Skip to main content

Άγγελος Συρίγος: Ήσαν προδότες;

Άγγελος Συρίγος, Ήσαν προδότες;

 

Θεωρητικώς σε αυτό το ζήτημα δεν θα έπρεπε να υπάρχουν ερωτηματικά. Το πραξικόπημα που προηγήθηκε της τουρκικής εισβολής ήταν προδοσία εις βάρος του ελληνικού έθνους διότι έδωσε την πολιτική (και όχι τη νομική) αφορμή στην Τουρκία να επέμβει στρατιωτικά εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η πράξη αυτή είναι εντελώς διακριτή από την πράξη της εσχάτης προδοσίας που τελέσθηκε κατά την κατάλυση του Συντάγματος την 21η Απριλίου 1967.

Για να διακριβωθεί, όμως, εάν ποινικά ήσαν προδότες, απαραίτητη είναι η γνώση της διακρίσεως μεταξύ του άμεσου και του ενδεχόμενου δόλου. Στον άμεσο δόλο ο υπαίτιος επιδιώκει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα ή όταν δεν το επιδιώκει το αποδέχεται ως αναγκαία συνέπεια της συμπεριφοράς του. Ενδεχόμενος δόλος υπάρχει όταν ο υπαίτιος δεν επιδιώκει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, αντιλαμβάνεται, όμως, ότι μπορεί να επέλθει ως συνέπεια της συμπεριφοράς του.

 Στην περίπτωση του πραξικόπηματος θα πρέπει να θεωρείται βέβαιον ότι οι διοργανωτές του δεν επιθυμούσαν την τουρκική εισβολή. Όσο πορωμένοι και να ήσαν κάποιοι από τους χουντικούς, είναι απίθανο να θεωρηθεί ότι υπήρχαν έλληνες αξιωματικοί που επεδίωκαν να αντικατασταθεί ο Μακάριος από τα τουρκικά κατοχικά στρατεύματα.

Ως προς τον ενδεχόμενο δόλο όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Προειδοποιήσεις για τις συνέπειες ενός πραξικοπήματος είχαν δοθεί εγκαίρως. Λίγες ημέρες πριν το πραξικόπημα, η «πολιτική» και υπηρεσιακή ηγεσία του Υπουργείου Εξωτερικών (Σπυρίδων Τετενές, υπουργός, Άγγελος Βλάχος, γενικός γραμματέας, και Ιωάννης Τζούνης, γενικός διευθυντής) είχε παραιτηθεί διαφωνώντας με την πολιτική της ελληνικής κυβερνήσεως στο Κυπριακό. Οι παραιτήσεις δεν τάραξαν τον δικτάτορα Ιωαννίδη. Μπορούσε, όμως, να αντιληφθεί τις συνέπειες των αποφάσεών του; Ο ίδιος με μία σειρά από θεατρικές κινήσεις μετά την εισβολή άφησε να εννοηθεί ότι εξαπατήθηκε αορίστως από κάποιους εκπροσώπους των ΗΠΑ. Ποτέ, όμως, δεν τόλμησε να καταγράψει τα γεγονότα αυτών των ημερών παρ’ ότι είχε άπλετο χρόνο (36 χρόνια στη φυλακή…). Οι στενοί συνεργάτες του είτε λόγω φόβου είτε λόγω αδυναμίας αντιλήψεων των ευρύτερων διεθνών ισορροπίων δεν τόλμησαν ποτέ να εκφράσουν αντίθετη άποψη. Το αποτέλεσμα ισοδυναμεί με προδοσία. 

Ο κ. Άγγελος Μ. Συρίγος είναι επίκουρος καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Πέτρος Παπαπολυβίου: Οι «αμήχανες σιωπές» της Κυπριακής τραγωδίας

Πέτρος Παπαπολυβίου

Οι «αμήχανες σιωπές» της Κυπριακής τραγωδίας

Ο «φάκελος της Κύπρου» έχει πάρει, με την πάροδο των δεκαετιών, μυθικές διαστάσεις. Το «άνοιγμά του» χρησιμοποιήθηκε από πολιτικούς, ως δείγμα «της περήφανης κι αδέσμευτης εξωτερικής πολιτικής», ενώ αναμενόταν από πολλούς, στην Ελλάδα και στην Κύπρο, είτε ως τελεσίδικη  απόφαση απονομής «της ιστορικής νεμέσεως», ή έστω του καταλογισμού ευθυνών για την εθνική τραγωδία και της υπόδειξης των ενόχων, είτε για κάποιους άλλους, «δικαίωση» των αγώνων τους ή των πιστεύω τους. Παρότι ο «φάκελος της Κύπρου» έχει ταυτιστεί, μετά τη μεταπολίτευση, με τα όσα οδήγησαν και όσα έγιναν (ή δεν έγιναν) στο πραξικόπημα και στην τουρκική εισβολή του 1974, πρέπει να πούμε ότι η συζήτηση για ανάλογους «φακέλους» για το Κυπριακό, με τον αντίστοιχο πέπλο μυστηρίου που συνήθως συνοδεύει ένα πολιτικό θρίλερ, με πράκτορες, κατασκόπους, «όργανα των ξένων», δολοπλοκίες και ίντριγκες, είχε ξεκινήσει, στην Αθήνα από τη δεκαετία του 1950. Είναι καλό να το έχουμε υπόψη αυτό, καθώς εξηγεί το ιστορικό βάθος.

Σήμερα, 42 χρόνια μετά το 1974 (δηλαδή σαν να ήμασταν το 1964, ως προς την απόσταση από το 1922) και έχοντας, οι αρμόδιες εξεταστικές Επιτροπές για τον «Φάκελο της Κύπρου» τόσο της Βουλής των Ελλήνων (19) όσο και της Βουλής των Αντιπροσώπων της Κύπρου (2011) ολοκληρώσει τα πορίσματά τους, εκείνο που έχει σημασία είναι οι αρμόδιες υπηρεσίες κυρίως στην Ελλάδα, αλλά και στην Κύπρο, να πάρουν την απόφαση να ανοίξουν τα κρατικά αρχεία για το Κυπριακό. Ή έστω να εξηγήσει κάποιος αρμόδιος γιατί «οι φάκελοι Κύπρου» στο Διπλωματικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας (αναφέρω εδώ το μεγαλύτερο και κατ’ εξοχήν σχετικό αρχείο) είναι κλειστοί από την εποχή των παραμονών του αγώνα της ΕΟΚΑ (1955-1959). Το εκπληκτικό είναι ότι αρκετοί από τους πρωταγωνιστές αυτής της επίμαχης περιόδου, πολιτικοί και διπλωμάτες έγραψαν σημαντικά βιβλία για το Κυπριακό (την ίδια περίοδο που συνηγορούσαν στη διατήρηση των κλειστών αρχείων) καθορίζοντας, εν πολλοίς, και τη σχετική βιβλιογραφία. Η συνέχιση αυτής της αμήχανης σιωπής εμποδίζει τη σοβαρή ιστορική έρευνα για το Κυπριακό και ανακυκλώνει, όπως είναι φυσικό, ακόμη και τα πιο παράλογα σενάρια μυστηρίου, στα οποία αναφερθήκαμε πιο πάνω. Όμως, ακόμη πιο οδυνηρά από τη «σιωπή των αρχείων» είναι όσα τραυματικά βίωσαν, για αρκετά χρόνια μετά την τουρκική εισβολή του 1974 οι εκατοντάδες Ελλαδιτών της ΕΛΔΥΚ και της Εθνικής Φρουράς που πολέμησαν στον Πενταδάκτυλο, στην Κερύνεια και στον λόφο της ΕΛΔΥΚ, μετά την επιστροφή τους στην πατρίδα τους: Είχαν πάρει μέρος σε έναν πόλεμο που το κράτος τους δεν τον αναγνώριζε επίσημα, και κανένας δεν ήθελε να θυμάται…

197
Ο Πέτρος Παπαπολυβίου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Κύπρου. Το πλήρες βιογραφικό του κ. Παπαπολυβίου μπορείτε να το βρείτε εδώ

Σπύρος Σφέτας : «Η ανόθευτη ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα αποδείχτηκε ανέφικτη»

Σπύρος Σφέτας

«Η ανόθευτη ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα αποδείχτηκε ανέφικτη»

 

 

 Κύριε καθηγητά, θα ήθελα να μας σκιαγραφήσετε το  πλαίσιο εντός του οποίου εκδηλώθηκε το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974  στη Κύπρο

Μετά την επιβολή της δικτατορίας της 21ης Απριλίου στην Ελλάδα υπήρχε ένταση στις σχέσεις μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας, δεδομένου ότι η Χούντα είχε ενεργοποιήσει δυναμικά τη στρατηγική της ένωσης. Η  κυβέρνηση των Αθηνών πίστευε πως,  λόγω του αναβαθμισμένου ρόλου της Ελλάδας στη Μεσόγειο και της ανοχής  που επέδειξαν τελικά οι Η.Π.Α στο χουντικό καθεστώς,  θα μπορούσε να επιβάλει τη λύση της ένωσης, με την εκχώρηση μιας στρατιωτικής βάσης στη Τουρκία. Ωστόσο, το σενάριο αυτό αποδείχθηκε ότι ήταν ανέφικτο. Έκτοτε ακολουθείται μια στάση αναμονής από τον Παπαδόπουλο και αρχίζουν ενδοκοινοτικές συνομιλίες στη Κύπρο για τη διευθέτηση του συνταγματικού ζητήματος.  Εν τούτοις, καταλύτης για τις εξελίξεις είναι το εξής γεγονός: Εντός της  Χούντας των Αθηνών υπάρχουν διάφορες τάσεις. Η μετριοπαθής πολιτική του Παπαδόπουλου συγκρούεται με την σκληροπυρηνική πολιτική του Ιωαννίδη, του Λαδά, του Ασλανίδη και των άλλων, οι οποίοι εμμένουν στην λύση της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Ως εκ τούτου παρατηρούμε μια μετριοπαθή στάση του Παπαδόπουλου, ο οποίος θέλει η Χούντα να προχωρήσει  σε έναν «κοινοβουλευτισμό νέου τύπου», όπως τον αντιλαμβανόταν αυτός,  και  μια σκληρή στάση του Ιωαννίδη και άλλων  που δεν θέλουν  καμία αλλαγή του  καθεστώτος της Χούντας και εμμένουν  στην ένωση ως λύση του Κυπριακού.

Από το 1969 αρχίζει στην  Κύπρο ένας εμφύλιος πόλεμος. Δραστηριοποιείται  μια οργάνωση ενωτικών,  το Εθνικό Μέτωπο, που είχε  τη στήριξη  της σκληροπυρηνικής ομάδας της Χούντας και  κατηγορούσε   τον Μακάριο για προδοσία του οράματος της ένωσης με την μητροπολιτική Ελλάδα. Επίσης, ο Μακάριος κατηγορείται   ότι υποθάλπει τον κομμουνισμό λόγω της συνεργασίας με το ΑΚΕΛ και της ένταξης της Κύπρου στο Κίνημα των Αδεσμεύτων. Οι εσωτερικές διαμάχες της Χούντας μεταφέρονται ως αντανάκλαση  και στην Κύπρο. Ταυτόχρονα, γίνονται διαπραγματεύσεις με Τουρκοκύπριους για την επίλυση του συνταγματικού ζητήματος. Οι διαρκείς εσωτερικές αντιπαραθέσεις των Ελληνοκυπρίων  δίνουν το πρόσχημα  στους Τουρκοκύπριους να θέτουν μαξιμαλιστικά αιτήματα, τα οποία παραπέμπουν στη λύση της διχοτόμησης. Στην Αθήνα, ο  Γεώργιος Παπαδόπουλος επί της ουσίας έχει αποδεχθεί την ανεξαρτησία της Κύπρου, με ουσιαστικές παραχωρήσεις στην τουρκοκυπριακή μειονότητα, ώστε να μην δίνεται στη Τουρκία το δικαίωμα να ισχυρίζεται ότι καταπιέζεται η μειονότητα. Και ο Μακάριος,   ο οποίος από το 1968 διέκρινε το ευκταίο  (ένωση) από το εφικτό (ανεξαρτησία),  ήταν υπέρ της παραχώρησης στους Τουρκοκυπρίους,  που από το 1963/64  είχαν αυτοπεριχαρακωθεί σε μη βιώσιμους  θυλάκους, ενός καθεστώτος πέραν μιας προστατευόμενης μειονότητας, αλλά χωρίς να μεταβληθεί ο ενιαίος  χαρακτήρας του κράτους. Ακριβώς για το βαθμό των προνομίων των Τουρκοκυπρίων συγκρούστηκε η Αθήνα με τη Λευκωσία το 1971.  Στον αντίποδα, η  σκιώδης ομάδα του  Ιωαννίδη  εμμένει πεισματικά στη λύση της ένωσης και στην φυσική και πολιτική εξάλειψη του «Κάστρο της Μεσογείου». Σημειωτέον, θα πρέπει να τονίσουμε πως ο Ιωαννίδης και ο Σαμψών έχουν ένα βεβαρημένο παρελθόν συγκρούσεων  με τον Πρόεδρο της Κύπρου, καθώς, όταν  το 1963 εισηγήθηκαν στον  Μακάριο τη σφαγή των Τουρκοκυπρίων ως λύση του Κυπριακού, ο Μακάριος τους απέπεμψε. Η σκληροπυρηνική ομάδα του Ιωαννίδη καπηλεύεται  το ευαίσθητό  ζήτημα της ένωσης. Μιλάμε  για έναν αρρωστημένο πατριωτισμό. Συνεπώς, όταν πέφτει ο Παπαδόπουλος και ανεβαίνει ο Ιωαννίδης με την ομάδα του στην εξουσία, αυτή η μεταβολή αντανακλάται και στην Κύπρο, διότι ο Ιωαννίδης συνεχίζει τις προσπάθειες εξόντωσης του Μακαρίου. Είχαν ήδη πραγματοποιηθεί  δολοφονικές απόπειρες  εναντίον του Μακάριου το 1970 και το 1973 με ηθικό αυτουργό τον Ιωαννίδη.   Παρόλα αυτά,  στο εσωτερικό ο Μακάριος φαίνεται να ελέγχει το παιχνίδι της εξουσίας. Όταν πέθανε ο Γρίβας τον Ιανουάριο του 1974,  ο  Μακάριος  ακολούθησε  πολιτική συμφιλίωσης,  δίνοντας αμνηστία σε όλους τους Γριβικούς, στην ουσία στην ΕΟΚΑ Β’, που ως διάδοχη οργάνωση  του Εθνικού Μετώπου υπέθαλπε εμφύλιο πόλεμο στην Κύπρο το 1972-74 κατά  των Μακαριακών.  Ωστόσο, η γραμμή του  Ιωαννίδη, ο οποίος μετά τον θάνατο του Γρίβα ήλεγχε την ΕΟΚΑ Β’, παραμένει αμετάβλητη.  Η Αθήνα επιθυμεί διακαώς την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, για να καταστεί η χώρα σημαντικός παράγοντας στη Μέση Ανατολή, προσφέροντας παράλληλα ‘’υπηρεσίες στον δυτικό κόσμο’’, με την εξόντωση του Μακαρίου. Ταυτόχρονα, υπεισέρχεται και  το ζήτημα των πετρελαίων στο  Αιγαίο, η ανακάλυψη των οποίων πείθει  τον Ιωαννίδη ότι η Ελλάδα θα ευημερήσει ως μια νέα δύναμη στη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Η γραμμή της Χούντας του Ιωαννίδη είναι ξεκάθαρη: δύο πράγματα μπορούν να συμβούν στο Κυπριακό. Συγκεκριμένα, είτε θα πραγματοποιηθεί η  ένωση της Ελλάδας με τη Κύπρο με πτώση του Μακαρίου,  είτε η Κύπρος θα ‘’κουβανοποιηθεί’’. 

Μετά τον θάνατο του Γρίβα , τον Ιανουάριο του 1974,   ο Μακάριος μέσω της δικής του αστυνομίας, του Εφεδρικού,  κατόρθωσε  να αποδιοργανώσει  την ΕΟΚΑ Β’,  αλλά το παιχνίδι αρχίζει τώρα  να παίζεται από την Εθνοφρουρά. Πρώην αντιμακαριακοί παίρνουν όπλα από αξιωματικούς της Εθνοφρουράς.  Στο σημείο αυτό  ο Μακάριος θέτει το ζήτημα των ευθυνών που έχουν Ελλαδίτες αξιωματικοί.  Καλεί την κυβέρνηση –  μαριονέτα του Ανδρουτσόπουλου να ανακαλέσει, από τη Κύπρο, μια ομάδα αξιωματικών, που στρέφονταν εναντίον του. Από την ελληνική κυβέρνηση έρχονται αόριστες απαντήσεις. Στην πορεία τίθενται και άλλα ζητήματα,  όπως για παράδειγμα, να επιλέγει ο Μακάριος τους μελλοντικούς Ελληνοκυπρίους αξιωματικούς που θα εκπαιδεύονταν  στις παραγωγικές σχολές της Ελλάδας.  Μάλιστα, αυτό προβλεπόταν από τις σχετικές συμφωνίες, αλλά επί της ουσίας δεν τηρούνταν. Στην πραγματικότητα, αυτό που επιθυμεί η Λευκωσία  είναι η   διαβεβαίωση της κυβέρνησης Ανδρουτσοπούλου, ότι δεν αποσκοπεί στην πτώση του Μακαρίου. Ωστόσο, πίσω από την επίσημη ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται ο Ιωαννίδης, ο επονομαζόμενος «σκοτεινός δικτάτορας».  Μάλιστα, ο Ιωαννίδης  έχει επικοινωνία με πράκτορες  της C.I.A και τους έχει εκμυστηρευθεί τα σχέδιά του και τους στόχους του.  Τα παραπάνω  τα γνωρίζει και ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα  Τάσκα.   Η απομάκρυνση του Μακαρίου από την εξουσία μπορεί να γίνει  είτε με δολοφονία,  αλλά  αυτό δεν πέτυχε- όπως έλεγε και ο Μακάριος: «Δεν με πιάνουν οι σφαίρες»- είτε με πραξικοπηματική ανατροπή. Σε αυτό  ακριβώς αποσκοπεί ο Ιωαννίδης, με ανθρώπους που έχει μέσα στην Εθνοφρουρά. Ωστόσο, η ηγεσία της  είναι αντίθετη, καθώς ο  αντιστράτηγος  Γ. Ντενίσης είναι εναντίον όλων αυτών των σχεδίων. Εδώ  ο Ιωαννίδης λειτουργεί με την τακτική της παραπλάνησης και  της συνωμοσίας, κάτι που ταιριάζει με τον χαρακτήρα του και το ήθος του, όπως θα δούμε. Συνεπώς, το σχέδιο ανατροπής του Μακαρίου προετοιμάζεται πριν ακόμα  από τη γνωστή επιστολή της 2ης Ιουλίου προς τον Γκιζίκη, που δημοσιεύθηκε στον Τύπο.  Με την επιστολή αυτή ο Μακάριος ζητούσε την απομάκρυνση όλων των Ελλαδιτών αξιωματικών, ήταν μια  κίνηση τακτικής στο πλαίσιο μιας αυτοάμυνας. Η επιστολή   δεν ήταν  ο καταλύτης για να εκδηλωθεί  το πραξικόπημα, καθώς αυτό  ήδη σχεδιάζονταν. Ο Μακάριος ήθελε μια επίσημη διαβεβαίωση ότι δεν υπάρχουν σχέδια ανατροπής του.  Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε πως μέσα στη κυβέρνηση Ανδρουτσοπούλου υπήρχαν και νηφάλια άτομα που καταλάβαιναν τι γίνεται και «έβλεπαν» την τουρκική εισβολή ως επακόλουθο,  αλλά δεν εισακούονταν. Έτσι, παραιτείται ο Άγγελος Χωραφάς, ο Ιωάννης Τζούνης, ακόμα  και ο υπουργός Εξωτερικών Σπυρίδων Τετενές.  Όλοι  καταλάβαιναν τις συνέπειες,  και ο Μακάριος φυσικά, για το λόγο αυτό το Εφεδρικό ήταν σε επιφυλακή τις νύχτες.   Ταυτόχρονα, συνεχίζονταν ικανοποιητικά και οι ενισχυμένες ενδοκοινοτικές διαπραγματεύσεις για να λυθεί το Συνταγματικό, αλλά δεν είχαν πλέον νόημα.  Στο σχέδιο του Ιωαννίδη ήταν και παρέμενε η ένωση, η οποία αποτελούσε και μια καταστροφική επιλογή. Όπως σας ανέφερα, στο νησί μαίνεται ένας εμφύλιος το 1973  – 1974 με την ανάμιξη τώρα και αξιωματικών της Εθνοφρουράς. Κατά συνέπεια, όλοι καταλαβαίνουν ότι κάτι θα γίνει σε σχέση με τον Μακάριο.

Όσον αφορά τις Η.Π.Α,  υπάρχουν δύο  βασικές γραμμές. Δεν υπάρχει εξ αρχής μια συγκεκριμένη συνωμοτική αμερικανική στάση. Το 1974 η μια  μετριοπαθής γραμμή εκφράζεται από στελέχη  του  State Department, που  εισηγούνται  να δοθεί  ένα ισχυρό μήνυμα στον Ιωαννίδη, για να μην προβεί σε κινήσεις υπονόμευσης του Μακαρίου, γιατί κάτι τέτοιο  θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες για τη Κύπρο και την Ελλάδα. Μάλιστα, στις 29 Ιουνίου 1974 ο υφυπουργός Εξωτερικών  Σίσκο καλεί τον  Τάσκα να βρει τρόπο να επικοινωνήσει με τον Ιωαννίδη, για να τον ενημερώσει για τις συνέπειες που θα έχει η πράξη του,  με την επισήμανση ότι οι  Αμερικανοί  θα αποδέχονταν οποιαδήποτε λύση προέκυπτε από τις διακοινοτικές συνομιλίες. Η άλλη γραμμή είναι  του Κίσινγκερ και της CIA. Σύμφωνα με αυτή την σκληροπυρηνική γραμμή, οι Η.Π.Α δεν θα απέτρεπαν την εκδήλωση του πραξικοπήματος κατά του Μακάριου και  την  ακολουθούμενη  τουρκική εισβολή, θα προωθούσαν μια λύση  υπέρ των τουρκικών θέσεων. Έπρεπε  όμως με κάθε τρόπο να αποτραπεί ελληνοτουρκικός πόλεμος. Ο Κίσινγκερ, υπουργός Εξωτερικών από το 1973,  είναι κυρίαρχος παράγοντας  στην εξωτερική  πολιτική,  καθώς ο Πρόεδρος Νίξον είναι αποδυναμωμένος λόγω του σκανδάλου Watergate.  Επίσης, πολύ σημαντικός είναι και ο πόλεμος του Γιομ Κιπούρ (Οκτώβριος 1973), καθώς ο πόλεμος αυτός συνδέει τη λύση του Κυπριακού με το Μεσανατολικό. Οι ΗΠΑ μετά  τον πόλεμο κέρδισαν την Αίγυπτο, η οποία απομακρύνεται από τη σφαίρα της σοβιετικής επιρροής. Τα σχέδια των Αμερικανών επικεντρώνονται στη συγκρότηση ενός τριγώνου στην περιοχή μέσω μιας στρατηγικής σχέσης  Τουρκίας-Αιγύπτου-Ισραήλ. Στα νέα αυτά δεδομένα, η Τουρκία ήταν εξαιρετικά σημαντικός σύμμαχος των Η.Π.Α. Μάλιστα, οι ΗΠΑ ξεκινούν μια εκστρατεία αντιστροφής του αντιαμερικανικού κλίματος που επικρατούσε στη Τουρκία. Κίσινγκερ και Ετζεβίτ  γνωρίζονταν καλά, τουλάχιστο από το 1957, όταν ο τελευταίος ως υπότροφος παρακολουθούσε στο Χάρβαρντ τις πανεπιστημιακές παραδόσεις του πρώτου. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειώσουμε πως αντιαμερικανικό κλίμα είχε καλλιεργηθεί στη χώρα λόγω της απομάκρυνσης των πυραύλων Jupiter μετά την  κρίση της Κούβας το 1962. Επίσης, η Άγκυρα είχε δυσαρεστηθεί από την αρνητική στάση των ΗΠΑ στα σχέδια εισβολής στο νησί το 1964. Η Τουρκία εκείνη τη στιγμή ήταν πιο σημαντικός σύμμαχος από την Ελλάδα. Το κλειδί της υπόθεσης είναι η θέληση των Η.Π.Α να αποφευχθεί ο πόλεμος, ο οποίος θα αποδυνάμωνε αισθητά τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

 Επιστρέφοντας στα τεκταινόμενα στην Αθήνα, το εν λόγω τηλεγράφημα με το αυστηρό μήνυμα του State Department δεν έφτασε στον Ιωαννίδη, καθώς, όταν ο Τάσκα έλαβε το τηλεγράφημα, με το πρόσχημα ότι ο ακριβοθώρητος Ιωαννίδης δεν εκπροσωπούσε την κυβέρνηση, δεν τον αναζήτησε, και μια  πολιτική σύμβουλος της πρεσβείας μετέφερε υποτονικά ένα αόριστο μήνυμα για μη χρήση  βίας    στον Ανδρουτσόπουλο και στον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, με τον οποίο ο Ιωαννίδης διατηρούσε καλές σχέσεις. Αυστηρό μήνυμα  ότι μετά την ανατροπή του Μακαρίου θα εισβάλει η Τουρκία και η Αμερική δεν θα βοηθήσει δεν στάλθηκε ποτέ στον Ιωαννίδη. Αλλά και ο Ιωαννίδης ήθελε να παραπλανήσει τη C.I.A. Όταν έλαβε το υποτονικό αυτό μήνυμα,  στις 3 Ιουλίου αρνήθηκε σε πράκτορες της CIA ότι είχε σχέδια να ανατρέψει τον Μακάριο. Δεν ήθελε να φανεί ότι  το πραξικόπημα στη Λευκωσία ήταν εκπορευόμενο από την Αθήνα. Στόχος του ήταν να παρουσιαστεί  ότι η Εθνική Φρουρά αντιδρά, επειδή ο Μακάριος θέλει να διώξει τους  αξιωματικούς και να επεμβαίνει στον στρατό. Ο Ιωαννίδης  καλεί στην Αθήνα δήθεν για διαβουλεύσεις τον πρέσβη Ευστάθιο Λαγάκο και τον αρχηγό της Εθνοφρουράς, αντιστράτηγο Ντενίση, για να μην είναι παρόντες, όταν  εκδηλωθεί το πραξικόπημα, συγκαλύπτοντας την εμπλοκή της Αθήνας.

Μάλιστα, προχωρά ακόμα παραπέρα και στις 14 Ιουλίου στέλνει μήνυμα στη C.I.A ότι δεν έχει σχέδιο να ανατρέψει τον Μακάριο. Το τραγελαφικό είναι πως το επόμενο πρωί, ενώ το πραξικόπημα εξελίσσεται, το Υπουργείο Εξωτερικών των Η.Π.Α αξιολογεί την πληροφορία αυτή… Εν κατακλείδι, δεν  ήταν πρωτίστως οι Αμερικανοί  που μηχανορραφούσαν κατά του Μακαρίου, αλλά  Ελλαδίτες αξιωματικοί της Χούντας. Η Αμερική δεν καταδίκασε το πραξικόπημα, δεν το χαρακτήρισε ως ανάμιξη στα εσωτερικά του κράτους, ενθαρρύνοντας έτσι τα σχέδια των Τούρκων. Σκοπός της αμερικανικής πολιτικής ήταν απλά  η αποτροπή ελληνοτουρκικού πολέμου.

 

Κύριε Καθηγητά πως εξηγείτε το γεγονός πως το πραξικόπημα δεν εκδηλώθηκε εν τω μέσω της νυκτός ή τα ξημερώματα όπως είθισται σε τέτοιες ενέργειες   αλλά το πρωί της 15ης Ιουλίου;

 Το γεγονός αυτό εντάσσεται στην  τακτική  της παραπλάνησης. Ο Μακάριος είχε πληροφορίες ότι θα γίνει πραξικόπημα. Το πρωί εκείνο της 15ης Ιουλίου   είχε επιστρέψει  από τη Μονή  Κίκου  και πέρασε επιδεικτικά από το στρατόπεδο. Το ότι προετοιμαζόταν για πραξικόπημα καταδεικνύει το γεγονός πως είχε συγκροτήσει το λεγόμενο Εφεδρικό,  μια μυστική αστυνομία, που κάθε βράδυ περιπολούσε. Έτσι, εφαρμόζεται  και εδώ η τακτική της παραπλάνησης από τον Ιωαννίδη. Το πραξικόπημα γίνεται πρωί, καθώς το Εφεδρικό αναπαυόταν. Πιάστηκε στον ύπνο, όταν έγινε το πραξικόπημα. Η τακτική της παραπλάνησης του Ιωαννίδη οδήγησε στην αυτοκαταστροφή  του χουντικού καθεστώτος που έπεσε με μια εθνική τραγωδία. Θεωρούσε ότι οι Η.Π.Α θα  δεχτούν  το πραξικόπημα ως προσφορά  του στον δυτικό κόσμο, που απαλλάσσει την Κύπρο από τον Μακάριο και ότι οι Τούρκοι δεν θα εισβάλουν. Μια προσφορά στον δυτικό κόσμο και στους Τούρκους, καθώς πίστευε  ότι οι   Τούρκοι δεν θέλουν τον Μακάριο. Αλλά τον προτιμούν τον Σαμψών;  Ο Σαμψών είναι κόκκινο πανί για τους Τούρκους, η τοποθέτησή του  ως ‘’Προέδρου’’ είναι  βαθύτατη πρόκληση για την Τουρκία, άσχετα  αν είπε ότι πολιτική  του ήταν η ανεξαρτησία και η ολοκλήρωση  των ενισχυμένων  ενδοκοινοτικών συνομιλιών.  Αλλά  και με οποιονδήποτε  νέο ‘’Πρόεδρο’’ η Τουρκία θα εισέβαλε. Σε περίπτωση εισβολής ο Ιωαννίδης σχεδίαζε ελληνοτουρκικό πόλεμο-κάτι που οι Αμερικανοί ήθελαν να αποτρέψουν – αλλά δεν είχε προβεί σε καμιά προετοιμασία με το Γενικό Επιτελείο. 

Το Κυπριακό εκείνη την περίοδο συνδέεται άμεσα με το ζήτημα του Αιγαίου. Οι Τούρκοι έχουν ήδη  θέσει ζήτημα υφαλοκρηπίδας,  ζήτημα ‘’τουρκικής μειονότητας’’,   και οι διμερείς σχέσεις είναι οξυμένες. Ακόμη και όταν πήγε στην κηδεία του Ινονού ο υπουργός Πολιτισμού, ο Δημήτρης Τσάκωνας,  ο  Ιωαννίδης αντέδρασε. Πολιτικά πρόσωπα ήταν υπέρ των διμερών, έστω και προσχηματικών, συνομιλιών για τη συζήτηση  διμερών θεμάτων,  αλλά ο Ιωαννίδης δεν ασπαζόταν αυτή την  τακτική. Πρόκειται για ένα πλέγμα ελληνοτουρκικών σχέσεων, στο οποίο περιλαμβάνεται  και το Κυπριακό, αλλά σε εκείνη τη φάση για τη Τουρκία κυρίαρχο είναι το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας και του Αιγαίου. Θα πρέπει να σημειώσουμε πως η Τουρκία εκείνη τη περίοδο αντιμετωπίζει οξεία οικονομική κρίση (επιτράπηκε η απαγορευμένη καλλιέργεια και  εξαγωγή οπίου).  Η Τουρκία  αποσκοπεί σε μια  λύση- πακέτο. Η Τουρκία βλέπει το Κυπριακό ως ένα ακόμη ζήτημα στο πλέγμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Το Κυπριακό ήταν μέσο πίεσης εκείνη τη στιγμή. Τον Φεβρουάριο του  1972 υπήρξε συνεννόηση  του Τούρκου  πρωθυπουργού Νιχάτ Ερίμ  και του  Παπαδόπουλου για ανατροπή του Μακαρίου, την αποδιεθνοποίηση του Κυπριακού  και τη λύση του σε νατοϊκά πλαίσια,    όμως ο Μακάριος είχε πληροφορηθεί τα σχέδια, μέσω τηλεφωνικών υποκλοπών, τα δημοσιοποίησε, προκαλώντας την υποχώρηση του Παπαδόπουλου.  Τότε υπήρξε και δυναμική παρέμβαση των Αμερικανών κατά της ανατροπής του Μακαρίου και της κατάλυσης του κυπριακού κράτους. Έκτοτε ο Παπαδόπουλος δεν στράφηκε κατά του Μακαρίου. Μάλιστα το καλοκαίρι του 1973 καταδίκασε δημόσια τον Γρίβα  και την υπονομευτική δράση της ΕΟΚΑ Β’ στο  όνομα της  ‘’ψευτοένωσης’’. Οι ενισχυμένες ενδοκοινοτικές συνομιλίες σημείωναν πρόοδο,  αλλά από   τα μέσα του 1972 η Τουρκία  άρχισε να θέτει ζήτημα Αιγαίου,  ‘’τουρκικής ‘’ μειονότητας,  επέβαλε την εκλογή του  Οικουμενικού Πατριάρχη με το καθεστώς που ισχύει  μέχρι σήμερα. Μετά την ανατροπή  του Παπαδόπουλου (25.11.1973),   ο  Ιωαννίδης στηρίζει τον Γρίβα, την ΕΟΚΑ Β’, σχεδιάζει το πραξικόπημα.  

Ποια ήταν η στάση της ΕΣΣΔ στο Κυπριακό εκείνη την εποχή;

Η σοβιετική στάση γενικά ήταν υπέρ της κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας της Κύπρου. Η Μόσχα  δεν επιθυμούσε την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ και  η λύση της ένταξής της  στους Αδέσμευτους ικανοποιούσε τα σοβιετικά συμφέροντα στη περιοχή.  Ακριβώς για   αυτό το λόγο στο παρελθόν (1964) οι Σοβιετικοί είχαν παίξει αποτρεπτικό ρόλο στο ενδεχόμενο  τουρκικής  εισβολής στη νήσο.  Όταν ο Μακάριος «έπαιζε το σοβιετικό χαρτί», αυτό το έκανε λόγω του φόβου μιας τουρκικής εισβολής. Όταν ανατράπηκε ο Μακάριος, τα δεδομένα άλλαξαν για τη σοβιετική πολιτική. Το πραξικόπημα ερμηνεύθηκε   από  τους Σοβιετικούς ως συνωμοσία για την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ. Η τουρκική εισβολή δεν ήταν πλέον ανεπιθύμητη, καθώς προκαλούσε ρήγμα στο ΝΑΤΟ. Η Τουρκία είχε ενημερώσει την Ε.Σ.Σ.Δ για την εισβολή και αυτή δεν αντέδρασε. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε, ότι βρισκόμαστε σε περίοδο ύφεσης στις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Σοβιετικής Ένωσης, χωρίς αυτό να σημαίνει εξάλειψη των ανταγωνισμών.  Η Ε.Σ.Σ.Δ δεν θα διακύβευε το φιλικό κλίμα  τις σχέσεις της με τις Η.Π.Α λόγω Κυπριακού, εκείνη την περίοδο υπάρχει αμερικανο-σοβιετική πρωτοβουλία για το Μεσανατολικό. Ουσιαστικά ζητήματα, όπως το Γκολάν και η διώρυγα του Σουέζ,  επιλύονται εκείνη τη περίοδο, επίσης είναι σε εξέλιξη η Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, σε ένα χρόνο (1η Αυγούστου  1975) υπογράφεται η Τελική Πράξη του Ελσίνκι,  κανείς δεν ήθελε διεθνή κρίση για το Κυπριακό το 1974.  Σοβιετική παρέμβαση για αποτροπή τουρκικής εισβολής ίσως θα υπήρχε,  μόνο αν ήταν ο Μακάριος στην εξουσία. Για αυτό και οι Σοβιετικοί αντέδρασαν σθεναρά το 1964,  αποτρέποντας τουρκική εισβολή στη Κύπρο.  Μάλιστα, μετά τα γεγονότα του 1963 και τη δημιουργία των τουρκοκυπριακών θυλάκων υπήρχε σχέδιο των Άγγλων και των Αμερικάνων, αγνοώντας πλήρως την Κύπρο ως κράτος, για την εγκατάσταση νατοϊκών δυνάμεων. Προσπαθούν να επιβάλουν ένα νέο αποικιοκρατικό καθεστώς και εκεί ο Μακάριος αντιδρά και καταφεύγει στον Ο.Η.Ε, όπου  έχει επιτυχίες. Πριν εντάξει την Κύπρο στους Αδέσμευτους  το 1961, από τους οποίους ανέμενε πολιτική και ηθική στήριξη, ο Μακάριος βολιδοσκόπησε τους Αμερικανούς αν είχαν τη βούληση να δεχτούν την Κύπρο στο ΝΑΤΟ. Η απάντηση δεν ήταν ενθαρρυντική, διότι ένα μικρό  νησί δεν θα είχε να προσφέρει κάτι το ουσιαστικό στη Συμμαχία. Οι αγγλικές βάσεις παρέμειναν. Η Κύπρος ήταν αρχικά  η φωνή της Δύσης στους Αδέσμευτους, κάτι που ικανοποιούσε τους Αμερικανούς. Μετά το 1963-64, με τη δημιουργία των τουρκοκυπριακών θυλάκων, νατοϊκή παρουσία στην Κύπρο, υπό οιανδήποτε μορφή,  σήμαινε  την είσοδο  της Τουρκίας στο νησί και την εκ των έσω διχοτόμηση, με  δεδομένη και τη σημασία που  είχε η  Τουρκία για το ΝΑΤΟ  στη Μέση Ανατολή (Σύμφωνο της Βαγδάτης-CENTO).         

Κατά την εκτίμησή μου, ίσως μια ευκαιρία υπήρχε για το Κυπριακό, το σχέδιο Γκάλο Πλάζα του 1965. Ωστόσο, η αποδοχή του σχεδίου αυτού  συνεπαγόταν πως η Ελλάδα θα εγκατέλειπε το αίτημα της ένωσης και αποδεχόταν οριστικά  την ανεξαρτησία με καλύτερους όρους από αυτούς που προέβλεπε το εκτρωματικό σύνταγμα. Αυτό το σχέδιο μακροπρόθεσμα θα μπορούσε να λειτουργήσει, αλλά η Ελλάδα δεν το δέχτηκε, λόγω της ένωσης. Την Τουρκία την ενοχλούσε το αίτημα της ένωσης. Το σχέδιο αυτό προέβλεπε ανεξαρτησία, με καλύτερους όρους. Μόνο ο Μακάριος δέχτηκε αυτό το σχέδιο. Η ανόθευτη ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα αποδείχτηκε ανέφικτη, επιτακτική ήταν η ενότητα και η προώθηση της ανεξαρτησίας με σταδιακά  καλύτερους όρους.       

Σπ. Σφέτας
Σπυρίδων Σφέτας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Λαογραφίας και Kοινωνικής Ανθρωπολογίας ΑΠΘ. Επίσης, ο κ. Σφέτας είναι επίτιμο μέλος του Μακεδονικού Επιστημονικού Ινστιτούτου της Σόφιας και μέλος του Βαλκανολογικού Ινστιτούτου του Βελιγραδίου. Τέλος ο κ. Σφέτας είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής των περιοδικών Balcanica (Βελιγράδι) και Analele Universități din Craiova, Serie Istorie.

 

 

Η συνέντευξη δόθηκε στον υπ. διδάκτορα του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ Νικόλαο Μισολίδη και τον προπτυχιακό φοιτητή του ιδίου τμήματος Δημήτρη Μητσόπουλο. 

Γιάννης Μουρέλος: Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από τη Mάχη του Somme:  Τo War Requiem του Benjamin Britten: Ένα κορυφαίο αντιπολεμικό μουσικό έργο

 Γιάννης Μουρέλος

Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από τη Mάχη του Somme

 Τo War Requiem του Benjamin Britten

Ένα κορυφαίο αντιπολεμικό μουσικό έργο

Πριν από έναν αιώνα ακριβώς, την 1η Ιουλίου 1916, στο ύψος του ποταμού Somme, ξεκίνησε μια από τις φονικότερες μάχες που γνώρισε ποτέ η Ανθρωπότητα. Την πρώτη κιόλας μέρα, στις τάξεις των Βρετανών μόνο, οι απώλειες ανήλθαν σε 60.000 νεκρούς και τραυματίες. Οι απώλειες των (αμυνόμενων) Γερμανών υπολογίζονται περί τις 12.000. Η μάχη διήρκησε έως τις 18  Νοεμβρίου του ιδίου έτους. Το μόνο κέρδος, το οποίο κατάφεραν τελικά να αποκομίσουν οι Αγγλογάλλοι, ήταν μια προέλαση της τάξεως των 9,7 χιλιομέτρων εντός των γραμμών του αντιπάλου, δίχως να έχουν καταληφθεί, τελικά, οι στρατηγικοί στόχοι!

Η ανθρωποσφαγή του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου σημάδεψε ανεξίτηλα τη συνείδηση όσων συμμετείχαν σε αυτόν. Ο υπολοχαγός Wilfred Owen πολέμησε στην πρώτη γραμμή από το 1915. Όταν διαγνώστηκε πως πάσχει από νευρασθένεια (όπως πολλοί από τους συμπολεμιστές του άλλωστε) στάλθηκε στα μετόπισθεν για θεραπεία. Οι γιατρoί του σύστησαν να εξορκίσει τις τραυματικές του εμπειρίες γράφοντας. Δεινός ποιητής από την προπολεμική περίοδο ήδη, ο Owen, μόλις επέστρεψε στην πρώτη γραμμή, άρχισε να συνθέτει μια σειρά σπαρακτικών ποιημάτων, όπου αποτυπώνονται ανάγλυφα, η ματαιότητα, ο παραλογισμός, η βία και η φρίκη του πολέμου.

Wilfred Owen (1893-1918)
Wilfred Owen (1893-1918)

Στις 4 Νοεμβρίου του 1918, στην τελευταία μάχη του πολέμου (Μάχη του Sambre), έχασε τη ζωή του σε ηλικία 25 μόλις ετών, μια εβδομάδα πριν από την υπογραφή της εκεχειρίας (11 Νοεμβρίου). Από κοινού με τον Siegfried Sassoon, θεωρείται από τους μεγαλύτερους ποιητές της εποχής του πολέμου.

  Εικοσιδύο χρόνια αργότερα, στις 14 Νοεμβρίου 1940, στο πλαίσιο ενός εξίσου ολέθριου  πολέμου, η πόλη του Coventry υπέστη ισχυρό βομβαρδισμό από τη γερμανική πολεμική αεροπορία, εξαιτίας του οποίου καταστράφηκε ολοσχερώς ο Kαθεδρικός Nαός του Αγίου Μιχαήλ. Το 1958, με αφορμή την ανέγερση και έναρξη λειτουργίας του νέου Καθεδρικού Ναού, ζητήθηκε από τον Benjamin Britten να συνθέσει ένα δικό του έργο ειδικά για το σκοπό αυτό. Ο Britten ήταν ήδη γνωστός στο στερέωμα όχι μόνο ως ένας πολλά υποσχόμενος μουσικός, αλλά και ως ένας απόλυτα συνειδητοποιημένος φιλειρηνιστής. Ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση-πρόκληση, επέλεξε να συνθέσει ένα κολοσσιαίων διαστάσεων έργο (θυμίζει αναγεννησιακό φρέσκο, με θεματολογία, όμως, που παραπέμπει περισσότερο στη Δευτέρα Παρουσία του Μιχαήλ Αγγέλου και στους πίνακες του Ιερώνυμου Bosch), με σκοπό να περάσει το δικό του αντιπολεμικό μήνυμα. Η σύνθεση ξεκίνησε στις αρχές του 1961. Ένα χρόνο αργότερα, τον Ιανουάριο του 1962, το ορχηστρικό μέρος του έργου ολοκληρώθηκε στην Ελλάδα, όπου βρισκόταν ο Britten προκειμένου να περάσει τις διακοπές των Χριστουγέννων

(ο ίδιος αργότερα έγραψε: “Ο κόσμος διερωτάται πως κατάφερα να ολοκληρώσω μια τόσο μεγάλη σύνθεση και ταυτόχρονα να μπορέσω να δω τόσα πολλά από την υπέροχη αυτή χώρα”).

 Στόχος του συνθέτη ήταν να προσδώσει συμβολική διάσταση και σε επίπεδο ερμηνευτών. Για το σκοπό αυτό, η βολιδοσκόπηση των καλλιτεχνών προηγήθηκε χρονικά της ίδιας της περαίωσης της σύνθεσης του έργου. Συγκεκριμένα, επιλέχθηκαν ο Βρετανός Peter Pears, o Γερμανός Dietrich Fischer-Dieskau και η Ρωσίδα Galina Vishnevskaya. Ειδικότερα για την τελευταία, ο Britten, απευθυνόμενος  το 1961 στις σοβιετικές αρχές, προκειμένου να της εξασφαλίσει άδεια εξόδου, εκφράστηκε ως ακολούθως:

Έχοντας ακούσει την κ. Vishnevskaya να τραγουδά πέρυσι το καλοκαίρι στην Αγγλία, συνειδητοποίησα πως διαθέτει τη φωνή, τη μουσικότητα και το ταμπεραμέντο που αναζητούσα. Έκτοτε, ενόσω προχωρούσε η σύνθεση του έργου, την είχα στο νου μου για κάθε νότα που σχεδίαζα”.

Τελικά, οι σοβιετικές αρχές, προφανώς ενοχλημένες από το πολιτικό μήνυμα που εξέπεμπε το έργο, αρνήθηκαν να χορηγήσουν άδεια εξόδου. Η πρεμιέρα του War Requiem έλαβε χώρα δίχως τη δική της παρουσία, με την υψίφωνο Heather Harper να έχει επιστρατευθεί κυριολεκτικά την ύστατη ώρα. Ευτυχώς, η Vishnevskaya μπόρεσε να συμμετάσχει, ένα χρόνο αργότερα, στην πρώτη ηχογράφηση του έργου, υπό τη διεύθυνση του συνθέτη, μια ηχογράφηση, η οποία αποτελεί έως σήμερα σημείο αναφοράς. To 1974, μαζί με τον σύζυγό της, τον διεθνούς φήμης τσελλίστα Mstislav Rostropovich, η  Galina Vishnevskaya αυτομόλησε στη Δύση. H παγκόσμια πρώτη δόθηκε στο νέο Καθεδρικό Ναό του Coventry στις 30 Μαϊου 1962.

           O Winston Churchill στα ερείπια του Καθεδρικού Nαού του Coventry

Ο τίτλος War Requiem, προκρίθηκε τον Σεπτέμβριο του 1961, μόλις οι εκδότες, που χειρίζονταν τα πνευματικά δικαιώματα του Owen, επέτρεψαν στον Britten να χρησιμοποιήσει ορισμένα από τα ποιήματά του. Η ιδέα του συνθέτη αποδείχθηκε ευφυής και πρωτότυπη συνάμα. Διανθίζει την παραδοσιακή Missa pro defunctis (δηλαδή τη Νεκρώσιμη Ακολουθία) με εννέα ποιήματα που ο Owen έγραψε έπειτα από την επάνοδό του στα χαρακώματα της πρώτης γραμμής, λίγο προτού χάσει τη ζωή του. Χρειάστηκε δε ο μουσικοσυνθέτης να επιστρατεύσει ολόκληρη την έμπνευση και το ταλέντο του, ούτως ώστε ένα εκ πρώτης όψεως αμάλγαμα να μπορέσει να αποκτήσει αξιοζήλευτη συνοχή, ροή και συνέχεια, επιτρέποντας, ταυτόχρονα, στα ετερογενή στοιχεία που το απαρτίζουν να διατηρήσουν την αυτοτέλεια τους. Τα ποιήματα παρεμβάλλονται διαρκώς, επικαλύπτοντας ή ακόμη και ανατρέποντας το περιεχόμενο του παραδοσιακού κειμένου. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της αναφοράς στη θυσία του Αβραάμ, όπου ο Owen δίνει τη δική του ωμή εκδοχή αμέσως μετά από την εμφάνιση και την προτροπή του Αγγέλου ( But the old man would not so, but slew his son –  and half the seed of Europe one by one…). Η χριστιανική λειτουργία, στη λατινική γλώσσα, αποδίδει τον Παράδεισο, την εξωκοσμική και ιδεατή, δηλαδή, διάσταση. Αντίθετα, τα ποιήματα, στα αγγλικά, προσγειώνουν ανώμαλα τον ακροατή στον γήινο και υπέρμετρα βίαιο και σκληρό κόσμο, γνήσιο  εφεύρημα του ανθρώπινου νου. Άλλωστε, έτσι ακριβώς δεν έχει η δισυπόστατη φύση όλων ημών; Ωστόσο, ακόμη και αυτό επιχειρείται από τον Britten με τρόπο ανορθόδοξο.

Το συντριπτικά μεγαλύτερο τμήμα του τεραστίου δυναμικού, που απαιτεί η εκτέλεση του έργου (περί τα 300 άτομα συνολικά) τίθεται στη διάθεση της Λειτουργίας, προκαλώντας συναισθήματα δέους και κατάνυξης. Απαρτίζεται από μεγάλη ορχήστρα και χορωδία, καθώς και από παιδική χορωδία. Από τους τρεις μονωδούς (υψίφωνος, τενόρος και βαρύτονος), επιστρατεύεται μόνο η πρώτη. Οι δυο αντρικές φωνές είναι εκείνες που αποδίδουν τα ποιήματα του Owen, συνοδευόμενες από ορχήστρα δωματίου (ορχήστρα μέσα στην ορχήστρα). Το δέος, που προκαλείται εδώ, δεν προκύπτει από τον όγκο των μέσων που χρησιμοποιούνται, αλλά από την ίδια τη δύναμη του περιεχομένου των στίχων. Κατά καιρούς δε, η ομάδα αυτή καταφέρνει, παρά τα πενιχρά μέσα που διαθέτει συγκριτικά, να ισοσκελίσει τον κατακλυσμό, που η Λειτουργία εξαπολύει εκ του ασφαλούς.

Πέραν των δικών του ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, το War Requiem θα μπορούσε, τρόπον τινα, να θεωρηθεί και ως μια ανακεφαλαίωση όλων των μουσικών δημιουργιών του ιδίου είδους, οι οποίες προηγήθηκαν χρονικά. Συνδυάζει, κατά στιγμές, την τραγικότητα του Mozart, τον ρομαντικό παρορμητισμό του Berlioz, τη θεατρικότητα του Verdi, τη σλαβική ιδιοσυγκρασία του Dvořák,  την τρυφερότητα του Fauré. Όμως, δεν είναι μόνο ένα κορυφαίο μουσικό έργο. Πρόκειται για ένα βαθιά φιλοσοφημένο στοχασμό πάνω στη ζωή και στον θάνατο. Προσδίδει μια αίσθηση αιωνιότητας, περικλείοντας μέσα του ολόκληρο το ανθρώπινο γίγνεσθαι από τα βάθη της Ιστορίας. Αποκαλύπτει τις διαχρονικές εσωτερικές συγκρούσεις και αντιφάσεις. Καταγγέλλει δημόσια τη βία, από όπου και αν αυτή προέρχεται (πολεμική, πολιτική, ιδεολογική κ.λ.π.). Αποστέλλει ένα πανανθρώπινο μήνυμα αυτοκριτικής, λύτρωσης και ελπίδας, μέσα από μια διαδικασία ενδοσκόπησης και εσωτερικής κάθαρσης. Σε τελευταία ανάλυση, παρά την αντισυμβατική θρησκευτική πίστη του συνθέτη, το μήνυμα που εκπέμπει είναι  ένα μήνυμα βαθύτατα χριστιανικό.

Galina Vishnevskaya (1926-2012) και Benjamin Britten (1913-1976)
Galina Vishnevskaya (1926-2012) και Benjamin Britten (1913-1976)

Η ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

 

Ι. Requiem aeternam

 Πρόκειται για το εισοδικό της Νεκρώσιμης Ακολουθίας, που ξεκινά με την παρακλητική φράση: «Requiem aeternam dona eis Domine» (= Ανάπαυσιν αιώνιον δος αυτοίς Κύριε). Την ορχήστρα, τη χορωδία και την παιδική χορωδία διαδέχoνται ο τενόρος και η ορχήστρα δωματίου, που αποδίδουν το ποίημα με τίτλο «Anthem for Doomed Youth«

 

What passing-bells for these who die as cattle?

      — Only the monstrous anger of the guns.

      Only the stuttering rifles’ rapid rattle

Can patter out their hasty orisons.

No mockeries now for them; no prayers nor bells; 

      Nor any voice of mourning save the choirs,—

The shrill, demented choirs of wailing shells;

      And bugles calling for them from sad shires.

 

What candles may be held to speed them all?

      Not in the hands of boys, but in their eyes

Shall shine the holy glimmers of goodbyes.

      The pallor of girls’ brows shall be their pall;

Their flowers the tenderness of patient minds,

And each slow dusk a drawing-down of blinds.

 

            Το μέρος κλείνει με το πατροπαράδοτο Kyrie eleison.

 

ΙΙ. Dies irae

  Το λατινικό κείμενο αναφέρεται στη Δευτέρα Παρουσία (Ημέρα οργής, εκείνη η μέρα,ο κόσμος θ’αφανιστεί μέσα σε στάχτες, όπως προφήτευσαν ο Δαβίδ και η Σίβυλλα. Πόσος τρόμος θα υπάρξει, όταν έρθει ο Κριτής αυστηρά να δικάσει). Στο σημείο αυτό, ο Britten ανοίγει με τη μουσική του τις πύλες της Κολάσεως. Ειδικά με τις σάλπιγγες της Αποκάλυψης (Tuba mirum), απελευθερώνει απίστευτα βίαιες δυνάμεις. Πρόκειται, ίσως, για το θεαματικότερο σημείο του όλου έργου, ευθεία αναφορά στο σάλπισμα για έφοδο και στους ήχους των πυροβόλων.

Από εκεί και έπειτα, τα παραδοσιακά μέρη της Λειτουργίας (Liber scriptus, Recordare, Confutatis maledictis) εναλλάσονται με τρία ποιήματα ( «But I was Looking at the Permanent Stars«, «The Next War«, «Sonnet On Seeing a Piece of our Heavy Artillery Brought into Action«). Έπειτα από μια σύντομη επανάληψη του ξεσπάσματος του Dies irae, όλοι μαζί συγκλίνουν προς το Lacrimosa (Δακρυόεσσα ημέρα), όπου η υψίφωνος, μαζί με τη χορωδία, συνυπάρχουν με τον τενόρο, ο οποίος αποδίδει το ποίημα «Futility«.

Move him into the sun—

Gently its touch awoke him once,

At home, whispering of fields half-sown.

Always it woke him, even in France,

Until this morning and this snow.

If anything might rouse him now

The kind old sun will know…

 (Το Lacrimosa το 1980 στον Καθεδρικό Ναό του Gloucester, με την υψίφωνο Galina Vishnevskaya και τον τενόρο Peter Pears, τους οποίους ο Britten είχε κατά νου όταν συνέθετε το War Requiem, περίπου είκοσι χρόνια νωρίτερα.):

ΙΙΙ. Offertorium

unnamed
Somme 1916

 Το πλέον ευρηματικό, ίσως, μέρος του έργου. Πρόκειται για τον Χερουβικό Ύμνο, ο οποίος αναφέρεται στις τάξεις των Αγγέλων. Ξεκινά με το Domine Jesu Christe (= Κύριε Ιησού Χριστέ ), που εκτελείται από παιδική χορωδία. Περιλαμβάνει, κατόπιν, ευθεία αναφορά στο επεισόδιο της θυσίας του Αβραάμ (Quam olim Abrahae promisisti et semini ejus), όπου ο Britten λειτουργεί ανατρεπτικά, κάνοντας, ταυτόχρονα με το παραδοσιακό κείμενο, χρήση του ποιήματος «The Parable of the Old Man and the Young» . Σε ένα πρώτο μέρος, το ποίημα περιγράφει, με το χαρακτηριστικό πνεύμα του Owen, το στήσιμο του βωμού και την προετοιμασία της θυσίας. («Then Abram bound the youth with belts and straps and builded parapets and trenches there»). Μεσολαβεί η περιγραφή της παρέμβασης του Αγγέλου την κρίσιμη στιγμή, για να δωθεί η κατά τους Owen και Britten κατάληξη  (But the old man would not so, but slew his son –  and half the seed of Europe one by one…). Ταυτόχρονα, ο ήχος της παιδικής χορωδίας, τοποθετημένης σε ψηλό σημείο και με συνοδεία εκκλησιαστικού οργάνου, προσδίδει μια αλλόκοτη αίσθηση αθωότητας και απόκοσμης γαλήνης.

                      

IV. Sanctus

            Όπως το προδίδει και το όνομα, το Sanctus (Επινίκιος ‘Υμνος στη χριστιανική εκκλησιαστική υμνολογία)  αποτελεί το δοξαστικό μέρος της Ακολουθίας και του έργου – Sanctus, sanctus, sanctus Dominus Sabaoth, (= Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ) . Το προσκήνιο εδώ καταλαμβάνουν η υψίφωνος και η χορωδία, σε ένα μέρος μεγάλης τεχνικής δεξιότητας για αμφότερους. Η ενορχήστρωση είναι γεμάτη φαντασία, ειδικότερα στην κατηγορία των κρουστών οργάνων. Μεταξύ άλλων χρησιμοποιούνται κύμβαλα, κρόταλα, γκονγκ, καμπάνες, τρίγωνο, ταμπουρίνι, καστανιέτες, glockenspiel και Ινδονησιακό γκάμελαν. Η είσοδος της φωνής είναι έως και τρομακτική με την ψυχρότητα που τη διακρίνει. Ακολουθεί μια κλιμακούμενη, άκρως εντυπωσιακή, παρέμβαση της χορωδίας ( pleni sunt coeli et terra gloria tuaπλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης Σου) , για να φτάσει το μέρος με το Ωσσανά στο δοξαστικό του απόγειο. Το Sanctus συνοδεύεται από το Benedictus (= Eυλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου). To κλίμα μεταλλάσσεται άρδην. Την ψυχρή σκληρότητα της αρχής διαδέχεται τώρα, με τους ίδιους, πάντοτε, συντελεστές, ένα απόσπασμα απίστευτης τρυφερότητας και ανθρωπιάς, προτού επαναληφθεί η θεαματική κορύφωση του  Ωσσανά. Με ένα πολύ έξυπνο σβήσιμο (συχνά η ησυχία μπορεί να αποβεί περισσότερο εκκωφαντική από το θόρυβο, ειδικότερα όταν τον διαδέχεται), τη σκυτάλη παραλαμβάνει, μέσω του βαρύτονου, ο Owen, με το ποίημα «The End«

 

After the blast of lightning from the East,

The flourish of loud clouds, the Chariot Throne;

After the drums of Time have rolled and ceased,

And by the bronze west long retreat is blown,

Shall life renew these bodies?…

 

V. Agnus Dei

 To Agnus Dei είναι ένα από τα πιο μελαγχολικά μέρη του War Requiem, το πιο σύντομο αλλά και συγκινησιακά φορτισμένο. Το φωνητικό εύρος που απαιτείται από τον τενόρο κινείται στα όρια του απάνθρωπου. Ο τελευταίος αποδίδει το ποίημα «At a Calvary near the Ancre» Σε αυτό, ο Owen μεταφέρει τη σκηνή της Σταύρωσης στην περιοχή του Somme (o Ancre είναι παραπόταμος του Somme και υπήρξε πεδίο δυο σκληρών μαχών εντός του 1916).

 

One ever hangs where shelled roads part.

In this war He too lost a limb,

But His disciples hide apart;

And now the Soldiers bear with Him.

Near Golgotha strolls many a priest,

And in their faces there is pride

That they were flesh-marked by the Beast

By whom the gentle Christ’s denied. …

Η χορωδία πλαισιώνει τον τενόρο επαναλαμβάνοντας διαρκώς τη φράση Agnus Dei qui tollis peccata mundi (Ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτία του κόσμου). Για να καταλήξουν από κοινού στη φράση dona nobis pacem

unnamed
Oι Benjamin Britten, Dietrich Fischer-Dieskau (βαρύτονος) και Peter Pears (τενόρος) κατά την πρώτη παγκόσμια εκτέλεση του War Requiem στο νέο Καθεδρικό Ναό του Coventry (Μάῐος 1962)

 

VI. Libera me

H κορύφωση του έργου και συνάμα η λύτρωση μέσω του θανάτου. Η στιγμή όπου συναντώνται, επικαλύπτονται και αλληλοσυμπληρώνονται τα πάντα με το τίποτα, η απόγνωση με την ελπίδα, το δέος με τη λύτρωση. Το Libera me είναι το μακροσκελέστερο μέρος έπειτα από το Dies irae. Έχει κτισθεί γύρω από το ποίημα «Strange Meeting» όπου συμμετέχουν τενόρος και βαρύτονος, που υποδύονται δυο αντίπαλους. Στην αρχή, ένας στρατιώτης αφηγείται με τι τρόπο κατέφυγε στον κάτω κόσμο, προκειμένου να αποδράσει από τη φρίκη του πεδίου της μάχης.

 

  It seemed that out of the battle I escaped

 Down some profound dull tunnel, long since scooped

 Through granites which Titanic wars had groined.

 Yet also there encumbered sleepers groaned,

 Too fast in thought or death to be bestirred.

Εκεί, συναντά ένα πρόσωπο, το οποίο δυσκολεύεται να αναγνωρίσει

 

Then, as I probed them, one sprang up, and stared

 With piteous recognition in fixed eyes,

 Lifting distressful hands as if to bless.

  And by his smile, I knew that sullen hall;

  By his dead smile, I knew we stood in Hell.

Τότε, ξεκινά μαζί του ένα διάλογο

 

  «Strange, friend,» I said, «Here is no cause to mourn.»

«None,» said the other, «Save the undone years,

 The hopelessness. Whatever hope is yours,

  Was my life also;”…

 

και παρακάτω, συνεχίζει ο δεύτερος:

 

  “Courage was mine, and I had mystery;

  Wisdom was mine, and I had mastery;

     To miss the march of this retreating world

 Into vain citadels that are not walled.”…

 

Για να έρθει, τελικά, η αποκάλυψη:

 

   “I am the enemy you killed, my friend.

I knew you in this dark; for so you frowned

 Yesterday through me as you jabbed and killed.

 I parried; but my hands were loath and cold.

  Let us sleep now . . .»

 

   Η φράση  Let us sleep now, επαναλαμβανόμενη συνεχώς, δίνει το έναυσμα για μια απίστευτης ομορφιάς μελωδία, πλημυρισμένη από τρυφερότητα και από γαλήνη, με τη συμμετοχή,  για πρώτη φορά από την αρχή του έργου, όλων μαζί των συντελεστών, καθώς η υψίφωνος μαζί με τη χορωδία τραγουδούν το In Paradisum. Πρόκειται για τη στιγμή της εξαΰλωσης.. Και ενώ όλα δείχνουν να τελειώνουν τόσο αρμονικά, τόσο ανθρώπινα, έρχεται το τελικό κτύπημα της καμπάνας για να στείλει τον, ανακουφισμένο από την αναπάντεχη μέχρι στιγμής εξέλιξη, ακροατή κυριολεκτικά στον Άδη.

To In Paradisum από την ιστορική ηχογράφηση του 1963, υπό τη διεύθυνση του συνθέτη:

 

 

 Με αφορμή την παγκόσμια πρώτη εκτέλεση του έργου, ο μουσικοκριτικός William Mann έγραψε στους Times του Λονδίνου:Δεν πρόκειται για ένα Requiem προορισμένο να παρηγορήσει τους ζωντανούς. Κατά στιγμές, δεν αφήνει ούτε τους νεκρούς να κοιμηθούν απερίσπαστοι. Αναστατώνει κάθε ζώσα ψυχή, καταγγέλοντας την αφυπνίζουσα βαρβαρότητα που υποβόσκει παντού, με το κύρος  που μόνο ένας μεγάλος συνθέτης μπορεί να επιστρατεύσει. Πέραν πάσης αμφιβολίας,  πρόκειται για το αριστούργημα του Benjamin Britten”.

 

 

Το War Requiem στο Royal Albert Hall του Λονδίνου (Νοέμβριος 2013)

War Requiem: A Retrospective:

 

Ιστορική, ποιητική και μουσικολογική ανάλυση του War Requiem:

http://www.warrequiem.org/

 

The Somme centenary 2014-2018

http://www.somme-battlefields.com/

IMG_7875-1024x683
Γιάννης Μουρέλος, Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας Α.Π.Θ

 

Ελευθερία Κ. Μαντά: «Περί εργαλειοποίησης της Ιστορίας»

Ελευθερία Κ. Μαντά

«Περί εργαλειοποίησης της Ιστορίας»

Αφορμή για τον σημερινό προβληματισμό αποτέλεσαν οι σχετικά πρόσφατες «θεαματικές» δράσεις που πραγματοποιήθηκαν από κύκλους Αλβανών εθνικιστών, σε διαφορετικά επίπεδα και χώρους, προκειμένου να αναβιώσει ως επίκαιρο πολιτικό ζήτημα ένα τετελεσμένο για την ελληνική πλευρά θέμα, αυτό των Αλβανών Τσάμηδων, πρώην κατοίκων της Ηπείρου, που εκδιώχθηκαν βίαια από την περιοχή το 1944 λόγω της συνεργασίας ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού με τις ιταλικές και γερμανικές αρχές κατοχής κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Η ιστορία του θέματος είναι σε γενικές γραμμές γνωστή και μακρά και δεν θα μας απασχολήσει εδώ. Ωστόσο, η σύνδεσή της με τα πρόσφατα γεγονότα συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός ευρύτερου φαινομένου που παρατηρείται στον σύγχρονο κόσμο μας, αυτό της χρησιμοποίησης της Ιστορίας –μονομερούς και παραποιημένης ή, έστω, κατάλληλα προσαρμοσμένης– ως εργαλείου νομιμοποίησης πολιτικών ή άλλων επιλογών ή ως μοχλού άσκησης πιέσεων για την επίτευξη ιδιοτελών στόχων.

Εξηγούμαστε. Τα γεγονότα στα οποία αναφερόμαστε είναι συγκεκριμένα:

Πρώτα, το πλέον πρόσφατο επεισόδιο ανάρτησης ενός ανθελληνικού πανό από Αλβανούς «φιλάθλους» σε αγώνα ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου σε γήπεδο της Γαλλίας. Το πανό, γραμμένο στην αγγλική γλώσσα, προορίστηκε ασφαλώς να αναδείξει την «αδικία» στη διεθνή κοινή γνώμη, να προσελκύσει την προσοχή της γύρω από θέματα που ο σύγχρονος κόσμος αντιμετωπίζει με ευαισθησία. Το γεγονός ότι το περιεχόμενο του πανό συνιστούσε ένα κατάφωρο ιστορικό ψέμα λίγο φαίνεται να απασχολούσε τους εμπνευστές της δράσης.

Δεύτερο, η «θερμή» υποδοχή που επιφυλάχθηκε στον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών κατά την επίσκεψή του στα Τίρανα από τον αρχηγό και οπαδούς του κόμματος που εκπροσωπεί στην αλβανική Βουλή τους Τσάμηδες. Τα συνθήματα που χρησιμοποιήθηκαν, επίσης έντονα ανθελληνικά, «υπόσχονταν» επιστροφή των απογόνων των εκδιωχθέντων στη Θεσπρωτία, θέτοντας έτσι ένα θέμα που είναι γνωστό ότι δεν έχει καμία βάση ή προοπτική.

Τρίτο, και ίσως το πιο χαρακτηριστικό από την οπτική που μας ενδιαφέρει εδώ, η κατάθεση φακέλου εκ μέρους ενός συλλόγου Τσάμηδων της Ολλανδίας προς το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης, όπου σύμφωνα με τα αναφερόμενα «τεκμηριώνεται» η «γενοκτονία» που διέπραξαν οι Έλληνες στην Ήπειρο και προβάλλονται αντιστοίχως αιτήματα επανόρθωσης, αποζημίωσης, επιστροφής των απογόνων των Αλβανών στις εστίες τους κ.λπ. Το γεγονός ότι, όπως είναι τοις πάσι γνωστό, το συγκεκριμένο δικαστήριο δεν έχει καμία δικαιοδοσία για θέματα πριν από το 2002 –έτος κατά το οποίο τέθηκε σε ισχύ το Καταστατικό του– δεν φάνηκε να ενδιαφέρει κανέναν∙ ούτε καν τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, που έσπευσαν να αναπαράγουν την είδηση επισημαίνοντας τον «κίνδυνο», αλλά και την «ελληνική κρατική αδιαφορία».

Αυτά τα παραδείγματα αρκούν, πιστεύουμε, για να καταδειχθεί η ουσία του προβλήματος: ότι, δηλαδή, μέσα σε συνθήκες μιας ευρύτερης κρίσης αξιών και ανασφάλειας σαν αυτές που βιώνουμε σήμερα, όπου το φαίνεσθαι αποδίδει περισσότερο από το είναι, η Ιστορία κακοποιείται βίαια. Το ζητούμενο δεν είναι πλέον η νηφάλια, εποικοδομητική προσέγγιση του παρελθόντος που μπορεί να συμβάλει στην καλύτερη αυτογνωσία μας, αλλά η χρήση «στιγμιότυπων», παραποιημένων ή κατασκευασμένων από ψεύτικα υλικά, που εξυπηρετούν σκοπούς οπωσδήποτε όχι αγαθούς.

Το χειρότερο: η διαρκής αναπαραγωγή αυτών των ψευδών στιγμιότυπων είναι τόσο καθολική και εθιστική, που αδυνατούμε πια να συνειδητοποιήσουμε τη διαβρωτική της επίδραση.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Η Ελευθερία Μαντά είναι Λέκτορας Ιστορίας Α.Π.Θ

Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης: Η δική μας Ευρώπη

Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης : Η δική μας Ευρώπη

Με νωπό το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στη Βρετανία ας επιχειρήσουμε μια πρώτη ανάλυση της επόμενης μέρας στη Γηραιά Ήπειρο. Είναι κοινή παραδοχή πως η λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα τελευταία χρόνια έχει αποκλίνει σημαντικά από τους μεταπολεμικούς οραματισμούς των ιδρυτών της. Η παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, αυτή που αυτάρεσκα προέκυψε μετά το «τέλος της ιστορίας» προκαλεί αποστροφή σε μεγάλα τμήματα των Ευρωπαίων πολιτών. Επιπλέον, οι συνεχιζόμενες πολιτικές λιτότητας, οι ασύμμετροι κίνδυνοι της διεθνούς τρομοκρατίας αλλά κυρίως η ανασφάλεια λόγω της πλημμυρίδας του μεταναστευτικού οδηγούν αναπόφευκτα σε κινητοποίηση τα αμυντικά αντανακλαστικά της κοινής γνώμης. Όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι πολίτες αισθάνονται αποκομμένοι από την αποκαλούμενη γραφειοκρατία των Βρυξελλών, κοινωνικά αποκλεισμένοι και πολιτισμικά αποκομμένοι από την ιδεολογία των ευρωπαϊκών ελίτ. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο βρίσκουν πρόσφορο έδαφος ξενοφοβικές και μισαλλόδοξες απόψεις που εκμεταλλεύονται τη δικαιολογημένη δυσαρέσκεια και την ανασφάλεια των Ευρωπαίων επιχειρώντας να οικειοποιηθούν τη λαϊκή οργή. Από την άλλη πλευρά οι δυσλειτουργίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι εγγενείς αντιφάσεις της στρώνουν το δρόμο σε όσους εργάζονται για επιστροφή σε κλειστοφοβικές και απομονωτικές κοινωνίες.

Τις επόμενες εβδομάδες θα ακούσουμε πολλά. Από το διάγγελμα του Τσώρτσιλ προς τον βρετανικό λαό το 1940 ως τη μετατροπή του ΟΧΙ σε ΝΑΙ στο ελληνικό δημοψήφισμα του 2015. Από την κινδυνολογία του φόβου ως τον λαϊκισμό της αντίστασης, από τη διάλυση του Ηνωμένου Βασιλείου έως την αποδόμηση και τελικά την κατάρρευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 Η Ευρώπη δεν θα είναι ποτέ η ίδια, απλά γιατί η Ευρώπη δεν πρέπει να παραμείνει η ίδια. Το μεταπολεμικό στοίχημα των ηγετών και των λαών της για την οικοδόμηση μιας πολιτικής ένωσης που θα διασφαλίζει τις φιλελεύθερες αξίες και τα κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών της, μιας Ευρώπης της ευημερίας, της ειρήνης και της ανεκτικότητας εξακολουθεί να παραμένει ζητούμενο. Οι κοινωνίες δεν είναι συνεταιρισμοί και ο συνταγματισμός πατριωτισμός ευδοκιμεί μόνο σε περιόδους ευμάρειας. Η πολιτισμική ενοποίηση, μέσω της οικοδόμησης μιας ανοιχτής και φιλόξενης ευρωπαϊκής ταυτότητας δίχως ηγεμονικό χαρακτήρα και περιεχόμενο, αυτής της ταυτότητας που διασφαλίζει την κοινωνική συνοχή και την αλληλεγγύη, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων, η οποία πηγάζει από τους λησμονημένους, στο όνομα της πολυπολιτισμικότητας, πυλώνες της ευρωπαϊκής πολιτισμικής κληρονομιάς, εξακολουθεί να αναζητεί τους οραματιστές της.

Μιλώντας για τις ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες στις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ο Αυστραλός ιστορικός Christopher Clark επέλεξε τον χαρακτηρισμό The Sleepwalkers (Οι υπονοβάτες) προκειμένου να σκιαγραφήσει τον χαρακτήρα τους. Έναν αιώνα αργότερα αισθάνομαι ότι ο χαρακτηρισμός του παραμένει εξαιρετικά επίκαιρος και προφητικός.

IMG_6886
Ο Ιάκωβος Μιχαηλίδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας της ΦΛΣ του ΑΠΘ. Επίσης, είναι μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής του Κέντρου Μακεδονικής Ιστορίας και Τεκμηρίωσης του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα της Θεσσαλονίκης, της Επιτροπής Προγραμμάτων της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, της Ελληνικής Ιστορικής Εταιρείας, της Εθνικής Χαρτοθήκης, του «Commission of History of International Relations» καθώς και της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού Κλειώ. Συμμετέχει επίσης στο ευρωπαϊκό θεματικό δίκτυο ιστορίας Clioh/Cliohnet. Το ακαδημαϊκό έτος 2012-2013 υπηρέτησε ως Επισκέπτης Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Πέτρος Παπαπολυβίου: Λύση του Κυπριακού δεν είναι η «όποια λύση»

Πέτρος Παπαπολυβίου: Λύση του Κυπριακού δεν είναι η «όποια λύση»

Κύριε Καθηγητά,  θα ήθελα να μας μιλήσετε για τον τελευταίο ενωτικό αγώνα των Κυπρίων και τις σύγχρονες προεκτάσεις του. Επίσης, θα θέλαμε να μας πείτε πώς ο αγώνας αυτός επηρεάζει τη κυπριακή κοινωνία και πολιτική ζωή;

Ουσιαστικά, ο ενωτικός αγώνας των Κυπρίων και η ένοπλη φάση του (1955-1959) αποτελεί την τελευταία νεοελληνική επανάσταση. Κατά την άποψή μου ήταν η κορύφωση του μαζικότερου αλυτρωτικού κινήματος της νεοελληνικής ιστορίας. Ήταν ένας αγώνας, ο οποίος  έγινε με πρωτοβουλία των Κυπρίων και  διεξήχθη αποκλειστικά από Κυπρίους αγωνιστές. Παράλληλα, θα πρέπει να τονίσουμε πως ο αγώνας αυτός πραγματοποιήθηκε σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες για την μητροπολιτική Ελλάδα, καθώς έλαβε χώρα κατά τα μεταπολεμικά και μετεμφυλιακά χρόνια. Μολαταύτα, κατάφερε και συνένωσε ψυχικά τους Έλληνες, που έβγαιναν από αυτή τη τραυματική δεκαετία.  Ο κυπριακός αγώνας κατάφερε να βγάλει για πρώτη φορά  τους Έλληνες στη μητροπολιτική Ελλάδα μαζικά στους δρόμους, για ένα στόχο, που αρχικά φαινόταν απλός και εύκολος, καθώς  το αίτημα απευθυνόταν σε μια παραδοσιακή σύμμαχο της Ελλάδος τη Μεγάλη Βρετανία, η οποία τόσο κατά τον 19ο αιώνα όσο και στους δύο αλλεπάλληλους παγκοσμίους πολέμους έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη πορεία της χώρας. 

Το αποτέλεσμα του αγώνα των Κυπρίων ήταν η ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Το γεγονός αυτό ήταν  μια θετική έκβαση για εμάς, τους Κυπρίους, καθώς  για πρώτη φορά μετά από αιώνες, η Κύπρος γινόταν ένα ανεξάρτητο κράτος. Ωστόσο, το νεοσύστατο κυπριακό κράτος ήταν δέσμιο, των συνθηκών εντός των οποίων γεννήθηκε και ενός πολύπλοκου συντάγματος, με περίπλοκους θεσμούς, όπως τελικά  αποδείχθηκαν και στην πράξη. Επίσης οι συνθήκες αυτές (Ζυρίχης- Λονδίνου) δεν οδήγησαν στην ένωση, που ήταν ο στόχος των Ελλήνων της Κύπρου, της πλειοψηφίας του νησιού.  Επιπλέον, θα πρέπει να τονίσουμε ότι το γεγονός, αυτό  δεν έγινε αμέσως κατανοητό και αποδεκτό. Ήταν το τέλος ενός αγώνα που διήρκησε δεκαετίες και δεν είναι εύκολο στην Iστορία απλώς να κλείνεις μια πόρτα ή ένα βιβλίο και να ξεκινάς το επόμενο. Αντίστοιχα, στην τουρκική κοινότητα, που αντιπροσώπευε το  18% του πληθυσμού, δόθηκαν ορισμένα υπέρ-προνόμια. Η ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας είχε τις δικές της επιδιώξεις, οι οποίες αρχικά ήταν  η ένταξη στη Τουρκία, στη συνέχεια ήταν η διχοτόμηση και τελικώς δειλά- δειλά  εμφανίστηκε η  λέξη «ομοσπονδία».

Στο πλαίσιο αυτών των συνθηκών η Κυπριακή Δημοκρατία άρχισε να κάνει τα πρώτα βήματά της. Ωστόσο,  εκείνα τα βήματα σταμάτησαν τον Δεκέμβρη του 1963.  Ο πρώτος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, που είχε ηγηθεί και του ενωτικού αγώνα (1955-1959), υπέβαλε τότε τα 13 σημεία για αναθεώρηση του Συντάγματος. Η πρόταση του Μακαρίου ήταν απολύτως λογική και είχε ως στόχο να θεραπεύσει κάποιες δυσλειτουργίες. Ωστόσο, η πρόταση αυτή δεν έγινε αποδεκτή από τη Τουρκία και τους Τουρκοκύπριους.  Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε ήταν μια δύσκολη εποχή για την Ελλάδα, καθώς η χώρα βρισκόταν σε προεκλογική περίοδο.  Η παραίτηση της Κυβέρνησης Καραμανλή και οι δύο διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις έφεραν στη Κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου την ίδια ώρα που η κατάσταση στη Κύπρο παρουσίαζε επιδείνωση και είχαν γίνει οι πρώτες συγκρούσεις. Στη συνέχεια, έγινε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου το 1967, που είναι μια καθοριστική τομή  στην ελληνική ιστορία αλλά είχε  και τραγικές συνέπειες για το Κυπριακό.

Τον Ιούλιο του 1974, η σοβούσα αντιπαράθεση μεταξύ Αθηνών και Λευκωσίας, η υπονόμευση  του Μακαρίου από το καθεστώς των Συνταγματαρχών και ιδιαίτερα την χούντα Ιωαννίδη οδήγησε το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου. Μόλις 5 ημέρες μετά, ξεκίνησε η τουρκική εισβολή στο νησί. Η περίοδος αυτή είναι εξαιρετικά σκοτεινή, καθώς δεν έχει μελετηθεί ακόμη από την ελληνική ιστοριογραφία. Επίσης θα πρέπει να τονίσουμε πως η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από τις τεράστιες ελλείψεις στις αρχειακές διαθεσιμότητες. Είναι κάτι τραγικό. Πρέπει να το λέμε, είναι τραγικό τα διπλωματικά αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών για την ιστορία του Κυπριακού να παραμένουν κλειστά για τους ερευνητές. Αυτό το πολύτιμο αρχειακό υλικό είναι απροσπέλαστο ακόμα και για τους φακέλους της δεκαετίας του 1950, πόσο μάλλον για τα γεγονότα του 1974 ή ακόμη για  εκείνα του 1967.

 Η Κύπρος από το 1974 είναι σε συνθήκες ημικατοχής. Οι επαρχίες της Αμμοχώστου, της Κερύνειας  και της Μόρφου βρίσκονται κάτω από τουρκική κατοχή.  Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα μια νέα προσφυγιά, δεκάδων χιλιάδων Κυπρίων, μπορούμε να μιλήσουμε για  μια νέα Μικρασιατική Καταστροφή. Ωστόσο, αντίθετα με τη Μικρασιατική Καταστροφή, που έκλεισε – όσο μπορούμε να πούμε πως έκλεισε τον κύκλο των ελληνοτουρκικών συγκρούσεων – με τη  Συνθήκης της Λοζάνης, το Κυπριακό παραμένει μια ανοικτή πληγή. Το Κυπριακό Ζήτημα πληγώνει όσους έχασαν ανθρώπους, περιουσίες, όσους έχουν αγνοούμενους,  όσους αντιλαμβάνονται τι χάθηκε στη Κύπρο το 1974. Εδώ και 42 χρόνια παρακολουθούμε τις ατέρμονες συζητήσεις και σχέδια για τη  λύση του προβλήματος, που να μην ξεχνάμε, είναι μια από τις τελευταίες «ουρές» του Ανατολικού ζητήματος.

 

Tο Κυπριακό σήμερα  διχάζει ή ενώνει την κυπριακή κοινωνία;

Κοιτάξτε, μόλις πριν 12 χρόνια έγινε ένα δημοψήφισμα, για το Σχέδιο Ανάν, όπου το 76% των Ελλήνων της Κύπρου το απέρριψε. Εκείνο το δημοψήφισμα συνεχίζει να διχάζει, με την έννοια ότι προκαλεί συζητήσεις. Δεν είμαστε σε περίοδο πολωτικού διχασμού, προφανώς όμως υπάρχουν διαφορετικές σχολές για την αντιμετώπιση και τη λύση του Κυπριακού ζητήματος. Θα προσέθετα πως κάτι ανάλογο συμβαίνει και με αυτούς που ασχολούνται με το ζήτημα στη μητροπολιτική Ελλάδα.

Κύριε Καθηγητά, παίρνοντας τη τελευταία σας φράση για τη μητροπολιτική Ελλάδα, εδώ και δεκαετίες οι Έλληνες πολιτικοί, κυρίως της συντηρητικής παράταξης, μιλούν για μια σειρά διαρκώς χαμένων ευκαιριών σχετικά με τη λύση του Κυπριακού. Ποια είναι η γνώμη σας; Ισχύει αυτή η άποψη ή είναι προσπάθεια των Ελλαδιτών να βρουν άλλοθι για όσα έγιναν στη Κύπρο;

Κατά την άποψη μου, η μόνη χαμένη ευκαιρία για την Κύπρο ήταν  το 1915, όταν η  κυβέρνηση του Αλέξανδρου Ζαΐμη  απέρριψε την προσφορά της Κύπρου, από την Μ. Βρετανία. Μέχρι το 1960, ο εθνικός στόχος ήταν η ένωση της Κύπρου με την μητροπολιτική Ελλάδα, στις αρχές της αυτοδιάθεσης. Το Κυπριακό ήταν ένα ξεκάθαρο ζήτημα, το οποίο άρχισε να περιπλέκεται, όταν οι Βρετανοί δέχονται επίσημα τον Δεκέμβριο του 1956, τη «διπλή αυτοδιάθεση», με τις δηλώσεις τoυ Βρετανού υπουργού Lennox-Boyd, της κυβέρνησης Ήντεν. Ήταν μια μέθοδος που εφαρμόστηκε ήδη σε κάποιες αποικίες, αλλά στη περίπτωση της Κύπρου, η «μέθοδος» αυτή  άνοιξε το Κουτί της Πανδώρας. Το 18% του πληθυσμού  αποκτά δικαίωμα λόγου, που εξισώνεται, με αυτό που κατέχει και δικαιούται το 80%. Ουσιαστικά, αυτό το είδαμε και στην πράξη και το 2004, στο τελευταίο δημοψήφισμα. Αποδεχτήκαμε την πρακτική του. Από εκεί και πέρα, υπάρχει η λογική, που ορίζει πως κάθε σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού έχει  πρόνοιες, που είναι χειρότερες από το προηγούμενο. Αυτό οφείλεται και στο  γεγονός ότι λίγο πολύ επαναλαμβάνονται όλα τα σχέδια επίλυσης του Κυπριακού, από τη δεκαετία του ’50 μέχρι σήμερα.  Αν δει κανείς τα σχέδια λύσης, βρίσκει τεράστιες ομοιότητες, σε επίπεδα αντιγραφής. Οπότε, το «κάθε πέρσι και καλύτερα» μας κάνει  επιφυλακτικούς σε κάθε καινούρια πρόταση «λύσης», καθώς υπάρχει  η αγωνία, για το αύριο, ο φόβος και η αβεβαιότητα. Είμαστε καχύποπτοί τόσο για τα μικρά γράμματα, που εκεί κρύβεται ο διάβολος, όσο και για τις γενικές γραμμές, στην απόδοση ενός όσο το δυνατόν βιώσιμου και δημοκρατικού συντάγματος.

 

Θα ήθελα να πάμε λίγο στο τώρα. Κατά τη γνώμη σας θα βοηθήσει η λύση του Κυπριακού στην εμπέδωση της ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο;  Αντίστοιχα,  πιστεύετε ότι μια οποιαδήποτε λύση  θα εντείνει τις διαμάχες και θα πυροδοτήσει μια νέα κρίση στην πολύπαθη περιοχή; Επίσης, θα ήθελα να σας ρωτήσω αν επί του παρόντος θα ήταν προς όφελος τόσο της Ελλάδος όσο και της Κύπρου μια λύση του ζητήματος, λαμβάνοντας υπόψιν πως  η Κύπρος εξέρχεται, από μια μεγάλη οικονομική κρίση, ενώ η Ελλάδα είναι ακόμη βυθισμένη στη χειρότερη μεταπολεμική κρίση;

 Οπωσδήποτε η λύση του Κυπριακού  θα βοηθήσει στην οικοδόμηση ενός πλαισίου ασφαλείας στη περιοχή και αυτή την άποψη επαναλάμβανε, η ελληνική διανόηση στην Αθήνα τη δεκαετία του ’50, σε μια εποχή που οι δικοί μας διανοούμενοι, στη Κύπρο, ήταν πολύ λίγοι. Αν δει κανείς κείμενα Ελλαδιτών διανοούμενων, θα διαπιστώσει ότι έλεγαν αυτό ακριβώς που  είπατε στην ερώτηση σας δηλαδή ότι η λύση του Κυπριακού, με την ένωση στην Ελλάδα, θα φέρει τη σταθερότητα και θα βοηθήσει στην εμπέδωση της ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο. Ειδικότερα, θα βοηθήσει και στη βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Ωστόσο, θα πρέπει να τονίσουμε πως  το 1950 συζητούσαμε  για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα  ή τέλος πάντων την αυτοδιάθεση του κυπριακού λαού. Και βέβαια πάντοτε στην  τότε ελληνική σκέψη υπήρχε η διάθεση παραχώρησης ενός συνόλου εγγυήσεων ασφαλείας στη μειονότητα των Τούρκων Κυπρίων του 18%.

Σήμερα, είναι καίριο να δούμε τα επίθετα, που συνοδεύουν από το 1974 και μετά, τη λέξη «λύση». Ξεκινήσαμε με το «δίκαιη» και το «βιώσιμη» και έκτοτε καταλήξαμε στην οριστικοποίηση, του «μια λύση», δηλαδή την «όποια λύση». Αυτό είναι τραγικό. Τα τελευταία χρόνια έχει εισαχθεί η θεωρία του winwin, του «κερδίζουμε και εμείς, κερδίζουν και αυτοί», και το «κέρδος» πέφτει στο τραπέζι με τη μορφή εκατοντάδων εκατομμυρίων, είτε εξαιτίας του φυσικού αερίου, είτε εξαιτίας των αναμενόμενων επενδύσεων είτε εξαιτίας της σύνδεσης της ενιαίας Κύπρου  με τα κεφάλαια της αναδυόμενης τουρκικής αγοράς, δηλαδή της μητροπολιτικής Τουρκίας. Είναι ζητήματα, τα οποία θα αντιμετωπίσουμε. Βάσει των  συνομιλιών και όσων θα προκύψουν, θα κληθεί ο κυπριακός λαός να αποφασίσει. Βέβαια, με το καθεστώς Ερντογάν, τα τελευταία χρόνια, δεν είναι σίγουρο πού οδηγείται η Τουρκία. Και εδώ ας υπενθυμίσουμε μια εκπληκτική πρόνοια που συνόδευε το σχέδιο Ανάν, σε ένα από τα πρώτα άρθρα, που προέβλεπε πως  η «Νέα Κύπρος»  θα ήταν η πρώτη, που θα συνηγορούσε  στην ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε….

Αντίστοιχα, το 1959 οι συνθήκες ανεξαρτησίας ήταν απόλυτα συνυφασμένες με την εσαεί ελληνοτουρκική συνεννόηση (στα πλαίσια του ΝΑΤΟ). Δηλαδή, η Κύπρος ήταν ένας τομέας, που  διεξάγονταν δοκιμές και συνταγματικά πειράματα για την επιβίωση της ελληνοτουρκικής συνεργασίας.  Όλα αυτά ακούγονται πολύ «καλά» και «ρομαντικά» για την υπάρχουσα κατάσταση. Όμως, επειδή ακριβώς είναι ρομαντικές όλες αυτές οι θεωρίες, υπάρχουν πολλά ζητήματα που πρέπει πρώτα να επιλυθούν. Μην σκεφτόσαστε μόνο τις  περιουσίες, μόνο τις αποζημιώσεις, επειδή είναι μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ή δολάρια. Τα μείζονα είναι το θέμα της ασφάλειας, είναι το θέμα της απόσυρσης του τουρκικού στρατού και των εποίκων, της συνύπαρξης με την Τουρκία, όπως είναι σήμερα.

 Κανένας Έλληνας της Κύπρου, είτε στις πολιτικές δυνάμεις, είτε στον απλό λαό δεν έχει να αντιπαραβάλει  οτιδήποτε με τον απλό Τούρκο της Κύπρου. Έχουν περάσει όμως 42 ολόκληρα χρόνια διαχωρισμού και παγίωσης αρκετών καταστάσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και σε αυτήν τη περίοδο, που ηγέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας είναι ο Μουσταφά Ακιντζί, ένας κατ’ εξοχήν μετριοπαθής πολιτικός, συνεχίζεται αμείωτη η προσπάθεια κατάλυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πρόσφατο παράδειγμα, αυτό που έγινε προχθές στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Μουσταφά Ακιντζί προσκλήθηκε από τον Ερντογάν, μυστικά από τον Πρόεδρο της Κύπρου, Νίκο Αναστασιάδη για να παρευρεθεί σε ένα δείπνο με αρχηγούς κρατών και την ηγεσία του ΟΗΕ.

Ο σκοπός του δείπνου αυτού και η μυστικότητα του, μας οδηγεί στο συμπέρασμα, πως η Τουρκία δίνει τη γραμμή στο Κυπριακό και ο Ακιντζί πήγε να πάρει οδηγίες;

Ο Ακιντζί πήγε όχι μόνο για να επιβεβαιώσει τη γραμμή,  αλλά και να νομιμοποιηθεί  η ύπαρξη του ψευδοκράτους, γεγονός που αντιβαίνει και παραβιάζει κατάφωρα την απόφαση του ΟΗΕ της 18ης Νοεμβρίου 1983.  Η τουρκική πλευρά συνεχίζει να υπονομεύει την Κυπριακή Δημοκρατία. Είναι ένα παράδειγμα των τεράστιων δυσκολιών που υπάρχουν, ακόμη και σε αυτές τις θεωρητικά «ιδανικές συνθήκες» και της έλλειψης εμπιστοσύνης. Είναι προφανές ότι αν η λεγόμενη «λύση» στηριχθεί σε τέτοιο υπόβαθρο, θα καταρρεύσει. Θα ήθελα να τονίσω, όμως, με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, ότι όλοι εμείς που καταγόμαστε από προσφυγικές οικογένειες, μας λείπει ο τόπος μας. Δεν ισχύει το ότι όσοι καταψήφισαν το 2004 το «Σχέδιο Ανάν», «δεν ήθελαν λύση». Δεν υπάρχει Κύπριος, που να μην θέλει τη λύση του Κυπριακού. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι θα δεχθούμε κάθε «λύση», η οποία με την πάροδο μηνών ή χρόνων, θα δημιουργήσει ένα νέο πρόβλημα  και θα  τρέχουμε κατόπιν εορτής  να βρούμε νέα «βιώσιμη» λύση.

Κύριε Καθηγητά η  κυπριακή διπλωματία τα έχει καταφέρει αρκετά καλά την τελευταία δεκαετία, από το 2004 μέχρι σήμερα, και έχει δημιουργήσει συμμάχους, τους οποίους δεν θα φανταζόμασταν πριν μερικά χρόνια. Ένας από τους βασικούς παράγοντες στη πολιτική της Ανατολικής Μεσογείου είναι το Ισραήλ και βλέπουμε ότι το Ισραήλ, υποστηρίζει σθεναρά τη Κύπρο. Πιστεύετε ότι το Ισραήλ είναι ένας σημαντικός σύμμαχος, ένα αντίβαρο, που ίσως αντισταθμίσει την απώλεια της Ελλάδος, η οποία βρίσκεται επί του παρόντος βρίσκεται σε δεινή θέση τόσο οικονομικά όσο και ως διεθνής παράγων. 

 Το πόσο σημαντικός σύμμαχος είναι το Ισραήλ θα το δείξει το μέλλον. Αλλά αυτό εξαρτάται και από τη δική μας πολιτική.  Η άποψή μου είναι ότι και για στρατηγικούς λόγους,  ο μόνος αξιόπιστος σύμμαχος  της Κύπρου είναι η Ελλάδα, σε όποια θέση και αν βρίσκεται η Αθήνα και η Λευκωσία. Όπως ξέρετε πολύ καλά ο  παραδοσιακός γεωστρατηγικός σύμμαχος, για την Ελλάδα και την Κύπρο ήταν ο αραβικός κόσμος, οι χώρες περιφερειακά της Κύπρου, η Αίγυπτος, η Συρία ακόμα και  η Λιβύη. Τα όσα εξελίσσονταν τα τελευταία χρόνια με την πολιτική του Ισραήλ και  της Ρωσίας δείχνουν πόσο σύνθετη πρέπει να είναι η ελληνική πολιτική στο Κυπριακό. Δυστυχώς, η  τουρκική επεκτατικότητα  είναι μια πραγματικότητα  είτε μας αρέσει να το ομολογούμε είτε όχι.  Τη σημασία του Ισραήλ για την Κύπρο την τονίζουν πολλοί ήδη από την δεκαετία του 1970. Προφανώς, σε αυτή την περίοδο το Ισραήλ διαπίστωσε ότι έπρεπε να αναπτύξει σχέσεις με νέους συμμάχους, μεταξύ αυτών και η Κύπρος. Το πώς θα το αξιοποιήσει αυτό η Ελλάδα και η Κύπρος θα το δούμε.

197
Ο Πέτρος Παπαπολυβίου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Κύπρου. Το πλήρες βιογραφικό  του κ. Παπαπολυβίου μπορείτε να το βρείτε  εδώ

Η συνέντευξη δόθηκε στον υπ. διδάκτορα Σύγχρονης Ιστορίας του Α.Π.Θ Νικόλαο Μισολίδη. 

Ευχαριστούμε θερμά τη Βιβλιοθήκη της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών για τη παραχώρηση του χώρου όπου πραγματοποιήθηκε  η συνέντευξη. 

Επιμέλεια – Απομαγνητοφώνηση: Δημήτρης Μητσόπουλος 

Νίκος Ζάικος: Πρόσφυγες, Μετανάστες και Διεθνές Δίκαιο. Χθές, σήμερα…

Πρόσφυγες, Μετανάστες και Διεθνές Δίκαιο.

Χθές, σήμερα…

 

Η ιστορική σχέση του διεθνούς δικαίου με τις πληθυσμιακές μετακινήσεις είναι σχετικά μακρά και σίγουρα ταραχώδης. Όπως ανέκαθεν συνέβαινε σε κάθε τομέα διεθνούς ρύθμισης, έτσι και στην περίπτωση των μεταναστών και των προσφύγων, το διεθνές δίκαιο άσκησε και ασκεί μια καταλυτική επίδραση στις ζωές αναρίθμητων ανθρώπων.

Το διεθνές δίκαιο είναι το νομικό σύστημα που ρυθμίζει τις διεθνείς σχέσεις, προπαντός τις σχέσεις ανάμεσα σε ανεξάρτητα, κυρίαρχα κράτη. Θεσπίζεται κυρίως με διμερείς και πολυμερείς διεθνείς συμβάσεις, τις οποίες τα κράτη διαπραγματεύονται, είναι ελεύθερα να μην αποδεχτούν ή η να αποδεχτούν, αλλά, στην τελευταία περίπτωση καλούνται στη συνέχεια να τηρούν (Pacta sunt servanda). Συνεπώς, το διεθνές δίκαιο είναι η νομική «εικόνα του κόσμου», όπως τη διαμορφώνουν τα ίδια τα κράτη εφόσον κάθε διεθνής ρύθμιση για κάθε θέμα εξαρτάται από αυτά και αποτελεί εντέλει την κανονιστική έκφραση μιας συλλογικής πολιτικής επιλογής τους.

Πριν από τον Μεσοπόλεμο, υπήρχε ένα μεγάλο θεσμικό κενό στο διεθνές δίκαιο αναφορικά με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και κατ’ επέκταση τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Το διεθνές δίκαιο δεν παρενέβαινε ακόμη στη σχέση του ατόμου με την κρατική εξουσία. Η διεθνής προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα από τους τρέχουσες διεθνείς εγγυήσεις και μηχανισμούς ελέγχου, ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη.

Οι πρώτες αξιοπρόσεκτες διεθνείς πράξεις που αφορούσαν έμμεσα ή άμεσα τους μετανάστες εργαζόμενους ως νομικά καθορισμένης κατηγορίας ατόμων υιοθετήθηκαν κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1920 στο πλαίσιο της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας. Λίγο νωρίτερα είχαν προηγηθεί οι πρώτες διεθνείς συμβάσεις για τους πρόσφυγες, οι οποίες είχαν έναν ad hoc, περιπτωσιολογικό χαρακτήρα, δηλ. αφορούσαν τους Ρώσους πρόσφυγες, τους Αρμένιους πρόσφυγες… Ήδη από τότε το διεθνές δίκαιο αντιμετώπιζε διαφορετικά τον μετακινούμενο άνθρωπο ανάλογα με το αίτιο της μετακίνησης. Δηλαδή, ο οικονομικός μετανάστης υποτίθεται ότι εγκαταλείπει την εστία του οικειοθελώς και για μια καλύτερη τύχη. Από την άλλη πλευρά, ο πρόσφυγας φεύγει από την πατρίδα του εξαιτίας δικαιολογημένου φόβου δίωξης λόγω της καταγωγής, της θρησκείας, της εθνικότητας, της κοινωνικής ομάδας, ή των πολιτικών πεποιθήσεών του.

Κατά τον Μεσοπόλεμο παρατηρήθηκε και η συμβατικά προβλεπόμενη αναγκαστική ανταλλαγή πληθυσμών. Από την άποψη αυτή, η Σύμβαση της Λωζάννης (1923) υπήρξε σίγουρα πρωτοφανής στην ιστορία των διεθνών σχέσεων όχι μόνο λόγω της φύσης και της έκτασης της πρωτοφανούς συναλλαγής που προέβλεψε, αλλά και του στυγνού πολιτικού ρεαλισμού που την υπαγόρευσε, με την έννοια ότι  αδιαφόρησε για κάθε ανθρωπιστική εκτίμηση. Αν επιχειρείτο σήμερα, η αναγκαστική ανταλλαγή των πληθυσμών θα ήταν αντίθετη σε ένα εκτεταμένο φάσμα διεθνών νομικών κανόνων.

Όταν μιλάμε για μετανάστες στον σύγχρονο κόσμο εννοούμε 244 εκατομμύρια (2015) ανθρώπους που ζουν και εργάζονται σε κράτη άλλα από εκείνα της γέννησης ή της ιθαγένειάς τους. Ο αριθμός αυτός αυξήθηκε ραγδαία σε σύγκριση με το 2010 (222 εκ.) και το 2000 (173 εκ.). Περίπου το ήμισυ του παγκόσμιου αριθμού των μεταναστών (49%), είναι γυναίκες, αν και το ποσοστό των γυναικών μεταναστών στην Ευρώπη είναι μεγαλύτερο από των ανδρών μεταναστών. Ο παγκόσμιος μέσος όρος ηλικίας των μεταναστών κατά το 2015 ήταν τα 39 έτη.  

Σύμφωνα με πολύ πρόσφατα στοιχεία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, τα 2/3 του παγκόσμιου πληθυσμού των μεταναστών ζουν σήμερα στην Ευρώπη (76 εκ.) και την Ασία (75 εκ.). Το 2015, τα 2/3 του συνόλου των μεταναστών (67%) κατανέμονταν σε 20 μόνο χώρες. Ο μεγαλύτερος αριθμός μεταναστών συναντάται στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (47 εκ., δηλ. το 19% σε παγκόσμια κλίμακα). Η Γερμανία και η Ρωσία ακολουθούν με μεγάλη διαφορά (12 εκ.) και μετά η Σαουδική Αραβία (10 εκ.). Στις χώρες με τον μεγαλύτερο αριθμό μεταναστών περιλαμβάνονται επίσης: Ηνωμένο Βασίλειο (9 εκ.), Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Καναδάς και Γαλλία (8 εκ.), Αυστραλία (7 εκ.), Ισπανία και Ιταλία (6 εκ.), Ινδία και Ουκρανία (5 εκ.), Ταϊλάνδη, Πακιστάν και Καζακστάν (4 εκ.) και Νότιος Αφρική (3 εκ.). (Πηγή: International Migration Report 2015, United Nations).

Κατά το 2015, η χώρα με τη μεγαλύτερη «διασπορά» παγκοσμίως ήταν η Ινδία (16 εκ.). Ακολουθούν: Μεξικό (12 εκ.), Ρωσική Ομοσπονδία (11 εκ.), Κίνα (10 εκ.),  Μπανγκλαντές (7 εκ.), Πακιστάν και Ουκρανία (6 εκ.), Φιλιππίνες, Συρία, Ηνωμένο Βασίλειο και Αφγανιστάν (5 εκ.), Πολωνία, Καζακστάν, Γερμανία, Ινδονησία και Παλαιστίνη (4 εκ.), Ρουμανία, Αίγυπτος, Τουρκία (3 εκ.)

Η Ελλάδα είναι χώρα τόσο υποδοχής, όσο και αποστολής μεταναστών. Κατά το 2015, ο αριθμός των μεταναστών στην Ελλάδα ανήλθε σε 1.242,5 εκ., δηλ. αντιστοιχούσε στο 11% του συνολικού πληθυσμού της χώρας, που είναι 10.955 εκ. Ανάλογα με τη χώρα, το ποσοστό των μεταναστών επί του συνολικού πληθυσμού διαφέρει, π.χ. στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία είναι μόνον 1%, στην Πολωνία 2%, στη Τσεχία 4%, στην Ουγγαρία το 5%, στη Φινλανδία 6%. Άλλες χώρες έχουν ανάλογο ή μεγαλύτερο ποσοστό σε σύγκριση με την Ελλάδα, π.χ. Δανία και Ιταλία 10%, Βέλγιο 12%, Ισπανία 13%, Νορβηγία 14%, Γερμανία 15%, Αυστρία και Σουηδία 17% κ.λπ.

Σύμφωνα με τη Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού, σήμερα περισσότεροι από 5 εκ. πολίτες ελληνικής καταγωγής ζουν εκτός Ελλάδας διεσπαρμένοι σε 140 χώρες του κόσμου. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση πληθυσμού ελληνικής καταγωγής καταγράφεται στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (περίπου 3 εκ.), Αυστραλία (650-700 χιλ.), Γερμανία (400-450 χιλ.), Ηνωμένο Βασίλειο (400 χιλ. με την κυπριακή κοινότητα), Καναδά (350-400 χιλ), Ρωσία (98 χιλ.), Ουκρανία (92 χιλ.), Γαλλία (55 χιλ.), Νότια Αφρική (50 χιλ.), Ιταλία (45 χιλ.) Βραζιλία και Ολλανδία (30 χιλ.), Σουηδία (26 χιλ.), Βουλγαρία (25.5 χιλ.), Αργεντινή και Νέα Ζηλανδία (5 χιλ.). Η ελληνική διασπορά απλώνεται όμως και σε άλλα, λιγότερο αναμενόμενα μέρη του κόσμου, όπως Χιλή (5 χιλ.), Μεξικό (1.600), Ουρουγουάη και Παναμά (2 χιλ.), Βενεζουέλα  (2.5 χιλ), Συρία (1.370), Βόρειο Κορέα (153), Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (350).   

Η τρέχουσα διεθνής διαχείριση της μετανάστευσης είναι προβληματική. Πριν από μερικά χρόνια, ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης κατέγραψε σε έναν κατάλογο τους κύριους διεθνούς οργανισμούς που δραστηριοποιούνται με διάφορους τρόπους στον τομέα της μετανάστευσης. Σύμφωνα με τα τότε διαθέσιμα – και πάντως μη εξαντλητικά – στοιχεία, πάνω από 10 όργανα και επιτροπές των Ηνωμένων Εθνών, 13 άλλα Προγράμματα, Ταμεία και θεσμοί των Ηνωμένων Εθνών, 5 Ειδικευμένες Οργανώσεις, 6 άλλοι μείζονες διακυβερνητικοί οργανισμοί, καθώς και τουλάχιστον 6 μείζονες περιφερειακοί σχηματισμοί, ανάμεσα στους οποίους και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ασχολούνταν παράλληλα με τη μετανάστευση. Η παράλληλη αυτή δράση έχει οδηγήσει σήμερα σε μια υπερπληθώρα ψηφισμάτων, προγραμμάτων, συστάσεων, σχεδίων δράσης και, κατά συνέπεια, σε μια εντελώς ασυντόνιστη νομική κατάσταση που έχει παρομοιαστεί με «ένα γιγαντιαίο ασυναρμολόγητο ψηφιδωτό» .

Η  συγκυρία για να καταρτιστεί μια γενική, περιεκτική Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων Όλων των Μεταναστών Εργαζομένων και των Μελών των Οικογενειών Τους διαμορφώθηκε μόλις το 1990. Όμως από τα 193 κράτη μέλη του ΟΗΕ, μόνο 48 έχουν εκφράσει τη συναίνεση να δεσμευτούν από αυτή τη Σύμβαση μέχρι σήμερα. Κατά συνέπεια, η σημαντικότερη διεθνής πράξη για την ευάλωτη κοινωνική κατηγορία που είναι οι μετανάστες έχει μια πολύ απογοητευτική απήχηση.

Τα σπουδαιότερα θεσμικά βήματα πάνω στο θέμα των προσφύγων παρατηρήθηκαν μετά την τραυματική εμπειρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Σύμβαση για το Καθεστώς των Προσφύγων υιοθετήθηκε το 1951, συμπληρώθηκε με ένα Πρωτόκολλο το 1967 και η ισχύς τους εκτείνεται σήμερα σε 145 και 146 κράτη αντίστοιχα.

Η ιδιότητα του πρόσφυγα προσδιορίζεται βάσει των νομικών κριτηρίων που προβλέπονται στη Σύμβαση του 1951. Ο καθοριστικός παράγοντας για την αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα είναι η ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ένταξης σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα. Η βασιμότητα του φόβου δίωξης κρίνεται ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

Το 2014, ο παγκόσμιος αριθμός των προσφύγων υπολογίστηκε σε 19.5 εκατομμύρια. Η Τουρκία υποδέχτηκε τον μεγαλύτερο αριθμό προσφύγων (1.6 εκ.), ακολουθούμενη από το Πακιστάν (1.5 εκ.), τον Λίβανο (1.2 εκ.) και το Ιράν (1 εκ.). Το 53% του παγκόσμιου αριθμού των προσφύγων προήλθε από τρεις μόνο χώρες, τη Συρία (3.9 εκ.), το Αφγανιστάν (2.6 εκ.) και τη Σομαλία (1.1 εκ.). Ο αριθμός των προσσφύγων από τη Συρία δεν έχει σταματήσει να αυξάνεται. 

Η εγκατάσταση ενός πρόσφυγα στην Ευρώπη είναι μια μοναχική και ψυχοφθόρα πορεία που μπορεί να διαρκέσει πολλά χρόνια. Η αρχή της προσφυγικής εμπειρίας έχει τα χαρακτηριστικά μιας ύστατης απόφασης – δηλ. την εγκατάλειψη της εστίας για ένα ταξίδι που συχνά ενέχει κίνδυνο ζωής. Εφόσον ο πρόσφυγας καταφέρει να φτάσει στην Ευρώπη, μετά καλείται να τηρήσει χρονοβόρες διοικητικές διαδικασίες και να επιβιώσει κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες και πιθανώς υπό κράτηση. Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, εφόσον οι αρμόδιες κρατικές αρχές αναγνωρίσουν ότι ένα άτομο είναι πρόσφυγας – δηλ. δεν πρόκειται για οικονομικό μετανάστη –, τότε εφαρμόζεται η Αρχή της Μη Επαναπροώθησης (Non-refoulement), δηλ. το Κράτος απαγορεύεται να απελάσει ή να επιστρέψει τον πρόσφυγα στο κράτος, όπου κινδυνεύει η ζωή ή η ελευθερία του ή εικάζεται ότι θα υποβληθεί σε βασανιστήρια. Αν η απόφαση είναι αρνητική, τότε το πρόσωπο θα κληθεί να εγκαταλείψει τη χώρα ή θα απελαθεί ως παράτυπος αλλοδαπός, εκτός και αν του επιτραπεί η παραμονή για ανθρωπιστικούς λόγους.

Λόγω της γεωγραφικής θέσης και της πολιτικής συγκυρίας, η Ελλάδα υπήρξε επανειλημμένα στο επίκεντρο μαζικών πληθυσμιακών ροών. Το μεγαλύτερο ποσοστό των άτυπων εισόδων στην Ευρώπη, είτε πρόκειται για μετανάστες, είτε για πρόσφυγες, συντελείται δια μέσου των ελληνικών συνόρων. Εκτός από την παράτυπη μετανάστευση, η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος εξαιτίας της τραγωδίας των προσφύγων από τη Συρία.

Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, ο αριθμός των θυμάτων του πολέμου στη Συρία υπολογίζεται σε 350.000. Περίπου ο μισός πληθυσμός του κράτους αυτού, 11 από τα 22 εκατομμύρια, έχει αναγκαστεί να εγκαταλείψει τις εστίες του. Ο αριθμός των Σύριων που αναζητά διεθνή προστασία στην Ευρώπη συνεχίζει να αυξάνεται, αν και δεν αποτελεί παρά μόνο το 10% σε σύγκριση με τον αριθμό των Σύριων προσφύγων σε χώρες γειτονικές της Συρίας. Από το 2011 ως το 2015, καταγράφηκαν 579.184 αιτήσεις για χορήγηση ασύλου σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι περισσότερες αιτήσεις υποβλήθηκαν στη Γερμανία και τη Σουηδία, ενώ ακολουθούν η Ουγγαρία, η Αυστρία, η Ολλανδία, η Δανία και η Βουλγαρία. Ακόμη μεγαλύτερος αριθμός αιτήσεων έχει υποβληθεί στη Σερβία (και το Κόσοβο).

Όπως υπολογίζεται, το 61% των αφίξεων στην Ελλάδα προέρχονται από τη Συρία, το 22% από το Αφγανιστάν, το 7% από το Ιράκ και το 3% από το Πακιστάν – όλες χώρες που μαστίζονται από ένοπλες συγκρούσεις, ανασφάλεια και πολιτική αστάθεια. Το 1/3 των προσφύγων που πνίγηκαν στο Αιγαίο ήταν παιδιά, ενώ ο αριθμός των παιδιών που υπέβαλαν αίτηση για άσυλο διπλασιάστηκε το 2015 σε σύγκριση με το 2014. Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών έχει εκφράσει την «ντροπή» και την «οργή» του για τη συνεχιζόμενη αδυναμία του Οργανισμού να τερματίσει την τρομακτική αυτή κατάσταση, αν και δεν απέδωσε ευθύνες σε συγκεκριμένες χώρες.

Όπως γνωρίζουμε, η ανθεκτικότητα των προστατευτικών κανόνων για τους πρόσφυγες δοκιμάζεται σοβαρά στη σημερινή Ευρώπη. Μετά από πολλά χρόνια, οι πρόσφατες εξελίξεις έδωσαν εκ νέου την αφορμή για να ανοίξει ένας παθιασμένος μεν, αλλά και καθόλου πρωτότυπος διάλογος. Από τη μια πλευρά, προβάλλεται το νομικό καθήκον – και η ανθρωπιστική ηθική επιταγή – των κρατών να βοηθήσουν τους πρόσφυγες, ενώ από την άλλη πλευρά, οι πρόσφυγες αντιμετωπίζονται ως μια σοβαρή απειλή για την κρατική δημόσια τάξη και τη διεθνή ασφάλεια.

Ας σημειώσουμε ότι η διασύνδεση των μαζικών διασυνοριακών ροών με εκτιμήσεις ασφαλείας συναντάται σε αρκετές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Στο ιδεολογικό αυτό πλαίσιο εντάσσεται και η πρόσφατη Συμφωνία μεταξύ των 28 κρατών-μελών της ΕΕ και της Τουρκίας, σύμφωνα με την οποία, όσοι πρόσφυγες εισέρχονται στην Ελλάδα, θα επιστρέφουν στη γειτονική χώρα. Συνολικά 72.000 πρόσφυγες προβλέπεται να μετεγκατασταθούν από την ΕΕ στην Τουρκία και ισάριθμοι από την Τουρκία στα κράτη της ΕΕ. Το άρθρο της Συμφωνίας που ορίζει ότι για κάθε Σύριο που επιστρέφεται στην Τουρκία από τα ελληνικά νησιά θα υπάρξει ένας Σύριος που θα εγκατασταθεί στην Ε.Ε. είναι διάτρητο από νομική και λογική άποψη. Ήδη παρατηρούνται κραδασμοί στην υλοποίηση της ούτως ή άλλως προβληματικής αυτής Συμφωνίας.

Πολύ συχνά οι πρόσφυγες αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα μέλη της οικογένειάς τους σε εμπόλεμες ζώνες ή σε στρατόπεδα της πατρίδας τους. Στην περίπτωση αυτή, η οικογένεια του πρόσφυγα συχνά στοχοποιείται. Προπαντός  τα παιδιά, οι γυναίκες και οι ηλικιωμένοι μπορεί να εκτεθούν σε θανάσιμο κίνδυνο για λόγους π.χ. αντεκδίκησης εξαιτίας της φυγής του μέλους της οικογένειάς τους.

Η τρέχουσα ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν εγγυάται την επανένωση των προσφυγικών οικογενειών. Μερικά παραδέιγματα καταγεγραμμένα από τον Ερυθρό Σταυρό. Ένας Πακιστανός πρόσφυγας στη Γαλλία φρόντιζε στην πατρίδα του την ανάπηρη αδελφή του μετά από την εξαφάνιση των γονέων τους. Οι γαλλικές αρχές θεώρησαν ότι η ανάπηρη γυναίκα δεν εμπίπτει στους δικαιούμενους οικογενειακή επανένωση, παρά την εξάρτησή της από τον αδελφό της. Ένας άλλος Πακιστανός πρόσφυγας στο Ηνωμένο Βασίλειο μπόρεσε μεν να επανενωθεί με τη σύζυγο και το ανήλικο παιδί του, αυτό όμως δεν στάθηκε δυνατό για τα άλλα δύο παιδιά του, τα οποία ήταν άνω των 18 ετών. Εξάλλου, οι αρχές της Αυστρίας δεν έχουν αποδεχθεί τη γνησιότητα των πιστοποιητικών γάμου από συγκεκριμένες χώρες, όπως  π.χ. τη Σομαλία και το Αφγανιστάν, με αποτέλεσμα να απορρίπτουν τα αιτήματα για οικογενειακή επανένωση.

Σύμφωνα με την τρέχουσα τάση των νομοθεσιών στην Ευρώπη, η διαδικασία για την επανένωση των μελών μιας προσφυγικής οικογένειας θα πρέπει να κινηθεί από τα μέλη της οικογένειας του πρόσφυγα που παραμένουν στην πατρίδα τους ή σε άλλες χώρες. Η διαδικασία αυτή είναι δύσκαμπτη και συχνά αδύνατον να τηρηθεί στην πράξη. Για παράδειγμα, το 2012, μία οικογένεια Αφγανών που ζούσε προσωρινά στο Πακιστάν επιχείρησε να επανενωθεί με ένα συγγενή, ο οποίος ήταν πρόσφυγας στη Φινλανδία. Επειδή όμως η Πρεσβεία της Φινλανδίας στο Ισλαμαμπάντ του Πακιστάν εκείνη τη χρονιά έκλεισε, η οικογένεια κλήθηκε να απευθυνθεί προς την Πρεσβεία της Φινλανδίας στο Νέο Δελχί της Ινδίας, δηλ. στην πρωτεύουσα μιας άλλης χώρας, που απείχε περίπου 700 χιλιόμετρα από τόπο της διαμονής  της οικογένειας. Επειδή όμως οι Αφγανοί που διαμένουν στο Πακιστάν δεν έχουν εν γένει νομιμοποιητικά έγγραφα, η οικογένεια κλήθηκε να επιστρέψει στην Καμπούλ προκειμένου να της χορηγηθεί βίζα για την Ινδία και να παραμείνει στο Αφγανιστάν έως ότου η Πρεσβεία της Φινλανδίας να την προσκαλέσει για συνέντευξη στο Νέο Δελχί, όπου έπρεπε ίσως και να υποβληθεί σε εξέταση DNA. Πέρα από τους κινδύνους που κρύβουν οι παραπάνω μετακινήσεις, αν η οικογένεια είχε την πρόθεση να τηρήσει την προβλεπόμενη τυπική διαδικασία κατά γράμμα, θα έπρεπε να ταξιδέψει μέχρι και 4 φορές από το Πακιστάν στην Ινδία και να διαθέσει ένα ποσό της τάξης των 10.000 ευρώ για μεταφράσεις, διαμονή και διοικητικά έξοδα, κάτι το οποίο ήταν αδύνατον. – Σε μια άλλη περίπτωση,  μια γυναίκα με τα παιδιά της ταξίδεψαν με τη συνοδεία του αδελφού και του γαμπρού της από τη Συρία προς την Άγκυρα της Τουρκίας προκειμένου να τους χορηγηθεί βίζα από την Πρεσβεία του Βελγίου για να επανασυνδεθεί με τον σύζυγό της, πρόσφυγα στο Βέλγιο. Όμως στην τουρκο-συριακή μεθόριο ο αδελφός και ο γαμπρός της δολοφονήθηκαν, ενώ η γυναίκα και τα παιδιά κρατήθηκαν όμηροι για μέρες, κατέβαλαν λύτρα και τελικά επέστρεψαν στη Συρία. Στη συνέχεια, η γυναίκα αυτή υπέβαλε ταχυδρομικά αίτημα προς την Πρεσβεία του Βελγίου στη Βυρηττό του Λιβάνου.  Η εξέταση του αιτήματός της προϋπέθετε όμως τη φυσική παρουσία της στη Βυρηττό και, συνεπώς, ένα νέο επικίνδυνο ταξίδι. – Σε μια άλλη περίπτωση, μια Σομαλή πρόσφυγας στην Ολλανδία επιχείρησε ανεπιτυχώς να επανενωθεί με τα δυό ανήλικα παιδιά της, τα οποία φρόντιζε μια φίλη της στην Αντίς Αμπέμπα της Αιθιοπίας. Οι αιθιοπικές αρχές την κάλεσαν να προσκομίσει την έγκριση του πατέρα των παιδιών, με τον οποίο η μητέρα δεν είχε καμία επικοινωνία για 5 χρόνια. – Αντίστοιχα, πολλές γυναίκες από το Αφγανιστάν αδυνατούν να αποδείξουν στις αρχές τον θάνατο ή την αφάνεια του συζύγου τους για να αναλάβουν την κηδεμονία  των παιδιών τους. Προκειμένου να επανενωθούν με τα παιδιά τους έχουν κληθεί να προσκομίσουν απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Καμπούλ κάτι το οποίο είναι πρακτικά αδύνατο.   

Η αυστηρότητα των ευρωπαϊκών νομοθεσιών και η δαιδαλώδης γραφειοκρατία δεν συντελούν στην επίλυση των παραπάνω προβλημάων. Ανάμεσα στους ανθρωπιστικούς θεσμούς που αναπτύσσουν ένα αθόρυβο έργο κατά τις τρέχουσες προσφυγικές κρίσεις, θα πρέπει να αναφερθεί ο Ερυθρός Σταυρός. Το 2015, ο Ερυθρός Σταυρός δραστηριοποιήθηκε σε περισσότερες από 80 χώρες με τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στα λεγόμενα «Σολφερίνο του σήμερα»: Συρία, Νότιο Σουδάν, Ιράκ, Αφγανιστάν, Σομαλία, Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, Νικγηρία, Ισραήλ και Κατεχόμενα Εδάφη, Ουκρανία, Υεμένη, Λίβανο, Μάλι, Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, Ιορδαβία, Κολομβία. Ανάμεσα στις δράσεις του Ερυθρού Σταυρού συγκαταλέγονται καταστάσεις κρατικής καταστολής και διακοινωτικής βίας, καθώς και οι βίαιες διενέξεις σε μεγάλα αστικά κέντρα που δεν έχουν κλιμακωθεί σε ένοπλη σύρραξη. 

Μέσα στο 2015, ο ΕΣ παρέλαβε 129.778 RCMs (Red Cross Messages/ Μηνύματα Ερυθρού Σταυρού) και διένειμε 106.108 Μηνύματα παρέχοντας τουλάχιστον τη δυνατότητα μιας επικοινωνίας ανάμεσα στα μέλη οικογενειών που σκόρπισαν και διαλύθηκαν. Καταγράφηκαν επίσης 479.358 κλήσεις ανάμεσα στα μέλη οικογενειών από όλες τις ηπείρους. – Μέσα στο 2015, καταμετρήθηκαν 3.809 ανήλικα/ασυνόδευτα παιδιά (εκ των οποίων 1.348 κορίτσια), από τα οποία 968 (256 κορίτσια) ενώθηκαν με τις οικογένειές τους. Στα τέλη του 2015, ο ΕΣ χειριζόταν τις υποθέσεις 3.219 ανήλικων/ασυνόδευτων παιδιών.

Όμως οι ανθρωπιστικοί διεθνείς οργανισμοί, όπως ο Ερυθρός Σταυρός, δεν μπορούν να κάνουν κάτι για να τερματίσουν τους πολέμους στον κόσμο. Αυτό μπορούν να το κατορθώσουν οι πολιτικές ηγεσίες των κρατών στο πλαίσιο των διεθνών οργανισμών. Κατά την εκτίμηση του Ερυθρού Σταυρού, οι ειδικότεροι κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το προσφυγικό φαινόμενο είναι δυστυχώς αδιαφανείς, αναποτελεσματικοί και πρέπει να αναθεωρηθούν άμεσα. Πρόκειται για ένα νομικό πλαίσιο που μάλλον οδηγεί στη διάλυση των προσφυγικών οικογενειών, παρά στην επανένωσή τους.

Η τρέχουσα διεθνής αντιμετώπιση του προσφυγικού φαινομένου εμφανίζει κάποιες αναλογίες με τη μετανάστευση. Διαπιστώνεται μια συγκεκριμένη πολιτική επιλογή, η οποία εκδηλώνεται ως θεσμική αδυναμία για τη διαχείριση της επίμαχης κατάστασης με επίκεντρο τον άνθρωπο. Συνεπώς, εκτός από την ασυντόνιστη εικόνα στον τομέα της μετανάστευσης, το πιο αποκαρδιωτικό νέο στοιχείο είναι η απαξίωση του διεθνούς προσφυγικού δικαίου – δηλ. ενός συνόλου διεθνών νομικών κανόνων που κατακτήθηκε κυριολεκτικά με το αίμα των προηγούμενων γενεών. Ας ελπίσουμε ότι οι πολιτικές ηγεσίες θα αξιοποιήσουν τις τεράστιες τεχνικές δυνατότητες του σύγχρονου διεθνούς δικαίου για να προστατευτεί η ζωή και η υπόσταση κάθε ανθρώπου χωρίς διάκριση, σε έναν κόσμο όπου η βία γίνεται όλο και πιο πολυμέτωπη, αδιάκριτη, χαοτική.

zaikos
Νίκος Ζάικος Αναπληρωτής καθηγητής Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας