Skip to main content

Βενιαμίν Καρακωστάνογλου: Αναμνήσεις από την Πρώην Γιουγκοσλαβία. Συνέντευξη στον Χαράλαμπο Γάππα

Βενιαμίν Καρακωστάνογλου: Αναμνήσεις από την Πρώην Γιουγκοσλαβία. Συνέντευξη στον Χαράλαμπο Γάππα

Βλέπουμε ότι τα Βαλκάνια επανέρχονται στο προσκήνιο των διεθνών σχέσεων, με αφορμή τις τελευταίες εξελίξεις, με τους Αλβανούς τόσο στην ΠΓΔΜ όσο κυρίως και στο Κόσσοβο. Θα μπορούσατε να μας μιλήσετε για την εμπειρία σας από την περιοχή αυτή τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90, κατά την διάρκεια του Γιουγκοσλαβικού Εμφυλίου Πολέμου;

Η εμπειρία μου από την διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας, βασίζεται, πέρα από την μελέτη και την έρευνά μου, κυρίως στην θητεία μου σε δύο αποστολές μακράς διαρκείας. Η πρώτη αποστολή έλαβε χώρα  το 1992-93 και ήταν υπό την αιγίδα της Διάσκεψης για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη (ΔΑΣΕ). Εκείνη η αποστολή   ήταν  ολιγομελής  και κατά την διάρκεια της  διέμεινα έναν χρόνο στο Κοσσυφοπέδιο και συγκεκριμένα  την Πρίστινα. Η δεύτερη αποστολή έλαβε χώρα  στην Βοσνία Ερζεγοβίνη, το 1996, από τον μετασχηματισθέντα σε διεθνή οργανισμό, Οργανισμό για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη(ΟΑΣΕ), δηλαδή την πρώην ΔΑΣΕ, η οποία  απέκτησε διεθνή υπόσταση στις αρχές του ’94.

Η Ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία, όπως την ξέραμε μέχρι τα μέσα του 1991, βασιζόταν, παλαιότερα στην χαρισματική προσωπικότητα του στρατάρχη Τίτο, στην ενιαία έκφραση του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας και τις επιμέρους έξι κομματικές οργανώσεις, των έξι ομόσπονδων δημοκρατιών, που απάρτιζαν την χώρα. Τέλος, σημαντικοί πυλώνες της χώρας ήταν ο ισχυρός ομοσπονδιακός Γιουγκοσλαβικός στρατό και η ανθηρή οικονομία.

Ωστόσο, από την στιγμή που πεθαίνει ο Τίτο, το 1980, ο οποίος με την παρουσία του δεν επέτρεπε φαινόμενα αποδιάρθρωσης του κράτους το κράτος και η ενότητα αρχίζουν να υπονομεύονται. Επίσης, σε αυτό το γεγονός συνέβαλαν ο εκτροχιάσμός της οικονομίας  και το Σύνταγμα του ’74, το οποίο  ενισχύει τις αποσχιστικές διαθέσεις. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε πως με το Σύνταγμα του ’74, ο Τίτο προσπάθησε να συγκρατήσει τις φυγόκεντρες τάσεις, που είχαν παρουσιαστεί ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’60. Το Σύνταγμα εκείνο εξαιρετικά αποκεντρωμένο και αυξάνοντας τις αρμοδιότητες των επί μέρους δημοκρατιών προσπάθησε να ικανοποιήσει τα εθνικά και άλλα συμφέροντά  των επιμέρους εθνοτήτων της Γιουγκοσλαβίας. Επίσης, το Σύνταγμα αυτό έδωσε την δυνατότητα να δημιουργηθούν ισχυρές εθνοφυλακές σε κάθε μια από τις επί μέρους ομοσπονδίες, και στην συνέχεια να γίνουν σταδιακά δημοψηφίσματα, στα επί μέρους κράτη που οδήγησαν σε αποφάσεις για απόσχιση.

Το γιουγκοσλαβικό ομοσπονδιακό Σύνταγμα, όπως όλα τα Συντάγματα ομοσπονδιακού χαρακτήρα, συνήθως έχουν περίπλοκες και δύσκολες διαδικασίες, για να αποθαρρύνουνε τις αποσχίσεις. Ωστόσο, οι προβλεπόμενες διαδικασίες δεν τηρήθηκαν, οπότε οι Σέρβοι θεώρησαν ότι η τάση για αποσχίσεις ήταν παράνομη, άρα ενομιμοποιούντο να την αντιμετωπίσουν και με την ένοπλη βία, και επίσης δήλωσαν πως οι προσπάθειες εκείνες ήταν έξωθεν κατευθυνόμενες. Δημοσιογραφικές περισσότερο πληροφορίες αναφέρουν πώς και οι ΗΠΑ από ένα χρονικό σημείο και μετά, αλλά ιδίως η επανενοποιημένη Γερμανία, ήθελε να ελέγξει την Ανατολική Ευρώπη.

Σταδιακά, ο Μιλόσεβιτς απομονώθηκε ως το τελευταίο κομμουνιστικό σύστημα στην Ευρώπη, καθώς την περίοδο ’89-’91 τα άλλα κράτη πέρασαν σε μία φάση μεταβολών, όπου επί παραδείγματι στην Ρουμανία είχαν περισσότερη ένταση και ένοπλες συγκρούσεις, ενώ σε άλλες χώρες τα πράγματα εξελίχθηκαν πιο ήπια. Με την απομόνωση της Γιουγκοσλαβίας ξεκίνησαν οι αποσχίσεις, τις οποίες προσπάθησε ο Μιλόσεβιτς να ελέγξει με τον ομοσπονδιακό στρατό, τον οποίο ήλεγχαν σε ένα επίπεδο 70 τοις εκατό οι Σέρβοι, ως προς τα μόνιμα στελέχη, τους αξιωματικούς. Έτσι, οδηγηθήκαμε στους τρείς πολέμους του γιουγκοσλαβικού ευρύτερου εμφυλίου, πρώτα στην Σλοβενία, μετά στην Κροατία, και έπειτα η πιο σκληρή σύγκρουση στην Βοσνία. Στα Σκόπια δεν είχαμε κατάσταση ένοπλης βίας, ενώ το Μαυροβούνιο ακολούθησε την Δημοκρατία της Σερβίας, στην ένωση Σερβίας- Μαυροβουνίου, σε μικρότερης  διάστασης ομοσπονδιακό κράτος.

Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, τώρα, μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι ξεκίνησε στο Κοσσυφοπέδιο. Με τον θάνατο του Τίτο, οι Αλβανοί άρχισαν απεργίες και διαδηλώσεις ζητώντας την αναβάθμιση του καθεστώτος αυτόνομης επαρχίας που είχε το Κοσσυφοπέδιο, με ισχυρότατη αυτονομία όπως την είχε ήδη αναβαθμίσει το Σύνταγμα του 1974, σε καθεστώς πλέον ισότιμης με τις άλλες έξι ομόσπονδης δημοκρατίας. Αντιστοίχως, στα βόρεια της Σερβικής Δημοκρατίας, υπήρχε και η αυτόνομη επαρχία της Βοϊβοδίνας. Η διαφορά αυτών των δύο έγκειτο στο γεγονός ότι η πληθυσμιακή παρουσία των Αλβανών στο Κόσοβο ήταν ισχυρότατη, αποτελώντας το 80 τοις εκατό του πληθυσμού, ενώ στην Βοϊβοδίνα, οι Ούγγροι ήταν κατά πολύ ολιγότεροι των Σέρβων, αποτελώντας περί το 18 τοις εκατό του πληθυσμού, και μάλιστα κατοικούσαν στα βόρεια σύνορα με την Ουγγαρία, γύρω από την ‘’πρωτεύουσά τους’’, την Σουμπότιτσα.

Η διεθνής κοινότητα ανέπτυξε διπλωματικές αποστολές διεθνών οργανισμών, υπό την αιγίδα της ΔΑΣΕ, σε τρείς περιοχές της Δημοκρατίας της Σερβίας, στα τέλη του πρώτου εξαμήνου του 1992. Ήταν αποστολές μακράς διαρκείας με σκοπό να μείνουν ως ότου αμβλυνθούν οι μειονοτικές συγκρούσεις. Το μείζον είναι πως αυτές οι διπλωματικές αποστολές εντάσσονταν στο πλαίσιο της λεγόμενης προληπτικής διπλωματίας. Μάλιστα ήταν  ίσως οι πρώτες αποστολές  προληπτικής διπλωματίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.  Η έδρα υπήρξε στο Βελιγράδι, με επί κεφαλής τον Τούρε Μπέγκ, έναν πρέσβη επί τιμή, Νορβηγό, ο οποίος ήταν ένας εξαιρετικά έμπειρος διπλωμάτης. Ενώ υπήρξαν τρείς επί μέρους αποστολές-γραφεία, το πρώτο και σημαντικότερο από άποψη εθνοτικής έντασης στην Πρίστινα του Κοσσόβου,   το δεύτερο στο Νόβι Πάζαρ, τη πρωτεύουσα της επαρχίας Σαντζακίου, όπου κατ’ ένα μεγάλο βαθμό διαβιούν μουσουλμάνοι του τύπου των μουσουλμάνων της Βοσνίας, και το τρίτο ήταν στην Σουμπότιτσα, δηλαδή  την ‘’πρωτεύουσα’’ των Ούγγρων της Βοϊβοδίνας. Αυτές οι τρείς αποστολές είχανε καθήκον, πρώτον να επιβλέπουν την κατάσταση σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις περιοχές αυτές, δεύτερον να εγκαταστήσουν  τον διάλογο μεταξύ των κυβερνητικών σερβικών αρχών και των εκπροσώπων των κατά περίπτωση μειονοτήτων, με σκοπό την ανάπτυξη αρμονικών σχέσεων, και τρίτον την  επίβλεψη της λειτουργίας των καθεστώτων αυτονομίας της Βοϊβοδίνας και του Κοσσόβου, τα οποία διατήρησε ο Μιλόσεβιτς από το 1989.

Ωστόσο, ο  Μιλόσεβιτς σε έναν εμπρηστικό του λόγο στην επέτειο των 600 ετών από την μάχη του Κοσόβου διακήρυξε ότι σταματά η ανοχή της βίας που ασκούσαν οι Αλβανοί του Κοσσόβου αξιοποιώντας καταχρηστικά τις ρυθμίσεις διευρυμένης αυτονομίας, και κατήργησε αμέσως μετά το καθεστώς αυτονομίας της περιοχής, περιορίζοντας την σε εδαφική αυτονομία. Το ίδιο συνέβη και στην Βοϊβοδίνα, το γεγονός όμως ότι οι Σέρβοι αποτελούσαν την μεγάλη πλειοψηφία στην Βοϊβοδίνα αποσοβούσε τις εθνοτικές συγκρούσεις, μολονότι και οι Ούγγροι παραπονούνταν για την μειονοτική τους διαχείριση. Μπορούμε να πούμε ότι ρόλο έπαιξε και η κουλτούρα των λαών, καθώς οι Ούγγροι, αν και Καθολικοί, είναι και αυτοί Χριστιανοί, ενώ οι Αλβανοί ακολουθούν το ισλαμικό δόγμα. Αν και βέβαια, δεν ήταν ιδιαίτερα πιστοί, το Ισλάμ, για τους Αλβανούς, είχε ταυτιστεί με την εθνική τους παράδοση και υπόσταση και στηρίζονταν σε αυτό για την διεκδίκηση των αιτημάτων τους.

Πιστεύω όμως ότι τα αλβανικά αιτήματα στηρίχθηκαν  στους εξής παράγοντες: Πρώτον στα αισθήματα προερχόμενα από το παρελθόν, που θεωρούσαν ότι  το Κόσσοβο κακώς ανήκει στην Σερβία. Δεύτερον στη τεράστια πληθυσμιακή υπεροχή. Τρίτον  στις επιρροές προερχόμενες από τα Τίρανα, ή από Ευρωπαϊκά και Αμερικανικά κέντρα ισχύος. Σε πρώτη φάση πάντως η διεθνής κοινότητα- και αυτήν την εντολή είχαμε εμείς- προωθούσε την διατήρηση του Κοσσόβου και των άλλων περιοχών που είχαμε αποστολές στην Σερβία, με ενδεχόμενη την επαναπόδοση του καθεστώτος ευρείας αυτονομίας.

Η κατάσταση στο Κόσοβο όταν πήγα ήταν η εξής˙ οι Αλβανοί έχοντας κάνει μακρές απεργιακές κινητοποιήσεις, λόγω των συνεχών απολύσεων από τον δημόσιο τομέα, υποχρεώθηκαν από τους Σέρβους μετά την απόλυση να υπογράψουν κείμενα πίστης στο σερβικό κράτος, πράγμα που αρνήθηκαν πολλοί Αλβανοί να το κάνουν. Επίσης, θα πρέπει να σημειώσουμε πως ο δημόσιος τομέας  ήταν κυρίαρχος στην οικονομία εκείνη την εποχή και σε εκείνο το σύστημα διακυβέρνησης. Ακολούθως, Οι Σέρβοι προσπάθησαν εποικίσουν την περιοχή με πληθυσμούς προερχόμενους  από την κυρίως Σερβία, για να στελεχώσουν τις θέσεις που άφηναν οι Αλβανοί. Ωστόσο, το εγχείρημα αυτό δεν είχε επιτυχία και δεν κατέστη δυνατός μίας ευρείας κλίμακας εποικισμός. Συνεπώς, στη περιοχή επικράτησε αναστάτωση και αναρχία, ενώ όλες οι υπηρεσίες και κυρίως οι κρατικοί τομείς της οικονομίας υπολειτουργούσαν. Η Σερβική οικονομία γενικά είχε ήδη αποδυναμωθεί από τις κυρώσεις που είχε δεχθεί, ειδικά από την ΕΕ, αλλά ιδίως στο Κόσοβο υπήρχε τεράστιο πρόβλημα. Στη συγκεκριμένη περιοχή η ιδιωτική οικονομία ελέγχονταν από του Αλβανούς. Έτσι οι Σέρβοι αναγκάζονταν να ψωνίζουν από τους Αλβανούς και τα ελάχιστα σέρβικα μαγαζιά, ενώ οι Αλβανοί μποϊκόταραν κάθε προϊόν προερχόμενο από τη Σερβία. Ως εκ τούτου,  οικονομικά οι Αλβανοί βρίσκονταν σε πολύ καλύτερη θέση από τους Σέρβους της επαρχίας.

Όταν  έφθασα  στην Πρίστινα, τον Ιούλιο του ‘92, βρήκα δύο ξένους διπλωμάτες, ο ένας ήταν ο μάλλον γερμανολιθουανικής καταγωγής διπλωμάτης του Καναδά, Φίλιπ Χαν και ο δεύτερος ήταν ο Γάλλος Ντανιέλ Ντρουλέρς, ο οποίος από ότι μου είχε πεί ήταν στο παρελθόν διοικητής των γαλλικών αποικιών στην Δυτική Αφρική. Δύο άνθρωποι αξιόλογοι, ο καθένας με την δική του κουλτούρα, από τους οποίους μπορώ να  δηλώσω πως  έμαθα την τέχνη της διπλωματίας.

Την περίοδο εκείνη είχαμε συνεχείς επαφές με το LDK, δηλαδή την Δημοκρατική Ένωση Κοσόβου, της οποίας επικεφαλής ήταν  ο γνωστός διανοούμενος, Ιμπραήμ Ρουγκόβα. Τους συναντούσαμε συνήθως τις Παρασκευές σε κάτι ταπεινά γραφεία, σε κάτι χαμόσπιτα δίπλα στο στάδιο της Πρίστινα και βρισκόμασταν σε συνεχείς διαβουλεύσεις μαζί τους,  ώστε να ακούμε τα αιτήματά τους, να καταγράφουμε τις καταγγελίες τους για τα ανθρώπινα δικαιώματα και να τους πείσουμε να ανοίξουν έναν διάλογο με την άλλη πλευρά. Το τελευταίο το αρνούνταν συνεχώς, διότι θεωρούσαν πως αν αρχίσουν να διαλέγονται με την παράνομη κατ’ αυτούς σερβική εξουσία, θα  την νομιμοποιούσαν.  Αντιστρόφως, βλέπαμε πολύ συχνά τον Σέρβο διοικητή της επαρχίας, ο οποίος δεν ήθελε άμεση επαφή με τον Ρουγκόβα και το συμβούλιό του, το οποίο υλοποιούσε τις παράλληλες δομές κρατικής εξουσίας που είχαν  αναπτύξει οι Αλβανοί στο τοπικό επίπεδο. Έτσι προσκρούαμε στην άρνηση και των δύο πλευρών να προσέλθουν στο διάλογο. 

Ωστόσο,   εξήλθαμε από το προαναφερθέν αδιέξοδο και στο σημείο αυτό ξεκινά και η ενεργή εμπλοκή και επιτυχία μου. Το καλοκαίρι του επομένου έτους, του ’93, σημειώθηκε μία μεγάλη κρίση στην περιοχή. Οι Σέρβοι τότε είχαν κρατικοποιήσει το μεγάλο εκδοτικό συγκρότημα, που είχε ιδρυθεί στα χρόνια της αυτονομίας στην Πρίστινα, και εξέδιδε την Αλβανική εφημερίδα Ριλίντια, η οποία όμως είχε σταματήσει να εκδίδεται. Εκδιδόταν όμως η αγροτική αλβανόφωνη εφημερίδα Μπούικου, στο ίδιο συγκρότημα, γεγονός που ανεχόντουσαν εώς τότε οι Σέρβοι, αν και από αγροτική εφημερίδα είχε εξελιχθεί σε διάδοχο της Ριλίντια και περιελάμβανε το αποσχιστικό αίτημα, το οποίο εντείνονταν στους Αλβανούς μετά και τις αποσχίσεις των άλλων ομόσπονδων δημοκρατιών. Το συγκρότημα της Ριλίντια  ήταν ένας ουρανοξύστης στο κέντρο της Πρίστινα, το οποίο οι Σέρβοι το μετέτρεψαν σε εταιρεία Πανοράμα, όπως το έλεγαν, με σερβική διοίκηση. Αν και επέτρεπαν στους Αλβανούς  την έκδοση από εκεί των εντύπων τους, εκείνοι  επιθυμούσαν να ελέγχουν την επιχείρηση οικονομικά και να καθορίζουν την εκδοτική πολιτική της. Οι Αλβανοί αντέδρασαν και οι δημοσιογράφοι τους κατέλαβαν τον 8ο όροφο και κατέβηκαν σε απεργία πείνας. Επικεφαλής τους ήταν ο Αλβανός διανοούμενος Αντέμ Ντεμάτσι, ο οποίος είχε μείνει 27 χρόνια στις γιουγκοσλαβικές φυλακές ως αντιφρονών. Μάλιστα, ο Ντεμάσι ήταν πολύ γνωστός στην Δύση και ως εκ τούτου υπήρξε μεγάλο διεθνές ενδιαφέρον.

Οι συνάδελφοί μου λοιπόν θεώρησαν πως ήταν υπερβολικό να εμπλακούμε εμείς, αλλά επειδή οι Σέρβοι είχαν περικυκλώσει με άρματα μάχης  και τεθωρακισμένα οχήματα της αστυνομίας το κτήριο και ετοίμαζαν επέμβαση, ανέλαβα εγώ τον ρόλο του διαμεσολαβητή. Εδώ ενέσκηπτε το θέμα ότι οι Σέρβοι είχαν να εφαρμόσουν τους νόμους τους σε μια επαρχία όπου ο πληθυσμός βρίσκονταν σε παθητική αντίσταση ήδη εδώ και τρίτα χρόνια. Βέβαια, ακόμη δεν υπήρχε η ένοπλη δράση του UCK, του Αλβανικού Απελευθερωτικού Στρατού.

Επί μία ολόκληρη εβδομάδα, φεύγοντας για λίγο το μεσημέρι για ένα σύντομο γεύμα και πολύ αργά το βράδυ για λίγη ξεκούραση, ανέλαβα τον ρόλο του διαμεσολαβητή μεταξύ των Σέρβων και των Αλβανών. Εκινούμην, λοιπόν με την νομιμοποίηση που είχα προς τους Σέρβους ως Έλλην ορθόδοξος, φίλος τους, και προς τους Αλβανούς ως ο άνθρωπός που είχε την διεθνή εντολή και ταυτόχρονα είχε δώσει δείγματα αμεροληψίας όσον αφορά την προστασία των δικαιωμάτων τους, που παραβιάζονταν από την σερβική καταστολή. Ανέλαβα λοιπόν, αφού ενημέρωνα τους συναδέλφους μου, την διαμεσολάβηση μεταξύ του 8ου ορόφου όπου βρίσκονταν 80 με 100 Αλβανοί απεργοί, με τον 16ο όροφο όπου είχε εγκατασταθεί η σερβική  νέα διοίκηση. Μετά από μία εβδομάδα αυτό που συνέβη ήταν το εξής: Εκπόνησα ένα κείμενο με την βοήθεια και των συναδέλφων μου όσον αφορά τις διατυπώσεις, και κατάφερα και υπεγράφη μια συμφωνία moratorium, η οποία προέβλεπε πως  η εφημερίδα Μπούικου θα συνεχίσει  να εκδίδεται με ανεξάρτητη πολιτική, ως προς το περιεχόμενο και εντός του σερβικού συστήματος θα συνέχιζαν να εργάζονται οι Αλβανοί δημοσιογράφοι και λοιποί εργαζόμενοι. Επίσης, προβλέπονταν και άλλες  τέτοιου τύπου ενδιάμεσες λύσεις. Ουσιαστικά, το κύριο,  γεγονός ήταν η αποφυγή της σερβικής επέμβασης, που θα συνοδευόταν από αιματοχυσία. Έτσι έληξε και η απεργία πείνας.

Αυτή ήταν η πρώτη και μόνη ως τότε προσπάθεια να έρθουν σε διάλογο οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Η πρώτη φορά, που εκπρόσωποι, όχι ασφαλώς ο Ρουγκόβα και ο Σέρβος διοικητής, αλλά οι άμεσοι εκπρόσωποί τους, κάθισαν στο ίδιο τραπέζι. Θυμάμαι ονόματα όπως ο Ναήμ Ζέκα, υπεύθυνος τύπου, και η Εντίτα Ταχίρι, που ήταν η σκιώδης υπουργός εξωτερικών τότε, από την αλβανική πλευρά, και από την άλλη Σέρβοι αξιωματούχοι. Ωστόσο,  επειδή ο ΟΑΣΕ απέβαλε την Μικρή Γιουγκοσλαβία από μέλος του, ο Μιλόσεβιτς στα τέλη το καλοκαιριού του ’93 έδωσε εντολή και έκλεισαν τα γραφεία των αποστολών και στις τρείς επαρχίες, και έτσι αποχωρήσαμε όλοι.

Το να υπογραφεί αυτή η συμφωνία και να αποφευχθεί η επαπειλούμενη κρίση ήταν εξαιρετικά δύσκολο, όπως είπε ο αρχηγός των αποστολών, όταν μετά από λίγες μέρες μας κάλεσε στο Βελιγράδι για μια διαβούλευση,  αποδίδοντας σε μένα, ως τον Έλληνα εκπρόσωπο τα εύσημα της επιτυχίας.

Το προαναφερθέν γεγονός κατά την προσωπική μου άποψη αποδείκνυε πως αν υπήρχε πολιτική βούληση και από τις δύο πλευρές θα μπορούσε η σύγκρουση να αποφευχθεί. Ωστόσο, οφείλω να δηλώσω πως η βούληση εκείνη θα έπρεπε να καταδειχθεί  κυρίως από τους Αλβανούς, οι οποίοι δεν έδειχναν διαθέσεις συμβιβασμού. Επίσης, ακόμα μια  προϋπόθεση για την αποφυγή της σύγκρουσης  ήταν να υπάρξει η διάθεση από την διεθνή κοινότητα να αναλώσει υψηλού επιπέδου διπλωματικό κεφάλαιο στο Κόσσοβο. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν υπήρχε εκείνη την στιγμή, αφού οι Σέρβοι τότε δεν μπορούσαν ακόμη να φανταστούν το σημείο που θα έφτανε η σύγκρουσή τους με την διεθνή κοινότητα από το ’95 και έπειτα, ώστε να δείξουν μεγαλύτερη διαλλακτικότητα. Αντιθέτως, οι Αλβανοί διαβάζοντας από πολύ νωρίς τους διεθνείς συσχετισμούς είχαν βάλει πλώρη για την πλήρη αυτονομία. Άλλωστε, και η διεθνής κοινότητα τους «έκλεινε το μάτι» λέγοντάς τους στο παρασκήνιο, να μην προχωρούν σε πράξεις αντεκδίκησης και παράλληλα να μη δεχθούν αυτά που του δίνουν οι Σέρβοι και να συνεχίσουν τον αγώνα τους. Οι Αλβανοί ήλπιζαν τελικώς ότι θα προκαλέσουν διεθνή επέμβαση σε δεύτερο στάδιο, κάτι που τελικώς δεν έγινε με την Συμφωνία του Ντέιτον το ’95, πράγμα που τους απογοήτευσε, διότι δεν υπήρχε ρήτρα για το Κόσσοβο. Έτσι, οδηγηθήκαμε στον UCK, που ήταν η ένοπλη απάντηση και στους Σέρβους, αλλά και στην διεθνή κοινότητα, η οποία κρατούσε το θέμα το επίπεδο και μόνο της επαναπόδοσης κάποιας αυτονομίας.

10931653_1539693152982036_7335370907547080622_o
O  κ. Βενιαμίν Καρακωνστάνογλου  είναι Διεθνολόγος & Λέκτορας Νομικής του Α.Π.Θ. Διδάσκει Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο και Ελληνική Εξωτερική Πολιτική. Έχει συγγράψει τη μοναδική στην Ελλάδα επιστημονική μονογραφία για την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) 600 σελίδων. Διετέλεσε Δικηγόρος Θεσσαλονίκης και Κοζάνης. Επίσης, διετέλεσε Επικεφαλής (2004-2008) του διεθνούς φορέα για την ανασυγκρότηση των Βαλκανίων υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (έδρα Θεσσαλονίκης). Υπήρξε μέλος και Διευθυντής Αποστολών Διεθνών Οργανισμών στο Κοσσυφοπέδιο, τη Βοσνία Ερζεγοβίνη και τα Σκόπια (1992-1996).

 

Μίλος Κόβιτς: Η αναθεώρηση της ιστορίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου αποτελεί έκφραση της σύγχρονης αποικιοκρατίας

Μίλος Κόβιτς: Η αναθεώρηση της ιστορίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου αποτελεί έκφραση της σύγχρονης αποικιοκρατίας

Η συνέντευξη δόθηκε στο Σάκη Λούπα, Υποψήφιο Διδάκτορα στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

 

Κύριε Κόβιτς με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από την έναρξη του Α΄ παγκοσμίου πολέμου (στο εξής ΑΠΠ) διοργανώθηκαν διάφορα επιστημονικά συνέδρια γύρω από το θέμα όπως επίσης και η υπάρχουσα βιβλιογραφία εμπλουτίστηκε με νέες μελέτες. Θεωρείτε ότι πρόκειται για έργα επετειακού χαρακτήρα ή επιχειρείται η συγγραφή της ιστορίας του ΑΠΠ από την αρχή;

 

Νομίζω ότι ισχύουν και τα δύο. Υπάρχουν εξαιρετικά βιβλία, τα οποία έκαναν την εμφάνισή τους ακριβώς αυτήν την περίοδο, λόγω της συμπλήρωσης των εκατό χρόνων από την έκρηξη του ΑΠΠ και προσφέρονται για χαλαρή ανάγνωση, όπως επίσης υπάρχουν βιβλία τα οποία συνιστούν ξεκάθαρο αναθεωρητισμό, επιχειρώντας να καλύψουν τις ευθύνες των Κεντρικών Δυνάμεων για την πρόκληση του πολέμου. Ως παράδειγμα της πρώτης ομάδας μπορούμε να αναφέρουμε το βιβλίο του αυστριακού ιστορικού φωτογραφίας Άντον Χόλτσερ με τίτλο «Το χαμόγελο του δήμιου: ο άγνωστος πόλεμος εναντίον του άμαχου πληθυσμού 1914-1919». Ο συγγραφέας βρήκε στα αυστριακά αρχεία μία ολόκληρη σειρά φωτογραφιών που απαθανατίζουν απαγχονισμούς αμάχων. Πρόκειται για εκατοντάδες φωτογραφίες τις οποίες τράβηξαν οι ίδιοι οι δήμιοι και οι οποίες δείχνουν στρατιώτες του αυστρο-ουγγρικού στρατού να σκοτώνουν αμάχους στις περιοχές της σημερινής Σερβίας, της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (στο εξής ΒΕ), του Σρεμ αλλά και της δυτικής Ουκρανίας. Ο συγγραφέας δεν περιορίζεται μόνο στο αρχειακό υλικό, αλλά επεκτείνει την έρευνά του στον Τύπο και στα πρακτικά των κοινοβουλευτικών συνεδριάσεων και ισχυρίζεται ότι βρισκόταν σε εξέλιξη το ήδη επεξεργασμένο σχέδιο γενοκτονίας του σερβικού λαού αλλά και των Ρουθηνών, ενός λαού ρωσικής καταγωγής, ουνιτών που ζούσαν στη σημερινή δυτική Ουκρανία. Τα ντοκουμέντα δείχνουν ότι η εξολόθρευση συντελέστηκε βάσει σχεδίου. Το βιβλίο που είναι γραμμένο στα γερμανικά, αλλάζει εν πολλοίς την εικόνα που είχαμε για τον ΑΠΠ. Ο πόλεμος, συνεπώς, δεν είναι ο ίδιος σε όλα τα μέτωπα. Ο μέσος δυτικός αναγνώστης έχει στο μυαλό του την εικόνα των χαρακωμάτων, στα οποία οι εμπλεκόμενοι στρατοί – ο αγγλικός και ο γερμανικός – πίνουν τσάι και παίζουν ποδόσφαιρο κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων και μετά επιστρέφουν και πάλι σε θέσεις μάχης, ενώ από την άλλη στο ανατολικό μέτωπο στη Ρωσία και στο νοτιοανατολικό μέτωπο στη Σερβία ο πόλεμος περιλαμβάνει δολοφονίες άμαχου πληθυσμού και συστηματικές διώξεις πολιτών. Σε αυτά τα δύο μέτωπα, ο πόλεμος δεν είχε ως  κύριο χαρακτηριστικό του τα χαρακώματα, αλλά τις μετακινήσεις στρατιωτικών σωμάτων και περικύκλωση ολοκλήρων μονάδων. Όσον αφορά το Μακεδονικό μέτωπο μπορούμε να πούμε ότι ήταν πόλεμος χαρακωμάτων από το 1916 έως το 1918.

12517150_10205973707683794_777840577_oΑπό την άλλη πλευρά υπάρχουν μελέτες που κινούνται χωρίς αμφιβολία στον χώρο του αναθεωρητισμού. Στην πρώτη γραμμή βρίσκεται το βιβλίο του Κρίστοφερ Κλαρκ, «Οι υπνοβάτες. Πως η Ευρώπη πήγε στον πόλεμο το 1914», στο οποίο κατηγορεί τη Σερβία ότι συνειδητά και σκόπιμα προκάλεσε τον ΑΠΠ. Στο βιβλίο του δεν ξεκινά με την κατάληψη της Αλσατίας και της Λωραίνης ή με τον ανταγωνισμό των εξοπλισμών μεταξύ Αγγλίας και Γερμανίας ή με την αυστρορωσική διαμάχη στα Βαλκάνια, αλλά με το πραξικόπημα της 29ης Μαΐου του 1903 στη Σερβία[1]. Με αυτόν τον τρόπο βλέπουμε πως αυτή η αντισερβική υστερία των δυτικών ΜΜΕ διαχέεται σε επίπεδο ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας. Ο Κλαρκ ισχυρίζεται ανοιχτά στον πρόλογο του βιβλίου του ότι μετά τη Σρεμπρένιτσα και την πολιορκία του Σαράγιεβο πρέπει να εκτιμήσουμε διαφορετικά τον σερβικό εθνικισμό του 1914. Πρόκειται για αναχρονισμό. Κάτι, δηλαδή, που μαθαίνουν οι φοιτητές του πρώτου έτους σε προπτυχιακό επίπεδο. Δεν είναι δυνατόν να εφαρμόζουμε κριτήρια του παρόντος για να εξηγήσουμε το παρελθόν. Εκτός αυτού, είναι προφανές ότι ο συγγραφέας υπέκυψε στην προπαγάνδα διότι η ιστορία ακόμα δεν έχει δώσει ακόμη την ετυμηγορία της για τα γεγονότα της δεκαετίας του ’90 στη Γιουγκοσλαβία (Σρεμπρένιτσα, πολιορκία του Σαράγεβο). Δεν μπορούν οι ιστορικοί να στηρίζονται στην προπαγάνδα των ΜΜΕ για αυτά τα γεγονότα. Δεύτερον, αυτός ο άνθρωπος δεν είναι οποιοσδήποτε. Είναι καθηγητής στο Κέιμπριτζ και μάλιστα Regius Professor, κάτι σαν προϊστάμενος των υπόλοιπων καθηγητών ιστορίας του τμήματος. Το βιβλίο του έχει ήδη αρκετές εκδόσεις στη Γερμανία. Είναι ενδιαφέρον ότι οι αναθεωρητικές μελέτες δεν συναντούν μεγάλη ανταπόκριση στη Γερμανία, της οποίας η ιστοριογραφία δεν έχει αλλάξει σημαντικά τη στάση της γύρω από τον ΑΠΠ. Αυτές εμφανίζονται κυρίως στην αγγλοσαξωνική βιβλιογραφία. Το βιβλίο του Κλαρκ είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, το οποίο έχει ήδη εκδοθεί έξι φορές και είμαι σίγουρος ότι έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά. Έχει κάνει πολλές πωλήσεις, είναι γραμμένο σε χαλαρό στυλ, έχει μεταφραστεί στις κυριότερες γλώσσες του κόσμου και χρησιμοποιείται σαν εγχειρίδιο για την ιστορία του ΑΠΠ. Στην Αυστρία και τη Γερμανία, μάλιστα, πωλείται στα σούπερ-μάρκετ. Οπότε, αντιλαμβάνεστε ότι τυγχάνει μεγάλης προβολής. Φυσικά, μπορεί να ειπωθεί ότι η Γερμανία έχει πληρώσει το τίμημα για την πρόκληση τόσο του ΑΠΠ, όσο και του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου (στο εξής ΒΠΠ), αλλά δεν ισχύει το ίδιο για τους συμμάχους τους. Δεν μπορούμε να πούμε ότι η ουγγρική, η αυστριακή και η κροατική ιστοριογραφία (την περίοδο του σοσιαλισμού) έχουν αποδεχθεί τις ευθύνες των χωρών τους για τους δύο παγκοσμίους πολέμους. Όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από τον ΒΠΠ, αντιλαμβανόμαστε ότι ήταν συνέχεια του ΑΠΠ. Επομένως, οι χώρες που στάθηκαν στο πλευρό της Γερμανίας, αποφεύγουν τις ευθύνες, επιρρίπτοντας όλη την υπαιτιότητα στη Γερμανία. Ωστόσο, το παράδειγμα του Άντον Χόλτσερ μας δείχνει ότι υπάρχουν και εξαιρετικά βιβλία και άρα δεν πρέπει να χάνουμε την ελπίδα μας.

Πιστεύετε ότι η σημερινή κατάσταση στην Ευρώπη επηρεάζει τη συζήτηση περί ευθυνών για τον ΑΠΠ;

 

Ας είμαστε ειλικρινείς. Το παρόν πολύ συχνά υπαγορεύει και επιβάλλει στην ιστοριογραφία τα δικά του συμπεράσματα. Όταν σήμερα έχουμε μία ενωμένη Γερμανία, η οποία εξελίσσεται σε ηγετική δύναμη της Ενωμένης Ευρώπης τόσο σε πολιτικό, όσο και σε οικονομικό επίπεδο, όταν βιώνουμε μια κατάσταση στην οποία οι ιστορικοί των γειτονικών μας χωρών (όπως και ένα μέρος της κοινής γνώμης) θριαμβολογούν διότι οι χώρες τους το 1914 ή ακόμα και το 1940 έκαναν τη σωστή επιλογή, όταν έχουμε μία διαφορετική πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη με τη Γερμανία στο επίκεντρό της τότε δεν μπορούμε να έχουμε την απαίτηση ότι η ιστορία αυτού του πολέμου θα συνεχίζεται να γράφεται με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο γραφόταν πριν την ενοποίηση της Γερμανίας. Σε πολιτικό επίπεδο, άλλωστε, έχουν ακυρωθεί τα αποτελέσματα του ΑΠΠ. Χώρες όπως η Γιουγκοσλαβία, η Τσεχοσλοβακία και η ΕΣΣΔ έχουν διαλυθεί. Η Γερμανία έχει διεισδύσει οικονομικά στον χώρο της ανατολικής και της νοτιοανατολικής Ευρώπης και τώρα εισέρχεται και στην Ουκρανία και πρέπει να περιμένουμε ότι επιθυμεί και την αλλαγή της ιστοριογραφίας. Πολλοί εδώ, άλλωστε, έχουν την εντύπωση ότι τόσο η Σερβία, όσο και η Ελλάδα τιμωρούνται λόγω της στάσης τους στους δύο παγκοσμίους πολέμους. Και εάν κατά τον ΑΠΠ η Ελλάδα είχε διφορούμενη στάση, ως απόρροια του Εθνικού Διχασμού, για τον ΒΠΠ τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα.

 

Ο ΑΠΠ αποτελεί μία βαθιά τομή στην ιστορία της Σερβίας. Πως έχει αντιμετωπίσει η σερβική ιστοριογραφία την περίοδο αυτή;

 

Η σερβική ιστοριογραφία έχει κάνει εξαιρετική δουλειά. Οφείλουμε να ευλογήσουμε τα γένια μας, καθώς ο ΑΠΠ ως θέμα έχει καλυφθεί σε μεγάλο βαθμό από τους Σέρβους ιστορικούς. Ωστόσο, κάθε εποχή θέτει και νέα ερωτήματα. Οι μελέτες των Βλάντιμιρ Τσόροβιτς, Βάσιλ Πόποβιτς, Ντράγκολιουμπ Ζιβοΐνοβιτς, Μιχάηλ Βοϊβοντιτς, Μίλοραντ Έκμετσιτς, Αντέι Μίτροβιτς και άλλων Σέρβων ιστορικών καλύπτουν τη θεματική των διεθνών σχέσεων. Όσον αφορά τη στρατιωτική ιστορία θαυμάσιες μελέτες είναι αυτές των ειδικών επί της στρατιωτικής ιστορίας Ζίβκο Παύλοβιτς, Σάβο Σκόκο και Πέταρ Όπατσιτς[2]. Απομένουν, όμως, μερικά ερωτήματα αναπάντητα. Θα έπρεπε να συνδυάσουμε την μάκρο- με την μικρο-ιστορία. Να παρακολουθήσουμε ας πούμε τις δραστηριότητες των υψηλών αξιωματούχων των Μεγάλων Δυνάμεων, τις διεθνείς σχέσεις και παράλληλα τις καθημερινές εμπειρίες των στρατιωτών στο μέτωπο. Πως βλέπουν π.χ. τη Σερβία στον ΑΠΠ οι στρατιώτες και πως οι διπλωμάτες; Ποια εικόνα για τη Σερβία διαμορφώνουν οι ξένοι που έρχονται στη χώρα; Πρέπει επίσης να μελετηθούν τα δημογραφικά δεδομένα της χώρας πριν και μετά τον πόλεμο, οι κοινωνικές αλλαγές, επίσης που επέφερε ο πόλεμος. Το σημαντικότερο ζήτημα, ωστόσο, παραμένει πως έγινε η μετάβαση από το σερβικό εθνικό πρόγραμμα στο πρόγραμμα μίας ενωμένης Γιουγκοσλαβίας. Όλα αυτά, λοιπόν, τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά.

 

 

 

Τι κληρονομιά έχει αφήσει ο ΑΠΠ στη συλλογική μνήμη των Σέρβων και στη σημερινή σερβική κοινωνία;

 

12873382_10205973710123855_1224858439_oΟ ΑΠΠ κατέχει εξέχουσα θέση στη συλλογική μνήμη των Σέρβων. Όπως και όλα τα έθνη του κόσμου, έτσι κι οι Σέρβοι έχουν μερικά σημεία που αποτελούν τομές στην ιστορία τους και τα οποία διαδραματίζουν καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση της εθνικής τους ταυτότητας. Τα πιο σημαντικά είναι η μεσαιωνική δυναστεία των Νεμανιδών (ιδρυτής της οποίας ήταν ο Άγιος Συμεών ο Χιλανδαρινός, κατά κόσμον Στέφαν Νεμάνια), ο Άγιος Σάββας, η μάχη του Κοσσόβου, η πρώτη και η δεύτερη σερβική εξέγερση, οι Βαλκανικοί πόλεμοι, ο ΑΠΠ, ο ΒΠΠ και η διαπραχθείσα γενοκτονία εις βάρος των σερβικών πληθυσμών κατά τη διάρκεια του τελευταίου. Ο ΑΠΠ έχει χαραχθεί στη μνήμη των Σέρβων ως εποχή ηρωισμού, ως εποχή ενός δίκαιου και αμυντικού πολέμου, για την οποία όλοι είμαστε περήφανοι. Δεν υπάρχει οικογένεια στη Σερβία που δεν έχει παππού ή προπάππου παρασημοφορεμένο ή νεκρό στον αγώνα για την απελευθέρωση και την ένωση του σερβικού λαού. Όλοι νιώθουμε περηφάνια όταν βλέπουμε παλιές φωτογγραφίες με τους γέροντες με τα μουστάκια και τις σάικατσες[3] και αυτό διότι γίνεται αντιληπτό ότι επρόκειτο για έναν λαϊκό αγώνα.

Από την άλλη ο ΑΠΠ έχει μείνει χαραγμένος στη μνήμη μας ως μία δημογραφική καταστροφή. Σύμφωνα με επίσημες σερβικές στατιστικές χάθηκε στον ΑΠΠ 1.247.000 σερβικού πληθυσμού. Ακόμα και σήμερα το εν λόγω ζήτημα αποτελεί πεδίο αντιπαραθέσεων στο δημόσιο διάλογο.

Τέλος, ένα τρίτο ζήτημα είναι η μετάβαση από τη σερβική εθνική ιδέα στον γιουγκοσλαβισμό. Το ερώτημα δηλαδή εάν θα έπρεπε να δημιουργηθεί ένα ενιαίο σερβικό κράτος με την ένωση όλων των σερβικών χωρών ή εάν θα έπρεπε να επιδιωχθεί η ένωση με τους Κροάτες και τους Σλοβένους. Εγώ ανήκω σε εκείνους τους ιστορικούς που θεωρούν την ελευθερία ως την πιο φωτεινή παράδοση και ότι ο αγώνας για αυτήν είναι χρέος κάθε πολίτη. Ωστόσο, θεωρώ ότι η δουλειά των ιστορικών δεν είναι να διαπληκτίζονται με την ιστορία. Καθήκον τους είναι να εξηγούν τι έγινε και για ποιο λόγο έγινε και όχι να δικάζουν, διότι σήμερα εκατό χρόνια αργότερα είναι εύκολο να γίνεις μετά Χριστόν προφήτης. Ως επαγγελματίες ιστορικοί είμαστε υποχρεωμένοι να προσπαθούμε, στο μέτρο του εφικτού, να επιτύχουμε την αντικειμενικότητα.

Για τη Σερβία των αρχών του 20ου αιώνα το ζητούμενο ήταν η ελευθερία και η εθνική ανεξαρτησία. Για τη σημερινή Σερβία;

 

Όλη η Ευρώπη έχει αλλάξει. Στους σημερινούς Ευρωπαίους, τους Γερμανούς, τους Άγγλους, τους Γάλλους τα ιδανικά του 1914 φαίνονται πολύ μακρινά και ξένα. Τα ιδανικά που αναφέρετε ήταν ιδανικά όλων των ευρωπαϊκών λαών εκείνη την περίοδο, αλλά οι σημερινές γενιές δεν εμφορούνται από τα αυτά τα ιδανικά και ως εκ τούτου νιώθουν αποξενωμένοι από τους προγόνους τους. Όταν κάποιος κοιτάει τη σημερινή Σερβία, αναρωτιέται εάν πραγματικά οι σημερινοί Σέρβοι είναι απόγονοι των Σέρβων του 1914, γιατί μπορεί να μας συνδέουν οι δεσμοί αίματος, αλλά το πρωταρχικό είναι οι πνευματικοί δεσμοί. Ασφαλώς δεν μπορούμε να έχουμε τα ίδια ιδανικά με τους παππούδες μας που έζησαν σε μία εντελώς διαφορετική εποχή, αλλά πάντα διατηρείται κάτι από γενιά σε γενιά. Αυτό το κάτι είναι ο στοιχειώδης πατριωτισμός. Πρόκειται για τον στοιχειώδη πατριωτισμό που θα έπρεπε να είναι κοινός παρονομαστής όλων των κατοίκων της Ευρώπης. Η ιδέα της εθνικής κυριαρχίας, το δικαίωμα του έθνους να αποφασίζει μόνο του τη μοίρα του και αυτό είναι το στοιχείο που ενώνει όλους τους πατριώτες στην Αγγλία, τη Γαλλία αλλά και στη Σερβία και στην Ελλάδα. Φυσικά ο κάθενας ερμηνεύει τον πατριωτισμό με τον δικό του τρόπο, αλλά εκλαμβάνουμε τον πατριωτισμό στην πιο βασική του μορφή, όπως τον γνωρίσαμε στην αρχαία Ελλάδα, τον πατριωτισμό που προϋποθέτει αλληλεγγύη μεταξύ των πολιτών της πόλεως, οι οποίοι έχουν καθήκον να αντιπαρατεθούν τόσο με τον τύραννο στο εσωτερικό, όσο και με τον ξένο κατακτητή. Έναν πατριωτισμό χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς που δε στηρίζεται στη φυλετική συγγένεια αλλά στην κοινότητα ιδανικών. ανεξάρτητα από τις αλλαγές των καιρών – μολονότι δεν μπορούμε να εξισώσουμε την αρχαία πόλη-κράτος με το σημερινό έθνος-κράτος – υπάρχει κάτι το οποίο μας συνδέει με το παρελθόν μας. Είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι η πλειονότητα των Σέρβων και των Ελλήνων πολιτών σκέφτεται με αυτόν τον τρόπο. Αλλά υπάρχει χάσμα μεταξύ της πλειονότητας της κοινής γνώμης και αυτών που προβάλλουν τα ΜΜΕ. Κατ’ εμέ είναι αναγκαίο να ξεκινήσει ένας διάλογος σχετικά με τις συνέχειες και τις ασυνέχειες στην ιστορία, σχετικά με αυτά που οι σύγχρονοι Σέρβοι, Έλληνες, Πολωνοί, Ούγγροι κ.ο.κ. χρωστάνε στις πατρίδες τους και με αυτά που χρωστάνε στην ευρύτερη κοινότητα που λέγεται Ευρώπη.

Πως μπορούμε να συνδυάσουμε σήμερα τον πατριωτισμό με την παγκοσμιοποίηση;

 

Η παγκοσμιοποίηση έχει και θετική και αρνητική πλευρά. Κατά τη γνώμη μου, σήμερα επικρατεί η αρνητική πλευρά διότι εδώ και καιρό ως παγκοσμιοποίηση νοείται η επικράτηση σε παγκόσμιο επίπεδο των Αγγλοσαξόνων, του ΝΑΤΟ και του νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού συστήματος. Στην βάση του αυτό το οικοδόμημα είναι ρατσιστικό και επ’ αυτού μπορούν καλύτερα να μας διαφωτίσουν οι Λατινοαμερικάνοι. Πρόκειται, επί της ουσίας, για ιμπεριαλισμό και αποικιοκρατία που εξαπλώνονται σε όλον τον κόσμο. Όσον αφορά τις βαλκανικές χώρες, αυτή η νέα παγκόσμια τάξη είναι γεμάτη προκαταλήψεις, τις οποίες έχουν περιγράψει η Μαρία Τοντόροβα και η Έλλη Σκοπετέα ως «βαλκανοποίηση». Η εναλλακτική θα πρέπει να στηρίζεται σε όσους αισθάνονται ότι πρέπει να προβληθεί κάποια αντίσταση. Κατά τη γνώμη μου, εφόσον πρόκειται για αντίσταση σε αυτού του είδους τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό η εναλλακτική θα πρέπει να αναζητηθεί στην αριστερά, χωρίς αυτό, ωστόσο, να είναι δεσμευτικό. Εξαρτάται βέβαια τι ορίζουμε αριστερά και τι δεξιά. Πρέπει, ωστόσο, η εναλλακτική να είναι και πατριωτική καθώς μιλάμε για αντίσταση στον ιμπεριαλισμό. Το λατινοαμερικάνικο μοντέλο μπορεί να είναι για εμάς μακρινό, αλλά είναι και κοινωνικό και πατριωτικό. Εν ολίγοις, μία εναλλακτική πρόταση θα πρέπει να είναι εναρμονισμένη με τις παραδόσεις και την κουλτούρα της εκάστοτε χώρας.

Σε πρόσφατη συνέντευξή σας δηλώσατε ότι «οι λαοί με μακρινό και ένδοξο παρελθόν δεν μπορούν να αποικιοποιηθούν». Μπορεί επομένως η ιστορία να λειτουργήσει ως προστατευτικό δίχτυ για μία κοινωνία σε περιόδους κρίσης και αμφισβήτησης της εθνικής ιδιοπροσωπείας της;

 

Ναι, πιστεύω ότι μπορεί. Η ιστορία έχει αποδείξει, ήδη κατά τον 19ο αιώνα, τον αιώνα των αυτοκρατοριών ότι δεν είναι εξίσου εύκολο να αποικιοποιείς αφρικανικές χώρες και π.χ. την Περσία, η οποία έχει πλούσια ιστορική κληρονομιά. Το ίδιο ισχύει και σήμερα. Η αποικιοποίηση της Τουρκίας, μίας χώρας με μακρά και σοβαρή ιστορική μνήμη, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Δεν ήταν εύκολο να αποικιοποιήσεις τους Έλληνες, όσον αφορά ας πούμε την Κύπρο, ως βρετανική αποικία, και την μετέπειτα προσπάθεια δημιουργίας μιας κυπριακής ταυτότητας. Δεν κατέστη δυνατή η αποικιοποίηση των Σέρβων της ΒΕ. Γιατί η Αυστροουγγαρία στη ΒΕ εγκαθίδρυσε ένα αποικιοκρατικό καθεστώς, μία Κένυα ας πούμε στην καρδιά της Ευρώπης. Ασφαλώς τα αίτια του ΑΠΠ είναι βαθύτερα, αλλά η σύγκρουση μεταξύ Αυστροουγγαρίας και Σερβίας προκλήθηκε εξ αιτίας της απόπειρας αποικιοποίησης των Σέρβων και της αλλαγής της ταυτότητάς τους στη ΒΕ, εξ αιτίας της προσπάθειας μετατροπής τους σε Βοσνίους. Ο Πρίντσιπ είχε γεννηθεί στη ΒΕ όχι στη Σερβία. Η αποικιοποίηση μπορεί να γίνει είτε δια των όπλων, είτε μέσω της οικονομικής και της πολιτισμικής οδού, με την επιβολή ενός πολιτισμικού κώδικα παντελώς ξένου προς τους ντόπιους. Λαοί, ωστόσο, μακράς ιστορικής μνήμης είναι σχεδόν όλοι οι ευρωπαϊκοί λαοί και σίγουρα οι Έλληνες και οι Σέρβοι.

 

Θεωρείτε επομένως ότι η αναθεωρητική αυτή ιστοριογραφία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας αποικιοποίησης;

 

ZurnalΑσφαλώς. Το ζήτημα της αποικιοποίησης, άλλωστε, είναι και σημερινό ζήτημα. Κατ’ εμέ σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη η αποικιοποίηση της Ανατολικής και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, η οποία συντελείται κυρίως σε οικονομικό και πνευματικό επίπεδο. Η Ελλάδα βρίσκεται σε διαφορετική κατάσταση διότι τα τελευταία πενήντα-εξήντα χρόνια έζησε σε διαφορετικές συνθήκες από αυτές που έζησαν η Σερβία και οι υπόλοιπες χώρες της (μετα)κομμουνιστικής Ανατολικής Ευρώπης. Φαίνεται, ίσως, ότι ζούμε σε διαφορετική ιστορική εποχή, αλλά αυτό που είναι κοινό είναι η προσπάθεια, κυρίως των Αγγλοσαξόνων και της Γερμανίας, να καθιερώσουν στην περιοχή (εκτός από την οικονομική) και την πολιτισμική τους  πρωτοκαθεδρία, έτσι ώστε σε λίγα χρόνια τα μη αγγλοσαξωνικά και γερμανικά έθνη να ντρέπονται που δεν μοιάζουν με τους Γερμανούς, τους Άγγλους ή τους Αμερικάνους. Ίσως δεν είναι μακρινή η μέρα που θα είμαστε όλοι δυστυχισμένοι που δεν έχουμε ξανθιά μαλλιά, γαλάζια μάτια και ψηλά, ευθυτενή σώματα. Το σημαντικότερο ζήτημα είναι να αντισταθούμε στην νέο-αποικιοκρατία, η οποία βρίσκεται εν εξελίξει στην Ασία, την Αφρική και την Ευρώπη. Η αναθεώρηση της ιστορίας του ΑΠΠ είναι μέρος αυτής της πολιτικής. Για να είμαστε, όμως, ακριβείς πρέπει να τονίσουμε ότι η ιστορία δεν συνιστά θρησκευτικό δόγμα. Έχουμε κάθε δικαίωμα να θέτουμε τις αμφιβολίες μας και να συζητούμε κάθε ιστορικό ζήτημα. Αλλά όταν βλέπουμε συστηματικές προσπάθειες προκειμένου να επιβληθεί μία ερμηνεία ενός ιστορικού γεγονότος, πίσω από ην οποία κρύβεται μία συγκεκριμένη πολιτική, εν προκειμένω η προσπάθεια να αμφισβητηθεί η υπαιτιότητα της Γερμανίας και των συμμάχων της για την έκρηξη του ΑΠΠ (οι οποίες κατά τη γνώμη μου αποδεικνύονται από τους ίδιους τους Γερμανούς ιστορικούς προεξάρχοντος του Φριντς Φίσερ[4]), τότε είναι καθήκον μας να ανταποκριθούμε στις προκλήσεις, που έχουν λάβει ήδη μεγάλες διαστάσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποδεχθούμε αυτές τις θέσεις, αλλά αντιθέτως να εισέλθουμε σε έναν σοβαρό διάλογο που θα προϋποθέτει ανταλλαγή επιχειρημάτων.

12873563_10205973705883749_504321860_oΟ Μίλος Κόβιτς είναι Σέρβος ιστορικός. Φοίτησε στο Τμήμα Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, από όπου και έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα και μετεκπαιδεύτηκε στο Τμήμα Νεώτερης Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Από το 2007 είναι αναπληρωτής καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, όπου διδάσκει το μάθημα της Νεώτερης και Σύγχρονης Ιστορίας. Ο κ. Κόβιτς έχει πλούσιο συγγραφικό έργο. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται κυρίως στη διπλωματική ιστορία και την ιστορία των ιδεών.

 

Loypas

Αθανάσιος Λούπας, Υποψήφιος Διδάκτορας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Παραπομπές

[1] Πρόκειται για την δολοφονία του Σέρβου βασιλιά Αλέξανδρου Ομπρένοβιτς και της συζύγου του Ντράγκα Μάσιν από αξιωματικούς του σερβικού στρατού, οι οποίοι είχαν την υποστήριξη μέρους του πολιτικού κόσμου της Σερβίας. Οι λόγοι θα πρέπει να αναζητηθούν στην αυταρχική πολιτική του Αλεξάνδρου, η οποία αποτελούσε τροχοπέδη τόσο για την προώθηση αστικών και πολιτικών ελευθεριών στο εσωτερικό, όσο και στον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία. Το πραξικόπημα σηματοδότησε την ανατροπή φιλοασυστριακής δυναστείας των Ομπρένοβιτς και την επάνοδο των Καρατζώρτζεβιτς που θεωρούνται ρωσόφιλοι.

[2] Τα σημαντικότερα από τα έργα των παραπάνω ιστορικών είναι τα εξής: В. Ћоровић, Односи Србије и Аусто-Угарске у XX веку [Οι σχέσεις Σερβίας και Αυστροουγγαρίας στον 20ο αιώνα], Београд 1992; Д. Живојиновић, Невољни ратници: Велике силе и Солунски фронт (1914-1918) [Απρόθυμοι πολεμιστές: Οι Μεγάλες Δυνάμεις και το Μακεδονικό Μέτωπο (1914-1918)], Београд 2008; Велики рат Србије [Ο μεγάλος πόλεμος της Σερβίας 1914], приредили М. Војводић и Д. Живојиновић, Београд 1970; М. Екмечић, Ратни циљеви Србије 1914 [Οι πολεμικοί στόχοι της Σερβίας], Београд 1973; А. Митровић, Србија у Првом светском рату [Η Σερβία στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο], Београд 1984; М. Ђуришић, Б. Ратковић, С. Скоко, Д. Живојиновић, М. Војводић, Први светски рат I-II [Ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος Ι-ΙΙ], Цетиње и Београд 1976; Ж. Павловић, Рат Србије са Аустро-Угарском, Немачком и Бугарском 1915 [Ο πόλεμος της Σερβίας με την Αυστροουγγαρία, τη Γερμανία και τη Βουλγαρία το 1915], Београд 1968; С. Скоко, Војвода Радомир Путник I-II [Ο Στρατάρχης Ράντομιρ Πούτνικ Ι-ΙΙ], Београд 1984; П. Опачић, Србија и Солунски фронт [Η Σερβία και το Μακεδονικό Μέτωπο], Београд 1984.

[3] Παραδοσιακά σερβικά καπέλα, τα οποία φορούσαν οι στρατιώτες του σερβικού στρατού.

[4] Fritz Fischer, Griff nach der Weltmacht: die Kriegszielpolitik des Kaiserlichen Deutschland, 1914–18, 1961. Μεταφράστηκε στα αγγλικά «Germany’s Aims in the First World War», από τους Holborn και James Joll το 1968. Fritz Fischer , Krieg der Illusionen: Die deutsche Politik von 1911 bis 1914, 1969. Βλ. και την αγγλική έκδοση «War of Illusions: German Policies from 1911 to 1914» μετάφραση Marian Jackson και Alan Bullock (1975).

Άγγελος Συρίγος: Μικρασιατική καταστροφή: «γενοκτονία» ή «μοιραία συνέπεια» ενός πολέμου;

Άγγελος Συρίγος: Μικρασιατική καταστροφή: «γενοκτονία» ή «μοιραία συνέπεια» ενός πολέμου;

1. Εισαγωγή

Το 1998 η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε το νόμο 2645/1998. Σύμφωνα με το πρώτο άρθρο του νόμου[1] η 14η Σεπτεμβρίου κάθε έτους ορίσθηκε «ως ημέρα εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος». Η ψήφιση του νόμου έγινε ομόφωνα χωρίς τη διατύπωση αντιρρήσεων ή έστω κάποιων επιφυλάξεων για το περιεχόμενο και τον σκοπό του. Αντιθέτως, δύο χρόνια αργότερα το 2001, η διαβίβαση για υπογραφή ενός σχεδίου Προεδρικού Διατάγματος κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2 του Νόμου[2] από την ίδια κυβέρνηση, συνάντησε προβλήματα και απετέλεσε αντικείμενο πολιτικής αντιπαραθέσεως.[3]

Η πολιτική αντιπαράθεση οδήγησε στο να τεθεί το ερώτημα κατά πόσον τα ιστορικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στη Μικρά Ασία στις αρχές του 20ου αιώνα και κορυφώθηκαν τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1922 συνιστούν γενοκτονία του ελληνισμού της Μικράς Ασίας ή αποτελούν μοιραία συνέπεια ενός πολέμου που διήρκεσε πολλά χρόνια και είχε πολλά βίαια επεισόδια. Στόχος του παρόντος άρθρου είναι, με βάση τα ιστορικά στοιχεία, να εξετασθεί ο νομικός χαρακτηρισμός των γεγονότων εκείνης της εποχής και να διαπιστωθεί η ορθή νομική τους αντιμετώπιση πέραν από πρόσκαιρες πολιτικές αντιπαραθέσεις.

  1. Τί είναι Γενοκτονία

Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συμβάσεως του ΟΗΕ του 1948 για την πρόληψη και καταστολή της γενοκτονίας, όπως επαναλαμβάνεται και στο άρθρο 6 του Καταστατικού Χάρτη του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου του 1998

«γενοκτονία νοείται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες πράξεις που ενεργούνται με την πρόθεση ολικής ή μερικής καταστροφής ομάδος εθνικής, εθνολογικής, φυλετικής ή θρησκευτικής:

α. φόνος των μελών της ομάδας,

β. σοβαρά βλάβη της σωματικής ή διανοητικής ακεραιότητας των μελών της ομάδας,[4]

γ. εκ προθέσεως υποβολή της ομάδας σε συνθήκες διαβιώσεως δυνάμενες να επιφέρουν την πλήρη ή τη μερική σωματική καταστροφή αυτής»[5]

δ. μέτρα αποβλέποντα εις την παρεμπόδισιν των γεννήσεων εις τους κόλπους ορισμένης ομάδος κ.λ.π.

Φυσικά η σύμβαση αυτή δεν ίσχυε κατά το χρόνο των γεγονότων της μικρασιατικής καταστροφής, ούτε έχει αναδρομική ισχύ. Η χρήση της όμως και η επίκληση του ορισμού της γίνεται αφ’ ενός διότι πρόκειται περί του μοναδικού κειμένου που καθορίζει ρητώς την έννοια της γενοκτονίας. Αφ’ ετέρου, όπως έχει αναφέρει και το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης από το 1951:

«οι αρχές που περιλαμβάνονται στη σύμβαση αναγνωρίζονται από τα πολιτισμένα κράτη ότι δεσμεύουν όλα τα κράτη ακόμη και εάν δεν έχουν συμβατική υποχρέωση. Η πρόθεση ήταν η Σύμβαση [κατά της γενοκτονίας] να έχει παγκόσμιο πεδίο δράσεως» [6]

Συνεπώς, η Σύμβαση καθιερώνει συμβατικά μία οικουμενική αρχή, την απαγόρευση της γενοκτονίας, που ίσχυε και προ της καταγραφής της το 1948. Αυτή η αρχή δεσμεύει όλα τα κράτη εθιμικά, ασχέτως εάν έχουν υπογράψει τη σύμβαση του 1948. Ο οικουμενικός χαρακτήρας της Συμβάσεως, καθώς και οι αντιδράσεις π.χ. στην περίπτωση της αρμενικής γενοκτονίας το 1915, όπως αναλύεται κατωτέρω, βεβαιώνουν ότι πολύ πριν το 1948, η γενοκτονία ήταν καταδικασμένη ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Επίσης, πρέπει να τονισθεί, ότι το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο στο άρθρο 5 του Καταστατικού του ξεχωρίζει τη γενοκτονία από τα λοιπά εγκλήματα στα οποία έχει αρμοδιότητα, κατατάσσοντας αυτή σε ξεχωριστη κατηγορία, ενώ ακολουθούν τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και τα εγκλήματα πολέμου. Αυτή η διαφοροποίηση δείχνει και τη σοβαρή διαφορά μεταξύ γενοκτονίας και λοιπών εγκλημάτων.

  1. Η απαγόρευση εγκλημάτων που συνιστούσαν γενοκτονία πριν το 1948

Η καθολική απαξία πράξεων που συνιστούσαν γενοκτονία και αποτελούσαν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ήταν ήδη γνωστή πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ιδίως σε σχέση με την γενοκτονία των Αρμενίων. Πιο συγκεκριμένα στη Σύμβαση της Χάγης του 1907 είχε περιληφθεί ο «όρος Μαρτενς»[7] που ανέφερε ότι

«Έως ου καταρτισθή πληρέστερος κώδιξ των εν πολέμω νόμων τα Υψηλά συμβαλλόμενα Μέρη, κρίνουσι σκόπιμον να βεβαιώσωσιν ότι εις τας περιπτώσεις τας μη παρ’ αυτών κανονισθείσας οι τε πληθυσμοί και οι εμπόλεμοι μένουσιν υπό την προστασίαν και το κράτος των αρχών του διεθνούς δικαίου, οίαι αύται πηγάζουσιν εκ των υπό των πεπολιτισμένων εθνών τεθέντων εθίμων, των νόμων της φιλανθρωπίας και των απαιτήσεων της δημοσίας συνειδήσεως».[8]

Το κείμενο αυτό καταδεικνύει ότι η διεθνής κοινότητα αναγνώριζε ήδη από τις αρχές του 20ουαιώνα ότι υπήρχαν υπέρτερες αρχές και διεθνή έθιμα που δεν είχαν ακόμη κωδικοποιηθεί και τα οποία προστάτευαν τους πληθυσμούς κατά την περίοδων ενόπλων συγκρούσεων.[9]

Αυτό κατέστη σαφέστερο όταν κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, την 24η Μαΐου 1915, οι δυνάμεις της Αντάντ καταδίκασαν τις σφαγές των Αρμενίων από την Οθωμανική κυβέρνηση. Προειδοποίησαν ότι «λόγω των νέων αυτών εγκλημάτων της Τουρκίας κατά της ανθρωπότητας και του πολιτισμού» θα θεωρούσαν υπευθύνους όλα τα μέλη της τουρκικής κυβερνήσεως καθώς και τους αξιωματούχους που είχαν αναμειχθεί στις σφαγές.[10] Η Τουρκία απάντησε ότι εντός των συνόρων της μπορεί να λάβει οποιοδήποτε μέτρο για την ασφάλειά της χωρίς να έχει υποχρέωση να εξηγήσει τις ενέργειές της σε ξένες κυβερνήσεις.[11]

Το 1919 κατά τη διάσκεψη για την ειρήνη στο Παρίσι θεσπίσθηκε ειδική επιτροπή με αντικείμενο τις ευθύνες και κυρώσεις που έπρεπε να επιβληθούν στις ηττηθείσες δυνάμεις κατά τον Πόλεμο. Εκεί συζητήθηκαν μεταξύ άλλων και τα εγκλήματα που είχαν γίνει κατά τη διάρκεια του πολέμου, περιλαμβανομένης και της γενοκτονίας των Αρμενίων. Ο Νικόλαος Πολίτης, μέλος της επιτροπής και Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος πρότεινε τη υιοθέτηση μίας νέας κατηγορίας εγκλημάτων πολέμου που συνιστούν «σοβαρές παραβιάσεις του ανθρωπίνου δικαίου» αν και για τεχνικούς λόγους μπορεί να μην αντίκεινται σε συγκεκριμένες διατάξεις του ποινικού δικαίου.[12] Οι θέσεις του Πολίτη έγιναν δεκτές από την επιτροπή που είχε αναλάβει να μελετήσει το θέμα. Το αποτέλεσμα ήταν ότι στα άρθρα 226 και 230 της Συμβάσεως των Σεβρών θεσπίσθηκε ρητή υποχρέωση της Τουρκίας να παραδόσει για να δικασθούν πρόσωπα που ήσαν υπεύθυνα για τις «σφαγές» που έλαβαν χώρα σε εδάφη της αυτοκρατορίας.

Εν όψει της πιθανής παραπομπής τους σε δικαστήριο για τις σφαγές των Αρμενίων, επτά υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της ηγεσίας των Νεοτούρκων, άμεσα ενεχόμενοι στα εγκλήματα, είχαν ήδη διαφύγει από την Κωνσταντινούπουλη από το Νοέμβριο του 1918.[13] Τελικώς, το 1920 οι Βρετανοί φυλάκισαν στην Μάλτα 118 υψηλόβαθμους Τούρκους που ενέχονταν σε εγκλήματα πολέμου. Η μεγάλη δυσκολία συγκεντρώσεως αποδεικτικού υλικού για την περίοδο των σφαγών κατά τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο και η απροθυμία συνεργασίας επ’ αυτού του θέματος της οθωμανικής κυβερνήσεως, οδήγησε τελικώς το 1921 σε απελευθέρωση όσων Τούρκων παρέμεναν ακόμη στα χέρια των Βρετανών και δεν είχαν δραπετεύσει.

Παρ’ όλα αυτά στην ίδια την Οθωμανική αυτοκρατορία μεταξύ 1919-1921 διεξήχθησαν κάποιες δίκες αξιωματούχων που έλαβαν μέρος στη γενοκτονία των Αρμενίων ενώπιον στρατοδικείων. Εκατόν τριάντα κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν για παραβίαση των οθωμανικών νόμων και όχι του διεθνούς δικαίου, γεγονός που αποδεικνύει ότι πέραν των εθιμικών διεθνών κανόνων υπήρχαν και εσωτερικοί τουρκικοί νόμοι που ποινικοποιούσαν μαζικές σφαγές αμάχων.[14] Πέραν της καταδίκης κάποιων χαμηλόβαθμων αξιωματούχων (σε μία περίπτωση σε θάνατο) οι δίκες παρέμειναν ημιτελείς μέσα στη σύγχυση και στο χάος που επικρατούσε στην Τουρκία εκείνης της περιόδου. Η επιβολή του κεμαλικού καθεστώτος και η υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης με την οποία ουσιαστικά αμνηστεύθηκαν τα εγκλήματα εκείνης της περιόδου,[15] οδήγησε στην τελική ατιμωρησία των υπευθύνων.

Συμπερασματικά, η καταδίκη εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, όπως είναι η γενοκτονία, δεν ήταν έννοια άγνωστη προ του 1948. Αφ’ ενός μεν είχε περιληφθεί η σχετική αναφορά στους κανόνες του διεθνούς εθιμικού δικαίου στη σύμβαση της Χάγης του 1907. Αφ’ ετέρου δε τα γεγονότα που είχαν ακολουθήσει τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο και η προσπάθεια για εκδίκαση των ενεχομένων στη γενοκτονία των Αρμενίων καθώς και η φυγή των πρωταιτίων καταδεικνύουν ότι ήταν σαφές και στην Τουρκία ότι πράξεις όπως οι μαζικές δολοφονίες, οι προσχηματικές μετακινήσεις πληθυσμών που κατέληγαν σε εξόντωσή τους, η σφαγή όλων των ανδρών, οι βιασμοί γυναικών κ.λ.π. ήσαν απολύτως καταδικαστέες τόσο από το διεθνές όσο και από το οθωμανικό δίκαιο.

  1. Τα γεγονότα μετά την κατάρρευση του μετώπου στην Μικρά Ασία τον Αύγουστο του 1922

Με βάση τον ορισμό της γενοκτονίας της συμβάσεως του 1948, θα εξετασθούν τα γεγονότα του 1922. Θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι δεν αρκούν φόνοι σε εκτεταμένη κλίμακα για να υπάρχει γενοκτονία. Πρέπει ταυτοχρόνως να μπορεί να αποδειχθεί ότι υπήρχε πρόθεση ολικής ή μερικής καταστροφής των Ελλήνων. Σε άλλη περίπτωση θα έχουμε εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όταν στρέφονται κατά αμάχων, αλλά δεν θα υπάρχει γενοκτονία.

Μαζικές συλλήψεις και εκτοπισμοί αρρένων: Στις 3/16 Σεπτεμβρίου 1922, μία εβδομάδα μετά την είσοδο των Τούρκων στη Σμύρνη, ο στρατιωτικός διοικητής Σμύρνης Νουρεντίν με την υπ’ αριθμόν 5 διαταγή του[16] έδωσε εντολή να συλληφθούν όλοι οι άρρενες Έλληνες και Αρμένιοι ηλικίας από 18 έως 45 ετών. Στην πράξη περιελήφθησαν όλοι οι άρρενες ηλικίας 16 έως 55-60 ετών. Όλοι αυτοί εστάλησαν στα Τάγματα Εργασίας [Αμελέ Ταμπουρού] (για τα οποία γίνεται λόγος κατωτέρω) και εξοντώθηκαν στη συντριπτική τους πλειοψηφία. Η σύλληψη και εξόντωση όλου του άρρενος πληθυσμού μίας ομάδας αποτελεί κατ’ εξοχήν μέσον γενοκτονίας, αφού στερεί την δυνατότητα αναπαραγωγής της φυλής και, υπό τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής, προστασίας των γυναικοπαίδων και παροχής μέσων για την επιβίωσή τους.

Εθνικές εκκαθαρίσεις: Με την ίδια απόφαση εκλήθησαν όλες οι οικογένειες Ελλήνων και Αρμενίων που κατάγονταν από τα παράλια της Σμύρνης να εγκαταλείψουν μέχρι την 17/30 Σεπτεμβρίου 1922 τη χώρα. Όσοι δεν είχαν φύγει μέχρι τη συγκεκριμένη ημερομηνία θα εθεωρούντο ύποπτοι απειλής κατά της ασφάλειας του στρατού και της δημοσίας τάξεως με συνέπεια την εξορία στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Οι μαζικές διώξεις και οι συλλήβδην εκτοπίσεις όλων των γυναικοπαίδων, λαμβανομένων υπ’ όψιν και των αντίστοιχων μεθόδων που ακολούθησαν οι Τούρκοι για τη γενοκτονία των Αρμενίων, συνιστούν εθνοκάθαρση και γενοκτονία.

Τάγματα εργασίας: Οι αιχμάλωτοι άνδρες και όσα γυναικόπαιδα δεν μπόρεσαν εντός του καθορισμένου από τον Νουρεντίν διαστήματος των 13 ημερών να διαφύγουν από τη Μικρά Ασία (μέχρι δηλ. την 17/30 Σεπτεμβρίου 1922), οδηγήθηκαν στα Τάγματα Εργασίας. Αρκετοί από αυτούς εσφάγησαν τις αμέσως επόμενες ημέρες. Οι υπόλοιποι εξολοθρεύθηκαν από κακουχίες, ασιτία, επιδημίες εξανθηματικού τύφου και εντερίτιδας. Από τον δεκάδες χιλιάδες αιχμαλώτων (μόνον από την πόλη και την περιοχή της Σμύρνης υπολογίζεται ότι είχαν συλληφθεί 150.000 άτομα) επέζησαν και ήλθαν στην Ελλάδα το 1924 περίπου 18.540 άτομα εκ των οποίων μόνον οι 320 ήσαν πολιτικοί κρατούμενοι.[17] Αξίζει να σημειωθεί ότι όσοι επιζούσαν ένα περίπου χρόνο μετά τη σύλληψή τους, κατά την υπογραφή της Συμβάσεως περί ανταλλαγής πληθυσμών, έπρεπε σύμφωνα με το άρθρο 4 να σταλούν αμέσως στην Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά οι τουρκικές αρχές τους κράτησαν παρά τη συμφωνία για ακόμη εννέα μήνες, υποβάλλοντάς τους σε σκληρή καταναγκαστική εργασία.[18]

H πυρπόληση της Σμύρνης: Στις 31 Αυγούστου/13 Σεπτεμβρίου 1922 έγινε η πυρπόληση της Σμύρνης. Σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, η πυρπόληση ήταν εσκεμμένη[19] και καθοδηγούμενη από τον τουρκικό στρατό. Τούρκοι στρατιώτες με δοχέια πετρελαίου και εμπρηστικές βόμβες πυρπόλησαν όλες τις ελληνικές και την αρμενική συνοικία, «αφήνοντας την πιο εύφλεκτη τουρκική συνοικία» απείρακτη.[20] H φωτιά διήρκεσε επί μία εβδομάδα καταστρέφοντας 55.000 σπίτια, εκ των οποίων 43.000 ελληνικά, 10.000 αρμενικά και 2.000 ξένων υπηκόων. Η καταστροφή των κατοικιών εκ προθέσεως, όπως έγινε με το σύνολο σχεδόν των ελληνικών κατοικιών στη Σμύρνη, συνιστά αποστέρηση των κατοίκων από τις εστίες τους και υποβολή της ομάδας σε συνθήκες διαβιώσεως δυνάμενες να επιφέρουν την πλήρη ή μερική σωματική καταστροφή αυτής.

Μαζικές σφαγές ελληνικών πληθυσμών: Παραλληλα με τις συλλήψεις, την εθνοκάθαρση και τους εκτοπισμούς, σημειώθηκαν πολλές μαζικές σφαγές του ελληνικού πληθυσμού στη Δυτική Μικρά Ασία[21] και στον Πόντο. Ο Ρακτιβάν, σύμβουλος του Βενιζέλου κατά τη συνδιάσκεψη της Λωζάνης, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία που είχε στη διάθεση του ο Βενιζέλος θεωρεί, ότι τα θύματα μεταξύ των Ελλήνων στην περίοδο 1919-1922 ανέρχονταν περίπου σε 500.000.[22] Εξ άλλου ήδη από τον Μάϊο του 1922 είχαν συζητηθεί στο βρετανικό κοινοβούλιο αναφορές για «τρομακτικές ωμότητες» των κεμαλικών δυνάμεων στον Πόντο «στα πλαίσια συστηματικής πολιτικής για την εξολόθρευση των χριστιανικών μειονοτήτων στη Μικρά Ασία».[23]

Μαζική έξοδος: Λόγω της απειλής των σφαγών, 760.000 πρόσφυγες,[24] η κατά άλλους συγγραφείς 848.000[25] ή 900.000,[26] διέφυγαν το χρονικό διάστημα αμέσως μετά τη κατάρρευση του μετώπου στην Ελλάδα για να γλυτώσουν τη ζωή τους.

Κατόπιν αυτών των στοιχείων είναι εμφανές ότι υπήρξαν μαζικές εξοντώσεις του πληθυσμού είτε άμεσα με σφαγές, είτε με υποβολή σε συνθήκες που επέφεραν το φυσικό τους θάνατο. Οι εξοντώσεις ήσαν συστηματικές και στράφηκαν αδιακρίτως κατά του ελληνικού άμαχου πληθυσμού. Η πρόθεση για αυτές τις εξοντώσεις από πλευράς τουρκικής ηγεσίας, εκδηλώθηκε με τις σχετικές αποφάσεις σε ανώτατο επίπεδο, όπως φαίνεται με διαταγή του στρατιωτικού διοικητή Σμύρνης Νουρεντίν, αλλά και τη μετέπειτα στάση της τουρκικής κυβερνήσεως με την πρακτική των Αμελέ Ταμπουρού. Κατόπιν αυτών των στοιχείων είναι προφανές ότι υπήρξε γενοκτονία του ελληνισμού, η οποία επικεντρώθηκε κυρίως στις περιοχές που ήσαν από το 1919 υπό ελληνική διοίκηση.[27] Η γενοκτονία συνοδεύθηκε από εθνοκάθαρση του ελληνικού και αρμενικού στοιχείου.

  1. Η αμφισβήτηση της γενοκτονίας

Τα βασικά επιχειρήματα όσων αμφισβητούν τη γενοκτονία των Ελλήνων στη Μικρά Ασία είναι τα εξής:

α. Τα όσα έγιναν στη Μικρά Ασία ήταν «συνέπεια ενός αιματηρού πολέμου στον οποίο η Ελλάδα όχι μόνον ήρξατο πρώτη χειρών αδίκων, αλλ’ ενεπλάκη σε ένα αδιέξοδο για σκοπούς κατακτητικούς και όχι απελευθερωτικούς…»[28]

β. η εκδίωξη των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία έγινε στο πλαίσιο της Συνθήκης περί ανταλλαγής πληθυσμών του 1923[29]

γ. αντιστοίχως η Ελλάδα μπορεί να κατηγορηθεί για ανάλογη συμπεριφορά έναντι των Τούρκων.

δ. «δεν είναι γνωστό κάποιο σχέδιο, όπως στην περίπτωση των Αρμενίων. Δεν υπάρχει για τους Έλληνες κάτι αντίστοιχο με την εντολή του Ταλάτ Πασά για τη ‘μαζική εκτόπιση’ των Αρμενίων το 1915»,[30]

Επ’ αυτών πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα:

α. Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος δικαιολογεί τα όσα έγιναν στη Μικρά Ασία το Σεπτέμβριο του 1922;

Ανάλογο επιχείρημα είχε αντιμετωπίσει το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης στην υπόθεση της προσφυγής της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης κατά της Γιουγκοσλαβίας. Το Διεθνές Δικαστήριο τότε είχε τονίσει ότι από πουθενά δεν συνάγεται πως η απαγόρευση της γενοκτονίας εξαρτάται από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή εκτελείται. Η γενοκτονία απαγορεύεται σε περιόδους πολέμου και ειρήνης. Το κρίσιμο στοιχείο που ενδιαφέρει είναι να εκτελούνται οι πράξεις που συνιστούν γενοκτονία και όχι η φύση της διαμάχης και οι συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η γενοκτονία.[31]

Συνεπώς, είναι παντελώς αδιάφορο εάν η γενοκτονία των Ελλήνων έλαβε χώρα αμέσως μετά τη συντριβή του ελληνικού στρατού και ήταν “μοιραία συνέπεια” του θυμού ή της εκδικήσεως των Τούρκων για εκείνους που είχαν εισβάλλει στην πατρίδα τους. Με αυτή τη “λογική”, οι λαοί της Ευρώπης θα μπορούσαν αμέσως μετά το τέλος των δύο παγκοσμίων πολέμων να προβούν σε γενοκτονία των Γερμανών όντας απολύτως δικαιολογημένοι.

Επιπλέον, εκτός από νομικά αδιάφορος, είναι και εκτός ιστορικής πραγματικότητας ο ισχυρισμός ότι η Ελλάδα “ήρξατο πρώτη χειρών αδίκων”. Πολύ πριν τη μικρασιατική εκστρατεία, η πολιτική των Νεοτούρκων ήταν η εξόντωση των μη μουσουλμανικών πληθυσμών. Ιθύνων νούς υπήρξε ο γερμανός στρατηγός Λίμαν Φον Σάντερς που ανέλαβε το 1913 τη στρατιωτική διοίκηση της Τουρκίας. Υπό την καθοδήγησή του άρχισε ο βίαιος εκτοπισμός των ελληνικών πληθυσμών της δυτικής Μικράς Ασίας προς την ενδοχώρα.[32] Η εντολή δόθηκε με απόφαση της τουρκικής κυβερνήσεως στη διοίκηση Σμύρνης στις 14 Μαϊου 1914.[33] Αν και ο εκτοπισμός δεν επεκτάθηκε στην πόλη της Σμύρνης, δεκάδες χιλιάδες Έλληνες από τις αγροτικές περιοχές της Τροίας έως τον κόλπο της Σάμου εκτοπίσθηκαν ή διέφυγαν στην Ελλάδα για να γλυτώσουν. Παράλληλα με τους εκτοπισμούς γίνονταν και επιτάξεις περιουσιών με στόχο τον πλήρη αποκλεισμό των Ελλήνων από την οικονομική ζωή.

Πολλές φορές οι εκτοπισμοί συνοδεύονταν από αθρόες σφαγές (π.χ. Φώκαια). Υπενθυμίζεται ότι με τη μέθοδο των εκτοπισμών και των πορειών μέσα σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες εξοντώθηκε το αρμενικό στοιχείο. Οι διωγμοί και οι βίαιοι εκτοπισμοί των Ελλήνων συνεχίσθηκαν μέχρι και το 1917.[34] Τα σπίτια των εκτοπισθέντων καταλάμβαναν αμέσως μουσουλμάνοι πρόσφυγες από τα Βαλκάνια. Τέλος, οι αστικοί πληθυσμοί διώχθηκαν δια μέσου της υποχρεωτικής στρατολογήσεως των ανδρών από 20-45 ετών, οι οποίοι εστάλησαν υπό εξοντωτικές συνθήκες εργασίας στα περιώνυμα Αμελέ Ταμπουρού-Τάγματα Εργασίας. Υπολογίζεται ότι κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο συνολικά 200.000 Έλληνες υποχρεωθηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους από τη Μικρά Ασία είτε ως πρόσφυγες είτε ως εκτοπισμένοι στην Ανατολία.[35]

Η γενοκτονία των Ελλήνων το 1922 δεν υπήρξε ένα συμπτωματικό, «τυχαίο» γεγονός. Ήταν συνέχεια ενός ευρύτερου σχεδίου που είχε ξεκινήσει η ηγεσία του νεοτουρκικού κινήματος με σκοπό τη δημιουργία εθνικού κράτους απαλλαγμένου από μη μουσουλμανικά-τουρκικά στοιχεία. Είχε ξεκινήσει κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου με τους Αρμενίους γενικώς και τους Έλληνες της περιοχής της Σμύρνης. Συνεχίσθηκε από το κεμαλικό καθεστώς με την εξόντωση όχι μόνον όλων των Ελλήνων της Ανατολίας αλλά και κάθε χριστιανικού στοιχείου στη δυτική Μικρά Ασία μετά την είσοδο των κεμαλικών στρατευμάτων στη Σμύρνη. Μετά το τέλος του πολέμου στόχος έγιναν οι εναπομείνασες μη μουσουλμανικές μειονότητες στην Κωνσταντινούπολη και οι Κούρδοι της νοτιανατολικής Τουρκίας.[36]

β. Η εκδίωξη των Ελλήνων έγινε στο πλαίσιο της συνθήκης περι ανταλλαγής πληθυσμών

Η Συνθήκη περί υποχρεωτικής ανταλλαγής των ελληνικών πληθυσμών που ζούσαν στην Τουρκία και των μουσουλμανικών πληθυσμών που ζούσαν στην Ελλάδα υπεγράφη στις 30 Ιανουαρίου 1923. Κατ’ εφαρμογή της συγκεκριμένης συνθήκης αντηλλάγησαν 189.916 Έλληνες και 355.635 Τούρκοι. Ο αριθμός του 1.100.000 Ελλήνων προσφύγων που αναφέρεται ότι έχει φθάσει στην Ελλάδα από την Τουρκία, περιλαμβάνει και όσους έφυγαν υπό την απειλή σφαγής πριν την υπογραφή της συνθήκης. Οι 189.000 Έλληνες προέρχονταν όλοι από περιοχές άλλες εκτός των αιγαιακών παραλιών της Μικράς Ασίας αφού εκεί δεν είχε μείνει ούτε ένας Έλληνας. Όπως ανέφερε και ο ΄διος ο Βενιζέλος σε μία επιτροπή προσφύγων το 1929:

«Το σύμφωνο της Λωζάνης στην ουσία δεν αποτελεί σύμφωνο για την ανταλλαγή ελληνικών και μουσουλμανικών πληθυσμών και των περιουσιών τους αλλά μόνον ένα σύμφωνο για την αποχώρηση του μουσουλμανικού πληθυσμού από την Ελλάδα μετά την εκδίωξη των Ελλήνων από την Τουρκία. Αυτή είναι η πραγματικότητα»[37]

Συνεπώς, η εκδίωξη των Ελλήνων από τα παράλια της Μικράς Ασίας είχε συντελεσθεί μήνες πριν την υπογραφή της συνθήκης και δεν είχε σχέση με την ανταλλαγή των πληθυσμών.[38]

Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η συμφωνηθείσα ανταλλαγή των πληθυσμών βασίσθηκε εν πολλοίς και στην εμπειρία που είχε προηγηθεί από τη γενοκτονία των Αρμενίων κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η αρμενική γενοκτονία νομιμοποιούσε τη βασική ιδέα της μετακινήσεως ενός τόσο μεγάλου αριθμού ατόμων αφού τυχόν παραμονή θα εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλειά τους.[39]

γ. Τα έκτροπα του ελληνικού στρατού την περίοδο 1919-22

Είναι γεγονός ότι ο ελληνικός στρατός κατά τη διάρκεια της περιόδου 1919-22 προέβη σε αρκετές περιπτώσεις σε έκτροπα εις βάρος Τούρκων.[40] Χαρακτηριστικά αναφέρονται τα γεγονότα αμέσως μετά την αποβίβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη το 1919 (που οδήγησαν στη σύσταση ειδικής διασυμμαχικής ανακριτικής επιτροπής προς διερεύνηση των γεγονότων),[41] οι καταστροφές τουρκικών χωριών στη ζώνη επιχειρήσεων κατά την εκστρατεία του 1921 και οι πυρπολήσεις χωριών, σιδηροδρομικών σταθμών και γεφυρών κατά την υποχώρηση των υπολειμμάτων του στρατού μετά τη διάσπαση του μετώπου το 1922.[42]

Για να διαπιστωθεί όμως η γενοκτονία απαιτείται να διαπιστωθεί και η πρόθεση για την ολική ή μερική καταστροφή της ομάδας. Στην προκειμένη περίπτωση κρίσιμο στοιχείο είναι να δούμε ποιά ήταν η επίσημη θέση της ελληνικής πλευράς και κατά πόσον είχε την πρόθεση της γενοκτονίας, κατευθύνοντας αντιστοίχως και τον ελληνικό στρατό προς αυτή την κατεύθυνση. Επ’ αυτού του θέματος υπάρχει πληθώρα στοιχείων σύμφωνα με τα οποία η επίσημη ελληνική πολιτική ήταν η τιμωρία όσων ενέχονταν σε εγκλήματα πολέμου κατά των Τούρκων. Ενδεικτικά αναφέρονται τα ακόλουθα:

Την ημέρα αποβιβάσεως των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη το 1919 υπήρξε ανταλλαγή πυροβολισμών με Τούρκους στρατιώτες, που είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό και θάνατο 47 πολιτών διαφόρων εθνικοτήτων, 5 Τούρκων στρατιωτών και 2 Ελλήνων. Επίσης, μετά τα επεισόδια δολοφονήθηκαν αιχμάλωτοι Τούρκοι στρατιώτες. Ανάλογα περιστατικά έγιναν και στο Αϊδίνιο κατά την είσοδο του ελληνικού στρατού. Επ’ αυτών των επεισοδίων ο Βενιζέλος τηλεγράφησε τα ακόλουθα:

«…των αξιοθρήνητων τούτων γεγονότων η ευθύνη βαρύνει τα στελέχη του στρατού της κατοχής. Και κατά μεν των αμεσώτερον ευθυνομένων αξιωματικών θα ασκηθή ο προσήκων έλεγχος μετά πάσης της επιβαλλομένης εκ των περιστάσεων αυστηρότητος. Αλλά αισθάνομαι την ανάγκη να απευθυνθώ προς πάντας τους αξιωματικούς του σώματος κατοχής και να ζητήσω παρ’ αυτών να δειχθούν άξιοι της υψηλής αποστολής…Δια τούτο αξιώ παρά των αξιωματικών όπως συναισθανόμενοι πλήρως την κρισιμότητα της δημιουργηθείσης καταστάσεως, αντιδράσουν αποτελεσματικώς κατ’ αυτής όχι μόνον δι’ απαύστου διδασκαλίας προς τους στρατιώτας αλλά και εκθέτοντες εν ανάγκη εις κίνδυνον αυτήν την ζωή των δια να προλάβουν παρεκτροπάς των υπ’ αυτούς ανδρών…Ήλθομεν εις Μικράν Ασίαν όχι δια να φέρωμεν την ελευθερίαν εις μόνους τους ομοεθνείς μας αλλά και δια να διασφαλίσωμεν αυτήν εξ ίσου εις όλα τα στοιχεία του πληθυσμού. Εάν εις το υψηλόν έργον όπερ αναλάβομεν τους εύρομεν αντιπράττοντες θα συμπεριφερθώμεν προς αυτούς ως προς εχθρούς. Εφιστώ ακόμη την προσοχήν των αξιωματικών επί της ανάγκης να αποδέχωνται δυσπίστως τα καταγγελόμενα υπό το ομογενών κατά αλλογενών. Η μακρά δουλεία και τα μακρά παθήματα άγουν αυτούς πολλάκις να ρέπουν εις διατύπωσιν υπερβολικών, ενίοτε και αβασίμων κατηγοριών δια να εκδικηθούν παλαιάς ή και προσφάτους αδικίας…»[43]

Η ίδια στάση κυριάρχησε μέχρι και του τέλους της επίσημης ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην πόλη της Σμύρνης παρέμειναν καθ’ όλη τη διάρκεια της ελληνικής κατοχής άνω των 200.000 Τούρκων. Εάν υπήρχε πρόθεση γενοκτονίας αυτοί θα έπρεπε να ήσαν τα πρώτα θύματα. Εξ άλλου, η παραμονή ως Ύπατου Αρμοστή στη Σμύρνη του Αριστείδη Στεργιάδη από το 1919 έως το 1922 παρά την αλλαγή των κυβερνήσεων, ήταν χαρακτηριστική για τις προθέσεις της ελληνικής πλευράς. Ο Στεργιάδης ήταν γνωστός για την αυστηρότητά του στην τήρηση της ισοπολιτείας. Συχνά η ελληνική κοινή γνώμη τον κατηγορούσε ότι τιμωρούσε υπερβολικά χριστιανούς ανώ αντιθέτως ήταν επιεικής με τους μουσουλμάνους.

Τα εγκλήματα που διέπραξε ο ελληνικός στρατός κατά την παραμονή του στη Μικρά Ασία ήσαν αναφίβολα εγκλήματα πολέμου. Υπεύθυνοι για τη διάπραξή τους ήσαν οι στρατιώτες και οι διοικητές τους. Όσον καιρό όμως υπήρχε οργανωμένη ελληνική διοίκηση στη Μικρά Ασία καταδίκαζε αυτά τα γεγονότα και τιμωρούσε σε γενικές γραμμές τους υπαίτιους. Επιπλέον τα συγκεκριμένα εγκλήματα δεν έλαβαν ποτέ μαζική μορφή εις βάρος συλλήβδην των Τούρκων που κατοικούσαν στην περιοχή υπό ελληνική διοίκηση και φυσικά δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν γενοκτονία. Η διάκριση μεταξύ αυτών των εγκλημάτων πολέμου με τη γενοκτονία είναι αντίστοιχη με τις εκτελέσεις Ελλήνων από τους Γερμανούς και την εξαφάνιση της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης. Στην περίπτωση των εκτελέσεων έχουμε έγκλημα πολέμου, που σαφώς καταδικάζεται, ενώ στη περίπτωση των Εβραίων έχουμε γενοκτονία ενός πληθυσμού.

δ. Δεν υπάρχει στην περίπτωση των Ελλήνων αντίστοιχη εντολή σαν αυτή του Ταλάτ Πασά για τη γενοκτονία των Αρμενίων

Όπως αναφέρεται και στην αρχή του κειμένου, υπάρχει η διαταγή υπ’ αριθμόν 5 του Νουρεντίν Πασά με ημερομηνία 3 Σεπτεμβρίου 1922. Το περιεχόμενό της είναι όμοιο με αυτό των εντολών του Ταλαάτ Πασά από 9 Φεβρουαρίου 1915 μέχρι 7 Μαρτίου 1916,[44] που οδήγησαν στη γενοκτονία των Αρμενίων.

6. Μικρασιατική Καταστροφή ή γενοκτονία;

Είναι γεγονός ότι η ψήφιση του Ν. 2645/98 έγινε σε μία περίοδο που οι ελληνοτουρκικές σχέσεις ήσαν κακές. Είναι επίσης γεγονός, ότι ο όρος που έχει καθιερωθεί μεταξύ των Ελλήνων και απεικονίζει πλήρως την πραγματικότητα των όσων συνέβησαν στη Μικρά Ασία μετά την κατάρρευση του μετώπου τον Αύγουστο του 1922 είναι ο όρος «Μικρασιατική Καταστροφή». Αυτό δεν σημαίνει ότι όσα έγιναν στη Μικρά Ασία δεν συνιστούσαν γενοκτονία, όπως αντιστοίχως ό όρος «ολοκαύτωμα» δεν σημαίνει ότι δεν έγινε γενοκτονία των Εβραίων κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εξ άλλου στα κείμενα της εποχής για τη Μικρά Ασία αναφέρεται ο όρος «εξανδραποδισμός» των Ελλήνων.[45] Ο όρος καταστροφή αποκομμένος από τις ιστορικές συνθήκες στις οποίες γεννήθηκε μπορεί να σημαίνει τα πάντα: από την πυρκαγιά ενός σπιτιού μέχρι την έκρηξη ενός ηφαιστείου. Ο όρος «Μικρασιατική Καταστροφή» στις ιστορικές συνθήκες υπό τις οποίες γεννήθηκε περιλαμβάνει εκτός από τη γενοκτονία, την εθνοκάθαρση, την καταστροφή των ελληνικών πολιτιστικών μνημείων στην απέναντι όχθη του Αιγαίου, τη βίαιη αποκοπή του ελληνισμού από τις πατρογονικές εστίες του, το χάος της προσφυγιάς στην Ελλάδα, τη διάλυση ενός ολόκληρου κόσμου για ενάμισυ εκατομμύριο Έλληνες.

Είναι σαφές ότι ο όρος ο οποίος θα συνεχίζει να περιγράφει τα όσα συνέβησαν το 1922 θα εξακολουθεί να παραμένει ο όρος Μικρασιατική Καταστροφή και δεν πρόκειται να αντικατασταθεί από τον όρο γενοκτονία. Η γενοκτονία όμως υπήρξε. Η γνώση των γεγονότων εκείνης της περιόδου δεν θα πρέπει να αποφεύγεται. Οι δύο λαοί, Έλληνες και Τούρκοι, πρέπει να χτίσουν τις σχέσεις τους βασιζόμενοι στην πραγματικότητα, γνωρίζοντας τα ιστορικά γεγονότα και προσπαθώντας συνειδητά να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους για να μην ξαναζήσουμε τέτοιες εφιαλτικές ημέρες.

Ο Άγγελος Συρίγος είναι Επίκουρος καθηγητής του διεθνούς δικαίου και της εξωτερικής πολιτικής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου

 

Πηγή: www.anixneuseis.gr

Παραπομπές

[1] ΦΕΚ Α΄, 234/1998, σελ. 1013. Βλ. επίσης τους ακόλουθους νόμους με ανάλογο αντικείμενο: Ν. 2193/1994, ΦΕΚ Α΄, 32/1994, σελ. 311, που καθιέρωσε την 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, προς εκτέλεση του οποίου εκδόθηκε το Π.Δ. 99/1994, ΦΕΚ Α΄ 78/1994· επίσης ο Ν. 2397/1996, ΦΕΚ Α΄, 80/1996, σελ. 510 σύμφωνα με τον οποίο «ορίζεται η 24η Απριλίου ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Αρμενίων από την Τουρκία» προς εκτέλεση του οποίου εκδόθηκε το Π.Δ. 162/1997, ΦΕΚ, Α΄ 144/1997, σελ. 707· επίσης το Ν. 3218/2004, ΦΕΚ Α΄ 12/2004, σελ. 127, 27 για την καθιέρωση της 27ης Ιανουαρίου ως ημέρα μνήμης των Ελλήνων Εβραίων μαρτύρων και ηρώων του Ολοκαυτώματος, προς εκτέλεση του οποίου εκδόθηκε το Π.Δ. 31, ΦΕΚ Α΄ 51/2005.

[2] Σύμφωνα με το άρθρο 2 «ο χαρακτήρας, το περιεχόμενο, ο φορέας και ο τρόπος οργάνωσης των εκδηλώσεων εθνικής μνήμης καθορίζονται με Προεδρικό Διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη της Ομοσπονδίας Προσφυγικών Σωματείων Ελλάδος».

[3] Χρονικά η προώθηση του Π.Δ. συνέπεσε με την απόφαση της γαλλικής εθνοσυνελεύσεως να αναγνωρίσει τη γενοκτονία των Αρμενίων στις 18 Ιουνίου 2001, βλ. Fabre, C., “La France s’apprête à reconnaître le génocide arménien de 1915”, & “Arménie, devoir de mémoire” (κύριο άρθρο), Le Monde, 18 Ιουνίου 2001. Το γεγονός προκάλεσε όξυνση στις σχέσεις Γαλλίας-Τουρκίας. Ο Τούρκος πρέσβης στη Γαλλία αποχώρησε για μερικές ημέρες από τη χώρα, το τουρκικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας καταδίκασε τη γαλλική στάση και απειλήθηκαν οι εμπορικές σχέσεις των δύο χωρών, Turkish Daily News, 23 Ιανουαρίου 2001. Είναι προφανές ότι η ελληνική κυβέρνηση θεώρησε ότι μπορεί να υπήρχαν αντίστοιχες αντιδράσεις από την Τουρκία σε μία περίοδο που γινόταν σοβαρή προσπάθεια να μειωθεί η ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών.

[4]  Σύμφωνα με την προπαρασκευαστική Επιτροπή για το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο που επεξεργάσθηκε και διευκρίνησε τους κανόνες που θα εφαρμόσει το Δικαστήριο, η σοβαρή βλάβη της σωματικής ή διανοητικής ικανότητας μπορεί να περιλαμβάνει βασανισμούς, βιασμούς, σεξουαλική βία  και απάνθρωπη ή υποτιμητική μεταχείριση. Report of the Preparatory Commission for the International Criminal Court, 2 November 2000, Addendum, PCNICC/2000/add.2

[5] Σύμφωνα με την ίδια Επιτροπή, ο όρος «συνθήκες διαβιώσεως» μπορεί να περιλαμβάνει μελετημένη αποστέρηση των πόρων που είναι απαραίτητοι για την επιβίωση, όπως τροφή και ιατρικές υπηρεσίες καθώς και συστηματική αποβολή από κατοικίες. Idem.

[6]The principles underlying the Convention are recognised by civilised nations as binding on States even without any conventional obligation. It was intended that the Convention would be universal in scope. Its purpose is purely humanitarian and civilising. The contracting States do not have any individual advantages or disadvantages nor interests of their own, but merely a common interest.”,  Reservation to the Convention on the prevention and punishment of the crime of Genocide, Advisory Opinion, 28 May 1951.

[7] Για περισσότερα βλ. Ticehurst, R., “The Martens Clause and the Laws of Armed Conflict”, στο συλλογικό έργο A Manual of International Humanitarian Laws, editor Naorem, S., Regency Publications, New Delhi, 2004.

[8] Σύμβασις περί των νόμων κι Εθίμων του κατά ξηράν πολέμου και προσηρτημένος κανονισμός, (Convention (No IV) respecting the laws of war on land, 18 October 1907, preamble, Treaty Series No 539 Hague Convention) όπως το κείμενο μεταφράζεται σταΚείμενα Διεθνούς Πρακτικής-Ένοπλες Συρράξεις και Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο, επιμέλεια Περράκη, Σ. & Μαρούδα, Μ-Ν., εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2001, σελ. 335.

[9] Στο πλαίσιο της ίδιας αντιλήψεως περί της προστασίας άμαχου πληθυσμού και μαχητών, τα ευρωπαϊκά κράτη είχαν παρέμβει επανειλημμένως κατά τον 19ο αιώνα στην Οθωμανική αυτοκρατορία ζητώντας την προστασία χριστιανικών πληθυσμών που κινδύνευαν μετά από επαναστατικά γεγονότα, βλ. Dadrian, V., “Genocide as a problem of national and international law: the World War I Armenian case and its contemporary legal ramifications”, Yale Journal of International Law, 1989, vol. 14, σελ. 234-237.

[10] Bloxham, D., The Great Game of Genocide, Oxford University Press, Oxford, 2005, σελ. 136-139.

[11] Οppenheim’s International Law, Lauterpacht, H., 7th edition, Longmans, London, 1947, σελ. 583.

[12] Willis, J., Prologue to Nuremberg: the politics and diplomacy of punishing war criminals of the first World War, Greenwood Pub Group, New York, 1982, σελ. 157.

[13] βλ. Dadrian, ως ανωτέρω υποσ. 9, σελ. 282. Η Γερμανία στην οποία είχαν καταφύγει κάποιοι από τους πρωταίτιους όπως π.χ. ο Ταλάτ Πασάς αρνήθηκε τη σύλληψη και έκδοσή του στην Τουρκία.

[14] Για περισσότερα βλ. Dadrian, ως ανωτέρω υποσ. 9, σελ. 293-317.

[15] Βλ. VII. Δήλωσις περί αμνηστείας και Πρωτόκολλον, 24 Ιουλίου 1923.

[16] Το ακριβές κείμενο της διαταγής με ημερομηνία 3/16 Σεπτεμβρίου 1922 ή 16/9/1338 κατά το τουρκικό ημερολόγιο αναφέρεται μεταξύ άλλων στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΕ, σελ. 237. Το αναφέρει επίσης και Αγγελομάτης, Χρονικόν Μεγάλης Καταστροφής, Εστία, Γ΄Έκδοσις. Βλ. επίσης σε Ιστορία του Ελληνικού Έθνους διαταγή υπ’ αριθ. 10/10 Σεπτεμβρίου 1922, σελ. 238.

[17]. Οι υπόλοιποι 18.220 ήσαν στρατιωτικοί που είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι. Στους ομήρους που επέστρεψαν δεν περιλαμβάνονταν γυναίκες ή παιδιά.

[18] Το θέμα ήλθε κατ’ επανάληψη στη Μικτή Επιτροπή που είχε αναλάβει την Ανταλλαγή, βλ. σχετ. Commission Mixte pour l’ echange des populations Grecques et Turques, Procès-Verbaux, xii, 2nd meet. 9 October 1923, 13th meet. 31 October 1923 & 14th meet. 2 November 1923.

[19] Μοναδική εξαίρεση στη συμφωνία ελληνικών και ξένων πηγών για την εσκεμμένη πυρπόληση της Σμύρνης αποτελούν Τούρκοι συγγραφείς που αναφέρουν ότι «η τουρκική ευθύνη δεν αποδείχθηκε ποτέ», βλ. Shaw & Shaw, History of the Ottoman Empire and Modern Turkey, Vol. II, Cambridge University Press, 1977, σελ.363 & fn.96. Ακόμη και ο Kinross στην αγιογραφία του Κεμάλ παραδέχεται ότι τη φωτιά ξεκίνησαν Τούρκοι στρατιώτες στην αρμενική συνοικία, Ataturk, the rebirth of a nation, Weidenfeld and Nicolson, London, 1990, σελ.324-326.

[20] “…which burned the European quarter and left the inflammable Turkish quarter scathless”, Toynbee, A. & Kirkwood, K., Turkey, Ernest Benn Ltd, London, 1926, σελ.107.

[21] Ενδεικτικά αναφέρονται οι πόλεις με ακμαίο ελληνικό πληθυσμό Βουρλά, Αιβαλί, Μοσχονήσια, Μουδανία, Αξάρι, Μαγνησία, Κασαμπά.

[22] Βλ. αναφορά σε σχετική επιστολή του Ρακτιβάν προς τη Μέλπω Λογοθέτη-Μερλιέ, 24 Μαϊου 1924, όπως αναφέρεται σε Αποστολόπουλο, Φ.Δ., «Εισαγωγή», Η Έξοδος-Μαρτυριες από τις επαρχίες των δυτικών παραλίων της Μικρασίας, Τόμος Α’, Αθήνα, 1980, σελ. π΄, υποσ. 2. Για τον ακριβή αριθμό των θυμάτων υπάρχουν διάφορες εκτιμήσεις που ξεκινούν από τις 300.000 (Μαρκεζίνης), 400.000 (Μισαηλίδης), 640.000 (Πάλλης) και φθάνουν στο 1.000.000 (Καψής). Για τα αριθμητικά στοιχεία βλ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,  Εκδοτική Αθηνών, Τόμος ΙΕ, σελ. 247.

[23] Chamberlain, House of Commons, 3 & 15 Μαϊου 1922. Επίσης A History of the Peace Conference of Paris, ed. Temperley, Τόμος VI, Oxford, 1924, σελ. 36.

[24] Βλ. ακριβή στοιχεία σε Ladas, S., The exchange of minorities between Bulgaria, Greece and Turkey, The Macmillan Company, New York, 1932, σελ.437-442. Στην απογραφή του 1928 κατεγράφησαν 1.221.849 πρόσφυγες. Από αυτούς 151.892 είχαν μεταναστεύσει στην Ελλάδα πριν τη μικρασιατική καταστροφή. 117.633 πρόσφυγες προέρχονταν από άλλες χώρες εκτός Τουρκίας, π.χ Βουλγαρία, Ρωσία, Αλβανία, Γιουγκοσλαβία. Επίσης 189.916 Έλληνες ήλθαν στην Ελλάδα από τη Μικρά Ασία μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923. Είναι άγνωστος ο αριθμός των ατόμων που πέθαναν στην Ελλάδα λόγω των κακουχιών. Επίσης είναι αγνωστος ο αριθμός όσων μετανάστευσαν για τρίτες χώρες. Βλ. Πάλλης, Α., Συλλογή Στατιστικών σχετικώς με την Ανταλλαγή Πληθυσμών, Αθήνα 1929, σελ. 4.

[25] Βλ. Πετροπουλος, Γ., «Η υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών¨ελληνoτουρκικές ειρηνευτικές διευθετήσεις, 1922-1930», Ελευθέριος Βενιζέλος-κοινωνία-οικονομία-πολιτική στην εποχή του, επιμ. Βερέμης & Γουλιμή, Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα, 1989, σελ. 443.

[26] Θεοτοκάς, Μ., Νομικά και ιστορικά μελετήματα, Αθήναι, Ίκαρος, 1947, σελ. 57.

[27] Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου είχε ξεκινήσει από το 1919 και δεν αναφέρεται αυτοτελώς στην παρούσα μελέτη.

[28] Βλ. σχετ. Ελεφάντη, Α., «14 Σεπτεμβρίου: ημέρα εθνικής αμνησίας», Τα Νέα, 24-25 Φεβρουαρίου 2001.

[29] Μπρεδήμας, A., «Ήταν η Μικρασιατική Καταστροφή μία γενοκτονία;», Αυγή, 18 Φεβρουαρίου 2001.

[30] Γαλατσιάτος, Π., “Ερωτηματικά από αίμα για τη Μικρασιατική Καταστροφή», Τα Νέα, 24-25 Φεβρουαρίου 2001.

[31] “The Court will begin with a consideration of Yugoslavia’s first proposition. In doing so, it will start by recalling the terms of Article I of the Genocide Convention, worded as follows:

The Contracting Parties confirm that genocide, whether committed in time of peace or in time of war, is a crime under international law which they undertake to prevent and to punish.”

The Court sees nothing in this provision which would make the applicability of the Convention subject to the condition that the acts contemplated by it should have been committed within the framework of a particular type of conflict. The contracting parties expressly state therein their willingness to consider genocide as “a crime under international law”, which they must prevent and punish independently of the context “of peace” or “of war” in which it takes place. In the view of the Court, this means that the Convention is applicable, without reference to the circumstances linked to the domestic or international nature of the conflict, provided the acts to which it refers in Articles II and III have been perpetrated. In other words, irrespective of the nature of the conflict forming the background to such acts, the obligations of prevention and punishment which are incumbent upon the States parties to the Convention remain identical”. Case concerning application of the Convention on the prevention and punishment of the crime of genocide (Bosnia-Herzegovina v. Yugoslavia), 11 July 1996, ICJ Reports, General List No. 9, par. 31.

[32] Για τα στοιχεία που αποδεικνύουν το ρόλο των Γερμανών επιτελών στον ξεριζωμό του ελληνικού στοιχείου βλ. Αποστολόπουλος, Φ.Δ., «Εισαγωγή», στο Η Έξοδος-Μαρτυριες από τις επαρχίες των δυτικών παραλίων της Μικρασίας, Τόμος Α’, Αθήνα, 1980, σελ. νθ΄, υποσ. 6. Μεταξύ άλλων αναφέρεται δημοσίευμα του Γερμανού Στρατηγού Ίμχωφ στον τύπο της Βιέννης, στις 29 Ιανουαρίου 1914 για ξεριζωμό του ελληνικού στοιχείου από την Τουρκία.

[33] Βλ. σχετ. Αλαμανή & Παναγιωτοπούλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΕ, σελ. 98-102.

[34] Στις 27 Μαρτίου 1917 όλοι οι κάτοικοι του Αϊβαλιού από 20 έως 80 ετών υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη και να εκτοπισθούν στο εσωτερικό.

[35] Το αριθμό αυτό δίνει ο Ladas, S., The exchange of minorities between Bulgaria, Greece and Turkey, The Macmillan Company, New York, 1932, σελ.21. βλ. επίσης Psomiades, H., The Eastern Question: the last phase-a study in Greek-Turkish diplomacy, Institute for Balkan Studies, Thessaloniki, 1968, σελ.61-62, fn.8, όπου αναφέρεται πλήθος πηγών και στοιχείων. Η “Πατριαρχική Κεντρική Επιτροπή υπέρ των μετατοπισθέντων ελληνικών πληθυσμών» αναφέρει 88.485 πρόσφυγες από τη Θράκη, 144.559 από τη δυτική  Μικρά Ασία, 257.019 από τον Πόντο, σύνολο 490.063, Μαύρη Βιβλος, Κωνσταντινούπολις, 1919. Στη σχετική συζ΄τηση που έγινε στη Γ’ Εθνοσυνέλευση αναφέρθηκε ο αριθμός των 727.286 που αφορά όμως το σύνολο των διωχθέντων και κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων, Βλ. Πρακτικά της Γ’ των Ελλήνων Εθνοσυνελεύσεως, Απρίλιος 1921, σελ. 21-22. Βλ. επίσης Puaux, R., La deportation et le rapatriement des Grecs en Turquie, Paris, 1919, σελ.6-8.

[36] Από την πλούσια βιβλιογραφία που υπάρχει σχετικώς, επισημαίνεται το πρόσφατο βιβλίο του Bloxham, ως ανωτ. υποσ. 10, που προσεγγίζει εκ νέου όχι μόνον την πολιτική των Νεοτούρκων περί δημιουργίας ενός «ομογενοποιημένου» κράτους αλλά και τους λόγους που τα γεγονότα εκείνης της εποχής αγνοήθηκαν σε μεγάλο βαθμό μετά το 1923.

[37] Ladas, S., The exchange of minorities between Bulgaria, Greece and Turkey, The Macmillan Company, New York, 1932, σελ.465.

[38] Αξίζει να παρατηρηθεί ότι, ενώ κατά τα συμφωνηθέντα οι ανταλλαγέντες Έλληνες θα έφευγαν από τη Μικρά Ασία μετά τον Μάιο του 1924, για να προστατευθούν από τις δυσμενείς χειμερινές καιρικές συνθήκες, οι Τούρκοι τους κρατούσαν στα λιμάνια της Μικράς Ασίας υπό άθλιες συνθήκες και κινδύνευαν να αποδεκατισθούν από την πείνα και τις ασθένειες, βλ. «…Mr. Jackwith of the Near East Relief, in a report to Mr. Widding, neutral member of the Commission, reported that the Greecs driven to the ports of Asia Minor were in danger of suffering decimation during the winter from epidemics and starvation”, Ladas, S., The exchange of minorities between Bulgaria, Greece and Turkey, The Macmillan Company, New York, 1932, σελ.427-427.

[39] Βλ. σχετ. Barutciski, M., “Population exchanges in international law and policy” στο συλλογικό έργο Crossing the Aegean-An appraisal of the 1923 compulsory population exchange between Greece and Turkey, Hirchon, R., editor, Berghahn Books, New York-Oxford, 2004, σελ. 27. Επίσης Bloxham, ως ανωτ. υποσ. 10, σελ. 110-111.

[40] Βλ. χαρακτηριστικά το βιβλίο του Toynbee, The western question in Greece and Turkey. A study in the conflict of civilizations, London, 1922, το οποίο πρακτικώς είχε ως συνέπεια να χάσει ο κορυφαίος ιστορικός την έδρα Κοραή στο Kings College του Λονδίνου, βλ. σχετ. Clogg, R., «Κικγς Κολλετζ, Λονδίνο και Ελλάδα, 1915-1922», Ελευθέριος Βενιζέλος-κοινωνία-οικονομία-πολιτική στην εποχή του, επιμ. Βερέμης & Γουλιμή, Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα, 1989, σελ. 164-166.

[41] Για την τουρκική άποψη επί του θέματος βλ. Erhan, Ç, Greek occupation of Izmir and adjoining territories- Report of the inter-allied Commission of inquiry, (May-September 1919), Sam Papers No. 2/99, Ankara – April 1999. Επίσης βλ. σχετ. Αλαμανή-Παναγιωτοπούλου,Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΕ σελ. 125-126.

[42] “…the Greeks abandoning everything but their rifles and living off the country, stopped only long enough to set fire to village after village as they fled through them, leaving a trail of burning ruins behind”, αναφέρουν οι Toynbee, A. & Kirkwood, K., Turkey, Ernest Benn Ltd, London, 1926, σελ.106.Επίσης «Οι Έλληνες υποχωρώντας ή πιο σωστά φεύγοντας ασύντακτοι, έκαιγανκαι κατάστρεφαν χωριά. Μα και οι Τούρκοι έσφαζαν τους Έλληνες που έπιαναν και έκαιγαν τασπίτια των Χριστιανών», Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, Τόμος ΧΙΙΙ, 1958, σελ.577 & υποσ.1. βλ. επίσης Kinross, Ataturk, the rebirth of a nation, Weidenfeld and Nicolson, London, 1990, σελ.314.

[43] Τηλεγράφημα Βενιζέλου προς Στρατηγό Νίδερ, 1782/6625ΔΙ:[28]5.7.19, όπως αναφέρεται σε Σολομωνίδου Β., «Βενιζέλος-Στεργιάδης, μύθος και πραγματικότητα», στο συλλογικό έργο Ελευθέριος Βενιζέλος-κοινωνία-οικονομία-πολιτική στην εποχή του, επιμ. Βερέμης & Γουλιμή, Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα, 1989, σελ. 509-510. Βλ. επίσης σχετ. Τριανταφυλλίδης, Χ., Η Μικρασιατική εκστρατεία και το ημερολόγιον ενός οπλίτου, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα-Γιαννινα, 1984, σελ. 27.

[44] Τα τηλεγραφήματα του Ταλαάτ Πασά δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα του Λονδίνου DailyTelegraph, 29 Μαϊου 1922.

[45] Αγγελομάτης, ως ανωτ υποσ. 16, σελ. 271. Επίσης αναφέρεται σε σχέση με τις δύο διαταγές του Νουρεντίν ότι φανέρωναν «την συστηματικήν εφαρμογήν του σχεδίου εξαφανισμού πάσης ελληνικής ζωής και πλήρους εκτουρκισμού της Μικράς Ασίας»

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στο παραπάνω κείμενο βασίστηκε η ομιλία του κ. Συρίγου στην ημερίδα της ΠΟΠΣ για την ποντιακή γενοκτονία.

Γιώργος Αντωνίου: Η εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης, το Ολοκαύτωμα και η σύγχρονη ιστοριογραφία

Γιώργος Αντωνίου: Η εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης, το Ολοκαύτωμα και η σύγχρονη ιστοριογραφία

 

Η συνέντευξη δόθηκε στον Δημήτριο Μητσόπουλο , προπτυχιακό φοιτητή του τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας ΑΠΘ

Ε: Κύρια καθηγητά, φέτος ιδρύθηκε ξανά η έδρα Εβραϊκών Σπουδών και θα ήθελα ,αν γίνεται , να μου περιγράψετε, την ιστορία της και ποία είναι η σημασία της και ο σκοπός της;

Α: Λοιπόν, η ιστορία της πηγαίνει αρκετά πίσω. Ήταν ένα αίτημα της Ισραηλιτικής Κοινότητας, ήδη από το Μεσοπόλεμο. Είχαν γίνει προσπάθειες και από την Ισπανική κυβέρνηση, να υπάρξει μια έδρα Ισπανικής Φιλολογίας. Ειδικός σε αυτό το θέμα είναι ο συνάδελφος στο πανεπιστήμιο, ο Γιώργος ο Αγγελόπουλος, ο οποίος κάνει μια σχετική έρευνα για την έδρα Εβραϊκών Σπουδών και όχι μόνο, η οποία έχει αποδώσει πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Αυτό το οποίο βγάζει η έρευνα του κυρίου Αγγελόπουλου είναι ότι ανήκε σε ένα σχήμα γενικότερα, θα λέγαμε, μιας βενιζελικής εκσυγχρονιστικής εκπαιδευτικής προσέγγισης, που προσπαθούσε να δει με νέους όρους εθνικής ομογενοποίησης αλλά και εκσυγχρονισμού την παιδεία, στα πανεπιστήμια, οπότε είναι μια –τότε- πρόταση εκσυγχρονισμού της παιδείας, με νέους όρους, Η έδρα υπήρξε, θα έλεγα, «κακότυχη», γιατί εξ’ αρχής αντιμετώπιζε κάποιες δυσκολίες, τότε. Ο κύριος Βελέλης, ο οποίος εκλέχθηκε, δεν εκλέχτηκε σε μόνιμη έδρα του Πανεπιστημίου, όπως ήταν τότε το σύστημα αλλά ήταν επικουρική διδασκαλία, για την οποία εκλέχτηκε, με αποτέλεσμα, κατά κάποιο τρόπο, να υποτιμηθεί η σημασία της ίδρυσης της εκείνη την εποχή. Όταν συνταξιοδοτήθηκε ο ίδιος, μετά από λίγο καιρό ήρθε η δικτατορία Μεταξά, που κατήργησε και την έδρα, στο πανεπιστήμιο. Οπότε, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησης ποια είναι η σημασία σήμερα, η σημασία είναι προφανής. Έχει να κάνει με το ιστορικό χρέος της πόλης απέναντι στην Ισραηλιτική Κοινότητα της, η οποία, όπως ξέρουμε υπήρξε από τις πλέον σημαντικές, αν όχι, η πλέον σημαντική εθνικό- θρησκευτική ομάδα της πόλης και με αυτό τον τρόπο είναι μια οφειλή και του πανεπιστημίου και του ελληνικού κράτους έναντι της εβραϊκής κοινότητας. Πολιτικά, μάλιστα, και επιστημονικά θα έλεγα ότι έχει πολλαπλά οφέλη η επανίδρυση της έδρας, με την έννοια ότι μπορεί να αποτελέσει ανάχωμα απέναντι σε προκαταλήψεις και στερεότυπα, που συνοδεύουν, δυστυχώς ακόμη, την ελληνική κοινωνία, σε σχέση με τους Έλληνες Εβραίους. Και φυσικά απέναντι σε φαινόμενα σύγχρονου φασισμού και νεοναζισμού. Επιστημονικά, ελπίζουμε ότι θα μπορέσει να αποτελέσει ένα πόλο έλξης και νέων επιστημόνων, αλλά και νέας έρευνας γύρω από το ζήτημα. Άλλωστε η μελέτη του ζητήματος βρίσκεται ακόμη, όχι σε αρχικό στάδιο, αλλά έχουμε ακόμη να μάθουμε πάρα πολλά

Ε: Πόσο έντονη υπήρξε η εβραϊκή παρουσία στη πόλη και πόσο έντονο το φαινόμενο του αντισημιτισμού στο Μεσοπόλεμο;

 Α: Η εβραϊκή παρουσία στη Θεσσαλονίκη, δεν πρέπει να αποτιμηθεί μόνο με όρους δημογραφικούς ή οικονομικούς, που είναι οι κατ’ εξοχήν από τους οποίους  το προσεγγίζουμε, ως επί το πλείστον, στις μελέτες μας. Φυσικά, αυτοί είναι οι βασικοί, από τους οποίους πρέπει να ξεκινήσει κανείς, αλλά σε ένα σοβαρό, παράλληλα, επίπεδο, του πολιτιστικού, που η συμβολή τους ήταν τεράστια, του εκπαιδευτικού, του εκσυγχρονιστικού και φυσικά αποτελούν την μεγαλύτερη απόδειξη, ενός διαφορετικού παρελθόντος, όπου διαφορετικές κοινότητες συνυπήρξαν, όχι πάντοτε ειρηνικά, αλλά συνυπήρχαν και κατάφερναν να προοδεύουνε. Όσον αφορά τη πιο συγκεκριμένη ερώτηση, για το Μεσοπόλεμο, είναι ένα πολύ μεγάλο ζήτημα, για το οποίο γνωρίζουμε πάρα πολλά πράγματα. Βέβαια, μένουν αρκετά σημεία ερμηνείας ανοιχτά. Αδιαμφισβήτητα, η προσάρτηση της Θεσσαλονίκης στην Ελλάδα αποτέλεσε έναν, ας πούμε, «σεισμό», για τα δεδομένα της πόλης, κοινωνικό, πολιτικό, πολιτισμικό με αποτέλεσμα η θέση της κοινότητας, να απειληθεί άμεσα, από τις νέες συνθήκες. Αν προσθέσουμε σε αυτό τις κοσμογονικές αλλαγές, που συνέβησαν σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, σε λιγότερο από μια δεκαετία, δηλαδή η προσάρτηση της Θεσσαλονίκης, η μεγάλη πυρκαγιά του ’17, που κατέστρεψε την κοινότητα όσον αφορά την τοπογραφία της και την έλευση των προσφύγων, που μέσα σε μια δεκαετία άλλαξε τα δημογραφικά δεδομένα της πόλης, εις βάρος των Εβραίων. Δημιούργησε ένα εκρηκτικό κοινωνικό προφίλ. Με αποτέλεσμα η μετανάστευση, η εβραϊκή να συμβεί ήδη κατ’ αυτή τη περίοδο. Ο αντισημιτισμός εκείνης της εποχής είναι αδιαμφισβήτητος, οι ερμηνείες είναι πολλές γύρω από το γεγονός. Ας αρκεστούμε μόνο να παρατηρήσουμε ότι λειτουργούσε σε πολλά επίπεδα, ένα ήταν, σε πρωτογενές επίπεδο, ο ανταγωνισμός των χαμηλότερων στρωμάτων, της προσφυγιάς αλλά και της εβραϊκής κοινότητας, όσον αφορά έναν φανταστικό ή υπαρκτό εργασιακό ανταγωνισμό. Η ίδια αντιπαλότητα ενδεχομένως είχε μεταφερθεί και στην εμπορική τάξη και φυσικά η διάσταση αυτή σχετίζεται  και με την προσπάθεια ταχείας ενσωμάτωσης των προσφυγικών πληθυσμών της πόλης στη νέα πατρίδα. Με άλλα λόγια, είχε  και κάποια λειτουργικά χαρακτηριστικά, που σύμφωνα με κατοπινές έρευνες, που κατά κάποιο τρόπο αποτελούσαν διαβατήριο, όσον αφορά την καλύτερη προσαρμογή των προσφυγικών στρωμάτων στην πόλη.

Ε: Κύριε Αντωνίου, όπως είναι γνωστό πριν 10 μέρες περίπου ήταν η επέτειος της αναχώρησης του πρώτου συρμού, με Θεσσαλονικείς Εβραίους, για το Αούσβιτς. Πως φτάσαμε στη καταστροφή του εβραϊκού ελληνισμού;

Α: Σε αυτό οφείλουν να απαντήσουνε πολλές διαφορετικές χώρες, από διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, γιατί το Ολοκαύτωμα δεν αφορούσε μόνο την Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά είναι σημαντικό να επισημαίνουμε και τις ομοιότητες και τις διαφοροποιήσεις, από αντίστοιχες περιπτώσεις στο εξωτερικό. Το πώς φτάσαμε στην καταστροφή του Θεσσαλωνικιώτικου Εβραϊσμού είναι μια πολύ θλιβερή ιστορία η οποία σχετίζεται πρώτα από όλα με τη ναζιστική πολιτική, της εξόντωσης του εβραϊκού στοιχείου, όπου αυτό εντοπιζόταν. Όταν προκύπτει η εξόντωση του εβραϊσμού της Θεσσαλονίκης, ήδη, οι Ναζί έχουν τελειοποιήσει τις τεχνικές τους, έχουν τελειοποιήσει την τεχνολογία τους, έχουν τελειοποιήσει ακόμα και την ιδεολογία τους. Έχουν κατασταλάξει στην «Τελική Λύση», την έχουν εφαρμόσει επιτυχημένα σε άλλες περιοχές της ηπείρου μας και έρχονται προετοιμασμένοι, γνωρίζοντας ακριβώς τι λύσεις θα εφαρμόσουν, με ποια τακτική θα καταφέρουν να εφαρμόσουν τα καταστροφικά τους σχέδια και έχουν, δηλαδή, την  πλήρη τεχνογνωσία της καταστροφής και αυτό διευκολύνει πάρα πολύ τα πράγματα, και αυτή είναι η πρώτη και κυριότερη διάσταση της γενοκτονίας. Η θέληση των Ναζί για ολοκληρωτική, ολοσχερή καταστροφή του εβραϊκού στοιχείου. Από εκεί και πέρα, αυτό, που για εμάς, παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι και η τοπική διάσταση, αυτής της καταστροφής, με την έννοια ότι οι Ναζί δεν λειτουργούσαν σε ένα κοινωνικό κενό, λειτουργούσαν μέσα σε μια κοινωνία η οποία αντιδρούσε απέναντι σε αυτά τα σχέδια, είτε προσπαθώντας να τα καθυστερήσει, είτε προσπαθώντας ακόμη και να τα εξυπηρετήσει, για λόγους οπορτουνισμού ή για πολλούς άλλους λόγους. Άρα, πέρα από τη ναζιστική πολιτική, πέρα από τη περιγραφή της καταστροφής, ως ιστορικοί οφείλουμε να θέσουμε ερωτήματα σε σχέση, αν θέλετε, με το ποια ήταν η τοπική ιστορία ενός πανευρωπαϊκού φαινομένου.

Ε: Κύριε Καθηγητά, μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Εβραίοι επιστρέφουν στις  εστίες τους. Ποια κατάσταση βρίσκουν και πόσο εκτεταμένο υπήρξε το φαινόμενο της συνεργασίας με τους Ναζί, στη Θεσσαλονίκη;

Α: Το φαινόμενο της συνεργασίας στη Θεσσαλονίκη, με τους Ναζί, είναι επαρκώς τεκμηριωμένο ιστορικά από τις μελέτες του Στράτου Δορδανά και άλλων πολύ σημαντικών ερευνητών και θα λέγαμε ότι ήταν αρκετά εκτεταμένο, χωρίς αυτό να αφορά απαραίτητα ή μόνο Θεσσαλονικείς.  Επίσης, εδώ οφείλουμε να ξεχωρίσουμε διαφορετικά επίπεδα συνεργασίας. Η συνεργασία μπορεί να ήταν οικονομική, να αφορούσε,δηλαδή, οικονομικές συναλλαγές και τη «μαύρη αγορά», μπορούσε να είναι διοικητική, να αφορούσε τοπικές αρχές και τον μηχανισμό της δοσιλογικής κυβέρνησης, μπορούσε να είναι στρατιωτική, να αφορά, δηλαδή, τα τάγματα ασφαλείας και τους συνεργάτες των Γερμανών, στο πεδίο, θα λέγαμε, και μπορούσε να είναι και ιδεολογική, αφορούσε μια μάλλον μικρή πλειοψηφία αθεράπευτων οπαδών του ναζισμού και φιλογερμανών, οι οποίοι εκφράστηκαν πολύ θορυβωδώς, από τις πρώτες μέρες της κατοχής. Υπάρχουν πολλά διαφορετικά επίπεδα συνεργασίας και οφείλουμε, να τα διαχωρίζουμε όταν μιλάμε, για αυτά. Υπό αυτή την έννοια το στερεότυπο των λίγων προδοτών, που συνεργάστηκαν με του Ναζί, γνωρίζουμε ότι δεν στέκει στην ιστοριογραφία. Αν μελετήσουμε ένα επίπεδο βαθύτερα, και δούμε ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι θα δούμε επίσης και τα κίνητρα τους αλλά και η κοινωνική τους και η πολιτική τους υπόσταση. Άρα, όταν μιλάμε για δοσιλογισμό δεν μιλάμε για ένα ενιαίο φαινόμενο, μιλάμε για ένα φαινόμενο, που έχει πολλές αποχρώσεις, πολλές διαβαθμίσεις  και πολλά επίπεδα ανάλυσης. Αν με ρωτάτε, ποια είναι η συμβολή τους στην εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, είναι φυσικά καθοριστική. Και όσον αφορά την οικονομική εκμετάλλευση των περιουσιών, που άφησαν πίσω τους οι Εβραίοι, τόσο κινητής όσο και ακίνητης, όσο και στο ζήτημα της κινητοποίησης, αν θέλετε, των «χαμηλότερων» ενστίκτων της τοπικής κοινωνίας έναντι των Εβραίων. Δεν είναι απαραίτητο ότι αυτή η απόπειρα κινητοποίησης έφερε αποτελέσματα. Ίσα-ίσα υπάρχουν μαρτυρίες και για το αντίθετο, ότι ο ελληνικός πληθυσμός και ο τοπικός πληθυσμός μάλλον αδιάφορα αντιμετώπιζε την φανατική και συνεχή αντισημιτική προπαγάνδα των Ναζί και των συνεργατών τους. Παρ’ όλα αυτά οφείλουμε να εξετάσουμε και αυτή τη διάσταση, της επίδρασης , δηλαδή, αυτού του αντισημιτικού κλίματος και άλλωστε, όπως είπαμε, και της συνέχειας του στην κατοχή, όσον αφορά το Μεσοπόλεμο, στα γεγονότα της κατοχής. Δεν θα άλλαζε κάτι ενδεχομένως σημαντικά με την απουσία ή, αν θέλετε, την εντονότερη παρουσία, σχετικά με την έκβαση της «Τελικής Λύσης». Αυτό το αποδεικνύει η τύχη των περισσοτέρων κοινοτήτων, στην Ευρώπη. Παρ’ όλα αυτά, επειδή υπάρχουν σημαντικές διαβαθμίσεις, από κοινότητα σε κοινότητα, και όσον αφορά τα ποσοστά εξόντωσης και όσον αφορά τον τρόπο εξόντωσης, είναι ένας παράγοντας, τον οποίο πρέπει να λαμβάνουμε, σταθερά , υπόψη. Ξανά, λοιπόν, οι τοπικές και οικονομικές διαστάσεις αυτού του ζητήματος είναι πολλές, πολύπλοκες και πρέπει να μελετηθούν επαρκώς

Ε: Πως διαχειρίστηκε η μεταπολεμική Ευρώπη και η μεταπολεμική Θεσσαλονίκη, ειδικότερα, τη μνήμη του Ολοκαυτώματος;

Α: Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο ζήτημα και θα έλεγα, ότι οι μεταπολεμικές κοινωνίες, με σημερινούς όρους έχουν να εξηγήσουν πολλά πράγματα, στις σημερινές γενιές. Και αυτό διότι ελάχιστες κοινωνίες φάνηκε να συνειδητοποιούν το μέγεθος  και τη σημασία της καταστροφής, των Εβραίων της Ευρώπης, για την ίδια την ύπαρξη, αυτών των κοινωνιών. Όχι μόνο για την εξέλιξη του παγκόσμιου εβραϊσμού και του εβραϊσμού στην Ευρώπη, αλλά και για τις ίδιες αυτές κοινωνίες. Αυτό δείχνει πολλά πράγματα, πρώτα από όλα δείχνει ότι η ανάγκη για ανοικοδόμηση, και αν θέλετε, «να κλείσουν οι λογαριασμοί του παρελθόντος» ήταν άμεση και επιτακτική. Οι κοινωνίες έπρεπε να ανοικοδομηθούν οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά ταχύτατα ώστε να μπορέσει, ας πούμε, να επουλωθεί η τεράστια πληγή του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Ταυτόχρονα, δείχνει και τα όρια, αν θέλετε, εκείνης της εποχής, όσον αφορά τη κατανόηση και την , θα λέγαμε, αλληλεγγύη των τοπικών κοινωνιών έναντι των εβραίων συμπολιτών τους. Φυσικά υπάρχουν τεράστιες διαβαθμίσεις, από περιοχή σε περιοχή, από χώρα σε χώρα και εδώ πρέπει να ‘μαστε πολύ προσεκτικοί και να μην γενικεύουμε εύκολα. Παρ’ όλα αυτά είναι γνωστό ότι σε όλες σχεδόν τις κοινωνίες επικράτησε μια σιωπή στο επίπεδο της δημόσιας σφαίρας η οποία με σημερινά δεδομένα μοιάζει ανεξήγητη. Η σιωπή αυτή, να υπενθυμίσω, δεν αφορά τις ίδιες εβραϊκές κοινότητες, οι οποίες άμεσα προσπαθούν να ενημερώσουν για το μέγεθος της καταστροφής και προσπαθούν να κάνουν τις κοινωνίες να συνειδητοποιήσουν το μέγεθος της καταστροφής. Δεν υπάρχει ένα φαινόμενο αυτολογοκρισίας ή σιωπής των ίδιων των εβραϊκών κοινοτήτων. Αντίθετα, αυτό που υπάρχει όμως είναι η έλλειψη κατανόησης των κοινωνιών και η έλλειψη θέλησης να ακούσω και να κατανοήσω τι συνέβη. Αυτό το ζήτημα είχε να κάνει με μια πρακτική διάσταση, την διασπάθιση των εβραϊκών περιουσιών σε ολόκληρη την Ευρώπη θα έλεγα. Ξανά, από περιοχή σε περιοχή, υπάρχουν διαβαθμίσεις οπότε ήταν πολύ δύσκολο η οποία, κατά κάποιο τρόπο, εκμεταλλεύθηκε οικονομικά το δράμα των συμπολιτών της ταυτόχρονα να τους τιμήσει και να επικαλεστεί, αν θέλετε, το δράμα τους, ως παράδειγμα, προς αποφυγήν.

Ε: Ποια είναι η ιστοριογραφική παραγωγή για το Ολοκαύτωμα, ποιες είναι οι τάσεις που κυριαρχούν σήμερα; Και υπάρχουν ανεξερεύνητα πεδία;

Α: Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο ζήτημα, διεθνώς.  Η ιστοριογραφία πολύ συχνά ακολουθεί μόδες, ακολουθεί θέματα, τα οποία αναδεικνύονται, μέσα από ερωτήματα, που τίθενται σε νέες πηγές, που προκύπτουν και τις οποίες δεν γνωρίζαμε ή σε παλιό υλικό το οποίο ξαναεπισκπετόμαστε υπό μια διαφορετική οπτική γωνία. Άρα, υπ΄ αυτή την έννοια κανένα θέμα δεν κλείνει ποτέ, όσον αφορά τα ερωτήματα, τα οποία θέτουμε στο υλικό μας, για την ανάλυση του και την ερμηνεία του. Λέγοντας, αυτό πρέπει να πούμε ότι πραγματικά  η ιστοριογραφία για το Ολοκαύτωμα, διεθνώς, έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά, ας πούμε, μιας υπερπλήρους παραγωγής, πρόκειται για έναν ωκεανό παραγωγής μελετών, από τις πολιτισμικές, οικονομικές, πολιτικές, στρατιωτικές διαστάσεις της. Με άλλα λόγια είμαστε στο ευτυχές σημείο, που η γνώση μας βαθαίνει συνεχώς και ακατάπαυστα. Αυτά πρέπει να διευκρινίσω δεν ισχύουν για την ελληνική παραγωγή. Η ελληνική παραγωγή έχει εμπλουτιστεί τρομακτικά, θα έλεγα, τα τελευταία 10 χρόνια, και συνεχώς εμπλουτίζεται με δουλείες πολύ υψηλού επιπέδου. Απλώς είναι τόσα τα πράγματα, που δεν έχουν γίνει ακόμα, τόσες πηγές, που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ή δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμα, τόσες προσεγγίσεις περιμένουν, για να πραγματοποιηθούν, που θα λέγαμε, χωρίς να είμαστε στην αρχή, έχουμε ακόμη πάρα πολύ δρόμο να διανύσουμε, για να φτάσουμε στα διεθνή επίπεδα. Και ένα από αυτά τα ζητήματα έχει να κάνει με την σχετική εσωστρέφεια του πεδίου αυτού, όσον αφορά, αν θέλετε, να ξεκαθαρίσει κάποια ιστοριογραφικά ζητήματα, που αφορούν πρώτα, από όλα την ελληνική ιστοριογραφία και έτσι πρέπει να γίνει. Είναι ένα ζήτημα, που αφορά την ελληνική ιστοριογραφία, πρώτα από όλα. Ταυτόχρονα, όμως, είναι επιτακτική ανάγκη να επικοινωνήσουμε και με τη διεθνή  βιβλιογραφία, όσο το δυνατόν, πιο γρήγορα και σε αυτό ελπίζουμε ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν πολύ, στο άμεσο μέλλον.

Ε: Στην Πολωνία γίνεται για ακόμη μια φορά έντονη συζήτηση, για τον JanGross. Θα μπορούσατε να μας το σχολιάσετε;

Π: Κοιτάξτε, είναι πολύ δύσκολο και πολύ εύκολο ταυτόχρονα, να σχολιάζει κάποιος τις ελλείψεις, μιας εθνικής ιστοριογραφίας, όταν δεν είναι η δική του. Είναι πολύ δύσκολο γιατί «έξω από το χορό, πολλά τραγούδια λένε», αλλά είναι και πολύ εύκολο –ταυτόχρονα-γιατί μπορούμε να είμαστε κριτικοί, με τα προβλήματα και τα ταμπού μιας άλλης ιστοριογραφίας, και πολύ δύσκολο με τη δική μας. Εδώ, πρέπει να πούμε ότι η Πολωνία αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια παραδειγματική περίπτωση ιστοριογραφικής διαμάχης, όπου συνυπάρχουνε σύγχρονες προσεγγίσεις, πολύ αιρετικές και πολύ κριτικές, με πολύ συντηρητικές και παραδοσιακές προσεγγίσεις, πολύ αμυντικές ,θα έλεγα, απέναντι στον ρόλο της ίδιας της πολωνικής κοινωνίας, στην πραγματοποίηση του Ολοκαυτώματος. Ο JanGross αποτελεί αδιαμφισβήτητα έναν από τους κορυφαίους μελετητές του ζητήματος, έχει αναγνωριστεί διεθνώς με πολλαπλά βραβεία. Αποτελεί έναν πρωτοπόρο ερευνητή ο οποίος διαλέγει και επιλέγει όμως να απευθυνθεί προς το κοινό, το ιστοριογραφικό της χώρας του, με έναν πολύ σκληρό τρόπο. Ακριβώς γιατί επιλέγει να σπάσει το ταμπού της ντροπής, προκαλώντας συζήτηση. Είναι μια μέθοδος, την οποίο ακολουθούν , πολλοί ερευνητές. Δεν είναι απαραίτητο ότι βρίσκεις σύμφωνους τους πάντες, ειδικά τους άμεσα θιγόμενους. Κατανοούμε λοιπόν γιατί δεν είναι καθόλου δημοφιλής στη χώρα του, αλλά πολύ δημοφιλής  στο εξωτερικό.

12899808_1150827451617714_1713825343_n

Ο Γιώργος Αντωνίου είναι επίκουρος καθηγητής στην έδρα Εβραϊκών Σπουδών, του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ.  Σπούδασε στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ενώ από το ίδιο απέκτησε και το μεταπτυχιακό του δίπλωμα. Εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή στο European University Institute, της Φλωρεντίας. Έχει εργαστεί στο Foundation for the Memory of Shoah, στο Παρίσι, ενώ υπήρξε επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Yale και στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου. Είναι ακαδημαϊκός συνεργάτης του Διεθνούς Πανεπιστημίου Ελλάδας. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στο Ολοκαύτωμα, στην μνήμη των συγκρούσεων, στη συλλογική μνήμη, στη δημόσια ιστορία, στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Ελληνικό Εμφύλιο και την Ιστοριογραφία. Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά, όπως το Journal of Peace Research, History and Theory, Memoria e Ricerca, και άλλα. Έχει επιμεληθεί το πρόσφατο ειδικό τεύχος του περιοδικού Ricerche Storiche για τη δημόσια ιστορία στην Ελλάδα και του περιοδικού Επιστήμη και Κοινωνία για τη μαζική βία και τα θύματα, ενώ έχει επιμεληθεί τον συλλογικό τόμο Εμφύλιος, πολιτισμικό τραύμα από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

12910487_1150827848284341_1970559261_n
Δημήτριος Μητσόπουλος

Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης : Το σύνδρομο του αυτοχθονισμού

Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης

Το σύνδρομο του αυτοχθονισμού

 

al_02Δεν προκαλούν εντύπωση στους «παροικούντες την Ιερουσαλήμ» οι προσβολές και οι ύβρεις στο πρόσωπο του Ιβάν Σαββίδη. Στους δύο αιώνες της ελληνικής ανεξαρτησίας που ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε σε λίγα χρόνια περισσεύουν οι προσπάθειες οργανωμένων ομάδων να ελέγξουν και να οικειοποιηθούν το κράτος. Το «κράτος λάφυρο», όπως έχει χαρακτηρισθεί. Από την εποχή του αγώνα της Παλιγγενεσίας όπου εκσυγχρονιστικές ομάδες που επιθυμούσαν τη δημιουργία κράτους-δικαίου έβλεπαν τις φιλοδοξίες τους να θρυμματίζονται μπροστά στην επικρατούσα αντίληψη των παραδοσιακών κοτζαμπασικών ομάδων πως το μόνο πολιτικό σύστημα που ταιριάζει στην Ελλάδα είναι το «σύστημα Μοραΐτικόν», η διαιώνιση δηλαδή του πελατειακού συστήματος, της εξάρτησης και της χειραγώγησης του δημοσίου από ομάδες «αρματολών» που επιθυμούσαν να νέμονται εσαεί την εξουσία εν είδει τιμαρίων.

Αυτόν εξάλλου το στόχο, της χρήσης δηλαδή του κράτους ως περιουσιακό στοιχείο των κοτζαμπασικών ομάδων εξυπηρετούσαν και οι πρόνοιες του συντάγματος του 1844 και το ψήφισμα περί αυτοχθόνων και ετεροχθόνων Ελλήνων που στερούσε από χιλιάδες αλύτρωτους Έλληνες και ομογενείς την ελληνική υπηκοότητα. Γιατί άλλωστε να αποκτούσαν την ελληνική υπηκοότητα διεκδικώντας αναπόφευκτα συμμετοχή στη διακυβέρνηση του κράτους;

Η ίδια αέναη σύγκρουση αυτοχθονισμού και ετεροχρονισμού συνεχίζεται μονότονα σε διάφορες παραλλαγές σε αυτόν τον τόπο έως σήμερα. Μια σύγκρουση  για την εξουσία, για τον έλεγχο των κρατικών δομών. Η έλλειψη θεσμών και οι συνέπειές της, όπως η παρούσα οικονομική κρίση αλλά και η κατάντια του ελληνικού ποδοσφαίρου, στο ίδιο ακριβώς σχήμα εντάσσονται, αφού εξυπηρετούν τους Έλληνες «κλεφταρματολούς» επιτρέποντάς τους να διαιωνίζουν την εξουσία τους.

Την ίδια στιγμή οι Έλληνες της Διασποράς εξακολουθούν να μας κάνουν περήφανους. Από τη Μελβούρνη και το Σίδνεϋ, την Οδησσό και την Κριμαία, έως τη Στουτγκάρδη και την Αίγυπτο εξακολουθούν στο πέρασμα των αιώνων να εκφράζουν τις αναλλοίωτες αξίες του οικουμενικού Ελληνισμού, κληρονομιά της ίδιας της ανθρωπότητας. Αυτά βεβαίως είναι «ψιλά γράμματα» για τους θιασώτες της «μικρής αλλά εντίμου Ελλάδος». Για «Ρωσοπόντιους» θα μιλάμε τώρα;

IMG_6886
Ο Ιάκωβος Μιχαηλίδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ

 

Aς γνωρίσουμε τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821

  • Εισαγωγή
  • Αλέξανδρος Υψηλάντης. Ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας
  • Μαντώ Μαυρογένους και Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Η αρχόντισσα και η καπετάνισσα
  • Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο αρχιστράτηγος της Επανάστασης
  • Αθανάσιος Διάκος | Γεώργιος Καραϊσκάκης | Μάρκος Μπότσαρης. Αγώνας μέχρις εσχάτων στο πεδίο της μάχης
  • Οδυσσέας Ανδρούτσος. Ο οπλαρχηγός της Ρούμελης
  • Κωνσταντίνος Κανάρης. Ο θρυλικός μπουρλοτιέρης
  • Ανδρέας Μιαούλης. Ο ναύαρχος της Επανάστασης
  • Λάζαρος Κουντουριώτης. Ο «αετός» της Ύδρας
  • Ιωάννης Καποδίστριας. Ο πρώτος Κυβερνήτης
  • Δημήτριος Βούλγαρης. Ο πρόκριτος της Ύδρας
  • Ιωάννης Μακρυγιάννης. Ο αγωνιστής και αφηγητής του Αγώνα 

Πηγή: http://jgeorg.smartcatalog.gr/eim/thematikes-diadromes/?thematikh=2

Γ. Μουρέλος: Οι τζιχαντιστές είναι ο στρατός της Νέας Τάξης Πραγμάτων

Η συνέντευξη δόθηκε στον Κώστα Γιαννακόπουλο, προπτυχιακό φοιτητή του τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας ΑΠΘ

 

Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης σας στο Παρίσι συνέβη ένα καθοριστικής σημασίας γεγονός την 13η Νοεμβρίου 2015. Ένα τρομοκρατικό χτύπημα των τζιχαντιστών στην καρδιά της πόλης είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια 130 ανθρώπων και πολλών τραυματιών. Πολλοί το περιγράφουν ως την «11η Σεπτεμβρίου της Ευρώπης». Θα ήθελα να μου περιγράψετε σύντομα τα όσα βιώσατε, ευρισκόμενος εκεί.

Δίχως να είμαι προληπτικός ήταν Παρασκευή και 13. Ήταν ένα φοβερό γεγονός, το οποίο πιστεύω σημάδεψε την ψυχή των Παριζιάνων, των Γάλλων και όσων βρίσκονταν στο Παρίσι όπως έτυχε να είμαι και εγώ. Τους σημάδεψε ανεξίτηλα. Η πρώτη εικόνα που είχε κανείς λίγες ώρες μετά τη δημοσιοποίηση του γεγονότος ήταν η εικόνα της αμηχανίας, του αιφνιδιασμού και οι πρώτες ενδείξεις του φόβου. Νομίζω ότι οι τρομοκράτες πέτυχαν τον κυριότερο στόχο τους, δηλαδή να κάνουν τον κόσμο να φοβάται.

Καταρχήν Παρασκευή βράδυ έγινε το χτύπημα, ολόκληρο το Σάββατο και μέχρι το μεσημέρι της Κυριακής οι δρόμοι ήταν σχεδόν έρημοι. Δεν υπήρξε απαγόρευση κυκλοφορίας, έκλεισαν απλώς ορισμένες γραμμές του μετρό, απαγορεύτηκαν οι δημόσιες συναθροίσεις και όλες οι εκδηλώσεις. Η αστυνομία συμβούλευσε τον κόσμο να περιορίσει τις μετακινήσεις του. Βεβαίως ολόκληρη η χώρα κηρύχτηκε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, αλλά στους δρόμους η κυκλοφορία ήταν περιορισμένη. Οι ταράτσες διαφόρων καφενείων ήταν άδειες αν και είχε πολύ καλό καιρό εκείνες τις μέρες.

Η αίσθηση που είχε κανείς περπατώντας στο δρόμο ήταν μη τυχόν και περάσει κάποιο αυτοκίνητο και αρχίσει να πυροβολεί τους πεζούς, γιατί τα χτυπήματα ήταν τυφλά και κανείς δεν ήξερε που θα λάβουν χώρα.

Οι Γάλλοι δεν έχασαν την ψυχραιμία τους και σχετικά γρήγορα λειτούργησε το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, της συναδέλφωσης και της αλληλεγγύης ήδη από τις πρώτες ώρες μετά το χτύπημα. Το γεγονός, που αφήνει πάντοτε μια άσχημη εντύπωση, είναι ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκαν τα διάφορα μέσα το γεγονός, προφανώς για λόγους ακροαματικότητας. Επέμειναν δηλαδή στο εντυπωσιακό και δραματικό της υπόθεσης σε μια στιγμή που η ισορροπία των ανθρώπων δεν ήταν στο καλύτερο επίπεδό της. Αυτές ήταν οι πρώτες εντυπώσεις. Από το βράδυ της Κυριακής το Παρίσι άρχισε να ξαναβρίσκει τους ρυθμούς του. Αυτή είναι και μια υγιής αντίδραση. Τη δε μέρα που έφευγα εγώ, την Τετάρτη, πέντε μέρες μετά το χτύπημα οι ρυθμοί είχαν ήδη αποκατασταθεί.

Η δυτική συμμαχία στις αρχές του 21ου αιώνα εισέβαλλε στο Ιράκ με στόχο την εξόντωση της Αλ – Κάιντα και σύμφωνα με εξαγγελίες του Λευκού Οίκου γίνεται αντιληπτό πως στόχευε σε μια εκδημοκρατικοποίηση των αραβικών καθεστώτων. Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, το εγχείρημα αυτό απέτυχε. Μπορείτε να εξηγήσετε τους λόγους της αποτυχίας;

Καταρχήν νομίζω ότι όλα αυτά είναι μια πρόφαση. Ακόμα και η Αραβική Άνοιξη που είδαμε που κατέληξε. Ομολογώ ότι δε γνωρίζω καλά τα τεκταινόμενα στο Ιράκ και στη Μέση Ανατολή γενικότερα, αλλά θα διακινδυνεύσω μια εκτίμηση με απόλυτη συναίσθηση αυτού του οποίου θα πω. Για μένα οι τζιχαντιστές είναι ο στρατός της Νέας Τάξης Πραγμάτων. Η Νέα Τάξη Πραγμάτων είναι ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα που ανά τον κόσμο έχει στην ουσία υποδουλώσει την πολιτική ηγεσία και στερείται δυνάμεων κρούσης. Αυτό το ρόλο των δυνάμεων κρούσης νομίζω ότι διαδραματίζουν οι τζιχαντιστές. Κατά την άποψη μου δε μπορώ να το αποδείξω, είναι όμως μια εκτίμηση βαθιά ριζωμένη μέσα μου μετά την 11/9 και το περίφημο τρομοκρατικό χτύπημα στο σταθμό του μετρό στη Μαδρίτη και το σταθμό του Λονδίνου. Δεν ήταν μόνο τα γεγονότα στο Παρίσι, η 11/9 της Ευρώπης. Είναι ένα πλέγμα τέτοιων πράξεων που έχει ανάλογο αριθμό θυμάτων. Όλα αυτά, η 11/9, τα χτυπήματα στην Ευρώπη, ακόμη και τα χτυπήματα στην Αφρική, το χτύπημα στο Μάλι λίγες μέρες μετά το χτύπημα του Παρισίου. Όλα αυτά οδηγούν στη λήψη μέτρων για την ασφάλεια των πολιτών, που σε τελευταία ανάλυση παραβιάζουν τις ελευθερίες τους. Μήπως είναι αυτό το ζητούμενο της Νέας Τάξης Πραγμάτων; Αφήνω το ερωτηματικό να πλανάται.

Βεβαίως οι δυνάμεις κρούσεις των τζιχαντιστών πιστεύουν στο τζιχάντ. Έναν πόλεμο διεξάγουν και είναι αποφασισμένοι να αυτοκτονήσουν για αυτόν. Αλλά ποιος κρύβεται πίσω από όλα αυτά, ποιος χρηματοδοτεί το κράτος του ISIS; Αυτά είναι ερωτήματα στα οποία πρέπει κάποτε να βρεθεί μια απάντηση και το παζλ σιγά σιγά συμπληρώνεται.

Άρα λοιπόν δεν πιστεύετε ότι βιώνουμε έναν πόλεμο Χριστιανισμού-Ισλαμισμού;

Αυτή είναι η εικόνα που δίνεται και ίσως να είναι λίγο μαγική. Πίσω από αυτό κρύβονται άλλοι σκοποί και άλλοι στόχοι.

Η Ευρώπη δέχθηκε ένα ισχυρό πλήγμα και πλέον ολόκληρος ο κόσμος αναμένει τις αντιδράσεις. Σίγουρα απαιτείται μια διεθνής συνεργασία για την αντιμετώπιση του ισλαμικού κράτους. Στo πλαίσιo αυτής της συνεργασίας είναι εφικτή η άμβλυνση της απομόνωσης που έχει πραγματοποιήσει η Δύση προς την Ρωσία;

Καταρχήν η Δυτική Ευρώπη αντιμετωπίζει ένα τεράστιο πρόβλημα. Αυτό ονομάζεται μετανάστες, λαθρομετανάστες, μουσουλμανικός πληθυσμός. Στη Γαλλία πχ υπολογίζεται ότι το 10% του πληθυσμού είναι μουσουλμανικής προέλευσης. Το δε Παρίσι είναι μια πόλη περικυκλωμένη από συνοικίες που θυμίζουν Βαγδάτη και Ισλαμαμπάντ. Αλλά δυστυχώς και στην Αθήνα και στα νησιά του νοτιοανατολικού Αιγαίου βιώνεται το ίδιο φαινόμενο. Η Ευρώπη πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα στη ρίζα του και όχι να εθελοτυφλεί. Ήδη σε χώρες όπως η Γαλλία, η Σουηδία, η Γερμανία το πρόβλημα έχει αφεθεί χρόνια ολόκληρα και έχει αποκτήσει σχεδόν ανεξέλεγκτες διαστάσεις.

Τώρα είναι δύσκολο να μιλάμε για ευρωπαϊκή συνεργασία, γιατί δεν ξέρουμε αν υπάρχει βούληση για κάτι τέτοιο. Την απάντηση δεν τη γνωρίζω και πολύ φοβάμαι ότι δεν υπάρχει βούληση, γιατί όπως είπα οι πολιτικές ηγεσίες ανά τον κόσμο έχουν υποδουλωθεί στη Νέα Τάξη Πραγμάτων. Εκείνη είναι που ορίζει, που σχεδιάζει. Ας υποθέσουμε όμως ότι υπάρχει βούληση. Χρειάζεται πρωτίστως οργάνωση. Σχετικά με την άμβλυνση της απομόνωσης, βλέπουμε ότι στη Συρία τόσο η Ρωσία όσο και κράτη της Δύσης, λειτουργούν εντελώς αυτόνομα, δίχως συνεργασία.

Τέλος, θα ήθελα να σας ρωτήσω ποια πιστεύετε ότι πρέπει να είναι η θέση της Ελλάδας απέναντι σε όσα συμβαίνουν και ποιες θεωρείτε ότι θα είναι οι επιπτώσεις στη χώρα μας από τα γεγονότα αυτά.

Αρχικά πρέπει να πούμε ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει ένα οξύτατο μεταναστευτικό πρόβλημα, το οποίο δεν θέλει ή δε μπορεί να αντιμετωπίσει, γιατί δεν την αφήνουν να το αντιμετωπίσει λόγω της Συνθήκης του Δουβλίνου κλπ. Το πρώτο βήμα είναι η αντιμετώπιση της ανεξέλεγκτης εισροής λαθρομεταναστών και κατά δεύτερο λόγο είναι η προώθηση τους προς τρίτες χώρες και όχι η συγκέντρωση τους στα ακριτικά νησιά και σε κεντρικές συνοικίες των Αθηνών. Το θέμα είναι κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί από μόνη της να το πράξει ή αν θα της δοθεί ευρωπαϊκή αλληλεγγύη αν την επικαλεστεί. Εγώ πιστεύω ότι μόνη της θα πρέπει να το αντιμετωπίσει το πρόβλημα, το οποίο αποκτά πλέον και πολιτικές διαστάσεις γιατί η κοινή γνώμη είναι ερεθισμένη από την κατάσταση αυτή, άσχετα αν αυτό δεν προβάλλεται από τα ΜΜΕ.

Τι θα συμβεί εάν η Ελλάδα υιοθετήσει μέτρα κατά της λαθρομετανάστευσης; Θα γίνει και εκείνη χώρος τρομοκρατικών ενεργειών; Δεν το αποκλείω σε θεωρητικό επίπεδο. Όμως αν είναι να περάσουμε από εκεί, καλύτερα να γίνει αυτό μια ώρα αρχύτερα. Όσο λοιπόν πλήττεται το κράτος του ISIS στην καρδιά του τόσο θα πολλαπλασιάζονται οι τρομοκρατικές επιθέσεις στη Δύση. Θα κλιμακώνονται και θα γίνονται πιο εντυπωσιακές από αυτή του Παρισίου. Αυτός όμως είναι ο μονόδρομος έως ότου το φαινόμενο εκλείψει.