Skip to main content

Οι βετεράνοι των Ναπολεοντείων Πολέμων φωτογραφίζονται

Οι βετεράνοι των Ναπολεοντείων Πολέμων φωτογραφίζονται

 Η Μεγάλη Στρατιά του Ναπολέοντα (Grande Armée) έφτασε στο απόγειο του δυναμικού της τον Ιούνιο 1812, τη στιγμή της εισβολής σε βάρος της Ρωσίας. Αριθμούσε τότε 1 εκατομ. άνδρες, οι 680.000 εκ των οποίων συμμετείχαν στη συγκεκριμένη εκστρατεία. Όταν, λίγους μήνες αργότερα, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το ρωσικό έδαφος, δεν είχαν απομείνει παρά 120.000 άνδρες εξαιτίας των απωλειών, των κακουχιών και του φαινομένου μιας γενικευμένης λιποταξίας. Ο Ναπολέων συγκρότησε ταχύτατα έναν νέο στρατό, που συμμετείχε στη Μάχη των Εθνών της Λειψίας, το 1813, στην άμυνα της Γαλλίας το 1814 και στην αποφασιστική αναμέτρηση του Βατερλώ, το 1815. Ουδέποτε, ωστόσο, η Μεγάλη Στρατιά κατάφερε να ανακτήσει την αίγλη εκείνης του Ιουνίου 1812.

Στο επίκεντρο του παρόντος αφιερώματος βρίσκονται οι βετεράνοι των Ναπολεοντείων Πολέμων με σάρκα και οστά, χάρη στην εμφάνιση και χρήση της φωτογραφίας, τα πρώτα βήματα της οποίας πρόλαβαν να δουν στη δύση της ζωής τους. Εμπειρίες και βιώματα ενός πλούσιου παρελθόντος  ξαναζωντανεύουν για λίγα λεπτά της ώρας, καθώς ποζάρουν ένστολοι, σε προχωρημένη ηλικία, φορώντας διακριτικά και μετάλλια και με έκδηλο στα πρόσωπά τους ένα συναίσθημα υπερηφάνειας. Ειδικότερα οι Γάλλοι, φέρουν, μεταξύ άλλων, το παράσημο της Αγίας Ελένης, το οποίο, τον Αύγουστο του 1857, απονεμήθηκε ομαδικά στους εναπομείναντες βετεράνους των Ναπολεοντείων Πολέμων.

Πρόκειται για την πρώτη και τελευταία φορά, που μάρτυρες σημαντικών ιστορικών γεγονότων αποθανατίζονται με αυτόν τον τρόπο, κληροδοτώντας το μέλλον με μια στιγμιαία καταγραφή ανεπανάληπτης αμεσότητας, συγκίνησης και ανθρωπιάς.

O Arthur Wellesley, πρώτος δούκας του Wellington (1769-1852), υπήρξε εξέχουσα πολιτική και στρατιωτική φυσιογνωμία της Βρετανίας του 19ου αιώνα. Διετέλεσε δυο φορές πρωθυπουργός (Ιανουάριος1828 – Νοέμβριος 1830 και Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1834), υπουργός Εξωτερικών (1834-1835), και τρεις φορές επικεφαλής της Βουλής των Λόρδων. Στη λαϊκή συνείδηση έχει καταγραφεί ως ο μεγαλύτερος Βρετανός στρατηλάτης, ο οποίος σε δυο περιστάσεις (εκστρατεία Ισπανίας και μάχη του Βατερλώ) κατάφερε να επικρατήσει του Ναπολέοντα. Στη δεύτερη περίπτωση, μάλιστα, έθεσε αμετάκλητα τέλος στην ηγεμονία του Γάλλου αυτοκράτορα. Ο πίνακας πάνω αριστερά, φιλοτεχνήθηκε από τον Thomas Lawrence μεταξύ των ετών 1815 και 1816, αμέσως μετά τη νίκη στο Βατερλώ. Η σπάνια φωτογραφία δεξιά (http://emperornapoleon.com/photos/duke-of-wellington.html), τραβήχτηκε το 1844, 29 χρόνια αργότερα, οπότε ο Wellington ήταν κοντά 75 ετών. Στην επιχρωματισμένη λιθογραφία εικονίζεται να ενθαρρύνει τα στρατεύματά του την ώρα της μεγάλης μάχης.

Οι τελευταίοι Βρετανοί επιζώντες της μάχης του Βατερλώ (τέσσερις από τους εικονιζόμενους πέντε τον Ιούνιο του 1880 στον περίβολο του νοσοκομείου του Chelsea, στο Λονδίνο). Η ηλικία όλων κυμαίνεται μεταξύ 80 και 90 ετών ( http://emperornapoleon.com/photos/waterloo-veterans.html).

Ο ανώνυμος Βρετανός βετεράνος, πάνω αριστερά με τη σύζυγό του, φωτογραφήθηκε το 1850 επιδεικνύοντας το παράσημο, το οποίο απόκτησε χάρη στη συμμετοχή του στην εκστρατεία της Ισπανίας (http://emperornapoleon.com/photos/british-veteran-and-wife.html). Ο αιωνόβιος Pavel Yakovlevich Tolstoguzov (δεξιά), γεννηθείς το 1798, πολέμησε στις τάξεις του ρωσικού στρατού κατά του Ναπολέοντα.

Louis-Victor Baillot (1793-1898), ο τελευταίος Γάλλος επιζών της μάχης του Βατερλώ. Γεννήθηκε στο χωριό Percey της Βουργουνδίας, δυο μήνες έπειτα από την εκτέλεση του Λουδοβίκου ΙΣΤ’ στη λαιμητόμο. Απεβίωσε σε ηλικία 104 ετών. Η φωτογραφία τραβήχτηκε το έτος του θανάτου του. Κατετάγη στη Μεγάλη Στρατιά του Ναπολέοντα το 1812, αμέσως έπειτα από την υποχώρηση από τη Ρωσία. Συμμετείχε στην πολιορκία του Αμβούργου υπό τις διαταγές του στρατάρχη Davout. Επέστρεψε στην πολιτική ζωή το 1814, την επομένη της πρώτης παραίτησης του Ναπολέοντα από τον αυτοκρατορικό θρόνο. Επανήλθε στην ενεργό υπηρεσία ένα χρόνο αργότερα και πολέμησε στη μάχη του Βατερλώ. Στις 14 Ιουνίου 1815, είδε με τα ίδια του τα μάτια τον αυτοκράτορα για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του, στην καθιερωμένη επιθεώρηση, λίγο πριν την έναρξη της μάχης. Τραυματίστηκε στο κεφάλι και μεταφέρθηκε, ως αιχμάλωτος, στις Βρετανικές Νήσους, από όπου απελευθερώθηκε το 1816. Στο μνήμα του είναι χαραγμένη η ένδειξη: “Le Dernier de Waterloo”. (https://www.newstatesman.com/culture/2015/06/mystery-waterloos-last-living-soldier)

Σε κάθε επέτειο του θανάτου του Ναπολέοντα (5 Μαΐου 1821), οι παλαίμαχοι της Μεγάλης Στρατιάς συγκεντρώνονταν στην πλατεία Vendôme του Παρισιού, στο μέσο της οποίας υψώνεται η στήλη που ο αυτοκράτορας κατασκεύασε από τα πυροβόλα-λάφυρα της μάχης του Austerlitz, προκειμένου να τιμήσουν τη μνήμη του ήρωά τους. Στην εκδήλωση αυτή, προσέρχονταν ένστολοι. Οι φωτογραφίες, οι οποίες ακολουθούν τραβήχτηκαν, χάρη σε αυτήν, ακριβώς, τη συγκυρία μεταξύ των ετών 1855 και 1858. Το όνομα του φωτογράφου παραμένει άγνωστο. Οι λιθογραφίες, που τις πλαισιώνουν, φιλοτεχνήθηκαν από τον Hippolyte Bellangé (1800-1866).

Αριστερά: Δεκανέας Lefèbre, του 2ου Συντάγματος Μηχανικού. Στo κέντρο: Γρεναδιέρος Burg του 24ου Συντάγματος της Αυτοκρατορικής Φρουράς (Garde Impériale). Δεξιά:Vitry, της Περιφερειακής Φρουράς (Garde Départementale). Άπαντες συμμετείχαν στη μάχη του Βατερλώ.
Αριστερά: Μαμελούκος της Αυτοκρατορικής Φρουράς. Δεξιά: Ducel, Μαμελούκος της Αυτοκρατορικής Φρουράς. Υπηρέτησε μεταξύ των ετών 1813 και 1815.

 

Η Αυτοκρατορική Φρουρά στο Βατερλώ.
Αριστερά: Ουσάρος του 1ου Συντάγματος. Δεξιά: Επιμελητής Fabry, του 1ου Συντάγματος Ουσάρων.
Αριστερά: Γάλλος Λογχοφόρος. Δεξιά: Verlinde, του 2ου Συντάγματος Λογχοφόρων. Υπηρέτησε το 1815.
Αριστερά: Théodore Géricault (1791-1824), Officier de chasseurs à cheval de la garde impériale chargeant, 1812, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου. Δεξιά: Moret, του 2ου Συντάγματος Κυνηγών. Υπηρέτησε τα έτη 1814-1815.
Αριστερά: Λογχοφόρος. Δεξιά: Dreuse, του 2ου Συντάγματος Ελαφρού Ιππικού. Υπηρέτησε το 1813-1814.

 

Thomas Jones Barker (1815-1882), Napoleon at Waterloo, Twickenham,  Royal Military School of Music.

 

Προέλευση φωτογραφιών: Brown University Library, Providence, Rhode Island, USA

https://mashable.com/2014/10/27/napoleonic-wars-veterans/?europe=true

Κείμενο-επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς:Η βασίλισσα της Ελλάδος Αμαλία και ο βασιλικός κήπος της Αθήνας

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς

 Η βασίλισσα της Ελλάδος Αμαλία και ο βασιλικός κήπος της Αθήνας*

Τα ανάκτορα των Αθηνών, κτισμένα για τον πρώτο βασιλέα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους Όθωνα¹ ήταν ο σημαντικότερος αρχιτεκτονικός σχεδιασμός (διάρκεια ανέγερσης 1836-1843) στη νέα πρωτεύουσα. Επανειλημμένως έχει τονισθεί η βαρύνουσα σημασία που έμελλε να παίξει το οικοδόμημα αυτό στην πολεοδομική εξέλιξη της νέας Αθήνας, καθώς και το γεγονός ότι η ανέγερσή του σηματοδότησε, όπως ανεμένετο, την ανάπτυξη μιας ιδιότυπης κλασικιστικής αρχιτεκτονικής στον ελληνικό χώρο.

Ο βασιλεύς Λουδοβίκος Α΄της Βαυαρίας για πολιτικούς λόγους, και προκειμένου να εδραιωθεί η εξουσία της δυναστείας των Wittelsbach στην Ελλάδα, επιθυμούσε την ταχύτερη δυνατή έναρξη της οικοδομήσεως των ανακτόρων. Κατά τη διάρκεια της τετραμήνου παραμονής του στην Αθήνα (από τον Δεκέμβριο του 1835 έως τον Μάρτιο του 1836) και κατόπιν επανειλημμένων γνωμοδοτήσεων σχετικά με τις κατάλληλες περιοχές χωροθετήσεως του κτηρίου, καθώς και κατόπιν συντάξεως δυο διεξοδικών αναφορών των θεραπόντων ιατρών του Όθωνος Röser και Wibmer (που τις υπέβαλαν την πρωτοχρονιά του 1836 και στις οποίες συνιστούσαν ως πλέον υγιεινή περιοχή για την ανέγερση των ανακτόρων τις ανατολικές παρυφές της πόλεως, δηλαδή την περιοχή του αρχαίου Λυκείου), ο βασιλεύς Λουδοβίκος – παρακάμπτοντας τον διστακτικό υιό του ‘Οθωνα – έκανε δεκτή την πρόταση των δυο ιατρών.

Ο Friedrich von Gaertner (1791-1845), ο αρχιτέκτων, στον οποίον ο βασιλεύς Λουδοβίκος ανέθεσε την εκπόνηση των σχεδίων των ανακτόρων, ώρισε ως ακριβή τόπο χωροθέτησής τους όχι τη νότια κλιτύ του Λυκαβηττού, αλλά μία χαμηλή έξαρση του εδάφους στις ανατολικές παρυφές της νέας πόλεως, κοντά στην πύλη του Διοχάρους του αρχαίου τείχους, από όπου απολάμβανε κανείς ανεμπόδιστα τη θέα του Σαρωνικού, της Ακροπόλεως και της παλαιάς πόλεως.

Άποψη της Αθήνας από τον Λυκαβηττό. Διακρίνεται το τείχος του βοεβόδα Χασεκή και στον ορίζοντα τα βουνά της Σαλαμίνας. Επιχρωματισμένη χαλκογραφία του Franz Heger (1792-1836).

Η επιλογή του συγκεκριμένου σημείου για τη χωροθέτηση των ανακτόρων υπήρξε πολύ επιτυχής διότι προσέφερε έναν ανοικτό περιβάλλοντα χώρο και υπερυψωμένη θέση, η οποία εξησφάλιζε άριστες οπτικές διασυνδέσεις. Ξενίζει, ωστόσο, η αδιαφορία του Gaertner για μια μελετημένη πολεοδομική ένταξη των ανακτόρων στον ιστό τόσο της παλαιάς όσο και της νέας πόλεως. Το οικοδόμημα αναγείρεται σε μια προνομιούχο θέση που γεννά αυθορμήτως την σκέψη δημιουργίας μιας εκτεταμένης περιοχής πρασίνου, η οποία θα μπορούσε να εκτείνεται από τις κλιτύες του Λυκαβηττού μέχρι τις όχθες του Ιλισσού.² Και πράγματι, αργότερα το νότιο τμήμα αυτής της περιοχής απέκτησε ενιαίο χαρακτήρα χώρου αναψυχής στο κέντρο της πόλεως, καθώς περιλαμβάνει τον Βασιλικό Κήπο, τον Κήπο του Ζαππείου, τους Στύλους του Ολυμπίου Διός, και τον αναδασωμένο Λόφο του Αρδηττού. Ο αρχιτέκτων των ανακτόρων ωστόσο αγνόησε αυτή την προοπτική. Η ενασχόλησή του με τη διαμόρφωση του τοπίου που περιβάλλει τα ανάκτορα υπήρξε μάλλον επιπόλαια, θα λέγαμε μάλιστα συμβατική. Έχει κανείς την εντύπωση πως ήθελε να αποφύγει την διευθέτηση αυτού του θέματος. Και είχε τους λόγους του: επειδή εκείνη την εποχή επικρατούσε ακόμα αβεβαιότητα όσον αφορά την εφαρμογή του αναθεωρημένου από τον Leo von Klenze πολεοδομικού σχεδίου των Αθηνών (1834), ο Gaertner, σοφά πράττοντας, προτίμησε να αποφύγει τη διατύπωση συγκεκριμένων πολεοδομικών προτάσεων διαρρυθμίσεως του περιβάλλοντος χώρου για να μη θέσει σε κίνδυνο την εφαρμογή του σχεδίου του για τα ανάκτορα.

Friedrich von Gaertner (1791-1845).

Παρ’ όλα αυτά μας είναι γνωστό ένα σχέδιο του Gaertner, στο οποίο είναι αποτυπωμένη πρότασή του για τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος τοπίου και τη διάταξη του βασιλικού κήπου.³ Ο σχηματικός χαρακτήρ αυτού του σχεδίου είναι προφανής. Απουσιάζει εντελώς η απεικόνιση των κυρίων οδών της πρωτευούσης σε σχέση με τα ανάκτορα, και της κυριοτέρας τότε οδού που είχε διανοιγεί στην παλαιά πόλη, της οδού Ερμού. Ανατολικά των ανακτόρων και σε άμεση επαφή με αυτά, ο Gaertner σχεδιάζει ένα μεγάλο ημικύκλιο, διαμέτρου 500 μ., το οποίο περιγράφει μια επιφάνεια 12 εκταρίων, ως αυστηρά γεωμετρικό κήπο των ανακτόρων με πρότυπο τους γαλλικής τεχνοτροπίας κήπους. Στο σχηματικό αυτό περίγραμμα, εκείνο που εντυπωσιάζει είναι η ψυχρή αυστηρότης της αξονικής συμμετρίας και το γεγονός ότι δεν λαμβάνεται καθόλου υπ όψιν το έδαφος που κλίνει προς νότον. Ακριβείς προτάσεις για τη διαμόρφωση του κήπου δεν γίνονται. Έτσι το σκαρίφημα υποβάλλει την ιδέα ότι πρόκειται μάλλον για διακοσμητική πλαισίωση της κατόψεως των ανακτόρων παρά για σχεδιαστική έκφραση μίας ιδέας για τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος τοπίου. Επιπλέον, εκατέρωθεν των ανακτόρων καθώς και μπροστά σε αυτά ο Gaertner σχεδιάζει υπαινικτικά δυο μικρούς διακοσμητικούς οπωρόκηπους, ενώ δεν προβλέπει ευρύχωρο προαύλιο. Αντί προαυλίου προτείνεται μια οδός περιπάτου με δενδροστοιχίες πλάτους 38 μ., η οποία εφάπτεται μετωπικά στο κτήριο χωρίς να καταλήγει πουθενά.

Η πολεοδομική ένταξη των αθηναϊκών ανακτόρων στην κάτοψη της πόλεως έγινε αργότερα, με βάση το σχέδιο του λοχαγού Hoch, ο οποίος επέβλεπε τις οικοδομικές εργασίες ανεγέρσεως των ανακτόρων. Το σχέδιό του, το οποίο εξεπόνησε επί τόπου,⁴ συνιστά μία συγκεκριμένη πολεοδομική πρόταση διευθετήσεως του χώρου περί τα ανάκτορα. Προβλέπει την μνημειακή πλατεία Όθωνος (τη σημερινή πλατεία Συντάγματος) διαστάσεων 215 Χ 150 μ., μπροστά στη δυτική κύρια πρόσοψη των ανακτόρων. Το ακριβές περίγραμμα του κήπου απουσιάζει και από αυτό το σχέδιο. Το λεγόμενο “σχέδιο Hoch”ενεκρίθη με το διάταγμα της 22.5.1837 ως οριστικό σχέδιο διαμορφώσεως της περιοχής δυτικώς των ανακτόρων, και στις κύριες γραμμές του εφηρμόσθη πιστά.

Τα ανάκτορα του Όθωνος και η πλατεία Συντάγματος σε φωτογραφία του 1865.

Το σχέδιο και η διαμόρφωση του βασιλικού κήπου των Αθηνών κατά τη διάρκεια των μετέπειτα δεκαετιών δεν ακολούθησε ωστόσο την σχηματική πρόταση του Gaertner. Αυτή η πρώτη, και μέχρι σήμερα σημαντικότερη, δημιουργία της κηποτεχνίας στην Ελλάδα οφείλεται στην Αμαλία του Ολδεμβούργου, σύζυγο του Όθωνος, πρώτου βασιλέως της Ελλάδος.

Όταν η δεκαοχτάχρονη βασίλισσα έφθασε, την άνοιξη του 1837, στην Αθήνα, έμελλε να κατοικήσει για έξι χρόνια, μέχρι δηλαδή την αποπεράτωση των υπό ανέγερση ανακτόρων, στην οικία Δεκόζη-Βούρου στην πλατεία Κλαυθμώνος. Αλλά η Αμαλία δεν έμεινε αδρανής όλο αυτό το διάστημα της διαμονής του βασιλικού ζεύγους στα προσωρινά ανάκτορα. Ενστερνίσθηκε τη ρήση του πεθερού της Λουδοβίκου Α΄: Εγώ συνηθίζω να φυτεύω πριν ακόμα κτίσω,⁵ και έδρασε αναλόγως.

Κατά τη διάρκεια της εικοσιπεντάχρονης παραμονής της Αμαλίας στην Αθήνα (1837-1862) η δημιουργία του κήπου αυτού έμελλε να γίνει το σπουδαιότερο έργο της ζωής της. Με χαρακτηριστική καλαισθησία, θεληματικότητα και πείσμα διηύθυνε προσωπικά τη διαμόρφωση, τη φύτευση, την επέκταση και τον συνεχή εμπλουτισμό του κήπου των ανακτόρων, ο οποίος έλαβε εν τέλει τη μορφή ενός πυκνοφυτεμένου, ελεύθερα διαμορφωμένου μεσογειακού κήπου, ενός κήπου sui generis σε απομίμηση των φυσικών τοπίων (Landschaftspark). Ο κήπος είχε συλληφθεί εξ αρχής ως ελεύθερος χώρος τριπλής λειτουργίας: ως κήπος των ανακτόρων, ως δημόσιο πάρκο και ως βοτανικός κήπος· και από την άποψη αυτή είναι μοναδικός στη νότια Ευρώπη.

Με πρακτικό νου η νεαρά βασίλισσα επέλεξε την καλύτερη δυνατή χωροθέτηση του κήπου, και μάλιστα σε άμεση γειτνίαση με το κτήριο των ανακτόρων. Η διαμόρφωσή του ξεκίνησε από μια μικρή επιφάνεια 2,5 εκταρίων στη δυτική πτέρυγα του κτηρίου για να καλύψει τελικά περίπου 15,5 εκτάρια (μέγιστες διαστάσεις 410 Χ 470 μ.). Αυτή η παραλληλόγραμμου σχήματος έκταση εκτείνεται μονόπλευρα – δηλαδή στα νότια και τα ανατολικά του κτηρίου των ανακτόρων – σχεδόν μέχρι την είσοδο του Παναθηναϊκού Σταδίου. Ο κήπος απέκτησε τη μέγιστη επιφάνειά του επί Όθωνος και παραμένει έτσι μέχρι τις μέρες μας, τόσο ως προς την διαμόρφωση όσο και ως προς την έκτασή του· ένα «κτήμα εσ αεί” για την πόλη των Αθηνών.

Ludwig Lange, Η πηγή της Καλλιρρόης, όπου διαμορφώθηκε ο κήπος, 1835.

Σημαντικό κριτήριο για την επιλογή της τοποθεσίας δεν ήταν μόνο ο μεσημβρινός της προσανατολισμός και η κεντρική της θέση ανάμεσα στο κτήριο των ανακτόρων, τα μεγαλόπρεπα ερείπια του ναού του Ολυμπίου Διός και το κοίλον του Παναθηναϊκού Σταδίου· σπουδαίο ρόλο έπαιξε επίσης το σχετικά επίπεδο, αλλά ελαφρά προς νότον κεκλιμένον έδαφος (υψηλότερο σημείο 104,5 μ., χαμηλότερο σημείο 83,0 μ. πάνω από την επιφάνεια της θαλάσσης, υψομετρική διαφορά 21,5 μ., μέση κλίση 4,5%) το οποίο επέτρεψε την άνετη άρδευση του κήπου, δίχως αντλίες.

Στο διάστημα μεταξύ των ετών 1836 και 1859 ηγοράσθησαν σταδιακά περισσότερα από τριάντα αγροτεμάχια για την επέκταση του κήπου, τα οποία ήταν ιδιοκτησία του δήμου των Αθηνών, της μονής Πετράκη αλλά και διαφόρων επιφανών αθηναϊκών οικογενειών.⁶ Τα έξοδα για τη διαμόρφωση, καλλιέργεια και συντήρηση του κήπου εκάλυπτε το βασιλικόν ταμείον, ενώ η αγορά γης (αγορά που ουσιαστικά είχε χαρακτήρα απαλλοτριώσεως) γινόταν με δαπάνες του κράτους. Ο Edmond About, γάλλος αρχαιολόγος που στο διάστημα 1852-1854 παρεπιδημούσε στην Αθήνα, μας άφησε μία ενδιαφέρουσα περιγραφή, διαπνεόμενη από θαυμασμό αλλά και ειρωνική διάθεση, που αναφέρεται στις πρωτοβουλίες της βασιλίσσης που είχαν σχέση με τον κήπο των ανακτόρων. Έτσι στο βιβλίο του La Grèce contemporaine, που δημοσιεύθηκε στο Παρίσι το 1854, μας δίνει συγκεκριμένα στοιχεία για τη μοναδική αυτή όαση πρασίνου στην Αθήνα, που υπέφερε από τη ζέστη το θέρος. Αναφέρει λοιπόν ότι ποσό ίσο με το 5% της ετήσιας βασιλικής χορηγίας επενδυόταν στον κήπο, στον οποίο ορισμένες ώρες καθημερινά είχε πρόσβαση και το κοινό. Επίσης αναφέρει ότι η βασίλισσα, προς μεγάλην αγανάκτησιν του πληθυσμού, ξόδευε σημαντικό μέρος του διαθεσίμου ύδατος της πόλεως για τον κήπο της⁷ και ότι στην περιοχή του είχαν βρεθεί τα λείψανα μιας ρωμαϊκής επαύλεως (1846). Επίσης τονίζει την ποιότητα της βοτανικής συλλογής του κήπου και αναφέρει τα κτυπήματα που δέχθηκε το έργο της βασιλίσσης εξ αρχής από τις κακοκαιρίες: τον χειμώνα του 1849/1850 οι θυελλώδεις άνεμοι ξερίζωσαν πολλές φοινικιές και 8.000 πορτοκαλιές και λεμονιές⁸ ενώ τη νύκτα της 14ης Οκτωβρίου του 1852 μιά άλλη ανεμοθύελλα, η οποία μάλιστα έριξε και έναν από τους στύλους του Ολυμπίου Διός, προξένησε μεγάλες ζημιές τόσο στον βασιλικό κήπο όσο και στον αιωνόβιο ελαιώνα στην πεδιάδα του Κηφισού. Παρ όλες τις αντίξοες συνθήκες, η βασίλισσα συνέχισε το έργο της, σχεδιάζοντας, προσθέτοντας φυτά και επεκτείνοντας διαρκώς τις εγκαταστάσεις του κήπου.

Ο Edmond About και η πραγματεία του La Grèce contemporaine.

Πρέπει να θυμηθούμε ότι η πεδινή έκταση στα ανατολικά της παλαιάς πόλεως ανάμεσα στον Λυκαβηττό και την όχθη του Ιλισσού, όπου εδημιουργήθη ο βασιλικός κήπος, εκείνη την εποχή ήταν μια χέρσα επιφάνεια που είχε παραμείνει χωρίς άρδευση επί αιώνες⁹ και ότι μόνο στις όχθες του Ιλισού, ευδοκιμούσε ένας μικρός ελαιών. Τα πρώτα βήματα για τη διαμόρφωση του κήπου ήταν η προσθήκη φυτικής γης, οι αρχικές εργασίες φυτεύσεως, η διάνοιξη αρτεσιανών φρεάτων και η επισκευή του παλαιού υδραγωγείου Τσακουμάκου (από την εποχή της Τουρκοκρατίας), που εμάστευε το νερό του Ιλισού για την άρδευση του κήπου.

Κατά την άφιξη της Αμαλίας στην Αθήνα το 1837, το δημοτικό συμβούλιο της Σπάρτης απεφάσισε να κάνει στην νεαρή βασίλισσα ένα συμβολικό δώρο: έστειλε 300 μοσχεύματα λεμονιάς, πορτοκαλιάς και άλλων οπωροφόρων για να φυτευθούν στον μικρό οπωρώνα, τον οποίο η βασίλισσα διαμόρφωσε στα νότια του αναγειρομένου κτηρίου των νέων ανακτόρων.

Τον ίδιο χρόνο συστήθηκε επιτροπή για τη διευθέτηση του κήπου, υπό την προεδρία του καθηγητού βοτανικής στο νεοϊδρυθέν πανεπιστήμιο Nikolaus Karl Fraas, ο οποίος είχε την ευθύνη του συντονισμού των εργασιών και της προμήθειας μεγάλης ποικιλίας φυτών, ιδίως από την κατάφυτη Εύβοια και το κρατικό φυτώριο του Βοτανικού (το πρώην κτήμα του βοεβόδα της Αθήνας Χατζή-Αλή Χασεκή).¹º 15.000 φυτά μετέφερε το ιστιοφόρο “Φοίνιξ” από τη Γένοβα¹¹ για να εμπλουτισθεί η ποικιλία των ειδών. Τον Δεκέμβριο του ιδίου χρόνου (1839) η Αμαλία γράφει ενθουσιασμένη προς τον βασιλέα Λουδοβίκο στο Μόναχο: Ο κήπος των νέων ανακτόρων έχει ανασκαφεί και είναι έτοιμος ώστε να δενδροφυτευθεί. Κατά την εκτέλεση των εργασιών βρέθηκε το χέρι, το πόδι και ένα θραύσμα του κεφαλιού ενός κολοσσιαίου αγάλματος, καθώς και τα θεμέλια ενός αρχαίου κτηρίου που ο καθηγητής Ross εικάζει, βασιζόμενος σε μία επιγραφή, πως ήταν το γυμνάσιο ή το λύκειο (δεν θυμάμαι τί ακριβώς). Βρέθηκαν επίσης τάφοι, θραύσματα γλυπτών, μία δεξαμενή, κλπ.¹²

W. Rietschel – Fr. Hanfstaengl, Η βασίλισσα Αμαλία στον κήπο της, γύρω στο 1855.

Την ευθύνη του κήπου είχε αρχικά ο βαυαρός γεωπόνος Smarat, ο οποίος είχε έλθει κατόπιν επιθυμίας της Αμαλίας από το Μόναχο. Ο Smarat είχε στο πλευρό του τον Friedrich Schmidt, που είχε γεννηθεί στο Dessau του Anhalt και ο οποίος είχε έρθει σε ηλικία 36 ετών στην Ελλάδα με το βαυαρικό σώμα εκστρατείας, ως απλός λοχίας. Ο Schmidt παρέμεινε μέχρι τα βαθιά του γηρατειά (πέθανε το 1889) στην Αθήνα στην υπηρεσία τόσο του βασιλέως Όθωνος όσο και του βασιλέως Γεωργίου Α΄, φροντίζοντας τον κήπο των ανακτόρων. Προσωπικότης της παλαιάς Αθήνας, ο Schmidt ταυτίσθηκε από τους Αθηναίους με τον βασιλικό κήπο.

Αργότερα, όταν καθωρίσθησαν από τη λεγόμενη “Επιτροπή του 1847” τα νέα διευρυμένα όρια του κήπου, ανετέθη η φύτευσή του στον γάλλο κηποτέχνη François Louis Bareaud. O Bareaud, ο οποίος ήρθε από την Κωνσταντινούπολη, έμεινε στην Ελλάδα μέχρι το 1854. Σχεδίασε οριστικά το δίκτυο δρομίσκων και καθόρισε τη μορφή και τη θέση των διακοσμητικών στοιχείων, των μικρών κτισμάτων, των υδάτινων εκτάσεων και των περιφράκτων χώρων του κήπου.

Στην ωραία μονογραφία του, Deutsche bauen in Athen (Γερμανοί κτίζουν στην Αθήνα), που δημοσιεύθηκε στο Βερολίνο το 1942, ο ιστορικός της τέχνης Hans Hermann Russack χαρακτηρίζει συνοπτικά αλλά πολύ εύστοχα τον ιδιόμορφο, έξοχο σχεδιασμό του αθηναϊκού βασιλικού κήπου. Γράφει: Στο υποτροπικό, ξηρό κλίμα της Αττικής το νερό είναι πολύτιμο αγαθό, επομένως δεν ήταν δυνατόν να ενταχθούν μεγάλης εκτάσεως στάσιμα και ρέοντα ύδατα στον κήπο. Άλλωστε εξ αρχής η ανάγκη διαρκούς ύδρευσης κατά τους θερινούς μήνες – μέσω ενός πολύ ευρηματικού συστήματος αυλακιών – είχε θέσει όρια στη χωρική έκτασή του, διότι έπρεπε να αρδευτεί με τα υπάρχοντα αποθέματα νερού. Τον επισκέπτη του κήπου αποζημιώνει μία πληθώρα των πλέον ποικίλων δέντρων και θάμνων. Εδώ συνυπάρχουν φυτά των βορείων και των μεσογειακών χωρών, ευδοκιμεί μεγάλος αριθμός φυλλοβόλων και κωνοφόρων δένδρων, όπως μόνο κάτω από τον αττικό ουρανό είναι δυνατό να υπάρξουν. Φοινικιές συναντούν βελανιδιές και φράκτες από δάφνη Απόλλωνος και γιασεμιά που ευωδιάζουν. Ένα ευφυώς μελετημένο δίκτυο περίπλοκων δρομίσκων δημιουργεί την εντύπωση ότι η επιφάνεια του κήπου είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από ότι στην πραγματικότητα. Κάτω από τον καυτό ουρανό της Αττικής η δροσιά και η σκιά είναι το δώρο το οποίο επιζητεί κανείς στους κήπους. Και γι αυτό τα πυκνοφυτεμένα δέντρα του βασιλικού κήπου της Αθήνας έχουν μεγαλύτερη αξία από τις γραφικές συστάδες δέντρων πάνω στους εκτεταμένους χλοοτάπητες των πάρκων στις χώρες του Βορρά.

Πράγματι, η διαμόρφωση του βασιλικού κήπου Αθηνών πείθει με την ιδιόμορφη, τολμηρή και επιτυχημένη σύλληψή της. Το έργο του Bareaud, το οποίο εντάσσεται στην καλύτερη παράδοση του γαλλικού τύπου αστικής κηποτεχνίας, ¹³ εκπλήσσει με την επινοητική χάραξη των δρόμων, την πολυμορφία των έργων μικροαρχιτεκτονικής, τις λιμνούλες και τις πέργκολες, καθώς και με την παράτολμη ανάμιξη των διαφόρων φυτών σε σχετικά περιορισμένο χώρο. Κατά θαυμαστό τρόπο το τελικό αποτέλεσμα δεν δίνει την εντύπωση εξεζητημένου ή άμορφου χώρου, αλλά ενός κήπου που η μορφολογία του φέρει έντονη την σφραγίδα της βούλησης του δημιουργού του. Δεν πρέπει να λησμονούμε εξ άλλου ότι ο Bareaud εξεπόνησε αργότερα και τα σχέδια του ανακτόρου Ντολμά Μπαχτσέ στην Κωνσταντινούπολη

Σχέδιο του βασιλικού κήπου, όπου αποτυπώνονται όλα τα μορφολογικά του χαρακτηριστικά: χάραξη δρόμων, μικροαρχιτεκτονική, λίμνες, πέργκολες, φυτά. Αποδίδεται στον François-Louis Bareaud.

Το πρωτότυπο σχέδιο αυτού του μοναδικού έργου παρέμεινε επί μακρό χρονικό διάστημα, δηλαδή πάνω από 150 χρόνια, ανεύρετο, ώσπου εντελώς συμπτωματικά ο καθηγητής Jan Murken στο Μόναχο ανεκάλυψε προσφάτως σε παλαιοπωλείο ένα τυπωμένο σχέδιο υπό μορφή έγχρωμης λιθογραφίας.¹⁴ Το σχέδιο αυτό με υπόμνημα στα γαλλικά είναι σε κλίμακα 1:1.000 και φέρει τον τίτλο Plan du Jardin Royal dAthènes. Δεν φέρει μεν χρονολογία, ούτε υπογραφή, είναι όμως δικαιολογημένη η υπόθεση ότι το έχει φιλοτεχνήσει ο Bareaud, επειδή στο υπόμνημα αναφέρονται, με γαλλικούς κηποτεχνικούς όρους, πάνω από εβδομήντα συστατικά στοιχεία του κήπου (δηλαδή φυτά, λίμνες, βοηθητικά κτήρια, αντλιοστάσια, κλπ.) και τα αντίστοιχα σύμβολά τους στο σχέδιο.

Το τεκμήριο αυτό είναι σπάνιας ιστορικής αξίας, διότι είναι το μόνο σωζόμενο σχέδιο από την εποχή διαμορφώσεως του κήπου, στο οποίο είναι αποτυπωμένες όλες οι μορφολογικές προθέσεις του δημιουργού του. Η χάραξη του δικτύου των δρόμων, οι διαστάσεις τους καθώς και η ακριβής τοποθεσία σημαντικών μορφολογικών χαρακτηριστικών του κήπου (λίμνες, πέργκολες, λοφώδεις εξάρσεις) ταυτίζονται ως επί το πλείστον με τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά του σημερινού κήπου.

Παρουσιάζονται, ωστόσο, και αρκετές διαφορές, από τις οποίες συνάγεται η μεταγενέστερη εξέλιξη του κήπου και κάποιες επιμέρους επεμβάσεις ή αλλαγές. Έτσι απουσιάζουν από το σχέδιο αυτό το υφιστάμενο σήμερα παρτέρι με το ηλιακό ωρολόγιο και η δεντροστοιχία με τους μεγάλους φοίνικες (ουασιγκτόνιες) στη δυτική είσοδο, η μεγάλη πέργκολα με τις γλυτσίνιες, η βόρεια και η ανατολική είσοδος, καθώς και ο περίφρακτος χώρος των ζώων και ο ορνιθών στα ανατολικά της μεγάλης λίμνης. Άλλα στοιχεία, τα οποία προβλέπονται στο σχέδιο, όπως ο μεγάλος λαβύρινθος που σχηματίζουν φυτά του είδους ευώνυμον το ιαπωνικόν ή ο χώρος για τη διαβίωση των ζώων στη βορειοανατολική γωνία του κήπου δεν υφίστανται σήμερα. Καταλήγει κανείς επομένως στο σχεδόν βέβαιο συμπέρασμα ότι το τυπωμένο σχέδιο που ανεκαλύφθη προσφάτως, και το οποίο ο Bareaud υπέβαλε στην βασίλισσα την δεκαετία του 1850, αντικατοπτρίζει τις αρχικές ιδέες του για την διαμόρφωση του βασιλικού κήπου.

Μελετώντας προσεκτικά το σχέδιο αυτό διαπιστώνει κανείς ότι: πρώτον, το υφιστάμενο, πολύ πυκνό δίκτυο των έντονα καμπύλων πεζοδρόμων με την ομαλή χάραξη, ναι μεν αποτελεί ακριβή εφαρμογή του αρχικού σχεδίου, πλην όμως αργότερα προσετέθησαν και άλλοι πεζόδρομοι, έτσι ώστε η επιφάνεια του κήπου κατετμήθη ακόμη περισσότερο,. Δεύτερον, ότι η αρχική γενική κατανομή της ολικής επιφάνειας του κήπου σε επιμέρους ζώνες διαφόρων φυτεύσεων δεν ετηρήθη κατά την μεταγενέστερη εξέλιξή του.

Στο σχέδιο του Bareaud διακρίνονται καθαρά οι ακόλουθες διατάξεις που αλλοιώθηκαν μεταγενεστέρως:

  • Η πυκνή φύτευση του τμήματος του κήπου στα βορειοανατολικά των ανακτόρων με φυλλοβόλα δένδρα, ούτως ώστε εν είδει παραπετάσματος, να προφυλάσσουν τον κήπο από τους βορείους ανέμους και από την πόλη.
  • Η διαμόρφωση ενός εκτεταμένου οπωρώνος στο κέντρο του κήπου στα νότια των ανακτόρων, ώστε να δημιουργηθεί ένα εύχαρες περιβάλλον από σχετικά χαμηλού ύψους δέντρα που δεν παρεμποδίζουν τη θέα.
  • Η δημιουργία τριών διαδρόμων θέας, τους οποίους κοσμούν χλοοτάπητες με τριανταφυλλιές και άλλα άνθη και που οι παρυφές τους οριοθετούνται γραμμικά από συμπαγείς συστάδες δέντρων. Όλοι οι διάδρομοι θέας είναι νοτιοδυτικής κατευθύνσεως, και από χαμηλές εξάρσεις του εδάφους επιτρέπουν την οπτική επαφή με τον ναό του Ολυμπίου Διός και με την Ακρόπολη.

Με τη συστηματική πύκνωση των φυτεύσεων, οι διάδρομοι αυτοί αργότερα κατηργήθησαν και διετηρήθησαν μόνο μερικές νησίδες από χλοοτάπητες. Επίσης επεδιώχθη και τελικά επεβλήθη η φύτευση περισσοτέρων ειδών φυτών καθώς και μεγαλύτερος βαθμός διαπλοκής των φυτεύσεων. Αυτές οι μερικές αλλαγές δεν αναίρεσαν μεν την αρχική διαμόρφωση, ωστόσο συνέβαλαν στο να αποκτήσει ο βασιλικός κήπος χαρακτήρα κλειστού και εσωστρεφούς κήπου.

Αλλά και άλλες μεταγενέστερες διαρρυθμίσεις ήσαν μάλλον αναπόφευκτες. Ο κήπος περιεβλήθη βαθμιαία στα ανατολικά, τα βόρεια και τα δυτικά από την πυκνή δόμηση της πόλεως. Έτσι, ο ελεύθερος φυτευμένος χώρος μπορούσε να επεκταθεί μόνο προς νότον, όπως κι έγινε όταν, αργότερα, προσετέθησαν ο κήπος του Ζαππείου (επέκταση 1888), ο χώρος πρασίνου στις όχθες του Ιλισού και επραγματοποιήθη η αναδάσωση του λόφου του Αρδηττού. Τέλος, για να προστατευθεί, ο κήπος περιεφράχθη με ένα σιδερένιο κιγκλίδωμα με μαρμάρινους πεσσούς και πυκνώθηκε η βλάστηση ακόμη περισότερο, ώστε να δημιουργηθεί ένα μικροκλίμα ευνοϊκό για την ανάπτυξη των φυτών.¹⁵

Ο βασιλικός (Εθνικός, σήμερα) Κήπος. Λήψη από αέρος.

Ο βασιλικός κήπος¹⁶ είναι μία περίφρακτη, αν και από όλες τις πλευρές προσβάσιμη, αστική όαση, η οποία κατά τη διάρκεια της ημέρας προσφέρει στους κατοίκους της Αθήνας και στους επισκέπτες της πόλεως έναν μοναδικό τόπο ανάπαυσης αλλά και αισθητικής απόλαυσης. Κατά την νύκτα ο κήπος παραμένει κλειστός.¹⁷ Αποτελείται από 80 παρτέρια – νησίδες πρασίνου – που το μικρότερο έχει έκταση 150 μ² και το μεγαλύτερο 7.500 μ², το μέσο μέγεθος δε των παρτεριών είναι περίπου 2.000 μ², πράγμα που δείχνει την έντονη κατάτμηση του χώρου. Οι πεζόδρομοι, όλοι στενοί, πλάτους 2-5 μ., είναι στρωμένοι αποκλειστικά με αμμοχάλικο, λύση που συμβάλλει στη φυσικότητα που αποπνέει το πάρκο. Το συνολικό μήκος των καμπυλογράμμων πεζοδρόμων φθάνει τα 7.500 μ., πράγμα που αποδεικνύει το πόσο πυκνό και περιπεπλεγμένο είναι το δίκτυο των δρομίσκων αυτών.

Στον Εθνικό Κήπο απαντώνται περίπου 520 είδη φυτών (420 από αυτά είναι φυτά που ευδοκιμούν στο εξωτερικό, 100 είναι γηγενή), ενώ αριθμεί περίπου 7.000 δέντρα και 40.000 θάμνους και πόες.¹⁸ Η πυκνότης φυτεύσεως και η περιπεπλεγμένη διάταξη των πεζοδρόμων προσδίδουν στον κήπο σχεδόν χαρακτήρα λαβυρίνθου, που δημιουργεί μία εξωτική και μυστηριακή ατμόσφαιρα. Τα ξέφωτα είναι σπάνια και γι αυτό ακόμα πιο εντυπωσιακά. Οι υδάτινες επιφάνειες είναι μικρές, αλλά τόσο εύστοχα διαμορφωμένες, ώστε φαίνονται σχετικά μεγάλες. Με την κατάτμησή του σε μικρούς ενιαίους χώρους και τη μεγάλη ποικιλία φυτών, ο κήπος της βασιλίσσης έχει ανεπανάληπτη χάρη και λεπτότητα.

Η βασίλισσα Αμαλία εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι παρούσα στη συνείδηση των Ελλήνων. Η σπουδαιότερη και ευρύτερη λεωφόρος της πόλεως εφάπτεται στη δυτική πλευρά του κήπου της και φέρει το όνομά της. Η γυναικεία εθνική φορεσιά – μία επινοημένη από την ίδια γυναικεία στολή, αντίστοιχη της αντρικής φουστανέλας – φέρει επίσης το όνομά της και φοριέται από νεαρές γυναίκες στις διάφορες εθνικές επετείους.

Όθων και Αμαλία, σε έναν από τους έφιππους περιπάτους τους.

Καμμία προτομή, καμμία αναμνηστική πλάκα στον Εθνικό Κήπο δεν θυμίζει, ωστόσο, στους σημερινούς επισκέπτες του ότι η αστική αυτή όαση ήταν το προσωπικότερο έργο ζωής της Αμαλίας. Εν τούτοις, ο κήπος της εξακολουθεί να υφίσταται ως τοπόσημο της Αθήνας και να κοσμεί την πόλη των εκατομμυρίων κατοίκων. Στη νοτιοανατολική γωνία του, σε ένα χαμηλό βραχώδες ύψωμα, υπάρχει μία πολυγωνική μαρμάρινη βάση, γνωστή ως “κάθισμα της Αμαλίας”. Εδώ συνήθιζε η βασίλισσα να αναπαύεται και να θαυμάζει τον κήπο της και τα μακρινά περιγράμματα της Αττικής. Ο βασιλικός κήπος της Αθήνας, έργο αφοσιώσεως και αγάπης μας υπενθυμίζει την ύστατη ευχή της βασίλισσας: Είθε η Ελλάδα να είναι εις το μέλλον ευτυχισμένη όσο το επιθυμήσαμε [ο Όθων και εγώ]. Είθε τα όνειρα των νεανικών μας χρόνων να γίνουν πραγματικότης.¹⁹

   Ο κήπος της Αμαλίας. Αλέξανδρος Παπαγεωργίου – Βενετάς. Hellenic Parliament TV

Ο καθηγητής Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς είναι Αρχιτέκτων-πολεοδόμος και ιστορικός της πολεοδομίας. Διπλωματούχος του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου το 1956. Μετεκπαίδευση στο Παρίσι στην Πολεοδομία. Διδάκτωρ μηχανικός του Πολυτεχνείου Charlottenburg του Βερολίνου 1972. Καθηγητής της Ιστορίας της Πολεοδομίας στο μεταπτυχιακό κέντρο «Raymond Lemaire» του Πανεπιστημίου της Louvain (1975-1985). Προσκεκλημένος καθηγητής των Πολυτεχνείων Στουτγάρδης (1981-1982) και Μονάχου (1996-1997). Μέλος του Συμβουλίου Ιστορικών Τοπίων και Πόλεων του Συμβουλίου της Ευρώπης (1974-1977). Εμπειρογνώμων της UNESCO και του Κέντρου HABITAT για την συντήρηση των ιστορικών πόλεων. Συγγραφέας 12 βιβλίων σε ελληνική, γαλλική, αγγλική και γερμανική γλώσσα και πλέον των 60 άρθρων με αντικείμενο την ιστορία της πολεοδομίας και την προστασία του ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

*Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε σε γερμανική γλώσσα στον συλλογικό τόμο Amalie, 1818-1875, Herzogin von Oldenburg, nigin von Griechelnand, Oldenburg, 2004, σ. 29-52.

Αναδημοσιεύθηκε στα ελληνικά με τίτλο “Η Βασίλισσα της Ελλάδος Αμαλία, Πριγκίπισσα του Ολδεμβούργου (1818-1875) και ο Βασιλικός Κήπος της Αθήνας”, Ίχνη Ελληνικά, Αθήνα, 2005, σ. 245-262.

¹ O Όθων, γόνος της βασιλικής οικογενείας των Wittelsbach, δευτερότοκος υιός του Βασιλέως Λουδοβίκου Α΄της Βαυαρίας, βασίλευσε κατά την περίοδο 1832-1862.

²  Αυτό το όραμα είχε διατυπώσει με σαφήνεια το έτος 1836 ο νεαρός γερμανός αρχιτέκτων Ludwig von Lange, σε επιστολή του με ημερομηνία 1.5.1836 που αποστέλλει από την Αθήνα στον Gaertner (αρ. 2083 της Συλλογής Moeninger του Μουσείου Αρχιτεκτονικής του Μονάχου).

³ Σχέδιο διαμόρφωσης του περιβάλλοντος τα ανάκτορα των Αθηνών χώρου σύμφωνα με την τοπογραφική αποτύπωση που μου γνωστοποιήθηκε (Projektierte Anlage der Umgebung des Königlichen Palais in Athen nach dem mitgetheilten Situationsplan), αριθμός καταλόγου 1834a της Συλλογής Moeninger του Μουσείου Αρχιτεκτονικής του Μονάχου.

⁴  Το σχέδιο φέρει τον τίτλο Plan der Umgebung des neuen Königlichen Palais, Athen, 6/18 Μαΐου, υπογραφή Hoch, αρ. Καταλόγου 1834 της Συλλογής Moeninger του Μουσείου Αρχιτεκτονικής του Μονάχου.

⁵ Ο Λουδοβίκος Α΄ γράφει το 1838 στην Αμαλία: Σκιά, πολλή σκιά χρειάζεται στην Αθήνα, σε αντίθεση με την Αγγλία όπου το φως του ηλίου είναι η εξαίρεση, γι αυτό και τα πάρκα της πρέπει να είναι διαφορετικά. Εγώ συνηθίζω να φυτεύω πριν ακόμα κτίσω (…) επιθυμώ το πάρκο να μην διαμορφωθεί με πρότυπο τους κήπους αγγλικού ρυθμού, τους τόσο φτωχούς σε σκιά, αλλά όπως οι κήποι των ιταλικών επαύλεων που έχουν πολλούς σκιερούς περιπάτους, αλλά όχι άκαμπτους, όπως των παλαιών γαλλικών πάρκων. (Από το βιβλίο nig Ludwig I von Bayern in seinen Briefen an seinen Sohn den nig Otto von Griechenland [Ο βασιλεύς Λουδοβίκος Α΄της Βαυαρίας μέσα από τις επιστολές του προς τον υιό του βασιλέα Όθωνα της Ελλάδος], Bamberg, 1891, σ. 41). Φαίνεται πως η Αμαλία εφήρμοσε ακριβώς τις οδηγίες του Λουδοβίκου.

⁶  Ο Γεώργιος Λάιος, οξυδερκής ερευνητής της πολεοδομικής ιστορίας των Αθηνών, στο έργο του Tour la Reine, Αθήνα, 1977, μας δίνει ακριβείς πληροφορίες για τους ιδιοκτήτες γης και τις τιμές αγοράς των οικοπέδων: Ιδιοκτήτες ήταν: ο δήμος Αθηναίων, η Μονή Πετράκη, ο Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος, ο Δημήτριος Καλλιφρονάς, ο Ανάργυρος Πετράκης, ο Μ. Μπενάκης, ο Δημήτριος Περούκας, ο Νικόλαος Ζαχαρίτσας, ο Γιαννούλης Αελούδης, ο Ισίδωρος Βεκούσης, ο Σπυρίδων Γιαλούρης, ο John Hill, ο George Finlay, η Κλεινώ Σουρμελή, ο David Pacificos, η Δούκισσα της Πλακεντίας, η Ελισάβετ Θεοτόκη, οι αδελφοί Δεμερτζή, οι κληρονόμοι του Τζουτζούρη, ο Παναγιώτης Κένταυρος, ο Πολυζώης Πικόπουλος, ο Σέργιος Ποστολάκας, ο Παύλος Σκουλούδης, ο Παναγής Καμπάς, οι αδελφοί Αθανάσιος και Νικόλαος Α. Μιαούλη, και άλλοι. Ο δήμος Αθηναίων προσέφερε την γη δωρεάν, ενώ άλλοι ιδιοκτήτες πούλησαν τα οικόπεδά τους προς 40 λεπτά τον πήχυ και άλλοι απήτησαν μία τιμή δέκα φορές υψηλότερη, γιατί στο μεταξύ το υπό ανέγερση κτήριο των ανακτόρων προσήλκυε σαν μαγνήτης πολλούς αγοραστές στην περιοχή και οι αξίες της γης είχαν ανέβει σημαντικά.

⁷  Παραθέτουμε τα σχετικά αποσπάσματα από το βιβλίο του Edmont About: Η βασίλισσα διαθέτει τον ασύγκριτα πιο ωραίο κήπο του βασιλείου. Ξοδεύονται [για την συντήρησή του] κάθε χρόνο πενήντα χιλιάδες δραχμές, δηλαδή το εν εικοστόν της βασιλικής χορηγίας. Εάν υπάρχει κάτι τι το αξιοζήλευτο, στο μικρό βασίλειο της Ελλάδος, είναι η ιδιοκτησία αυτού του μεγάλου κήπου. Και λέγω “μεγάλου” καθ όσον αφορά την έκτασή του και όχι την ποιότητα του σχεδίου του: πρόκειται για έναν κήπο κατά τα αγγλικά πρότυπα, όλο περιστρεφομένους δρομίσκους και χωρίς μία δενδροστοιχία υψηλών δένδρων. Ένας κηποτέχνης της εποχής του Λουδοβίκου ΙΔ΄ της Γαλλίας θα θεωρούσε έναν τέτοιο κήπο ένα σκάνδαλο και θα αναφωνούσε ότι η Μεγαλειότης της εκτίθεται περιπατώντας σε τέτειες αλέες (…) Η βασίλισσα έχει έναν πορτοκαλεώνα, που οι πορτοκαλιές του είναι δένδρα και όχι παιχνίδια. Έχει φοίνικες μεγαλύτερους από αυτούς που βρίσκουμε στον Βοτανικό Κήπο των Παρισίων, και που υψώνονται στο μέσον ενός πρασίνου χλοοτάπητος. Αυτό που κοστίζει περισσότερο είναι ο χλοοτάπης, όχι οι φοίνικες. Είναι δύσκολο να φαντασθεί κανείς το τί φροντίδες χρειάζονται και πόσο κόπος και δροσερό νερό απαιτούνται για να συντηρηθεί ένας χλοοτάπης τον Ιούλιο μήνα στην Αθήνα. Πρόκειται για αληθινά βασιλική πολυτέλεια. Για να ποτίσει τις φυτεύσεις της, η βασίλισσα κατέσχε ορισμένους αγωγούς υδρεύσεως της πόλεως. Η βασίλισσα τους οικειοποιήθηκε. Οι Αθηναίοι υποφέρουν αλλά οι χλοοτάπητες του κήπου θάλλουν (…) Ο κήπος της βασιλίσσης είναι δημόσιος: είναι δίκαιον αυτοί που τον χρηματοδότησαν να έχουν και το δικαίωμα να τον επισκέπτονται. Επειδή η βασίλισσα περιπατεί εις τον κήπο της και δεν επιθυμεί να συναντά πρόσωπον προς πρόσωπον τους υπηκόους της, το κοινόν έχει πρόσβαση εις τον κήπον μόνον από την στιγμή που αι αυτών Μεγαλειότητες εξέρχονται έφιπποι δια περίπατον μέχριν την δύσιν του ηλίου.

⁸  Πρβ. Wilhelm Erns Beaulieu, Athen im Frühjahr 1851 (Η Αθήνα την άνοιξη του 1851), σ. 16.

⁹  Ο πρίγκιψ Hermann von Pückler-Muskau, περίφημος κηποτέχνης και συγγραφεύς ταξιδιωτικών εντυπώσεων, στο βιβλίο του stlicher Bildersaal, Griechische Leiden (Νοτιοανατολική πινακοθήκη, ελληνικά πάθη), Stuttgart, 1840, περιγράφει εύγλωττα την ερήμωση που αντίκρισε στην Αθήνα την άνοιξη του 1836. Γράφει: Η θέα της Ακροπόλεως και της γύρω περιοχής από το ύψωμα πλάι στο Στάδιο, όπου υπήρχε ναός της Τύχης, είναι μία από τις ωραιότερες κοντά στην Αθήνα, και τα νεαρά σπαρτά τής έδιναν τώρα επιπλέον, εν μέρει τουλάχιστον, και λίγο από το πράσινο που συνήθως είναι απόν. Εκτός από τον γκριζωπό, άχρωμο, μακρόσυρτο ελαιώνα και το πενιχρό περιεχόμενο διαφόρων απωρώνων, δυστυχώς δεν υπάρχουν άξια λόγου δέντρα, με εξαίρεση μερικές λεύκες πέρα μακριά, καθώς και τρεις καχεκτικές φοινικιές και μερικά κυπαρίσσια μέσα στην πόλη, που παρ όλα αυτά ως σύνολο συμβάλλουν πολύ στη γραφικότητα του τοπίου. Η δροσιά απουσιάζει παντού σε αυτά τα μέρη.

¹º Γενικά Αρχεία του Κράτους, Οθωνικό Αρχείο, Γεωργία, φάκ. 262.

¹¹ Κωνσταντίνος Μπίρης, “Φρειδερίκος Σμιτ, ο αρχιτέκτων του βασιλικού κήπου”, στο Αθηναϊκαί μελέται ΙΙ, σ. 34.

¹² Επιστολή της Αμαλίας από την Αθήνα προς τον Λουδοβίκο Α΄ στο Μόναχο μεημερομηνία 12/24 Δεκεμβρίου 1839. Κατάλοιπα του βασιλέως Λουδοβίκου Α΄ († 1868) 85/2 VII, Μυστικά Αρχεία [Geheimes Hausarchiv] Μονάχου. Παραθέτουμε με την ευκαιρία τις σημαντικότερες αρχαιολογικές  εκθέσεις που αναφέρονται στις αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή του βασιλικού κήπου κατά τη διάρκεια της διαμόρφωσής του:

  • Κυρ. Πιττάκης, “Ανασκαφή στον βασιλικό κήπο”, Αρχαιολογική Εφημερίς, 1839, σ. 226.
  • Ludwig Ussing, “Bericht über Funde im königlichen Garten”, Bulletino del Instituto, 1839, σ. 226.
  • Adolph Michaelis, “Allgemeine Beschreibung der Archaeologischen Funde im königlichen Garten”, Archaeologischer Anzeiger 19/1861, s. 175-180.

¹³ Αυτή η παραλλαγή του πάρκου κατ απομίμησιν του φυσικού τοπίου, η οποία ανεπτύχθη στη Γαλλία κατά τη δεύτερη αυτοκρατορία, διετήρησε μεν την ελεύθερη, καμπυλόγραμμη χάραξη των πεζοδρόμων, καθώς και τη διάταξη των δέντρων εν είδει φυσικών συστάδων, που χαρακτηρίζει τον γερμανικού τύπου κήπο-τοπίο (Landschaftsgarten), αλλά διακριτικό της γνώρισμα ήταν οι μικρές διαστάσεις των παρτεριών και η κάπως επιτηδευμένη χάραξη του πυκνού δικτύου των πεζοδρόμων.

¹⁴ Το σχέδιο που ανεκάλυψε ο καθηγητής Jan Murken συμπεριελήφθη στη συλλογή του Μουσείου του βασιλέως Όθωνος του δήμου Ottobrunn/Βαυαρία. Ο καθηγητής Murken είχε την καλοσύνη να εμπιστευθεί στον συντάκτη του παρόντος άρθρου, προκειμένου να γνωμοδοτήσει σχετικά, αντίγραφο του σχεδίου αυτού. Το σχέδιο χαρακτηρίζεται από μεγάλη ακρίβεια και σημαντικό αριθμό πληροφοριών για την αρχική διαμόρφωση του κήπου, έτσι ώστε μελλοντικά πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διεξοδικής κριτικής ερεύνης και λεπτομερούς σχολιασμού. Εδώ θα αναφερθούν μόνο ορισμένα ουσιαστικά χαρακτηριστικά του.

¹⁵ Σε σύγκριση με τις θερμοκρασίες των περιοχών της πόλεως που γειτνιάζουν άμεσα με αυτόν, στον κήπο μετρήθησαν κατά τη διάρκεια των θερμοτέρων ημερών του θέρους θερμοκρασίες κατά πέντε βαθμούς Κελσίου χαμηλότερες. Αξιόλογη είναι, επίσης, η σχετική ησυχία στο εσωτερικό του κήπου, παρά την έντονη μηχανοκίνητη κυκλοφορία στο κέντρο της πόλεως.

¹⁶ Το 1923 μετωνομάσθη “Εθνικός Κήπος” και εκηρύχθη δημόσιος κήπος της πόλεως.

¹⁷ Λόγω της πυκνής βλαστήσεως, η περιοχή του κήπου δεν είναι ασφαλής την νύκτα. Έτσι, κλείνει τις νυκτερινές ώρες και δεν χρειάζονται φωτιστικά σώματα, τα οποία θα αναιρούσαν τη φυσικότητα του χώρου.

¹⁸ Σύμφωνα με στοιχεία του πρώην διευθυντού του Εθνικού Κήπου, Νικολάου Ταμβάκη, γεωπόνου και κηποτέχνη, 1981.

¹⁹ Διαθήκη της Αμαλίας. Παράθεμα από το βιβλίο του Ανδρέα Μιχαήλ, Ο Όθων και η Αμαλία στη Βαμβέργη, Αθήνα, 1933.

Σχετικές μονογραφίες του συγγραφέα

  • Ο κήπος της Αμαλίας, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος, 2008.
  • Τρεις κήποι, δυο οράματα και μια παρουσία στην Αττική γη, Αθήνα, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 2016.

 

 

Κωνσταντίνος Διώγος: Ο Ισπανοαμερικανικός Πόλεμος του 1898 ως “καθρέφτης” του “ατυχούς” Ελληνοτουρκικού

Κωνσταντίνος Διώγος

Ο Ισπανοαμερικανικός Πόλεμος του 1898 ως “καθρέφτης” του “ατυχούς” Ελληνοτουρκικού 1

 

Οι αντιπαραβολές, οι αναλογίες και οι συγκρίσεις αποτελούν τεχνικές επιχειρηματολογίας που δεν έχουν μεγάλη εγκυρότητα, μιας και δύο καταστάσεις δεν μπορεί ποτέ να είναι απόλυτα όμοιες. Ωστόσο χρησιμοποιούνται συχνά στον λόγο –και δη στον δημόσιο– καθώς διαθέτουν παραστατικότητα, απλοποιούν και εκλαϊκεύουν το μήνυμα που θέλει να περάσει ο πομπός και κυρίως εξυπηρετούν τον ιδεολογικό του στόχο. Όπως αναφέρει και ο Σεφέρης, οι παραβολές είναι ένας πολύ καλός τρόπος να ξεστομίσουμε αλήθειες ή πράγματα που δύσκολα τολμάμε να παραδεχτούμε και να αρθρώσουμε.Δύο πόλεμοι που έγιναν στα τέλη του 19ου αιώνα με απόσταση μόλις ενός έτους, ο Ελληνοτουρκικός του 1897 και ο Ισπανοαμερικανικός του 1898, προσφέρονταν για εύκολες συγκρίσεις και παραλληλισμούς και παρήγαγαν στον ελληνικό δημόσιο λόγο αναλογικά-ιδεολογικά σχήματα, προκειμένου ο δεύτερος να λειτουργήσει ως βάση ερμηνείας του πρώτου. Το παρόν άρθρο έχει ως στόχο να διερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο ο Ισπανοαμερικανικός Πόλεμος λειτούργησε ως «καθρέφτης» του «ατυχούς» Ελληνοτουρκικού καθώς και να σκιαγραφήσει την εικόνα που σχηματίστηκε στους Έλληνες για τον μελλοντικό ρόλο και θέση των ΗΠΑ στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.

 

1. Οι αιτίες της ισπανοαμερικανικής ρήξης

Από τα τέλη του 19ου αιώνα οι ΗΠΑ άρχισαν να απομακρύνονται αισθητά από το αυστηρό πλαίσιο απομονωτισμού που επέβαλε το δόγμα Monroe, αποκτώντας τη φυσιογνωμία επιθετικής και ιμπεριαλιστικής δύναμης. Η αλλαγή αυτή φάνηκε καθαρά με την ενεργό στρατιωτική εμπλοκή στις υποθέσεις της Κούβας (1898) και των Φιλιππίνων (1899-1904) και με την προσπάθεια επέκτασης ελέγχου στις θάλασσες της Καραϊβικής και του Ειρηνικού. Οι Αμερικανοί δεν ήταν, ούτε ήθελαν να γίνουν «κλασική» αποικιοκρατική δύναμη. Δεν ονειρεύονταν την προσάρτηση νέων εδαφών στην Ομοσπονδία ούτε, τόσο, τις πλουτοπαραγωγικές πηγές άλλων χωρών, αφού διέθεταν άφθονες. Αυτό, όμως, δεν σήμαινε ότι δεν ενδιαφέρονταν να επεκτείνουν την επιρροή τους σε περιοχές έξω από την αμερικανική ήπειρο, εκεί όπου απλώνονταν τα εμπορικά και οικονομικά τους συμφέροντα. Άμεσος στόχος ήταν η διασφάλιση θαλάσσιων εμπορικών οδών και αγορών ανοικτών για την απορρόφηση αμερικανικών βιομηχανικών προϊόντων και για την επένδυση αμερικανικών κεφαλαίων. Γι’ αυτό και εφάρμοσαν μια φαινομενικά ήπια στρατηγική οικονομικής και εμπορικής διείσδυσης, χωρίς την ανάγκη προσάρτησης νέων εδαφών, που σίγουρα θα έβρισκε ισχυρή αντίθεση στο εσωτερικό της χώρας, θα ήταν πολυδάπανη και θα τους έφερνε αντιμέτωπους με τις μεγάλες ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές Δυνάμεις. Ωστόσο, στην περίπτωση της Ισπανίας, μιας παρηκμασμένη χώρας που εξακολουθούσε να διατηρεί κτήσεις σε περιοχές ζωτικής σημασίας για τα αμερικανικά συμφέροντα, η κυβέρνηση και ο πρόεδρος McKinley δεν δίστασαν να καταφύγουν στην ένοπλη σύγκρουση, ολοκληρώνοντας την αντίληψη «η Αμερική για τους Αμερικανούς» και βάζοντας τις βάσεις για την κυριαρχία σε Ατλαντικό και Ειρηνικό Ωκεανό.3

Βέβαια, οι Αμερικανοί δεν ήθελαν να αμαυρώσουν την παγκόσμια εικόνα τους ως σύμβολο δημοκρατίας και ελευθερίας με ένα ιμπεριαλιστικό στίγμα. Έτσι, όπως οι άλλες ευρωπαϊκές Δυνάμεις προέβαλλαν τις αποικιοκρατικές εκστρατείες τους ως «εκπολιτιστικές αποστολές» έτσι και οι Ηνωμένες Πολιτείες εναρμόνισαν τους πραγματικούς επεκτατικούς στόχους με μια σειρά από ιδεαλιστικούς. Αυτοί σχετίζονταν με την προάσπιση της ελευθερίας και ανεξαρτησίας των καταπιεσμένων λαών, την «εξαγωγή» των δημοκρατικών θεσμών, την προώθηση του φιλελευθερισμού, τη διασπορά του προτεσταντικού χριστιανικού μηνύματος, στο πλαίσιο μιας γενικότερης προσπάθειας ολοκλήρωσης του «αμερικανικού πεπρωμένου», που τελικό στόχο είχε της διάδοση της έννοιας της «προόδου», στην αμερικανική εκδοχή της.

William McKinley (1843-1901), Πρόεδρος των ΗΠΑ.
Οι Ισπανοί επιχειρούν να αποκαθηλώσουν την αμερικανική σημαία από την Κούβα και τις Φιλιππίνες.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η περίπτωση της υπό ισπανική κυριαρχία Κούβας πληρούσε τους παραπάνω ιδεαλιστικούς στόχους. Η Κούβα ήταν ένα νησί με μακρά αντι-ισπανική επαναστατική παράδοση. Από τον Δεκαετή Πόλεμο του 1868-1878 το νησί δεν είχε σταματήσει να βρίσκεται σε επαναστατικό αναβρασμό. Η κατάργηση της δουλείας και η εφαρμογή μεταρρυθμίσεων από τους νικητές Ισπανούς δεν εξάλειψε το πάθος των Κουβανών για ανεξαρτησία. Η επανέναρξη των εχθροπραξιών, τον Φεβρουάριο του 1895, έδωσε την αφορμή στις ΗΠΑ να βάλουν σε εφαρμογή τα σχέδιά τους. Οι Ισπανοί απέναντι στη νέα επανάσταση απάντησαν με ανεπανάληπτη σκληρότητα, στέλνοντας ως διοικητή τον στρατηγό Valeriano Weyler, που εφάρμοσε τακτικές εγκλεισμού σε στρατόπεδα συγκέντρωσης για τον άμαχο πληθυσμό. Σε αυτά χιλιάδες Κουβανοί –κυρίως ηλικιωμένοι, γυναίκες και παιδιά– βρήκαν τραγικό θάνατο, χαρίζοντας στον Weyler το δυσφημιστικό παρατσούκλι «ο χασάπης». Ο «κίτρινος Τύπος» της Αμερικής, κυρίως οι εφημερίδες των μεγαλοεκδοτών Hearst και Pulitzer, εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση. Σκιαγράφησαν την ήδη τραγική κατάσταση στην Κούβα με ακόμη πιο μελανά χρώματα και οδήγησαν στην έξαψη της κοινής γνώμης εναντίον των Ισπανών και στην καλλιέργεια φιλοπόλεμου κλίματος. Η περιγραφή των κακοπαθημάτων των Κουβανών έδινε, πλέον, το ηθικό πλεονέκτημα στην αμερικανική κυβέρνηση να μπορεί να επικαλείται ηθικά ερρείσματα στις ενέργειές της.

Ο στρατηγός Valeriano Weyler και οι θηριωδίες της ισπανικής διοίκησης στην Κούβα.

Η άνοδος του ρεπουμπλικάνου William McKinley στην εξουσία, το 1897, ενός προέδρου με ξεκάθαρα επεκτατική ατζέντα στην εξωτερική πολιτική, άνοιξε τον δρόμο για τη στρατιωτική επέμβαση.Το πρόγραμμα του McKinley περιλάμβανε την προσάρτηση της Χαβάης, τη δημιουργία μιας ασφαλούς οδού στον Ειρηνικό, μέσω των Φιλιππίνων, για την εξασφάλιση πρόσβασης στην αγορά της Κίνας και τον έλεγχο στη θάλασσα της Καραϊβικής. Η αμερικανική κυβέρνηση από το καλοκαίρι του 1897 άρχισε να ασκεί διπλωματική πίεση στην ισπανική για την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων στην Κούβα. Η ανάκληση του Weyler από το νησί και η χορήγηση περισσότερης αυτονομίας στους αυτόχθονες φάνηκε, πρόσκαιρα, να αποτρέπει τον πόλεμο. Στο ετήσιο μήνυμα (Δεκέμβρης 1897) ο McKinley εμφανίστηκε πρόθυμος να δώσει στην ειρήνη μια ευκαιρία, ελέγχοντας την πορεία των ισπανικών μεταρρυθμίσεων. Δεν απέρριψε, όμως, το ενδεχόμενο επέμβασης στο νησί σε περίπτωση που αυτές δεν εφαρμόζονταν και δεν δίστασε να κάνει λόγο για υποχρέωση της χώρας του απέναντι στις «αμερικανικές αρχές, τον πολιτισμό και την ανθρωπότητα».Ωστόσο, τα γεγονότα εξελίχθηκαν αναπάντεχα αρνητικά.

Η έκρηξη και βύθιση του USS Maine στις 15 Φεβρουαρίου 1898 στο λιμάνι της Αβάνας.
Η ανέλκυση του ναυαγίου σε φωτογραφία του 1900.

Τον Ιανουάριο του 1898 η αμερικανική κυβέρνηση έστειλε το πολεμικό πλοίο Maine στην Κούβα για την προστασία των αμερικανών υπηκόων και των περιουσιών τους. Αναμφίβολα επρόκειτο για κίνηση επίδειξης δύναμης, με στόχο την άσκηση πίεσης στους Ισπανούς. Τη νύχτα της 15ης Φεβρουαρίου, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, το Maine εξερράγη στον κόλπο της Αβάνας, παρασύροντας στον υγρό τάφο 260 ψυχές. Η κοινή γνώμη, παρακινημένη από έναν μαινόμενο Τύπο, απέδωσε την έκρηξη στους Ισπανούς και ζητούσε εκδίκηση. Ο McKinley, αν και προσπάθησε να καθησυχάσει τον λαό ορίζοντας μια επιτροπή για την εξέταση της υπόθεσης (η οποία απέφυγε να αποδώσει ευθέως την ευθύνη στους Ισπανούς), άρχισε παράλληλα να προετοιμάζεται για στρατιωτική επέμβαση. Η εικόνα που προβλήθηκε από τις τότε ελληνικές εφημερίδες, ότι ο McKinley ήταν ένας φιλειρηνιστής και άβουλος πρόεδρος, παρασυρμένος από έναν φιλοπόλεμο Τύπο σε πράξεις που δεν επιθυμούσε, ήταν λανθασμένη και απλοϊκή και εξυπηρετούσε, όπως θα δούμε παρακάτω, εγχώριες πολιτικές σκοπιμότητες. Στην πραγματικότητα ο McKinley δεν ήταν ούτε ιμπεριαλιστής ούτε φιλειρηνιστής. Ήταν ένας πρόεδρος που προσπάθησε συνειδητά, μέχρι την τελευταία στιγμή, να αποτρέψει με διπλωματικά μέσα τον πόλεμο, χωρίς όμως ούτε να τον φοβάται ούτε να τον αρνείται ως μέσο επίλυσης του κουβανικού ζητήματος. Η απαίτηση των Αμερικανών να χορηγηθεί πλήρης ανεξαρτησία στην Κούβα και η άρνηση της ισπανικής κυβέρνησης να επιτρέψει μια τόσο άμεση εμπλοκή ξένης χώρας σε μια «δική της υπόθεση» οδήγησαν τελικά στον πόλεμο, που κηρύχθηκε επίσημα στις 20 Απριλίου 1898 (ν.ή.).

Ο πόλεμος, όπως ήταν αναμενόμενο, κρίθηκε στην υπεροπλία και το σύγχρονο χαρακτήρα των αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων, μέσα σε διάστημα δέκα μόλις εβδομάδων. Σε αυτόν αποδείχθηκε η καταστροφική επιρροή της πολεμικής βιομηχανίας, η αξία της «πολεμικής επιστήμης» και «η τελειότης των όπλων και των πολεμικών μηχανών»και δοκιμάστηκαν για πρώτη φορά «πάσαι αι κατά θάλασσαν μηχαναί του πολέμου, αι εφευρεθείσαι από της τελευταίας τριακονταετίας».Ήταν ένας πόλεμος–πρόγευση των μελλοντικών πολέμων, αυτών που έμελλαν να σφραγίσουν με αίμα την ιστορία του 20ου αιώνα, στον οποίο η λαϊκή φαντασία έβλεπε «τα μηχανήματα του Βερν και του Έδισσων» να φεύγουν από τις σελίδες της λογοτεχνίας και να γίνονται πράξη.Όλοι περίμεναν ότι ένας λαός τόσο πολυμήχανος και εφευρετικός όπως ο αμερικανικός θα ετοίμαζε «κάτι τι απρόοπτον, κάτι τι εντελώς νέον […] νέες εφευρέσεις καταστρεπτικάς, άγνωστα εξολοθρευτικά μηχανήματα».Όπως χαρακτηριστικά έγραφε ο Νικόλαος Επισκοπόπουλος:

Η Ισπανία […] θα ευρεθή εις δυσχερή θέσιν προ του νέου κολοσσού, του κινουμένου με ηλεκτρισμόν, του εργαζομένου μηχανικώς, τον οποίον φαντάζεται κανείς ατμήλατον, ομιλούντα δια χιλίων φωνογράφων και αναπνέοντα τη βοηθεία εκατομμυρίων δυναμοκινητήτρων.10

Τα επιχειρησιακά θέατρα του Ισπανοαμερικανικού Πολέμου: Κούβα και Φιλιππίνες.

Δυο ναυμαχίες και μια χερσαία εκστρατεία όρισαν τα θέατρα του πολέμου.11 Η πρώτη διεξήχθη στον κόλπο της Μανίλα στις Φιλιππίνες, την 1η Μαΐου, όταν η ασιατική μοίρα του ναυάρχου Dewey συνέτριψε με χαρακτηριστική ευκολία την απαρχαιωμένη ισπανική. Παράλληλα, οι Αμερικανοί αποβίβασαν εκστρατευτικό σώμα στην Κούβα, το οποίο σε συνεργασία με τους αυτόχθονες επαναστάτες άρχισε να κινείται προς το Σαντιάγο. Ο ισπανικός στρατός μπορεί να υπερίσχυε αριθμητικά, ήταν όμως εξουθενωμένος από τον πολυετή αγώνα και τις φοβερές ελλείψεις στον ανεφοδιασμό. Η αμερικανική νίκη κρίθηκε τελικά στη θάλασσα. Στην περίφημη ναυμαχία του Σαντιάγο (3 Ιουλίου 1898), υπό τον καταιγισμό του αμερικανικού πυρός καταστράφηκε ολοσχερώς η ισπανική ναυτική μοίρα της Καραϊβικής του ναυάρχου Cervera. Με το νησί αποκομμένο η Ισπανία ήταν αναγκασμένη να συνθηκολογήσει. Το μέλλον των ισπανικών κτήσεων στον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό σφραγίστηκε στο Παρίσι με την υπογραφή της ομώνυμης συνθήκης (10 Δεκεμβρίου 1898). Η Κούβα ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη, ενώ στις ΗΠΑ παραχωρήθηκαν το Πουέρτο Ρίκο, το Γκουάμ και οι Φιλιππίνες. Κι αν για τον έλεγχο των δύο πρώτων νησιών οι Αμερικανοί δεν συνάντησαν ιδιαίτερες δυσκολίες, δεν συνέβη το ίδιο στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Φιλιππίνων. Εκεί αναγκάστηκαν να εμπλακούν σ’ έναν αιματηρό πόλεμο (1899–1902), στη διάρκεια του οποίου αμαύρωσαν το όνομά τους με φοβερές σφαγές και αντίποινα στον ντόπιο πληθυσμό.12

Ο συνταγματάρχης Theodore Roosevelt (1858-1919), μετέπειτα Πρόεδρος των ΗΠΑ, στο ύψωμα του Σαν Χουάν της Κούβας, έπειτα από την αποφασιστική νικηφόρα μάχη κατά των Ισπανών.

 

2. Ο Ισπανοαμερικανικός Πόλεμος ως «καθρέφτης» του Ελληνοτουρκικού

Η είδηση του ξεσπάσματος του Ισπανοαμερικανικού Πολέμου έφτασε στην Ελλάδα σε μια εξαιρετικά δύσκολη στιγμή για τη χώρα. Η κοινωνία προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές που είχε αφήσει ο χαμένος Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897 και να βρει ερρείσματα, ώστε να αποκαταστήσει το πληγωμένο ηθικό της. Οι μνήμες ήταν νωπές, το σοκ της ήττας τεράστιο και ο κλονισμός άγγιζε τα σημαντικότερα θεμέλια του έθνους-κράτους. Η εμπιστοσύνη του λαού στον στρατό, το πολιτικό σύστημα και τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς είχε διασαλευτεί και μια γενικότερη αίσθηση απαξίωσης και απαισιοδοξίας κυριαρχούσε στον δημόσιο λόγο.

Σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να αναζητηθούν οι αιτίες της ήττας, όλοι (δημοσιογράφοι, διανοούμενοι, πολιτικοί, στρατιωτικοί, λαός) έψαχναν εξιλαστήρια θύματα και κάθε φορά οι ευθύνες αποδίδονταν σε διαφορετικά πρόσωπα, ανάλογα με τις ιδεολογικοπολιτικές σκοπιμότητες που είχαν οι κρίνοντες. Άλλοτε έφταιγε ο στρατός και οι αξιωματικοί, που επέδειξαν ανεξήγητη υποχωρητικότητα και δειλία στα πεδία των μαχών∙ άλλοτε ο πολιτικός κόσμος, που δεν είχε προετοιμάσει επαρκώς τον στρατό για την κρίσιμη στιγμή∙ άλλοτε ο Δηλιγιάννης, που είχε παρασύρει τη χώρα σε μια καταστροφική επιλογή, χωρίς κατάλληλη προετοιμασία∙ άλλοτε οι Τρικουπικοί, που είχαν συσσωρεύσει χρέη και μια επώδυνη χρεωκοπία στον Δηλιγιάννη∙ άλλοτε η Εθνική Εταιρεία, που είχε εξάψει τον αλόγιστο εθνικισμό και άλλοτε ο Τύπος, που είχε καλλιεργήσει συστηματικά ένα φιλοπόλεμο κλίμα, παρασύροντας τον πολιτικό κόσμο και την κοινωνία σε μια άφρονα περιπέτεια με καταστροφικές συνέπειες.

Η Μάχη των Φαρσάλων, ελαιογραφία του Γεώργιου Ροϊλού, Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ, Μέτσοβο.

Η λογική, η ψυχραιμία και η νηφάλια αποτίμηση της πραγματικότητας αποτελούσαν δυσεύρετα στοιχεία στον δημόσιο λόγο της εποχής, καλλιεργώντας το έδαφος για την απόλυτη κυριαρχία του λαϊκισμού. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, ο «λαός» ηρωοποιούταν ως άμοιρος ευθυνών, «προδομένος», θύμα διεφθαρμένων πολιτικών και «ύπουλων» ξένων δυνάμεων. Η λαϊκή βούληση εννοιολογούταν ως «αλάνθαστη», «σοφή» και «αμόλυντη». Η ήττα αποδιδόταν σ’ ένα απρόσωπο «διεφθαρμένο και κατεστημένο σύστημα», που αγνοούσε τη «γνήσια λαϊκή βούληση». Αν η τελευταία εισακουόταν, θα οδηγούσε το έθνος στην απαράμιλλη δόξα που υποσχόταν η Μεγάλη Ιδέα. Μια Μεγάλη Ιδέα που, παραδόξως, βγήκε ενισχυμένη και όχι καταρρακωμένη από την επώδυνη ήττα.

Σ’ αυτή τη δύσκολη για την Ελλάδα συγκυρία ο Ισπανοαμερικανικός Πόλεμος, όσο μακρινός κι αν φάνταζε, αποτέλεσε ένα πρόσφορο μέτρο σύγκρισης του αντίστοιχου Ελληνοτουρκικού. Ο ελληνικός Τύπος χρησιμοποίησε την εξέλιξή του, τους πρωταγωνιστές, τις αντιδράσεις των αντιμαχομένων και τις πολιτικές επιλογές Αμερικανών και Ισπανών, προκειμένου να αντλήσει παραδείγματα, να τα «εργαλειοποιήσει» και να τα χρησιμοποιήσει ως μέσο ανάλυσης των αντίστοιχων ελληνικών «σφαλμάτων και παραλείψεων». Άλλωστε, ο Ισπανοαμερικανικός προσέφερε τρεις εύκολες αναλογίες, που επέτρεπαν την αντιπαραβολή με τον «ατυχή» Ελληνοτουρκικό. Πρώτον, στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκονταν δυο νησιά, Κούβα και Κρήτη, με «κοινή» μοίρα. Και τα δύο διατελούσαν κάτω από καταπιεστικά και διεφθαρμένα καθεστώτα (Ισπανίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αντίστοιχα) και οι κάτοικοί τους βρίσκονταν σε διαρκή επαναστατικό αναβρασμό. Δεύτερον, όπως στην Ελλάδα έτσι και στις ΗΠΑ ένας φιλοπόλεμος Τύπος πρωταγωνιστούσε στις εξελίξεις, εξάπτοντας πάθη και καλλιεργώντας έκρυθμο κλίμα. Τρίτον, Αμερικανοί και Ισπανοί προβάλλονταν (πριν την έναρξη του πολέμου) ως απαράσκευοι για μια τόσο σημαντική σύγκρουση, όπως και οι Έλληνες είχαν αποδειχτεί απροετοίμαστοι τη δύσκολη στιγμή. Οι Αμερικανοί μπορεί να διέθεταν τεχνολογική και αριθμητική υπεροπλία, δεν είχαν όμως στρατιωτική εμπειρία. Ο Ισπανοί, από την άλλη, ήταν εμπειροπόλεμοι, αλλά βρισκόταν σε φάση παρατεταμένης παρακμής. Όλοι στην Ελλάδα περίμεναν να δουν πως θα αντιδράσουν στα πεδία των μαχών, ώστε να προβούν σε προφανείς παραλληλισμούς με την ελληνική στρατιωτική αποτυχία.

Αν στις παραπάνω ομοιότητες προσέθετε κανείς και τον παράγοντα «χρονική εγγύτητα», το γεγονός δηλαδή ότι ο Ισπανοαμερικανικός ξεσπούσε έναν ακριβώς χρόνο μετά τον Ελληνοτουρκικό, σε μια περίοδο που τα χαμένα εδάφη της Θεσσαλίας δεν είχαν αποδοθεί ακόμη στην Ελλάδα και το Κρητικό Ζήτημα βρισκόταν εκ νέου σε ένταση, δεν είναι δύσκολο να ερμηνεύσει κανείς γιατί ο ελληνικός Τύπος έσπευσε να αναδείξει αυτές τις αναλογίες και να τις καταστήσει κεντρικό θέμα συζήτησης στον δημόσιο λόγο. Έτσι, κατά κάποιο τρόπο, ο επικείμενος Ισπανοαμερικανικός έγινε ο «καθρέφτης» του χαμένου Ελληνοτουρκικού. Πάνω του αντανακλάστηκαν οι απογοητεύσεις, οι ενοχές, οι ευθύνες και τα απωθημένα ενός σαστισμένου ελληνικού λαού.

Με αφορμή την έναρξη του Ισπανοαμερικανικού ξεκίνησε στην Ελλάδα ένας παράλληλος «πόλεμος» εφημερίδων. Όλες οι αξιοσημείωτης κυκλοφορίας εφημερίδες επιδόθηκαν σ’ έναν αγώνα, προκειμένου να κατοχυρώσουν πρώτες την ανακοίνωση μιας είδησης ή το αποτέλεσμα μιας ναυμαχίας ή μάχης. Έστειλαν έκτακτους ανταποκριτές σε Νέα Υόρκη, Μαδρίτη, Λονδίνο, Παρίσι, Βιέννη για να εξασφαλίσουν έγκαιρη και αξιόπιστη πληροφόρηση μέσω τηλεγραφημάτων. Πέρα από τις δικές τους αναλύσεις, μετέφραζαν και δημοσίευαν μελέτες, σχόλια και κρίσεις ξένων πολιτικών και στρατιωτικών αναλυτών. Διάνθιζαν σχεδόν καθημερινά τα πρωτοσέλιδά τους με εντυπωσιακά σκίτσα, εικόνες, γραφήματα και χάρτες, ερανισμένα από ξένες εφημερίδες και περιοδικά, ώστε να προσφέρουν στο αναγνωστικό κοινό πλήρη την εικόνα των πεδίων μαχών και των πρωταγωνιστών τους. Ίσως ήταν ο πρώτος εξωτερικός πόλεμος που καλύφθηκε δημοσιογραφικά με τόση λεπτομέρεια, εγκαινιάζοντας για τον Τύπο μια νέα εποχή «νεωτερικής δημοσιογραφίας», κατά την οποία η είδηση αποκτούσε εμπορική αξία ως προϊόν. Όσο πιο εντυπωσιακά παρουσιαζόταν τόσο περισσότερο «πουλούσε», αποφέροντας κέρδη σε όποιον τη διαχειριζόταν σωστά.

Μεγάλο, βέβαια, ήταν και το ενδιαφέρον του κοινού, που «διψούσε» για ενημέρωση, ωθώντας συχνά τους ανταποκριτές σε υπερβολές και λάθη. Μέρα με τη μέρα οι εφημερίδες διαγκωνίζονταν για την εξασφάλιση της γρηγορότερης ανταπόκρισης, της πιο εντυπωσιακής εικόνας, του πιο ηχηρού πηχυαίου τίτλου. Ήταν τόση η σπουδή των εκδοτών να «προλάβουν πρώτοι την είδηση», που συχνά γίνονταν φορείς παραπληροφόρησης και διάδοσης ψευδών φημών.13 Η Πρωία χαρακτήριζε τη φαντασία των Ελλήνων ανταποκριτών «αχανεστέρα του ωκεανού».14 Η έκταση της παραπληροφόρησης ήταν τόσο μεγάλη, που η Σφύρα σχολίαζε ειρωνικά:

Ο Ισπανοαμερικανικός πόλεμος εξακολουθεί εισέτι καταστρεπτικώτατος εν ταις… στήλαις των ελληνικών εφημερίδων! Απόδειξις τούτου έστω και η εξής πρόχειρος στατιστική κατά την οποίαν μέχρι σήμερον εγένοντο 805 ναυμαχίαι, κατεστράφησαν 37.142 θωρηκτά και εφονεύθησαν 2.915 Ναύαρχοι Αμερικανοί και Ισπανοί, πάντοτε δε όλ’ αυτά κατά τας… ελληνικάς εφημερίδας.

Σφύρα, 28 Ιουνίου 1898.

Ο πόλεμος, αν και χιλιάδες μίλια μακριά, επηρέασε και τα πολιτικά πράγματα στην Ελλάδα. Προκάλεσε δυσκολίες στην κυβέρνηση, που εκείνη την περίοδο διαπραγματευόταν τους όρους ενός νέου δανείου στο εξωτερικό. Η ισπανοαμερικανική ρήξη είχε αναστατώσει τις διεθνείς αγορές χρήματος και καλλιεργούσε ανασφάλεια στις τράπεζες που διαχειρίζονταν ισπανικά χρεόγραφα. Ο υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Στρέιτ φοβόταν ότι αυτό το κλίμα θα καθυστερούσε τη συνομολόγηση του δανείου και θα έκανε δυσμενέστερους τους όρους αποπληρωμής του.15 Η ελληνική κυβέρνηση έσπευσε την 1η Μαΐου να δηλώσει την «πλήρη και απόλυτον ουδετερότηταν» απέναντι στους εμπολέμους.16 Η δήλωση αυτή έβαζε τέλος στα όποια σενάρια είχαν διαρρεύσει τους προηγούμενους μήνες στον Τύπο περί πρότασης των ΗΠΑ για αγορά ελληνικών θωρηκτών.17 Άλλωστε, ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Ζαΐμης είχε δηλώσει πως «τα έθνη δεν εκποιούν ποτέ τα όπλα τους».18 Πάντως η Εστία δεν δίστασε να λοιδορήσει την ελληνική ουδετερότητα, δηλώνοντας ότι «εμείς εμείναμεν ουδέτεροι και στον δικόν μας ακόμα πόλεμον».19

Οι εφημερίδες επιχείρησαν στην αρχή του πολέμου μια «σφυγμομέτρηση» της κοινής γνώμης για το ποιον από τους δύο αντιμαχόμενους υποστήριζαν οι Έλληνες. Σε αυτήν προβάλλονταν παράγοντες ιδεολογικοί, πολιτικοί και ιστορικοί. Οι πιο φιλελεύθερες εφημερίδες, όπως ήταν φυσικό, τάσσονταν στο πλευρό των Αμερικανών και διερμήνευαν αντίστοιχα φιλοαμερικανικά αισθήματα στον ελληνικό λαό. Στους Αμερικανούς οι προοδευτικές εφημερίδες αναγνώριζαν «κρατούντες ηθικούς λόγους» και «φιλάνθρωπα» κίνητρα.20 Ο πόλεμος κατά της Ισπανίας χαρακτηριζόταν ως «εύοσμον άνθος αλτρουισμού»21 και «αγώνας ευγενής, ουχί προς κατάκτησιν αλλά προς απελευθέρωσιν της Κούβας».22 «Όλος ο πολιτισμένος κόσμος θα συνταχθή με τας Ηνωμένας Πολιτείας», έγραφε η Ακρόπολις του Γαβριηλίδη, μια εφημερίδα προοδευτική και δυτικόστροφη.23

Ο Γαβριηλίδης έκρινε πως η συμπάθεια των Ελλήνων προς τους Αμερικανούς ή τους Ισπανούς ήταν ευθέως ανάλογη προς την ταξική διαστρωμάτωση της χώρας, «ενδεικτική της ψυχικής διαφοράς των κοινωνικών τάξεων». Τα λαϊκά στρώματα τάσσονταν υπέρ των Αμερικανών, εμπνεόμενα από τον φιλελευθερισμό, την ισοπολιτεία, τον προοδευτισμό και, κυρίως, τον διηνεκή τους αγώνα υπέρ των «καταδυναστευομένων», όπως είχε αποδείξει και η βοήθεια που προσέφεραν οι αμερικανοί φιλέλληνες στην Επανάσταση του 1821. Από την άλλη, οι εκπρόσωποι «των ανεπτυγμένων τάξεων», η «μειοψηφούσα τάξη των γραμματισμένων», «ποιητές και ρομαντικοί», «φίλοι των ιπποτών, των παρασήμων και της αριστοκρατικής λάμψεως» έκρυβαν πόθους για νίκη της Ισπανίας.24 Ο φόβος αυτών των συντηρητικών τάξεων, που συνδέονταν με το παλάτι και τον βασιλιά, ήταν (σύμφωνα πάντοτε με τον Γαβριηλίδη) μήπως η νίκη των Αμερικανών αποδείξει ότι «το υγιέστερον φρόνημα εν Ελλάδι σώζεται εις τα κατώτερα στρώματα», στον άνθρωπο με το «αγνότερον λαϊκόν αίμα», που αν και «αμαθής» αποδεικνύεται τελειότερος, καθώς «έχει σκοτώσει παν μικρόβιον δουλικής κληρονομίας». Στους υποστηρικτές των Ισπανών ο Γαβριηλίδης απέδιδε τη μομφή του «ντιστεγκεδισμού»,25 ενός ελιτισμού δηλαδή, ο οποίος αποτελούσε παράγοντα διαφθοράς του πολιτικού συστήματος και ευθυνόταν, εν μέρει, για την ήττα του 1897. Γι’ αυτούς τους λόγους η υποστήριξη των Ελλήνων στους Αμερικανούς ήταν ένδειξη υγείας, «αγαθώτατος οιωνός», «αρίστη ζύμη δια να διαπλασθή η Ελλάς αντάξια τους παρελθόντος της, το οποίον ζη και ακμάζει εις τον βίον των Αμερικανών».26 Σε τέτοιου είδους αναλύσεις μπορεί κανείς να διαγνώσει μια έμμεση ροπή προς την «καθαρή δημοκρατία», την αβασίλευτη, που άκμασε στην αρχαία Αθήνα και που ο Γαβριηλίδης την έβλεπε να μεγαλουργεί τώρα στην υπερατλαντική χώρα. Αποτελούσε, όμως, και μια έκφραση λαϊκισμού, αφού αποθέωνε τον λαό ως τον μοναδικό παράγοντα προόδου και στοχοποιούσε τις «ανώτερες τάξεις» ως συντηρητικές και διεφθαρμένες. Στη ρίζα, επομένως, του Ισπανοαμερικανικού υπέφωσκε μια βαθύτερη ιδεολογική σύγκρουση των πολιτικών δυνάμεων της συντήρησης και της προόδου.

Ακρόπολις, 27 Ιουνίου 1898.

Η αναγνώριση του δίκαιου αγώνα των Κουβανών και η ταύτισή του με αυτόν των Κρητών δημιουργούσε αμερικανικές «συμπάθειες» στην Ελλάδα κι εύκολα νομιμοποιητικά σχήματα.27 Η αμερικανική επέμβαση στο νησί με σκοπό να το απαλλάξει την ισπανική κακοδιοίκηση μπορεί να παραβίαζε τις τυπικές αρχές του διεθνούς δικαίου, στηριζόταν όμως «επί του αληθούς Δικαίου […] εκείνου εφ ου και η Ελλάς στηριζομένη εζήτησε με την ιδίαν της καταστροφήν να ελευθερώση την Κρήτην», έγραφε η Εστία.28 Έτσι δικαιολογούταν αυτόματα η προ ενός έτους πρωτοβουλία της Ελλάδας να παρέμβει για την προστασία των Ελλήνων της Κρήτης. Αυτό υποστήριξε και ο Στέφανος Σκουλούδης, που από τη θέση του υπουργού Εξωτερικών στην κυβέρνηση Ράλλη είχε κληθεί να χειριστεί το μεγαλύτερο μέρος του Ελληνοτουρκικού Πολέμου και την επώδυνη συνθηκολόγηση του Σεπτεμβρίου 1897.29 Οι ΗΠΑ επιτελούσαν «το καθήκον το οποίον η Ευρώπη ώφειλε να επιτελέση αλλαχού, καθ’ ην εποχήν 300.000 Αρμένιοι εσφάζοντο και οι Κρήτες εζήτουν ν’ αναπνεύσωσιν ελεύθερον τον από της Ίδης αέρα».30

Το κοινό πάθος για ελευθερία Κρητών και Κουβανών και η γεωγραφική εγγύτητα των δύο νησιών με Ελλάδα και ΗΠΑ αντίστοιχα καθιστούσαν τις δύο περιπτώσεις ευθέως ανάλογες. Στον αγώνα των Κουβανών οι Έλληνες έβλεπαν την προσπάθεια ενός καταπιεσμένου λαού να ανατρέψει μια άδικη εξουσία, αποτελούμενη από «παπάδες, στρατιωτικούς και πλουσίους».31 Οι εφημερίδες τους αποκαλούσαν «Υπερωκεάνειους Κρήτες»32 και «αδελφούς των Κρητών»33 κι εύχονταν «χάριν των Κουβαίων, νίκην εις την Αστερόεσσαν […] όπως ούτω και οι κάτοικοι ζήσωσιν ως άνθρωποι ή ως κτήνη και ανδράποδα».34 Άλλωστε, ήταν αδύνατο «ο φιλευθερώτατος Ρωμηός να φαντασθή προς στιγμήν ότι οι μοναρχικοί Ισπανοί αγωνίζονται υπέρ του δικαίου».35 Γι’ αυτό και οι συμπάθειες των Ελλήνων έκλιναν προς αυτούς που πάλευαν να «δώσουν και εις άλλους λαούς το φως και την ευημερίαν».36 Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ιδεολογικής–επαναστατικής ταύτισης δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι μια ομάδα 500 Κρητών με επιστολή στον υποπρόξενο των ΗΠΑ στην Αθήνα Λ. Νικολαΐδη εξέφρασαν την πρόθεση να πολεμήσουν ως εθελοντές, ζητώντας τη συνδρομή του για να μεταβούν στο νησί της Καραϊβικής.37

Δεν αναγνώριζαν, όμως, όλοι οι Έλληνες αγνά κίνητρα στους Αμερικανούς. Ήδη από το 1873 ο έλληνας πρόξενος στη Νέα Υόρκη Δημήτριος Μπότασης παρατηρούσε ότι «ουδεμία αμφιβολία υπάρχει ότι οι Αμερικανοί ανέκαθεν επωφθαλμιώσι την Κούβαν, ένεκα της γεωγραφικής αυτής θέσεως», χαρακτηρίζοντας το νησί ως την «κλείδα του Μεξικανικού Κόλπου».38 Ο ιστορικός Παύλος Καρολίδης, γνωστός για τα φιλοβασιλικά του φρονήματα, δεν έδειχνε ιδιαίτερη συμπάθεια στη δημοκρατούμενη Αμερική. Σε άρθρο-ανάλυση που δημοσιεύτηκε στην Ακρόπολη αναγνώριζε στην Ισπανία «το νόμιμον αφ’ εαυτής», ευρισκόμενη «εν τω δικαίω αμυνόμενη», γι’ αυτό και ήταν «άξια συμπαθείας». Από την άλλη σκιαγραφούσε τις ΗΠΑ (αρνούταν να τις κατονομάσει και τις αποκαλούσε «η αντίπαλος Δύναμις») ως χώρα φιλοπόλεμη, «επιβουλεύουσα τω δικαίω και νομίμω» και ως εκ τούτου «ανάξια πάσης συμπαθείας». Ωστόσο, παραδεχόταν ότι στην Ιστορία δεν μετρούσε η «συναισθηματική δικαιοσύνη». Η Ισπανία εκπροσωπούσε έναν «ηρωισμό του παρελθόντος», ενώ οι ΗΠΑ ένα «ηρωισμό του πάθους και του παρόντος» και ίσως η επικράτηση των Αμερικανών ήταν τελικά «αναγκαία δια τα υπέρτερα της ανθρωπότητος συμφέροντα».39

Εφημερίδες όπως η Πρωία και το Εμπρός δεν έκρυβαν την προτίμησή τους στους Ισπανούς. Η Πρωία απέδιδε την ευθύνη του πολέμου στο «άμετρο των αμερικανικών αξιώσεων», που εκμεταλλεύτηκαν την κακοδιοίκηση της Κούβας για να εμφανιστούν «ως προστάται αδικουμένου λαού».40 Το Εμπρός θεωρούσε ότι κάθε Έλληνας, «ως άνθρωπος του παλαιού κόσμου», θα έπρεπε να αισθάνεται θλίψη, αφού ενδεχόμενη ήττα της Ισπανίας «αντανακλά και επί του ιδίου εαυτού ατόμου και εφ όλης της Ευρώπης».41 Ο χρονογράφος του Εμπρός (Πολ. Δημ.) έκρινε ως «αυθάδεια» και «αχαριστία» την προσπάθεια των Αμερικανών να αποκόψουν τους Κουβανούς από τη μητρόπολη Ισπανία, που τους είχε δώσει στο παρελθόν «τα φώτα του πολιτισμού», όπως ακριβώς είχαν κάνει και οι Αμερικανοί το 1776 απέναντι στη Μεγάλη Βρετανία!42 Αντίστοιχα ο Γεώργιος Πωπ απέδιδε «αχαριστία» στους κατοίκους όλης της αμερικανικής ηπείρου, που στρέφονταν κατά της «μητέρας» Ισπανίας, στην οποία όφειλαν «την εκ του σκότους απαλλαγήν των».43 Τέτοιου είδους συντηρητικές απόψεις αποδείκνυαν ότι το δίπολο «πολιτισμός–βαρβαρότητα» στις σχέσεις Ευρωπαίων αποίκων και ιθαγενών αποικιοκρατουμένων αποτελούσε μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη στην ελληνική κοινωνία, που καμιά είδηση περί των απάνθρωπων πρακτικών που χρησιμοποιούσαν οι αποικιοκρατικές δυνάμεις δεν μπορούσε εύκολα να ξεριζώσει.

Εμπρός, 10 Μαΐου 1898

Ανεξάρτητα πάντως από τον «προοδευτικό» ή «συντηρητικό» προσανατολισμό της κάθε εφημερίδας, όλες χρησιμοποίησαν τον Ισπανοαμερικανικό για να ασκήσουν κριτική στα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Πρώτη η Δηλιγιαννική Πρωία και το Εμπρός έσπευσαν να παραλληλίσουν τους χειρισμούς του Δηλιγιάννη στο Κρητικό με αυτούς του McKinley στην Κούβα. Μέσα από σειρά άρθρων ανέπτυξαν μια ολοκληρωμένη θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο McKinley, αν και φιλειρηνιστής, «ερρυμουλκήθη» στον πόλεμο «κατά τρόπον, μάλιστα, πολύ Δηλιγιαννικόν».44 Υπέκυψε, δηλαδή, στις πιέσεις μιας φιλοπόλεμης κοινής γνώμης και του Τύπου που την καθοδηγούσε, «διότι προδήλως έκρινεν, ότι τούτον συνέφερε εις τα συμφέροντα της πατρίδος του», όπως ακριβώς είχε κάνει και ο Δηλιγιάννης.45 Παράλληλα επιτίθετο στα «κνώδαλα των Αθηνών» Ακρόπολη, Εστία και Ημέρα Τεργέστης που, ενώ δικαιολογούσαν τη στάση του Αμερικανού προέδρου, αρνούνταν να κάνουν το ίδιο για τον έλληνα πρωθυπουργό.46 Από την άλλη και η Ακρόπολη προέβη στην ίδια σύγκριση, αυτή τη φορά με σκοπό ν’ ασκήσει αρνητική κριτική στον Δηλιγιάννη. Απαντώντας στην Πρωία ανέφερε ότι η πολιτική των δύο ανδρών απείχε όσο και η Αμερική από την Ελλάδα! Ο αμερικανός πρόεδρος αγωνιζόταν για να αποτρέψει τον πόλεμο, ενώ ο Δηλιγιάννης «τον άφηνε να έρχεται με ανοικτάς τας αγκάλας του!». Ο πρώτος πάλευε εναντίον του «λαϊκού ρεύματος», αλλά παρασκεύαζε παράλληλα το κράτος του «πυρετωδώς», ενώ ο δεύτερος, «άνους και άφρων», άφησε τον στρατό απροετοίμαστο. Και κατέληγε: «Οι ρυμουλκούμενοι δεν είναι άξιοι να κυβερνούν».47

Οι νίκες των Αμερικανών αποτέλεσαν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να αναδειχτούν οι ανεπάρκειες του ελληνικού στρατού και οι παθογένειες στις τάξεις των αξιωματικών. Οι πολεμικές προετοιμασίες των Αμερικανών, τα ανδραγαθήματα των στρατιωτικών και οι επιχειρησιακές επιτυχίες σε ξηρά και θάλασσα χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να στοχοποιηθούν οι «υπεύθυνοι» της επώδυνης στρατιωτικής ήττας του 1897. Άλλωστε, η επικαιρότητα της εποχής κυριαρχούταν από τις λεγόμενες «δίκες του Ναυτικού» των Κ. Σαχτούρη και Ι. Κόκκορη, στις οποίες είχε επιχειρηθεί η ποινικοποίηση της ήττας του 1897 και η αναζήτηση ευθυνών για την υποτιθέμενη αδράνεια του ναυτικού. Όπως χαρακτηριστικά έγραφε το Σκριπ:

Νομίζει κανείς ότι ο τελευταίος πόλεμος μεταξύ της Ισπανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών γίνεται όπως παραστήση οικτροτέραν την πολεμικήν παρωδίαν, της οποίας ήρωες υπήρξαμεν ημείς ακριβώς προ ενός έτους.48

Το Άστυ, 10 Ιουλίου 1898

Στον δημόσιο λόγο προβλήθηκε μια επιτηδευμένα εξωραϊσμένη εικόνα της πολεμικής δεινότητας των Αμερικανών, προκειμένου να διαφανεί εντονότερα η «ανικανότητα» του ελληνικού στρατού. Τα ερωτήματα που έθεταν οι δημοσιογράφοι ήταν λαϊκίστικα και απλοϊκά, ενδεικτικά του κλίματος της εποχής και της εναγώνιας αναζήτησης απαντήσεων στα εγχώρια στρατιωτικά αδιέξοδα: Γιατί στη Λάρισα οι στρατηγοί παραδόθηκαν σχεδόν αμαχητί, ενώ στην Κούβα ο αριθμητικά μικρότερος αμερικανικός στρατός, «με εθελοντάς, με αγυμνάστους, με ανεμομαζώματα» κατάφερε να νικήσει τον υπέρτερο ισπανικό;49 Ποιο ήταν το κλειδί της επιτυχίας των Αμερικανών που έλειπε από τους Έλληνες; Το κυρίαρχο αφήγημα υπέβαλε την ιδέα ότι οι Αμερικανοί, ένα έθνος αποτελούμενο από «πολίτας και ουχί στρατιώτας», κατόρθωσε να προετοιμαστεί αποτελεσματικά και σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς να καταστρέψει «την ευδαιμονίαν του». Το παράδειγμά του έπρεπε να χρησιμεύσει στους έλληνες πολιτικούς, «οίτινες κατεχρεώθησαν, εχρεωκόπησαν, κατέστησαν είλωτες των χρηματιστών δια να διοργανωθούν εις στρατιωτικήν δύναμιν», παρουσιάζοντας εντέλει «μίαν πολεμικήν παρωδίαν», μομφή που βάραινε κυρίως την τρικουπική παράταξη.50

Από την άλλη διαδεδομένη ήταν και η ιδέα ότι οι Αμερικανοί, ως λαός πρακτικός και προνοητικός, έδινε έμφαση στην αξιοκρατία, κάτι που έλειπε από την Ελλάδα. Τοποθετούσαν στις κατάλληλες θέσεις τους ικανότερους, ακόμη κι αν είχαν ταπεινή καταγωγή. Αυτό αποδείκνυε ο διορισμός ως αρχιστρατήγου στην Κούβα του William Shafter, που έφτασε στο ανώτατο αξίωμα αφού πρώτα είχε διαπρέψει ως απλός στρατιώτης στον Αμερικανικό Εμφύλιο. «Εκείνα τα ιδικά μας… έφυγα χωρίς να ίδω ρουθούνι Τούρκου, άρα αποστρατεύομαι με γαλόνια στρατηγού, εδώ εις την Αμερικήν δεν έχουν πέρασιν», έγραφε με ειρωνεία ο Σωκράτης Ξανθάκης, ανταποκριτής της Ακρόπολης από τις ΗΠΑ.51 Ο έλληνας αξιωματικός παρουσιαζόταν επιρρεπής στις διασκεδάσεις, την υπερφίαλη μεγαλοστομία και το ρουσφέτι,52 ενώ ο Αμερικανός πειθαρχημένος και θαρραλέος, «πρότυπον ευψυχίας και στρατηγικής δεξιότητος:53

Εδώ [ενν. στην Αμερική] βλέπετε δεν υπάρχουν υπογένεια, ονόματα, οικογένειαι, μουστάκια εις περισπωμένας, σταυροί, γαλόνια, φούμαρα, λόγια παχιά, άθλοι των καφενείων. Εδώ υπάρχει μόνο μπύζνισς, δουλειά! Από τον οδοκαθαριστήν μέχρι του Προέδρου, από του απλού εργάτου μέχρι του Βάνδερμπιλτ, από του τελευταίου ναύτου μέχρι του ναυάρχου Σάμψων, από του τελευταίου στρατιώτου μέχρι του στρατηγού Μάιλς, τίποτε άλλο παρά δουλειά! Δουλειά!54

Κουβανοί επαναστάτες υποδέχονται τον στρατηγό Shafter και τον ναύαρχο Sampson στη θέση Aserraderos της Κούβας, στις 20 Ιουνίου 1898.
Ο “ήρωας των Φιλιππίνων”, ναύαρχος George Dewey.

Ο Ιωάννης Κονδυλάκης λοιδορούσε σε χρονογράφημα τους Έλληνες στρατηγούς, βάζοντας τους «προνοητικούς» Αμερικανούς να τους στέλνουν στην Κούβα. Εκεί αναγκαστικά θα πολεμούσαν και δεν θα υποχωρούσαν, αφού ήταν νησί και θα έπεφταν στη θάλασσα!55 Αντίστοιχα, οι ναυτικές επιτυχίες των Αμερικανών αποτελούσαν έκφραση της «Θείας Πρόνοιας… δια ν’ αποδείξη ηλίου φαεινότερον την ανικανότητα των δύο μοιράρχων του στόλου μας, τους οποίους το υπουργείον έσπευσε ν’ απαλλάξη πάσης κατηγορίας».56 Όπως οι Αμερικανοί κανονιοβολούσαν τα ισπανικά φρούρια, αναμένοντας την τελική σύγκρουση με τον ισπανικό στόλο, έτσι και ο ελληνικός στόλος έπρεπε να βομβαρδίσει το Καρα Μπουρνού στη Θεσσαλονίκη και να καταλάβει την Πρέβεζα. Δεν το έκανε όμως, περιμένοντας μάταια την έξοδο του τουρκικού από τα Δαρδανέλια και προσφέροντας μηδαμινή βοήθεια στον μαχόμενο στρατό.57 Οι νίκες των Αμερικανών στις ναυμαχίες της Μανίλα και του Σαντιάγο αποτελούσαν «αισχύνη»58 για τους «πελαγοδρομούντας»59 Έλληνες ναυάρχους! «Έκαστος βλέπει τα γενόμενα, συγκρίνει και μορφώνει πεποίθησιν»,60 έγραφε το Εμπρός, ανακοινώνοντας με τον ειρωνικό τίτλο «Ναύαρχοι και Ναύαρχοι» την απαλλαγή των Σαχτούρη και Κοκκόρη από το στρατοδικείο.61

Πάντως ο Ισπανοαμερικανικός Πόλεμος, πέρα από τις εύκολες συγκρίσεις και αναλογίες που προσέφερε, έδωσε τη δυνατότητα να εκφραστούν ενδιαφέρουσες απόψεις για το περιεχόμενο, το νόημα και τις πολιτικές προεκτάσεις της σύγκρουσης σε παγκόσμιο επίπεδο. Όλοι οι πολιτικοί σχολιαστές στην Ελλάδα διερμήνευσαν τον πόλεμο όχι απλά ως διαμάχη δύο εθνών, αλλά ως σύγκρουση δύο κόσμων, του Παλαιού και του Νέου: Από τη μια η χώρα «του ενδόξου παρελθόντος και των ηρωικών παραδόσεων»», η «γηραιά, ιπποτική και δεσποτική» Ισπανία και από την άλλη το έθνος το «μάλλον νεωτερίζον, το πλασμένο με ηλεκτρισμόν», το «δημοκρατούμενον και φιλελεύθερον», η «σφριγώσα και πλήρης μέλλοντος» Αμερική.62 Επρόκειτο για αντιπαράθεση δύο νοοτροπιών, δύο εκ διαμέτρου αντίθετων πολιτικών συστημάτων, δύο πολιτισμών:

Ο κόσμος ο γεννώμενος απέναντι του κόσμου του θνήσκοντος. Το έθνος το λαϊκόν απέναντι του έθνους των ιπποτών. Ο λαός της γυμναστικής απέναντι του λαού της κιθάρας. Το κράτος το λαοκρατούμενον απέναντι του κράτους του τιτλοκρατούμενου. Ο κόσμος ο φιλελεύθερος απέναντι του κόσμου του θέλοντος να κυριαρχή. Η Πολιτεία η ηθικοποιούσα του πολίτας απέναντι της διαφθειρούσης τους ιδικούς της!63

Πολλοί διέβλεπαν μεγαλύτερους κινδύνους: Την πρώτη ένδειξη ότι «ο Νέος Κόσμος εξεγείρεται κατά του Παλαιού», ίσως και το προοίμιο μιας παγκόσμιας σύρραξης.64 Άλλοι, πάλι, προσέδιδαν ευρύτερες φυλετικές και πολιτικές διαστάσεις στη σύγκρουση: Την παρακμή των λατινογενών εθνών και την παράλληλη άνοδο του αγγλοσαξονικού πνεύματος. Η ήττα της Γαλλίας από τους Γερμανούς στην Αλσατία και τη Λωρραίνη (1897), της Ιταλίας στην Αβησσυνία (1896) και της Ισπανίας στην Κούβα και τις Φιλιππίνες έδειχναν ότι τα λατινικά έθνη βρίσκονταν σε παρακμή. Η ερμηνεία ήταν πολιτική. Στους Λατίνους υπήρχε «παντοδυναμία του κράτους ως δεσπότου τυραννικού, συνέχοντος πάσας τας εξουσίας». Στο παρελθόν το σύστημα αυτό μπορεί να γνώρισε ακμή, τώρα όμως ήταν καταδικασμένο σε παρακμή. Αντίθετα τα αγγλοσαξονικά έθνη προωθούσαν συστήματα διοικητικής αποκέντρωσης και πολιτικές διεύρυνσης της δημοκρατίας, της ατομικότητας και των ελευθεριών.65

Το Άστυ, 21 Απριλίου και 27 Ιουλίου 1898.

Τα Αγγλοσαξονικά έθνη υπερείχαν και για λόγους που σχετίζονταν με τη νοοτροπία. Εμφάνιζαν, δηλαδή, ιδιότητες που στερούνταν τα άλλα, όπως «την ψυχράν και θετικήν εργασίαν, τον πρακτικόν νουν, την ψυχράν σκέψιν».66 «Χριστιανισμόν και ελευθερίαν μόνον εις τους Αγγλοσάξονας ευρίσκεις», έγραφε η Ακρόπολις.67 Η νίκη των Αμερικανών ενδεικνυόταν για ευρύτερα συμπεράσματα, καθώς αποδείκνυε ότι «χρειάζεται αναβαπτισμός, απολύμανσις». Να συνειδητοποιήσουν οι Έλληνες ότι το μέλλον βρισκόταν στην αλλαγή νοοτροπίας: «Ελάττωσις του λατινισμού και αύξησις του αγγλοσαξονισμού […] Άλλως το μέλλον εν Ανατολή δεν μας ανήκει […] λαοί ολιγώτερον ευφυείς ημών αλλ’ εργατικώτεροι και θετικώτεροι θα προχωρήσωσι πολύ εμπρός».68 Έτσι, η συγκυρία ενός αμερικανικού γεγονότος προσαρμοζόταν στον επίκαιρο προβληματισμό των Ελλήνων για την ανάγκη ανόρθωσης της χώρας, μετά τις τραυματικές εμπειρίες μιας πτώχευσης κι ενός χαμένου πολέμου.

Μετά τη ναυμαχία του Σαντιάγο (3 Ιουλίου 1898) ο πόλεμος είχε ουσιαστικά κριθεί, με σχετικά μικρές αμερικανικές απώλειες. Οι προβλέψεις των περισσοτέρων για εύκολη κατίσχυση των Αμερικανών βασισμένη στη δύναμη πυρός επαληθεύτηκαν πλήρως. Στις ελληνικές εφημερίδες εμφανίστηκαν έπαινοι σαν τον παρακάτω, αντίστοιχοι με τον έπαινο που επιφύλαξε ο Περικλής στην αγαπημένη του αθηναϊκή δημοκρατία, ιδεώδης και εν πολλοίς φαντασιακός, που συνέβαλλε στη στερέωση του «αμερικανικού μύθου». Πράγματι, οι Αμερικανοί φάνταζαν ως ένα «Έθνος θαυμάσιον», σύμφωνα με το πρωτοσέλιδο άρθρο των Καιρών:

Ο νεαρός λαός των Ηνωμένων Πολιτειών […] ίδρυσε πολίτευμα ασφαλίζον την ελευθερίαν μετά της τάξεως, την ευμερίαν και την καθόλου πρόοδον. Ευσεβής, επιχειρηματικός, φιλελεύθερος μέχρι κοσμοπολιτισμού, φέρεται ακατάσχετος προς την ανάπτυξιν και τον πολιτισμόν […] και υπερέχει ανέκαθεν εν τω μεγαλουργώ πνεύματι των εφευρέσεων. Το ατμοκίνητον, ο τηλέγραφος, το αλεξικέραυνον, τα θαυματουργά του ηλεκτρισμού επινοήματα είναι ίδια αυτού δημιουργήματα. Εκτιμά και υποστηρίζει την αξίαν, λατρεύει δε και εγκολπούται την αρετήν. Αναπτύξας δε πολιτικώς μέχρι τελειώσεως τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτου, έχει στέρεα την ελευθερίαν της συνειδήσεως, ανέπτυξε δε την έννομον και εύκοσμον ελευθερίαν μέχρι των άκρων εννοιών και κατέστησε το ανεξίθρησκον πάγκαλον αυτού χαρακτηριστικόν, στέργων και προστατεύων παν δόγμα και πάσαν θρησκευτικήν θεωρίαν. Καλλιεργών επιμόνως το πνεύμα του δια των γραμμάτων και των κλασικών σπουδών, των επιστημών και των ωραίων τεχνών […] έχει συγχρόνως το πνεύμα πρακτικόν μετ’ ευψυχίας και ισχύος βουλήσεως, διατηρεί δε τα κάλιστα του Αγγλοσαξονικού γένους προτερήματα. Επί δε την υπεροχήν αυτού πεποιθώς, δέχεται και συγχωνεύει εκατομμύρια αλλοφύλων, επιβάλλων την γλώσσαν του και τα φρονήματά του […] Αλλ’ ό,τι λαμπρύνει κατεξοχήν τον μέγαν τούτον λαόν είναι τα πολιτικά και εθνικά αυτού ιδεώδη. Απέχεται επιμελώς πολέμων κατακτητικών, μη στέργων την βίαιαν προσάρτησιν αλλοτρίων χωρών και τον βιασμόν αλλοτρίων λαών […] Δύο μόνον επεχείρησε πολέμους […] χάριν της απελευθερώσεως των δούλων της Μαύρης φυλής ανέλαβε και επεράτωσεν αισίως γιγάντιον εμφύλιον πόλεμον […] Σήμερον ομοίως ανέλαβε και διεξάγει νικηφόρως πόλεμον […] όχι προς συμφέρον και κατάκτησιν, αλλ’ αποκλειστικώς αποβλέποντα εις την ελευθερίαν και ανεξαρτησίαν τυραννουμένου λαού […] Η ευλογία του Θεού έστω επί σου!69

Η νίκη αυτή κατοχύρωσε τις ΗΠΑ στις συνειδήσεις όλων όχι μόνο ως οικονομική αλλά και ως μεγάλη στρατιωτική δύναμη, νέο παράγοντα στην παγκόσμια ισορροπία, φόβητρο για τις άλλες ευρωπαϊκές Δυνάμεις. Όπως χαρακτηριστικά έγραφε ο Ηλίας Οικονομόπουλος, οι Αμερικανοί, πέρα απ’ το Πόρτο Ρίκο, τις Φιλιππίνες και κάποια μικρότερα νησιά, τους «μεζέδες» αυτούς, κέρδισαν κάτι πολύ σημαντικότερο: «Την απόδειξιν ότι είναι κράτος ναυτικόν πρώτης τάξεως και στρατιωτικόν, αν θελήσουν, όχι δευτέρας».70 Η νίκη των ΗΠΑ χαιρετίστηκε από τους περισσότερους ως «νίκη του μέλλοντος κατά του παρελθόντος∙ της προόδους κατά της παραδόσεως∙ της Ελευθερίας κατά του Δεσποτισμού».71

Φιλιππίνες, προγεφύρωμα για περαιτέρω εξάπλωση της αμερικανικής επιρροής στην Κίνα.

Ωστόσο, δεν ήταν λίγοι αυτοί που ανησυχούσαν από τη γιγάντωση των Αμερικανών. Οι προοπτικές που ανοίγονταν υποδήλωναν ότι η εποχή του δόγματος Monroe βρισκόταν στο τέλος της και πως η υπερατλαντική δύναμη ήταν έτοιμη να διεκδικήσει παρεμβατικό ρόλο στα παγκόσμια πράγματα. Ο διπλωμάτης Ιωάννης Γεννάδιος, που πάντοτε έβλεπε τις ΗΠΑ μέσα από το αδιαμφισβήτητο πρίσμα του φιλοβρετανισμού του, αρθρογραφώντας για λογαριασμό της New York Evening Post από το Λονδίνο έκανε λόγο για «επισκίαση της Ευρώπης από την Αμερική».72 Πολλοί προέβλεπαν ότι σύντομα οι Αμερικανοί θα κυριαρχούσαν ολοκληρωτικά στην αμερικανική ήπειρο, διώχνοντας όλους τους «ξένους μικροοργανισμούς»73 και προσαρτώντας «εις τους άλλους αστέρας της σημαίας τους» τα κράτη που θα αναγνώριζαν «την ηγεσίαν και ισχυράν προστασίαν» τους, πραγματώνοντας το δόγμα: «Η Αμερική εις τους Αμερικανούς!».74 «Οι Γιαγκαίοι είναι προωρισμένοι να καταστώσιν οι Ρωμαίοι του Νέου Κόσμου», έγραφε χαρακτηριστικά η Πρωία.75 Μια τέτοια εξέλιξη θα μετέβαλε «καθολοκληρίαν το καθεστώς της θαλάσσης»76 και θα οδηγούσε στη «διατάραξιν της Ευρωπαϊκής ισορροπίας».77 «Ο νάνος θα καταστή γίγας», προειδοποιούσε η Εστία και θα επιδιώξει «πάση δυνάμει την αύξησιν και την κραταίωσιν αυτού», λησμονώντας τα ευεργετήματα της Ευρώπης, στην οποία όφειλε την ύπαρξή του.78

Ο Ισπανοαμερικανικός Πόλεμος τελείωσε, αποτυπώνοντας ανάμεικτα συναισθήματα στον ελληνικό δημόσιο λόγο. Από τη μια θαυμασμός για τα επιτεύγματα και τις στρατιωτικές επιτυχίες της υπερατλαντικής δημοκρατίας, που μπορούσαν να λειτουργήσουν ως φάρος, οδηγός και οδοδείκτης για την ανασυγκρότηση της καταρρακωμένης από τον πόλεμο και τη χρεωκοπία Ελλάδας. Από την άλλη φόβος και ανησυχία για τη γιγάντωση των Αμερικανών και τις αναταράξεις που μπορεί να έφερνε στην παγκόσμια ισορροπία η δυναμική είσοδος μιας ακόμη μεγάλης Δύναμης. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, που ξέσπασε 16 χρόνια μετά, έθεσε σε νέες προκλήσεις και τις δύο αυτές κυρίαρχες εικόνες των ΗΠΑ.

The Spanish American War in 7 Minutes                                           

 

Ο Κωνσταντίνος Διώγος είναι διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ και καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση. Διετέλεσε επιστημονικός συνεργάτης του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα. Η διδακτορική του διατριβή στο ΑΠΘ (2019) φέρει τον τίτλο Το όραμα των Ελλήνων για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, από το Νεοελληνικό Διαφωτισμό έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σημειώσεις

1 Το παρόν άρθρο αποτελεί μέρος της διδακτορικής μου διατριβής: Κωνσταντίνος Διώγος, «Το όραμα των Ελλήνων για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, από το Νεοελληνικό Διαφωτισμό έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πολεμο», ΑΠΘ, 2019, με επιβλέποντα καθηγητή τον κο Βασίλη Κ. Γούναρη, που υποστηρίχτηκε με επιτυχία τον Ιούνιο του 2019.

2 Παραβολή = η τοποθέτηση ενός πράγματος δίπλα σε ένα άλλο με σκοπό τον παράλληλο έλεγχο ή τη σύγκριση (για τη διαπίστωση ομοιοτήτων, διαφορών κτλ.)  [Από το διαδικτυακό Λεξικό της κοινής νεοελληνικής. Ημερομηνία πρόσβασης 4/9/2019:  http://www.greeklanguage.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html lq=%CF%80%CE%B1%CF %81%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AE ]

3 Για τις αιτίες και την εξέλιξη του Ισπανοαμερικανικού Πολέμου του 1898 βλ. στο Walter LaFeber, The Cambridge History of American Foreign Relations. The American Search for Opportunity, 1865-1913, Cambridge: Cambridge University Press, 1992, σ. 129-155∙ Kenneth E. Hendrickson Jr., The Spanish-American War, Connecticut – London: Greenwood Press, 2003, σ. 17-27∙ Howard Jones, Crucible of Power. A History of American Foreign Relations from 1897, εκδ. 2η, New York: Rowan & Littlefield Publishers, 2008, σ. 1-30∙ Thomas G. Paterson – J. Garry Clifford – Shane J. Maddock – Deborah Kisatky – Kenneth J. Hagan (επιμ.), American Foreign Relations. A History to 1920, τόμ.. 1, Wadsworth, 2010, σ. 202-230.

4 LaFeber, ό.π., σ. 132-136∙.

5 “If it shall hereafter appear to be a duty imposed by our obligations to ourselves, to civilization and humanity to intervene with force, it shall be without fault on our part and only because the necessity for such action will be so clear as to command the support and approval of the civilized world.» στην ιστοσελίδα: https://millercenter.org/the-presidency/presidentialspeeches/december-6-1897-first-annual-message, [ημερομηνία πρόσβασης 12 Μαΐου 2018].

6 Καιροί, 13 Απριλίου 1898.

7 Εμπρός, 12 Απριλίου 1898.

8 Ακρόπολις Εσπερινή, 4 Ιανουαρίου 1898.

9 Ακρόπολις, 30 Μαρτίου 1898.

10 Άστυ, 14 Μαρτίου 1898: Άρθρο του Νικόλαου Επισκοπόπουλου με τίτλο «Αμερικής εγκώμιον». Για την εικόνα του Επισκοπόπουλου για την Αμερική βλ. στο Νίκος Μαυρέλος, «Απ-εικονίσεις των Η.Π.Α. από τρεις συγγραφείς στον 19ο αιώνα (Κοραής, Ροΐδης, Επισκοπόπουλος)»: http://www.poema.gr/2016/04/10/nikos-mavrelos apeikoniseis-ton-ipa-apo-3- syggrafeis/ [ανακτήθηκε στις 16 Μαΐου 2016].

11 Hendrickson Jr., ό.π., σ. 27-54.

12 Brian McAllister Linn, The U.S. Army and Counterinsurgency in the Philippine War, 1899-1902, Chapel Hill & London: The University of North Carolina Press, 1989, σ. 27. Πρβλ. και LaFeber, ό.π., σ. 156-168.

13 Για παράδειγμα ο Νεολόγος ανακοίνωνε λανθασμένα τον θάνατο του αμερικανού αρχιναυάρχου Sampson και το Εμπρός του ναυάρχου Schley, προβαίνοντας, μάλιστα, και σε σχόλια για δυσμενή εξέλιξη του πολέμου, εξαιτίας αυτού του θανάτου (βλ. Πρωία, 5 Ιουνίου 1898 και Εμπρός, 20 Ιουνίου 1898). Η Εστία λοιδορούσε την Πρωία και το Εμπρός ότι φαντάζονταν νίκες των Ισπανών και διέδιδαν ψευδείς ειδήσεις περί σχεδίων βομβαρδισμού της Νέας Υόρκης, τις οποίες ερανίζονταν από ισπανικές εφημερίδες (βλ. Εστία, 19 Απριλίου 1898).

14 Πρωία, 20 Απριλίου 1898. Πρβλ. και Πρωία, 5 Ιουνίου 1898, όπου λοιδορούταν ο διευθυντής του Νεολόγου, γιατί
μετέδιδε «ψευδείς ειδήσεις» έναντι «μιας δεκάρας εις τους ευτυχείς αναγνώστας του!».

15 Ακρόπολις, 11 Απριλίου 1898.

16 Άστυ, 2 Μαΐου 1898.

17 Ακρόπολις, 30 Μαρτίου 1898∙ Άστυ, 31 Μαρτίου 1898∙ Σφαίρα, 14 Απριλίου 1898.

18 Σκριπ. 9 Μαρτίου 1898.

19 Εστία, 2 Μαΐου 1898.

20 Ακρόπολις, 13 Απριλίου 1898∙ Άστυ, 22 Μαρτίου 1898∙ Καιροί, 29 Μαρτίου 1898.

21 Ακρόπολις, 10 Ιουνίου 1898.

22 Καιροί, 25 Ιουλίου 1898.

23 Ακρόπολις, 13 Απριλίου 1898.

24 Εστία, 23 Απριλίου 1898.

25 Distingué = γαλλική λέξη, δηλ. ο προσποιητά κομψευόμενος: Στέφανος Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων, τομ. 2, Αθήνα: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1900, σ. 44.

26 Ακρόπολις Εσπερινή, 22 Απριλίου 1898.

27 Εμπρός, 16 Απριλίου 1898: «Η πλειοψηφία των αισθημάτων στρέφεται προς την Αμερικήν, ως εκ της ομοιότητος την οποίαν έχει το ζήτημα της Κούβας προς το της Κρήτης».

28 Εστία, 16 Απριλίου 1898.

29 Εστία, 23 Απριλίου 1898. Συνέντευξη Στέφανου Σκουλούδη.

30 Άστυ, 22 Απριλίου 1898.

31 Ακρόπολις, 14 Απριλίου 1898.

32 Εστία, 28 Μαρτίου 1898.

33 Εστία, 29 Μαρτίου 1898.

34 Ακρόπολις, 4 Ιουνίου 1898.

35 Εστία, 16 Απριλίου 1898.

36 Άστυ, 16 Απριλίου 1898.

37 Εμπρός, 14 Απριλίου 1898, όπου και δημοσιεύτηκε η επιστολή.

38 ΙΑΥΕ/1874/36/11, Μπότασης προς Δεληγεώργη, Νέα Υόρκη, 30 Νοεμβρίου 1873, αρ. πρωτ. 740.

39 Ακρόπολις, 17 Απριλίου 1898.

40 Πρωία, 22 Απριλίου 1898.

41 Εμπρός, 22 Απριλίου 1898.

42 Εμπρός, 22 Απριλίου 1898.

43 Καιροί, 5 Απριλίου 1898.

44 Εμπρός, 3 Απριλίου 1898.

45 Πρωία, 5 Απριλίου 1898 και Εμπρός, 29 Μαρτίου 1898. Η Πρωία έγραφε χαρακτηριστικά: «Υπεράνω της θελήσεως και της γνώμης των αρχόντων κείται η θέλησις του έθνους και των πραγμάτων η αδυσώπητος δύναμις»: Πρωία, 3 Απριλίου 1898.

46 Πρωία, 7 Μαΐου 1898.

47 Ακρόπολις, 30 Μαρτίου 1898.

48 Σκριπ, 23 Απριλίου 1898.

49 Σκριπ, 25 Ιουνίου 1898.

50 Σκριπ, 23 Απριλίου 1898.

51 Ακρόπολις, 10 Ιουνίου 1898.

52 Ο Σωκράτης Ξανθάκης ερμήνευε ως εξής τις επιτυχίες των Αμερικανών: «Όσοι εκ των ιδικών μας δεν εκατάλαβαν ακόμη διατί νικούν οι Αμερικανοί, ας το μάθουν και αυτό: Συντάγματα εθελοντών εκ της Νέα Υόρκης, του Οχάιο και άλλων πολιτειών έβαλαν εις ενέργειαν όλους τους κυβερνητικούς γερουσιαστάς και βουλευτάς να παρακαλέσουν τον Πρόεδρον και τον υπουργόν των στρατιωτικών να τους στείλουν εις τον πόλεμον, εις το Πόρτο Ρίκον, αφού εστάθησαν ατυχείς να μη σταλούν εις το Σαντιάγο. Τέτοιο ρουσφέτι δεν εζητήθη, υποθέτω, πέρυσι από τους βουλευτάς μας»: Ακρόπολις, 7 Αυγούστου 1898.

53 Ακρόπολις, 12 Ιουνίου 1898∙ Καιροί, 25 και 26 Ιουνίου 1898.

54 Ακρόπολις, 8 Ιουνίου 1898.

55 Εμπρός, 18 Απριλίου 1898. Χρονογράφημα του Ιωάννη Κονδυλάκη με τίτλο «Εντυπώσεις εξ Αμερικής, Έλληνος μη μεταβάντος εις Αμερικήν».

56 Εμπρός, 19 Απριλίου 1898.

57 Ακρόπολις, 9 Ιουλίου 1898.

58 Καιροί, 28 Ιουνίου και 15 Ιουλίου 1898.

59 Εμπρός, 28 Μαΐου 1898.

60 Εμπρός, 19 Απριλίου 1898.

61 Εμπρός, 27 Ιουνίου 1898.

62 Άστυ, 30 Μαρτίου, 10 και 16 Απριλίου 1898.

63 Ακρόπολις, 27 Ιουνίου 1898.

64 Παλιγγενεσία, 3 Απριλίου 1898. Η Εστία ανησυχούσε μήπως η Ισπανοαμερικανική ρήξη λειτουργήσει «ως σπινθήρ παγκοσμίου πολέμου»: Εστία, 10 Απριλίου 1898.

65 Καιροί, 15 Μαΐου 1898.

66 Άστυ, 21 Απριλίου 1898.

67 Ακρόπολις, 10 Ιουνίου 1898.

68 Άστυ, 21 Απριλίου 1898.

69 Καιροί, 27 Ιουνίου 1898.

70 Σκριπ, 3 Αυγούστου 1898.

71 Εστία, 21 Απριλίου 1898.

72 Ο Γεννάδιος είχε πραγματική εμπειρία από τις ΗΠΑ καθώς την επισκέφθηκε δύο φορές. Το 1888 είχε διοριστεί για έξι μήνες στην πρεσβεία της Ουάσιγκτον προκειμένου να διαπραγματευτεί την κατά το δυνατόν μικρότερη επιβολή δασμού στην κορινθιακή σταφίδα και το 1894 είχε πραγματοποιήσει επτάμηνο ταξίδι «χάριν φιλολογικής εργασίας». Για μια ολοκληρωμένη προσέγγιση των απόψεων του Γεννάδιου για την Αμερική βλ. στο Marianna Christopoulos, “Nineteenthcentury America through the Eyes of John Gennadius”, The Historical Review/La Revue Historique, 12 (2015), 199-214. Για τις ενέργειες που ανέλαβε το 1888 και το 1894 για τη μείωση του δασμού της σταφίδας στις ΗΠΑ βλ. στο Λύντια Τρίχα, Διπλωματία και πολιτική. Χαρίλαος Τρικούπης – Ιωάννης Γεννάδιος αλληλογραφία 1863-1894, Αθήνα: ΕΛΙΑ, 1991, σ. 225-233 και 362-272.

73 Παλιγγενεσία, 3 και 14 Απριλίου 1898.

74 Ακρόπολις, 13 Απριλίου 18981 και Εμπρός, 22 Απριλίου 1898.

75 Πρωία, 23 Απριλίου 1898.

76 Εμπρός, 27 Απριλίου 1898.

77 Ακρόπολις, 14 Ιουνίου 1898.

78 Εστία, 27 Ιουνίου 1898.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:

  • Κωνσταντίνος Διώγος, «Το όραμα των Ελλήνων για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, από το Νεοελληνικό Διαφωτισμό έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πολεμο», Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2019.
  • Marianna Christopoulos, “Nineteenth-century America through the Eyes of John Gennadius”, The Historical Review/La Revue Historique, 12 (2015), 199-214.
  • Howard Jones, Crucible of Power. A History of American Foreign Relations from 1897, εκδ. 2η, New York: Rowan & Littlefield Publishers, 2008.
  • Kenneth E. Hendrickson Jr., The Spanish-American War, Connecticut – London: Greenwood Press, 2003.
  • Walter LaFeber, The Cambridge History of American Foreign Relations. The American Search for Opportunity, 1865-1913, Cambridge: Cambridge University Press, 1992.
  • Brian McAllister Linn, The U.S. Army and Counterinsurgency in the Philippine War, 1899-1902, Chapel Hill & London: The University of North Carolina Press, 1989.
  • Thomas G. Paterson – J. Garry Clifford – Shane J. Maddock – Deborah Kisatky – Kenneth J. Hagan (επιμ.), American Foreign Relations. A History to 1920, τόμ.. 1, Wadsworth, 2010.

Έρευνα έγινε και στις παρακάτω εφημερίδες του έτους 1898:

Ακρόπολις

Ακρόπολις Εσπερινή

Άστυ 

Εμπρός

Εστία

Καιροί

Νεολόγος

Παλιγγενεσία

Πρωία 

Σκριπ

Σφύρα

 

Βασιλική Γ. Κάλφογλου-Καλοτεράκη: «Πυρπολήσατε τήν μετάφρασιν τῆς Σλαύας» Πολιτικές και ιστορικές παράμετροι των Εὐαγγελικῶν του έτους 1901

Βασιλική Γ. Κάλφογλου-Καλοτεράκη

«Πυρπολήσατε τήν μετάφρασιν τῆς Σλαύας»[1]

Πολιτικές και ιστορικές παράμετροι των Εὐαγγελικῶν του έτους 1901

 

Στο φύλλο της 12ης Νοεμβρίου 1901 της εφημερίδας Σκρίπ σατιρίζεται σκωπτικά η επικαιρότητα με την ακόλουθη στιχομυθία: «Τί διαβάζεις κυρ Μελέτη; -Τό Εὐαγγέλιο Κατά Ματθαῖον. – Κάτι στά πολιτικά τό’ριξες».

Τα  γεγονότα

Το ευφυολόγημα είναι ενδεικτικό. Ο συντάκτης γνωρίζει, ότι οι βίαιες ταραχές των προηγούμενων ημερών που η εφημερίδα του κάλυψε -συμβάλλοντας, όπως και το σύνολο σχεδόν του Τύπου, στην περαιτέρω όξυνση των παθών – είχαν εκτός από το θρησκευτικό έντονο και το πολιτικό πρόσημο.[2] Η φοιτητική εξέγερση, η οποία ξέσπασε την 5η Νοεμβρίου 1901 πυροδοτήθηκε από τη σφοδρή αντιπαράθεση που προκάλεσε η δημοσίευση στην εφημερίδα Ἀκρόπολις από την 9η Σεπτεμβρίου έως την 20η Οκτωβρίου μετάφρασης στη δημοτική του Κατά Ματθαῖον Ευαγγελίου. Τη μετάφραση είχε εκπονήσει ο Αλέξανδρος Πάλλης, ένθερμος υποστηρικτής της χρήσης της δημοτικής γλώσσας.[3] Η εξέγερση απέκτησε ταχύτατα μέγεθος και διαστάσεις οι οποίες προφανώς αιφνιδίασαν την πολιτική ηγεσία, καθώς στις διαμαρτυρίες συμμετείχαν, εκτός από τους φοιτητές, Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, απλοί πολίτες και οι Συντεχνίες Αθηνών-Πειραιώς. Αδέξιοι χειρισμοί στην προσπάθεια ελέγχου των γεγονότων σε συνδυασμό, όπως συνήθως συμβαίνει σε παρόμοιες συνθήκες, με το «απρόβλεπτο» οδήγησαν στη «Ματωμένη Πέμπτη» της 8ης Νοεμβρίου με τους οκτώ νεκρούς και περί τους εβδομήντα τραυματίες και στην συνακόλουθη παραίτηση της κυβέρνησης του Γεωργίου Θεοτόκη (ο οποίος μάλιστα κινδύνευσε και ο ίδιος από την οργή των διαδηλωτών) και του Μητροπολίτη Αθηνών Προκοπίου. Παύθηκαν επίσης από τα καθήκοντά τους ο Διευθυντής της Αστυνομίας Δ. Βούλτσος και ο Αρχηγός της Χωροφυλακής Δ. Στάϊκος.[4]

Το συλλαλητήριο της 8ης Νοεμβρίου 1901 στην πλατεία Κλαυθμώνος.

Η άμεση πολιτική εκμετάλλευση των Νοεμβριανῶν ή Εὐαγγελι(α)κῶν, όπως αργότερα η ιστοριογραφία αποκάλεσε τα βίαια γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στην ελληνική πρωτεύουσα τις πρώτες μέρες του Νοεμβρίου του 1901, η κυβερνητική μεταβολή δηλαδή που προκάλεσαν αποτελούν, βέβαια, πραγματικά δεδομένα που μπορεί και πρέπει να συνεκτιμηθούν, δεν είναι όμως οι μείζονες πολιτικές παράμετροι που επιχειρεί να κωδικοποιήσει το παρόν άρθρο. Κι αυτό, επειδή δεν ήταν η πρώτη, ούτε βεβαίως επρόκειτο να είναι και η τελευταία φορά που η αντιπολίτευση και ο προσκείμενος σ’ αυτήν Τύπος θα εκμεταλλεύονταν μια εστία δυσφορίας, προκειμένου να προκληθεί κυβερνητική κρίση. Είναι δύσκολο να καθορισθεί επακριβώς κατά πόσον η εμπλοκή της αντιπολίτευσης στην επέκταση των ταραχών ήταν αποφασιστική, άμεση ή έμμεση· χωρίς αμφιβολία όμως εμπλοκή υπήρξε. Αρκεί να αναφερθεί, ότι οι Συντεχνίες Αθηνών-Πειραιώς, οι οποίες συμμετείχαν στο μεγάλο συλλαλητήριο της 8ης Νοεμβρίου ελέγχονταν από αντικυβερνητικούς κύκλους.[5] Η σχετική έρευνα στις αναφορές των ξένων πρεσβευτών προς τις κυβερνήσεις τους αποκαλύπτει τη γενική παραδοχή των διπλωματών, ότι παράγοντες της αντιπολίτευσης εκμεταλλεύτηκαν και υπέθαλψαν τα γεγονότα.[6]

Τα ερωτήματα

Οπωσδήποτε σημαντικώτερο είναι να εξεταστούν οι βαθύτεροι ιστορικοί και ιδεολογικοί λόγοι που συνετέλεσαν, ώστε α) αυτή καθεαυτή η ενδογλωσσική μετάφραση του Ευαγγελίου να είναι δυνατόν να καταστεί αντικείμενο σύγκρουσης στον δημόσιο βίο, β) αυτό να συμβεί τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή προκαλώντας την έκλυση μιας τόσο εμπαθούς αντίδρασης με μαζικό χαρακτήρα και αιματηρές συνέπειες.

 

Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η μετάφραση της Βίβλου

Ήδη από τον 11ο αι. έως και το πρόσφατο παρελθόν υπήρξαν απόπειρες να αποδοθεί κυρίως το κείμενο των Ευαγγελίων, ενίοτε και τμημάτων της Παλαιάς Διαθήκης, σε απλούστερη μορφή της Ελληνικής, προκειμένου ο Λόγος του Θεού να γίνει προσιτός και κατανοητός σε ευρύτερα στρώματα του λαού. Οι απόπειρες αυτές έχουν μακρά ιστορία, ποικίλλουν ως προς την προέλευση, αντιμετωπίσθηκαν κατά περίπτωση θετικά ή αρνητικά από την επίσημη Εκκλησία, ποτέ όμως δεν κατέστησαν βέβαια πρόξενοι ανάλογων ακραίων αντιδράσεων. Το ζήτημα είχε αντιμετωπισθεί ενδοεκκλησιαστικά και φυσικά είχε οδηγήσει στις ανάλογες αποφάσεις και οδηγίες προς τους πιστούς. Άλλωστε η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ήταν κατ’ αρχήν και εκ διδασκαλίας αντίθετη προς τη μετάφραση των Ιερών Κειμένων, ούτε υιοθέτησε το δόγμα των «ιερών γλωσσών». Απόδειξη αποτελούν οι μεταφράσεις που είχαν ήδη εκπονηθεί, υπό την πλήρη έγκρισή της, τμημάτων και ολοκλήρου της Βίβλου όπως και λειτουργικών κειμένων στις γλώσσες των Ορθοδόξων της Βαλκανικής αλλά και των Τουρκόφωνων και Αραβόφωνων Ορθοδόξων. Στην περίπτωση βέβαια της ενδογλωσσικής μετάφρασης υπήρχαν εξ αρχής ενστάσεις που βασίζονταν μεταξύ άλλων στον φόβο αλλοίωσης των πνευματικών εννοιών και των δογμάτων της πίστης (εφόσον, όπως επισημαίνεται «προϋπόθεση τῆς μετάφρασης εἶναι ἡ ἑρμηνεία»)[7], στην πεποίθηση ότι η απόδοση του σημαινομένου σε άλλο γλωσσικό ιδίωμα είναι εγχείρημα εξαιρετικά δύσκολο και απαιτεί φιλολογική και θεολογική σκευή σπάνια, καθώς και στην παραδοχή ότι το ζητούμενο δεν είναι τελικά η κατά λέξη μετάφραση του κειμένου, αλλά η ανάλυση και ο σχολιασμός των εννοιών.[8] Χωρίς μια θεολογικά έγκυρη ερμηνεία η απλή κατά λέξη μετάφραση δεν θεωρούνταν ότι εξυπηρετεί την ουσιαστική κατανόηση του Θείου Λόγου. Σπανιότερα προβαλλόταν το επιχείρημα ότι τα Ιερά Κείμενα έχουν τη δυνατότητα να επιδρούν αγιαστικά στους πιστούς, ακόμη και όταν δεν γίνονται κατανοητά.[9] Έντονη αντίθεση στην ενδογλωσσική μετάφραση της Βίβλου εκδηλώθηκε, όταν αυτή προερχόταν από δράσεις ετεροδόξων, κυρίως Προτεσταντών, και υπό τον πραγματικό ή φανταστικό φόβο προσηλυτισμού. Αυτοί οι τελευταίοι παράγοντες είχαν οδηγήσει στην απαγόρευση κάθε μετάφρασης των Ιερών Κειμένων μέσω των Συνοδικών Πατριαρχικών εγκυκλίων του 1836 και του 1839. Αιτία: η δημοσίευση της μετάφρασης από τον Αρχιμανδρίτη Νεόφυτο Βάμβα, αρχικά τμημάτων και τελικά ολόκληρης της Αγίας Γραφής υπό την αιγίδα της Βρεταννικής Βιβλικής Εταιρείας (1831-1850/1).[10]

 

Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η μετάφραση  του Α. Πάλλη

Η ίδια ανώτατη εκκλησιαστική αρχή, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ήταν η πρώτη που επίσημα αποδοκίμασε και την απόδοση του Ευαγγελίου από τον Αλέξανδρο Πάλλη. Εν όσω ακόμη η Ἀκρόπολις δημοσίευε το επίμαχο κείμενο, στις 8 Οκτωβρίου, εξεδόθη σχετική πατριαρχική και συνοδική εγκύκλιος του Ιωακείμ Γ΄ προς τον Πρόεδρο και τα μέλη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, στην οποία στηλιτευόταν η «μετάφρασις τῶν Ἱερῶν Εὐαγγελίων εἰς τό…καινοφανές χυδαϊκόν γλωσσικόν σύστημα, ὅπερ οὐ μόνον ἀπρόσφορον ἐστίν εἰς ἑρμηνείαν τῶν θείων εὐαγγελικῶν ρημάτων καί νοημάτων, ἀλλά καί τοιοῦτον, ὥστε ψυχικῆς βλάβης μᾶλλον ἢ ὠφελείας πρόξενον γίγνεσθαι». Παράλληλα εκφραζόταν η βεβαιότητα, ότι και η Ιερά Σύνοδος θα προέβαινε σε ανάλογη επίσημη αποδοκιμασία.[11]

Αλέξανδρος Πάλλης.

Πράγματι σε συνεδρία της 17ης Οκτωβρίου η Ιερά Σύνοδος δήλωνε, ότι «ἀποκρούει καί ἀποδοκιμάζει καί κατακρίνει ὡς βέβηλον πᾶσαν διά μεταφράσεως εἰς ἁπλουστέραν ἑλληνικήν γλῶσσαν ἀλλοίωσιν ἢ μεταβολήν τοῦ πρωτοτύπου κειμένου τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου, οὐ μόνον ὡς περιττήν, ἀλλά καί ὡς ἔκθεσμον καί συντελοῦσαν εἰς σκανδαλισμόν μέν τῶν συνειδήσεων, στρέβλωσιν δέ τῶν θείων αὐτοῦ ἐννοιῶν καί διδαγμάτων». Βεβαίως η Συνοδική εγκύκλιος δημοσιοποιήθηκε μόλις στις 7 Νοεμβρίου, κατά τη διάρκεια δηλ. των επεισοδίων. Πρόκειται για καθυστέρηση, η οποία επισημάνθηκε και συζητήθηκε από την έρευνα.[12] Ανεξάρτητα πάντως από το ποια ερμηνεία αποδίδει ακριβέστερα τα αίτια της μη άμεσης γνωστοποίησης της Συνοδικής απόφασης, η καθυστέρηση αυτή μάλλον επιβάρυνε το κλίμα οξύτητος και έντονων αρνητικών αντιδράσεων που όλο αυτό το διάστημα καλλιεργούσε και συντηρούσε, μεταξύ άλλων, και η αρθρογραφία των εχθρικών προς τη μετάφραση εφημερίδων.[13] Όπως είναι γνωστό, όλες αυτές οι έντονες αρνητικές αντιδράσεις εκ μέρους εκκλησιαστικών παραγόντων, θεολόγων, ακαδημαϊκών αλλά και πολιτικών προσώπων οδήγησαν τελικά τη διεύθυνση της εφημερίδος Ἀκρόπολις να διακόψει στις 20 Οκτωβρίου τη δημοσίευση της μετάφρασης του Α. Πάλλη, όμως ο διάλογος – ή, κατά περίπτωση, η πολεμική – από τις στήλες των εφημερίδων συνέχισε.[14] Και βεβαίως δεν συνέβαλε στην αποκλιμάκωση της έντασης η, ομολογουμένως, άκρως ειρωνική (στα όρια της απρέπειας) «απάντηση» του Πάλλη προς τον Πατριάρχη, η οποία είχε συνταχθεί στο αρχαΐζον ιδίωμα της πατριαρχικής εγκυκλίου και δημοσιεύθηκε στις 24 Οκτωβρίου στο Ἄστυ.[15]

Η τρίτη επίσημη «καταδίκη» της μετάφρασης προήλθε από τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στη συνεδρία της 29ης Οκτωβρίου συστάθηκε επιτροπή από τους Εμμανουήλ Ζολώτα (Κοσμήτορα), Ζήκο Ρώση και Ιωάννη Μεσολωρά, προκειμένου να συντάξει υπόμνημα των θέσεων της Σχολής σχετικά με το «ζήτημα τῆς μεταφράσεως ἢ παραφράσεως τοῦ Ἱεροῦ ἀρχετύπου κειμένου τῆς Καινῆς Διαθήκης εἰς τήν σήμερον εὐχρηστοῦσαν ἑλληνικήν γλῶσσαν». Απών από τη συνεδρία ήταν ο καθηγητής Α. Διομήδης Κυριακός. Στο υπόμνημα το οποίο αναγνώσθηκε σε συνεδρία της 3ης Νοεμβρίου και υπεγράφη στη συνεδρία της 5ης Νοεμβρίου από τους καθηγητές Ε. Ι. Ζολώτα, Ζ. Ρώση, Γ. Ι. Δέρβο, Ι. Μεσολωρά και Ιγνάτιο Μοσχάκη παρατίθενται 15 λόγοι, για τους οποίους δεν γίνεται αποδεκτή η μετάφραση των Ιερών Κειμένων. Μεταξύ των επιχειρημάτων που προβάλλονται αξίζει να υπογραμμιστούν τα εξής: το αδύνατον της ακριβούς και ορθής κατανοήσεως των Γραφών «ἄνευ τῆς χειραγωγίας τῆς Ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως», ο κίνδυνος σύγχυσης ως προς την πρόσληψη του κειμένου, καθώς η ανοχή στην εκπόνηση μίας θα οδηγήσει στη συνεχή παραγωγή και άλλων μεταφράσεων, η βέβαιη διαστρέβλωση των σημαντικών δογμάτων της πίστης (: «καί ἡ μετάφρασις πλείστων δογματικῶν χωρίων τῆς Γραφῆς, τῶν λεγομένων ἐκφαντορικῶν, δι’ ἄλλων λέξεων καί φράσεων τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης μετά τῆς ἀποφυγῆς παρεκδοχῶν εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀδύνατος»).[16] Δεν παρέστη και πάλι και, βεβαίως, δεν υπέγραψε ο καθηγητής Α. Δ. Κυριακός, ο οποίος σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Ἄστυ της 30ης Οκτωβρίου είχε εκθέσει τους λόγους της απουσίας του από την αρχική συνεδρίαση, όπως και τους λόγους της διαφωνίας του με την αρνητική στάση των συναδέλφων του έναντι του ζητήματος των μεταφράσεων. [17]

Η σύνταξη του υπομνήματος ήταν γνωστή στον Τύπο την 4η Νοεμβρίου. Εκείνη την ημέρα η Ἀκρόπολις έδωσε τη σχετική πληροφορία με την παρατήρηση, ότι «τό ὑπόμνημα διαπνέεται ὑπό τοῦ πνεύματος ὄχι τῆς κατηγορηματικῆς ἀπαγορεύσεως, ὡς ἐάν ἐπρόκειτο διά κανέν ἔγκλημα, τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλά τῆς ὑποδείξεως τῶν κακῶν, τά ὁποῖα ἠδύνατο νά ἐπιφέρῃ ἡ ἀνεκτικότης μιᾶς τοιαύτης μεταφράσεως». Πράγματι εκεί κυρίως επικεντρώνονταν τα 15 σημεία του υπομνήματος. Την επομένη, 5 Νοεμβρίου, στην ίδια εφημερίδα δημοσιεύθηκε υπό τον τίτλο «Ἐπιδημία Ὑπομνηματομανίας» σύντομο σημείωμα, το οποίο περιείχε εξαιρετικά καυστικά σχόλια για τη στάση των καθηγητών της Θεολογικής Σχολής.[18] Το ίδιο απόγευμα οι φοιτητές της Θεολογικής, της Ιατρικής, της Νομικής και της Φιλοσοφικής Σχολής εξεγέρθηκαν.[19] Το σχετικό δημοσίευμα λειτούργησε ως σπινθήρας που πυροδότησε την έναρξη των ταραχών, των οποίων όμως τα βαθύτερα αίτια πρέπει να διερευνηθούν.     

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Ακρόπολις.

           

Η «Μετάφραση της Σλαύας»

Οι οργισμένες διαδηλώσεις του Νοεμβρίου 1901 με την πάνδημη συμμετοχή, οι πορείες προς τα Ανάκτορα και τη Μητρόπολη, ο βανδαλισμός των γραφείων των εφημερίδων Ἀκρόπολις και Ἄστυ, οι οποίες υποστήριξαν το μεταφραστικό εγχείρημα, ήταν οπωσδήποτε εκδηλώσεις καινοφανείς. Ένα δε πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό των ταραχών, αφορμή του τίτλου της παρούσας εισήγησης, ήταν τα έντονα αντισλαβικά συνθήματα που κυριάρχησαν πριν και κατά τη διάρκεια των επεισοδίων, η απόδοση της μεταφραστικής πρωτοβουλίας σε ρωσσικό δάκτυλο και στα σκοτεινά σχέδια των Πανσλαβιστών. Οι δρόμοι της Αθήνας αντηχούσαν από συνθήματα, όπως: «Κάτω τα ρούβλια!», «Κάτω οι Σλαύοι!», «Κάτω οι Ρωσόφρονες!», «Έξω οι Σλαύοι και οι Βούλγαροι!», «Έξω τα ρούβλια!». Τα φύλλα των εφημερίδων που στήριζαν τις διαδηλώσεις φιλοξενούσαν αναλύσεις για τον από βορρά κίνδυνο που απειλεί τον απανταχού Ελληνισμό.[20] Στις 7 Νοεμβρίου ο Ρώσος πρέσβης επισκέφθηκε τον πρωθυπουργό Γ. Θεοτόκη και προέβη σε διαμαρτυρία,[21] ενώ ο Έλληνας ομόλογός του στην Αγία Πετρούπολη Α. Τομπάζης πληροφορούσε ανήσυχος στις αναφορές του για τη δυσφορία που επικρατούσε στους Ρωσικούς πολιτικούς και διπλωματικούς κύκλους αναφορικά με τις κατηγορίες που εκτοξεύονταν για Ρωσική ανάμιξη στο θέμα της μετάφρασης. [22]

Βεβαίως η Σλάβα, της οποίας τη μετάφραση, προτρέπει μετά πάθους ο εμπνευστής του συνθήματος να ριφθεί στην πυρά, είναι η ρωσικής καταγωγής βασίλισσα Όλγα, της οποίας η πρόσφατη πρωτοβουλία να μεταφραστεί η Καινή Διαθήκη σε ομαλή δημοτική γλώσσα και να εκδοθεί τελικά μαζί με το αρχαίο κείμενο σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, απετέλεσε την αφορμή και την πρώτη πράξη στην έντονη αντιπαράθεση αναφορικά με τη μετάφραση του Ευαγγελίου, η οποία εκδηλώθηκε στα τέλη του 19ου αι. και κορυφώθηκε με τα Εὐαγγελικά. Είναι γνωστό ότι η έκδοση, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες της βασίλισσας, δεν έλαβε την έγκριση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, πραγματοποιήθηκε ύστερα από προφορική συγκατάθεση του Μητροπολίτη Προκοπίου, έφερε δε στο εξώφυλλο τη χαρακτηριστική επεξήγηση: «πρός ἀποκλειστικήν οἰκογενειακήν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ χρῆσιν».[23]

Μητροπολίτης Προκόπιος

Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί τελικά η απόδοση του Ευαγγελίου σε μια μορφή της καθομιλουμένης Δημοτικής (δεν θα σχολιασθεί εδώ αν ήταν η πλέον δόκιμη ή όχι) κατέστη δυνατόν να αναχθεί σε κίνδυνο υπονόμευσης όχι απλώς της ορθής πίστης, μέσω της επαπειλούμενης αλλοίωσης των εννοιών και του μηνύματος του κειμένου, της επαπειλούμενης αυθαίρετης και υποκειμενικής ερμηνείας, κατά το προτεσταντικό πρότυπο, αλλά και σε μείζον εθνικό θέμα.

 

Γλώσσα και Εθνική Ταυτότητα

Το πρώτο που θα πρέπει σύντομα να εξεταστεί είναι η ιδιαίτερη λειτουργία που για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους απέκτησε η ελληνική γλώσσα και ιδίως η γλώσσα του Ευαγγελίου και των λειτουργικών κειμένων στην αυτοσυνειδησία και ταυτότητα του νεώτερου ελληνικού έθνους. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας η ελληνική γλώσσα των Γραφών και της Ορθόδοξης Λειτουργίας λειτούργησε ως ένας ισχυρός συνδετικός ιστός μεταξύ των Ορθοδόξων Χριστιανών της Ανατολής, κυριότατα των Ελληνόφωνων, αλλά και ως ισχυρός παράγων γλωσσικού εξελληνισμού των συνοίκων Ορθοδόξων λαών της Νότιας Βαλκανικής.[24] Εξάλλου ήταν η γλώσσα του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, του αναγνωρισμένου από την εξουσία εκπροσώπου των Ορθοδόξων Χριστιανών της αυτοκρατορίας. Ιδίως δε μετά το 1766, όταν καταργήθηκαν οι ανεξάρτητες σλαβικές εκκλησίες, το Πατριαρχείο Ιπεκίου και η Αρχιεπισκοπή Αχρίδας, ο Έλληνας Πατριάρχης ανεδείχθη στον μοναδικό πνευματικό ηγέτη των Ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ελληνόφωνων και μη λαών. [25] Κατά τον ύστερο 18ο αιώνα, την περίοδο δηλαδή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, η ίδια ελληνική γλώσσα, είτε στην αρχαιοπρεπή μορφή της, είτε, κατά περίπτωση, στην καθομιλουμένη αναδείχθηκε στον χώρο του Οθωμανικού πολυεθνικού κράτους, σε γλώσσα της εκπαίδευσης και μετάδοσης νέων επιστημονικών πορισμάτων από τη Δυτική Ευρώπη, συγχρόνως δε σε γλώσσα του εμπορίου αλλά και μέσον κοινωνικής ανέλιξης για τους μη ελληνόφωνους Ορθοδόξους.[26]

Συγχρόνως η ίδια γλώσσα, ιδίως στη μορφή της γλώσσας του Ευαγγελίου, αναγνωριζόταν από τους ελληνόφωνους «Ρωμιούς», λογίους και μη, ως φυσικός σύνδεσμος με το προ-Χριστιανικό ελληνικό παρελθόν. Αυτό το παρελθόν της Κλασσικής Αρχαιότητας -αντικείμενο θαυμασμού και ήδη ιστορικής και επιστημονικής έρευνας στη Δύση- αναδύθηκε σε συστατικό στοιχείο της νεωτερικής ταυτότητας, η οποία υπό το εθνικό πλέον όνομα Ἕλλην άρχισε την ίδια περίοδο να διαμορφώνεται, κορυφούμενη στα χρόνια του πολέμου της Ανεξαρτησίας, και διαχωρίζοντας τελικά το Νεοελληνικό έθνος από το Rum Millet, το σύνολο των Χριστιανών Ορθοδόξων υπηκόων του Σουλτάνου.[27] Συνακόλουθα συστατικό στοιχείο της νέας αυτής ταυτότητος απετέλεσε επίσης η γλώσσα-γέφυρα με την Αρχαιότητα, την οποία η Εκκλησία μέσω της χρήσης των Ιερών Κειμένων και της Ορθόδοξης λειτουργίας είχε διαφυλάξει καθ’ όλη τη μακρά περίοδο της Τουρκοκρατίας. Όταν δε κατά τη δεκαετία του 1850-1875 η επίσημη ιστοριογραφία προέβαλε και επέβαλε το Χριστιανικό Βυζάντιο ως το ενδιάμεσο τμήμα μιας γραμμής που χωρίς ενοχλητικές διακοπές συνέδεε το νέο Ελληνικό κράτος με την Αρχαία Ελλάδα, η σημασία της γλωσσικής συνέχειας ενισχύθηκε.[28] Όπως είναι γνωστό, η επίσημη γραπτή γλώσσα που τελικά επικράτησε στο ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος και καλλιεργήθηκε στη δημόσια διοίκηση, στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο και στον Τύπο, ήταν η καθαρεύουσα, αρχαΐζουσα ή απλούστερη. Βέβαια, όπως είναι γνωστό, παράλληλα με την επίσημη γλώσσα, κινείται ισχυρό, κυρίως στον χώρο της λογοτεχνίας αλλά όχι μόνον, το ρεύμα του δημοτικισμού. Σύμφωνα με τους εκπροσώπους του δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή πνευματική ανάπτυξη και παιδεία παρά με φορέα τη ζωντανή καθομιλουμένη γλώσσα. [29]

Ως κιβωτός και διαχρονικός προστάτης αυτού του πολύτιμου συστατικού της ελληνικής ταυτότητας, της γλώσσας, η Εκκλησία αναλαμβάνει και στο σύγχρονο κράτος την ίδια αποστολή. Επιπλέον, έχοντας ηυξημένο κύρος ύστερα από τη συμβολή της στον Αγώνα για την Ανεξαρτησία, λαμβάνει από την εξουσία αποφασιστικό ρόλο στη συγκρότηση της πολιτείας και στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης. Καθίσταται έτσι η Ορθόδοξη πίστη κυρίαρχο συστατικό της ιδιότητος του Έλληνα πολίτη. Το άλλο κυρίαρχο στοιχείο, η γλώσσα, αποδεικνύει αφενός τη συνέχεια του Ελληνισμού, αφετέρου, ειδικά ως γλώσσα του Ευαγγελίου, επιβεβαιώνει την ανάδειξη του ελληνικού έθνους ως «περιούσιου λαοῦ», «ἱεροῦ ἔθνους», εφόσον ο Θεός μίλησε στη γλώσσα του. [30]

Συνεπώς, η μετάφραση του Ευαγγελίου για πολλούς εκ των αντιτιθεμένων σε αυτήν αποτελούσε έμμεση ομολογία, ότι οι σύγχρονοι Έλληνες δεν ήταν σε θέση να καταλάβουν τη μορφή της Ελληνικής που χρησιμοποιήθηκε για τη συγγραφή των Ιερών Κειμένων – συνεπώς, αποτελούσε έμμεσο πλήγμα τόσο στην ιδέα της εθνικής συνέχειας όσο και στην ιδέα του ἱεροῦ ἔθνους, το οποίο δεν εκτιμά εκείνον ακριβώς τον θησαυρό που το καθιστά ἱερόν και συνιστά κρίσιμο στοιχείο της ταυτότητάς του.[31]

Αυτή η θέση προβάλλεται χαρακτηριστικά και στην εισαγωγή των «Φοιτητικῶν Σελίδων». Το κείμενο, η σημασία του οποίου ως σύγχρονης ιστορικής πηγής έχει ήδη επισημανθεί[32], συνέταξε το επόμενο έτος ομάδα φοιτητών, προκειμένου να εκθέσουν τόσο το ιστορικό των ημερών της διαμαρτυρίας και των ταραχών του Νοεμβρίου 1901, όσο και το ιδεολογικό υπόβαθρο που τις προκάλεσε: «Ἀλλ’ ὅταν ἡμεῖς αὐτοί ἐρχώμεθα διά τῶν μεταφράσεων τούτων νά διασπάσωμεν τήν περίζηλον ταύτην ἑνότητα τοῦ τε ἀρχαίου καί νεωτέρου Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ὅταν ἡμεῖς λακτίζωμεν τόν θησαυρόν τοῦτον καί ἀποδεικνύωμεν ἡμᾶς αὐτούς ἀναξίους νά διατηρήσωμεν τό τιμαλφέστατον τοῦτον κειμήλιον, δέν διαπράττομεν τήν μεγίστην ἐθνικήν ἀφροσύνην;».[33] Η ίδια άποψη υποστηρίχθηκε και κατά τη Συνεδρίαση της 29ης Οκτωβρίου 1901 από τους συμμετέχοντες καθηγητές της Θεολογικής Σχολής Αθηνών: «Ἀπό ἐθνικῆς δέ ἀπόψεως ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος ἡ μετάφρασις εἶναι ἐπιβλαβής. Διότι τό πρωτότυπον τοῦ Εὐαγγελίου δέν εἶναι μόνον θρησκευτικόν βιβλίον ἀλλά καί σύμβολον ἑνότητος γλωσσικῆς τοῦ Χριστιανικοῦ Ἑλληνισμοῦ μέ τόν πρό Χριστοῦ Ἑλληνισμόν. Πρός τούτοις ἡ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελίου ἀποτελεῖ τήν ἑνότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ἐν ταῖς διαφόροις φάσεσιν ἃς ἔλαβεν ἡ γλῶσσα τοῦ μετά Χριστόν Ἑλληνισμοῦ ἀπό Χριστοῦ μέχρι σήμερον».[34]

Η Κεντρική Επιτροπή Φοιτητών του Πανεπιστημίου και λαού Αθηνών- Πειραιώς, που πρωτοστάτησε στα «Ευαγγελιακά».

Η Γλώσσα: Σύνδεσμος με την πέραν Ελλάδα

H γλώσσα του Ευαγγελίου ήταν όμως και κάτι άλλο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στον φλογερό του λόγο ο ἐκ Μαινεμένης τῆς Μ. Ἀσίας φοιτητής της Ιατρικής Ηλίας Πυλαρινός λίγο πριν εκραγεί η φοιτητική εξέγερση, η μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική αποτελεί «βεβήλωσιν καί ἐξευτέλισιν τοῦ Συνδέσμου ἐκείνου, τοῦ ἑνοῦντος, αὐτοῦ ἴσως καί μόνου, τά ἑκατομμύρια τῶν τόσων δούλων ἀδελφῶν μας». Καταλήγει δε αναφερόμενος και προσωπικά στον Αλέξανδρο Πάλλη: «Ἐν τῷ κραταιῷ ἀγῶνι, τῷ διεξαγομένῳ πρός συνασπισμόν καί ἕνωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἷς ποταπός καί ἐξουθενημένος ἀρνησίπατρις προσπαθεῖ νά ἐγείρει μεσότοιχον, προσπαθεῖ νά ἐπαυξήσῃ τήν κατακερμάτισιν τοῦ Ἔθνους μας διά τῆς ἐκφαυλίσεως τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Καί ἡμεῖς οἱ Ἀπόστολοι, αἱ ἐλπίδες τοῦ Ἔθνους, ἡμεῖς εἰς τούς ὁποίους ὁ Ἑλληνισμός, ὡς εἰς μόνην ἄγκυραν σωτηρίας ἀποβλέπει εἰς τήν ἐκ βορρᾶ ἐπερχομένην καταιγίδα, σιγῶμεν….Ἐγερθῶμεν, ἀδέλφια, καιρός!».[35]

Παρά τον προφανή συναισθηματικό χαρακτήρα του λόγου, έννοιες, όπως «σύνδεσμος τῶν ἑκατομμυρίων δούλων ἀδελφῶν», «κατακερμάτισις τοῦ Ἔθνους», «κραταιός ἀγών διεξαγόμενος πρός συνασπισμόν καί ἕνωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ», «ἐκ βορρᾶ ἐπερχόμενη καταιγίς» αποτελούν κλειδιά για την κατανόηση των ιστορικοπολιτικών και ιδεολογικών παραγόντων που συνέβαλαν στην έκρηξη των Εὐαγγελικῶν.

Δεδομένου ότι η δημιουργία του νεοελληνικού εθνικού κράτους άφησε εκτός αρχικών ορίων το μεγαλύτερο τμήμα του Ελληνισμού, η ιερή γλώσσα των Ευαγγελίων και των λειτουργικών κειμένων είχε αποκτήσει επιπλέον και την ιδιαίτερη συμβολική και ουσιαστική σημασία ζωτικού συνδέσμου με την «πέραν Ἑλλάδα». Η σημασία ήταν ουσιαστική, καθώς πολύ σύντομα η εξωτερική πολιτική του νεογέννητου κράτους δομήθηκε με άξονα τη Μεγάλη Ιδέα και το αλυτρωτικό όραμα μιας ιδεατής συνένωσης των απανταχού Ελλήνων.[36] Η κατάσταση περιπλεκόταν εξαιτίας της ύπαρξης στην «πέραν Ἑλλάδα» αλλοφώνων συνοίκων λαών. Αυτοί ανήκαν στο Ορθόδοξο ποίμνιο και, παρά τις μεταφράσεις των Γραφών και λειτουργικών κειμένων στη γλώσσα τους, βρίσκονταν σαφώς ως τα μέσα του 19ου αιώνα υπό την πολιτιστική και θρησκευτική επιρροή της ελληνικής Εκκλησίας και της γλώσσας της. Όμως τις τελευταίες δεκαετίες μέσα σε ένα κλίμα εθνικής αφύπνισης και διαφοροποίησης των συνοίκων αυτών λαών από την πνευματική «κηδεμονία» του Οικουμενικού Πατριαρχείου, γεγονότα όπως κυρίως η αυτονόμηση του Βουλγαρικού κλήρου, η σύσταση της Βουλγαρικής Εξαρχίας και οι πολιτικές της επιπτώσεις, η δημιουργία αυτόνομης Βουλγαρικής ηγεμονίας, είχαν αλλάξει τα δεδομένα στον χώρο αυτό της «πέραν Ελλάδος» καθιστώντας τον αλυτρωτικό αγώνα δυσχερέστερο, την επιβεβαίωση δε και προβολή των δεσμών μεταξύ του εντός και εκτός Ελληνισμού επιτακτική.[37]

Από την σύσταση του νεοελληνικού κράτους ως τις παραμονές των Εὐαγγελικών είχε εκδηλωθεί ένας σημαντικός αριθμός πολεμικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο αυτού «τοῦ κραταιοῦ ἀγῶνος τοῦ διεξαγομένου πρός ἕνωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ» με κοινό παρονομαστή την απουσία οικονομικών προϋποθέσεων και στρατιωτικής προπαρασκευής ικανών να στηρίξουν τα εγχειρήματα, την υποτίμηση της εκάστοτε πολιτικής των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων κατά την εξέλιξη του Ανατολικού Ζητήματος και την αποτυχία ή μερική επιτυχία. Το τελευταίο εγχείρημα με αφορμή αναζωπύρωση του Κρητικού ζητήματος ήταν ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897. Την κυβέρνηση Θ. Δηλιγιάννη είχαν εξωθήσει ουσιαστικά σ’ αυτή την εμπλοκή, τέσσερα μόλις χρόνια μετά την κήρυξη πτώχευσης του Ελληνικού κράτους από τον Χ. Τρικούπη, η πατριωτική ορμή της κοινής γνώμης και εξωθεσμικοί παράγοντες, η πίεση δηλαδή της Εθνικής Εταιρείας. Ο πόλεμος κατέληξε σε δραματική ήττα, η οποία λίγο έλειψε να ακυρώσει προηγούμενες επιτυχίες (να οδηγήσει δηλαδή σε απώλεια της Θεσσαλίας), στην οικονομική κατάρρευση και στην υπαγωγή της χώρας σε ΔΟΕ (Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο).[38] Έτσι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα τέσσερα χρόνια αργότερα ήταν αυτή της γενικευμένης απογοήτευσης, αγανάκτησης και δυσπιστίας απέναντι στην πολιτική ηγεσία, εν μέρει και στη δυναστεία. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της έντονης δυσφορίας για τη ματαίωση των εθνικών στόχων η μετάφραση του Ευαγγελίου εκλαμβάνεται από μεγάλο μέρος της πνευματικής και πολιτικής ηγεσίας και γενικώτερα της κοινωνίας ως ένα ακόμη πλήγμα στον δεσμό που αποτελεί η γλώσσα του Ευαγγελίου με τον αλύτρωτο Ελληνισμό. «Ἐν συγκινήσει προδήλῳ» ο φοιτητής Θεολογίας Πολυχρονίδης κατά τη δεύτερη ημέρα των επεισοδίων δηλώνει μιλώντας στο συγκεντρωμένο πλήθος στα Προπύλαια: «ἡ μετάφρασις θά βλάψῃ ἐθνικῶς διασπῶσα τόν ἔσω καί ἔξω Ἑλληνισμόν, μετά τοῦ ὁποίου ἀρρήκτοις καί ἀδαμαντίνοις δεσμοῖς συνεδέθημεν διά τῆς ἀθανάτου τῶν προγόνων γλώσσης καί δή τῆς γλώσσης τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου».[39]

Τα «Ευαγγελικά» όπως αποτυπώθηκαν από τον λαϊκό ζωγράφο Σωτ. Χρηστίδη

 “Σλαύοι – Οι χείριστοι των εχθρών μας”

Αυτή η διάσπαση, σχολιάζουν οι συντάκτες των «Φοιτητικῶν Σελίδων», απηχώντας συγχρόνως απόψεις που επικρατούσαν στην κοινή γνώμη, αποβαίνει τελικά υπέρ του θεωρούμενου ως μεγαλύτερου εχθρού του Ελληνισμού, των Σλάβων.

«Kαί τί δέ ἄλλο θά ηὔχοντο οἱ ἐποφθαλμιῶντες τήν πατρικήν ἡμῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ κληρονομίαν, οἱ ἀπαίσιοι καί χείριστοι τῶν ἐχθρῶν μας Σλαῦοι; Δέν θά ἐθεώρουν τοῦτο ὡς τό μεγαλύτερο κατόρθωμα τῆς Πανσλαυιστικῆς των Ἑταιρείας ὡς τό μεγαλύτερον πλῆγμα ὅπερ ἠδύναντο νά ἐπιφέρωσι ἐπί τοῦ δύσμοιρου Ἑλληνισμοῦ[40]

Στη γνωστή επιστολή του της 28ης Οκτωβρίου προς την εφημερίδα Ἀκρόπολις ο καθηγητής του Πανεπιστημίου και παράγων της πολιτικής ζωής Παύλος Καρολίδης (ο οποίος μάλιστα κατά τη διάρκεια των Ευαγγελικών ηγήθηκε πορείας των φοιτητών προς τη Μητρόπολη) διατύπωνε τον φόβο, ότι η παραδοχή της αδυναμίας των Ελλήνων να κατανοούν τη γλώσσα του Ευαγγελίου θα ενεθάρρυνε τη διάδοση αντίστοιχων μεταφράσεων μεταξύ των ετερόγλωσσων και ετεροεθνοτικών Ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα ευνοούσε αποσχιστικές τάσεις από την ελληνική ορθόδοξη κοινότητα και τελικά θα ευνοούσε τους εχθρούς του έθνους. Κυρίως εννοείται η Βουλγαρική δράση στη Μακεδονία, η οποία μέσω της ένταξης όσο το δυνατόν περισσότερων κοινοτήτων στη Βουλγαρική Εξαρχία επεδίωκε να δημιουργεί τετελεσμένα απέναντι στις ελληνικές διεκδικήσεις.[41]

Σατιρικός χάρτης της Ευρώπης του 1900 και το σύνδρομο του Πανσλαβισμού.

Πίσω από αυτή τη δράση η ελληνική πλευρά αναγνωρίζει τον μείζονα εχθρό, όπως τον προσλαμβάνει, τον Πανσλαβισμό και την Δύναμη που κυρίως τον εκφράζει, τη Ρωσία. Πράγματι, η στροφή της Ρωσικής πολιτικής μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο (1853-1856) προς την ενίσχυση κινημάτων αφύπνισης και ανεξαρτησίας των σλαβόφωνων πληθυσμών, μεταξύ αυτών στην ανάδυση του Βουλγαρικού εθνικισμού και στην απόσχιση της Βουλγαρικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο (1870), οι διπλωματικές ενέργειες για τη δημιουργία Μεγάλης Βουλγαρίας κατά τις διαβουλεύσεις που προηγήθηκαν της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου (1878), η επέκταση της Ρωσικής επιρροής στα πατριαρχεία της Μέσης Ανατολής με την υποστήριξη αραβικής καταγωγής επισκόπου στο Πατριαρχείο Αντιοχείας, όλες αυτές οι κινήσεις είχαν οδηγήσει στη δημιουργία έντονου αντιρωσικού κλίματος. Το «ὁμόδοξον ἔθνος», η «μαθήτρια τοῦ Βυζαντίου» είχε αναδειχθεί στον κατ’εξοχήν εχθρό.[42]

Έτσι τα Εὐαγγελικά μπορούν να εξεταστούν και ως έξαρση – παροξυσμός του αντισλαβικού συνδρόμου που κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αι. επηρέαζε σε μεγάλο βαθμό (αν και όχι απόλυτα) την επίσημη πολιτική συμπεριφορά του Ελληνικού κράτους και διαμόρφωνε τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης.[43]

 

Η παράδοξη «Σύζευξη» δυο ανεξάρτητων μεταφράσεων

Αναμφίβολα, η πρωτοβουλία της βασίλισσας ήταν τελείως ανεξάρτητη από αυτήν του Α. Πάλλη, όπως διαφορετικές ήταν και οι ιδεολογικές και πνευματικές αφετηρίες των δύο εγχειρημάτων. Το αν συνδέθηκε με το δικό του πόνημα, αυτό οφείλεται εν μέρει σε ενέργειες, οι οποίες μπορεί να μην είχαν αυτόν τον σκοπό, όμως τον εξυπηρέτησαν. Έτσι ο Β. Γαβριηλίδης, εκδότης της Ἀκροπόλεως, αναγγέλλοντας στις 9.9.1901 τη δημοσίευση της μετάφρασης δήλωνε στο κύριο άρθρο του, ότι «Ἡ Ἀκρόπολις συνεχίζει τό ἔργον τῆς βασιλίσσης». Επίσης ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας Γ. Πωπ, προκειμένου να αντιμετωπίσει στις 5 Νοεμβρίου την ορμητική εισβολή των φοιτητών στα γραφεία της εφημερίδας «παρετήρησεν, ὅτι ἔπρεπε ἡ διαδήλωσις νά ἀρχίσῃ ἀπό τῶν Ἀνακτόρων, ἀφοῦ τῇ πρωτοβουλίᾳ καί τῇ προστασίᾳ τῆς φιλολάου καί σεπτῆς Ἀνάσσης μας μετεφράσθη τό Εὐαγγέλιον. Ἔπειτα ἔπρεπε νά ἀπευθυνθοῦν πρός τόν καθηγητήν τῆς Θεολογίας κ. Διομήδην Κυριακόν ὅστις κηρύσσεται ὑπέρ τῆς μεταφράσεως ἐπίσης καί ἔπειτα νά στραφῆτε πρός τάς ἐφημερίδας αἵτινες μεταφράζουν ἢ συνηγοροῦν ὑπέρ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου»[44].

Σοβαρότερο λόγο γι’ αυτή τη σύγχυση αποτελεί βεβαίως η σύζευξη της μετάφρασης με τον εθνικό κίνδυνο που σύμφωνα με πολιτικούς, ακαδημαϊκούς και εκκλησιαστικούς κύκλους συνιστούσε η σλαβική απειλή. Η σύζευξη αυτή απαντά στην αρθογραφία εφημερίδων, ήδη όταν έγινε γνωστή η επιθυμία της βασίλισσας να δρομολογήσει τη μεταφραστική προσπάθεια και καθώς εκτυλισσόταν ο αγώνας της να επιτύχει την έγκριση της Ιεράς Συνόδου.[45] Κατά τη διάρκεια των Εὐαγγελικών και στο πλαίσιο των ιστορικών παραμέτρων που επιχειρήθηκε να αναδειχθούν, μεταξύ των οποίων σημαντική θέση κατέχει ο παράγων «Πανσλαβισμός», η πρόσφατη μεταφραστική δράση της βασίλισσας και βεβαίως η καταγωγή της, ήταν αρκετά, ώστε αφ’ ενός να ταυτιστούν ουσιαστικά σε μερίδα του Τύπου οι δύο ανεξάρτητες μεταξύ τους ενέργειες, αφ’ ετέρου δε να συνδεθεί στα συνθήματα που «πέρασαν» στο ανώνυμο πλήθος η ρωσίδα Όλγα με την κρινόμενη ως εχθρική προς τα εθνικά συμφέροντα πολιτική της γενέτειράς της και τα ρωσικά ρούβλια που κρύβονταν πίσω από τη μετάφραση.[46]

Στο ερώτημα, αν πίσω από τη μεταφραστική πρωτοβουλία της βασίλισσας Όλγας υποκρύπτονταν τα σκοτεινά σχέδια του Πανσλαβισμού η απάντηση της έρευνας είναι αρνητική.[47] Αρνητική είναι επίσης αν τεθεί το ίδιο ερώτημα στην περίπτωση της μετάφρασης του Α. Πάλλη.

Η βασίλισσα Όλγα και η μετάφραση του Ιερού Ευαγγελίου “Προς αποκλειστικήν οικογενειακήν του ελληνικού λαού χρήσιν”.

Ένα «Ανοιχτό» Ζήτημα

Σε μερίδα της ιστοριογραφίας θεωρείται πιθανή η μέσω της γερμανίδας πριγκήπισσας διαδόχου Σοφίας ανάμιξη του γερμανικού παράγοντα στα επεισόδια. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, οι εκδότες των εφημερίδων που πρωταγωνίστησαν στην πολεμική εναντίον της μετάφρασης του Πάλλη προβάλλοντας με ιδιαίτερα εμπαθή αρθρογραφία το φάσμα του Πανσλαβισμού ως την δύναμη την κυρίως επωφελούμενη από τις επαπειλούμενες βλαπτικές συνέπειες μιας παράφρασης του Ιερού Κειμένου, οι εκδότες οι οποίοι συνέδεσαν αυθαίρετα και κακόβουλα το πόνημα του Πάλλη με το προηγούμενο εγχείρημα της βασίλισσας, υποκινούμενο και αυτό από τις ίδιες σκοτεινές δυνάμεις, χρηματίστηκαν αδρά από τη Γερμανική πρεσβεία. Στόχος ήταν η στοχοποίηση της Όλγας ως εκπροσώπου ουσιαστικά των ρωσικών συμφερόντων στη Βαλκανική και η αποδυνάμωση του Γεωργίου, ώστε να επισπευσθεί η άνοδος στον θρόνο του Διαδόχου Κωνσταντίνου. Εκείνος (σύμφωνα με το συγκεκριμένο αφήγημα) επρόκειτο να εξυπηρετήσει αποτελεσματικώτερα τα αντίστοιχα συμφέροντα της Γερμανίας, η οποία την ίδια εποχή επιζητούσε ενίσχυση της επιρροής της στην παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Όσοι προβάλλουν έστω ως πιθανή αυτή την εκδοχή αποδέχονται ουσιαστικά την θέση του Γ. Κορδάτου, ο οποίος με τη σειρά του στηρίζεται σε απόσπασμα ανέκδοτων απομνημονευμάτων του Κ. Τοπάλη (1868-1915), πολιτευτή της επαρχίας Βόλου (1895-1910) και υπουργού Δικαιοσύνης της κυβέρνησης Αλεξάνδρου Ζαΐμη, η οποία διαδέχθηκε μετά τα Εὐαγγελικά την παραιτηθείσα κυβέρνηση Θεοτόκη.[48] Ο Τοπάλης, οπαδός του Δημοτικισμού (γράφει βέβαια σε απλή καθαρεύουσα) σχολιάζει με θλίψη τα γεγονότα: «Ὅσοι εἶχον συμφέρον παρεπλάνησαν τόν λαόν καί τόν ὤθησαν εἰς πράξεις μεσαιωνικάς … Τόν ρόλον τῆς Α.Υ. εἰς τά εὐαγγελικά κανείς δέν πρέπει νά τόν μάθει. Διότι αὔριον θά γίνῃ ἡ σεπτή βασίλισσα … Τό συμφέρον τοῦ Ἔθνους ἀπαιτεῖ νά λησμονήσωμεν τούς ὑπαιτίους τῶν Εὐαγγελικῶν. Ἐάν οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν ἐφημεριδογράφων ὑπῆρξαν ἐλεεινοί πατριδοκάπηλοι, καθ’ ἣν ὥραν μάλιστα ξένη Πρεσβεία συνδεομένη μέ τήν μέλλουσαν Βασίλισσαν ἐπιδαψίλευεν εἰς αὐτούς ὑλικάς καί ἠθικάς παροχάς, τό συμφέρον τοῦ τόπου καί ἰδιαιτέρως τό συμφέρον τοῦ Ἔθνους ἀπαιτοῦν τήν λήθην ἐπ’ αὐτῶν».

Πρόκειται για έγγραφο, το οποίο κανείς άλλος έκτοτε δεν έχει δει και το οποίο ουσιαστικά δεν συνεισφέρει αποχρώντα στοιχεία[49]. Το ζήτημα συνεπώς παραμένει ανοικτό.

Σύνοψη και Συμπεράσματα

Υπενθυμίζεται το πρώτο ερώτημα που τέθηκε, ποιοι δηλαδή λόγοι συνετέλεσαν, ώστε η μετάφραση του Ευαγγελίου, είτε στην εκδοχή του Α. Πάλλη είτε στον συμφυρμό που επιχειρήθηκε με αυτήν της βασίλισσας, να αναχθεί σε ζήτημα υψίστης εθνικής σημασίας και αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης.

Η γλώσσα του Ευαγγελίου λειτούργησε στην εθνική συνείδηση ως αναπόσπαστος κρίκος στη γλωσσική και πολιτιστική συνέχεια του Ελληνισμού και ως καθοριστικό στοιχείο της νεοελληνικής ταυτότητας. Προστατευμένη στους κόλπους της εκκλησίας καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας συνετέλεσε, μαζί με τα λειτουργικά κείμενα, στη διατήρηση της συνείδησης του «συνανήκειν» μεταξύ των Ελλήνων Ορθοδόξων και παρέμεινε μετά τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους ζωντανός σύνδεσμος με τον πέραν των συνόρων Ελληνισμό. Συνεπώς η παραδοχή της ανάγκης το πολύτιμο αυτό κτήμα να αλλοιωθεί μέσω των παραφράσεων, προκειμένου να γίνει κατανοητό, συνιστά για τους αντιτιθέμενους στη μετάφραση του Ευαγγελίου παραδοχή ότι η γλωσσική συνέχεια έχει τρωθεί, συνιστά πλήγμα στην ίδια τη νεοελληνική ταυτότητα, απειλεί δε την ενότητα με τους υπόδουλους αδελφούς καθιστώντας τους συγχρόνως ευάλωτους σε ενδεχόμενη εχθρική προπαγάνδα στις διαφιλονικούμενες πλέον περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

«Τα κείμενα της Αγίας Γραφής είναι γραμμένα στην ελληνική», παρατηρεί η Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου[50]. «Εάν μεταφραστούν, θα εξισωθούν ως λόγος με τα δυτικά ή τα άλλα ορθόδοξα-σλαβικά … Το εν πολλοίς ακατάληπτο κείμενο αυτονομείται από το περιεχόμενό του και μέσω της γλώσσας γίνεται σύμβολο της ελληνικής μοναδικότητας και υπεροχής».

Η γλώσσα του Ευαγγελίου, ως γλώσσα του πρωτοτύπου των ιερών κειμένων, εκλαμβάνεται επίσης ότι θεμελιώνει το πνευματικό πρωτείο της ελληνικής Εκκλησίας έναντι των υπολοίπων ορθοδόξων εκκλησιών. Δεδομένου ότι έχει αρχίσει η αμφισβήτηση αυτού του πρωτείου τόσο στη Μακεδονία με την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας, όσο και στη Μέση Ανατολή με την ανάρρηση αραβικής καταγωγής προσώπου στον Πατριαρχικό θρόνο Αντιοχείας, η ενθάρρυνση των μεταφράσεων θεωρήθηκε ότι θα ενισχύσει περαιτέρω αποσχιστικές τάσεις μεταξύ των αλλοφώνων Ορθοδόξων. Αυτές οι τάσεις, σύμφωνα με τις προβαλλόμενες αναλύσεις, συνιστούν κίνδυνο ιδίως στη Μακεδονία, όπου ήδη εκτυλίσσεται από ελληνικής πλευράς, αν και σοβούσα, προσπάθεια να αντιμετωπισθεί η βουλγαρική θρησκευτική και πολιτική διείσδυση μέσω προσεταιρισμού κοινοτήτων στην Εξαρχία. Η περιρρέουσα άποψη ότι πίσω από αυτή την υπονόμευση των ελληνικών δικαίων τόσο στον χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας όσο και στα διεκδικούμενα εδάφη της «πέραν Ελλάδος» ενεργούσε η Ρωσική πολιτική, απετέλεσε το ιδεολογικό υπόβαθρο στο να αποδοθούν οι επικίνδυνες για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα μεταφράσεις επίσης στον Ρωσικό δάκτυλο.

Στο ερώτημα, «γιατί αυτές οι βίαιες αντιδράσεις εκδηλώθηκαν τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή» απαντούν εν μέρει όσα μόλις αναφέρθηκαν σχετικά με τους εξωτερικούς κινδύνους του Ελληνισμού, αλλά βεβαίως και το κλίμα απογοήτευσης, οργής και πληγωμένης εθνικής υπερηφάνειας μετά την ήττα του 1897.

Ο πρωθυπουργός των Ευαγγελικών Γεώργιος Θεοτόκης.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ως επιπλέον στοιχεία, τα οποία υποβοήθησαν αυτή την πάνδημη έκρηξη αγανάκτησης, σε αντίθεση, όπως προαναφέρθηκε, με παλαιότερες μεταφραστικές απόπειρες, μπορούν να επισημανθούν τα εξής: η απόδοση του Ευαγγελίου σε μια εκδοχή της δημοτικής που θεωρήθηκε ακραία, η δημοσίευση του Ιερού Κειμένου σε καθημερινό φύλλο εφημερίδας και η πρωτοφανής έκθεσή του στον αναγνώστη παράλληλα και σε οπτική γειτνίαση με θέματα της επικαιρότητας, τέλος, η καθημερινή αρθρογραφία και ανταλλαγή απόψεων στον Τύπο, η οποία κατέστησε το ζήτημα δημόσιο κτήμα και αντικείμενο συζητήσεων, ανεξάρτητα από κατανόηση, παραπληροφόρηση, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των εμπλεκομένων.[51]

Και βεβαίως μετά το πέρας των επεισοδίων η προσοχή του κοινού είχε στραφεί πλέον στην κυβερνητική μεταβολή: «Τό ζήτημα ἔχει λάβει ὄχι χροιάν, ἀλλά καραμπογιάν πλέον πολιτικήν. Πᾶνε πλέον αἱ γνῶμαι περί τῶν θείων νοημάτων τοῦ Εὐαγγελίου καί τῆς ἑνότητος τοῦ Ἑλληνισμοῦ διά τοῦ ὑπάρχοντος κειμένου. Αἱ γνῶμαι περιεστρέφοντο χθές εἰς τό ἂν οἱ 109 εἶναι ἢ ὄχι ἀριθμός στηρίζων μίαν Κυβέρνησιν, εἰς τό ἂν ὁ Βασιλεύς εἰς τό ἂν ὁ Ζαΐμης …. Καί εἰς τό ἂν ἡ νέα κυβέρνησις διορίσῃ τόν συζητοῦντα» (!) Έτσι σχολιάζεται η επικαιρότητα στις στήλες της εφημερίδας Σκρίπ (φύλ. 12ης Νοεμ).[52]

Συνέπειες

Στις 25 Νοεμβρίου διαβάστηκε σε όλους τους ναούς της Ελλάδας απόφαση της Ιεράς Συνόδου, σύμφωνα με την οποία απαγορευόταν, υπό την απειλή αφορισμού, η πώληση ή και απλή ανάγνωση οιασδήποτε μετάφρασης των Ευαγγελίων.[53] Στις 18 Δεκεμβρίου 1901 με νέα πατριαρχική και συνοδική εγκύκλιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποδοκίμασε «πᾶσαν εἰς νεώτερον κοινολεκτούμενον γλωσσικόν ἰδίωμα κατά λέξιν μετάφρασιν» γενικά της Αγίας Γραφής, ιδίως δε του Ευαγγελίου. Στην εγκύκλιο, μετά την παράθεση των σταθερών αντι-μεταφραστικών επιχειρημάτων, υπογραμμιζόταν και πάλι, ότι το αναγκαίο δεν είναι η κατά λέξη μετάφραση αλλά η προσεκτική ανάγνωση του πρωτοτύπου και η ερμηνεία του «ὑπό ἁρμοδίων καί εἰδικῶν διδασκάλων καί τῶν πνευματικῶν Ποιμένων». Αυτό εξάλλου παρέδωσαν οι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας, «οἵτινες ἐχρησιμοποίουν πάντοτε ἑρμηνείας καί διασαφήσεις πρός μετάδοσιν εἰς τούς ἁπλουστέρους τοῦ ἐνυπάρχοντος ἐν ταῖς Γραφαῖς θείου ὕφους καί βάθους». Συνεπώς, κατέληγε το κείμενο «πᾶσα κατά λέξιν μετάφρασις εἶναι ἀποδοκιμαστέα καί καταδικαστέα».[54]

Ως θεσμική κατάληξη όλης αυτής της αντιπαράθεσης που πυροδοτήθηκε κυρίως από τα Εὐαγγελικά μπορεί να θεωρηθεί η προσθήκη στο άρθρο 2 του Συντάγματος που ψήφισε η Β΄ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων την 1η Ιουνίου 1911 παραγράφου, η οποία προέβλεπε, ότι «τό κείμενον τῶν Ἁγίων Γραφῶν τηρεῖται ἀναλλοίωτον – ἡ εἰς ἄλλον γλωσσικόν τύπον ἀπόδοσις τούτου, ἄνευ προηγουμένης ἐγκρίσεως τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἀπαγορεύεται ἀπολύτως».

Στο Σύνταγμα του 1952 προσετέθη ως αναγκαία προϋπόθεση, η ενδεχόμενη μετάφραση να έχει και την έγκριση της «Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Είναι γνωστό, ότι με την προσθήκη της διευκρίνησης «ἐπίσημος μετάφρασις» το Σύνταγμα της 9ης Ιουνίου 1975 άλλαξε σημαντικά τα δεδομένα αναφορικά με τη μετάφραση της Βίβλου[55].

Επίλογος

Οι ταραχές που ξέσπασαν στην Αθήνα την 5η Νοεμβρίου 1901 δεν τερματίστηκαν αυτόματα με την πτώση της κυβέρνησης Θεοτόκη. Το Πανεπιστήμιο παρέμεινε υπό τον έλεγχο των φοιτητών ως τις 13 Νοεμβρίου. Και σε έναν από τους αρκετούς «μετασεισμούς» του επομένου μήνα, στις 12 Δεκεμβρίου, 4000 διαδηλωτές που θεώρησαν ότι το ζήτημα δεν είχε λήξει συγκεντρώθηκαν και πάλι στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Όταν ο επικεφαλής ζήτησε σπίρτα για να κάψει ένα αντίτυπο της μετάφρασης του Ευαγγελίου, που είχε επιμεληθεί η βασίλισσα Όλγα, πολλοί γεμάτοι ζήλο προθυμοποιήθηκαν να του προμηθεύσουν.

Ελεύθερος από το βάρος των ιστορικών παραμέτρων και των ιδεολογικών δεδομένων που ο ιστορικός είναι υποχρεωμένος να αναζητήσει, προκειμένου να ερμηνεύσει μια συγκεκριμένη εξέλιξη ή ένα φαινόμενο, με την αμεσότητα όμως και ακρίβεια της ποιητικής ματιάς ο Ληξουριώτης Μικέλης Άβλιχος (1844-1917) σχολίασε το γεγονός:

Αν είχε στόμα τ’ Αγαθό βιβλίο, / ήθε μιλήσει μέσ’ αφ’ την πυρά. Κι ήθελ’ ο κόσμος έκθαμβος και πάλι ξανακούσει εκείνη τη φωνή την ιερά «Συγχώρεσ’ τους πατέρα μου, δεν ξέρουν τι ποιούσι.»[56]

Τα Ευαγγελικά – Hellenic Parliament TV

 

Η Βασιλική Γ. Κάλφογλου-Καλοτεράκη είναι Λέκτορας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το κείμενο του παρόντος άρθρου τελεί υπό δημοσίευση στα Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου που διοργάνωσε η Ελληνική Βιβλική Εταιρεία με θέμα «Βίβλος και Πολιτική», (Αθήνα, 14-15 Δεκεμβρίου 2018).

 

[1] Ο πλήρης τίτλος του άρθρου που δημοσιεύθηκε από τον Δημήτριο Αναστασόπουλο (τον Αθηναίο) στην εφημερίδα Καιροί, φύλ. της 7.11.1901 έχει ως εξής: «Ἔκκλησις εἰς τόν πατριωτισμόν τῶν Ἑλλήνων. Πυρπολήσατε τήν μετάφρασιν τῆς Σλαύας! Ἕλληνες τό σύνθημά σας: κάτω ὁ Σλαυϊσμός».

[2] Άλλωστε στη διπλανή στήλη του ίδιου φύλλου διαβάζουμε τα εξής: «ἐνῶ εἰς τό Πανεπιστήμιον ὑποστηρίζεται θρησκευτική ὑπόθεσις, εἰς τούς στύλους τοῦ Ὀλυμπίου Διός βυσσοδομοῦνται πολιτικαί κρίσεις».

[3] Ο τίτλος: «Ἡ Νέα Διαθήκη κατά τόν ἀρχαιότατο κώδικα, μεταφρασμένη ἀπό τόν Ἀλέξ. Πάλλη. Μέρος πρῶτο. Τά ἅγια Εὐαγγέλια. Κατά τόν Ματθαῖον». Είναι γνωστές οι απόψεις του εκδότη της εφημερίδας Βλάση Γαβριηλίδη για την επιτακτική ανάγκη να βελτιωθούν το μορφωτικό επίπεδο και η γενικώτερη παιδεία του λαού μέσω και της καλλιέργειας και χρήσης ενός γλωσσικού ιδιώματος, κατανοητού στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Από την αρθρογραφία της Ἀκροπόλεως, στην οποία επεχειρείτο να καταδειχθεί η αναγκαιότητα της μετάφρασης αναφέρονται ενδεικτικά τα εξής: φύλ. 9ης Σεπτ.: «Τόσοι σοφοί καί τόσοι μεγάλοι… δέν ἐννόησαν ὅτι ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶνε κλεισμένη εἰς τό Εὐαγγέλιον καί διά νά εἶνέ τις χριστιανός πρέπει νά ξεύρῃ τό Εὐαγγέλιόν του. Ἀλλά διά νά τό ξεύρῃ πρέπει νά τό ἐννοῇ. Τίς ὅμως ἀπό τούς χωρικούς ἢ ἀπό τούς ἐργατικούς … καί ἀπό ὅλους ὅσοι δέν ἐτελείωσαν τό λιγώτερον τό Γυμνάσιον δύναται νά ἐννοήσῃ τήν γλῶσσαν τοῦ Εὐαγγελίου; … Ἡ Ἀκρόπολις νομίζει ὅτι ἐπιτελεῖ μέγιστον ἀναμορφωτικόν ἔργον διαδίδουσα εἰς τάς μυριάδας τῶν ἀναγνωστῶν της τό κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖον μέχρι σήμερον ἦτο μέ πολλαπλάς σφραγισμένον σφραγίδας». Και το άρθρο κατέληγε: «Ἀπό τῆς σήμερον δυνάμεθα νά ἐπιφωνήσωμεν Οὕτω λαμψάτω τό φῶς». Φύλ. 2ας Νοεμ.: «Καί ἡ καινή αὕτη κτίσις, ἡ μεταβολή ἐπί τό βέλτιον τῶν αἰσθημάτων καί τῆς καρδίας, ἡ ἐν Χριστῷ ἀναγέννησις, τότε μόνον εἶναι δυνατή, ὅταν ὁ ἄνθρωπος κατανοήσῃ τό Εὐαγγέλιον». Φύλ. 3ης Νοεμ.: «Ὅλη ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ἐλευθερία….Ἀλλά τό Εὐαγγέλιον διά νά δράσῃ ἐπωφελῶς πρέπει νά καταννοῆται ὑπό τοῦ λαοῦ, νά εἶναι κτῆμα τοῦ λαοῦ, νά εἶναι προσφιλέστατον ἀνάγνωσμα καί τοῦ πλουσίου καί τοῦ πτωχοῦ, νά κοσμῇ τά μέγαρα τῶν ἰσχυρῶν καί τάς καλύβας τῶν πενήτων…… νά κυβερνᾶ ὅλας τάς τάξεις τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας». Η δημοσίευση διακόπηκε στις 20.10 ύστερα από τις έντονες αντιδράσεις που προκάλεσε. Ο Αλέξανδρος Πάλλης (1851-1935), σημαντικός εκπρόσωπος των Ελλήνων της Διασποράς, εργαζόταν στο Λονδίνο στις επιχειρήσεις των αδελφών Ράλλη («θρασύς ἔμπορος τοῦ λουλακίου» κατά την εχθρική προς τη μετάφραση εφημερίδα Σκρίπ). Επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τις ιδέες του Γ. Ψυχάρη (όπως κυρίως εκτίθενται στο «προγραμματικό» του σύγγραμμα «Το Ταξίδι μου» του 1888) και υιοθέτησε την άποψη ότι η επικράτηση της δημοτικής γλώσσας ήταν απαραίτητη, προκειμένου να υπάρξει αληθινή παιδεία στον λαό και άνοδος του πολιτιστικού επιπέδου. Το 1892 μετέφρασε την Ιλιάδα και στη συνέχεια επιδόθηκε στη μετάφραση του Ευαγγελίου. Ήταν πεπεισμένος, ότι το μήνυμά του μπορούσε να επηρεάσει ουσιαστικά κυρίως τον Έλληνα που δεν είχε την απαραίτητη κατάρτιση, ώστε να κατανοήσει το πρωτότυπο, παρά μόνον αν εκφραζόταν στο οικείο και καθημερινό γλωσσικό ιδίωμα. Στην Ἀκρόπολις δημοσιεύθηκε μόνον το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Το 1902 εκδόθηκαν στην Αγγλία και τα τέσσερα Ευαγγέλια. Βλ. μεταξύ άλλων Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα 19878, 366. Μ. Τριανταφυλλίδης, «Α. Πάλλης», Άπαντα τ. 5, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2002, 381-439. Για τον Βλάση Γαβριηλίδη βλ. μεταξύ άλλων Κ. Σαρδελής, Βλάσης Γαβριηλίδης 1848-1920. Ο μεγάλος αναμορφωτής της ελληνικής δημοσιογραφίας και πνευματικός ηγέτης, Αθήνα 20112.

[4] Τα γεγονότα έχουν μελετηθεί και σχολιασθεί σε μελέτες και άρθρα ως πρόβλημα θεολογικό, ιστορικό και βεβαίως ως μέρος της ιστορίας του γλωσσικού ζητήματος. Ενδεικτικά αναφέρω: Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ἱστορία τῆς Νεωτέρας Ἑλλάδος, 1828-1964, τ. 2: Ἡ συνταγματική βασιλεία 1863-1964, Ἀθῆναι 1966, 371-376, Ε. Κωνσταντινίδης, Τά Εὐαγγελικά. Τό πρόβλημα τῆς μεταφράσεως τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἰς τήν νεοελληνικήν καί τά αἱματηρά γεγονότα τοῦ 1901, Ἀθήνα 1976. Η εμπεριστατωμένη μελέτη του Κωνσταντινίδη αποτελεί οπωσδήποτε σημείο αναφοράς για την προσέγγιση των γεγονότων. Σχετικές εισηγήσεις με ειδικά θέματα και εκτενή βιβλιογραφία στα Πρακτικά του επιστημονικού συμποσίου με τίτλο: Ευαγγελικά (1901) – Ορεστειακά (1903). Νεωτερικές πιέσεις και κοινωνικές αντιστάσεις» (31 Οκτωβρίου -1 Νοεμβρίου 2003), Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Σχολή Μωραΐτη, Αθήνα 2005 (στο εξής: Ευαγγελικά και Ορεστειακά 2005). Βλ. επίσης Ph. Carabott, «Politics, Orthodoxy and the Language Question in Greece – The Gospel Riots of November 1901», Journal of Mediterranean Studies 3 (1993) σ. 117-138. Για λιγότερο ή περισσότερο λεπτομερές χρονικό των γεγονότων βλ. Κωνσταντινίδης, ό.π. καί Ά. Βερέβη, «Ευαγγελικά και Ορεστειακά. Το χρονικό των γεγονότων», στο: Ευαγγελικά και Ορεστειακά 2005, σ. 27-42. Το ιδεολογικό υπόβαθρο της στάσης των φοιτητών του Αθήνησιν Πανεπιστημίου, ιδίως σε συνάρτηση με το γλωσσικό ζήτημα, επιχειρεί να διερευνήσει το άρθρο των Γ. Μπέτσα, Δ. Χαραλάμπους, «Εἵμεθα οἱ μόνοι θεματοφύλακες καί κλειδοκράτορες τῶν προγονικῶν κειμηλίων – Οι φοιτητές στην υπηρεσία της γλωσσικής καθαρότητας (1901)», Πρακτικά του 6ου Επιστημονικού Συνεδρίου Ιστορίας Εκπαίδευσης με διεθνή συμμετοχή «Ελληνική Γλώσσα κι Εκπαίδευση». Αφιέρωμα στη μνήμη του Σπύρου Ράση. Πανεπιστήμιο Πατρών, 30 Σεπτεμβρίου & 1-2 Οκτωβρίου 2011, σ. 60-70. Βασισμένη σε πρωτογενή έρευνα στον Τύπο της εποχής είναι η εμπεριστατωμένη μελέτη της Ά. Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, «Ευαγγελικά και Ορεστειακά», στο: Γ. Μπαμπινιώτης (επιμ.), Το γλωσσικό ζήτημα – Σύγχρονες προσεγγίσεις, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2011, 253-281. Εξαιρετικό ιστορικό ενδιαφέρον ως σύγχρονη καταγραφή των γεγονότων παρουσιάζει το πόνημα τριών εκ των πρωτεργατών φοιτητών στην οργάνωση των εκδηλώσεων διαμαρτυρίας, δηλαδή των Γ. Σωτηρίου, Λ. Μάτλη, Δ. Λεονταρίτη, Φοιτητικαὶ Σελίδες του 1901, ἤτοι πλήρης περιγραφή τῆς κατά τῶν μεταφράσεων τοῦ Ἱ. Εὐαγγελίου ἐξεγέρσεως τῶν φοιτητῶν καί τοῦ λαοῦ μετά τῶν προκαλεσάντων αὐτήν αἰτίων, ἐκ τοῦ τυπογραφείου Ἀδελφῶν Κτενᾶ, Ἐν Ἀθήναις 1902.

[5] Βλ. Carabott (σημ. 4) σ. 130 και σημ. 16. Το πρακτικό της Συνεδρίασης της 7.11. του Συνδέσμου των Συντεχνιών Αθηνών-Πειραιώς, στην οποία αποφασίσθηκε «πάνδημον λαϊκόν συλλαλητήριον» για την επομένη μέρα, παρατίθεται στο κείμενο των Σωτηρίου-Μάτλη-Λεονταρίτη (σημ. 4) σ. 66-68. Είναι χαρακτηριστικό ότι επίτιμος πρόεδρος των Συντεχνιών Αθηνών – Πειραιώς ήταν ο Α. Σκουζές, βουλευτής και βασικός συνεργάτης του πρώην πρωθυπουργού Θ. Δηλιγιάννη, κύριου πολιτικού αντιπάλου της κυβέρνησης Γεωργίου Θεοτόκη. Οι Θ. Δηλιγιάννης, Α. Σκουζές, Σ. Δραγούμης και βεβαίως οι βουλευτές που επηρέαζαν ήταν κορυφαία στελέχη της αντιπολιτευόμενης μερίδας του Κοινοβουλίου μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Γ. Θεοτόκη (1899). Στην μερίδα αυτή ανήκε και ο βουλευτής Αττικής Ν. Λεβίδης, ο οποίος κατά το επίμαχο διάστημα της δημόσιας αντιπαράθεσης δημοσίευσε στην εφημερίδα Καιροί σειρά άρθρων επιχειρηματολογώντας εναντίον της μετάφρασης του Ευαγγελίου. Ο ίδιος εκφώνησε επικήδειο στην κηδεία τριών από τα θύματα των επεισοδίων με περιεχόμενο και φρασεολογία χαρακτηριστικά της έντασης των συναισθημάτων που επικρατούσαν· βλ. σχετικά Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 112-113.

[6] Βλ. Κ. Αρώνη-Τσίχλη, «Τα Ευαγγελικά κατά την άποψη της Ευρωπαϊκής Διπλωματίας», στο: Ευαγγελικά και Ορεστειακά 2005, σ. 189-205. Χαρακτηριστική η μαρτυρία του Άγγλου πρέσβη σχετικά με όσα σχολίασε σε συζήτησή τους ο Βασιλεύς Γεώργιος: «το γεγονός της μετάφρασης του Ευαγγελίου είχε οδηγήσει τους πρώην άσπονδους εχθρούς, όπως ήταν ο Δηλιγιάννης και ο Δραγούμης, να προχωρήσουν δημοσίως χέρι με χέρι» (σ. 200).

[7] Βλ. σχετικά Ά. Κόλτσιου-Νικήτα, «Δεδομένα καί προβληματισμοί ἀπό τήν Ἱστορία τῆς «Χριστιανικῆς» Μετάφρασης», στο: ΙΓ΄ Πανελλήνιο Λειτουργικό Συμπόσιο τῆς Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Λειτουργικῆς Ἀναγεννήσεως, Τῆνος, 19-21 Σεπτεμβρίου, 2011, ΕΚΚΛΗΣΙΑ-ΕΠΙΣΗΜΟΝ ΔΕΛΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, έτος ΠΘ’, τεύχος 5, 2012, σ. 278, όπου παρατίθενται βασικοί λόγοι, για τους οποίους η εκάστοτε μετάφραση μπορεί βάσιμα να κριθεί ανεπαρκής: «Ἡ ἑρμηνεία δέν ἀποτελεῖ ἁπλῶς προϋπόθεση μίας μετάφρασης, ἀλλά ἐπηρεάζει καί τίς ἴδιες τίς μεταφραστικές ἀρχές, τίς ὁποῖες θά ἐφαρμόσει ἐν τέλει ὁ μεταφραστής… προκειμένου νά μεταφράσουμε ἕνα ἔργο, πρέπει ὣς ἕνα βαθμό νά τό ἔχουμε ἑρμηνεύσει μέσα μας, προϋπόθεση μέ ἄλλα λόγια τῆς μετάφρασης εἶναι ἡ ἑρμηνεία. Ἂν αὐτό ἰσχύει γιά τή θύραθεν γραμματεία, τό ἴδιο ἀσφαλῶς ἰσχύει καί γιά τή χριστιανική γραμματεία: στά κείμενά της ἰσχύουν γιά τή μετάφραση οἱ ἴδιες θεολογικές προϋποθέσεις πού ἰσχύουν καί γιά τήν ἑρμηνεία».

[8] Προς αυτή τη γραμμή συμμορφωμένη ήταν η έκδοση το 1900 του Κατά Ματθαῖον Ευαγγελίου από τον Θρησκευτικό Σύλλογο της Ἀναπλάσεως: περιείχε το πρωτότυπο κείμενο, ερμηνευτική «παράφραση» και προσευχές ανάλογες με το πνεύμα του κάθε κεφαλαίου. Η πρωτοβουλία είχε αφετηρία τον διευθυντή του περιοδικού Ἀγάπη Κωνσταντίνο Διαλησμά, ο οποίος είχε εξασφαλίσει για το σχεδιαζόμενο εγχείρημα ήδη από το 1896 την επίσημη έγκριση του Πατριάρχου Ανθίμου Ζ΄, την οποία και αξιοποίησε ως αντιπρόεδρος του Συλλόγου. Το 1892 ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Ιγνάτιος Μοσχάκης είχε επίσης δημοσιεύσει μετάφραση των Ευαγγελικών περικοπών που διαβάζονταν στη λειτουργία της Κυριακής: «μετά πιστῆς αὐτῶν μεταφράσεως καί συντόμων ἑρμηνευτικῶν καί ἠθικῶν παρατηρήσεων». Η έκδοση είχε εγκριθεί από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος προοριζόμενη για σχολική χρήση. Ο ίδιος ο Μοσχάκης μιλώντας στους φοιτητές κατά τη δεύτερη ημέρα των επεισοδίων ανέλυε τη συγκεκριμένη θέση περί της ανάγκης ερμηνείας και όχι κατά λέξιν μετάφρασης των Ιερών Κειμένων: «Ἡ τοῦ Εὐαγγελίου δύναμις δέν ἔγκειται ἐν ταῖς λέξεσιν αὐταῖς, ἀλλ’ ἐν τοῖς ὑψηλοῖς καὶ μυστικιστικοῖς αὐτοῦ νοήμασιν, ἡ δέ διά τῆς μετατροπῆς τῶν λέξεων γινομένη μετάφρασις ἐξηγεῖ οὐχί τό νόημα ἀλλά τάς λέξεις αὐτάς. Αἱ ἐν τοῖς ρήμασι τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου δυσερμήνευτοι ἔννοιαι βεβαίως καί μετά τήν τοιαύτην μετάφρασιν δυσκατάληπτοι θὰ παραμείνωσι. Ποῖον λοιπόν τό ἐκ τῆς μεταφράσεως ὄφελος; Οὐδέν βεβαίως». Τόνιζε επίσης ιδιαίτερα τα σχίσματα και τις αιρέσεις που προέκυψαν στους λαούς που βεβαίως μελετούν την Αγία Γραφή μεταφρασμένη στη γλώσσα τους: «Αἱ αἱρέσεις δέ αὗται καί τά σχίσματα προῆλθον ἀκριβῶς λόγῳ τῆς μεταφράσεως, καθ’ ὅσον οἱ ποικίλοι μεταφρασταί εἴτε ἐξ ἀτελοῦς εἴτε ἐκ πλημμελοῦς ἀντιλήψεως ἀπέδιδον διαφόρως τάς ἐννοίας»· βλ. Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 50-51· πρβ. και την παρατήρηση του καθηγητή Παύλου Καρολίδη στην επιστολή του προς την εφημερίδα Ἀκρόπολιν την 28η Οκτωβρίου (βλ. κατωτ. σ. ***): «Τό Εὐαγγέλιον δεῖται ἑρμηνείας κατ’ ἔννοιαν, οὐχί μεταφράσεως κατ’ ἰδίωμα. Ἡ δέ ἑρμηνεία γίνεται διά μακρᾶς προφορικῆς ἢ ἐγγράφου διδασκαλίας».

[9] Βλ. π.χ. τα λεγόμενα στην εισαγωγή της δίγλωσσης έκδοσης του Ιερού Ευαγγελίου (ελληνικό κείμενο και βλαχική μετάφραση) που τυπώθηκε το 1693 στο Βουκουρέστι με πρωτοβουλία του Βλάχου ηγεμόνα Μπασαράμπα. Προλογίζοντας ο «λογοθέτης» του ηγεμόνα Σερβάνος Γκρετσεάνου σημειώνει απευθυνόμενος στους πιστούς αναγνώστες: «Εἰ καί δέν δύνασθε νά καταλάβητε τά ἐγκείμενα, ἀπό μόνην τήν ἀνάγνωσιν πολύς γίνεται ὁ ἁγιασμός». Παραθέτει μάλιστα και σχετικό χωρίο του Ωριγένη. Βλ. σχετικά Δ. Λυβάνιος, «Χαμένοι στη Μετάφραση; Ορθοδοξία, Αγία Γραφή και ελληνική γλώσσα (16ος-19ος αι.)» στο: Β. Κ. Γούναρης (επιμ.), Έθνος, Κράτος και Πολιτική. Μελέτες Νεοελληνικής Ιστορίας αφιερωμένες στον Γιάννη Σ. Κολιόπουλο, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 173-190 (ιδιαίτερα σ. 180).

[10] Δημοσιεύθηκαν: το 1831 οι Ψαλμοί, το 1833 η Πεντάτευχος και ο Ιησούς του Ναυή, το 1834 ο Ησαΐας, το 1836 ο Ιώβ, οι Παροιμίες, ο Εκκλησιαστής, όπως και οι τέσσερις μεγάλοι προφήτες: Ησαΐας, Ιερεμίας, Ιεζεκιήλ, Δανιήλ, το 1838 τα Ευαγγέλια και οι Πράξεις των Αποστόλων, το 1840 ολόκληρη η Καινή Διαθήκη. Ολόκληρη η Αγία Γραφή εκδόθηκε στην Οξφόρδη κατά την περίοδο 1850-1851. Βλ. σχετικά Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 9-88 για μία λεπτομερή έκθεση της προϊστορίας των μεταφράσεων όπως και της προβληματικής που διατυπώθηκε εκ μέρους της Ορθόδοξης Εκκλησίας αναφορικά με τις μεταφραστικές απόπειρες. Από την εκτεταμένη βιβλιογραφία βλ. ενδεικτικά, Γ. Μεταλληνός, Τό ζήτημα τῆς μεταφράσεως τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἰς τήν Νεοελληνικήν κατά τόν ΙΘ΄ αἰῶνα, Ἀθήνα 1977, N. M. Vaporis, Translating the Scriptures into Modern Greek, Brookline Mass. 1994 και πρόσφατα, P.D.Vasileiadis, «An overview of the New Testament translations in vernacular Greek during the printing era», στο: Fränz Biver- Pettinger & Eran Shuali (eds.), Translating the Bible: Past and Present (υπό έκδοση), διαθέσιμο στην ηλεκτρονική  διεύθυνση: https://www.academia.edu/38648487. Κυρίως ιστορική η προοπτική στο χρήσιμο άρθρο του Λυβάνιου (βλ. σημ. 9). Γενικά για τα προβλήματα και τη συζήτηση που προκαλεί η μετάφραση των Ιερών Κειμένων με τή σχετική προηγούμενη βιβλιογραφία βλ. Ά. Κόλτσιου-Νικήτα (σημ. 7), της ιδίας, «Η Ταυτότητα της Χριστιανικής Μετάφρασης», στο: Άννα Κόλτσιου-Νικήτα (επιμ.), Αφιέρωμα: Προβλήματα μετάφρασης των Ιερών Κειμένων, Δελτίο Βιβλικών Μελετών 28 (2010) [2012] σ. 9-23, Αικ. Τσαλαμπούνη, «Σύγχρονες Ερμηνευτικές Μέθοδοι και Μετάφραση της Βίβλου», στο: Β. Η. Σπαθοκώστα (επιμ.), Εισηγήσεις Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας με θέμα: Η Μετάφραση της Βίβλου στην Εκκλησία και στην Εκπαίδευση –Αφιέρωμα στα 25 χρόνια από την έκδοση της Νέας Μετάφρασης της Καινής Διαθήκης στη Νεοελληνική Γλώσσα (Αθήνα, 12-13 Δεκεμβρίου 2014), Αθήνα 2015, σ. 70-80.

[11] Το κείμενο της εγκυκλίου στην Ἐκκλησιαστικήν Ἀλήθειαν –δημοσιογραφικό όργανο του Πατριαρχείου- έτος ΚΑ (1901) αρ. 45, σ. 444-445. Βλ. σχετικά Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 164 κε.

[12] Ως λόγοι της καθυστέρησης προβλήθηκαν: η θετική έναντι των μεταφράσεων στάση του Μητροπολίτη Αθηνών και Προέδρου της Ιεράς Συνόδου Προκοπίου, ο οποίος, (βλ. και κατωτέρω σ. *** και σημ. 23), η αναμονή εκ μέρους της Συνόδου της έκδοσης Υπομνήματος της Θεολογικής Σχολής, η ασθένεια της μητέρας του Μητροπολίτη, η οποία τον υποχρέωσε να απουσιάσει από τα καθήκοντά του, ώστε να μην επικυρωθούν εγκαίρως τα πρακτικά· βλ. Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 206-207. Ο Carabott (σημ. 4), σ. 126-127, θεωρεί πιθανότερη την πρώτη εκδοχή και πιθανολογεί ότι ο Μητροπολίτης Αθηνών διαφωνούσε με την απόφαση της Συνόδου, η οποία συλλήβδην καταδίκαζε κάθε παράφραση των Ιερών Κειμένων, του καταλογίζει δε έλλειψη πυγμής.

[13] Έντονη αντίθεση στη μετάφραση του Ευαγγελίου εκφράστηκε κυρίως από τις εφημερίδες Καιροί (εκδ. Πέτρος Κανελλίδης), Ἐμπρός (εκδ. Δημήτριος Καλαποθάκης), Πρωΐα» και «Σκριπ» (εκδ. Ευάγγελος Κουσουλάκος).

[14] Είναι χαρακτηριστικό, ότι στις 29 Οκτωβρίου η Ἀκρόπολις εγκαινίασε στήλη, στην οποία δημοσιεύθηκαν ποικίλες απόψεις ανθρώπων του πνεύματος σχετικά με το ζήτημα της μετάφρασης: «σκοπός τῶν συνεντεύξεων τούτων εἶνε νά γίνῃ ὅσον τό δυνατόν εὐρυτέρα συζήτησις καί ἐξευρεθῇ ὁ καλλίτερος τρόπος, διά τοῦ ὁποίου εἶνε δυνατόν νά διαδοθῇ τό Εὐαγγέλιον καί συγχρόνως νά ἀναπτυχθῶσιν οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται ἡ μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου καί ἡ διάδοσις του εἰς τάς λαϊκάς τάξεις».

[15] Βλ. Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 175-176, όπου ολόκληρο το κείμενο της επιστολής.

[16] Βλ. σχετικά Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 170 κε., 211-217, όπου παρατίθενται οι 15 λόγοι, για τους οποίους, σύμφωνα με τους υπογράφοντες καθηγητές, η Ορθόδοξη Εκκλησία αποδοκιμάζει τις μεταφράσεις της Αγίας Γραφής και του Ιερού Ευαγγελίου.

[17] «Δέν παρέστην κατά τήν συνεδρίασιν τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, διότι διαφωνῶ πρός τούς συναδέλφους μου. Περί μεταφράσεως τῆς Γραφῆς ἀνέκαθεν ὑπῆρχαν δύο γνῶμαι», δήλωσε ο Κυριακός. Υπογράμμισε δε χρησιμοποιώντας στοιχεία από το ιστορικό των ενδογλωσσικών μεταφράσεων, ότι «… Ὁ Κύριλλος ΣΤ΄ καί ὁ Γρηγόριος Ε΄ ἦσαν ὑπέρ τῶν μεταφράσεων καθώς καί ὁ Φαρμακίδης καί ὁ Βάμβας. Ὁ Γρηγόριος Στ΄ μετά τοῦ Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων ἦσαν κατά τῶν μεταφράσεων, οὗτοι δέ ἔπεισαν καί τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἑλλάδος νὰ κατακρίνῃ αὐτάς». Αναφερόμενος στην προσωπική του θέση σχολίασε : «…ἐγώ δέν καταλέγομαι μετά τῶν φρονούντων, ὅτι αἱ μεταφράσεις τῆς Γραφῆς εἶνε πρᾶξις ἐγκληματική. Ὅσον ἀφορᾷ τήν μετάφρασιν τοῦ Πάλλη, τήν θεωρῶ γελοίαν καί εἶμαι σφόδρα κατ’ αὐτῆς ὡς ἐκχυδαϊζούσης τήν ὡραίαν ἡμῶν γλῶσσαν. Φρονῶ, ὅτι πρέπει νά ἀποδοκιμάζηται αὕτη ὡς καταγέλαστος, οὐχί ὅμως νά καταδικάζηται ὡς ἐγκληματική».

[18] Βλ. Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 176-178, όπου παρατίθεται ολόκληρο το κείμενο.

[19] Tην αρχή των επεισοδίων περιγράφει ο τότε φοιτητής Μανόλης Τρανταφυλλίδης, Άπαντα, τ.5: Γλωσσικό ζήτημα και γλωσσοεκπαιδευτικά Β΄, ΑΠΘ, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Θεσσαλονίκη 1963, σ. 381-382 ως εξής: «Πρωτοετής φοιτητής της φιλολογίας και οπαδός ακόμη της καθαρεύουσας, δεν είχα διαβάσει τίποτε του Πάλλη και δεν είχα προσέξει ίσως ακόμη ούτε τ’ όνομά του. Η πρώτη ωστόσο γνωριμία δεν άργησε. Ένα φθινοπωριάτικο πρωινό του 1901, το πανεπιστημιακό μάθημα της Γενικής γλωσσικής του Χατζιδάκι κόβονταν απότομα, καθώς φαίνεται ακόμη από τις φοιτητικές μου σημειώσεις. Σπούσαν τα παράθυρα μέσα σε φωνές και ουρλιάσματα, η κλειστή πόρτα άνοιγε με τη βία και μια διαδήλωση φοιτητική, ξεκινημένη από τη Νομική σχολή, συνέχιζε τη θριαμβευτική πορεία της προς τα γραφεία μιας εφημερίδας. Η εξαγριωμένη φοιτητική νεολαία αξίωνε να διακόψη η Ακρόπολη τη μετάφραση των Ευαγγελίων του Πάλλη που δημοσίευε και ν’ αφοριστή κάθε μετάφραση και κάθε ακόμη αναγνώστης της».

[20] Χαρακτηριστική η εμπαθής αρθρογραφία στην εφημερίδα Καιροί του δημοσιογράφου Δημητρίου Αναστασόπουλου (του Αθηναίου). Από την 1.11 έως την 5.11 είχε δημοσιεύσει σειρά άρθρων υπό τον τίτλο «Ἡ βεβήλωσις τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Οἱ Σλαῦοι καί ἡ Ἑλληνική Ὀρθοδοξία. Κάτω ὁ Σλαυισμός». Στις 6.11 το άρθρο του επιγραφόταν: «Ἔκκλησις εἰς τόν πατριωτισμόν τῶν Ἑλλήνων. Πυρπολήσατε τήν μετάφρασιν! Κάτω ὁ Σλαυϊσμός!», ενώ στις 7.11 ο στόχος γινόταν συγκεκριμένος (βλ. σημ. 1).

[21] Βλ. κατωτέρω σημ. 41, για την εξήγηση που έδωσε ο Έλληνας πρωθυπουργός.

[22] Βλ. σχετικά Α. Διάλλα, «Ευαγγελικά και Πανσλαβισμός: Ο παράδοξος συσχετισμός», στο Ευαγγελικά και Ορεστειακά 2005, σ. 43-44: η Ρωσική πλευρά θεωρούσε ανυπόστατες τις κατηγορίες, ο δε Τομπάζης ανησυχούσε για τις δυσμενείς επιπτώσεις αυτών των εκδηλώσεων στα εθνικά συμφέροντα, καθώς η δυσφορία που διαπίστωνε στους κύκλους της Αγίας Πετρούπολης μπορούσε σαφώς να αποβεί «πρός ζημίαν τῶν μᾶλλον τιμαλφῶν ἡμῶν συμφερόντων».

[23] Η μεταφραστική προσπάθεια άρχισε το δεύτερο ήμισυ του 1898 από την γραμματέα και έμπιστη συνεργάτιδα της βασιλίσσης Ιουλία Σωμάκη (μετέπειτα Καρόλου). Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της Σωμάκη, αφορμή υπήρξε η διαπίστωση που έκανε η βασίλισσα επισκεπτόμενη τραυματίες στρατιώτες του πολέμου του 1897, ότι ο λόγος του Ευαγγελίου ήταν ακατανόητος σε όσους δεν είχαν ανώτερη μόρφωση. Το κείμενο ελέγχθηκε αρχικά από επιτροπή αποτελούμενη από τον Μητροπολίτη Προκόπιο, τον καθηγητή Πανεπιστημίου Ιωάννη Πανταζίδη και τον καθηγητή Θεολογίας Φίλιππο Παπαδόπουλο και εν συνεχεία εστάλη σε καθηγητές της Θεολογικής Σχολής, μεταξύ των οποίων ο Ζήκος Ρώσης, ο Εμμανούλ Ζολώτας, ο Διομήδης Κυριακός. Οι δύο πρώτοι, όπως και οι Γ. Ι. Δέρβος, Ιω. Μεσολωράς και Ιγν. Μοσχάκης υπέγραψαν στις 3.11.1901 το γνωστό υπόμνημα που καταδίκαζε τη μετάφραση του Α. Πάλλη . Εξαίρεση, όπως ήδη αναφέρθηκε, απετέλεσε ο Διομήδης Κυριακός (βλ. ανωτ. σελ.*** και σημ. 17), ο οποίος και στην περίπτωση της πρωτοβουλίας της βασιλίσσης Όλγας, διατύπωσε σε επιστολή τη θετική του άποψη σχετικά με το ζήτημα της μετάφρασης («Ἡ ἰδέα νά μεταφραστεῖ τό Εὐαγγέλιο σέ γλῶσσα κατανοητή στόν ἑλληνικό λαό καί νά διαδοθεῖ σ’ αυτόν εἶναι ὀρθή καί πολύ ὠφέλιμη…. Θά συντελέσει σημαντικά στή θρησκευτική καί ἠθική ἀνάπτυξή του, τήν ὁποία ἔχει πάρα πολύ ἀνάγκη… Ἡ Ἐκκλησία μας δέν εἶναι ἐναντίον τῶν μεταφράσεων βάσει ἀρχῶν..»). Ύστερα από το αίτημα του εκδότη Α. Κωνσταντινίδη να του δοθεί συστατική εγκύκλιος από το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαίδευσης, προκειμένου να προχωρήσει στην έκδοση, το θέμα παραπέμφθηκε στον τότε Υπουργό Αντ. Μομφεράτο και εκείνος αρνήθηκε να παραχωρήσει συστατική εγκύκλιο χωρίς την έγκριση της Ιεράς Συνόδου. Η βασίλισσα εξέφρασε το αίτημα να της δοθεί η σχετική έγκριση με επιστολή της προς την Ιερά Σύνοδο στις 2.12.1898. Ύστερα από αρνητική απάντηση που έλαβε στις 31.3.1899, επανήλθε με το ίδιο αίτημα στις 2.5.1899. Υπογράμμιζε, ότι κατανοεί τους λόγους που στο παρελθόν είχαν οδηγήσει στις απαγορευτικές αποφάσεις, όταν οι μεταφράσεις «ἀπέκρυπτον ἴσως προσηλυτιστικούς σκοπούς», οι οποίοι όμως στη δική της περίπτωση δεν υφίσταντο. Κατέληγε: «.. ὁ λαός μας στερεῖται τήν ἐπαρκῆ καί ὑγιῆ παρηγοριά πού προέρχεται ἀπό τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο. Τοῦτο γνωρίζω θετικά ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως καί πείρας καί εἶμαι βεβαία ὅτι ἡ μετάφραση τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου θά συντελέσει τά μέγιστα στή ριζική ἀναμόρφωση». Η απάντηση της Συνόδου ήταν και πάλι αρνητική με κύριο επιχείρημα την ανάγκη ανάλυσης και ερμηνείας των Γραφών και όχι κατά λέξιν μετάφρασης του κειμένου. Η βασίλισσα προχώρησε τότε, ύστερα από προφορική άδεια του Μητροπολίτη και με δικά της έξοδα, στην έκδοση κατ’ αρχήν 1000 αντιτύπων, τα οποία θα πωλούνταν έναντι μικρού τιμήματος. Τα αντίτυπα σφραγίστηκαν με τον λογότυπο «Πλανᾶσθε μή εἰδότες τάς Γραφάς». Η διάθεσή τους είχε μεγάλη απήχηση και η βασίλισσα ετοιμαζόταν για δεύτερη έκδοση, η οποία όμως ματαιώθηκε λόγω των Εὐαγγελικῶν. Βλ. την αφήγηση της Ιουλίας (Σωμάκη) Καρόλου, Όλγα – Η Βασίλισσα των Ελλήνων, Αθήνα 1934 (ανατ. 2017), σ. 89-123.

[24] Είναι χαρακτηριστικά όσα αναφέρονται σε άρθρο της εφημερίδας Ἐμπρός τις παραμονές των Εὐαγγελικῶν (φύλ. 2ας Νοεμ. 1901): «Ὅ,τι διετήρησε τήν γλωσσικήν καί θρησκευτικήν ἑνότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατά τούς σκοτεινούς χρόνους τῆς δουλείας δέν ἦτο οὔτε ὁ Ὅμηρος, οὔτε ὁ Πλάτων. Ἦτο τό Εὐαγγέλιον. Αὐτό ἀπετέλεσε τήν πυξίδα, πρός τήν ὁποίαν ἦσαν ἐπί αἰῶνες προσηλωμένα τά βλέμματα τῶν ὑποδούλων. Ἕλληνες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἢ τῆς Πελοποννήσου, Θεσσαλοί ἢ Θρᾷκες, πρίν ἢ αἰσθανθῶσι τήν κοινότητα τῆς καταγωγῆς των, ἠσθάνοντο τήν κοινότητα τῆς θρησκείας καί τῆς γλώσσης διά τῶν ἱερῶν λόγων τοῦ Εὐαγγελίου».

[25] Για την «κληρονομιά» του Οθωμανικού παρελθόντος, τη σημασία της γλώσσας και τον ρόλο του Πατριαρχείου, βλ. Ιω. Σ. Κολιόπουλος, Ιστορία της Ελλάδος από το 1800 – Το Έθνος, η Πολιτεία και η Κοινωνία των Ελλήνων, τ. Α΄, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 29-31, 35-36, 107. Πρβλ. Θ. Βερέμης – Γ. Κολιόπουλος, Ελλάς. Η σύγχρονη συνέχεια (από το 1821 μέχρι σήμερα), Αθήνα 2006, σ. 30 κε. Ενδεικτικές είναι οι παρατηρήσεις του Αντώνη Λιάκου: «Τα Ελληνικά δεν ήταν μόνον αυτά που ακούγονταν στην καθημερινή ομιλία. Υπήρχε μια ελληνική γλώσσα γραπτή και επίσημη, η οποία απλωνόταν σαν ένα δίχτυ πάνω από ετερόγλωσσους πληθυσμούς. Ήταν η γλώσσα της Εκκλησίας, ενός θεσμού και με τη μεγαλύτερη χρονική διάρκεια, από τα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και με το μεγαλύτερο γεωγραφικό εύρος. Οι ελληνόγλωσσες επισκοπές εκτείνονταν από την Αίγυπτο έως τη Μολδοβλαχία. Τα Ελληνικά ήταν επίσης η γλώσσα των εγγραμμάτων, του έντυπου λόγου και των βιβλίων, του εμπορίου». Βλ. Γλώσσα και Έθνος στη Νεότερη Ελλάδα: Θέματα Ιστορίας της Ελληνικής Γλώσσας, Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα, 2007), διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: <http://www.greek-language.gr/greekLang/studies/history/thema_18/index.html. (7.3.2019).>

[26] Για τη σχέση γλώσσας-εθνικής ταυτότητας βλ. ενδεικτικά P. Mackridge, Language and National identity in Greece 1766-1976, Οξφόρδη 2010. Βέβαια ήδη από τα χρόνια του Νεοελληνικού Διαφωτισμού είχαν διαμορφωθεί οι διάφορες τάσεις ως προς το γλωσσικό όργανο, με το οποίο θα έπρεπε να μεταδοθεί η γνώση και η παιδεία, ώστε να έρθει ο «φωτισμός του γένους»: καθομιλουμένη [σημαντικοί εκπρόσωποι: Ρήγας Φεραίος (1757-1798), Δημ. Καταρτζής (1730-1807), Γρηγ. Κωνσταντάς (1758-1844), Αθαν. Χριστόπουλος (1772-1847), Ιω. Βηλαράς (1771-1823)], μια μορφή που κατά το δυνατόν θα προσομοίαζε στην αρχαία Ελληνική [σημαντικοί εκπρόσωποι: Νεόφυτος Δούκας (1760-1845) Παναγ. Κοδρικάς (1762-1827)], ή ένας συγκερασμός των δύο, η «κεκαθαρμένη» ομιλουμένη, εμπλουτισμένη με έννοιες και στοιχεία της Αρχαίας και προσαρμοσμένη στους γραμματικούς κανόνες, στο φωνολογικό και μορφολογικό της πλαίσιο. Η τελευταία γλωσσική εκδοχή που συνδέεται κυρίως με τον Αδαμάντιο Κοραή ονομάσθηκε αργότερα καθαρεύουσα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στους υποστηρικτές όλων των τάσεων ήταν κοινή η υπογράμμιση της σύνδεσης με την Κλασσική Αρχαιότητα και η επιβεβαίωση της συνέχειας του Ελληνισμού. Όπως παρατηρεί ο Vincenzo Rotolo, A. Korais e la questione della lingua in Grecia, Παλέρμο 1965, σ. 56-57, για μεν τους οπαδούς της αρχαΐζουσας η χρήση της ήταν η καλύτερη απόδειξη -τόσο απέναντι στους ίδιους όσο και απέναντι στους ξένους-ότι οι σύγχρονοι Έλληνες είναι οι νόμιμοι απόγονοι των Αρχαίων, για δε τους δημοτικιστές η χρήση της δημοτικής κατεδείκνυε, ότι η ελληνική γλώσσα παρέμενε ουσιαστικά η ίδια για πάνω από 25 αιώνες, αν εξαιρέσει κανείς ασήμαντες λεξιλογικές και φωνητικές αλλαγές. Πρβ. Mackridge, ό.π. σ. 66 κε.

[27] Βλ. V. N. Roudometof, «From Rum Millet to Greek Nation: Enlightenment, Secularization and National Identity in Ottoman Balkan Society, 1453-1821», Journal of Modern Greek Studies 16.1 (1998) 11-48. Το ίδιο έτος των επεισοδίων (1901) εκδίδεται στην Αθήνα, τύποις Π. Δ. Σακελλαρόπουλου, το άρθρο του Ν. Γ. Πολίτου, «Ἕλληνες ἢ Ρωμιοί». Σ’ αυτό ο Πολίτης αντικρούει την άποψη του Κ. Παλαμά ότι ο όνομα Ἕλλην άρχισε να χρησιμοποιείται κατά την επανάσταση του 1821 υπό την επίδραση λογίων με κλασσική παιδεία, καθώς είχε αντικατασταθεί στη συλλογική συνείδηση ήδη από το τέλος της αρχαιότητος με το Ρωμαῖος. Ο Πολίτης βασιζόμενος σε συγκεκριμένα χωρία υποστηρίζει ότι η χρήση του εθνικού Ἕλλην είναι παρούσα ήδη στα ύστερα βυζαντινά χρόνια, αλλά το Πατριαρχείο, ως πνευματικός ηγέτης και των άλλων μη ελληνικών Ορθοδόξων κοινοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, απέφυγε τη χρήση. Αυτή, κατά τον Πολίτη, ήταν κυρίως η αιτία που επεκράτησε ο όρος Ρωμαῖος/Ρωμηός. Επίσης πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπ’ όψιν ο ρόλος που έπαιξε στην Χριστιανική Ανατολή η ταύτιση του ονόματος Ἕλλην με τον ειδωλολάτρη/εθνικό. Ο Mackridge (βλ. σημ. 26) ανήκει στους μελετητές που διστάζουν να αποδεχθούν τόσο πρώϊμη συνειδητή χρήση του ονόματος Ἕλλην και την θεωρεί «… a rhetorical conceit confined to a small intellectual elite,…. hardly ever intended to imply that the authors felt that they and their compatriots were to be identified with the ancient Hellenes» (σ. 49). Δέχεται βέβαια ότι η εικόνα αλλάζει σαφώς από τον 17ο αιώνα και εξής [«..there was an increasingly expressed assumption that the modern speakers of the Greek language were the descendants of the ancient Hellenes…they inhabited the same region (called Hellas) and spoke a version of the same language»] και σχολιάζει εύστοχα τη σημασία που απέκτησε η κληρονομιά της Κλασσικής Αρχαιότητος, γνωστή ήδη στη Δυτική Ευρώπη, για τη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας σε συνδυασμό με το κύρος της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού μεταξύ των Ορθοδόξων λαών της Βαλκανικής: «The ancient component of their ‘national history’ was already written…In addition, the cultural prestige of Greek language and culture in the modern Balkans (what is sometimes called,… the Orthodox Commonwealth) was also ready-made…» (σελ. 63). Ωστόσο, η ενδελεχής και συνεχώς εμπλουτιζόμενη έρευνα των πηγών, τόσο της ύστερης Βυζαντινής περιόδου, όσο και αυτής της Τουρκοκρατίας, στηρίζει και επιβεβαιώνει τις παλαιές θέσεις του Ν. Πολίτη. Βλ. πρόσφατα τις ακόλουθες συμβολές στον συλλογικό έργο Ό. Κατσιαρδή-Hering, Αν. Παπαδία-Λάλα, Κ. Νικολάου, Β. Καραμανωλάκης (επιμ.), Έλλην, Ρωμηός, Γραικός. Συλλογικοί προσδιορισμοί & ταυτότητες, Ιστορήματα 7, Αθήνα 2018: Ό. Κατσιαρδή-Hering, «Έλλην, Γραικός, Ρωμηός: από το πολυεθνικό στο εθνικό», σ. 19-36· Σ. Μεργιαλή-Σάχα, «Συλλογικές και εξατομικευμένες ταυτότητες βυζαντινών διανοουμένων στον απόηχο της δύσκολης επικαιρότητας του 14ου αιώνα», σ. 119-134· Τ. Κιουσοπούλου, «Ρωμαίοι και Έλληνες στο δεσποτάτο του Μορέως», σ. 137-144· Ε. Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη, «Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες ἀφοῦ ἐχάσαμε τό βασίλειο, ἐχάσαμεν ὅλα. Πώς αυτοπροσδιορίζονταν οι υπό ξένη κυριαρχία Έλληνες: η μαρτυρία των κειμένων», σ. 247-265· Ιω. Κ. Χασιώτης, «Αναζητώντας εσωτερικές και εξωτερικές μαρτυρίες για τον εθνικό προσδιορισμό των Ελλήνων κατά την πρώιμη Τουρκοκρατία», σ. 299-316. Οι μαρτυρίες που παρατίθενται στο τελευταίο άρθρο αντικρούουν τη θέση ότι η χρήση του όρου Ἕλλην περιοριζόταν σε μια ελίτ λογίων. Για μια συνολική εικόνα βλ. ενδεικτικά Κατσιαρδή-Hering, ό.π.: «..Οι αυτοκράτορες και λόγιοι της Νίκαιας ελλήνιζαν πλέον … η ελληνίζουσα εναπομείνασα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και οι επανελθόντες στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης Παλαιολόγοι, αλλά και η παλαιολόγεια αναγέννηση, … οδήγησαν και στη σταδιακή επανασημασιοδότηση του όρου Έλλην. Ο «Έλλην», ήδη σε πρωϊμότερο χρόνο και σύμφωνα με την Άννα Κομνηνή, τον Ιωάννη Δούκα Βατάτση, τον Νικηφόρο Βλεμμύδη, τον Θεόδωρο Β΄ Λάσκαρη [αποκαλούσε Ἑλληνικόν, Ἑλλάδα την Αυτοκρατορία της Νίκαιας], τον Γεμιστό Πλήθωνα, τον Βησσαρίωνα και άλλους, αποκτά και πρώιμο εθνοτικό περιεχόμενο, χωρίς όμως η ρωμαϊκή ταυτότητα να απεμπολείται. Οι όροι Έλλην/Ελλάς απαντούν και σε πολλές από τις εκκλήσεις ελλήνων λογίων προς ηγεμόνες και εκκλησιαστικούς εκπροσώπους της Δύσης κατά τους 15ο και 16ο αιώνες, με τις οποίες επεδίωκαν να προκαλέσουν το ενδιαφέρον τους για τους υποτελείς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ομογενείς τους». Ιδιαίτερα για τη χρήση του όρου Ρωμαίος/Ρωμηός … «Τον όρο της Ρωμαϊκής Εκκλησίας κράτησαν και οι ανατολικές εκκλησιαστικές αρχές για λογαριασμό του Πατριαρχείου..ιδίως μετά την εγκατάσταση των Οθωμανών στην Κωνσταντινούπολη και την ανάρρηση του Γενναδίου στον πατριαρχικό θρόνο…. Ο πατριάρχης των Ρωμαίων κατά την αυτοαπόκλησή του, θα αποτελέσει την ανώτερη αναγνωρίσιμη εκκλησιαστική αρχή της Ανaτολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας…Χάνει ο όρος <Ρωμηός> την ένδοξη αυτοκρατορική του απόχρωση, αποκτά όμως λαϊκή αποδοχή του υποτελούς μεν στον Σουλτάνο, πλην όμως και διαφορετικού από τους λοιπούς μουσουλμάνους υποτελείς. Μέσω της αυτοαπόκλησής τους ως Ρωμηοί ενδύονται, υπόδηλα, οι υποτελείς το παρελθόν της χαμένης αυτοκρατορικής αίγλης. Θρήνοι για την απώλεια της Ρωμανίας… συγκρατούν το αυτοκρατορικό παρελθόν και συμβάλλουν στη λαϊκή πλέον ένδυση του όρου Ρωμηός με θρησκευτικό μεν περιεχόμενο για τις οθωμανικές και εκκλησιαστικές αρχές, αλλά βαθμιαία και με εθνικό…Συχνά πλέον ο όρος Ρωμαίος απαντά σε ελληνικές και οθωμανικές πηγές και ως εθνικό όνομα, χωρίς απαραίτητα να χάνει και την οικουμενικότητά του. Ο όρος Ρωμαίος/Ρωμηός περιβλήθηκε με οικουμενικότητα, εν είδει αυτοκρατορικότητας, δεδομένης και της ανάδειξης του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου ως κυριαρχούσας εκκλησιαστικής αρχής για τους υποτελείς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ρωμηός ήταν για το Πατριαρχείο ο ορθόδοξος πιστός». Και σχετικά με την επικράτηση του όρου Έλλην στην προεπαναστατική και μετέπειτα περίοδο (σ. 27-29) … «Στα κείμενα Ρωσοαγγλογάλλος και Ελληνική Νομαρχία ήτοι Λόγος περί Ελευθερίας (1805, 1806), ο όρος Έλλην επικρατεί … Ο όρος Έλλην επιβάλλεται στις προκηρύξεις και τα Συντάγματα της Επανάστασης του 1821. Απόγονοι του σοφού και φιλανθρώπου έθνους των Ελλήνων, σύγχρονοι των νυν πεφωτισμένων και ευνομουμένων λαών της Ευρώπης αυτοαποκαλούνταν στη Διακήρυξη της Πρώτης Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου… Η συμβολή… των ελλήνων διαφωτιστών, ο κλασικισμός και ο ευρωπαϊκός ρομαντισμός, παράλληλα με την εμφάνιση της ιδεολογίας του εθνικισμού, συνιστούσαν το πλαίσιο για την επικράτηση του όρου Έλλην. Ο όρος Έλλην επιβλήθηκε στον προσδιορισμό της εθνικής ταυτότητας και της κρατικής υπόστασης για τον υπήκοο του νέου εθνικού κράτους» (σ. 34-35).

[28] Με την ολοκλήρωση το 1875 του έργου του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, το οποίο είχε αρχίσει να εκδίδεται το 1860. Πριν απ’ αυτόν ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος, Λευκαδίτης λόγιος, στην εισαγωγή υπό τον τίτλο «Περί Μεσαιωνικού Ελληνισμού» του βιβλίου του Ἅσματα δημοτικά τῆς Ελλάδος είχε διατυπώσει πρώτος παρόμοιες θέσεις με αυτές του Παπαρρηγόπουλου. Αντιμετώπισε τον Χριστιανισμό ως «στοιχεῖον Ἑλληνισμοῦ» και χρησιμοποίησε τον όρο «Χριστιανικὸς Ἑλληνισμός». Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Η Εποχή του -Η Ζωή του – Το Έργο του, Αθήνα 1986, σ. 287.

[29] Η μακρά και έντονη αντιπαράθεση των δύο τάσεων, καθαρεύουσα ή δημοτική, η εξέλιξη δηλαδή του λεγομένου «γλωσσικού ζητήματος» είχε εισέλθει σε νέα φάση μετά το 1888. Τότε ο Γ. Ψυχάρης εξέδωσε το «Ταξίδι μου», έργο που θεωρήθηκε προγραμματικό για την υπόθεση του δημοτικισμού. Βεβαίως η μετάφραση του Ευαγγελίου από τον Α. Πάλλη μπορεί να μελετηθεί ως μέρος του γλωσσικού ζητήματος, αυτό όμως βρίσκεται έξω από τις προθέσεις της παρούσας εισήγησης. Για το θέμα αυτό εκτεταμένη βιβλιογραφία παραθέτει ο Peter Mackridge στη μελέτη που έχει ήδη αναφερθεί  (βλ. σημ. 26).

[30] Ιω. Σ. Πέτρου, Εκκλησία και Πολιτική, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 178-182. Πρβλ. Μιλτ. Κωνσταντίνου, «Der Streit um eine Bibelübersetzung in Griechenland im 19. und 20. Jahrhundert», εισήγηση που παρουσιάσθηκε κατά τις εργασίες Συνεδρίου του Τομέα Εκκλησιαστικής Ιστορίας (Fachgruppe Kirchengeschichte) της Επιστημονικής Θεολογικής Εταιρείας (Wissenschaftliche Gesellschaft für Theologie), 23-25 Μαρτίου 2018, Haus Hainstein, Eisenach (υπό δημοσίευση).

[31] Χαρακτηριστική η αποστροφή του πρώην Υπουργού Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαίδευσης Α. Ευταξία σε ομιλία του στη Βουλή μετά το πέρας των επεισοδίων, η οποία δημοσιεύθηκε στον Τύπο στις 13.11. Αναφέρεται μάλιστα σε εκείνους, οι οποίοι «ὡς ὁ περιβόητος Φαλμεράϋερ ἠθέλησαν νά μᾶς παραστήσωσι ὡς οὐδέν κοινόν ἔχοντας πρός τούς πάλαι Ἕλληνας». Και συνεχίζει: «Αὐτοί ἐφρόντισαν ν’ ἀποδείξωσι ταῦτα καί δ’ ἄλλων ἐπιχειρημάτων καί διά τῆς διαφορᾶς τῆς καθομιλουμένης ἡμῶν γλώσσης πρός τήν ἀρχαίαν Ἑλληνικήν καὶ πρός αὐτήν τοῦ Εὐαγγελίου περί ἧς ἰσχυρίζονται, ὅτι εἶναι πάντῃ ἀκατάληπτος εἰς ἡμᾶς τούς νεωτέρους Ἕλληνας. Ἀλλ’ ὅταν ἡμεῖς αὐτοί ἐρχώμεθα διά τῶν ἔργων ἡμῶν ν’ ἀποδείξωμεν ὅτι πράγματι δέν ἐννοοῦμεν τό Εὐαγγέλιον ἐν τῇ ἀρχετύπῳ αὐτοῦ γλώσσῃ καί ἔχομεν ἀνάγκη μεταφράσεως αὐτοῦ διά τόν λαόν, τί πράττομεν οὕτως; Δέν παρέχομεν τρανήν ἀπόδειξιν εἰς τούς ξένους, ὅτι εἵμεθα ἀνάξιοι ἡμεῖς νά διατηρήσωμεν τήν ἱεράν παρακαταθήκην τῶν πατέρων μας, ὅτι εἴμεθα ἀνάξιοι νά φέρωμεν τό Ἑλληνικόν ὄνομα, ὅτι οὐδέν κοινόν ἔχομεν πρός τούς πάλαι Ἕλληνας;»· βλ. εφημ. Ἀκρόπολις (φύλ. 13.11).

[32] Βλ. ανωτέρω σημ. 4, όπου και ο πλήρης τίτλος.

[33] Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 11. Βεβαίως η ομοιότητα των κειμένων παραπέμπει πιθανότατα σε επίδραση στους φοιτητές-συντάκτες των λόγων του Α. Ευταξία, δηλώνει όμως παράλληλα, εάν συνεκτιμηθεί το σύνολο της αφήγησης των φοιτητών, ότι επρόκειτο για θέσεις με γενικώτερη απήχηση.

[34] Βλ. Πρακτικά Συνεδριάσεων Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ, Συνεδρίαση 29ης Οκτωβρίου 1901, διαθέσιμα στον δικτυακό τόπο: https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/49843#contents (7.3.2019). Στη συνέχεια γίνεται ένας ενδιαφέρων παραλληλισμός με τα Ομηρικά έπη, τα οποία, κατά τους γράφοντες, αποτελούσαν το σύμβολο της γλωσσικής ενότητας του Ελληνισμού ως την εποχή του Χριστού και δεν μεταφράσθηκαν ποτέ στις επιμέρους διαλέκτους (Αιολική, Δωρική, Αττική κλπ). Κατ’ αναλογία δεν πρέπει να γίνεται κατά λέξη μετάφραση του Ευαγγελίου στην καθομιλουμένη Ελληνική, αλλά μάλλον ερμηνεία, δεδομένου, ότι αυτή παρουσιάζει μεγαλύτερη συγγένεια προς τη γλώσσα του Ευαγγελίου απ’ ό,τι οι Αρχαίες διάλεκτοι με τη γλώσσα των Ομηρικών επών.

[35] Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 29-30.

[36] Η αναγνώριση δε του Βυζαντίου ως αναπόσπαστου τμήματος της ελληνικής ιστορίας και επιβεβαίωσης της συνέχειας του Ελληνισμού προσέφερε ιστορικά επιχειρήματα στον αλυτρωτισμό, εφόσον το νεοελληνικό κράτος αναδεικνυόταν ως ο νόμιμος κληρονόμος του Βυζαντίου, ο αδιαφιλονίκητος διεκδικητής των συνόρων (και της πρωτεύουσας) του. Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Ελληνικός Ρομαντισμός, Αθήνα 1994, σ. 461. Αναφορικά με τη Μεγάλη Ιδέα βλ. ενδεικτικά: Έ. Σκοπετέα, Τό «Πρότυπο Βασίλειο» καί ἡ Μεγάλη Ἰδέα – Ὄψεις τοῦ ἐθνικοῦ προβλήματος στήν Ἑλλάδα (1830-1880), Αθήνα 1988 και πρόσφατα Σπ. Γ. Πλουμίδης, «Τῆς μεγάλης ταύτης ἰδέας: Οι αφετηρίες της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας» στο: Κατσιαρδή κ.ά., Έλλην, Ρωμηός, Γραικός (σημ. 27), σ. 555-569.

[37] Αξίζει επιπλέον να σημειωθεί ότι στην ελληνική πνευματική και πολιτική ηγεσία του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα έχει διαμορφωθεί και απαντά ευρύτατα η θέση ότι καθοριστικός παράγων για τον προσδιορισμό της εθνικής ταυτότητας ήταν η συνείδηση. Το στοιχείο της γλώσσας θεωρείται δευτερεύον, συνεπώς θεμελιώνεται η ιδέα της ένωσης των λαών που συναποτελούσαν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία και το αίτημα η ιδεατή επικράτεια του ελληνικού έθνους να περιλάβει και τους αλλοφώνους χριστιανικούς λαούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

[38] Βλ. σχετικά Ιω. Σ. Κολιόπουλου, Ιστορία της Ελλάδος από το 1800 – Η Διαμόρφωση και η Άσκηση της Εθνικής Πολιτικής, τ. Β΄, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 61-196, ιδίως σ. 178-196 για τη δράση της «Εθνικής Εταιρείας» και τον πόλεμο του 1897. Πρβλ. και Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 105-106, ιδιαίτ. σημ. 167, όπου εκτενής αναφορά στη σύνθεση και τους στόχους της «Εθνικής Εταιρείας».

[39] Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 39,40.

[40] Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 10.

[41] «Τέλος ἐξ ἐθνικῆς ἀπόψεως κρίνων τό πρᾶγμα θεωρῶ τήν εἰς τήν ἁπλῆν δῆθεν γλῶσσαν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου ὀλεθριωτάτην εἰς τά ἐθνικά συμφέροντα. Ἂν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες κηρύξωμεν εἰς τόν κόσμον, ὅτι ὁ λαός ὁ Ἑλληνικός δέν ἐννοεῖ τήν γλῶσσαν τοῦ Εὐαγγελίου καί ἔχει ἀνάγκην μεταφράσεως πῶς θά διαμαρτυρηθῶμεν κατά τῆς ἐν Βλαχικῇ, Βουλγαρικῇ καί Ἀλβανικῇ μεταφράσει διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου μεταξύ τῶν Βλαχοφώνων και Βουλγαροφώνων και Αλβανοφώνων Ὀρθοδόξων, πῶς θά κωλύσωμεν τήν ἐκ τῆς γλώσσης ταύτης μετάφρασιν πάντων τῶν ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων καί τήν εἰσαγωγήν τοιαύτης γλώσσης εἰς τήν Ἐκκλησίαν αὐτῶν; Δέν θά ἐξυπηρετοῦμεν οὕτω τά σχέδια τῶν ἀσπόνδων ἐχθρῶν τοῦ ὀρθοδόξου Ἑλληνισμοῦ;». Να σημειωθεί, ότι στη διαμαρτυρία του Ρώσου πρέσβη για τα αντισλαβικά συνθήματα κατά τη διάρκεια των επεισοδίων ο πρωθυπουργός Θεοτόκης απάντησε με τη διευκρίνιση ότι στόχος δεν ήταν η Ρωσία, αλλά η Βουλγαρία, βλ. Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 262 και σημ. 289. Για τον Παύλο Καρολίδη (1849-1930), σημαντικό εκπρόσωπο των Ελληνορθοδόξων της Μ. Ασίας (συγεκριμένα του «Καππαδοκικού κύκλου»), καθηγητή Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1908 βουλευτή στην Οθωμανική Βουλή των Νεοτούρκων, βλ. Σ. Β. Κουγέας, «Παύλος Καρολίδης», Νέα Εστία 8 (1930) σ. 935-937, Ε. Π. Φωτιάδης, «Παύλος Καρολίδης», Ελληνικά 4 (1931) σ. 291-300, Α. Σαββίδης, «Ὁ ιστορικός Παύλος Καρολίδης (1849-1930)», Νέα Εστία 135 (1994) σ. 39-42, Ι. Πετροπούλου, «Ιστοριογραφικές προσεγγίσεις του Οθωμανικού παρελθόντος (19ος αι.)», Μνήμων 21 (2001) σ. 269-295, Κ. Γεωργιάδου, Προσέγγιση στη ζωή και το έργο του Παύλου Καρολίδη, (αδημ. Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη). Για μια έγκυρη και συνοπτική παρουσίαση βλ. Π. Τουλουμάκος, «Καρολίδης Παύλος», 2005, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ.Ασία, URL: http://www.ehw.gr/l/aspx?id=4762. (7.3.2019).

[42] Βλ. ειδικά το άρθρο της Ά. Διάλλα (σημ. 22) σ. 43-61. Επίσης της ιδίας: Η Ρωσία απέναντι στα Βαλκάνια-Ιδεολογία και πολιτική στο δεύτερο μισό του 19ου αι., Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2009, όπου και εκτενής σχετική βιβλιογραφία. Για τον Πανσλαβισμό με παλαιότερη βιβλιογραφία βλ. Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 268 κ.ε., ιδιαίτερα σημ. 297. Πρβλ. επίσης Κολιόπουλος (σημ. 38) σ. 131 κε. Ειδικά για το ζήτημα του Πατριαρχείου Αντιοχείας βλ. Π. Τζουμέρκας, «Η Εκκλησία Αντιοχείας- Συνοπτική ιστορική παρουσίαση», στο: Τιμητικός Τόμος Νικολάου Μποχλόγυρου, Ίδρυμα Παιδαγωγικών Μελετών και Εφαρμογών, Αθήνα 2014, σ. 371-421.

[43] Φυσικά δεν έλειπαν και οι αντίθετες εκτιμήσεις, οι περισσότερο νηφάλιες και μετριοπαθείς. Να αναφερθούν ενδεικτικά οι δηλώσεις του καθηγητή της Θεολογικής Α. Διομήδη Κυριακού στη γνωστή συνέντευξή του της 29.10, για την οποία έγινε ήδη λόγος ανωτέρω (βλ. σημ. 17). Αναφερόμενος εκτός των άλλων και στον υποτιθέμενο σλαβικό δάκτυλο όπως και στους εθνικούς κινδύνους, οι οποίοι ελλοχεύουν πίσω από τη μετάφραση ο καθηγητής σχολίασε: «Νομίζω ὅτι εἶναι ὑπερβολικοί καί ἀβάσιμοι οἱ φόβοι περί μηχανορραφιῶν καί ἐπιβουλῶν πανσλαυϊστικῶν. Ἐπίσης θεωρῶ ἀβασίμους τούς φόβους περί κινδύνων ἐθνικῶν. Οἱ βουλγαρόφωνοι καί τουρκόφωνοι ὀρθόδοξοι ἔχουν ἤδη μεταφράσεις τοῦ Εὐαγγελίου εἰς βουλγαρικήν καί τουρκικήν γλῶσσαν, οὐδέν δ’ ἐκ τούτων κακόν προῆλθεν. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου καί δι’ αὐτό δέν ἔλαβον μέρος εἰς τήν συνεδρίαν τῆς Σχολῆς». Πρόκειται ουσιαστικά για έναν αντίλογο στις ανησυχίες που τις ίδιες μέρες εξέφραζε ο Παύλος Καρολίδης στην επιστολή του προς την ἐφημ. Ἀκρόπολις (βλ. σημ. 41). Πρβλ. και τις θέσεις του Επισκόπου Κεφαλληνίας Γερασίμου, τις οποίες παραθέτει η Σωμάκη-Καρόλου (σημ. 23) σ. 116-120.

[44] ’Ακρόπολις, φύλ. 6 Νοεμ. Πρβλ. ανωτ. σημ. 17 και 43.

[45] Σε άρθρο του με τίτλο «Οdi profanum vulgus et arceo», εφημ. Καιροί (φύλ. 9.10.1899), ο Αύγουστος Ζωγράφος υποστήριζε ότι εκείνοι που επιθυμούν να παραφράσουν το κείμενο της Βίβλου «σκάβουν τόν τάφο τοῦ Ἑλληνισμοῦ» καταλήγοντας ότι σύσσωμο του έθνος πρέπει να κραυγάσει στους «συμμορίτας»: «Κάτω οἱ βλάσφημοι πού διαπράττουν ἔγκλημα ἐναντίον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἱεροσυλίαν ἐναντίον τῆς γλώσσας πού χρησιμοποιήθηκε ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό Ἑλληνικό Πνεῦμα». Στην εφημ. Ἐμπρός της 4.10.1899 διαβάζουμε: «ὅταν στήν πρωτεύουσα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἡ ἀρχέτυπη Ἑλληνική γλῶσσα, στήν ὁποία καταγράφηκαν τά Εὐαγγέλια κρίνεται ἀκατανόητη, πῶς δέν μπορεῖ νά ὑποστηριχθεῖ τό ἴδιο ἀπό τούς Βουλγαρόφωνους Ἕλληνες;». Και στην Πρωΐα της 14.10.1899: «Ἂν ἡ Ἑλλάς ἐγκαταλείψῃ τήν ἱεράν κληρονομίαν, οἱ Βούλγαροι δικαιοῦνται νά εἴπουν εἰς τούς Ἕλληνας: «Ἀχρεῖοι, ἔχομεν καί ἡμεῖς βουλγαρικήν μετάφρασιν». Ὅλη ἡ βάσις τῆς ἑλληνικῆς κυριαρχίας, ὅλη ἡ παράδοσις, ὅλον τό ἐθνικόν γόητρον καταπίπτει. Καί ὁ Πανσλαυισμός θριαμβεύει καί αἱ γλῶσσαι ἐξομοιοῦνται καί ἡ Ἑλληνική Ἐκκλησία καταδεικνύεται μία ἁπλῆ ὁμάς χριστιανική ἄνευ κύρους, ἄνευ δικαιωμάτων ἱστορικῶν, ἄνευ ἡγεμονίας, ἕνας ἁπλοῦς τροχός εἰς τό τέθριππον ἅρμα τοῦ Πανσλαυισμοῦ».

[46] Βλ. κυρίως τα άρθρα του Δημητρίου Αναστασόπουλου στην εφημερίδα Καιροί (πρβλ. σημ. 1 και σημ. 20). Ήδη από την 1.11. σχολίαζε ως εξής: «Ποῦ νά τολμήσεις νά εἴπῃς, ὅτι ἡ μετάφρασις, οὐχί ἡ τοῦ Πάλλη … ἀλλ’ ἡ ἄλλη ἐκείνη ἡ κρύφα διαδεδομένη, εἶναι ἔργον καθαρῶς Σλαυικόν, καθαρῶς Ρωσικόν, καθαρῶς ἀνθελληνικόν». Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που αρχίζει το άρθρο του της 7.11 με τον τίτλο: «Πυρπολήσατε τήν μετάφρασιν τῆς Σλαύας»: «Ἐξακολουθῶ ἐρρωμένως τόν ἀγῶνα κατά τῆς μεταφράσεως τῆς Σλαύας. Ὅλη ἡ νεολαία, ὅλος ὁ λαός τῆς Ἑλλάδος ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον πρέπει νά πεισθῇ, ὅτι τό ἔργον της εἶναι ἔργον Σλαυικόν. Ὅτι ἔχει ὕποπτον τήν προέλευσίν της ἀφ’ ἑνός. Ὅτι ἔχει ἀπ’ αὐτήν τήν μισαράν συναίνεσίν της ἡ πρωταγωνιστοῦσα τῆς Ἐκκλησίας μας Ἀρχή».

[47] Τόσο στις πρωτογενείς πηγές, σύγχρονες των γεγονότων, όσο και στην ιστορική έρευνα και βιβλιογραφία που αφορά τα Εὐαγγελικά δεν τίθεται εν αμφιβόλω η ειλικρίνεια και αγαθότητα των προθέσεων της βασιλίσσης όπως και η βαθύτατη, ουσιαστική της ευσέβεια και Χριστιανική πίστη. Όπως αναφέρει στο βιβλίο της η Ιουλία Σωμάκη-Καρόλου (σημ. 23) σ. 120-122, ανάμεσα στα έγγραφα της βασιλίσσης βρέθηκε ιδιόχειρο προσχέδιο επιστολής -γραμμένο με μολύβι- απευθυνόμενης προς τον Πατριάρχη. Δεν αναγράφεται ημερομηνία, ούτε είναι γνωστό αν εστάλη ποτέ η επιστολή. Στο εξαιρετικά διαφωτιστικό κείμενο η βασίλισσα αναφέρεται με ιδιαίτερη θλίψη και απογοήτευση στα γεγονότα του Νοεμβρίου 1901 εκθέτοντας και πάλι τις σταθερές της θέσεις σχετικά με το ζήτημα της μετάφρασης (η έκδοση του 2017 της βιογραφίας αποδίδει το αρχικό κείμενο της α΄ έκδοσης του 1934 στη δημοτική γλώσσα και στο μονοτονικό): «Ήδη εδώ και χρόνια έχω πειστεί από προσωπική αντίληψη ότι ο λαός δεν κατανοεί την Αγία Γραφή και εξαιτίας αυτού δεν μπορεί να επωφεληθεί από τη διδασκαλία και την παρηγοριά των ιερών Ευαγγελίων… Ο κλήρος μας δυστυχώς δεν είναι μορφωμένος και δεν μπορεί να εξηγεί παντού όπως έπρεπε τις Άγιες Γραφές… Είναι θλιβερό να βλέπει κανείς τη θρησκευτική δίψα του λαού και την έλλειψη μέσων για την ανακούφισή της…. Γνωρίζοντας ότι η Εκκλησία πολλάκις κατέκρινε … τις μεταφράσεις … που εκπονήθηκαν από ετεροδόξους, νόμισα απαραίτητο να γίνει μετάφραση από ορθοδόξους… Η Ιερά Σύνοδος το 1898 αρνήθηκε εγγράφως να μου δώσει ⟨την έγκριση⟩, προφορικώς, όμως, μου μήνυσε με τον Μητροπολίτη Προκόπιο ότι μπορώ να προβώ στη μετάφραση, διότι στην Ελλάδα υπάρχει ελευθερία Τύπου και λόγου… Δεν μου είναι δυνατόν να παραδεχθώ ότι σε ολόκληρη την οικουμένη μόνο η νεοελληνική γλώσσα δεν μπορεί να εκφράσει τις υψηλές έννοιες του Ιερού Ευαγγελίου… Βεβαίως, δεν θα δοθεί λόγος μια φορά σχετικά με το σε ποια γλώσσα διδάχτηκε ο λαός, αλλά αν διδάχτηκε καθόλου τὰ ῥήματα ζωῆς αἰωνίου.

 

[48] Γ. Κορδάτος, Δημοτικισμός και Λογιωτατισμός. Κοινωνιολογική μελέτη του γλωσσικού ζητήματος, Αθήνα 19742, σ. 104-107.

[49] Εκτενής παρουσίαση από τον Κωνσταντινίδη (σημ. 4) σ. 258 κε., ο οποίος αποδέχεται την ανάμιξη της πριγκηπίσης Σοφίας και της Γερμανικής πρεσβείας σημειώνοντας ότι πρόκειται για άποψη που πρώτος διατύπωσε ο Γ. Κορδάτος. Παραδέχεται ωστόσο ότι ο ίδιος ούτε είδε, ούτε βέβαια μελέτησε τα χειρόγραφα του Κ. Τοπάλη, των οποίων η τύχη αγνοείται (σ. 266 σημ. 295). Εμπλοκή του Γερμανικού παράγοντα βλέπει και ο Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας (Από την επανάσταση του 1821 ως το κίνημα στο Γουδί), Αθήνα 1998, σ. 569.

[50] Ρ. Σταυρίδη-Πατρικίου, «Παλαιές ιδέες και νέοι φόβοι», στο: Ευαγγελικά και Ορεστειακά 2005, σ. 20.

[51] Είναι γνωστή η παραπληροφόρηση και τελικά η μυθολογία που αναπτύχθηκε γύρω από τη μετάφραση του Α. Πάλλη. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: η γνωστή φράση «Μνήσθητί μου Κύριε, ὅταν ἔλθῃς εἰς τὴν βασιλείαν σου» υποτίθεται αποδόθηκε ως «Θυμήσου με Αφέντη, όταν έλθης στα πράγματα». Στην πραγματικότητα ο Πάλλης έγραψε: «Ιησού, θυμήσου με, όταν πας στη βασιλεία σου». Ο «Μυστικός Δείπνος» έγινε «Κρυφό Τσιμπούσι». Πουθενά στα Ευαγγέλια δεν απαντά η φράση «Μυστικός Δείπνος», ώστε να χρήζει μετάφρασης! Εκτενή αναφορά σ’ αυτή τη «γλωσσική μυθολογία» με παράθεση πλείστων παραδειγμάτων κάνει ο Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 99-103. Η συμμετοχή στα επεισόδια ατόμων που ποτέ δεν είχαν ουσιαστικά ενδιαφερθεί για το περιεχόμενο του Ευαγγελίου σχολιάζεται χαρακτηριστικά στην εφημερίδα Ἐμπρός (φύλ. της 8.11): «Ἄνθρωποι πᾶν ἄλλο ἢ θρῆσκοι, νέοι τῶν σαλονίων καί τῶν Λεσχῶν, οἵτινες βλέπουν τήν ὁδόν τῆς Ἐκκλησίας ἅπαξ τοῦ ἔτους, κατέχονται τάς ἡμέρας ταύτας ὑπό πυρετοῦ … ἀπειλοῦν τούς ἀποπειραθέντας τό βλάσφημον καί ἀνίερον ἐγχείρημα. «Μά ἐσύ χθές μοῦ ἔλεγες ἀκόμη, ὅτι πιστεύεις εἰς μίαν Θεότητα παγκοσμίαν ἢ μᾶλλον εἰς τήν Φύσιν», ἔλεγον χθές βράδυ πρός ἕνα τῶν πλέον κομψευομένων μυροβόλων νεανιῶν μας καί αὐτός μοῦ ἀπήντα: «Ναί, αἱ θεωρίαι μου εἶνε θεωρίαι. Ἀλλ’ ὁ Χριστός εἶνε Χριστός μου. Τό Εὐαγγέλιον, κύριε, εἶνε ἑλληνική φιλολογία. Ἐγράφη Ἑλληνιστί … Χριστός καί Ἑλληνισμός εἶνε ἕνα πρᾶγμα..».

[52] Ο Γ. Θεοτόκης υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησής του την 10η Νοεμβρίου 1901, παρ’ όλο που αυτή και μετά τα αιματηρά γεγονότα της 8ης Νοεμβρίου (όταν μάλιστα και ο ίδιος κινδύνευσε από την οργή των διαδηλωτών) είχε λάβει στη Βουλή ψήφο εμπιστοσύνης. Επί 297 παρόντων ψήφισαν 197 και η κυβέρνηση έλαβε 109 ψήφους υπέρ. Ο Γεώργιος Α΄ ανέθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης στον Αλέξανδρο Ζαΐμη, ο οποίος ηγείτο 14 βουλευτών μόνον, σε αντίθεση με τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη, ο οποίος διέθετε 49. Ήταν όμως εκπεφρασμένη η θέση του Γεωργίου Θεοτόκη ότι θα στήριζε με την κοινοβουλευτική δύναμη που διέθετε τον Α. Ζαΐμη. Βλ. σχετικά Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 244 κε. και ιδιαίτερα Μαρκεζίνης (σημ. 4).

[53] Βλ. Carabott (σημ. 4) σ.132.

[54] Βλ. σχετικά Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 249-252.

[55] Η ίδια διατύπωση στο Σύνταγμα του 2008: Μέρος Α΄, άρθρο 3, παρ. 3. Βλ. και Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 252-258.

[56] Α. Ρουχωτάς, Τα Άπαντα του Μικέλη Άβλιχου, Αθήνα 1976, σ.80 και σημ.4

 

Αιμίλιος Μαυρουδής: Μακεδόνες γιατροί κατά την αρχαιότητα

Αιμίλιος  Μαυρουδής

Μακεδόνες γιατροί κατά την αρχαιότητα

Στο άρθρο μου αυτό θα κάνω λόγο, αναγκαστικά με μεγάλη συντομία, για τους γιατρούς εκείνους, οι οποίοι είτε χαρακτηρίζονται στις πηγές με το γενικό προσωνύμιο Μακεδών, όπως π.χ. ο Θεόδωρος ο Μακεδών και ο Λύκος ο Μακεδών, η με το εθνωνύμιο της αρχαίας μακεδονικής πόλεως από την οποία κατάγονταν, όπως π.χ. ο Μητρόδωρος ο Αμφιπολίτης και ο Νικόμαχος ο Σταγειρίτης, είτε μαρτυρείται ρητά η ιδιαίτερη πατρίδα τους, όπως π.χ. συμβαίνει στην περίπτωση του γιατρού Άπτου από την Ηράκλεια Σιντική η του Τιμοκλείδη από τη Θάσο. Ακόμη συμπεριλαμβάνονται και όσοι γιατροί μας είναι γνωστοί από επιγραφές, βασικά επιτύμβιες, που βρέθηκαν στον μακεδονικό χώρο, και για τους οποίους δεν διασώζεται παρά μόνο το όνομα και η μνεία του επαγγέλματός τους, δηλαδή χωρίς να υπάρχει μαρτυρία για τον τόπο της καταγωγής τους, όπως συμβαίνει π.χ. για τον γιατρό Θεόδωρο (Κάτω Κλεινές) η τον πρεσβύτερο και γιατρό Παύλο (Φίλιπποι). Οι εν λόγω γιατροί δεν αποκλείεται να ήταν Μακεδόνες, σε κάθε περίπτωση όμως προφανώς έζησαν και εργάσθηκαν στις πόλεις η στην περιοχή, όπου ανακαλύφθηκε ο τάφος τους· συνεπώς νομιμοποιούμαστε να τους εξετάσουμε μαζί με τους υπόλοιπους, που μαρτυρούνται ρητά ως Μακεδόνες, και μάλιστα εφ’ όσον κανένα στοιχείο η ένδειξη δεν αντιστρατεύεται τη συνεξέταση αυτή. Τέλος ο κατάλογος συμπληρώνεται και από γιατρούς, γνωστούς από γραμματειακές πηγές, η μακεδονική καταγωγή των οποίων εικάζεται από διάφορες ενδείξεις, όπως συμβαίνει π.χ. στις περιπτώσεις του Αλεξίππου, του Αρχιγένη και του Γλαυκία.

Οι γιατροί που καταγράφονται καλύπτουν χρονικά την περίοδο από τον 5ο αι. π.Χ. με πρώτον τον Νικόμαχο, πατέρα του Αριστοτέλη (δεν υπολογίζω τον Νικόμαχο Μαχάονος που, αν όντως είναι υπαρκτό πρόσωπο, πρέπει να θεωρηθεί πολύ αρχαιότερος), και τελευταίο χρονικά με βεβαιότητα τον Παύλο, πρεσβύτερο και γιατρό στους Φιλίππους (4ος/5ος αι. μ.Χ.) και ίσως ακόμη νεότερο τον Ουέλμο Τρύφωνος από τη Θεσσαλονίκη, ο οποίος έζησε πιθανόν μεταξύ του 4ου και του 12ου αι. μ.Χ.

Από τους γιατρούς αυτούς κάποιοι άσκησαν την Ιατρική στην Αυλή βασιλέων, όπως ο Αριστογένης ο Θάσιος, προσωπικός γιατρός του Αντιγόνου Γονατά, ο Νικόμαχος ο Σταγειρίτης, φίλος και γιατρός του Αμύντα Γ΄, και ενδεχομένως ο Αμύντας που έζησε στην Αυλή του Πτολεμαίου Β΄ Φιλαδέλφου· άλλοι μαρτυρούνται ως γιατροί που παρείχαν τις υπηρεσίες τους στον στρατό, όπως ο Γλαυκίας και ο Καλλισθένης, που συμμετείχαν στην εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου, ο Καλλιγένης, που κατά τον Λίβιο προφανώς ακολουθούσε τις μετακινήσεις του στρατού του Φιλίππου Ε΄, και ο Μητρόδωρος που θεράπευσε τον Αντίοχο Α΄, όταν αυτός τραυματίσθηκε σε κάποια μάχη. Επίσης μεταξύ των στρατιωτικών γιατρών πρέπει να συγκαταριθμηθεί και ο πιθανότατα μακεδονικής καταγωγής Αρχιγένης, ο οποίος, τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα, διετέλεσε γιατρός του ρωμαικού στρατού. Στην υπηρεσία μακεδονικών πόλεων ήταν ο Αυρήλιος Ισίδωρος, αρχίατρος στη Θεσσαλονίκη, και πιθανόν ο Κ. Βελλήιος Πλάτων και ο Mόφιος Ευήμερος, γιατροί της πόλεως των Φιλίππων, ενώ ως αρχίατρος στην Αντιόχεια της Πισιδίας μαρτυρείται ο Γάιος Καλπούρνιος Κολλήγας Μακεδών. Ως περιοδευτής άσκησε την τέχνη του ο Αντίοχος (Θάσιος;) και πιθανόν ο Μηνόφαντος Αρτεμιδώρου και ο Ανώνυμος (Θάσιος;). Για τους λοιπούς γιατρούς, για τους οποίους θα γίνει λόγος, δεν είναι γνωστή καμιά μαρτυρία για το επαγγελματικό καθεστώς τους, πιθανότατα όμως άσκησαν την Ιατρική ως ιδιώτες είτε μόνιμα εγκατεστημένοι σε κάποια πόλη είτε περιοδεύοντας σε διάφορες, χωρίς κάποια υπηρεσιακή εξάρτηση από αυτές.

Επιτύμβια στήλη του 320-300 π.Χ. Εικονίζονται ο Ασκληπιός και η Υγεία.

Ακόμη, όπως ήταν αρκετά σύνηθες κατά την Ελληνιστική και αργότερα κατά την Αυτοκρατορική εποχή, οι γιατροί που υπηρετούσαν στις Αυλές των βασιλέων αναμιγνύονταν και σε ζητήματα σχετιζόμενα μάλλον με την πολιτική παρά με την επιστήμη τους. Έτσι μαρτυρείται ότι, από τους γιατρούς που καταγράφονται στο κεφάλαιο αυτό, ο Αμύντας έλαβε μέρος στη συνωμοσία της Αρσινόης κατά του συζύγου της Πτολεμαίου Β΄, ο Καλλιγένης διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διαδοχή του Φιλίππου Ε΄ από τον Περσέα και ο Μητρόδωρος από την Αμφίπολη αξιοποίησε την παρουσία του στην Αυλή των Σελευκιδών επί Αντιόχου Α΄ και Σελεύκου για να προωθεί υποθέσεις της πόλεως του Ιλίου.

Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι δύο Μακεδόνες γιατροί, ο Μηνόφαντος και ο Μητρόδωρος, για τους οποίους γίνεται λόγος παρακάτω, τιμήθηκαν με ισάριθμα ψηφίσματα για την ιατρική προσφορά τους.

Ι. Θάσος

Το όνομα του αρχαιότερου (4ος αι. π.Χ.) γνωστού γιατρού από τη Θάσο δεν διασώζεται (Ανώνυμος). Σε «τμήμα ενεπίγραφης βάσης επιτύμβιας στήλης» που βρέθηκε στην Πέλλα και χρονολογείται στο τρίτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. σώζεται μέρος μιάς κατεστραμμένης επιγραφής. Αν η συμπλήρωση της αρχής του μοναδικού σωζόμενου στίχου είναι ορθή ([— Θ]άσιον, λαοῖς ἰατρόν), τότε πρόκειται για μνημείο περιοδευτή γιατρού που καταγόταν από τη Θάσο και πέθανε στην Πέλλα.

Ο επόμενος χρονικά είναι ο Αριστογένης ο Θάσιος (3ος αι. π.Χ.), προσωπικός γιατρός του βασιλιά της Μακεδονίας Αντιγόνου Γονατά (βασ. 276-239 π.Χ.), όπως προκύπτει από τη φράση ἰάτρευσεν Ἀντιγόνῳ τῷ ἐπικληθέντι Γονατᾷ τῆς Σούδας. Τα ενδιαφέροντα του Αριστογένη, ο οποίος ήταν οπαδός της Κνιδιακής σχολής, αφορούσαν την Ανατομική, τη Φυσιολογία, τη Φαρμακολογία, τη Διαιτητική, την Υγιεινή και ενδεχομένως και άλλους τομείς της Ιατρικής· κατά τη Σούδα: «Ο Αριστογένης από τη Θάσο, γιατρός, έγραψε είκοσι τέσσερα έργα, από τα οποία σημαντικότερα θεωρήθηκαν τα ακόλουθα: Περί διαίτης ένα βιβλίο, Περί φαρμάκων ένα βιβλίο, Περί των ζώων που δαγκώνουν ένα βιβλίο, Περί σπέρματος ένα βιβλίο, Υγιεινόν ένα βιβλίο, Επιστολικές πραγματείες, Επιτομή μαγικών θεραπευτικών μέσων προς τον Αντίγονο».

Σε επιγραφή των ελληνιστικών χρόνων που βρέθηκε στη Θάσο το 1962 και της οποίας δημοσιεύθηκε μόνο μετάφραση στα Γαλλικά (το ελληνικό κείμενο, απ’ όσο μπόρεσα να διαπιστώσω, παραμένει ανέκδοτο), μνημονεύεται ο Θάσιος γιατρός Τιμοκλείδης Διφίλου· πρόκειται για μύστη του Διονύσου, ο οποίος αφιέρωσε στον θεό έναν ναό. Δυστυχώς από την επιγραφή δεν προκύπτει καμιά πληροφορία σχετική με την ιατρική δράση του Τιμοκλείδη.

Η μοναδική μνεία του Αθρυίτου (όχι Αθρυίλατου) του Θασίου εντοπίζεται στον Πλούταρχο, του οποίου ήταν φίλος· αυτή ακριβώς η μνεία του Πλουτάρχου αποτελεί και το τεκμήριο για τη χρονολόγηση του γιατρού αυτού στον 2ο αι. μ.Χ. Ο Βοιωτός λόγιος στο έργο του Συμποσιακά παρουσιάζει τον Αθρύιτο να παρεμβαίνει στη συζήτηση και να εκθέτει την άποψη κάποιων, σύμφωνα με την οποία τα σώματα των γυναικών είναι θερμότερα από ο,τι των ανδρών, και ακολούθως μια δεύτερη άποψη πάλι κάποιων άλλων που υποστήριζαν ότι το κρασί δεν είναι θερμό αλλά ψυχρό.

Σε επιτύμβια επιγραφή της Θάσου, η οποία χρονολογείται στον 2ο/3ο αι. μ.Χ., μνημονεύεται ο γιατρός Αντίοχος. Παρ’ όλο που στο κείμενο δεν κατονομάζεται ρητά ως γιατρός, η ιδιότητά του αυτή προκύπτει αναμφίβολα τόσο από τον χαρακτηρισμό του ως σωτήρος όσο και από τους στίχους του επιγράμματος, στους οποίους ο ίδιος κάνει έμμεσα λόγο για το επάγγελμά του (οὕνεκα καὶ νούσων | στυγερῶν πολλοὺς ἐσά|ωσα). Μάλιστα από το επίγραμμα προκύπτει και μία επί πλέον πληροφορία, ότι ο Αντίοχος ήταν περιοδευτής, γιατρός δηλαδή που ασκούσε την Ιατρική, περιερχόμενος διάφορους τόπους (ὃς πολλῶν ἀνδρῶν εἶ|δον ἄστεα καὶ νόον γ|ν<ω>ν). Πέθανε σε άλλο μέρος (ἄλλῃ φαρμαχθείς), αλλά μεταφέρθηκε και τάφηκε στη Θάσο (Θασίων δέ με δέξατο γέα), όπου κατοικούσε η οικογένειά του (ο πατέρας και η μητέρα του, η σύζυγος και ο γιός του).

Θάσος: η αρχαία Αγορά.

ΙΙ. Φίλιπποι

Ο Γ. Βελλήιος Πλάτων (C. Velleius Plato, ; αι.) ήταν γιός του Γαίου και καταγόταν από τη Βολτινία φυλή. Έζησε στους Φιλίππους, όπου και πέθανε όπως πληροφορούμαστε από σχετική επιτύμβια επιγραφή.

Ο Κόιντος Μόφιος Ευήμερος (Q. Mofius Euhemerus, 1ος η 2ος αι. μ.Χ.), πιθανότατα δημόσιος γιατρός των Φιλίππων, μαρτυρείται σε λατινική επιγραφή της πόλεως αυτής. Ο Μόφιος Ευήμερος αφιερώνει στη θεά Ίσιδα, ύστερα από διαταγή της, έναν βωμό και τέσσερα έδρανα για τη σωτηρία της αποικίας των Φιλίππων.

Σε πλάκα από λευκό μάρμαρο, σπασμένη σε έξι τεμάχια, η οποία βρέθηκε στους Φιλίππους, υπάρχει η ακόλουθη επιτύμβια επιγραφή (4ος/5ος αι. μ.Χ.) κάποιου Παύλου, πρεσβυτέρου και γιατρού της πόλεως: «Κοιμητήριο τοῦ Παύλου, πρεσβυτέρου καὶ γιατροῦ τῶν κατοίκων τῶν Φιλίππων. Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ποὺ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος μᾶς ἔφερες στὴ ζωή, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως μὴ θυμηθεῖς τὶς ἁμαρτίες μου· ἐλέησέ με».

ΙΙΙ. Αμφίπολη

Ο γιατρός Μητρόδωρος Τιμοκλέους Αμφιπολίτης (3ος αι. π.Χ.), όταν σε κάποια μάχη τραυματίσθηκε στον τράχηλο ο βασιλιάς Αντίοχος Α΄ της Συρίας (281-261 π.Χ.), τον θεράπευσε χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του (ακινδύνως). Από αυτό μας επιτρέπεται να συμπεράνουμε ότι ο εν λόγω γιατρός υπηρετούσε στον στρατό του βασιλιά, όταν συνέβη ο τραυματισμός του, ενώ η μνεία των υπηρεσιών του και προς τον Σέλευκο καθιστά σαφές ότι ο Μηνόδωρος πρέπει να θεωρηθεί γενικά γιατρός της Αυλής των δύο παραπάνω ηγεμόνων. Εξ αιτίας της επιτυχούς θεραπείας του Αντιόχου αλλά και της φροντίδας του προς την πόλη του Ιλίου (καὶ εὐνοίας τῆς εἰςτὸν δῆμον) η βουλή και ο δήμος του Ιλίου αποφάσισαν να τιμήσουν τον Μητρόδωρο και εξέδωσαν ψήφισμα (περ. 275-269; π.Χ.), που αποτελεί και τη μοναδική μαρτυρία για τον γιατρό αυτόν.

Στην Αμφίπολη, «έξω από μία γωνία του τείχους της ανατολικής πλευράς», βρέθηκε ένας συλημένος τάφος ρωμαικής εποχής. Όπως πληροφορούμαστε από επιγραφή του υπερθύρου, η οποία χρονολογείται το 74 μ.Χ., εδώ ήταν θαμμένος ο γιατρός Σέξτος Ιούλιος Χαρίτων.

Ένας άλλος τάφος, πάλι στην Αμφίπολη, με βάση τα νομίσματα που βρέθηκαν σε αυτόν χρονολογείται τον 2ο αι. μ.Χ., ενώ τα λοιπά αρχαιολογικά ευρήματα υποδεικνύουν ότι πρέπει να ανήκε σε γιατρό (Ανώνυμος). Συγκεκριμένα στον τάφο βρέθηκε «ένα χάλκινο διπλό ιατρικό εργαλείο με τη θήκη του —υπάλειπτρον — κυαθυσκομήλη». Ωστόσο δεν εντοπίσθηκε επιτύμβια επιγραφή, και έτσι το όνομα του γιατρού δεν μας είναι γνωστό.

Αναπαράσταση της αρχαίας Αμφίπολης.

IV. Μένδη Χαλκιδικής

Ο γιατρός Πολύκριτος ο Μενδαίος (5ος/4ος αι. π.Χ.) καταγόταν από τη Μένδη της Πελλήνης (Χαλκιδική) και, κατά τη μοναδική μαρτυρία του Πλουτάρχου, υπηρέτησε ως γιατρός στην Αυλή του Αρταξέρξη Β΄ του Μνήμονα (405-358 π.Χ.). Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Πολύκριτος βρέθηκε στην Περσία μας είναι άγνωστες. Κατά τον R. Fuchs, «για τον Πολύκριτο από τη Μένδη μπορούμε να πούμε μόνο ότι ασκούσε την Ιατρική ως αιχμάλωτος στην περσική Αυλή κατά το ίδιο διάστημα με τον Κτησία». Όταν ο Κόνων από την Κύπρο, όπου διέμενε ύστερα από τη ναυμαχία στους Αιγός ποταμούς, έστειλε το 399/398 π.Χ. επιστολή προς τον Πέρση βασιλιά, έδωσε εντολή στον κομιστή της να την παραδώσει είτε μέσω του Ζήνωνα από την Κρήτη είτε μέσω του γιατρού Πολυκρίτου από τη Μένδη· αν και οι δύο αυτοί απουσίαζαν, τότε ο κομιστής έπρεπε να την παραδώσει στον επίσης γιατρό Κτησία τον Κνίδιο.

V. Όλυνθος

Ο Καλλισθένης καταγόταν από την Όλυνθο της Χαλκιδικής (γεννήθηκε περί το 370 π.Χ.) και ήταν γιός του Δημοτίμου και της Αριμνήστης, αδελφής του Αριστοτέλη. Υπήρξε μαθητής του Αριστοτέλη μαζί με τον Αλέξανδρο τον οποίο ακολούθησε στην εκστρατεία του στην Ασία. Πέθανε με βίαιο θάνατο το 327 π.Χ., επειδή χλεύασε τον Αλέξανδρο, εκφράζοντας την αντίθεσή του στο θέμα της προσκυνήσεως, και ακολούθως κατηγορήθηκε για συνωμοσία. Ο Καλλισθένης πιστεύεται ότι υπήρξε συγγραφέας ενός ανατομικού συγγράμματος, το οποίο δυστυχώς δεν έχει διασωθεί. ειδικότερα στο έργο αυτό πραγματευόταν, προφανώς μεταξύ άλλων, και την ανατομία του οφθαλμού. Εικάζεται ότι συνέγραψε και βοτανολογικό σύγγραμμα, πιθανότατα όμως πρόκειται για σύγχυση με τις σχετικές ενότητες του έργου Αλεξάνδρου πράξεις, στο οποίο ο Ολύνθιος λόγιος δεν περιορίσθηκε στην εξιστόρηση των κατορθωμάτων του Αλεξάνδρου, αλλά στις πολλές παρεκβάσεις που έκανε κατέγραψε πληροφορίες για τη Γεωγραφία, τη Ζωολογία, τη Βοτανική κτλ. των περιοχών που κατέκτησε ο Μακεδόνας στρατηλάτης.

VI. Στάγειρα

Κατά τη Σούδα, υπήρξε κάποιος γιατρός, συνονόματος του πατέρα του Αριστοτέλη (Nικόμαχος Μαχάονος ο Σταγειρίτης)· αυτός ο προγενέστερος Νικόμαχος ήταν γιός του Μαχάονα, γιού του Ασκληπιού (Μαχάονος του Ασκληπιού υιός), και επίσης Σταγειρίτης. Απόγονος αυτού του γιατρού ήταν ο πατέρας του Αριστοτέλη. Δυστυχώς γι’ αυτόν τον πρώτο Νικόμαχο δεν είναι γνωστή καμιά άλλη πληροφορία. αν όμως πράγματι ήταν γιός του Μαχάονα (ο οποίος έζησε την εποχή των Τρωικών), τότε πρόκειται για κάποιον απώτατο πρόγονο του Νικομάχου, πατέρα του Αριστοτέλη. Πρέπει πάντως να δεχθούμε ότι αυτή η σύνδεση του γένους του Νικομάχου με τον Μαχάονα πιθανότατα είναι επινοημένη, με σκοπό να αναδειχθεί τόσο η αρχαιότητα του γένους όσο και η σχέση με τον αρχηγέτη και θεό της Ιατρικής, εν προκειμένω του Νικομάχου και τελικά του ίδιου του Αριστοτέλη.

Ο Nικόμαχος ο Σταγειρίτης (5ος/4ος αι. π.Χ.), πατέρας του Αριστοτέλη, υπηρέτησε ως γιατρός στην αυλή του Αμύντα Γ΄ (393-370), χωρίς να είναι γνωστές γι’ αυτόν κάποιες άλλες πληροφορίες. Κατά τη μαρτυρία της Σούδας έγραψε Ιατρικών βιβλία ς΄ και Φυσικών βιβλίον α΄. Ο Νικόμαχος καταγόταν από τον Νικόμαχο του Μαχάονα, γιού του Ασκληπιού, σύμφωνα με όσα λέει ο Έρμιππος στο έργο του Σχετικά με τον Αριστοτέλη. και έζησε στην Αυλή του Αμύντα, βασιλιά των Μακεδόνων, του οποίου ήταν γιατρός και φίλος.

Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης (384-322 π.Χ.). Είναι γνωστό ότι ο Αριστοτέλης μαθήτευσε κοντά στον πατέρα του Νικόμαχο και ότι είχε αξιόλογη κατάρτιση στην Ιατρική. Εξ ίσου γνωστό είναι όμως —και σε αυτό δεν αντιτίθεται καμιά αρχαία μαρτυρία— ότι ο Μακεδόνας σοφός δεν άσκησε την Ιατρική ως επάγγελμα, αλλά τις σχετικές γνώσεις του τις αξιοποίησε στα βιολογικού περιεχομένου συγγράμματά του, τα οποία οπωσδήποτε επηρέασαν την εξέλιξη της αρχαίας Ιατρικής. Ειδικότερα οι παρατηρήσεις του για τα όργανα των ζώων και τις λειτουργίες τους χρησιμοποιήθηκαν από τους γιατρούς, αφού εξ άλλου και οι παρατηρήσεις των γιατρών που αφορούσαν την Ανατομία και τη Φυσιολογία ήταν αποτέλεσμα ερευνών κατά κύριο λόγο σε ζώα· ακολούθως οι διαπιστώσεις αυτές εφαρμόζονταν αναλογικά στους ανθρώπους.

Ο G. Sarton συνοψίζει με χαρακτηριστικό τρόπο τη σχέση του Μακεδόνα σοφού με την Ιατρική: «Ο Αριστοτέλης δεν ενδιαφέρθηκε για την Ιατρική, αλλά κάποιοι γιατροί επέδειξαν έντονο ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία και τις επιστημονικές μεθόδους του, και εξ αιτίας αυτού ο Αριστοτέλης άσκησε μια ορισμένη επιρροή στην εξέλιξη της Ιατρικής, όπως βεβαιώνεται από την εμφάνιση της Δογματικής σχολής». Ο Linsay όμως δέχεται ότι οι ιατρικές γνώσεις του Μακεδόνα σοφού ήταν σαφώς πιο συγκροτημένες από εκείνες του Πλάτωνα: «Οι απόψεις του Αριστοτέλη για την Ιατρική δεν μας είναι γνωστές, καθώς οι σχετικές εργασίες του έχουν χαθεί. Έκανε τόσο οξείες παρατηρήσεις για προβλήματα συγγενικά με την Ιατρική κατά την πραγμάτευση ζητημάτων που αφορούσαν τα κατώτερα ζώα, ώστε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι οι ιατρικές απόψεις του πρέπει να ήταν περισσότερο συγκροτημένες και πιο πρακτικές από εκείνες του Πλάτωνα. Ο Αριστοτέλης υπήρξε σπουδαίος σε πολλούς τομείς, αλλά σε κανέναν σημαντικότερος από ο,τι στη Βιολογία». Είναι λοιπόν απολύτως κατανοητός ο λόγος για τον οποίο σε όλες τις ιστορίες της Ιατρικής υπάρχει μια ενότητα αφιερωμένη στον Αριστοτέλη. Παρόμοια είναι και η άποψη του W. Jaeger, ο οποίος πιστεύει ότι ο Αριστοτέλης «διαδραμάτισε στην ιατρική επιστήμη της εποχής του έναν ιστορικά σημαντικότατο ρόλο». Αυτή η γνώση της Ιατρικής αξιοποιήθηκε από τον Αριστοτέλη, εκτός των άλλων, και ως «μοντέλο μεθόδου» στα ηθικά συγγράμματά του.

Προτομή του Αριστοτέλη.  Ανακαλύφθηκε το 2005, στο μπλαίσιο των ανασκαφών που προηγήθηκαν της ανέγερσης του Μουσείου της Ακρόπολης.

Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι με προτροπή του Αριστοτέλη ο μαθητής του Μένων συνέταξε ένα έργο, όπου παρουσίαζε το σύνολο των ιατρικών γνώσεων έως την εποχή του και το οποίο αποτέλεσε τον πυρήνα του κειμένου που σήμερα είναι συμβατικά γνωστό ως Anonymus Londinensis. (Αριστοτέλους Ιατρικά Μενώνεια, κατ’ αναλογία με τα Ηθικά Ευδήμεια, και πρέπει να ταυτισθεί με εκείνο που καταγράφεται στους καταλόγους των συγγραμμάτων του Αριστοτέλη με τον τίτλο Ιατρικά).

Αυτή η στενή σχέση του Αριστοτέλη με την Ιατρική αντικατοπτρίζεται και σε μεσαιωνικά ιατρικού η ιατρικού-φιλοσοφικού περιεχομένου ψευδεπίγραφα έργα, αλλά και σε έργα των νεότερων χρόνων, τα οποία του έχουν αποδοθεί, καθώς και στη σύνδεσή του με τον θάνατο του Αλεξάνδρου με χορήγηση δηλητηρίου· βλ. Αρριαν., Αλεξ. ανάβ. 7, 27: Γνωρίζω ότι έχουν γραφεί και άλλα πολλά σχετικά με τον θάνατο του Αλεξάνδρου, και ότι στάλθηκε στον Αλέξανδρο κάποιο φάρμακο από τον Αντίπατρο και ότι πέθανε εξ αιτίας του φαρμάκου αυτού. και ότι το φάρμακο το συνέθεσε βέβαια ο Αριστοτέλης για χάρη του Αντιπάτρου, επειδή φοβόταν ήδη τον Αλέξανδρο εξ αιτίας του Καλλισθένη, το πήγε όμως (στον Αλέξανδρο) ο Κάσσανδρος, γιός του Αντιπάτρου.

VII. Θεσσαλονίκη

Ο γιατρός T. Σέρβειος και η Σερβεία ιατρείνη (2ος αι. μ.Χ.) μνημονεύονται σε επιγραφή πάνω σε σαρκοφάγο, η οποία βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη, χωρίς καμιά ιδιαίτερη πληροφορία.

Για έναν άλλο γιατρό, τον Aυρήλιον Ισίδωρον, αρχιερέα και αρχιατρόν (3ος αι. μ.Χ.), πληροφορίες αντλούμε από επιγραφές της Θεσσαλονίκης. Ανήκε στην ονομαστή οικογένεια των Μαρεινιανών της πόλεως. Υπήρξε αρχιερέας της Θεσσαλονίκης και αρχίατρος το 249 μ.Χ. (η λίγο πριν). Τα αξιώματά του αυτά μνημονεύονται σε επιγραφή πάνω σε βωμό που αφιέρωσε, ίσως το 250 μ.Χ., προς τιμήν του εγγονού του Μαρειανιανού Φιλίππου, ιερέα κατά το έτος 248 μ.Χ. του θεού Φούλβου.

Στην ιππιατρική συλλογή που είναι γνωστή ως Hippiatrica Cantabrigiensia παραδίδεται ένα κεφάλαιο το οποίο αφορά τη θεραπεία των σκωλήκων των εντέρων· κατά τη δήλωση του συγγραφέα του εν λόγω κεφαλαίου σε αυτό εκτίθενται απόψεις του Θεσσαλονικέα γιατρού Ουέλμου, γιού του Τρύφωνα (; αι. μ.Χ./4ος-12ος αι.) [Oυέλμος Tρύφωνος Θεσσαλονικεύς]. Πιθανότατα ο γιατρός Ουέλμος είχε και ιππιατρικά ενδιαφέροντα· στην περίπτωση αυτή πρέπει να δεχθούμε ότι παρασκεύασε το εν λόγω φάρμακο για ανθρώπους, εξ αιτίας όμως των ιππιατρικών ενδιαφερόντων του διαπίστωσε τη θεραπευτική δράση του και στα ζώα. Αυτή ακριβώς τη διπλή χρησιμότητα του φαρμάκου την πληροφορήθηκε από τον Ουέλμο ο ιπποιατρός, ο οποίος το μνημονεύει.

VIII. Πέλλα

Στην Πέλλα έζησε ο γιατρός Αλέξανδρος, για τον οποίον πληροφορούμαστε από επιτύμβια επιγραφή, η οποία βρέθηκε στην παλαιοχριστιανική Πέλλα, και από το χαρακτηριστικό σχήμα κάποιων γραμμάτων της χρονολογείται στο πρώτο μισό του 5ου αι. μ.Χ. 

IX. Δίον

Στο Δίον έδρασε ο γιατρός Άπτος (3ος η 2ος αι. π.Χ.), τον οποίον αφορά επίγραμμα, χαραγμένο σε επιτύμβια στήλη που βρέθηκε. Σύμφωνα με το παραπάνω επίγραμμα ο Άπτος καταγόταν από την Ηράκλεια Σιντική (ἐκ πατρίδος Στρυμωνίδοςρακλείας), ήταν γιατρός και θεράπευσε πολλούς ανθρώπους· το Δίον, όπου άσκησε ευδοκίμως το επάγγελμά του, μνημονεύεται ως η δεύτερη πατρίδα του.

Στην ίδια πόλη, στο οικοδομικό τετράγωνο της ύδραυλης, ανακαλύφθηκε ένα κολποσκόπιο το οποίο ανήκε προφανώς σε κάποιον γιατρό (Ανώνυμος, 1ος; αι. μ.Χ.) που ασκούσε την τέχνην του στην πόλη αυτή και μεταξύ των ενδιαφερόντων του περιλαμβανόταν και η Γυναικολογία. Η διόπτρα υπέστη κάποια βλάβη και «πιθανώς ανέμενε … την επισκευή της στο μεγάλο εργαστήρι του τομέα της ύδραυλης».

X. Πύδνα

Στην Πύδνα ανακαλύφθηκε ο τάφος ενός γιατρού (Ανώνυμος, 4ος αι. π.Χ.), στον οποίο υπήρχαν ιατρικά εργαλεία και σκεύη, όπως τανάλια, μαχαιρίδια, σμίλη, σπάτουλα, χάλκινη σικύα κ.α. Και στην περίπτωση αυτή όμως δεν γνωρίζουμε το όνομα του γιατρού, ο οποίος με βάση τα κτερίσματα πρέπει να απεβίωσε επί Αλεξάνδρου Γ΄ (336-323 π.Χ.) η ενδεχομένως και αργότερα.

Ιατρικά εργαλεία.

Με αφορμή τη θεραπεία μιάς γυναίκας μαρτυρείται επιγραφικά κάποιος γιατρός (Ανώνυμος, 4ος αι. π.Χ.) που προφανώς ασκούσε το επάγγελμά του στην Πύδνα. Δυστυχώς ούτε το όνομα του γιατρού αυτού ούτε άλλα στοιχεία γι’ αυτόν μας είναι γνωστά.

ΧΙ. Βέροια

Σε τμήμα κατεστραμμένης μαρμάρινης στήλης που βρέθηκε στη Βέροια (Ανώνυμος, ; αι.), ήταν χαραγμένο επίγραμμα που αφορούσε κάποιον γιατρό, το όνομα του οποίου δυστυχώς δεν σώζεται. Το τμήμα του επιγράμματος που έχει διατηρηθεί είναι το ακόλουθο: [- – – ]νης δἐπὶ τέρμα καὶ | εὐλογίας νούσων ἰάματα δείξας | [- – – ]ΑΙΟΙ τέχνης ἔλιπε.

Από επιγραφή που βρέθηκε στη Βέροια σε επιτύμβιο βωμό μαρτυρείται ο γιατρός Ποπλίκιος Ερμείας (2ος αι. μ.Χ.)· τον βωμό τον έστησε για τα παιδιά του Ποπλίκιο Ρούφο και Ποπλικία Σεμπρώνιλλα, αλλά και για τη γυναίκα του Αιλία Ρουφείνη και τον εαυτό του.

Τέλος από τη Βέροια γνωρίζουμε έναν ακόμη γιατρό, τον (Ποπίλλιο ; ) Λάλο, που μνημονεύεται σε επιτύμβιο μνημείο (σαρκοφάγος;), το οποίο βρέθηκε στην πόλη αυτή και χρονολογείται τον Φεβρουάριο του 133 μ.Χ.

ΧΙΙ. Έδεσσα

Ο Εδεσσαίος γιατρός Αίλιος Νεικόλαος δωρίζει το 246 μ.Χ. στη θεά Μα τη δούλη του Ερμιόνη, κόρη της Τερτίας, στην οποία προηγουμένως έδωσε την ελευθερία της. Η σχετική επιγραφή είναι χαραγμένη σε κολώνα που βρέθηκε στην περιοχή Λόγγος Εδέσσης.

Ο γιατρός Ανθέμιος μνημονευόταν σε επιγραφή που υπήρχε χαραγμένη σε επιτύμβια στήλη, η οποία βρισκόταν στην Ι. Μονή της Αγίας Τριάδος στην Έδεσσα. Η στήλη αυτή, που σήμερα δεν σώζεται, είχε χρονολογηθεί τον 5ο/6ο αι. μ.Χ. 

ΧΙΙΙ. Φλώρινα

Σε μαρμάρινη επιτύμβια στήλη (2ος/3ος αι. μ.Χ.), που βρέθηκε στις Κάτω Κλεινές του Νομού Φλώρινας υπάρχει, κατεστραμμένη σήμερα κατά το μεγαλύτερο τμήμα της (η επιγραφή βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης μνημονεύεται ο Θεόδωρος ιητρός. Δυστυχώς από το σωζόμενο κείμενο της παραπάνω επιγραφής δεν είναι δυνατόν να εξαχθεί κάποια πληροφορία για την ιατρική δραστηριότητα του Θεοδώρου (αν βέβαια καταγραφόταν κάτι τέτοιο)· πάντως πρέπει να επισημανθεί ότι ο γιατρός αυτός χαρακτηρίζεται ως σοφός ανήρ, έκφραση που μάλλον δηλώνει ότι ήταν άριστος κάτοχος της τέχνης του.

Το όνομα ενός γιατρού, K. Ιούλιος Nεικήτης (αρχή 3ου αι. μ.Χ.), μνημονεύεται σε έναν «μαρμάρινο επιτύμβιο μακεδονικό βωμό». Ο βωμός ανακαλύφθηκε στο νησί του Αγίου Αχιλλείου στην ημιερειπωμένη εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και «σήμερα χρησιμοποιείται ως βάση της Αγίας Τράπεζας του ναού του Αγίου Γεωργίου Πύλης». 

Άλλοι γιατροί γνωστοί

μόνο με το προσωνύμιο Μακεδών

Ο λόγιος γιατρός Αμερίας ο Mακεδών (3ος; αι. π.Χ.) μνημονεύεται από τον Αθήναιο τον Ναυκρατίτη (2ος αι. μ.Χ.) στους Δειπνοσοφιστές του ως συγγραφέας Ῥιζοτομικοῦ, και παρατίθεται η άποψή του σχετικά με τη γένεση του φυτού λυχνίς. Κατά τον Αμερία το φυτό αυτό φύτρωσε στα λουτρά της Αφροδίτης, όπου αυτή πλύθηκε, αφού προηγουμένως είχε «κοιμηθεί» με τον Ήφαιστο· ακολούθως καταγράφονται τα μέρη όπου ευδοκιμούσε η αρίστη λυχνίς. Επίσης ο Αμερίας μαρτυρείται και ως γραμματικός. Τα στοιχεία για τη σύνθεση της βιοεργογραφίας του Αμερία είναι δυστυχώς ελάχιστα. Η χρονολόγησή του είναι αβέβαιη (πρέπει να έζησε κατά την Αλεξανδρινή εποχή, μάλλον πριν τον γραμματικό Αρίσταρχο από τη Σαμοθράκη (περ. 217/216-144 π.Χ.), και δυστυχώς τα δύο μαρτυρημένα συγγράμματά του, δηλαδή το Ῥιζοτομικὸν και το γραμματικό που έφερε τον τίτλο Γλτται,, έχουν χαθεί. Από το πρώτο σύγγραμμα σώζεται μόνον ένα απόσπασμα, ενώ από το δεύτερο γνωρίζουμε αρκετές γλώσσες.

Ένας άλλος γιατρός, ο Θεόδωρος ο Mακεδών, οπαδός της Πνευματικής ιατρικής σχολής, έδρασε στο δεύτερο μισό του 1ου αι. π.Χ, και η χρονολόγησή του βασίζεται στην ταύτισή του με τον Θεόδωρο τον οποίον μνημονεύει ο Διογένης ο Λαέρτιος ως μαθητή του γιατρού Αθηναίου από την Αττάλεια. Ως τόπος δράσεως  του Θεοδώρου εικάζεται η Ρώμη. Ο Θεόδωρος, με βάση τις σωζόμενες μαρτυρίες, πρέπει να υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγικός συγγραφέας. Μαρτυρείται ένα εκτενέστατο σύγγραμμά του, συγκροτούμενο από εβδομήντα έξι (ος΄) βιβλία, αλλά όχι και ο τίτλος του. Από το έργο του, που έχει χαθεί, σώζονται μόνον αποσπάσματα στον Φιλούμενο, τον Ανώνυμο [Αίλιο Προμώτο;], τον Αλέξανδρο Τραλλιανό και τον Αέτιο Αμιδηνό· από τα αποσπάσματα αυτά πιστοποιείται η ενασχόληση του Θεοδώρου κατ’ εξοχήν με τη Φαρμακολογία.

Ένας σίγουρα άγνωστος αλλά οπωσδήποτε διαπρεπής επιστήμων ήταν ο γιατρός Λύκος ο Mακεδών (2ος αι. μ.Χ.), για τον οποίον δεν είναι γνωστά παρά ελάχιστα μόνο βιογραφικά στοιχεία. Το προσωνύμιο Μακεδών δηλώνει βέβαια τον ευρύτερο τόπο της καταγωγής του, η γενέτειρά του όμως μας είναι άγνωστη. Η δράση του πρέπει μάλλον να εντοπισθεί σε δύο τόπους, έναν ευρύτερο γεωγραφικό χώρο, τη Μακεδονία, και μια πόλη έξω από τον χώρο αυτόν, τη Ρώμη. Tο κύριο ενδιαφέρον του Λύκου είχε επικεντρωθεί στην Ανατομική, και ειδικότερα στην ανατομία των μυών και της μήτρας. Ο δεύτερος τομέας στον οποίο είχε στραφεί ο Λύκος ήταν ο υπομνηματισμός των ιπποκρατικών συγγραμμάτων, όπως των Αφορισμών (κατά τον Γαληνό, τη βασική πολεμική του ο Λύκος την έστρεψε κατά του αφορισμού τὰ αὐξανόμενα πλεῖστον ἔχει τὸ ἔμφυτον θερμόν), του δεύτερου, του τρίτου και του έκτου βιβλίου των Επιδημιών, του Περί χυμών και ίσως και άλλων. Κανένα από τα υπομνήματα αυτά του Λύκου δεν διασώζεται ούτε μαρτυρούνται οι τίτλοι τους.

Ο Γαληνός παραθέτει (μέσω του γιατρού Ανδρομάχου του νεωτέρου) ένα ουρητικόν φάρμακο το οποίο έχει συντεθεί από έναν γιατρό καταγραφόμενο Μακεδόνα (πριν τον 1ο; αι. μ.Χ.). Από το κείμενο δεν καθίσταται σαφές, αν το Μακεδών είναι το όνομα του γιατρού αυτού η αν απλώς αποτελεί προσωνύμιο, το οποίο δηλώνει τον τόπο της καταγωγής του, ενώ το κυρίως όνομά του εξέπεσε ή, για κάποιον άλλο λόγο, παραλείφθηκε από το κείμενο. Δυστυχώς επειδή ο γιατρός αυτός μνημονεύεται μία μόνο φορά, δεν μας παρέχεται η δυνατότητα να διαπιστώσουμε με βεβαιότητα, τι ακριβώς ισχύει. Πάντως ο,τιδήποτε και αν συμβαίνει, ο γιατρός, για τον οποίο γίνεται λόγος εδώ, πρέπει μάλλον να θεωρηθεί μακεδονικής καταγωγής.

Σε ένα τιμητικό ψήφισμα των Αμφισσέων μνημονεύεται ο γιατρός Mηνόφαντος Αρτεμιδώρου Mακεδών Υρκάνιος (2ος αι. π.Χ.), που πήγε στην Άμφισσα ύστερα από πρόσκληση της πόλεως (μεταπεμφθεὶς ὑπὸ τᾶς πόλιος μετὰ πρεσβείας), για να αναλάβει την ιατρική φροντίδα των κατοίκων της (δημοσιεύων). Ο Μηνόφαντος με τις γνώσεις του αλλά και με τη βοήθεια των θεών άσκησε με ιδιαίτερη ευσυνειδησία και αποτελεσματικότητα το έργο του· γι’ αυτό απολάμβανε της εμπιστοσύνης και της ιδιαίτερης εκτιμήσεως των Αμφισσέων. Οι κάτοικοι της πόλεως αυτής όμως κατά τον χρόνο της εκεί διαμονής του εκτίμησαν όχι μόνον την αποτελεσματικότητα του Μηνοφάντου ως γιατρού, αλλά και τον αξιοπρεπή και σώφρονα τρόπο της ζωής του· αυτή τη συμπεριφορά του την έκριναν αντάξια της πόλεώς τους, του επαγγέλματός του και της ηλικίας του. Γι’ αυτό, όταν για προσωπικούς λόγους, που δεν μνημονεύονται στην επιγραφή (εἵνεκεν δὲ τῶν ποτι πεπτωκότων αὐτῷ πραγμάτων), ο Μηνόφαντος έπρεπε να αποχωρήσει από την Άμφισσα, οι κάτοικοί της αποφάσισαν να του εκφράσουν τις ευχαριστίες και την ευαρέσκεια για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην πόλη τους, να του διαθέσουν τιμητική συνοδεία για να ταξιδέψει σε οποιοδήποτε μέρος επιθυμούσε και, το κυριότερο, να εκδώσουν ψήφισμα, στο οποίο να αναγράφονται τα παραπάνω, αλλά και τα προνόμια που απένειμαν στον εν λόγω γιατρό και στους απογόνους του ( προξενίαν, ἰσοπολιτείαν, γᾶς καὶ οἰκίας ἔγκτησιν, ἐπινομίαν, ἀσφάλειαν πολέμου καὶ εἰράνας κτλ.). Αποφασίσθηκε ακόμη, ύστερα από επιθυμία του ίδιου του τιμώμενου γιατρού (καθάπερ καὶ αὐτὸςΜηνόφαντος ἀμὲ παρεκάλεσε), να αποσταλεί αντίγραφο του ψηφίσματος στην πόλη της Σκάρφειας. Επί πλέον οι Αμφισσείς έστειλαν αντίγραφο και προς την πόλη των Οπουντίων.

Από μια ονομαστή μακεδονική οικογένεια που έδρασε στη Μικρά Ασία γνωρίζουμε δύο γιατρούς, τον Γάιο Καλπούρνιο Κολλήγα Μακεδόνα (4ος/5ος αι. μ.Χ.), γόνο της οικογένειας αυτής και χριστιανό (;)· όπως μαρτυρεί το επιτύμβιο επίγραμμά του, εκτός από γιατρός, υπήρξε ρήτορας και φιλόσοφος. Πέθανε στην Αντιόχεια της Πισιδίας σε ηλικία τριάντα ετών, εκεί όπου προφανώς κατείχε και το αξίωμα του αρχιατρού (ως δημοσιεύων). Το μνημείο του το κατασκεύασε ο πατέρας του Γ. Καλπούρνιος Μακεδών, και σε αυτό χαράχθηκε το επίγραμμα από το οποίο αντλούμε τις σχετικές πληροφορίες.

Ο δεύτερος γιατρός της οικογενείας μαρτυρείται απλώς ως Κολλήγας (4ος/5ος αι. μ.Χ.). Στο Örkenez, δέκα 15 χλμ. νοτιοανατολικά της Αντιόχειας της Πισιδίας, βρέθηκε επιγραφή με επιτύμβιο επίγραμμα που αφορά τον Κολλήγα, γιό του Γ. Καλπουρνίου Μακεδόνα και αδελφό του Γαίου Καλπουρνίου Κολλήγα Μακεδόνα. Ο Κολλήγας ήταν γιατρός όπως και ο αδελφός του, και πέθανε εικοσαετής (εἰκοστὸν ἄγοντα ἔτος). Το επιτύμβιο του το αφιέρωσε η μητέρα του Μάγνα.

Γιατροί με μακεδονικά ονόματα

Ο γιατρός Γλαυκίας (4ος αι. π.Χ.) φρόντισε τον Ηφαιστίωνα κατά την τελευταία ασθένειά του στα Εκβάτανα. Κατά τον Αρριανό, όταν ο Αλέξανδρος βρισκόταν στα Εκβάτανα και συμμετείχε σε διάφορες εορταστικές εκδηλώσεις, αρρώστησε ο Ηφαιστίων. Κατά την έβδομη ημέρα ο ασθενής βρισκόταν σε άσχημη κατάσταση και πέθανε πριν τον προλάβει ζωντανό ο Αλέξανδρος. Υπεύθυνος για το αιφνίδιο τέλος του Ηφαιστίωνα θεωρήθηκε ο γιατρός Γλαυκίας (= Γλαύκος), και γι’ αυτό ο Αλέξανδρος διέταξε να τον κρεμάσουν. Όσον αφορά το θεραπευτικό ατόπημα του γιατρού, το οποίο απέβη μοιραίο για τον Μακεδόνα στρατηγό, ο Αρριανός καταγράφει δύο εκδοχές· σύμφωνα με την πρώτη ο γιατρός του χορήγησε κάποιο φάρμακο που δεν ενδεικνυόταν, ενώ σύμφωνα με την άλλη τον είδε να πίνει πολύ κρασί και δεν τον εμπόδισε.

Αναθηματικό ανάγλυφο από την Πέλλα με τον Ηφαιστίωνα – ιππέα και κόρη με οινοχόη στα χέρια. Δείγμα της λατρείας του ήρωα ως «ισόθεου» και μεσολαβητή μεταξύ θνητών και αθανάτων.

Ο Πλούταρχος αφηγείται ότι ο Γλαύκος (= Γλαυκίας) έκανε στον Ηφαιστίωνα κάποιες διαιτητικές υποδείξεις, ώστε να απαλλαγεί από τον πυρετό που τον ταλαιπωρούσε. Μόλις όμως ο γιατρός έφυγε για να πάει στο θέατρο, ο Μακεδόνας στρατηγός, που προφανώς δεν είχε καμιά πρόθεση να ακολουθήσει τις συμβουλές του Γλαύκου, οἷα δὲ νέος καὶ στρατιωτικὸς οὐ φέρων ἀκριβῆ δίαιταν, έφαγε υπερβολική ποσότητα φαγητού, έναν ολόκληρο πετεινό, και ήπιε πολύ παγωμένο κρασί, με συνέπεια η κατάστασή του να χειροτερεύσει και σε λίγο να πεθάνει. Ο Αλέξανδρος τότε, υπερβολικά λυπημένος και έξαλλος για την απώλεια του φίλου του, διέταξε να σταυρώσουν τον γιατρό.

Ο Αλέξιππος (4ος/3ος αι. π.Χ.) μνημονεύεται από τον Πλούταρχο ως γιατρός του στρατού του Αλεξάνδρου. Υπήρξε αποδέκτης ευχαριστήριας επιστολής εκ μέρους του Μακεδόνα στρατηλάτη, όταν έσωσε τον Πευκέστα (γιό του Αλεξάνδρου από τη Μίεζα που υπηρέτησε κοντά στον Αλέξανδρο πιθανόν ως αξιωματικός της προσωπικής φρουράς του), από κάποια μη κατονομαζόμενη ασθένεια.

Για τον Αμύντα (3ος; αι. π.Χ.) γνωρίζουμε ελάχιστα στοιχεία. Η συζήτηση γι᾽ αυτόν βασίζεται σε δύο κείμενα. Το πρώτο προέρχεται από τον Σχολιαστή των Εἰδυλλίων του Θεοκρίτου, και σε αυτό γίνεται λόγος για κάποιον Αμύντα που μαζί με τον γιατρό Χρύσιππο συμμετείχαν στη συνωμοσία της Αρσινόης κατά του Πτολεμαίου Β΄ Φιλαδέλφου (ἐπιβουλεύουσαν δὲ ταύτην εὑρών [sc. ὁ Πτολεμαῖος] καὶ σὺν αὐτῇ Ἀμύνταν καὶ Χρύσιππον τὸν Ῥόδιον ἰατρόν, τούτους μὲν ἀνεῖλεν)· το δεύτερο κείμενο είναι το ψευδο-γαληνικό σύγγραμμα Περὶ τῶν ἐπιδέσμων, όπου με το όνομα του Αμύντα παραδίδονται τέσσερα αποσπάσματα που αφορούν ισάριθμους τρόπους επιδέσεως· τα τρία από αυτά αποτελούν παραθέματα στο ψευδο-γαληνικό έργο Περὶ τῶν ἐπιδέσμων και το ένα στο σύγγραμμα του Ορειβασίου Ιατρικαί συναγωγαί. Το γεγονός ότι όλα τα σωζόμενα αποσπάσματα του Αμύντα αφορούν είδη επιδέσμων, μας επιτρέπει τη διατύπωση της υποθέσεως ότι ενδεχομένως ο γιατρός αυτός έγραψε σύγγραμμα με αυτό το ειδικό περιεχόμενο (και τίτλο  Περὶ ἐπιδέσμων;).

Ο Kαλλιγένης (3ος/2ος αι. π.Χ.), γιατρός του Φιλίππου Ε΄ (222/221-179 π.Χ.) έδρασε στο πρώτο μισό του 2ου αι. π.Χ., αφού κατά τον Ρωμαίο ιστορικό Τίτο Λίβιο ο Καλλιγένης υπήρξε γιατρός του Φιλίππου κατά το έτος του θανάτου του (179 π.Χ.). Στο σχετικό κείμενο του Λιβίου όμως δεν καταγράφεται καμιά σαφής πληροφορία ούτε για τη νόσο του βασιλιά ούτε για τη θεραπεία που του εφάρμοσε ο γιατρός· έτσι σχετικά με τον Καλλιγένη ως βασική πληροφορία πρέπει να θεωρηθούν τα όσα λέει ο Λατίνος ιστορικός για την ανάμιξή του στο ζήτημα της διαδοχής υπέρ του Περσέα. Αυτή ακριβώς όμως η ανάμιξή του και οι σχέσεις του με διάφορα πρόσωπα δηλώνουν πιθανότατα ότι ο Καλλιγένης ασκούσε την τέχνη του όχι μόνο στον στρατό αλλά και στην Αυλή του Φιλίππου Ε΄.

Ο γιατρός Αρχιγένης Φιλίππου Απαμεύς (1ος/2ος αι. μ.Χ.) δεν μαρτυρείται στις αρχαίες πηγές ρητά ως μακεδονικής καταγωγής, ωστόσο υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορούν οι ακόλουθες ενδείξεις: Πρώτα-πρώτα το όνομά του όπως και το όνομα του πατέρα του (Φίλιππος), που κατά πάσα πιθανότητα ήταν και εκείνος γιατρός, είναι μακεδονικά. Δεύτερον καταγόταν από μία πόλη, στην οποία είχαν εγκατασταθεί τόσο πολλοί Μακεδόνες στρατιώτες, ώστε μετωνόμασαν την πόλη Πέλλα, σε ανάμνηση της ομώνυμης μακεδονικής πρωτεύουσας· αργότερα ο Σέλευκος Νικάτωρ (312-281 π.Χ.) έδωσε στην πόλη το όνομα Απάμεια, για να τιμήσει τη σύζυγό του (η κατ’ άλλη πηγή τη μητέρα του) Απάμα. Στην πόλη αυτή γεννήθηκε ο Αρχιγένης περί το μέσον του 1ου αι. μ.Χ.· την Ιατρική την άσκησε στη Ρώμη, όπου είχε σχέσεις και με την αυτοκρατορική Αυλή. επίσης για κάποια διάστημα χρημάτισε και στρατιωτικός γιατρός (Ἀρχιγένηςστρατόπεδον θεραπεύων). Πέθανε μάλλον στη Ρώμη σε ηλικία 63 ετών. Διακρίθηκε κυρίως στη Χειρουργική και τη Φαρμακολογία. Ως συγγραφέας υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγικός, και τα έργα του, από τα οποία σώθηκαν μόνον αποσπάσματα, κάλυπταν πολλούς τομείς της Ιατρικής.

Κατακλείοντας το άρθρο μου αυτό επισημαίνω ότι έχω εντοπίσει και δύο ακόμη γιατρούς, για τους οποίους όμως δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί με βεβαιότητα ο τόπος καταγωγής τους, αν δηλαδή πρόκειται για πόλη της Μακεδονίας η για ομώνυμη πόλη ευρισκόμενη σε άλλη περιοχή· πάντως θεωρώ αρκετά πιθανή τη μακεδονική καταγωγή τους· πρόκειται για τους ακόλουθους:

Ο Διονύσιος Αιγεύς (μεταξύ 3ου και 1ου αι. π.Χ.) είναι γνωστός από μία μόνο μαρτυρία, προερχόμενη από τον πατριάρχη Φώτιο, ο οποίος μας πληροφορεί ότι διάβασε το βιβλιδάριον του Διονύσιου με τίτλο Δικτυακά και παραθέτει τον κατάλογο των κεφαλαίων του έργου αυτού. Ο Διονύσιος δεν μαρτυρείται ρητά ως γιατρός, θεωρείται όμως ως τέτοιος με βάση τα θέματα, πραγμάτευση των οποίων γινόταν στο παραπάνω έργο. Όσον αφορά την πόλη, από την οποία καταγόταν ο εν λόγω Διονύσιος, δηλαδή τις Αιγές, δυστυχώς αυτή δεν είναι δυνατόν να ταυτισθεί, όχι μόνον επειδή ο Φώτιος δεν μας παρέχει και κάποια άλλη διευκρινιστική πληροφορία, αλλά και για τον επί πλέον λόγο ότι κατά την Αρχαιότητα υπήρχαν Αἰγαὶ πόλεις πολλαί (στη Μακεδονία, την Κιλικία, τη Λυδία κ.α.).

Ομοίως ο Μενεσθεύς ο Στρατονικεύς (πριν τον 1ο αι. μ.Χ.) είναι γνωστός με βεβαιότητα από μία μόνο μαρτυρία, αυτή του Ερωτιανού (1ος αι. μ.Χ.), ο οποίος παραθέτει την ερμηνεία του Στρατονικέα γιατρού στην ιπποκρατική λέξη άμβη. Ενδεχομένως όμως ο γιατρός αυτός πρέπει να ταυτισθεί με τον Μενεσθέα, ένα φάρμακο του οποίου πρὸς τὰς ἐν δακτύλῳ ῥαγάδας παραθέτει ο Ασκληπιάδης ο Φαρμακίων (1ος αι. μ.Χ.). Επειδή το Στρατονικεύς είναι δυνατόν να δηλώνει τον πολίτην είτε της Στρατονίκης (Χαλκιδική) είτε της Στρατονικείας της Καρίας η ομώνυμης πόλεως τῆς πρὸς Ταρον  και επειδή ελλείπουν άλλα στοιχεία σχετικά με τον Μενεσθέα, είναι μάλλον αδύνατον να καταλήξει κάποιος σε βέβαιο συμπέρασμα όσον αφορά τη γενέτειρά του. Ωστόσο πρέπει να επισημάνω ότι για την καρική Στρατονίκεια εντοπίζονται δύο ενδιαφέρουσες μαρτυρίες που τη συνδέουν στενά με τους Μακεδόνες· η πρώτη από αυτές προέρχεται από τον Στράβωνα, ο οποίος μας πληροφορεί ότι οι κάτοικοι της Στρατονικείας ήταν Μακεδόνες, και η δεύτερη από τον Στέφανο Βυζάντιο που σημειώνει ότι επρόκειτο για πόλη μακεδονική. Συνεπώς θα μπορούσε να θεωρήσει κάποιος ότι υπάρχουν αρκετά ισχυρές ενδείξεις υπέρ της μακεδονικής καταγωγής του Μενεσθέα.

ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

ΠΗΓΕΣ:  Αρριανός, Ἀλεξάνδρου ἀνάβασις (εκδ. Ross)· Βίοι Αριστοτέλους (Ανώνυμοι ελληνικοί, λατινικοί και αραβικοί βίοι: I. Düring, Aristotle in the ancient biographical tradition [SGLGoth 5], Göteborg 1957)· Γαληνός: Galeni Opera omnia, εκδ. Kühn· Ἱππιατρικ (Hippiatrica Cantabrigiensia) [CHG II, εκδ. OderHoppe]· Ερωτιανός, Τῶν παρ’ Ἱπποκράτει λέξεων συναγωγή (εκδ. Nachmanson)· Ιωάννης Τζέτζης, Χιλιάδες (εκδ. Leone)· Πλούταρχος, Ἀλέξανδρος (εκδ. Ziegler), Αρτοξέρξης (εκδ. Ziegler), Συμποσιακά (εκδ. Βερναρδάκης)· Σούδα (εκδ. Adler)· Στέφανος Βυζάντιος, Ἐθνικά (Meineke)· Φώτιος, Βιβλιοθήκη (εκδ. Henry)· IG X/2/1, αρ. 149· αρ. 163, και αρ. 176· IG IX/1/3, αρ. 750 ― Chalcidius, Timaeus 246 (εκδ. Waszink)· Titus Livius, Ab Urbe condita (εκδ. Walsh).

ΜΕΛΕΤΕΣ ΚΑΙ ΑΡΘΡΑ: Αμοιρίδου, Ντ. – Δ. Μαλαμίδου, «Ανασκαφική έρευνα στο ρωμαικό νεκροταφείο της Αμφίπολης», ΑΕΜΘ 12 (1998) 77-83· Ανδρόνικος, M., Αρχαίαι επιγραφαί Βεροίας, Θεσσαλονίκη 1950· Ανδρειωμένου, Α. Κ., «Αρχαιότητες και μνημεία δυτικής Μακεδονίας. Πύλη Μικράς Πρέσπας», ΑΔ 22 (1967), Μέρος Β΄ 2 – Χρονικά, σ. 416, και πιν. 310ζ· Βαβρίτσας, Α. Κ., «Επιγραφές από την αρχαία Έδεσσα», Αρχαία Μακεδονία Δ΄. Ανακοινώσεις κατά το τέταρτο διεθνές Συμπόσιο, Θεσσαλονίκη, 21-25 Σεπτεμβρίου 1983 [ΙΜΧΑ 204], Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 53-69· στον ίδιο, «Αρχαία Έδεσσα: Σύντομο χρονικό της ανασκαφής», Πρακτικά Α΄ Πανελληνίου Επιστημονικού Συμποσίου. Η Έδεσσα και η περιοχή της. Ιστορία και πολιτισμός (Έδεσσα 4, 5 και 6 Δεκεμβρίου 1992), Έδεσσα 1995, σσ. 13-26· Βέης, Ν., «Πεντήκοντα Χριστιανικών και Βυζαντινών έπιγραφών νέαι αναγνώσεις», ΑΕ (1911), σσ. 97-107· Γουναροπούλου, Λ. – Μ. Β. Χατζόπουλος, Επιγραφές Κάτω Μακεδονίας (Μεταξύ του Βερμίου όρους και του Αξιού ποταμού), τ. 1: Επιγραφές Βεροίας, Αθήνα 1998· Δήμιτσας, Μ. Γ., Η Μακεδονία εν λίθοις φθεγγομένοις και μνημείοις σωζομένοις, τ. 1-2, Αθήνησιν 1896 (ανατ.: Θεσσαλονίκη, ΙΜΧΑ/Αρχείο Ιστορικών Μελετών, 1988)· Κανατσούλης, Δ., Μακεδονική προσωπογραφία (από του 148 π.Χ. μέχρι των χρόνων του Μ. Κωνσταντίνου) [Ελληνικά. Παράρτημα 8], Θεσσαλονίκη 1955 (αρ. 1-1522), και Συμπλήρωμα, Θεσσαλονίκη 1967 (αρ. 1523-1812)· Καφταντζής, Γ. Β., Ιστορία της πόλεως Σερρών και της περιφερείας της (από τους προιστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα), τ. 1: Μύθοι – Επιγραφές – Νομίσματα, Αθήνα 1967 (ανατ.: Θεσσαλονίκη 2009)· Κεραμόπουλος, Α. Δ., «Αμφισσαικής επιγραφής έκδοσις δευτέρα», ΑΕ (1908)· Κραβαρτόγιαννος, Δρ., «Οι Αμφισσείς τιμάνε το γιατρό Μηνόφαντο. Ένα ιστορικό αρχαίο ψήφισμα του Β΄ αι. π.Χ.», περιοδ. Σελίδες από τη Φωκίδα (1977) 1-5· Λαζαρίδης, Δ., Αμφίπολις. Αρχαιολογικός οδηγός, Αθήνα 21997· Μαυρουδής, Αιμ. Δ., Αρχιγένης Φιλίππου Απαμεύς. Ο βίος και τα έργα ενός Έλληνα γιατρού στην αυτοκρατορική Ρώμη [Πονήματα 3], Αθήναι, Ακαδημία Αθηνών. ΚΕΕΕΣ, 2000· στον ίδιο, Μακεδονική ιατρική προσωπογραφία. Μακεδόνες γιατροί στην Αρχαιότητα και γιατροί στην υπηρεσία Μακεδόνων ― Μαρτυρίες και αποσπάσματα: Κείμενο – Μετάφραση – Σχόλια [Πραγματείαι της Ακαδημίας Αθηνών αρ. 62], Εν Αθήναις, Γραφείον Δημοσιευμάτων της Ακαδημίας Αθηνών, 2010· Παντερμαλής, Δ., «Η ανασκαφή του Δίου κατά το 1993 και η χάλκινη διόπτρα», ΑΕΜΘ 7 (1993) 195-198· Πελεκανίδης, Στ., «Η έξω των τειχών παλαιοχριστιανική βασιλική των Φιλίππων», ΑΕ (1955) 114-179 = Στ. Πελεκανίδης, Μελέτες παλαιοχριστιανικής και βυζαντινής αρχαιολογίας [ΙΜΧΑ 174], Θεσσαλονίκη 1977, σσ. 333-394]· Πελεκίδης, Στ., Από την πολιτεία και την κοινωνία της αρχαίας Θεσσαλονίκης. (Επιγραφική μελέτη) [ΕΕΦΣΠΘ, Παράρτ. 2ου τόμου], Θεσσαλονίκη 1934· Ριζάκης, Θ. – Γ. Τουράτσογλου, Επιγραφές Άνω Μακεδονίας (Ελίμεια, Εορδαία, Νότια Λυγκηστίς, Ορεστίς), τ. 1: Κατάλογος Επιγραφών, Αθήνα 1985· Σαρικάκης, Θ. Χ., Ρωμαίοι άρχοντες της επαρχίας Μακεδονίας, Μέρος Β΄: Από του Αυγούστου μέχρι του Διοκλητιανού (27 π.Χ.-284 μ.Χ.) [ΜΒ 51], Θεσσαλονίκη 1977· Σταλίδης, Κ. Γ., «Ο Χριστιανισμός στην Έδεσσα κατά τους 3ο-6ο αιώνες σύμφωνα με τις αποκαλυφθείσες επιγραφές», στο: ΚΔ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο, 30-31 Μαίου – 1 Ιουνίου 2003. Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 2004, σσ. 39-72· Π. Χρυσοστόμου, «Συμβολές στην ιστορία της ιατρικής στην αρχαία Μακεδονία», Ευλιμένη 3 (2002) 99-116. ― Berve, H., Das Alexanderreich auf prosopographischer Grundlage, τ. 1-2, München 1926· Brown, T. S., «Apollophanes und Polybius, Book 5», Phoenix 15 (1961) 187-195· Calder, W. M. – J. M. R. Cormack, Monuments from Lycaonia, the Pisido-Phrygian Borderland, Aphrodisias [MAMA 8], Manchester 1962· Chamberlain, A. – S. Triantaphyllou, «An ostetric fatality from Nothern Greece», στον τόμο: Papers on Palaeopathology presented at the 23rd annual meeting of the Palaeopathology Association, Durham, North Carolina 1996, σ. 17· Cohn, L., «Amerias», RE I/2 (1894) 1827· Cohn-Haft, L., The public physicians of Ancient Greece [SCSH 42], Northampton, Mass. 1956· Collart, P., «Le sanctuaire des dieux égyptiens à Philippes», BCH 53 (1929) 70-100· στον ίδιο, Philippes, ville de Macédoine depuis ses origines jusqu’à la fin de l’époque romaine [T&M 5], Paris 1937· Cormack, J. M. R., «Inscriptions from Pieria», Klio 52 (1970) 49-66· Daux, G., «Notes de lecture», BCH 98 (1974) 553-576· Deichgräber, Κ., «Dionysios» (124), RE V/1 (1903) 975· στον ίδιο, «Theodoros» (45), RE V/A/2 (1934) 1865-1866· Feissel, D., Recueil des inscriptions chrétiennes de Macédoine du IIIe au VIe siècle [BCH, Suppl. 8], Paris 1983· Fraser, P. M., Ptolemaic Alexandria, τ. 1-2, Oxford 1972· Fritz, K. von, «Nikomachos» (18), RE XVII/1 (1936) 462· Gorteman, Cl., «Médecins de cour dans l’Égypte du IIIe siècle avant J.-C.», ChÉ 32 (1957) 313-336· Gossen, Η., «Glaukias» (9), RE VII (1910) 1399-1400· στον ίδιο, «Glaukos» (42), RE VII/1 (1910) 1421· Gurlt, E. J., Geschichte der Chirurgie und ihrer Ausübung, τ. 1, Berlin 1898 (ανατ.: Hildesheim 1964)· Hogarth, D. G., «Inscriptions from Salonica», JHS 8 (1887) 373-374 = Θεσσαλονίκην Φιλίππου βασίλισσαν. Μελέτες για την αρχαία Θεσσαλονίκη, επιμ. Π. Αδάμ-Βελένη, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 705-706, και σ. 503, αρ. 521· Jones, C. P., «An epigram of Apollonius of Tyana», JHS 100 (1980) 190-194· στον ίδιο, «A family of Pisidian Antioch», Phoenix 36 (1982) 264-271· Kind, F. E., «Lykos» (52), RE XVIII/2 (1927) 2408-2417· Kroll, W., «Kallisthenes» (2), RE X/2 (1919) 1674-1726· στον ίδιο, «Metrodoros» (26), RE XV/2 (1932) 1482· Lemerle, P., «Inscriptions latines et grecques de Philippes», BCH 58 (1934) 472-274, επιγρ. αρ. 9 (και εικ. αρ. 9)· Marasco, G., «Les médecins de cour à l’époque hellénistique», REG 109 (1996) 435-466· Mastrocinque, Α., «Les médecins des Séleucides», στο: Ph. J. van der Eijk – E. F. J. Horstmanshoff – P. H. Schrijvers (εκδ.), Ancient medicine in its socio-cultural context. Papers read at the congress held at Leiden University 13-15 April 1992, τ. 1 [WISHM], Amsterdam- Atlanta 1995, σσ. 143-151· Merkelbach, R., «Σωτήρ ῾Arzt’», ZPE 8 (1971) 14· στον ίδιο, «Archiatri and the medical profession in Antiquity», PBSR 45 (1977) 191-226 [= V. Nutton, From Democedes to Harvey: Studies in the history of medicine, London 1988, μελέτη αρ. 5]· Oder, E., «Alexippos» (7), RE I/2 (1894) 1467· Pantermalis, D., «Inscriptions from Dion. Addenda et Corrigenda», στον τόμο: Ancient macedonian studies in Honor of Charles Edson [IBS 158], Thessaloniki 1981, σσ. 291-292 (και πιν. 7)· Peek, W., Griechische Versinschriften, Berlin 1955· στον ίδιο, «Griechische Epigramme aus Pierien», ZPE 7 (1971) 185-186· στον ίδιο, «Λειψανοθήκη», ZPE 11 (1973) 30-31· Pilhofer, P., Philippi, τ. 1, Tübingen 2000· Pleket, H. W. – R. S. Stroud, SEG 36 (1986), σσ. 181-182, αρ. 620· Ramsay, W. M., «A Noble anatolian family of the fourth century», CR 33 (1919) 1-9· Reinach, Th., «Inscriptions grecques», REG 16 (1903) 180-192· Roesch, P., «Médecins publics dans les cités grécques», HSM 18 (1984) 279-293· Tataki, A. B., Ancient Beroea. Prosopography and society [Μελετήματα 8], Athens 1988· στην ίδια, Macedonian Edessa. Prosopography and onomasticon [Μελετήματα 18], Athens 1994· στην ίδια, Macedonians abroad. A contribution to the prosopography of Ancient Macedonia [Μελετήματα 26], Athens 1998· Tod, M. N., «Macedonia. VI – Inscriptions», BSA 23 (1918-1919) 67-97· Touwaide, Α., «Lykos von Makedonien» (13), DNP 7 (1999) 574-575· Vollgraff, W., «Deux inscriptions dΑmphissa», BCH 25 (1901) 221-240· Walbank, F. W., Philipp V of Macedon, Cambridge 21967 (11940)· Wellmann, Μ., «Amyntas» (24), RE I/2 (1894) 2008· στον ίδιο, «Aristogenes» (5), RE II/1 (1895) 932-933· στον ίδιο, «Athryilatos», RE II/2 (1896) 2072· στον ίδιο, «Die Medicin bis in die zweite Hälfte des zweiten Jahrhunderts», στο: Fr. Susemihl, Geschichte der griechischen Litteratur in der Alexandrinerzeit, τ. 1-2, Leipzig 1891-1892 (ανατ.: Hildesheim 1965), τ. 1, σσ. 777-883· στον ίδιο, «Beiträge zur Geschichte der Medizin im Altertum», Hermes 65 (1930) 322-331· Woodhead, A. G., SEG 19 (1963), σσ. 152-1. Woodhead, A. G., SEG 19 (1963), σσ. 152-153, αρ. 440· Woodhead, A. G., «The state health service in Ancient Greece», CHJ 10/3 (1952) 235-253· Ziegler, Κ., «Polykritos» (7), RE XXI/2 (1952) 1760-1761.

Ο Αιμίλιος Μαυρουδής είναι Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας, ΑΠΘ

Ευρώπη-Αυστραλία σε 27 ημέρες και 20 ώρες: Η ανεπανάληπτη πτήση των αδελφών Smith

100 χρόνια από τη μεγάλη αεροπορική εποποιΐα

Ευρώπη-Αυστραλία σε 27 ημέρες και 20 ώρες.
Η ανεπανάληπτη πτήση των αδελφών Smith

 

Η μεγάλη πρόκληση

Ο Αυστραλός πρωθυπουργός Billy Hughes διέσχιζε αεροπορικά τη Μάγχη, μεταβαίνοντας από το Λονδίνο στο Παρίσι, προκειμένου να συμμετάσχει στις εργασίες του Συνεδρίου της Ειρήνης όταν, ένα πρωινό του 1919, εμπνεύστηκε την ιδέα ενός μεγάλου αγώνα από την Ευρώπη με καταληκτικό σημείο την Αυστραλία. Ατενίζοντας τη θάλασσα από ψηλά, συνειδητοποίησε τις απεριόριστες δυνατότητες, τις οποίες η αεροπορία ήταν σε θέση να προσφέρει, ως πηγή έμπνευσης, στη σφυρηλάτηση της εθνικής ενότητας την επαύριο της συλλογικής δοκιμασίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Για το σκοπό αυτό διέθεσε ως έπαθλο το ποσό των £10,000 για το πρώτο αυστραλιανό πλήρωμα, που θα κάλυπτε την απόσταση ανάμεσα στο Λονδίνο και το Πορτ Ντάρβιν της Β. Αυστραλίας, χρησιμοποιώντας ένα αεροσκάφος βρετανικής κατασκευής, υπό την προϋπόθεση ότι η διάρκεια της πτήσης δεν θα ξεπερνούσε τις 30 ημέρες.

Το όλο εγχείρημα ενείχε αποτρεπτικούς κινδύνους και δυσκολίες. Παρόλη την εξέλιξη στον τομέα της αεροπορίας χάρη στην πρόσφατη, ακόμα, διεξαγωγή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η τεχνολογία εξακολουθούσε να βρίσκεται σε εμβρυακό στάδιο. Τα αεροσκάφη ήταν κατασκευασμένα από ξύλο, σύρμα και ύφασμα, εξοπλισμένα με τα στοιχειώδη, μόνο, όργανα πλοήγησης και με υπαίθριο πιλοτήριο, εκτεθειμένο στις ακραίες καιρικές συνθήκες. Το δρομολόγιο περιλάμβανε δύσβατες περιοχές (ορεινοί όγκοι, έρημος και πυκνή ζούγκλα μεταξύ άλλων) όπου το μήκος των διαδρόμων προσγείωσης ήταν συχνά εκ των πραγμάτων περιορισμένο.

Αψηφώντας τους κινδύνους, έξι αυστραλιανά πληρώματα ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση. Τα περισσότερα διέθεταν περγαμηνές από την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Δυο από αυτά συνετρίβησαν καθ οδόν, με αποτέλεσμα οι επιβαίνοντες να βρουν τραγικό θάνατο. Άλλα δυο υποχρεώθηκαν σε αναγκαστική προσγείωση, εγκαταλείποντας τελικά τον αγώνα. Ένα έκτο, εκτός συναγωνισμού, με τον χαρισματικό Γάλλο πιλότο Étienne Poulet, κάτοχο του παγκοσμίου ρεκόρ πτήσης δίχως ενδιάμεση στάση, απογειώθηκε από το Παρίσι με τελικό προορισμό την Μελβούρνη, τρέφοντας την ελπίδα πως θα προφτάσει να προσγειωθεί πρώτο στην Αυστραλία. Καταπονημένο από την όλη προσπάθεια, το αεροσκάφος συγκρούστηκε με έναν αετό, καθώς πετούσε πάνω από τη Βιρμανία, με αποτέλεσμα να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη και να εγκαταλείψει και αυτό με τη σειρά του τον αγώνα. Από τα έξι πληρώματα, μόνο ένα κατάφερε να προσγειωθεί στο Πορτ Ντάρβιν στις 10 Δεκεμβρίου 1919, εντός των χρονικών ορίων που είχαν θέσει οι διοργανωτές, έπειτα από πτήση 28 ημερών. Κυβερνήτες ήταν οι αδελφοί Ross και Keith Macpherson Smith, χάρη στους οποίους η αεροπορική σύνδεση ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αυστραλία ήταν πλέον πραγματικότητα. Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 ετών από τη μεγάλη εποποιΐα, το γεγονός τιμάται δεόντως (στην Αυστραλία κυρίως) αυτές τις ημέρες με εκθέσεις, δημοσιεύσεις, διαλέξεις, κινηματογραφικές προβολές, τηλεοπτικές παραγωγές, τέλος, με πάσης φύσεως άλλες εκδηλώσεις.

 

Το πλήρωμα

Αρχηγός της αποστολής ανέλαβε ο νεότερος από τους δυο, Ross Smith (1892-1922). Το 1914 είχε καταταγεί εθελοντής στις τάξεις του φημισμένου αυστραλιανού Ελαφρού Ιππικού (Light Horse) και ένα χρόνο αργότερα πολέμησε στην Καλλίπολη. Το 1917 κατετάγη στην αεροπορία, διαπρέποντας στο μέτωπο της Εγγύς Ανατολής. Στο ενεργητικό του είχε 11 επιβεβαιωμένες καταρρίψεις εχθρικών αεροσκαφών, για τις οποίες και παρασημοφορήθηκε κατ επανάληψη. Μάλιστα, υπηρέτησε με την ιδιότητα του πιλότου τον T. E. Lawrence (Λώρενς της Αραβίας), ο οποίος, στο βιβλίο του Seven Pillars of Wisdom κάνει συχνά ονομαστική αναφορά σε αυτόν. Ωστόσο, η τύχη δεν χαμογέλασε στον Ross Smith.

Sir Ross Macpherson Smith (Πηγή: State Library of South Australia, B 6101).

Καταξιωμένος πιλότος πλέον, έχασε τη ζωή του στις 13 Απριλίου 1922, σε ηλικία τριάντα ετών, στο πεδίο δοκιμών του Brooklands της κομητείας Surrey της Νότιας Αγγλίας, ενώ αξιολογούσε τις δυνατότητες και αντοχές ενός αμφιβίου αεροσκάφους τύπου Vickers Viking. Στον θάνατο τον συνόδευσε και ο Jim Bennett, ο ένας εκ των δυο μηχανικών της ιστορικής πτήσης προς την Αυστραλία, που επέβαινε στο ίδιο αεροπλάνο. Η κηδεία του Ross Smith έλαβε χώρα με μεγάλες τιμές στην Αδελαΐδα της Νοτίου Αυστραλίας.

Αδελαΐδα, 15 Μαΐου 1922. Η νεκρική πομπή του Ross Smith (Πηγή: State Library of South Australia, B 37172).

H σταδιοδρομία του Keith Macpherson Smith (1890-1955) στο Αεροπορικό Σώμα υπήρξε χαμηλότερου βεληνεκούς συγκριτικά με εκείνη του μικρότερου αδελφού του. Συγκεκριμένα, σε δυο περιστάσεις κρίθηκε ακατάλληλος για στρατολόγηση για λόγους υγείας. Μετέβη με δικά του έξοδα στην Αγγλία, όπου κατάφερε τελικά να καταταγεί στην αεροπορία το 1917. Στις αρχές του 1918, η μονάδα του (58η μοίρα βομβαρδιστικών) μεταφέρθηκε στη Γαλλία. Ωστόσο, σε αντιδιαστολή με τον αδελφό του, ο Keith Smith ουδέποτε έλαβε το βάπτισμα του πυρός. Λίγο αργότερα, μετατέθηκε ως εκπαιδευτής-πυροβολητής εκ νέου στην Αγγλία, όπου παρέμεινε έως τη λήξη του πολέμου. Συνέχισε να εκπαιδεύει πιλότους και πλοηγούς. Στις 5 Νοεμβρίου 1919, μια εβδομάδα, μόλις, πριν από την έναρξη της ιστορικής πτήσης, το όνομα του Keith Smith προστέθηκε στη λίστα των ημιαπασχολούμενων υπαξιωματικών της RAF.

Sir Keith Macpherson Smith (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/5/10).

Η δόξα ήρθε απότομα στο τέλος του 1919. Για το 1922, ενθαρρυμένος από το επίτευγμα, ο Keith Smith είχε προγραμματίσει έναν γύρο του κόσμου. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το όλο σχέδιο έπειτα από την τραγική απώλεια του αδελφού του. Έκτοτε και έως τον θάνατό του το 1955, εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Σίδνεϊ, αφιερώνοντας τη ζωή του στην υπηρεσία της αεροπορίας από διοικητικά αξιώματα. Διετέλεσε αντιπρόσωπος της εταιρείας Vickers, αντιπρόεδρος της British Commonwealth Pacific Airlines, διευθυντής της Qantas Empire Airways και της Tasman Empire Airways Limited (αμφότερες θυγατρικές της Imperial Airways, με τη σειρά της προδρόμου της σημερινής British Airways).

Από ολόκληρο το πλήρωμα, ο Jim Bennett (1894-1922) ήταν ο μόνος, ο οποίος δεν είχε καταγωγή από τη Νότια Αυστραλία. Είχε γεννηθεί και ζούσε στο St Kilda, προάστιο της Μελβούρνης. Σπούδασε μηχανικός και το 1916 κατατάχθηκε εθελοντικά στο Αυστραλιανό Αεροπορικό Σώμα (Australian Flying Corps). Σε ολόκληρη τη διάρκεια του πολέμου υπηρέτησε στο θέατρο της Εγγύς Ανατολής και παρασημοφορήθηκε για τις επιδόσεις του. Μετά το πέρας των εχθροπραξιών, συμμετείχε ως μηχανικός, στην πρώτη αεροπορική σύνδεση Καΐρου-Καλκούτας, κάτω από ακατάλληλες, ως επί το πλείστον, καιρικές συνθήκες και με πιλότο τον Ross Smith.

James Mallett Bennett (Πηγή: State Library of South Australia, B 6099).

Τον Ιούλιο του 1919, ο Bennet μετατέθηκε στα βορειοδυτικά σύνορα της Ινδίας, συμμετέχοντας ενεργά σε αναγνωριστικές και επιθετικές αεροπορικές αποστολές κατά τη διάρκεια της σύντομης, πλην όμως βίαιης εκστρατείας στο Αφγανιστάν. Ευρισκόμενος εκεί, πληροφορήθηκε την επικείμενη πτήση των αδελφών Smith προς την Αυστραλία και δίχως δεύτερη σκέψη δήλωσε συμμετοχή. Τον Απρίλιο του 1922 έχασε τη ζωή του σε δοκιμαστική πτήση, επιβαίνοντας στο ίδιο μοιραίο αεροσκάφος με τον φίλο του Ross Smith.

Δεύτερος μηχανικός της ιστορικής πτήσης ήταν ο Walter Shiers (1889-1968). To 1915 κατατάχθηκε εθελοντικά στο Αυστραλιανό Ελαφρύ Ιππικό και ακολούθησε τη μονάδα του στην Αίγυπτο. Ένα χρόνο αργότερα, μετατέθηκε στην αεροπορία. Το 1917 προήχθη σε μηχανικό Α΄ τάξεως, προφανώς εξαιτίας της προτεραίας παιδείας του σε αυτό τον τομέα. Τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 1918, συμμετείχε από κοινού με τους Ross Smith και Jim Bennett στην πρώτη αεροπορική σύνδεση του Καΐρου με την Καλκούτα. Έπειτα από την ιστορική πτήση του 1919, συνέχισε να εργάζεται ως μηχανικός αεροπλάνων στο Σίδνεϊ. Το 1929, επιχείρησε να επαναλάβει το κατόρθωμα προς την αντίθετη κατεύθυνση, μεταξύ Αυστραλίας και Αγγλίας. Το αεροπλάνο υποχρεώθηκε σε αναγκαστική προσγείωση εξαιτίας μηχανικής βλάβης και ενώ πετούσε πάνω από την Ταϋλάνδη, με αποτέλεσμα το όλο εγχείρημα να εγκαταληφθεί.

Walter Henry Shiers (Πηγή: State Library of South Australia, Β 6100).

Συνέχισε να εργάζεται ως μηχανικός αεροσκαφών. Κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο προΐστατο της υπηρεσίας κατασκευής αλεξιπτώτων. Το 1958, ήταν παρών, ως μοναδικός πλέον επιζών του πληρώματος του 1919, στα εγκαίνια του σχετικού μνημείου στην Αδελαΐδα. Απεβίωσε τον Ιούνιο του 1968, έπειτα από μακρά ασθένεια.

 

Το αεροσκάφος

Το αεροσκάφος τύπου Vimy της εταιρείας Vickers Limited σχεδιάστηκε προς το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως βομβαρδιστικό. Έλαβε το όνομά του από τη μάχη του Vimy (9-12 Απριλίου 1917), στη βόρεια Γαλλία, με ενεργό συμμετοχή βρετανικών στρατευμάτων προερχομένων από τον Καναδά. Κατά τη δεκαετία του ’20, κατέγραψε πρωτοπόρες επιδόσεις σε πτήσεις μεγάλων αποστάσεων. Τον Ιούνιο του 1919, οι John Alcock and Arthur Brown διέσχισαν για πρώτη φορά στην Ιστορία τον Ατλαντικό Ωκεανό, με ένα μοντέλο ειδικά σχεδιασμένο για το συγκεκριμένο εγχείρημα (είχαν τοποθετηθεί επιπρόσθετες δεξαμενές καυσίμων, χάρη στις οποίες διευρύνθηκε η ακτίνα αυτοδύναμης πτήσης του αεροπλάνου). Το 1920 οι Pierre van Ryneveld και Quintin Brand επιχείρησαν με αξιοσημείωτη επιτυχία την πρώτη αεροπορική σύνδεση Λονδίνου-Κέηπ Τάουν. Από τις αρχές της ίδιας δεκαετίας, το Vickers Vimy χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον και ως επιβατικό αεροσκάφος, έχοντας υποστεί την απαραίτητη μεταποίηση. Συγκεκριμένα, καταργήθηκαν οι θέσεις των πυροβολητών και μετατράπηκαν κατά περίπτωση σε χώρο για μηχανικούς και επιβάτες. Τόσο σε επίπεδο πολεμικής αεροπορίας όσο και σε επίπεδο πολιτικής, ο συγκεκριμένος τύπος εξακολουθούσε να διαθέτει δυο ελικοφόρους κινητήρες.

Το αεροσκάφος των αδελφών Smith διατηρήθηκε έπειτα από το πέρας της ιστορικής πτήσης. Το 1953, ξεκίνησε μια ολόκληρη πολεμική σχετικά με την επιλογή του χώρου, που θα το φιλοξενούσε. Το Πολεμικό Μουσείο της Αυστραλίας αρνήθηκε, προβάλλοντας το επιχείρημα πως το συγκεκριμένο αεροσκάφος δεν είχε αναπτύξει ποτέ στρατιωτική δράση. Ζωηρό ενδιαφέρον για την απόκτησή του εκδήλωσε, αντίθετα, η Διεύθυνση Πολιτικής Αεροπορίας της Αυστραλίας. Αντιμετωπίστηκε το ενδεχόμενο να φιλοξενηθεί στον υπό κατασκευή, τότε, νέο τερματικό σταθμό του αεροδρομίου της Μελβούρνης ή στον αντίστοιχο του Μπρισμπέϊν. Υπήρξε ακόμη σκέψη ανέγερσης ενός τεχνολογικού μουσείου στην πρωτεύουσα Καμπέρρα.

Το Vickers Vimy με τα διακριτικά G-EAOU και το τετραμελές πλήρωμα. Από τα αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται οι Keith και Ross Smith, ο Walter Shiers και ο Jim Bennett (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/8/3).

Τίποτα από τα παραπάνω δεν καρποφόρησε, με αποτέλεσμα η Διεύθυνση Πολιτικής Αεροπορίας να αναγκαστεί, τελικά, να δηλώσει αδυναμία φιλοξενίας του αεροσκάφους. Το 1955, το τελευταίο αποσυναρμολογήθηκε και αποθηκεύθηκε σε υπόστεγο αεροπορικής στρατιωτικής βάσης. Μόλις η είδηση διέρρευσε στον τύπο, ακολούθησε γενική κατακραυγή. Η Βασιλική Αερολέσχη της Νοτίου Αυστραλίας ενεργοποίησε τη διαδικασία ανέγερσης ειδικού υποστέγου, εντός του οποίου το αεροσκάφος θα εκτίθετο σε δημόσια θέα. Ταυτόχρονα, το κτήριο θα λειτουργούσε και ως μνημείο. Χάρη σε γενναιόδωρες χορηγίες (μεταξύ των οποίων και εκείνη της Vickers Corporation) συμπληρώθηκε το απαιτούμενο ποσό. Η Αερολέσχη ήρθε σε συμφωνία με τις αρχές της Νοτίου Αυστραλίας, οι οποίες παραχώρησαν ειδικό χώρο στο νέο αεροδρόμιο της Αδελαΐδας. Τα έργα κατασκευής του υποστέγου ξεκίνησαν τον Απρίλιο του 1957.

Στο μεταξύ, το αεροσκάφος υπέστη εκτεταμένες ζημιές από φωτιά, η οποία ξέσπασε από άγνωστους λόγους κατά τη μεταφορά οδικώς από την Καμπέρρα προς την Αδελαΐδα. Συγκεκριμένα, καταστράφηκαν ολοσχερώς το άνω φτερό, οι προπέλες και ο ένας από τους δυο κινητήρες. Ωστόσο, η άτρακτος και το κάτω φτερό είχαν παραμείνει άθικτα. Το κόστος της αποκατάστασης ανήλθε στο ποσό των £2,000. Τα εγκαίνια του μνημείου πραγματοποιήθηκαν στις 27 Απριλίου 1958, παρουσία ενός πλήθους 40.000 ατόμων. Από το πλήρωμα της ιστορικής πτήσης παρών ήταν ο μοναδικός επιζών, ο μηχανικός Walter Shiers.

Παρά ταύτα, η οδύσσεια του αεροσκάφους δεν σταμάτησε τότε. Με την πάροδο του χρόνου, αποδείχθηκε πως ήταν ευάλωτο στις υπεριώδεις ακτίνες του ηλίου (το υπόστεγο διέθετε μεγάλες επιφάνειες από γυαλί, ούτως ώστε το έκθεμα μπορεί να διακρίνεται απέξω). Μια νέα αποκατάσταση και συντήρηση σε βάθος πραγματοποιήθηκε το 1981. Διήρκεσε επί πέντε μήνες. Σήμερα, το μνημείο εξακολουθεί να είναι επισκέψιμο, η δε συχνότητα αγγίζει διαστάσεις δημοσίου προσκυνήματος.

Το μνημείο στις αρχές της δεκαετίας του ’70.
Το Vickers Vimy έπειτα από τον δεύτερο γύρο των έργων αποκατάστασης.

 

O αγώνας

Η πρώτη απογείωση (εκτός συναγωνισμού) με προορισμό την Αυστραλία έλαβε χώρα στις 12 Οκτωβρίου 1919 από το αεροδρόμιο Villa Coublay, στα περίχωρα του Παρισιού. Αρχηγός της αποστολής ήταν ο Étienne Poulet. Στις 9 Δεκεμβρίου εγκατέλειψε τον αγώνα λόγω μηχανικής βλάβης. Στις 21 Οκτωβρίου απογειώθηκε από το αεροδρόμιο Hounslow του Λονδίνου ένα δεύτερο αεροσκάφος (George Campbell Matthews). Στις 17 Απριλίου 1920 κατέπεσε στο Μπάλι, δίχως, ευτυχώς, ανθρώπινες απώλειες. Τρίτη, κατά σειρά, απογείωση, πάντοτε από το Hounslow ήταν εκείνη του Vickers Vimy των αδελφών Smith, νικήτρια του αγώνα, στις 12 Νοεμβρίου 1919. Έφτασε στο Πορτ Ντάρβιν στις 10 Δεκεμβρίου έπειτα από 27 ημέρες και 20 ώρες. Η πτήση περιγράφεται αναλυτικότερα παρακάτω. Την επομένη, 13 Νοεμβρίου, απογειώθηκε το τέταρτο αεροσκάφος (Roger Douglas). Σχεδόν αμέσως συνετρίβη στο έδαφος, με αποτέλεσμα το διμελές πλήρωμα να βρει τραγικό θάνατο. Στις 21 Νοεμβρίου, ξεκίνησε η πέμπτη πτήση (Valdemar Rendle). Στις 8 Δεκεμβρίου, το αεροσκάφος κατέπεσε στον κόλπο της Σούδας, στην Κρήτη, εξαιτίας μηχανικής βλάβης, δίχως ανθρώπινες απώλειες. Η τύχη δεν χαμογέλασε στους έκτους διαγωνιζόμενους (Cedric Ernest Howell). Έχοντας απογειωθεί από το Hounslow στις 4 Δεκεμβρίου, το αεροσκάφος κατέπεσε στη θάλασσα τέσσερις μέρες αργότερα στα ανοικτά της Κέρκυρας. Το διμελές πλήρωμα έχασε τη ζωή του. Στις 8 Ιανουαρίου 1920, ήταν η σειρά του εβδόμου διαγωνιζομένου (Raymond Parer) και ενώ ο αγώνας είχε ήδη κερδηθεί από τους αδελφούς Smith. Η πτήση έφτασε στον προορισμό της έπειτα από επτά (!) μήνες, στις 2 Αυγούστου του ιδίου έτους. Τέλος, αποκλείστηκε για προληπτικούς λόγους η συμμετοχή του Bert Hinkler, ο οποίος φιλοδοξούσε να καλύψει ολομόναχος την τεράστια διαδρομή.

Η διαδρομή και οι επιδόσεις των διαγωνιζομένων.

Το Vickers Vimy των αδελφών Smith απογειώθηκε από το Hounslow το πρωί της 12ης Νοεμβρίου 1919, εν μέσω ομίχλης. Στο μπροστινό μέρος του αεροσκάφους ήταν εγκατεστημένο το πιλοτήριο, με τον κυβερνήτη (Ross Smith) και τον πλοηγό (Keith Smith). Στο πίσω μέρος, υπήρχε ένας δεύτερος χώρος (πρώην θέση πυροβολητών), όπου εγκαταστάθηκαν οι δυο μηχανικοί. Πρώτος σταθμός ήταν η πόλη Λυών της Γαλλίας. Η πυκνή νέφωση παρεμπόδιζε τον ακριβή εντοπισμό. Επωφελούμενος από ένα άνοιγμα, ο Ross Smith κατάφερε να κατεβεί κάτω από τα σύννεφα και να αποκτήσει οπτική επαφή με τον διάδρομο προσγείωσης.

Ross Smith flight from London to Australia: London take-off (Πηγή: National Film and Sound Archive of Australia, 1535)

Ως δεύτερος σταθμός είχε προγραμματιστεί η Ρώμη. Ωστόσο, η χρονική καθυστέρηση λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών υπεράνω των Άλπεων, κατέστησε σαφές στο πλήρωμα ότι ήταν αδύνατη η άφιξη στην ιταλική πρωτεύουσα υπό το φως της ημέρας. Κατά συνέπεια, προκρίθηκε η Πίζα, για λόγους ασφαλείας. Όταν, το επόμενο πρωί, το τετραμελές πλήρωμα επέστρεψε στο αεροδρόμιο, βρήκε το αεροσκάφος βουτηγμένο μέσα σε μια λίμνη από λάσπη, εξαιτίας της ισχυρής βροχόπτωσης, που είχε προηγηθεί. Παρά τις αλλεπάλληλες προσπάθειες απεγκλωβισμού, με τη βοήθεια πολλών εθελοντών, δεν κατέστη δυνατή η απογείωση την ημέρα εκείνη.

Πανοραμική άποψη των Άλπεων (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/9/1/12B).

Την επομένη, με τον καιρό αισθητά βελτιωμένο, χρειάστηκαν αρκετές ώρες έως ότου το αεροσκάφος καταφέρει, τελικά, να απεγκλωβιστεί. Λίγο μετά από την απογείωση, διαπιστώθηκε απώλεια λαδιού, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει αναγκαστική προσγείωση στην κωμόπολη Venturina, στις ακτές της Τοσκάνης. Η αποκατάσταση της βλάβης υπήρξε ταχύτατη και το Vickers Vimy συνέχισε απρόσκοπτα την πτήση του μέχρι τον επόμενο σταθμό, τη Ρώμη. Σειρά είχε, κατόπιν, η διάβαση των Απεννίνων Ορέων με κακό καιρό, μέχρι το λιμάνι του Τάραντα. Ο Ross Smith αναγκάστηκε να πετάξει σε χαμηλό ύψος, κάτω από τα σύννεφα, προκειμένου να έχει συνεχώς ελεύθερο οπτικό πεδίο. Για το σκοπό αυτό, ακολούθησε τις κοιλάδες, έστω και αν μια επιλογή αυτού του είδους διέθετε, εκ των πραγμάτων, υψηλό δείκτη κινδύνου συντριβής στους πέριξ ορεινούς όγκους. Κάτι τέτοιο κόντεψε να συμβεί στην επόμενη διαδρομή (Τάραντας-Κρήτη) κατά μήκος των δυτικών ακτών της Ελλάδας. Πετώντας σε χαμηλό ύψος και με ισχυρή βροχόπτωση, η οποία περιόριζε την ορατότητα, το Vickers-Vimy λίγο έλειψε να συντριβεί σε ένα βραχώδες νησί (ο Ross Smith, στο ημερολόγιό του, δεν προσδιορίζει για ποιο ακριβώς επρόκειτο). Στις 18 Νοεμβρίου, το αεροσκάφος απογειώθηκε από τον κόλπο της Σούδας με προορισμό το Κάϊρο, όπου έφτασε έπειτα από μια πτήση δίχως προβλήματα.

Η άφιξη στη Ρώμη (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/9/1/11A).

Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, στην πρωτεύουσα της Αιγύπτου είχε προγραμματιστεί μια πολυήμερη ανάπαυλα, για την ανάπαυση του πληρώματος και τον έλεγχο και συντήρηση του αεροσκάφους. Ωστόσο, την επομένη κιόλας ημέρα, 19 Νοεμβρίου, το Vickers Vimy ξεκίνησε με προορισμό την Δαμασκό. Ο λόγος της επίσπευσης υπήρξε η είδηση πως ο Étienne Poulet βρισκόταν ήδη στην Ινδία. Ο έμπειρος Γάλλος πιλότος, πετούσε εκτός συναγωνισμού, εφόσον δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις, τις οποίες είχαν θέσει οι διοργανωτές του αγώνα. Δεν ήταν αυστραλιανής καταγωγής, είχε απογειωθεί από το Παρίσι κι όχι από το Λονδίνο, τέλος, πετούσε με ένα γαλλικό μοντέλο (Caudron G-4). Δεν έπαυε, ωστόσο, να θεωρείται ο επικρατέστερος για την πρώτη, στην Ιστορία, κάλυψη της διαδρομής Ευρώπης-Αυστραλίας. Στις 20 Νοεμβρίου, το Vickers Vimy απογειώθηκε από την Δαμασκό για την Βαγδάτη. Περί τα 110 χιλιόμετρα δυτικά της πόλης, έχοντας καθυστερήσει εξαιτίας αντίθετων ισχυρών ανέμων, προσγειώθηκε στο στρατόπεδο του 10ου Συντάγματος Ινδών Λογχοφόρων, στην κωμόπολη Ραμάντι του Ιράκ. Για την απογείωση την επομένη, χρειάστηκε η συνδρομή 50 ανδρών πάντοτε εξαιτίας των ισχυρών ανέμων. Έχοντας ανεφοδιαστεί επαρκώς σε καύσιμα, το αεροσκάφος προσπέρασε τη Βαγδάτη και κατευθύνθηκε προς την Βασόρα, όπου το πλήρωμα διανυκτέρευσε. Οι πτήσεις υπεράνω του Περσικού προς το Καράτσι και από εκεί προς την Ινδία, πραγματοποιήθηκαν δίχως προβλήματα.

Οι Πυραμίδες της Γκίζας (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/9/1/13A).

Ευρισκόμενοι στη Βομβάη, οι αδελφοί Smith πληροφορήθηκαν πως ο Poulet προπορευόταν με διαφορά μόλις μιας ημέρας, έχοντας προσγειωθεί στο Δελχί. Από το σημείο εκείνο και πέρα, ξεκίνησε ένας ανελέητος αγώνας δρόμου ανάμεσα στα δυο πληρώματα. Ο Γάλλος απογειώθηκε από το Δελχί λίγες ώρες μόνο προτού φτάσει εκεί το Vickers Vimy. Το ίδιο ακριβώς συνέβη όταν, μια ημέρα αργότερα έφτασαν στο Αλλαχαμπάντ και, αργότερα, στην Καλκούτα. Ο Poulet προηγείτο συστηματικά κατά μια ημέρα. Οι Αυστραλοί κατόρθωσαν να τον προσπεράσουν στις 27 Νοεμβρίου, πάνω από τη Βιρμανία. Τα δυο πληρώματα συναντήθηκαν στο έδαφος στη Ρανγκούν. Γνωρίζοντας πλέον ότι είχε ηττηθεί, ο Poulet δέχτηκε να απογειωθεί, τιμής ένεκεν, την επόμενη ημέρα, ταυτόχρονα με το Vickers Vimy. Λίγο αργότερα, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει οριστικά τον αγώνα.

Το Taj Mahal σε λήψη από αέρος (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/9/1/20C).

Έχοντας, πλέον, απαλλαγεί από την έγνοια του Γάλλου, οι αδελφοί Smith ξεκίνησαν τη διαδρομή εκείνη, η οποία έμελλε να αποδειχθεί η δυσκολότερη όλων. Επρόκειτο για το τμήμα Ρανγκούν-Μπανγκόκ, πάνω από βουνοκορφές με υψόμετρο 2.133 μέτρων (7.000 πόδια), με χαμηλή νέφωση, η οποία επέτρεπε να πετάξει κανείς σε ύψος μόλις 1.220 μέτρων (4.000 πόδια), εφόσον επιδίωκε ασφαλή ορατότητα. Ο Ross Smith επανέλαβε ό,τι είχε πράξει σε προγενέστερο στάδιο: ακολούθησε την χάραξη των κοιλάδων. Γρήγορα, ωστόσο, διαπίστωσε πως οι στενωποί ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνες και αποφάσισε να ανεβεί σε ύψος 2.750 μέτρων (9.000 πόδια) και αργότερα 3.350 μέτρων (11.000 πόδια). Ακόμα και τότε, το Vickers Vimy εξακολουθούσε την πορεία του μέσα στα σύννεφα. Πετώντας στα τυφλά κάτω από απάνθρωπες συνθήκες ψύχους και έλλειψης επαρκούς οξυγόνου ένεκα υψομέτρου, o Ross Smith, ακολουθώντας τους υπολογισμούς του πλοηγού αδελφού του, επιχείρησε μια κάθοδο στα 7.000 και ακολούθως στα 4.000 πόδια. Όλες οι εκτιμήσεις συνηγορούσαν ως προς το ότι το Vickers Vimy είχε αφήσει, πλέον, πίσω του την επικίνδυνη οροσειρά. Πράγματι, όταν αποκαταστάθηκε η ορατότητα, το πλήρωμα διαπίστωσε με ανακούφιση ότι πετούσε πάνω από πεδινή περιοχή.

Το σχέδιο προέβλεπε εν συνεχεία απευθείας κάλυψη της διαδρομής Μπανγκόκ-Σιγκαπούρης στις 2 Δεκεμβρίου. Ωστόσο, το πρώτο σκέλος καλύφθηκε εν μέσω ισχυρής βροχόπτωσης, η οποία ανάγκασε τους αδελφούς Smith σε συνεχή εναλλαγή, μεταξύ τους, της διακυβέρνησης του αεροσκάφους. Κατόπιν τούτου, επελέγη ως ενδιάμεσος (μη προγραμματισμένος) σταθμός η Σινγκόρα, όπου υπήρχαν επαρκή αποθέματα σε καύσιμα. Προσεγγίζοντας τον διάδρομο προσγείωσης, ο Ross Smith διαπίστωσε πως ο τελευταίος είχε πλημμυρίσει από τα νερά της βροχής. Στη θέση του είχε κατασκευαστεί πρόχειρα ένας διάδρομος από κορμούς δέντρων. Κατάφερε, τελικά, να προσγειώσει το αεροσκάφος πάνω στους κορμούς, με αποτέλεσμα καταφορά ζημιάς στον πίσω τροχό. Η δεύτερη δυσάρεστη έκπληξη αφορούσε τα αποθέματα καυσίμων, τα οποία αποδείχτηκαν ανεπαρκή για τις ανάγκες της πτήσης (500 μόνο λίτρα, αντί για τα 500 γαλόνια, που είχαν αρχικά αναφερθεί). Το πλήρωμα εξαναγκάστηκε σε επιπρόσθετη διανυκτέρευση, έως ότου μεταφερθούν επιτόπου καύσιμα από το γειτονικό Πενάγκ. Δυο ημέρες αργότερα, στις 4 Δεκεμβρίου, το Vickers Vimy προσγειώθηκε στη Σιγκαπούρη, όπου και αποφασίστηκε να αποκατασταθούν οι ζημιές, λόγω καλύτερης τεχνικής υποστήριξης. Τα χρονικά περιθώρια στένευαν επικίνδυνα, καθώς από το όριο των τριάντα ημερών, το οποίο είχαν θέσει οι οργανωτές ως απαράβατη προθεσμία για τον τερματισμό, απέμεναν μόλις οκτώ. Δυο από αυτές, ήταν απαραίτητο να διατεθούν για τις εργασίες επισκευής. Συνεπώς, το αργότερο εντός έξι ημερών, το αεροσκάφος έπρεπε να έχει φτάσει στο Πορτ Ντάρβιν της Αυστραλίας.

Οι εργασίες επισκευής των ζημιών στη Σιγκαπούρη (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/7/24).

Το πρωί της 6ης Δεκεμβρίου, το Vickers Vimy εγκατέλειψε τη Σιγκαπούρη. Έπειτα από πτήση εννέα ωρών, προσγειώθηκε στο Καλιτζάτι της Κεντρικής Ιάβας, τη δε επομένη ημέρα στη Σουραμπάγια της Ανατολικής Ιάβας. Εκεί βούλιαξε κυριολεκτικά μέσα στη λάσπη. Χρειάστηκε να χαθούν άλλες 24 ώρες, να επιστρατευθούν 200 κούληδες και να κατασκευαστεί ένας αυτοσχέδιος διάδρομος από καλάμια μπαμπού, προκειμένου να καταφέρει να επανέλθει στους αιθέρες. Στις 9 Δεκεμβρίου έφτασε στο κεντρικό Τιμόρ, τελευταίο σταθμό πριν από τον τελικό προορισμό. Απέμεναν τα 470 μίλια (756 χιλιόμετρα) πάνω από τη Θάλασσα της Αραφούρα, έως τις βόρειες ακτές της Αυστραλίας. Το τελευταίο τμήμα της διαδρομής διήρκησε επί πέντε ώρες άνετης πτήσης. Στις 15.40 μ.μ. της 10ης Δεκεμβρίου 1919, 27 ημέρες και 20 ώρες έπειτα από την απογείωση από το Hounslow, το Vickers Vimy προσγειώθηκε στο Πορτ Ντάρβιν.

H υποδοχή του Vickers Vimy στο Πορτ Ντάρβιν (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/9/3/3b).

Παραταύτα, η ιστορία δεν τελείωσε εδώ για τους αδελφούς Smith και το υπόλοιπο πλήρωμα. Βεβαίως, το καταληκτικό σημείο του αγώνα ήταν το Πορτ Ντάρβιν και οι ίδιοι ήταν, πλέον, νικητές. Ωστόσο, ευθύς εξαρχής υπήρχε το σχέδιο μιας πανηγυρικής πτήσης μέχρι την Αδελαΐδα με κυριότερους ενδιάμεσους σταθμούς το Μπρισμπέϊν, το Σίδνεϊ και τη Μελβούρνη. Με άλλα λόγια, στα ήδη διατρεχθέντα 14.000 μίλια (22.530 χιλιόμετρα) προστέθηκαν άλλα 3.000 μίλια (4.800 χιλιόμετρα). Η υποδοχή υπήρξε ενθουσιώδης σε κάθε στάση.

Ross Smith’s Flight from London to Australia: Approaching Sydney(Πηγή: National Film and Sound Archive of Australia, 1535)

Στις 14 Φεβρουαρίου 1920, το Vickers Vimy προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο Μάσκοτ του Σίδνεϊ. Επί εννέα ημέρες, το πλήρωμα παρέστη σε εκδηλώσεις, που είχαν οργανωθεί προς τιμήν του. Στις 25 Φεβρουαρίου, ήταν η σειρά της Μελβούρνης, με 24 ώρες καθυστέρηση ένεκα μηχανικής βλάβης. Οι επίσημες αρχές και το πλήθος (περί τα 50.000 άτομα), που είχαν συγκεντρωθεί την προηγουμένη στο αεροδρόμιο του Φλέμινγκτον, ενημερώθηκαν τηλεγραφικά για την καθυστέρηση. Χαρακτηριστικό ήταν το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Argus: “Flight not completed. Delay at Henty. Great crowd disappointed”. Η άφιξη αμαυρώθηκε από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα εντός του Φλέμινγκτον, που στοίχισε τη ζωή σε ένα δεκάχρονο αγόρι, το οποίο είχε τρέξει να παραστεί στην υποδοχή. Στις 27 Φεβρουαρίου, σε επίσημο δείπνο που παρέθεσε προς τιμήν του πληρώματος στο τοπικό Κοινοβούλιο, ο Αυστραλός πρωθυπουργός, Billy Hughes, επέδωσε στον Ross Smith το χρηματικό βραβείο των £10,000.

Η επίδοση του χρηματικού βραβείου (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/7/73).

Ο επίλογος της μεγάλης αυτής αεροπορικής εποποιΐας γράφτηκε στις 23 Μαρτίου στο αεροδρόμιο Northfield της Αδελαΐδας, ιδιαίτερης πατρίδας τριών εκ των τεσσάρων μελών του πληρώματος. Το Vickers Vimy προσγειώθηκε εκεί στις 14.12′ μ.μ.ενώπιον ενός ενθουσιώδους πλήθους 20.000 ατόμων. Είχε προηγηθεί πανηγυρική πτήση πάνω από την πόλη, υπό τον ήχο χαρμόσυνων κωδωνοκρουσιών.

23 Μαρτίου 1920, ο επίλογος της οδύσσειας. Η ενθουσιώδης υποδοχή του Vickers Vimy στο αεροδρόμιο Northfield της Αδελαΐδας (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 280/1/19/55).

 

Ο εορτασμός της εκατονταετηρίδας

Η συμπλήρωση, τις ημέρες αυτές, 100 ετών από την ιστορική πτήση των αδελφών Smith, προσέφερε το έναυσμα για την οργάνωση ολόκληρης σειράς επετειακών εκδηλώσεων. Χαρακτηριστικά αναφέρεται η μεγάλη έκθεση, την οποία οργανώνει η Κρατική Βιβλιοθήκη Νοτίου Αυστραλίας στην Αδελαΐδα και πρόκειται να διαρκέσει έως τις 5 Απριλίου 2020.

Άξια μνείας είναι, επίσης, μια εντυπωσιακή τηλεοπτική παραγωγή διάρκειας μιάς ώρας με τίτλο The Greatest Air Race, η οποία πρωτοπροβλήθηκε προ ημερών, από το αυστραλιανό τηλεοπτικό δίκτυο SBS-TV. Την παρουσιάζει ο Αυστραλός αστροναύτης Andy Thomas.

The Greatest Air Race – Trailer

Η εποποιΐα των αδελφών Smith έθεσε τα θεμέλια για την αεροπορική σύνδεση μεταξύ Ευρώπης και Αυστραλίας. Στις 14 Νοεμβρίου 2019, δυο μέρες έπειτα από τη συμπλήρωση 100 ετών από την απογείωση του Vickers Vimy από το αεροδρόμιο του Hounslow, η αεροπορική εταιρεία Qantas προέβη στην πρώτη δοκιμαστική πτήση μεταξύ Λονδίνου και Σίδνεϊ δίχως ενδιάμεσο σταθμό. Στο αεροσκάφος τύπου Boeing 787-9 Dreamliner επέβαιναν 40 επιλεγμένοι από την εταιρεία επιβάτες. Η πτήση προσέλαβε την κωδική ονομασία Double Sunrise Flight καθώς, για πρώτη φορά στην ιστορία των αεροπορικών μεταφορών, επιβάτες ενός αεροσκάφους υπήρξαν μάρτυρες δυο ανατολών του Ηλίου σε μια συνεχόμενη, δίχως ενδιάμεσο σταθμό, πτήση.

The World’s LONGEST Flight – QANTAS London to Sydney

Τον Νοέμβριο του 1919, η πτήση του Vickers-Vimy διήρκεσε 27 ημέρες και 20 ώρες. Εκατό χρόνια αργότερα, τον Νοέμβριο του 2019, η πτήση Double Sunrise δεν ξεπέρασε τις 19 ώρες και 17′ . Η εξέλιξη της τεχνολογίας μέσα σε χρονικό διάστημα ενός, μόλις, αιώνα.

Οι εναέριες λήψεις, οι οποίες διανθίζουν το παρόν αφιέρωμα τραβήχτηκαν από τον Ross Smith. Δημοσιεύθηκαν σε ειδική έκδοση μεταξύ των ετών 1919-1922. Αντίτυπο της σπάνιας αυτής έκδοσης έχει καταχωριστεί στην Κρατική Βιβλιοθήκη της Νοτίου Αυστραλίας με κωδικό PRG 18/33/1.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

 

MacMillan, Peter, The greatest flight: reliving the aerial triumph that changed the world, Atlanta, Georgia, Turner, 1955.
Eustis, Nelson, The Ross Smith air stamp, Melbourne, Hawthorn Press, 1979.
Price, Archibald Grenfell, The skies remember: the story of Ross and Keith Smith, Sydney, Angus and Robertson, 1969.
Howard, Mark J., Ross Smith and Bert Hinkler, Croydon, Vic., Longmans of Australia, 1967.
Smith, Ross Macpherson, 14,000 Miles through the Air, London, Macmillan and Co, Ltd, 1922.

 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Βαγγέλης Κανσίζογλου

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού Λευκάδιος Χερν: Ο Δυτικός «Άγγελος» της Ανατολής Μέρος Β΄: Iαπωνία: Αναζητώντας μια μόνιμη πατρίδα της ψυχής…

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού

 Λευκάδιος Χερν: Ο Δυτικός «Άγγελος» της Ανατολής

Μέρος Β΄:  Iαπωνία: Αναζητώντας μια μόνιμη πατρίδα της ψυχής…

 

Στην «αιχμαλωσία» της γης, της οικογένειας…

Πάνω από ένα μήνα θα διαρκέσει το ταξίδι του Λευκάδιου Χερν με προορισμό τη Χώρα του «Ανατέλλοντος Ηλίου». Στις 12 Απριλίου του 1890 η συγκίνηση τον πνίγει καθώς αγναντεύει, πλησιάζοντας στη Yokohama, τις ανάερες γραμμές του ιαπωνικού ορίζοντα και τις χιονοσκεπείς κορυφές του μυθικού Φούτζι. τα γαλάζια, διάφανα περιγράμματα, που χάνονται αργοσβήνοντας με μιαν απροσδιόριστη πνευματικότητα, αφήνοντας μόνο τη λεπτή αίσθηση του λυρισμού τους. Aυτή είναι, θα γράψει, και η γοητεία της Ιαπωνίας στο πρώτο της αντίκρισμα, ακαθόριστη και ρευστή, όπως το άρωμα. Πληθωρική ομορφιά που πολιορκεί με τα χρώματα της ανθισμένης κερασιάς και την ακόρεστη ανθοφορία των λωτών το βλέμμα και την ψυχή του. Μέσα του έχει αρχίσει η διεργασία της ψυχικής του αιχμαλωσίας, πολύτιμη πρώτη ύλη, που θα εναποτεθεί  στις σελίδες των βιβλίων του- ξενάγηση στον μαγικό κόσμο της Άπω Ανατολής, διυλισμένη από το λυρικό βίωμα της ενσυναισθητικής επικοινωνίας μαζί της. «Μην παραμελήσεις να καταγράψεις τις πρώτες σου εντυπώσεις  όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Eίναι, ξέρεις, φευγαλέες, ποτέ δεν θα ξανάρθουν, έτσι και ξεθωριάσουν…» τον είχε συμβουλέψει ο μέντοράς του τώρα στην Ιαπωνία, ο Ιαπωνολόγος καθηγητής στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκυο, Basil Hall Chamberlain1.

Παραδίνεται από την αρχή στην απίστευτη γοητεία και την πράυνση  που ασκεί στον εύθραυστο ψυχισμό του το λεπτό άρωμα της φύσης και των ανθρώπων, που μετουσιώνονται μέσα του σε ποιητικό στοχασμό.

«Αισθάνομαι αδέξιος να περιγράψω την Ιαπωνία», θα εξομολογηθεί στην αγαπημένη φίλη και βιογράφο του Elizabeth Bisland, από τις πρώτες κιόλας επιστολές του, το 1890. «H φύση εδώ δεν είναι βέβαια όπως στους τροπικούς, που είναι τόσο υπέροχη και άγρια και παντοδύναμα όμορφη, ώστε νιώθω, αυτήν ακριβώς τη στιγμή που γράφω, τον ίδιο πόνο στην καρδιά μου με κείνον που ένιωσα φεύγοντας από τη Μαρτινίκα. Πρόκειται για μιαν εξημερωμένη φύση, που αγαπάει τον άνθρωπο και γίνεται όμορφη γι’αυτόν μ’έναν ήσυχο, γκριζογάλαζο τρόπο, σαν τις Γιαπωνέζες, και τα δέντρα μοιάζουν να γνωρίζουν τι λένε οι άνθρωποι γι’αυτά-μοιάζουν να έχουν μικρές ανθρώπινες ψυχές. Ό,τι αγαπώ στην Ιαπωνία είναι οι Ιάπωνες-η φτωχή, απλή ανθρωπιά της χώρας. Είναι θεϊκό. Δεν υπάρχει τίποτα σ’αυτό τον κόσμο που να προσεγγίζει την αφελή, φυσική γοητεία τους. Κανένα βιβλίο απ’όσα έχουν γραφεί μέχρι σήμερα δεν το αντικατοπτρίζει.  Αγαπώ τους θεούς τους, τα έθιμά τους, την ενδυμασία τους, τα τραγούδια τους που μοιάζουν με των πουλιών τα τρεμάμενα τραγούδια, τα σπίτια τους, τις δεισιδαιμονίες τους, τα σφάλματα τους. Και πιστεύω ότι η τέχνη τους είναι τόσο πιο προχωρημένη από τη δική μας, όσο υπερείχε η αρχαία ελληνική τέχνη από τις πρώιμες ευρωπαϊκές καλλιτεχνικές αναζητήσεις… Είμαστε οι βάρβαροι! Δεν είναι που απλώς κάνω αυτές τις σκέψεις. Είμαι τόσο σίγουρος γι’αυτά όσο και για τον θάνατο. Απλώς θα ήθελα να επανενσαρκωθώ σε κάποιο μικρό ιαπωνικό μωρό, έτσι ώστε να μπορώ να δω και να αισθανθώ τον κόσμο τόσο όμορφα όσο το κάνει ένα ιαπωνικό μυαλό»2.

To όρος Φούτζι, σε φωτογραφία του 1880.

Γι’αυτό προσπαθεί από την πρώτη στιγμή να «ενδυθεί» ο,τιδήποτε από τον πολιτισμό της χώρας: τη γλώσσα της, που τη βρίσκει εξαιρετικά δύσκολη, ευελπιστεί όμως σε μιαν ακουστική εξοικείωση μαζί της. Τη θρησκεία -μελετά τον Βουδισμό και προχωρεί σε θρησκειολογικές συγκρίσεις, όχι μόνον ανάμεσα στον Βουδισμό και τον Σιντοϊσμό αλλά και στη σύγκρισή τους με τον Χριστιανισμό. Την ιαπωνική τέχνη, την ιδιαίτερη υφή της αισθητικής ως τρόπο ζωής, τον χαρακτήρα των ανθρώπων- βρίσκει ότι είναι οι πιο αξιαγάπητοι στον κόσμο. Όμως η συνεχής φτώχεια δεν του επιτρέπει την απρόσκοπτη βίωση αυτής της ομορφιάς. Το κόστος ζωής στην Ιαπωνία είναι υψηλότερο από της Νέας Υόρκης. Αναζητά μεσολάβηση για κάποια νέα δημοσιογραφική δουλειά στην Αμερική, καθώς έχει διαλύσει τη σχέση του με τους Harper’s: «Με εξουθένωσαν. Τα εισοδήματά μου τα τρία τελευταία χρόνια μόλις και έφταναν τα πεντακόσια δολάρια το χρόνο κατά μέσον όρο…», γράφει στην Elizabeth Bisland. Και της αποκαλύπτει την ψυχική και ηθική προπάντων εξουθένωση που η κατάσταση αυτή του δημιουργεί. « Είμαι τόσο κουρασμένος από τη σκληρή πίεση στην οποία υποβάλλομαι, από την αδιαφορία και την πείνα. Και από το να δέχομαι ηθική ταπείνωση, κατάσταση πολύ χειρότερη από το κρύο και την πείνα…»3

Με τη μεσολάβηση του Basil Hall Chamberlain ο Λευκάδιος Χερν θα μετακινηθεί μαζί με τον διερμηνέα του Akira Manabe (τον είχε γνωρίσει σε επίσκεψή του σε βουδιστικό μοναστήρι), στην πόλη Ματσούε. Εκεί θα συναντηθεί με το πνεύμα της φεουδαρχικής ιαπωνικής κοινωνίας και τις παραδοσιακές αξίες των Σαμουράι. Έχουν παρέλθει 22 χρόνια αφότου η Ιαπωνία έχει περάσει στην εποχή του Μεϊτζί (1868)4 και παρά το άνοιγμα προς τη Δύση και την προσπάθεια εκσυγχρονισμού –βιομηχανικού, κοινωνικού, πολιτισμικού- εντούτοις οι αξίες και οι παραδόσεις του ιαπωνικού λαού εξακολουθούν να προσδιορίζουν τα ήθη των ανθρώπων και να διαχέονται στην καθημερινή τους ζωή μ’ένα μοναδικά λεπταίσθητο τρόπο-αυτόν που έκαμε τον Λευκάδιο Χερν να αισθανθεί βαθιά μέσα του και, ως φορέας του δυτικού πολιτισμού, να αναφωνήσει: «Είμαστε οι βάρβαροι!»

Σ’αυτή τη φάση ωστόσο της ιαπωνικής μετάβασης, υπάρχει μεγάλη ανάγκη επικοινωνίας με την αγγλική γλώσσα, γεγονός που θα του εξασφαλίσει δουλειά ως δασκάλου της αγγλικής γλώσσας σε δευτεροβάθμια σχολεία- αργότερα και στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκυο. Oι έφηβοι μαθητές του θα τον αντιμετωπίσουν με ευγένεια, που θα μετατραπεί σε αγάπη καθώς –σε αντίθεση με προηγούμενους δασκάλους τους ιεραποστόλους-ο Λευκάδιος θα περιβάλει με ιδιαίτερη συγκίνηση και σεβασμό τη θρησκεία, τον πολιτισμό και τη γλώσσα τους, τα ήθη και έθιμα, τους μύθους και τις καθημερινές τους συνήθειες. Ατέλειωτες διαδρομές στην πόλη μετά το μάθημα, εξερευνώντας ανθρώπους και πράγματα, ο,τιδήποτε πρόσφερε ως ζητούμενο η περιέργεια και η εθνογραφική του ευαισθησία, η ανθρωπιστική του φύση, τον έκαναν ενσυναισθητικό αποδέκτη ενός κόσμου εύοσμου, που χωρίς προσπάθεια γινόταν ο δικός του ποιητικός κόσμος.

Είναι ωστόσο τόσο διαφορετική η φύση όλων των πραγμάτων εκεί ώστε ο ευρωπαίος άνθρωπος φαντάζει ως κάτι το ανοίκειο και περίεργο. Χαρακτηριστική η σκηνή που αφηγείται σε επιστολή του προς τον Basil Chamberlain, τον Σεπτέμβρη του 1890 από το Ματσούε: «Στο δρόμο εδώ σταμάτησα σε ένα πολύ πρωτόγονο χωριό όπου υπάρχουν ηφαιστειακές πηγές και σχεδόν κάθε σπίτι έχει μια «φυσική μπανιέρα» πάντα ζεστή και φρέσκια. Και ο καλός γέρος στο σπίτι του οποίου σταμάτησα είπε ότι μόνο μια φορά σε όλη του τη ζωή είδε Ευρωπαίο – αλλά δεν ήξερε αν ο Ευρωπαίος ήταν άντρας ή γυναίκα. Ο Ευρωπαίος είχε πολύ μακριά μαλλιά, με περίεργο χρώμα, φορούσε ένα μακρύ φόρεμα, που έφτανε μέχρι κάτω στα πόδια του και οι τρόποι του ήταν ήσυχοι και ευγενικοί. Ανακάλυψα αργότερα ότι ήταν νορβηγίδα ιεραπόστολος, που είχε το θάρρος να ταξιδεύει μόνη». Και σε λίγο μεταγενέστερη επιστολή του (Ιανουάριος 1892) προς τον Ellwood Hendrick, αναφέρει ότι όταν έδειξε φωτογραφίες διακεκριμένων ξένων στη γυναίκα του και στα κορίτσια του σπιτιού, είπαν πως θα πέθαιναν από τον φόβο τους αν συναντούσαν τέτοιους ανθρώπους στον δρόμο. «Τα αμερικανικά και τα αγγλικά πρόσωπα – τα βαθιά τους μάτια – τρομοκρατούν τους απλούς, ανεπιτήδευτους Ιάπωνες. Τα παιδιά κλαίνε από φόβο στη θέα ενός ξένου» 5.

Αυτή η διαφορετικότητα του Ιάπωνα ανθρώπου και της ιαπωνικής φύσης, η ενσωματωμένη ποίηση σε κάθε κίνηση, σε κάθε χειρονομία, όλα τα φανερά και τα κεκρυμμένα που ερευνά ανήσυχα και αυθεντικά ο Λευκάδιος Χερν, είναι η ουσία της φυσικής και ανθρώπινης οντολογίας που τον αιχμαλωτίζουν και τον κάνουν να θεωρεί τον εαυτό του «προδότη»: της ευρωπαϊκής πολιτισμικής μήτρας από την οποία κατάγεται.

Τίποτα όμως στη ζωή του Λευκάδιου δεν είναι εύκολο. Ο χειμώνας στο Ματσούε είναι βαρύς, το χιόνι πυκνό, οι άνεμοι πνέουν δυνατοί και ο ίδιος φοβάται πως αν έρθουν κι άλλοι τέτοιοι χειμώνες «θα τον βάλουν κάτω από τη γη». Και τότε, ο συνάδελφός του στο σχολείο, Sentaro Nishida, δάσκαλος της Αγγλικής επίσης, του κάνει πρόταση να παντρευτεί. Και του προτείνει την Setsu (Setsuko) Koizumi (1868-1932),  μια νέα γυναίκα, από παλιά- εκπεσμένη οικονομικά- οικογένεια σαμουράι. Σχεδόν είκοσι χρόνια τους χωρίζουν, εκείνη 22, ο Λευκάδιος 40. Προκειμένου ωστόσο να τελεστεί ο γάμος, και σύμφωνα με τις ιαπωνικές παραδόσεις, ο Λευκάδιος θα πρέπει να υιοθετηθεί από την οικογένεια και να γίνει ένας πολίτης της Ιαπωνίας. Τον Γενάρη του 1891, ο Λευκάδιος και η Setsu,  θα τελέσουν τη γαμήλια τελετή ενώπιον των μελών της οικογένειας και φίλων του Λευκάδιου στο Ματσούε. Με τον γάμο του θα γνωρίσει επιτέλους τη θαλπωρή μιας οικογένειας, αν και η σχέση του με τη Setsu δεν θα του εμπνεύσει τον δυνατό έρωτα, αλλά την ομορφιά της συντροφικότητας και την πληρότητα της οικογενειακής ζωής, που τόσο ήθελε και τόσο δραματικά είχε στερηθεί. Κι ακόμα την πολύτιμη συνοδοιπορία στις επίμονες αναζητήσεις του της ψυχής του ιαπωνικού λαού μέσα από τις αφηγήσεις της των λαϊκών μύθων και των παραδόσεων της ‘Απω Ανατολής, των ηθών και της φυσιογνωμίας του πολιτισμού της.

Πέντε χρόνια αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1896, κι ενώ πλέον η καθημερινότητα της ιαπωνικής οικογενειακής και δημόσιας ζωής είναι βίωμά του, που ευχάριστα και φιλοσοφημένα το εγκαθιστά στην ψυχή του, θα γίνει και επίσημα ένας πολίτης της Ιαπωνίας, αλλάζοντας και το -ευρωπαϊκό-όνομά του, σε Υakumo, (Οκτώ σύννεφα), δανεισμένο από την πρώτη λέξη του πιο αρχαίου σωζόμενου ποιήματος της ιαπωνικής γλώσσας. Και Koizumi (Το μέρος που γεννιούνται τα σύννεφα), από το επώνυμο της γυναίκας του. Είναι πια αποφασισμένος να ζήσει στη χώρα αυτή για πάντα, γιατί, καθώς γράφει στον Chamberlain: «Oι Ιάπωνες είναι ακόμα οι καλύτεροι άνθρωποι στον κόσμο για να ζήσεις ανάμεσά τους-επομένως γιατί να επιθυμώ να ζήσω οπουδήποτε αλλού; Κανένας ποτέ δεν θα μπορούσε να με αγαπήσει περισσότερο απ’αυτούς που τώρα με αγαπούν. κι αυτό είναι η πιο πολύτιμη σκέψη στη ζωή, δίπλα από την απλή δυνατότητα να υπάρχεις» 6.

Ο Λευκάδιος Χερν, η σύζυγός του Σέτσου και ο πρωτότοκος γιός τους Καζούο.

Στιγμές ευτυχίας και μέθης: η οικογενειακή ζωή-και κυρίως η γέννηση του πρώτου αγοριού, του Καζούο (1893-1965). H γέννηση του πρώτου του παιδιού τον γεμίζει ευτυχία και περηφάνια αλλά και αγωνία και φόβους για το βάρος της ευθύνης που αναλαμβάνει απέναντί του. Θα εξομολογηθεί στον παλιό του φίλο Henry Watkin σε επιστολή του από το Ματσούε: « Έχω ένα γιο. Είναι το βασανιστήριο και η περηφάνια μου. Δεν μοιάζει σε μένα, ούτε στη μάνα του.  Έχει καστανά μαλλιά και γαλάζια μάτια και είναι υπερβολικά δυνατός-το παλιό γοτθικό αίμα υπερίσχυσε. Είμαι βέβαια πολύ ανήσυχος γι’αυτόν.  Δεν μπορεί να γίνει ένας Γιαπωνέζος-η ψυχή του είναι ολόκληρη αγγλική. Και τα μάτια του. Πρέπει να τον σπουδάσω στο εξωτερικό. Το κεφάλι του όλο πάνω από τ’αυτιά του-υπόσχεται ότι θα είναι έξυπνος. Δεν πρόκειται ποτέ να κάμω άλλο παιδί. Αισθάνομαι πολύ τρομαχτική την ευθύνη…»7

Lafcadio Hearn’s Old Residence in Matsue

Με τη σκευή του εθνογράφου-λαογράφου…

Η ενασχόληση του Λευκάδιου με τη συγγραφή, έπειτα από πολυσχιδή έρευνα της πραγματικότητας με όλους τους τρόπους και τις μεθόδους που η σύγχρονη εθνογραφική έρευνα αξιοποιεί, από την παρατήρηση μέχρι την επιτόπια έρευνα και την προφορική μαρτυρία, θα είναι η δεύτερη πηγή ευτυχισμένων ημερών στην ιαπωνική φάση της ζωής του. Η φύση του, βαθιά στοχαστική, τον εξαναγκάζει σε σκέψεις βασανιστικές, τόσο για το μέλλον της οικογένειάς του-ένα μοναδικό ιδανικό βίωμα-, όσο και για το μέλλον του κόσμου, που τον βλέπει να οδεύει προς μιαν απάνθρωπη, στερούμενη ηθικής,  εξέλιξη. Ακόμα και οι επιστολές του είναι δοκίμια ηθικής φιλοσοφίας, ανθρωπολογίας, λαογραφίας, λογοτεχνικής κριτικής και κοινωνιολογικών αναλύσεων, που θεωρούν συγκριτικά με το παρελθόν την επερχόμενη πραγματικότητα. Ενώ κατάλοιπα αυτής της αυθεντικότητας αναγνωρίζει μόνο στις αγροτικές κοινωνίες. Σε επιστολή του προς τον Ellwood Hendrick, τον Αύγουστο του 1893, θα επισημάνει την έννοια του νόθου, του κίβδηλου, όπως εκπηγάζει από τις εμπειρίες της σύγχρονής του βιομηχανίας και του εμπορίου σε σχέση με την έννοια της γνησιότητας, όπως τη ζούσαν κατά το παρελθόν οι άνθρωποι. Και περνώντας από το εμπόριο και τη βιομηχανία, θα μιλήσει για το ψεύτικο, το κίβδηλο στο πεδίο της ηθικής. «Αντικαθιστούμε το πραγματικό με τo πλαστό.  Είναι πολύ λυπηρό… Aλλά παρ’όλα αυτά το ψεύτικο φαίνεται καλά να προχωρεί. …Για παράδειγμα η απόλυτη αλήθεια παρεμποδίστηκε από τις επιχειρήσεις, η απόλυτη αγάπη έγινε ενοχλητική, καταλάμβανε υπερβολικό χώρο… Ακριβώς όπως είμαστε πολύ ευαίσθητοι για ν’αντέξουμε την αγνότητα του αμιγούς χρώματος έτσι έχουμε γίνει πολύ ευαίσθητοι για ν’αντέξουμε την αγνότητα της γνήσιας αγάπης… Έτσι, επίσης, αρχίζουμε να θεωρούμε χυδαίους τους ανθρώπους που έχουν την τάση να ζουν με απλά συναισθήματα… Η υπάρχουσα ζωή είναι πολύ περίπλοκη για καθαρά συναισθήματα. Θέλουμε μικτούς τόνους, με ιδιαίτερη γεύση και χρώμα. Όλα αυτά σημαίνουν ότι οι πρωταρχικές πηγές της ζωής ξεχνιούνται. Η αγάπη, η τιμή, ο ιδεαλισμός, κλπ., Αυτά δεν μπορούν πλέον να είναι υπέρτατα ή ενδιαφέροντα κίνητρα. Παρεμβαίνουν με πιο σοβαρές ανάγκες και με την απόλαυση. Έχουμε πρώτα να μάθουμε πώς να ζούμε μέσα στο ρολόι των οχτώ ημερών της σύγχρονης ζωής χωρίς να παγιδευτούμε στα γρανάζια του…» Κι αφού καταλήξει στην ανήσυχη σκέψη ότι ο σύγχρονός του άνθρωπος δεν θεωρεί ως τη σοβαρότερη αναγκαιότητα την ηθική πλευρά της ζωής του, αλλά πρέπει να παίξει μ’αυτήν όπως με μια εταίρα, αναρωτιέται με αγωνία: «Και είναι αυτό πρόοδος με μια σταθερή έννοια ή νοσηρότητα στην εξέλιξη;»8

Η έντονη διανοητική του δραστηριότητα θα δώσει το πρώτο σημαντικό του βιβλίο κατά την παραμονή του στο Ματσούε, το οποίο θα εκδοθεί στην Αμερική το 1894, με τίτλο: Ματιές στην άγνωστη Ιαπωνία (Glimpses of unfamiliar Japan). Ήδη ο Χερν έχει μετακινηθεί, εξαιτίας της ευάλωτης υγείας του, από τον βορά προς τον ιαπωνικό νότο, στην πόλη Κουμαμότο, όπου και πάλι ως δάσκαλος της αγγλικής θα παραμείνει για τρία χρόνια. Εκεί θα συνθέσει το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο Από την Ανατολή (Οut of the East), το οποίο πάλι θα εκδοθεί και θα κυκλοφορήσει στην Αμερική, ενώ ο ίδιος μετακομίζει ξανά, για λόγους υγείας, στο νότιο τμήμα του νησιού Χόνσου, στην πόλη Κόμπε. Εκεί θ’αρχίσει πάλι τη δημοσιογραφική του συνεργασία με την αγγλόφωνη έκδοση της τοπικής ιαπωνικής εφημερίδας  Japan Chronicle, με μηνιαίο μισθό 100 γιεν. Τα θέματα των άρθρων του είναι επιθέσεις εναντίον των ιεραποστολών, αλλά και ποικίλα ζητήματα σύγχρονου κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού: Το πρόβλημα της εργασίας στην Αμερική, Η μετανάστευση των Ιαπώνων στις Δυτικές Ινδίες, Είναι οι Άγγλοι άγγελοι; Πατριωτισμός και εκπαίδευση και θέματα σχετικά με την οικονομική πραγματικότητα στο Κόμπε και τις νέες αστικές κατηγορίες που αναδύονται. Ταυτόχρονα θα εκδώσει το τρίτο βιβλίο του για την Ιαπωνία, που φέρει τον ιαπωνικό τίτλο: ΚοκορόΥπαινιγμοί και αντηχήσεις της ενδότερης ιαπωνικής ζωής (Kokoro: Hints and Echoes of Japanese Inner Life), 1896. Στα κείμενα αυτής της συλλογής ανατέμνει την εσώτερη πνευματική ζωή των Ιαπώνων, την «καρδιά», σύμφωνα με τον τίτλο, το πνεύμα του λαού με τον τόσο ιδιαίτερο πολιτισμό.                              

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Διδάσκοντας και γράφοντας…

Τον Δεκέμβρη του 1895 ο Λευκάδιος μαζί με την οικογένειά του θα εγκατασταθούν στο Τόκυο, όπου με τις συστάσεις καλών φίλων θα του προσφερθεί μια θέση καθηγητή της Αγγλικής Λογοτεχνίας στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκυο. Όμως τα συναισθήματά του είναι αρνητικά απέναντι στο «πιο φριχτό μέρος της Ιαπωνίας», όπου ο εκσυγχρονισμός δεν έχει αφήσει τίποτε από την πνευματική ευγένεια και τον λυρισμό του τόπου. Δρόμοι άσχημοι, λάσπη, κακός καιρός-οι εξωτερικές συνθήκες. Εσωτερική μοναξιά. Η βίωση του στίγματος της διαφορετικότητας. Είναι πολύ έντονες οι αναφορές στον τρόπο με τον οποίο η διαφορετικότητα προκαλεί την εξώφθαλμη αποδοκιμασία αλλά και τη νοσηρή καχυποψία απέναντι στον ξένο: «Ορισμένοι κύριοι φτύνουν στο έδαφος όταν περνάω… Πριν πάω στο Τόκυο ένιωθα ενστικτωδώς ότι πήγαινα σε έναν κόσμο ίντριγκας, αλλά δεν ήξερα ακριβώς. Το ξένο στοιχείο φαίνεται να ζει σε μια κατάσταση διαρκούς πανικού. Όλοι φοβούνται συνεχώς όλους τους άλλους, φοβούνται να εκφράσουν όχι μόνο τη σκέψη τους, αλλά να μιλάνε για ο,τιδήποτε εκτός από άσχετα θέματα και μάλιστα μόνο σε ένα συγκεκριμένο τυπικό τόνο, που επιβάλλεται από το έθιμο. Συγκεντρώνονται μερικές φορές σε πάρτι και μιλάνε όλοι μαζί δυνατά για τίποτα, όπως οι άνθρωποι με την προσδοκία μιας πιθανής καταστροφής ή σαν τους ανθρώπους που κάνουν θόρυβο για να απομακρύνουν τα φαντάσματα ή τον φόβο των φαντασμάτων… Και εγώ είμαι σαν ψύλλος σε ένα πλυντήριο…»9

Μοναδική του καταφυγή ένα βουδιστικό μοναστήρι, ειδυλλιακό σημείο, πνιγμένο στην πυκνή βλάστηση, τα ψηλά δέντρα και τα βουδιστικά αγάλματα. Το μόνο που επιθυμεί, εξομολογείται στη Σέτσου, είναι η επιθυμία του να βρισκόταν ως μοναχός σ’αυτό το μοναστήρι, αφιερωμένος στην απόλυτη πνευματικότητα: της μελέτης του βουδισμού (αναδύεται μέσα του ως υψηλή ανθρωπιστική φιλοσοφία) και της συγγραφής. H Σέτσου, δεν συμμερίζεται την πληγωμένη εσωστρέφεια του Λευκάδιου, αλλά ζει τη χαρά της νέας εμπειρίας, «σαν πουλί που χτίζει τη φωλιά του», θα γράψει ο Λευκάδιος στον Sentaro Nishida, τον Μάιο του 1897.

Η ζωή του στο Πανεπιστήμιο εξισορροπεί κάπως τα πράγματα. Οι συνάδελφοί του συγκρατημένοι αλλά  ευγενικοί. σε κάποιους αναγνωρίζει την εγγύτητα της διανοητικής και ψυχικής συγγένειας. Διδάσκει δώδεκα ώρες-οι φοιτητές του επιλέγουν διαφορετικούς συγγραφείς και έργα ανά τμήμα: Tο έργο του Tennyson Princess και του Μilton τo Paradise Lost. Σε άλλες τάξεις οι φοιτητές παρακολουθούν απλώς διαλέξεις πάνω σε διάφορα θέματα της αγγλικής λογοτεχνίας, όπως η λογοτεχνική μπαλάντα-αρχαία και σύγχρονη, η βικτωριανή λογοτεχνία, Ποιήματα για τα έντομα, Ποιήματα για τη νύχτα, κ.λ.π. Από το ετήσιο πρόγραμμα παρελαύνουν οι δημιουργοί του αγγλικού ρομαντισμού William Blake και Samuel Taylor Coleridge, ο Byron, ο William  Wordsworth, ο William Wilkie Collins, η Charlotte Bronte, ο Sir Thomas Browne…

Οι φοιτητές, μετά τις πρώτες αντιδράσεις στην περίεργη ξένη παρουσία του νέου καθηγητή τους, όχι απλώς  τον αποδέχονται, αλλά αισθάνονται ότι τους εμπνέει. Κρατούν σημειώσεις στις παραδόσεις του από τις οποίες αποκτούμε σαφή εικόνα της ευρύτητας των αντικειμένων που δίδασκε και των μεθόδων με τις οποίες προσέγγιζε το διδακτικό του αντικείμενο. Στόχος του ήταν, εκτός από την πραγματολογία των γνωστικών στοιχείων, να μεταγγίσει στους φοιτητές του-με τον τόσο διαφορετικό από του δυτικού ανθρώπου ψυχισμό-, το είδος της συγκίνησης -διανοητικής και συναισθηματικής- που διατρέχει τα μεγάλα έργα της αγγλικής ποίησης και πεζογραφίας. H επήρειά του είναι καταλυτική. Συνάδελφός του διηγείται ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο: «Άνοιξα την πόρτα και μπήκα στην τάξη. Οι πρώτες δύο ή τρεις σειρές των φοιτητών του ήταν όλοι δακρυσμένοι. Δεν ξέρω γιατί συνέβαινε όλο αυτό. Είναι σπάνιο γεγονός για έναν Ιάπωνα να δακρύσει. Aκόμα κι ένας εργάτης αισθάνεται ντροπή γι’αυτό. Και με τους ανθρώπους της ανώτερης τάξης, είναι πολύ περισσότερο χτυπητό απ’ό,τι θα μπορούσε να είναι στην Αγγλία. Ο Χερν είχε διαβάσει κάποιο πολύ απλό αγγλικό ποίημα. Και να το αποτέλεσμα»9.

Η οικογένεια του αναστατώνει ευχάριστα την ψυχή, αν και μια διαρκής ανασφάλεια και φόβοι -ως ένας επικείμενος θάνατος- δεν του αφήνουν τελικά δρόμο προς την απλή ανθρώπινη ευτυχία. Στο μεταξύ έχει αποχτήσει τρία ακόμα παιδιά, δύο αγόρια και ένα κορίτσι:  τον Ιγουάο (1897-1937), τον Κιγιόσι (1900-1962), που θα κληρονομήσει το καλλιτεχνικό ταλέντο του πατέρα του και θ’αναδειχτεί σε καλό ζωγράφο, και τη Σουτζούκο (1903-1944), που θα πεθάνει νέα. Η έντονη πνευματικότητα και η αδιάκοπη διανοητικότητα προσθέτουν στη μελαγχολική του φύση, όμως η αφοσίωση στο έργο του θα παραμένει πάντα το σταθερό κρηπίδωμα της υπαρξιακής του αγωνίας και ταυτόχρονα της εξόδου του απ’αυτή. Μια συγγραφική υπερδραστηριότητα θα διαμορφώσει τη λογοτεχνική του φυσιογνωμία και θα τον καθιερώσει ως τον εθνικό συγγραφέα των Ιαπώνων. Ανασκάπτει κάθε πτυχή της ιαπωνικής ζωής, της ιαπωνικής ψυχής και μένει αιχμάλωτος στη γοητεία του λαϊκού της πολιτισμού, της σκέψης και των ηθών των απλών, λαϊκών ανθρώπων, της ιαπωνικής θρησκείας Σίντο στη συνάντησή της με τον Βουδισμό, στην ιαπωνική τέχνη, το ιαπωνικό χαμόγελο, στις αριστοκρατικές αξίες των σαμουράι10

Κεντρική αρτηρία του Τόκυο στις αρχές του 20ού αι.

To Tόκυο αρχίζει να βαραίνει πια στη ζωή του. Δυσανεκτικός απέναντι σε κάθε μορφή καταπίεσης-η δημοσιογραφία και το Πανεπιστήμιο ανήκουν σ’αυτές. Ζωντανεύει ξανά το σύνδρομο του φυγάδα. Προς τα πού; Οι παλιές πατρίδες-Ευρώπη, Αμερική-, άξενες στις φαντασιώσεις της σκέψης του, οικοδομούν ωστόσο το μέλλον του νέου πολιτισμού που έρχεται. Eίναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι για τον Καζούο σκέφτεται το «εξωτερικό» και την προχωρημένη γνώση που μπορεί να του προσφέρει η Αμερική κυρίως.  Αλλά για τον ίδιο πάντα υπάρχουν τα μαγικά, απομακρυσμένα νησιά με τους αθώους παράξενους ανθρώπους, που ζουν ανέμελα και έξω από τον πόλεμο, τον κάθε είδους πόλεμο των «πολιτισμένων». Οι εκθέσεις του Stevenson για τη ζωή του στα νησιά Σαμόα, τα «Νησιά της ευτυχίας», στον Νότιο Ειρηνικό, ξεσηκώνουν ξανά τον ενθουσιασμό του για τον εξωτισμό των «απολίτιστων». Τον καθηλώνει μόνον η βασανιστική υπεύθυνη προσήλωσή του στην οικογένεια, τα ιδεώδη της οποίας είναι μέρος της προσωπικής του ισορροπίας. Η Ιαπωνία -όπως τη ζει στο Τόκυο- έχει αρχίσει να «ενηλικιώνεται» και να χάνει όλη εκείνη την ανόθευτη, παραδοσιακή ποιητική της γοητεία. “Ανήκω στην αρχέγονη δυτική ακτή, όπου ο λόγος είναι πιο τραχύς και οι τρόποι πιο απλοί, που τίποτε μπορεί να μην έχεις να φας, -αλλ’όπου οι αρχαίοι θεοί ζουν ακόμα στις καρδιές…Τι μένει μετά απ’όλα αυτά, ν’αγαπήσεις στην Ιαπωνία, εκτός απ’όσα έχουν χαθεί;11

Γι’αυτή την Ιαπωνία θα μιλήσει και στα υπόλοιπα έργα του, που θα συνθέσει μετά την εγκατάστασή του στο Τόκυο:

Βουδιστικά Σταχυολογήματα: Σπουδές του χεριού και της ψυχής στην Άπω Ανατολή (Gleanings in BuddhaFields: Studies of Hand and Soul in the Far East), 1897.

Εξωτικά και Αναδρομικά (Exotics and Retrospectives), 1898.

Στην Ιαπωνία των Φαντασμάτων (In Ghostly Japan), 1899.

Σκιές (Shadowings), 1900.

Ιαπωνικά Ανάλεκτα (Japanese Miscellany), 1901.

Κοττό: Παράξενα και πολύτιμα της Ιαπωνίας σκεπασμένα με ιστούς αράχνης (Kottó: Being Japanese Curios, with Sundry Cobwebs), 1902.

Καϊντάν: Ιστορίες και σπουδές παράξενων πραγμάτων (Kwaidan: Stories and Studies of Strange Things), 1904.

Ιαπωνία: Μια Απόπειρα Ερμηνείας (Japan: An Attempt at Interpretation), 1904.

«To μονοπάτι του (προς τη ζωή) ήταν η δουλειά του, η δουλειά του ήταν ο δρόμος της ύπαρξής του στον κόσμο, και το γράψιμό του ήταν μια πράξη αυτοκριτικής καθώς επίσης και ένα όργανο για να παρακολουθεί την εξαφάνιση των πραγμάτων», θα σημειώσει ο βιογράφος του Jonathan Cott12.Και ο ίδιος θα εξομολογηθεί στον Ernest Fenollosa, τον Δεκέμβρη του 1898: « Όταν περάσει μια μέρα χωρίς να γράψω, είναι το μαρτύριό μου. Η ψυχαγωγία δεν υπάρχει για μένα, παρά μονάχα μετά το πέρας της δουλειάς μου…»13

Πιστεύω πως η συγγραφή ήταν για τον Λευκάδιο Χερν κάτι περισσότερο, μια πράξη αυθεντικής ζωής, που τον συνέδεε με τις ρίζες της ψυχής του, με τις πηγές ενός ευτοπικού οράματος για τον άνθρωπο, για τον κόσμο. Και χωρίς να βρίσκεται έξω από την πραγματικότητα, ανέτεμνε τις ουσιαστικές πλευρές της, τις καλές και τις αντίθετες, με το λεκτικό και συναισθηματικό ύφος του δημιουργού που πραΰνει το άσχημο και καθοδηγεί στο καλό. Γι’αυτό οι μέθοδοι που αξιοποιούσε προκειμένου να οδηγηθεί στην αλήθεια του κόσμου που προσέγγιζε, ήταν, εκτός από τις επιστημονικές του έρευνες σε αναγνωστικές και ακαδημαϊκές εμπειρίες, η έντιμη και συναισθηματική επικοινωνία του με λαϊκούς, ανόθευτους ανθρώπους. Τους αναζητούσε και τους εύρισκε παντού, σε κάθε σταθμό της ζωής του. Στη μαρτυρία τους ανίχνευε την ουσία της ανθρωποσύνης, την υπέρτατη μορφή ποίησης. Κι όταν άρχισε να αισθάνεται βαριά πάνω του την κόπωση και την πίεση, ψυχική προπάντων, από τις συνθήκες στο Πανεπιστήμιο και στο εκσυγχρονισμένο Τόκυο, αποθάρρυνε κάθε τυπική επικοινωνία με συναδέλφους, με άλλους συγγραφείς ή αναγνώστες των άρθρων του, και αποδεχόταν μόνο τους «δικούς του» ανθρώπους: πλανόδιους μικροπωλητές, λαϊκούς τραγουδιστές του δρόμου, ταξιδευτές και τεχνίτες-καθέναν που απροσποίητα μπορούσε να εκτυλίξει το περιεχόμενο της ψυχής και της ζωής του γνήσιου ανθρώπου.

Η Σέτσου υπήρξε μία απ’αυτές τις αυθεντικές πηγές της γνωριμίας του με την παράδοση της Ιαπωνίας, με τους μύθους, τις θεότητες, τη θρησκεία, τη ζωή και το θάνατο, όπως τα έπλασαν οι άνθρωποι στη μακρά πορεία ωρίμανσης από τον μύθο στον Λόγο. Aρεσκόταν να την ακούει τα βράδια με χαμηλωμένο το φως της λάμπας να του αφηγείται ιστορίες από τα ακούσματα των παιδικών της χρόνων. Χρόνια μετά, η Σέτσου θυμάται: «Ο Χερν έκανε ερωτήσεις με κομμένη την ανάσα και άκουγε τις ιστορίες μου με τρόμο. Εγώ φυσικά έδινα έμφαση στα πιο συναρπαστικά μέρη των διηγήσεων, όταν τον έβλεπα τόσο συγκινημένο. Εκείνες τις στιγμές το σπίτι μας έμοιαζε σαν στοιχειωμένο. Συχνά έβλεπα φριχτά όνειρα και εφιάλτες. Ο Χερν έλεγε τότε: «Θα σταματήσουμε για λίγο να μιλάμε για τέτοια πράγματα… Κι έτσι κάναμε. Ήταν όμως ευχαριστημένος όταν του έλεγα μια ιστορία που του άρεσε»14.

H ιστορία του Mimi-Nashi-Hoichi. Συμπεριλαμβάνεται στο έργο In Ghostly Japan.

Είναι αξιοπρόσεκτο το γεγονός της εμπειρικής χρήσης από τον Χερν των μεθόδων της λαογραφικής και ανθρωπολογικής έρευνας και η διαισθητική προσαρμογή του σ’αυτές. Καθώς συνεχίζει η Σέτσου, όταν αντί να του αφηγείται μια ιστορία, τη διάβαζε από ένα βιβλίο, ο Χερν τη διέκοπτε και της ζητούσε να την αφηγηθεί με τα δικά της λόγια, με τον δικό της τρόπο-όλα περασμένα μέσα από τη δική της σκέψη. Κι όταν έφτανε σε ένα ενδιαφέρον σημείο, η έκφραση του προσώπου του άλλαζε και τα μάτια του πετούσαν σπίθες. Και κάποτε, παρασυρμένοι σαν τα παιδιά, από την ένταση της ιστορίας, θεατροποιούσαν το δρώμενο: «Ενώ δουλεύαμε πάνω στην ιστορία του MimiNashiHoichi, έπεσε η νύχτα, αλλά δεν ανάψαμε λάμπα. Πήγα στο διπλανό δωμάτιο και τον κάλεσα με μια σιγανή φωνή: –Yoshiichi! Yoshiichi! -Ναι, απάντησε ο Χερν, παίζοντας τον ρόλο του. Είμαι τυφλός. Ποιος είσαι; Και έμεινε σιωπηλός. Μ’αυτό τον τρόπο δούλευε και απορροφιόταν απ’αυτό που έκανε»15.

Τα θέματα των λογοτεχνικών του μεταπλασμένων ιστοριών, είναι παρμένα από τα πλούσια «ορυχεία» της ιαπωνικής μυθολογίας και των παράξενων παραδόσεών της. Η αγάπη και το φιλολογικό ενδιαφέρον του Λευκάδιου Χερν για το μυθικό, το φανταστικό, το τρομαχτικό, το αλλόκοτο και η σπουδή του σ’αυτό, φαίνεται αφενός από τις μεταφραστικές του επιλογές  και τις αναγνωστικές του προτιμήσεις (Θεόφιλος Γκωτιέ, Πιερ Λοτι, Έντγκαρ Άλαν Πόε κ.λ.π.), αφετέρου από τα φιλολογικά του κείμενα και τις πανεπιστημιακές του παραδόσεις-σημαντικό είναι το κείμενό του με τίτλο: Η αξία του υπερφυσικού στο μυθιστόρημα (Τhe Value of the Supernatural in Fiction). Αναζητούσε πρωτογενείς λαϊκές πηγές για τις ιστορίες που θα αφηγούνταν-η Σέτσου, που αισθανόταν μειονεκτικά απέναντί του επειδή στερούνταν μόρφωσης, υπήρξε μία απ’αυτές- και προσπαθούσε να τις «ζήσει», περνώντας ο ίδιος μέσα στην ατμόσφαιρα του υπερφυσικού φόβου που προκαλούσαν.  Συχνά τα παιδιά του τον άκουγαν να περπατάει μπρος-πίσω στη βεράντα, να βογκάει, να κλαίει, να είναι χλωμός και το μάτι του να λάμπει καθώς ολόκληρος ήταν συνεπαρμένος από την ιστορία που ετοίμαζε να αποτυπώσει στο χαρτί. Η λογοτεχνική του γραφή ήταν το ισχυρότερο συγκινησιακό βίωμα, κατά πολύ ισχυρότερο από το έπος της πραγματικής του ζωής, καθώς μέσα στις αφηγήσεις του συνδυαζόταν το πιο αρχέγονο ψυχικό και συναισθηματικό βίωμα της ανθρωπότητας με τα δικά του βιωμένα ψυχικά γεγονότα. Ενδεχομένως στα τελευταία ανήκουν και οι προσωπικές του περιπέτειες στο αυστηρό, καθολικό οικογενειακό περιβάλλον της Ιρλανδίας, και στο κολέγιο των Ιησουιτών όπου φοίτησε. (Έγραφε, χρόνια αργότερα, στον Basil Chamberlain: «…Για τα πρότυπα των Ιησουιτών ήμουν η ενσάρκωση του κακού, και μου φέρονταν ανάλογα. Πόσο τους μισούσα! Το αδύναμο μίσος μου, συνήθιζε να καταλαγιάζει με το να φαντάζομαι σφαγές και φοβερά βασανιστήρια. Τους μισώ και βλέπω εφιάλτες ακόμα μ’αυτούς…»16

Θαύμαζε απεριόριστα τον Άντερσεν και την παραμυθιακή του αφήγηση, τον ήσυχα διεισδυτικό τρόπο του να αφηγείται παραμύθια, σαν απροσποίητος λαϊκός αφηγητής, με μια γλώσσα το ίδιο φυσική και απροσποίητη και με κρυμμένη λαϊκή σοφία. «Πόσο μεγάλη η τέχνη του ανθρώπου!-ο απέραντος όγκος της φαντασίας, η μαγική απλότητα, η καταπληκτική δύναμη της πύκνωσης! Δεν πρόκειται απλώς για την τέχνη να γράφεις λογοτεχνία. Είναι μια ψυχή φωτογραφημένη και φωνογραφημένη, και αποθηκευμένη σαν τον ηλεκτρισμό. Για να γράψει κάποιος σαν τον Άντερσεν, πρέπει να είναι ο Άντερσεν. Αλλά η πηγή της έμπνευσής του είναι ανεξάντλητη και ελπίζω να κερδίσω πίνοντας απ’αυτή…»17

Ο Χερν πήρε, βαδίζοντας στα ίχνη του Άντερσεν, την αρχέγονη φαντασία της Ανατολής και τη «διασκεύασε» χωρίς να αφαιρέσει τη σοφία των μύθων της και την αλληγορική της έκφραση, την προσάρμοσε στην υφολογική του ιδιόλεκτο και την παρέδωσε, ως ποιητική απομνημείωση της έμπειρης σοφίας της ανθρωπότητας, σε ευαίσθητους αναγνώστες του σε Ανατολή και Δύση. Επιδίωξή του ήταν στον λογοτεχνικό χώρο, από τότε που ήταν ακόμα στην Αμερική, να υλοποιήσει και να διαδώσει στη λογοτεχνική κοινότητα την ιδιαίτερη έκφραση-την υφολογική ιδιόλεκτο- μιας «ποιητικής πρόζας», όπως ο ίδιος είχε πει. Το ίδιο βασανιστικά τον απασχολούσε και η ανεπιτήδευτη απλότητα ως αφηγηματική αυθεντικότητα18. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι πέτυχε το συνδυασμό και των δύο, στις εκ νέου αφηγημένες ιστορίες του-ένα νέο είδος αφήγησης, στα όρια της προφορικής και της έντεχνης λογοτεχνίας, μεταποιώντας δηλαδή τον λαϊκό μύθο της προφορικής αφήγησης σε έντεχνη λογοτεχνική έκφραση. Επιπλέον, απευθυνόμενος και στον ευρωπαίο αναγνώστη, ενσωματώνει σε υβριδική μορφή, τον κοινωνιολογικό δοκιμιακό λόγο, και καθιστά οικειότερο το πολιτισμικό κεφάλαιο της εξωτικής χώρας και τη δομή της σκέψης των ανθρώπων της, υλοποιώντας με τη γλώσσα της ύψιστης ευγένειας, την ουσία μιας ολιστικής ανθρωπιστικής φιλοσοφίας-φιλοσοφικό ιδεώδες του 21ου αιώνα.

                                                               

Οδεύοντας προς τη «δύση»…

Το αιφνίδιο τέλος θα έρθει στις 26 Σεπτέμβρη του 1904, ενώ μια έδρα διδασκαλίας της αγγλικής γλώσσας και λογοτεχνίας θα τον περιμένει στο Πανεπιστήμιο της Wasenda. Λίγες μέρες πριν, στις 19 Σεπτέμβρη,  αισθάνθηκε έναν δυνατό πόνο στην καρδιά. Αν πεθάνω, θα πει στην ανήσυχη Σέτσου, μην κλάψεις. Αγόρασε μια μικρή τεφροδόχο…Τοποθέτησε εκεί τα οστά μου και ενταφίασέ τα κοντά σε έναν ήσυχο ναό στην εξοχή. Δεν θα νιώθω καλά αν κλάψεις. Διασκέδασε τα παιδιά και παίξε κάρτες μαζί τους-πόσο περισσότερο θα μου δίνει χαρά αυτό! Λίγα λεπτά αργότερα, ο πόνος υποχώρησε. Ζήτησε ένα ποτήρι ουίσκι, το έφερε αργά στα χείλη του και αναφώνησε: Δεν θα πεθάνω.

Tη νεκρική πομπή προς το ναό της Kobudera στο νεκροταφείο Ζοσιγκάγια στο Τόκυο, θ’ακολουθήσουν, εκτός από τη Σέτσου και τα παιδιά τους, σαράντα καθηγητές, εκατό φοιτητές του, που αντιπροσωπεία τους θα καταθέσει στον τάφο του στεφάνι δάφνης, πολλοί ξένοι θαυμαστές του έργου του και οχτώ βουδιστές ιερείς. Της νεκρικής πομπής προηγούνταν τα βουδιστικά λάβαρα, ακολουθούσαν δυο μικρά παιδιά που κρατούσαν στα χέρια τους μέσα σε μικρά κλουβιά ζωντανά πουλιά, που θα τα απελευθέρωναν -σύμβολα της ψυχής που απελευθερώνεται από την αιχμαλωσία του σώματος. το φέρετρο με τον νεκρό και οι ιερείς με τα κουδουνάκια τους και το φαγητό για τον νεκρό. Πάνω στον τάφο του, οι φοιτητές του θα σκιαγραφήσουν με λέξεις το υπέροχο πορτρέτο του δασκάλου τους: Στον Λευκάδιο Χερν, του οποίου η πένα υπήρξε πιο ισχυρή ακόμα και από τη ρομφαία του ένδοξου έθνους που αγάπησε, έθνους που πιο μεγάλη τιμή του υπήρξε ότι τον δέχτηκε στις αγκάλες του ως πολίτη και του πρόσφερε, αλίμονο, τον τάφο. Και οι φτωχοί ψαράδες της Γιαΐζου-το γραφικό ψαροχώρι κοντά στο Τόκυο-, όπου τον λαϊκό τους παλμό ένιωθε στην ψυχή του, ανήγειραν λιτό μνημείο προς τιμήν του δασκάλου στο σχολείο τους19

Ο τάφος του Λευκάδιου Χερν στο Κοιμητήριο Zōshigaya του Τόκυο.

Επιλογικά θα πρέπει ίσως ν’ακουστούν τα λόγια του νεαρού σαμουράι (από τον συντηρητικό του Χερν), ο οποίος αφού γύρισε όλο τον Δυτικό κόσμο, και είδε την αγριότητα και τη βία του, την πελώρια δύναμή του στην υπηρεσία του κακού, διαπιστώνει ότι η δυτική επιστήμη… τον διαβεβαίωνε  για την ολοένα και μεγαλύτερη επέκταση  της δύναμης αυτού του πολιτισμού, όπως και για έναν ακατανίκητο, αναπόφευκτο, αμέτρητο κατακλυσμό από πόνο σ’ολόκληρο τον κόσμο. Και μπροστά στο ενδεχόμενο να εμβολιαστεί η Ιαπωνία μ’αυτόν τον πολιτισμό, θέτει το οριακό ερώτημα: Είναι το σύμπαν ηθικό; Κι αδυνατώντας να απαντήσει έτσι απλά στο ερώτημα, θα διατυπώσει τη μόνη ακλόνητη βεβαιότητά του: ότι ο άνθρωπος θα έπρεπε να επιδιώκει το μεγαλύτερο ηθικό ιδανικό με όλες τις δυνάμεις του μέχρι το άγνωστο τέλος, ακόμα και αν οι ήλιοι στην τροχιά τους μάχονται εναντίον του.

Δεν είναι αυτό ένα μέγιστο φιλοσοφικό ζητούμενο για τον ανερμάτιστο και αλαζονικό σύγχρονο πολιτισμό μας;20  

 

Λευκάδιος Χερν: Ο γητευτής των φαντασμάτων που κατέκτησε την Ιαπωνία

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Λευκάδιος Χερν, Η Χώρα των Χρυσανθέμων, επιλογή κειμένων-μετάφραση, Γ.Ε. Καλαμαντής, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1998, σ.2 Ο Basil Hall Chamberlain (1850-1935), o πιο σημαντικός ιαπωνολόγος, που κατέστησε με το ακαδημαϊκό του έργο οικεία την Ιαπωνία στη Δύση, υπήρξε μέντορας του Χερν από την πρώτη στιγμή που έφτασε στην Ιαπωνία το 1890. Ο Chamberlain είναι ο πρώτος που δημοσίευσε στην αγγλική γλώσσα το KojikiA Record of Ancient Matters), το παλαιότερο ιαπωνικό βιβλίο (ολοκληρώθηκε το 712 μ. Χ. ), που περιλαμβάνει τη μυθολογία, τη συμπεριφορά και τους τρόπους, τη γλώσσα και την παραδοσιακή ιστορία της Αρχαίας Ιαπωνίας. Το βιβλίο του Things Japanese, από το 1890 που κυκλοφόρησε, έμεινε για πολλές δεκατίες ο καλύτερος οδηγός ξενάγησης της Ιαπωνίας για δυτικά ακροατήρια. Βλ.σχετικά, Yuzo Ota, Basil Hall Chamberlain-Portrait of a Japonologist, Routledge, London and New York 2011.
  2. Elizabeth Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, ΙI, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906, p.108. Και Paul Murray, A Fantastic Journey-The Life and Literature of Lafcadio Hearn, Routledge Curzon, London and New York 1993.
  3. Elizabeth Bisland, ό.π., σ. 109.
  4. Η περίοδος Μεϊτζί καλύπτει τα χρόνια του αυτοκράτορα Μεϊτζίο οποίος βασίλευσε στην Ιαπωνία από το 1867 μέχρι το 1912. Ο Μεϊτζί (3 Νοεμβρίου 1852-30 Ιουλίου 1912) ήταν ο 122ος αυτοκράτορας της Ιαπωνίας. Το όνομά του συνδέθηκε με τον εκσυγχρονισμό της Ιαπωνίας, τη μετατροπή της δηλαδή από ένα παραδοσιακό, φεουδαρχικό κράτος σε μια εκβιομηχανισμένη, δυτικού τύπου, υπερδύναμη. Η αποκατάσταση της κυριαρχικής θέσης του αυτοκράτορα, οδήγησε σε μια σειρά πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών, πολιτισμικών  μεταρρυθμίσεων. Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στην πολεμική βιομηχανία και στην καταπολέμηση του αναλφαβητισμού, με θαυμαστά αποτελέσματα. Την περίοδο αυτή συντελέστηκε το πρώτο ιαπωνικό θαύμα, όπως συνηθίζεται να λέγεται. Για την περίοδο Μεϊτζί, βλ. ενδεικτικά: Andrew Gordon, A Modern History of Japan: from Tokugawa Times to the Present, Oxford University Press, 2003. Donald Keene, Emperor of Japan: Meiji and His World, 1852–1912, Columbia University Press, 2002.  Marius B. Jansen, The Making of Modern Japan, Harvard University Press, 2000. Ben-Ami Shillony, The Emperors of Modern Japan, Brill, 2008. Fujitani Takashi, Splendid Monarchy: Power and Pageantry in Modern Japan, University of California Press, 1998.
  5. Elizabeth Bisland, ό.π., σ. 142. Σε επιστολή του προς τον Basil Hall Chamberlain, τον Μάρτη του 1894, από το Κumamoto, περιγράφει με λεπτομέρειες τη διαφορετικότητα των ματιών των Ιαπώνων και την ομορφιά που έχουν, τέτοια που, κατά τη γνώμη του, δεν έχουν τα μάτια των Δυτικών. Βλ. και Jonathan Cott, ό.π., σ. 380-381.
  6. Jonathan Cott, Wandering Ghost-The Odyssey of Lafcadio Hearn, Kodansha International, New York 1992, σ. 318.
  7. Jonathan Cott, ό.π., σ.327. Ο Henry Watkin (1824-1910), προς τον οποίο ο Λευκάδιος Χερν απευθύνει την επιστολή, ήταν Άγγλος τυπογράφος, εκπατρισθείς στο Cincinnati του Ohio, φίλος και μέντορας του Χερν. Σε νεαρή ηλικία είχε έρθει σε επαφή με τις ιδέες του ουτοπικού σοσιαλισμού των Robert Owen, Charles Fourier, Comte de Saint-Simon. Υπήρξε ενεργό μέλος της κοινότητας προοδευτικών και ριζοσπαστών στο Cincinnati. Αλλά και σε πολλές άλλες επιστολές ο Χερν εξομολογείται την αγωνία και το ενδιαφέρον του για τη ζωή και την εκπαίδευση του Καζούο: στην Elizabeth Bisland (επιστολή, Ιανουάριος 1900), στον Sentaro Nishida (επιστολή, Αύγουστος 1894), στον Ellwood Hendrick (επιστολή, Σεπτέμβριος 1895) κ.α.
  8. Βλ. Elizabeth Bisland, ό.π., σ. 322-323. Ο Ellwood Hendrick (1861-1930), σπουδαίος Αμερικανός χημικός και συγγραφέας, φίλος του Χερν, έγραψε και μια βιογραφία του Χερν. Βλ. Ellwood Hendrick, Lafcadio Hearn, New York Public Library, New York 1929.
  9. Jonathan Cott, ό.π., σ. 344-34
  10. Βλ. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, “Με προορισμό τη Χώρα των Χρυσανθέμων-Λευκάδιος Χερν, ο λυρισμός μιας διαπολιτισμικής λαιγραφίας”, περ. Ίαμβος, τ. 17-18, σ. 47-54.
  11. Jonathan Cott, ό.π., σ. 330. Aπό το περιεχόμενο επιστολής προς τον Ellwood Hendrick.
  12. Επιστολή προς τον Ernest Fenollosa, τον Δεκέμβριο του 1898, από το Τόκυο. Βλ. Jonathan Cott, ό.π., σ. 387.
  13. Στο ίδιο.
  14. Setsuko Koizumi, Reminiscences of Lafcadio Hearn, Houghton Mifflin Company, 1918, p. 36.
  15. Ό.π., σ. 38-39. Βλ. και Lafcadio Hearn, The writings of Lafcadio Hearn: Life and Letters III, ed. E. Bisland, Houghton Mifflin Company, Boston and New York, 1922, p. 384. Και, Satoshi Kida, The Making of Kwaidan: Lafcadio Hearn as a Reluctant Imperialist, Mie University, Mie Japan, 2010, p.
  16. Επιστολή προς τον Basil Chamberlain, το 1894. Βλ. Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, ΙI, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906, p. 174. Βλ. Και Louis Allen and Jean Wilson (ed.), Lafcadio Hearn Japan’s Great Interpreter-A new anthology of his writings (1894-1904), Japan Library LTD., 1992, p. 3.
  17. Από το περιεχόμενο επιστολής προς τον Basil Chamberlain, που εστάλη το 1895, από το Kobe. Βλ. Elizabeth Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, ΙI, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906, p.182.
  18. Επιστολή προς τον Basil Chamberlain, με ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 1894. Βλ. Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, ΙI, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906, p. 174. Επίσης, Lafcadio Hearn, Interpretations of Litterature, vol. II, Dodd, Mead and Company, New York 1922, p. 90-103.
  19. Setsuko Koizumi, Reminiscences of Lafcadio Hearn, Houghton Mifflin Company, 1918,p. 80-83. Kazuo Koizumi, Father and I, Memories of Lafcadio Hearn, Houghton Mifflin Company, Boston and New York 1935, p. 204-208. Kαι, Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, “Λευκάδιος Χερν, Lacrimosa Dies”, gr, τ. 46.
  20. Βλ. Λευκάδιος Χερν, “Ο συντηρητικός”, στο: Η Χώρα των Χρυσανθέμων, επιλογή κειμένων-μτφρ. Γιώργος Καλαμαντής, Κέδρος, Αθήνα 1998, σ. 278-279. Και, Σπύρος Βρεττός, Λευκάδιος Χερν: “Η καρδιά του χτυπά και μέσα στην καρδιά του σύγχρονού μας κόσμου” (Αντί προλόγου, στο: Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, Λευκάδιος Χερν, Η λαογραφία της στοργής-Σμιλεύοντας το αρχέτυπο της μάνας, εκδ. Fagotto books, Αθήνα 2010, σ.7-10).

 

Η Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού είναι διδάκτωρ Κοινωνικής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Λευκάδας. Είναι επίσης μέλος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, της Ελληνικής Εταιρείας Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού. Συνεργάζεται με τον εκδοτικό οίκο Γρηγόρη ως διευθύντρια της σειράς «Η Ελληνική Σκέψη της Διασποράς».

 

 

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού Λευκάδιος Χερν: Ο Δυτικός «Άγγελος» της Ανατολής Μέρος Α΄: Με την ταυτότητα του «πολιτισμένου άγριου»

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού

Λευκάδιος Χερν: Ο Δυτικός «Άγγελος» της Ανατολής

Μέρος Α΄: Με την ταυτότητα του «πολιτισμένου άγριου»

 

H σπουδή της περίπτωσης του Λευκάδιου Χερν συνιστά στις μέρες μας την πλέον ενδιαφέρουσα και πολυφωνική διεργασία ερευνητικής ενασχόλησης πολλών και διαφορετικών επιστημών: της φιλολογίας, της κοινωνιολογίας, της λαογραφίας, της ανθρωπολογίας και ψυχολογίας, της ιστορίας. Έχουν περάσει 117 χρόνια από τον θάνατό του και σε όλη αυτή τη μακρά σχετικά διαδρομή το όνομά του ήταν κάτι ωσάν του αινιγματικού «Βασιλιά της Ασίνης», που περίμενε καρτερικά την ώρα της αφύπνισης: του ενδιαφέροντος της ιστορίας γι’αυτόν, καθώς οι αέναες επιστροφές του χρόνου διαμορφώνουν νέες οικειότητες και νέες συγκλίσεις του παρελθόντος με το παρόν. Έτσι, ο Λευκάδιος Χερν είναι αυτή τη στιγμή –τουλάχιστον στον τόπο μας, αλλά και γενικότερα- το αδιαφιλονίκητο «εύρημα» της μετανεωτερικής θεώρησης, κάτω από το πρίσμα των σύγχρονων αναζητήσεων τόσο της λογοτεχνίας όσο και της φιλολογίας και των Σπουδών του Πολιτισμού. Με έναν θαυμαστό τρόπο εμπλέκει, τόσο με τη ζωή όσο και με το έργο του, σε θεωρητικές και εμπειρικές διαδικασίες επανανάγνωσής του, στο πλαίσιο του γνωσιοθεωρητικού αναπροσανατολισμού των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών. Και κάτι περισσότερο θαυμαστό, που μπορεί να κινητοποιήσει πολλαπλώς το ενδιαφέρον της παγκόσμιας φιλολογικής και επιστημονικής κοινότητας: πρόκειται για την ακάματη -στη διάρκεια της ζωής του- γεωγραφική του κινητικότητα, καθώς, τόσο οι περιπλοκές του επώδυνου βίου του, όσο και μια ασυμβίβαστη με τον δυτικοκεντρισμό φιλοσοφία, την επιβάλλουν με το άφευκτο μιας ατομικής μοίρας.

Περισσότερο από εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Χερν, θα κυκλοφορήσει (1978) το βιβλίο Orientalism (Οριενταλισμός)1 του Παλαιστινιοαμερικανού κριτικού της λογοτεχνίας Έντουαρντ Σαΐντ, μια κριτική μελέτη για την αντίληψη των Δυτικών απέναντι στην εξωτική Ανατολή: έργο ανατρεπτικό που θα αποδομήσει την παράδοση της δυτικής σκέψης για το εξωτικό και θα συσχετίσει την αναπαράσταση άλλων πολιτισμών με την ευρωπαϊκή αποικιοκρατική εμπειρία. Ο Σαΐντ αναφέρεται στην έννοια του οριενταλισμού με τρεις σημασίες: α. Ως ακαδημαϊκό κλάδο που εμφανίζεται κατά τον 19ο αιώνα, συνδέεται με ένα σύνολο επιστημών (φιλολογία, ιστορία, κοινωνιολογία, ανθρωπολογία κ.ά.), που στόχο έχουν την ανακάλυψη και μελέτη κειμένων των ανατολικών γλωσσών, αλλά και την έρευνα της ζωής, της σκέψης, των ηθών και εθίμων, των τελετουργιών, της κουλτούρας γενικότερα αυτών των πολιτισμών. β.  Ως τρόπο σκέψης που βασίζεται σε μια οντολογική και επιστημολογική διάκριση μεταξύ Ανατολής και Δύσης και γ. ως  θεσμό και μηχανισμό που κατά τη διάρκεια της αποικιοκρατίας είχε τη δύναμη «να κυριαρχεί, να αναδιοργανώνει και να ασκεί εξουσία στην Ανατολή»2.

Εγείρονται έκτοτε ζητήματα γύρω από το πλαίσιο διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής γνώσης για τον Άλλο, για τους μηχανισμούς ανάδυσης αυτής της γνώσης, για τους «δισσούς», αντιθετικούς λόγους Εμείς-οι Άλλοι: καταλήγοντας βέβαια στο συμπέρασμα ότι οι αναπαραστάσεις αυτές δεν στηρίζονται σε φυσικές κατηγορίες αλλά σε κατασκευές, που εκπηγάζουν από έναν ισχυρότερο πολιτισμό με στόχο την αιτιολόγηση ενός imperium, που επιζητεί την ιστορική του δικαίωση.

Αντίθετα από τον κυρίαρχο ευρωπαϊκό λόγο για το εξωτικό και την πολιτισμική διαφορετικότητα, ο Λευκάδιος Χερν θα γίνει ο «Δυτικός Άγγελος» (και με τη θρησκευτική του σημασία) της διχοτομίας Δυτικός-Ανατολικός πολιτισμός, με την πίστη στην αγαθότητα εξωευρωπαϊκών, εξωτικών πολιτισμών και την ανάδειξη μιας άλλης ανθρωποσύνης, που συνιστά και υπαγορεύει το πνεύμα μιας πρώιμης διαπολιτισμικής ανθρωπιάς.

Παρακολουθώντας το επικό χρονικό της διασποράς του σε ολόκληρο σχεδόν τον πλανήτη και την εναγώνια αναζήτηση φιλόξενης φιλοσοφικής στέγης για τη σκέψη και την ψυχή του, θα μπορούσαμε, σε μια προσπάθεια ενσυναισθητικής προσέγγισής του, να δούμε τις αντίστοιχες διαδρομές της κοσμοθεωρησιακής του αγωνίας:  να σφυρηλατήσει, για τον ανέστιο άνθρωπο κάθε πολιτισμικού περιθωρίου, αυτή την διαπολιτισμική πατρίδα ανθρωπιάς, την οποία παραπάνω αναφέραμε. Γι’αυτό το λόγο, ο Λευκάδιος Χερν, διαμεσολαβητής της γνώσης και της κατανόησης του εξωτικού στη δυτική ανθρωπολογική σκέψη, προβάλλει σήμερα ως ο λυρικός πρεσβευτής της πολιτισμικής ανωτερότητας της Ανατολής, σε αντίθεση με τον «πολιτισμένο άγριο» της Δύσης: ανατρέποντας τη ρητορική των ευρωπαϊκών αποικιοκρατικών αφηγήσεων, που ανέγνωσε ο Έντουαρντ Σαΐντ .

Από τη Λευκάδα…

Ο Λευκάδιος Χερν θ’αρχίσει το ταξίδι της ζωής του ως καρπός μιας συναρπαστικής ιστορικής «μυθιστορίας», με φόντο τα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα (1810-1864). Ο πατέρας του, Charles Bush Hearn (1818-1866), Iρλανδός, χειρούργος γιατρός, υπηρετούσε στη Λευκάδα, στο 76ο Σύνταγμα Πεζικού του στρατού κατοχής των Επτανήσων. Σε μιαν αποστολή του στα Κύθηρα, θα γνωρίσει την πανέμορφη Ρόζα Αντωνίου Κασιμάτη (1823-1882), από ευγενική οικογένεια, της οποίας οι ρίζες ανάγονται στην Κρήτη. Η μητέρα της Ρόζας, από την οικογένεια Δαρμάρου, μέλη της οποίας, είναι εγγεγραμμένα στην «Κοινότητα των Ευγενών» των Κυθήρων3. Δυνατός έρωτας του Καρόλου προς την κατά πέντε χρόνια μικρότερή του Ρόζα (αυτός ήταν τότε 30 χρόνων και η Ρόζα 25), θα οδηγήσει σε γάμο τους στη Λευκάδα, στον ναό του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Στα ΓΑΚ  Λευκάδας σώζεται η υπ’αριθμ. 154/1849 ληξιαρχική πράξη γάμου. Ταυτόχρονα αναγνωρίζεται και η γέννηση αρσενικού παιδιού, με το όνομα Γεώργιος- Ρομπέρτο, που γεννιέται στη Λευκάδα (24 Ιουλίου 1848), πεθαίνει δυο χρόνια μετά (20 Αυγούστου 1850) και ενταφιάζεται στον προαύλιο χώρο του ναού της Αγίας Παρασκευής  μέσα στην πόλη της Λευκάδας. Στον ίδιο ναό θα τελεστεί και η βάπτιση του δεύτερου παιδιού, το οποίο θα πάρει το όνομα Πατρίκιος-Λευκάδιος (ληξιαρχική πράξη βάπτισης 334, αριθμ. Πρωτοκόλλου 53). (Αξίζει να αναφερθεί ότι το ιρλανδικό του όνομα Πατρίκιος θα το αρνηθεί κατά την ενηλικίωσή του, εξαιτίας των σκοτεινών παιδικών του χρόνων στην Ιρλανδία). Λίγο μετά τη γέννηση του Λευκάδιου ο πατέρας μετατίθεται στις Δυτικές Ινδίες.

W.L.Leitch, New Canal and Town of Santa Maura, One of the Ionian Islands – Από το περιοδικό Έσπερος, 1859

Η Ρόζα και ο µικρός Λευκάδιος παραµένουν στη Λευκάδα, προσµένοντας την επιστροφή του Καρόλου. Ο Κάρολος αποκρύπτει ωστόσο την οικογενειακή του κατάσταση – επειδή φοβάται το σκάνδαλο µεταξύ των στρατιωτικών ανωτέρων του – και µόνο σε µια επιστολή του µε ηµεροµηνία 30 Ιουλίου 1852, σταλµένη από τη Γρενάδα, όπου υπηρετούσε, ο Κάρολος κάνει λόγο για το γάµο του και τη γέννηση των παιδιών του, στο Υπουργείο Στρατιωτικών του Λονδίνου. Τότε περίπου, καλεί τη Ρόζα µε τα παιδιά να ταξιδέψουν στο Δουβλίνο, για να ζήσουν εκεί µε τη µητέρα του.

Charles Bush Hearn

 …στο παγερό Δουβλίνο

Όταν η Ρόζα φτάνει στο Δουβλίνο, την 1η Αυγούστου του 1852, ο Λευκάδιος είναι περίπου δύο χρόνων. Η ατμόσφαιρα είναι βαριά και καταθλιπτική, και το περιβάλλον  τόσο διαφορετικό από το λυρικό και  ανάλαφρο λυτρωτικό φως των ελληνικών νησιών της πατρίδας της. και προπάντων το θρησκευτικό καθολικό περιβάλλον της μητέρας του Καρόλου, η έκδηλη δυσανεξία της απέναντι στη νεαρή Ελληνίδα, ακόμα και η περιφρόνησή της για τη γλωσσική μειονεξία της Ρόζας στην επικοινωνία τους. Η μακρόχρονη απουσία του Καρόλου και η αφόρητη καταπίεση που δέχεται η Ρόζα θα συντελέσουν στην οριστική ρήξη της σχέσης τους. Με ένα τυπικό γραφειοκρατικό πρόσχημα-ότι η ληξιαρχική πράξη του γάμου τους ήταν ανυπόγραφη από τη Ρόζα, το δικαστήριο θα προχωρήσει εύκολα σε ακύρωσή του (ως μηδέποτε τελεσθέντος). Οι δύο σύζυγοι χωρίζουν οριστικά το 1857, έχοντας συμπληρώσει οκτώ περίπου χρόνια προβληματικής συζυγίας.

Η Ρόζα είχε πραγματοποιήσει το 1854, ένα πρώτο νοσταλγικό ταξίδι στην Ελλάδα, στα Κύθηρα για να ξαναδεί τους δικούς της, έχοντας αφήσει τον τετράχρονο Λευκάδιο στα χέρια της πλούσιας θείας (αδελφής του Καρόλου) Sarah Holmes Brenan. Στη διάρκεια του ταξιδιού, ίσως μπαίνοντας στο λιμάνι της Κεφαλονιάς, θα γεννήσει το τρίτο της παιδί από τον Κάρολο, τον Daniel  James. Δυο χρόνια αργότερα, όντας ακόμα στην ιδιαίτερη πατρίδα της, ο Κάρολος θα της διαμηνύσει την έκδοση του διαζυγίου τους.

Έκτοτε αρχίζει η δραματικότερη περιπλοκή της προσωπικής της ζωής και η οδυνηρή, τραυματική βίωση της παιδικής ηλικίας του Λευκάδιου. Ο ίδιος δεν επέπρωτο να ξαναδεί τη μητέρα του. Οργισμένη, απελπισμένη θα προχωρήσει σε δεύτερο γάμο, το 1857, εκεί στην πατρίδα της, με τον Ιωάννη Καβαλλίνη (Giovanni Cavallini), Έλληνα υπήκοο, ιταλικής καταγωγής από την οικογένεια Στάη, πράκτορα της ακτοπλοϊκής Εταιρείας Lloyd και υποπρόξενο της Αυστρίας. Με τον Ιωάννη Καβαλλίνη θ’ αποκτήσει τέσσερα παιδιά, δύο αγόρια και δύο κορίτσια.  Η περισσότερο δραματική σελίδα της ζωής της θα γραφεί όταν ο νέος της σύζυγος θα απαιτήσει να αποποιηθεί τα δύο παιδιά της από τον προηγούμενο γάμο. Και τότε η Ρόζα, βαριά πληγωμένη αλλά αδύναμη για οποιαδήποτε αντίδραση, θα στείλει στην Ιρλανδία τον Daniel James, να μεγαλώσει μαζί με τον Λευκάδιο.

Δυο μέτωπα τραγικότητας σ’αυτή την ανεπανάληπτα περίπλοκη, στις δραματικές της περιελίξεις, ιστορία. Η Ρόζα, ο Λευκάδιος. Οι εσωτερικές συγκρούσεις των πρωταγωνιστών θα έχουν τη γεύση αρχαίας τραγωδίας. Η Ρόζα δεν θα μπορέσει ποτέ να απαλλαγεί από το φάσμα στέρησης των παιδιών της και μια απόπειρά της να μεταβεί κρυφά στην Ιρλανδία για να τα συναντήσει, ξεπερνώντας τρομαχτικές δυσχέρειες, θα αντιμετωπίσει την άκαμπτη στάση της οικογένειας Χερν, που δεν θ’ανοίξουν την πόρτα τους στη μητρική στοργή. Αλλά και τα αδέρφια θα μεγαλώσουν χωριστά. Τον Λευκάδιο αναλαμβάνει η εύπορη θεία Σάρα Μπρενάν, που έχει υποσχεθεί να τον καταστήσει έναν από τους κληρονόμους της μεγάλης περιουσίας της. Όπως έγραψε πολύ αργότερα σε επιστολή του, μόνο μια φορά θα συναντηθεί με τον αδερφό του όταν ήταν μικρό παιδί.

Ο Λευκάδιος θα μεγαλώνει απομονωμένος στο αυταρχικό περιβάλλον της θείας Μπρενάν, σε συνθήκες αυστηρής πειθαρχίας και θρησκευτικότητας, μέσα σε σκοτεινά δωμάτια, γοτθική ατμόσφαιρα φαντασμάτων και σκιερών μυθικών δαιμόνων της ιρλανδικής μυθολογίας. Ο Λευκάδιος όμως αναζητεί παντού το φως. Στις συγκεχυμένες, ατακτοποίητες αναμνήσεις του βυθίζεται σε εικόνες φωτεινές με ήλιους και θάλασσες εξωτικών νησιών: της αληθινής πατρίδας του, της ψυχής του. Αυτό το ίδιο φως θ’ανακαλύψει και στην τυχαία πρώτη επαφή του με την ελληνική μυθολογία. «…Όταν έµαθα να γνωρίζω και ν’ αγαπώ τους αρχαίους θεούς ο κόσµος ξανάγινε φωτεινός, τα φαντάσµατα που τον τριγυρνούσαν άρχισαν να σβήνουν σιγά-σιγά»5.

Πόση η αντίθεση ανάμεσα στο φως και στην ομορφιά που αυθόρμητα ζούσε μέσα του-βίωμα της σκέψης του- και στη βαριά σκοτεινιά που οι πραγματικές συνθήκες επισώρευαν στην ψυχή του. Γι’αυτό ο Λευκάδιος θα διαρρηγνύει πάντοτε τη σχέση του με το παρόν, ανατρέχοντας σε πρωταρχές συναισθηματικής βίωσης της ζωής, όχι μόνον της δικής του αλλά και της ανθρωπότητας. Και θα συνδέει την πρωτογενή αθωότητα του κόσμου με την αιθεριωμένη μορφή της δικής του μητέρας: Θα γράψει κάποτε στον αδερφό του: «Ο,τιδήποτε καλό υπάρχει σε μένα, προέρχεται από κείνη τη μελαχρινή ψυχή, για την οποία τόσο λίγα γνωρίζουμε. Η αγάπη μου για το σωστό , το μίσος μου για το άδικο , ο θαυμασμός μου για κάθε τι το ωραίο ή αληθινό , η πίστη μου στον άντρα ή στη γυναίκα, η ευαισθησία μου απέναντι στην τέχνη, που μου δίνει την οποιαδήποτε μικρή επιτυχία, η δύναμη της γλώσσας ακόμα … όλα προέρχονται απ’ αυτήν ! …Eίναι η μάνα που μας πλάθει- της χρωστάμε τουλάχιστον  όλα εκείνα που κάνουν τον άνθρωπο ευγενή. Όχι τη δύναμη ή τις δυνατότητες υπολογισμού, αλλά την καρδιά του  και τη δύναμη της αγάπης. Κι εγώ θα προτιμούσα να έχω το πορτρέτο της παρά μια ολόκληρη περιουσία»6

Σε ηλικία δεκατριών χρόνων, η θεία Μπρενάν θα τον γράψει εσώκλειστο στο καθολικό κολέγιο του Ούχσαβ (Uchaw), μάλλον προς σωφρονισμό. Εκεί θα έχει μια ακόμα οδυνηρή εμπειρία που θα τον βασανίζει σε όλη του τη ζωή. Στη διάρκεια αστεϊσμών με συμμαθητή του, θα χάσει το αριστερό του μάτι. Η όρασή του θα είναι στο εξής προβληματική αλλά και η αισθητική κακοποίηση του προσώπου του θα δεινώνει την κοινωνικότητά του. Στο μεταξύ ο πατέρας του έχει παντρευτεί, στις 18 Ιουλίου 1857, την Alicia Goslin Crawford- παλιό του έρωτα- στο Δουβλίνο, και τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς φεύγει ξανά για τις Ινδίες µε την Alicia και τα παιδιά της από προηγούμενο γάμο. Θα γράψει για τον πατέρα του ο Λευκάδιος πολύ αργότερα στον αδερφό του: «Όταν κοιτάζω τη φωτογραφία του…μ’αυτό το αυστηρό, δυσάρεστο πρόσωπο και τα ψυχρά σαν ατσάλι μάτια, δεν μπορώ να νιώσω πως έχω τίποτα κοινό μαζί του. Υποψιάζομαι πως δεν τον αγαπώ». Η οικογένεια ωστόσο του Καρόλου διαλύεται σύντομα. Η Αlicia πεθαίνει το 1861 και την ακολουθεί πέντε χρόνια αργότερα (21 Νοεμβρίου 1866) ο Κάρολος.

Ο Λευκάδιος σε ηλικία οκτώ χρόνων με τη Σάρα Μπρενάν

Η καταχνιά στη ζωή του Λευκάδιου συνεχίζεται. Η θεία Μπρενάν, θα τον στείλει για λόγους παιδαγωγικούς και εκπαιδευτικούς στη Γαλλία, στο αυστηρό καθολικό Institution Ecclésiastique, στο Yvetot, κοντά στη Ρουέν, όπου θα συναντηθεί με τον Γκυ ντε Μωπασσάν- συμμαθητή του για ένα χρόνο στο ίδιο κολέγιο.

Λονδίνο: ο επόμενος σταθμός του δεκαοχτάχρονου πια Λευκάδιου, όπου δεν έχει πλέον και καμιά οικονομική υποστήριξη, καθώς η θεία Μπρενάν, χρεωκοπημένη και αδύναμη λόγω ηλικίας, υποτάσσεται στις επιλογές του Henry Molyneux, μακρινού συγγενή από τον άντρα της, ο οποίος και ευθυνόταν για την οικονομική της καταστροφή. Περιφέρεται στους υγρούς δρόμους, άστεγος, έφηβος «αλήτης» και κάπου-κάπου προσφέρει τις υπηρεσίες του σε σπίτια για να εξασφαλίζει προσωρινά μια στέγη. Η μόνη φωτεινή ανάμνηση εκείνων των ημερών που γνώρισε το άγριο πρόσωπο της ζωής, ήταν μια συλλογή ποιημάτων του Swinburn, που βρήκε σε κάποιο βιβλιοπωλείο. Στη διάρκεια λυτρωτικών, μοναχικών περιπάτων διαβάζει φωναχτά τα ποιήματα, έτσι ώστε να παίρνει θάρρος και να ανασαίνει στη γνησιότητα της εύθραυστης πνευματικής του φύσης. Ενώ τα απογεύματα επισκέπτεται το Βρετανικό Μουσείο, όπου συνομιλεί με τα αγάλματα των Ανατολικών θεών στην αίθουσα της Ιαπωνικής και Αιγυπτιακής τέχνης7.

Η τελευταία πράξη της άστοργης κηδεμονίας του Λευκάδιου από τον Henry Molyneux, που πλέον αυτενεργεί, έχοντας παρακάμψει την φτωχή πια θεία Μπρενάν, θα είναι η απόφασή του να τον εξαποστείλει στην Αμερική, στη χώρα των μεγάλων ευκαιριών. Με την υπόσχεση της υποδοχής του από την οικογένεια μιας ξενιτεμένης αδερφής του, της Frances Anne, που ζούσε στο Cincinnati, και με ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή στο χέρι, θα δρομολογήσει ο Χερν τη ζωή του προς μιαν άγνωστη περιπέτεια στον χαώδη κόσμο της άφιλης ξενιτιάς: όπου ωστόσο θα αναδυθεί και θα καρποφορήσει-όχι χωρίς επώδυνες παλινδρομήσεις- η δημιουργική του φύση και η συγγραφική επιτέλεση μιας θεωρίας της οικουμενικής του ανθρωπιάς.

 

Αμερική: H εμπειρία της αστεγίας και…

Κατάλυμα ο δρόμος, πάνω σε κιβώτια ή χαρτοκούτια το βιος του και οι νύχτες, που δεν του προσφέρουν παρά μονάχα το άπειρο-την ποίηση του ουρανού. Κάποιοι αμαξάδες θα τον λυπηθούν και θα του προσφέρουν θέση σ’έναν αχυρώνα για λίγες βδομάδες- συγκάτοικος των αλόγων, των μόνων πλασμάτων που ζέσταιναν την εγκατάλειψή του. «Η ζέστη από τα μεγάλα τους σώματα γεμίζει τον χώρo…ζωηρεύει στις φλέβες το αίμα μου-η ζωή τους είναι η ζωή μου… Θα ‘θελα να μπορούσα να τους πω πόσο ευγνώμων τους είμαι, πόσο αισθάνομαι να τα αγαπώ, πόση ευχαρίστηση νιώθω από τη δύναμή τους, από την αίσθηση της δύναμης και της ζωής που απλώνουν μέσα στη σιωπή, σαν μια μεγάλη, ζεστή Ψυχή», θα γράψει στις συγκλονιστικές αυτοβιογραφικές του σημειώσεις. Κι αφού θα συγκρίνει τη ζωή τους με τη δική του, θα θέσει τα δικά του βασανιστικά υπαρξιακά ερωτήματα, μιλώντας για λογαριασμό –και για πάντα-όλων των μεταναστών της γης: «Αυτά (τα άλογα) κερδίζουν το καλό τους φαγητό και τη στέγη τους, κερδίζουν τη φροντίδα που τα κρατά λαμπερά και όμορφα-είναι χρήσιμα στον κόσμο. Σε τι είμαι χρήσιμος στον κόσμο εγώ;»8

Η πρώτη σημαντική στροφή στη ζωή του, θα είναι η γνωριμία του με τον Άγγλο εκδότη, μετανάστη στο Cincinnati, Henry Watkin (1824-1910). Οπαδός του ουτοπικού σοσιαλισμού, ήδη από την Αγγλία, επηρεασμένος βαθύτατα από τις ιδέες των Robert Owen, Charles Fourier, Comte de Saint-Simon, θα γίνει στο εξής ο μέντορας του Λευκάδιου, υποκατάστατο του χαμένου πατέρα του. Γι’αυτό θα τον αποκαλεί Dad ή Old Man, κι εκείνος τον Λευκάδιο Raven (Κοράκι), από το ομώνυμο ποίημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε, που και οι δύο αγαπούσαν. Η συμβατότητα της σκέψης τους φαίνεται ότι είναι μια διαρκής πηγή ενδυνάμωσης της μεταξύ τους αγάπης και αφοσίωσης. Κλεισμένοι για ώρες στο μικρό γραφείο του Watkin, συζητούν πάνω σε ανατρεπτικά ουτοπικά μοντέλα πολιτικής θεωρίας και πράξης, αναλύουν θέματα θρησκευτικά και ζητήματα αθεΐας, μιλούν για ποίηση. Τότε ο Λευκάδιος, όντας σε μια συνεχή διανοητική «αυτοκαταδίωξη» από ό,τι του πρόσφερε η κατεστημένη πολιτική, κοινωνική και ηθική πραγματικότητα, θα ταξιδέψει στις ιδέες του Tom Paine, του Voltaire, του Saint-Simon, του Emerson, του Oliver Wendell Holmes, του James Russell Lowell, του John Humphrey Noyes –προπάντων-, σε ετερόδοξες απόψεις και σχέδια για την υλοποίηση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Το πνευματικό περιβάλλον της Δημόσιας Βιβλιοθήκης του Cincinnati, που αριθμούσε τότε πενήντα χιλιάδες τόμους βιβλίων, ήταν ο παράδεισος της ανήσυχης ψυχής του στην αναζήτηση υποδοχής ευαίσθητης στην έξαρση των πνευματικών του αναζητήσεων και της ψυχικής του ευαλωσίας. Εκεί γνώρισε και διάβασε με πάθος συγγραφείς και ποιητές των οποίων η αντισυμβατική σκέψη ήταν σύστοιχη με τη δική του και τους οποίους αργότερα θα μεταφράσει μεταγράφοντας τη δική τους ευαίσθητη πρόσληψη του κόσμου στο λογοτεχνικό και ψυχικό του σύμπαν: Gautier, Flaubert, Baudelaire, Loti, Gerard de Nerval9.

Η αλληλογραφία του Λευκάδιου Χερν με τον Henry Watkin, New York, Brentano’s, 1907

Η εγγενής ωστόσο πνευματικότητά του δεν τον ήθελε απλώς «ερευνητή του εργαστηρίου». Το ενδιαφέρον του για την πραγματική ζωή, όπως τη ζουν οι άνθρωποι στο παρόν, σε σκοτεινές φτωχές γειτονιές, σε απόμερους γκρίζους δρόμους, σε στέκια που συχνάζει το περιθώριο των εγκληματιών και παραβατών κάθε κατηγορίας, οι περιθωριοποιημένοι μαύροι, οι έγχρωμοι μετανάστες, οι εκπορνευμένες γυναίκες-ιδιαίτερα επίμονος ο περισκοπικός φακός του απέναντι στην κοινωνική μειονεξία-θα προσδώσει στην ευαισθησία του το βάθος και τη γνησιότητα αυτής της διαπολιτισμικής ανθρωπιάς, που πάνω της θα ακουμπήσει η λογοτεχνική και κοινωνιολογική του γραφίδα. Η παρατηρητικότητά του και ο τρόπος με τον οποίο προσπαθεί να οικειωθεί με την αλήθεια του περιβάλλοντος ανθρώπων και πραγμάτων, ακούγοντας ακόμα και τους μικροήχους που εκπέμπουν, είναι πολύ πιο πέρα από τη ρηχή δημοσιογραφική προσέγγιση: τον οδηγεί διαισθητικά κοντά στη σύγχρονη εθνογραφική-λαογραφική και γενικότερα την κοινωνική έρευνα in situ, με την εμπειρική χρήση σύγχρονων μεθόδων προσέγγισης του ερευνώμενου κάθε φορά θέματος. Αλλά και σκοτεινοί κόσμοι της φαντασίας του, συμπίλημα εικόνων συνειδητών και υποσυνείδητων της πραγματικής ζωής του, της ανυπόταχτης φαντασίας του σμιλεμένης με το σκοτάδι των ιρλανδικών παιδικών του εμπειριών και του ρομαντισμού των γοτθικών έργων αγαπημένων του ποιητών-των Gautier, Loti, Longfellow, και Poe κυρίως- μορφοποιούν την ενδοψυχική του κατάσταση, η οποία με τη σειρά της θα εκφραστεί στο σύνολο των δημοσιογραφικών και λογοτεχνικών του κειμένων. Όπως και στη διαχείριση της ιδιάζουσας κοινωνικότητάς του.

 

Αμερική: Mια φιλόξενη στέγη για το πνεύμα του…

H πρώτη του δημοσιογραφική συνεργασία θα είναι με την εφημερίδα Enquirer. Αφοσιωμένος απόλυτα στην έρευνα και τη συγγραφή των δημοσιογραφικών κειμένων, θα εργάζεται σκληρά πάνω από δεκατέσσερις ώρες τη μέρα, εφτά μέρες τη βδομάδα, για ένα μισθό δέκα δολαρίων. Τα κείμενά του ενθουσιάζουν το ανδρικό κυρίως κοινό των αναγνωστών, με την υποδόρια ποιητική ατμόσφαιρα του πιο σκληρού νατουραλισμού των ανθρώπων του περιθωρίου και της κρυμμένης παραβατικότητας στο Σινσιννάτι. Ο λόγος του πραΰνει τη σκληρότητα και τη δραματικότητα των περιγραφόμενων. Για τρία ολόκληρα χρόνια εργάζεται με εξοντωτικούς ρυθμούς στην εφημερίδα, προκαλώντας τον αυξανόμενο φθόνο συναδέλφων για τις δημοσιογραφικές του επιτυχίες. Μοιραία όμως θα σταθεί η γνωριμία του με την «ταπεινή και καταφρονεμένη» μιγάδα μαγείρισσα Alethea Foley, την οποία θα γνωρίσει σε οικοτροφείο που διαμένει για κάποιο διάστημα και ο ίδιος. Κι εκεί στην κουζίνα που η Alethea μαγειρεύει θα την επισκέπτεται τακτικά ο Λευκάδιος, για να αποσπά από τις συναρπαστικές αφηγήσεις της το υλικό της δραματικής της αυτοβιογραφίας, στην οποία θα αναγνωρίζει μια παράλληλη, με τη δική του, ιστορία. Μετά από τετραετή σχεδόν συστέγαση, ο Λευκάδιος θα παντρευτεί την Alethea, πραγματοποιώντας έναν βραχύβιο, οδυνηρό, για τη μετέπειτα εξέλιξη της ζωής του, γάμο. Η βίαιη απομάκρυνσή του από την εφημερίδα Εnquirer,  θα είναι ξανά ένα ισχυρό οικονομικό πλήγμα, που θα τον οδηγήσει στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Μαζί και οι τύψεις του για την κατάληξη της σχέσης του με την αδύναμη Alethea: «Υπάρχει σ’αυτήν τόση αθώα παιδική καλοσύνη, και μετά απ’όλα αυτά», θα γράψει στον Watkin.

Σε σύντομο όμως διάστημα  θα προσληφθεί στην εφημερίδα Commercial, ανταγωνίστρια της Εnquirer, όπου θα συνεχίσει την ενδιαφέρουσα διερεύνηση και περιγραφή εξωτικών θεμάτων της καθημερινής ειδησεογραφίας μαζί με την ανασκαφή των ριζών και της λαϊκής κουλτούρας.  Το 1877 στρέφεται στη μετάφραση αγαπημένων του -Γάλλων κυρίως- συγγραφέων. Kαι επεξεργάζεται το σχέδιο μιας εκ νέου απόδρασης προς φιλικότερα κλίματα και γαλάζιους αισιόδοξους ουρανούς.

Βίωμα εξωτισμού…

Με προορισμό πια την εξωτική Νέα Ορλεάνη, τη χώρα  διασταύρωσης της λατινικής και κρεολικής κουλτούρας, με τα χαρούμενα χρώματα και το υποτροπικό κλίμα, προς την οποία όμως ο ενδιάμεσος σταθμός στην Memphis, θα είναι για λίγο μια παλινδρόμηση σε παλιούς εφιάλτες. «O παράδεισος είναι εδώ», αναφωνεί ενθουσιαστικά στον Watkin όταν το πλοίο πιάνει το δυνατό φράγμα της Νέας Ορλεάνης. «…Ο παράδεισος του Νότου είναι εδώ, έρημος και μισοερειπωμένος. Ποτέ δεν είδα τίποτα τόσο όμορφο και τόσο λυπημένο»10.

Δέκα χρόνια θα διαρκέσει η παραμονή του Λευκάδιου εκεί. Είναι τα χρόνια που η ψυχή του θ’ανακαλύπτει την ομορφιά του τόπου και τη θαλπωρή των εξωτικών σύμμεικτων πληθυσμών και ταυτόχρονα τη λαογραφία των μεγάλων αντιθέσεων ανάμεσα στην κανονική ζωή και τις γκρίζες ζώνες της κρυμμένης μέσα στη νύχτα αμαρτίας. Τόσα θέματα για τη δημοσιογραφική του δραστηριότητα, στην Item αρχικά, στην Times Democrat, το πιο πετυχημένο έντυπο του Νότου, από το 1881 και μετά. Εργάζεται σε ένα καθεστώς ελεύθερης λογοτεχνικής δημοσιογραφίας, χάρη στον Page Baker, διευθυντή της εφημερίδας, άνθρωπο ευφυή και με βαθιά προσήλωση στη λογοτεχνία, ο οποίος έχει εκτιμήσει τόσο την προσωπικότητα όσο και τη γραφή του Λευκάδιου Χερν.

Αναπαράσταση της Νέας Ορλεάνης το 1880

Στη Νέα Ορλεάνη θα ασκήσει την έμφυτη ροπή του προς την κοινωνική παρατήρηση και την εγγενή ευαισθησία του, ζυμωμένη και με τον πλούτο των προσωπικών του εμπειριών,  προς τους παρίες και τους δραπέτες της ζωής, τους ανέστιους του πολιτισμού και της μοίρας τους. Είναι συναρπαστική υπόθεση σχολαστικής έρευνας στα γραπτά του η διεισδυτική ματιά του στον τρόπο με τον οποίο αναγνωρίζει την ουσία των ιδιαίτερων πραγμάτων και συμπεριφορών, της νοοτροπίας και του ψυχισμού των ανθρώπων-κυρίως στα editorials του τύπου κι ακόμα στις αυτοβιογραφικές του αναφορές και στην ποικίλη αλληλογραφία του με ανθρώπους που συνεργάστηκαν μαζί του.  και που σε μια αμοιβαιότητα ερευνητικής έντασης, αξιοποίησαν την απέραντη, φανατική του συσσώρευση γνώσης γύρω από θέματα της τοπικότητας-αλλά και την ευαίσθητη πρόσληψη της σύστασης της διαφορετικότητας στα τοπικά πολιτισμικά συστήματα, οριοθετώντας με θαυμαστή τεκμηρίωση και αναλυτική λογική τον χαρακτήρα των κοινωνικών φαινομένων. Αναφέρω όλως ενδεικτικά το κείμενό του για την ιδιόρρυθμη «μανία» των κατοίκων της Νέας Ορλεάνης να μιλούν στον εαυτό τους, περπατώντας μόνοι στο δρόμο και τη σχολαστική του εσωτερική διαλεκτική για την ερμηνεία του φαινομένου. Φόνοι μακάβριοι, τυμβωρυχίες με κλοπές σωμάτων των νεκρών που πουλιόνταν στις ιατρικές σχολές για το μάθημα ανατομίας, και εξεζητημένα θέματα πολυπολιτισμικών αναφορών, όπως οι πολύπλοκες τελετουργίες ταφής της Ιουδαϊκής θρησκείας, η φιλοσοφία του Γερμανού νομικού και φιλόσοφου, Ferdinand Lassalle (1825-1864), πατέρα του γερμανικού σοσιαλισμού, οι φυλές των Tuareg της Βόρειας Σαχάρας, η ομορφιά της σανσκριτικής ποίησης, τα δόγματα και οι τελετουργίες του βουδισμού, το βουντού, η μαγεία, το εγκώμιο του Pepe Llulla  (στο κείμενο: «Ο τελευταίος των Ξιφομάχων της Νέας Ορλεάνης»), το ελεγείο για τον θάνατο του Jean Montanet («Ο Τελευταίος των Βουντού») και τον θάνατο της  «βασίλισσας των βουντού» Marie Laveau11.

Παράλληλα με τη βαθυστόχαστη ερευνητική του δραστηριότητα και την εύκαρπη λογοτεχνική του παραγωγή αυτή τη δεκαετία, ο Χερν έρχεται αντιμέτωπος και με τη συγκριτική μελέτη θρησκευτικών δογμάτων, προσπαθώντας να ανασύρει, σε μια υπαρξιακή του μεταφυσική, το ανώτερο ανθρωπιστικό κήρυγμα για τον εσαεί δεσμώτη άνθρωπο. Επιστήμη, λογοτεχνία και τέχνη-είναι αξιοπρόσεχτες οι ξυλογραφίες του, που υπομνηματίζουν εικαστικά τα κείμενά του-συναιρούνται στη χαρισματική, δημιουργική του φύση και συναντώνται όλες μαζί ποιητικά εναρμονισμένες σε κάθε έργο του. Εξέχουσες προσωπικότητες της περιοχής (ενδεικτικά αναφέρουμε: Dr. Rudolph Matas, Père Adrien Emmanuel Rouquette, George Washington Cable, Henry Edward Krehbiel, Elizabeth Bisland, η μετέπειτα βιογράφος του Χερν, κ.ά.), παράξενοι «αναχωρητές» και ερευνητές κι αυτοί σε διάφορα πεδία, από τις τοπικές μουσικές μέχρι τη θρησκειολογία, θα μοιραστούν, σε συναρπαστική συνοδοιπορία μαζί του, τον πλούτο των εμπειριών τους.

Οι μεταφράσεις στις οποίες επιδίδεται με δημιουργικό πάθος τώρα, αγαπημένων του Γάλλων συγγραφέων-Théophile Gautier, Émile Zola, Guy de Maupassant, Gérard de Nerval, Anatole France, Pierre Loti- και λογοτεχνικών άρθρων από γαλλικά έντυπα12, τον βοηθούν να ανασκάψει τη δική του ψυχή και να αισθανθεί τη μελαγχολική χαρά της οικείωσης με όμοιες, ταλαίπωρες ψυχές που έχει τις «αμαρτίες» τους καθαγιάσει ο ανθρώπινος πόνος ή τα ανθρώπινα πάθη. Και πάντα οι λαϊκοί πολιτισμοί. Αγοράζει συνεχώς βιβλία: «Ποτέ δεν διάβασα κανένα βιβλίο που να μην εξάπτει  δυνατά  τη φαντασία μου. Συνεχώς διαβάζω, δεν έχει σημασία τι…» Σκύβει με απίστευτη επιμονή και μεθοδικότητα σε μια χωρίς όρια ερευνητική κατάδυση στη λαϊκή σοφία και τέχνη, στις θρησκείες: των Ιαπώνων, των Αράβων, των Εβραίων, των Περσών, των Κρεολών της σύγχρονής του πραγματικότητας. Τότε θα γράψει την Κρεολική Κουζίνα: Μια Συλλογή Συνταγών Μαγειρικής (La Cuisine Créole: A Collection of Culinary Recipes), 1885, το Gombo Zhèbes”: Μικρό λεξικό κρεολικών παροιμιών, διαλεγμένων από έξι κρεολικές διαλέκτους (“Gombo Zhèbes”: Little Dictionary of Creole Proverbs, Selected from Six Creole Dialects), 1885.  Και τις ανθολογίες κειμένων του, που θα εκδοθούν στην Αμερική μετά τον θάνατό του: Φύλλα από το Ημερολόγιο ενός Ιμπρεσιονιστή: Πρώιμα γραπτά του Λευκάδιου Χερν (Leaves from the Diary of an Impressionist: Εarly Writings by Lafcadio Hearn), 1911, Φανταστικά και Άλλα Φανταχτερά (Fantastics and Other Fancies), 1914, Κρεολικά Σκίτσα (Creole Sketches), 1924.

 

Σφυρηλατώντας το όραμα της «Χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου»

Ήδη μέσα του χτυπά η καρδιά του ξένου προς την εποχή και τις μεγάλες αστικές μητροπόλεις. Η απόδραση είναι συνεχές και επίμονο βίωμα, που ενισχύεται ή βρίσκει λυτρωτική διέξοδο στις αναγνώσεις, τις ονειροπολήσεις και στις έρευνές του για την κουλτούρα παράξενων πολιτισμών και τη ζωή απείραχτων, στον όποιο βαθμό, από τον σύγχρονό του πολιτισμό, λαών και μεμονωμένων ανθρώπων.

Paul Gauguin: Au bord de la rivière, 1887, Van Gogh Museum, Amsterdam

Και τότε, μια σειρά ανταποκρίσεων από την «Παγκόσμια Έκθεση» της Νέας Ορλεάνης, θα εξάψουν τη φαντασία του για τον ιαπωνικό πολιτισμό και θα γεννήσουν στην ψυχή του το πρώτο σκίρτημα γι’αυτό το εξωτικό άγνωστο, που θα λειτουργήσει ως πεπρωμένο και καταληκτικός σταθμός της ζωής του. Αγοράζει δύο τόμους γιαπωνέζικων μύθων και ασταμάτητα βυθίζεται στη μαγεία τους. Η δημοσιογραφική αποστολή του το 1887 από το Harpers Weekly και η παραμονή του για δύο χρόνια στην εξωτική Μαρτινίκα, κοντά στην πόλη που ο Πωλ Γκωγκέν είχε μετακινήσει τις πηγές της έμπνευσής του, θα προσδιορίσουν τελικά τα όρια της προσδοκίας του Λευκάδιου Χερν. Εκεί θα γράψει το οδοιπορικό του: Δυο χρόνια στις Γαλλικές Ινδίες και το μυθιστόρημα Γιούμα, η ιστορία μιας σκλάβας των Δυτικών Ινδιών, που θα δημοσιευτούν το 1890. Με τη λήξη της δημοσιογραφικής αποστολής επιστρέφει για λίγο στη Νέα Υόρκη. Η ιδέα της Ιαπωνίας τον έχει κυριεύσει. Πριν πάρει την οριστική του απόφαση να εγκαταλείψει γι’άλλη μια φορά ό,τι έχει κερδίσει ως βεβαιότητες στη ζωή του, θα προετοιμάζει ολοένα τον ψυχισμό του για τη νέα εμπειρία. Θα συναντηθεί με τον Αμερικανό συγγραφέα και αστρονόμο Percival Lowell (1855-1916), που πριν από τον ίδιο, μαγεύτηκε από την Ιαπωνία και εκδίπλωσε στα μάτια του τη μαγική επήρεια του πολιτισμού της. Στα βιβλία του Percival Lowell μεταφέρονται θαυμάσιες περιγραφές της ιαπωνικής ζωής, πληροφορίες για τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα ήθη και τα έθιμα, την ψυχολογία και τις συμπεριφορές του ιαπωνικού λαού, την οικονομία. Στο πιο γνωστό του έργο, με τίτλο: Η ψυχή της Άπω Ανατολής (1888), αναφαίνονται, σε μια πρώιμη σύνθεση, κάποιες από τις μετέπειτα ιδέες του, ότι η ανθρώπινη πρόοδος είναι συνάρτηση των χαρακτηριστικών της ατομικότητας και της φαντασίας. Ασκεί ωστόσο την κριτική του σ’αυτό, επισημαίνοντας ότι ο Lowell δεν είδε την πιο ουσιαστική και εκπληκτική ποιότητα της φυλής: την ιδιοφυΐα του εκλεκτικισμού. Και τότε προχωρεί σε διορατικές εκτιμήσεις για τον πολιτικό ανταγωνισμό μεταξύ Δύσης και Ανατολής, που θα μπορούσε να έχουν διατυπωθεί μόλις στο δικό μας ιστορικό παρόν. Ή που μάλλον σήμερα φαίνεται ότι αποκτούν την ευκρίνεια της παγκόσμιας πολιτικής και οικονομικής πραγματικότητας.  «Το μέλλον έχει πολλά προβλήματα αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε υποθέσεις για το μέλλον των φυλών. Και δεν επιθυμούμε να υποστηρίξουμε την πεποίθηση ότι η Ανατολή μπορεί να κυριαρχήσει στη Δύση και να την απορροφήσει εντελώς. Η Κίνα φαίνεται να αποτελεί ένα πολύ μεγαλύτερο ερωτηματικό από τη Ρωσία…»13

O Percival Lowell και η πρόσληψη της Ιαπωνίας

Ερευνώντας συνεχώς και αναζητώντας αυθεντικές αναγνωστικές εμπειρίες της Άπω Ανατολής, ανακάλυψε και γοητεύτηκε επίσης από την επαφή του με το Κο-Ji-Ki, μια αγγλική απόδοση του αρχαιότερου χρονικού της Ιαπωνίας, χρονολογημένου από τον 8ο αιώνα. Η Ιαπωνία ήταν -όπως όλα έδειχναν– ο προορισμός του: με την έννοια της ανατολικής φιλοσοφικής σκέψης.

Η πρόταση του William Patten, εκδότη του Harper’s Magazine να γράψει μια σειρά άρθρων για την Ιαπωνία, ήταν η ευκαιρία που περίμενε. Στις 28 Νοεμβρίου του 1889, ο Λευκάδιος Χερν –και προκειμένου να προετοιμαστεί οικονομικά-θα στείλει στον εκδότη μια πρόταση για τη συγγραφή ενός νέου ταξιδιωτικού βιβλίου με θέμα την Ιαπωνία: «…Ο σκοπός μου είναι να δημιουργήσω στη σκέψη των αναγνωστών, μια ζωηρή εντύπωση της ζωής στην Ιαπωνία-όχι απλώς σαν παρατηρητής αλλά όπως κάποιος που συμμετέχει στην καθημερινή ύπαρξη των συνηθισμένων ανθρώπων, και που σκέφτεται με τη δική τους σκέψη…»14

8 Μαρτίου του 1890 –και πάλι φτωχός- εγκαταλείπει οριστικά τη φριχτή για κείνον Νέα Υόρκη, όπως γράφει στην Elizabeth Bisland, σε μια τρυφερή, διστακτικά ερωτική, επιστολή που της αφήνει15. Με το τρένο διασχίζει τον παγωμένο Καναδά, επιβιβάζεται στο ατμόπλοιο Αβησσυνία, που παίρνει από το Βανκούβερ στις 17 Μαρτίου, με προορισμό τη Xώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου…

                                    

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. 1.Έντουαρντ Σαΐντ, Οριενταλισμός, Νεφέλη, Αθήνα 1996.
  2. Βλ. Έντουαρντ Σαΐντ, ό.π. και Σ. Σούρλαγκας, “Έντουαρντ Σαΐντ”, Το Βήμα, 24 Νοεμβρίου 2008.
  3. Γ.Ν. Λεοντσίνης, “Η Ρόζα Αντωνίου Κασιμάτη στα Κύθηρα του 19ου αιώνα (1823-1883)”, στο: Λευκάδιος Χερν-Ένα διαπολιτισμικό ταξίδι στη ζωή και στο πνεύμα του (επιστ. επιμ. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού), εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2015, σ. 27-43.
  4. Βλ. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, Λευκάδιος Χερν: Η λαογραφία της στοργής-Σμιλεύοντας το αρχέτυπο της μάνας, Fagotto books, Αθήνα 2010, σ.34. επίσης, Μ.Κ. Πετροχείλου, Η μητέρα του Χερν, Φωνή των Κυθήρων, Μάρτιος 1987.
  5. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, Λευκάδιος Χερν: Η λαογραφία της στοργής-Σμιλεύοντας το αρχέτυπο της μάνας, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Λευκάδας, Λευκάδα 2004, σ.36.
  6. E.C. Beck and Lafcadio Hearn, “Letters of Lafcadio Hearn to his brother”, The English Journal, vol.20, No 4 (Apr. 1931), p. 287-292. Kαι, Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, Λευκάδιος Χερν και Πιερ Λοτί, Συνάντηση στη μαγική μελαγχολία της απόδρασης, εκδ. Βακχικόν, Αθήνα 2017, σ. 62.
  7. Elizabeth Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, I, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906, p. 33-34.
  8. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, Λευκάδιος Χερν και Πιερ Λοτί, Συνάντηση στη μαγική μελαγχολία της απόδρασης, ό.π., σ. 26-30. Επίσης, Elizabeth Bisland, Lafcadio Hearn, Octagon Books, New York 1979, p. 114-116. και Jonathan  Cott, Wandering Ghost-The Odyssey of Lafcadio Hearn, Kodansha International, New York 1992, p. 37.
  9. Jonathan Cott, ό.π., σ. 114.
  10. Η Marie Catherine Laveau (10 Σεπτεμβρίου 1801-1 Ιουνίου 1881), υπήρξε η μαύρη ιέρεια-«Βασίλισσα του βουντού» στη Νέα Ορλεάνη. Κόρη της Μarguerite Henry, απελεύθερης σκλάβας αφρικανικής και γαλλικής καταγωγής και του πλούσιου επιχειρηματία Charles Laveau Trudeau. Η Marie πραγματοποίησε έναν ολιγόχρονο γάμο με τον Γάλλο μετανάστη Jacques Paris, που είχε καταφύγει ως λευκός πρόσφυγας από τη μαύρη επανάσταση της Αϊτής στην πρώην γαλλική επικράτεια του Saint-Dominique. Για 30 χρόνια συζούσε με έναν λευκό άντρα, ευγενικής καταγωγής από τη Γαλλία, τον Cristophe Glapion. Η Marie ξεκίνησε την καριέρα της ως κομμώτρια των ευπορότερων οικογενειών της Νέας Ορλεάνης. Η εξέλιξή της ως «Βασίλισσας του βουντού», χάνεται μέσα σε μαγικές ιστορίες που στηρίζουν τον μύθο της. Φαίνεται ότι μετά τον θάνατό της την διαδέχτηκε μία από τις κόρες της, που έφερε επίσης το ίδιο όνομα. Τα κείμενα του Χερν με τίτλο: “The Death of Marie Laveau” και “The Last of the Voodoos” για τον Jean Montanet, περιλαμβάνονται στο: S. Frederick Starr (ed.), Inventing New Orleans-Writings of Lafcadio Hearn, University Press of Mississippi-Jackson,2001,p. 77-81 και 70-71 αντίστοιχα.
  11. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, Λευκάδιος Χερν και Πιερ Λοτί, ό.π., σ. 40-41. Καλλιόπη Πλουμιστάκη, “Διαπολιτισμικές ζυμώσεις στο έργο του Λευκάδιου Χερν”, στο: Λευκάδιος Χερν-Ένα διαπολιτισμικό ταξίδι στη ζωή και στο πνεύμα του (επιστ. επιμ. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού), εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2015, σ. 125-134. Eπίσης, Πιερ Λοτί, Οι τρεις γυναίκες της κάσμπας, μτφρ. Φοίβος Πιομπίνος, εκδ. Θίνες, Αθήνα 2916, σ.9-24.
  12. Elizabeth Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, IΙ, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906. Η επιστολή απευθύνεται στον ιαπωνολόγο και μέντορα του Χερν στην Ιαπωνία, Basil Hall Chamberlain, τον Μάιο του 1891.
  13. Επιστολή προς τον Harper, με ημερομηνία 28 Νοεμβρίου 1889. Βλ. Elizabeth Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, I, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906. Επίσης, J. Cott, ό.π., σ. 236. και Γιώργος Φρέρης, “Ο Κοϊζούμι Γιακούμο (Πατρίκ-Λευκάδιος Χερν), ένας κοσμοπολίτης συγγραφέας στην Ιαπωνία”, στο: Λευκάδιος Χερν-Ένα διαπολιτισμικό ταξίδι στη ζωή και στο πνεύμα του (επιστ. επιμ. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού), εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2015, σ.107-123.
  14. Elizabeth Bisland, The life and letters of Lafcadio Hearn, I, Mifflin and Company, Boston, New York, 1906, p.274-275.

 

Η Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού είναι διδάκτωρ Κοινωνικής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Λευκάδας. Είναι επίσης μέλος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, της Ελληνικής Εταιρείας Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού. Συνεργάζεται με τον εκδοτικό οίκο Γρηγόρη ως διευθύντρια της σειράς «Η Ελληνική Σκέψη της Διασποράς».

 

Λευκάδιος Χερν και Πιερ Λοτί      

 

[Συνεχίζεται]

 

Benoît Lemay : Erwin Rommel: Ο ήρωας της προπαγάνδας

Benoît Lemay

Erwin Rommel: Ο ήρωας της προπαγάνδας

Υπάρχει κανείς, που να μη γνωρίζει τον Στρατάρχη Erwin Rommel; Πέραν πάσης αμφιβολίας, ο επονομαζόμενος “Αλεπού της Ερήμου” υπήρξε ο διασημότερος από όλους τους Γερμανούς υψηλόβαθμους αξιωματικούς της περιόδου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Λαμπρός διοικητής στο πεδίο των μαχών, ύψωσε ανάστημα ενάντια στους Βρετανούς στο επιχειρησιακό θέατρο της Β. Αφρικής για μεγάλο χρονικό διάστημα, προτού αναλάβει την οργάνωση της άμυνας ενόψει της επικείμενης Συμμαχικής εισβολής στη Δύση και προσχωρήσει, κατά κάποιο τρόπο, στην αντίσταση κατά του ναζιστικού καθεστώτος, επιλογή, την οποία πλήρωσε, άλλωστε, με την ίδια του τη ζωή τον Οκτώβριο του 1944. Τουλάχιστον, έτσι έχει το στίγμα, που ο Rommel άφησε στην Ιστορία έχοντας μετουσιωθεί, παράλληλα, σε θρύλο. Όμως, ποιός υπήρξε στην πραγματικότητα;

Όσο κι αν αυτό ηχεί παράξενο, τίποτα δεν προδίκαζε μια σταδιοδρομία στον στρατιωτικό κλάδο, καθώς ο άνθρωπος εκείνος, ο οποίος έμελλε να εξελιχθεί στον πιο ατρόμητο και επικοινωνιακό αξιωματικό του Γ΄ Ράϊχ εξασφαλίζοντας περίοπτη θέση στο πάνθεον των μεγάλων Γερμανών πολεμιστών, στερείτο παντελώς μιας, στοιχειώδους έστω, οικογενειακής προϊστορίας στο συγκεκριμένο χώρο. Ο Erwin Rommel γεννήθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1891 στην κωμόπολη Heidenheim της Σουαβίας, στη ΝΔ Γερμανία. Ο πατέρας του δίδασκε Μαθηματικά στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Υπακούοντας με δισταγμό στην πατρική διαταγή, στράφηκε προς την κατεύθυνση μιας σταδιοδρομίας στις τάξεις του Αυτοκρατορικού Στρατού. Η υποψηφιότητά του απορρίφθηκε από το Πυροβολικό και το Μηχανικό, προτού γίνει δεκτή στο Πεζικό. Τον Ιούλιο του 1910, τοποθετήθηκε στο 124ο Σύνταγμα της Βυρτεμβέργης, με έδρα το Weingarten. Τον Μάρτιο του επομένου έτους αποσπάστηκε στην περίφημη Βασιλική Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών του Dantzig. Παρά το γεγονός ότι αποφοίτησε τον Ιανουάριο του 1912 με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού, οι εκπαιδευτές του δεν διέκριναν σε αυτόν τίποτα παραπάνω από έναν ικανό, υποσχόμενο, μέτριο ωστόσο, αξιωματικό.

Η διενέργεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου προσέφερε στον Rommel τη δυνατότητα να αποδείξει πως κάθε άλλο παρά μέτριος στρατιωτικός ήταν. Για πρώτη φορά διακρίθηκε στις αρχές του 1915, διασπώντας τις γαλλικές γραμμές στο ύψος του ποταμού Argonne. Επρόκειτο για λαμπρή πρωτοβουλία, χάρη στην οποία υπήρξε ο πρώτος λοχαγός του Συντάγματός του, που τιμήθηκε με το παράσημο του Σιδηρού Σταυρού Α΄ Τάξεως. Το φθινόπωρο του 1917, στο μέτωπο του Isonzo στη ΒΑ Ιταλία, παρασημοφορήθηκε με το μετάλιο Pour le Mérite, την ανώτατη πολεμική διάκριση της Αυτοκρατορικής Γερμανίας. Επικεφαλής του ορεινού Τάγματος της Βυρτεμβέργης, διέσπασε, για μια ακόμη φορά, τις γραμμές του αντιπάλου καταλαμβάνοντας το χωριό Longarone επί του ποταμού Piave, αιχμαλωτίζοντας πάνω από 8 000 Ιταλούς.

Αριστερά: Τα πρώτα βήματα στις τάξεις του Γερμανικού Αυτοκρατορικού Στρατού. Δεξιά: Ο Rommel το 1917 στο μέτωπο του Isonzo, φορώντας υπερήφανα το παράσημο Pour le Mérite, γνωστότερο ως Blue Max, τιμητική διάκριση, που είχε θεσπίσει από το 1740 o βασιλέας Φρειδερίκος Β΄ της Πρωσίας και η οποία διατηρήθηκε έως το πέρας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

O Rommel είχε πλέον αναδειχθεί σε ήρωα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, απολαμβάνοντας όλα τα προνόμια, τα οποία απέρρεαν από αυτή τη διάκριση στους κόλπους του Αυτοκρατορικού Στρατού. Το ψυχολογικό τραύμα, που προκάλεσε μέσα του η συνομολόγηση της ανακωχής της Rethondes (11 Νοεμβρίου 1918) υπήρξε βαθύ. Το ίδιο ίσχυε για την κατάσταση, η οποία προέκυψε στην πατρίδα του από την κατάρρευση του αυτοκρατορικού καθεστώτος, την επιβολή του αντίστοιχου δημοκρατικού, την κομμουνιστική εξέγερση και τη διολίσθηση της Γερμανίας στο χάος του εμφυλίου σπαραγμού. Τίποτα δεν είχε επιβιώσει από την εθνική ομοψυχία και την πατριοτική αλληλεγγύη, που είχε σφυρηλατηθεί μέσα στα χαρακώματα. Όσο για την επιβληθείσα από τους νικητές Συνθήκη των Βερσαλλιών, λειτουργούσε μέσα του ως μια επιπρόσθετη και αβάστακτη ταπείνωση. Καθιστούσε τη Γερμανία ως μοναδική υπεύθυνη του πολέμου εξουδετερώνοντας την στρατιωτική της ισχύ και περιορίζοντας τον “ένδοξο στρατό” της σε μόλις 100 000 άνδρες, εκ των οποίων 4 000 αξιωματικούς.

Ο Rommel θεωρούσε υπεύθυνο για την εθνική κατάρρευση την επονομαζόμενη “πισώπλατη μαχαιριά”, δηλαδή το εσωτερικό μέτωπο σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, ώστε έγραφε το 1925: “Επί τέσσερα χρόνια καταφέραμε μόνο επιτυχίες σε βάρος των Συμμάχων. Η ανακωχή του 1918 δεν αποτελεί απόρροια ανικανότητας των στρατιωτικών, αλλά των πολιτικών”.¹ Πίστευε πως υπεύθυνοι για την εθνική προδοσία και των συγκρούσεων στο εσωτερικό της μεταπολεμικής Γερμανίας ήταν οι επαναστάτες κομμουνιστές, κατ επέκταση δε, τα δημοκρατικά, φιλελεύθερα, σοσιαλιστικά και ειρηνόφιλα κινήματα. Αυτοί είχαν ανατρέψει τη μοναρχία και, ως εκ τούτου, αποδυναμώσει τη σημασία του στρατού στους κόλπους της γερμανικής κοινωνίας.

Παρά ταύτα, και έχοντας προαχθεί στο βαθμό του λοχαγού προς το τέλος του πολέμου, ο Rommel είχε την τύχη και την ικανοποίηση να ανήκει στην κατηγορία των αξιωματικών εκείνων, οι οποίοι είχαν παραμείνει ενεργοί στις τάξεις του στρατεύματος. Βέβαια, ως προς τα κριτήρια επιλογής, πριμοδοτούνταν οι έχοντες υπηρετήσει σε επιτελικές θέσεις αξιωματικοί. Ωστόσο, οι επιδόσεις και τα λαμπρά κατορθώματα του παρελθόντος του είχαν εξασφαλίσει μια θέση στο στρατό της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Καθώς, μάλιστα, η στρατιωτική σταδιοδρομία είχε προ πολλού εξελιχθεί σε λόγο ύπαρξης γι αυτόν, στενά συνδεδεμένη με την κοσμοαντίληψή του, δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς τον παλαίμαχο, πλέον, Rommel, να προσαρμόζεται με άνεση στη νέα πραγματικότητα. Την άνοιξη του 1920, συμμετείχε στις επιχειρήσεις εναντίον του “κόκκινου στρατού της Ρηνανίας”, γεγονός που δεν πρέπει να εκπλήσσει. Ο Rommel ήταν νομιμόφρων. Οραματιζόταν την έλευση ενός νέου Bismarck. Έως τότε, είχε επιλέξει να υπακούει στα κελεύσματα μιας ατιμασμένης και απαξιωμένης δημοκρατίας. Στις αρχές του επομένου έτους ανέλαβε επικεφαλής ενός λόχου τυφεκιοφόρων του 13ου Συντάγματος Πεζικού της Στουτγάρδης, τη διοίκηση του οποίου διατήρησε έως το 1929.

Υπήρχε, ωστόσο, ένα δίδαγμα, το οποίο είχε αντλήσει από τον πόλεμο. Επρόκειτο για την ανεπάρκεια και την ανικανότητα της παλαιάς τάξης πραγμάτων. Οι εκτιμήσεις του ήταν στρατιωτικής φύσεως, από τη στιγμή που ζούσε και δραστηριοποιείτο μέσα σε ένα περιβάλλον, που ουδέποτε είχε εγκαταλείψει: εκείνο του στρατώνα και του πεδίου των μαχών. Θεωρούσε πως η διοίκηση και η δομή του στρατεύματος δεν ανταποκρίνονταν στις προκλήσεις ενός σύγχρονου πολέμου. Ειδικότερα, κατήγγειλε τη δεσπόζουσα επιρροή της αρτηριοσκληρωτικής τάξης των αξιωματικών με αριστοκρατική προέλευση. Οραματιζόταν έναν εθνικό στρατό, στους κόλπους του οποίου θα λειτουργούσε μια κοινωνική κινητικότητα. Μόνο έτσι η Γερμανία θα κατάφερνε να απαλλαγεί από το όνειδος της ανακωχής της Rethondes.²

Όταν, στις 30 Ιανουαρίου 1933, ο Hitler αναγορεύτηκε στη θέση του καγκελαρίου του Ράιχ, ο Rommel, από τη θέση του εκπαιδευτή της Σχολής Πεζικού της Δρέσδης, εκφράστηκε ως εξής: “Η άνοδος του Hitler στην εξουσία είναι ευλογία για τον τόπο. Ο Θεός τον έστειλε προκειμένου το Ράιχ να μπορέσει ανακτήσει την απωλεσθείσα αίγλη του. Μια τέτοια είδηση δεν μπορεί παρά να αποτελέσει πηγή χαράς για το στράτευμα. Μεγάλη στιγμή για τη Γερμανία!”.³ Η αδιαφορία του για τα πολιτικά τεκταινόμενα δεν τον εμπόδισε να διακρίνει στο πρόσωπο του Hitler έναν “πατριώτη”. Ίσως, ακόμα, και τον διάδοχο του Bismarck, ο οποίος θα αποκαθιστούσε το στράτευμα στην περίοπτη θέση, που δικαιωματικά του αναλογούσε μέσα στους κόλπους του γερμανικού κράτους. Όμως, κάτι τέτοιο προϋπέθετε αύξηση του έμψυχου δυναμικού, κατ επέκταση δε, περισσότερες ευκαιρίες προαγωγής των αξιωματικών, σπάνιες έως ανύπαρκτες στο πλαίσιο του καχεκτικού στρατού της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Ιανουάριος 1933: Η άνοδος του Hitler στην εξουσία.

Ευχή και ελπίδα του Rommel ήταν πως ο Hitler θα μεριμνούσε για τον εκσυγχρονισμό της διοίκησης και της δομής των ενόπλων δυνάμεων, που εξακολουθούσαν να ελέγχονται από την αριστοκρατία. Άλλωστε, ο ίδιος ο προερχόμενος από τα λαϊκά στρώματα “Αυστριακός δεκανέας”, ανέκαθεν οραματιζόταν να συγκεράσει τον εθνικισμό με τον σοσιαλισμό. Πολύ γρήγορα διαπίστωσε με ικανοποίηση πως έτρεφε τις ίδιες απόψεις με τον Φύρερ ως προς το ζήτημα του επανεξοπλισμού της Γερμανίας. Αμφότεροι τάσσονταν υπέρ της μηχανοκίνησης του στρατού, καθώς και μιας ταχείας ανάπτυξης μιας τεθωρακισμένης και αεροπορικής επιχειρησιακής δύναμης κρούσης. Επίσης, διαφωνούσαν με τα ανώτερα κλιμάκια του Γενικού Επιτελείου, τα οποία, από παράδοση και μόνο, έδιναν προτεραιότητα στο βαρύ πυροβολικό και στις διάφορες υπηρεσίες του μηχανικού, των σιδηροδρόμων και των πληροφοριών.

Η εκτίμηση των αξιωματικών στο πρόσωπο του Hitler, ενισχύθηκε και χάρη σε μια άλλη παράμετρο. Ο νέος καγκελάριος του Ράιχ απέφυγε να πλαισιωθεί από διάφορα “υποκείμενα μη προσεγγίσιμα”, και συγκεκριμένα, τα προερχόμενα από τα απείθαρχα και ταραχοποιά SA, τα οποία ο Rommel θεωρούσε επικίνδυνους ανταγωνιστές του τακτικού στρατού. Ως εκ τούτου, δεν εξεπλάγη όταν, στις 30 Ιουνίου 1934, πληροφορήθηκε την εξολόθρευση του Ernst Röhm και των πέριξ αυτού παρασιτικών στοιχείων από τα SS. Η ενεργητική και αποφασιστική αυτή πρωτοβουλία του Φύρερ τον χαροποίησε. Ουδόλως αμφισβήτησε την επίσημη εκδοχή, του υπουργού Προπαγάνδας του καθεστώτος, Joseph Goebbels, σύμφωνα με την οποία κατεστάλη συνομωσία, εξαιτίας της οποίας ο Röhm υπέστη την αναμενόμενη τιμωρία.

Αφ ης στιγμής ο Hitler εξασφάλισε τον πλήρη έλεγχο της Βέρμαχτ, αποστρατεύοντας σημαντικό αριθμό στρατηγών αριστοκρατικής προέλευσης, ο Rommel εξελίχθηκε σε αδιαμφισβήτητο οπαδό του, δίχως, ωστόσο, να έχει προσχωρήσει στις τάξεις των Ναζί. Υποστήριζε τον εθνικοσοσιαλισμό από αυτοματισμό, μόνο και μόνο επειδή ήταν η ιδεολογία του αρχηγού του. Η εικόνα που είχε σχηματίσει γι αυτήν ήταν αρκετά αόριστη. Τον Δεκέμβριο 1938 σημείωνε με ενθουσιασμό: “Η Βέρμαχτ είναι η αιχμή του δόρατος της νέας γερμανικής κοσμοαντίληψης (Weltanschauung)”. Επρόκειτο για μια αντίληψη με αυστηρά στρατιωτικά κριτήρια, αγνοώντας πως ουσία της συγκεκριμένης ιδεολογίας ήταν η περιφρόνηση του ανθρώπου.⁵

Επομένως, ο Rommel είχε ευνοηθεί από την άνοδο του Hitler στην εξουσία. Γι αυτό ακριβώς απόφευγε να θέτει στον εαυτό του πολλά ερωτήματα. Τον Οκτώβριο 1933 είχε αναλάβει τη διοίκηση του 3ου Τάγματος του 17ου Συντάγματος Αλπινιστών με έδρα το Γκόσλαρ της Κάτω Σαξονίας. Τον Μάρτιο 1935, προήχθη σε αντισυνταγματάρχη, τρία χρόνια, μόλις, έπειτα από την ανέλιξή του στο βαθμό του ταγματάρχη. Εν συνεχεία, τον Οκτώβριο 1935, τοποθετήθηκε ως κύριος εκπαιδευτής στη Στρατιωτική Ακαδημία του Πότσνταμ, προήχθη σε συνταγματάρχη τον Ιούλιο 1937, ανέλαβε διοικητής της Σχολής Πολέμου του Wiener-Neustadt τον Νοέμβριο 1938. Στη διάρκεια της στρατιωτικής κατοχής της Σουδητίας τον Οκτώβριο 1938 και της Βοημίας-Μοραβίας τον Μάρτιο του επομένου έτους, του ανατέθηκε η προσωρινή διοίκηση ενός τάγματος της προσωπικής φρουράς του Φύρερ.

Ο Hitler και ο Rommel το 1934, στο Γκόσλαρ.

Τις παραμονές της εισβολής της Βέρμαχτ στην Πολωνία, ο Rommel, γαλήνιος όσο ποτέ, έγραφε στη σύζυγό του: “O Φύρερ γνωρίζει τι είναι καλό για εμάς”.⁶ Δυο μέρες αργότερα συνέχιζε: “Δεν είναι υπέροχο που έχουμε έναν τέτοιον άνδρα;”.⁷ Στα μάτια του, ο Hitler διέθετε “μια ισχύ που μαγνήτιζε, σχεδόν υπνώτιζε, απόρροια της αποστολής, η οποία του είχε ανατεθεί από την θεία πρόνοια, προκειμένου να διασφαλίσει για το γερμανικό λαό μια θέση στον ήλιο. Κατά καιρούς, εκφραζόταν σαν προφήτης”.⁸

Παρόλη την πολύμηνη παραμονή στο γενικό στρατηγείο του Φύρερ, ο Rommel δεν είχε αντιληφθεί ότι ο πολεμικός σχεδιασμός του ηγέτη του προσέβλεπε στη δημιουργία ενός μεγάλου Ράιχ στην ηπειρωτική Ευρώπη, στηριζόμενου επάνω σε αποικιακές κτήσεις. Ούτε το γεγονός ότι ακρογωνιαίος λίθος ήταν η κατάκτηση ζωτικού χώρου προς Ανατολάς, σε βάρος της Σοβιετικής Ένωσης. Δεν είχε διαγνώσει πως στο νου του Hitler δεν κυριαρχούσε η προοπτική μιας αναμέτρησης ανάμεσα στην ηπειρωτική Γερμανία και τη θαλασσοκράτειρα Βρετανία. Αντίθετα, μάλιστα, ο Φύρερ σχεδίαζε να προσεγγίσει τη Γηραιά Αλβιώνα την επομένη της εξουδετέρωσης της ΕΣΣΔ, με στόχο να απαλλαγεί και από τον ύστατο αντίπαλο: τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Αφότου η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία κήρυξαν τον πόλεμο κατά της Γερμανίας ως επακόλουθο της εισβολής της τελευταίας στην Πολωνία, η προσοχή του Rommel ήταν αποσπασμένη στην εκστρατεία, ενόσω αυτή βρισκόταν σε εξέλιξη. Η Πολωνία βρισκόταν σε κατάσταση αποσύνθεσης και γρήγορα θα διαμοιραζόταν ανάμεσα στο Ράιχ και την ΕΣΣΔ, σύμφωνα με τους όρους του Συμφώνου Ribbentrop-Molotov. Σε νέα επιστολή προς τη σύζυγό του επεσήμανε: “Πιστεύω ότι θα επιστρέψω στο σπίτι πριν από την έλευση του χειμώνα. Οι επιχειρήσεις εξελισσονται ακριβώς έτσι όπως τις είχαμε σχεδιάσει. Στην πραγματικότητα, έχουν ξεπεράσει κάθε προσδοκία. Οι Ρώσοι πρόκειται να επιτεθούν οσονούπω. Δυο εκατομμύρια άνδρες!”.⁹

Σεπτέμβριος 1939. Ο Adolf Hitler επισκέπτεται το μέτωπο της Πολωνίας. Πλαισιώνεται από τους Erwin Rommel και Martin Bormann.

Τον Φεβρουάριο 1940, ο Rommel ανέλαβε τη διοίκηση της 7ης Μεραρχίας Τεθωρακισμένων. Επρόκειτο για το επιστέγασμα της μέχρι τότε σταδιοδρομίας του. Με αυτή την ιδιότητα, για δεύτερη φορά στη ζωή του, τον Μάϊο του ιδίου έτους επιτέθηκε κατά της Δύσης. Με τα άρματά του, διέσπασε τις γραμμές του αντιπάλου στην προέκταση της γραμμής Maginot, μια εβδομάδα, μόλις, έπειτα από την έναρξη της εισβολής. Χάρη στην παραπάνω επίδοση, υπήρξε ο πρώτος, κατά σειρά, Μέραρχος, ο οποίος παρασημοφορήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Ιππότη κατά τη διάρκεια της εκστρατείας της Γαλλίας. Ενσάρκωνε το νέο πνεύμα, που επικρατούσε πλέον στις τάξεις της Βέρμαχτ. Έκθαμβος από την πρωτοφανή επικράτηση σε βάρος ενός τόσο υπολογίσιμου αντιπάλου, δεν είχε συνειδητοποιήσει πως ο Hitler, μέσω αυτής, σκόπευε να θέσει τη Μεγάλη Βρετανία προ τετελεσμένου και να την σύρει σε διαπραγματεύσεις.

Ο Rommel και ο Βρετανός αιχμάλωτός του στρατηγός Fortune, διοικητής της 51ης Μεραρχίας Highlanders, στο λιμάνι Saint-Valéry της Νορμανδίας, στις 12 Ιουνίου 1940.

Τον Φεβρουάριο του 1941, ο Rommel τοποθετήθηκε επικεφαλής του νεοσύστατου Afrikakorps με τον βαθμό του Αντιστρατήγου. Έχοντας διαγνώσει πως οι σύμμαχοί του Ιταλοί βρίσκονταν στα πρόθυρα κατάρρευσης στο μέτωπο της Β. Αφρικής, ο καγκελάριος του Γ΄ Ράιχ αποφάσισε να στείλει επιτόπου προς ενίσχυση μια μονάδα τεθωρακισμένων. Σε επιστολή του προς τον Mussolini, ενημέρωνε τον τελευταίο πως είχε εμπιστευθεί την παραπάνω μονάδα στον “πιο τολμηρό διοικητή που διαθέτουμε στις τάξεις του γερμανικού στρατού”.¹º

Όταν, στις 12 Φεβρουαρίου, πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στην Τρίπολη της Λιβύης, ο Rommel είχε πλήρη άγνοια της πρόθεσης του Hitler να επιτεθεί κατά της Σοβιετικής Ένωσης καθώς και της όλης προπαρασκευής της επιχείρησης. Δίχως χρονοτριβή, πέρασε στην αντεπίθεση, καταστρατηγώντας τις οδηγίες, τις οποίες είχε για υιοθέτηση αμυντικής τακτικής και παρά τις σφοδρές διαμαρτυρίες των Ιταλών. Στόχος του ήταν να αποσπάσει την Αίγυπτο από τον έλεγχο των Βρετανών. Περί τα μέσα Απριλίου, οι, ισχνές, ακόμη, δυνάμεις του Άξονα, είχαν θέσει στο στόχαστρό τους την πόλη του Τομπρούκ. Την ίδια στιγμή, άλλες μονάδες είχαν σκοπίμως προσπεράσει την οχυρή αυτή θέση, την οποία οι αντίπαλοι υπερασπίζονταν λυσσαλέα, και έφτασαν έως τη θέση Σολούμ, επί της μεθορίου με την Αίγυπτο. Ωστόσο, η πολιορκία και οι σκληρές μάχες του Τομπρούκ ως αποτέλεσμα είχαν να φθείρουν τα στρατεύματα του Rommel. Επιπρόσθετα, υπήρχε σοβαρό θέμα ανεφοδιασμού, καθώς, στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, το Γ΄ Ράιχ είχε εξαπολύσει την εκστρατεία κατά της ΕΣΣΔ. Για πρώτη φορά από ενάρξεως του πολέμου, μια γερμανική στρατιωτική δύναμη κινδύνευε να αφανιστεί. Ο Rommel κατάφερε, παρά ταύτα, να διατηρήσει τις θέσεις του έως τον Δεκέμβριο. Έκτοτε, αναγκάστηκε να αποσύρει τα στρατεύματά του έως την αρχική γραμμή εξόρμησης, στον κόλπο της Σύρτης.

Η πρώτη επίθεση (24 Μαρτίου – 15 Ιουνίου 1941).

Τον Ιανουάριο του 1942, διαθέτοντας την υποστήριξη του μεταφερθέντος στη Μεσόγειο από το Ανατολικό μέτωπο 2ου εναερίου στόλου του Kesselring, ο Rommel ανακατέλαβε την Κυρηναϊκή μέσα σε χρονικό διάστημα τριών, μόλις, εβδομάδων. Επρόκειτο για μια εντυπωσιακή επίδοση, χάρη στην οποία προήχθη σε Στρατηγό. Μάλιστα, στις τάξεις της Βέρμαχτ, ήταν ο νεότερος σε ηλικία μεταξύ των ομολόγων του. Όμως, επιμηκύνοντας εκ νέου υπερβολικά τις γραμμές ανεφοδιασμού, είδε τις μονάδες του να ακινητοποιούνται προσωρινά στη μέση της ερήμου, εξαιτίας της έλλειψης καυσίμων. Ως εκ τούτου, ήρθε συχνά σε σύγκρουση με την ιταλική ανώτατη στρατιωτική διοίκηση. Δεν υπήρξαν λίγες οι φορές, που ο Hitler αναγκάστηκε να τον συγκρατήσει, καθώς οι αρμονικές σχέσεις με τους Ιταλούς ήταν επιτακτική προς όφελος της συμμαχίας, εξαιτίας της τροπής των πολεμικών επιχειρήσεων στο Ανατολικό μέτωπο. Πολυτιμότερη ακόμα και από τις επιτυχίες κατά των Βρετανών στη Β. Αφρική.

Την άνοιξη, κι ενώ η Λουφτβάφε ήταν απασχολημένη με τις επιδρομές σε βάρος της Μάλτας, ο Rommel εκπόνησε ένα νέο σχέδιο (χαρακτηρίστηκε ως ευφάνταστο από τη γερμανική στρατιωτική ηγεσία) το οποίο προσέβλεπε στην εξολόθρευση της βρετανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Β. Αφρική, με σκοπό τη διέλευση έως τη Διώρυγα του Σουέζ. Από εκεί, θα ήταν δυνατή μια περαιτέρω προέλαση προς την κατεύθυνση της Περσίας και του Ιράκ, με στόχο τη διακοπή των επικοινωνιών των Ρώσων με το λιμάνι της Βασόρας, στη ζεύξη των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη. Συνακόλουθα, ο έλεγχος των πετρελαϊκών κοιτασμάτων της περιοχής, θα επέτρεπε την προετοιμασία μιας επίθεσης κατά του Καυκάσου, με έπαθλο τις πετρελαιοπηγές του Μπακού. Θα επρόκειτο για ένα ισχυρό πλήγμα κατά της ΕΣΣΔ σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περιοχή για την πολεμική οικονομία της τελευταίας, ικανό από μόνο του να οδηγήσει σε κατάρρευση τον ρωσικό κολοσσό μέσω μιας περιφερειακής στρατηγικής.¹¹

Όσον καιρό ο Rommel ηγείτο ενός δευτερεύοντος μετώπου και δεν μπορούσε να πείσει τους ανωτέρους του, όλα τα παραπάνω δεν ήταν παρά απλές σκέψεις. Όμως, οι φιλοδοξίες της “Αλεπούς της Ερήμου”, δεν ήταν δυνατό να περιοριστούν σε αυτό το επίπεδο. Γι αυτό και δεν εγκατέλειπε, ευκαιρίας δοθείσης, την προσπάθεια να εκμαιεύσει τη συγκατάθεση του ηγέτη του Γ΄ Ράιχ για μια σταδιακή εφαρμογή του όλου σχεδίου. Περί το τέλος Απριλίου 1942, πλησίασε όσο ποτέ άλλοτε στο στόχο του. Κατόπιν δικής του παραίνεσης, οι Hitler και Mussolini όρισαν τα μέσα Μαΐου ως ημερομηνία εκδήλωσης της επίθεσης κατά του Τομπρούκ. Επιπρόσθετα, ο Hitler διαβεβαίωσε τον Ιταλό σύμμαχό του ως προς την παροχή στρατιωτικής συνδρομής στις σχεδιαζόμενες επιχειρήσεις για την κατάληψη της Μάλτας. Η εκδήλωση της επιχείρησης Ηρακλής προγραμματιζόταν για την επομένη της πτώσης του Τομπρούκ και σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης, θα διασφαλιζόταν επί μονίμου βάσεως ο ανεφοδιασμός των στρατευμάτων του Rommel.

Ο Rommel στο μέτωπο της Β. Αφρικής το 1942.

Στις 21 Ιουνίου 1942, το Τομπρούκ παραδόθηκε έπειτα από αιματηρές συγκρούσεις τεσσάρων εβδομάδων. Ο Rommel είχε αγγίξει το απόγειο της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας. Ο Hitler τον προήγαγε στο βαθμό του Στρατάρχη. Για μια φορά ακόμη, ήταν ο νεότερος σε ηλικία αξιωματικός, ο οποίος έφερε τόσο υψηλές διακρίσεις. Σε αντίθεση με το ιταλικό Γενικό Επιτελείο και τον ανώτατο διοικητή Ν. Ευρώπης, τον Στρατάρχη Kesselring, που ασκούσαν πιέσεις για την, προγραμματισθείσα ούτως ή άλλως, κατάληψη της Μάλτας, ο Rommel δεν έπαψε να διεκδικεί τα μέσα εκείνα, τα οποία θα έδιναν περαιτέρω πνοή στην επίθεσή του και θα άνοιγαν το δρόμο για την πραγμάτωση των υπερφίαλων στόχων του. Ο Kesselring αντέδρασε, προβάλλοντας το επιχείρημα πως μια παραμονή της Μάλτας υπό τον έλεγχο των Βρετανών θα είχε ως συνέπεια την παρεμπόδιση των θαλασσίων επικοινωνιών και κατ επέκταση, θα καθιστούσε προβληματικό τον ανεφοδιασμό των δυνάμεων του Άξονα, που μάχονταν στο μέτωπο της Β. Αφρικής. Υπό παρόμοιες συνθήκες, το μεγαλεπήβολο σχέδιο του Rommel ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να υλοποιηθεί. Η συνέχιση της επίθεσης, την οποία είχε εξαπολύσει, στερείτο νοήματος. Ωστόσο, ο Hitler είχε διαφορετική άποψη. Στις 23 Ιουνίου, δήλωσε στον Mussolini πως είχε σημάνει η ώρα για την πλήρη εξουδετέρωση της 8ης Βρετανικής Στρατιάς, που, κατά τον ίδιο, βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης: “Στον πόλεμο, η τύχη χαμογελά μια και μόνη φορά στον διοικητή μιας Στρατιάς. Όποιος δεν αξιοποιεί την ευκαιρία, κινδυνεύει να την απωλέσει για πάντα”.¹² Τελικά, η επίθεση ανακόπηκε τον Ιούλιο, στο ύψος της ισχυρής θέσης του El-Alamein, ανάμεσα στο τεκτονικό βύθισμα της Κατάρας και τις ακτές της Μεσογείου. Το στρατηγικό αυτό λάθος, το οποίο πολλαπλασίασε εντυπωσιακά τα ήδη σοβαρά λογιστικά προβλήματα του Άξονα, έμελλε να στοιχίσει στον τελευταίο την απώλεια της Β. Αφρικής.

Η δεύτερη επίθεση (31 Ιανουαρίου – 7 Ιουλίου 1942).

WW2 HD – Erwin Rommel – Afrikakorps vs. Desert Rats

Tον Νοέμβριο του 1943, ο Rommel ανέλαβε καθήκοντα γενικού επιθεωρητή των οχυρωματικών έργων του “Τείχους του Ατλαντικού”. Ήταν η εποχή, που η Βέρμαχτ είχε επιδοθεί σε έναν αμυντικό πόλεμο σε όλα τα μέτωπα. Στο Νότο, η Β. Αφρική είχε οριστικά χαθεί ήδη από τον προηγούμενο Μάϊο. Κατόπιν τούτου, οι Σύμμαχοι, μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου είχαν εισβάλει στη Σικελία πρώτα, και κατόπιν στη Ν. Ιταλία. Ανατολικά, από την επομένη της μάχης του Κουρσκ (Ιούλιος 1943), ο Κόκκινος Στρατός είχε τρέψει σε υποχώρηση τους Γερμανούς σε ολόκληρο το μέτωπο. Στη Δύση, επίκειτο ανά πάσα στιγμή εκδήλωση Συμμαχικής εισβολής στις ακτές του Ατλαντικού. Κατά τον Hitler, σε περίπτωση επιτυχούς απόκρουσης μιας εισβολής αυτού του είδους, η Βέρμαχτ θα εξασφάλιζε πολύτιμο χρόνο, που θα της επέτρεπε να μετατρέψει την εκστρατεία της Ρωσίας σε έναν μακρύ πόλεμο φθοράς, με προοπτικές τελικής επικράτησης. Με αυτό το σκεπτικό, τον Ιανουάριο του 1944, ο καγκελάριος του Γ΄ Ράιχ επιφόρτισε τον Rommel με επιπρόσθετα καθήκοντα. Συγκεκριμένα, του εμπιστεύθηκε τη διοίκηση της Ομάδας Στρατιών Β΄, η οποία έδρευε στη Γαλλία. Πρόθεση του νεοδιορισθέντος διοικητή, ήταν να καθηλώσει, από την πρώτη κιόλας στιγμή, τον εισβολέα στις ακτές της απόβασης και να μην του επιτρέψει να προωθηθεί στην ενδοχώρα. “Είμαστε απόλυτα βέβαιοι για τη νίκη στη Δύση”, διαβεβαίωνε τη σύζυγό του τον Μάϊο του 1944. “Αναμένω τη μεγάλη μάχη γεμάτος αυτοπεποίθηση”.¹³ Χρειάστηκε να μεσολαβήσει λιγότερο από ένας μήνας, έως ότου εκδηλωθεί η εισβολή, στις 6 Ιουνίου, στις ακτές της Νορμανδίας, μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα νοτιότερα από τις ακτές της Μάγχης, δηλαδή το σημείο, όπου ο Rommel ήταν πεπεισμένος ότι αυτή θα λάμβανε χώρα. Μέσα σε λίγες μέρες, οι Σύμμαχοι είχαν διασφαλίσει ευρεία προγεφυρώματα, προς την κατεύθυνση των οποίων προωθούσαν αδιάλειπτα ενισχύσεις και εφόδια. Η απόβαση υπήρξε επιτυχής, σε αντιδιαστολή με το σχέδιο του Rommel και την πρόθεσή του να ρίξει τον εισβολέα πίσω στη θάλασσα. Έξι εβδομάδες αργότερα, ο Στρατάρχης τραυματίστηκε σοβαρά, όταν το αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε, δέχτηκε επίθεση από εχθρικό καταδιωκτικό αεροπλάνο. Αυτό υπήρξε συνάμα και το τέλος της σταδιοδρομίας του.

Το προγεφύρωμα στην ακτή Omaha, τρεις ημέρες έπειτα από την απόβαση των Συμμάχων.

Το γεγονός ότι το όνομά του ήταν περισσότερο δημοφιλές από όσο εκείνα των συμπολεμιστών του von Manstein, von Kluge, von Runstedt και Guderian, οφειλόταν περισσότερο στις ειδικές σχέσεις, τις οποίες καλλιεργούσε με την προπαγάνδα και λιγότερο στις επιχειρησιακές του ικανότητες, με αποτέλεσμα να μετεξελιχθεί σε πραγματικό μύθο. Μη διαθέτοντας αριστοκρατικές καταβολές αλλά και μη όντας, ο ίδιος, προϊόν του Γενικού Επιτελείου, ο Rommel ανταποκρινόταν στο έπακρο στο αρχέτυπο, που επέμενε να προωθεί το ναζιστικό καθεστώς. Προκειμένου να ικανοποιήσει τις υπέρμετρες φιλοδοξίες, τις οποίες έτρεφε, είχε, ευθύς εξαρχής, επιδοθεί σε μια προσπάθεια αυτοπροβολής, σαν να επρόκειτο για τον “Βοναπάρτη του 20ού αιώνα”. Ήδη από την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου φρόντιζε να παρουσιάζει τα ανδραγαθήματά του με τον πλέον επικοινωνιακό δυνατό τρόπο. Άλλωστε, με την ίδια πρόθεση δημοσίευσε το, 1937, ένα εγχειρίδιο τακτικής του Πεζικού με τίτλο Infanterie greift an (Το Πεζικό επιτίθεται), όπου περιέγραφε τις εμπειρίες του της περιόδου του Μεγάλου Πολέμου.¹⁴

Μετά το πέρας της εκστρατείας της Γαλλίας, θέλησε να δημοσιεύσει ένα εικονογραφημένο λεύκωμα της θριαμβευτικής προέλασης της 7ης Μεραρχίας Τεθωρακισμένων, της οποίας είχε αναλάβει τη διοίκηση. O Karl Hanke, ανώτατο στέλεχος του υπουργείου Προπαγάνδας και μετέπειτα γκαουλάιτερ της Σιλεσίας, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως επιτελικός αξιωματικός κάτω από τις διαταγές του, προσέφερε απλόχερα βοήθεια ενόψει της παραπάνω έκδοσης. Η όλη επιχείρηση δεν κατόρθωσε τελικά να καρποφορήσει, εξαιτίας της αντίστασης που προέβαλαν κύκλοι της ανώτατης ηγεσίας του Στρατού Ξηράς. Οι τελευταίοι πρόσαπταν στον Rommel τον άκρατο ατομικισμό του, ειδικότερα δε, τη συνήθεια να αναδεικνύει τα επιτεύγματά του, αποσιωπώντας εκείνα των υφισταμένων του. Ο ίδιος ο υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου, ο στρατηγός Franz Halder, αρνήθηκε να τον εφοδιάσει με τις φωτογραφίες, οι οποίες προορίζονταν για το συγκεκριμένο λεύκωμα. Παρά ταύτα, οι καλές σχέσεις, που διατηρούσε με το υπουργείο Προπαγάνδας, συνέβαλαν στη διάδοση, στον γραπτό και στον ραδιοφωνικό Τύπο, των πληροφοριών γύρω την ένδοξη επίδοση της 7ης Μεραρχίας – γνωστής και ως “Μεραρχία Φάντασμα”. Μάλιστα, το όνομα του Rommel είχε γίνει, πλέον, συνώνυμο του όρου “αστραπιαίος πόλεμος” (Blitzkrieg). Η προπαγάνδα είχε επινοήσει και τον όρο Rommeln, περιγράφοντας μια ταχύτατη προέλαση βαθειά πίσω από τις γραμμές του εχθρού. Μια επική κινηματογραφική ταινία, συρραφή επικαίρων (Sieg im Westen Επικράτηση στη Δύση), επίσης αποκύημα του υπουργείου Προπαγάνδας, τον είχε κυριολεκτικά ηρωποιήσει στη συνείδηση των θεατών. Στο γύρισμα της συγκεκριμένης ταινίας μακράς διαρκείας, ο Rommel είχε συμμετάσχει ενεργά, τόσο εμπρός όσο και πίσω από την κινηματογραφική μηχανή λήψης. Σε όλα τα παραπάνω, πρέπει να συνυπολογιστεί, την ίδια εποχή, και η κυκλοφορία ενός βιβλίου με τίτλο Das Gespenster-Division (Η Μεραρχία-Φάντασμα).¹⁵

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

H εκστρατεία στη Β. Αφρική τον εφοδίασε με διαστάσεις εθνικού ήρωα. Το συγκεκριμένο επιχειρησιακό θέατρο διέθετε όλες τις προδιαγραφές, προκειμένου να λειτουργήσει ως σύμβολο θεαματικής εξάπλωσης της σφαίρας επιρροής της Γερμανίας. Τον Νοέμβριο του 1941, ο Goebbels είχε επισημάνει στην ανώτατη διοίκηση της Βέρμαχτ, πως ο Στρατός Ξηράς είχε απόλυτη ανάγκη από την κατασκευή ινδαλμάτων ανάλογου διαμετρήματος με εκείνα, τα οποία ήδη διέθεταν το Πολεμικό Ναυτικό και η Λουφτβάφε.¹⁶ Εξυπακούεται πως ο υπουργός Προπαγάνδας είχε κατά νου το πρόσωπο του Rommel. Μια παρόμοια ενέργεια μπορούσε να λειτουργήσει και ως αντιπερισπασμός σε επίπεδο κοινής γνώμης, αποσπώντας την προσοχή της τελευταίας από το προβληματικό Ανατολικό μέτωπο. Οι εικόνες διαδέχονταν η μια την άλλη: O Rommel, προπορευόμενος των τεθωρακισμένων μονάδων του, όρθιος μέσα σε ανοικτό αυτοκίνητο, εκτεθειμένος στα πυρά της αντίπαλης αεροπορίας. Ο Rommel, παρακολουθώντας με διόπτρες ανταλλαγή πυρών κάτω από τον γαλανό ουρανό. Ο Rommel, αναλύοντας στους υφισταμένους του, με χρήση χάρτη και ύφος πολέμαρχου, το σχέδιο επίθεσης. Έτσι είχαν οι εικόνες, που κυριαρχούσαν, σε εβδομαδιαία κλίμακα, στα επίκαιρα της εποχής. Οι διάφοροι πολεμικοί ανταποκριτές, φωτογράφοι και εικονολήπτες, οι οποίοι ήταν αποσπασμένοι στο Afrikakorps, έπρατταν τα πάντα, προκειμένου να ενδυναμώσουν τη φήμη του. Το ίδιο και ο υπασπιστής του, ο υπολοχαγός Alfred-Ingemar Berndt. Ο τελευταίος, δεν ήταν μόνο ένας ταλαντούχος ενορχηστρωτής προπαγάνδας. Ούτε λίγο ούτε πολύ, εκτελούσε χρέη μεσάζοντα ανάμεσα στους Rommel και Goebbels. Την επομένη της κατάληψης του Τομπρούκ, η “Αλεπού της Ερήμου” δεν είχε τίποτα να ζηλέψει, σε επίπεδο δημοτικότητας, από τον ίδιο τον Hitler. Κατά τον Goebbels, “…είναι η ενσάρκωση του πετυχημένου Γερμανού στρατιώτη. Δεν υπάρχει άλλος αξιωματικός, που να κατανοεί, όπως ο Rommel, τη σημασία και την αξία της χρήσης της προπαγάνδας. Πρόκειται για έναν σύγχρονο, από κάθε άποψη, στρατιωτικό”.¹⁷

Ο Rommel, την επομένη της άφιξής του στη Β. Αφρική το 1941.

Στις αρχές του 1942, ο Rommel άρχισε να μονοπωλεί τις συζητήσεις και στην αντίπερα όχθη της Μάγχης. Η παραμονή, τότε, του Winston Churchill στην πρωθυπουργία ήταν επισφαλής, εξαιτίας των αλεπάλληλων αποτυχιών, που είχαν εισπράξει τα βρετανικά στρατεύματα. Η άφιξη του ιαπωνικού στρατού στα περίχωρα της Σινγκαπούρης, είχε ως συνέπεια την απόσυρση σημαντικών χερσαίων και ναυτικών δυνάμεων από το θέατρο της Μεσογείου και τη μεταφορά τους στην ΝΑ Ασία. Το τίμημα στην έρημο της Λιβύης υπήρξε βαρύ. Οι επιλογές του Βρετανού πρωθυπουργού προσέφεραν λαβή για άσκηση κριτικής. Υπεραμυνόμενος των απόψεών του, ο Churchill έπλεξε το εγκώμιο του Rommel ενώπιον της Βουλής των Κοινοτήτων: “ Έχουμε, .απέναντί μας, έναν ιδιαίτερα τολμηρό και επιδέξιο αντίπαλο και, επιτρέψτε μου, παρά τη φρίκη του πολέμου, να αναφέρω: Έναν μεγάλο Στρατηγό!”.¹⁸ Ακριβώς την ίδια εποχή, ο Rommel ήταν, από κοινού με τον Hitler, ο γνωστότερος Γερμανός στη συνείδηση των Βρετανών. Έχαιρε τόσο μεγάλης δημοτικότητας, ώστε πολλοί Βρετανοί συνάδελφοί του να αναγκάζονται να διαβεβαιώνουν πως δεν αισθάνονταν ανταγωνιστικά. Το όνομά του ενέπνεε φόβο και δέος στις τάξεις των στρατιωτών, κάνοντας τον Στρατηγό Claude Auchinleck, ανώτατο διοικητή του θεάτρου της Μέσης Ανατολής, να διατάξει τους διοικητές των μονάδων να μην τον μνημονεύουν δημόσια.¹⁹

Η εξύμνηση του Rommel στη Βρετανία συνεχίστηκε καθ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Τόσο ο Churchill όσο και οι στρατηγοί του, τον διατηρούσαν σε υψηλή εκτίμηση. Το αυτό ίσχυε και για επώνυμους βιογράφους και ιστορικούς, εξειδικευμένους στο χώρo της στρατιωτικής Ιστορίας (Desmond Young και Basil Henry Liddel Hart). Επρόκειτο για έναν έμμεσο τρόπο ανάδειξης των βρετανικών επιτυχιών στο βορειοαφρικανικό επιχειρησιακό θέατρο και της συμβολής τους στην τελική έκβαση και κατατρόπωση του Γ΄ Ράιχ. Στο στρατόπεδο των ηττημένων, η εκστρατεία της Ερήμου αναδείκνυε ανάγλυφα τις αρετές του Γερμανού στρατιώτη, την ίδια στιγμή που, στο ρωσικό μέτωπο, οι ομαδικές εκτελέσεις, οι πάσης φύσεως ακρότητες και βιαιοπραγίες δέσποζαν στην ημερήσια διάταξη. Τα Απομνημονεύματα του Rommel, παρουσίαζαν τον πόλεμο, τον οποίο διεξήγαγε, ακριβώς έτσι όπως τιτλοφορούνταν το 1950, οπότε και κυκλοφόρησαν: Krieg ohne Hass (Πόλεμος δίχως μίσος).²° Ακόμα και σήμερα, η εκστρατεία της Β. Αφρικής διατηρεί συστατικά στοιχεία, τα οποία παραπέμπουν ευθέως σε μια ιπποτική αναμέτρηση.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Rommel κατάφερε να παραμείνει υπό το φως των προβολέων της ναζιστικής προπαγάνδας περισσότερο από κάθε άλλον ανώτατο αξιωματικό της Βέρμαχτ χάρη στην προσωπική του σχέση με τον Hitler και μόνο. Ο αντικομφορμισμός, σε συνδυασμό με την έντονα αισιόδοξη φύση του, είχαν ευμενώς προδιαθέσει τον ηγέτη του Γ΄ Ράιχ. Ο Albert Speer διαβεβαίωνε πως επρόκειτο για τον αγάπημένο Στρατηγό του Φύρερ.²¹ Η μεταξύ τους σχέση χαρακτηριζόταν από αμοιβαία εμπιστοσύνη. Όταν, το καλοκαίρι του 1942, ο Rommel κατέκτησε το Τομπρούκ, ο Hitler τον αναγόρευσε στο αξίωμα του Στρατάρχη. Μάλιστα, για κάποιο μικρό χρονικό διάστημα, ερωτοτροπούσε με τη σκέψη να τον διορίσει ανώτατο διοικητή του Στρατού Ξηράς. “Είναι ακέραιος και έμπιστος από ιδεολογικής απόψεως. Δεν κινείται, απλώς, κοντά στους εθνικοσοσιαλιστές. Είναι ο ίδιος εθνικοσοσιαλιστής. Ταυτόχρονα, διαθέτει ικανότητες αυτοσχεδιασμού, είναι από τη φύση του θαρραλέος και ασυνήθιστα εφευρετικός. Πρόκειται ακριβώς για το είδος του στρατιωτικού, που τόσο μεγάλη ανάγκη έχουμε. Ο Rommel είναι ο μελλοντικός ανώτατος διοικητής του Στρατού Ξηράς”.²² Φαίνεται δε, πως ακριβώς τότε, η “Αλεπού της Ερήμου” ασκούσε μια επίδραση σχεδόν υπνωτική επάνω στον Φύρερ.²³

Σε αντιδιαστολή με τα παραπάνω, στους κύκλους της ανώτατης ηγεσίας του Στρατού Ξηράς, η ιλιγγιώδης σταδιοδρομία του αγαπημένου Στρατάρχη του Hitler, τον έκανε να φαντάζει ως τον μόνο, μεταξύ των ομολόγων του, που δεν υπήρξε καθαρόαιμο προϊόν του Γενικού Επιτελείου. Γι αυτό και αντιμετωπιζόταν με καχυποψία. Ήδη από το 1940, η ανάληψη της διοίκησης μιας Μεραρχίας Τεθωρακισμένων οφειλόταν στην προσωπική παρέμβαση του Φύρερ. Ο επικεφαλής της Διεύθυνσης Προσωπικού, αναλογιζόμενος τα κατορθώματά του της εποχής του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, σκόπευε να του εμπιστευθεί τη διοίκηση μιας Ορεινής Μεραρχίας. Το επόμενο έτος, ο Hitler του ανέθεσε τη διοίκηση του Afrikakorps, παρακάπτοντας τις εισηγήσεις του Γενικού Επιτελείου, το οποίο θεωρούσε ως καταλληλότερο έναν εκ των Erich von Manstein και Hans von Funk. Στη Β. Αφρική, ο Rommel δεν άργησε να δώσει δείγματα ανεξαρτησίας και ελεύθερου πνεύματος ως προς την άσκηση των καθηκόντων του. Όταν, την άνοιξη του 1941, το Afrikakorps βρέθηκε πολύ γρήγορα σε δεινή θέση, ο Halder έκρινε σκόπιμο να στείλει επιτόπου τον άμεσο συνεργάτη του, τον Στρατηγό Friedrich Paulus, με σαφή εντολή να επαναφέρει στην τάξη “τον στρατιωτικό εκείνο, που είχε μετεξελιχθεί σε τρελλό για δέσιμο”.²⁴ Λίγο αργότερα, ο Paulus υπέβαλε την σχετική έκθεση: “Παραβλέποντας τις διαταγές, ο Rommel δημιούργησε μια κατάσταση, η οποία καθιστά ανεπαρκή τον ανεφοδιασμό, με γνώμονα τα υπάρχοντα δεδομένα. Αναμφίβολα, είναι κατώτερος των περιστάσεων”.²⁵ Εκφράζοντας ανάλογη άποψη, ο Halder προσέθετε: “Τα ελαττώματά του τον καθιστούν αντιπαθή. Ουδείς, ωστόσο, διανοείται να διασταυρώσει τα ξίφη μαζί του, εξαιτίας των βίαιων μεθόδων του και της υποστήριξης, της οποίας χαίρει στα υψηλότατα κλιμάκια”.²⁶ Ο Στρατάρχης Walther von Brauchitsch, ανώτατος διοικητής του Στρατού Ξηράς, είχε, με τη σειρά του, αρνητική άποψη για τον Rommel. Τόσο αυτός, όσο και ο Halder, θα τον είχαν ευχαρίστως απαλλάξει από τη διοίκηση του Afrikakorps. Με τη διαφορά του ότι ο Rommel διέθετε ένα μη αντιστρέψιμο πλεονέκτημα: την υποστήριξη του ιδίου του Hitler προσωπικά.

Αριστερά: Η ανώτατη ηγεσία του Στρατού Ξηράς, Franz Halder και Walther von Brauchitsch. Δεξιά: O Erwin Rommel και ο υπουργός Προπαγάνδας του Γ΄Ράιχ, Joseph Goebbels.

Η κατάσταση άλλαξε άρδην, όταν, την επομένη της αγγλο-αμερικανικής απόβασης στη Νορμανδία, ο Rommel συνειδητοποίησε πως η Γερμανία κινδύνευε να ηττηθεί, ενόσω αναλωνόταν σε έναν άνισο διμέτωπο αγώνα. Στις αρχές του καλοκαιριού του 1944, προσπάθησε εις μάτην να πείσει τον Hitler να συνάψει ανακωχή στη Δύση. Το χειρότερο όλων ήταν πως είχε απωλέσει, πλέον, την εμπιστοσύνη του Φύρερ. Στις αρχές Ιουλίου, άρχισε να σκέπτεται το ενδεχόμενο να επιδιώξει επαφή, με δική του πρωτοβουλία και ενάντια στην επίσημη πολιτική, με τον Στρατηγό Bernard Montgommery, παλαιό του αντίπαλο στο θέατρο της Β. Αφρικής. Αντικείμενο θα ήταν η έναρξη διαπραγματεύσεων για επίτευξη μιας έντιμης, για τη χώρα του, ειρήνης. Δυστυχώς, στις 17 Ιουλίου, η τύχη τον εγκατέλειψε. Πληροφορούμενος, λίγες ημέρες αργότερα, βαριά τραυματισμένος στο νοσοκομείο, την αποτυχημένη απόπειρα κατά της ζωής του Hitler, εκμυστηρεύτηκε στη σύζυγό του: “Πέραν από το ατύχημα, η απόπειρα κατά του Hitler με κλόνισε. Οφείλουμε να ευχαριστήσουμε τον Θεό που όλα εξελίχθηκαν, τελικά, κατ ευχήν”.²⁷

Ούτε μια φορά, παρουσία προσώπων της εμπιστοσύνης του, ο Rommel επικρότησε την ενέργεια του Clauss von Stauffenberg. Όχι μόνο παρέμεινε πιστός στον Hitler μέχρι τέλους, αλλά αισθανόταν υπερήφανος για την εντιμότητά του έναντι του αρχηγού του. Κατ επέκταση, εξέλαβε ως ατίμωση των συνομωτών τον όλο σχεδιασμό και εκτέλεση της δολοφονικής απόπειρας. Στον υπασπιστή και στενό του φίλο από παλιά, Helmuth Lang, για πολλοστή φορά επικαλέστηκε τη θεία πρόνοια, που προστάτεψε τον Φύρερ, απαλλάσσοντας τη Γερμανία από μια οδυνηρή δοκιμασία.²⁸

Για μια φορά, ακόμη, η τύχη του έστρεψε την πλάτη καθώς τον συμπεριέλαβε στο κύμα διώξεων, υπό την απειλή των οποίων, κυρίαρχο μέλημα των ανώτατων αξιωματικών της Βέρμαχτ ήταν να διατυμπανίζουν προς πάσα κατεύθυνση την αφοσίωσή τους στο πρόσωπο του Hitler. Το όνομα του Rommel αναμίχθηκε από δυο αξιωματικούς, δίχως ο ενδιαφερόμενος να έχει αντιληφθεί το παραμικρό. Ο πρώτος από αυτούς ήταν ο υποστράτηγος Hans Speidel, αρχηγός του επιτελείου του Rommel στη Γαλλία. Αμφότεροι ήταν της άποψης πως η ανεύρεση μιας πολιτικής λύσης στη Δύση ήταν επιβεβλημένη. Διαφωνούσαν, ωστόσο, ως προς ένα κομβικής σημασίας σημείο. Ο Speidel θεωρούσε πως ουδέποτε οι Σύμμαχοι θα δέχονταν να συνομολογήσουν ειρήνη με τον Hitler. Συνεπώς, προείχε η ανατροπή του καθεστώτος με τη φυσική εξόντωση του Φύρερ. Ουδέποτε, όμως, κατέστησε τον Rommel κοινωνό της τελευταίας, αυτής, σκέψης. Από τη δική του πλευρά, ο Rommel, με αρκετή δόση πολιτικής αφέλειας είναι αληθεία, επένδυε στην πολιτική επιδεξιότητα του Φύρερ, βέβαιος πως ο τελευταίος θα λάμβανε όλα τα απαραίτητα μέτρα εκείνα, που θα επέτρεπαν την υπογραφή χωριστής ειρήνης στο Δυτικό μέτωπο.²⁹

Οι Erwin Rommel και Hans Speidel (πίσω αριστερά) επιθεωρούν το Τείχος του Ατλαντικού τον Φεβρουάριο του 1944

 

Ο αντισμήναρχος και εξάδελφος του Clauss von Stauffenberg, Caesar von Hofacker

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

O δεύτερος αξιωματικός, ο οποίος ενέπλεξε το όνομα του Rommel στη συνωμοσία της 20ής Ιουλίου, ήταν ο αντισμήναρχος Caesar von Hofacker. Την ίδια εποχή υπηρετούσε στη Γαλλία και είχε μυηθεί στην όλη υπόθεση, όπως άλλωστε όλα, σχεδόν, τα ανώτατα στελέχη της γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης της χώρας αυτής. Στις αρχές Ιουλίου του 1944, οι συνωμότες αγνοούσαν ακόμη κατά πόσο μπορούσαν να υπολογίζουν ή όχι στη σύμπραξη του Rommel. Αυτός υπήρξε ο λόγος, ο οποίος έπεισε τον Στρατηγό Karl-Heinrich von Stülpnagel, στρατιωτικό διοικητή της Γαλλίας, να στείλει τον Hofacker στο στρατηγείο του Rommel, στον πύργο της La Roche-Guyon, με σκοπό να βολιδοσκοπήσει τις προθέσεις του Στρατάρχη και του επιτελείου του. Ο Hofacker ξεκίνησε με μια ανάλυση της όλης στρατηγικής κατάστασης. Οι πάντες συναίνεσαν ως προς την ανάγκη ανεύρεσης μιας πολιτικής λύσης στο Δυτικό μέτωπο το ταχύτερο δυνατόν, προκειμένου να αποφευχθεί μια ολική στρατιωτική κατάρρευση της Γερμανίας. Ωστόσο, αν και ο ίδιος γνώριζε την ακριβή ημερομηνία της απόπειρας, ο Hofacker δεν ανέφερε λέξη ως προς την ανάγκη φυσικής εξόντωσης του Hitler. Επομένως, ούτε ο Speidel ούτε ο Hofacker είχαν μυήσει τον Rommel στη συνωμοσία, όταν, στις 20 Ιουλίου του 1944, εξερράγη η βόμβα, που ο Stauffenberg είχε τοποθετήσει στο στρατηγείο του Hitler, στην Ανατολική Πρωσία.³°

Παρά ταύτα, καταλυτική υπήρξε για τον Rommel η μαρτυρία του Speidel, τη συμμετοχή του οποίου στη συνωμοσία ομολόγησε ο Hofacker μόλις συνελήφθη από την Γκεστάπο. Προκειμένου να βγει από το αδιέξοδο, στο οποίο είχε περιέλθει, και να αποφύγει την βέβαιη θανατική καταδίκη, ο Speidel ομολόγησε πως είχε πληροφορηθεί από τον Hofacker την ακριβή ημερομηνία της απόπειρας. Συνέχισε δε, λέγοντας πως επιτέλεσε το καθήκον του, διαβιβάζοντας την πληροφορία στον προϊστάμενό του, δηλαδή στον Rommel. Με τον τρόπο αυτό, μετέφερε στον Στρατάρχη την ευθύνη της απόκρυψης της είδησης, και συνακόλουθα, της αποφυγής ενημέρωσης των ανωτάτων κλιμακίων της Βέρμαχτ. Η μαρτυρία του Speidel ήταν, όντως, αξιόπιστη; Αρμόδιο να αποφανθεί, ήταν πλέον το στρατοδικείο. Με τη διαφορά ότι, ειδικά για τη συγκεκριμένη περίπτωση, το πλαισίωναν όλοι οι αντίζηλοι του Rommel, όπως ο Στρατάρχης Wilhelm Keitel, o Στρατηγός Heinz Guderian και ο Υποστράτηγος Heinrich Kirchheim. Αναμενόμενο ήταν οι προαναφερθέντες να σπεύσουν να υιοθετήσουν τη μαρτυρία του Speidel στο σύνολό της και να επιρρίψουν στον Rommel την ευθύνη για την μη ενημέρωση της ηγεσίας της Βέρμαχτ. Ο τελευταίος αγνοούσε παντελώς τα όσα υφαίνονταν εις βάρος του στο Βερολίνο. Μοναδικό του μέλημα ήταν ο προβληματισμός μήπως του καταλογιστούν ευθύνες για την κατάρρευση του μετώπου στη Γαλλία. “Ο σύζυγός μου ήταν πεπεισμένος πως θα αναζητούσαν να επιρρίψουν σε κάποιον την ευθύνη για τη στρατιωτική κατάσταση στη Δύση”, αποκάλυψε αργότερα η Lucie Rommel.³¹

Στις 14 Οκτωβρίου 1944, στο Herrlingen της Σουαβίας, όπου βρισκόταν η οικία του Rommel (ο Στρατάρχης τελούσε ακόμη υπό ανάρρωση από τον βαρύτατο τραυματισμό του), έκαναν την εμφάνισή τους οι Στρατηγοί Wilhelm Burgdorf και Erns Maisel, ως ειδικοί απεσταλμένοι του Hitler. Οι διαταγές του Φύρερ ήταν σαφείς, θέτοντας τον Rommel προ διλήμματος: διασυρμό ενώπιον της Δικαιοσύνης με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και όλες τις επακόλουθες συνέπειες εις βάρος των μελών της οικογενείας του ή αυτοκτονία με ταυτόχρονη διασφάλιση της τιμής του. Λίγα λεπτά αργότερα, ο Rommel έδωσε τέλος στη ζωή του καταπίνοντας μια κάψουλα υδροκυανίου, με την οποία οι δυο απεσταλμένοι αξιωματικοί φρόντισαν να τον εφοδιάσουν. Το κρατικό ραδιόφωνο μετέδωσε την είδηση πως ο Στρατάρχης είχε υποκύψει στα τραύματά του. Κατά τη νεκρώσιμη ακολουθία, στο Ουλμ, ο πρύτανης του σώματος των Στραταρχών Gerd von Runstedt, εκφώνησε τον επικήδειο εξ ονόματος του Hitler, τονίζοντας εμφατικά η αφοσίωση του Rommel “στον Φύρερ και στο Ράιχ”, για να ολοκληρώσει με την ακόλουθη ορθή, κυνική ωστόσο, αναφορά: “Η καρδιά του ανήκε στον Φύρερ”.³² Μόνο που ο θάνατος του Rommel δεν σήμαινε κατ ανάγκη και το τέλος του θρύλου του.

Η κηδεία του Erwin Rommel στο Ουλμ.

 Nazi Secrets: The Desert Fox full documentary HD

O Benoît Lemay είναι διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Μοντρεάλ και κάτοχος μεταδιδακτορικού τίτλου σπουδών του Πανεπιστημίου της Σορβόννης (Université Paris IV – Sorbonne). Έχει ειδικευθεί στον τομέα της στρατιωτικής ιστορίας της Γερμανίας της περιόδου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όπως και σε εκείνους της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής της σημερινής Γερμανίας. Από το 2011 διδάσκει στο Βασιλικό Στρατιωτικό Κολλέγιο του Καναδά (Royal Military College of Canada).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο τεύχος αρ. 234 του περιοδικού Guerres mondiales et Conflits contemporainsΠαρίσι, Presses Universitaires de France, Μάρτιος-Ιούνιος 2009, σσ. 25-37, υπό τον τίτλο “Erwin Rommel: Le héros de la propagande”.

¹ Dominique Lormier, Rommel. La fin d’ un mythe, Paris, Le Cherche-Midi, 2003, σ. 43.

² Ralf Georg Reuth, Rommel. Das Ende einer Legende, München, Piper, 2004, σ. 30-32.

³ Lormier, Rommel…, σ. 49-50.

⁴ National Archives (Washington), RG 242 T84/Rommel Collection Roll: NA RG 242 T84/275 (Επιστολή προς Lucie Rommel, 2 Δεκεμβρίου 1938).

⁵ Ralf Georg Reuth, “Erwin Rommel – Die Propaganaschöphung” in Ronald Smelser και Enrico Syring (επιμ.), Die Militärelite des Dritten Reiches, Berlin, Ullstein, 1995, σ. 463.

⁶ ΝΑ RG 242 T84/274 (Eπιστολή προς Lucie Rommel, 31 Αυγούστου 1939).

⁷   NA RG 242 T84/274 (Επιστολή προς Lucie Rommel, 2 Σεπτεμβρίου 1939).

⁸   Desmond Young, Rommel, the Desert Fox, New York, Harper & Brothers, 1950, σ. 41.

⁹ ΝΑ RG 242 T84/273 (Επιστολή προς Lucie Rommel, 10 Σεπτεμβρίου 1939).

¹º Reuth, Rommel…, σ. 61.

¹¹ Basil Henry Liddel Hart (επιμ.), The Rommel Papers, New York, Da Capo Press, 1953, σ. 511-515.

¹² Guido Knopp και Rudolf Gültner, “Das Idol” in Guido Knopp (επιμ.), Hitlers Krieger, Μόναχο, Goldmann, 2000, σ. 47.

¹³ NA RG 242 T84/275 (Επιστολή προς Lucie Rommel, 12 Μαΐου 1944).

¹⁴ Erwin Rommel, Infanterie greift an. Erlebnis und Erfahrung, Potsdam, Voggenreiter, 1937.

¹⁵ Alfred Tschimpke, Die Gespenster-Division, München, F. Eher, 1941.

¹⁶ Elke Fröhlich (επιμ.), Die Tagebücher von Joseph Goebbels, München, K. G. Saur, 1987, Τ. ΙΙ/2, 28 Νοεμβρίου 1941, σ. 385.

¹⁷ Henry Picker (επιμ.), Hitlers Tischgespräche im Führerhauptquartier, Stuttgart, Seewald, 1976, σ. 373-374.

¹⁸ Winston S. Churchill, The Second World War, T. 4, The Hinge of Fate, Boston, Houghton Mifflin Company, 1950, σ. 67.

¹⁹ Hans Gert Freiherr von Esebeck, Afrikanische Schicksaldsjahre. Das deutsche Afrika-Korps unter Feldmarschall Rommel, Wiesbaden, Limes, 1950, σ. 132.

²° Lucie-Maria Rommel και Fritz Bayerlein (επιμ.), Krieg ohne Hass. Afrikanische Memoiren, Heidenheim, Heidenheimer Zeitung, 1950.

²¹ Albert Speer, Erinnerungen, Frankfurt am Main, Ullstein, 1969, σ. 256.

²² Fröhlich (επιμ.), Tagebücher von Joseph Goebbels…, T. II/4, 4 Οκτωβρίου 1942, σ. 65.

²³ Albert Kesselring, Soldat bis zum letzten Tag, Bonn, Athenäum, 1953, σ. 169.

²⁴ Franz Halder, Kriegstagebuch, T. II: Von der geplanten, Landung in Englad bis zum Beginn des Ostfeldzuges, Stuttgart, W. Kohlhammer, 1963, 23 Απριλίου 1941, σ. 377-378.

²⁵ Ibid., 11 Μαΐου 1941.

²⁶ Franz Halder, Kriegstagebuch, T. IΙI: Der Russlandfeldzug bis zu Marsch auf Stalingrad, Stuttgart, W. Kohlhammer, 1964, 6 Ιουλίου 1941, σ. 48.

²⁷ NA RG 242 T84/275 (Eπιστολή προς Lucie Rommel, 24 Ιουλίου 1944).

²⁸ Maurice Philip Remy, Mythos Rommel, München, List, 2004, σ. 294-295.

²⁹ Friedrich Ruge, Rommel und die Invasion: Erinnerungen, Stuttgart, K.F. Koehler, 1959, σ. 214-215.

³° Reuth, Rommel…, σ. 217-223.

³¹ Young, Rommel…, σ. 205.

³² ΝΑ RG 242 T/277 (Aντίγραφο του επικηδείου λόγου). 

© PUF/Humensis, 2009

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

Παναγιώτα Πρέκα-Παπαδήμα Πλουτάρχου Ηθικά: “Περί τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης” Το ταξίδι και η αποικία των Ελλήνων στην Β. Αμερική

Παναγιώτα Πρέκα-Παπαδήμα

Πλουτάρχου Ηθικά: “Περί τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης”

Το ταξίδι και η αποικία των Ελλήνων στην Β. Αμερική*

 

Πότε: Χρονολόγηση με βάση τα αστρονομικά στοιχεία του κειμένου

Πως: Αναλυτική περιγραφή του ταξιδιού – Ρεύματα Ατλαντικού Ωκεανού

Εισαγωγή

Ο Πλούταρχος γεννήθηκε και έζησε στη Χαιρώνεια της Βοιωτίας, τον 1Ο αιώνα μ.Χ.(45 -120). Ήταν ένας πολυγραφότατος ιστορικός, βιογράφος και δοκιμιογράφος. Ταξίδεψε πολύ στον μεσογειακό κόσμο και δύο φορές πήγε στη Ρώμη. Είχε φίλους Ρωμαίους με ισχυρή επιρροή, ανάμεσα στους οποίους ο Lucius Mestrius Florus, Ρωμαίος ύπατος, ο οποίος φρόντισε να αποδοθεί στον Πλούταρχο η ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη. Αργότερα, όταν ο Πλούταρχος ήταν σε προχωρημένη ηλικία, ορίστηκε procurator, δηλαδή επίτροπος της Αχαΐας. Μια θέση που του επέτρεπε να φέρει τα εμβλήματα και τα ενδύματα του Ρωμαίου ύπατου. Ο Πλούταρχος μυήθηκε στα μυστήρια του Απόλλωνα. Ήταν πρεσβύτερος των ιερέων του Απόλλωνα, στο Μαντείο των Δελφών, όπου διετέλεσε υπεύθυνος για την ερμηνεία των χρησμών της Πυθίας, αξίωμα που κράτησε για 29 έτη έως τον θάνατό του. Εκτός από τα καθήκοντά του στους Δελφούς, ο Πλούταρχος ήταν επίσης magistratus, δηλαδή άρχων στη Χαιρώνεια και αντιπροσώπευσε την ιδιαίτερη πατρίδα του σε διάφορες αποστολές σε ξένες χώρες.

Αν και το πιο γνωστό του έργο είναι οι Βίοι Παράλληλοι, μια σειρά βιογραφιών διάσημων Ελλήνων και Ρωμαίων, διευθετημένων ανά ζεύγη, υπάρχει και μια υπέροχη συλλογή 183 πραγματειών και καταγραμμένων λόγων, (σώζονται 76) που διασώθηκε υπό τον τίτλο Ηθικά. Ανάμεσα σε αυτά, βρίσκεται και το έργο Περί τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης που, με αφορμή το λεγόμενο ‘πρόσωπο’ το οποίο μοιάζει να απεικονίζεται στην Σελήνη (λόγω των σκιάσεων), πραγματεύεται θέματα σχετικά με την Σελήνη (έδαφος, φωτεινότητα, ανακλαστικότητα, εκλείψεις κλπ) από την άποψη της Φυσικής αλλά και της Φιλοσοφίας-Θεολογίας. Πρόκειται για συζήτηση μεταξύ εκπροσώπων διαφόρων Φιλοσοφικών Σχολών και όχι μόνον, που διεξάγεται ενώ περπατούν, μετά την λήξη ενός Συμποσίου, στο οποίο συμμετείχε και ο Πλούταρχος (όπως γράφουν οι αναλυτές του κειμένου).

Τα πρόσωπα που συμμετέχουν είναι:

  • Ο αδελφός του Πλουτάρχου, ο Λαμπρίας, ο οποίος ήταν ιερέας στο Μαντείο της Λιβαδειάς και magistratus στο ναό του Απόλλωνα, στους Δελφούς. Ο Λαμπρίας είναι ο συντονιστής αυτής της συζήτησης.
  • Ο γεωμέτρης Απολλωνίδης
  • Ο Αριστοτέλης
  • Ο Φαρνάκης
  • Ο Θέων από την Αίγυπτο, Στωικός Φιλόσοφος
  • Ο Μαθηματικός Μενέλαος από την Αλεξάνδρεια που ήταν επίσης και διάσημος Αστρονόμος (είχε κάνει δύο αστρονομικές παρατηρήσεις στην Ρώμη, τον Ιανουάριο του 98 μ.Χ. Πρόκειται για τις αποκρύψεις των αστέρων Spica(Στάχυς) and Beta Scorpii (β του Σκορπιού) από την Σελήνη).
  • Ο Σύλλας ο Καρχηδόνιος που είχε προσφέρει και το δείπνο υποδοχής για τον Πλούταρχο κατά την άφιξή του στην Ρώμη μετά από μακρά απουσία (8th Book Symposia (Quaestiones conivales, 727Β and in De cohibenda ira 453, C 9).
  • Ο Λεύκιος, ένας Πυθαγόρειος μαθητής του Μοντεράτου από την Τυρρηνία που επίσης είχε παραβρεθεί και στο δείπνο υποδοχής για τον Πλούταρχο στην Ρώμη (Quaestiones conivales (727Β 5)).

Σύμφωνα με τους μελετητές του έργου, η συνάντηση όλων αυτών και ο διάλογος μεταξύ τους έγινε στην Ρώμη, κατά την δεύτερη επίσκεψη του Πλουτάρχου σε αυτήν, καθώς φαίνεται ότι ήταν ήδη πολύ γνωστός στους φιλοσοφικούς κύκλους της Ρωμαϊκής πρωτεύουσας. Στο πρώτο του ταξίδι στην Ρώμη όταν ήταν νέος, τον συνόδευε ο Λούκιος Μέστριος Φλώρος. Αναφέρεται ότι τότε πήγε και στην Λομβαρδία, στην Κρεμώνα, η οποία ως γνωστόν καταστράφηκε το 69 μ.Χ. επί αυτοκράτορα Βεσπασιανού.

Πλούταρχος (45 – 120), Αρχαιολογικό Μουσείο των Δελφών.

Προς το τέλος της συζήτησης ο Λαμπρίας καλεί τους συνομιλητές να καθίσουν για να ακούσουν αυτά που έχει να τους πει ο Σύλλας ο Καρχηδόνιος. Εκείνος τους μεταφέρει τις πληροφορίες περί Θεολογίας της Σελήνης που είχε μάθει από κάποιο ‘ξένο’ τον οποίο είχε συναντήσει στην Καρχηδόνα. Αυτός ο ‘ξένος’ είχε επιστρέψει από ένα μεγάλο ταξίδι, από την ‘μεγάλη ήπειρο’ που συνδέεται με την ‘μεγάλη θάλασσα’… Αν για τους ανθρώπους της Μεσογείου θαλάσσης, η ‘μεγάλη θάλασσα’ είναι ο Ατλαντικός Ωκεανός, τότε η ‘μεγάλη ήπειρος’ θα πρέπει να είναι η Αμερική…

Συγκεκριμένα ο ‘ξένος’ κάνει λόγο για ένα νησί που είναι κοντά στην ‘μεγάλη ήπειρο’ και που –όπως λένε οι βάρβαροι- ο Δίας είχε φυλακίσει τον Κρόνο. Για αυτό τον λόγο, αυτή η θάλασσα ονομάζεται Κρόνιο Πέλαγος. Και από άλλες αναφορές αρχαίων κειμένων, όπως τα Ορφικά Αργοναυτικά, γνωρίζουμε ότι το Κρόνιο Πέλαγος βρίσκεται στο Βόρειο Ατλαντικό Ωκεανό.

Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία, ο Τιτάνας Κρόνος έτρωγε τα παιδιά του, μόλις τα γεννούσε η Τιτανίδα Ρέα. Όμως στην περίπτωση του Δία, η Ρέα ξεγέλασε τον Κρόνο δίνοντάς του μια φασκιωμένη πέτρα αντί για το μωρό. Τον Δία τον έκρυψε στην Κρήτη, όπου και μεγάλωσε. Τότε διεκδίκησε από τον Κρόνο την κυριαρχία του κόσμου. Απελευθέρωσε τα αδέλφια του, τους μετέπειτα θεούς Ποσειδώνα, Άδη, Ήρα, Δήμητρα και Εστία και τελικά έγινε η Τιτανομαχία, όπου οι θεοί με τον Δία νίκησαν τους Τιτάνες του Κρόνου. Ο Δίας εξόρισε τον Κρόνο κάπου πολύ μακριά. Μαζί του εξορίστηκαν και όλοι οι σύντροφοι και ακόλουθοί του. Στο κείμενο του Πλουτάρχου αναφέρεται ότι όλοι αυτοί υπηρετούν τον Κρόνο που κοιμάται μέσα σε ‘χρυσό σπήλαιο’ σε ένα νησί κοντά στην ‘μεγάλη ήπειρο’.

Η Τιτανομαχία, όπως απεικονίζεται στον Βωμό της Περγάμου, Βερολίνο, Pergamonmuseum.

Εκεί λοιπόν είχε μεταναστεύσει ο ‘ξένος’ και υπηρετούσε τον Κρόνο. Οι γνώσεις που είχε αποκομίσει από το ιερατείο του Κρόνου ήταν πολλές και σημαντικές, όπως Αστρονομία, Γεωμετρία, έρευνα της Φύσης κλπ. Αλλά όταν πέρασαν 30 χρόνια και ήλθε κάποια άλλη αποστολή αποίκων, εκείνος επέστρεψε στην πατρίδα του, στην Μεσόγειο Θάλασσα. Ο Σύλλας διευκρινίζει ότι ο ίδιος ο ‘ξένος’ τους διηγήθηκε πάρα πολλά πράγματα, όχι μόνο στον Σύλλα, αλλά και σε κάποιους άλλους (χρησιμοποιεί πληθυντικό αριθμό), σχετικά με ιερά γραπτά και μύηση σε ιερές τελετές. Όμως εδώ θα περιοριστεί να μεταφέρει ότι τους είπε-συμπεριλαμβανομένης της Κρόνιας αντίληψης- για την Σελήνη.

Τα κείμενο του Πλουτάρχου τελειώνει με αυτές τις φράσεις: ‘Τούτα, είπε ο Σύλλας, άκουσα τον ξένο να διηγείται, ενώ σε εκείνον, όπως έλεγε ο ίδιος, τα αποκάλυψαν οι θαλαμηπόλοι και οι υπηρέτες του Κρόνου. Όσο για σας Λαμπρία, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε την διήγηση όπως θέλετε’. Μια προτροπή που θα έλεγα ότι ισχύει και για τον σημερινό αναγνώστη.

Η διήγηση περί της αποικίας των Ελλήνων

Σύμφωνα λοιπόν με τα λεγόμενα των βαρβάρων, όπως τα μεταφέρει ο Σύλλας, στις ακτές αυτής της ‘μεγάλης ηπείρου’ κατοικούν Έλληνες, γύρω από ένα κόλπο. Επειδή το νησί του Κρόνου, ο κόλπος και η ‘μεγάλη ήπειρος’ είναι πολύ κοντά, αυτοί οι Έλληνες θεωρούν τους εαυτούς τους στεριανούς και νησιώτες ταυτόχρονα. Και μάλιστα λένε ότι ‘ενώ το ελληνικό στοιχείο είχε φθαρεί μετά από τόσους αιώνες, έφτασε εκεί αποστολή αποίκων υπό τον Ηρακλή και έτσι το ελληνικό στοιχείο αναζωπυρώθηκε και έγινε πάλι ισχυρό. Για αυτό τον λόγο, αυτοί οι Έλληνες τιμούν τον Ηρακλή και τον Κρόνο’.

Αν για την Τιτανομαχία δεν μπορούμε να έχουμε σαφή χρονολόγηση, για τον Ηρακλή μπορούμε να πούμε πότε έζησε. Αυτό προκύπτει από το ότι ο Ηρακλής, λίγο μεγαλύτερος σε ηλικία από τον Θησέα, αφενός έλαβε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία στην οποία συμμετείχαν και πατέρες ηρώων του Ομηρικού Τρωικού Πολέμου, και αφετέρου ο ίδιος ο Ηρακλής εκστράτευσε εναντίον της Τροίας, όταν βασιλιάς της ήταν ο Λαομέδων, ο πατέρας του Πριάμου, που ήταν βασιλιάς της κατά τον Ομηρικό Τρωικό Πόλεμο. Ο Ηρακλής νίκησε και σκότωσε τον Λαομέδοντα και τοποθέτησε στον θρόνο της Τροίας τον νεαρό Πρίαμο.

Γνωρίζοντας ότι ο Ομηρικός Τρωικός Πόλεμος έγινε γύρω στο 1250 π.Χ. (στρώμα TROY VIIa, σύμφωνα με μεγάλη μερίδα αρχαιολόγων, αλλά και αρχαίων κειμένων), ο Ηρακλής πρέπει να έζησε γύρω στο 1300 π.Χ. Με βάση την χρονολόγηση από τα Αστρονομικά στοιχεία των Ομηρικών Επών, ο Τρωικός Πόλεμος έγινε το 1228-1218 π.Χ. (Papamarinopoulos, Preka-Papadema et al, 2016), όταν ο Πρίαμος ήταν υπέργηρος σύμφωνα με τον Όμηρο. Ο πρώτος Τρωικός Πόλεμος υπό τον Ηρακλή πρέπει να έγινε μία-δύο γενιές πιο πριν, καθώς ο Πρίαμος ήταν τότε νεαρός.

Έκτοτε, από τον καιρό του Ηρακλή, περί το 1300 π.Χ., κάθε 30 χρόνια φεύγει μια αποστολή αποίκων από την Μεσόγειο Θάλασσα προς την ‘μεγάλη ήπειρο’ ώστε να ανανεώνεται συνεχώς το Ελληνικό Στοιχείο, σύμφωνα με την περιγραφή του Σύλλα. Αναχωρούν ‘πλοία’ και όχι ένα πλοίο, οι άποικοι εκλέγονται δια κλήρου, γίνονται πάρα πολλές ετοιμασίες καθώς το ταξίδι είναι δύσκολο και φυσικά όλα αυτά απαιτούν μεγάλο χρονικό διάστημα προετοιμασίας πριν φύγουν τα πλοία με τους νέους αποίκους.

Όταν φτάσει εκεί στην ‘μεγάλη ήπειρο’ η νέα αποστολή αποίκων, οι προηγούμενοι άποικοι, αν επιθυμούν, μπορούν να επιστρέψουν στην Μεσόγειο Θάλασσα. Αλλά οι περισσότεροι επιλέγουν να παραμείνουν, καθώς η ζωή τους εκεί, φαίνεται ότι είναι πολύ καλή. Υπάρχει όμως και η περίπτωση που το ιερατείο του Κρόνου δεν τους επιτρέπει να φύγουν. Άραγε ο συγκεκριμένος ‘ξένος’ για τον Καρχηδόνιο Σύλλα και άρα Έλληνας σύμφωνα με την διήγηση, έφυγε μόνος του ή μήπως κατόπιν σχετικής εντολής του ιερατείου του Κρόνου, γιατί είχε κάποια ειδική αποστολή; Γιατί ο άνθρωπος αυτός αφού επέστρεψε στην πατρίδα του, οργάνωσε άλλο ταξίδι προς την Καρχηδόνα. Εκεί πέρασε πολύ καιρό ψάχνοντας για κάποιες ιερές περγαμηνές τις οποίες κάποιοι είχαν θάψει έξω από την πόλη για να τις διασώσουν από την πλήρη καταστροφή της πόλης κατά τον 3ο Καρχηδονιακό Πόλεμο (149-146 π.Χ.), όπως αναγράφεται στο κείμενο του Πλουτάρχου.

Ίσως αυτές οι περγαμηνές θάφτηκαν από το ιερατείο του Κρόνου της Καρχηδόνας, καθώς ο μεγάλος ναός του Κρόνου στην Μεσόγειο Θάλασσα, βρισκόταν στην Καρχηδόνα. Πρόκειται για τον Baal Hammon-Κρόνος. Η Καρχηδόνα ήταν αποικία των Φοινίκων και ο θεός τους ήταν ο αντίστοιχος του Φοινικικού θεού Κρόνου. Οι ανασκαφές έχουν δείξει στοιχεία ύπαρξης ανθρωποθυσιών και μάλιστα μικρών παιδιών, προς τιμήν του Baal Hammon-Κρόνος.

Επίσης στην Καρχηδόνα τιμάται ιδιαιτέρως και ο Ηρακλής (ο οποίος απεικονίζεται και στα νομίσματα της) ως ο Φοινικικός θεός Melqart-Ηρακλής. Παρατηρούμε ότι και οι δύο θεότητες των Ελλήνων αποίκων της ‘μεγάλης ηπείρου’ τιμώνται και στην Καρχηδόνα, αποικία των Φοινίκων και ισχυρή ναυτική δύναμη. Ο Έλληνας άποικος που επέστρεψε από το νησί του φυλακισμένου Κρόνου αναζητά και βρίσκει μετά από πολύ χρόνο και κόπο τις ιερές περγαμηνές που ίσως να ήταν φυλαγμένες στον ναό του Κρόνου στην Καρχηδόνα.

Ο Baal Hammon-Κρόνος, στο θρόνο του (1ος αι.), Rijksmuseum van Oudheden, Leiden
Κεφαλή του Melqart-Ηρακλή (circa 500-480 π.X.), Museo Barracco di Scultura Antica, Ρώμη

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Χρονολόγηση με βάση τα αστρονομικά στοιχεία του κειμένου

Αλλά πότε έγιναν όλα αυτά; Πότε έγινε αυτό το ταξίδι του ‘ξένου’ για τον Καρχηδόνιο Σύλλα, που ήταν όμως Έλληνας, σύμφωνα με τα γραφόμενα; Πότε έγινε αυτή η σπουδαία συνάντηση του Λαμπρία και των συνομιλητών του στην Ρώμη; Στο κείμενο αναγράφονται δύο Αστρονομικά στοιχεία που θα μας οδηγήσουν στην χρονολόγηση.

Τα ταξίδια από την Μεσόγειο Θάλασσα προς την ‘μεγάλη ήπειρο’ πραγματοποιούνται κάθε 30 χρόνια, σύμφωνα με το αρχαίο κείμενο, όταν ο ‘αστέρας του Κρόνου’ τον οποίο οι λαοί της Μεσογείου Θαλάσσης αποκαλούν Φαίνοντα, ενώ στην ‘μεγάλη ήπειρο’ τον ονομάζουν Νυκτούρο, εισέρχεται στον αστερισμό του Ταύρου. Πράγματι, ο χρόνος περιφοράς του πλανήτη Κρόνου γύρω από τον Ήλιο είναι περίπου 30 (29.4571) χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι κάθε 30 χρόνια ο Κρόνος φαίνεται να προβάλλεται στο ίδιο μέρος του ουρανού, επί του Ζωδιακού Κύκλου.

Οι αρχαίοι Έλληνες ξεχώριζαν τα αστέρια σε απλανείς και πλάνητες αστέρες. Δηλαδή σε αστέρες που έχουν μια σταθερή θέση στον ουρανό, για ένα επίγειο παρατηρητή και σε αστέρες που μετακινούνται (πλανώνται) επί της ουρανίου σφαίρας. Αυτοί οι τελευταίοι, ορατοί δια γυμνού οφθαλμού, λόγω ακριβώς αυτής της ‘ιδιαιτερότητας’ αποδόθηκαν σε θεότητες. Πρόκειται για τον Ήλιο, την Σελήνη, τον Ερμή, την Αφροδίτη, τον Άρη, τον Δία και τον Κρόνο. Διατήρησαν όμως και ένα χαρακτηρισμό. Έτσι ο αστέρας του Κρόνου λέγεται Φαίνων, ο αστέρας του Δία Φαέθων, ο αστέρας του Άρη Πυρόεντας κλπ.

Είναι γνωστό ότι όλοι οι πλανήτες (Ερμής, Αφροδίτη, Γη, Άρης, Δίας, Κρόνος, Ουρανός, Ποσειδών), και οι νάνοι πλανήτες (Δήμητρα, Πλούτων-Χάρων, Έρις κλπ) περιφέρονται γύρω από τον Ήλιο σε ελλειπτικές τροχιές, επί ενός νοητού επιπέδου που ονομάζεται εκλειπτική ή ζωδιακός κύκλος καθώς ‘οριοθετείται’ από τα 12 ζώδια. Δηλαδή χωρίζεται σε 12 μέρη που το καθένα ‘χαρακτηρίζεται’ από ένα αστερισμό-Ζώδιο. Οι Αστερισμοί είναι ομάδες (απλανών) αστέρων που φαίνονται προβαλλόμενες σε κάποιο μέρος του ουρανού να σκιαγραφούν ένα ζώο ή μια μορφή ή ένα αντικείμενο που τους δίνει και το όνομα τους. Δώδεκα εξ αυτών είναι τα γνωστά Ζώδια. Όλοι οι αστερισμοί συνδέονται με κάποιο μύθο.

Συνεπώς κάθε πλανήτης καθώς περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο, φαίνεται να προβάλλεται διαδοχικά σε καθένα από τα δώδεκα Ζώδια. Έτσι ο πλανήτης Κρόνος (Φαίνων ή Νυκτούρος) κάθε 30 χρόνια, που είναι ο χρόνος περιφοράς του γύρω από τον Ήλιο, θα προβάλλεται πάνω στο ίδιο Ζώδιο. Για τα συγκεκριμένα ταξίδια έχει γίνει η επιλογή της προβολής του πλανήτη Κρόνου στον αστερισμό του Ταύρου. Θα μπορούσε να είχε γίνει οποιαδήποτε άλλη επιλογή αστερισμού-Ζωδίου. Και πάλι θα ίσχυαν τα 30 χρόνια.

Ακρωτήρι Θήρας: Η ζωφόρος του Στόλου (απόσπασμα).

Γιατί άραγε επελέγη ο αστερισμός του Ταύρου; Φυσικά ο πλανήτης Κρόνος έχει απόλυτο σχέση με την ύπαρξη και λατρεία του Τιτάνα Κρόνου στο νησί της ‘μεγάλης ηπείρου’. Ο μύθος που διασώζει ο Ερατοσθένης (έργο Καταστερισμοί) για τον αστερισμό του Ταύρου είναι ότι πρόκειται για τον Ταύρο-Σύμβολο του Δία-που έτσι μεταμορφωμένος έκλεψε την Ευρώπη από την Φοινίκη και την έφερε στην Κρήτη. Ο γιός του Δία και της Ευρώπης, ο Μίνωας, είναι ο ιδρυτής του μεγάλου πολιτισμού και της θαλασσοκρατίας της Κρήτης (Μινωικός Πολιτισμός). Ο Ταύρος είναι το ιερό σύμβολο του Μινωικού πολιτισμού με ακμή περί το 2000 π.Χ. Μία σύνδεση Κρήτης-Φοινίκης-Καρχηδόνας;;; Είναι αποδεκτό ότι τα Μινωικά καράβια έφταναν σε πολύ μακρινές αποστάσεις σε σχέση με την Κρήτη.

Ο Ηρακλής πάλι, που πρώτος εγκαινίασε αυτά τα ταξίδια σύμφωνα με το αρχαίο κείμενο, ήταν γιος του Δία, ημίθεος. Ένας ξεχωριστός ήρωας που τιμάται εξίσου από τους Έλληνες, τους Φοίνικες, τους Καρχηδόνιους και τους Αιγύπτιους. Ο Melqart-Ηρακλής έχει τον μεγάλο ναό του στην Τύρο της Φοινίκης ή στην αποικία των Φοινίκων στην Ταρτησσό, επί του Ατλαντικού Ωκεανού, κοντά στις Ηράκλειες Στήλες (Γιβραλτάρ).

Μοιάζει ως ο Ηρακλής να ‘επανασυνδέει’ τον Δία-Ταύρο (Μινωική Κρήτη) με τον εξόριστο λαό του Κρόνου. Αυτό θα μπορούσε συμβολικά να σημαίνει η ‘είσοδος’- προβολή του ‘αστέρα του Κρόνου’ στον αστερισμό του Ταύρου-Δία.

Αλλά πότε έγινε αυτό τον 1ο αιώνα μ.Χ. τότε που ζούσε ο Πλούταρχος; Στις χρονολογίες που φαίνονται στον πίνακα εισόδου-εξόδου του πλανήτη Κρόνου από τον αστερισμό του Ταύρου, παρατηρούμε ότι το 26 μ.Χ. ο Πλούταρχος ήταν αγέννητος (γεννήθηκε το 45 μ.Χ.), το 56 μ.Χ. ήταν μόλις 11 ετών, ενώ το 85 μ.Χ. ήταν 40 ετών. Πάντως ο Έλληνας άποικος, ‘ξένος’ για τον Καρχηδόνιο Σύλλα, πρέπει να επέστρεψε από την ‘μεγάλη ήπειρο’ στην Μεσόγειο Θάλασσα σε κάποια από αυτές τις χρονολογίες.

Πίνακας με τις χρονολογίες εισόδου/εξόδου του πλανήτη Κρόνου στον αστερισμό του Ταύρου, κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ

Το δεύτερο αστρονομικό στοιχείο είναι η αναφορά του αρχαίου κειμένου για μια ηλιακή έκλειψη, η οποία είχε προηγηθεί της συγκεκριμένης συνάντησης-συζήτησης του Λαμπρία, Σύλλα κλπ συνομιλητών. Αυτή η ηλιακή έκλειψη ξεκίνησε ‘αμέσως μετά το μεσημέρι’ (12 μ.μ.). Η περιγραφή που δίνεται (φάνηκαν τα αστέρια στον ουρανό, το χρώμα του ουρανού κλπ) οδηγεί σε ολική ηλιακή έκλειψη. Ηλιακή έκλειψη συμβαίνει όταν τα τρία σώματα Ήλιος-Σελήνη-Γη ευθυγραμμίζονται απολύτως, οπότε ο δίσκος της Σελήνης που παρεμβάλλεται ανάμεσα στα άλλα δύο σώματα καλύπτει πλήρως τον δίσκο του Ηλίου και η σκιά της Σελήνης πέφτει πάνω σε κάποιες περιοχές της Γης. Οπότε σε αυτές τις περιοχές σταδιακά σκοτεινιάζει και για λίγα λεπτά της ώρας υπάρχει απόλυτο σκοτάδι, καθώς ο δίσκος του Ηλίου είναι πλήρως καλυμμένος. Στις γειτονικές περιοχές εμφανίζεται μερική ηλιακή έκλειψη. Δηλαδή ο ηλιακός δίσκος είναι καλυμμένος κατά ένα ποσοστό.

Με βάση αυτή την αναφορά έχουν προταθεί κατά καιρούς διάφορες χρονολογήσεις και διάφοροι τόποι:

  • Ginzel, 1899: 71, March 20, Chaeronia
  • Sandbach, 1929: 75, January 5, Carthage, Rome
  • Sandbach, 1929: 83, December 27, Alexandria
  • Cherniss, 1957: Later than 75, in or about Rome
  • Hirzel, 1895: After the devastation of Delphi and before the restoration of the oracle.
  • Adler, 1910: Before 84

Αλλά από τους καταλόγους εκλείψεων της NASA [https://eclipse.gsfc.nasa.gov/solar.html] φαίνεται ότι δεν υπάρχει ολική ηλιακή έκλειψη ορατή στην Ρώμη, τον 1ο αιώνα μ.Χ. Όμως στο αρχαίο κείμενο δεν διευκρινίζεται αν αυτή η ολική ηλιακή έκλειψη έγινε ορατή από την Ρώμη ή από κάποια άλλη περιοχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Γιατί πράγματι όπως φαίνεται στον πίνακα των ολικών ηλιακών εκλείψεων, συνέβησαν αρκετές τέτοιες εκλείψεις μεταξύ των ετών 1-120 μ.Χ. και ήταν ορατές από διάφορες περιοχές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Πίνακας με τις χρονολογίες των ολικών ηλιακών εκλείψεων που ήταν ορατές σε περιοχές της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ.

Όπως φαίνεται από αυτόν τον πίνακα, οι εκλείψεις των ετών 17, 21 και 24 μ.Χ. πρέπει να αποκλεισθούν, καθώς ο Πλούταρχος ήταν τότε αγέννητος. Επίσης πρέπει να αποκλεισθεί και η έκλειψη του 59 μ.Χ. γιατί ο Πλούταρχος ήταν τότε, μόλις 14 ετών. Επειδή στο αρχαίο κείμενο διευκρινίζεται ότι η έκλειψη ξεκίνησε αμέσως μετά το μεσημέρι, οφείλουμε να εξαιρέσουμε και τις εκλείψεις των ετών 71, 113 και 118 μ.Χ. οι οποίες ξεκινούν πρωινές ώρες. Συνεπώς μένουν μόνο δύο εκλείψεις που πληρούν τις προδιαγραφές του αρχαίου κειμένου. Οι ολικές ηλιακές εκλείψεις των ετών 75 και 83 μ.Χ., όταν ο Πλούταρχος ήταν 30 και 38 ετών, αντίστοιχα.

Η ολική ηλιακή έκλειψη του 75 μ.Χ. έγινε ορατή στην Τυνησία, στην Σικελία, Νότια Ιταλία και στα Βαλκάνια, ενώ στην Ρώμη έγινε ορατή με μεγάλη κάλυψη του ηλιακού δίσκου, 89% και φυσικά σκοτείνιασε πάρα πολύ, μέσα στο μεσημέρι. Η ολική ηλιακή έκλειψη του 83 μ.Χ. έγινε ορατή στην Αίγυπτο και την Μεσοποταμία, ενώ στην Ρώμη έγινε ορατή με κάλυψη του ηλιακού δίσκου, 63%.

Η ζώνη (zone of totality) που έγινε ορατή η ολική έκλειψη του 75 μ.Χ. (δύο παράλληλες γραμμές) διέρχεται από την Αφρική, την Ιταλία και τα Βαλκάνια. Στον ενσωματωμένο πίνακα αναγράφονται όλα τα στοιχεία της συγκεκριμένης έκλειψης που αναλογούν σε παρατήρηση από την Ρώμη, όπου ο ηλιακός δίσκος σκοτείνιασε σχεδόν κατά 90% (μερική ηλιακή έκλειψη).

Επανερχόμενοι στον πίνακα εισόδου-εξόδου του πλανήτη Κρόνου στον αστερισμό του Ταύρου και σε συνδυασμό με τον πίνακα των ολικών ηλιακών εκλείψεων, παρατηρούμε ότι το ταξίδι της επιστροφής του ‘ξένου’ δεν μπορεί να πραγματοποιήθηκε τα έτη 85-88 μ.Χ. καθόσον οι ηλιακές εκλείψεις που έπονται αυτής της χρονολογίας ξεκινούν πρωινές ώρες και όχι ‘αμέσως μετά το μεσημέρι’. Εξ άλλου υπάρχει μια πληροφορία ότι ο Πλούταρχος δεν ταξίδευε μετά το 90 μ.Χ. Συνεπώς δεν υπάρχει άλλη επιλογή. O ‘ξένος’, δηλαδή ο συγκεκριμένος Έλληνας άποικος, έφυγε από την Μεσόγειο Θάλασσα για την ‘μεγάλη ήπειρο’, με την αποστολή του 26 μ.Χ. και επέστρεψε με την αποστολή αποίκων που έφυγε από την Μεσόγειο Θάλασσα το 56 μ.Χ.

Κάνοντας μερικούς υπολογισμούς έχουμε ότι τον Απρίλιο του 56 μ.Χ. (επί αυτοκρατορίας του Νέρωνα), με την ‘είσοδο’ του πλανήτη Κρόνου στον αστερισμό του Ταύρου ξεκινούν οι χρονοβόρες προετοιμασίες των πλοίων για το μεγάλο ταξίδι. Αν αυτές διήρκεσαν ένα χρόνο, τότε η αποστολή ξεκίνησε την άνοιξη του 57 μ.Χ. και έφτασε στην ‘μεγάλη ήπειρο’ μετά από μήνες. Λογικά, το ταξίδι της επιστροφής δεν μπορεί να ξεκίνησε αμέσως. Θα έγιναν και εκεί χρονοβόρες προετοιμασίες, έπρεπε να ξεκουραστούν τα πληρώματα των καραβιών, να επιδιορθωθούν τυχόν ‘αβαρίες’ των πλοίων κλπ. Αν έφυγαν το 58 μ.Χ. τότε ο συγκεκριμένος άποικος επέστρεψε στην πατρίδα του το 58-59 μ.Χ. Σίγουρα δεν έφυγε αμέσως για την Καρχηδόνα, χρειαζόταν κάποια ξεκούραση, να δει τους δικούς του ανθρώπους και βεβαίως να ετοιμαστεί κατάλληλα για το νέο του ταξίδι. Αν έφτασε στην Καρχηδόνα το 63 μ.Χ. και έμεινε εκεί πολύ καιρό, έστω δέκα χρόνια, ώσπου να ανακαλύψει τις θαμμένες ιερές περγαμηνές, όπως γράφεται στο αρχαίο κείμενο, τότε συνάντησε τον Σύλλα, το 73 μ.Χ., αφού είχε βρει τις περγαμηνές, σύμφωνα με την διήγηση του Σύλλα. Η ολική ηλιακή έκλειψη έγινε τον Ιανουάριο του 75 μ.Χ. και η συνάντηση-συζήτηση του Σύλλα και των υπολοίπων συνομιλητών έγινε λίγο μετά, στην Ρώμη, την άνοιξη του 75 μ.Χ. Αυτή η υπόθεση ταιριάζει αφενός με τα δυο αστρονομικά στοιχεία που παρέχει το ίδιο το κείμενο του Πλουτάρχου και αφετέρου με την χρονολογία που πρέπει να έγινε η δεύτερη επίσκεψη του Πλουτάρχου στην Ρώμη. Υπενθυμίζεται ότι η πρώτη επίσκεψη του Πλουτάρχου στην Ρώμη έλαβε χώρα περί το 69 μ.Χ.

Η τροχιά του πλανήτη Κρόνου καθώς αυτός διέρχεται από το τμήμα του ουράνιου θόλου που χαρακτηρίζεται από το ζώδιο του Ταύρου, κατά τα έτη 56-58 μ.Χ.

Πρόκειται για μία πολύ ταραγμένη περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, καθώς η διάδοση του Χριστιανισμού ήταν έντονη και αρχίζουν οι πρώτοι διωγμοί. Η μεγάλη πυρκαγιά της Ρώμης επί Νέρωνα, έγινε το 64 μ.Χ. και σηματοδότησε τον πρώτο μεγάλο διωγμό των Χριστιανών. Μετά την αυτοκτονία του Νέρωνα ανέλαβε αυτοκράτορας ο Γάλβας που δολοφονήθηκε το 69 μ.Χ. , μετά ο Όθωνας που αυτοκτόνησε το ίδιο έτος, το 69 μ.Χ., και ο Βιτέλλιος που δολοφονήθηκε επίσης το 69 μ.Χ. Τελικά έγινε αυτοκράτορας ο Βεσπασιανός (69-79 μ.Χ.) της δυναστείας των Φλαβίων.

Γεωγραφικός προσδιορισμός της αποικίας

Πού βρίσκεται όμως αυτή η τοποθεσία με τους Έλληνες στην ‘μεγάλη ήπειρο’; Είδαμε ήδη ότι αυτή η μεγάλη ηπειρωτική χώρα που είναι στην ‘μεγάλη θάλασσα’ πέρα από την Μεσόγειο θάλασσα, πρέπει να είναι η Αμερική, ενώ η ‘μεγάλη θάλασσα’ δεν μπορεί να είναι άλλη από τον Ατλαντικό Ωκεανό. Η τοποθεσία με την Ελληνική αποικία προσδιορίζεται από το κείμενο του Πλουτάρχου. Είναι γύρω από ένα κόλπο της ‘μεγάλης ηπείρου’, δηλαδή της Αμερικής, που είναι μεγαλύτερος από την Μαιώτιδα λίμνη (Αζοφική Θάλασσα) που βρίσκεται στο βόρειο μέρος του Ευξείνου Πόντου. Το στόμιο αυτού του κόλπου βρίσκεται στην ίδια ευθεία (άρα στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος) με το στόμιο της Κασπίας Θάλασσας (μετά τον Εύξεινο Πόντο, στην Ασία). Το βόρειο γεωγραφικό πλάτος στο δέλτα του ποταμού Βόλγα που χύνεται στο βόρειο άκρο της Κασπίας Θάλασσας είναι 45 μοίρες 53 πρώτα λεπτά 17.37 δεύτερα λεπτά. Αλλά στο ίδιο βόρειο γεωγραφικό πλάτος επί των Αμερικανικών ακτών, στο Βόρειο Ατλαντικό Ωκεανό, βρίσκεται η είσοδος του κόλπου Saint Lawrence (45 μοίρες 48 πρώτα λεπτά 46.84 δεύτερα λεπτά) μεταξύ των νήσων Nova Scotia και New Foundland. Το εμβαδόν του κόλπου (236000 τετρ. χλμ) είναι σαφώς μεγαλύτερο από το εμβαδόν της Αζοφικής Θάλασσας (39000 τετρ. χλμ). Συνεπώς η πανάρχαιη αυτή Ελληνική αποικία την οποία αναφέρει ο Πλούταρχος, βρισκόταν στον σημερινό Καναδά, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας το προσδιορίζει δίνοντας αυτή την ξεκάθαρη περιγραφή.

Το γεωγραφικό πλάτος της Κασπίας θάλασσας (στο δέλτα του ποταμού Βόλγα, 45 μοίρες 53 πρώτα λεπτά 17.37 δεύτερα λεπτά) στην Ασία είναι το ίδιο με το γεωγραφικό πλάτος του κόλπου Saint Lawrence ( είσοδος κόλπου μεταξύ των νήσων Nova Scotia και New Foundland, 45 μοίρες 48 πρώτα λεπτά 46.84 δεύτερα λεπτά) στον Καναδά.

Όμως ο εντοπισμός του νησιού που βρίσκεται ο Κρόνος βασίζεται στην Ομηρική Ωγυγία (το νησί της Καλυψούς στο οποίο έμεινε ο Οδυσσέας) με βάση την διήγηση του Σύλλα. Η Ωγυγία, κατά τον Πλούταρχο βρίσκεται στον Ατλαντικό Ωκεανό, δυτικά των Βρετανικών Νήσων, απέχοντας από αυτές, πέντε μέρες ταξίδι με τα καράβια εκείνης της εποχής. Κοιτώντας ένα χάρτη, θα δούμε ότι τα κοντινότερα νησιά που απέχουν από την Βρετανία και την Ιρλανδία (Βρετανικές Νήσοι) είναι στα βορειοδυτικά η Ισλανδία και στα νοτιοδυτικά οι Αζόρες. Αν αποπλεύσουν από την Σκοτία (Εβρίδες Νήσοι, γνωστές στην αρχαιότητα) προς την Ισλανδία με ταχύτητα 7 χλμ/ώρα (3.77 κόμβοι), σε πέντε μέρες θα έχουν διανύσει την απόσταση των 870 χλμ και θα φτάσουν άνετα στην Ισλανδία. Αν όμως αποπλεύσουν από τα νότια, από την Κελτική Θάλασσα, για να φτάσουν στις Αζόρες (απόσταση 2200 χλμ) σε πέντε μέρες θα πρέπει τα πλοία να αναπτύξουν ταχύτητα 18 χλμ/ώρα, πράγμα αδύνατον για τα καράβια εκείνης της εποχής.

Αλλά η διήγηση του Σύλλα συνεχίζει. Η Ωγυγία απέχει από την ‘μεγάλη ήπειρο’, δηλαδή την Αμερική, γύρω στα 5000 στάδια (925 χλμ) και το ταξίδι γίνεται με πλοία που χρησιμοποιούν κουπιά. Φυσικά ούτε οι Αζόρες, ούτε η Ισλανδία απέχουν 925 χλμ από την Αμερική. Σε μια τέτοια απόσταση βρίσκονται οι Βερμούδες Νήσοι (1350 χλμ από το Χάλιφαξ της νήσου Nova Scotia) που όμως βρίσκονται στα δυτικά της Βρετανίας, αλλά σε απόσταση 5219 χλμ. Αυτή η απόσταση δεν μπορεί να καλυφθεί με κωπήλατα πλοία σε πέντε μέρες.

Εν κατακλείδι, δεν υπάρχει καμία νήσος στον Ατλαντικό Ωκεανό, στα δυτικά της Βρετανίας, που να απέχει 5 μέρες ταξίδι με κωπήλατα πλοία και ταυτόχρονα να απέχει 5000 στάδια από την Αμερική. Επισημαίνεται ότι, η απόσταση αυτή ταιριάζει στην νήσο New Foundland που απέχει 1085 χλμ από την αμερικανική ακτή (Saint Lawrence river, Quebec).

Επιπροσθέτως, δίνεται και η πληροφορία από τον Σύλλα, ότι τα πλοία φτάνουν στην ‘μεγάλη ήπειρο’ κωπηλατώντας γιατί το ‘πέλαγος είναι λασπουδερό, δύσκολα προσβάσιμο, λόγω των πολλών ρευμάτων’. Και μάλιστα διευκρινίζεται ότι αυτά ‘τα ρεύματα βγαίνουν από την ηπειρωτική χώρα’, δηλαδή την Αμερική. Συνεπώς γνώριζαν τα θαλάσσια ρεύματα του Ατλαντικού Ωκεανού που ξεκινούν από τον κόλπο του Μεξικού (Gulf stream current).

Για τον προσδιορισμό του νησιού που βρίσκεται φυλακισμένος ο Κρόνος και ζουν οι Έλληνες άποικοι χρησιμοποιούνται τρία νησιά που βρίσκονται στα βοριοδυτικά (εκεί που δύει ο Ήλιος το καλοκαίρι) του βόρειου Ατλαντικού Ωκεανού (Κρόνιο Πέλαγος). Τα τρία αυτά νησιά βρίσκονται μακριά από την Ωγυγία και ‘απέχουν σε ίση απόσταση από την Ωγυγία και μεταξύ τους’. Η Ελληνική Αποικία, το νησί του Κρόνου, είναι ένα από αυτά τα τρία νησιά.

Αν υπονοείται ότι τα τρία νησιά σχηματίζουν ένα ισόπλευρο τρίγωνο, τότε θα μπορούσε να είναι η Γροιλανδία, το Baffin Island στον Καναδά και η New Foundland στον κόλπο του Saint Lawrence που απέχουν περίπου 1200 χλμ, το ένα από το άλλο.

Γροιλανδία-Baffin Island: 1167 χλμ

Γροιλανδία – New Foundland: 1166 χλμ

Baffin Island – New Foundland: 1218 χλμ

Τα τρία νησιά, Γροιλανδία (G), Baffin island (B) και New Foundland (F) σχηματίζουν ένα ισόπλευρο τρίγωνο, καθώς απέχουν το ένα από το άλλο περίπου 1200 χλμ. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, θα πρέπει και τα τρία νησιά να ισαπέχουν από την Ωγυγία. Δηλαδή, η Ωγυγία θα έπρεπε να βρισκόταν στο κέντρο αυτού του τριγώνου. Όμως εκεί δεν υπάρχει κανένα νησί. Ούτε φυσικά ισαπέχουν από την Ισλανδία, αν υποθέσουμε ότι εκεί βρισκόταν η αρχαία Ωγυγία.

Αλλά σε αυτή την περίπτωση η Ωγυγία θα έπρεπε να βρίσκεται στο κέντρο του ισοπλεύρου τριγώνου που σχηματίζεται από αυτά τα τρία νησιά. Έτσι αυτά τα νησιά θα ισαπέχουν και από την Ωγυγία. Αλλά σε αυτή την θέση δεν υπάρχει κανένα νησί.

Αν όμως υπονοείται ότι τα τρία νησιά ισαπέχουν ανά δύο, δηλαδή σχηματίζουν ισοσκελές τρίγωνο, ενώ βρίσκονται μακριά από την Ωγυγία και σε ίση απόσταση από αυτή, τότε πρόκειται για τα νησιά Ισλανδία, Γροιλανδία και New Foundland.

Ισλανδία-Γροιλανδία : 1270 χλμ

Γροιλανδία- New Foundland: 1170 χλμ

Δηλαδή σχηματίζουν ισοσκελές τρίγωνο με τις δυο ίσες πλευρές να είναι περίπου 1200 χλμ.

Αυτά τα τρία νησιά είναι μακριά και απέχουν εξίσου από τις Αζόρες (Terceira island), περίπου 2600 χλμ.

Αζόρες-Ισλανδία: 2750 χλμ

Αζόρες –Γροιλανδία: 2590 χλμ

Αζόρες – New Foundland: 2600 χλμ

Τα τρία νησιά, Γροιλανδία (G), Ισλανδία (I) και New Foundland (F) σχηματίζουν ένα ισοσκελές τρίγωνο, καθώς η Γροιλανδία απέχει περίπου 1200-1300 χλμ. από την Ισλανδία και από την New Foundland, αντίστοιχα. Και τα τρία νησιά απέχουν εξίσου από τις Αζόρες (Terceira island), περίπου 2600-2700 χλμ. Όμως οι Αζόρες, ως Ωγυγία δεν απέχουν 5000 στάδια από την Αμερική, όπως αναφέρεται για την Ωγυγία από τον Πλούταρχο σε αυτό το ίδιο κείμενο.

Σε αυτή την περίπτωση, η Ομηρική Ωγυγία πρέπει να είναι στις Αζόρες. Ο Όμηρος χαρακτηρίζει την Ωγυγία ‘ομφαλό της θάλασσας’. Οι Αζόρες βρίσκονται πάνω στην Μεσο-Ατλάντια ράχη, το μεγάλο ρήγμα που διαπερνά από βορά προς νότο τον Ατλαντικό Ωκεανό.

Παρατηρούμε ότι και στις δύο περιπτώσεις, αποκλείεται η Ωγυγία να είναι η Ισλανδία, αν και το ταξίδι των πέντε ημερών από την Βρετανία την καλύπτει. Στην πρώτη περίπτωση, η Ωγυγία θα ήταν στο κέντρο του ισόπλευρου τριγώνου, του οποίου μια κορυφή κατέχει η Ισλανδία. Στην δεύτερη περίπτωση, η Ισλανδία βρίσκεται σε μια κορυφή του ισοσκελούς τριγώνου που απέχει από την Ωγυγία-Αζόρες ίση απόσταση, όπως και τα άλλα δύο νησιά.

Όμως και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ένα κοινό νησί, η New Foundland, που συμπίπτει και με το γεωγραφικό πλάτος που δίνει ο ίδιος ο Πλούταρχος, συγκρίνοντας το, με εκείνο της Κασπίας Θάλασσας. Στο νησί αυτό υπάρχουν και σήμερα χρυσορυχεία, ενώ σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Κρόνος κοιμάται σε χρυσό σπήλαιο. Ο Έλληνας άποικος που έφυγε από εκεί, μετέφερε χρυσά αντικείμενα σύμφωνα με την διήγηση του Σύλλα.

Συνεπώς η αποικία των Ελλήνων που περιγράφει ο Πλούταρχος βρισκόταν στην νήσο New Foundland. Εκεί έφτανε κάθε 30 χρόνια νέα αποστολή αποίκων ώστε να διατηρηθεί το Ελληνικό στοιχείο. Αυτές οι αποστολές-σύμφωνα με το αρχαίο κείμενο- ξεκίνησαν με τον Ηρακλή, περί το 1300 π.Χ. και συνεχίστηκαν μέχρι την εποχή του Πλουτάρχου, τον 1ο αιώνα μ.Χ. Ίσως τότε και να τελείωσαν, καθόσον η εύρεση και η ‘εξαφάνιση ή διασφάλιση’ των ιερών περγαμηνών να ήταν και η τελευταία αποστολή. Οι εποχές έχουν αλλάξει. Ο Χριστιανισμός, ήδη ισχυρός, έβαζε την ταφόπλακα στην μακραίωνη και πλούσια σε όποια δράση, αρχαιότητα.

Αναλυτική ναυτική περιγραφή του ταξιδιού – Ρεύματα Ατλαντικού Ωκεανού

Στο κείμενο του Πλουτάρχου δεν αναφέρεται από πού ξεκινούσαν αυτά τα ταξίδια. Το μόνο που γράφεται είναι ότι αυτός ο Έλληνας άποικος-‘ξένος’ για τον Καρχηδόνιο Σύλλα, νοστάλγησε το ‘μεγάλο νησί του’, την πατρίδα του και επέστρεψε. Αν κυριολεκτεί, τότε έχουμε να επιλέξουμε ανάμεσα στα πέντε μεγάλα νησιά της Μεσογείου Θαλάσσης: Σικελία, Σαρδηνία, Κύπρος, Κορσική και Κρήτη. Επειδή πρόκειται για Έλληνες κατοίκους του νησιού, αποκλείονται η Σαρδηνία και η Κορσική για τον 1ο αιώνα μ.Χ.

Έστω ότι ξεκινούσαν από την Κρήτη και φυσικά κατευθυνόντουσαν προς τις Ηράκλειες Στήλες (Γιβραλτάρ) σε απόσταση 4120 χλμ. Επειδή αυτά τα πλοία μεταφέρουν ανθρώπους και προμήθειες δεν μπορεί να ταξιδεύουν γρήγορα. Έστω ότι κινούνται με 3 κόμβους (1 κόμβος=1.85 χλμ/ώρα). Οπότε θα φτάσουν στο Γιβραλτάρ σε 31 μέρες, αν ταξιδεύουν χωρίς διακοπή. Εκεί όμως θα σταματήσουν στην Ταρτησσό, το μεγάλο αυτό λιμάνι επί του Ατλαντικού Ωκεανού (Ισπανία) για ανεφοδιασμό.

Στην συνέχεια, κινούνται βόρεια ακολουθώντας την ακτογραμμή της Ευρώπης επί του Ατλαντικού Ωκεανού, φτάνοντας στην Αρκτική Ζώνη. Αυτό είναι εμφανές καθόσον όσοι επέζησαν από τις κακουχίες του ταξιδιού, έφτασαν στα ‘νησιά που βρίσκονται κοντά στις ακτές, κατοικούνται από Έλληνες και βλέπουν τον Ήλιο να κρύβεται για λιγότερο από μία ώρα επί 30 μέρες. Αυτή είναι νύχτα που έχει σκοτάδι ελαφρύ και λυκαυγές που φέγγει από την δύση’. Η περιγραφή αφορά τον Ήλιο του Μεσονυκτίου που είναι φαινόμενο της Αρκτικής Ζώνης. Ο Ήλιος χαμηλώνει προς την δύση, αλλά δεν δύει και ανεβαίνει πάλι ψηλά στον ορίζοντα.

Ο άξονας περιστροφής της Γης έχει μια κλίση 23.4 μοίρες ως προς την Εκλειπτική. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο Ήλιος να φωτίζει τον ένα εκ των δύο πόλων της Γης, εναλλάξ, συνεχώς όλο το 24ωρο, για μισό χρόνο περίπου. Έτσι στον Βόρειο Πόλο έχουμε την μεγαλύτερη διάρκεια ημέρας, σχεδόν 24 ώρες, κατά το θερινό ηλιοστάσιο (Ιούνιος) και την μεγαλύτερη διάρκεια νύχτας, σχεδόν 24 ώρες, κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο (Δεκέμβριος). Το θερινό ηλιοστάσιο το 100 μ.Χ. ήταν στις 21-22 Ιουνίου.

Εντοπίσαμε την περιοχή επί της Ευρωπαϊκής ακτής, στον Ατλαντικό Ωκεανό, που ο Ήλιος ‘κρύβεται για λιγότερο από μια ώρα, για 30 μέρες’. Προφανώς χρονικά αυτό ισχύει κατά το θερινό ηλιοστάσιο. Πρόκειται για το Αρχιπέλαγος Vega με 6500 νησιά κατάσπαρτα κοντά στην ακτή της Νορβηγίας, όπως ακριβώς περιγράφεται στο κείμενο του Πλουτάρχου. Η πόλη Eiden (Γεωγραφικό πλάτος: 65 μοίρες 31 πρώτα λεπτά 41.60 δεύτερα λεπτά) έχει διάρκεια ημέρας 23 ώρες και 10 πρώτα λεπτά της ώρας κατά το θερινό ηλιοστάσιο. Εδώ καταλήγει το ρεύμα του κόλπου του Μεξικού (Gulf Stream) με το οποίο φτάνουν οι μπακαλιάροι και εδώ γίνεται η μεγάλη αλιεία του μπακαλιάρου.

Η απόσταση από το Γιβραλτάρ μέχρι τα νησιά Vega είναι 8850 χλμ. Αν τα πλοία ταξιδεύουν με την ταχύτητα των 3 κόμβων χωρίς διακοπή, χρειάζονται 66 μέρες για να φτάσουν σε αυτά τα νησιά της Νορβηγίας. Συνεπώς αν έφυγαν την άνοιξη του 57 μ.Χ., όπως έχουμε αναφέρει προηγουμένως, μετά από ταξίδι 3-4 μηνών με ενδιάμεσες στάσεις έφτασαν στις ακτές της Νορβηγίας τον Ιούνιο-Ιούλιο του 57 μ.Χ. Θα πρέπει όμως να επισημάνουμε ότι και σε αυτή την περιοχή, ακτές Νορβηγίας, Αρχιπέλαγος Vega, κατοικούν Έλληνες, σύμφωνα με το κείμενο του Πλουτάρχου. Αυτοί οι Έλληνες τους φιλοξενούν για τρεις μήνες, δηλαδή για όλο το καλοκαίρι σύμφωνα με την διήγηση του Σύλλα.

Η διαδρομή του θαλάσσιου ταξιδιού από την Μεσόγειο Θάλασσα μέχρι τις ακτές της Νορβηγίας.

Στην συνέχεια ‘διαπεραιώνονται – περνούν απέναντι με την βοήθεια των ανέμων’, με την βοήθεια των ρευμάτων του Βόρειου Ατλαντικού Ωκεανού. Γιατί όμως χρειάστηκε να περιμένουν όλο το καλοκαίρι, πριν να συνεχίσουν το ταξίδι τους και να ‘περάσουν απέναντι’ στην Αμερική; Για δύο λόγους: α) Το καλοκαίρι λιώνουν τα παγόβουνα που υπάρχουν στην Αρκτική Ζώνη και είναι επικίνδυνα για την ναυσιπλοΐα β) Το Norwegian Current (Ρεύμα της Νορβηγίας) που θα τους οδηγήσει στον Ατλαντικό Ωκεανό έχει μεγαλύτερη ταχύτητα, το φθινόπωρο. Συνεπώς θα ενισχυθεί η ταχύτητα των πλοίων με την ταχύτητα του ρεύματος, μέσα στο οποίο θα ταξιδέψουν και θα διανύσουν πιο γρήγορα αυτή την βόρεια και κρύα περιοχή.

Το ρεύμα αυτό έρχεται από τα δυτικά στην ακτή της Νορβηγίας και από εκεί στρέφεται βόρεια προς να νησιά Svalbard (Spitsbergen Current). Στην συνέχεια το ρεύμα στρέφεται νότια προς την Γροιλανδία, περνώντας μεταξύ Ισλανδίας και Γροιλανδίας (East and West Greenland currents) και κατευθύνεται προς την Αμερική, φτάνοντας στον κόλπο του Labrador (Gulf of Labrador Current) και στο βόρειο άκρο της νήσου New Foundland.

Η απόσταση αυτής της διαδρομής από την Νορβηγία μέχρι την νήσο New Foundland είναι 6430 χλμ. Αν ταξίδευαν με 3 κόμβους θα ήθελαν 48 μέρες χωρίς διακοπή. Αλλά το θαλάσσιο ρεύμα το φθινόπωρο έχει μια ταχύτητα 30 cm/sec=1080 m/hour. Συνεπώς ενισχύεται με αυτή την ταχύτητα, η ταχύτητα των καραβιών και ο χρόνος ταξιδιού μειώνεται σε 31 μέρες, χωρίς διακοπή. Δηλαδή ξεκινώντας την άνοιξη του 57 μ.Χ. φτάνουν στο νησί New Foundland, τον Οκτώβριο-Νοέμβριο του 57 μ.Χ., σύμφωνα με τους προηγούμενους υπολογισμούς μας.

Εποχιακές μεταβολές στην επιφανειακή ταχύτητα των θαλασσίων ρευμάτων, κοντά στην Νορβηγία (η έγχρωμη μπάρα). Φαίνεται ότι η μεγαλύτερη ταχύτητα του ρεύματος είναι το φθινόπωρο. Τα βέλος δείχνει την κατεύθυνση του ρεύματος (και των καραβιών) προς τα Svalbard islands. [Από την μελέτη των Laurindo, Mariano and Lumpkin, 2017, Lumpkin and Johnson, 2013, AOML, NOAA, 2017].
Επιφανειακή ταχύτητα των θαλασσίων ρευμάτων στον Βόρειο Ατλαντικό Ωκεανό, το φθινόπωρο [Από την μελέτη των Laurindo, Mariano and Lumpkin, 2017, Lumpkin and Johnson, 2013, AOML, NOAA, 2017]. Τα καράβια ακολουθούσαν αυτή την διαδρομή των ρευμάτων. Έτσι από τα Svalbard islands έπλεαν μεταξύ Ισλανδίας και Γροιλανδίας, περιέπλεαν την Γροιλανδία και έφταναν στον κόλπο του Labrador, στο βόρειο άκρο της νήσου New Foundland, στον Καναδά.

Επισημαίνεται ότι στην ίδια περιοχή και με τον ίδιο τρόπο έφτασαν σε αυτή την περιοχή οι Vikings (Βίκινγκς), αλλά πολύ αργότερα, το 1000 μ.Χ. Υπάρχουν τα ευρήματα του οικισμού τους. Τα πλοιάρια των Vikings δεν διέφεραν από τα προγενέστερα Φοινικικά πλοιάρια που ταξίδευαν και στον Ατλαντικό Ωκεανό, καθώς έχουν βρεθεί Φοινικικές αποικίες στις ακτές της Ευρώπης και της Αφρικής. Αλλά δεν διέφεραν επίσης από τα πολύ προγενέστερα Μινωικά ή Μυκηναϊκά καράβια. Υπενθυμίζεται ότι στην χώρα των Vikings, στην Νορβηγία, υπήρχε αποικία των Ελλήνων, σύμφωνα με τα γραφόμενα του Πλουτάρχου. Ακόμη να υπενθυμίσουμε ότι την εποχή του Ηρακλή, που σύμφωνα με το αρχαίο κείμενο ξεκίνησαν αυτά τα ταξίδια, κατασκευάστηκε η Αργώ, πλοίο με 50 κωπηλάτες σύμφωνα με τα Ορφικά Αργοναυτικά. Συνεπώς και η τεχνολογία υπήρχε και η γνώση για να πραγματοποιήσουν αυτά τα ταξίδια.

Το αρχαιότερο πλοίο των Βίκινγκς, το Hjortspring, έχει τη μορφή των πετρόγλυφων μινωικών καραβιών.

Το ταξίδι της επιστροφής

Το ταξίδι της επιστροφής θα πρέπει να ξεκίνησε ένα χρόνο μετά την άφιξη της αποστολής εξ αιτίας των νέων και πολλών προετοιμασιών. Δηλαδή πρέπει να ξεκίνησαν το φθινόπωρο του 58 μ.Χ. Τώρα όμως τα καράβια κινούνται νότια, εξέρχονται από το νότιο άνοιγμα του κόλπου Saint Lawrence (νότιο μέρος της νήσου New Foundland), από όπου διέρχεται το ρεύμα που καταλήγει στον κόλπο του Μεξικού (Gulf stream) και συναντούν την διακλάδωση ενός άλλου θαλάσσιου ρεύματος, το Slope Jet Current, οπότε εισέρχονται μέσα σε αυτό το ρεύμα. Η απόσταση που διανύουν μέχρι να εισέλθουν σε αυτό το ρεύμα είναι 1184 χλμ και η απόσταση που ταξιδεύουν μέσα σε αυτό το ρεύμα είναι 1236 χλμ. Συνολικά 2420 χλμ.

Τα ρεύματα Gulf Stream και Slope Jet Current, το φθινόπωρο, έχουν ταχύτητα 20 και 40 cm/sec,αντίστοιχα. Δηλαδή κατά μέσον όρο 30 cm/sec =1080 m/hour. Αυτή η ταχύτητα επιπροστίθεται στην ταχύτητα των καραβιών (3 κόμβοι), καθώς κινούνται μέσα σε αυτό το ρεύμα, με την ίδια διεύθυνση κίνησης και συνεπώς η διάρκεια του ταξιδιού μέσα σε αυτό το ρεύμα είναι 12 μέρες. Το ρεύμα αυτό (Slope Jet Current) φέρνει τα καράβια στον Κεντρικό Ατλαντικό Ωκεανό. Εκεί το ρεύμα διακλαδίζεται με ένα κλάδο να πηγαίνει βόρεια προς Ιρλανδία-Βρετανία (North Atlantic Drift Current) και ακολούθως προς την Νορβηγία και ένα άλλο κλάδο να κατευθύνεται από δυτικά προς τα ανατολικά, προς τις Αζόρες (Azores Current) και τα Κανάρια νησιά (Canary Current), πλησιάζοντας το Γιβραλτάρ. Ό σημαντικός αυτός διαχωρισμός των δύο κλάδων γίνεται περίπου σε βόρειο γεωγραφικό πλάτος 43 μοίρες και δυτικό γεωγραφικό μήκος 45 μοίρες.

Οι ναυτικοί οφείλουν να είναι πολύ προσεκτικοί σε αυτό το σημείο, αν θέλουν να επιστρέψουν στο Γιβραλτάρ και στην Μεσόγειο Θάλασσα και να μην επιστρέψουν εκ νέου στην Αμερική, κινούμενοι προς τα βόρεια. Η σωστή πορεία θα βρεθεί με την βοήθεια της Ουρανογραφίας, την οποία γνώριζαν άριστα οι αρχαίοι ναυτικοί. Για παράδειγμα, αν βρέθηκαν σε αυτή την θέση (διαχωρισμός των δύο κλάδων) στις 3 Σεπτεμβρίου του 58 μ.Χ., την νύχτα, βλέποντας τον ουρανό με τους αστερισμούς και τα πολύ λαμπρά αστέρια, ήταν σε θέση να ξεχωρίσουν στα δυτικά το ‘θερινό τρίγωνο’ που σχηματίζεται από τα τρία λαμπερά αστέρια, τον Vega (της Λύρας), τον Deneb (του Κύκνου) και τον Altair (του Αετού). Στα ανατολικά μπορούσαν να διακρίνουν τον λαμπρό αστέρα Aldebaran του Ταύρου και τα λαμπρά αστέρια του Ορίονα. Συνεπώς μπορεί να ‘χαραχτεί’ η πορεία από τα δυτικά προς τα ανατολικά.

Επιφανειακή ταχύτητα των θαλασσίων ρευμάτων στον Κεντρικό Ατλαντικό Ωκεανό, το φθινόπωρο [Από την μελέτη των Laurindo, Mariano and Lumpkin, 2017, Lumpkin and Johnson, 2013, AOML, NOAA, 2017]. Το ταξίδι της επιστροφής γίνεται με την βοήθεια αυτών των ρευμάτων (Slope Jet and Azores Currents) που τους οδηγούν προς το Γιβραλτάρ

Τα χαράματα της ίδιας μέρας, γύρω στις 4 π.μ., το ‘θερινό τρίγωνο’ έχει δύσει, ο Ταύρος και ο Ορίονας έχουν ανέβει ψηλά στον ουρανό, ενώ στην ανατολή φαίνεται στα νοτιοανατολικά ο λαμπρότερος αστέρας του ουρανού, ο Σείριος του Μεγάλου Κυνός και στα βορειοανατολικά-ανατολικά διακρίνεται καλά ο λαμπρός αστέρας Regulus του Λέοντα. Για να κατευθυνθούν προς το Γιβραλτάρ πρέπει να εισέλθουν στο Azores Current, δηλαδή να ταξιδέψουν νοτιοανατολικά, ακολουθώντας την πορεία που τους δείχνει από τον ουρανό, ο Σείριος. Η απόσταση των δύο ρευμάτων Slope Jet-Azores Currents είναι 245 χλμ. Με ταχύτητα 3 κόμβων θα εισέλθουν στο ρεύμα των Αζορών (Azores Current) σε 3 μέρες.

Η ταχύτητα αυτού του ρεύματος, που εκτείνεται από δυτικά προς ανατολικά σε απόσταση 3482 χλμ, το φθινόπωρο, είναι 70 cm/sec=2520 m/hour. Αυτή η ταχύτητα επιπροστίθεται στην ταχύτητα των καραβιών (3 κόμβοι) και συνεπώς η διάρκεια του ταξιδιού μέσα σε αυτό το ρεύμα, μέχρι το Γιβραλτάρ είναι 11-12 μέρες.

Όλο το ταξίδι της επιστροφής εντός του Ατλαντικού Ωκεανού, συνολικού μήκους 6147 χλμ καλύπτεται σε 25-30 μέρες. Αν σε αυτές προσθέσουμε και άλλες 30 μέρες για το ταξίδι εντός της Μεσογείου Θαλάσσης, το ταξίδι της επιστροφής διαρκεί 2-3 μήνες, χωρίς διακοπή. Αν λοιπόν έφυγαν αρχές Φθινοπώρου του 58 μ.Χ. από την Αμερική επέστρεψαν στην Μεσόγειο Θάλασσα στα τέλη Φθινοπώρου του 58 μ.Χ.

Α) Χάρτης του ουρανού για τον ταξιδιώτη-παρατηρητή που βρισκόταν στην διακλάδωση του Slope Jet Current, το φθινόπωρο του 58 μ.Χ. Διακρίνεται δυτικά, το ‘θερινό τρίγωνο’, και ανατολικά οι αστερισμοί του Ταύρου και του Ωρίωνα με τα λαμπρά τους αστέρια κλπ. Οι αρχαίοι ναυτικοί γνώριζαν πολύ καλά Ουρανογραφία και έτσι εύρισκαν τον προσανατολισμό του ταξιδιού τους.

 

Β) Στην ίδια περιοχή, χάρτης του ουρανού λίγο πριν ξημερώσει. Η εμφάνιση του πολύ λαμπρού αστέρα, του Σείριου, στα νοτιοανατολικά, δείχνει στους ναυτικούς την πορεία που πρέπει να χαράξουν ώστε από το Slope Jet Current να εισέλθουν στο Azores Current και να φτάσουν με ασφάλεια στο Γιβραλτάρ.

Εν κατακλείδι

Στην εργασία των Ι. Λυριτζή, Π. Πρέκα-Παπαδήμα, Π. Αντωνόπουλου, Κ. Καλαχάνη και Χ. Τζάνη, με βάση τα αστρονομικά στοιχεία του αρχαίου κειμένου (ολική ηλιακή έκλειψη και ‘είσοδος’ του πλανήτη Κρόνου στον Αστερισμό του Ταύρου, κάθε 30 χρόνια), χρονολογούνται τα περιγραφόμενα στο έργο του Πλουτάρχου, γεγονότα. O ‘ξένος’, δηλαδή ο συγκεκριμένος Έλληνας άποικος, έφυγε από την Μεσόγειο Θάλασσα για την ‘μεγάλη ήπειρο’, με την αποστολή του 26 μ.Χ. και επέστρεψε με την αποστολή του 56 μ.Χ. που έφυγε από την Μεσόγειο Θάλασσα, την άνοιξη του 57 μ.Χ. Αν έφυγαν από την Αμερική, αρχές Φθινοπώρου του 58 μ.Χ. επέστρεψαν στην Μεσόγειο Θάλασσα στα τέλη Φθινοπώρου του 58 μ.Χ.

Η διαδρομή του θαλάσσιου ταξιδιού μέσα στον Ατλαντικό Ωκεανό. Από τις ακτές της Νορβηγίας μέχρι την νήσο New Foundland στον Καναδά. Επίσης φαίνεται και το ταξίδι της επιστροφής από την Αμερική μέχρι το Γιβραλτάρ.

Ο Έλληνας άποικος που επέστρεψε από το νησί του Κρόνου, από την ‘μεγάλη ήπειρο’, στο ‘μεγάλο νησί’, στην πατρίδα του, παρέμεινε εκεί, ξεκουράστηκε, είδε τους δικούς του ανθρώπους και στην συνέχεια ετοιμάστηκε για ένα άλλο ταξίδι, στην Καρχηδόνα. Αυτό το ταξίδι, πρέπει να πραγματοποιήθηκε μετά από πέντε-έξι χρόνια, το 63-64 μ.Χ. Περίπου τότε, που επί αυτοκράτορα Νέρωνα, συνέβη η μεγάλη πυρκαγιά στη Ρώμη και ξεκίνησε ο πρώτος μεγάλος διωγμός των Χριστιανών.

Στην Καρχηδόνα, την πόλη που τιμάται ιδιαιτέρως ως θεότητα, ο Κρόνος, αναζητεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, κάποιες ‘ιερές περγαμηνές’ που είχαν θαφτεί έξω από την πόλη για να διασωθούν κατά την ερήμωση της πόλης, μετά τον τρίτο Καρχηδονιακό Πόλεμο.

Μετά την μακροχρόνια έρευνα, έστω δέκα χρόνια, το 73-74 μ.Χ., τις ανακάλυψε και τότε συναντήθηκε με τον Σύλλα τον Καρχηδόνιο και κάποιους άλλους, οπότε τους απεκάλυψε πολλά στοιχεία από την όλη ζωή του και τις γνώσεις που είχε αποκομίσει.

Τον Ιανουάριο του 75 μ.Χ., μια ολική ηλιακή έκλειψη γίνεται ορατή στην Τυνησία, την Σικελία και την Νότια Ιταλία και φυσικά και στην Καρχηδόνα. Στην ίδια την Ρώμη, αμέσως μετά το μεσημέρι, ο δίσκος του Ηλίου σκοτείνιασε κατά ~90% (μερική ηλιακή έκλειψη).

Λίγους μήνες αργότερα, την άνοιξη του 75 μ.Χ. ο Πλούταρχος πρέπει να πραγματοποίησε το δεύτερο ταξίδι του στην Ρώμη, και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μετά από ένα συμπόσιο, ο αδελφός του Πλουτάρχου, ο Λαμπρίας και οι συνομιλητές του, αναλύουν θέματα περί της Σελήνης. Τότε ο Σύλλας ο Καρχηδόνιος μεταφέρει όλες τις σχετικές πληροφορίες όπως τις είχε μάθει από ένα ‘ξένο’, για αυτόν, ο οποίος όμως ήταν Έλληνας, σύμφωνα με την διήγηση του.

Έτσι, παρέχεται η πληροφορία της ύπαρξης Ελληνικής αποικίας στην ‘μεγάλη ήπειρο’ που με βάση όλα τα στοιχεία είναι η Αμερική, ενώ η αποικία εντοπίζεται στην νήσο New Foundland, στον κόλπο Saint Lawrence, στον Καναδά.

Η εργασία των Ι. Λυριτζή, Π. Πρέκα-Παπαδήμα, Π. Αντωνόπουλου, Κ. Καλαχάνη και Χ. Τζάνη περιγράφει επίσης και την διαδρομή του ταξιδιού από την Μεσόγειο Θάλασσα προς την Αμερική και την επιστροφή από την Αμερική στην Μεσόγειο Θάλασσα, ταξίδια που γίνονται με την γνώση και χρήση των θαλασσίων ρευμάτων του Ατλαντικού Ωκεανού και φυσικά της Ουρανογραφίας. Επίσης, εντοπίζεται και η αποικία των Ελλήνων στην Αρκτική Ζώνη, που όπως γράφει ο Πλούταρχος, ήταν ένας ενδιάμεσος σταθμός του ταξιδιού. Πρόκειται για το Αρχιπέλαγος Vega με 6500 νησιά που ανήκει στην Νορβηγία. Επισημαίνεται ότι από την Νορβηγία και με τον ίδιο τρόπο, έφτασαν στην ίδια περιοχή, στην νήσο New Foundland, οι Vikings (Βίκινγκς), αλλά πολύ αργότερα, το 1000 μ.Χ.

Πλούταρχος: Το ταξίδι και η αποικία των Eλλήνων στην Β. Αμερική

 

Η Παναγιώτα Πρέκα-Παπαδήμα είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Αστροφυσικής
του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

*Το παρόν κείμενο αποτελεί συνοπτική παρουσίαση της εργασίας:

Does Astronomical and Geographical Information of Plutarch’s De Facie describe a trip beyond the North Atlantic Ocean?

By

I. Liritzis, P. Preka-Papadema, P. Antonopoulos, K. Kalachanis and C. Tzanis

Journal of Coastal Research, Vol. 34, 3, p.651-674, May 2018

Στην ανωτέρω εργασία υπάρχει πλήρης και αναλυτική βιβλιογραφία.

Οι περισσότερες εικόνες του κειμένου υπάρχουν στην ανωτέρω εργασία με τις σχετικές αναφορές.