Skip to main content

“Το τραμ το τελευταίο». Τα μέσα μαζικής μεταφοράς του παρελθόντος.

 

“Το τραμ το τελευταίο”. Τα μέσα μαζικής μεταφοράς
του παρελθόντος

Θα σου διηγηθώ – μου γράφει καθημερινός αναγνώστης – ένα επεισόδιο που μου συνέβη το βράδυ της τετάρτης Αυγούστου στο τραμ. Μέσα στη μονοτονία της πορείας του τραμ, αν δεν συντροφεύεσαι, τι άλλο έχεις να κάνεις, παρά να κυττάζης τους συνεπιβάτες σου; Πολλά μπορείς να μάθης απ’ τη σπουδή τους. Ο μακαρίτης ο Νιρβάνας, ολόκληρο το πνευματικό του το υλικό, το πήρε από αυτήν την παρακολούθηση των συνεπιβατών του. Έτσι έγραψε και τους περίφημους «Εφαψίες» του. Βέβαια, ο Π. Νιρβάνας, καθημερινός ταξιδιώτης με τραμ, ηλεκτρικό και το «θηρίο», κατέγραψε δεκάδες «επεισόδια» στα μέσα αυτά, δημιουργώντας μια μοναδική ηθογραφία του μεσοπολέμου. «Καθώς πλησιάζομεν, ανύποπτοι, προς την Γαργαρέτταν, το τραμ σταματά αποτόμως. Τι συμβαίνει; Συνηθισμένη ιστορία. Κόπηκε το ρεύμα. Το γεγονός γίνεται δεκτόν, κατά τόσους τρόπους, όσοι είνε και οι επιβάται. Και δημιουργείται αμέσως, εκ του προχείρου, μέσα στον στενόν εκείνον χώρον, μία έκθεσις ψυχών…
[Σπύρος Μελάς]

…Υπήρχε τότε η διάδοση –κάτι σαν προφητεία– πως θαρθεί καιρός που από την Αγ. Δημητρίου θα περάσει το τραμ και πως για να φαρδύνει ο δρόμος θα γκρεμιστεί όλη η δεξιά γραμμή των σπιτιών από την οδό Σοφοκλέους ώς την Ευαγγελίστρια (…) Το πέρασμα του τραμ όμως δεν εκπληρώθηκε γιατί στο μεταξύ καταργήθηκαν τα ίδια τα τραμ…
[Γιώργος Ιωάννου]

Αλλά και το τέταρτον υπ’ αριθ. 12 τραμ εδήλωσεν ότι… «δεν πάει Παγκράτι». Αλλ’ ιδού το πέμπτον, το οποίον θα πάη. Αυτό θα πάη πράγματι, αλλ’ από τους αναμένοντας μάρτυρας δεν θα πάη κανείς. Διότι το πέμπτον έρχεται πλέον κατάφορτον. Το φορτίον του είνε μια μάζα από ανθρώπινες σάρκες. Άλλοι κρέμονται από τις σκάλες και άλλοι από το όπισθεν μέρος του εξώστου. Ο νόμος του αδιαχωρήτου έχει καταργηθή. Το θέαμα, το συγκοινωνιακόν αίσχος δηλαδή, προκαλεί την αγανάκτησιν του πλήθους που περιμένει. Και το οποίον θα περιμένη. Διότι η πόλις αυτή έχει λαμπράς, καλλιμαρμάρους οικοδομάς, έχει άφθονον ηλεκτρικόν φως, έχει ραδιόφωνα, κινηματογράφους, θέατρα, ντάνσιγκ αλλά… δεν πάει Παγκράτι.
[Τίμος Μωραϊτίνης ]

 

Η Αθηνά Ταρσούλη ταξίδεψε με το τραμ της Καλαμάτας, ο Μπάμπης Άννινος παραβρέθηκε στις δοκιμές του πρώτου ηλεκτροκίνητου οχήματος στην Ελλάδα, του τραμ της Πάτρας (1902) και ο Γιάννης Καιροφύλλας μας μετέφερε πολλές φορές, με νοσταλγία όπως πάντα, στην μπελ επόκ της Αθήνας του ιππήλατου, ατμήλατου και ηλεκτρικού τροχιόδρομου. Ο Μ. Καραγάτσης μας προέκυψε αντίπαλος του τραμ και με ένα τεχνοκρατικό κείμενο στο περιοδικό Συγκοινωνία (1950), όπου και αρθρογραφούσε, προτείνει: «Διεύρυνσις αρτηριών και κατάργησις τροχιοδρόμων». Βέβαια βρισκόμαστε στην εποχή που τα τραμ είχαν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους για μια δεκαετία περίπου και είχαν αρχίσει ήδη οι πρώτες φωνές για την κατάργησή τους ή μάλλον για τον περιορισμό τους σε συγκεκριμένες διαδρομές. Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, παρουσιάζοντας το βιβλίο του Ν. Σ. Κτενιάδη για τη ιστορία της πρώτης περιόδου του ελληνικού σιδηροδρόμου στην Πρωία, (10-05-1936) μας δίνει μια πληροφορία για έναν «σιδηρόδρομο της Πεντέλης»: «Ο συντάκτης του ημερολογίου “Νέα Ελλάς” (1894, σελ. 428) λογάριαζε να ταξιδέψη με το σιδηρόδρομο στην Πεντέλη το καλοκαίρι του 1898. Εμείς μπορούμε με την ίδια βεβαιότητα να λογαριάζουμε όχι μονάχα το ταξιδάκι της Πεντέλης μα κι’ ένα δεύτερο σιδηροδρομικό ταξιδάκι από την Καλαμπάκα στη Βέρροια στα 1998. Τι τα θέλετε ! Σε μερικούς τόπους “οι αιώνες αντιγράφουν αλλήλους».

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου πέθανε πάνω σε ένα τραμ (1940) διεκδικώντας λίγη από τη φήμη του Αντόνι Γκαουντί, του περίφημου Καταλανού αρχιτέκτονα και μεγάλου λάτρη των τραμ, ο οποίος παρασύρθηκε από ένα τραμ το 1926, αφήνοντας ημιτελή την Sagrada Familia («… έπειτα, τι αλλόκοτη σύμπτωση αυτή η συγκοπή μες σ’ ένα τραμ! Θα νόμιζε κανείς πως ο αλησμόνητος χιουμοριστής, που τόσες φορές ακόνισε την πένα του στ’ αναξιοπαθήματα συνανθρώπων ανύποπτων, έδωσε πεθαίνοντας στους διαδόχους του ένα θέμα ολόπικρης ειρωνίας, που ταίριαζε περίφημα στο ύφος του». — Γ. Κοτζιούλας, Ο άνθρωπος της μοναξιάς, Νεοελληνικά Γράμματα, Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 1940, φύλλο αφιερωμένο στη μνήμη του Ζαχαρία Παπαντωνίου).

Ο Κ. Ταχτσής περιέγραψε σε ένα Παρασκήνιο τη «σκαλομαρία» στα «τραμβάϋ» των παιδικών του χρόνων, την οποία θυμήθηκε αργότερα και στα ποιήματά του. Ο Σ. Κουγιουμτζής αγαπούσε πολύ τα τραμ και ο Ν. Καμμώνας απευθύνεται με οδύνη «Προς τα τραμ…» (της Θεσσαλονίκης, 1954):

…Βαθύτατα συγκεκινημένοι από την εις βάρος σας καταδικαστικήν απόφασιν, σας απευθύνομεν το ύστατον «χαίρε» και σας βεβαιούμεν ότι δεν θα λησμονήσωμεν ποτέ την φιλεργίαν σας και τας πολυτίμους υπηρεσίας που μας προσφέρατε επί τόσα συνεχή έτη, παρέχοντες παράδειγμα φιλοπονίας εις τους Νεοέλληνας.
Σας παρακαλούμεν δε να λησμονήσετε την μοχθηρίαν ημών των δημοσιογράφων, οι οποίοι όλας τας ευθύνας για του Ψύλλου πήδημα τας επιρρίπταμε στα τραμ… Αλλοιώς εγνωρισθήκαμε και αλλοιώς χωριζόμαστε…

Από της 6ης πρωϊνής της 1ης Σεπτεμβρίου του 1908, όταν τέθηκε σε λειτουργία το πρώτο ηλεκτροκίνητο τραμ, μέχρι της 15ης Δεκεμβρίου 1959 (10 μήνες πριν από την κατάργηση και της τελευταίας γραμμής), συνολικά εξυπηρετήθηκαν δύο δισεκατομμύρια οκτακόσια είκοσι πέντε εκατομμύρια (2.825.000.000) Αθηναίοι και άλλοι επιβάτες, στις δεκαέξι γραμμές της πρωτευούσης και των περιχώρων της.

Πηγή:
“Το τραμ στη λογοτεχνία”
—του Σάκη Κουρουζίδη—

Ένθετο Επτά Ημέρες της Καθημερινής, το 2005, σε ένα ειδικό αφιέρωμα για το τραμ

Αθήνα (πλατεία Συντάγματος), 1911.
Θεσσαλονίκη – Χορτιάτης, αρχές του Μεσοπολέμου.
Θεσσαλονίκη (διασταύρωση Μεγ. Αλεξάνδρου και Εγνατίας), Μεσοπόλεμος.
Αθήνα, Μεσοπόλεμος.
Αθήνα, οδός Αθηνάς, 1945.
Αθήνα, εποχή Εμφυλίου Πολέμου.
Πειραιάς, εποχή Εμφυλίου Πολέμου.
Αθήνα, 1952.
Ομόνοια-Πετράλωνα, Αθήνα, δεκαετία του ’50.
Αθήνα, δεκαετία του ’50.
Αθήνα, δεκαετία του ’50.
Αθήνα, δεκαετία του ’50.
ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας.
Καλύβια Αγρινίου.
Βαθύ-Καρλόβασι, Σάμος.
Καβάλα
Ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος στο σταθμό του Νέου Φαλήρου.
Ηλεκτρικός σιδηρόδρομος Πειραιά-Κηφισιάς, εσωτερικό οχήματος.
Ο τερματικός σταθμός του Πειραιά το 1981.
Τα πράσινα λεωφορεία του Πειραιά, δεκαετία του ’60.
Το τρόλλεϋ της Αθήνας….
…και του Πειραιά.
Ανθρωποκυνηγητό μέσα στους δρόμους της Αθήνας με τον Jean-Paul Belmondo (Le casse, 1971).
Εισπράκτορας λεωφορείου, δεκαετία του ΄70.
Πειραιάς, δεκαετία του ΄70.
ΚΤΕΛ Καρδίτσας κάτω από την Ακρόπολη, δεκαετία του ΄70.
Θεσσαλονίκη (Επταπύργιο), δεκαετία του ΄80.
Αθήνα, διώροφα λεωφορεία, 1982.
Το τραμ του Περάματος.
Το τραμ το τελευταίο. Το κλείσιμο της γραμμής το 1977.

Αθάνατα στιγμιότυπα από ελληνικές κωμωδίες

Ο ζηλιαρόγατος, 1956

Η θεία από το Σικάγο, 1957.

Η διεθνής διάσταση

Le casse, 1971.

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

Κυριάκος Χατζηκυριακίδης: Μετοικεσίες των Ελλήνων της Ρωσίας και της ΕΣΣΔ στη Μακεδονία στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα

Κυριάκος Χατζηκυριακίδης

 Μετοικεσίες των Ελλήνων της Ρωσίας και της ΕΣΣΔ στη Μακεδονία

στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα

 

 

 

Κανενός τμήματος του εν διασπορά Ελληνισμού η ιστορία δεν συνδέεται τόσον στενά

με την καθόλου ιστορίαν του Ελληνικού Έθνους, όσον στενά και αδιάσπαστα

είναι συνδεδεμένη με αυτήν η ιστορία του Ελληνισμού της Ρωσίας.

        Ελευθέριος Παυλίδης (1876-1974)

 

Μερικές γενικές παρατηρήσεις

Εδώ και μισόν αιώνα περίπου η νεοελληνική ιστοριογραφία άρχισε να στρέφει σταδιακά την προσοχή της και σε ένα μάλλον παραμελημένο κεφάλαιο της ιστορίας της νεοελληνικής Διασποράς: στις τύχες των Ελλήνων της τσαρικής Ρωσίας και της διαδοχικής της Σοβιετικής Ένωσης. Πολλές πτυχές τής ιστορικής εξέλιξης των ελληνικών εστιών τής αχανούς (παρά τις εδαφικές της αναμορφώσεις και αναδιπλώσεις) αυτής χώρας παραμένουν ακόμα ακατάγραφες. Ωστόσο η εικόνα που διαθέτουμε σήμερα για την τύχη τού σημαντικού αυτού τμήματος του απόδημου Ελληνισμού είναι γενικά ικανοποιητική. Οι σχετικά πρόσφατες επίσης έρευνες έχουν επίσης κάνει γνωστά και τα κύματα της «παλινόστησης» που σάρωσαν κυριολεκτικά τον Ελληνισμό της πρώην ΕΣΣΔ, ιδιαίτερα των επιμέρους Σ. Σ. Δημοκρατιών, μετά την κατάρρευση του σοβιετικού καθεστώτος και τη διάλυση της άλλοτε κραταιάς Συνομοσπονδίας. Λιγότερο γνωστές παραμένουν οι παλαιότερες παλινοστήσεις, προπάντων εκείνες που επιχειρήθηκαν στα τέλη του 19ου και στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Προς την κατεύθυνση αυτή κινείται η παρούσα εργασία, η οποία πάντως αφορά τις εγκαταστάσεις των Ελλήνων της Ρωσίας στον μακεδονικό χώρο.

Οι εκτιμήσεις για τα δημογραφικά στοιχεία των ελληνικών πληθυσμών στη ρωσική επικράτεια στα τέλη του 19ου αιώνα παρουσιάζουν μεγάλη απόκλιση συγκριτικά με την επίσης αμφισβητούμενη πρώτη επίσημη ρωσική απογραφή του 1897. Ενώ δηλαδή ο αρχιμ. Πανάρετος Τοπαλίδης υπολόγιζε στις 350 χιλ. όλους τους Έλληνες που είχαν εγκατασταθεί στην τσαρική Ρωσία, σύμφωνα με τη ρωσική απογραφή δεν ξεπερνούσαν τις 207.536 άτομα. Από τον πληθυσμό αυτόν (στη συντριπτική πλειονότητά του ελληνόφωνο), το μισό ήταν εγκαταστημένο στον Καύκασο και την Υπερκαυκασία· και προερχόταν κατά κύριο λόγο από τον τουρκοκρατούμενο Πόντο. Στις αρχές του 20ού αιώνα το ελληνικό στοιχείο της «Νέας Ρωσίας» (δηλαδή της περιοχής που κάλυπτε τις νότιες προς τον Εύξεινο Πόντο κτήσεις της Αυτοκρατορίας) είτε παρέμεινε στάσιμο είτε και μειώθηκε αριθμητικά. Η κατάσταση αυτή αποδίδεται στις εσωτερικές μετακινήσεις των Ελλήνων σε άλλα εμπορικά κέντρα της νότιας Ρωσίας και γενικότερα της ελληνικής Διασποράς, στον εκρωσισμό των παλαιότερων γενεών κ.λπ.

 

Ο Δημοσθένης Οικονομίδης, διευθυντής των ταχυδρομείων Καυκάσου, με τη σύζυγό του, αρχές 20ού αι. (αρχείο Ηρ. Τσακαλίδη)

Αντίθετα, ο ελληνικός πληθυσμός του βορείου Καυκάσου και της Υπερκαυκασίας σημείωσε μερική ή και συνολική δημογραφική (και οικονομική) ανάπτυξη, με την ανανέωση παλιών και τη δημιουργία νέων συγκροτημένων ελληνορθόδοξων κοινοτήτων. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, ο Ελληνισμός των περιοχών αυτών έφθανε στις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου τους 180 χιλ. Η κατάρρευση του τσαρικού καθεστώτος και η αποχώρηση του ρωσικού στρατού από την Τραπεζούντα και την ευρύτερη περιοχή της (1917) προκάλεσαν μεγάλη αναστάτωση στο ελληνικό στοιχείο. Επρόκειτο όμως μόνο για την αρχή των δεινών του: τα διασταυρούμενα πυρά μεταξύ Ρώσων και Οθωμανών, μπολσεβίκων και εθνικιστών, Αρμενίων-Γεωργιανών και Αζέρων (διάλυση της Υπερκαυκασιανικής Ομοσπονδίας), οι ανηλεείς διώξεις των Οθωμανών ιδιαίτερα μετά και τη ρωσογερμανική συνθήκη του Brest-Litovsk (1918), η ελληνική στρατιωτική συμμετοχή στην αντιμπολσεβικική εκστρατεία στην Ουκρανία και τη νότια Ρωσία (1919), οι αποτυχημένες προσπάθειες σύστασης Αυτόνομης Δημοκρατίας του Πόντου ή δυαδικού ελληνο-αρμενικού ομοσπονδιακού κράτους (1917-1922), και η κεμαλο-μπολσεβικική συμφωνία (1920-1921), όλα αυτά δημιούργησαν συνθήκες που αποδείχτηκαν μακροπρόθεσμα καταστροφικές για την ανάπτυξη ή ακόμα και για την επιβίωση του ελληνικού στοιχείου στη ρωσική/σοβιετική επικράτεια. Μέσα στο κλίμα αυτό άρχισε να ανακύπτει και η ανάγκη για την καταφυγή ενός τμήματος των Ελλήνων των ρωσικών χωρών στην Ελλάδα.

 

Οι «επαναπατρισμοί» Ελλήνων της Ρωσίας στην Ελλάδα

Το ζήτημα της εγκατάστασης Ελλήνων της Ρωσίας στον ελλαδικό χώρο είχε απασχολήσει το ελληνικό κράτος και στα τέλη του 19ου αιώνα, κυρίως μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας (1881). Η πρώτη προσπάθεια έγινε στα 1894-1895, όταν ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός Χαρ. Τρικούπης απέστειλε εκπροσώπους της κυβέρνησης στον Καύκασο, για να προκαλέσει το ενδιαφέρον των εκεί εγκαταστημένων Ελλήνων για τις ανεκμετάλλευτες εκτάσεις του θεσσαλικού κάμπου, όπου οι μέτοικοι θα μπορούσαν να μεταφέρουν την καλλιέργεια του καπνού, στην οποία είχαν από χρόνια ειδικευθεί. Ωστόσο όταν οι ειδικοί απεσταλμένοι των υποψήφιων μεταναστών του Καυκάσου έφτασαν στην Ελλάδα, διαπίστωσαν ότι οι διαβεβαιώσεις των εκπροσώπων της κυβέρνησης Τρικούπη (ο οποίος στο μεταξύ είχε χάσει και την εξουσία) δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα· επιπλέον ότι οι συνθήκες στους χώρους της μετεγκατάστασης ήταν εξαιρετικά δύσκολες και απογοητευτικές. Αυτό τελικά βίωσαν οι 200 περίπου οικογένειες που άφησαν τον Καύκασο το 1895, για να στήσουν τα νοικοκυριά τους στη Θεσσαλία: οι περισσότεροι έμειναν χωρίς γη και στέγαση και ουσιαστικά αποδεκατίσθηκαν από τις ασθένειες και την έλλειψη φιλοξενίας.

Το κακό αυτό προηγούμενο (μεμονωμένο άλλωστε) δεν στάθηκε ικανό να στεγνώσει την αγάπη και τη νοσταλγία των Ελλήνων του Καυκάσου και όλης της Ρωσίας για το εθνικό κέντρο. Το ενδιαφέρον τους εκδηλώθηκε με ενάργεια στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Έτσι, από την αρχή κιόλας του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου (Οκτ. 1912), Έλληνες ομογενείς της Οδησσού συγκεντρώθηκαν με ενθουσιασμό στη Λέσχη «Ομόνοια», για να αποφασίσουν τον έμπρακτο και αποτελεσματικό τρόπο ενίσχυσης της μαχόμενης πατρίδας. Προχώρησαν στην άμεση σύσταση της δεκαπενταμελούς Εθνικής Πατριωτικής Επιτροπής Οδησσού, έργο της οποίας ήταν η συγκέντρωση και αποστολή υλικού (κλινοσκεπάσματα, εσώρουχα, τρόφιμα κ.ά.), και χρημάτων για την ενίσχυση και την κάλυψη ποικίλων αναγκών του ελληνικού στρατού (περίθαλψη τραυματιών, ιατροφαρμακευτικό υλικό κ.λπ.). Αξίζει σχετικά να σημειωθεί ότι η Πατριωτική Επιτροπή κατάφερε να συγκεντρώσει 17 χιλ. ρούβλια σε μία μόλις ημέρα, διενεργώντας έρανο σε εύπορους Έλληνες ομογενείς, ενώ η ελληνική κοινότητα της Οδησσού προσέφερε στον ελληνικό στρατό 90 χιλ. χρυσά φράγκα μέχρι τα τέλη του Νοεμβρίου 1912. Έρανοι πραγματοποιήθηκαν επίσης και σε άλλες ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας (Μόσχας, Ταγανρόγκ, Κιέβου κ.ά.). Έγγραφα του Ελληνικού Προξενείου της Οδησσού πιστοποιούν ότι ο Ελληνισμός της Ρωσίας συγκέντρωσε το καθόλου ευκαταφρόνητο συνολικό ποσό των 535.730,16 δραχμών, συμβάλλοντας τα μέγιστα στις προσπάθειες του ελληνικού στρατού.

Παράλληλα με τη χρηματική βοήθεια η Πατριωτική Επιτροπή Οδησσού και γενικά η ομογένεια της Ρωσίας μερίμνησαν και για την αποστολή-μεταφορά κληρωτών και εθελοντών στην Ελλάδα. Άλλωστε όλοι οι Έλληνες κληρωτοί που διαβιούσαν εκτός Ελλάδας όφειλαν, με βάση εγκύκλιο της ελληνικής κυβέρνησης, να παρουσιαστούν σε διάστημα δύο μηνών στα κατά τόπους ελληνικά προξενεία ή στις ελληνικές κοινοτικές αρχές.

Η ανταπόκριση των κληρωτών καθώς και των εθελοντών των αλύτρωτων περιοχών ήταν εξαιρετικά συγκινητική, όπως βέβαια συνέβαινε πάντοτε σε κάθε «κάλεσμα» της πατρίδας. Για παράδειγμα, κατά το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου 1912, 150 κληρωτοί, 100 έφεδροι και 350 εθελοντές (οι τελευταίοι προερχόμενοι από τον Καύκασο) στάλθηκαν από την Οδησσό στην Ελλάδα, ενώ ο συνολικός αριθμός εφέδρων-εθελοντών ανήλθε στους χίλιους μέχρι την 1 Νοεμβρίου. Επιπλέον, σύμφωνα με την εφημερίδα Γιούζναγια Μισλ (Νότια Σκέψη, 1911-1912) του Κεφαλλονίτη επιχειρηματία και τραπεζίτη Ι. Ξυδία, που στην ποικίλη ειδησεογραφική ύλη της περιείχε πολλές πληροφορίες για τους Βαλκανικούς Πολέμους και ιδιαίτερα για την προσφορά των Ελλήνων ομογενών της Ρωσίας (οικονομική ενίσχυση, συμμετοχή στις μάχες κ.λπ.), μέχρι τις 25 Οκτωβρίου είχαν σταλεί από την Εθνική Πατριωτική Επιτροπή Οδησσού 1.678 εθελοντές. Για την αποστολή των κληρωτών-εφέδρων και εθελοντών χρησιμοποιήθηκαν ρωσικά ατμόπλοια, όπως το Chernomor (Μαύρη Θάλασσα), το Koroleva Olga (Βασίλισσα Όλγα, της Russian Steam Navigation & Trading Co.), το Czar Nicholas ΙΙ κ.ά., που πραγματοποιούσαν το δρομολόγιο Οδησσός – Κωνσταντινούπολη – Αλεξάνδρεια – Πειραιάς, καθώς και πλοία ελληνικής ιδιοκτησίας. Όταν όμως τα Στενά έκλεισαν, η άφιξή τους στην Ελλάδα γινόταν μέσω Βουλγαρίας, αρχικά ακτοπλοϊκώς (ως τη Βάρνα) και στη συνέχεια διά ξηράς (με το τρένο), ως την έναρξη βέβαια του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου.

Έλληνες του Καυκάσου, εθελοντές στους Βαλκανικούς Πολέμους (αρχείο Συλλόγου Καυκασίων Καλαμαριάς «Ο Προμηθέας»).

 

Αμέσως μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων 5 χιλιάδες (3.260 σύμφωνα με την επίσημη καταγραφή) Έλληνες του Καυκάσου, κυρίως από το «Κυβερνείο» του Καρς, ήρθαν να εγκατασταθούν στην απελευθερωμένη Μακεδονία (1913-1914). Τα λόγια τους περιγράφουν ακριβώς τα συναισθήματα που τους κατέκλυζαν στην ιδέα και μόνο τής μετοικεσίας τους στη Μακεδονία:

«Ευθύς μόλις ακούσαμε για τη μάχη του Κιλκίς ξεσηκωθήκαμε. Δεν ακούσαμε τίποτα άλλο, ούτε για τη Θεσσαλονίκη, ούτε για τα Γιάννινα, ούτε για τη Φλώρινα. Βούιξε ο Καύκασος για την ελληνική νίκη του Κιλκίς. Δεν μπορούσαμε να μείνουμε εκεί. Ξεσηκωθήκαμε! Λαχταρούσαμε για την Ελλάδα.»

Επίσης είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι οι αφίξεις σχετίζονταν και με τις αποστολές στη Ρωσία εκπροσώπων τής ελληνικής κυβέρνησης για προσέλκυση των εκεί ελληνικών πληθυσμών, γεγονός που αποδεικνύει ότι αυτή τη φορά το ελληνικό κράτος υπό την ηγεσία του Ελ. Βενιζέλου είχε προβλέψει και σχεδιάσει τον εποικισμό των μακεδονικών εδαφών. Συγκεκριμένα ο γιατρός Κουτσοδημήτρης πήγε στη Νότια Ρωσία και τον Καύκασο (Μάιος-Ιούλιος 1914), για να αντλήσει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες: για τον αριθμό και τις ασχολίες τού εκεί διαμένοντος Ελληνισμού, καθώς και για τις διαθέσεις του να μετεγκατασταθεί στη Μακεδονία. Μάλιστα ο Κουτσοδημήτρης εκτιμούσε ότι: «η εθνική αύτη μετανάστευσις των αρίστων γεωργών και κτηνοτρόφων, ακραιφνών πατριωτών» ήταν αρκετή για «να εξελληνίση την Μακεδονίαν και να μεταβάλη ταύτην εις χώραν γεωργικήν και κτηνοτροφικήν…».

Παρ’ όλα αυτά δεν έλειψαν δυστυχώς και πάλι οι απογοητεύσεις για τους Έλληνες του Καυκάσου, όπως είχε συμβεί μια εικοσαετία πριν στα εδάφη της Θεσσαλίας. Δεν ήταν λίγοι δηλαδή εκείνοι που επέστρεψαν πολύ γρήγορα στα χωριά τους (στην Τσάλκα και στο «Κυβερνείο» του Καρς). Όμως αναγκάσθηκαν ξανά να τα εγκαταλείψουν στην ταραγμένη περίοδο από το 1917 και μετά, αν και υπήρξαν προσπάθειες οργάνωσης αντίστασης (Ελληνική Μεραρχία Καυκάσου, 1917), οι οποίες, παρά τις προσδοκίες, δεν απέφεραν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Θεωρήθηκε ότι, δεδομένων των συνθηκών, προτιμότερη ήταν η φυγή προς τα ανατολικά και τα βόρεια (παράλια Μ. Θάλασσας, βόρειο Καύκασο και Κουμπάν).

Για την ανακούφιση των δεκάδων χιλιάδων προσφύγων από τον Πόντο και για το μέλλον τους στην παρευξείνια ζώνη συγκινητική ήταν η ανταπόκριση των ίδιων των ελληνικών κοινοτήτων της Ρωσίας, ενώ το ελληνικό κράτος οργάνωσε δύο αποστολές in situ: στη νότια Ρωσία και το βόρειο Καύκασο η πρώτη, και την Υπερκαυκασία και τον Πόντο η δεύτερη (1919). Όμως παρά τις προσπάθειες των ελληνικών επιτροπών αφενός για ενίσχυση και παρότρυνση του ελληνικού στοιχείου, που βίωνε διώξεις και προσφυγιά, να παραμείνει στις ρωσοκρατούμενες περιοχές μέχρι την επιστροφή του στις εστίες του, κυρίως στον Πόντο, και αφετέρου για αποτροπή κάθε τάσης «παλινόστησης» στην Ελλάδα, τα πράγματα άλλαξαν εντελώς μετά τη γρήγορη επικράτηση των Κεμαλικών, που απέκλεισαν οποιοδήποτε ενδεχόμενο επιστροφής των Ελλήνων στα «ανατολικά βιλαέτια».

Οι τραγικές συνθήκες διαβίωσης των Ελλήνων προσφύγων του Πόντου στη Νότια Ρωσία και τον Καύκασο δεν άφησαν όμως και κανένα περιθώριο, ακόμη και στους εκπροσώπους των Ποντίων (που είχαν την έδρα τους στο Βατούμ), να πείσουν τους συμπατριώτες τους να παραμείνουν μέχρι να οργανωθεί η κατά τα δυνατό πιο ασφαλής μεταφορά τους στα παράλια (Βατούμ, Σοχούμ και Νοβοροσίσκ) και στη συνέχεια στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα στο Βατούμ, το καλοκαίρι του 1920, τόσο η συγκέντρωση χιλιάδων προσφύγων και η αδυναμία της ελληνικής κυβέρνησης να αποστείλει περισσότερα πλοία και με συχνότερα δρομολόγια για τη διαπεραίωσή τους στην Ελλάδα, όσο και η εχθρική συμπεριφορά των τοπικών αρχών της Γεωργίας δημιούργησαν συνθήκες «ασφυξίας».

Η απόγνωση αλλά και ο διακαής πόθος των προσφύγων να βρουν καταφύγιο στην Ελλάδα εκφράζεται εύγλωττα στα ακόλουθα λόγια:

Ας πάμε σην Ελλάδαν και ας αποθάνουμ’ εκές» και «Η Ελλάδα εν η Πατρίδα ‘μουν κι έναν πατρίδαν όσον εφτωχόν και όσον μικρόν κι αν εν, εν εφτά κάτια ασά ξένας Πατρίδας.

(Ας πάμε στην Ελλάδα κι ας πεθάνουμε εκεί. Η Ελλάδα είναι η πατρίδα μας, και μια πατρίδα όσο φτωχή και όσο μικρή κι αν είναι, είναι εφτά φορές ανώτερη από τις ξένες πατρίδες).

Από τους περίπου 52 χιλ. Έλληνες που πέρασαν από το Βατούμ (οι μισοί προερχόμενοι από την Αρμενία), υπολογίζεται ότι το ένα τρίτο έχασε τη ζωή του από τις επιδημίες, την ασιτία και το κρύο. Οι αποστολές Ελλήνων της Υπερκαυκασίας και του βορείου Καυκάσου στην Ελλάδα, κυρίως στη Μακεδονία, ξεκίνησαν από τον Απρίλιο του 1920 και διήρκεσαν μέχρι το Μάιο του 1921, μέχρι δηλαδή την οριστική επικράτηση των μπολσεβίκων στην Υπερκαυκασία. Ελληνικά ατμόπλοια (Κέα, Κωνσταντίνος, Ελευθερία, Χίος, Θέμις κ.ά.) μετέφεραν τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους και βοοειδή. Η μεγάλη σε έκταση μακεδονική γη παρουσιαζόταν μάλιστα ως η ενδεδειγμένη λύση για να υποδεχθεί τους πρόσφυγες, ειδικά μετά την αραίωση του πληθυσμού της από την επαναπροώθηση των Θρακιωτών και των Μικρασιατών στις εστίες τους (1919-1920) και την εξωτερική μετανάστευση γηγενών (κυρίως στην Αμερική).

Σημαίνοντα ρόλο την εποχή εκείνη στο προσφυγικό ζήτημα ανέλαβε ο Νίκος Καζαντζάκης:

Tο βαπόρι [γράφει στην Αναφορά στον Γκρέκο] ήταν γεμάτο ψυχές που ξεριζώθηκαν από τα χώματά τους και πήγαινα να τις φυτέψω στην Ελλάδα. Ανθρώποι, αλόγατα, βόδια, σκάφες, κούνιες, στρώματα, αξίνες, άγια κονίσματα, Βαγγέλια, τσάπες έφευγαν τους μπολσεβίκους και τους Κούρδους και δρόμωναν κατά τη λεύτερη Ελλάδα. Η Μαύρη θάλασσα κυμμάτιζε αλαφριά σκούρα, λουλακιά και μύριζε σαν καρπούζι∙ ζερβά μας τ’ ακρόγιαλο και τα βουνά του Πόντου. Μια φορά κι έναν καιρό δικά μας∙ δεξιά αστραφτερό, απέραντο το πέλαγο. Ο Καύκασος είχε σβύσει μέσα στο φως, μα οι γέροι, με τη ράχη γυρισμένοι, κάθονταν στην πρύμνα και δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν τα μάτια τους από τ’ αγαπημένο ακροθάλασσο. Ο Καύκασος είχε χαθεί, φάντασμα ήταν και σκόρπισε, μα απόμεινε ασάλευτος, αβασίλευτος, βαθιά στις λαμπυρίθρες των ματιών τους. Δύσκολο πολύ η ψυχή να ξεκολλήσει από την πατρίδα. Βουνά θάλασσες, αγαπημένοι άνθρωποι, φτωχό αγαπημένο σπιτάκι. Ένα χταπόδι είναι η ψυχή του ανθρώπου κι όλα ετούτα απλοκαμοί της.

Ο Νίκος Καζαντζάκης (δεξιά), ο Γιάννης Σταυριδάκης και ο Ηρακλής Πολεμαρχάκης το καλοκαίρι του 1919 στην Κωνσταντινούπολη, στο πλαίσιο της αποστολής για τη σωτηρία του Ποντιακού Ελληνισμού.

Την ίδια περίοδο που ο Ελληνισμός του Αντικαυκάσου και του Πόντου χειμαζόταν στις εστίες του, κρίσιμα γεγονότα καθόριζαν την τύχη και του ελληνικού στοιχείου στην Ουκρανία και τη Νότια Ρωσία. Η έστω υποβοηθητική για τα σχέδια των συμμάχων παρουσία, από τον Ιανουάριο του 1919, του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στην Ουκρανία (που δυστυχώς συνοδεύθηκε και από ορισμένες προκλητικές ενέργειες σε βάρος του γηγενούς στοιχείου) και η ενθουσιώδης υποδοχή τής περιορισμένης του δύναμης (2 μεραρχίες) από την ελληνική κοινότητα στην Οδησσό, είχαν ως συνέπεια, μετά την αποτυχία της εκστρατείας, την αναγκαστική εγκατάλειψη τη πόλης, σχεδόν από το σύνολο του ελληνικού της στοιχείου (υπολογιζόταν στις 25-30 χιλ.). Υπολογίζεται ότι 10-12 περίπου χιλιάδες επιβιβάσθηκαν σε ελληνικά πολεμικά και φορτηγά πλοία με προορισμό κάποιοι για την Κωνστάντζα και οι περισσότεροι για τη Θεσσαλονίκη (Απρ. 1919), ενώ η εκκένωση διήρκεσε μέχρι και τις αρχές του επόμενου έτους.

Παρόμοια προβλήματα με αυτά των Ελλήνων της Οδησσού και των άλλων πόλεων της Νότιας Ρωσίας αντιμετώπισε κι ο Ελληνισμός της Κριμαίας. Μετά από διερευνητικές αποστολές «πολιτικών εκπροσώπων» της ελληνικής κυβέρνησης, στάλθηκε στη Σεβαστούπολη απόσπασμα της ελληνικής εκστρατευτικής δύναμης για την προστασία των Ελλήνων τής κριμαϊκής χερσονήσου (Μάρτιος 1919). Ελπίδες για οργάνωση άμυνας και προστασίας τού εκεί ελληνικού στοιχείου με τη συμμετοχή Ελλήνων εθελοντών αποδείχθηκαν ανεδαφικές. Η επέλαση των μπολσεβίκων διέλυσε κάθε αντίσταση και, μετά από συμφωνία, προκρίθηκε η απρόσκοπτη «εθελοντική έξοδος» και η ασφάλεια όσων θα παρέμεναν. Τελικά ένα μεγάλο τμήμα των Ελλήνων της Κριμαίας κατευθύνθηκε προς την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη και τον Πειραιά (Απρ. 1919-αρχές 1920). Το ρεύμα της εξόδου συνεχίστηκε και στα επόμενα χρόνια, κυρίως στα 1921-1922, με τις ίδιες δυσκολίες και τα ίδια ανθρώπινα δράματα.

Υπολογίζεται ότι μέχρι το 1928 εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα (ουσιαστικά στη Μακεδονία) περίπου 60 χιλ. Έλληνες της Ρωσίας (47 χιλ. από Καύκασο και 11 χιλ. από την υπόλοιπη Ρωσία). Ακολούθησε ένα ακόμη κύμα 7 χιλ στα 1929-1933. Το γεγονός ότι μετά από αυτές τις συνεχείς «εξόδους» του Ελληνισμού της Ρωσίας προς την Ελλάδα, το ελληνικό στοιχείο στις υπό ρωσική κυριαρχία περιοχές παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο (σύγκριση απογραφών 1897 και 1926, λίγο πάνω από τις 200 χιλ.) οφείλεται στην αναπλήρωση του αριθμού εκείνων που «επαναπατρίσθηκαν» στην Ελλάδα, με τους Έλληνες του Πόντου που κατέφυγαν εκεί στο διάστημα 1918-1920. Η ειδοποιός διαφορά όμως στα τριάντα χρόνια που μεσολάβησαν ήταν ότι μειώθηκε στο ελάχιστο το αστικοποιημένο ελληνικό στοιχείο των παλιότερων εγκαταστάσεων στη «Νέα Ρωσία», με καταγωγή από το Αιγαίο, το Ιόνιο και τον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο, σε αντίθεση με την αύξηση των «Ανατολιτών Ελλήνων», που κατέφυγαν στα ρωσοκρατούμενα εδάφη και που ήταν, στη συντριπτική τους πλειονότητα, Έλληνες του Πόντου.

 

Η προσφυγική εγκατάσταση

Έχοντας βιώσει εξαιρετικά άσχημες συνθήκες, τόσο κατά την πολύμηνη αναμονή της επιβίβασης στα πλοία της φυγής όσο και κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους με πλοία, οι πρόσφυγες άρχισαν να αποβιβάζονται στην Ελλάδα ενθουσιασμένοι, μολονότι σε οικτρή κατάσταση. Πρόσφυγες από το Καράουργαν του Καυκάσου, επιβάτες του πλοίου «Παρθιάν» θυμούνται:

…στο άκουσμα πως το πλοίο μπήκε στον Θερμαϊκό κόλπο [21 Μαΐου 1920], ανέβηκαν όσοι τα κατάφεραν από το μεγάλο συνωστισμό, από τα αμπάρια του πλοίου πάνω στο κατάστρωμα που ήταν γεμάτο κόσμο. Όλοι φρόντιζαν να δουν με αχόρταγο μάτι και να απολαύσουν και αυτοί μαζί με τους άλλους την ωραία Θεσσαλονίκη. Την πόλη του Αγίου Δημητρίου, που μόνο ακουστά την είχαν ως τώρα….

Όλοι οι πρόσφυγες οδηγούνταν στους υποτυπώδεις χώρους υποδοχής του Καράμπουρνου (καραντίνες) για απολύμανση, και στη συνέχεια στους περιχαρακωμένους πρόχειρους καταυλισμούς και τους θαλάμους των εγκαταλελειμμένων συμμαχικών στρατευμάτων στην Καλαμαριά και το Χαρμάνκιοϊ.

Αλλά και αποβιβαζόμενοι στο Καραμπουρνού για απολύμανση, εισέρχονται στο λουτρό και εξέρχονται άλλοι μισόγυμνοι και άλλοι ανυπόδητοι ανεβαίνουν οδό 400 μέτρων περίπου, μέσα στον αέρα. Άλλοι μεταφέρονται στην πλάτη άλλων γιατί δεν μπορούν να βαδίσουν. Μετά από ένα τέταρτο της ώρας φτάνουν στο παράπηγμα που τους υπέδειξαν -γυμνό από κάθε έπιπλο- για να διανυκτερεύσουν, δίχως σκεπάσματα.

 

Το απολυμαντήριο στο Καραμπουρνού.

  

Δυστυχώς οι ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσης και η ανεπαρκής ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, η πείνα και το ψύχος κατέστησαν τους θανάτους καθημερινό φαινόμενο. Υπολογίζεται ότι μόνον στους χώρους υποδοχής χάθηκε το 13% των προσφύγων.

Είναι συγκλονιστικές οι περιγραφές-θρήνοι των προσφύγων:

…Σην Ελλάδαν έρθαμε, ζεστά έταν τα μήνας,

ενέσπαλαμ’ το βούτυρον και τρώγαμ’ τα κινίνας.

Και τσολ κι έρημον Γαραπουρούν και τρι(γ)ύλ, τρι(γ)ύλ ταφία

και ν’ ανοίξτε και τερέστε ατα, όλια Γαρσί παιδία.

[Ήρθαμε στην Ελλάδα και είχε πολλή ζέστη

Ξεχάσαμε το βούτυρο και τρώγαμε τις κινίνες.

Καταραμένο κι έρημο Καραμπουρνάκι, γύρω γύρω τάφοι

κι ανοίξτε και δείτε τα, όλα παιδιά του Καρς].

Κι ενώ αυτή ήταν η κατάσταση που βίωναν για μήνες οι πρόσφυγες, υπήρξαν ανάμεσά τους και εκείνοι που ζήτησαν να καταταγούν στον ελληνικό στρατό (640 εθελοντές μέχρι τον Οκτώβριο 1919), να λάβουν μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Πολλοί από αυτούς χάθηκαν στις πολεμικές επιχειρήσεις.

Οι ανθρώπινες απώλειες δε σταμάτησαν ούτε όταν άρχισε η διάχυση των προσφύγων στη Μακεδονία και τη Θράκη με τη βοήθεια της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων (Ε.Α.Π.), καθώς η ελονοσία από τους «ανωφελείς κώνωπες» αποδεκάτισε κυρίως όσους εγκαταστάθηκαν ως αγρότες στον κάμπο και στους βάλτους. Επιτροπές δημογερόντων και ιερέων από τους οικισμούς της Ρωσίας αναζήτησαν κατάλληλους τόπους οριστικής εγκατάστασης, εξετάζοντας μάλιστα περιοχές που συνήθως είχαν κοινά στοιχεία με εκείνες που είχαν εγκαταλείψει. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι σημαντικές εγκαταστάσεις Καυκασίων πραγματοποιήθηκαν κυρίως στον νομό Κιλκίς καθώς και στους αντίστοιχους της Φλώρινας, της Κοζάνης (Εορδαία), της Πιερίας και της Δράμας. Δεν ήταν, βέβαια, λίγοι αυτοί που παρέμειναν στη Θεσσαλονίκη και σε οικισμούς λίγο έξω από αυτή (Καλαμαριά, Πολίχνη, Ελευθέριο, Διαβατά, Ωραιόκαστρο κ.λπ.). Εντάχθηκαν στην τοπική κοινωνία, μολονότι διατήρησαν τα ιδιαίτερα στοιχεία τής προέλευσής τους (Σύλλογος Νεολαίας Καυκασίων Καλαμαριάς (1924), Σύλλογος Ποντίων εκ Ρωσίας στο Ελευθέριο (1950) κ.ά.) Συνολικά πάντως σε όλη τη Β. Ελλάδα εγκαταστάθηκαν 19.532 οικογένειες (71.165 άτομα) από τον Καύκασο μέχρι το 1921.

Έλληνες του Καυκάσου εγκατεστημένοι στο Κιλκίς. Αγροτική εργασία (σπάσιμο καπνού) (αρχείο Βλ. Αγτζίδη).

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν οι Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης, αντιμετωπίζοντας εξίσου σοβαρά προβλήματα και πιέσεις στις εστίες τους, αναζήτησαν και πάλι καταφύγιο στην Ελλάδα. Για παράδειγμα στα 1938-1939, λόγω των σταλινικών διώξεων, περίπου 20 χιλιάδες πρόσφυγες κατέφθασαν στα ελληνικά λιμάνια και εγκαταστάθηκαν κυρίως στις περιοχές της Μακεδονίας όπου βρίσκονταν, ήδη από τις προηγούμενες «εξόδους», οι συγγενείς και οι συγχωριανοί τους και, γενικότερα, πληθυσμοί προσφυγικής καταγωγής. Μικρά ή μεγάλα κύματα «επαναπατρισμού» όμως, κυρίως στη Μακεδονία, επισυνέβησαν και μεταπολεμικά, με αποκορύφωμα βέβαια τη μαζική «παλινόστηση» από τη διάλυση της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. και μετά, μέχρι και τις ημέρες μας.


Ο Κυριάκος Χατζηκυριακίδης είναι Επίκουρος Καθηγητής της Επώνυμης Έδρας Ποντιακών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής  του Α.Π.Θ

                                                     

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Βλ. Αγτζίδης, Παρευξείνιος Διασπορά. Οι ελληνικές εγκαταστάσεις στις βορειοανατολικές περιοχές του Ευξείνου Πόντου, Θεσσαλονίκη, Αφοί Κυριακίδη, 2001.

Βλ. Αγτζίδης, «Οι Έλληνες του Καυκάσου», στο Η ιστορία των Ελλήνων του Καυκάσου στο Καρς και στο Κιλκίς. Εικονογραφημένη διαδρομή ενός αιώνα (1900-2000), Αθαν. Διαμαντόπουλος (επιμ.), Αθήνα, Τεχνόγραμμα, 2001, σ. 15-72.

Κ. Αυγητίδης, «Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ο Ελληνισμός της Ρωσίας», εφημ. Ριζοσπάστης – 7 Μέρες Μαζί, Κυριακή 8 Οχτώβρη 2006, σ. 10.

Ελ. Ιωαννίδου (επιμ.), Η Καλαμαριά στο Μεσοπόλεμο (1920-1940). Πρόσφυγες. Δημιουργώντας τη νέα Πατρίδα, Θεσσαλονίκη, Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού – University Studio Press, 1998.

Ι. Καζταρίδης, Η «έξοδος» των Ελλήνων του Καρς της Αρμενίας (1919-21), Θεσσαλονίκη, Αφοί Κυριακίδη, 1996.

Ισ. Λαυρεντίδης, «Η κατά το 1895-1907 μετοικεσία Ελλήνων Ποντίων του Καυκάσου εις Ελλάδα», Αρχείο Πόντου, 31 (1971-1972), 450-514.

Άρτ. Ξανθοπούλου-Κυριακού, «Μεταναστεύσεις Ελλήνων στον Καύκασο κατά τον 19ο αιώνα», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 10 (1993), 91-172.

Κωνστ. Κ. Παπουλίδης, «Ο Ελ. Βενιζέλος και ο Ελληνισμός του Καυκάσου το 1914», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 3 (1989), 131-171.

Κωνστ. Κ. Παπουλίδης, «Οι Έλληνες της Ρωσίας τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα», Χίλια χρόνια Ελληνισμού-Ρωσίας, Αθήνα, Γνώση, 1994, σ. 213-249.

Ελ. Παυλίδης (επιμ.), Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και τα 33 χρόνια τού εν Αθήναις Σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων, έκδοση Σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων, Αθήνα 1953.

Ευστ. Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη δυτική Μακεδονία 1923-1930, Θεσσαλονίκη, Αφοί Κυριακίδη, 1994.

Πανάρ. Τοπαλίδης, Ο Πόντος ανά τους αιώνας,  Δράμα, χ.ε., 1929.

Κων. Φωτιάδης, Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, β΄ έκδοση, Θεσσαλονίκη, ΚΕ.ΠΟ.ΜΕ.-εκδοτικός οίκος Αντ. Σταμούλη, 2003.

Ι. Κ. Χασιώτης (επιμ.), Οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Μετοικεσίες και Εκτοπισμοί. Οργάνωση και Ιδεολογία, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 1997.

Θεοχ. Κ. Χάρης, Το Καράουργαν του Καρς και η ζωή μου, Θεσσαλονίκη, Αφοί Κυριακίδη, 2001.

Art. Xanthopoulou-Kyriakou, “The Emigration of Pontic Greeks from the Russian Caucasus to Macedonia”, Balkan Studies, 37/2 (1996), 371-388.

 

Χρίστος Στεργ. Μπελλές: Οι Γενοβέζοι κατακτητές – δυνάστες της Χίου Giustiniani (1346 – 1566) και το προϊόν της μαστίχας

Χρίστος Στεργ. Μπελλές

Οι Γενοβέζοι κατακτητές – δυνάστες της Χίου Giustiniani

(1346 – 1566)

και το προϊόν της μαστίχας

 

Η Γένουα τις παραμονές της κατάκτησης της Χίου

Το 1344 εκλέγεται Δόγης της Γένουας ο Giovanni Murta. Ενώ διαρκούσαν στη Γένουα οι εμφύλιοι σπαραγμοί και οι εξωτερικοί πόλεμοι, μια μερίδα των επαναστατών κατέφυγε στο Μονακό. Το 1346 ο Δόγης και το Συμβούλιο μαθαίνουν ότι 10.000 επαναστάτες έχοντας εξοπλί­σει στόλο τριάντα γαλερών, βοηθούμενοι υπό των ευγενών Grimaldi (Γριμάλδη), σκοπεύουν να πολιορκήσουν τη Γένουα.

Ο Δόγης Murta εκλέγει μια επιτροπή τεσσάρων αξιωματικών, με σκοπό την εξεύρεση των μέσων κατά των στασιαστών. Ελλείψει χρη­μάτων η επιτροπή αποφασίζει να εξοπλισθεί ένας αριθμός γαλερών με ιδιωτική πρωτοβουλία. Τα πλοία θα προετοιμάζονταν από κάθε πλοιο­κτήτη και το κράτος θα εξασφάλιζε τους πλοιοκτήτες-εφοπλιστές και θα τους αποζημίωνε για κάθε βλάβη που ήθελε προκύψει στις γαλέρες. Τα έξοδα, συμπεριλαμβανομένου και του στρατού, θα αναλάμβανε το κράτος εξ ολοκλήρου. Η πόλη εγγυάται, επί υποθήκη των προσόδων των τελωνείων, το ποσό των 20.000 λιβρών που θα ελάμβαναν οι πλοι­οκτήτες (armatori). Πιο συγκεκριμένα, οι πλοιοκτήτες θα ελάμβαναν αποζημιώσεις για όλα τα έξοδά τους και τις όποιες απώλειες, αλλά μέχρις ότου ικανοποιηθούν θα μπορούσαν να εκμεταλλεύονται οποιοδήποτε τόπο καταλάμβαναν.

Εξοπλίστηκαν, τελικά, 29 γαλέρες 3 ευγενών (nobili) και 26 λαϊκών (popolari) και εκλέχτηκε αρχηγός των παραπάνω πλοιοκτητών ο Simone Vignoso. Στις 24 Απριλίου 1346, ο Simone Vignoso επικεφα­λής του στόλου των 29 γαλερών, επί των οποίων επιβαίνουν 6.000 άντρες, απέπλευσε από τη Γένουα για Μονακό, όπου διέλυσε τους απροετοίμαστους επαναστάτες. Ο στόλος επιστρέφει θριαμβευτής στη Γένουα.

Christoforo de Grassi, Άποψη της Γένουας και του στόλου της (1597, αντίγραφο σχεδίου του 1481), Galata Museo del Mare, Genoa.

Η κατάκτηση της Χίου από τον Simone Vignoso

Στις 3 Μαΐου 1346 ο στόλος των Γενουατών υπό το Simone Vignoso απέπλευσε για την Ανατολή με σκοπό να ενισχύσει τη θέση της Γένου­ας στην περιοχή, όπου πρωταγωνιστούσαν τότες οι ανταγωνιστές τους Ενετοί, και να βοηθήσει τις αποικίες των Γενουατών στην Κριμαία που απειλούνταν από τους Μογγόλους. Στις 8 Ιουνίου κατέπλευσε στον πορθμό του Ευρίπου, όπου συνά­ντησε το συμμαχικό στόλο των Ενετών, Ιωαννιτών και άλλων συμμά­χων υπό τον Humbert (Ουμπέρτο). Ο Ουμπέρτο με τους συμμάχους του — και με τις ευλογίες του Πάπα — σκόπευε να καταλάβει τη Χίο, δή­θεν για τρία έτη, για να τη χρησιμοποιήσει σαν βάση στον αγώνα κατά των Τούρκων και ζήτησε από το Vignoso να συνεργαστούν για τον πα­ραπάνω σκοπό. Ο Vignoso αρνήθηκε την προτεινόμενη συνεργασία, υποστηρίζο­ντας ότι η Χίος και η Φώκαια ήταν γενουατικές κτήσεις μέχρι το 1329, που αποσπάστηκαν δολίως υπό των Ελλήνων και ότι σκοπός της επι­χείρησής του ήταν η ένταξη και πάλι των δυο παραπάνω τόπων στη γενουατική κυριαρχία. Από το 1304-1329 κυρίαρχοι του νησιού, ως γνωστόν, υπήρξαν και πάλι οι Γενουήνσιοι Zaccaria de Castro (Ζαχαρία του Κάστρου, από το χωροταξικό παρτέρι Castro της Γένουας, όπου διέμε­ναν τούτοι οι ευπατρίδες), με επικυρίαρχο το Βυζαντινό Αυτοκράτορα. 

Το 1346 ο εμφύλιος πόλεμος στο Βυζάντιο συνεχίζεται με τον Καντακουζηνό να στέφεται Αυτοκράτορας ως Ιωάννης ο ΣΤ΄ στην Ανδριανούπολη από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων, ενώ στην Κωνσταντι­νούπολη η κυβέρνηση ήταν στα χέρια αυτών που υποστήριζαν την Αντιβασίλισσα Άννα και το δεκαπενταετή Αυτοκράτορα Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο (1). Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο Vignoso απέπλευσε από τη Χαλκί­δα, με προορισμό τη Χίο. Κατεπάνω (Αυτοκρατορικός Επίτροπος) της Χίου ήταν τότες ο Καλογιάννης Ζυβός. Σ’ αυτόν, εν τω μεταξύ, προα­νήγγειλε τις δόλιες προθέσεις του, αποστέλλοντας τρεις γαλέρες. Ντυ­μένος φίλος και προστάτης της Χίου, τον προειδοποιεί για τις προθέ­σεις του Ουμπέρτο να καταλάβει τη Χίο. Στη συνέχεια, ζητεί να του παραδώσει το νησί με την υπόσχεση να το επιστρέψει στο Ζυβό μετά την πάροδο του κινδύνου. Οι άρχοντες της Χίου απέρριψαν την πρόταση-προσφορά του Vignoso, τονίζοντας ότι είναι αρκετά ισχυροί και δεν έχουν ανάγκη προστατών. Στις 15 Ιουνίου καταπλέει στη Χίο ο Vignoso και με την αποστολή νέων πρέσβεων επαναλαμβάνει τις δόλιες προτάσεις του, για να λάβει την ίδια απάντηση από τους Χιώτες ιθύνοντες. Τότε ο Γενουάτης ναύ­αρχος προβαίνει σε δεύτερη δόλια πρόταση, ζητώντας την άδεια να παραμείνει στο λιμάνι, για να προσφέρει τις καλές του υπηρεσίες όταν ο Ουμπέρτο θα επιτίθετο. Και αυτή η προσφορά απορρίπτεται συνοδευόμενη με εκτόξευση λίθων, βελών, ακοντίων από το κάστρο κατά των Γενουατών. Την άλλη μέρα, Παρασκευή 16 Ιουνίου, την αυγή, ο Vignoso απο­καλύπτει το πραγματικό του πρόσωπο επιτιθέμενος με όλες του τις δυ­νάμεις — θαλάσσιες και χερσαίες — εναντίον της πόλης με ένα σώμα από χίλιους άντρες. Όπως μας πληροφορεί ο Νικηφόρος Γρηγοράς, οι Χιώτες πολέμησαν με αντρεία(2), τραυμάτισαν περισσότερους από 500 του αντίπαλου στρατοπέδου, αλλά η ατείχιστη πόλη έπεσε στα χέρια των Γενουατών  (3). Από τις 21 Ιουνίου ο Γενουάτης αρχηγός του στόλου πολιορκεί το κάστρο από ξηρά και θάλασσα κι αναγκάζει τους γενναίους πολιορκημένους να παραδοθούν από πείνα και δίψα  (4) στις 12 Σεπτεμβρίου 1346.

Χειρόγραφος χάρτης της Χίου από τον Cristoforo Buodelmonte, 1422. Αντίγραφο από το Βρετανικό Μουσείο (πηγή: Συλλογή Αργέντη, Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής»)

Την ίδια μέρα μέσα στο κάστρο, στο ναό του Αγίου Νικολάου, έλα­βαν χώρα δύο συμφωνίες μεταξύ Χιωτών και των νέων κυριάρχων. Η πρώτη συμφωνία υπογράφεται μεταξύ των Κώστα Ζυβού, αντιπροσώπου του αδερφού του Καλογιάννη Ζυβού, του Vignoso και των λοιπών πλοιοκτητών και αφορά στην τύχη και τη διατήρηση των μέχρι τότε κεκτημένων του Κατεπάνω και των συγγενών του, στα πλαίσια του νέου status.

«(…) Τα χρυσόβουλλα και αι προνομίαι του (του Καλοϊωάννη Ζυβού), αι χορηγηθείσαι παρά των Βυζαντινών, θα έχουν την αυτήν ισχύν και το αυτό κύρος και παρά Γενουάταις, όπως και αυτός θα έχη έναντι της Γενούης τας υποχρεώσεις τας οποίας είχε προς τον αυτοκράτορα. Τα δικαιώματα ταύτα, θα είναι κληρονομικά». (5)

Η δεύτερη συμφωνία-συνθήκη παράδοσης της Χίου στους Γενουά­τες — υπογράφεται από την τετράδα των αρχόντων σαν εκπροσώπων της Χίου (απουσίαζαν Καλογιάννης Ζυβός και Δαμαλάς) και το ναύαρχο Vignoso και τους λοιπούς πλοιοκτήτες, και αφορά στις σχέσεις των Χιωτών χρυσοβουλλάτων ευγενών, στα πλαίσια του νέου καθεστώτος. «Οι ευγενείς όλοι του κάστρου και της πόλεως (nobiles civitatis et castri), οι οποίοι είχον λάβει δωρεάς και προνομίας παρά του αυτοκράτορος των Ρωμαίων και περί των οποίων υπάρχουν διατάξεις και χρυσόβουλλα είτε ερυθραί γραφαί, τα λεγόμενα προστάγματα εις την ελληνικήν γλώσσαν, αυτοί θα έχουν ασφαλείς και ακεραίας τας παρα­χωρήσεις ταύτας, απολαμβάνοντες των αυτών προνομιών παρά της γενουατικής πολιτείας, τας οποίας απελάμβανον παρά των αυτοκρατόρων των Ρωμαίων». (6)

Το κατά πόσο τηρήθηκαν από τούτη τη στρατιωτικοοικονομική εταιρεία οι συμφωνίες και οι συμβάσεις είναι μια άλλη ιστορία, την οποία αποκαλύπτουμε στην παρακάτω αφήγησή μας. Στις 17 Σεπτεμβρίου κατέλαβε αμαχητί την παλαιά Φώκαια, η οποία βρισκόταν υπό τη διοίκηση του Αυτοκρατορικού Έπαρχου Καλογιάννη Ζυβού, ο οποίος παραμένει στη θέση του κυβερνήτη εκπρο­σωπώντας στο εξής γενουατικά συμφέροντα. Στις 20 Σεπτεμβρίου παραδόθηκε και η νέα Φώκαια, η οποία βρι­σκόταν υπό τη δικαιοδοσία του Κατεπάνω Λέοντος Πετρωνά.(7) Η συνθήκη που υπογράφτηκε μεταξύ των αρχόντων της Νέας Φώκαιας, του Vignoso και των συντρόφων του ήταν αυστηρότερη εκείνης της Χίου .(8) Έτσι καταλύθηκε το βυζαντινό καθεστώς στη Χίο και τις δύο Φώκαιες και στο εξής όλα υπόκεινται στη στυγνή εκμετάλλευση των νέων εμπόρων-κατακτητών.

Το οικόσημο της πεντάδας (βασιλικός επίτροπος στη μέση και η φεουδαρχική τετράδα γύρω). Οι άρχοντες τούτοι υπέγραψαν το 1566 τη συνθήκη παράδοσης της Χίου στο Simone Vignoso

Η Εταιρεία Μαοna της Χίου

Μετά την κατάκτηση της Χίου και των δύο Φωκαιών (Focea Vecchia, Focea Nuova) και την εξασφάλιση νευραλγικών σταθμών για το εμπόριο της Ανατολής, ο Vignoso επιστρέφει στη Γένουα στις 29 Νοεμβρίου 1346, με σκοπό να διαπραγματευτεί με το Κομούνιο τα χρέη που εκκρεμούσαν γι’ αυτόν και τους λοιπούς πλοιοκτήτες, σχετικά με τις υπη­ρεσίες τους στην κατάκτηση των συμφωνηθέντων εδαφών.

Επειδή το Κυβερνητικό Ταμείο «ήτο μείον», ύστερα από μακρές συσκέψεις μεταξύ αντιπροσώπων του Κομουνίου της Γένουας και των αντιπροσώπων των πλοιοκτητών, συμφωνήθηκε το ύψος του χρέους της πολιτείας προς τους τελευταίους στο ποσό των 203.000 λιβρών (7.000 λίβρες για καθένα από τους 29 πλοιοκτήτες).(9)

Στις 26 Φεβρουάριου 1347 (10) υπογράφτηκε σύμβαση μεταξύ του Κομουνίου της Γένουας και των αντιπροσώπων των πλοιοκτητών, με επικεφαλής το Simone Vignoso. Με βάση τη συμφωνία αυτή, η Γένουα αναγνωριζόταν επικυρίαρχος του άλλοτε ανατολικού κράτους των Zaccaria (1304-1329) και οι πλοιοκτήτες αναλαμβάνουν την επικαρπία του, μέχρι της εξοφλήσεως του ποσού της συμφωνηθείσας αποζη­μίωσης, που προβλεπόταν να λάβει χώρα μετά από 20 έτη. Η Χίος αποτελούσε επί Zaccaria το οικονομικό και πολιτικό κέντρο μιας περιφέρειας που συμπεριλάμβανε τα νησιά των Οινουσσών, των Ψαρών, της Σάμου, της Ικαρίας, της Κω, της ευρισκόμενης στην απέ­ναντι Ιωνία Παλαιάς και Νέας Φώκαιας και το λιμάνι του Περάματος ή Κρήνης ή Passagio, όπως το αποκαλούσαν οι Zaccaria.(11) Βάσει της σύμβασης, λοιπόν, η μητρόπολη της Γένουας έχει επί 20 συναπτά έτη την υπέρτατη πολιτική και δικαστική δικαιοδοσία στη Χίο και τις δύο Φώκαιες. Κατέχει, επίσης, τα φρούρια και διορίζει τον Podestà (Διοικητή)(12), ο οποίος κυβερνά το νησί μαζί με το Συμβούλιό του, από έξι άντρες που επιλέγουν οι Συνέταιροι, σύμφωνα με τους νό­μους και τα έθιμα της Γένουας, και σε περίπτωση μη επάρκειας αυτών σύμφωνα με το ρωμαϊκό δίκαιο. Διορίζει επίσης η Μητρόπολη – με τον ίδιο τρόπο που επιλέγει τον Podestà – και το Castellano ή Castellanus (Φρούραρχο)(13), ο οποίος ορκίζεται να φυλάει το φρούριο για λογαριασμό των Συνεταίρων, του Δόγη του και του Συμβουλίου του. Για τις απαιτήσεις της παραπάνω σύμβασης οι πλοιοκτήτες ιδρύουν εταιρεία με το όνομα Mahona ή Maona (Μαόνα).(14)

Το 1155 υπήρχαν επτά τέτοιες εταιρείες με την ονομασία «Μαόνα», στις οποίες η Γένουα παραχωρούσε το δικαίωμα εκμετάλλευσης των αποικιών της. Στις εταιρείες αυτές δε συμμετείχαν αλλοδαποί, εκτός αν είχαν προσφέρει υπηρεσίες στο κράτος και το Συμβούλιό τους άλ­λαζε ανά 3 ή 4 έτη. Οι παραπάνω εταιρείες διέθεταν τα κέρδη στους «μετόχους» τους, ανάλογα με τα μερίδια των μετοχών τους.(15) Η Μαόνα του 1347, αποτελούμενη από τα πρώτα μέλη – τα περισ­σότερα διέμεναν στη Γένουα – μίσθωσε τις προσόδους της Χίου σε άλ­λη μετοχική εταιρεία που ιδρύθηκε το 1349(16) και για να ξεχωρίζει από την άλλη έλαβε την ονομασία Νέα Μαόνα (Maona Nuova), σε αντίθε­ση με την παλιά Μαόνα (Maona Vecchia). Τα μέλη της παλαιάς Μαόνα πουλούν καθημερνά τις μετοχές τους και το 1358, που πεθαίνει ο Vignoso, το νησί περιέρχεται στην κυριότη­τα 8 Μαονέζων, από τους οποίους μόνο ένας ανήκε στα ιδρυτικά μέλη. Οι οκτώ μέτοχοι της Maona Vecchia και οι δώδεκα της Maona Nuova βρίσκονται σε διαρκείς διαφωνίες και αντιθέσεις, λόγω διαφοράς αντιλή­ψεων και συμφερόντων μεταξύ τους, με αποτέλεσμα πολλές φορές να παρεμβαίνει η γενουατική κυβέρνηση για να διευθετήσει τα πράγματα.

Οικονομικός και διοικητικός χάρτης της Χίου, που περιλαμβάνει τις 12 συνδεσποτείες του νησιού που αντιστοιχούν στις 12 μετοχικές μερίδες, τα δωδεκατημόρια (duodeni) της Μαόνας των Guistiniani (πηγή: Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής»).

Στις 8 Μαρτίου 1362 (17), με τη σύμφωνη γνώμη της παλιάς και της νέας Μαόνα, η Χίος μισθώνεται για δώδεκα έτη σε εταιρεία, που αποτελείται από δώδεκα Γενουήνσιους πολίτες, αφού πρώτα εγκρίνονται από το Δόγη και τους Μαονέζους. Ο καθένας θα ελάμβανε το 1/12 (δωδεκατημόριο ή duodenum) των συνολικών προσόδων και η εταιρεία υποχρεωνόταν να πληρώσει στους παλαιούς μετόχους τα χρήματα που τους όφειλε η κυβέρνηση. Ήταν, λοιπόν, οι μετοχές της εταιρείας δώδεκα και ονομάζονταν δωδεκατημόρια (duodeni). Κάθε μετοχή (duodenum) υποδιαιρούνταν σε τρεις μικρότερες, που ονομάζονταν «grossi caratti». Κάθε μια απ’ αυ­τές υποδιαιρούνταν σε οκτώ μικρότερες, ονομαζόμενες «piccoli caratti». Αργότερα τα δωδεκατημόρια έγιναν 13 και το δέκατο τρίτο διαι­ρούνταν σε 2 grossi caratti και το καθένα από τα τελευταία σε 8 piccoli caratti. Επομένως ο συνολικός αριθμός των μεγάλων μετοχών ήταν 13, των grossi caratti 38 και των picolli caratti 304.(18) Στις 14 Νοεμβρίου 1372 οι μέτοχοι συνιστούν Albergo (19), αντικαθιστώ­ντας όλα τα επώνυμά τους με το Ιουστινιάνι (Giustiniani) κι έτσι έμειναν στο εξής στην Ιστορία Albergo di Giustiniani = (Albergo των Ιουστινιάνι). 

Στις 14 Νοεμβρίου 1372 οι μέτοχοι της Maona de Scio συγκροτούν το Albergo di Guistiniani (Albergo των Ιουστινιάνι). Δ. Ροδοκανάκη «Ιουστινιάναι-Χίος» (πηγή: Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής»).

Η Μaona και το μονοπώλιο της μαστίχας

Οι Μαονέζοι αποτελούσαν μια στρατιωτικοοικονομική δύναμη που οι φορείς της, αυτόνομοι ή με τη βοήθεια της Μητρόπολης, πολιτεύθηκαν κρατώντας με το ’να χέρι τη ζυγαριά και με τ’ άλλο το σπαθί. Εκμε­τάλλευση στους δουλοπάροικους του μαστιχοφόρου σχίνου και σπαθί για τους αντιρρησίες-επαναστάτες κατοίκους του νησιού, όπως και για τους κατοίκους των δυο Φωκαιών, μα και για τους Ενετούς ανταγωνι­στές, αν χρειαζόταν. Ο Simone Vignoso, ο οποίος διοίκησε τη Μαόνα μέχρι το θάνατό του το 1358, κυρίευσε την Κάρυστο, την οποία κατεί­χαν οι Ενετοί και μετέφερε «εν θριάμβω» τα κλειδιά του Ευρίπου στη Χίο.(20)

Όλα αυτά τα στοιχεία, σε συνδυασμό με κάποια ακόμη που θα αναπτύξουμε στη συνέχεια, οδήγησαν τον καθηγητή Βασίλη Φίλια να επιλέξει με απόλυτη συνείδηση του πράγματος τον όρο «γενοβέζικη κα­τοχή στο νησί της Χίου», κατά την περίοδο 1346-1566, όσον αφορά στους αγροτικούς πληθυσμούς του νησιού και κατά συνέπεια στους μαστιχοκαλλιεργητές (21).

Σύμφωνα με τον ίδιο, είναι αναμφισβήτητο ότι οι Γενοβέζοι, όταν έρχονται στη Χίο, δημιουργούν αμέσως μια σχέση τραχύτατης κατα­πίεσης σε βάρος των αγροτικών πληθυσμών και επίσης αναμφίβολα παρατηρείται μια τεράστια οικειοποίηση — ή ακριβέστερα, υφαρπαγή — των γαιών τους. Δεν υπάρχει καμία πράξη παραχώρησης των χιώτικων γαιών στη Maona. Άρα, αυθαίρετα οι γαίες αυτές αφαιρέθηκαν από τους καλλιεργητές τους, στους οποίους ανήκαν και στους οποίους επε­τράπη στο εξής στοιχειωδώς απλά και μόνο να καλλιεργούν τη γη σε μια σχέση ιδιαίτερα βαριάς κολληγίας. Πρόκειται, δηλαδή, για μια τυ­χοδιωκτική κατάκτηση, που διαμόρφωσε συνθήκες σε βάρος του αγροτικού πληθυσμού χειρότερες από εκείνες που ίσχυαν στη Δύση στην ακμή του φεουδαρχικού συστήματος. Αυτό είναι εμφανές και από το είδος των οικισμών οι οποίοι δημιουργήθηκαν αυτή την περίοδο. Γι’ αυτό άλλωστε και οι Χιώτες αγρότες μόνιμα και σταθερά ήταν υπέρ του Βυζαντινού Αυτοκράτορα.

Τούτοι οι Μαονέζοι έμποροι-κατακτητές επέφεραν την πλήρη κα­τάργηση της λειτουργίας της κοινότητας και κάθε κοινοτικού θε­σμού, αφού ίχνη κοινότητας μαρτυρούνται τόσο επί Βυζαντίου όσο κι επί Zaccaria (22). Δεν επέτρεψαν στους αγρότες, στους μαστιχοπαραγωγούς να λειτουργήσουν κάτω από ένα σύστημα στοιχειώδους έστω αυ­τοδιοίκησης, αλλά τους υποχρέωσαν να βρίσκονται κάτω από την επι­κυριαρχία του Podestà. Η πολιτική τους βασιζόταν ουσιαστικά στην εκμετάλλευση πρώτων υλών και γενικά αγροτικών προϊόντων και εμπο­ρευμάτων, τα οποία υφάρπαζαν στην κυριολεξία από τους ιθαγενείς των περιοχών που κατακτούσαν.

Το κυριότερο προϊόν του νησιού επί των ημερών των Μαονέζων ήταν η μαστίχα, της οποίας η παραγωγή και η πώληση ανήκε στη Μα­όνα. Σε κανένα μαστιχοκαλλιεργητή δεν επιτρεπόταν να κόψει έστω κι ένα μικρό δενδρύλλιο σχίνου που βρισκόταν στα κτήματα εκμετάλλευ­σής του κι ο παραβάτης του νόμου τιμωρούνταν ως κοινός εγκλημα­τίας. Δεν επιτρεπόταν ακόμα σε κάποιον να σταθεί κοντά στο μαστιχάρη χωρίς εργασία, όταν αυτός κεντούσε τους σχίνους ή μάζευε τη μα­στίχα. Σε κανένα παραγωγό δεν επιτρεπόταν να πουλήσει μαστίχα ή να αποκρύψει ή να κρατήσει για δική του χρήση έστω και ελάχιστη πο­σότητα χωρίς να λάβει άδεια. Εάν κάποιοι μαστιχοπαραγωγοί για διάφορους λόγους — εκουσίους ή ακουσίους — δεν κατόρθωναν να δώ­σουν το ποσό της μαστίχας το οποίο υποχρεούνταν κάθε χρόνο, ετιμωρούνταν με πρόστιμο το οποίο ανερχόταν στο διπλάσιο της τιμής της μαστίχας.

Οι απάνθρωπες ποινές και η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής σαν αυταξίας δεν έχουν το προηγούμενό τους τουλάχιστον στην ιστορία του νησιού, αλλά και της βυζαντινής επικράτειας θα λέγαμε. Τούτοι οι Μαονέζοι Ιουστινιάνι οργάνωσαν το εμπόριο της μαστί­χας συστηματικά και παρέμειναν ιστορικές οι ωμές και απάνθρωπες ποινές — οι ιστορικές ειδήσεις και οι παραδόσεις μιλούν για περσικά πρότυπα — για τους κλέπτες της μαστίχας. Ο Κάρολος Αραγκής Ιουστινιάνι, ο οποίος έγινε Επίσκοπος στο μητροπολιτικό θρόνο της Χίου σε ηλικία 16 χρόνων (εκκαιδεκαετής), το 1394, μας δίνει τέσσερις πα­ραινετικές επιστολές προς τους Χιώτες καλλιεργητές της μαστίχας γραμμένες στην καθομιλουμένη γλώσσα της εποχής. Στις επιστολές αυτές, πέρα από τις οδηγίες που δίνει ο συγγραφέας στους μαστιχοπαραγωγούς για την επιτυχή και αποδοτική καλλιέργεια των μαστιχόδενδρων, μας ιστορεί και κάθε τι που έχει άμεση ή έμμεση σχέση με τη μα­στίχα την οποία ονομάζει σχοινίνην. Δεν παραλείπει επίσης να υπεν­θυμίσει στους αγρότες τις συνέπειες από την κλοπή του προϊόντος: ο κλέπτης μέχρι δέκα λίτρες (3,2 κιλά) καταδικάζεται από τον ποδεστάτη σε πρόστιμο ενός μέχρι έξι υπερπύρων για κάθε ουγκιά, που εάν δεν μπορούσε να το πληρώσει μαστιγωνόταν και του έκοβαν το ένα αυτί. Εάν έκλεβε από δέκα έως είκοσι πέντε λίτρες, στιγματιζόταν στο μέτω­πο με πυρακτωμένο σίδερο. Εάν έκλεβε είκοσι πέντε μέχρι σαράντα πέ­ντε λίτρες, του έκοβαν τη μύτη. Από σαράντα πέντε μέχρι πενήντα του έκοβαν το δεξιό αυτί και τη μύτη. Από πενήντα έως ογδόντα λίτρες του έκοβαν τα δυο αυτιά και τη μύτη και τον στιγμάτιζαν στο μέτωπο με τον παραπάνω τρόπο. Από εκατό μέχρι διακόσιες λίτρες του έβγαζαν το ένα μάτι και του έκοβαν το πόδι ή το χέρι. Κλέπτης άνω των διακοσίων λίτρων απαγχονιζόταν. Επίσης, κρέμαγαν και αυτόν που είχε τι­μωρηθεί για την κλοπή εκατό λιτρών εάν επαναλάμβανε το ίδιο έγκλη­μα. Οι καταδότες ανταμείβονταν πλουσιοπάροχα, οι δε κλεπταποδό­χοι τιμωρούνταν με τις ίδιες, ακόμα και αυστηρότερες ποινές από εκεί­νες των αυτουργών (23).

Τις παραπάνω ποινές επιβεβαιώνει ο Κυριακός Πιτσενικόλλας (24) (Kiriacus Picenicolleus) από την Αγκώνα σε μια από τις επιστολές του που έγραψε στη Χίο, άγνωστο προς ποιον και πότε, με το «ελληνιστί και λατινιστί» δίστιχο του:

Ει, όστις αν, σώος εν Χίω ζην εθέλεις,

Μαστίχων φύλαξαι μήποτε κλέπτης πέλεις».

«Si vis impune Chion, quisquis es, frequentare,

Mastices caveto numquam fraudare».

[«Όποιος θέλει να ζει σώος στη Χίο

να φυλάσσει τη μαστίχα και ποτέ να μην την κλέβει».]

Ο Κυριακός επισκέφθηκε δύο φορές την Ανατολή, το 1435 και το 1444. Την πρώτη φορά έμεινε περίπου δέκα μήνες και τη δεύτερη τρία χρόνια. Από τη Χίο έφυγε για πάντα στις 27 Φεβρουάριου του 1446.

Όλοι οι χωρικοί των Μαστιχοχώρων ήταν υποχρεωμένοι να δουλέ­ψουν για τη μαστίχα, της οποίας το αποκλειστικό μονοπώλιο ανήκε στη Maona. Οι καλλιεργητές της μαστίχας (μαστιχάρης και μαστιχάρισσα) δούλευαν υπό την επίβλεψη των Masticarii, οι οποίοι ήταν συ­νήθως μετανάστες από τη Γένουα με γυναίκα από τη Χίο και οι οποίοι αναλαμβάνοντας μια Masticaria (περιοχή με μαστιχόδεντρα) τελούσαν υπό τις διαταγές των αξιωματούχων των επιφορτισμένων με τη μαστί­χα, οι οποίοι εκλέγονταν είτε από τον Podestà είτε από τους Μαονέζους.

Συγκεκριμένα, ο Podestà εξέλεγε τους επόπτες των Μαστιχοχωρίων που λέγονταν Λογαριαστές (Logariastitae), όπως και τον επί της σταθμίσεως και απογραφής της μαστίχης Ελεγκτή (Scriba Masticis), του οποίου έργο ήταν ο έλεγχος της ποσότητας κι η απογραφή της μαστίχας. Όπως υποστηρίζει ο Hopf, Scriba Masticis (Γραμματέας των Μαστιχοχωρίων) ορίσθηκε το 1409. Τούτος ο θώκος διατηρήθηκε μέχρι και το 1700, όπου συναντάμε τον I. Μαυροκορδάτο — αδελφό του εξ Απορρήτων – να τον κατέχει. Οι κυβερνήτες της Μαόνας εξέλεγαν τους Εξεταστές (Perquisitores) με σκοπό να ελέγχουν τα αναχωρούντα πλοία για τυχούσα ύπαρξη μαστίχας και τους επί της συγκομι­δής της μαστίχης Επιστάτες (Officiales Super Recullectionem Masticis) (25), οι οποίοι επιστατούσαν για τη σύναξη και την καταμέτρηση της μαστίχας, την οποία μοίραζαν στους μετόχους ανάλογα με τις με­τοχές τους στην εταιρεία Μαόνα.

Η κυριότερη πηγή πλούτου για την εταιρεία Μαόνα υπήρξε το εμπόριο. Το σημαντικότερο όμως κι επικερδέστερο γι’ αυτή εμπόριο ήταν εκείνο της μαστίχας. Η ετήσια μέση παραγωγή της μαστίχας ανερχόταν σε 434 στατήρες (καντάριοι) (26). Την εκμετάλλευση της μαστίχας μονοπωλούσε αδιάλειπτα η Μαόνα και οι ετήσιες πωλήσεις (27) ανέρχονταν βάσει της παραπάνω παραγωγής σε:

120 στατήρες για την Ευρώπη

114 στατήρες για την Αρμενία, Κύπρο, Ρόδο, Συρία, Αίγυπτο και

200 στατήρες για την Ελλάδα, Κωνσταντινούπολη, Τουρκία και Μικρά Ασία.

Οι Μαονέζοι διατηρούσαν, για τις ανάγκες του εμπορίου της μαστίχας, σε μερικές πόλεις ιδιαίτερα πρακτορεία, όπως για παράδειγμα στην Αλεξάνδρεια και τη Δαμασκό.

Στη Δύση οι κύριες περιοχές εξαγωγής ήταν η Βαρβαρία (Βορειοδυ­τική Αφρική) και η Ιταλία (Σικελία, Καλαβρία, Πούλια, Μάρκες, Το­σκάνη και Λομβαρδία). Η κεντρική αποθήκη όλης της συγκομιδής βρι­σκόταν στη Χίο στο «Casa del Mastice». Στη Γένουα χτίστηκαν αποθή­κες για τη Δύση και στη Ρόδο για τις ανατολικές χώρες.

Το εμπόρευμα το συγκέντρωναν, το επεξεργάζονταν και το πουλού­σαν σε «Cuffini» (σεντούκια ή κιβώτια) κλεισμένα και τυλιγμένα με καναβάτσες. Ένα «cuffino» (κοφίνι) ζύγιζε ακαθάριστο 57 κιλά περίπου, ενώ το φορτίο του σε καθαρή καλής ποιότητας μαστίχα ισοδυναμούσε με 46 περίπου κιλά. Το «πλοίο της μαστίχας» της Maona μετέφερε από 14 έως 30 «coffini».

Αξίζει να μνημονεύσουμε εδώ και την περίπτωση της απόσυρσης του προϊόντος από τη «Μαόνα» για να διατηρηθεί η τιμή σε υψηλά επίπεδα. Ο Κ. Μ. Κατλάς (28) λέγει σχετικά: «Αν η συλλεγομένη ποσότης ήτο μεγαλυτέρα της οριζομένης εκ των προτέρων, το περίσσευμα εφυλάσσετο εις τας αποθήκας διά το επόμενον έτος, ή εκαίετο αμέσως». Τα παραπά­νω είναι αρκετά για να συμπεράνουμε πόσο καλά ήταν οργανωμένο το εμπόριο της μαστίχας στα χρόνια των Γενουατών, ώστε οι μεγάλοι αυ­τοί έμποροι ήταν σε θέση με μεθόδους, που και σήμερα γίνονται απο­δεκτές στο παιχνίδι της οικονομίας, να ελέγχουν την προσφορά και τη ζήτηση του προϊόντος. Η Μαόνα φρόντιζε, επίσης, για τον έλεγχο και την παραγωγή της μαστίχας στα πλαίσια μη εξάντλησης των μαστιχοφόρων σχίνων.

Την εμπορική εκμετάλλευση των παραπάνω ποσοτήτων μαστίχας είχαν συνήθως ιδιώτες ή εταιρείες, οι οποίες στη συνέχεια πουλούσαν με δικό τους κίνδυνο το προϊόν στις παραπάνω χώρες. Δηλαδή, οι πωλήσεις γίνονταν από τη Μαόνα σ’ αυτές τις ατομικές ή εταιρικές επι­χειρήσεις, επί πιστώσει τριών, έξι, οκτώ, δέκα ή και περισσοτέρων ετών, έναντι εξαμηνιαίων συναλλαγματικών σε διαταγή της Μαόνα και πληρωτέες στην Κύπρο, η οποία ήταν γενουατική αποικία ή τη Γένουα. (29)

Δεν ήταν ασύνηθες το φαινόμενο της πώλησης της μαστίχας προκαταβολικά. Όταν οι Μαονέζοι είχαν ανάγκη από χρήματα, ανέθεταν την πώληση της μαστίχας σε ιδιωτικές εταιρείες, εισπράττοντας την αξία της προκαταβολικά (30).

Από το 14ο αιώνα η μαστίχα, μέσω των δικτύων των Μαονέζων Giustiniani, γίνεται γνωστή σ’ όλο τον κόσμο, με αποτέλεσμα να αυξη­θεί η ζήτησή της και συνακόλουθα η τιμή της. Η ετήσια πρόσοδος από τη μαστίχα ανερχόταν σε 30.000 δουκάτα, βάσει των μαρτυριών του Ιερώνυμου Giustiniani(31) και, σύμφωνα με άλλη μαρτυρία από το ημερο­λόγιο του Χριστόφορου Κολόμβου, πάνω από 50.000.

Ο παρακάτω πίνακας α’ μας δίνει τις διακυμάνσεις της τιμής της μαστίχας από το 1362 και μετά:(32)

                                                                                 

ΤΙΜΕΣ ΜΑΣΤΙΧΑΣ ΕΠΙ GIUSTINIANI(³³)

Χρονολογία Μονάδα βάρους Τιμή
1 10 Οκτωβρίου 1362 Στατήρας 40 λίβρες
2 31 Μαΐου 1364 Στατήρας 40 λίβρες
3 1391 Στατήρας 51,5 λίβρες
4 17 Ιουνίου 1394 Στατήρας 190 δουκάτα
5 1407 Στατήρας 45 λίβρες
6 19 Απριλίου 1417 Στατήρας 45 λίβρες
7 1 Μαΐου 1516 Capsion 61 δουκάτα
8 1532 Capsion

100 δουκάτα


Κατά τον ΙΣΤ’ αιώνα πωλούνταν ετήσια 300 κιβώτια, που το καθέ­να ζύγιζε 320 λίβρες ή 3.840 ουγκιές, προς 100 δουκάτα το κιβώτιο. Από τον Ιερώνυμο Ιουστινιάνι(34) μπορούμε να λάβουμε, παρά τις υπερβολές του, την εικόνα των εισοδημάτων και εξόδων της Χίου, όπως και του ρόλου του προϊόντος της μαστίχας στον παρακάτω ισο­λογισμό:

Εισοδήματα

                          Χρυσά Δουκάτα

Έκαστος εκ των 13 αρχόντων (συναριθ-

μουμένου και του Υπάτου) εσύναζε κατ’

έτος παρά του λαού 2000 χρυσά δουκάτα˙

όλα ομού……………………………………………………………………………………….26,000

Εσυνάζοντο τριακοσίαι κιβωτοί μαστίχης

(εκάστη κιβωτός εζύγιζε 320 λίτρας η δε

λίτρα δώδεκα ουγγίας) προς εκατόν δου-

κάτα η κιβωτός……………………………………………………………………………..30,000

Εκ των τελωνείων…………………………………………………………………………..30,000

                                                                                                                    86,000

Έξοδα

                       Χρυσά Δουκάτα

Οι δεκατρείς Άρχοντες ελάμβανον…………………………………………………..26,000

Κεφαλητιών(35) διδομένη εις τον Σουλτάνον

(περί τα τέλη της κυριαρχίας των Ιουστιάνων)………………………………….14,000

Προς πληρωμήν του τόκου του διά παρελθόντας

πολέμους γενομένου χρέους, διά τε τον περιτειχι-

σμόν της πόλεως και άλλα έξοδα αναγκαία………………………………………20,000

Όσα εξοδεύοντο κατ’ έτος προς δώρα γινόμενα εις

τον Σουλτάνον, τους Πασάδας, τον Αρχιναύαρχον

(οσάκις προσωρμίζετο εις την Χίον) και προς αποστο-

λήν πρέσβεων εις την Κωνσταντινούπολιν.

Όσα εχρειάζοντο προς μίσθωσιν των δημοσίων Υπουργών      

                                                                                                                          60,000

 

Όσα χρήματα περίσσευαν, τα διαμοιράζονταν οι Μαονείς(36) ανάλογα με το μερίδιο που είχε καταθέσει ο καθένας με σκοπό την κατάκτηση της Χίου από τους Βυζαντινούς το 1346.

 Η αρχιτεκτονική προδίδει τον ιδιότυπο φεουδαλισμό των Giustiniani

Επειδή η ιστορία απεικονίζεται κραυγαλέα στην αρχιτεκτονική, οι οι­κισμοί των Μαστιχοχώρων, όπως δημιουργήθηκαν από τους Μαονέζους, παραμένουν αδιαφιλονίκητοι ζωντανοί μάρτυρες τούτης της αδυ­σώπητης κατοχής και της κερδώας φρενίτιδας των εμπόρων-κατακτητών. Στέλνουν, λοιπόν, σχέδια, πολεοδόμους, μηχανικούς κι αρχιτέκτο­νες, τεχνικούς, ίσως ακόμη κι εργάτες και δημιουργούν τούτα τα μεσαι­ωνικά χωριά, τα Καστροχώρια. «Εργατικές πολυκατοικίες» τα αποκαλεί η αγαπητή μου Μαρία Ξύδα, στα πλαίσια εξευμενισμού του «κακού»(37).

Το Καστροχώρι-Μαστιχοχώρι Μεστά, από το Francisco Lupazzulo, 1639 (πηγή: Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής»)

 Αν λάβουμε σαν αντιπροσωπευτικό τύπο αυτών των χωριών τα Με­στά, μιας κι ο πανδαμάτορας χρόνος τα σεβάστηκε πιότερο από τ’ άλλα, θα δούμε ότι έχουν δομηθεί στη λογική των φρουρίων. Πρόκειται για ένα κλειστό παραλληλόγραμμο — το εμβαδόν του οποίου ποικίλλει ανάλογα με το πλήθος των κατοίκων κάθε χωριού — με πυκνό πολεοδομικό ιστό. Τα ακραία σπίτια – ο ξώγυρος του χωριού – αυτού του πα­ραλληλόγραμμου είναι χτισμένα σε συνεχή κι αδιάσπαστη σειρά, χωρίς πόρτες και παράθυρα προς τα έξω, δημιουργώντας ένα εξωτερικό τεί­χος. Οι πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών βλέπουν στο εσωτερικό του χωριού. Σε κάθε γωνία του παραλληλόγραμμου υπάρχει ο γνωστός μικρός πύργος (πυργόπουλο). Δύο συνήθως σιδερένιες πόρτες, που έκλειναν το βράδυ (με το ηλιοβασίλεμα), «φυλάκιζαν κι ελευθέρωναν» τους κατοίκους του χωριού.


    Η επιβλητική εξώπορτα του πύργου Αργέντη στον Κάμπο της Χίου, όπως σώζεται σήμερα  (φωτ. Γιάννης Βούλγαρης)

 Στο μέσο του χωριού δέσποζε ο πύργος, που περιβαλλόταν κι αυτός από παραλληλόγραμμο περιτείχισμα με τέσσερις πυργίσκους (πυργόπουλα) στις τέσσερις κορυφές του περιτειχίσματος. Ενώ οι οικισμοί ήταν χτισμένοι σε εκτάσεις που τους έκαναν μη ορατούς απ’ τη θάλασ­σα, για τους ευνόητους λόγους, ο τελευταίος όροφος του κεντρικού πύργου μπορούσε να δει τα διάφορα παρατηρητήρια (βίγλες), που επόπτευαν τις θάλασσες, δημιουργώντας μ’ αυτό τον τρόπο ένα δίκτυο επι­κοινωνίας μεταξύ χωριών και παραλίων.

Στενοί δρόμοι, σκοτεινοί, ανήλιαγοι, αδιέξοδοι, διασχίζουν τον πυ­κνό ιστό του χωριού κι εμποδίζουν τη δυνατότητα μαζικών συγκεντρώ­σεων σε περίπτωση εξεγέρσεων των κατοίκων. Ακόμα και η καθιερωμέ­νη, στις μέρες μας, πλατεία του χωριού απουσίαζε για τους ίδιους ευ­νόητους λόγους.

Με τον τρόπο αυτό οι δυνάστες εξασφάλιζαν την εξωτερική επι­βουλή, αλλά κύρια ήλεγχαν το εργατικό δυναμικό, όπως και την παρα­γωγή και διάθεση του πολύτιμου και κερδοφόρου, γι’ αυτούς, προϊό­ντος της μαστίχας.

Τα μεσαιωνικά χωριά της Λιγουρίας (Dolce Acqua, Ventimiglia, San Remo κλπ.), που χτίστηκαν περίπου την ίδια χρονική περίοδο με τα χιώτικα, παρουσιάζουν ίδια δομή, λογική κι οργάνωση. Μοιάζουν σαν «δυο σταγόνες νερό».

Ενισχυτικός κι επιβεβαιωτικός των παραπάνω ο λόγος του Ιγνάτιου Πάσκουα Ιουστινιάνι, διά στόματος του de Coulanges:

«η οχύρωσις των χωρίων της νήσου ημών, προς τη κατά των πειρατών αμύνη, σκοπόν είχε, την διευκόλυνσιν της επιτηρήσεως της μαστίχης υπό των Μαονέων, της τε συγκομιδής και της πωλήσεως του προϊόντος εις ουδένα επιτρεπομένης άνευ αδείας αυτών επί ποινή θανάτου»(38).

Τις ποινές για τους παραβάτες της μαστίχας ο Κ. Σγουρός τις συγκρίνει με τα κρατούντα στη Γαλλία προ της μεγάλης επαναστάσεως, όπου η απο­κοπή χεριού αναγραφόταν στον ποινικό κώδικα μέχρι της βασιλείας του Φιλίππου(39). Ο Hopf τις αποδίδει καθαρά στη μονοπωλιακή φύση της μα­στίχας, από την οποία η πρόσοδος έφτανε τα 30.000 δουκάτα. Για τούτους τους δυνάστες του «ξίφους και της ζυγαριάς» το χρήμα μόνο μετρούσε.

Το Καστροχώρι-Μαστιχοχώρι Αρμόλια απ’ το μολύβι του Francisco Lupazzulo, 1639. Τούτο το χωριό υπήρξε παράλληλα και μεγάλο βιοτεχνικό κέντρο στο νησί την υπό εξέταση εποχή, συνεχίζοντας αδιάλειπτα την παράδοση αυτή μέχρι και σήμερα. Στην κορυφή του λόφου δεσπόζει το κάστρο των Απολίχνων ή Ωργηάς (Ωραίας), που διατηρείται στις μέρες μας σε ερειπιώδη κατάσταση (πηγή: Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής»).

Αλλά ας ακούσουμε το Γάλλο διπλωματικό υπάλληλο Victor Fontanier να μας ξεναγεί «εν έτει 1827», καταθέτοντας το δικό του χρώμα:

«(…) Το χωρίον τούτο (Μαστιχοχώρι) είχε κτισθή προ της κατοχής των Τούρκων· έβλεπέ τις πύλας και φρούριον όμοια προς εκείνα τα οποία υπενθυμίζουν εισέτι εν Γαλλία τους χρόνους του φεουδαλισμού. Κατώκει αυτό ο αγάς, ο επιτετραμμένος την επίβλεψιν της μαστίχης και διήρχετο ευχαρίστως την ημέραν του εις το υψηλότερον διαμέρι­σμα μικρού πύργου, οπόθεν έβλεπε την εξοχήν, της οποίας η φύλαξις του ήτο εμπεπιστευμένη˙ωπλισμένος με καλόν τηλεσκόπιον εξέτεινε τας παρατηρήσεις του μέχρι της θαλάσσης και εζήτει να αναγνωρίσει μήπως τα εμφανιζόμενα εις τον ορίζοντα πλοία ανήκωσιν εις τους Έλληνας επαναστάτας (…)»(40)

Ο Δημ. Βικέλας στο εκτενές αφήγημά του «Λουκής Λάρας» γράφει για τα μεσαιωνικά χωριά της Χίου:

«Τα χωριά της Χίου ήσαν ως φυλακαί. Δεν έχουν τείχη, αλλά κατά τας τέσσαρας εξωτερικάς πλευράς των οικιών τα οπίσθια συνεχόμενα αποτελούν αδιάκοπον προτείχισμα. Αι θύραι των οικιών κείνται εντός του χωρίου, η κεντρική δε αυτού οδός τέμνουσα των οικιών την συνέχειαν σχηματίζει τον οχυρώματος την πύλην. Οδοί λίαν στεναί και οικοδομαί συνεσφιγμέναι πληρούσι τον χώρον, τον οποίον περιστοιχίζει η εξωτερική πλευρά των οικιών. Εις το μέσον ευρίσκονται οι πύρ­γοι»(41).

Οι οικισμοί με τέτοια φιλοσοφία αναφέρονται και από το Θουκυδί­δη (στα «Πλαταϊκά», βιβλίο 2, παράγραφος 3-4) κι από τον Πλάτωνα (στους «Νόμους» του):

«Αλλ’ ει δη τείχος γε τι χρεών ανθρώποις είναι, τας οικοδομίας χρη τας των ιδίων οικήσεων ούτως εξ αρχής βάλλεσθαι, όπως αν η πάσα η πόλις εν τείχος, ομαλότητί τε και ομοιότησιν εις τας οδούς πασών των οικήσεων εχουσών ενέρκειαν, ιδείν τε ουκ αηδές μιας οικίας σχήμα εχούσης αυτής, εις τε την της φυλακής ραστώνην όλω και παντί προς σωτηρίαν γίγνοιτ’ αν διάφορος».

[«Αλλ’ αν εν πάση περιπτώσει είναι ανάγκη να υπάρξουν τείχη για τους ανθρώπους, πρέπει το χτίσιμο των ιδιωτικών κατοικιών να είναι καμωμένο από την αρχή έτσι, ώστε ολόκληρη η πόλη ν’ αποτελεί ένα συμπαγές τείχος, όλες δε οι οικίες να έχουν ασφά­λεια, κτισμένες κατά τρόπο ομαλό και ομοιόμορφο, με όψη στους δρόμους, δεδομένου ότι δεν είναι άσχημο το θέαμα πόλης η οποία να έχει σχήμα μιας οικίας, και ότι όταν διευκολύνεται η φρούρησή της, θα παρέχει ξεχωριστή ασφάλεια, εξ ολοκλήρου σε όλους».]

Επειδή η ιστορία απεικονίζεται κραυγαλέα στην αρχιτεκτονική, οι οικισμοί των Μαστιχοχώρων, όπως δημιουργήθηκαν από τους Giustiniani – Ιουστινιάνι  παραμένουν αδιαφιλονίκητοι ζωντανοί μάρτυρες τούτης της αδυσώπητης κατοχής και της κερδώας φρενίτιδας των εμπόρων-κατακτητών. Στέλνουν, λοιπόν, σχέδια, πολεοδόμους, μηχανικούς κι αρχιτέκτονες, τεχνικούς, ίσως ακόμη κι εργάτες και δημιουργούν τούτα τα μεσαιωνικά χωριά, τα Καστροχώρια, στην υπηρεσία του ιδιότυπου φεουδαλισμού τους.  Η αρχιτεκτονική, η δομική φυσιογνωμία και η ομοιότητα των παραπάνω χωριών (μοιάζουν σαν μια σταγόνα νερού), προδίδουν – πέραν των άλλων – τους   «πρωτομάστορές» τους…
Νόμισμα του 14ου αιώνα. Στο μπροστινό μέρος διακρίνεται ο Δόγης. Στο πίσω, ο σταυρός της Δημοκρατίας της Γένουας.
(https://www.vcoins.com/en/stores/pavlos_s_pavlou_numismatist/131/product/crusader_statesgreeceisland_of_chios_under_genoathe_mahona_1347_and_laterargigliato/521635/Default.aspx).
Ο Χρίστος Στεργ. Μπελλές είναι Δρ Ιστορίας και
 Πρόεδρος Δ.Ε. Ελεύθερου Πανεπιστημίου «Ιωνία»

 

YΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

  1. Ο εμφύλιος πόλεμος τελείωσε στις 3 Φεβρουάριου 1347.
  2. Ν. Γρηγορός, «Ρωμαϊκή Ιστορία», σελ. 765.
  3. Α. Δαμαλάς, «Ο Οικονομικός Βίος της Νήσου Χίου», σελ. 749.
  4. Γ. I. Ζολώτας, «Ιστορία της Χίου», τόμ. Β’, σελ. 385.
  5. Α. Δαμαλάς, «Ο Οικονομικός Βίος της Νήσου Χίου», σελ. 753.
  6. Αυτόθι, σελ. 756.
  7. Αυτόθι, σελ. 764.
  8. Ο Βενέδικτος, μετά το θάνατο του αδερφού του Εμμανουήλ το 1288, για να ενισχύσει την Παλαιά Φώκαια (Focea Vecchia) από την τουρκική απειλή, έχτισε βορειοδυτικά της και σε απόσταση 12 χιλιομέτρων άλλο φρούριο, το οποίο κατοικήθηκε από 300 Έλληνες της Ιωνίας που εργάζονταν στα ορυχεία της στυπτηρίας. Τούτο απετέλεσε τη Νέα Φώκαια (Focea Nuova).
  9. 9. Hopf, «Les Guistiniani», σελ. 37. – Δ. Ροδοκανάκης, «Ιουστινιάναι – Χίος», σελ. 2.
  10. Αυτόθι, σελ. 3. – Κ. Α. Σγουρός, «Ιστορία της Νήσου Χίου», σελ. 190.
  11. Γ. I. Ζολώτας, «Ιστορία της Χίου», τόμ. Β’, σελ. 396-398.
  12. Podestà και ελληνικά ποδεστάτος ή ποτεστάτος ή ποδεστάς ή εξουσιαστής ή αρμοστής ή προεστός.
  13. Δ. Ροδοκανάκης, «Ιουστινιάναι – Χίος», σελ. 3, 15. – C. Hopf, «Les Giustiniani», σελ. 39.
  14. Δ. Ροδοκανάκης, «Ιουστινιάναι – Χίος», σελ. 8 – Κ. Α. Σγουρός, «Ιστορία της Νήσου Χίου», σελ. 190 – C. Hopf, «Les Giustiniani», σελ. 98.
  15. Λ. Θ. Χουμανίδης, «Οικονομία και Εμπόριον εις το Βυζάντιον», σελ. 304-305 – L. Cioli, «Histoire économique», σελ. 110.
  16. Κ. Μ. Κατλάς, «Η Χίος υπό τους Γενουηνσίους», σελ. 60.
  17. Αυτόθι, σελ. 61.
  18. Κ. Μ. Κατλάς, «Η Χίος υπό τους Γενουηνσίους», σελ. 62.
  19. Albergo = σύνολο πολιτών αριστοκρατών (nobili) και λαϊκών (popolari), που στο βωμό ενός σκοπού ή στόχου άλλαζαν τα επώνυμά τους κι ελάμβαναν ένα άλλο άσχετο των μελών ή το επώνυμο ενός κορυφαίου από τα μέλη. Ας πούμε πως γινόταν αδερφοποιτοί στα καθ’ ημάς. Τα alberghi πέτυχαν να αμ­βλύνουν τις αντιθέσεις μεταξύ nobili και popolari. Το 14ο αιώνα υπήρξαν στη Γένουα 70 alberghi.
  20. Π. Λάμπρου, «Μεσαιωνικά Νομίσματα των Δυναστών της Χίου», σελ. 17.
  21. «Χίος-Γένοβα», Πρακτικά Α’ Διεθνούς Συνεδρίου Χίου για την Ιστορία και τον Πολιτισμό του Νησιού, Β. Φίλιας, σελ. 95-98.
  22. Γ. I. Ζολώτας, «Ιστορία της Χίου», τόμ. Γ1, σελ. 58.
  23. Δ. Ροδοκανάκης, «Ιουστινιάναι — Χίος», σελ. 65, 66.
  24. Αυτόθι, σελ. 75, 76.
  25. Κ. Σγουρός, «Ιστορία της Χίου», τόμ. Γ’, σελ. 221, 228.
  26. Ένας στατήρας (cantarium) = 150 λίβρες = 37,5 οκάδες

       1 λίβρα =100 δράμια

       1 οκά = 400 δράμια

       1 οκά = 1280 γραμμάρια

  1. C. Hopf, «Les Giustiniani», σελ. 129 – Κ. Μ. Κατλάς, «Η Χίος υπό τους Γενουηνσίους», σελ. 150.
  2. Αυτόθι.
  3. C. Hopf, «Les Giustiniani», σελ. 129 – Κ. Μ. Κατλάς, «Η Χίος υπό τους Γενουηνσίους», σελ. 150.
  4. Ph. Argenti, τόμ. 1, σελ. 485.
  5. Κ. Α. Σγουρός, «Ιστορία της νήσου Χίου», σελ. 221, υποσ. 2.
  6. C. Hopf, «Les Giustiniani», σελ. 130 – Ph. Argenti, τόμ. 1, σελ. 487.
  7. Α. Σ. Δαμαλάς, «Οικονομικός Βίος της νήσου Χίου», σελ. 1052 – Κ. Μ. Κατλάς, «Η Χίος υπό τους Γενουηνσίους», σελ. 150-151.
  8. Ιερώνυμος Ιουστινιάνι: υπήρξε γιος του Βικέντιου Ιουστινιάνι και γεννήθηκε στη Χίο το 1544. Έγραψε την ιστορία της Χίου «πρώτον γραικιστί, έπει­τα δε ιταλιστί, λατινιστί και γαλλιστί». Το ιστορικό του έργο διακρίνει η υπερ­βολή. Δεν παύει όμως να αποτελεί μια ιστορική είδηση, που μπορεί ο καθένας να τη σταθμίσει ανάλογα.
  9. Κεφαλητιών ή χαράτσι ή κεφαλικός φόρος.
  10. Α. Μ. Βλαστός, «Χιακά», σελ. 169-170.
  11. «Χίος-Γένοβα», Πρακτικά Α’ Διεθνούς Συνεδρίου Χίου για την Ιστορία και τον Πολιτισμό του Νησιού, Μ. Ξύδα, σελ. 93-94.
  12. Κ. Σγουρός, «Ιστορία της νήσου Χίου», σελ. 221.
  13. Αυτόθι, σελ. 220.
  14. Φ. Π. Αργέντη – Σ. Π. Κυριακίδη, «Η Χίος παρά τοις Γεωγράφοις και Περιηγηταίς», σελ. 1135.
  15. Σύλλογος Πυργούσων Αττικής, «Ένα κειμήλιο. Το Πυργί της Χίου», σ. 48.

Slobodan Marković: Αγγλο-αμερικανικές εκτιμήσεις για τον Gavrilo Princip. Μέρος B’: Από τη δεκαετία του ’40 έως σήμερα

Slobodan Marković

Αγγλο-αμερικανικές εκτιμήσεις για τον Gavrilo Princip.

Μέρος B’: Από τη δεκαετία του ’40 έως σήμερα

 

H Rebecca West και η “απόπειρα” του Σεράγεβου

Η δημοσίευση ενός οδοιπορικού της Cicely Isabel Fairfield, περισσότερο γνωστής με το ψευδώνυμο Rebecca West (1892-1983), αποτελεί σταθμό ως προς τον τρόπο, με τον οποίον οι Βρετανοί αντιμετώπιζαν τον Princip. Με τη δύση του 1941, κυκλοφόρησε ένα βιβλίο της, που έφερε τον τίτλο “Μαύρο πρόβατο και Γκρίζος ιέραξ. Οδοιπορικό στη Γιουγκοσλαβία” (Black Lamp and Grey Falcon. A Journey through Yougoslavia).⁵² Με την πάροδο του χρόνου, το βιβλίο έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές. Στη νεκρολογία της στους New York Times, ξεχώριζε ο χαρακτηρισμός, που παλαιότερα της είχε αποδώσει η κριτικός της λογοτεχνίας Diana Trilling: “Μια από τις εξέχουσες λογοτεχνικές προσωπικότητες του αιώνα”. Όσο για το οδοιπορικό στη Γιουγκοσλαβία, ήταν “πέραν πάσης αμφιβολίας, ένα από τα καλύτερα βιβλία των τελευταίων πενήντα ετών”.⁵³ Σε αυτό, λοιπόν, το βιβλίο, η  Rebecca West δίνει μια εντελώς νέα ερμηνεία για τη δολοφονία του Σεράγεβου, ή καλύτερα, της απόπειρας, όπως χαρακτηριστικά την κατονομάζει, επιμένοντας στη χρήση του γαλλικού όρου (attentat), ομόηχου και σχεδόν πανομοιότυπου ορθογραφικά με τον αντίστοιχο σερβο-κροατικό (atentat).

Ο βαθμός της συμπάθειας, που σε ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής της η Rebecca West έτρεφε έναντι των Γιουγκοσλάβων και των Σέρβων, αναδείχθηκε ανάγλυφα από ένα περιστατικό, το 1977, όταν το περίφημο οδοιπορικό της επανεκδόθηκε. Στρεφόμενη κατά του εντύπου The Spectator,  που κατ επανάληψη είχε δημοσιεύσει αρνητικά σχόλια για την ίδια και για το βιβλίο, δήλωσε δημόσια ότι θα επέδιδε την αποζημίωση, η οποία της επιδικάστηκε, στην Ορθόδοξη Σερβική Κοινότητα του Λονδίνου.⁵⁴

Ένα μεγάλο κεφάλαιο του οδοιπορικού, με 15 υποκεφάλαια, είναι αφιερωμένο στη Βοσνία. Στο έβδομο από αυτά, η West περιγράφει το προσκύνημα στα μνήματα των συνωμοτών. Μια επίσκεψη, η οποία ήταν για τη συγγραφέα μια πρώτου μεγέθους ευκαιρία προκειμένου να σχολιάσει την εικόνα, που είχε διαμορφωθεί στη Δύση γι αυτούς, προτού ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. “Η γενικότερη εντύπωση έκλινε προς την κατεύθυνση ότι επρόκειτο για επικίνδυνους φανατικούς μανιακού ή αρρωστημένου τύπου. Ωστόσο, η εν γένει διαγωγή, που επέδειξαν κατά τη διάρκεια της δίκης, όχι μόνο ήταν απόλυτα υγιής και γεμάτη αξιοπρέπεια, αλλά και η επιχειρηματολογία, όπως άλλωστε και η απολογία τους, αποτελούσαν απόδειξη ατομικών ικανοτήτων και καλλιέργειας υψηλού επιπέδου”.⁵⁵

Rebecca West

Η West αντιπαραβάλλει τον Čabrinović, έναν ειρηνιστή, όπως τον χαρακτηρίζει, με το Princip, ο οποίος δεν συμμερίζεται τις ιδέες του. Παρά ταύτα, η συγγραφέας δεν στρέφεται εναντίον του δευτέρου. Βεβαίως, καταδικάζει την πράξη της δολοφονίας. Σπεύδει, όμως, να τη σχετικοποιήσει κάνοντας λόγο περί τυραννικής άσκησης της εξουσίας στη Βοσνία εκ μέρους της αυστριακής διοίκησης: “Η πράξη των νέων αυτών είναι ειδεχθής, εξίσου με το είδος της τυραννίας ενάντια στην οποία στράφηκαν. Πιθανότατα θα είχαν ανατραφεί με την προοπτική να γίνουν καλοί άνθρωποι, εάν δεν ερχόταν να συντριβεί επάνω τους η ευρισκόμενη σε κατάσταση κατάρρευσης Αυστριακή Αυτοκρατορία. Η τερατώδης αδυναμία μιας αυτοκρατορίας είναι δυνατό να προκαλέσει καταστάσεις του είδους αυτού”.⁵⁶ Εν συνεχεία, η Rebecca West καταλήγει στην εκτίμηση πως οι συνωμότες καλούνταν να χειριστούν ένα μυστήριο, το οποίο είχε διαφορετική μορφή για τον Princip, για τον Čabrinović, για τους υπόλοιπους εμπλεκόμενους και για τους χωρικούς και τους εμπόρους, που τους παρείχαν ακούσια, την υποστήριξή τους. “Η όλη πράξη, έτσι όπως την είχε φαντασθεί ο Princip, ουδέποτε έλαβε χώρα. Από την πρώτη κιόλας στιγμή συνδέθηκε, με ένα άλλο εγχείρημα, μια δολοφονία, η οποία δεν φαίνεται να είχε σχεδιασθεί από κανέναν. Όμως, η σκέψη και μόνο εξήπτε τη ευρηματικότητα όσων ονειροπόλων απαρνούνταν κάθε μορφή εγκράτειας όποτε λειτουργούσαν στη σφαίρα του φαντασιακού. Από τις δυο αυτές αντιλήψεις, επικράτησε εκείνη που σκότωσε εκατομμύρια ανθρώπους και υποβάθμισε οτιδήποτε ζωντανό απέμεινε. Κάνω λόγο για μυστήριο. Γιατί, υπό αυτή τη μορφή εκλαμβάνω, όπως και οι υπόλοιποι Δυτικοί, τη συγκεκριμένη πράξη. Για όσους, όμως, την αξιολογούν υπό την οπτική γωνία του τόπου, όπου διεπράχθη, και ανατολικότερα από αυτόν, επρόκειτο για μια ιερή ενέργεια απελευθέρωσης. Μεταξύ αυτών, συγκαταλέγονται και άτομα, προερχόμενα από τη Δύση, που θεωρούνται έξυπνα και πολιτισμένα”.⁵⁷

Οι σοροί του Αρχιδούκα Φραγκίσκου-Φερδινάνδου και της συζύγου του, Σοφίας.

 Στην πραγματικότητα, δεν μας αποκάλυψε ποιο ήταν το περίφημο μυστήριο, στο οποίο τόσο πολύ επέμενε. Απλά, περιορίστηκε στο σχόλιο ότι “η απόπειρα του Σεράγεβου ήταν μυστήρια όσο μυστήρια είναι η Ιστορία ή, ακόμα, και η ίδια η ζωή”. Αναγνώριζε πως “όσο πιο πολλά γνωρίζει κανείς γι αυτό το θέμα, τόσο πιο ακατανόητο εκείνο γίνεται”. Ως προς τις συνέπειες της απόπειρας υποστήριζε ότι “να προβεί κανείς σε καταδίκη με γνώμονα την ηθική, είναι κάτι το αδύνατο”(…) “Η ψυχή όφειλε να επιλέξει τη ζωή. Τη στιγμή, όμως, που οι Βόσνιοι επέλεγαν τη ζωή δολοφονώντας τον Φραγκίσκο-Φερδινάνδο, καταδίκαζαν αυτόματα σε θάνατο Γάλλους, Γερμανούς και Βρετανούς”. Εάν παρουσιαζόταν μια ευκαιρία στους τελευταίους, αναμφίβολα αυτοί με τη σειρά τους “θα επέλεγαν τον θάνατο για τους Βόσνιους”. Για να καταλήξει κάπως πικραμένη: “Το να στίβει κανείς το νου του προσπαθώντας να υπολογίσει το συνολικό τίμημα, είναι παράλογο. Κι όμως, δεν μας απομένει, στην περίπτωση, να πράξουμε τίποτε άλλο από το να επιβαρύνουμε διαρκώς το άθροισμα με επιπρόσθετες ανθρώπινες απώλειες. Δεν είμαστε παρά αριθμομηχανές, αναγκασμένες να λειτουργούν προς αυτή την κατεύθυνση…”.⁵⁸

Η Rebecca West υπήρξε μεταξύ των πρώτων Δυτικοευρωπαίων διαμορφωτών κοινής γνώμης, οι οποίοι προσέδωσαν ανθρώπινα χαρακτηριστικά στους συνωμότες του Σεράγεβου.⁵⁹ Από “άτομα ευρισκόμενα σε ψυχοπαθή κατάσταση”, φανατικούς “μανιακού ή αρρωστημένου τύπου”, τους μετέτρεψε σε υγιείς, ενθουσιώδεις νεαρούς, με τη σειρά τους θύματα των περιστάσεων. Η πρώτη κριτική του βιβλίου της, που δημοσιεύθηκε στους Times, δεν παρέλειψε να επισημάνει τη συμπάθειά της προς αυτούς: “Η κυρία West αναφέρεται σε συνωμοσίες και δολοφονίες, συχνά περιγράφει τί είδους άνδρες και γυναίκες ήταν τα θύματα, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε με δυσκολία να μπορεί κανείς να εκφραστεί υπέρ των τελευταίων, την ίδια στιγμή που παραθέτει ένα σωρό δικαιολογίες προς όφελος των δραστών”.⁶º Προβαίνει, είναι αλήθεια, σε μια καταδίκη της απόπειρας, η οποία, ωστόσο, είναι χλωμή, συγκεχυμένη και χαμένη στο φόντο, τη στιγμή που η ιστορία των νεαρών συνωμοτών αναδεικνύεται ως κομβικό στοιχείο της αφήγησής της, παρά το γεγονός ότι είχε ως συνέπεια έναν πόλεμο με εκατομμύρια θύματα.

Μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, το βιβλίο της αποτέλεσε υποχρεωτικό ανάγνωσμα όλων των αγγλόφωνων διπλωματών, οι οποίοι ήταν διαπιστευμένοι στη Γιουγκοσλαβία. Γι αυτό και η κάλυψη, εκ μέρους της, της απόπειρας ⁶¹, όπως επίσης και οι αναφορές της στην ιστορία και στις συνθήκες, που επικρατούσαν στη χώρα αυτή, επηρρέασαν τα μέγιστα τις Αγγλο-αμερικανικές αντιλήψεις. Εκείνο, όμως, που δεν μπορεί να παραμείνει ασχολίαστο, είναι το ότι, οσάκις ερμηνεύει το παρελθόν μιας χώρας με βεβαρυμένο από εντάσεις, ιστορικό, δεν πράττει τίποτε άλλο από το να αναπαράγει αυτούσιες τις απόψεις του συνταξιδιώτη της Κωνσταντίνου (στην πραγματικότητα πρόκειται για τον γνωστό Σέρβο/Γιουγκοσλάβο συγγραφέα Stanislav Vivaner), επηρρεασμένες από τις θεμελιώδεις κατευθύνσεις της σερβικής κουλτούρας της εποχής του Μεσοπολέμου, και του τρόπου, με τον οποίο εκείνη αντιμετώπιζε το παρελθόν.

Ο A.J.P. Taylor και η δολοφονία του Σεράγεβου

Επόμενο ήταν το έργο της Rebecca West να επηρρεάσει τον δημοφιλέστερο Βρετανό μεταπολεμικό ιστορικό, τον A.J.P. Taylor (1906-1990). Ένας άλλος ιστορικός, ο Lewis Bernstein Namier (1888-1960), καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, του οποίου ο Taylor διετέλεσε προστατευόμενος, ζήτησε από τον τελευταίο να γράψει στο περιοδικό Time and Tide μια ευμενή βιβλιοκρισία για το οδοιπορικό της West. Ο Taylor αποδέχθηκε. Ιδού πως περιγράφει ο ίδιος το περιστατικό: “Εκτίμησα ιδιαίτερα το βιβλίο, αν και σήμερα αντιλαμβάνομαι ότι υπερέβαλα και πως ανταποκρίθηκα από υποχρέωση”. ⁶² Αργότερα, συνδέθηκε φιλικά με την West. Εννέα χρόνια μετά, το 1954, δημοσίευσε το αριστούργημά του “Ο αγώνας για την επικράτηση στην Ευρώπη, 1848-1918” (“The Struggle for Mastery in Europe, 1848-1918”) και ακόμη αργότερα ένα δοκίμιο με τίτλο “Η έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου” (“Τhe Outbreak of the First World War”).⁶³

Η άποψή του σχετικά με τη συνωμοσία του Σεράγεβου καθώς και για τον ρόλο των δραστών και της Σερβίας, αντανακλά τις θέσεις του βιβλίου της West. Επιπρόσθετα, ο Taylor αποκόμισε προσωπική εμπειρία από την Γιουγκοσλαβία, την οποία επισκέφθηκε το 1947. Το ταξίδι είχε χρηματοδοτηθεί από τις αρχές του Βελιγραδίου ως χειρονομία αναγνώρισης για τη συμβολής του στη δημοσιοποίηση των γιουγκοσλαβικών διεκδικήσεων ως προς την προσάρτηση της Τεργέστης.⁶⁴ Με την ευκαιρία αυτή, ο Taylor ζήτησε από τις αρχές να οργανώσουν, για λογαριασμό του ιδίου, έναν γύρο των σερβικών μοναστηριών. Στην αυτοβιογραφία του εξηγεί πως είχε υποβάλει το παραπάνω αίτημα, όντας επηρρεασμένος από το βιβλίο του Gabriel Millet για τις μεσαιωνικές εκκλησίες. Παρόλο που δεν αναφέρει τίποτε σχετικό στην αυτοβιογραφία του, το “Μαύρο πρόβατο και Γκρίζος ιέραξ” δεν μπορεί παρά να τον ώθησε επίσης να επισκεφθεί τα μοναστήρια όχι μόνο το 1947, αλλά και στο πλαίσιο της επόμενης επίσκεψής του στη Γιουγκοσλαβία, το 1969, καθώς το οδοιπορικό της West περιλαμβάνει εξαιρετικές αναφορές στις μεσαιωνικές μονές της χώρας.⁶⁵

Σε πολλά από τα βιβλία του, ο Taylor σχολιάζει τη δολοφονία του Σεράγεβου, τον ρόλο των συνωμοτών και τη διολίσθηση προς τον πόλεμο. Το πράττει περισσότερο αναλυτικά στο δοκίμιο περί έκρηξης του πολέμου, το οποίο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1956, σε μια επιτομή δικών του κειμένων, που εξέδωσε με τίτλο “Englishmen and Others”.⁶⁶ Το ίδιο δοκίμιο επανακυκλοφόρησε το 1967, στο πλαίσιο μιας επίσης σειράς (ιδιαίτερα δημοφιλούς) δικών του κειμένων, “Europe: Grandeur and Decline”.⁶⁷ Σύμφωνα με τον συγγραφέα, “η συνωμοσία ήταν προϊόν έξι θερμόαιμων ιδεαλιστών. Δυο εξ αυτών, παραμένουν εν ζωή. Ο ένας, είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου. Ο δεύτερος, είναι επιμελητής στο Μουσείο του Σεράγεβου”.⁶⁸ Ο Taylor απορρίπτει κάθε ιδέα περί εμπλοκής της Σερβικής Κυβέρνησης. Γράφει χαρακτηριστικά: “Ουδείς επιχείρησε να αποδείξει ότι η Σερβική Κυβέρνηση είχε την παραμικρή σχέση με τη συνομωσία. Το πολύ να διέθετε πληροφορίες, και αυτές εξαιρετικά αόριστες”. Εάν κάποιο άτομο στη Σερβία ήταν ενήμερο για τα παραπάνω, αυτός ήταν ο συνταγματάρχης Dragutin Dimitrijević. Παρά το γεγονός ότι “επιδοκίμασε τα σχέδια, εν τούτοις δεν δρομολόγησε την υλοποίησή τους, ούτε και προσέφερε κάποια ουσιαστική βοήθεια”.⁶⁹ Παρακάτω, περιγράφει τη σκηνή της δολοφονίας και την αντίδραση της Αυστροουγγαρίας ως εξής:

Alan John Percivale Taylor

Ο όλος σχεδιασμός των νεαρών αυτών ατόμων, ήταν μάλλον ερασιτεχνικός. Στην πραγματικότητα, απέτυχαν και οι έξι να εκπληρώσουν τον αρχικό τους στόχο. Ο Princip, αναμφίβολα ο ισχυρότερος χαρακτήρας από όλους τους υπόλοιπους, στεκόταν αποκαρδιωμένος στο πεζοδρόμιο έτοιμος να επιστρέψει στο σπίτι του, όταν αίφνης σταμάτησε ακριβώς μπροστά από αυτόν ένα ανοικτό αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε ο Φραγκίσκος-Φερδινάνδος. Ο οδηγός δεν είχε υπολογίσει σωστά τη στροφή και, προς στιγμή, ακινητοποίησε το όχημα με σκοπό να κινηθεί με την όπισθεν. Ο Princip, σκαρφάλωσε, τότε, στον αναβατήρα της πόρτας του αυτοκινήτου, σκότωσε με μια βολή τον Φραγκίσκο-Φερδινάνδο και, κατά λάθος, τη σύζυγό του με μια δεύτερη, η οποία προοριζόταν για τον Κυβερνήτη της Βοσνίας. Έτσι έλαβε χώρα η δολοφονία του Σεράγεβου. Η Αυστριακή Κυβέρνηση δεν ενδιαφερόταν, ουσιαστικά, για την τιμωρία των ενόχων. Γι αυτήν, προείχε η τιμωρία ενός άλλου εγκλήματος. Εκείνου που είχε διαπράξει η Σερβία, με το να υφίσταται ως ανεξάρτητο κράτος. Οι Αυστριακοί επιθυμούσαν διακαώς να αποδείξουν ότι η χώρα τους εξακολουθούσε να παραμένει μια Μεγάλη Δύναμη μέσω της εξάλειψης της Σερβίας. Ήταν αποφασισμένοι να προχωρήσουν σε πόλεμο μαζί της, όποιες και αν ήταν οι δικαιολογίες ή, ακόμα, και οι απολογίες από πλευράς Βελιγραδίου. Αυτό υπήρξε το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση του Μεγάλου Πολέμου. Βασικός υπεύθυνος πρέπει να θεωρηθεί ο κόμης Berchtold, ένας επιπόλαιος αριστοκράτης και υπουργός Εξωτερικών της Αυστροουγγρικής  Αυτοκρατορίας”.⁷º

Με τον τρόπο αυτό, στις αρχές της δεκαετίας του ’50, ο Taylor ανέπτυξε τις θέσεις του σχετικά με το ρόλο των συνωμοτών του Σεράγεβου και τις ευθύνες της Αυστροουγγαρίας στο ζήτημα της έκρηξης του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Εντοπίζοντας συνέχεια μεταξύ του Δευτέρου και του Τρίτου Γερμανικού Ράϊχ, επέρριπτε ευθύνες και στην Κυβέρνηση του Βερολίνου στο βιβλίο του για την Ιστορία της Γερμανίας, το οποίο κυκλοφόρησε περί τα τέλη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.⁷¹ Το θέμα είναι ότι ο Taylor και πολλοί Σέρβοι και Γιουγκοσλάβοι ιστορικοί κατέληξαν σε ανάλογα συμπεράσματα ως προς το πλαίσιο και την ερμηνεία της “απόπειρας” του Σεράγεβου, ακολουθώντας, ο καθένας για δικό του λογαριασμό, ανεξάρτητη και μοναχική πορεία.⁷²

Η συμβολή του Vladimir Dedijer 

Το 1959 κυκλοφόρησε μια μονογραφία αφιερωμένη στη συνωμοσία του Σεράγεβου. Συγγραφέας ήταν ο Αμερικανός Γερμανικής καταγωγής ιστορικός και καθηγητής του Πανεπιστημίου της Σάντα Μπάρμπαρα της Καλιφόρνιας, Joachim Remak (1920-2001).⁷³ Σχετικά με το παρασκήνιο και τον όλο σχεδιασμό της υπόθεσης, ο Remak στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην πραγματεία του Sidney Fay.  Παραδέχεται πως η δική του εκδοχή “δεν διεκδικεί τίποτα περισσότερο από όσα περικλείονται στην πλέον εμπεριστατωμένη από όλες τις υπάρχουσες μελέτες καθώς και στις καταθέσεις των πλέον αξιόπιστων μαρτύρων. Ωστόσο, επιδέχεται ορισμένες αμφιβολίες”.⁷⁴ Έχοντας σχετικοποιήσει προκαταβολικά το ίδιο του το έργο, ο Remak υιοθετεί την γραμμή βάσει της οποίας ο Apis, “αναμφίβολα ο μεγαλύτερος ειδήμων στον τομέα της βασιλοκτονίας σε ευρωπαϊκή κλίμακα”⁷⁵ υπήρξε ο πραγματικός οργανωτής της συνωμοσίας. Ο Apis, σύμφωνα με την εκτίμηση του συγγραφέα, “εντάσσεται σε μια συνέχεια, η οποία ως αφετηρία έχει τον Ροβεσπιέρο και καταληκτικό σημείο, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, τον συνταγματάρχη Nasser”.⁷⁶       Παραδέχεται πως δεν γνωρίζει πότε ακριβώς η δολοφονία του Φραγκίσκου-Φερδινάνδου αποφασίστηκε από τον αρχηγό της “Μαύρης Χείρας” και επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών της Σερβίας. Εικάζει πως ο τελευταίος είχε καταστήσει τον Ρώσο στρατιωτικό ακόλουθο στο Βελιγράδι, Artamonov, κοινωνό των σχεδίων του.⁷⁷ Σχετικά με τον πρωθυπουργό Pašić και το πόσα αυτός γνώριζε για τα παραπάνω, ο Remak αναπαράγει σχεδόν αυτούσια τη μαρτυρία του  Ljubomir Jovanović (σημ μεταφρ. Βλέπε σχετικά το Α’ μέρος του άρθρου).⁷⁸ Η σκιαγράφηση του Princip και των συνεργατών του, στην οποία προβαίνει, δύναται να χαρακτηριστεί ως συγκρατημένα ευνοϊκή: “Πέραν του παρορμητισμού τους να διαπράξουν προδοσία και φόνο, ήταν πράγματι καλoσυνάτα και γενναιόδωρα άτομα, απαλλαγμένα από κακές συνήθειες”.⁷⁹ Οι Princip, Grabež και Čabrinović δεν έπαυαν, παραταύτα, να λειτουργούν ως μαριονέτες αφότου η “Μαύρη Χείρα” είχε αποφασίσει πως ο Αρχιδούκας έπρεπε να δολοφονηθεί. Ο τίτλος του υποκεφαλαίου “Οι καθαροί νεαροί δολοφόνοι” είναι χαρακτηριστικός του πνεύματος, με το οποίο κινείται ο συγγραφέας. Η “Μαύρη Χείρα” επέλεξε εξεπιτούτου τέτοιου είδους άτομα ως εκτελεστικά όργανα, προκειμένου να καλύψει το αληθινό παρασκήνιο της συνωμοσίας.“Απλούστατα στρατολογήθηκαν, προκειμένου να διεκπεραιώσουν μια καταδίκη και να εξοντώσουν έναν εχθρό”.⁸º

Οι  Čabrinović (αριστερά) και Princip (στο κέντρο) έπειτα από τη σύλληψή τους.

Εν ολίγοις, ο Remak δεν έπραξε κάτι διαφορετικό από το να κατηγοριοποιήσει και να επικαιροποιήσει τα όσα είχε γράψει, τριάντα χρόνια νωρίτερα, ο Fay. Γενική ήταν η αίσθηση πως απολύτως τίποτα καινούριο δεν ήταν δυνατό να προκύψει, πλέον, σχετικά με τη δολοφονία στο Σεράγεβο. Αυτό ακριβώς εξηγεί και το γιατί η εμφάνιση, το 1966, μιας μελέτης βασισμένης σε μια αναπάντεχη ποικιλία πηγών και πληροφοριών, προκάλεσε πραγματικό σεισμό γύρω από το όλο ζήτημα.

Το δεύτερο βιβλίο, έπειτα από το οδοιπορικό της West, το οποίο επηρρέασε βαθύτατα τους Βρετανούς και Αμερικανούς ειδικούς στα θέματα της Γιουγκοσλαβίας, ήταν η μελέτη ενός ατίθασου, ημι-αντιφρονούντα Σέρβου/Γιουγκοσλάβου ιστορικού, του Vladimir Dedijer (1914-1990). Γράφτηκε και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1966 στα αγγλικά, με τον τίτλο “Η πορεία προς το Σεράγεβο” (“The Road to Sarajevo”). Επρόκειτο για το απόσταγμα των ερευνών του συγγραφέα ενόσω αυτός κατείχε καθηγητικές θέσεις στη Βρετανία και στις ΗΠΑ.⁸¹ Μια πρώτη, ωστόσο, επιτομή των ευρημάτων του κυκλοφόρησε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό Foreign Affairs δυο χρόνια νωρίτερα, με αφορμή τη συμπλήρωση μισού αιώνα από τη δολοφονία του Φραγκίσκου-Φερδινάνδου, με τον χαρακτηριστικό τίτλο “Sarajevo. Fifty Years After”.⁸² Το ίδιο άρθρο επαναδημοσιεύθηκε από τους Times του Λονδίνου με την υπογραφή “Vladimir Dedijer, Καθηγητής του Πανεπιστημίου Harvard”. ‘Ηταν η εποχή που ο συγγραφέας ακολουθούσε μια λαμπρή ακαδημαϊκή σταδιοδρομία στη Δύση. Το γεγονός ότι ένας Σέρβος/Γιουγκοσλάβος ιστορικός προσφερόταν να δημοσιεύσει αναλυτικά τα αποτελέσματα της ερευνητικής του προσπάθειας στην αγγλική γλώσσα οφείλεται σε δυο παραμέτρους. Ως ημι-αντιφρονών και ένθερμος οπαδός του Milovan Djilas, κυρίου εκφραστή της αντιπολίτευσης μέσα στην τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία, ο Dedijer έγινε γρήγορα γνωστός στη Βρετανία και στις ΗΠΑ. Οι γνώσεις που διέθετε γύρω από την “απόπειρα” του Σεράγεβου, τον είχαν καταστήσει ειδήμονα του είδους στους κύκλους των ιστορικών της Δύσης. Η ανάδειξη του Dedijer ως του κατ εξοχήν ειδικού στο ζήτημα αυτό έμελλε να επηρρεάσει βαθύτατα τις προσλήψεις σχετικά με τη δολοφονία και τους  πρωταγωνιστές της. Ο Dedijer προέβη σε μια ευφυή κίνηση, η οποία τον ανέδειξε ως κορυφαίο ειδικό των γεγονότων του 1914, προτού καν δημοσιευθεί το ογκώδες έργο του το 1966. Πρόκειται για τη δημοσίευση των άρθρων του εν είδει προδημοσίευσης της ίδιας της μελέτης, δυο χρόνια νωρίτερα. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε,  ότι συγκαταλέγεται μεταξύ των έξι μοναδικών Σέρβων, που αποδήμησαν μεταξύ των ετών 1897 και 2000 και των οποίων οι βιογραφίες βρίσκονται στο περίφημο Βρετανικό λεξικό Who is Who.⁸⁴

Vladimir Dedijer

Η φήμη του Dedijer σφυρηλατήθηκε επίσης χάρη σε μια επιστολή, την οποία έστειλε τον Απρίλιο του 1966 προς τους Times, όπου εξομοιώνει τον Ιρλανδό ηγέτη της εξέγερσης του 1916 στο Δουβλίνο Patrick Pearse με τον Gavrilo Princip. “Ο καθένας μπορεί να εναντιώνεται στις μεθόδους πολιτικού αγώνα των Pearse και Princip. Όμως, υπό την οπτική της πίστης, της αυτοθυσίας και του ηρωϊσμού, αμφότεροι ανήκουν, αναμφισβήτητα, στην κατηγορία των πρωτόγονων επαναστατών”.⁸⁵ Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φαντασθεί κάποιον άλλο χαρακτηρισμό από αυτόν του Pearse ως “του ευγενέστερου αγωνιστή”, που να αντιβαίνει περισσότερο στην επικρατούσα, στη Βρετανία, αντίληψη περί του Ιρλανδικού Ζητήματος.

Παρά ταύτα, η σύνταξη της κορυφαίας εφημερίδας δέχθηκε να δημοσιεύσει την επιστολή.

Στο άρθρο του στο περιοδικό Foreign Affairs, o Dedijer προαναγγέλει το πνεύμα του βιβλίου του: “Η λιγότερο ερευνηθείσα, μέχρι στιγμής, πτυχή της υπόθεσης του Σεράγεβου, έχει να κάνει με τους ίδιους τους δολοφόνους: τα ψυχολογικά και διανοητικά χαρακτηριστικά, το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο μεγάλωσαν, τη σχέση ανάμεσα στα πολιτικά και τα προσωπικά τους κίνητρα, τέλος, τις διασυνδέσεις των Βοσνιακών μυστικών οργανώσεων με άλλες του ιδίου είδους μεταξύ των Νοτιοσλάβων. Στο εξής, οφείλουμε να σχετίζουμε τη δολοφονία του Σεράγεβου όχι μόνο με τις εξωτερικές σχέσεις της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης, με την προσωπικότητα και τις πράξεις του Αρχιδούκα Φραγκίσκου-Φερδινάνδου, αλλά και με τα κοινωνικά προβλήματα της καθημερινής πραγματικότητας στις δυο αυτές επαρχίες”.⁸⁶ Αργότερα, στο βιβλίο του, ο Dedijer σκιαγραφεί πειστικά και με πολλές αποχρώσεις την ψυχολογία των συνωμοτών, στηριζόμενος σε πλούσιες πρωτογενείς πηγές αλλά και συνεντεύξεις, τις οποίες πήρε ο ίδιος από αυτόπτες μάρτυρες. Στο δέκατο, μακροσκελές κεφάλαιο (“Οι πρωτόγονοι επαναστάτες της Βοσνίας”)⁸⁷, παραθέτει το προφίλ των μελών της “Νέας Βοσνίας”, συμπεριλαμβανομένων των σημαντικότερων συνωμοτών (Vladimir Gaćinović, Danilo Ilić, Gavrilo Princip και Nedeljko Čabrinović).⁸⁸ Σύμφωνα με τον Dedijer, τα μέλη της οργάνωσης “Νέα Βοσνία” ήταν “ένα είδος πρωτόγονων επαναστατών, οι καταβολές της ανησυχίας των οποίων θα έπρεπε να αναζητηθούν στην ιδιαιτερότητα της κοινωνίας όπου ανήκαν”.⁸⁹ Οι περισσότεροι από αυτούς, όπως ο Princip, ήταν κάτι σαν ποιητές. Ο τελευταίος “παρά το ότι επιθυμούσε να γίνει ποιητής, δεν διέθετε το απαραίτητο χάρισμα”. Έχοντας διατρέξει ορισμένους στίχους, που διασώθηκαν σε ένα τετράδιο σε ανάμνηση μιας επίσκεψης του Princip, το 1911, στο όρος Bjelašnica, ο Dedijer συνάγει το ακόλουθο συμπέρασμα: “Επρόκειτο για έναν ιδιαίτερα ευαίσθητο νέο, έντονα προβληματισμένο από όσα διαδραματίζονταν γύρω του”. Όπως συνέβαινε και με την περίπτωση του Gaćinović, ένοιωθε βαθειά μέσα του “τον πόνο των γύρω του σαν να επρόκειτο για τον δικό του”.⁹º

O Dedijer διέθετε όλη την ικανότητα, προκειμένου να καταστήσει ελκυστικούς, τόσο στους ειδικούς όσο και στο ευρύ κοινό, τους κυριότερους πρωταγωνιστές. Δεν επρόκειτο, πλέον, για επτά συμμετέχοντες σε μια συνομωσία, έχοντες ως κίνητρο προσωπικά απωθημένα. Μετουσιώθηκαν σε ιστορικά πρόσωπα, βαθειά ριζωμένα μέσα σε βοσνιακές και ευρωπαϊκές παραδόσεις, πλούσια σε ιδέες και γεμάτα από πολιτικές και ιδεολογικές ανησυχίες. Η σχέση τους με τη λογοτεχνία, μια σχέση την οποία ο συγγραφέας αναδεικνύει ανάγλυφα στην πραγματεία του, προσέδιδε μια νότα λυρισμού στη βιογραφία τους. Συμφωνα, πάντοτε, με τον Dedijer, είχαν πέσει θύματα της φιλελεύθερης εθνικιστικής ιδεολογίας της εποχής, την οποία ασπάσθηκαν μαζί με ορισμένες σοσιαλιστικές και αναρχικές θέσεις. Τα μέλη της “Νέας Βοσνίας” ήταν οπαδοί διαφόρων (και διαφορετικών) Ευρωπαίων πολιτικών και στοχαστών, όπως οι Mazzini, Masaryk, Chernishevsky και Bakunin. Εμπνέονταν από τα ευγενέστερα λογοτεχνικά αριστουργήματα. Ο Γουλιέλμος Τέλλος του Friedrich Schiller, επί παραδείγματι, διατήρησε μέσα τους ζωντανή τη φλόγα για τον αγώνα ενάντια στην τυραννία και την απαλλαγή από τη δυναστεία των Αψβούργων. Εμπνέονταν, επίσης, από τα γραπτά των Kierkegaard, Strindberg, Ibsen, Edgar Allan Poe, Walt Whitman, Oscar Wilde, Dostoyevsky και Maxim Gorky, φθάνοντας μέχρι σημείου να επιχειρήσουν να μεταφράσουν ορισμένα από αυτά.⁹¹ Εν ολίγοις, ο Dedijer τους ανέσυρε από το χώρο της απρόσωπης αφήγησης, τοποθετώντας τους στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας. Τους απεικόνισε σαν να επρόκειτο για ένα κράμα του κοινωνικού στερεώματος της Βοσνίας με τις θεμελιώδεις ευρωπαϊκές πολιτικές και ιδεολογικές αντιλήψεις και τάσεις της εποχής. Καταφέροντας να προσδώσει ανθρώπινη διάσταση στους συνομώτες στα μάτια των Ευρωπαίων και Αμερικανών αναγνωστών, ολοκλήρωσε,  κατά κάποιο τρόπο, αυτό που νωρίτερα είχε ξεκινήσει η Rebecca West.

H επιτυχία του βιβλίου υπήρξε μεγάλη, οι δε απανωτές μεταφράσεις της αρχικής έκδοσης στα Γαλλικά, στα Γερμανικά και στα Ιταλικά, συνέβαλαν ώστε κομβικής σημασίας στοιχεία, σχετικά με τους συνωμότες του Σεράγεβου, να καταστούν προσιτά στον όποιον ενδιαφερόμενο αναγνώστη της Δύσης. Η βιβλιοκρισία, την οποία δημοσίευσε ο Α.J.P. Taylor στο έγκυρο δεκαπενθήμερο περιοδικό The New York Review of Books, απηχεί την εντύπωση, η οποία προκλήθηκε μεταξύ των συναδέλφων του: “(Ο συγγραφέας) δίδαξε πρόσφατα στα Πανεπιστήμια της Οξφόρδης, του Μάντσεστερ, του Χάρβαρντ και του Κορνέλ. Κυρίως, όμως, πρόκειται για έναν δημοσιογράφο, που γνωρίζει πολύ καλά το πώς να γράφει. Κανείς άλλος, σε ολόκληρο τον κόσμο, δεν θα μπορούσε να συγγράψει το βιβλίο αυτό με τόση ικανότητα, ορθή αξιοποίηση των πηγών και με τόσο μεγάλη αποστασιοποίηση”. Χαρακτήρισε τη μελέτη σαν “την πρώτη, μέχρι στιγμής, που χειρίστηκε με τόση αντικειμενικότητα τη δολοφονία του Σεράγεβου. Όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που ένας έντιμος ιστορικός πραγματεύεται το ερευνητικό του αντικείμενο, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως απόλυτη δημοσίευση επί του θέματος”.⁹²

Από τη στιγμή που, χάρη στο βιβλίο του Dedijer, οι συνωμότες απόκτησαν ανθρώπινη ταυτότητα, παρατηρήθηκε ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον γι αυτούς, συμπεριλαμβανομένων και δυο, οι οποίοι βρίσκονταν ακόμα εν ζωή. Ο πρώτος ήταν ο Cvetko Popović, συνταξιούχος επιμελητής του Εθνογραφικού Μουσείου του Σεράγεβου, ο οποίος δημοσίευσε μια δήλωση στους New York Times, προτού, μάλιστα, κυκλοφορήσει το βιβλίο του Dedijer στο εμπόριο. Τη σχετική συνέντευξη πήρε, κατά τρόπο σχεδόν τυχαίο, ο David Binder, με την αφορμή της συμπλήρωσης πενήντα ετών από τη δολοφονία.⁹³ Αργότερα, ακολούθησαν και άλλες, ανάλογου είδους, συνεντεύξεις. Το 1973, οι  New York Times εκ νέου, δημοσίευσαν έναν σύντομο διάλογο κα τον καθηγητή Vasa Čubrilović. Το ίδιο έτος, οι Times πήραν συνέντευξη από ένα άλλο μέλος της “Νέας Βοσνίας”, τον Γιουγκοσλάβο πολιτικό εξόριστο Ratko Parežanin.⁹⁴

Γενικότερα, το βιβλίο του Dedijer σηματοδότησε μια νέα εποχή, καθώς οι συμμετέχοντες στην “απόπειρα” φωτίζονται κάτω από διαφορετική οπτική γωνία. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας προσέγγισης αποτελεί ο πρόλογος στην αμερικανική έκδοση της μελέτης “Η κρίση του Ιουλίου” (“The July Crisis”) του Γερμανού ιστορικού Imanuel Geiss (1931-2012). O Geiss εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή υπό την καθοδήγηση του φημισμένου καθηγητή Fritz Fischer (1908-1999), και τον βόηθησε να διαμορφώσει τη γνωστή θεωρία του σχετικά με τις ευθύνες της Γερμανίας στο ζήτημα της έκρηξης του πολέμου, τη συνέχεια μεταξύ Δευτέρου και Τρίτου Ράϊχ. Με την πάροδο του χρόνου, οι ιδέες αυτές άρχισαν να συμπεριλαμβάνονται στη διεθνή ιστοριογραφία και να γίνονται αποδεκτές ακόμη και μέσα στη ίδια τη Γερμανία.⁹⁵ Ο Geiss ειδικότερα, κατέληγε στο συμπέρασμα πως “η αποτρόπαια πράξη του Σεράγεβου κατά κανένα τρόπο δεν υπαγορεύθηκε από την Κυβέρνηση της Σερβίας”. Είχε σχεδιαστεί “από την εξτρεμιστική πτέρυγα του Σερβικού εθνικισμού, την μυστική οργάνωση Ένωση ή Θάνατος”. Η αρχική, ωστόσο, ιδέα, είχε ως προέλευση  κύκλους της “Νέας Βοσνίας”. Για να συνεχίσει: “Σε τελευταία ανάλυση, η δολοφονία του Σεράγεβου υπήρξε έργο του ιδίου του Princip προσωπικά, με έμμεση ανάμειξη της “Μαύρης Χείρας”. Όχι, όμως, της Σερβικής Κυβέρνησης ούτε, κατ επέκταση, του Σερβικού λαού”.

Η ουσιαστική ευθύνη αναλογούσε στην άρχουσα τάξη της Αυστροουγγαρίας: “Λιγότερο επειδή έστειλε τον Φραγκίσκο-Φερδινάνδο σε ένα άντρο βομβιστών και περισσότερο εξαιτίας της εγγενούς αδυναμίας της να ικανοποιήσει τον δίκαιο αγώνα των διαφόρων εθνοτήτων της για ελευθερία, ισότιμη μεταχείριση και κοινωνική δικαιοσύνη (ένα κίνητρο, το οποίο αγνοείται γενικότερα από την καταδίκη των συνωμοτών εκ μέρους της Γερμανίας και της Αυστρίας). Οι δυο παραπάνω Δυνάμεις, με την άκαμπτη προσήλωσή τους σε πολιτικές και κοινωνικές αξίες, δεν άφησαν την παραμικρή διέξοδο στον αναβρασμό της Νοτιοσλαβικής διανόησης. Η τελευταία, ευρισκόμενη σε κατάσταση απελπισίας, οδηγήθηκε με μαθηματική ακρίβεια στο έγκλημα της πολιτικής δολοφονίας. Κάθε ιστορική αποτίμηση των πολύπλοκων συμβάντων των μηνών Ιουλίου και Αυγούστου του 1914, οφείλει να μην αγνοήσει την παράμετρο αυτή, κάτι, το οποίο έπραξαν επί μακρόν η Γερμανία και η Αυστρία. Είναι προφανές πως οι δύο παραπάνω χώρες έσφαλαν στην όλη αξιολόγηση των βαθύτερων αιτίων του εγκλήματος”.⁹⁶ Είναι εμφανές ότι πολλά από τα συμπεράσματα του Dedijer, αντανακλώνται στις απόψεις του Geiss, κάτι που αποδεικνύεται και από τις συχνές παραπομπές.

 Η εικόνα του Princip στις δεκαετίες του ’60 και του ’70

Το 1964, η Γιουγκοσλαβική Κυβέρνηση κλήθηκε να χειρισθεί μια πρόκληση: την επέτειο των πενήντα ετών από τα γεγονότα του Σεράγεβου. Αποφασίστηκε να πραγματοποιηθούν ορισμένες εκδηλώσεις επιτόπου. Η όλη οργάνωση ανατέθηκε στις αρχές της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, μέλους, τότε, της Κομμουνιστικής Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας. Επρόκειτο για μια επιδέξια κίνηση. Έχοντας υποβαθμίσει την επέτειο σε εκδήλωση τοπικού βεληνεκούς, η Κυβέρνηση του Βελιγραδίου μπορούσε να αντικρούσει τις όποιες κατηγορίες, προερχόμενες από τον διεθνή χώρο. Σε αντιδιαστολή με το προπολεμικό καθεστώς, το οποίο είχε αποφύγει να στείλει εκπρόσωπο στο Σεράγεβο το 1930, για την τελετή εντοιχισμού αναμνηστικής πινακίδας στο σημείο της δολοφονίας, η κομμουνιστική Γιουγκοσλαβία έπραξε περισσότερα. Το 1964, ο Princip και οι συνεργοί του τιμήθηκαν με κάποια μεγαλύτερη επισημότητα. Ωστόσο, το πρόβλημα εξακολουθούσε να παραμένει αναλοίωτο. Ορισμένα δεδομένα αφήνουν να εννοηθεί ότι το κομμουνιστικό καθεστώς ήταν αναγκασμένο να λάβει υπόψη την εναπομείνασα οργή της Δύσης κατά του Princip και της πράξης του. Τον Μάρτιο του ιδίου έτους, η κορυφαία εφημερίδα του Βελιγραδίου, Politika, δημοσίευσε την είδηση πως ένα πρόπλασμα του αδριάντα του Princip, έργο του γλύπτη Afan Hozić, είχε “προσωρινά τοποθετηθεί στην όχθη του ποταμού Miljacka, ακριβώς απέναντι από σημείο της δολοφονίας”. Ο ανταποκριτής της Politika, πλημμυρισμένος από ενθουσιασμό, μετέδωσε τις εντυπώσεις πολιτών του Σεράγεβου, οι οποίοι “ομόφωνα τάσσονταν υπέρ της ανέγερσης του χάλκινου αγάλματος στο ακριβές σημείο, από όπου ο Princip πυροβόλησε”.⁹⁷ Όταν, τον επίμαχο Ιούνιο, κατέφθασαν στην πρωτεύουσα της Βοσνίας ξένοι ανταποκριτές, δεν υπήρχε κανένα άγαλμα. Είναι προφανές ότι το πρόπλασμα είχε αποσυρθεί δίχως να υπάρξει κάποια συνέχεια.

O διάσημος (γεννηθείς στο Σεράγεβο) σκηνοθέτης  Emir Kusturica ασπάζεται την προτομή του Gavrilo Princip στην πόλη Tovariševo της Σερβίας.

Οι διάφορες ανταποκρίσεις των Times και New York Times από το Σεράγεβο, επιτρέπουν να διαμορφώσει κανείς μια εικόνα ως προς το παρασκήνιο της όλης υπόθεσης. Οι τοπικές αρχές είχαν λάβει από την κεντρική Κυβέρνηση σαφή εντολή να υποβαθμίσουν τις τελετές. Όπως διαβάζει κανείς στους Times, “περί τα 300 άτομα συγκεντρώθηκαν περισσότερο για να υπενθυμίσουν την επέτειο και όχι προκειμένου να την τιμήσουν, έστω και αν οι πυροβολισμοί του Σεράγεβου δρομολόγησαν, τελικά, τις διαδικασίες για την ενοποίηση των Νοτιοσλάβων”.⁹⁸   Την ίδια την ημέρα της 50ής επετείου, ο ανταποκριτής των New York Times David Binder, σημείωνε πως ο Princip “αντιμετωπίζεται, πλέον, ως ήρωας της κίνησης υπέρ της δημιουργίας ενός Νοτιοσλαβικού κράτους, απαλλαγμένου από τον Αυστριακό και από τον Οθωμανικό ζυγό”. Διαπίστωνε, επίσης, την ύπαρξη, μέσα στην πόλη του Σεράγεβου, μιας γέφυρας, η οποία έφερε το όνομά του. Ωστόσο, δεν έτυχε να δει κανένα άγαλμα ούτε και αναμνηστικά είδη με την εικόνα του. Τέλος, ο Binder δεν παρέλειψε να συμπεριλάβει στην ανταπόκρισή του την ακόλουθη δήλωση ενός κατοίκου της πόλης: “Μη γελιέστε. Είμαστε υπερήφανοι για το συμβάν, όχι γιατί προκάλεσε τον πόλεμο, αλλά επειδή ενεργοποίησε τη διαδικασία για την απελευθέρωσή μας”.⁹⁹ Ό,τι η Βασιλική Γιουγκοσλαβική Κυβέρνηση απέτυχε να πράξει το 1930 –  αντιμετωπίζοντας ολόκληρη σειρά από καταδικαστικά δημοσιεύματα των Times παρόλη την προσπάθειά της να προσδώσει ιδιωτικό χαρακτήρα στην υπόθεση ανέγερσης αναμνηστικής πινακίδας στο σημείο της δολοφονίας – το κατάφερε το 1964, εν μέρει, το κομμουνιστικό καθεστώς. Βέβαια, στους εορτασμούς της πεντηκονταετίας, ήταν παρούσα όλη η κομμουνιστική ιεραρχία της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης. Παραβλέποντας το γεγονός αυτό, ο Binder κατέληγε στο συμπέρασμα ότι “οι τελετές δεν ήταν εν γνώσει της Γιουγκοσλαβικής Κυβέρνησης, κάτι που υπονοεί πως οι τρομοκρατικές ενέργειες της 28ης Ιουνίου 1914 προκαλούν αποστροφή στις αρχές του Βελιγραδίου”. Ο ανταποκριτής των New York Times προχωρούσε ακόμη μακρύτερα στις εκτιμήσεις του, πιστεύοντας ότι μια πόλη 200.000 κατοίκων την ημέρα εκείνη “έστρεψε κυριολεκτικά την πλάτη της στους νεαρούς εκείνους, που την είχαν καταστήσει διάσημη πενήντα χρόνια νωρίτερα”.¹ºº Πρόκειται ακριβώς για τον τρόπο, με τον οποίο η Γιουγκοσλαβική Κυβέρνηση επιθυμούσε να παρουσιαστεί το γεγονός στη Δύση.

Η εφημερίδα Politika του Βελιγραδίου ενημέρωσε το αναγνωστικό της κοινό πως στις 28 Ιουνίου 1964, είχε λάβει χώρα μια εκδήλωση μνήμης στο Σεράγεβο, στην οποία είχαν παραστεί ο πρωθυπουργός της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης Džemal Bijedić και άλλοι υψηλά ιστάμενοι κρατικοί λειτουργοί. Γινόταν, επίσης, μνεία, για παρουσία ξένων τουριστών, όχι όμως Γιουγκοσλάβων.¹º¹ Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν πως η τελετή έχαιρε της υποστήριξης των τοπικών αρχών, όχι, όμως, και εκείνης της κεντρικής κυβέρνησης. Πιθανότατα δε, οι όποιοι Γιουγκοσλάβοι επίδοξοι προσκυνητές, αποθαρρύνθηκαν από κάθε είδους πρόθεση να μεταβούν επιτόπου. Ένας άλλος ανταποκριτής των New York Times, o Joseph A. Barry, παρόλο που υπήρξε περισσότερο διεισδυτικός στην έρευνά του, δεν κατάφερε, παρά ταύτα, να αποκωδικοποιήσει την όλη κατάσταση. Σε ένα μακροσκελές άρθρο του Κυριακάτικου φύλλου, υπογράμμιζε την αμηχανία των κομμουνιστικών αρχών της χώρας στο ζήτημα του εορτασμού της πράξης του Princip. “Αισθάνονται αμηχανία για δυο λόγους. Πρώτον, γιατί γνωρίζουν πολύ καλά πως, παρά το γεγονός ότι σε επίπεδο του απλού λαού μέσα στη Γιουγκοσλαβία,  ο Princip θεωρείται εθνικός ήρωας, στα μάτια του υπόλοιπου κόσμου – συμπεριλαμβανομένου και του κομμουνιστικού στερεώματος – φαντάζει ως ο παράφρων, που οδήγησε τις εξελίξεις στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο”.¹º² “Με αυτό τον τρόπο, η κομμουνιστική ιεραρχία του Βελιγραδίου έχει πράξει τα πάντα, προκειμένου να περιβάλλει τον Princip με έναν πειστικό μανδύα, εκείνον της συμμετοχής του στην οργάνωση“Νέα Βοσνία”.¹º³

Ο Barry, χαρακτήρισε τον Murat Kusturica, υπουργό Πληροφοριών της Βοσνίας, ως έναν από τους λειτουργούς εκείνους, που ως αποστολή  είχαν να αποθαρρύνουν, γενικότερα, τους ξένους δημοσιογράφους, έστω και αν, φαινομενικά, έδινε την εντύπωση ενός προσηνούς και φιλικού ατόμου. Ο ανταποκριτής των New York Times σημείωνε πως ο Kusturica είχε αλλεπάλληλες συναντήσεις με τις δημοτικές αρχές σχετικά με το πώς θα απέφευγε να παράσχει οποιαδήποτε βοήθεια προς τους δημοσιογράφους, οι οποίοι θα συνέρρεαν στο Σεράγεβο για να καλύψουν τις επετειακές εκδηλώσεις.¹º⁴

Παίρνοντας συνέντευξη από έναν από τους επιζώντες της συνωμοσίας, τον Hamdija Nikšić, τον ρώτησε “εάν γνώριζε πως οι αρχές υπονόμευαν την όλη ιστορία”.“Ναι, γνωρίζω. Αυτό άπτεται του τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Βασιλείς και βασίλισσες εξακολουθούν να υφίστανται” ήταν η απάντηση. Εν συνεχεία, ο Barry επισκέφθηκε ένα καφενείο, στο οποίο σύχναζαν εργάτες. Εκεί πληροφορήθηκε ότι ο εργατικός κόσμος της πόλης υποστήριζε την ιδέα να επιτρέψει στα παιδιά του να επισκεφθούν το μουσείο του Princip.¹º⁵

Γκράφιτι με το πρόσωπο του Princip σε τοίχο του σημερινού Βελιγραδίου.

O Barry επισημαίνει, παράλληλα, πως οι επετειακές εκδηλώσεις του 1964 δεν ήταν κάποια ιδιωτική υπόθεση. Ο ίδιος υπήρξε μάρτυς της αμηχανίας των επίσημων κομμουνιστικών αρχών. Κατά τη γνώμη του, ο Princip εξακολουθούσε να είναι ένα ανισόρροπο άτομο. Ωστόσο, τα πράγματα έμελλαν να μεταβληθούν πολύ γρήγορα. Κομβικό ρόλο διαδραμάτησε η κυκλοφορία της μελέτης του Dedijer. Οι οπαδοί της “Νέας Βοσνίας”, είχαν βρει, επιτέλους, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, έναν τρόπο να διηγηθούν τα βιώματά τους στις περισσότερες, μάλιστα, από τις καθιερωμένες διεθνείς γλώσσες.  Δέκα χρόνια αργότερα, το ίδιο ακριβώς συνέβη με έναν από τους ελάχιστους επιζώντες της συνωμοσίας και προσωπικό φίλο του Princip, τον Ratko Parežanin (είχαν συγκατοικήσει στο ίδιο δωμάτιο στο Βελιγράδι, λίγες εβδομάδες πριν από την απόπειρα). Έπειτα από το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ως πολιτικός πρόσφυγας πλέον, ο  Parežanin παραχώρησε συνέντευξη στους Times. Μόλις είχε κυκλοφορήσει τότε στο Μόναχο το βιβλίο του “H Νέα Βοσνία και ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος.¹º⁶ Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε την ημέρα της συμπλήρωσης των εξήντα ετών, στις 28 Ιουνίου 1974, ο δε  Parežanin έφερε, εν προκειμένω, την ιδιότητα ενός “αφυπηρετήσαντος Γιουγκοσλάβου διπλωμάτη”. O ίδιος ισχυρίσθηκε ότι, όπως άλλωστε και ο Princip, “δεν είχε καν διανοηθεί πως μια τέτοια ενέργεια μπορούσε να έχει ως συνέπεια το ξέσπασμα ενός γενικευμένου πολέμου”. Τέλος, ως προς το ζήτημα του συσχετισμού της δολοφονίας με την τρομοκρατική έξαρση της δεκαετίας του 1970, προέβη στην ακόλουθη ερμηνεία: “Δυστυχώς, η βία έχει αποκτήσει στις μέρες μας τη χειρότερη δυνατή μορφή. Το χρήμα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και δεν είναι λίγοι οι τρομοκράτες  που πληρώνονται αδρά. Η περίπτωση του Princip υπήρξε εκ διαμέτρου διαφορετική. Κινητοποιήθηκε από ηρωϊσμό και αγάπη προς την πατρίδα του, όντας προετοιμασμένος να θυσιάσει ακόμα και την ίδια του τη ζωή. Ήμασταν φτωχοί, αλλά γεμάτοι ιδεαλισμό. Τη στιγμή που τον αποχωρίστηκα εκείνη τη μέρα κοντά στο ποτάμι, με ρώτησε αν μπορούσα να του δανείσω λίγα χρήματα, προκειμένου να αγοράσει για τον εαυτό του  κάτι να φάει”.¹º⁷

‘Αλλος τρόπος απενοχοποίησης του Princip, ήταν το γύρισμα μιας υψηλού κόστους κινηματογραφικής παραγωγής στη Γιουγκοσλαβία. Τον Μάρτιο του 1974, ο ειδικός απεσταλμένος των New York Times Malcolm W. Browne, έκανε λόγο για κάτι τέτοιο, επισημαίνοντας ό,τι “κάτοικοι του Σεράγεβου ερωτοτροπούν για μια ακόμη φορά με την ιδέα της ηθικής δικαίωσης των πολιτικών δολοφονιών”. Το άρθρο ανέφερε δίχως περιστροφές πως πρόθεση του σκηνοθέτη Veljko Bulajić, αγαπημένου σκηνοθέτη του Josip Broz Tito, “ήταν να δικαιώσει τη δολοφονία”.¹º⁸ Κρίνοντας δε από τις αντιδράσεις των επισήμων αρχών, ο Browne κατέληγε στο συμπέρασμα πως η ταινία “έχαιρε της ευλογίας των ηγετών του ΚΚ, παρά το γεγονός ότι οι τελευταίοι δεν είχαν ξεκαθαρίσει απόλυτα μέσα τους κατά πόσο η δολοφονία αποτελεί ή όχι θεμιτό πολιτικό εργαλείο”.¹º⁹ Για τις ανάγκες της κοινής αυτής Γιουγκοσλαβικής-Τσεχοσλοβακικής παραγωγής, η οποία συγκαταλεγόταν μεταξύ των 21 υποψηφίων για το βραβείο Όσκαρ της καλύτερης ξένης ταινίας για το έτος 1976, ο Bulajić επιστράτευσε γνωστούς αστέρες του Hollywood. Συγκεκριμένα, ο Christopher Plummer υποδύθηκε τον Φραγκίσκο-Φερδινάνδο και ο Maximilian Schell τον Djuro Šarac. Από μόνο του, το γεγονός αυτό υποδηλώνει την αλλαγή του κλίματος, που επήλθε στις ΗΠΑ, στη Βρετανία, στην Τσεχοσλοβακία και στη Γιουγκοσλαβία την επομένη της έκδοσης και κυκλοφορίας του βιβλίου του Dedijer. Ο Bulajić επιχείρησε να μιμηθεί το παράδειγμα του τελευταίου στο χώρο της έβδoμης τέχνης. Ο τίτλος της ταινίας στα σερβο-κροατικά ήταν Atentat u Sarajevu. Στο διεθνές στερέωμα κυκλοφόρησε με την περισσότερο δραματική διατύπωση Η μέρα που συγκλόνισε τον κόσμο (“The Day that shook the world”). Παρά ταύτα, απέτυχε να πείσει τους ειδικούς στη Δύση. Η ετυμηγορία των New York Times δεν άφηνε περιθώρια για κανενός είδους παρερμηνείες: “Μια αλλόκοτη ταινία” (“A Quaint Film”). ¹¹º

 

Ο Σερβο-Βόσνιος ηθοποιός Irfan Mensur ως Gavrilo Princip στην ταινία Atentat u Sarajevu.                

Η περιγραφείσα, παραπάνω, τάση για προσέγγιση του Princip και της πράξης του, δοκιμάστηκε εν μέρει από την ανάδειξη της αραβικής τρομοκρατίας στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, όταν η οργάνωση “Μαύρος Σεπτέμβρης” προέβη σε μια σειρά αεροπειρατιών και βομβιστικών επιθέσεων. Το 1967, η Κομμουνιστική Γιουγκοσλαβία είχε διακόψει τις διπλωματικές της σχέσεις με το κράτος του Ισραήλ παρέχοντας την υποστήριξή της στην Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Υπό αυτές τις συνθήκες, η 60ή επέτειος της δολοφονίας του Σεράγεβου διαδραματίστηκε σε διαφορετικό κλίμα, λιγότερο ευνοϊκό για τον Princip, ο οποίος κατά τις παρελθούσες δεκαετίες είχε ταυτιστεί από μεγάλο μέρος του δυτικού κόσμου με την εικόνα του τρομοκράτη και του φανατικού. Όλα αυτά καταγράφηκαν από τους New York Times, ο ειδικός απεσταλμένος των οποίων ήταν προφανώς εν γνώσει των διασυνδέσεων μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Παλαιστινίων ¹¹¹, καθώς επεδίωξε να τις συσχετίσει με την επέτειο της μεμονωμένης πράξης του Princip. Υποψιασμένος για ερωτήσεις αυτής της μορφής, ο  Δρ. Marko Šunić, αντιπρόεδρος της τοπικής κυβέρνησης της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και εκπρόσωπος, εν προκειμένω, της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, απάντησε αόριστα στη σχετική συνέντευξη που παραχώρησε προς την εφημερίδα, μη κρύβοντας, ωστόσο, τη συμπάθειά του προς το πρόσωπο του Princip.¹¹²

 Επανεκτιμήσεις των δεκαετιών του ’80 και του ΄90.

Η συμπλήρωση των εβδομήντα ετών από τη δολοφονία συνέπεσε με τη διοργάνωση, το 1984, στο Σεράγεβο, των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων, γεγονός που οδήγησε αναπόφευκτα σε δημιουργία ιστορικών συνειρμών. Ενδεικτική υπήρξε η ανταπόκριση των New York Times: “Όποιοι και αν είναι οι χρυσοί ολυμπιονίκες, η διαπίστωση είναι μια και μοναδική: το Σεράγεβο εξακολουθεί να παραμένει γνωστό στην ιστορία για τη δολοφονία του Αρχιδούκα Φραγκίσκου-Φερδινάνδου, η οποία και ενεργοποίησε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο”. Θεωρώντας πως ο Princip είχε αναγορευθεί από τους κατοίκους της πόλης σε ήρωα, ο Dave Anderson σημείωνε πως τα αποτυπώματα από τα υποδήματα του Princip στο σημείο της απόπειρας, ήταν εφάμιλλα, από τουριστικής απόψεως, με εκείνα των κινηματογραφικών αστέρων του Holywood.¹¹³ Σε μια άλλη ανταπόκριση της ίδιας εφημερίδας, σχετική με τον χειμερινό τουρισμό, ο δημοσιογράφος Clifford May επισήμανε πως πρώτος σταθμός επίσκεψης στο Σεράγεβο “ήταν το Μουσείο της Νέας Βοσνίας, στη γωνία ακριβώς όπου στις 28 Ιουνίου του 1914, ένας δεκαεννιάχρονος εθνικιστής φοιτητής, ονόματι Gavrilo Princip δολοφόνησε τον διάδοχο του Αυστροουγγρικού θρόνου”.¹¹⁴ Στη δεκαετία του ΄80, η εικόνα του Princip στις στήλες των New York Times, είχε υποβαθμισθεί σε επίπεδο τουριστικής ψυχαγωγίας.

Ένα σημαντικό γεγονός της δεκαετίας του ΄80, πέρασε δυστυχώς σχεδόν απαρατήρητο από τους ειδικούς. Πρόκειται για τη μετάφραση στην αγγλική γλώσσα και με ένα νέο πρόλογο, των πρακτικών της δίκης των δραστών, που τριάντα χρόνια νωρίτερα είχαν κυκλοφορήσει στα σερβο-κροατικά σε επιμέλεια του Vojislav Bogićević.¹¹⁵ Η έκδοσή τους προκάλεσε περιορισμένο ενδιαφέρον. ¹¹⁶ Όταν, πολύ πρόσφατα, η συμπλήρωση των εκατό ετών αναβίωσε εκ των πραγμάτων το ενδιαφέρον γύρω από το πρόσωπο του Princip, η ύπαρξη της σημαντικής αυτής έκδοσης είχε σχεδόν ξεχαστεί στη Δύση.

Κατά τη δεκαετία του 1990, η εικόνα των Σέρβων στον αγγλοσαξωνικό κόσμο υπέστη μεγάλη φθορά. Η άσκηση της εξουσίας από τον Slobodan Milošević, οι διώξεις σε βάρος των αντιφρονούντων στη Σερβία, το είδος της συμμετοχής της τελευταίας στην όλη διαδικασία διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας (1991-1999), συνέβαλαν στην εμπέδωση μιας καθόλα αρνητικής εικόνας. Αποκορύφωμα υπήρξε η διετία 1993-1995 καθώς και το έτος 1999, κατά τη διάρκεια και αμέσως έπειτα από την παρέμβαση του ΝΑΤΟ. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα αμερικανικά και βρετανικά μέσα στοχοποίησαν τον Σερβικό εθνικισμό. Οποιοσδήποτε συσχετισμός του Princip με αυτόν ισοδυναμούσε με εξοστρακισμό. Επόμενο ήταν να αναβιώσουν οι παλαιότερες εκδοχές περί μανιακού δολοφόνου. Επιπρόσθετα, o Princip αμφισβητείτο από τις δυο κυρίαρχες μη σερβικές εθνότητες της Βοσνίας. Ο ανταποκριτής των New York Times στην πρώην Γιουγκοσλαβία Chris Hedges, περιέγραφε τί ακριβώς διδάσκονταν οι Σέρβοι, Κροάτες και Μουσουλμάνοι της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης: “Ήρωας και ποιητής για τους μαθητές του ελεγχόμενου από τους Σέρβους τμήματος της χώρας. Τρομοκράτης – δολοφόνος εκπαιδευμένος από τους Σέρβους, για τους νεαρούς Κροάτες. Εθνικιστής, η πράξη του οποίου ενεργοποίησε διώξεις σε βάρος των υπολοίπων εθνοτήτων για τους Μουσουλμάνους. Κι όμως, ενόσω Σέρβοι, Κροάτες και Μουσουλμάνοι ζούσαν υπό την κοινή σκέπη του Κομμουνισμού, η εικόνα στα διάφορα εγχειρίδια Ιστορίας ήταν ενιαία: εκείνη του ήρωα”.¹¹⁷ Γενικότερα, διαρκούσης της δεκαετίας του ΄90, Αμερικανοί και Βρετανοί δημοσιογράφοι ήταν προκατειλημμένοι εναντίον των Σερβο-Βοσνίων. Επόμενο ήταν, ο Princip να μετατραπεί στα μάτια τους σε Σέρβο εθνικιστή. Τον Μάιο του 1995, ο Roger Cohen, ένας ανταποκριτής των New York Times με μεγάλη επιρροή, ξεκινούσε ένα άρθρο του, γραμμένο στο Σπλιτ, με μια αναφορά “σε έναν Σέρβο εθνικιστή ονόματι Gavrilo Princip”. Κατέληγε δε ως ακολούθως: “O κ. Princip και οι πέριξ αυτόν, μάχονταν υπέρ των Σερβικών εθνικών συμφερόντων μέσα στη Βοσνία”.¹¹⁸ Με τον τρόπο αυτό, μια αόρατη γέφυρα είχε στηθεί ανάμεσα στον Princip και τους Σερβο-Βόσνιους της περιόδου 1992-1995. Σε ορισμένα δε δυτικά έντυπα είχε φωλιάσει η εικόνα της ύπαρξης ενός δυνατού συσχετισμού ανάμεσα στον Princip και τον Σερβο-Βοσνιακό στρατό ή, ακόμα χειρότερα, ανάμεσα στη δολοφονία του Σεράγεβου και τη σφαγή της Srebrenica. Ρόλο συνδετικού ιστού ασκούσε, στην περίπτωση, ο Σερβικός εθνικισμός.

Γενικότερα, μπορούμε να πούμε πως είχε επικρατήσει μια λανθάνουσα συναίνεση μεταξύ Σέρβων, Κροατών, Μουσουλμάνων και Δυτικών σχετικά με την ταυτότητα του Princip. Για όλους αυτούς, ο Princip ήταν αποκλειστικά Σέρβος. Είχε γεννηθεί Σέρβος και μεγαλώσει σε μια περιοχή γαλουχημένη με Σερβική επική παράδοση γύρω από τη μάχη του Κοσσυφοπεδίου. Γνώριζε απ έξω το Στεφάνι του Βουνού (The Mountain Wreath), κορυφαίο έργο του Πρίγκηπα-Επισκόπου, ποιητή και φιλόσοφου Petar II Petrović-Njegoš (1813-1851).¹¹⁹ Ωστόσο, κατά τα ταραχώδη έτη που διαδέχθηκαν την προσάρτηση, εκ μέρους της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, των δυο επαρχιών της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης, δρομολογήθηκε μια προσέγγιση μεταξύ Σέρβων και Κροατών, η οποία επηρρέασε τα μέγιστα την αντίληψη γύρω από τον Princip. Ως εκ τούτου, όλοι όσοι τον είχαν σερβοποιήσει, στέρησαν από τον πραγματικό Princip την ταυτότητα, την οποία ο ίδιος είχε προσδιορίσει για τον εαυτό του την εποχή της απόπειρας και της δίκης, η οποία τη διαδέχθηκε. Ερωτηθείς τότε από τον πρόεδρο του δικαστηρίου Alois/Luigi von Curinaldi σχετικά με τις πεποιθήσεις του, απάντησε: “Είμαι ένας εθνικιστής, ένας Γιουγκοσλάβος, ο οποίος αγωνίζεται για την ενότητα όλων των περιοχών εκείνων, που έχουν απαλλαγεί από τον Αυστριακό ζυγό”¹²º. Θα μπορούσε να είχε προσθέσει ότι ανήκε στους προοδευτικούς κύκλους που προωθούσαν, από το 1911 και έπειτα, την ιδέα μιας κοινής Σερβο-Κροατικής ταυτότητας. Ο Cvetko Popović έχει προσφέρει σημαντικά στοιχεία γύρω από αυτή την υπόθεση. “Κατ εμέ”, γράφει, “οι προοδευτικοί Σερβο-Κροάτες ήταν μια εντελώς νέα εθνότητα, την οποία απαντούσε κανείς μόνο στο Σεράγεβο. Υποστήριζαν πως δεν ήταν μόνο Σέρβοι ή μόνο Κροάτες. Ήταν αμφότερα. Εμείς, Σερβοι και Κροάτες, τους κατηγορούσαμε ως προδότες. Σε αυτή την ομάδα ανήκε και ο Gavrilo Princip”.¹²¹ Από τα παραπάνω προκύπτει σαφέστατα πως, ήδη από το 1912, ο Princip είχε ασπασθεί μια ευρύτερη ταυτότητα, η οποία ξεπερνούσε τα στενά σερβικά όρια. Είχε διαμορφωμένη αντίληψη περί μιας εθνικής ενότητας μεταξύ Σέρβων και Κροατών. Τέλος, τον προσέλκυε η ιδέα μιας κοινής Σερβο-Κροατικής και, κατ επέκταση, μιας ευρύτερης Γιουγκοσλαβικής ταυτότητας.

 Η επέτειος της εκατονταετίας και τα νέα διλήμματα

H συμπλήρωση ενός αιώνα, αναπτέρωσε το ενδιαφέρον γύρω από το πρόσωπο του Princip στον Αγγλοσαξωνικό κόσμο. Το 2012 κυκλοφόρησε μια μελέτη του Christopher Clark (1960 – ), επιφανούς καθηγητή του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ, όπου ο συγγραφέας επιχειρεί να αναλύσει πώς και γιατί,το 1914, η Ευρώπη παρασύρθηκε σε πόλεμο.¹²² Το εισαγωγικό κεφάλαιο φέρει τον τίτλο “Σερβικά φαντάσματα” (“Serbian ghosts”). O Clark αποδίδει την έλλειψη γραπτών τεκμηρίων για τη συνωμοσία στο γεγονός της απόλυτης μυστικότητας, από την οποία διακατέχονταν όλα τα εμπλεκόμενα άτομα.¹²³ Η ορθή αυτή διαπίστωση δεν τον απέτρεψε, ωστόσο, από το να προβεί στη δική του ανασύνθεση του συμβάντος.

Christopher Clark.

Σύμφωνα με τον Clark, οι Princip, Čabrinović και Grabež “ήταν γεμάτοι από ιδανικά, στερούνταν, όμως, της απαραίτητης πείρας”. Είχαν εστιάσει την προσοχή τους στις δοκιμασίες και στα βάσανα των Σέρβων “κατηγορώντας τους πάντες πλην των Σέρβων γι αυτά”. Η θυσία είχε γίνει πραγματική εμμονή γι αυτούς ¹²⁴. Ο συγγραφέας τους περιγράφει ως ανήκοντες σε ένα δίκτυο, υπαγόμενο στον Dragutin Dimitijević Apis, τον επικεφαλής της μυστικής οργάνωσης “Μαύρη Χείρα”. Πρώτος έλαβε τη διαταγή από αυτόν ο Tankosić, ο οποίος και την μετέφερε στον Milan Ciganović, επίσης μέλος της οργάνωσης και εκτελεστικό όργανο της τελευταίας.¹²⁵ Επομένως, σύμφωνα με τον Clark, η δολοφονία υπήρξε έργο της “Μαύρης Χείρας”. Η ομάδα του Σεράγεβου (Mehmedbašić, Cvetko Popović και Vasa Čubrilović), δεν ήταν παρά προπέτασμα καπνού, προκειμένου να καλυφθούν οι διασυνδέσεις των συνωμοτών με το Βελιγράδι.¹²⁶ Ο Clark δεν απορρίπτει την εκδοχή, σύμφωνα με την οποία ο πρωθυπουργός της Σερβίας Pašić είχε τηρηθεί ενήμερος για τις προετοιμασίες (πιθανότατα από τον ίδιο τον Ciganović προσωπικά). Αναγνωρίζει, παρά ταύτα, πως η ερμηνεία αυτή συνάγεται από έμμεσες πηγές. “Εφόσον η διασύνδεση μεταξύ Ciganović και Pašić αποδειχθεί αληθής”, συνεχίζει, “τότε υφίστανται προϋποθέσεις, προκειμένου να υποστηρίξει κανείς πως ο  Pašić είχε λάβει εγκαίρως ενημέρωση για τη συνωμοσία”.¹²⁷ Οι ρωγμές ανάμεσα στη Σερβική πολιτική διοίκηση και τις στρατιωτικές αρχές, όπου είχε  παρεισφρήσει η “Μαύρη Χείρα”, “επεκτείνονταν πλέον σε ολόκληρη τη διαδρομή ανάμεσα στις όχθες του ποταμού Δρίνου και τα κέντρα αποφάσεων του Βελιγραδίου”¹²⁸ Σε μια εύθραυστη δημοκρατία, όπως ήταν την εποχή εκείνη η Σερβία, “οι αρμόδιοι ως προς τη λήψη των πολιτικών αποφάσεων βρίσκονταν σε κατάσταση άμυνας”. Έπειτα από άνω των τριών δεκαετιών ενασχόληση με τα κοινά, ο Pašić “ήταν ένα γνήσιο προϊόν του σερβικού πολιτικού στερεώματος: εχέμυθος έως μυστικοπαθής, προσεκτικός έως υπέρμετρα υποχωρητικός”. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά τον βοηθούσαν, αναμφίβολα, να επιβιώσει μέσα στον διαταραγμένο πολιτικό χώρο του Βελιγραδίου. Ταυτόχρονα, όμως, τον καθιστούσαν “επικίνδυνα ανίκανο να διαχειριστεί εκ μέρους της Σερβίας την κρίση, η οποία έμελλε να διαδεχθεί την εκπλήρωση της αποστολής των συνωμοτών”.¹²⁹ 

O Clark παρουσιάζει τον Princip και τους υπόλοιπους συνεργούς ως αμιγείς Σέρβους εθνικιστές. Έστω και με επιφυλάξεις, αποδίδει στην κυβέρνηση του Βελιγραδίου μερίδιο ευθύνης για τη δολοφονία. Αργότερα, μετέβαλε τις απόψεις του. Σε μια συνέντευξη, την οποία παραχώρησε στον ραδιοφωνικό σταθμό “Ελεύθερη Ευρώπη”, ξεκαθάρισε πως δεν θεωρούσε τη Σερβία συνυπεύθυνη για το έγκλημα “από τη στιγμή, κατά την οποία δεν ήταν αναμεμιγμένη στην υπόθεση της δολοφονίας”.¹³º Στην πρώτη έκδοση της μελέτης του στα αγγλικά, περιέγραφε τους συνωμότες ως “τρομοκράτες”.¹³¹ Έπειτα από έντονες διαμαρτυρίες, με προέλευση το Βελιγράδι, στην γερμανική έκδοση του ιδίου βιβλίου μετρίασε κάπως την ορολογία του.¹³²  Όπως και να έχει, πάντως, το ζήτημα, ο κύριος (εάν όχι ο μοναδικός) ένοχος, παραμένει για τον Clark η κυβέρνηση της Σερβίας. Όλοι οι υπόλοιποι πολιτικοί, αρμόδιοι για τις κρατικές αποφάσεις στο Βερολίνο, τη Βιέννη, την Αγία Πετρούπολη, το Λονδίνο και το Παρίσι, αφέθηκαν να παρασυρθούν στον πόλεμο ως “υπνοβάτες, στοιχειωμένοι από όνειρα, αλλά τυφλοί μπροστά στην πραγματικότητα της φρίκης, προς την κατεύθυνση της οποίας οι ίδιοι συμπαρέσυραν την Ανθρωπότητα”. Ο συγγραφέας επιμένει πως η διολίσθηση προς τον πόλεμο “δεν είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα της Agatha Christie, στο τέλος του οποίου βρίσκεται ο ένοχος δίπλα στο πτώμα κρατώντας στα χέρια του ένα καπνίζον, ακόμη, περίστροφο. Δεν υπάρχει καπνίζον περίστροφο σε αυτή την ιστορία. Ή, μάλλον, υπάρχει από ένα στα χέρια του κάθε πρωταγωνιστή. Υπό αυτή την οπτική, η έκρηξη του πολέμου ήταν τραγωδία, όχι έγκλημα”.¹³³ Με αυτά τα λόγια, ο Clark παραδέχεται στο τελικό του συμπέρασμα ότι μερίδιο ευθύνης ως προς την έκρηξη του πολέμου, αναλογεί στις εμπλεκόμενες, στην κρίση του Ιουλίου 1914, κυβερνήσεις.

Tο μείζον βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε το 2014, με αφορμή τη συμπλήρωση των εκατό ετών έχει ως συγγραφέα τον Tim Butcher (1967-  ), πρώην ανταποκριτή της Daily Telegraph στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Ο Butcher είχε καλύψει τα γεγονότα της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, κατά την κρίσιμη δεκαετία του ΄90. Το 2012 ακολούθησε τα ίχνη του Princip, από τη γενέτειρα του τελευταίου, το χωριό Obljaj στη νοτιοδυτική Βοσνία έως το Σεράγεβο, το Βελιγράδι και πάλι το Σεράγεβο. Το βιβλίο του είναι ένα κράμα οδοιπορικού, δημοσιογραφικής έρευνας και βιογραφίας του Princip. Μέσα σε ένα καταφύγιο του όρους Šator άφησε ένα σημείωμα, το οποίο προσδιόριζε με γλαφυρό τρόπο την ιδιότητά του: “Βρετανός συγγραφέας, σε αναζήτηση του φαντάσματος του Princip”.¹³⁴ Στην περιήγησή του είχε ως οδηγό έναν Βόσνιο Μουσουλμάνο, ο οποίος, ως παιδί, είχε επιζήσει από τη φρίκη του πολέμου της Βοσνίας. Παρακολουθώντας τη μοίρα του τελευταίου, ο Butcher άρχισε να διερωτάται ποιος ήταν πραγματικά ο Princip: “Ήταν από τους λίγους εκείνους, που αποκόμιζαν από τον εθνικισμό προσωπικά οφέλη, ή μήπως αγωνιζόταν για κάτι ευγενέστερο”;¹³⁵ Συνομίλησε και με τον  Džile, έναν από τους επιζώντες της σφαγής της Srebrenica, ο οποίος τον ρώτησε σχετικά με τον Princip: “Πρόκειται για τον νεαρό Σέρβο, που πυροβόλησε τον Αρχιδούκα στο Σεράγεβο, έτσι δεν είναι; …Εάν είχε την παραμικρή σχέση με τους Σέρβους, οι οποίοι επιτέθηκαν στη Srebrenica, τότε θα έλεγα πως τον μισώ. Είχε, όμως, οποιαδήποτε σχέση με αυτούς;”.¹³⁶

Στην προσπάθειά του να βρει μια απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα, ο Butcher ακολούθησε το παράδειγμα της Rebecca West και του Vladimir Dedijer, “ένα βιβλίο, το οποίο λειτούργησε ως ακρογωνιαίος λίθος στη δική μου περιπλάνηση”.¹³⁷ Ως συγγραφέας και ερευνητής, προσεγγίζει τον Princip όχι μόνο ως ιστορικό πρόσωπο, αλλά και ως ένα μεταμορφωμένο σύμβολο, έναν αιώνα αργότερα. Όντας ιδιαίτερα επικριτικός έναντι του Σερβικού εθνικισμού της δεκαετίας του ΄90, ο Butcher αποφεύγει να κάνει αναγωγές του ιδίου αυτού εθνικισμού στο παρελθόν. Επιχειρεί να ανακαλύψει έναν αυθεντικό Princip, μακρυά από κάθε είδους ιδεολογική και πολιτική φόρτιση. Στο τέλος του βιβλίου συμπεραίνει: “Ο Princip ήταν ένας ονειροπόλος, η σύντομη ζωή του οποίου τον εξέθεσε στα ίδια πολιτικά ρεύματα, που ενέπνευσαν τόσους άλλους στον αγώνα τους για απαλλαγή από μη αιρετές και απολυταρχικές δομές”. Ο Princip διακατεχόταν από το όραμα της απελευθέρωσης, ένα όραμα, το οποίο μοιράζονταν μαζί του κι άλλοι λαοί της Βαλκανικής, Ιρλανδοί εθνικιστές, Ρώσοι επαναστάτες της τσαρικής περιόδου, αλλά και λαοί άλλων ηπείρων.

Tim Butcher.

Η τοξική διάσταση του εθνικισμού αναδείχθηκε πολύ αργότερα. Ο Princip, πάντοτε κατά τον Butcher, είχε ένα σπάνιο ιδανικό, το οποίο, όμως, δεν κατόρθωσε να καρποφορήσει. “ Η επιθυμία του να δει τους Νοτιοσλάβους να συμβιώνουν, δεν υπήρξε όσο δυνατή χρειαζόταν για να υπερνικήσει τον σωβινισμό, που επικρατούσε μέσα στο ίδιο το δικό του περιβάλλον”.¹³⁸ Ο Butcher πιστώνεται μια σημαντική διάκριση, στην οποία προέβη. Κατάφερε να διαχωρίσει τον σύγχρονο Σερβικό εθνικισμό από εκείνον της “Νέας Βοσνίας” και του Princip, που διέθετε ένα Γιουγκοσλαβικό υπόβαθρο. Στη δεκαετία του ΄90, οι τρεις εθνότητες της Βοσνίας, για δικούς της λόγους η κάθε μια από αυτές, είχαν ασπασθεί την θεωρία ό,τι ο Princip ήταν Σέρβος και όχι Γιουγκοσλάβος. Οι δυτικοί δημοσιογράφοι υιοθέτησαν, με τη σειρά τους, την ιδέα αυτή. Ο Butcher κατάφερε να επαναφέρει τον Princip εκεί ακριβώς όπου τον είχε τοποθετήσει η υπέροχη έρευνα του Dedijer. Επρόκειτο για έναν Γιουγκοσλάβο εθνικιστή, ο οποίος προσέβλεπε στην ενοποίηση Σέρβων, Κροατών και υπολοίπων Γιουγκοσλάβων.  Στον Butcher έλαχε τελικά ο κλήρος να δημοσιεύσει το κείμενό του με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από τη δολοφονία του Σεράγεβου και 50 ετών από την κυκλοφορία της μελέτης του Dedijer. Αξίζει να επισημανθεί πως ο συγγραφέας επιχειρεί έναν παραλληλισμό ανάμεσα την εξεταστική επιτροπή Chilcot, η οποία συγκροτήθηκε προκειμένου να διερευνήσει τις συνθήκες εμπλοκής του Ηνωμένου Βασιλείου στο Ιράκ το 2003 και μια φανταστική αντίστοιχη επιτροπή, δικής του επινόησης, προορισμένη να διελευκάνει με ποιο τρόπο το 1914 η Ανθρωπότητα σύρθηκε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας λειτούργησε ως εφαλτήριο για μια διήγηση γύρω από τον Princip δια μέσου του φίλτρου γεγονότων της δεκαετίας του 1990 όπως π.χ. η σφαγή της Srebrenica: “Μια επιτροπή τύπου Chilcot, θα αναδείκνυε ασφαλώς ότι, το 1914, ο Princip ήταν ένας Γιουγκοσλάβος και όχι ένας Σέρβος εθνικιστής και πως ο ισχυρισμός της Βιέννης περί εμπλοκής της Σερβίας στην υπόθεση της δολοφονίας δεν ήταν παρά μια πρόφαση για να εισβάλλει στρατιωτικά σε ένα ενοχλητικό γειτονικό κράτος”.¹³⁹

 Οι Times του Λονδίνου τάχθηκαν κατά του συσχετισμού της σύγχρονης πραγματικότητας με την προσέγγιση του ιστορικού παρελθόντος. Αντίθετα, οι New York Times απέδειξαν πως ο παραπάνω συσχετισμός ήταν αναπόφευκτος. Συγκεκριμένα, ο John F. Burns δημοσίευσε ένα άρθρο, όπου τονιζόταν πως το Σεράγεβο “είχε μετατραπεί σε πεδίο αντικρουόμενων θέσεων σχετικά με την διεκδίκηση της κληρονομιάς του Princip”. Μιας κληρονομιάς, η οποία αντιμετωπιζόταν με διαφορετικό  τρόπο από τρεις εθνικές κοινότητες. Για τους Σέρβους, ο Princip φάνταζε “ως μια ηρωϊκή φυσιογνωμία στον αγώνα κατά του Αυστριακού ζυγού όχι μόνο για τους ίδιους, αλλά επίσης και για τους Κροάτες και τους Μουσουλμάνους. Με άλλα λόγια, ως ένας εκ των  σκαπανέων της γιουγκοσλαβικής ενότητας”. Οι έτερες δυο κοινότητες δεν έδειχναν να συμμερίζονται αυτή την οπτική. “Για τους Καθολικούς Κροάτες καθώς  και για μερίδα Βοσνίων Μουσουλμάνων, πολλοί εκ των οποίων στρέφονταν προς την κυβέρνηση της Βιέννης προς αναζήτηση προστασίας έναντι των Ορθοδόξων Σέρβων, μια εμφάνιση του Princip ως αναρχικού και τρομοκράτη, ακριβώς όπως τον είχαν χαρακτηρίσει οι δικαστικές αρχές του Σεράγεβου όταν τον καταδίκασαν σε πονή φυλάκισης 20 ετών, συνέφερε περισσότερο”. Ανάλογες διαφοροποιήσεις διέκρινε ο Burns και ως προς τον τρόπο, με τον οποίο τιμήθηκε η επέτειος της εκατονταετίας. “Οι Σέρβοι σκληροπυρηνικοί επιχείρησαν να μποϊκοτάρουν τελετές, που είχαν χρηματοδοτηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση με την προώθηση δικών τους εκδηλώσεων, όπως ήταν τα αποκαλυπτήρια αγαλμάτων και προτομών του Princip και η οργάνωση σχετικών ομιλιών προς τιμή του”.  Κατάφερε, μάλιστα, να εξασφαλίσει μια αποκλειστική συνέντευξη του διάσημου σκηνοθέτη Emir Kusturica, “αιχμή του δόρατος των εκδηλώσεων υπέρ του Princip”. Η συνέντευξη έλαβε χώρα στο Andrićgrad, προάστιο του Višegrad, μιας πόλης που υπέστη, σύμφωνα με τον Burns, “τις χειρότερες θηριωδίες εκ μέρους των Σέρβων (ομαδικοί βιασμοί, πυρπολήσεις κατοικιών με τους ενοίκους εγκλωβισμένους μέσα σε αυτές) το 1992, κατά τους πρώτους μήνες των εθνικών εκκαθαρίσεων στις ανατολικές επαρχίες της Βοσνίας”. Από μόνη της, αυτή η εισαγωγή του δημοσιογράφου οδηγεί αναπόφευκτα σε παραλληλισμούς ανάμεσα στον Princip του 1914 και την προβολή του τελευταίου στη δεκαετία του ’90. Σύμφωνα, μάλιστα, με τα λόγια του  Kusturica, “οι πολιτικές δολοφονίες ανέκαθεν αποτελούσαν κοινή πρακτική στην Ιστορία”, οι δε Δυτικοί, “οι οποίοι καταδίκαζαν τον Princip, συνάμα, όμως, υποστήριζαν τον απαγχονισμό του Saddam Hussein ή το λυντσάρισμα του Muammar el-Qaddafi, δεν ήταν παρά σκέτοι υποκριτές”.¹⁴º

Μέσα σε έναν αιώνα, ανάμεσα στην απόπειρα του 1914 και την επέτειο των εκατό ετών, η εικόνα του Princip στον Αγγλοσαξωνικό κόσμο γνώρισε πολλές μεταπτώσεις: φανατικός και ανισόρροπος στην αρχή (κείμενα των Laffan, Seton-Watson και Joseph Barry), ιδεαλιστής και πρώϊμος επαναστάτης κατόπιν (Rebecca West και Vladimir Dedijer). Όμως, στη συνείδηση του κόσμου παρέμεινε ένας εκτελεστής, όρος, ο οποίος στην αγγλική γλώσσα ισοδυναμεί με κοινό δολοφόνο. Σε πολλά κείμενα χαρακτηρίζεται και ως τρομοκράτης. Ο Christopher Clark του προσδίδει επιπρόσθετες ιδιότητες: ιδεαλιστής αλλά ταυτόχρονα και τρομοκράτης με την έννοια του όρου έτσι όπως υιοθετήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα.¹⁴¹ Στην πιο πρόσφατη, σήμερα, εκδοχή (Tim Butcher), ο Princip αποκρυπτογραφείται ως Γιουγκοσλάβος εθνικιστής, παρόμοιος με τη μορφή, που του είχε προσδώσει νωρίτερα ο Dedijer. Σε επίπεδο ανθρώπινης προσέγγισης, στις αρχικές ερμηνείες δεν ήταν παρά “ο άλλος”. Η Rebecca West υπήρξε η πρώτη, η οποία επιχείρησε να τον προσεγγίσει επιδεικνύοντας κάποιου είδους οικειότητα. Ο Tim Butcher προχώρησε ακόμα πιο μακριά. Έφτασε μέχρι σημείου πλήρους ταύτισης μαζί του.

Κλείνοντας, θα ήταν σκόπιμο να παραθέσει κανείς δυο επισημάνσεις του A.J.P. Taylor. Έχοντας διαβάσει την πραγματεία του Dedijer “The Road to Sarajevo”, απηύθηνε το ακόλουθο μήνυμα προς όλους όσους είχαν διαβλέψει στο παρελθόν συνωμοσίες πίσω από τη δολοφονία του Αρχιδούκα: “Τα εννέα δέκατα των όσων έχουν γραφεί σχετικά με την απόπειρα του Σεράγεβου είναι άχρηστα σκουπίδια (rubbish). Εμφορούνται από την πρόθεση να ανακαλυφθεί κάπου μια καλά οργανωμένη και άρτια επεξεργασμένη συνωμοσία. Προφανώς είναι δύσκολο για τους ιστορικούς να κατανοήσουν πως ορισμένοι άνθρωποι είναι έτοιμοι να προσφέρουν τη ζωή τους για τα πιστεύω τους, δίχως, απαραίτητα, να υπακούουν σε άνωθεν εντολές. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Η απλούστερη εξήγηση τυγχάνει να είναι συνάμα και η αληθινή. Συμβαίνει συχνά”.¹⁴²  Η δεύτερη  επισήμανση του Taylor χρονολογείται από το 1956, οπότε και επέστησε την προσοχή σε μια πολύ σημαντική παράμετρο της κρίσης του Ιουλίου: “Γνωρίζουμε σήμερα τί ακριβώς διαμοίφθηκε μεταξύ 28 Ιουνίου και 4 Αυγούστου 1914, με περισσότερες λεπτομέρειες απ ό,τι για οποιεσδήποτε άλλες πέντε εβδομάδες της ιστορίας. Εάν δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τα εν λόγω γεγονότα και να συμφωνήσουμε μεταξύ μας, τότε δεν θα είμαστε ποτέ σε θέση να κατανοήσουμε ο,τιδήποτε και να συμφωνήσουμε ως προς αυτό.”¹⁴³ Από το παρόν άρθρο, προκύπτει πως ιστορικοί και δημοσιογράφοι εξακολουθούν, κατά καιρούς, να ψάχνουν για συνωμοσίες. Πρέπει δε να ομολογήσουμε πως η απόπειρα του Σεράγεβου προσφέρεται για κάτι τέτοιο. Για το λόγο αυτό, η δεύτερη επισήμανση του Taylor εξακολουθεί να λειτουργεί ως προειδοποίηση. Είναι, άραγε, οι ιστορικοί σε θέση να κατανοήσουν κάτι και να συμφωνήσουν ως προς αυτό; Για πολλά, ασφαλώς είναι. Ως προς την απόπειρα/δολοφονία του Σεράγεβου, δεν δείχνουν ακόμη να συμφωνούν σχετικά με την εικόνα και τον ρόλο του Princip κατά τις πέντε εβδομάδες, οι οποίες προηγήθηκαν των τεσσάρων μοιραίων της κρίσης του Ιουλίου.

 

O Slobodan Marković είναι Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών  του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου.

 

 

World War I: Gavrilo Princip’s Final Days      

           

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

⁵² Rebecca West, Black Lamb and Grey Falcon. A Journey through Yugoslavia, 2 vols. (NewYork: The Viking Press, 1941).

⁵³ Linda Charlton, “Dame Rebecca West dies in London”, The New York Times, March 16, 1983.

⁵⁴ “Libel Damages for Dame Rebecca West“, The Times, January 22, 1980, 23.

⁵⁵  Rebecca West, Black Lamb and Grey Falcon. A Journey through Yugoslavia (Edinburgh: Canongate Books, 1993), 375.

⁵⁶ Ibid. 379.

⁵⁷ Ibid. 381.

⁵⁸ Ibid. 382.

⁵⁹ Ένας άλλος Βρετανός προηγήθηκε και επηρρεάζοντάς την εν συνεχεία. Πρόκειται για τον συγγραφέα και διηγηματογράφο Stephen Graham (1884–1975). Το 1930 ο Graham δημοσίευσε ένα μυθιστόρημα εμπνευσμένο από τη συνωμοσία του Σεράγεβου. Η δεύτερη σύζυγός του, Vera Mitrinović, ήταν αδελφή του κορυφαίου συγγραφέα και ιδεολόγου της “Νέας Βοσνίας”, Dimitrije Mitrinović.

⁶º “Book of the Week. Balkan Background“, The Times, no. 49177, March 6, 1942, 8.

⁶¹ A. J. P. Taylor, A Personal History (Coronet Books, 1984), 216.

⁶² A. J. P. Taylor, The Struggle for Mastery in Europe 1848–1918 (Oxford: Clarendon Press, 1954); A. J. P. Taylor, “The Outbreak of the First World War”, Europe. Grandeur and Decline (Harmondsworth: Penguin Books, 1967), 183–189.

⁶³ Βλ. A. J. P. Taylor, Trieste (London: Yugoslav Information Office, 1945). Το φυλλάδιο καταλαμβάνει 32 σελίδες.

⁶⁴ A.J.P. Taylor, A Personal History, 239–240, 320–321.

⁶⁵ A. J. P. Taylor, Englishmen and Others (London: Hamish Hamilton, 1956).

⁶⁶  Taylor, “The Outbreak of the First World War”, 183–189.

⁶⁷ O Taylor παραπάμπει στους Dr. Vasa Čubrilović και Cvetko Popović.

⁶⁸ Ibid. 186.

⁶⁹ Ibid. 186.

⁷º A. J. P. Taylor, The Course of German History: a Survey of the Development of Germany since 1815 (London: Hamish Hamilton, 1945).

⁷¹ Σχετικά με την Γιουγκοσλαβική οπτική της δολοφονίας/απόπειρας του Σεράγεβου, την πλέον κατατοπιστική θεώρηση αποτελεί το λήμμα του Κροάτη/Γιουγκοσλάβου ιστορικού  Bogdan Krizman στην ημι-επίσημη Enciklopedija Jugoslavije: “Sarajevski atentat”, Enciklopedija Jugoslavije, vol. VII (Zagreb: Jugoslavenski leksikografski zavod, 1968), 141–143.

⁷²  Joachim Remak, A Story of a Political Murder (London: Weidenfeld and Nicolson, 1959).

⁷³   Ibid. 54.

⁷⁴ Ibid. 50

⁷⁵ Ibid. 53.

⁷⁶ Ibid. 55–57.

⁷⁷ Ibid. 71–72.

⁷⁸ Ibid. 63–64.

⁷⁹ Ibid. 66.

⁸º Vladimir Dedijer, The Road to Sarajevo (New York: Simon and Schuster, 1966, και London: Macgibbon and Kee, 1967).

⁸¹ Vladimir Dedijer, “Sarajevo. Fifty Years After“, Foreign Affairs, 42.4 (July 1964), 569–584.

⁸² Vladimir Dedijer, “Back to Sarajevo after 50 Years“, The Times, June 26, 1964, 13.

⁸³ Τα άλλα πέντε άτομα είναι δυο Αμερικανοί Σέρβοι (Nikola Tesla και Michael Idvorsky Pupin), ένας καθηγητής της Οξφόρδης  (John Plamenatz), ένας Σέρβος διπλωμάτης ( Chedomille Mijatovich), τέλος, ο συγγραφέας και διπλωμάτης  Ivo Andrić, Who Was Who a Cumulated Index 1897–2000 (London: A. & C. Black, 2002), 18, 216, 566, 654, 670, 805. Οι Andrić και  Dedijer πρωτοεμφανίστηκαν στην ετήσια έκδοση του Who’s Who? του 1963, την παραμονή της 50ής επετείου.

⁸⁴ Επιστολή του Vladimir Dedijer, “Ireland’s Easter Blood Bath”, The Times, no. 56604, April 13, 1966, 13

⁸⁵ Dedijer, “Sarajevo. Fifty Years After”, 571.

⁸⁶ Dedijer, The Road to Sarajevo, 175–234.

⁸⁷ Ibid. 177–184 (Vladimir Gaćinović); 184–185 (Danilo Ilić); 185–197 (Gavrilo Princip); 198–202 (Nedeljko Čabrinović).

⁸⁸ Ibid. 233.

⁸⁹  Ibid. 193, 195.

⁹⁰ Ibid. 161–163, 178–179, 230.

⁹¹ A. J. P. Taylor, “The Great Assassination. The Road to Sarajevo by Vladimir Dedijer”, The New York Review of Books, October 20, 1966.

⁹² David Binder, “Sarajevo Marking First Shot of World War I”, The New York Times, June 28, 1964, 20.

⁹³ Raymond H. Anderson, “1914 Conspirator Recalls Sarajevo Assassination”, The New York Times,

⁹⁴  May 27, 1973; Iain Macdonald, “Sarajevo: When a teenager with a gun sent the world to war”, The Times, no. 59125, June 28, 1974, 18.

⁹⁵ Journal of Contemporary History, 48.2 (2013).

⁹⁶ Imanuel Geiss, “Origins of the First World War”, in H. W. Koch, ed., The Origins of the First World War (London and Basingstoke: The Macmillan Press, 1972), 78. Idem“Origins of the First World War”, in Imanuel Geiss, ed., July 1914. The Outbreak of the First World War: Selected Documents (New York: Charles Scribner’s Sons, 1967), 53.

⁹⁷ Asim Gruhonjić, “Gde postaviti spomenik Gavrilu Principu (Pred 50-godišnjicu Sarajevskog atentata)” [Where to place a monument to Gavrilo Princip. On the eve of the 50th anniversary of the Sarajevo attentat], Politika, March 14, 1964.

⁹⁸ Our own correspondent, “Sarajevo Shooting Commemorated”, The Times, no. 56050, June 29, 1964, 9.

⁹⁹ David Binder, “Sarajevo Marking First Shot of World War I”, The New York Times, June 28, 1964, 20.

¹ºº David Binder, “Only a Few in Sarajevo mark 1914 Assassination”, The New York Times, June 29, 1964, 3.

¹º¹ Asim Gruhonjić, “ ‘Mlada Bosna’ – Borac za jedinstvo srpske, hrvatske i muslimanske omladine” [Young Bosnia – fighter for the unity of Serbian, Croatian and Muslim Youth], Politika, June 29, 1964, 5.

¹º² Joseph A. Barry, “Sarajevo Revisited, 50 Years After”, The New York Times Magazine, Sunday, June 28, 1964, 15.

¹º³ Ibid.

¹º⁴ Ibid.

¹º⁵ Ibid. 16.

¹º⁶ Ratko Parežanin, Mlada Bosna i Prvi svetski rat (Munich: Iskra, 1974).

¹º⁷ Η προηγούμενη κινηματογραφική ταινία για τον Princip γυρίστηκε το 1968 από τον  σκηνοθέτη Fadil Hadžić και έφερε τον τίτλο “Sarajevski atentat”. Σε αυτή αναφέρεται ο  Bulajić.

¹º⁸  Malcom W. Browne, “Sarajevo Hails Assassin but Debates Ethics of Deed”, The New York Times, March 30, 1974, 2.

¹º⁹ A. H. Weiler, “Atentat u Sarajevu (1975) ‘The Day That Shook the World’ A Quaint Film”, The New York Times, January 24, 1977.

¹¹º The New York Times, November 28, 1989.

¹¹¹ Malcolm W. Browne, “Sarajevo hails Assassin but Debates Ethics of Deed”, The New York Times, March 30, 1974.

¹¹² Dave Anderson, “Sports of The Times; Snowflakes and Shoeprints”, The New York Times, February 5, 1984.

¹¹³ Clifford D. May, “On and Off the Slopes at Sarajevo”, The New York Times, November 27, 1988.

¹¹⁴ W. A. Dolph Owings, Elizabeth Pribic and Nikola Pribic, eds. and trans., The Sarajevo Trial, 2 vols. (Chapel Hill: Documentary Publications, 1984).

¹¹⁵ Mark Wheeler, “Review of The Sarajevo Trial”, The Slavonic and East European Review 64 (Oct. 1986), 650–51.

¹¹⁶ Chris Hedges, “Sarajevo Journal; In Bosnia’s Schools, 3 Ways Never to Learn from History”, The New York Times, November 25, 1997.

¹¹⁷ Roger Cohen, “The World: A Small Bite at the Bosnian Bullet”, The New York Times, May 28, 1995.

¹¹⁸ Dedijer, The Road to Sarajevo, 259–260.

¹¹⁹ Vojislav Bogićević, ed., Sarajevski atentat. Izvorne stenografske bilješke sa glavne rasprave protiv Gavrila Principa i drugova održane u Sarajevu 1914 g. (Sarajevo: Državni arhiv narodne Republike BiH, 1954), 62.

¹²º Cvetko Dj. Popović, Sarajevski Vidovdan 1914. Doživljaji i sećanja (Belgrade: Prosveta, 2014) [1st ed.: Belgrade: Prosveta, 1969], 19. Cf. Drago Ljubibratić, “Gavrilo Princip”, in Muharem Bazdulj, ed., Mlada Bosna, ειδική θεματική έκδοση της εφημερίδας Gradac, no. 175–177 (2010), 139.

¹²¹ Christopher Clark, The Sleepwalkers: How Europe Went to War in 1914 (London: Allen Lane, 2012).

¹²² Ibid. 47–48.

¹²³ Ibid. 50–51.

¹²⁴ Ibid. 53.

¹²⁵ Ibid. 56.

¹²⁶ Ibid.

¹²⁷ Ibid. 58.

¹²⁸ Ibid. 64.

¹²⁹ “Kristofer Klark for RSE. ‘Srbi ne treba da se stide Gavrila Principa’. Intervju Draganu Štavljaninu” [Christopher Clark for RFE. ‘Serbs should not be ashamed of Gavrilo Princip’. Interview by Dragan Štavljanin], Radio Free Europe, June 24, 2014: http:// www.slobodnaevropa.org/content/kristofer-klark-za-rse-srbi-ne-treba-da-se-stidegavrila-principa/25432649.html

¹³º  Editorial, “The Princip Precedent”, The Guardian, August 27, 2008.

¹³¹ Ο  Christopher Clark ξεκαθάρισε τη νέα του τοποθέτηση ως εξής: “Εξακολουθώ να πιστεύω πως η οργάνωση “Ένωση ή Θάνατος” [Μαύρη Χείρα] ήταν τρομοκρατική. Όμως, ο  Gavrilo Princip δεν ήταν τρομοκράτης. Στις μέρες μας χρησιμοποιούμε τον όρο αυτό για να υποδείξουμε τους εξτρεμιστές του Ιράκ και την  Al Qaeda που δεν διστάζουν να σφάζουν γυναικόπαιδα σε πολυσύχναστους χώρους και αλλού. Τις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου ο όρος “τρομοκράτης” είχε εντελώς άλλο νόημα. Πολλά δε από τα στελέχη της “Νέας Βοσνίας” αυτοαποκαλούνταν τρομοκράτες” (“Kristofer Klark for RSE. ‘Srbi ne treba da se stide Gavrila Principa’”).

¹³² Clark, The Sleepwalkers, 561.

¹³³ Tim Butcher, The Trigger. Hunting the Assassin who brought the World to War (New York: Grove Press, 2014), 91.

¹³⁴ Ibid. 154.

¹³⁵ Ibid. 234.

¹³⁶ Ibid. 123.

¹³⁷ Ibid. 296.

¹³⁸ Tim Butcher, “Was the war to end all wars based on a lie? A Chilcot-style inquiry into the First World War would uncover spin and distortion that caused the death of millions”, The Times, June 28, 2014, 26.

¹³⁹ John F. Burns, “In Sarajevo Divisions that drove an Assassin have only begun to heal”, The New York Times, June 28, 2014.

¹⁴º Ο Clark εξέφρασε, όντως, κάποιου είδους συμπάθεια έναντι του Princip. Σε συνέντευξη που παραχώρησε το 2013 στο εβδομαδιαίο περιοδικό Vreme, δήλωσε: “Όχι, ο Princip και οι συνεργάτες του δεν ήσαν υπνοβάτες. Ήταν καλά παιδιά και κάθε μητέρα δικαιούνταν να αισθάνεται περηφάνεια γι αυτά. Διακρίνονταν από καλούς τρόπους, δεν ήταν μέθυσοι, δεν έτρεχαν στους οίκους ανοχής όπως έπρατταν πολλοί φοιτητές. Ήταν τα καλά παιδιά, αφοσιωμένα στον αγώνα τους, γι αυτό και εξελίχθηκαν, τελικά, σε μέρος της τραγωδίας” (“Najbolja slika oba rata. Intervju – Kristofer Klark” [The best photo of both wars – An interview – Christopher Clark], Vreme, no. 1192, November 7, 2013)

¹⁴¹ Taylor, “The Great Assassination. The Road to Sarajevo by Vladimir Dedijer”. The New York Review of Books, 20 October 1966.

¹⁴² Taylor , “The Outbreak of the First World War”, 184.

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος             

 

 

 

Slobodan Marković : Αγγλο-αμερικανικές εκτιμήσεις για τον Gavrilo Princip. Μέρος Α΄: Η περίοδος του Μεσοπολέμου

 Slobodan Marković

 Αγγλο-αμερικανικές εκτιμήσεις για τον Gavrilo Princip

Μέρος Α΄: Η περίοδος του Μεσοπολέμου

Υπάρχει μια εκτενής ιστοριογραφία για τον Gavrilo Princip, τον δολοφόνο του Αρχιδούκα της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας Φραγκίσκου-Φερδινάνδου , στα σερβικά και στα αγγλικά. Το παρόν κείμενο εστιάζει στα άρθρα, τα οποία δημοσιεύθηκαν στις στήλες δυο κορυφαίων εφημερίδων στη Μεγάλη Βρετανία και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Πρόκειται αντίστοιχα για τους Times και τους New York Times. Συμπληρώνεται από την ανάλυση των σημαντικότερων επιστημονικών δημοσιεύσεων, που πραγματεύονται το όλο θέμα.

Διαρκούντος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, το Βασίλειο της Σερβίας και η Μεγάλη Βρετανία ήταν σύμμαχοι. Το ίδιο ίσχυε και με τις ΗΠΑ κατά τους δεκαεννέα τελευταίους μήνες του πολέμου. Φυσικό επακόλουθο του κοινού αγώνα και των αμοιβαίων δοκιμασιών, ήταν να παρατηρηθεί, τόσο στη Βρετανία όσο και στις ΗΠΑ, μια τάση υποστήριξης και αλληλλεγγύης έναντι  της μεσοπολεμικής Γιουγκοσλαβίας.  Είναι γεγονός, πως είδηση της δολοφονίας στο Βελιγράδι, τον Μάιο του 1903, του βασιλέα της Σερβίας Αλεξάνδρου Obrenovich και της συζύγου του Draga, είχε προκαλέσει τον αποτροπιασμό της βρετανικής κοινής γνώμης. Ο τρόπος, με τον οποίο το κίνημα του 1903 υπήρξε αντικείμενο χειρισμού από πλευράς Λονδίνου, έκανε τη Σερβία να φαντάζει σαν ένα ανατολικό υπανάπτυκτο κράτος, πέρα από τα όρια του ευρωπαϊκού πολιτισμένου κόσμου της εποχής.¹

 Μετά από τη λήξη του πολέμου, η καθόλα αρνητική αυτή διάθεση, αν και υποβαθμισμένη κάπως, συνυπήρξε για μεγάλο χρονικό διάστημα με την ελπιδοφόρα αύρα, που απέπνεε το νεότευκτο βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων/Γιουγκοσλαβία. Υπήρχε, ωστόσο, ένας κοινός παρονομαστής. Η ομόφωνη αποδοκιμασία και καταδίκη της δολοφονίας του Σεράγεβου. Η ενέργεια του Gavrilo Princip δεν τύγχανε της συμπάθειας ή, έστω, της ανοχής κανενός. Ένας ένθερμος υποστηρικτής των Σερβικών ιδεωδών της περιόδου του πολέμου ήταν ο Robert George Dalrymple Laffan (1887-1972), στέλεχος του Queens’ College του Καίμπριτζ. Τον Σεπτέμβριο του 1917 ολοκλήρωσε τη σύνταξη ενός βιβλίου, το οποίο έφερε τον τίτλο “Οι Σέρβοι, φύλακες των πυλών” (The Serbs. The Guardians of the Gate). Ο τίτλος προερχόταν από μια αγόρευση του σερβόφιλου πρωθυπουργού David Lloyd George, ενώπιον της Βουλής των Κοινοτήτων στις 8 Αυγούστου του ιδίου έτους. Ο υποναύαρχος E.T.Troubridge, εξίσου ένθερμος υποστηρικτής των Σέρβων, κατέληγε στον πρόλογο του βιβλίου με την εξής φράση: “Πράγματι, η Σερβία ανταποκρίθηκε άμεσα και με γενναιότητα στο ερώτημα: Τι έχει να αποκομίσει ένας άνθρωπος εάν, κατακτώντας τον κόσμο, πουλήσει την ψυχή του;”.² Από βασιλοκοκτόνοι το 1903, οι Σέρβοι, χάρη στη διενέργεια του πόλεμου, είχαν μετεξελιχθεί σε μικρό έντιμο σύμμαχο και φύλακα των πυλών. Ο Laffan διέτρεξε ολόκληρη την περίοδο από τον Karageorgevich έως το 1917. Μάλιστα,  ένα ολόκληρο κεφάλαιο, από τα δεκαεπτά που περιέχει συνολικά το βιβλίο, είναι αφιερωμένο στο επεισόδιο της δολοφονίας του Σεράγεβου. Στο κεφάλαιο αυτό, ο συγγραφέας καταθέτει την κατανόησή του για τους λόγους, οι οποίοι οδήγησαν στη δολοφονία του Αρχιδούκα, ταυτόχρονα, όμως, εκφράζει και την ευχή “ποτέ στο μέλλον, οι Σέρβοι οποιασδήποτε χώρας, να μην καταφύγουν σε τόσο άχρηστες μεθόδους, που τους στερούν, εν τέλει, τη συμπάθεια εκείνων που αναγνωρίζουν τον δίκαιο αγώνα τους”.³ Χαρακτηρίζει ως “νεαρό αναρχικό” τον συνωμότη Nedeljko Čabrinović, στο δε ευρετήριο του βιβλίου, ο Princip καταχωρίζεται επίσης ως “αναρχικός”.⁴

Στις τριάντα σελίδες, που καταλαμβάνει το συγκεκριμένο κεφάλαιο, ο Princip δικαιούται μόλις δυόμισι σειρές, όπου αναφέρεται επί λέξει ό,τι “κατέβηκε από το πεζοδρόμιο και άδειασε το περίστροφό του επάνω στον Αρχιδούκα και τη σύζυγό του”.⁵ Ο Laffan σπεύδει να υποστηρίξει με έμφαση πως ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο για τον Αρχιδούκα να επισκεφθεί το Σεράγεβο, όπου στο παρελθόν, ο ήρωας Miloš Obilić είχε δολοφονήσει τον Σουλτάνο Μουράτ Α΄. “Δεν θα ήταν ουδόλως αξιοπερίεργο”, συνεχίζει, “εάν κάποιος ανισόρροπος νεαρός Σερβοβόσνιος, μιμούμενος το παραπάνω παράδειγμα, επιχειρούσε να επιφυλάξει το ίδιο τέλος σε έναν εκπρόσωπο της Αυστροουγγρικής μοναρχίας ”.⁶ Επισημαίνει δε πως “τίποτα δεν μπορούσε να είναι περισσότερο αυτοκαταστροφικό για τη Σερβία τη συγκεκριμένη εκείνη στιγμή, από το να δρομολογήσει μια σύγκρουση με μια γειτονική Μεγάλη Δύναμη”. Σε μια στιγμή, μάλιστα, που η Γερμανία επιθυμούσε να εξαλείψει, κατά μήκος της προέλασής της από το Βερολίνο προς τη Βαγδάτη, την “αναξιόπιστη” και “ενοχλητική” Σερβία, o Laffan στρέφει την προσοχή των αναγνωστών του προς την κατεύθυνση μιας πιθανής ευθύνης των Ούγγρων στην υπόθεση της δολοφονίας, με τη σύμπραξη κύκλων της Βιέννης. Υποστηρίζοντας πως, με βάση το παραπάνω επιχείρημα, “μια άποψη είναι δυνατόν να διαμορφωθεί”, συμπεραίνει εκθέτοντας το ακόλουθο σκεπτικό: “Η δολοφονία υπήρξε το έργο ενός ή δυο φανατικών προσώπων Σερβικής καταγωγής, στην υπηρεσία της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, εξοργισμένων από την άθλια μεταχείριση, της οποίας έχαιραν οι ορθόδοξοι πληθυσμοί της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης. Πιθανότατα βρίσκονταν σε επαφή με “κομιτατζήδες” από τη Σερβία, παντελώς απληροφόρητους για τα τεκταινόμενα στην Ευρώπη, και, κατ επέκταση, μη αντιλαμβανόμενους την εύφλεκτη ιδιότητα του υλικού, με το οποίο έπαιζαν. Η κυβέρνηση της Σερβίας και οι κρατικές υπηρεσίες γενικότερα, δεν είχαν την παραμικρή ιδέα για τα όσα προετοιμάζονταν. Τα γνώριζε, όμως, η Αυστροουγγρική κυβέρνηση, η οποία χρησιμοποίησε αυτή την ουρανοκατέβατη συνωμοσία προκειμένου να απομακρύνει έναν ανεπιθύμητο διάδοχο από τον θρόνο και να ενοχοποιήσει, κατόπιν, τη Σερβία στα μάτια της διεθνούς κοινής γνώμης”.⁷  Η αφήγηση του Laffan, με τον τρόπο, με τον οποίο αναπτύσσεται, επιβεβαιώνει πως ακόμη και οι οπαδοί της σφυρηλάτησης ενός νέου προφίλ της Σερβίας, προβάλλοντας την ιδιότητά της ως γενναίου συμμάχου των Βρετανών, όφειλαν να τηρήσουν απόσταση από τον Princip και να επειδείξουν αυτοσυγκράτηση. Ο Laffan όχι μόνο δεν γνωρίζει, αλλά ούτε και επιθυμεί να γνωρίζει πολλά πράγματα για τους Princip και  Čabrinović.  Ουδόλως δείχνουν να τον απασχολούν και οι υπόλοιποι συνωμότες.

Από αριστερά προς τα δεξιά: Trifko Grabež, Milan Ciganović και Gavrilo Princip στο οχυρό Kalemegdan του Βελιγραδίου τον Μάιο του 1914, ένα μήνα προ της δολοφονίας.

Ένας άλλος ένθερμος υποστηρικτής των Σέρβων στη Μεγάλη Βρετανία κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν ο Robert William Seaton-Watson (1879-1951). Εξέφρασε θέσεις παρόμοιες με εκείνες του Laffan. Από το 1922 και έπειτα, ο Seaton-Watson υπήρξε ο πρώτος, κατά σειρά, κάτοχος της έδρας Masaryk της Σχολής Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Λονδίνου, όπου δίδαξε Ιστορία της Κεντρικής Ευρώπης. Εθεωρείτο αυθεντία στη χώρα του ως προς το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο, συμπεριλαμβανομένης και της ιστορίας των Νοτιοσλάβων.⁸ Το 1925 εξέδωσε μια μελέτη αφιερωμένη στις καταβολές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στην οποία αντέκρουε τις περισσότερες από τις κατηγορίες, που στρέφονταν κατά της Σερβίας σχετικά με τις άμεσες συνθήκες έκρηξης του πολέμου.⁹ Στο τιτλοφορούμενο “Η ευθύνη του εγκλήματος” έκτο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Seaton-Watson ήταν ο πρώτος Βρετανός συγγραφέας, ο οποίος επισήμανε ξεκάθαρα πως “Η πραγματική πρωτοβουλία προήλθε μέσα από τη Βοσνία” καθώς επίσης και ότι πέρα από τους συνωμότες του Σεράγεβου “υπήρχε ένας σημαντικός αριθμός νέων, που είχαν ορκισθεί να αποπειραθούν κατά της ζωής του Αρχιδούκα και πως ανάλογες ομάδες, έτοιμες να μιμηθούν το παράδειγμά τους, καιροφυλακτούσαν στην Κροατία και στη Δαλματία”.¹º Καταλήγοντας σε αυτή την εκτίμηση, είχε επηρεαστεί από τη μελέτη του Borivoje Jevtić,¹¹ αλλά και από συνεντέυξεις, που είχε πάρει αυτοπροσώπως από μερικούς οπαδούς του Βοσνιακού κινήματος.

Ανακεφαλαιώνοντας ως προς το ζήτημα της ευθύνης, ο Seaton-Watson γράφει: “Το έγκλημα του Σεράγεβου αποτελεί μια ανεξίτηλη κηλίδα σε βάρος της κίνησης των Γιουγκοσλάβων για ενότητα. Όμως, και στο ποσοστό που δεν έχουμε απωλέσει κάθε αίσθηση του μέτρου, οφείλουμε να χρεώσουμε το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης στην Αυστροουγγαρία, η οποία, εφαρμόζοντας μια πολιτική καταστολής εντός των συνόρων και επιθετικότητας προς τα έξω, λειτούργησε ανταγωνιστικά έναντι του συνόλου της Γιουγκοσλαβικής φυλής”.¹² Προς το τέλος δε του βιβλίου, αφήνει να πέσει η παρακάτω ετυμηγορία: “Με μια λέξη, δεν φαίνεται τόσο δύσκολο να υποστηρίξει κανείς πως με σκόπιμες ενέργειες, προγραμματισμένες έως την τελευταία λεπτομέρεια, η Βιέννη και το Βερολίνο είχαν υφάνει, περί τις 23 Ιουνίου, ένα διπλωματικό κλίμα, από το οποίο η Ευρώπη μπορούσε να απεμπλακεί μόνο χάρη σε ένα θαύμα και ότι οι ευθύνη για την έκρηξη του πολέμου πρέπει, κατά συνέπεια, να βαρύνει τους ώμους τους”.¹³

Robert William Seaton-Watson.

Ωστόσο, ήδη από το 1925, ο Seaton-Watson προειδοποιούσε: “Δυστυχώς, υπάρχουν άλλοι, που επιμένουν να ηρωποιούν τους δολοφόνους. Αυτή ακριβώς η αντίληψη – περισσότερο διαδεδομένη εντός της ίδιας της Βοσνίας, όπως είναι φυσικό – ευθύνεται για τη μετακίνηση του μνημείου από τον τόπο του εγκλήματος και για την μεταφορά των λειψάνων των δολοφόνων σε ειδικό τιμητικό τάφο στο Σεράγεβο”.  Εισηγήθηκε δε, η  Ημέρα της Ανακωχής (11 Νοεμβρίου) να εορτάζεται ως “ημέρα εθνικής εξιλέωσης” και όχι ως “μια ετήσια τελετή του εγκλήματος”.¹⁴ Πέντε, μόλις, έτη έπειτα από την κυκλοφορία του βιβλίου του, άσκησε δριμεία κριτική κατά της ανέγερσης μιας αναμνηστικής πινακίδας στο Σεράγεβο, προς τιμήν του Gavrilo Princip. Σε επιστολή προς τους Times επισήμανε πως “με την ιδιότητα κάποιου, ο οποίος υπερασπίστηκε σθεναρά τη Σερβία ενάντια στην κατηγορία ότι επιτάχυνε σκόπιμα τον πόλεμο με την πολιτική που ακολούθησε, διαμαρτύρομαι δημόσια με όλη μου τη δύναμη κατά της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε σήμερα από τους Times, περί ανέγερσης μνημείου προς τιμήν των δολοφόνων του Αρχιδούκα στο σημείο του συμβάντος, στο Σεράγεβο”(…) “Η ανέγερση μνημείου όχι στη μνήμη του θύματος, αλλά σε εκείνη του δολοφόνου, συνιστά ευθεία προσβολή σε βάρος όλων των υγειώς σκεπτόμενων ανθρώπων μέσα στην ίδια τη Γιουγκοσλαβία, ταυτόχρονα όμως, και σε βάρος των συμμάχων της κατά τη διάρκεια του πολέμου”, κατέληγε με πικρία στην ίδια επιστολή.¹⁵

Δυο μέρες αργότερα, σε δημοσίευμα των Times υπογραμμιζόταν πως στην εν λόγω τελετή, “ούτε η κυβέρνηση ούτε κάποια ημιεπίσημη οργάνωση έστειλαν εκπροσώπους και ότι είχαν ρητά απαγορευθεί από τις αρχές οποιεσδήποτε εκδηλώσεις καθώς και η εκφώνηση λόγων”. Ωστόσο, η εφημερίδα μεμφόταν τη Γιουγκοσλαβική κυβέρνηση, επειδή είχε επιτρέψει τη διενέργεια “αυτής της λυπηρής και προσβλητικής τελετής”(…)“Είναι πιθανότατα ακριβές ότι, πέραν από μια μορφωμένη και δυτικόφερτη μειοψηφία, η σερβική κοινή γνώμη ηρωποίησε τον Princip και τους συντρόφους του”. Το δημοσίευμα κατέληγε με την εξής επισήμανση: “Ακόμα και η δημοκρατική Γιουγκοσλαβική κυβέρνηση πρέπει να έχει αντιληφθεί και προσμετρήσει την αρνητική εντύπωση, που προκάλεσε σε πολλές χώρες της Ευρώπης, επιτρέποντας τον δημόσιο εορτασμό μιας πράξης, η οποία υπήρξε η άμεση αιτία του Μεγάλου Πολέμου, της φρίκης που αυτός προκάλεσε και της γενικότερης συμφοράς, που άφησε πίσω του”. Η κορυφαία βρετανική εφημερίδα απηύθηνε και μια προειδοποίηση προς πάσα κατεύθυνση: “Δεν έχουμε να κάνουμε, εδώ, με μια από τις περιπτώσεις εκείνες, όπου αυτοί που κατανοούν είναι διατεθειμένοι να προτρέψουν για συγχώρεση”.¹⁶

Ένα έτος κατόπιν, ο Winston Churchill (1874-1965), κάτοχος, στο παρελθόν, διαφόρων υπουργικών χαρτοφυλακίων, το πιο πρόσφατο εκ των οποίων ήταν εκείνο των Οικονομικών (1924-1929), εξέδωσε τον πέμπτο τόμο του έργου του “The World Crisis, που φέρει τον υπότιτλοThe Uknown War.¹⁷ Σε αντιδιαστολή με τους περισσότερους άλλους συγγραφείς, ο Churchill αφιερώνει έναν ολόκληρο τόμο στο Ανατολικό Μέτωπο, συμπεριλαμβανομένων εκείνων της Σερβίας και της Θεσσαλονίκης. Παραθέτει έως και αναλυτικούς χάρτες σχετικούς με την αντεπίθεση των Σέρβων τον Δεκέμβριο του 1914 (μάχες  Jadar και Kolubara), καθώς και με την αυστρογερμανική εισβολή του Οκτωβρίου του 1915 σε βάρος της Σερβίας.¹⁸ Η απόδoση είναι ορθή, με σαφή συμπάθεια έναντι του σερβικού στρατού. Όμως, υπάρχουν δυο πρόσωπα, προς τα οποία ο Churchill δείχνει ιδιαίτερα επιφυλακτικός. Πρόκειται για τους Gavrilo Princip και Dragutin Dimitrijević Apis.

Στο πέμπτο κεφάλαιο (“Η δολοφονία του Αρχιδούκα”) γίνεται μνεία στην αναμνηστική πινακίδα του Princip στο Σεράγεβο. “Princip] πέθανε στη φυλακή και ένα μνημείο, το οποίο αναγέρθηκε πρόσφατα από τους συμπατριώτες του, ηρωποιεί την επαίσχυντη πράξη του, όπως και εκείνη των οπαδών του”.¹⁹ Σύμφωνα με τον Churchill, η Μαύρη Χείρα, η μοιραία, όπως την χαρακτήριζε, μυστική οργάνωση του Dimitrijević, “η οποία καλλιεργούσε έναν άγριο πατριωτισμό επιστρατεύοντας την πειθαρχία των πρώτων Ιηουσιτών και τις μεθόδους των Ρώσων μηδενιστών” δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας. Ήταν βέβαιο πως “ο  Dimitrijević είχε οργανώσει τη δολοφονία του Αρχιδούκα κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στη Βοσνία”.²° Ως προς τα ουσιαστικά, δε, αίτια του πολέμου, απαριθμεί την ψυχολογία των κυβερνώντων, τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις, τέλος, “τη σύγκρουση συμφερόντων και το βαθειά ριζωμένο ένστικτο της αυτοσυντήρησης και του αυτοπροσδιορισμού των διαφόρων εθνικών μειονοτήτων”. Ταυτόχρονα, επιρρίπτει ευθύνες σε τρια πρόσωπα: στον άνθρωπο “που πυροβόλησε σκοτώνοντας τον Αρχιδούκα και τη σύζυγό του”, στον άνθρωπο, που “μη προσμετρώντας τον κίνδυνο ενός παγκοσμίου πολέμου, σκοπίμως διαβεβαίωσε τον Αυστριακό Αυτοκράτορα ότι η Γερμανία θα του παραχωρούσε το ελεύθερο να παρέμβει κατά της Σερβίας πείθοντάς τον να μην αφήσει την ευκαιρία αυτή να περάσει ανεκμετάλλευτη” και στον άνθρωπο “που συνέταξε και επέδωσε το τελεσίγραφο στη Σερβία”. Τα τρία αυτά πρόσωπα υπήρξαν, τελικά, εκείνα  τα οποία προέβησαν στις μοιραίες κινήσεις. Δίχως να τους κατονομάζει, ο Churchill θεωρεί υπεύθυνους για την έκρηξη του πολέμου τον Gavrilo Princip, τον Αυτοκράτορα Γουλιέλμο Β΄ της Γερμανίας και τον κόμη Berchtold, υπουργό Εξωτερικών της Αυστροουγγαρίας. Αργότερα, το 1937, σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στην καθημερινή εφημερίδα Le Journal του Παρισιού, ο Churchill χαρακτηρίζει ως ηθικό αυτουργό και κύριο οργανωτή της δολοφονίας τον Dragutin Dimitrijević Apis, αρχηγό των συνωμοτών.²²

 

Όμως, στην Βρετανία υπήρξαν και συγγραφείς, οι οποίοι κατηγόρησαν ευθέως τη Σερβική Κυβέρνηση ως υπεύθυνη για τη δολοφονία. Περισσότερο γνωστοί είναι η Mary Edith Durham (1863-1944) και ο Herbert Vivian (1865-1940).²³ Κανείς τους δεν ήταν σε θέση να εντυπωσιάσει το αγγλικό κοινό, αν και η Durham φάνηκε να ασκεί, συγκριτικά, μεγαλύτερη επιρροή. Στηρίχθηκε σε ισχυρισμούς ενός υψηλά ιστάμενου προσώπου του Ριζοσπαστικού Κόμματος του Pašić. Πρόκειται για τον Ljubomir Jovanović, υπουργό Παιδείας το 1914, ο οποίος, ορμώμενος από πολιτικό καιροσκοπισμό, κατηγόρησε ανυπόστατα τον Σέρβο πρωθυπουργό.²⁴ Συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι περί τα τέλη Μαίου – αρχές Ιουνίου, ο Pašić “μας αποκάλυψε (πρωτίστως στον υπουργό Εσωτερικών Stojan Protić, αλλά και σε εμάς τους υπόλοιπους) την ύπαρξη ατόμων, ευρισκομένων σε ετοιμότητα για να μεταβούν στο Σεράγεβο, προκειμένου να δολοφονήσουν τον Φραγκίσκο-Φερδινάνδο, ο οποίος επρόκειτο να γίνει δεκτός εκεί με επισημότητα”.²⁵ Η Edith Durham αξιοποίησε αυτό το στοιχείο στο πλαίσιο διαλέξεων, που πραγματοποίησε και άρθρων, που δημοσίευσε σε διάφορες εφημερίδες, κατηγορώντας την Κυβέρνηση του Βελιγραδίου για συνενοχή.²⁶ Μάλιστα, την ίδια εποχή, δυο έντυπα στη Μεγάλη Βρετανία (εκ των οποίων το έγκριτο Journal of the British Institute for International Affairs) και άλλο ένα στις ΗΠΑ, αναδημοσίευσαν σε μετάφραση το κείμενο του  Jovanović.²⁷ Η φαινομενική αξιοπιστία των ισχυρισμών του τελευταίου, ενισχύθηκε και από την ιδιότητα, την οποία είχε το 1924: εκείνη του Προέδρου του Κοινοβουλίου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων.

Ένα άλλο δημοσίευμα, σχετικό με το ρόλο της Σερβίας στα γεγονότα του Σεράγεβου, πυροδότησε έντονες συζητήσεις στη Βρετανία και στη Γερμανία. Το 1923, ένας γνωστός Σέρβος ιστορικός και καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, ο Stanoje Stanojević, ορκισμένος εχθρός του  Pašić, δημοσίευσε ένα αμφιβόλου αξιοπιστίας φυλλάδιο έκτασης 54 σελίδων, το οποίο τιτλοφορείτo “Η δολοφονία του Διαδόχου Φερδινάνδου. Συμβολή στην υπόθεση της έκρηξης του Παγκοσμίου Πολέμου”.²⁸ Στο φυλλάδιο αυτό, ο  Stanojević επέμενε εμφατικά στο ρόλο που η μυστική οργάνωση “Μαύρη Χείρα” και ο αρχηγός της,  Dragutin Dimitrijević Apis, είχαν διαδραματίσει στην όλη συνωμοσία.²⁹ Το κείμενο μεταφράστηκε αμέσως στη γερμανική γλώσσα.³º

 

Το Σερβικό Μαυσωλείο στη Θεσσαλονίκη, όπου είναι θαμένος ο  Dragutin Dimitrijević Apis.

Την ίδια ακριβώς εποχή, ένα τμήμα της Βρετανικής κοινής γνώμης με αρκετή επιρροή, είχε ταχθεί υπέρ της χαλάρωσης των όρων της Συνθήκης του Τριανόν (1920), στηρίζοντας σχετικό αίτημα, που είχε υποβάλει η Ουγγαρία. Η πρωτοβουλία δεν εστρέφετο, κατ ανάγκη, εναντίον της Γιουγκοσλαβίας. Εντασσόταν περισσότερο στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας αναθεώρησης του καθεστώτος των Συνθηκών των Βερσαλλιών. Ο Harold Sidney Rothermere (1868-1940), ένας εκκεντρικός αριστοκράτης, μεγιστάνας του Τύπου και ιδιοκτήτης της Daily Mail, υπήρξε ιδιαίτερα δραστήριος στους κόλπους της κίνησης αυτής. Η εφημερίδα του είχε τη μεγαλύτερη ημερήσια κυκλοφορία σε παγκόσμια κλίμακα στις αρχές του 20ού αιώνα. Από το 1922 έως το 1927, μέσα από τις στήλες του εντύπου, συντόνισε προσωπικά μια εκστρατεία με στόχο την αναθεώρηση της Συνθήκης του Τριανόν, ενέργεια, η οποία τον κατέστησε ιδιαίτερα δημοφιλή στην Ουγγαρία. Η εκστρατεία καρποφόρησε το 1932, όταν ο βουλευτής του Συντηρητικού Κόμματος Sir Robert Gower, εισηγήθηκε στη Βουλή των Κοινοτήτων μια αναθεώρηση, η οποία θα επέτρεπε στο βασίλειο της Ουγγαρίας να προσαρτήσει τις περιοχές εκείνες, όπου ο ουγγρικός πληθυσμός αποτελούσε την πλειοψηφία. Περί τους διακόσιους βουλευτές έσπευσαν να υποστηρίξουν την πρόταση. Ωστόσο, η όλη προσπάθεια δεν γνώρισε συνέχεια, εξαιτίας της παρασκηνιακής ανάμειξης του Foreign Office.³¹

Οι θέσεις των  Stanoje Stanojević και  Ljubomir Jovanović έπιασαν τόπο και στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Το 1929, ο Sidney Bradshaw Fay (1876-1967), καθηγητής στο Smith College, δημοσίευσε το δίτομο έργο “The Origins of the World War”. O πρώτος τόμος καταλήγει με το πέμπτο κεφάλαιο “Βαλκανικά προβλήματα 1907-1914”. Καλύπτει 94 σελίδες. Στην αρχή του κεφαλαίου, ο Fay σχολιάζει: “ Παρόλο που ο κ.  Pašić και οι σερβικές αρχές, γενικότερα, δεν επιθυμούσαν αλλά ούτε και σχεδίαζαν έναν πόλεμο το 1914, επέδειξαν ανοχή έναντι ενός αναβρασμού με συνεχόμενες δολοφονίες, αποκορύφωμα του οποίου υπήρξε η τραγωδία του Σεράγεβου”. Η Αυστροουγγαρία είχε αμελήσει να εκχωρήσει δημοκρατικά δικαιώματα στους Σλάβους και Ρουμάνους υπηκόους της. “Αντίθετα, οραματίστηκε τη σωτηρία της μέσω της διεξαγωγής ενός πολέμου, που θα αποδυνάμωνε τη Σερβία και θα την ανάγκαζε να παραχωρήσει δικά της εδάφη στη Βουλγαρία, στη Ρουμανία και στην Αλβανία” (…) “Υποδέχθηκε με ικανοποίηση την προοπτική ενός τοπικού πολέμου, με αφορμή τη δολοφονία του Διαδόχου του Αυστριακού Θρόνου ”. Ο Fay επέμενε ότι ο πόλεμος δεν ήταν αναπόφευκτος. Παραδεχόταν, ωστόσο, πως “ από όλες τις μεγάλες συγκρούσεις συμφερόντων, οι Βαλκανικές επιπλοκές ήταν εκείνες, που καθιστούσαν σχεδόν αδύνατη την εξεύρεση μιας ειρηνικής επίλυσης”.³³

Στον δεύτερο τόμο του βιβλίου του, ο Fay αφιερώνει 14 σελίδες στην αποκάλυψη του  Ljubomir Jovanović.³⁴ Κατά την άποψή του, επρόκειτο για μια ακριβή και πειστική μαρτυρία.³⁵ Στην εκτίμηση αυτή κατέληξε επηρεασμένος και από μια συλλογή τεκμηρίων, την οποία είχε επιμεληθεί και δημοσιεύσει ο Miloš Bogićević (1876-1938), ένας γερμανόφιλος Σέρβος διπλωμάτης, που είχε απολυθεί από το αξίωμά του το 1915 για ανυπακοή έναντι του υπουργείου Εξωτερικών της χώρας του.³⁶ Ο Fay υποστηρίζει πως ο Princip τελούσε υπό την ισχυρή επίδραση της “Μαύρης Χείρας” έχοντας ενστερνιστεί τις μεθόδους της τελευταίας περί τρομοκρατικών ενεργειών μέσω της διάπραξης πολιτικών δολοφονιών.³⁷ Κατά τον Seaton-Watson, η ιδέα για τη δολοφονία είχε ως προέλευση την Βοσνία. Ο Fay, αντίθετα, υιοθετεί τις θέσεις του  Bogićević. Σύμφωνα με αυτές, ο Voja Tankosić, αξιωματικός του σερβικού στρατού και ένα από τα πλέον δραστήρια ηγετικά στελέχη της “Μαύρης Χείρας”, είχε οργανώσει, τον Ιανουάριο του 1914, μια μυστική συνάντηση στην Τουλούζη, στην οποία παρευρίσκονταν οι Mustafa Golubić, Muhamed Mehmedbašić και Vladimir Gaćinović. Στη συνάντηση αυτή αποφασίστηκε ότι ο Αρχιδούκας έπρεπε να δολοφονηθεί. Κατόπιν τούτου, ο Princip έλαβε τη σχετική εντολή από το Βελιγράδι και όχι από τη Βοσνία, συγκεκριμένα δε, από τον ταγματάρχη  Tankosić προσωπικά.³⁸

Στο ίδιο κεφάλαιο, υπάρχει ειδική αναφορά στα κίνητρα των δολοφόνων. Ο Fay, θεωρώντας ότι τα κίνητρα του Princip και του Ćabrinović συμπίπτουν μεταξύ τους, τα αξιολογεί από κοινού. Πρώτο από αυτά ήταν “μια αποστροφή για την ίδια τους τη ζωή και η επιθυμία να εξελιχθούν σε ήρωες και μάρτυρες, ακολουθώντας το πρόσφατο παράδειγμα του Bogdan Žerajić”. Η εκδίκηση σε βάρος της Αυστρίας για την πολιτική καταστολής, την οποία η τελευταία εφάρμοζε στη Βοσνία, αποτελούσε το δεύτερο κίνητρο. Το τρίτο, συνακόλουθο, ήταν “η πυροδότηση μεγαλύτερης αντίστασης και μίσους κατά της διοίκησης των Αψβούργων”. Καταλήγοντας σχετικά με τα κίνητρα, ο Fay αδυνατεί να τα ιεραρχήσει και να απομονώσει το πιο ισχυρό από αυτά.³⁹

Ως προς τις ευθύνες, που βάρυναν τη Σερβία στο ζήτημα του ξεσπάσματος του πολέμου, ο Fay γράφει: “H Σερβία δεν επεδίωκε τον πόλεμο. Πίστευε, όμως, ότι αυτός θα της επιβαλλόταν. Ο κ.  Pašić ήταν ενήμερος για τη συνωμοσία τρεις εβδομάδες προτού αυτή διαπραχθεί. Δεν έπραξε απολύτως τίποτα προκειμένου να εμποδίσει τους δολοφόνους να διαβούν τα σύνορα με τη Βοσνία. Δεν μερίμνησε να ενημερώσει σχετικά την Αυστροουγγαρία, κάτι που μπορούσε να είχε αποτρέψει το μοιραίο έγκλημα. Η Αυστρία αγνοούσε τα πάντα. Αντίθετα, η ευθύνη για τη Σερβία είναι μεγάλη”.⁴º Εν συνεχεία, καταλογίζει ευθύνες στην Αυστροουγγαρία, περισσότερο από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη Μεγάλη Δύναμη, για τη διολίσθηση προς τον πόλεμο. Ειδικότερα, καταφέρεται εναντίον του κόμη Berchtold, o οποίος “συνέταξε σκοπίμως το τελεσίγραφο προς τη Σερβία κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απορριφθεί(…) Ο Berchtold διακινδύνευσε έναν τοπικό πόλεμο, με την πεποίθηση πως μπορούσε να υπολογίζει στην ισχύ του γερμανικού ξίφους. Ήταν, όμως, προετοιμασμένος και για το ενδεχόμενο να παρασύρει την Ευρώπη ολόκληρη στον πόλεμο”. Επιρρίπτει ευθύνες και στη Ρωσία, εξαιτίας της αδιάκοπης υποστήριξης, την οποία η τελευταία παρείχε προς τη Σερβία. Σχετικά με τη Γερμανία, ο Fay απορρίπτει πλήρως την ετυμηγορία των Βερσαλλιών σε βάρος της χώρας αυτής, χαρακτηρίζοντάς την “ιστορικά αβάσιμη”⁴¹. Εν κατακλείδι, οι ευθύνη επιμερίζεται μεταξύ Σερβίας και Αυστροουγγαρίας.⁴² Σχεδόν ταυτόχρονα με την έκδοση του βιβλίου του, ο Fay έγινε καθηγητής στα δυο πιο διάσημα αμερικανικά πανεπιστήμια, το Harvard και το Yale. To δε δίτομο έργο του, άσκησε μεγάλη επιρροή επάνω στο αμερικανικό ακαδημαϊκό στερέωμα για ό,τι σχετιζόταν με την ιστορία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι θέσεις του Fay αντικρούστηκαν από έναν άλλον Αμερικανό, ειδικό της συγκεκριμένης περιόδου. Το 1930, ο Bernadotte Schmitt (1886-1969), καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Σικάγου, εξέδωσε την, επίσης δίτομη, μελέτη του “The Coming of War 1914”,⁴³ η οποία σταδιακά εξελίχθηκε σε σημείο αναφοράς στο πλαίσιο της αμερικανικής ιστοριογραφίας. Σε αντιδιαστολή με τον Fay, ο οποίος καταλόγιζε ευθύνες στη Σερβία και στην Αυστροουγγαρία, ο Schmitt στρέφει τα πυρά του ενάντια στη Γερμανία. Πέραν από τις γνωστές προσιτές πηγές (γραμμένες στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες), ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και υλικό στα σερβικά, κάνοντας χρήση του Κυριλλικού αλφαβήτου στους τίτλους βιβλίων ή ακόμα και στην παράθεση αυτούσιων αποσπασμάτων.

Bernadotte E. Schmitt.

Κατά τον Schmitt, οι Βόσνιοι φοιτητές παρασύρθηκαν από το Βελιγράδι, μόνο και μόνο επειδή “μπορούσαν να εισπνέουν, εκεί,τον αέρα της ελευθερίας”. Όραμά τους ήταν η ένωση όλων των Νοτιοσλάβων σε ένα είδος δημοκρατίας. Πίστευαν πως “εάν η Αυστρία βυθιζόταν σε προβλήματα, μια επανάσταση θα ήταν το φυσικό επακόλουθο. Μόνο που απαιτείτο η απαραίτητη προετοιμασία. Δεν είχε, όμως, συμβεί απολύτως τίποτα. Μέσω μιας δολοφονίας αυτού του βεληνεκούς, κάτι μπορούσε να ξεκινήσει”. Ο Princip ήταν ένας “επαναστάτης”, ο οποίος δεν στερείτο ούτε αποφασιστικότητας ούτε θάρρους, και που κατά τη διάρκεια της δίκης του στο Σεράγεβο αυτοπροσδιορίστηκε ως “εθνικιστής” και “Γιουγκοσλάβος”.⁴⁴ O καθηγητής Schmitt υπήρξε, επίσης, ο πρώτος, κατά σειρά, εκδότης του περιοδικού The Journal for Modern History το 1929, έτος της πρώτης κυκλοφορίας του. Το 1944, με την ευκαιρία συμπλήρωσης τριάντα ετών από τη δολοφονία στο Σεράγεβο, δημοσίευσε στο περιοδικό μια επικαιροποιημένη εκδοχή των συμπερασμάτων του βιβλίου του. Σχετικά με τις εκτιμήσεις του για τον Princip, δεν είχε μεσολαβήσει η παραμικρή διαφοροποίηση από τις αρχικές θέσεις. Ο Gavrilo Princip και οι συνεργοί του, είχαν προσχωρήσει στην επαναστατική κίνηση “Νέα Βοσνία” (“Mlada Bosnia”), η οποία δραστηριοποιείτο στις δυο επαρχίες που είχε προσαρτήσει η Αυστροουγγαρία. Τους είχε συνεπάρει το όραμα της Γιουγκοσλαβικής ενότητας. Έτσι εξηγούνταν οι επαφές τους, στο Βελιγράδι, με μέλη της οργάνωσης “Ένωση ή Θάνατος” (“Narodna odbrana”),περισσότερο γνωστής ως “Μαύρη Χείρα”.⁴⁵ Ο Schmitt αντιμετώπιζε με μεγάλο σκεπτικισμό τους ισχυρισμούς του  Ljubomir Jovanović. Κοντολογίς, δεν θεωρούσε κατά κανένα τρόπο τη Σερβική Κυβέρνηση ως υπεύθυνη για τη συνωμοσία. Όπως χαρακτηριστικά γράφει “ο,τιδήποτε και αν ήταν σε γνώση της Σερβικής Κυβέρνησης, δεν υπάρχει απολύτως κανένα στοιχείο, που να αποδεικνύει πως η τελευταία έδωσε τη συγκατάθεσή της ή ότι είχε την παραμικρή ανάμειξη στην προετοιμασία της συνωμοσίας”.⁴⁶ Στηριζόμενη στις διαθέσιμες, τότε, Γερμανικές και Αυστριακές πηγές, η ανάλυσή του καταλήγει στο συμπέρασμα πως ο κόμης Berchtold ήταν εκείνος, ο οποίος επιθυμούσε διακαώς έναν πόλεμο με τη Σερβία, και ότι οι Γερμανοί “αποδέχθηκαν και ενέκριναν την πολιτική αυτή, ζητώντας την υλοποίησή της παρά τον κίνδυνο εμπλοκής σε πόλεμο με τη Ρωσία”(…) “ Η κρίση του Ιουλίου 1914 δεν λύθηκε ειρηνικά επειδή οι Αυστριακές απαιτήσεις έναντι της Σερβίας, οι οποίες τύγχαναν της στήριξης της Γερμανίας, φάνταζαν στα μάτια της Ρωσίας, αλλά και σε εκείνα της Γαλλίας και της Βρετανίας, ως προσπάθεια επιβολής ενός Αυστρογερμανικού ελέγχου στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη γενικότερα”.⁴⁷

Η εκτίμησή του για την ευθύνη ως προς την έκρηξη του πολέμου, ήταν παρόμοια με εκείνη του δημοφιλούς βιβλίου του: “ Από τη στιγμή που η Αυστρία δεν υπήρχε περίπτωση να κινηθεί εάν δεν είχε προηγουμένως εξασφαλίσει τη συγκατάθεση και τη στήριξη του Βερολίνου, η πρωταρχική ευθύνη για τη μοιραία έκβαση της κρίσης είναι ξεκάθαρη και τη χρεώνεται η Γερμανία”.⁴⁸ Από τους πρώτους, που επικρότησαν με σθένος το βιβλίο του Schmitt ήταν ο Winston Churchill. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε “ο συγγραφέας χειρίστηκε έντεχνα και με άψογο τρόπο το σύνολο του υλικού που χρησιμοποίησε”⁴⁹ Οι θέσεις του Bernadotte Schmitt σχετικά με την ενοχή της Γερμανίας ενισχύθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ΄60 χάρη στην εμφάνιση του Fischer και των σχετικών δημοσιευμάτων του.

Σε τελευταία ανάλυση, στη Βρετανία, στις ΗΠΑ αλλά και στη Γερμανία, ο συνδυασμός των ισχυρισμών των  Jovanović και  Stanojević διαμόρφωσε, από το 1925 και κατόπιν, μια ολόκληρη τάση ως προς την πρόσληψη της απόπειρας του Σεράγεβου. Από όλα τα σχετικά δημοσιεύματα της εποχής του Μεσοπολέμου, προκύπτουν τέσσερα θεμελιώδη ερωτήματα, η απάντηση στα οποία είτε είναι απαλλακτική για τη Σερβική/Γιουγκοσλαβική πλευρά είτε είναι καταδικαστική γι αυτήν. Τα τέσσερα ερωτήματα έχουν ως εξής:

  • O Σέρβος πρωθυπουργός Nicola Pašić ήταν ενήμερος για τη συνωμοσία, ενόσω αυτή βρισκόταν σε προπαρασκευαστικό στάδιο και αν ναι, πόσα πολλά γνώριζε;
  •  ρόλος του Dragutin Dimitrijević Apis και της οργάνωσης “Μαύρη Χείρα” υπήρξε, όντως, κομβικός στην όλη υπόθεση;
  • Ο Princip και οι υπόλοιποι Βόσνιοι συνεργοί του, υπήρξαν οι πραγματικοί οργανωτές της απόπειρας ή μήπως χρησιμοποιήθηκαν σαν μαριονέτες από τον Apis;
  • Ήταν ο Princip ένας γνήσιος ιδεαλιστής της Νέας Βοσνίας ή, μήπως, ένας Σέρβος εθνικιστής στην υπηρεσία των μυστικών κυκλωμάτων του Βελιγραδίου;

 

Οι θιασώτες της συνενοχής ή, ακόμη, και της πλήρους ενοχής του  Pašić σχετικά με το ξέσπασμα του πολέμου, υποστηρίζουν πως η συμβολή της “Μαύρης Χείρας” υπήρξε καθοριστική. Αντίθετα, όσοι αντικρούουν την παραπάνω κατηγορία, ελαχιστοποιούν την εμπλοκή του Apis στη συνωμοσία. Ως προς τον ίδιο τον Princip, οι απόψεις διύστανται. Οι επικριτές της Σερβίας τον θεωρούν ταυτόχρονα ως μαριονέτα της “Μαύρης Χείρας” και ως έναν φανατικό εθνικιστή, επηρεασμένο από την προπαγάνδα του Βελιγραδίου σε βάρος της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Οι υποστηρικτές της Σερβίας παρουσιάζουν τη δολοφονία σαν έργο της “Νέας Βοσνίας” και τον Princip σαν ένα νεαρό Βόσνιο ιδεαλιστή.

Η άφιξη του Αρχιδούκα Φραγκίσκου-Φερδινάνδου στο σιδηροδρομικό σταθμό του Σεράγεβου.

Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι η Γιουγκοσλαβία, υπήρξε από τα λίγα πρώην εμπόλεμα κράτη, που δεν προχώρησαν στη δημοσίευση διπλωματικών αρχείων σχετικών με την προ του 1914 πολιτική της. Το κενό αυτό καλύφθηκε εκ των πραγμάτων από τις δημοσιεύσεις των  Jovanović, Stanojević και  Bogićević, με αποτέλεσμα οι τελευταίες να κεντρίσουν το ενδιαφέρον της Δύσης. Η διαδικασία δημοσίευσης των σερβικών επισήμων αρχειακών πηγών ενεργοποιήθηκε από τη Σερβική Ακαδημία Επιστημών πολύ αργότερα, το 1964, με αφορμή τη συμπλήρωση, τη χρονιά εκείνη, πενήντα ετών από την έκρηξη του πολέμου. Χρειάστηκαν πενήντα επιπλέον έτη, έως ότου η αποστολή αυτή φτάσει, τελικά, σε πέρας. Σήμερα, η σειρά περιλαμβάνει 42 τόμους διπλωματικής αλληλογραφίας του Βασιλείου της Σερβίας για το χρονικό διάστημα 1903-1914.⁵º Μη διαθέτοντας πρωτογενές υλικό, πέραν του συμπεριλαμβανομένου στις πραγματείες  των  Jovanović, Stanojević και  Bogićević, οι ιστορικοί της εποχής του Μεσοπολέμου ήταν επόμενο να στραφούν προς αυτές, υπερεκτιμώντας το περιεχόμενό τους.⁵¹

 

[Συνεχίζεται]

 

O Slobodan Marković είναι Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου.

 

 The Road to War (The End of an Empire)

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

Το παρόν άρθρο με τίτλοAnglo-American Views of Gavrilo Princip” δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Balcanica, XLVI (2015) σελ. 273-314.

¹   D. C. Watt, “The British Reactions to the Assassination in Sarajevo”, European Studies Review1(July 1971), 233–247. Slobodan G. Markovich, British Perceptions of Serbia and the Balkans (Paris:Dialogue, 2000).

²  R. G. D. Laffan, The Serbs. The Guardians of the Gate (Oxford: Clarendon Press, 1918), 2. H διατύπωση προέρχεται από την Καινή Διαθήκη, Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο 8: 36 (KJV).

³   Ibid. 166.

⁴   Ιbid. 170, 294.

⁵   Ibid. 171.

⁶   Ibid. 170.

₇   Ibid.  179-180.

⁸  Wickham Steed, Lillian M. Penson, W. J. Rose, Milan Ćurčin, Lev Sychrava and V. V.Tilea, “Tributes to R. W. Seton-Watson: A Symposium”, The Slavonic and East European Review 30.75 (June 1952), 331–363. S. v. “Seton-Watson, Robert William”, in The Concise Dictionary of National Bi⁴³ography. From earliest times to 1985, vol. III (Oxford: Oxford University Press, 1992), 698–699.

⁹  R. W. Seton-Watson, Sarajevo. A Study in the Origins of the Great War (London: Hutchinson and Co., 1925).

¹º  Ibid. 144, 148.

¹¹  Borivoje Jevtić, Sarajevski atentat (Belgrade: “Petar N. Gaković”, 1924).

¹²  Seton-Watson, Sarajevo, 155.

¹³  Ibid. 289.

¹⁴ Ibid. 159.

¹⁵ R. W. Seton-Watson, Letter to the Editor, “The Serajevo Murder”, The Times, no.45426, February 1, 1930, p. 13. He reacted to the following article: From our Correspondent,“The Serajevo Murder. Memorial to be unveiled to Assassin”, The Times, no.45425, January 31, 1930, p. 13.

¹⁶ Editorial, “The Serajevo Tablet”, The Times, no. 45427, February 3, 1930, p. 13.

¹⁷ Winston S. Churchill, The World Crisis, vol. V: The Unknown War (London: Charles Scribner’s Sons, 1931). Έχει κυκλοφορήσει και με τον υπότιτλο The Eastern Front.

¹⁸ W. S. Churchill, The Unknown War, vol. V of The World Crisis (London and New York: Bloomsbury, 2015), 82, 183–18, 238, 240, 243.

¹⁹ Ibid. 32.

²º Ιbid. 31.

²² Ibid. 45.

²³ “chef des conspirateurs”, Winston Churchill, “La vérité sur l’attentat qui déclencha la guerre”, Le Journal, June 28, 1937, 1, 4.

²⁴  [Herbert Vivian], Myself not Least, Being the Personal Reminiscences of ‘X’ (London: Thornton Butterworth Ltd., 1925). Herbert Vivian, The Life of the Emperor Charles of Austria (London: Grayson & Grayson, 1932). Στο τελευταίο (σ. 39) ο Vivian αναρωτήθηκε: “And why seek other culprits when the evidence is as clear as daylight that the murders were committed by agents of Serbian secret societies under the direct patronage of the Serbian Government, with Russia as an accessory before the fact?” Σκιαγραφεί τον κεντρικό πρωταγωνιστή της απόπειρας του Σεράγεβου μα τα ακόλουθα λόγια (ibid. 46): “Prinzip was emotional and unbalanced, perhaps diseased in mind as well as in body.”

²⁵ Ο Ljuba Jovanović δημοσίευσε το άρθρο του στον εξής συλλογικό τόμο: Krv slovenstva. Spomenica desetogodišnjice svetskog rata, 1914–1924 [The Blood of Slavdom.Commemorative edition of 10 years of the World War, 1914–1924] (Belgrade 1924).

²⁶ M. Ljuba Jovanović, “The Murder of Sarajevo”, Journal of the British Institute of International Affairs, 4.2 (March 1925), 57. Cf. Seton-Watson, Sarajevo, 153.

²⁷  Προέβη σε δριμύα κριτική σε βάρος της Σερβικής Κυβέρνησης στη μελέτη της: The Serajevo Crime (London: Edward Arnold, 1925).

²⁸ Ljuba Jovanović, “The Murder of Sarajevo”, 57-69. Στη Βρετανία, το άρθρο του Jovanović’ φιλοξενήθηκε επίσης από τις στήλες του περιοδικού The National Review (April 1925). Στις ΗΠΑ δημοσιεύθηκε από ένα έγκριτο περιοδικό της Βοστώνης με διαφορετικό τίτλο: Ljuba Jovanović, “More Light on Serajevo”, The Living Age (May 9, 1925), 305–311.

²⁹ Stanoje Stanojević, Ubistvo austriskog prestolonaslednika Ferdinanda. Prilozi pitanju opočetku svetskog rata (Belgrade: Izdavačka knjižarnica Napredak, 1923).

³º Ο R. W. Seton-Watson, Sarajevo, 131, σχολιάζει σχετικά με αυτό: “And he then concentrates upon the ‘Black Hand,’ whose importance is thus exalted out of all proportions to the true facts.”

³¹ Για περισσότερες πληροφορίες βλ. την αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή: Eric Beckett Weaver, Revision and its modes: Hungary’s attempts to overturn the Treaty of Trianon 1931–1938 (2008). Cf. Ignác Romsics, “Hungary’s Place in the Sun. A British Newspaper Article and its Hungarian Repercussions“, in László Péter and Martyn Rady, eds., British Hungarian Relations since 1848 (London: Hungarian Cultural Centre and School of Slavonic and East European Studies, 2004), 193–204.

³² Sidney Bradshaw Fay, The Origins of the World War, 2 vols. (New York: The Macmillan Company, 1929): vol. 1: Before Sarajevo: Underlying Causes of the War; vol. 2: After Sarajevo: Immediate Causes of the War. Αργότερα, η μελέτη συμπτύχθηκε σε έναν τόμο: Sidney Bradshaw Fay, The Origins of the World War, 2nd ed., revised two volumes in one (New York: The Macmillan Company, 1931).

³³ Fay, The Origins of the World War, vol. 1 (1929), 544, 546.

³⁴ Fay, The Origins of the World War, 2nd ed.(1931), 61–74.

³⁵ Ibid. 66.

³⁶ M. Boghitschevitsch, Die auswärtige Politik Serbiens, 1903-1914, vol. 1: Geheimakte aus Serbischen Archiven (Berlin: Brückenverlag, 1928); vol. 2: Diplomatische Geheimakten aus russischen, monetenegrinischen und sonstigen Archiven (Berlin: Brückenverlag, 1929); vol. 3: Serbien und der Weltkrieg (Berlin: Brückenverlag, 1931). Ο A. J. P. Taylor The Struggle for Mastery in Europe, 1848-1918 (Oxford: OUP, 1971, 1st ed. 1954), 582, χαρακτήρισε ως “λίαν ικανοποιητική” τη συλλογή αυτή.

³⁷ Fay, The Origins of the World War, 2nd ed., vol. 2 (1931), 101.

³⁸ Ibid. 105.

³⁹ Ibid. 128–132, 134.

⁴º Ibid. 550.

⁴¹ Ibid. 550–551, 554, 558.

⁴² Το επανέλαβε σε ένα άρθρο, που δημοσιεύθηκε με αφορμή τη συμπλήρωση 15 ετών από τη δολοφονία του Αρχιδούκα Φραγκίσκου-Φερδινάνδου στο ίδιο περιοδικό, όπου τέσσερα χρόνια νωρίτερα, ο Ljuba Jovanović είχε δημοσιεύσει τη δική του μαρτυρία “Suffice is to say that Serbia must share a deep responsibility, because there is evidence that Mr. Pashich, the Serbian Prime Minister, was aware of the plot several days before Princip… and took no effective measures to prevent it… But Austria-Hungary is also to be condemned for using the assassination as an excuse for presenting to Serbia a stiff ultimatum…” Sidney Bradshaw Fay, “Serajevo Fifteen Years After”, The Living Age (July 1, 1929), 379.

⁴³ Bernadotte Schmitt, The Coming of the War 1914, 2 vols. (New York and London: Charles Scribner’s Sons, 1930).

⁴⁴ Schmitt, The Coming of War, vol. 1, 211.

⁴⁵ Bernadotte E. Schmitt, “July 1914. Thirty Years After”, The Journal of Modern History 16.3 (Sep. 1944), 171.

⁴⁶ Ibid. 172.

⁴⁷ Ibid. 176, 203.

⁴⁸ Ibid. 204.

⁴⁹ Churchill, The Unknown War, xii.

⁵º Vasilije Dj. Krestić, “A Note on Documents on the Foreign Policy of the Kingdom of Serbia, 1903-1914”, in Dragoljub R. Živojinović,ed., The Serbs and the First World War 1914–1918 (Belgrade: SASA, 2015), 459–461.

⁵¹ Ο S. B. Fay αναφέρει “Serbian Government’s persistent failure to follow the example of other states in disclosing fully and frankly their secret pre-war archives”, στο “Preface to the Second Edition Revised” της μελέτης του The Origins of the World War (1931), vii-viii. Επίσης, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’20, ο R.W. Seton-Watson παρώτρυνε κατ επανάληψη την Γιουγκοσλαβική κυβέρνηση να προβεί στη δημοσίευση των διπλωματικών εγγράφων σχετικών με την εξωτερική πολιτική της Σερβίας. Εξεπλάγη δε από την ανετοιμότητα της κυβέρνησης να απαντήσει στο άρθρο του Jovanović. Τον Νοέμβριο του 1925, σημείωσε με πικρία (Sarajevo, 154): “A Blue Book was promised in April, but nothing more has been heard of it.”

 Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος 

Έλλη Λεμονίδου: Οι δίκες για το καθεστώς του Βισύ στη μεταπολεμική Γαλλία

 Έλλη Λεμονίδου

 

Οι δίκες για το καθεστώς του Βισύ στη μεταπολεμική Γαλλία

 

Το καθεστώς του Βισύ εγκαθιδρύθηκε στις μη κατακτημένες από τους Ναζί νότιες περιοχές της Γαλλίας από τις 10 Ιουνίου 1940 έως τις 25 Αυγούστου 1944. Αρχηγός του ήταν ο στρατάρχης Philippe Pétain, ήρωας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Βασικοί εχθροί του ήταν οι αντιστασιακοί, ενώ, εξαιτίας των αντισημιτικών μέτρων που έλαβε το Καθεστώς, εξοντώθηκαν περισσότεροι των 60.000 Εβραίοι πολίτες στα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου, δηλαδή το 20-25% περίπου του συνολικού εβραϊκού πληθυσμού της Γαλλίας.

Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο Pétain και άλλοι ανώτατοι αξιωματούχοι του Καθεστώτος, όπως ο Pierre Laval, δοτός πρωθυπουργός του Βισύ από την άνοιξη του 1942, καταδικάστηκαν ως συνεργάτες του εχθρού. Οι δίκες έγιναν στο Παρίσι, τον Αύγουστο και τον Οκτώβριο του 1945, αντίστοιχα, από ένα νέο Ανώτατο Δικαστήριο, ένα νέο όργανο απόδοσης δικαιοσύνης, με τη συμμετοχή δικαστών και ενόρκων, κοινοβουλευτικών και αντιστασιακών που εκπροσωπούσαν τον λαό και τα θύματα αντίστοιχα.[1] Αυτό ήταν το πρώτο κύμα των δικών του Βισύ, στο πλαίσιο μιας γρήγορης διαδικασίας Κάθαρσης που κρίθηκε επιβεβλημένη αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου. Στο πλαίσιο αυτής της Κάθαρσης δικάστηκαν υπουργοί, άλλοι πολιτικοί και στρατιωτικοί που είχαν συνεργαστεί με το Καθεστώς, συνολικά 108 άτομα, καθώς και απλοί Γάλλοι πολίτες, που πλέον θα σημαδεύονταν από την ετικέτα «collabo» (συντομογραφία της λέξης «collaborateur»), δηλαδή: συνεργάτης. Μεταξύ κυρίως των ετών 1944-1945 δικάστηκαν συνολικά (είτε από το Ανώτατο Δικαστήριο είτε από άλλα δικαιοδοτικά όργανα) 57.000 Γάλλοι. Εκδόθηκαν συνολικά 6.763 θανατικές καταδίκες, από τις οποίες εκτελέστηκαν οι 767. Οι υπόλοιπες καταδίκες ήταν σε ισόβια δεσμά ή σε ορισμένης διάρκειας καταναγκαστικά έργα, σε φυλάκιση ή σε επιβολή «εθνικής ταπείνωσης», ενώ δεν έλειψαν βεβαίως και οι αθωωτικές αποφάσεις.[2]

 

Η δίκη του Philippe Pétain (Ιούλιος-Αύγουστος 1945).

Ωστόσο, γρήγορα αυτή η διαδικασία της Κάθαρσης διακόπηκε, με την κινητοποίηση κυρίως των κομμάτων της Δεξιάς. Στα χρόνια που ακολούθησαν δόθηκαν δύο διαδοχικές αμνηστίες, το 1951 και το 1953, με τις οποίες απελευθερώθηκαν όσοι είχαν δικαστεί και φυλακιστεί, παρά τις έντονες αντιδράσεις των αντιστασιακών. Όμως, οι αντιδράσεις αυτές δεν μπόρεσαν να ανακόψουν το κύμα της «πλασματικής» εθνικής συμφιλίωσης, την οποία διευκόλυνε ούτως ή άλλως ο Ψυχρός Πόλεμος, αναστέλλοντας στην ουσία τις διεργασίες επεξεργασίας (νοητικής και ψυχικής) του τραύματος της γαλλικής κοινωνίας. Ο μύθος της παλλαϊκής αντίστασης του γαλλικού λαού ενάντια στον Γερμανό κατακτητή, που απωθούσε στη λήθη το Καθεστώς του Βισύ και την πρόθυμη συνεργασία μιας μερίδας Γάλλων, πολιτικών και άλλων πολιτών, με τους Ναζί, –μύθος ο οποίος υπήρξε επινόηση του στρατηγού De Gaulle στα μέσα της δεκαετίας του 1950–, θα αποδειχθεί πολύ ισχυρός τα επόμενα χρόνια, καθώς δεν θα αμφισβητηθεί ούτε από τους επόμενους Προέδρους της Γαλλικής Δημοκρατίας (Georges Pompidou, François Mitterrand).[3]

Η σορός του Pierre Laval μεταφέρεται έξω από την φυλακή Fresnes αμέσως έπειτα από την εκτέλεσή του (Οκτώβριος 1945).

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η δικαιοσύνη ήρθε και πάλι στο προσκήνιο, για να γίνει ο κατεξοχήν φορέας της μνήμης και, για κάποιους, πρωτεργάτης στη «συμπλήρωση» των σελίδων που είχαν μείνει λευκές στην ιστορία. Από τη δικαιοσύνη ζητήθηκε, λοιπόν, να κρίνει, έστω και με καθυστέρηση, τα εγκλήματα που είχαν μείνει ατιμώρητα· να ξανανοίξει ορισμένους φακέλους, σε ένα πλαίσιο εντελώς διαφορετικό από ό,τι αυτό που ίσχυε μεταπολεμικά, για να έρθουν στο φως, αυτήν την φορά, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τα οποία είχαν στο μεταξύ καταστεί απαράγραπτα, με νόμο που ψηφίστηκε ομόφωνα από το Γαλλικό Κοινοβούλιο, στις 26 Δεκεμβρίου 1964.

Η αφορμή δόθηκε από ένα άρθρο του περιοδικού LExpress, τον Ιούνιο του 1972, το οποίο αποκάλυπτε ότι το 1971 είχε δοθεί χάρη από τον πρόεδρο Pompidou στον Paul Τouvier. Ο Τouvier υπήρξε συνεργάτης των Γερμανών, αρχηγός της Milice στην περιοχή του Ροδανού (Rhône). Η αποκάλυψη του περιοδικού προκάλεσε αίσθηση στην κοινή γνώμη και οργή σε μεγάλο τμήμα της γαλλικής κοινωνίας, την οποία οι δηλώσεις του τότε Προέδρου, Pompidou, δεν κατάφεραν να κατασιγάσουν.

Έτσι ξεκίνησε μια νέα διαδικασία αναζήτησης ευθυνών για το Καθεστώς του Βισύ, η οποία λάμβανε πλέον υπόψη και το νέο νομικό πλαίσιο που είχε διαμορφωθεί. Η διαδικασία αυτή, μετά από μακρά περίοδο προετοιμασίας και επώασης, οδήγησε σε ένα δεύτερο κύμα δικών, που τοποθετείται χρονολογικά στην περίοδο από το 1987 έως το 1998. Αυτή την φορά οι πρώην αξιωματούχοι του Καθεστώτος του Βισύ θα δικάζονταν για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, που αφορούσαν κυρίως δράσεις και ενέργειες στο πλαίσιο της «Τελικής Λύσης».

Δικάστηκαν ένας Γερμανός και δύο Γάλλοι :

Ο Γερμανός ήταν ο Κlaus Barbie. Πρόκειται για τον αρχηγό της Gestapo στη Λυών, ο οποίος συνέλαβε και βασάνισε μέχρι θανάτου τον αρχηγό της Γαλλικής Αντίστασης Jean Moulin. Μετά την ήττα της Γερμανίας, o Barbie εγκαταστάθηκε στη Βολιβία, απ’ όπου και μεταφέρθηκε το 1983 στη Γαλλία για να φυλακιστεί στη Λυών και να δικαστεί. Η δίκη του Barbie διήρκεσε από την άνοιξη έως τις αρχές του καλοκαιριού του 1987. Κρίθηκε ένοχος για 17 εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, για «τον εκτοπισμό εκατοντάδων Εβραίων της Γαλλίας» στα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου και καταδικάστηκε σε ισόβια. Πέθανε στη φυλακή στη Λυών τον Σεπτέμβριο του 1991.

Ο προαναφερθείς Paul Τouvier διέφευγε τη σύλληψη για πολλά χρόνια, όντας υπό την προστασία υψηλόβαθμων αξιωματούχων της Καθολικής Εκκλησίας. Τελικά συνελήφθη στη Νίκαια το 1989 και κλείστηκε στις φυλακές, αφέθηκε όμως ελεύθερος το 1991, επικαλούμενος λόγους υγείας. Το 1994 εισήχθη και πάλι σε δίκη και πέθανε στη φυλακή το 1996.

Τέλος, ο Maurice Papon, ο οποίος διατέλεσε ανώτατος αξιωματούχος της Τέταρτης και της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας, καθώς και υπουργός στην κυβέρνηση Raymond Barre (1976-1981). Ο Papon υπήρξε Γενικός Γραμματέας στη διοικητική περιφέρεια του Bordeaux κατά την περίοδο του Καθεστώτος του Vichy και ήταν ο βασικός υπεύθυνος για τον εκτοπισμό, μεταξύ των ετών 1942-1944, 1.600 Εβραίων της περιοχής στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Drancy. Στη δίκη του το 1997, η οποία διήρκεσε έξι μήνες, δεν έδειξε ίχνος μεταμέλειας και συμπάθειας για τα θύματά του. Απελευθερώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2002 λόγω σοβαρής βλάβης της υγείας του και πέθανε τον Φεβρουάριο του 2007, σε ηλικία 96 ετών. Αν και ο Papon κρίθηκε ένοχος για διάπραξη εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, εντούτοις τού αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό ότι «δεν μπορούσε να γνωρίζει την ολέθρια μοίρα των εκτοπισμένων Εβραίων»!

Maurice Papon.

Υπήρξαν και δύο περιπτώσεις αξιωματούχων του Βισύ, που είδαν να τους απαγγέλλεται η κατηγορία για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όμως απεβίωσαν πριν δικαστούν: πρόκειται για τον Jean Leguay, τον άνθρωπο της αστυνομίας του Βισύ που συνομιλoύσε απευθείας με τους Γερμανούς για την οργάνωση των συλλήψεων και των εκτοπισμών. Ήταν ο πρώτος που είδε να του απαγγέλλεται η κατηγορία για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ωστόσο έμελλε να πεθάνει υπόδικος τον Ιούλιο του 1989, πριν δικαστεί. Ο δεύτερος ήταν ο René Bousquet, Γενικός Γραμματέας της Αστυνομίας του Καθεστώτος του Βισύ, που κρίθηκε υπεύθυνος για τη μαζική σύλληψη στο Χειμερινό Ποδηλατοδρόμιο του Παρισιού (Vélodrome d’Hiver), τον Ιούλιο του 1942, και τον εκτοπισμό στα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου 13.000 Εβραίων. Αυτός κατέστη υπόδικος τον Μάρτιο του 1991, αλλά δολοφονήθηκε τον Ιούνιο του 1993, επίσης πριν δικαστεί.

Οι «νεότερες» αυτές δίκες δεν έθεταν βεβαίως σε κίνδυνο την «εθνική ενότητα» της γαλλικής κοινωνίας, όπως είχε υποστηριχτεί για τις παλαιότερες δίκες την εποχή της μεταπολεμικής Κάθαρσης. Το διακύβευμα βρισκόταν πλέον αλλού. Αφορούσε τον τρόπο με τον οποίον μια χώρα τολμούσε να αντιμετωπίσει το παρελθόν της, καθώς και τη θέση που έδινε στην Ιστορία, στη μνήμη και τη δικαιοσύνη. Αφορούσε το αίτημα να εκπληρωθεί ένα «καθήκον μνήμης», αλλά και τον παιδαγωγικό ρόλο που θα μπορούσε αυτή η διαδικασία να έχει για τις νεότερες γενιές και την πολιτειακή τους αγωγή.[4]

Ωστόσο, στη διάρκεια αυτού του δευτέρου κύματος δικών προέκυψαν μια σειρά από ζητήματα, τα οποία παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ιδίως σε ό,τι αφορά τη νομική και δικαστική πτυχή του θέματος. Στη συνέχεια του κειμένου θα επιχειρηθεί μια επισκόπηση των βασικών αξόνων του προβληματισμού που αναπτύχθηκε γύρω από τη συγκεκριμένη διάσταση.

 

  1. Tόσον καιρό μετά…

Το πρώτο ζήτημα αφορά την καθυστέρηση στη δικαστική διαδικασία, η οποία ερχόταν σε αντίθεση με μια από τις θεμελιακές αρχές του Cesare Beccaria, αυτήν περί της αμεσότητας στην απόδοση της δικαιοσύνης. Είναι άραγε δυνατόν, αναρωτήθηκαν πολλοί, να κριθούν πράξεις και δράσεις μετά από παρέλευση τόσων πολλών ετών; Είναι δυνατόν μέσα σε μια αίθουσα δικαστηρίου να ανασυσταθεί το πλαίσιο μιας εποχής, να αξιολογηθούν αναδρομικά τα γεγονότα; Είναι δυνατόν να κριθούν μια εγκληματική πολιτική ή ένα εγκληματικό Καθεστώς μέσα από την περίπτωση ατόμων που δεν ήταν όλοι «αντιπροσωπευτικές» περιπτώσεις αυτού που θέλαμε να καταδικάσουμε;

Σύμφωνα με μια άλλη ένσταση που διατυπώθηκε, υπήρχε κίνδυνος μια τόσο  καθυστερημένη δίκη να αποδομήσει τον συνεκτικό ιστό της χώρας, η αποκατάσταση του οποίου είχε συντελεστεί ενίοτε με πολλές παραχωρήσεις και θυσίες της γαλλικής κοινωνίας. Καλή ή κακή, πρώιμη ή όχι, η επιλογή της αμνηστίας υπήρξε, παρά τα όποια μειονεκτήματα, εν πολλοίς αναγκαία και ένα βασικό στάδιο στην ηθική ανασυγκρότηση της χώρας. Εξέφραζε μία πλειοψηφική βούληση για αλλαγή σελίδας. Πώς θα μπορούσε, άραγε, μια άλλη γενιά να εκμηδενίσει αυτή την επιλογή;

H δίκη του Klaus Barbie στο Δικαστικό Μέγαρο της Λυών (Μάιος-Ιούνιος 1987).

Οι αντιρρήσεις για αυτές τις «αργοπορημένες» δίκες δεν προέρχονταν μόνο από όσους εκπροσωπούσαν μια ακραία νοσταλγική δεξιά, που έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου πως αυτές οι πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να αναζωπυρώσουν εμφύλιες διαμάχες του παρελθόντος. Είναι πολύ χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Simone Veil, μιας προσωπικότητας που αγωνίστηκε πολύ για τη διατήρηση της ενθύμησης του Ολοκαυτώματος. Από τη στιγμή ήδη της έκδοσης του Barbie, η Veil υποστήριζε τα εξής: «Πάντα σκεφτόμουν ότι η δουλειά των  ιστορικών μπορεί να συνεισφέρει περισσότερα από όποιες καθυστερημένες δίκες, ενώ πρέπει να λάβουμε ιδιαιτέρως υπόψη μας και την ερμηνεία που δίνεται στην έννοια του «εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας». Η δραματοποίηση που υπεισέρχεται στη διάρκεια μιας δίκης έχει, χωρίς αμφιβολία, ένα ενισχυμένο συναισθηματικό αποτέλεσμα. Αλλά, ως πρώην δικαστικός, παραμένω σε σύγχυση σε σχέση με τα μέσα και την παραδειγματική αξία μιας δικαιοσύνης που παρεμβαίνει πολύ μετά τα εγκλήματα, ενώ οι μάρτυρες δεν έχουν πλέον πολύ συγκεκριμένες αναμνήσεις, οι δε δικαστές και ένορκοι δυσκολεύονται να κατανοήσουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαπράχθηκαν τα γεγονότα. […] Παραμένω εντούτοις επιφυλακτική σε ό,τι αφορά την έννοια του απαράγραπτου, ακόμη και για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας».[5]

O Klaus Barbie μεταφέρεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου (11 Μαίου 1987).

Ομοίως και ο τότε Πρόεδρος François Mitterrand, σε πολυσυζητημένη συνέντευξη που έδωσε στον Olivier Wieviorka μεσούσης της υπόθεσης Touvier, υποστήριξε πως δεν είναι δυνατόν μια κοινωνία να ζει συνέχεια με τις αναμνήσεις ή με τα μίση και τις έχθρες για το παρελθόν και επιχειρηματολόγησε περαιτέρω, λέγοντας πως στην ιστορία της Γαλλίας οι μεγαλύτερες κοινωνικές διαιρέσεις ξεπεράστηκαν με αμνηστίες ή με ηθελημένη λήθη, μέσα σε διάστημα είκοσι ετών από τα γεγονότα. Ακόμη και στην περίπτωση της Παρισινής Κομμούνας, που υπήρξε το πιο δραματικό εσωτερικό ορόσημο στην ιστορία της Γαλλίας μετά την Επανάσταση, οι κομμουνάριοι, –όσοι τουλάχιστον δεν τυφεκίστηκαν–, αφέθηκαν ελεύθεροι 20 χρόνια μετά, σχολίασε χαρακτηριστικά ο Mitterrand.[6]

Πέρα όμως από τα ηθικά ζητήματα, προέκυψαν και πρακτικά ζητήματα νομικής φύσης εξαιτίας αυτής της καθυστερημένης διαδικασίας. Ο Paul Touvier, στο παράδειγμα του οποίου ήδη αναφερθήκαμε, δικάστηκε και καταδικάστηκε τρεις φορές: το 1946, το 1947 και το 1994, καταρχάς σε θάνατο, έπειτα σε ισόβια. Επωφελήθηκε στο μεταξύ από την παραγραφή της κύριας ποινής του, το 1967, στη συνέχεια από μια προεδρική χάρη που του αποδόθηκε για δευτερεύουσες ποινές, το 1971, όπως είδαμε, καθώς και από ένα γενικό απαλλακτικό βούλευμα, το 1992, το οποίο, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ακυρώθηκε την ίδια χρονιά. Αυτή η πορεία δεν είναι και τόσο συνηθισμένη. Επίσης, ο Touvier είδε τον χαρακτηρισμό των εγκλημάτων που του αποδόθηκαν να αλλάζει πολλές φορές, κάτι που αποτέλεσε και ένα από τα πιο καίρια επιχειρήματα της υπεράσπισής του.

Αντιστοίχως, στην περίπτωση του Papon, η δίκη έγινε επίσης με μεγάλη καθυστέρηση από τα γεγονότα, μισό και πλέον αιώνα μετά. «Σαν να δικάζαμε τους λιποτάκτες του 1917 τον Μάη του 68!», όπως έχει γράψει χαρακτηριστικά ο Jean-Noel Jeanneney,[7] ή, για να δώσουμε ένα ελληνικό παράδειγμα, σαν οι κατηγορούμενοι στη Δίκη των Εξ να δικάζονταν το 1973 ή στην αρχή της Μεταπολίτευσης…

 

  1. Ο ορισμός του «εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας»

 

Σε αυτές τις αργοπορημένες δίκες υπάρχει και μία άλλη δυσκολία, εξαιτίας του περίπλοκου χαρακτήρα της έννοιας του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας, με το οποίο βαρύνονταν οι κατηγορούμενοι. Επρόκειτο για όρο που επινοήθηκε ενόψει της διαδικασίας της Νυρεμβέργης και μπήκε ως παράρτημα στη διασυμμαχική συμφωνία του Λονδίνου, που υπογράφηκε στις 8 Αυγούστου του 1945 μεταξύ της προσωρινής γαλλικής κυβέρνησης και των κυβερνήσεων των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας και της ΕΣΣΔ. Το κείμενο αυτό του 1945 αφορούσε καταρχάς τους πολίτες του Τρίτου Ράιχ και τους συνεργάτες τους, κάθε εθνικότητας, και η αρμοδιότητα για να δικαστούν ανήκε στο Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο. Στην υπόθεση λοιπόν του Touvier, που αποτέλεσε τον πρώτο Γάλλο στον οποίον απαγγέλθηκε αυτή η κατηγορία, προέκυψαν μια σειρά από ερωτήματα:

  • Ποιο δικαστήριο μπορούσε να δικάσει αυτά τα εγκλήματα, εφόσον το Στρατιωτικό Δικαστήριο της Νυρεμβέργης δεν υπήρχε πλέον;
  • Επρόκειτο για μια κατηγορία που απέρρεε από το εσωτερικό δίκαιο, ενώ αυτό δεν την είχε καθορίσει;
  • Δεν επρόκειτο για έναν νόμο αναχρονιστικό, καθώς εισήχθη εκ των υστέρων μια νέα παράμετρος –ο απαράγραπτος χαρακτήρας των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, με βάση τον νόμο του 1964–, κάτι που απουσίαζε από το κείμενο του 1945;

Αυτές ακριβώς οι δυσκολίες προκάλεσαν και την περίεργη εξέλιξη στη δίκη του Touvier.

 Ο Touvier δικάστηκε για ένα μόνο έγκλημα, το οποίο αποφασίστηκε ότι εμπίπτει στην κατηγορία του «εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας» – οι άλλες κατηγορίες είχαν διαγραφεί λόγω έλλειψης επαρκών αποδείξεων. Αυτό το ένα έγκλημα ήταν η στυγερή εκτέλεση επτά Γαλλοεβραίων στο Rillieux-la-Pape, κοντά στη Λυών, τον Ιούνιο του 1944, σε αντίποινα για τη δολοφονία ενός επιφανούς συνεργάτη των κατακτητών. Το έγκλημα αυτό το είχε παραδεχτεί και ο ίδιος ο Touvier. Ωστόσο, τον Απρίλιο του 1992, το δικαστήριο εξέδωσε ένα γενικό απαλλακτικό βούλευμα για τον κατηγορούμενο, αποφασίζοντας με βάση τον ορισμό του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας που είχε δοθεί από τον Άρειο Πάγο (Cour de cassation) το 1988, κατά την δίκη Barbie, και που έλεγε πως για να τεκμηριωθεί ως τέτοιο ένα έγκλημα θα έπρεπε να έχει γίνει στο όνομα ενός Κράτους που ασκούσε μια «πολιτική ιδεολογική ηγεμονία». Το δικαστήριο έκρινε, λοιπόν, ότι, το Βισύ δεν υιοθέτησε μια τέτοια πολιτική, επομένως οι αξιωματούχοι του δεν μπορούσαν να δικαστούν όπως αυτοί του Τρίτου Ράιχ. Επιπλέον, το Βισύ δεν όριζε τους Εβραίους ως εχθρούς του Κράτους.

Paul Touvier.

Η απόφαση προκάλεσε σάλο και ιδιαίτερα έντονες αντιδράσεις στους κόλπους της γαλλικής κοινωνίας. Λίγους μήνες μετά, τον Νοέμβριο του 1992, ο Άρειος Πάγος ακύρωσε εν μέρει την απόφαση. Ακολούθως, τον Ιούνιο του 1993, δόθηκαν μια σειρά από διευκρινίσεις εκ μέρους του Αρείου Πάγου στον νόμο περί «εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας». Για να εμπίπτει πλέον στην κατηγορία «εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας», ήταν απαραίτητο να αποδειχθεί πως ο Touvier δεχόταν επιρροή από τον κατακτητή, ήταν συνεργός της ναζιστικής Γερμανίας στο πλαίσιο της πολιτικής της ιδεολογικής ηγεμονίας και της εξόντωσης των Εβραίων και πως δεν λειτουργούσε αυτόνομα. Όλη η ουσία λοιπόν ήταν να αποδειχτεί πως υπήρξε παρέμβαση των Γερμανών στην υπόθεση του εγκλήματος στο Rillieux. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα μπορούσε να γίνει λόγος για έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Αν, αντίθετα, επρόκειτο για μία πράξη μόνο της Milice και ο Paul Touvier είχε δράσει μόνος, το έγκλημα στο Rillieux δεν θα ήταν έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, θα ήταν ένα «γαλλικό» έγκλημα.

Έτσι, το κακουργιοδικείο των Βερσαλλιών, στο οποίο ο Touvier προσήλθε για να δικαστεί από τις 17 Μαρτίου έως τις 20 Απριλίου του 1994, είδε την υπερασπιστική γραμμή του κατηγορουμένου να έχει αλλάξει άρδην, είδε τον Εισαγγελέα και το μεγαλύτερο μέρος των πολιτικώς εναγόντων να επιμένουν στην άμεση σχέση του Touvier και την εξάρτησή του από τους Ναζί, ενώ η μέχρι τότε ανακριτική έρευνα είχε τονίσει, με απολύτως πειστικά επιχειρήματα, την αυτονομία του άλλοτε αρχηγού της Μilice, καθώς έτσι (με τα έως τότε δεδομένα) αποδεικνυόταν και η μεγαλύτερη ευθύνη του. Δόθηκε μεγάλη σημασία στο γεγονός ότι οι αρχηγοί της γερμανικής αστυνομίας και τα SS συνεργάζονταν με Γάλλους συναδέλφους τους, τους αρχηγούς της Milice, κυρίως με τη Milice της Λυών. Τελικά, αποδείχθηκε πως τo Rillieux ήταν ένα έγκλημα που διαπράχθηκε για λογαριασμό των Γερμανών και ο Touvier, που είχε βρεθεί υπό τις διαταγές τους, καταδικάστηκε σε ισόβια στις 19 Απριλίου 1994.[8]

Με αυτόν τον τρόπο, όμως –και αυτό μας οδηγεί στο τρίτο πρόβλημα που ανέκυψε από τις ύστερες δίκες–, παραποιήθηκε η ιστορική αλήθεια.

 

  1. Παραποίηση της ιστορικής αλήθειας

Στη συζήτηση που άνοιξε για τη φύση του Καθεστώτος Βισύ έγινε αντιληπτό ότι, αντί η δίκη Touvier να φωτίσει την αυτονομία του ρόλου του Καθεστώτος στο Ολοκαύτωμα και το γεγονός ότι ήταν Γάλλοι πολίτες αυτοί που συμμετείχαν στο Βισύ, ανεξάρτητα από τις πράξεις των γερμανικών αρχών Κατοχής, εμφάνιζε, αντίθετα, το Βισύ αθωωμένο.[9]

Οι δικαστές που αθώωσαν το 1992 τον Touvier έδειξαν επιείκεια για το καθεστώς του Pétain, που σίγουρα δεν έχρηζε υπεράσπισης στα μάτια κάθε ειδικού ή μη, ακόμη και στα μάτια ενός μαθητή σχολείου που είχε στα χέρια του ένα καλό εγχειρίδιο ιστορίας. Επρόκειτο αναμφίβολα, όπως έχει υποστηριχθεί, για κατάχρηση αρμοδιότητας.[10] Το δικαστήριο είχε επομένως αποφανθεί εν γένει για το Καθεστώς του Βισύ, την ιστορία, τη φύση, τον χαρακτήρα, την ιδεολογία, τη δράση και τη σημασία του. Και η ετυμηγορία ήταν αντίθετη με την άποψη των ιστορικών της περιόδου, που γνώριζαν βεβαίως την αντικομμουνιστική και αντισημιτική ιδεολογική ταυτότητα του Βισύ, αλλά και πως η Milice ήταν μεν, πράγματι, μία δύναμη βοηθητική προς τους Ναζί, εντούτοις, σε πολλές περιπτώσεις δρούσε με ιδία πρωτοβουλία και έφερνε μόνη της σε πέρας τις εγκληματικές δράσεις της.[11]

Επομένως, η καταδίκη του Touvier δεν κατέστη δυνατή παρά μόνο με παραποίηση της ιστορικής αλήθειας – ήταν βασισμένη σε ένα ιστορικό ψέμα. Ειπώθηκαν βεβαίως και πολλές άλλες ανακρίβειες στις δίκες αυτές: ο Bousquet παραποίησε την ιστορία, αποκρύπτοντας την αντισημιτική ιδεολογία του Βισύ και το γεγονός ότι στόχος των Γάλλων αξιωματούχων του Καθεστώτος υπήρξαν και τα παιδιά, ήδη από την άνοιξη του 1942. Από τη μεριά του, ο Papon είχε ισχυριστεί πως οι Γάλλοι ιθύνοντες δεν γνώριζαν την απαίσια αλήθεια για τις εκτοπίσεις και την τύχη των Εβραίων, μέχρι την άνοιξη του 1945, κάτι που φυσικά δεν ίσχυε.[12]

Η δίκη του Maurice Papon (Ιανουάριος 1997).

 

Είναι αλήθεια ότι στις δίκες Papon και Touvier, οι ιστορικοί κλήθηκαν ως μάρτυρες και όχι ως ειδικοί. Σκοπός ήταν να βοηθήσουν τους δικαστές να προβούν σε μια συνολική εκτίμηση του Καθεστώτος του Βισύ, όχι μόνο σε σχέση με μία ατομική συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Εντούτοις, δεν εισακούστηκαν.

Η διαπίστωση αυτή μας οδηγεί και πάλι σε μια συζήτηση που επανέρχεται συνεχώς στις τάξεις των ιστορικών – και όχι μόνο: Είναι άραγε αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης ή της Ιστορίας, των δικαστών ή των ιστορικών να γράφουν ή να ξαναγράφουν και να αναθεωρούν την Ιστορία; Και ποιος είναι ο ρόλος που παίζει η νομοθετική εξουσία σε αυτή την εξίσωση; Πρόκειται για ένα καίριο ερώτημα, που έχει βρεθεί στο επίκεντρο του δημόσιου και του ακαδημαϊκού διαλόγου τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά και στην Ελλάδα και σε πολλές άλλες χώρες, αποτελεί δε κλειδί για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η προσέγγιση και ερμηνεία του παρελθόντος στη δημόσια σφαίρα.

La traque et le procès de Klaus Barbie | Archive INA

 

Η Έλλη Λεμονίδου είναι Μόνιμη Επίκουρη Καθηγήτρια
Νεώτερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Πατρών.

 

Υποσημειώσεις

 

[1] Jean-Marc Varaut, Le Procès Pétain. 1945-1995, Παρίσι, Perrin, 1995.

[2] Fred Kupferman, Le Procès de Vichy. Pucheu, Pétain, Laval, Παρίσι, Editions Complexe, 2006, σ. 30.

[3] Γιώργος Κόκκινος, Μαρία Βλαχού, Βασιλική Σακκά κ.ά., Προσεγγίζοντας το Ολοκαύτωμα στο ελληνικό σχολείο, Αθήνα, Ταξιδευτής, 2007, σ. 106-121: Σύμφωνα με τον Henry Rousso, υπάρχουν τα εξής τέσσερα διακριτά στάδια αναφορικά με την επεξεργασία του τραύματος του Βισύ και τη συλλογική μνήμη στη Γαλλία ως προς τη σημασιοδότηση του Καθεστώτος: 1) 1944-1954: Απώθηση – Αποσιώπηση – Ενοχή, 2) 1954-1971: Απώθηση (το απόγειο της αντιστασιοκεντρικής γκωλικής – κομμουνιστικής οπτικής), 3) 1971-1974: Η επιστροφή του απωθημένου, με τη βοήθεια της ιστοριογραφικής και δημοσιογραφικής έρευνας και της κινηματογραφικής αποτύπωσης, με ορόσημα την ταινία του Marcel Ophuls, Le Chagrin et la Pitié (1971) και το βιβλίο του ιστορικού Robert Paxton, Η Γαλλία του Βισύ/La France de Vichy (1973, έτος κυκλοφορίας της γαλλικής μετάφρασης), 4) 1974 και εξής: Η ψύχωση (το στοιχειωμένο παρελθόν επανέρχεται, όπως και το αίσθημα της ενοχής, μεταξύ άλλων με την αναγνώριση από τον Jacques Chirac, τον Ιούλιο 1995, της ευθύνης του γαλλικού κράτους για τον αφανισμό των Εβραίων της Γαλλίας στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης, αλλά και με τον καταλογισμό ποινικών ευθυνών, σε ατομικό επίπεδο, στις δίκες των αξιωματούχων του Βισύ που έλαβαν χώρα τις δεκαετίες του 1980 και του 1990).

[4] Éric Conan, Henry Rousso, Vichy, un passé qui ne passe pas, Παρίσι, Librairie Arthème Fayard/Pluriel, 2013, σ. 110-111.

[5] Στο ίδιο, σ. 114.

[6] Στο ίδιο, σ. 116-117.

[7] Jean-Noël Jeanneney, Le passé dans le prétoire. L’historien, le juge et le journaliste, Παρίσι, Éditions du Seuil, 1998, σ. 69 (βλ. γενικά όλο το σχετικό κεφάλαιο: σ. 69-78).

[8] Éric Conan, Henry Rousso, ό.π., σ. 124-158. Sorj Chalandon, «Proceedings», στο: Richard J. Golsan (επιμ.), The Bousquet and Touvier Affairs, Ανόβερο-Λονδίνο, University Press of New England, 1996, σ. 147-149, 152-154. Sorj Chalandon, Pascale Nivelle, Crimes contre l’humanité. Barbie – Touvier – Bousquer – Papon, Παρίσι, Plon, 1998, σ. 212-214.

[9] Bertram M. Gordon, «Afterword: Who Were the Guilty and Should They Be Tried?», στο: Richard J. Golsan (επιμ.), ό.π., σ. 192-193.

[10] Jean-Noël Jeanneney, ό.π., σ. 20-22, 43-45.

[11] Henry Rousso, «The Stakes in the Summer of 1944», στο: Richard J. Golsan (επιμ.), ό.π., σ. 160-161.

[12] Sorj Chalandon, Pascale Nivelle,  ό.π., σ. 251-280, 376-512.

Η ανταρσία του “Bounty”

 

Η ανταρσία του “Bounty”

Στις 28 Απριλίου 1789, στο Νότιο Ειρηνικό, εκδηλώθηκε στάση επάνω στο HMS Bounty. Δυο εβδομάδες νωρίτερα, το πλοίο είχε αποπλεύσει από την Ταϊτή, έχοντας εκπληρώσει το πρώτο σκέλος της αποστολής του, δηλ. τη φόρτωση αρτόδεντρων, τα οποία ευδοκιμούσαν στη συγκεκριμένη περιοχή της Πολυνησίας. Το δεύτερο σκέλος της αποστολής συνίστατο στη μεταφορά και εκφόρτωση του πολύτιμου φορτίου στις Βρετανικές κτήσεις της Καραϊβικής, με την βάσιμη ελπίδα πως οι εκεί κλιματολογικές συνθήκες θα προσφέρονταν για την καλλιέργεια του αρτόδεντρου και την χαμηλού κόστους παραγωγή ψωμιού για τους σκλάβους. Το Bounty είχε αποπλεύσει από τις Βρετανικές Νήσους στις 15 Οκτωβρίου του 1787 με κυβερνήτη τον William Bligh και υποπλοίαρχο τον Fletcher Christian. Ο διάπλους προς την Ταϊτή αποδείχθηκε περιπετειώδης, καθώς η προσπάθεια προσπέλασης του Ακρωτηρίου Χορν, στο νότιο άκρο της Αμερικανικής Ηπείρου (πρόκειται για τη συντομότερη διαδρομή) απέτυχε εξαιτίας δυσμενών καιρικών συνθηκών. Το πλοίο αναγκάστηκε να στραφεί προς τον Ινδικό Ωκεανό, μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, επιλογή, η οποία επέφερε μεγάλη χρονική καθυστέρηση και ταλαιπωρία. Αγκυροβόλησε στον κόλπο Matavai της Ταϊτής στις 26 Οκτωβρίου 1788, έχοντας συμπληρώσει ένα έτος από τη στιγμή της αναχώρησης και διατρέξει μια απόσταση 31.170 ναυτικών μιλίων (50.163 χλμ.). Στην Ταϊτή παρέμεινε επί πέντε μήνες, κατά τη διάρκεια των οποίων φυτεύτηκαν και ακολούθως μεταφέρθηκαν στο πλοίο άνω των χιλίων αρτόδεντρα. Τα αίτια της ανταρσίας αποδίδονται σε ένα συνδυασμό πολλών παραγόντων: 1) Κόπωση του πληρώματος εξαιτίας της μακροχρόνιας απουσίας από την πατρίδα, 2) απροθυμία επανόδου στους κανόνες της καθημερινής πειθαρχίας έπειτα από μια πολύμηνη διαμονή στην Ταϊτή, κατά τη διάρκεια της οποίας σημειώθηκαν πολλά κρούσματα επιμειξίας με τους ιθαγενείς, 3) υπέρμετρα σκληρή συμπεριφορά εκ μέρους του κυβερνήτη κλπ. Η τελευταία είναι και η επικρατέστερη εκδοχή, που μονοπωλεί το μεγαλύτερο μέρος της βιβλιογραφίας και το σύνολο των κινηματογραφικών εκδοχών. Σχετικά πρόσφατες, ωστόσο, μελέτες, αναθεωρούν την παραπάνω εκτίμηση, επιρρίπτοντας ευθύνες στον υποκινητή της ανταρσίας, υποπλοίαρχο Fletcher Christian (Richard Hough 1972, Caroline Alexander 2003) και επιδεικνύοντας μεγαλύτερη επιείκεια και κατανόηση έναντι του πλοιάρχου Bligh. Σύμφωνα με τις παραπάνω εκτιμήσεις, ο Christian, κατά τις άμεσες παραμονές εκδήλωσης της στάσης, είχε υπερβεί κάθε όριο λογικής, έχοντας προσβληθεί (όπως, άλλωστε, μεγάλο τμήμα του πληρώματος) από αφροδίσιο νόσημα εξαιτίας ερωτικών συνευρέσεων με Ταϊτινές.

Η ανταρσία δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα, μόνο, κεφάλαιο της οδύσειας του Bounty και του πληρώματός του. Άξιες μνείας είναι άλλες τρεις πτυχές του δράματος: 1) Η περιπέτεια της λέμβου, όπου στοιβάχθηκαν ο Bligh και οι νομιμόφρονες ναυτικοί και η οποία διένυσε μια πορεία 3.500 ναυτικών μιλίων (6.500 χλμ) έως τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες (σημερινή Ινδονησία), με σύντομες στάσεις στα νησιά του Νοτίου Ειρηνικού, εξαιτίας του φόβου των κανιβάλων ιθαγενών (ο Bligh, ως κατώτερος αξιωματικός, υπήρξε αυτόπτης μάρτυς του μαρτυρικού θανάτου του James Cook το 1779 στη Χαβάη). 2) Η εξίσου περιπετειώδης αποστολή του πλοίου Pandora, επιφορτισμένου με την αναζήτηση και σύλληψη των στασιαστών. Έπειτα από μια άκαρπη αναζήτηση εννέα μηνών στον αχανή Νότιο Ειρηνικό, το Pandora τερμάτισε άδοξα την αποστολή του, προσκρούοντας σε ύφαλο στα ανοικτά των Ολλανδικών Ανατολικών Ινδιών. Μεταξύ των θυμάτων ήταν τέσσερα μέλη του πληρώματος του Bounty, που είχαν συλληφθεί στην Ταϊτή. Άλλα εννέα διασώθηκαν και μεταφέρθηκαν στα Βρετανικά Νησιά, όπου προσήχθησαν σε Ναυτοδικείο. 3) Ακόμα πιο εντυπωσιακή υπήρξε η μοίρα του Christian και των περισσοτέρων στασιαστών. Έπειτα από δυο σύντομες παραμονές στην Ταϊτή, το Bounty, με μεικτό πλήρωμα καθώς είχαν επιβιβασθεί σε αυτό ιθαγενείς (μεταξύ των οποίων και γυναίκες), περιπλανήθηκε άσκοπα επί τέσσερις μήνες στον Ειρηνικό. Ως τελικό καταφύγιο επελέγη η νήσος Pitcairn, χάρη σε ένα χαρτογραφικό σφάλμα (το στίγμα της παρουσίαζε μια απόκκλιση 348 χλμ. από εκείνο που αναφερόταν στους χάρτες του Βρετανικού Ναυαρχείου). Επιπρόσθετα, το νησί ήταν ακατοίκητο με πλούσια πανίδα και χλωρίδα και άφθονο νερό. Στις 23 Ιανουαρίου 1790, δώδεκα, μόλις ημέρες έπειτα από την άφιξη στο Pitcairn, το Bounty καταστράφηκε από φωτιά. Επρόκειτο για σκόπιμη ενέργεια, η οποία υπαγορεύτηκε από λόγους προστασίας έναντι των τιμωρητικών αποστολών που ήταν βέβαιο πως θα εξαπέλυαν οι Βρετανικές αρχές, είτε προκειμένου να αποτραπεί κάθε υπόνοια επιστροφής στην πατρίδα ένεκα νοσταλγίας. Όταν το αμερικανικό ιστιοφόρο Topaz (το πρώτο κατά σειρά, που προσέγγισε τη νήσο Pitcairn), κατέπλευσε τον Φεβρουάριο του 1808, βρήκε μια αποικία δεύτερης γενιάς, η οποία είχε προκύψει από επιμειξία. Από το πλήρωμα του Bounty είχε επιζήσει ένα, μόνο, άτομο. Οι περισσότεροι (μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Christian) είχαν χάσει τη ζωή τους από συμπλοκές με τους Ταϊτινούς. Όσο για τον έτερο πρωταγωνιστή, τον William Bligh, αφού αθωώθηκε από το Ναυτοδικείο, προήχθη σε κυβερνήτη πολεμικού σκάφους. Διετέλεσε διοικητής της Νέας Νοτίου Ουαλίας (Αυστραλία) μεταξύ των ετών 1806 και 1808 και τερμάτισε την σταδιοδρομία του με τον βαθμό του αντιναυάρχου.

Η πολυδιάστατη περιπέτεια του Bounty, σε συνδυασμό με το στοιχείο του εξωτισμού, που την διατρέχει από άκρου σε άκρο, δεν μπορούσε παρά να λειτουργήσει ως πηγή έμπνευσης. Στις αναρίθμητες μελέτες και άρθρα που έχουν κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα, ήρθαν να προστεθούν πέντε κινηματογραφικές ταινίες με καταξιωμένους ηθοποιούς (η πρώτη, βωβή Αυστραλιανή του 1916, δεν έχει αφήσει κανένα ίχνος). Αυτήν ακριβώς τη διάσταση φιλοδοξεί να αναδείξει το παρόν αφιέρωμα.

William Bligh (1754-1817), κυβερνήτης του Bounty

 

 

Fletcher Christian (1764-1793), υποπλοίαρχος του Bounty, υποκινητής της στάσης.

 

 

Το ιατρικό ημερολόγιο του Bounty, Royal Museums Greenwich

 

Η πορεία του Bounty. Με μπλε συνεχόμενη γραμμή σημειώνεται η διαδρομή από τα ανοιχτά της Τασμανίας έως τον τελικό προορισμό της αποστολής (Ταϊτή). Με μπλε διακεκομένη γραμμή, η πορεία από την Ταϊτή έως το σημείο εκδήλωσης της ανταρσίας. Με μπλε κουκίδες, η πορεία από το σημείο της ανταρσίας έως τον τελικό προορισμό (νήσος Pitcairn) με δυο ενδιάμεσες σταθμεύσεις στην Ταϊτή. Με πράσινες κουκίδες σημειώνεται η οδύσσεια (6.500 χλμ. – 3.500 ναυτικά μίλια) της λέμβου του Bligh από το σημείο της ανταρσίας έως τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες.

 

Ιδιόχειρη ονομαστική κατάσταση των εμπλεκομένων στην ανταρσία. Πρώτο αναγράφεται το όνομα του Fletcher Christian. Η κατάσταση συντάχθηκε από τον Bligh κατά τη διάρκεια του περίπλου με τη λέμβο του Bounty. Το πρωτότυπο φυλάσσεται στα Εθνικά Αρχεία της Αυστραλίας.

 

Bernard Finnigan Gribble: The Loyal Men of the ‘Bounty’,1915, Bournemouth, Russell-Cotes Art Gallery and Museum

 

Η μεταφορά στην οθόνη

1. In The Wake of The Bounty (1933)

 

Σενάριο – Σκηνοθεσία: Charles Chauvel
Mayne Lynton (Bligh)
Errol Flynn (Christian)
Arthur Grenaway (αφήγηση)

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Errol Flynn στην παρθενική κινηματογραφική του εμφάνιση στο ρόλο του Fletcher Christian

 

In The Wake of The Bounty (απόσπασμα)

 

2. Mutiny on the Bounty (1935)

Σενάριο: Talbot Jennings, Jules Furthman, Carey Wilson
Σκηνοθεσία: Frank Lloyd
Charles Laughton (Bligh)
Clark Gable (Christian)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Clark Gable (Christian) και Charles Laughton (Bligh).

 

 

Mutiny on the Bounty (η σύγκρουση Bligh – Christian)

 

 

Mutiny on the Bounty (η εκδήλωση της ανταρσίας)

 

3. Mutiny on the Bounty (1962)

Σενάριο: Charles Lederer

Σκηνοθεσία: Lewis Milestone

Trevor Howard (Bligh)

Marlon Brando (Christian)

Richard Harris (Mills)

Eddie Byrne (Fryer)

Henry Daniell (ναύαρχος Hood)

 

 

 

 

 

 

Trevor Howard (Bligh) και Marlon Brando (Christian).

 

Mutiny on the Bounty (η άφιξη στην Ταϊτή)   

 

 

Mutiny on the Bounty (η εκδήλωση της ανταρσίας)

 

4. The Bounty (1984)

Σενάριο: Robert Bolt

Σκηνοθεσία: Roger Donaldson

Μουσική: Βαγγέλης Παπαθανασίου

Anthony Hopkins (Bligh)

Mel Gibson (Christian)

Daniel Day-Lewis (Fryer)

Liam Neeson (Churchill)

Sir Lawrence Olivier (ναύαρχος Hood)

 

 

Mel Gibson (Christian) και Anthony Hopkins (Bligh)

 

The Bounty (η άφιξη στην Ταϊτή)  

The Bounty (η εκδήλωση της ανταρσίας) 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Alexander, Caroline: The Bounty. London, Harper Collins, 2003.

 

Boyne, John: Mutiny on the Bounty, Doubleday Canada Limited, Toronto, Ontario, 2009.

 

Dening, Greg: Mr Bligh’s Bad Language: Passion, Power and Theatre on the Bounty, Cambridge University Press, 1994.

 

Hough, Richard: Captain Bligh and Mr Christian: The Men and the Mutiny, London, Hutchinsons, 1972.

 

McKinney, Sam: (1999). Bligh!: The Whole Story of the Mutiny Aboard H.M.S. Bounty, Victoria, British Columbia, Touch Wood Editions, 1999.

 

Charles Nordhoff, James Norman Hall: The Bounty Trilogy, New York, Little, Brown and Company, 1940 (2η έκδοση).

 

Anne Salmond: BLIGH. William Bligh in the South Seas, University of California Press, 2011.                                         

 

 

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Νίκος Μισολίδης

 

Ιωάννης Κοντάκης: Η στρατηγική σημασία της Κρήτης στον πολεμικό σχεδιασμό των αντιπάλων Δυνάμεων (1939 – 1940)

Ιωάννης Κοντάκης

Η στρατηγική σημασία της Κρήτης στον πολεμικό σχεδιασμό των αντιπάλων Δυνάμεων

(1939 – 1940)

 

Πριν από 77 χρόνια, το πρωινό της 20ης Μαΐου 1941, περίπου 600 αργοκίνητα Junkers Ju 52 της Γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας (Luftwaffe) απελευθέρωσαν κατά κύματα σχεδόν 14.000 άνδρες της επίλεκτης δύναμης των αλεξιπτωτιστών, με αντικειμενικό στόχο την κατάληψη της Κρήτης, την οποία υπερασπίζονταν 41.435 άνδρες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας (κυρίως Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί και Βρετανοί) και Έλληνες. Δέκα μέρες αργότερα, μετά από σφοδρές μάχες, οι Συμμαχικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να εκκενώσουν το νησί και οι Γερμανοί επικράτησαν αλλά με βαριές απώλειες. Περισσότεροι από 8.000 άνδρες και των δύο πλευρών έχασαν τη ζωή τους και 17.155 άνδρες των Συμμάχων πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Εξίσου υψηλές ήταν και οι υλικές ζημιές: 220 αεροσκάφη της Luftwaffe καταστράφηκαν και 140 ακόμη υπέστησαν σοβαρές ζημιές, 36 βρετανικά αεροσκάφη είχαν καταρριφθεί, 9 πολεμικά πλοία του Βρετανικού Στόλου της Μεσογείου είχαν βυθιστεί, ένα αεροπλανοφόρο και ένα θωρηκτό αποσύρθηκαν για επισκευές και 2 ιταλικά αντιτορπιλικά είχαν υποστεί σημαντικές ζημιές.

 

Η Γερμανική κατάληψη της Κρήτης τον Μάιο του 1941.

 

Η νίκη των Γερμανών ήταν Πύρρειος, είχαν όμως επιτύχει τον στόχο τους: ο έλεγχος της Κρήτης είχε χαθεί για τους Συμμάχους και οι δυνάμεις του Άξονα είχαν τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τα πλεονεκτήματα που προσέφερε η στρατηγική θέση του νησιού. Η Κρήτη είναι το πέμπτο μεγαλύτερο νησί της Μεσογείου και το μεγαλύτερο της Ελλάδας, με την οποία ενσωματώθηκε το 1913. Το ανάγλυφο είναι ιδιαίτερα ορεινό, το σχήμα της είναι μακρόστενο με μήκος 260 χιλιόμετρα και πλάτος που κυμαίνεται από 12 έως 60 χιλιόμετρα. Αυτό που την καθιστά πολύτιμη δεν είναι η μορφολογία αλλά η στρατηγική της θέση. Δυτικά της Κρήτης βρίσκεται το Στενό των Αντικυθήρων και Ανατολικά το Στενό της Κάσου, οι δύο προσβάσεις από τις οποίες ελέγχεται η είσοδος και η έξοδος στο Αιγαίο. Βορειοδυτικά, σε απόσταση μικρότερη των 100 χιλιομέτρων είναι η Πελοπόννησος, στα Βόρεια, περίπου 300 χιλιόμετρα μακριά η Αθήνα και περίπου 600 η Θεσσαλονίκη, στα Βορειανατολικά τα Δωδεκάνησα και η Ρόδος βρίσκονται σε απόσταση περίπου 150 χιλιομέτρων και λίγο πιο μακριά είναι οι ακτές της Τουρκίας. Δυτικά του Νησιού βρίσκονται η Μάλτα και η Σικελία, Ανατολικά η Κύπρος, η Συρία, ο Λίβανος και η Παλαιστίνη. Τέλος στα Νότια, σε απόσταση μικρότερη των 350 χιλιομέτρων βρίσκεται η Κυρηναϊκή (Λιβύη) και Νοτιοανατολικά, 600 περίπου χιλιόμετρα μακριά η Αλεξάνδρεια και το Δέλτα του Νείλου[1]. Η ανάπτυξη των αερομεταφορών κατά τον 20ο αιώνα μείωσε τον χρόνο που απαιτούνταν για να καλυφθούν οι παραπάνω αποστάσεις, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τη σημασία του νησιού. Κατά συνέπεια, όποιος κατείχε την Κρήτη και διέθετε ναυτικές και αεροπορικές βάσεις εκεί, μπορούσε να ελέγξει την ναυσιπλοΐα μεταξύ Αιγαίου, Κεντρικής και Ανατολικής Μεσογείου και να απειλήσει όλες τις εχθρικές δυνάμεις που βρίσκονταν στις παρακείμενες ακτές. Εξαιτίας αυτών των πλεονεκτημάτων η Κρήτη από πολύ νωρίς συγκέντρωσε το ενδιαφέρον των δυνάμεων εκείνων που εποφθαλμιούσαν την κυριαρχία στην ευρύτερη περιοχή.

Ήδη από τον Μεσοπόλεμο, το φασιστικό καθεστώς της Ρώμης είχε υιοθετήσει μια ιμπεριαλιστική ρητορική σύμφωνα με την οποία το ιταλικό έθνος έπρεπε να επεκταθεί και να αποκτήσει τον απαιτούμενο «ζωτικό χώρο» (spazio vitale) προκειμένου να μεγαλουργήσει. Μέρος του χώρου αυτού ήταν και η Κρήτη. Από την έκρηξη του πολέμου τον Σεπτέμβριου του 1939 μέχρι και την εισβολή στην Ελλάδα, το νησί και ειδικότερα οι κινήσεις του αντίπαλου Βρετανικού Στόλου της Μεσογείου παρακολουθούνταν από την Ιταλική Αεροπορία (Regia Aeronautica). Φαίνεται ότι οι Ιταλοί φοβόντουσαν το ενδεχόμενο κατοχής του Νησιού από τους Βρετανούς και τη συνακόλουθη ισχυροποίηση που προσέφερε η γεωγραφική του θέση. Αποτέλεσμα ήταν σε πολλές περιπτώσεις η ιταλική Κυβέρνηση να διαμαρτυρηθεί στην ουδέτερη Ελλάδα για τον δήθεν ελλιμενισμό βρετανικών πλοίων στην Κρήτη αλλά και αλλού.

Σμήνος αεροσκαφών της Regia Aeronautica σε αναγνωριστική αποστολή το 1940.

Παράλληλα, από τον Ιούνιο του 1940, όταν και η Ιταλία εξήλθε στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας, οι ιταλικές δυνάμεις τέθηκαν αντιμέτωπες με τις βρετανικές στη Μεσόγειο και τη Βόρεια Αφρική. Στο πλαίσιο των σχεδιαζόμενων επιχειρήσεων εναντίον της Αιγύπτου, ο επικεφαλής των εκεί μονάδων, στρατηγός Rodolfo Graziani, είχε εκφράσει την επιθυμία να καταληφθεί η Κρήτη. Η κατοχή του νησιού θα επέτρεπε στους Ιταλούς να διαθέτουν ένα ορμητήριο-βάση ανεφοδιασμού στα πλευρά των βρετανικών θέσεων. Με τον τρόπο αυτόν θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν τον δια θαλάσσης ανεφοδιασμό των εχθρικών δυνάμεων και να απειλήσουν τις βάσεις του βρετανικού στόλου και την ναυσιπλοΐα στη Διώρυγα του Σουέζ. Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο του 1940 η έλλειψη εφοδίων ανέκοψε πρόωρα την προέλαση του Graziani και δεν εκπονήθηκε κανένα επίσημο σχέδιο για κατάληψη της Κρήτης.

Την ίδια περίοδο οι Ιταλοί σχεδίαζαν να επιτεθούν στην Ελλάδα. Η στρατιωτική κατάκτηση της χώρας, εφόσον κρινόταν απαραίτητη, θεωρούταν εύκολη και η κατοχή της θα προσέφερε μια σειρά από πλεονεκτήματα στην Ρώμη με κυριότερα την απόκτηση των στρατηγικής σημασίας ελληνικών λιμανιών, την ένταξη της χώρας στην ιταλική οικονομική σφαίρα και τον έλεγχο των μοναδικών αποθεμάτων νικελίου στην Νότια Ευρώπη, υλικού χρήσιμου στην κατασκευή των θωρακίσεων.

Ωστόσο, στα σχέδια επίθεσης που καταρτίστηκαν δεν γινόταν λόγος για την Κρήτη. Μια επιχείρηση με μοναδικό στόχο την κατάληψη του νησιού απαιτούσε την συμμετοχή μεγάλου μέρους του ιταλικού στόλου, ισχυρή αεροπορική υποστήριξη και τις απαραίτητες χερσαίες δυνάμεις που θα αναλάμβαναν την κατάκτηση και τη διατήρηση του νησιού. Επιπλέον η απειλητική παρουσία του βρετανικού στόλου έπρεπε να συμπεριληφθεί στις όποιες δυσχέρειες παρουσίαζε η επιχείρηση. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, η κατάληψη της Κρήτης είχε υψηλό οικονομικό κόστος και παρουσίαζε μεγάλη επικινδυνότητα. Παρά το ενδιαφέρον που είχε εκδηλωθεί από την ηγεσία της Ιταλικής Αεροπορίας για την απόκτηση βάσεων στο νησί, οι Ιταλοί δίσταζαν  να εκθέσουν σε τόσο μεγάλο κίνδυνο το ναυτικό τους, επειδή δεν ήταν σε θέση να αναπληρώσουν εύκολα τις όποιες απώλειες. Επιπρόσθετα, θεωρήθηκε από την ιταλική ηγεσία ότι η σφοδρότητα με την οποία ετοιμαζόταν να διεξαγάγει την επιχείρηση κατά της Ελλάδας, θα ήταν αρκετή για να προκαλέσει την γρήγορη κατάρρευση της άμυνας και τη συνακόλουθη κυριαρχία επί του συνόλου της ελληνικής επικράτειας, συμπεριλαμβανομένης επομένως και της Κρήτης. Η μόνη δράση που αφορούσε το νησί ήταν αποτρεπτικής φύσης, προερχόταν από τη Regia Aeronautica και προέβλεπε την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απόπειρας των Βρετανών να αποβιβάσουν δυνάμεις στο νησί και να ενισχύσουν την άμυνά του.

Francesco Pricolo (1891-1980), Διοικητής της Ιταλικής Πολεμικής Αεροπορίας (1939-1941). Τις παραμονές της ιταλικής επίθεσης στην Ελλάδα είχε εκφράσει στον Μουσολίνι την επιθυμία να δημιουργηθεί αεροπορική βάση στην Κρήτη, σχέδιο που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

Όμως, την 1η Νοεμβρίου 1940 οι Βρετανοί κατάφεραν να αποβιβάσουν στρατεύματα στην Κρήτη. Η προσπάθεια αποτροπής εκ μέρους της Ιταλικής Αεροπορίας δεν ήταν ιδιαίτερα δυναμική καθώς με μόλις 15 βομβαρδιστικά οι Ιταλοί δεν προκάλεσαν απώλειες ή σοβαρά προβλήματα. Έκτοτε, η όποια δράση των ιταλικών δυνάμεων περιορίστηκε σε μικρής κλίμακας αεροπορικές και ναυτικές επιθέσεις. Η αιτία αυτής της υποτονικής δράσης ήταν η αρνητική εξέλιξη των πολεμικών γεγονότων σε όλα τα μέτωπα. Πρώτα οι Έλληνες αντεπιτέθηκαν στην Αλβανία, αναγκάζοντας τους Ιταλούς να υποχωρήσουν, έπειτα οι Βρετανοί επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά στις δυνάμεις του Graziani στη Βόρεια Αφρική και ταυτόχρονα ο βρετανικός στόλος προκάλεσε σοβαρά πλήγματα στον αντίστοιχο ιταλικό.

Η κατάσταση ανατράπηκε και άρχισε να εξελίσσεται θετικά για τις δυνάμεις του Άξονα από την άνοιξη του 1941. Στις 6 Απριλίου γερμανικές δυνάμεις εξαπέλυσαν ταυτόχρονη επίθεση εναντίον της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας και μέχρι τα τέλη του μήνα είχαν επικρατήσει παντού. Η Κρήτη, όμως παρέμενε υπό συμμαχική κατοχή και από γερμανικής πλευράς κρίθηκε απαραίτητη η κατάληψη της. Ενώ η μάχη της Κρήτης βρισκόταν σε εξέλιξη, οι Ιταλοί αποφάσισαν να στείλουν ένα εκστρατευτικό σώμα (1500-1600 άνδρες) προκειμένου να καταλάβει την Ανατολική Κρήτη. Η συμμετοχή τους έγινε για λόγους γοήτρου, ώστε οι Ιταλοί να συνεισφέρουν τον απαραίτητο «φόρο αίματος» στην επιχείρηση, καθώς η Κρήτη ανήκε στον ιταλικό ζωτικό χώρο και για λόγους προπαγάνδας το φασιστικό καθεστώς επιθυμούσε να φανεί ότι λαμβάνει μέρος στην επίθεση. Ειδικότερα η Ρώμη ενδιαφερόταν να αποκτήσει τον έλεγχο του ανατολικού άκρου του νησιού, καθώς αυτό λειτουργούσε ως ένα «φυσικό» συμπλήρωμα στα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα, επιτρέποντας τον πλήρη έλεγχο του Στενού της Κάσου, της ανατολικής εισόδου στο Αιγαίο Πέλαγος.

Αντίθετα με τους συμμάχους τους, οι Γερμανοί επέδειξαν εντονότερο ενδιαφέρον για την κατάληψη του νησιού. Από πολύ νωρίς και χωρίς να έχει άμεσα συμφέροντα στη Μεσόγειο, το Βερολίνο θεώρησε ότι η κατοχή της Κρήτης ήταν ένα σημαντικό πλεονέκτημα για τις δυνάμεις του Άξονα. Ωστόσο, η Μεσόγειος δεν συμπεριλαμβανόταν στο στόχαστρο του Hitler, ο οποίος είχε αναγνωρίσει την ιταλική προτεραιότητα στην περιοχή. Αντίθετα, το Βερολίνο θεωρούσε την Βαλκανική Χερσόνησο δικό του οικονομικό χώρο και όσο η υφιστάμενη κατάσταση εξυπηρετούσε τα συμφέροντά του, οποιαδήποτε διαταραχή εκεί ήταν ανεπιθύμητη. Για τον λόγο αυτόν, όταν από τα τέλη Μαΐου του 1940 οι Ιταλοί ετοιμαζόταν να εξέλθουν στον πόλεμο, οι Γερμανοί προσπαθούσαν να τους αποτρέψουν από επιχειρήσεις στη Βαλκανική. Εναλλακτικά, προωθούσαν την κατάληψη της Κρήτης επισημαίνοντας τις δυνατότητες που προσέφερε η κατοχή της στις επιχειρήσεις εναντίον της Αιγύπτου. Με τον τρόπο αυτόν οι ισορροπίες στη Βαλκανική δεν θα διαταράσσονταν και παράλληλα οι Βρετανοί θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν μια διπλή, ταυτόχρονη επίθεση στην Αίγυπτο και στα Βρετανικά Νησιά, με αποτέλεσμα την γενικότερη εξασθένισή τους.

Τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, όταν πλέον είχε γίνει σαφές ότι οι Ιταλοί δεν συμμερίζονταν την άποψη των Γερμανών, η ηγεσία του Γερμανικού Ναυτικού επεξεργαζόταν την προοπτική μιας έγκαιρης κατάληψης του Νησιού από γερμανικές δυνάμεις, προτού προλάβουν οι Βρετανοί να αποβιβάσουν στρατεύματα εκεί. Την ίδια περίοδο διεξαγόταν η Μάχη της Αγγλίας. Η Luftwaffe δεν είχε καταφέρει να κάμψει την αντίσταση της RAF και η αδυναμία κυριαρχίας στους βρετανικούς αιθέρες καθιστούσε αδύνατη την προοπτική απόβασης στα βρετανικά νησιά. Τότε (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1940) το ενδιαφέρον του Βερολίνου στράφηκε νότια με στόχο την πραγματοποίηση ενός ισχυρού έμμεσου χτυπήματος στην βρετανική Μέση Ανατολή. Στα σχέδια αυτά η κατοχή της Κρήτης θα διαδραμάτιζε ουσιαστικό ρόλο στις επιχειρήσεις εναντίον της Αιγύπτου και της Αλεξάνδρειας ειδικότερα, επειδή μπορούσε να λειτουργήσει ως βάση ανεφοδιασμού και ορμητήριο της Γερμανικής Αεροπορίας. Παράλληλα όμως, η κατάληψη της υπολογιζόταν ότι θα απαιτούσε μεγάλο αριθμό αεροπορικών και χερσαίων δυνάμεων.

Ωστόσο, τα γεγονότα οδήγησαν στην εγκατάλειψη αυτών των σχεδίων. Η ιταλική εισβολή στην Ελλάδα έδωσε την δυνατότητα στους Βρετανούς να χρησιμοποιήσουν τα ελληνικά λιμάνια και αεροδρόμια. Η εξέλιξη αυτή σήμαινε ότι απειλούνταν οι ζωτικής σημασίας για τους Γερμανούς πετρελαιοπηγές του Πλόεστι στη Ρουμανία. Το αποτέλεσμα ήταν να σταματήσουν τα οποιαδήποτε επιθετικά σχέδια αφορούσαν τη Μεσόγειο. Παράλληλα, οι σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση άρχισαν να παίρνουν διαφορετική τροπή από αυτή που επιθυμούσε ο Hitler με αποτέλεσμα στις 18 Δεκεμβρίου του 1940, ο Führer να κοινοποιήσει την υπ΄ αριθμό 21 Οδηγία, με στόχο την άμεση συντριβή της Ρωσίας, πριν ακόμα τη λήξη του πολέμου με την Αγγλία.

Βασική προϋπόθεση για την επιτυχία της επιχείρησης «Μπαρμπαρόσα», όπως ονομάστηκε το παραπάνω εγχείρημα, ήταν η απομάκρυνση των Βρετανών από τα Βαλκάνια, διαφορετικά, τα πλευρά της γερμανικής νότιας στρατιάς που θα επιτιθόταν στην ΕΣΣΔ θα βρισκόταν εκτεθειμένα και οι πετρελαιοπηγές του Πλόεστι υπό την συνεχή απειλή της RAF. Για τον λόγο αυτόν, στις 13 Δεκεμβρίου 1940 είχε προηγηθεί η έκδοση της υπ’ αριθμόν 20 Οδηγίας (επιχείρηση «Μαρίτα») με στόχο την εκδίωξη των Βρετανών από την Ελλάδα. Οι Γερμανοί πλέον ενδιαφέρονταν για την εξασφάλιση των κεκτημένων τους και για τον λόγο αυτόν τα όποια επιθετικά σχέδια είχαν καταρτίσει για την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου έμειναν στα χαρτιά.

Hermann Göring (1893-1946). Μεταξύ άλλων αξιωμάτων που κατείχε, ήταν ο επικεφαλής της Luftwaffe (1933-1945).  Απέδιδε μεγάλη σημασία στην κατοχή της Κρήτης και θεωρούσε την επιχείρηση Ερμής ως μια εξαιρετική ευκαιρία προκειμένου να αποδειχθεί η ισχύς των αλεξιπτωτιστών.

Όταν στα τέλη Απριλίου του 1941 οι Γερμανοί είχαν ολοκληρώσει επιτυχώς την επιχείρηση «Μαρίτα» και θέσει  τα Βαλκάνια υπό τον έλεγχό τους, η Κρήτη επανήλθε στο προσκήνιο. Στο Νησί βρίσκονταν οι τελευταίες ισχυρές δυνάμεις των Συμμάχων, οι οποίες, δυνητικά, ήταν ακόμη σε κατάσταση να προκαλέσουν προβλήματα στην διεξαγωγή της επιχείρησης «Μπαρμπαρόσα» και στην ασφάλεια των πετρελαιοπηγών και της ναυσιπλοΐας στο Αιγαίο. Γι’ αυτό, στις 25 Απριλίου 1941, ο Hitler εξέδωσε την Οδηγία υπ’ αριθμόν 28 (Επιχείρηση Ερμής – Unternehmen Merkur) με αντικειμενικό στόχο την κατάληψη της νήσου Κρήτης, ώστε η νήσος να χρησιμοποιηθεί ως βάση για αεροπορικές επιχειρήσεις εναντίον των Βρετανών στην Ανατολική Μεσόγειο. Την ευθύνη της επιχείρησης και την διοίκηση των μονάδων θα είχε η Luftwaffe. Η επίθεση – για πρώτη φορά στην ιστορία – θα γινόταν σχεδόν εξολοκλήρου από αλεξιπτωτιστές και αερομεταφερόμενες μονάδες. Ο Hitler κατέστησε σαφές, ότι η προετοιμασία της επιχείρησης δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να παρακωλύσει την συγκέντρωση υλικού και δυνάμεων ενόψει της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα. Τέλος, η εντολή για την έναρξη της επίθεσης θα διδόταν από τον ίδιο.

Φαινομενικά υπάρχει μια αντίφαση μεταξύ της ρητορικής του Hitler και του στόχου της επιχείρησης «Ερμής». Μια πιθανή εξήγηση θα μπορούσε να αποτελεί η περιγραφή των στόχων της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα , που όριζε την συντριβή της ΕΣΣΔ, προτού ολοκληρωθεί ο πόλεμος με την Βρετανία. Βάσει αυτού ο επιθετικός χαρακτήρας, που δίδεται στην κατάληψη της Κρήτης δεν είναι ασυμβίβαστος με τις μετέπειτα σκέψεις του Hitler, καθώς το Νησί μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν επιθετικό ορμητήριο εναντίον των Βρετανών μετά την ολοκλήρωση των επιχειρήσεων στην Σοβιετική Ένωση. Όμως, όπως αναφέρθηκε, οι λόγοι που η Κρήτη έπρεπε να καταληφθεί άμεσα, ήταν λόγοι οικονομικής και στρατιωτικής ασφάλειας και επομένως, αμυντικού χαρακτήρα.

Γερμανικές δυνάμεις ετοιμάζονται να επιβιβαστούν στα Junkers Ju 52 με προορισμό την Κρήτη. Η επιχείρηση που είχε σχεδιαστεί ήταν πρωτοφανής για τα στρατιωτικά δεδομένα της εποχής.

Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα έπρεπε να οργανωθεί μια πρωτόγνωρη επιχείρηση για τα στρατιωτικά δεδομένα. Επρόκειτο για μια πολύ τολμηρή ενέργεια η οποία προετοιμάστηκε με ταχύτητα, ακρίβεια και μεθοδικότητα και σε ελάχιστο χρόνο. Οι Γερμανοί όμως είχαν παντελώς ανακριβείς πληροφορίες για τις δυνατότητες των αμυνόμενων και τη στάση των Κρητικών και όταν στις 20 Μαΐου 1941 ήρθαν αντιμέτωποι με την πραγματικότητα συνειδητοποίησαν το μέγεθος της παραπλάνησής τους.

 Από την πλευρά τους οι Σύμμαχοι είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον για τον έλεγχο της Κρήτης λίγους μήνες μετά το ξέσπασμα του πολέμου. Παρίσι και Λονδίνο θεωρούσαν σχεδόν δεδομένη την θέληση των Ιταλών να καταλάβουν το Νησί και γι’ αυτό, από την άνοιξη του 1940, επεξεργάζονταν σχέδια για προλάβουν να αποβιβαστούν εκείνοι πρώτοι, με την ταχύτητα δράσης να διαδραματίζει κομβικό ρόλο. Οι Γάλλοι ειδικότερα, από το ξέσπασμα του πολέμου μέχρι και την συνθηκολόγηση της χώρας, τον Ιούνιο του 1940, απέδιδαν ολοένα και αυξανόμενη σημασία στην κατοχή της Κρήτης. Η αποβίβαση δυνάμεων στο Νησί πρωτίστως είχε στόχο να εμποδίσει τους Ιταλούς να το καταλάβουν και με τον τρόπο αυτόν να ισχυροποιήσουν τη θέση τους στην Ανατολική Μεσόγειο. Ειδικότερα, το Παρίσι ενδιαφερόταν για την δημιουργία ενός «νέου» Μακεδονικού μετώπου στη Θεσσαλονίκη. Στο πλαίσιο αυτό ο έλεγχος της Κρήτης καθιστούσε ασφαλέστερη τη μετακίνηση εφοδίων και στρατευμάτων μεταξύ των γαλλικών εδαφών στην Ανατολική Μεσόγειο (Συρία και Λίβανος) και της Θεσσαλονίκης. Επιπλέον, ο επικεφαλής των γαλλικών δυνάμεων στην Ανατολή, στρατηγός Weygand, είχε εκφράσει τη σκέψη να χρησιμοποιηθεί η Κρήτη ως κέντρο επιχειρήσεων εναντίον των Δωδεκανήσων και πιθανόν ως ναυτική βάση υποβρυχίων.

Maxime Weygand (1867-1965). Διοικητής των Γαλλικών στρατευμάτων στην υπό Γαλλική εντολή Συρία, θεωρούσε τον έλεγχο της Κρήτης απαραίτητη προϋπόθεση για την διασφάλιση της ναυσιπλοΐας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ανάλογη σημασία απέδιδαν στην Κρήτη και οι Βρετανοί, οι οποίοι μέχρι και την πτώση της Γαλλίας τον Ιούνιο του 1940, σχεδίαζαν από κοινού με τους Γάλλους τις επιχειρήσεις που θα είχαν στόχο τον έλεγχο επί του νησιού. Για τους Βρετανούς η Κρήτη θα χρησίμευε πρωτίστως ως ενδιάμεση βάση εφοδιασμού μεταξύ των ναυτικών τους βάσεων στην Αλεξάνδρεια και τη Μάλτα. Με τον τρόπο αυτόν θα απέτρεπαν την κατάληψη της από τους Ιταλούς και ταυτόχρονα θα προσέφεραν στον Στόλο της Μεσογείου περισσότερο επιχειρησιακό χρόνο. Επιπλέον, σε μεταγενέστερο στάδιο, η Κρήτη θα μετατρεπόταν σε μια ισχυρή βάση κυρίως για τον Στόλο και δευτερευόντως για τη RAF.  Από τα παραπάνω, γίνεται φανερό ότι για τους Συμμάχους, στα πρώτα στάδια του πολέμου, πριν ακόμη η Ιταλία εξέλθει στον πόλεμο, η Κρήτη αποτελούσε μια περιοχή ο έλεγχος της οποίας θα εξασφάλιζε τα συμφέροντά τους στην ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο και θα μετατόπιζε το πεδίο συγκρούσεων με τους Ιταλούς προς την Κεντρική Μεσόγειο, εγγύτερα στις ιταλικές ακτές. Έτσι, τον Μάιο του 1940 εκπόνησαν από κοινού ένα σχέδιο δράσης για την έγκαιρη απόβαση γαλλικών δυνάμεων (από βρετανικά πλοία) στην Κρήτη, μόνο σε περίπτωση που η Ιταλία ενεργούσε κατά της Ελλάδας, ώστε οι Σύμμαχοι να μην παραβιάσουν την ελληνική ουδετερότητα στέλνοντας δυνάμεις νωρίτερα. Σε ό,τι αφορά τη στάση τους απέναντι στην Αθήνα, οι επιτελείς είχαν αποφασίσει να ενημερώσουν την ελληνική κυβέρνηση για την πρόθεσή τους, μόνο εφόσον είχαν ήδη αναχωρήσει τα πλοία, προκειμένου να μην προκαλέσουν περισσότερες απαιτήσεις από την πλευρά των Ελλήνων και ταυτόχρονα να αποτρέψουν τυχόν διαρροή πληροφοριών προς τους Ιταλούς.

Τα γεγονότα όμως πήραν διαφορετική τροπή. Υπό την πίεση της γερμανικής επίθεσης οι Γάλλοι ανέβαλαν τα όποια σχέδια. Όταν τελικά στις 22 Ιουνίου η Γαλλία υπέγραψε ανακωχή με το Βερολίνο και δύο μέρες αργότερα με τη Ρώμη, οι Βρετανοί απέμειναν μόνοι ενάντια στις δυνάμεις του Άξονα και μέσα σε αυτό το πλαίσιο έπρεπε να σχεδιάσουν τις επόμενες κινήσεις τους στη Μεσόγειο.

Αρχικά, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, η οπτική των Βρετανών για τη Μεσόγειο ήταν απαισιόδοξη και έφτανε μέχρι το σημείο να επεξεργάζονταν σχέδια εγκατάλειψης της και μεταφορά του Στόλου στη Σιγκαπούρη. Όμως τα σχέδια αυτά διακόπηκαν εξαιτίας της αποφασιστικής στάσης του ναυάρχου του Στόλου της Μεσογείου, A. B. Cunningham και του πρωθυπουργού Winston Churchill. Αμφότεροι απέδιδαν μεγάλη σημασία στην στρατηγική θέση της Κρήτης και κύριος φόβος τους ήταν να μην περιέλθει στα χέρια των Ιταλών σε περίπτωση που ξεσπούσαν εχθροπραξίες με την Αθήνα. Για τον λόγο αυτό παρακολουθούσαν διαρκώς τις εξελίξεις στις ελληνοϊταλικές σχέσεις και όταν στις 28 Οκτωβρίου 1940 εκδηλώθηκε η ιταλική επίθεση η έγκαιρη αποστολή δυνάμεων (την οποία αιτήθηκε και ο Μεταξάς) στην Κρήτη αποτέλεσε προτεραιότητα .

Sir Andrew B. Cunningham (1883-1963). Ναύαρχος και διοικητής του Βρετανικού Στόλου στη Μεσόγειο (1939-1946). Ο Cunningham εξαρχής επέμενε στην εγκατάσταση βρετανικών δυνάμεων στην Κρήτη, προκειμένου  το ναυτικό να επωφεληθεί από την στρατηγική θέση του νησιού μεταξύ Αλεξάνδρειας και Μάλτας.

Για τους επόμενους έξι μήνες (Νοέμβριος 1940 – Απρίλιος 1941) οι Βρετανοί είχαν αναλάβει επίσημα την άμυνα του νησιού. Ο Churchill θεωρώντας ότι «… Επιτυχημένη άμυνα της Κρήτης σημαίνει ανυπολόγιστη βοήθεια στην Αίγυπτο, απώλειά της θα σήμαινε τεράστια κλιμάκωση όλων των δυσχερειών μας στη Μεσόγειο…». οραματιζόταν τη μετατροπή της Σούδας σε «μια αμφίβια ακρόπολη με οχυρό την Κρήτη… ένα δεύτερο Σκάπα[2]». Πράγματι οι Βρετανοί επιτελείς σχεδίαζαν τη μεταφορά ισχυρών δυνάμεων στο νησί, προκειμένου να μετατραπεί σε μια μεγάλη και καλά εξοπλισμένη και επανδρωμένη αεροναυτική βάση. Σε πρώτη φάση όμως η Κρήτη θα λειτουργούσε ως βάση ανεφοδιασμού για τον Στόλο της Μεσογείου και τη RAF, προσφέροντας περισσότερο επιχειρησιακό χρόνο στο ναυτικό και την αεροπορία. Παράλληλα η βρετανική παρουσία στην Κρήτη δυσκόλευε αισθητά τον ανεφοδιασμό των Δωδεκανήσων από τους Ιταλούς, σε σημείο που να επισημαίνεται εκεί μεγάλη έλλειψη εφοδίων. Επιπλέον, δυνητικά, τα αεροδρόμια του Νησιού προσέφεραν στην RAF την δυνατότητα προσβολής των πετρελαιοπηγών του Πλόεστι στη Ρουμανία, οι οποίες ήταν ύψιστης σημασίας για τον Άξονα.

Ωστόσο η εξέλιξη των πραγμάτων ήταν διαφορετική. Η ανεπάρκεια μέσων και ανθρώπινου δυναμικού στον τομέα της Μέσης Ανατολής και η ταυτόχρονη επιχειρησιακή δραστηριότητα στη Βόρεια Αφρική και αλλού είχε σαν συνέπεια την διαρκή αναβολή αποστολής των απαραίτητων εφοδίων που θα μετέτρεπαν την Κρήτη σε ισχυρή αεροναυτική βάση. Παράλληλα, οι πληροφορίες για επικείμενη κάθοδο γερμανικών δυνάμεων στα Βαλκάνια με τον ερχομό της άνοιξης, αν και θεωρητικά οδήγησαν στην αναβάθμιση της στρατηγικής σημασίας της Κρήτης – ως της πλέον προκεχωρημένης βάσης των Συμμαχικών δυνάμεων στη Νοτιανατολική Ευρώπη –  στην πράξη δεν υπήρξε κάποια ουσιαστική αλλαγή επειδή τον ενδιαφέρον του Λονδίνου στράφηκε και πάλι προς διαφορετική κατεύθυνση. Το αποτέλεσμα ήταν να μην ενισχυθεί η φρουρά της Κρήτης, όπως προγραμματιζόταν και να μην υπάρχουν οι απαραίτητες εγκαταστάσεις και υποδομές που απαιτούνταν, ώστε η Κρήτη να αποτελέσει τη βάση που οι Βρετανοί σχεδίαζαν. Η αδυναμία συνεννόησης μεταξύ του Λονδίνου και του Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής στο Κάιρο είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία μιας ασαφούς εικόνας για την πραγματική κατάσταση που επικρατούσε στο νησί, η οποία δεν ξεκαθάρισε παρά μόνο στα τέλη Απριλίου του 1941, όταν η γερμανική επίθεση στην Κρήτη ήταν πλέον προ των πυλών.

To Βρετανικό θωρηκτό HMS Barham ανεφοδιάζεται στα ανοιχτά του Κόλπου της Σούδας (Φεβρουάριος 1941). Οι εγκαταστάσεις στο λιμάνι της Σούδας δεν ήταν επαρκείς ώστε να φιλοξενήσουν πλοία μεγαλύτερα από τα καταδρομικά.

Παρόλα αυτά, η σπουδαιότητα που είχε το νησί για τον Στόλο της Μεσογείου, η στρατηγική του θέση στην Ανατολική Μεσόγειο και οι (λανθασμένες) πληροφορίες που είχαν οι Βρετανοί, ότι οι Γερμανοί σχεδίαζαν μια μεγάλης κλίμακας επίθεση στη Μέση Ανατολή, συνέβαλλαν στην απόφαση των Βρετανών να προβάλλουν λυσσαλέα άμυνα και να υπερασπιστούν το νησί με κάθε κόστος, προκαλώντας στους Γερμανούς (και ειδικά στο σώμα των αλεξιπτωτιστών) όσο το δυνατόν μεγαλύτερες απώλειες μπορούσαν.

 Κλείνοντας, και για τους τέσσερις εμπόλεμους, η Κρήτη στις διάφορες φάσεις του στρατηγικού σχεδιασμού, αποτελούσε το μέσο για την επίτευξη ενός άλλου ευρύτερου στρατηγικού στόχου, που συνήθως σχετιζόταν με τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Ο λόγος ήταν προφανής: η κατοχή της Κρήτης θα ισχυροποιούσε αισθητά την θέση του κατόχου της στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε φορά που τα επιτελεία έστρεφαν το ενδιαφέρον τους στην Ανατολική Μεσόγειο, αυτόματα το Νησί εμφανιζόταν στα σχέδιά τους. Σε κάθε περίπτωση, οι επιτελάρχες των παραπάνω χωρών αφιέρωσαν λιγότερο ή περισσότερο χρόνο, προκειμένου να διερευνήσουν την αξία της Κρήτης και να την τοποθετήσουν σε ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο, ανεξάρτητα από το εάν τελικά τα σχέδια αυτά έγιναν πραγματικότητα ή όχι. Πολιτικοί και στρατιωτικοί πραγματοποίησαν ανταλλαγή αλληλογραφίας, συναντήσεις και συζητήσεις με ομολόγους τους, και εκπόνησαν σχέδια και μελέτες. Πόροι, εφόδια, υλικά, μηχανές και ανθρώπινες ζωές (με εξαίρεση τους Γάλλους) κινητοποιήθηκαν και ενώ θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν αλλού, δεσμεύτηκαν, αξιοποιήθηκαν και σε μεγάλο βαθμό χάθηκαν για την επίτευξη του εκάστοτε στόχου που σχετιζόταν με το Νησί. Όλα τα παραπάνω υπογραμμίζουν τη σημασία του. Η Κρήτη δεν αποτέλεσε το κλειδί για την νίκη στον πόλεμο, ήταν όμως μια πολύτιμη συνιστώσα όλων εκείνων που θα συνέβαλλαν στην τελική επικράτηση επί του εκάστοτε εχθρού.

Ο Ιωάννης Κοντάκης είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Σπουδών
του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Πρωτογενείς πηγές

Ι) Αδημοσίευτες πηγές

Service Historique de la Dėfense , Section Armėe de Terre, Serie 27N, carton 16, 248.

Service Historique de la Dėfense, Section Marine, Sėrie TTE, carton No 101

Αρχείο Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών (Foreign Office): Εθνικά Αρχεία Ηνωμένου Βασιλείου (Τhe National Archives-UK), Λονδίνο, Σειρά 371: Γενικοί Φάκελοι.

Αρχείο Βρετανικού Υπουργικού Συμβουλίου (Cabinet Minutes and Memoranda): Εθνικά Αρχεία Ηνωμένου Βασιλείου (The National Archives-UK), Λονδίνο.

Αρχείο Γραφείου Βρετανού Πρωθυπουργού (PREM: Records of the Prime Minister’s Office): Εθνικά Αρχεία Ηνωμένου Βασιλείου (The National Archives-UK), Λονδίνο.

Γενικό Αρχείο του Κράτους, Αρχείο Μεταξά, Φάκελοι 66, 83.

 

ΙΙ) Δημοσιευμένες πηγές

Documenti Diplomatici Italiani, Nona Serie, Vol. V-VII (Libreria Dello Stato: Roma, 1965, 1986, 1987).

Documents on German Foreign Policy, 1918 – 1945, Series D, (The War Years, 1937-1945) Vol. XI – XII, (Washington, DC: Government Printing Office, 1961, 1962 κ.ε).

Βασιλικόν Υπουργείον των Εξωτερικών, Διπλωματικά Έγγραφα, Η Ιταλική Επίθεση κατά της Ελλάδος, (Ελληνική Εκδοτική Εταιρεία: Αθήναι, 1940).

 

Β. Ημερολόγια – Απομνημονεύματα – Αυτοβιογραφίες

Halder Diaries, War Journal of Franz Halder, Vol, IV-VI. Archives Section, Library Services, Fort Leavenworth, Kansas, 1950.

Τσώρτσιλ, O. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, τ. 2ος . Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Μορφωτική Εστία»: Αθήνα, 1948.

Cunningham, Viscount of Hyndhope, A Sailor’s Odyssey, Hutchinson & Co Publishers Ltd: London, 1951.

Γ. Δευτερογενείς πηγές

Baldi, G. Dolce Egeo, Guerra Amara, Ricordi della spedizione italiana a Creta nel 1941. Rizzoli: Milano, 1988.Beevor, A. Κρήτη, Η Μάχη και η Αντίσταση. Γκοβόστη: Αθήνα, 2004.

Butler,J. R. M. Grand Strategy, Vol. II: September 1939-June 1941. HMSO: London, 1957.

Clark, A. The Fall of Crete. Cassel Military Paperbacks: London, 1962.

Joll, J. Η Ευρώπη, 1870 – 1970. Βάνιας: Θεσσαλονίκη, 2006.

Knox, M.  Mussolini Unleashed, 1939-1941, Politics and strategy in Fascist Italy’s last war. Cambridge University Press: New York, 1986.

Liddell Hart, B. H. The other side of the Hill, Germany’s Generals, their rise and fall, with their own account of the military events, 1939 – 1945. Cassel and Company Ltd: London, 1948.

Mourelos, Y. Fictions et realites, La France, La Grece et la strategie des operations peripheriques dans le sud-est europeen (1939-1940). Institute for Balkan Studies: Thessaloniki, 1990.

Rodogno, D. «Το spazio vitale του φασισμού και η είσοδος της Ιταλίας στον πόλεμο», στο Ιστορία της Ελλάδος του 20ου αι.  Χρ. Χατζηιωσήφ, Πρ. Παπαστράτης, Γ’ τόμος, Α μέρος, Αθήνα, 2007, σ. 49-69.

Van Creveld, M. Η στρατηγική του Χίτλερ 1940-1941, Το Βαλκανικό ζήτημα. Γκοβόστη: Αθήνα, 2013.

ΓΕΣ/ΔΙΣ. Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον, Η Μάχη της Κρήτης. ΔΙΣ: Αθήναι, 1993 ανατύπωση.

Κολιόπουλος, Γ. Η δικτατορία του Μεταξά και ο πόλεμος του ’40. Παρατηρητής: Θεσσαλονίκη 1996.

Κοπανιτσάνος, Θ. «Στρατιωτικές σχέσεις Ελλάδας – Γαλλίας (1939-1940). Το σχέδιο δημιουργίας Βαλκανικού θεάτρου επιχειρήσεων», στο Οι πολιτικοστρατιωτικές σχέσεις Ελλάδας – Γαλλίας (19ος – 20ος αι.). ΓΕΣ/ΔΙΣ, ΔΙΣ: Αθήνα, 2011.

Σφέτας, Σ. Εισαγωγή στη Βαλκανική Ιστορία, τ.Β΄, Από τον Μεσοπόλεμο στην λήξη του Ψυχρού πολέμου (1919-1989. Βάνιας: Θεσσαλονίκη, 2011.

Φλάϊσερ,  Χ. « Γεωστρατηγικά σχέδια της Ναζιστικής Γερμανίας για τη μεταπολεμική Κρήτη», στο Ιστορικά. Μέλισσα: Αθήνα Ιούνιος 1992. τ. 9, τεύχος 16. σ. 135-158.

 

[1]Όλες οι αποστάσεις είναι υπολογισμένες σε ευθεία γραμμή.

[2]To Σκάπα Φλόου (Scapa Flow) είναι ένα εξαιρετικό φυσικό λιμάνι που σχηματίζεται από μια ομάδα νησιών στη Βόρεια Σκωτία. Την περίοδο εκείνη λειτουργούσε ως μεγάλη βάση του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού.

100 χρόνια από τότε. Αθανάσιος Συροπλάκης: Η μάχη του Σκρα στο πλαίσιο των πολεμικών σχεδιασμών στο Δυτικό μέτωπο

Αθανάσιος Συροπλάκης

Η μάχη του Σκρα στο πλαίσιο των πολεμικών σχεδιασμών στο Δυτικό μέτωπο

 Το Μακεδονικό μέτωπο, ένα από τα θέατρα των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, παρέμεινε αδρανές κατά το μεγαλύτερο μέρος του 1916 και 1917. Η κατάσταση  μεταβλήθηκε την άνοιξη του 1918, όταν ανέλαβε την ηγεσία της Συμμαχικής Στρατιάς Ανατολής ο Γάλλος στρατηγός Guillaumat, ο οποίος πραγματοποίησε επιθετικές επιχειρήσεις  κατά τον μήνα Μάιο σε ολόκληρο το μήκος του μετώπου, μετά την οργάνωση της άμυνας των συμμαχικών δυνάμεων. Οι ραγδαίες εξελίξεις στο Δυτικό μέτωπο αποτέλεσαν τον κυριότερο λόγο για την κινητοποίηση των στρατευμάτων της Αντάντ στο Μακεδονικό μέτωπο, αναγκάζοντας τα τελευταία να υιοθετήσουν μία περισσότερο επιθετική στρατηγική. Η μάχη του Σκρα υπήρξε ενδεικτικό παράδειγμα της νέας στρατηγικής των Συμμάχων, καθώς διεξήχθη σε μία χρονική στιγμή, κατά την οποία η Αντάντ βρισκόταν σε υποχώρηση στο Δυτικό μέτωπο. Παράλληλα, οι Γερμανοί απέσυραν συνεχώς στρατεύματα από άλλα επιχειρησιακά θέατρα για την ενίσχυση των επιθέσεών τους στο κυρίως μέτωπο. Η ανάγκη για καθήλωση των Γερμανών και των συμμάχων τους στη Μακεδονία, από κοινού με την επιδίωξη για βελτίωση της συμμαχικής θέσης στο ίδιο μέτωπο, οδήγησαν στην πραγματοποίηση της επίθεσης στην τοποθεσία Σκρα ντι Λέγκεν. Η επιτυχής έκβαση της μάχης καθόρισε σε μεγάλο ποσοστό τις επιχειρήσεις του φθινοπώρου του 1918, οπότε και επετεύχθη η ολική διάσπαση του βουλγαρικού μετώπου[1].

Σκοπός του άρθρου είναι να αναλύσει την κατάσταση που επικρατούσε στο Δυτικό μέτωπο την άνοιξη του 1918 και τον τρόπο, με τον οποίο αυτή επηρέασε την λήψη της απόφασης για τον νέο γύρο επιθετικών πρωτοβουλιών της Στρατιάς Ανατολής κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου. Ακόμη, γίνεται προσπάθεια να αναδειχθεί η σημασία της μάχης του Σκρα, η νικηφόρα έκβαση της οποίας είχε θετικό αντίκτυπο στα συμμαχικά στρατεύματα της Στρατιάς Ανατολής.

Στις αρχές του 1918, οι εξελίξεις του πολέμου για τις δυνάμεις της Αντάντ δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκές. Η Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία άλλαξε πλήρως την πορεία των πραγμάτων, καθώς οι Μπολσεβίκοι, ευρισκόμενοι στην εξουσία υπό τον Λένιν, φάνηκαν διαλλακτικότεροι από την προηγούμενη ρωσική κυβέρνηση για μία συνεννόηση με τις Κεντρικές Δυνάμεις, η οποία και έμελλε  να οδηγήσει στην υπογραφή ανακωχής. Η ανακωχή του είδους αυτού, όμως, σήμανε και την κατάρρευση του Ανατολικού μετώπου, πυροδοτώντας συνάμα μία αλυσίδα αρνητικών εξελίξεων για την Αντάντ. Το πλήγμα για τους Συμμάχους ενισχύθηκε, όταν οι Μπολσεβίκοι έδωσαν στη δημοσιότητα κάποιες μυστικές συμφωνίες της συμμαχίας, όπου αποκαλύπτονταν οι προθέσεις  για προσάρτηση εδαφών μετά το πέρας του πολέμου. Απόρροια αυτής της πράξης ήταν να μειωθεί το κύρος της συμμαχίας[2].

Άμεση συνέπεια της ανακωχής ανάμεσα στη Γερμανία και τη Ρωσία υπήρξε, μεταξύ άλλων, και η πλήρης κατάρρευση του Ρουμανικού μετώπου. Η Ρουμανία είχε εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ τον Αύγουστο του 1916, ενδυναμώνοντας την ανατολική πτέρυγα της συμμαχίας. Μετά από τον αρχικό ενθουσιασμό, ο ρουμανικός στρατός φάνηκε κατώτερος των περιστάσεων, με αποτέλεσμα το μέτωπο να καταρρεύσει σχετικά γρήγορα, όταν οι γερμανικές δυνάμεις και οι σύμμαχοί τους στα Βαλκάνια εξαπέλυσαν αντεπίθεση κατά της χώρας[3]. Η πρωτεύουσα, το Βουκουρέστι, και η επαρχία της Βλαχίας καταλήφθηκαν. Ωστόσο, η Ρουμανία δεν κατέρρευσε πλήρως μετά την ήττα της στα τέλη του 1916. Ο βασιλιάς Φερδινάνδος, η κυβέρνηση Μπρατιάνου, η Βουλή και μέρος του ρουμανικού στρατού διέφυγαν από το Βουκουρέστι και κατευθύνθηκαν στο Ιάσι, από όπου οργανώθηκε η άμυνα κατά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Η επαρχία της Μολδαβίας τέθηκε υπό τον έλεγχο της Αντάντ, ενώ Γάλλοι αξιωματικοί, με τη συνδρομή Ρώσων συναδέλφων τους, ανέλαβαν το έργο της ανασυγκρότησης του ρουμανικού στρατού. Τα αποτελέσματα της ανασυγκρότησης αυτής φάνηκαν όταν οι Ρουμάνοι κατάφεραν να αποκρούσουν συντονισμένη επίθεση Αυστροούγγρων και Γερμανών τον Αύγουστο του 1917. Τις ημέρες πριν από την κατάρρευση του Ανατολικού μετώπου το ηθικό των Ρουμάνων στρατιωτών βρισκόταν σε αρκετά υψηλά επίπεδα. Η Ρουμανία, όμως, χάνοντας τη ρωσική κάλυψη και συνδρομή μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, απέμεινε μόνη, αποκομμένη από τους συμμάχους της. Μη έχοντας πολλές επιλογές διαθέσιμες, η ρουμανική κυβέρνηση ζήτησε ανακωχή στις 9 Δεκεμβρίου του 1917[4].

Το Ανατολικό μέτωπο είχε μεγάλη σημασία για την Συμμαχία της Αντάντ. Αφενός, η ύπαρξη αυτού του μετώπου παρεμπόδιζε την πρόσβαση των Γερμανών στον Καύκασο και στα πλούσια εδάφη (κυρίως τον ορυκτό πλούτο) της Ουκρανίας. Αφετέρου, έχοντας επωμισθεί τον ρόλο ενός μετώπου αντιπερισπασμού, κρατούσε καθηλωμένες επιτόπου εβδομήντα πέντε, περίπου, γερμανικές και αυστροουγγρικές μεραρχίες αποτρέποντας τη μεταφορά τους στο Δυτικό μέτωπο, το οποίο ήταν και το κυριότερο πεδίο πολεμικών συγκρούσεων[5]. Οι διαπραγματεύσεις για τη συνθηκολόγηση της Ρωσίας ξεκίνησαν στις 3 Δεκεμβρίου 1917 στο Brest-Litovsk. Επικεφαλής της αντιπροσωπείας των Μπολσεβίκων τέθηκε ο Λέων Τρότσκι. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων φάνηκαν οι αντιρρήσεις του Τρότσκι στους όρους που προσπαθούσε να επιβάλει η Γερμανία, με αποτέλεσμα να αποχωρήσει από τις διαπραγματεύσεις στις 9 Φεβρουαρίου 1918.

Η άφιξη της αντιπροσωπείας των Μπολσεβίκων στο Brest-Litovsk.

Υπό τον φόβο νέου κύκλου εκτεταμένων εχθροπραξιών, ο Λένιν αποδέχθηκε, τελικά, τους δυσμενείς όρους των Κεντρικών Δυνάμεων. Σύμφωνα με αυτούς, η άλλοτε κραταιά Ρωσία έχανε το 1/3 περίπου του πληθυσμού της, μεγάλο μέρος της βιομηχανίας και των σιδηροδρόμων της, καθώς αποχωριζόταν τις περιοχές της Βαλτικής, τη Φινλανδία, την Πολωνία, την Ουκρανία και κάποια εδάφη του Καυκάσου, τα οποία κατείχε από την εποχή του Συνεδρίου του Βερολίνου του 1878. Ο Λένιν, εφαρμόζοντας μία πολιτική ρεαλισμού έδωσε εντολή στους απεσταλμένους του να επανέλθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να υπογράψουν το τελικό κείμενο της συνθήκης στις 3 Μαρτίου του 1918[6]. Θεώρησε ότι περεταίρω συζητήσεις ήταν ανούσιες, γιατί δεν διέθετε ικανό στρατό και συνεπώς δεν είχε τη δυνατότητα αντίδρασης σε περίπτωση επανάληψης των συγκρούσεων. Προτίμησε να υποστεί τους όρους της συνθήκης προκειμένου να σωθεί η «παγκόσμια επανάσταση», με την ελπίδα ότι η εξάπλωσή της τελευταίας θα ανέτρεπε μελλοντικά από μόνη της το καθεστώς του Brest-Litovsk.

Για πρώτη φορά μετά τον Φεβρουάριο του 1916 (μάχη του Verdun), τα ανώτερα κλιμάκια του γερμανικού επιτελείου προετοίμαζαν μία επίθεση μεγάλης κλίμακας. Στις αρχές του 1918, μία επίθεση αυτού του είδους αποτελούσε ιδανική ευκαιρία για τις Κεντρικές Δυνάμεις να επιτύχουν μία ολοκληρωτική ρήξη στο Δυτικό μέτωπο, το οποίο θεωρείτο, ήδη από το 1914, ότι θα καθόριζε την έκβαση του πολέμου. Κύριος σκοπός ήταν η κατάρρευση της Γαλλίας και η υπογραφή ειρήνης, σύμφωνα με τους όρους της Γερμανίας. Μετά τις νέες εξελίξεις, οι Γερμανοί προώθησαν σαράντα περίπου μεραρχίες από το Ανατολικό μέτωπο στο Δυτικό, ενώ τριάντα έως σαράντα μεραρχίες παρέμειναν στο Ανατολικό για την επιτήρηση της τάξης στην περιοχή[7]. Η σχετική αδράνεια που επικρατούσε στο Μακεδονικό μέτωπο τους προσέφερε τη δυνατότητα να αποσπάσουν, από εκεί, επιπρόσθετες στρατιωτικές δυνάμεις και να τις μεταφέρουν στο Δυτικό μέτωπο.

Τα οφέλη της Γερμανίας από μία επιτυχημένη επιχείρηση στο Δυτικό μέτωπο, εκτός από –το προφανές– τη λήξη του πολέμου, ήταν αρκετά. Αν οι πρώτες επιχειρήσεις της επικείμενης επίθεσης στέφονταν με επιτυχία, θα επερχόταν μία ψυχολογική ανάταση των στρατιωτών και θα αυξανόταν η αυτοπεποίθησή τους για την τελική νίκη. Από την άλλη πλευρά, το κύρος του στρατού θα ανυψωνόταν στα μάτια της κοινής γνώμης, όπως είχε συμβεί σε προηγούμενες μεγάλες νικηφόρες επιχειρήσεις με κύριο παράδειγμα την μάχη του Tannenberg τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Το γερμανικό επιτελείο θεώρησε αναγκαίο να επιτευχθεί η ρήξη στο Δυτικό μέτωπο, προτού οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής εισέλθουν περισσότερο δυναμικά στον πόλεμο, με αποτέλεσμα να γείρει η πλάστιγγα σε βάρος των Κεντρικών Δυνάμεων[8]. Βέβαια, υπήρχαν φωνές στο γερμανικό επιτελείο που θεωρούσαν λανθασμένη την επιλογή των αρχιστράτηγων Ludendorff και Hindenburg για μεγάλης εμβέλειας επίθεση, προτείνοντας είτε μία σύμπτυξη των γερμανικών δυνάμεων είτε επιθετικές επιχειρήσεις περιορισμένου βεληνεκούς στο Δυτικό μέτωπο[9].

Ωστόσο, δύο από τους συμμάχους της Γερμανίας, η Αυστρο-Ουγγαρία και η Βουλγαρία, δεν φαίνονταν να συμμερίζονται τα σχέδια για επίθεση μέσα στο 1918. Η Αυστρο-Ουγγαρία αντιμετώπιζε σοβαρά εσωτερικά προβλήματα, τα οποία καθιστούσαν δυσχερή την απρόσκοπτη συμμετοχή της σε επιθετικές επιχειρήσεις[10]. Συγκεκριμένα, στις αρχές του 1918 είχε να αντιμετωπίσει το μεγάλο πρόβλημα των εργατικών απεργιών και τη γενικότερη δυσαρέσκεια στο εσωτερικό, η οποία δεν περιοριζόταν μόνο στις διάφορες εθνικές μειονότητες της Αυτοκρατορίας. Μάλιστα, αυτές οι απεργίες ενθάρρυναν τους Γερμανούς εργάτες να προβούν και εκείνοι σε ανάλογες κινητοποιήσεις περί το τέλος Ιανουαρίου του 1918. Επίσης, η κυβέρνηση της Βιέννης αντιμετώπιζε προβλήματα ως προς τον επισιτισμό των κατοίκων της Αυτοκρατορίας. Η Βουλγαρία, από τη δική της πλευρά, είχε επιτύχει τους στόχους, που εξαρχής είχε θέσει, δηλαδή την κατάληψη της σερβικής και Ανατολικής Μακεδονίας σε βάρος, αντίστοιχα, τη Σερβίας και της Ελλάδας, καθώς και εκείνη της Νοτίου Δοβρουτσάς σε βάρος της Ρουμανίας[11]. Συνεπώς, ο πόλεμος είχε ουσιαστικά λήξει για αυτήν ήδη από το 1916. Η σχετική στασιμότητα που παρατηρούταν στο Μακεδονικό μέτωπο μετά την επίτευξη των στόχων της Βουλγαρίας είχαν αρνητικές συνέπειες στους κόλπους του βουλγαρικού στρατού. Σύνηθες ήταν το φαινόμενο των λιποταξιών, κυρίως ατόμων που προέρχονταν από την ευρύτερη ζώνη της Μακεδονίας και είχαν ρευστή εθνική συνείδηση, ενώ το ηθικό των Βουλγάρων στρατιωτών μειωνόταν συνεχώς[12]. Επιπλέον, στα τέλη του 1917 είχαν διαδοθεί φήμες ότι οι Σύμμαχοι, συγκεκριμένα η Βρετανία, βολιδοσκοπούσαν τη Βουλγαρία για την σύναψη μίας ξεχωριστής ειρήνης. Όπως φαίνεται, η βρετανική διπλωματία δεν είχε εγκαταλείψει την ιδέα για μια προσέγγιση με τη Σόφια (ιδέα που ίσχυε από την αρχή του πολέμου). Μια πιθανή υπογραφή ειρήνης με τη χώρα αυτή, θα ενίσχυε, αναπόφευκτα, τη θέση τους στο Δυτικό μέτωπο [13].

Ενόψει της επερχόμενης μεγάλης επίθεσης, τον χειμώνα του 1917-1918 αποσύρθηκαν προσωρινά από την πρώτη γραμμή του μετώπου πενήντα έξι γερμανικές μεραρχίες. Στην εκπαίδευση των στρατιωτών δόθηκε έμφαση στις νέες επιθετικές τακτικές και κυρίως στην ανύψωση του ηθικού, το οποίο είχε εκπέσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα[14]. Στο πλαίσιο της  «Kaiserschlacht» ή αλλιώς της «εαρινής επίθεσης του Ludendorff» εξαπολύθηκαν πέντε μεγάλες επιθέσεις από τον Μάρτιο έως τον Ιούλιο του 1918. Η πρώτη, με κωδική ονομασία «MICHAEL», η οποία διήρκεσε από την 21η Μαρτίου έως την 5η Απριλίου,  προκάλεσε σύγχυση στις τάξεις των Βρετανών, οι οποίοι υπέστησαν μεγάλες απώλειες και υποχώρησαν αρκετά. Κατά την διάρκεια της επίθεσης «BLÜCHER» (27 Μαΐου–4 Ιουνίου) διασπάστηκαν οι γραμμές των γαλλικών στρατευμάτων, με αποτέλεσμα οι γερμανικές δυνάμεις να φτάσουν ως το Château-Thierry στο ύψος του ποταμού Μάρνη, δηλαδή μόλις 93 χλμ. από το Παρίσι. Οι Σύμμαχοι περιήλθαν σε πολύ δύσκολη θέση, καθώς μια ενδεχόμενη κατάληψη του Παρισιού από τον γερμανικό στρατό συνεπαγόταν και την ήττα τους στον πόλεμο. Οι κυβερνήσεις της Αντάντ αναζήτησαν εφεδρείες από τα υπόλοιπα μέτωπα του πολέμου, προκειμένου να ενισχύσουν την άμυνά τους και να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στην πίεση, την οποία υφίσταντο. Παρόλα αυτά, τα συμμαχικά στρατεύματα κατάφεραν να διατηρήσουν τις θέσεις τους και η τελευταία επίθεση «GNEISENAU», η οποία έλαβε χώρα στην Καμπανία (15-17 Ιουλίου), εξελίχθηκε σε ήττα για τους Γερμανούς.

Στη μεγάλη «εαρινή Επίθεση του Ludendorff», μπορεί ο γερμανικός στρατός να διείσδυσε αρκετά βαθιά στις θέσεις των αντιπάλων, απειλώντας μάλιστα και το Παρίσι, όμως ο κύριος σκοπός της τελευταίας, δηλαδή η ολική διάσπαση του μετώπου, δεν επιτεύχθηκε. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της εαρινής επίθεσης, βρήκαν τον θάνατο στο πεδίο της μάχης περίπου οχτακόσιες χιλιάδες Γερμανοί στρατιώτες, οι περισσότεροι των οποίων ανήκαν στα επίλεκτα γερμανικά στρατιωτικά σώματα (Stormtroopers ή Sturmmann στα γερμανικά)[15]. Ως το καλοκαίρι του 1918 έγιναν εμφανή τα όρια της γερμανικής επέκτασης και δοκιμάστηκαν οι αντοχές του γερμανικού στρατού.

Επίλεκτες μονάδες του γερμανικού στρατού κατά τη μεγάλη εαρινή επίθεση στο Δυτικό Μέτωπο.

Τον ρόλο του Ανατολικού μετώπου, ως πεδίο καθήλωσης και εν γένει διασποράς των γερμανικών δυνάμεων, ανέλαβε μέσα στο 1918 το Μακεδονικό μέτωπο[16]. Η Συμμαχική Στρατιά Ανατολής  ήταν αναγκαίο να αναδιοργανωθεί, προκειμένου να μπορέσει να ανταπεξέλθει στο νέα σημαντική αποστολή, που της είχε ανατεθεί. Μέχρι την άνοιξη του 1918 οι στρατιώτες του μετώπου, οι «Κηπουροί της Θεσσαλονίκης» όπως ονομάστηκαν, είχαν να αντιμετωπίσουν κυρίως ακραίες καιρικές συνθήκες και διάφορες ασθένειες κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην Μακεδονία. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους, για τους οποίους στα μάτια των ιδίων των Συμμάχων, το συγκεκριμένο ήταν ένα μέτωπο ελάσσονος σημασίας.

Η κατάσταση άλλαξε, όταν ο στρατηγός Adolphe Guillaumat έφθασε στη Θεσσαλονίκη στις 22 Δεκεμβρίου του 1917, ως αντικαταστάτης του μέχρι πρότινος αρχιστράτηγου της Συμμαχικής Στρατιάς της Ανατολής, Maurice Sarrail. Ο Guillaumat ήταν ένας μετριοπαθής στρατηγός, με μεγάλη εμπειρία προ του πολέμου. Είχε συμμετάσχει σε πολλές εκστρατείες και η γνωριμία του με τα αποικιακά γαλλικά στρατεύματα ήταν ιδιαίτερα σημαντική, καθώς οι τρεις από τις συνολικά οχτώ γαλλικές μεραρχίες ήταν αποικιακής προέλευσης. Ένα ακόμα θετικό στοιχείο για τη νέα διοίκηση ήταν το γεγονός ότι οι νέο-αφιχθέντες αξιωματικοί του επιτελείου του Guillaumat δεν πρόλαβαν να ενημερωθούν για την κατάσταση του μετώπου από εκείνους του Sarrail, με αποτέλεσμα να μην επηρεαστεί η νέα διοίκηση από τις εκτιμήσεις τους για το μέτωπο. Ο Guillaumat διόρισε στη θέση του Επιτελάρχη τον Γάλλο στρατηγό Charpy, έναν αξιωματικό πολύ ικανό για τα δεδομένα του μετώπου[17]. Σημαντική προσθήκη στο επιτελείο του Guillaumat ήταν ο στρατηγός Bordeaux, ο οποίος ανέλαβε το δύσκολο έργο της ανασύνταξης του ελληνικού στρατού ως γενικός επιθεωρητής του τελευταίου[18].

Τελετή παρασημοφόρησης από τον στρατηγό Guillaumat στη Θεσσαλονίκη την άνοιξη του 1918.

Ο στρατηγός Guillaumat έλαβε από το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο, συγκεκριμένες οδηγίες για το ρόλο της Στρατιάς Ανατολής[19]. Κύρια αποστολή της τελευταίας ήταν, πρωτίστως, να μην επιτρέψει την κατάληψη της Ελλάδας από τις εχθρικές δυνάμεις. Βάση των συμμαχικών στρατευμάτων θα ήταν ολόκληρη η χώρα και όχι μόνο το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, αφού από τον Ιούνιο του 1917 η Ελλάδα ήταν και επισήμως εμπόλεμο κράτος. Ιδιαίτερη σημασία είχε η αποτροπή κατάληψης της Πελοποννήσου από τις Κεντρικές Δυνάμεις, πραγματική απειλή για τις θαλάσσιες επικοινωνίες των δυνάμεων με τη Μέση ή, ακόμα, και με Άπω Ανατολή μέσω της διώρυγας του Σουέζ. Η συμμαχική άμυνα έπρεπε να εκτείνεται από το Αιγαίο Πέλαγος (Κόλπος Ορφανού) έως τις λίμνες των Πρεσπών και Αχρίδας. Ο τομέας έως την Αδριατική και την Κέρκυρα θα οργανωνόταν από κοινού με τα ιταλικά στρατεύματα[20].

Για την αποτελεσματικότερη άμυνας του μετώπου, ήταν αναγκαίο να αποπερατωθούν κάποια έργα για την βελτίωση των υποδομών των λιμανιών και του συγκοινωνιακού δικτύου της χώρας και ειδικά της Μακεδονίας. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα πραγματοποιήθηκαν παρεμβάσεις στα λιμάνια του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης, του Βόλου και της Ιτέας, βελτιώθηκε το συγκοινωνιακό δίκτυο Θεσσαλονίκης–Θεσσαλίας και το δίκτυο εντός της Μακεδονίας[21]. Μέχρι τον Απρίλιο του 1918 είχαν προχωρήσει σε ικανοποιητικό βαθμό τα έργα σε ολόκληρο το μήκος του μετώπου, ενώ παράλληλα είχε επιτευχθεί η συγκρότηση εφεδρειών. Στα έργα αυτά εργάστηκαν ντόπιοι, και ξένοι στρατιώτες, μεταξύ των οποίων και Ρώσοι, που ο Guillaumat είχε αποσύρει από την πρώτη γραμμή και μεταφέρει στα μετόπισθεν[22]. Σε ένα δεύτερο στάδιο, εξετάσθηκε η αναδιοργάνωση του περιχαρακωμένου στρατοπέδου της Θεσσαλονίκης, την άμυνα του οποίου θα αναλάμβαναν βρετανικά και ελληνικά στρατεύματα. Ο Guillaumat, σύμφωνα με τις οδηγίες που έλαβε από το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο, μπορούσε να μελετήσει επιθετικά σχέδια μικρής κλίμακας μετά την ολοκλήρωση των προαναφερθέντων αμυντικών έργων.

Στις αρμοδιότητες του Guillaumat συμπεριλαμβανόταν και η μέριμνα για την πλήρη συμμετοχή του ελληνικού στρατού στον πόλεμο. Αρχικά, η Ελλάδα για τη χρηματοδότηση της συμμετοχής της, συνήψε ένα δάνειο ύψους 750 εκατομμυρίων φράγκων από τη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ στις 10 Φεβρουαρίου του 1918, με το όριο της  εκταμίευσης  να καθορίζεται από τις τρεις Δυνάμεις[23]. Μέχρι τις αρχές του 1918, συμμετείχαν στον πόλεμο ήδη τέσσερις ελληνικές μεραρχίες –από τα τέλη του 1916 το Σώμα Στρατού Εθνικής Αμύνης υπό τον αντιστράτηγο Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη με τρεις μεραρχίες, ενώ μετά την επίσημη έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, στάλθηκε στο μέτωπο η Ιη Μεραρχία. Ο στρατηγός Bordeaux αντιμετώπισε δύσκολες καταστάσεις ως προς την ανασυγκρότηση του ελληνικού στρατού[24]. Το έργο του δυσχέραιναν, αφενός οι ελλείψεις σε αξιωματικούς, οπλίτες, μεταφορικά μέσα και ιματισμό, και αφετέρου η ένταση του Εθνικού Διχασμού, ο οποίος ευρισκόμενος στο αποκορύφωμά του, μετακύλησε και στις τάξεις του στρατεύματος. Οι εκκαθαρίσεις στους κόλπους του τελευταίου καθώς και στον κρατικό μηχανισμό από την κυβέρνηση Βενιζέλου θεωρούνταν αναγκαίες για την απρόσκοπτη συμμετοχή της Ελλάδος στον πόλεμο, καθώς οι αντιβενιζελικές δυνάμεις φαίνεται πως είχαν κάποια επιρροή στο στράτευμα, όπως φαίνεται από την εκδήλωση μίας στάσης τμημάτων της ΙΙΙ Μεραρχίας κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους προς το μέτωπο[25].

Η επιμονή του στρατηγού Bordeaux και η στήριξη προς αυτόν από τον βασιλιά Αλέξανδρο και τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, κατέστησαν, τελικά, εφικτή την ανασυγκρότηση του ελληνικού στρατού[26]. Όμως, η Στρατιά Ανατολής ενισχύθηκε εντελώς απρόσμενα και από την πλευρά της Σερβίας. Επρόκειτο για  6 χιλιάδες στρατιώτες της σερβικής αποστολής στη Ρωσία, οι οποίοι μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, πέρασαν από ένα μακρύ ταξίδι και πολλές ταλαιπωρίες προτού φτάσουν στη Θεσσαλονίκη την άνοιξη του 1918[27]. Ο Guillaumat στο έργο της αναδιοργάνωσης της Στρατιάς της Ανατολής προχώρησε και σε δομικές μεταρρυθμίσεις, με πιο σημαντικές τη δημιουργία εφεδρειών πυροβολικού για όλο το μέτωπο και την αυτονόμηση της γαλλικής στρατιάς υπό τον Στρατηγό Henrys, πράξη η οποία αποσκοπούσε στη καλύτερη απόδοση και στην αποφυγή παρεξηγήσεων σε επίπεδο ηγεσίας[28].

Τον Απρίλιο προέκυψε ένα μείζον ζήτημα, όταν οι κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας ζήτησαν την απόσυρση 2 γαλλικών μεραρχιών και 12 βρετανικών ταγμάτων από το Μακεδονικό μέτωπο, προκειμένου να ενισχύσουν τις δυνάμεις τους στο Δυτικό. Την αρμοδιότητα να αποφασίζει την μεταφορά δυνάμεων από και προς το Μακεδονικό μέτωπο είχε μόνο το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο των Συμμάχων, το οποίο διευθέτησε το ζήτημα σχετικά γρήγορα, αποφασίζοντας την αντικατάσταση των αποσυρομένων μονάδων από ελληνικές δυνάμεις και αποικιακά στρατεύματα. Παράλληλα, ανακατάταξη στην σύνθεση των στρατευμάτων παρατηρήθηκε και στις Κεντρικές Δυνάμεις, όταν οι γερμανικές μονάδες που αποχωρούσαν για τη Γαλλία αντικαταστάθηκαν μερικώς από δύο βουλγαρικές μεραρχίες, προερχόμενες από το μέτωπο της Ρουμανίας. Παρά την άφιξη των δύο μεραρχιών, οι βουλγαρικές μονάδες δεν συγκρίνονταν σε καμία περίπτωση με τις αντίστοιχες γερμανικές σε ποιότητα αλλά και σε μέγεθος[29].

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος επιθεωρεί μονάδες του στρατού της Εθνικής Άμυνας.

Καθοριστικός παράγοντας για την ανάληψη επιθετικών ενεργειών στο Μακεδονικό μέτωπο ήταν οι επιτυχίες των Γερμανών στο Δυτικό. Η «εαρινή επίθεση του Ludendorff» ανάγκασε τη γαλλική κυβέρνηση να διατάξει τον στρατηγό Guillaumat να επιδιώξει την καθήλωση του συνόλου των εχθρικών δυνάμεων, που βρίσκονταν στη Μακεδονία[30]. Η παραπάνω καθήλωση θα πραγματοποιούνταν με επιθετικές ενέργειες και αντιπερισπασμούς κατά μήκος του συνόλου του μετώπου[31]. Τα στρατεύματα της Στρατιάς της Ανατολής όφειλαν «να εντείνωσι την δράσιν των προς παρενόχλησιν του εχθρού, δέσμευσιν της ελευθερίας ενεργείας του, έλεγχον της εν τω μετώπω διατάξεως αυτού και εξιχνίασιν των κινήσεών του. Τα αποτελέσματα ταύτα έδει να επιζητηθώσι διά τοπικών επιθετικών επιχειρήσεων επιμελώς προπαρασκευαζομένων, εναντίον αντικειμενικών σκοπών καταλλήλως εκλεγομένων, διά της συμμετοχής περιωρισμένων δυνάμεων πεζικού, υποστηριζομένων όμως διά συγκεντρώσεως όσον το δυνατόν πολυαριθμωτέρου πυροβολικού»[32].

Ο Guillaumat, ήδη από τις αρχές Μαρτίου, είχε σκιαγραφήσει ένα σχέδιο για επιθετικές επιχειρήσεις στους τομείς των ποταμών Αξιού και Στρυμόνα. Όμως, το εν λόγω σχέδιο απαιτούσε μεγάλη προετοιμασία και ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί πριν από το φθινόπωρο του 1918. Οι νέες διαταγές από τη Γαλλία μετέβαλαν τις προτεραιότητες του Guillaumat. Ο τελευταίος εξέδωσε διαταγές από τις 4 έως τις 11 Απριλίου προς τους διοικητές των τομέων του μετώπου για προπαρασκευή ισχυρών τοπικών επιθέσεων. Στις επιθέσεις αυτές, ο Guillaumat φρόντιζε να συμπεριλαμβάνονται και όσες ελληνικές μεραρχίες είχαν προωθηθεί στο μέτωπο, διότι θα ήταν καλή ευκαιρία να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους και να ανυψωθεί το ηθικό των στρατιωτών.

Σύμφωνα με τα νέα σχέδια, ελληνικά και βρετανικά σώματα υπό τον Βρετανό στρατηγό Briggs πραγματοποίησαν επιθετικές επιχειρήσεις στο μέτωπο του Κάτω Στρυμόνα από τις 15 έως τις 20 Απριλίου, οι οποίες επέφεραν θετικά αποτελέσματα[33]. Στον αλβανικό τομέα διεξήχθησαν επιχειρήσεις από γαλλικά και ιταλικά στρατεύματα, τα οποία κατέλαβαν σχετικά εύκολα περίπου 120 τετραγωνικά μίλια, δίχως, ωστόσο, τα αποτελέσματα να έχουν μεγάλη στρατηγική αξία εξαιτίας της ορεινής μορφολογίας του εδάφους[34]. Από τις μεγάλες τοπικές επιθέσεις που πραγματοποιήθηκαν εκείνη την άνοιξη, ξεχώρισε η επίθεση για την κατάληψη της τοποθεσίας του Σκρα ντι Λέγκεν, στην οποία συμμετείχαν κυρίως ελληνικές δυνάμεις του Σώματος Στρατού Εθνικής Αμύνης[35]. Το Σώμα Στρατού Εθνικής Αμύνης υπαγόταν στην Πρώτη Ομάδα Μεραρχιών, υπό τον στρατηγό Gérôme και περιελάμβανε τις μεραρχίες Αρχιπελάγους υπό τον υποστράτηγο Δημήτριο Ιωάννου, Κρήτης υπό τον υποστράτηγο Παναγιώτη Σπηλιάδη και Σερρών υπό τον υποστράτηγο Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη. Το Σώμα Στρατού Εθνικής Αμύνης αριθμούσε στα τέλη της άνοιξης του 1918 53.740 άνδρες [36].

Το Σκρα ντι Λέγκεν βρισκόταν νότια του χωριού Χούμα, στα δυτικά του Αξιού και αποτελούσε «απότομη και βραχώδη «εξέχουσα» του βουλγαρικού μετώπου και παρατηρητήριο μεγάλης αξίας»[37]. Η τοποθεσία ήταν οχυρωμένη ισχυρότατα, με πλήθος φυσικών και τεχνητών έργων, με λαβύρινθο χαρακωμάτων και ορυγμάτων επικοινωνίας καθώς και με πλήθος πυροβολείων καταταγμένων σε βαθμίδες, τα οποία μπορούσαν να βάλουν προς όλες τις πλευρές[38]. Υπήρχαν δύο γραμμές άμυνας και οι οχυρώσεις εκτείνονταν επί 3,2 χιλιόμετρα. Η πρόσβαση προς την τοποθεσία γινόταν αποκλειστικά από δύσβατους «ημιονικούς» δρόμους[39].

Η επίθεση εναντίον του Σκρα ντι Λέγκεν προετοιμάστηκε με ιδιαίτερη επιμέλεια. Σύμφωνα με το σχέδιο του Στρατηγού Gérôme, το βάρος της επίθεσης αναλάμβανε η μεραρχία Αρχιπελάγους, η οποία θα υποστηριζόταν από επιθέσεις στα ανατολικά από τη μεραρχία Κρήτης και την 122η γαλλική μεραρχία και στα δυτικά από τη μεραρχία Σερρών και τη σερβική μεραρχία Τιμόκ[40]. Αρχικά, θα καταλαμβανόταν το ύψωμα Σκρα ντι Λέγκεν και σε δεύτερο χρόνο η γραμμή των υψωμάτων Τουμουλούς – Σερφ Βολάν από τη μεραρχία Αρχιπελάγους. Παράλληλα, θα επιχειρούνταν αντιπερισπασμοί από τους Βρετανούς και τους Σέρβους στους τομείς που τους είχαν ανατεθεί, ενώ η συμμαχική αεροπορία θα βομβάρδιζε τα εχθρικά μετόπισθεν. Απέναντι από τις συμμαχικές δυνάμεις, βρίσκονταν παραταγμένα σε κοντινή απόσταση πέντε βουλγαρικά συντάγματα, ενώ αλλά τρία προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν ως εφεδρεία[41].

Αξιωματικοί της μεραρχίας Αρχιπελάγους απέναντι από το ύψωμα του Σκρα ντι Λέγκεν.

Κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου, συμμαχικά και ελληνικά πυροβόλα μεταφέρθηκαν από άλλα σημεία του μετώπου και τοποθετήθηκαν στην περιοχή γύρω από το Σκρα ντι Λέγκεν, απέναντι ακριβώς από τις γραμμές του αντιπάλου[42]. Οι Βούλγαροι παρατηρητές είχαν εντοπίσει την αύξηση της δραστηριότητας και την κινητικότητα, όμως δεν μπορούσαν να αποκρυπτογραφήσουν τις προθέσεις του Guillaumat, καθώς εκείνος προσπαθούσε με τις ενέργειές του να τους αφήσει να διερωτώνται συνεχώς προς τα πού θα κατευθυνόταν η κύρια επίθεση. Από τις 28 Μαΐου εκδηλώθηκε σειρά επιθέσεων για αντιπερισπασμό και ειδικά στον τομέα του Αξιού. Την επομένη, το συμμαχικό πυροβολικό έπληξε τους αντικειμενικούς στόχους της επικείμενης επίθεσης, ενώ κατά τη διάρκεια της νύχτας ο βομβαρδισμός συνεχίστηκε αραιότερος[43].

Στις 30 Μαΐου είχαν ολοκληρωθεί όλες οι απαραίτητες προετοιμασίες και το πεζικό ήταν έτοιμο για την επίθεση. Από τις 4.30 το πρωί, εντάθηκαν οι ρυθμοί των βομβαρδισμών και από τις 4.55 ξεκίνησε η βολή κινητού φραγμού για την προστασία της μεραρχίας Αρχιπελάγους, οι στρατιώτες της οποίας εξόρμησαν εναντίον του υψώματος Σκρα ντι Λέγκεν[44]. Οι δυσχέρειες της επίθεσης ήταν αρκετές, με κυριότερες την ισχυρά οχυρωμένη εχθρική τοποθεσία, το απόκρημνο έδαφος και την αρκετά μεγάλη απόσταση από τις εχθρικές γραμμές άμυνας. Η αντίδραση των αμυνόμενων ήταν άμεση, αλλά ανεπιτυχής. Η μεραρχία Αρχιπελάγους μέσα σε μιάμιση ώρα από τη στιγμή της έναρξη της επίθεσης κατάφερε να καταλάβει τα υψώματα Σκρα ντι Λέγκεν, Τουμουλούς και Σερφ Βολάν, δίνοντας σκληρές μάχες[45]. Την ίδια ώρα εξόρμησε η μεραρχία Κρήτης εναντίον των υψωμάτων στα ανατολικά του Σκρα ντι Λέγκεν και μέχρι το μεσημέρι κατελήφθησαν όλες οι προβλεπόμενες θέσεις. Η μεραρχία Σερρών ανταποκρίθηκε εξίσου καλά στα σχέδια και κατέλαβε τα υψώματα Λαγκαδιά–Σαγράδα–Μπλοκ Ροσέ, χωρίς να συναντήσει ιδιαίτερη αντίσταση. Επιπλέον, προσέφερε βοήθεια στην μεραρχία Αρχιπελάγους, όταν εκείνη αντιμετώπιζε δυσκολίες στην κατάληψη του υψώματος Τουμουλούς[46]. Συνολικά, τα κέρδη της επίθεσης ήταν η προώθηση του συμμαχικού μετώπου σε βάθος 2 χλμ. και σε πλάτος 13χλμ.. Οι βουλγαρικές αντεπιθέσεις, που διεξήχθησαν το απόγευμα και κατά τη διάρκεια της νύχτας, αντιμετωπίστηκαν με επιτυχία από τα συμμαχικά στρατεύματα.

Οι απώλειες της μάχης ήταν 2.204 τραυματίες, 164 αγνοούμενοι και 441 νεκροί, μεταξύ των οποίων και ο ταγματάρχης του πρώτου τάγματος του πέμπτου συντάγματος της μεραρχίας Αρχιπελάγους, Βασίλειος Παπαγιάννης. Το μεγαλύτερο φόρο αίματος πλήρωσε η Μεραρχία Αρχιπελάγους, η οποία, όπως αναφέρθηκε, είχε αναλάβει το κύριο μέρος της επίθεσης. Οι νεκροί για τους αντιπάλους υπολογίζονται σε περίπου πεντακόσιους άνδρες. Κυριεύτηκε σημαντικός αριθμός βουλγαρικού στρατιωτικού υλικού και πυρομαχικών, ενώ συνελήφθησαν και 2.063 αιχμάλωτοι. Μάλιστα, το 49ο βουλγαρικό σύνταγμα πεζικού, εξαντλημένο από την πείνα και τις κακουχίες του μετώπου, αιχμαλωτίστηκε από τις ελληνικές μεραρχίες μετά το πέρας της μάχης[47]. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, ο καιρός ήταν νεφελώδης και βροχερός, κάτι το οποίο ευνοούσε την επίθεση, διότι δεν επέτρεπε στα εχθρικά παρατηρητήρια να έχουν καλή ορατότητα, ενώ και οι επικοινωνίες ήταν αρκετά καλές[48].

Λυκούργος Κογεβίνας (1887 – 1940), Η Μάχη του Σκρα, 1918 Λάδι σε μουσαμά., Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα.

Η οργάνωση της τοποθεσίας άρχισε αμέσως μετά την κατάληψή της, με αμυντικά έργα και γραμμές επικοινωνίας, στα οποία εργάστηκαν όλες οι ελληνικές μονάδες, τμήματα του μηχανικού και ειδικά εκπαιδευμένα σώματα των γαλλικών δυνάμεων[49]. Η άμυνα των Συμμάχων οργανώθηκε σε δύο τοποθεσίες, με την πρώτη να ακολουθεί τη γραμμή Σερφ Βολάν–Τουμουλούς και την δεύτερη να περιλαμβάνει το Σκρα ντι Λέγκεν μαζί με την ήδη υπάρχουσα γραμμή άμυνας, προ της επίθεσης[50]. Στις 2 Ιουνίου, ο Guillaumat διέταξε την αντικατάσταση των μονάδων που συμμετείχαν στην επιχείρηση και την ανάπαυσή τους. Το συμμαχικό πυροβολικό, που είχε διατεθεί για την επίθεση επανήλθε στους τομείς του μετώπου, από όπου είχε αποσπαστεί. Ακόμη, ο ανώτατος διοικητής του θεάτρου της Θεσσαλονίκης τόνισε στις διαταγές του την ανάγκη συνεχούς παρενόχλησης του εχθρού για τη διατήρηση του υψηλού ηθικού των στρατιωτών μετά την μάχη.

Η επιτυχία των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στη μάχη του Σκρα, εκθειάστηκε από τους Συμμάχους και την ελληνική κοινή γνώμη. Επρόκειτο για μία καθαρά ελληνική νίκη, χάρη στην οποία αναγνωρίστηκε η συμβολή του ελληνικού στρατού και ενισχύθηκε η εμπιστοσύνη για την μελλοντική του δράση[51]. Ο ίδιος ο στρατηγός Guillaumat σε διαταγή του μίλησε με εγκωμιαστικά λόγια για την επιτυχία, χαρακτηρίζοντας τον ελληνικό στρατό «ανδρείο» και με «υπέροχη ορμητικότητα»[52]. Η νίκη προκάλεσε αισθήματα ενθουσιασμού σε ολόκληρη τη χώρα, παραπέμποντας στις «ένδοξες» στιγμές των Βαλκανικών Πολέμων[53]. Παράλληλα, επιταχύνθηκαν οι ρυθμοί της επιστράτευσης των υπό συγκρότηση ελληνικών μεραρχιών [54]. Η μάχη είχε τέτοιο θετικό αντίκτυπο στους κόλπους της Στρατιάς της Ανατολής, ώστε προκάλεσε στους Σέρβους τη θέληση να πετύχουν και εκείνοι μια νίκη, όπως οι Έλληνες[55]. Ο τύπος της εποχής περιέγραφε αναλυτικά τα συμβάντα της μάχης, περιλαμβάνοντας μαρτυρίες των στρατιωτών αλλά και αιχμαλώτων[56]. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι και ο αντιβενιζελικός τύπος περιγράφει με θερμά λόγια την επιτυχία των ελληνικών δυνάμεων, ονομάζοντας την «ωραία ελληνική νίκη»[57]. Αφηγήσεις των συμμετεχόντων καταλάμβαναν χώρο, δίπλα από τα νέα για το Δυτικό μέτωπο, ενώ και τα ανδραγαθήματα των Ελλήνων στρατιωτών στο Σκρα ήταν από τα κύρια θέματα συζήτησης στη δημόσια ζωή της χώρας, αντικαθιστώντας εκείνα του Verdun και του Somme[58].

Η μάχη του Σκρα αποτέλεσε το προοίμιο της νίκης των Συμμάχων στο Μακεδονικό μέτωπο το φθινόπωρο του 1918. Στο πεδίο της μάχης φάνηκε το χαμηλό ηθικό και η αδυναμία των βουλγαρικών δυνάμεων να διατηρήσουν τις θέσεις τους, γεγονός που εξηγεί και το ότι δεν επιχείρησαν μεγάλη αντεπίθεση μετά το πέρας της τελευταίας[59]. Στην αδυναμία αντίδρασης του βουλγαρικού στρατού είναι βέβαιο πως  συνέβαλε και η απομάκρυνση της πλειονότητας των γερμανικών δυνάμεων από το Μακεδονικό μέτωπο. Οι εφεδρείες που οι Βούλγαροι παρέταξαν ήταν κατώτερης ποιότητας, ενώ πολλοί στρατιώτες τράπηκαν σε φυγή μετά την μάχη[60]. Ο πόλεμος, ωστόσο, δεν κρίθηκε από τη μάχη του Σκρα ούτε από την κατάρρευση του βουλγαρικού μετώπου, το φθινόπωρο του 1918. Η μάχη του Σκρα αποτέλεσε μία τοπική επιτυχία, σε ένα μέτωπο με δευτερεύοντα ρόλο. Μία ολική ρήξη του Δυτικού μετώπου θα ανέτρεπε οποιαδήποτε επιτυχία της Στρατιάς της Ανατολής στο Μακεδονικό μέτωπο. Δεν αποτελεί τροχοπέδη, όμως, στο να θεωρείται ως μία από τις ενδοξότερες επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού και γενικότερα της Στρατιάς της Ανατολής στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Οι επιχειρήσεις, οι οποίες διεξήχθησαν επί της διοίκησης του στρατηγού Guillaumat, θεωρούνται επιτυχημένες και ως προς τον αρχικό τους στόχο, καθώς αρκετά στρατεύματα των Κεντρικών Δυνάμεων καθηλώθηκαν στη Μακεδονία. Το καλοκαίρι του 1918 οι Δυνάμεις της Αντάντ    σταθεροποιούσαν την κατάσταση στο Δυτικό μέτωπο και άρχισαν να σχεδιάζουν την αντεπίθεση τους.

 

Το μνημείο των πεσόντων στην είσοδο του χωριού του Σκρα.

 

Το Σκρα συνετέλεσε στην αποβολή μετριοπαθούς τακτικής για τις επιχειρήσεις στο Μακεδονικό μέτωπο από τον στρατηγό Guillaumat. Στις αρχές Ιουνίου άρχισε να προετοιμάζει με το επιτελείο του ευρύτερης κλίμακας επιθέσεις. Οι ικανότητες του Guillaumat θεωρήθηκε από την ηγεσία των Συμμάχων ότι χαραμίζονταν στο δευτερεύον επιχειρησιακό θέατρο της Θεσσαλονίκης. Κυβερνητικές διαταγές από το Παρίσι ανακάλεσαν τον Guillaumat στο Δυτικό μέτωπο, προκειμένου να αναλάβει την κομβική θέση του στρατιωτικού διοικητή της γαλλικής πρωτεύουσας[61]. Στις 9 Ιουνίου, όταν ο Guillaumat αναχώρησε από τη Θεσσαλονίκη, το σχέδιο του δεν είχε διατυπωθεί ακόμη επίσημα, όμως έμελλε να το διεκπεραιώσει ο διάδοχος του, στρατηγός Louis Franchet d’Espèrey, τρεις μήνες αργότερα.

  

  Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΚΡΑ 17 Μαΐου 1918

Η μάχη του Σκρα! Η νίκη που εξέπληξε τις συμμαχικές δυνάμεις… [17 Μαΐου from Τράπεζα Ἰδεῶν on Vimeo.

 

 

O Αθανάσιος Συροπλάκης είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Νεώτερης και Σύγχρονης Ιστορίας των Χωρών της Χερσονήσου του Αίμου και Τουρκολογίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ

 

Υποσημειώσεις

 


[1]
Κωστόπουλος, Φώτης, Συμπολεμιστές στο Μακεδονικό Μέτωπο (1916 – 1918). Οι επιτυχίες του ελληνικού στρατού και τα πολιτικά παρασκήνια της εποχής, Αθήνα: Εταιρεία Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας, 2002, 28–30.
O Αθανάσιος Συροπλάκης είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Νεώτερης και Σύγχρονης Ιστορίας των Χωρών της Χερσονήσου του Αίμου και Τουρκολογίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ

[2] Gardikas-Katsiadakis, Helen, «Greek Diplomatic Planning, 1917-1918» στον συλλογικό τόμο «The Salonica Theatre of Operations and the Outcome of the Great War, Thessaloniki , 16- 18 April 2002. Proceedings of the International Conference organized by the Institute for Balkan Studies and the National Research Foundation Eleftherios Venizelos», Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 2005, 113· Strachan, Hew, Α‘ Παγκόσμιος Πόλεμος (μτφρ. Νικόλαος Λαζαρίδης), Αθήνα: Γκοβόστη, 2013, 332.

[3] Σφέτας, Σπυρίδων, «Τα Βαλκάνια στη δίνη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου» στο Ελλήνων Ιστορικά, 100 χρόνια από τον Β’ Βαλκανικό: Ο πόλεμος των 30 ημερών που διπλασίασε την Ελλάδα (Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος, 2013), 124.

[4] Strachan, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, 335–336· Σφέτας, Σπυρίδων, «Τα Βαλκάνια στη δίνη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου», 125· Ferro, Marc, Ο πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος 1914-1918 (μτφρ. Τζίνα Κατσιλιέρη), Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1997, 169.

[5] Γενικό Επιτελείο Στρατού (στο εξής: ΓΕΣ), Η συμμετοχή της Ελλάδος στον πόλεμο 1918, τόμος Β’, Αθήνα: Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, 1961, 1· Dowling, Timothy C., «Eastern Front» στο International Encyclopedia of the First World War (20 Νοεμβρίου 2015), http://encyclopedia.1914-1918-online.net/article/eastern_front, 16.

[6] Strachan, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, 335.

[7] Dowling, «Eastern Front», 16. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι η επιτήρηση των Γερμανών στην Ανατολική Ευρώπη κόστισε στη Γερμανία πολύτιμες δυνάμεις, οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στη μεγάλη «εαρινή επίθεση του Ludendorff», το 1918.

[8] Afflerbach, Holger, «Greece and the Balkan Area in German Strategy, 1914-1918» στον συλλογικό τόμο «The Salonica Theatre of Operations and the Outcome of the Great War, Thessaloniki, 16- 18 April 2002. Proceedings of the International Conference organized by the Institute for Balkan Studies and the National Research Foundation Eleftherios Venizelos», Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 2005, 63. Οι αμερικανικές δυνάμεις αποτέλεσαν σημαντική προσθήκη σε αυτές της Αντάντ, καθώς ο αριθμός τους κατά τους τελευταίους 6 μήνες του πολέμου ανήλθε στο 1,5 εκατομμύριο στρατιώτες.

[9] Afflerbach, «Greece and the Balkan», 63.

[10] Strachan, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, 358, 360. Οι ταραχές αυτές στο εσωτερικό της Αυστρο-Ουγγαρίας αποτυπώνονται και στον ελληνικό Τύπο. Συγκεκριμένα, η εφημερίδα «Νέα Ελλάς» αναφέρει στο φύλλο της 30ης Μαΐου 1918 (νέο ημερολόγιο) ότι στην συνάντηση του με Σλοβένους αντιπροσώπους, ο Αψβούργος Αυτοκράτορας Κάρολος Α’ δήλωσε ότι θα καταπολεμήσει με οποιονδήποτε τρόπο τα κινήματα που απειλούν την εσωτερική συνοχή του κράτους.

[11]  Sfetas, Spyridon, «From Expectation to Disappointment: Bulgaria’s Capitulation in Salonica» στον συλλογικό τόμο «The Salonica Theatre of Operations and the Outcome of the Great War, Thessaloniki, 16- 18 April 2002. Proceedings of the International Conference organized by the Institute for Balkan Studies and the National Research Foundation Eleftherios Venizelos», Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 2005, 357.

[12] Hall, Richard C., Balkan Breakthrough: The Battle of Dobro Pole 1918, Indiana: Indiana University Studio Press, 2010, 101.

[13] Gardikas-Katsiadakis, «Greek Diplomatic Planning», 113. Τους ίδιους φόβους με την Ελλάδα για την προοπτική μίας προσέγγισης της Βρετανίας με την Βουλγαρία είχε και η Σερβία. Χασιώτης, Λουκιανός, Διπλωματικά διλήμματα μιας πενταετίας: οι ελληνοσερβικές σχέσεις (1913–1918), Διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1998, 260.

[14] Strachan, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, 368. Το γερμανικό επιτελείο, προκειμένου να ανυψώσει το ηθικό των στρατιωτών, εφάρμοσε σκληρή λογοκρισία στην αλληλογραφία, ώστε να μην μεταφέρονται αντιπολεμικά και δυσάρεστα μηνύματα στο μέτωπο, τα οποία θα εμπόδιζαν την απρόσκοπτη συγκέντρωση στη νέα επίθεση.

[15] Strachan, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, 370.

[16] Η μέθοδος των επιχειρήσεων-αντιπερισπασμών ήταν συνήθης τακτική του πολέμου και από τις δύο αντίπαλες συμμαχίες.

[17] Palmer, Alan, Το Μακεδονικόν Μέτωπον και ο Ελληνικός Διχασμός (μτφρ. Νικόλαος Παπαρρόδης), Αθήνα: Συμπληρωματικές εκδόσεις Διευθύνσεως Εκδόσεων Αρχηγείου Στρατού, 1977, 293-294.

[18] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 294, 301.

[19] Το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο είχε δημιουργηθεί από τους συμμάχους της Αντάντ το φθινόπωρο του 1917.

[20] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 2–3.

[21] Κωστόπουλος, Συμπολεμιστές στο Μακεδονικό Μέτωπο, 36.

[22] Δεσποτόπουλος, Αλέξανδρος, «Η ελληνική συμμετοχή στον πόλεμο», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΕ’, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1978, 68. Η αξιοπιστία των Ρώσων στρατιωτών επλήγη μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, καθώς πολλοί από αυτούς διέδιδαν στους υπόλοιπους στρατιώτες επαναστατικά μηνύματα. Χασιώτης, Διπλωματικά διλήμματα, 261.

[23] Gardikas-Katsiadakis, «Greek Diplomatic Planning», 112-113.

[24] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 49-57.

[25] Εφημ. Νέα Ελλάς, 12. 2. 1918. Έτσι εξηγείται και η σκληρή στάση έναντι οποιασδήποτε ανοιχτής πρόκλησης κατά του βενιζελικού καθεστώτος. Εφημ. Νέα Ελλάς, 14. 2. 1918. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα αντιβενιζελικά αισθήματα εμφανίζονταν με αντιπολεμικά συνθήματα, καθώς η αντιβενιζελική αντιπολίτευση επέμενε στην ουδετερότητα της χώρας.

[26] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 301–302.

[27] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 304–307. Σύμφωνα με την εφημερίδα Σκριπ στο φύλλο της 9ης Μαρτίου 1918, νέοι γιουγκοσλάβοι προσέρχονταν συνεχώς για να επιστρατευθούν στον σερβικό στρατό ως εθελοντές.

[28] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 297–298.

[29] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 18–19.

[30] Χασιώτης, Διπλωματικά διλήμματα, 261–262.

[31] Δεσποτόπουλος, «Η ελληνική συμμετοχή στον πόλεμο», 68–69. Οι Γερμανοί, για την ισχυροποίηση των επιθέσεών τους στο Δυτικό μέτωπο, απέσυραν τόσες δυνάμεις από το Μακεδονικό, ώστε αριθμούσαν μόνο 33 χιλιάδες στρατιώτες, το καλοκαίρι του 1918. Afflerbach, «Greece and the Balkan», 62.

[32] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 15.

[33] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 23–25.

[34] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 309.

[35] Η ονομασία Σκρα ντι Λέγκεν προέρχεται από την τοπική βλαχική διάλεκτο (Σίρκα ντι Λέγκεν), ενώ οι Βούλγαροι ονόμαζαν την τοποθεσία Γκολέμα Γιαραμπίτσα. Κωστόπουλος, Συμπολεμιστές στο Μακεδονικό Μέτωπο, 25. Σήμερα, η τοποθεσία του Σκρα ντι Λέγκεν και το χωριό Σκρα βρίσκονται στα βόρεια του νομού Κιλκίς, 18,5 χλμ. από την Ειδομένη.

[36] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 5.

[37] Δεσποτόπουλος, «Η ελληνική συμμετοχή στον πόλεμο», 69.

[38] Οι αμυντικές θέσεις των Βουλγάρων ενισχύθηκαν περαιτέρω τον Δεκέμβριο του 1917, με επιπλέον καταφύγια και συρματοπλέγματα, κάτι το οποίο έκανε το Σκρα ντι Λέγκεν σχεδόν απροσπέλαστο. ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 28.

[39] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 310 και Spahidis, Prodromos, «The Greek Army in World War I» στον συλλογικό τόμο «The Salonica Theatre of Operations and the Outcome of the Great War, Thessaloniki, 16- 18 April 2002. Proceedings of the International Conference organized by the Institute for Balkan Studies and the National Research Foundation Eleftherios Venizelos» (Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 2005), 155.

[40] Spahidis, «The Greek Army in World War I», 156.

[41] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 28.

[42] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 311.

[43] Σφέτας, «Τα Βαλκάνια στη δίνη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου», 134.

[44] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 36.

[45] Spahidis, «The Greek Army in World War I», 160.

[46] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 43.

[47] Sfetas, «From Expectation to Disappointment», 358.

[48] Για αναλυτική περιγραφή της μάχης του Σκρα: ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 36–45.

[49] Κωστόπουλος, Συμπολεμιστές στο Μακεδονικό Μέτωπο, 60.

[50] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 46.

[51] Spahidis, «The Greek Army in World War I», 161.

[52] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 44–45.

[53] Hall, Balkan Breakthrough, 114.

[54] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 312.

[55] Ε.Λ.Ι.Α., αρχείο Γ. Στρέιτ, φάκελος 14.7, «Μακεδονικό Μέτωπο 1916–1919», 2. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους, για τους οποίους οι Σέρβοι ζήτησαν να έχουν την «τιμή» της διάσπασης του βουλγαρικού μετώπου το φθινόπωρο του 1918.

[56] Εφημ. Νέα Ελλάς, 3. 6. 1918 και Νέα Αλήθεια, 31. 5. 1918, Νέα Αλήθεια, 4. 6. 1918.

[57] Εφημ. Εμπρός, 1. 6. 1918.

[58] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 313.

[59] Sfetas, «From Expectation to Disappointment», 358. Ο βουλγαρικός στρατός αντιμετώπιζε ελλείψεις σε τροφή και ιματισμό, ανεπαρκή ανεφοδιασμό, ενώ η αντιπολεμική προπαγάνδα δυσχέραιναν ακόμη περισσότερο την κατάσταση στο βουλγαρικό στρατόπεδο.

[60] Hall, Balkan Breakthrough, 115. Το ηθικό των Βουλγάρων στρατιωτών έπεσε ακόμη περισσότερο μετά την αποτυχία των Γερμανών στις μάχες του Marne και της Amiens το καλοκαίρι του 1918.

[61] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 316.

Ο εξωπραγματικός πολεμικός σχεδιασμός των ετών 1939-1940. Ειδικό Αφιέρωμα του περιοδικού “GUERRES MONDIALES ET CONFLITS CONTEMPORAINS” που μόλις κυκλοφόρησε με επιμέλεια Γιάννη Μουρέλου

Ο εξωπραγματικός πολεμικός σχεδιασμός των ετών 1939-1940. Αφιέρωμα του περιοδικού “GUERRES MONDIALES ET CONFLITS CONTEMPORAINS” που μόλις κυκλοφόρησε με επιμέλεια Γιάννη Μουρέλου

Drôle de guerre”, “Phony War”, “Sitzkrieg”, τρεις διαφορετικοί όροι που αποδίδουν το ίδιο νόημα. Την εννιάμηνη επιχειρησιακή απραξία στο δυτικό μέτωπο, στο χρονικό διάστημα από την ολοκλήρωση της γερμανικής εκστρατείας στην Πολωνία έως την έναρξη της, γερμανικής πάντοτε, εισβολής στο Βέλγιο, τις Κάτω Χώρες, το Λουξεμβούργο και τη Γαλλία (τέλη Σεπτεμβρίου 1939 – αρχές Μαίου 1940). Αν όμως η αδράνεια υπήρξε το κύριο διακριτικό γνώρισμα κατά μήκος της γαλλογερμανικής μεθορίου, την ίδια εποχή ο πόλεμος μαίνεται στη θάλασσα και στην περιφέρεια (νότιος Ατλαντικός, Σκανδιναβία). Οι κυριότερες εκφάνσεις του φαινομένου είναι η ναυμαχία του Ρίβερ Πλέϊτ στα ανοικτά των ακτών της Ουρουγουάης, ο ρωσοφινλανδικός πόλεμος (γνωστός με την προσωνυμία “χειμερινός”) σε μια εποχή όπου η ΕΣΣΔ είχε συνταχθεί με τις χώρες του Άξονα, τέλος, η γερμανική εισβολή στη Δανία και στη Νορβηγία. Άνετα θρονιασμένα σε αυτή την κατάσταση απραξίας στο κυρίως μέτωπο, τα διάφορα επιτελεία αναλώνονται σε απανωτές ασκήσεις επί χάρτου, σχεδιάζοντας φανταστικές επιχειρήσεις στην περιφέρεια, ικανές να καταφέρουν το αποφασιστικό πλήγμα στον αντίπαλο και τερματίζοντας έτσι νικηφόρα τον πόλεμο προτού καλά-καλά αυτός προλάβει να ξεκινήσει. Πρόκειται για σχέδια εξωπραγματικά, τα οποία ουδέποτε μπόρεσαν να υλοποιηθούν, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων και παρά ταύτα δίχως επιτυχία. Αποκαλύπτουν, όμως, την ψυχολογία και τον τρόπο σκέψης και λειτουργίας εκείνων που τα εκπονούν, εξηγώντας, τρόπον τινα, και την μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων. Στην ανάλυση και αξιολόγηση των παραπάνω σχεδίων είναι αφιερωμένο το τεύχος του περιοδικού Guerres mondiales et Conflits contemporains (πρώην Revue dHistoire de la Deuxième Guerre mondiale) των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων της Γαλλίας (Presses Universitaires de France), που μόλις κυκλοφόρησε με επιμέλεια του Καθηγητή Σύγχρονης Ιστορίας του ΑΠΘ και μέλους της επιστημονικής επιτροπής του περιοδικού, Γιάννη Μουρέλου. Συμμετέχουν με κείμενο η Ομότιμη Καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου 3 του Παρισιού Sorbonne-Nouvelle,  Élisabeth du Réau, συγγραφέας μιας υποδειγματικής βιογραφίας του τότε πρωθυπουργού της Γαλλίας Édouard Daladier, με ένα άρθρο, πραγματικό ψυχογράφημα των κυριοτέρων εκπροσώπων της γαλλικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Η συμβολή του Louis Clerc, Καθηγητή Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Turku της Φινλανδίας και συγγραφέα, πρόσφατα, μιας εξαντλητικής μελέτης σχετικά με τον ρωσοφινλανδικό πόλεμο, αναφέρεται στον γαλλικό σχεδιασμό παρέμβασης στο πλευρό της Φινλανδίας (επιχείρηση Petsamo), o οποίος ουδέποτε υλοποιήθηκε, καθώς και στην, πραγματική τη φορά αυτή αλλά ετεροχρονισμένη συμμαχική επιχείρηση στη Νορβηγία τον Απρίλιο του 1940, με αποκορύφωμα το επεισόδιο του Narvik. Ο Sylvain Champonnois, δρ. Ιστορίας και αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, αναλύει το γαλλοβρετανικό σχέδιο αεροπορικών βομβαρδισμών σε βάρος των σοβιετικών πετρελαϊκών εγκαταστάσεων του Καυκάσου, το οποίο παρέμεινε στα χαρτιά λόγω έλλειψης διαθέσιμων μέσων. Το ίδιο ισχύει και για την προοπτική αναβίωσης του Μακεδονικού μετώπου της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη, που πραγματεύεται το κείμενο του Γιάννη Μουρέλου. Κλείνοντας, πρέπει να επισημανθεί, πως από το ειδικό αυτό αφιέρωμα απουσιάζει ο γερμανικός αντίλογος. Σχέδια, εξίσου εξωπραγματικά, εκπονήθηκαν και από την πλευρά εκείνη (επιχείρηση Felix κατά του Γιβραλτάρ δια μέσου της ισπανικής ενδοχώρας, σκέψεις για καταφορά πλήγματος σε βάρος των γαλλικών κτήσεων της βορείου Αφρικής). Ακόμα και τα σχέδια Weserübung (κατάληψη της Δανίας και της Νορβηγίας) και Fall Gelb (επίθεση κατά της Γαλλίας) διακατέχονται από σημαντικό βαθμό προχειρότητας και αυτοσχεδιασμού. Υπερτερούν, ωστόσο, των υπολοίπων στο βαθμό που δέησαν να γνωρίσουν το φως της ημέρας με τη συνδρομή, είναι αλήθεια, της τύχης, η οποία σε παρόμοιες περιπτώσεις, ευνοεί τους τολμηρούς.

https://www.cairn.info/revue-guerres-mondiales-et-conflits-contemporains-2018-1.htm