Skip to main content

Σωτήρης Ριζάς: Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Πενήντα χρόνια μετά

Σωτήρης Ριζάς

Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967

Πενήντα χρόνια μετά

 

 

Το ιστορικό πλαίσιο

 

Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 εντάσσεται στο πλαίσιο που δημιουργούν δύο σημαντικά στοιχεία στη μετεμφυλιακή ελληνική πολιτική:

Το πρώτο συνίσταται στην κρίση του μετεμφυλιακού κράτους, των πολιτικών δομών και πρακτικών οι οποίες επικρατούν από το τέλος της δεκαετίας του ’40 και αμφισβητούνται ανοιχτά από τις αρχές της δεκαετίας του ’60.

Το δεύτερο είναι ο υφέρπων αντικοινοβουλευτισμός του σώματος των αξιωματικών. Η ροπή αυτή είναι μόνιμο χαρακτηριστικό του σώματος ήδη από τη Μεσοπολεμική περίοδο αλλά αποκτά ένα ορισμένο ιδεολογικό περιεχόμενο στη μετεμφυλιακή περίοδο. Ο κοινοβουλευτισμός δεν αμφισβητείται ανοιχτά αλλά αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό, ιδίως ως προς την ικανότητά του να αναχαιτίσει τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Την αφοσίωση των αξιωματικών, ιδίως αυτών που εντάχθηκαν στον Ιερό Δεσμό Ελλήνων Αξιωματικών (ΙΔΕΑ) το 1944-1951, κερδίζει αρχικά ένας ισχυρός στρατιωτικός, ο στρατάρχης Παπάγος και στη συνέχεια, μετά το θάνατό του τον Οκτώβριο του 1955, το στέμμα ως μόνιμος θεσμικός παράγων. Η αφοσίωση προς το θρόνο ήταν εν τούτοις περισσότερο χλιαρή από όσο υπέθεταν πολιτικοί παράγοντες και ξένες δυνάμεις την εποχή εκείνη. Πολιτικοί με ισχυρή προσωπικότητα όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχαν επίσης κάποια επιρροή στο στρατό αλλά όχι μόνιμη ή αδιαμφισβήτητη. Το 1959-60 φαίνεται ότι διέθετε κάποια απήχηση και ο στρατηγός Γρίβας μετά τον τερματισμό του αγώνα της ΕΟΚΑ αλλά η προσπάθειά του να οργανώσει υποστηρικτές του εξουδετερώθηκε γρήγορα από την κυβέρνηση Καραμανλή. Ορισμένοι από τους εμπλεκόμενους θα βρίσκονταν αναμεμιγμένοι στην υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ το 1965, ένδειξη της ύπαρξης ενός έμψυχου δυναμικού που απέβλεπε στην αναδιάταξη των ενδοστρατιωτικών ισορροπιών.

Ένας πρόσθετος παράγων επηρεάζει τη στάση του στρατού και αυτός είναι η ενδο-στρατιωτική διαφοροποίηση μεταξύ ανώτατων και μέσων-κατώτερων αξιωματικών. Αυτή η διαφοροποίηση συντελείται το 1955-56 όταν η παλαιά ηγεσία του ΙΔΕΑ, εν όψει του βιολογικού τέλους του Παπάγου, συντάσσεται με το στέμμα. Οι αξιωματικοί χαμηλότερων βαθμών αποξενώνονται καθώς η ανοδική κινητικότητα είναι εξαιρετικά περιορισμένη και οι αποδοχές τους παραμένουν χαμηλές. Από αυτή τη μερίδα δυσαρεστημένων αξιωματικών προέρχεται η ηγετική ομάδα του πραξικοπήματος του 1967.

Αυτό που σφραγίζει τις εξελίξεις και οδηγεί στη δικτατορία είναι ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο συμπλέκονται οι δύο παράγοντες που περιγράφονται στην αρχή του κειμένου. Είναι η οξεία και μακρόσυρτη πολιτική κρίση του 1965 η οποία παραμένει ανεπίλυτη όταν διαλύεται η Βουλή στις 14 Απριλίου και προκηρύσσονται εκλογές για τις 28 Μαΐου 1967.

Το μετεμφυλιακό σύστημα εξουσίας

 

Αλέξανδρος Παπάγος
Αλέξανδρος Παπάγος.

Ποιες ήταν οι δομές του μετεμφυλιακού πολιτικού συστήματος οι οποίες και προκαλούσαν τη δυσλειτουργία του; Ήταν η ενισχυμένη παρουσία των δύο εξωκοινοβουλευτικών κέντρων εξουσίας, του στέμματος και του στρατού. Το πολιτικό τους βάρος συνιστούσε παρέκκλιση από τις προδιαγραφές ενός ορθόδοξου κοινοβουλευτικού καθεστώτος επίκεντρο του οποίου αποτελούν το κοινοβούλιο και η εξαρτώμενη από αυτό κυβέρνηση. Το στέμμα διέθετε μακρά παρεμβατική παράδοση στην ελληνική πολιτική ακόμα και μετά την εισαγωγή της δημοκρατικής αρχής, της «εθνικής κυριαρχίας», στο σύνταγμα του 1864 ή την αποδοχή της αρχής της δεδηλωμένης, δηλαδή της εξάρτησης της κυβέρνησης από την εμπιστοσύνη της Βουλής το 1875. Αυτό που η ελληνική πολιτειακή θεωρία αποκαλούσε βασιλευομένη δημοκρατία ήταν στην πραγματικότητα μια συνταγματική μοναρχία η οποία λειτουργούσε πολύ πιο αστάθμητα σε σχέση με τις συνταγματικές μοναρχίες της δυτικής Ευρώπης που είχαν ενσωματώσει πλήρως την κοινοβουλευτική διακυβέρνηση. Η πολιτική κρίση του Ιουλίου του 1965 ήταν συνεπώς το τελευταίο μείζον επεισόδιο σε μια μακρά ιστορική παράδοση κατά την οποία το στέμμα επεδίωκε να διατηρήσει ορισμένα πεδία μακριά από την εξουσία των κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων. Στην προκειμένη περίπτωση το διακύβευμα ήταν ο στρατός εν ονόματι της μη πολιτικοποίησης και της πιθανής διάβρωσής του από φιλοκομμουνιστικά  ή ουδετερόφιλα στοιχεία στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.

Ο στρατός συνιστούσε το δεύτερο εξωκοινοβουλευτικό κέντρο εξουσίας με επιρροή ασύμβατη προς τις προδιαγραφές ενός κοινοβουλευτικού συστήματος. Δεν συνιστούσε ένα κατά κυριολεξία αυτόνομο πόλο. Αυτό συνέβη για ένα μικρό μόνο διάστημα κατά την περίοδο Ιανουαρίου 1949-Μαΐου 1951, δηλαδή στην τελευταία φάση του εμφυλίου πολέμου και την πρώτη μετεμφυλιακή όταν ο αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος διοικούσε ακώλυτα από την πολιτική εξουσία τις ένοπλες δυνάμεις. Η θεσμική αυτή παρέκκλιση τερματίστηκε με την παραίτηση του Παπάγου το Μάιο του 1951 αλλά θα παρέμεναν μετά την επικράτησή του στις εκλογές του Νοεμβρίου 1952 στοιχεία που αναδείκνυαν το στρατό σε ένα χωριστό πεδίο και μηχανισμό από το υπόλοιπο κράτος. Ο πολιτικός προσανατολισμός του σώματος των αξιωματικών ήταν κυρίως συντηρητικός. Τα παλαιά δίκτυα του ΙΔΕΑ ο οποίος εγγυάτο τον αντικομμουνιστικό προσανατολισμό των ενόπλων δυνάμεων παρέμεναν ενεργά αν και η οργάνωση τυπικά πρέπει να είχε διαλυθεί με την επικράτηση του Παπάγου το 1952. Υπήρχε όπως προαναφέρθηκε μια προσήλωση στο στέμμα αν και όχι τόσο βαθιά όσο πιστευόταν στα ανάκτορα. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι αν και αυτό το στοιχείο επισημαινόταν στις εκθέσεις των Αμερικανών και Βρετανών στρατιωτικών ακολούθων οι τελευταίοι δεν εξήγαγαν από αυτή τη διαπίστωση τα αναγκαία πολιτικά συμπεράσματα, δηλαδή ότι σε ενδεχόμενη κρίση ο στρατός δε θα παρέμενε κατ’ ανάγκη αφοσιωμένος στο θρόνο. Πέραν της μάλλον χλιαρής αφοσίωσης στο στέμμα και του υφέρποντος αντικοινοβουλευτισμού οι πολιτικές επιρροές στο στρατό ήταν ποικίλες. Ο Καραμανλής διέθετε αρκετούς υποστηρικτές καθώς ήταν ισχυρή προσωπικότητα, αναμφισβήτητος ηγέτης της Δεξιάς έως το 1963 και εγνωσμένος αντικομμουνιστής.

Η διαφοροποίηση εντός του σώματος των αξιωματικών είναι για μεγάλο διάστημα ανεπαίσθητη. Το 1957-58 ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού αντιστράτηγος Νικολόπουλος εντόπισε μια ομάδα κατώτερων αξιωματικών που ενεργούσε αυτόνομα, μεταξύ αυτών πρωταίτιοι του πραξικοπήματος του 1967, αλλά η εισήγησή του για εκκαθάρισή της δεν γίνεται δεκτή. Αντίθετα, αποστρατεύεται ο ίδιος. Δεν είναι γνωστοί οι λόγοι της απόφασης της κυβέρνησης Καραμανλή η οποία ήταν αρκετά ισχυρή για να εκκαθαρίσει μια αντιπειθαρχική κίνηση αυτής της μορφής. Μπορεί να υποτεθεί ότι οι αιτιάσεις του αρχηγού του ΓΕΣ δε θεωρήθηκαν από την κυβέρνηση Καραμανλή βάσιμες ή ότι εν πάση περιπτώσει θεωρήθηκαν υπερβολικές εν όψει και της όξυνσης του αντικομμουνιστικού κλίματος μετά την εκλογική επιτυχία της ΕΔΑ το Μάιο του 1958. 

  Προεκλογική αφίσα του 1961.
Προεκλογική αφίσα του 1961.

Η αυτονόμηση πάντως μιας μερίδας στρατιωτικών και η αποστασιοποίησή τους από τον κοινοβουλευτικό συντηρητισμό φαίνεται να έχουν ως αφετηρία την πολιτική κρίση που ξέσπασε μετά την καταγγελία των εκλογών του Οκτωβρίου του 1961 ως διαβλητών και της ανάληψης του ανένδοτου αγώνα από την Ένωση Κέντρου υπό το Γεώργιο Παπανδρέου. Από την άνοιξη του 1963 καταγράφονται σε αρχειακές πηγές κινήσεις του απόστρατου πλέον αρχηγού του ΓΕΣ αντιστρατήγου Καρδαμάκη με την υποστήριξη και πάλι ορισμένων κατόπιν πρωταιτίων του πραξικοπήματος του 1967 αλλά αυτές δεν απέδωσαν κάτι συγκεκριμένο. Το ζήτημα του στρατού και των ισορροπιών με την πολιτική εξουσία θα τίθετο εκ των πραγμάτων το Νοέμβριο του 1963 με την αιφνίδια επικράτηση της Ένωσης  Κέντρου στις εκλογές. Η κυβέρνηση μειοψηφίας της Ένωσης Κέντρου υπό τον Παπανδρέου δεν έθεσε το θέμα στο βασιλιά καθώς επεδίωκε την ταχεία εκκαθάριση της πολιτικής κατάστασης υπέρ της. Στις αρχές του 1964 όμως, όταν η επίτευξη κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας από την  Ένωση Κέντρου ήταν αναμενόμενη, οι αντιδράσεις εντός του στρατού ήταν εντεινόμενες και κατευνάστηκαν με παρεμβάσεις του στέμματος και του αμερικανικού παράγοντα. 

Ο τρίτος παράγων του μετεμφυλιακού πολιτικού συστήματος ήταν το κοινοβούλιο και τα κόμματα. Όπως προαναφέρθηκε λειτουργούσαν με περιορισμούς τους οποίους έθεταν τα εξωκοινοβουλευτικά κέντρα εξουσίας και ένα νομικό πλαίσιο εκτάκτων μέτρων που απέκλειε ή δυσχέραινε τη συμμετοχή των ηττημένων του εμφυλίου πολέμου. Επρόκειτο για τη θέση σε παρανομία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, τη διατήρηση του θεσμού της εκτόπισης, της αρμοδιότητας των στρατοδικείων για την εκδίκαση αδικημάτων του νόμου περί κατασκοπείας και των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων. Η κοινοβουλευτική ζωή εξελισσόταν επηρεαζόμενη από ποικίλες παρεμβάσεις, συχνά με τη χρήση των προνομίων του στέμματος, ιδίως της διάλυσης της Βουλής και του διορισμού πρωθυπουργού. Παρά ταύτα όμως η κοινοβουλευτική και εκλογική πολιτική δεν ήταν πάντοτε στερημένη περιεχομένου και νομιμοποιητικής αξίας και εξέφραζε πραγματικές ροπές και πολιτικά ρεύματα. Ήταν όμως κατά κάποιο τρόπο επιτηρούμενη. Βασικό στοιχείο της ήταν η αντικομμουνιστική αξιοπιστία. Δεν ήταν μόνο η κομμουνιστική Αριστερά η οποία είχε τεθεί υπό περιορισμό. Ήταν και η λεγόμενη Κεντροαριστερά ή Αριστερά του Κέντρου η οποία δεν ήταν αξιόπιστη από την οπτική του αντικομμουνισμού, της εθνικοφροσύνης. Η πολιτική της αμνηστίας της Εθνικής Προοδευτικής Ένωσης Κέντρου (ΕΠΕΚ) του Νικολάου Πλαστήρα και εν συνεχεία η πολιτική συνεργασιών του Γεωργίου Καρτάλη με την Αριστερά συνιστούσαν «συνοδοιπορία» η οποία ήταν «εθνικώς ύποπτη» και καταδικαστέα.

Υπήρχε ένας ακόμα παράγων ο οποίος αν και εξωτερικός προς το πολιτικό σύστημα ήταν καθοριστικός για την επιβίωσή του. Επρόκειτο για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η παρέμβαση τους το Μάρτιο του 1947 με το δόγμα Truman ήταν αποφασιστική για την έκβαση του εμφυλίου πολέμου υπέρ των αστικών δυνάμεων. Με το τέλος του εμφυλίου πολέμου και για ένα βραχύ διάστημα ο αμερικανικός παράγων, χρησιμοποιώντας το εργαλείο της βοήθειας, θα υποστήριζε κεντρώα σχήματα σε μια προσπάθεια χαλάρωσης της πόλωσης και προώθησης μιας προσεκτικής πολιτικής φιλελευθεροποίησης. Στο πλαίσιο αυτό υποστηρίχθηκε κυβέρνηση συνασπισμού του Κέντρου υπό το στρατηγό Πλαστήρα, υποστηρικτή της αμνηστίας για τους ηττημένους του εμφυλίου. Η πολιτική αυτή εγκαταλείφθηκε σύντομα υπό το βάρος του πολέμου της Κορέας τον Ιούνιο του 1950 και της μετάπτωσης, σε παγκόσμια κλίμακα, στις στρατιωτικές όψεις της πολιτικής της ανάσχεσης του κομμουνισμού. Στο πλαίσιο αυτό η αμερικανική πολιτική στρεφόταν στην υποστήριξη  συντηρητικών πολιτικών σχηματισμών υψηλότερης αντικομμουνιστικής αξιοπιστίας σε σχέση με τα κόμματα του Κέντρου ή της Κεντροαριστεράς. Έτσι η Ουάσιγκτον θα υποστήριζε απροκάλυπτα κατά το 1952 την εκλογική επικράτηση του στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου ηγέτη ενός ανανεωμένου κόμματος της Δεξιάς, του Ελληνικού Συναγερμού, και από τον Οκτώβριο του 1955, μετά το θάνατο του Παπάγου, θα υπεστήριζε την επιλογή του βασιλιά Παύλου για την πρωθυπουργία, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Η σταθερότητα της μακράς συντηρητικής διακυβέρνησης (1952-1963) ήταν όμως επισφαλής λόγω του Κυπριακού το οποίο έθεσε σε σκληρή δοκιμασία τις σχέσεις της Ελλάδας με τους Αμερικανούς και Βρετανούς συμμάχους της και ενίσχυσε ουδετερόφιλες τάσεις της κοινής γνώμης κατά τη δεκαετία του 1950. Η αμερικανική παρέμβαση υπέρ της Δεξιάς το 1952, η συμβίωση των ΗΠΑ με τις συντηρητικές κυβερνήσεις και η μη υποστήριξη της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα εν όψει των Βρετανικών και Τουρκικών αντιδράσεων ενίσχυσαν και κατέστησαν μόνιμο στοιχείο της ελληνικής πολιτικής τον αντιαμερικανισμό. Σταδιακά, εκτός της Αριστεράς, μόνιμοι επικριτές της Αμερικανικής πολιτικής στην Ελλάδα θα γίνονταν η Αριστερά του Κέντρου υπό το Γεώργιο Καρτάλη και περιστασιακά αλλά συχνά και πιο μετριοπαθείς ομάδες και πολιτικοί του Κέντρου, όπως ο Σοφοκλής Βενιζέλος, ακόμα και ένας σημαντικός πολιτικός συντηρητικής προέλευσης όπως ο Σπύρος Μαρκεζίνης. Μετά την εκλογική επιτυχία της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ), νόμιμης έκφρασης του παράνομου ΚΚΕ το Μάιο του 1958 οι Αμερικανοί  υπεστήριξαν επίμονα την ενοποίηση των δυνάμεων του Κέντρου σε μια προσπάθεια απομόνωσης της κομμουνιστικής Αριστεράς και προβολής μιας ενδο-αστικής εναλλακτικής λύσης για την πολιτική και κοινωνική δυσαρέσκεια. Ο αμερικανικός παράγων παρακολουθούσε επικριτικά τον ανένδοτο αγώνα της Ένωσης Κέντρου μετά τις εκλογές του 1961 καθώς οι Αμερικανοί πίστευαν ότι η διαρκής αμφισβήτηση και μαζική κινητοποίηση υπονόμευε τα θεμέλια του μετεμφυλιακού πολιτικού συστήματος. Παρά το γεγονός ότι το έργο της κυβέρνησης Καραμανλή εκτιμάτο και ο ίδιος θεωρείτο ισχυρός πολιτικός η Ουάσιγκτον ήταν διατεθειμένη από την άνοιξη του 1963 και μετά να συνεργαστεί με μια κυβέρνηση Κέντρου αν αυτή απέφευγε οποιαδήποτε συνεργασία με την Αριστερά.

 

 Το πολιτικό άνοιγμα: Η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου

 

Η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου εισήγαγε με ομολογουμένως απρογραμμάτιστο τρόπο μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση και τη δημόσια διοίκηση καθώς και μια εκτεταμένη πολιτική αναδιανομής στην οικονομία με το διπλασιασμό των γεωργικών επιδοτήσεων και την αύξηση των μισθών. Αυτή απέβλεπε στην αλλαγή του αναπτυξιακού προτύπου το οποίο είχε στηριχθεί στις χαμηλές αμοιβές και αυξήσεις μισθών και ημερομισθίων σε ρυθμό χαμηλότερο από το ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας. Στόχος ήταν η διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς μέσω της αύξησης της αγοραστικής δύναμης ενώ δεν έλειπαν ασφαλώς οι εκλογικές σκοπιμότητες καθώς η ηγεσία της Ένωσης Κέντρου απέβλεπε σε νέες εκλογές.  Στο πεδίο των πολιτικών ελευθεριών αν και η κυβέρνηση δεν επεδίωξε τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ χαλάρωσε την ατμόσφαιρα πολιτικών ελέγχων και απελευθέρωσε περί τους 900 φυλακισμένους κομμουνιστές. Υπολείπονταν πλέον μόνο 100 οι οποίοι είχαν καταδικαστεί με βάση το νόμο περί κατασκοπείας. Στην εξωτερική πολιτική επεδίωξε επίσης την αποκατάσταση φιλικών σχέσεων με το Ανατολικό μπλοκ στο πλαίσιο της ύφεσης μεταξύ των δύο συνασπισμών και την προώθηση των οικονομικών σχέσεων, ιδίως την απορρόφηση ελληνικών γεωργικών προϊόντων.

 Ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου υποδέχεται το βασιλικό ζεύγος στην είσοδο της Μητρόπολης των Αθηνών.
Ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου υποδέχεται το βασιλικό ζεύγος στην είσοδο της Μητρόπολης των Αθηνών.

Η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης του Κέντρου δε θα προκαλούσε πιθανότατα κραδασμούς στις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες αν δε μεσολαβούσε η νέα κρίση του Κυριακού το 1963-64 καθώς οι βασικές παραδοχές της γεωπολιτικούς ανάλυσης του Παπανδρέου ήταν ατλαντικές. Οι Αμερικανοί ήταν καχύποπτοι έναντι της πολιτικής αδέσμευτης ανεξαρτησίας του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας αρχιεπισκόπου Μακαρίου ο οποίος είχε την υποστήριξη του Τρίτου κόσμου, του Ανατολικού μπλοκ και του ισχυρού κομμουνιστικού κόμματος της Κύπρου, του Ανορθωτικού Κόμματος Εργαζομένου Λαού (ΑΚΕΛ). Προκειμένου να τεθεί η Κύπρος υπό τον έλεγχο της Ατλαντικής Συμμαχίας η Ουάσιγκτον ευνοούσε μια ελληνοτουρκική συμφωνία που θα απέτρεπε και το ενδεχόμενο ελληνοτουρκικών κρίσεων οι οποίες υπονόμευαν τη συνοχή της νοτιο-ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Τη διάσταση μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον προκάλεσε η απροθυμία του Γεωργίου Παπανδρέου να επιχειρήσει τον εξαναγκασμό των Ελληνοκυπρίων και του αρχιεπισκόπου Μακαρίου στην αποδοχή του σχεδίου Acheson, μιας λύσης που θα προέβλεπε την ένωση του μεγαλύτερου μέρους της Κύπρου με την Ελλάδα έναντι εδαφικού ανταλλάγματος για την Τουρκία. Την απόρριψη οποιουδήποτε ανταλλάγματος υποστήριξε ο γιος του πρωθυπουργού Ανδρέας Παπανδρέου εντάσσοντάς την σε ένα νέο πλαίσιο μιας ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής η οποία θα έθετε σε απόλυτη προτεραιότητα τα εθνικά συμφέροντα έναντι των ατλαντικών. Λαμβάνοντας υπόψη την πολιτική ατμόσφαιρα της μετεμφυλιακής Ελλάδας οι αλλαγές αυτές δεν συνιστούσαν αλλαγή καθεστώτος. Ήταν όμως κάτι περισσότερο από μια απλή εναλλαγή στην εξουσία. Η δυναμική των αλλαγών προκαλούσε την αντίδραση των εξωκοινοβουλευτικών κέντρων εξουσίας που ανησυχούσαν από μια μετατόπιση του πολιτικού βάρους προς το κοινοβούλιο.

 

   Τα “Ιουλιανά” του 1965.
Τα “Ιουλιανά” του 1965.

 Ήδη από τον Ιανουάριο του 1965 τα ανάκτορα αναζητούσαν μια εναλλακτική κυβέρνηση την οποία θα σχημάτιζαν διαφωνούντες της Ένωσης Κέντρου με την κοινοβουλευτική υποστήριξη της ΕΡΕ και του κόμματος των Προοδευτικών. Το Φεβρουάριο ο αρχηγός της ΕΡΕ Παναγιώτης Κανελλόπουλος δήλωνε δημόσια ότι το κόμμα του θα υποστήριζε τέτοια λύση.

Όταν το Μάιο του 1965 αποκαλύφθηκε η ύπαρξη μιας ομάδας αξιωματικών η οποία υποτίθεται ότι συνδεόταν με τον Ανδρέα Παπανδρέου η υπόθεση εξελίχθηκε σε ανοιχτή σύγκρουση του στέμματος με την κυβέρνηση του Κέντρου που απαιτούσε πλέον τον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων.

Οι διαφωνίες σχετικά με το στρατό άγγιζαν θεμελιώδεις παραδοχές του μετεμφυλιακού πολιτικού συστήματος. Το στέμμα όπως και η κοινοβουλευτική συντηρητική αντιπολίτευση θεωρούσαν ότι η απώλεια του ελέγχου των ενόπλων δυνάμεων συνιστούσε οριστική απώλεια της ιδιάζουσας επιρροής για το θρόνο και της προοπτικής επανόδου στην εξουσία για την ΕΡΕ. Η τελευταία παρέμενε αμήχανη ενώπιον της αντοχής της λαϊκής απήχησης του Κέντρου και καθώς δεν μπορούσε να ελπίζει σε ταχεία εκλογική ανάκαμψη υποστήριζε τα σενάρια διάσπασης της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας της Ένωσης Κέντρου. Η συντηρητική μερίδα του Κέντρου διαφωνούσε με την οικονομική πολιτική αναδιανομής όπως και με την απόρριψη του αμερικανικού σχεδίου Acheson  για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα έναντι εδαφικής αποζημίωσης της Τουρκίας. Περισσότερο όλων όμως ήταν ανήσυχη από την άνοδο της πολιτικής επιρροής του Ανδρέα Παπανδρέου ο οποίος έθετε σοβαρή υποψηφιότητα για τη διαδοχή ως φορέας μιας περισσότερο ριζοσπαστικής αντίληψης του Κέντρου. Από το φθινόπωρο του 1965 και εξής η Ουάσιγκτον κατέληγε ότι δεν ήταν επιθυμητή η επιστροφή της Ένωσης Κέντρου στην εξουσία ιδίως εν όψει του γεγονότος ότι είχε ισχυροποιηθεί στο εσωτερικό της η κεντροαριστερά υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου ο οποίος επέκρινε σφοδρά την εξάρτηση της Ελλάδας από τις Ηνωμένες Πολιτείες και επιτίθετο στο στέμμα και το στρατό, τους θεσμούς δηλαδή που υποστήριζαν τη διατήρηση στενών ελληνο-αμερικανικών σχέσεων.

Το φθινόπωρο του 1965 η κρίση μόνο προσωρινά διευθετήθηκε με το σχηματισμό της τρίτης κυβέρνησης των αποστατών της Ένωσης Κέντρου με την εξασφάλιση οριακής πλειοψηφίας στη Βουλή με τη συνδρομή της ΕΡΕ και του κόμματος των Προοδευτικών του Σπύρου Μαρκεζίνη. Το ζήτημα όμως της έλλειψης νομιμοποίησης παρέμενε καθώς ήταν προφανές ότι οι αποστάτες δεν είχαν εξασφαλίσει αξιόλογο λαϊκό έρεισμα αφού οι υποστηρικτές της Ένωσης Κέντρου και της Αριστεράς κινητοποιήθηκαν εναντίον αυτού που θεωρούσαν ως απαράδεκτη απόπειρα χειραγώγησης του Κοινοβουλίου και της λαϊκής θέλησης.

Εξομάλυνση ή εκτροπή;

 

Από το Σεπτέμβριο του 1966 το στέμμα θα αναζητούσε μια συμβιβαστική λύση με το Γεώργιο Παπανδρέου. Στα ανάκτορα κατανοείτο ότι η Ένωση Κέντρου διατηρούσε την απήχησή της σε αντίθεση με την κυβέρνηση αποστατών. Ήδη από τον Ιανουάριο του 1966 είχε απομακρυνθεί από τη θέση του αρχηγού του πολιτικού γραφείου ο Κωνσταντίνος Χοϊδάς ο οποίος είχε ταυτιστεί με την πολιτική της σύγκρουσης με το Γεώργιο Παπανδρέου και είχε αντικατασταθεί από το διπλωμάτη Δημήτριο Μπίτσιο που αποκατέστησε διαύλους επικοινωνίας με το Κέντρο. Το περίγραμμα του συμβιβασμού ήταν βέβαια ετεροβαρές. Ο αρχηγός της Ένωσης Κέντρου έπρεπε να αναλάβει την υποχρέωση να παύσουν οι επιθέσεις εναντίον του θρόνου. Πέραν αυτού θα ψηφιζόταν η απλή αναλογική σε μια εμφανή προσπάθεια να δυσχερανθεί η εξασφάλιση απόλυτης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας από την Ένωση Κέντρου ενώ οι εκλογές οι οποίες προβλέπονταν για το τέλος Μαΐου του 1967 θα διεξάγονταν από υπηρεσιακή κυβέρνηση. Στη σύνθεση της θα είχε βαρύνοντα λόγο το στέμμα. Το γεγονός ότι ο Παπανδρέου δέχθηκε να συζητήσει σε τέτοια βάση και να καταλήξει σε συμφωνία με αυτούς τους όρους ερμηνεύεται από την πεποίθηση που είχε σχηματίσει ο έμπειρος πολιτικός ότι η εκλογική επικράτηση του Κέντρου ήταν βέβαιη και ότι συνεπώς αυτό που προείχε ήταν η διεξαγωγή της εκλογικής αναμέτρησης. Σε αντίθετη περίπτωση, ανησυχούσε ο Παπανδρέου, η διάσταση με το στέμμα θα μπορούσε να εξωθήσει το θρόνο σε στρατιωτική επέμβαση. Ήταν χαρακτηριστικό πάντως ότι και ο Παπανδρέου, όπως και όλοι οι ενδιαφερόμενοι παράγοντες, διαμόρφωναν την πολιτική τους στη βάση της παραδοχής ότι οι ένοπλες δυνάμεις ελέγχονταν από το στέμμα και ότι η επιβολή δικτατορίας  ήταν θέμα που αναγόταν σε απόφαση του βασιλιά. Ο τελευταίος προειδοποιούσε με έμμεσο τρόπο τους ενδιαφερομένους για τη σχετική του δυνατότητα η οποία θα αποδεικνυόταν πάντως πλασματική. Έτσι στις αρχές Οκτωβρίου 1966 ένας γνώριμος της αθηναϊκής σκηνής, ο Αμερικανός δημοσιογράφος Cyrus Sulzberger, προειδοποιούσε με άρθρο του στους New York Times ότι ο βασιλιάς ενδεχομένως να κατέφευγε σε εξωκοινοβουλευτική λύση αν δε βρισκόταν ένας συμβιβασμός στην πολιτική διαμάχη. Παράλληλα με τις συζητήσεις με τον Παπανδρέου τα ανάκτορα βρίσκονταν σε επαφή και την ηγετική ομάδα της ΕΡΕ. Η τελευταία θα καλείτο να αποτελέσει την «εφεδρική» λύση σε περίπτωση που επιτυγχανόταν μεν συμβιβασμός αλλά αυτός τελικά κατέρρεε και το στέμμα θα είχε να αντιμετωπίσει μαζική κινητοποίηση εναντίον των επιλογών του. Στο πλαίσιο  αυτό εξεταζόταν και η επιβολή κατάστασης πολιορκίας. Αυτός ήταν ο καμβάς της λεγόμενης εκτροπής από το σύνταγμα.

     Προφητική γελοιογραφία του Φωκίωνα Δημητριάδη τον Ιανουάριο του 1967.
Προφητική γελοιογραφία του Φωκίωνα Δημητριάδη τον Ιανουάριο του 1967.

 

Ο συμβιβασμός φάνηκε να επιτυγχάνεται στις 18 Δεκεμβρίου 1966 με τη συμφωνία μεταξύ Παπανδρέου, Κανελλόπουλου και στέμματος. Η ψήφιση της απλής αναλογικής, ο σχηματισμός υπηρεσιακής κυβέρνησης υπό τον απολαμβάνοντα την εμπιστοσύνη του θρόνου Ιωάννη Παρασκευόπουλο, η ψήφιση της απλής αναλογικής και η διεξαγωγή των εκλογών στις 28 Μαΐου 1967 συνιστούσαν τα βασικά σημεία της συμφωνίας. Θα προέκυπτε όμως ένα βασικό ζήτημα που θα καθιστούσε τελικά ατελέσφορο το συμβιβασμό. Αυτό αφορούσε το ρόλο του Ανδρέα Παπανδρέου. Αυτός ήταν αρχηγός μιας δυναμικής και ισχυρής κεντροαριστεράς της Ένωσης Κέντρου η οποία εν ονόματι του λαού επιτίθετο σε μια «ολιγαρχία» που συμπεριλάμβανε το στέμμα, το στρατό, τη συντηρητική παράταξη και την επιχειρηματική τάξη. Ο Ανδρέας  είχε κρατηθεί μακριά από τη διαπραγμάτευση από τον πατέρα του Γεώργιο Παπανδρέου ακριβώς διότι αντιτίθετο στην έννοια του συμβιβασμού και πίστευε ότι η μαζική κινητοποίηση ήταν επαρκής πολιτική συνθήκη για την αποτροπή στρατιωτικής επέμβασης και τη διεξαγωγή των εκλογών. Τόσο οι Αμερικανοί όσο και οι Βρετανοί, οι οποίοι αν και δεν διέθεταν την επιρροή του παρελθόντος ήταν αρκετά καλά πληροφορημένοι, πίστευαν ότι η στρατιωτική επέμβαση ήταν υπόθεση του βασιλιά και των στρατηγών. Όπως προαναφέρθηκε, οι εκθέσεις των στρατιωτικών ακολούθων που επεσήμαιναν τη μάλλον χαλαρή αφοσίωση των αξιωματικών στο στέμμα δε λαμβάνονταν υπόψη ως προς τις πολιτικές τους συνέπειες. Ο Βρετανός πρεσβευτής θα ομολογούσε ευθύς μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου ότι η πρεσβεία του είχε λάβει πληροφορίες τον Ιανουάριο του 1967 για κίνηση συνταγματαρχών. Οι Αμερικανοί είχαν επίσης πληροφορηθεί την ύπαρξη ομάδας συνταγματαρχών και κατώτερων βαθμών αξιωματικών ήδη από τους τελευταίους μήνες του 1966. Η πληροφόρησή τους για τις κινήσεις της ομάδας διακόπηκε όμως τον Ιανουάριο του 1967 και με εξαίρεση τον αναλυτή του State Department για τις Ελληνικές υποθέσεις Χαρίλαο Λαγουδάκη φαίνεται ότι δεν αναζητήθηκαν άλλες πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξή της.

Kanellopoulos
Παναγιώτης Κανελλόπουλος

Το στέμμα, η συντηρητική παράταξη και η ηγεσία του στρατού που παρέμενε πιστή στο θρόνο αλλά όχι κατ’ ανάγκη στον κοινοβουλευτισμό είχαν εμπλακεί σε ένα φαύλο κύκλο στη δημιουργία του οποίου είχαν κατά πολύ συμβάλει. Καλλιεργώντας την κινδυνολογία και ανήσυχοι από την προοπτική της επικράτησης της Ένωσης Κέντρου στις εκλογές η οποία ήταν λίγο πολύ αναμενόμενη είχαν προκαλέσει βαθιές ανησυχίες σε μεγάλη μερίδα της κοινωνικής βάσης της συντηρητικής παράταξης και του σώματος των αξιωματικών. Αν και αυτοί συνιστούσαν τη μειοψηφία αποτελούσαν εν τούτοις μια κρίσιμη μάζα ως προς τη δημιουργία συνθηκών για την ανάληψη του εγχειρήματος στρατιωτικής επέμβασης. Τόσο το στέμμα όμως όσο και η ηγεσία της συντηρητικής παράταξης στην πλειοψηφία της κατανοούσαν ότι ένα πραξικόπημα στην Ευρώπη της δεκαετίας του ΄60 αλλά και στο ελληνικό πολιτικό πλαίσιο θα ήταν μια στρατηγική υψηλού κινδύνου με αβέβαιη έκβαση και κυρίως εντελώς αβέβαιη έξοδο από αυτό. Η μοναρχία θα επιβαρυνόταν ιστορικά με άλλη μία εκτροπή από το σύνταγμα όπως είχε συμβεί με τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936. Από την πλευρά εξάλλου της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης θα ήταν πράγματι πολιτικά και ιστορικά παράδοξο να επιχειρηθεί επιβολή δικτατορίας ή έστω καθεστώτος εκτάκτων εξουσιών, όπως κατ’ ευφημισμό θα μπορούσε να αποκληθεί, από μια κοινοβουλευτική παράταξη.

Τα ανάκτορα και η ΕΡΕ θα οδηγούνταν στο σχηματισμό μονοκομματικής συντηρητικής κυβέρνησης στις 3 Απριλίου και, παρά την αποτυχία της τελευταίας να βρει συμμάχους στη Βουλή, στη διάλυση της τελευταίας και στην προκήρυξη εκλογών στις 14 Απριλίου. Οι εκλογές επρόκειτο να διεξαχθούν στις 28 Μαΐου με σύστημα ενισχυμένης αναλογικής. Καθώς η Βουλή δεν είχε ψηφίσει τελικά αναλογικό σύστημα η επικράτηση της Ένωση Κέντρου θα ήταν πλήρης.

Την κατάσταση «ιστορικού δισταγμού» αποτύπωνε η αναβλητικότητα στο ζήτημα της λεγόμενης εκτροπής από το σύνταγμα. Ο βασιλιάς φερόταν σύμφωνα με αμερικανικές πηγές να εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής εκτάκτων μέτρων αλλά τοποθετούσε τη λήψη της απόφασης στα μέσα Μαΐου. Ταυτόχρονα πηγές προερχόμενες από την τότε κυβέρνηση ισχυρίζονταν ότι έκτακτα μέτρα θα επιβάλλονταν μόνο σε περίπτωση διασάλευσης της τάξης από τις προσκείμενες στον Ανδρέα Παπανδρέου δυνάμεις ακόμα και τη μέρα διεξαγωγής των εκλογών ή ευθύς μετά.

Τον ιστορικό αυτό δισταγμό δε συμμερίζονταν η ηγετική τριανδρία, ο συνταγματάρχης Παπαδόπουλος, ο ταξίαρχος Παττακός και ο συνταγματάρχης Μακαρέζος, της ομάδας των συνταγματαρχών καθώς και οι υποστηρικτές τους. Επρόκειτο, όπως θα σημείωνε λίγους μήνες μετά ο Βρετανός πρεσβευτής στην Αθήνα, για ένα «νέο είδος πολιτικού Έλληνα» ο οποίος ήταν αγροτικής ή πληβειακής καταγωγής αλλά είχε κάποια ικανότητα στην επιδίωξη και διαχείριση εξουσίας. Ήταν αντικομμουνιστές αλλά τους διακατείχε ταυτόχρονα και κάποια αποστροφή προς την πολιτική, επιχειρηματική και πνευματική ελίτ καθώς και στον κύκλο των ανακτόρων. Ήταν ένα «κατεστημένο» του οποίου τη «σάρωση», σύμφωνα με το Μακαρέζο, αναλάμβαναν οι συνταγματάρχες.

Makarezos-Pattakos-Papadopoulos
Η τριανδρία της χούντας: Μακαρέζος, Παττακός, Παπαδόπουλος.

Συνοψίζοντας, το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου ήταν συνέπεια κυρίως της αδυναμίας του στέμματος και της κοινοβουλευτικής συντηρητικής παράταξης να αντιληφθούν ότι το καθεστώς των ελέγχων και περιορισμών της μετεμφυλιακής εποχής ήταν παρωχημένο. Επίσης, παρά το γεγονός ότι οι ρίζες της κρίσης ήταν ελληνικές ο αμερικανικός παράγων έπαιξε κάποιο αρνητικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις. Η αμερικανική πολιτική μεταβλήθηκε κατά τη μετάβαση από τη διοίκηση Kennedy (1961-1963) στη διοίκηση Johnson (1963-1969). Ενώ από την πρώτη  αναζητήθηκαν εναλλακτικά σχήματα προς το συντηρητισμό ως εκφραστές των αιτημάτων κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής,  από τη δεύτερη αποδόθηκε προτεραιότητα στα συμφέροντα ασφαλείας και όχι στην ενίσχυση της διαδικασίας πολιτικής και κοινωνικής αλλαγής. Η διαδικασία εκσυγχρονισμού θεωρήθηκε ότι ήταν παράγων πολιτικής αστάθειας σε χώρες με έλλειψη συνεργατικής πολιτικής κουλτούρας και κατ’ ακολουθία ότι οι στρατιωτικές επεμβάσεις θα μπορούσαν να είναι στοιχεία εκσυγχρονισμού και κυρίως σταθεροποίησης υπό το πρίσμα των αμερικανικών στρατηγικών συμφερόντων.  Δεν πρέπει τέλος να παραβλέπεται ότι η πολιτική κρίση και το αδιέξοδο του Απριλίου του 1967 δεν ήταν αποκλειστικά αποτέλεσμα της ιδεολογικής και πολιτικής ακαμψίας του στέμματος και της συντηρητικής παράταξης αλλά και της αναλυτικής και στρατηγικής αδυναμίας της κεντροαριστεράς υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου να διαγνώσει τα όρια της πολιτικής ανοχής αλλά και τις ρήξεις εντός του συντηρητικού μπλοκ. Ο Ανδρέας Παπανδρέου πίστευε ότι το κλειδί των εξελίξεων στο στρατό κατείχε ο βασιλιάς και ότι αυτός θα υποχρεωνόταν σε αποδοχή της εκλογικής νίκης της Ένωσης Κέντρου υπό την πίεση της μαζικής κινητοποίησης που ενθάρρυνε η κεντροαριστερά του κόμματος. Η τακτική αυτή όμως ενέτεινε την πόλωση και τη φοβία του συντηρητικού στρατοπέδου με συνέπεια την ενίσχυση εν τέλει των δυνατοτήτων της ομάδας των συνταγματαρχών οι οποίοι ήταν απαλλαγμένοι από τους δισταγμούς του μετεμφυλιακού κατεστημένου.

93C1EBE8B8356E175B011E52F883DDAE
Ο Σωτήρης Ριζάς είναι Διευθυντής ερευνών στο Κέντρο  Έρευνας Ιστορίας Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών  

 

Μηχανή του Χρόνου

Το παρακράτος των Συνταγματαρχών

 

Βιβλιογραφία

 

Jean Meynaud, Πολιτικές Δυνάμεις στην Ελλάδα, τόμος Α΄, Μπάυρον, Αθήαν 1965

Νίκος Μουζέλης, Κοινοβουλευτισμός και εκβιομηχάνιση στην ημι-περιφέρεια, Θεμέλιο, Αθήνα 1987

Ηλίας Νικολακόπουλος, Καχεκτική δημοκρατία. Κόμματα και εκλογές 1946-1967, Πατάκης, Αθήνα 2001

Αλέξης Παπαχελάς, Ο βιασμός της Ελληνικής Δημοκρατίας, Εστία, Αθήνα 1997

Σωτήρης Ριζάς, Η ελληνική πολιτική μετά τον εμφύλιο πόλεμο. Κοινοβουλευτισμός και δικτατορία, Καστανιώτης, Αθήνα 2008

Δημήτρης Χαραλάμπης, Στρατός και πολιτική εξουσία, Εξάντας, Αθήνα 1985

Γιάννης Μουρέλος: Η απεικόνιση της ελληνικής αρχαιότητας μέσα από τη γαλλική μουσική των αρχών του 20ού αιώνα

 

Γιάννης Μουρέλος

 Η απεικόνιση της ελληνικής αρχαιότητας μέσα από τη γαλλική μουσική των αρχών του 20ού αιώνα

 

 Οποιαδήποτε απόπειρα προσέγγισης ενός μακρινού παρελθόντος ενέχει υψηλό δείκτη επικινδυνότητας, καθώς μια εξ ορισμού αποσπασματική πληροφόρηση, σε συνδυασμό με το υποκειμενικό στοιχείο, είναι ικανά να παρεμβάλουν παραμορφωτικά κάτοπτρα, όσο ειλικρινής και αν είναι η αρχική πρόθεση. Η ελληνική αρχαιότητα υπήρξε αστείρευτη πηγή έμπνευσης σε ολόκληρη την εποχή του δυτικού κλασικισμού και ρομαντισμού, ο δε κλάδος της μουσικής δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Ορμώμενος από ένα μύθο, που ο Παυσανίας αναφέρει στο έργο του Ελλάδος περιήγησις, ο Jean-Philippe Rameau συνέθεσε το 1745 την όπερα Πλάταια (Platée). Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, το 1762, ο Γερμανός συνθέτης Christoph Willibald Gluck έθεσε τα θεμέλια της ρομαντικής όπερας με το έργο του Ορφέας και Ευρυδίκη. Το 1774, ο συνθέτης προχώρησε σε μια εκ βαθέων διασκευή, προσαρμοσμένη στα γούστα και τις επιταγές της γαλλικής κοινωνίας της εποχής. Μεταξύ των ετών 1856 και 1858, o Hector Berlioz συνέθεσε μια υπέρμετρα φιλόδοξων και επικών διαστάσεων όπερα (Οι Τρώες – Les Troyens), πραγματικό επιστέγασμα της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας. Από την ίδια ακριβώς χρονιά, το Παρίσι ολόκληρο χόρευε καν-καν, στον ήχο του πασίγνωστου  καταχθόνιου καλπασμού (galop inférnal) από τη δεύτερη πράξη του Ορφέα στον Άδη (Orphée aux Enfers) του Jacques Offenbach. Ο γαλλικός 19ος αιώνας καλλιέργησε συστηματικά τη λατρεία της νεώτερης Ελλάδας χάρη στο φαινόμενο του Φιλελληνισμού και εκείνη της αρχαιότητας, μέσω της ανάδειξης των κλασσικών σπουδών και των ανθρωπιστικών ιδεών και αρχών. Η Ελλάδα καθίσταται σημείο αναφοράς. Ενσαρκώνοντας το μέτρο και την αρμονία, προσφέρει μια δυνατότητα διαφυγής από τις οικονομικές, κοινωνικές και ηθικές επιπτώσεις της απάνθρωπης βιομηχανικής επανάστασης. Στο γύρισμα του αιώνα, βλέπουμε να συνυπάρχουν δυο τάσεις, με κοινό παρονομαστή μια απόλυτη εξιδανίκευση της Ελλάδας: στην ήδη υπάρχουσα αισθητική, η οποία έτεινε να ταυτίσει το κλασσικό στοιχείο με το ακαδημαϊκό, ήρθε να προστεθεί μια κάπως πιο ελεύθερη αντίληψη του αρχαίου κόσμου, μέσω νέων ρευμάτων, όπως ο Συμβολισμός και οι διάδοχοι Οριενταλισμός, Ιμπρεσιονισμός, Εξπρεσιονισμός κ.α., σε μια Ευρώπη ευρισκόμενη υπό καθεστώς μετάλλαξης, επιστέγασμα της οποίας έμελλε να αποτελέσει η διενέργεια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. 

Σε αντίθεση με την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική, την ποίηση και τη λογοτεχνία, όπου υπήρχε πληθώρα πληροφοριών, περί τα τέλη του 19ου αιώνα η αρχαία ελληνική μουσική ήταν παντελώς άγνωστη στην ηχητική της  διάσταση. Ελλείψει στοιχείων, οι Nietsche και Wagner, είχαν καταθέσει τη δική τους, υποκειμενική, εκδοχή, υποστηρίζοντας πως είχαν εντοπίσει την ουσία της ελληνικής ψυχής μέσα από την ένωση του έπους με την τραγωδία, του απολλώνιου με το διονυσιακό. Σε ολόκληρη τη Δύση ακολουθεί μια πυρετώδης αναζήτηση του πώς μπορούσε να ηχεί η μουσική στην αρχαιότητα. Στηριζόμενη, ως επί το πλείστον, επάνω σε σαθρό υπόβαθρο, η αναζήτηση αυτή (αισθητική, θεματολογική, μουσικολογική), δεν παύει να χαρακτηρίζει, στο σύνολό της, τη χρονική περίοδο της Μπελ Επόκ. Ωστόσο, δυο είναι τα σημεία αιχμής: το έτος 1894 και η διετία 1912-1913.

   Claude-Achille Debussy (1862-1918).                                            
Claude-Achille Debussy (1862-1918).

Φαινομενικά, η τομή τοποθετείται στις 22 Δεκεμβρίου 1894, στο Παρίσι, οπότε και εκτελέστηκε για πρώτη φορά το Πρελούδιο στο απομεσήμερο ενός φαύνου ( Prélude à l’après-midi d’un faune) του Claude Debussy, βασισμένο στο ομότιτλο ποίημα του Stéphane Mallarmé (μοναδική αλλαγή από πλευράς μουσικοσυνθέτη ήταν η προσθήκη στον τίτλο της λέξης “Πρελούδιο”). Το βαθιά ατμοσφαιρικό αυτό έργο περιγράφει μια αλληλουχία εικόνων και καταστάσεων, μέσω των οποίων εκφράζονται τα όνειρα και οι πόθοι ενός φαύνου (ο θεός Πάνας της ελληνικής μυθολογίας) κάτω από το λιοπύρι του απομεσήμερου. Δύσκολα ο  Debussy θα μπορούσε να βρει μια άλλη πηγή έμπνευσης, η οποία να του επιτρέπει να απελευθερώσει τόσο απλόχερα  τη    χαρισματική  του προσωπικότητα. Τα δέκα αυτά λεπτά μιας ιδιοφυούς μουσικής, μείγματος νωχέλειας, έκστασης και έντονου αισθησιασμού μέσα σε ένα αραχνοΰφαντο πέπλο, δεν αποτελούν μόνο τα διαπιστευτήρια για την είσοδο του συνθέτη στο Πάνθεον των μεγάλων δημιουργών. Το διακύβευμα είναι ασύγκριτα μεγαλύτερο. Εδώ ακριβώς εντοπίζονται οι καταβολές της μοντέρνας μουσικής. Σύμφωνα με τον συνθέτη και μέγα μελετητή και ερμηνευτή της μουσικής του Debussy, Pierre Boulez, ο αυλός του φαύνου είναι εκείνος που προσέδωσε μια νέα πνοή στην ίδια την τέχνη της μουσικής. Η έμπνευση από το ποίημα του  Mallarmé φανερώνει την έμφαση που δίνεται στο φαντασιακό και ονειρικό στοιχείο του Συμβολισμού, καθώς και τη διαφοροποίηση από την προγραμματική μουσική της εποχής του κλασικισμού και του ρομαντισμού. Η μουσική του Debussy χαρακτηρίστηκε ως «ιμπρεσιονιστική» από τους συγχρόνους του, κάτι που ο συνθέτης είχε αρνηθεί επίμονα. Γενικά, ως εκφάνσεις του ιμπρεσιονισμού στην μουσική του θεωρούνται οι τονικές ασάφειες και η «θόλωση» της αρμονίας με τη χρήση ασυνήθιστων, για την εποχή, κλιμάκων και συνηχήσεων, η δομική απομάκρυνση από την κλασσική διαίρεση της φόρμας προς όφελος μιας πιο ελεύθερης μουσικής κατασκευής, οι ηχητικές «σκιάσεις» που προκαλούνται από μεγάλης ποικιλίας ενορχηστρωτικούς και εκφραστικούς χειρισμούς, τέλος, η αναζήτηση και η αποτύπωση του στιγμιαίου, καθώς ο Debussy είναι μικρογράφος στο σύνολο της μουσικής του παραγωγής. Το τελευταίο αυτό διακριτικό γνώρισμα λειτούργησε, πιθανότατα, ως αφορμή προκειμένου να αποδοθεί στον συνθέτη, ερήμην του, ο χαρακτηρισμός του ιμπρεσιονιστή.

 

Claude Debussy, Πρελούδιο στο απομεσήμερο ενός φαύνου

 

1
Ο πρώτος Δελφικός Ύμνος στον Απόλλωνα.

 Αντιστρέφοντας, ωστόσο, την προοπτική, διαπιστώνουμε πως η πρώτη εκτέλεση του Απομεσήμερου ενός φαύνου αποτελεί το καταληκτικό σημείο μιας χρονιάς (1894), πλούσιας σε γεγονότα, που συνδέουν την ελληνική αρχαιότητα με τη μουσική, το θέατρο και την ποίηση. Η χρονιά ξεκίνησε με μια πρώτου μεγέθους ανακάλυψη: ενός ύμνου στον Απόλλωνα, του 2ου π.Χ. αιώνα, που βρέθηκε εντός του ιερού των Δελφών, και συγκεκριμένα στον Θησαυρό των Αθηναίων. Την επιτυχία πιστώνεται μια τριάδα ειδικών: o Théophile Homolle, o Henri Weil και ο Théodore Reinach. Ο πρώτος ανακάλυψε το κείμενο. Ο δεύτερος το αποκατέστησε. Ο τρίτος, αποκρυπτογραφώντας τη μουσική, τη μετέγραψε σε σύγχρονο τρόπο γραφής. Χάρη στις πρωτοβουλίες του Reinach, ο Gabriel Fauré (1845-1924), συνέθεσε μια συνοδευτική υπόκρουση, υπό αυτή δε τη μορφή  ο ύμνος ακούστηκε, την άνοιξη του 1894, διαδοχικά στην Αθήνα και στο Παρίσι. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς σειρά είχε ένας χώρος γεμάτος συμβολισμό: το ρωμαϊκό θέατρο της πόλης Οράνζ, στη νότιο Γαλλία. Ήδη από τη δεκαετία του 1880, ήταν εμφανής η τάση δημιουργίας ενός φεστιβάλ, κινούμενου στους αντίποδες εκείνου που είχε ιδρύσει  ο Richard Wagner στο Μπαϊρόϊτ, ενός φεστιβάλ, ικανού να καθιερώσει μια περισσότερο μεσογειακή αντίληψη της ελληνικής αρχαιότητας, αναδεικνύοντας, παράλληλα, τις ιστορικές καταβολές της περιοχής, από την εποχή της ίδρυσης της αποικίας της Φώκαιας, σημερινής Μασσαλίας.

Ο πρώτος Δελφικός Ύμνος, όπως ακούστηκε το 1894

΄Οπως το φεστιβάλ του Μπαϊρόϊτ, έτσι και οι Χορηγίες της Οράνζ διεξάγονταν σε ετήσια κλίμακα. Παράλληλα με τον Δελφικό Ύμνο, στις  Χορηγίες του 1894 ανεβάστηκε η Αντιγόνη του Σοφοκλέους, με μουσική επένδυση από έναν άλλο καταξιωμένο μουσικοσυνθέτη της εποχής, τον Camille Saint-Saëns (1835-1921). Η περίπτωση του Saint-Saëns παρουσιάζει ενδιαφέρον.  Ένα χρόνο νωρίτερα, το 1893, στο Παρίσι, είχε δοθεί με αξιοσημείωτη επιτυχία η πρεμιέρα της όπεράς του Φρύνη ( Phryné ),  ενώ, σε δυο τουλάχιστον περιπτώσεις στο παρελθόν, η ελληνική αρχαιότητα είχε λειτουργήσει ως πηγή έμπνευσης για τη μουσική του. Πρόκειται για τα συμφωνικά ποιήματα Ο τροχός της Ομφάλης (Le rouet d’ Omphale) το1872 και η Νεότητα του Ηρακλή (La jeunesse d’ Hercule) το 1877. Το 1904, στο Μόντε-Κάρλο, έλαβε χώρα η παγκόσμια πρώτη της νέας του όπερας με τον τίτλο Ελένη (Ηéne). 

Λίγους μήνες έπειτα από την ανακάλυψη του Ύμνου στον Απόλλωνα, μεταξύ Μαΐου και Ιουλίου 1894, στους Δελφούς πάντοτε, η σκαπάνη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής έφερε στο φως έναν  μαρμάρινο κίονα, που αποτελούσε ανάθημα των Αθηναίων στο μαντείο.  Σε ίσα διαστήματα ο κίονας αυτός τυλίγεται από φύλλα άκανθας. Στην κορυφή του υπάρχουν οι μορφές τριών νεαρών γυναικών, που φαίνονται να αιωρούνται στα ύψη. Είναι αέρινες και δείχνουν σχεδόν χορευτικές, γι’ αυτό και έχουν επονομαστεί «χορεύτριες». Για μεγάλο διάστημα, η χρονολόγηση, η ερμηνεία και η αποκατάσταση του κίονα αποτέλεσαν άλυτο αίνιγμα για τους αρχαιολόγους. Πολύ αργότερα, το 1910, ο Debussy, ο οποίος δεν είχε δει ποτέ το πρωτότυπο, τιτλοφόρησε το πρώτο από τα πρελούδια του για πιάνο Χορεύτριες των Δελφών (Danseuses de Delphes).  Γραμμένο σε αργό, αυστηρό και επιβλητικό χρόνο, το έργο αποδίδει το κυκλικό σχήμα του κίονα και τις τρεις κόρες.

Danseuses de Delphes
Ο Κίονας με τις χορεύτριες.

   Claude Debussy, Χορεύτριες των Δελφών

 

Το 1894 κλείνει με την έκδοση των Τραγουδιών της Βιλιτώς (Chansons de Bilitis), ενός κύκλου ποιημάτων του  Pierre Louÿs (1870-1925), από τα κλασσικά αριστουργήματα της ερωτικής λογοτεχνίας. Ο Louÿs εξαπάτησε το αναγνωστικό κοινό, εμφανίζοντας το έργο του ως απλή μετάφραση των αυθεντικών ποιημάτων της Βιλιτώς, αρχαίας ποιήτριας από την Παμφυλία, ενώ, στην πραγματικότητα, επρόκειτο για ένα πρόσωπο αποκύημα της δικής του φαντασίας. Λίγο αργότερα, το 1897, ο Debussy μελοποίησε τρία από αυτά τα  ποιήματα για φωνή και συνοδεία πιάνου.

Επάνω σε αυτό το υπόβαθρο έρχεται, επομένως, να επικαθήσει, στις 22 Δεκεμβρίου 1894, η πρώτη ακρόαση του Φαύνου, ολοκληρώνοντας μια χρονιά πραγματικής κοσμογονίας, αλλά και σηματοδοτώντας, συνάμα, μια νέα οδό για την αναβίωση της αρχαιότητας. Εκείνη της αναζήτησης μιας φανταστικής Ελλάδας, μακρυά από την αυστηρή αρχαιολογική προσέγγιση. Υπό αυτό το πρίσμα, δεν είναι τυχαίο το ό,τι τα ονόματα των Debussy και  Fauré θα πρωτοστατήσουν, μαζί με άλλα, στη νέα κοσμογονία, η οποία ακολουθεί μεταξύ των ετών 1912-1913.

Το έναυσμα θα προσφέρουν τα Ρωσικά Μπαλέτα (Ballets Russes), του Sergei Diaghilev, τα οποία αναστάτωσαν την καθημερινότητα του Παρισιού των αρχών του αιώνα όχι μόνο εξαιτίας του εξωτικού στοιχείου, που εισήγαγαν και του εικονοκλαστικού πνεύματος, το οποίο πρέσβευαν, αλλά και επειδή λειτούργησαν ως φορέας συνεργασίας με καταξιωμένους ήδη μουσικούς (Rimsky-Korsakov, Debussy, Dukas, Balakirev, Richard Strauss) και φυτώριο νέων, πολλά υποσχόμενων, ταλέντων (Stravinsky, Ravel, Prokofiev, Falla). Σχετικά με την ελληνική αρχαιότητα, όλα ξεκίνησαν την “καυτή” εβδομάδα μεταξύ 29 Μαΐου και 8 Ιουνίου 1912, όταν ανεβάστηκαν, κατά σειρά, μια χορογραφική εκδοχή του Απομεσήμερου ενός φαύνου σε διασκευή του Vaslav Nijinsky και η επονομαζόμενη συμφωνική χορογραφία του Maurice Ravel (1875-1937) Δάφνις και Χλόη (Daphnis et Chloé), σε χορογραφία του Mikhail Fokine, με τον Nijinsky στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ουσιαστικά, εκείνες τις μέρες, αντιπαρατέθηκαν δυο διαφορετικοί, μεταξύ τους, τρόποι προσέγγισης της ελληνικής αρχαιότητας. Η υπόθεση του Δάφνις και Χλόη απέδιδε πιστά τον κόσμο του Λόγγου, συγγραφέα του 3 μ.Χ. αιώνα. Δύο βοσκοί της Λέσβου, ο Λάμων και ο Δρύας, βρίσκουν, υιοθετούν κι ανατρέφουν μαζί δύο έκθετα παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Τα παιδιά φορούν πολλά κοσμήματα, δείγμα της αριστοκρατικής καταγωγής τους. Οι θετοί πατέρες, τους δίνουν τα ονόματα Δάφνις και Χλόη. Όταν μεγαλώνουν, τα παιδιά αναλαμβάνουν τη βοσκή των κοπαδιών, ενώ η φλόγα του έρωτα αρχίζει να διαφαίνεται στις νεανικές τους καρδιές.  Στο βουκολικό αυτό μυθιστόρημα, η φύση, οι ήρωες και ο ταπεινός κόσμος των αγροτών και των δούλων που τους περιβάλλει, εξιδανικεύονται από τον συγγραφέα. Το ύφος του έργου είναι μοναδικό για την εκλεπτυσμένη περιγραφή του έρωτα και της φύσης. Τίποτα δεν καλύπτεται με πέπλο κι όμως το κάθε τι είναι γεμάτο μυστήριο. Ορμώμενες από τα παραπάνω, τόσο η μουσική του Ravel όσο και η χορογραφία του Fokine παραπέμπουν σε μια περισσότερο κλασσική, για την εποχή εκείνη, αντίληψη της Ελλάδας.

Αντίθετα, με το Πρελούδιο στο απομεσήμερο ενός φαύνου, ο Nijinsky, θέλησε να αμφισβητήσει αυτήν ακριβώς την αισθητική. Όπως ο Debussy στη μουσική, έτσι και ο Nijinsky στον κόσμο του μπαλέτου, προκάλεσε μια πραγματική επανάσταση (αυτή, τουλάχιστον, ήταν η πρόθεσή του), ένα χρόνο μόλις πριν από μια άλλη θυελλώδη πρώτη, εκείνη της Ιεροτελεστίας της Άνοιξης, σε μουσική του Igor Stravinsky. Κύριο μέλημά του ήταν να αντιταχθεί στην προσέγγιση των Ravel και Fokine, σπάζοντας τους δεσμούς με την παράδοση και αναδεικνύοντας μια περισσότερο αρχαϊκή και άγνωστη στο ευρύ κοινό εκδοχή του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Δυστυχώς για τον ίδιο, αλλά και για τον Debussy, που αποδοκίμασε την παράσταση προσάπτοντας στον εμπνευστή της αυθαιρεσίες, οι οποίες δεν απέδιδαν το πνεύμα του έργου, το έπραξε με τόσο επιδειξιομανή και προκλητικό τρόπο, ώστε το μόνο που κατάφερε τελικά, ήταν να προκαλέσει γενικευμένη αγανάκτηση και κατακραυγή κοινού και κριτικών.

 

      Σπάνιο οπτικό τεκμήριο: Απόσπασμα από την πρεμιέρα του

Απομεσήμερου ενός φαύνου

Με το Δάφνις και Χλόη, τα πράγματα δεν αποδείχτηκαν λιγότερο επεισοδιακά. Η ιδέα περί μεταφοράς του βουκολικού μυθιστορήματος του Λόγγου, ανήκε στον Fokine, έπειτα από προτροπή της φίλης του και λάτριδος της αρχαίας Ελλάδας, της χορεύτριας Isadora Duncan. Η παραγγελία ανατέθηκε στον Ravel το 1909. Η σύνθεση υπήρξε επίπονη διαδικασία, καθώς ο Ravel, μικρογράφος όπως και ο Debussy, αναγκάστηκε για πρώτη φορά (και μοναδική στη σταδιοδρομία του) να μετρήσει τις δυνάμεις του σε έργο τόσο μακράς διάρκειας. Η προγραμματισμένη, αρχικά, για το 1911 πρεμιέρα, αναβλήθηκε εξαιτίας της αργοπορίας, που παρατηρήθηκε στην περαίωση της σύνθεσης, προκαλώντας δυσφορία και εκνευρισμό. Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν, το 1912, ξεκίνησαν οι δοκιμές, οπότε έγινε αντιληπτό πως η προτίμηση και το ενδιαφέρον των Nijinsky και Diaghilev στρέφονταν επιδεικτικά προς την προετοιμασία του Απομεσήμερου ενός φαύνου, εγκαταλείποντας, ουσιαστικά, το Δάφνις και Χλόη στο έλεος της μοίρας του. Πρόχειρα ανεβασμένη, η παράσταση προσέλαβε, τελικά, διαδικαστικό χαρακτήρα, σηματοδοτώντας τη διακοπή κάθε είδους συνεργασίας των Ravel (μόνιμα) και Fokine (προσωρινά) με τα Ρωσικά Μπαλέτα.

Maurice Ravel, Vaslav Nijinsky, Bronislava Nijinska in Paris (1914)
Maurice Ravel, Vaslav Nijinsky και Bronislava Nijinska το 1912 στο Παρίσι.

 

Από μουσικής απόψεως, τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Καταρχάς, οι διαφορές, που χωρίζουν το ύφος του Ravel από εκείνο του Debussy, είναι περισσότερες από τα κοινά χαρακτηριστικά, τα οποία, σε τελευταία ανάλυση, θα μπορούσε να κανείς να υποστηρίξει πως είναι επιδερμικά. Η δημιουργία ατμόσφαιρας, η αναζήτηση και αποτύπωση του στιγμιαίου, τέλος, η γεμάτη ποικιλία και φαντασία ενορχήστρωση δεν επαρκούν, προκειμένου ο Ravel να θεωρηθεί ως συνεχιστής της μουσικής του Debussy. Ο Ravel παρομοιάστηκε με Ελβετό ωρολογοποιό για την ακρίβεια και τη διαύγεια της μουσικής του γραφής. Αντίθετα, η σχεδόν άϋλη ρευστότητα, ώστε ο ήχος να είναι εκείνος που προσλαμβάνει κάθε φορά το σχήμα του χώρου που καταλαμβάνει, αποτελεί διακριτικό γνώρισμα του Debussy. Ο τελευταίος κινείται στις παρυφές της ατονικής μουσικής.  Τα ρυθμικά πρότυπα του Ravel είναι πιο τακτικά, ο δε συναισθηματισμός και λυρισμός, που αποπνέει, τον καθιστούν περισσότερο ανθρώπινο και προσιτό στο ευρύ κοινό. Τέλος, η μουσική του διακατέχεται από ένα έντονο αφηγηματικό στοιχείο, χαρακτηριστικό, το οποίο συναντάται σπανιότερα στη μουσική του Debussy. Το Δάφνις και Χλόη είναι από άκρη σε άκρη δομημένο με κλασσικό τρόπο. Ο ίδιος ο Ravel ήταν περήφανος γι αυτό. Ακόμα και η περίφημη Χαραυγή, με την οποία ξεκινά το τρίτο μέρος του έργου, με την πλούσια και εκστασιακή ενορχήστρωση, που την χαρακτηρίζει, δεν έχει τίποτα το μοντέρνο και καινοτόμο να επιδείξει από καθαρά τεχνικής απόψεως. Κι όμως, εισπράττεται ως κάτι το πρωτόγνωρο. Εδώ ακριβώς συνίσταται η ειδοποιός διαφορά με τη μουσική του Debussy, αλλά και η πεμπτουσία της μεγαλοφυΐας του Ravel. Ο Debussy ανοίγει ορίζοντες. Ο Ravel, καταφέρνει, με έναν τρόπο ιδιαίτερα σαγηνευτικό και ελκυστικό, του οποίου το μυστικό μόνο ο ίδιος κατέχει, να κάνει το παλιό να ηχεί σαν κάτι διαφορετικό, σαν κάτι καινούριο. Παρά ορισμένες “κοιλιές”, που το έργο παρουσιάζει περίπου περί το μέσο, το Δάφνις και Χλόη είναι, ίσως, το αριστούργημα του Maurice Ravel. Από την αρχική επίκληση της χορωδίας έως τη ρυθμική αποθέωση του τέλους, η χορογραφική αυτή συμφωνία αποτελεί αδιάψευστη απόδειξη της ικανότητας και της άνεσης, με τις οποίες ο συνθέτης καταφέρνει να συγκεράσει διαφορετικά, μεταξύ τους, στοιχεία, οδηγώντας τα σε μια πρωτοφανή ώσμωση. Όπως συνέβη με άλλες παραγγελίες των Ρωσικών Μπαλέτων και συγκεκριμένα τα τρία έργα Το Πουλί της Φωτιάς, Πετρούσκα και Η Ιεροτελεστία της Άνοιξης του Igor Stravinsky, έτσι και η σταδιοδρομία του Δάφνις και Χλόη ως μπαλέτου, υπήρξε εφήμερης διάρκειας. Όλες οι προαναφερθείσες συνθέσεις εντάχθηκαν, πολύ γρήγορα, στο συμφωνικό ρεπερτόριο και υπό αυτή τη μορφή αποτελούν, έκτοτε, αθάνατα σημεία αναφοράς.

2017-04-07
Δάφνις και Χλόη. Συντελεστές της πρεμιέρας.

                                                          

Το Δάφνις και Χλόη είναι γραμμένο για μεγάλη ορχήστρα και χορωδία. Η ανθρώπινη φωνή χρησιμοποιείται ως μουσικό όργανο, πλήρως ενταγμένο στην ορχήστρα, καθώς δεν υπάρχει  κείμενο. Λόγω της μεγάλης διάρκειας, περισσότερο συχνά επιλέγεται, σήμερα, η λεγόμενη  σουίτα αρ.2, δηλαδή το τρίτο και τελευταίο μέρος του έργου. Με τη σειρά της, η  σουίτα αρ.2 αποτελείται από τα ακόλουθα μέρη: Χαραυγή (Levée du Jour), Παντομίμα (Pantomime), όπου οι δυο πρωταγωνιστές μιμούνται τον έρωτα του θεού Πάνα με τη νύμφη Σύριγγα – ένα θέμα, που την ίδια, ακριβώς, εποχή αξιοποιεί και ο Debussy, βλ. παρακάτω – Γενικός Χορός (Danse rale – Bacchanale), ένα Βακχικών διαστάσεων κλείσιμο του έργου.

Maurice Ravel, Δάφνις και Χλόη, σουίτα αρ. 2 

Gilles-Lambert Godecharle (1750 - 1835)
Gilles-Lambert Codecharle  (1750-1835), Pan et Syrinx, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου

 To 1912 πάντοτε, ο ποιητής Gabriel Mourey,  πρότεινε στον Debussy να πλαισιώσει μουσικά το έργο του Ψυχή (Psyché),  γραμμένο σε έμμετρο λόγο, το οποίο σχεδίαζε να ανεβάσει θεατρικά. Έτσι γεννήθηκε ένα έργο για σόλο φλάουτο, διάρκειας τριών μόλις λεπτών της ώρας, το οποίο φέρει τον τίτλο Σύριγξ (Syrinx). Στην ελληνική μυθολογία, με το όνομα Σύριγξ αναφέρεται μία από τις Νύμφες της  Αρκαδίας, την οποία ερωτεύθηκε κάποτε ο θεός Παν. Για να τον αποφύγει, η Σύριγξ κατέφυγε στις όχθες του ποταμού Λάδωνα και εκεί μεταμορφώθηκε σε καλάμι, από το οποίο ο θεός κατασκεύασε ένα είδος πνευστού μουσικού οργάνου, τη «σύριγγα», που πήρε το όνομά της από το όνομα της Νύμφης. O Debussy, κοντά είκοσι χρόνια μετά, και αφήνοντας πίσω τους ναρκισσιστικούς αυτοσχεδιασμούς του Nijinsky, συνδέθηκε εκ νέου τη θεματολογία και την ατμόσφαιρα, γεμάτη έκσταση και ερωτισμό, του Φαύνου. Κυρίως όμως, κατέθεσε μια ακόμα πιο προχωρημένη και κατασταλαγμένη άποψη της επαναστατικής του μουσικής γραφής. Παρά τη μικρή της χρονική διάρκεια, η Σύριγξ κατέχει εξέχουσα θέση στο μουσικό ρεπερτόριο. Είναι το πρώτο έργο για σόλο φλάουτο από την εποχή του Carl Philipp Emanuel Bach (το τελευταίο έργο πριν από τη Σύριγγα γράφτηκε το 1763) και το πρώτο κατά σειρά παγκοσμίως για μοντέρνο φλάουτο τύπου Βðhm, το οποίο καθιερώθηκε το 1847. Η τεχνική δυσκολία για τον σολίστα είναι ασύλληπτη, γι αυτό και η Σύριγξ θεωρείται πεδίο δόξης λαμπρό για κάθε φλαουτίστα. Τέλος, είναι μια από τις τελευταίες εκφάνσεις του πρωτοποριακού στυλ του συνθέτη. Στα λίγα χρόνια που του απέμεναν να ζήσει, ο Debussy, επηρεασμένος από τα γραπτά του Gabriele D’ Annunzio,  στράφηκε προς έναν ενδοσκοπικό μυστικισμό, στους  αντίποδες του κόσμου, γεμάτου μαγεία, που είχε καταφέρει να πλάσει. Η διενέργεια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, η φθίνουσα πορεία της υγείας του και το φάσμα του θανάτου, συνέβαλαν τα μέγιστα σε αυτή τη μεταστροφή.

Claude Debussy, Σύριγξ

      

 

Το 1912 υπήρξε το έτος περαίωσης της σύνθεσης ενός νέου έργου του  Gabriel Fauré. Πρόκειται για  το λυρικό δράμα Πηνελόπη (lope), το οποίο ανεβάστηκε για πρώτη φορά από την Όπερα του Μόντε-Κάρλο στις 4 Μαρτίου 1913. Ο Fauré εθεωρείτο ήδη ένας καταξιωμένος   συνθέτης, μια σταθερή αξία του μουσικού στερεώματος της Γαλλίας. Από το 1905, ήταν παράλληλα και διευθυντής του Ωδείου του Παρισιού. Τα αυξημένα διοικητικά καθήκοντα εξηγούν, προφανώς, γιατί η ολοκλήρωση της  Πηνελόπης διήρκησε τόσο πολύ (έξι ολόκληρα χρόνια). Ορμώμενος από αυτή την καθυστέρηση, ο σατυρικός Τύπος της εποχής, δεν αντιστάθηκε στον πειρασμό να προσομοιάσει την παρτιτούρα του έργου με το σάβανο, που η πρωταγωνίστρια ύφαινε την ημέρα για να το ξηλώνει μέσα στη νύκτα. Η αγάπη και ο θαυμασμός του  Fauré για την ελληνική αρχαιότητα αποτελούσαν κοινό μυστικό. Σε εκείνον είχε εμπιστευθεί ο Reinach, το 1894, τη μουσική αποκατάσταση του Δελφικού Ύμνου, αμέσως μόλις αυτός είχε δει το φως της ημέρας. Νωρίτερα, το 1888, είχε συνθέσει ένα έργο για ορχήστρα και χορωδία με τίτλο Η γέννηση της Αφροδίτης (La Naissance de nus). Ακριβώς επάνω στο γύρισμα του αιώνα, τον Αύγουστο του 1900, παίχτηκε για πρώτη φορά μια νέα του δημιουργία, η καντάτα Προμηθέας (Prométhée), ένα έργο, το οποίο επιστράτευσε ένα τεράστιο δυναμικό εκτελεστών (800 άτομα), σε υπαίθριο χώρο στη νότιο Γαλλία και ενώπιον 10.000 θεατών.  Με τον μύθο του Οδυσσέα και της Πηνελόπης, ο  Fauré διέθετε ένα θέμα εφάμιλλο της ευγένειας και της αρχοντιάς, που διέπουν τη μουσική του  παραγωγή από άκρο σε άκρο. Η Πηνελόπη, σε λιμπρέτο του νεαρού ποιητή René Fauchois, αφηγείται έναν επώδυνο και πιστό έρωτα, ο οποίος, στο τέλος, δικαιώνεται θριαμβευτικά. 

IMG_20160826_0001
Ο Gabriel Fauré “υφαίνει” την παρτιτούρα της Πηνελόπης

Συμβολίζει, επίσης, την επικράτηση της ευρηματικότητας και της νοημοσύνης του ζεύγους των πρωταγωνιστών επί της αχρειότητας και της ιδιοτέλειας των μνηστήρων. Υπό αυτό το πρίσμα, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με άλλα φημισμένα ζευγάρια (Ορφέας και Ευριδίκη, Τριστάνος και Ιζόλδη,  Πελλέας και Μελισάνθη), που αποθανατίστηκαν μουσικά, ο έρωτας των οποίων, όμως, είχε τραγική κατάληξη. Κινούμενος σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος από τους Debussy και Ravel, ο  Fauré αποκαθιστά τη συνέχεια με την παράδοση του Gluck και του Wagner. Ουδέποτε έκρυψε τον θαυμασμό του για τον πρώτο, τον μουσικό, ο οποίος αναβίωσε, ουσιαστικά, την αρχαία ελληνική τραγωδία περί τα τέλη του 18ου αιώνα. Από τον δεύτερο, δανείστηκε την τεχνική του καθοδηγητικού μοτίβου (leitmotiv). Το καθοδηγητικό μοτίβο συνδέεται με ένα πρόσωπο, αντικείμενο ή αφηρημένη έννοια του μουσικού δράματος, έτσι ώστε να το συνοδεύει κάθε φορά που αυτό εμφανίζεται στη σκηνή ή υπονοείται με οποιονδήποτε τρόπο από τα λόγια των ερμηνευτών.  Ωστόσο, το πράττει με φειδώ. Στην Πηνελόπη χρησιμοποιεί μόνο έξι, έναντι των 178, τα οποία διατρέχουν την Τετραλογία του Richard Wagner. Σε τελευταία ανάλυση, μεσούσης της μεταβαγκνερικής εποχής, ο Fauré προτείνει μια Ελλάδα γαλλικής αντίληψης, σε σύγκριση με την περισσότερο γερμανική οπτική της Ηλέκτρας των Richard Strauss και Hugo von Hofmannsthal (1909).

 

Ο σκηνοθέτης Olivier Py παρουσιάζει την Πηνελόπη του Gabriel Fauré

Το 1912, τέλος, είναι το έτος γνωριμίας του ποιητή και διπλωμάτη Paul Claudel (1868-1955) με ένα νεαρό μουσικό από τη νότιο Γαλλία, τον Darius Milhaud. Η συνάντηση αυτή έμελλε να εξελιχθεί σε μια γόνιμη συνεργασία αλλά και σε μια στενή φιλία. Ήδη από την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα, ο Claudel είχε επιδοθεί στη μετάφραση, στη γαλλική γλώσσα, της Ορέστειας του Αισχύλου. Η μετάφραση του Αγαμέμνωνα ήταν ήδη έτοιμη από το 1896. Το 1913 ολοκληρώθηκαν οι Χοηφόροι και οι Ευμενίδες. Για τη μουσική επένδυση, ο Claudel απευθύνθηκε στον εικοσάχρονο, τότε, Milhaud, μαθητή, ακόμα, στο Ωδείο του Παρισιού, έχοντας στο νου του συγκεκριμένες ιδέες και αποκρυσταλλωμένες απόψεις. Σκοπός του ήταν να σπάσει τα δεσμά με τη βαγκνερική παράδοση της ελληνικής αρχαιότητας και τη “γαλλική”  εκδοχή της. Κατά την άποψή του, η μουσική έπρεπε να προκύπτει και να αναδύεται μέσα από τον λυρισμό του κειμένου, όπως ακριβώς συνέβαινε με την αρχαία ελληνική τραγωδία, και όχι το αντίθετο. Το ζητούμενο, επομένως, ήταν να βρεθεί ένα μουσικό στυλ, όχι ιδιαίτερα λυρικό, το οποίο με κανένα τρόπο δεν επιτρεπόταν να λειτουργεί σε βάρος του κειμένου, επισκιάζοντάς το. Ένα στυλ, που να θυμίζει  ανάγνωση του Ευαγγελίου (ο Claudel ήταν βαθύτατα θρήσκος), να δύναται, ωστόσο, να μετεξελιχθεί σε τραγούδι. Η σύνθεση της Ορέστειας του Αισχύλου (L’ Orestie d’ Eschyle) ξεκίνησε μέσα στο 1913. Ο Αγαμέμνων ολοκληρώθηκε ταχύτατα, μέσα στην ίδια χρονιά. Άλλωστε, δεν είχε να επιδείξει περγαμηνές υπέρμετρης φιλοδοξίας. Ο Milhaud αρκέστηκε στη σύνθεση μιας μόνο σκηνής, για υψίφωνο, χορωδία και ορχήστρα, ως μέρους μιας παράστασης ανεβασμένης, ως επί το πλείστον, σε πρόζα. Τα πράγματα υπήρξαν διαφορετικά με τους Χοηφόρους (1915) και τις Ευμενίδες (1919). Για τις δυο αυτές τραγωδίες, ο συνθέτης επινόησε ένα είδος ρυθμομελωδικής απαγγελίας, όμοιας, περίπου, με το sprechgesang του Arnold Schoenberg, που έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του την ίδια, σχεδόν, εποχή. 

milhaud-640
Darius Milhaud (1892 – 1974)

Η καινοτομία συνίστατο στη συνοδεία της φωνής από την ομάδα των κρουστών, κυρίως, οργάνων, γεγονός που προσδίδει στο όλον αποτέλεσμα μια έντονα εξπρεσιονιστική χροιά. Βρισκόμαστε, ήδη, πολύ μακρυά από την εικόνα του αρχαίου ελληνικού κόσμου, έτσι όπως την εισέπρατταν (ο καθένας για δικό του λογαριασμό) οι  Saint-Saëns,  Fauré,  Debussy και  Ravel. Μέσα στον πόλεμο, ο Milhaud προσχωρεί στη λεγόμενη “Ομάδα των Έξι” (Auric, Durey, Honegger, Milhaud, Poulenc, Tailleferre), η οποία, έπειτα από παρότρυνση του ποιητή Jean Cocteau, θα αμφισβητήσει απροκάλυπτα τον βαγκνερισμό και τον ιμπρεσιονισμό, εισάγοντας, διαρκούντος του Μεσοπολέμου, μια εκ διαμέτρου αντίθετη     προσέγγιση της ελληνικής αρχαιότητας.

Darius Milhaud, Η Ορέστεια του Αισχύλου

Εν κατακλείδι, τι αξίζει, άραγε, να συγκρατήσει κανείς από τα παραπάνω; Το γεγονός πως όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες των αρχών του 20ού αιώνα, μάρτυρες και μέλη μιας κοινωνίας,  ολοένα και περισσότερο εγκλωβισμένης σε μια πορεία αυτοκαταστροφής, διακατέχονταν, σαν να επρόκειτο για μια ανάγκη φυγής από την πραγματικότητα της στιγμής εκείνης, από ένα κοινό όραμα: το όραμα της αναβίωσης της ελληνικής αρχαιότητας σε όλο της το μεγαλείο και την εκτυφλωτική της ομορφιά. Το κατάφεραν; Αναμφίβολα όχι, από καθαρά επιστημονικής σκοπιάς. Πιότερο από την αρχαιότητα, η εικόνα, η οποία αναδύεται μέσα από τα έργα τους, είναι, εν τέλει, εκείνη της δικής τους εποχής, με τις προσδοκίες, τις αντιφάσεις, τις αγωνίες και τις ανασφάλειες, που τη διακρίνουν. Η ανιδιοτελής τους, ωστόσο, αγάπη και ο πηγαίος τους θαυμασμός για τον συγκεκριμένο πολιτισμό, λειτούργησαν ως έναυσμα και ως πηγή έμπνευσης για τη σύνθεση μιας σειράς έργων, ορισμένα εκ των οποίων έχουν καταχωριστεί στην παγκόσμια μουσική παραγωγή σαν πραγματικά μνημεία. Τα λόγια του Ravel, αποδίδουν επακριβώς αυτή την αίσθηση: “Πρόθεσή μου, γράφοντάς την [σ.σ. αναφέρεται στο Δάφνις και Χλόη], ήταν να συνθέσω μια μεγάλων διαστάσεων μουσική τοιχογραφία, λιγότερο διαποτισμένη από αρχαϊσμό και περισσότερο πιστή στην Ελλάδα των ονείρων μου, έτσι όπως την είχαν φανταστεί και  περιγράψει οι διάφοροι καλλιτέχνες του τέλους του 18ου αιώνα”.

 

IMG_7877
Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας   στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. 


                                                                                                               

Βιβλιογραφία

 

Jean Barraqué: Debussy, Παρίσι, 1962 (επανέκδοση 1994).

Pierre Boulez, Encyclopédie de la Musique, Παρίσι,1958.

Michel Faure, Musique et société du Second Empire aux années vingt autour de Saint-Saëns, Fauré, Debussy et Ravel, Παρίσι, 1985.

Vladimir Jankélévitch, Debussy et le Mystère de l’instant, Neuchâtel, 1949.

Vladimir Jankélévitch,Gabriel Fauré et l’inexprimable, Παρίσι, 1974.

Vladimir Jankélévitch, Ravel,  Παρίσι, 1995.

François Lesure, Claude Debussy avant Pelléas ou les Années symbolistes, Παρίσι, 1992.

Alexis Roland-Manuel, À la gloire de Ravel, Παρίσι, 1938 (η πρώτη, χρονικά, βιογραφία του Ravel).

Marcel Marnat, Maurice Ravel, Παρίσι, 1986 (η πληρέστερη βιογραφία και εργογραφία του Ravel).

L’Espace grec: cent cinquante ans de fouilles de l’École française d’Athènes, Παρίσι, 1996.

Christophe Corbier : “L’hellénisme et la musique en France avant 1914”, διάλεξη στο S.E.L.   (Sauvegarde des Enseignements Littéraires), Παρίσι, 2013.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Θεοδόσης Καρβουναράκης: Οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος 1914-1917. Από την ουδετερότητα στην ενεργό εμπλοκή

 

Θεοδόσης Καρβουναράκης

 Οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος

1914-1917

Από την ουδετερότητα στην ενεργό εμπλοκή

 

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ένας κατεξοχήν ευρωπαϊκός πόλεμος, όσον αφορά τόσο τα κύρια μέτωπα των συγκρούσεων όσο και τις αντίπαλες δυνάμεις. Οι Μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις προσπάθησαν με τη βία να λύσουν διαφορές που φαινόταν αξεπέραστες και είχαν να κάνουν με το γόητρο, την ισχύ και την επιρροή τους. Μέχρι το 1914 όμως, έτος έναρξης της μοιραίας σύρραξης, ο πλανήτης είχε προσλάβει τα χαρακτηριστικά μιας παγκόσμιας κοινότητας, με στενές σχέσεις μεταξύ των διαφόρων περιοχών του και κυρίαρχη την οικονομική, πολιτική και πολιτιστική παρουσία των Ευρωπαϊκών δυνάμεων. Ήταν αναπόφευκτο λοιπόν, η μεταξύ τους διαμάχη να αγγίξει σχεδόν κάθε γωνιά της γης αλλά και οι ένοπλες συγκρούσεις να επεκταθούν πέρα από τα Ευρωπαϊκά σύνορα.

Στο πλέγμα αυτό των στενών και πολύπλοκων διεθνών σχέσεων, σημαντικό και κατά περίπτωση πρωτεύοντα ρόλο είχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, μια ανερχόμενη Μεγάλη Δύναμη, με τεράστιες οικονομικές και στρατιωτικές δυνατότητες και λαμπρό μέλλον.[1] Αν και αρχικά αποφασισμένες να αποφύγουν την εμπλοκή τους στις εχθροπραξίες, διακηρύσσοντας την ουδετερότητα τους και επιχειρώντας τη συνδιαλλαγή των αντιπάλων, ιδεολογία, συμφέροντα, πολιτικές αναγκαιότητες και υπολογισμοί οδήγησαν τελικά τις Ηνωμένες Πολιτείες στην κήρυξη του πολέμου κατά της Γερμανίας με καταλυτικές συνέπειες για την ευρύτερη έκβαση της σύρραξης.

Στις 4 Αυγούστου 1914  και ενώ όλες οι Μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις (πλην της Ιταλίας) είχαν εμπλακεί στον πόλεμο, ο Αμερικανός Πρόεδρος Woodrow Wilson ανακοίνωσε την ουδετερότητα της χώρας του και λίγες μέρες αργότερα κάλεσε τον Αμερικανικό λαό να παραμείνει ουδέτερος, επιδεικνύοντας αμεροληψία «τόσο στη σκέψη όσο και στην πράξη». Η έκκληση του Wilson δεν ήταν εύκολο να εισακουστεί. Πάνω από το 1/3 των κατοίκων των Ηνωμένων Πολιτειών είχαν γεννηθεί οι ίδιοι ή είχαν τουλάχιστον ένα γονέα που είχε γεννηθεί σε μια από τις εμπόλεμες χώρες. Αμερικανοί γερμανικής  και ιρλανδικής καταγωγής (οι δεύτεροι λόγω της κατοχής της χώρας τους από τη Βρετανία) αλλά και Εβραίοι είτε λόγω καταγωγής είτε εξαιτίας του έντονου αντισημιτισμού της Ρωσίας, επιθυμούσαν τη νίκη των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανίας – Αυστροουγγαρίας). Δημοφιλής όμως ήταν και η πλευρά των συμμάχων (Entente, Βρετανία-Γαλλία-Ρωσία) λόγω της κατά παράδοση Γαλλο-Αμερικανικής φιλίας που ανάγωνταν στη βοήθεια της Γαλλίας κατά τον Αμερικανικό Πόλεμο της Ανεξαρτησίας (1775 – 1783). Ισχυροί ήταν επίσης οι πολιτικοί και πολιτιστικοί δεσμοί με τη Μεγάλη Βρετανία, η οποία είχε αποδεχτεί τη βασιμότητα των αμερικανικών διεθνών διεκδικήσεων και επιδίωκε μια αμοιβαία επωφελή σχέση συνεργασίας με τη νέα Μεγάλη Δύναμη. Η κοινή γλώσσα, τα πολλά κοινά στοιχεία πολιτισμού, η ομοιότητα των θεσμών αλλά και η κοινή πολιτική ιδεολογία του φιλελευθερισμού, σε αντίθεση με την αυταρχική στρατοκρατία της Γερμανίας, ένωναν τους δυο λαούς και αναπόφευκτα επηρέαζαν σημαντικά τις αμερικανικές απόψεις. Στην ίδια δυναμική πρέπει να προστεθεί η αγγλοφιλία ηγετικών μορφών τη πολιτικής, του πνευματικού και του επιχειρηματικού κόσμου και ειδικά του κατεστημένου της Νέας Αγγλίας που επηρέαζε σε δυσανάλογα μεγάλο βαθμό τον εθνικό βίο των Ηνωμένων Πολιτειών. Μεγάλο μέρος επίσης του Τύπου, συμπεριλαμβανομένων και των Times της Νέας Υόρκης, ακολουθούσε αγγλόφιλη, φιλοσυμμαχική γραμμή.

Πολλοί από τους ισχυρούς αυτούς παράγοντες της δημόσιας ζωής έβλεπαν με καχυποψία τη Γερμανία, σα μια φιλοπόλεμη, ιμπεριαλιστική δύναμη, που είχε πρώτη κηρύξει τον πόλεμο στις άλλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις και σχεδίαζε μια παγκόσμια επέκταση της επιρροής της. Αναπόφευκτα τα επεκτατικά της σχέδια θα απειλούσαν τα αμερικανικά συμφέροντα στον Ειρηνικό και στο Δυτικό ημισφαίριο, όπως είχε ήδη φανεί από τον τρόπο που δραστηριοποιούνταν οι Γερμανοί σε αυτές τις περιοχές. Ευρύτερα επίσης, η Γερμανική παντοκρατορία θα απειλούσε την Αμερικανική Εθνική Ασφάλεια. [2]

Οι Αμερικανοί όμως που επιθυμούσαν την ανάμειξη της χώρας τους στο πλευρό της μιας ή της άλλης πλευράς αποτελούσαν και παρέμειναν μέχρι τις αρχές του 1917, μειοψηφίες. Οι περισσότεροι ήταν υπέρ της ουδετερότητας, αν και θα προτιμούσαν τη νίκη των Συμμάχων. Γεγονότα και εξελίξεις στη διάρκεια του Πολέμου διεύρυναν και επέτειναν την αντιγερμανική διάθεση. Μεταξύ αυτών: η σκληρότητα της Γερμανικής κατοχής στο Βέλγιο κατά τις πρώτες μέρες του πολέμου, που περιλάμβανε την καταστροφή περιουσίας, κακοποιήσεις και μαζικές εκτελέσεις αμάχων πολιτών. Οι γερμανικές ωμότητες στο Βέλγιο, με τη βοήθεια του αγγλόφιλου τύπου, αξιοποιήθηκαν με τον καλύτερο τρόπο από τη βρετανική προπαγάνδα και συνέβαλαν στη διαμόρφωση της εικόνας του «παράφρονα αγροίκου, Ούνου» Γερμανού που έπρεπε για τη σωτηρία του Δυτικού Πολιτισμού να εξουδετερωθεί. Το ίδιο αποτέλεσμα είχε και ο γερμανικός υποβρυχιακός πόλεμος, πρωτοφανής για τα δεδομένα της εποχής, τρομακτικός, ύπουλος και υπεύθυνος για το θάνατο χιλιάδων αμάχων επιβατών και πληρωμάτων. Τον αποτροπιασμό για το νέο όπλο επέτειναν και οι αρνητικές συνέπειες που η χρήση του είχε για την αμερικανική οικονομία. Πράξεις σαμποτάζ με ζημιές και θύματα με στόχο την παραγωγή και την αποστολή αμερικανικού πολεμικού υλικού στους Συμμάχους, αλλά και άλλες υπονομευτικές δραστηριότητες των οποίων η αποκάλυψη οδήγησε στην απέλαση του Αυστριακού Πρέσβη και του Γερμανού Στρατιωτικού Ακολούθου.

President-Woodrow-Wilson-002
Woodrow Wilson

Ο Wilson ήταν αγγλόφιλος, αν και καθ’όλη τη διάρκεια της Αμερικανικής Ουδετερότητας κατέβαλλε ειλικρινείς προσπάθειες να ελέγξει τα προσωπικά του συναισθήματα με στόχο τη βέλτιστη εξυπηρέτηση του εθνικού συμφέροντος. Δηλώσεις του όμως αποκαλύπτουν έμμεσα τις προσωπικές του προτιμήσεις: Σε συνέντευξή του στους Times της Νέας Υόρκης το Δεκέμβρη του 1914 σχετικά με τον πόλεμο στην Ευρώπη, ο αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι προτιμούσε μια συμβιβαστική ειρήνη χωρίς απόλυτο νικητή, γιατί μόνο μια τέτοια ειρήνη θα μπορούσε να διαρκέσει. Παράλληλα όμως, υποστήριζε την ανάγκη ριζικής αλλαγής στον τρόπο διακυβέρνησης της Γερμανίας ,αλλά και διάλυσης της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. «Δε μπορώ να δω πώς θα πλήττονταν ιδιαίτερα τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών, αν η Γαλλία ή η Ρωσία ή η Μεγάλη Βρετανία τελικά υπαγόρευαν τους όρους της Ειρήνης» συμπληρώσε. Λίγους μήνες νωρίτερα είχε επίσης εξομολογηθεί στον Βρετανό Πρέσβη στην Ουάσιγκτον: «Ό,τι αγαπώ πιο πολύ σε αυτόν τον κόσμο βρίσκεται σε κίνδυνο…Αν οι Γερμανοί επιτύχουν θα αναγκαστούμε να πάρουμε τέτοια αμυντικά μέτρα εδώ, που θα είναι μοιραία για τη μορφή διακυβέρνησής μας και τα αμερικανικά ιδεώδη».[3]

Διαφορετική ήταν η προσέγγιση του Υπουργού Εξωτερικών, William Jennings Bryan. Δημοφιλής, λαϊκιστής, με επαρχιώτικη συμπεριφορά και πολιτικές πρακτικές που αποδοκίμαζε η πολιτικο-κοινωνική ελίτ της χώρας, ο Bryan όφειλε τη θέση του στη μεγάλη του επιρροή μέσα στο Δημοκρατικό Κόμμα αλλά και επί των εκπροσώπων του στο Κογκρέσσο. Δεν είχε την ικανότητα να αποτιμά σωστά τις διεθνείς εξελίξεις[4] και να επιλέγει έτσι σύμφωνα με τα δεδομένα της κάθε περίστασης την πλέον επωφελή για τη χώρα του γραμμή εξωτερικής πολιτικής. Επηρεασμένος από το έντονο θρησκευτικό του συναίσθημα είχε σαν πρωταρχικό του στόχο την προώθηση της Παγκόσμιας Ειρήνης και πίστευε ακράδαντα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να τηρήσουν αυστηρή και αμερόληπτη ουδετερότητα στον Ευρωπαϊκό Πόλεμο, ενώ παράλληλα να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για τον τερματισμό του. Δε συμμερίζονταν τις απόψεις πολλών Αμερικανών ιθυνόντων για την ηθική ανωτερότητα των Συμμάχων και προωθούσε την άμεση ανάληψη πρωτοβουλιών για την αποκατάσταση της ειρήνης, χωρίς νικητές και ηττημένους. Οι απόλυτες απόψεις του τον οδήγησαν σε σύγκρουση με τον Wilson και στην παραίτησή του το 1915, με αφορμή την προτιμητέα αμερικανική στάση μετά τη βύθιση από τους Γερμανούς του Υπερωκεανίου Lusitania.

Φιλικά διακείμενος προς τους συμμάχους ήταν ο διάδοχος του Bryan στο Υπουργείο Εξωτερικών, Robert Lansing, νομικός σύμβουλος του Υπουργείου, δικηγόρος, με μεγάλη εμπειρία στο διεθνές δίκαιο και στις διεθνείς συναλλαγές. Ο Lansing θεωρούσε τη Γερμανία μια ιμπεριαλιστική, στρατοκρατική δύναμη που εχθρεύονταν τις δημοκρατίες, ενώ η επικράτησή της θα απειλούσε τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών στο δυτικό ημισφαίριο και την Άπω Ανατολή και ήταν πιθανό να περιορίσει και την ίδια την εθνική ανεξαρτησία της χώρας του. «Δεν πρέπει να επιτραπεί στη Γερμανία να κερδίσει αυτόν τον πόλεμο» σχολίασε κατ’ιδίαν λίγο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του.[5]

 Robert Lansing  
Robert Lansing

Τις απόψεις του Lansing για τη Γερμανία ως απειλή της παγκόσμιας ειρήνης συμμερίζονταν ο Συνταγματάρχης (τιμητικός τίτλος) Edward House, πολιτικός σύμβουλος και επιστήθιος φίλος του Προέδρου Wilson. Σε συνάντηση με τον Lansing το φθινόπωρο του 1915 οι δυο άντρες συμφώνησαν να διαβεβαιώσουν τους Συμμάχους ότι «θεωρούσαμε την υπόθεσή τους δική μας υπόθεση και ότι δεν είχαμε καμια πρόθεση να επιτρέψουμε σε ένα αυταρχικό, στρατοκρατικό καθεστώς να κυριαρχήσει στον κόσμο, αν η ισχύς μας μπορούσε να το αποτρέψει».[6] Ο House διαφωνούσε αρχικά με τον Lansing, πιστεύοντας σε μια περιορισμένη ήττα της Γερμανίας, που θα της έδινε τη δυνατότητα να συνεχίσει να αποτελεί ισχυρό εξισορροπιστικό παράγοντα του διεθνούς συστήματος και να συγκρατεί τις ηγεμονικές φιλοδοξίες άλλων Μεγάλων Δυνάμεων. Μέχρι τις αρχές του 1917, όμως, είχε συνταχθεί με τις απόψεις του Lansing για την ανάγκη μιας αδιαμφισβήτητης γερμανικής συντριβής. Οι δυο ισχυροί άντρες της Αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής προσπάθησαν να ενισχύσουν τη φιλο-συμμαχική απόκλιση της σκέψης του Wilson (διακριτικά,  λόγω του ισχυρογνώμονα και δύσκολου χαρακτήρα του) και πήραν πρωτοβουλίες, ακόμη και αντίθετα στις επιθυμίες του Αμερικανού προέδρου, για να ενισχύσουν την προσέγγιση και να αποφύγουν τη ρήξη ανάμεσα στις δυο πλευρές. Έντονα αγγλόφιλος ήταν ο μη επαγγελματίας διπλωμάτης, πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στο Λονδίνο, Walter Page, σε βαθμό που επανειλημμένα, όταν επέδιδε έγγραφες διαμαρτυρίες της κυβέρνησής του για τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων των ουδετέρων χωρών από τη Μεγάλη Βρετανία, να συμπληρώνει ότι στην πραγματικότητα δεν εννοούσαν αυτό που έλεγαν αλλά οφείλονταν περισσότερο σε εσωτερικούς πολιτικούς λόγους. Αρνητική τέλος έναντι της Γερμανίας ήταν η στάση του επίσης μη επαγγελματία Αμερικανού πρέσβη στο Βερολίνο, James Jerard. Η μεροληψία των δυο Πρέσβεων επηρέαζε την αντικειμενικότητα των αναφορών τους, δημιουργώντας έτσι προβλήματα στον Wilson ως προς τη σωστή εκτίμηση της κατάστασης.

Poster-Weapons_For_Liberty-Boy_Scouts
Προπαγανδιστική αφίσα στις ΗΠΑ κατά την διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, που προτρέπει του Αμερικανούς να αγοράσουν ομόλογα του αμερικανικού Δημοσίου.

Οικονομικοί λόγοι έκαναν την ανάμειξη των Ηνωμένων Πολιτειών στη μεγάλη παγκόσμια σύρραξη αναπόφευκτη. Για να ικανοποιήσουν τις τεράστιες ανάγκες τους σε πολεμικό υλικό, οι Σύμμαχοι στράφηκαν εξαρχής στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πυρομαχικά, όπλα, βιομηχανικά προϊόντα αλλά και βαμβάκι και σιτηρά αγοράζονταν και αποστέλονταν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού σε χωρίς προηγούμενο ποσότητες. Η αιφνίδια και μεγάλη αυτή ζήτηση αμερικανικών προϊόντων ανέστρεψε μια προϋπάρχουσα ύφεση στις αμερικανικές εξαγωγές και προσπόρισε πολύ σημαντικά κέρδη στην αμερικανική οικονομία. Μέχρι το 1916 οι αμερικανικές εξαγωγές προς την Βρετανία και τη Γαλλία είχαν τριπλασιαστεί, ενώ προς τη Γερμανία είχαν περιοριστεί σε λιγότερο από 1% εκείνων του 1914. Στη διάρκεια των χρόνων της αμερικανικής ουδετερότητας, από το 1914 εως το 1917, εμπορεύματα αξίας μεγαλύτερης των 6 δις δολαρίων πουλήθηκαν από τους Αμερικανούς στους Συμμάχους. Η ανάγκη εξεύρεσης οικονομικών πόρων για τη συνέχιση του εφοδιασμού τους σύντομα οδήγησε τους Συμμάχους στις Αμερικανικές χρηματαγορές. Η αρνητική επ’αυτού άποψη του Bryan, που υποστήριζε πως δάνεια από τις Ηνωμένες Πολιτείες προς οποιονδήποτε εμπόλεμο θα ήταν «ασυμβίβαστα με το αληθινό πνεύμα της ουδετερότητας», σύντομα ξεπεράστηκε από τον Πρόεδρο Wilson – με τον Bryan να συναινεί, – όταν διαπιστώθηκε ότι μια τέτοια πολιτική θα δημιουργούσε πρόβλημα στις Αμερικανικές εξαγωγές. Αρχικά, επιτράπηκαν οι πωλήσεις επί πιστώσει και αργότερα και η σύναψη ιδιωτικών δανείων, που κατά τα έτη 1914-1917 ανήλθαν σε 2.3 δις δολάρια. Η ευημερία έτσι των Αμερικανών συνδέθηκε αναπόσπαστα με την Συμμαχική πολεμική προσπάθεια και την απρόσκοπτη δια θαλάσσης μεταφορά των προϊόντων τους στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Επιπλέον, καλύτερες προοπτικές αποπληρωμής των συμμαχικών δανείων εξασφάλιζε μια Συμμαχική νίκη.

Ο μηδενισμός σχεδόν των εμπορικών συναλλαγών ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τις Κεντρικές Δυνάμεις δεν οφείλονταν σε παράγοντες όπως η μεγαλύτερη αυτάρκεια και η δομή του εξαγωγικού εμπορίου των χωρών αυτών, που όντως προϋπήρχαν της σύρραξης. Ήταν κυρίως αποτέλεσμα του αποκλεισμού των γερμανικών ακτών και λιμανιών από το βρετανικό στόλο, πράγμα που καθιστούσε πολύ δύσκολο τον από θαλάσσης ανεφοδιασμό της χώρας. Η προσπάθεια αμερικανικών επιχειρήσεων να διαθέσουν τα προϊόντα τους στη Γερμανία και τους συμμάχους της δημιούργησε προβλήματα στις Αμερικανο-βρετανικές σχέσεις. Οι Βρετανοί ερμήνευαν κατά το δοκούν το διεθνές δίκαιο σχετικά με το δικαίωμα των ουδετέρων να εμπορεύονται με τις εμπόλεμες χώρες, με σκοπό να δημιουργήσουν όσο το δυνατό μεγαλύτερα προβλήματα στον ανεφοδιασμό της Γερμανίας. Έτσι διεύρυναν αυθαίρετα τον κατάλογο των εμπορευμάτων που θεωρούνταν ότι ενίσχυαν άμεσα την πολεμική προσπάθεια του αντιπάλου και το 1916 κατήργησαν τελείως τη διάκριση ανάμεσα σε πιθανό (του οποίου θα μπορούσε να επιτραπεί η διέλευση) και εξακριβωμένο πολεμικό υλικό. Για την άσκηση του δικαιώματος νηοψίας, οι Βρετανοί ανάγκαζαν ουδέτερα πλοία να τους ακολουθήσουν σε βρετανικά λιμάνια, αν και το διεθνές δίκαιο πρόβλεπε την άσκησή του επί τόπου στην ανοιχτή θάλασσα. Η πρακτική αυτή συχνά κατέληγε σε καθυστερήσεις αρκετών εβδομάδων. Ευπαθή εμπορεύματα καταστρέφονταν από την αναμονή και τα πλοία δε μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για άλλο ναύλο. Καταχρηστικό έλεγχο και περαιτέρω καθυστερήσεις προκαλούσε και η εκτεταμένη και νομικά αμφισβητήσιμη ναρκοθέτηση της Βόρειας Θάλασσας. Οι Βρετανοί σταματούσαν και ερευνούσαν πλοία με προορισμό ουδέτερες χώρες, όπως η Δανία και η Ολλανδία, και κατέσχον το φορτίο τους αν διαπίστωναν πως τελικός προορισμός του ήταν η γειτονική Γερμανία. Τα βρετανικά πλοία χρησιμοποιούσαν την αμερικανική σημαία για να παραπλανήσουν τα γερμανικά υποβρύχια, πράγμα που το διεθνές δίκαιο επέτρεπε μόνο σε πολύ συγκεκριμένες περιστάσεις. Οι Βρετανοί απέφευγαν να προκαλέσουν την έντονη αμερικανική δυσαρέσκεια με έξυπνες τακτικές, όπως η αποζημίωση των αμερικανών επιχειρηματιών ή η αγορά μεγάλων ποσοτήτων συγκεκριμένων προϊόντων, που έτσι δε θα χρειαζόταν να πουληθούν στη Γερμανία. Ο Υπουργός Εξωτερικών Edward Grey εξαίρεσε για μερικούς μήνες από τον κατάλογο των απογορευμένων ειδών το βαμβάκι, παρά τη χρησιμότητά του στην παραγωγή δυναμίτη, για να μη δημιουργήσει οικονομικό πρόβλημα στις πολιτείες του Αμερικανικού Νότου.

Η έντονη δυσαρέσκεια Αμερικανών επιχειρηματιών, των οποίων τα συμφέροντα έβλαπταν οι βρετανικές πρακτικές, αλλά και όσων δεν επιθυμούσαν να ευνοηθούν οι Σύμμαχοι, οδήγησαν την Αμερικανική κυβέρνηση σε έγγραφη διαμαρτυρία που επιδόθηκε στους Βρετανούς το Δεκέμβριο του 1914. Σε ήπιους τόνους, οι Αμερικανοί απλώς επισήμαιναν τις παραβάσεις του διεθνούς δικαίου, χωρίς όμως να απειλούν με οποιαδήποτε μορφή κυρώσεων, αν η βρετανική πολιτική δεν άλλαζε. Κατά τον Βρετανό πρέσβη στην Ουάσιγκτον, η αμερικανική διαμαρτυρία δεν έπρεπε να ληφθεί σοβαρά υπόψη, γιατί απλά προορίζονταν «για κατανάλωση του Κογκρέσου, της γερμανικής ψήφου (Γερμανο-Αμερικανών) και των εμπορικών συμφερόντων». Την αρχική αυτή διαμαρτυρία ακολούθησαν πολλές άλλες που κατά τον ίδιο τρόπο απέφυγαν να ασκήσουν σοβαρές πιέσεις και κατά τον ίδιο τρόπο αγνοήθηκαν από τους Βρετανούς.

Στην ουσία, οι Αμερικανοί δεν είχαν τη δυνατότητα να επιμείνουν στην αυστηρή εφαρμογή των κανόνων περί ουδετερότητας. Ο αποτελεσματικότερος τρόπος άσκησης πίεσης επί των Βρετανών για αυτό το θέμα ήταν να θέσουν περιορισμούς στις εξαγωγές προς τους εμπολέμους, απειλώντας έτσι την αποτελεσματικότητα της Συμμαχικής πολεμικής προσπάθειας. Κάτι τέτοιο όμως θα προκαλούσε σοβαρά προβλήματα στην αμερικανική οικονομία, ύφεση και πιθανόν πολιτική αστάθεια. Άλλες μέθοδοι βέβαια, όπως ένοπλη προστασία και αντίσταση, ήταν ηθικά αδιανόητες, πολιτικά, τεχνικά και νομικά πολύ δύσκολες και επικίνδυνες. Εφόσον λοιπόν, οι Βρετανοί τηρούσαν ορισμένα προσχήματα, δεν προκαλούσαν την αμερικανική κοινή γνώμη και δεν υπήρχαν ανθρώπινα θύματα, είχαν την ανοχή του Προέδρου Wilson και των συνεργατών του για τον τρόπο που ερμήνευαν και εφάρμοζαν το ναυτικό αποκλεισμό. Με την πάροδο βέβαια του χρόνου και την ενίσχυση του φιλο-Συμμαχικού αισθήματος στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένας ακόμη λόγος ανοχής, πέρα από το οικονομικό όφελος και τις πολύ μεγάλες δυσκολίες αντιμετώπισής του, ήταν ο φόβος πρόκλησης βλάβης στην Συμμαχική πολεμική προσπάθεια.

  Απόπλους Γερμανικού υποβρυχίου με προορισμό τον  Βόρειο Ατλαντικό, 1917.
Απόπλους Γερμανικού υποβρυχίου με προορισμό τον  Βόρειο Ατλαντικό, 1917.

 Τα Γερμανικά πολεμικά πλοία επιφανείας, αποκλεισμένα από το βρετανικό στόλο, δε μπορούσαν να δημιουργήσουν αντίστοιχα προβλήματα στο βρετανικό από θαλάσσης ανεφοδιασμό. Το ρόλο αυτό ανέλαβαν τα γερμανικά υποβρύχια, ολιγάριθμα, ευπαθή και σε πρώιμο ακόμη στάδιο τεχνολογικής εξέλιξης σκάφη, με μεγάλα όμως πλεονεκτήματα τον αιφνιδιασμό και τη δυσκολία εντοπισμού. Σύμφωνα με ανακοίνωση λοιπόν των Γερμανών, από τις 18 Φεβρουαρίου 1915, η θαλάσσια περιοχή γύρω από τα βρετανικά νησιά θα θεωρούνταν εμπόλεμη ζώνη. Τα πλοία των Συμμάχων θα βυθίζονταν, ενώ δε μπορούσαν να δοθούν εγγυήσεις για την ασφάλεια των πλοίων των ουδετέρων, αφού δεν ήταν πάντα δυνατή η αναγνώρισή τους από τα περισκόπια των υποβρυχίων και πολλές φορές Συμμαχικά πλοία χρησιμοποιούσαν σημαίες ουδετέρων. Για τον Πρόεδρο Wilson η γερμανική ειδοποίηση αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Οι Γερμανοί δεν είχαν το δικαίωμα να τορπιλίσουν ουδέτερα πλοία. Για να βυθιστεί μη πολεμικό πλοίο του αντιπάλου έπρεπε να δοθεί προειδοποίηση και επαρκής χρόνος για την απομάκρυνση του πληρώματος και των επιβατών, για την ασφάλεια των οποίων το επιτιθέμενο πλοίο ήταν υπεύθυνο. Ο Wilson θεωρούσε ότι ήταν δικαίωμα των Αμερικανών πολιτών να ταξιδεύουν ακόμη και με συμμαχικά πλοία γνωρίζοντας ότι η ζωή τους δεν κινδύνευε.

Οι Γερμανοί αντέτασσαν ότι το υποβρύχιο ήταν ένα νέο όπλο που δεν καλύπτονταν από τους υπάρχοντες κανόνες του δικαίου του πολέμου. Επιπλέον, αν αναδύονταν, προειδοποιούσε και έδινε χρόνο για την εκκένωση του εχθρικού πλοίου, μπορούσε να εμβολιστεί από το κατά πολύ μεγαλύτερο υποψήφιο θύμα του (τα υποβρύχια ήταν ακόμη μικρά και ανεπαρκώς εξοπλισμένα) ή και να κληθεί σε βοήθεια παρακείμενο πολεμικό του εχθρού. Ούτε βέβαια μπορούσε να περισυλλέξει τους ναυαγούς. Ο Wilson όμως ήταν ανένδοτος. Αλλαγές στο διεθνές δίκαιο ήταν εφικτές μόνο μετά το τέλος του πολέμου. Μέχρι τότε έπρεπε να ισχύει ως είχε. Αν τα υποβρύχια δε μπορούσαν να προσαρμοστούν έπρεπε να παψουν να χρησιμοποιούνται. Σε επιστολή διαμαρτυρίας προς τη Γερμανική Κυβέρνηση, ο Wilson χαρακτήρισε τη γερμανική απόφαση «αδικαιολόγητη παραβίαση των δικαιωμάτων των ουδετέρων» και ότι σε περίπτωση εφαρμογής της θα έπαιρνε όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ζωής και της περιουσίας των Αμερικανών πολιτών.[7]

Οι πρώτες απώλειες του υποβρυχιακού πολέμου, πλοία και ανθρώπινα θύματα, μεταξύ των οποίων και λίγοι Αμερικανοί, προκάλεσαν την έντονη αντίδραση της αμερικανικής κοινής γνώμης. Οργή και δέος όμως κατέλαβε τους Αμερικανούς, όταν το Μάιο του 1915, γερμανικό υποβρύχιο βύθισε το υπερωκεάνιο Lusitania, οδηγώντας στο θάνατο 1198 επιβάτες και μέλη τους πληρώματος, εκ των οποίων 128 Αμερικανοί πολίτες. Η βύθιση του Lusitania, ενός από τα μεγαλύτερα και ασφαλέστερα πλοία της εποχής, που εκατοντάδες Αμερικανοί εμπιστεύονταν για τον διάπλου του Ατλαντικού, θεωρήθηκε προσχεδιασμένη μαζική δολοφονία στις Ηνωμένες Πολιτείες και αναπόφευκτα δημιούργησε διλήμματα στην Αμερικανική ηγεσία. Ο Πρόεδρος Wilson απέφυγε την όξυνση. Σε επιστολή διαμαρτυρίας προς τη Γερμανική Κυβέρνηση ζήτησε την έκφραση συγγνώμης για το συμβάν, αποζημίωση των θυμάτων και ότι κάτι «τόσο προφανώς υπονομευτικό των νόμων του πολέμου» δε θα ξανασυμβεί.

0000827500000CB2-3072232-The_Lusitania_arriving_at_dock_in_New_York_City_USA_in_1907_over-a-1_1431021271301
Το υπερωκεάνιο Lusitania στην αποβάθρα της Νέας Υόρκης το 1907.

Δεν απαίτησε όμως, τη διακοπή του υποβρυχιακού πολέμου, ούτε απείλησε τη Γερμανία με κυρώσεις. Η μη ικανοποιητική απάντηση της Γερμανίας, που απλά εξέφραζε λύπη για τη μεγάλη απώλεια ανθρώπινων ζωών, δεν ικανοποίησε τον Wilson. Επέμεινε με τρεις ακόμη επιστολές επί του θέματος, δηλώνοντας τελικά με την τρίτη επιστολή ότι η Κυβέρνησή του θα θεωρούσε άλλη μια γερμανική επίθεση σε επιβατηγό πλοίο ως «εσκεμμένα μη φιλική» ενέργεια. Αρκετά αργότερα, το Φεβρουάριο του 1916, η Γερμανία ζήτησε συγγνώμη για το Lusitania και υποσχέθηκε να αποζημιώσει τις οικογένειες των αμερικανών θυμάτων. Ήδη όμως, από τον Ιούνιο του 1915, είχε δοθεί εντολή στους κυβερνήτες των υποβρυχίων να μην επιτίθενται στα μεγάλα επιβατηγά πλοία του εχθρού. Τον ίδιο μήνα υπέβαλε την παραίτησή του ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών, διαμαρτυρόμενος για την μεροληπτική υπέρ της Βρετανίας πολιτική της κυβέρνησής του και την υποβάθμιση της επιρροής του σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Ο Bryan είχε προτείνει να απαγορευτεί σε Αμερικανούς πολίτες να ταξιδεύουν με πλοία των εμπολέμων, πράγμα που θα περιόριζε την πιθανότητα προστριβών με τη Γερμανία με αφορμή τον υποβρυχιακό πόλεμο, που κατά τη γνώμη του μπορούσε να εμπλέξει στον πόλεμο τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Wilson αρνήθηκε για λόγους αρχής σε σχέση με τα δικαιώματα των ουδετέρων αλλά και γοήτρου της χώρας του, το οποίο θεωρούσε ότι θα πλήττονταν από μια τέτοια υποχώρηση. Τον Bryan αντικατέστησε ο Robert Lansing. Τον Αύγουστο του 1915, το Arabic, ένα ακόμη βρετανικό επιβατηγό πλοίο βυθίστηκε από γερμανικό υποβρύχιο με θύματα μεταξύ άλλων δυο Αμερικανούς. Η Γερμανία φαινόταν να αγνοεί τις προειδοποιήσεις του Αμερικανού προέδρου. Η αντίδραση της αμερικανικής κοινής γνώμης αλλά και η κατ’ιδίαν προειδοποίηση του Lansing σε συνάντησή του με τον Γερμανό Πρέσβη, ότι θα διακόπτονταν οι διπλωματικές σχέσεις των δυο χωρών αν δεν υπήρχε αλλαγή πολιτικής, οδήγησαν τον Γερμανό Καγκελάριο, Bethmann Hollweg να δηλώσει μέσω του πρέσβη του στην Ουάσιγκτον ότι επιθέσεις από υποβρύχια σε επιβατηγά πλοία, όπως αυτή του Arabic δε θα επαναληφθούν. Ο Bethmann Hollweg φοβόταν ένταση στις σχέσεις των δυο χωρών που θα μπορούσε να οδηγήσει σε εμπόλεμη κατάσταση και ήταν διατεθειμένος να κάνει υποχωρήσεις, παρά την πεποίθησή του ότι η αμερικανική πολιτική ουδετερότητας μεροληπτούσε υπέρ των Συμμάχων.

Τον Μάρτιο του 1916, γερμανικό υποβρύχιο τορπίλησε ακόμη ένα Συμμαχικό επιβατηγό πλοίο, το γαλλικό Sussex, ενώ διέσχιζε τη θάλασσα της Μάγχης. Το πλοίο δεν βούλιαξε αλλά 80 επιβάτες έχασαν τη ζωή τους και 4 Αμερικανοί τραυματίστηκαν. Ο τορπιλισμός του Sussex παραβίαζε τις γερμανικές υποσχέσεις που είχαν δοθεί μετά τη βύθιση του Arabic και ως εκ τούτου έπληττε το κύρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Πρόεδρος Wilson ανησυχούσε επίσης γιατί οι συνεχιζόμενοι θάνατοι Αμερικανών που επέβαιναν σε πλοία των εμπολέμων  – ελάχιστοι είχαν χαθεί από επιθέσεις σε ουδέτερα πλοία – και η ένταση που αυτό προκαλούσε στη χώρα του θα μπορούσε να οδηγήσει σε αφόρητες πιέσεις για αλλαγή της πολιτικής ουδετερότητας, όπως αυτός την ερμήνευε και την εφάρμοζε ή και οριστική ρήξη στις σχέσεις με τη Γερμανία. Οι Γερμανοί τέλος, θα αποθρασύνονταν και άλλες ανάλογες επιθέσεις θα ακολουθούσαν. Το επεισόδιο του Sussex απαιτούσε μια αυστηρή απάντηση που δόθηκε με τη μορφή προειδοποίησης προς τη Γερμανική Κυβέρνηση πώς αν δεν εγκατέλειπε τελείως και άμεσα τις πρακτικές του υποβρυχιακού πολέμου για όλα τα επιβατηγά και εμπορικά πλοία, και δεν τηρούσε τις διαδικασίες έγκαιρης προειδοποίησης και διάσωσης των επιβαινόντων, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διέκοπταν τις μεταξύ τους διπλωματικές σχέσεις. Ο Wilson απέφυγε την άμεση διακοπή των διπλωματικών σχέσεων που υποστήριζαν οι Lansing και House, γιατί ακόμη έλπιζε σε μια συμφιλιωτική λύση και τη διατήρηση της αμερικανικής ουδετερότητας. Παρά τις πιέσεις από τη γερμανική κοινή γνώμη και στρατιωτικούς κύκλους για πλήρη και χωρίς περιορισμούς χρήση των υποβρυχίων, ο Bethmann Hollweg έπεισε τον Γερμανό Αυτοκράτορα Γουλιέλμο Β΄ να δεχθεί τους αμερικανικούς όρους, υποστηρίζοντας πως η εξώθηση των Ηνωμένων Πολιτειών στον πόλεμο θα επιδείνωνε τη γερμανική θέση, ενώ τα υποβρύχια δε θα μπορούσαν να σταματήσουν τον από θαλάσσης ανεφοδιασμό των Συμμάχων. Χωρίς χρονοτριβή, η απάντηση της γερμανικής κυβέρνησης αναγνώριζε ως εσφαλμένη την επίθεση κατά του Sussex και αναλάμβανε την υποχρέωση προειδοποίησης προς κάθε πλοίο, εμπορικό ή επιβατηγό, αλλά και πρόνοιας για τη σωτηρία των επιβαινόντων με την προϋπόθεση όμως και οι Αμερικανοί να πείσουν τη Βρετανία να συμορφώνεται με το διεθνές δίκαιο. Ο Wilson αντέτεινε ότι οι υποχρεώσεις των Γερμανών ήταν ανεξάρτητες από τη βρετανική συμπεριφορά και έπρεπε να εκπληρωθούν σε κάθε περίπτωση. Μη απαντώντας οι Γερμανοί φάνηκαν να αποδέχονται την αμερικανική θέση. Μέχρι το Φεβρουάριο του 1917, δεν υπήρξαν άλλες απροειδοποίητες επιθέσεις.

Ενώ όμως οι σχέσεις  των Ηνωμένων Πολιτειών με τη Γερμανία φαινόταν να εξομαλύνονται, οι σχέσεις τους με τους Συμμάχους επιδεινώνονταν. Τον Απρίλιο του 1916, μια εξέγερση στην Ιρλανδία κατά της βρετανικής διοίκησης του νησιού κατεστάλη από τους Βρετανούς με σκληρότητα, ενώ πολλοί από τους ηγέτες των επαναστατών δικάστηκαν, καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες. Οι Βρετανοί αγνόησαν την εξοργισμένη αμερικανική κοινή γνώμη. Την ίδια χρονική περίοδο, οι Βρετανοί ανακοίνωσαν πως δε θα έκαναν καμιά διάκριση ανάμεσα σε εμπορεύματα με εξακριβωμένη και πιθανή πολεμική χρήση, ένα ακόμη πλήγμα στα δικαιώματα των ουδετέρων. Και τον Ιούλιο, δημοσίευσαν μια μαύρη λίστα επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων και 87 αμερικανικών, που με τη δράση τους συνέδραμαν την πολεμική προσπάθεια του εχθρού. Ως εκ τούτου, οι Βρετανοί υπήκοοι έπρεπε να διακόψουν τις συναλλαγές μαζί τους. Η αμερικανική κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε για το αυθαίρετο αυτό μέτρο – πολλές επιχειρήσεις είχαν συμπεριληφθεί στη λίστα εξαιτίας και μόνο του γερμανικού τους ονόματος – όμως οι Βρετανοί αρνήθηκαν να το αναιρέσουν. Ο Wilson, ιδιαίτερα ενοχλημένος από τη βρετανική συμπεριφορά και υπό την πίεση της κοινής γνώμης, προειδοποίησε τη Βρετανία για σοβαρά αντίποινα, σε περίπτωση που επέμενε στην παρακώλυση του αμερικανικού εμπορίου. Σε συνεννόηση με την κυβέρνηση, το Κογκρέσο εξουσιοδότησε τον πρόεδρο να αρνείται τη χρήση αμερικανικών λιμανιών σε χώρες που δημιουργούσαν προβλήματα στο αμερικανικό εμπόριο.

 Η ένταση στις σχέσεις των δυο χωρών ανησύχησε τον Lansing, που σε καμια περίπτωση δεν επιθυμούσε ρήξη με τη Βρετανία ή έστω και με έμμεσο τρόπο ενίσχυση της πολεμικής προσπάθειας των Γερμανών. Εν αγνοία του Wilson συνάντησε το Βρετανό Πρέσβη και του εξήγησε ότι οι νέες δικαιοδοσίες του προέδρου ήταν αποτέλεσμα της προεκλογικής περιόδου για τις προεδρικές εκλογές που επίκειντο και της ανάγκης να κατευναστεί η κοινή γνώμη. Ο Πρόεδρος δε θα τις χρησιμοποιούσε παρά μόνο σε έσχατη ανάγκη. Ο Wilson δίσταζε να επιλέξει μια αυστηρότερη πολιτική αλλά και υπολόγιζε ότι δεν είχε νόημα, σε περίπτωση που ηττούνταν στις επικείμενες εκλογές και δεν ήταν έτσι σε θέση να την εφαρμόσει. Δεν δόθηκε λοιπόν, συνέχεια στο θέμα.

Edward M.House
Edward M.House

Από την αρχή του πολέμου μεγάλη ήταν η προθυμία και η επιθυμία του Προέδρου Wilson να μεσολαβήσει μεταξύ των αντιμαχομένων για τον τερματισμό των εχθροπραξιών. Με την έναρξη της σύρραξης έστειλε επιστολές στους εμπολέμους ανακοινώνοντάς τους ότι ήταν έτοιμος, άμεσα ή σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή, να προσφέρει τις καλές του υπηρεσίες «προς το συμφέρον της ευρωπαϊκής ειρήνης». Οι εμπόλεμοι απάντησαν αρνητικά επιρρίπτοντας ο ένας στον άλλον την ευθύνη για τον πόλεμο. Μετά από ενθαρρυντικές συνομιλίες με το Βρετανό και το Γερμανό πρέσβη, ο House κατ’εντολήν του Wilson ταξίδεψε στην Ευρώπη τον Ιανουάριο του 1915 για να διερευνήσει τη δυνατότητα μιας νέας διαμεσολαβητικής προσπάθειας. Μετά από συνομιλίες με ιθύνοντες στο Παρίσι, το Λονδίνο και το Βερολίνο που αποκάλυψαν αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στους πολεμικούς στοχους των αντιπάλων, ο House γύρισε άπρακτος στην Ουάσιγκτον τον Ιούνιο, πιστεύοντας ότι το πιο πιθανό ήταν ο πόλεμος να συνεχιστεί ώσπου η μια πλευρά να επιβάλει τους όρους της στην άλλη και ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σύντομα θα εμπλέκονταν στη διαμάχη. Ο Wilson όμως αποφάσισε να επιμείνει. Μέσω του House διατήρησε επαφή με το Βρετανό Υπουργό Εξωτερικών, Edward Grey, ο οποίος έδειξε ενδιαφέρον για μια συμβιβαστική ειρήνη, αν οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν διατεθειμένες να συμμετάσχουν σε κάποια μεταπολεμική μορφή συλλογικής ασφάλειας. Έτσι, στα τέλη του 1915, ο House πρότεινε στον Αμερικανό πρόεδρο μια νέα στρατηγική για τον τερματισμό του πολέμου. Αναλάμβανε να ταξιδέψει στην Ευρώπη για να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση των εμπολέμων για μια διάσκεψη ειρήνης υπό την αιγίδα του Αμερικανού προέδρου, ισχυριζόμενος ότι η αντίπαλη πλευρά θα αρνούνταν μια τέτοια πρόταση και έτσι δελεάζοντάς τους με ένα διπλωματικό πλεονέκτημα. Αν οι Σύμμαχοι αποδέχονταν τους όρους ειρήνης που θα πρότεινε ο Wilson και οι Γερμανοί αρνούνταν, τότε οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν πιθανό να συμμετάσχουν στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων.

Στο Βερολίνο, ο House διαπίστωσε ότι το κλίμα δεν ήταν ευνοϊκό για μια τέτοια πρωτοβουλία. Στο Λονδίνο όμως και στο Παρίσι, οι συνομιλίες του τελεσφόρησαν, βοηθούμενες και από τις διαβεβαιώσεις του ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδίωκαν μια ειρήνη ευνοϊκή για τους Συμμάχους και ότι κατά τη γνώμη του σύντομα θα εξέρχονταν στον πόλεμο. Πιστεύοντας επίσης ότι οι Γερμανοί δεν επρόκειτο να δεχτούν τις αμερικανικές προτάσεις, ο House, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Wilson, στην ουσία έβλεπε το σχέδιό του σαν ένα μέσο για τη διευκόλυνση της αμερικανικής συμμετοχής στον πόλεμο και όχι για την επίτευξη της ειρήνης.

Η πρωτοβουλία του House προχώρησε με την υπογραφή από τον ίδιο και τον Grey μυστικού υπομνήματος (House – Grey Memorandum) το Φεβρουάριο του 1916 σύμφωνα με το οποίο, σε χρόνο που θα επέλεγαν οι Σύμμαχοι, ο Wilson θα πρότεινε μια διαμεσολαβητική Διάσκεψη. Αν οι Γερμανοί αρνούνταν, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν πιθανό να εξέλθουν στον πόλεμο εναντίον τους. Αν η Διάσκεψη πραγματοποιούνταν και οι Γερμανοί πρόβαλαν υπερβολικές απαιτήσεις, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αποχωρούσαν ως εμπόλεμοι στο πλευρό των Συμμάχων (ο Wilson πρόσθεσε την επιφύλαξη «πιθανόν» στην τελευταία φράση). Ο House επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες πεπεισμένος ότι οι Βρετανοί θα αναλάμβαναν πρωτοβουλία και ότι θα ζητούσαν από τον Wilson να προχωρήσει. Το Λονδίνο όμως, δεν έδωσε συνέχεια, είτε γιατί δεν πίστευε ότι ο House εξέφραζε απολύτως τις απόψεις του Wilson, είτε γιατί βρήκε την πρόταση ασύμφορη ή αναξιόπιστη.[8] Εν πάση περιπτώσει, ήταν μάλλον αδύνατο τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο να αποδεχτεί η αμερικανική κοινή γνώμη την κήρυξη πολέμου κατά της Γερμανίας. Η φαινομενική συγκατάθεση των Βρετανών οφείλεται μάλλον στην επιθυμία τους να διατηρήσουν καλές σχέσεις με τον House και την αμερικανική κυβέρνηση.

president-wilson-election
 Η προεκλογική εκστρατεία του 1916 στις ΗΠΑ.

Ο Wilson δεν έπαψε να αναζητεί τρόπους τερματισμού της παγκόσμιας σύρραξης. Μια νέα όμως μεσολαβητική προσπάθεια θα έπρεπε  να περιμένει την έκβαση των προεδρικών εκλογών. Τον Νοέμβριο του 1916, ο Wilson επικράτησε με μικρή διαφορά του Ρεπουμπλικάνου αντιπάλου του, ενώ πολύ συντέλεσε στην επανεκλογή του η έμφαση που δόθηκε κατά την προεκλογική του εκστρατεία στη διατήρηση της ουδετερότητας της χώρας. Με το τέλος των εκλογών η διαμεσολάβηση έγινε και πάλι υψηλή προτεραιότητα για τον Wilson, που φοβόταν ότι η χωρίς περιορισμούς δράση των υποβρυχίων θα επαναλαμβάνονταν και ότι εξαυτού αναπόφευκτα οι Ηνωμένες Πολιτείες θα οδηγούνταν σε πόλεμο. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 1916, ζήτησε από τους εμπολέμους να δηλώσουν δημόσια τους πολεμικούς τους στόχους ως το πρώτο βήμα που θα οδηγούσε σε διαπραγματεύσεις, παρατηρώντας ότι από τις δημόσιες δηλώσεις τους μπορούσε κανείς να συμπεράνει ότι στην ουσία και οι δυο πλευρές επιδίωκαν τα ίδια πράγματα: Ασφάλεια για τις ασθενέστερες χώρες και για τους ίδιους και μια σταθερή διεθνή κατάσταση που θα απέκλειε μελλοντικούς πολέμους. Δεν έθεσε ως προϋπόθεση την εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών στη διαδικασία, δήλωσε όμως πως η χώρα του ήταν έτοιμη να βοηθήσει. Στόχος του Wilson ήταν να φέρει πιο κοντά τους εμπολέμους και να τους αναγκάσει για λόγους δημόσιας εικόνας να προβάλουν μη ιδιοτελείς, συγκλίνοντες στόχους που θα δημιουργούσαν μια δυναμική για την έναρξη διαπραγματεύσεων.

Και ο House και ο Lansing διαφωνούσαν με την πρωτοβουλία του Wilson, φοβούμενοι σοβαρή ρήξη στις σχέσεις της χώρας τους με τους Συμμάχους, για την αναγκαιότητα της απόλυτης επικράτησης των οποίων ήταν πλέον απολύτως πεπεισμένοι. Τι θα γινόταν αν οι Γερμανοί δέχονταν τις αμερικανικές προτάσεις και οι Σύμμαχοι αρνούνταν; Πώς θα εκλάμβαναν οι Βρετανοί την ηθική τους εξίσωση από τους Αμερικανούς με τη στρατοκρατική, επεκτατική Γερμανία; Και οι δυο Αμερικανοί ιθύνοντες προσπάθησαν να παραποιήσουν το νόημα των προτάσεων του Wilson με κατ’ιδίαν αλλά και δημόσιες δηλώσεις τους για να προλάβουν τη δημιουργία κακού κλίματος στις σχέσεις της χώρας τους με τη Βρετανία. Η δημόσια δήλωση του Lansing προκάλεσε την οργή του Wilson και τον ανάγκασε να την ανακαλέσει.

Οι εμπόλεμοι υποδέχτηκαν αρνητικά την νέα αμερικανική πρωτοβουλία. Καμιά από τις δυο πλευρές δεν ήταν διατεθειμένη να συμβιβαστεί, αλλά ούτε και επιθυμούσε την ανάμειξη του Wilson σε μια πιθανή διαπραγμάτευση, γιατί θα περιέπλεκε τα πράγματα και θα δυσκόλευε την επίτευξη των επιθυμητών τους στόχων. Η απάντηση των Συμμάχων περιείχε όρους που δε μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί απο τους Γερμανούς. Οι Γερμανοί αρχικά δεν απάντησαν και όταν αρκετά αργότερα αυτό έγινε, ήταν προφανές ότι και οι δικές τους απαιτήσεις δε μπορούσαν να γίνουν δεκτές από τους Συμμάχους. Εν τω μεταξύ, ο Wilson επιχειρούσε μια διαφορετική προσέγγιση για να ενθαρρύνει την ειρηνευτική διαδικασία. Με ομιλία του στη Γερουσία, στις 22 Ιανουαρίου του 1917, ο Wilson σκιαγράφησε την ειρήνη που επιθυμούσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και ένα νέο μοντέλο για τον μεταπολεμικό κόσμο. Βιώσιμη θα ήταν μόνο μια «ειρήνη χωρίς νικητές», μια συμβιβαστική ειρήνη. Η ελευθερία των θαλασσών, ο περιορισμός των εξοπλισμών και η δημοκρατική διακυβέρνηση θα διευκόλυναν μεταπολεμικά τη διατήρησή της. Κυρίως όμως, ήταν ανάγκη να υπάρξει μια ένωση κρατών, μια «συνεννόηση ισχύος» που θα καθιστούσε στην ουσία αδύνατη την επανάληψη μιας καταστροφής σαν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε αυτήν την προσπάθεια οργάνωσης της διεθνούς κοινωνίας ο Wilson υποσχέθηκε πως η χώρα του θα συμμετάσχει. Σε πλήρη μεταστροφή από τη μέχρι τότε στάση τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναλάμβαναν την υποχρέωση διαρκούς εμπλοκής στα διεθνή πράγματα, πέρα από την εξυπηρέτηση του εν στενή εννοία εθνικού τους συμφέροντος, με στόχο τη διασφάλιση της παγκόσμιας ειρήνης. Ο Wilson επεδίωκε να φέρει τους εμπολέμους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, δελεάζοντάς τους με κάτι μεγαλύτερο, πιο μόνιμο και πιο σημαντικό από την εξασφάλιση πλεονεκτημάτων από την τρέχουσα σύρραξη, αλλά και να ενθαρρύνει τους λαούς των αντιπάλων να ασκήσουν πίεση, με στόχο την ειρήνευση, στις κυβερνήσεις τους. Η προσπάθειά του και πάλι δεν είχε αποτέλεσμα. Η «ειρήνη χωρίς νίκη» δυσαρέστησε τους Βρετανούς, ενώ στη Γερμανία είχαν ήδη ληφθεί μοιραίες αποφάσεις για την κλιμάκωση της σύρραξης.

Ανήσυχοι για το αδιέξοδο των πολεμικών επιχειρήσεων και τα σημεία κόπωσης του γερμανικού λαού, χωρίς ορατή προοπτική στρατιωτικής νίκης, οι Γερμανοί είχαν αποφασίσει την επανάληψη του χωρίς περιορισμούς υποβρυχιακού πολέμου. Η στρατιωτική ηγεσία, που ασκούσε ιδιαίτερη επιρροή στο Γερμανό Αυτοκράτορα, υποστήριξε ότι με την πρόσφατη προσθήκη πολλών, τεχνολογικά εξελιγμένων νέων υποβρυχίων στο στόλο της χώρας υπήρχε η δυνατότητα να στραγγαλιστεί ο Συμμαχικός ανεφοδιασμός και να οδηγηθούν σε ήττα οι Αγγλο-Γάλλοι, πριν η πολύ πιθανή παρέμβαση των Αμερικανών στο πλευρό τους τούς ενισχύσει αποτελεσματικά. Έτσι, στις 31 Ιανουαρίου ανακοινώθηκε επίσημα στους Αμερικανούς πως από την επόμενη ημέρα τα γερμανικά υποβρύχια θα βύθιζαν χωρίς προειδοποίηση όλα τα πλοία εμπολέμων ή ουδετέρων που θα εισέρχονταν στη γερμανική εμπόλεμη ζώνη, σε θαλάσσιες περιοχές γύρω από τις εχθρικές χώρες.

Μεγάλη ήταν η απογοήτευση του Wilson από την αλλαγή της Γερμανικής πολιτικής. Η μέχρι τότε στάση της χώρας του στο ζήτημα του υποβρυχιακού πολέμου υπαγόρευε τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με τη Γερμανία, πράγμα που ο Wilson ανακοίνωσε με ομιλία του στο Κογκρέσο στις 3 Φεβρουαρίου. Δεν ήταν όμως ακόμη διατεθειμένος να κηρύξει τον πόλεμο. Σε συνομιλία του με τον House και παρά την αντίθετη άποψη του έμπιστου συμβούλου του, ο Wilson δήλωσε ότι θα έκανε ό,τι μπορούσε για να αποφύγει την πολεμική εμπλοκή της χώρας του.[9] Για αυτό και στην ομιλία του, έκανε λόγο για ειλικρινή φιλία ανάμεσα στον αμερικανικό και το γερμανικό λαό και την επιθυμία του για ειρηνικές σχέσεις με την κυβέρνηση που τον εκπροσωπούσε.

Μέχρι τα μέσα Μαρτίου όμως, τα γεγονότα τον είχαν οδηγήσει σε διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων. Με την επανάληψη του υποβρυχιακού πολέμου άρχισαν να βυθίζονται περισσότερα πλοία, συμπεριλαμβανομένων και αμερικανικών, με μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές. Φοβούμενοι τα υποβρύχια οι Αμερικανοί πλοιοκτήτες άρχισαν να ματαιώνουν τον απόπλου των πλοίων τους. Τα εμπορεύματα άρχισαν να στοιβάζονται στα αμερικανικά λιμάνια και η αμερικανική οικονομία να απειλείται με κρίση. Στις 25 Φεβρουαρίου έφθασε στα χέρια του Wilson, από τους Βρετανούς που το είχαν υποκλέψει και αποκρυπτογραφήσει, τηλεγράφημα του Γερμανού Υπουργού Εξωτερικών, Alfred Zimmermann, με ημερομηνία 16 Ιανουαρίου,  προς τον Γερμανό πρέσβη στην Πόλη του Μεξικού. Με την επανάληψη του υποβρυχιακού πολέμου που είχε αποφασιστεί, ήταν πιθανό οι Ηνωμένες Πολιτείες να εμπλακούν στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων. Σε αυτή την περίπτωση έπρεπε ο Γερμανός πρέσβης να ενθαρρύνει τη συμμετοχή στον πόλεμο του Μεξικού κατά των Ηνωμένων Πολιτειών, με αντάλλαγμα μεγάλη οικονομική βοήθεια και την ανάκτηση πρώην μεξικανικών εδαφών στο Τέξας, το Νέο Μεξικό και την Αριζόνα.

Portrait
 Το τηλεγράφημα Zimmermann σε κρυπτογραφικό κώδικα.

Η κυβέρνηση του Μεξικού δεν έδειξε ενδιαφέρον για τη γερμανική πρόταση. Το τηλεγράφημα Zimmermann όμως, βοήθησε στην εξέλιξη της σκέψης του Αμερικανού προέδρου. Η Γερμανία είχε όχι μόνον αποφασίσει την κλιμάκωση της σύρραξης ενώ ακόμη συζητούσε για ειρήνη με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά σχεδίαζε και μια «πισώπλατη μαχαιριά». Ο Wilson αποφάσισε να σκληρύνει τη στάση του, ζητώντας την έγκριση του Κογκρέσου για τον πολεμικό εξοπλισμό των αμερικανικών εμπορικών πλοίων, που θα τους έδινε τη δυνατότητα ένοπλης αντίστασης κατά των γερμανικών υποβρυχίων. Μια μικρή ομάδα απομονωτιστών, κατά του πολέμου, Γερουσιαστών, εκμεταλλευόμενοι διαδικαστικές δυνατότητες δεν επέτρεψαν τη λήψη απόφασης. Με ένα νομικό ελιγμό ο Wilson τους αγνόησε και έδωσε εντολή στο πολεμικό ναυτικό να εξοπλίσει εμπορικά πλοία με πυροβόλα και να διαθέσει προσωπικό για την επάνδρωσή τους.

Στις 12 Μαρτίου, επανάσταση στη Ρωσία (που προηγήθηκε εκείνης των Μπολσεβίκων) οδήγησε στην κατάλυση του τσαρικού καθεστώτος. Ήταν τώρα ευκολότερο για τους Αμερικανούς να ταυτιστούν με τον αγώνα των Συμμάχων, των φιλελευθέρων δημοκρατιών της Γαλλίας και της Βρετανίας, που μάχονταν ενάντια στα καταπιεστικά και αυταρχικά καθεστώτα των Κεντρικών Δυνάμεων. Ο Wilson είδε την επανάσταση στη Ρωσία σαν ένα παλλιροϊκό κύμα φιλελευθερισμού που η αμερικανική συμμετοχή στον πόλεμο θα μπορούσε να βοηθήσει να επεκταθεί στη Γερμανία και στην Αυστρία. Δεν είχε όμως ακόμη πεισθεί αν έπρεπε να κάνει το μοιραίο βήμα. Στις 20 Μαρτίου συγκάλεσε υπουργικό συμβούλιο και ζήτησε τη γνώμη των μελών της κυβέρνησης. Ομόφωνα τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου τάχθηκαν υπέρ του πολέμου. Ο ίδιος επιφυλάχθηκε να δεσμευτεί.

 Ο στρατηγός John Pershing, διοικητής του Αμερικανικού Εκστρατευτικού Σώματος, αποβιβάζεται στη Γαλλία.
Ο στρατηγός John Pershing, διοικητής του Αμερικανικού Εκστρατευτικού Σώματος, αποβιβάζεται στη Γαλλία.

Στις 2 Απριλίου, σε κοινή συνεδρίαση της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας, ο Αμερικανός πρόεδρος ζήτησε από το Κογκρέσο την κήρυξη πολέμου κατά της Γερμανίας. Στην ομιλία του επισήμανε πως μετά την επανάληψη του χωρίς περιορισμούς υποβρυχιακού πολέμου, που έπληττε τα αμερικανικά συμφέροντα, αποδείκνυε την ασυμβίβαστη σκληρότητα της Γερμανίας, αλλά και την αδυναμία συνεννόησης μαζί της, η χώρα του δεν είχε άλλη επιλογή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες όμως δεν επεδίωκαν «κατάκτηση και κυριαρχία», ούτε διάκειντο εχθρικά απέναντι στο γερμανικό λαό. Θα πολεμούσαν γιατί «ο κόσμος πρέπει να γίνει ασφαλής για τη δημοκρατία». Με την εξάλειψη του αυταρχισμού και την ενίσχυση των δημοκρατιών οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιτύγχαναν την εδραίωση της παγκόσμιας ειρήνης, γιατί οι λαοί της γης, όταν οι ίδιοι καθορίζουν την τύχη τους προτιμούν την ειρήνη και το σεβασμό της διεθνούς νομιμότητας από τον πόλεμο και την επιθετική συμπεριφορά. Ο Wilson επανέλαβε τη δέσμευση της χώρας του να αναλάβει μεταπολεμικά ευθύνες για τη θεσμοποιημένη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης, μια εξαγγελία που δεν έτυχε ιδιαίτερης προσοχής. Με την έγκριση του προεδρικού αιτήματος από το Κογκρέσο με μεγάλες πλειοψηφίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες έγιναν εμπόλεμη χώρα στις 6 Απριλίου του 1917. Η κοινή γνώμη ήταν σύμφωνη με την απόφαση της πολιτικής ηγεσίας. Από 68 εφημερίδες που εξετάστηκαν σε σχετική έρευνα, οι 67 ήταν υπέρ του πολέμου. Ο απάνθρωπος υποβρυχιακός πόλεμος, τα οικονομικά συμφέροντα, η Συμμαχική προπαγάνδα, το τηλεγράφημα Zimmermann που ο Wilson είχε δημοσιοποιήσει, η πολιτική τους ιδεολογία και για τους πιο ενημερωμένους οι γεωπολιτικές επιδιώξεις της Γερμνανίας, είχαν οδηγήσει τους Αμερικανούς στο συμπέρασμα ότι η επικράτηση των Κεντρικών Δυνάμεων θα τους έβλαπτε ηθικά, πολιτικά και οικονομικά. Λογικό λοιπόν βήμα αποτελούσε η εμπλοκή της χώρας τους στον πόλεμο για την αποτροπή μιας τέτοιας εξέλιξης. Πολλοί πάλι, ήταν απλά ικανοποιημένοι με το τέλος της αβεβαιότητας και τη διασαφήνιση του ρόλου της χώρας τους στη μεγάλη διεθνή αναταραχή.

US23rdInfantry Meuse-Argonne front 1918
Αμερικανοί στρατιώτες στην πρώτη γραμμή του μετώπου το 1918.

Ποιοι όμως ήταν τελικά οι λόγοι που οδήγησαν τον Πρόεδρο Wilson στη μοιραία απόφαση; Η ομιλία του στο Κογκρέσο στις 2 Ιουλίου αποτελεί έναν χρήσιμο οδηγό, ως πολιτικό κείμενο όμως, με πολιτικούς στόχους, δεν είναι επαρκής. Είναι ανάγκη να ανατρέξουμε στα γεγονότα, στα έγγραφα και στις συνομιλίες ενός πολύπλοκου χαρακτήρα, για να κατανοήσουμε τη σκέψη του. Η απόφαση του Wilson φαίνεται να αποτελεί συνδυασμό διαφόρων παραγόντων. Ένας από αυτούς ήταν η προστασία των δικαιωμάτων των ουδετέρων και ευρύτερα της διεθνούς νομιμότητας (η Γερμανία είχε εισβάλει στο Βέλγιο αν και είχε εγγυηθεί την εδαφική του ακεραιότητα) με ιδιαίτερο τρόπο όμως (ανοχή βρετανικών παρανομιών) που παραπέμπει στον επόμενο και άρρηκτα συνδεδεμένο με τον πρώτο λόγο: την προστασία των αμερικανικών εμπορικών και οικονομικών συμφερόντων που πλήττονταν από τον γερμανικό υποβρυχιακό πόλεμο. Επιπλέον, ο Wilson συμμερίζονταν τις απόψεις των στενών συνεργατών του για την επιθετικότητα και την ιμπεριαλιστική διάθεση της Γερμανίας που αναπόφευκτα θα απειλούσε τόσο την ασφάλεια όσο και την προνομιούχο θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στο Δυτικό Ημισφαίριο. Αντίθετα, η υπάρχουσα κατάσταση και ιδιαίτερα η κατά θάλασσα κυριαρχία της Μεγάλης Βρετανίας, ευνοούσε τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών, των οποίων τα κεκτημένα και οι διεκδικήσεις είχαν αναγνωριστεί και γινόταν σεβαστά από τη Μεγάλη αυτή Δύναμη. Για λόγους ιδεολογικούς επίσης, την προσήλωσή του στο φιλελευθερισμό και τη δημοκρατία, ο Wilson απεύχονταν την επικράτηση των Γερμανών. Δεν πρέπει, τέλος, να υποτιμηθεί το όραμα του Wilson για τη ριζική αναμόρφωση της παγκόσμιας κοινωνίας και την εξάλειψη του πολέμου. Από το 1914 ο Wilson είχε δείξει ενδιαφέρον για κάποια μορφή διεθνούς συνεργασίας που θα βοηθούσε στην εδραίωση της παγκόσμιας ειρήνης και θα αντιμετώπιζε με συλλογική δράση όσους την απειλούσαν. Κατά την περίοδο της ουδετερότητας δεσμεύτηκε να πρωτοστατήσει η χώρα του σε μια τέτοια πρωτοβουλία και αναφέρθηκε στη δέσμευση αυτή σαν έναν από τους λόγους συμμετοχής της στον πόλεμο.

Ο Wilson ήθελε να χρησιμοποιήσει την ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών και το ρόλο τους στην πολεμική προσπάθεια για να δημιουργήσει έναν τέτοιο διεθνή οργανισμό και να αναγκάσει τις νικήτριες δυνάμεις να τον ακολουθήσουν. Ήταν ανάγκη λοιπόν, να συμμετάσχει στον πόλεμο και στη Διάσκεψη Ειρήνης που θα ακολουθούσε, όπου θα προωθούσε με τον καλύτερο τρόπο το μεγαλεπίβολο σχέδιό του αλλά και θα προστάτευε τα αμερικανικά συμφέροντα στα πλαίσια του μεταπολεμικού διεθνούς καθεστώτος.[10] Το όραμα λοιπόν μιας διαρκούς παγκόσμιας ειρήνης και ενός πολέμου που θα ήταν ο τελευταίος φαίνεται να επηρέασε αποφασιστικά τη σκέψη του ιδεαλιστή, ευσεβούς Αμερικανού προέδρου στο να ξεπεράσει τις επιφυλάξεις του και να οδηγήσει τη χώρα του σε μια μεγάλη και αβέβαιη δοκιμασία.  Αυτό προκύπτει και από την αταλάντευτη προσήλωση με την οποία ο Wilson επιδίωξε και πέτυχε την δημιουργία της Κοινωνίας των Εθνών μετά το τέλος του πολέμου.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA
Ο Θεοδόσης Καρβουναράκης είναι Καθηγητής της Διπλωματικής Ιστορίας της Ευρώπης και των ΗΠΑ στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

The Century: America’s Time – 1914-1919: Shell Shock

 

 

Βιβλιογραφία

  1. Ambrosius Lloyd,’’Wilsonian Statecraft’’, Scholarly Resources, Wilmington, DE 1991.
  2. Bass Herbert(ed.),’’America’s Entry into World War I. Submarines, Sentiment or Security’’, Holt, Rinehart and Winston, New York, 1964.
  3. Blake Nelson. Barck Oscar,’’ The United States in its World Relations’’, McGraw-Hill, New York, 1960.
  4. Clements Kendrick ‘’Woodrow Wilson.World Statesman’’, Ivan R. Dee, Chicago, Illinois, 1999.
  5. Doenecke Justus ‘’Nothing Less Than War’’, The University Press of Kentucky, Lexington, Kentucky 2011.
  6. Gilbert Martin,’’The First World War. A Complete History’’, Henry Holt and Company, N.York, 1994.
  7. Gregory Ross ‘’The Origins of American Intervention in the First World War’’ Norton, New York, 1971.
  8. Hunt Michael, “Crises in U.S. Foreign Policy”, Yale University Press, New Haven, 1996.
  9. Keene Jennifer ‘’ The United States and the First World War’’, Longman, New York, 2000.
  10. LaFeber Walter, “The American Age. United States Foreign Policy at Home and Abroad Since 1750.” Norton, New York, 1989.
  11. Link Arthur, ‘’Woodrow Wilson. Revolution, War and Peace’’, Harlan Davidson, Arlington Heights, Illinois, 1979.
  12. May Ernest, ‘’The World War and American Isolation:1914-1917’’, Harvard University Press, Cambridge, Mass.1959.
  13. Paterson T., Clifford J.G., Hagan K., ‘’American Foreign Relations vol. 2. Since 1895’’, Hougthon, Mifflin Co., New York, 2000.
  14. Smith Daniel M., “The Great Departure. The United States and World War I”. Alfred A. Knopf, New York, 1965.
  15. Stevenson David, ‘’The First World War and International Politics’’, Oxford University Press, New York 1991.
  16. Strachan Hew, ‘’The First World War. A New Illustrated History’’, Simon & Schuster, London, 2003.
  17. Zeman Z.A.B.,’’The Gentlemen Negotiators. A Diplomatic History of World War I’’, Macmillan, New York, 1971.

Παραπομπές

[1] Μέχρι και την έξοδο των Ηνωμένων Πολιτειών στον πόλεμο όμως, το 1917, οι αμυντικές τους δαπάνες ήταν πολύ περιορισμένες. Ο στρατός ξηράς αριθμούσε μόλις 100.000 άντρες.

[2] Σύμφωνα με τον Theodore Roosevelt ( πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, 1901-1909) η Γερμανία ήταν ‘’Η μόνη Δύναμη με την οποία υπάρχει εύλογη πιθανότητα ή ενδεχόμενο να συγκρουστούμε στο μέλλον’’, Simms Brendan ‘’Europe.The struggle for supremacy.1453 to the present.’’ Allen Lane, London, 2013, σ.273

[3] Hunt Michael, “Crises in U.S. Foreign Policy”, Yale University Press, New Haven, 1996, σσ. 26-27. Gregory Ross, “The Origins of American Intervention in the First World War” Norton & Company, New York, 1971, σσ. 44-45.

[4] Σε συνάντησή τους το Νοέμβριο του 1914, ο φίλος και σύμβουλος του προέδρου, Συνταγματάρχης House, διαπιστώνει την αδυναμία του Υπουργού Εξωτερικών να κατανοήσει τις ευρύτερες επιπτώσεις του Ευρωπαϊκού Πολέμου για το Διεθνές Σύστημα και ειδικά για τις Ηνωμένες Πολιτείες. «Μιλούσε τόσο αθώα όσο ο μικρός μου εγγονός», σχολιάζει. Smith Daniel M., “The Great Departure. The United States and World War I”. Alfred A. Knopf, New York, 1965, σ. 16.

[5] ο.π. σελ. 19.

[6] ο.π., σελ. 23.

[7] Hunt, σελ. 27.

[8] Με συνεχείς αναφορές του κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1916, ο Βρετανός πρέσβης στην Ουάσινγκτον ενημέρωνε τον Grey ότι ο Wilson θα έχανε οπωσδήποτε στις επερχόμενες εκλογές. Οι πολιτικές πρωτοβουλίες του Wilson θα μπορούσαν να εγκαταλειφθούν από τον νέο πρόεδρο. Ήταν αβέβαιο επίσης αν το Κογκρέσο θα έδινε την συγκατάθεσή του για την κήρυξη του πολέμου, όπως απαιτούσε το αμερικανικό Σύνταγμα. Link Arthur, ‘’Woodrow Wilson. Revolution, War and Peace’’, Harlan Davidson, Arlington Heights, Illinois, 1979. σ.51

[9] Σε συνάντηση του υπουργικού συμβουλίου επιβεβαίωσε επίσης ότι θα προτιμούσε ο πόλεμος να τελειώσει χωρίς νικητή. ο.π. σ.65

[10] Για παράδειγμα η ελευθερία της ναυσιπλοΐας και του εμπορίου. Σε μυστική διάσκεψη στο Παρίσι το 1916, οι Σύμμαχοι είχαν αποφασίσει να δημιουργήσουν μεταπολεμικά φραγμούς στην πρόσβαση των Αμερικανών στις διεθνείς αγορές, γιατί φοβούνταν τη μεγάλη τους ανταγωνιστικότητα. Ο Wilson είχε επίσης σχολιάσει ότι ήταν ανάγκη οι Ηνωμένες Πολιτείες να πολεμήσουν. Αλλιώς, όταν συνέρχονταν η Διάσκεψη Ειρήνης, θα έπρεπε να αρκεστούν «να φωνάζουν» προς τους συμμετέχοντες «από μια χαραμάδα της πόρτας». LaFeber Walter, “The American Age. United States Foreign Policy at Home and Abroad Since 1750.” Norton, New York, 1989. σ.σ. 275.279

Άρθρο του Σπυρίδωνα Σφέτα για το ιστορικό υπόβαθρο της κρίσης στην ΠΓΔΜ, γραμμένo πριν 12 χρόνια.

Σπυρίδων Σφέτας  

Oι Αλβανοί της ΠΓΔΜ

 To ιστορικό υπόβαθρο του ζητήματος και η προοπτική της εθνοτικής συνύπαρξης

Σλαβομακεδόνων και Αλβανών μετά τη συμφωνία της Αχρίδας (13.8.2001)

Η παρουσία των Αλβανών στην πρώην Γιουγκοσλαβία συνιστούσε ίσως το κυριότερο εθνοτικό πρόβλημα στην πολυεθνική κοινωνία της χώρας αυτής. Ενώ το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης ήταν στραμμένο, κυρίως μετά τις ταραχές του 1981, στο Κοσσυφοπέδιο, το οποίο θεωρούνταν ως πιθανή εστία ανάφλεξης στη Γιουγκοσλαβία, ελάχιστα ήταν γνωστά για τους Αλβανούς των Σκοπίων. Μετά την ανεξαρτητοποίηση της ΠΓΔΜ το 1991, την αναζωπύρωση του Μακεδονικού Ζητήματος και την αμφισβήτηση της βιωσιμότητας του νέου κράτους, το ζήτημα των Αλβανών των Σκοπίων συγκέντρωσε την προσοχή της ελληνικής και διεθνούς κοινής γνώμης. Βασική παράμετρο του Μακεδονικού Ζητήματος αποτελεί το ερώτημα κατά πόσο οι Αλβανοί μπορούν να ενταχθούν στην κρατική δομή της ΠΓΔΜ ή θα μεταβληθούν σε παράγοντα αποσταθεροποίησης στην νότιο Βαλκανική, δεδομένης της γειτνίασης της χώρας αυτής με το Κοσσυφοπέδιο και του άμεσου ενδιαφέροντος της μετακομμουνιστικής Αλβανίας για τους ομοεθνείς στην πρώην Γιουγκοσλαβία.

Στο έδαφος της ΠΓΔΜ οι Αλβανοί δεν ήταν αυτόχθονες αλλά κατά βάση επήλυδες. Μαζικές αλβανικές εγκαταστάσεις από τη Βόρειο Αλβανία στην ΠΓΔΜ σημειώθηκαν κατά την περίοδο 1780-1840. Κύρια αποστολή των εξισλαμισμένων Αλβανών ήταν η διατήρηση της τάξης προς όφελος της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η κατάπνιξη των εξεγέρσεων των χριστιανικών πληθυσμών. Με την εγκατάσταση τους οι Αλβανοί επιδόθηκαν όχι μόνο σε αγριότητες και διαρπαγή των γαιών του χριστιανικού πληθυσμού,  αλλά επέβαλαν και σε αρκετές περιπτώσεις το βίαιο εξισλαμισμό. Νέες μαζικές εγκαταστάσεις Αλβανών παρατηρήθηκαν μετά το 1878, όταν οι Σέρβοι, σύμφωνα με τις αποφάσεις του συνεδρίου του Βερολίνου, προσάρτησαν τις πόλεις Νύσσα, Πιρότ, Βράνγιε, Λέσκοβατς, οπότε ο αλβανικός πληθυσμός τους προτίμησε να μεταναστεύσει παρά να παραμείνει υπό σερβική κυριαρχία.

Στόχος του αλβανικού εθνικού κινήματος στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ήταν η αναγνώριση της αυτονομίας των βιλαετιών Ιωαννίνων, Μοναστηρίου, Σκόδρας και Κοσόβου ως του «αλβανικού ιστορικού χώρου» από την Υψηλή Πύλη. Οι Αλβανοί, επωφελούμενοι από τις υψηλές θέσεις που κατείχαν στο οθωμανικό κράτος, οραματίζονταν ένα μεγάλο αλβανικό κράτος με αυθαίρετα κριτήρια. Καθώς ενιαίο αλβανικό κράτος δεν είχε υπάρξει στο παρελθόν, ο όρος «Αλβανία» ήταν ασαφής. Συμπαγείς αλβανικοί πληθυσμοί υπήρχαν κυρίως στο βιλαέτι της Σκόδρας. Στο βιλαέτι των Ιωαννίνων υπήρχε ελληνικός πληθυσμός με οικονομική και πολιτιστική εμβέλεια, στα βιλαέτια Κοσόβου και του Μοναστηρίου σλαβικός πληθυσμός, διεκδικούμενος από Σέρβους και Βούλγαρους. Έλληνες και Σέρβοι γενικά που είχαν εθνικά κράτη και αγωνίζονταν για την εθνική τους ολοκλήρωση ήταν ένα σοβαρό εμπόδιο για τους Αλβανούς. Μια ραγδαία κατάρρευση του οθωμανικού κράτους μπορούσε να αποβεί ολέθρια για τους Αλβανούς. Έτσι, η εξασθένιση του οθωμανικού κράτους κατά τον ιταλο-τουρκικό πόλεμο του 1911-12, η πτώση των Νεότουρκων τον Ιούλιο του 1912 και η ανάληψη της εξουσίας από τους Φιλελευθέρους, η διαφαινόμενη προσέγγιση των βαλκανικών κρατών συνετέλεσαν ώστε οι Αλβανοί να μετριάσουν τα αιτήματά τους προς τους Οθωμανούς. Παρά την επιτυχία που σημείωσε η μεγάλη αλβανική εξέγερση του 1912 στο Κόσοβο, οι Αλβανοί υπαναχώρησαν από το πάγιο αίτημα της αυτονομίας των βιλαετιών και στο νέο υπόμνημα που υπέβαλε ο Χάσαν Πριστίνα στις 9 Αυγούστου 1912, γνωστό ως τα Δεκατέσσερα Σημεία του Χάσαν Πριστίνα, περιλαμβάνονταν γενικά αιτήματα για τη διατήρηση του άγραφου νόμου των Αλβανών, την εκπλήρωση της στρατιωτικής τους θητείας μόνο σε περίοδο ειρήνης μόνο σε ευρωπαϊκά βιλαέτια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το διορισμό Αλβανών ή ατόμων που να γνωρίζουν την αλβανική ως υπαλλήλων στα βιλαέτια του Κοσόβου, των Ιωαννίνων, της Σκόδρας και του Μοναστηρίου, την αναγνώριση της αλβανικής ως επίσημης, την αναγνώριση του δικαιώματος της οπλοφορίας, την ίδρυση αλβανικών σχολείων, τη χορήγηση γενικής αμνηστίας, την αποκατάσταση υλικών ζημιών, την ίδρυση μεντρεσέδων με γλώσσα διδασκαλίας την αλβανική, την αυστηρή εφαρμογή του ιερού νόμου. Καθώς η Υψηλή Πύλη δεν απάντησε εντός 2 ημερών από την υποβολή του Υπομνήματος, οι Αλβανοί υπό την ηγεσία του Ίσα Μπολετίνι και του Μπαϊράμ Τσούρι κατέλαβαν στις 13 Αυγούστου 1912 τα Σκόπια, την πρωτεύουσα του βιλαετίου του Κοσόβου. Στις 18 Αυγούστου η Υψηλή Πύλη δέχτηκε κατά βάση τα αιτήματα των Αλβανών, αλλά με σημαντικές τροποποιήσεις και ασάφειες. Απέρριψε το αίτημα για την αναγνώριση του δικαιώματος της οπλοφορίας των Αλβανών, εξαίρεσε το βιλαέτι της Σκόδρας από τις προβλεπόμενες μεταρρυθμίσεις και δεν αποσαφήνισε τον όρο «Αλβανία». Καθώς οι κύριοι εχθροί των Αλβανών δεν ήταν οι Οθωμανοί, αλλά τα γειτονικά βαλκανικά κράτη, οι Αλβανοί  δεν συμμετείχαν στις βαλκανικές συνεννοήσεις του 1912 και στον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο πολέμησαν στο πλευρό των Οθωμανών. Η ίδρυση ανεξάρτητου αλβανικού κράτους το 1913 ήταν αποτέλεσμα της δράσης της αυστριακής και ιταλικής διπλωματίας. Το βιλαέτι της Σκόδρας αποτέλεσε ένα τμήμα του αλβανικού κράτους, ενώ το Κόσοβο και οι δυτικές περιοχές της σημερινής ΠΓΔΜ, που είχαν απελευθερωθεί από το σερβικό στρατό και είχαν αλβανικό πληθυσμό, επιδικάσθηκαν στη Σερβία με την υποχρέωση των Σέρβων να αποσύρει τον στρατό της από την Αδριατική.

Το νομικό καθεστώς των Αλβανών της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας.

Από τη θρησκευτική μειονότητα του Μεσοπολέμου

στην εθνική μειονότητα της μεταπολεμικής περιόδου.

 

Στο βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, όπου η Σερβία διαδραμάτιζε ηγεμονικό ρόλο, ζούσαν 441.000 Αλβανοί, σύμφωνα με τη στατιστική του 1921. Έχοντας ως βάση το γεγονός ότι από τους Αλβανούς έλλειπαν γενικά τα συνεκτικά στοιχεία που συγκροτούν την έννοια του έθνους (φυλετικές, γλωσσικές και θρησκευτικές διαφορές) το Βελιγράδι δεν αναγνώριζε τους Αλβανούς ως εθνική μειονότητα, αλλά ως θρησκευτική – μουσουλμανική. Για τη Σερβία που θεωρούσε το Κόσοβο και τη σερβική Μακεδονία ως το λίκνο του σερβικού μεσαιωνικού κράτους οι Αλβανοί αποτελούσαν ξένο σώμα, χωρίς ιστορικά δικαιώματα, και λόγω της προνομιακής τους θέσης ταυτίζονταν με τους Τούρκους. Το Βελιγράδι ασκούσε μια πολύπλευρη πολιτική εκσερβισμού στη σερβική Μακεδονία, που ήταν οικονομικά και κοινωνικά από τις περισσότερο υποβαθμισμένες περιοχές της Γιουγκοσλαβίας. Η σερβοκροατική επιβλήθηκε ως επίσημη γλώσσα, ιδρύθηκαν σέρβικα σχολεία και στα Σκόπια, που ήταν η έδρα του Τρίτου Σώματος Στρατού, το Βελιγράδι διατηρούσε τις περισσότερες χερσαίες στρατιωτικές του δυνάμεις. Έτσι οι Αλβανοί οι οποίοι στην πλειοψηφία τους ήταν αναλφάβητοι αγρότες, κτηνοτρόφοι και εργάτες. Ήταν υποχρεωμένοι να στέλνουν τα παιδιά τους σε σερβικά σχολεία.

Τρεις ήταν οι βασικοί άξονες της αλβανικής πολιτικής του Βελιγραδίου: η αγροτική μεταρρύθμιση, συνδυασμένη με έναν εποικισμό Σέρβων, η εκτόπιση των Αλβανών και η αφομοίωσή τους μέσω της εκπαίδευσης. Οι σερβικές αρχές δήμευσαν και απαλλοτρίωσαν τα κτήματα των Αλβανών μεγαλογαιοκτημόνων και τη βακουφική γη των τζαμιών, διανέμοντάς τα σε Σέρβους εποίκους, σε μια συστηματική προσπάθεια να ενισχύσουν το σερβικό στοιχείο, κυρίως στη μεθόριο με την Αλβανία και σε κεντρικά σημεία. Παράλληλα, οι Αλβανοί ενθαρρύνονταν ή εξαναγκάζονταν να μεταναστεύσουν στην Αλβανία και Τουρκία. Καθώς οι Σέρβοι δεν αναγνώριζαν αλβανική εθνική μειονότητα, ούτε λειτουργούσαν αλβανικά σχολεία ούτε οι Αλβανοί είχαν πολιτικές οργανώσεις. Υπήρχε μονάχα η θρησκευτική μουσουλμανική οργάνωση «Τζεμιέτ», που εκπροσωπούσε τους Αλβανούς και τους Τούρκους. Για να δικαιολογήσουν την πολιτική του εκσερβισμού των Αλβανών, οι Σέρβοι προπαγάνδιζαν τη θέση ότι οι Αλβανοί Γκέκηδες του Κοσόβου και της σερβικής Μακεδονίας είναι εξισλαμισμένοι (εξαλβανισμένοι) σερβικοί  πληθυσμοί. Παρόλο που από τα τέλη του 17ου αιώνα ήταν συχνές τέτοιες περιπτώσεις στο Κόσοβο, μια  γενίκευση είναι αβάσιμη. Για τη Σερβία που θεωρούσε το Κόσοβο και τη σερβική Μακεδονία ως το λίκνο του σερβικού μεσαιωνικού κράτους, οι Αλβανοί αποτελούσαν ξένο σώμα, χωρίς ιστορικά δικαιώματα, και ταυτίζονταν με τους Τούρκους. Οι Σέρβοι ίδρυσαν μόνο σερβικά σχολεία, αλλά υπήρχε απροθυμία από την πλευρά των Αλβανών για φοίτηση. Στις θρησκευτικές σχολές, τους μεντρεσέδες, γλώσσα διδασκαλίας ήταν η σερβοκροατική. Μόλις η οργάνωση «Τζεμιέτ» έθεσε ζήτημα ίδρυσης αλβανικών σχολείων, διαλύθηκε από τις σερβικές αρχές το 1925.

Η πολιτική εκσερβισμού των Αλβανών ήταν καταδικασμένη  σε αποτυχία. Μην έχοντας σλαβική καταγωγή, μιλώντας μια γλώσσα ακατανόητη για τους σλαβικούς λαούς της Γιουγκοσλαβίας, όντας μουσουλμάνοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία, με χαρακτηριστικά παραδοσιακής φυλετικής οργάνωσης με βάση το Κανούν του Λεκ Ντουγκατζίν, οι Αλβανοί ήταν αδύνατο να εκσερβιστούν. Στερούμενοι μειονοτικών ζητημάτων ήταν αδύνατο να ενταχθούν στο γιουγκοσλαβικό κράτος. Σθεναρή αντίσταση στον εκσερβισμό δεν ήταν ωστόσο σε θέση να προβάλλουν. Μέχρι το 1925 περιορισμένη ένοπλη αντίσταση στην πολιτική του εκσερβισμού πρόβαλλε το Κομιτάτο του Κοσόβου, στέλνοντας μικρές ένοπλες ομάδες, ληστρικού χαρακτήρα στις περισσότερες περιπτώσεις τους λεγόμενους κατσάκι που στρέφονταν κατά των σερβικών αρχών. Το αλβανικό κράτος του Αχμέτ Ζώγου δεν άσκησε καμιά συστηματική αλυτρωτική πολιτική για τους Αλβανούς της Γιουγκοσλαβίας. Με δεδομένο τον υψηλό δείκτη γεννητικότητας των Αλβανών, το κύριο ίσως επίτευγμα των Σέρβων ήταν η διατήρηση μιας σχετικής πληθυσμιακής ισορροπίας μεταξύ Αλβανών και Σέρβων στο Κόσοβο και τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Για παράδειγμα το 1939 Αλβανοί, Αθίγγανοι και Τούρκοι στο Κόσοβο αποτελούσαν το 65% (422.827.000), ενώ οι Σέρβοι και οι Μαυροβούνιοι το 35%. Σέρβικο σχέδιο για την υποχρεωτική μετανάστευση 40000 μουσουλμάνων οικογενειών από τη Νότιο Σερβία προς την Τουρκία δεν υλοποιήθηκε  λόγω του δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου.

Μετά την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας στις 17 Απριλίου 1941 με βάση τη συμφωνία Ρίμπεντροπ – Τσιάνο της 24ης Απριλίου 1941 η ιταλική ζώνη κατοχής της σερβικής Μακεδονίας περιελάμβανε τις αλβανόφωνες περιοχές του Τετόβου, Γκόστιβαρ, Κίτσεβο, Ντέμπαρ, τη λίμνη της Αχρίδας και ορισμένα χωριά των Πρεσπών. Το υπόλοιπο της σερβικής Μακεδονίας τελούσε υπό βουλγαρική κατοχή. Το μεγαλύτερο μέρος του Κοσόβου (με εξαίρεση τη Μητροβίτσα και τα ορυχεία της Τρέπτσα που κατέλαβε η Γερμανία) καθώς και τμήματα του Μαυροβουνίου (Πλαβ, Γκούσινγιε, Ούλτσιν) καταλήφθηκαν από την Ιταλία. Η Βουλγαρία αρνήθηκε να αναγνωρίσει τη συνοριακή ζώνη ως οριστική και κατέβαλε προσπάθειες για την αναθεώρησή της, διεκδικώντας αλβανόφωνες περιοχές. Σημειώθηκαν συμπλοκές μεταξύ βουλγαρικού και ιταλικού στρατού. Στις 12 Αυγούστου 1941 οι ιταλικές ζώνες κατοχής του Κοσόβου, της σερβικής Μακεδονίας και του Μαυροβουνίου προσαρτήθηκαν στην Αλβανία και μέχρι το φθινόπωρο του 1944 αποτέλεσαν τμήματα της Μεγάλης Αλβανίας. Με τη μεταβολή αυτή του καθεστώτος εγκαινιάστηκε και η επιχείρηση πλήρους αλβανοποίησης των περιοχών αυτών. Η αλβανική γλώσσα επιβλήθηκε ως επίσημη, η πολιτική διοίκηση, η αστυνομία και τα δικαστήρια στελεχώθηκαν από Αλβανούς που μεταφέρθηκαν από την Αλβανία, οι οδοί απέκτησαν αλβανικά ονόματα, τέθηκε σε ισχύ η αλβανική νομοθεσία και στα δημόσια κτίρια κυμάτιζε η αλβανική σημαία. Όλοι οι εξ αίματος Αλβανοί απέκτησαν αλβανική υπηκοότητα. Ιδρύθηκαν αλβανικά σχολεία με εκπαιδευτικό προσωπικό και εγχειρίδια από εκπαιδευτικά ιδρύματα της Αλβανίας. Το περιεχόμενο της διδασκαλίας συνίστατο κυρίως στην καλλιέργεια της μεγαλοαλβανικής εθνικής ιδεολογίας και στον εκθειασμό του φασιστικού ιδεώδους. Οι αλβανικές αρχές φρόντισαν επίσης για τη διατήρηση των αλβανικών ηθών και εθίμων. Έτσι, για παράδειγμα θεωρήθηκε ως απόδειξη εθνικής υπερηφάνειας και απελευθέρωσης να φορούν οι Αλβανοί τον παραδοσιακό λευκό σκούφο. Ο σλαβικός πληθυσμός υπήρξε θύμα εξαλβανισμού τόσο στο Κόσοβο όσο και στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Πάνω από 100.000 Σέρβοι εγκατέλειψαν το Κόσοβο, ενώ οι Βουλγαρομακεδόνες από τις αλβανοκρατούμενες περιοχές μετέβησαν στη βουλγαρική ζώνη κατοχής. Αντισλαβική δράση ανέπτυξε αρχικά η αλβανική σοβινιστική οργάνωση «Μπάλι Κομπετάρ» που ιδρύθηκε το 1942 από τον Μιδάτ Φράσερι, γιο του Αβδούλ Φράσερι θεμελιωτή της Λίγκας της Πριζρένης το 1878. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας (Σεπτέμβριος 1943), όταν η Γερμανία ανέλαβε την υπεράσπιση της Ανεξαρτησίας και της Ελευθερίας της Αλβανίας, ιδρύθηκαν η Δεύτερη Λίγκα της Πριζρένης με παναλβανικά σχέδια και η επίλεκτη ταξιαρχία των SS Σκεντέρμπεη. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας οι Βούλγαροι, επικαλούμενοι το νόμο της 10ης Ιουνίου 1942 για τη βουλγαρική υπηκοότητα, άρχισαν να απελαύνουν Αλβανούς από την πόλη των Σκοπίων ως αντίποινα για την  τύχη του σλαβικού πληθυσμού στις δυτικές περιοχές. Οι Αλβανοί της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας και του Κοσόβου, θεωρώντας ότι απελευθερώθηκαν από τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, δεν προσχώρησαν μαζικά στο γιουγκοσλαβικό αντιστασιακό κίνημα του Τίτο. Τον Οκτώβριο / Νοέμβριο του 1944 πρόβαλαν λυσσαλέα αντίσταση στους Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους στο Τέτοβο και Γκόστιβαρ. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας αναγνώριζε τους Αλβανούς ως εθνική μειονότητα. Το Κόσοβο εντάχθηκε ως αυτόνομη περιοχή εντός της Σερβίας, ενώ οι Αλβανοί της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας θα συμβίωναν ως εθνική μειονότητα με τους αναγνωρισμένους ως κυρίαρχο έθνος Σλαβομακεδόνες εντός της Ομόσπονδης Γιουγκοσλαβικής Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Οι Αλβανοί των Σκοπίων  απέκτησαν εκπαιδευτικά και πολιτικά δικαιώματα, αλλά, όπως και οι Κοσοβάροι, επιδίωκαν την ίδρυση μιας ομόσπονδης αλβανικής δημοκρατίας εντός της Γιουγκοσλαβίας, δηλαδή την ισοτιμία τους με τους Σλάβους και όχι απλά το καθεστώς της μειονότητας. Οι ταραχές στο Κόσοβο το 1968 και το 1981 είχαν άμεσο αντίκτυπο και στα Σκόπια. Ο αλβανικός πληθυσμός της ομόσπονδης γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας αυξήθηκε σημαντικά και λόγω του υψηλού δείκτη γεννητικότητας των Αλβανών και λόγω της εγκατάστασης εκεί Αλβανών από το Κόσοβο. Ενώ το 1961 οι Αλβανοί της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας ανέρχονταν σε 183.108 άτομα, το 1971 έφθασαν τις 279.871 και το 1981 τις 377.726. Μετά το 1981 οι  σχέσεις Αλβανών και Σλαβομακεδόνων χαρακτηρίζονταν από ιδιαίτερη οξύτητα. Οι Αλβανοί οδηγήθηκαν σε αυτοπεριχαράκωση. Καθιερώθηκε ένα είδος “apartheid” που λειτουργούσε ως άγραφος νόμος. Μειώθηκε σημαντικά το ποσοστό εκπροσώπησης των Αλβανών στα κρατικά και κομματικά όργανα, συρρικνώθηκαν τα εκπαιδευτικά τους δικαιώματα, οι αρχές των Σκοπίων έλαβαν μέτρα κατά υψηλού δείκτη γενετικότητας  των Αλβανών και το σύνταγμα του 1989 χαρακτήριζε τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας ως «το εθνικό κράτος του μακεδονικού λαού».

 

 Από το καθεστώς της εθνικής μειονότητας

στον αγώνα για ισοτιμία με τους Σλαβομακεδόνες.

 

Μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, την ανεξαρτητοποίηση της ΠΓΔΜ, τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας, τη μετάβαση στην οικονομία της αγοράς και την ίδρυση των πολιτικών κομμάτων το αλβανικό ζήτημα εισήλθε σε νέα φάση. Δύο ήταν αρχικά τα βασικότερα αλβανικά κόμματα, το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας με ηγέτη τον Αβδουραχμάν Αλίτι (1990) και το Δημοκρατικό Κόμμα των Αλβανών (1997) με ηγέτη τον Άρμπεν Τζαφέρι. Καθιερώθηκε ως άγραφος νόμος η συμμετοχή αλβανικού κόμματος στην κυβέρνηση, οι Αλβανοί είχαν το δικαίωμα έκδοσης εφημερίδων και περιοδικών, ίδρυσης ιδιωτικών ραδιοφώνων και τηλεοπτικών σταθμών. Αλλά το κύριο αίτημά τους ήταν η ισοτιμία τους με τους Σλαβομακεδόνες και οι πολιτικοί τους αγώνες επικεντρώνονταν σε τρεις βασικούς άξονες: στην αναγνώριση της ισοτιμίας της αλβανικής γλώσσας και του δικαιώματος ανάρτησης της αλβανικής σημαίας, στην επαρκή εκπροσώπησή τους στις δημόσιες υπηρεσίες και το στρατό και στην αναγνώριση του αλβανικού Πανεπιστημίου στο Τέτοβο. Οι κυβερνήσεις των Σκοπίων μερικώς ικανοποίησαν ορισμένα αιτήματα των Αλβανών μετά το 1998, για παράδειγμα επιτράπηκε στους Αλβανούς βουλευτές να αγορεύουν στην αλβανική, σιωπηρά λειτουργούσε το αλβανικό Πανεπιστήμιο του Τετόβου, θέσεις αστυνομικών διευθυντών σε αλβανικές περιοχές (Τέτοβο) δόθηκαν σε Αλβανούς, επιτράπηκε η ανάρτηση της αλβανικής σημαίας, αλλά μόνο σε εθνικές γιορτές. Οι Αλβανοί, ωστόσο,  παρέμειναν ανικανοποίητοι. Παρά τις ανταγωνιστικές σχέσεις που ανέπτυξαν τα αλβανικά πολιτικά κόμματα στην εσωτερική τους πολιτική, όλα τα αλβανικά πολιτικά κόμματα τόσο στο Κόσοβο όσο και στα Σκόπια έθεσαν δύο συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους: ανεξαρτησία του Κοσόβου και ομοσπονδοποίηση της ΠΓΔΜ. Η δυναμική που απέκτησε το αλβανικό ζήτημα μετά τις εξελίξεις στο Κόσοβο το 1998/99 επέδρασε καταλυτικά και στους Αλβανούς των Σκοπίων. Ο ένοπλος αγώνας κρίθηκε απαραίτητος για την ικανοποίηση των πολιτικών τους επιδιώξεων. Καρπός της ένοπλης σύγκρουσης του 2001 υπήρξε η συμφωνία της Αχρίδας. 

 Η συμφωνία της Αχρίδας

Ιστορική καμπή της εξέλιξης του αλβανικού ζητήματος στην ΠΓΔΜ.

 

H συμφωνία της Αχρίδας αποτελεί πράγματι μια ιστορική καμπή  στην  εξέλιξη  του ανεξάρτητου κράτους των Σκοπίων, καθώς οδήγησε στην αλλοίωση της εσωτερικής του φυσιογνωμίας. Η ένοπλη εξέγερση των Αλβανών  στην ΠΓΔΜ το 2001 δεν έχει  ακόμα  διαλευκανθεί πλήρως,[1] ωστόσο δύο γεγονότα είναι αναμφισβήτητα: ότι η σύγκρουση Σλαβομακεδόνων και Αλβανών το 2001 στην ΠΓΔΜ ήταν αντανάκλαση της δυναμικής του ζητήματος του Κοσόβου μετά το 1999 και ότι  αμερικανικοί παράγοντες ενεπλάκησαν στην κρίση για την προώθηση μιας πολιτικής συμφωνίας με την οποία οι Αλβανοί θα αναγορεύονταν σε συνταγματικό έθνος στην ΠΓΔΜ.  [2]  Η κυβέρνηση του Georgievski  αποτράπηκε να κηρύξει πόλεμο κατά των Αλβανών  ή να δεχτεί στρατιωτική βοήθεια από την Ουκρανία ώστε να μην κατανικήσει τους Αλβανούς αντάρτες και η αναμέτρηση να παραμείνει αμφίρροπη. Όπως και στο Κόσοβο, έτσι και στην ΠΓΔΜ συγκροτήθηκε ο λεγόμενος ‘’Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός’’ – Ushtria Çlirimtare Kombëtare- με πολιτικό εκπρόσωπο τον Ali Ahmeti. Ο ηλικίας τότε 43 ετών Ahmeti από το Κίτσεβο ήταν άγνωστος στην ΠΓΔΜ. Έλλειπε 20 χρόνια στην Ελβετία  και έζησε αρκετό χρονικό διάστημα στο Κόσοβο. Η πρώην σοσιαλιστική γιουγκοσλαβική  κυβέρνηση τον κατηγόρησε για υπόθαλψη αλβανικού σεπαρατισμού, όπως και τον θείο του Fezli Veliu. Συμμετείχε στην ίδρυση του UÇK (Ushtria Çlirimtare e Kosovës ) και με το ψευδώνυμο ‘’ Abazi ‘’ πολέμησε γενναία στο Κόσοβο το 1999. Ως πολιτικός εκπρόσωπος του  UÇK στην ΠΓΔΜ τόνιζε ότι  η ένοπλη εξέγερση των Αλβανών αποσκοπούσε στη βελτίωση του νομικο-πολιτικού καθεστώτος  των Αλβανών στις δυτικές περιοχές της  ΠΓΔΜ, όπου οι Αλβανοί αποτελούν την πλειοψηφία.[3] Με τη διαιτησία του Αμερικανού πρέσβη στα Σκόπια, James Pardew , και του εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Francois Leotard, άρχισαν  οι ειρηνευτικές  διαπραγματεύσεις μεταξύ των κυρίων σλαβομακεδονικών και αλβανικών κομμάτων. Στις 13 Αυγούστου 2001 (επέτειο της εισόδου των εξεγερμένων  Αλβανών στα Σκόπια το 1912)  υπογράφτηκε η συμφωνία   της Αχρίδας από τον Πρόεδρο της χώρας, Boris Trajkovski, τον ηγέτη της Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης Branko Cervenkovski (Μπράνκο Τσερβενκόφσκυ), τον ηγέτη της  VMRO-DPMNE και Πρωθυπουργό  Ljupčo Georgievski, τον αρχηγό του Δημοκρατικού Κόμματος των Αλβανών  Arben Xhafëri (Άρμπεν Τζαφέρι)  και τον αρχηγό του Κόμματος της Δημοκρατικής Ευημερίας Imer Imeri, όπως και από τους Pardew και Leotrard. Η συμφωνία περιείχε συνολικά τα εξής σημεία: 1 ) αλλαγή του προοιμίου του συντάγματος, στο οποίο αναφερόταν ότι η ‘Δημοκρατία της Μακεδονίας’’ είναι το κράτος του μακεδονικού λαού, 2) χρήση της αλβανικής γλώσσας στο Κοινοβούλιο, 3) ισοτιμία της αλβανικής  γλώσσας στους δήμους όπου οι Αλβανοί αποτελούν το 20% , 4) ανάλογη με την πληθυσμιακή τους δύναμη εκπροσώπηση των Αλβανών στη διοίκηση και την αστυνομία, 5) χορήγηση περισσοτέρων αρμοδιοτήτων στην τοπική αυτοδιοίκηση,  ένα είδος αποκέντρωσης,  6) ισοτιμία της  ‘’Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ‘’ με την Καθολική Εκκλησία και την Ισλαμική Ένωση, 7) χορήγηση οικονομικής βοήθειας από τη Συνδιάσκεψη των Δωρητριών Χωρών για την αποκατάσταση των ζημιών στη διάρκεια του πολέμου.

Η συμφωνία δεν υπογράφτηκε μετά από συναίνεση Αλβανών και Σλαβομακεδόνων, αλλά μετά από τις απειλές του ΝΑΤΟ ότι δεν θα αναμιχθεί στην ένοπλη σύρραξη, αν επαναληφθεί, και τις δηλώσεις των Αλβανών ότι θα ανακηρύξουν την ‘’Δημοκρατία της Ιλλυρίδας’’, δηλαδή την απόσχιση, αν δεν επιτευχθεί πολιτική συμφωνία. Το εθνοτικό χάσμα  Σλαβομακεδόνων  και Αλβανών διευρύνθηκε στη διάρκεια της σύρραξης, καθώς και οι δύο πλευρές θρήνησαν θύματα και πυρπόλησαν εκκλησίες και τζαμιά. Σλαβομακεδόνες κάτοικοι των δυτικών περιοχών της ΠΓΔΜ εγκατέλειψαν τις εστίες τους και εγκαταστάθηκαν ως πρόσφυγες στα Σκόπια. Η συμφωνία ήταν μια πολιτική νίκη των Αλβανών που αναγορεύτηκαν σε συνταγματικό έθνος, χωρίς να έχουν εξασφαλίσει μονάχα το δικαίωμα του veto. Οι Σλαβομακεδόνες παρέμειναν δύσπιστοι έναντι των Αλβανών. Υπό την σκέπη νατοϊκών δυνάμεων άρχισε στα τέλη Αυγούστου η επιχείρηση αφοπλισμού των Αλβανών ανταρτών (Essential Harvest Operation) και ολοκληρώθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2001, αλλά ούτε ήταν γνωστός ο οπλισμός των Αλβανών  ούτε  είναι σίγουρο αν οι Αλβανοί παρέδωσαν τα προηγμένης τεχνολογίας όπλα τους . Η σλαβομακεδονική πλευρά είχε επίγνωση των πολιτικών επιπτώσεων  της συμφωνίας και, επικαλούμενη την ύπαρξη μουτζαχεντίν στις τάξεις των Αλβανών ανταρτών, τους οποίους στιγμάτισε ως ‘’τρομοκράτες’’,[4] προσπάθησε μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 να την τροποποιήσει. Έτσι, ο Πρόεδρος της Βουλής, Stojan Antov, κωλυσιεργούσε στην έναρξη των διαδικασιών για την επικύρωση της συμφωνίας, αλλά μετά από πίεση του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. τελικά  υποχώρησε. Δύο ήταν τα επίμαχα σημεία των συνταγματικών αλλαγών που οι Σλαβομακεδόνες ήθελαν να αποφύγουν: η αλλαγή του προοιμίου του συντάγματος και η ισοτιμία της Ισλαμικής Ένωσης με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Στην πρώτη περίπτωση η όλη προβληματική συνίστατο στην αποφυγή του χαρακτηρισμού των Αλβανών ως ‘’λαού’’, δηλαδή ως κυρίαρχου έθνους. Μετά από μαραθώνιες συζητήσεις  η τελική φόρμουλα που εισήχθηκε είναι: ‘’ Οι πολίτες της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, ο μακεδονικός λαός,  και οι πολίτες που κατοικούν στα όριά της και αποτελούνται από τμήματα του αλβανικού λαού, του σερβικού λαού, του βλάχικου λαού, του βοσνιακού λαού.. ‘’  Για να αποφευχθεί η εξίσωση των όρων μακεδονικός και αλβανικός λαός προτιμήθηκε η φόρμουλα ‘’ τμήμα του αλβανικού λαού’’ με την ταυτόχρονη αναβάθμιση όλων των εθνοτικών ομάδων σε λαό. Τίποτα  ωστόσο δεν μεταβάλλει το πνεύμα της συμφωνίας, έστω και εάν η έκφραση’’ τμήμα του αλβανικού λαού ‘’ μπορεί κατά το δοκούν να ερμηνευτεί από τη σλαβομακεδονική πλευρά ως ‘’αλβανική μειονότητα’’. Παρά την αντίδραση της Ορθόδοξης  Εκκλησίας των Σκοπίων  τροποποιήθηκε και το άρθρο 19 του συντάγματος που προβλέπει ότι η ‘’Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία’’, η Ισλαμική Ένωση και οι άλλες εκκλησίες  είναι ανεξάρτητες από το κράτος και ισότιμες ενώπιον του νόμου. Μετά τις αλλαγές αυτές η συμφωνία της Αχρίδας επικυρώθηκε από τη Βουλή τα μεσάνυχτα της 17ης Νοεμβρίου 2001.  Με τις συνταγματικές αυτές τροποποιήσεις η ΠΓΔΜ απώλεσε και de-jure τη σλαβική εσωτερική της ταυτότητα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, δυσαρεστημένη από την εξίσωσή της με την Ισλαμική Ένωση, απείλησε ακόμα και με αφορισμό τους Σλαβομακεδόνες βουλευτές   που ψήφισαν την αλλαγή του άρθρου 19 του συντάγματος. Η υπόθεση θυμίζει την περίπτωση του Κογκορδάτου του Milan Stojadinović στη Γιουγκοσλαβία το 1937. Σε μια κίνηση εξευμενισμού της εκκλησίας και καθησυχασμού της κοινής γνώμης  η κυβέρνηση  Georgievski δαπάνησε ένα τεράστιο ποσό για την κατασκευή ενός πελώριου, φωταγωγημένου τη νύχτα σταυρού, που συγκρίνεται με τον σταυρό των Ku-Klux-Klan στην Αμερική ως σύμβολο ζωής. Τον Σεπτέμβριο του 2002  ο σταυρός στήθηκε  σε έναν λόφο, ορατό από την αλβανική συνοικία, και εκπέμπει ένα πολιτικό μήνυμα προς τους Αλβανούς: η ΠΓΔΜ ανήκει στην ορθόδοξη σλαβική της πλειοψηφία. [5]

Στις 26 Σεπτεμβρίου 2001 ο ‘’ Εθνικός Απελευθερωτικός  Στρατός’’ κήρυξε αυτοδιάλυση, καθώς είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία του αφοπλισμού του. Ωστόσο, ήταν διάχυτη η πεποίθηση στους σλαβομακεδονικούς κύκλους ότι η υπόθεση του αφοπλισμού ήταν ένα φιάσκο.  Για την ένταξη των πρώην αλβανών ανταρτών στην κοινωνία και τον ομαλό πολιτικό βίο, μετά από πίεση της διεθνούς κοινότητας, η κυβέρνηση Georgievski συνέταξε νομοσχέδιο για τη χορήγηση αμνηστίας στους πρώην αλβανούς  αντάρτες που διέπραξαν αδικήματα από την 1.1.2001 μέχρι την 26η Σεπτεμβρίου 2001. Παρά τις αντιδράσεις Σλαβομακεδόνων πολιτών και τις αρνητικές γνωμοδοτήσεις Ποινικολόγων και Διεθνολόγων, το νομοσχέδιο ψηφίστηκε με οριακή πλειοψηφία στις  7 Μαρτίου 2002 από τη Βουλή και έγινε νόμος του κράτους. Από την αμνηστία εξαιρέθηκαν μονάχα τα άτομα που ενέχονταν σε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας  και του διεθνούς δικαίου ή εμπλέκονταν σε υποθέσεις εμπορίας ναρκωτικών[6]. Μόνο μετά την ψήφιση του νόμου  κατέστη δυνατή η χορήγηση οικονομικής βοήθειας στα Σκόπια από τη Συνδιάσκεψη των δωρητριών χωρών. Για τη διατήρηση της τάξης, μετά τον αφοπλισμό των αλβανών ανταρτών, οι νατοϊκές δυνάμεις της επιχείρησης Essensial Harvest  αντικαταστάθηκαν από νέες νατοϊκές δυνάμεις υπό γερμανική διοίκηση   (Amber Fox Operation) με το πρόσχημα της παροχής προστασίας στους εκπροσώπους του Οργανισμού Ασφάλειας και Συνεργασίας της Ευρώπης. Στη διάρκεια του 2003 οι νατοϊκές δυνάμεις εγκατέλειψαν τη χώρα, στην οποία εγκαταστάθηκαν δυνάμεις του νεοδημιουργηθέντος Ευρωστρατού. Στις 15 Δεκεμβρίου 2003 ο Ευρωστρατός αντικαταστάθηκε από ευρωπαϊκές αστυνομικές δυνάμεις. Ισχυρή διεθνής στρατιωτική παρουσία δεν κρίθηκε πλέον απαραίτητη, διότι μια νέα πολεμική ανάφλεξη μετά τον αφοπλισμό των Αλβανών ανταρτών και  την επικύρωση της Συμφωνίας της Αχρίδας θεωρήθηκε απίθανη.

Τα γεγονότα του 2001 και η Συμφωνία της Αχρίδας ανέτρεψαν το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό στην ΠΓΔΜ. H VMRO-DPMNE κατηγορήθηκε από τη Σοσιαλδημοκρατική Ένωση ότι απέτυχε να  αποτρέψει την κρίση ή να τη διαχειριστεί κατά τα εθνικά συμφέροντα της χώρας. Δηλώσεις του Georgievski κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων για την ανάγκη ενός οριστικού διαζυγίου με τους Αλβανούς και της ανταλλαγής εδαφών στιγματίστηκαν από τον Cervenkovski ως σχέδιο του Πρωθυπουργού και του συμμετέχοντος στην κυβέρνηση αλβανικού κόμματος του Xhafëri για διαμελισμό της ΠΓΔΜ. Η Σοσιαλδημοκρατική Ένωση εκμεταλλεύτηκε πολιτικά τα γεγονότα ενόψει και των βουλευτικών εκλογών του 2002. Η   μετάλλαξη της VMRO-DPMNE από εθνικιστικό κόμμα της αντιπολίτευσης σε  κυβερνητικό  κόμμα της ‘’θετικής ενέργειας’’, του ανοίγματος προς τους γείτονες και των παραχωρήσεων προς τους Αλβανούς , η συνεχιζόμενη οικονομική κρίση, η διαφθορά και σε τελευταία ανάλυση η ηθική ήττα του κόμματος το 2001 συνέβαλαν στην άνοδο της Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης. Στον αλβανικό πολιτικό χώρο ο Ahmeti  ήταν ο αδιαφιλονίκητος κυρίαρχος του παιχνιδιού, καθώς μπορούσε να ισχυριστεί ότι με την ένοπλη αντίσταση σε λίγους μήνες εξασφάλισε στους Αλβανούς όσα  σε 10 χρόνια δεν κατάφεραν το Δημοκρατικό Κόμμα των Αλβανών και το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας. Μετά τη χορήγηση της αμνηστίας προσπάθησε να ενοποιήσει τα αλβανικά πολιτικά κόμματα, ιδρύοντας ένα ‘’Συντονιστικό Συμβούλιο των Αλβανών’’,  θεωρητικά με σκοπό την επιτάχυνση των προσπαθειών για την εφαρμογή της Συμφωνίας της Αχρίδας, στην ουσία όμως για να ελέγχει τον αλβανικό πολιτικό χώρο. Καθώς οι προτάσεις του απορρίφθηκαν από τα αλβανικά πολιτικά κόμματα, ο Ahmeti ίδρυσε στις 5 Ιουνίου του 2002 στο Τέτοβο νέο πολιτικό κόμμα, ‘’τη Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση’’ (Bashkimi Demokratik për Integritët). To κόμμα στελεχώθηκε από πρώην οπλαρχηγούς του UÇK, στενούς συνεργάτες του Ahmeti, όπως τους  Gëzim Ostreni, Nazmi Beqiri, Fazli Veliu, Musa Xhaferi[7] και διακήρυξε ως πολιτικό πρόγραμμα την ειρηνική συμβίωση Σλαβομακεδόνων και Αλβανών σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία  με βάση τη συμφωνία της Αχρίδας.

Στις εκλογές της 15ης Σεπτεμβρίου 2002 ο συνασπισμός ‘’Μαζί για τη Μακεδονία’’ (Zaedno za Makedonija), του οποίου ηγήθηκε η Σοσιαλδημοκρατική Ένωση, κέρδισε το 40, 46%  των ψήφων και 59 έδρες (σε σύνολο 120 εδρών στη Βουλή), ο συνασπισμός της VMRO-DPMNE με το Φιλελεύθερο Κόμμα το 24,4% και 34 έδρες, η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση το 11,85% των ψήφων και 16 έδρες, περιορίζοντας το ποσοστό όλων των άλλων αλβανικών κομμάτων στο 7,5 % και σε 9 έδρες. Οι εκλογές διεξήχθηκαν με την παρουσία  παρατηρητών του ΟΑΣΕ, χωρίς σοβαρά επεισόδια.[8]

Κατά τον άγραφο νόμο που ισχύει στην ΠΓΔΜ, η συμμετοχή αλβανικού κόμματος στην κυβέρνηση θεωρείται απαραίτητη για την σταθερότητα της χώρας. Παρά την προέλευσή της από τους αντάρτες του UÇK, η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση ως το ισχυρότερο αλβανικό κόμμα δεν μπορούσε να αποκλειστεί από τις διαβουλεύσεις για το σχηματισμό κυβέρνησης, καθόσον το Δημοκρατικό Κόμμα των Αλβανών του Xhafëri ως άλλοτε πολιτικός εταίρος της  VMRO-DPMNE αποκλειόταν εκ προοιμίου, ενώ η αριθμητική δύναμη του Κόμματος της Δημοκρατικής Ευημερίας ήταν  ευκαταφρόνητη. Έτσι,  τον Οκτώβριο του 2002 ο Cervenkovski συγκρότησε  με τον Ahmeti κυβέρνηση συναπισπισμού. Η Σοσιαλδημοκρατική Ένωση κράτησε τα σημαντικά Υπουργεία Αμύνης, Εξωτερικών και Εσωτερικών, ενώ η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση τα Υπουργεία Δικαιοσύνης, Μεταφορών, Παιδείας και Υγείας. Στις 31 Οκτωβρίου 2002 η κυβέρνηση Cervenkovski έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή. Ο Ahmeti, τον οποίο σλαβομακεδονικοί εθνικιστικοί είχαν απειλήσει με δολοφονία, αν τολμούσε να εισέλθει στη Βουλή, για  ευνόητους λόγους δεν έλαβε χαρτοφυλάκιο . Ωστόσο, οι απειλές δεν πραγματοποιήθηκαν και μέχρι σήμερα ο Ahmeti κινείται ανενόχλητα στη χώρα. Οι επίλεκτες σλαβομακεδονικές αστυνομικές δυνάμεις,  οι επιλεγόμενοι  Λέοντες, που είχαν ειδικευτεί στον πόλεμο κατά ‘’Αλβανών τρομοκρατών’’, διαλύθηκαν τον Ιανουάριο του 2003.   

 Μετά την ήττα της η VMRO-DPMNE υπέστη ένα κύμα διώξεων από τη Σοσιαλδημοκρατική Ένωση στο όνομα της ‘’κάθαρσης’’. Στην ουσία επρόκειτο για μια συστηματική προσπάθεια εξόντωσης της αντιπολίτευσης, που θυμίζει τα πολιτικά και κομματικά πάθη της Ελλάδας του ‘ 50 και ’60.  Τέθηκε ζήτημα ηγεσίας του κόμματος και  ως νέος αρχηγός εκλέχτηκε o Nikola Gruevski τον Μάιο του 2003 .O Georgievski ίδρυσε νέο κόμμα, τη VMRO-Narodna,  και έτσι η εσωτερική διάσπαση επισφραγίστηκε και τυπικά. Το ίδιο σκηνικό διαγράφτηκε και στον αλβανικό πολιτικό χώρο, όπου το κόμμα του Ahmeti, ως κόμμα εξουσίας και με την αίγλη της στρατιωτικής και πολιτικής νίκης στην κρίση του 2001, ουσιαστικά περιθωριοποίησε τα άλλα αλβανικά πολιτικά κόμματα, καθιστώντας τον άλλοτε ισχυρό άνδρα Arben Xhafëri έναν ήσσονος σημασίας πολιτικό αντίπαλο. Ως ηγέτες της αντιπολίτευσης τόσο o Gruevski όσο και ο Xhafëri ανέπτυξαν μια εθνικιστική ρητορική (σλαβομακεδονική και αλβανική αντίστοιχα)  για εσωτερική πολιτική κατανάλωση.

Βασική αποστολή της νέας κυβέρνησης- πέρα από τους σταθερούς στόχους της ένταξης στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε.- ήταν η εφαρμογή της Συμφωνίας της Αχρίδας.   Ωστόσο, οι Αλβανοί διαπραγματεύονταν πλέον από θέση ισχύος, θέτοντας σε ομηρία τη σλαβομακεδονική πλευρά και επισείοντας τον κίνδυνο επανάληψης των συγκρούσεων, αν δεν ικανοποιούνταν τα αιτήματά τους.  Έτσι, οι Αλβανοί όχι μονάχα ερμήνευσαν με τη δική τους λογική τους όρους της Συμφωνίας, αλλά έθεσαν και νέα αιτήματα, πέραν του πλαισίου της Συμφωνίας.  Καθώς το Υπουργείο Παιδείας δόθηκε σε Αλβανό, τον Ιούλιο του 2003 η κυβέρνηση αποφάσισε τη νομιμοποίηση  και την κρατικοποίηση του Πανεπιστημίου του Τετόβου. Η νομιμοποίηση δεν προβλεπόταν στη Συμφωνία της Αχρίδας, αλλά, κατά την αλβανική  λογική, απέρρεε από μια ελεύθερη ερμηνεία του νέου προοιμίου του συντάγματος.  Παρά τις επισημάνσεις Πανεπιστημιακών από τον σλαβομακεδονικό ακαδημαϊκό χώρο ότι το Πανεπιστήμιο του Τετόβου θα διαδραματίσει για την αλβανική υπόθεση το ρόλο του Πανεπιστημίου της Πρίστινας στη δεκαετία του ‘ 70 ως φυτώριο αλβανικού εθνικισμού το νομοσχέδιο ψηφίστηκε στις 21 Ιανουαρίου 2004. Έτσι, στο Τέτοβο υπάρχουν σήμερα δύο Πανεπιστήμια, το κρατικό αλβανικό και το ιδιωτικό  ευρωπαϊκό, το South-East European University, γνωστό ως Πανεπιστήμιο του  Max van der Stoel. Τα δύο Πανεπιστήμια έχουν αναπτύξει ανταγωνιστικές σχέσεις.[9]

Τον Οκτώβριο του 2003 η κυβέρνηση μείωσε σε 10 από τα 15 έτη τον απαιτούμενο χρόνο παραμονής στην ΠΓΔΜ προκειμένου να αποκτήσει κάποιος την υπηκοότητα.  Έτσι, ‘’νομιμοποιήθηκαν’’ ταχύτερα πολλοί Αλβανοί που είχαν διεισδύσει παράνομα στη χώρα μετά το 1991 . Μετά από καθυστέρηση ενός περίπου έτους δημοσιεύτηκαν την 1η Δεκεμβρίου του 2003 τα επίσημα αποτελέσματα της απογραφής πληθυσμού που διεξήχθηκε στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου του 2002. Σε σύνολο 2.022,547 κατοίκων  οι Σλαβομακεδόνες αποτελούσαν το 68, 8% και οι Αλβανοί το 25,1%. Παρόλο που οι Αλβανοί διατείνονταν ότι συνέθεταν  το 29% του πληθυσμού, δεν αμφισβήτησαν δημόσια τα αποτελέσματα, καθώς δεν επιθυμούσαν να δημιουργήσουν επιπρόσθετα  προβλήματα κατά τη διαδικασία εφαρμογής της Συμφωνίας της Αχρίδας. Σε σύγκριση με τα αποτελέσματα της απογραφής του 1994 οι Αλβανοί ήταν αυξημένοι κατά 68.000 και οι Σλαβομακεδόνες μονάχα κατά 2.000. Έτσι, άρχισε μια έντονη συζήτηση στους σλαβομακεδονικούς κύκλους για το αν η αύξηση του αριθμού των Αλβανών οφειλόταν στον υψηλό δείκτη γεννητικότητάς τους ή στην εγκατάσταση Κοσοβάρων και Αλβανών από τη Νότιο Σερβία. Η αισιόδοξη πλευρά υποστήριξε ότι απογράφτηκαν Αλβανοί από το Κόσοβο, χωρίς να έχουν αποκτήσει ακόμα τη ‘’μακεδονική’’ υπηκοότητα, ενώ οι Σλαβομακεδόνες που ζουν στο εξωτερικό αγνοήθηκαν. Η απαισιόδοξη πλευρά τόνισε  τον υψηλό δείκτη γεννητικότητας των Αλβανών και προέβλεψε μελλοντικά σταδιακή ανατροπή της πληθυσμιακής ισορροπίας. Το ζήτημα αποσχόλησε σοβαρά και την Ακαδημία Επιστημών και Τεχνών των Σκοπίων. Το Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών της Ακαδημίας διοργάνωσε  στις 2 Ιουνίου 2005  επιστημονική ημερίδα με θέμα τις δημογραφικές μεταβολές στην ΠΓΔΜ υπό το φως των αποτελεσμάτων της απογραφής του 2002. Οι σύνεδροι απέδωσαν τις δημογραφικές μεταβολές  σε πολλούς παράγοντες: στον υψηλό δείκτη γεννητικότητας των Αλβανών, που υπερβαίνει το ποσοστό θνησιμότητας, στην υπογεννητικότητα των Σλαβομακεδόνων, που δεν εξισορροπεί το ποσοστό της θνησιμότητας, στη μετανάστευση  Σλαβομακεδόνων (και Αλβανών) στο εξωτερικό, στην εγκατάσταση Αλβανών από το Κόσοβο και τη Νότιο Σερβία στην ΠΓΔΜ, όπως και στις πολιτικές πιέσεις που ασκήθηκαν σε διάφορες εθνοτικές ομάδες, κυρίως στους Μουσουλμάνους Τορμπέσηδες, να δηλωθούν ως Αλβανοί.[10] Με βάση τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν μετά από τριετή έρευνα στατιστικολόγων η σλαβομακεδονική πλευρά το 1990 κατέγραψε  35.401 γεννήσεις και 14.643 φυσικούς θανάτους, το 2000 29.308 γεννήσεις και 17.253 φυσικούς θανάτους και το 2002 27.761 γεννήσεις και 17.962 φυσικούς θανάτους. Δημογραφική έκρηξη παρατηρήθηκε κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα λόγω της εισροής Αλβανών. Για παράδειγμα τα Σκόπια το 1948 αριθμούσαν 110.623, το 1971  325.000 και το 2002  467.257  Αλβανούς κατοίκους. Το Γκόστιβαρ το 1948 είχε 12.585, το 1971 27.214 και το 2002 49.545 Αλβανούς κατοίκους. Το Κίτσεβο το 1948 είχε 8.761, το 1971 16.810 και το 2002 30.138 Αλβανούς κατοίκους. Το Κουμάνοβο το 1948 είχε 36.193 , το 1971 67.687 και το 2002 103.205 Αλβανούς  κατοίκους. Το Τέτοβο το 1948 είχε 21.598 , το 1971 43.565 και το 2002 70.841 Αλβανούς κατοίκους.[11] Η τελική διαπίστωση των συνέδρων ήταν ότι οι Αλβανοί είναι ένα νέο σχετικά έθνος, ενώ οι Σλαβομακεδόνες υπεισέρχονται στο στάδιο της δημογραφικής γήρανσης.  Κατά τη διάρκεια της ημερίδας προκάλεσαν σκεπτικισμό οι προτάσεις του Ilija Aceski, Καθηγητή Κοινωνικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο των Σκοπίων, τις οποίες ο ίδιος χαρακτήρισε ως ‘’μέτρα κατά του φυλετικού διαχωρισμού.’’ Έμμεσα, αλλά σαφώς πρότεινε φορολογικές ελαφρύνσεις και κρατικές επιχορηγήσεις σε οικογένειες Σλαβομακεδόνων που ζουν σε περιοχές με αλβανική πλειοψηφία ώστε να έχουν κίνητρα να παραμείνουν εκεί. Αντίθετα, εισηγήθηκε την παύση των κρατικών επιδομάτων και της δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης σε πολύτεκνες αλβανικές οικογένειες που δεν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στις  οικονομικές ανάγκες.[12] Ήταν μια απειλή προς τους Αλβανούς να μειώσουν τον δείκτη γεννητικότητάς τους. Οι προτάσεις του, που θύμιζαν την πολιτική του κομμουνιστικού καθεστώτος των Σκοπίων έναντι των Αλβανών  στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, σχολιάστηκαν δυσμενώς στον Τύπο ως αναχρονιστικές, προκάλεσαν την οργή των Αλβανών και δεν λήφθηκαν υπόψη από την κυβέρνηση.

Σχετικά με τη  συμμετοχή των Αλβανών στη δημόσια διοίκηση και το στρατό προβλέφθηκε το 20 % των υπαξιωματικών στο στρατό να αποτελείται από Αλβανούς, ενώ 400 δημόσιες θέσεις προορίστηκαν  για τους Αλβανούς. Το μεγάλο ωστόσο ζήτημα , που προκάλεσε έντονες αντιπαραθέσεις, ήταν ο νόμος για την αναδιάταξη των δήμων. Η συμφωνία της Αχρίδας προέβλεπε ότι εντός ενός έτους από την ολοκλήρωση της απογραφής θα μεταβάλλονταν τα όρια των δήμων. Η μεταβολή θα γινόταν με βάση τα αποτελέσματα της απογραφής και τις διατάξεις του σχετικού νόμου για την τοπική αυτοδιοίκηση. Στην αναδιάταξη των δήμων θα συμμετείχαν οι τοπικές και κρατικές αρχές, όπως και η διεθνής  κοινότητα. Ο σχετικός νόμος για την τοπική αυτοδιοίκηση ψηφίστηκε  στις 24 Ιανουαρίου 2002 και προέβλεπε  γενικά τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από την κεντρική εξουσία στους δήμους σε θέματα οικονομίας, υγείας, παιδείας, δημοτικής αστυνομίας στο πλαίσιο της αποκέντρωσης, αλλά τα κριτήρια που καθορίστηκαν  για τη συγκρότηση ενός δήμου ήταν γεωγραφικά, οικονομικά, επικοινωνιακά ή κριτήρια εσωτερικής υποδομής. Πουθενά δεν αναφέρθηκε εμφατικά ότι τα κριτήρια έπρεπε να ήταν εθνοτικά. Ο νόμος προέβλεπε  επίσης τη συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων που αφορούσαν τους δήμους, όπως και τη γνωμοδότηση του συνταγματικού δικαστηρίου. Σύμφωνα με  αποτελέσματα  της απογραφής  δήμοι που ήταν υπερτροφικοί ή συρρικνωμένοι  θα έπρεπε να διχοτομηθούν ή να συνενωθούν με άλλους δήμους[13]. Ωστόσο, στο νομοσχέδιο που δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2004 τα κριτήρια που λήφθηκαν υπόψη για την αναδιάταξη των δήμων ήταν αποκλειστικά εθνοτικά.  Προβλεπόταν, για παράδειγμα,  η ένταξη αλβανικών χωριών στο δήμο της Στρούγκας και του Κίτσεβο ώστε οι Αλβανοί να έχουν πληθυσμιακή υπεροχή και να εκλέγουν άνετα τους δημάρχους. Με τις προτεινόμενες συγχωνεύσεις  οι Αλβανοί θα αποτελούσαν στη Στρούγκα το 54,75% του πληθυσμού, ενώ οι Σλαβομακεδόνες το 34, 58%, στο Κίτσεβο οι Αλβανοί θα ανέρχονταν σε 31.000 και οι Σλαβομακεδόνες θα συρρικνώνονταν σε 21.000 κατοίκους  Για να μην αναγνωριστεί η ισοτιμία της αλβανικής γλώσσας στην πόλη των Σκοπίων αρχικά η κυβέρνηση προσπάθησε να αποτρέψει αναδιάταξη στο δήμο των Σκοπίων, που θα μπορούσε να ανεβάσει το ποσοστό των Αλβανών στο 20%.

 Η συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή άρχισε στις 11 Φεβρουαρίου 2004, αλλά δεν ολοκληρώθηκε λόγω των εσωτερικών  πολιτικών εξελίξεων στην ΠΓΔΜ μετά τον απροσδόκητο θάνατο του Προέδρου Trajkovski στις 26 Φεβρουαρίου 2004. Η προσοχή του πολιτικού κόσμου στράφηκε στις επικείμενες  προεδρικές εκλογές, μετά την απόφαση του Πρωθυπουργού Cervenkovski να διεκδικήσει την Προεδρία. Στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών στις 14 Απριλίου  2004 κανένας  υποψήφιος δεν κέρδισε την απόλυτη πλειοψηφία, αλλά στον δεύτερο γύρο ο Cervenkovski με την αμέριστη υποστήριξη του κόμματος του Ahmeti κατήγαγε περιφανή νίκη έναντι του αντιπάλου του της VMRO-DPMNE  Šasko Kedev με 62%. Στις 13 Μαΐου 2004  o Cervenkovski ανέλαβε τα καθήκοντά του ως Πρόεδρος της χώρας. Στα τέλη Μαΐου σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση με Πρωθυπουργό τον τραπεζίτη (Βλάχο στην καταγωγή)  Hari Kostov. Πολλοί υπολόγιζαν ότι ο νέος Πρωθυπουργός θα ανόρθωνε την παραπαίουσα οικονομία της χώρας και με σκωπτική διάθεση οι πολίτες συνέκριναν τον Kostov με τον Harry Potter. Το ζήτημα της αναδιάταξης των δήμων επανήλθε στην επικαιρότητα, αλλά λόγω της υποστήριξης που παρείχε ο Ahmeti στη Σοσιαλδημοκρατική Ένωση για την εκλογή του Cervenkovski οι Αλβανοί επέβαλαν τους δικούς τους όρους στο νομοσχέδιο. Το πολιτικό μήνυμα του Ahmeti  προς τον  Kostov στις 14.8.2004  ήταν σαφές: αν ο Πρωθυπουργός δεν δεχτεί  το αλβανικό αίτημα για ‘’αλβανοποίηση’’ της Στρούγκας και του Κίτσεβο και  για την αναγνώριση της ισοτιμίας της αλβανικής γλώσσα στα Σκόπια, η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση θα αποχωρήσει από την κυβέρνηση[14]. Έτσι, η αναδιάταξη των δήμων στα Σκόπια, τη Στρούγκα και το Κίτσεβο  σχεδιάστηκε κυρίως με εθνοτικά κριτήρια μετά από ισχυρές αλβανικές πιέσεις. Συμφωνήθηκε στο δήμο των Σκοπίων  να συγχωνευτούν οι αλβανικές περιοχές του Κόντοβο και του Τσαΐρ ώστε οι Αλβανοί να υπερβούν το 20% του πληθυσμού και να αναγνωριστεί η ισοτιμία της αλβανικής γλώσσας. Στον δήμο της Στρούγκας  να συγχωνευτούν  οι αγροτικές περιοχές της ενδοχώρας, πλην της Βεβτσάνης. Ο δήμος του Κίτσεβο να παραμείνει στα τωρινά όρια μέχρι το 2008 και κατόπιν να συγχωνευτούν οι περιοχές Οσλομόϊ, Ζάγιας, Ντρούγκοβο και Βρανεστίνιτσα. Το νομοσχέδιο προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στα Σκόπια και τη Στρούγκα, καθώς οι Σλαβομακεδόνες  δεν είχαν αμφιβολία ότι η νέα πραγματικότητα θα οδηγούσε στη de-facto διχοτόμηση της χώρας. Εκφράστηκαν φόβοι ότι οι Σλαβομακεδόνες θα μεταβάλλονταν σε μειονότητα στη χώρα τους και θα έχαναν τις θέσεις εργασίας στους δήμους που θα περιέρχονταν στους Αλβανούς . Με την υποκίνηση της αντιπολίτευσης άρχισαν να συγκεντρώνονται υπογραφές για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος . Παρά το τεταμένο κλίμα, στις 11 Αυγούστου 2004 η Βουλή με οριακή πλειοψηφία 61 ψήφων (σε σύνολο 120 βουλευτών) ψήφισε το νομοσχέδιο. Έξι Σλαβομακεδόνες βουλευτές του κυβερνώντος  συνασπισμού διαφοροποιήθηκαν από την επίσημη γραμμή και καταψήφισαν το νομοσχέδιο. Η ψήφιση του νομοσχεδίου χαιρετίστηκε από την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ ως ένα θετικό βήμα για την ένταξη της ΠΓΔΜ  στους οργανισμούς αυτούς. Ωστόσο, οι δυναμικές κινητοποιήσεις της αντιπολίτευσης συνεχίστηκαν και συγκεντρώθηκαν 180.000 υπογραφές. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε τελικά στις αρχές Σεπτεμβρίου  να ορίσει την 7η Νοεμβρίου 2004 ως ημέρα διεξαγωγής του δημοψηφίσματος. Οι Αλβανοί απείλησαν ότι σε περίπτωση επιτυχίας του δημοψηφίσματος θα διοργάνωναν αντιδημοψήφισμα  για  την απόσχισή τους από την ΠΓΔΜ.  Η κυβέρνηση  κάλεσε τους πολίτες σε αποχή, επισημαίνοντας ότι η τυχόν απόρριψη του νόμου θα έφραζε το δρόμο της ΠΓΔΜ  προς την Ε.Ε. Δεν δίστασε   να εκτοξεύσει ακόμα και απειλές στους πολίτες  (απώλεια εργασίας κλπ.). Έτσι, το μένος των Σλαβομακεδόνων πολιτών κατά του νέου νόμου άρχισε σταδιακά να υποχωρεί λόγου του αδιεξόδου. Στο φορτισμένο αυτό κλίμα η αναγνώριση της ΠΓΔΜ από τις Ηνωμένες Πολιτείες με το συνταγματικό της όνομα ‘’Δημοκρατία της Μακεδονίας’’ στις  4 Νοεμβρίου 2004 επέδρασε καταλυτικά στην αποτυχία του δημοψηφίσματος. Την ημέρα της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος, στις 7  Νοεμβρίου 2004, στις κάλπες   προσήλθαν μονάχα 436.202 πολίτες ( ήταν απαραίτητη η συμμετοχή 854.769 ψηφοφόρων, δηλαδή το 50%,  για να είναι έγκυρο το δημοψήφισμα) . Από τους ψηφίσαντες  οι 409.886 καταψήφισαν το νόμο.

Η απόφαση της Αμερικής να αναγνωρίσει την ΠΓΔΜ με το συνταγματικό της όνομα δεν αποτέλεσε έκπληξη. Ήδη στις  30 Ιουνίου 2003 η Αμερική είχε υπογράψει με την ΠΓΔΜ συμφωνία για τη μη έκδοση Αμερικανών στρατιωτών στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, στην οποία η ΠΓΔΜ αναφέρθηκε ως ‘’Δημοκρατία της Μακεδονίας’’. Έκπληξη προκάλεσε στην Ελλάδα ο άκομψος τρόπος και η συγκεκριμένη χρονική στιγμή της αναγνώρισης, αλλά για την Αμερική υπήρχαν ορισμένοι παράγοντες που δεν μπορούσαν να αγνοηθούν. 1) η αναγνώριση θα απέτρεπε την καθολική συμμετοχή στο δημοψήφισμα και κατά συνέπεια ο νέος νόμος για την αποκέντρωση θα μπορούσε να τεθεί σε ισχύ. Είχε ασκηθεί από τα κυβερνητικά κόμματα και την αστυνομία τρομοκρατία για το μποϋκοτάζ του δημοψηφίσματος,  και η αναγνώριση έδωσε τη χαριστική βολή. Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή η Αμερική δεν επιθυμούσε ταραχές στα Σκόπια, που αναπόφευκτα θα ξεσπούσαν, αν ο νόμος για την αποκέντρωση καταψηφιζόταν στο δημοψήφισμα.  Οι Αλβανοί θα προχωρούσαν σε αντιδημοψήφισμα για την απόσχιση και η χώρα θα προσέφευγε  σε πρόωρες εκλογές. H ατμόσφαιρα  ηλεκτρίστηκε   και από την πολιτική πλατφόρμα για την αυτοδιάθεση των Αλβανών που είχε επεξεργαστεί το ‘’Παγκόσμιο Συμβούλιο των Αλβανών’’ στη Δίβρα στις 27 Οκτωβρίου 2004[15]Επιστροφή της αντιπολίτευσης στην εξουσία δεν ήταν επιθυμητή από τους Αμερικανούς τη συγκεκριμένη περίοδο. 2) Σε σημαντική μερίδα των Σλαβομακεδόνων ήταν διάχυτη η πεποίθηση  ότι η Αμερική υπέθαλπε τον αλβανικό σεπαρατισμό. Η κρίση του 2001 είχε δημιουργήσει στα Σκόπια ένα αντιαμερικανικό και φιλορωσικό  κλίμα. Με την αναγνώριση η Αμερική προσπάθησε να  αντιστρέψει αυτό το κλίμα. 3) Η αναγνώριση ήταν και μια ανταμοιβή στην ΠΓΔΜ για τη συστράτευσή της στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Οι επίλεκτες αστυνομικές δυνάμεις, οι Λέοντες, σήμερα μάχονται στο Ιράκ. 4) Η ΠΓΔΜ είναι ένα αμερικανικό προτεκτοράτο. Στα τέλη Δεκεμβρίου 2004, λίγες εβδομάδες μετά την αναγνώριση της ΠΓΔΜ από την Αμερική,   υπογράφτηκε η Συμφωνία μεταξύ Βουλγαρίας, ΠΓΔΜ  και Αλβανίας  για την κατασκευή του αγωγού Μπουργκάς- Αυλώνας, έργο της αμερικανικής εταιρείας AMBO (Albanian-Macedonian –Bulgarian  Oil pipeline). Ο αγωγός αυτός είναι ανταγωνιστικός του αγωγού Μπουργκάς –Αλεξανδρούπολης, στην κατασκευή του οποίου συμμετέχουν και ρωσικές εταιρείες.  Η κατασκευή του αγωγού Μπουργκάς-Αυλώνας δεν έχει αρχίσει ακόμα (λόγω της κυβερνητικής κρίσης στη Βουλγαρία το 2005 και των επικείμενων προεδρικών εκλογών,  της επιθυμίας της Αλβανίας να αντικατασταθεί η Αυλώνα ως τουριστικός χώρος με άλλο αλβανικό λιμάνι), αλλά η AMBO δεν έχει παραιτηθεί από το σχέδιο. Αντίθετα, η κατασκευή του αγωγού Μπουργκάς –Αλεξανδρούπολης ίσως καταστεί προβληματική. Κωλυσιεργεί  το κόμμα του Axmed Dogan στη Βουλγαρία και ίσως ασκούνται και αμερικανικές πιέσεις στη βουλγαρική κυβέρνηση να ματαιώσει την κατασκευή του, δεδομένου ότι βασική αρχή της αμερικανικής πολιτικής είναι η απεξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό πετρέλαιο.     

Η αναγνώριση της ΠΓΔΜ από την Αμερική δημιούργησε ένα κλίμα ευφορίας και πανηγυρισμών στα Σκόπια.[16]Ο Πρόεδρος Cervenkovski  και ολόκληρος ο πολιτικός κόσμος της χώρας  χαιρέτισαν το γενναίο βήμα της Αμερικής ως έμπρακτη απόδειξη του ενδιαφέροντος της Ουάσιγκτον για τη σταθερότητα της ΠΓΔΜ. [17] Η Αμερική χαρακτηρίστηκε ως στρατηγικός εταίρος της ΠΓΔΜ  που έχει συμφέροντα στη νευραλγική περιοχή των Βαλκανίων. Ο Vladimir Gligorov, γιος του πρώην  Προέδρου Kiro Gligorov και σύμβουλος του τωρινού Προέδρου Cervenkovski,   απέδωσε την απόφαση της Αμερικής σε 3 κυρίως λόγους: στην πρόθεση της Ουάσιγκτον να υπονομευτεί το δημοψήφισμα, στο ενδιαφέρον της Αμερικής για τη σταθερότητα της ΠΓΔΜ και στην ανάγκη ανταμοιβής της ΠΓΔΜ για τη συμμετοχή της στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας.[18] Από τον αλβανικό πολιτικό χώρο την αναγνώριση των Σκοπίων από την Αμερική επικρότησαν η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση και το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας.

Ωστόσο, οι πανηγυρισμοί επισκιάστηκαν σύντομα από την αιφνίδια παραίτηση της κυβέρνησης Kostov.  Η κωλυσιεργία των Αλβανών στο κυβερνητικό έργο, η εξάρτηση των Αλβανών υπουργών από τον Ahmeti, η εμπλοκή του Αλβανού υπουργού Agron Buxhaku (αλλά και Σλαβομακεδόνων  υπουργών ) σε οικονομικά σκάνδαλα προκάλεσαν κυβερνητική κρίση. Νέα κυβέρνηση σχημάτισε τον Δεκέμβριο ο Vlado Bučkovski (Βλάντο Μπουτσκόφσκυ), ο αρχηγός της Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης, μετά την μεταπήδηση του Cervenkovski στην Προεδρία. Είναι γενικά πολιτικός χαμηλών τόνων,  ενδοτικός,  και απολαμβάνει της εύνοιας των Αμερικανών.   Η νέα κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με την κρίση του Κόντοβο. Ένοπλες ομάδες Κοσοβάρων υπό τον κατηγορούμενο για εγκλήματα πολέμου Agim Krasniqi κατέλαβαν το χωριό Κόντοβο, κοντά στην πόλη των Σκοπίων, και απαίτησαν τη χορήγηση  αμνηστίας. Μόνο μετά από αργόσυρτες διαπραγματεύσεις με κυβερνητικούς εκπροσώπους  και την προσωπική παρέμβαση του Ahmeti  και του Πρωθυπουργού του Κοσόβου  Ramush Haradinaj η ομάδα αποσύρθηκε από το χωριό, αλλά παρέμεινε άγνωστος ο τόπος μεταφοράς του οπλισμού.

Στα τέλη του 2004 οι περισσότεροι νόμοι που σχετίζονταν με τη Συμφωνία της Αχρίδας είχαν ψηφιστεί. Αλλά η Συμφωνία της Αχρίδας ήταν ένα πλαίσιο με αρκετές ασάφειες στις διατάξεις της. Έτσι, άφηνε στους Αλβανούς περιθώρια περαιτέρω διεκδικήσεων. Καθώς το Δημοκρατικό Κόμμα των Αλβανών και το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας είχαν πολιτικά περιθωριοποιηθεί, έθεταν ριζοσπαστικά αιτήματα  σε μια επίδειξη υπέρμετρης εθνικοφροσύνης,  στην οποία τους Xhafëri και Abdurrahman Ηaliti  συναγωνιζόταν  και το κόμμα του Αhmeti,  αλλά με μια σκόπιμη διγλωσσία, ώστε να μην αμφισβητηθεί η νομιμοφροσύνη του.   Ενόψει των επικείμενων δημοτικών εκλογών το Δημοκρατικό Κόμμα των Αλβανών και το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας τόνισαν ότι θα αναλάβουν πρωτοβουλία για την αλλαγή του συντάγματος ώστε να πραγματοποιηθεί η ‘’περιφερειοποίηση’’ της χώρας[19]. Αν και δεν αποσαφήνισαν τον όρο ‘’περιφερειοποίηση’’,  προφανώς εννοούσαν τη συνένωση των αλβανικών δήμων σε μια ευρεία περιφέρεια. Αμέσως ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Δημοκρατικής Ένωσης για την Ολοκλήρωση, Rafis Aliti, δήλωσε ότι το κόμμα του θα στηρίξει την πρωτοβουλία. Αλλά, καθώς ο όρος ‘’περιφερειοποίηση’’ μπορούσε να ερμηνευτεί  ως de-facto απόσχιση, η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση  ως σύνολο απέρριψε την πρόταση και χαρακτήρισε  τις δηλώσεις του Aliti ως προσωπικές.[20]

Το ότι η Συμφωνία της Αχρίδας δεν κατάφερε να εξαλείψει το εθνοτικό χάσμα Αλβανών και Σλαβομακεδόνων επισημάνθηκε  στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά του ρατσισμού και της International Crisis Group τον Φεβρουάριο του 2005. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του ρατσισμού  ανέφερε στην έκθεσή της ότι,  παρόλο που η Συμφωνία της Αχρίδας συνιστά βελτίωση της θέσης των Αλβανών, με τις συγκρούσεις του 2001 καταστράφηκαν οι γέφυρες επικοινωνίας  και αυξήθηκε η αμοιβαία εχθρότητα και δυσπιστία. Οι πολιτικοί ηγέτες, οι διανοούμενοι, οι θρησκευτικοί αρχηγοί εμμένουν σε θέσεις που διαιωνίζουν το εθνοτικό μίσος, ενώ είναι ανύπαρκτες από τη βάση οι κινήσεις πολιτών.[21] Η International Crisis Group επισήμανε ότι η ΠΓΔΜ δεν είναι ώριμη για αποκέντρωση, ότι το  εθνοτικό χάσμα παραμένει αγεφύρωτο, ότι η κυβερνητική υποστήριξη της αποκέντρωσης είναι ρητορική παρά πρακτική, ότι η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση πρέπει να διαβεβαιώσει τους Σλαβομακεδόνες για την ισοτιμία τους με τους Αλβανούς στους αλβανικούς δήμους, ότι η κυβέρνηση επιβιώνει όχι λόγων εσωτερικής συνοχής και πολιτικής δύναμης, αλλά λόγω έλλειψης εναλλακτικής  λύσης[22]. Έρευνα πεδίου που πραγματοποιήθηκε δύο χρόνια μετά την υπογραφή της συμφωνίας της Αχρίδας από το International Center for Minority Studies and Intercultural Relations της Σόφιας διαπίστωσε το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ Αλβανών και Σλαβομακεδόνων. Οι Σλαβομακεδόνες πολίτες διακατέχονταν από σκεπτικισμό, μοιρολατρία, απάθεια και αδιαφορία για το πολιτικό τους  μέλλον. Οι Αλβανοί, αντίθετα, από αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία, πιστεύοντας ότι το μέλλον τούς ανήκει από κάθε άποψη- δημογραφική, πολιτική, οικονομική, κοινωνική.[23]

   Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η βασιμότητα των απαισιόδοξων αυτών εκτιμήσεων. Μετά το 2001 νομιμοποιήθηκε το apartheid, τέθηκαν διαχωριστικές γραμμές, οι Αλβανοί διαγράφουν με μεθοδικότητα τις περιοχές που de-facto επιδιώκουν να ‘’αποσχίσουν’’ και δεν χαλιναγωγούνται από κανέναν εξωτερικό παράγοντα. Η πολυπολιτισμικότητα είναι στην ουσία νεκρό γράμμα.  Τα σύνορα μεταξύ Κοσόβου και ΠΓΔΜ είναι  διάτρητα και η επικοινωνία των Αλβανών σε όλα τα επίπεδα εφικτή. Οι Αλβανοί πολιτικοί δεν συμμετέχουν στις επίσημες γιορτές των Σλαβομακεδόνων, ούτε στην εθνική γιορτή της 2ης Αυγούστου, επετείου της εξέγερσης του Ίλιντεν (1903) και της ίδρυσης του κράτους των Σκοπίων (1944).     

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι  οι Σλαβομακεδόνες πολίτες δυσαρεστήθηκαν από την ενδοτική πολιτική της Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης στην αντιμετώπιση του αλβανικού προβλήματος. Η δυσαρέσκεια εκφράστηκε στις δημοτικές εκλογές του Μαρτίου του 2005.  Παρά τις σοβαρές  παρατυπίες και τη νοθεία που σημειώθηκαν και στους δύο γύρους των δημοτικών εκλογών, η VMRO-DPMNE κέρδισε τους σημαντικότερους δήμους (Στίπ, Βέλες, Στρώμνιτσα, Ρέσνα, Κοτσάνη, Γευγελή, Κρίβα Παλάνκα,  Ντέλτσεβο, Βίνιτσα),  συμπεριλαμβανομένου και του δήμου των Σκοπίων, όπου ο ανεξάρτητος, αλλά υποστηριζόμενος από την αντιπολίτευση επιχειρηματίας Trifon Kostovski  εκτόπισε από τον πρώτο γύρο με μεγάλη διαφορά τον  Risto Penov. Η Σοσιαλδημοκρατική Ένωση κέρδισε συνολικά 36 δήμους, η VMRO-DPMNE  21 δήμους και η VMRO-Narodna Partija του Georgievski  3 δήμους.[24] Στον αλβανικό πολιτικό χώρο η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση συνέτριψε από τον πρώτο γύρο τον συνασπισμό του Δημοκρατικού Κόμματος των Αλβανών με το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας, αλλά με εκτεταμένη νοθεία και τρομοκρατία. Οι Xhafëri και Haliti  απαίτησαν την ακύρωση του πρώτου γύρου των εκλογών. Καθώς το αίτημά τους δεν έγινε δεκτό, τα δύο αλβανικά κόμματα της αντιπολίτευσης  απείχαν από το δεύτερο γύρο των εκλογών. [25] Έτσι, ο Αhmeti μονοπώλησε  τη νίκη. Το κόμμα του κέρδισε 15 δήμους, μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονται οι δήμοι της Δίβρας, του Γκόστιβαρ, του Τετόβου, του Αρατσίνοβο και της επίμαχης Στρούγκας, όπου οι Σλαβομακεδόνες προτίμησαν να  μποϋκοτάρουν τις εκλογές παρά να προβούν σε μαζικές διαδηλώσεις. Η εκτίμηση των παρατηρητών του ΟΑΣΕ ήταν ότι οι εκλογές  διεξήχθηκαν σε ειρηνικό κλίμα, αλλά δεν ήταν αδιάβλητες. [26] Αντιδρώντας στην όλη εκλογική διαδικασία, ο Xhafëri κήρυξε αποχή του κόμματός του από τις εργασίες της Βουλής κατά τακτά χρονικά διαστήματα. 

Μετά τις δημοτικές εκλογές ένα άλλο ζήτημα που έγινε αντικείμενο αντιπαραθέσεων μεταξύ Σλαβομακεδόνων και Αλβανών ήταν αυτό των συμβόλων του κράτους. Παρερμηνεύοντας μια διάταξη της Συμφωνίας της Αχρίδας για τον καθορισμό των συμβόλων των εθνοτήτων, στελέχη της Δημοκρατικής Ένωσης για την Ολοκλήρωση, διακρίνοντας τα εθνικά από τα κρατικά σύμβολα, επισήμαναν την    ανάγκη αλλαγής της κρατικής σημαίας των Σκοπίων, του κρατικού ύμνου και καθορισμού νέας σημαίας για τους Σλαβομακεδόνες, θεωρώντας ωστόσο αυτονόητο ότι για τους Αλβανούς της ΠΓΔΜ ισχύει η σημαία του Σκεντέρμπεη, η σημαία του αλβανικού έθνους και κράτους.[27] Ταυτόχρονα, έχοντας ως βάση το νόμο για την ισοτιμία της αλβανικής γλώσσας, απαίτησαν η αλβανική σημαία να αναρτάται σε κάθε περιοχή που οι Αλβανοί αποτελούν το 20%.  Την ίδια άποψη υποστήριξε και ο Xhafëri. Η Σοσιαλδημοκρατική Ένωση, ερμηνεύοντας κατά γράμμα τη σχετική διάταξη, αρνήθηκε κάθε συζήτηση για αλλαγή της σημαίας, του εθνικού ύμνου και του εθνοσήμου της χώρας,[28] ενώ η VMRO απαίτησε οι Αλβανοί της ΠΓΔΜ να αναρτούν μια σημαία διαφορετική από αυτή του αλβανικού κράτους. Μετά από αμοιβαίες υποχωρήσεις τελικά καταρτίστηκε  ένα νομοσχέδιο που προέβλεπε η επίσημη αλβανική σημαία να αναρτάται στα δημαρχεία των δήμων, όπου οι Αλβανοί αποτελούν την απόλυτη πλειοψηφία,  καθημερινά και για όλο το χρόνο,  δίπλα στην κρατική σημαία. Αν σε έναν μικρό δήμο οι Τούρκοι ή οι Αθίγγανοι αποτελούσαν την πλειοψηφία,  θα κυμάτιζε η τουρκική σημαία ή  μια συμβολική σημαία των Αθιγγάνων, δίπλα στην κρατική σημαία. [29] Με την αποχή της αντιπολίτευσης  το νομοσχέδιο ψηφίστηκε στις 15 Ιουλίου 2005. [30] Η αλβανική σημαία  μπορεί πλέον  να αναρτάται  επίσημα σε 16 δήμους, αλλά αναγκαστικά δίπλα στην  επίσημη κρατική σημαία των Σκοπίων. Ωστόσο, οι Αλβανοί καταστρατηγούν  συχνά το νόμο και αναρτούν μονάχα την αλβανική σημαία. Προκλητική υπήρξε για παράδειγμα η στάση του κόμματος του Ahmeti  κατά τη διεξαγωγή του πρώτου του συνεδρίου τον Νοέμβριο του 2005. Στο συνεδριακό χώρο αναρτήθηκε μονάχα η αλβανική σημαία και ανακρούστηκε μόνο ο αλβανικός εθνικός ύμνος, με αποτέλεσμα οι Σλαβομακεδόνες πολιτικοί που είχαν προσκληθεί στο συνέδριο να εγκαταλείψουν προκλητικά την αίθουσα, χαρακτηρίζοντας αντισυνταγματική την όλη διαδικασία. [31] Με την επίσημη καθιέρωση των συμβόλων των διαφόρων εθνοτήτων αλλοιώθηκε και τυπικά η εθνική φυσιογνωμία της χώρας. Την 1η Ιουλίου 2004  τέθηκε επίσημα σε εφαρμογή ο νόμος για την αποκέντρωση, αλλά η αποκέντρωση προχωρεί με αργούς ρυθμούς λόγω έλλειψης κτιριακών εγκαταστάσεων, υπαλληλικού προσωπικού και οικονομικών πόρων.

 Κατά τις εκτιμήσεις Αλβανών πολιτικών αναλυτών η Συμφωνία της Αχρίδας  συνιστά επαναφορά του συντάγματος του 1974 με το οποίο οι Αλβανοί είχαν αναγνωριστεί ισότιμο συνταγματικό έθνος. Αλλά τότε υπήρχε ένα ενιαίο κράτος,  η Σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία , στην οποία τα εσωτερικά σύνορα ήταν διοικητικά. Σε περίπτωση αποσχιστικών κινήσεων των Αλβανών της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας ήταν  τότε δεδομένη η βοήθεια των Σέρβων προς τους Σλαβομακεδόνες . Με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας  και τη δημιουργία εθνικών κρατών οι Αλβανοί του Κοσόβου, της ΠΓΔΜ,  όπως  και οι Σέρβοι της Κράϊνας, μεταβλήθηκαν σε μειονότητα. Ωστόσο, οι  Αλβανοί στην ΠΓΔΜ δεν αυτοθεωρούνται μειονότητα. Αναγνωρίστηκαν ως συνταγματικό έθνος, αλλά μακροπρόθεσμα  επιδιώκουν την ισοτιμία τους με τους Σλαβομακεδόνες, κινούνται προς την κατεύθυνση της ομοσπονδοποίησης της ΠΓΔΜ  και θέτουν νέα αιτήματα- αναγνώριση της ισοτιμίας της αλβανικής γλώσσας και στο στρατό, θέσπιση της Αντιπροεδρίας, καθιέρωση της 13ης Αυγούστου ως εθνικής γιορτής, όπως και της 28ης Νοεμβρίου, ημέρας της ίδρυσης του αλβανικού κράτους to 1912. Στην πρόταση του Bučkovski να καθιερωθεί η 24η Μαΐου,  ημέρα των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, ως εθνική γιορτή στην ΠΓΔΜ, οι Αλβανοί αντιπρότειναν και την καθιέρωση της 7ης Μαρτίου, επετείου της ίδρυσης του πρώτου αλβανικού σχολείου στην Κορυτσά το 1887 το οποίο, ως γνωστόν, είχε κλείσει σύντομα λόγω έλλειψης  μαθητών. (Οι οθωμανικές αρχές του Αβδούλ  Χαμίτ Β΄ είχαν επιτρέψει την ίδρυση  του σχολείου υπό τον όρο να μη φοιτούν μουσουλμάνοι Αλβανοί. Αλλά καθώς οι ορθόδοξοι Αλβανοί προτιμούσαν  τη φοίτηση σε ελληνικά σχολεία, στο πρώτο αλβανικό σχολείο φοιτούσαν   μουσουλμάνοι Αλβανοί, κάτι ασυμβίβαστο με  την πανισλαμική ιδεολογία του Αβδούλ Χαμίτ Β΄. Όταν το 1912/13 η Αυστροουγγαρία ίδρυσε το ανεξάρτητο αλβανικό κράτος-οι Αλβανοί ποτέ  δεν είχαν ζητήσει ανεξαρτησία-δεν υπήρχε ούτε ένα αλβανικό σχολείο). Επωφελούμενοι από την αποκέντρωση, αποφάσισαν να ιδρύσουν στο Τέτοβο μνημείο για τα θύματα του Balli Kombëtar στη σύγκρουσή του με τους Σλαβομακεδόνες παρτιζάνους το Νοέμβριο του 1944. Στο Αρατσίνοβο έχουν ήδη ανεγείρει μνημείο για τα θύματα του UÇK κατά τις συγκρούσεις του 2001.[32] Στην πρόθεση των Σλαβομακεδόνων να ανεγείρουν το άγαλμα του Φιλίππου του Β΄ και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι Αλβανοί απειλούν  με την ανέγερση του ανδριάντα του Σκεντέρμπεη στο Τσαΐρ και οι Τούρκοι του Ατατούρκ.[33] Στην Ισλαμική Ένωση (Bashkësia Islame)  έχουν διεισδύσει ισλαμικά φονταμενταλιστικά στοιχεία  που χρησιμοποιούν την ασυλία της θρησκευτικής αυτής οργάνωσης για ‘’ξέπλυμα βρώμικου χρήματος’’.[34] Στην όλη υπόθεση ενεπλάκη και ο πρώην μουφτής των Σκοπίων Ζenu Berisha, ενώ ο αρχιμουφτής της Ισλαμικής Ένωσης, Ulema Arif Emini, λόγω των πιέσεων ισλαμικών κύκλων,   εξαναγκάστηκε σε παραίτηση.[35]   Τον Αύγουστο του 2005 ο Krasniqi και η ομάδα του, συνδεδεμένοι με τους  φονταμενταλιστικούς αυτούς κύκλους,  κατέλαβαν πάλι το Αρατσίνοβο, όπου λειτουργεί σχολή ισλαμικών σπουδών για τους Αλβανούς, και απαίτησαν τελεσιγραφικά τη χορήγηση αμνηστίας.  Φοβούμενος μια ένοπλη σύγκρουση με τις  ένοπλες αλβανικές ομάδες ο Πρωθυπουργός της χώρας αμνήστευσε τον Krasniqi κατά έναν σκανδαλώδη τρόπο.

Ένα μεγάλο μέρος των Αλβανών του Κοσόβου και της ΠΓΔΜ ζει στο πνεύμα της ύστερης οθωμανικής περιόδου και οραματίζεται την αναβίωση του Βιλαετίου του Κοσόβου με πρωτεύουσα τα Σκόπια. Οι Αλβανοί, των οποίων η εθνική ταυτότητα    είναι αδιαφιλονίκητη, γνωρίζουν τις εγγενείς αδυναμίες των Σλαβομακεδόνων-ευάλωτη και αμφισβητούμενη ταυτότητα από τα γειτονικά κράτη, ατολμία και αναποφασιστικότητα της αστυνομίας και του στρατού να συγκρουστεί  μετωπικά με τους Αλβανούς, ηττοπάθεια και συμβιβαστική διάθεση της πολιτικής ηγεσίας. Η σλαβομακεδονική πλευρά ικανοποιεί πολλά αιτήματα των Αλβανών και, το σπουδαιότερο, διαχωρίζει πλέον το αλβανικό ζήτημα της ΠΓΔΜ από το πρόβλημα του Κοσόβου. Η σημερινή κυβέρνηση, σε πλήρη αντίθεση με το παρελθόν,  δεν θεωρεί ότι ένα  ανεξάρτητο Κόσοβο συνιστά απειλή για τη σταθερότητα της περιοχής, εφόσον εκεί επικρατήσουν δημοκρατικοί θεσμοί και επέλθει συμφωνία μεταξύ της ΠΓΔΜ και των Κοσοβάρων για την οριστική οροθέτηση του Κοσόβου με την ΠΓΔΜ. Την ίδια άποψη εκφράζουν και οι Αλβανοί πολιτικοί ηγέτες του Κοσόβου. Ο νέος Πρόεδρος  του Κοσόβου, Fatmir Sejdiu, εκτιμά ότι μετά την ανεξαρτητοποίηση της πρώην αυτής σερβικής επαρχίας θα διευθετηθεί και η οροθέτηση του Κοσόβου με την ΠΓΔΜ, το μόνο ζήτημα που εκκρεμεί  στις σχέσεις  Σκοπίων και Πρίστινας.  Ο Hasim Thaçi δεν θεωρεί ότι ένα ανεξάρτητο Κόσοβο θα επηρεάσει την ΠΓΔΜ, η οποία οδεύει προς τον ‘’εξευρωπαϊσμό.’’       

Τα αλβανικά κόμματα της αντιπολίτευσης, δυσαρεστημένα από την περιθωριοποίησή τους, επικρίνουν τον Ahmeti για  τον τρόπο εφαρμογής της Συμφωνίας της Αχρίδας. Ο Xhafëri ετοιμάζει την έκδοση της ‘’Λευκής Βίβλου των γεγονότων του 2001’’ για να αποδείξει ότι η κρίση του 2001 σκηνοθετήθηκε από τους Cervenkovski  και Ahmeti  απλά για να ανέλθουν  στην εξουσία και όχι για τη βελτίωση της θέσης των Αλβανών[36]. Η Συμφωνία της Αχρίδας, πάντα κατά την αλβανική αντιπολίτευση, εφαρμόζεται κατά κωμικό τρόπο. Για παράδειγμα στη Βουλή, όταν ένας Αλβανός βουλευτής αγορεύει απλά με την κομματική του ιδιότητα, μπορεί να χρησιμοποιεί την αλβανική γλώσσα, ενώ ως υπεύθυνος μιας μικτής κοινοβουλευτικής επιτροπής πρέπει να αγορεύει στη σλαβομακεδονική. Όλα τα επίσημα έγγραφα (κυβερνητικά, προεδρικά  υπουργικά, κοινοβουλευτικά κλπ.) συντάσσονται μονάχα στη σλαβομακεδονική. Στους  δημόσιους οργανισμούς απασχολείται μονάχα το 11% των Αλβανών και όχι το 25%, ανάλογα με την πληθυσμιακή δύναμη των Αλβανών, ενώ στο στρατό, στο δικαστικό σώμα, στην αστυνομία, στην κρατική ασφάλεια το ποσοστό των Αλβανών ανέρχεται μονάχα σε 4-5%.[37] Παρά την οικονομική αποκέντρωση,  οι σημαντικοί τομείς της δημόσιας οικονομίας ελέγχονται από την κεντρική εξουσία, ενώ φαινόμενα διαφθοράς κυριαρχούν στο κυβερνητικό στρατόπεδο.[38]

Η κριτική του Xhafëri στον Ahmeti  πρέπει να αποδοθεί και σε λόγους εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης και κομματικής εκμετάλλευσης. Ο Αλβανός ηγέτης της αντιπολίτευσης στην ουσία απαιτεί την ομοσπονδοποίηση της χώρας. Αυτή η εθνικιστική ρητορική της αντιπολίτευσης εξαναγκάζει τη Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση να διολισθαίνει σε ριζοσπαστικές θέσεις, αλλά με μια προσχηματική διγλωσσία. Ο απώτερος στόχος των Αλβανών είναι κοινός-ομοσπονδοποίηση  και απόσχιση, αν ευνοήσουν οι διεθνείς συγκυρίες. Και τα κυβερνητικά κόμματα κατηγορούν τη VMRO-DPMNE και το κόμμα του Xhafëri ότι στην κρίση του 2001 επιδίωξαν τη διάλυση του κράτους. Αλλά και   ο Ahmeti , όντας στην αντιπολίτευση μετά τις εκλογές της 5ης Ιουλίου 2005,, καταφεύγει στην προηγούμενη εθνικιστική ρητορική του  Xhafëri. Απαιτεί από την κυβέρνηση    Gruevski, στην οποία συμμετέχει το κόμμα του Xhafëri, την αναγνώριση της αλβανικής γλώσσας ως επίσημης σε όλα τα επίπεδα, τη συνταξιοδότηση των οικογενειών των μαχητών του UÇK που έπεσαν στο πεδίο της μάχης  και τη συμμετοχή στις κυβερνήσεις του αλβανικού κόμματος που αναδεικνύεται πρώτο στις εκλογές. Για ένα περίπου χρόνο το κόμμα του Ahmeti  απείχε από τις εργασίες της Βουλής σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη μη συμμετοχή  του στην κυβέρνηση  Gruevski

   Η αλβανοφοβία των Σλαβομακεδόνων, αλλά και η ανάγκη προβολής μιας ‘’ευρωπαϊκής’’ εικόνας προς τα έξω,  εκφράστηκε και στην πολιτικοποιημένη σλαβομακεδονική ιστοριογραφία, όπου προβάλλονται οι δήθεν κοινοί απελευθερωτικοί αγώνες των Σλαβομακεδόνων  και των Αλβανών στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού αιώνα.[39] Ιστορικά πρόκειται για μια πολύ περιορισμένης εμβέλειας προπαγανδιστική δράση Βουλγαρομακεδόνων και Αλβανών για την προώθηση μεταρρυθμίσεων στα βιλαέτια των ευρωπαϊκών κτήσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στην εξέγερση του Ίλιντεν (1903)  οι Αλβανοί δεν συμμετείχαν, παρά μονάχα ως λαθρέμποροι όπλων, ενώ και κατά τη μεγάλη αλβανική εξέγερση του 1912 οι Βουλγαρομακεδόνες κομιτατζήδες δεν συνεργάστηκαν με τους Αλβανούς.[40]  Στα σχολικά εγχειρίδια προστέθηκαν πολλά γεγονότα της αλβανικής ιστορίας, αλλά εντελώς περιγραφικά και ενημερωτικά, ενώ τα επίμαχα ζητήματα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι δυτικές περιοχές της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας εντάχθηκαν στη ‘’Μεγάλη Αλβανία’, αναφέρονται περιθωριακά. Περισσότερο καταδικάζεται η πολιτική της φασιστικής Ιταλίας και της Ναζιστικής Γερμανίας, ενώ οι Μπαλίστες δεν κατονομάζονται.[41] Ιδιαίτερα εξαίρονται τα πολιτιστικά επιτεύγματα των Αλβανών στη Σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία [42]ενώ αποσιωπάται πλήρως το αλβανικό ζήτημα.  Επειδή οι μνήμες των ένοπλων συγκρούσεων του 2001 είναι ακόμα νωπές στις νέες γενιές και δηλητηριάζουν τις  σχέσεις  Αλβανών και Σλαβομακεδόνων μαθητών, η Επιτροπή του Ελσίνκι για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και το Κέντρο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Διευθέτησης Κρίσεων χρηματοδότησε την έκδοση μιας μπροσούρας με τίτλο ‘’Η κατανόηση της σύγχρονης ιστορίας’’, με σκοπό τη ‘’λύση των παρεξηγήσεων’’.   Στη συγγραφή της συμμετείχαν 25 καθηγητές από 24 σλαβομακεδονικά και αλβανικά σχολεία μέσης εκπαίδευσης. Δεν πρόκειται για καρπό ιστορικής έρευνας. Ούτε αναζητήθηκαν τα αίτια της σύγκρουσης ούτε κατονομάσθηκαν πρόσωπα και γεγονότα ούτε αποδόθηκαν ευθύνες σε κάποια πλευρά.. Απλά  αναφέρθηκε ότι συγκρούστηκε ο UÇK με τις δυνάμεις  ασφαλείας των Σκοπίων και ότι ένα μέρος του αλβανικού πληθυσμού υποστήριξε τον UÇK, ενώ ένα μέρος των Σλαβομακεδόνων τις δυνάμεις ασφαλείας. Ιστορικοί και στρατιωτικοί αναλυτές των Σκοπίων χαρακτήρισαν τη μπροσούρα περισσότερο  ως ψυχολογικό βάλσαμο παρά ως  ιστορική μελέτη.[43] Διαφορετική είναι η άποψη του Αλβανού Ιστορικού Muzafer Bislimi, δημάρχου του  Aračinovo και επιστημονικού συνεργάτη του Ινστιτούτου Εθνικής Ιστορίας των Σκοπίων. Κατά τη γνώμη  του το ευρωπαϊκό μοντέλο απαιτεί να μην υπάρχουν στα  σχολικά εγχειρίδια πολλές λεπτομέρειες και απαριθμήσεις για να διευκολύνονται οι μαθητές. Η  ανάλυση και η διαφώτιση των γεγονότων είναι έργο της επιστήμης.[44] Με άλλα λόγια,  σε περιοχές όπου υπάρχουν εθνοτικά προβλήματα, στους μαθητές δεν πρέπει να καλλιεργείται  ένα προβληματισμός ούτε να θίγονται στα σχολικά  εγχειρίδια ζητήματα σχετικά με τη βαριά κληρονομιά του παρελθόντος.

  Αναμφίβολα, οι Σλαβομακεδόνες έχουν επίγνωση του αλβανικού κινδύνου. Καθώς το κράτος δεν έχει εσωτερική συνοχή, αναζητούν σανίδα σωτηρίας στην ένταξη στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο ΝΑΤΟ δεν πρόκειται να ενταχθούν πριν από το 2008, ενώ με την κρίση που διέρχεται η Ευρώπη δεν μπορεί να προβλεφθεί το χρονικό πλαίσιο της  ένταξης της ΠΓΔΜ  στην Ε.Ε.  Λόγω των παραχωρήσεων των Σλαβομακεδόνων προς τους Αλβανούς, αλλά και της αναγνώρισης της ΠΓΔΜ από την Αμερική ως ‘’Δημοκρατία της Μακεδονίας’’, η κυβέρνηση των Σκοπίων παραμένει αδιάλλακτη στην επίλυση του    ζητήματος της ονομασίας που εκκρεμεί στις σχέσεις ΠΓΔΜ και Ελλάδας. Οι Σλαβομακεδόνες βλέπουν  μια συμβιβαστική λύση στο όνομα ( Νέα Δημοκρατία της Μακεδονίας, Δημοκρατία της ΜακεδονίαςΣκόπια) ως αμφισβήτηση της εθνικής τους ταυτότητας. Καθώς η εσωτερική φυσιογνωμία του κράτους έχει αλλοιωθεί, απορρίπτουν μια επιπλέον αλλοίωση και της εξωτερικής του φυσιογνωμίας. Η Ελλάδα δεν επιθυμεί να μεταβάλει την ταυτότητα του σλαβικού πληθυσμού της ΠΓΔΜ. Επιδιώκει να οροθετήσει τον ελληνισμό από τον σλαβισμό στον ευρύτερο χώρο της Μακεδονίας.  Στην ουσία πρόκειται για την εξεύρεση  μιας σύνθετης ονομασίας εντός των Ηνωμένων Εθνών.  Μέχρι σήμερα η διαμεσολαβητική προσπάθεια του Nimitz  εξυπηρέτησε την αμερικανική πολιτική. Η αναγνώριση της ΠΓΔΜ από την Αμερική προκάλεσε πικρία στην Ελλάδα και ενίσχυσε την αδιαλλαξία των Σκοπίων. Παρά τις διαβεβαιώσεις  της Ουάσιγκτον ότι θα σεβαστεί την απόφαση του ΟΗΕ επί της ουσίας δεν άλλαξε τίποτα. Για τους Αλβανούς το ζήτημα του ονόματος δεν είναι ουσιαστικό και παραμένουν μάλλον  ουδέτεροι στη διένεξη της Ελλάδας με την ΠΓΔΜ. Ωστόσο, ιδιαίτερα κατηγορηματικός είναι ο Xhafëri, ο οποίος, έχοντας μια φιλοσοφική και ιστορική κατάρτιση,  απορρίπτει τον ‘’μακεδονισμό’’ ως ιστορική έννοια και τον θεωρεί πολιτική σύμβαση. Αναγνωρίζει ότι στη διεθνή ιστορική επιστήμη η Ελλάδα είναι δικαιωμένη και φοβάται μήπως υπό την  επιρροή του ελληνικού λόμπυ στο εξωτερικό  τα Σκόπια  χάσουν τη μάχη με την Ελλάδα για το όνομα, μήπως η Ελλάδα επιβάλει τη διάκριση Αρχαίων και Νέων Μακεδόνων και τελικά καθιερωθεί ο όρος ’’ Σλαβομακεδονία’’  πράγμα που δεν συμφέρει τους Αλβανούς.[45] Στο εσωτερικό της χώρας οι Αλβανοί χρησιμοποιούν τον όρο ‘’Σλαβομακεδόνες’’ αντί για ‘’Μακεδόνες’’ για τους Σλάβους κατοίκους της ΠΓΔΜ,  αλλά οι ίδιοι ως  μη Σλάβοι  δεν επιθυμούν το κράτος διεθνώς να ονομάζεται ‘’Δημοκρατία της Σλαβομακεδονίας’’.

  Μετά από αμερικανικές πιέσεις προς τους Ευρωπαίους, η ΠΓΔΜ έλαβε τελικά το καθεστώς της υποψήφιας προς ένταξη χώρας στη σύνοδο του Δεκεμβρίου του 2005, αλλά παραμένει άγνωστο πότε θα λάβει ημερομηνία έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Θα  ισχύει περαιτέρω η επωνυμία  FYROM  εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αναμένεται η  επίλυση  του ζητήματος της ονομασίας κατά τη διαδικασία ένταξης της ΠΓΔΜ.  Μια τέτοια όμως τροπή των πραγμάτων ενέχει τον κίνδυνο της αναγνώρισης της ΠΓΔΜ από διάφορα ευρωπαϊκά κράτη, καθώς η Ευρώπη δεν έχει συνοχή και διέρχεται εσωτερική κρίση. Ανεξάρτητα από την έκβαση της μάχης για το όνομα ή το βαθμό της εξωτερικής προστασίας και βοήθειας προς την ΠΓΔΜ, το κράτος αυτό θα παραμείνει  χωρίς εσωτερική συνοχή, προσωρινό αμερικανικό προτεκτοράτο. Αν το Κόσοβο ανεξαρτητοποιηθεί,  όπως επιδιώκουν όλοι οι Αλβανοί,  το  αλβανικό πρόβλημα στην ΠΓΔΜ θα οξυνθεί περισσότερο και από την Ευρώπη δεν πρέπει να αναμένονται μαγικές λύσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ευρώπη δεν έχει συγκεκριμένη βαλκανική πολιτική-πέρα από τα γνωστές διακηρύξεις για τα κριτήρια ένταξης- και άγεται από την Αμερική, βρισκόμενη προ τετελεσμένων γεγονότων. Το ζήτημα του Κοσόβου είναι για τους Αλβανούς ζήτημα δημιουργίας ενός νέου ομοιογενούς βιώσιμου αλβανικού κράτους (με την ενσωμάτωση και της κοιλάδας του Πρέσεβο),    ικανού να παίξει κάποιο ρόλο στη νέα βαλκανική πραγματικότητα. Η ανεξαρτησία του Κοσόβου ή η διχοτόμηση του Κοσόβου θα επιδράσει καταλυτικά στην ΠΓΔΜ και  οι     εσωτερικές  αντιθέσεις του κρατιδίου  ίσως οξυνθούν.   Πολιτειολόγοι  και διεθνολόγοι της ΠΓΔΜ στο πλαίσιο ερευνητικού προγράμματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρω-Βαλκανικού Ινστιτούτου της χώρας πρότειναν τη συνηθισμένη συνταγή για την ‘’απόσβεση του παρελθόντος: εκδημοκρατισμό της κοινωνίας,  έγκαιρη διάγνωση των προβλημάτων, εγκαινίαση του διαλόγου μέσω μη κυβερνητικών οργανώσεων.[46] Αλλά η διάγνωση ήταν σαφής και έγκαιρη: Η δυναμική που απέκτησε ο αλβανικός παράγοντας μετά το 1999 σαφώς δεν θα περιοριζόταν στο Κόσοβο, αλλά θα διαχεόταν και στην ΠΓΔΜ και στο Μαυροβούνιο, όπου οι Αλβανοί στήριξαν τον Τζουκάνοβιτς και τώρα ίσως θέσουν ζήτημα εδαφικής αυτονομίας (Ούλτσιν, Πλαβ, Γκούσινγιε). [47]

Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Μowrer εισήγαγε τον όρο’’ βαλκανιοποίηση της Ευρώπης.’’ [48] Ξεκινώντας από την ίδρυση των ‘’προβληματικών’’ βαλκανικών κρατών με την προϊούσα συρρίκνωση και διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο Mowrer  εννοούσε τα ανομοιογενή,  μικρά και μη βιώσιμα   κράτη που αναδύθηκαν μετά τη διάλυση της Αυστρο-Ουγγαρίας και τον ακρωτηριασμό της Γερμανίας. Τα κράτη αυτά βρίσκονταν σε εχθρικές σχέσεις με τους γείτονές τους και   θα μεταβάλλονταν σε θύματα των μηχανορραφιών των Μεγάλων Δυνάμεων. Έτσι,  η ίδια η Ευρώπη είχε μετατραπεί σε μια πυριτιδαποθήκη, εκτιμούσε ο Αμερικανός δημοσιογράφος. Τα κράτη που αναδύθηκαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως η Πολωνία, η Ρουμανία, η Τσεχοσλοβακία και η Γιουγκοσλαβία , δεν ήταν μικρά. Είχαν βέβαια προβλήματα εσωτερικής εμπέδωσης, αλλά ήταν κυρίως η ιταλική επεκτατική πολιτική και ο γερμανικός αναθεωρητισμός που οδήγησαν στην κατάρρευση της Ευρώπης του Μεσοπολέμου. Ειδικά η ίδρυση της Γιουγκοσλαβίας το 1918 και η επανασύστασή της το 1945 σε ομοσπονδιακή βάση είχε την υποστήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου Σέρβοι πολιτικοί εκτιμούσαν ότι λόγω της θέσης των Βαλκανίων μεταξύ Ανατολής και Δύσης μεταπολεμικά δεν θα έπρεπε θα ισχύσει η αρχή της ισορροπίας μεταξύ μικρών κρατών που θα εξέφραζαν τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων και θα μετέτρεπαν τα Βαλκάνια σε εστία νέου πολέμου. Η δημιουργία ενός ισχυρού νοτιοσλαβικού κράτους κρίθηκε ως βασικός παράγοντας για την ειρήνη στα Βαλκάνια. Άλλωστε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο καθιερώθηκε επίσημα και ο όρος ‘’Νοτιοανατολική Ευρώπη’’.  Για την επανασύσταση  της Γιουγκοσλαβίας είχαν ήδη συμφωνήσει το 1941 οι Άγγλοι και οι Σοβιετικοί. Μια πραγματική ‘’βαλκανιοποίηση’’ συντελείται  σήμερα ως σύνδρομο της παγκοσμιοποίησης.  Η Γιουγκοσλαβία δεν άντεξε τη δοκιμασία της Ιστορίας , αλλά, αν  η απόσχιση της Σλοβενίας δεν δημιούργησε προβλήματα στους Σέρβους ή σε τελική ανάλυση οι Κροάτες μπορούσαν να επικαλεστούν το ιστορικό και κρατικό δίκαιο για την ανεξαρτητοποίηση της Κροατίας, η περίπτωση της ανεξαρτησίας του Κοσόβου  αποτελεί παραβίαση των αρχών του διεθνούς δικαίου για μια σειρά γνωστών λόγων. Και αν ακόμα de-jure ισχύσει ότι ένα ανεξάρτητο Κόσοβο δεν θα έχει το δικαίωμα της ένωσης με την Αλβανία ή με τμήματα άλλου κράτους, στην πράξη σήμερα οι Αλβανοί έχουν δημιουργήσει ομοιογενείς αλβανικές περιοχές και αισθάνονται ως μια ενότητα, παρά τις διαφορές τους.   Μια ευρωπαϊκή λύση του ζητήματος του Κοσόβου θα ήταν η εφαρμογή του μοντέλου του Νοτίου Τυρόλου.  Η  περαιτέρω αποδυνάμωση της Σερβίας μετά την πτώση του Μιλόσεβιτς,   η εφαρμογή στην ουσία  της αυστριακής πολιτικής των αρχών του 20ού αιώνα ‘’ Serbien muss sterbien’’ από τη σύγχρονη υπερδύναμη ,  δεν αποτελεί την καλύτερη επιλογή για τη σταθερότητα της περιοχής. Μετά την ανεξαρτησία του Μαυροβουνίου και  του Κοσόβου ίσως οι  Μουσουλμάνοι στο Σαντζάκι και οι Ούγγροι της Βοϊβοδίνας θέσουν ζήτημα αυτονομίας, ενώ οι Βόσνιοι Σέρβοι θα φανούν απρόθυμοι να ενταχθούν στους θεσμούς του δυσλειτουργικού κράτους της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και θα προχωρήσουν στη διοργάνωση δημοψηφίσματος.. Παραμένει ανοικτό το ερώτημα  αν πιθανή  ένταξη των  βαλκανικών κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα σημάνει αναγκαστικά και την ‘’αποβαλκανιοποίησή’’ τους, αν σε ένα υπερκρατικό, υπερεθνικό συλλογικό μόρφωμα λόγω της ισχύος της διαπλεκόμενης οικονομίας  τα σύνορα θα καταστούν συμβολικά και οι εθνοτικές συγκρούσεις θα αμβλυνθούν. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το μέλλον της Ευρώπης και το χρονοδιάγραμμα  της συνολικής ένταξης των Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μέχρι σήμερα η Ευρώπη παραμένει μια οικονομική ζώνη, χωρίς σύνταγμα, χωρίς προσδιορισμένη ταυτότητα και χωρίς την ανάλογη πολιτική  βαρύτητα στη διεθνή σκηνή.  Στην παγκοσμιοποιημένη  οικονομία οι ανταγωνισμοί είναι ισχυροί, η κοινωνική ισορροπία κινδυνεύει να ανατραπεί και με την ιδιωτικοποίηση των πάντων χάνεται ο παραδοσιακός χαρακτήρας του ευρωπαϊκού κράτους ως παράγοντα εξισορρόπησης του δημοσίου και του ιδιωτικού συμφέροντος. Με άλλα λόγια, ο  ‘’εκσυγχρονισμός ‘’ των Βαλκανίων μετά το 1989 δεν έχει επιφέρει την αναμενόμενη ευημερία ώστε να ατονήσουν τα εθνικά ζητήματα. Ανεξάρτητα από το μέλλον των Βαλκανίων στην Ευρώπη, ο  βαλκανικός χώρος δεν θα πάψει να αποτελεί  την οικονομική περιφέρεια της Ευρώπης και ως ζωτικός χώρος ένα νέο   πεδίο ανταγωνισμών των  Μεγάλων Δυνάμεων που έχουν συγκεκριμένα συμφέροντα, όταν ευνοούν την ίδρυση νέων κρατών ή αποδυναμώνουν τα υπάρχοντα.                                                                                                       

Η εκτίμηση Ρώσων ειδικών για τα Βαλκάνια είναι ότι με τον κατακερματισμό  της Γιουγκοσλαβίας και κυρίως την αναβάθμιση του αλβανικού παράγοντα πρόκειται στην ουσία για τη διαμόρφωση νέων γεωπολιτικών δεδομένων, ευνοϊκών για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και της Σοβιετικής Ένωσης η εξασθένιση της Σερβίας και η απομόνωση της Ρωσίας είναι οι βασικοί στόχοι των Αμερικανών και η επέκταση  του ΝΑΤΟ προς ανατολάς ερμηνεύεται με αυτή την παράμετρο από Ρώσους στρατιωτικούς αναλυτές. Παρά τη σταυροφορία της Αμερικής κατά του ‘’Ισλάμ’’, στο βαλκανικό χώρο  οι Αμερικανοί χρησιμοποιούν  το ισλαμικό χαρτί κατά των Ορθόδοξων Σλάβων και έτσι προλειαίνουν το έδαφος για τη διείσδυση της Τουρκίας. Η Ευρώπη επικρίνεται από τη Ρωσία λόγω της αδυναμίας της να  αντιληφθεί τη νέα γεωπολιτική σκακιέρα και της έλλειψης πολιτικών ηγετών με οράματα και διορατικότητα.  Καθώς σήμερα έχει μεταβληθεί ριζικά η μορφή του πολέμου και οι χερσαίες στρατιωτικές  επιχειρήσεις έχουν δευτερεύουσα σημασία,  η αποκατάσταση ‘’της παλιάς ισορροπίας του τρόμου’’ είναι εφικτή με  την απόκτηση της σύγχρονης  τεχνολογίας του ‘’ηλεκτρονικού και πληροφορικού πολέμου’’. Έτσι εξηγείται από τους Ρώσους η επιδίωξη αρκετών κρατών να αποκτήσουν πυρηνικά όπλα και προς την κατεύθυνση αυτή εργάζεται πυρετωδώς η Ρωσία, ταυτόχρονα με την οικονομική της ανασυγκρότηση η οποία σήμερα πραγματοποιείται με ταχύτατους ρυθμούς .  Οι Ρώσοι εκτιμούν ότι προς το παρόν  πρέπει να διατηρήσουν οικονομικές και πολιτιστικές σχέσεις με τα Βαλκάνια και αργότερα να ασκήσουν πολιτική επιρροή. [49]

Θεωρώντας το ζήτημα του Κοσόβου καταλύτη για μια σειρά αποσταθεροποιητικών  εξελίξεων η Ρωσία τάσσεται κατά μιας βεβιασμένης και προαποφασισμένης  λύσης, υπερτονίζοντας το ενδιαφέρον της για τα Βαλκάνια.[50] Σε περίπτωση παραβίασης του διεθνούς δικαίου και ανεξαρτησίας του Κοσόβου ο Πούτιν απειλεί με την απόσχιση της Υπερδνειστερίας, της Αμπχαζίας, της Νότιας Οσετίας κλπ. [51] Κανένας ίσως δεν μπορεί να προβλέψει τις εξελίξεις, αλλά σημασία έχει ίσως ένα πράγμα- ότι τα ψυχροπολεμικά αντανακλαστικά έχουν ήδη αρχίσει να λειτουργούν, αλλά με τους σύγχρονους όρους.                                 

Σπυρίδων Σφέτας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Ιστορίας των Λαών της Χερσονήσου του Αίμου στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Επίσης, ο κ. Σφέτας είναι επίτιμο μέλος του Μακεδονικού Επιστημονικού Ινστιτούτου της Σόφιας και μέλος του Βαλκανολογικού Ινστιτούτου του Βελιγραδίου. Τέλος ο κ. Σφέτας είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής των περιοδικών Balcanica (Βελιγράδι) και Analele Universități din Craiova, Serie Istorie.
Σπυρίδων Σφέτας είναι  Καθηγητής Ιστορίας των Λαών της Χερσονήσου του Αίμου στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Επίσης, ο κ. Σφέτας είναι επίτιμο μέλος του Μακεδονικού Επιστημονικού Ινστιτούτου της Σόφιας και μέλος του Βαλκανολογικού Ινστιτούτου του Βελιγραδίου. Τέλος ο κ. Σφέτας είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής των περιοδικών Balcanica (Βελιγράδι) και Analele Universități din Craiova, Serie Istorie.

 

Παραπομπές

[1] Σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Ali Ahmeti, πρωταγωνιστής των γεγονότων του 2001, δήλωσε ότι θα αποκαλύψει τα έγγραφα για τη σύρραξη του 2001 όταν η ΠΓΔΜ ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση.  Κατά την κρίση του, μια πρόωρη αποκάλυψη θα αποτελούσε οπισθοδρόμηση και θα επιδρούσε αρνητικά στη μελλοντική πορεία της χώρας. Βλ. Utrinski Vesnik (εφημ.Σκοπίων), 11-12.2.2006.     

 

[2] Για τα γεγονότα του 2001 και την εμπλοκή  εξωτερικών παραγόντων βλ. Sp.Sfetas, ‘’Krizata v Skopje. Ohridskoto sporazumenie i posledovatelnoto razvitie (Mart 2001-Juli 2002)’’,  Makedonski Pegled 4 (2002),  σ. 41-56. Για την κρίση στo Kόσοβο και τη διάχυσή της στην ΠΓΔΜ βλ. Sv. Škariќ , Pravoto, Silata i Mirot. Makedonija i Kosovo, Σκόπια  2002. Για τις ιστορικές διαστάσεις  του αλβανικού προβλήματος στην ΠΓΔΜ βλ. Σπυρίδων Σφέτας-Κυριάκος Κεντρωτής, Οι Αλβανοί των Σκοπίων, Θέματα εθνοτικής συνύπαρξης , Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη  1995. Επίσης βλ. M.Stamova, Albanskijat Văpros na Balkanite (1945-1981), Veliko Tărnovo 2005.

[3]  Βλ. V. Latifi, Macedonian unfinished crisis: Challenges in the Process of Democratization and Stabilization, Σκόπια 2003, σ. 152-153.

[4] Για τις  σχέσεις του UÇK με τη διεθνή τρομοκρατία βλ. I.Babanovski, ONA teroristička paravojska vo Makedonija, Σκόπια 2002. Ωστόσο, η εγκυρότητα των πληροφοριών του δημοσιογράφου δεν μπορεί πάντα να αποδειχτεί.    

[5] βλ.Cl.Nicolet, ‘’Makedonien am Scheideweg zwischen Einheit und Spaltung ‘’,   Südosteuropa Mitteilungen  5-6 (2002),  σ.59

[6]  βλ. Kl. Schrameyer, ’’ Das makedonische Amnestiegesetz vom 7.März 2002’’,  Südosteuropa Mitteilungen 3 (2002), σ.67-70.  

[7] βλ. V.Latifi, ό,π., σ. 155.

[8] Βλ. D.Lega, ‘’Parlamentswahlen und Regierungsbildung in Makedonien’’, Südosteuropa, 4-5(2002), σ. 202. 

[9] βλ. Latifi, ό.,  σ.217-222.

[10] βλ.Dnevnik, (εφ. Σκοπίων),  3.6.2005.

[11] βλ. Utrinski Vesnik (εφ.των Σκοπίων), 3.6.2005.

[12] βλ. http: //www, Radio Free Europe/Radio Liberty, Balkan Report , 19.6.2005-Macedonia: A political pact to regulate demography ?

[13] βλ. Kl.Schrameyer, ’’ Makedonien: das neue Gesetz  über die territoriale Organisation und das Referendum vom 7. November 2004’’,  Südosteuropa Mitteilungen 1(2005),σ.16.  

[14] βλ.Kl.Schrameyer,  ό., σ.17.

[15] Dnevnik, 29.10.2004.

[16]  Nova Makedonija (εφ. των  Σκοπίων) ,  5.11.2004.  

[17] Nova Makedonija, 6+7. 2004.

[18]  Nedeljni Telegraf  (σερβ.εφημ..),  10.11.2004.

[19]  Dnevnik, 9.2.2005.

[20] Utrinski Vesnik, 11.5.2005.

[21] Utrinski Vesnik, 15.2.2005.

[22] Utrinski Vesnik, 25.2.2005.

[23] βλ. A. Zhelyazkova, ‘’Macedonia in April 2003. Diagnosis: Cancer with galloping metastasis’’, στο συλλογικό έργο Problems of multiethnicity in the Western Balkans, edited by Antonina Zhelyazkova, International Center for Minority Studies and Intercultural Relations, Σόφια 2004, σ. 188-206.   

[24] Utrinski Vesnik, 12.4.2005.

[25] Utrinski Vesnik 28.3.2005.

[26] Utrinski Vesnik, 12.4.2005.

[27] Dnevnik, 16/17.4.2005.

[28] Dnevnik, 19.4.2005.

[29] Utrinski Vesnik, 28-29.5.2005.

[30] Dnevnik, 16.7.2005.

[31] Dnevnik, 23.11.2005.

[32]  Dnevnik, 2.7.2005.

[33] Utrinski Vesnik, 1.11.2005.

[34] Dnevnik, 9.8.2005. 

[35]  ‘’Tensionet përfshinjë Bashkësinë Islame në republikën fqinjë. Një mjekër për Maqedoninë,’’ Klan (αλβ.περ.), 6.8.2005.

[36]  βλ. ‘’Dritëhije e Ohrit në Librin e bardhë’’, Shqip( μην.αλβ.περ.) 39(2005), σ.26-28.

[37] Αυτόθι.

[38] Αυτόθι.

[39] βλ. K.Todorova, Makedonsko-albanski vrski 1878-1903,   Σκόπια 2002.

[40] Για την αλβανική εξέγερση του 1912 βλ. τη νέα τεκμηριωμένη με αυστριακές, σερβικές,  βουλγαρικές και αλβανικές πηγές μελέτη του Razim Abduli, Albanskoto Osloboditelnoto Dviženie 19111912, Tom II, Σκόπια 2003, σ. 159-467. Πρόκειται για έκδοση του Ινστιτούτου Εθνικής Ιστορίας, στο οποίο  μετά τη συμφωνία της Αχρίδας απασχολούνται Αλβανοί και Τούρκοι Ιστορικοί.    

[41] βλ.Istorija za Οsmo Οdelenie ( συλλογικό έργο των V. Velkovski, H.Sejdi, Ar.Aljademi, D.Risteska, G. Pavlovski), Skopje 2005, σ. 96-97 και 106.  Στο αντίστοιχο αλβανικό εγχειρίδιο προστέθηκαν πολλά γεγονότα της ‘’σλαβομακεδονικής ιστορίας’’, αλλά και εδώ τα επίμαχα ζητήματα αποσιωπούνται. Αναφέρεται μονάχα ότι κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ιδρύθηκε η ‘’Μεγάλη Αλβανία’’ ως ιταλικό προτεκτοράτο,  οι Αλβανοί στις κατακτηθείσες περιοχές για πρώτη φορά απέκτησαν σχολεία στη μητρική τους γλώσσα,  ανέλαβαν την διοίκηση και ότι στα ονόματα των μη Αλβανών δόθηκε αλβανική κατάληξη. Γίνεται λόγος για  ‘’γενοκτονία’’ και την εκδίωξη των Τσάμηδων από την Ελλάδα. Οι ταραχές του 1981 στο Κόσοβο και τα Σκόπια παρουσιάζονται ως κινήσεις των Αλβανών για περισσότερα δικαιώματα και για εκδημοκρατισμό της κοινωνίας βλ. Historia për Klasën VII (επιμ. έκδ. Jovo Stefanovski),  Σκόπια 2005, σ. 80,  88, 120, 122.                     

[42] βλ. Istorija za Osmo Odelenie,  ό, π.,  σ. 130-131.  

[43] βλ. Dnevnik, 13.1.2006. 

[44] βλ. Večer(εφημ.Σκοπίων), 14+15.1.2006.

[45] ‘’Makedonija ќe ja zagubi bitkata za imeto so Grcija!», Dnevnik, 22-24.4.2005. Σε τηλεοπτική αναμέτρηση μεταξύ του Ahmeti και του  Xhafëri για το μέλλον της χώρας , ο πρώτος δήλωσε  ότι θεωρεί τη ‘’Μακεδονία’’ πατρίδα του , όπως τη θεωρούσαν και οι πρόγονοί του. Απαντώντας ο Xhafëri  δήλωσε ότι δεν θεωρεί τη ‘’Μακεδονία’’ ως δική του πατρίδα , αν δεν ικανοποιηθούν τα αιτήματα των Αλβανών και , όσον αφορά τους προγόνους του,  δήλωσε ειρωνικά ότι  αυτοί σίγουρα δεν αισθάνονταν τη ‘’Μακεδονία’’ ως πατρίδα τους, διότι  τότε Μακεδονία  δεν υπήρχε.  βλ. Dnevnik, 3.3.2006.        

[46] βλ. Spravuvanje so konfliktnoto minalo. Zašto i kako da se stori toa? (επιμ. έκδοσης Biljana Bankovska) , Εuro Balkan Press, Σκόπια 2006.

[47]  Mέχρι σήμερα οι Αλβανοί του Μαυροβουνίου (50.000, 7,2% του πληθυσμού του Μαυροβουνίου) έχουν εξασφαλίσει το δικαίωμα ανάρτησης της αλβανικής σημαίας, της χρήσης της αλβανικής γλώσσας ως πρώτης επίσημης, όπου αποτελούν την πλειοψηφία, και ως δεύτερης επίσημης, όπου αποτελούν μειονότητα,  4 έδρες στη Βουλή σε κομματική βάση και 4 έδρες σε εθνική βάση. Έτσι, με 8 έδρες μπορούν να επηρεάζουν τις πολιτικές εξελίξεις, ενισχύοντας πάντοτες τις ‘’αντισερβικές πολιτικές δυνάμεις’’ του Μαυροβουνίου. Στην Παιδαγωγική Σχολή 100 Αλβανοί φοιτητές σπουδάζουν την  αλβανική γλώσσα, η κρατική τηλεόραση εκπέμπει καθημερινά ειδήσεις στην αλβανική, υπάρχουν δύο ιδιωτικές αλβανικές τηλεοράσεις και εφημερίδες, ενώ αναμένονται επενδύσεις Αλβανών της διασποράς στο Μαυροβούνιο. βλ. ‘’ Shqiptarët në shtetin më të ri të Europës, Shqip, 47( 2006), σ. 1214.    

[48]  P.S. Mowrer,  Balkanized Europe. A Study in Political Analysis and Reconstruction, Νέα Υόρκη 1921.    

[49] Για τα ζητήματα αυτά που στη Ρωσία ερμηνεύονται ως διδάγματα της γιουγκοσλαβικής  κρίσης βλ. Al. Manačinskij, Jugoslavija. Prigovor Vynesen, Κίεβο 2005.   Μετά από μια περίοδο περιπέτειας και αναζήτησης  προσανατολισμού η Ρωσία υπό την Προεδρία του Πούτιν έχει διαμορφώσει ορισμένους άξονες της εσωτερικής της και της εξωτερικής της πολιτικής.  1) Η διευθυνόμενη δημοκρατία. Το κράτος πρέπει να παραμένει  ισχυρό και  αλώβητο είτε από τη φιλελεύθερη οικονομία είτε από υπέρμετρους δημοκρατικούς θεσμούς . Είναι χαρακτηριστική η σχετική δήλωση του Πούτιν.’’ Στη χώρα μας το κράτος, οι θεσμοί του και οι  δομές του έπαιζαν πάντα σημαντικό ρόλο στη ζωή του λαού μας. Το ισχυρό κράτος δεν είναι ανωμαλία για τον Ρώσο, δεν είναι κάτι που πρέπει να καταπολεμήσει,  αλλά, αντίθετα, είναι πηγή  και εγγύηση της τάξης, η πρωτοβουλία και η ισχυρή κινητήριος δύναμη για οποιαδήποτε αλλαγή. Μάθαμε να εκτιμάμε τα αγαθά της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, της ατομικής και πολιτικής ελευθερίας. Ταυτόχρονα, οι άνθρωποι είναι απογοητευμένοι από την φανερή εξασθένιση της κρατικής εξουσίας. Η κοινωνία απαιτεί την αποκατάσταση του κράτους ως διευθυντικού και ρυθμιστικού παράγοντα στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό με βάση τις παραδόσεις και τη σημερινή κατάσταση της χώρας ’’, 2) το δόγμα των προληπτικών πληγμάτων  και η χρήση πυρηνικών για αποτροπή επίθεσης, αν τα άλλα μέσα αποδειχτούν αναποτελεσματικά. 3) η δημιουργία ενός πολυπολικού κόσμου . Η Ρωσία κινείται  σε έναν ασιατικό και σε ένα ευρωπαϊκό άξονα. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για μια στενή στρατιωτική και οικονομική συνεργασία με την Κίνα, την Ινδία και το Ιράν για τη μείωση της αμερικανικής επιρροής στην Κεντρική Ασία και την Άπω Ανατολή . Στη δεύτερη περίπτωση πρόκειται για την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο. βλ. P.Dimitrova,’’ Rusija meždu iztoka i zapada. Vănšnopolitičeski strategii na praga na XXI vek.’’ , στο συλλογικό έργο   Problemăt Iztok- Zapad. Prevăplăštenija v novo i naj’- novoto vreme. (επιμ. έκδοσης  T.Stoilova, V.Atanasova, R.Čukova) ,  Institut po Istorija ,  Σόφια 2005, σ. 257-263.  Στην εξαγωγή του αμερικανικού μοντέλου της δημοκρατίας και της ελεύθερης οικονομίας ο Πούτιν απαντά ότι η ελεύθερη οικονομία, όπως εφαρμόζεται,  δεν επιφέρει αναγκαστικά ευημερία, αλλά μάλλον οξύνει τις κοινωνικές αντιθέσεις, ενώ  η παρακολούθηση ακόμα και της ιδιωτικής  ζωής των ‘’επικίνδυνων’’ πολιτών   με τη σύγχρονη τεχνολογία της Δύσης συνιστά αυτοκτονία της ίδιας της δυτικής δημοκρατίας.                      

[50] βλ. τις δηλώσεις του πρέσβη της Ρωσίας στο Βελιγράδι  Al. Aleksejev,» Balkan  je naša interesna sfera. Nezavisnost Kosova bila bi presedan!» , Nedeljni Telegraf, 7.6.2006.

[51] βλ. Nin (σερβ. περ.) , 13.7.2006.

  

Οι αναχρονισμοί του Αστερίξ

Οι αναχρονισμοί του Αστερίξ

 

Ένα αφιέρωμα αυτού του είδους έχει άραγε θέση σε μια ιστοσελίδα σαν την Clio Turbata; Η απάντηση είναι ναι. Αναμφίβολα, η ανατροπή της ιστορικής πραγματικότητας είναι ο κυρίαρχος λόγος, που εξηγεί τη μεγάλη επιτυχία της σειράς. Όμως, για να είναι κάποιος σε θέση να το πράξει, οφείλει να κατέχει την εν λόγω πραγματικότητα από κάθε άποψη και μάλιστα σε βάθος. Αυτό ακριβώς συμβαίνει εν προκειμένω. Άλλωστε, πρόκειται περί Τέχνης, οπότε τα πάντα επιτρέπονται.

Καλή διασκέδαση!

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΠΡΟΓΕΝΕΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

 

Η ολοκλήρωση της κατάκτησης της Γαλατίας από τον Ιούλιο Καίσαρα
Η ολοκλήρωση της κατάκτησης της Γαλατίας από τον Ιούλιο Καίσαρα

 

Αναφορά στη μάχη του Austerlitz (1805) και παράφραση της έκφρασης “Le soleil d' Austerlitz” (O ήλιος του Austerlitz) ως “Le sommeil d' Osterlix”(O ύπνος του Osterlix). Το στιγμιότυπο διαδραματίζεται στη νήσο Κορσική, γενέτειρα του Ναπολέοντα.
Αναφορά στη μάχη του Austerlitz (1805) και παράφραση της έκφρασης “Le soleil d’ Austerlitz” (O ήλιος του Austerlitz) ως “Le sommeil d’ Osterlix”(O ύπνος του Osterlix). Το στιγμιότυπο διαδραματίζεται στη νήσο Κορσική, γενέτειρα του Ναπολέοντα.

 

Η μάχη του Βατερλώ δεκαεννέα αιώνες πριν από τη διεξαγωγή της.
Η μάχη του Βατερλώ δεκαεννέα αιώνες πριν από τη διεξαγωγή της.

 

Οι Νορμανδοί αποβιβάζονται στη Γαλατία! Αναφορά στη Συμμαχική απόβαση στη Νορμανδία (6 Ιουνίου 1944) με το τραγούδι, που οι Ελεύθεροι Γάλλοι του De Gaulle είχαν αναγάγει σε σύμβολο.
Οι Νορμανδοί αποβιβάζονται στη Γαλατία! Αναφορά στη Συμμαχική απόβαση στη Νορμανδία (6 Ιουνίου 1944) με το τραγούδι, που οι Ελεύθεροι Γάλλοι του De Gaulle είχαν αναγάγει σε σύμβολο.

 

 

Το σύνδρομο της ήττας των Γαλατών στη μάχη της Αλεσίας
Το σύνδρομο της ήττας των Γαλατών στη μάχη της Αλεσίας

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

 

Ιούλιος Καίσαρ
Ιούλιος Καίσαρ

 

Κλεοπάτρα

 

“Και όσο ο Βρούτος βρίσκεται στο πλευρό σου, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα, ω Καίσαρ!”.
“Και όσο ο Βρούτος βρίσκεται στο πλευρό σου, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα, ω Καίσαρ!” 

ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΩΝ

 

Stan Laurel και Oliver Hardy
Stan Laurel και Oliver Hardy

 

 

O ηθοποιός Jean Gabin ως Πόντιος Πιλάτος.
O ηθοποιός Jean Gabin ως Πόντιος Πιλάτος.

 

 

Ο Μαρσεγιέζος ηθοποιός Raimu, ως ταβερνιάρης από τη Μασσαλία
Ο Μαρσεγιέζος ηθοποιός Raimu, ως ταβερνιάρης από τη Μασσαλία

 

Ο ηθοποιός Kirk Douglas ως Σπάρτακος
Ο ηθοποιός Kirk Douglas ως Σπάρτακος

 

Ο ηθοποιός Charles Laughton ως Γάϊος Γράκχος.
Ο ηθοποιός Charles Laughton ως Γάϊος Γράκχος.

 

Ο ηθοποιός James Coburn ως μάντης.
Ο ηθοποιός James Coburn ως μάντης.

 

Ο Siegmund Freud ως Δρουίδης Psychoanalytix.
Ο Siegmund Freud ως Δρουίδης Psychoanalytix.

 

 

O Otto von Bismarck ως Γότθος φύλαρχος.
O Otto von Bismarck ως Γότθος φύλαρχος.

 

Ο Jacques Chirac ως Ρωμαίος τεχνοκράτης.
Ο Jacques Chirac ως Ρωμαίος τεχνοκράτης.

 

Ο ηθοποιός Lino Ventura ως Ρωμαίος εκατόνταρχος.
Ο ηθοποιός Lino Ventura ως Ρωμαίος εκατόνταρχος.

 

Η ηθοποιός Romy Schneider ως τραγουδίστρια όπερας Latraviata.
Η ηθοποιός Romy Schneider ως τραγουδίστρια όπερας Latraviata.

 

Η τραγουδίστρια Annie Cordy
Η τραγουδίστρια Annie Cordy

 

Ο ποδηλάτης Eddy Merckx ως ταχύς αγγελιοφόρος.
Ο ποδηλάτης Eddy Merckx ως ταχύς αγγελιοφόρος.

 

Ο ηθοποιός Sean Connery ως Γαλάτης κατάσκοπος Dubbelosix, παράφραση του double o seven, χαρακτηρισμού του James Bond.
Ο ηθοποιός Sean Connery ως Γαλάτης κατάσκοπος Dubbelosix, παράφραση του double o seven, χαρακτηρισμού του James Bond.

Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ

 

telefe
Teleferic, Γότθος
figurale
Figuralegoric ( = Αληγορική φιγούρα ) – Γότθος

 

chimeric
Chimeric, Γότθος

 

Tournevis (= κατσαβίδι), Αιγύπτιος
Tournevis (= κατσαβίδι), Αιγύπτιος

 

Processus, Ρωμαίος
Processus, Ρωμαίος

 

Plexiglas-Έλληνας
Plexiglas, Έλληνας

 

Ipipourax (από το hip-hip)
Ipipourax (από το hip-hip hooray), Βρετανός 

 

Labeldecadix (από το τραγούδι La belle de Cadiz”), Γαλάτης.
Labeldecadix (από το τραγούδι La belle de Cadiz”), Γαλάτης.

 

Relax, Βρετανός (hooray), Βρετανός.
Relax, Βρετανός.
Surtax (surtaxe = υπερφορολόγηση)
Surtax (surtaxe = υπερφορολόγηση), Βρετανός

 

 

 

Octopus, Ρωμαίος.
Octopus, Ρωμαίος.

 

Garemonparnas (= Gare σιδηροδρ. σταθμό του Παρισιού) Έλληνας.
Garemonparnas (= Gare Montparnasse- από τον ομώνυμο σιδηροδρομικο σταθμό του Παρισιού), Έλληνας.

 

 

Heretix, Κορσικανός.
Heretix, Κορσικανός.

 

Hotelterminus (-από τον ομώνυμο Terminus),
Hotelterminus ( ξενοδοχείο  Terminus), Ρωμαίος

 

 

 

Κορσικανός Δοσίλογος
Ocatarinetabellatchitchix (από το τραγούδι “O Catarinetta bella tchi-tchi”), Κορσικανός.

 

 

Salamix, Κορσικανός Δοσίλογος
Salamix, Κορσικανός  δοσίλογος

 

 

Courdeténis (= γήπεδο τένις), Αιγύπτιος. Εκφράζεται χρησιμοποιώντας ιερογλυφικά.
Courdeténis (= γήπεδο τένις), Αιγύπτιος.
Εκφράζεται χρησιμοποιώντας ιερογλυφικά.

ΔΙΑΣΗΜΑ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΣΥΓΚΥΡΙΑ

 

XVM06160044-946e-11e6-b3d5-39c516113491-469x453

79-3

image2

errare

ΤΑΞΙΔΙΑ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΑΝΑ ΤΗΝ ΥΦΗΛΙΟ

 

Η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών αγώνων.
Η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών αγώνων.

 

Χορεύοντας συρτάκι στην Αθήνα.
Χορεύοντας συρτάκι στην Αθήνα.

 

Συναπάντημα με τους Δον Κιχώτη και Σάντσο Πάντσα στην Ισπανία.
Συναπάντημα με τους Δον Κιχώτη και Σάντσο Πάντσα στην Ισπανία.

 

Χορεύοντας φλαμένκο στην Ανδαλουσία.
Χορεύοντας φλαμένκο στην Ανδαλουσία.

 

Ανακαλύπτοντας κατά λάθος τις ταυρομαχίες.
Ανακαλύπτοντας κατά λάθος τις ταυρομαχίες.

 

Οι Beatles στο Λονδίνο.
Οι Beatles στο Λονδίνο.

 

Τα διώροφα λεωφορεία του Λονδίνου.
Τα διώροφα λεωφορεία του Λονδίνου.

 

Τα διώροφα λεωφορεία του Λονδίνου.
Five o’ clock tea.

 

Αγώνας Rugby στο Λονδίνο.
Αγώνας Rugby στο Λονδίνο.

 

Τρώγοντας Ελβετική fondue στη Γενεύη.
Τρώγοντας Ελβετική fondue στη Γενεύη.

 

 Η πατροπαράδοτη καθαριότητα των Ελβετών.
Η πατροπαράδοτη καθαριότητα των Ελβετών.

 

Επικάλυψη με τον κόσμο του Τεν Τεν στο Βέλγιο.
Επικάλυψη με τον κόσμο του Τεν Τεν στο Βέλγιο.

 

 

Πετώντας με μαγικό χαλί στην Ινδία
Πετώντας με μαγικό χαλί στην Ινδία

 

Στο Circus Maximus της Ρώμης.
Στο Circus Maximus της Ρώμης.

 

Οι Κορσικανοί γέροντες παρακολουθούν και σχολιάζουν τα τεκταινόμενα.
Οι Κορσικανοί γέροντες παρακολουθούν και σχολιάζουν τα τεκταινόμενα.

 

Ζητήματα οικογενειακής τιμής στην Κορσική.
Ζητήματα οικογενειακής τιμής στην Κορσική.

 

 

 

 Η ανακάλυψη του Νέου Κόσμου αιώνες πριν από τον Χριστόφορο Κολόμβο.
Η ανακάλυψη του Νέου Κόσμου αιώνες πριν από τον Χριστόφορο Κολόμβο.

 

unnamed
Αυθαίρετος αναχρονισμός επί το ελληνικότερον

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση: Δημήτρης Μητσόπουλος 

Γεώργιος Μουρέλος: Ελευθερία και Ευθύνη: Η διπλή παρακαταθήκη του 1821. Πανηγυρικός λόγος, ο οποίος εκφωνήθηκε στο Α.Π.Θ. στις 25 Μαρτίου του 1978

Γεώργιος Μουρέλος:

Ελευθερία και Ευθύνη: Η διπλή παρακαταθήκη του 1821. Πανηγυρικός λόγος, ο οποίος εκφωνήθηκε στο Α.Π.Θ. στις 25 Μαρτίου του 1978

 

Η Clio Tubata συμμετέχει στον εορτασμό της Εθνικής Παλιγγενεσίας, αναρτώντας το κείμενο του Πανηγυρικού λόγου, ο οποίος εκφωνήθηκε στις 25 Μαρτίου 1978 στην Αίθουσα Τελετών της παλαιάς Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από τον Καθηγητή της Α΄ Έδρας Συστηματικής Φιλοσοφίας, Γεώργιο Μουρέλο. To πρωτότυπο είναι γραμμένο σε πολυτονικό σύστημα. Για τεχνικούς λόγους έχει μετατραπεί σε μονοτονικό, ενώ έχει διατηρηθεί η ορθογραφία της εποχής.

 

Ο Τερτσέτης, στην περίφημη απολογία του της 24ης Σεπτεμβρίου 1834, στο Εφετείο Ναυπλίου, απολογία, που είναι ένα από τα ωραιότερα δείγματα υψηλής εθνικής συμπεριφοράς, όπου το αίσθημα της ελευθερίας δένεται με το αίσθημα της ευθύνης, αποτεινόμενος στο Κυβερνητικό Επίτροπο του Δικαστηρίου, ανάμεσα στα άλλα λέει και τα ακόλουθα: «Ο Εθνισμός μας, ω Επίτροπε, είναι θεμελιωμένος εις τα αίματα οκτακοσίων χιλιάδων Ελλήνων, φονευμένων εις τον Αγώνα»

Δεν ξέρω ως ποιο σημείο ο αριθμός είναι σωστός. Όπως και να είναι όμως, δεν θα βρίσκεται πολύ μακριά από τη πραγματικότητα. Από το άλλο μέρος, στα στατιστικά δελτία, που έχουμε, αναφέρεται ότι στα 1828 η Ελλάδα είχε συνολικά 753.400 κατοίκους. Αυτό τι άλλο σημαίνει, παρά το ότι για να αποκτήσει η Ελλάδα την ελευθερία της είχαν θυσιαστεί περισσότεροι από ένας στους δύο Έλληνες από τους κατοίκους του τότε μικρού κράτους. Δεν ξέρω να έχουν γίνει, από άλλο λαό, σε αναλογία, τόσες θυσίες με τελικό τίμημα την ελευθερία. Θα έλεγα μάλιστα ότι στα 150 χρόνια της ζωής μας σαν ελεύθερου έθνους, αν προσθέσουμε τις απώλειες στα πεδία των μαχών, χωρίς να παραλείψουμε τη Μικρασιατική εκστρατεία και τον ελληνοιταλικό πόλεμο, δεν φτάνουμε σε αυτό το τρομακτικό αριθμό.

Η μεγάλη αυτή θυσία των αγωνιστών του ’21 δεν μπορεί να σημαίνει παρά δύο πράγματα: Πρώτο, ότι σαν λαός βάζουμε πάνω από όλα την ελευθερία μας, και, δεύτερο, ότι στους ώμους μας βαραίνει μια τεράστια ευθύνη: να τη διαφυλάξουμε με κάθε θυσία. Για αυτό και πιστεύω ότι οι δύο έννοιες, ελευθερία και ευθύνη, είναι αδιάρρηκτα δεμένες μεταξύ τους. Γιατί ελευθερία χωρίς ευθύνη δεν μπορεί να εδραιωθεί επάνω σε σταθερές βάσεις, αλλά ούτε και να υπάρξει αληθινή ευθύνη χωρίς ελευθερία.

Μια συνοπτική όμως ματιά στη Νεοελληνική Ιστορία στα τελευταία 150 χρόνια, μας οδηγεί εύκολα στην ακόλουθη διαπίστωση. Ότι σπάνια κρατήθηκε αυτός ο δεσμός, και, ότι όλες οι μεγάλες τραγωδίες του τόπου μας οφείλονται, τις περισσότερες φορές, σε αυτή τη διάσπαση. Γιατί, κάθε φορά που επιτύχαμε κάτι στην πλατειά αυτή περιοχή, που περιλαμβάνει όλων των ειδών τις ελευθερίες, σχεδόν ποτέ δεν αναπτύξαμε και την ανάλογη ευθύνη.

Αλλά πριν αναφερθώ σε διαδοχικά παραδείγματα, παρμένα από τη Νεοελληνική Ιστορία, θα ξαναγυρίσω στο κείμενο του Τερτσέτη, όπου μέσα το θέμα της ευθύνης παίρνει συγκλονιστικές διαστάσεις. Όπως βέβαια όλοι ξέρετε, είναι δεμένο με τη δίκη του Κολοκοτρώνη, μια δίκη σκηνοθετημένη από τα πριν, χωρίς ουσιαστικά αποδεικτικά στοιχεία, δίκη σαν αυτές που εμφανίζονται πολλές φορές στην Ιστορία των λαών, και τέτοιες δυστυχώς έχουμε να επιδείξουμε κι εμείς άφθονες, δίκες της λεγόμενης πολιτικής σκοπιμότητας. Με τη διαφορά του ότι στη περίπτωση του Κολοκοτρώνη, επρόκειτο εκ περισσού για τον μεγαλύτερο, γενναιότερο και σοφότερο αγωνιστή που γνώρισε η Νεοελληνική Ιστορία, για αυτόν, που έσωσε την Επανάσταση, και που η τότε ξενική κυβέρνηση ζητούσε τη καταδίκη του σε θάνατο. Και υπήρξαν τρεις Έλληνες δικαστές, που υπογράψανε αυτή τη καταδίκη. Και ο Γέρος του Μωριά θα είχε εκτελεστεί, και το φοβερό αυτό έγκλημα θα βάραινε για πάντα πάνω στη συνείδηση του Έθνους, αν δύο ακέραιοι δικαστές, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Πολυζωΐδης και ο Τερτσέτης, σαν ελεύθεροι και υπεύθυνοι δικαστές, δεν έκαναν το καθήκον τους, αρνούμενοι να υπογράψουν. Δεν λογάριασαν τις συνέπειες αυτής της άρνησης, για τον εαυτό τους, γιατί ήξεραν ότι σήκωναν στους ώμους τους την ευθύνη ολόκληρου του Έθνους. Και μια τέτοια ευθύνη μόνο ένας ελεύθερος άνθρωπος είναι σε θέση να τη συλλάβει. Το ίδιο, άλλωστε, το κείμενο της απολογίας του Τερτσέτη, αφού τον ταλαιπώρησαν, τον κυνήγησαν, τον έπαυσαν από τη θέση του μαζί με τον Πολυζωΐδη και τους έσυραν και τους δύο στα δικαστήρια, το δείχνει φανερά:«αν ημείς, γράφει, εγκαλούμεθα από τον Επίτροπον, αν αυτός μας φοβερίζει φυλακισμός, το αίτιον είναι η σφοδρή μας λατρεία προς τη δικαιοσύνην, εις καιρούς τους οποίους κάλλιστα γνωρίζετε. Και η δικαιοσύνη είναι προνόμιον, είναι ιδιοκτησία της ανθρωπότητος και αρμόζει λοιπόν να αναφέρομεν ημείς σήμερον, ως εις βοήθειάν μας, το όνομα του ανθρωπίνου γένους, αφού δια αυτό αγωνίσθημεν».

Το κείμενο αυτό είναι χαρακτηριστικό, γιατί δείχνει ότι το αίσθημα της ευθύνης είναι συνυφασμένο με το αίσθημα της δικαιοσύνης και ότι η δικαιοσύνη είναι ένα πανανθρώπινο αίτημα που κατοχυρώνει την ανάγκη για ελευθερία.Αλλά πριν προχωρήσω σε μια θεωρητική αντιμετώπιση του θέματος, νομίζω ότι είναι σκόπιμο, για την επέτειο, που γιορτάζουμε σήμερα, να αντλήσω τα δεδομένα μου από τη Νεοελληνική Ιστορία και μάλιστα από την Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης. Γιατί νομίζω, ότι η Ιστορία είναι το μεγάλο σχολείο στο οποίο ένα Έθνος πρέπει πάντα να μαθητεύει. Από αυτή αντλεί και τα διδάγματά του, τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά. Και δυστυχώς τα αρνητικά, που δείχνουν τα σφάλματα, που έχει κάνει το παρελθόν, είναι πιο χρήσιμα από τα θετικά, γιατί φανερώνουν τους κινδύνους, από τους οποίους περνά ένας λαός. Για αυτό, ας μου επιτραπεί για το θέμα, που έχω να σας αναπτύξω, να αναφερθώ κυρίως στα τελευταία. 

Ήδη από τα πρώτα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, ενώ στα πεδία των μαχών λάμπει ο ηρωισμός των Ελλήνων, στο πεδίο της εσωτερικής πολιτικής ενός ανύπαρκτου κράτους, φανερώνεται με τρόπο απελπιστικό μέσα από έντονες διαμάχες, η αδυναμία του Έλληνα να συλλάβει την τεράστια ευθύνη που φέρνει στους ώμους του από τις θυσίες που τόσο πρόθυμα ο ίδιος δέχεται να κάνει, για να αποκτήσει την ελευθερία του, που κινδυνεύει να χαθεί κάποια στιγμή, όχι από την ικανότητα και τη δύναμη του εχθρού, αλλά από δική του υπαιτιότητα. 

Ακόμη δεν άρχισε καλά καλά η Επανάσταση και αρχίζουν οι πρώτες διχογνωμίες με τις τάσεις ανταρσίας, που παρουσιάζονται στο ελληνικό ναυτικό και την πραξικοπηματική ανατροπή, στις 12 Μαΐου του 1821, του Αντώνη Οικονόμου στην Ύδρα, στον οποίο οφείλεται κατά μέγα μέρος η έξοδος του νησιού αυτού στον Αγώνα. Είναι χαρακτηριστική η φράση που περιλαμβάνεται στο έγγραφο της 26ης Μαΐου που οι Υδραίοι στέλνουν στο Τομπάζη γνωρίζοντας τον διορισμό του σαν αντιναύαρχου του στόλου: «Η πατρίς παραγγέλει εσέ τον αρχηγό να διαφυλάξητε την ομόνοιαν και αγάπη μεταξύ των λοιπών αρχηγών και καπετανέων…». Και όμως, αμέσως μετά από τη πυρπόληση από τον Παπανικολή του Τουρκικού δίκροτου στο λιμάνι της Ερεσού στη Λέσβο, πυρπόληση που στέρησε τον τουρκικό στόλο από ένα από τα μεγαλύτερα και τα καλύτερα εξοπλισμένα πλοία του, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Σημειώνονται αντιγνωμίες ανάμεσα στους αρχηγούς του στόλου και τάσεις ανταρσίας στα πληρώματα, έτσι που ο στόλος, αντί να εκμεταλλευθεί την επιτυχία της Ερεσού και να παραμείνει κοντά στα Δαρδανέλλια, για να εμποδίσει την έξοδο του τουρκικού στόλου στο Αιγαίο, επιστρέφει στην Ύδρα, αφήνοντας έκθετα τα Ψαριανά πλοία. Ανάλογη διαμάχη σημειώνεται λίγο αργότερα, τον Ιούλιο του 1821, όταν ο τουρκικός στόλος προσπαθεί να καταλάβει τη Σάμο και αποτυγχάνει. Ο Ελληνικός στόλος δεν είχε ένα αρχηγό, αλλά βρισκόταν κάτω από τις διαταγές 11 ναυάρχων, τεσσάρων της Ύδρας, δύο των Σπετσών και πέντε των Ψαρών. Ήταν φυσικό, ότι κάτω από τέτοιες συνθήκες, η εξόρμηση του Ελληνικού στόλου λίγο έλειψε, στις 12 Ιουλίου 1821, να οδηγήσει σε καταστροφή.

Στις αρχές του 1822 έχουμε ένα άλλο χαρακτηριστικό γεγονός της διχογνωμίας των Ελλήνων, τη διάλυση της πολιορκίας της Καρύστου και την αναχώρηση του Οδυσσέα Ανδρούτσου από την Εύβοια στη Στερεά, κατά διαταγή του Άρειου Πάγου, που ήθελε να περιορίσει τη στρατιωτική φήμη του γενναίου οπλαρχηγού, που αν παρέμενε, θα μεγάλωνε με νέες επιτυχίες. Τον Αύγουστο του 1822, σκληρές διενέξεις για την αρχηγεία στην Εύβοια, καταλήγουν, τον επόμενο μήνα, σε σύγκρουση στα Καμάρια, ανάμεσα στο Διαμαντή, που διόρισε ο Άρειος Πάγος, και τους εντόπιους οπλαρχηγούς, οπαδούς του Ανδρούτσου. Το αποτέλεσμα ήταν οι Τούρκοι να ενεργούν σχεδόν ανενόχλητοι.

Τον επόμενο χρόνο, στα 1823, οι αντιθέσεις γίνονται ακόμη πιο έντονες. Στη σύνοδο της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως στο Άστρος, από τις 29 Μαρτίου ως τις 18 Απριλίου, όχι μόνο είναι πια καταφανής, μα οξύνεται ο ανταγωνισμός των κομμάτων. Από το ένα μέρος, έχουμε το κόμμα των λεγόμενων «Αρχοντικών», που το αποτελούν οι πλούσιοι πρόκριτοι της Πελοποννήσου και της Ύδρας, με κύριο εκπρόσωπο τον Μαυροκορδάτο, και από το άλλο μέρος το κόμμα των «Στρατιωτικών», που το αποτελούν οι καπεταναίοι του Αγώνα, με κύριο εκπρόσωπο τον Κολοκοτρώνη. Οι αντιθέσεις φτάνουν σε τέτοιο βαθμό, που κινδυνεύει να εκραγεί εμφύλιος πόλεμος, που αποσοβήθηκε μόνο χάρη στον πατριωτισμό του Κολοκοτρώνη. Είναι θλιβερά τα λόγια, που του αποτείνουν οι εκπρόσωποι του Βουλευτικού, όταν του προσφέρουν την αντιπροεδρία, με την υστερόβουλη σκέψη να τον φθείρουν πολιτικά: «Εάν δεν δεχθής αυτό το οποίον το Έθνος και η κυβέρνησίς του σε προσφέρει και αν δεν γράψης των συνωμοτών  σου να ησυχάσουν και να παύσουν παν κατά της Κυβερνήσεως κίνημα, είναι εις την δυσάρεστον θέσιν  και τα δύο σώματα να σας αποκηρύξουν αντάρτας και να σας καταδιώξουν ως αποστάτας και εχθρούς της πατρίδος… και να φροντίσωμεν όλοι οι Ετεροελλαδίται και οι νησιώται να κάμωμεν ένα έντιμο συμβιβασμόν με τους Τούρκους οίτινες τον επιθυμούν και μας τον επρότειναν κτλ. κτλ… Ολόκληρο, άλλωστε, το δεύτερο εξάμηνο του 1823 καλύπτεται από εσωτερικές διαμάχες, που είχαν σαν αποτέλεσμα, να ματαιωθεί ο σχηματισμός στρατιωτικού σώματος 7.000 ανδρών υπό την αρχηγία του Κολοκοτρώνη, που τόσο σωτήριο ρόλο θα μπορούσε να παίξει στην εξέλιξη του Αγώνα με τους Τούρκους. Αντί γι’ αυτό, έχουμε την ένοπλη σύγκρουση στην περιοχή της Καρύταινας ανάμεσα στους Δεληγιανναίους και τον Πλαπούτα.

Τα ίδια και χειρότερα στα 1824, τον τέταρτο χρόνο της Επανάστασης. Εδώ οι εσωτερικές διαμάχες παίρνουν τέτοιες διαστάσεις, που οι ιστορικοί τις ονομάζουν Πρώτο και Δεύτερο Εμφύλιο πόλεμο. Ο Πρώτος που πιάνει το πρώτο εξάμηνο του 1824, έχει ως επίκεντρο τη Πελοπόννησο και παρουσιάζεται με τη σύγκρουση ανάμεσα στο Κυβερνητικό κόμμα, που εκπροσωπείται από το λεγόμενο «Νέο Εκτελεστικό»,  με πρόεδρο τον Γεώργιο Κουντουριώτη, και από το «Παλιό Εκτελεστικό», με τους έκπτωτους βουλευτές. Αποτέλεσμα οι μάχες που έγιναν έξω από το Ναύπλιο στην προσπάθεια των κυβερνητικών να καταλάβουν την πόλη. Όσο για τον Δεύτερο Εμφύλιο πόλεμο των τελευταίων μηνών του 1824, εδώ έχουμε τη διαμάχη ανάμεσα στους Πελοποννησίους από το ένα μέρος, και τους Υδραιοσπετσιώτες, που υποστηρίζονται από τους οπλαρχηγούς της Ρούμελης. Το κορύφωμά της είναι η εκστρατεία του Παπαφλέσσα, ο φόνος του γυιού του Κολοκοτρώνη και τα όσα επακολούθησαν τον επόμενο χρόνο, στα 1825, όπως οι βιαιοπραγίες των Κυβερνητικών στην Πελοπόννησο, η απεχθής συμπεριφορά του Γκούρα και του Κωλέττη, η σύλληψη και ο εξευτελισμός ένδοξων αρχηγών της Επαναστάσεως, όπως του Παλαιών Πατρών Γερμανού, και τελικά, η δολοφονία στο Γουλά της Ακροπόλεως του ήρωα της Γραβιάς Οδυσσέα Ανδρούτσου. Μόνο ανατριχίλα μπορεί κανείς να νιώσει όταν αναλογίζεται τις πράξεις αυτές, που δείχνουν παντελή έλλειψη εθνικής ευθύνης όταν σκεφτούμε τί διακυβευόταν εκείνη τη στιγμή. 

Στα 1826, με τις πρώτες εργασίες της Γ΄ Εθνικής Συνελεύσεως, βρισκόμαστε μπροστά στη διάσπαση των πληρεξουσίων σε αντίπαλα στρατόπεδα, που είχε τόσο καταστρεπτικές συνέπειες για τα επόμενα χρόνια. Στα 1827, μετά από τη σύγκλιση της Γ΄ Εθνικής Συνελεύσεως στην Ερμιόνη και την Τροιζήνα, έχουμε τις συγκρούσεις του Ναυπλίου παρ όλη την εκλογή του Καποδίστρια σαν Κυβερνήτου της Ελλάδος. Τέλος, τη δυσαρέσκεια της οικογένειας Μαυρομιχάλη και τις πρώτες αταξίες στη Μάνη. Δεν πέρασε, λοιπόν, ούτε ένας χρόνος σε όλη τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, που να μην βρεθούμε μπροστά σε προστριβές ανάμεσα στα διάφορα κόμματα και τους αρχηγούς τους, που κατέληγαν συνήθως σε ένοπλες συγκρούσεις, από τις οποίες κινδύνευε κάθε στιγμή η Επανάσταση. Δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε την κατάσταση που επικρατούσε στην Πελοπόννησο όταν εμφανίστηκε ο Ιμπραήμ

Τί έγινε, όμως, μετά από την επικράτηση της Επανάστασης και τη δημιουργία του Ελληνικού Κράτους; Θα ήταν χρήσιμο, για το θέμα της ομιλίας μας, να τα θυμηθούμε κι αυτά.

Σε μια από τις πιο κρίσιμες για το Έθνος στιγμές, που ο Καποδίστριας, με μια πραγματικά μεγαλοφυή διπλωματική πολιτική, προσπαθούσε να καθοριστούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα σύνορα της Ελλάδος, έχοντας να παλέψει με τον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων, στη φτωχή και κατεστραμένη Ελλάδα, πάντα με το πρόσχημα της ελευθερίας, εκδηλώνονται στάσεις κινούμενες από προσωπικές φιλοδοξίες και προσωπικά συμφέροντα. Θα ήταν πολύ διδακτικό να αναφερθούμε, στο σημείο αυτό, στις προθέσεις του Καποδίστρια και τις αιτίες που προκάλεσαν τις εσωτερικές αυτές ανωμαλίες. 

Η στάση που εκδηλώθηκε, λόγου χάρη, στο Λιμάνι της Μάνης, με απώτερο σκοπό να κρατήσει η οικογένεια των Μαυρομιχαλέων όλα τα δημόσια έσοδα, έγινε με το πρόσχημα ότι θα πλήρωναν τους στρατιώτες. Ποια ήταν όμως τα σχέδια του Καποδίστρια, επάνω στα οποία στήριζε την εσωτερική του πολιτική; Να καταργήσει τα διάφορα προνόμια που είχαν τόσο η οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων στη Πελοπόννησο όσο και οι Υδραίοι πρόκριτοι, που εισέπρατταν τους φόρους όλων των νησιών του Αιγαίου, και να μοιράσει στους ακτήμονες την εθνική γη. Γιατί ο Καποδίστριας πίστευε και διακήρυττε ότι «Οι Έλληνες δεν θα ένιωθαν πραγματικά ανεξάρτητοι, όπως γράφει ο Σπηλιάδης, παρά μόνο όταν θα είχαν τουλάχιστον άφθονα τα προς το ζειν». Αυτή την οικονομική ανεξαρτησία του λαού, στήριγμα της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που επιθυμούσε ο Καποδίστριας για τους Έλληνες, αυτήν καταπολεμούσαν οι πρόκριτοι με το πρόσχημα, δήθεν, της ελευθερίας, αποκαλώντας τον Καποδίστρια τύραννο.

Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό αυτό που συνέβη στην Ύδρα. Στις παράλογες απαιτήσεις των Υδραίων πλοιοκτητών, που απαιτούσαν να καταβάλει σ’ αυτούς, κατά προτεραιότητα, το Κράτος όλα τα έξοδα, που έκαναν τον καιρό της Επανάστασης και να τους αποζημιώσει στο ακέραιο για όλες τις ζημιές, που έπαθαν τα πλοία τους, ο Καποδίστριας, ενώ άρχισε να τους καταβάλει σε δόσεις από τα άδεια τότε ταμεία του κράτους και με υποθήκευση των πιο εύφορων εθνικών κτημάτων, το μισό του συνολικού ποσού που είχε καθοριστεί για όλα τα νησιά του Αιγαίου, οι Υδραίοι δέχτηκαν μεν το ποσόν, δεν συμφώνησαν όμως με τον τρόπο της διανομής, που ο Καποδίστριας έχει ορίσει. Να δοθεί, δηλαδή, η πρώτη δόση στις οικογένειες των ναυτών, γιατί, όπως ο ίδιος έγραφε, θεωρούσε κοινωνικά άδικο «να λάβουν οι ευπορούντες μέρος των χρημάτων των προσδιορισμένων εις περίθαλψιν απόρων κατοίκων των ναυτικών νήσων». Στο σημείο αυτό οι πλοιοκτήτες της Ύδρας ήταν ανένδοτοι. Επέμειναν να μοιρασθούν τα χρήματα σ’ αυτούς, ανάλογα με τον αριθμό και τη χωρητικότητα των πλοίων, που είχαν προσφέρει στον Αγώνα. Οπότε το ποσό θα πήγαινε στους πλούσιους και ψίχουλα μόνο στους άνεργους ναυτικούς. Η επιμονή αυτή των πλοιοκτητών αποδείκνυε το ασύστατο των επιχειρημάτων του Κουντουριώτη, ότι απαιτούσε πιεστικά την καταβολή αποζημιώσεων, γιατί ενδιαφέρονταν για τον «δεινώς δυστυχούντα Υδραϊκόν λαόν».

H πιο συγκλονιστική, όμως, για το Έθνος συνέπεια της στάσης των Υδραίων προκρίτων, ήταν η μετέπειτα ανταρσία και κατάληψη του στόλου στο Ναύσταθμο του Πόρου, κατάληψη που είχε σαν αποτέλεσμα την τελική διαταγή του Μιαούλη να ανατιναχθεί στον αέρα όλος ο ελληνικός στόλος. Ευτυχώς η εγκληματική αυτή διαταγή δεν εκτελέστηκε στο ακέραιο. Ωστόσο, τα δύο λαμπρότερα πλοία του ελληνικού στόλου, η κορβέτα Ύδρα και η φρεγάτα Ελλάς ανατινάχτηκαν στον αέρα την 1η Αυγούστου 1831. Ήταν η μεγαλύτερη σε αναλογία καταστροφή, που έπαθε ποτέ ο ελληνικός στόλος. Και η διαταγή δόθηκε από ποιόν; Από τον Μιαούλη, τη μεγάλη αυτή μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που κινήθηκε από τις προσωπικές φιλοδοξίες των Μαυρομιχαλέων και από τα δικά του προσωπικά συμφέροντα. Και είναι εύλογη η κατακραυγή του Κανάρη, παρ’ όλους τους δεσμούς που τον συνέδεαν με τον Μιαούλη: «Είθε να παραδοθή το όνομα του αυτουργού τοιαύτης πράξεως βαρβαρωτάτης εις αιώνιον ανάθεμα». Πού ήταν η ευθύνη του μεγάλου αυτού ναυτικού του ’21, που τόσα και τόσα προσέφερε στην Επανάσταση;

Ακριβώς ένα μήνα και 27 μέρες μετά, την 27 Σεπτεμβρίου 1831, ο αδελφός και ο γυιός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Κωνσταντίνος και Γεώργιος, δολοφονούσαν τον Καποδίστρια. Είναι χαρακτηριστική η φράση του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, τη στιγμή, που, προσπαθώντας να διαφύγει από την οργή του πλήθους, ζητούσε άσυλο στο σπίτι του Γάλλου αντιπρέσβυ: «Ο τύραννος δεν ζη πλέον, εξέπνευσεν από τας ιδικάς μου χείρας και από τας χείρας του θείου μου». Είναι φανερό, ότι όταν εκτελούσε το έγκλημά του, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης πίστευε πως θυσίαζε τη ζωή του για την ελευθερία, χωρίς ούτε στιγμή να αναλογιστεί, στο φανατισμό του επάνω, τις φοβερές για το Έθνος ευθύνες μιας τέτοιας πράξης.

Το πόσο λίγο η πράξη αυτή του Μαυρομιχάλη ανταποκρίνονταν στο αίσθημα της ελευθερίας του ελληνικού λαού, φαίνεται από τα λόγια αυτά του Κολοκοτρώνη: «Την αυγήν όπου το έμαθαν οι πολίτες της Τριπολιτσάς, έμειναν νεκροί. Άφησαν τα εργαστήριά τους, τις δουλειές τους, και επερπατούσαν στους δρόμους σαν τρελλοί…». Φαίνεται ακόμη και από τις αναφορές του ανώνυμου λαού, όπως διατυπώνονται στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους: «Είθε η 27η Σεπτεμβρίου 1831, ημέρα σκοτεινή… ημέρα του τάφου της τύχης των Ελλήνων να ήθελεν εκλείψει από τον χρόνον…». Ή ακόμα: «Θρηνεί η Ελλάς, διότι βλέπει εαυτήν χήραν, τα τέκνα της ορφανά, την ύπαρξίν της εις το άδηλον εκτεθειμένην, θρηνεί διότι έχασε το παν…». Ό «τύραννος» που δολοφονούσε ο Μαυρομιχάλης, εν ονόματι της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, ήταν ο άνθρωπος που ήθελε να μοιράσει τη γη στους ακτήμονες, να καταργήσει τα προνόμια ορισμένων επαρχιών, όπως της Μάνης και της Ύδρας, να επιβάλλει τους ίδιους φόρους παντού για το καλό και την προκοπή του Έθνους, να δώσει πρώτα τις πολεμικές αποζημιώσεις στους φτωχούς και άεργους ναύτες και κατόπι στους πλούσιους πλοιοκτήτες, ήταν όμως μαζί και ο μεγαλύτερος Έλληνας πολιτικός της εποχής εκείνης, ο θαυμάσιος διπλωμάτης και οργανωτής του ανύπαρκτου τότε κράτους. Το πόσο μεγάλη καταστροφή ήταν για τον τόπο η δολοφονία του Καποδίστρια φάνηκε αμέσως μετά, με την απολυταρχία που εδραίωσε η Αντιβασιλεία, που κατακλείδα της ήταν η δίκη, τρία χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1834, και η καταδίκη σε θάνατο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Θα περιορίσω εδώ τις αναφορές μου στην Ιστορία, γιατί θέλησα να στηρίξω σε συγκεκριμένα γεγονότα όλα όσα έχω να σας πω για την ελευθερία και την ευθύνη. Διάλεξα επίτηδες τα παραδείγματά μου από την Ελληνική Επανάσταση, μια και γιορτάζουμε σήμερα τα 157 χρόνια της. Δεν θα επεκταθώ στην υπόλοιπη Ελληνική Ιστορία, που είναι κι’ αυτή γεμάτη με ανάλογες ενέργειες. Ποιες να πρωτοαναφέρει κανείς, που όλες οφείλονται σε ένα μειωμένο αν όχι ανύπαρκτο αίσθημα ευθύνης. Τις ενέργειες αυτών που κυβέρνησαν την Ελλάδα, την εποχή του Όθωνα, τις διαμάχες του Δεληγιάννη με τον Τρικούπη, που κατέληξαν σε απομάκρυνση του πιο υπεύθυνου πολιτικού που γνώρισε η Ελλάδα στο δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα, απομάκρυνση που είχε σαν συνέπεια την καταστροφή του ’97; Την αντιδικία Βενιζέλου και Κωνσταντίνου, με τελικό αποτέλεσμα τη Μικρασιατική καταστροφή: Τον εμφύλιο σπαραγμό στα μετακατοχικά χρόνια, που είχε κι’ αυτός ολέθριες συνέπειες για τον τόπο μας; Τις απόπειρες εναντίον του Μακάριου και την τραγωδία της Κύπρο; Θα έλεγε κανείς ότι αυτό που χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά μας σε όλο το μάκρος της Ιστορίας μας είναι ένα μειωμένο αίσθημα ευθύνης απέναντι στο αιώνιο αίτημα της ελληνικής ψυχής, την ανάγκη για ελευθερία. Σκληρή διαπίστωση, που μας ήταν όμως χρήσιμη για να προχωρήσουμε τώρα στην ουσία του θέματός μας. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις της άσκησης της ελευθερίας, ποιοι είναι οι περιορισμοί της, ποιες είναι οι σχέσεις ανάμεσα στην ελευθερία και την ευθύνη;

Είναι φανερό ότι όταν θέτουμε ένα τέτοιο πρόβλημα, σκοπός μας δεν είναι να το θίξουμε σε όλες τις διαστάσεις του. Τόσο η έννοια της ελευθερίας, όσο και η έννοια της ευθύνης, ανταποκρίνονται σε μια σειρά ολόκληρη από θέματα: θεολογικά, μεταφυσικά, κοσμολογικά, βιολογικά, ψυχολογικά, κοινωνιολογικά, νομικά κλπ. Είναι ο άνθρωπος ελεύθερος να αποφασίζει και επομένως υπεύθυνος για τις πράξεις του, ή υπόκειται σε ένα οποιουδήποτε είδους ντετερμινισμό: θεολογικό, μεταφυσικό, φυσικό, βιολογικό, ψυχολογικό, κοινωνικό, οικονομικό ή άλλο; Ή, ακόμα, το αίσθημα της ευθύνης πηγάζει από την ελευθερία της βούλησης του ανθρώπου, ή είναι η εσωτερίκευση μιας αντικειμενικής κοινωνικής συμπεριφοράς, που αρχικά λειτουργεί συλλογικά και που με την εξέλιξη των κοινωνικών δομών περιορίζεται στο άτομο, όπως μας λεν οι εκπρόσωποι της Γαλλικής Κοινωνιολογικής Σχολής του Durkheim; Απομεινάρι του είδους αυτού της ευθύνης είναι η βεντέτα και σε πολλές περιπτώσεις η σύλληψη και η εκτέλεση ομήρων.

Δεν θα θίξω τέτοιου είδους προβλήματα. Η ελευθερία για την οποία σας μιλώ είναι η ελευθερία του Ελληνικού Έθνους, και η ευθύνη, αυτή που σχετίζεται με την απόκτηση και τη διαφύλαξη αυτής της ελευθερίας. Επειδή, όμως η ελευθερία ενός έθνους έχει άμεσο σχέση με την δράση των πολιτών του σαν ατόμων ή σαν κοινωνικών ομάδων, νομίζω ότι για να θέσουμε το θέμα μας επάνω σε μια στέρεη βάση, είναι σκόπιμο να εξετάσουμε ποιες είναι οι σχέσεις ανάμεσα στην ελευθερία και την ευθύνη σαν έκφραση μιας πανανθρώπινης συμπεριφοράς. Ας μου επιτραπεί εδώ να κάνω προσωρινά μια στροφή στη Φιλοσοφία.

Office Lens 20170202-124532
Δακτυλογραφημένο απόσπασμα του Πανηγυρικού λόγου (Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών/Αρχείο Γεωργίου Μουρέλου/ Φάκ..VΙ.2[32] ).        

Λίγο πολύ, όλοι οι φιλόσοφοι έθεσαν το πρόβλημα της ελευθερίας και της ευθύνης, από τους πιο αρχαίους, όπως ο Πυθαγόρας και ο Ηράκλειτος, ως τους πιο σύγχρονους, όπως ο Sartre. Είναι μάλιστα ιδιαίτερα αξιόλογες οι απόψεις τόσο των σοφιστών όσο και των Σωκρατικών, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, μα και του Επίκουρου και των Στωικών επάνω στο θέμα αυτό. Ο φιλόσοφος όμως που μας επιτρέπει να εισχωρήσουμε ως την ουσία του προβλήματος που εξετάζουμε εδώ, είναι, κατά τη γνώμη μου, ο Καντ. Γι’ αυτό θεωρείται άλλωστε ένας από τους κύριους θεμελιωτές του Διεθνούς Δικαίου. Γιατί έδειξε, με τον πιο καθαρό τρόπο, ποιοι είναι οι βασικοί όροι που πρέπει να διέπουν τις σχέσεις των ατόμων και των λαών μεταξύ τους, ώστε να εξασφαλίζεται μαζί με την αρμονική τους συμβίωση, σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου, το μεγαλύτερο δυνατό ποσοστό ελευθερίας. Και επειδή η φιλοσοφία του είναι μια φιλοσοφία ορθολογική, τόσο η αρμονική συμβίωση όσο και η εξασφάλιση της ελευθερίας, παρουσιάζονται σαν λογική συνέχεια της εφαρμογής ορισμένων ηθικών κανόνων, που, κι’ αυτοί με τη σειρά τους, είναι ορθολογικά εδραιωμένοι, γιατί δεν προκύπτουν από κανένα εξωτερικό παράγοντα, αλλά από την ίδια τη λογική φύση του ανθρώπου. Έτσι, ο άνθρωπος παρουσιάζεται σαν να είναι και αυτός ο ίδιος η πηγή και ο θεμελιωτής της ελευθερίας του και, κατά συνέπεια, απόλυτα υπεύθυνος γι’ αυτήν.

Ας δούμε τα πράγματα από πιο κοντά, όπως παρουσιάζονται στο έργο του «Κριτική του Πρακτικού Λόγου». Η βούληση του ανθρώπου, λέει ο Καντ, είναι η άμεση έκφραση του Λόγου, όχι όμως του Λόγου που διέπει τη θεωρητική γνώση, μα αυτού που προσδιορίζει την πράξη, δηλαδή την ανθρώπινη συμπεριφορά. Είναι όμως μέσα στη φύση του Λόγου να επιβάλλει γενικούς κανόνες που ο ίδιος ελεύθερα νομοθετεί. Και όταν λέμε γενικούς κανόνες, εννοούμε κανόνες που γίνονται ελεύθερα αποδεκτοί από όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, γιατί πηγάζουν άμεσα από την ελεύθερη βούλησή τους. Ακόμα, πρέπει να είναι τέτοιοι, που να εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση και να κατοχυρώνουν την ανθρώπινη ελευθερία, γιατί αποτελούν την άμεση έκφραση της.

Οι κανόνες αυτοί παρουσιάζονται με τη μορφή της «κατηγορηματικής προσταγής», δηλαδή του νόμου του χρέους, της ευθύνης να εφαρμόζει ο άνθρωπος τους κανόνες που ο ίδιος, σαν μέλος της πανανθρώπινης κοινωνίας έχει ελεύθερα νομοθετήσει. Γι’ αυτό, για τον Κάντ, ελευθερία και ευθύνη, είναι δύο έννοιες αδιάρρηκτα δεμένες μεταξύ τους, ή καλύτερα, οι δυο πλευρές ενός ίδιου νομίσματος. Είμαι ελεύθερος, γιατί εγώ ο ίδιος επιβάλλω στον εαυτό μου τα καθήκοντά μου σαν λογικό ον, εν ονόματι όλης της ανθρωπότητας, και είμαι υπεύθυνος, γιατί εγώ ο ίδιος, με την ελεύθερη βούλησή μου, τα έχω προσδιορίσει.

Ποιοι είναι τώρα οι κανόνες αυτοί, που συνοψίζουν σε γενικές γραμμές τις σχέσεις της ελευθερίας με την ευθύνη;

Ο πρώτος είναι: «Να ενεργείς πάντα με τέτοιο τρόπο, ώστε ο κανόνας της δράσης σου, να μπορεί να αποτελέσει ένα νόμο καθολικής συμπεριφοράς». Δηλαδή, τότε μόνο κατοχυρώνεται ηθικά μια πράξη, όταν μπορεί να γενικευθεί. Κι αυτό, γιατί κάθε πράξη που πηγάζει από την ελεύθερη βούλησή μας και γίνεται υπεύθυνα και συνειδητά, εκφράζει τον ίδιο το λόγο, και η πρωταρχική λειτουργία του λόγου είναι ότι μπορεί και γενικεύει. Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα από τα ιστορικά γεγονότα, που σας ανέφερα. Τη διαταγή του Μιαούλη να ανατιναχθεί όλος ο Ελληνικός στόλος. Αν ο κανόνας μιας τέτοιας πράξης, μπορούσε να γενικευθεί, τότε θα έπρεπε, ο κάθε αρχηγός του στόλου, κάθε φορά που θα ήταν δυσαρεστημένος, να δίνει διαταγή να βυθίζονται όλα τα πλοία που θα είχε κάτω από τη διοίκηση του. Καταλαβαίνετε πόσο μια τέτοια συμπεριφορά θα ήταν παράλογη.

Ο δεύτερος κανόνας είναι: «Να ενεργείς πάντα με τέτοιο τρόπο, ώστε να θεωρείς την ανθρωπότητα, τόσο μέσα από το άτομο σου όσο και μέσα από τους άλλους, σαν έναν σκοπό και ποτέ σαν ένα μέσο». Στον κανόνα αυτό στηρίζεται ο σεβασμός της ανθρώπινης ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Δεν έχουμε δικαίωμα να χρησιμοποιούμε τους άλλους για τους δικούς μας σκοπούς. Και αυτό που είναι σωστό για το άτομο, είναι σωστό και για ένα λαό. Δεν έχει δικαίωμα ένα κράτος να χρησιμοποιεί ένα άλλο για τα δικά του συμφέροντα. Ένα τέτοιο νόημα έχει η Αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η συμφωνία του Ελσίνκι δεν είναι παρά μια προσπάθεια εφαρμογής του κανόνα αυτού της Καντιανής φιλοσοφίας.

Άμεση συνέπεια των κανόνων αυτών είναι η Τρίτη Αρχή που διατυπώνει ο Καντ σαν έκφραση της ελευθερίας της βούλησης, αρχή που αποτελεί και θεμέλιο λίθο κάθε δημοκρατικής πολιτείας: «Να ενεργείς με τέτοιο τρόπο, ώστε η ελευθερία σου να μην περιορίζει την ελευθερία των άλλων σε μια κοινωνία ελεύθερων και ορθοφρονούντων ανθρώπων». Είναι φανερό, ότι έτσι που είναι διατυπωμένος ο κανόνας αυτός, όχι μόνο καθορίζει τα όρια της άσκησης της ελευθερίας σε μια ευνομούμενη πολιτεία, αλλά, ταυτόχρονα, δηλώνει ότι τα μέλη της αναλαμβάνουν την ευθύνη να σεβαστούν τους περιορισμούς που επιβάλλει, μια και οι νόμοι μιας δημοκρατικής πολιτείας πηγάζουν από την ελεύθερη βούλησή τους.

Από όλα αυτά προκύπτει καθαρά, ότι η ελευθερία αυτοπεριορίζεται αναγκαστικά για να υπάρξει σαν ελευθερία, γιατί αν η ίδια δεν καθορίζει τους κανόνες του αυτοπεριορισμού της, καταργεί τον εαυτό της. Έτσι, όμως, μεταμορφώνεται σε μια σειρά από υποχρεώσεις, από καθήκοντα, μεταβάλλεται δηλαδή σε ευθύνη. Μόνο με τον τρόπο αυτό κατοχυρώνεται η ελευθερία του συνόλου, γιατί μόνο μέσα από αυτή μπορεί να εξασφαλιστεί η ελευθερία του ατόμου. Έτσι βλέπουμε ότι η ελευθερία, αν δεν συνοδεύεται από την ευθύνη του περιορισμού της, που κάνει τη λειτουργία της αρμονική με την εξισορρόπηση που επιδιώκει των αντικρουόμενων τάσεων που πηγάζουν είτε από το άτομο είτε από μεμονωμένες κοινωνικές ομάδες, κλείνει μέσα της τους σπόρους της καταστροφής της. Γιατί από ελευθερία μεταβάλλεται σε ασυδοσία, που οδηγεί, τελικά, στην επιβολή μιας κοινωνικής ομάδας επάνω στις άλλες. Τι είναι όμως η εξισορρόπηση των επί μέρους ελευθεριών με τους περιορισμούς που συνεπάγονται; Τι άλλο από την άσκηση της δικαιοσύνης.

Τους κινδύνους που περικλείνει η ανεύθυνη ελευθερία τους περιγράφει θαυμάσια ο Πλάτων, δείχνοντας ότι η επιβολή μιας κοινωνικής ομάδας επάνω στις άλλες, καταργώντας κάθε έννοια δικαιοσύνης, καταλήγει στη καταστροφή της πολιτείας. Αν, μας λέει στο 4ο Βιβλίο της «Πολιτείας», κάποιος που ανήκει στη τάξη των τεχνικών ή των εμπόρων, με τα χρήματα, τους οπαδούς ή την κάθε είδους ισχύ που θα αποκτούσε, βάλει στο νου του να εξουσιάσει την τάξη των πολεμιστών, ή αν ένας από την τάξη των πολεμιστών, που σκοπός της είναι να διαφυλάττει την ακεραιότητα της πολιτείας, θελήσει να εισχωρήσει και να κατευθύνει την τάξη των κυβερνώντων, ενώ δεν έχει τα κατάλληλα προσόντα, ή, αν κάποιος επιχειρήσει να εξουσιάσει και τις τρεις αυτές τάξεις, το αποτέλεσμα θα είναι, καταλύοντας την αρμονία που είναι δικαιοσύνη, με την εγκληματική του αυτή πράξη, να οδηγήσει την πολιτεία στη καταστροφή.

Και νομίζω ότι είναι προτιμότερο να σας διαβάσω το ίδιο το πλατωνικό κείμενο:

Ο διάλογος γίνεται ανάμεσα στο Σωκράτη και το Γλαύκωνα (“Πολιτεία”, Βιβλίο Δ. 434 α κα β): “Αλλ’ όταν γε, οίμαι, δημιουργός ων η τις άλλος χρηματιστής φύσει, έπειτα επαιρόμενος ή πλούτω ή πλήθει ή ισχυι ή άλλω τω τοιούτω εις το του πολεμικού είδος επιχειρή ιέναι, ή των πολεμικών τις εις το του βουλευτικού και φύλακος ανάξιος ων, και τα αλλήλων ούτοι όργανα μεταλαμβάνωσι και τας τιμάς, ή όταν ο αυτός πάντα ταύτα άμα επιχειρή πράττειν, τότε οίμαι και σοι δοκείν ταύτην την τούτων μεταβολήν και πολυπραγμοσύνην όλεθρον είναι τη πόλει. Παντάπασι μεν ούν. Η τριων ρα όντων γενών πολυπραγμοσύνη και μεταβολή εις άλληλα μεγίστη τε βλάβη τη πόλει και ορθότατ’ αν προσαγορεύοιτο μάλιστα κακουργία. Κομιδή μεν ούν. Κακουργίαν δε τη μεγίστην της εαυτού πόλεως ουκ αδικίαν φήσεις είναι; Πως δ’ ου;

Σας το μεταφράζω πρόχειρα:

«Αλλά, όταν όμως, νομίζω, κάποιος είναι τεχνίτης ή οτιδήποτε άλλο, προορισμένος από τη φύση του να κερδίζει χρήματα, και θριαμβολογώντας είτε για τα πλούτη του, είτε για το πλήθος των σπουδών του, είτε για τη δύναμή του, είτε για οτιδήποτε άλλο, βάζει στο νου του να εισχωρήσει στο σώμα των πολεμιστών, ή αν κάποιος από τους πολεμιστές στο βουλευτικό και το σώμα των φυλάκων, μη έχοντας τα προσόντα γι’ αυτό, παίρνοντας ο ένας του άλλου τα όργανα και τις τιμές, ή ακόμα αν ένας ίδιος άνθρωπος επιχειρήσει να τα αναλύσει όλα αυτά, νομίζω, και θα συμφωνήσεις κι εσύ μαζί μου, ότι αυτή η αλλαγή και η πολυπραγμοσύνη θα είναι ολέθριος για την πόλη.

-Συμφωνώ απόλυτα με τη γνώμη σου.

-Ώστε η πολυπραγμοσύνη τούτη και η μεταβολή που δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα στις τρεις αυτές τάξεις και τις συγχέει, όντας καταστρεπτική για την πόλη, σίγουρα θα μπορούσε να την ονομάσει κανείς μέγιστο κακούργημα.

-Ασφαλώς, έτσι είναι.

-Δεν θα παραδεχτείς λοιπόν ότι το μεγάλο τούτο κακούργημα που διαπράττει κάποιος εναντίον της δικής του πόλης πρέπει να ονομαστεί αδικία;

-Πώς να μην το παραδεχτώ;

 Το θαυμάσιο αυτό πλατωνικό κείμενο μας δείχνει το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουμε για να εισχωρήσουμε βαθύτερα στο θέμα μας και να καθορίσουμε τις σχέσεις ελευθερίας και ευθύνης στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει εδώ, στην ελευθερία του Έθνους. Εισάγοντας τη δικαιοσύνη σαν βασική προϋπόθεση της διατήρησης της ακεραιότητας και της ελευθερίας μιας πολιτείας και την αδικία σαν κύριο αίτιο της καταστροφής της, καθορίζει ταυτόχρονα την ευθύνη των μελών της. Για να μπορέσει μια πολιτεία να παραμείνει ελεύθερη, δεν πρέπει η ελευθερία του ενός, που ταυτίζεται με την άσκηση των καθηκόντων που του έχει αναθέσει η πολιτεία, να εισχωρήσει στην περιοχή της ελευθερίας και των καθηκόντων του άλλου. Και αυτό ακριβώς που διασφαλίζει την ελευθερία του καθενός, προσδιορίζοντας τα όρια της, και επιτρέπει την αρμονική συμβίωση, είναι η δικαιοσύνη. Και για τον Πλάτωνα και γενικότερα για τους Αρχαίους Έλληνες. δικαιοσύνη και αρμονία είναι δύο έννοιες ταυτόσημες.

Ας ξαναγυρίσουμε τώρα σε ένα από τα πιο σκοτεινά σημεία της Επανάστασης που σας ανέφερα. Στην ανατίναξη του ελληνικού στόλου από τον Μιαούλη και τη δολοφονία του Καποδίστρια. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με το είδος της αδικίας, που αναφέρει ο Πλάτων, που δεν μπορεί να οδηγήσει παρά σε μια καταστροφή. Την εισχώρηση ενός παράγοντα που ανήκει σε μιαν άλλη τάξη, στη τάξη των κυβερνώντων. Είτε τοποθετήσουμε τον Μιαούλη στη τάξη των πλοιοκτητών, που όπως λέει ο Πλάτων, σκοπός της είναι η απόκτηση πλούτου, είτε στη τάξη των στρατιωτικών, κυβερνήτης εντολοδόχος του λαού ήταν ο Καποδίστριας. Δίνοντας διαταγή να ανατιναχθεί ο στόλος, ο Μιαούλης θέλησε να οικειοποιηθεί το ρόλο του Κυβερνήτη, που δεν του ανήκε. Το ίδιο έκανε και η οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων. Ενώ ανήκε στη τάξη των προκρίτων του πλούτου, θέλησε να παίξει αρνητικά το ρόλο του Κυβερνήτη του Έθνους, καταλύοντας τον ίδιο τον Κυβερνήτη με μια δολοφονική πράξη. Αποτέλεσμα: κατάλυση της δικαιοσύνης, κατάλυση της αρμονίας, με όλα τα καταστρεπτικά επακόλουθα που άλλαξαν την πορεία της ελληνικής ιστορίας.

 

 

Ελληνικός Βορράς, 28 Μαρτίου 1978 (Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών/Αρχείο Γεωργίου Μουρέλου/ Φάκ..VΙ.2[32] ).
Ελληνικός Βορράς, 28 Μαρτίου 1978 (Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών/Αρχείο Γεωργίου Μουρέλου/ Φάκ..VΙ.2[32] ).

Και για να τελειώσω με τις αναδρομές μου στη Φιλοσοφία, θα αναφερθώ και σε ένα άλλο φιλόσοφο, τον Αριστοτέλη, μια και το Πανεπιστήμιο μας γιορτάζει, όλες αυτές τις μέρες, τα δυο χιλιάδες τριακόσια περίπου χρόνια από τη γέννηση του. Γιατί, αν όπως φάνηκε, ελευθερία και ευθύνη έχουν έναν κοινό παρανομαστή, τη δικαιοσύνη, ο φιλόσοφος που μας έδωσε την πιο ολοκληρωμένη, μα και την πιο συγκεκριμένη εικόνα της δικαιοσύνης, είναι ο Αριστοτέλης. Όχι μόνο γιατί θεωρεί τη δικαιοσύνη σαν την υψηλότερη και τελειότερη αρετή, στην οποία περιλαμβάνονται όλες οι άλλες, και διακρίνει δύο είδη δικαιοσύνης, την διανεμητική και τη συναλλαγματική, χωρίς τις οποίες καμμιά κοινωνία δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει κανονικά, μα γιατί με βάση τη δικαιοσύνη, μας δίνει μια γενική θεωρία της αρετής, που μπορεί να εφαρμοστεί στο εσωτερικό ενός κράτους για να διασφαλίσει την καλή λειτουργία του. 

Έτσι, μας λέει, ότι η αρετή είναι μια συνήθεια προαιρετική, που δεν οδηγεί σε καμμίαν ακρότητα, αλλά βρίσκεται στο μέσο, γιατί στηρίζεται στη φρόνηση. «Έστιν άρα η αρετή έξις προαιρετική, εν μεσότητι ούσα τη προς ημάς, ωρισμένη λόγω και ως αν ο φρόνιμος ορίσειεν». Τα κύρια χαρακτηριστικά της αρετής, επομένως και της δικαιοσύνης, είναι, λοιπόν, ότι πηγάζουν από την ελεύθερή μας βούληση, εφόσον είναι προαιρετικές, ότι δημιουργούνται χάρη στην συχνή επανάληψη, εφόσον είναι συνήθειες, ότι εκφράζουν τη μεσότητα, το σωστό δηλαδή μέτρο, και ότι πηγάζουν από τη φρόνηση και στηρίζονται στη λογική. 

Μ’ αυτά που μας λέει ο Αριστοτέλης, με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη δικαιοσύνη, καθορίζει τις σχέσεις ελευθερίας και ευθύνης. Γιατί στηρίζοντας την ελευθερία στη φρόνηση, δείχνει ταυτόχρονα, ότι η ευθύνη βρίσκεται στο ποσοστό της σωστής εκτίμησης μιας πράξης, εκτίμησης που πηγάζει, από την ίδια τη λογική, έτσι ώστε κάθε απόφασή μας να μην ξεπερνά τα δίκαια μέτρα. Και ακόμα, ότι ο τρόπος με τον οποίο κατοχυρώνεται η δικαιοσύνη, είναι η σωστή επανάληψη ελεύθερων και υπεύθυνων πράξεων. 

Θα σταματήσω εδώ τις αναφορές μου στη Φιλοσοφία. Νομίζω όμως, ότι όσα σας είπα, είναι αρκετά για να καθορίσουμε το περιεχόμενο της ελευθερίας και της ευθύνης. Η σωστή άσκησή τους, προϋποθέτει τη φρόνηση. Και για να γυρίσω πάλι στα όσα σας είπα για την Ελληνική Επανάσταση, δεν ήταν η αγάπη για την ελευθερία, μα η φρόνηση, που έλειψε από ορισμένους αρχηγούς, γιατί ο καθένας θέλησε να εισχωρήσει στην περιοχή του άλλου, διαπράττοντας με κάποιο τρόπο το είδος της αδικίας, για το οποίο μας μίλησε ο Πλάτων.

Είναι γνωστός ο χαρακτηρισμός που δίνεται από μερικούς ξένους στους Έλληνες: «Δύο Έλληνες, πέντε καπεταναίοι».

Πολύ φοβάμαι ότι ο χαρακτηρισμός αυτός είναι σωστός, γιατί βγαίνει από όλη την ιστορία μας.  Γι’ αυτό, αν στη διατύπωση του θέματος της ομιλίας μου, «Ελευθερία και Ευθύνη», προσέθεσα τη φράση «Διπλή παρακαταθήκη του ’21», είναι γιατί νομίζω ότι, αν οι ήρωες του ’21 έβγαιναν από τον τάφο και μιλούσαν στη θέση μου, δεν θα μας παρουσίαζαν μόνο τα ανδραγαθήματά τους, αλλά και θα μας έλεγαν τί πρέπει να αποφύγουμε, που να εξαρτάται από εμάς, αν θέλουμε να διατηρήσουμε την ελευθερία, που με τόσες θυσίες μας παρέδωσαν. Τα λόγια, άλλωστε, του ίδιου του Κολοκοτρώνη από το Λόγο που εξεφώνησε στην Πνύκα στις 8 Οκτωβρίου 1838, είναι χαρακτηριστικά:

«Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια, και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εξύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμεν και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσο τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι, μιαν αρμάδα. Αλλά δεν εβάσταξεν». Και συνεχίζοντας προσθέτει: «… ένας έμπαινε πρόεδρος έξη μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο, και ο άλλος το άλλο. Ίσως όλοι ηθέλαμε το καλό πλην καθένας κατά τη γνώμη του».

Κυρίες και Κύριοι,

Νομίζω ότι έπειτα από 140 χρόνια θα μπορούσε να επαναλάβει κανείς λέξη προς λέξη τα σοφά αυτά λόγια του Κολοκοτρώνη. Και οφείλω να σας ομολογήσω, ότι βλέποντας τα όσα συμβαίνουν γύρω μου σε τούτο τον τόπο, με τα μάτια ενός αντικειμενικού παρατηρητή που δεν θέλει να κομματίζεται, ώστε να μην επηρεάζεται η κρίση του από συναισθηματικά ή ταξικά δεδομένα, όμως και με τα μάτια ενός ανθρώπου που αγαπά την πατρίδα του, αισθάνομαι δέος. Η άσκηση της ελευθερίας σπάνια συνοδεύεται από την ανάλογη ευθύνη, από την απαραίτητη φρόνηση, από τη συνείδηση των δυνατοτήτων μας σαν ελεύθερου μα και μικρού κράτους. Όλοι τα θέλουν όλα. Ο ένας τραβά από δω, ο άλλος από κει. Ίσως βέβαια ο καθένας από την πλευρά του να έχει δίκαιο, όλοι όμως έχουν άδικο σε σχέση με τα πεπρωμένα αυτού του τόπου. Οι στιγμές που ζούμε σήμερα είναι από τις πιο κρίσιμες και τις πιο επικίνδυνες για το Έθνος μας για χίλιους δυο λόγους, από τους οποίους θα σας αναφέρω μόνο μερικούς:

Γιατί βρισκόμαστε σε μια από τις πιο εκρηκτικές περιοχές του κόσμου, όπου συγκρούονται μεγάλα στρατιωτικά και πολιτικά συμφέροντα.

Γιατί βρισκόμαστε σε μια εποχή τεχνοκρατικού πολιτισμού, όπου ο ανθρώπινος ηρωισμός παίζει μικρό μόνο ρόλο και είναι πολύ δύσκολο να αναπτύξουμε μια τεχνολογία τέτοια, ώστε να μην έχουμε ανάγκη να εξαρτάμε την άμυνα μας από άλλους.

Γιατί δεν αναπτύξαμε ακόμα τις βιομηχανίες που μας χρειάζονται για να μπορούμε να προσαρμοζόμαστε άνετα στις γρήγορα μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες της εποχής μας.           

Γιατί περιστοιχιζόμαστε από ύπουλους εχθρούς, και περιμένουμε τη βοήθεια μας από άσπονδους φίλους.            

Γιατί έχουμε αφεθεί αμέριμνα στις συνθήκες μιας εύκολης και άκαρπης ζωής, που δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές μας δυνατότητες, που αμβλύνει τις ικανότητές μας για αντίσταση και δεν εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον.

Γιατί επικρατεί σύγχυση σε όλους τους τομείς της κοινωνικής μας ζωής και δεν είμαστε σε θέση να υπολογίζουμε τις απώτερες συνέπειες των αποφάσεων και των πράξεων μας.

Όλα αυτά προδιαγράφουν, δυστυχώς, ένα αβέβαιο μέλλον, ένα μέλλον που προετοιμάζεται στο σκοτάδι και μπορεί να ορθωθεί μπροστά μας ξαφνικά. Η εισβολή στην Κύπρο είναι ένα τραγικό παράδειγμα που πρέπει να μας κρατά σε διαρκή εγρήγορση.

Αν το πρώτιστο αγαθό για ένα λαό είναι να έχει την ελευθερία του, δεν πρέπει όμως κοντά σ’ αυτό να ξεχνά, ότι όλες οι άλλες ελευθερίες, η πολιτική, η οικονομική, η ελευθερία της γνώμης κλπ που είναι απαραίτητο να υπάρχουν σε μια ευνομούμενη πολιτεία για να διασφαλίζεται η αξιοπρέπεια και ο σεβασμός κάθε ανθρώπου, όλες αυτές οι ελευθερίες παύουν αυτόματα να υπάρχουν όταν καταλυθεί η ελευθερία του κράτους. Πολλές, όμως, φορές, οι επί μέρους αυτές ελευθερίες, όταν δεν καθοδηγούνται από τη φρόνηση και το αίσθημα της συλλογικής ευθύνης, με τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις που δημιουργούν, αμβλύνουν την ενότητα ενός έθνους και προετοιμάζουν την καταστροφή του.

Νομίζω ότι ένα καλό μάθημα για μας τους Έλληνες, σε οποιαδήποτε παράταξη και αν ανήκουμε, θα ήταν να συμβουλευόμαστε από καιρό σε καιρό ένα ιστορικό χάρτη της Ευρώπης, για να βλέπουμε τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στα 157 αυτά χρόνια που μας χωρίζουν από την Ελληνική Επανάσταση. Θα διαπιστώναμε τότε, ότι τόσες και τόσες φορές άλλαξαν τα σύνορα όλων των κρατών, ότι ολόκληρες αυτοκρατορίες όπως η Αυστροουγγρική ή η Οθωμανική έχουν καταλυθεί, ότι καινούργια κράτη, όπως η Ιταλία, η Τσεχοσλοβακία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Γιουγκοσλαβία, η Αλβανία έχουν εμφανιστεί και ότι άλλα έχουν εξαφανιστεί.

 Οι πολιτισμοί, όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Πωλ Βαλερύ, είναι θνητοί. Ακόμη περισσότερο τα διάφορα έθνη. Και η διατήρηση της ζωής τους εξαρτάται, νομίζω, σε μεγάλο βαθμό από τη θέλησή τους για ύπαρξη, και αυτή τους η θέληση από την ανάληψη των ευθυνών από όλους, τους Κυβερνώντες και τους Κυβερνόμενους, την κάθε κοινωνική ομάδα και το κάθε άτομο χωριστά. Και η φρόνηση λέει, ότι αυτό που πρέπει να πρυτανεύει, είναι η διαφύλαξη της ενότητάς μας με πράξεις δικαιοσύνης τέτοιες, που να εξασφαλίσουν την αρμονία στις σχέσεις μας, έτσι ώστε το συλλογικό συμφέρον να μην υποσκελίζεται και υποτάσσεται στο ατομικό. Και με ατομικό, δεν εννοώ μόνο τα μεμονωμένα άτομα, αλλά και όλες τις προνομιούχες ομάδες, που θυσιάζουν με κερδοσκοπικές ή άλλες πράξεις τα συμφέροντα του Έθνους στα προσωπικά τους συμφέροντα. 

 Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Ελληνικός Λαός είναι από τους λαούς εκείνους που έδειξαν με τις πράξεις τους ότι επάνω απ’ όλα βάζουν την ελευθερία, γιατί τη θεωρούν σαν το υπέρτατο ανθρώπινο αγαθό. Γι’ αυτό θα ήθελα να τελειώσω την ομιλία μου με την ακόλουθη διαπίστωση. Έχουμε την τύχη, εμείς οι Έλληνες, να έχουμε τον ωραιότερο, ίσως, εθνικό ύμνο από όλους τους άλλους λαούς. Όχι μόνο γιατί γράφτηκε από έναν πολύ μεγάλο ποιητή, μα και γιατί είναι ένας ύμνος στην Ελευθερία. Δεν έχω, λοιπόν, παρά να επικαλεσθώ μερικούς από τους στίχους, για να τιμήσω τη μνήμη των ηρώων του ’21, για να εκφράσω αυτό που αποτελεί την πεμπτουσία της ελληνικής ψυχής, την αγάπη και την πίστη στην Ελευθερία:

 

«Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά

και σαν πρώτα αντριωμένη

Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά»

 

 

 

Γεώργιος ΜουρέλοςO Γεώργιος Μουρέλος (Κωνσταντινούπολη, 1912 – Αθήνα, 1994) υπήρξε Τακτικός Καθηγητής της Α΄ έδρας της Συστηματικής Φιλοσοφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ήταν ο πρώτος Κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής έπειτα από την πτώση της χούντας, οπότε και αναγορεύτηκε ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος σε επίτιμο διδάκτορα (γεγονός με ύψιστη συμβολική σημασία για την εποχή). Πέραν της ακαδημαϊκής ιδιότητας, ο Γεώργιος Μουρέλος διετέλεσε, μεταξύ άλλων,  πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Αισθητικής, πρόεδρος του Συλλόγου “Οι Φίλοι του Μπουζιάνη”, μέλος του Διεθνούς Συμβουλίου Αισθητικής, μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών της Τέχνης (AICA) και ιδρυτικό μέλος του Τελλογλείου Ιδρύματος Τεχνών. Το 1976 εξελέγη Αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών της Γαλλίας (Académie des Sciences Morales et Politiques) και το 1979 του απενεμήθη από τον Πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας το παράσημο του Τάγματος της Αξίας (Ordre du Mérite). Το ογκώδες αρχείο του (161 φάκελοι και σημαντικό οπτικοακουστικό υλικό), δωρήθηκε στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών από τον γιο του, Γιάννη Μουρέλο, και αποτελεί πολύτιμη συμβολή για τη μελέτη της ιστορίας του ΑΠΘ, της Θεσσαλονίκης και των Γραμμάτων και των Τεχνών, γενικότερα, στη χώρα μας.

Η μεταγραφή του πανηγυρικού πραγματοποιήθηκε από τον προπτυχιακό φοιτητή του Τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ  Δημήτριο Μητσόπουλο 

 

 

 

 

Κωνσταντίνος Π. Βατάλης: Η μάχη του Βερολίνου (16 Απριλίου – 2 Μαΐου 1945)

 

Κωνσταντίνος Π. Βατάλης

Η μάχη του Βερολίνου

(16 Απριλίου – 2 Μαΐου 1945)

Εισαγωγή

 

Η μάχη του Βερολίνου υπήρξε η τελευταία μεγάλη μάχη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη. Με την κατάληψη της πόλης από τον Κόκκινο Στρατό, έληξε ουσιαστικά ο πόλεμος στην Ευρώπη, αφού λίγες μέρες αργότερα η Γερμανία υπέγραψε άνευ όρων συνθηκολόγηση. Η μάχη του Βερολίνου τερματίστηκε ουσιαστικά με το θάνατο του Χίτλερ.

Η μάχη του Βερολίνου δεν περιορίζεται μόνο στις συγκρούσεις που έγιναν μέσα στην πόλη  μέχρι την ολοσχερή κατάληψη, αλλά περιλαμβάνει και μία σειρά μαχών, που έλαβαν χώρα από τον ποταμό Όντερ μέχρι το Βερολίνο. Λίγα χιλιόμετρα δυτικότερα του Όντερ στα υψώματα του Ζέελοβ, όπου δόθηκε πολύνεκρη μάχη, είχε οργανωθεί η πρώτη γραμμή άμυνας των Γερμανών.

Οι τεράστιες απώλειες των αντιπάλων στη μάχη του Βερολίνου και η σκληρότητα των συγκρούσεων μαρτυρούν, μεταξύ άλλων, τη θέληση πολλών Γερμανών να υπερασπιστούν την πρωτεύουσα του Ράιχ μέχρι το τέλος. Παρά τις προσπάθειες ορισμένων υψηλόβαθμων αξιωματούχων του Χίτλερ να τον πείσουν να συνθηκολογήσει ή να προσπαθήσει να διαπραγματευτεί, ο τελευταίος ήταν ανένδοτος, πιστεύοντας ή, έστω, διατρανώνοντας την πίστη του στην τελική επικράτηση των Γερμανών. Οι περισσότεροι στρατηγοί της Βέρμαχτ, μολονότι είχαν ξεκάθαρη εικόνα για την έκβαση του πολέμου, τον ακολούθησαν στην πορεία της αυτοκαταστροφής.

Η κατάληψη του Βερολίνου από τον Κόκκινο Στρατό ήταν προϊόν συνεννόησης με τους δυτικούς Συμμάχους στη συνδιάσκεψη της Γιάλτας και δεν υπήρξε ανταγωνισμός μεταξύ σοβιετικών και αμερικανικών δυνάμεων για το ποιος θα φτάσει πρώτος.

 Η κατάσταση στα μέτωπα της Ευρώπης από τα μέσα 1944 μέχρι τις αρχές 1945

 

Τα δύο κύρια χαρακτηριστικά του Ανατολικού  Μετώπου το 1944 ήταν το τεράστιο μήκος του (2.400 περίπου χιλιόμετρα από τη Βαλτική Θάλασσα έως τα Καρπάθια Όρη) και η συντριπτική υπεροχή των δυνάμεων των Σοβιετικών. Υπολογίζεται ότι οι τελευταίοι διέθεταν έντεκα φορές περισσότερο πεζικό από του Γερμανούς, επτά φορές περισσότερα άρματα μάχης, είκοσι φορές περισσότερα πυροβόλα και αεροσκάφη. Η διαφορά αυτή ήταν μικρότερη στα βόρεια απ’ ότι στα νότια του μετώπου, αλλά σε κάθε περίπτωση ήταν τεράστια [1]. Πέραν αυτών των δεδομένων η Βέρμαχτ μειονεκτούσε και στο ζήτημα της διοίκησης και του συντονισμού, αφού υπήρχε χάσμα μεταξύ της ανώτατης διοίκησης (Oberkommando der Wehrmacht – OKW) και της ανώτατης διοίκησης του στρατού ξηράς (Oberkommando des Herres – OKH), με την πρώτη να είναι αρμόδια για τον στρατηγικό σχεδιασμό σε όλα  τα θέατρα επιχειρήσεων, ενώ η δεύτερη μόνο για το ανατολικό, το οποίο επιτείνονταν από το γεγονός ότι ο Χίτλερ, που διατηρούσε την αρχιστρατηγία, λάμβανε αποφάσεις και για τακτικά ζητήματα. Επιπλέον, στο Ανατολικό Μέτωπο δεν είχε οριστεί ένας αρχιστράτηγος, όπως ο στρατάρχης Γκερντ φον Ρούντστετ (Gerd von Rundstedt) στη δύση και ο στρατάρχης Αλμπερτ Κέσελρινγκ (Albert Kesselring) στην Ιταλία. Τα προβλήματα αυτά επισημάνθηκαν από τον στρατηγό Χάιντς Γκουντέριαν (Heinz Gouderian) [2], αρχηγό του επιτελείου, αλλά συνάντησαν την άρνηση του Χίτλερ. Το ίδιο απορριπτικός ήταν ο Γερμανός καγκελάριος και στο αίτημα του Γκουντέριαν για ενίσχυση του Ανατολικού  Μετώπου, αφού δεν απέρριπτε ως ανακριβή και υπερβολικά τα στοιχεία για τις Σοβιετικές δυνάμεις που του παρέθετε ο Γκουντέριαν, τα οποία είχε επεξεργαστεί λεπτομερώς ο συνταγματάρχης Ράινχαρτ Γκέλεν [3].

To Ανατολικό Μέτωπο στις αρχές του 1945.   
To Ανατολικό Μέτωπο στις αρχές του 1945.

Η σοβιετική επίθεση στο κέντρο του ανατολικού μετώπου, που στόχευε στην ανακατάληψη  όλων των εδαφών που κατείχαν οι Γερμανοί από την αρχή του πολέμου, έλαβε την κωδική ονομασία επιχείρηση “Bagration“ και ξεκίνησε στις 22 Ιουνίου 1944, λίγες ημέρες έπειτα από την απόβαση των  Συμμάχων στη Νορμανδία. Η επιχείρηση“Bagration“ έληξε επιτυχώς για τους Σοβιετικούς τον Αύγουστο του ιδίου έτους, με την προέλαση του Κόκκινου Στρατού μέχρι τη Βαρσοβία και είχε ως συνέπεια μεγάλες απώλειες για τους Γερμανούς (670.000 άνδρες) καθώς και την στέρηση πολύτιμων συμμάχων (Φινλανδία, Ρουμανία και Βουλγαρία). Κυρίως όμως, η επιχείρηση ήταν σημαντική γιατί άνοιξε τον δρόμο για την επίθεση στην καρδιά του τρίτου Ράιχ, στο Βερολίνο, η κατάληψη του οποίου θα σήμαινε την ολοκληρωτική επικράτηση των Συμμάχων [4]. Στο Δυτικό μέτωπο, τόσο η γερμανική επίθεση στις Αρδένες την 16 Δεκεμβρίου 1944 [5] όσο  και μία μικρότερη επίθεση στην περιοχή της Αλσατίας (Επιχείρηση Βόρειος Άνεμος  «Nordwind»), παρά τις πρώτες μικρές επιτυχίες που οφείλονται στον αιφνιδιασμό που προκάλεσαν στους Συμμάχους, απέτυχαν με ισχυρές απώλειες για τους Γερμανούς [6]. Στις 13 Ιανουαρίου οι γερμανικές δυνάμεις είχαν υποχωρήσει στις Αρδένες στις θέσεις από τις οποίες είχαν εξαπολύσει την επίθεσή τους.

Ορισμένες μεραρχίες τεθωρακισμένων της 6ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς (6. Panzerarmee), οι οποίες είχαν ήδη υποστεί σημαντικές απώλειες, μεταφέρθηκαν εσπευσμένα στην Ουγγαρία, προκειμένου να διασπάσουν τον πολιορκητικό κλοιό, τον οποίο είχαν σχηματίσει οι σοβιετικές δυνάμεις στη Βουδαπέστη, τον Δεκέμβριο του 1944 (επιχειρήσεις «Konrad I-III»). Και οι τρεις προσπάθειες των γερμανικών δυνάμεων απέτυχαν εξαιτίας της σφοδρής αντίστασης που συνάντησαν από τις δυνάμεις του 3ου Ουκρανικού μετώπου υπό τον Στρατάρχη Φιόντορ Τολμπούχιν (Fjodor Tolbuchin). Κατόπιν τούτων, η Βουδαπέστη έπεσε ολοκληρωτικά στα χέρια του Κόκκινου Στρατού στις 13 Φεβρουαρίου 1945.

Μια ημέρα πριν από την οριστική υποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων  στις Αρδένες, οι Σοβιετικοί ξεκίνησαν την επίθεσή τους στις 12 Ιανουαρίου 1945 στον ποταμό Βιστούλα (Weichsel). Η γερμανική Ομάδα Στρατιών Βιστούλα, υπό την ηγεσία του αρχηγού των SS, Χάινριχ Χίμλερ (Heinrich Himmler), δεν κατάφερε να αναχαιτίσει τη σοβιετική επίθεση, με αποτέλεσμα ο Κόκκινος Στρατός να φτάσει σε λιγότερο από τρεις εβδομάδες (2 Φεβρουαρίου) στον ποταμό Όντερ, μόλις 70 χιλιόμετρα ανατολικά του Βερολίνου [7].

Ωστόσο, παρά τη γρήγορη προέλαση, ο Στάλιν διέταξε τις δυνάμεις του να σταματήσουν στον ποταμό Όντερ. Την απόφαση αυτή υπαγόρευσαν οι δυσκολίες ανεφοδιασμού του αλλά και ο φόβος ότι ξαφνικές αντεπιθέσεις του γερμανικού στρατού θα μπορούσαν να του προξενήσουν μεγάλες απώλειες, όπως στις αρχές Αυγούστου 1944 στη Βαρσοβία. Βορειότερα, η γερμανική Ομάδα Στρατιών Βορρά (16η και 18η Στρατιά), με δύναμη 250.000 ανδρών, ήταν από τον Σεπτέμβριο αποκλεισμένη στις ακτές τις Βαλτικής.

Παρά τις ήττες που είχε υποστεί η Βέρμαχτ μέχρι τα τέλη του 1944, παρέμενε μία αξιόμαχη στρατιωτική δύναμη. Υπολογίζεται ότι στις γραμμές της υπηρετούσαν 7,5 εκατομμύρια άνδρες, με 40 τεθωρακισμένες και μηχανοκίνητες μεραρχίες, ισχυρή αεροπορία και επαρκή εξοπλισμό. Άλλωστε, αυτό ακριβώς αποδεικνύουν οι σκληρές μάχες που έδωσε κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών του πολέμου και ο μικρός, αναλογικά, αριθμός αιχμαλώτων και λιποτακτών [8].

Οι προετοιμασίες και τα σχέδια των Σοβιετικών για την επίθεση στο Βερολίνο

 

Τέλη Μαρτίου 1945 αφίχθησαν στη Μόσχα οι Στρατάρχες Γκεόργκι Ζούκοφ (Zhukov) διοικητής του 1ουΛευκορωσικού Μετώπου και Ιβάν Κόνιεφ (Konev) διοικητής του 1ου Ουκρανικού Μετώπου, προκειμένου να λάβουν από τον αρχηγό του Επιτελείου χερσαίων Δυνάμεων Αντόνοφ (Alexej Antonov) την έγκριση των σχεδίων κατάληψης του Βερολίνου. Ο Στάλιν διέταξε να ξεκινήσουν την επίθεση το αργότερο την 16η Απριλίου και να καταλάβουν το Βερολίνο ει δυνατόν στις 22 Απριλίου, επέτειο γενεθλίων του Λένιν. Συνδρομή θα παρείχε και το 2οΛευκορωσικό Μέτωπο υπό τον Στρατάρχη Κονσταντίν Ροκοσόφσκι (Konstantin Rokossowski). Ο Στάλιν υπέθαλπε και εκμεταλλευόταν τον ανταγωνισμό των δύο ικανότερων Στραταρχών του για το ποιος από αυτούς θα καταλάβει το Βερολίνο.

Η μάχη του Βερολίνου
Γκεόργκι Ζούκοφ και Ιβάν Κόνιεφ

Από τις αρχές του Φεβρουαρίου μέχρι τα μέσα Απριλίου οι Σοβιετικές Δυνάμεις συνέχιζαν τις επιχειρήσεις τους για την κατάληψη των τελευταίων περιοχών ανατολικά του Όντερ, που παρέμεναν ακόμα στα χέρια των Γερμανών. Μέχρι τα τέλη Μαρτίου καταλήφθηκε η Πομερανία, γεγονός που ήταν απαραίτητο για να καλυφθεί η βόρεια πλευρά του μετώπου του Βερολίνου, ενώ και στην ανατολική Πρωσία (Χάιλσμπεργκ, Κένιγκσμπεργκ) οι γερμανικές δυνάμεις έχαναν συνεχώς εδάφη με μεγάλες απώλειες. Ανατολικά του Όντερ η 9η Στρατιά του Στρατηγού Τέοντορ Μπούσε (Theodor Busse) προέβαλε ισχυρή αντίσταση στην πολύ καλά οχυρωμένη πόλη Κυστρίν (Küstrin – Kostrzyn), η οποία έπεσε στα χέρια των Σοβιετικών στις 30 Μαρτίου, γεγονός που περιόρισε του Γερμανούς στη δυτική όχθη  του Όντερ [9]. Η επιχείρηση κατάληψης του Βερολίνου συγκέντρωσε τον τεράστιο αριθμό των 2,5 περίπου εκατομμυρίων ανδρών (190 μεραρχίες), που αποτελούσαν τα τρία Μέτωπα. Τον Κόκκινο Στρατό ενίσχυαν και πολωνικές δυνάμεις. Η λογιστική υποστήριξη (ανεφοδιασμός) του τεράστιου αυτού στρατού αποτελούσε την αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχία της επιχείρησης. Για το λόγο αυτό επισκευάστηκαν αμέσως οι κατεστραμμένες σιδηροδρομικές γραμμές των απελευθερωμένων περιοχών. Για τη μεταφορά των εφοδίων χρησιμοποιήθηκαν περίπου 100.000 φορτηγά, πολλά από τα οποία παραχωρήθηκαν από τις ΗΠΑ. Για την όλη επιχείρηση, ο Κόκκινος Στρατός διέθετε 7.250 άρματα μάχης, 40.000 πυροβόλα και όλμους, 7.500 αεροπλάνα και 16 μεγάλες πλωτές γέφυρες για τη ζεύξη του ποταμού Όντερ. Τα διατιθέμενα πυρομαχικά για το πυροβολικό ανέρχονταν σε 98. 000 τόνους μόνο για την πρώτη ημέρα, τα οποία μεταφέρθηκαν με 2.450 βαγόνια τρένων. Ο σχεδιασμός των σοβιετικών επιτελών προέβλεπε η κύρια επιθετική δράση να διεξαχθεί από το 1ο Λευκορωσικό Μέτωπο, που αποτελούνταν από 9 στρατιές. Ο τομέας ευθύνης του εν λόγω μετώπου είχε το πλεονέκτημα ότι υπήρχαν ήδη δύο προγεφυρώματα στη δυτική όχθη του Όντερ, σε ένα εκ των οποίων (Reitweiner Sporn) είχε τοποθετήσει και ο Ζούκοφ το προκεχωρημένο στρατηγείο του. Δευτερεύοντα ρόλο θα είχε το 1ο Ουκρανικό Μέτωπο, που αποτελούνταν από 7 στρατιές. Το ηθικό των σοβιετικών στρατιωτών ήταν υψηλό, διότι παρά τις απώλειες, γνώριζαν ότι η μάχη για το Βερολίνο θα ήταν η τελευταία και θα σήμαινε για πολλούς από αυτούς το πέρας του πολέμου. Στις τάξεις του Κόκκινου Στρατού υπήρχε έντονο και το πνεύμα εκδίκησης για τα δεινά που υπέστη ο άμαχος πληθυσμός κατά τη διάρκεια της γερμανικής εκστρατείας στη Σοβιετική Ένωση κατά τα έτη 1941-1944 [10].

Στις αρχές Απριλίου 1945, το δυτικό μέτωπο των Γερμανών άρχισε να καταρρέει. Μεγάλες περιοχές είχαν καταληφθεί από τους Συμμάχους, ενώ η σημαντική βιομηχανική περιοχή του Ρουρ είχε περικυκλωθεί. Μέχρι τα μέσα Απριλίου τα συμμαχικά στρατεύματα είχαν φθάσει μέχρι την κεντρική Γερμανία, στην περιοχή της Θουριγγίας. Τότε, ο στρατηγός Αϊζενχάουερ διέταξε τις δυνάμεις του να μη συνεχίσουν την προέλαση του προς το Βερολίνο, αλλά να κρατήσουν σταθερό το μέτωπο του Έλβα και να στραφούν νοτιο-ανατολικά προς την κοιλάδα του Δούναβη, προκειμένου να ενωθούν με του Σοβιετικούς, που βρίσκονταν ήδη στη Βιέννη. Η απόφαση αυτή, με την οποία διαφώνησε ο στρατηγός Μοντγκόμερι, αποτελεί ένα γεγονός που προκαλεί ακόμα σημαντικές διαμάχες [11]. Το ερώτημα που προκαλεί η απόφαση του Αϊζενχάουερ είναι εάν υπαγορεύτηκε από αμιγώς στρατιωτικά κριτήρια, όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος, δηλαδή να σταθεροποιηθεί το μέτωπο του Έλβα, να εκκαθαριστούν τα μετόπισθεν, να εμποδιστούν οι Γερμανοί να δημιουργήσουν νέο μέτωπο στις Άλπεις, ενδεχομένως και να αναλάβει ο Κόκκινος Στρατός την κατάληψη του Βερολίνου, η οποία θα προκαλούσε πολλές απώλειες, ή από πολιτικά, προκειμένου να μη δυσαρεστηθούν οι Σοβιετικοί ή ακόμα και για να τηρηθεί σχετική συμφωνία.

 

Οι προετοιμασίες και το σχέδιο άμυνας των Γερμανών

Οι συνεχείς ήττες των γερμανικών δυνάμεων το 1944 και το 1945 αποδυνάμωσαν τη Βέρμαχτ. Η στρατολόγηση περιλάμβανε πλέον έφηβους αλλά και ηλικιωμένους. Εξίσου δυσχερής ήταν η κατάσταση και στον τομέα των όπλων, των πυρομαχικών και των καυσίμων, όπου οι ελλείψεις καθιστούσαν πολλές φορές αδύνατη τη διεκπεραίωση των επιχειρήσεων. Πέραν αυτών όμως, οι γερμανικές δυνάμεις έπασχαν από αδυναμία συντονισμού: Ήδη από τα τέλη Μαρτίου, ο Χίτλερ είχε αποσυρθεί στο καταφύγιο του κάτω από την καγκελαρία του Βερολίνου, όπου πραγματοποιούνταν οι συσκέψεις με τους επιτελείς του. Ο στρατάρχης Βίλχελμ Κάιτελ (Wilhelm Keitel), αρχηγός του OKW, [12] και ο στρατηγός Άλμπρεχτ Γιοντλ (Albrecht Jodl), αρχηγός του OKH, [13] είχαν μέρος των στρατηγείων τους στο Ντάλεμ, μέσα στο Βερολίνο. Ο κύριος  όγκος των στρατηγείων τους, όμως, βρισκόταν στο Τσόσεν, στα νότια περίχωρα, ενώ υπήρχαν κλάδοι του ΓΕΣ, οι οποίοι έδρευαν στη Βαυαρία [14]. Οι προετοιμασίες των Γερμανών για την αναχαίτιση του Κόκκινου Στρατού είχαν ξεκινήσει αρκετές εβδομάδες πριν από την εκδήλωση της επίθεσης. Ο Χίτλερ, σε αντίθεση με την ηγεσία του στρατού, πίστευε ότι η επίθεση των Σοβιετικών θα εκδηλωνόταν από το νότο και πως η επίθεση στον τομέα του ποταμού  Όντερ θα λειτουργούσε περισσότερο ως αντιπερισπασμός[15]. Το βάρος της άμυνας στον συγκεκριμένο τομέα θα σήκωνε ό,τι είχε απομείνει από την Ομάδα Στρατιών Βιστούλα, υπό τη διοίκηση, πλέον, του στρατηγού Χάινριτσι (Heinrici), ειδήμονα σε διενέργεια αμυντικού πολέμου, από κοινού με ένα τμήμα της ομάδας Στρατιών Κέντρου, του Σέρνερ.    

Οι γερμανικές δυνάμεις  ανερχόταν πλέον σε ένα εκατομμύριο άνδρες, 1500 άρματα μάχης και τεθωρακισμένα, 10.400 πυροβόλα και 3.300 μαχητικά αεροσκάφη, αν και η έλλειψη καυσίμων περιόριζε σημαντικά τη χρήση τους [16]. Το κύριο βάρος της άμυνας ανήκε στην 9η Στρατιά υπό τον Στρατηγό Μπούσε, η οποία, μαζί με την 3η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον φον Μαντόιφελ (Hasso Eccard von Manteuffel), αποτελούσαν Ομάδα Στρατιών Βιστούλα. Η κύρια γραμμή άμυνας στήθηκε δυτικά του Όντερ στα υψώματα Ζέελοβ (Seelower Höhen), όπου κατασκευάστηκαν σημαντικά οχυρωματικά έργα. Τα υψώματα του Ζέελοβ ήταν μία σειρά από απότομους λόφους ύψους μέχρι 90 μέτρων, που αποτελούσαν, ουσιαστικά, το τελευταίο φυσικό οχυρό πριν από το Βερολίνο. Πίσω από τα υψώματα υπήρχε μία μεγάλη ζώνη πλάτους 20 χιλιομέτρων, όπου στάθμευαν τεθωρακισμένα, μηχανοκίνητα και πυροβολικό για την εξαπόλυση αντεπιθέσεων.  

Ο Γερμανός διοικητής του Μετώπου,  Χάινριτσι.
Ο Γερμανός διοικητής του Μετώπου,  Χάινριτσι.

Ο Χίτλερ ανακήρυξε τον Φεβρουάριο το Βερολίνο σε φρούριο, που σήμαινε ότι οι άντρες του θα έπρεπε να το υπερασπιστούν μέχρι τέλους . Τα οχυρωματικά έργα είχαν το σχήμα τριών ομόκεντρων δακτυλίων με πολλά παρακλάδια [17]. Η άμυνα της πόλης του ανατέθηκε στον στρατηγό Ρέυμαν (Reyman). Ο Χίτλερ έδωσε οδηγίες για την προετοιμασία της άμυνας, αλλά δεν διέθεσε δυνάμεις για το σκοπό αυτό, ούτε οργανωμένο σχέδιο. Υπήρχε ακόμα η ψευδαίσθηση ότι ο Κόκκινος Στρατός ήταν δυνατό να ηττηθεί στον Όντερ. Πέραν αυτού σημαντικό πρόβλημα για γερμανική στρατιωτική διοίκηση ήταν η αδυναμία συντονισμού των πολλών κέντρων εξουσίας, που με τον έναν ή άλλο τρόπο συμμετείχαν στην άμυνα του Βερολίνου. Ο Χάινριτσι. έπρεπε να συνεννοηθεί με τον Φύρερ, τον Γκέμπελς, τον διοικητή μέρους του στρατού (Ersatzheer) Χίμλερ, το επιτελείο της ομάδας στρατιών του Βίστουλα, τα SS, τη χιτλερική νεολαία (Hitlerjugend), τη Λουφτβάφε αλλά και το Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, που ήλεγχε τις μονάδες της λαϊκής πολιτοφυλακής (Volkssturm). Στις αρχές Απριλίου, υπολογίζεται πως στο Βερολίνο διέμεναν 3,5 εκατομμύρια άνθρωποι, μεταξύ των οποίων 120.000 βρέφη, για τους οποίους δεν υπήρχαν αρκετά τρόφιμα [18]. Σχέδιο μεταφοράς του πληθυσμού έξω από την πόλη πρακτικά δεν υπήρχε, γεγονός που οδηγεί στην υπόνοια ότι η πρόθεση της ηγεσίας των ναζί ήταν να μείνουν οι άμαχοι στην πόλη προκειμένου να πολεμήσουν με μεγαλύτερο φανατισμό οι στρατιώτες [19].

 Το ηθικό το γερμανικού πληθυσμού ήταν ιδιαίτερα χαμηλό, παρά τις προσπάθειες του καθεστώτος για την ανύψωσή του [20]. Οι ανθρώπινες απώλειες, οι ελλείψεις σε τρόφιμα, οι συνεχείς βομβαρδισμοί, οι πρόσφυγες από την ανατολή, είχαν κατατροπώσει το ηθικό των Γερμανών. Λίγοι άνθρωποι έτρεφαν αυταπάτες για νίκη στον πόλεμο. Οι αξιωματούχοι, αλλά και πολίτες, ήταν αποφασισμένοι να συνεχίσουν μέχρι τέλους τον αγώνα. Την αποφασιστικότητα αυτή δεν υπαγόρευαν μόνο η ιδεολογία και η πίστη στον Χίτλερ, αλλά και ο φόβος για αντίποινα από την πλευρά των Σοβιετικών [21]. Στον τομέα αυτό η γερμανική προπαγάνδα, μετά από αρχικούς δισταγμούς μήπως προκληθεί πανικός, έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα  [22].

Οι κάτοικοι του Βερολίνου εκπαιδεύονται στη χρήση αντιαρματικών όπλων.
Οι κάτοικοι του Βερολίνου εκπαιδεύονται στη χρήση αντιαρματικών όπλων.

 

 

Οι φάσεις της μάχης του Βερολίνου

 Η πρώτη φάση (16-22 Απριλίου)

Η επίθεση των σοβιετικών δυνάμεων εκδηλώθηκε με σφοδρό κανονιοβολισμό τα ξημερώματα της 16ης Απριλίου. Το 1ο Λευκορωσικό Μέτωπο (υπό τον Ζούκοφ) εξαπέλυσε την επίθεση με 8983 πυροβόλα, όλμους και εκτοξευτές ρουκετών. Υπολογίζεται ότι στον ισχυρότερο βομβαρδισμό ολόκληρου του πολέμου εκτοξεύτηκαν 1,236 εκατομμύρια βλήματα πυροβολικού [23]. Ο Ζούκοφ διέταξε να φωτιστούν οι θέσεις των Γερμανών με 143 προβολείς, προκειμένου να μπορούν να προσβληθούν ευκολότερα. Ωστόσο, η χρήση των προβολέων όχι μόνο δεν είχε το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, αλλά μάλλον το αντίθετο, αφού επέτρεπε στου Γερμανούς, που ήταν καλυμμένοι, να βλέπουν το σοβιετικό πεζικό την ώρα που αυτό προέλαυνε. Ούτε και η επίθεση του  πυροβολικού στέφτηκε με επιτυχία, διότι επικεντρώθηκε στην πρώτη γραμμή άμυνας των αντιπάλων, η οποία ήταν η ασθενέστερη, αφού πάγια τακτική των Γερμανών ήταν η διασπορά των δυνάμεων και η ενίσχυση των μετόπισθεν [24].

1200px-Battle_of_Berlin_1945-a
Η πρώτη φάση της μάχης του Βερολίνου.  

 

 Η επίθεση του 1ου Λευκορωσικού Μετώπου του Ζούκοφ ξεκίνησε από το προγεφύρωμα του Κυστρίν με έφοδο της 8ης Στρατιάς του στρατηγού Βασίλι Τσουϊκόφ (Vasily Ivanovich Chuikov) από αριστερά και της 5ης Στρατιάς του Νικολάι Μπερσάριν (Nikolai Erastowitsch Bersarin) από δεξιά. Σύμφωνα με το σχέδιο του Ζούκοφ, μετά την κυκλωτική κίνηση των δύο αυτών στρατιών θα προέλαυνε δίπλα τους η 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων του στρατηγού Κατούκοβ (Mikhail Efimovich Katukov). Λόγω όμως της μη επαρκούς προόδου της 8ης Στρατιάς του στρατηγού Τσουϊκόφ, ο Ζούκοφ διέταξε τα τεθωρακισμένα της 1ης Τεθωρακισμένης Στρατιά του στρατηγού Κατούκοβ να προελάσει πριν το πεζικό, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί κυκλοφοριακό χάος, εξαιτίας του τεράστιου αριθμού τεθωρακισμένων[25]. Η απόφαση του Ζούκοφ υπαγορεύτηκε και από τον φόβο μήπως ο Στάλιν αναθέσει την πρωτοκαθεδρία για την επίθεση σε βάρος του Βερολίνου στο 1ο Ουκρανικό Μέτωπο του Κόνιεφ. Μέχρι το βράδυ της 16ης Απριλίου η κατάσταση βελτιώθηκε μεν για τους Σοβιετικούς, πλην όμως ακόμα δεν είχαν φτάσει στα υψώματα Ζέελοβ, που ήταν ο στόχος της πρώτης ημέρας των επιχειρήσεων, γεγονός που απογοήτευσε τον Στάλιν [26].

 Η επίθεση του 1ου Ουκρανικού Μετώπου του Κόνιεφ στο νότο είχε μεγαλύτερη επιτυχία, αφού οι δυνάμεις του δεν δυσκολεύτηκαν ιδιαίτερα να διασχίσουν τον ποταμό Νάισσε (Νίσα), παρά την ανυπαρξία σοβιετικών προγεφυρωμάτων στη δυτική όχθη του. Οι τεθωρακισμένες ταξιαρχίες του Κόνιεφ διέσπασαν τις γερμανικές γραμμές, αφήνοντας την εκκαθάριση στο πεζικό. Η ταχεία προώθηση των δυνάμεων του τον οδήγησε στον σχεδιασμό της κατάληψης του Βερολίνου από την 3η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον Πάβελ Ριμπάλκο (Pavel Semjonovich Rybalko) και την 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον Ντιμίτρι Λελιουσένκο (Dmitry Danilovich Lelyushenko). Η ταχεία πρόοδος του Κόνιεφ σε αντίθεση με τον Ζούκοφ, ώθησε τον Στάλιν σε αλλαγή των σχεδίων: Διέταξε τον Κόνιεφ να προωθήσει την 3η και 4η Στρατιές Τεθωρακισμένων προς το Τσέλεντορφ (Zehlendorf). Η κίνηση αυτή οδήγησε τον Ζούκοφ στη λήψη ακόμα πιο βεβιασμένων αποφάσεων, προκειμένου να προλάβει εκείνος να κόψει πρώτος το νήμα στον αγώνα με έπαθλο την πρωτεύουσα [27]. Οι μάχες στα υψώματα Ζέελοβ ήταν σφοδρότατες και προκάλεσαν εκατόμβες νεκρών και στις δύο πλευρές. Από την πλευρά των Γερμανών το κύριο βάρος της άμυνας απέναντι στην 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων του στρατηγού Κατούκοβ σήκωνε η 9η μεραρχία αλεξιπτωτιστών, η οποία όμως αποτελούνταν σε μεγάλο βαθμό όχι από αλεξιπτωτιστές, αλλά προσωπικό εδάφους της αεροπορίας, η μεραρχία Kurmark με άρματα Panther, η οποία πραγματοποιούσε αντεπιθέσεις, και από μέλη της τη χιτλερικής νεολαίας (Hitlerjugend), που ήταν οπλισμένα με Panzerfaust. Τότε έλαβαν χώρα και σποραδικές επιθέσεις αυτοκτονίας Γερμανών αεροπόρων, όπως οι Kamikaze, που αποτελούσαν τη διοίκηση “Λεωνίδας», με σκοπό την καταστροφή των γεφυρών του Όντερ. Οι επιθέσεις αυτές δεν είχαν ιδιαίτερη επιτυχία και τερματίστηκαν όταν η 4ηΤεθωρακισμένη Στρατιά κατέλαβε το αεροδρόμιο του στο Jüterborg[28]Η προέλαση των δυνάμεων του Κόνιεφ (3η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον Ριμπάλκο) ήταν ταχύτατη με αποτέλεσμα να πλησιάσουν από τη νότια πλευρά το Βερολίνο. Διέσχισαν εύκολα τον ποταμό Σπρέε προτού προλάβουν οι Γερμανοί να οχυρωθούν και πλησίασαν προς την πόλη Τσόσεν (Zossen), όπου είχε την έδρα της η Ανώτατη Διοίκηση του Γερμανικού Στρατού. Η προέλαση των δυνάμεων του Κόνιεφ δεν έγινε αντιληπτή από την Ανώτατη Διοίκηση του Γερμανικού Στρατού, η οποία είχε στραμμένη την προσοχή της στα υψώματα Ζέελοβ, όπου ο Χάινριτσι έριξε στη μάχη και την τελευταία του εφεδρεία, το 3ο Σώμα Τεθωρακισμένων των SS. Η τελευταία περιλάμβανε την 11η μεραρχία των SS, που αποτελούνταν από Σκανδιναβούς εθελοντές [29].

Seelow Heights Memorial
Το μνημείο στα υψώματα Ζέελοβ.

 Στις 18 Απριλίου ο Ζούκοφ, έχοντας πληροφορηθεί τις κινήσεις του Κόνιεφ, ενέτεινε τις επιθέσεις του, με αποτέλεσμα το απόγευμα εκείνης της ημέρας να διασπαστεί η άμυνα των Γερμανών στα υψώματα Ζέελοβ. Η 9η γερμανική στρατιά του στρατηγού Μπούσε έπαψε μετά από λίγο να υφίσταται. Το τίμημα βέβαια για τους Σοβιετικούς ήταν πολύ υψηλό, αφού το 1ο Λευκορωσικό Μέτωπο μετρούσε απώλειες άνω των 30.000 ανδτών έναντι 12.000 Γερμανών, που έχασαν τη ζωή τους. Την ίδια ημέρα, ο Κόνιεφ έπρεπε να αντιμετωπίσει την επίθεση των δυνάμεων του στρατάρχη Σέρνερ (Schörner), στη νότια πτέρυγα των δυνάμεων του, η οποία αποκρούστηκε άμεσα. Στην πόλη του Βερολίνου οι οπαδοί του ναζιστικού καθεστώτος συνέχιζαν το εγκληματικό τους έργο: Την 18η Απριλίου εκτελέστηκαν τριάντα κρατούμενοι πολιτικοί αντίπαλοι, ενώ άντρες των SS εκτελούσαν πολλές φορές άμεσα και δημόσια χωρίς δίκη όποιον θεωρούσαν λιποτάκτη [30]. Για την τιμωρία και αποτροπή των λιποταξιών οι Γερμανοί είχαν συστήσει έκτακτα στρατοδικεία για τα πεδία των μαχών αλλά και «μηχανοκίνητα στρατοδικεία», τα οποία κινούνταν συνεχώς στα μετόπισθεν και στις πόλεις προκειμένου να εντοπίσουν λιποτάκτες [31]. Την 19η Απριλίου η 1η Τεθωρακισμένη Στρατιά του στρατηγού Κατούκοβ, ενισχυμένη από την 8η Στρατιά  του στρατηγού Τσουικόφ, αφού διέσπασε στα δύο την 9η γερμανική Στρατιά που ήδη υποχωρούσε, έφτασε στα προάστια του Βερολίνου. Οι υπόλοιπες δυνάμεις του Ζούκοφ ξεκίνησαν με την περικύκλωση της πρωτεύουσας, σύμφωνα με τις διαταγές του Στάλιν. Η ενέργεια αυτή δεν στόχευε μόνο στην κατάληψη του Βερολίνου, αλλά και στην αποτροπή της προσέγγισης του τελευταίου από εκ μέρους των  Αμερικανών. [32]Η 20η Απριλίου, ημέρα γενεθλίων του Χίτλερ, ξεκίνησε με σφοδρό αεροπορικό  βομβαρδισμό της πόλης από του Συμμάχους. Την ίδια ημέρα, η 3η Στρατιά του μετώπου του Ζούκοφ άρχισε να βομβαρδίζει με το πυροβολικό της τα βόρεια προάστια. Παράλληλα ο Ζούκοφ διέταξε την 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων του στρατηγού Κατούκοβ να εισβάλει οπωσδήποτε μέσα στην πόλη. Από την άλλη πλευρά, η προέλαση της 3ης Στρατιάς Τεθωρακισμένων προς το νότιο Βερολίνο ανακόπηκε, καθώς συνάντησε τμήματα της υπό υποχώρηση 9ης Στρατιάς του Μπούσε [33].

3
Η τελευταία δημόσια εμφάνιση του Αδόλφου Χίτλερ, την ημέρα των γενεθλίων του.

 

Την 21η Απριλίου το σοβιετικό πυροβολικό πλησίασε πλέον αρκετά ώστε να ξεκινήσει  ο βομβαρδισμός του διοικητικού κέντρου, γεγονός που αιφνιδίασε τον Χίτλερ [34]. Την ίδια μέρα η Ανώτατη Διοίκηση του Γερμανικού Στρατού εγκατέλειψε το στρατηγείο του Τσόσεν. Η μάχη του Βερολίνου είχε, πλέον, εισέλθει πλέον στο τελικό της στάδιο. Η πόλη ήταν χωρίσμένη σε 8 τομείς άμυνας. Από τις δυνάμεις που μάχονταν έξω από το Βερολίνο, μόνο το 56ο Σώμα Τεθωρακισμένων του Weidling ενίσχυσε την άμυνα της πρωτεύουσας, με αποτέλεσμα οι στρατιωτικές δυνάμεις των Γερμανών να ανέλθουν σε 80.000 άνδρες. Στο κέντρο της πόλης ο Χίτλερ διόρισε τον ταξίαρχο των SS Βίλχελμ Μόλκε (Wilhelm Molke) διοικητή της άμυνας του «προπυργίου», δηλαδή της συνοικίας των κυβερνητικών κτιρίων [35]. Ο πάλαι ποτέ πανίσχυρος δικτάτορας, έχοντας χάσει την επαφή με την πραγματικότητα εξέδιδε, ανεφάρμοστες διαταγές. Την 22η Απριλίου 3ηΤεθωρακισμένη Στρατιά (Gardepanzerarmee) υπό τον Ριμπάλκο έφτασε στα νότια προάστια του Βερολίνου.

   Η δεύτερη φάση (23 Απριλίου – 2 Μαΐου)

Την 23η Απριλίου ο Κόκκινος Στρατός εισβάλει στο Βερολίνο από ανατολικά και νότια. Την ίδια μέρα, ο Στρατάρχης Κάιτελ διέταξε τον διοικητή της 12ης Στρατιάς Βενκ (Wenck), που βρισκόταν στον Ελβα απέναντι από αμερικανικές δυνάμεις, να κινηθεί προς την πρωτεύουσα «για να απελευθερώσει» τον Χίτλερ. Όμως ο Βενκ σκόπευε να κινηθεί ανατολικά για να προσφέρει διέξοδο στην πιεζόμενη 9η στρατιά του Busse («Kessel von Halbe») [36]. Γενικά πάντως, ούτε η 12η Στρατιά του Βενκ, ούτε η 11η Στρατιά του στρατηγού των SS Στάινερ (Steiner), κατάφεραν να φτάσουν στο Βερολίνο. Την ίδια μέρα, ο στρατηγός Βάιντλινγκ (Weidling), διοικητής του LVI. Τεθωρακισμένου Σώματος, ενημέρωσε ότι υποχώρησε στο Βερολίνο, γεγονός που επέφερε την καταδίκη του σε θάνατο. Ωστόσο, ο ίδιος προσήλθε στο καταφύγιο του Χίτλερ για να εξηγήσει προσωπικά τους λόγους υποχώρησης, τονίζοντας ότι δεν είχε μεταφέρει το στρατηγείο του δυτικά του Βερολίνου, όπως εσφαλμένα είχε κατηγορηθεί. Η στάση του αυτή εντυπωσίασε τον Χίτλερ, σε βαθμό που τον όρισε ανώτατο διοικητή όλων των μονάδων του Βερολίνου (Kampfkommandant) [37].

Ο κλοιός των σοβιετικών δυνάμεων έσφιγγε γύρω από το Βερολίνο. Στις 24 Απριλίου, οι δυνάμεις του Κόνιεβ διέσχισαν το κανάλι Τέλτοβ. Πλέον η μάχη είχε μετεξελιχθεί σε οδομαχίες. Η λαϊκή πολιτοφυλακή, η χιτλερική νεολαία και μονάδες SS μάχονταν από σπίτι σε σπίτι, ενώ έβαλαν κατά των σοβιετικών αρμάτων με Panzerfaust. Τα πληρώματα των σοβιετικών αρμάτων, με τη σειρά τους, τοποθετούσαν στην μπροστινή πλευρά των αρμάτων στρώματα για να εκπυρσοκροτούν τα Panzerfaust στα ελατήρια αυτών. Σημαντικό ρόλο στην άμυνα του Βερολίνου έπαιξαν οι τρεις αντιαεροπορικοί πύργοι (Flaktürme)[38]. Ο ανταγωνισμός των δύο σοβιετικών στραταρχών είχε ως συνέπεια ο Τσουικόφ να διατάξει τμήματα της 3ης στρατιάς του να προωθηθούν δυτικά για να ανακόψουν τη 3η τεθωρακισμένη στρατιά, γεγονός που προκάλεσε πολλά θύματα από φίλια πυρά [39]. Στις 25 Απριλίου, δυνάμεις του 1ου Λευκορωσικού Μετώπου του Ζούκοφ και του 1ου Ουκρανικού Μετώπου του Κόνιεφ συναντήθηκαν στην πόλη Κετσίν (Ketzin), δυτικά του Βερολίνου ολοκληρώνοντας την περικύκλωση της πόλης. Την ίδια ημέρα, σοβιετικές και αμερικανικές  δυνάμεις συναντήθηκαν στο Τόργκαου (Torgau), στον ποταμό Έλβα, γεγονός που σήμαινε ότι το Γ’ Ράιχ είχε χωριστεί στα δύο [40].

  Σοβιετικό πυροβολικό εν δράσει στην είσοδο της πόλης.
Σοβιετικό πυροβολικό εν δράσει στην είσοδο της πόλης.

Στις 27 Απριλίου, η 8η Στρατιά και η 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων διέσπασαν την άμυνα στο Landwehrkanal και έφτασαν στο διοικητικό κέντρο του Βερολίνου. Όσο όμως πλησίαζαν οι Σοβιετικοί στο κέντρο, τόσο πιο σκληρές και φονικές γινόταν οι μάχες [41]. Οι μάχες διεξάγονταν κυρίως στην πύλη Χάλλε (Hallensches Tor) και στην Alexanderplatz. Πολλοί αξιωματικοί των ναζί συνειδητοποιώντας το μάταιο της αντίστασης, κατέβαλαν προσπάθειες να αποφύγουν τη σοβιετική αιχμαλωσία. Οι 80.000 άνδρες της 9ης Στρατιάς του Μπούσε και υπολείμματα της 4ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς συνέχισαν μαχόμενοι την πορεία προς τα δυτικά, ώσπου να συναντήσουν τη 12η Στρατιά του Βενκ, με τη βοήθεια της οποίας διέσχισαν τον Έλβα. Ο Χάινριτσι διέταξε τον στρατηγό  von Manteuffel να υποχωρήσει προς τα βόρεια για να αποφύγει το 2ο Λευκορωσικό Μέτωπο του Ροκοσόφσκι. Ο ίδιος ο Κάιτελ, ενώ αρχικά ζήτησε εξηγήσεις για τέτοιου είδους κινήσεις, πείστηκε από τους επιτελείς να κρυφτεί μέχρι το τέλος των εχθροπραξιών [42]. Πέραν αυτών και οι στενότεροι κάποτε συνεργάτες του Χίτλερ προσπαθούσαν να σώσουν τους εαυτούς τους: Ο Χίμλερ έκανε επαφές με τον σουηδικό Ερυθρό Σταυρό, μέσω του Σουηδού διπλωμάτη Φόλκε Μπερναντόττε, για να διαπραγματευτεί με τους Συμμάχους, ο Γκαίρινγκ, που είχε ήδη μεταβεί στη Βαυαρία, ζήτησε να αναλάβει την ηγεσία του Ράιχ, ενώ και ο αντιστράτηγος των SS Χέρμανν Φεγκελάιν, που είχε καθήκοντα συνδέσμου του Χίμλερ και των ΣΣ στο στρατηγείο του Χίτλερ και σύζυγος της αδερφής της Εύας Μπράουν, εντοπίστηκε να έχει έτοιμες βαλίτσες, γεγονός που του κόστισε τη ζωή [43].

Στις 30 Απριλίου, δυνάμεις της 3ηςΣτρατιάς κατέλαβαν το υπουργείο Εσωτερικών και επιτέθηκαν στο γεμάτο συμβολισμούς κτίριο του Ράιχσταγκ [44], το οποίο υπεράσπιζαν μέλη των SS, της χιτλερικής νεολαίας και ορισμένοι ναύτες. Η μάχη για το κτίριο του Ράιχσταγκ ήταν ιδιαίτερα σκληρή, αφού ακόμα και όταν οι Σοβιετικοί εισήλθαν στο κτίριο, οι Γερμανοί συνέχισαν την αντίσταση τους από όροφο σε όροφο ακόμα και από δωμάτιο σε δωμάτιο [45]. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας αυτοκτόνησε ο Χίτλερ και η Εύα Μπράουν, την οποία νυμφεύθηκε δύο ημέρες πριν. Διάδοχο του είχε ορίσει τον Ναύαρχο Καρλ Ντένιτς (Karl Dönitz) [46], ο οποίος βρισκόταν στην πόλη Φλένσμπουργκ, κοντά στα σύνορα με τη Δανία, όπου και σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση [47]. Την ώρα που οι Σοβιετικοί στρατιώτες πάσχιζαν να καταλάβουν το Ράιχσταγκ, για να υψώσουν τη σημαία με το σφυροδρέπανο την 1η Μαΐου, που εορτάζονταν με μεγαλοπρέπεια στη Μόσχα, ο στρατηγός Βάιντλινγκ σκόπευε να διασπάσει τον σοβιετικό κλοιό και να αποχωρήσει από το Βερολίνο με όσους περισσότερους στρατιώτες ήταν εφικτό. Πλην όμως, ο Γκαίμπελς τον ενημέρωσε ότι ο στρατηγός Krebs θα ξεκινούσε διαπραγματεύσεις με τους Σοβιετικούς για ανακωχή. Οι Σοβιετικοί ωστόσο απαίτησαν την άνευ όρων συνθηκολόγηση, με αποτέλεσμα να συνεχιστούν οι εχθροπραξίες[48].

LyWbAnI
Αξιωματικοί του Κόκκινου Στρατού φωτογραφίζονται μπροστά από την πύλη του Βρανδεμβούργου.

 Η άσκοπη αιματοχυσία συνεχίστηκε και την 1η Μαΐου, αφού όσο ήταν εν ζωή ο Γκαίμπελς κανείς δεν τολμούσε να συνθηκολογήσει. Το βράδυ της ίδιας ημέρας, ο Γκαίμπελς και η σύζυγος του αυτοκτόνησαν, αφού προηγουμένως δολοφόνησαν τα έξι ανήλικα παιδιά τους [49]. Ο στρατηγός Βάιντλινγκ διαμήνυσε στους Σοβιετικούς ότι ο Γερμανικός Στρατός σκόπευε να παραδοθεί άνευ όρων και συμφωνήθηκε κατάπαυση του πυρός την 12η βραδυνή. Τη νύχτα  της 1ης προς 2η Μαΐου διάφορες ομάδες αξιωματούχων των ναζί προσπάθησαν να διαφύγουν από το Βερολίνο, ελάχιστοι όμως τα κατάφεραν.

 

  Οι σοροί της οικογένειας Γκαίμπελς.
Οι σοροί της οικογένειας Γκαίμπελς.

 

 Στις 2 Μαΐου, ακούγονταν ακόμα σποραδικά πυρά στο Βερολίνο. Στην καγκελαρία του Χίτλερ αυτοκτόνησε ο στρατηγός Κρεμπς και ο υπασπιστής του Χίτλερ Μπούργκντορφ (Burgdorf). Στρατιώτες της 5ης Στρατιάς κατέλαβαν το κτίριο και ύψωσαν την κόκκινη σημαία. Όμοια σημαία υψώθηκε αργότερα και στο Ράιχσταγκ. Η μάχη του Βερολίνου που διήρκεσε από 16 Απριλίου έως 2 Μαΐου προκάλεσε στον Κόκκινο Στρατό απώλειες 352.425 ανδρών, εκ των οποίων το 1/3 ήταν νεκροί (78.291 νεκροί 274.184 τραυματίες). Από τα τρία μέτωπα (Ζούκοφ, Κόνιεφ και Ροκοσόφσκι), τις βαρύτερες απώλειες είχε το 1ο Λευκορωσικό εξαιτίας των σφοδρών μαχών στα υψώματα Ζέελοβ [50]. Η 1η και 2η πολωνική Στρατιά είχαν συνολικά 2.858 νεκρούς και 6.067 τραυματίες. Οι απώλειες των Γερμανών αριθμούσαν κατά προσέγγιση 92.000 νεκρούς, 200.000 τραυματίες, ενώ 479.000 άνδρες αιχμαλωτίστηκαν. Οι απώλειες υλικού των Σοβιετικών ήταν επίσης τεράστιες: Καταστράφηκαν περίπου 2.000 άρματα μάχης και αυτοκινούμενα πυροβόλα, 2.108 ρυμουλκούμενα πυροβόλα και εκτοξευτές ρουκετών, καθώς 917 πολεμικά αεροπλάνα.

Επίλογος

Η εξιστόρηση των πολεμικών γεγονότων δεν πρέπει να αφήνει στο περιθώριο τα δεινά που υπέστη ο άμαχος πληθυσμός. Στο Βερολίνο υπολογίζεται ότι έχασαν τη ζωή τους κατά της διάρκεια των 23 αυτών ημερών 22.000 άμαχοι. Αρκετοί εκτελέστηκαν από φανατικούς οπαδούς του καταρρέοντος ναζιστικού καθεστώτος. Μεγάλος αριθμός κατοίκων αυτοκτόνησε από το φόβο που προκαλούσε η προέλαση των Σοβιετικών. Από την άλλη πλευρά, οι στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού ευθύνονται για πολλούς βιασμούς γυναικών, βασανιστήρια και λεηλασίες, στις οποίες επιδίδονταν και επιτήδειοι ντόπιοι [51]. Υπολογίζεται ότι από 80.000 έως 130.000 γυναίκες και κορίτσια του Βερολίνου έπεσαν θύματα βιασμού από στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού, ενώ συνολικά περίπου δύο εκατομμύρια σε όλη τη Γερμανία έτυχαν ανάλογης μεταχείρισης. Υψηλός ήταν και ο αριθμός των αυτοκτονιών, για τις οποίες ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό η προπαγάνδα του Γκαίμπελς ως προς τη συμπεριφορά των Σοβιετικών στους κατακτημένους. Μόνο στο Βερολίνο οι καταγεγραμμένες αυτοκτονίες ανέρχονται σε 7.057 για ολόκληρο το 1945, ενώ κατά τη διάρκεια της μάχης σημειώθηκαν 3.881 [52]. Το πρώτο ερώτημα που πλανάται γύρω από κάθε αφήγηση της μάχης του Βερολίνου είναι για ποιους λόγους οι Γερμανοί, οι οποίοι πλέον τον Απρίλιο του 1945 θα πρέπει να είχαν συνειδητοποιήσει ότι ο πόλεμος χάθηκε, συνέχισαν να πολεμούν μέχρι το τέλος. Η απάντηση, όπως σε όλα τα μεγάλα ιστορικά ερωτήματα, είναι σύνθετη. Σίγουρα υπήρχε σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού φόβος για τα αντίποινα των Σοβιετικών, όπως φάνηκε και από μαρτυρίες προσφύγων από ανατολικές περιοχές της Γερμανίας που καταλήφθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό. Η γερμανική προπαγάνδα προέβαλε ιδιαίτερα τέτοιου είδους αναφορές. Ταυτόχρονα υπήρχαν αρκετοί Γερμανοί, ιδίως οπαδοί των Ναζί, οι οποίοι πίστευαν ότι η προέλαση των Σοβιετικών θα συντριβεί, όπως και η δική τους πριν από δυόμισι χρόνια στο Στάλινγκραντ. Εδώ πρέπει να αναφερθεί και η πίστη στα «μυστικά» θαυματουργά όπλα, τα οποία μόλις ολοκληρωνόταν η εξέλιξη τους θα έδιναν τη νίκη στους Γερμανούς. Τέλος δεν πρέπει να υποτιμηθεί και η σκληρή καταστολή που ασκούσε το καθεστώς σε όσους έδειχναν έστω σημάδια αμφισβήτησης σε βάρος του ιδίου και της πολιτικής του [53]. Είναι βέβαιο πάντως, ότι όποια στάση και να είχαν υιοθετήσει οι στρατηγοί απέναντι στον Χίτλερ και την ιδεολογία του (από αφοσίωση μέχρι και περιφρόνηση), δεν επιθυμούσαν σε καμία περίπτωση να ηττηθεί η Γερμανία, πόσο μάλλον από τους Σοβιετικούς. Το ίδιο ίσχυε βέβαια σε μεγάλο βαθμό και για τους υφισταμένους [54].

3412755b8616293918f41e0d079f8abf
Περίθαλψη τραυματιών σε υπαίθριο χώρο.

 Ένα δεύτερο ερώτημα είναι κατά πόσο μπορούσε να αποφευχθεί η καταστροφή στην ανατολική Γερμανία και στο ίδιο το Βερολίνο. Η απάντηση είναι μάλλον προφανής: Μόνο η άμεση συνθηκολόγηση της Γερμανίας θα μπορούσε να αποτρέψει κάτι τέτοιο. Πράγματι, η υπεροπλία των Σοβιετικών σε όλα τα επίπεδα, ο κατακερματισμός των γερμανικών δυνάμεων σε συνδυασμό με το ηθικό των αντιμαχομένων, δεν άφηνε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης του νικητή. Βεβαίως μία πιο ορθολογική (και λιγότερο φιλόδοξη) αμυντική στρατηγική,  με την ταυτόχρονη εκκένωση περιοχών από τον άμαχο πληθυσμό, θα μπορούσε να ανακόψει την προέλαση του Κόκκινου Στρατού για ορισμένο χρονικό διάστημα και να σώσει αμέτρητες ανθρώπινες ζωές [55]. Η προέλαση του Κόκκινου Στρατού πραγματοποιήθηκε σε συνεννόηση με τους Συμμάχους. Αγώνας δρόμου για το ποιος θα φτάσει πρώτος στο Βερολίνο ουδέποτε υπήρξε, παρά τις αντίθετες προβλέψεις – ανησυχίες του Winston Churchill.  Εναρμονιζόμενοι με τις διατάξεις των  συμφωνιών της Γιάλτας και του Πότσνταμ, Αμερικανοί και Βρετανοί αποχώρησαν τον Ιούλιο 1945 από όλα τα εδάφη της ανατολικής Γερμανίας, τα οποία είχαν καταλάβει τις τελευταίες εβδομάδες του πολέμου. Λίγα μόλις χρόνια αργότερα, μία γραμμή «from the Baltic Sea to Trieste» (με εξαίρεση τη Γιουγκοσλαβία) διαχώριζε την Ευρώπη σε δύο διαφορετικούς κόσμους, αντιμέτωπους, πλέον, στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.

Vatalis-1
Ο Κωνσταντίνος Π. Βατάλης είναι δικηγόρος και σπουδαστής του Α’ Κύκλου Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ.

 

 

 

 The Day Hitler Died 2016 Full Documentary

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  1. Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, μτφρ. Wolf, Pantheon, Μόναχο 2012.
  2. Του ίδιου, Der Zweite Weltkrieg, μτφρ. H. Ettinger, Bertelsmann, Μόναχο 2014.
  3. Του ίδιου, Ardennes 1944: Hitler’s Last Gamble, Viking, Λονδίνο
  4. Richard Bessel, Γερμανία 1945, μτφρ. Ε. Αστερίου, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010.
  5. Michael Buddrus, “Wir sind nicht am Ende, sondern in der Mitte eines grossen Krieges”, Eine Denkschrift aus dem Zivilkabinett der Regierung Dönitz vom 16. Mai 1945, Vierteljahrshefte für Zeitgeschichte (VfZ) 1996, σ. 605.
  6. J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, μτφρ. Μ Ζαχαριάδου, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2005.
  7. C. Hett, Burning the Reichstag. An investigation into the Third Reich’s enduring mystery, Oxford University Press, Οξφόρδη 2014.
  8. Paul Kennedy, Die CasablancaStrategie. Wie die Alliierten den Zweiten Weltkrieg gewannen. Januar 1943 bis Juni 1944, μτφρ. Martin Richter, C.H.Beck, Μόναχο
  9. Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, μτφρ. Κ. Καρανικολός, εκδ. Κλειδάριθμος, Αθήνα 2015.
  10. Herbert Kraus, “Groβadmiral Karl Dönitz”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 316.
  11. Philippe Masson, Die Deutsche Armee, μτφρ. G. Kageneck, Herbig, 4η εκδ., Μόναχο 2000.
  12. Keneth Macksey, “Generaloberst Heinz Guderian”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 351
  13. Του ίδιου, “Generaloberst Albrecht Jodl”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 102.
  14. Samuel W. Mitcham Jr., “Generalfeldmarschall Wilhelm Keitel”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 112.
  15. Günter Sagan, Kriegsende 1945, Michael ImhofVerlag, Petersberg 2008.

Παραπομπές

[1]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, μτφρ. Κ. Καρανικολός, εκδ. Κλειδάριθμος, Αθήνα 2015, σ. 216.

[2]Για μία συνοπτική βιογραφία του Γκουντέριαν βλ. Keneth Macksey, “Generaloberst Heinz Guderian”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 351.

[3]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π, σ. 218-219.

[4]Paul Kennedy, Die CasablancaStrategie. Wie die Alliierten den Zweiten Weltkrieg gewannen. Januar 1943 bis Juni 1944, μτφρ. M. Richter, C.H.Beck, Μόναχο 2012, σ. 223-225.

[5]Η επιχείρηση έλαβε αρχικά την ονομασία «Φρουρά στο Ρήνο» (Wacht am Rhein) και στη συνέχεια «φθινοπωρινή ομίχλη» (Herbstnebel).

[6]Antony Beevor, Ardennes 1944: Hitler’s Last Gamble, Viking, Λονδίνο 2015.

[7]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π, σ. 221-225.

[8]Philippe Masson, Die Deutsche Armee, μτφρ. A. G. Kageneck, Herbig, 4η εκδ., Μόναχο 2000, σ. 458.

[9]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 314-316.

[10]Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, μτφρ. F. Wolf, Pantheon, Μόναχο 2012, σ. 82.

[11] Richard Bessel, Γερμανία 1945, μτφρ. Ε. Αστερίου,  εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010, σ. 116.

[12] Samuel W. Mitcham Jr., “Generalfeldmarschall Wilhelm Keitel”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 112.

[13] Keneth Macksey, “Generaloberst Albrecht Jodl”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 102.

[14] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 124-125.

[15] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 125-126, Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 399.

[16] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 391.

[17] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 391.

[18]Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, ό.π., σ. 198, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, μτφρ. Μ Ζαχαριάδου, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2005, σ. 43.

[19]Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, ό.π., σ. 199.

[20] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 338.

[21] Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, ό.π., σ. 194.

[22] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π..

[23]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, μτφρ. H. Ettinger, C. Bertelsmann, Μόναχο 2014, σ. 839.

[24]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 839, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 19-20.

[25]J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 20.

[26] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 840-841.

[27] J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 25.

[28] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 843-844.

[29] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 844.

[30] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 845.

[31] J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 47-48.

[32] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 845.

[33] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 846.

[34] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 847, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 73.

[35] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 132.

[36] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 850.

[37]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 851, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 80-82.

[38]Günter Sagan, Kriegsende 1945, Michael Imhof Verlag, Petersberg 2008, σ. 146.

[39]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 853.

[40]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 435-436.

[41]J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 119.

[42] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 855.

[43] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 856, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 123, 126-129.

[44]Για την πυρκαγιά τον Φεβρουάριου του 1933 που κατέστρεψε το Ράιχσταγκ (Reichstagsbrand) ο Χίτλερ είχε κατηγορήσει τους κομουνιστές. Βλ. για το ζήτημα αυτό B. C. Hett, Burning. The Reichstag. An investigation into the Third Reich’s enduring mystery, Oxford University Press, Οξφόρδη 2014.

[45]J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 152-154.

[46] Herbert Kraus, “Groβadmiral Karl Dönitz”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 316.

[47] Για την κυβέρνηση του Ντένιτς και τις προθέσεις του αναφορικά με τη συνέχιση ή μη του πολέμου βλ. Michael Buddrus, “Wir sind nicht am Ende, sondern in der Mitte eines grossen Krieges”, Eine Denkschrift aus dem Zivilkabinett der Regierung Dönitz vom 16. Mai 1945, Vierteljahrshefte für Zeitgeschichte (VfZ) 1996, σ. 605 και Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 450-455.

[48] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 858.

[49] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π.,  σ. 859, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 181-184.

[50] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 860.

[51] Günter Sagan, Kriegsende 1945, ό.π., σ. 144.

[52] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 457.

[53] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 118, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 47-48, 99-102.

[54]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 221, 400-401, 405.

[55]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 221, 311-314.

 

Ιωάννης Δ. Στεφανίδης: Το Δόγμα Truman και η Ελλάδα – Εβδομήντα χρόνια από τότε

Ιωάννης Δ. Στεφανίδης

 Το Δόγμα Truman και η Ελλάδα

Εβδομήντα χρόνια από τότε

Το ενδεχόμενο να επωμισθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες μέρος τουλάχιστον του βάρους, προκειμένου η Ελλάδα να παραμείνει στο φιλοδυτικό στρατόπεδο, σε μια περίοδο κατά την οποία χαράσσονταν ήδη οι διαχωριστικές γραμμές του Ψυχρού Πολέμου, σταθερά κέρδιζε έδαφος μεταξύ των ιθυνόντων κύκλων στην Ουάσιγκτον στη διάρκεια του 1946. Οι υπεύθυνοι για τη χάραξη πολιτικής, ιδίως στους κόλπους του State Department, αναγνώριζαν πλέον τη στρατηγική σπουδαιότητα της Ανατολικής Μεσογείου και της πλούσιας σε πετρελαϊκά κοιτάσματα Μέσης Ανατολής για την ασφάλεια και την οικονομική ευρωστία των Ηνωμένων Πολιτειών και των Eυρωπαίων συμμάχων τους. Προηγουμένως, είχαν επαναπαυθεί σε μεγάλο βαθμό στην εκεί βρετανική πρωτοκαθεδρία. Όμως, η ικανότητα της Βρετανίας να υπερασπιστεί τα συμφέροντα της Δύσης σταθερά μειωνόταν. Επίσης, καθώς η συμμαχία των δυτικών με τον Στάλιν ανήκε πλέον στο παρελθόν, οι Aμερικανοί αξιωματούχοι άρχισαν να διακρίνουν πίσω από τις κινήσεις των Σοβιετικών στην περιοχή απειλητικά σχέδια επέκτασης. Η αμερικανική συμβολή γινόταν πλέον απαραίτητη για την αποκατάσταση της ισορροπίας δυνάμεων. Οι Βρετανοί επιζητούσαν μια τέτοια εξέλιξη, καθώς συνειδητοποιούσαν πλέον τα όρια της δικής τους ισχύος. Επιθυμούσαν προφανώς να εξασφαλίσουν μια αμερικανική δέσμευση προς τις χώρες που βρίσκονταν στις βόρειες παρυφές της Μέσης Ανατολής, ιδιαίτερα για την Ελλάδα, την Τουρκία και το Ιράν, που συνιστούσαν αυτό που στη αμερικανική διπλωματική και στρατιωτική ορολογία ονομάστηκε τότε «βόρειο διάζωμα» (northern tier). Με τον τρόπο αυτό, θα μπορούσαν να επικεντρώσουν τις φθίνουσες δυνάμεις τους στη διασφάλιση των συμφερόντων τους στα αραβικά κράτη, ιδίως στην Αίγυπτο. Η κρίση στις τουρκοσοβιετικές σχέσεις και η εσωτερική ελληνική κρίση φαινόταν να προσφέρουν μια καλή ευκαιρία για την εκμαίευση της αμερικανικής ανάμιξης στην περιοχή.

Στις αρχές του 1946, και έπειτα από την αντιπαράθεση με τους πρώην συμμάχους τους για το βόρειο Ιράν (νότιο Αζερμπαϊτζάν), οι Σοβιετικοί άσκησαν πίεση στην Τουρκία διεκδικώντας ρόλο στη φύλαξη των Στενών. Στις 15 Αυγούστου, η Ουάσιγκτον αποφάσισε να αντιταχθεί στη σοβιετική επιθετικότητα εναντίον της Τουρκίας «με κάθε διαθέσιμο μέσο». Εκτός από τη μόνιμη παρουσία αμερικανικής ναυτικής δύναμης στην Ανατολική Μεσόγειο, τα μέσα στήριξης της Τουρκίας, τα οποία είχαν κατά νου οι υπεύθυνοι για τη χάραξη της αμερικανικής πολιτικής, ήταν κατεξοχήν οικονομικά. Όπως υποστήριζε και ο Clark Clifford, ειδικός σύμβουλος του προέδρου Truman, σε εισήγησή του για τις αμερικανοσοβιετικές σχέσεις, «η ισχυρή οικονομική υποστήριξη αποτελεί πιο αποτελεσματικό (περισσότερο από τη στρατιωτική υποστήριξη) φραγμό έναντι του κομμουνισμού».

Στην περίπτωση της Ελλάδας, τόσο στη διάρκεια του πολέμου όσο και στην πρώτη μεταπελευθερωτική περίοδο, το State Department και Aμερικανοί απεσταλμένοι στη χώρα είχαν σταθεί μάλλον επικριτικοί απέναντι στη βρετανική επέμβαση. Παρ’ όλα αυτά, καθώς οι σχέσεις τους με τη Μόσχα εισήλθαν σε περίοδο όξυνσης, οι Αμερικανοί άρχισαν σταδιακά να συμπλέουν με τη βρετανική πολιτική στην Ελλάδα. Είχαν ήδη λάβει μέρος στην επιτροπή παρατηρητών για τις ελληνικές εκλογές και είχαν ενισχύσει οικονομικά την ελληνική κυβέρνηση μέσω της Υπηρεσίας Αποκατάστασης και Αρωγής των Ηνωμένων Εθνών (UNRRA) και της Τράπεζας Εισαγωγών-Εξαγωγών. Τα αποτελέσματα, βεβαίως, των ελληνικών εκλογών του Μαρτίου είχαν απογοητεύσει την Ουάσιγκτον. Οι Αμερικανοί, όπως και οι Βρετανοί, άλλωστε, θα προτιμούσαν μια μετριοπαθή κυβέρνηση. Το μόνο που τους απέμενε ήταν να συμβουλεύσουν τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Τσαλδάρη να διευρύνει το κυβερνητικό σχήμα με φιλελεύθερα στοιχεία. Η ακραία δεξιά πολιτική της κυβέρνησης Τσαλδάρη στα εσωτερικά ζητήματα και η εμμονή της σε μάλλον άτοπες εδαφικές διεκδικήσεις στο Συνέδριο της Ειρήνης στο Παρίσι δοκίμαζαν την ανεκτικότητα των Αμερικανών ιθυνόντων. Όμως, καθώς έτειναν να αποδεχτούν την κρισιμότητα της κατάστασης στην ευρύτερη περιοχή, οι ίδιοι αξιωματούχοι άρχισαν να ερμηνεύουν τα προβλήματα της Ελλάδας μέσα στο πλαίσιο του εικαζόμενου σοβιετικού επεκτατισμού.

Τον Οκτώβριο του 1946, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών James Byrnes αποκάλυψε στον Βρετανό πρώτο λόρδο του Ναυαρχείου Albert Alexander ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες απέδιδαν ιδιαίτερη στρατηγική αξία σε Ελλάδας και Τουρκία ως τα «μοναδικά εμπόδια» απέναντι σε περαιτέρω σοβιετική επέκταση στην περιοχή· εξέταζαν δε τη δυνατότητα να παράσχουν οικονομική ενίσχυση στις δύο αυτές χώρες. Οι Βρετανοί, πρόσθεσε ο Byrnes, θα συνέχιζαν να προσφέρουν στρατιωτική βοήθεια. Δύο μήνες αργότερα, έφθασε στην Ελλάδα αποστολή υπό τον Paul Porter για να εκτιμήσει τις οικονομικές ανάγκες της χώρας. Πλέον, η Ουάσιγκτον έμοιαζε να προεξοφλεί την ανάληψη της ευθύνης για την οικονομική, τουλάχιστον, πτυχή του ελληνικού προβλήματος. Όπως παρατήρησε ο Αμερικανός ιστορικός Bruce Kuniholm, στις αρχές του 1947 «η δέσμευση της αμερικανικής κυβέρνησης έναντι της Ελλάδος … ήταν σαφής, αν και ανεπαρκής».

Κατά τους επόμενους μήνες, η κλιμάκωση της δράσης των κομμουνιστών ανταρτών και των κατασταλτικών μέτρων, αφενός, και η αβεβαιότητα για τη συνέχιση της βρετανικής παρουσίας, αφετέρου, ώθησαν το State Department να εντείνει την ενασχόλησή του με τα ελληνικά πράγματα. Στις 21 Φεβρουαρίου 1947, η βρετανική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον επέδωσε στο State Department διακοίνωση, με την οποία γνωστοποιούσε την απόφαση του Λονδίνου να διακόψει κάθε οικονομική βοήθεια προς την Ελλάδα και την Τουρκία έως τις 31 Μαρτίου. Οι Βρετανοί επίσης εξέφραζαν την ελπίδα ότι θα δινόταν αμερικανική βοήθεια «σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καλύπτει το ελάχιστο των (ελληνικών) αναγκών, τόσο σε πολιτικό όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο». Καθώς το βρετανικό μήνυμα διαβιβαζόταν, ο Loy Henderson, διευθυντής του Γραφείου Υποθέσεων Εγγύς Ανατολής στο State Department, σε υπόμνημά του προς τον νέο υπουργό Εξωτερικών George Marshall έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου: Εάν η Ελλάδα γινόταν κομμουνιστική, προειδοποιούσε, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διακινδύνευαν «την απώλεια ολόκληρης της Εγγύς και Μέσης Ανατολής». Για τους λόγους αυτούς, ο Henderson ζητούσε «επείγουσα και άμεση στήριξη» της Ελλάδας.

Όπως ήταν αναμενόμενο, την επίδοση της βρετανικής διακοίνωσης της 21ης Φεβρουαρίου ακολούθησε έντονη κινητικότητα στο State Department, τον Λευκό Οίκο και το Καπιτώλιο. Η κυβέρνηση του προέδρου Harry Truman όφειλε να εξασφαλίσει εκ των προτέρων τη συναίνεση διαφόρων ισχυρών παραγόντων της δημόσιας ζωής σε μια αποφασιστική καμπή της αμερικανικής ιστορίας. Επρόκειτο, ούτε λίγο ούτε πολύ, για την ανάληψη δράσης εν καιρώ ειρήνης σε περιοχή πέραν του δυτικού ημισφαιρίου η οποία ενείχε τον κίνδυνο ακόμα και στρατιωτικής εμπλοκής, αν τα οικονομικά και διπλωματικά αποδεικνύονταν ανεπαρκή. Το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο δεν προέβλεπε κάτι τέτοιο, επομένως ήταν απαραίτητη η έγκριση του Κογκρέσου για το οικονομικό σκέλος της σκοπούμενης πολιτικής. Έτσι, σε μια εποχή κατά την οποία πολλά μέλη της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στο Καπιτώλιο ενέμεναν σε μια πολιτική περικοπών στις κυβερνητικές δαπάνες, αν δεν ζητούσαν και επιστροφή στο δόγμα του απομονωτισμού, η προσπάθεια να μεταπειστούν και να αποδεχθούν το βάρος της αμερικανικής ανάμιξης στις νοτιοανατολικές παρυφές της Ευρώπης δεν ήταν απλή υπόθεση.

by Elliott & Fry, vintage print, 1950
Ο Υφυπουργός Εξωτερικών των Η.Π.Α, Dean Acheson

Αμέσως μόλις η μορφή και οι όροι της βοήθειας προς την Ελλάδα διευκρινίστηκαν, στις 28 Φεβρουαρίου 1947 επιδόθηκε στον Έλληνα πρεσβευτή στην Ουάσιγκτον έγγραφο, το οποίο επρόκειτο να εμφανιστεί ως επίσημο αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης για παροχή αμερικανικής βοήθειας. Με τον τρόπο αυτό συμπληρώθηκε η εικόνα της απεγνωσμένης έκκλησης για αρωγή εκ μέρους δύο συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών (και) κατά τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο. Ταυτόχρονα, κυβερνητικά στελέχη άρχισαν να προσεγγίζουν μέλη του Κογκρέσου, εκδότες, ηγέτες συνδικάτων, και επιχειρηματίες με επιρροή, και να τους κατηχούν σχετικά με την ανάγκη βοήθειας προς την Ελλάδα και την Τουρκία. Υπεραμυνόμενος της πρωτοβουλίας της κυβέρνησης ενώπιον των ηγετών του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, ο υφυπουργός Εξωτερικών Dean Acheson υποστήριξε ότι σε περίπτωση επικράτησης του κομμουνισμού στην Ελλάδα, την οποία χαρακτήρισε «επικείμενη», θα «μολύνονταν» και άλλες χώρες της περιοχής, «όπως ένα σάπιο μήλο μολύνει τα υπόλοιπα μέσα σε ένα βαρέλι». Επρόκειτο για μια πρώιμη, ελαφρώς διαφοροποιημένη, εκδοχή της μεταφοράς της πτώσης των «ντόμινο» (domino effect) που θα χρησιμοποιούσαν κατά κόρον οι θιασώτες αμερικανικών επεμβάσεων και σε άλλες περιοχές του πλανήτη. Ωστόσο, ανιχνεύοντας ακόμα τις διαθέσεις του Κογκρέσου, η κυβέρνηση Truman όφειλε να αποφύγει να δώσει την εντύπωση ότι επιδίωκε οι Ηνωμένες Πολιτείες να αναλάβουν την ανάσχεση του κομμουνισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Το υπό έγκριση πρόγραμμα βοήθειας, τόνισε ο Acheson, δεν θα έπρεπε να εκληφθεί ως μια ενέργεια των Αμερικανών με σκοπό «να βγάλουν τα βρετανικά κάστανα από τη φωτιά», αλλά ως ένδειξη ότι η ίδια η ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών βρισκόταν σε κίνδυνο.

Αυτού του τύπου η επιχειρηματολογία, η οποία τόνιζε την «προσταγή της ασφάλειας», αποδείχτηκε αρκετά αποτελεσματική. Ωστόσο, για λόγους απήχησης στην αμερικανική κοινή γνώμη, η κυβέρνηση Truman επέλεξε να εξαγγείλει τη νέα πολιτική της με έναν ιδεολογικά χρωματισμένο και κάπως βαρύγδουπο δημόσιο λόγο. Έτσι, εμφανιζόμενος ενώπιον του Κογκρέσου, στις 12 Μαρτίου 1947, ο πρόεδρος διακήρυξε την απόφαση της κυβέρνησής του να ενισχύσει την Ελλάδα και την Τουρκία με μια φράση που έμεινε διάσημη για τη ρητορεία της: «Θα πρέπει να αποτελέσει πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών η υποστήριξη ελεύθερων λαών, οι οποίοι αντιστέκονται σε απόπειρες υποδούλωσής τους από ένοπλες μειοψηφίες ή από εξωτερικές πιέσεις». Έχει επαρκώς τεκμηριωθεί από ιστορικούς ότι η σοβιετική απειλή κατά τη δεδομένη στιγμή είχε εσκεμμένα υπερτονισθεί στο αμερικανικό κοινό. Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι, ενόψει της βρετανικής αναδίπλωσης, η «αμερικανική κυβέρνηση αντιδρούσε με μια μετατόπιση της ισορροπίας δυνάμεων στη Μέση Ανατολή». Επιπλέον, η διακήρυξη που έμεινε στην Ιστορία ως «δόγμα Truman» υπήρξε εντέλει ασαφής σχετικά με τα όρια της αμερικανικής παρέμβασης. Διατυπωμένο με όρους γενικής εφαρμογής, το εναρκτήριο σάλπισμα της αμερικανικής πολιτικής της ανάσχεσης (containment) χαρακτηριζόταν από σκόπιμη ασάφεια, με την ελπίδα ότι έτσι θα λειτουργούσε αποτρεπτικά έναντι ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος που έτρεφε όνειρα παγκόσμιας ηγεμονίας.

Ο λόγος του Truman ενώπιον του Κογκρέσου, 12 Μαρτίου 1947

Στο Κογκρέσο διατυπώθηκαν ενστάσεις για το ενδεχόμενο οι Ηνωμένες Πολιτείες να εμπλακούν στην αντιμετώπιση σειράς διενέξεων ανά την υφήλιο, έργο για το οποίο ορισμένα μέλη του θεωρούσαν αρμόδιο τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Το γεγονός ήταν, όμως, ότι ένας διεθνής οργανισμός που λειτουργούσε με βάση την αρχή της ομοφωνίας και στον οποίον η Σοβιετική Ένωση διέθετε δικαίωμα βέτο των αποφάσεών του, δεν ήταν αρμόδιος ούτε κατάλληλος να υπερασπιστεί τα συμφέροντα ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών. Δύο μήνες αργότερα, το Κογκρέσο ενέκρινε τον νόμο «περί χορηγήσεως βοηθείας στην Ελλάδα και την Τουρκία» με πλειοψηφία τρία προς ένα. Ο νόμος προέβλεπε συνολική βοήθεια ύψους 400 εκατομμυρίων δολαρίων. Από αυτά, η Ελλάδα θα λάμβανε 300 εκατομμύρια δολάρια: 149 εκατομμύρια σε στρατιωτική βοήθεια, 146,5 εκατομμύρια σε οικονομική αρωγή, και η διαφορά θα δεσμευόταν για τις διαχειριστικές δαπάνες του προγράμματος. το πρόγραμμα θα έληγε στις 30 Ιουνίου 1948. Αν και τα προοριζόμενα για στρατιωτικούς σκοπούς υπερέβαιναν κατά τι εκείνα που σχετίζονταν με το οικονομικό σκέλος της βοήθειας, δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στην ανασυγκρότηση και στην αποκατάσταση τομέων της οικονομίας που είχαν πληγεί από τον πόλεμο.

p.txt
Το πρωτοσέλιδο του Ριζοσπάστη, 13 Μαρτίου 1947

Οι όροι της διάθεσης της βοήθειας σε εφαρμογή του «δόγματος Truman» προσδιορίστηκαν με δύο συμφωνίες, οι οποίες υπογράφηκαν στην Αθήνα, το καλοκαίρι του 1947. Η πρώτη συμφωνία, «περί βοηθείας προς την Ελλάδα», υπογράφηκε στις 20 Ιουνίου από τον αντιπρόεδρο, πλέον, της κυβέρνησης και υπουργό Εξωτερικών Τσαλδάρη και τον Αμερικανό πρεσβευτή Lincoln MacVeagh. Η συμφωνία ενσωμάτωνε μονομερή διακοίνωση της Αθήνας προς την Ουάσιγκτον, με ημερομηνία 15 Ιουνίου 1947, με βάση την οποία η ελληνική κυβέρνηση ζητούσε τη χορήγηση βοήθειας, καθώς και τη διάθεση ειδικής αποστολής που θα αναλάμβανε να επιβλέψει την αποτελεσματική εφαρμογή του προγράμματος βοήθειας και να συμμετάσχει στον σχεδιασμό της συνολικής οικονομικής πολιτικής της χώρας. Χαρακτηριστικά, η ελληνική κυβέρνηση δήλωνε την πρόθεσή της «να συμβουλεύεται την (αμερικανική) Αποστολή πριν λάβει οποιοδήποτε οικονομικό μέτρο που μπορεί να επηρεάσει την επιτυχία του προγράμματος αμερικανικής βοήθειας».

7
Ο πρεσβευτής των Ηνωμένων Πολιτειών Lincoln MacVeagh ετοιμάζεται να υπογράψει την ελληνοαμερικανική συμφωνία βοήθειας στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 1947. Δίπλα του ο αντιπρόεδρος της ελληνικής κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών Κωνσταντίνος Τσαλδάρης. (Αρχείο Τριανταφύλλου – Ηνωμένοι Φωτορεπόρτερ)

Η υλοποίηση του προγράμματος ανατέθηκε στην Αμερικανική Αποστολή Βοήθειας προς την Ελλάδα (AMAG). Όπως προέβλεπε η συμφωνία της 20ής Ιουνίου, ο αρχηγός της Αποστολής ήταν εκείνος που αποφάσιζε, τυπικά ύστερα από συνεννόηση με τους Έλληνες αξιωματούχους, «τους όρους και συνθήκας υφ’ ους η ειδικώς καθοριζομένη βοήθεια θα χορηγείται από καιρού εις καιρόν». Επιπλέον, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών διατηρούσε το δικαίωμα να «παύσει» τη βοήθεια, εφόσον έκρινε ότι η ελληνική πλευρά είχε αποτύχει να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες που θα εξασφάλιζαν την αποτελεσματική χρήση της. Η συμφωνία και ο κυρωτικός της νόμος 763 δημοσιεύτηκαν με σημαντική καθυστέρηση, μόλις στις 2 Ιουνίου του 1948, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η συμφωνία της 20ής Ιουνίου εξακολούθησε να ισχύει και μετά τη σύναψη, στις 2 Ιουλίου 1948, της Συμφωνίας Οικονομικής Συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών, με βάση την οποία η Ελλάδα συμπεριλήφθηκε στο Πρόγραμμα Ευρωπαϊκής Ανασυγκρότησης, που έμεινε γνωστό ως «Σχέδιο Marshall». Η δεύτερη συμφωνία «περί βοηθείας περιθάλψεως» της 8ης Ιουλίου 1947 παρείχε ελευθερία κινήσεων στο αμερικανικό προσωπικό που θα επιφορτιζόταν με την εκτέλεση του προγράμματος βοήθειας. Προς τον σκοπό αυτό, η Ελλάδα παραχώρησε διευκολύνσεις που επέτρεπαν την ελεύθερη διέλευση μεταγωγικών αεροσκαφών και ατελή χρήση των ελληνικών στρατιωτικών αεροδρομίων και υπηρεσιών επικοινωνίας από τις ένοπλες δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών. Η ίδια συμφωνία προέβλεπε την πλήρη εξαίρεση του εισερχόμενου υλικού από τέλη και δασμούς, καθώς και την ετεροδικία του αμερικανικού προσωπικού. Η τελευταία αυτή ρύθμιση, που τέθηκε σε εφαρμογή με το νομοθετικό διάταγμα 694 της 7-8 Μαΐου 1948, εξασφάλιζε στον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό Αμερικανών στην Ελλάδα καθεστώς προνομίων και ασυλίας που, υπό ομαλές συνθήκες, απολαμβάνουν μόνον οι διπλωμάτες. Από την άποψη αυτή, αποτέλεσε προηγούμενο για ανάλογες ρυθμίσεις που συμπεριλήφθηκαν στην ελληνοαμερικανική συμφωνία για τις βάσεις, το 1953.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τόσο οι δύο συμφωνίες όσο και η μονομερής ελληνική διακοίνωση είχαν συνταχθεί από την αρμόδια υπηρεσία του State Department. Με αυτές, η ελληνική κυβέρνηση παραιτήθηκε πρόσκαιρα από τη δυνατότητα να λαμβάνει οποιαδήποτε σημαντική απόφαση στον τομέα της ανασυγκρότησης χωρίς τη συγκατάθεση της αμερικανικής Αποστολής. Η οικονομική αυτή κηδεμονία αφενός περιέστειλε τα περιθώρια κακοδιαχείρισης και πελατειακών παρεμβάσεων στη διάθεση των κονδυλίων εκ μέρους της ελληνικής πολιτικής τάξης, Από την άλλη, διευκόλυνε την αποτελεσματική άσκηση επιρροής εκ μέρους των Αμερικανών όχι μόνο στο οικονομικό αλλά και στο πολιτικό και στρατιωτικό πεδίο. Επιπλέον, η δημιουργία ενός πολυάνθρωπου και ισχυρού πόλου επιρροής, της AMAG, δημιούργησε σύγχυση αρμοδιοτήτων και τριβές στις σχέσεις της Αποστολής με την Πρεσβεία. Επιχειρώντας να οριοθετήσει τη δικαιοδοσία του Aμερικανού πρεσβευτή από εκείνη του διευθυντή της Αποστολής, το State Department έκρινε ότι στην πρώτη ανήκαν θέματα όπως τυχόν μεταβολές στην ελληνική κυβέρνηση ή στην ανώτατη ηγεσία και στην αριθμητική δύναμη του στρατεύματος, οι εξωτερικές σχέσεις της χώρας, καθώς και όλα τα μείζονα θέματα της εσωτερικής πολιτικής ζωής. Παρ’ όλα αυτά, τα προβλήματα συνεχίστηκαν, προκαλώντας την ανάκληση του MacVeagh και συχνές μεταβολές στην ηγεσία της Αποστολής.

Ο διάσημος αμερικανός ηθοποιός Κερκ Ντάγκλας μοιράζει δώρα σε παιδιά της ελληνικής υπαίθρου
To star system στην υπηρεσία της πολιτικής. Ο ηθοποιός Kirk Douglas μοιράζει τρόφιμα σε  ελληνόπουλα

Καταρχήν, ο κύριος ρόλος της Αποστολής ήταν να εξασφαλίζει τον αναγκαίο συντονισμό στη χρήση των αμερικανικών κονδυλίων. Στο πλαίσιο αυτό, είχε το δικαίωμα να ασκεί εξονυχιστικό έλεγχο στον κρατικό προϋπολογισμό, καθώς οι ελληνικές κυβερνήσεις της περιόδου 1948-52 βασίζονταν στο δραχμικό ισόποσο της βοήθειας για να καλύπτουν τα τεράστια ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού. Την ίδια περίοδο, η αποστολή διατήρησε κατ’ ουσίαν την κύρια ευθύνη για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της οικονομικής ανασυγκρότησης. Οποιαδήποτε διάθεση πόρων σε κάποιον τομέα οικονομικής δραστηριότητας απαιτούσε τη σύναψη επίσημης συμφωνίας συνεργασίας. Μεμονωμένα έργα αποτελούσαν επίσης αντικείμενο συμφωνιών που εξειδίκευαν το αντικείμενο, τις προθέσεις, τους όρους, τη διαχειριστική διαδικασία, και τους απαιτούμενους πόρους. Αμερικανοί σύμβουλοι τοποθετήθηκαν σε διάφορα ελληνικά υπουργεία και υπηρεσίες, όπως η Νομισματική Επιτροπή και η Διεύθυνση Εξωτερικού Εμπορίου. Σε επιστολή του προς τον πρεσβευτή Henry Grady, στις 7 Σεπτεμβρίου 1949, ο διευθυντής της Αποστολής ομολογούσε πως η αμερικανική ανάμειξη δεν περιοριζόταν στη διαμόρφωση αρχών ή κατευθύνσεων για την ακολουθητέα πολιτική· επεκτεινόταν επίσης σε καθημερινά ζητήματα, καθώς μέλη ή τμήματα της αποστολής λάμβαναν μονομερώς αποφάσεις «για μικρές λεπτομέρειες» της κυβερνητικής πολιτικής, τις οποίες ανακοίνωναν στους «όλο και πιο ανίσχυρους Έλληνες υπουργούς και τους υφισταμένους των». H κωλυσιεργία, συνέχιζε, αποτελούσε τη μόνη οδό για τους Έλληνες, αν ήθελαν να επηρεάσουν την πορεία των δικών τους υποθέσεων. Ομάδα Αμερικανών οικονομικών επιθεωρητών που επισκέφτηκε την Ελλάδα στις αρχές του 1952 θεώρησε εξαιρετικά δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στις αρμοδιότητες κυβέρνησης και Αποστολής. «Κάθε βήμα στο οικονομικό πεδίο», σημείωνε, «απαιτεί τη συγκατάθεση ενός ή περισσότερων Αμερικανών». Η ίδια ομάδα αναγνώριζε ότι η επέμβαση του «αμερικανικού στοιχείου», ειδικά όταν εισερχόταν στην αρένα της εσωτερικής πολιτικής διαμάχης, έτεινε να υπονομεύει τη σταθερότητα και να μειώνει την αποτελεσματικότητα της ελληνικής κυβέρνησης.

Πειραιάς, 16 Δεκεμβρίου 1948. Ο βασιλιάς Παύλος
Πειραιάς, 16 Δεκεμβρίου 1948. Ο βασιλιάς Παύλος αποκαλύπτει αναμνηστική μαρμάρινη πλάκα στο λιμάνι της πόλης, προς τιμήν του Αμερικανού προέδρου Harry Truman

 

Φυσικά υπήρχε και η άλλη όψη του νομίσματος: Έλληνες αξιωματούχοι εμφανίζονταν συχνά να αποδέχονται πρόθυμα τις αμερικανικές προτάσεις, αν και στην πράξη όμως, όπως παραδέχτηκε ένας υπουργός, «έκαναν ό,τι ήθελαν ή ό,τι μπορούσε να γίνει», τροφοδοτώντας έτσι την καχυποψία των Αμερικανών. Πέρα από τη δεινή οικονομική κατάσταση και τις αμέτρητες ανάγκες της χώρας, το αμερικανικό πρόγραμμα βοήθειας όφειλε να συνυπολογίσει τη σοβαρή ανεπάρκεια του ελληνικού κρατικού μηχανισμού. Αμερικανοί αξιωματούχοι έκαναν λόγο για τις «ανατολίτικες μεθόδους» της ελληνικής διοίκησης και την «ικανότητά» της να παρακωλύει την εκτέλεση οποιουδήποτε προγράμματος μέσω «αποσπασματικής ή καθυστερημένης δράσης». Διαπίστωναν ακόμη μέχρι ποιο βαθμό το (ήδη τότε) υπεράριθμο και κακοπληρωμένο προσωπικό της δημόσιας διοίκησης ήταν εκτεθειμένο στις επιρροές εγχώριων οικονομικών κύκλων. Περισσότερο απροκάλυπτα, ο Dwight Griswold, αρχηγός της AMAG στα 1947-8, δήλωνε ότι «το λάδωμα πρέπει να γίνει αποδεκτό ως μέρος του συστήματος». Σε ό,τι αφορούσε τα υψηλότερα κυβερνητικά κλιμάκια, ήταν εμφανής στους παρατηρητές η διαπλοκή ή ακόμη και η ταύτιση συμφερόντων με τους ισχυρούς παράγοντες της οικονομικής ζωής.

Τέλος, το «σφιχτό» πλαίσιο ελέγχου που επιβλήθηκε στον ελληνικό κρατικό μηχανισμό μέσω των συμφωνιών του 1947 υπαγορεύτηκε εν μέρει και από την ανάγκη να πειστεί το Κογκρέσο να εγκρίνει τους αναγκαίους πόρους, και την ανάλογη επιβάρυνση για τον Αμερικανό φορολογούμενο, προκειμένου να στηριχτεί η κυβέρνηση και το κοινωνικό καθεστώς σε μια μικρή, μακρινή χώρα – στον βαθμό, ασφαλώς, που αυτό εξυπηρετούσε το εθνικό συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών.

picture-5434-1375690185
Ο Ιωάννης Δ. Στεφανίδης είναι Καθηγητής Διπλωματικής Ιστορίας στη Νομική  Σχολή του Α.Π.Θ.

 

 H μηχανή του Xρόνου – Το σχέδιο Τρούμαν

Φωκίων Κοτζαγεώργης: Θεσμοί και ταυτότητες του Ελληνισμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία

 

Φωκίων Κοτζαγεώργης

 Θεσμοί και ταυτότητες του Ελληνισμού

στην Οθωμανική Αυτοκρατορία

Στόχος του σύντομου αυτού κειμένου είναι να παρουσιάσω τη συζήτηση που γίνεται περίπου την τελευταία δεκαετία γύρω από δύο κεντρικά ζητήματα για την ιστορία του ελληνισμού της Τουρκοκρατίας, τους θεσμούς και τις ταυτότητες.

Η ελληνική ιστοριογραφία στις μεγάλες ιστοριογραφικές συνθέσεις της ακολούθησε το σχήμα της ύπαρξης και λειτουργίας ελληνικών θεσμών, μέσα στους οποίους το ‘έθνος’ επιβίωσε, διατήρησε την ιδιαιτερότητά του έναντι των άλλων ‘εθνών’ και εκκόλαψε την εθνικοαπελευθερωτική ιδέα. Αυτοί οι θεσμοί αντιστοιχούσαν και αντιπροσώπευαν τους τέσσερις βασικούς τομείς που συγκροτούσαν μια κοινωνία: τη θρησκεία, την πολιτική εκπροσώπηση, το στρατό και την παιδεία. Οι τρεις πρώτοι ενσαρκώθηκαν μέσω συγκεκριμένων θεσμικών φορέων: την Εκκλησία, τις κοινότητες και τα κλεφταρματολικά σώματα. Αυτή η ιστοριογραφική προσέγγιση ανέλυε τη δομή και λειτουργία των παραπάνω θεσμών μέσα από το σχήμα «εθνική αφύπνιση-ελληνική επανάσταση». Έτσι, αναδεικνυόταν η εικόνα μιας ταυτόχρονης, παράλληλης και εν πολλοίς ανεξάρτητης λειτουργίας θεσμών με τους κρατικούς, χωρίς, όμως, πάντα να λαμβάνεται υπόψη στην ανάλυση ο ρόλος αντίστοιχων κρατικών θεσμών και του γενικότερου πολιτικού πλαισίου στη διαμόρφωση των ελληνικών αντιστοίχων. Οι ελληνικοί πληθυσμοί διαβιούσαν οιονεί αποκομμένοι από τον περίγυρό τους, ο οποίος, αν δεν απουσίαζε από την ιστορική αφήγηση, συχνά ο ρόλος του περιοριζόταν σ’ αυτόν ενός βίαιου και τυραννικού μηχανισμού καταστολής των χριστιανών. Έτσι, οι ελληνικοί πληθυσμοί, έχοντας αναπτύξει τους δικούς τους θεσμούς ζούσαν σε μια διαφορετική πραγματικότητα, η οποία αντιπαρατίθετο σ’ αυτήν της πολιτικής ένταξης σε ευρύτερα κρατικά μορφώματα.

Αν αντιστραφεί η προσέγγιση και από την οπτική του ιστορικού που γράφει για να επιβεβαιώσει και να εμπεδώσει την εθνική συνείδηση στο αναγνωστικό κοινό περάσουμε σε μια προσπάθεια αποκρυπτογράφησης του βλέμματος των ανθρώπων που διαβιούσαν εντός της οθωμανικής αυτοκρατορίας, τότε η εικόνα διαγράφεται κατά το μάλλον ή ήττον διαφοροποιημένη από την παραπάνω. Η πραγματικότητα συγκροτείτο από ένα μωσαϊκό τοπικών ιδιαιτεροτήτων σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής συγκρότησης και από την παρουσία συνοίκων πληθυσμών, οι οποίοι δεν ήταν πάντοτε σαφώς διαφοροποιημένοι στις βασικές κατηγορίες ετεροπροσδιορισμού τους (θρησκεία, γλώσσα, καταγωγή, συνήθειες κτλ.). Από την άλλη, και οι Έλληνες, όπως και οι άλλοι Οθωμανοί υπήκοοι, γνώριζαν πολύ καλά το κρατικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαβιούσαν, ακόμη κι αν επιθυμούσαν την ανατροπή του, και πολιτεύονταν με βάση τους όρους αυτού του συστήματος και συγκροτούσαν τον κόσμο τους. Όσο ρεαλιστική κι αν φαίνεται σήμερα αυτή η προσέγγιση, παρ’ όλα αυτά η ελληνική ιστοριογραφία δεν είχε επιτύχει ως πρόσφατα να την ενσωματώσει στην ιστοριογραφική παραγωγή περί Τουρκοκρατίας.

Η Εκκλησία – ως πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης – είχε αναγνωριστεί από το οθωμανικό κράτος, ήδη από την εποχή της Άλωσης, ως ένας θρησκευτικός φορέας, με οργανωμένο διοικητικό μηχανισμό, μέσα στον οποίο μπορούσαν να ενταχτούν (ή εντάσσονταν) όλοι οι πολυπληθείς ορθόδοξοι χριστιανοί, οι οποίοι αποτελούσαν εκείνη την εποχή την πλειονότητα του πληθυσμού της αυτοκρατορίας. Ο πολιτικός στόχος ήταν σαφής: ο συνολικός έλεγχος αυτών των πληθυσμών από το κράτος μέσω ενός φορέα των ίδιων των υπηκόων του. Η πρόσδεση της Εκκλησίας στο        δημοσιονομικό σύστημα της αυτοκρατορίας με πρωτοβουλία των ίδιων των Ρωμιών αποσκοπούσε στο να διασφαλίσει τη διαιώνισή του, ανεξάρτητα από την όποια συν τω χρόνω αλλαγή στην κρατική πολιτική των σουλτάνων. Η στάση των ίδιων των ορθοδόξων έναντι της Εκκλησίας συμπλήρωσε το θεσμικό ρόλο της: οι χριστιανικοί πληθυσμοί μετά την απώλεια των μεσαιωνικών κρατικών μορφωμάτων τους, είχαν μόνο την Εκκλησία ως θεσμό αναφοράς και μάλιστα σε αντιπαραβολή με την επίσημη κρατική θρησκεία, το Ισλάμ. Επιπλέον, ήταν ο φορέας, ο οποίος εν δυνάμει μπορούσε να ενοποιήσει πολιτικά όλους τους χριστιανικούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας, αν και, ουσιαστικά, η ένταξη των μη ελληνικών ορθόδοξων χριστιανικών πληθυσμών γινόταν μόνο με πνευματικούς όρους. Στην πράξη αποτέλεσε ένα θεσμό διατήρησης και διάδοσης ελληνορθόδοξης κουλτούρας και όχι γενικά χριστιανικής.

21
 Κοσμάς ο Αιτωλός

Οι κοινότητες δεν αποτέλεσαν ούτε χρονικά ούτε γεωγραφικά ή τυπολογικά έναν ενιαίο θεσμό, ο οποίος, μάλιστα, να είχε και αυτονόητα κρατική αναγνώριση. Επρόκειτο για ad hoc μορφές κοινωνικής συσσωμάτωσης, των οποίων τη λειτουργία επέτρεπε το κράτος κυρίως για την απρόσκοπτη είσπραξη της φορολογίας και για τον αποτελεσματικό έλεγχο των εντασσόμενων σ’ αυτές υπηκόων, περιβάλλοντάς τες με ένα πλαίσιο λειτουργίας, γνωστό και από άλλες συσσωματώσεις (π.χ. επαγγελματικές). Κατά συνέπεια, η θεσμική μορφή αυτών των κοινοτήτων δεν ήταν μια ξένη πρακτική για το οθωμανικό κράτος, ούτε τέτοιου είδους συσσωματώσεις ανάπτυξαν μόνο οι ελληνικοί πληθυσμοί. Ο έντονα τοπικός χαρακτήρας και οι πολλαπλοί παράγοντες που καθόριζαν το βαθμό αυτονομίας των κοινοτήτων εντός του οθωμανικού κρατικού πλαισίου καθιστούν το κοινοτικό φαινόμενο μη ενιαίο και χωρίς ομοειδή πολιτικά χαρακτηριστικά σε ευρεία γεωγραφική και χρονολογική κλίμακα. Εξειδικεύοντας στον πολιτικό χαρακτήρα των κοινοτήτων και στις ζυμώσεις που συνέβαιναν εντός τους, από τα λίγα καλά μελετημένα παραδείγματα προκύπτει ότι οι πολιτικές ιεραρχήσεις αναπαρήγαγαν μια ήδη διαμορφωμένη κοινωνικο-οικονομική ιεραρχία, η οποία είχε με τη σειρά της προκύψει από την ικανότητα προσαρμογής και ένταξης των προσώπων της στο ευρύτερο οθωμανικό κρατικό σύστημα.    

a9bd8ef873a966effdea4a6b9c087e3bΑκόμη δυσκολότερα μπορεί να συσχετιστεί η έννοια του ‘ελληνικού θεσμού’ με την περίπτωση των κλεφταρματολών. Ασφαλώς υπήρχε το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των αρματολικών σωμάτων ήδη από τον 15ο αιώνα. Αυτό, όμως, λειτούργησε ως μέσο κοινωνικής και οικονομικής ανέλιξης για τους χριστιανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων και δεν αποτελούσε ενοποιητικό στοιχείο ούτε καν μέσα στα μέλη αυτών των σωμάτων. Έτσι, καθώς βάθαινε η αδυναμία της κεντρικής εξουσίας να ελέγξει τις επαρχίες αναδεικνύοντας ταυτόχρονα το φαινόμενο της ισχυροποίησης των επαρχιακών προκρίτων εντός της οθωμανικής αυτοκρατορίας κατά τον 18ο αιώνα, οι χριστιανοί είχαν καταφέρει μέσω του θεσμού των αρματολικιών να αναδειχθούν σε μια τοπική χριστιανική ελίτ στις περιοχές, όπου λειτουργούσε ο θεσμός. Το έντονα συγκρουσιακό κλίμα μεταξύ των φορέων των κλεφταρματολών προκειμένου να κερδίσουν τη νομιμοποίηση της εξουσίας τους από το κράτος οδηγεί στη διατύπωση ότι επρόκειτο μάλλον για έναν κρατικό εξουσιαστικό φορέα, παρά για ένα θεσμό των χριστιανών. Η ικανότητα και το μονοπώλιο –εντός των χριστιανικών πληθυσμών της αυτοκρατορίας – στη χρήση των όπλων φαίνεται ότι λειτουργούσε καταλυτικότερα για τα μέλη αυτών των σωμάτων από οποιαδήποτε ιδεολογική, πολιτική ή κοινωνική ένταξη.

Ακόμη κι αν δεχτεί κανείς την ύπαρξη και λειτουργία των ‘θεσμών’, το ερώτημα που τίθεται είναι ποια ταυτότητα αυτοί έπρεπε να διαφυλάξουν, να προωθήσουν ή ακόμη και να διαμορφώσουν. Σήμερα δεν είναι δυνατό να προσεγγιστεί το πρόβλημα της ταυτότητας των ελληνικών πληθυσμών της Τουρκοκρατίας με ουσιοκρατικούς όρους. Δε μπορεί, δηλαδή, να τεκμηριωθεί η σταθερή και σαφώς περιχαρακωμένη ελληνική εθνική ταυτότητα για όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η οποία, μάλιστα, είλκε την καταγωγή της από την κλασική αρχαιότητα μέσω του βυζαντινού μεσαίωνα. Η σύγχρονη προσέγγιση για το ‘εθνικό φαινόμενο’ – που το θεωρεί ως νεωτερική κατασκευή και όχι ως την προαιώνια ουσία ενός λαού – οδηγεί σε νέα ερμηνεία του ταυτοτικού φαινομένου εν γένει. Επιπλέον, η ανθρωπολογική άποψη περί ύπαρξης πολλαπλών ταυτοτήτων σε προεθνικές κοινωνίες (κοινωνικών, θρησκευτικών, γεωγραφικών κτλ.) τοποθετεί σε νέες βάσεις τη μελέτη του ίδιου φαινομένου. Η διαμόρφωση ταυτοτήτων σε πληθυντικές κοινωνίες, όπως η οθωμανική, είναι ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο, το οποίο εξελίσσεται δυναμικά μέσα στο χρόνο. Κρίσιμο πρόσκομμα για τη σφαιρικότερη διερεύνηση του θέματος αποτελεί η σχεδόν παντελής απουσία της φωνής της πλειονότητας των ελληνικών πληθυσμών αναφορικά με τον αυτοπροσδιορισμό τους, ώστε οι όποιες εννοιολογικές σημάνσεις να προέρχονται είτε από το χώρο της ελληνικής διανόησης είτε από πρόσωπα που ανήκαν σε άλλους εθνοπολιτισμικούς χώρους (είτε, για παράδειγμα, δυτικοευρωπαϊκής προέλευσης πρόσωπα ποικίλης εθνοτικής ή επαγγελματικής ένταξης, είτε εκπρόσωποι του επίσημου οθωμανικού κράτους). Γενικά, φαίνεται ότι οι Έλληνες, όπως και οι άλλοι σύνοικοι πληθυσμοί, ανέπτυξαν πολλαπλές ταυτότητες, οι οποίες προσαρμόζονταν ανάλογα με το μέρος που βρίσκονταν ή με τους ανθρώπους που συναναστρέφονταν, λαμβανομένης υπόψη και της χρονικής περιόδου που μελετάται κάθε φορά. Παρ’ όλο που η εθνική ταυτότητα, όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα, δε φαίνεται να γνώρισε διάδοση σε ευρέα κοινωνικά στρώματα πριν από τις αρχές του 19ο αιώνα, αυτό δε σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι δεν υπήρχε συνείδηση της διαφορετικότητας με εθνοτικούς όρους. Για παράδειγμα, στη συλλογική ταυτότητα του χριστιανού ορθόδοξου δεν υπήρχε ισοπεδωτική χροιά ή απουσία τονισμού εθνοτικών ιδιαιτεροτήτων τόσο από το θρησκευτικό φορέα (πατριαρχείο), όσο και από τον κοσμικό (οθωμανικό κράτος). Η διάκριση Αλβανών, Σλάβων, Ρωμιών και Βλάχων γινόταν από αμφότερες τις πλευρές και αντικατόπτριζε την καθημερινή αλλά και την ιστορική πραγματικότητα. Αυτό που εκφεύγει από τους σημερινούς ιστορικούς είναι τα κριτήρια της διάκρισης, η γεωγραφική και κοινωνική οριοθέτηση των αντίστοιχων πληθυσμών και ο βαθμός που αυτή η διάκριση αποτέλεσε ενοποιητικό πολιτικά στοιχείο. Πρόσφατα έχει αμφισβητηθεί ο αποκλειστικός ρόλος κριτηρίων, όπως η θρησκεία ή η γλώσσα, στην οικοδόμηση μιας ενιαίας ταυτότητας του συνανήκειν για τους ελληνικούς πληθυσμούς. Η καταγωγή τοποθετείται όχι στη βάση μιας φυλετικού χαρακτήρα νοηματοδότησης, αλλά στη βάση του τρόπου πρόσληψης ενός κοινού ιστορικού παρελθόντος. Παρ’ όλο που η κρίσιμη περίοδος για τη διαμόρφωση και υποδοχή μιας κοινής εθνικού περιεχομένου ταυτότητας στους ελληνικούς πληθυσμούς δε μπορεί να επεκταθεί παλαιότερα των αρχών του 19ου αιώνα, είναι, καθώς φαίνεται, μακρύ ακόμη το ταξίδι που χρειάζεται να διανυθεί, προκειμένου να διατυπωθεί μια συνεκτική αφήγηση για τη διαδρομή και τις μεταμορφώσεις των ταυτοτήτων μέσα στην Τουρκοκρατία κατά την πορεία διαμόρφωσης αυτής της εθνικής ταυτότητας.

Ο Φωκίων Κοτζαγεώργης είναι Μόνιμος Επίκουρος Καθηγητής της Νεοελληνικής Ιστορίας (Πρώιμη Τουρκοκρατία) στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ
Ο Φωκίων Κοτζαγεώργης είναι Μόνιμος Επίκουρος Καθηγητής της Νεοελληνικής Ιστορίας (Πρώιμη Τουρκοκρατία) στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

 

«Όταν μου πειράξουν την πατρίδα και τη θρησκεία μου, θα μιλήσω, θα’ νεργήσω κι’ ό,τι θέλουν ας μου κάνουν» Στρατηγός Μακρυγιάννης (από τα Απομνημονεύματά του)

«Όταν μου πειράξουν την πατρίδα και τη θρησκεία μου,

θα μιλήσω, θα’    νεργήσω κι’ ό,τι θέλουν ας μου κάνουν» 

Στρατηγός Μακρυγιάννης (από τα Απομνημονεύματά του)

 

article_15006
Ο Στρατηγός  Ιωάννης Μακρυγιάννης

Τότε, εκεί που καθόμουν εις το περιβόλι μου και έτρωγα ψωμί, πονώντας από τις πληγές, όπου έλαβα εις τον αγώνα και περισσότερο πονώντας δια τις μέσα πληγές όπου δέχομαι δια τα σημερινά δεινά της Πατρίδος, ήλθαν δύο επιτήδειοι, άνθρωποι των γραμμάτων, μισομαθείς και άθρησκοι, και μου ξηγώνται έτσι: «Πουλάς Ελλάδα, Μακρυγιάννη». 

Εγώ, στην άθλιαν κατάστασίν μου, τους λέγω: «Αδελφοί, με αδικείτε. Ελλάδα δεν πουλάω, νοικοκυραίγοι μου. Τέτοιον αγαθόν πολυτίμητον δεν έχω εις την πραμάτειαν μου. Μα και να τό’ χα, δεν τό’ δινα κανενός. Κι’ αν πουλιέται Ελλάδα, δεν αγοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τον κόσμον εσείς λογιώτατοι, να μην θέλει να αγοράσει κάτι τέτοιο».

Έφυγαν αυτοί. Κι’ έκατσα σε μίαν πέτραν μόνος και έκλαιγα. Μισός άνθρωπος καταστάθηκα από το ντουφέκι του Τούρκου, τσακίστηκα εις τις περιστάσεις του αγώνα και κυνηγιέμαι και σήμερον. Κυνηγιώνται και άλλοι αγωνιστές πολύ καλύτεροί μου, διότι εγώ είμαι ο τελευταίος και ο χειρότερος. Και οι πιο καλύτεροι όλων αφανίστηκαν.

Αυτοί που θυσίασαν αρετή και πατριωτισμόν, για να ειπωθεί ελεύτερη η Ελλάδα κι’ εχάθηκαν φαμελιές ολωσδιόλου, είπαν να ζητήσουν ένα αποδειχτικόν που να λέγει ότι έτρεξαν κι’ αυτοί εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος και Τούρκο δεν άφηκαν αντουφέκιγο.

Πήγε να’ νεργήσει η Κυβέρνηση και βγήκαν κάτι τσασίτες και σπιγούνοι, που δουλεύουν μίσος και ιδιοτέλεια, και είπαν «όχι». Και είπαν και βρισιές παλιές δια τους αγωνιστές. Για να μην πάρουν το αποδειχτικόν, ένα χαρτί που δεν κάνει τίποτες γρόσια.

Πατρίδα να θυμάσαι εσύ αυτούς όπου, δια την τιμήν και την λευτερίαν σου, δεν λογάριασαν θάνατο και βάσανα. Κι’ αν εσύ τους λησμονήσεις, θα τους θυμηθούν οι πέτρες και τα χώματα, όπου έχυσαν αίματα και δάκρυα.

Θεέ, συχώρεσε τους παντίδους, που θέλουν να μας πάρουν τον αγέρα που αναπνέομεν και την τιμήν που με ντουφέκι και γιαταγάνι πήραμε. Εμείς το χρέος, το κατά δύναμιν, επράξαμεν. Και αυτοί βγήκαν σήμερον να προκόψουν την Πατρίδα. Μας γέμισαν φατρία και διχόνοιαν. Και την Πατρίδα δεν την θέλουν Μητέρα κοινή. Αμορόζα εις τα κρεβάτια τους την θέλουν. Γι’ αυτό περνούν και ρεθίζουν τον κόσμον με τέχνες και καμώματα.

Και καζαντίσαν αυτοί πουγγιά και αγαθά και αφήκαν τους αγωνιστές, τις χήρες και τα ορφανά εις την άκρην. Αυτοί είναι οι ανθρώπινοι λύκοι, που φέραν δυστυχήματα και κίντυνον εις τον τόπον. Ας όψονται.

Τότε που η Τουρκιά εκατέβαινε από τα ντερβένια και ολίγοι έτρεχαν με ολίγα ντουφέκια, με τριχιές δεμένα, να πολεμήσουν, θέλοντας λευτεριάν ή θάνατον, οι φρόνιμοι ασφάλιζαν τις φαμελιές τους εις τα νησιά κι’ αυτοί τρέχαν εις ρεματιές και βουνά, μη βλέποντας ποτέ Τούρκου πρόσωπον. Κι’ όταν ακούγαν τα ντισμπάρκα των Τούρκων, τρέχαν μακρύτερα. Τώρα θέλουν δικήν τους την Πατρίδα και κυνηγούν τους αγωνιστές.

Εγίναμε θηρία που θέλουν κριγιάτα (κρέατα) ανθρωπινά να χορτάσουν. Και χωρίζουν τον κόσμον σε πατριώτες και αντιπατριώτες. Αυτοί γίναν οι σημαντικοί της Πατρίδος και οι άλλοι να χαθούν. Δεν ξηγιώνται γλυκότερα να φυλάξωμεν Πατρίδα και να δούμεν λευτερίαν πραγματικήν. Ρωμαίγικον δεν φτιάχνεται χωρίς ούλλοι να θυσιάσουν αρετήν και πατριωτισμόν. Και χωρίς να πάψει η μέσα, η δική μας τυραγνία.

Και βγήκαν τώρα κάτι δικοί μας κυβερνήτες, Έλληνες, σπορά της εβραιουργιάς, που είπαν να μας σβήσουν την Αγία Πίστη, την Ορθοδοξία, διότι η Φραγκιά δεν μας θέλει με τέτοιο ντύμα Ορθόδοξον. Και εκάθησα και έκλαιγα δια τα νέα παθήματα. Και επήγα πάλιν εις τους φίλους μου τους Αγίους. Άναψα τα καντήλια και ελιβάνισα λιβάνιν καλόν αγιορείτικον. 

Και σκουπίζοντας τα δάκρυά μου τους είπα: «Δεν βλέπετε που θέλουν να κάμουν την Ελλάδα παλιόψαθα; Βοηθείστε, διότι μας παίρνουν, αυτοί οι μισοέλληνες και άθρησκοι, ό,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικόν έχομεν. Φραγκεμένους μας θέλουν τα τσογλάνια του τρισκατάρατου του Πάπα. Μην αφήσετε, Άγιοί μου αυτά τα γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας να μασκαρέψουν και να αφανίσουν τους Έλληνες, κάνοντας περισσότερα κακά από αυτά που καταδέχθηκεν ο Τούρκος ως τίμιος εχθρός μας».

Ένας δικός μου αγωνιστής μου έφερε και μου διάβασεν ένα παλαιόν χαρτί, που έγραψεν ο κοντομερίτης μου Άγιος παπάς, ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Τον εκρέμασαν εις ένα δέντρον Τούρκοι και Εβραίοι, διότι έτρεχεν ο ευλογημένος παντού και εδίδασκεν Ελλάδα, Ορθοδοξία και Γράμματα.

Έγραφεν ο μακάριος εκείνος ότι: «Ένας άνθρωπος να με υβρίσει, να φονεύσει τον πατέρα μου, την μητέρα μου, τον αδελφόν μου και ύστερα το μάτι να μου βγάλει, έχω χρέος σαν χριστιανός να τον συγχωρήσω. Το να υβρίσει τον Χριστόν μου και την Παναγία μου, δεν θέλω να τον βλέπω».