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη με την ονομασία Able Archer, που περιλάμβανε προσομοίωση πυρηνικής επίθεσης κατά της Σοβιετικής Ένωσης, εκλήφθηκε από τους Σοβιετικούς ως αρχή πραγματικού πολέμου με αποτέλεσμα να αρχίσουν να ετοιμάζονται για ανάλογη απάντηση. Οι σοβιετικοί ιθύνοντες είχαν πραγματικά θορυβηθεί από τα έργα και τα λόγια του Reagan και από το 1981 διερευνούσαν σοβαρά την πιθανότητα μιας αιφνιδιαστικής αμερικανικής πυρηνικής επίθεσης.[7]

Αρχικά οι διακηρύξεις του προέδρου Reagan έγιναν δεκτές με δυσπιστία, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς έρχονταν σε αντίθεση με τη συνεχιζόμενη προσήλωσή του στο SDI και τις δραστηριότητες του στον Τρίτο Κόσμο. Πολλοί θεώρησαν ότι ήταν ένα τέχνασμα για να ενισχύσει τη θέση του στις επερχόμενες εκλογές. Πέρασε επίσης αρκετός καιρός έως ότου  γνωρίσουν ανταπόκριση στη Σοβιετική Ένωση, η οποία βρισκόταν σε μεγάλη πολιτική αναταραχή εξαιτίας του θανάτου τριών ηγετών της χώρας σε διάστημα μικρότερο των δυόμισι ετών.

Η κατάσταση άλλαξε όταν τον Μάρτιο του 1985 την εξουσία ανέλαβε ο Mikhail Gorbachev. Ο νέος Σοβιετικός ηγέτης ήθελε να αναμορφώσει ριζικά το καθεστώς της χώρας του μέσω του εκσυγχρονισμού των θεσμών και της χρηστής διοίκησης, για να γίνει βιώσιμο και τελικά να ξεπεράσει σε επιρροή τις δυτικές δημοκρατίες. Γι’ αυτό θεωρούσε αναγκαίο τον τερματισμό της αντιπαράθεσης με τη Δύση, που θα του επέτρεπε να συγκεντρωθεί στις εσωτερικές αλλαγές αλλά και να εξασφαλίσει την απαραίτητη για την οικονομική πρόοδο δυτική τεχνολογία.

Συμφωνούσε επίσης με τον Reagan ως προς την ανάγκη εξάλειψης των πυρηνικών όπλων, άποψη που περαιτέρω ενισχύθηκε μετά την μεγάλη καταστροφή που προκάλεσε το ατύχημα στο πυρηνικό εργοστάσιο ηλεκτρικής ενέργειας του Chernobyl, τον Απρίλιο του 1986. Η πρώτη συνάντηση Reagan και Gorbachev στη Γενεύη τον Νοέμβριο του 1985 δεν είχε ουσιαστικά αποτελέσματα, φάνηκε όμως η καλή διάθεση αμφοτέρων των πλευρών να συνεχίσουν την προσπάθεια για τον περιορισμό των πυρηνικών όπλων. Στην επόμενη συνάντησή τους στο Ρέικιαβικ της Ισλανδίας τον Οκτώβριο του 1986, οι δύο ηγέτες κατέπληξαν τον κόσμο, όταν σχεδόν συμφώνησαν πρώτα να αποδεχθούν την «μηδενική επιλογή», την απόσυρση δηλαδή όλων των πυραύλων μέσου βεληνεκούς από την Ευρώπη αλλά, στην εξέλιξη της συζήτησης, και την εξάλειψη όλων των πυρηνικών όπλων μέσα σε μια δεκαετία. Συμφωνία δεν επιτεύχθηκε γιατί ο πρόεδρος Reagan αρνήθηκε να εγκαταλείψει το SDI, κίνηση που ο Gorbachev θεωρούσε ως απαραίτητη προϋπόθεση.[8]

Τα γεγονότα στο Ρέικιαβικ θορύβησαν ιδιαίτερα τους Ευρωπαίους. Ο Αμερικανός πρόεδρος ήταν διατεθειμένος να πάρει κοσμοϊστορικές αποφάσεις που θα επηρέαζαν άμεσα την ευρωπαϊκή άμυνα χωρίς να ζητήσει τη γνώμη τους. Τα πυρηνικά όπλα στην Ευρώπη θεωρούνταν αναγκαία για να αντισταθμίσουν την υπεροπλία των Σοβιετικών σε συμβατικές δυνάμεις. Η πλήρης απόσυρση των αμερικανικών πυραύλων από την Ευρώπη μπορούσε επίσης να υπονοεί την πρόθεση των Αμερικανών να αποδεσμευτούν από τις συμμαχικές τους υποχρεώσεις. Επιπλέον η Βρετανία και η Γαλλία ανησυχούσαν για την τύχη των δικών τους πυρηνικών οπλοστασίων, που φαινόταν πιθανόν οι Αμερικανοί να θελήσουν να θυσιάσουν χάριν μιας ευρύτερης συμφωνίας πυρηνικού αφοπλισμού. Στην τρίτη συνάντησή τους στην Ουάσινγκτον τον Δεκέμβριο του 1987, οι δύο ηγέτες κατέληξαν σε μία συμφωνία ιστορικής σημασίας: την εξάλειψη όλων των πυρηνικών πυραύλων εδάφους με βεληνεκές από 500 έως 5.500 χιλιόμετρα. Ήταν η πρώτη φορά που μια συμφωνία προχωρούσε σε μείωση και όχι απλά περιορισμό της αύξησης των πυρηνικών όπλων. Οι Ευρωπαίοι είδαν επιφυλακτικά τη συμφωνία INF, όπως ονομάστηκε, καθότι διατάρασσε τα ευρωπαϊκά αμυντικά δεδομένα. Όμως τόσο η αποφασιστικότητα του Reagan όσο και το κίνημα ειρήνης δεν τους άφηναν πολλά περιθώρια αντίδρασης, Εν πάση περιπτώσει οι Αμερικανοί ιθύνοντες είχαν συνεργαστεί με τους Ευρωπαίους ομολόγους τους κατά την προετοιμασία της συμφωνίας.

Η συνάντηση κορυφής Reagan-Gorbachev στο Ρέικιαβικ της Ισλανδίας (11-12 Οκτωβρίου 1986).

 

President Reagan at Reykjavik Summit with Mikhail Gorbachev on October 11-12, 1986

 

Μέχρι και το 1987 οι Ευρωπαίοι δεν ήταν απόλυτα πεπεισμένοι για την ειλικρίνεια των προθέσεων του Gorbachev. Υποπτεύονταν πως η στάση του ήταν ένα τέχνασμα για να υπονομεύσει την ενότητα και την άμυνα του δυτικού στρατοπέδου. Σταδιακά όμως άλλαξαν γνώμη. Ο Gorbachev προώθησε δραστικές αλλαγές στη Σοβιετική Ένωση και επιδίωξε να προσεγγίσει τους Ευρωπαίους ηγέτες με επανειλημμένες συναντήσεις. Τον Φεβρουάριο του 1988 ανακοίνωσε την αποχώρηση των Σοβιετικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν εντός του επομένου έτους, ενώ λίγους μήνες αργότερα, τον Δεκέμβριο, με ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, εξήγγειλε τον μονομερή περιορισμό των ενόπλων δυνάμεων της χώρας του κατά 500 χιλιάδες και σημαντική μείωση της σοβιετικής στρατιωτικής παρουσίας στην ανατολική Ευρώπη. Τον Ιούνιο του 1988 ξεκίνησε οικονομική συνεργασία μεταξύ Ευρωπαϊκής Κοινότητας (η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί μετεξέλιξή της) και COMECON, αντίστοιχου οργανισμού του ανατολικού μπλοκ. Η αλλαγή πολιτικής του προέδρου Reagan και η σύγκλιση απόψεων μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών για τις προθέσεις και τις πολιτικές του Gorbachev, είχε επίσης ευεργετική επιρροή στις μεταξύ τους σχέσεις και οδήγησε στην μείωση των εντάσεων.

Προβλήματα στις ευρώ-ατλαντικές σχέσεις δημιούργησε και η οικονομική πολιτική του προέδρου Reagan. Η ταυτόχρονη μείωση των φόρων και αύξηση των αμυντικών δαπανών πολλαπλασίασε το έλλειμμα του προϋπολογισμού, που καλύφθηκε με δανεισμό μέσω υψηλότοκων κρατικών ομολόγων. Η μεγάλη στροφή ευρωπαϊκών κεφαλαίων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες που ακολούθησε, ενόχλησε τους Ευρωπαίους και τους ανάγκασε να αυξήσουν κι αυτοί τους τόκους, με αποτέλεσμα να πληγεί η οικονομική ανάπτυξη στην Ευρώπη. Δυσαρέσκεια επίσης προκάλεσε η τεχνητά υψηλή τιμή του δολαρίου, αλλά και η δημιουργία εμπορικού ελλείμματος, που ενίσχυε τάσεις προστατευτισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ένας από τους λόγους που οδήγησαν στην κατάργηση όλων των περιορισμών και τη δημιουργία της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη το 1986, ήταν η βούληση να προστατευτεί η Ευρώπη από μονομερείς αμερικανικές πολιτικές που την έθιγαν[9].

Λουξεμβούργο, 17 Φεβρουαρίου 1986: Υπογραφή της  Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης.

Κατά τη δεκαετία του 1980, η ενοποιητική διαδικασία στην Ευρώπη ανέκαμψε, με πολύ σημαντικά αποτελέσματα. Κατά την προηγούμενη δεκαετία λόγοι, όπως η μεγάλη αύξηση των τιμών του πετρελαίου, στασιμότητα στην ανάπτυξη και εργατικές διεκδικήσεις, είχαν οδηγήσει σε σχετική αδράνεια τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, «ευρωσκλήρωση» όπως είχε τότε χαρακτηριστεί. Μετά το 1984 και τη διευθέτηση των οικονομικών διεκδικήσεων της Margaret Thatcher σε σχέση με την βρετανική οικονομική συνεισφορά, τα δεδομένα άλλαξαν. Η νέα παγκόσμια οικονομική κατάσταση οδήγησε τους Eυρωπαίους ηγέτες να παραδεχθούν την ανάγκη μεγαλύτερης συνεργασίας και φιλελευθεροποίησης της οικονομίας, άποψη που αποδέχθηκε και ο Γάλλος πρόεδρος François Mitterrand, μετά από δύο χρόνια σοσιαλιστικών πειραματισμών που ζημίωσαν τη γαλλική οικονομία. Υπό την καθοδήγηση του νέου προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jacques  Delors, τα δώδεκα μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας υπέγραψαν την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη του 1986, συμφωνώντας να άρουν κάθε είδους περιορισμό και να διασφαλίσουν την ελεύθερη διακίνηση αγαθών, εργατικού δυναμικού, κεφαλαίου και υπηρεσιών, με κατάργηση ουσιαστικά των μεταξύ τους συνόρων και στόχο τη δημιουργία μιας μεγάλης ενιαίας αγοράς. Δεσμεύθηκαν επίσης να προσπαθήσουν από κοινού για τη διαμόρφωση και υλοποίηση μιας Ευρωπαϊκής Εξωτερικής Πολιτικής.

Κατά τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης του ο πρόεδρος Reagan εξακολούθησε, όπως και ο προκάτοχος του  Carter, να στηρίζει με τυπικό τρόπο και χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον την ευρωπαϊκή ενοποιητική διαδικασία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ανταποκρίθηκαν θετικά στην υπογραφή της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης κρίνοντάς την περισσότερο σαν μία επιπλέον διακήρυξη χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα. Όμως, όταν άρχισαν να εμφανίζονται στον αμερικανικό τύπο τίτλοι όπως «οχυρό Ευρώπη» και να ακούγεται το σύνθημα «η Ευρώπη για τους Ευρωπαίους», η κατάσταση άλλαξε. Οι Αμερικανοί φοβήθηκαν πως οι Ενιαία Ευρωπαϊκή Αγορά θα οδηγούσε σε δυσμενή μεταχείριση αμερικανικών προϊόντων, πλήττοντας το αμερικανικό εμπόριο. Οι οικονομικές διαφωνίες μεταξύ των δύο πλευρών πολλαπλασιάστηκαν και σε πολλές από αυτές αναμείχθηκε προσωπικά ο πρόεδρος Regan.

Η οικονομική αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών-Ευρώπης οφείλονταν και στην ευρύτερη αλλαγή των οικονομικών δεδομένων. Μέχρι το τέλος της διακυβέρνησης Reagan, η οικονομική ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών είχε υποστεί σοβαρό πλήγμα. Μεταξύ του 1950 και του 1987 το αμερικανικό ποσοστό στο Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα των επτά πλέον ανεπτυγμένων χωρών (που περιλαμβάνουν και τις μείζονες ευρωπαϊκές χώρες) μειώθηκε από 70% σε 43%. Μεταξύ του 1981 και του 1987 οι Ηνωμένες Πολιτείες έφτασαν να είναι, από μεγαλύτερος δανειστής ο μεγαλύτερος οφειλέτης σε παγκόσμιο επίπεδο. Το 1987 οι ευρωπαϊκές επενδύσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες ξεπερνούσαν εκείνες των Αμερικανών στην Ευρώπη.

Τα προβλήματα της αμερικανικής οικονομίας και η άνοδος της οικονομικής ισχύος της Ευρώπης ενδυνάμωσαν απόψεις για την αλλαγή των ευρώ-ατλαντικών αμυντικών δεδομένων. Οι Ευρωπαίοι θα μπορούσαν να συνεισφέρουν το μεγαλύτερο μέρος των συμβατικών δυνάμεων για την άμυνα της ηπείρου, ενώ οι Αμερικανοί θα περιόριζαν το ρόλο τους κυρίως στην παροχή πυρηνικής προστασίας. Το 1987 άρθρο στον Economist σχολίασε: «μια Αμερική που δεν είναι πλέον πολύ πλουσιότερη από την Ευρώπη δεν είναι δυνατόν να συνεχίσει για πάντα να ξοδεύει το 7% του ΑΕΠ της για την άμυνα, από το οποίο χρησιμοποιεί το 1/3 ή και περισσότερο προς όφελος της Ευρώπης, όταν οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες ξοδεύουν μόνο 3 έως 4% από το δικό τους[10].

Εν τω μεταξύ, οι Ευρωπαίοι, ανησυχώντας για τις οικονομικές εξελίξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και τις προθέσεις του Reagan σε σχέση με την ευρωπαϊκή άμυνα, ανέλαβαν πρωτοβουλίες για να προωθήσουν τη μεταξύ τους αμυντική συνεργασία. Το 1984 αναβίωσε η Δυτικό-Ευρωπαϊκή Ένωση (West European Union) που είχε ιδρυθεί το 1954 με σκοπό να διευκολύνει τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας και την ένταξή της στο ΝΑΤΟ, αλλά με την πάροδο των ετών η λειτουργία της είχε ατονήσει. Τον Οκτώβριο του 1984 οι εκπρόσωποι των επτά κρατών-μελών διακήρυξαν την πρότασή τους να χρησιμοποιήσουν το θεσμικό πλαίσιο του οργανισμού με στόχο τη στενότερη συνεργασία σε θέματα ευρωπαϊκής ασφάλειας. Ο πρόεδρος Reagan επικρότησε την ευρωπαϊκή πρωτοβουλία ως ένα θετικό βήμα προς την κατεύθυνση ανάληψης μεγαλύτερων αμυντικών βαρών από τους Ευρωπαίους. Παράλληλα όμως, τον Μάρτιο του 1985, ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών για ευρωπαϊκά και καναδικά θέματα προειδοποίησε τις κυβερνήσεις των επτά κρατών-μελών να μην «κάνουν ομαδούλα» εις βάρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι διαδικασίες της Δυτικό-Ευρωπαϊκής Ένωσης χρησιμοποιήθηκαν από τους Ευρωπαίους το 1987 για τον συντονισμό της επιχείρησης περιφρούρησης της ναυσιπλοΐας στην περιοχή του Περσικού Κόλπου κατά τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ, γιατί ήταν αντίθετοι στη διεξαγωγή επιχειρήσεων από το ΝΑΤΟ εκτός της Ευρώ-ατλαντικής περιοχής ευθύνης της συμμαχίας.

Βερολίνο, 12 Ιουνίου 1987.O Ronald Reagan εκφωνεί λόγο μπροστά από την Πύλη του Βρανδεμβούργου.

Ronald Reagan and the Fall of the Berlin Wall

Η προσπάθεια του προέδρου Reagan να αποκαταστήσει την ηγεμονική θέση της χώρας του στο διεθνές στερέωμα ενέτεινε τις Ευρώ-Αμερικανικές διαφωνίες. Η επιθετικότητα, που αρχικά ο Αμερικανός πρόεδρος επέδειξε σε σχέση με τη Σοβιετική Ένωση, φαινόταν να θέτει σε κίνδυνο τη διαδικασία της ύφεσης, την οποία οι Ευρωπαίοι θεωρούσαν επωφελή και επιθυμούσαν διακαώς να συνεχιστεί. Παράλληλα, άρχισαν να αμφισβητούν τις προθέσεις του Reagan σε σχέση με την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Τους ενοχλούσε ιδιαίτερα η τακτική του Αμερικανού προέδρου να λαμβάνει αποφάσεις για θέματα που τους αφορούσαν άμεσα δίχως προηγουμένως να τους ρωτά. Από τη δική του πλευρά, ο Αμερικανός πρόεδρος δυσανασχετούσε με τους ενδοιασμούς των Ευρωπαίων και την άρνησή τους να στηρίξουν αδιαμαρτύρητα τις πολιτικές του. Ακόμη και η πλέον αφοσιωμένη σύμμαχός του, Margaret Thatcher, εξέφραζε για πολλά θέματα τις αντιρρήσεις της.

Η προσέγγιση Reagan-Gorbachev ανησύχησε επίσης τους Ευρωπαίους, επειδή εγκυμονούσε διακανονισμούς, ικανούς να τους αφήσουν εκτεθειμένους. Τέλος, θεωρούσαν επισφαλή, ιδιοτελή και ανεύθυνη την οικονομική πολιτική του Reagan, που δημιουργούσε και στους ίδιου προβλήματα. Ταυτόχρονα οι Αμερικανοί ανησυχούσαν για την ευνοϊκή εξέλιξη της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η οποία  φαινόταν να οδηγεί σε μια ισχυρή οικονομικά, ανταγωνιστική Ευρώπη προκαλώντας ανωμαλίες στο αμερικανικό εμπόριο. Ωστόσο, τα θετικά αποτελέσματα της Αμερικανό-Σοβιετικής προσέγγισης και η ειλικρίνεια των προθέσεων του Gorbachev, άμβλυναν τις ευρωπαϊκές αντιδράσεις, ενώ και οι Αμερικανοί, παρά τις σοβαρές επιφυλάξεις τους[11], αντιλήφθηκαν πως η ενωμένη και οικονομικά εύρωστη Ευρώπη ενίσχυε τη δυτική άμυνα και αποτελούσε πόλο έλξης (άρα και όπλο προς όφελος της Δυτικής πολιτικής) για τους λαούς της Ανατολικής Ευρώπης.

Εν πάση περιπτώσει και οι δύο πλευρές είχαν κοινά πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα ενώ η συνεργασία τους ήταν απαραίτητη στις σχέσεις τους με τον ανατολικό συνασπισμό. Οι Ευρωπαίοι επίσης ήταν απολύτως εν γνώσει του κομβικού ρόλου των Αμερικανών στην άμυνά τους αλλά και ως προς την ανάληψη πρωτοβουλιών για την αντιμετώπιση των διαμορφούμενων καταστάσεων. Κατά συνέπεια, οι όποιες διαφωνίες και αντιρρήσεις τους παρέμειναν  εντός συγκεκριμένων ορίων. Παράλληλα υπέβοσκε η δυσαρέσκεια των Ευρωπαίων, οι οποίοι, λόγω αύξησης της οικονομικής και πολιτικής τους ισχύος και μείωσης των εντάσεων με τη Σοβιετική Ένωση, διεκδικούσαν μεγαλύτερη ανεξαρτησία κινήσεων και σημαντικότερο ρόλο στη διαχείριση των υποθέσεων της Συμμαχίας, αλλά και εκείνη των Αμερικανών, που αντιδρούσαν αρνητικά σε μια τέτοια προοπτική, προσδοκώντας,  ταυτόχρονα, μεγαλύτερη ευρωπαϊκή συμμετοχή στα βάρη της Συμμαχίας.

Ο Θεοδόσης Καρβουναράκης είναι Καθηγητής της Διπλωματικής Ιστορίας της Ευρώπης και των ΗΠΑ στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

 

Υποσημειώσεις

[1] Το 1983 σε δημόσιες δηλώσεις του ο Reagan χαρακτήρισε τη Σοβιετική Ένωση «αυτοκρατορία του κακού» και «εστία κακού στο σύγχρονο κόσμο». Hanhimaki Jussi M.,Transatlantic Relations since 1945”, Routledge, New York, 2012

[2] Το Δεκέμβριο του 1980 στρατιωτικές δυνάμεις της Σοβιετικής Ένωσης και άλλων μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας συγκεντρώθηκαν στα πολωνικά σύνορα. Είναι όμως αμφίβολο αν οι Ρώσοι θα επιχειρούσαν άλλη μία εισβολή, μετά τη γενικευμένη διεθνή κατακραυγή που είχε ακολουθήσει εκείνη του Αφγανιστάν το 1979.

[3]Leffler Melvyn and Westad Arne (eds), The Cambridge History of the Cold War, Volume 3,  Cambridge University Press, Cambridge, 2011, σ. 271

[4] Παράλληλα βέβαια, Βρετανοί, Γάλλοι και Ιταλοί, μαζί με τους Αμερικανούς συμμετείχαν σε διεθνή στρατιωτική δύναμη που παρενέβη στον εμφύλιο πόλεμο του Λιβάνου το 1982, ενώ το 1986 οι Γάλλοι έστειλαν στρατό στο Τσαντ για να σταματήσουν την παρέμβαση του Λίβυου ηγέτη Μουαμάρ Καντάφι στα εσωτερικά πράγματα της χώρας.

[5] Η Γαλλία είχε στείλει βοήθεια στην μαρξιστική κυβέρνηση των Sandinistas, ενώ ως πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς τους υποστήριζε και ο πρώην Γερμανός καγκελάριος Willy Brandt.

[6] Hanhimaki,σ. 105

[7] Σύμφωνα με το Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας Robert McFarlane και ο Reagan ανησυχούσε σοβαρά για τον κίνδυνο τυχαίας πυρηνικής ανάφλεξης, The Cambridge History of the Cold War, Volume 3, σ.278

[8] Kyvig David (ed), Reagan and the World , Praeger, New York, 1990, σσ. 30-31

[9] Larres Klaus, The United States and European Integration, 1945-1990 στο Larres Klaus (ed), A Companion to Europe since 1945, Blackwell, Oxford, 2014, σ. 166

[10] Powaski Ronald, The entangling alliance., The United States and European Security, 1950-1993, Greenwood Press, London, 1994, σ. 160

[11] Την άποψη του  Αμερικανού προέδρου για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα επηρέαζε αρνητικά η Margaret Thatcher που κατηγορούσε τον François Mitterrand για κρατικό παρεμβατισμό.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

1) Thatcher Margaret, The Downing Street Years, Harper Collins, New York, 1993

2) Johns Andrew (ed), A Companion to Ronald Reagan, Blackwell, Oxford, 2015

3) Larres Klaus (ed), A Companion to Europe since 1945, Blackwell, Oxford, 2014

4) Reynolds David, One World Divisible, Norton, London, 2001

5) Leffler Melvyn and Westad Arne (eds), The Cambridge History of the Cold War, Volume3, Cambridge University Press, Cambridge, 2011

6) Hanhimaki Jussi M., Transatlantic Relations since 1945, Routledge, New York, 2012

7) Powaski Ronald, The entangling alliance. The United States and European Security, 1950-1993, Greenwood Press, London, 1994

8) Lundestad Geir, The United States and Western Europe since 1945, Oxford University Press, Oxford, 2005

9) Lundestad Geir, “Empire” by Integration. The United States and European Integration, 1945-1997, Oxford University Press, New York, 1998

10) Kyvig David (ed), Reagan and the World, Praeger, New York, 1990

11) McGuire Steven and Smith Michael, The European Union and the United States. Competition and Convergence in the Global Arena, Macmillan, New York, 2008

12) Allin Dana, Cold War Illusions. America, Europe and Soviet Power, 1969-1989, St. Martin’s Press, New York, 1994

Φωκίων Κοτζαγεώργης: Η συγκρότηση των κοινωνιών στα πρώιμα οθωμανικά Βαλκάνια

Φωκίων Κοτζαγεώργης

Η συγκρότηση των κοινωνιών στα πρώιμα οθωμανικά Βαλκάνια

 

Τα Βαλκάνια είναι η δεύτερη χρονικά περιοχή, στην οποία επεκτάθηκε χρησιμοποιώντας πολεμικά μέσα το νεότευκτο οθωμανικό κράτος κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Παρ’ όλο που προηγήθηκε η Βιθυνία, ήταν η βαλκανική χερσόνησος, στην οποία οι Οθωμανοί αντιμετώπισαν με μαζικό τρόπο προβλήματα κατάκτησης και διακυβέρνησης που σε μικρογραφία είχαν αντιμετωπίσει στη Βιθυνία λίγες δεκαετίες νωρίτερα. Η κατάκτησή τους δεν έγινε μονομιάς, αλλά μέσα από μια μακρόχρονη και πολυσύνθετη διαδικασία.

Η σημασία της περιοχής για την πρώιμη οθωμανική ιστορία και ειδικότερα για τον τρόπο διαμόρφωσης του οθωμανικού κράτους μπορεί να συνοψιστεί στους παρακάτω λόγους:

1) Η περιοχή αποτέλεσε εξαρχής και μέχρι τον 19ο αιώνα το ένα από τα δύο γεωγραφικά τμήματα που αποτελούσαν τις λεγόμενες «κεντρικές επαρχίες» (core provinces) της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Με άλλα λόγια αποτελούσε το διοικητικό και φορολογικό κορμό της. Εδώ εφαρμόστηκε πλήρως το τιμαριωτικό σύστημα, ένα σύστημα που συνιστούσε τη ραχοκοκαλιά του στρατιωτικο-διοικητικού και δημοσιονομικού μηχανισμού της αυτοκρατορίας.

Τα Βαλκάνια, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία και οι Οθωμανοί Τούρκοι το 1355.

2) Το αμιγώς χριστιανικό πληθυσμιακό υπόστρωμά της συνιστούσε μια ‘πρόκληση’ για τους μουσουλμάνους Οθωμανούς. Το διακύβευμα γι’ αυτούς ήταν πώς θα ενσωματωθεί χωρίς πολιτικές ή οικονομικές αναταράξεις – άρα με ομαλό τρόπο – ο πολυπληθής χριστιανικός πληθυσμός. Το εγχείρημα ήταν δυσκολότερο από πρώτη άποψη, γιατί αφενός ο πληθυσμός δεν διακρινόταν από εθνοτική, ή πολιτιστική ομοιογένεια, παρ’ όλο το κοινό θρήσκευμά του και αφετέρου δεν υπήρχαν ενιαία ή έστω μεγάλα πολιτικά μορφώματα – και μάλιστα με αξιόλογο χρονικό βάθος ύπαρξης – τα οποία θα πρόσφεραν μια πολιτική ταυτότητα σε σημαντικό τμήμα του πληθυσμού και άρα η ενσωμάτωση σε έναν νέο κρατικό σχήμα θα γινόταν, ενδεχομένως, ομαλότερα.

3) Η πρωιμότητα της κατάκτησης οδήγησε στην ταυτόχρονα εξελισσόμενη ανάπτυξη δύο φαινομένων: από τη μια πλευρά του φαινομένου της διαδικασίας κρατικής συγκρότησης του οθωμανικού κράτους και από την άλλη της διαχείρισης και διοίκησης μιας ξένης πολιτισμικά γι’ αυτούς και εκτεταμένης γεωγραφικά περιοχής. Έτσι, κάποια στοιχεία που αποτέλεσαν πυλώνες της λειτουργίας του οθωμανικού κρατικού συστήματος την εποχή της ακμής προήλθαν μέσα από την εμπειρία διοίκησης (και ενσωμάτωσης) των βαλκανικών λαών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο θεσμός του παιδομαζώματος.

Ύστερα από τα παραπάνω προκαλεί ενδιαφέρον να διακριβωθούν οι μέθοδοι και οι μηχανισμοί που χρησιμοποίησαν οι Οθωμανοί σουλτάνοι για να καταστήσουν αυτή την περιοχή οργανικό τμήμα της επικράτειάς τους. Ασφαλώς βασικές αρχές της πολιτικής τους έναντι των κατακτημένων πληθυσμών, ακόμη κι αν εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά στα Βαλκάνια, συνόδευσαν το κράτος σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της ύπαρξής του. Ωστόσο, η συγκρότηση των οθωμανικών κοινωνιών στα Βαλκάνια διατηρεί, λόγω των παραπάνω παραγόντων, έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα.

Βασική αρχή της οθωμανικής πολιτικής ήταν η οικοδόμηση πάνω στο υπάρχον υπόστρωμα. Αυτή η αρχή αφορούσε εξίσου άψυχα αντικείμενα και έμψυχα όντα. Η επέμβαση των Οθωμανών ήταν συντηρητική, με την έννοια ότι άφηναν να συνεχίζει να λειτουργεί ό,τι δεν ζημίωνε τη εύρυθμη λειτουργία του κράτους τους και δεν απειλούσε την κυριαρχία τους. Έτσι, ενσωμάτωσαν δημιουργικά πλήθος στοιχείων που βρήκαν κατά την περίοδο της κατάκτησης.

Μέσα από αυτή την οπτική θα πρέπει να ιδωθεί το θέμα της συγκρότησης κοινωνιών στα οθωμανικά Βαλκάνια. (Προεξαγγελτικά θα πρέπει να υπομνησθεί ότι όταν αναφερόμαστε σε κοινωνία προνεωτερικών κρατών – και δη αυτοκρατοριών, δεν χρησιμοποιούμε ενικό αριθμό για την κοινωνία αλλά πληθυντικό, λόγω ακριβώς της πληθυντικής μορφής που λάμβανε η ανθρώπινη συσσωμάτωση εντός τέτοιων κρατών). Η κοινωνική συγκρότηση, δηλαδή, ήταν η συνισταμένη ενός μείγματος συνεχειών και ρήξεων με το προ-οθωμανικό παρελθόν.

Στα Βαλκάνια οι Οθωμανοί βρήκαν ένα αναπτυγμένο δίκτυο πόλεων, οι οποίες συνδέονταν μεταξύ τους με δρόμους, εμπορικούς σε περίοδο ειρήνης και στρατιωτικούς σε περίοδο πολέμων. Χωρίς να προχωρήσουν σε έργα υποδομής ή μεγάλης κλίμακας ανακαινιστικές εργασίες, οι Οθωμανοί διατήρησαν και εν μέρει ανάπτυξαν αυτό το δίκτυο. Κληρονομώντας μια αστική παράδοση από το μεσαιωνικό Ισλάμ και τους Σελτζούκους, οι Οθωμανοί ενδιαφέρθηκαν για τις πόλεις. Η στάση της νέας πολιτικής εξουσίας έναντι των πόλεων είναι διδακτική για την εν γένει πολιτική ενσωμάτωσης (istimalet) που εφάρμοσε. Ενδιαφέρθηκαν να μεταφράσουν το ιδίωμα της κάθε πόλης, ώστε αυτό να είναι αντιληπτό από τους υπηκόους του νέου κράτους. Η πληθυσμιακή και κτιριακή κατάσταση που συναντούσαν κατά την είσοδό τους σε μια πόλη και ο τρόπος κατάκτησής της ήταν οι βασικές παράμετροι για την άσκηση αστικής πολιτικής από τους Οθωμανούς. Η κατάκτηση με έφοδο σήμαινε μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το ισλαμικό δίκαιο, την εκδίωξη από το κάστρο (δηλ. την περιτειχισμένη πόλη) – σταθερό πολεοδομικό στοιχείο και στρατιωτικο-διοικητικός πυρήνας όλων των μεσαιωνικών πόλεων – των γηγενών χριστιανικών πληθυσμών.

Ο Λευκός Πύργος της Θεσσαλονίκης. Οχυρωματικό έργο οθωμανικής κατασκευής (κτίστηκε μεταξύ των ετών 1450-1470).

Αυτό το μέτρο οδηγούσε σε ευρύτερη αλλαγή του πολεοδομικού σχεδίου, καθώς οι χριστιανοί θα έπρεπε να εγκατασταθούν σε κάποιο/α άλλο/α σημείο/α της πόλης. Επιπλέον, αυτή η μέθοδος κατάκτησης σήμαινε την κατεδάφιση ή – συχνότερα – τη μετατροπή των χριστιανικών ναών σε μουσουλμανικά τεμένη. Αυτό το μέτρο αποτελούσε βασικό στοιχείο για τη μετατροπή του αστικού ιδιώματος από χριστιανικό (βυζαντινό, σλαβικό) σε οθωμανικό.

Η εμπέδωση μέσω των κτιρίων της πολιτικής πρωτοκαθεδρίας του νέου κυριάρχου («η οθωμανοποίηση του χώρου», όπως έχει ονομαστεί) δεν αφορούσε μόνο τεμένη ή άλλα θρησκευτικού χαρακτήρα κτίσματα, αλλά και μια σειρά από ευαγή κοινωφελή ιδρύματα (πτωχοκομεία, εκπαιδευτήρια, λουτρά).

Μπέη χαμάμ Θεσσαλονίκης (1444) σε φωτογραφία του 1913.

Η κατάκτηση μιας πόλης με συνθηκολόγηση δε διέσωζε αυτόχρημα τα χριστιανικά μνημεία της, αφού, προϊόντος του χρόνου και σύμφωνα με τις κατά καιρούς δημιουργούμενες ανάγκες (θρησκευτικές, πολιτικές κτλ) μπορούσαν επίσης να μετατραπούν χριστιανικοί ναοί σε ισλαμικά τεμένη.

Εκτός από τον τρόπο κατάκτησης που υπαγόρευε μια ανάλογη νομικά μεταχείριση της πόλης και του πληθυσμού της, οι Οθωμανοί προχωρούσαν σε άλλα επιπλέον μέτρα με βάση την πληθυσμιακή, οικονομική και πολιτική κατάσταση που συναντούσαν σε κάθε πόλη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ad hoc ασκηθείσας πολιτικής αποτελεί η Θεσσαλονίκη. Ενώ κατακτήθηκε με έφοδο, ο σουλτάνος έδειξε ιδιαίτερη μέριμνα και για την απελευθέρωση των κατά το νόμο εξανδραποδισθέντων χριστιανών και για την προσέλκυση άλλου χριστιανικού πληθυσμού στην πόλη τα πρώτα χρόνια μετά την κατάκτηση. Από τους δε ναούς μόνο δύο κατ’ αρχήν μετατράπηκαν σε τεμένη, ενώ η μετατροπή των υπολοίπων μεγάλων ναών συνέβη σταδιακά και με ποικίλες αφορμές σε διάστημα πλέον του ενάμιση αιώνα.

Θεσσαλονίκη. Ο ναός της Αγίας Σοφίας σε καρτ ποστάλ εποχής.

Οι κοινωνίες των πόλεων δεν συγκροτήθηκαν ούτε μόνο ως αποτέλεσμα κρατικής παρέμβασης, αλλά ούτε και ως αποτέλεσμα αυθόρμητων ενεργειών. Οι σουλτάνοι εφάρμοσαν τόσο στις πόλεις, όσο και στην ύπαιθρο των Βαλκανίων την πολιτική των μαζικών υποχρεωτικών εποικισμών, γνωστών ως sürgün. Η πολιτική αυτή είχε ως αποτέλεσμα να εμφανιστεί στις βαλκανικές κοινωνίες για πρώτη φορά το μουσουλμανικό στοιχείο. Όσον αφορά ειδικά τις πόλεις, παρ’ όλο που η ερμηνεία του φαινομένου δεν υποστηρίζεται από κάποια πηγή, τα στοιχεία μας δείχνουν ότι αυτές εποικίστηκαν – ακούσια ή εκούσια – από τουρκικής καταγωγής μουσουλμάνους της Μικράς Ασίας. Οι πληθυσμοί αυτοί προέρχονταν από αντίστοιχα αστικά περιβάλλοντα του τόπου προέλευσής τους, είτε του οθωμανικού εμιράτου είτε των άλλων τουρκομανικών. Οι βιοτεχνικές ειδικότητές τους αποσκοπούσαν στο να τονώσουν ή έστω στο να μη διακόψουν την οικονομική ζωή των νεοκατακτημένων πόλεων. Η έλευσή τους δεν έγινε μόνο ως αποτέλεσμα κρατικής πολιτικής, αλλά και αυθόρμητα, λόγω των νέων ευκαιριών που διανοίγονταν γι’ αυτούς στα οθωμανικά Βαλκάνια. Η εγκατάσταση σε αξιόλογους αριθμούς έγινε κυρίως στα οικονομικά ή και διοικητικά κέντρα των περιοχών, όταν αυτά δεν ταυτίζονταν. Έκτοτε αποτελούσαν ένα σταθερό πληθυσμιακό στοιχείο των αστικών κοινωνιών των Βαλκανίων.

Οι μουσουλμανικές κοινωνίες στις πόλεις συγκροτούνταν και από το διοικητικό προσωπικό. Ως τέτοιο θα πρέπει να εννοηθούν όχι μόνο – ή τόσο – οι γραφειοκράτες, αλλά κυρίως τα στρατιωτικά σώματα που επάνδρωναν τη φρουρά του κάστρου και οι υπάλληλοι που ασκούσαν τη δικαστική εξουσία και μεριμνούσαν για την ικανοποίηση των θρησκευτικών αναγκών των μουσουλμάνων. Εφόσον η διοίκηση την εποχή αυτή δεν ασκούταν χωριστά από τη στρατιωτική οργάνωση και εφόσον στο Ισλάμ νόμος και θρησκεία συνυπάρχουν, οι κρατικοί υπάλληλοι που συνιστούσαν ένα τμήμα του μουσουλμανικού πληθυσμού τους, ανήκαν στις δύο μεγάλες ομάδες της αυτοκρατορίας, τους στρατιωτικούς (askeri) και τους δικαστές-θεολόγους (ulema). Από την πρώτη ομάδα προέρχονταν και οι υπάλληλοι με δημοσιονομικές αρμοδιότητες (π.χ. επόπτες τελωνείων, αγορανόμοι, ενοικιαστές φόρων).

Στρατιωτικό-διοικητικό προσωπικό (ασκερί).
Δικαστικό-θεολογικό προσωπικό (ουλεμά).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τέλος, μέρος των μουσουλμάνων των πόλεων αποτελούσαν οι εξισλαμισμένοι και οι επίσης εξισλαμισμένοι δούλοι. Οι πρώτοι, συνήθως προερχόμενοι από την ευρύτερη περιφέρεια, από τα ως τώρα διαθέσιμα στοιχεία, φαίνεται να μην αποτελούσαν αξιόλογο τμήμα των μουσουλμάνων, καθώς η μαζική έλευσή τους στις πόλεις συνιστά φαινόμενο κυρίως του 16ου αιώνα και αργότερα. Οι δεύτεροι, αντίστροφα, συγκροτούσαν αρχικά αξιόλογο τμήμα των πόλεων και έβαιναν μειούμενοι, αφενός λόγω της σταδιακής μείωσης των πολέμων και αφετέρου λόγω της συχνής απελευθέρωσής τους.

Οι μουσουλμάνοι, πέρα από την αποκλειστικότητά τους στις κρατικές υπηρεσίες, κατείχαν αξιόλογο μερίδιο της βιοτεχνικής και εμπορικής δραστηριότητας των πόλεων. Η παρουσία τους σε μια πόλη δεν σήμαινε αυτόχρημα την αδιάλειπτη συνέχειά τους σ’ αυτή, αν και λίγες είναι οι περιπτώσεις πλήρους απώλειας του αρχικού μουσουλμανικού πληθυσμού μιας πόλης.

Εν τέλει, ενδιαφέρον και αδιερεύνητο ακόμη στοιχείο είναι οι παράγοντες ή τα κριτήρια που έπαιζαν κάθε φορά ρόλο στην εμφάνιση μουσουλμάνων στις πρώιμες οθωμανικές πόλεις των Βαλκανίων, όταν οι τελευταίες δεν είχαν ιδρυθεί από Οθωμανούς. Η θέση των πόλεων στη διοικητική ιεραρχία δεν φαίνεται να αποτελεί αξιόπιστο ερμηνευτικό σχήμα, όπως δείχνει το παράδειγμα των συντριπτικά χριστιανικών Ιωαννίνων, που ήταν εξαρχής έδρα μεγάλης διοικητικής περιφέρειας (sancak). Ίσως ο συνδυασμός διοικητικής θέσης και οικονομικής σημασίας μαζί με την παρουσία μουσουλμανικού πληθυσμού στην άμεση περιφέρεια να αποτελεί ικανοποιητικό ερμηνευτικό εργαλείο.

Σε αντίθεση με την παλαιότερη ελληνική βιβλιογραφία, σήμερα είναι γενικά αποδεκτό ότι οι χριστιανοί δεν εκκένωσαν τις πόλεις, αλλά, αντίθετα, εξαρχής αποτελούσαν σταθερό πληθυσμιακά στοιχείο των πρώιμων αστικών κοινωνιών των Βαλκανίων, αν και όχι πάντα σε μεγάλα ποσοστά. Όπως σημειώθηκε για τη Θεσσαλονίκη, ακόμη κι όταν οι συνθήκες της κατάκτησης δεν το επέτρεπαν, οι χριστιανοί παρέμεναν στις πόλεις. Η διατήρηση, μάλιστα, της βυζαντινής ονοματολογίας των κατοίκων υποδηλώνει τη διατήρηση του βυζαντινού ή γενικότερα προ-οθωμανικού υποστρώματος στις κοινωνίες των οθωμανικών πλέον πόλεων. Η συσπείρωση γύρω από την τοπική εκκλησία και η προσπάθεια διατήρησης των εμπορικών δικτύων που είχαν αναπτυχθεί πριν την οθωμανική κατάκτηση αποτελούσαν χαρακτηριστικά της δραστηριότητας και των προτεραιοτήτων των χριστιανών. Χωρίς να μπορούμε ακόμη να υποστηρίξουμε μια αδιάλειπτη συνέχεια των μεσαιωνικών χριστιανικών ελίτ και υπό τους Οθωμανούς, η ύπαρξη, πάντως, μιας ελίτ, είτε ως απογόνων μεσαιωνικών αριστοκρατικών οικογενειών, είτε ως νέων προσώπων αναδειχθέντων μέσα σε οθωμανικό πλαίσιο, θεωρείται αναμφισβήτητη. Η κοινωνική διαστρωμάτωση, συνεπώς, εντός των χριστιανικών κοινωνιών των πόλεων ήταν ορατή, μέσα στις οικονομικές και πολιτικές δυνατότητες που τις επιτράπηκαν από το νέο κρατικό σύστημα. Η ελληνοφωνία φαίνεται να κυριαρχεί στους χριστιανούς των νότιων βαλκανικών πόλεων, ακόμη και σε ζώνες που η ύπαιθρος δεν ελληνοφωνούσε σε συντριπτικό βαθμό, όπως για παράδειγμα στην Καστοριά. Η πληθυσμιακή παρουσία χριστιανών μέσα στις πόλεις εξαρτιόταν από ποικίλους παράγοντες, τους οποίους η έρευνα, όπως και με τους μουσουλμάνους, δεν αποσαφήνισε ακόμη. Σε αντίθεση, πάντως, με τους μουσουλμάνους, οι χριστιανοί επέδειξαν μεγαλύτερη κινητικότητα και συχνότερα από τους μουσουλμάνους εμφανίζονταν, αυξάνονταν, μειώνονταν ή και εξαφανίζονταν από μια πόλη. Η εμπειρική αυτή παρατήρηση αναζητά ακόμη ερμηνεία, καθώς το εξισλαμιστικό ρεύμα δεν αποτελεί ικανοποιητικό εργαλείο για τις πληθυσμιακές αλλαγές στις πρώιμες οθωμανικές πόλεις λόγω του μικρού δημογραφικού βάρους. Η θρησκευτική σύνθεση της άμεσης ή ευρύτερης περιφέρειας φαίνεται να αποτελεί ικανοποιητικότερο ερμηνευτικό εργαλείο, καθώς από αυτήν τροφοδοτούταν κυρίως ο χριστιανικός πληθυσμός των πόλεων. Δεν θα πρέπει να λησμονείται, εξάλλου, το γεγονός ότι το γηγενές στοιχείο των Βαλκανίων ήταν οι χριστιανοί.

Το τρίτο θρησκευτικό στοιχείο που απαντάται στις πόλεις των Βαλκανίων ήταν οι Εβραίοι. Ίσως λόγω του μικρού αριθμού τους και της προβλέψιμης ιστορικής διαδρομής τους στην οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά και της πλούσιας ερευνητικής παραγωγής κυρίως Εβραίων ιστορικών, μπορούμε να διαμορφώσουμε ευκολότερα ένα διάγραμμα της παρουσίας τους στις πρώιμες οθωμανικές πόλεις. Το μεσαιωνικό εβραϊκό υπόστρωμα των Ρωμανιωτών διατηρήθηκε αλώβητο στις βαλκανικές πόλεις μέχρι την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Από τα διαθέσιμα στοιχεία για κάποιες εβραϊκές κοινότητες, μπορεί να υποστηριχθεί ότι σχεδόν το σύνολό τους μετακινήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ως αποτέλεσμα της οθωμανικής πολιτικής επανοικισμού της νέας οθωμανικής πρωτεύουσας. Τα Βαλκάνια, όμως, δεν έμειναν κενά εβραϊκής παρουσίας, καθώς αρχικά με την σταδιακή έλευση «Ασκεναζίμ» Εβραίων από την Ανατολική Ευρώπη κυρίως από τη δεκαετία του 1470 και εξής και στη συνέχεια με τη μαζική μετανάστευση των «Σεφαραδίμ» Εβραίων από την ιβηρική χερσόνησο και τα υπόλοιπα εδάφη του ισπανικού στέμματος από το 1492 και εξής, συγκροτήθηκαν νέες εβραϊκές κοινότητες, αποκλειστικά σε πόλεις υψηλού οικονομικού ενδιαφέροντος. Πέραν της Θεσσαλονίκης, οι Σέρρες, η Αδριανούπολη, τα Τρίκαλα ήταν μερικές από τις βαλκανικές πόλεις που διέθεταν μια σταθερή, ολιγομελή ή όχι, εβραϊκή κοινότητα. Το πληθυσμιακό μέγεθός τους ποίκιλε και γνώριζε αυξομειώσεις, όπως και των άλλων δύο θρησκευτικών ομάδων. Οι οικονομικές ασχολίες τους αφορούσαν κυρίως το εμπόριο και η κοινωνική διαστρωμάτωσή τους εξαρτιόταν από το πληθυσμιακό μέγεθός τους: όσο περισσότεροι Εβραίοι υπήρχαν σε μια πόλη, τόσο η άτυπη κοινωνική πυραμίδα αναπτυσσόταν με πληρότητα, έχοντας εξίσου μεγιστάνες του πλούτου και πάμφτωχους μεροκαματιάρηδες.

Κατά την προ-νεωτερική περίοδο, ο διαχωρισμός των κοινωνιών των πόλεων από αυτές της υπαίθρου δεν ήταν ποτέ αυστηρός. Ως εκ τούτου, στοιχεία εξαγροτισμού των πόλεων συναντούμε και στα πρώιμα οθωμανικά Βαλκάνια, όπως και αλλού στην Ευρώπη. Παρ’ όλο που οι πρώιμες οθωμανικές κοινωνίες της βαλκανικής υπαίθρου συγκροτήθηκαν με όχι ιδιαίτερα διαφορετικό τρόπο από τις αντίστοιχες των πόλεων, υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις πρώτες σε σχέση με τις δεύτερες.

Σπαχήδες.

Στο μεταίχμιο αστικών και αγροτικών κοινωνιών εντάσσονται οι μουσουλμάνοι αξιωματούχοι, των οποίων η οικονομική βάση βρισκόταν στην ύπαιθρο. Πρόκειται για την ομάδα των Οθωμανών ιππέων (sipahi), οι οποίοι μισθοδοτούνταν εισπράττοντας με την άδεια του κράτους τους φόρους των χωριών. Συνήθως διέμεναν στα χωριά ή έστω στην κοντινή κωμόπολη και τουλάχιστον κατά την πρώιμη περίοδο συνιστούσαν ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της. Η προέλευσή τους δεν ήταν αυτονόητα μικρασιατική τουρκική, αλλά υπήρχαν ήδη από τον 15ο αιώνα εξισλαμισμένοι, ή παιδιά του παιδομαζώματος ή απελεύθεροι, οι οποίοι είχαν εισέλθει στο στρατιωτικό σώμα. Οι σπαχήδες δεν συνιστούσαν μια φεουδαλική αριστοκρατία κατά το πρότυπο των δυτικών μεσαιωνικών κοινωνιών. Η θέση τους βρισκόταν χαμηλά στην οθωμανική κρατική υπαλληλία και οι ίδιοι συχνά διαφοροποιούνταν οικονομικά κατά τι μόνο από τους φορολογούμενους αγροτικούς πληθυσμούς. Η κοινωνική και πολιτική ισχύς τους προερχόταν από τη θέση τους στην οθωμανική κρατική ιεραρχία και όχι από τον πλούτο τους.

Αν στις πόλεις η οθωμανική εξουσία εγκατέστησε (ή ενθάρρυνε την εγκατάσταση) βιοτεχνών και επαγγελματιών, η βαλκανική ύπαιθρος δέχτηκε νομαδικούς τουρκομανικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας, οι οποίοι ονομάστηκαν «Γιουρούκοι». Η έλευσή τους έγινε σταδιακά από τα τέλη του 14ου αιώνα μέχρι τα μέσα περίπου του 16ου. Εγκαταστάθηκαν μόνιμα, καθώς απώλεσαν αρκετά νωρίς το νομαδικό χαρακτήρα τους, κατά κύριο λόγο στις εύφορες πεδιάδες της Θράκης, της Βορειοανατολικής Βουλγαρίας, της Κεντρικής Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, δημιουργώντας οιονεί οικιστικούς θύλακες. Η βοηθητικού χαρακτήρα στρατιωτική οργάνωση, στην οποία τους ενέταξε το οθωμανικό κράτος, προσφέρει για τον ερευνητή και την αρχική αιτιολογία για τη μετακίνησή τους στα Βαλκάνια. Με άλλα λόγια, λόγοι ασφάλειας της νεοκατακτημένης υπαίθρου αποτέλεσαν τον αρχικό ερμηνευτικό πυρήνα του μαζικού εποικισμού των βαλκανικών πεδιάδων από Γιουρούκους. Παράλληλα, η οικονομική αναζωογόνηση εγκαταλειμμένων περιοχών συνιστούσε έναν δεύτερο βασικό λόγο γι’ αυτή την πολιτική. Οι πληθυσμοί αυτοί με τις συγκεκριμένες οικονομικές ασχολίες τους (κτηνοτροφία και γεωργία) συνιστούσαν σταθερή εικόνα της βαλκανικής υπαίθρου μέχρι και την κατάλυση της οθωμανικής κυριαρχίας στις αρχές του 20ού αιώνα.

Εγκαταστάσεις Γιουρούκων στη Μακεδονία το 1530.

Εξίσου αναγνωρίσιμη ομάδα της βαλκανικής υπαίθρου, αν και πολύ περισσότερο ολιγομελή, συνιστούσαν οι μοναχοί του Ισλάμ, γνωστοί ως «δερβίσηδες». Όπως και με τους Γιουρούκους, η οθωμανική εξουσία τους χρησιμοποίησε διττώς: α) για να προπαγανδίσουν τη νέα θρησκεία και να προσηλυτίσουν ή να διαδώσουν μια θρησκευτική ανεκτικότητα μεταξύ των αλλόθρησκων ντόπιων πληθυσμών και β) για να βοηθήσουν στον εποικισμό εγκαταλειμμένων περιοχών. Το τελευταίο επιτυγχανόταν μέσω της ίδρυσης μοναστηριών (τεκέδων) πάνω σε οδικές αρτηρίες, γύρω από τα οποία συγκροτούνταν οικιστικές μονάδες. Η υιοθέτηση ενός ευπροσάρμοστου Ισλάμ – που συχνά άγγιζε τα όρια της ετεροδοξίας, οδήγησε αυτούς τους δερβίσηδες αφενός να αποκτήσουν σεβασμό και κύρος σε ντόπιους και κατακτητές και αφετέρου να διαθέτουν προσβάσεις στην κεντρική εξουσία. Η ίδρυση τεκέδων από διάφορα δερβίσικα τάγματα δεν σταματά στους πρώτους οθωμανικούς αιώνες, αλλά αυτό που σταματά είναι η επίσημη ή ανεπίσημη υποστήριξη του κράτους προς αυτούς. Πολύ περισσότερο από απλά ένα στοιχείο της βαλκανικής υπαίθρου, οι δερβίσηδες και οι τεκέδες τους αποτέλεσαν εξαρχής διακριτό στοιχείο και των πόλεων, ενισχύοντας τη μουσουλμανική παρουσία σ’ αυτές. Οι τεκέδες, εξάλλου, αποτελούσαν τμήμα της μνημειακής τοπογραφίας των οθωμανικών πόλεων.

Ο Τεκές του Κιζίλ Ντελή, στη Ρούσα Έβρου, χώρος μυστηριακών συνάξεων. Στην είσοδο υπάρχει οθωμανική επιγραφή όπου αναγράφεται το 1402 ως έτος ίδρυσης και το 1759 ως έτος ανακαίνισης.

Κατ’ αντίστοιχο τρόπο με τους τεκέδες, τα χριστιανικά μοναστήρια συνιστούσαν επίσης σταθερούς πόλους της βαλκανικής υπαίθρου κατά τους πρώτους οθωμανικούς χρόνους. Συνολικά ιδωμένο, το δίκτυο των μοναστηριών δεν ελαττώθηκε μετά την οθωμανική κατάκτηση. Παρ’ όλες τις καταστροφές που επέφεραν οι συνεχείς πόλεμοι του 14ου και του 15ου αιώνα, τα μεγαλύτερα από τα μοναστήρια διατήρησαν την ύπαρξή τους, αν και μειώνοντας προοδευτικά την έγγεια περιουσία τους. Ο λόγος της επιτυχίας τους ήταν η διαπραγματευτική ικανότητα των μοναχών, που οδήγησε στην απόκτηση προνομίων από τους Οθωμανούς σουλτάνους ήδη από την εποχή της κατάκτησης. Η περίπτωση των αγιορείτικων μοναστηριών είναι χαρακτηριστική επ’ αυτού. Μετά, πάντως, από μια περίοδο στασιμότητας, ο 16ος αιώνας ήταν περίοδος ανακαίνισης ή και ίδρυσης νέων μοναστηριών στην ύπαιθρο, σηματοδοτώντας μια πορεία ακμής, η οποία θα συνεχιστεί και κατά τους επόμενους αιώνες. Παρ’ όλα αυτά, δεν θα πρέπει να υπερτονίζεται ο οικονομικός και κοινωνικός ρόλος των μοναστηριών συνολικά στις οθωμανικές κοινωνίες, αφού η όποια ισχύς τους δεν ξεπέρασε τα όρια των χριστιανικών κοινωνιών.

Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου Ολύμπου (1542).

 

Προνομιακό έγγραφο για το Άγιο Όρος, 1430.

 

Ίσως η πιο ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα των πρώιμων οθωμανικών Βαλκανίων ήταν αυτή των χριστιανών «σπαχήδων». Υπό το όνομα αυτό αποκαλούμε τα μέλη της μεσαιωνικής γαιοκτητικής αριστοκρατίας των Βαλκανίων, τα οποία δέχτηκαν να συνεργαστούν με τη νέα πολιτική εξουσία και εις αντάλλαγμα οι Οθωμανοί τους αναγνώρισαν ένα παρόμοιο καθεστώς μ’ αυτό που είχαν κατά την προηγούμενη περίοδο. Η ομάδα αυτή συγκροτούσε τις τοπικές ελίτ των χριστιανικών κοινωνιών σε συγκεκριμένες περιοχές των Βαλκανίων (Δυτική Μακεδονία, Δυτική Θεσσαλία, Ήπειρος, Βόρεια Μακεδονία, Αλβανία και Σερβία). Εκτός από κάποια ονόματα δεν γνωρίζουμε πολλά για τον τόπο διαμονής και την καταγωγή τους. Ωστόσο, ακόμη και αν διέμεναν στις πόλεις, αποτελούσαν μαζί με τους μουσουλμάνους συναδέλφους τους τμήμα των αγροτικών κοινωνιών. Η ύπαρξή τους, η οποία συνιστά ένα ορατό αποτέλεσμα της πολιτικής ήπιας προσαρμογής των κατακτημένων στο οθωμανικό κρατικό σύστημα, παύει με την εκπνοή του 15ου αιώνα, αφού κατά τον 16ο το φαινόμενο σταδιακά εξαφανίζεται.

Οι αγροτικές κοινωνίες, εντέλει, συγκροτούνταν κατά κύριο λόγο από τους αγρότες, γεωργούς και κτηνοτρόφους, μουσουλμάνους και χριστιανούς. Το φορολογικό καθεστώς τους, που εν πολλοίς καθόριζε την εν γένει κοινωνική θέση τους, χαρακτηριζόταν από πολυμορφία. Πέρα από τη γενική αρχή της ελαφρύτερης φορολόγησης των μουσουλμάνων σε σχέση με τους χριστιανούς αγρότες, στους δεύτερους, ειδικά, δινόταν η ευκαιρία μέσω διαπραγμάτευσης να βελτιώσουν τη θέση τους και να ενταχθούν σε ειδικές φορολογικές κατηγορίες (μεταλλωρύχοι, αλατοπαραγωγοί, φύλακες ορεινών περασμάτων), απολαμβάνοντας έτσι μια ευνοϊκότερη καθημερινότητα. Η βαλκανική ύπαιθρος ήταν κατοικημένη κατά συντριπτική πλειονότητα από χριστιανούς αγρότες. Οι μουσουλμάνοι εντοπίζονταν σε αξιόλογους αριθμούς γύρω από συγκεκριμένες ζώνες κατοίκησης που ταυτίζονταν με τους χώρους εγκατάστασης Γιουρούκων (Θράκη, Κεντρική Μακεδονία, Ανατολική Θεσσαλία, η κοιλάδα του Αξιού προς τα Σκόπια, οι πεδιάδες της σημερινής Κεντρικής και Βορειοανατολικής Βουλγαρίας) με την εξαίρεση της Βοσνίας. Όσο το εξισλαμιστικό ρεύμα στην ύπαιθρο ήταν υποτονικό κατά τους πρώτους αιώνες, οι μουσουλμανικοί οικισμοί συγκροτούσαν νησίδες μέσα σε μια χριστιανική ύπαιθρο.

Οι ζώνες κατοίκησης για τους χριστιανικούς πληθυσμούς χαρακτηρίζονταν με βάση το εθνοτικό χαρακτηριστικό τους. Η πανσπερμία λαών στα Βαλκάνια σε συνδυασμό με την απουσία εθνικών κρατών τόσο πριν όσο και μετά την οθωμανική κατάκτηση, οδήγησε στο να δημιουργηθούν κάποιες γεωγραφικές ζώνες, οι οποίες δεν είναι πάντα εύκολο ούτε να προσδιοριστούν με ακρίβεια, αλλά ούτε να ερμηνευθούν με βάση κάποια κριτήρια σχηματισμού τους. Οι εθνοπολιτισμικές ζώνες (αλβανοφώνων, βλαχοφώνων, ελληνοφώνων και σλαβοφώνων) ακολουθούν το γλωσσικό και πολιτισμικό χαρακτηριστικό, τα οποία την εποχή εκείνη δεν είχαν κανένα νεωτερικά προσδιορισμένο εθνικό σημαινόμενο. Υπάρχει μεγάλο ερευνητικό κενό στο να διερευνηθεί κατά πόσο οι συχνές μετακινήσεις αγροτικών πληθυσμών στα Βαλκάνια ακολουθούσαν αυτές τις διαδρομές των ζωνών, παράλληλα με οικονομικά ή άλλα κίνητρα. Οι μετακινήσεις αυτές, παρ’ όλη τη συχνότητά τους, δεν φαίνεται να επηρέασαν σε μεγάλη έκταση την εικόνα του οικιστικού δικτύου. Σε περιοχές μικρής κλίμακας, στις οποίες μπορεί να αποκατασταθεί μια συνέχεια ανάμεσα στην προ-οθωμανική και οθωμανική εποχή (π.χ. Χαλκιδική) η έρευνα κατέληξε ότι το οικιστικό δίκτυο δεν επηρεάστηκε από την πολιτική αλλαγή. Η κινητικότητα δεν κατευθυνόταν ακόμη προς τις πόλεις σε μεγάλους αριθμούς, γι’ αυτό υπήρχε η δυνατότητα αναπλήρωσης των πληθυσμιακών ελλειμμάτων που δημιουργούνταν από τη φυγή μέρους ή και όλου του πληθυσμού ενός χωριού. Οι τύποι κατοίκησης (patterns of settlements) ποίκιλαν από περιοχή σε περιοχή, αν και οι μικρού δημογραφικού αναστήματος οικισμοί (μέχρι 50 ή 100 οικογένειες) ήταν μάλλον ένας κοινός τύπος.

Οι βαλκανικές κοινωνίες κατά την πρώιμη οθωμανική εποχή χαρακτηρίζονταν από ένα μωσαϊκό διαφόρων στοιχείων και παρουσίαζαν μεγάλη ποικιλομορφία. Ουσιαστικά, προσπαθούσαν να βρουν το βηματισμό τους κατά τη διαδικασία ένταξής τους από μικρά και λίγο ως πολύ εθνοπολιτισμικά ομοιογενή κρατικά μορφώματα σε μια πολυπολιτισμική και διαρκώς επεκτεινόμενη γεωγραφικά αλλόθρησκη αυτοκρατορία. Η νέα πολιτική κατάσταση αφενός εμπλούτισε τις βαλκανικές κοινωνίες με μουσουλμανικό πληθυσμό, διαμορφώνοντας νέες κοινωνικές ιεραρχήσεις και αφετέρου ευνόησε τη σχετικά ήπια προσαρμογή των ντόπιων στο νέο κρατικό σύστημα.

Ο Φωκίων Κοτζαγεώργης είναι Επίκουρος Καθηγητής Νεότερης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

– Γκαρά Ε. – Τζεδόπουλος Γ, Χριστιανοί και μουσουλμάνοι στην οθωμανική αυτοκρατορία. Θεσμικό πλαίσιο και κοινωνικές δυναμικές, ηλεκτρονικό σύγγραμμα, Αθήνα, 2015.

– Ιναλτζίκ Χ., Η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κλασσική περίοδος, 1300-1600, Αθήνα, 1995.

– Παπασταματίου Δ. – Κοτζαγεώργης Φ., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού κατά τη διάρκεια της οθωμανικής πολιτικής κυριαρχίας, ηλεκτρονικό σύγγραμμα, Αθήνα, 2015.

– Kiel M., “The incorporation of the Balkans into the Ottoman Empire, 1353-1453” στο K. Fleet (επιμ.), The Cambridge History of Turkey, Καίμπριτζ, 2009, σσ. 138-191.

– Lowry H.W., Η φύση του πρώιμου οθωμανικού κράτους, Αθήνα, 2004.

– Sugar P., Η Νοτιοανατολική Ευρώπη κάτω από Οθωμανική κυριαρχία, 1354-1804, 2 τ., Αθήνα, 1994.

Điện Biên Phủ

Điện Biên Phủ

 

Η πολιορκία του Điện Biên Phủ διήρκεσε 57 ημέρες (13 Μαρτίου – 7 Μαΐου 1954) και ισοδυναμεί με το τέλος της γαλλικής παρουσίας στην Ινδοκίνα. Πρόκειται για την κορυφαία και συνάμα τελευταία ένοπλη αντιπαράθεση ανάμεσα στο γαλλικό Εκστρατευτικό Σώμα της Ινδοκίνας και τις δυνάμεις του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος  Việt Minh. Πρόθεση των Γάλλων ήταν να παρασύρουν τους αντιπάλους τους, οι οποίοι επιδίδονταν σε έναν ανορθόδοξο πόλεμο φθοράς εκμεταλλευόμενοι την άριστη γνώση της μορφολογίας του εδάφους και των κλιματικών ιδιαιτεροτήτων της περιοχής, σε μια και μόνη αποφασιστική αναμέτρηση, με σκοπό να τους συντρίψουν χάρη στην αδιαμφισβήτητη υπεροχή τους σε τεχνολογία και ισχύ πυρός. Προκειμένου να εκπληρώσουν τον αντικειμενικό τους στόχο, πίστευαν πως αρκούσε να παρεμποδίσουν τον ανεφοδιασμό των αντιπάλων τους μέσω του γειτονικού Λάος εξαναγκάζοντάς τους, με τον τρόπο αυτό, σε μια αναμέτρηση σε ανοικτό έδαφος και με γνώμονα τους κανόνες ενός τακτικού πολέμου. Με αυτό το σκεπτικό προχώρησαν το φθινώπορο του 1953 στην κατασκευή ενός περιχαρακωμένου στρατοπέδου στη θέση  Điện Biên Phủ, κοντά στα σύνορα με το Λάος. Η βάση του  Điện Biên Phủ βρισκόταν βαθειά απομονωμένη εντός του εχθρικού εδάφους. Καθώς τα στρατεύματα του  Việt Minh στερούνταν παντελώς αεροπορίας και αντιαεροπορικού πυροβολικού (αυτή, τουλάχιστον, ήταν η εκτίμηση της γαλλικής στρατιωτικής ηγεσίας), ο ανεφοδιασμός του περιχαρακωμένου στρατοπέδου θα διενεργούνταν αποκλειστικά από αέρος. Ο παραπάνω σχεδιασμός ανατράπηκε πλήρως, όταν η γαλλική φρουρά βρέθηκε περικυκλωμένη από υπεράριθμες δυνάμεις και βαρύ πυροβολικό (συμπεριλαμβανομένων και αντιαεροπορικών μονάδων), που μεταφέρθηκε μέσα από δύσβατα μονοπάτια της πυκνής ζούγκλας. Ο αιφνιδιασμός στις τάξεις των Γάλλων υπήρξε πλήρης, με αποτέλεσμα να μην καταφέρουν ούτε μια στιγμή να αποκτήσουν την πρωτοβουλία των κινήσεων, περιοριζόμενοι σε έναν εφιαλτικό πόλεμο χαρακωμάτων, ο οποίος ενεργοποίησε μέσα τους σύνδρομα της εποχής του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η πτώση του  Điện Biên Phủ και η παράδοση σύσσωμης της φρουράς προκάλεσε κυβερνητική κρίση στη Γαλλία και επηρρέασε αποφασιστικά τις διαπραγματεύσεις της Γενεύης, οι οποίες κατέληξαν, τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, στη δημιουργία της Δημοκρατίας του Βιετνάμ στον βορρά και του κράτους του Βιετνάμ στο νότο, με διαχωριστική γραμμή τον 17ο παράλληλο. Μια δεκαετία αργότερα, οι ΗΠΑ υπέπεσαν σε ανάλογα σφάλματα υπεροψίας και υπέρμετρης αλαζονείας, έχοντας απέναντι τον ίδιο ακριβώς αντίπαλο. Το τίμημα και η τελική έκβαση είναι γνωστά.

 Η Γαλλική Ινδοκίνα

Η Γαλλική Ινδοκίνα (Union indochinoise), ιδρύθηκε το 1887 ενσωματώνοντας στους κόλπους της, όλες τις γαλλικές κτήσεις της Άπω Ανατολής από το 1858 και μετά. Πρόκειται για την αποικία της Cochinchine (νότιο τμήμα της σημερινής Δημοκρατίας του Βιετνάμ), τα προτεκτοράτα του Αννάμ και του Τονκίνου (κεντρικό και βόρειο τμήμα αντίστοιχα), της Καμπότζης και του Λάος, το οποίο αποσπάσθηκε από το γειτονικό Σιάμ (σημερινή Ταϊλάνδη). Σε ολόκληρη τη διάρκεια ζωής της, η Ινδοκίνα ουδέποτε λειτούργησε ως χώρος μαζικού εποικισμού, αλλά ως ζώνη οικονομικής εκμετάλλευσης χάρη στις πλούσιες πρώτες ύλες, που διέθετε και με τις οποίες τροφοδοτούσε ακατάπαυστα τη Μητρόπολη. Έτσι εξηγείται ο μικρός, σχετικά, αριθμός Γάλλων εποίκων, οι περισσότεροι εκ των οποίων στελέχωναν την αποικιακή διοίκηση ή επιδίδονταν σε επιχειρηματικές και εμπορικές δραστηριότητες. Όσο δε για τον αυτόχθονα πληθυσμό, πέρα από μια υποτυπώδη αλλά εύπορη αστική τάξη, το μεγαλύτερο μέρος ζούσε κάτω από σκληρές συνθήκες διαβίωσης και εργασίας. Η αποικιακή διοίκηση βρέθηκε αντιμέτωπη με περιοδικές εξεγέρσεις, ειδικότερα στην περιοχή του σημερινού Βιετνάμ. Η σημαντικότερη από τις εξεγέρσεις αυτές υπήρξε το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα Việt Minh, κομμουνιστικής απόκκλισης, το οποίο εκμεταλλεύθηκε το 1945 το κενό, που άφησε πίσω της η ιαπωνική κατοχή έως ότου αποκατασταθούν οι γαλλικές διοικητικές αρχές. Σημειωτέον πως από το 1949 και κατόπιν, το  Việt Minh έχαιρε της ηθικής και υλικής υποστήριξης της Μαοϊκής Κίνας, με την οποία οι περιοχές, που είχε θέσει υπό έλεγχο, διέθεταν εκτεταμένα σύνορα.  Στη συνείδηση του γαλλικού λαού, πάντως, η Ινδοκίνα για πολλά χρόνια εθεωρείτο υπόδειγμα αποικιακού μεγαλείου, κύρους και ισχύος. Προφανώς για το λόγο αυτό της δόθηκε η προσωνυμία  “μαργαριτάρι της αυτοκρατορίας” (Perle de l’ Empire) κατά το πρότυπο της Ινδίας  (“πετράδι του στέμματος” – Jewel of the Crown). Για τον ίδιο λόγο η απώλειά της και ο τρόπος με τον οποίο αυτή συντελέστηκε, στοίχισαν τόσο ακριβά σε μια γαλλική κοινωνία , που δεν είχε καταφέρει να απαλλαγεί από το στίγμα  του Vichy και η οποία, την ίδια εποχή, αντιμετώπιζε ανάλογους κραδασμούς στις βορειοαφρικανικές της κτήσεις.

Η κατάκτηση του Τονκίνου και η δημιουργία της Γαλλικής Ινδοκίνας το 1887.
Κεντρική αρτηρία του Ανόι στις αρχές του 20ού αιώνα. Στο βάθος διακρίνεται το κτήριο του Δημοτικού Θεάτρου.
Το pousse-pousse, δημοφιλές μέσο μετακίνησης.
Το ξενοδοχείο Saigon Palace.
Προτροπή για εθελοντική κατάταξη στον αποικιακό στρατό

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ναυτικό απόσπασμα επανδρωμένο με αυτόχθονες
Η ιαπωνική κατοχή (1940-1945)

Ο πόλεμος της Ινδοκίνας (1946 – 1954)

Κατά το μεγαλύτερο διάστημα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Ιάπωνες, παρά το γεγονός ότι εγκατέστησαν ένα προτεκτοράτο στην Ινδοκίνα, διατήρησαν τη γαλλική διοίκηση  έως το 1945 και αρκέστηκαν στην κατασκευή και χρήση στρατιωτικών βάσεων. Από το 1941 ωστόσο, κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα του Βιετνάμ (Việt Minh), το οποίο εστρέφετο εξίσου και κατά των Γάλλων του Vichy. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1945, την επομένη ακριβώς της συνθηκολόγησης της Ιαπωνίας, ο ηγέτης του  Việt Minh,  Hồ Chí Minh ανακύρηξε στο Ανόι την ανεξαρτησία της Δημοκρατίας του Βιετνάμ. Ωστόσο, στη συνδιάσκεψη του Πότσνταμ (Αύγουστος 1945), είχε αποφασιστεί ανάμεσα στους νικητές του πολέμου η στρατιωτική κατοχή της Ινδοκίνας. Κατόπιν τούτου, στο βορρά (Τονκίνο) εγκαταστάθηκαν δυνάμεις της εθνικιστικής Κίνας, ενώ ο νότος, η Καμπότζη και το Λάος περιήλθαν στον έλεγχο των Βρετανών. Από το τέλος Σεπτεμβρίου, οι Βρετανοί άρχισαν να εξοπλίζουν τα γαλλικά στρατεύματα, τα οποία είχαν νωρίτερα αφοπλιστεί από τους Ιάπωνες. Επιπρόσθετα, κατέφθασε από τη Μητρόπολη ένα Εκστρατευτικό Σώμα, υπό τον στρατηγό Leclerc de Hauteclocque. Με τον τρόπο αυτό, η Γαλλία ανέκτησε τον πλήρη έλεγχο της Ινδοκίνας. Δεν είχε αντίρρηση να εκχωρήσει πολιτική αυτονομία στο σύνολο των κτήσεών της στην Άπω Ανατολή, υπό την προϋπόθεση πως οι τελευταίες θα προσχωρούσαν στη λεγόμενη Γαλλική Ένωση (Union Française). Τον Μάρτιο του 1946, υπογράφηκε στο Παρίσι η σχετική συμφωνία ανάμεσα στον  Hồ Chí Minh και τους εκπροσώπους της κυβέρνησης του Félix Gouin.

Μάρτιος 1946. Ο ηγέτης του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος Việt Minh, Hồ Chí Minh στο Παρίσι, διαπραγματεύεται την ανεξαρτησία του Βιετνάμ. Δίπλα του εικονίζεται ο εντολοδόχος της γαλλικής κυβέρνησης Maurice Moutet, πρώην υπουργός Αποικιών.

Η όλη κατάσταση εκτραχύνθηκε γρήγορα με ευθύνη αμφοτέρων των πλευρών. Οι ακραίοι κύκλοι του Việt Minh, ανέχονταν ολοένα και λιγότερο την παρουσία των Γάλλων, ενώ οι τελευταίοι, παραβιάζοντας τη συμφωνία του Μαρτίου, ανακήρυξαν στο νότο μια Δημοκρατία του Βιετνάμ, η οποία, με ηγέτη τον πρώην αυτoκράτορα του Αννάμ,  Bao-Daï , προσχώρησε στη Γαλλική Ένωση. Τον Νοέμβριο, μια σειρά εκτρόπων σε βάρος της γαλλικής παροικίας της Haiphong, επινείου του Ανόι, οδήγησε στον βομβαρδισμό της πόλης από το πολεμικό ναυτικό. Στις 19 Δεκεμβρίου 1946, στο Ανόι, το Việt Minh προχώρησε σε ανοικτή εξέγερση, σηματοδοτώντας την έναρξη του πολέμου της Ινδοκίνας. Από την αρχή διαφάνηκε ανάγλυφα η αναντιστοιχία και η διαφορά στρατηγικής ανάμεσα στα αντιμαχόμενα μέρη. Καλά εξοπλισμένο, το γαλλικό Εκστρατευτικό Σώμα επέμενε να διεξαγάγει επιχειρήσεις με συνθήκες τακτικού πολέμου, σαν να επρόκειτο να αντιμετωπίσει έναν αντίπαλο, που λειτουργούσε με ανάλογα δεδομένα. Αντ’ αυτού, είχε απέναντί του έναν εχθρό, άρτια εξασκημένο σε συνθήκες ανορθόδοξου πολέμου, ο οποίος κατάφερνε επιλεγμένα πλήγματα, προτού αποσυρθεί μέσα στην προστασία της ζούγκλας. Αναμενόμενη συνέπεια ήταν η είσπραξη μιας σειράς αποτυχιών μεταξύ των ετών 1950 και 1953 (μάχη της αποικιακής οδού αρ.4, μάχη της Cao Bang, μάχη της Hoa Binh), που κατέστησαν το  Việt Minh ουσιαστικό κυρίαρχο των βορείων επαρχιών, κατά μήκος των συνόρων με την κομμουνιστική Κίνα. Με μοναδική εξαίρεση την πόλη του Ανόι και το Δέλτα του Ερυθρού ποταμού, ολόκληρο το υπόλοιπο Τονκίνο είχε περιελθει υπό τον έλεγχο των επαναστατών. Η άφιξη στην Ινδοκίνα του στρατηγού Henri Navarre, συνέπεσε με τον σχεδιασμό μιας σειράς εκκαθαριστικών επιχειρήσεων (κωδικές ονομασίες Hirondelle, Brochet και Mouette), με στόχο την ανάκτηση του απωλεσθέντος ελέγχου στην ευαίσθητη, από στρατηγικής απόψεως, βόρεια περιοχή. Τα αποτελέσματα υπήρξαν πενιχρά έως μηδαμινά. Περί το τέλος του 1953, οι προσπάθειες επικεντρώθηκαν στην αναζήτηση του τρόπου εκείνου, που θα παρέσυρε τις δυνάμεις του Việt Minh έξω από τις κρυψώνες τους και θα τις εξανάγκαζε στην πολυπόθητη αποφασιστική αντιπαράθεση σε ανοικτό χώρο, όπου οι Γάλλοι διέθεταν αναμφίβολα την υπεροπλία.

Ο στρατηγός Henri Navarre (στο κέντρο), διοικητής των γαλλικών στρατευμάτων στην Ινδοκίνα, εικονίζεται με το επιτελείο του τον Ιούνιο του 1953
Ναυτική περίπολος στο Δέλτα του Ερυθρού ποταμού (Sông Hοng)
Η επιχείρηση “Χελιδόνι” (Hirondelle) στην περιοχή Lang Son, Ιούλιος 1953.

Η επιχείρηση “Castor” και η πολιορκία του  Điện Biên Phủ

Η επιχείρηση “Castor”.

Τον Οκτώβριο του 1953, ο στρατηγός  Võ Nguyên Giáp, διοικητής του Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ, εγκατέλειψε κάθε προοπτική κατάληψης του Δέλτα του Τονκίνου. Οι στρατηγικές του προτεραιότητες στράφηκαν προς τον έλεγχο του βορείου τμήματος του Λάος, γεγονός, το οποίο θα του επέτρεπε να παρακάμψει τις γαλλικές θέσεις και δημιουργώντας έναν συνεχή διάδρομο ανεφοδιασμού με αφετηρία τα σύνορα με την κομμουνιστική Κίνα, να πλήξει την κεντρική και νότια Ινδοκίνα. Πληροφορούμενοι εγκαίρως το παραπάνω σχέδιο, οι Γάλλοι αποφάσισαν να προλάβουν τη θέση σε εφαρμογή του καταλαμβάνοντας την κομβικής στρατηγικής σημασίας θέση του  Điện Biên Phủ, σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από τη μεθόριο με το βόρειο Λάος. Ο έλεγχος του  Điện Biên Phủ μπορούσε να αποβεί διπλά οφέλιμος. Εκτός από την παρεμπόδιση μιας εισβολής  Việt Minh εντός του εδάφους του Λάος, ήταν σε θέση να προκαλέσει προβλήματα στον ανεφοδιασμό και στην ανάπτυξη του  Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ, εξαναγκάζοντάς τον να εγκαταλείψει την τακτική του ανταρτοπολέμου και να επιδιώξει μια αναμέτρηση απελπισίας σε ανοικτό χώρο, όπου οι Γάλλοι υπερείχαν σε οπλισμό και ισχύ πυρός. Η επιχείρηση “Κάστορας” (Castor), δηλαδή η κατάληψη του Điện Biên Phủ από αέρος και η δημιουργία επιτόπου ενός περιχαρακωμένου στρατοπέδου, σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε με γνώμονα την πεποίθηση πως ο αντίπαλος στερείτο παντελώς αεροπορίας (είναι γεγονός) και αντιαεροπορικού οπλισμού (ως προς το σημείο αυτό, οι πληροφορίες των Γάλλων αποδείχθηκαν αργότερα εσφαλμένες). Οι πρώτες δυνάμεις αλεξιπτωτιστών έπεσαν το πρωί της 20ης Νοεμβρίου 1953, διαθέτοντας κάλυψη από βομβαρδιστικά αεροσκάφη. Στις τάξεις του Việt Minh ο αιφνιδιασμός υπήρξε πλήρης και εντός 48 ωρών εξαρθρώθηκε κάθε μορφής αντίσταση. Δίχως χρονοτριβή, το μηχανικό κατασκεύασε έναν διάδρομο προσγείωσης (αργότερα κατασκευάστηκε και ένας εφεδρικός), με αποτέλεσμα πέντε ημέρες, μόλις, έπειτα από την έναρξη της επιχείρησης Castor, να μπορέσει να προσγειωθεί το πρώτο αεροπλάνο. Έκτοτε, και μέχρι την έναρξη της μάχης (13 Μαρτίου 1954), ο ανεφοδιασμός του  Điện Biên Phủ υπήρξε ακατάπαυστος.

Προκειμένου να μπορέσει κανείς να κατανοήσει την εξέλιξη και την έκβαση της μάχης του  Điện Biên Phủ είναι απαραίτητο να επικεντρώσει την προσοχή του σε ορισμένες θεμελιώδεις παραμέτρους. Πρώτη από αυτές δεν είναι η στρατηγική σημασία της περιοχής (αυτή είναι ούτως ή άλλως δεδομένη), αλλά η μορφολογία του εδάφους της τελευταίας. Το  Điện Biên Phủ είναι μια λεκάνη, η οποία περιβάλλεται από οκτώ συν ένα υψώματα, ο έλεγχος των οποίων ήταν επιτακτικός για την ασφάλεια του περιχαρακωμένου στρατοπέδου και των δυο διαδρόμων προσγείωσης-απογείωσης. Το καθένα από τα παραπάνω υψώματα έφερε το όνομα μιας από τις ερωμένες του διοικητή της βάσης, στρατηγού Christian de Castries. Τα πρώτα οκτώ (Gabrielle, Béatrice, Dominique, Éliane, Claudine, Huguette, Françoise, Anne-Marie), σχημάτιζαν έναν προστατευτικό κλοιό γύρω από τον κύριο διάδρομο προσγείωσης. Το ένατο ύψωμα (Isabelle), δέσποζε πάνω από τον εφεδρικό διάδρομο. Αναμφίβολα, η ύπαρξη τόσων πολλών εδαφικών ανωμαλιών δυσχέραινε την προσέγγιση των αεροσκαφών. Από την άλλη πλευρά όμως, η πεποίθηση των Γάλλων περί του απόρθητου των υψωμάτων και της παντελούς έλλειψης του Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ σε αντιαεροπορικό οπλισμό, καθιστούσε, σύμφωνα πάντοτε με τον σχεδιασμό τους, λειτουργικό τον ομφάλιο λώρο, δηλαδή τον απρόσκοπτο ανεφοδιασμό του περιχαρακωμένου στρατοπέδου από αέρος. Άλλωστε, η προοπτική σχετικά με το  Điện Biên Phủ δεν ήταν να περιοριστεί σε αμυντικής φύσεως επιχειρήσεις, αλλά αντίθετα, να χρησιμοποιηθεί ως προγεφύρωμα για την ανάληψη επιθετικών πρωτοβουλιών.

Η λεκάνη του Điện Biên Phủ.
Οι δυο διάδρομοι προσγείωσης και τα γύρω υψώματα.

Η δεύτερη (και κυριότερη) παράμετρος για την κατανόηση των όσων επακολούθησαν, είναι η οπτική  του Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ, εφόσον, επί 57 ημέρες, η φρουρά του περιχαρακωμένου στρατοπέδου εξαναγκάστηκε σε έναν απεγνωσμένο αγώνα επιβίωσης. Ευθύς εξαρχής, αντικειμενικός στόχος του Giap υπήρξε η αντίπαλη αεροπορία. Σε βάρος της τελευταίας συγκέντρωσε τα πυρά του, γνωρίζοντας καλά (όπως, άλλωστε, και ο Castries), πως η αερογέφυρα, η οποία συνέδεε το  Điện Biên Phủ με τα μετόπισθεν, αποτελούσε το κρίσιμο διακύβευμα, συνάμα δε και την αχίλλειο πτέρνα των Γάλλων. Άλλωστε, οι επιλογές του ήταν εμφανείς προτού καν ξεκινήσει η πολιορκία. Περί τα τέλη Ιανουαρίου 1954, ομάδες δολιοφθορέων του  Việt Minh παρείσφρησαν σε αεροπορικές βάσεις στο Δέλτα του Τονκίνου, προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές. Οι επόμενες κινήσεις επιβεβαίωσαν ότι κύρια προτεραιότητα του  Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ ήταν το αεροπορικό δυναμικό (βομβαρδιστικά και μεταγωγικά αεροσκάφη) των Γάλλων. Συγκεκριμένα, από τη στιγμή της έναρξης της πολιορκίας, τα πυρά των Βιετναμέζων επικεντρώθηκαν εναντίον των υψωμάτων, τα οποία βρίσκονταν στο βόρειο άκρο του κυρίου διαδρόμου προσγείωσης. Από την πρώτη κιόλας ημέρα (13 Μαρτίου), η γαλλική αεροπορική διοίκηση επέστησε την προσοχή των πληρωμάτων των αεροσκαφών στον κίνδυνο, που ενείχε, πλέον, η προσέγγιση του  Điện Biên Phủ. Ο μύθος περί απρόσκοπτου ανεφοδιασμού καταρρίφτηκε ταχύτατα. Ο Giap είχε συνειδητοποιήσει πως το μυστικό της επιτυχίας ήταν η απαγόρευση του εναερίου χώρου στους Γάλλους. Ο Λαϊκός Στρατός του Βιετνάμ δεν είχε αεροπλάνα προκειμένου να αντιτάξει. Διέθετε, ωστόσο, αντιαεροπορικό οπλισμό (τον είχαν εγκαταλείψει οι Ιάπωνες το 1945), τον οποίο εγκατέστησε στα υψώματα  Béatrice και  Gabrielle, μόλις αυτά  κυριεύτηκαν τις νύκτες της 13ης και 14ης Μαρτίου αντίστοιχα. Ήδη από τις δυο πρώτες ημέρες, όχι μόνο ο εναέριος χώρος αλλά και ο ίδιος ο διάδρομος προσγείωσης βρέθηκαν εντός του βεληνεκούς του εχθρικού πυροβολικού. Τις συνέπειες υπέστησαν και τα αεροσκάφη, που ήταν σταθμευμένα εντός της βάσης και τα οποία αποτελούσαν, πλέον, ιδανικό στόχο. Η αναπάντεχη απώλεια των δυο υψωμάτων προκάλεσε κρίση ηθικού στις τάξεις των Γάλλων, καθώς μπροστά στα μάτια τους καταρρίφτηκε και ένας δεύτερος μύθος. Ο μύθος περί του απόρθητου περιχαρακωμένου στρατοπέδου. Στις 15 Μαρτίου, ο συνταγματάρχης Charles Piroth, διοικητής του συνόλου των μονάδων πυροβολικού, αυτοκτόνησε μέσα στο καταφύγιό του. Ο συνταγματάρχης Keller, επιτελάρχης του Castries, εκκενώθηκε στα μετόπισθεν με βαριάς μορφής νευρικό κλονισμό. Η κατάσταση επιδεινώθηκε εξαιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών. Η χαμηλή νέφωση και οι ισχυρές καταιγίδες (σύνηθες φαινόμενο σε εποχή μουσώνων), καθήλωσαν τη γαλλική αεροπορία στο έδαφος. Στις 17 Μαρτίου, έπεσε και το τρίτο ύψωμα (Anne-Marie). Μέσα σε μια εβδομάδα, οι δυνάμεις του Giap ήταν κυρίαρχες της πρόσβασης από βορρά.

Ρίψη αλεξιπτωτιστών στον κεντρικό τομέα του Điện Biên Phủ.
Γαλλικό πυροβολικό καλύπτει τον κύριο διάδρομο προσγείωσης.
Στρατιώτες Việt Minh στα χαρακώματα γύρω από τις γαλλικές θέσεις
Ο στρατηγός Christian de Castries, διοικητής του περιχαρακωμένου στρατοπέδου (κάτω) και ο λοχαγός François Pichelin, από τα πρώτα θύματα στο ύψωμα Dominique, όταν αυτό καταλήφθηκε από τους Việt Minh
Η εκκένωση των τραυματιών.

Την απώλεια των τριών πρώτων υψωμάτων διαδέχθηκε ένα δεκαπενθήμερο σχετικής ηρεμίας, κατά τη διάρκεια του οποίου η κάθε πλευρά προχώρησε σε ανασύνταξη των δυνάμεών της. Ο Giap αναπλήρωσε τις δικές του, που είχαν υποστεί σημαντικές απώλειες. Οι Γάλλοι ενέτειναν τους ρυθμούς ανεφοδιασμού, αποστολής ενισχύσεων και εκκένωσης των τραυματιών. Η προσέγγιση από αέρος δυσχέραινε ολοένα και περισσότερο, οι δε προσγειώσεις και απογειώσεις των αεροσκαφών πραγματοποιούνταν υπό τα σφοδρά πυρά του Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ. Στο τέλος Μαρτίου, ο διάδρομος προσγείωσης αχρηστεύτηκε πλήρως. Το τελευταίο αεροσκάφος κατάφερε να απογειωθεί στις 27 του μήνα. Κατόπιν τούτου, οι προσπάθειες στράφηκαν προς την κατεύθυνση της διασφάλισης του άξονα, ο οποίος συνέδεε τον εφεδρικό διάδρομο με την πρόσβαση, από νότο, του περιχαρακωμένου στρατοπέδου, ειδικότερα δε, την οργάνωση της άμυνας του υψώματος Isabelle. Η όλη επιχείρηση κόστισε ακριβά σε ανθρώπινες ζωές, δίχως πρακτικό αποτέλεσμα. Το ύψωμα Isabelle άντεξε μέχρι τέλους, πλήρως αποκομμένο, ωστόσο, από την υπόλοιπη βάση. Η όποια λειτουργία του εφεδρικού διαδρόμου δεν είχε, πλέον, κανένα νόημα με αυτά τα δεδομένα. Με την είσοδο του Απριλίου, το στρατόπεδο του  Điện Biên Phủ ήταν απομονωμένο από τον έξω κόσμο. Ο ανεφοδιασμός εξακολουθούσε να συντελείται μέσω ρίψεων από μεγάλο ύψος, με αποτέλεσμα σημαντικό μέρος του υλικού να πέφτει πίσω από τις γραμμές του αντιπάλου. Η εκκένωση των τραυματιών ήταν αδύνατη, ενώ οι σοβαρές ελλείψεις σε ιατροφαρμακευτική υποδομή καθιστούσαν το όλο πρόβλημα ασύγκριτα πιο οξύ και δραματικό.

Οι δυο ήρωες του Điện Biên Phủ. Ο αντισυν/ρχης Marcel Bigeard (πάνω), υπερασπίστηκε με αυταπάρνηση τα υψώματα Éliane 1 και 2. Ο συν/ρχης Pierre Langlais ανέλαβε την τελευταία στιγμή τον μεγάλης στρατηγικής σημασίας κεντρικό τομέα, έπειτα από την απομάκρυνση του επιτελάρχη συν/ρχη Keller, που εκκενώθηκε λόγω νευρικού κλονισμού και την αυτοκτονία του συν/ρχη Piroth, διοικητή των μονάδων πυροβολικού. Οι Bigeard και Langlais συντόνισαν τις προσπάθειές τους άψογα και υπερασπίστηκαν τις θέσεις τους ως το τέλος. Αμφότεροι αιχμαλωτίστηκαν μετά από την παράδοση.

Στις 30 Μαρτίου, ξεκίνησε ο δεύτερος γύρος των συγκρούσεων, η ονομαζόμενη “μάχη των πέντε υψωμάτων”. Ένα προς ένα, όλα τα υψώματα καταλήφθηκαν από τις δυνάμεις του  Việt Minh, με εξαίρεση την Éliane, η οποία αντιστάθηκε μέχρι τέλους, καταφέροντας σημαντικές απώλειες στον αντίπαλο. Οι προσπάθειες των Γάλλων για ανακατάληψη της Dominique (του υψηλότερου από όλα τα υψώματα), απέτυχαν, επίσης με μεγάλο κόστος. Επρόκειτο για έναν ανελέητο πόλεμο χαρακωμάτων, τον οποίο  ο Castries περιέγραψε με εύστοχο τρόπο: “Το  Điện Biên Phủ είναι ένα είδος Verdun, χωρίς στρατηγικό βάθος και δίχως την Ιερά Οδό [τον οδικό άξονα, που διασφάλιζε την επικοινωνία με τα μετόπισθεν]”. Εντός του Απριλίου, η γαλλική πολεμική αεροπορία προέβη σε βομβαρδισμούς με εμπρηστικές βόμβες (napalm), όποτε το επέτρεπαν οι καιρικές συνθήκες. Οι σκληρές μάχες σώμα με σώμα, οδήγησαν αρκετούς Γάλλους σε λιποταξία. Οι τελευταίοι αναζήτησαν καταφύγιο στη γύρω ζούγκλα. Στο αντίπαλο στρατόπεδο, οι βαρειές απώλειες ανάγκασαν τον Giap να απαλλάξει από τα καθήκοντά τους μεγάλο αριθμό διοικητών μονάδων. Με την είσοδο του Μαΐου, η φρουρά του περιχαρακωμένου στρατοπέδου είχε υπερβεί κάθε όριο αντοχής. Μπροστά στη διαφαινόμενη πανωλεθρία, η στρατιωτική ηγεσία της Ινδοκίνας κατέβαλε μια ύστατη προσπάθεια. Οργάνωσε την αποστολή μιας δύναμης διάσωσης 2.000 ανδρών, με αφετηρία το βόρειο Λάος (επιχείρηση D από τη λέξη Desperado). Στόχος ήταν η διάσπαση των γραμμών του εχθρού και ο απεγκλωβισμός των πολιορκημένων. Δυστυχώς, όταν η δύναμη D έφτασε πλησίον του  Điện Biên Phủ, η φρουρά είχε ήδη παραδοθεί. Το μόνο που κατάφερε ήταν να εντοπίσει καμιά εκατοστή λιποτάκτες, οι οποίοι είχαν κρυφτεί μέσα στη ζούγκλα.

Ο πόλεμος των χαρακωμάτων
Το τέλος της πολιορκίας (7 Μαϊου 1954). Η σημαία του Việt Minh κυματίζει στα γαλλικά χαρακώματα
Ο δρόμος προς την αιχμαλωσία. Από ένα σύνολο 11.720, μόνο οι 3.920 επαναπατρίστηκαν τέσσερις μήνες αργότερα, εκ των οποίων 853 βαριά τραυματίες. Οι υπόλοιποι έχασαν τη ζωή τους από τραύματα, εξάντληση, ασθένειες και απόγνωση
Η αναφορά στον γαλλικό Τύπο
Ο νικητής του Điện Biên Phủ, στρατηγός Võ Nguyên Giáp (1911-2013).

Η πολιτική έκβαση

Στις 26 Απριλίου 1954, κι ενώ η πολιορκία του Điện Biên Phủ είχε εισέλθει στο τελικό στάδιο, ξεκίνησαν στη Γενεύη οι εργασίες της διεθνούς συνδιάσκεψης για την επίλυση των ζητημάτων της Άπω Ανατολής (Κορέα, Ινδοκίνα). Συμμετείχαν οι υπουργοί Εξωτερικών John Foster Dulles (ΗΠΑ), Vyacheslav Molotov (ΕΣΣΔ),  Anthony Eden (Μεγ. Βρετανία),  Georges Bidault και μετά την κυβερνητική μεταβολή, Pierre  Mendès-France (Γαλλία),  Zhou Enlai (Κίνα). Ως συνέπεια της παράδοσης του  Điện Biên Phủ, η κυβέρνηση του Παρισιού υπέγραψε μια σειρά πράξεων με το  Việt Minh. Σύμφωνα με αυτές, δεσμεύτηκε να αποσύρει το σύνολο των στρατιωτικών και ναυτικών της δυνάμεων από την Ινδοκίνα. Στη θέση της τελευταίας δημιουργήθηκαν δυο προσωρινά κράτη του Βιετνάμ, με διαχωριστική γραμμή τον 17ο παράλληλο και μια αποστρατικοποιημένη ζώνη βάθους 5 χλμ. ανάμεσά τους. Το βόρειο τμήμα, με πρωτεύουσα το Ανόι, περιερχόταν στο  Việt Minh, το δε νότιο, με πρωτεύουσα τη Σαϊγκόν και πρόεδρο τον πρώην αυτοκράτορα του Αννάμ  Bao Dai, είχε φιλοδυτικό προσανατολισμό. Ο λαός του Βιετνάμ θα αποφάσιζε για το μελλοντικό πολίτευμα της ενοποιημένης χώρας μέσω διενέργειας δημοψηφίσματος, η διεξαγωγή του οποίου ορίστηκε εντός του 1956. Το Σύμφωνο της Γενεύης έθεσε τέλος στον πόλεμο της Ινδοκίνας. Έναν πόλεμο διάρκειας οκτώ ετών, που στοίχισε στη Γαλλία 92.000 νεκρούς (εκ των οποίων 30.000 Αφρικανοί και Λεγεωνάριοι των Ξένων), 114.000 τραυματίες και 30.000 αιχμαλώτους. Στις τάξεις των αντιπάλων, οι απώλειες ανέρχονταν σε 500.000 νεκρούς και τραυματίες. Οι ΗΠΑ αποστασιοποιήθηκαν από την τελική πράξη της Γενεύης, διατηρώντας το δικαίωμα μονομερούς παρέμβασης σε περίπτωση κομμουνιστικής επίθεσης. Το  Việt Minh διέθετε ισχυρά ερρείσματα στο νότο και αποτελούσε ευθεία απειλή για το καθεστώς της  Σαϊγκόν. Ο πρωθυπουργός του τελευταίου,  Ngo Dinh Diem, αρνήθηκε να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις σχετικά με τη διενέργεια δημοψηφίσματος. Με τον τρόπο αυτό, εκμηδενίστηκαν οι προοπτικές για μια ειρηνική ενοποίηση. Το χάσμα ανάμεσα στα δυο κράτη του Βιετνάμ άρχισε να γίνεται αγεφύρωτο. Κατάσταση, η οποία επρόκειτο να οδηγήσει, κατά τη δεκαετία του ’60, τις εξελίξεις σε έναν δεύτερο πόλεμο, ακόμα πιο αιματηρό, με την ενεργό εμπλοκή των ΗΠΑ. Για τη Γαλλία, η απαλλαγή από το φορτίο της Ινδοκίνας αποδείχτηκε βραχύβια. Την 1η Νοεμβρίου του ιδίου έτους (1954), ξεκίνησε ο πόλεμος της Αλγερίας.

Οι διαπραγματεύσεις της Γενεύης.
Η υπογραφή της τελικής πράξης (20 Ιουλίου 1954). Στο κέντρο ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Pierre Mendès-France.
Εκκένωση πληθυσμών από το βόρειο προς το νότιο Βιετνάμ (Αύγουστος 1954).
Η είσοδος των δυνάμεων Việt Minh στο Ανόι (12 Οκτωβρίου 1954).

Η μνήμη

Το πάρκο της μνήμης
Γαλλικό άρμα Μ-24 Bison
Στρατιωτικό κοιμητήριο στο Điện Biên Phủ
Η επάνοδος του πολεμιστή στο πεδίο της μάχης.

Two Vietnam Wars: The French War (1/2)


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

– Erwan Bergot, Les 170 jours de Dien Bien Phu, Presses de la Cité, 1992.

– Erwan Bergot, Convoi 42 – La marche à la mort des prisonniers de Dien Bien Phu, Presses de la Cité, 1986.

– Marcel Bigeard, Ma guerre d’Indochine, Hachette, 1994

– Bernard B.Fall , The Viet-Minh Regime, 1954.

– Bernard B. Fall., The Two Vietnams. A Political and Military Analysis, Praeger, 1965.

– André Galabru, La victoire avortée, Atlante Éditions, 2004.

– Vo Nguyen Giap, Mémoires 1946-1954 : Tome 1, La résistance encerclée, Anako, 2003.

– Vo Nguyen Giap, Mémoires 1946-1954 : Tome 2, Le chemin menant à Diên Biên Phu, Anako, 2003.

– Vo Nguyen Giap, Mémoires 1946-1954 : Tome 3, Diên Biên Phu le rendez-vous historique, Anako, 2004.

– Frédéric Guelton,  La bataille de Điện Biên Phủ – De l’opération Castor à la libération des camps, Soteca, 2014.

– Pierre Langlais, Diên Biên Phu, France Empire, 1963.

– Henri Navarre, Le temps des vérités, Plon, 1979.

– Jules Roy, La bataille de Dien Bien Phu, Julliard, 1963, Albin Michel, 1989.

– Alain Ruscio et Serge Tignères, Dien Bien Phu, Mythes et réalités 1954-2004, Les Indes Savantes, 2005.

– Ban tổng kết-biên soạn lịch sử, BTTM, Lịch sử Bộ Tổng tham mưu trong kháng chiến chống Pháp 1945-1954, Ha Noi, Nhà xuất bản Quân Đội Nhân Dân, 1991, p. 799 (Service Historique de L’État Major, L’Histoire de L’État Major dans la Guerre de Résistance contre La France 1945-1954, Ha Noi, Éditions Armée Populaire, 1991).

– Ted Morgan, Valley of death. The tragedy at Dien Bien Phu that led America into the Viêt Nam war, Random House, 2010.

– John R.Nordell , The undetected enemy. French and American miscalculations in Diên Biên Phu, 1953, Texas A&M University Press, 1995.

– Martin Windrow, The last valley. Dien Bien Phu and the french defeat in Viêt Nam, Weidenfeld & Nicolson, 2004.

– Philippe de Maleissye, La vallée perdue, Indo-Éditions, 2013.

– Mirmont Franck, en collaboration avec Heinrich Bauer, Jean Carpentier, Jean Guêtre, Pierre Latanne, Bernard Ledogar, Jean-Louis Rondy, Les chemins de Diên Biên Phu, Nimrod, 2015.

–  Diên Biên Phu, Dossier de la Revue Guerres mondiales et Conflits contemporains, No 211, Juillet-Septembre 2003, p. 3-121.

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ

Điện Biên Phủ, 1992, σκηνοθεσία Pierre Schoendoerffer

Ο σκηνοθέτης μεταφέρει προσωπικό βίωμα, καθώς πολέμησε στη μάχη του Điện Biên Phủ ως εικονολήπτης  της Κινηματογραφικής Υπηρεσίας Στρατού. Τραυματίστηκε στις 13 Μαρτίου 1954 και στάλθηκε στα μετόπισθεν. Μια εβδομάδα αργότερα, επέστρεψε πέφτοντας με αλεξίπτωτο, προκειμένου να αποθανατίσει την τελική αναμέτρηση, καθώς δεν υπήρχε άλλος εικονολήπτης επιτόπου. Το μεγαλύτερο μέρος από τα στιγμιότυπα, τα οποία αποθανάτισε, κατασχέθηκαν από τους  Việt Minh. Τα λίγα που πρόλαβε να στείλει στα μετόπισθεν αποτελούν, σήμερα, τη μοναδική κινηματογραφική μαρτυρία της πολιορκίας και της πτώσης του Điện Biên Phủ. Κατά τη στιγμή της παράδοσης βρισκόταν δίπλα στους Bigeard και Langlais. Μετά την απελευθέρωσή του, κάλυψε τον πόλεμο του Βιετνάμ ως ανταποκριτής αμερικανικών εντύπων. Η ταινία είναι μια υπερπαραγωγή με υψηλό προϋπολογισμό, από τις καλύτερες του είδους. Πολλά από τα εξωτερικά πλάνα γυρίστηκαν επιτόπου, με τη συνεργασία των ενόπλων δυνάμεων της Γαλλίας και του Βιετνάμ.

13 Μαρτίου 1954. Η έναρξη της μάχης

Η τελευταία σκηνή


Κείμενο-επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Κωνσταντίνος Παπανικολάου: Τα πρόσωπα του Φρειδερίκου: Προσλήψεις του Φρειδερίκου Β΄ στην Πρωσία και τη Γερμανία (1806-1945)

Κωνσταντίνος Παπανικολάου

Τα πρόσωπα του Φρειδερίκου:

Προσλήψεις του Φρειδερίκου Β΄ στην Πρωσία και τη Γερμανία (1806-1945)

Την 23η Ιουνίου 1919 μια ομάδα δέκα ατόμων, αποτελούμενη από αξιωματικούς της πρωσικής μεραρχίας του Ιππικού της Φρουράς εισέβαλε στο επιβλητικό μπαρόκ κτίριο του oπλοστασίου (σήμερα Μουσείο Γερμανικής Ιστορίας) στο κέντρο του Βερολίνου, όπου φυλάσσονταν τρόπαια και άλλα κειμήλια του πρωσικού στρατού από τον 17ο αιώνα. Σκοπός της ήταν να αποτρέψει την εκπλήρωση εκείνου του όρου της Συνθήκης των Βερσαλλιών, βάσει του οποίου η ηττημένη Γερμανία όφειλε να παραδώσει τις αιχμάλωτες γαλλικές πολεμικές σημαίες στη νικήτρια Γαλλία. Η ομάδα άρπαξε τα γαλλικά λάβαρα, τρόπαια των Ναπολεοντείων Πολέμων και του Γαλλοπρωσικού Πολέμου, και τα μετέφερε μπροστά στον έφιππο ανδριάντα του Φρειδερίκου Β΄ του Μεγάλου στο κέντρο της Unter den Linden. Αφού τα περιέλουσε με βενζίνη τα πυρπόλησε, ενώ συγκεντρωμένο πλήθος τραγουδούσε τη Φρουρά στον Ρήνο (Die Wacht am Rhein) και το Τραγούδι των Γερμανών (Deutschland, Deutschland über Alles!).[i] Για όποιον γνωρίζει την τοπογραφία της Unter den Linden, της Via Triumphalis της πρωτεύουσας της Αυτοκρατορικής Γερμανίας, καθώς και το πλήθος των μνημείων που βρίσκονται πέριξ του oπλοστασίου, η επιλογή του ανδριάντα του πρώσου βασιλιά, ως καταλληλότερου σημείου για την καύση των γαλλικών σημαιών μάλλον εκπλήσσει. Σε κοντινότερη απόσταση βρίσκονταν τα μνημεία του νικητή του Βατερλώ Blücher και του αναμορφωτή του πρωσικού στρατού Scharnhorst.

O ανδριάντας του Φρειδερίκου Β΄ στη λεωφόρο Unter den Linden του Βερολίνου το 1919.

Εξίσου κοντά βρισκόταν ο επιβλητικός ανδριάντας του πρώτου αυτοκράτορα της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, Γουλιέλμου Α΄ αλλά και η πλατεία που έφερε το όνομα του συμμάχου της Γερμανίας στο Μεγάλο Πόλεμο, του αυτοκράτορα της Αυστρο-Ουγγαρίας Φραγκίσκου Ιωσήφ. Η επιλογή μοιάζει ακόμη παραδοξότερη αν αναλογιστούμε την προτίμηση του βασιλιά της Πρωσίας στη γαλλική γλώσσα έναντι της γερμανικής και την κοσμοπολίτικη ιδιοσυγκρασία του. Εξίσου γνωστό ήταν ότι ο Γερο-Φρίτς αποστρεφόταν πολύ περισσότερο τους φυλετικά συγγενείς των Πρώσων Αυστριακούς παρά τους Γάλλους, ενώ δεν ανέλαβε ποτέ κάποια σημαντική πρωτοβουλία για την ένωση του κατακερματισμένου γερμανόφωνου χώρου. Γιατί λοιπόν σε μια από τις πιο τραγικές στιγμές του γερμανικού έθνους, με το Β΄ Ράιχ διαμελισμένο και την αυτοκρατορική οικογένεια έκπτωτη, επελέγη  το συγκεκριμένο μνημείο ως σκηνικό μιας τόσο συμβολικής κίνησης; Το ερώτημα αυτό μας φέρνει αντιμέτωπους με σειρά ζητημάτων της γερμανικής ιστορίας αλλά και ιστοριογραφίας. Ζητήματα όπως η αναζήτηση και κατασκευή μιας ενιαίας γερμανικής εθνικής ταυτότητας, η σύγκρουση “μικρογερμανών” και “μεγαλογερμανών”[ii], ο ρόλος της Πρωσίας και της δυναστείας των Hohenzollern στη γερμανική ενοποίηση, η μεσσιανική πρόσληψη του στρατού και της μοναρχίας από τη γερμανική κοινωνία.

Όταν ο Φρειδερίκος Β΄ στις 17 Αυγούστου 1786 άφηνε την τελευταία του πνοή στο ανάκτορο Sanssouci στο Πότσδαμ, περιτριγυρισμένος από τα αγαπημένα του κυνηγόσκυλα, ήταν μεγάλος τόσο από άποψη ηλικίας όσο και από άποψη ιστορικού μεγέθους. Πριν ακόμη καθιερώσει το προσωνύμιο “μέγας” ο Jakob Burckhardt τον 19ο αιώνα[iii] του το είχε αποδώσει πρώτος ο Βολταίρος σε μια επιστολή του 1742, η οποία κυκλοφόρησε ευρύτατα στη γαλλική πρωτεύουσα. Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση, τρία χρόνια μετά την επιτυχή έκβαση του Β΄ Σιλεσιακού Πολέμου και την υπογραφή της Συνθήκης της Δρέσδης το 1745, οι κάτοικοι του Βερολίνου, κατά την είσοδο του βασιλιά τους στην πόλη, προσφώνησαν τον Φρειδερίκο “μέγα” ενώ ο τερματισμός του Επταετούς Πολέμου (1756-1763) βρήκε σημαντικές πρωσικές πόλεις όπως η Καινιξβέργη, το Μαγδεβούργο, η Χάλη και το Στετίνο στολισμένες με την επιγραφή “Vivat Fridericus Magnus“. Για τον Diderot ήταν “ο σπουδαιότερος βασιλιάς στη γη”, η Μadame de Staël τον περιέγραψε ως πραγματικό Ιανό, ικανό να συνδυάζει τις φύσεις του στρατιώτη και του φιλοσόφου ενώ ο μετέπειτα πρωταγωνιστής στα έδρανα της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης Mirabeau εκθείασε τα έργα και τις ημέρες του στο τετράτομο έργο Η πρωσική μοναρχία στα χρόνια του Μεγάλου Φρειδερίκου. Στη Μεγάλη Βρετανία θαυμαζόταν ως σύγχρονος Αλέξανδρος και Καίσαρας και στην Ιταλία μετά τις νίκες του επί των Αυστριακών κεριά έκαιγαν μπροστά από προσωπογραφίες του.[iv]

Mirabeau, De La Monarchie Prussienne, Sous Frédéric Le Grand, Λονδίνο, 1788.

Αρχικά ο Φρειδερίκος δεν στάθηκε το ίδιο τυχερός ούτε στη χώρα του ούτε στον ευρύτερο γερμανόφωνο χώρο της πνέουσας τα λοίσθια Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους. Ο ανιψιός και διάδοχος του, Φρειδερίκος Γουλιέλμος Β΄, μια ροκοκό φιγούρα του όψιμου 18ου αιώνα, ήρθε σε ρήξη με το συβαριτισμό της φρειδερίκειας αυλής καθώς και με την παράδοση κοσμοπολιτισμού και θρησκευτικής ανοχής που επιχείρησε να καθιερώσει ο προκάτοχος του, στρεφόμενος όλο και περισσότερο στον προτεσταντικό πιετισμό. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος της Πρωσίας στους αντιγαλλικούς συνασπισμούς και η απειλή που συνιστούσαν για το παλαιό καθεστώς οι ιδέες του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, κάθε άλλο παρά συνετέλεσαν στη διατήρηση της μνήμης του βασιλιά. Με εξαίρεση το έργο του Johann Wilhelm von Archenholz, ιστορικού και βετεράνου του πρωσικού στρατού σχετικά με τον Επταετή Πόλεμο, όπου αναδεικνύεται η χαρισματική προσωπικότητα του Φρειδερίκου,[v] φαίνεται ότι μέχρι το 1806 και την ήττα της Πρωσίας στην Ιένα ο βασιλιάς της Πρωσίας βρισκόταν σε ιστορική αφάνεια. Αδιάφοροι απέναντι του στάθηκαν τόσο οι εκπρόσωποι του βαϊμάρειου κλασικισμού όσο και εκείνοι του γερμανικού ρομαντισμού. Το κράτος του Μεγάλου Φρειδερίκου ήταν για αυτούς ένα κατάλοιπο της φεουδαρχίας και του μεσαίωνα. Σε αυτό δεν υπήρχε τίποτα το φυσικό. Ακόμη και τα σύνορα του δεν βρίσκονταν σε αντιστοιχία με το φυσικό ανάγλυφο ή με την εθνογραφία της περιοχής. Η μορφή του ήταν αποτέλεσμα είτε των πολέμων που διεξήγαγαν από το Μεσαίωνα οι εκλέκτορες του Βρανδεμβούργου, είτε της τύχης πολλοί εξ αυτών να κληρονομήσουν διάσπαρτες κτήσεις από τον Ρήνο μέχρι τη Βαλτική. Ανομοιόμορφη εξωτερικά, η Πρωσία προσπαθούσε να δημιουργήσει την εικόνα της ομοιογένειας στο εσωτερικό με την προώθηση ενός συγκεντρωτικού μοντέλου διακυβέρνησης, με αποτελεσματική γραφειοκρατία, άτεγκτη κοινωνική ιεραρχία, και τη θέση ενός στρατού-πρότυπο τόσο εδραιωμένη, ώστε το σχόλιο του Βολταίρου να μοιάζει δικαιολογημένο: “Συνήθως τα κράτη διαθέτουν στρατό. Στην περίπτωση της Πρωσίας ο στρατός διαθέτει κράτος”. Ο αρχηγός αυτού του κράτους δεν θα μπορούσε να γοητεύσει συγγραφείς όπως ο Schiller, ο οποίος εντόπιζε σημαντικές ομοιότητες μεταξύ του πρώσου μονάρχη και του δεσποτικού δούκα της Βυρτεμβέργης Καρόλου Ευγενίου, με τον οποίο ο συγγραφέας είχε έρθει σε σύγκρουση στο παρελθόν. Το 1791, σε επιστολή του στο φίλο του Christian Gottfried Körner έγραφε: “Ο Φρειδερίκος Β΄ δεν με ενδιαφέρει. Ο λόγος μπορεί να μην σου φαίνεται επαρκής αλλά δεν μπορώ να αγαπήσω τη μορφή του. Δεν με συγκινεί αρκετά ώστε να αναλάβω το κολοσσιαίο έργο της εξιδανίκευσής του.[vi] Ακόμη και ο νεαρός Hegel (Έγελος) το 1802 σημείωνε ότι ο βίος του Φρειδερίκου ήταν αδιάφορος, “ξερός και άψυχος”. Μόνη εξαίρεση στην κατά τα άλλα ομόφωνη damnatio memoriae του πρώσου ηγεμόνα ο Goethe, όταν απηχώντας κάτι από τη μετέπειτα λατρεία των “μικρογερμανών” στο πρόσωπο του βασιλιά, δήλωνε ότι ο Φρειδερίκος “είχε σώσει την τιμή ενός μέρους του γερμανικού κόσμου απέναντι σε μια συνασπισμένη εναντίον των Γερμανών οικουμένη”.[vii]

Wilhelm Camphausen (1818-1885), Πορτραίτο του Φρειδερίκου Β΄ του Μεγάλου, 1871.

Ωστόσο ο Φρειδερίκος δεν έμεινε για πολύ στην αφάνεια. Καταλύτης υπήρξαν οι αλλαγές που επέφεραν στην κεντρική Ευρώπη οι νίκες του Ναπολέοντα. Το 1806 η υπερχιλιετής Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους διαλύθηκε. Την αντικατέστησε η Συνομοσπονδία του Ρήνου, μια χαλαρή ένωση των γερμανικών ηγεμονιών απολύτως ελεγχόμενη από τον αυτοκράτορα των Γάλλων. Το 1806 η ήττα στην Ιένα και η Συνθήκη του Τιλσίτ το 1807, περιόρισαν την Πρωσία σε έναν ρόλο αναχώματος μεταξύ της γαλλικής και της ρωσικής αυτοκρατορίας. Η Πρωσία έχασε το σύνολο των κτήσεων της δυτικά του Έλβα, το Βερολίνο κατελήφθη από τα γαλλικά στρατεύματα και η βασιλική οικογένεια κατέφυγε στην Καινιξβέργη, στην παλαιά πρωσική πρωτεύουσα. Ταπεινώσεις όπως αυτές είναι υπεύθυνες για τη γέννηση του γερμανικού εθνικισμού στο πρωσικό έδαφος. Σε αντίθεση με την άλλη μεγάλη γερμανική δύναμη, την Αυστρία, η Πρωσία στα μάτια των πρώτων γερμανών πατριωτών αφενός είχε πέσει μαχόμενη, αφετέρου ανέλαβε πρώτη και μόνη στο όνομα του γερμανικού έθνους την υπεράσπιση της τιμής του. Στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου ο φιλόσοφος Fichte ανέλαβε τη θεωρητική θεμελίωση του γερμανικού εθνικισμού με τις Ομιλίες προς το γερμανικό έθνος, ο παιδαγωγός Jahn υπήρξε πρωτοπόρος ενός μαζικού γυμναστικού κινήματος που προετοίμασε σωματικά την πρωσική νεολαία ώστε να αναλάβει στρατιωτική δράση όποτε αυτό κριθεί απαραίτητο ενώ την ίδια στιγμή πρωσικές ομάδες ατάκτων όπως αυτές του Ludwig von Lützow, οι οποίες για πρώτη φορά ενδύθηκαν στολές με τα εθνικά γερμανικά χρώματα (μαύρο, κόκκινο, χρυσό), και του Ferdinand von Schill συνέχιζαν μόνες τους των αγώνα εναντίον των Γάλλων στη Γερμανία. Παράλληλα, κρίθηκε απαραίτητη η ανάδειξη μορφών του παρελθόντος, ικανών να εμπνεύσουν την πρωσική αντίσταση και να αποτελέσουν σημείο αναφοράς του πρωσικού εθνικού κινήματος. Πρώτος ο θεολόγος Schleiermacher, σε κήρυγμα του το 1808, μίλησε από άμβωνος για το “δικαίωμα να αποδώσουμε τιμή σε έναν «μεγάλο» της πατρίδας μας μιας άλλης εποχής” και παρουσίασε τον Φρειδερίκο ως πρότυπο ηγέτη και τη διακυβέρνηση του ως ιδανική: “Είναι λοιπόν η ανάμνηση του ιερή για μας καθώς μας απομακρύνει από την οδό της απωλείας. Ταυτόχρονα μας δείχνει τον τρόπο που το μεγαλείο του Θεού μέσω εκείνου αποκαλύφθηκε”.[viii] Το παράδειγμα του ακολούθησε ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ΄ όταν στις 17 Μαρτίου 1813 κάλεσε τους Πρώσους να λάβουν τα όπλα εναντίον των Γάλλων, μνημονεύοντας το παράδειγμα του προγόνου του: “Θυμηθείτε την εποχή του Μεγάλου Εκλέκτορα, και του Μεγάλου Φρειδερίκου! Μείνετε προσηλωμένοι στα αγαθά εκείνα για τα οποία οι πρόγονοι σας υπό την καθοδήγηση τους πολέμησαν: Την ελευθερία της σκέψης, την τιμή, την ανεξαρτησία, την τέχνη, την επιστήμη!”.[ix] Μετά την επιτυχή έκβαση των Πολέμων της Απελευθέρωσης και τη Μάχη της Λειψίας το 1813, ο αναμορφωτής του πρωσικού εκπαιδευτικού συστήματος και εισηγητής του Νέου Ανθρωπισμού στη γερμανική εκπαίδευση Wilhelm von Humboldt έγραψε στη σύζυγο του: “Ο Ναπολέων είχε την εντύπωση ότι το δημιούργημα του Φρειδερίκου ήταν κάτι εφήμερο. Το επίτευγμα του όμως είναι σήμερα σαφές και θα λέγαμε ότι η ορμή και ο ενθουσιασμός στην Πρωσία σήμερα πηγάζουν από εκείνον…”.[x] Σε αντίθεση με τα παραπάνω η επιτυχής προετοιμασία της Πρωσίας για την εκ νέου ανάληψη δράσης εναντίον του ανώτερου ποιοτικά γαλλικού στρατού απαίτησε την αμφισβήτηση της φρειδερίκειας παράδοσης. Στον 18ο αιώνα ένας επαγγελματικός στρατός, στον οποίο αντικατοπτριζόταν η αυστηρή κοινωνική διαστρωμάτωση με τις θέσεις των αξιωματικών να προορίζονται αποκλειστικά για τους γόνους των μεγάλων πρωσικών αριστοκρατικών οικογενειών, ήταν αρκετός για να συντρίψει τους υπέρτερους αριθμητικά στρατούς Γάλλων, Αυστριακών, Ρώσων και Σουηδών όπως και να γεννήσει τον θρύλο του ακατάβλητου πρωσικού πεζικού στο Rossbach, στο Leuthen και στο Torgau, ήταν όμως ανεπαρκής όταν κλήθηκε να αντιμετωπίσει το νέο τύπο του εθνικού στρατού. Σίγουρα οι αναμορφωτές του πρωσικού στρατού, Scharnhorst και Gneisenau, δεν άξιζαν τιμές ανάλογες με εκείνες που απέδωσε ο Ναπολέων στον Φρειδερίκο κατά την επίσκεψη του στον τάφο του τελευταίου στο Πότσδαμ. Ωστόσο ήταν σε θέση να αντιληφθούν ότι οι υπέρμετρα αυστηρές σωματικές τιμωρίες, η μεγάλης διάρκειας στρατιωτική θητεία, η προνομιακή μεταχείριση των ευγενών και η έλλειψη συστήματος γενικής στρατολογίας σε εθνική κλίμακα ήταν οι φρειδερίκειες παρακαταθήκες, υπονομευτικές του αξιόμαχου του στρατεύματος. O εκδημοκρατισμός τόσο στο στράτευμα όσο και στην κοινωνία, μετέτρεψε τον Φρειδερίκο από σύμβολο του πρωσικού εθνικού κινήματος σε σημείο αναφοράς των ανώτερων και πλέον συντηρητικών στρωμάτων της πρωσικής κοινωνίας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του γιούνκερ Friedrich August Ludwig von der Marwitz, στρατιωτικού και βασικού εκπροσώπου της αντισυνταγματικής παράταξης, αλλά και του συντηρητικού νομομαθούς Carl Ludwig von Haller, ο οποίος απέδιδε την περίφημη φράση “Ο βασιλιάς είναι ο πρώτος υπηρέτης του κράτους” σε lapsus linguae του πρώσου μονάρχη.

Πότσνταμ, 26 Οκτωβρίου 1806.Το προσκύνημα του Ναπολέοντα στον τάφο του Φρειδερίκου Β΄.

Η πρόσληψη της φυσιογνωμίας του Φρειδερίκου από τους επαγγελματίες ιστορικούς στο γερμανικό χώρο κατά την προμαρτιανή περίοδο (Vormärz) παρουσιάζει μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα. Στην Παγκόσμια Ιστορία (1826) του φιλελεύθερου ιστορικού του πανεπιστημίου του Freiburg, Κarl von Rotteck ο συγγραφέας φαίνεται διχασμένος. Αν και εκφράζει το θαυμασμό του για τις σπάνιες ικανότητες του βασιλιά σε καιρούς ειρήνης και πολέμου, παράλληλα τον μέμφεται για την απουσία κάθε αίσθησης δικαίου και γερμανικού φρονήματος. Ενώ από τη μία του πίστωνε τη δημιουργία του πρωσικού κράτους, την ίδια στιγμή τον θεωρούσε ως κύριο υπαίτιο για τον Επταετή Πόλεμο αλλά και για το διαμελισμό της Πολωνίας, μια κατηγορία που δεν πρέπει να ξενίζει με δεδομένη την αρχική υποστήριξη των γερμανών εθνικιστών στο πολωνικό ζήτημα. Λιγότερο επιφυλακτικός ο επίσης φιλελεύθερος καθηγητής στη Χαϊδελβέργη Friedrich Christoph Schlosser, στην Ιστορία του 18ου αιώνα (1823) υποστήριξε ότι ο Φρειδερίκος εργάστηκε για την ευημερία και τη δόξα του λαού ενάντια στις παλαιές αυλές, των οποίων την πολυτέλεια και υπερβολή αποστρεφόταν, αλλά και ενάντια στη συντήρηση που ο κλήρος εκπροσωπούσε. Για τον Schlosser ο βασιλιάς ήταν υπέρμαχος της ελευθερίας και του δικαίου, φορέας ανανέωσης, ενώ για το διαμελισμό της Πολωνίας δεν ήταν  περισσότερο υπεύθυνος από την Αυστρία και τη Ρωσία, επίσης συμμέτοχες σε αυτόν.[xi] Τη διετία 1832-1834 ολοκληρώθηκε το εννεάτομο έργο του Johann David Erdmann Preuss Φρειδερίκος ο Μέγας: Μια βιογραφία, το οποίο εκδόθηκε με αφορμή το επικείμενο ιωβηλαίο από την ανάρρηση του Φρειδερίκου στον θρόνο. Ουσιαστικά επρόκειτο για έναν φόρο τιμής του Preuss προς τον ήρωα του, ένα έργο το οποίο ως προς την έκταση και τους υμνητικούς τόνους του συγγραφέα, ως εφάμιλλο του έχει μόνο τη μεταγενέστερη εξάτομη βιογραφία του Φρειδερίκου από τον βρετανό Carlyle και μόνο σύμπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο θαυμασμός του Hitler για τον πρώσο ηγεμόνα είχε στη βάση του το έργο του Preuss και του Carlyle, αφού αμφότερα ανήκαν στα αγαπημένα αναγνώσματά του.[xii]

Την ίδια εποχή δυο εμβληματικές μορφές της πρωσικής αλλά και της παγκόσμιας ιστοριογραφίας, ο Leopold von Ranke και ο Johann Gustav Droysen διασταύρωσαν τα ξίφη τους με επίδικο τη θέση του Φρειδερίκου στη γερμανική ιστορία. Το 1833 ο τριανταοκτάχρονος Ranke, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της πρωσικής πρωτεύουσας, με συμβολή του στο περιοδικό Historischpolitischen Zeitschrift πήρε αποστάσεις από τις διθυραμβικές προσεγγίσεις των φιλελεύθερων συναδέλφων του. Για τον Ranke δεν είχε τόση σημασία η προσωπικότητα του ηγέτη όσο η τύχη και η συγκυρία. Απομακρύνθηκε από τη δημοφιλή προσέγγιση σύμφωνα με την οποία η σύγκρουση Πρωσίας-Αυστρίας ήταν ένα σκοτεινό σημείο της γερμανικής ιστορίας του 18ου αιώνα και δεν προσδοκούσε την ανατροπή του ισχύοντος συσχετισμού δυνάμεων στα γερμανικά πράγματα υπέρ της Πρωσίας. Στον αντίποδα του, ο συμπατριώτης του Droysen αποστρεφόταν τη μεταναπολέοντεια τάξη πραγμάτων, η οποία διασφάλιζε τα πρωτεία του Aψβούργου αυτοκράτορα της Αυστρίας στη γερμανική συνομοσπονδία. Οπαδός μιας ενιαίας Γερμανίας, εθνικά ομοιογενούς, υπό την ηγεσία της προτεσταντικής Πρωσίας, όπου η πολυεθνική αυτοκρατορία των καθολικών αψβούργων δεν είχε θέση, αναγνώριζε στον Φρειδερίκο ένα πρόδρομο της μικρογερμανικής λύσης. Υπό αυτό το πρίσμα αλλά  επηρεασμένος και από τις εγελιανές του καταβολές, ο Droysen είδε στον Φρειδερίκο, όπως και ο ώριμος Hegel, μια ενσάρκωση του Weltgeist, ένα φορέα του νέου και καταλύτη του παλαιού. Στην Ιστορία της πρωσικής πολιτικής (1855-1866) ο Droysen υπερασπίστηκε τον πρώσο μονάρχη τον „κριτή ενός ετοιμοθάνατου κόσμου και ως αποκλειστικό φορέα της γερμανικής σκέψης”. Με δριμύτητα επιτέθηκε στον Ranke, επισημαίνοντας ότι ήταν αναντίστοιχη του ειδικού επιστημονικού του βάρους η απόπειρα του να “λειάνει το γεμάτο άθλους βίο του Φρειδερίκου Β΄”.[xiii]

Leopold von Ranke (1795 – 1886).
Johann Gustav Droysen (1808 – 1884).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στις εγελιανές καταβολές της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας θα πρέπει να αποδώσουμε και το ενδιαφέρον ορισμένων επιφανών εκπροσώπων του κινήματος για τον Φρειδερίκο. Ακόμη και ένας εστεμμένος μπορούσε να επιφέρει σημαντικά πλήγματα στο φεουδαρχικό σύστημα, θέτοντας σε κίνηση τους μηχανισμούς της ιστορικής εξέλιξης. Στους θαυμαστές του ανήκει ο Ferdinand Lassale, για τον οποίο η πρωτοβουλία του Φρειδερίκου να κηρύξει τον πόλεμο στην αυτοκράτειρα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Μαρία Θηρεσία το 1740 συνιστούσε μια επαναστατική, ριζοσπαστική και ρηξικέλευθη πράξη για τα ήθη και τις πρακτικές της διπλωματίας του 18ου αιώνα. Ο Φρειδερίκος ήρθε σε ρήξη με τη φιλοαυστριακή πολιτική του πατέρα του, του “Βασιλιά-Στρατιώτη” Φρειδερίκου Γουλιέλμου Α΄ και του παππού του Φρειδερίκου Α΄, ο οποίος όφειλε τον τίτλο του Βασιλιά της Πρωσίας στη γενναιοδωρία του αψβούργου αυτοκράτορα Λεοπόλδου Α΄. Για τον Lassale, με την απόφαση του ο Φρειδερίκος να εισβάλει την αυστριακή κτήση της Σιλεσίας παραβιάζοντας τους όρους του κειμένου της Πραγματικής Κύρωσης (Pragmatica Sanctio)[xiv], συμφωνίας που έφερε την υπογραφή του πατέρα του, έδειξε πρώτος στους νεότερους χρόνους πρωτοφανή περιφρόνηση στις συμφωνίες μεταξύ των βασιλικών οίκων της Ευρώπης. Σε δοκίμιο του για τον  Lessing σχολιάζει σχετικά με την πρωσική εισβολή στην Σιλεσία: “Δεν ήταν ένας συνηθισμένος πόλεμος της εποχής με αντικείμενο ένα ασήμαντο ζήτημα όπως σε ποιόν ηγεμόνα θα άνηκε στο εξής μια λωρίδα γης. Ήταν μια ανταρσία του Μαρκήσιου του Βρανδεμβούργου (όπως τον αποκαλούσε η Madame de Pompadour) ενάντια στην αυτοκρατορική οικογένεια, ενάντια σε κάθε τύπο και παράδοση της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενάντια στην κοινή βούληση της ευρωπαϊκής ηπείρου. Μια ανταρσία την οποία έφερε σε πέρας σαν πραγματικός και αυθεντικός επαναστάτης: έτοιμος να πιεί το δηλητήριο που έφερε πάντα μαζί του”.[xv] Στο ίδιο μήκος κύματος ο δημοσιογράφος και ιστορικός Friedrich Köppen, με αφορμή το ιωβηλαίο από την ενθρόνιση του βασιλιά το 1840, σε φυλλάδιο που αφιέρωσε στο φίλο του Μαρξ έγραψε: “Σύμφωνα με μια διαδεδομένη δοξασία κάθε εκατό χρόνια ένας άνδρας ανασταίνεται. Ο καιρός έφτασε! Είθε το αναγεννήμένο πνεύμα του να επιστρέψει κοντά μας και με το φλεγόμενο ξίφος του να εξαφανίσει κάθε εχθρό που φράζει το δρόμο μας προς τη Γη τη Επαγγελίας. Ας ορκιστούμε να ζήσουμε και να πεθάνουμε πιστοί στο πνεύμα του!”.[xvi] Ο ίδιος ο Μαρξ ωστόσο διαφωνούσε. Ο Φρειδερίκος δεν ήταν παρά ένας από τους πολλούς ηγεμονίσκους, τυπικός εκπρόσωπος της εποχής του και της τάξης του. Αποκλειστικό μέλημα του ήταν να επεκτείνει την επικράτεια του. Ο Μαρξ απέρριπτε τις διασταλτικές θεωρίες των φιλελευθέρων σχετικά με ενδεχόμενες φιλοδοξίες του πρώσου μονάρχη να αναμορφώσει την αυτοκρατορία, ενώ ήταν εξαιρετικά επικριτικός για το ρόλο του Φρειδερίκου στο διαμελισμό της Πολωνίας σε συνεργασία με το “ρώσικο τσακάλι”.

Adolph Menzel (1815 – 1905),  Flötenkonzert Friedrichs des Großen in Sanssouci, 1852. Στο φλάουτο διακρίνεται ο Φρειδερίκος Β΄ και στο κλειδοκύμβαλο ο Carl Philipp Emanuel Bach.

Η έλξη που ασκούσε σε εθνικιστές, φιλελεύθερους και σοσιαλιστές, η προσωπικότητα του πρώσου μονάρχη προκαλούσε προβληματισμό στους εκπροσώπους της συντηρητικής Γερμανίας. Με τον επαναστατικό πυρετό να κορυφώνεται και τη συζήτηση για το μέλλον μιας ενιαίας πατρίδας όλων των Γερμανών από το “Μεύση ως το Μέμελ και από τον Αδίγη ως το Βέλτη” να εντείνεται, ο Φρειδερίκος έχανε τα αποκλειστικά πρωσικά χαρακτηριστικά του και μετατρεπόταν σε παγγερμανικό σύμβολο. Ανήσυχος, ο νομικός Ernst Ludwig von Gerlach, συνιδρυτής του πρωσικού συντηρητικού κόμματος, της εφημερίδας Evangelische Kirchenzeitung, αλλά και της Kreuz-Zeitung, έβλεπε κάτι το ειδωλολατρικό στην προσωπολατρεία του Φρειδερίκου, που θύμιζε έντονα τη λατρεία του ρωμαίου αυτοκράτορα στην αρχαία Ρώμη και στο υλιστικό πνεύμα που εκείνος εξέφραζε. Ο Gerlach συμφωνούσε με την Leipziger Allgemeine Zeitung, όταν το 1842, σε άρθρο της σχετικό με την αύξηση των μνημείων προς τιμήν του Φρειδερίκου, ή ακόμη και το ενδεχόμενο ανέγερσης ενός τραϊάνειου θριαμβικού κίονα προς τιμήν του[xvii] σχολίαζε: “Αν και εγκαινιάζουμε μνημεία για το βασιλιά Φρειδερίκο Β΄ και εκδίδουμε τα έργα του δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τα αμαρτήματά του”. Φυσικά η απειλή από τη φήμη του Μεγάλου Φρειδερίκου ήταν σε ένα εντελώς συμβολικό επίπεδο όπως απέδειξε η εμπειρία της αποτυχημένης επανάστασης του 1848 και της απόπειρας για μια ένωση της Γερμανίας από τη βάση. Μόνο ο ρομαντικός Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ΄ αισθάνθηκε το κύρος του να απειλείται από τις συντριπτικές συγκρίσεις μεταξύ εκείνου και του ένδοξου πρόγονού του. Σκωπτικά ποιήματα όπως του Βαυαρού Alfred Michel, το οποίο γνώρισε μεγάλη διάδοση μετά το θάνατο του στα οδοφράγματα της επανάστασης, ή γελοιογραφίες με απεικονίσεις του Φρειδερίκου Γουλιέλμου Δ΄ σαν νάνο και αδέξια καρικατούρα, ανίκανη να σταθεί δίπλα στον Φρειδερίκο, ενίσχυαν το αίσθημα μειονεξίας. Σε αυτές τις ατυχείς συγκρίσεις πρέπει να αποδοθεί τόσο η διστακτική του στάση στην έκδοση του συνόλου του έργου του Φρειδερίκου, όσο και στην αναγέννηση του επιστημονικού -και όχι μόνο- ενδιαφέροντος για αυτόν. Ακόμη και αν επί των ημερών του στήθηκε ο έφιππος ανδριάντας του , για τον οποίο λόγος έγινε πιο πάνω, στην τελετή των αποκαλυπτηρίων το 1851 ο βασιλιάς μίλησε ελάχιστα για τον επιφανή πρόγονο του και επικεντρώθηκε στον κίνδυνο της επανάστασης, προερχόμενο από ανατρεπτικά στοιχεία, αναθέτοντας στον πρωθυπουργό του, Otto von Manteufel την εξύμνηση του εικονιζομένου. Προς μεγάλη απογοήτευση του Φρειδερίκου Γουλιέλμου Δ΄, το επόμενο πρωί τον ανδριάντα “κοσμούσε” περιπαικτική έμμετρη επιγραφή η οποία καλούσε τους δυό ηγεμόνες να ανταλλάξουν θέσεις:

Γερό-Φριτς κατέβα!

Στην Πρωσία βασίλευσε ξανά!

Σε τέτοιους δύσκολους καιρούς

καλύτερα καβάλα εκεί πάνω ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος![xviii]

Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ΄, βασιλέας της Πρωσίας (1795 – 1861).

Η τελευταία δεκαετία του Φρειδερίκου Γουλιέλμου Δ΄ στον θρόνο ταυτίζεται με μια περίοδο περισυλλογής και εσωστρέφειας για το γερμανικό εθνικό κίνημα ενώ ο γερμανικός φιλελευθερισμός δεν συνήλθε ποτέ από τα τραύματα που του κατάφεραν τόσο η ενωμένη αυστροπρωσική αντίδραση όσο και η συνειδητοποίηση των δομικών αδυναμιών του. Η Αυστρία την επαύριον της επανάστασης του 1848 είχε αναδειχθεί και πάλι σε ηγεμονική δύναμη στο γερμανικό χώρο, με την Πρωσία ξανά στη δεύτερη θέση. Τη χαλεπή αυτή συγκυρία και το κλίμα της εποχής φαίνεται ότι απηχεί και ο πίνακας του πρώσου ρεαλιστή ζωγράφου Adolph von Menzel, Η μάχη του Hochkirch. Θέμα του κατεστραμμένου σήμερα πίνακα ήταν η ήττα του πρωσικού στρατού από τις αυστριακές δυνάμεις το 1758 στο Hochkirch της Σαξονίας. Η επιλογή μιας ήσσονος σημασίας ήττας ως θέματος, σε συνδυασμό με την απεικόνιση του ίδιου του Φρειδερίκου από το ζωγράφο σαν μια ξαφνιασμένη, σκοτεινή, αδιάφορη φιγούρα και του πρωσικού στρατού πανικόβλητου και ασύντακτου να προσπαθεί να ανασυνταχθεί μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, προκάλεσε αντιδράσεις. Όπως αναμενόταν, ο Menzel, ο οποίος άλλωστε είχε πρωταγωνιστήσει στην αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για τον Φρειδερίκο αναλαμβάνοντας την εικονογράφηση του μνημειώδους έργου του Franz Kugler για τον πρώσο βασιλιά, κατηγορήθηκε για ηττοπάθεια και μειωμένο εθνικό φρόνημα.[xix]

Με την κατάληψη του αξιώματος του υπουργού των εξωτερικών της Πρωσίας από τον  Bismarck το 1862, η πρωτοβουλία στο ζήτημα της γερμανικής ενοποίησης πέρασε στα χέρια ενός άνδρα απαλλαγμένου από τις ψευδαισθήσεις των γερμανών φιλελευθέρων και αποφασισμένου να τοποθετήσει την Πρωσία επικεφαλής μιας ενιαίας Γερμανίας, σεβαστής στους φίλους και φοβερής στους εχθρούς. Με τη συνεπικουρία του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Moltke και του Υπουργού Πολέμου Roon, η Πρωσία αναδείχθηκε νικήτρια σε τρεις διαδοχικές πολεμικές αναμετρήσεις: στον Β΄ Πόλεμο του Σλέσβιχ-Χόλσταιν (1864), στον Αυστροπρωσικό (1866) και στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο (1870-1).  Στις 18 Ιανουαρίου 1871, στα ανάκτορα του Λουδοβίκου ΙΔ΄ στις Βερσαλίες, το όραμα του Bismarck έλαβε σάρκα και οστά με την ενθρόνιση του βασιλιά της Πρωσίας Γουλιέλμου Α΄ σε αυτοκράτορα της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Οι θαυμαστές νίκες του πρωσικού στρατού ενάντια σε Αυστριακούς και Γάλλους αναζωπύρωσαν τη συζήτηση για τον πρώτο Hohenzollern, ο οποίος είχε επιχειρήσει να καταστήσει την Πρωσία ηγεμονική δύναμη, αλλά και για το ρόλο της Πρωσίας γενικότερα στη γερμανική ιστορία. Στη νεαρή αυτοκρατορία, κυρίαρχη αναδείχθηκε η ιστοριογραφική τάση της παρουσίασης του Φρειδερίκου ως προδρόμου της ενοποίησης της Γερμανίας, ως πρώιμου οραματιστή μιας αναγεννημένης αυτοκρατορίας μακριά από τα οράματα των Αψβούργων για μια πολυεθνική monarchia universalis. Η συζήτηση περιστράφηκε σε μεγάλο βαθμό γύρω από την πρωτοβουλία του Φρειδερίκου για την Ένωση των Ηγεμόνων (Fürstenbund) το 1785. Με αυτήν την ad hoc συμμαχία Πρωσίας-Σαξονίας-Ανοβέρου, ο Φρειδερίκος επιζητούσε αποκλειστικά την εξουδετέρωση των βλέψεων του αψβούργου αυτοκράτορα Ιωσήφ Β΄ στο εκλεκτοράτο της Βαυαρίας και σε καμία περίπτωση δεν συνιστούσε το πρώτο βήμα μιας ενοποιητικής εθνικής προσπάθειας. Ωστόσο, ακόμη και ο νέστορας της γερμανικής ιστοριογραφίας Ranke αναζήτησε στον Φρειδερίκο και στην Ένωση του 1785 διαστάσεις ανύπαρκτες. Στο έργο του Τα γερμανικά κράτη και η Ένωση των Ηγεμόνων (1875) υποστήριξε ότι για πρώτη φορά μετά τη Μεταρρύθμιση οι Γερμανοί υπερέβησαν τις θρησκευτικές τους διαφορές στο όνομα ενός κοινού στόχου: “Με την Ένωση των Ηγεμόνων καθολικοί και προτεστάντες ηγεμόνες ενώθηκαν (συμμετείχε και ο καθολικός εκλέκτορας-επίσκοπος Μαγεντίας), ο διχασμός των ομολογιών που μέχρι τότε δίχαζε το σώμα της Γερμανίας ουσιαστικά τερματίστηκε. Έτσι σφυρηλατήθηκε η εθνική ενότητα και κυριαρχία μιας ενιαίας εθνικής σκέψης στα χρόνια που ακολούθησαν.[xx] Ο διάδοχος του Ranke στο αξίωμα του επίσημου ιστοριογράφου του πρωσικού κράτους Heinrich Treitschke, με το γνωστό παθιασμένο ύφος του, εκθείασε τον Φρειδερίκο ως προστάτη του βορειογερμανικού προτεσταντισμού και υπέρμαχο του παγγερμανικού πνεύματος, συγκρίνοντας τις νίκες του με εκείνες των Βρετανών εναντίον των ιθαγενών πληθυσμών σε Αμερική και Ασία. Όσο για το ρόλο του βασιλιά στο διαμελισμό της Πολωνίας, ο Treitschke εμφάνισε το βασιλιά ως συνεχιστή της μεσαιωνικής Drang nach Osten του Τευτονικού Τάγματος: “Ο Βασιλιάς έδρασε για δεύτερη φορά ως πολλαπλασιαστής της έκτασης του βασιλείου. Έδωσε πίσω στην πατρίδα μας το βασικό έρεισμα του Τευτονικού Τάγματος, την όμορφη κοιλάδα του Βιστούλα, εκεί από όπου ο τεύτονας ιππότης έδιωξε το βάρβαρο και ο γερμανός αγρότης τιθάσευσε τη φύση[…]Ο αγώνας των Γερμανών εναντίον των Πολωνών για τον έλεγχο των ακτών της βαλτικής κρίθηκε υπέρ της Γερμανίας”.[xxi] Πιστός στο πνεύμα του ιστορικού, ο γλύπτης Rudolf Siemering το 1877 διακόσμησε τη βάση του ανδριάντα του πρώσου ηγεμόνα στην έδρα του τάγματος στο Marienburg με τα αγάλματα τεσσάρων εκ των σημαντικότερων μεγάλων αρχιμαγίστρων των Τευτόνων Ιπποτών.[xxii]

Heinrich Gotthard von Treitschke (1834 – 1896).
Rudolf Siemering, ανδριάντας του Φρειδερίκου του Μεγάλου (1877), Marienburg.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πιο κριτικός στάθηκε ο Onno Klopp, αρχειονόμος του βασιλείου του Ανοβέρου, το οποίο προσαρτήθηκε από την Πρωσία μετά τη νικηφόρα για αυτήν έκβαση του Αυστροπρωσικού Πολέμου το 1866. Από το 1860 ο καθολικός Klopp έκανε λόγο στα έργα του για τον κίνδυνο της επικράτησης του φρειδερίκειου πνεύματος στα γερμανικά πράγματα. Με το έργο Ο Φρειδερίκος Β΄ της Πρωσίας και το γερμανικό έθνος (1867), κατηγορούσε το βασιλιά ως πρωταίτιο της γερμανικής δυαρχίας και θεμελιωτή της ανεξέλεγκτης, ανήθικης και επεκτατικής πολιτικής. Αμφισβητούσε το προσωνύμιο “μέγας” και είδε στο 1866 την “τελική νίκη του φρειδερικιανισμού (Fridericianismus)” αλλά και το “τέλος της γερμανικής ιστορίας”. O Klopp τόνιζε τέλος, ότι η ύπαρξη της Πρωσίας βασιζόταν στη διατήρηση ενός παραδόξου: Η σταθερότητα στο εσωτερικό εξασφαλιζόταν μόνο με τη μόνιμη αναταραχή στο εξωτερικό.[xxiii]  Εγγύτερα στους επικριτές παρά στους θαυμαστές βρισκόταν και ο ίδιος ο Bismarck. Στα κείμενα του διακρίνεται η δυσκολία του να παρακολουθήσει όσους με πάθος αναζητούσαν ομοιότητες ανάμεσα στο έργο του Φρειδερίκου και το δικό του, αφού, όπως παρατηρούσε, οι εποχές ήταν διαφορετικές σε τέτοιο βαθμό, ώστε κάθε σύγκριση ήταν άτοπη, ενώ κρίνοντας από την  προσωπική του εμπειρία δίπλα σε τρεις γερμανούς αυτοκράτορες, η φιλαρέσκεια ήταν το θανάσιμο αμάρτημα κάθε εστεμμένου και ο Φρειδερίκος δεν συνιστούσε εξαίρεση.

Η κρίση του Bismarck περί φιλαρέσκειας δικαιολογείται απόλυτα στην περίπτωση του κάιζερ Γουλιέλμου Β΄. Στα χρόνια της βασιλείας του, που ταυτίζονται με την κορύφωση του γερμανικού ιμπεριαλισμού, εντάθηκε η προσπάθεια να τονιστεί ο μεσσιανικός ρόλος της μοναρχίας και των Hohenzollern στη γερμανική ιστορία. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας, ο οποίος υπενθύμιζε συχνά την καταγωγή του από το “Μεγάλο Βασιλιά”, δεν έχανε την ευκαιρία σε χορούς μεταμφιεσμένων να υποδύεται με ρούχα εποχής τον πρόγονο του, ενώ είχε ζητήσει από τον επιφανέστερο γλύπτη της αυτοκρατορικής Γερμανίας Rheinhold Begas, να τον χρησιμοποιήσει ως μοντέλο για τον ανδριάντα του Μεγάλου Φρειδερίκου στη Λεωφόρο των Νικών (Siegesallee), επιθυμία που πραγματοποιήθηκε.

Ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄ (1859 – 1941) μεταμφιεσμένος ως Φρειδερίκος Β΄ .

Ο ίδιος προσπάθησε να επιβάλλει στην πρωσική και κατʼ επέκταση στη γερμανική ιστοριογραφία το προσωνύμιο “μέγας” στον παππού του Γουλιέλμο Α΄ και τελικά και εμφανιστεί ο ίδιος ως ο τρίτος “μεγάλος” Hohenzollern, εκείνος που θα οδηγούσε τη Γερμανία στη μέγιστη υπερπόντια επέκταση της.[xxiv] Με δεδομένα τα παραπάνω, δεν εκπλήσσει ούτε ο μεγάλος αριθμός μελετών, διαλέξεων, εκθέσεων και έργων τέχνης με θέμα το βίο του Μεγάλου Φρειδερίκου, ο οποίος έτυχε της αυτοκρατορικής ενίσχυσης. Στην πρεμιέρα του θεατρικού έργου Döberitz του ευνοούμενου της αυλής Jospeh Lauff το 1903, το οποίο τοποθετείται στο τέλος του Β΄ Σιλεσιακού Πολέμου, το παρόν έδωσε η αυτοκρατορική οικογένεια. Ο κάιζερ σχολίασε σχετικά: “Είδαν με τα μάτια τους (σ.σ. οι θεατές) τις συμφορές και την εξαθλίωση της διαίρεσης σε πολλά μικρά κράτη. Σε αυτήν την άθλια κατάσταση της αδυναμίας και του διχασμού το δαφνοστεφανωμένο πρωσικό ξίφος στα χέρια ενός Hohenzollern, του Μεγάλου Φρειδερίκου, σταθεροποίησε το βασίλειο και αυτό με τη σειρά του αποτέλεσε τη βάση επί της οποίας ο μετέπειτα αυτοκράτορας Γουλιέλμος ο Μέγας μπόρεσε να θεμελιώσει τη γερμανική αυτοκρατορία. Ήταν μια ωραία, ένδοξη, μεγάλη στιγμή.” Παράλληλα, η λογοκρισία δεν επέτρεπε το ανέβασμα έργων με περιεχόμενο ικανό να πλήξει το γόητρο και τη φήμη του Φρειδερίκου. Έτσι, το 1898 το έργο Ο άγριος Reutlingen των Gustav Moser και Thilo von Trotha βασισμένο σε διήγημα του Hans Werder, έτυχε της αυτοκρατορικής έγκρισης μόνο μετά την αφαίρεση της φράσης “Πώς γίνεται ένας μεγάλος βασιλιάς να έχει τόσο μικρό μυαλό;”. Στο έργο Ο νεαρός Φριτς (1909), ο θεατρικός συγγραφέας Ferdinand Bonn, φοβούμενος τις αντιδράσεις έδωσε στο ρόλο του αδελφικού φίλου του, Φρειδερίκου Hans von Katte, χαρακτηριστικά σύγχρονου γερμανού εθνικιστή, ενώ το 1914, στον διάσημο εκπρόσωπο του νεοκλασικισμού Paul Ernst, απαγορεύθηκε το ανέβασμα του έργου Το πρωσικό πνεύμα, επειδή ο κάιζερ δεν επιθυμούσε την επί σκηνής απεικόνιση της σύγκρουσης του Φρειδερίκου με τον πατέρα του, Φρειδερίκο Γουλιέλμο Α΄.[xxv]

Δύο χρόνια πριν την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου, και ενώ συμπληρώνονταν 200 χρόνια από τη γέννηση του Γερο-Φριτς, η Berliner Post έγραφε: „Ποιες μεγάλες μορφές της ιστορίας τους εκτιμούν περισσότερο οι Γερμανοί; Ποιοι κάνουν την καρδιά τους να χτυπά εντονότερα από συγκίνηση; Ο Goethe; Ο Schiller; Ο Wagner; Ο Marx; Όχι! Ο Barbarossa, ο Μέγας Φρειδερίκος, ο Blücher, ο Moltke, ο Bismarck! Oι σκληροτράχηλοι άνδρες της ιστορίας! Αυτοί που πήραν χιλιάδες ζωές είναι εκείνοι, που συναρπάζουν το λαό και του προκαλούν ένα ειλικρινές αίσθημα ευγνωμοσύνης. H αιτία είναι ότι εκείνοι έπραξαν αυτό ακριβώς που καλούμαστε και εμείς ακόμη και σήμερα να πράξουμε[]Ο καθένας χωριστά γνωρίζει και ολόκληρο το έθνος έχει συναίσθηση αυτού: Μόνο στην επίθεση υπάρχει σωτηρία![xxvi] Ακόμη και στη Βαυαρία, όπου η πρωσική προτεσταντική λιτότητα δεν ήταν δημοφιλής, φαίνεται ότι ο Φρειδερίκος είχε το δικό του κοινό. Σε αυτό πρέπει να συγκαταλεχθεί και ο διάσημος για τα ηθογραφικά του διηγήματα Ludwig Thoma. Σε άρθρο στην εβδομαδιαία εφημερίδα März υπενθύμιζε ότι ακόμη μπορούσες να συναντήσεις στις αγροικίες της Βαυαρίας εικόνες του Φρειδερίκου δίπλα στα εικονίσματα του λαοφιλούς Αγίου Κορβινιανού, αφού στην Ένωση των Ηγεμόνων όφειλε τη διατήρηση της ανεξαρτησίας της η Βαυαρία, συμπληρώνοντας: “Ακόμη και αν δεν είναι σωστό να τοποθετούμε την εικόνα ενός “άθεου” δίπλα στον άγιο Κορβινιανό, έχουμε πολλούς λόγους για να τιμάμε τον Φρειδερίκο τον Μοναδικό (den Einzigen) ως σωτήρα της πατρίδας”.

Thomas Mann (1875 – 1955)

Οι αναφορές στον Φρειδερίκο, όπως αναμενόταν αυξήθηκαν τόσο στον τύπο όσο και στο γερμανικό δημόσιο λόγο ευρύτερα, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Καθώς, όμως, το πλαίσιο και η ρητορική η οποία συνόδευσε αυτές τις αναφορές, είναι μάλλον αναμενόμενα, αξίζει ίσως να σταθούμε αποκλειστικά στην ιδιαίτερη περίπτωση του Thomas Mann. Το δοκίμιο του Ο Μέγας Φρειδερίκος και η Μεγάλη Συμμαχία γράφτηκε το πρώτο έτος του πολέμου και είναι μια εύγλωττη μαρτυρία για τη χρήση της ιστορίας ως argumentum per analogiam σε κρίσιμες περιόδους. Το δοκίμιο δίχως να συνιστά μια αφελή προβολή του παρόντος στο παρελθόν δεν παύει να είναι μια κοινότοπη ανάγνωση της τρέχουσας πραγματικότητας. O Mann υποστήριζε ότι όπως και το 1756 (έτος έναρξης του Επταετούς Πολέμου) έτσι και το 1914 η Πρωσία και ο βασιλιάς της βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη συνασπισμένη ευρωπαϊκή ήπειρο. Στο έργο του, το οποίο ως στόχο έχει να εμψυχώσει το γερμανικό λαό και να του ενισχύσει την πίστη σε μια νίκη αντίστοιχη με εκείνη της Πρωσίας τον 18ο αιώνα, ο Φρειδερίκος εμφανίζεται ως θύμα και όχι ως θύτης. Αρχικά θύμα της πατρικής σκληρότητας και αργότερα της μοίρας, που τον ανάγκασε να γίνει βασιλιάς και όχι φιλόσοφος, όπως πραγματικά επιθυμούσε. Την ίδια στιγμή, η Πρωσία του Φρειδερίκου, όπως και η σύγχρονη του Μann Γερμανία, ήταν θύμα της πανευρωπαϊκής δυσπιστίας. Αμφότερες αδυνατούσαν να πείσουν την ήπειρο ότι οι φιλοδοξίες τους δεν ήταν ανεξέλεγκτες. Εξαιτίας αυτής της δυσπιστίας, παρατηρούσε ο Mann, συνασπίστηκαν τότε εκατό εκατομμύρια ενάντια σε πέντε και 14 ηγεμόνες ενάντια σε έναν. Οι Γερμανοί έπρεπε να μιμηθούν τον πρώσο βασιλιά: “Ο Φρειδερίκος δεν κέρδισε τίποτα, τα εδάφη του λεηλατήθηκαν, η γη έμεινε ακαλλιέργητη, φτωχή και εγκαταλείφθηκε. Όμως η Πρωσία στο τέλος ήταν ακέραιη, δεν είχε χάσει ούτε ένα χωριό, η Σιλεσία είχε διατηρηθεί ενώ ο σκοπός και ο στόχος της Μεγάλης Συμμαχίας είχε παντελώς αποτύχει. Αυτή ήταν η μεγάλη ταπείνωση που κατάφερε ένας άνδρας μόνος του απέναντι στην οικουμένη. Η μοίρα είχε αποφασίσει αντίθετα σε κάθε πρόβλεψη”.[xxvii]

Η ιστορία δεν δικαίωσε τον Mann αλλά τον “Σιδερένο Καγκελάριο” ο οποίος λέγεται ότι είχε δηλώσει: “Η συντριβή στην Ιένα ήλθε είκοσι χρόνια μετά το θάνατο του Φρειδερίκου. Η επόμενη μεγάλη καταστροφή θα λάβει χώρα είκοσι χρόνια μετά το δικό μου θάνατο”. O Bismarck είχε πεθάνει το 1898 και το 1918 είδε την εκπλήρωση της πρόρρησης και την ήττα της αυτοκρατορικής Γερμανίας. Ακολούθησε η σημαντική απώλεια εδαφών σε Ανατολή και Δύση, η επιβολή βαρύτατων αποζημιώσεων και η εγκαθίδρυση ενός ασθενικού δημοκρατικού καθεστώτος ικανού να υπονομεύσει την ειρήνη στην ήπειρο. Ο πνευματικός κόσμος στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στάθηκε αρκετά κριτικός απέναντι στη φυσιογνωμία του Φρειδερίκου, ο οποίος θεωρήθηκε υπεύθυνος για το γερμανικό μιλιταρισμό, βασική αιτία κατά πολλούς της ήττας το 1918. Ο σοσιαλιστής συγγραφέας, ιστορικός και δημοσιογράφος Kurt Kersten ήταν απαξιωτικός: οι στρατιωτικές του επιτυχίες ήταν αποτέλεσμα του στρατού που έφτιαξε ο πατέρας του Φρειδερίκος Γουλιέλμος Α΄, η Ένωση των Ηγεμόνων δεν ήταν παρά μια “Ιερά Συμμαχία πριν την Ιερά Συμμαχία” ενώ αδιαφόρησε πλήρως για την εκπαίδευση του λαού του. Για τον Kersten η σάρωση της φρειδερίκειας Πρωσίας από τα όπλα της Γαλλικής Επανάστασης ήταν νομοτελειακά προκαθορισμένη. Στο ίδιο μήκος κύματος ο συγγραφέας και αρχιτέκτονας Werner Hegemann, χαρακτήριζε τον Φρειδερίκο “άπατρη κοντοτιέρο του ροκοκό”, “υστερικό πρώσο Ρολάνδο” και αναρωτιόταν: “Υπάρχει άραγε άλλος λαός σαν το γερμανικό που να τον διακρίνει η αυτοκαταστροφική διαστροφή να θεωρεί έναν προδότη σαν τον Φρειδερίκο εθνικό ήρωα;”.[xxviii] Οπαδός της μεγαλογερμανικής λύσης, ο Hegemann θεωρούσε υπαίτιο τον πρώσο βασιλιά για τη σύγκρουση Πρωσίας-Αυστρίας στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν κατασπαταλήθηκαν ζωτικές δυνάμεις του γερμανικού έθνους, οι οποίες θα ήταν επαρκείς για να του ανοίξουν τον δρόμο της κατάκτησης και του αποικισμού της βαλκανικής χερσονήσου. Η ποιήτρια  Ricarda Huch, στη διάλεξη της με τίτλο Η γερμανική παράδοση το 1931, προειδοποίησε ότι “η σπορά του Φρειδερίκου θα φέρει νέες συμφορές στη χώρα” και ο πολλές φορές υποψήφιος για Νόμπελ Λογοτεχνίας Erich Kästner άσκησε σκληρή κριτική στην εικόνα του Μεγάλου Φρειδερίκου ως λογίου και ειδικότερα στις επιδερμικές γνώσεις του σε θέματα της γερμανικής λογοτεχνίας.

Τη φήμη του Γερο-Φρίτς ανέλαβε να διασώσει στην περίοδο 1919-1933 ο γερμανικός κινηματογράφος. Πλάι στα πρωτοποριακά έργα του γερμανικού εξπρεσιονισμού, όπως αυτά του Lang και του Murnau, εμφανίστηκαν τη δεκαετία του 1920 και οι πρώτες ομιλούσες ταινίες με θέμα το βίο του πρώσου μονάρχη. Το 1921 κυκλοφόρησε η ταινία Fridericus Rex, με τον Otto Gebühr στον πρωταγωνιστικό ρόλο από τα στούντιο της UfA. Η επιτυχία ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ακολούθησαν άλλες τρεις ταινίες το 1922 με τον ίδιο τίτλο και στις οποίες ξεδιπλώνονταν περισσότερα γνωστά επεισόδια της ζωής του Φρειδερίκου. Πρωτοποριακή πρέπει να θεωρηθεί και η προώθηση των ταινιών με τη διαφήμιση τους μέσω άλλων προϊόντων, όπως συλλεκτικά άλμπουμ με φωτογραφίες των πρωταγωνιστών αλλά και δίσκοι γραμμοφώνου με μουσικά θέματα των ταινιών, διασκευασμένα για πιάνο. Στον τύπο εκφράστηκαν συχνά διαμετρικά αντίθετες απόψεις για την αξία τους. Η σοσιαλδημοκρατική Vorwärts υποστήριξε ότι ο πρωταγωνιστικός ρόλος ήταν ένας “δίχως περιεχόμενο ψευτοηρωικός χαρακτήρας“. Το περίφημο Die Weltbühne του Siegfried Jacobsohn σημείωνε ότι “Δεν πρόκειται για κάποιο σημαντικό έργο τέχνης αλλά μάλλον για μια ταινία ανίκανη να παρουσιάσει επαρκώς το πνευματικό διαμέτρημα του Μεγάλου Φρειδερίκου” και εμφατικά παρατηρούσε: “Δεν υπάρχει λόγος να πάρουμε στα σοβαρά σήμερα μια αντιδημοκρατική πρόκληση εμπνευσμένη από την ιστορία των Hohenzollern. Στον αντίποδα αυτών, ο Robert Breuer στο Die Glocke, τόνιζε ότι δεν γίνεται οι αίθουσες χωρητικότητας δύο χιλιάδων ατόμων να γεμίζουν δύο ή τρεις φορές την ίδια μέρα για έναν ή δύο μήνες με “ανόητους, εχθρούς της δημοκρατίας και μοναρχικούς” ενώ ο κριτικός κινηματογράφου της Frankfurter Zeitung, Friedrich Sieburg έγραψε: “O Φρειδερίκος πέρασε στην αιωνιότητα και θα είναι για πάντα μέρος της καθημερινότητας του καθενός δίχως ποτέ να χάσει τη λάμψη του. Είναι πάντα εκεί ακόμα και αν δεν γνωρίζαμε τίποτα για αυτόν. Λάμπει ακόμη και μέσα σε αυτόν τον άχαρο κόσμο του σήμερα[...]όχι όμως μέσα από τις βιογραφίες όσο μέσα από το μύθο“. Μετά την εξαγορά της UfA από τον επιχειρηματία και μετέπειτα υπουργό οικονομίας των εθνικοσοσιαλιστών Alfred Hugenberg, οι παραγωγές με θέμα την Πρωσία του Φρειδερίκου  συνεχίστηκαν με ανανεωμένο ζήλο από τους συντελεστές. Η πολλαπλή υποστήριξη ταινιών όπως O Γερό-Φριτς και το Κοντσέρτο για φλάουτο στο Sanssouci ενώ την ίδια στιγμή ταινίες, όπως η μεταφορά του Ουδέν νεώτερον από το δυτικόν μέτωπον του Erich Maria Remarque, αντιμετώπιζαν προβλήματα με τη λογοκρισία, δεν πέρασε απαρατήρητο από εφημερίδες όπως η κομμουνιστική Rotte Fahne, που καταδίκαζε την γκροτέσκα απεικόνιση της εποχής: „Η έλξη που ασκεί το μεγαλείο της περιόδου του Φρειδερίκου θα παραμένει αμείωτη όσο ο φιλισταϊκός τύπος ανθρώπου ανθεί στη Γερμανία. Όμως οι ιδεολόγοι στην υπηρεσία του Hugenberg ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν. Έτσι έφτιαξαν μια ταινία για τον Φρειδερίκο όπου στο επίκεντρο δεν βρίσκονται τα στρατιωτικά εμβατήρια αλλά η εικόνα ενός “δημοκράτη βασιλιά του λαού”. Μια υποδειγματική εικόνα της αστικής αντίληψης της ιστορίας ως κιτς.[xxix]

Οι Otto Gebühr (αριστερά) ως διάδοχος Φρειδερίκος και Albert Steinrück ως Φρειδερίκος-Γουλιέλμος Α΄ στην κινηματογραφική ταινία  Fridericus Rex (1922-1923).

Η περίοδος 1933-1945 σημαδεύτηκε από μια άνευ προηγουμένου εκμετάλλευση της προσωπικότητας του Φρειδερίκου και της πρωσικής ιστορίας γενικότερα. Αν και οι εθνικοσιαλιστές αποστρέφονταν την εικόνα μιας κοινωνίας αυστηρά ιεραρχημένης, διαστρωματωμένης και διαιρεμένης σε ευγενείς και μη, οι στρατιωτικοί θρίαμβοι του Φρειδερίκου καθώς το συγκεντρωτικό προφίλ της διακυβέρνησης του συνιστούσαν εξαιρετικής ποιότητας πρώτη ύλη για μια αποτελεσματική προπαγάνδα στο Γ΄ Ράιχ. Ήδη από τη δεκαετία του 1920, ο Hitler τον κατέτασσε μαζί με τον Λούθηρο και τον Wagner στους τρεις μεγάλους Γερμανούς, παραβλέποντας άλλους “μεγάλους” όπως ο Καρλομάγνος, ο Όθων Α΄ και ο Θεοδώριχος. Στο Ο Αγών μου ο συγγραφέας χαρακτηρίζει τον Φρειδερίκο “μαραθωνοδρόμο της ιστορίαςενώ στις  ομιλίες του τον αποκαλούσε “αξιοθαύμαστη διάνοια”, “λαμπρό παράδειγμα υψηλού ήθους”, “ιδιοφυή ήρωα”, και έκανε λόγο για τη “δικτατορία του μεγάλου βασιλιά”, στην οποία ο πρωσικός λαός “εκούσια και με ευχαρίστηση” υποτασσόταν. Ο θεωρητικός Alfred Rosenberg στο έργο του Ο μύθος του 20ου αιώνα, χαρακτήρισε τον Φρειδερίκο “Φωτεινό άστρο-οδηγό του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος”, το βίο του ως την „πιο αυθεντική και μεγάλη γερμανική ιστορία” και ο αρχηγός των SA στο Βερολίνο κόμης Wolf Heinrich Helldorf τον χαρακτήρισε “πρώτο εθνικοσοσιαλιστή της ιστορίας”. Δεν εκπλήσσει λοιπόν η επιλογή του μετέπειτα Υπουργού Προπαγάνδας, Goebbels, η τελετή της έναρξης της νέας κοινοβουλευτικής περιόδου την 21η Μαρτίου 1933 να λάβει χώρα στην Εκκλησία της Φρουράς στο Πότσδαμ, στην τελευταία δηλαδή κατοικία του Φρειδερίκου και του πατέρα του. Με την παρουσία του στην τελετή, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, στρατάρχης Paul von Hindenburg και τη χειραψία του με το μελλοντικό φύρερ του Γ΄ Ράιχ επισφραγίστηκε η σύζευξη της παλαιάς με τη νέα αυτοκρατορία και μια εικόνα με έντονους συμβολισμούς προστέθηκε στον ιδρυτικό μύθο του νέου καθεστώτος. Η “Ημέρα του Πότσδταμ” όπως έγινε γνωστή, σχολιάστηκε από την Das Neue Deutschland με αναφορές στον πάντα παρόντα Μεγάλο Φρειδερίκο: “Η γέννηση μιας νέας Γερμανίας! Στην παλιά εκκλησία της φρουράς του Πότστνταμ σαν φάντασμα ορθώνεται μια γιγάντια σκιά. Ο σκληρός ήχος ενός μπαστουνιού στο δάπεδο είναι αντιληπτός πια σε όλους. Ο άνεμος που κλωθογυρίζει στην εκκλησία μεταφέρει το μήνυμα μιας δυνατής φωνής: Κύριοι αποκαλυθφείτε“.[xxx] Όπως αναμενόταν, διανοούμενοι και καλλιτέχνες φιλικά προσκείμενοι στο εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς, ενίσχυσαν την εικόνα μιας Πρωσίας προδρόμου του Γ΄ Ράιχ και ενός Φρειδερίκου προδρόμου του Hitler. Γλύπτες όπως o Thorak,  φιλοτέχνησαν προτομές του, στις οποίες ήταν ευδιάκριτες οι αρετές του βόρειου, άρειου ανθρώπου, ενώ ιστορικοί όπως ο αυστριακός και υπέρμαχος της Μεγάλης Γερμανίας Srbik, επανέφεραν την εγελιανή πρόσληψη του Φρειδερίκου ως καταστροφέα του παλαιού και φορέα του νέου, με τρόπο τέτοιο, ώστε να εξυπηρετεί το εθνικοσοσιαλιστικό αφήγημα.

Η έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου σήμανε την εκ νέου εργαλειοποίηση του Φρειδερίκου. Σε ομιλίες δημόσιες και ιδιωτικές, ο Führer δεν έπαυε να κατασκευάζει ιστορικά ανάλογα με αναφορές στους στρατιωτικούς θριάμβους του Φρειδερίκου, ο οποίος είχε μετατραπεί σε ένα είδος προσωπικού τοτέμ. Μετά την πτώση της Πολωνίας και λίγο πριν την εκδήλωση της επίθεσης στη Δύση, δήλωσε κατά τη διάρκεια σύσκεψης: “Έχω να διαλέξω ανάμεσα στη νίκη και την ήττα. Επιλέγω τη νίκη, μια μεγάλη ιστορική απόφαση, συγκρίσιμη με εκείνη του Μεγάλου Φρειδερίκου πριν τον Α΄ Σιλεσιακό Πόλεμο. Η Πρωσία οφείλει την άνοδο της στον ηρωισμό ενός άνδρα. Ακόμη και τότε υπήρχαν δίπλα του άνδρες που τον συμβούλευαν να συνθηκολογήσει. Τίποτα δεν θα γινόταν δίχως τον Μεγάλο Φρειδερίκο”.[xxxi] Μετά τις πρώτες ήττες της Wehrmacht, οι αφίσες στους δρόμους και τα δημόσια κτίρια με ρήσεις του βασιλιά με στόχο την ανύψωση του ηθικού των πολιτών πλήθυναν, ενώ ο Otto Gebühr επανήλθε στο ρόλο που τον καθιέρωσε στην κορυφαία προπαγανδιστική γερμανική πολεμική ταινία Ο μεγάλος βασιλιάς.

Der Grosse König (1942).

The Great King (Germany, 1942) English subtittles part1

 

Παράλληλα, οι ιθύνοντες του Γ΄ Ράιχ αναζητούσαν λύσεις στις επιλογές του Φρειδερίκου σε περιόδους κρίσης. Μεταξύ αυτών, ο επικεφαλής των SS, Himmler, που δικαιολόγησε την επιστράτευση ανηλίκων και ποινικών κρατουμένων για την επάνδρωση της πολιτοφυλακής και άλλων μονάδων το 1944, επικαλούμενος αντίστοιχη απόφαση του βασιλιά το 1762. Τέλος, ο Goebbels ανήγγειλε στον Hitler το θάνατο του προέδρου Ρούζβελτ το 1945 ως επανάληψη του “Θαύματος του Βρανδεμβούργου”, του αναπάντεχου δηλαδή θανάτου της τσαρίνας Ελισάβετ το 1762, ο οποίος οδήγησε στην αποχώρηση της Ρωσίας από τον αντιπρωσικό συνασπισμό κατά τον Επταετή Πόλεμο και στην πρωσική επικράτηση.[xxxii] Το θαύμα ωστόσο δεν επαναλήφθηκε. Ο ηγέτης του Γ΄ Ράιχ αφαίρεσε τη ζωή του στο γραφείο του καταφυγίου του, τους τοίχους του οποίου κοσμούσαν αποκλειστικά δύο πορτραίτα: εκείνο της μητέρας του και του Μεγάλου Φρειδερίκου.          

Στα χρόνια της διαίρεσης του γερμανικού έθνους δυτικοί και ανατολικοί Γερμανοί είχαν τους δικούς τους λόγους για να αφήσουν επιτέλους τον Γερο-Φρίτς να αναπαυθεί εν ειρήνη. Άλλωστε, το βασίλειο του δεν υπήρχε πια. Τα ανατολικά πρωσικά εδάφη τα μοιράστηκαν Ρώσοι και Πολωνοί, ενώ στα εναπομείναντα δυτικά επιβλήθηκε από τους Συμμάχους η διαίρεση και μετονομασία τους με τη δικαιολογία ότι στο όνομα της ειρήνης και της ασφάλειας το κράτος που υπήρξε “εξαρχής φορέας του μιλιταρισμού και της αντίδρασης” έπρεπε να παύσει να υπάρχει. Μετά το 1990 και την επανένωση της Γερμανίας, ξεκίνησε μια πιο ψύχραιμη συζήτηση σχετικά με το ρόλο της Πρωσίας στη γερμανική ιστορία, μακριά από αφορισμούς και μανιχαϊστικές οπτικές. Δείγμα αυτής της εξελισσόμενης συμφιλιωτικής διαδικασίας των Γερμανών με την ιστορία τους ήταν η πρωτοβουλία του καγκελάριου Helmut Kohl το 1991 να μεταφέρει με όλες τις σχετικές τιμές τη σορό του Μεγάλου Φρειδερίκου από τη Σουαβία, όπου για λόγους ασφαλείας φυγαδεύθηκε στα τελευταία στάδια του πολέμου, στο ανάκτορο Sanssouci στο Πότσδαμ. Ο Γερό-Φριτς δεν αναζητά σήμερα μια θέση στη Βαλχάλα της γερμανικής ιστοριογραφίας. Μετά θάνατον μεταμορφώθηκε από άθεο διαφωτιστή σε εγελιανό ήρωα και από πρόδρομο της γερμανικής ενότητας σε πρώιμο εθνικοσοσιαλιστή. Με λιγότερο πάθος και περισσότερα επιχειρήματα οι μεταμορφώσεις και οι αντιπαραθέσεις συνεχίζονται επιβεβαιώνοντας όσους υποστηρίζουν ότι ο Φρειδερίκος είναι πολύ μεγάλος για να αγνοηθεί.

                                          

ZDF History Deutschlands Herrscher – Die Preussen

Ο Κωνσταντίνος Παπανικολάου είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ και Μεταδιδακτορικός ερευνητής του Freie Universität του Βερολίνου

Σημειώσεις

[i]Eva Zwach, Deutsche und englische Militärmuseen im 20. Jahrhundert, Marburg 1997, σ. 129.

[ii]Πρόκειται για δύο αντίρροπες τάσεις στο εσωτερικό του γερμανικού εθνικού κινήματος στο α΄ μισό του 19ο αιώνα. Οι “μικρογερμανοί” επιθυμούσαν μια ενωμένη Γερμανία όπου τα πρωτεία θα είχε η Πρωσία ενώ οι “μεγαλογερμανοί” επιθυμούσαν τη συμπερίληψη στο μελλοντικό γερμανικό κράτος και των γερμανόφωνων περιοχών της Αυστριακής Αυτοκρατορίας.

[iii]  Uwe Klußmann, «Seiner Zeit voraus», στο Uwe Klußmann – Norbert Pötzl (επιμ.), Die Hohenzollern. Preußische Könige, deutsche Kaiser, Berlin 2011, σ. 73.

[iv]  Michael Prinz von Preußen, Friedrich der Grosse, Berlin 2012, σ. 116.

[v] Christopher Duffy, Frederick the Great. A Military Life, Routledge 2015, σ. 282.

[vi] Herfried Münkler, Die Deutschen und ihre Mythen, Berlin 2009, σ. 240.

[vii] Hagen Schulze, The course of German nationalism. From Frederick the Great to Bismarck, 1763-1867, Cambridge 1991,  σ. 45.

[viii] Hans Dollinger, Friedrich II. Von Preußen. Sein Bild im Wandel von zwei Jahrhunderten, Μünchen 1986, σ. 116.

[ix]Friedrich Wilhelm III, An Mein Volk, Breslau 1813, σ. 1.

[x] Dollinger, ό.π., σ. 116.

[xi]Στο ίδιο, σσ. 119-120.

[xii]Duffy, ό.π., σ. 283.

[xiii]Dollinger, ό.π., σσ. 123-124.

[xiv]Πρόκειται για το έδικτο του 1713 βάσει του οποίου το σύνολο των κτήσεων του αυτοκράτορα Καρόλου ΣΤ΄ θα περιερχόταν ακέραιο στην κατοχή της κόρης του Μαρίας Θηρεσίας.

[xv]Münkler, ό.π., σ. 246.

[xvi]Franz Mehring, «An enlighted despot?», στο Peter Paret (επιμ.), Frederick the Great: A profile, Palgrave McMillan, 1972., σ. 221

[xvii] Για το σχετικό δημόσιο διάλογο στην Πρωσία βλ. Christa Heese, Eine Trajanische Säule für Friedrich II. Schinkels Entwürfe für das Friedrichsdenkmal, Berlin 2012.

[xviii]Friedrich Mielke – Jutta von Simson, Das berliner Denkmal für Friedrich II. den Grossen, Frankfurt a. M., 1975, σ. 24.

[xix] Hubertus Kohle, «Adolph Menzels Friedrich. Eine Apologie historischer Größe?», στο  Ulrich Sachse (επιμ.), Friederisiko. Friedrich der Grosse. Die Essays, Berlin 2012, σσ. 273-274.

[xx] Dollinger, ό.π., σ. 138.

[xxi] Heinrich von Treitschke, Deutsche Geschichte im Neunzehnten Jahrhundert, τ.1., Paderborn 2015, σ. 63.

[xxii] Rene du Bois, Denkmale und Denksteine für Friedrich den Großen, 2017, σ. 181.

[xxiii]Münkler, ό.π., σσ. 245-246.

[xxiv] Andreas Rose, «Im Schatten „historischer Grösse“. Wilhelm II. und seine Ahnen. Ein Beitrag zur Geschichtspolitik im Kaiserreich», στο Ulrich Sachse (επιμ.), Friederisiko. Friedrich der Grosse. Die Essays, Berlin 2012, σσ. 287-289.

[xxv] Dollinger, ό.π., σ. 153-154.

[xxvi] Berliner Post, 28 Ιανουαρίου 1912.

[xxvii] Münkler, ό.π., σ. 250.

[xxviii] Merkur.de, Menschenschinder: «Der Schatten des Großen», 24 Ιανουαρίου 2018.

[xxix] Rote Fahne, 5 Ιανουαρίου 1928.

[xxx] “Κύριοι αποκαλυφθείτε! Εάν αυτός ζούσε εμείς δεν θα βρισκόμασταν σήμερα εδώ”: Είναι τα λόγια με τα οποία σύμφωνα με την παράδοση ο Ναπολέων απευθύνθηκε στους αξιωματικούς του κατά την επίσκεψη του στον τάφο του Μεγάλου Φρειδερίκου το 1806.

[xxxi] Dollinger, ό.π., σ. 186.

[xxxii] Christopher Clark, The Iron Kingdom. The rise and downfall of Prussia 1600-1947, Harvard 2006, σ. 662.