Skip to main content

Δάφνη Μουρέλου: Χορός και Πολιτική: η έννοια του συνόρου και το αμερικανικό όνειρο στο έργο της Martha Graham

Με αφορμή την επέτειο Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ

Δάφνη Μουρέλου

Χορός και Πολιτική: η έννοια του συνόρου και το αμερικανικό όνειρο στο έργο της Martha Graham

 

Στις αρχές του 20ου αιώνα η Αμερική αποτελεί άγονο πεδίο σε ό,τι αφορά τον χορό, καθώς η εξοικείωση του κοινού με την συγκεκριμένη τέχνη εξαντλείται σε θεάματα τύπου burlesque και music hall, αλλά και θεάματα τύπου εξτραβαγκάντζα όπου  κανείς μπορούσε να δει έναν συνδυασμό τραγουδιού, χορού και θεάτρου με φαντασμαγορική χρήση των τότε διαθέσιμων τεχνολογιών.[i]

Την ίδια εποχή στην Ευρώπη κυριαρχεί το κίνημα του μοντερνισμού σε όλες τις εκφάνσεις του, το οποίο βέβαια δεν άφησε ανεπηρέαστο και τον χορό. Σημαντικές εξελίξεις λαμβάνουν χώρα μέσα από τις προτάσεις πρωτοπόρων όπως ο θίασος των Ρωσικών Μπαλέτων και οι Γερμανοί Εξπρεσιονιστές. Το αιτούμενο των μοντερνιστών ήταν σε κάθε περίπτωση η ρήξη με τον ακαδημαϊσμό και η αναζήτηση νέας φόρμας, νέων τρόπων καλλιτεχνικής έκφρασης.

Το κλίμα της αλλαγής δεν αργεί να φτάσει και στις ΗΠΑ, όπου βλέπουμε να αναπτύσσεται μια τάση προς αναζήτηση νέων μορφών κίνησης και φόρμας. Θα λέγαμε ότι επικρατεί μια λογική απόρριψης των κυρίαρχων μορφών στο χορό, δηλαδή της αισθητικής του μπαλέτου. Το μπαλέτο τείνει να θεωρηθεί ως επίδειξη δεξιοτεχνίας, φορμαλιστικό, μια καθαρά σωματική πρακτική που δεν εμπλέκει το νου και την ψυχή.  Σε αυτό το πλαίσιο, καλλιτέχνες όπως η Isadora Duncan, η Loie Fuller και το καλλιτεχνικό ζευγάρι Ruth st Denis και Ted Shawn μέσα από μια σειρά καινοτόμων προτάσεων σε ό,τι αφορά τον χορό, σηματοδοτούν τις απαρχές του χορευτικού μοντερνισμού στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Θα λέγαμε ότι οι καλλιτέχνες αυτοί αποτέλεσαν την «μαγιά» για την δημιουργία ενός μοντέρνου χορευτικού κινήματος. [ii]

Isadora Duncan (https://fundacionbbva.pe/opinion/isadora-duncan-el-movimiento-el-amor-y-la-perdida/).

 

Loie Fuller (https://www.metmuseum.org/art/collection/search/287806).

Οι καλλιτέχνες – συνεχιστές της γενιάς αυτής αυτοπροσδιορίζονται ως επί το πλείστον από ένα πολύ συγκεκριμένο όραμα: τη δημιουργία ενός διακριτού χορευτικού ιδιώματος, το οποίο θα είχε ξεκάθαρη εθνική ταυτότητα – θα ήταν, δηλαδή, αμερικανικός χορός. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της κίνησης είναι η Martha Graham και το καλλιτεχνικό ζευγάρι Doris Humphrey και Charles Weidman. Η αναζήτηση ενός αμερικανικού ιδιώματος ήταν ένα πολύ κοινό διακύβευμα στους καλλιτεχνικούς κύκλους των ΗΠΑ, ιδιαίτερα μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά τα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης, καθώς ανέκυπτε η ανάγκη να δημιουργηθεί μια εθνική τέχνη που θα μπορούσε να σταθεί αυτόνομη και θα απολάμβανε ανάλογο κύρος με την Ευρωπαϊκή. Έτσι, παρατηρούμε μια γενικευμένη στροφή προς μια θεματολογία που εξερευνά και φωτίζει πτυχές της αμερικανικής ταυτότητας όπως ο εποικισμός, αλλά και έννοιες όπως η ατομικότητα, το ανεξάρτητο πνεύμα και η δημοκρατία.[iii]

Σε αυτό το πλαίσιο, θα εξετάσουμε δύο έργα από το ρεπερτόριο της Martha Graham και τις ιδεολογικές τους προεκτάσεις.

Η Martha Graham είναι μια από τις διασημότερες εκπροσώπους του αμερικανικού μοντερνισμού με πλούσιο ρεπερτόριο, το οποίο αναπαράγεται μέχρι σήμερα. Η Graham είναι «παιδί» της πρώτης γενιάς, καθώς μαθήτευσε δίπλα στους Ruth st Denis και Ted Shawn. Ωστόσο, σύντομα ξεκίνησε την προσωπική της αναζήτηση επάνω στον χορό και τα αποτελέσματα υπήρξαν εντυπωσιακά. Επινόησε μια ιδιαίτερη τεχνική, δίνοντας έμφαση στην περιοχή της λεκάνης, καθώς πίστευε ότι εκεί είναι το πιο ισχυρό σημείο έκφρασης του σώματος. Σε αυτό το πλαίσιο, ανέπτυξε την δική της κινησιολογία, στην οποία κυρίαρχο στοιχείο είναι το contraction (σύσπαση στην περιοχή της λεκάνης) και το release (απελευθέρωση από την ένταση που προκάλεσε η σύσπαση).[iv]

Στόχος της Graham ήταν να δημιουργήσει αμερικανικό χορό, επιχειρώντας να διαφοροποιηθεί έτσι τόσο από τον ευρωπαϊσμό του κλασικού μπαλέτου, όσο και από τον οριενταλισμό των Ruth st Denis και Ted Shawn. Θεμελιώδεις πηγές έμπνευσης για το χορογραφικό της έργο ήταν η ελληνική μυθολογία, η αμερικανική κληρονομιά, καθώς επίσης και η τραγικότητα, η ένταση και η υποσυνείδητη φύση του ανθρώπινου συναισθήματος. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 και έπειτα, η Graham ασχολήθηκε επισταμένα με την αμερικανική κληρονομιά. Τα κυριότερα έργα αυτής της περιόδου είναι τα ακόλουθα: Frontier (1935), Panorama (1935), Horizons (1936), American Document (1938), El Penitente (1940), Letter to the world (1940), Salem Shore (1942), Appalachian Spring (1944).[v]

Εδώ θα επικεντρωθούμε στο πρώτο (Frontier) και στο τελευταίο έργο (Appalachian Spring) της αμερικανικής περιόδου της Graham και θα προσπαθήσουμε να δείξουμε πως τα δύο έργα διατρέχονται από συγγενή θεματολογία και ένα κοινό κεντρικό μοτίβο.

Το Frontier είναι ένα σόλο το οποίο χορογράφησε η Graham το 1935 σε μουσική του Louis Horst. Αποτελεί μια από τις πρώτες προσπάθειες της χορογράφου να καταπιαστεί με αμερικανική θεματολογία. Πρόκειται για ένα έργο βγαλμένο μέσα από τα προσωπικά βιώματα της Graham και την μετακίνηση της ιδίας και της οικογένειάς της προς τον Βορρά. Παρατηρώντας τις γραμμές του τραίνου και το πώς αυτές αγκαλιάζουν την αχανή γη της χώρας, γεννήθηκε το Frontier.[vi] Η κεντρική αρχετυπική φιγούρα είναι μια έποικος του 19ου αιώνα που περιμένει τον άντρα της να επιστρέψει από το πεδίο της μάχης. Το μινιμαλιστικό, αλλά υπαινικτικό σκηνικό του γλύπτη Isamu Noguchi είναι ένας χαμηλός φράχτης – σύνορο και δύο σχοινιά σε σχήμα V τα οποία ενώνονται πίσω από τον φράχτη, δίνοντας την αίσθηση της  προοπτικής. Η αχανής έκταση, τα ατελείωτα στρέμματα γης προς κατάκτηση είναι μια ιδέα συνδεδεμένη στο αμερικανικό φαντασιακό, την ανάπτυξη και την ευημερία της χώρας αλλά και την ιδέα των απεριόριστων ευκαιριών σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.[vii] Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ο υπότιτλος του έργου είναι “American Perspective of the Plains”.[viii] Η κεντρική ιδέα που διατρέχει το έργο είναι, κατά τα λόγια της χορογράφου, “the appetite for space”, ως ένα από τα εξέχοντα χαρακτηριστικά του αμερικανικού εποικισμού, αλλά και τμήμα συλλογικής ταυτότητας.[ix] Ο θριαμβευτικός τόνος της μουσικής του Horst αλλά και το εμβατήριο που παραπέμπει σε ώρες μάχης, ενισχύουν και εμπλουτίζουν περαιτέρω την ιδέα αυτή στο επίπεδο της αναπαράστασης, παραπέμποντας στις ένοπλες συρράξεις των εποίκων με στόχο την κατάκτηση της γης και την διεύρυνση του συνόρου. Το σύνορο, συνεπώς, διαθέτει την προοπτική συνεχούς επέκτασης προς το άπειρο. Ο σκοπός της Graham ήταν να δώσει ακριβώς αυτή την αίσθηση της ατελείωτης γης.[x]

Η Martha Graham στο Frontier το 1936 (https://www.loc.gov/collections/martha-graham/?fa=subject:frontier).

 

Martha Graham – FRONTIER  Danced by Janet Eilber

 

To Appalachian Spring πραγματεύεται έναν γάμο σε μια μικρή αμερικανική παραδοσιακή κοινότητα του 19ου αιώνα, περίπου 50 χρόνια μετά την διακήρυξη της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ.[xi] Οι τέσσερις κεντρικοί, επίσης αρχετυπικοί χαρακτήρες του έργου είναι η νύφη, ο γαμπρός, ο ιερέας και η έποικος. Όπως και στο Frontier, τo σκηνικό του Isamu Noguchi είναι μάλλον υπαινικτικό παρά ρεαλιστικό. Η έννοια του συνόρου μπορεί να πει κανείς ότι είναι ο κοινός παρονομαστής, που συνδέει μεταξύ τους σε επίπεδο ιδεολογίας τα δύο έργα της Graham.

Τα Απαλάχια όρη είναι ένα σύμπλεγμα βουνών στο βόρειο τμήμα των ΗΠΑ, που αποτέλεσε φυσικό σύνορο για τους εποίκους καθώς η περίπλοκη γεωγραφία τους στεκόταν ως εμπόδιο στην κατάκτηση περισσότερων εδαφών της ηπείρου. Κατά την διάρκεια της πορείας προς την κατάκτηση, γηγενείς πληθυσμοί εκδιώχθηκαν αναγκαζόμενοι να απεγκαταστήσουν τους καταυλισμούς τους.[xii] Αξιοσημείωτη είναι η έλλειψη αναφοράς στο ινδιάνικο στοιχείο. Στον αρχικό σχεδιασμό του έργου φαίνεται πως υπήρξε η ιδέα να δημιουργηθεί ρόλος για μια Ινδιάνα, σκέψη που όμως τελικά εγκαταλείφθηκε.[xiii]

 

Αριστερά: Aaron Copland. Δεξιά: Appalachian Spring (Ballet for Martha). H παρτιτούρα του έργου (https://www.nycmusicservices.com/engraving-a-new-edition-of-coplands-appalachian-spring/).

                                

Martha Graham’s Appalachian Spring

[Τhe Bride: Martha Graham The Husbandman: Stuart Hodes The Revivalist: Bertram Ross The Pioneer Woman: Matt Turney. Παράσταση του 1959].

Appalachian Spring – Martha Graham Dance Company 2012

 

Η έννοια του συνόρου αποτελεί κεντρικό διακύβευμα στο αμερικανικό φαντασιακό. Είναι συνδεδεμένη με τις ιδιότητες της ανεξαρτησίας, του δυναμισμού, της δημοκρατίας και της ισότητας, χαρακτηριστικά γύρω από τα οποία το αμερικανικό έθνος έχει χτίσει την ταυτότητά του. Για τις ΗΠΑ, η συνεχόμενη επέκταση προς τον Βορρά ήταν ένας αγώνας, ικανός να προσδώσει μια διακριτή ταυτότητα.[xiv] Μέσα από το έργο της Graham ζωντανεύει το αμερικανικό όνειρο, εκείνο της ευημερίας, της ατομικής ιδιοκτησίας και των πολλαπλών ευκαιριών, στις οποίες μπορεί κανείς να ελπίζει ανεξάρτητα από την καταγωγή του. Το σκηνικό του Noguchi πέρα από τον χώρο, οριοθετεί και την έννοια της ιδιοκτησίας. Άλλωστε, η έννοια της μόνιμης εγκατάστασης βρισκόταν στην καρδιά της δημιουργίας του έργου.[xv]  Ο τίτλος είναι βεβαίως συμβολικός, καθώς άνοιξη σημαίνει αναγέννηση. Μέσα από την χρήση του μοτίβου του γάμου, το έργο συγκροτείται γύρω από την ιδέα της γέννησης και της σταθερής ανάπτυξης ενός έθνους σε ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Παρά τις δυσκολίες του εποικισμού, η μόνιμη εγκατάσταση αποτελεί, αναμφίβολα, μια πραγματικότητα. Το έργο χαρακτηρίζεται από αισιοδοξία, αντικατοπτρίζοντας την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, καθώς την εποχή που δημιουργήθηκε, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έβαινε προς το τέλος του.[xvi] Με ενδιαφέροντα τρόπο, η Graham επιλέγει να στραφεί στο ιστορικό παρελθόν, ώστε να αναπτερώσει την ελπίδα για το μέλλον. Η μουσική του Aaron Copland έρχεται να ζωντανέψει την εθνική ιδέα ενσωματώνοντας φολκλόρ μοτίβα από έναν από τους πιο γνωστούς ύμνους των Κουακέρων.[xvii] Δεν είναι η πρώτη φορά που ο συνθέτης χρησιμοποιεί παραδοσιακά μοτίβα στο έργο του. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι επίσης τα μπαλέτα Billy the Kid και Rodeo.[xviii] Η προσωπικότητα της εποίκου είναι μια μητρική φιγούρα, σημείο αναφοράς που συμβολίζει την προηγούμενη γενιά. Το ζευγάρι των νεονύμφων από τη δική του πλευρά, συμβολίζει τη νέα γενιά που φέρνει την υπόσχεση της εθνικής συνέχειας μέσα από τον γάμο και την δημιουργία απογόνων. Η αίσθηση της ατελείωτης γης μας δίνεται πολύ εύστοχα με το αγνάντεμα  πέρα από τον φράχτη, ο οποίος, σε αντίθεση με το Frontier, δεν υποδηλώνει το εθνικό σύνορο, αλλά την οριοθέτηση της ατομικής ιδιοκτησίας. Ο χαρακτήρας του ιερέα συμβολίζει την έννοια του Πουριτανισμού, μια έννοια επίσης στενά συνδεδεμένη με την αμερικανική παράδοση. Η αναφορά αυτή προέρχεται από προσωπικά βιώματα της Graham και ανακύπτει συχνά στο έργο της με αμφίθυμο πρόσημο.[xix]

 

       Appalachian Spring by Aaron Copland performed by Perspectives Ensemble

[Εκδοχή για 13 όργανα, όπως γράφτηκε το 1944  για το μπαλέτο της Martha Graham]

 

Η έννοια του συνόρου είναι το κεντρικό θεματικό μοτίβο των δύο έργων. Και στις δύο περιπτώσεις αποτελεί θεμελιώδες συστατικό του τίτλου – στο Frontier δίνεται ευθέως και σε ένα αρκετά γενικευμένο πλαίσιο, ενώ στο Appalachian Spring αναφέρεται σε συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα και γεωγραφική περιοχή που σηματοδότησαν την επέκταση του συνόρου. Και στα δύο έργα, το ιστορικό γεγονός του εποικισμού είναι επίσης κεντρικής σημασίας. Εδραιώνεται η ιδέα της επέκτασης και ανακύπτουν οι έννοιες της ατομικής ιδιοκτησίας και της μόνιμης εγκατάστασης που την συνοδεύουν στο αμερικανικό φαντασιακό.

Η Martha Graham και ο Louis Horst εν μέσω των μαθητών τους.

 

Το έργο της Graham αξιοποιήθηκε δεόντως σε επίπεδο πολιτιστικής διπλωματίας εκ μέρους της αμερικανικής κυβέρνησης αργότερα, στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, καθώς η αναγνώριση και κανονικοποίηση του νέου είδους ως «υψηλή τέχνη» ήταν πλέον δεδομένη.[xx] Την εποχή εκείνη, η πολιτιστική διπλωματία νοούνταν ως ένας τρόπος να δείξει η εκάστοτε χώρα την υπεροχή της σε διεθνές επίπεδο. Το έργο της Graham και η εθνική δυναμική του έκανε αίσθηση από νωρίς.  Έτσι, το 1937, η ίδια υπήρξε η πρώτη χορεύτρια που έδωσε παράσταση στον Λευκό Οίκο και μάλιστα το έργο που επιλέχθηκε ήταν το Frontier.[xxi] Επιπλέον, το Appalachian Spring ήταν σταθερό κομμάτι του ρεπερτορίου σε μια από τις πρώτες περιοδείες που οργάνωσε το State Department το 1955-56. Η πεποίθηση ήταν ότι πέρα από την εθνική προπαγάνδα, το έργο ήταν σε θέση να περάσει και ένα ισχυρό αντι-αποικιακό μήνυμα σε βάρος της Μεγ. Βρετανίας – ο παραλληλισμός με τις βρετανικές αποικίες που ανεξαρτητοποιήθηκαν στη νέα ήπειρο ήταν αναπόφευκτος. Έτσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούσαν να σφυρηλατήσουν στο διεθνές στερέωμα της εποχής εκείνης την εικόνα ενός έθνους, φιλικά προσκείμενου προς νεοσύστατα, μετά-αποικιακά κράτη.[xxii] Οι περιοδείες του State Department, μια πρωτοβουλία του τότε Προέδρου Dwight Eisenhower, πραγματοποιήθηκαν στις Ασία, Αφρική και Λατινική Αμερική με το σκεπτικό να καλλιεργηθεί συγκεκριμένη επιρροή στις χώρες του επονομαζόμενου Τρίτου Κόσμου. Μέσω αυτής της πολιτικής, οι ΗΠΑ ευελπιστούσαν να επωμιστούν την εικόνα ενός πρωτοπόρου, επιτυχημένου και φιλικά προσκείμενου έθνους. Η ομάδα της Graham είχε ενεργό συμμετοχή στις περιοδείες παρουσιάζοντας έργα τόσο από την αμερικανική, όσο και από την ελληνική περίοδο της δημιουργού.[xxiii]

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο χορός, και μάλιστα ένα νεοσύστατο είδος, αξιοποιείται ως πολιτικό εργαλείο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, μεταξύ άλλων, ήταν ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ που μάλιστα εδραίωσε το μπαλέτο ως νέα τέχνη, αλλά και ο εξπρεσιονιστικός χορός στη ναζιστική Γερμανία. Σαφέστατα οι περιπτώσεις και το πλαίσιο διαφέρουν, ωστόσο αυτό που καθίσταται ανάγλυφο είναι η δύναμη της χορευτικής αναπαράστασης και, σε τελική ανάλυση, εκείνη της ίδιας της κίνησης.

Επιστολή της Martha Graham προς τον Aaron Copland (22 Ιουλίου 1943) ενόσω βρίσκεται σε εξέλιξη η σύνθεση του Appalachian Spring (https://blogs.loc.gov/loc/2014/10/documenting-dance-the-making-of-appalachian-spring/).

 

 

 

H Δάφνη Μουρέλου είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, διπλωματούχος καθηγήτρια χορού (Α.Ε.Σ.Χ. “Ραλλού Μάνου”) και συντονίστρια του προγράμματος χορού (Dance Program Coordinator)  στο  Αμερικανικό Κολέγιο Ελλάδος (Deree – The American College of Greece).

 

 

Σημειώσεις

 

[i] Nancy Reynolds & Malcolm Mc Cormick (2003), No Fixed Points. Dance in the Twentieth Century. Yale University Press, New Haven & London, σ. 2.

[ii] Susan Au (2006), Ballet and Modern Dance, Thames and Hudson, London, σσ. 87-94.

[iii] Helen Thomas (1995), Dance Modernity and Culture. Explorations in the Sociology of Dance, Routledge, London, U.S.A. & Canada, σ. 118 – 119.

[iv]  Susan Au (2006), ό.π., σσ. 119-120.

[v] Helen Thomas (1995), ό.π., σ. 115.

[vi] Martha Graham. The Dancer Revealed, Full-Length Documentary available at: https://www.youtube.com/watch?v=wH5fjgrXlzs.

[vii] Helen Thomas (1995), ό.π., σσ. 117-118.

[viii] https://marthagraham.org/portfolio-items/frontier-1935/.

[ix] https://www.youtube.com/watch?v=wX–wIO82FY.

[x] https://www.youtube.com/watch?v=wX–wIO82FY.

[xi] Victoria Philips Gedud (2008), “Performing Politics: Martha Graham’s Appalachian Spring and the State Department Tour of 1955-56”, στο Looking Back Moving Forward, SDHS Conference Proceedings, N.Y., σ .159.

[xii] John Anthony Caruso (2003), The Appalachian Frontier: America’s First Surge Westward, University of Tennessee Press, U.S.A., σσ. 4-12.

[xiii] Helen Thomas (1995), ό.π., σ. 145.

[xiv] John Anthony Caruso (2003), ό.π., σσ. 4-12.

[xv] Lynn Garafola (2005), “Making an American Dance: Billy the Kid, Rodeo and Appalachian Spring”, στο Carol J. Oja & Judith Tich (επιμ.), Aaron Copland and His World, Princeton University Press, Princeton & Oxford, σσ. 137 – 138.

[xvi] https://marthagraham.org/portfolio-items/appalachian-spring-1944/.

[xvii] Lynn Garafola (2005), ό.π., σ. 138.

[xviii]  Helen Thomas (1995), ό.π., σ. 135.

[xix] Helen Thomas (1995), ό.π., σ. 144.

[xx] Naima Prevots (1998), Dance for Export. Cultural Diplomacy and the Cold War, Wesleyan University Press, U.S.A., σ. 51.

[xxi]Victoria Philips Gedud (2008), ό.π., σ. 157.

[xxii]  Victoria Philips Gedud (2008), ό.π., σ. 159.

[xxiii] Dana Mills (2017), Dance & Politics. Moving Beyond Boundaries, Manchester University Press, U.Κ., σ. 51.

 

 

                                                             ΒιβλιογραφίαΠηγές

 

  • Au, Susan (2006), Ballet and Modern Dance, Thames and Hudson, London.
  • Caruso, John Anthony (2003), The Appalachian Frontier: America’s First Surge Westward, University of Tennessee Press, U.S.A.
  • Garafola, Lynn (2005), “Making an American Dance: Billy the Kid, Rodeo and Appalachian Spring”, στο Carol J. Oja & Judith Tich (επιμ.), Aaron Copland and His World, Princeton University Press, Princeton & Oxford
  • Mills, Dana (2017), Dance & Politics. Moving Beyond Boundaries, Manchester University Press, U.Κ.
  • Philips Gedud, Victoria (2008), “Performing Politics: Martha Graham’s Appalachian Spring and the State Department Tour of 1955-56”, στο Looking Back Moving Forward, SDHS Conference Proceedings, N.Y.
  • Prevots, Naima (1998), Dance for Export. Cultural Diplomacy and the Cold War, Wesleyan University Press, U.S.A.
  • Reynolds, Nancy & Mc Cormick, Malcolm (2003), No Fixed Points. Dance in the Twentieth Century. Yale University Press, New Haven & London.
  • Thomas, Helen (1995), Dance Modernity and Culture. Explorations in the Sociology of Dance, Routledge, London, U.S.A. & Canada.
  • https://www.youtube.com/watch?v=wX–wIO82FY.
  • https://marthagraham.org/.
  • Martha Graham. The Dancer Revealed, Full-Length Documentary available at: https://www.youtube.com/watch?v=wH5fjgrXlzs.

 

 

Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος: Η Ιστορία και οι χρήσεις της

Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος

Η Ιστορία και οι χρήσεις της

 

Η μελέτη του ιστορικού παρελθόντος βοηθάει τους ανθρώπους να κατανοήσουν ότι αποτελούν μέρος ενός κόσμου ενιαίου και ότι οι κοινωνίες και τα έθνη δεν αποτελούν απομονωμένες ανθρώπινες κοινότητες ούτε οι πολιτισμοί στεγανές ενότητες αξιών που διατηρούν την αυτονομία τους στον χρόνο, αλλά ενότητες ιδεών και πρακτικών λύσεων που διαρκώς ανασυγκροτούνται υπό την πίεση των νέων συνθηκών και με τη δημιουργική παρέμβαση των ανθρωπίνων ομάδων· να κατανοήσουν τους ίδιους και τους «άλλους», διακρίνοντας τις διαφορές και τις ομοιότητες μεταξύ των, στο παρελθόν και το παρόν· να αμφισβητούν την αξία των στερεοτύπων για άλλους λαούς, αλλά και για τους ίδιους· να σέβονται την ιδιαιτερότητα και να μην φοβούνται τη μισαλλοδοξία· να διακρίνουν τα γεγονότα από τις εικασίες και την ιστορική πραγματικότητα από την πλασματική εικόνα· να κατανοούν την πολυπλοκότητα των αιτιών και να δυσπιστούν προς τις απλουστευτικές απαντήσεις και τις εύκολες εξηγήσεις· να αναγνωρίζουν την πλαστή αναλογία και την κατάχρηση των «διδαγμάτων» της ιστορίας, να εκτιμούν δε τις συνέπειες τέτοιας καταχρήσεως· να θεωρούν ότι η άγνοια του ιστορικού παρελθόντος μπορεί να τους καταστήσει θύματα εκείνων που γνωρίζουν αυτό το παρελθόν, χωρίς να λησμονούν ότι η ιστορία δεν παίζει το ρόλο του δικαστηρίου και ότι οι ιστοριογράφοι δεν είναι εισαγγελείς που αναζητούν ενόχους· να αναγνωρίζουν ότι ορισμένα προβλήματα δεν επιδέχονται λύσεων που χρησιμοποιήθηκαν στο παρελθόν· να είναι προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν στη ζωή πράξεις και στάσεις παράλογες και ανέλπιστες· να μην παραιτούνται από την αναζήτηση της αντικειμενικής αλήθειας ούτε να επιτρέπουν να κλονίζεται η πεποίθησή τους ότι υπάρχει τέτοια αλήθεια.

Η αναζήτηση της αλήθειας, της αντικειμενικής αλήθειας ή όπως αλλιώς λέγεται, της ιστορικής πραγματικότητας υπήρξε εντολή προς τους διακόνους της Ιστορίας ενός από τους πρώτους μεγάλους θεράποντες της Κλειούς, του Λουκιανού, ο οποίος απεφάνθη ως ακολούθως για τους ιστορικούς:

«Τοιοῦτος οὖν μοι ὁ συγγραφεύς, ἔστω ἄφοβος, ἀδέκαστος, ἐλεύθερος, παρρησίας καί ἀληθείας φίλος, ὡς ὁ κωμικός φησίν, τά σῦκα σῦκα, τήν σκάφην δέ σκάφην ὀνομάσων, οὐ μίσει οὐδέ φιλίᾳ νέμων οὐδέ φειδόμενος ἢ ἐλεῶν ἢ αἰσχυνόμενος ἢ δυσωπούμενος, ἴσος δικαστής, εὔνους ἅπασιν ἄχρι τοῦ μή θατέρῳ τι ἀπονεῖμαι πλεῖον τοῦ δέοντος, ξένος ἐν τοῖς βιβλίοις καί ἄπολις, αὐτόνομος, ἀβασίλευτος, οὐ τί τῷδε ἢ τῷδε δόξει λογιζόμενος, ἀλλά τί πέπρακται λέγων

«Άφοβος», λοιπόν, ο ιστορικός, «αδέκαστος, ελεύθερος, παρρησίας και αληθείας φίλος», «ίσος δικαστής, άπολις, αυτόνομος, αβασίλευτος», κατά τον Λουκιανό· στον οποίο, καθώς και στον μεγάλο Θουκυδίδη, θεμελιώθηκε η ιστοριογραφία του Δυτικού Κόσμου και πολιτισμού. Έρεισμα αυτής της ιστοριογραφίας υπήρξε η βαθεία πεποίθηση ότι η πιστή αναπαράσταση της ιστορικής πραγματικότητας είναι απαραίτητη στη διαπαιδαγώγηση των πολιτών μίας ευνομούμενης πολιτείας.

Λουκιανός ο Σαμοσατεύς.

Την ιστορία, χωρίς άλλους επιθετικούς προσδιορισμούς, έχουμε οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι εντολή και καθήκον να διακονούμε στα πανεπιστήμια της χώρας μας, αυτήν την ιστορίας διδάσκουμε ή, πρέπει να διδάσκουμε στους μαθητές μας, νέους πολίτες της ευνομούμενης πολιτείας μας. Οι ιστορικοί, βέβαια δεν είμαστε «απόλιδες» ή «αβασίλευτοι» όπως θα μας ήθελε ο Λουκιανός. Ούτε ο ίδιος άλλωστε, ούτε ο Θουκυδίδης, μπορούσαν να καυχηθούν ότι ήσαν «απόλιδες» ή «αβασίλευτοι». Με την επίκληση αυτού του ιδανικού, δηλ. της απόλυτα πιστής αναπαραστάσεως της ιστορικής πραγματικότητας, ήθελε να προστατεύσει ο Λουκιανός τον ιστοριογράφο από τη σαγήνη που ασκεί η εκάστοτε εξουσία επ’αυτού και να τον στηρίξει στην απέραντη μοναξιά του, όταν επιδιώκει να ανακαλύψει, στα τεκμήρια του ιστορικού παρελθόντος, την αντικειμενική αλήθεια και να τον πείσει να μην κλονισθεί ούτε στιγμή η πεποίθησή του ότι υπάρχει, πράγματι, αντικειμενική αλήθεια, όπως υπάρχει, το καλό και το δίκαιο, ως απόλυτη αξία.

Αυτή η αναπαράσταση της ιστορικής πραγματικότητας ως απόλυτης αξίας είναι απαραίτητη στη διαμόρφωση των πολιτών μιας ευνομούμενης πολιτείας, ώστε να μην ολισθαίνουν οι πολίτες στον σχετικισμό των αξιών και των αρχών που καλλιεργούν όλοι οι δημεγέρτες, αλλά να εκτιμούν δια της μελέτης των πράξεων και των αποφάσεων των ανθρώπων στο παρελθόν την αξία και τη σημασία του ηρωισμού και της αυτοθυσίας, αλλά και της δειλίας και της ιδιοτέλειας, της προσφοράς αλλά και της πλεονεξίας, του δικαίου αλλά και του αδίκου, της ανοχής και του σεβασμού προς την ετεροδοξία, αλλά και της μισαλλοδοξίας. Ο σχετικισμός, αυτή η μάστιγα της ευνομούμενης πολιτείας, που ορθώνει το ανάστημά της και σαγηνεύει τους θιασώτες της ήσσονος προσπάθειας, τους νωθρούς και τους δειλούς, τους απαίδευτους, καλλιεργεί τη θέση ότι δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια, ούτε ιστορική πραγματικότητα, και ότι η άποψη του απαίδευτου έχει την ίδια αξία με αυτήν του πεπαιδευμένου, ότι όλες οι απόψεις για το ιστορικό παρελθόν, όλες οι «προσεγγίσεις», είναι αποδεκτές και σεβαστές, ότι δεν υπάρχουν αυθεντίες.

Οι αρχές και οι αξίες που αντλούνται και καλλιεργούνται δια της μελέτης των ανθρωπίνων πράξεων είναι βέβαια, προϊόντα του Δυτικού κόσμου και πολιτισμού, αλλά έχουν επηρεάσει και επηρεάζουν και άλλους πολιτισμούς και κόσμους, αναγνωρίζονται δε πλέον ως αρχές και αξίες με γενικότερη εφαρμογή, ωστόσο, προβάλλονται και καλλιεργούνται στο πλαίσιο της πολιτείας που αναπτύχθηκε από κοινού με το εθνικό κράτος των νεότερων χρόνων. Ελλείψει μίας παγκόσμιας πολιτείας, η πολιτεία που έχει στη διάθεσή του το εθνικό κράτος είναι η μόνη ενότητα που προβάλλει και καλλιεργεί τις αρχές και αξίες αυτές. Αναπόφευκτα, λοιπόν, και ώσπου να αντικατασταθεί το εθνικό κράτος από κάποιο άλλο πολιτικό μόρφωμα, δεν είναι δυνατό να υπονομευθεί η αποδεδειγμένα επιτυχημένη στέγη της πολιτείας που ευνόησε την καλλιέργεια και την παραγωγή των αρχών και των αξιών της ευνομούμενης πολιτείας, το εθνικό κράτος.

Ανδριάντας του Θουκυδίδη έξω από το αυστριακό Κοινοβούλιο (Βιέννη).

Προϊόν αλλά και συντελεστής της αναπτύξεως του εθνικού κράτους υπήρξε και η εθνική ιστορία, η οποία εσχάτως δέχεται πυρά από διάφορους διεθνιστικούς κύκλους. Η εθνική ιστορία, αναπτύχθηκε κυρίως μετά τη Γαλλική Επανάσταση και την άνοδο του εθνικισμού, διαφέρει δε από την ιστορία χωρίς άλλο επιθετικό προσδιορισμό, όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, στο εξής: αποσκοπεί στη διαμόρφωση της απαραίτητης σε μια εθνική πολιτεία εθνικής ταυτότητας. Η εθνική ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία είναι συνήθως προϊόν συνθέσεως ποικίλων στοιχείων, επιλεγμένων με τρόπο ώστε να προβάλλονται οι αρετές ενός έθνους. Την εποχή του Ρομαντισμού, μάλιστα, όταν τέθηκαν οι προδιαγραφές της εθνικής ιστορίας των διαφόρων λαών, παρεισέφρυσαν πολλά στοιχεία, ξένα προς την ιστορική πραγματικότητα, αλλά που κρίθηκαν πως εξυπηρετούν την ανάπτυξη της εθνικής ταυτότητας. Προϊόντα επιλογής ιστορικών στοιχείων ήσαν και τα έργα ιστοριογράφων της εποχής πριν από τη ρομαντική ιστοριογραφία του 19ου αιώνος, αποσκοπούσαν δε στην ανάπτυξη της αρετής (virtu) σε εκείνους τους ολίγους που προορίζονταν να ασκήσουν ανώτερα δημόσια αξιώματα. Η διδασκαλία των βίων των μεγάλων ανδρών της Ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας για την προετοιμασία των αυριανών ηγετών της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και η διδασκαλία της κατάλληλα διασκευασμένης εθνικής ιστορίας ανάλογους στόχους εξυπηρετούσαν.

Η επιστήμη της ιστορίας, της εθνικής ιστορίας συμπεριλαμβανομένης, είχε από τους κλασσικούς ελληνικούς χρόνους, διδακτικό χαρακτήρα. Η αυτοτέλεια της ιστορικής έρευνας απέναντι στον εξωτερικό καταναγκασμό ή εις κάθε είδους πνευματικές δεσμεύσεις και επιδράσεις, οι εντολές του μεγάλου διακόνου της Κλειούς, του Λουκιανού, δεν καθόριζαν την έρευνα αυτήν και το προϊόν της ως αυτοσκοπό αποσπασμένο από κάθε ηθική ή παιδαγωγική σκέψη. Η αναζήτηση της αλήθειας ή της ιστορικής πραγματικότητας είχε πάντοτε για τους Έλληνες ένα βαθύτερο ηθικό σκοπό να υπηρετήσει, να βελτιώσει τον άνθρωπο, με την εμμονή στη μοναδική αλήθεια.

Αριστερά: Κλειώ, Μούσα της Ιστορίας, μαρμάρινο άγαλμα ρωμαϊκής εποχής, Ρώμη, Μουσείο Βατικανού. Δεξιά: Charles Meynier, Clio, Muse of History 1800, Cleveland Museum of Art.

Στις λογικές υποθέσεις που υπάρχουν συνυφασμένες με την ιστορική πραγματικότητα, στους «μύθους» που ανακαλύπτουν στην εθνική ιστορία με ιερή αγανάκτηση οι σημερινοί πολέμιοι του έθνους, διακρίνουν οι προσεχτικοί παρατηρητές τα στοιχεία εκείνα με τα οποία ήθελε να εφοδιάσει η πολιτεία του εθνικού κράτους των Ελλήνων τους πολίτες της. Αυτά τα στοιχεία κρίνονταν στο παρελθόν ότι εξυπηρετούσαν τον επιδιωκόμενο στόχο, τη βελτίωση του ανθρώπου. Αν τώρα κρίνονται ακατάλληλα, θα πρέπει οι πολέμιοί τους να προτείνουν άλλα στοιχεία που καλλιεργούν και προάγουν την αρετή, άλλους «μύθους», εξίσου παιδαγωγικούς με τους υπό διωγμόν. Οι αρχαίοι Έλληνες, ας μην λησμονούν οι πολέμιοι των μύθων της εθνικής ιστορίας, με μύθους είχαν επενδύσει ορισμένα από τα μεγαλύτερα διδάγματα που άφησαν ως κληρονομιά σε όλον τον κόσμο.

Δια του σχολικού βιβλίου, ιδίως δε του σχολικού βιβλίου της ιστορίας, οι αρμόδιες αρχές της πολιτείας προωθούν και καλλιεργούν την εθνική ταυτότητα των αυριανών πολιτών, την πεποίθηση των πολιτών ότι ανήκουν σε μια διακριτή κοινότητα ανθρώπων, σε μια διακριτή πολιτιστική κοινότητα, σε μια εθνική κοινότητα, το έθνος, και κατ’επέκταση σε μία εθνική πατρίδα. Δια του σχολικού βιβλίου ιστορίας προβάλλονται για να αποτυπωθούν στη συλλογική εθνική συνείδηση γεγονότα, όπως απελευθερωτικοί πόλεμοι, εθνικά έπη άλλα και τραγωδίες και δεινά του έθνους, που κρίνονται ότι στηρίζουν και προάγουν την ταύτιση με την εθνική κοινότητα και την αγάπη προς την πατρίδα. Αναπόφευκτα, η προαγωγή της ταυτίσεως με την οικεία εθνική κοινότητα, καλλιεργεί τη δυσπιστία απέναντι στους κατά καιρούς αντιπάλους της εθνικής κοινότητας, σε ορισμένες δε περιπτώσεις και τον φόβο ή και το μίσος απέναντι στους κατά καιρούς αντιπάλους και εχθρούς του έθνους και της πατρίδος.

Η δυσπιστία, ο φόβος και το μίσος απέναντι στους κατά καιρούς αντιπάλους και εχθρούς του έθνους και της πατρίδας κρίνονται πλέον στοιχεία ανεπιθύμητα, από διεθνιστικούς κύκλους κυρίως, στη διαπαιδαγώγηση των αυριανών πολιτών, έχουν δε επιβάλει οι ίδιοι κύκλοι ορισμένες πολιτικές ορθότητες που επηρεάζουν ολοένα και ευρύτερους πολιτικούς κύκλους αρνητικά απέναντι στα σχολικά βιβλία ιστορίας που προάγουν την εθνική ιστορία και την εθνική ταυτότητα. Κρίνεται, λοιπόν ολοένα και από ευρύτερους πολιτικούς κύκλους, ότι τα σχολικά βιβλία ιστορίας δεν πρέπει να προάγουν τη δυσπιστία, τον φόβο και το μίσος απέναντι στους κατά καιρούς αντιπάλους και εχθρούς του έθνους και της πατρίδας, αλλά να προβάλλουν τα γεγονότα εκείνα του ιστορικού παρελθόντος που φανερώνουν τη συνεργασία και την ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ του οικείου έθνους και των κατά καιρούς αντιπάλων και εχθρών του.

Η ογκούμενη, καθώς φαίνεται, αντίδραση εναντίον του εθνικού σχολικού βιβλίου ιστορίας ως προξένου ξενοφοβίας και μίσους αποτελεί πλέον μια πολιτική ορθότητα, η οποία σπανίως αμφισβητείται. Έχει, ωστόσο η πολιτική αυτή ορθότητα, ορισμένες αδυναμίες, τις οποίες θα παρουσιάσω εν συντομία. Μία τέτοια αδυναμία είναι το εφήμερο πολλών πολιτικών ορθοτήτων. Ανάλογες αμφισβητήσεις του εθνικού κράτους και της εθνικής ταυτότητας που καλλιεργείται στο πλαίσιό του, στο παρελθόν, από διεθνιστικούς ή άλλους υπερεθνικούς κύκλους, αχρηστεύθηκαν με την πάροδο των χρόνων και λησμονήθηκαν. Το εθνικό κράτος όχι μόνον άντεξε στις επιθέσεις από τους κατά καιρούς αμφισβητίες του αλλά υπερίσχυσε και εξήλθε από τις συγκρούσεις της ενισχυμένο. Άλλη συναφής αδυναμία της αμφισβητήσεως της χρησιμότητας της εθνικής ταυτότητας και του εθνικού κράτους που τη στηρίζει έχει σχέση με την καθόλα καλοπροαίρετη αλλά αφελή πεποίθηση ότι όλοι οι λαοί ομοφώνως θα σπεύσουν να καταργήσουν τις εθνικές ταυτότητες και τα εθνικά κράτη, πεποίθηση που εδράζεται στη διεθνιστική πίστη ότι οι λαοί και οι ηγέτες τους δεν είναι δυνατόν να στηρίζουν πολιτικά μορφώματα που αναπαράγουν τις προστριβές και τις συγκρούσεις. Ανάλογη διεθνιστική-ειρηνιστική κίνηση του Μεσοπολέμου είχε ως αποτέλεσμα να υπονομευθούν τα εξοπλιστικά προγράμματα των Δυτικών Δημοκρατιών που ευνοούσαν τον πόλεμο ή τον εκβιασμό για να αναθεωρήσουν το εδαφικό καθεστώς, που είχε προκύψει από τις συνθήκες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η σοβαρότερη όμως αδυναμία εκείνων που αμφισβητούν τη χρησιμότητα της εθνικής ταυτότητας στη διαπαιδαγώγηση των πολιτών είναι η απουσία προτάσεως εναλλακτικής ταυτότητας που να είναι σε θέση να συνέχει την κοινωνία της ευνομούμενης πολιτείας όπως την συνέχει η εθνική ταυτότητα. Δεν διευκρινίζεται εν προκειμένω ποια ταυτότητα θα καλλιεργεί η ιστορία δια του διεθνιστικού σχολικού βιβλίου που φαίνεται να προωθούν διάφοροι ιστορικοί που ανήκουν στη συνομοταξία των λεγομένων «αποδομητών» της εθνικής ταυτότητας και του εθνικού κράτους.

Η αμφισβήτηση όμως της εθνικής ταυτότητας και η επιχείρηση να κατεδαφισθεί η εθνική ταυτότητα των Ελλήνων συνιστούν σοβαρό πολιτικό ζήτημα. Σε αντίθεση προς την ιστορία που καλλιεργείται και διδάσκεται στα πανεπιστήμια και που υπόκειται σε διορθωτικές αλλαγές με την ευθύνη των ιστορικών που διακονούν την Κλειώ στα πανεπιστήμια και σε άλλα ερευνητικά ιδρύματα, η Εθνική Ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία ανήκει στην ευθύνη της πολιτείας και των θεσμικών οργάνων της. Η εθνική ιστορία διδάσκεται προκειμένου να καλλιεργηθεί η εθνική ταυτότητα στους αυριανούς πολίτες, των οποίων η εθνική συνείδηση και θρησκευτική πίστη προστατεύονται από το Σύνταγμα της χώρας. Το περιεχόμενο λοιπόν της εθνικής ιστορίας και η δι’αυτού του περιεχομένου καλλιέργεια και προαγωγή της εθνικής ταυτότητας δεν είναι αντικείμενο συζητήσεως και αποφάσεως των Ιστορικών, αλλά πολιτικό ζήτημα, για το οποίο αποφασίζουν τα αρμόδια θεσμικά όργανα της πολιτείας. Οι Ιστορικοί μπορεί να είναι σύμβουλοι της πολιτείας, όταν συγγράφουν όμως βιβλία Ιστορίας για το Ελληνικό σχολείο, υποτάσσονται στις επιταγές του Συντάγματος, δεν έχουν το δικαίωμα της λαθραίας εισαγωγής περιεχομένου και ερμηνειών του ιστορικού παρελθόντος που αντιβαίνουν στα ρητά προστατευόμενα από το Σύνταγμα αγαθά, στην εθνική συνείδηση και τη θρησκευτική πίστη του κυρίαρχου λαού (άρθρο 16, παρ. 2).Τείνει ωστόσο να επικρατήσει η άποψη ότι, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η ειρήνη μεταξύ των διαφόρων λαών και χωρών, ιδίως μεταξύ των γειτονικών, είναι απαραίτητο να προβληθεί δια των σχολικών βιβλίων της Ιστορίας το παρελθόν των χωρών και των λαών απαλλαγμένο από διάφορα αρνητικά στερεότυπα και χαρακτηρισμούς μειωτικούς για τους γείτονες, καθώς και από στοιχεία που θεωρούνται ότι αναπαράγουν την καχυποψία και το μίσος μεταξύ των διαφόρων λαών, όπως αίτια προστριβών και συγκρούσεων και διάφορα δεινά. Πληθαίνουν οι διακρατικές επιτροπές για τον έλεγχο των βιβλίων, πληθαίνουν και τα σχολικά βιβλία με στόχο την καλλιέργεια της αγάπης προς την ειρήνη και την αποστροφή προς τον πόλεμο.

Για να εκτιμηθεί η δυνατότητα ή η σκοπιμότητα της χρήσεως της Ιστορίας για την προαγωγή φιλικών σχέσεων μεταξύ των γειτονικών λαών που μοιράσθηκαν στο παρελθόν τόπους και κοινές τύχες και εμπειρίες, χρειάζεται να υπομνησθεί ότι των φιλικών σχολικών βιβλίων Ιστορίας προς τους γείτονες συνήθως προηγούνται μακροχρόνιες και αδιατάρακτες φιλικές σχέσεις μεταξύ τους σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Τα φιλικά προς τους γείτονες σχολικά βιβλία Ιστορίας ασφαλώς ενισχύουν τις φιλικές σχέσεις σε πολιτικό επίπεδο, αλλά δεν τις υποκαθιστούν, ούτε είναι δυνατόν να τις υποκαταστήσουν. Τέτοιες προσδοκίες θα ήταν επικίνδυνες για την ασφάλεια των χωρών, αλλά και για την υπόθεση της ειρήνης σε μία περιοχή, όπου είναι ακόμη διακριτά κάποια βαθεία ρήγματα που σχηματίσθηκαν στο παρελθόν.

Εκτός όμως από τις επικίνδυνες αυτές προσδοκίες που μπορεί να εκθρέψει η άποψη που φαίνεται να διαμορφώνεται για τον ρόλο των σχολικών βιβλίων της Ιστορίας, είναι απαραίτητο να τεθεί το ζήτημα της χρήσεως της Ιστορίας γενικώς σε μια ευνομούμενη πολιτεία, προπαντός δε να διευκρινισθεί ότι η επιλογή θετικών στοιχείων από το ιστορικό παρελθόν προκειμένου να ικανοποιηθούν διάφορες πολιτικές ορθότητες δεν συνιστά Ιστορία, επειδή παρουσιάζει ορισμένες μόνο πλευρές της πολύπλευρης ιστορικής πραγματικότητας.

Πίσω από την τυραννία των πολιτικών ορθοτήτων ευρίσκονται, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι κοινωνικοί επιστήμονες, οι λεγόμενοι «μεταμοντερνιστές» ή «αποδομητές», οι οποίοι θεωρούν την Ιστορία, ιδίως δε την εθνική ιστορία, πρόξενο όλων των δεινών του κόσμου, αυτή δε η άποψη για την Ιστορία στηρίζεται στη καθόλα αφελή αλλά άρρητη άποψη ότι τους πολέμους προκαλούν και διεξάγουν ηγέτες και λαοί που δεν εκτιμούν την ειρήνη ούτε έχουν διαπαιδαγωγηθεί να εκτιμούν τα αγαθά της. Αυτοί λοιπόν οι κοινωνικοί επιστήμονες επιδιώκουν να «αποδομήσουν» το ιστορικό παρελθόν και να το καταστήσουν εργαλείο υπεύθυνο για την προαγωγή της ειρήνης στον κόσμο. Εχθρούς τους θεωρούν οι «αποδομητές» κοινωνικοί επιστήμονες τους παραδοσιακούς επιστήμονες που διακονούν την Κλειώ και επιδιώκουν να παρουσιάσουν το πολύπλευρο ιστορικό παρελθόν όσο πιο πιστά δύναται, με την πεποίθηση ότι κατ’αυτόν τον τρόπο εξυπηρετούν την αυτογνωσία και την ταυτότητα της κοινωνίας της οποίας αποτελούν μέλη.

Κατά βάθος, λοιπόν, η συζήτηση γίνεται, σε χώρες τουλάχιστον όπου οι πολιτικοί αφενός δεν ενδίδουν άκριτα και εύκολα σε εφήμερες πολιτικές ορθότητες, ούτε ανέχονται την τυραννία εκείνων που τις προωθούν, για την υπονόμευση ή όχι της Ιστορίας, ιδίως δε της εθνικής ιστορίας, ως οργάνου στη διάθεση της πολιτείας για τη διαμόρφωση πολιτών με την απαραίτητη αυτογνωσία και εθνική ταυτότητα, ώστε να αποτελούν διακριτή εθνική κοινότητα. Το ζήτημα, με άλλα λόγια, είναι κατά πόσον οι Έλληνες επιθυμούν να καλλιεργούν τη διακριτή εθνική τους ταυτότητα, την οποία καλλιεργούν τουλάχιστον τα τελευταία διακόσια χρόνια, ή θα ενδώσουν στον πειρασμό να ενστερνισθούν το όραμα του μεταμοντερνισμού για μια παγκόσμια κοινωνία χωρίς εθνικά κράτη και έθνη. Μπορεί εν τέλει οι Έλληνες να αποδεχτούν αυτές τις εισηγήσεις των «αποδομητών» του εθνικού κράτους των νεότερων χρόνων, αλλά αυτή η αποδοχή πρέπει να είναι προϊόν όχι λαθροχειρίας αλλά κατανοήσεως κατόπιν εις βάθος συζητήσεως όλων των δεδομένων, ιδίως δε των καλώς νοουμένων εθνικών συμφερόντων, της ειρήνης φυσικά, αλλά και της ασφάλειας της εθνικής επικράτειας, της εθνικής ταυτότητας και του πολιτισμού της χώρας. Αν αυτά δεν θεωρούνται πλέον καλώς νοούμενα εθνικά συμφέροντα, αλλά αντιθέτως προτιμηθεί η χωρίς εθνικά σύνορα Ελλάς, πολύγλωσση και πολύδοξη, ανοιχτή σε όλους τους γείτονες, πολυεθνική ή πολυπολιτισμική, όπως την οραματίζονται αρκετοί στη χώρα σήμερα, αυτή η μετάβαση θα πρέπει να συντελεσθεί εν γνώσει και με τη συναίνεση του λαού της, που εν τέλει θα πρέπει να έχει τον τελευταίο λόγο και να αποφασίσει για το μέλλον του.

Τα προϊόντα της αποδομητικής δράσεως, αυτά τα «εκλαϊκευτικά» βιβλία Ιστορίας, δεν είναι Ιστορία, με την καθιερωμένη έννοια, δεν απεικονίζουν το ιστορικό παρελθόν, εθνικό ή άλλο. Το ιστορικό παρελθόν είναι κατάστικτο από πολέμους, βαρβαρότητες, εθνικές και κοινωνικές προστριβές και συγκρούσεις, καταπιέσεις εθνοτήτων από άλλες εθνότητες, καθώς και από περιόδους ειρήνης και συνεργασίας. Αυτές οι πλευρές του ιστορικού παρελθόντος, σκοτεινές και ζοφερές πολλές, προϊόντα όλες των ανθρωπίνων αποφάσεων, διαμόρφωσαν τους σημερινούς λαούς, οι οποίοι διακρίνονται μεταξύ τους από τη γλώσσα ή τις γλώσσες που μιλούν, από το θρήσκευμα ή τα θρησκεύματα που πρεσβεύουν, από τις παραδόσεις και την ταυτότητά τους, από την εθνική τους ιστορία· ιστορία η οποία είναι ακόμη χρήσιμη στη διαμόρφωση των σύγχρονων πολιτειών.

Θα σπεύσουν ίσως οι στρατευμένοι στον αποδομισμό, ως άλλοι «χάσκακες» του Έθνους -όπως χαρακτήριζε ο Μανουήλ Γεδεών τους αρνητές της καθ’ημάς Ανατολής την εποχή των μεγάλων πολιτικών και κοινωνικών αναστατώσεων (1789-1815)- να καταγγείλουν τις παρατηρήσεις αυτές ως άλλη μια απόπειρα του συντηρητικού «νεοαναθεωρητισμού» που επιχειρείται, υποτίθεται. Ας μην ανησυχούν· η ηγεμονία της διεθνιστικής «cabale» που ορίζει και νέμεται τις εθνικές ευαισθησίες των Ελλήνων, τουλάχιστον από τη Μεταπολίτευση και εξής, είναι μάλλον ασφαλής και αδιαφιλονίκητη, προς το παρόν τουλάχιστον. Στην Ελλάδα οι διάφορες πολιτικές ορθότητες φθίνουν και αποσύρονται με καθυστέρηση τουλάχιστον μιας δεκαετίας.

Θα ξενίσουν ίσως αυτές οι παρατηρήσεις και εκείνους που πιστεύουν πως η λεγόμενη πολυπολιτισμική κοινωνία είναι αναπόδραστη, επειδή αντιπροσωπεύει την πρόοδο, υποτίθεται, που αντιπαρατίθεται στις συντηρητικές επιλογές. Το εθνικό κράτος, ωστόσο ούτε συντηρητική επιλογή αποτελεί ούτε φαίνεται τόσο ευάλωτο όσο πιστεύουν οι αντίπαλοί του. Ανέτρεψε εκ θεμελίων πολυπολιτισμικά πολιτικά μορφώματα στο παρελθόν και εξασφάλισε στους πολίτες του κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητη προαγωγή του εθνικού πολιτισμού, της ευημερίας και της αξιοπρέπειάς των, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου μάλιστα.

Η πολυπολιτισμική κοινωνία, την οποία στηρίζουν υποτίθεται οι τρέχουσες πολιτικές ορθότητες, δεν είναι ούτε «νέα» ούτε «προοδευτική». Υπήρξαν στο παρελθόν τέτοιες πολυπολιτισμικές κοινωνίες στο πλαίσιο πολυεθνικών αυτοκρατοριών, δεν τις ανακάλυψαν οι επίδοξοι αποδομητές της εθνικής ταυτότητας. Δεν είναι εξάλλου βέβαιο ότι η πολυπολιτισμική κοινωνία υπηρετεί πάντοτε την ειρήνη και τη συνεργασία μεταξύ των διαφόρων πολιτισμικών ενοτήτων αφού μπορεί να οδηγήσει στην περιχαράκωση διακριτών αλλά ανίσχυρων κοινοτήτων.

Johann Heinrich Tischbein, Die Muse Klio (Die neun Musen), 1780, Museumslandschaft Hessen Kassel.

Πριν να δώσει τη θέση της σε κάποιας μορφής πολυπολιτισμική κοινωνία, η κοινωνία που σχηματίσθηκε στο πλαίσιο του Ελληνικού εθνικού κράτους με την ενσωμάτωση και την αφομοίωση ετερόγλωσσων κοινοτήτων σε μια ομοιογενή γλωσσική εθνική κοινότητα, ανεκτική στις διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις των πολιτών, θα πρέπει να στηριχθεί περαιτέρω με την ενίσχυση και την κατοχύρωση του σεβασμού προς τις διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου. Ο κατακερματισμός της κοινωνίας σε γλωσσικές κοινότητες δεν υπηρετεί την κοινωνική συνοχή που είναι απαραίτητη για την προαγωγή της ευημερίας όλων των μελών της κοινωνίας, αντιθέτως ευνοεί τον ανταγωνισμό, τις προστριβές και τις συγκρούσεις και εν τέλει, την υποταγή των ανίσχυρων γλωσσικών ή άλλων κοινοτήτων στην ισχυρότερη ή τις ισχυρότερες. Η κατακερματισμένη κοινωνία μπορεί να ευνοήσει και το φασισμό.

Στην ελληνική «πραγματικότητα», η πολυπολιτισμική κοινωνία που επαγγέλονται οι αποδομητές του ομοιογενούς εθνικού κράτους θα είχε ως πιθανές συνέπειες διάφορες αποσχιστικές κινήσεις. Οι καιροσκόποι δεν λείπουν, όπως επίσης δεν λείπουν και εκείνοι που έχουν συμφέρον να υποκινούν τους κατά καιρούς καιροσκόπους. Η ιστορία της Ελλάδος των τελευταίων εκατόν πενήντα χρόνων βρίθει τέτοιων καιροσκοπικών επιχειρήσεων, οι οποίες μόνον προβλήματα δημιουργούσαν στο σύνολο των Ελλήνων. Εν όψει της εξάρσεως του εθνικισμού στις όμορες χώρες, θα ήταν τραγικό για την ασφάλεια της ελληνικής εθνικής επικρατείας να παραδοθεί το ελληνικό εθνικό κράτος στις αφελείς, στην καλύτερη περίπτωση, επιδιώξεις μιας “cabale” ανιστόρητων και ανελλήνιστων νομέων της εθνικής ευαισθησίας, η οποία τείνει να επιβάλει καθεστώς ιδεολογικής τρομοκρατίας στην ελληνική πνευματική και πολιτική ηγεσία.

Το παρόν ομοιογενές εθνικό κράτος των Ελλήνων υπήρξε προϊόν εθνικής πολιτικής δύο και πλέον αιώνων, από την εποχή του Ρήγα Βελεστινλή και του Αδαμάντιου Κοραή, με κορυφαίο «αρχιτέκτονα» του σύγχρονου Ελληνικού έθνους τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο. Αν κριθεί από την πνευματική και πολιτική ηγεσία της χώρας ότι η ομοιογενής πολιτιστική κοινότητα και ταυτότητα του σύγχρονου Ελληνικού έθνους πρέπει να εγκαταλειφθεί και στη θέση της να ανεγερθεί ένα νέο εθνικό οικοδόμημα, πολυπολιτισμικό και χωρίς κυρίαρχη εθνική κοινότητα, όπως την όρισαν αυτοί οι πατέρες του έθνους, είναι ανάγκη επιτακτική η έγερση της νέας εθνικής κοινότητας να μην αφεθεί αβασάνιστα σε αφελείς μάλλον αρχιτέκτονες που φιλοδοξούν να στήσουν στη θέση του ένα οικοδόμημα άδηλης ακόμη μορφής, δομής ή λειτουργικότητας.

 

Ο Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος είναι Ομότιμος Καθηγητής της Ιστορίας των Νεωτέρων Χρόνων του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Στο παρελθόν έχει διατελέσει επίσης Επισκέπτης Καθηγητής στα Πανεπιστήμια του Κολούμπια και της Οξφόρδης. Συμμετείχε σε επιστημονικές επιτροπές για θέματα ιστορικής έρευνας, όπως στο Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (του οποίου υπήρξε αντιπρόεδρος), στο Κέντρο Μακεδονικής Ιστορίας και Τεκμηριώσεως του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών και στο Επιστημονικό Συμβούλιο και το εκδοτικό τμήμα του Ινστιτούτου Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής.

 

Wilhelm Deist: Το “Εσωτερικό Μέτωπο” στη Γερμανία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

 Wilhelm Deist

Το “Εσωτερικό Μέτωπο” στη Γερμανία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

 

Κληθείς να αντιμετωπίσει, τον Ιούλιο του 1914, την προοπτική ενός γενικευμένου πολέμου στην Ευρώπη, ο Γερμανός καγκελάριος Theobald von Bethmann Hollweg ήταν πεπεισμένος πως η εθνική συνοχή και ενότητα αποτελούσαν τη θεμελιώδη προϋπόθεση για έναν νικηφόρο στρατιωτικό αγώνα. Ωστόσο, επρόκειτο για μια μάλλον τολμηρή εκτίμηση, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η γερμανική κοινωνία ήταν βαθιά διχασμένη από πολιτικής απόψεως. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο εργατικό κίνημα και το υπόλοιπο έθνος, είχε γνωρίσει ένα σημείο κορύφωσης το 1912, όταν το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα απόκτησε την πλειοψηφία των εδρών στο Κοινοβούλιο. Παρά ταύτα, μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης, κυρίως δε το συντηρητικό κατεστημένο, εξακολουθούσε να θεωρεί τα μέλη του κόμματος ως εσωτερικό εχθρό (Reichsfeinde). Οι βουλευτικές εκλογές του 1912 πυροδότησαν ένα κλίμα έντασης, σε μια στιγμή, μάλιστα, που η θέση της χώρας στο διεθνές στερέωμα ήταν αβέβαιη.¹

Αλλά και η κατάσταση στους κόλπους του στρατεύματος, εγγυητή του ισχύοντος καθεστώτος, ήταν έκρυθμη, εξαιτίας της περίφημης υπόθεσης Zabern, όταν, το 1913, στην ομώνυμη κωμόπολη της ευρισκόμενης υπό γερμανική κατοχή Αλσατίας και Λωρραίνης, η φρουρά αντέδρασε σε διαμαρτυρίες της τοπικής κοινής γνώμης με προσφυγή σε χρήση πρωτοφανούς βίας σε βάρος της τελευταίας, αγνοώντας επιδεικτικά τους υπάρχοντες θεσμούς, καθώς και τις αρμοδιότητες της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας.²

Κι όμως, τον Ιούλιο του 1914, ο Bethmann Hollweg δικαιώθηκε. Χάρη στη γενική επιστράτευση, την οποία διέταξε ο τσάρος στις 30 Ιουλίου, η Ρωσία αντιμετωπίστηκε ως ο επιτιθέμενος εναντίον του οποίου η Γερμανία όφειλε να αμυνθεί.³ Αξιοποίησε, μάλιστα, την ευκαιρία, δίνοντας εντολή προς τον υπουργό Εσωτερικών, Clemens von Delbrück, και προς τον υπουργό Στρατιωτικών της Πρωσίας, Erich von Falkenhayn, να αποφύγουν να εφαρμόσουν τα ήδη επιμελώς σχεδιασμένα μέτρα έκτακτης ανάγκης ενάντια στα μέλη του Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Κόμματος και των εργατικών συνδικάτων. Στις 25 Ιουλίου, ο Falkenhayn διέταξε τους κατά τόπους στρατιωτικούς διοικητές να μη στραφούν κατά της ηγεσίας των πολιτικών κομμάτων ούτε και κατά του Τύπου σε περίπτωση επιβολής καθεστώτος έκτακτης ανάγκης.⁴ Με δεδομένες τις έκρυθμες σχέσεις, ήδη από το 1890, ανάμεσα στο στρατιωτικό κατεστημένο και το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα, επρόκειτο για μια μάλλον αναπάντεχη εξέλιξη. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, λειτουργούσε ως προπομπός για μια σειρά πετυχημένων διαπραγματεύσεων ανάμεσα στον καγκελάριο και τους εκπροσώπους του παραπάνω κόμματος. Μόνο έτσι φάνταζε εφικτή η υπερψήφιση στο Ράιχσταγκ των πολεμικών κονδυλίων, γεγονός, το οποίο έλαβε χώρα δίχως προβλήματα και κραδασμούς στις 4 Αυγούστου.⁵

Ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄.
Theobald von Bethmann Hollweg.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ως ενίσχυση ακολούθησε και μια δημόσια τοποθέτηση του αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β΄, που δήλωσε πως δεν υπήρχαν πολιτικά κόμματα παρά μόνο Γερμανοί. Κατόπιν τούτου, το όραμα του Bethman Hollweg περί εθνικής ενότητας υιοθετήθηκε ως άξονας του πολιτικού προγραμματισμού, ειδικότερα σε ό,τι αφορούσε τις σχέσεις ανάμεσα στην εκτελεστική εξουσία και τα κόμματα. Από τη δική τους πλευρά, ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, Helmuth von Moltke καθώς και ο υπουργός Στρατιωτικών της Πρωσίας, έσπευσαν να υιοθετήσουν δημόσια τις παραπάνω θέσεις, οι οποίες παρέμειναν γνωστές με την προσωνυμία “πολιτική εκεχειρία εν καιρώ πολέμου”. Ειδικότερα ο πρώτος, δήλωσε πως η εθνική ομοψυχία ήταν πρώτιστης σημασίας για την εν γένει διαχείριση του πολέμου, καθιστώντας σαφές ότι δεν θα ανεχόταν ούτε ένα περιστατικό απόκλισης από αυτήν.⁶

Με ποιό τρόπο εκλάμβανε, άραγε, το πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο την έννοια του όρου “πολιτική εκεχειρία”; Τόσο ο Bethmann Hollweg όσο και ο Moltke, ήταν πεπεισμένοι ήδη από τον Ιούλιο, πως ο συγκεκριμένος πόλεμος θα ήταν φορέας ριζικών πολιτικών ανακατατάξεων.⁷ Ως εκ τούτου, η αντίληψη περί “πολιτικής εκεχειρίας” δεν ήταν δυνατό να λειτουργήσει ως απάντηση σε μια αναμενόμενη πρόκληση του είδους αυτού. Δεν ήταν τίποτα παραπάνω από την πολιτική εξίσωση ενός πολέμου σύντομης διάρκειας. Εάν αναζητεί κανείς κάποιο πρόγραμμα πολιτικών μεταρρυθμίσεων, που να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις του πολέμου, θα πρέπει να στρέψει την προσοχή του προς τη δήλωση του Bethmann Hollweg περί “πολιτικής νέου προσανατολισμού”, νεφελώδη και αόριστη ως προς το περιεχόμενό της, μια αβέβαιη και αμήχανη υπόσχεση για το μέλλον.⁸  Όσο δε για την “πολιτική εκεχειρία”, είναι σαφές πως δεν έγινε αποδεκτή από τους κύκλους της άκρας αριστεράς και της άκρας δεξιάς. Μάλιστα, μια από τις διαφορές ανάμεσα στους δυο παραπάνω χώρους οφείλει να επισημανθεί πάραυτα: Η ριζοσπαστική αριστερά υπήρξε αντικείμενο στενής παρακολούθησης από τις κατά τόπους στρατιωτικές αρχές, οι οποίες και κατέστειλαν κάθε προσπάθεια πολιτικής έκφρασης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δράση, που ανέπτυξε μέσα στον χειμώνα του 1914 προς 1915 ο στρατιωτικός διοικητής του κρατιδίου της Βυρτεμβέργης ενάντια στη ριζοσπαστική αριστερά και τις οργανώσεις νεολαίας της τελευταίας.⁹

Βερολίνο, 29 Ιουλίου 1914. Ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄ απευθύνεται προς το πλήθος από τον εξώστη των ανακτόρων

Σε αντιδιαστολή με την άκρα αριστερά, ο χώρος της δεξιάς, ακόμη και αν διαφωνούσε με την “πολιτική εκεχειρία” του καγκελαρίου, διατηρούσε καλές σχέσεις με το πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο. Θεωρούσε το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα ως αναξιόπιστο και ασκούσε πίεση για υπέρμετρες πολεμικές διεκδικήσεις.¹º Ο Bethmann Hollweg ήταν υποχρεωμένος να τον υπολογίζει, εξαιτίας των διασυνδέσεών του με υψηλά ιστάμενα στελέχη και οικονομικούς παράγοντες. Η άρνηση του καγκελαρίου να αντλήσει διδάγματα από την εύθραυστη στρατιωτική συγκυρία των μηνών Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου 1914 οφειλόταν εν μέρει στην ανερχόμενη πολιτική επιροή της άκρας δεξιάς. Ο αγώνας του να εφαρμόσει περισσότερο στιβαρή λογοκρισία κατά των “ακραίων” δημοσιευμάτων περί τα τέλη του 1914, αποκαλύπτει τον βαθμό εξάρτησής του από τις κατά τόπους στρατιωτικές διοικήσεις.¹¹ Ως συνέπεια της διάλυσης της ψευδαίσθησης περί πολέμου μικρής διαρκείας και των υπέρμετρων πολεμικών διεκδικήσεων που τη συνόδευαν, η “πολιτική εκεχειρία” μετεξελίχθηκε σε κούφιο σύνθημα ήδη από το τέλος του 1914.

The German Home Front Part 1

 

Ο γερμανικός λαός (στρατιώτες και άμαχοι) εξήλθαν στον πόλεμο με ενθουσιασμό (αν και όχι παντού), πεπεισμένοι ότι θα διεξήγαγαν έναν αμυντικό, δίκαιο και σύντομο αγώνα, ο οποίος, επιπρόσθετα, θα ολοκληρωνόταν με την επικράτηση της Γερμανίας.¹² Υπό αυτή την οπτική, η εθνική ομοψυχία έδειχνε πως είχε επιτευχθεί. Οι πρώτοι κραδασμοί προέκυψαν από την ίδια την πραγματικότητα του πολέμου και τη στασιμότητα των επιχειρήσεων στο δυτικό μέτωπο το φθινόπωρο του 1914. Στις 14 Νοεμβρίου, ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου ενημέρωσε τον αυτοκράτορα ότι τα αποθέματα πυρομαχικών του πυροβολικού επαρκούσαν για τέσσερις, μόνο, ημέρες. Λίγο αργότερα, πληροφόρησε και τον καγκελάριο πως ο στρατός είχε απωλέσει το επιθετικό του πνεύμα, ομολογώντας ότι κάτω από παρόμοιες συνθήκες, μια επικράτηση σε βάρος του αντιπάλου φάνταζε αδύνατη. Αιτήθηκε την ενεργοποίηση μιας διπλωματικής διαδικασίας με αντικειμενικό στόχο τη συνομολόγηση χωριστής ειρήνης με τη Ρωσία. Ειδάλλως, μοναδική εναλλακτική λύση ήταν η διεξαγωγή ενός πολέμου φθοράς, ικανού να φέρει τα δυο αντιμαχόμενα συμμαχικά στρατόπεδα στα όρια της εξάντλησης, δίχως, ωστόσο, να εγγυάται την τελική στρατιωτική επικράτηση.¹³ Δυστυχώς, ούτε ο καγκελάριος ούτε το στρατιωτικό κατεστημένο πείστηκαν από τη ρεαλιστική αποτίμηση της κατάστασης, στον οποία ο Falkenhayn είχε προβεί. Ωστόσο, η πρωτοβουλία του αρχηγού του επιτελείου γνώρισε μια αναπάντεχη αντανάκλαση στο δυτικό μέτωπο. Εκεί, η αλλαγή σε ό,τι αφορούσε την συναισθηματική πρόσληψη του πολέμου, εκδηλώθηκε μέσω μιας πρωτοφανούς και αυθόρμητης Χριστουγεννιάτικης εκεχειρίας κατά μήκος, πρωτίστως, του αγγλογερμανικού μετώπου.¹⁴ Η παραπάνω αλλαγή διάθεσης, ενεργοποίησε στο εσωτερικό της χώρας μια δημόσια συζήτηση γύρω από τις επεκτατικές πολεμικές διεκδικήσεις, την οποία, ο καγκελάριος Bethmann Hollweg επιχείρησε δίχως ιδιαίτερη επιτυχία να αποτρέψει.        

Βερολίνο, Αύγουστος 1914. Η αναχώρηση για το μέτωπο.

Όμως, η εν γένει ψυχολογική κατάσταση στα μετόπισθεν, έτσι τουλάχιστον όπως άρχισε να διαμορφώνεται εντός του 1915, δεν ήταν απόρροια της πολιτικής προπαγάνδας, αλλά μιας άλλης πικρής συνέπειας του πολέμου: εκείνης του ολοένα και περισσότερο ασφυκτικού συμμαχικού ναυτικού αποκλεισμού. Καθώς, μάλιστα, η γερμανική οικονομία δεν ήταν αυτάρκης σε αγροτικά προϊόντα, τα αποτελέσματα του τελευταίου έγιναν ταχύτατα αισθητά με την έλλειψη βασικών ειδών και τη συνακόλουθη αύξηση των τιμών. Ως αντίμετρο, οι αρχές επέβαλαν ανώτατα όρια στις τιμές, με αποτέλεσμα είτε τη στροφή προς παραγωγή προϊόντων, τα οποία δεν ενέπιπταν για την ώρα στην παραπάνω κατηγορία, είτε, το απλούστερο όλων, τη στροφή προς τη μαύρη αγορά. Η κατάσταση επιδεινώθηκε και εξαιτίας της απουσίας κάποιου ισχυρού κρατικού φορέα, ικανού να περιορίσει τις ανισότητες και τις παρατυπίες του συστήματος διανομής τροφίμων. Το συνεχώς υποβαθμιζόμενο επίπεδο ζωής των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων μοιραία επηρέασε τη στάση των τελευταίων έναντι του πολέμου.¹⁵

Δελτίο διανομής άρτου στο Βερολίνο, τον Ιανουάριο του 1916.

Την ίδια ακριβώς εποχή, η κίνηση υπέρ των πολεμικών διεκδικήσεων, γνώρισε έναν νέο γύρο  υπέρμετρης δημόσιας προβολής και πολλαπλασιασμού των σχετικών δηλώσεων και δημοσιευμάτων. Η πολιτική του καγκελαρίου ήταν εγκλωβισμένη ανάμεσα στις συμπληγάδες των ακροδεξιών οπαδών των μαξιμαλιστικών πολεμικών διεκδικήσεων αφενός και των απαιτήσεων του αριστερού και του κεντρώου χώρου αφετέρου, που απέρρεαν από τη χαοτική κατάσταση της τροφοδοσίας του πληθυσμού σε τρόφιμα. Η μέχρι τότε “πολιτική εκεχειρία”, η οποία είχε ως άξονα την άσκηση της εξουσίας δίχως πολλές αντικρουόμενες παρεμβάσεις εκ μέρους των κομμάτων, υποκαταστάθηκε από μια πολιτική διαμεσολάβησης ανάμεσα σε δυο πλήρως ανταγωνιστικές αντιλήψεις των κυρίων πολιτικών δυνάμεων της χώρας. Το όραμα περί εθνικής ενότητας εν καιρώ πολέμου είχε εξαερωθεί.

Αν και η κακή κατάσταση στο δυτικό μέτωπο ήταν αναστρέψιμη διαρκούντος του 1915, το εν γένει κλίμα στα μετόπισθεν επιδεινώθηκε, εξαναγκάζοντας τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές να υιοθετήσουν προληπτικά μέτρα, προκειμένου να αποσοβηθούν εξεγέρσεις στα μεγάλα και μεσαία αστικά κέντρα. Ο Τύπος εξαναγκάστηκε από τις υπηρεσίες λογοκρισίας να αποσιωπήσει γεγονότα του είδους αυτού, τα οποία εκδηλώθηκαν τον Νοέμβριο του 1915, στο Βερολίνο, στη Δρέσδη και στη Λειψία. Οι Σύμμαχοι, από τη δική τους πλευρά, χρησιμοποίησαν τις παραπάνω έκρυθμες καταστάσεις ως αιχμή του δόρατος της προπαγάνδας τους στο δυτικό μέτωπο.¹⁶

Υποβαθμίζοντας την πραγματικότητα και συνειδητοποιώντας την αδύναμη και αναποτελεσματική θέση του στην κρατική δομή εξουσίας, ο καγκελάριος εξακολουθούσε να πιστεύει ενδόμυχα στις δυνατότητες της “πολιτικής εκεχειρίας”. Αντλούσε αισιοδοξία από το γεγονός της αξιοθαύμαστης προσαρμογής των Σοσιαλδημοκρατών στην εθνική πολεμική προσπάθεια, παρόλη την εμμονή των οπαδών των πολεμικών διεκδικήσεων να εξασφαλίσουν ολοένα και μεγαλύτερη δημοσιότητα για τον εαυτό και τις θέσεις τους.¹⁷

The German Home Front Part 2

Με την είσοδο του 1916, οι στρατιωτικές αρχές παραδέχτηκαν πως κάτι έπρεπε να γίνει σχετικά με την διαρκώς αυξανόμενη δυσαρέσκεια σημαντικού τμήματος της κοινής γνώμης. Διαφορετικά εγκυμονούσε θανάσιμος κίνδυνος σε βάρος του ηθικού των μονάδων, που μάχονταν στην πρώτη γραμμή του μετώπου.  Συγκεκριμένα, επιδόθηκαν σε αναζήτηση αντιμέτρων, ικανών να εκτονώσουν την όλη ένταση.  Για την επίτευξη του στόχου ήταν απαραίτητη η καλλιέργεια κάποιου είδους προπαγάνδας. Έτσι, όμως, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, αποδείχτηκε πως μια τέτοια προπαγάνδα ήταν αδύνατο να λειτουργήσει ως υποκατάστατο του ανύπαρκτου προγράμματος πολιτικών μεταρρυθμίσεων. Το υπουργείο Στρατιωτικών της Βαυαρίας υπήρξε το πρώτο κατά σειρά, που επισήμανε ότι η γενική δυσφορία εξαιτίας των ελλείψεων σε επίπεδο επισιτισμού, η διογκούμενη αντιπαράθεση της υπαίθρου με τα αστικά κέντρα, τέλος, ορισμένα περιστατικά εξεγέρσεων, τα οποία είχαν εκδηλωθεί στη βόρειο Γερμανία, απειλούσαν πλέον απροκάλυπτα την πολεμική προσπάθεια της χώρας στο σύνολό της.¹⁸  Επικέντρωνε την εκτίμησή του στις αρνητικές συνέπειες της περιγραφής της κατάστασης, έτσι όπως αυτή διατυπωνόταν στις ιδιωτικές επιστολές συγγενών με αποδέκτες τους στρατιώτες της πρώτης γραμμής. Εισηγήθηκε την καταπολέμηση με κάθε τρόπο (π.χ. μέσω συστηματικής προπαγάνδας για την καταπολέμηση της πείνας) της κόπωσης εξαιτίας της παράτασης του πολέμου και των αναδυομένων τάσεων υπέρ της ειρήνης. Ως έμμεσα εργαλεία της παραπάνω προπαγάνδας εισηγήθηκε να αξιοποιηθούν οι τοπικές αρχές, ο κλήρος, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και διάφοροι ιδιωτικοί φορείς. Ήταν προτιμότερο να αποφευχθεί, προς το παρόν, η εμπλοκή της κεντρικής εξουσίας.

Εν συνεχεία, τη σκυτάλη πήραν τα υπουργεία Στρατιωτικών της Πρωσίας και της Βυρτεμβέργης.¹⁹ Το αποτέλεσμα ήταν να οργανωθεί και να εξαπολυθεί σε ολόκληρη την επικράτεια μια προπαγάνδα με κεντρικό σύνθημα τη λέξη “Αντέχουμε”.²º Συντονιστής της όλης προσπάθειας ανέλαβε το νεοϊδρυθέν ακριβώς για τον σκοπό αυτό Γραφείο Τύπου Πολέμου (Kriegspresseamt), το οποίο και παρήγαγε έναν τεράστιο όγκο προπαγανδιστικού υλικού.²¹ Αν και ο φορέας είχε αναπτύξει δράση εντός περιοχών, που υπάγονταν στη στρατιωτική δικαιοδοσία, το υπουργείο Στρατιωτικών απέφυγε να εμπλακεί άμεσα, παρακολουθώντας την οργάνωση της εκστρατείας από απόσταση. Συνειδητοποιώντας την ανάγκη να προσεταιριστεί το εργατικό κίνημα, έστειλε οδηγίες προς τους κατά τόπους στρατιωτικούς διοικητές να επιτρέψουν εκδηλώσεις του Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Κόμματος με αντικείμενο τον επισιτισμό της χώρας. Παρά την ανοχή, η εγρήγορση των αρχών βρισκόταν στο έπακρο. Στόχος ήταν να αποφευχθούν απεργίες, εξεγέρσεις και έκτροπα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ανοχή, την οποία επιδείκνυαν, λειτουργούσε ως βαλβίδα εκτόνωσης της έντασης. Ήταν, ωστόσο, αποφασισμένες να καταστείλουν με κάθε μέσο τις όποιες αντιδράσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς.²²

Είναι γεγονός πως καταγράφηκαν επιτυχίες στο πλαίσιο της παραπάνω προπαγανδιστικής εκστρατείας. Σε γενικές γραμμές, όμως, η προσπάθεια απέτυχε, από τη στιγμή που δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του επισιτισμού και της συνακόλουθης αισχροκέρδειας. Οι μηνιαίες εκθέσεις των στρατιωτικών διοικήσεων το καλοκαίρι του 1916, επισήμαιναν πως η γενική ψυχολογία του μεγαλύτερου τμήματος του πληθυσμού ήταν ολοκληρωτικά συνυφασμένη με την επάρκεια και τη διάθεση των τροφίμων. Σε αυτό το πρόβλημα πρέπει να προστεθεί και εκείνο της αδυναμίας των επιφορτισμένων με τη διανομή φορέων να εκπληρώσουν ισότιμα και δίκαια την αποστολή τους.  Σύμφωνα με τις εκθέσεις της στρατιωτικής διοίκησης της Ρηνανίας (περιοχής κατεξοχήν βιομηχανικής), οι εργάτες, ανάλογα με τον τόπο εργασίας τους, ήταν δυνατό να λάβουν διπλή μερίδα ή ακόμα και καθόλου τροφή.²³ Επρόκειτο για μια κατάσταση, η οποία εξώθησε τον πληθυσμό, ειδικότερα τον γυναικείο, σε δημόσιες διαμαρτυρίες, κάτι που ερμηνεύτηκε ως κακός οιωνός για το μέλλον. Η αδυναμία του κρατικού μηχανισμού να ανταποκριθεί διατηρήθηκε έως το πέρας του πολέμου. Οφειλόταν κατά κύριο λόγο στο καθεστώς κατάστασης πολιορκίας και στην εν γένει συμπεριφορά των στρατιωτικών διοικήσεων.²⁴

Διανομή σούπας στο Βερολίνο του 1916.

Ενόσω μαίνονταν οι μάχες του Verdun και του Somme, ένας άλλος παράγων συνέβαλε στη δημιουργία έκρυθμου κλίματος στο εσωτερικό. Η δεξιά αντιπολίτευση στην πολιτική του καγκελαρίου, δηλαδή οι ακραίοι οπαδοί των μαξιμαλιστικών πολεμικών διεκδικήσεων, υπέσκαψαν συστηματικά τη θέση του Bethmann Hollweg, απευθυνόμενοι τόσο προς τα ανώτατα κλιμάκια όσο και προς την κοινή γνώμη. Τον Αύγουστο του 1916, το υπουργείο Στρατιωτικών της Βαυαρίας ενημέρωσε τους κατά τόπους στρατιωτικούς διοικητές του κρατιδίου για την ύπαρξη μιας ευρέως διαδεδομένης και ισχυρής κίνησης σε βάρος του καγκελαρίου (Kanzlersturzbewegung).Το ίδιο το υπουργείο χαρακτήριζε την τελευταία ως ανεύθυνη, επιβλαβή και επικίνδυνη για τη δημόσια ασφάλεια.²⁵ O Bethmann Hollweg επέζησε της συνωμοσίας επειδή επέλεξε να συνταχθεί με το μέρος των δυο ηρώων του ανατολικού μετώπου: των στρατηγών Hindenburg και Ludendorff.

Η τοποθέτηση των δυο στρατηγών επικεφαλής της 3ης Ανωτάτης Στρατιωτικής Διοίκησης (Oberste Heeresleitung η 1η ήταν υπό τη διοίκηση του Moltke μεταξύ των ετών 1906-1914, η 2η υπό τον Falkenhayn μεταξύ των ετών 1914-1916), αποτελούσε μια επιπλέον ένδειξη ότι ο πόλεμος είχε εισέλθει σε μια νέα φάση.²⁶ Από τον πρώτο κιόλας μήνα ήταν σαφές πως η 3η ΑΣΔ προσέβλεπε σε μια γενική κινητοποίηση του εναπομείναντος ανθρώπινου, υλικού και ηθικού δυναμικού σε μια μεγαλειώδη πολεμική προσπάθεια. Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, το επωνομαζόμενο “πρόγραμμα Hindenburg” από κοινού με τη νομική υπηρεσία της 3ης ΑΣΔ, σκόπευαν να άρουν τη λογοκρισία σε ότι σχετιζόταν με τις πολεμικές διεκδικήσεις.²⁷ Το όλο θέμα αποτελούσε αντικείμενο εκτενών συζητήσεων και προβληματισμών ήδη από την αρχή του πολέμου. Τότε, οι Bethmann Hollweg και Falkenhayn είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μια άρση του είδους αυτού, όχι μόνο θα δίχαζε τον γερμανικό λαό, αλλά θα επέφερε αρνητικές συνέπειες και ως προς την εν γένει διαχείριση του πολέμου. Ως εκ τούτου, η απόφαση, αργότερα, του Ludendorff και των επιτελών του Walter Nicolai και Max Bauer²⁸ να προχωρήσουν στην άρση της λογοκρισίας για τις πολεμικές διεκδικήσεις σηματοδοτεί μια σημαντική πολιτική μεταστροφή. Οι συνέπειες ήταν εμφανείς ευθύς εξαρχής. Η 3η ΑΣΔ έπαιρνε θέση υπέρ των πολιτικών αντιπάλων του καγκελαρίου, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος είχε υποστηρίξει με σθένος τον διορισμό του διοικητή της. Η νέα στρατιωτική ηγεσία είχε ουσιαστικά απεμπολήσει κάθε προσπάθεια διατήρησης της εθνικής ενότητας, έτσι όπως την επαγγελόταν η “πολιτική εκεχειρία”, σε μια στιγμή, μάλιστα, που η τραγική κατάσταση του επισιτισμού αδυνατούσε να εξασφαλίσει λαϊκό έρεισμα προς όφελος των πολεμικών διεκδικήσεων. Ακόμα χειρότερα, η παραπάνω στοφή έλαβε χώρα υπό το πρίσμα των φθοροποιών αναμετρήσεων του Verdun και του Somme.

Paul von Hindenburg και Erich Ludendorff.

Τον Φεβρουάριο του 1916, ο υπουργός Στρατιωτικών της Βαυαρίας, ο οποίος δεν είχε πάψει ούτε στιγμή να επιδίδεται στην οργάνωση της προπαγάνδας εντός του συγκεκριμένου κρατιδίου, σε μια αποκαλυπτική του επιστολή προς τους διοικητές των Βαυαρικών μονάδων στο μέτωπο, ενημέρωνε τους τελευταίους περί ύπαρξης επαρκών αποδείξεων, σύμφωνα με τις οποίες το ηθικό χωριών ολόκληρων δηλητηριαζόταν από καταγγελίες στρατιωτών για καταχρηστική συμπεριφορά των αξιωματικών σε βάρος τους.²⁹ Ο Βαυαρός υπουργός εφιστούσε την προσοχή των υφισταμένων του, προτρέποντάς τους να καλλιεργήσουν τις πολύτιμες σχέσεις με τους στρατιώτες, εν ανάγκη δε, να πράξουν ό,τι δυνατό, προκειμένου να τις περιφρουρήσουν. Για πρώτη φορά αναγνωριζόταν επίσημα ένα φαινόμενο, που διαμόρφωνε σε μεγάλο ποσοστό το όλο κλίμα στα μετόπισθεν με σημαντικές συνέπειες εξαιτίας της αδυναμίας των αρχών να καταπολεμήσουν τις καταβολές και τα αίτιά του. Πόσο μάλλον, που επρόκειτο για ένα φαινόμενο, το οποίο διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην ήττα του 1918.³º Οι προβληματικές σχέσεις ανάμεσα στους αξιωματικούς και τους απλούς στρατιώτες πήγαζαν, αναμφίβολα, από τη στασιμότητα των επιχειρήσεων, που επιδείνωνε εκ των πραγμάτων την αντίθεση ως προς τον τρόπο ζωής μεταξύ πρώτης και δεύτερης γραμμής του μετώπου, με άλλα λόγια, μεταξύ των μαχητών των χαρακωμάτων και του συνόλου του επιτελικού μηχανισμού, λίγα χιλιόμετρα πιο πίσω.³¹ Αντιστρόφως ανάλογα, ο απόηχος της κοινωνικής δυσφορίας, προσέλαβε καταλυτικές διαστάσεις στην πρώτη γραμμή κατά τα έτη 1917 και 1918. Αλάθητα σημάδια υπήρχαν, όμως, ήδη από το 1916. Τον Μάϊο του ιδίου έτους, το ποίμνιο της προτεσταντικής εκκλησίας του κρατιδίου της Βυρτεμβέργης³² προβληματιζόταν ως προς τις προοπτικές μιας επιτυχούς εφαρμογής της προσχεδιασμένης προπαγάνδας ενόσω το κλίμα γενικής δυσφορίας δεν επιδείκνυε σημάδια εκτόνωσης. Οι εκκλησιαστικοί παράγοντες διαμαρτύρονταν για τους ψηλούς μισθούς των νεαρών αξιωματικών, για τις πολυτελείς συνθήκες διαβίωσης των στελεχών του επιτελείου και για την έλλειψη ηθικής ακεραιότητας μενονωμένων περιπτώσεων. Η κατάσταση επιδεινώθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε, τον Σεπτέμβριο του 1916, ο Hindenburg αναγκάστηκε να παρέμβει αυτοπροσώπως. Συγκεκριμένα, εξέδωσε μια διαταγή περί μηδενικής ανοχής για περιστατικά του είδους αυτού στους κόλπους του σώματος των αξιωματικών.³³ Η ίδια η διαταγή αποδεικνύει πως η 3η ΑΣΔ είχε απόλυτη συναίσθηση της κατάστασης και των κινδύνων, τους οποίους η τελευταία εγκυμονούσε. Το πρόβλημα συνίσταται, όπως γνωρίζουμε, στο γεγονός ότι ήταν παντελώς ανεπαρκής προκειμένου να καταφέρει να την επιδιορθώσει.

Η απόπειρα της 3ης ΑΣΔ να επιστρατεύσει το εναπομείναν δυναμικό στο μέτωπο και στα μετόπισθεν, δεν πρέπει να εκληφθεί ως διενέργεια προπαγάνδας. Επρόκειτο για κανονικό πολιτικό πρόγραμμα, στηριζόμενο αποκλειστικά στην κοινωνική και οικονομική άρχουσα συντηρητική τάξη της αυτοκρατορικής Γερμανίας. Οι Hindenburg και Ludendorff υποστήριξαν αμφότεροι την κίνηση υπέρ των πολεμικών διεκδικήσεων απορρίπτοντας εκ προοιμίου κάθε μεταρρυθμιστικό σχέδιο, όπως λ.χ. εκείνο της αναθεώρησης του πρωσικού εκλογικού νόμου.³⁴ Ως εκ τούτου, η προσπάθεια του καγκελαρίου να περισώσει την “πολιτική εκεχειρία” του Αυγούστου 1914 μέσω της εισαγωγής μιας σειράς μεταρρυθμίσεων ναυάγησε οριστικά, ο δε Bethman Hollweg απομακρύνθηκε από το αξίωμα τον Ιούλιο του 1917.³⁵ Η προπαγανδιστική εκστρατεία της 3ης ΑΣΔ τελικά δεν καρποφόρησε. Στα μετόπισθεν, η άρση της λογοκρισίας σχετικά με τις πολεμικές επιδιώξεις συνέπεσε με πολλαπλασιασμό των ελλείψεων σε τρόφιμα, που με τη σειρά του οδήγησε μεταξύ των ετών 1916 και 1917 στον περίφημο “χειμώνα του γογγυλιού” (Steckrübenwinter), όταν η κατανάλωση πατάτας υποκαταστάθηκε από το σουηδικό γογγύλι rutabaga. Χαρακτηριστική είναι  η περίπτωση του Κιέλου, μιας υψίστης σημασίας ναυτικής βάσης με συνολικό πληθυσμό άνω των 200.000 κατοίκων. Επί αρκετές εβδομάδες κατά τους αρχικούς μήνες του 1917, η πόλη υπέφερε από παντελή έλλειψη πατάτας.³⁶ Στο μέτωπο, ο Ludendorff άντλησε διδάγματα από τις επώδυνες εμπειρίες του Verdun και του Somme. Συγκεκριμένα, εγκατέλειψε κάθε μορφής επιθετική τακτική, εστιάζοντας σε έναν άκρως αποτελεσματικό αμυντικό στρατηγικό σχεδιασμό. Με τον τρόπο αυτό κατάφερε να σταθεροποιήσει το μέτωπο καθώς και την πολεμική ετοιμότητα και ισχύ του στρατού. Ωστόσο, βρισκόμαστε πολύ μακριά από την επιδιωκόμενη μαζική συστράτευση. Στην πραγματικότητα, το χάσμα ανάμεσα στους στρατιώτες και την ηγεσία διευρυνόταν συνεχώς, επειδή η 3η ΑΣΔ αδυνατούσε και απέφευγε συστηματικά να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την διογκωμένη κοινωνική δυσαρέσκεια. Το πολιτικό πρόγραμμα της τελευταίας δεν ανταποκρινόταν στο ζωτικό πρόβλημα της πείνας και των εν γένει ελλείψεων. Συνέπεια όλων των παραπάνω ήταν πως τόσο στην πρώτη γραμμή όσο και στα μετόπισθεν, τα αποτελέσματα, τα οποία προέκυψαν, υπήρξαν αντίθετα από τα αναμενόμενα.³⁷

Αξίζει να σημειωθεί πως μέσα σε ολόκληρο αυτό το πλαίσιο υψώθηκαν φωνές, όπως εκείνη του Βαυαρικού υπουργείου Στρατιωτικών, οι οποίες τάχθηκαν απροκάλυπτα υπέρ της εισαγωγής μεταρρυθμίσεων. Τον Οκτώβριο του 1916, ο παραπάνω φορέας δήλωσε ότι η προσδοκώμενη συστράτευση, την οποία επαγγελόταν η 3η ΑΣΔ, ήταν εφικτή υπό την προϋπόθεση της, μερικής έστω, ικανοποίησης των αιτημάτων της κοινής γνώμης, όπως η ελευθερία έκφρασης και η δίκαιη και ισότιμη διανομή των τροφίμων.  Τον δε Απρίλιο του 1917, το ίδιο υπουργείο υποστήριξε απροκάλυπτα την αναθεώρηση του πρωσικού εκλογικού νόμου, χαρακτηρίζοντας την τελευταία ως επιτακτική πολεμική αναγκαιότητα.³⁸

Τα ίδια τα θεμέλια του πολιτικού προγράμματος της 3ης ΑΣΔ περί συστράτευσης ενόψει ενός ολοκληρωτικού πολέμου δημιούργησαν εν μέρει τις προδιαγραφές για τη τελική ήττα της Γερμανίας. Κατά τρόπο παράδοξο, ο ίδιος ο εγγυητής του αυτοκρατορικού πολιτικού και κοινωνικού συστήματος συνέδραμε, με τις ίδιες του τις ενέργειες, στην κατάρρευση του καθεστώτος.

 

The German Home Front Part 3

 

Ο Wilhelm Deist (1931-2003) διετέλεσε Καθηγητής της Ιστορίας του 19ου και 20ού αιώνα στο Πανεπιστήμιο του Freiburg. Ειδικεύθηκε στο χώρο της Στρατιωτικής Ιστορίας και ειδικότερα σε εκείνη της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

¹  V.R. Berghahn, Germany and the Approach of War in 1914, 2η έκδοση, London, 1994, σ. 156 ff. Σχετικά με τις εκλογές του 1912 βλ. του ιδίου, Imperial Germany, 1871-1914. Economy, Society, Culture and Politics, Providence and Oxford. 1994, σ. 336.

² H.-U. Wehler, “Der Fall Zabern. Rückblick auf eine Verfassungskrise des wilhlelminischen Kaiserreiches”, Welt und Geschichte, 23 Jg, 1963, p. 27 ff. D. Schoenbaum, Zabern 1913. Consensus Politics in Imperial Germany, London, 1982.

³  V.R. Berghahn, Germany and the Approach of War in 1914, 2η έκδοση, London, 1994, σ. 196 ff.

⁴  Το περιεχόμενο της διαταγής βρίσκεται στο (επιμ. Wilhelm Deist) Militär und Innenpolitik im Weltkrieg 1914-1918, Düsseldorf, 1970, αρ. 77, σ. 188.

⁵  Για μια πειστική ερμηνεία βλ. W. Kruse, Krieg und nationale Integration. Eine Neuinterpretation des sozialdemokratischen Burgfriedensschlusses 1914-1915, Essen, 1993.

⁶  Η δήλωση von Moltke της 13/8/1914 στο Militär und Innenpolitik, αρ. 79, σ. 193 f. Με επιστολή που απηύθυνε στις 31/8/1914 προς τον εκδότη της εφημερίδας Vorwaerts, ο υπουργός Στρατιωτικών της Πρωσίας (Falkenhayn), επέτρεψε την κυκλοφορία εντός του στρατεύματος των εφημερίδων και εντύπων του Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Κόμματος, Ibid., αρ. 81, σ. 196 f.

⁷  Βλ. Ημερολόγιο Rietzler, 7/7/1914. Ο Bethman Hollweg απευθυνόμενος προς τον φιλόσοφο και διπλωμάτη Kurt Rietzler, συντάκτη το 1914 του προγράμματος πολεμικών διεκδικήσεων της Γερμανίας, δήλωσε ότι ο πόλεμος θα οδηγούσε σε πλήρη ανατροπή της ισχύουσας τάξης πραγμάτων. Βλ. Kurt Rietzler. Tagebücher, Aufsätze, Dokumente (επιμ. K. D. Ermann), Göttingen, 1972, σ. 183. Ανάλογες απόψεις συμπεριλαμβάνονται σε επιστολή του Moltke προς τον Bethmann Hollweg, με ημερομηνία 28/7/1914 στο Generaloberst Helmuth von Moltke. Erinnerungen, Briefe, Dokumente, 1877-1916 (επιμ. E. von Moltke), Stuttgart, 1922, σ. 3-7.

⁸  Βλ. E. v. Vietsch, Bethmann Hollweg. Staatsmann zwischen Macht und Ethos (= Schriften des Bundesarchivs, 18), Boppard, 1969, σ. 214 ff. S. Miller, Burgfrieden und Klassenkampf. Die deutsche Szialdemokratie im Ersten Weltkrieg, Düsseldorf, 1974.

⁹  W. Kruse, Krieg und nationale Integration. Eine Neuinterpretation des sozialdemokratischen Burgfriedensschlusses 1914-1915, Essen, 1993. Για τα μέτρα, τα οποία υιοθετήθηκαν από τον στρατιωτικό διοικητή της Βυρτεμβέργης βλ. Militär und Innenpolitik, αρ. 89 (11/11/1914), αρ. 91 (23/3/1915), σ. 209 ff.

¹º Βλ. την εκτίμηση του στρατηγού Wild von Hohenborn, διαδόχου του Falkenhayn στο αξίωμα του υπουργού Στρατιωτικών της Πρωσίας, σχετικά με το εργατικό κίνημα, όπως την εκφράζει σε επιστολή της 8/10/1914, Militär und Innenpolitik, αρ. 86 σ. 205. Για τις πολεμικές διεκδικήσεις της Γερμανίας βλ. F. Fischer, Griff nach der Weltmacht. Die Kriegszielpolitik des kaizerlichen Deutschland 1914-1918, Düsseldorf 1977, σ. 87-108, 132-154. G. Ritter, Staatskunst und Kriegshandwerk. Das Problem des “Militarismus” in Deutschland, München, 1964, σ. 15-54.

¹¹ Militär und Innenpolitik, αρ. 39 (19/10/1914), αρ. 40 (22/10/1914), αρ. 44 (30/11/1914), σ. 78 ff.

¹² Σχετικά με το “Πνεύμα του Αυγούστου 1914” βλ.: J. T. Ventley, TheSpirit of 1914”. The Myth of Enthusiasm and thr Rhetoric of Unity in World War I Germany, Berkeley, 1991. W. Kruse, “Die Kriegsbegeinsterung im Deutschen Reich zu Beginn des Ersten Weltkrieges. Entstehungszusammenhänge, Grenzen und ideologische Strukturen” στο (επιμ. Marcel van der Linden, Gottfried Mergner), Kriegsbegeinsterung und mentale Kriegsvorbereitung. Interdisziplinäre Studien, Berlin, 1991, σ. 73-87. Β. Ziemann, “Zum ländlichen Augusterlebnis 1914 in Deutschland” στο (επιμ. B. Löwenstein) Geschichte und Psychologie. Annäherungsversuche, Pfaffenweiler, 1992, σ. 193-203. M. Stöcker, “Augusterlebnis 1914” in Darmstadt. Legende und Wirklichkeit, Darmstadt, 1994.

¹³ Υπόμνημα του Bethmann Hollweg με τη συνομιλία με τον Falkenhayn στις 18 Νοεμβρίου 1914 στο (επιμ. A. Scherer και J. Grunewald), L’ Allemagne et les problèmes de la paix pendant la première guerre mondiale, Paris, 1962, αρ. 13, σ. 15 ff.

¹⁴ M. Brown – S. Seaton, Christmas Truce, London, New York, 1984. M. Eksteins, Tanz über Gräben. Die Geburt der Moderne und der Erste Weltkrieg, Hamburg, 1990, σ. 150 ff. W. Deist, “Le moral des troupes allemandes sur le front occidental à la fin de l’ année 1916” στο (επιμ. J.-J. Becker, J. M. Winter, G. Krumeich, A. Becker, S. Audouin-Rouzeau), Guerres et Cultures 1914 – 1918, Paris, 1994, σ. 91-102.

¹⁵ A. Skalweit, Die deutsche Kriegsemährungswirtschaft, Stuttgart, Berlin, Leipzig, 1927. J. Rund, Emährungswirtschaft und Zwangsarbeit im Raum Hannover 1914 bis 1923, Hannover, 1992. A. Roerkhol, Hungerblockade und Heimatfront. Die kommunale Lebensmittelversorgung in Westfalen während des Ersten Weltkrieges, Stuttgart, 1991.

¹⁶ Militär und Innenpolitik, αρ. 119, σ. 271 ff.

¹⁷ F. Fischer, Griff nach der Weltmacht. Die Kriegszielpolitik des kaizerlichen Deutschland 1914-1918, Düsseldorf 1977, σ. 150 ff, σ. 208 ff. Σχετικά με την πολιτική του Bethmann Hollweg βλ. Militär und Innenpolitik, αρ. 119, σ. 271 ff.

¹⁸  Militär und Innenpolitik, αρ. 126, σ. 294 ff.

¹⁹ Militär und Innenpolitik, αρ. 128 και αρ. 129, σ. 302 ff.

²º Βλ. τις πηγές που παρατίθενται στο Militär und Innenpolitik, αρ. 130 – 140, σ. 308 ff.

²¹ Το Γραφείο Τύπου Πολέμου ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1915. Βλ. Militär und Innenpolitik, αρ. 124, σ. 289 ff.

²² Η κατασταλτική δράση των στρατιωτικών αρχών σε βάρος της πολιτικής αναταραχής του Karl Liebknecht αναδεικνύεται στο Militär und Innenpolitik, αρ. 100-103 (Απρίλιος-Ιούνιος 1915), σ. 232 ff., αρ. 120 (27/12/1915), σ. 277 ff., αρ. 147, σ. 367 ff., αρ. 149, σ. 369 ff.

²³ Αρχής γενομένης από τον Νοέμβριο του 1915, οι κατά τόπους στρατιωτικές διοικήσεις συνέτασσαν μηνιαίες εκθέσεις προς το υπουργείο Στρατιωτικών της Πρωσίας. Βλ. σχετικά, Militär und Innenpolitik, αρ. 154, σ. 378 ff., αρ. 164, σ. 402-406, ειδικότερα σ. 404.

²⁴ Σημειωτέον πως ο κάθε στρατιωτικός διοικητής λογοδοτούσε απευθείας στον αυτοκράτορα. Επρόκειτο για μια κατάσταση, η οποία διαιωνίστηκε έως τον Οκτώβριο του 1918. Βλ. σχετικά τα αποκαλυπτικά έγγραφα του πρώτου κεφαλαίου στο Militär und Innenpolitik, σ. 3-59.

²⁵ Militär und Innenpolitik, αρ. 165, σ. 406-414. G. Ritter, Staatskunst und Kriegshandwerk. Das Problem des “Militarismus” in Deutschland, München, 1964, σ. 216 ff.

²⁶ Ibid., σ. 237 ff. M. Kitchen, The Silent Dictatorship. The Politics of the German High Command under Hindenburg and Ludendorff, New York, 1976. G. D. Feldman, Army, Industry and Labor in Germany, 1914-1918, Princeton, 1966, σ. 135 ff. H. Afflerbach, Falkenhayn. Politisches Denken und Handeln im Kaiserreich, München, 1994, σ. 437-464.

²⁷ Militär und Innenpolitik, αρ. 175, σ. 431-440.

²⁸ Ο αντισυνταγματάρχης Nicolai ήταν υπεύθυνος της υπηρεσίας πληροφοριών και επικοινωνιών (λογοκρισία και προπαγανδα). Ο συνταγματάρχης Bauer, ειδήμων σε θέματα πυροβολικού, διατηρούσε άριστες σχέσεις με τον κόσμο της βιομηχανίας, αλλά και με πολιτικούς της άκρας δεξιάς.

³º Das Werk des Unteruchungsausschusses des Verfanssunggebenden Deutschen Nationalversammlung und des Deutsches Reichstages, 4. Reie: Die Ursachen des deutschen Zusammenbruches im Jahre 1918, Bd. 1-12, Berlin, 1925-1930.

³¹ W. Deist, “The Military Collapse of the German Empire: The Reality Behind thw Stab-in-the-Back Myth”, στο War in History, Vol. 3 No. 2, 1996, σ. 186-207. Του ιδίου, “Le moral des troupes allemandes sur le front occidental à la fin de l’ année 1916” στο (επιμ. J.-J. Becker, J. M. Winter, G. Krumeich, A. Becker, S. Audouin-Rouzeau), Guerres et Cultures 1914 – 1918, Paris, 1994, σ. 91-102.

³² Militär und Innenpolitik, αρ. 129, σ. 306 f., υποσ. 3.

³³ Ibid.

³⁴ R. Patemann, Der Kampf um die preußische Wahlreform im Ersten Weltkrieg, Düsseldorf, 1964. Militär und Innenpolitik, αρ. 276 (4/4/1917), αρ. 277 (5/4/1917), αρ. 81 (11/4/1917), σ. 702 ff.

³⁵ W. Mommsen, “Die deutsche öffentliche Meinung und der Zusammenbruch des Regierungssystems Bethmann Hollweg im Juli 1917” στο ( επιμ. W. Mommsen), Der autoritäre Nationalstaat. Verfassung, Gesellschaft und Kultur im deutschen Kaiserreich, Franfurt/M., 1990, σ. 422-440. Militär und Innenpolitik, αρ. 314 και 319, σ. 782 ff., 790 ff.

³⁶ Militär und Innenpolitik, αρ. 273, σ. 695 f. W. Deist, “Kiel und die Marine im Ersten Weltkrieg, στο (επιμ. J. Elvert, J. Jensen, M. Salewski, Kiel, die Deutschen und die See, Stuttgart, 1992, σ. 141-154.

³⁷ Τον Απρίλιο του 1917, η Γερμανία βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα πρώτο κύμα σοβαρών ελλείψεων στον κλάδο της βιομηχανίας. Το φθινόπωρο του ιδίου έτους, εκδηλώθηκαν περιστατικά κοινωνικής δυσαρέσκειας στις τάξεις του ναυτικού και του στρατού ξηράς.

³⁸ Militär und Innenpolitik, αρ. 190 (9/10/1916), σ. 492-497, αρ. 275 (2/4/1917), σ. 700-702.

 

Το παρόν κείμενο εκφωνήθηκε υπό μορφή ανακοίνωσης στο πλαίσιο διεθνούς Συνεδρίου με γενικό τίτλο La bataille de la Somme dans la Grande Guerre, οι εργασίες του οποίου έλαβαν χώρα από 1-4 Ιουλίου 1996 στην κωμόπολη Péronne (Somme), με αφορμή τη συμπλήρωση ογδόντα ετών από τη Μάχη του Somme. Οργανωτικός φορέας: Centre de Recherches de l’ Historial de la Grande Guerre(https://www.historial.fr/en/international-research-center/presentation-et-missions/).Ο ξενόγλωσσος τίτλος του άρθρου έχει ως εξής: Germany 1916: The “mood” at home.

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γιάννης Μουρέλος: Mexico ’70: H αποθέωση του ποδοσφαίρου

50 χρόνια από τότε   

Γιάννης Μουρέλος

Mexico ’70: H αποθέωση του ποδοσφαίρου

To πιο θεαματικό ποδόσφαιρο που παίχτηκε ποτέ σε τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Η καλύτερη ομάδα όλων των εποχών (Εθνική Βραζιλίας). Ο αγώνας του αιώνα (ημιτελικός ανάμεσα στην Ιταλία και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας). Η απόκρουση του αιώνα (Gordon Banks, τερματοφύλακας της εθνικής ομάδας της Αγγλίας). Ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής, που πέρασε ποτέ από τα γήπεδα (Pelé). Ονόματα, τα οποία άφησαν εποχή (οι Βραζιλιάνοι Gérson, Rivelino, Jairzinho, Tostão, Carlos Alberto Torres, οι Ιταλοί Gianni Rivera, Luigi Riva, Sandro Mazzola, Giacinto Facchetti, οι Γερμανοί Franz Beckenbauer, Gerd Müller, Uwe Seeler, Sepp Maier, οι Βρετανοί Gordon Banks, Bobby και Jackie Charlton,  Bobby Moore, Alan Ball, o Περουβιανός Teófilo Cubillas, o Ουρουγουανός Ladislao Mazurkiewicz κλπ.). Η αποθέωση του επιθετικού ποδοσφαίρου (ο μέσος όρος τερμάτων, 2,97 ανά αγώνα, εξακολουθεί να αποτελεί ακατάρριπτο ρεκόρ). Δίπλα στις παραπάνω συγκινήσεις, η αφόρητη ζέστη, το μεγάλο υψόμετρο, οι μεταμεσονύκτιες (ώρα Ευρώπης) απευθείας τηλεοπτικές μεταδόσεις.  Όλα αυτά και πολλά άλλα, στοιχειοθέτησαν ένα ανεπανάληπτο πρωτάθλημα, το οποίο έμεινε βαθιά χαραγμένο στη μνήμη και στις καρδιές (σε όσες τουλάχιστον, κατάφεραν να αντέξουν) όλων ημών, που το παρακολουθήσαμε καθηλωμένοι μπροστά από τους δέκτες, σε ημέρες, μάλιστα, κρίσιμων σχολικών απολυτηρίων εξετάσεων. Με άλλα λόγια, ένα πραγματικό χάρμα οφθαλμών.

Μέσα σε αυτή την πανδαισία, το αφιέρωμα των πενήντα χρόνων από τότε, κινείται επιλεκτικά, εστιάζοντας στις παραμέτρους εκείνες, οι οποίες κατέστησαν το ΙΧ Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου (το έκτο μεταπολεμικά), έναν ύμνο στην πορεία του δημοφιλούς αυτού αθλήματος μέσα στο χρόνο.

What made Mexico so ’70?

 

Α. Οργάνωση και τέλεση των αγώνων

Οι χώρες, οι οποίες, σε ένα αρχικό στάδιο, εκδήλωσαν ενδιαφέρον για την ανάληψη της διοργάνωσης ήταν η Αργεντινή, η Αυστραλία, η Κολομβία, η Ιαπωνία, το Μεξικό και το Περού. Η ευρωπαϊκή ήπειρος είχε αποκλειστεί εκ των πραγμάτων, εφόσον η τελική φάση του προηγουμένου Παγκοσμίου Πρωταθλήματος, εκείνου του 1966, είχε διεξαχθεί στην Αγγλία. Οι περισσότερες από τις προαναφερθείσες χώρες απέσυραν την υποψηφιότητά τους για ποικίλους λόγους, με αποτέλεσμα στη σύνοδο της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (FIFA), τον Οκτώβριο του 1964, οπότε και επρόκειτο να δωθεί το χρίσμα στην επιλεγείσα χώρα, να έχουν απομείνει μόνο δυο: η Αργεντινή και το Μεξικό. Τελικά επικράτησε το δεύτερο με 56 ψήφους έναντι 32. Για πρώτη φορά στην Ιστορία, η τέλεση των αγώνων θα λάμβανε χώρα εκτός Ευρώπης και Νοτίου Αμερικής.

Η επιλογή του Μεξικού διέθετε μειονεκτήματα: μεγάλο υψόμετρο (τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την Πόλη του Μεξικού), πολιτική αστάθεια, οικτρή κατάσταση της οικονομίας, κοινωνικός αναβρασμός κλπ. Άλλωστε, οι ίδιες ακριβώς επιφυλάξεις είχαν εκφραστεί τον Οκτώβριο του 1963, όταν η Πόλη του Μεξικού είχε επιλεγεί ως φιλοξενούσα της ΧΙΧ Ολυμπιάδας. Οι φόβοι επιβεβαιώθηκαν όταν, πέντε χρόνια αργότερα, οι Ολυμπιακοί Αγώνες λίγο έλειψε να ματαιωθούν εξαιτίας αιματηρών ταραχών και στυγνής καταστολής εκ μέρους των μεξικανικών αρχών. Όσο για το μεγάλο υψόμετρο, ήταν σαφές πως είχε επηρεάσει τις επιδόσεις των αθλημάτων ανοικτού χώρου. Μια δεύτερη ελεγχόμενη απόφαση της FIFA, αφορούσε την επιλογή της ημερομηνίας τέλεσης. Οι Ολυμπιακοί αγώνες του 1968, είχαν μεταφερθεί για τον μήνα Οκτώβριο, προς αποφυγή της ζέστης. Αντίθετα, η τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970 αποφασίστηκε για τον μήνα Ιούνιο. Η διαφορά ώρας με την Ευρώπη, επιβάρυνε την όλη κατάσταση με επιπρόσθετες δυσκολίες. Συγκεκριμένα, η απευθείας μετάδοση των αγώνων πραγματοποιήθηκε, ως επί το πλείστον, σε μεταμεσονύκτιες ώρες, γεγονός, το οποίο καταπόνησε τους τηλεθεατές της Γηραιάς Ηπείρου. Σημαντικοί αγώνες όμως, όπως ο τελικός και ορισμένοι άλλοι, διεξήχθησαν καταμεσήμερο (ώρα Μεξικού), με αποτέλεσμα να εξαντληθούν οι ποδοσφαιριστές. Παρά ταύτα, η τηλεθέαση ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Οι αγώνες μεταδόθηκαν απευθείας σε ολόκληρο, σχεδόν, τον κόσμο, σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, έγχρωμα (δεν είναι η περίπτωση της Ελλάδας, όπου, ωστόσο, η μαυρόασπρη εικόνα υπήρξε ποιοτικά παραπάνω από ευπρεπής).

Στην προκριματική φάση συμμετείχαν 68 χώρες. Η Εθνική Ελλάδος (με την ιστορική τριάδα Δομάζου-Σιδέρη-Παπαϊωάννου, αλλά και με άλλους προικισμένους ποδοσφαιριστές) έχασε την πρόκριση στην τελευταία αναμέτρηση από τη Ρουμανία, παραχωρώντας ισοπαλία εκτός έδρας (1-1). Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι Έλληνες φίλαθλοι έτρεφαν βάσιμες ελπίδες να δουν το εθνικό συγκρότημα να συμμετέχει σε μια τελική φάση, ειδικότερα έπειτα από τις θριαμβευτικές νίκες σε βάρος της Πορτογαλίας (4-2) και της Ελβετίας (4-1). Η τελική βαθμολογία του ομίλου είχε ως εξής: 1. Ρουμανία 8β. 2. Ελλάδα 7β. 3. Ελβετία 5β. 4. Πορτογαλία 4β. Αργότερα, η προκριθείσα Ρουμανία κληρώθηκε στον δυσκολότερο όμιλο, μαζί με τις Βραζιλία, Αγγλία και Τσεχοσλοβακία. Τα πικρόχολα σχόλια των Ελλήνων, τα οποία συνόδευσαν το αποτέλεσμα της κλήρωσης, ήταν αναμενόμενα. Στο Μεξικό μετέβησαν 16 ομάδες (9 από την Ευρώπη, 3 από τη Νότια Αμερική, 2 από την Κεντρική Αμερική και 2 από τις υπόλοιπες ηπείρους). Οι εθνικές ομάδες της Αγγλίας (κάτοχος του τροπαίου, τέσσερα χρόνια νωρίτερα) και του Μεξικού (διοργανώτρια χώρα) συμμετείχαν τιμής ένεκεν. Συγκροτήθηκαν τέσσερις όμιλοι, από ισάριθμες ομάδες ο καθένας.

Οι αγώνες της τελικής φάσης διεξήχθησαν σε πέντε πόλεις (Mexico City, Guadalajara, Léon, Puebla και Toluca) και σε ισάριθμα στάδια. Τα  μεγαλύτερα από αυτά (Estadio Azteca της πρωτεύσας και Estadio Jalisco της Guadalajara) ήταν χωρητικότητας 107.247 και 71.100 θεατών αντίστοιχα.

Πανοραμική άποψη του Estadio Azteca. Κάτω εικονίζεται ο Juanito, μασκότ  των αγώνων.

Για την ιστορία του θεσμού ας σημειωθεί πως το 1970, στο Μεξικό, εισήχθησαν καινοτομίες, για την εποχή εκείνη, οι οποίες εξακολουθούν να τελούν σε ισχύ. Πρόκειται για την κίτρινη (όχι ακόμα την κόκκινη) κάρτα των διαιτητών και για το δικαίωμα αλλαγής δυο (σήμερα τριών) παικτών ανά ομάδα σε οποιοδήποτε σημείο του αγώνα. Έως τότε, επιτρεπόταν μόνο η αντικατάσταση αποχωρούντος λόγω τραυματισμού.

 

Β. Εθνική Βραζιλίας. Η καλύτερη ομάδα όλων των εποχών

Η Εθνική Βραζιλίας του 1970 αποτελούσε την προσωποποίηση του επιθετικού ποδοσφαίρου. Στον τελικό, ισοπέδωσε με 4-1 την κατεξοχήν εκπρόσωπο της αμυντικής τακτικής, ομάδα της Ιταλίας. Τρία λεπτά πριν από τη λήξη του τόσο κρίσιμου αγώνα και ενώ προηγούνταν ήδη με 3-1, οι Βραζιλιάνοι συνέχισαν απτόητοι το επιθετικό τους σφυροκόπημα. Την μπάλα αντάλλαξαν μεταξύ τους εννέα από τους έντεκα παίκτες (δίχως να μπορέσει να την αγγίξει ούτε ένας αντίπαλος), προτού αυτή καταλήξει, μέσα σε γενική αποθέωση, για τέταρτη φορά στην αντίπαλη εστία. Η απόλυτη επικράτηση!

Άξιο μνείας είναι, επίσης, το ότι η Εθνική Βραζιλίας εξήλθε νικήτρια όλων ανεξαιρέτως των αγώνων που έδωσε τόσο στην προκριματική όσο και στην τελική φάση. Ειδικότερα στο Μεξικό, στην αρχική φάση των ομίλων κέρδισε την Τσεχοσλοβακία (4-1), την Αγγλία (1-0) και τη Ρουμανία (3-2). Στον προημητελικό γύρο, επικράτησε του Περού (4-2). Στον ημιτελικό επεβλήθη της Ουρουγουάης (3-1) και στον τελικό της Ιταλίας (4-1).

Κι όμως, στο Μεξικό η Εθνική Βραζιλίας δεν μετέβη ως φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου. Την διακατείχε ακόμη το σύνδρομο από την κακή εμφάνιση στα γήπεδα της Αγγλίας, τέσσερα χρόνια νωρίτερα, στο πλαίσιο της τελικής φάσης του VIII Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου. Παρά τη συστηματική προετοιμασία σε επίπεδο φυσικής αγωγής για την αντιμετώπιση των συνεπειών του μεγάλου υψομέτρου, τις παραμονές τέλεσης των αγώνων η ομάδα σπαραζόταν από εσωτερικές έριδες.

Η ανάκρουση των εθνικών ύμνων Βραζιλίας και Ιταλίας λίγο πριν από τον μεγάλο τελικό.

Χαρακτηριστική των διαφόρων ζυμώσεων υπήρξε η αντικατάσταση του προπονητή την τελευταία, κυριολεκτικά, στιγμή και η ανάληψη της τεχνικής ηγεσίας από τον Mário Zagallo. Ακόμα και η συμμετοχή του περιβόητου Pelé, αιχμής του δόρατος της ομάδας, δεν εθεωρείτο ως δεδομένη. Τελικά, ο μεγάλος ποδοσφαιριστής δέχτηκε να συμπεριληφθεί, καθιστώντας σαφές πως επρόκειτο για το τελευταίο Παγκόσμιο Κύπελλο της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Γενικότερα, η ομάδα της Βραζιλίας μετέβη στην τελική φάση, έχοντας συνειδητά διαθέσει ευρύ περιθώριο στο στοιχείο του αυτοσχεδιασμού. Σε συνδυασμό με τη δημιουργική φαντασία των ποδοσφαιριστών, την έφεση των τελευταίων στο επιθετικό παιχνίδι και με τη συνδρομή της τύχης, το στοιχείο αυτό έμελλε να οδηγήσει τα πράγματα στην τελική αποθέωση. H παράμετρος τύχη συνίστατο στο ότι η ομάδα έδωσε τους πέντε από τους έξι αγώνες στο Estadio Jalisco της Guadalajara, σε υψόμετρο επιφανείας της θάλασσας. Στην Πόλη του Μεξικού μετέβη μόνο για να αναμετρηθεί με την Ιταλία στον τελικό.

Κατακτώντας, το 1970, το τρόπαιο για τρίτη φορά, η Βραζιλία απέκτησε το δικαίωμα μόνιμης φύλαξης του κυπέλλου, όπως ακριβώς προέβλεπαν οι κανονισμοί. Το τελευταίο εκλάπη το 1983 από την έδρα της Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου, στο Rio de Janeiro. Έκτοτε, χάθηκαν τα ίχνη του. Καθώς είχε σφυρηλατηθεί με άνω των τριών κιλών ατόφιο χρυσό, εικάζεται πως οι διαρρήκτες έσπευσαν να το λιώσουν.

Football’s Greatest International Teams .. Brazil 1970

 

Γ. Edson Arantes do Nascimento (Pelé)

Ο μέγιστος ποδοσφαιριστής στην ιστορία του αθλήματος

Φτάνοντας στο Μεξικό, ο Pelé καλείτο να αναμετρηθεί με τα σύνδρομα και τις φοβίες του. Στις δυο προηγούμενες τελικές φάσεις του Παγκοσμίου Κυπέλλου (Χιλή 1962, Αγγλία 1966) είχε αναγκαστεί να αποχωρήσει σε πρώιμη φάση του τουρνουά, εξαιτίας σοβαρών τραυματισμών.  Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα είχε βαρύνει και η αυτοπεποίθησή του έδειχνε να τον έχει εγκαταλείψει. Η ψυχολογία του βρισκόταν σε κακή κατάσταση. Μάλιστα, είχε φτάσει μέχρι σημείου να δηλώσει πως δεν ήταν πλέον διατεθειμένος να συμμετάσχει σε αγώνες Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Το σφύριγμα έναρξης του πρώτου αγώνα των ομίλων ενάντια στην Τσεχοσλοβακία, μετέτρεψε όλα τα παραπάνω, σαν να επρόκειτο για άγγιγμα με κάποιο μαγικό ραβδί. Πέτυχε γκολ, συμμετείχε ενεργά σε όλες τις κρίσιμες φάσεις μπροστά από την εστία των αντιπάλων, μοίρασε έντεχνα παιχνίδι ως επιτελικός παίκτης, είχε έναν ξέφρενο ρυθμό από την αρχή έως το τέλος. Η πιο εντυπωσιακή φάση του αγώνα υπήρξε η προσπάθειά του να πετύχει γκολ από το κέντρο του γηπέδου. Διαπιστώνοντας ότι ο τερματοφύλακας Ivo Viktor βρισκόταν εκτός θέσης, έκανε ένα ψηλοκρεμαστό σουτ από απόσταση 65 μέτρων! Η ταχύτητα της μπάλλας καταμετρήθηκε στα 105 χλμ. Τελικά, αστόχησε για 20 εκατοστά.

Pelé vs Czechoslovakia ● Building Confidence ● 1970 World Cup First Match

<

Ο Banks αποκρούει τη μπάλλα, ενώ ο Pelé πανηγυρίζει πιστεύοντας ότι έχει σκοράρει.

Στον δεύτερο, κρίσιμο, αγώνα κατά της Αγγλίας πραγματοποίησε την κεφαλιά, που οδήγησε στην επονομαζόμενη “απόκρουση του αιώνα” εκ μέρους του τερματοφύλακα Gordon Banks κι ενώ το αποτέλεσμα ήταν ακόμα ισόπαλο 0-0. Κατά τα λεγόμενα του Banks, ο Pelé, πεπεισμένος ότι είχε πετύχει τέρμα, άρχισε να πανηγυρίζει αναφωνώντας “Γκολ!”. Του ήταν αδιανόητο να φανταστεί πως δεν είχε βρει στόχο.

Στο δεύτερο ημίχρονο, υπήρξε ο παίκτης, ο οποίος τροφοδότησε τον σκόρερ του αγώνα, Jairzinho. Χάρη στη νίκη επί της Αγγλίας με 1-0, πέρα από το όποιο ψυχολογικό πλεονέκτημα, η Εθνική Βραζιλίας διατήρησε το δικαίωμα συνέχισης των αγώνων της στην, από κάθε άποψη, ευνοϊκή Guadalajara.

Στον τελευταίο αγώνα των ομίλων (3-2 επί της Ρουμανίας) και ενώ η πρόκριση στον επόμενο γύρο είχε κριθεί, ο Pelé πέτυχε δυο από τα τρία τέρματα της ομάδας του. Το πρώτο (1-0) με απευθείας κτύπημα φάουλ και το δεύτερο (3-1), έπειτα από εκπληκτικής επινόησης τροφοδοσία από τον Tostão.

Pelé vs Romania ● Back To The Elite ● 1970 World Cup

Στους δυο επόμενους αγώνες (4-2 επί του Περού στον προημιτελικό γύρο και 3-1 επί της Ουρουγουάης στον ημιτελικό), ο Pelé δεν πέτυχε τέρμα. Ωστόσο, αξέχαστη θα παραμείνει στη μνήμη μας η ευρηματική του προσποίηση σε βάρος του τερματοφύλακα της Ουρουγουάης, η οποία λίγο έλειψε να καρποφορήσει και να διεκδικήσει, με τον τρόπο αυτό, επάξια τον χαρακτηρισμό του θεαματικότερου γκολ της διοργάνωσης.

Η ευρηματική προσποίηση στον ημιτελικό κατά της Ουρουγουάης

O Pelé πανηγυρίζει το τέρμα, το οποίο πέτυχε σε βάρος της Ιταλίας στον τελικό.

Στον τελικό της 21ης Ιουνίου στο Estadio Azteca ενάντια στην Ιταλία, ο Pelé πέτυχε το κρίσιμο, ψυχολογικά, πρώτο τέρμα στο 18΄, με εντυπωσιακή κεφαλιά. Το πρώτο ημίχρονο βρήκε τις δυο ομάδες ισόπαλες με 1-1. Το δεύτερο μέρος αποδείχτηκε παράσταση για μια ομάδα: την Εθνική Βραζιλίας, η οποία, σε ρυθμό σάμπας έως το τελικό σφύριγμα του διαιτητή, μάγεψε τους πάντες. Συνάμα, επρόκειτο για έναν εμβληματικό αποχαιρετισμό ενός μεγάλου παίκτη στην κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση στον κόσμο.

 

Δ. Η απόκρουση του αιώνα

Η απόκρουση του αιώνα πραγματοποιήθηκε στις 7 Ιουνίου, στο  Estadio Jalisco της Guadalajara, κατά το πρώτο ημίχρονο του κρίσιμου αγώνα μεταξύ Αγγλίας και Βραζιλίας για τη φάση των ομίλων. Το αποτέλεσμα τη στιγμή εκείνη ήταν ισόπαλο 0-0. Μοιρασμένη ήταν και η παρουσία των δυο ομάδων μέσα στο γήπεδο, με μια ελαφρά υπεροχή εκ μέρους των Βραζιλιάνων. Από την αρχή είχε διαφανεί ότι τα πάντα θα κρίνονταν στις λεπτομέρειες και πως, σε περίπτωση νίκης, το τελικό αποτέλεσμα δεν μπορούσε παρά να είναι οριακό.

Η επίμαχη φάση ξεκίνησε στο πλαίσιο μιας οργανωμένης επίθεσης της ομάδας της Βραζιλίας. Ο αρχηγός Carlos Alberto Torres τροφοδότησε στο δεξιό άκρο τον Jairzinho. Από τη γραμμή, σχεδόν, του άουτ, ο τελευταίος εξουδετέρωσε με μια ψηλοκρεμαστή σέντρα τον Άγγλο αμυντικό Terry Cooper. Με αξιοθαύμαστη ακρίβεια η μπάλα έφτασε στο κεφάλι του Pelé. Εκείνος απογειώθηκε και με καρφωτή κεφαλιά πίστεψε ότι είχε βρει στόχο. Η συνέχεια ανήκε στον τερματοφύλακα των αντιπάλων.

Ο Gordon Banks ήταν ένας έμπειρος και καταξιωμένος παίκτης. Τόσο πολύ, μάλιστα, που την παραμονή του αγώνα πληροφορήθηκε ότι είχε τιμηθεί με το Order of the British Empire (ΟΒΕ), την ανώτατη διάκριση, η οποία απονέμεται στον τομέα των γραμμάτων και των τεχνών αλλά και ως αναγνώριση για πάσης φύσεως δημόσια διάκριση.

Γράφημα, το οποίο απεικονίζει την επίμαχη φάση.

Ο ίδιος ο Banks διατείνεται πως είχε διαβάσει τη φάση ευθύς εξαρχής. Βλέποντας ότι η σέντρα του  Jairzinho δεν ακολουθούσε πορεία παράλληλη με τη γραμμή του τέρματος αλλά κατευθυνόταν προς τα πίσω, θεώρησε πως η απόσταση ήταν απαγορευτική προκειμένου να επιχειρήσει έξοδο. Για το λόγο αυτό, προτίμησε να κινηθεί προς το δεξιό άκρο της εστίας του, εκεί ακριβώς όπου υπολόγιζε ότι θα καταφερθεί το αντίπαλο κτύπημα. Τίποτα, μέχρι στιγμής, δεν ενέχει κάτι το εξαιρετικό. Η μεγάλη αξία της φάσης συνίσταται στην ίδια την απόκρουση. Ευρισκόμενος στην σωστή θέση, ο κάθε τερματοφύλακας μπορούσε να χρεωθεί γκολ κάτω από παρόμοιες συνθήκες. Πόσο μάλλον, που η μπάλα, μετά από την κεφαλιά του Pelé έσκασε στο έδαφος και αναπήδησε. Η ενστικτώδης απόκρουση του Banks, σε χαμηλό ύψος, προτού προλάβει η μπάλα να περάσει τη γραμμή του τέρματος, είναι χάρμα οφθαλμών. Με την άκρη των δακτύλων του δεξιού χεριού, άλλαξε την πορεία της τελευταίας παραχωρώντας κόρνερ. Χαρακτηριστική υπήρξε η στιχομυθία έως ότου εκτελεστεί το κόρνερ:

Pelé: “Νόμισα πως μπήκε γκολ”.

Banks: “Κι εγώ το ίδιο”.

Moore: “Άρχισες να γερνάς, Banksy. Συνήθιζες να ορμάς καταπάνω τους”.

Ο αρχηγός της Εθνικής Αγγλίας, θεώρησε, προφανώς, πως ο τερματοφύλακας είχε υιοθετήσει λανθασμένη τακτική, μη επιχειρώντας έξοδο. Μέσα στον αναβρασμό της φάσης, δεν αντιλήφθηκε πως μόλις είχε υπάρξει μάρτυς της μεγαλύτερης απόκρουσης όλων των εποχών.

Στο υπόλοιπο της διοργάνωσης, ο Gordon Banks στάθηκε άτυχος. Θύμα γαστρεντερίτιδας την παραμονή του κρίσιμου προημιτελικού ενάντια στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αντικαταστάθηκε από τον αναπληρωματικό τερματοφύλακα, Peter Bonetti, και αναγκάστηκε να παρακολουθήσει την οδυνηρή ήττα της ομάδας του από την τηλεόραση. Εξίσου άτυχος υπήρξε και στη συνέχεια της ζωής του. Τον Οκτώβριο του 1972, ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα του κόστισε ταυτόχρονα την απώλεια του ενός οφθαλμού και το άδοξο τέλος της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας. Απεβίωσε στις 12 Φεβρουαρίου 2019, σε ηλικία 81 ετών. 

FIFA World Cup moments: Gordon Banks

Οι δυο πρωταγωνιστές, τριάντα χρόνια έπειτα από την ιστορική απόκρουση.

Ε. Ο αγώνας του αιώνα

Game of the Century, Match du siècle, Partita del secolo, Jahrhundertspiel, Partido del Siglo. Ουδέποτε άλλοτε αγώνας ποδοσφαίρου είχε αποσπάσει τόσο διθυραμβικούς χαρακτηρισμούς. Το παράδοξο της όλης υπόθεσης συνίσταται στο ότι ο ημιτελικός της 17ης Ιουνίου στο Estadio Azteca ανάμεσα στις εθνικές ομάδες της Ιταλίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, δεν είχε να επιδείξει κάτι το ιδιαίτερο έως το τελευταίο λεπτό. Οι Ιταλοί προηγούνταν από νωρίς (8′ μόλις λεπτό) με 1-0, με τον Roberto Boninsegna και είχαν ξεδιπλώσει απλόχερα το περίφημο σύστημα Catenaccio, του οποίου υπήρξαν οι εμπνευστές και που προσέβλεπε στη διατήρηση του θετικού αποτελέσματος μέσω ενός ακραιφνούς αμυντικού τρόπου παιχνιδιού, συχνά σε βάρος του θεάματος. Η τακτική τους ήταν να διατηρήσουν μέχρι τέλους το οριακό πλεονέκτημα, αποτρέποντας με κάθε μέσο (ακόμα και αντιαθλητικό) την ισοφάριση. Ειδικότερα στο δεύτερο ημίχρονο, τα πάντα διαδραματίζονταν στο μισό γήπεδο, με τη μια ευκαιρία να διαδέχεται την άλλη για τους Γερμανούς. Τα πολλά νεύρα και οι σκληροτράχηλες φάσεις ενθαρρύνθηκαν και από την ανεπαρκέστατη (και μεροληπτική υπέρ των Ιταλών) διαιτησία του Μεξικανού Arturo Maldonado. Χαρακτηριστικό της έντασης, που επικρατούσε, υπήρξε ο τραυματισμός του στυλοβάτη της γερμανικής άμυνας Franz Beckenbauer, ο οποίος υπέστη εξάρθρωση της ωμοπλάτης προς το τέλος του αγώνα. Παρά ταύτα, αναγκάστηκε να συνεχίσει, επειδή η ομάδα του είχε εξαντλήσει ήδη το δικαίωμα των δυο αλλαγών. Έως τη λήξη, συμμετείχε τυλιγμένος με επιδέσμους.

Ένταση και εκνευρισμός στο δεύτερο ημίχρονο.
O Franz Beckenbauer συνεχίζει να αγωνίζεται με την ωμοπλάτη τυλιγμένη με επιδέσμους.

Κι ενώ τα πάντα προδίκαζαν την τελική επικράτηση της Ιταλίας, σημειώθηκε η φάση εκείνη, η οποία έκανε τον αγώνα να μπει στην Ιστορία. Είχε συμπληρωθεί η κανονική διάρκεια και παίζονταν οι καθυστερήσεις, όταν οι Γερμανοί εξαπέλυσαν την τελευταία, απέλπιδα, επίθεση. Εμφανιζόμενος από το πουθενά, σε μια στιγμή γενικευμένης σύγχυσης, κόπωσης και στιγμιαίας απώλειας αυτοσυγκέντρωσης των Ιταλών, ο αμυντικός Karl-Heinz Schnellinger, κατάφερε να ισοφαρίσει, στέλνοντας το παιχνίδι στην παράταση. Αυτό υπήρξε το ένα και μοναδικό τέρμα, το οποίο ο συγκεκριμένος παίκτης σημείωσε στους 47 αγώνες, που έδωσε φορώντας τα χρώματα της Εθνικής Γερμανίας. Μεγάλοι άτυχοι της όλης υπόθεσης ήσαν οι τηλεθεατές εκείνοι, οι οποίοι, θεωρώντας πως η έκβαση του αγώνα είχε κριθεί, έσβησαν τους δέκτες λίγα λεπτά της ώρας νωρίτερα και αποσύρθηκαν για ύπνο. Αναμενόμενη, κατά τα άλλα, αντίδραση, περασμένες 2.00 τα ξημερώματα, εφόσον η συνέχεια αποτελούσε πραγματική πρόκληση στη λογική και δεν μπορούσε να την προβλέψει κανείς.

Η κρίσιμη ισοφάριση της Γερμανίας από τον Schnellinger  στο 90+ λεπτό του αγώνα.

Στην ολιγόλεπτη διακοπή, η οποία μεσολάβησε έως την έναρξη του πρώτου ημιχρόνου της παράτασης, διάχυτη ήταν η εντύπωση πως ο αγώνας επρόκειτο να διατηρήσει τα μέχρι τότε χαρακτηριστικά του. Αν και διέθεταν ψυχολογικό πλεονέκτημα, οι Γερμανοί είχαν κατασπαταλήσει δυνάμεις στην προσπάθειά τους να εξισορροπήσουν το αποτέλεσμα. Αδιαφιλονίκητοι γνώστες της αμυντικής τακτικής, οι αντίπαλοί τους ήταν ανά πάσα στιγμή σε θέση να αιφνιδιάσουν σε κάποια αντεπίθεση, διαφυλάττοντας τα νώτα τους. Άλλωστε, οι συνθήκες δεν προδιέγραφαν κάτι διαφορετικό: 33°C υπό σκιά, αραιός αέρας εξαιτίας του μεγάλου υψομέτρου, φυσική κόπωση και αφυδάτωση των περισσοτέρων παικτών. Η λογική υπαγόρευε πως το εισιτήριο για τον μεγάλο τελικό θα αναλογούσε στην ομάδα εκείνη, η οποία θα κατάφερνε να πετύχει ένα γκολ.

Τελικά, δεν επιτεύχθηκε ένα, αλλά πέντε! Η Ιταλία άφησε πίσω της το αμυντικό παιχνίδι και αυτό, το οποίο ακολούθησε ήταν απίστευτο, τόσο ως προς τη διακύμανση του σκορ όσο και σε επίπεδο ψυχολογικών ανατροπών. Η αρχή έγινε με την αιχμή του δόρατος της επίθεσης της Εθνικής Γερμανίας και της F.C. Bayern του Μονάχου, Gerd Müller στο 94΄ (Ιταλία-Γερμανία 1-2). Τέσσερα λεπτά αργότερα (98΄), οι Ιταλοί ξανάφεραν το αποτέλεσμα στα ίσα με τον Tarcisio Burgnich (Ιταλία-Γερμανία 2-2). Στο 104΄, έκαναν τη μεγάλη ανατροπή με τον Luigi Riva (Ιταλία-Γερμανία 3-2). Έξι λεπτά αργότερα, στο 110΄ (απέμεναν δέκα λεπτά έως τη λήξη του αγώνα), οι Γερμανοί ξανακτύπησαν με τον Gerd Müller (Ιταλία-Γερμανία 3-3). Δεν είχε προλάβει να συμπληρωθεί ένα λεπτό, όταν, στο 111΄ ο μεσοεπιθετικός και αρχηγός της  A.C. Milan, Gianni Rivera, πέτυχε το τέρμα, το οποίο έκανε την τελική διαφορά (Ιταλία-Γερμανία 4-3). Η εξέλιξη υπήρξε τόσο γρήγορη, ώστε η μεξικανική τηλεόραση, που τη στιγμή εκείνη μετέδιδε σε επανάληψη το γκολ της ισοφάρισης του Müller, έχασε τη φάση. Το αποφασιστικότερο τέρμα μεταδόθηκε μόνο σε αργή κίνηση κατόπιν εορτής!

Ο Müller πανηγυρίζει το δεύτερό του τέρμα, στο 110΄ του αγώνα. Εύγλωττη είναι η απογοήτευση των Ιταλών αμυντικών.
To αποφασιστικό γκολ του Rivera, ένα λεπτό αργότερα. Οι Ιταλοί στα Ουράνια, οι Γερμανοί στα Τάρταρα.

Η υπερπροσπάθεια που κατέβαλε σε αυτό τον αγώνα, στέρησε ουσιαστικά από την Ιταλία το Παγκόσμιο Κύπελλο. Τέσσερις μέρες αργότερα, κατέβηκε στον μεγάλο τελικό φανερά εξουθενωμένη. Το μόνο που κατάφερε, ήταν να αντέξει επί ένα ημίχρονο στις πιέσεις μιας αχαλίνωτης Βραζιλίας. Επόμενο ήταν να ηττηθεί κατά κράτος. Η Γερμανία αποζημιώθηκε με την κατάληψη της τρίτης θέσης επικρατώντας με 1-0 της Ουρουγουάης στον διαδικαστικό και αδιάφορο μικρό τελικό. Το 1974, στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου, ήταν η δική της σειρά να στεφθεί πρωταθλήτρια κόσμου.

Fussball WM 1970 – Deutschland vs Italien (Halbfinale)

Πρόκειται για τη μοναδική φορά, σε τόσο προχωρημένο στάδιο του θεσμού, που σημειώθηκαν πέντε τέρματα στη διάρκεια της παράτασης ενός αγώνα. Πολύ κοντά σε αυτό το επίτευγμα έφτασε ένας άλλος μεγάλος, ημιτελικός: η αναμέτρηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με τη Γαλλία, στο  Estadio Ramón Sánchez Pizjuán της Σεβίλλης, στις 8 Ιουλίου 1982. Έληξε ισόπαλη 3-3 (1-1 στην κανονική διάρκεια), με τους Γερμανούς να προκρίνονται στη διαδικασία των πέναλτυ με 5-4. Ανάλογες συγκινήσεις, ανάλογες ανατροπές προς δόξα και τιμή του αθλήματος!

Σε μια από τις εισόδους του Estadio Azteca, υπάρχει μια εντοιχισμένη πινακίδα, επάνω στην οποία αναγράφεται:

Το Στάδιο των Αζτέκων αποτίει φόρο τιμής στα αντιπροσωπευτικά συγκροτήτατα της Ιταλίας (4) και της Γερμανίας (3), πρωταγωνιστές, στο πλαίσιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1970, στον ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

17 Ιουνίου 1970”

Κάθε σχόλιο είναι περιττό.

 

Η τιμητική πινακίδα έξω από το Estadio Azteca.

Στ΄. Οι υπόλοιποι σημαντικότεροι αγώνες

Από τους 32, συνολικά, αγώνες της τελικής φάσης, συγγκρατήσαμε τρεις, συμπεριλαμβανομένου του τελικού.

  1. Αγγλία – Βραζιλία 0-1 (7 Ιουνίου, Estadio Jalisco, Guadalajara)

Πέραν από τη μνημειώδη απόκρουση του Banks, ο συγκεκριμένος αγώνας υπήρξε ο σημαντικότερος, σε επίπεδο φάσης των ομίλων, ολόκληρης της διοργάνωσης. Η πρόκριση στους προημιτελικούς ήταν σχεδόν εξασφαλισμένη για αμφότερους τους αντιπάλους. Το διακύβευμα ήταν άλλης φύσεως. Το γόητρο κατ αρχήν. Η Εθνική Αγγλίας είχε μεταβεί στο Μεξικό με τον αέρα του τροπαιούχου. Πληρούσε όλες τις προδιαγραφές, προκειμένου να επαναλάβει τον άθλο του 1966. Η Βραζιλία, από τη δική της πλευρά, καλείτο να διασκεδάσει την άσχημη εντύπωση, την οποία είχε αφήσει τέσσερα χρόνια νωρίτερα στα γήπεδα της  Αγγλίας. Δυο παράμετροι συνηγορούσαν υπέρ της άποψης αυτής: α) η σωστή φυσική προετοιμασία, που είχε προηγηθεί και β) η τέλεση των αγώνων σε λατινοαμερικανικό έδαφος, εκ προοιμίου περισσότερο φιλόξενου για την ομάδα. Ο νικητής και πρωτοπόρος του ομίλου θα διέθετε δυο επιπρόσθετα πλεονεκτήματα. Την παραμονή στην Guadalajara, πόλη με μηδενικό υψόμετρο, στον επόμενο γύρο καθώς και, κατά τα φαινόμενα, έναν ευκολότερο αντίπαλο. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, οι οποίοι επιβεβαιώθηκαν, ο νικητής του αγώνα επρόκειτο να βρεθεί  αντιμέτωπος με το Περού, ο ηττημένος με την παντοδύναμη Γερμανία.

Ο αγώνας υπήρξε, σε γενικές γραμμές, ισοβαρής. Ξεκίνησε με μια υπεροχή της Βραζιλίας. Έπειτα από τη διάσωση του Banks, η Αγγλία εξισορρόπησε το παιχνίδι έως το τέλος του ημιχρόνου. Με την έναρξη του δευτέρου μέρους, η κατάσταση παρέμεινε ως είχε. Από τα πρώτα λεπτά άρχισε να εμπεδώνεται η αίσθηση ότι ο αγώνας θα κρινόταν οριακά. Το μοναδικό τέρμα, το οποίο έκανε τη διαφορά, πέτυχε στο 59΄ ο Jairzinho, έπειτα από πάσα του Pelé. Στο εναπομείναν μισάωρο, η Εθνική Αγγλίας άσκησε πίεση κι έφτασε αρκετές φορές κοντά στην ισοφάριση. Αλλά ακόμα και με ισόπαλο αποτέλεσμα, από βαθμολογικής απόψεως δεν θα άλλαζε απολύτως τίποτα. Οι δυο αντίπαλοι προκρίθηκαν στον επόμενο γύρο, όπου η Αγγλία έτυχε να βρεθεί απέναντι στη Γερμανία, σε μια επαναληπτική εκδοχή του τελικού του 1966.

Pelé vs England ● Early Clash ● 1970 World Cup

  1. ΓερμανίαΑγγλία 3-2 (14 Ιουνίου, Estadio Nou Camp, León)

Ο πρώτος, κατά σειρά, μεγάλος αγώνας της διοργάνωσης και, μακρόθεν, ο πιο δραματικός της προημιτελικής φάσης. Ταυτόχρονα ήταν επανάληψη του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1966. Τότε, η Αγγλία είχε νικήσει χάρη σε ένα αμφισβητούμενο γκολ και υπήρχαν ανοικτοί λογαριασμοί ανάμεσα στις δυο ομάδες. Το 1970 επρόκειτο για νοκ-άουτ αναμέτρηση. Ο νικητής περνούσε στα ημιτελικά, ο ηττημένος αναγκαζόταν να επιστρέψει στην πατρίδα του. Ουσιαστικά, η αντίστροφη μέτρηση για την Εθνική Αγγλίας είχε ξεκινήσει δυο μέρες πριν από την τέλεση του αγώνα, όταν ο τερματοφύλακας Gordon Banks, ο ήρωας του αγώνα με τη Βραζιλία, προσβλήθηκε από οξεία γαστρεντερίτιδα (εικάζεται ότι το πρόβλημα προέκυψε από κατανάλωση τοπικής μπύρας, καθότι η ομάδα είχε φέρει όλα τα εδέσματα από την Αγγλία και ίσχυαν αυστηρότατοι κανόνες διατροφής). Αντικαταστάθηκε από τον αναπληρωματικό Peter Bonetti, που έμελλε να αναδειχθεί σε μοιραίο παίκτη της συνάντησης.

Κι όμως, όλα ξεκίνησαν με τους καλύτερους οιωνούς για τους Άγγλους, οι οποίοι προηγήθηκαν στο 32΄ με τέρμα του Alan Mullery (Γερμανία – Αγγλία 0-1). Με το αποτέλεσμα αυτό οι δυο ομάδες αποσύρθηκαν στα αποδυτήρια με τη λήξη του ημιχρόνου.

Ο Alan Mullery πανηγυρίζει το 0-1.

Με την έναρξη του δευτέρου ημιχρόνου, η Εθνική Αγγλίας έδειχνε να ελέγχει τη ροή του αγώνα. Στο 50΄, μάλιστα, κατάφερε να διπλασιάσει τα τέρματά της με τον Martin Peters. Τα πάντα προδίκαζαν μια άνετη πρόκριση. Ο προπονητής Sir Alf Ramsey, άρχισε να τρέφει όνειρα για τη συνέχεια, αντικαθιστώντας τον πλέον επιτελικό και πεπειραμένο ποδοσφαιριστή της ομάδας, Bobby Charlton, για εξοικονόμηση δυνάμεων ενόψει του επικείμενου ημιτελικού. Σε αυτή τη νευραλγική στιγμή, οι Γερμανοί κατάφεραν το πρώτο κτύπημα.

Δεκαοκτώ λεπτά έπειτα από την επίτευξη του δευτέρου τέρματος των Άγγλων και ενώ απέμενε μισή ώρα αγώνα, ο Franz Beckenbauer, ευρισκόμενος στην καρδιά της αντίπαλης άμυνας, μείωσε το σκορ. (Γερμανία-Αγγλία 1-2). Στη συγκεκριμένη φάση ο τερματοφύλακας έφερε μεγάλη ευθύνη, καθώς η μπάλλα πέρασε κάτω από το σώμα του. Το τέρμα του Beckenbauer αντέστρεψε εκ διαμέτρου την ψυχολογία των παικτών. ΄Εχοντας ασκήσει έως το σημείο εκείνο σαφή υπεροχή, η ομάδα της Αγγλίας κατάφερε να χάσει τον αγώνα και να αποκλειστεί. Αντίθετα, οι Γερμανοί, αντλώντας δύναμη από το εις βάρος τους αποτέλεσμα, συνέχισαν τις επιθέσεις ενάντια στους αποδιοργανωμένους πλήρως και ευρισκόμενους σε κατάσταση πανικού αντιπάλους τους. Στο 82΄, οκτώ λεπτά πριν από το τέλος, ισοφάρισαν με μια εντυπωσιακή ανάποδη κεφαλιά του αρχηγού της ομάδας, Uwe Seeler (Γερμανία-Αγγλία 2-2). Ο τερματοφύλακας Bonetti έφερε ευθύνη και σε αυτή την περίπτωση. Ο αγώνας πήγε στην παράταση, με τους Γερμανούς να διαθέτουν, πλέον, το ψυχολογικό πλεονέκτημα.

Το αναπόφευκτο έλαβε χώρα στο 108΄. Ο ευρισκόμενος πάντοτε μέσα στις κρίσιμες φάσεις μπροστά από την αντίπαλη εστία Gerd Müller, πέτυχε από κοντά το γκολ της νίκης. (Γερμανία-Αγγλία 3-2). Παρότι απέμεναν ακόμη δώδεκα λεπτά αγώνα, ήταν σαφές πως η έκβαση είχε αμετάκλητα κριθεί.

Το νικητήριο τέρμα της Γερμανίας στο 108΄.

Επρόκειτο για τον πρώτο αγώνα της διοργάνωσης, ο οποίος διέθετε τόσο δραματική μορφή. Πολλοί έσπευσαν να υποστηρίξουν, αμέσως έπειτα από το σφύριγμα της λήξης, πως ενδεχομένως επρόκειτο για την κορυφαία στιγμή της τελικής φάσης. Ουδείς διανοείτο εκείνο, το οποίο έμελλε να ακολουθήσει, τρεις, μόλις, ημέρες αργότερα, στον ημιτελικό της Πόλης του Μεξικού, ανάμεσα στην νικήτρια Γερμανία και την Ιταλία.

14/06/1970 England v West Germany

  1. ΒραζιλίαΙταλία 4-1 (21 Ιουνίου, Estadio Azteca, Mexico City)

Ελπίδα και ευχή των οπαδών του αθλήματος ήταν ο μεγάλος τελικός να αποδειχθεί αντάξιος ενός πρωταθλήματος, το οποίο είχε ήδη προσφέρει υψηλού επιπέδου ποιοτικό θέαμα, έντονες συγκινήσεις και αναπάντεχες ανατροπές. Δεν διαψέυσθηκαν, μολονότι η τελευταία συνάντηση της διοργάνωσης δεν άργησε να μετεξελιχθεί σε παράσταση για έναν μόνο πρωταγωνιστή. Αλλά τί πρωταγωνιστή!

Μοναδική στιγμή, οπότε δημιουργήθηκε η ψευδαίσθηση ότι ο αγώνας μπορούσε να εκλάβει χαρακτήρα αμφίρροπης αναμέτρησης, ήταν το 37΄. Τότε ο Roberto Boninsegna ισοφάρισε το τέρμα, το οποίο είχε σημειώσει με θεαματική κεφαλιά ο Pelé είκοσι λεπτά νωρίτερα. Εικόνα απατηλή, καθώς από τα πρώτα κιόλας λεπτά είχε διαφανεί η διαφορά δυναμικότητας ανάμεσα στους δυο αντιπάλους. Η διαφορά δεν είχε να κάνει τόσο με την αξία, όσο με τη φυσική κατάσταση. Η Βραζιλία είχε ολοκληρώσει το πρόγραμμά της κάνοντας εξοικονόμηση δυνάμεων. Έδωσε όλους τους αγώνες της στο φιλόξενο και κλιματολογικά ευνοϊκό περιβάλλον της Guadalajara, απέναντι σε ευκολότερα διαχειρίσιμους αντιπάλους. Αντίθετα, η Ιταλία είχε δυσκολότερο, αναλογικά, πρόγραμμα και μόλις είχε εξέλθει εξουθενωμένη από την υπερπροσπάθεια, την οποία κατέβαλε στον πρόσφατο ημιτελικό ενάντια στη Γερμανία. Παρόλο το ισόπαλο (1-1) αποτέλεσμα του πρώτου ημιχρόνου, η Βραζιλία ξαναβγήκε στο γήπεδο με χαρακτηριστική αυτοπεποίθηση και με τη βούληση να αφήσει απλόχερα να ξεδιπλωθούν ανάγλυφα όλες τις τεχνικές της αρετές.

Ο Luigi Riva εν δράσει, υπό το βλέμμα του Pelé.

Στον τρόπο του παιχνιδιού της δεν υπήρχε τίποτα το επιδειξιομανές. Απλότητα, οξυδέρκεια, ευρηματικότητα, φαντασία, ομαδικότητα υπήρξε ο συνδυασμός εκείνος, τον οποίον, για ολόκληρο το υπόλοιπο της αναμέτρησης, απόλαυσαν οι 107.000 θεατές και εκατομμύρια άλλοι, καθηλωμένοι μπροστά από τους δέκτες τους. Τρία γκολ και ένα δοκάρι ήταν ο απολογισμός. Τα πέτυχαν οι Gérson (66′), Jairzinho (71′), Carlos Alberto Torres (86′) και Rivelino (59′ – δοκάρι). Το τελευταίο τέρμα, τέσσερα λεπτά πριν από τη λήξη και ενώ τα πάντα είχαν, πλέον, κριθεί με γνώμονα την εξέλιξη του αγώνα, ήταν συνάμα και η αποθέωση του επιθετικού παιχνιδιού: η μπάλα πέρασε από τα πόδια εννέα εκ των έντεκα Βραζιλιάνων παικτών, δίχως να καταφέρει να την αγγίξει ούτε ένας Ιταλός, προτού καταλήξει με θεαματικό τρόπο στα δίκτυα, επισφραγίζοντας την αδιαμφισβήτητη υπεροχή των νικητών. Έχει καταχωριστεί στα παγκόσμια χρονικά του ποδοσφαίρου ως το ωραιότερο τέρμα, προϊόν ομαδικής προσπάθειας.

Carlos Alberto (Mexico 1970)

Ο τελικός της 21ης Ιουνίου δεν είχε να επιδείξει τίποτα από την ένταση και τη δραματική εξέλιξη προηγουμένων αγώνων. Όσοι ανέμεναν μια επανάληψη του μεγαλειώδους ημιτελικού Ιταλίας-Γερμανίας, διαψεύσθηκαν. Άλλωστε, αγώνες αυτού του είδους, δύσκολα διαδέχονται ο ένας τον άλλον μέσα σε χρονικό διάστημα τεσσάρων ημερών. Η μαγεία του τελικού συνίστατο στην επικράτηση κατά κράτος του θεάματος έναντι της ψυχρής, υπολογιστικής, τακτικής. Δυστυχώς, υπήρξε από τις τελευταίες εκφάνσεις της αντίληψης αυτής, καθώς, με την πάροδο του χρόνου, τα δεδομένα αντιστράφηκαν, αφαιρώντας από το άθλημα μεγάλο μέρος της γοητείας του. Ίσως γι αυτόν τον λόγο, το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970, με την καλύτερη ομάδα όλων των εποχών, με τη συμμεχοτή του μεγαλύτερου ποδοσφαιριστή, την απόκρουση του αιώνα, την αναμέτρηση του αιώνα, την αποθέωση του επιθετικού ποδοσφαίρου και του εν γένει θεάματος, έμεινε βαθειά χαραγμένο στη μνήμη και στην καρδιά όσων είχαμε την τύχη να το παρακολουθήσουμε, με θαυμασμό, αγάπη, συνάμα, όμως, και με ανείπωτη νοσταλγία.

Η στέψη των πρωταθλητών.

1970 FIFA World Cup Mexico

https://www.fifa.com/worldcup/archive/mexico1970/

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Dawson, Jeff, Back Home: England and the 1970 World Cup,  London, Orion, 2001.

Downing, David, The Best of Enemies: England v Germany, London, Bloomsbury Publishing, 2001.

Glanville, Brian, The Story of the World Cup, London, Faber and Faber, 2010.

Jenkins, Garry, The Beautiful Team: In Search of Pele and the 1970 Brazilians, New York, Pocket Books, 1999.

Körner, Torsten, Franz Beckenbauer. Der freie Mann, Frankfurt, Scherz Verlag GmbH, 2005.

Morris, Jim, Gordon Banks: A BiographyStroud, Amberley Publishing 2013.

Pele, The AutobiographyNew York, Simon & Schuster, 2007.

Powell, Jeff, Bobby Moore: The Definitive Biography, London,The Robson Press 2014.

Rennie, Mandy, Gordon Banks and Pele!, San Francisco, Blurb, 2019.

Wilson, Jonathan, Inverting the Pyramid: The History of Football Tactics, London, Orion, 2008.

Θωμάς Γερασιμίδης, Χρήστος Παπανικολάου, Απόστολος Καμπαρούδης, Αιμίλιος Μαυρουδής, Δημήτριος Καραμάνος, Αθανάσιος Παπανικολάου, Συμεών Γερασιμίδης: Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου: Τα αίτια – Οι τελευταίες ημέρες

Θωμάς Γερασιμίδης, Χρήστος Παπανικολάου, Απόστολος Καμπαρούδης, Αιμίλιος Μαυρουδής, Δημήτριος Καραμάνος, Αθανάσιος Παπανικολάου, Συμεών Γερασιμίδης

Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Τα αίτια – Οι τελευταίες ημέρες

 

Ο Αλέξανδρος Γ’ που από τους αρχαίους αναφέρεται ως Αλέξανδρος ο Μακεδών και από τους νεότερους κυρίως ως Αλέξανδρος o Μέγας, γεννήθηκε στην Πέλλα της Μακεδονίας τον Ιούλιο του 356 π.Χ., έγινε βασιλιάς το 336 π.Χ. και πέθανε στην Βαβυλώνα το 323 π.Χ. Ήταν γιος του Βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου Β’, τον οποίο διαδέχθηκε στον θρόνο το 336 π.Χ., και της Ολυμπιάδος, κόρης του Νεοπτόλεμου Βασιλιά των Μολοσσών της Ηπείρου.1,2

Υπήρξε ο μεγαλύτερος ίσως στρατηλάτης που γνώρισε η ανθρωπότητα, αλλά ταυτόχρονα χάρη σ’ ένα πολιτικό αισθητήριο που η επαφή του με τον κόσμο της Ανατολής έκανε ολοένα και πιο ώριμο, η σημαντικότερη πολιτική προσωπικότητα της εποχής του.2

Στους αιώνες που ακολούθησαν το τέλος της εκστρατείας του και τον πρόωρο θάνατο του, η ιστορία και ο θρύλος διεκδίκησαν με τον ίδιο ζήλο το δικαίωμα να διασώσουν για την ανθρώπινη μνήμη τη ζωή και το έργο του στρατηλάτη.

Το πολιτικό του όραμα έγινε αντικείμενο ποικίλων εκτιμήσεων. Ωστόσο, φαίνεται αδιαμφισβήτητο, ότι η ενοποίηση του κόσμου που ανακλούσε το όραμα της κοσμοκρατορίας, έστω και αν δεν πραγματώθηκε στο πολιτικό επίπεδο, έγινε έντονα αισθητό στο πολιτιστικό. Για πολλούς αιώνες την ταυτότητα του ανθρώπου δεν θα την προσδιορίζει τόσο η εθνική του ιδιαιτερότητα όσο το γεγονός ότι ζει σε μια κοινότητα, που έχει ως υπόβαθρο την ελληνική γλώσσα και που στις πνευματικές και καλλιτεχνικές επιλογές της βαρύνει – περισσότερο ή λιγότερο – η ελληνική πολιτιστική παράδοση.

Αυτός ο κόσμος, ή σωστότερα, αυτή η οικουμένη, που με το πέρασμά της στη ρωμαϊκή κυριαρχία και στον χριστιανισμό θα αποκτήσει δύο ακόμη ενοποιά στοιχεία, το ρωμαϊκό δίκαιο και τη χριστιανική πίστη, δεν θα πάψει να ζει για πολλούς αιώνες τουλάχιστον ως την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453.

Αυτή η βαριά κληρονομιά στην ανθρωπότητα του φαινόμενου «Μέγας Αλέξανδρος» απασχόλησε την παγκόσμια βιβλιογραφία όλων των επιστημών και των ειδικοτήτων. Αναφέρεται ότι έχουν γραφεί πολύ περισσότερα από 250.000 βιβλία σε όλο τον κόσμο με 54.000.000 αναφορές στο διαδίκτυο και σε αμέτρητες γλώσσες με κύριο θέμα την ζωή και το έργο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Δείγμα και η ανεύρεση του ονόματος σε όλες σχεδόν τις γλώσσες του κόσμου.

Μία ιδανική αναπαραγωγή της νεότητας του Αλέξανδρου. Πιθανόν γνήσια εργασία του Λεοχάρη. Μουσείο Ακρόπολης.

Πως ήταν δυνατόν να λείψουν οι γιατροί από μια τέτοια πανδαισία;4 Το ιατρικό ιστορικό του Αλέξανδρου είναι πλούσιο σε τραυματισμούς και νοσήματα, όπως περιγράφονται από τους ιστορικούς.1,2,5,6,7 Ο Αλέξανδρος είχε πολύ δυνατή κράση που αποδεικνύεται από τους σοβαρούς τραυματισμούς που υπέστη ή τα νοσήματα που πέρασε και επέζησε σύμφωνα με το ιστορικό του.7 Έτσι αναφέρονται μερικοί από αυτούς όπως τους περιγράφει ο Αρριανός.1

Στην Κιλικία, στην πόλη Ταρσό, είχε πυρετό με σπασμούς, εξάντληση και έντονη αϋπνία. Ο ιατρός του, Φίλιππος ο Ακαρνάνας, του έδωσε κάποιο φάρμακο. αλλά οι αυλικοί τον είχαν ειδοποιήσει με γράμμα ότι ο ιατρός του θα τον δηλητηριάσει. Ο Αλέξανδρος διάβασε το γράμμα και το έδωσε στο Φίλιππο και ενώ εκείνος το διάβαζε, ο Αλέξανδρος ήπιε το φάρμακο δείχνοντας απεριόριστη εμπιστοσύνη στον ιατρό του.

Στην μάχη του Γρανικού ποταμού τραυματισμός στον ώμο από ακόντιο και κρανιοεγκεφαλική κάκωση με σπαθί που έκοψε την περικεφαλαία στα δύο και τραυμάτισε τον Αλέξανδρο στο κρανίο.

Ο Αλέξανδρος και ο Κρατερός στο κυνήγι λιονταριού, Νέο Μουσείο Πέλλας.

Στην Ισσό σοβαρός τραυματισμός στον μηρό από σπαθί.

Στην Γάζα διατιτραίνον τραύμα ωμοπλάτης επειδή τρύπησε η ασπίδα από εχθρικό βέλος.

Στον Ώξο ποταμό, βέλος στην κνήμη, διατιτραίνον τραύμα, κάταγμα περόνης.

Στην Κυρούπολη της Σογδιανής, κάκωση κεφαλής από πέτρα.

Στους Σκύθες, μολυσμένο νερό, σοβαρή διάρροια, εντερικοί κωλικοί.

Στην Ινδία, ελαφρύ τραύμα στην ποδοκνημική άρθρωση από βέλος του υιού του Πώρου.

Στην χώρα των Μαλλών γράφει ο Αρριανός: «Αλέξανδρος δε βάλλεται και αυτός δια του θώρακος ες το στήθος τοξεύματι υπέρ τον μαστόν , ώστε λέγει Πτολεμαίος ότι και πνεύμα ομού τω αίματι εκ του τραύματος εξεπνείτο». Διατιτραίνον τραύμα θώρακα πάνω από τον μαστό από μεγάλο Ινδικό βέλος. Εξήλθε αέρας με φύσημα από το τραύμα, μαζί με σφύζουσα αιμορραγία. Μεθαιμορραγική καταπληξία, ζάλη και λιποθυμία και διακοπή της αιμορραγίας προφανώς από πτώση της αρτηριακής πίεσης. Αφαίρεση του βέλους, νέα αιμορραγία, νέα απώλεια των αισθήσεων και νέα διακοπή αιμορραγίας. Φήμη ότι ο Αλέξανδρος πέθανε από το τραύμα, σύμφωνα με τον Αρριανό. Ο Αλέξανδρος επέζησε από τον βαρύτατο τραυματισμό, ανέρρωσε μετά από μήνες και παρουσιάσθηκε στους στρατιώτες του από το πλοίο που τον μετέφερε στον Υδάσπη ποταμό.

Μετά την επιστροφή του στην Βαβυλώνα αρρώστησε και έπαψε να ζει την 13η Ιουνίου του έτους 323 π.Χ. ανεξάρτητα από την θέληση και τις αντιρρήσεις της γοργόνας

Η ενασχόληση, λοιπόν, με θέματα υγείας του Αλεξάνδρου, αλλά κυρίως η αναζήτηση των αιτιών του θανάτου του, είναι κάτι που αποκτά κατά περιόδους επικαιρότητα.9 Το όνειρο όλων των αρχαιολόγων είναι η ανεύρεση του τάφου του Μεγάλου Αλεξάνδρου ο οποίος αναζητείται είτε στην Αλεξάνδρεια, είτε στην όαση Σίβα, στην Πέλλα, στην Αμφίπολη, στην Βενετία ή όπου αλλού.

Το βέβαιο είναι ότι ενταφιάσθηκε στη Αίγυπτο, αφού το σώμα του ταριχεύθηκε στην Βαβυλώνα με την μέθοδο μουμιοποιήσεως των Φαραώ, όπου παρέμεινε για δύο χρόνια αναμένοντας την προετοιμασία της άμαξας του φέρετρου και της σαρκοφάγου του.

Ο Πτολεμαίος τιμώντας τον νεκρό έφτασε με στρατό στην Συρία, παρέλαβε τον νεκρό από τον Αρριδαίο και τον φρόντισε όπως του άξιζε. Η άμαξα ήταν ένα κτίριο σχεδόν ολόχρυσο που το έσερναν 64 άλογα στεφανωμένα με ολόχρυσα στεφάνια, διαλεγμένα για την ρώμη και το ανάστημά τους από όλη την αυτοκρατορία.

Η αρμάμαξα που μετέφερε το φέρετρο και την σαρκοφάγο του Βασιληά.

Από τι πέθανε όμως ο Μέγας Μακεδόνας μόλις 33 χρονών, μακριά από την πρωτεύουσα της Μακεδονίας, την Πέλλα, την πατρίδα που τον γέννησε;

Η πιστοποίηση του θανάτου δεν είναι από τις δυσκολότερες ιατρικές δεξιότητες. Η αιτιολόγηση ή η δικαιολόγηση όμως του θανάτου είναι δυσχερής, κάποτε δε, με αυστηρά κριτήρια, είναι σχεδόν αδύνατη. Το καλύτερο και πλέον αξιόπιστο μέσο είναι η αυτοψία (νεκροψία και νεκροτομή) σε συνδυασμό και προς τις παρεχόμενες ιατρικές πληροφορίες.

Νεκροτομή και νεκροψία, από τις υπάρχουσες πληροφορίες, δεν φαίνεται να έγινε στον Αλέξανδρο. Εξάλλου, αυτό ήταν απαγορευμένο στην Αρχαία Ελλάδα, πόσο μάλλον στον Βασιλιά Αλέξανδρο. Επομένως, για τα αίτια του θανάτου του μπορεί κανείς να στηριχθεί μόνο στις πληροφορίες που ανευρίσκει στην προσιτή βιβλιογραφία, τις οποίες να κατατάξει και μετά με λογική και επιστημονική αξιολόγηση να οδηγηθεί σε κάποια συμπεράσματα. Η ιατρική προσέγγιση του προβλήματος, η αξιολόγηση δηλαδή των συμπτωμάτων και των σημείων των τελευταίων 14 ημερών της ζωής του, η εφαρμογή της ιατρικής βασισμένης σε στοιχεία (evidence based medicine) ίσως να είναι ο μοναδικός και ο ασφαλέστερος τρόπος γι αυτό. Συστηματική καταγραφή των συμπτωμάτων και των ευρημάτων (υποκειμενικά και αντικειμενικά σημεία και ευρήματα – παρατηρήσεις και αξιολόγηση) και κωδικοποίηση αυτών, ιδίως της πορείας των τελευταίων 14 ημερών της ζωής του, φαίνεται να υπάρχει στη σχετική βιβλιογραφία τόσο από τον Καθηγητή Χ.Ν.Σμπαρούνη9,10 όσο και αργότερα και από άλλους με διαφορετικά κάθε φορά αποτελέσματα.

Από τις πληροφορίες, οι οποίες υπάρχουν, έχουν κατά καιρούς υποστηριχθεί διάφορες απόψεις για την αιτία (ες) του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Οι βασιλικές εφημερίδες που κατέγραφαν καθημερινά δραστηριότητες του Βασιλιά και από όπου θα μπορούσε κανείς να αντλήσει πολλές πληροφορίες για τα συμπτώματα και τα σημεία δεν υπάρχουν, γιατί καταστράφηκαν στην πυρκαγιά της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας.

Ο Αρριανός1 και ο Πλούταρχος2 συμπυκνώνουν τα θρυλούμενα σε τρεις εκδοχές, οι οποίες και αποτελούν το περίγραμμα μιας Ελληνικής τραγωδίας στο χώρο του θρύλου.11

Εκδοχή 1η. Ο Αριστοτέλης – λόγω του θανάτου του ανεψιού του Καλλισθένη από το Μέγα Αλέξανδρο- ανακαλύπτει δραστικότατο δηλητήριο, το οποίο δίδει στον Αντίπατρο. Αυτός το δίδει στο γιο του Κάσσανδρο, που θα πήγαινε στη Βαβυλώνα, για να το παραδώσει στον αδελφό του, τον Ιόλα, ο οποίος ήταν ο οινοχόος του Βασιλέα. Αυτός, ο Ιόλας, θα μπορούσε να ρίξει το δηλητήριο στο κρασί του Βασιλέα. Κατ’ άλλη εκδοχή, όπως αναφέρεται από τον Πλούταρχο, το «φαρμάκι» προερχόταν από τα νερά της Στυγός. Ο τρόπος, με τον οποίο έφτασε στα χέρια του Ιόλα, ήταν ο ίδιος.

Εκδοχή 2η. Κατ’ αυτήν, συνεργός στη δολοφονία του θεωρείται ο Μήδιος (Μήδης). Ο Μήδιος ο οποίος υποκατέστησε τον Ηφαιστίωνα στην εμπιστοσύνη του Βασιλέα, αγαπούσε τον Ιόλα. Αυτός, ο οποίος και είχε αναλάβει να δηλητηριάσει το Βασιλέα, είχε κάθε λόγο να το κάνει γιατί τελευταία ο Αλέξανδρος του είχε κακοφερθεί. Ο Μήδιος στα τέλη του Μαΐου του 323 π.Χ. είχε καλέσει τον Βασιλέα στο σπίτι του για να συνεχίσουν, ύστερα από ένα «βαρύ» δείπνο, τη διασκέδασή τους. Του πρόσφερε κρασί. Ο Αλέξανδρος σε λίγο ένοιωσε ένα τρομερό πόνο στο στομάχι, ο οποίος τον ανάγκασε να φύγει από τη διασκέδαση.

Εκδοχή 3η. Όταν ο Αλέξανδρος κατάλαβε πως δεν ήταν πλέον για να ζήσει – το οποίον σημαίνει ότι είχε προηγηθεί ασθένεια – ήθελε να πάει στον Ευφράτη για μπάνιο και να χαθεί. Να δώσει την εντύπωση, πέφτοντας μέσα, πως – ως αθάνατος που ήταν – τον είχαν πάρει κοντά τους οι Θεοί. Αν και την εκδοχή αυτή την επικρίνει ο Αρριανός,ωστόσο, σύμφωνα με τα θρυλούμενα, ο Αλέξανδρος δοκίμασε να φύγει μυστικά από το κρεβάτι της αρρώστιας του και να πέσει στο ποτάμι, για να χαθεί το σώμα του και να νομισθεί ότι ανεβαίνει στον Όλυμπο ως θεός .

Ο Αρριανός, βέβαια, συμπληρώνει την περιγραφή όλων των παραπάνω υπογραμμίζοντας πως τα περιγράφει περισσότερο σαν διαδόσεις παρά σαν αξιόπιστες πληροφορίες, για να μην λεχθεί ότι δεν τις γνωρίζει.1,11

Τα υπάρχοντα στοιχεία όμως, δηλαδή τα συμπτώματα και τα σημεία, μπορούν να καταχωρηθούν σε ένα ιατρικό δελτίο που να αξιολογεί κάθε ημέρα την κατάσταση του ασθενούς.9,10,11

Ιατρικό Δελτίο

Ημέρα 1η: 31 Μαΐου (15 Δαισίου) 323 π.Χ.
Μετά από βαρύ φαγητό και οινοποσία, σε δείπνο, αναφέρεται πόνος έντονος – διαξιφιστικός, στην κοιλία με αντανάκλαση αρχικά προς το θώρακα και μετά προς την πλάτη (κωλικός πόνος). Ο πόνος συνοδεύεται από εμετό προκλητό – ανακουφιστικό. Ακολουθεί ρίγος και πυρετός.2,11
Σχόλιο: Ο θεράπων ιατρός του θεώρησε την κατάστασή του πολύ βαριά και λέγεται ότι του έδωσε προθεσμία ζωής. Είναι δυνατόν επομένως το επεισόδιο αυτό να ήταν παρόξυνση γνωστής ασθένειάς του. Επίσης αναφέρεται ότι ο ασθενής εζήτησε και έκανε ένα λουτρό για να ανακουφισθεί. Είναι δυνατόν αυτό να σχετίζεται με το θρύλο της πνευμονίας;

Ημέρα 2η: 1η Ιουνίου (16 Δαισίου)
Το ρίγος εξακολουθεί και ο ασθενής αισθάνεται σωματική εξάντληση. Παρά ταύτα, αποδέχεται πρόσκληση να συνεχίσει το βράδυ την διασκέδαση του. Ακολουθεί οινοποσία, μέχρι μέθης. Επανεμφανίζεται κωλικός πόνος με αντανάκλαση προς την ωμοπλάτη. Τον πόνο συνοδεύουν ρίγος και πυρετός. Λέγεται ότι ο Βασιλιάς φώναζε-ούρλιαζε δυνατά από τον πόνο.
Σχόλιο: Οι ιατροί του δηλώνουν αδυναμία να τον βοηθήσουν και προβλέπουν ταχεία εξέλιξη της καταστάσεώς του. Ο θρύλος, εδώ, τον θέλει δηλητηριασμένο αν και τα συμπτώματά του δεν είναι ανάλογα λήψεως δηλητηρίου.

Ημέρα 3η: 2 Ιουνίου (17Δαισίου)
Ο πυρετός παραμένει υψηλός, αναφέρονται δε ιδρώτες και ρίγος. Ο ασθενής παρουσιάζει βυθιότητα και σωματική αδυναμία (κατάπτωση).

Ημέρα 4η: 3 Ιουνίου (18 Δαισίου)
Ο πυρετός συνεχίζεται υψηλός, ο ασθενής είναι κάτωχρος.Οι ιατροί συστήνουν κρύα μπάνια. Παρουσιάζει σαφή επιδείνωση της καταστάσεώς του, και δεν έχει καλή επικοινωνία με το περιβάλλον (συγχυτική κατάσταση).

Ημέρα 5η: 4 Ιουνίου (19 Δαισίου)
Ο ασθενής ευρίσκεται σε «κρίσιμη κατάσταση» και πέρασε μια δύσκολη ημέρα.

Ημέρα 6η: 5 Ιουνίου (20 Δαισίου)
Παρουσιάζει θόλωση της διανοίας, έχει παραλήρημα και διεγέρσεις. Ο πυρετός και το ρίγος εξακολουθούν, εκδηλώνεται δε πιθανόν και ίκτερος που μπορεί να οφείλεται σε ηπατική δυσπραγία – απόφραξη χοληφόρου ή σηπτική καταπληξία.
Σχόλιο: Η κατάσταση κρίνεται πολύ βαριά, αφού συζητείται και θέμα αντιβασιλείας.

Ημέρα 7η: 6 Ιουνίου (21 Δαισίου)
Αναφέρεται, εντός έξι ημερών από της ενάρξεως της ασθένειάς του, σαφής επιδείνωση της καταστάσεώς του.
Σχόλιο: Οι θεράποντες ιατροί του ομολογούν ότι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την εμπύρετη κατάσταση και ήλπιζαν στην αντοχή του οργανισμού του για να την ξεπεράσει.

Ημέρα 8η: 7 Ιουνίου (22 Δαισίου)
Εμφανίζεται ψυχρότητα των άκρων και ο ασθενής παρουσιάζει γενικότερη «οργανική» κάμψη, προϊούσα αδυναμία κινήσεων των κάτω άκρων και κάμψης των αρθρώσεων. Οι ιατροί του παλεύουν για να τον συνεφέρουν.

Ημέρα 9η: 8 Ιουνίου (23 Δαισίου)
Το πρόσωπό του είναι χλωμό, τα χείλη του τραβηγμένα, τα δε άλλοτε ωραία του μαλλιά φαίνονται αραιά και θαμπά από τους κολλώδεις ιδρώτες. Τα μάτια του έδειχναν να σβήνουν. Κατάσταση ως επί επαπειλούμενου κώματος.

Ημέρα 10η και 11η: 9 και 10 Ιουνίου (24 και 25 Δαισίου)
Ο πυρετός του εξακολουθεί βασανιστικός η δε κατάστασή του είναι πολύ βαριά. Τα άκρα του είναι ψυχρά και παρουσιάζει προϊούσα επιδείνωση. Οι στρατιώτες παρελαύνουν μπροστά του για να βεβαιωθούν ότι ζει.

Ημέρα 12η: 11 Ιουνίου (26 Δαισίου)
Η κατάστασή του περιγράφεται βαρύτατη και μη αναστρέψιμη.
Σχόλιο: Σε φωτεινό διάλειμμα ορίζει όμως ότι η αυτοκρατορία πρέπει να δοθεί «τω κρατίστω».

Ημέρα 13η: 12 Ιουνίου (27 Δαισίου)
Ο Μέγας Αλέξανδρος υποφέρει νικημένος. Πέφτει σε κώμα.
Παρουσιάζει δυσχέρεια αναπνοής. Το πρόσωπο του είναι κάτωχρο και δείχνει να έχει αβάσταχτους πόνους. Τα χείλη του τα κρατάει σφιχτά, τα δε μάτια του είναι «ρουφηγμένα». Κατάσταση η οποία μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «Ιπποκράτειο προσωπείο».
Σχόλιο: Οι ιατροί του δηλώνουν ότι είναι αδύναμοι. Οι στρατηγοί του καταφεύγουν τώρα εις τους ναούς για να παρακαλέσουν τους Θεούς…..

Ημέρα 14η: 13 Ιουνίου (28 Δαισίου) του έτους 323 π.Χ.
Ο Αλέξανδρος ο Μέγας είναι νεκρός. Ο θάνατος επήλθε στην 114η Ολυμπιάδα όταν Άρχων της Αθήνας ήταν ο Ηγεσίας. Ο Βασιλιάς Αλέξανδρος έζησε 32 χρόνια και 8 μήνες σύμφωνα με τον Αριστόβουλο.13

Francesco Trevisani: Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Musée des beaux-arts de Pau, Γαλλία.

Ποια νόσο θα γράφαμε στο πιστοποιητικό θανάτου; Από τις πληροφορίες γύρω από το θάνατό του, ιδιαίτερα δε εκείνες των 14 ημερών της τραγικής και μοιραίας αρρώστιας του, έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις για την αιτία του θανάτου του όπως: Η ελονοσία,12,7,14 η πνευμονία ή πνευμονικό απόστημα,ο τυφοειδής πυρετός16, ο φόνος-δηλητηρίαση,15 ο μαρασμός από την απώλεια του Ηφαιστίωνα και η λοίμωξη από τον ιό του Δυτικού Νείλου.17

Γιατί όχι η ελονοσία; Επειδή το βασικό σύμπτωμα της ασθένειάς του είναι ο πυρετός. Αλλά ο τύπος του πυρετού δεν είναι εκείνος της ελονοσίας. Δεν αναφέρεται ύφεσή του της μορφής τριταίου ή τεταρταίου. Άλλωστε η ελονοσία δεν οδηγεί, συνήθως, τόσο σύντομα και με αυτόν τον τρόπο έως το θάνατο.

Γιατί όχι η πνευμονία; Σπάνια προκαλεί κοιλιακό πόνο. Η πνευμονία έχει ως βασικό σύμπτωμα τον πυρετό και θα μπορούσε να σχετισθεί με το λουτρό στον Ευφράτη ποταμό. Αλλά το αναφερόμενο λουτρό ήταν προς ανακούφιση και κυρίως από τον πυρετό, ο οποίος προϋπήρχε.

Γιατί όχι ο τύφος; Σοβαρή υποψηφιότητα για την αιτία του θανάτου. Πριν από την πιθανολογούμενη διάτρηση του εντέρου που θα προκαλούσε κοιλιακό πόνο, έπρεπε να προηγηθούν διάρροιες που δεν αναφέρονται. Δεν υπάρχουν, εξάλλου, στοιχεία ή πληροφορίες για μαζικούς θανάτους στο περιβάλλον σαν επιδημία.

Γιατί όχι λοίμωξη από τον ιό του δυτικού Νείλου; Δεν υπάρχουν στοιχεία ή πληροφορίες για επιδημία. Εξάλλου, ο ιός του δυτικού Νείλου προκαλεί εγκεφαλίτιδα και ποτέ κοιλιακό πόνο. Είναι, βέβαια, γνωστό ότι ο θάνατος από λοίμωξη από τον ιό του Δυτικού Νείλου επέρχεται κυρίως σε ηλικιωμένους ανθρώπους (άνω των 75 ετών ) και ανοσοκατασταλμένους.17

Γιατί όχι από το Σύνδρομο Guillain-Barre;29 Στο σύνδρομο Guillain-Barre δεν εμφανίζεται σχεδόν ποτέ πόνος κοιλιακός και πυρετός. Όλες οι διαθέσιμες πηγές περιγράφουν μια προοδευτική απώλεια της συνείδησης. Η «παράλυσή» του ήταν αδυναμία εκτέλεσης ενεργητικών κινήσεων προφανώς εξαιτίας ηλεκτρολυτικών διαταραχών, σηπτικής κατάστασης και σοκ. Εξάλλου, η παράλυση των αναπνευστικών μυών θα οδηγούσε σε υποξαιμία και κυάνωση στο δέρμα, στα χείλη και στα άκρα, ένα προφανές εύρημα που δεν θα μπορούσε να παραβλεφθεί. Ωστόσο, δεν υπάρχει τέτοια περιγραφή.

Γιατί όχι κατάθλιψη από την απώλεια του Ηφαιστίωνα; Ο μαρασμός φαίνεται ότι είναι πολύ δύσκολο να θεωρηθεί ως πρώτη αιτία εμπύρετου και σύντομου θανάτου. Ο μαρασμός μπορεί να ελαττώσει το αμυντικό σύστημα και το άτομο να γίνει ευάλωτο σε λοιμώξεις, αλλά ο Αλέξανδρος δεν είχε κατάθλιψη, απόδειξη δε αυτού είναι ότι τις πρώτες μέρες της αρρώστιας του συνεργαζόταν με τους στρατηγούς για την επόμενη εκστρατεία.

Γιατί όχι δολοφονία με δηλητήριο; Είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς πως ο σοφός δάσκαλός του, ο Αριστοτέλης, θα σκεφτόταν να δηλητηριάσει τον διάσημο μαθητή του; Αλλά και η όλη εισβολή και εξέλιξη της καταστάσεώς του δεν συμβαδίζει με εκείνη της δηλητηριάσεως. Σήμερα γνωρίζουμε όλα τα δηλητήρια της αρχαιότητας, επειδή όλα αυτά παράγονταν από φυσικές ουσίες και όχι από την χημική βιομηχανία. Μελετήσαμε 114 δηλητηριώδη ή δυνητικά δηλητηριώδη φυτά και δηλητήρια ζωικής προέλευσης της αρχαιότητας. Αυτά τα γνωστά δηλητήρια δεν προκαλούν τα συμπτώματα που είχε ο Αλέξανδρος στις τελευταίες ημέρες που αρρώστησε, όπως αναφέρει και ο Romm.19 Ουσίες όπως π.χ. το κώνειο, η στρυχνίνη, ατροπίνη, φυσοστιγμίνη, κυανογλυκοσίδες το υδροκυάνιο και άλλες γνωρίζουμε σήμερα από την τοξικολογία ότι προκαλούν βλάβες στο ΚΝΣ, παραλύσεις των άκρων και ο θάνατος επέρχεται από παράλυση του κέντρου της αναπνοής μέσα σε λίγες ώρες και όχι σε 14 ημέρες.

Αναλυτικότερα για την στρυχνίνη. Η στρυχνίνη ήταν γνωστή και χρησιμοποιούνταν από τους Έλληνες ως τονωτικό. Ήταν εύκολα διαθέσιμη και θα μπορούσε να χορηγηθεί με επιμέλεια στο κρασί από τον Ιόλα, κατά τη διάρκεια του δείπνου του Μήδιου. Οι θανατηφόρες δόσεις στρυχνίνης, συνήθως 1 – 2 mg / kg, προκαλούν θάνατο μέσα σε 3-5 ώρες, με συμπτώματα που περιλαμβάνουν μυϊκή ακαμψία, σαρδώνειο γέλωτα, οπισθότονο, σπασμούς και καρδιοαναπνευστική ανακοπή.21 Υπάρχουν, δυστυχώς, λίγες πληροφορίες σχετικά με τις κλινικές επιδράσεις μετά από υποθανατηφόρες δόσεις στρυχνίνης. Ένας ασθενής που έλαβε οξεία δόση (~ 0,8 mg / kg) στρυχνίνης εμφάνισε μυϊκές συσπάσεις, δυσκολία στο περπάτημα, ήπιο έως μέτριο οπισθότονο, και τρόμο, οι οποίοι επιλύθηκαν τελικά, χωρίς ιατρική παρέμβαση, μετά από 48 ώρες. Εκτός από την μυϊκή αδυναμία, ο Αλέξανδρος δεν εμφάνισε αυτά τα συμπτώματα και ως εκ τούτου ο θάνατός του ήταν απίθανο να οφείλεται σε δηλητηρίαση από στρυχνίνη.21

Άλλοι έχουν προτείνει το αρσενικό ως αιτία του θανάτου του Αλεξάνδρου.22,23 Η εμφάνιση συμπτωμάτων μετά από οξεία δηλητηρίαση είναι ταχεία με ναυτία, έμετο και σοβαρή διάρροια, εξελισσόμενη φλεγμονή του λεπτού εντέρου με κατάληξη νέκρωση του τοιχώματος και διάτρηση, οδηγώντας έτσι σε αφυδάτωση, υποογκαιμία και σοκ. Ο θάνατος λαμβάνει χώρα εντός 24 ωρών έως 4 ημερών. Αυτά τα συμπτώματα δεν ταιριάζουν με αυτά που εμφανίζει ο Μέγας Αλέξανδρος και συνεπώς ή πρόταση της δηλητηριάσεως από αρσενικό μπορεί να απορριφθεί.

Η δολοφονία του Αλεξάνδρου με δηλητήριο σε μικρογραφία του 15ου αιώνα. Ο Αλέξανδρος εικονίζεται στο κάτω μέρος, έχοντας εισαγάγει ένα φτερό στο λαιμό του, προκειμένου να αφαιρέσει το δηλητήριο από τον οργανισμό του.

Η αναφορά από τον Leo J.Schep24 ότι μπορεί ο Αλέξανδρος να δηλητηριάσθηκε από το φυτικό δηλητήριο που προέρχεται από το φυτό Veratrum Album, δεν μπορεί να ευσταθεί γιατί στα συμπτώματα που περιγράφει δεν αναφέρεται ο πόνος που είναι κυρίαρχο σύμπτωμα, σύμφωνα με τον Αρριανόκαι τον Πλούταρχο2 από την έναρξη των συμπτωμάτων μέχρι τον θάνατό του. Εξάλλου, και ο ίδιος ο συγγραφέας θέτει σε αμφιβολία την πρότασή του καταλήγοντας υποθετικά «εάν ο Αλέξανδρος ο Μέγας δηλητηριάσθηκε, το Βεράτρουμ Άλμπουμ προσφέρει την περισσότερο  αληθοφανή αιτία από ότι το αρσενικό, την στρυχνίνη και άλλα φυτικής προέλευσης δηλητήρια».  «If Alexander the Great was poisoned, Veratrum Album offers a more plausible cause than arsenic, strychnine, and other botanical poisons». Προφανώς η υπόθεση δηλητηρίασης βόλευε τους διαδόχους για να αμαυρώσουν  την φήμη των αντιπάλων τους για τον θρόνο και άρα μπορούμε να είμαστε καχύποπτοι γι’ αυτήν την εκδοχή.

Συνεπώς, θα πρέπει να οδηγηθούμε σε κάποια νόσο που να δικαιολογεί την αρχική συμπτωματολογία, την εξέλιξη και την κατάληξή της. Εάν ξεκινήσουμε για λόγους τακτικής από την εξέλιξη, διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για μια εξελισσόμενη σηπτική κατάσταση από ενδοκοιλιακή λοίμωξη.

Θα πρέπει τώρα να επανέλθουμε στην έναρξη της νόσου και να αξιολογήσουμε τα αρχικά συμπτώματα, που είναι ο δυνατός πόνος στο δεξιό υποχόνδριο με επέκταση στο επιγάστριο και την πλάτη έπειτα από βαρύ γεύμα και έντονη οινοποσία «άκρατου οίνου». Παράλληλα, εμφάνιση πυρετού που παραμένει σε όλη την διάρκεια της νόσου. Αιφνίδιος πόνος στο δεξιό υποχόνδριο εμφανίζεται ως κωλικός των χοληφόρων, διάτρηση γαστροδωδεκαδακτυλικού έλκους, οξεία χολοκυστίτιδα-χολαγγειίτιδα, οξεία σκωληκοειδίτιδα (σπανιότατα).

Η διάτρηση ΓΔΔΕ σπάνια εμφανίζεται μετά από γεύματα, διότι τα τελευταία εξουδετερώνουν τα όξινα υγρά του στομάχου και είναι χαρακτηριστική η διάτρηση σε κενό στόμαχο την νύχτα. Επίσης η περιτονίτιδα στην αρχή είναι χημική και δεν δημιουργεί πυρετό, όπως στον Αλέξανδρο. Η αυτόματη επικάλυψη από το μείζον επίπλου που μπορεί να συμβεί συχνά σε νέους ασθενείς είναι και θεραπευτική και δεν οδηγεί σε περαιτέρω επιπλοκές.

Η οξεία σκωληκοειδίτιδα πολύ σπάνια ή σχεδόν ποτέ δεν εκδηλώνεται με πόνο στο δεξιό υποχόνδριο, ακόμη και εάν είναι οπισθοτυφλική . Η τυπική φλεγμονή της σκωληκοειδούς απόφυσης αρχίζει με περιομφαλικό άλγος που γρήγορα εντοπίζεται στον δεξιό λαγόνιο βόθρο, συνοδεύεται από ελαφρό πυρέτιο, ποτέ στην αρχή από υψηλό πυρετό που να γίνει αντιληπτός από τους ιατρούς της αρχαιότητας, οι οποίοι δεν διέθεταν θερμόμετρα. Η δε εξέλιξή της μπορεί να είναι η δημιουργία plastron, αλλά όλα αυτά στον δεξιό λαγόνιο βόθρο και όχι στο επιγάστριο, όπως η περίπτωση του Αλέξανδρου.

Παραμένει λοιπόν ο κωλικός των χοληφόρων ή η χολοκυστίτιδα-χολαγγείτιδα που θα ταίριαζε στην εντόπιση, στο χαρακτήρα και στην εξέλιξη με έκρηξη μιας οξείας παγκρεατίτιδας, με τον πόνο στην πλάτη2 που στην αρχή μπορεί να είναι ορώδης, με πόνο και πυρετό και να εξελιχθεί σε νεκρωτική που οδηγεί σταδιακά αλλά σταθερά, εφόσον δεν αντιμετωπισθεί (αντικατάσταση υγρών, αντιμετώπιση της αιτίας –χολολιθίαση-, αναπνευστική υποστήριξη με αναπνευστήρα κ.α.) στην βαριά σήψη και στον θάνατο με την συμπτωματολογία που περιγράφηκε πιο πάνω.

Υπάρχει λοιπόν η σοβαρή πρόταση της οξείας νεκρωτικής παγκρεατίτιδας. Μια  διάσημη και επιθετική αρρώστια της κοιλιάς σκότωσε τον πιο διάσημο στρατηλάτη του κόσμου.25

Η σύγκριση της δηλητηρίασης με την οξεία παγκρεατίτιδα. Η δηλητηρίαση θα ταίριαζε ως πολιτική ερμηνεία γιατί:26

1. Υπάρχει (πάντα) η πρόθεση.

2. Το δηλητήριο όταν χορηγείται με φαγητό έχει ηπιότερη δράση λόγω της αραίωσης και της εξουδετέρωσης.

3. Η κλινική εικόνα εδώ δεν είναι τυπική.

4. Ο θάνατος είναι άμεσος και δεν διαρκεί 14 ημέρες.

5. Εάν το δηλητήριο είναι εισπνεόμενο, ο θάνατος επέρχεται αργότερα από επιπλοκές.

Η οξεία παγκρεατίτιδα μπορεί να θεωρηθεί ιατρική ερμηνεία:

1. Συχνή αιτία της είναι η χολολιθίαση και η χρήση οινοπνεύματος

2. Βαρύ γεύμα και οινοποσία συχνά είναι αιτία κωλικών και οξείας παγκρεατίτιδας.

3.  Η κλινική εικόνα είναι τυπική.

4. Χωρίς θεραπεία η νόσος κάνει γρήγορα τον κύκλο της μέχρι τέλους.

5. Ο θάνατος επέρχεται από σηπτική κατάσταση και τις συνέπειές της (π.χ. αναπνευστική ανεπάρκεια).

Η οξεία νεκρωτική παγκρεατίτιδα, πιθανότατα λιθιασικής αιτιολογίας, (επειδή υπάρχουν αναφορές ότι ο Βασιλιάς πάθαινε συχνές κρίσεις κοιλιακού πόνου) φαίνεται ότι είναι η πιθανότερη αιτία θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και τούτο διότι:

1. Της ασθένειας  προηγήθηκε βαρύ γεύμα και κατάχρηση οινοπνεύματος όπως συνήθιζε τελευταία ο Βασιλιάς. Είναι γνωστό δε ότι, παρά την εισβολή της νόσου, δηλαδή του πόνου, επακολούθησε και την επόμενη ημέρα κατάχρηση οινοπνεύματος μέχρι μέθης.

2. Η κλινική εικόνα, η εισβολή και η εξέλιξη είναι τυπική. Δηλαδή: Ο πόνος οξύς, διαξιφιστικός (κωλικός ήπατος) με αντανάκλαση προς  την ωμοπλάτη ή τον θώρακακαι ακολούθως προς την κοιλία, ο οποίος συνοδεύεται από εμετό (ανακουφιστικό), ρίγος και πυρετό. Οι κολλώδεις ιδρώτες ( χαρακτηριστικό αφυδάτωσης), η ωχρότητα (που είναι η αγγειοσύσπαση αρχόμενης σηπτικής κατάστασης), η συγχυτική κατάσταση (που είναι αποτέλεσμα ηλεκτρολυτικών διαταραχών και αναιμίας), η σωματική κατάπτωση (διαταραχές ηλεκτρολυτών κυρίως Καλίου), η θόλωση της διανοίας, το παραλήρημα, η διέγερση (χαρακτηριστικό εγκεφαλικής δυσλειτουργίας από έλλειψη ιχνοστοιχείων), τα ψυχρά άκρα (εκδήλωση εγκατεστημένης σήψης), η προϊούσα επιδείνωση, μέχρι το Ιπποκράτειο προσωπείο (βαριά σήψη, υποξυγοναιμία), τέλος ή αναπνευστική ανεπάρκεια (που είναι το τελευταίο στάδιο σηπτικής καταπληξίας), κατάσταση η οποία εξελίσσεται εντός 14 ημερών προς τον θάνατο, είναι τυπική της εξελίξεως βαριάς σηπτικής καταστάσεως σε εδάφος οξείας νεκρωτικής παγκρεατίτιδος.

Μετά από όσα αναφέρθηκαν θα μπορούσε κανείς αβίαστα να συντάξει το πιστοποιητικό θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ως εξής:

a.i. Όνομα: Αλέξανδρος ο III ο Μακεδών, Βασιλιάς των Ελλήνων.

a.ii. Ημέρα: 13η Ιουνίου ή 28η Δαισίου 323 π.X.

a.iii. Ώρα: Πιθανόν απόγευμα.

a.iv. Πάθηση: Χολολιθίαση (;)

a.v. Επιπλοκή: Οξεία νεκρωτική παγκρεατίτιδα.

a.vi. Αιτία θανάτου: Σηπτική κατάσταση, ανεπάρκεια οργάνων πολλών συστημάτων.

Για τον Νίκο Σοφιανό27, ο Αλέξανδρος πέθανε όταν «υποχρεώθηκε» να αρχίσει να επιστρέφει από την Ινδία . Έχει δίκιο ο Σοφιανός αλλά τότε πέθανε ίσως η μεγάλη φιλοδοξία του Στρατηλάτη να κατακτήσει όλον τον κόσμο μέχρι την Μεγάλη Θάλασσα, ενώ ο «οργανικός» του θάνατος επήλθε πολύ αργότερα στην Βαβυλώνα.

Ο Μέγας Αλέξανδρος έφιππος στον Βουκεφάλα. Παραλία Θεσσαλονίκης.

Εμείς οι Έλληνες Μακεδόνες όμως παραμένουμε στον θρύλο, ξεπερνώντας τον θάνατο. Μένουμε στην άφθαρτη νιότη του Αλέξανδρου με τα μακριά μαλλιά το γερμένο κεφάλι και το βλέμμα πάντα προς τα επάνω.

Γιατί όπως λέει ο Μάκης Βαρλάμης:28
Γεννήθηκα ανάμεσα στα ίδια βουνά και μεγάλωσα
κάτω από τον ίδιο Μακεδονικό ήλιο
κοινό χαμόγελο, κοινά μάτια.
Υπάρχουν μαζί μου χιλιάδες χρόνια.
Τα μάτια του, η ψυχή του, το πνεύμα Του.

Εμείς επίσης που ζούμε στην Θεσσαλονίκη, μια πόλη που πήρε το όνομα της από την ετεροθαλή αδελφή του Αλέξανδρου επειδή γεννήθηκε την ημέρα που ο Φίλιππος νικούσε τους Θεσσαλούς (Θεσσαλών-Νίκη), συμφωνούμε με αυτό που υποστηρίζει και η άλλη αδελφή του, η μυθική γοργόνα.

Ο Βασιλιάς των Ελλήνων Αλέξανδρος ζει και βασιλεύει

 

 

Ο Θωμάς Γερασιμίδης είναι Ομότιμος Καθηγητής Ιατρικής Χειρουργικής και Αγγειοχειρουργικής του ΑΠΘ. Για το επιστημονικό και το κοινωνικό του έργο τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις μεταξύ των οποίων και από την UNESCO και την Κοσμητεία της Σχολής Επιστημών Υγείας του ΑΠΘ. Έχει ασχοληθεί με τον εθελοντισμό, τις νέες τεχνολογίες αλλά και τις αιτίες του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, θέματα για τα οποία έχει κάνει πολλές διαλέξεις και δημοσιεύσεις. Υπήρξε Πρόεδρος πολλών επιστημονικών εταιρειών μεταξύ των οποίων της Ιατρικής Εταιρείας Θεσσαλονίκης τις διετίες 2006-2007 και 2008 -2010.

Ο Χρήστος Παπανικολάου είναι Δρ. Χειρουργικής, τέως Διευθυντής Α΄ Χειρουργικής Κλινικής, Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης.
Ο Απόστολος Καμπαρούδης είναι Καθηγητής Χειρουργικής, Ιατρική Σχολή ΑΠΘ και Διευθυντής Ε΄ Χειρουργικής Κλινικής, Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Αιμίλιος Μαυρουδής είναι Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας, ΑΠΘ.
Ο Δημήτριος Καραμάνος είναι Καθηγητής Αγγειοχειρουργικής, Ιατρική Σχολή ΑΠΘ, Α΄ Χειρουργική Κλινική, Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, ΑΠΘ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Αθανάσιος Παπανικολάου είναι Ειδικευόμενος Πλαστικής Χειρουργικής, Τμήμα Πλαστικής και Επανορθωτικής Χειρουργικής, Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Βέρνης, Ελβετία.
Ο Συμεών Γερασιμίδης είναι Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών και Μηχανικών Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Amherst MA της Μασαχουσέτης, ΗΠΑ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Βιβλιογραφία – Σημειώσεις

 

1. Αρριανός Φλάβιος: Αλεξάνδρου Ανάβασις. Μετάφραση: Β. Παπαδόπουλος. Εκδόσεις «Παιδεία», Θεσσαλονίκη 2003.

2. Πλούταρχος: Αλέξανδρος. Μετάφραση: Β. Παπαδόπουλος. Εκδόσεις «Παιδεία», Θεσσαλονίκη 2003.

3. Hammond N.G.L.: Μέγας Αλέξανδρος, ένας ιδιοφυής. Μετάφραση : Π.Θεοδωρίδης. Εκδόσεις «Μαλλιάρης Παιδεία», 1997.

4. Λασκαράτος Ι.: Ο Μέγας Αλέξανδρος στα πεδία της Ιατρικής. Εκδόσεις J&J Hellas, Αθήνα 1997.

5. Πτολεμαίος ο Λάγου. Αναφέρεται στον Αρριανό.

6. Διόδωρος ο Σικελιώτης (Diodorus Siculus) Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, Οι Έλληνες. Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια: Φιλολογική Ομάδα Κάκτου. Εκδόσεις Κάκτος, 1998.

6. Quintus Curtius Rufus: Historia Alexandri Magni [Η ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου]. Εισαγωγή-απόδοση-σημειώσεις Χάρη Μίκογλου. Εκδοτικός οίκος Ι.Ζαχαρόπουλος Α.Ε., Αθήνα 1993.

7. Σαμοθράκης Αχιλλέας: «Περί των ασθενειών, των τραυμάτων και του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου». Ελληνική Ιατρική 1928. Αναφέρεται από Καργάκο.

8. Αυρηλιώνης Σ. Διονύσιος: Αίτια του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αθήνα 1974. Αναφέρεται από Καργάκο.

9. Sbarounis, Charalambos N. M.D.Journal of Clinical Gastroenterology: June 1997 – Volume 24 – Issue 4 – p 294-296.

10. Σμπαρούνης Χ.Ν. “Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδου. Ένα οδοιπορικό ή ένα ιατρικό δελτίο”. Ελληνική Ιατρική 1995, 61, 2:162-166,

11. Κιτσόπουλος Γ.: Αλέξανδρος ο Μέγας. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Αλτιντζή, Τόμος τρίτος, Θεσσαλονίκη 1986.

12. Καργάκος Ι.Σαράντος: Μέγας Αλέξανδρος , ο άνθρωπος φαινόμενο. Μέρος Γ΄σελ. 199-208 Real news 2013.

13. Αριστόβουλος. Αναφέρεται στον Αρριανό.

14. National Geographic Deutschland. April 2013 D seite 40-73.

15. Docherty P.: The death of Alexander the Great: What or who really killed the young conqueror of the known world. New York: Carroll &Graf Publishers 2004. ISBN:0786713402

16. Oldach DW, Richard RE, Borza EN, Benitez RM.: “A mysterious death”, N Engl J Med 1998; 338:1764-1769.

17. Marr S, Calisher CH.: “Alexander the Great and West Νile virus encephalitis”. Emerg Infect Dis 2003;9:1599-1603.

18. Behrman AJ,Wilson RB.: “A mysterious death”, N Engl J Med 1998; 339:1248.

19.Romm J., Strassler R.B.: The Campaigns of Alexander. Pantheon Books, New York 2010. Book seven, page 310 and Appendix O page 404-6.

20. Boyd RE, Brennan PT,Deng JF, Rochester, Spyker DA,: “Strychnine poisoning. Recovery from profound lactic acidosis, hyperthermia, and rhabdomyolysis”. Am J Med 1983:74:507-512.

21. Haslam MT.: “Accidental strychnine poisoning”. Br Med J 1965:1:1191.

22. Ratnaike RN : “Acute and chronic arsenic toxicity”. Postgrad Med J 2003 79:391-396.

23. Gorby MS. “Arsenic poisoning”. West J Med.149, 1988, pp.308-315.

24. Schep Leo J. , Robin J. Slaughter, J. Allister Vale & Pat Wheatley: “Was the death of Alexander the Great due to poisoning? Was it Veratrum album?”. Clinical Toxicology 2013 Early Online 1-6 pp. 72-77.

25. Kuemmerle G : Professor fuer Chirurgie Dr.Med., Hab. Προσωπική επικοινωνία.

26. Ήρκος-Στάντης Ρ Αποστολίδης : Οι πρώτες Πηγές. «Μέγας Αλέξανδρος». Τα αποσπάσματα των αρχαίων ιστορικών. Εκδόσεις Gutenberg, 2015.

27. Σοφιανός Ν.: Ζεί ο Αλέξανδρος;, Εκδόσεις Αντίθεση, Αθήνα.

28. Βαρλάμης Ε.: Θεσσαλονίκη, η Αδελφή του Μεγαλέξανδρου. Εκδότης: IDEA International Art & Designcenter, Αυστρία και Πειραματικό Εργαστήρι Βεργίνας λζ΄Δημήτρια 2002.

29. Katherine Hall.: “Did Alexander the Great die from Guillain-Barre Syndrom?”. The Ancient History Bulletin, 2018, Vol. 32, pp 106-128.

 

Αλέξης Αλεξανδρής: Η απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης

100 χρόνια από τότε

Αλέξης Αλεξανδρής

Η απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης

Στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι, με συντονισμένες ενέργειες, ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Έλληνας πολιτικός αντιπρόσωπος στην προσωρινή γαλλοκρατούμενη Συμμαχική Διοίκηση της Δυτικής Θράκης (Thrace Interalliée), Χαρίσιος Βαμβακάς, έδιναν σκληρή μάχη για την εκχώρηση της Θράκης στην Ελλάδα κατά το πρώτο ήμισυ του 1919. Οπως είχαμε επισημάνει σε προηγούμενο άρθρο («Κ», 20.10.2019), ειδικά ο Βαμβακάς, έμπειρος διπλωμάτης και στενός συνεργάτης του Ελληνα πρωθυπουργού, κατάφερε, σε μικρό χρονικό διάστημα, να προωθήσει αποτελεσματικά τα συμφέροντα της Ελλάδας στη Δυτική Θράκη κερδίζοντας τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη μεγάλου μέρους των κατοίκων της περιοχής. Με την υποστήριξη του γενικού κυβερνήτη της διασυμμαχικής διοίκησης στρατηγού Σαρπί, κατόρθωσε να αναδείξει την Ελλάδα ως μελλοντική προστάτιδα δύναμη της περιοχής, αποκαθιστώντας τις διαταγμένες πολιτικές και πληθυσμιακές ισορροπίες που είχαν συντελεστεί επί βουλγαρικής κατοχής της Δυτικής Θράκης (1913-1918).

Κύριος αντίπαλος της ελληνικής προσάρτησης της Θράκης υπήρξαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες υποστήριζαν με εμμονή την εδαφική διέξοδο της Βουλγαρίας στο Αιγαίο. Οπως φαίνεται, είχε αναπτυχθεί ένα ισχυρό και αποτελεσματικό λόμπι στην Ουάσιγκτον αλλά και στο Παρίσι υπέρ της διατήρησης των βουλγαρικών συνόρων του 1913. Το λόμπι αυτό υποστηριζόταν από τους προτεσταντικούς ιεραποστολικούς κύκλους και ιδίως από τους Βουλγαροαμερικανούς προτεστάντες, ενώ κύριοι χρηματοδότες του ήταν οι Βούλγαροι μεγαλέμποροι καπνού και οι Αμερικανοί συνέταιροί τους, παραδοσιακοί ανταγωνιστές των ελληνικών οικονομικών συμφερόντων στη Θράκη. Αρωγός των βουλγαρικών διεκδικήσεων υπήρξε ο Αμερικανός πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον που συνδεόταν προσωπικά με το βουλγαρικό λόμπι, αφού η αδελφή της συζύγου του είχε νυμφευθεί τον Βούλγαρο πρέσβη στη Ουάσιγκτον.

Επιπλέον, ο Αμερικανός ηγέτης είχε οραματιστεί τη δημιουργία, με εντολή της Κοινωνίας των Εθνών, ενός διεθνούς Κράτους της Κωνσταντινούπολης υπό την κηδεμονία των ΗΠΑ, που θα περιλάμβανε ολόκληρη τη Θράκη.

2.6.1920. Ο Γάλλος στρατηγός Σαρπί εγκαταλείπει τη Δυτική Θράκη. Τον συνοδεύει ο νέος διοικητής της περιοχής, Χαρίσιος Βαμβακάς.

Ελληνικός στρατός στη θέση των συμμαχικών δυνάμεων

Χάρη στους επιδέξιους διπλωματικούς χειρισμούς του Βενιζέλου και την ευνοϊκή για την Ελλάδα διεθνή συγκυρία, η αρνητική στάση των Αμερικανών και ώς ένα βαθμό των Ιταλών κάμφθηκε ιδίως όταν για λόγους υγείας ο πρόεδρος Ουίλσον υποχρεώθηκε να αποσυρθεί από το διεθνές διπλωματικό προσκήνιο. Οι προσπάθειες του Βενιζέλου ευοδώθηκαν κατά τη Διασυμμαχική Διάσκεψη του Σαν Ρέμο (Απρίλιος 1920), όταν ο Ελληνας πολιτικός εξασφάλισε τη συγκατάθεση των Μεγάλων Δυνάμεων για την αντικατάσταση των συμμαχικών στρατευμάτων από τον ελληνικό στρατό σε ολόκληρη τη Θράκη (δυτικά και ανατολικά του ποταμού Εβρου). Στο μεταξύ η Γαλλία, πιεζόμενη από το κεμαλικό εθνικιστικό κίνημα στην Κιλικία (τμήμα της γαλλικής εντολής –Mandat– για τη Συρία και τον Λίβανο) αποφάσισε να μεταφέρει από τη Δυτική Θράκη στη Μικρά Ασία τα στρατεύματά της αφήνοντας τον πλήρη έλεγχο της περιοχής στην Ελλάδα.

Η προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων έλαβε χώρα στις 14 Μαΐου 1920 και είχε ως αφετηρία την Ξάνθη, που τελούσε ήδη υπό ελληνικό στρατιωτικό έλεγχο από τον προηγούμενο Οκτώβριο. Αφού κατέλαβε τις διαβάσεις προς τη Βουλγαρία, ο ελληνικός στρατός, υπό τον υποστράτηγο Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη, εισήλθε στη Γκιουμουλτζίνα όπως ονομαζόταν τότε η Κομοτηνή. Συνάμα τέθηκαν υπό ελληνικό έλεγχο το Πόρτο Λάγος και ο Ίασμος από τον υποστράτηγο Γεώργιο Λεοναρδόπουλο. Εχοντας ξεκινήσει με το οπλιταγωγό Μυκάλη από το λιμάνι των Ελευθερών Καβάλας, ένα άλλο τμήμα του ελληνικού στρατού υπό τον υποστράτηγο Κωνσταντίνο Μαζαράκη-Αινιάν, αποβιβάστηκε στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης και προχώρησε στην κατάληψη των Φερών, του Σουφλίου, του Διδυμότειχου και του Κάραγατς, προαστίου της Αδριανούπολης.

Ο υποστράτηγος Κωνσταντίνος Μαζαράκης-Αινιάν και το επιτελείο του στο κατάστρωμα του οπλιταγωγού Μυκάλη εν πλώ προς το λιμάνι του Δεδεαγάτς (μετέπειτα Αλεξανδρούπολης).

Ο διοικητής του στρατού της Θράκης και έμπειρος βενιζελικός υποστράτηγος Ζυμβρακάκης υπήρξε ο κύριος συντελεστής της επιχείρησης ειρηνικής κατάληψης της Δυτικής Θράκης, που πραγματοποιήθηκε εκ μέρους των Συμμάχων και ολοκληρώθηκε με παραδειγματική τάξη εντός έξι ημερών (14-20 Μαΐου 1920). Μια ημέρα μετά την τελετή παράδοσης της Κομοτηνής, με εντολή του στρατιωτικού διοικητή Ζυμβρακάκη, τοιχοκολλήθηκε τρίγλωσση (ελληνικά, τουρκικά και βουλγαρικά) προκήρυξη που διατύπωνε την πρόθεση της Ελλάδος να σεβαστεί την ισονομία και ισοπολιτεία όλων των κατοίκων της Θράκης. Δεκάδες φωτογραφίες της εποχής τεκμηριώνουν τις εντυπωσιακές στιγμές συναδέλφωσης του ντόπιου πληθυσμού με τον ελληνικό στρατό, ενώ στο δημαρχείο της Κομοτηνής γιορτάστηκε η ελληνική κατάληψη της Θράκης με θερμούς πανηγυρισμούς. Παρόμοιες τελετές διοργανώθηκαν στις υπόλοιπες πόλεις της Δυτικής Θράκης, ενώ στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου της Αλεξανδρούπολης τελέσθηκε δοξολογία και υπεγράφη το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης στον ελληνικό στρατό. Η λαμπρή τελετή ολοκληρώθηκε με την υποστολή της γαλλικής σημαίας και την έπαρση της ελληνικής από τον Κωνσταντίνο Μαζαράκη-Αινιάν.

Διοικητική ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος

Η εγκαθίδρυση της ελληνικής διοίκησης ολοκληρώθηκε με την παράδοση του συνόλου των κρατικών υπηρεσιών από τις γαλλικές αρχές της «Διασυμμαχικής Θράκης». Μεταξύ 22 και 29 Μαΐου πραγματοποιήθηκε η εκκένωση της περιοχής από τα γαλλικά στρατεύματα, με τον στρατηγό Σαρπί να εγκαταλείπει τη Δυτική Θράκη στις 2 Ιουνίου, συνοδευόμενος από τους τελευταίους Γάλλους στρατιώτες και διοικητικούς υπαλλήλους. Με τον τρόπο αυτό δόθηκε τέλος στη βραχύβια γαλλοκρατία της περιοχής. Παράλληλα, υπό την καθοδήγηση του μεθοδικού νέου διοικητή Χαρίσιου Βαμβακά, ξεκίνησαν οι εντατικές εργασίες θεσμικής, διοικητικής και λειτουργικής ενσωμάτωσης της Δυτικής Θράκης στον ελληνικό εθνικό κορμό.

Η νέα διοίκηση δεν αντιμετώπισε σοβαρές αντιδράσεις από τον τοπικό πληθυσμό καθώς η πλειονότητα του μουσουλμανικού στοιχείου της Δυτικής Θράκης αποδέχθηκε τη νέα τάξη πραγμάτων, που στην ουσία απομάκρυνε οριστικά τον κίνδυνο επαναφοράς της επώδυνης και καταπιεστικής για αυτούς βουλγαρικής κατοχής. Επιπλέον, η συντηρητική πλειοψηφία του μουσουλμανικού πληθυσμού παρέμενε προσηλωμένη στις θρησκευτικές παραδόσεις και έβλεπε με μεγάλη καχυποψία, αν όχι εχθρότητα, την επικράτηση της εθνικιστικής κοσμικής ιδεολογίας στην Τουρκία, αρχικά με τη μορφή του νεοτουρκικού κομιτάτου και στη συνέχεια με εκείνη του κεμαλικού σεκουλαρισμού. Εχοντας συσπειρωθεί γύρω από τις μουφτείες, η θρησκευτική μερίδα των τουρκογενών, Πομάκων και Κιρκάσιων Δυτικοθρακιωτών, γνωστών ως παλαιομουσουλμάνων, φαινόταν πρόθυμη να εμπιστευθεί την ελληνική διοίκηση η οποία υποσχόταν πλήρη ισοτιμία των πολιτών ανεξαρτήτως θρησκείας ή φυλής, στο πλαίσιο της ιδεολογίας της «μεγαλυνομένης Ελλάδας» που διακήρυττε ο Ελευθέριος Βενιζέλος στο Παρίσι.

Τη μεγάλη μάζα των παλαιομουσουλμάνων κατάφερε να προσεταιρισθεί ο τουρκομαθής και γνώστης του ισλαμικού νόμου Χαρίσιος Βαμβακάς, ο οποίος υποσχέθηκε την ευνοϊκή ρύθμιση από την Ελλάδα των αρμοδιοτήτων του µουφτή, των ζητημάτων των ανώτατων θρησκευτικών λειτουργών (μουφτήδων, ιεροδίκων και ιεροδιδασκάλων) και της διαχείρισης των κοινοτικών ευαγών περιουσιών. Ορθά είχε εκτιμήσει τα αισθήματα του μουσουλμανικού στοιχείου ο Χαρίσιος Βαμβακάς, όταν λίγο πριν από την κατάληψη της Δυτικής Θράκης από τον ελληνικό στρατό, σε τηλεγράφημά του προς τον υπουργό Εξωτερικών Νικόλαο Πολίτη, εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι η κοινότητα αυτή θα δεχόταν την ελληνική διοίκηση με «ανακούφιση και ικανοποίηση» (8.5.1920).

Αλλωστε η εκλογή του Χαφούζ Σαλήχ Εφέντη (Hafız Salih Efendi) στην προεδρία της μουσουλμανικής κοινότητας Κομοτηνής αντικατόπτριζε το αισθήματα της πλειονότητας των Δυτικοθρακιωτών μουσουλμάνων. Ακραιφνής παλαιομουσουλμάνος και πολέμιος του νεοτουρκικού κομιτάτου, ο Χαφούζ Σαλήχ Εφέντη ίδρυσε το 1923 το σωματείο «Ενωσις Μουσουλμάνων της Ελλάδος» και διατέλεσε πρόεδρός του.

Ανεπιτυχής αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας

Αντιθέτως, το εθνικιστικό νεοτουρκικό κομιτάτο αντέδρασε αρνητικά στην κατάληψη της Δυτικής Θράκης από τον ελληνικό στρατό και, σε συνεργασία με το αντίστοιχο βουλγαρικό, προχώρησε στις 27 Μαΐου στην κήρυξη αυτονομίας με τη δημιουργία προσωρινής κυβέρνησης που είχε έδρα τον παραμεθόριο οικισμό της Οργάνης, στον ορεινό όγκο της Ροδόπης. Αυτή όμως ήταν μια κίνηση απελπισίας χωρίς καμία δυνατότητα επιτυχίας, αφού ο τοπικός μουσουλμανικός πληθυσμός δεν επιθυμούσε νέες πολεμικές περιπέτειες και γνώριζε ότι δεν υπήρχε προοπτική ανατροπής της υφιστάμενης κατάστασης.

Πομάκοι παρελαύνουν με ελληνικές σημαίες. Μετά τον Μάιο του 1920, πολλοί Πομάκοι από τη Βουλγαρία μετακινήθηκαν προς την ορεινή Ξάνθη

Αλλωστε το κίνημα της Οργάνης δεν είχε την εξωτερική υποστήριξη των κυβερνήσεων του σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη και της Σόφιας, ενώ υπήρχαν και ενδογενείς εσωτερικές υφέρπουσες αντιπαλότητες, καθώς Βούλγαροι και Τούρκοι εθνικιστές έβλεπαν την αυτονομία ως ένα προσωρινό μεταβατικό στάδιο και ως προθάλαμο για τη ένωση της Δυτικής Θράκης με τις αντίστοιχες μητέρες πατρίδες. Αξιολογώντας τα τοπικά δεδομένα και τα αδιέξοδα του κινήματος της Οργάνης, η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να μην αντιδράσει καν, αφήνοντας το θνησιγενές αυτό εγχείρημα να εκπέσει εξ ιδίων. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όταν οι πρωταγωνιστές του νεοτουρκικού κομιτάτου στη Δυτική Θράκη αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την περιοχή, δεν μετέβησαν στην Οργάνη αλλά προτίμησαν να διαφύγουν είτε στη Βουλγαρία είτε στην Κωνσταντινούπολη. Η αποκαλούμενη «νεωτεριστική» φιλοκεμαλική εθνικιστική παράταξη που απέμεινε στη Δυτική Θράκη μετά το 1920 είχε συγκεντρωθεί κυρίως στην πόλη και στον κάμπο της Ξάνθης, χωρίς όμως σημαντική επιρροή στη μάζα του μουσουλμανικού πληθυσμού. Αντιθέτως, το πομακικό στοιχείο τάχθηκε εξαρχής υπέρ της συνεργασίας με την ελληνική πολιτεία και μετά τις 14 Μαΐου παρατηρήθηκε μετακίνηση Πομάκων από τη Βουλγαρία προς τα πομακοχώρια της ορεινής Ξάνθης. Με την επικράτηση των παλαιομουσουλμάνων και τη φυγή της εθνικιστικής παράταξης, το λάβαρο του τουρκικού εθνικισμού στη Δυτική Θράκη έμελλε να παραλάβει σταδιακά το τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής εκμεταλλευόμενο την ανοχή και αδιαφορία που συχνά επέδειξε η ελληνική πολιτεία.

Τελικά, η διεθνής νομιμοποίηση της ελληνικής στρατιωτικής και διοικητικής παρουσίας στη Δυτική Θράκη επιτεύχθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών στις 10 Αυγούστου 1920 που παραχώρησε το σύνολο της Θράκης στην Ελλάδα. Ειδικότερα για τη Δυτική Θράκη, η συνθήκη μεταβίβαζε στην Ελλάδα τα δικαιώματα που η Βουλγαρία είχε εκχωρήσει στους Συμμάχους με τη Συνθήκη του Νεϊγί τον Νοέμβριο 1919.

Ο Αλέξης Αλεξανδρής είναι πρέσβης ε.τ., Μέγας Ρήτωρ του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Πηγή: Η Καθημερινή

Ευθυμία Γεωργιάδου-Κούντουρα: Αποτυπώσεις του Άθω στη ζωγραφική του Σπύρου Παπαλουκά

Ευθυμία Γεωργιάδου-Κούντουρα

Αποτυπώσεις του Άθω στη ζωγραφική του Σπύρου Παπαλουκά*

Ο Σπύρος Παπαλουκάς (1892-1957) ανήκει στη γενιά των ζωγράφων που επιδίωξαν να διαμορφώσουν έναν «ελληνότροπο μοντερνισμό». Το έργο του χαρακτηρίζεται από διαρκή προβληματισμό και μιαν αμφίδρομη κίνηση για την εννόηση του μοντέρνου μέσα από τα δεδομένα της δικής μας παράδοσης και αντίστοιχα τη χρήση στοιχείων της παράδοσης κατά την ερμηνεία της μοντέρνας τέχνης.

Αρχικά φοίτησε στο «Σχολείο Καλών Τεχνών» της Αθήνας (1909-1916), κοντά σε συντηρητικούς δασκάλους, σπουδαγμένους στην Ακαδημία του Μονάχου, όπως ο Σπύρος  Βικάτος, ο Δημήτριος Γερανιώτης, ο Γεώργιος Ιακωβίδης  και  απόκτησε μια στέρεη ακαδημαϊκή παιδεία. Δούλευε, παράλληλα, για να επιβιώσει, «ρετουσάροντας σωρούς από μεγεθύνσεις πεσόντων στους Βαλκανικούς Πολέμους» και συνδέθηκε με στενή φιλία με  δύο Μικρασιάτες που σημάδεψαν τη ζωή και το έργο του, τον Στρατή Δούκα και τον Φώτη Κόντογλου. Ο Δούκας, μετά την επίσκεψή του, το 1914, δημιούργησε τον «θρύλο» του Άθω και ο Κόντογλου άνοιξε τον δρόμο για το Παρίσι, όπου έφτασε έναν χρόνο πριν από τον Παπαλουκά.

Ο πρώτος σημαντικός σταθμός στην καλλιτεχνική εξέλιξη του Παπαλουκά  υπήρξε η  παραμονή και οι σπουδές του στο Παρίσι (1917-1921) και επιδίωξε να κάνει μια καινούργια αρχή, αφού, όπως φημολογείται, έκαψε σχεδόν όλα τα σπουδαστικά του έργα πριν από την αναχώρησή του από την Αθήνα. Ωστόσο, φαίνεται πως αντιμετώπιζε τις νεωτεριστικές τάσεις με επιφυλακτικότητα κι επέλεξε να φοιτήσει στην Ακαδημία Ζυλιάν και στην Γκραντ Σωμιέρ.

Αυτοπροσωπογραφία, 1922, λάδι σε χαρτόνι. Συλλογή Ιδρύματος Β. και Μ. Θεοχαράκη.

Μετά την κρίση του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στο Παρίσι έφτασαν διαδοχικά οι Τζαρά, Ντυσάν, Πικαμπιά, Αρπ, Μαν Ρέυ, Μαξ Ερνστ και μαζί με τους ποιητές Μπρετόν, Αραγκόν, Σουπώ και τον Πιερ Ρεβερντύ προετοίμαζαν τον Σουρεαλισμό. Παράλληλα, συνυπήρχαν και συμπλήρωναν την εικαστική πολυφωνία συντηρητικοί καλλιτέχνες, οι επίγονοι των Ναμπί, που είχαν φοιτήσει, μάλιστα, στην Ακαδημία Ζυλιάν, οι Μορίς Ντενί, Πιερ Μποννάρ, Εντουάρ Βυιγιάρ και άλλοι. Οι Ναμπί εκτιμούσαν τους μεγάλους καλλιτέχνες πριν από αυτούς και κυρίως τους εμπρεσιονιστές. Αν και η ονομασία τους (Ναμπί =προφήτης, στα εβραϊκά) παραπέμπει στη θεοσοφία, πρόθεσή τους υπήρξε, κυρίως, να γίνουν προφήτες της μοντέρνας τέχνης και, εφαρμόζοντας το δίδαγμα του Γκωγκέν, υιοθέτησαν το αξίωμα ότι η τέχνη του ζωγράφου έγκειται στη δημιουργία ενός αυτόνομου κόσμου πάνω στη δισδιάστατη επιφάνεια του πίνακα που δε μιμείται τη φύση αλλά την αναπαριστά με πλαστικά και χρωματικά ισοδύναμα.

Οι επιδράσεις των πιο συντηρητικών τάσεων της ευρωπαϊκής ζωγραφικής, που ταίριαζαν και στην ιδιοσυγκρασία του, φαίνεται πως επηρέασαν τον Παπαλουκά κατά τη διάρκεια των σπουδών και  της παραμονής του στο Παρίσι, που διακόπηκε απότομα για να επιστρέψει στην Ελλάδα και να πάρει μέρος στη Μικρασιατική εκστρατεία, ως πολεμικός ζωγράφος, μαζί με τον Περικλή Βυζάντιο και τον Παύλο Ροδοκανάκη. Για τα έργα που εκτέθηκαν στο Ζάππειο, στην «Πολεμική ΄Εκθεση της Στρατιάς της Μικράς Ασίας», και χάθηκαν στην καταστροφή της Σμύρνης, είναι γνωστή μόνον η κριτική του Φώτου Πολίτη: « Ο κ. Παπαλουκάς…έχει μεθύσει, έχει τρελαθεί αληθινά με το φως της Ανατολής…Οι όγκοι των ανθρώπων, αι σειραί των στρατιωτών που ζωγραφίζει εξαϋλούνται, εξαερίζονται μέσα εις άπλετον φως».¹

Τα διδάγματα του Παρισιού διαφαίνονται σταδιακά στο έργο του, αφομοιωμένα και σε διαρκή επεξεργασία, σύμφωνα με τις προσωπικές του αναζητήσεις και σε συσχετισμό με τις αξίες που διέκρινε στη μελέτη της τέχνης της παράδοσης, μετά την εμπειρία της σύγχρονης δυτικής τέχνης. Η προσοχή του παρέμενε διαρκώς στραμμένη στα αιτήματα του πολιτισμού του καιρού του που επιχειρούσε να  εκφράσει με τη ζωγραφική του, έχοντας πλήρη συναίσθηση της καλλιτεχνικής πραγματικότητας στην Ελλάδα.

Σε συνέντευξή του το 1953 έλεγε: «Δεν έχουμε ακόμα μάτια για να φτάσουμε το μεγάλο αίτημα της εποχής μας (την απλούστευση). Αυτό θα το κατακτήσουμε βήμα-βήμα μόνο με τη μάθηση, ανεβαίνοντας ένα-ένα όλα τα σκαλιά που ανέβηκε η ζωγραφική στις χώρες της Ευρώπης».

Ξενάγηση στο έργο του Σπύρου Παπαλουκά

Ο Παπαλουκάς σε όλες τις φάσεις της δημιουργίας του φιλοτέχνησε προσωπογραφίες, λίγα εσωτερικά, νεκρές φύσεις, μελέτες γυμνών, μνημειακά σύνολα, σκηνογραφίες, αλλά η τοπιογραφία, χωρίς να θεωρηθεί υπαιθριστής, υπήρξε το επίκεντρο των εικαστικών αναζητήσεων και προβληματισμών του. Οι μελετητές, όταν αναφέρονται στο έργο του, συνηθίζουν να το χαρακτηρίζουν με την ονομασία του τόπου που επισκέφτηκε και δούλεψε εκεί: περίοδος Αίγινας, Αγίου ΄Ορους, Σαλαμίνας, Μυτιλήνης, Πάρου, ΄Υδρας. Ο ίδιος εξηγούσε ότι «το ύπαιθρο είναι… το μέσον που μου επιτρέπει να καθορίσω και να αξιολογήσω όλες τις ζωγραφικές δυνατότητες. Μέσα σε αυτό υπάρχουν εμφανή και σε μεγάλα μεγέθη οι πολύτιμες αξίες του χρώματος, των τόνων και του σχεδίου. Τα χαίρεται και τα μελετά ο καλλιτέχνης μεγεθυμένα. Δεν είμαι τοπιογράφος, γιατί με τραβούν τα θέλγητρα του τοπίου, δεν κάνω ζωγραφική ποίηση. Βγαίνω στο ύπαιθρο, εμπνέομαι από αυτό και πλουτίζω εντός μου όλες τις ζωγραφικές αξίες, τον ρυθμό, τις συνθετικές δυνατότητες».

Στον τομέα  της τοπιογραφίας, η επίδρασή του, μαζί με τον Μαλέα, τον Οικονόμου και τον Νικόλαο Λύτρα, υπήρξε καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη της νεοελληνικής τέχνης.

Το εικαστικό τοπίο είναι ένας διάλογος του ανθρώπου με τη φύση που μεταβάλλεται κάθε φορά που η μεταξύ τους σχέση διαφοροποιείται. Σύμφωνα με τη θεωρία του φυσικού W. Heisenberg, στις αρχές του 20ού αιώνα, η εικόνα της φύσης αντανακλά τη δική μας σχέση με τη φύση και αντικείμενο της γνώσης δεν είναι η φύση καθεαυτή, αλλά η φύση που υπέστη τα ερωτήματα του ανθρώπου.

Ο δεύτερος καθοριστικός σταθμός στην καλλιτεχνική εξέλιξη του Παπαλουκά υπήρξε η μετάβασή του στον Άθω με τον Στρατή Δούκα, από τον Νοέμβριο του 1923 έως τον Νοέμβριο του 1924. Είχε προηγηθεί η επίσκεψη του Κόντογλου και η έκθεση αντιγράφων από βυζαντινές τοιχογραφίες, εικόνες και κειμήλια, σχέδια και πίνακες από τη ζωή και τη φύση του Άθω, στο Λύκειο Ελληνίδων, τον Οκτώβριο και Νοέμβριο 1923, στην οποία εξέθεσε λίγα έργα και ο Παπαλουκάς. Με νωπές τις εντυπώσεις της έκθεσης ξεκίνησαν οι δύο σύντροφοι «γι αυτό το απεγνωσμένο ταξίδι στο Άγνωστο», όπως σημείωσε ο Δούκας.²

Ωστόσο το Άγιον Όρος δεν ήταν  άγνωστο ούτε στους Ευρωπαίους μελετητές ούτε στους ΄Ελληνες. Από τις αρχές του 20ού αιώνα οι έρευνες του Gabriel Millet στα αρχεία και στα μνημεία, οι φωτογραφίες και οι μελέτες του για το Όρος³ είχαν προκαλέσει μεγάλο ενδιαφέρον στη Γαλλία. Αλλά και ´Ελληνες αγιογράφοι μετά την Απελευθέρωση,  όπως ο Κωνσταντίνος Φανέλλης (1791- 1867;) και ο Σπυρίδων Χατζηγιαννόπουλος (1832- 1905), παρά τη δυτική παιδεία τους, κατέφευγαν στο ‘Ορος για να μελετήσουν και να αντιγράψουν βυζαντινές και μεταβυζαντινές εικόνες.⁴ Επίσης, το 1914, δύο σημαντικοί λόγιοι και φίλοι, με μεταφυσικές ανησυχίες,  ο Άγγελος Σικελιανός και ο Νίκος Καζαντζάκης ξεκίνησαν σαν τους παλιούς προσκυνητές για σαρανταήμερη περιήγηση στο Όρος.⁵  Και πριν από τον Παπαλουκά, ο Κερκυραίος Λυκούργος Κογεβίνας (1887- 1940), γοητευμένος από τη φύση και τα μοναστήρια, κυκλοφόρησε το 1922, Le Mont Athos, ένα σπάνιο λεύκωμα με 12 πρωτότυπες οξυγραφίες, τυπωμένο στο Παρίσι  με πρόλογο του βυζαντινολόγου Charles Diehl, ενώ αργότερα ακολούθησαν το παράδειγμά του κι άλλοι ´Ελληνες χαράκτες.⁶

Για την αναγνώριση της καλλιτεχνικής αξίας των μνημείων του ´Αθω εμβληματική υπήρξε η υπόδειξη του Δ. Γαλάνη προς τον Βενιζέλο, μετά την απογοητευτική υποδοχή της έκθεσης της Ομάδας Τέχνη στην παρισινή γκαλερί La Boetie, το 1919, «να στέλνετε τους υποτρόφους σας στο ΄Αγιον ΄Ορος».⁷ Πιθανόν και ο Παπαλουκάς που ήταν τότε στο Παρίσι να είδε την έκθεση και να άκουσε τα σχόλια.  Εξάλλου η προβολή επιλεγμένων αισθητικών στοιχείων της παραδοσιακής τέχνης-βυζαντινής και λαϊκής-συναντούσε  ανάλογα αξιώματα του μοντερνισμού.

Είναι ενδιαφέρον ότι η στροφή προς τη μελέτη της βυζαντινής τέχνης αναφέρεται  πολύ πρώιμα, με ιδιαίτερη έμφαση, στο άρθρο του Περικλή Γιαννόπουλου « Η σύγχρονος ζωγραφική», στην εφημερίδα Ακρόπολις, τον Δεκέμβριο του 1902. Στις υποδείξεις προς τους ζωγράφους της εποχής του τόνιζε, πέρα από τη σπουδαιότητα του Φυσικού, του Μυθολογικού,  ότι « ο Βυζαντινός μας κόσμος είναι ακριβώς τα Προπύλαια του Αρχαίου μας κόσμου» και παραμένει ανεκμετάλλευτος από τους ´Ελληνες, ενώ στην Ευρώπη « αι εκ της Βυζαντινής τέχνης εμπνεύσεις και μιμήσεις είναι του συρμού».

Αριστερά: Από τις Καρυές του Αγίου Όρους, 1924, λάδι σε χαρτόνι. Συλλογή Ιδρύματος  Β. και Μ. Θεοχαράκη. Δεξιά: Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους, 1924, λάδι σε χαρτόνι. Συλλογή Alpha Bank.

Έναν ολόκληρο χρόνο διήρκεσε η παραμονή του στο  ´Ορος και  ο Παπαλουκάς μελετούσε και ζωγράφιζε ασταμάτητα τα μνημεία και τη φύση. Κατά τη μαρτυρία πάλι του Δούκα, «η φύση θα του προσφέρει για σπουδή το δυσυπόταχτο πράσινο, οι τοιχογραφίες τις δύσκαμπτες σιέννες, ο ποικίλος βυζαντινός διάκοσμος τη σοφία του μαζί με τον αυθορμητισμό. Ο πίνακάς του στυφίζει γεμάτος χυμούς».⁸ Οι δύο σύντροφοι  γοητεύτηκαν τόσο από την τέχνη όσο και από τη φύση του ´Ορους, όπως γλαφυρά αναφέρει στις σημειώσεις του ο Δούκας και στα «Γράμματα από τον ´Αθω» που έστελνε τακτικά στην Εφημερίδα των Βαλκανίων της Θεσσαλονίκης. Κι ενώ ο συγγραφέας εξιστορούσε τις εντυπώσεις του από τα μνημεία και το περιβάλλον, ο ζωγράφος απεικόνιζε τα τοπία,  τα εξωτερικά των μοναστηριών και «σκαρφαλωμένος σε μαδέρι» έκανε αντίγραφα τοιχογραφιών του Τζώρτζη από τη Μονή Διονυσίου, του Θεοφάνη από την Τράπεζα της Λαύρας, χωρίς να γνωρίζει ότι αργότερα θα τα χρησιμοποιούσε για την αγιογράφηση της Ευαγγελίστριας στην ´Αμφισσα.  Μελέτησε επίσης και αντέγραψε εικόνες  των τέμπλων, το χειρογράφο-ψαλτήριο αρ. 61 της Μονής Παντοκράτορος, το χρυσοϋφαντο επιτραχήλιο του 16ου αιώνα της Μονής Σταυρονικήτα, με τους εικοσιτέσσερις οίκους του Ακαθίστου ΄Υμνου  [τώρα στη συλλογή του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης] και άλλα πολύτιμα, περίπου εξήντα συνολικά, αντικείμενα. ΄Οταν συμπληρώθηκε η συλλογή του υλικού, οι δύο φίλοι εγκαταστάθηκαν σ΄ένα κελί στις Καρυές, όπου ο συγγραφέας συνέχισε τις ανταποκρίσεις του και ο ζωγράφος δεν έπαψε να εργάζεται ακούραστα, φιλοτεχνώντας περί τα εκατό σχέδια και πίνακες . Τα τοπία του ΄Αθω, κυρίως απόψεις μοναστηριών  και αρσανάδες, συνεχίζουν τεχνοτροπικά τα έργα της Αίγινας, αλλά τώρα οι συνθέσεις γίνονται πολύπλοκες εξαιτίας της ιδιομορφίας του τὀπου, αναπτύσσονται κάθετα και το θέμα καταλαμβάνει όλη την επιφάνεια. Με κάποια θέματα από τον ΄Αθω, τοπία και κτίρια, πειραματίστηκε ο Παπαλουκάς και την επόμενη δεκαετία, επιχειρώντας με διαφορετικούς τρόπους την εικαστική τους απόδοση, ως προς τη δομή του χώρου, τις φόρμες και τα χρώματα.  Στα λίγα εσωτερικά που ζωγράφισε οι απαλοί χρωματισμοί, ο λυρισμός της γραμμής, η ρυθμική εναλλαγή καμπύλων και ευθειών παρουσιάζουν αναλογίες με  τις συνθέσεις των Γάλλων Εντιμιστών.

Αριστερά: Σκήτη Αγίου Ανδρέου του Αγίου Όρους, 1932-1935, λάδι σε μουσαμά. Συλλογή Ιδρύματος  Β. και Μ. Θεοχαράκη. Δεξιά: Αρσανάς στο Άγιον Όρος, 1935, λάδι σε μουσαμά. Εθνική Πινακοθήκη.

Τα αντίγραφα που φιλοτέχνησε από τις τοιχογραφίες και τα άλλα κειμήλια των μοναστηριών υπήρξαν μια άσκηση για την αποκρυπτογράφηση της σημειογραφίας και των αισθητικών κανόνων της βυζαντινής τέχνης  που διαπίστωσε ότι σε πολλά σημεία ανταποκρινόταν στα αξιώματα της μοντέρνας τέχνης: δισδιάστατες επιφάνειες, έλλειψη προοπτικής, λειτουργικότητα του χρώματος, υπέρβαση του νατουραλισμού, πλούσιος διάκοσμος με συμβολιστικές αναφορές.

 

Η Προδοσία, 1924, τέμπερα σε χαρτόνι, αντίγραφο από την τοιχογραφία του Καθολικού της Μονής Διονυσίου στο Άγιον Όρος. Συλλογή Ιδρύματος  Β. και Μ. Θεοχαράκη.
Ο Ευαγγελισμός, 1924, τέμπερα σε χαρτόνι, αντίγραφο από τον α´οίκο χρυσοϋφαντου επιτραχηλίου. Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης

Ένα χρόνο μετά, τον Δεκέμβριο 1924, κατεβαίνοντας από το Όρος, ο Παπαλουκάς, με τη συνεργασία του Δούκα, εξέθεσε στη Θεσσαλονίκη στο καφενείο του Λευκού Πύργου, ειδικά διαμορφωμένο για την περίσταση, εκατόν είκοσι έργα της Αθωνικής παραγωγής. Η έκθεση αποτέλεσε γεγονός για την πόλη, έστω κι αν τα έργα παραξένεψαν πολλούς. Με την ευκαιρία της έκθεσης ο τύπος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τον ζωγράφο που έδωσε συνεντεύξεις και διατύπωσε τις απόψεις του για τη βυζαντινή τέχνη.

« Η βυζαντινή τέχνη είναι μια άρτια τέχνη, που μπορεί να σταθεί αμείωτα σε κάθε εποχή…

Το Άγιον Όρος, το μεγαλύτερο αυτό Βυζαντινό Μουσείο του κόσμου, μου παρέσχε αληθινές αποκαλύψεις απάνου σε χίλιες δυό απορίες μου και τεχνικές εκζητήσεις. Είναι τόσο ενδιαφέρον όσο και άγνωστο…

Η μελέτη του βυζαντινού εκκλησιαστικού διακόσμου, που δεν είναι παρά η λύσις των αισθητικών ζητημάτων που παρουσιάζει η εποχή αυτή της εθνικής μας ζωής, θα μας έδινε την ευκαιρία να ατενίσουμε την Ελληνική ιδέα σε ένα μαγαλύτερο βάθος.

Όποιος δεν καταλαβαίνει αισθητικά τον Βυζαντινό, ας μου επιτρέψει να του πω ότι δεν εννοεί ολότελα τον Αρχαίο. Και όταν ένας καλλιτέχνης δεν εννοεί το ελληνικό παρελθόν, πώς θα μπορούσε να δημιουργήσει το ελληνικό μέλλον, που είναι η δουλειά του;

…Εκεί απάνω είδα καθαρά πως η τέχνη σε κάθε μεγάλη της εποχή δεν είναι παρά φόρμα και χρώμα που έπρεπε να έχουν ανταπόκριση με μια μορφή που πάσχιζε να τη συλλάβει ένας ολόκληρος λαός. Λέγοντας μορφή εννοώ ένα σύνολο αισθητικών νόμων που σύμφωνα με αυτό ένας λαός και μια εποχή αρμονίζουν τις ανάγκες της ζωής μας».

Εδώ, ακριβώς, έγκειται και η διαφοροποίησή του από τον Κόντογλου, ο οποίος επέβαλε  τη μίμηση αισθητικών κανόνων μιας άλλης εποχής που δεν ανταποκρίνονταν στις σύγχρονες ανάγκες. Ενδεικτική για τις εδραιωμένες αντιλήψεις του Παπαλουκά, σχετικά με τη διαχείρηση της παράδοσης είναι η συζήτησή του με τον αγιογράφο Κωνσταντίνο Ξυνόπουλο, ένα χρόνο πριν από τον θάνατό του, τον Ιούνιο του 1956: «…ο τεχνίτης δεν είναι ειλικρινής όταν βασίζεται μόνο σ´ένα  ῾δάνειο῾, δηλαδή σ´αυτά που πήρε από την παράδοση. Για να σταθείς και να βαδίσεις δεν αρκεί ένα πόδι, χρειάζονται και τα δύο. Και τα διδάγματα από την παράδοση είναι το ένα πόδι μόνο…¨Επιστροφή στη φύση !῾ Είναι κάτι που κοστίζει και ζητάει θυσίες, ιδιαίτερα στην αρχή. Αλλά χρειάζεται, για να μπορέσει  κανείς να συνεχίσει δημιουργικά την παράδοση και να μπορέσει καλύτερα ύστερα να κάμει την ίδια αυτή δουλειά της μνημειακής τέχνης».⁹

Με τα απαραίτητα καλλιτεχνικά εφόδια και σοβαρό προβληματισμό σχετικά με την πορεία της νεοελληνικής τέχνης, ο Παπαλουκάς πήρε μέρος στον διαγωνισμό για την ιστόρηση της Ευαγγελίστριας, του Μητροπολιτικού ναού της ΄Αμφισσας (1926) και τα σχέδιά του εγκρίθηκαν παμψηφεί από την κριτική επιτροπή, που όπως αναφέρθηκε, είχε συσταθεί από τους αρχιτέκτονες Α. Ορλάνδο, Αρ. Ζάχο, Δημ. Πικιώνη και τον γνωστό ζωγράφο Κ. Παρθένη. Στην έκθεση αναφερόταν με λόγο χαρακτηριστικό των αντιλήψεων των επιφανών μελών το σκεπτικό της επιτροπής: «Η αξία του Παπαλουκά συνίσταται όχι τόσον εις το ότι ο καλλιτέχνης πειράται να εκφρασθεί δια της μορφής της Ελληνικής παραδόσεως από απλούς συναισθηματικούς λόγους, αλλά διότι ως καθίσταται προφανές, ο καλλιτέχνης έφθασε κατόπιν μακράς και στοχαστικής εργασίας εκ της φύσεως, εις την ανάγκην μιας εργασίας αφαιρέσεως. Τοιουτοτρόπως κατέστη ικανός να λάβει συνείδησιν πραγματικήν της βυζαντινής τέχνης ως «τέχνης». Και δια να εκφρασθώμεν πλέον συγκεκριμμένως, η αίσθησίς του της σημασίας της αρχιτεκτονικής των σχημάτων απορρέει από την πραγματικήν γνώσιν των αισθητικών νόμων. Η κριτική επιτροπή εγκρίνει όχι μόνον παμψηφεί τα σχέδια του Παπαλουκά, αλλά εκφράζει τον θερμότατον αυτής ενθουσιασμόν δι΄αυτά, ελπίζουσα ότι το έργον εκτελούμενον θ΄αποτελέσει σταθμόν εις την τέχνην του τόπου μας και αναβίωσιν των παραδόσεών μας…».¹º

Ο ναός ήταν προγενέστερο κτίσμα, του 1868, χτισμένος στον αρχιτεκτονικό τύπο του σταυροειδούς με τρούλλο ναού, με επιβλητική είσοδο με τρίβηλο άνοιγμα,  τρία κλίτη στο εσωτερικό, εκ των οποίων το κεντρικό υπερυψωμένο και υπερώο σε σχήμα Π στα δυτικά.

Ο Παπαλουκάς εργάστηκε στο ναό από το 1927 έως το 1932, χωρίς να ολοκληρώσει το έργο.  Σεβάστηκε την αρχιτεκτονική διάρθρωση  του μνημείου και πέτυχε την αρμονική προβολή των παραστάσεων πάνω στις επιφάνειές του, αλλά κυρίως σεβάστηκε το βασικό αξίωμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας ότι η εκκλησιαστική τέχνη υπηρετεί το δόγμα και ότι η βυζαντινή παράδοση έχει ιδιαίτερο βάρος.¹¹  Οι αφηγηματικές απεικονίσεις καταλαμβάνουν τα υψηλότερα σημεία του ναού, τον τρούλλο, τις καμάρες του σταυρού, τα τόξα της Πρόθεσης και του Διακονικού, την καμάρα του υπερώου, ενώ οι υπόλοιπες επιφάνειες των τοίχων, των πεσσών, των οροφών των πλαγίων κλιτών και του υπερώου καλύπτονται από πλούσιο μεγάλης ποικιλίας διάκοσμο, φυτικό, γεωμετρικό, αφαιρετικό,  που έλκει την καταγωγή του από μνημεία της παλαιοχριστιανικής εποχής- κάνθαροι με πουλιά κι ελικοειδείς βλαστοί, όπου ενίοτε παρεμβάλλονται σταυροί από πολύπλοκα κασμήματα εμπνευσμένα από το μπαρόκ, από μιμήσεις ξυλόγλυπτων επιχρυσωμένων κοσμημάτων, από μοτίβα της λαϊκής τέχνης, ακόμα και από στοιχεία της αρ νουβώ.  Εκτός από τις οροφογραφίες των κλιτών του ισογείου και του γυναικωνίτη που παρουσιάζουν ομοιότητες μεταξύ τους ο λοιπός διάκοσμος ντύνει τις επιφάνειες με τέτοια ευφάνταστη ευρηματικότητα στην ποικιλία των σχημάτων και των έντονων χρωμάτων  ώστε να δημιουργείται ένα παραδείσιο τοπίο, του οποίου, δυστυχώς, η συνοχή σήμερα  διασπάται κι εξαιτίας των φθορών που έχουν υποστεί οι τοιχογραφίες αλλά και από τις πολλές αναρτημένες εικόνες και τον πρόσθετο εξοπλισμό.

Διακόσμηση του νοτίου κλίτους του Μητροπολιτικού ναού της ‘Αμφισσας, 1927-1932.

Τα εικονογραφικά πρότυπα των συνθέσεων μαρτυρούν τη γνωριμία του καλλιτέχνη με τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία του Όρους και τον ΄Οσιο Λουκά και τη στοχαστική μελέτη του πάνω σε αυτά πριν από τη μετάπλασή τους στον δικό του μορφοπλαστικό κώδικα. Ενδεικτικές είναι οι αντιστοιχίες μεταξύ θρησκευτικών σκηνών που είχε αποτυπώσει στο Όρος, τοιχογραφιών και άλλων κειμηλίων και παραστάσεων της Ευαγγελίστριας. Σε πολλές σκηνές της ζωής του Χριστού και των Παθών ο Παπαλουκας είχε ως πρότυπα τις ανάλογες τοιχογραφίες του Καθολικού της Μονής Διονυσίου (16ος αιώνας), αλλά  και μορφές από την ψηφιδωτή διακόσμηση του Οσίου Λουκά (11ος αιώνας).


Οι περισσότερες παραστάσεις ξετυλίγονται σε νυκτερινά τοπία με έναστρο ουρανό, μπροστά σε αρχιτεκτονήματα (Ευαγγελισμός, σκηνές Παθών)  ή στη φύση και περιβάλλονται από σχηματοποιημένα βράχια, βουνά και δέντρα (Γέννηση, Βαϊοφόρος), όπως στα παλαιολόγεια έργα.  Η απόδοση όμως των ολόσωμων αποστόλων Πέτρου και Παύλου θυμίζει την τεχνική του Παρθένη στον Άγιο Αλέξανδρο Φαλήρου .

H Γέννηση, τοιχογραφία στον Μητροπολιτικό ναό της Άμφισσας, 1927- 1932.
Η Βαΐοφόρος, 1924, τοιχογραφία στον Μητροπολιτικό ναό της Άμφισσας

Η ερμηνεία των παραδοσιακών προτύπων  γίνεται  μ΄έναν καινούργιο τρόπο και προσωπικό ύφος, με μια διάθεση φωβιστική  σε ό,τι αφορά την απόδοση της φόρμας, του χρώματος, της τεχνικής, στην οποία διακρίνονται και εξπρεσιονιστικά στοιχεία, όπως τα έντονα περιγράμματα που παραπέμπουν ακόμα και σε ἐργα του Ρουώ, χωρίς να λείπουν  όμως και  κάποια δάνεια από τη λαϊκή τέχνη  που χαρίζουν αυθορμητισμό και ζωντάνια στις παραστάσεις.  Τα χρώματα είναι έντονα, οι μορφές αδρές και στιβαρές, η πτυχολογία σχηματοποιημένη, οι συνθέσεις αρμονικές και ισορροπημένες μεταξύ τους. Η έλλειψη προοπτικής και φωτοσκιάσεων αντισταθμίζεται από τις μελετημένες στάσεις των μορφών και την ανάλυση των όγκων σε χρωματικά επίπεδα.  Η Μ. Λαμπράκη- Πλάκα αποφαίνεται ότι «η εμπειρική σοφία των Βυζαντινών επαληθεύεται εδώ από μια βαθειά γνώση των φυσικών ιδιοτήτων του χρώματος, που ο Παπαλουκάς είχε σπουδάσει τόσο στα θεωρητικά κείμενα, όσο και στα έργα των ζωγράφων που θαύμαζε, ιδιαίτερα των Νεοεμπρεσιονιστών».¹²

O Άγγελος της Αποκάλυψης, τοιχογραφία στον Μητροπολιτικό ναό της Άμφισσας.

Στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα παρατηρείται μια πολυφωνία στις τάσεις της νεοελληνικής θρησκευτικής ζωγραφικής που εκφράζει τον γενικότερο ιδεολογικό προβληματισμό, αντίθετα από την  επίσημη Εκκλησία που μένει πιστή σε μια ναζαρηνίζουσα τάση. Πρωταρχικά αναδεικνύεται ο ρόλος της βυζαντινής αισθητικής, ενισχυμένος από τις θέσεις του ελληνικού Μοντερνισμού. Ο Παρθένης πλησίασε τους Βυζαντινούς με το υψηλό ήθος και την πνευματικότητα των έργων του, ο Αστεριάδης, ο Βασιλείου και ο Ρέγκος άντλησαν από τη βυζαντινή και λαϊκή παράδοση, ο Κόντογλου όμως υπερέβαλε όλους, γιατί δεν άντλησε από την παράδοση αλλά επιδίωξε την αναβίωση της λειτουργικής τέχνης της Ορθοδοξίας και σύντομα κατέληξε σε μια στείρα επανάληψη στερεοτύπων που επέβαλε και στους μαθητές του, από τους οποίους μόνον ο Ράλλης Κοψίδης κατόρθωσε να αποτινάξει τη βαριά σκιά του δασκάλου. Γι αυτό η εικονογράφηση της Άμφισσας θεωρείται ένα ξεχωριστό παράδειγμα, όπου «ο Παπαλουκάς εφύσηξε εκεί νέα πνοή στη μεταβυζαντινή ζωγραφική παράδοση και ξεπέρασε την τυφλή αντιγραφή βυζαντινών προτύπων» (Π. Μιχελής)¹³, ενώ «τα πορίσματα της παράδοσης καταξιώνονται με τον πιο έγκυρο τρόπο» (Δ. Πικιώνης).¹ Στην περίπτωση του Παπαλουκά επιβεβαιώνεται ο στοχασμός του Σεφέρη σχετικά με την παράδοση: «Ένα μέρος του παρελθόντος πεθαίνει κάθε στιγμή, και η θνησιμότητά του μας μολύνει, αν προσκολληθούμε σ´αυτό με υπερβολική αγάπη. ´Ενα μέρος του παρελθόντος μένει πάντα ζωντανό και κινδυνεύουμε καταφρονώντας τη ζωντάνιά του».¹⁵

Φωτογραφία του Παπαλουκά μπροστά στο σχέδιο του Αρχαγγέλου για την παράσταση του Ευαγγελισμού στον Μητροπολιτικό ναό της Άμφισσας.

Το πλήθος των σχεδίων και των ανθιβόλων τα οποία χρησιμοποίησε, συνεχίζοντας την πρακτική των παλιών αγιογράφων, πολύ περισσότερο από το τελειωμένο έργο, αναδεικνύουν την προσωπικότητα του Παπαλουκά, τον πολύμοχθο αγώνα, τη συνδυαστική φαντασία, τη στἐρεη συνθετική δομή, την αξιοποίηση των πνευματικών και τεχνικών του γνώσεων  για τη δημιουργία ενός μνημειώδους  και τολμηρού έργου που αντλώντας από τις παρακαταθήκες της παράδοσης  φαντάζει σύγχρονο  και αντιπροσωπευτικό της εποχής του.

Η συντήρηση των έργων του Σπύρου Παπαλουκά – Ένα γοητευτικό ταξίδι

 

H Ευθυμία Γεωργιάδου-Κούντουρα διετέλεσε Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Το άρθρο αποτελεί μεταγραφή της  διάλεξης που πραγματοποίησα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης, στις  7 Μαϊου 2019, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας ΤΕΧΝΗ.

¹  Σπύρος Παπαλουκάς- Θητεία στον ´Αθω. Αγιορείτικη Πινακοθήκη, ´Αγιον ´Ορος 2003, σ. 298.

Στον ίδιο τόμο παρατίθενται  γραπτά και  συνεντεύξεις του καλλιτέχνη, σ.47-55 (γι´αυτό δεν γίνονται  συνεχείς παραπομπές, όταν πρόκειται για δικές του εκφράσεις), λεπτομερές χρονολόγιο που έχει συντάξει η κόρη του Μίνα Παπαλουκά, αναδημοσιεύσεις άρθρων από εφημερίδες του 1924-1925 για την έκθεση στη Θεσσαλονίκη, καθώς και επιλογή κριτικών κειμένων  για το έργο του καλλιτέχνη.

²  ό.π., σ. 299.

³ ´Αγιον ´Ορος στα χρόνια της Απελευθέρωσης. Πρακτικά Συνεδρίου, Αγιορειτική Εστία, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 335-340.

⁴ Eυθ. Γεωργιάδου -Κούντουρα, ¨Το ´Αγιον ´Ορος και η νεότερη ελληνική τέχνη¨, περ. ο παρατηρητής, σ. 36.

⁵  ό.π., σ. 37.

⁶  ό.π.. σ. 38, 40

⁷ Ευγ. Ματθιόπουλος, «Εικαστικές τέχνες», Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα- Ο Μεσοπόλεμος, 1922-1940, επιμ. Χρ.Χατζηιωσήφ, τομ.Β’- Μέρος 2ο, Αθήνα 2003, σ. 417.

⁸  βλ. σημ. 1, σ. 299.

Σπύρος Παπαλουκάς. Συλλογή Ιδρύματος Εικαστκών Τεχνών και Μουσικής Β. και Μ. Θεοχαράκη, Αθήνα 2008, σ. 102.

¹º Σπύρος Παπαλουκάς. Κατάλογος Εθνικής Πινακοθήκης, Αθήνα 1976, σ. 13.

¹¹ Αναλυτικά για την εικονογράφηση του ναού βλ. Σπύρος Παπαλουκάς. Μητροπολιτικός ναός ´Αμφισσας, ΜΙΕΤ/ΑΣΚΤ 2016.

¹² Σπύρος Παπαλουκάς-Ζωγραφική, Ιονική Τράπεζα, Αθήνα 1995, σ. 57.

¹³ Αφιέρωμα στον Παπαλουκά [ άρθρα των Στρ. Δούκα, Π.Α.Μιχελή, Δ.Πικιώνη, Τ.Σπητέρη, Ελ.Βακαλό, Ν.Γ.Πεντζίκη κ.ά.], περ. Ζυγός, τ.39, Μάιος-Ιουν. 1958, σ. 11.

¹⁴ ό.π., σ. 29, σημ. 9.

¹⁵ Σὐγχρονη τέχνη και παράδοση. Πρακτικά εισηγήσεων Δευτέρου Συμποσίου, Αθήνα 1981, σ.188.

Νίκος Τόμπρος: Ο Δήμος Πατρέων (1835-1922) και η συμβολή του στην πορεία της πόλης

Νίκος Τόμπρος

Ο Δήμος Πατρέων (1835-1922)

και η συμβολή του στην πορεία της πόλης*

 

Ο Δήμος -ως πρώτος βαθμός τοπικής αυτοδιοίκησης-, αν και μακρόβιος πολιτικός θεσμός στο ελληνικό κράτος και συγχρόνως προνομιακός χώρος έρευνας για την ελληνική ιστοριογραφία -τουλάχιστον- του 19ου αιώνα, αφού παρέχει τη δυνατότητα στους ερευνητές να ασχοληθούν με γεγονότα που άπτονται του κοινωνικού, πολιτικού, οικονομικού γίγνεσθαι μιας περιοχής ή και με θέματα νοοτροπιών, έχει ελάχιστα απασχολήσει έως σήμερα την ιστορική έρευνα. Το ενδιαφέρον για τον θεσμό της δημοτικής αυτοδιοίκησης, που «ως σχέση και οργάνωση είναι αμετάβλητος δομικά και μεταβλητός ιστορικά»[1], σχετίζεται και με το ότι ο εν λόγω πολιτικός θεσμός ρυθμίζει, υπηρετεί και οριοθετεί τις κοινές ανάγκες και τα τοπικά προβλήματα, ενώ παράλληλα συμβάλλει στην κοινωνική ισορροπία και την ιστορική αλλαγή. Συνεπώς οι προαναφερθείσες λειτουργίες, που ένας Δήμος επιτελούσε -τον 19ο αιώνα-, τον συνέδεαν άμεσα με το σύνολο των οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, ιδεολογικών, πολιτιστικών δραστηριοτήτων της περιοχής του.

Η ιστορία λοιπόν ενός αστικού συνόλου -στην προκειμένη περίπτωση της Πάτρας – είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την τοπική του αυτοδιοίκηση[2]. Η πολιτική άλλωστε που εφάρμοζαν κατά καιρούς οι εκάστοτε δημοτικές αρχές (Δήμαρχοι, Πάρεδροι, Δημοτικά Συμβούλια[3]) επηρέασε τόσο την πορεία του όσο και την ευρύτερη περιοχή του. Επιπρόσθετα οι αρμοδιότητες, οι ρόλοι και οι λειτουργίες που επιτελούσαν οι προαναφερθείσες αρχές[4] σε τομείς όπως η κοινωνική πρόνοια, η εκπαίδευση, η δημόσια υγεία κ.λπ., υπήρξαν -καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα- ιδιαίτερα σημαντικοί. Με τις αποφάσεις των Δημοτικών Συμβουλίων -και κυρίως με την υλοποίησή τους- οι δημοτικοί άρχοντες προγραμμάτιζαν και πραγματοποιούσαν τα έργα που έκριναν κάθε φορά αναγκαία για την πόλη τους και την εγγύς περιοχή της, ενώ παράλληλα λάμβαναν μέτρα για την προστασία της υγείας των δημοτών τους και εν γένει για την ευημερία τους[5]. Οι συγκεκριμένες δράσεις έβρισκαν σύμφωνη την Πολιτεία, αφού η τελευταία απαλλασσόταν από μέρος του κόστους των δημοσίων έργων στον ελλαδικό χώρο και από την εφαρμογή -εκ μέρους της- μιας κοινωνικής πολιτικής για τους πολίτες της.

Παρόλο που το κράτος δεν συνέβαλε οικονομικά στην υλοποίηση της όποιας κοινωνικής πολιτικής άσκησαν οι Δήμοι του βασιλείου στην περιοχή τους -κατά τη διάρκεια του 19ου και των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα-, διατήρησε για τον εαυτόν του το δικαίωμα να εγκρίνει ή να απορρίπτει τα αιτήματα των Δήμων -μέσω της νομαρχιακής διοίκησης-, ελέγχοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις δημοτικές αρχές και τη δράση τους. Οι αποφάσεις εξάλλου των Δημοτικών Συμβουλίων δεν ήταν άμεσα εκτελέσιμες, αφού -ύστερα από τη λήψη τους- έπρεπε να εγκριθούν από τον αρμόδιο Νομάρχη.

Δήμος Πατρέων: Δήμαρχοι και Δημοτικά Συμβούλια

Πολύτιμη πηγή πληροφόρησης για την πορεία του Δήμου Πατρέων τα έτη 1835-1922 και την κοινωνική πολιτική που άσκησε στους δημότες του αποτελούν τα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων[6] και ο πατραϊκός Τύπος. Στις σελίδες των εν λόγω αρχειακών πηγών άλλωστε ο ενδιαφερόμενος μπορεί να εντοπίσει την εκάστοτε οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική, πολεοδομική πολιτική που οι δημοτικοί άρχοντες εφάρμοσαν στην περιοχή τους, τα προβλήματα που οι κάτοικοι της αχαϊκής πρωτεύουσας αντιμετώπισαν, καθώς επίσης και τους τρόπους που επιλέγονταν κάθε φορά αυτά να επιλυθούν κ.λπ. Παράλληλα τα Πρακτικά προσφέρουν τη δυνατότητα στους ερευνητές να προσεγγίσουν την οικονομική και κοινωνική πορεία της Πάτρας τα έτη 1836-1922 -από την οπτική των επίσημων τοπικών αρχών (Δήμαρχοι, Πάρεδροι, Δημοτικοί Σύμβουλοι)- και να κατανοήσουν τον βαθμό συμβολής της τοπικής αυτοδιοίκησης στη συγκεκριμένη πορεία.

Γενική άποψη της πόλης των Πατρών σε καρτ-ποστάλ εποχής.

Ο Δήμος Πατρέων -με έδρα την Πάτρα- σχηματίστηκε τον Απρίλιο του 1835. Αρχικά κατατάχθηκε στους Δήμους β΄ τάξης (5.469 κάτοικοι), ενώ ύστερα από τη συγχώνευσή του με όμορους δήμους ή τμήματά τους (Μεσσάτιδας, Παναχαιών, Αργυραίων, Δημαίων) εντάχθηκε στους Δήμους α΄ τάξης[7]. Τα πρώτα μετεπαναστατικά έτη ίσχυσε -στον απελευθερωμένο νότιο ελλαδικό χώρο- το δημογεροντικό σύστημα. Οι κοινοτικοί δημογέροντες (α΄ βαθμίδας), είτε ως αιρετοί με τιμητικά κριτήρια (1828) είτε ως διορισμένοι (1830), διατήρησαν ορισμένες μόνο από τις προεπαναστατικές τους αρμοδιότητες[8]. Την εν λόγω περίοδο (1828-1836) τις θέσεις των πέντε δημογερόντων στην αχαϊκή πρωτεύουσα κατέλαβαν οι Θάνος Μαντζαβίνος, Ανδρέας Καλαμογδάρτης, Δημήτριος Αντωνόπουλος, Αναγνώστης Γιαννακόπουλος, Αντώνιος Οικονομόπουλος ή Οικονόμου, Μήτρος Παναγόπουλος, Γεώργιος Μπουκαούρης, Λεωνίδας Χρυσανθόπουλος, Γερογιώργης Ζουμπατιώτης (1831-1835) και Δημήτριος Ρετινιώτης (1835-1836)[9]. Η πρώτη εκλογική διαδικασία για τους δημογέροντες πραγματοποιήθηκε στην πόλη την εορτή του Αγ. Ανδρέα (30.11.1828), σε υπαίθρια συνέλευση, που την απάρτιζαν πολίτες άνω των 25 ετών[10].

Το πολεοδομικό σχέδιο του Σταμάτη Βούλγαρη για την πόλη των Πατρών το 1829.

Τα μετέπειτα έτη και έως το 1866 στον δημαρχιακό θώκο των Πατρών διορίστηκαν 10 άτομα, η πλειονότητα των οποίων πρόσκειτο πολιτικά και διέκειτο φιλικά στον Όθωνα. Επρόκειτο για τους Ιωάννη Ζαΐμη, Ιωάννη Μπουκαούρη, Αντώνη Καλαμογδάρτη, Ανδρέα Λόντο, Κωνσταντίνο Σκουρλέτη, Αντώνιο Αντωνόπουλο, Ιωάννη Αντωνόπουλο, Μπενιζέλο Ρούφο, Περικλή Καλαμογδάρτη, Σπυρίδωνα Χρυσανθακίδη[11]. Σύμφωνα με τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες κάποιοι εξ αυτών ανήκαν στους γαιοκτήμονες-σταφιδεμπόρους και κάποιοι άλλοι στους γαιοκτήμονες-πολιτευτές. Η ιδιότητα του γαιοκτήμονα ενέτασσε τα άτομα αυτά στα ανώτερα οικονομικά και κοινωνικά πατραϊκά στρώματα, στα οποία διατηρήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ύστερα από το 1866 το δημαρχιακό αξίωμα στον Δήμο Πατρέων ανέλαβαν 7 άτομα, τα οποία εξελέγησαν από τους πατρινούς ψηφοφόρους[12]. Στα συγκεκριμένα άτομα συγκαταλέγονταν οι Περικλής Καλαμογδάρτης, Γεώργιος Ρούφος, Αθανάσιος Κανακάρης-Ρούφος, Δημήτριος Πατρινός, Αριστομένης Κοντογούρης, Δημήτριος Βότσης και Δημήτριος Ανδρικόπουλος-Μπουκαούρης[13]. Όσον αφορά τους εκλεγμένους δημάρχους (1866-1922), αυτοί προέρχονταν είτε από τον χώρο των κτηματιών που δραστηριοποιούνταν και στο σταφιδεμπόριο, είτε από τον χώρο της πολιτικής, με νομικές οι περισσότεροι σπουδές[14]. Επαγγελματική διαφοροποίηση στους Δημάρχους συναντάται από τα τέλη της δεκαετίας του 1870 και έπειτα, καθώς έκτοτε οι Δήμαρχοι προέρχονταν από τον χώρο της δικηγορίας. Ωστόσο έως τα τέλη της εξεταζόμενης περιόδου (1922) δεν ήταν το επάγγελμα που προσέλκυε ψηφοφόρους στους υποψήφιους, αλλά η πολιτική δύναμη που αυτοί διέθεταν σε τοπικό επίπεδο και η στήριξη που τους παρείχαν πολιτικές οικογένειες της πόλης (οικογένειες Ρούφου, Καλαμογδάρτη, Πατρινού, Κοντογούρη, Μπουκαούρη)[15]. Η επανεκλογή αρκετών άλλωστε Δημάρχων για περισσότερες από μία τετραετία υποδηλώνει όχι μόνο το σημαντικό έργο που επιτελέστηκε στην πόλη επί δημαρχοντίας τους, αλλά και το ισχυρό πολιτικό έρεισμα που διέθεταν στην πατραϊκή κοινωνία. Εντούτοις κανείς από τους εκλεγμένους δημάρχους του 19ου αιώνα δεν προερχόταν από την εύπορη ομάδα των πατρινών εμπόρων. Προφανώς η έντονη κομματικοποίηση στην αχαϊκή πρωτεύουσα το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και οι πελατειακές σχέσεις που είχαν αναπτύξει εκεί οι ντόπιοι πολιτικοί, δεν επέτρεπαν την εκλογή υποψηφίων δημάρχων με μόνο κριτήριο την οικονομική τους επιφάνεια.

Όσον αφορά τον πολιτικό προσανατολισμό των Δημοτικών Συμβουλίων, αυτός συνέπλεε -σε γενικές γραμμές- με τον αντίστοιχο της εθνικής πολιτικής σκηνής. Συγκεκριμένα οι δημοτικές αρχές -και κυρίως οι Δήμαρχοι λόγω του διορισμού τους από τον βασιλιά- τάσσονταν έως το 1862 υπέρ του Όθωνα. Τα επόμενα έτη η σύνθεση των δημοτικών συμβουλίων επηρεαζόταν είτε από τις πολιτικές οικογένειες της πόλης και από το ό,τι αυτές υποστήριζαν πολιτικά κατά καιρούς (Βούλγαρη, Κουμουνδούρο, Δηλιγιάννη κ.λπ.), είτε από τις εθνικές πολιτικές εξελίξεις (Δικομματισμός, Κίνημα στο Γουδί)[16].

Σχετικά με τους πατρινούς Δημοτικούς Συμβούλους, η έρευνα στα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων εντόπισε περισσότερα από 200 άτομα τα οποία κατέλαβαν -την περίοδο 1836-1922- τις θέσεις των Παρέδρων και των Συμβούλων[17]. Βάσει των ποσοτικών στοιχείων το 85% περίπου των περιπτώσεων εξελέγησαν στις προαναφερθείσες θέσεις μία ή δύο μόνο φορές. Πιθανότατα η επανεκλογή ορισμένων Πατρινών στα αξιώματα αυτά για αρκετές φορές αποδεικνύει την πολιτική τους δύναμη και την επιρροή τους στην πατραϊκή κοινωνία, που τους επέτρεπαν να λειτουργούν ως μεσάζοντες («κομματάρχες») μεταξύ της εθνικής και της τοπικής πολιτικής σκηνής και των πολιτικών/πολιτευτών και των ψηφοφόρων[18]. Επιπρόσθετα τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι στην πάλη για την κατάληψη θέσεων στα δημοτικά κοινά συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των κυρίαρχων οικονομικών ομάδων της πόλης (κτηματίες, σταφιδέμποροι, έμποροι-τραπεζίτες, ιατροί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι κτλ).

Οικία Μακρυγιάννη επί της οδού Μαιζώνος, όπου από το 1897 στεγάζεται το δημαρχείο της πόλης.

Ειδικότερα για τους εμπόρους μπορούμε να πούμε ότι με τη συμμετοχή τους στα Δημοτικά Συμβούλια -κυρίως από τις εκλογές του 1866 και έπειτα- ενέτασσαν τον εαυτόν τους στην υπηρεσία της πόλης, στο επίπεδο δηλαδή της «μικροπολιτικής». Απώτεροι σκοποί της συγκεκριμένης δράσης ήταν να προασπίσουν τα εμπορικά τους συμφέροντα, να προσφέρουν στην πόλη που ζούσαν και δραστηριοποιούνταν οικονομικά και να υλοποιήσουν τα σχέδιά τους για την αστικοποίηση και τον εξευρωπαϊσμό της Πάτρας. Το ενδιαφέρον των εμπόρων για τη διαχείριση των δημοτικών υποθέσεων συμπίπτει χρονικά με τη «χρυσή» οικονομικά εποχή της πόλης από το εμπόριο της σταφίδας. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι τα έτη 1866-1891, που εξελέγησαν στις δημοτικές θέσεις 100 περίπου άτομα, η πλειονότητα αυτών προερχόταν από τον εμπορικό κόσμο. Η σταφιδική κρίση του 1892/3[19] και η πτώχευση του 1893 επέφεραν πρόσκαιρες διαφοροποιήσεις και στη σύνθεση των Δημοτικών Συμβούλιων. Συγκεκριμένα την περίοδο 1891-1899 εμφανίζεται σημαντικά αυξημένη η συμμετοχή των επαγγελμάτων της γνώσης (ιατροί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι κ.ά.) στα Συμβούλια, ενώ αντίθετα μειωμένη υπήρξε η συμμετοχή των εμπόρων σε αυτά. Την πρωτοκαθεδρία στα Δημοτικά Συμβούλια του Δήμου Πατρέων ανέλαβαν και πάλι οι έμποροι από τα τέλη του 19ου αιώνα και με αυτή τη σύνθεση θα πορευτούν έως το 1922.

Δημοτικοί οικονομικοί πόροι και δαπάνες

Οι οικονομικές δραστηριότητες του Δήμου Πατρέων, όπως και των υπολοίπων Δήμων του ελληνικού βασιλείου, -κατά τη διάρκεια των ετών 1835-1922- είχαν διαφορετικά ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά, αλλά και περιεχόμενο, συγκριτικά με τις δραστηριότητες που ασκούν οι Δήμοι σήμερα. Η διαφοροποίηση αυτή σχετίζεται -σύμφωνα με τον Θ. Καλαφάτη- «με λόγους ιστορικής υφής, αλλά και με μια πραγματικότητα που διαμορφώνεται με τη γέννηση του νέου ελληνικού κράτους», στο οποίο οι δημοτικές αρχές «υποτάσσονταν» στον έλεγχο της κεντρικής εξουσίας[20].

Η εφαρμογή της οποιαδήποτε αναπτυξιακής ή κοινωνικής πολιτικής του Δήμου Πατρέων απαιτούσε, εκτός από τις καλές προθέσεις των ιθυνόντων, και την εξασφάλιση των αναγκαίων κονδυλίων. Με δεδομένο ότι τα έργα υποδομής που υλοποιήθηκαν στην αχαϊκή πρωτεύουσα κατά τη διάρκεια των ετών 1835-1922 υπήρξαν πολλά -και ιδιαιτέρως δαπανηρά-, ενώ οι ανάγκες των κατοίκων της διαρκώς αυξανόμενες εξαιτίας της συνεχούς πληθυσμιακής επέκτασης της πόλης και των προβλημάτων που αυτή επέφερε, είναι λογικό να καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος στα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων οι συζητήσεις για τα δημόσια έργα και την κοινωνική πολιτική του Δήμου. Η έρευνα στους δημοτικούς προϋπολογισμούς και απολογισμούς καταδεικνύει ότι όσο η Πάτρα επεκτεινόταν χωρογραφικά και πληθυσμιακά και άκμαζε εμπορικά, τόσο αυξάνονταν οι πόροι του Δήμου, αλλά και οι δημοτικές δαπάνες. Επιπρόσθετα η μελέτη των ετήσιων προϋπολογισμών και απολογισμών του Δήμου αποδεικνύει την οικονομική σημασία, εκτός από την πολιτική, που είχε ο έλεγχος του Δήμου για τις διάφορες τοπικές πολιτικοκοινωνικές ομάδες[21].

Τα κυριότερα δημοτικά έσοδα προέρχονταν από: α) «Άμεσους φόρους» (π.χ. «φόρος επιτηδευμάτων», «φόρος οικοδομών», «φόρος επί των αροτριώντων κτηνών», «φόρος επί των ζώων», «φόρος επί του σταφιδοκάρπου», «φόρος επί του ελαίου», «φόρος επί των αμπέλων», «φόρος επί των εν εκτιμήσει» κ.λπ.), β) «Έμμεσους φόρους» (π.χ. «φόρος επί των διά θαλάσσης και ξηράς εισαγομένων ωνίων και εμπορευμάτων», «φόρος επί του σίτου», «φόρος επί των κορμών δένδρων, κολωνών… παραγομένης», «φόρος επί των προς εμπορίαν και κατανάλωσιν εισαγόμενων εις τον Δήμον ζώων», «φόρος επί των ιχθύων» κ.λπ.), γ) «Προσόδους της δημοτικής περιουσίας». Οι προαναφερθείσες κατηγορίες εσόδων αποτελούσαν και τις κυριότερες πηγές χρηματοδότησης των δημοτικών δαπανών. Επιπρόσθετα με τα δημοτικά έργα που υλοποιούνταν στην πόλη οι δημοτικές αρχές παρενέβαιναν στην τοπική οικονομία, βοηθώντας την να αναπτυχθεί. Αντίθετα οι δαπάνες ταξινομούνταν σε: Ι) Έξοδα διοίκησης, ΙΙ) Επενδυτικές και ΙΙΙ) Κοινωνικές δαπάνες.

Η Άνω Πόλη.

Η άμεση σύνδεση των δημοτικών εσόδων με τη φορολόγηση του εμπορίου -και κυρίως της σταφίδας- είχε ως αποτέλεσμα την αυξομείωσή τους ανάλογα με την εμπορική κίνηση και τη γεωργική παραγωγή της περιοχής. Αυτή όμως η σχέση καθιστούσε τους δημοτικούς προϋπολογισμούς επισφαλείς ανά πάσα στιγμή και κατ’ επέκταση μη υλοποιήσιμα πάντοτε τα οποιαδήποτε σχέδια του Δήμου. Αντίθετα στα έξοδα δεν παρατηρούνται αυξομειώσεις, αλλά μια σταθερά ανοδική τάση, που οφειλόταν αφενός στην πληθυσμιακή αύξηση που γνώρισε η πόλη από τους οικονομικούς προς αυτή μετανάστες και αφετέρου στα σχέδια των ανώτερων οικονομικοκοινωνικών στρωμάτων της Πάτρας -που συμμετείχαν στα Δημοτικά Συμβούλια- για τον εξευρωπαϊσμό της[22]. Σχέδια δηλαδή που υπαγόρευαν την ανάπλαση και τον εξωραϊσμό της πόλης. Όσον αφορά πάντως τα κύματα των ατόμων που κατέφτασαν στην πόλη από την πελοποννησιακή ενδοχώρα και τα Επτάνησα[23] -από τα μέσα του 19ου αιώνα και έπειτα-, αναζητώντας εργασία και καλύτερη ποιότητα διαβίωσης[24], αυτά δεν προσέφεραν μόνο φτηνά εργατικά χέρια, αλλά δημιούργησαν και προβλήματα, για την άμεση επίλυση των οποίων επιβαρύνονταν οι δημοτικοί απολογισμοί[25].

Βάσει των διαθέσιμων οικονομικών στοιχείων παρατηρείται μια αυξητική πορεία στα έσοδα και τα έξοδα του Δήμου Πατρέων, η οποία έχει άμεση σχέση με την πληθυσμιακή, γεωγραφική και οικονομική ανάπτυξη που γνώρισε η πόλη τα έτη 1835-1922. Επιπρόσθετα όλοι σχεδόν οι οικονομικοί απολογισμοί του Δήμου -την εν λόγω περίοδο- εμφανίζονται -σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό- πλεονασματικοί. Η εξασφάλιση αποθεματικού κεφαλαίου για την απρόσκοπτη οικονομική πορεία του Δήμου φαίνεται ότι αποτελούσε στόχο όλων των δημοτικών αρχών του 19ου αιώνα. Στους πλεονασματικούς απολογισμούς πάντως συνέβαλλαν αρκετές φορές και τα δάνεια που ο Δήμος κατά καιρούς έλαβε, τα οποία του επέτρεπαν να υλοποιεί τόσο τα αναπτυξιακά του έργα, όσο και την κοινωνική του πολιτική προς τους δημότες του[26]. Συγχρόνως τα οικονομικά του Δήμου Πατρέων επιτρέπουν να διακρίνουμε τις βασικές επιλογές που υιοθέτησε η εκάστοτε δημοτική αρχή και τις προτεραιότητες που έθεσε για την κάλυψη και την κατανομή των δαπανών. Όσο για τα αυξημένα -προϋπολογισθέντα ή απολογισθέντα- έξοδα που παρατηρούνται σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, αυτά σχετίζονταν συχνά με την υλοποίηση μεγάλων και δαπανηρών δημοτικών έργων, τα οποία υπαγόρευε η διόγκωση της πόλης και ο εκσυγχρονισμός της[27]. Από την έρευνα τέλος στα οικονομικά του Δήμου Πατρέων προκύπτει ότι οι δημοτικοί άρχοντες είχαν σχέδια για την πόλη τους, αλλά και τη βούληση να εργαστούν, για να τα υλοποιήσουν. Τα πενιχρά όμως μέσα που συχνά διέθεταν δεν τους επέτρεπαν πάντοτε να τα κάνουν πράξη.

Η πλατεία Γεωργίου Α΄ το 1910.

Δημοτικά έργα και ημέραι

Η αδυναμία να υλοποιήσει -καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του 19ου αιώνα- έργα υποδομής, αναπτυξιακά προγράμματα και κοινωνική πρόνοια στην ελληνική επικράτεια εξαιτίας των περιορισμένων οικονομικών πόρων, οδήγησαν το κράτος να μεταθέσει αρκετές από τις προαναφερθείσες αρμοδιότητες στην τοπική αυτοδιοίκηση. Στις υποχρεώσεις των Δήμων συγκαταλέγονταν οι δαπάνες για την τοπική και αγρονομική αστυνομία, η σύσταση και διατήρηση δημοτικών σχολείων, η ανοικοδόμηση και συντήρηση των αναγκαίων δημοτικών καταστημάτων, η διαμόρφωση και συντήρηση δημοτικών οδών, γεφυρών, υδραγωγείων και φρεάτων, η εκτέλεση υδραυλικών έργων, η εισφορά για την κάλυψη των εξόδων στα αγαθοεργά καταστήματα κ.λπ.[28].

Στην περίπτωση της Πάτρας η τοπική της αυτοδιοίκηση κινητοποιήθηκε από τα πρώτα κιόλας μετεπαναστατικά έτη -και όχι πάντοτε με επιτυχία- για την ανοικοδόμηση της πόλης και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των πολιτών της. Οι πρώτες οργανωμένες ενέργειες για την επίτευξη των σκοπών αυτών πραγματοποιήθηκαν ουσιαστικά στον πατραϊκό αστικό χώρο το 1841, επί δημαρχίας Αντ. Καλαμογδάρτη. Την εν λόγω περίοδο κατεδαφίστηκε ένας μεγάλος αριθμός αυθαιρέτων που εμπόδιζαν την υλοποίηση του πολεοδομικού σχεδίου, έγινε διάνοιξη οδών, κατασκευάστηκε το αποχετευτικό δίκτυο και εφαρμόστηκαν μέτρα για την καθαριότητα της πόλης. Ο Καλαμογδάρτης ενδιαφέρθηκε και για τη βελτίωση της ποιότητας διατροφής των Πατρινών μέσω συχνών ελέγχων που διενεργούσαν η αγορανομία και η αστυνομία στις τοπικές λαϊκές αγορές[29].

Άποψη του λιμανιού στις αρχές του 20ού αιώνα.

Στα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων των ετών 1836-1922 καταγράφεται μια πλειάδα αποφάσεων για την υλοποίηση δημοτικών έργων στην Πάτρα, ενώ ταυτόχρονα δίνεται ιδιαίτερη έμφαση σε δράσεις για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των Πατρινών. Σύμφωνα με τα Πρακτικά έντονο υπήρξε και το ενδιαφέρον των δημοτικών αρχών για τη δημιουργία αναπτυξιακών έργων. Το σημαντικότερο από αυτά -λόγω της συμβολής του στο τοπικό εμπόριο-, αλλά συγχρόνως και το πιο πολυδάπανο υπήρξε το λιμάνι της πόλης. Όσον αφορά το συγκεκριμένο έργο, η κατασκευή του υπαγορεύτηκε από τη διαρκώς αυξανόμενη εμπορική κίνηση από και προς την αχαϊκή πρωτεύουσα. Η μέριμνα της Πολιτείας για την υλοποίηση του έργου περιορίστηκε στην έγκριση των λιμενικών σχεδίων που της υπέβαλε ο Δήμος (1836) και στην επιβολή δημοτικού φόρου για την κατασκευή του λιμανιού (1836). Έως το 1840 το λιμάνι δεν διέθετε προκυμαία και αποβάθρα. Τα συγκεκριμένα έργα ξεκίνησαν τότε, ενώ την ίδια χρονιά (1840) οι δημοτικές αρχές επέβαλαν και πρόσθετο φόρο για την κάλυψη του κόστους τους. Τα κονδύλια πάντως που δαπανήθηκαν έως το 1869 σχετίζονταν κυρίως με επιδιορθώσεις, ανέγερση φάρου, χώρων τελωνείου και λοιμοκαθαρτηρίου. Στην ουσία τα σημαντικότερα λιμενικά έργα πραγματοποιήθηκαν μετέπειτα. Την περίοδο δηλαδή που η αχαϊκή πρωτεύουσα βίωνε την οικονομική ευμάρεια από το σταφιδικό εμπόριο. Συγκεκριμένα το 1873 εγκρίθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο η νέα μελέτη για το λιμάνι, που είχε εκπονήσει ο γάλλος μηχανικός N. Pascal (26.6.1872). Οι λιμενικές εργασίες πάντως -συνολικού κόστους 8.036.000 δρχ.- ολοκληρώθηκαν αρκετά χρόνια αργότερα (1894)[30].

Παράλληλα με τα έργα στο λιμάνι οι δημοτικές πατραϊκές αρχές προχώρησαν στην κατασκευή και άλλων έργων υποδομής, τα οποία είχε ανάγκη η πόλη. Σ’ αυτά, που υλοποιήθηκαν κυρίως από τη δεκαετία του 1870 και έπειτα, συγκαταλέγονταν η συντήρηση και η επέκταση του υδρευτικού και αποχετευτικού δικτύου[31], η διάνοιξη και η λιθόστρωση δημοτικών οδών[32], η κατασκευή γεφυρών[33], η οικοδόμηση δημοτικών αγορών, η κατασκευή πληθώρας κρηνών για την ύδρευση των κατοίκων[34], ο φωτισμός της πόλης[35], η οργάνωση της τοπικής συγκοινωνίας[36] κ.λπ. Ιδιαίτερα δαπανηρές πάντως αποδείχθηκαν για τον Δήμο οι κατασκευές του υδραγωγείου και του εργοστασίου αεριόφωτος[37]. Πολλά από τα προαναφερθέντα έργα σχετίζονταν όχι μόνο με την ενίσχυση του τοπικού εμπορίου, αλλά και με την προστασία της δημόσιας υγείας, όπως η κατασκευή των δημοτικών αγορών (1879, 1881, 1884) και των σφαγείων (1903)[38].

Όσο για τις ενέργειες καθαριότητας στην αχαϊκή πρωτεύουσα και εξωραϊσμού της, αυτές αποσκοπούσαν πρωτίστως στη διασφάλιση της υγείας των πολιτών και δευτερευόντως στην καθιέρωση της Πάτρας ως ευρωπαϊκού αστικού κέντρου. Τα έργα που πραγματοποιούνταν για τους συγκεκριμένους σκοπούς σχετίζονταν με τη συγκρότηση συνεργείων καθαριότητας[39], τη ρήψη νερού στους χωμάτινους δρόμους της πόλης, την αποξήρανση ελών που αποτελούσαν νοσογόνες εστίες, τη διαμόρφωση χώρων αναψυχής (πλατείες, πάρκα)[40], τη δενδροφύτευση πλατειών και οδών[41], την ονοματοθεσία και αρίθμηση οδών[42]. Αξιοσημείωτο είναι ότι στην καθαριότητα της πόλης χρησιμοποιούνταν -ενίοτε- εκτός από εργολαβικά συνεργεία καθαρισμού και κατάδικοι. Η χρησιμοποίηση των τελευταίων στην αποκομιδή των σκουπιδιών καταδεικνύει αφενός τη θέση των καταδίκων στην ελληνική κοινωνία του 19ου αιώνα και αφετέρου τη χρησιμοποίησή τους σε ανθυγιεινές εργασίες, όπως αυτή της καθαριότητας, λόγω του μηδενικού τους κόστους[43]. Επιπρόσθετα ο Δήμος προνοούσε για τη δημόσια υγεία μέσω της λήψης μέτρων για τις κατά καιρούς ανακύψασες σοβαρές και μεταδοτικές επιδημίες στην πόλη, όπως η ευλογιά[44] και η γρίππη[45].

Μακέτα του Δημοτικού Θεάτρου Απόλλων

Στα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου είναι εμφανείς οι ενέργειες των δημοτικών αρχών της πόλης να ασκήσουν κοινωνική πρόνοια για τους Πατρινούς. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό εντάσσονται, εκτός από την ιδρυματική πολιτική του Δήμου Πατρέων, η ιατροφαρμακευτική μέριμνα για τα κατώτερα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα της πόλης και τους απόρους δημότες, η διανομή χρηματικών ποσών σε ενδεείς σε μεγάλες θρησκευτικές εορτές (Χριστούγεννα, Πάσχα κ.ά.[46]), η φροντίδα για τους ηλικιωμένους άπορους και ανήμπορους κατοίκους της πόλης[47], η χορήγηση βοηθήματος σε Πατρινούς, «ίνα μεταβώσιν εις τα λουτρά χάριν της πασχούσης υγείας των…»[48]. Όσον αφορά την ιδρυματική πολιτική, που εφαρμόστηκε στους δημότες από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και έπειτα, αυτή λάμβανε χώρα κυρίως στα τρία ευαγή καταστήματα της Πάτρας, το Βρεφοκομείο, το Νοσοκομείο και το Πτωχοκομείο. Στα δύο πρώτα ο Δήμος, εκτός από την οικονομική του συνδρομή, συμμετείχε άμεσα στη διοίκησή τους. Στο τρίτο περιοριζόταν στην ετήσια καταβολή ενός χρηματικού ποσού για τη λειτουργία του και στις κατά καιρούς έμμεσες εμπλοκές του στις διοικητικές του υποθέσεις. Εντούτοις ας σημειωθεί ότι οι δημοτικές αρχές δεν υπήρξαν πάντοτε συνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις απέναντι στα αγαθοεργά ιδρύματα της πόλης[49], με συνέπεια να καθυστερούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα την οικονομική τους συνδρομή, προκαλώντας στα συγκεκριμένα ιδρύματα σημαντικά λειτουργικά προβλήματα[50]. Κατά κύριο λόγο πάντως οι καθυστερήσεις είχαν σχέση με τα οικονομικά προβλήματα που και ο Δήμος συχνά αντιμετώπιζε[51], οποίος είχε συνδέσει τα έσοδά του με το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο της περιοχής. Συνεπώς οι όποιες αυξομειώσεις σημειώνονταν σε αυτό είχαν άμεση επίπτωση και στις δημοτικές δράσεις[52].

Ο Αγγλικανικός Ναός Αποστόλου Ανδρέα το 1871.

Στις ενέργειες του Δήμου για την προστασία και τη βελτίωση της κοινωνικής ευημερίας των Πατρινών εντάσσονται η διασφάλιση της δημόσιας τάξης, η μείωση της εγκληματικότητας, η παροχή παιδείας σε ανηλίκους και ενηλίκους. Η πόλη άλλωστε εξαιτίας του λιμανιού της και της ευμάρειας που κατά καιρούς βίωνε αποτελούσε πόλο έλξης κλεπτών, ζητιάνων, απατεώνων και άλλων περιθωριακών στοιχείων. Επιπρόσθετα η έλευση των οικονομικών μεταναστών στην αχαϊκή πρωτεύουσα -κυρίως από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και έπειτα- συμπορεύτηκε με τη ραγδαία αύξηση φαινομένων έκνομης συμπεριφοράς[53]. Τη διασφάλιση της τάξης στην αχαϊκή πρωτεύουσα είχαν αναλάβει αρχικά η αστυνομία και η αγροφυλακή[54]. Ύστερα από το 1849 με την αστυνόμευση των αστικών περιοχών και της εγγύς υπαίθρου τους επιφορτίστηκαν -έως το 1895- και δύο άλλες υπηρεσίες, η αγροφυλακή και η αγορανομία[55]. Το γεγονός ότι οι εν λόγω υπηρεσίες χρηματοδοτούνταν από τους Δήμο είχε ως συνέπεια να χρησιμοποιούνται συχνά άτομα των σωμάτων αυτών από τις δημοτικές αρχές για την εξυπηρέτηση κομματικών ή προσωπικών συμφερόντων, ενισχύοντας έτσι τις πελατειακές σχέσεις στην περιοχή[56].

Το Δημοτικό Βρεφοκομείο.

Όσο για τα έξοδα λειτουργίας και συντήρησης των δημοτικών σχολείων της πόλης, που παρείχαν «τον πνευματικό άρτο του λαού»[57], αυτά καλύπτονταν -από τα τέλη του 1837 και έως το 1888- από τον Δήμο. Παράλληλα οι δημοτικές αρχές χρηματοδοτούσαν -έως τουλάχιστον τις αρχές του 20ού αιώνα- Σχολές Λαού για τον ενήλικο πληθυσμό της πόλης και προσέφεραν υποτροφίες σε φοιτητές. Κάποιοι μάλιστα από τους δημοτικούς υπότροφους προσέφεραν αργότερα αμισθί τις υπηρεσίες τους στον Δήμο Πατρέων[58].

Στα προβλήματα που κατά καιρούς αντιμετώπιζαν οι Πατρινοί -και κυρίως αυτοί των χαμηλότερων οικονομικών και κοινωνικών στρωμάτων- συγκαταλέγονταν και αυτά που σχετίζονταν με τη σίτιση και δη τον υποσιτισμό. Τα συγκεκριμένα προβλήματα προέκυπταν από την υποπαραγωγή ή την υπερπαραγωγή της σταφίδας, την αύξηση της τιμής των σιτηρών[59], τους ναυτικούς αποκλεισμούς των ελληνικών λιμανιών από ευρωπαϊκές δυνάμεις. Όταν λοιπόν δημιουργείτο κάποιο επισιτιστικό πρόβλημα, οι δημοτικές αρχές καλούνταν άμεσα να το επιλύσουν, καθώς μπορούσε να προκαλέσει ασθένειες που θα διασάλευαν τη δημόσια υγεία της περιοχής. Ενδεικτικά αναφέρουμε τη «νόσο των αμπέλων» που ενέσκηψε στην Αχαΐα τα έτη 1852-1856[60]. Η υποπαραγωγή της σταφίδας οδήγησε τότε μεγάλο αριθμό κατοίκων στον υποσιτισμό[61]. Στο πλαίσιο αντιμετώπισης του συγκεκριμένου προβλήματος, και καθώς οι δημοτικοί πόροι δεν επαρκούσαν για την επίλυσή του, ο Δήμος αιτήθηκε στην κυβέρνηση την παροχή τροφίμων σ’ όσους Πατρινούς αντιμετώπιζαν το φάσμα της πείνας.

Εξαγωγή σταφίδας από το λιμάνι της Πάτρας.

Ένα πρόσθετο θέμα κοινωνικής πρόνοιας που απασχόλησε τις δημοτικές αρχές της Πάτρας υπήρξε η άφιξη προσφύγων στην πόλη και η αποκατάστασή τους. Η μέριμνα άλλωστε για τα συγκεκριμένα άτομα υπαγόταν στις δημοτικές αρμοδιότητες. Τα κυριότερα προσφυγικά κύματα που η αχαϊκή πρωτεύουσα δέχτηκε την περίοδο 1835-1922 ήταν τέσσερα. Το πρώτο σημειώθηκε το 1849 και αφορούσε 659 Ιταλούς στρατιώτες και αξιωματικούς που είχαν εκδιωχθεί από την χώρα τους[62]. Το δεύτερο κύμα οφειλόταν στην κρητική Επανάσταση (1866-1869)[63]. Με την έναρξή της ένας μεγάλος αριθμός Κρητών ήρθε και στην Πάτρα, για να αποφύγει τις ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες της εξέγερσης[64]. Ένα άλλο κύμα κατέφτασε στην πόλη με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Επρόκειτο για μικρασιάτες πρόσφυγες που κατέφυγαν στην Πάτρα και την ευρύτερη περιοχή της και παρέμειναν εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου (1914-1918)[65]. Το τελευταίο κύμα προσφύγων άρχισε να καταφθάνει στην πόλη από τον Ιούλιο του 1921 και έπειτα, ενώ το αποκορύφωμά του σημειώθηκε ύστερα από τη Μικρασιατική Καταστροφή.

 Διαπιστώσεις

Αναμφισβήτητα τα εξεταζόμενα έτη (1835-1922) αποτελούν τη σημαντικότερη χρονικά περίοδo στη νεώτερη ιστορία της αχαϊκής πρωτεύουσας. Κατά τη διάρκεια άλλωστε αυτής της περιόδου σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές στην πόλη. Συγκεκριμένα η κατεστραμμένη από την Επανάσταση Πάτρα μπόρεσε όχι μόνο να ανοικοδομηθεί και να διευρυνθεί χωρογραφικά και πληθυσμιακά, αλλά και να μετατραπεί στο μεγαλύτερο εξαγωγικό λιμάνι της χώρας και συγχρόνως σε ένα από τα πιο εύρωστα αστικά σύνολα του ελληνικού βασιλείου[66]. Η σταφιδική κρίση (1892/3) επέφερε εκ νέου αλλαγές που οδήγησαν σταδιακά στη μεταβολή της οικονομίας της από γεωργικοεμπορική σε εμπορικοβιομηχανική[67]. Το πρώτο επίσης τέταρτο του 20ού αιώνα αποτελεί μια χρονική περίοδο «μεστή από κοινωνικά και πολιτικά συμβάντα με άμεση αντανάκλαση [και] στα τεκταινόμενα» της Πάτρας[68]. Σημαντικές τέλος εξελίξεις στον κοινωνικό και οικονομικό ιστό της πόλης επέφερε ύστερα από το 1922 η εγκατάσταση Μικρασιατών στην πόλη, οι οποίες ανάγκασαν την Πολιτεία να αναλάβει πλέον υποχρεώσεις και δράσεις, οι περισσότερες εκ των οποίων ανήκαν έως τότε στους Δήμους της ελληνικής επικράτειας.

Στις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτιστικές αλλαγές που σημειώθηκαν τον 19ο αιώνα στον αστικό χώρο της Πάτρας και στην κοινωνική πρόνοια που ασκήθηκε εκεί καθοριστική υπήρξε η συμβολή και οι δράσεις των δημοτικών αρχών της πόλης. Τόσο τα Πρακτικά όσο και ο πατραϊκός Τύπος αποτυπώνουν τους σκοπούς και την πολιτική που οι συγκεκριμένες αρχές επιδίωξαν κατά καιρούς να εφαρμόσουν στην Πάτρα. Επιπρόσθετα από τις αρχειακές πηγές προκύπτει ότι οι δημοτικοί άρχοντες της πόλης προώθησαν -στο μέτρο των δυνατοτήτων τους- τη διαχείριση και επίλυση τοπικών προβλημάτων, «που οριοθετούνταν στο πλαίσιο της γνώσης και των πληροφοριών σχετικά με το έδαφος και τον πληθυσμό», ενώ παράλληλα αντιμετώπισαν θέματα «χωροταξίας και περιβάλλοντος, μορφών απασχόλησης, εκπαίδευσης, πολιτισμού, κ.ά.»[69]. Στην πλειονότητά τους μάλιστα οι δράσεις του Δήμου, οι οποίες δεν ήταν ασήμαντες και ευκαιριακές για την πόλη και την καθημερινότητα των Πατρινών, χαρακτηρίζονταν από την προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό συμφέρον. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει και από το ότι ο Δήμος, αν και συχνά είχε περιορισμένα έσοδα που δεν του επέτρεπαν πάντοτε να υλοποιεί τα δημόσια έργα που χρειαζόταν ή να ασκεί την κοινωνική πολιτική που επιθυμούσε για τους δημότες του, επέλεγε να στηρίζει τα έργα και τις δράσεις εκείνες που μέσο- και μακροπρόθεσμα θα επέφεραν οικονομική ευμάρεια και κοινωνική ευημερία στους πολίτες του. Καταστάσεις δηλαδή που θα δημιουργούσαν έσοδα στο Δημοτικό Ταμείο και συγχρόνως κοινωνική συνοχή στην πόλη. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα λιμενικά έργα, που θεωρήθηκαν ότι θα λειτουργούσαν προς όφελος του σταφιδεμπορίου και κατ’ επέκταση της τοπικής κοινωνίας, αλλά και η διασφάλιση της δημόσιας υγείας μέσω του νοσηλευτικού ιδρύματος και των έργων καθαριότητας στην Πάτρα.

Το ζυθοποιείο Μάμου, το οποίο διαμόρφωσε τη βόρεια πλευρά της Πάτρας.

Επιπρόσθετα στους στόχους του Δήμου Πατρέων ήταν -έως τις αρχές της δεκαετίας του 1890- η διατήρηση της οικονομικής και πολιτικής του αυτονομίας, χωρίς κρατικές παρεμβάσεις στο έργο του. Αυτή άλλωστε η πολιτική είχε επιτρέψει στην αχαϊκή πρωτεύουσα να καθιερωθεί οικονομικά τον 19ο αιώνα στις πρώτες θέσεις των αστικών κέντρων του βασιλείου. Η οικονομική κρίση όμως των ετών 1892/3 διαφοροποίησε τα έως τότε δεδομένα[70]. Στις αρχές του 20ού αιώνα πλέον η Πάτρα θύμιζε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα ως προς τον πολεοδομικό της σχεδιασμό και τα έργα υποδομής που υπήρχαν σ’ αυτή, διέφερε όμως στην πολιτική που εφάρμοζαν πλέον οι δημοτικοί άρχοντες και στον προσανατολισμό της οικονομίας της. Ύστερα από τις οικονομικές κρίσεις της δεκαετίας του 1890 ο Δήμος στράφηκε στην Πολιτεία, επιζητώντας από αυτή όχι μόνο να εγκρίνει τα όποια αιτήματά του, αλλά και να επιλύει -ως η μόνη αρμόδια- τα προβλήματα που είχαν προκύψει και προέκυπταν συνεχώς στην πόλη. Στο πλαίσιο λοιπόν της αντμετώπισης των προβλημάτων και του περιορισμού των δημοτικών εξόδων ο Δήμος έπρεπε να μεταβιβάσει αρμοδιότητες που έως τότε είχε ο ίδιος, κυρίως δε τις πιο πολυδάπανες, όπως η κοινωνική πρόνοια προς τους Πατρινούς. Τη μεταβίβαση αυτών των αρμοδιοτήτων ευνοούσαν και οι νέες αντιλήψεις που σταδιακά επικρατούσαν στο βασίλειο για την οργάνωση του κράτους και των υποχρεώσεών του στους πολίτες του[71].

Ο Νίκος Τόμπρος είναι Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων

 

                                   ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ                                      

*Η παρούσα μελέτη βασίστηκε σε ήδη δημοσιευμένες μελέτες του γράφοντος. Βλ. σχετικά Ν. Τόμπρος, «Η Τοπική Αυτοδιοίκηση της Πάτρας τον 19ο αιώνα ως φορέας εξέλιξης της πόλης», Πρακτικά ΛΑ΄ Πανελλήνιου Ιστορικού Συνεδρίου (28-30.5.2010), Θεσσαλονίκη 2011, σ. 154-178. Ν. Τόμπρος, Η Πόλη Πρόνοιας και ο Δήμος Πατρέων (1835-1922), Το Δόντι, Πάτρα 2019.

 

[1].X. Μπαμπούνης, Τοπική Αυτοδιοίκηση και ελλαδικός χώρος, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 9.

[2] Ε. Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα των δήμων της Ελλάδος (1833-1912). Σχηματισμός-σύσταση-εξέλιξη-πληθυσμός-εμβλήματα, Αθήνα 1994, σ. 5-6, 79-80.

[3] Επί τα Πρόσω, Πάτρα 1.6.1883.

[4] Τ. Φιλήμων, Ο Δήμαρχος κατά την ελληνικήν νομοθεσίαν, Αθήνα 1893, σ. 34.

[5] Κ. Δικαίος, «Κοινωνική Πολιτική, Ιστορία και Ιστορία της Κοινωνικής Πολιτικής. Απόπειρα σύνθεσης των όρων», στο Ιστορία Κοινωνικής Πολιτικής, Κώστας Δικαίος (επιμέλεια), Gutenberg, Αθήνα 2010, σ. 34-35.

[6] Πρακτικά Δημοτικών Συμβουλίων (1845-1923), Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρών. (Βλ. πλέον Π.Δ.Σ.)

[7] Ε. Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα…, ό.π., σ. 222.

[8] Πρόχειρα βλ. για το εν λόγω σύστημα Μ. Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος, 1821-1971, τόμ. Α, μέρος Ι, Αθήνα 1973, σ. 94. Ε. Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα…, ό.π., σ. 3-4.

[9] Κ. Τριανταφύλλου, Ιστορικόν Λεξικόν των Πατρών, Πάτρα 19802, σ. 98. Β. Λάζαρης, Καποδιστριακή Πάτρα. Ιστορική μονογραφία, Πάτρα 2002, σ. 71-72, 197-199.

[10]  Β. Λάζαρης, Πολιτική Ιστορία της Πάτρας, τόμ. Α΄, Αχαϊκές Εκδόσεις, Αθήνα 1986, σ. 27.

[11] Α. Τσιλίρας (επιμ.), Δημοτικές εκλογές στην Πάτρα, Εκδόσεις Πελοπόννησος, Πάτρα 2014, σ. 23, 25.

[12] Φορολογούμενος, Πάτρα 11.4.1875, 13.6.1875. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία της Πάτρας. Η εξέλιξη μιας πρωτοποριακής πόλης, Πάτρα 1983, σ. 169-170.

[13] Νεολόγος, Πάτρα 10.9.1930. Α. Τσιλίρας (επιμ.), Δημοτικές εκλογές…, ό.π., σ. 31.

[14] Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 169-175. Χρ. Λυριντζής, Το τέλος των «τζακιών». Κοινωνία και πολιτική στην Αχαΐα του 19ου αιώνα, Αθήνα 1991, σ. 92-95. Π. Ψωμάς, Δήμαρχοι Πατρέων (1836-2006), Το Δόντι, Πάτρα 2006, σ. 67-99. Α. Τσιλίρας (επιμ.), Δημοτικές εκλογές…, ό.π., σ. 23, 25, 27, 29, 31.

[15] Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 134-135.

[16] Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 45-47.

[17] Επί τα Πρόσω, Πάτρα 1.6.1883.

[18]  Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 145-146.

[19] Κ. Αρώνη Τσίχλη, Το σταφιδικό πρόβλημα και οι κοινωνικοί αγώνες. Πελοπόννησος 1893-1905, Παπαζήσης, Αθήνα 1999, σ. 104-184, όπου οι σχετικές αρχειακές πηγές και η βιβλιογραφία.

[20] Θ. Καλαφάτης, Αγροτική πίστη και οικονομικός μετασχηματισμός στη Β. Πελοπόννησο. Αιγιαλεία τέλη 19ου αιώνα, τόμ. ΙΙ, Αθήνα 1990, σ. 167.

[21] Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 142. Θ. Καλαφάτης, Αγροτική πίστη…, ό.π., τόμ. ΙΙ, σ. 183. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), Αθήνα 19972, σ. 526.

[22] Ν. Μπακουνάκης, «Η Πάτρα τον 19ο αιώνα. Χώρος-Κοινωνία-Οικονομία», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 258.

[23] Ν. Μπακουνάκης, Πάτρα. Μια ελληνική πρωτεύουσα στον 19ο αιώνα (1828-1860), Αθήνα 1988, σ. 41-42, 47-58, 72-77. Ν. Μπακουνάκης, «Η Πάτρα…», ό.π., σ. 258-265. Κ. Πανίτσας, «Η πόλη των Πατρών τον 20ο αιώνα», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 327, 331-332.

[24] Π.Δ.Σ. 29.8.1852.

[25] Πρόχειρα βλ. Π.Δ.Σ. 22.2.1852.

[26] Π.Δ.Σ. 1845-1917. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 169-170, 172, 179-183. Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι της σταφίδας. Πάτρα (1828-1900). Εμπόριο, βιομηχανία, τράπεζες, ασφάλειες, Περί Τεχνών, Πάτρα 2000, σ. 365-366.

[27] Αντίστοιχα για τις αρμοδιότητες του μεγαλύτερου Δήμου του ελληνικού βασιλείου, της Αθήνας, προς τους δημότες του βλ. ενδεικτικά Ν. Ποταμιάνος, Οι νοικοκυραίοι. Μαγαζάτορες και βιοτέχνες στην Αθήνα 1880-1925, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2016, σ. 270-271, όπου και σχετική βιβλιογραφία.

[28] Γ. Παρασκευόπουλος, Οι δήμαρχοι των Αθηνών (1833-1907). Μετά εισαγωγής Περί Δημογεροντίας, Αθήνα 1907, σ. 110.

[29] Ο Μίνως, Πάτρα 15.11.1841, 29.11.1841. Χρ. Μούλιας, Η διάσταση αυτοχθόνων και ετεροχθόνων στη μετεπαναστατική Πάτρα (1828-1850), Πάτρα 1995, σ. 58.

[30] Ενδεικτικά βλ. Κ. Κοκκοβίκας, Η Πάτρα και το λιμάνι της (1828-1945), Έκδοση Λιμενικού Ταμείου Πατρών, Πάτρα 2001, σ. 15-29, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[31] Π.Δ.Σ. 20.10.1847. Ο Μίνως, Πάτρα 25.10.1858, 25.5.1862, 7.12.1874.

[32] Π.Δ.Σ. 20.10.1847.

[33] Π.Δ.Σ. 18.4.1852.

[34] Π.Δ.Σ. 12.4.1851.

[35] Ενδεικτικά βλ. Φορολογούμενος, Πάτρα 7.11.1875, 23.7.1876, 2.6.1878. Επιπρόσθετα Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι…, ό.π., σ. 201-205, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[36] Νεολόγος, Πάτρα 8.4.1902, 30.4.1902, 27.8.1902. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 185-187.

[37] Π.Δ.Σ. 30.10.1872, 14.3.1874. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 173-175. Β. Λάζαρης, Πολιτική…, ό.π., τόμ. Α΄, σ. 145. Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι…, ό.π., σ. 40.

[38] Π.Δ.Σ. 29.8.1852, 3.3.1863. Φορολογούμενος, Πάτρα 14.3.1880, 13.2.1881, 11.9.1881, 16.4.1882, 29.7.1883. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 172, 178. Σπ. Λουκάτος, «Κοινωφελή ιδρύματα στην πόλη των Πατρών», Πελοποννησιακά, ΚΔ΄ (1999), σ. 331-334. Η Πατραϊκή Δημαρχία…, ό.π., σ. 15.

[39] Π.Δ.Σ. 11.7.1869, 12.11.1869.

[40] Π.Δ.Σ. 30.9.1851, 27.5.1857, 17.2.1866, 5.5.1867, 4.10.1886. Φορολογούμενος, Πάτρα, 17.12.1876. Στοά, Αθήνα 28.6.1874.

[41] Π.Δ.Σ. 19.10.1851, 6.10.1856, 27.5.1857, 5.5.1867, 4.10.1886. Γ. Παρασκευόπουλος, Οι δήμαρχοι…, ό.π., σ. 490.

[42] Π.Δ.Σ. 29.8.1852, 10.10.1852, 22.3.1863.

[43] Π.Δ.Σ. 4.10.1848, 11.7.1869, 12.11.1869, 19.5.1872. Ο Μίνως, Πάτρα 1.8.1859. Φορολογούμενος, Πάτρα 16.3.1884.

[44] Π.Δ.Σ. 12.3.1913, 22.5.1913.

[45] Π.Δ.Σ. 5.10.1918. Ν. Τόμπρος, «Η επιπολάζουσα νόσος είνε η γρίππη: Η μακάβρια “άλγεβρα”», Πρακτικά: Νοσηρότητα και θνησιμότητα στην Ελλάδα του 20ού αιώνα: Ιατρική και δημογραφική προσέγγιση (Κέρκυρα 25-26.9.2009), Ιόνιο Πανεπιστήμιο Τμήμα Ιστορίας ΠΜΣ: Ιστορική Δημογραφία, Κέρκυρα 2009, σ. 265-267, 270-278.

[46] Π. Αργυρόπουλος, Δημοτική Διοίκησις εν Ελλάδι, τόμ. Β΄, Αθήνα 18592, σ. 184.

[47]Πάτραι, Πάτρα 19.5.1875.

[48] Π.Δ.Σ. 10.5.1901.

[49] Τ. Φιλήμων, Ο Δήμαρχος…, ό.π., σ. 112-115.

[50] Ενδεικτικά βλ. Φορολογούμενος, Πάτρα 7.3.1875, 21.1.1877, 2.9.1888, 28.4.1889. Νεολόγος Πατρών, Πάτρα 10.7.1896, 4.2.1900.

[51] Π.Δ.Σ. 22.2.1852.

[52] Π.Δ.Σ. 14.12.1849. Ν. Μπακουνάκης, Πάτρα…, ό.π., σ. 15.

[53] Π.Δ.Σ. 4.10.1845, 10.9.1847, 9.3.1850, 5.12.1872.

[54] Π.Δ.Σ. 27.11.1856.

[55] Θ. Δηλιγιάννης, Γ. Ζηνόπουλος, Ελληνική Νομοθεσία από του 1833 μέχρι του 1860, τόμ. Β΄, Αθήνα 1861, σ. 85-86.

[56] Χρ. Λυριντζής, Το τέλος…, ό.π., σ. 142.

[57] Πάτραι, Πάτρα 19.5.1875.

[58] Π.Δ.Σ. 4.10.1845, 12.6.1846, 19.10.1849, 9.4.1850, 22.2.1852, 17.9.1854, 27.11.1856, 31.10.1863, 13.2.1866, 13.5.1878, 14.6.1878. Επί τα Πρόσω, Πάτρα 28.3.1884. Κ. Τριανταφύλλου, Ιστορικόν Λεξικόν…, ό.π., σ. 375-377. Χρ. Μούλιας, Το λιμάνι…, ό.π., σ. 95.

[59] Π.Δ.Σ. 5.12.1913. Αλ. Μαρασλής, Ιστορία…, ό.π., σ. 90-93. Η Πατραϊκή Δημαρχία στο α΄ τέταρτο του 20ού αιώνα (1901-1925). Από τα σωζώμενα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου, Βασίλης Λάζαρης (επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις), Έκδοση Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών, Πάτρα 2007, σ. 18.

[60] Π. Πιζάνιας, Οικονομική ιστορία της ελληνικής σταφίδας (1851-1912). Παραγωγή, διεθνής αγορά, διαμόρφωση τιμών, κρίση, Αθήνα 1988, σ. 13-27. Ν. Μπακουνάκης, Πάτρα…, ό.π., σ. 13-16, 161.

[61] Π.Δ.Σ. 22.12.1852, 28.7.1852, 30.1.1853, 10.4.1853.

[62] Π.Δ.Σ. 11.8.1849. Αιών, Πάτρα 6.8.1849. Χρ. Μούλιας, «Ιταλοί πρόσφυγες στην Πάτρα (1849)», Πρακτικά Δ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Κόρινθος 9-16 Σεπτεμβρίου 1990), τόμ. Γ΄, Αθήνα 1992-1993, σ. 297-350.

[63] Φοίνιξ, Πάτρα 27.5.1867. Β. Λάζαρης, Πολιτική…, ό.π., τόμ. Α΄, σ. 133-136.

[64] Φοίνιξ, Πάτρα 24.3.1867, 28.7.1867, 25.4.1869.

[65] Μ. Αιλιανός, Το έργον της ελληνικής περιθάλψεως, Αθήνα 1921, σ. 108, 128, 396, 400. Ν. Μιτζάλης, Η Πάτρα του Μεσοπολέμου. Στεγαστική αποκατάσταση των προσφύγων και μεταλλαγές του αστικού χώρου, Διδακτορική διατριβή, Εθνικό Μετσόβιο Πολιτεχνείο (ΕΜΠ), Αθήνα 2006, σ. 161.

[66] Ακρόπολις, Αθήνα 30.1.1893.

[67] Ν. Τόμπρος, Τα σχολεία τα λαϊκά… Πατραϊκοί σύλλογοι και η φιλεκπαιδευτική τους πολιτική (1876-1915), Το Δόντι, Πάτρα 2007, σ. 103.

[68] Η Πατραϊκή Δημαρχία…, ό.π., σ. 13.

[69] Χ. Μπαμπούνης, Τοπική… χώρος, ό.π., σ. 13.

[70] Ακρόπολις, Αθήνα 30.1.1893.

[71] Ν. Καπανίδης, Η κλειστή περίθαλψη στο νεοελληνικό κράτος (1909-1940), Διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 80.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Η Πατραϊκή Δημαρχία στο α΄ τέταρτο του 20ού αιώνα (1901-1925). Από τα σωζώμενα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου, Βασίλης Λάζαρης (επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις), Έκδοση Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών, Πάτρα 2007.
  • Κλειώσης Χρ., Ιστορία της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα), Αθήνα 1977.
  • Λάζαρης Β., Καποδιστριακή Πάτρα. Ιστορική μονογραφία, Πάτρα 2002.
  • Λάζαρης Β., Πολιτική Ιστορία της Πάτρας, τόμ. Α΄-Β΄, Αχαϊκές Εκδόσεις, Αθήνα 1986.
  • Λυριντζής Χρ., Το τέλος των «τζακιών». Κοινωνία και πολιτική στην Αχαΐα του 19ου αιώνα, Αθήνα 1991.
  • Μαρασλής Αλ., Ιστορία της Πάτρας. Η εξέλιξη μιας πρωτοποριακής πόλης, Πάτρα 1983.
  • Μούλιας Χρ., Το λιμάνι της σταφίδας. Πάτρα (1828-1900). Εμπόριο, βιομηχανία, τράπεζες, ασφάλειες, Περί Τεχνών, Πάτρα 2000.
  • Μπακουνάκης Ν., «Η Πάτρα τον 19ο αιώνα. Χώρος-Κοινωνία-Οικονομία», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 246-287.
  • Μπακουνάκης Ν., «Οι αστικές όψεις της πολιτικής συμπεριφοράς. Το ανώτερο κοινωνικό στρώμα της Πάτρας και οι σχέσεις του με τους μηχανισμούς εξουσίας (1828-1900)», στο Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας: Νεοελληνική πόλη. Οθωμανικές κληρονομιές και ελληνικό κράτος, (Αθήνα 26-28 Σεπτεμβρίου 1984, Ερμούπολη 29-30 Σεπτεμβρίου 1984), τόμ. Β΄, Αθήνα 1985, σ. 341-357.
  • Μπακουνάκης Ν., Πάτρα. Μια ελληνική πρωτεύουσα στον 19ο αιώνα (1828-1860), Αθήνα 1988.
  • Μπαμπούνης X., Τοπική Αυτοδιοίκηση και ελλαδικός χώρος, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2007.
  • Πανίτσας Κ., «Η πόλη των Πατρών τον 20ο αιώνα», Πάτρα. Από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Συλλογικός τόμος, Αθήνα 2005, σ. 318-357.
  • Παρασκευόπουλος Γ., Οι δήμαρχοι των Αθηνών (1833-1907). Μετά εισαγωγής Περί Δημογεροντίας, Αθήνα 1907.
  • Πατραϊκή δημαρχία στον δέκατο ένατο αιώνα. Από τα σωζόμενα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου, Βασίλης Λάζαρης (επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις), Έκδοση Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών, Πάτρα 2006.
  • Τόμπρος Ν., Η Πόλη Πρόνοιας και ο Δήμος Πατρέων (1835-1922), Το Δόντι, Πάτρα 2019.
  • Τριανταφύλλου Κ., Ιστορικόν Λεξικόν των Πατρών, Πάτρα 19802.
  • Τσιλίρας Α. (επιμ.), Δημοτικές εκλογές στην Πάτρα, Εκδόσεις Πελοπόννησος, Πάτρα 2014.
  • Ψωμάς Π., Δήμαρχοι Πατρέων (1836-2006), Το Δόντι, Πάτρα 2006.

 

Αλέξης Αλεξανδρής:Η αυτονομία της Δυτικής Θράκης(1919-1920)

100 Χρόνια από τότε

Αλέξης Αλεξανδρής

Η αυτονομία της Δυτικής Θράκης(1919-1920)

Μήλον της έριδος μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας η Δυτική Θράκη απασχόλησε τη Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι, που ακολούθησε τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στο Παρίσι, ο πρωθυπουργός και αρχηγός της ελληνικής αντιπροσωπείας Ελευθέριος Βενιζέλος υπέβαλε υπόμνημα στις 30 Δεκεμβρίου 1918 με το σύνολο των εδαφικών διεκδικήσεων της Ελλάδος, περιλαμβανομένης της Δυτικής Θράκης.

Η Ελλάδα συγκαταλεγόταν μεταξύ των νικηφόρων συμμαχικών δυνάμεων, ενώ η Βουλγαρία ανήκε στο στρατόπεδο των ηττημένων του πολέμου. Προσέτι, η Βουλγαρία βρισκόταν σε μειονεκτική θέση στο θρακικό ζήτημα επειδή κατηγορείτο για εφαρμογή στυγνής πολιτικής εθνικής κάθαρσης εις βάρος του ελληνορθόδοξου και μουσουλμανικού στοιχείου κατά την πενταετή βουλγαρική κατοχή της Δυτικής Θράκης (1913-1918). Στις 17 Σεπτεμβρίου 1919, το Ανώτατο Συμβούλιο των Συμμάχων στο Παρίσι επέβαλε την εκκένωση της Δυτικής Θράκης από τους Βούλγαρους, απόφαση που επικυρώθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης του Νεϊγί (27.11.1919), σύμφωνα με την οποία η Βουλγαρία παραιτείτο από όλες τις βλέψεις της στην περιοχή. Εν αναμονή της τελικής επίλυσης του δυτικοθρακιωτικού ζητήματος, η Αντάντ εγκαθίδρυσε, με απόφαση του Ανώτατου Συμβουλίου των Συμμάχων, προσωρινή Διασυμμαχική Διοίκηση στις 20 Οκτωβρίου 1919.

 Γαλλική εποπτεία επί ένα επτάμηνο

Η πολιτειακή μορφή και τα σύνορα του νέου αυτόνομου κρατιδίου της Διασυμμαχικής Θράκης (Thrace Interalliée), με πρωτεύουσα την Κομοτηνή, ετέθη υπό την εποπτεία του αρχιστράτηγου των συμμαχικών δυνάμεων της Ανατολής, Γάλλου Louis Franchet d’ Espèrey, με τον στρατηγό Charles Antoine Charpy να αναλαμβάνει τη στρατιωτική και πολιτική διοίκηση της νέας αυτής sui generis πολιτειακής οντότητας. Ο προσωρινός κυβερνήτης Charpy είχε ήδη εγκατασταθεί μαζί με το στρατιωτικό του επιτελείο στην Κομοτηνή στις 10 Οκτωβρίου 1919, θέτοντας υπό γαλλικό έλεγχο το σύνολο των νομοθετικών, εκτελεστικών και δικαστικών εξουσιών. Ο Καταστατικός Χάρτης της διοικητικής δομής εκδόθηκε την 1η Δεκεμβρίου 1919, ενώ η σημαία του νέου κρατιδίου αποτελείτο από μια μπλε λωρίδα μεταξύ δύο λευκών. Η γαλλοκρατούμενη αυτόνομη πολιτεία της Δυτικής Θράκης έμελλε να λειτουργήσει για ένα επτάμηνο, από τον Οκτώβριο 1919 έως τον Μάιο του 1920.

Στρατηγός Antoine Charpy.

Στο μεταξύ, συμμαχικές δυνάμεις κατέλαβαν τα σύνολο της Δυτικής Θράκης από το Πόρτο Λάγος μέχρι το Κάραγατς στις αρχές του Οκτωβρίου 1919 και διαίρεσαν την περιοχή σε τρία διαμερίσματα (Ξάνθη, Κομοτηνή και Κάραγατς/Ορεστιάδα). Στο πλαίσιο του γαλλικού ελέγχου της Δυτικής Θράκης, Γάλλοι στρατιωτικοί διοικητές διορίστηκαν στην Κομοτηνή και στο Κάραγατς. Αντιθέτως, στην περιοχή της Ξάνθης στρατιωτικός διοικητής ανέλαβε ο υποστράτηγος Γεώργιος Λεοναρδόπουλος, ο οποίος ηγείτο της 9ης μεραρχίας του ελληνικού στρατού και με εντολή της Αντάντ εισήλθε στην Ξάνθη στις 4 Οκτωβρίου 1919, γεγονός που αποτέλεσε την απαρχή της σταδιακής απελευθέρωσης της Δυτικής Θράκης.

Οι περισσότεροι μελετητές σήμερα συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι το 1919 ο πληθυσμός της περιοχής υπό τη διοίκηση της Διασυμμαχικής Θράκης είχε μεταξύ 206.000 και 212.000 κατοίκων. Σύμφωνα με τα πληθυσμιακά στοιχεία της διασυμμαχικής διοίκησης, η εθνοτική-θρησκευτική κατανομή των κατοίκων της Δυτικής Θράκης τον Απρίλιο του 1920 είχε ως εξής: 86.793 μουσουλμάνοι ή σχεδόν 43% του πληθυσμού, 56.114 ελληνορθόδοξοι ή 27,4%, 54.092 εξαρχικοί Βούλγαροι ή 26,4%, 2.985 Εβραίοι, 1.880 Αρμένιοι και 3.041 ξένοι υπήκοοι κυρίως καθολικοί Λεβαντίνοι, οι οποίοι, παρά το μικρό μέγεθός τους, κατείχαν μεγάλο πολιτικό εκτόπισμα, με διεθνείς διασυνδέσεις και οικονομική δύναμη. Τα πληθυσμιακά δεδομένα στην κατοχή της διασυμμαχικής διοίκησης αναδείκνυαν επίσης την εθνοτική ετερογένεια του μουσουλμανικού στοιχείου, καθώς προσδιόριζαν τις ακόλουθες ομάδες, οι οποίες αριθμούσαν πληθυσμιακά ως εξής: 73.220 Τούρκοι, 11.739 Πομάκοι και 1.834 Ρομά-Αθίγγανοι.

Μια άλλη κρίσιμη παράμετρος του πληθυσμιακού ζητήματος ήταν ο εξαναγκαστικός εκπατρισμός από τις πατρογονικές τους εστίες περίπου 70.000 Ελλήνων και σχεδόν 50.000 μουσουλμάνων κατά τα χρόνια της βουλγαροκρατίας, με την παράλληλη εγκατάσταση στη Δυτική Θράκη Βουλγάρων εποίκων (1913-1919). Με το τερματισμό του βουλγαρικού καθεστώτος πολλοί Δυτικοθρακιώτες πρόσφυγες παλιννόστησαν στους τόπους καταγωγής τους, ενώ αρκετοί επέλεξαν να παραμείνουν στις νέες κατοικίες τους στην ελεύθερη Ελλάδα, ιδίως στη Θεσσαλονίκη και στην Καβάλα.

Αυτοκινητοπομπή του στρατηγού Charpy στους δρόμους της Κομοτηνής στις 2.11.1919.

Η πολύτιμη συμβολή του Χαρίσιου Βαμβακά

Διπλωματικός εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης στη Διασυμμαχική Πολιτεία ορίστηκε ο στενός συνεργάτης του Βενιζέλου, Χαρίσιος Βαμβακάς, ο οποίος στη φάση εκείνη συμμετείχε στη Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι. Κοζανίτης στην καταγωγή, ο Βαμβακάς σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια αναγορεύτηκε σε διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Γενεύης. Εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου εξελίχθηκε σε διαπρεπή νομικό και διατέλεσε βουλευτής Σερβίων/Κοζάνης στην οθωμανική Βουλή από το 1909 έως το 1912, με έντονη εθνική δράση ως μέλος της ελληνικής ομάδας στο Κοινοβούλιο. Οταν μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους απελάθηκε ως ανεπιθύμητος από τους Νεότουρκους, βρήκε καταφύγιο στη Θεσσαλονίκη. Εκτιμώντας τις διπλωματικές ικανότητες και την πολιτική του ευστροφία, ο Ελευθέριος Βενιζέλος του ανέθεσε λεπτές διπλωματικές αποστολές σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων.

Με διπλωματική ευστροφία και πολιτική οξυδέρκεια, ο Βαμβακάς κατάφερε σε μικρό χρονικό διάστημα να πλαισιωθεί από ικανούς γαλλομαθείς Ελληνες συνεργάτες οι οποίοι του απεστάλησαν με εντολή του Βενιζέλου στην Κομοτηνή. Μεταξύ των στενών συνεργατών του συγκαταλέγεται ο εκ Μαρωνείας καταγόμενος έξαρχος της Μητρόπολης Μαρωνείας αρχιμανδρίτης Μιχαήλ Κωνσταντινίδης (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αμερικής).

Εχοντας εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη και την εκτίμηση των δύο πανίσχυρων Γάλλων στρατηγών Franchet d’ Espèrey και Charpy, ο Βαμβακάς ξεκίνησε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα επαναπατρισμού των Ελλήνων Δυτικοθρακιωτών προσφύγων. Με εύστοχες πρωτοβουλίες και επιδέξιους χειρισμούς επέτυχε, σε μικρό χρονικό διάστημα, την ανόρθωση της κατατρεγμένης και στην ουσία διαλυμένης θρακιώτικης ελληνικής κοινότητας. Χάρις στον Χαρίσιο Βαμβακά και τους συνεργάτες του, οι ισορροπίες και το πολιτικό σκηνικό στους κόλπους της διασυμμαχικής διοίκησης άλλαξε άρδην υπέρ της ελληνικής πλευράς.

Ενα σημαντικό πλεονέκτημα του Βαμβακά ήταν η άρτια γνώση της τουρκικής γλώσσας και η επαφή με την παλαιομουσουλμανική ηγεσία από την εποχή της κοινοβουλευτικής του θητείας στην οθωμανική Βουλή. Αμέσως μετά την άφιξή του στην Κομοτηνή, ο Βαμβακάς αναθέρμανε τις σχέσεις αυτές προσεγγίζοντας ένα σημαντικό τμήμα του μωαμεθανικού πληθυσμού. Υποσχέθηκε στους Θρακιώτες μουσουλμάνους πλήρη ισοτιμία των πολιτών ανεξαρτήτως θρησκείας ή φυλής, στο πλαίσιο του βενιζελικού δόγματος της «μεγαλυνομένης Ελλάδος».

Χαρίσιος Βαμβακάς.

Προσέγγιση της μουσουλμανικής κοινότητας

Η προσέγγιση με το μουσουλμανικό στοιχείο ήταν πρωταρχικής σημασίας. Στους κόλπους της πολυπληθούς μουσουλμανικής κοινότητας είχαν διαμορφωθεί δύο αντίπαλες πολιτικοθρησκευτικές τάσεις με τους συντηρητικούς παλαιομουσουλμάνους να παραμένουν πιστοί στη σουλτανική οθωμανική κυβέρνηση και τους κοσμικούς Τούρκους εθνικιστές, συσπειρωμένους γύρω από το τουρκικό Θρακικό Κομιτάτο, να αξιώνουν τη διενέργεια δημοψηφίσματος στη Δυτική Θράκη με σκοπό την αυτονόμηση της περιοχής.

Αντιμέτωπος με τη ρευστή αυτή κατάσταση ο Βαμβακάς αγωνίστηκε σθεναρά για να υποσκάψει τα ερείσματα της εθνικιστικής μερίδας αξιοποιώντας τις διχογνωμίες, έριδες και ανταγωνισμούς στους κόλπους της μουσουλμανικής κοινότητας. Αλλωστε, η συντριπτική πλειονότητα των μωαμεθανών επιθυμούσε πρωτίστως την αποτίναξη του βουλγαρικού ζυγού και προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο στόχος αυτός φαίνεται πως ήταν πρόθυμοι να έλθουν σε συνεννόηση με την Ελλάδα, καθώς συνειδητοποιούσαν ότι η επιστροφή του σουλτανικού καθεστώτος ήταν πλέον αδύνατη.

Η τάση αυτή ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη μεταξύ του πομακικού και θρησκευτικού στοιχείου της μουσουλμανικής κοινότητας. Με την υπογραφή της Συνθήκης του Νεϊγί (27.11.1919) η κατάσταση στο εσωτερικό της μουσουλμανικής κοινότητας κατέστη ακόμη πιο τεταμένη, όταν το τουρκικό Θρακικό Κομιτάτο συμμάχησε με τους Βούλγαρους προκαλώντας την έντονη αντίδραση της μεγάλης πλειονότητας των παλαιομουσουλμάνων.

Με διάταγμα του αρχιστράτηγου Franchet d’Espèrey στις 21 Δεκεμβρίου 1919, αναδείχθηκε 15μελές τοπικό και αντιπροσωπευτικό Ανώτατο Διοικητικό Συμβούλιο που απαρτιζόταν από πέντε Ελληνες, πέντε μουσουλμάνους, δύο Βούλγαρους, έναν Αρμένιο, έναν Εβραίο και έναν Λεβαντίνο. Ας σημειωθεί ότι με δεδομένους τους πληθυσμιακούς συσχετισμούς, ένας εκ των Ελλήνων, ο Εμμανουήλ Δουλάς από το Κάραγατς, επελέγη λόγω της γαλλικής του υπηκοότητας και όχι της ελληνικής του εθνικότητας.

Το Ανώτατο Διοικητικό Συμβούλιο ή η τοπική Βουλή κατά τη διάρκεια της Διασυμμαχικής Διοίκησης της Δυτικής Θράκης.

Στις 22 Μαρτίου 1920 το Ανώτατο Διοικητικό Συμβούλιο εξέλεξε τον πρόεδρο και την τετραμελή Διαρκή Επιτροπή, διαδικασία καθοριστικής σημασίας για το μέλλον της Δυτικής Θράκης που θα επηρέαζαν τους μελλοντικούς συσχετισμούς στη περιοχή. Αν και οι αριθμητικοί συσχετισμοί εντός του Συμβουλίου φαινομενικά ευνοούσαν τη βουλγαρο-τουρκική πλευρά, η διάσπαση της μουσουλμανικής κοινότητας μεταξύ των εθνικιστών και των παλαιομουσουλμάνων και η συνεργασία των δεύτερων με τους Ελληνες ανέτρεψαν τις ισορροπίες. Επειτα από έντονη παρασκηνιακή διπλωματική δράση του ευπατρίδη Βαμβακά, η ψηφοφορία ανέδειξε πρόεδρο του Συμβουλίου τον γαλλομαθή Εμμανούλ Δουλά, ενώ η Διαρκής Επιτροπή αποτελείτο από δύο Ελληνες, έναν Οθωμανό και έναν Βούλγαρο. Η κρίσιμη αυτή ψηφοφορία έλαβε χαρακτήρα δημοψηφίσματος και θεωρήθηκε ενδεικτική των διαθέσεων του συνόλου του πληθυσμού της Δυτικής Θράκης για τον μελλοντικό διακανονισμό του θρακικού ζητήματος.

Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο οι διοικητικοί μηχανισμοί της διασυμμαχικής διοίκησης περνούσαν υπό ελληνική επιρροή αλλά το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ενίσχυε τον διπλωματικό αγώνα του Βενιζέλου στο Παρίσι για την απόδοση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα. Η τελευταία πράξη του θρακικού ζητήματος έλαβε χώρα μεταξύ 18 και 24 Απριλίου 1920 στη Διάσκεψη Κορυφής στο Σαν Ρέμο, όπου η Αντάντ έδωσε το πράσινο φως στην Ελλάδα για την κατάληψη του συνόλου της Θράκης.

Ο Αλέξης Αλεξανδρής είναι πρέσβης ε.τ., Μέγας Ρήτωρ του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Πηγή: Η Καθημερινή

Μαρία Δαμηλάκου: Περονισμός: το πολιτικό φαινόμενο που άλλαξε την ιστορία της Αργεντινής

Μαρία Δαμηλάκου

Περονισμός: το πολιτικό φαινόμενο που άλλαξε την ιστορία της Αργεντινής

 

Ο περονισμός είναι το μεγάλο «αίνιγμα» της αργεντινής ιστορίας. Η πλατιά απήχησή του στην αργεντινή κοινωνία, η ανθεκτικότητα και η ικανότητά του να προσαρμόζεται σε πολύ διαφορετικές πολιτικές συγκυρίες έχουν αποτελέσει εδώ και δεκαετίες αντικείμενο στοχασμού, έρευνας και δημόσιων συζητήσεων που υπερβαίνουν τα όρια της αργεντινής κοινωνίας. Πολυάριθμες μελέτες έχουν δώσει διάφορες θεωρητικές ερμηνείες για την ανάδυσή του στη δεκαετία του 1940. Μεταξύ αυτών προβάλλονται η κρίση του ολιγαρχικού πολιτικού συστήματος που παλινορθώθηκε στην Αργεντινή τη δεκαετία του 1930, μετά την παρένθεση των προοδευτικών Ριζοσπαστικών κυβερνήσεων των ετών 1916-1930, η συσσώρευση πολλών κοινωνικών αιτημάτων τα οποία δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν στο πλαίσιο του υφιστάμενου θεσμικού συστήματος, αλλά και η αμφισβήτηση, από ορισμένα τμήματα της άρχουσας τάξης, του φιλελευθερισμού ως κινητήριας δύναμης του κοινωνικού εκσυγχρονισμού.Σε κάθε περίπτωση η βάση του περονισμού, ως γνήσιου λαϊκιστικού κινήματος, ήταν η ικανότητά του να κινητοποιεί και να ενσωματώνει στο πολιτικό σύστημα πλατιά κοινωνικά στρώματα τα οποία μέχρι τότε ήταν ελάχιστα ορατά στην πολιτική ζωή. Με κύρια χαρακτηριστικά του τον κορπορατισμό, τον πατερναλισμό, τον κρατικό παρεμβατισμό και τον εθνικισμό, ο περονισμός διαμόρφωσε στην Αργεντινή, την περίοδο 1946-1955, μια νέα τάξη πραγμάτων που άλλαξε οριστικά τον πολιτικό χάρτη της χώρας και άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στην κοινωνία.

 

Η 17η Οκτωβρίου 1945: η μέρα που γεννήθηκε ο περονισμός

Ο Χουάν Περόν, σπουδαστής στη Στρατιωτική Ακαδημία του Μπουένος Άιρες.

Ως ιδρυτικό γεγονός του περονισμού θεωρείται η λαϊκή κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου του 1945 που απαίτησε δυναμικά την απελευθέρωση του Περόν από τη φυλακή και τον οδήγησε τελικά στην εξουσία το 1946. Ο Περόν ήταν από τους πρωταγωνιστές της στρατιωτικής «Επανάστασης» του Ιουνίου του 1943, η οποία έκλεισε τον κύκλο της συντηρητικής παλινόρθωσης που ξεκίνησε στην Αργεντινή το 1930. Ο ίδιος είχε γεννηθεί το 1895 στην επαρχία του Μπουένος Άιρες, προερχόταν από οικογένεια μεσαίων κτηματιών και είχε ακολουθήσει από έφηβος τη στρατιωτική καριέρα. Στη δεκαετία του 1930 είχε συμμετάσχει στο πραξικόπημα που ανέτρεψε τον φιλολαϊκό Ριζοσπάστη πρόεδρο Ιππόλιτο Υριγκόζεν και μετά, όταν υπηρέτησε ως στρατιωτικός ακόλουθος στην πρεσβεία της Αργεντινής στη Ρώμη κατά τα έτη 1930-1941, του δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά το φασιστικό πείραμα του Μουσολίνι. Λίγο αργότερα ο πολλά υποσχόμενος και αναμφίβολα χαρισματικός συνταγματάρχης Περόν θα γινόταν από τα ιδρυτικά μέλη της μυστικής οργάνωσης που ανέλαβε την ηγεσία της στρατιωτικής «Επανάστασης» του Ιουνίου του 1943. Αυτή η μυστική οργάνωση, στην οποία συμμετείχαν συνταγματάρχες και υπαξιωματικοί, υποστήριζε την ουδετερότητα της Αργεντινής στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έβλεπε ως βασική αποστολή του στρατού την υπεράσπιση του έθνους και θεωρούσε την «Επανάσταση» του 1943 ως ιστορική ευκαιρία προκειμένου να προστατευθεί η αργεντινή κοινωνία από τον κομμουνιστικό κίνδυνο και να επανακτήσει τις παραδοσιακές και χριστιανικές αξίες της.2

Ο Περόν έγινε σιγά σιγά ο πραγματικός αρχηγός της ντε φάκτο κυβέρνησης. Ως επικεφαλής της Γραμματείας Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας προσέγγισε τη συνδικαλιστική ηγεσία και προχώρησε σε μια σειρά παραχωρήσεων προς την εργατική τάξη αποκτώντας έτσι ισχυρό λαϊκό έρεισμα. Σε αυτό το πλαίσιο οι αντιπολιτευτικές φωνές ενδυναμώθηκαν και από το 1945 οργανώθηκαν υπό την καθοδήγηση του αμερικανού πρεσβευτή στην Αργεντινή Spruille Braden. Το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων του πολιτικού φάσματος, καταγγέλλοντας την ουδέτερη στάση της Αργεντινής στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την όψιμη ρήξη των σχέσεών της με τον Άξονα, πίεζε για επάνοδο στη δημοκρατική νομιμότητα. Παράλληλα, οι επιχειρηματίες αντιμετώπιζαν με εχθρότητα τα φιλεργατικά μέτρα του Περόν ενώ ο κόσμος της διανόησης δυσπιστούσε για τις πολιτικές του που παρέπεμπαν στις ευρωπαϊκές φασιστικές εμπειρίες. Οι πιέσεις της αντιπολίτευσης, σε συνδυασμό με τις έντονες αντιπαλότητες που είχε πλέον αποκτήσει ο Περόν στο εσωτερικό του στρατού, οδήγησαν την ηγεσία της «Επανάστασης» στο να του αφαιρέσει όλα τα αξιώματά του – ήταν αντιπρόεδρος, υπουργός Πολέμου και επικεφαλής της Γραμματείας Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας – και να τον οδηγήσει στη φυλακή, στο κοντινό στο Μπουένος Άιρες νησί Martín García.

Μπουένος Άιρες, 17 Οκτωβρίου 1945. Η ανατολή του περονισμού.

Η κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου του 1945 ήταν η δυναμική απάντηση των λαϊκών στρωμάτων. Η ανασύσταση των γεγονότων εκείνης της ημέρας απέχει πολύ από το είναι ομόφωνη. Ορισμένες μαρτυρίες κάνουν λόγο για ένα εκατομμύριο άτομα, άλλες για δεκάδες χιλιάδες. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές του Περόν, οι διαδηλωτές που εκείνη τη μέρα κατέφθασαν από τα βιομηχανικά προάστια του Μπουένος Άιρες στην κεντρική Πλατεία του Μαΐου για να εκφράσουν την υποστήριξή τους στον αρχηγό τους ήταν ο «γνήσιος λαός», το «αληθινό έθνος». Άλλοι αντίθετα κάνουν λόγο για «άμορφη και άλογη μάζα» που ενσάρκωνε τη ντόπια «βαρβαρότητα» ενάντια στη φωνή της λογικής και του πολιτισμού. Ο τύπος της Αριστεράς ήταν ιδιαίτερα επικριτικός: το έντυπο του Κομμουνιστικού Κόμματος έκανε λόγο για «λούμπεν προλεταριάτο» ενώ η La Vanguardia, το όργανο του Σοσιαλιστικού Κόμματος, έκανε λόγο για «καρναβάλι» και για «δήθεν» εργάτες που λεηλατούσαν με πρόσχημα τις διεκδικήσεις τους.3

Πέρα από τις διχογνωμίες και τις αντίθετες ερμηνείες, το κρίσιμο ερώτημα του ποιες ήταν οι πραγματικές κινητήριες δυνάμεις πίσω από τα γεγονότα της 17ης Οκτωβρίου, και πιο συγκεκριμένα αν ήταν ο απλός λαός ή τα συνδικάτα, έχει μεγάλη σημασία γιατί, όπως λέει ο ιστορικός Μαριάνο Πλότκιν, αφορά την ίδια τη φύση του περονικού κινήματος.4 Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή του περονισμού, τα λαϊκά στρώματα είχαν κινηθεί αυθόρμητα προκειμένου να διασώσουν τον αρχηγό τους, ο οποίος όχι μόνο είχε υποστηρίξει τα δικαιώματά τους αλλά επιπλέον τους είχε δώσει πολιτική ύπαρξη και τα είχε καταστήσει ορατά στην κοινωνία. Πάντως, παρόλο που η πρωτοβουλία της κινητοποίησης όντως ξεκίνησε από τους απλούς εργάτες, η συνδικαλιστική ηγεσία, η «παλαιά» δηλαδή συνδικαλιστική «φρουρά», η οποία είχε κηρύξει γενική απεργία ως απάντηση στις πολιτικές εξελίξεις, έπαιξε και αυτή σημαντικό ρόλο στη διαδικασία που οδήγησε τελικά στην εργατική κινητοποίηση.5

Αυτή η διπλή διάσταση της 17ης Οκτώβρη είναι διαφωτιστική ως προς τον τρόπο διείσδυσης του περονισμού στα εργατικά στρώματα. Από τη μια πλευρά ο περονισμός αγκαλιάστηκε αυθόρμητα από τα λαϊκά εργατικά στρώματα των φτωχογειτονιών του Μπουένος Άιρες, τα οποία αποτελούνταν κυρίως από εσωτερικούς μετανάστες που εντάχθηκαν στην εκσυγχρονισμένη οικονομία κατά τη δεκαετία του 1930, κυρίως μέσω της απασχόλησής τους στον αναπτυσσόμενο βιομηχανικό τομέα. Οι περισσότεροι προέρχονταν από αγροτικές περιοχές όπου κυριαρχούσαν οι πατριαρχικές κοινωνικές δομές και οι πελατειακές σχέσεις. Αυτά τα στρώματα, τα οποία θα γίνονταν η ισχυρή συνδικαλιστική βάση, αποτέλεσαν το «καινούργιο» στοιχείο στον περονισμό, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του και ήταν η ένταξή τους στο πολιτικό σύστημα αυτή που σηματοδότησε τη ρήξη που έφερε ο περονισμός σε σχέση με προηγούμενες πολιτικές εμπειρίες.

Από την άλλη, όμως, πλευρά και ο ρόλος των παλαιών συνδικαλιστών ήταν πολύ σημαντικός τόσο στην κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου του 1945 όσο και γενικότερα στην ενσωμάτωση του περονισμού στο αργεντινό εργατικό κίνημα.6 Αυτή η παλιά συνδικαλιστική γενιά εκφράζει τον «παλαιό» παράγοντα και τη συνέχεια με το πριν. Όσο και αν ο περονισμός διακήρυττε ότι προέκυψε από το μηδέν, η ανάδυσή του συνδέεται με τις αλλαγές που είχαν συντελεστεί στην αργεντινή κοινωνία τις περασμένες δεκαετίες. Συγκεκριμένα, η πολιτική εμπειρία των Ριζοσπαστικών κυβερνήσεων των ετών 1916-1930 είχε επιφέρει σημαντικές κοινωνικές αλλαγές και είχε εξοικειώσει τα παλαιά εργατικά στρώματα με τον συνδικαλισμό και με τις στρατηγικές διεκδίκησης. Μπορούμε, λοιπόν, να πούμε ότι ο περονισμός κατόρθωσε, από τα μέσα της δεκαετίας του 1940, να ανακυκλώσει τα παλαιά και τα νέα εργατικά στρώματα δημιουργώντας τον «νέο» αργεντινό εργάτη ο οποίος έγινε ο κύριος άξονας του πολιτικού του προγράμματος.7

 

Η περίοδος 1946-1955: μια νέα τάξη πραγμάτων στην Αργεντινή

Η λαϊκή κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου 1945 άνοιξε τον δρόμο στην εκλογή του Περόν ως προέδρου το 1946 έχοντας λάβει το 53% των ψήφων. Από τον πρώτο χρόνο ξεκίνησε η οικοδόμηση της «νέας» Αργεντινής με άξονα το δόγμα της «δικαιοκρατίας». Αυτή η ιδεολογική πλατφόρμα πήγαζε από μια κορπορατιστική αντίληψη της κοινωνίας, στηριζόταν στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης Κράτους και κοινωνίας μέσω της ενίσχυσης του ρόλου του Κράτους σε όλα τα θέματα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής και έδινε έμφαση στην «αρμονία» όλων των δυνάμεων που θα συστρατεύονταν για την πρόοδο του έθνους.

Κατά τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης του Περόν επαναπροσδιορίστηκαν και οι συσχετισμοί εξουσίας: η εκτελεστική εξουσία ενισχύθηκε, το κοινοβουλευτικό σύστημα αποδυναμώθηκε και το πιο ισχυρό έρεισμα του περονισμού έγιναν τα συνδικάτα τα οποία πέρασαν σε καθεστώς κηδεμονίας παρόλο που διατήρησαν τη διαπραγματευτική τους δύναμη σε θέματα οικονομικής πολιτικής. Η σχέση του Περόν με τα συνδικάτα είναι ενδεικτική ως προς το θέμα των νέων συσχετισμών εξουσίας: μετά τη μεγάλη νίκη του στις εκλογές του 1946, διέλυσε το Εργατικό Κόμμα, το οποίο είχε σχηματιστεί από συνδικαλιστές ηγέτες με σκοπό να αποτελέσει τον κομματικό μηχανισμό στήριξης της υποψηφιότητας του Περόν, και συγκρότησε έναν νέο κομματικό μηχανισμό, το Περονικό Κόμμα, το οποίο είχε προσωποπαγή χαρακτήρα. Παρόλο που παλαιοί συνδικαλιστές ηγέτες προσπάθησαν να διαφυλάξουν την αυτονομία του εργατικού κινήματος, σύντομα επιτεύχθηκε η πλήρης υπαγωγή της Γενικής Εργατικής Συνομοσπονδίας στο περονικό Κράτος.

Σε οικονομικό επίπεδο ο Περόν επεδίωξε την οικονομική ανεξαρτησία της Αργεντινής εξισώνοντάς την με την εθνική κυριαρχία. Κύριοι άξονες της οικονομικής πολιτικής του ήταν ο κρατικός παρεμβατισμός, οι εθνικοποιήσεις, ο προγραμματισμός, και η ενίσχυση της εγχώριας αγοράς μέσω γενναίων αναδιανεμητικών πολιτικών. Η προώθηση της εθνικής βιομηχανίας κατέστη εκείνη την περίοδο εθνικό στοίχημα και σύμφωνα με το διεθνές κλίμα της εποχής έγινε συνώνυμο της ανάπτυξης. Όπως σε όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, η εκβιομηχάνιση στην Αργεντινή του Περόν στηρίχτηκε στην υποκατάσταση των εισαγωγών και στη μεταβίβαση πόρων από τον πρωτογενή τομέα.8 Σε πρώτη φάση η προώθηση της εκβιομηχάνισης κατά τη δεκαετία του 1940 πραγματοποιήθηκε σε ένα οικονομικό πλαίσιο που χαρακτηριζόταν από υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης –8% ετησίως στο διάστημα 1946-1948– και διευκολύνθηκε από τις υψηλές διεθνείς τιμές των σιτηρών και του κρέατος, οι μαζικές εξαγωγές των οποίων εξασφάλισαν στο αργεντινό κράτος μεγάλα συναλλαγματικά αποθέματα.

Προπαγανδιστικές αφίσες του περονικού καθεστώτος: “O σφυρηλάτης της Νέας Μεγάλης Αργεντινής” (αριστερά). Το δεύτερο πενταετές πρόγραμμα ανάπτυξης του 1952 (δεξιά).

Πάντως, η επιτυχία των αναπτυξιακών πολιτικής εκείνης της περιόδου ήταν σχετική. Ο Περόν, έχοντας χάσει την υποστήριξη του επιχειρηματικού κόσμου λόγω της στενής σχέσης του με τα συνδικάτα, δεν μπόρεσε να προχωρήσει στην ενεργή προώθηση των στρατηγικών κλάδων της βαριάς βιομηχανίας. Αντίθετα, προτίμησε την περαιτέρω ενίσχυση της ελαφριάς βιομηχανίας, η οποία συμβάδιζε με την προτεραιότητα που έδωσε στη διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς.9 Άλλες οικονομικές δυσκολίες πήγαζαν από τη διεθνή θέση της χώρας: η Αργεντινή του Περόν τιμωρήθηκε σκληρά για την ουδετερότητά της στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950 δεν είχε ουσιαστικά πρόσβαση στον εξωτερικό δανεισμό. Εξάλλου, πριν το τέλος της δεκαετίας του 1940 άρχισαν να φαίνονται οι δομικοί περιορισμοί του ακολουθούμενου μοντέλου ανάπτυξης το οποίο ήταν πρωταρχικά προσανατολισμένο στην εσωτερική αγορά. Το θεμελιώδες πρόβλημα ήταν οι ελλείψεις που άρχισαν να παρουσιάζονται σε συναλλαγματικά αποθέματα – λόγω της πτώσης των διεθνών τιμών των αγροτικών προϊόντων – γεγονός που επέβαλε σοβαρούς περιορισμούς στις εισαγωγές τεχνολογικού εξοπλισμού, καυσίμων και πρώτων υλών, τα οποία ήταν απαραίτητα για τη συνέχιση της εκβιομηχάνισης. Ως αποτέλεσμα, ο πληθωρισμός και το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο έγιναν μόνιμα χαρακτηριστικά της αργεντινής οικονομίας εκείνη την περίοδο.

Παρά τα μακροοικονομικά αυτά προβλήματα, η φιλολαϊκή και φιλεργατική πολιτική του Περόν μεταφράστηκε σε μια πρωτόγνωρη κινητικότητα για τη μεσαία και χαμηλά στρώματα: στο διάστημα 1943-1948 η συμμετοχή των μισθών στο εθνικό εισόδημα ανέβηκε από το 44% στο 53% ως αποτέλεσμα των γενναίων αυξήσεων των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων αλλά και της κρατικής υποστήριξης στο θέμα του καθορισμού των μισθών μέσω συλλογικών συμβάσεων. Τα λαϊκά στρώματα μπορούσαν να καταναλώνουν περισσότερο από ποτέ σε τρόφιμα, είδη ένδυσης, κατοικία, οικιακά ηλεκτρικά είδη.10 Γενικά, παρά τα όρια που έθετε η οικονομία, η αργεντινή κοινωνία την εποχή του Περόν ήταν αναμφίβολα μια κοινωνία με μεγαλύτερη ισότητα. Για τα πλήθη των εσωτερικών μεταναστών η ενσωμάτωσή τους στην αγορά της αστικής εργασίας, με ημερομίσθια υψηλότερα από τα αντίστοιχα που κέρδιζαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, σήμανε την άμεση βελτίωση της κοινωνικής τους θέσης. Ανοδικά κινήθηκε και το βιοτικό επίπεδο των παλαιότερων εργατών ενώ η επέκταση της δημόσιας διοίκησης πολλαπλασίασε τις υπαλληλικές θέσεις και τόνωσε τις προσδοκίες χιλιάδων εργαζομένων, προερχομένων από τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα, για την απόκτηση μιας θέσης εργασίας με διοικητικά καθήκοντα. Γενικά, τα πλατιά κοινωνικά στρώματα έζησαν μια νέα συλλογική εμπειρία κοινωνικής κινητικότητας, την οποία η αργεντινή κοινωνία είχε να ζήσει από τις αρχές του 20ού αιώνα.

Στον χώρο της εργατικής νομοθεσίας και της κοινωνικής πολιτικής το αποτύπωμα του περονισμού ήταν πολύ βαθύ. Κατά τον Περόν, η κατοχύρωση βασικών κοινωνικών δικαιωμάτων ήταν προϋπόθεση για τον πόλεμο ενάντια στον κομμουνισμό και για την επίτευξη της κοινωνικής αρμονίας. Ήδη από την εποχή που ήταν επικεφαλής της Γραμματείας Εργασίας και Πρόνοιας στην ντε φάκτο κυβέρνηση του 1943 η εργατική νομοθεσία έγινε προτεραιότητα για τον Περόν. Τα σημαντικότερα μέτρα εκείνης της περιόδου ήταν η κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εργατών γης καθώς και η καθιέρωση αμειβόμενων διακοπών για όλους τους εργαζομένους της χώρας, ενώ τις παραμονές των εκλογών του 1946 παραχωρήθηκε ο δέκατος τρίτος μισθός σε όλους τους εργαζομένους.11 Η αισθητή βελτίωση της διαπραγματευτικής θέσης των εργατών μεταφραζόταν σε μια σειρά δεσμεύσεων της εργοδοσίας που αποτυπώνονταν στις συλλογικές συμβάσεις. Επιπλέον οι εργάτες, μέσα από τη συμμετοχή τους στα ισχυρά συνδικάτα τους, απέκτησαν μεγάλη δύναμη που απέρρεε από τον έλεγχο που ασκούσαν στην ίδια την παραγωγική διαδικασία μέσω των εκπροσώπων τους.

Ο περονισμός στα βιβλία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Η διαδικασία εκδημοκρατισμού της κοινωνίας έγινε ορατή σε διάφορους τομείς: στον εκπαιδευτικό τομέα η πρόσβαση στο δημοτικό σχολείο επεκτάθηκε στα λαϊκά στρώματα συμβάλλοντας αισθητά στη μείωση του αναλφαβητισμού. Στον τομέα της υγείας οι νοσοκομειακές υποδομές και η προσφορά ιατρικών υπηρεσιών βελτίωσαν σημαντικά την ποιότητα ζωής των πολιτών, τουλάχιστον όσων ζούσαν στα αστικά κέντρα. Το δικαίωμα στην κατοικία επίσης προβλεπόταν από το κυβερνητικό πρόγραμμα του Περόν: οι δημόσιοι υπάλληλοι είχαν πρόσβαση σε χαμηλότοκα στεγαστικά δάνεια ενώ προωθήθηκε και η δημιουργία εργατικών κατοικιών η οποία αναζωογόνησε τον κατασκευαστικό τομέα. Ο «εκδημοκρατισμός της ευημερίας» έγινε αισθητός και στο θέμα του τουρισμού καθώς δόθηκαν κίνητρα για την κατασκευή λαϊκών ξενοδοχείων και κατασκηνώσεων. Η πόλη του Mar del Plata που είχε ξεκινήσει να αναπτύσσεται τουριστικά στα τέλη του 19ου αιώνα ως αριστοκρατικό θέρετρο, κατακλυσμένη τώρα τα καλοκαίρια από τα μέλη των συνδικάτων, έγινε ο καθρέφτης του εκδημοκρατισμού της κοινωνίας.12

Όμως, όσο τα κοινωνικά δικαιώματα επεκτείνονταν, τόσο ο πολιτικός πλουραλισμός υποχωρούσε: μετά τη δεύτερη μεγάλη νίκη του Περόν στις εκλογές του 1951 με ποσοστό 63,5%, η «περονοποίηση» των θεσμών έγινε βαθύτερη: η εγγραφή στο Περονικό Κόμμα έγινε προϋπόθεση για την πρόσληψη στη δημόσια διοίκηση, οι εικόνες του Περόν και της συζύγου του Εύας δέσποζαν στα αναγνωστικά του δημοτικού σχολείου, κυριάρχησε η λογοκρισία στον Τύπο ενώ εξαλείφθηκαν και τα τελευταία ίχνη πολιτικού διαλόγου, καθώς η περονική «δικαιοκρατία» πήρε τη μορφή εθνικού δόγματος.

Politización de la educación durante el peronismo

 

Εβίτα, η σημαιοφόρος των ταπεινών

Η παρουσία και η δημόσια δράση της Εύας Περόν έγιναν αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητας και της πολιτικής σκηνοθεσίας του περονισμού. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι σήμαινε η Εβίτα για τα πλατιά κοινωνικά στρώματα της Αργεντινής, τα οποία κατά τη δεκαετία του 1940 άρχισαν να συρρέουν από τις φτωχικές βόρειες επαρχίες της χώρας στην πρωτεύουσα για να συμβάλουν στο «θαύμα» που ανέλαβε να φέρει σε πέρας ο Περόν. Στην πυρετώδη προσπάθεια οικοδόμησης της «νέας» Αργεντινής, με βάση τις αρχές της δικαιοκρατίας, η Εβίτα έγινε η «πρώτη εργάτρια», η «πνευματική αρχηγός», η «καπετάνισσα». Με κύριο εργαλείο την πολιτική της διαίσθησης, η Εύα Περόν, ως μεσολαβήτρια μεταξύ του αρχηγού και του λαού του, κατάφερε να προσδώσει στον περονισμό ένα ύφος άμεσο και συναισθηματικό που άγγιξε τα λαϊκά στρώματα γιατί αναφερόταν σε απτές εμπειρίες του.

Σε καθημερινή βάση δεχόταν εκπροσώπους από τις συντεχνίες και τα συνδικάτα, άκουγε αιτήματα και παράπονα, εγκαινίαζε σχολεία και νοσοκομεία, ταξίδευε σε απομακρυσμένες επαρχίες και χωριά, έβγαζε πύρινους λόγους. Επισκεπτόταν τα εργοστάσια των λαϊκών συνοικιών, παρακινούσε τους εργάτες να σπάσουν τα ρεκόρ παραγωγικότητας και έστεφε σε κάθε εορτασμό της εργατικής Πρωτομαγιάς τις όμορφες βασίλισσες της εργασίας που συμβόλιζαν την καταξίωση της εργαζόμενης γυναίκας στην Αργεντινή του Περόν.13 Κυρίως, όμως, αφιέρωνε ατελείωτες ώρες στο περίφημο «Ίδρυμα» το οποίο αντικατέστησε την Φιλόπτωχο της παραδοσιακής ολιγαρχίας και έγινε το σπουδαιότερο εργαλείο για την κοινωνική πολιτική του περονισμού. Το Ίδρυμα Εύα Περόν επεκτάθηκε με ταχύτατους ρυθμούς χάρη στις υποχρεωτικές «δωρεές» που επέβαλλε στον επιχειρηματικό κόσμο. Σε σύντομο χρονικό διάστημα απέκτησε μια περίπλοκη οργάνωση σε πανεθνική κλίμακα που περιλάμβανε ένα ευρύ δίκτυο εξωτερικών ιατρείων, πολυκλινικών, σχολείων και συσσιτίων για παιδιά. Οι χιλιάδες πολίτες που πέρασαν από τους διαδρόμους του, μπόρεσαν να δουν από κοντά την Εβίτα να τους ρωτάει για τα προβλήματα, την εργασία, την υγεία, τα παιδιά τους και κατάφεραν να εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή κατοικία, τη δωρεάν μεταφορά στο εξωτερικό για λόγους υγείας, μια υποτροφία, πληρωμένες διακοπές στη θάλασσα αλλά κι ένα ζευγάρι πάνινα παπούτσια, ένα ορθοπεδικό πόδι ή μια τεχνητή οδοντοστοιχία που τόσο είχαν ανάγκη. Η Εβίτα, η «σημαιοφόρος των ταπεινών», εκπλήρωνε επιθυμίες και πραγματοποιούσε όνειρα.

Κοινωνική λειτουργός του Ιδρύματος Εύα Περόν καταγράφει τις ανάγκες των ταπεινών οικογενειών σε βασικά είδη.

Πάνω απ’ όλα, όμως, η Εβίτα δώρισε στους φτωχούς φίλους της την πίστη στον μύθο της σταχτοπούτας. Μια ολόκληρη φιλολογία έχει γραφτεί γύρω από τις ταπεινές καταβολές της, από την παιδική της ηλικία στην κωμόπολη Λος Τόλδος της επαρχίας Μπουένος Άιρες, από το γεγονός ότι ήταν νόθα κόρη του κτηματία Ντουάρτε και για το πώς πήγε στο Μπουένος Άιρες σε ηλικία δεκαπέντε χρονών για να ακολουθήσει καριέρα ηθοποιού στο ραδιόφωνο και στον κινηματογράφο. Πολλά έχουν γραφτεί και για το πώς γνώρισε τον συνταγματάρχη Περόν το 1944, σε μια φιλανθρωπική εκδήλωση στο Μπουένος Άιρες για τα θύματα που σεισμού που έπληξε την επαρχία Σαν Χουάν. Η γνωριμία τους κατέληξε σε γάμο τον επόμενο χρόνο. Αυτά, ακριβώς, τα χαρακτηριστικά της επέτρεπαν στα πλατιά στρώματα να ταυτίζονται μαζί της και να ελπίζουν σε μια καλύτερη μοίρα. Αυτά παρότρυναν τις φτωχές κοπέλες της Αργεντινής να επιδιώκουν να της μοιάσουν, να παίρνουν το όνομά της, να αντιγράφουν το χτένισμά της, να προσπαθούν να ντυθούν όπως εκείνη. Ό,τι άγγιζε η Εβίτα γινόταν φετίχ.

Εβίτα Περόν.

Έχουν μείνει στην ιστορία οι φλογεροί δημόσιοι λόγοι της στους οποίους κεντρική θέση είχε η αγάπη της για τον Περόν, η αφοσίωσή της στον λαό και η αυταπάρνηση. Αυτά τα συναισθήματά της τα εξέφρασε ανάγλυφα και στο έργο της Ο σκοπός της ζωής μου (La razón de mi vida) στο οποίο μιλά για τον πόνο που της προκαλούσε η κοινωνική αδικία.14 Με τους λόγους της δήλωνε ότι ένιωθε «στο πετσί της» τις πολιτικές θεωρίες του Περόν δείχνοντας με αυτό τον τρόπο στα λαϊκά στρώματα ότι η πολιτική ήταν πάνω απ’ όλα συναίσθημα. Ένα συναίσθημα που στηριζόταν στο δίπολο πίστη – απιστία και χώριζε την κοινωνία σε φίλους και εχθρούς, σε πιστούς και προδότες, σε πατριώτες και πατριδοκάπηλους. Οι πιστοί φίλοι ήταν αυτοί που συμμετείχαν στην «περονική αρμονία», σε μια συμφωνία συναισθημάτων που ένωνε τους εργάτες, τους εργοδότες και το κράτος σε έναν κοινό σκοπό. Σε έναν από τους ιστορικούς λόγους της που εκφωνήθηκε την 17η Οκτωβρίου 1951 στην πλατεία του Μαΐου, σε ένα έντονα πολωμένο πολιτικό κλίμα, πρόβαλλε τη σημασία της αμοιβαίας θυσίας: «Οι εχθροί του λαού», είπε, «του Περόν και της Εύας Περόν γνωρίζουν, εδώ και καιρό, ότι ο Περόν και η Εύα είναι διατεθειμένοι να πεθάνουν για αυτόν τον λαό. Τώρα γνωρίζουν επίσης ότι ο λαός είναι διατεθειμένος να πεθάνει για τον Περόν».

Ο Περόν και η Εβίτα στο κατώφλι του Προεδρικού Μεγάρου.

Τι σήμαινε, όμως, η Εβίτα για την «άλλη» Αργεντινή, αυτή που δεν συμμετείχε στην «περονική συμφωνία»; Σε αυτήν συμπεριλαμβάνονται όλοι όσοι ένιωθαν να απειλούνται από τον περονισμό: η παραδοσιακή οικονομική, κοινωνική και πολιτική ολιγαρχία, τα αστικά στρώματα, οι απόγονοι των ευρωπαίων μεταναστών που ένιωθαν την περιουσία τους να απειλείται από τους πρόσφατους εσωτερικούς μετανάστες, η αργεντινή διανόηση που θεωρούσε την πρώτη κυρία της χώρας ως την πιο ωμή έκφραση της δημαγωγίας του περονικού καθεστώτος που «υπνώτιζε» τον λαό με την προσφορά φτηνών παπουτσιών και πανηγυρικών θεαμάτων. Για όλους αυτούς η Εύα Περόν ήταν η φωνή του πλήθους, της μάζας, της ορδής. Αλλά και μέσα στον περονισμό η ισχυρή προσωπική επιρροή της στα συνδικάτα και στην κεφαλή της Εργατικής Συνομοσπονδίας δημιούργησε αντιπαλότητες. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα όταν οι στρατιωτικοί που στήριζαν τον Περόν αντέδρασαν θυελλωδώς στην υποψηφιότητα της Εύας για την αντιπροεδρία το 1951 επειδή θεωρούσαν ότι η πρώτη κυρία της χώρας επεδίωκε να δημιουργήσει σφαίρες παράλληλης εξουσίας.

Ο πρόωρος θάνατός της το 1952 από καρκίνο στα τριάντα τρία της χρόνια – έχει ειπωθεί ότι η Εβίτα δεν επινόησε μόνο την εικόνα της αλλά και τον θάνατό της – της επέτρεψε να μείνει άφθαρτη από τις δοκιμασίες που γνώρισε ο περονισμός κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970, όταν το κίνημα διχάστηκε. Μόνο η Εβίτα έμεινε αλώβητη και σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατό της εξακολουθεί να είναι μύθος για τους οπαδούς του περονισμού.

Argentina: Eva Perón

Μπουένος Άιρες, Ιούλιος 1952. Η κηδεία της Εβίτας Περόν μέσα σε κλίμα εθνικού πένθους και απόγνωσης.

 

Η ανατροπή του Περόν και η περίοδος της «περονικής αντίστασης»

Κατά τη δεύτερη προεδρία του Περόν (1952-1955) οι διαχωριστικές γραμμές που είχαν υψωθεί στο εσωτερικό της αργεντινής κοινωνίας βάθυναν ακόμη περισσότερο. Πίσω από αυτή την πόλωση κρύβονταν αντίθετα συμφέροντα, ταξικές προκαταλήψεις, διαφορετικά κοινωνικά βιώματα και αισθητικά πρότυπα, ασύμβατοι τρόποι ζωής. Η απόρριψη που προκαλούσε ο περονισμός στους αντιπάλους του επέτρεψε την προσέγγιση πολύ ετερογενών πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που είχαν ως κοινό στόχο την ανατροπή του Περόν και την αποκατάσταση της «τάξης».

Παρά τις έντονες αντιδράσεις που ξυπνούσε σε σημαντικά τμήματα της κοινωνίας ο περονισμός, το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1955 που τελικά τον ανέτρεψε δεν ήταν αναπόφευκτο: το 1954 ο Περόν διατηρούσε σχεδόν ανέπαφες τις πολιτικές συμμαχίες του και είχε καταφέρει, λόγω του ανοίγματός του προς το ξένο κεφάλαιο, να βελτιώσει αισθητά τις σχέσεις του τόσο με τους επιχειρηματικούς κύκλους όσο και με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ας σημειωθεί ότι από τα μέσα του 1953 οι σχέσεις του Περόν με τον νέο αμερικανό πρόεδρο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ είχαν μπει σε πιο πραγματιστικές βάσεις αφήνοντας πίσω τους παλιούς δογματισμούς. Η επίσκεψη μάλιστα του αδερφού του αμερικανού προέδρου, Μίλτον Αϊζενχάουερ, στο Μπουένος Άιρες τον Ιούλιο του 1953, στη διάρκεια της περιοδείας του στη Λατινική Αμερική, συνέβαλε σημαντικά στην αναθέρμανση των σχέσεων ΗΠΑ – Αργεντινής μετά από χρόνια ψυχρότητας. Σε αυτό το βελτιωμένο κλίμα ο Περόν άρχισε να εγκαταλείπει τις παλαιότερες θέσεις του περί Τρίτου Δρόμου – δηλαδή την τήρηση ίσως αποστάσεων από τον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό – και να προσανατολίζεται προς μια πιο στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ στο διεθνές πεδίο.15

Τι οδήγησε λοιπόν στην ανατροπή του Περόν το 1955; Παραδόξως η αρχή του τέλους επήλθε μέσα από ρήξη του με δύο από τις βασικές δυνάμεις που τον στήριζαν, την Εκκλησία και τον στρατό. Καταλύτης σε αυτή τη διαδικασία υπήρξε η σύγκρουση του Περόν με την ιεραρχία της καθολικής Εκκλησίας, εξαιτίας των ηγεμονικών αξιώσεων του περονικού Κράτους και των συνεχών παρεμβολών του στο κοινωνικό και εκπαιδευτικό έργο της Εκκλησίας. Η σύγκρουση οξύνθηκε όταν οι παρεμβάσεις αυτές άγγιξαν και δογματικά ζητήματα: από τους κυβερνητικούς κύκλους άρχισε να διαδίδεται όλο και περισσότερο μια «περονική» χριστιανική φιλοσοφία που κρατούσε συνεχώς μεγαλύτερες αποστάσεις από την επίσημη παράδοση του καθολικισμού. Επιπλέον οι άλλες θρησκείες άρχισαν να απολαμβάνουν μια πρωτόγνωρη ανοχή και ελευθερία ενώ η λατρεία γύρω από την Εβίτα είχε πάρει πλέον τη μορφή παράλληλης θρησκείας.16 Σε ένα πρωτοφανές κλίμα έντασης οι εκκλησίες άρχισαν να μετατρέπονται σε εργαστήρια για την οργάνωση της αντίστασης ενάντια στον περονισμό. Όταν έγινε γνωστή η ύπαρξη σχεδίου για την οργάνωση ενός Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, ο Περόν αντέδρασε έντονα αφαιρώντας από την καθολική Εκκλησία σημαντικά κατοχυρωμένα προνόμιά της: κατάργησε τη διδασκαλία των θρησκευτικών στη δημόσια εκπαίδευση, σταμάτησε τη χρηματοδότηση στα ιδιωτικά καθολικά σχολεία ενώ ταυτόχρονα επικυρώθηκε ο νόμος που επέτρεπε το διαζύγιο και απαγορεύτηκαν οι λιτανείες στους δρόμους. Κι ενώ ο αντικληρικαλισμός του φιλοκυβερνητικού Τύπου οξυνόταν, στις αρχές του 1955 προτάθηκε μια νέα συνταγματική μεταρρύθμιση για τον διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους. Σε αυτό το κλίμα η υπεράσπιση της θρησκείας έγινε η βασική αντιπολιτευτική σημαία που ένωσε παραδόξως όλο το φάσμα των φωνών της αντιπολίτευσης, από στρατευμένους καθολικούς μέχρι κομμουνιστές και σοσιαλιστές που συμμετείχαν σε θρησκευτικές λιτανείες στους δρόμους ως πράξη αντίστασης.

Ακολούθησε τον Ιούνιο του 1955 μια απόπειρα πραξικοπήματος όταν τμήματα του πολεμικού Ναυτικού και της Αεροπορίας ξεσηκώθηκαν και βομβάρδισαν το προεδρικό μέγαρο. Ο Περόν σώθηκε αλλά μεταξύ των τυχαίων περαστικών και των οπαδών του που έσπευσαν στην κεντρική πλατεία για να υπερασπιστούν τον αρχηγό τους, σκοτώθηκαν 300 άτομα και τραυματίστηκαν περίπου 600. Ακολούθησαν αντίποινα: εκείνη τη νύχτα, φανατικοί περονιστές βεβήλωσαν και έκαψαν τις σημαντικότερες εκκλησίες στο κέντρο της πρωτεύουσας. Όταν ορισμένες συμφιλιωτικές κινήσεις του Περόν δεν απέδωσαν, ο ίδιος κήρυξε τον πόλεμο στα τέλη Αυγούστου καλώντας τον λαό να αντισταθεί: «Στη βία θα απαντήσουμε με μεγαλύτερη βία. Όταν πέφτει ένας δικός μας, θα πέφτουν πέντε δικοί τους», είπε.

Αυτή η κήρυξη πολέμου έπεισε και πολλούς αναποφάσιστους ακόμη στρατιωτικούς για την αναγκαιότητα του πραξικοπήματος. Η σύγκρουση του Περόν με την Εκκλησία είχε γενικά διχάσει τον στρατό. Καθώς οι πιστοί στον Περόν στρατιωτικοί δεν έδειξαν μεγάλη διάθεση να τον υπερασπιστούν, επιβλήθηκαν οι πραξικοπηματίες. Η υπερίσχυση των εχθρικών στην κυβέρνηση στρατιωτικών κύκλων έθεσε σε κίνηση το πραξικόπημα 16ης Σεπτεμβρίου 1955 που με επικεφαλής τον στρατηγό Eduardo Lonardi ανέτρεψε τον Περόν έχοντας την υποστήριξη σύσσωμης της αντιπολίτευσης. Ο Περόν ζήτησε άσυλο στην πρεσβεία της Παραγουάης και ξεκίνησε η μακρά περίοδος της εξορίας του στην Παραγουάη, τον Παναμά, τη Νικαράγουα, τη Δομινικανή Δημοκρατία και τέλος στην Ισπανία όπου παρέμεινε από το 1960 μέχρι την επιστροφή του στην Αργεντινή το 1973.

Οι εκ των πρωτεργατών του πραξικοπήματος της 16ης Σεπτεμβρίου 1955, ναύαρχος Isaac Rojas και στρατηγός Pedro Eugenio Aramburu.

Η λεγόμενη «Απελευθερωτική Επανάσταση» ξεκίνησε αμέσως τη διαδικασία «αποπερονοποίησης» της αργεντινής κοινωνίας επιδιώκοντας την εξάλειψη κάθε ίχνους του περονισμού από τη δημόσια σφαίρα: το Περονικό Κόμμα απαγορεύτηκε και οδηγήθηκε στην παρανομία, οι επικεφαλής της Εργατικής Συνομοσπονδίας φυλακίστηκαν, απαγορεύτηκε οποιαδήποτε αναφορά του Τύπου στα ονόματα του Περόν και της Εύας και το 1956 εκτελέστηκε μια ομάδα συνωμοτών στρατιωτικών, οπαδών του Περόν. Από την άλλη πλευρά, μετά το κάλεσμα του Περόν το 1955, ξεκίνησε η μακρά περίοδος της «περονικής αντίστασης». Η αντίσταση περιλάμβανε μια σειρά αντιδράσεων, από την ατομική διαμαρτυρία μέχρι την οργάνωση συνομωσιών στο στρατό και εξεγέρσεων. Ειδικά η συνδικαλισμένη βάση του περονισμού πήρε στα χέρια της την αντίσταση στους χώρους εργασίας μετατρέποντας συχνά τα εργοστάσια σε πεδία μάχης: η δράση των εργατών στηριζόταν τόσο σε ανεπίσημες τακτικές όπως ήταν η αργόρυθμη εργασία μέχρι βίαιες απεργίες και δολιοφθορές.17

Κατά τα πρώτα χρόνια μετά το πραξικόπημα οι οπαδοί του Περόν ήταν ενωμένοι. Ωστόσο, ήδη από το 1957 άρχισαν να διαφαίνονται οι διαφορετικοί δρόμοι που επρόκειτο να ακολουθήσουν η συνδικαλιστική ηγεσία, από τη μια πλευρά, και η βάση του περονισμού από την άλλη. Για τους άλλοτε ισχυρούς συνδικαλιστές ηγέτες τέθηκε από νωρίς το δίλημμα αν θα έπρεπε να επιδιώξουν ένα είδος συμμετοχής και ενσωμάτωσης στο νέο πολιτικό σκηνικό προκειμένου να παραμείνουν παράγοντας εξουσίας ή αν θα έπρεπε να απέχουν από οποιαδήποτε διαπραγμάτευση γιατί έτσι απομακρυνόταν η δυνατότητα επιστροφής του Περόν. Παρόλο που ο συνδικαλισμός δέχτηκε μεγάλο πλήγμα από το πραξικόπημα, τα υψηλόβαθμα στελέχη του αναγνωρίστηκαν ως συνομιλητές του πολιτικού παιχνιδιού που διαμορφώθηκε μετά την ανατροπή του Περόν.18 Οι στρατηγικές τους άλλαζαν ανάλογα με τις εκάστοτε συγκυρίες: το 1958 υποστήριξαν έναντι πολιτικών ανταλλαγμάτων τον υποψήφιο των Ριζοσπαστών Arturo Frondizi, άλλοτε υποστήριζαν την πολιτική αποχή ή τη λευκή ψήφο, άλλοτε ψήφιζαν τα λεγόμενα νεοπερονικά κόμματα και όποτε τους επιτρεπόταν, κατέβαζαν υποψήφιους από τον συνδικαλιστικό χώρο. Ας σημειωθεί βέβαια ότι όλο αυτό το διάστημα ο ίδιος ο Περόν κινούσε τα νήματα από την εξορία.

Από την άλλη πλευρά κατά τη δεκαετία του 1960 ξεκίνησε η ριζοσπαστικοποίηση της περονικής νεολαίας που δεν ανεχόταν κανέναν συμβιβασμό και καταδίκαζε τη διαπραγματευτική στάση της συνδικαλιστικής ηγεσίας ως προδοσία προς το περονικό κίνημα. Οι περισσότεροι νεολαίοι ασπάστηκαν μια επαναστατική κουλτούρα, σύμφωνη και με παγκόσμιο πολιτικό κλίμα της εποχής, και πολλοί οργανώθηκαν σε ένοπλα αντάρτικα σώματα, με κυριότερο την οργάνωση Montoneros που δεν δίστασε να προχωρήσει σε εκτελέσεις πολιτικών αντιπάλων. Τον Μάιο του 1970 ο στρατηγός Aramburu, από τους πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος που ανέτρεψε τον Περόν, απήχθη από τους Montoneros και λίγες μέρες μετά δολοφονήθηκε. Σύντομα όμως ο πόλεμος μεταφέρθηκε και στο εσωτερικό του περονισμού καθώς μεταξύ των θυμάτων της ένοπλης δράσης των Montoneros ήταν τρανταχτά ονόματα περονιστών ηγετών από τον χώρο του συνδικαλισμού.

Κατά τη μεταβατική περίοδο 1971-1973, σε ένα κλίμα γενικευμένης πολιτικής βίας και εμφυλίου πολέμου στο περονικό κίνημα, ο Περόν έγινε ο κύριος διαχειριστής της κατάστασης και πρόβαλλε ως ο μόνος ικανός να επιβάλει την τάξη. Συνεχείς ζυμώσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων άνοιξαν τελικά τον δρόμο για την επιστροφή του Περόν στην Αργεντινή, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 20 Ιουνίου 1973 μετά από 18 χρόνια εξορίας. Είχαν προηγηθεί οι εκλογές του Μαρτίου του 1973 στις οποίες επικράτησε ο περονιστής υποψήφιος και κοντινός άνθρωπος του Περόν, Héctor Cámpora. Τον Σεπτέμβρη του 1973 προκηρύχθηκαν, σε ένα κλίμα ευφορίας και ενθουσιασμού, νέες εκλογές στις οποίες ο Περόν σάρωσε με ποσοστό 62%. Ωστόσο, ο εμφύλιος πόλεμος στο εσωτερικό του περονισμού εξακολουθούσε να μαίνεται.

O Χουάν Περόν και η σύζυγός του Ιζαμπέλ το 1973, έπειτα από την επιστροφή τους στην Αργεντινή.

Την 1η Ιουλίου 1974 ο Περόν πέθανε. Οι τίτλο των εφημερίδων εκείνη την ημέρα έγραψαν μόνο ένα τεράστιο «Πέθανε». Τον διαδέχτηκε η σύζυγός του Ιζαμπέλ Περόν την οποία είχε παντρευτεί το 1961. Αμέσως μετά οι Montoneros δήλωσαν ότι δεν αναγνώριζαν την εξουσία της Ιζαμπέλ Περόν και κήρυξαν ως μοναδικό διάδοχο του Περόν τον ίδιο τον λαό. Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς πέρασαν στην παρανομία και ανέλαβαν ξανά τον ένοπλο αγώνα. Από τότε επικράτησε ένα κλίμα ανεξέλεγκτης βίας ανάμεσα σε αντάρτικες ομάδες και στη παρακρατική οργάνωση Τριπλό Α. Αυτό το χρονικό βίας κατέληξε στο πραξικόπημα της 24ης Μαρτίου 1976 και στην κατάληψη της εξουσίας από μία από τις στυγνότερες χούντες στην σύγχρονη παγκόσμια ιστορία, η οποία θα άφηνε πίσω της 30.0000 αγνοούμενους. Οι περονιστές πλήρωσαν τον πιο βαρύ φόρο αίματος σε αυτή την τραγωδία.

Μπουένος Άιρες, Ιούλιος 1974. Θάνατος του Χουάν Περόν.

Παρά τις δραματικές εξελίξεις τις περιόδου 1976-1983 ο περονισμός επιβίωσε και μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1983 ανασυντάχθηκε και επανήλθε δυναμικά στην πολιτική σκηνή της Αργεντινής. Η επιστροφή του στην εξουσία κατά τις περιόδους 1989-1999 και 2003-2015, μέσα από πολύ διαφορετικά μεταξύ τους πρόσωπα και πολιτικά προγράμματα, δείχνει αναμφίβολα την ανθεκτικότητα της περονικής ταυτότητας και το ισχυρό έρεισμα του κινήματος στα λαϊκά στρώματα και στον συνδικαλιστικό χώρο. Από την άλλη πλευρά, η ετερογένειά του φανερώνει την ιδεολογική ευελιξία του, την ικανότητά του να προσαρμόζεται σε πολύ διαφορετικές συνθήκες αλλά και τη συμβιωτική σχέση του με την εξουσία.19

Η Μαρία Δαμηλάκου είναι Επίκουρη Καθηγήτρια της Ιστορίας της Αμερικανικής Ηπείρου με έμφαση στους Νεότερους Χρόνους στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Miguel Murmis – Juan Carlos Portantiero, Estudios sobre los orígenes del peronismo, Μπουένος Άιρες, Siglo XXI Editores, 1971. Federico Neiburg, Los intelectuales y la invención del peronismo, Μπουένος Άιρες, Alianza, 1998. Ernesto Laclau, La Razón Populista, Μπουένος Άιρες, FCE, 2005. Torcuato di Tella, Sociología de los procesos políticos, Μπουένος Άιρες, Grupo Editor Latinoamericano, 1985.

Juan Carlos Torre, “Introducción a los años peronistas”, στο J. C. Torre (επιμ.), Los años peronistas (1943-1955), σειρά Nueva Historia Argentina, τ. VIII, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2002, σ. 24-33.

Santiago Senén González- Gabriel Lerman, El 17 de Octubre de 1945. Antes, durante y después, Μπουένος Άιρες, Lumiere, 2005.

Mariano Plotkin, El día que se inventó el peronismo: la construcción del 17 de Octubre, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2008.

Juan Carlos Torre (επιμ.), El 17 de Octubre de 1945, Μπουένος Άιρες, Ariel, 1995.

Juan Carlos Torre, La vieja guardia sindical y Perón, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 1990. Miguel Murmis – Juan Carlos Portantiero, ό.π.

Μαρία Δαμηλάκου, Ιστορία της Λατινικής Αμερικής από το τέλος της αποικιοκρατίας μέχρι σήμερα, Αθήνα, Αιώρα, 2014, σ. 128-137.

P. Gerchunoff – D. Antúnez, “De la bonanza peronista a la crisis de desarrollo”, στο J. C. Torre (επιμ.), ό.π., σ. 145.

9 Claudio Belini, La industria peronista, Μπουένος Άιρες, Edhasa, 2009.

10 Juan Carlos Torre – Elisa Pastoriza, “La democratización del bienestar”, στο J. C. Torre (επιμ.), ό.π., σ. 282-283.

11 Juan Suriano, «Ο μακρύς δρόμος προς την κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων του πολίτη», στο Μ. Δαμηλάκου (επιμ.), Θέματα και τάσεις της σύγχρονης Λατινοαμερικανικής Ιστοριογραφίας, ΕΜΝΕ – Μνήμων, 2010, σ. 225-264.

12 Juan Carlos Torre – Elisa Pastoriza,ό.π., σ. 303-304.

13 Mirta Lobato, María Damilakou, Lizel Tornay, “Working-Class Beauty Queens under Peronism”, στο Matthew B. Karush and Oscar Chamosa (eds.), The New Cultural History of Peronism: Power and Identity in Mid Twentieth Century Argentina, Durham, Duke University Press, 2010, σ. 171-207.

14 Mirta Zaida Lobato, Eva Perón (1919-1952). Evita, Μαδρίτη, Ediciones del Orto, Biblioteca de mujeres, 2003.

15 Loris Zannata, La internacional justicialista. Auge y ocaso de los sueños imperiales de Perón, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2013, σ.358-365.

16 Juan Carlos Torre, “Introducción a los años peronistas”, στο J. C. Torre (επιμ.), Los años peronistas (1943-1955), ό.π., σ. 70-71.

17 Daniel James, Resistencia e integración. El peronismo y la clase trabajadora argentina, 1946-1976, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2η έκδοση, 1999.

18 Daniel James, “Sindicatos, burócratas y movilización”, στο Daniel James (επιμ.), Violencia, proscrición y autoritarismo (1955-1976), σειρά Nueva Historia Argentina, τόμος IX, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2003, σ. 117- 167.

19 Μαρία Δαμηλάκου, «Ο αργεντινός περονισμός. Ιδεολογία, πολιτική σκηνοθεσία και κοινωνική εμπειρία», στο: Λαϊκισμός στην ιστορία, την τέχνη, την πολιτική. Πρακτικά επιστημονικού συμποσίου, Αθήνα, Εταιρεία σπουδών νεοελληνικού πολιτισμού και γενικής παιδείας, 2016, σ. 93-102.