Skip to main content

Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη: Έμφυλες διαστάσεις της Ελληνικής παροικίας στην Αίγυπτο του 19ου και 20ού αιώνα

Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη

Έμφυλες διαστάσεις της Ελληνικής παροικίας

στην Αίγυπτο του 19ου και 20ού αιώνα

 

Ιστορικό πλαίσιο

Η εγκατάσταση των Ελλήνων στη νεότερη Αίγυπτο και η ιστορικά αποτελεσματική παρουσία τους εκεί διαπιστώνεται στις αρχές του 19ου αιώνα, επί Μωχάμετ Άλη. Η Αίγυπτος του 19ου αιώνα ευνόησε την Ελληνική διασπορά προσφέροντάς της απλόχερα γόνιμο έδαφος, οικονομικό και πολιτικό, για να αναπτύξει εντυπωσιακή δραστηριότητα. Ο Μωχάμετ Άλη υπολόγιζε πολύ στη συμβολή των Ελλήνων παροίκων προκειμένου να υλοποιήσει το πολιτικό του σχέδιο, που συνίστατο στην αποδέσμευση της Αιγύπτου από το οθωμανικό κράτος και την πρόσδεσή της στις Ευρωπαϊκές μητροπόλεις. Αναγκαίο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή θεωρούσε την καθιέρωση της εκτατικής καλλιέργειας του βάμβακος και, μέσω αυτής, το ιστορικό άνοιγμα της χώρας προς τη Δύση. Η οργανική συνεργασία των Ελλήνων παροίκων με τις Δυτικές μητροπόλεις ήταν το πλαίσιο αυτής της αμοιβαία επωφελούς διευθέτησης.

Εποποιΐα και η Ευποιΐα είναι δύο εμβληματικά σημαίνοντα που συνοψίζουν το ιστορικό αποτύπωμα του περάσματος των Ελλήνων από τη χώρα του Νείλου. Στην πορεία αυτή η δεσπόζουσα πτυχή είναι  «ο δρόμος του βαμβακιού»,  που παραμένει ακόμη ένας θρύλος για όσους τον έζησαν.

Η εξέλιξη του Αιγυπτιώτη Ελληνισμού χωρίζεται σε τρείς μεγάλες περιόδους που σηματοδοτούν και την συνολική του ιστορία.

  • Η πρώτη περίοδος εκτείνεται μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα και αντιστοιχεί στην συγκρότηση και ανάπτυξη της παροικίας. Ανάπτυξη δημογραφική, οικονομική και κοινοτική. Ιδιαίτερα ενισχύθηκε η θέση της παροικίας μετά την αποτυχημένη επανάσταση του Αραμπή (1882) και την κατάληψη της Αιγύπτου από την Αγγλία. Η κυριαρχία των Άγγλων ταυτίστηκε με τη δημιουργία του Quartier Grec στην Αλεξάνδρεια, γεγονός που άλλαξε τον πολιτικό προσανατολισμό της παροικίας. Μία εκδήλωση αυτής της αλλαγής ήταν και το ότι οι Κοινοτικές εκλογές του 1884 ανέδειξαν την Αγγλόφιλη ομάδα των Ζερβουδάκη-Σαλβάγου-Μπενάκη πλάι στους Ράλλη-Αβέρωφ.

  • Η δεύτερη περίοδος καλύπτει το πρώτο τρίτο του 20ού αιώνα και φτάνει πρακτικά μέχρι το 1930. Εμφανίζει υψηλούς δημογραφικούς ρυθμούς και αντιπροσωπεύει την εν γένει ωριμότητα και ακμή της παροικίας. Ακμή δημογραφική, οικονομική και κοινοτική με επέκταση και στην Ελλάδα, όπου οι Αιγυπτιώτες συμμετέχουν αποφασιστικά στον αστικό μετασχηματισμό τον οποίο προωθούσε ο Βενιζελισμός και ο Ευεργετισμός που ανέπτυξαν. Ακολούθησαν τα ταραγμένα χρόνια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και των επιπτώσεών της σε όλους τους τομείς.

  • Η τρίτη περίοδος ξεκινά γύρω στο 1930 και έχει ως σταθμούς το 1934 (ψηφίζεται ο Νόμος 51 και θεσμοθετείται ο κρατικός έλεγχος στις ποικιλίες βάμβακος) και το 1937 (καταργούνται οι Διομολογήσεις). Σ’ αυτή την περίοδο η παροικία ακολουθεί την φθίνουσα πορεία του αποικιακού συστήματος και μπαίνει σε κρίση. Κρίση δημογραφική, οικονομική και κοινοτική. Αμέσως μετά το 1952 και την επανάσταση του στρατού καθίστανται εμφανή τα σημεία της δημογραφικής κρίσης και της επακόλουθης διάλυσής της το 1960.

Και στις τρεις αυτές περιόδους η ιστορία έδειξε ότι οι Αιγυπτιώτισσες όλων των κοινωνικών τάξεων συμμετείχαν με τρόπο ουσιαστικό, διακριτό και αναγνωρίσιμο στο γίγνεσθαι της Ελληνικής παροικίας.

Ξένες παροικίες στην Αίγυπτο. Η πολυπληθής ελληνική κατέχει αριθμητικά την πρώτη θέση.

Συγκρότηση και εξέλιξη της παροικίας

Στην πρώτη περίοδο η παροικία συγκροτείται κυρίως μέσω της εισροής ανδρών μεταναστών πού αναζητούσαν έναν τόπο εργασίας και επιβίωσης, συγκεντρώνοντας τις αναγκαίες προϋποθέσεις ώστε η μετακίνησή τους να χαρακτηρίζεται «οικονομική μετανάστευση».

Στην Αιγυπτιακή Απογραφή πληθυσμού του 1897 παρατηρούμε ότι όσο μεγαλώνει η απόσταση από την θάλασσα, δηλαδή από το εύφορο Δέλτα του Νείλου, τόσο περισσότεροι είναι οι άντρες που επιδίδονται μόνοι τους στην περιπέτεια της εγκατάστασης στους δύσκολους εκείνους τόπους, μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα της Αλεξανδρείας και του Καΐρου. Χαρακτηριστικά, στις επαρχίες της Βεχέρας, της Μενουφίας και της Γιαλουμπίας, όπου κυριαρχούσαν οι σκληρές και επίπονες ασχολίες με τη γη κυρίως, ο αριθμός των Ελληνίδων υπολείπεται αισθητά των ανδρών παροίκων.

Από τα δεδομένα αυτά συμπεραίνουμε ότι η συγκεκριμένη μετανάστευση στην Αίγυπτο του 19ου αιώνα εκτός από «οικονομική» ήταν και «έμφυλη», με ό,τι επακόλουθα είχε αυτό στην συγκρότηση της παροικίας. Στη συνέχεια, χάρις στις Αδελφότητες των συντοπιτών που εξασφάλιζαν την σύσφιξη των ανθρώπινων δεσμών στις συνθήκες του μαζικού εκπατρισμού, αλλά και χάρις στα προξενιά που γίνονταν, οι άντρες της παροικίας προτρέπονταν να ταξιδέψουν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους προκειμένου να παντρευτούν τη γυναίκα που τους είχαν προξενέψει στην οικεία Αδελφότητα. Ακολουθούσαν οι «κουμπαριές», που έπλεκαν δεσμούς αλληλοϋποστήριξης και βλέψεις για πιθανή κοινωνική άνοδο, και η οριστική εγκατάσταση και των γυναικών στην παροικία.

Με τον τρόπο αυτό, η «οικονομική μετανάστευση» μετατρεπόταν εύκολα και γρήγορα σε «μετανάστευση εγκατάστασης». Δηλαδή στην αρχή ήταν η ανάγκη που έδιωχνε τους ανθρώπους από τον τόπο τους προς ένα άλλο τόπο όπου ήλπιζαν ότι θα βρουν εργασία και ψωμί για να ζήσουν. Στη συνέχεια οι άνθρωποι αυτοί επέλεγαν ένα νέο τόπο εγκατάστασης, ο οποίος προοριζόταν να γίνει η δεύτερη πατρίδα τους.

Διαμονητήριο που εξέδωσε το Γενικό προξενείο της Ελλάδας στο Κάιρο το 1902 (Συλλογή Ιωάννη Ζήλλη).

Σε αυτές τις συνθήκες οι Αιγυπτιώτισσες επιτελούν ζωτική λειτουργία στο οικογενειακό και κοινωνικό πεδίο. Η δομική συμβολή τους στη συγκρότηση και αναπαραγωγή της παροικίας συνεχώς αυξάνει και τελικά δεσπόζει. Οι οικογένειες που δημιουργούσαν συνιστούσαν τον θεμελιώδη θεσμό, μέσω του οποίου οι άνθρωποι οργάνωναν τη ζωή τους και τις δραστηριότητές τους, ενώ ταυτόχρονα εξασφάλιζαν τη συνέχεια της Ελληνικότητας και της ορθοδοξίας στις συνθήκες της πολυπολιτισμικής και πολυεθνικής αποικιοκρατούμενης Αιγύπτου.

Στην πορεία της, η παροικία ανέδειξε πολλά ζευγάρια που σημάδεψαν την ιστορία του Αιγυπτιώτη Ελληνισμού. Ενδεικτικά μόνο αναφέρομαι στα ακόλουθα :

Μιχαήλ Τοσίτσας και Ελένη Τοσίτσα

Εμμανουήλ Μπενάκης και Βιργινία Χωρέμη

Μικές Σαλβάγος και Αργίνη Μπενάκη

Θεόδωρος Κότσικας και Δέσποινα Μπενάκη

Μιχάλης Καζούλλης και Μαρίκα Δραγούμη

Γεώργιος Σπετσερόπουλος και Αθηνά Μαλούχου

Σοφοκλής Βενιζέλος και Ζωή Ροδοκανάκη

Απόστολος Πάντος και Αλίκη Μάνου

Παλαιολόγος Γεωργίου και Αλκμήνη Πετρώνδα

Νίκος Ζελίτας (Στέφανος Πάργας) και Στέλλα Κρεμεζή

Έχει ενδιαφέρον εδώ το γεγονός ότι η Αιγυπτιώτισσα σύζυγος δεν κινήθηκε μόνο στη σκιά του συζύγου της. Λειτούργησε και αυτοτελώς στα επίπεδα της μητρότητας, της κοινωφελούς δραστηριότητας, της φιλανθρωπίας, της εκπαίδευσης, της επιστήμης και της υπερεθνικής κοινωνικής αλληλεγγύης, δημιουργώντας αυτό που της ταίριαζε σε ένα περιβάλλον κοσμοπολίτικο και επηρεασμένο από τα Ευρωπαϊκά ρεύματα.

Η οικογένεια Εμμανουήλ Μπενάκη.

Μητρότητα

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μητρότητας στις Αιγυπτιώτισσες Ελληνίδες είναι τα ακόλουθα:

  • Η σπουδαιότητα της μεταναστευτικής ροής για την υποστήριξη της δημογραφικής συγκρότησης και ανάπτυξης της παροικίας. Όπως είπαμε πιο πάνω, στα αρχικά στάδια οι μετανάστες ήταν άντρες, οι οποίοι δεν παντρεύονταν γυναίκες από την Αίγυπτο αλλά από τον τόπο καταγωγής τους με τη διαμεσολάβηση των Αδελφοτήτων, που στην προκειμένη περίπτωση λειτουργούσαν και ως μηχανισμός που εξασφάλιζε νύφες. Ειδικά στην φάση αυτή οι μετανάστριες που εισέρεαν στην Αίγυπτο ήταν νέες γυναίκες. Η απουσία του παραδοσιακού σογιού, που υποστήριζε την μητρότητα ανεξάρτητα από την παρουσία της μητέρας, ήταν καθοριστική ως προς τη σταδιακή μείωση της γεννητικότητας.

  • Η διαχρονική τάση μείωσης των ρυθμών της δημογραφικής λειτουργίας (β΄ και γ΄ περίοδος). Όπως έδειξε η έρευνά μας για τον ελληνισμό του Καΐρου μεταξύ των ετών 1927-1936 παρατηρήθηκε έντονη μείωση της γεννητικότητας, της οποίας το ποσοστό μειώθηκε κατά το 1/4, από 40‰ σε 30‰ (βλ. πίνακα που ακολουθεί)

 

Ποσοστά (‰) δημογραφικών συμβάντων της Καϊρινής παροικίας (1907-1946)
Περίοδος Μέσος πληθυσμός δεκαετίας Γεννητικότητα Γαμηλιότητα
1907-1916 17.284,5 40,19 13,95
1917-1926 17.682,5 39,22 13,58
1927-1936 18.532,0 30,60 11,48
1937-1946 16.311,0 36,56 20,16

Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Οι Έλληνες του Καΐρου.

 

Έπεται η γαμηλιότητα, που το ποσοστό της φθίνει κατά περίπου το 1/5, από 14 ‰ σε 11,5‰. Ακολουθεί η θνησιμότητα, το ποσοστό της οποίας μειώνεται κατά το 1/6, από 30‰ σε 25 ‰.

Η μεγάλη καμπή στη δημογραφική λειτουργία της Καϊρινής παροικίας αντιστοιχεί, λοιπόν, στην περίοδο 1927-1936. Πρόκειται για δομικό μετασχηματισμό της παροικιακής δημογραφίας, που αντιστοιχεί στη διαδικασία της δημογραφικής μετάβασης. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η μετάβαση αυτή από το Ανατολικό μοντέλο γαμηλιότητας-γονιμότητας στο Δυτικό πραγματοποιήθηκε κατά το ευρωπαϊκό πρότυπο, με την παράλληλη δηλαδή μείωση της γεννητικότητας και της θνησιμότητας, και μάλιστα με περισσότερο έντονη τη μείωση της γεννητικότητας. Το αρχικό υπόδειγμα δημογραφικής λειτουργίας αντιστοιχούσε σε αυτό της χώρας καταγωγής (Ελλάδα) και μάλιστα με ρυθμούς γεννητικότητας που προσομοιάζουν με αυτούς της χώρας υποδοχής (Αίγυπτος). Ωστόσο, η δημογραφική μετάβαση πραγματοποιήθηκε τελικά σύμφωνα με το πρότυπο των χωρών και των πολιτισμών αναφοράς (Δυτική Ευρώπη). Παρατηρούμε λοιπόν ότι η κοσμοπολίτικη κουλτούρα της Καϊρινής παροικίας αποδέσμευσε το πρότυπο της δημογραφικής της λειτουργίας τόσο από τη χώρα υποδοχής όσο και από τη χώρα καταγωγής και ανέδειξε τους προνομιακούς δεσμούς της με τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις.

 

Επαγγελματικός βίος

Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει το ζήτημα της γυναικείας επαγγελματικής δραστηριότητας. Στα πρώτα χρόνια ζωής της παροικίας, η εξωτερική γυναικεία απασχόληση φαίνεται να μη συνηθιζόταν στην Αίγυπτο σε κορίτσια μικρότερα των 10 ετών. Έτσι, στην απογραφή του 1897 (βλ. πίνακα που ακολουθεί) μόνο το 20% του συνόλου των αλλοδαπών γυναικών (7.440/37.669) αναφέρεται ως απασχολούμενο και κατά κύριο λόγο ως οικιακές βοηθοί (2.683/7.440, ήτοι το 36% των εργαζομένων), ως εκπαιδευτικοί(1.749/7.440, ήτοι το 24%) και στη νηματουργία-υφαντουργία (1.251/7.440,ήτοι το 17%).

Απογραφή 1897: Επαγγέλματα γυναικών (άνω των 10 ετών) κατά εθνικότητα (Πηγή: Centre d’ études et de documentation économiques, juridiques et sociales – CEDEJ).

Το σύνολο των εργαζομένων Ελληνίδων είναι 17%. Ειδικότερα, στις οικιακές βοηθούς η συντριπτική πλειονότητα ήταν Ελληνίδες (42%), ακολουθεί ο τομέας της εκπαίδευσης (22%) και τελευταίος ο τομέας της νηματουργίας-υφαντουργίας (24%).

Η εργασία, ιδίως για λογαριασμό τρίτων (π.χ. οικιακή βοηθός, υπάλληλος, δασκάλα, κλπ.) έχει συγκεκριμένες απαιτήσεις χρόνου, κόπου και ψυχοδιανοητικής επένδυσης. Οι πόροι αυτοί αφαιρούνται και δεν είναι πλέον διαθέσιμοι για τη μητρότητα. Γι’ αυτό τον λόγο οι διαστάσεις της γυναικείας εργασίας έξω από την οικογένεια αντιπροσωπεύουν ενδείκτη που εκφράζει τη διαθεσιμότητα για μητρική μέριμνα, και κατ’ επέκταση την πραγματικότητα και την αναπαράσταση της μητρότητας στη συγκεκριμένη κοινωνία. Όσο μεγαλύτερες είναι οι διαστάσεις της γυναικείας εργασίας τόσο μεγαλύτεροι είναι οι περιορισμοί και οι πιέσεις που ασκούνται στις μητρικές δραστηριότητες.

Διαπαιδαγώγηση

Ανοιχτά μυαλά, οι πάροικοι από πολύ νωρίς είχαν σε υψηλή αξία την επαγγελματική εκπαίδευση. Τα κορίτσια τους τα έγραφαν στη Σχολή κοπτικής- ραπτικής και αργότερα στην Μέση Εμπορική του Αβερωφείου, που ήταν αντίστοιχη με την Σαλβάγειο επαγγελματική, Σχολή που προτιμούσαν για τα αγόρια τους. Ηθικά στοιχεία σε γενικές γραμμές, ενίσχυαν οικονομικά την πατρική τους οικογένεια και κυριαρχούσε η αλληλοσυμπαράσταση. Γενικότερα τα παιδιά τους ανατρέφονταν με αγάπη αλλά και αυστηρότητα. Ο ρόλος της Αιγυπτιώτισσας μητέρας σε αυτό ήταν καθοριστικός.

Μετά τον πόλεμο, λόγω της βελτίωσης των οικονομικών, πολλοί πάροικοι φρόντιζαν να διαμένουν σε καλές γειτονιές των μεγάλων πόλεων όπου κατοικούσαν, να έχουν ποιότητα ζωής στο σπίτι τους, καλή εκπαίδευση για τα παιδιά τους και να ασχολούνται με εξωσχολικές δραστηριότητες, όπως προσκοπισμός, αθλητισμός, μουσική, θέατρο, μπαλέτο. Διοργάνωναν πάρτι για τα γενέθλιά τους και την ονομαστική τους γιορτή, κυρίως Χριστουγεννιάτικα ρεβεγιόν. Διαμορφώνονταν έτσι άτομα κοινωνικά και φιλοπρόοδα, ενώ οι κοινωνικές εκδηλώσεις της παροικίας αποτελούν σημείο νοσταλγικής αναφοράς για όσες και όσους τα έζησαν.

Όσο περνούσαν τα χρόνια δίνανε μεγαλύτερη βαρύτητα στη μόρφωση. Τα παιδιά έπρεπε να τελειώσουν τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και να αναπτύσσουν την κοινωνικότητά τους μέσα από τις οικογενειακές και φιλικές σχέσεις τους. Αγόρια και κορίτσια μαθήτευαν σε χωριστά κτίρια στα σχολεία τους, αλλά με τους Συλλόγους και τις Αδελφότητες γνωρίζονταν μεταξύ τους και είχαν άνεση στην επικοινωνία τους. Εξ ου και είχαν δημιουργηθεί ειδύλλια με κατάληξη τον γάμο. Στα περισσότερα σπίτια τώρα υπήρχε μία συγγενής, μία γιαγιά ή μία θεία που βοηθούσε στο νοικοκυριό και στην ανατροφή, η οποία περιλάμβανε καλούς τρόπους, καθαρή εμφάνιση, τήρηση του προγράμματος των μαθημάτων, προσέλευση στην εκκλησία, σεβασμό στους μεγαλύτερους.

Αν και καθε νοικοκυριό, πλούσιο ή φτωχό, είχε τη δική του αντίληψη και λειτουργία, σημαντικοί αρωγοί για την καλή ανατροφή των παιδιών τους ήταν το σχολείο, η εκκλησία, η τήρηση από όλους των ηθών και εθίμων που είχαν καθιερωθεί, γεγονός που βάρυνε αποφασιστικά στη σύσφιξη των σχέσεων των παροίκων.

Στους ξενιτεμένους Αιγυπτιώτες κυριαρχούσε το πνεύμα της φιλοπατρίας, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι οι σχέσεις της παροικίας με την Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα πυκνές και υποστηρικτικές. Οι Αιγυπτιώτες πάροικοι μοιράστηκαν με τους κατοίκους του ελληνικού κράτους τις κοινωνικές και τις πολιτικές εξελίξεις, τις εθνικές περιπέτειες και τις παγκόσμιες κρίσεις, από τους Βαλκανικούς Πολέμους και τη Μικρασιατική Καταστροφή μέχρι τον Α΄ και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τα αντιαποικιακά κινήματα, που οδήγησαν ένα μεγάλο κομμάτι του Ελληνισμού της διασποράς στην επανασύμπτυξή του στο εθνικό κέντρο.

Από τον πίνακα των πεσόντων που ακολουθεί διαπιστώνουμε ότι πολλοί πάροικοι, από όλα τα κοινωνικά στρώματα της παροικίας, έχασαν τη ζωή τους σε αυτούς τους πολέμους.

Παρόλα αυτά ο Ελληνισμός της Αιγύπτου προσπάθησε με κάθε τρόπο να αμβλύνει τον πόνο από τις ανθρώπινες απώλειες στα πεδία των μαχών. Χαρακτηριστικό είναι το τηλεγράφημα που έστειλε ο πρόεδρος της ελληνικής Κοινότητας Καΐρου, Θεόδωρος Π. Κότσικας, συμπαραστεκόμενος στον αντιπρόεδρο της Ελληνικής Κοινότητας Αλεξανδρείας, Νικόλαο Βατιμπέλλα, για τον θάνατο του γιού του.Η στάση λοιπόν και η συμμετοχή των Ελληνικών Κοινοτήτων και των παροικιακών οικογενειών στα αποφασιστικά εθνικά και διεθνή γεγονότα, όπως τα προαναφερθέντα, εικονογραφούν ανάγλυφα τη διάσταση του «κρατικού μηχανισμού υπό κλίμακα», που χαρακτηρίζει τη λειτουργία ολόκληρης της παροικίας Αιγύπτου.

Αριστερά: Ονόματα πεσόντων παροίκων στους πολέμους 1914-1922. Δεξιά: Ο Γεώργιος Β΄ στην Αίγυπτο στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

 Κοινωφελής δραστηριότητα

Στα τέλη του 19ου αιώνα το ζήτημα της σωματεμπορίας είχε απασχολήσει τους κρατικούς λειτουργούς και τους φιλανθρώπους σε όλα τα Ευρωπαϊκά κράτη. Έτσι, το 1876 ιδρύθηκε στην Ελβετία η Διεθνής Ένωση Προστασίας των Νεανίδων, η National Vigilance Association καθώς και η Traveller’s Aid Society.

Στην Αίγυπτο, οι Ελληνίδες που έφταναν μόνες τους για να βρουν εργασία βρίσκονταν απροστάτευτες και εκτεθειμένες σε πλείστους κινδύνους. Για την προστασία τους, η Βιργινία Μπενάκη ίδρυσε τον Δεκέμβριο 1909 το Άσυλο Προστασίας Ελληνίδων, που λειτουργούσε παράλληλα με τον Διεθνή Σύνδεσμο κατά της Σωματεμπορίας. Μέλη της Κεντρικής Επιτροπής για την σύνταξη του Κανονισμού του Ασύλου ήταν η Βιργινία Μπενάκη (Πρόεδρος) και οι Μπαλάνου, Πηλαβάκη, Θεοδωράκη, Κέπετζη, Κορομηλή και Παπαδοπούλου, προερχόμενες από την ανώτερη κοινωνική τάξη της παροικίας.

Την ίδια εποχή, ήδη στην Αθήνα είχαν αρχίσει να λειτουργούν γυναικείες φιλανθρωπικές ομάδες που συγκέντρωναν γυναίκες διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων προκειμένου να αναπτύξουν σημαντική κοινωφελή δραστηριότητα.

Από αίσθημα υψηλής κοινωνικής ευθύνης, πολλές Αιγυπτιώτισσες, προερχόμενες από όλες τις κοινωνικές τάξεις της παροικίας, συμμετείχαν ενεργά αναπτύσσοντας εξαιρετική δραστηριότητα στον τομέα αυτόν. Δημιουργήθηκαν οι «Σύλλογοι Κυριών» , η «Ελληνική Ένωση Γυναικών Αιγύπτου» και η «Φιλολογική Συντροφιά Ελληνίδων Γυναικών Αιγύπτου». Οι οργανώσεις αυτές πρόσθεσαν στις καθαρά φιλανθρωπικές δραστηριότητες (υποστήριξη των Ορφανοτροφείων, των λαϊκών συσσιτίων, των φτωχοκομείων και των παιδικών εξοχών) και άλλες πρωτοβουλίες κοινωνικής αναμόρφωσης. Τέτοιες ήταν οι Ημερήσιες Σχολές, οι καμπάνιες για την αναμόρφωση του σωφρονιστικού συστήματος, οι επαγγελματικές Σχολές, τα Κυριακά Σχολεία για τον λαό, το κίνημα υπερεθνικής αλληλεγγύης στις αγωνιζόμενες Αιγύπτιες για παραχώρηση ψήφου.

Εμπνεύστηκαν τη δημιουργία στοχευμένων εράνων που γίνονταν τις παραμονές των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Τέτοιο ήταν το γνωστό «τριανταφυλλάκι», φτιαγμένο από πολύχρωμο χαρτί, που την Μεγάλη Εβδομάδα κινητοποιούσε ολόκληρη την παροικία και έκανε να συσφίγγονται οι ανθρώπινες σχέσεις των παροίκων. Εμπνεύστηκαν την συγκέντρωση και τη διανομή φαρμάκων για τους απόρους, γεγονός που αντανακλά την πρόνοια που έδειξαν για τις πρώτες κοινωνικές ανάγκες της παροικίας. Καθιέρωσαν το φιλανθρωπικό λαχείο, διάφορες λαχειοφόρες αγορές και χοροεσπερίδες, των οποίων οι εισπράξεις κάλυπταν πολλές ανάγκες της παροικίας και των ιδρυμάτων της.

Το αποτέλεσμα αυτής της λειτουργίας των Ελληνίδων στην Αίγυπτο ήταν να αναπτυχθεί η ιδιαιτερότητα του πολιτισμικού χαρακτήρα της παροικίας και να εδραιωθεί το αίσθημα της εθνικής συνείδησης στον εκτός του περιορισμένου ελληνικού κράτους παροικιακό χώρο.

Το Ελληνικό Νοσοκομείο της Αλεξάνδρειας.

Φιλανθρωπία – ευεργετισμός

Πολλές Αιγυπτιώτισσες ανέπτυξαν την ανθρωπιστική τους λειτουργία με υποδειγματικό τρόπο αναδεικνύοντάς την σε κοινωνική παρέμβαση με μέγιστη σημασία. Πρόκειται για γυναίκες που άσκησαν φιλανθρωπία και δίδαξαν την ανθρώπινη αλληλεγγύη, την αγάπη στον πλησίον και την χριστιανική καλοσύνη.

Γενικά, φιλάνθρωπος είναι ένα άτομο (ο/η δυνάμενος/η) που βοηθάει πλήθος άλλων ατόμων (αδυνάμων). Πρόκειται για μία προσωπική λειτουργία από άνθρωπο σε άνθρωπο που την συναντάμε στην παραδοσιακή κοινωνική ζωή, χαρακτηρίζεται από την διιστορικότητα των παραδοσιακών διανοουμένων και θυμίζει τον τρόπο που λειτουργούσε ο παπάς και ο γιατρός στην παραδοσιακή κοινωνία.

Στην κοινωνία υποδοχής των παροίκων, ο Ισλαμισμός διδάσκει το Σαντακάτ (φιλευσπλαχνία) ως ενδεδειγμένη στάση που ενθαρρύνει όλο τον κόσμο να κάνει το καλό. Το Σαντακάτ , για το οποίο πολύ συχνά μιλάει το Κοράνι, διαφοροποιείται από το Ζακάτ (ευεργεσία) η λειτουργία του οποίου είναι υποχρεωτική αλλά μόνο για τους πλούσιους.

Κάτι ανάλογο γινόταν και στις αρχαίες ελληνικές πόλεις . Η ευεργεσία ήταν υποχρεωτική μόνο για τους εύπορους που μπορούσαν να την πράξουν (κατ’ αναλογία με το Ζακάτ). Αντίθετα, η φιλανθρωπία που αναπτύχθηκε στη νεοελληνική κοινωνία και στην Αιγυπτιώτικη παροικία αποτελεί έκφραση ψυχικής ανάγκης των ανθρώπων που γίνεται με σεμνότητα και ταπεινοφροσύνη χωρίς να επιβάλλεται από την χριστιανική θρησκεία (κατά αναλογία με το Σαντακάτ).

Ο φιλάνθρωπος με τη διασπορά της αγαθοεργίας του ανταποκρίνεται σε προσωπικά αιτήματα συνανθρώπων του καλύπτοντας τις ανάγκες τους. Καλλιεργεί έτσι την ανθρώπινη αλληλεγγύη, την αγάπη στον πλησίον και την χριστιανική ηθική. Το έργο του διακόπτεται υποχρεωτικά με τον φυσικό του θάνατο, που σημαίνει και το τέλος της συγκεκριμένης χειρονομίας από τον συγκεκριμένο άνθρωπο, ενώ το όνομά του πλέον μένει στις προφορικές διηγήσεις μόνο ως ανάμνηση του «καλού και φιλάνθρωπου ανθρώπου».

Ανάμεσα στους Έλληνες της παροικίας, το όνομα της  Μαρίκας Καζούλλη στην Αλεξάνδρεια έμεινε στη μνήμη για τη φιλανθρωπική της δράση και την έμπρακτη υποστήριξή της όχι μόνο στους ομογενείς της παροικίας, αλλά και στους συνανθρώπους της του Αιγυπτιακού πληθυσμού. Μεγάλη φιλάνθρωπος, η Μαρίκα Καζούλλη ανέπτυξε σπάνια κοινωνική και φιλανθρωπική δραστηριότητα. Σύζυγος του ευεργέτη Μιχάλη Καζούλλη, κόρη του πρωθυπουργού της Ελλάδας το 1909 Στέφανου Δραγούμη και αδελφή του διπλωμάτη και πολιτικού Ιωνα Δραγούμη, ίδρυσε το 1918 τον «Εθνικό Σύνδεσμο Ελληνίδων Αιγύπτου» που συντηρούσε τα φιλανθρωπικά Ιδρύματα ολόκληρης της ελληνικής παροικίας. Η φιλανθρωπική της όμως δραστηριότητα αναπτύχθηκε και με προσωπικές χειρονομίες ατομικής αρωγής σε φτωχούς ανθρώπους, δραστηριότητα που της προσέδωσε το προσωνύμιο «Μάννα». Ήταν η «Μάννα» του φτωχού που το όνομά της προκαλούσε σεβασμό . Ήταν τόσο μεγάλη η κοινωνική της προσφορά που η ημέρα του θανάτου της (22 Νοεμβρίου 1939) κηρύχθηκε ημέρα πένθους σε ολόκληρη την Αλεξάνδρεια.

Μπενάκειο οικονομικό συσσίτιο.

Αν και η φιλανθρωπία διαφοροποιείται από τον ευεργετισμό, ωστόσο και  τα δύο αναπτύχθηκαν στην παροικία με έντονη την γυναικεία έμπρακτη συμμετοχή.

Συγκεκριμένες Αιγυπτιώτισσες της παροικιακής αστικής τάξης, ακολουθώντας την οικογενειακή τους παράδοση, λειτούργησαν και στην κλίμακα του ευεργετισμού, που είναι κατ΄εξοχήν αστική ιδεολογία και πραγματώνεται μέσα από τον κύριο κώδικα της κεφαλαιοκρατικής λειτουργίας, ήτοι του χρήματος. Ανταποκρίθηκαν στο τρίπτυχο της ευεργετικής λειτουργίας και διέθεσαν σημαντικά χρηματικά ποσά για την ιδιαίτερη πατρίδα τους, την παροικία και το εθνικό κέντρο. Η Ελένη Τοσίτσα, σύζυγος του Μιχαήλ Τοσίτσα, ανέλαβε την οικονομική κάλυψη προκειμένου να δημιουργηθεί το Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα και ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής. Η Βιργινία Μπενάκη , σύζυγος του Εμμανουήλ Μπενάκη, δημιούργησε το Δημοτικό πολυιατρείο Αθηνών. Η Ευφροσύνη Ιωνίδη, σύζυγος του Δημητρίου Κασσαβέτη, είναι ευεργέτιδα του Ωδείου Αθηνών ενώ η Ιωάννα Καζούλλη, σύζυγος του Παναγιώτη Αριστόφρωνος, ανέλαβε την δαπάνη για τις απαλλοτριώσεις και τις ανασκαφές στην Ακαδημία Πλάτωνος και κληροδότησε μέρος του οικοπέδου της βίλας της στην Κηφισιά, προκειμένου να χτιστεί το νοσοκομείο ατυχημάτων ΚΑΤ.

Οι ξεχωριστές αυτές Αιγυπτιώτισσες πραγματοποίησαν μία προσωπική διαδρομή με όρους ατομικής εποποιίας και ευποιίας στην υπηρεσία του κοινού αγαθού. Υπηρέτησαν τους θεσμούς, την υγεία, την παιδεία, τον πολιτισμό. Με το ευεργέτημά τους προσέφεραν όχι μόνο σε έναν άνθρωπο που είχε κάποια συγκεκριμένη ανάγκη, όπως έκαναν όσες ανέπτυξαν την φιλανθρωπία. Προσέφεραν στο σύνολο των ανθρώπων, αφού υπηρετώντας τους θεσμούς δημιούργησαν νοσοκομεία, σχολεία, ωδεία και μουσεία. Λειτούργησαν δηλαδή όχι ως παραδοσιακοί διανοούμενοι (φιλάνθρωποι) αλλά ως οργανικοί διανοούμενοι (με την Γκραμσιανή έννοια) και προσέφεραν τα μέγιστα στην οργάνωση της κοινωνίας, καθώς ως ευεργέτες διεκπεραίωσαν έργα στη θέση της συντεταγμένης πολιτείας και των συλλογικοτήτων. Τα έργα τους παραμένουν σε λειτουργία και μετά τον θάνατό τους, καθώς και η αναγνώριση του έργου τους.

 

Γυναικεία εκπαίδευση

Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, το ζήτημα της γυναικείας εκπαίδευσης απασχόλησε πολύ τόσο την μητροπολιτική Ελλάδα όσο και τον χώρο του παροικιακού Ελληνισμού. Το ενδιαφέρον τους για την ανάπτυξη της εκπαίδευσης των γυναικών βρισκόταν σε ευθεία αναλογία με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Ωστόσο, όπως είναι αναμενόμενο, η εκπαίδευση των κοριτσιών στην παροικία της Αιγύπτου αρχίζει πολύ αργότερα από τα αγόρια, όταν άρχισαν να εμφανίζονται τα «Σχολεία κορασίδων» (Παρθεναγωγεία) σε όλες τις Ελληνικές Κοινότητες.

Στην Αλεξάνδρεια οι αδελφοί Θεόδωρος και Μιχαήλ Τοσίτσας το 1854 ίδρυσαν και λειτούργησαν την «Τοσιτσαία Σχολή θηλέων». Το 1878 ιδρύεται η Αβερώφειος Σχολή Αλεξανδρείας, που το 1909-10 μετονομάστηκε σε «Αβερώφειο Παρθεναγωγείο-Διδασκαλείο». Την ίδια χρονιά ολοκληρώθηκε το κτήριο που στέγασε την τότε Ζερβουδάκειο Αστική Σχολή αρρένων και το οποίο αργότερα έγινε μικτής φοίτησης. Το 1918-19 το Αβερώφειο Διδασκαλείο μετονομάζεται σε «Ανώτερο Αβερώφειο Παρθεναγωγείο» και το 1935-36 σε «Αβερώφειο γυμνάσιο θηλέων», ενώ δημιουργείται και η «Μέση Εμπορική Σχολή» του Αβερωφείου. Από το 1926 αρχίζει την λειτουργία της η «Φαμηλιάδειος Δημοτική Σχολή αρρένων και θηλέων».

Σχολείο θηλέων στην Αλεξάνδρεια.

Εν τω μεταξύ, στα τέλη Οκτωβρίου 1883 ο Ευάγγελος Αχιλλόπουλος, από την Δρέσδη όπου βρισκόταν, κληροδότησε στην κοινότητα 15.000 λίρες Αιγύπτου προκειμένου να ιδρυθεί το «Αχιλλοπούλειο Παρθεναγωγείου Καΐρου».

Παράλληλα ιδρύθηκαν επαγγελματικές Σχολές γυναικών όπου διδάσκονταν κοπτική, ραπτική και πλέξιμο.  Η εξέλιξη αυτή έρχεται να συναντήσει ανάλογες κινήσεις που γίνονταν στην Αθήνα από το ζεύγος Χίλλ, την Καλλιρόη Σιγανού-Παρρέν και την Σεβαστή Καλησπέρη.

Η αξία της γνώσης στα κορίτσια, κυρίως των ανώτερων και μέσων κοινωνικών τάξεων της παροικίας, αντανακλάται στον αυξανόμενο αριθμό κοριτσιών που παρακολουθούσαν την σχολική εκπαίδευση. Όχι μόνο στα Κοινοτικά σχολεία αλλά και σε πολλά ιδιωτικά ξένα Σχολεία – κυρίως στα Γαλλικά και στα Ιταλικά.

Η εκπαίδευση των Αιγυπτιωτισσών είχε δύο στόχους: τη μόρφωση οικοδεσποινών, που θα εξασφάλιζαν γαλήνη και ασφάλεια στην οικογενειακή ζωή, και την εκπαίδευση διδασκαλισσών. Η επιλογή του κατάλληλου χώρου για την μόρφωση των παιδιών τους, καθώς και η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων για την καλύτερη εξωοικιακή επαγγελματική τακτοποίηση των επιστημονικά ειδικευμένων κοριτσιών, απασχόλησε τους Αιγυπτιώτες γονείς.

Άνθρωποι δραστήριοι και οξυδερκείς, πολλοί από αυτούς αποφάσισαν να στείλουν τις κόρες τους στην Αθήνα προκειμένου να φοιτήσουν εσώκλειστες στα Αρσάκεια Σχολεία Ψυχικού. Το μελλοντικό σχέδιο ήταν να εργαστούν ως δασκάλες στα Κοινοτικά σχολεία της Αιγύπτου ή όπου αλλού θα μπορούσαν να είναι απαραίτητες. Η μελέτη στο Αρχείο του Αρσακείου για τις Αιγυπτιώτισσες που μαθήτευσαν εκεί την 30ετία 1892-1921 παρέχει πολύτιμες πληροφορίες αναφορικά με την ηλικία τους, τον ακριβή τόπο καταγωγής τους καθώς και την κοινωνική τους προέλευση, όπως προκύπτει από το αναγραφόμενο επάγγελμα του πατέρα τους.

Διαπιστώθηκε ότι η μεγάλη πλειοψηφία των κοριτσιών έρχονταν από την Αλεξάνδρεια, ένας μικρός αριθμός μαθητριών ήταν από το Κάιρο και ελάχιστες από την Μανσούρα. Εκεί, οι Αιγυπτιώτισσες βρέθηκαν ανάμεσα σε άλλα κορίτσια ομογενών που προέρχονταν από την Ρωσία, Γερμανία, Ιταλία, την Κωνσταντινούπολη, τις Κυδωνίες, το Βουκουρέστι, την Τεργέστη, τη Σμύρνη, την Οδησσό, ακόμη και από την Νέα Υόρκη, γεγονός που εικονογραφεί και τις διαστάσεις της Ελληνικής διασποράς . Από το Αρσάκειο πήρε το πτυχίο της δασκάλας το 1878 η Καλλιρόη Παρρέν που αργότερα έγινε διευθύντρια στο Παρθεναγωγείο Οδησσού. Το έτος 1920 διακρίνουμε στο μαθητολόγιο την Στέλλα Κρεμεζή από την Αλεξάνδρεια, με πατέρα παραγγελιοδόχο ( εμπορικές λειτουργίες) η οποία στην ηλικία μόλις των 19 ετών φοιτά στο Αρσάκειο και είναι υποψήφια δασκάλα. Όταν επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια παντρεύτηκε τον λόγιο Νίκο Ζελίτα(1888-1938). Περισσότερο γνωστός με το όνομα Στέφανος Πάργας , ο Νίκος Ζελίτας ήταν εκδότης του περιοδικού «Γράμματα» και ιδρυτής του εβδομαδιαίου περιοδικού «Παναιγύπτια».

Η διδασκαλική μόρφωση των κοριτσιών συνέβαλε στην ενδυνάμωση της εθνικής τους ταυτότητας και μέσω της επαγγελματικής τους αποκατάστασης  διευκολύνθηκε η προσαρμογή τους στις νέες κοινωνικές συνθήκες που διαμορφώνονταν τότε στον Αιγυπτιακό πολυεθνικό χώρο. Πολύ παραστατική η Αλεξανδρινή εκπαιδευτικός  Αθηνά Ρουσσάκη το 1912 συμπύκνωσε τις νέες κοινωνικές ευαισθησίες και προοπτικές στο σύνθημα «Τόπο στις γυναίκες». Λίγο αργότερα ο μυθιστoριογράφος Κώστας Τσαγκαράδας, με καταγωγή από το Πήλιο, γνώστης των καθημερινών εξελίξεων στην παροικία,  καταπιάστηκε με την ιστορία των γυναικών (The history of women) κάνοντας αναφορά σε 1000 γυναίκες διαφορετικών λαών και εποχών. Το 1926 δημοσίευσε το έργο του Women under androcracy, βιβλίο που η Αγγελική Παναγιωτάτου του ζήτησε να το παρουσιάσει στη «Φιλολογική Συντροφιά Ελληνίδων Κυριών Αιγύπτου» που εκείνη διηύθυνε.

Το 1929 ιδρύθηκε η Διδασκαλική Ένωση Αλεξανδρείας και Καΐρου . Οι σκοποί της Ένωσης ήταν συντεχνιακοί και απέβλεπαν στη βελτίωση της πνευματικής και της οικονομικής  θέσης των εκπαιδευτικών ολόκληρης της παροικίας. Στις δραστηριότητές της πολύ γρήγορα συμπεριέλαβε την οργάνωση διαλέξεων και συνεδρίων επιστημονικού και κοινωνικού περιεχομένου, στα οποία συμμετείχαν και μέλη άλλων Διδασκαλικών Ενώσεων.

Τον Απρίλιο 1931, στο πρώτο Διδασκαλικό Συνέδριο Αλεξανδρείας εντυπωσίασε η εισήγηση της διευθύντριας του Παρθεναγωγείου του Πορτ – Σαΐντ, Καίτης Μαλανδρή. Στο θέμα των ορίων της γυναικείας επαγγελματικότητας διατύπωσε τη δική της άποψη, εμφανώς επηρεασμένη από τον προλεταριακό χώρο του Πόρτ – Σαΐντ και από τις φεμινιστικές διακηρύξεις της Αιγυπτίας Doria Shafik, που τότε έδινε μεγάλο αγώνα υπερασπιζόμενη τις γυναίκες και την γυναικεία υπόθεση. Μπροστά στις νέες κοινωνικές απαιτήσεις λοιπόν  η Μαλανδρή διακήρυξε ότι έβλεπε τις γυναίκες «όχι μόνο να εργάζονται και να λαμβάνωσι υπεύθυνο δράση, αλλά και να επιζητούν αναγνώρισιν δικαιωμάτων». Τις ίδιες απόψεις υποστήριζαν η καθηγήτρια του Αβερωφείου Αλεξανδρείας Ηρώ Αρμενοπούλου και η διευθύντρια του επιφανούς αυτού Σχολείου Αλκμήνη Πετρώνδα.

Ωστόσο, στο ίδιο Διδασκαλικό Συνέδριο η εισήγηση της Πηνελόπης Χριστάκου, διευθύντριας του Αχιλλοπουλείου Παρθεναγωγείου Καΐρου, ήταν σε διαφορετική κατεύθυνση. Στο ζήτημα «Ποία είναι η θέσις της γυναίκας μέσα στην κοινωνία και ποίαι πρέπει να είναι αι εκπαιδευτικαί της κατευθύνσεις», η συντηρητική Χρηστάκου στηλίτευσε την γυναικεία επαγγελματικότητα και πρότεινε «να περιοριστεί η γυναίκα στα καθαρά γυναικεία επαγγέλματα, όπως ήταν τα ιατρικά», και  επισήμανε (τιμώντας ίσως και τη θέση της ως διευθύντριας) την πληρότητα των γνώσεων που παρέχονταν στα κορίτσια του Αχιλλοπουλείου Παρθεναγωγείου.

Η ουσιαστική απόκλιση των εισηγήσεων των δύο διευθυντριών της παροικίας, πέρα από τη διάσταση των απόψεων, προδίδει και την ένταση των συζητήσεων μεταξύ των εκπαιδευτικών του χώρου αλλά και της ευρύτερης ακαδημαϊκής και πολιτικής κοινότητας της εποχής.

Ας σημειωθεί εδώ ότι ο Πρύτανης και Καθηγητής της ΦΜΣ Αθηνών, Αντώνης Χρηστομάνος, το 1897 υποστήριζε ότι «η χειραφέτηση των γυναικών εγένετο ήδη συρμός και θα ήτο μάταιος αναχρονισμός να καταπολεμήται παρ’ ημίν. Οφείλομεν να ανεχώμεθα αυτάς και να μήν παρακωλύωμεν την επιστημονικήν ανάπτυξιν του γυναικείου φύλου, αλλά και να μην ενισχύωμεν αυτάς δι’ υπερβολικής ενθαρρύνσεως». Τις απόψεις του Αντώνη Χριστομάνου αντέκρουσε 30 χρόνια αργότερα ο Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής και Πρόεδρος της Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών Κωνσταντίνος Μέρμηγκας όταν, το 1927, δημόσια υποστήριζε ότι «θα έπρεπε να αποκλείονται οι γυναίκες από της πανεπιστημιακής παιδεύσεως«.

Γυναίκες επιστήμονες

Για την Αιγυπτιώτισσα Αγγελική Παναγιωτάτου (1875-1954), με καταγωγή από τη Θηνιά της Κεφαλονιάς, το ερώτημα «εάν οι επιστήμες έχουν φύλο» δεν είχε βάση και δεν έπρεπε ούτε να συζητείται. Η Αγγελική Παναγιωτάτου είναι η πρώτη γυναίκα που αποφοίτησε από την Ιατρική Αθηνών. Αντιμετώπισε βέβαια το ανδροκρατούμενο περιβάλλον (1893-1897) στα αμφιθέατρα της Ιατρικής Σχολής και τα θορυβώδη επιφωνήματα των συμφοιτητών της «στην κουζίνα, να πάς στην κουζίνα σου»!

Εκείνα τα χρόνια ήταν άθλος για μία γυναίκα ακόμη και να ονειρευτεί ότι θα γινόταν γιατρός. Ωστόσο, η  Αγγελική Παναγιωτάτου έγινε όχι μόνο γιατρός αλλά και Καθηγήτρια της Ιατρικής, στον Τομέα της Υγιεινής και Τροπικής Παθολογίας. καθώς και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Εμπνευσμένη Ελληνίδα η Παναγιωτάτου, όταν το 1900 επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια ανέπτυξε σημαντική κοινωνική και ανθρωπιστική δράση. Με δική της πρωτοβουλία λειτούργησε το «Κυριακάτικο Σχολείο» που παρείχε βασική μόρφωση στους εργαζόμενους παροίκους. Ίδρυσε τις «παιδικές εξοχές» που στις περιόδους των σχολικών διακοπών βοηθούσαν τα οικονομικά αδύναμα παιδιά της παροικίας. Το 1934 ίδρυσε την Φιλολογική Συντροφιά Κυριών Αιγύπτου, γνωστή με το όνομα «Φιλολογικό σαλόνι» της Παναγιωτάτου, που λειτούργησε ως το 1954. Διετέλεσε Σύμβουλος του Μπενακείου Ορφανοτροφείου, στέλεχος του Συλλόγου «Πτολεμαίος» και μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Ελληνίδων.

Γιατρός υγιεινολόγος η Παναγιωτάτου για πολλά χρόνια εργάσθηκε κοντά στον μικροβιολόγο Καθηγητή Στέφανο Καρτούλη. Στα τέλη του 19ου αιώνα οι επιδημίες χολέρας και πανώλης (πανούκλα) ήταν εξαιρετικά θανατηφόρες στην Αίγυπτο. Για την θανατηφόρα ασθένεια γράφει ο γιατρός και επιφανής πάροικος του Καΐρου Διονύσιος Οικονομόπουλος  ότι «από τον Οχτώβρη του 1895 ως το Φλεβάρη του 1896 πέφτει νέα επιδημία πανούκλας, με σαράντα χιλιάδες θύματα». Μπροστά στην επείγουσα αυτή κατάσταση, η Αγγελική Παναγιωτάτου αποσύρθηκε στο λοιμοκαθαρτήριο του Ελ Τορ και εκεί, στους πρόποδες του όρους Σινά όπου βρισκόταν το λοιμοκαθαρτήριο, μελέτησε τις επιδημίες και πρότεινε τρόπους ίασής τους. Για το συγκεκριμένο ερευνητικό της έργο βραβεύθηκε το 1902 από την Αιγυπτιακή Κυβέρνηση με το παράσημο του Τάγματος του Νείλου. Η Αγγελική Παναγιωτάτου είναι η πρώτη γυναίκα που βραβεύθηκε από την Αιγυπτιακή Κυβέρνηση. Η πρώτη βραβευμένη γυναίκα στην Αίγυπτο είναι Αιγυπτιώτισσα!

Η Αγγελική Παναγιωτάτου στο γραφείο της

Πολιτική συνείδηση και υπερεθνική αλληλεγγύη

Οι επιφανείς και επώνυμες αυτές γυναίκες είναι αντιπροσωπευτικά δείγματα της συμβολής της Αιγυπτιώτισσας Ελληνίδας στη πρόοδο της  εκπαίδευσης, της επιστήμης, της κοινωφελούς δραστηριότητας, της φιλανθρωπίας και του ευεργετισμού στην παροικία.

Πολλές μαρτυρίες συγκλίνουν στο ότι και οι Αιγυπτιώτισσες των λαϊκών τάξεων καλλιεργούσαν και διατηρούσαν αγαθές σχέσεις και ισχυρούς δεσμούς με τις Αιγύπτιες γυναίκες και γενικότερα με τον Αιγυπτιακό λαό.

Η ανάπτυξη πολιτικής συνείδησης τις έκανε όλο και περισσότερο να συνειδητοποιούν τα προβλήματα από την έλλειψη της γυναικείας χειραφέτησης. Στις αρχές του 20ου αιώνα είδαμε την Αγγελική Παναγιωτάτου να μάχεται στα αμφιθέατρα της Ιατρικής Σχολής Αθηνών για τα δικαιώματα των γυναικών στην μάθηση. Την ίδια εποχή, η εκπαιδευτικός Αθηνά Ρουσσάκη-Γερμανού συμπυκνώνοντας τις νέες κοινωνικές ευαισθησίες και προοπτικές έκλεινε τις δημόσιες ομιλίες της με το πρόσταγμα «κάντε τόπο στις γυναίκες».

Πρωτοπόρος του γυναικείου κινήματος στον Αιγυπτιακό χώρο ήταν η Huda Sha’arawi (1879-1947). Γεννημένη στην Μίνια το 1879 μετείχε στον οργανισμό «Αιγυπτιακή Ένωση γυναικών» και μέχρι τον θάνατό της το 1947 στο Κάιρο αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των γυναικών. Παράλληλα, η εμφάνιση της Αιγυπτίας φεμινίστριας Doria Shafik (1908-1975) άνοιξε ένα καινούριο κεφάλαιο στο ζήτημα της υπερεθνικής αλληλεγγύης.  Γεννημένη το 1908 στην Τάντα, η Doria Shafik το 1948 οργάνωσε το κίνημα Πέντ Αλ Νείλ ( ένωση κοριτσιών του Νείλου) προκειμένου να ενισχυθεί η πολιτική συνειδητοποίηση των γυναικών της Αιγύπτου και να τους δοθεί το δικαίωμα ψήφου. Τον Φεβρουάριο 1951 μαζί με τις Ragia Ragab, Fathia Al Falaky, Amina Shokry και άλλες πέντε Αιγύπτιες, ηγήθηκε της πρώτης γυναικείας διαδήλωσης στην Αίγυπτο. Ακολούθησαν κι άλλες κινητοποιήσεις σε συνδιοργάνωση με το Συνδικάτο Δημοσιογράφων.

Στις 16 Ιανουαρίου 1956, μετά την επανάσταση του Ιουλίου 1952, ψηφίστηκε το πρώτο Αιγυπτιακό Σύνταγμα, «Το Σύνταγμα του 1956». Στο Σύνταγμα αυτό η Αιγυπτιακή κυβέρνηση αναγνώρισε το δικαίωμα ψήφου στις Αιγύπτιες δίνοντάς τους το δικαίωμα συμμετοχής τους και εκλογής τους στις κοινοβουλευτικές εκλογές. Οι Αιγυπτιώτισσες , με ιδιαίτερη ευαισθησία στο ζήτημα της παροχής ψήφου στις γυναίκες, υποστήριξαν τα αιτήματα των αδελφών τους Αιγυπτίων. Η «Ελληνική Ένωση Γυναικών Αιγύπτου» και η «Αιγυπτιακή Ένωση Γυναικών» βρέθηκαν στην ίδια πορεία πολιτικής συνειδητότητας και υπερεθνικής αλληλεγγύης.

 

  Σύνοψη

Ο Αιγυπτιώτης Ελληνισμός εξελίχθηκε και άνθησε εντασσόμενος στο παγκόσμιο σύστημα οικονομικών σχέσεων και συναλλαγών που βασιζόταν στην αποικιακή κυριαρχία των Ευρωπαϊκών Μητροπόλεων. Η κρίση και κατάρρευση του παγκόσμιου αποικιοκρατικού συστήματος συμπαρέσυρε και τον Αιγυπτιώτη Ελληνισμό.

Οι λόγοι για τους οποίους η παροικία δεν κατόρθωσε να αντεπεξέλθει στη δοκιμασία της Νασερικής επανάστασης αναπροσαρμόζοντας τις δραστηριότητές της- όσο ίσως το επέτρεπαν οι νέες συνθήκες – είναι ένα πρόβλημα ακόμη ανοιχτό για την ιστορική έρευνα.

Δημογραφικά, κοινωνικά και οικονομικά η παροικία δεν είναι σήμερα αυτό που ήταν άλλοτε. Μετά την φυγή τους, οι Αιγυπτιώτες τράβηξαν τις προσωπικές τους διαδρομές στις χώρες όπου έχουν διασπαρεί.

Τώρα η Αίγυπτος είναι η χώρα της απουσίας για τους Έλληνες. Ωστόσο η αναφορά των Αιγυπτιωτισσών σε αυτήν αποτελεί στοιχείο της ταυτότητάς και της αξιοπρέπειάς τους. Ταξιδεύουν την κληρονομιά των σπουδαίων χρόνων της παροικίας στη μνήμη τους, στη νοοτροπία τους, στον τρόπο ζωής τους, στα όνειρά τους.

Ευχαριστίες

Θερμά ευχαριστώ την αλεξανδρινή κυρία Νίνα Παπαναστασίου, η οποία μοιράστηκε μαζί μου εμπειρίες, μνήμες και γνώσεις από τη ζωή της παροικίας, καθώς και τον υποψήφιο διδάκτορα Σάμεχ Ελλαμπόντι για τις αναζητήσεις του στις αιγυπτιακές εφημερίδες.

Η Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη είναι Καθηγήτρια του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

 Βιβλιογραφία

  • Αιγυπτιακή Εφημερίδα Αχέρ Σαά, «Το σχέδιο της Doria στη διαδήλωση της Βουλής », Κάιρο, 2 Μαρτίου 1951
  • Αιγυπτιακή εφημερίδα Αλ Αχμπάρ, «Η απεργία πείνας της Doria Shafic», Kάιρο, 13 Μαρτίου 1954
  • Αιγυπτιακή εφημερίδα Αλ Αχράμ, «9 Αιγύπτιες αρχίζουν απεργία πείνας μέσα στο Συνδικάτο Δημοσιογράφων», Κάιρο, 18 και 20 Μαρτίου 1954
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Ευεργετισμός και Προσωπικότητα. Ευεργέτες Έλληνες του Καίρου (2 τόμοι), εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2002
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Αλεξανδρινές Οικογένειες. Χωρέμη, Μπενάκη, Σαλβάγου, εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα, 2004
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, «Αιγυπτιώτης ευεργετισμός. Συλλογική εποποιία και ατομική ευποιία», Πρακτικά Ημερίδας του Μουσείου Μπενάκη με θέμα Το φαινόμενο του ευεργετισμού στη νεότερη Ελλάδα, Αθήνα 2006
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Οι Έλληνες του Καίρου, εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα 2007
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Ο Αιγυπτιώτης Ελληνισμός στους δρόμους του βαμβακιού, εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα 2011
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Ευεργετισμός και νεοελληνική πραγματικότητα, εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα 2016
  • Α.Θ.Πολίτης, Ο Ελληνισμός και η Νεωτέρα Αίγυπτος, εκδόσεις Γράμματα, Αλεξάνδρεια 1930
  • Ν. Αρμαδώρος, Ο Πάροικος, εκδόσεις Ελληνική Κοινότητα Καΐρου, 1992
  • Μανώλης Γιαλουράκης, Η Αίγυπτος των Ελλήνων, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2006
  • Αντώνιος Σακτούρης, Έκθεσις του εν Αλεξανδρεία Β΄ Γενικού Προξένου περί εμπορίας, γεωργίας, βιομηχανίας, ναυτιλίας κ.λ.π. της Αιγύπτου από του έτους 1884 έως το 1913, Αθήνα, 1915
  • Στρατής Τσίρκας, Ο Καβάφης και η εποχή του, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1995
  • Νίκος Ψυρούκης, Το νεοελληνικό παροικιακό φαινόμενο, εκδόσεις Επικαιρότητα, Αθήνα 1974
  • Νίκος Σβορώνος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1986
  • Matoula Tomara-Sideris, “Egyptian Hellenism and Benefaction”, Journal of the Hellenic Diaspora, v. 29.1, Pella Publishing Co,NY 2003
  • Matoula Tomara-Sideris, “Women’s Status in the Greek Colonies of Egypt”, Evi Tastsoglou (ed.), στο Women, Gender, and Diasporic Lives. Labor, Community, and Identity in Greek Migrations, Lexington Mellen press, USA, 2009
  • Matoula Tomara-Sideris, Benefaction in Modern Greece. Theory and History, Kerkyra, Athens 2017

 

Μουσική και αθλητισμός

 

Η Πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Clio Turbata

Μουσική και αθλητισμός

 

Αφιερώνεται στον Ευάγγελο Παπαδημήτρη,
εξαίρετο μουσικό και δάσκαλο του βιολιού,
λάτρη του ποδοσφαίρου, με αφορμή την
αποχώρησή του από την ενεργό δράση

 

Γνωρίζατε πως: τρεις γνωστοί μουσικοσυνθέτες εμπνεύστηκαν στα έργα τους από αγώνες αντισφαίρισης; Άλλοι δυο από αγώνες ράγκμπι; Ένας έκτος, φανατικός οπαδός της Wolverhampton Wanderers, συνέθεσε ένα μικρό έργο αφιερωμένο στην αγαπημένη του ομάδα; Ένας έβδομος, εξίσου φανατικός οπαδός της Zenit του Λένινγκραντ, ένα μπαλέτο του εξιστορεί τις περιπέτειες μιας ομάδας ποδοσφαίρου ευρισκόμενης σε περιοδεία στη Δυτική Ευρώπη; Ένας όγδοος, βίωσε, μεταφέροντάς την σε μουσικές νότες, μια τρομακτική εμπειρία τρέχοντας ως συνοδηγός με μια Lamborghini σε μεταμεσονύκτια ώρα; Ένας ένατος έγραψε, τo 1936, τον ύμνο της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Βερολίνου; Ένας δέκατος συνέθεσε ένα πασίγνωστο βαλς για τους παγοδρόμους; Ένας ενδέκατος, ανάμεσα στις πολλές πόλκες που ακούμε κατά καιρούς στην Πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Φιλαρμονικής ορχήστρας της Βιέννης, αφιέρωσε δυο από αυτές στον αθλητισμό; Και θα εκπλαγείτε διπλά συναντώντας μεταξύ των παραπάνω καταξιωμένων μουσικοσυνθετών τα ονόματα των Claude Debussy, Sir Edward Elgar, Richard Strauss, Dmitri Shostakovich, Erik Satie, Arthur Honegger, Charles Ives, John Adams, Mauricio Kagel, Emile Waltdeufel και, φυσικά, Josef Strauss. Στα παραπάνω ονόματα πρέπει να προστεθούν εκείνα δυο Ελλήνων (Σπύρος Σαμάρας και Βαγγέλης Παπαθανασίου) καθώς και του συγκροτήματος Queen. Όμως, η ονομαστική κατάσταση συνεχίζεται κι άλλο, καθώς πολλοί επώνυμοι συνθέτες δεν συμπεριλήφθηκαν στο παρόν αφιέρωμα. Πρόκειται για τους Jean Sibelius (Tennis at Trianon), Darius Milhaud (Le train bleu), Francis Poulenc (Gloria), Arnold Schoenberg (Notation 21),  Gwyneth V. Walker (Match Point),  Wilhelm Petersen-Berger  (Lawn Tennis),  François Dompierre (Hockey Legends). Η ήδη μακροσκελής κατάσταση δεν σταματά εδώ, αποδεικνύοντας πως οι δεσμοί της μουσικής με τον αθλητισμό είναι πολύ βαθύτεροι από όσο φαίνονται εκ πρώτης όψεως.

 

 1. Marc-Antoine Charpentier (1643 – 1704): Te Deum

Ούτε ο συνθέτης, ούτε και το προαναφερθέν έργο έχουν την παραμικρή σχέση με τον αθλητισμό. Απλούστατα λειτουργούν συνειρμικά, καθώς το Te Deum (1692) εδώ και πολλές δεκαετίες έχει επιλεγεί ως μουσική υπόκρουση των εξωτερικών τηλεοπτικών μεταδόσεων της Eurovision. Οι περισσότερες είναι αθλητικού χαρακτήρα. Για τον λόγο αυτό, το επιλέξαμε ως εισαγωγή του παρόντος αφιερώματος. Εκτελείται με όργανα εποχής.

Marc-Antoine Charpentier, Te Deum: Prélude. Rondeau

 

2. Claude-Achille Debussy (1862 – 1918): Jeux – poème dansé

Jeux (1913), είναι το τελευταίο κατά σειρά μπαλέτο που συνέθεσε ο Debussy. Φέρει τον χαρακτηρισμό «poème dansé» (χορευτικό ποίημα) και υπήρξε παραγγελία των περίφημων Ρωσικών Μπαλέτων του Sergei Diaghilev. Η υπόθεση διαδραματίζεται στο περιθώριο ενός αγώνα αντισφαίρισης. Το μπαλάκι έχει χαθεί σε έναν κήπο, ακριβώς δίπλα από το γήπεδο. Οι νεαροί παίκτες, δυο γυναίκες και ένας άνδρας, έχουν διακόψει τον αγώνα και επιδοθεί στην προσπάθεια ανεύρεσης της μπάλας. Καθώς επικρατεί σκοτάδι και ο ηλεκτροφωτισμός του γηπέδου είναι ανεπαρκής, οι τρεις παίκτες αρχίζουν να συμπεριφέρονται σαν μικρά παιδιά. Παίζουν κρυφτό, κυνηγούν οι μεν τους δε, φιλονικούν άνευ λόγου και αιτίας, δυσανασχετούν. Η θερμή νύκτα και το λυκόφως που μόλις διακρίνεται στον ορίζοντα, διαχέουν μια ατμόσφαιρα ερωτισμού. Ο νεαρός διεκδικείται από τις δυο γυναίκες. Ωστόσο, όλα διακόπτονται απότομα εξαιτίας μιας δεύτερης μπάλας, την οποία ένα άγνωστο χέρι έχει πετάξει προς την πλευρά των τριών νεαρών. Αιφνιδιασμένοι και ανήσυχοι, οι τελευταίοι εξαφανίζονται μέσα στο σκοτάδι του κήπου. 

Αφίσα της πρεμιέρας, με τους πρωταγωνιστές Ludmilla Schollar, Vaslav Nijinsky και Tamara Karsavina.

Σε ένα αρχικό στάδιο ο Debussy εξέφρασε αντιρρήσεις ως προς την πλοκή του έργου. Υποχώρησε ωστόσο, όταν ο Diaghilev διπλασίασε την αμοιβή. Η πρεμιέρα (15 Μαΐου 1913 στο Θέατρο των Ηλυσίων Πεδίων του Παρισιού), σε χορογραφία του εκ των πρωταγωνιστών Vaslav Nijinski, άφησε το κοινό αδιάφορο. Γρήγορα επισκιάστηκε από τη θυελλώδη Ιεροτελεστία της Άνοιξης του Igor Stravinsky. Ακόμη και επί των ημερών μας, το κομψοτέχνημα  αυτό σπάνια συγκαταλέγεται τόσο στο χορογραφικό όσο και στο συμφωνικό ρεπερτόριο. Κι όμως, η εύθραυστη και αραχνοΰφαντη γραφή της παρτιτούρας καθιστά την τελευταία ως μια από τις πλέον αντιπροσωπευτικές και πρωτοπόρες συνθέσεις του μικρογράφου Γάλλου συνθέτη. Το 1988 κυκλοφόρησε μια εξαιρετική κριτική έκδοση από τον συνθέτη και μέγα ερμηνευτή της μουσικής του Debussy, Pierre Boulez (1925 – 2016).

Pierre Boulez conducts Debussy’s Jeux


 

3. Arthur Honegger (1892 – 1955): Rugby – Μouvement symphonique  N° 2 (H 67)

Φέροντας την ένδειξη Η 67 στον κατάλογο της μουσικής παραγωγής του Ελβετού συνθέτη, το Rugby είναι το δεύτερο από τα τρία συμφωνικά του ποιήματα (Pacific 231, Rugby, Mouvement symphonique N° 3). Η πρώτη εκτέλεση έλαβε χώρα στις 19 Οκτωβρίου 1928 στο Παρίσι. Έπειτα από τη μεγάλη επιτυχία του Pacific 231 όπου μιμείται τον ήχο, τον οποίο παράγει μια ατμομηχανή, ο Honegger στράφηκε προς τον χώρο του αθλητισμού αναζητώντας το θέμα του δευτέρου συμφωνικού του ποιήματος. Για αρκετό καιρό ταλαντεύτηκε ανάμεσα στο ποδόσφαιρο και το ράγκμπι προτού καταλήξει στην επιλογή του δευτέρου.

Αγώνας ράγκμπι στο στάδιο Colombes του Παρισιού το 1930.

Το Rugby, συνολικής διάρκειας 8 λεπτών της ώρας περίπου, ανάλογα με το tempo της εκτέλεσης, διαθέτει ένα μόνο μέρος. Ο συνθέτης αποποιείται τον χαρακτηρισμό της προγραμματικής μουσικής. Εκφράζει στη μουσική του γλώσσα τις επιθέσεις και αντεπιθέσεις, τον βίαιο ρυθμό και τις ανατροπές ενός αγώνα ράγκμπι στο στάδιο Colombes του Παρισιού. Στον διαρκώς αυξανόμενο ρυθμό της μηχανής (Pacific 231) αντιτάσσει εδώ την πολυμορφία και την ποικιλία της ανθρώπινης κίνησης. Στο έργο αυτό δεν υπάρχει κανενός είδους ρυθμική οργάνωση. Η γραφή χαρακτηρίζεται από συγκοπές, ανάλογα με τις ανατροπές της εξέλιξης του αγώνα. Τα μουσικά θέματα ακολουθούν τις διάφορες φάσεις του αγώνα και περνούν από το ένα όργανο στο άλλο ακριβώς με τον τρόπο, με τον οποίο ένας παίκτης πετάει την μπάλα σε κάποιον άλλο. Η πολυφωνία, διακριτικό γνώρισμα του ύφους του Honegger, εκφράζει τις στατικές εκείνες φάσεις, όπου οι παίκτες γίνονται ένα κουβάρι διεκδικώντας την μπάλα. Το Rugby θεωρείται ως ένα από τα πλέον  δημοφιλή   έργα του συνθέτη. Στην εν γένει  σταδιοδρομία  του τελευταίου, συμβολίζει τη μετάβαση από την εποχή των έντονα περιγραφικών έργων σε εκείνη της απόλυτης μουσικής, όπως είναι οι πέντε συμφωνίες που έμελλαν  να ακολουθήσουν.

Rugby (Mouvement symphonique N° 2) Η 67


 

 4. Sir Edward William Elgar (1857 – 1934): Land of Hope and Glory

O Edward Elgar, ο κατ’ εξοχήν εκφραστής της βικτωριανής εποχής και ένας από τους μεγαλύτερους Βρετανούς συνθέτες, υπήρξε λάτρης του ποδοσφαίρου και φανατικός οπαδός της Wolverhampton Wanderers. Η απαρχή έγινε τον Φεβρουάριο του 1898 όταν, από τις κερκίδες του γηπέδου Molineux (έδρα της Wolves), παρακολούθησε έναν αγώνα εναντίον της Stoke City. Έκτοτε, κάθε εβδομάδα σχεδόν, δεν δίσταζε να διανύσει με το ποδήλατο τα 64 χλμ., που χώριζαν τον τόπο διαμονής του, το Malvern στην επαρχία του Worcestershire, από το γήπεδο της αγαπημένης του ομάδας. O Elgar υπήρξε ο πρώτος σε παγκόσμια κλίμακα που συνέθεσε ένα μουσικό έργο ειδικά για το ποδόσφαιρο. Εμπνευσμένος από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων που εκθείαζαν τη δεξιοτεχνία, με την οποία ο επιθετικός της Wolves, Billy Malpass, κτυπούσε τα πέναλτι (He banged the leather for goal), πρόσθεσε λόγια σε μια προϋπάρχουσα σύντομη δική του σύνθεση για πιάνο, χρησιμοποιώντας την παραπάνω έκφραση ως τίτλο.

Είναι άξιον απορίας το γεγονός ότι το συγκεκριμένο τραγούδι, έστω και αν εξυμνεί τα κατορθώματα του παίκτη και της ομάδας, ουδέποτε ακούστηκε στις κερκίδες του Molineux. Πιθανότατα, ούτε ο ίδιος ο Elgar το άκουσε να εκτελείται ενόσω βρισκόταν εν ζωή. Ένα είναι βέβαιο: ανακαλύφθηκε πολύ αργότερα από τον Percy Young, ειδικό στη μουσική του Elgar. Εκτελέστηκε, ενδεχομένως για πρώτη φορά, στις 26 Σεπτεμβρίου 2010, στο πλαίσιο μιας φιλανθρωπικής οργάνωσης, με τη συνδρομή της διοίκησης της ομάδας. Αντίθετα, η κερκίδα έχει υιοθετήσει εδώ και δεκαετίες, ως σύνθημα, μια από τις πλέον δημοφιλείς δημιουργίες του Elgar. Πρόκειται για τον ύμνο Land of Hope and Glory που ακούγεται κατά κόρον, ειδικότερα σε αγώνες της Εθνικής ομάδας. Σύμφωνα με τον ιστορικό της Wolverhampton Wanderers Graham Hughes, ο Elgar παρατηρούσε με ενδιαφέρον το πλήθος, που συνέρρεε προς το γήπεδο. Κάποιο Σάββατο θέλησε από περιέργεια να πάει κι εκείνος και έτσι κάπως ξεκίνησε η όλη ιστορία.

Στιγμιότυπο από αγώνα της  Wolverhampton Wanderers στο γήπεδο Molineux στις αρχές της δεκαετίας του 1930.

Ακολουθεί το Land of Hope and Glory όπως ακούστηκε το 2014 στην τελευταία βραδιά του κύκλου BBC Proms, στο Royal Αlbert Hall του Λονδίνου.

Land of hope and glory Last Night of the BBC Proms 2014


5. Dmitri Shostakovich
(1906 – 1975): Золотой век The Golden Age, op.22

To ποδόσφαιρο είναι το μπαλέτο των μαζών” συνήθιζε να υποστηρίζει ο Dmitri Shostakovich, ένας από τους πλέον παραγωγικούς μουσικοσυνθέτες του 20ούαιώνα. Ίσως γι’ αυτό αποφάσισε να γράψει ένα ολόκληρο μπαλέτο γύρω από το συγκεκριμένο άθλημα, ξεπερνώντας κατά πολύ την προγενέστερη πρωτοβουλία του Elgar. Επιπρόσθετα, σε ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής του υπήρξε λάτρης του ποδοσφαίρου και αμετανόητος οπαδός της Zenit, ομάδας της γενέτειράς του, Λένινγκραντ.

Το μπαλέτο Золотой век – The Golden Age είναι έργο της νεανικής περιόδου του Shostakovich. Η πρεμιέρα έλαβε χώρα στις 26 Οκτωβρίου 1930 στο Θέατρο Kirov (σήμερα Mariinsky). Περιλαμβάνει τρεις πράξεις και έξι σκηνές και μπορεί να χαρακτηριστεί ως εν μέρει σάτιρα και εν μέρει προπαγάνδα. Εξιστορεί την περιοδεία μιας ομάδας ποδοσφαίρου εκτός των συνόρων της ΕΣΣΔ. Εκ των πραγμάτων, παίκτες και συνοδοί έρχονται σε επαφή με πολιτικά ανάρμοστους χαρακτήρες όπως μια ντίβα, ένας φασίστας, ένας επαγγελματίας ταραξίας, ένας νέγρος, και γενικότερα, με τον παρηκμασμένο και διεφθαρμένο τρόπο ζωής της Δύσης.

The Golden Age, Θέατρο Mariinskiy Αγίας Πετρούπολης, 2006.

Στη διάρκεια της παραμονής στο εξωτερικό η ομάδα υπέστη τα πάνδεινα, από μεροληπτική διαιτησία, αποδοκιμασίες του κοινού, εξαπάτηση, κατάχρηση εξουσίας έως τον άδικο εγκλεισμό στη φυλακή εξαιτίας ενεργειών της καταχθόνιας μπουρζουαζίας. Τελικά, οι παίκτες απελευθερώνονται χάρη σε μια εξέγερση της τοπικής εργατικής κοινωνίας, που ανατρέπει τους καπιταλιστές ηγεμόνες της περιοχής. Το έργο ολοκληρώνεται με έναν χορό συναδέλφωσης και αλληλεγγύης ανάμεσα στους παίκτες και τους ελευθερωτές τους. Παρά το άκρως προπαγανδιστικό περιεχόμενο, το έργο δεν κατάφερε να ξεπεράσει τον αριθμό των 18 μόλις παραστάσεων. Λογοκρίθηκε από τις σοβιετικές αρχές επειδή συμπεριλάμβανε ρυθμούς και χορούς της Δύσης που ήταν προτιμότερο να μην περιέλθουν εν γνώσει του ρωσικού κοινού. Επρόκειτο για ένα πρώτο μήνυμα του καθεστώτος με αποδέκτη τον συνθέτη. Φαίνεται πως ο τελευταίος δεν το συνέλαβε, καθώς οι μεταξύ τους σχέσεις έμελλαν να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά έξι χρόνια αργότερα, με αφορμή την όπερα Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ. Αργότερα, ο Shostakovich εξήγαγε από την παρτιτούρα του μπαλέτου μια σουΐτα, η οποία έχει ενταχθεί πλήρως στο συμφωνικό ρεπερτόριο και εκτελείται συχνά στις διάφορες αίθουσες συναυλιών.

The Golden Age / Rattle · Berliner Philharmoniker – τελικός χορός


 

6. Erik Satie (1866 – 1925): Sports et divertissements

Το Sports et divertissements είναι ένας κύκλος 21 μικρών έργων για πιάνο που ο εκκεντρικός  Γάλλος συνθέτης (μεταξύ άλλων είχε χρησιμοποιήσει ήχο γραφομηχανής στο έργο Parade, επιχειρήσει ανεπιτυχώς να ακολουθήσει στρατιωτική σταδιοδρομία, χρηματίσει πιανίστας στα καμπαρέ της Μονμάρτρης, τέλος, ιδρύσει μια θρησκευτική αίρεση, της οποίας υπήρξε…το μοναδικό μέλος), έγραψε το 1914. Παραμένει στο σαρδόνιο χιουμοριστικό πνεύμα που διατρέχει τις σουΐτες για πιάνο (1912-1915) και γενικότερα ολόκληρη την παραγωγή του Satie. Αρχικά κυκλοφόρησε ως ένας συλλεκτικός τόμος, ο οποίος περιείχε σε πανομοιότυπα (facsimile) την παρτιτούρα, ποιήματα του Satie, καθώς και την εικονογράφηση από τον σκιτσογράφο Charles Martin. Το 1923 κυκλοφόρησε μια επανέκδοση με νέα εικονογράφηση.

Η αρχική ιδέα ανήκε στον Lucien Vogel, εκδότη του, γνωστού για την εποχή, περιοδικού μόδας La Gazette du Bon Ton. Πρώτος κατά σειρά αποδέκτης της πρότασης υπήρξε ο Igor Stravinsky, ο οποίος όμως την απέρριψε. Πρέπει να επισημανθεί πως ακριβά συλλεκτικά άλμπουμ, τα οποία συνδύαζαν σχέδιο, μουσική και ποίηση ήταν της μόδας στο Παρίσι της άμεσης παραμονής του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ως μαγιά λειτούργησαν τα σχέδια που μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα είχε ολοκληρώσει ο Martin. Περιλάμβαναν 20 στιγμιότυπα ανεμελιάς και αναψυχής, ορισμένα εκ των οποίων περιέγραφαν ενασχόληση με αθλήματα. Αυτό ακριβώς το οπτικό υλικό είχε κατά νου ο Satie όταν συνέθεσε τη μουσική. Η σειρά των κομματιών έχει ως εξής: 1. Choral inappetissant, 2. La Balançoire, 3. La Chasse, 4. La Comédie Italienne,  5. Le Réveil de la Mariée, 6. Colin-Maillard , 7. La Pêche, 8. Le Yachting, 9. Le Bain de Mer, 10. Le Carnaval, 11. Le Golf, 12. La Pieuvre, 13. Les Courses, 14. Les Quatre-Coins, 15. Le Pique-nique, 17. Le Tango (perpétuel), 18. Le Traîneau, 20. Le Feu d’artifice, 21. Le Tennis. 

Εικονογράφηση της δεύτερης έκδοσης του Sports et divertissements από τον Charles Martin, το 1923. Επάνω: Το γκολφ. Κάτω: Η ιστιοπλοΐα.

Όταν, το 1913, τα Ρωσικά Μπαλέτα ανέβασαν τα Jeux του Debussy, ο Satie βρισκόταν ακόμη σε φάση σύνθεσης του δικού του έργου. Έχοντας παρακολουθήσει την παράσταση, ειρωνεύτηκε με τον δικό του χαρακτηριστικό σαρκασμό τον Nijinsky για τη χορογραφία του, υποστηρίζοντας πως ο τελευταίος είχε μπερδέψει τους κανόνες του τένις με εκείνους του ποδοσφαίρου, επειδή από το χώρο απουσίαζε παντελώς το δίχτυ, οι χορευτές δεν κρατούσαν στα χέρια τους ρακέτες και ο κήπος, όπου διαδραματιζόταν η υπόθεση, θύμιζε περισσότερο γήπεδο ποδοσφαίρου. Επινόησε μάλιστα ένα νεολογισμό: ονόμασε το άθλημα, που είχε δει επί σκηνής, “ρωσικό τένις”. Παρόλα αυτά, όταν, δέκα μήνες αργότερα, ολοκλήρωσε το 21ο κομμάτι του Sports et divertissements (το τένις), δεν κατάφερε να απαλλαγεί από την επίδραση της μουσικής του Debussy και της χορογραφίας του Nijinsky. Μόνο που εδώ, ο υφέρπων ερωτισμός εκφράζεται μέσω των λέξεων του κειμένου. Όπως και να έχει το ζήτημα, στο τέλος του έργου και αφού έχει ήδη ολοκληρωθεί η ακρόαση της μουσικής, ακούγεται μια και μόνη λέξη στα αγγλικά: “Game”.

 

Erik Satie: Sports et divertissements – Le Golf

Erik Satie: Sports et divertissements Le Tennis


 

7. Charles Ives (1874 – 1954): Yale Princeton Football Game

Στο σύντομο (διάρκειας μόλις 2΄25) έργο για ορχήστρα, ο Charles Ives περιγράφει έναν αγώνα αμερικανικού ποδοσφαίρου (παραλλαγή του ράγκμπι). Πρόκειται για την επικράτηση με 6-0 των Yale Bulldogs επί των Princeton Tigers στις 20 Νοεμβρίου 1897. Οι αγώνες Yale-Princeton εθεωρούντο κλασσικοί του είδους, κινητοποιώντας τα πλήθη, όπως άλλωστε φαίνεται και στα ιστορικής αξίας βωβά κινηματογραφικά στιγμιότυπα ενός αγώνα της 14ης Νοεμβρίου 1903 (μόλις 6 χρόνια αργότερα) μπροστά σε ένα κοινό 50.000 θεατών.

Princeton and Yale football game 1903 (πηγή: Library of Congress)

Η μουσική του Ives θα μπορούσε κάλλιστα να λειτουργήσει ως ηχητική επένδυση των παραπάνω στιγμιοτύπων. Ο αγώνας του 1897, ο οποίος περιγράφεται στο έργο, υπήρξε ένας θρίαμβος για τους Yale Bulldogs, ο προπονητής των οποίων εφάρμοσε μια νέα τακτική που αιφνιδίασε τους αντιπάλους και επέτρεψε στην ομάδα να τερματίσει αήττητη στο πρωτάθλημα. Το Yale Princeton Football Game περιγράφει ολόκληρη την εξέλιξη πριν, κατά τη διάρκεια και έπειτα από τον αγώνα. Αποδίδονται, μεταξύ άλλων, ο ήχος της σφυρίχτρας του διαιτητή, ο ρυθμός των συνθημάτων και τα τραγούδια της εξέδρας, καθώς και οι ίδιες οι φάσεις, με αποκορύφωμα την υποδειγματική, όπως φαίνεται, κούρσα ζικ-ζακ του παίκτη των νικητών Charles de Saulle, που κατάφερε να καλύψει μόνος του μια απόσταση 50,292 μέτρων αποφεύγοντας τους αντιπάλους. Ο ίδιος ο Ives έχει δώσει χαρακτηριστικούς τίτλους, βοηθώντας έτσι τον ακροατή παρακολουθήσει ευκολότερα και να κατανοήσει καλύτερα το έργο: 1. Suppressed excitement of players coming onto grounds 2. A Yale cheer, “Brekke coax” [sic] 3. Another cheer: “Rah, Rah, Rah; Rah, Rah, Rah; Rah, Rah, Rah; Yale, Yale, Yale.” 4. “Three Cheers for Old Nassau” 5. “Harvard has blue stocking girls, Yale has blue stocking men,” ect. 6. “Watch on the Rhein” (Die Wacht am Rhein) 7. “Hold the fort, McClung is coming.” 8. “Reeves 2nd Regiment Quickstep” (always played by Brass Band at games and reunions etc.) 9. “Hey-can nuck-a-no” 10. “Dodging half-back” 11. “Fat Guards, pushing, grunting.” 12. “First Down.” 13. “Run around left end: loss.” 14. “Dodging tackle.” 15. “Close formation: Wedge” 16. “Last Down” 17. “Run Around Right” 18. “When trumpet (=Running half-back [sic], Charley Desseaulles [sic]) reaches this measure, every other instrument must make a hell of a noise and stop”; “Touch Down.”) 19. “Game over and won. Everybody tired, players and spectators.”

Charles Ives – Yale Princeton Football Game (1898)

 

8. John Adams (1947 –  ): Short Ride in a Fast Machine

Short Ride in a Fast Machine είναι το δημοφιλέστερο έργο του John Adams (του πλέον καταξιωμένου εν ζωή μουσικοσυνθέτη, η συμπλήρωση των 70 ετών του οποίου τιμήθηκε πρόσφατα από τις μεγαλύτερες ορχήστρες του κόσμου). Πρόκειται για μια εισαγωγική φανφάρα για μεγάλη ορχήστρα, γραμμένη κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ανοίγει το πρόγραμμα μιας συναυλίας καθηλώνοντας τον ακροατή με τις δεξιοτεχνικές ικανότητες του συνόλου που την ερμηνεύει. Είναι ένα ευρηματικό, από κάθε άποψη, έργο, που εκτελέστηκε για πρώτη φορά το 1986. Ο συνθέτης εμπνεύστηκε από μια περιπέτεια, την οποία βίωσε αυτοπροσώπως, καθώς σε μεταμεσονύκτια ώρα μιας καλοκαιρινής βραδιάς δέχτηκε να καθίσει στη θέση του συνοδηγού μιας Lamborghini, ενέργεια, την οποία μετάνοιωσε ευθύς αμέσως μόλις το αυτοκίνητο άρχισε να ακολουθεί μια τρελή πορεία αναπτύσσοντας ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο ίδιος περιέγραψε αργότερα πως τον είχε κυριεύσει ένα κράμα αγωνίας, φόβου, παράλληλα όμως, δέους και γοητείας μπροστά στον κίνδυνο.

Ο Adams θεωρείται ως εκφραστής της Μινιμαλιστικής Σχολής, συνεχιστής του Philip Glass και του Steve Reich, αν και ο ίδιος χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως μετά-μινιμαλιστή επικαλούμενος τα παραδείγματα του Bach, του Brahms και του Mahler που, όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, είχαν την τύχη να ευδοκιμήσουν στο τέλος μιας εποχής, ενστερνιζόμενοι στο έργο τους ολόκληρη την εξέλιξη των τριάντα έως πενήντα προηγουμένων ετών. Άλλωστε στη μουσική του γραφή, μια γραφή ιδιαίτερα προσιτή στο ευρύ κοινό, χρησιμοποιεί τεχνικές και στοιχεία που παραπέμπουν ευθέως στην εποχή του ρομαντισμού και του μετά-ρομαντισμού. Το όλο του έργο παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία σε είδος καθώς ο Adams στράφηκε προς τη συμφωνική μουσική, τη μουσική δωματίου και την όπερα.

Ο John Adams στη θέση του συνοδηγού. Η Lamborghini φέρει πινακίδες με την ένδειξη presto, τον χρόνο, στον οποίο είναι γραμμένο το έργο.

Το Short Ride in a Fast Machine αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της μουσικής του παραγωγής. Ο ρυθμός του παραπέμπει στις θεμελιώδεις εκφάνσεις του μινιμαλισμού, με τη διαρκή και επίμονη επανάληψη. Στο επίκεντρο βρίσκεται το γούντμπλοκ (wood block), ένα κρουστό όργανο, το οποίο διατρέχει το έργο από άκρη σε άκρη. Ο ήχος του θα μπορούσε κάλλιστα να συμβολίζει τη μηχανική κίνηση του αυτοκινήτου ή, ακόμη, τους έντονους κτύπους της καρδιάς του έντρομου συνοδηγού. Γύρω από αυτόν τον ήχο, ο Adams πειραματίστηκε με την ανάπτυξη μιας ρυθμικής δυσαρμονίας προσθέτοντας αλληλοσυγκρουόμενους ρυθμούς με στόχο να διεμβολίσει τη μετρονομική σταθερότητα του κρουστού οργάνου. Επαναλήψεις και συγκοπές καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του έργου. Η λύτρωση (προφανώς και για τον ίδιο τον συνοδηγό) έρχεται προς το τέλος από μια μελωδική φράση διαρκείας, την οποία ο Adams εμπιστεύεται στα χάλκινα πνευστά. Με τον τρόπο αυτό εκπληρώνει διπλό στόχο. Δίνει τέλος στην αγωνία και αιτιολογεί τον χαρακτηρισμό της φανφάρας που ανήκει στο έργο. Η ακρόαση του τελευταίου μέσα σε μια αίθουσα συναυλιών (και όχι μόνο) αποτελεί πραγματική απόλαυση, όπως αποδεικνύεται άλλωστε από την ερμηνεία που ακολουθεί.

John Adams: Short Ride in A Fast Machine / Alan Gilbert · Berliner Philharmoniker

 

9. Mauricio Kagel (1931 – 2008): Match für drei Spieler

Ένα διακριτικό γνώρισμα της μουσικής παραγωγής του αντισυμβατικού Γερμανοαργεντινού συνθέτη είναι οι σαφείς θεατρικές οδηγίες, τις οποίες δίνει προς τους ερμηνευτές προκειμένου να υιοθετήσουν συγκεκριμένες εκφράσεις του προσώπου τους ενόσω εκτελούν το έργο, να εισέλθουν επί σκηνής με προδιαγεγραμμένο τρόπο και κινήσεις, να συμπράξουν με άλλους εκτελεστές πέραν της μουσικής διάστασης, να απαγγείλουν ποιήματα και να αναγνώσουν πρόζα κλπ. Ο Kagel πειραματίστηκε επίσης σε ανοίγματα προς άλλα πεδία, όπως εκείνα της φωτογραφίας και του κινηματογράφου. Γι’ αυτό το λόγο, το έργο του θεωρήθηκε κατά καιρούς ότι ανήκει στο λεγόμενο Θέατρο του Παραλόγου.                              

Match für drei Spieler.

To Match für drei Spieler (1964), είναι ένα έργο μουσικής δωματίου για δυο βιολοντσέλα και κρουστά όργανα. Περιγράφει έναν αγώνα τένις. Αντίπαλοι είναι τα βιολοντσέλα ή ακόμα και οι ίδιοι οι εκτελεστές ενώ ο τρίτος, ο χειριστής μιας ευρείας γκάμας κρουστών, επωμίζεται το ρόλο του διαιτητή. Η διάταξη και η εν γένει συμπεριφορά των τριών μουσικών καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου (δηλ. του ίδιου του αγώνα) ανταποκρίνονται σε γραπτές οδηγίες του συνθέτη, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στο περιθώριο της παρτιτούρας στα αντίστοιχα σημεία. Η φυσική προσπάθεια, την οποία καλούνται να καταβάλουν οι δυο τσελίστες, καταχωρίζει τους τελευταίους όχι μόνο στην κατηγορία των μουσικών, αλλά και σε εκείνη των αθλητών. Ακόμα και οι κινήσεις τους πολλές φορές θυμίζουν περισσότερο παίκτες του τένις και λιγότερο μουσικούς ερμηνευτές. Χαρακτηριστική είναι η αρχή του έργου και ο άκρως πετυχημένος τρόπος, με τον οποίο τα pizzicati των βιολοντσέλων (“τσιμπητό” παίξιμο των χορδών με το δάκτυλο δίχως χρήση δοξαριού) αποδίδουν την εναλλαγή των κτυπημάτων της μπάλας. Πέραν του τένις, το έργο θα μπορούσε κάλλιστα να παραπέμπει και σε άλλα αθλήματα όπως λ.χ. στο πινγκ-πονγκ, στο βόλεϊ, ακόμα και στο ποδόσφαιρο, εφόσον γίνεται χρήση εκ μέρους του διαιτητή σφυρίχτρας, επίδειξης κίτρινης και κόκκινης κάρτας, πρακτικές, οι οποίες δεν συναντώνται στο πλαίσιο διεξαγωγής ενός αγώνα τένις. Αν και δυσπρόσιτο σε επίπεδο ακρόασης, είναι βέβαιο πως το Match für drei Spieler δεν στερείται πρωτοτυπίας και ιδεών.

Mauricio Kagel, Match für drei Spieler


 

10. Queen: We Are the Champions


We Are the Champions
είναι ροκ τραγούδι του βρετανικού συγκροτήματος Queen. Περιλαμβάνεται στο άλμπουμ  News of the World, το οποίο κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο 1977. Τη σύνθεση και τους στίχους του τραγουδιού υπογράφει ο Freddie Mercury (1946-1991), που κάνει  τα κύρια φωνητικά στο τραγούδι, με τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος να ακολουθούν σε δεύτερη φωνή. Το τραγούδι άντεξε στο χρόνο, καθώς λόγω του τίτλου του αποτελεί έναν άτυπο «ύμνο» αθλητικών αναμετρήσεων κυρίως κατά τη στιγμή της απονομής των τροπαίων στις νικήτριες ομάδες μιας σειράς διοργανώσεων, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.

We Are the Champions – Estadio Santiago Bernabeu, Madrid, 2017

We Are the ChampionsLola Astanova (piano)            

 

11. Σπυρίδων-Φιλίσκος Σαμάρας (1861 – 1917): Ολυμπιακός Ύμνος

O Σπυρίδων-Φιλίσκος Σαμάρας γεννήθηκε το 1861 στην Κέρκυρα. Ακολούθησε ανώτερες σπουδές στο Ωδείο του Παρισιού με δάσκαλο τον φημισμένο Γάλλο συνθέτη Léo Delibes. Ακολούθως μετακόμισε στην Ιταλία, όπου και ξεκίνησε συστηματικά τη συνθετική του σταδιοδρομία.  Το 1886 ανέβηκε με επιτυχία στο θέατρο Καρκάνο του Μιλάνου η τρίπρακτη όπερα Flora Mirabilis, θριάμβευσε όμως με το ανέβασμά της στη Σκάλα του Μιλάνου, ένα χρόνο αργότερα. Ο Σαμάρας ουδέποτε αποξενώθηκε από την Ελλάδα, η φιλόμουση κοινότητα της οποίας παρακολουθούσε με θαυμασμό την ανοδική πορεία του μουσουργού. Έτσι, το 1889 ανέβηκε στην Κέρκυρα και κατόπιν στην Αθήνα η Flora Mirabilis  ως Θαυμαστή Ανθώ. Την αποτυχία της όπερας Lionella στη Σκάλα του Μιλάνου το 1891 ήρθε να αποκαταστήσει ο θρίαμβος της όπερας La Martire (H Μάρτυς) που παρουσιάστηκε στη Νάπολη τρία χρόνια αργότερα. Τότε ακριβώς ο συνθέτης προσχώρησε στη σχολή του βερισμού (verismo), της οποίας θεωρείται από τους πρωτεργάτες, στο πλευρό των Ruggero Leoncavallo, Pietro Mascagni και Giacomo Puccini. Ακολούθησαν και άλλες επιτυχημένες όπερες, όπως La Furia Damata (Η Δαμασμένη Μαινάδα) το 1895, βασισμένη στο έργο του Shakespeare Το Ημέρωμα της Στρίγγλας, Storia d’Amore το 1903 και Mademoiselle de Belle-Isle το 1905.  Αποκορύφωμα της συνθετικής του παραγωγής υπήρξε το ανέβασμα της τρίπρακτης όπερας Rhea το 1908, στο θέατρο Verdi της Φλωρεντίας. Απεβίωσε στην Αθήνα το 1917 σε ηλικία 56 ετών, από χρόνια νεφρίτιδα.

Το 1895 ανατέθηκε στον Σαμάρα από την Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή η σύνθεση ενός Ολυμπιακού Ύμνου με την ευκαιρία της τέλεσης στην Αθήνα των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων (Απρίλιος 1896). Μετά την ανάθεση στον Σαμάρα, η επιτροπή επέλεξε να μελοποιηθεί το ομότιτλο ποίημα του Κωστή Παλαμά. Ο ύμνος αυτός καθιερώθηκε ως επίσημος Ολυμπιακός Ύμνος μόλις το 1958, δηλαδή εξήντα δύο χρόνια μετά την παγκόσμια πρώτη του και σαράντα ένα χρόνια έπειτα από τον θάνατο του συνθέτη. Έκτοτε, συνοδεύει την έπαρση της σημαίας των Ολυμπιακών Αγώνων στην εκάστοτε τελετή έναρξης.

Σπυρίδων Σαμάρας, Ολυμπιακός Ύμνος (στίχοι Κωστή Παλαμά)

 

12. Richard Strauss (1864 – 1949): Olympische Hymne

To 1932, o Richard Strauss, συνθέτης της Σαλώμης, της Ηλέκτρας και του Ιππότη με το ρόδο, από τους κύριους εκπροσώπους της γερμανικής μεταρομαντικής σχολής, επελέγη από τη Διεθνή Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων για τη σύνθεση ενός ύμνου για την τελετή έναρξης των αγώνων που είχαν προγραμματιστεί για το καλοκαίρι του 1936 με οικοδεσπότη την πόλη του Βερολίνου. Ο Strauss αποδέχτηκε την πρόταση, υπό τον όρο της πλαισίωσης της μουσικής του από ένα κείμενο, για την επιλογή του οποίου θα είχε εκείνος τον τελευταίο λόγο. Έπειτα από δημόσιο διαγωνισμό και με αισθητή την αναπόφευκτη παρέμβαση του εθνικοσοσιαλιστικού υπουργείου Προπαγάνδας, το 1934 επελέγησαν οι στομφώδεις στίχοι του Robert Lubahn, ενός άνεργου, την εποχή εκείνη, βερολινέζου ηθοποιού.

Ολυμπιακό Στάδιο Βερολίνου, 1η Αυγούστου 1936. Τελετή έναρξης των Αγώνων της 11ης Ολυμπιάδας.

Η τελετή έναρξης των Αγώνων της 11ης Ολυμπιάδας, έλαβε χώρα την 1η Αυγούστου 1936 στο κατάμεστο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου. Επρόκειτο για ένα γεγονός, το οποίο αξιοποιήθηκε και προβλήθηκε δεόντως από την προπαγάνδα του Γ΄ Ράιχ. O Ολυμπιακός Ύμνος, παιγμένος από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου και μια χορωδία χιλίων ατόμων υπό τη διεύθυνση του συνθέτη, γνώρισε την παγκόσμια πρώτη εκτέλεση αμέσως έπειτα από τη σύντομης διάρκειας κήρυξη της έναρξης από τον Adolf Hitler, μια σειρά χαιρετιστήριων κανονιοβολισμών και την απελευθέρωση χιλιάδων λευκών περιστεριών. Όλων των παραπάνω είχε προηγηθεί ο λόγος του Theodor Lewald, προέδρου της οργανωτικής επιτροπής, ο οποίος, καταλήγοντας, αφού εξέφρασε τις ευχαριστίες του προς τον Richard Strauss, ανακοίνωσε την καθιέρωση στο διηνεκές του Olympische Hymne ως επίσημου ύμνου των Ολυμπιακών Αγώνων. Η έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου με τη γνωστή του έκβαση ως προς την τύχη του ναζιστικού καθεστώτος, επιφύλαξε διαφορετική εξέλιξη για το συγκεκριμένο έργο του Richard Strauss. Στους πρώτους μεταπολεμικούς Ολυμπιακούς Αγώνες (Λονδίνο 1948), ακούστηκε ένας νέος Ολυμπιακός Ύμνος του συνθέτη Roger Quilter σε στίχους του γνωστού διηγηματογράφου και ποιητή Rudyard Kipling. Δέκα χρόνια αργότερα, η Διεθνής Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων αναβάθμισε τον Ύμνο των Σαμάρα/Παλαμά σε μόνιμο επίσημο ύμνο.

Richard Strauss, Olympische Hymne

 

13. Βαγγέλης Παπαθανασίου (1943 –  ): Chariots of Fire

Το Chariots of Fire του Βαγγέλη Παπαθανασίου πλαισίωσε μουσικά το 1981 την ομώνυμη, βρετανικής παραγωγής, κινηματογραφική ταινία συμβάλλοντας δραστικά στη μεγάλη επιτυχία, την οποία η τελευταία γνώρισε (συνολικά απέσπασε 4 βραβεία Όσκαρ, εκ των οποίων τα βραβεία καλύτερης ταινίας και πρωτότυπης μουσικής). Για τις ανάγκες της ηχογράφησης επιστρατεύτηκε ένα συνθεσάιζερ τύπου CS-80, με το οποίο ο συνθέτης έπαιξε όλα τα όργανα, συμπεριλαμβανομένων του πιάνου και ευρείας γκάμας κρουστών. Η επένδυση μιας κινηματογραφικής ταινίας εποχής με ηλεκτρονική μουσική ήταν τότε ασυνήθιστη και ως προς αυτό, η συμβολή του Παπαθανασίου άνοιξε νέους ορίζοντες στην έβδομη τέχνη.                                              

Chariots of Fire  – Trailer

Η πλοκή του έργου αποτελεί δραματοποιημένη παραλλαγή αληθινών περιστατικών και ανθρώπινων χαρακτήρων. Πρόκειται για τον συναγωνισμό μεταξύ δυο αθλητών, στο πλαίσιο της προετοιμασίας και διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων του 1924 στο Παρίσι. Η μουσική του Παπαθανασίου έχει, κατά κάποιο τρόπο, συνδεθεί με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αρχής γενομένης από τους Χειμερινούς Αγώνες του 1980 στο Σεράγεβο, οπότε και χρησιμοποιήθηκε ως ύμνος της συγκεκριμένης διοργάνωσης. Κατόπιν ακούστηκε το 1996 στους Θερινούς Αγώνες της Ατλάντα και, πιο πρόσφατα, το 2012 στο Λονδίνο, στο πλαίσιο της τελετής έναρξης των Αγώνων της 30ής Ολυμπιάδας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρουσιάστηκε υπό μορφή παρωδίας, με πρωταγωνιστές τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου, τον αρχιμουσικό Sir Simon Rattle και τον ηθοποιό Rowan Atkinson στο ρόλο του πασίγνωστου Mr. Bean.

Mr. Bean Live Performance at the London 2012 Olympic Games

 

14. Émile Waldteufel (1837 – 1915): Les Patineurs Valse op.183

Σε ηλικία 27 ετών, ο Γάλλος πιανίστας και συνθέτης χορευτικής μουσικής έγινε αυλικός πιανίστας της αυτοκράτειρας Ευγενίας. Διηύθυνε επίσης την αυλική ορχήστρα σε κρατικές χοροεσπερίδες. Ο διορισμός του από τον αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ΄ αποκλειστικά στη μουσική διεύθυνση των χοροεσπερίδων, τον οδήγησε στη συμμετοχή του στους μεγαλοπρεπείς χορούς του Κεραμικού (Tuileries), του Μπιαρίτς και της Κομπιένης. Σήμερα, θεωρείται ως ο πλέον αντιπροσωπευτικός μουσικοσυνθέτης της περιόδου της Β΄ Γαλλικής Αυτοκρατορίας από κοινού με τον Jacques Offenbach. Μετά την ήττα της Γαλλίας από την Πρωσία το 1871, η ιδιαίτερη πατρίδα του, η Αλσατία, έγινε μέρος της Γερμανίας για το υπόλοιπο της ζωής του. Ο Waldteufel έφτασε σχεδόν 40 ετών πριν γίνει περισσότερο γνωστός. Τον Οκτώβριο του 1874 συμμετείχε σε μια μουσική εκδήλωση, την οποία παρακολούθησε ο, τότε Πρίγκιπας της Ουαλίας, μετέπειτα βασιλιάς Εδουάρδος Ζ΄. Ο πρίγκηπας ενθουσιάστηκε από το βαλς Manolo του συνθέτη και έκτοτε μερίμνησε ώστε να κάνει τη μουσική τού Waldteufel γνωστή σε ολόκληρη τη Μεγάλη Βρετανία. Ακολούθησε μακροχρόνιο συμβόλαιο με τον εκδότη «Hopwood & Crew» που έδρευε στο Λονδίνο. Μέρος της εταιρείας ανήκε στον Charles Coote, διευθυντή της μπάντας Coote & Tinney’s, της πρώτης χορευτικής ορχήστρας στην βρετανική πρωτεύουσα. Με αυτή την υποστήριξη, η μουσική του Waldteufel παιζόταν στα Ανάκτορα του Μπάκινγχαμ μπροστά στη βασίλισσα Βικτωρία. Τότε, ο συνθέτης κυριάρχησε στη μουσική σκηνή του Λονδίνου και έγινε παγκοσμίως γνωστός. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου συνέθεσε τα γνωστότερα έργα του, πολλά από τα οποία ακούγονται ακόμα σήμερα σε όλο τον κόσμο. Το διασημότερο, ίσως, από αυτά, το βαλς Les Patineurs (Οι Παγοδρόμοι), γράφηκε το 1882.

Pierre-Auguste Renoir,  Les Patineurs à Longchamp, 1868, Ιδιωτική Συλλογή.

Πηγή έμπνευσης για το συγκεκριμένο έργο αποτέλεσε ένας πίνακας του ζωγράφου Pierre-Auguste Renoir. Η ελαιογραφία του Renoir χρονολογείται από το 1868 και φέρει τον τίτλο Les Patineurs à Longchamp. Απεικονίζει το δάσος της Βουλώνης, στις παρυφές του Παρισιού, τον χειμώνα, με τους επισκέπτες να απολαμβάνουν τη διασκέδαση του  τοπικού παγοδρομίου. Η φιλοτέχνηση του πίνακα αποδείχθηκε μεγάλη δοκιμασία για τον Renoir, ο οποίος απεχθανόταν το ψύχος, πλην όμως ως γνήσιος ιμπρεσιονιστής, εργαζόταν συχνά στον ανοικτό χώρο. Η σύντομης διάρκειας αργή εισαγωγή στο βαλς του Waldteufel συμβολίζει την προσπάθεια του παγοδρόμου να κρατήσει την ισορροπία του. Μόλις αυτή εξασφαλιστεί, το έργο αποκτά ρυθμό, ταχύτητα και αποδίδει εύγλωττα την (φαινομενική εξαιτίας των τεχνικών δυσκολιών) άνεση και ανεμελιά, με την οποία οι παγοδρόμοι γλιστρούν επάνω στην επιφάνεια της πίστας προχωρώντας και σε θεαματικές πιρουέτες.

Émile Waldteufel: Les Patineurs Valse op.183 André Rieu


        

15. Josef Strauss (1827 – 1870): Jokey-Polka op. 278, Sport-Polka op.170

Το Πρωτοχρονιάτικο αυτό αφιέρωμα δεν θα μπορούσε να έχει διαφορετική κατάληξη από το φυσικό του χώρο: τη Musikvereinsaal της Βιέννης στην καθιερωμένη συναυλία, με την οποία η Φιλαρμονική Ορχήστρα της πόλης υποδέχεται την είσοδο κάθε Νέου Έτους. Από τα αναρίθμητα μαγνητοσκοπημένα στιγμιότυπα επιλέξαμε δυο γρήγορες πόλκες του Josef Strauss με θέματα συναφή με τον αθλητισμό. Είναι το καλύτερος τρόπος να σας ευχηθούμε για τη χρονιά που μπαίνει και να σας ευχαριστήσουμε από βάθους καρδιάς για την ανταπόκριση και υποστήριξη που μας παρέχετε στα πέντε χρόνια λειτουργίας μας.

Jokey-Polka op. 278, Neujahrskonzert 2012 – Mariss Jansons

Sport-Polka op. 170, Neujahrskonzert 2008 – Georges Prêtre

 

Το επιτελείο της Clio Turbata σάς ευχαριστεί για την εμπιστοσύνη σας

και σάς εύχεται ένα υγιές και ευτυχισμένο 2021

                                            

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Μαρία Τσιτινίδου

Ανάκτορα και πύργοι του Λουδοβίκου Β΄ της Βαυαρίας

Ανάκτορα και πύργοι του Λουδοβίκου Β΄ της Βαυαρίας

 

Διαδεχόμενος το 1864 σε ηλικία μόλις 19 ετών τον πατέρα του, Μαξιμιλιανό Β΄, ο Λουδοβίκος  Β΄ της Βαυαρίας (1845-1886) διέθετε όλες τις προδιαγραφές εκείνες που διασφάλιζαν μια πετυχημένη βασιλεία. Ήταν νέος, γοητευτικός, καλλιεργημένος, δημοφιλής και αγαπητός. Ωστόσο, τα 22 χρόνια της βασιλείας του έως τη στιγμή του τραγικού και μυστηριώδους θανάτου του, τον κατέστησαν έναν από τους πλέον αντιφατικούς και διφορούμενους μονάρχες που κατέγραψε ποτέ η Ιστορία. Η αλήθεια είναι πως σε πολιτικό επίπεδο, οι συνθήκες ήταν από την αρχή δυσμενείς έως αποτρεπτικές. Έχοντας εμπλακεί, στο πλευρό της Αυστρίας, σε έναν ατυχή πόλεμο εναντίον της Πρωσίας, η βασιλεία του εγκαινιάστηκε με μια οδυνηρή στρατιωτική ήττα. Το 1871, η Βαυαρία αναγκάστηκε να προσχωρήσει στη νεότευκτη Γερμανική Αυτοκρατορία και κατ’ επέκταση να απολέσει ουσιαστικά την ανεξαρτησία της. Ο Λουδοβίκος ουδέποτε αποδέχθηκε, κατά βάθος, την υποτέλεια στην πανίσχυρη Πρωσία/Γερμανία του Bismarck. Είναι ενδεικτικό ότι απέφυγε να παραστεί αυτοπροσώπως στη στέψη του βασιλέα Γουλιέλμου Α΄ της Πρωσίας ως αυτοκράτορα της ενωμένης Γερμανίας, η οποία πραγματοποιήθηκε με κάθε μεγαλοπρέπεια σε έναν εμβληματικό χώρο: την αίθουσα των κατόπτρων του ανακτόρου των Βερσαλλιών. Ωστόσο, η νέα πραγματικότητα δεν άφηνε πολλά περιθώρια για πολιτικούς ελιγμούς. Η διατήρησή του στο θρόνο είχε περισσότερο συμβολική σημασία. Κέντρο των αποφάσεων ήταν πλέον το Βερολίνο και όχι το Μόναχο.

Ο ιδιοσυγκρασιακός χαρακτήρας του Λουδοβίκου και η αποστροφή του για την πολιτική τον βύθισαν σε μια εσωστρέφεια, η οποία, με την πάροδο του χρόνου, προσέλαβε διαστάσεις παράνοιας. Αυτό τουλάχιστον υπήρξε το επιχείρημα βάσει του οποίου, τον Ιούνιο του 1886, καθαιρέθηκε. Ο ψυχικός του κόσμος ήταν διαταραγμένος. Σε ολόκληρη σχεδόν τη ζωή του προσπαθούσε να καταπιέσει τις ομοφυλοφιλικές προτιμήσεις του, οι οποίες δεν συντάσσονταν με όσα επέτασσαν τα θρησκευτικά αισθήματα, τα οποία έτρεφε ως γνήσιος Καθολικός. Η έγνοιά του για την απόκτηση διαδόχου οδήγησε, το 1867, σε έναν αρραβώνα που λίγους μήνες αργότερα διαλύθηκε εξαιτίας της απέχθειάς του προς το γυναικείο φύλο. Από το 1871 και μετά, αφιερώθηκε στον μοναδικό τομέα, προς τον οποίο είχε επιδεικτικά στρέψει την προτίμησή του. Εκείνον της Τέχνης.

Ο Λουδοβίκος Β΄ το 1864 (έτος της ανόδου του στο θρόνο της Βαυαρίας) και το 1874.

Συνεπαρμένος από μικρός από τη γερμανική μυθολογία, υπήρξε δεδηλωμένος υποστηρικτής και προστάτης του Richard Wagner, με τον οποίο συνδέθηκε με στενή και ανιδιοτελή φιλία. Τα δυο πρώτα μέρη της τετραλογίας Το Δακτυλίδι του Νίμπλουνγκ (Der Ring des Nibelungen), δηλαδή ο Χρυσός του Ρήνου (Das Rheingold) και Η Βαλκυρία (Die Walküre), είδαν το φως της ημέρας στο Μόναχο το 1869 και το 1870 αντίστοιχα. Ωστόσο, ο μουσικοσυνθέτης οραματιζόταν την ανέγερση ενός θεάτρου σχεδιασμένου από τον ίδιο και αφιερωμένου εξολοκλήρου στην ανάδειξη του έργου του. Για τον σκοπό αυτό είχε επιλέξει το Μπαϊρόιτ, μια μικρή επαρχιακή κωμόπολη της ανατολικής Βαυαρίας. Τα έργα κατασκευής του θεάτρου ολοκληρώθηκαν το 1876, εν πολλοίς χάρη σε μια γενναιόδωρη χορηγία του βασιλέα. Μέχρι σήμερα, το φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ λειτουργεί ως τόπος προσκυνήματος των ανά τον κόσμο λατρών της μουσικής του Wagner.

Το θέατρο υπήρξε ο δεύτερος πόλος ενδιαφέροντος του Λουδοβίκου. Χάρη στις δικές του πρωτοβουλίες (συγκεκριμένα την τοποθέτηση ως διευθυντή του νεότευκτου Βασιλικού Θεάτρου, του δραστήριου Karl von Perfall) το κοινό του Μονάχου εξοικειώθηκε με τα έργα του Shakespeare, του Calderón, του Ibsen, του Schiller καθώς και με εκείνα της γαλλικής σχολής (Corneille, Racine Molière). Χαρακτηριστικό του ενδιαφέροντος του μονάρχη για το θέατρο και την όπερα, αλλά και της εσωστρέφειας και έλλειψης μέτρου, που τον χαρακτήριζαν, αποτελεί το γεγονός ότι μεταξύ των ετών 1872 και 1885 ανεβάστηκαν 209 ιδιωτικές παραστάσεις (Separatvorstellungen), με μοναδικό θεατή τον ίδιο  και το στενό του περιβάλλον. Μεταξύ αυτών, συγκαταλέγονταν 44 παραστάσεις όπερας (28 του Wagner, μεταξύ των οποίων 8 του Parsifal), 11 παραστάσεις μπαλέτου και 149 θεατρικές. Το συνολικό κόστος ανερχόταν στο αστρονομικό ποσό των 97.300 μάρκων!

Εκείνο όμως που έκανε περισσότερο γνωστό τον Λουδοβίκο, ήταν η ανέγερση, μεταξύ των ετών 1869 και 1886, μιας σειράς εντυπωσιακών πύργων. Λάτρης του γαλλικού πολιτισμού και θαυμαστής του Λουδοβίκου ΙΔ΄ και της μοναρχίας ελέω Θεού, θέλησε να πράξει κάτι αντίστοιχο για τον τόπο του. Η ανέγερση των πύργων υπήρξε ευεργετική για τον ντόπιο πληθυσμό, καθώς απασχόλησε πολλούς εργάτες και τεχνίτες. Από την άλλη πλευρά όμως, μια σπατάλη τέτοιου μεγέθους, έστω και αν τα κονδύλια προέρχονταν από την βασιλική περιουσία και όχι από κρατικούς πόρους, θεωρήθηκε ως πρόκληση σε ιδιαίτερα δύσκολους καιρούς. Το συνολικό κόστος δημοσιοποιήθηκε μόλις το 1968: 31.220.658 μάρκα. Εκείνο που δεν αναφέρεται είναι πως μεγάλο μέρος  (αν όχι όλο) από αυτό το ποσό έχει έκτοτε αποσβεστεί, καθώς οι πύργοι του Λουδοβίκου Β΄ λειτουργούν ως πόλοι έλξης αναρίθμητων επισκεπτών, αποδεικνύοντας πως το όραμα του “παρανοϊκού” βασιλέα λειτούργησε τελικά ως πρώτου μεγέθους μακροπρόθεσμη επένδυση.

Secrets d’histoire – Louis II de Bavière, le roi perché

 

Schloss Nymphenburg

Ο πρίγκηπας Λουδοβίκος Φρειδερίκος Όθων Γουλιέλμος του οίκου των Wittelsbach γεννήθηκε στις 25 Αυγούστου 1845 στο ανάκτορο του Nymphenburg, στα περίχωρα του Μονάχου. Ήταν ο πρωτότοκος υιός του τότε διαδόχου και μετέπειτα βασιλέα Μαξιμιλιανού Β΄ και της πριγκίπισσας Μαρίας της Πρωσίας, εγγονός του βασιλέα Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας και ανεψιός του βασιλέα Όθωνα της Ελλάδας.

Το ανάκτορο του Nymphenburg (των Νυμφών) λειτουργούσε ως θερινή κατοικία των Wittelsbach. Σχεδιασμένο από τον Ιταλό αρχιτέκτονα Agostino Barelli σε ρυθμό μπαρόκ, οι εργασίες ανέγερσης του κεντρικού κτηρίου ολοκληρώθηκαν το 1675. Το 1701 ξεκίνησε η επέκταση των ανακτόρων. Συγκεκριμένα, εκατέρωθεν του κεντρικού κτηρίου κατασκευάστηκαν δυο συμμετρικές πτέρυγες και επανασχεδιάστηκε η όψη του ανακτόρου. Οι κήποι, έκτασης 200 στρεμμάτων, σχεδιάστηκαν αρχικά σε γαλλικό στυλ από τον Dominique Girard, μαθητή του André Le Nôtre, δημιουργού των κήπων των ανακτόρων των Βερσαλλιών. Τον 19ο αιώνα επανασχεδιάσθηκαν σε αγγλικό στυλ από τον  Friedrich Ludwig von Sckell, εμπνευστή και κατασκευαστή του Αγγλικού Κήπου (Englischer Garten) του Μονάχου.

Σήμερα, το ανάκτορο του Nymphenburg έχει ενσωματωθεί στον πολεοδομικό ιστό. Πέρα από τα βασιλικά διαμερίσματα, το οποία είναι επισκέψιμα, φιλοξενεί στους χώρους του τέσσερα μουσεία (μεταξύ των οποίων μια από τις πλουσιότερες συλλογές από άμαξες στον κόσμο) και αριθμεί περί τους 300.000 επισκέπτες κατ’ έτος.

Bernardo Bellotto, Schloss Nymphenburg, 1760.

Schloss Nymphenburg

ResidenzMünchen

Τα ανάκτορα Residenz ήταν η έδρα του οίκου των Wittelsbach. Πρόκειται για ένα τεράστιο συγκρότημα κτηρίων στο κέντρο ακριβώς του Μονάχου. Η ανέγερση ξεκίνησε το 1385. Την τελική τους μορφή προσέλαβαν τέσσερις ολόκληρους αιώνες αργότερα. Μεγάλο τμήμα (συμπεριλαμβανομένου και του περίτεχνου θεάτρου  Cuvilliés σε στυλ μπαρόκ) υπέστη εκτεταμένες φθορές από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η αποκατάσταση των ζημιών διήρκησε έως τη δεκαετία του ΄80 και το αποτέλεσμα είναι, πράγματι, αξιοθαύμαστο.

Τα βασιλικά ανάκτορα του Μονάχου τον 18ο αιώνα

Η συνεισφορά του Λουδοβίκου Β΄ συνίστατο στη δημιουργία, μεταξύ των ετών 1867 και 1871, των λεγομένων “χειμερινών κήπων” (ενός είδους θερμοκηπίου) στη στέγη των ανακτόρων. Περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, ένα ζωγραφιστό πανόραμα των Ιμαλαΐων και ένα Μαροκινό Περίπτερο. Η κατασκευή από γυαλί και μέταλλο εθεωρείτο πρωτοποριακή για την εποχή. Οι χειμερινοί κήποι σταμάτησαν να λειτουργούν το 1886, έτος θανάτου του βασιλέα και έπαψαν να υφίστανται από το 1897. Σήμερα, τα Ανάκτορα φιλοξενούν μια πανάκριβη συλλογή κοσμημάτων και κειμηλίων, η οποία χρονολογείται από την εποχή του Μεσαίωνα.

Οι χειμερινοί κήποι, σε φωτογραφία του 1870.

Στα βασιλικά διαμερίσματα γυρίστηκε η αρχική σκηνή της κινηματογραφικής ταινίας Ludwig, σε σκηνοθεσία του Luchino Visconti. Πραγματεύεται τις στιγμές που προηγήθηκαν της στέψης του Λουδοβίκου Β΄ το 1864. Τον τελευταίο υποδύεται πειστικά ο ηθοποιός Helmut Berger.

Ludwig (1973), Coronation Scene

 

Schloss Hohenschwangau

Το τοπωνύμιo Schwangau (περιοχή των κύκνων) συναντάται για πρώτη φορά σε χειρόγραφο του 12ου αιώνα. Προέρχεται από ένα ομώνυμο μεσαιωνικό κάστρο (δεν υφίσταται πλέον), το οποίο βρισκόταν ακριβώς στη θέση του σημερινού πύργου Neuschwanstein (βλ. παρακάτω). Η όλη τοποθεσία είναι μαγευτική. Βρίσκεται στο νοτιότατο άκρο της Βαυαρίας, στις όχθες της λίμνης Alpsee. Κύριο χαρακτηριστικό είναι η ύπαρξη δυο αντικριστών λόφων, στην κορυφή των οποίων έχει κτιστεί από ένας πύργος. Πρώτος από αυτούς είναι το Hohenschwangau (Άνω Schwangau). Κατασκευάστηκε μεταξύ των ετών 1833 και 1855 στη θέση ενός παλαιότερου κάστρου, χάρη στη μέριμνα του τότε διαδόχου Μαξιμιλιανού. Εκεί, ο Λουδοβίκος και ο μικρότερος αδελφός του, πρίγκιπας Όθων, πέρασαν μερικά από τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της παιδικής τους ηλικίας. Οι εσωτερικοί χώροι του πύργου είναι διακοσμημένοι με μεγάλων διαστάσεων τοιχογραφίες, η θεματολογία των οποίων αντλείται από τη γερμανική μυθολογία, ειδικότερα δε από τον κύκλο του Γκράαλ (του Αγίου Δισκοπότηρου) με πρωταγωνιστές τον Parzival και τον Lohengrin, τον άρχοντα των κύκνων. Αργότερα, ο Wagner συνέθεσε τα λυρικά δράματα Lohengrin και Parsifal εμπνευσμένος, με τη σειρά του, από τους ίδιους μύθους. Διόλου παράξενο συνεπώς, ότι από την παιδική του ηλικία ο Λουδοβίκος ήρθε εκεί σε επαφή με την εντυπωσιακή φύση της Βαυαρίας και μυήθηκε στην ατμόσφαιρα της γερμανικής μυθολογίας. Με αυτά τα στοιχεία έπλασε αργότερα τον δικό του προσωπικό κόσμο και βυθίστηκε στις ρομαντικές του φαντασιώσεις. Απόδειξη της αγάπης του για την περιοχή αποτελεί το γεγονός της επιλογής του ακριβώς απέναντι λόφου για την ανέγερση του Neuschwanstein, του πλέον εντυπωσιακού πύργου από όλους όσους περιλαμβάνονται στο παρόν αφιέρωμα. Σήμερα, πλήθος επισκεπτών συρρέει σε καθημερινή κλίμακα και σε κάθε εποχή του έτους στους δυο αντικριστούς πύργους, αλλά και στο ενδιάμεσο χωριό Schwangau.

Το Hohenschwangau δεν υπέστη φθορές διαρκούντων των δυο Παγκοσμίων Πολέμων. Το 1923, το τοπικό Κοινοβούλιο της Βαυαρίας αναγνώρισε στους απογόνους του πρώην βασιλικού οίκου το δικαίωμα χρήσης του πύργου, κάτι, το οποίο ισχύει έως τις μέρες μας.

Schloss Hohenschwangau

Michael Wening, Historico-Topographica Descriptio, München, 1701

Schloss Linderhof

Από τους τρεις πύργους που ανεγέρθηκαν στα χρόνια της βασιλείας του, το Linderhof είναι ο μόνος, τον οποίον ο Λουδοβίκος πρόλαβε να δει ολοκληρωμένο. Μικρότερος από τους υπόλοιπους, βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της Βαυαρίας. Κληρονομώντας από τον πατέρα του ένα ξύλινο κυνηγετικό περίπτερο, το κατεδάφισε, προκειμένου να κατασκευάσει μεταξύ των ετών 1863 και 1878 ένα μικρό πέτρινο ανάκτορο. Αν και θαυμαστής του Λουδοβίκου ΙΔ΄ της Γαλλίας, προτίμησε να υιοθετήσει το στυλ Ροκοκό της εποχής του Λουδοβίκου ΙΕ΄. Τελικά, το Linderhof παραπέμπει στις Βερσαλλίες, όχι όμως στο κεντρικό κτήριο των Ανακτόρων, όσο στο παρακείμενο Μικρό Τριανόν. Άλλωστε, οι περιορισμένες διαστάσεις, τις οποίες διαθέτει, το καθιστούν περισσότερο ένα είδος προσωπικού καταφυγίου του βασιλέα τις πάμπολλες φορές, που ο τελευταίος επιδίωκε να απομονωθεί από τον έξω κόσμο. Με την πάροδο του χρόνου ολοένα και περισσότερο κοιμόταν την ημέρα και παρέμενε άγρυπνος τη νύκτα. Έχουν μείνει παροιμιώδεις οι μοναχικές νυκτερινές περιπλανήσεις του με το πολυτελές βασιλικό έλκηθρο στο παρακείμενο δάσος, μέσα στο χιόνι.

Η βασιλική άμαξα στην είσοδο του πύργου.
Νυκτερινές περιπλανήσεις μέσα στο δάσος με το πολυτελές έλκηθρο.

Η ατμόσφαιρα οικειότητας που αποπνέει ο χώρος, επιβεβαιώνεται και από την ύπαρξη τεσσάρων μόνο δωματίων, τα οποία προσφέρουν κάποια λειτουργικότητα. Πρόκειται για την αίθουσα των κατόπτρων (ο Λουδοβίκος συνήθιζε να περνά εκεί τις νυκτερινές ώρες αϋπνίας, καθώς οι καθρέπτες πολλαπλασίαζαν επί χίλια τον φωτισμό των κεριών), την αίθουσα ακροάσεων, τη βασιλική κρεβατοκάμαρα και την τραπεζαρία (λέγεται πως ο βασιλέας δειπνούσε εκεί μόνος, συνομιλώντας με φανταστικά πρόσωπα, όπως ο Λουδοβίκος ΙΕ΄και η Μαρία-Αντουανέτα).

Η αίθουσα των κατόπτρων

Από το όμορφο πάρκο, σχεδιασμένο από τον Carl von Effner, διευθυντή των βασιλικών κήπων, αξίζει να συγκρατήσει κανείς το επονομαζόμενο “Σπήλαιο της Αφροδίτης” (Venusgrotte), εμπνευσμένο από την πρώτη πράξη της όπερας Tannhäuser του Richard Wagner αλλά και από το Γαλάζιο Σπήλαιο, το οποίο βρίσκεται στη νήσο Κάπρι της Ιταλίας. Καταμεσής του σπηλαίου, υπάρχει μια μικρή τεχνητή λίμνη. Επί ώρες ολόκληρες ο Λουδοβίκος αρεσκόταν να κάνει εκεί γύρους με μια ολόχρυση βάρκα ταΐζοντας τους κύκνους. Προκειμένου να μπορεί ο φωτισμός του σπηλαίου να αλλάζει, περιοδικά,  χρώματα (κάτι ασυνήθιστο για την εποχή εκείνη), εγκαταστάθηκαν επιτόπου 24 ηλεκτρικές γεννήτριες.

Έχοντας παρακολουθήσει κάποτε μια θεατρική παράσταση, ο Λουδοβίκος εξέφρασε ενδιαφέρον για τον πρωταγωνιστή Josef Kainz, τον οποίον κάλεσε να τον επισκεφθεί στο Linderhof. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε εντός του βαγκνερικού Σπηλαίου της Αφροδίτης και εξελίχθηκε σε φιάσκο. Ο ηθοποιός βρέθηκε ενώπιον ενός  αλλόκοτου περιβάλλοντος, ακριβώς έτσι όπως το τελευταίο περιγράφεται στο παρακάτω κινηματογραφικό στιγμιότυπο, γυρισμένο στον φυσικό χώρο. Από τη δική του πλευρά, ο μονάρχης, ο οποίος ευελπιστούσε να απαντήσει τον γεμάτο ορμή και πάθος χαρακτήρα που είχε παρακολουθήσει επί σκηνής, συνειδητοποίησε πως είχε απέναντί του έναν ντροπαλό και διστακτικό νεαρό άνδρα, έχοντα παραλύσει από την υψηλή ιδιότητα του συνομιλητή του. Δεν χρειάστηκε να περάσει πολύς χρόνος και ο Kainz αποπέμφθηκε κακήν κακώς από το Linderhof.

Ludwig (1973), Venusgrotte Scene

 

Αν και εμφανώς μικρότερων διαστάσεων, το Linderhof στοίχισε τελικά περισσότερο από ότι το εντυπωσιακό  Neuschwanstein (8.460.937 μάρκα έναντι 6.180.047 αντίστοιχα). Το παράδοξο εκ πρώτης όψεως αυτό γεγονός, οφείλεται σε δυο λόγους: 1) στο υψηλό κόστος κατασκευής του Σπηλαίου της Αφροδίτης και 2) στο ότι η διαμόρφωση των εσωτερικών χώρων του δευτέρου πύργου παρέμεινε (και εξακολουθεί να παραμένει) ημιτελής.

Linderhof, HD

Kurt von Rozynski, Richard Wagner und König Ludwig II. von Bayern ,1890

Schloss Herrenchiemsee      

Ούτε λίγο ούτε πολύ, το Herrenchiemsee είναι το Ανάκτορο των Βερσαλλιών σε μικρογραφία! Κι όμως, η ανέγερσή του δεν αποτελεί έκφραση μεγαλομανίας. Είναι μια σπονδή στη δόξα και στο μεγαλείο του Λουδοβίκου ΙΔ΄ της Γαλλίας και της μοναρχίας ελέω Θεού. To 1867, ο επίσημος αρχιτέκτων της βασιλικής αυλής της Βαυαρίας Georg von Dollmann έλαβε οδηγία να σχεδιάσει ένα ανάκτορο κατ’ εικόνα και ομοίωση εκείνου του Βασιλέα-Ηλίου. Ως καταλληλότερος χώρος προτιμήθηκε το Herreninsel, ένα από τα τέσσερα νησιά της λίμνης Chiemsee, στις παρυφές των Βαυαρικών Άλπεων. Τα έργα ξεκίνησαν το 1878 και συνεχίστηκαν συχνά υπό την επίβλεψη του ιδίου του Λουδοβίκου. Μέρος των εσωτερικών χώρων έχει παραμείνει ημιτελές, εξαιτίας της εξάντλησης των πόρων (50 δωμάτια σε σύνολο 70 δεν έχουν ολοκληρωθεί). Ωστόσο, η κεντρική κλίμακα της εισόδου, η βασιλική κρεβατοκάμαρα και, κυρίως, η εντυπωσιακή αίθουσα των κατόπτρων είναι ακριβή αντίγραφα των αντιστοίχων των Βερσαλλιών. Το ίδιο ισχύει και για τμήμα του πάρκου.

Το ανάκτορο Herrenchiemsee σε λήψη από αέρος

Κι όμως, το μεγαλεπήβολο και δαπανηρό αυτό όραμα (το κόστος ξεπερνά το άθροισμα εκείνων του Linderhof και του Neuschwanstein) ήταν προορισμένο για ιδιωτική χρήση και όχι για τη στέγαση και φιλοξενία μιας πολυπληθούς αυλής, όπως εκείνης των Βερσαλλιών. Πόσο μάλλον που ο Λουδοβίκος Β΄ δεν αξιώθηκε να διανυκτερεύσει στο Herrenchiemsee παρά ελάχιστα, τον Σεπτέμβριο του 1885, ένα έτος πριν από την καθαίρεσή του από το θρόνο και τον συνακόλουθο θάνατό του. Η σπατάλη τόσων κονδυλίων (έστω και αν αυτά προέρχονταν από την προσωπική περιουσία του μονάρχη), σε συνδυασμό με την υπέρμετρη χλιδή, προκάλεσαν το δημόσιο αίσθημα και εξόργισαν την κοινή γνώμη.

Η αίθουσα των κατόπτρων

 

Η βασιλική κρεβατοκάμαρα.

Όπως  και να έχει πάντως, το ζήτημα, το Herrenchiemsee αποτελεί από μόνο του ένα επίτευγμα πρώτου μεγέθους. Ο αρχιτέκτων von Dollmann μελέτησε το πρωτότυπο σε κάθε του λεπτομέρεια. Αναπαρήγαγε ακόμα και χώρους, οι οποίοι είχαν πάψει προ πολλού να υφίστανται στις Βερσαλλίες. Οι κύριοι χώροι αποτελούν ένα από τα καλύτερα παραδείγματα εσωτερικού διακόσμου του 19ου αιώνα με τα υπέροχα χαλιά και υφαντά καθώς και τα απαράμιλλου κάλλους αντικείμενα από πορσελάνη. Ενσαρκώνουν ένα από τα ιδανικά της συγκεκριμένης εποχής. Εκείνο της απόδοσης με κάθε τελειότητα των  αρχιτεκτονικών, και όχι μόνο, ρυθμών του παρελθόντος. Σήμερα έχει απομείνει το κεντρικό μόνο κτήριο. Η ημιτελής αριστερή πτέρυγα (πάντοτε κατά το πρότυπο των Βερσαλλιών) κατεδαφίστηκε το 1907, τα δε έργα ανέγερσης της δεξιάς πτέρυγας ουδέποτε ξεκίνησαν. Το 1923, το ανάκτορο του Herrenchiemsee αποκτήθηκε από το βαυαρικό κράτος.

Das Königsschloss auf Herrenchiemsee

 

Schloss Neuschwanstein

Πέραν πάσης αμφιβολίας, το Neuschwanstein είναι η πλέον εντυπωσιακή από όλες τις κατασκευές του Λουδοβίκου Β΄. Αυτό οφείλεται τόσο στην ίδια την αρχιτεκτονική του μνημείου, όσο και στην επιλογή της τοποθεσίας. Επρόκειτο για μια ρομαντική εκδοχή του γερμανικού μεσαίωνα, με έντονη την παρουσία του βαγκνερικού στοιχείου (άλλωστε, έπειτα από τον θάνατο του Wagner το 1883, ο Λουδοβίκος αφιέρωσε τον πύργο στη μνήμη του μουσικοσυνθέτη και ενώ οι εργασίες ανέγερσης βρίσκονταν ακόμη σε εξέλιξη). Τα σχέδια ανατέθηκαν στον σκηνογράφο Christian Jank και η κατασκευή στον αρχιτέκτονα Eduard Riedel. Ωστόσο, σε κάθε στάδιο ήταν απαραίτητη η έγκριση του βασιλέα, με συνέπεια το τελικό αποτέλεσμα να θεωρείται, τρόπον τινά, και ως δικό του επίτευγμα.

Αρχική πρόθεση ήταν να κτιστεί ο πύργος σε νεο-γοτθικό ρυθμό. Το τελικό αποτέλεσμα, παρά ταύτα, είναι ένα κράμα ρωμαϊκού (λιτές γεωμετρικές γραμμές, ημικυκλικές και κυβοειδείς αψίδες), γοτθικού (αιχμηροί πυργίσκοι, λεπτά τελειώματα) και βυζαντινού (κολώνες και εσωτερική διακόσμηση) ρυθμού. Τα πάντα δε με γνώμονα την προχωρημένη τεχνογνωσία και την εκλεπτυσμένη φροντίδα της περιόδου του τέλους του 19ου αιώνα. Για πολλούς πάντως, το Neuschwanstein εκπροσωπεί την αποθέωση του κακού γούστου.

Η ανέγερση του πύργου και ο σχεδιαστής Christian Jank (1833-1888).

Ο θεμέλιος λίθος τοποθετήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1869. Το 1884 τα έργα είχαν ολοκληρωθεί, επιτρέποντας στον βασιλέα να μπορέσει να εγκατασταθεί. Παρόλο το μέγεθός του, το Neuschwanstein δεν προοριζόταν για την φιλοξενία πολυπληθούς αυλής. Όπως και οι υπόλοιποι πύργοι, λειτουργούσε ως καταφύγιο του μονάρχη, ανταποκρινόμενο στην διαρκώς κλιμακούμενη, με την πάροδο του χρόνου, τάση του για απομόνωση από τον έξω κόσμο. Το κόστος κατασκευής ανήλθε στο ποσό των 6,2 εκατομ. μάρκων (άνω των 40 εκατομ. ευρώ), διπλάσιο του αρχικού προϋπολογισμού. Τα έξοδα καλύφτηκαν από προσωπικούς πόρους, δάνεια και δωρεές. Όταν τα χρέη άγγιξαν το αστρονομικό ποσό των 14 εκατομ. μάρκων, ο Λουδοβίκος έφτασε μέχρι σημείου να απειλήσει τους πιστωτές με αυτοκτονία, μπροστά στο ενδεχόμενο κατάσχεσης του πύργου από αυτούς. Έξι εβδομάδες μόλις έπειτα από τον θάνατό του, ο αντιβασιλέας Λεοπόλδος κατέστησε το ανάκτορο επισκέψιμο στο ευρύ κοινό, με αποτέλεσμα τα χρέη του οίκου των Wittelsbach να μειωθούν δραστικά έως την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η απομονωμένη γεωγραφική θέση διαφύλαξε το Neuschwanstein από τη μήνι των δυο μεγάλων πολέμων του 20ού αιώνα. Ωστόσο, από το 1941 έως το 1944 χρησίμευσε ως αποθηκευτικός χώρος έργων τέχνης που το καθεστώς των Ναζί είχε κατάσχει από τις διάφορες ευρισκόμενες υπό κατοχή περιοχές. Το 1945 το χιτλερικό καθεστώς αντιμετώπισε την προοπτική της ανατίναξης προκειμένου ο πύργος να μην πέσει ανέπαφος στα χέρια των Συμμάχων. Η διάσωση του μνημείου οφείλεται στην ανυπακοή του αξιωματικού, παραλήπτη της σχετικής διαταγής. Για κάποιο χρονικό διάστημα φιλοξενήθηκε στο Neuschwanstein μέρος των κρατικών αρχείων της Βαυαρίας εξαιτίας των εκτεταμένων καταστροφών που είχε υποστεί η πόλη του Μονάχου από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς.

Ο Λουδοβίκος δεν αξιώθηκε να καταλύσει στον πύργο άνω των έντεκα ημερών. Στις 10 Ιουνίου 1866 πληροφορήθηκε εκεί την καθαίρεσή του από το βασιλικό αξίωμα. Μόλις είχε προηγηθεί η ανάληψη της εξουσίας από τον θείο του, Λεοπόλδο, με πρόφαση τη διαταραγμένη κατάσταση της ψυχικής του υγείας. Το σχετικό πόρισμα ήταν έωλο, καθότι στηριζόταν αποκλειστικά και μόνο σε καταθέσεις ατόμων του στενού περιβάλλοντος του μονάρχη. Ο Λουδοβίκος έθεσε υπό κράτηση τα μέλη της επιτροπής που είχαν μεταβεί στο Neuschwanstein για να τον ενημερώσουν (σε αυτή συμπεριλαμβάνονταν υπουργοί καθώς και ο προσωπικός του γιατρός). Αρνήθηκε ωστόσο να συνταχθεί με όσους τον προέτρεψαν να μεταβεί στο Μόναχο και να καταγγείλει δημοσίως το πραξικόπημα. Επιχείρησε με αδέξιο τρόπο να δώσει στη δημοσιότητα ένα καταδικαστικό κείμενο. Οι αρχές πρόλαβαν να το υφαρπάξουν προτού αυτό καταφέρει να φτάσει στις εφημερίδες. Τελικά, δυο μέρες αργότερα, στις 12 Ιουνίου, αποδέχτηκε τη θλιβερή πραγματικότητα. Με αυστηρή συνοδεία μεταφέρθηκε στον πύργο Berg, όπου την επομένη, κιόλας, έχασε τη ζωή του κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες (βλ. παρακάτω).

Η αίθουσα του θρόνου, βυζαντινού ρυθμού.

 

Πανοραμική άποψη του Neuschwanstein.

Schloss Neuschwanstein

 

Schloss Falkenstein

Λίγο έλειψε το Neuschwanstein να αποκτήσει έναν δίδυμο πύργο. Κοντά στην κωμόπολη Pfronten στο ΝΔ άκρο της Βαυαρίας, στα σύνορα με την Αυστρία, υψώνεται ο λόφος Falkenstein, στην κορυφή του οποίου βρίσκονται τα ερείπια ενός μεσαιωνικού κάστρου. Η ανέγερση του τελευταίου χρονολογείται μεταξύ των ετών 1270 – 1280. Το Falkenstein αποτελεί ακόμα και σήμερα τον υψηλότερο πύργο σε ολόκληρη τη Γερμανία  (υψόμετρο 1.277 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας).

Τα ερείπια του μεσαιωνικού πύργου.

Το 1883, ο Λουδοβίκος Β΄ αγόρασε τα ερείπια έχοντας κατά νου να κτίσει επιτόπου έναν νέο πύργο. Τα σχέδια ανατέθηκαν εκ νέου στον Christian Jank. Ο τελευταίος οραματίστηκε μια εντυπωσιακή κατασκευή ακραιφνούς γοτθικού ρυθμού. Ο αρχιτέκτων της βασιλικής αυλής Georg von Dollmann, ο οποίος ανέλαβε κατόπιν τα έργα ανέγερσης, τοποθετήθηκε υπέρ μιας περισσότερο σεμνής εκδοχής προκαλώντας τη δυσαρέσκεια του μονάρχη που τον αντικατέστησε αναθέτοντας το έργο στον Max Schultze. Όπως και στην περίπτωση του Neuschwanstein, το βυζαντινό στοιχείο κυριαρχούσε σε επίπεδο εσωτερικού διακόσμου. Ειδικότερα για την βασιλική κρεβατοκάμαρα προβλεπόταν ένας μεγαλοπρεπής θόλος στολισμένος με μωσαϊκά. Το 1885 ο Schultze αποσύρθηκε με δική του πρωτοβουλία από το εγχείρημα. Η σκυτάλη πέρασε στους Julius Hofmann και Eugen Drollinger. Διαισθανόμενοι πως οι εργασίες ανέγερσης ουδέποτε επρόκειτο να ξεκινήσουν λόγω έλλειψης πόρων, οι τελευταίοι προσέδωσαν στα σχέδιά τους φαντασμαγορικές, μη πρακτικά υλοποιήσιμες ωστόσο, διαστάσεις μόνο και μόνο προκειμένου να  θωπεύσουν την ματαιοδοξία του Λουδοβίκου. Σε αυτό το στάδιο βρήκε την όλη υπόθεση ο θάνατος του βασιλέα το 1886. Σήμερα, τα ερείπια του μεσαιωνικού πύργου εξακολουθούν να δεσπόζουν από την κορυφή του απόκρημνου λόφου.

Το αρχικό σχέδιο του Christian Jank
To Δημαρχείο της Λουβαίνης (Leuven), κατά πάσα βεβαιότητα πηγή έμπνευσης για την κατασκευή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Burg Falkenstein

 

Schloss Berg

Το Schloss Berg βρίσκεται στις όχθες της λίμνης Starnberg, λίγα χιλιόμετρα νοτίως του Μονάχου. Ένα πρώτο κτίσμα κατασκευάστηκε στο τέλος του 17ου αιώνα. Μεταξύ των ετών 1849 και 1851, ο Μαξιμιλιανός Β΄ επιφόρτισε τον αρχιτέκτονα Eduard Riedel με τον επανασχεδιασμό του πύργου σε νεο-γοτθικό ρυθμό. Το κτήριο πλαισιώθηκε από τέσσερις πύργους (αργότερα, ο Λουδοβίκος Β΄ προσέθεσε έναν πέμπτο, τον οποίον ονόμασε Isolde, πιστός στην προσήλωσή του προς τη μουσική του Wagner). Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους πύργους, ο Λουδοβίκος συνήθιζε να καταλύει συχνά στο Berg, ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, από όπου χειριζόταν τις κρατικές υποθέσεις. Για το σκοπό αυτό είχε εγκατασταθεί απευθείας τηλεγραφική σύνδεση με το Μόναχο, γεγονός σπάνιο για την εποχή εκείνη. Στη δεκαετία του 1940 ο πύργος υπέστη σημαντικές φθορές εξαιτίας του πολέμου αλλά και της επίταξης και παραμονής εκεί των αμερικανικών αρχών κατοχής της Γερμανίας. Ανασκευάστηκε με ριζικές αλλαγές από τους απογόνους των Wittelsbach, στους οποίους ανήκει. Σήμερα χρησιμεύει ως κύρια κατοικία των τελευταίων.

Ο πύργος σε φωτογραφία του 1896.
Ο πύργος στη σημερινή του μορφή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στις 12 Ιουνίου 1886, κατόπιν εντολής του αντιβασιλέα Λεοπόλδου, μεταφέρθηκε στο Schloss Berg ο έκπτωτος Λουδοβίκος. Την επομένη, 13 Ιουνίου, η σορός του ανασύρθηκε από τη λίμνη. Είχε προηγηθεί γενικός συναγερμός καθώς καθυστερούσε ανεξήγητα να επιστρέψει από τον απογευματινό περίπατο, συνοδευόμενος από τον προσωπικό του γιατρό, ψυχίατρο Bernhard  Aloys von Gudden. Έως σήμερα έχουν παραμείνει ανεξιχνίαστες οι συνθήκες θανάτου των δυο ανδρών. Η επίσημη εκδοχή κάνει λόγο για αυτοκτονία από πνιγμό. Ωστόσο, η έκθεση αυτοψίας δεν αναφέρει ύπαρξη νερού στους πνεύμονες. Ο Λουδοβίκος ήταν ρωμαλέος και δεινός κολυμβητής και τον καιρό εκείνο δεν είχε εμφανίσει τάσεις αυτοκτονίας. Η σορός του γιατρού έφερε τραύματα στο κεφάλι και ίχνη στραγγαλισμού στο λαιμό. Είναι εμφανές ότι είχε προηγηθεί πάλη, δίχως ωστόσο να γνωρίζουμε την ακριβή αιτία. Μια πρώτη εκδοχή υιοθετεί τη θεωρία της αυτοκτονίας, την οποία προσπάθησε επί ματαίω να αποτρέψει ο γιατρός. Μια δεύτερη εκδοχή μιλά περί απόπειρας δραπέτευσης του βασιλέα (πιθανώς να επιχείρησε να διασχίσει τη λίμνη και να συναντηθεί στην απέναντι ακτή με την εξαδέλφη του, αυτοκράτειρα Ελισάβετ της Αυστροουγγαρίας, με την οποία τον συνέδεαν αισθήματα αμοιβαίας συμπάθειας και εμπιστοσύνης). Σε αυτή την ενέργεια έφερε αντίσταση ο γιατρός, με συνέπεια οι δυο άνδρες να βρουν τραγικό θάνατο. Τέλος, υφίσταται και η εκδοχή της δολοφονίας, μέσα σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη πολιτική συγκυρία. Ωστόσο, οι αστυνομικοί, οι οποίοι την ίδια ώρα περιπολούσαν στην ακτή κοντά στο σημείο όπου ξεβράστηκαν οι δυο σωροί, δεν αντιλήφθηκαν ούτε άκουσαν το παραμικρό ύποπτο. Βέβαια το τελευταίο αυτό επιχείρημα δεν αποκλείει το ενδεχόμενο μιας συγκάλυψης.

Ο Λουδοβίκος Β΄ της Βαυαρίας και η αυτοκράτειρα Ελισάβετ της Αυστροουγγαρίας σε παλαιότερη φωτογραφία.

Επιθυμώ να παραμείνω ένα αιώνιο μυστήριο τόσο έναντι του εαυτού μου, όσο και έναντι των υπολοίπων”, είχε δηλώσει ο Λουδοβίκος σε ανύποπτο χρόνο. Έκανε τον λόγο του πράξη με τον τρόπο, με τον οποίο έζησε, αλλά και με τα πολλά ερωτήματα που συνοδεύουν τον θάνατό του. Αυτό ακριβώς, το πέπλο μυστηρίου είναι εκείνο που εξακολουθεί να κεντρίζει τη φαντασία και να γοητεύει το ευρύ κοινό. Ο Γάλλος ποιητής Paul Verlaine χαρακτήρισε τον Λουδοβίκο ως τον “μοναδικό αυθεντικό βασιλέα του  19ου αιώνα”. Ο συνεσταλμένος ονειροπόλος, ο οποίος δεν διέθετε απολύτως κανένα χαρακτηριστικό ενός δημοφιλούς ηγέτη ενόσω βρισκόταν εν ζωή, έχει πλέον εξιδανικευτεί στη συνείδηση του κόσμου. Τα ανάκτορα και οι πύργοι του, προορισμένοι αρχικά για ιδιωτική χρήση, έχουν υποδεχτεί έκτοτε εκατομμύρια επισκέπτες. Αποτελούν αδιάσειστα τεκμήρια ενός φανταστικού κόσμου, τον οποίον ο βασιλέας έπλασε για τον εαυτό του ως καταφύγιο. Γι’αυτόν τον λόγο, ίσως, προτίμησε να προτάξει τον θάνατο έναντι μιας επανόδου στην πεζή πραγματικότητα.

Το σημείο της λίμνης όπου εντοπίστηκε η σορός του βασιλέα.

Ludwig (1973) – Η αυτοκτάτειρα Ελισάβετ της Αυστροουγγαρίας (Romy Schneider) επισκέπτεται τους πύργους του Λουδοβίκου.    

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Hilmes, Oliver, Ludwig II. Der unzeitgemäße König, München, Siedler Verlag, 2013 (Η πρώτη βιογραφία με εκτενή χρήση των ιδιωτικών αρχείων του οίκου των Wittelsbach).

McIntosh, Christopher, The Swan King: Ludwig II of Bavaria, London, Allen Lane, 1982.

Merkle, Ludwig, Ludwig II and his Dream Castles, Munich, Stiebner Verlag,  2nd edition  2000.

Nöhbauer, Hans F., Ludwig II, Köln, Taschen, 1998.

Petzet, Michael – Neumeister, Werner, Ludwig II. und seine Schlösser: Die Welt des Bayerischen Märchenkönigs, München, Prestel Verlag,  1995.

Richter, Werner, The Mad Monarch: The Life and Times of Ludwig II of Bavaria, Chicago,  H. Regnery Co, 1954

von Burg, Katerina, Ludwig II of Bavaria: the man and the mystery, Windsor Publications, 1989.

Wöbking, Wilhelm, Der Tod König Ludwigs II. von Bayern, Rosenheim, Rosenheimer Verlagshaus,  1986.

 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

 Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

 

 

 

 

Βασίλης Κ. Γούναρης: Οι περιπέτειες του κουρσάρου Κωνσταντή Καλαμάτα στην υπηρεσία της Βρετανίας (1756-1763)

Βασίλης Κ. Γούναρης

 

Οι περιπέτειες του κουρσάρου Κωνσταντή Καλαμάτα στην υπηρεσία της Βρετανίας (1756-1763)*

 

Η κουρσάρικη δραστηριότητα αποτελεί βασική παράμετρο όλων των πολέμων του 18ου αιώνα που διεξήχθησαν μεταξύ ναυτικών δυνάμεων. Η δυνατότητα νόμιμης λεηλασίας και εμπορίας αγαθών που μετέφεραν πλοία με εχθρική σημαία δελέαζε όσους ναυτικούς μπορούσαν να εξοπλίσουν με πυροβόλα τα πλοία τους και να ριψοκινδυνεύσουν εμπλοκές με το επίσης οπλισμένο ή συνοδευόμενο εμπορικό ναυτικό των αντιπάλων. Ένα από τα δραματικότερα κεφάλαια των επιχειρήσεων αυτού του είδους γράφτηκε κατά τη διάρκεια του Επταετούς Πολέμου (1756-1763). Η Βρετανία, αντιμέτωπη στη θάλασσα με τις δυνάμεις της Γαλλίας και της Ισπανίας (από το 1761), εξαπέλυσε άμεσα εκτεταμένο κουρσάρικο πόλεμο σε παγκόσμια κλίμακα, στον οποίο έλαβαν μέρος περίπου 1.700 καταδρομικά.[1] Στους κουρσάρους του βρετανικού στέμματος ανήκουν και οι λεγόμενοι Angligrecs, στους οποίους αναφέρθηκε παρεμπιπτόντως ο Νίκος Σβορώνος. Ήταν έλληνες θαλασσόλυκοι, κυρίως από την παροικία του Mahon της Minorca αλλά και από τα Επτάνησα, τη Μάλτα και την Κρήτη, ανάμικτοι με «Σκλαβούνους» από τα δαλματικά παράλια. Εισήλθαν, επισήμως ή ανεπισήμως, στην υπηρεσία του βρετανικού ναυαρχείου με προτιμώμενη περιοχή δράσης την Ανατολική Μεσόγειο, τα δικά του νερά. Αποτέλεσαν τη συνέχεια της εμπορικής κουρσάρικης και πειρατικής δραστηριότητας που οι πάροικοι ναυτικοί της Minorca –αρκετοί από αυτούς Πάτμιοι στην καταγωγή– είχαν αναλάβει ήδη από τη δεκαετία του 1740, κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Διαδοχής του Αυστριακού Θρόνου.[2] Ένας από αυτούς ήταν ο Κωνσταντής Καλαμάτας, γνωστός ήδη σε όσους έλληνες ιστορικούς ασχολήθηκαν με τη μελέτη των γαλλικών αρχειακών πηγών του 18ου αιώνα, λόγω της εντατικής δράσης του σε βάρος των Γάλλων, στα πελοποννησιακά παράλια. Θεωρούνταν μέχρι τώρα Ζακυθινός.[3] Η ατελής προσωπογραφία που θα επιχειρηθεί εδώ μπορεί να θεωρηθεί ως αντιπροσωπευτική της περιπετειώδους πορείας των ελλήνων ναυτικών στα μέσα του 18ου αιώνα∙ μιας γενιάς ανδρών που δεν καθιερώθηκαν ως εθνικοί ήρωες, όπως ο Λάμπρος Κατσώνης τριάντα χρόνια αργότερα, όμως συγκέντρωναν σχεδόν όλα τα επαγγελματικά χαρακτηριστικά της ελληνικής ναυτικής επιχειρηματικότητας, μεταξύ ειρήνης και πολέμου, νόμου και παρανομίας, Δύσης και Ανατολής: τόλμη, πονηριά, επιλεκτική εντιμότητα, κινητικότητα, κοινωνικότητα, ευελιξία, προσαρμοστικότητα και επιμονή.[4]

Όταν ο Καλαμάτας, Έλληνας στο γένος, έλαβε το δικό του letter of marque, δηλαδή την άδεια ιδιωτικού κούρσου, στις 21 Οκτωβρίου 1757, είχε ήδη διανύσει μια περιπετειώδη ζωή. Σύμφωνα με κατοπινό έγγραφο της βρετανικής πρεσβείας, η οποία βρισκόταν σε επαφή μαζί του, παρά το επίθετό του και την αντίθετη μαρτυρία των Γάλλων, ήταν Πάτμιος (a native of Patmos) κι όχι Ζακυθινός, ενδεχομένως καλαματιανής καταγωγής. Ως καπετάνιος μετέφερε παράνομα, κατά τα εμπορικά ταξίδια του στο Αρχιπέλαγος, αρκετούς συμπατριώτες του (his Countrymen) υπηκόους του σουλτάνου για μόνιμη εγκατάσταση στο νησί αυτό, που βρισκόταν υπό βρετανική διοίκηση από το 1713.[5] Είναι γνωστό ότι οι Βρετανοί ευνόησαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 1740 τη δημιουργία ελληνικής ουνιτικής (αλλά και εβραϊκής) κοινότητας, σε μια προσπάθεια να δημιουργήσουν τεχνητά ερείσματα, φιλικά διακείμενα στο δικό τους καθεστώς μέσα στην καθολική Minorca.[6] Είναι γνωστό επίσης ότι μεγάλο μέρος της παροικίας –ίσως οι μισοί– ήταν Πάτμιοι, με σημαντικότερο τον σιτέμπορο Χατζή-Μανόλη Σίφαντο, που είχε ανοίξει το δρόμο προς τις Βαλεαρίδες.[7] Το 1743 επέτρεψαν την εγκατάσταση ορθόδοξου ιερέα από την Κορσική (Ουνίτη όμως) και επί μια δεκαετία αντιμετώπισαν σθεναρά όλες τις διαμαρτυρίες, αιτιάσεις και προκαταλήψεις των ντόπιων Καθολικών σε βάρος των Ελλήνων. Τελικά, με τη βοήθεια του νέου υποδιοικητή της Minorca, του ιρλανδού υποστρατήγου William Blakeney, το 1754, ολοκληρώθηκε και επιτέλους λειτούργησε στο Mahon ορθόδοξος ναός. Στα έξοδα της ανέγερσης είχε συμβάλει και ο Καλαμάτας με 150 pesas.[8] Την ίδια χρονιά (1754) χορηγήθηκε τριακονταετής άδεια χρήσης γης, κοντά στην ακτή, στους Νικόλαο και Θεόδωρο Αλεξιανό, δύο από τους πρώτους παροίκους, Μονεμβασιώτες στην καταγωγή,[9] καθώς και σε άλλους Έλληνες, προκειμένου να οργανώσουν αλυκές και να κτίσουν εργαστήριο επεξεργασίας τόνων.[10] Από την περίοδο αυτή διασώζεται μαρτυρία μιας πληρωμής στον Καλαμάτα, το Δεκέμβριο του 1753, από το δημόσιο ταμείο, ίσως για κάποια μεταφορικά. Καταβλήθηκε μέσω του Θεόδωρου Αλεξιανού, που τελούσε τότε εγγυητής του Charles Williams. Ο τελευταίος ήταν ο συλλέκτης των φόρων ελλιμενισμού και οινοπνεύματος, όπως φαίνεται από κατοπινό απολογισμό του Αλεξιανού στο Λονδίνο το 1758.[11] Έχει επίσης δημοσιευτεί έγγραφο,  από το οποίο προκύπτει πως ο Καλαμάτας ήταν καπετάνιος στην πολάκρα La Compostana ή Fornells, ιδιοκτησίας του Νικολάου και Θεόδωρου Αλεξιανού καθώς και του Ζαφείρη Παπαγιαννόπουλου, με ποσοστό επί του πλοίου 3/8. Το ποσοστό αυτό φαίνεται πως του το είχαν δώσει οι Αλεξιανοί και ο Παπαγιαννόπουλος. Επειδή όμως στερούνταν ιδίου κεφαλαίου, το παραχώρησε το 1755 στον έμπορο Lorenzo Poli ως εγγύηση, προκειμένου να εφοδιάσει το πλοίο του, κατά το ποσοστό που του αναλογούσε, πριν από ταξίδι στο Λεβάντε. Επειδή το ταξίδι αυτό δεν αποδείχτηκε προσοδοφόρο, ο Poli, για να πάρει πίσω τα χρήματά του, προσέφυγε στο υποναυαρχείο, όπου ο Καλαμάτας, στα τέλη του 1755, ομολόγησε το απλήρωτο χρέος του.[12]

Jean-Baptiste Martin le jeune, Prise de Port Mahon, Minorque le 20 mai 1756, Palais de Versailles.

Η πρώτη φάση της προβληματικής εγκατάστασης των Ελλήνων στη Minorca έληξε τον Ιούνιο του 1756, όταν το νησί καταλήφθηκε από τους Γάλλους. Αμέσως μετά την αποβίβασή τους, ο Καλαμάτας, σύμφωνα με διασταυρωμένες αναφορές του ιδίου, εγκατέλειψε την πολάκρα και τα άλλα υπάρχοντά του και προσέτρεξε ως άμισθος εθελοντής στο φρούριο St Philip, το βρετανικό προπύργιο, όπου και πολέμησε από τις 20 Απριλίου μέχρι τις 29 Ιουνίου. Στις αποθήκες του φρουρίου μετέφερε από το πλοίο του ένα βαρέλι καλαμποκάλευρο και δυο  κιβώτια με γεμάτες γυάλινες μπαρουτοθήκες και φυσίγγια. Συνολικά στη φρουρά μετρήθηκαν 53 Έλληνες, εκ των οποίων οι 21 μάχιμοι, οι περισσότεροι εθελοντές, λίγοι μισθοδοτούμενοι.[13] Μετά τη συνθηκολόγηση, ο Blakeney και οι άνδρες του μεταφέρθηκαν με γαλλικό πλοίο στο Γιβραλτάρ.[14] Εκεί παρέμειναν τουλάχιστον μέχρι το Σεπτέμβριο. Τότε ο Καλαμάτας και οι άλλοι έλληνες εθελοντές, αποσκοπώντας σε αποζημίωση, φρόντισαν να εφοδιαστούν με συστατική επιστολή του Blakeney. Μεσολαβητής ήταν ο Θεόδωρος Αλεξιανός, τον οποίο ο βρετανός υποστράτηγος αναφέρει ως the principal Greek. Εξάλλου η σημαντική βοήθεια του Αλεξιανού και ο ηγετικός του ρόλος έχουν καταγραφεί και από άλλη πηγή.[15] Ουσιαστικά η σύσταση φαίνεται πως υπαγορεύτηκε από τον ίδιο τον Αλεξιανό, ο οποίος και βεβαίωσε, από πρώτο χέρι, την αφοσίωση του Καλαμάτα, έτοιμου πάντα να αναλάβει οποιοδήποτε καθήκον. Το ίδιο συνέβη και με τους άλλους έλληνες πολεμιστές. Σε μια από αυτές, μάλιστα, στην πίσω όψη, για να διευκολύνει τον κομιστή, έγραψε στα ελληνικά «σερτηφικάδο του γκενεράλε δια τον Παναγιώτη Αγηομαβρήτη».[16] Προφανώς η ελληνική φρουρά βρισκόταν υπό την ηγεσία του και είναι εντελώς απίθανο οι άνδρες της να είχαν προσωπική γνωριμία με τον υποστράτηγο. Άλλωστε, ο Καλαμάτας δεν γνώριζε καν την αγγλική γλώσσα.[17]

Sir William Blakeney, 1st Baron Blakeney (1672-1761).

Λίγο αργότερα, άγνωστο πότε ακριβώς, ο Αλέξανδρος και ο Θεόδωρος Αλεξιανός, ο Καλαμάτας και κάποιοι άλλοι έλληνες εθελοντές (Γιακουμής Ιωάννου, Πέτρος Μιχαλίτσης, Νικόλας Καλημέρης, Γιώργος Αγγέλου, Γιώργος Μενιέ και Παναγιώτης Αγιομαυρίτης) βρέθηκαν στο Λονδίνο.[18] Τα ναύλα του ο πάτμιος θαλασσινός τα εξασφάλισε με δάνειο από κάποιον έμπορο του Γιβραλτάρ. Όπως έγραψε, δεν είχε πλέον φίλους και υποστηρικτές και αδυνατούσε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Έχοντας φυγαδεύσει οθωμανούς υπηκόους, ήταν πλέον παράνομος. Ταλαιπωρημένος από ασθένειες, αποτάθηκε, τον Ιούλιο του 1757, στον βρετανό βασιλέα. Του ζήτησε χρηματική βοήθεια, ως ανταπόδοση της πιστοποιημένης εθελοντικής πολεμικής υπηρεσίας του.[19] Τo αίτημά του εγκρίθηκε και έλαβε πενήντα λίρες, όπως προκύπτει από την απόδειξη που υπέγραψε.[20] Ο Κωνσταντής έλαβε τα χρήματα και πλήρωσε τα χρέη που είχε δημιουργήσει στο Γιβραλτάρ αλλά όχι τα παλαιότερα στο Mahon. Με τη βοήθεια μερικών φίλων του, που δέχτηκαν να μπουν εγγυητές, όπλισε ένα πλοίο με ελληνικό πλήρωμα, για να ξεκινήσει καταδρομές εναντίον των Γάλλων με βάση το Γιβραλτάρ. Προμηθεύτηκε μάλιστα το απαιτούμενο letter of marque. Αγνοούσε, ενδεχομένως, πως η Πύλη, από την αρχή του Επταετούς, με αφορμή τη δράση ενός πλοίου νηολογημένου στο Mahon με έλληνα καπετάνιο, που διαλαλούσε πως είναι βρετανός υπήκοος, είχε ανανεώσει (όπως και η Βενετία) τη διαταγή απαγόρευσης προς όλους τους υπηκόους της να γίνουν κουρσάροι και να διεξαγάγουν εχθροπραξίες στις θάλασσες και τα φρούρια του Σουλτάνου. Ίδια απαγόρευση, όπως θα δούμε παρακάτω, είχαν εκδώσει και οι Άγγλοι, αλλά ίσως το πιστοποιητικό δράσης του ξακουστού Blakeney να δημιούργησε στο Ναυαρχείο την εντύπωση πως επρόκειτο περί εντοπίου της Minorca.[21] Αν δεν αγνοούσε τα τυπικά αυτά προβλήματα, τότε σίγουρα ο έλληνας καπετάνιος αδιαφορούσε και υποτιμούσε τις περιπλοκές, πιστεύοντας πως το χαρτί του ήταν πανίσχυρο.

Ο Καλαμάτας ήταν έτοιμος να αποπλεύσει, όταν αρρώστησε βαριά και αναγκάστηκε να εξαντλήσει το περίσσευμά του σε φάρμακα και γιατρούς. Του ήταν αδύνατο να ενεργοποιήσει την άδεια κουρσάρικης δράσης χωρίς νέα οικονομική βοήθεια, την οποία ζήτησε, μετά από πέντε μήνες ασθένειας, με τη μεσολάβηση του William Ponsonby Viscount Duncannon,  δηλαδή του Λόρδου Επιτρόπου του Ναυαρχείου, ως αποζημίωση για τα εφόδια τα οποία είχε μεταφέρει στο φρούριο του St Philip, φροντίζοντας εγκαίρως να λάβει απόδειξη παραλαβής από την επιμελητεία. Οι ενυπόγραφες επιστολές των συμπληρωματικών αιτήσεών του δεν φέρουν ημερομηνία. Σημείωσε, όμως, πως βρισκόταν στην Αγγλία ήδη για ένα χρόνο και δύο μήνες. Με δεδομένο ότι η συστατική του επιστολή είχε υπογραφεί από τον Blakeney στο Γιβραλτάρ, στις 15 Σεπτεμβρίου 1756, το νέο αίτημα πρέπει να υποβλήθηκε το νωρίτερο στα τέλη του 1757.[22] Αν κρίνουμε από τις εξελίξεις, μάλλον κι αυτό ικανοποιήθηκε.

Σύμφωνα με τα παραπάνω το letter of marque του Καλαμάτα εκδόθηκε όσο ήταν ακόμη άρρωστος. Διέμενε τότε στην ενορία του Αγίου Γεωργίου στην Hanover Square, δηλαδή στο κεντρικό Λονδίνο, κοντά στο Oxford Circus. Παρά την κατάστασή του, αναγκάστηκε να παραστεί προσωπικά, όπως προβλεπόταν, στο High Court of Admiralty. Η άδεια κούρσου εκδόθηκε για λογαριασμό πλοίου περίπου 200 τόνων με το όνομα Lord Blakeney, που θα απέπλεε με πλήρωμα 150 ανδρών. Προφανώς δεν πρέπει να συγχέεται με το κουρσάρικο Brave Blakeney του Liverpool, ενενήντα μόλις τόνων, που μαζί με το Anson, την ίδια ακριβώς περίοδο, έκαναν πλούσιο τον ιδιοκτήτη τους George Campbell.  Τον ίδιο μήνα εκδόθηκαν άλλες 95 άδειες κούρσου –οι περισσότερες σε ένα μήνα κατά τη διάρκεια του Επταετούς– για καταδρομικά με πληρώματα που ξεπερνούσαν τους 11.300 άνδρες.[23] Ο πόλεμος κορυφωνόταν. Το σκαρί του Καλαμάτα έφερε οπλισμό  16 κανονιών με κιλλίβαντα, 18 περιστρεφόμενα κανονάκια, 150 μικρά όπλα, 150 σπαθιά, είκοσι βαρέλια πυρίτιδα, πενήντα μεγάλες μπάλες κανονιών και περίπου διακόσιες μικρές. Διέθετε εφόδια για έξι μήνες, δύο σύνολα ιστίων, τέσσερεις άγκυρες, τέσσερα παλαμάρια και περίπου ένα τόνο επικουρικά σχοινιά. Ήταν, δηλαδή, ένα μπριγκαντίνι ή μια πολάκρα, με προδιαγραφές κατώτερες από τη μικρότερη κατηγορία των πολεμικών πλοίων του Βασιλικού Ναυτικού. Ως ιδιοκτήτες και εξοπλιστές του πλοίου δηλώθηκαν επισήμως ο Θεόδωρος Αλεξιανός, ο Moses de Salvador Cansino και «άλλοι έμποροι του Λονδίνου». Ο Cansino ήταν Εβραίος της Minorca, παντρεμένος με Εβραία από το Γιβραλτάρ. Ενδεχομένως αυτός ήταν ο δανειστής του Καλαμάτα.[24] Προφανώς ο Πάτμιος δεν ήταν τόσο μόνος στο Λονδίνο όσο ήθελε να φαίνεται στις αιτήσεις του. Σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, ύπαρχος (Lieutenant) του πλοίου θα ήταν ο Robert White∙ πυροβολητής ο Νικολός Παλαιολόγος, σίγουρα παλιός γνώριμος του Καλαμάτα από το Mahon,[25] που όμως δεν είχε πολεμήσει εθελοντής στην πολιορκία∙ λοστρόμος ο Thomas George (Θωμάς Γεωργίου;),  ξυλουργός o George Verdon, μάγειρας ο Γιάννης Αγγέλου,[26] παλαίμαχος κι αυτός του St Philip’s, και χειρουργός ο Thomas Williams. Το έγγραφο ήταν τυποποιημένο όσον αφορούσε τον αιτούμενο εξοπλισμό, τον οπλισμό όπως και τις στοιχειώδεις ειδικότητες. Υπήρχαν κενά, όπου έπρεπε να συμπληρωθούν αριθμοί και ονόματα. Ο οπλισμός σε πιστόλες και αγχέμαχα έπρεπε να είναι ανάλογος του δηλωμένου πληρώματος. Στο τέλος υπέγραψε ο Καλαμάτας. Αρχικά έγραψε «Κωνσταντής» στα ελληνικά. Μετά το έσβησε και έγραψε το όνομά του με το λατινικό αλφάβητο «Constanten Calamatta», με δύο ταυ, μολονότι ο γραφέας τον είχε ήδη καταχωρίσει ως Constantine Calamata.[27]

Δεν υπάρχει μαρτυρία αν ο Καλαμάτας ενεργοποιήθηκε στη Μεσόγειο εντός του 1758. Σύμφωνα με τις αναφορές των προξένων του Ναυπλίου, των Χανίων και της Χίου, γνωρίζουμε ότι το 1759 έπλεε στο Αιγαίο με πλήρωμα 87 νησιώτες ραγιάδες, υπηκόους της Βενετίας (προφανώς Επτανησίους) και της Ραγούζας. Τότε συνέλαβε στις Σπέτσες, με τη βοήθεια πυροβόλου εγκατεστημένου στη στεριά –άρα παρανόμως– το μπάρκο του Capitaine Brilland από τη Μασσαλία, αξίας 150.000 πιάστρων, με προορισμό τη Σμύρνη.[28] Στο τέλος της ίδιας χρονιάς υπάρχουν μαρτυρίες πως η ανεξέλεγκτη κουρσάρικη δράση στο Αιγαίο, υπό βρετανική σημαία, προξενούσε πλέον εκνευρισμό και στη βρετανική πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη. Το κουρσάρικο Gibraltar, με κυβερνήτη κάποιον «Σκλαβούνο», τον Μάρκο Λούκαβικ, λεηλάτησε ένα πλοίο της Ραγούζας με εμπορεύματα Δανών και Ελβετών (του Τουρίνου), που κατευθύνονταν στη Θεσσαλονίκη, μεταφορτωμένα στη Νίκαια. Ο πρεσβευτής της Δανίας αμφισβήτησε τη νομιμότητα της λείας, ενώ ξεκίνησε έλεγχος των πιστοποιητικών του Λούκαβικ από το προξενείο της Σμύρνης.[29] Το Νοέμβριο αναφέρθηκε πως ένας έλληνας κουρσάρος, μη κατονομαζόμενος, με ελληνικό πλήρωμα, είχε συλλάβει ένα δανέζικο πλοίο με προορισμό τη Σμύρνη, ενώ ήταν αγκυροβολημένο στο λιμάνι της Τζιας,  δηλαδή σε οθωμανική επικράτεια, και είχε αφαιρέσει δύο βαρέλια κοχενίλλης (κόκκινης χρωστικής) και άλλα αγαθά, τα οποία εξέλαβε ως γαλλική περιουσία. Στην αλληλογραφία με το Λονδίνο πιθανολογούνταν πως δεν είχε βρετανική άδεια δράσης στο όνομά του. Φερόταν –κατά την εκτίμηση του πρεσβευτή– ως διάδοχος άλλου πρώην κουρσάρου. Μετά βεβαιότητας θα εκδιδόταν οθωμανική απόφαση σε βάρος του, εξαγοράσιμη όμως, αν δεν τους είχε ήδη εκχωρήσει κάποιο μερίδιο της λείας στις αρχές.[30] Το Μάρτιο του 1760 η Levant Company, σε επιστολή προς την Πρεσβεία Κωνσταντινουπόλεως, ευχόταν τη σύλληψη και την τιμωρία του Λούκαβικ και του Καλαμάτα, για επιθέσεις εναντίον ουδετέρων πλοίων. Εκτιμούσαν, όμως, πως δεν θα προξενούσαν άλλα προβλήματα στην Πρεσβεία, ενόσω σέβονταν τουλάχιστον τα εμπορεύματα βρετανικών και οθωμανικών συμφερόντων.[31] Είναι σαφές, λοιπόν, πως το όνομά του πάτμιου θαλασσινού κυκλοφορούσε ήδη και, όπως αποδείχθηκε αργότερα, οι φήμες για τις παρατυπίες του πολλαπλασιάζονταν τεχνηέντως από τη γαλλική πρεσβεία. Εξάλλου, οι καταδρομές των πρωσικών κουρσάρικων –συμμάχων της Βρετανίας– εναντίον πλοίων της Τοσκάνης και της Σουηδίας ανησυχούσαν τους βρετανούς  προξένους, μήπως αποβούν σε βάρος τους, αφού κάποια απ’ αυτά είχαν καπετάνιους συμπατριώτες τους.[32] Πολλώ δε μάλλον ότι την περίοδο αυτή ο πρεσβευτής τους James Porter εργαζόταν συστηματικά, ως μεσάζων, για την προσέγγιση της διστακτικής Πύλης με την Πρωσία, ώστε να αναλάβουν οι Τούρκοι πολεμική δράση εναντίον των Αυστριακών.[33]

Το Σεπτέμβριο του 1760, αποκαλύφτηκε ότι ο «Έλληνας με το ελληνικό πλήρωμα» του περιστατικού της Τζιας δεν ήταν άλλος από τον Κωνσταντή Καλαμάτα με το Lord Blakeney. Τον είχε ήδη σταματήσει ο καπουδάν πασάς με δυο φρεγάτες στην Κω. Σύμφωνα με κατοπινή έκθεση του ιδίου του κουρσάρου, οδηγούσε τη λεία του στο νησί αυτό, λιμένα προέλευσής της, ώστε να διαπιστώσει ποιων συμφερόντων ήταν τα εμπορεύματα, αφού οι τούρκοι επιβάτες του είχαν ισχυριστεί πως ήταν δικό τους και το πλοίο και το φορτίο του. Συνελήφθη, λοιπόν, παρά τις εξηγήσεις του, με βάση τις καταγγελίες του γάλλου καπετάνιου και του πληρώματος, πως δήθεν η εντολή του δεν ήταν έγκυρη, και κρατήθηκε μαζί με 60 άνδρες του, ως σκλάβος, στο πλοίο Πατρόνα, που αναχώρησε για την Πόλη. Άλλοι 20-25 άνδρες του φαίνεται πως κρατήθηκαν στη ναυαρχίδα (Capitana) του καπουδάν πασά, που ναυλοχούσε στην Κω. Αναγκάστηκε τότε ο έλληνας κουρσάρος να στείλει στη βρετανική πρεσβεία το letter of marque της 21ης Οκτωβρίου 1757 καθώς και το πιστοποιητικό εγγραφής του. Όμως ο  Porter αμφέβαλε για τη γνησιότητά του, αφού δεν διέθετε αντίγραφο της ομολογίας των ίδιων των εγγυητών. Κατά τον πρεσβευτή, ήταν γνωστός διάδοχος –επανέλαβε επί λέξει ό,τι είχε σημειώσει πριν από μήνες– άλλου κουρσάρου, βενετού υπηκόου –σίγουρα Επτανησίου–  ο οποίος, έχοντας δράσει με τη βρετανική σημαία εναντίον ουδετέρων σκαφών, είχε εγκατασταθεί, πλούσιος πλέον, στην Κεφαλονιά. Τις αμφιβολίες του επέτεινε το γεγονός ότι ο Καλαμάτας, παραδόξως, του είχε προτείνει μερίδιο του πλοίου έναντι της πρεσβευτικής προστασίας∙ μια πρόταση αδικαιολόγητη, αν τα χαρτιά του ήταν εντάξει και το πλοίο είχε άλλους ιδιοκτήτες. Την ίδια ύποπτη προσφορά είχε κάνει προηγουμένως και στον βρετανό πρόξενο στη Σμύρνη, τον Samuel Crawley. Ανησυχούσε επίσης έντονα ο πρεσβευτής και για το πιστοποιητικό του Λούκαβικ.[34]

Οι αμφιβολίες του Porter για τον έλληνα κουρσάρο λύθηκαν σύντομα. Στην έκθεση του επομένου μηνός ανέφερε ότι η πλήρης εξέταση της υπόθεσης του Καλαμάτα είχε φανερώσει πως τα χαρτιά του ήταν γνήσια, πως διέθετε τεκμήρια για τα πολλά ουδέτερα σκάφη, στα οποία είχε κάνει νηοψία και μετά τα είχε ελευθερώσει και πως είχε επανορθώσει ό,τι ζημίες είχε προξενήσει σ’ ένα δανέζικο πλοίο. Γι’ αυτό ο Porter, προκειμένου να αποφύγει την ατίμωση και την προσβολή του Καλαμάτα, που απειλούνταν να προσαχθεί ως κανονικός πειρατής επί ποινή θανάτου, υπέβαλε παράπονα για την παρενόχληση που υπέστη, ενώ είχε επιδείξει έγκυρη βασιλική εντολή. Ήταν πράξη προσβολής για όλα τα βρετανικά κουρσάρικα και πολεμικά. Όμως δεν είχε ληφθεί ακόμη απόφαση από οθωμανικής πλευράς και, βέβαια, οι Γάλλοι ήταν αντίθετοι στην αθώωσή του.[35] Ένα κουρσάρικο λιγότερο –και μάλιστα επιτυχημένο– ήταν κέρδος γι’ αυτούς.

Alexandre-Gabriel Decamps, Pirates Grecs, National Maritime Museum, Greenwich.

Παράλληλα, όπως φαίνεται από την κατοπινή αλληλογραφία, ο Porter ζήτησε από τα γραφεία της Levant Company στο Λονδίνο να διασταυρωθούν τα στοιχεία του Lord Blakeney. Η Εταιρεία, εξάλλου, ήταν ήδη πληροφορημένη για την υπόθεση και θορυβημένη. Ήταν αντίθετη εξαρχής στη χορήγηση αδειών σε αλλοδαπούς και υποπτευόταν πως πολλοί από αυτούς δεν διέθεταν καν έγγραφα. Η σύλληψη ενός από αυτούς από τον καπουδάν πασά και η τιμωρία του θα λειτουργούσαν ανασχετικά.[36] Στο μεταξύ ο Καλαμάτας είχε οδηγηθεί στην Κωνσταντινούπολη σιδηροδέσμιος μαζί με είκοσι άνδρες του (o ίδιος αναφέρει εξήντα), διαφορετικής καταγωγής, όλοι σε άθλια κατάσταση, ζητώντας την απαλλαγή τους. Ήταν πρωτοφανές γεγονός να φυλακίζονται ναυτικοί που δεν είχαν βλάψει Τούρκους, μόνον εξαιτίας γαλλικής υποκίνησης. Οι πρόξενοι της Ζακύνθου, της Πάτρας, της Σμύρνης και της Μήλου, ακόμη και ο στόλαρχος της βρετανικής μοίρας του Αιγαίου, o Hugh Palliser, όλοι συνιστούσαν τον Καλαμάτα ως έντιμο άνδρα, με πολεμικό ζήλο, από τον οποίο οι Τούρκοι δεν είχαν ποτέ έως τότε παράπονα. Είχε βουίξει ο κόσμος με την αδικία. Για ένα διάστημα φημολογήθηκε πως οι Τούρκοι, με γαλλική υποκίνηση, θα έφερναν στην Πόλη το Lord Blakeney με μαύρη πειρατική σημαία, επειδή στο πλήρωμά του συμπεριλαμβάνονταν και πέντε άνδρες του Ulysses, του διαβόητου καπετάν Σολωμού, μολονότι η βασιλική εντολή κούρσου κάλυπτε όλους όσοι βρίσκονταν κάτω από τη σημαία του πλοίου, ανεξαρτήτως πότε είχαν ναυτολογηθεί. Ο Porter αποφάσισε, με την ενθάρρυνση κι άλλων (ενδεχομένως των εμπόρων της Levant Company στην πρωτεύουσα), να διεκδικήσει τον Καλαμάτα και τους άνδρες τους ως προστατευόμενους του βρετανικού στέμματος. Παράλληλα ενεργούσε κι ένας καπετάνιος από την Τοσκάνη, φίλος του Καλαμάτα, που πρόσφερε 700-800 πιάστρα για την εξαγορά του. Μολονότι ο πρεσβευτής πείστηκε πως όλα θα εξελίσσονταν ομαλά, οι Τούρκοι αρνήθηκαν τον έλεγχο του αιχμάλωτου Lord Blakeney, που μάλλον βρισκόταν στη Σμύρνη, για τη συλλογή γραπτών πειστηρίων. Ακόμη και αυτός ο έλεγχος της εντολής του βρετανικού ναυαρχείου, μέσω Σμύρνης, κατέστη δυνατός μόνον μετά από επανειλημμένες αιτήσεις του προξένου στον καπουδάν πασά. Το γαλλικό χρήμα είχε φέρει αποτελέσματα. Μετά το περιστατικό του Καλαμάτα, τα βρετανικά κουρσάρικα δεν είχαν πλέον ασφαλή λιμάνια και όσα βρετανικά πλοία απέπλεαν δεν τολμούσαν να εξοπλιστούν, μην και χαρακτηριστούν κουρσάρικα.[37]

Δεν ήταν όμως μόνον το γαλλικό χρήμα που είχε αλλάξει τη διάθεση των Τούρκων. Παράλληλα είχε συμβεί ένα άλλο ασυνήθιστο γεγονός. Την Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 1760, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του πληρώματος της Capitana βγήκε στην Κω για να επιτελέσει τα θρησκευτικά του καθήκοντα, ένας Chico, μάλλον Μαλτέζος, μαζί με περίπου 160 άλλους σκλάβους από διάφορα μέρη (σε άλλο έγγραφο αναφέρονται εβδομήντα), ακινητοποίησαν τη μικρή φρουρά και απήγαγαν το πλοίο, μαζί με το θησαυρό των φόρων που είχε συλλέξει ο πασάς κατά την περιοδεία του στα νησιά του Αρχιπελάγους. Το σκάφος ήταν οπλισμένο με εβδομήντα κανόνια και ο Chico έμπειρος καπετάνιος. Τον είχαν συλλάβει οι Τούρκοι τον προηγούμενο χρόνο στον κόλπο της Θεσσαλονίκης. Στον πυρήνα της εξέγερσης βρισκόταν κι ένας χανιώτης πειρατής, ο Σταυριανός, αλλά και οι είκοσι άνδρες του Καλαμάτα, όπως έγινε αργότερα γνωστό. Καθώς όλος ο στόλος ήταν διασκορπισμένος, ο πασάς τους καταδίωξε με ένα μικρό ντουλτσινιώτικο και ένα μεγαλύτερο ραγουζάνικο πλοίο, αλλά σύντομα επέστρεψε στην Κω άπρακτος. Ακολούθησε ο αποκεφαλισμός του ιδίου του πασά και του καπετάνιου του ντροπιασμένου πλοίου. Ενώ τα κεφάλια τους μεταφέρονταν από την Κω στην Πόλη, ο Μέγας Σταβλάρχης είχε ήδη προαχθεί σε καπουδάν πασά και είχε ξεκινήσει με μια γαλέρα να αναλάβει το στόλο και να ανακτήσει την Capitana. Άλλες πληροφορίες έλεγαν πως το απαχθέν πλοίο βρισκόταν στη Μάλτα κι άλλες στα Σφακιά.[38] Λίγο αργότερα, προφανώς όταν επιβεβαιώθηκε πως το πλοίο των σκλάβων είχε καταφύγει όντως στη Μάλτα, η Πύλη άσκησε μεγάλη πίεση στον γάλλο πρεσβευτή, ώστε να ενεργήσει για την ανάκτησή του. Άρχισαν επίσης επιδεικτικά ετοιμασίες για μεγάλη εαρινή ναυτική εκστρατεία, ναυπηγώντας πλοία και συγκεντρώνοντας εφόδια και πληρώματα από τις αλβανικές ακτές για τον πενιχρό της στόλο. Παρόμοιες πιέσεις μεσολάβησης ασκούνταν προς τη Βενετία και τη Νάπολη.[39]

Υπό αυτές τις συνθήκες ο Porter ήταν μάλλον απρόθυμος να πιέσει περισσότερο. Το πλήρωμα του Καλαμάτα ήταν ένα τσούρμο αθλίων, ναυτολογημένων εδώ κι εκεί, χωρίς κανέναν απολύτως Άγγλο ανάμεσά τους. Μόνο χάρη στον ίδιο τον Porter το Lord Blakeney δεν είχε χαρακτηριστεί ως πειρατικό και είχαν αποφευχθεί οι σοβαρές συνέπειες μιας τέτοιας απόφασης για τη βρετανική ναυτιλία. Ωστόσο, ο ίδιος δεν θα επανερχόταν στο θέμα, έως ότου μάθαινε από τη Levant Company με ποιο τρόπο είχε πάρει ο Καλαμάτας το letter of marque, ποιοι ήταν οι εγγυητές του  και βεβαιωνόταν ότι δεν είχε καταστρέψει με τις ληστείες και τις λεηλασίες του έντιμους ανθρώπους, όπως είχε συμβεί με τον Λούκαβικ, αν και είχαν διαβεβαιώσει την πρεσβεία περί του αντιθέτου.[40] Δυστυχώς, για την Εταιρεία, που έλπιζε στη σύλληψη ψευδεπίγραφων κουρσάρων, ο Καλαμάτας έφερε διαπιστωμένα νόμιμο έγγραφο όπως και βιβλίο οδηγιών. Έτσι  συμφωνούσαν πως, με βάση όσα είχε διαπιστώσει ο Porter, όντως ο κουρσάρος αυτός δικαιούνταν περισσότερης προστασίας από ό,τι μερικοί από τους συμπατριώτες του.[41] Στις αρχές Φεβρουαρίου 1761 –άγνωστο αν είχε ήδη λάβει την απάντηση της Εταιρείας που είχε συνταχθεί ένα μήνα νωρίτερα– ο πρεσβευτής παραπονέθηκε ότι ο Καλαμάτας τον είχε εξαπατήσει αρκετές φορές. Αρνούνταν τώρα να του παραδώσει τα αγαθά που είχε κατασχέσει από το δανέζικο πλοίο στο λιμάνι της Τζιας. Ως οθωμανός υπήκοος, με τη στάση του ρίσκαρε τη ζωή του, αφού οι Τούρκοι ήθελαν να εκδικηθούν τους νεκρούς της εξέγερσης των σκλάβων, μεταξύ των οποίων ήταν και οι δικοί του άνδρες. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν θα ήταν ασφαλές να επιμείνει για την απελευθέρωσή του. Έμαθε μάλιστα από τον μεσάζοντα του Καλαμάτα ότι ήταν βενετός υπήκοος. Ο ίδιος ο κουρσάρος δεν το ανέφερε ούτε το επικαλέστηκε ποτέ. Δεν προέκυπτε πρακτικό όφελος, ακόμη κι αν ήταν αλήθεια. Ο Porter πάντως έκρινε την πληροφορία ως σημαντική, μολονότι ο ίδιος τον έφερε σταθερά ως Πάτμιο, άρα ως υπήκοο της Πύλης. Θα μπορούσε ενδεχομένως, αν η Πύλη έφθανε στα άκρα, να παρουσιάσει δημοσίως τη βενετική υπηκοότητα ως άλλοθι της βρετανικής αδιαφορίας. Αποφάσισε, λοιπόν, να περιμένει κάποια ευνοϊκότερη συγκυρία, αν ποτέ ήταν δυνατόν να του προσφερθεί βοήθεια.[42]

Ημερολόγιο και αλληλογραφία του Sir James Porter (1710–1786), έκδοση του 1854.

Το ζήτημα του Καλαμάτα επανήλθε στην πρεσβευτική αλληλογραφία τον επόμενο Αύγουστο. Τότε ο Porter  ζήτησε άδεια διέλευσης για την Capitana, την οποία επέστρεφαν οι Γάλλοι με γαλλική σημαία και συνοδεία γαλλικής φρεγάτας. Στην τιμητική της επιστροφή, που αποκαθιστούσε το κύρος των Γάλλων, όφειλαν να συμβάλουν κάπως και οι Βρετανοί. Με την αφορμή αυτή, ο πρεσβευτής ανέφερε πως ο φυλακισμένος κουρσάρος του έστελνε συχνά αιτήματα βοήθειας, αλλά, σε τελική ανάλυση, ήταν οθωμανός υπήκοος. Η συμμετοχή των ανδρών του στην εξέγερση της ναυαρχίδας είχε χολώσει τους Τούρκους. Θα μπορούσε να του στοιχίσει και τη ζωή του, με δεδομένες τις απώλειες αλλά και την παρατεταμένη αιχμαλωσία των τούρκων ναυτικών στη Μάλτα. Υπενθύμισε την ύποπτη προσφορά μεριδίου του πλοίου του, την ανυπαρξία Άγγλων στο πλήρωμά του και τις επιπτώσεις που θα μπορούσαν να είχαν οι παρατυπίες του. Όλα αυτά για να καταλήξει πως έκρινε συνετότερη την αναμονή, έως ότου είχε την κατηγορηματική εντολή του Υπουργείου να τον διεκδικήσει από τους Τούρκους. Με την ανάλυση που είχε κάνει, το μέλλον του Καλαμάτα ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένο. Θα ήταν εντελώς απίθανο το Υπουργείο να προβεί σε τέτοια ρητή εντολή, με τόσες υποψίες στον αέρα και με τους Τούρκους εξαγριωμένους.[43] Ποιος νοιαζόταν στο Λονδίνο για τον Καλαμάτα, αν τον θυμόταν κανείς; Ο ίδιος ο Λόρδος Blakeney –ήρωας πλέον– από το γόητρο που οποίου αντλούσαν όλοι οι μαονέζοι κουρσάροι, πέθανε το Σεπτέμβριο του 1761.[44] H Levant Company, μολονότι παραδέχτηκε πως η εγγυητική του Καλαμάτα ήταν η συνηθισμένη, κατέληξε πως καλώς το ζήτημα είχε παραπεμφθεί στο Υπουργείο.[45]

Εξάλλου υπήρχε κι ένα σημαντικότερο ζήτημα: Καθώς προχωρούσε το θέρος του 1761, παρατηρήθηκε έλλειψη αλεύρων και ρυζιού, των βασικών ειδών διατροφής στην Κωνσταντινούπολη. Φημολογούνταν πως η συγκομιδή είχε αποτύχει στη Μαύρη Θάλασσα και τη Βεσσαραβία. Η Πόλη έβραζε στην ανησυχία της. Η πανώλη προσέβαλλε διάφορα λιμάνια. Μια στάση εκκολάφτηκε στην πρωτεύουσα, αλλά οι πρωτεργάτες απαγχονίστηκαν αμέσως.[46] Ο Porter εξέδωσε, κατ’ απαίτηση της Πύλης, εντολή στους κουρσάρους του να μην αγγίζουν όσα γαλλικά πλοία φόρτωναν καλαμπόκι στα λιμάνια του Αρχιπελάγους για την πρωτεύουσα. Η απρόσκοπτη μεταφορά τροφίμων από την Αίγυπτο ήταν ζωτικής σημασίας και ο ανεξέλεγκτος κούρσος των πλοίων στη διαδρομή αυτή  ήταν οχληρό αγκάθι στις βρετανοτουρκικές σχέσεις.[47]

Έτσι, ο έλληνας κουρσάρος πέρασε στην τουρκική φυλακή άλλους 15 μήνες, πριν ασχοληθεί κάποιος σοβαρά μαζί του. Προφανώς δεν πτοήθηκε. Τον Αύγουστο του 1762 υπέβαλε υπόμνημα ο ίδιος απευθείας στον Υπουργό των Εξωτερικών, στον Charles Wyndham Λόρδο Egremont, ο οποίος εδέησε να ενδιαφερθεί. Στα τέλη του 1762 ο νέος πρεσβευτής της Βρετανίας στην Πύλη, ο Henry Grenville, έλαβε ιδιωτική επιστολή του υφυπουργού Sir Robert Wood, εκ μέρους του Egremont,  με συνημμένη επιστολή προς τον Καλαμάτα, με άγνωστο περιεχόμενο, η οποία και του παραδόθηκε. Επίσης, ο Grenville –προφανώς ακολουθώντας οδηγίες– ξέθαψε τις διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την υπόθεση αυτή, που είχε εκτυλιχθεί προ της θητείας του, ετοίμασε και έστειλε στο Λονδίνο υπόμνημα με τίτλο «Captain Calamata’s case». Από τη στιγμή που το υπόμνημα βασιζόταν στα αντίγραφα της αλληλογραφίας που είχε προηγηθεί, δεν μπορούσε να λέει κάτι καινούργιο, με μοναδική εξαίρεση τη νέα πληροφορία για τον γενναιόδωρο φίλο του πάτμιου καπετάνιου από την Τοσκάνη. Επίσης, κατά λάθος, το υπόμνημα φόρτωνε στον Καλαμάτα και τη λεηλασία εμπορευμάτων ελβετικών συμφερόντων από το πλοίο της Ραγούζας, έργο, όπως αναφέρθηκε, του κουρσάρου Λούκαβικ. Επιβεβαίωνε, πάντως, πως από την τελευταία επιστολή του Porter καμία νέα οδηγία δεν είχε ληφθεί, ενώ η Levant Company είχε αρκεστεί να επιβεβαιώσει τη γνησιότητα του letter of marque  και να τοποθετηθεί μάλλον αόριστα επί του θέματος.[48]

Σημασία, όμως, για την έκβαση της υπόθεσης είχαν τα συμπεράσματα και οι προτάσεις του Grenville, τις οποίες υπέβαλε με δικές του επιστολές, μια επίσημη προς τον υπουργό των Εξωτερικών και μια ανεπίσημη προς τον Wood. Στην πρώτη εξέφρασε την προσωπική του άποψη, διανθισμένη με λελογισμένο συναισθηματισμό, αλλά βασικά δεν διαφοροποιούνταν από τον προκάτοχό του. Τα δεινά του Καλαμάτα ήταν πολλά, αλλά οι αμαρτίες και τα παραπτώματά του δεν ήταν λίγα. Όπως και να είχε λάβει την πιστοποίηση, δεν δικαιούνταν βρετανικής προστασίας. Αν ο Grenville τον διεκδικούσε ανοιχτά ως βρετανό κουρσάρο, σίγουρα θα εξαγρίωνε την Πύλη και θα προκαλούσε χειρότερες συνέπειες, ενδεχομένως και χρηματικά πρόστιμα (avanias) σε βάρος της αγγλικής κοινότητας, ως αποζημίωση των κουρσάρικων πράξεών του. Αν, όμως, ο Λόρδος έκρινε, παρόλα αυτά, πως ο Καλαμάτας άξιζε να τύχει της προσοχής του Grenville, τότε λύση υπήρχε. Ήταν ο χρηματισμός, που αποτελούσε, όπως σημείωσε, τον κινητήριο μοχλό της διεφθαρμένης οθωμανικής διοίκησης, χωρίς καν να είναι πράξη μεμπτή. Όμως, κατά τον πρεσβευτή, ήταν ο Καλαμάτας αυτός που όφειλε να καταβάλει το απαραίτητο ποσό, το οποίο εκτιμούσε πως δεν θα υπερέβαινε τις 100 λίρες Αγγλίας∙ εφόσον βέβαια είχε τη δυνατότητα. Καταφανώς ο έλληνας καπετάνιος δεν την είχε. Μετά από τόσους μήνες στη φυλακή, ήταν πλέον τόσο φτωχός, ώστε αδυνατούσε να προμηθευτεί το καθημερινό ψωμί του. Περισσότερες πληροφορίες για το ζήτημα αυτό υποσχέθηκε ο πρεσβευτής μέσω της ανεπίσημης επιστολής του προς τον Robert Wood, την οποία συνέταξε την ίδια ημέρα.[49] Σε αυτήν επανέλαβε, πως, ως οθωμανός υπήκοος, ο Καλαμάτας δεν δικαιούνταν προστασίας ούτε μπορούσε να διεκδικηθεί επισήμως∙ ούτε διέθετε τα απαραίτητα χρήματα για την εξαγορά της ελευθερίας του. Τα διέθετε όμως η Πρεσβεία. Ήταν ένα ποσό που ο Porter του είχε αφήσει, δημόσια χρήματα φυσικά. Αν ο Λόρδος Egremont, υποκινούμενος από πνεύμα χριστιανικής συμπόνιας, του ζητούσε να διευθετήσει το ζήτημα, με τη χρήση αυτού του ποσού, ώστε να απελευθερωθεί επιτέλους αυτός ο «φτωχοδιάβολος», θα μπορούσε να το πετύχει κατ’ ιδίαν, αλλά, επανέλαβε, ποτέ δημοσίως, ως βρετανικό αίτημα. Θα περίμενε επ’ αυτού τις εντολές του Λόρδου.[50]

Antoine de Favray, Panorama  du Bosphore et de la Corne d’ Or (τέλος ΙΗ’ αιώνα), Pera Museum.

Οι εντολές του Λόρδου Egremont  δεν έφτασαν ποτέ στην Κωνσταντινούπολη, γιατί πέθανε τον Αύγουστο του 1763. Στο μεταξύ η πανούκλα μείωσε τους άνδρες του Lord Blakeney από 60 σε 30. Οι επιζώντες βρίσκονταν πλέον σε οριακή κατάσταση. Το τέλος τους πλησίαζε. Τέσσερα χρόνια φυλακισμένος, ο Καλαμάτας αναγκάστηκε να γράψει ένα ακόμη υπόμνημα προς το Λονδίνο, προς τον George Montagu-Dunk, Κόμη του Halifax, διάδοχο του Egremont στο Υπουργείο, και να αφηγηθεί εκ νέου τις περιπέτειές του. Υποστήριξε επίσης –προφανώς για να δικαιολογήσει την προσφορά μεριδίου του πλοίου στον Porter– ότι αυτός ήταν ο μοναδικός ιδιοκτήτης του Lord Blakeney. Ως εκ τούτου, γνωρίζοντας σε γενικές γραμμές την αλληλογραφία που είχε προηγηθεί μεταξύ της Πρεσβείας και του Υπουργείου, ζήτησε να δώσει ο Halifax εντολή υποστήριξής του στον Grenville, ώστε να ελευθερωθεί ο ίδιος και οι άνδρες του, να του αποδοθούν τα αγαθά που του είχε κατασχέσει ο Porter, το ίδιο το πλοίο του και οποιαδήποτε άλλη βοήθεια κρινόταν σκόπιμη.[51] Από την αλληλογραφία που ακολούθησε προκύπτει πως ο Halifax ενημέρωσε και ζήτησε τη γνώμη του D.Christie, αταύτιστου δημόσιου λειτουργού στο Λονδίνο. Σε απαντητική επιστολή του ο δεύτερος επιβεβαίωσε από μνήμης πως η δέσμευση των αγαθών είχε γίνει από τον Porter στις αρχές ή στα τέλη του 1759 (πέφτοντας έξω κατά ένα χρόνο) και ζήτησε να γίνει επαλήθευση, από τα βιβλία της χρονιάς εκείνης, ώστε να πειστεί και ο Halifax. Εφόσον πειθόταν, θα μπορούσε, συνεκτιμώντας την αγωνία του θανάτου που βίωνε ο Καλαμάτας, να διατάξει την άρση της δέσμευσης, ώστε να προχωρήσει η ρευστοποίηση των αγαθών και να συγκεντρωθεί το κεφάλαιο για την απελευθέρωση του κουρσάρου, από τον ίδιο ή από δικούς του ανθρώπους. Στο μεταξύ ο Christie είχε ήδη αποταθεί γραπτώς και στον Porter, για περαιτέρω πιστοποίηση των γεγονότων. Δύο και πλέον μήνες αργότερα, στις 23 Οκτωβρίου 1764, το Υπουργείο έστειλε επιστολή στην Πρεσβεία Κωνσταντινουπόλεως εκ μέρους του Halifax. Με τη σύμφωνη γνώμη του υπουργού, ο Grenville παρακαλούνταν, εφόσον εξακολουθούσε να ενδιαφέρεται για τον Καλαμάτα, να «προωθήσει» τα χρήματα που θα του αποστέλλονταν από τον έλληνα κουρσάρο ή από τους φίλους του, σύμφωνα με τη ρύθμιση του Christie.[52]

Ένα χρόνο αργότερα, σε βρετανική επιστολή από την Κωνσταντινούπολη, αναφέρθηκε πως ο Σταυριανός, εκ των πρωτεργατών της απαγωγής της Capitana, είχε συλληφθεί από τον καπουδάν πασά για πειρατεία και απαγχονιστεί στις 4 Νοεμβρίου 1765. Το πλήρωμα της φελούκας του, δέκα Μανιάτες, στάλθηκε στα κάτεργα.[53] Για τον Καλαμάτα, όμως, δεν έγινε πλέον καμία αναφορά. Όσοι θα επιθυμούσαν οπωσδήποτε ένα ευτυχές τέλος στην περιπέτειά του μπορούν να το εικάσουν μόνον, κρίνοντας από την παρουσία το 1821, στην αγγλοκρατούμενη πλέον Μάλτα, του Demetrio Calamatta, Accatapano Minore (υπαστυνόμου) και του Lorenzo Calamatta, Regulator of the Clock of Vittoriosa (δηλαδή της πόλης της παλαιάς Μάλτας), μάλλον απογόνων του έλληνα κουρσάρου, που ζούσαν μια λιγότερο ταραγμένη ζωή, στη δούλεψη και αυτοί των Βρετανών.[54]

Στο σημείο αυτό πρέπει να επιστρέψει κανείς στην ευρύτερη εικόνα. Η κουρσάρικη δράση στο Αιγαίο ήταν μια λεπτή υπόθεση. Αυτό είχε φανεί ήδη από την προηγούμενη πολεμική εμπλοκή της Βρετανίας με τη Γαλλία (1740-48). Η γαλλική εμπορική ναυσιπλοΐα στις θάλασσες αυτές ήταν τόσο δελεαστικός στόχος για τους Βρετανούς όσο και απαραίτητη για τη διακίνηση οθωμανικών συμφερόντων εμπορευμάτων –κυρίως δημητριακών– εντός και εκτός της Αυτοκρατορίας. Για διαφόρους λόγους η επάρκεια σε πολλά μέρη ήταν οριακή και ο αργοπορημένος εφοδιασμός μπορούσε να αποβεί καταστροφικός. Αυτό είχε επισημανθεί εγκαίρως από τον Porter. Είχαν επίσης επισημανθεί οι συνέπειες του ανεξέλεγκτου κούρσου για τη Levant Company. Είχε απολέσει σημαντικά ποσά, τα οποία αποσπάστηκαν ως αποζημιώσεις, ενώ το κύρος των Βρετανών γενικότερα και της Πρεσβείας ειδικότερα φθειρόταν.[55] Οι επιφυλάξεις αυτές είχαν υιοθετηθεί από τη βρετανική κυβέρνηση, μετά από σχετικό υπόμνημα της Εταιρείας, από την αρχή του πολέμου. Απαγορεύονταν ρητά οι κουρσάρικες επιθέσεις σε γαλλικά πλοία ελλιμενισμένα σε οθωμανικά λιμάνια, σε πλοία με τούρκους επιβάτες αλλά και σε κάθε γαλλικό πλοίο που μετέφερε εμπορεύματα μεταξύ οθωμανικών λιμένων ή από την Αίγυπτο.[56]

Από όσα παρουσιάστηκαν παραπάνω είναι προφανές πως η πλήρης εφαρμογή τέτοιων κανόνων στον κόσμο των κουρσάρων ήταν αδύνατη και αυτό ήταν γεγονός όχι μόνον στον κόσμο των Angligrecs αλλά και των βρετανών συναδέλφων τους. Θαλασσινοί όπως ο Καλαμάτας αμελούσαν, σκοπίμως ή από άγνοια, την εφαρμογή των κανονισμών ή φρόντιζαν να βρουν ευλογοφανείς ή και εντελώς ψεύτικες αιτίες για να δικαιολογήσουν τις επιλογές τους. Προφανώς ο λόγος της τιμής τους ή η υπογραφή τους δεν κάλυπτε υποχρεώσεις προς το δημόσιο– ακόμη και προς το βρετανικό–, έστω κι αν είχαν ευεργετηθεί από αυτό. Η αντίληψή τους για τις υποχρεώσεις του Λονδίνου ήταν πολύ διαφορετική από αυτήν για τις δικές τους αντίστοιχες υποχρεώσεις. Προερχόμενοι από το περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου, ήταν πεπεισμένοι πως με ισχυρούς προστάτες, φίλους, δωροδοκίες και γαλιφιές μπορούσαν και να επιβιώσουν –ακόμη και μέσα στη νοσηρή τουρκική φυλακή– και να πλουτίσουν. Ήταν ικανοί να προσαρμοστούν και να εκμεταλλευτούν κάθε σύστημα, μέσω συστάσεων, αιτήσεων, υπομνημάτων και πολλαπλών υπηκοοτήτων, ακόμη και στο μακρινό Λονδίνο ή μέσα στη φυλακή. Πόσο μάλλον που είχαν πράγματι προσφέρει στο βρετανικό στέμμα την παλικαριά τους, επί σειρά ετών, με όσους κινδύνους συνεπαγόταν η προσφορά αυτή, καθώς και το δίκτυο των στρατολογήσιμων γνωριμιών τους, στη Minorca, την Κρήτη, τα Επτάνησα και αλλού.[57] Η απροθυμία της Πρεσβείας να τους προστατεύσει από τη διαβολή των Γάλλων, μετά από όλα αυτά, πρέπει να ήταν ακατανόητη και θλιβερή, για όσους διαλαλούσαν με περηφάνια πως ήταν «κουρσάροι ιγγλέζοι».

Samuel Scott, An English privateer engaging a French privateer, (μέσα ΙΘ’ αιώνα), National Maritime Museum, Greenwich.

Το συμπέρασμα ότι είχαν πέσει θύματα εκμετάλλευσης θα ήταν προφανές αλλά όχι αναγκαστικά σωστό. Κατ’ αρχάς το πρόβλημα της συμπεριφοράς των κουρσάρων στη Μεσόγειο –κι όχι μόνον– ήταν γενικότερο και, βεβαίως, αφορούσε και τους βρετανούς θαλασσινούς, ακόμη και τους κυβερνήτες των πολεμικών πλοίων. Γι’ αυτό, άλλωστε, θεσπίστηκε η Privateer’s Act του 1759.[58] Όμως, από τις περιπέτειες που αναφέρθηκαν, προκύπτει πως ούτε πριν ούτε μετά τη θέσπιση της πράξης αυτής ήταν δυνατή η εφαρμογή των όρων ούτε οι ανακλήσεις των πιστοποιητικών ήταν ο κανόνας. Από τη στιγμή που τα πρόσωπα των εγγυητών και των ιδιοκτητών, όπως στην περίπτωση του Καλαμάτα, ήταν απλοί γνωστοί του καπετάνιου, ήταν δεδομένο ότι η συνέπεια με την οποία θα ασκούνταν η κουρσάρικη δραστηριότητα θα ήταν συνάρτηση της προσωπικότητας και των οικονομικών αναγκών του καπετάνιου∙ ειδικά αν ήταν ο μοναδικός ιδιοκτήτης του πλοίου. Το σύστημα, λοιπόν, είχε κενά και τα κενά αυτά επέτρεπαν την άσκηση ενός προσοδοφόρου επαγγέλματος. Από το 1708 και εξής, ως γνωστόν, το σύνολο της λείας, αν ήταν νόμιμη, περιερχόταν στην κυριότητα του κουρσάρου, ενώ η μεταπώλησή της ήταν ευκολότατη, είτε στο Αιγαίο είτε στο βενετοκρατούμενο Ιόνιο, προκειμένου για αγαθά στην κατοχή Οθωμανών.[59] Μια τέτοια προοπτική άξιζε τους κινδύνους αλλά και τη συχνή παραβίαση των κανόνων, βρετανικών και οθωμανικών. Ο 17ος αιώνας, παρά την αταξία, είχε αφήσει μια πολύτιμη παρακαταθήκη για όσους ναυτικούς του Αρχιπελάγους, του Ιονίου και της Αδριατικής τολμούσαν να ελιχθούν μεταξύ δυτικών εμπόρων, χριστιανών και μουσουλμάνων πειρατών.[60] Ο 18ος αιώνας πρόσφερε ένα σταθερότερο πλαίσιο ανάληψης ναυτικών επιχειρήσεων και συνάμα πολλαπλάσιες ευκαιρίες επωφελούς συνδυασμού εμπορικών και πολεμικών περιπετειών. Με τη βοήθεια της τύχης, μπορούσε ένας τολμηρός καπετάνιος να ξεχρεωθεί και να εξελιχθεί σχετικά σύντομα σε εύπορο έμπορο. Η σύγκλιση των βρετανικών και των ρωσικών συμφερόντων στη Μεσόγειο τους ευνοούσε. Κι αν όλες οι πόρτες έκλειναν, τα βενετοκρατούμενα Επτάνησα –ειδικά τα Κύθηρα– τους εξασφάλιζαν πληρώματα, αγορές για τις λείες τους καθώς και τροφοδοσία. Κάποιοι, λοιπόν, από αυτούς τους θαλασσινούς πέτυχαν.

Όμως ο Καλαμάτας δεν είχε ποτέ τύχη στη θάλασσα. Πτωχευμένος ήδη το 1755, ριψοκινδύνευσε στο πλευρό των Άγγλων το 1756 και επιχείρησε ένα χρόνο αργότερα, με προσεχτικές κινήσεις, να μετατρέψει την πλήρη καταστροφή σε ευκαιρία ανάκαμψης. Μπορούσε να τα καταφέρει. Η ναυτική του αξία ήταν τόσο γνωστή, ώστε οι προστάτες και πιστωτές του να του έχουν ακόμη εμπιστοσύνη. Η συγκυρία ευνοούσε τους τολμηρούς. Σίγουρα παραβίασε τους όρους παραχώρησης του πιστοποιητικού δράσης –έστω με την ανοχή των Αλεξιανών και κάποιων γνωστών τους–, ενδεχομένως τους κανόνες εμπλοκής αλλά και τις οδηγίες της βρετανικής κυβέρνησης περί νόμιμης λείας στο Αιγαίο.  Το πλοίο του δεν είχε παρά το μισό από το απαραίτητο πλήρωμα (87 άνδρες έναντι 150 υπεσχημένων), σύμφωνα με τη διάταξη του 1759, ενώ η σύνθεση ήταν άσχετη από αυτή που είχε δηλωθεί, αφού δεν διέθετε Άγγλους σε θέσεις στελεχών. Το 1757 η αυτοψία δεν ήταν υποχρεωτική ακόμη κι έτσι ξεγλίστρησε. Επίσης παραβίασε πολλαπλώς τις απαγορεύσεις της Πύλης, φυγαδεύοντας Χριστιανούς στη Minorca και προσφέροντας κουρσάρικη υπηρεσία στη Βρετανία. Αλλά όλα αυτά δεν ήταν θανάσιμα αμαρτήματα ούτε για τους Βρετανούς ούτε για τους Οθωμανούς. Ήταν πολύ δύσκολο ακόμη και να πιστοποιηθούν. Δεν ετέθη καν θέμα ανάκλησης του πιστοποιητικού του, όπως θα μπορούσε, σύμφωνα με τις τρέχουσες προβλέψεις. Δυστυχώς ο Καλαμάτας έπεσε στα χέρια των Τούρκων τη χειρότερη δυνατή στιγμή. Η εποχή της ανοχής προς τους κουρσάρους είχε παρέλθει, λόγω των προβλημάτων ανεφοδιασμού, τα οποία επιδείνωνε η αυξανόμενη δράση τους. Η στάση των σκλάβων της Capitana και η έλλειψη των δημητριακών είχε εξαγριώσει τους Οθωμανούς. Η βρετανική μεσολάβηση στην Πύλη και ο φόβος της Levant Company για αυθαίρετα πρόστιμα έκαναν τους πρεσβευτές απρόθυμους να αναλώσουν πολιτικό κεφάλαιο, παρά την αντίθετη αντίληψη που φαίνεται πως είχε το Ναυαρχείο. Οι συνθήκες αυτές τους καθιστούσαν πλέον ευάλωτους στις διαβολές των Γάλλων. Προσωποποιούσε, λοιπόν, ο Καλαμάτας ένα σημαντικό πρόβλημα για την Πρεσβεία, χωρίς όμως να αποτελεί τη χειρότερη εκδοχή του, όπως μαρτυρούσαν κι αρκετοί σύγχρονοί του. Αν μη τι άλλο, είχε περισσότερες σχέσεις με τη Βρετανία από πολλούς άλλους απατεώνες και της είχε προσφέρει σημαντικό έργο, όπως συμφωνούσε ο βρετανός στόλαρχος και φανέρωνε η επιθυμία των Γάλλων να τον παροπλίσουν οριστικά. Στην πραγματικότητα η επίκληση των ατασθαλιών του έλληνα κουρσάρου –με εμφανείς δόσεις προτεσταντικής ηθικολογίας­– ήταν πρόσχημα. Η επίσημη πρεσβευτική παρέμβαση δεν ήταν σκόπιμη, για να μην υπονομευτούν πολύ σοβαρότερες οικονομικές και πολιτικές σκοπιμότητες∙ σκοπιμότητες που ήταν περισσότερο αισθητές στην Κωνσταντινούπολη από ό,τι στο Λονδίνο. Στην Πόλη οι διπλωμάτες υπηρετούσαν το Στέμμα αλλά χρηματοδοτούνταν από τη Levant Company, η οποία δεν περνούσε την καλύτερη περίοδό της στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.[61] Άλλωστε, θύματα των σκοπιμοτήτων αυτών έπεσαν όχι μόνον έλληνες αλλά και βρετανοί κουρσάροι της Ανατολικής Μεσογείου. Οι θάλασσες αυτές μπορεί να ήταν πιο ήρεμες από τον Ωκεανό, αλλά οι παγίδες τους εξίσου επικίνδυνες για όσους θαλασσόλυκους υποτιμούσαν τους σκοπέλους της πολιτικής.

 

Ο Βασίλης Κ. Γούναρης είναι Καθηγητής Ιστορίας των Νεοτέρων Χρόνων του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ

 

 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

Συντομευμένη μορφή της σχεδόν ομώνυμης εργασίας μου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μνήμων, 33 (2013-14), 51-76.

[1] James G. Lydon, Pirates, Privateers, and Profits, Άπερ Σαντλ Ρίβερ, Νιού Τζέρσεϋ, The Greg Press, 1970, σ. 99-100. David Starkley, British Privateering Enterprise in the Eighteenth Century, Έξετερ, Univ. of Exeter Press, 1990, σ. 161-164, 174, 186-187. Για μια συνοπτικότερη παρουσίαση της δουλειάς του στα ελληνικά βλ. του ιδίου, «Δαιμόνια πνεύματα: Βρετανικές καταδρομικές επιχειρήσεις 1739-1815», Τζελίνα Χαρλαύτη (επιμ.), Ιστορία και Ναυτιλία, 16ος-20ος αιώνας. Ναυτιλία, εμπόριο, οικονομία, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2001, σ. 161-165, 179-192.

[2] Νίκος Γ. Σβορώνος, Το εμπόριο της Θεσσαλονίκης τον 18ο αιώνα, μετάφρ. Σ. Ασδραχάς, Ξ. Γιαταγάνας, Φ. Ηλιού, Θ. Καλαφάτης, Χ. Χατζηιωσήφ, Αθήνα,  Θεμέλιο, 1996, σ. 158-61. Γεώργιος Λεονταρίτης, Ελληνική εμπορική ναυτιλία (1453-1850), Αθήνα, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, 1987, σ. 49. Τζελίνα Χαρλαύτη, Ιστορία της ελληνόκτητης ναυτιλίας 19ος-20ος αιώνας, Αθήνα, Νεφέλη, 2001, σ. 68-70.

[3] Αλεξάνδρα Κραντονέλλη, Ελληνική πειρατεία και κούρσος τον ΙΗ΄ αιώνα και μέχρι την Ελληνική Επανάσταση, Αθήνα, Εστία, 1998, σ. 45. Βασίλης Κρεμμυδάς, Το εμπόριο της Πελοποννήσου στο 18ο αιώνα (1715-1792) με βάση τα γαλλικά αρχεία, Αθήνα, 1972, σ. 103-104. Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. 4, Θεσσαλονίκη, 1973, σ. 201, όπου παραπέμπεται το άρθρο του Marshall (βλ. παρακάτω υποσημ.11).

[4] Για την εξέλιξη αυτή βλ. και Λεονταρίτης, ό.π., σ. 36.

[5] SP 97/42, Captain Calamata’s case, f. 8r.

[6] Οι οικογένειες των ελλήνων εμπόρων, σε αναφορά τους (9 Δεκεμβρίου 1743) προς τον εκκλησιαστικό προϊστάμενο της Minorca, προσδιορίζονται ως “Catholick Christians of the Greek Church”: Colonial Office (CO) 174/2, f. 154r.

[7] Ν.Γ. Σβορώνος, «Η ελληνική παροικία της Μινόρκας. Συμβολή στην ιστορία του ελληνικού εμπορικού ναυτικού του 18ου αιώνα», langes Octave et Melpo Merlier, Αθήνα, Institut Français d’ Athènes, 1956, τόμ. 2, σ. 326, 347.

[8] Sanz F. Hernandez, “La colonia griega establecida en Mahón durante el siglo XVIII”, Revista de Menorca  20 (1925), 340.

[9] Βλ. αναφορά της 16ης Σεπτεμβρίου 1749 στο CO 174/2, f. 162r, όπου υπογράφει ως Νικόλας Αλεξάνο Μαλβαζία. Περισσότερα για τους Αλεξιανούς βλ. στο Ι.Κ. Χασιώτης, «Οι Αλεξιανοί της Μινόρκας. Συμβολή στην Ιστορία των ελληνικών αποδημιών κατά τον ΙΗ΄ αιώνα», Ροδωνιά. Τιμή στον Μ.Ι. Μανούσακα, Ρέθυμνο, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 1994, τόμ. 2, σ. 649-660.

[10] Gregory Desmond, Minorca the Illusory Prize. A History of the British Occupations of Minorca between 1708 and 1802, Λονδίνο και Τορόντο, Associated University Presses, 1990, σ. 82 και 152. F. H. Marshall, “A Greek Community in Minorca”, The Slavonic and East European Review 11.31 (1932) 101-106.

[11] Court of Chancery (C) 12/991/23. Πρβλ. Τ(reasury) 1/364, ff.56-57.

[12] Pedro Pablo Moreno Lucas-Torres, La colonia Griega de Menorca a través de los documentos notariales de Mahón (1756-1802), Γρανάδα, αδημ. διδακτ. διατριβή, 2011, σ. 491-494, έγγρ. Νο. 69. Για την παραχώρηση και την ανάγνωση του εγγράφου, όπως και για την παραπομπή στον Hernandez ευχαριστώ τον ομότιμο καθηγητή Ι. Κ. Χασιώτη.

[13] Desmond, ό., σ. 172. Πρβλ. T1/393, f. 158r, όπου “List of the Greeks which were Volunteers at Saint Philip’s Castle in Minorca during the Siege” με 21 ονόματα. Άλλοι οκτώ μισθοδοτούνταν τακτικά κι έτσι δεν πιστοποιήθηκε ο εθελοντισμός τους, ώστε να αποζημιωθούν αργότερα.

[14] Admiralty 1/383, μήνυμα του πλοίου Ramilies εν πλω κοντά στο ακρωτήριο Sa Roquetta, 15 Ιουλίου 1756, f. 475r.

[15] Edward Clarke, A Defence of the Conduct of the Lieutenant-Governor of the Island of Minorca. In Reply to a Printed Libel, Secretly Dispersed, without a Name, and which is Annexed to this Account, Λονδίνο, 1767, σ. 35 και 40.

[16] T1/393, f. 155r.

[17] T1/379/47-49, ff. 73r-75r. Βλ. επίσης Marshall, ό.π., σ. 106-7, όπου δημοσιεύεται η αίτηση του Καλαμάτα προς το Privy Council (8 Ιουλίου 1757), η οποία παραπέμφθηκε στον Λόρδο Θησαυροφύλακα και εναποτέθηκε στο αρχείο του (Τ1/379, f. 73r).

[18] Τα ονόματα προκύπτουν από την υποβολή των αιτημάτων τους: T1/380/39, f. 74r, T1/393, ff. 150r-153r. Τελευταίος, το 1762, υπέβαλε το αίτημά του ο Αλέξανδρος Αλεξιανός: Privy Council (PC) 1.7.4, ff.1r-2r. Πρβλ. Marshall, ό.π., σ. 106.

[19] T1/379/47-48, ff. 73r-74r.

[20] T1/379/49, f.75v.

[21] SP 97/39, Fox προς Porter, Whitehall, 14 Ιουλίου 1756 s.f. και Porter προς Fox, Κωνσταντινούπολη, 14 Σεπτεμβρίου 1756, s.f.

[22] T1/382, f. 114r και T1/368, ff. 77r-78r.

[23] Desmond, Minorca, ό.π., σ. 183-4 και 301. Πρβλ. Gomer Williams, History of the Liverpool Privateers and Letters of Marque with an Account of the Liverpool Slave Trade, Λίβερπουλ, 1897, σ. 90-91. Και τα δυο κουρσάρικα αναφέρονται ως σταθμευμένα στο Κάλιαρι σε επιστολή που δημοσιεύτηκε στο London Evening Post στις 28 Μαΐου 1757.

[24] Tito M. Benady, “The Role of the Jews in the British Colonies of the Western Mediterranean”, Transactions of the Historical Society of England, 33 (1994) 55.

[25] Μαζί με άλλους Παλαιολόγους υπέγραψε αναφορά το 1749 σχετικά με την αιτούμενη εκκλησία: Marshall, ό.π., σ. 101.

[26] Στη List of all Greeks (βλ. υποσημ. 14) αναφέρεται ως George Stravangelo.

[27] High Court of Admiralty (HCA) 26/8, f. 90r (21 Οκτωβρίου 1757).

[28] Βλ. τις σχετικές παραπομπές στην υποσημ. 4.

[29] Ο Σβορώνος (Το εμπόριο, ό.π., σ. 160) διαβάζει λανθασμένα στη γαλλική πηγή Loucovire και υποθέτει Λουκοβίτης. Πάντως δεν ταυτίζει τον Λουκά με τον Λούκαβικ. Πρβλ. Κραντονέλλη, ό.π., σ. 174.

[30] SP 97/40, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 3 Νοεμβρίου 1759, s.f.

[31] SP 105/119, The Governor and Company προς Porter, Λονδίνο, 13 Μαρτίου 1760, f. 49.

[32] Μάλλον αναφέρεται στη δράση του J. Melphy: Κραντονέλλη, ό.π., σ. 174.

[33] Βλ. π.χ. SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 9 Φεβρουαρίου 1760, ff. 29r-41v. Πρβλ. Franz A. J. Szabo, The Seven Years War in Europe, 1756-1763, Χάρλοου, Pearson-Longman, 2008, σ. 401 και H. M. Scott, The Emergence of the Eastern Powers, 1756-1775, Καίμπριτζ, Cambridge University Press, 2001, σ. 113.

[34] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 2 Σεπτεμβρίου 1760, ff. 104v-105r. Βλ. επίσης SP 97/42, Captain Calamata’s case, συνημμένο στο Grenville προς Earl of Egremont, Πέρα, 31 Ιανουαρίου 1763, f. 8r. και The Humble Petition of Constantine Calamata, now prisoner at Constantinople in Turkey, to the Right Honourable the Earl of Halifax, one of his Majesty’s Principal Secretaries of State, f. 129r.

[35] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 3 Οκτωβρίου, 1760, ff. 108r-108v.

[36] SP 105/119, The Governor and Company to Porter, Λονδίνο, 14 Οκτωβρίου 1760, f. 68.

[37] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 16 Οκτωβρίου 1760, ff. 117r-118v. SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 3 Νοεμβρίου 1760, f. 123r-v. SP 97/42, Captain Calamata’s case, συνημμένο στο Grenville προς Earl of Egremont, Πέρα, 31 Ιανουαρίου 1763, f. 9r.

[38] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 16 Οκτωβρίου 1760, ff. 117v-118r., 3 Νοεμβρίου 1760, f. 122r. και 7 Δεκεμβρίου 1760, f. 133r. SP 97/42, Kinloch προς Conway, Κωνσταντινούπολη, 16 Νοεμβρίου 1765, f. 302v.

[39] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 3 Δεκεμβρίου 1760, ff. 128v-129v.

[40] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 3 Δεκεμβρίου 1760, f. 129v.

[41] SP 105/119, The Governor and Company προς Porter, Λονδίνο, 16 Ιανουαρίου 1761, f. 70.

[42] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 5 Φεβρουαρίου 1761, f. 146r  και 17 Σεπτεμβρίου 1761, ff. 214v-215r.

[43] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 17 Αυγούστου 1761, ff. 206v-207r.

[44] Για την ηρωοποίησή του βλ. Memoirs of the Life and Particular Actions, of that Brave Man, General Blakeney, Λονδίνο, [1756?].

[45] SP 105/119, The Governor and Company προς Porter, Λονδίνο, 16 Ιουνίου 1761, f. 76.

[46] Για παρόμοια στάση, που είχε εκδηλωθεί στη Θεσσαλονίκη μόλις το 1758, βλ. Basil C. Gounaris, “Reassessing Wheat Crises in 18th Century Salonica”, The Historical Review 5 (2008) 56-57. Για τις τεράστιες ανάγκες ανεφοδιασμού της Κωνσταντινούπολης και για το γαλλικό εμπόριο δημητριακών, εισαγωγικό και εξαγωγικό  βλ. Edhem Eldem, French Trade in Istanbul in the Eighteenth Century, Λάιντεν, Brill, 1999, σ. 25-6, 108-112. Για την πανώλη βλ. Μέρτζιος, Μνημεία, ό.π., σ. 386, 388-9,

[47] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 17 Σεπτεμβρίου 1761, ff. 214v-215r.

[48] SP 97/42, Captain Calamata’s case, συνημμένο στο Grenville προς Earl of Egremont, Πέρα, 31 Ιανουαρίου 1763, ff. 8r-9v.

[49] SP 97/42, Grenville προς Earl of Egremont, Πέρα, 31 Ιανουαρίου 1763, ff. 6v-7r.

[50] SP 97/42, Grenville προς Wood, Πέρα, 31 Ιανουαρίου 1763, ff. 10r-11v.

[51] SP 97/42, The Humble Petition of Constantine Calamata, now prisoner at Constantinople in Turkey, to the Right Honourable the Earl of Halifax, one of his Majesty’s Principal Secretaries of State, ff. 129r-129v.

[52] SP 97/42, Ministry of State προς Grenville, St. James’s, 23 Οκτωβρίου 1764, f. 127r, private. Την ίδια περίοδο διακανονίστηκε στο Mahon η τύχη του παλαιότερου πλοίου του Καλαμάτα, το οποίο πέρασε στα χέρια του Poli (μαζί με τα 3/8 του Καλαμάτα) έναντι του χρέους και διαφοράς 1.100 αργυρών pesas, τα οποία κατέβαλε στους Αλεξιανούς και τον Παπαγιαννόπουλο. Ο Poli είχε προσφύγει εκ νέου δικαστικά το 1761: Torres, La colonia Griega, σ. 491-494, έγγραφο Νο. 69. Ενδεχομένως μέρους του ποσού αυτού να αναλογούσε στον Καλαμάτα. Είναι δύσκολο πάντως να υποστηριχθεί βάσιμα πως ο διακανονισμός του Σεπτεμβρίου 1764 συνδεόταν με την επιχείρηση της εξαγοράς του στην Κωνσταντινούπολη.

[53] SP 97/42, Kinloch προς Conway, Κωνσταντινούπολη, 16 Νοεμβρίου 1765, f. 302v.

[54] CO 158/31, Fixed Establishment of all the Departments of Government in Malta. From the 1st January 1821 until further orders. Στη Μάλτα εξακολουθούν να ζουν γόνοι της οικογένειας, που γράφουν το επίθετό τους με δυο ταυ, όπως υπέγραψε ο Κωνσταντής το letter of marque στις 21 Οκτωβρίου 1757.

[55] SP 97/38, Porter προς Earl of Holderness, Κωνσταντινούπολη, 1 Σεπτεμβρίου 1755, s.f.

[56] SP 97/39, Court of St. James, 3 Ιανουαρίου 1756 (W. Sharpe), s.f.

[57] Στην υπηρεσία των Βρετανών ο Θεόδωρος και ο Αλέξανδρος Αλεξιανός έφτασαν και πολέμησαν το 1762 μέχρι τη μακρινή Κούβα. Πάντως, ανταμείφθηκαν για τις υπηρεσίες τους στο Στέμμα μετά την ανακατάληψη της Minorca: Χασιώτης, «Οι Αλεξιανοί», ό.π., σ. 657.

[58] Τον Ιούνιο του 1759, με την Privateer’s Act, η κυβέρνηση του William Pitt, προκειμένου να περιορίσει τις ποικίλες αυθαιρεσίες κατά τη διενέργεια νηοψιών, αφαίρεσε το δικαίωμα των πλοιοκτητών να εγγυώνται προσωπικά τη σωστή διεξαγωγή των κουρσάρικων επιχειρήσεων. Επίσης περιόρισε τη χορήγηση αδειών ιδιωτικού κούρσου μόνον σε πλοία εκτοπίσματος άνω των εκατό τόνων, με  ελάχιστο οπλισμό δέκα κανόνια και πλήρωμα σαράντα ανδρών, κατόπιν αυτοψίας του τελώνη. Όσες άδειες δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις ακυρώθηκαν.

[59] Richard Pares, Colonial Blockade and Neutral Rights 1739-1763, Οξφόρδη, Oxford University Press, 1938, σ. 6-7.

[60] Για το θέμα αυτό βλ. Molly Greene, Catholic Pirates and Greek Merchants. A Maritime History of the Mediterranean, Πρίνστον, Princeton University Press, 2010.

[61] Για τα οικονομικά της προβλήματα βλ. SP 97/42 όπου το σχετικό υπόμνημα που υποβλήθηκε από τους factors στον κόμη  Halifax (24 Αυγούστου 1765), συνημμένο στην επιστολή Grenville προς Conway, Κωνσταντινούπολη, 1 Οκτωβρίου 1765, ff. 286r-293v.

Σωτήριος Χαραλαμπόπουλος: Η Nαυμαχία της Έλλης 3 Δεκεμβρίου 1912

Σωτήριος Χαραλαμπόπουλος

Η Nαυμαχία της Έλλης

3 Δεκεμβρίου 1912

 

                                                        «Δεν κερδίζονται οι μάχες μόνον με τα σίδερα και τα μπαρούτια,

                                                                                                                   κρίνονται και με την ψυχή».

                                                                                             Παύλος Κουντουριώτης

Η αναχώρηση

Κατά την αναχώρηση του Στόλου του Αιγαίου από το Φάληρο για τις ναυτικές επιχειρήσεις των Βαλκανικών Πολέμων, την 5ην Οκτωβρίου 1912, ο Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος εκφώνησε τον ακόλουθο αποχαιρετιστήριο λόγο:

«Υπάρχουν στιγμαί είς την ζωήν των ατόμων, κατά τας οποίας μετανοούν διά το στάδιον το οποίον ηκολούθησαν, εις το οποίον επιδόθησαν. Πρέπει δε να ομολογήσω ότι την στιγμήν αυτήν ευρίσκομαι και εγώ εις τοιαύτην κατάστασιν.Μετανοώ, διότι εις τοιαύτην στιγμήν το στάδιόν μου μ’ έφερε να είμαι αρχηγός της πολιτείας, αντί να είμαι εις εξ υμών, ο,τιδήποτε, είτε αξιωματικός, είτε υπαξιωματικός ή και ναύτης απλούς ακόμη.Ναι. Σας βεβαιώ ότι ζηλεύω όλων σας την θέσιν και των απλών ακόμη ναυτών, διότι εις σας όλους εμπιστεύεται σήμερον με πάσαν αισιοδοξίαν η πατρίς τας τύχας αυτών.Η πατρίς αξιοί από υμάς, όχι απλώς ν’ αποθάνετε υπέρ αυτής. Αυτό θα ήτο το ολιγώτερον· αξιοί να νικήσετε· και διά τούτο έκαστος εξ’ υμών και θνήσκων ακόμη, μίαν μόνον σκέψιν πρέπει να έχει, πώς να εντείνει τας δυνάμεις του μέχρι την τελευταίαν του πνοήν, όπως οι επιζήσαντες νικήσωσι. Και θα νικήσετε… Είμαι υπερβέβαιος».

 

ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ ΣΤΟΛΟΙ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ 
ΤΥΠΟΣ ΠΛΟΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
ΘΩΡΗΚΤΑ 3+1 (ΑΒΕΡΩΦ)

 

6
ΚΑΤΑΔΡΟΜΙΚΑ 2
ΑΝΙΧΝΕΥΤΙΚΑ 4 2
ΑΝΤΙΤΟΡΠΙΛΛΙΚΑ 6 8
ΤΟΡΠΙΛΟΒΟΛΑ 5 12
ΥΠΟΒΡΥΧΙΑ 1
ΥΔΡΟΠΛΑΝΑ 1
ΣΥΝΟΛΟ ΜΟΝΑΔΩΝ 20

30

 

«Εκ των αρίστων»

Ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης ενέπνεε σεβασμό ακόμη και στους αντιπάλους. Ο Τούρκος Υπουργός των Ναυτικών Μαχμούτ Μουκτάρ,  ενημερώνοντας τον Τούρκο στόλαρχο, για τον Αβέρωφ και τον Ελληνικό Στόλο ανέφερε : «…Αλλά το σπουδαιότερον μέρος της μαχητικής αξίας του ΑΒΕΡΩΦ αποτελεί το προσωπικόν του, το οποίον έχει επ’ εσχάτως γυμνασθεί κάλλιστα, εις την χρήσιν του πυροβολικού του. Επί πλέον πρέπει να γνωρίζετε, ότι οι αξιωματικοί και τα πληρώματα έχουν, πλην των ασκήσεών των και πλήρη επίγνωσιν των πολεμικών των καθηκόντων. Επί του «Αβέρωφ» θα επιβαίνει, όπως πληροφορούμαι, ως γενικός Αρχηγός του Ελληνικού Στόλου, ο Κουντουριώτης, άριστος αξιωματικός με πείραν, με θάρρος, με πατριωτισμόν και πλείστας άλλας ναυτικάς αρετάς. Ο Κουντουριώτης είναι εκ των αρίστων αξιωματικών».

Παύλος Κουντουριώτης (1855 – 1935).

Το μήνυμα

Αυτός ο ορμητικός αξιωματικός του Ναυτικού, γεννημένος μ π ο υ ρ λ ο τ ι έ ρ η ς, σαν να ερχόταν κατευθείαν από το 1821, προικισμένος με βαθύ στρατηγικό και τακτικό ένστικτο, με διαίσθηση και ενόραση, μόλις κατέλαβε την Τένεδο με τον Αβέρωφ, επικεφαλής του ελληνικού στόλου, πήγε μπροστά από τα Δαρδανέλλια και περιπολώντας έστειλε το εξής μήνυμα στον Τούρκο Στόλαρχο : «Καταλάβαμεν Τένεδον. Αναμένομεν έξοδο στόλου σας. Εάν χρειάζεστε γαιάνθρακα, προτίθεμαι σας παραχωρήσω».

 

Η ναυμαχία της Έλλης αρχίζει

8 το πρωί της 3ης  Δεκεμβρίου 1912. Ο στόλος μας σε 2 στήλες: τα θωρηκτά Αβέρωφ, Ύδρα, Σπέτσαι, Ψαρά στη μία και τα 4 αντιτορπιλικά Πάνθηρ, Λέων, Ιέραξ, Αετός στην άλλη, κατέρχονται με πορεία νοτιοδυτική παράλληλα της Θρακικής Χερσονήσου με κατεύθυνση τη Λήμνο. Η θάλασσα γαλήνη. Τα πλοία μέσα στην ελαφρά πρωινή ομίχλη παρουσιάζουν εντυπωσιακό θέαμα.

9 το πρωί της ίδιας μέρας. Και να, μακριά στο στόμιο του Ελλησπόντου φαίνονται καπνοί. Συναγερμός στα πληρώματα. Συγκίνηση και εγρήγορση σε όλους, από τον Ναύαρχο μέχρι τον τελευταίο ναύτη.

 

To ποίημα

Ο «ποιητής» του Αβέρωφ, Λαμψιάδης, συνεπαρμένος από την ένταση και το μεγαλείο των στιγμών, γράφει επιτόπου το σχετικό ποίημα:

Εδώ όπου ο ένδοξος/του ουρανού ο θόλος,

υπερηφάνως προχωρεί/ο Έλληνικός ο στόλος

Και είναι υπερήφανος/ο κάθε πατριώτης,

που είναι κυβερνήτης του/ο Παύλος Κουντουριώτης

Κι’ όλοι σαν θέλουν δρέπουσι/τας δάφνας στην αράδα

και εφάνηκε ερχόμενος/καπνίζων… η Αρμάδα.

Το θωρηκτό Haireddin Barbarossa

Η προσέγγιση

Ο Κουντουριώτης στρέφει άμεσα το στόλο προς τα Στενά και με πρωτόπλου τον Αβέρωφ, κινείται για συνάντηση με τον εξερχόμενο Τουρκικό Στόλο. Στα τουρκικά πλοία προηγείται το θωρηκτό Haireddin Barbarossa και ακολουθούν τα θωρηκτά Turgut-Reis, Messoudieh, Asari-Tefik. Το καταδρομικό Medjidieh και πέντε αντιτορπιλικά μαζί με ένα πλωτό νοσοκομείο, παραμένουν κοντά στις ακτές υπό την προστασία των επάκτιων πυροβόλων. Οι συνθήκες της παρατάξεως των δύο στόλων, σε σχέση με το φως του ηλίου, είναι πολύ ευνοϊκές για τους Τούρκους, ενώ εξαιρετικά δυσμενείς για το στόλο μας.

 

«ΠΛΕΩ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ»

Ο Ναύαρχος πρέπει να εκμεταλλευτεί το Αβέρωφ, που είναι θαύμα τεχνικής και οπλικής αρτιότητας. Υψώνει στον ιστό του θωρηκτού μας το σήμα «Ζ» δηλ. «ΠΛΕΩ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ» και αφήνοντας πίσω τα παλιά αργοκίνητα θωρηκτά και τα μικρότερα πλοία μας, κινείται με τη μέγιστη ταχύτητα των 22 μιλίων την ώρα, ταχύτητα θαυμαστή για τέτοιου μεγέθους πλοίο, όταν μάλιστα το ταχύτερο τουρκικό θωρηκτό δεν ξεπερνά τα 17 μίλια την ώρα.

Το ιστορικό πολεμικό παράγγελμα, από τον ασύρματο, προς όλα τα ελληνικά πλοία:

Προς Πλοία Στόλου

«Με την βοήθειαν του Θεού, τας ευχάς του Βασιλέως και εν ονόματι του Δικαίου, πλέω μεθ’ ορμής ακαθέκτου και με την πεποίθησιν της νίκης, εναντίον του εχθρού του γένους».

Κουντουριώτης

Η Ναυμαχία της Έλλης. Σχεδιάγραμμα.

Η σύγκρουση

Ο Κουντουριώτης πλέει «μεθ’ορμής ακαθέκτου», εκμεταλλευόμενος την ταχυβολία των πυροβόλων του Αβέρωφ και την ταχύτητά του. Οι βολές του θωρηκτού μας εύστοχες και καταιγιστικές, προκαλούν εκρήξεις, φωτιές, νεκρούς, τραυματίες στα τουρκικά θωρηκτά. Ο Ναύαρχος, όρθιος, ακάλυπτος στην άνω γέφυρα, έχει γίνει «ένα» με το Αβέρωφ και ορμά να κυκλώσει τους Τούρκους. Πλησιάζει κοντά και μπαίνει κάθετα μπροστά στη στήλη των τούρκικων θωρηκτών, σε απόσταση 2.800 μέτρων, σχηματίζοντας το γράμμα «Τ» (τακτικός ελιγμός της εποχής) με τα τούρκικα πλοία. Σφυροκοπεί, με όλα σχεδόν τα πυροβόλα του, την τούρκικη ναυαρχίδα, η οποία αδυνατεί να αντιδράσει και μόνο με τα εμπρός πυροβόλα της μπορεί να απαντήσει. Βρίσκεται μεταξύ δύο πυρών, του Αβέρωφ μπροστά και των άλλων ελληνικών θωρηκτών, πίσω αριστερά.

Ο Κουντουριώτης ζει ίσως τη σημαντικότερη στιγμή της ζωής του. Θέλει να ανακόψει με κάθε δύναμη, την πορεία των Τούρκων. «Η ελληνική σημαία δεν ντροπιάζεται» βροντοφωνάζει από την άνω γέφυρα, ενώ οι τουρκικές οβίδες πέφτουν βροχή γύρω από τον Αβέρωφ. Αμέσως διατάσσει τους μηχανικούς να αυξήσουν την ταχύτητα. «Ολοταχώς. Πάσει δυνάμει». Το θωρηκτό μας αγκομαχά σαν έμψυχο και τραντάζεται από την υψηλή πίεση του ατμού στις μηχανές. Τρέμει ολόκληρο.

«Πόσες στροφές κάνουμε;» ρωτά από τον φωναγωγό ο Κουντουριώτης τον πρώτο μηχανικό κάτω στα μηχανοστάσια.

«130»

«Ακόμα περισσότερες»

«Είναι επικίνδυνο κύριε Ναύαρχε»

«Ακόμα περισσότερες, είπα!»

Στρέφει και με τη μεγαλύτερη ταχύτητα που μπορεί κινείται προς την τουρκική ναυαρχίδα  για να πέσει πάνω της. Να την εμβολίσει. Θέλει να την κτυπήσει με την πλώρη του Αβέρωφ στα πλευρά και να την κόψει στη μέση!! Ετοιμάζει για βολή και τις εμπρός τορπίλες του θωρηκτού. Όσοι από το πλήρωμα του Αβέρωφ δεν είναι σε θέσεις μάχης, έχουν βγει στα καταστρώματα, ζώντας τις ηρωικές στιγμές και βλέποντας τον αρχηγό τους ακάλυπτο, εκεί ψηλά στην ανοικτή γέφυρα, να τους οδηγεί στο θρίαμβο, ζητωκραυγάζουν αψηφώντας τα εκατοντάδες βλήματα που διέρχονται γύρω τους. Κι ο Κουντουριώτης τους βλέπει και εμψυχώνεται και αυτός. Τι υπέρτατες στιγμές, τι ελληνικό μεγαλείο!

Η τουρκική υποχώρηση

Ο Τούρκος Στόλαρχος Ραμίζ, βλέποντας τι πρόκειται να γίνει, λυγίζει. Δίνει διαταγή να στρέψουν αθρόα, όλα τα θωρηκτά του προς τα Στενά. Οι Τούρκοι έχουν σύγχυση. Άλλοι στρέφουν δεξιά και άλλοι αριστερά. Έχουν μπερδευτεί. Έτσι σακατεμένοι όπως έχουν καταντήσει, τους λέει να κινηθούν ανεξάρτητα ολοταχώς, όσο μπορούν.

Η Καταδίωξη. Ένας εναντίον όλων

Το θωρηκτό μας ακολουθεί τους Τούρκους καθώς φεύγουν, βάλλοντάς τους ακατάπαυστα με μεγάλη ευστοχία. Ο Κουντουριώτης  φωνάζει : «Από κοντά εμείς! Βαράτε τους …». Φαίνεται σαν μεθυσμένος από το μπαρούτι και από τον ενθουσιασμό του πληρώματος. Πιάνει το πηδάλιο μόνος του και κατευθύνει το θωρηκτό με εναλλαγές πορειών για να αποφεύγει τα πυρά των Τούρκων. Όμως έχει πλησιάσει επικίνδυνα τα τεράστια πυροβόλα που βρίσκονται στη στεριά και φυλάσσουν τα Στενά. Τον κτυπούν με λύσσα. Μαζί με αυτά και πεδινές πυροβολαρχίες από τα γύρω παράλια. Τα ογκώδη βλήματα πέφτουν γύρω του και σηκώνουν πίδακες διπλάσιους από το ύψος του θωρηκτού. Ένα να πέσει επάνω του και πάει ο Αβέρωφ.

Κρίσιμες στιγμές

Και ξαφνικά γίνεται το αναπάντεχο. Οι συνεχείς βολές και η ταχυβολία των πυροβόλων της ναυαρχίδος μας, δημιουργούν υπερθέρμανση και εμπλοκή σε όλες τις κύριες κάννες εκτός από δύο. Κρίσιμες στιγμές, επικίνδυνες. Ο Κουντουριώτης αναγκάζεται να μειώσει την ταχύτητα του θωρηκτού, να δει τι θα κάνει. Οι πυροβολητές με κουβάδες και πανιά προσπαθούν να ψύξουν τις κάννες όσο πιο γρήγορα γίνεται. Και να, για άλλη μια φορά το κοφτερό μυαλό του Έλληνα Ναυμάχου. Ο Ναύαρχος διατάσσει και ανεβάζουν στρώματα από τα κρεβάτια στο κατάστρωμα γύρω-γύρω. Λέει να τους βάλουν φωτιά. Τα στρώματα καίγονται και πυκνός μαύρος καπνός δημιουργείται, που καλύπτει ολόγυρα το θωρηκτό.

Οι Τούρκοι από τα πυροβολεία ξηράς, βλέπουν τον Αβέρωφ να «καίγεται» και σταματούν τις βολές ξέφρενοι από ενθουσιασμό. Ταυτόχρονα οι πυροβολητές του Αβέρωφ κάνουν υπεράνθρωπες προσπάθειες. Μέχρι και παγοκολώνες από το μηχάνημα παραγωγής πάγου του πλοίου, σκαρφίζονται να χρησιμοποιήσουν και με σαπούνι τις κάνουν να γλιστρούν μέσα στις πυρωμένες κάνες.

Και ναι το θαύμα γίνεται. Μέσα σε 8 λεπτά τα πυροβόλα μπορούν πάλι να ρίξουν και ο Ναύαρχος διατάσσει να στρέψουν προς τη ξηρά.

Αρχίζει, μέσα από τους ολόμαυρους καπνούς, να σφυροκοπεί τις εγκαταστάσεις και τα τεράστια πυροβόλα εκεί. Προκαλεί ζημιές και θύματα και στη ξηρά. Άφωνοι όλοι.

 

Ο Αβέρωφ μόνος

Η επικοινωνία του Αβέρωφ με τα άλλα πλοία έχει διακοπεί γιατί είναι κατεστραμμένες και οι δύο κεραίες του ασυρμάτου του. Οι Κυβερνήτες των άλλων θωρηκτών μας βλέπουν τον Αβέρωφ να χάνεται ανάμεσα σε καπνούς και πίδακες, μη ξέροντας την τύχη του πλέον.

 

Τα «ζήτω»

Ένα πλοίο, ένας Ναύαρχος, ένα ελληνικό πλήρωμα, έχουν έρθει στο «στόμα του λύκου» και έχουν κατατροπώσει έναν ολόκληρο στόλο, που φεύγει πανικόβλητος προς το εσωτερικό του Ελλησπόντου, με φωτιές, διαρροές, βλάβες και απίστευτες ανθρώπινες απώλειες. Όλο το θωρηκτό μας τραντάζεται από τα «ζήτω». Δεν είναι ναυμαχία αυτή. Είναι διασκέδαση.

Το κατάστρωμα του Αβέρωφ.

Ζητωκραυγάζοντας προς το θάνατο

Το πλήρωμα του Αβέρωφ παραληρεί και ζητωκραυγάζει τον Ναύαρχό του, που σαν ημίθεος στέκει εκεί πάνω, δίνοντας τις τελευταίες διαταγές για τη χαριστική βολή.

– «Πιο μέσα, πιο μέσα» φωνάζουν οι ναύτες.

– «Τι λένε τα παιδιά μου;» ρωτάει ο Ναύαρχος τον υπασπιστή του.

– «Κύριε Ναύαρχε. θέλουν να πάμε πιο μέσα στα Στενά» κι ο Κουντουριώτης :

– «Ε! αφού το θέλουν τα παιδιά μου, θα πάμε. Πρόσω ολοταχώς».

Ο Αβέρωφ πλέοντας «πάσει δυνάμει», μέσα σε πίδακες από χαλάζι βλημάτων, διαβρέχεται ολόκληρος όπως τους διασχίζει, ενώ τα πυροβόλα του, που βάλουν πλέον οριζόντια, λόγω της ελαχίστης αποστάσεως του εχθρού, σηκώνουν ολόκληρα σύννεφα καπνού που και αυτά περιτυλίγουν το πλοίο.  Και συνεχίζει άλλα τρία μίλια προς τα μέσα και φθάνει στην είσοδο των Στενών. Ο ενθουσιασμός και η ανδρεία όλων ανεξαιρέτως είναι υπεράνω κάθε περιγραφής. Ορμούν ακάθεκτοι ζητωκραυγάζοντας προς το θάνατο.

 

Οι Απώλειες

Οι Τούρκοι αρχίζουν να χάνονται στο βάθος με τα βαριά πληγωμένα πλοία τους σε πλήρη «αταξία», με πάνω από εκατό νεκρούς και πολύ περισσότερους τραυματίες. Τη ζημιά έκαναν τα βλήματα του Αβέρωφ, μόνο. Από τα 700 περίπου βλήματα που έριξαν συνολικά τα ελληνικά πλοία, τα 500 έφυγαν από τις κάνες της ναυαρχίδας μας. Οι Τούρκοι έριξαν περίπου 1.200 βλήματα, όλα εναντίον του Αβέρωφ. Ήταν άστοχοι όμως. Μόνο τέσσερα βλήματα μεγάλου διαμετρήματος πέτυχαν το πλοίο.  αλλά δημιούργησαν ασήμαντες βλάβες στα φουγάρα, τα καταστρώματα, τις βάρκες και μια μικρή πυρκαγιά στο θεραπευτήριο που σβήστηκε άμεσα. Νεκρός ένας: Ο κελευστής οιακιστής (πηδαλιούχος) Καζιτζάρης. Τραυματίες οκτώ.: Ο Ανθυποπλοίαρχος Μαμούρης, ο οποίος πέθανε μετά από μέρες λόγω μολύνσεως του τραύματός του, ο Υποκελευστής οιακιστής Στούμπος, ο Δίοπος οιακιστής Δρούδες, ο Δίοπος πυροβολητής Πρωτοψάλτης, ο ναύτης Σαλπιγκτής Μουντζούρης, ο ναύτης τορπιλητής Κανάκης και οι ναύτες Γεωργαλάς και Κριώτης. Άπαντες επί του Αβέρωφ.

 

Μετά τον θρίαμβο

Τα υπόλοιπα πλοία μας ανησυχούν, περιμένουν. Που είναι ο Αρχηγός και η ναυαρχίδα; Αλλά να, από μακριά φαίνεται το Αβέρωφ. Έρχεται αγέρωχο, υπερήφανο, μπαρουτοκαπνισμένο, με επηρμένο το σημαιοστολισμό μάχης. Πλησιάζει με ταχύτητα. Απ’ όλα τα πλοία έχουν βγει τα πληρώματα στα καταστρώματα να το υποδεχθούν. Το πλήρωμα του θωρηκτού της νίκης, σκαρφαλωμένο σε ιστούς, πυροβόλα, καταστρώματα, ζητωκραυγάζει. Η μπάντα της ναυαρχίδας μας, στο κατάστρωμα λέμβων, παιανίζει τον εθνικό ύμνο και εμβατήρια. Όλοι, σε όλα μας τα πλοία, ριγούν και κλαίνε από ιερό ενθουσιασμό. Τι υπέροχες μεγαλειώδεις στιγμές που μόνο ήρωες τις δημιουργούν και μπορούν να τις νοιώσουν.

Το Αβέρωφ μπαίνει μπροστά υπερήφανα και από πίσω όλα τ’άλλα πλοία μας ακολουθούν. Επιστρέφουν στο Μούδρο.

 

Ο θαυμασμός

Μετά τη ναυμαχία, ο Τούρκος στόλαρχος Ραμίζ, καταδικάστηκε από το τουρκικό Ναυτοδικείο και απεστρατεύθη. Κατά την απολογία του, αναφερόμενος στους λόγους που εγκατέλειψε τη μάχη είπε : «Τι θέλατε να κάνω, όταν είδα έναν παλαβό ακάλυπτο πάνω στο Αβέρωφ, να το οδηγεί πάσει δυνάμει κατά πάνω μου…».

Ο Υπασπιστής του Ραμίζ, όταν αργότερα, μετά τη συνθηκολόγηση, επισκέφθηκε την Αθήνα, ζήτησε να παρουσιαστεί στον Κουντουριώτη για να τον συγχαρεί : «Ναύαρχε, ο τούρκικος στόλος θα ηδύνατο να αμυνθεί ακόμη. Αλλά όταν αντελήφθημεν ότι είχατε αποφασίσει να κάμετε εμβολήν με τον ΑΒΕΡΩΦ κατά της τουρκικής ναυαρχίδος, ηναγκάσθημεν να υποχωρήσουμε. Εθαυμάσαμε την τόλμη σας. Είμαι ευτυχής, διότι λαμβάνω την τιμήν να σας γνωρίσω εκ του πλησίον και να σας υποβάλλω τα συγχαρητήριά μου».

 

Ο νικητής της Ναυμαχίας  

«Ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης προσέφερε εις την Ελλάδα εκτός από τα τρόπαια της Έλλης και της Λήμνου, το σταθερόν παράδειγμα ενός βίου ευγενικού και άψογου. Μιας ενεργείας που την ενέπνεε πάντοτε ένας μοναδικός παλμός : Ο παλμός της πατρίδος, ενός χαρακτήρα υψηλού, γεμάτον από αρρενωπήν ευθύτητα αρχοντικήν μετριοφροσύνην. Μιας επικής ζωής που θα είχε θέση εις το πάνθεον του Πλουτάρχου» (Φωκάς Γ.  Ο Ναύαρχος Π. Κουντουριώτης, ο νικητής της Έλλης 1956).

«Τα πολεμικά πλοία δεν είναι δια στολισμόν. Η ιστορία διδάσκει, ότι ουδέν έθνος δύναται να θαλασσοκρατεί, εφ’ όσον δεν θεωρεί τα πολεμικά πλοία προορισμένα να κινδυνεύουν και εν ανάγκη να καταστραφούν».

Παύλος Κουντουριώτης

Η αποτίμηση

Η ναυμαχία της Έλλης ανέτρεψε τα αξιώματα της Ναυτικής Επιστήμης και θα μείνει μοναδική στις σελίδες της παγκόσμιας ναυτικής ιστορίας.

Μία ακόμη χρυσή σελίδα στους Ναυτικούς Αγώνες του Έθνους έχει γραφτεί.

Μία ακόμη φορά, εχθροί και φίλοι υποκλίνονται στην ελληνική ναυτοσύνη και παλικαριά.

 

Ο Εικονογραφημένος Παρνασσός, 13 Ιανουαρίου 1913.
Οι ελευθερωτές του Αιγαίου”, Ελλάς, 22 Νοεμβρίου 1912.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Naval Legends: Georgios Averof

Ο Αρχιπλοίαρχος (ΠΝ) Σωτήριος Χαραλαμπόπουλος είναι κυβερνήτης των δυο ιστορικών πλοίων του Πολεμικού Ναυτικού Θ/Κ «Γ. Αβέρωφ» και Α/Τ «Βέλος».

 

Βιβλιογραφία

Πλοίαρχος Γεώργιος Π. Κρέμος Π.Ν.- Richard Arnold Baker« Αβέρωφ το πλοίο που άλλαξε την πορεία της ιστορίας», 1990.

Δημήτριος Λαμπίκης «Ο Ναύαρχος Π. Κουντουριώτης», 1935.

Νίκος Σταθάκης «Θ/Κ  Γ. Αβέρωφ Χρονικό του θωρηκτού της Νίκης 1987».

 Αφηγήσεις απογόνων των ανδρών του πληρώματος του Αβέρωφ, περιόδου 1912-13.

 

Bruno Arcidiacono: Οι προθέσεις των Συμμάχων για τους δορυφόρους της Γερμανίας μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου

Bruno Arcidiacono

Οι προθέσεις των Συμμάχων για τους δορυφόρους της Γερμανίας μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου

 

Kατά τα έτη 1943 και 1944, έπειτα από τρία χρόνια κυριαρχίας στην Ευρώπη από τη Μάγχη έως τον Βόλγα, η αναδίπλωση του γερμανικού στρατού άνοιξε διάπλατα στους Συμμάχους τα σύνορα δυο κατηγοριών εδαφών: 1) των κρατών εκείνων που συντάχθηκαν με την πολεμική προσπάθεια των Συμμάχων και κατ’ επέκταση απελευθερώθηκαν με ολόκληρη τη σημασία του όρου το 1944 και 2) των κρατών-μελών του Άξονα και των δορυφόρων τους. Στη δεύτερη περίπτωση τα Συμμαχικά στρατεύματα έγιναν δεκτά, από πολλούς αν όχι από όλους στους κόλπους των αμάχων, ως απελευθερωτές. Ωστόσο, από νομικής όσο και πολιτικής απόψεως, επρόκειτο για χώρες ευρισκόμενες υπό καθεστώς κατοχής.¹ Είναι γεγονός πως, σε μια προσπάθεια να περιορίσουν τις σε βάρος τους συνέπειες της μετάλλαξης από αντίπαλο σε συμπολεμιστή, έσπευσαν η μια μετά την άλλη να κηρύξουν τον πόλεμο εναντίον του πρώην συμμάχου τους, της Γερμανίας, αμέσως έπειτα από τη συνθηκολόγησή τους. Η Βουλγαρία μάλιστα κατάφερε να βρεθεί για λίγες ώρες σε εμπόλεμη κατάσταση και με τα δυο αντιμαχόμενα στρατόπεδα.² Παρά ταύτα, όλες τους υποτάχθηκαν στις διατάξεις των συνθηκολογήσεων βλέποντας την κυριαρχία τους καθώς και τις διακρατικές τους σχέσεις να περικόπτονται αισθητά. Τα δε Συμμαχικά στρατεύματα, τα οποία στάθμευαν στο έδαφός τους, διατήρησαν όλα τα πλεονεκτήματα που αναλογούν σε δυνάμεις κατοχής.

Η πρώτη μέριμνα των νικητών ήταν σαφώς πολιτικής φύσεως. Καθώς δεν μπορούσαν να υπολογίζουν σε εξόριστες (στο Λονδίνο ή αλλού) κυβερνήσεις ώστε να τις επανεγκαταστήσουν στην εξουσία, οι Τρεις Μεγάλοι κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι ίδιοι την κατάσταση με δυο τρόπους. Άμεση άσκηση της διακυβέρνησης με την επιβολή στρατιωτικής διοίκησης εξαρτώμενης από τις δυνάμεις κατοχής ή έμμεση, με τη συνεργασία των τοπικών αρχών. Απαραίτητη προϋπόθεση στη δεύτερη περίπτωση αποτελούσαν η αναζήτηση και ανεύρεση εμπίστων και ικανών ατόμων, προθύμων να επωμισθούν την αποστολή αυτή. Κυρίως όμως, ατόμων που θα έχαιραν της συμπάθειας της κοινής γνώμης τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων. Σε ένα δεύτερο στάδιο, εναπόκειτο στους Συμμάχους να ορίσουν το εύρος της αυτονομίας των προσωρινών αυτών κυβερνήσεων σε συνάρτηση πάντοτε με το περιεχόμενο των συμβάσεων συνθηκολόγησης. Επιπρόσθετα, έπρεπε να οριστεί εκείνος, ο οποίος θα ασκούσε ουσιαστικά τον έλεγχο. Θα ήταν το κράτος που εκπροσωπείτο επιτόπου από τα στρατεύματα κατοχής ή μήπως ο έλεγχος θα ήταν συλλογικός μέσω των λεγομένων Διασυμμαχικών Επιτροπών Ελέγχου, τις οποίες θα εγκαθίδρυαν ως πραγματικούς θεματοφύλακες της εκτελεστικής εξουσίας σε κάθε μια από τις χώρες αυτές; Βλέπουμε επομένως να διαμορφώνεται κάτω από τον μανδύα “τεχνικών” εκκρεμοτήτων ένα διακύβευμα τεραστίων διαστάσεων. Πρόκειται για την από κοινού άσκηση της διοίκησης των ευρισκομένων υπό κατοχή χωρών από τους νικητές ή – εναλλακτικά – για τον διαχωρισμό της Ευρώπης σε σφαίρες αποκλειστικής επιρροής (Arbeitszonen) με γεωγραφικά όρια διακριτά, ανάλογα με την προέλαση των στρατευμάτων του καθενός στο πεδίο των μαχών.

Οι ζώνες κατοχής στην κεντρική Ευρώπη το 1945.

Το ενδιαφέρον του παρόντος κειμένου επικεντρώνεται στα σχέδια που εκπονήθηκαν και στις σχετικές διαπραγματεύσεις μεταξύ Αμερικανών και Βρετανών σε πρώτη φάση, Βρετανών και Ρώσων σε μια δεύτερη. Κεντρικός άξονας όλων των παραπάνω ήταν η οργάνωση του διοικητικού συστήματος των μέχρι πρότινος αντιπάλων κρατών με γνώμονα το καθεστώς των συνθηκολογήσεων έως την οριστική επίλυση των διαφόρων εκκρεμοτήτων. Με άλλα λόγια, κατά τη διάρκεια της κρίσιμης μετάβασης από τον πόλεμο στην ειρήνη. Επρόκειτο για μια κρίσιμη μεταβατική περίοδο που απαιτούσε λεπτούς και υπεύθυνους χειρισμούς.

Η λεπτότητα της όλης κατάστασης συνίστατο στην αναπόφευκτη επικάλυψη ανάμεσα στη στρατιωτική και στην πολιτική παράμετρο.³ Η κρισιμότητα συνίστατο στο γεγονός. Οι αρχές κατοχής ήταν εκ των πραγμάτων σε θέση να υποθηκεύσουν αμετάκλητα το μέλλον των χωρών αυτών μέσω μιας διαδικασίας αποναζιστικοποίησης, εκκαθαρίσεων και ανασυγκρότησης. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε μοιραία σε μια βίαιη και ριζική μεταβολή των πολιτικών και κοινωνικών δομών ή, στην καλύτερη περίπτωση, στην αποκατάσταση μιας επιδερμικής συνέχειας με την προπολεμική τάξη πραγμάτων. Ουσιαστικές όμως ήταν και οι προβλεπόμενες επιπτώσεις επάνω στην πορεία των διασυμμαχικών σχέσεων. Η συμμαχία όφειλε να διατηρήσει τη συνοχή της ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνες όπου οι επιλογές των μεν κινδύνευαν να λειτουργήσουν επιζήμια σε βάρος των συμφερόντων των δε. Εν ολίγοις, η τύχη των ηττημένων ήταν μια πρώτου μεγέθους δοκιμή για τη μετάβαση των νικητών από τον πόλεμο στην ειρήνη και για την εγκαθίδρυση ενός νέου συστήματος διεθνούς ισορροπίας, με άλλα λόγια για τη σφυρηλάτηση της μεταπολεμικής παγκόσμιας τάξης πραγμάτων.

Η υπόθεση εντάχθηκε στην ημερήσια διάταξη των Συμμάχων το 1943 σε δυο περιστάσεις. Κατ’ αρχήν, στο πλαίσιο της αγγλοαμερικανικής διάσκεψης κορυφής του Μαΐου γνωστής με την προσωνυμία “Τρίαινα” (Trident) όπου οι δυο πλευρές κατάφεραν επιτέλους να ευθυγραμμιστούν σε μια κοινή στρατηγική γραμμή, η οποία συνίστατο στον εξαναγκασμό της Ιταλίας σε απόσυρση από τον πόλεμο προτού εξαπολυθεί, μέσω του στενού της Μάγχης, η κύρια επίθεση σε βάρος της Γερμανίας. Τον Ιούλιο, τα αγγλοαμερικανικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στη Σικελία συμβάλλοντας στην κατάρρευση του μουσσολινικού καθεστώτος. Στις 9 Σεπτεμβρίου, τρία χρόνια και τρεις  μήνες έπειτα από

Η αγγλοαμερικανική διάσκεψη κορυφής Trident στην Ουάσινγκτον (12 – 25 Μαΐου 1943).

την εκκένωση της Δουνκέρκης, οι Σύμμαχοι ξαναπάτησαν στο ευρωπαϊκό ηπειρωτικό έδαφος. Λίγο νωρίτερα, στις 3 Σεπτεμβρίου, η κυβέρνηση του στρατάρχη Badoglio είχε συνθηκολογήσει. Η Ιταλία δρομολόγησε με αυτό τον τρόπο μια αλυσίδα παραδόσεων και υπήρξε το πρώτο κατά σειρά ευρωπαϊκό εχθρικό έδαφος το οποίο υποτάχθηκε στους Συμμάχους. Κατόπιν τούτου, οι Αγγλοαμερικανοί καλούνταν να ενεργοποιήσουν έναν μηχανισμό, ο οποίος όφειλε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της στιγμής εκείνης αλλά και στις τοπικές συνθήκες. Παράλληλα, ο ίδιος μηχανισμός έπρεπε να διαθέτει όλες τις προδιαγραφές ούτως ώστε να μπορέσει συνάμα να λειτουργήσει και ως σημείο αναφοράς για τις επερχόμενες κατοχές, μεταξύ των οποίων και τις σοβιετικές σε ό,τι αφορούσε την ανατολική Ευρώπη.

Δεύτερη περίσταση ήταν οι εξελίξεις στο ανατολικό μέτωπο από την είσοδο του 1943 και κατόπιν, τις οποίες ένας Βρετανός ιστορικός χαρακτήρισε: “the impossible, the unthinkable and the unimaginable”. Με τις διαδοχικές ήττες της Βέρμαχτ στις μάχες του Στάλινγραντ και του Κουρσκ, οι επιχειρήσεις προσέλαβαν νέα τροπή. Αμερικανοί και Βρετανοί άρχισαν να επιδίδονται σε προβλέψεις και υπολογισμούς σχετικά με τη λήξη των εχθροπραξιών, κάτι που φάνταζε αδιανόητο μέχρι τότε. Ταυτόχρονα, όμως προβληματίζονταν σχετικά με την προοπτική μιας προέλασης του Κόκκινου στρατού και την επιβολή του σοβιετικού ελέγχου επάνω στο σύνολο του ανατολικού και μέρος του κεντρικού τμήματος της Γηραιάς Ηπείρου. To όλο θέμα άρχισε να απασχολεί τους Βρετανούς διπλωμάτες από την επαύριο κιόλας της μάχης του Στάλινγκραντ αν όχι από τη στιγμή της παράδοσης της 6ης Στρατιάς του στρατηγού von Paulus. Έκτοτε, άρχισε να πλανάται στους διαδρόμους του Whitehall το φάσμα της “σοβιετοποίησης” των συγκεκριμένων εδαφών καθώς και εκείνο της δημιουργίας μιας αλυσίδας σοσιαλιστικών δημοκρατιών στα Βαλκάνια και στην παραδουνάβια περιοχή, από το Μπουργκάς μέχρι την Τεργέστη και από την Δοβρουτζά μέχρι το Μαυροβούνιο.

Η επικάλυψη των δυο παραπάνω προτεραιοτήτων – διοικητική οργάνωση της καταληφθείσας Ιταλίας και επικείμενη προέλαση των σοβιετικών στρατευμάτων εκτός των συνόρων της ΕΣΣΔ – δρομολόγησε μια σειρά επαφών ανάμεσα στο Λονδίνο, την Ουάσινγκτον και το Αλγέρι⁴, στις λεπτομέρειες των οποίων είναι αδύνατο να υπεισέλθουμε επί του παρόντος. Το μεγάλο πρόβλημα στη συγκεκριμένη περίπτωση συνίστατο στο ότι οι εκατέρωθεν απόψεις και επιχειρηματολογίες κινούνταν σε διαφορετικό μήκος κύματος. Η εκφορά του λόγου από την πλευρά του Foreign Office ήταν πρωτίστως πολιτική και στραμμένη προς το μέλλον. Αντίθετα, οι θέσεις των Αμερικανών (στρατηγείο του Αλγερίου και επιτελείο της Ουάσινγκτον), περισσότερο στρατιωτικής υφής, αντανακλούσαν τις τρέχουσες ανάγκες διεξαγωγής του πολέμου. Αποτέλεσμα ήταν η συνθηκολόγηση και παράδοση της Ιταλίας να λάβει χώρα κάτω από συνθήκες υπέρμετρων αντιφάσεων και έλλειψης ομοψυχίας.

Τον Μάιο του 1943, οι αρμόδιες υπηρεσίες του Foreign Office είχαν καταλήξει σε ένα σχέδιο, το οποίο προοριζόταν για το σύνολο του ευρωπαϊκού χώρου. Το σχέδιο αυτό πριμοδοτούσε την επιβολή ενός τριμερούς και ισομερούς μεταξύ των Συμμάχων διοικητικού συστήματος επί των αντιπάλων κρατών, ανεξαρτήτως προέλευσης των στρατευμάτων που θα τα απελευθέρωναν. Για τη βρετανική διπλωματία δυο παράμετροι θεωρούνταν δεδομένες. Εάν ο στόχος ήταν η επιβίωση της τριμερούς συμμαχίας την επομένη της κατατρόπωσης του κοινού εχθρού (το Λονδίνο έδειχνε να το πιστεύει και να το προσδοκά καθώς η εγκαθίδρυση μιας βιώσιμης και μακροχρόνιας ειρήνης ήταν εφικτή μόνο υπό την προϋπόθεση αυτή), τότε έπρεπε να αποφευχθεί η άσκηση μιας αυτοδύναμης πολιτικής στις περιοχές εκείνες που ελέγχονταν από τον καθένα από τους Συμμάχους, σε βάρος μάλιστα των υπολοίπων και πίσω από την πλάτη τους. Υπό αυτές τις συνθήκες ήταν επιτακτικό να αποτραπεί η σφυρηλάτηση ενός σοβιετικού συστήματος στην ανατολική Ευρώπη. Με τη διαφορά του ότι Αμερικανοί και Βρετανοί δεν είχαν πράξει έως τότε απολύτως τίποτα προκειμένου να αναμείξουν την ΕΣΣΔ στις πολιτικές υποθέσεις της Ιταλίας. Ως εκ τούτου, δεν έτρεφαν ελπίδες, με τη σειρά τους, να κληθούν να διοικήσουν από κοινού τις περιοχές που θα έπεφταν στα χέρια του Κόκκινου στρατού. Η αλήθεια είναι ότι δεν προσδοκούσαν κάτι το υπέρμετρο στη Ρουμανία, την Ουγγαρία και τη Βουλγαρία. Δεν θα αποκόμιζαν, όμως, απολύτως τίποτα εφόσον απέκλειαν τους Ρώσους από την Ιταλία. Επομένως, η Ιταλία λειτουργούσε κατά κάποιο τρόπο ως πρόκριμα για τη μελλοντική συνεργασία των Δυτικών με την ΕΣΣΔ, μια συνεργασία επί της οποίας θα στηριζόταν ολόκληρη η μεταπολεμική τάξη πραγμάτων.

Ιούνιος 1944: τα Συμμαχικά στρατεύματα εισέρχονται στη Ρώμη.

To σχέδιο του Foreign Office ξεκαθάριζε πως η ευθύνη για την κάθε χώρα υπό Συμμαχική κατοχή θα αναλογούσε σε μια τρικέφαλη επιτροπή, της οποίας θα προέδρευαν εκ περιτροπής ένας Βρετανός, ένας Αμερικανός και ένας Σοβιετικός αξιωματούχος. Με τη σειρά τους, οι παραπάνω επιτροπές θα υπάγονταν στη δικαιοδοσία μιας “Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών της Ευρώπης”. Η τελευταία θα ήταν η ανώτατη Συμμαχική αρχή στην Ευρώπη στους δε κόλπους της ο καθένας από τους Τρεις θα έχαιρε του δικαιώματος της οριστικής αρνησικυρίας (βέτο). Σκοπός ήταν η ελαχιστοποίηση του στρατιωτικού παράγοντα, με άλλα λόγια του ειδικού βάρους που θα μπορούσε να ασκηθεί από τον κάθε εταίρο στο κρίσιμο χρονικό διάστημα της μετάβασης από τον πόλεμο στην ειρήνη.

Το σχέδιο δεν γνώρισε συνέχεια. Υπολογίζοντας σε μια ταχεία κατάρρευση της Ιταλίας, οι Βρετανοί το υπέβαλαν στους Αμερικανούς και στους Σοβιετικούς την παραμονή της Συμμαχικής απόβασης στη Σικελία. Το Foreign Office δεν είχε προβλέψει τις συνθήκες που τελικά επικράτησαν. Το ότι, δηλαδή, θα υπογραφόταν ανακωχή με έναν από τους κυριότερους αντιπάλους, δίχως ωστόσο να εκλείψουν οι εχθροπραξίες εντός του εδάφους της χώρας που την είχε υπογράψει. Επρόκειτο ακριβώς γι αυτό που συνέβη τον Σεπτέμβριο του 1943: την ίδια στιγμή κατά την οποία η Ιταλία έβγαινε από τον πόλεμο, ο πόλεμος εισήλθε στο έδαφός της. Η επιλογή των Γερμανών να προβάλλουν αντίσταση στη Συμμαχική προέλαση και να μην ανασυνταχθούν στο βορρά όπως όλοι ανέμεναν, είχε ως συνέπεια η χώρα να μετατραπεί σε θέατρο μακροχρόνιων και αιματηρών επιχειρήσεων. Οι συνθήκες ήταν αποτρεπτικές για την υλοποίηση του βρετανικού σχεδίου.

Η αλήθεια είναι πως οι Αμερικανοί είχαν υποδεχθεί με σοβαρότατες επιφυλάξεις την ιδέα την οποία προωθούσε το Foreign Office και που έκανε λόγο για έμμεση διοίκηση της ηπειρωτικής Ιταλίας με τη διατήρηση μιας τοπικής κυβέρνησης. Η προτίμησή τους στρεφόταν προς ένα σχήμα ανάλογο με εκείνο που είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή στην Σικελία: επιβολή μιας Διασυμμαχικής Στρατιωτικής Διοίκησης (Allied Military Government), οργάνου του Γενικού Επιτελείου των στρατευμάτων εισβολής. Δεν υπήρχε περίπτωση να αφαιρεθεί από τον Eisenhower (και κατ’ επέκταση από την Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση της Ουάσινγκτον) ο έλεγχος των ιταλικών αρχών ενόσω διαρκούσαν οι πολεμικές επιχειρήσεις. Πόσο μάλλον να μετακυλήσουν σε ένα τριμερές συμβούλιο με τη συμμετοχή σε αυτό και των Σοβιετικών. Από μόνο του ένα σχήμα του είδους αυτού ήταν ικανό (εξαιτίας των παρεμβάσεων της Μόσχας) να βραχυκυκλώσει την υιοθέτηση κάθε μέτρου που θα κρινόταν απαραίτητο από τους στρατιωτικούς. Προσηλωμένοι στο δόγμα της υπεροχής του διοικητή του εκάστοτε επιχειρησιακού θεάτρου, οι Αμερικανοί δεν ήταν διατεθειμένοι να αποδεχθούν παρά ένα και μόνο σχήμα: μια διμερή (και όχι τριμερή) αγγλοαμερικανική επιτροπή, υπαγόμενη στον Eisenhower και στο Μεικτό Γενικό Επιτελείο (Combined Chiefs of Staff). Εν τέλει, εάν η ΕΣΣΔ δεν συμμετείχε στη διοίκηση της Ιταλίας, αυτό δεν οφειλόταν ούτε σε αποστροφή της πρώτης (η Μόσχα είχε καλωσορίσει το βρετανικό σχέδιο), αλλά ούτε και στο φάσμα του κομμουνισμού και μιας επέκτασης της σοβιετικής επιρροής στη Μεσόγειο, όπως για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν η εντύπωση. Οφειλόταν στον τρόμο που ασκούσε πάνω στους στρατιωτικούς (ειδικότερα τους Αμερικανούς) η προοπτική ενός δίπολου σχήματος εξουσίας επί του ιδίου πεδίου των μαχών. Και στο τέλος του 1943, η ισχύς της στρατιωτικής λογικής ήταν αδιαμφισβήτητη.

Ιδού λοιπόν οι καταβολές μιας ολόκληρης κωμωδίας παρεξηγήσεων και υπαινιγμών, η οποία τον Οκτώβριο του ιδίου έτους στιγμάτισε τις εργασίες της συνδιάσκεψης σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών, στη Μόσχα. Επρόκειτο για την πρώτη συνάντηση σε τόσο ψηλή κλίμακα από την εποχή της γέννησης της συμμαχίας. Από τη μια πλευρά οι Σοβιετικοί, δια στόματος Molotov, εκδήλωσαν ζωηρό ενδιαφέρον για την περίπτωση της Ιταλίας αποδεχόμενοι το σχέδιο, το οποίο τους είχε υποβάλλει τρεις μήνες νωρίτερα ο Eden και που έκανε λόγο για πλήρη συμμετοχή εκ μέρους τους. Από την άλλη πλευρά ο ίδιος ο Eden είχε ήδη θέσει την ταφόπλακα στο σχέδιό του υποχωρώντας κάτω από τις πιέσεις των Αμερικανών. Αντ’ αυτού, προώθησε ένα πιο χαλαρό σχήμα, το οποίο προσέφερε μεν στην ΕΣΣΔ την επίφαση μιας συμμετοχής, αφαιρώντας ωστόσο από αυτήν κάθε αρμοδιότητα επί της ουσίας.

Η Συνδιάσκεψη των υπουργών Εξωτερικών των Τριών Μεγάλων στη Μόσχα (Οκτώβριος 1943).

Τον έλεγχο ως προς την εφαρμογή των διατάξεων της συνθηκολόγησης ανέλαβε μια Διασυμμαχική Επιτροπή Ελέγχου (Allied Control Commission), απαρτιζόμενη αποκλειστικά από Αμερικανούς και Βρετανούς με πρόεδρο ex officio τον στρατηγό Eisenhower. Η εν λόγω επιτροπή θα πλαισίωνε την τοπική κυβέρνηση λειτουργώντας ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην τελευταία και τον έξω κόσμο. Η ΕΣΣΔ, από κοινού με τους μικρότερους συμμάχους, θα συνδεόταν με αυτό το σχήμα μέσω ενός δευτέρου οργάνου που δημιουργήθηκε αποκλειστικά και μόνο προκειμένου να εξυπηρετήσει τον σκοπό αυτό. Επρόκειτο για το “Γνωμοδοτικό Συμβούλιο για την Ιταλία” (Advisory Council for Italy), στους κόλπους του οποίου ο Ρώσος εντεταλμένος συμμετείχε επί ίσοις όροις με έναν Γάλλο, έναν Έλληνα και έναν Γιουγκοσλάβο ομολόγους του. Ο πρώτος κατά σειρά εκπρόσωπος, Andrei Vychinski, φτάνοντας τον Νοέμβριο του 1943 επιτόπου, διαπίστωσε αμέσως πως το καθεστώς το οποίο επιφυλάχτηκε για τη χώρα του ήταν περισσότερο συμβολικό παρά ουσιαστικό. Βέβαια, καθώς ο πρώτιστος στόχος ολόκληρου αυτού του μηχανισμού ήταν η διαφύλαξη και διατήρηση της πρωτοκαθεδρίας της ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης, το παραπάνω σχήμα δεν ήταν δυνατό να επιβιώσει την επομένη της λήξης των εχθροπραξιών εντός του ιταλικού εδάφους. Όταν σχεδίαζαν το μέλλον της μεταπολεμικής Ιταλίας, οι Σύμμαχοι δεν είχαν φανταστεί πως οι επιχειρήσεις θα εξακολουθούσαν επί είκοσι μήνες έπειτα από τη συνθηκολόγηση, με άλλα λόγια έως το πέρας του πολέμου στην Ευρώπη.

Έτσι λοιπόν, στις αρχές του 1944 το “ιταλικό μοντέλο” τοποθετήθηκε στη θέση του. Κινείτο στους αντίποδες εκείνου που είχαν οραματιστεί οι Βρετανοί διπλωμάτες. Σε ό,τι αφορούσε τις πολιτικές και στρατιωτικές αρμοδιότητες, παρείχε πλήρη αποκλειστικότητα στις αρχές κατοχής. Μοναδική απόκλιση αποτελούσε ένα locus standi που επινοήθηκε ειδικά για την περίπτωση της ΕΣΣΔ και το οποίο λειτούργησε περιθωριακά μέχρι τέλους. Σε αντίθεση με όσα ισχυρίστηκαν ορισμένοι ιστορικοί, οι Ρώσοι δεν υπέκυψαν στα τετελεσμένα. Τον δευτερεύοντα ρόλο που τους αποδόθηκε ήταν κάλλιστα σε θέση (όφειλαν καλύτερα) να τον θεωρήσουν ευθύς εξαρχής ως χρήσιμο προηγούμενο για το μέλλον. Σε ένα πρώτο στάδιο δεν το συνειδητοποίησαν και προσπάθησαν να τον διευρύνουν με κάθε δυνατό μέσο. Αρχικά στράφηκαν προς τους Αγγλοαμερικανούς, ζητώντας να ενταχθούν ισότιμα στους κόλπους της Διασυμμαχικής Επιτροπής Ελέγχου. Εν συνεχεία, έδρασαν μονομερώς.

Το Μάρτιο του 1944, έπειτα από μυστική συνεννόηση του Vychinski με τους Ιταλούς, η Μόσχα συνήψε πλήρεις διπλωματικές σχέσεις με την κυβέρνηση Badoglio δίχως να ενημερώσει προηγουμένως τους υπόλοιπους Συμμάχους. Ο σκοπός ήταν να βραχυκυκλωθεί η Διασυμμαχική Επιτροπή και να εξουδετερωθεί ολόκληρος ο μηχανισμός, τον οποίον είχαν στήσει οι Αγγλοαμερικανοί. Οι τελευταίοι αντέδρασαν βίαια. Όχι μόνο δεν χαλάρωσαν τον έλεγχο που ασκούσαν μέχρι τότε, αλλά αντίθετα τον ενδυνάμωσαν περαιτέρω. Χαρακτηριστική ήταν η δήλωση του State Department περί τα μέσα Μαρτίου: “Ολόκληρο το σύστημα ελέγχου της Ιταλίας προέκυψε έπειτα από ώριμη σκέψη, επιβλήθηκε και εξελίχθηκε ως απαραίτητο στρατιωτικό εργαλείο (…), το οποίο παρέχει στον ανώτατο διοικητή την δυνατότητα να προστατέψει και να διεκπεραιώσει τις πολεμικές επιχειρήσεις επί του ιταλικού εδάφους. Αυτή η ύπατη αρμοδιότητα εξακολουθεί να ασκείται από τον ίδιο και καμιά ειδική συνεννόηση ανάμεσα στην ιταλική κυβέρνηση και κάποια από τις σύμμαχες ομόλογές της δεν είναι σε θέση να την μεταβάλει ούτε κατά διάνοια”.

Τραπεζογραμμάτιο αξίας 50 ιταλικών λιρών. Εκδόθηκε το 1944 κατόπιν αδείας των Συμμαχικών αρχών κατοχής.

Την άνοιξη του 1944, κι ενώ οι Αμερικανοί εκφέρουν έναν αδιάλλακτο λόγο σχετικά με τις υποθέσεις της Ιταλίας, η έξοδος από τον πόλεμο των ανατολικών δορυφόρων της Γερμανίας βρισκόταν ήδη στην ημερήσια διάταξη. Πρώτη υποψήφια για υπογραφή συνθηκολόγησης ήταν η Ρουμανία. Κατά τον μήνα Μάρτιο ο Κόκκινος στρατός, έχοντας εξαπολύσει επίθεση μεγάλου βεληνεκούς, εισέβαλλε στην Βεσσαραβία φθάνοντας μέχρι τον ποταμό Προύθο όπου ακινητοποιήθηκε επί πέντε μήνες. Το ζητούμενο ήταν, συνεπώς, η προετοιμασία της επόμενης μέρας, οι όροι της επικείμενης συνθηκολόγησης και ο τρόπος επιβολής τους.

Η αρχική ιδέα των Βρετανών συνίστατο σε ένα τριμερές και ισότιμο διοικητικό σύστημα για ολόκληρη την Ευρώπη. Δυστυχώς, το προηγούμενο της Ιταλίας κατέστησε κάτι τέτοιο ανέφικτο. Ήταν αυτονόητο πλέον πως στις περιπτώσεις της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας και της Ουγγαρίας τον πρώτο λόγο θα είχε η στρατιωτική διοίκηση των δυνάμεων κατοχής, δηλαδή η ΕΣΣΔ. Ωστόσο, αν και το Λονδίνο αναγκάστηκε να αναπροσαρμόσει ριζικά τον προγραμματισμό του σε επίπεδο τακτικής, δεν απομακρύνθηκε ούτε στιγμή από τους πολιτικούς στόχους τους οποίους είχε θέσει. Υποστηρίχτηκε από πολλές πλευρές πως οι Βρετανοί, θεωρώντας αδύνατη μια συνύπαρξη με τους Ρώσους και επιδιώκοντας να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους στην Μεσόγειο, προώθησαν, σε αντιδιαστολή με τους Αμερικανούς συμμάχους τους, το σχήμα ενός διαμοιρασμού της Ευρώπης σε ζώνες αποκλειστικής επιρροής. Είναι γεγονός πως στη Μεγάλη Βρετανία ακούστηκαν φωνές προς αυτή την κατεύθυνση, όπως άλλωστε και στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού, στις ΗΠΑ (η περίπτωση του George Kennan αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα). Σε κυβερνητικό επίπεδο ωστόσο, κάθε άλλο παρά συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ένας διαμελισμός σε μόνιμες και αδιαπέραστες ζώνες επιρροής προκαλούσε ρίγη ανησυχίας στους κύκλους του Foreign Office μεταξύ των ετών 1943 και 1945. Ο λόγος δεν ήταν η ψευδαίσθηση περί οικοδόμησης της δημοκρατίας στην ανατολική Ευρώπη ούτε η ευημερία Ρουμάνων, Βουλγάρων και Ούγγρων. Πραγματικός στόχος ήταν η επιβίωση της τριμερούς συμμαχίας, στην ύπαρξη της οποίας στηρίζονταν όλοι οι σχεδιασμοί για την μεταπολεμική Ευρώπη. Σε αυτό το τριμερές σχήμα μπορούσαν να προσχωρήσουν η Γαλλία και η Κίνα, με προοπτική το τελευταίο να εξελιχθεί σε ένα Διευθυντήριο πλανητικής κλίμακας.

Η βρετανική διπλωματία προσέβλεπε στην επίτευξη δυο στόχων: στη διατήρηση της συμμαχίας και στην αποφυγή υποδούλωσης της ανατολικής Ευρώπης από την ΕΣΣΔ. Οι δυο στόχοι ήταν αλληλένδετοι. Το ερώτημα είναι κατά πόσο ήταν και ασύμβατοι μεταξύ τους. Ήταν ποτέ δυνατό να αναμένει κανείς από τους Ρώσους να αφήσουν ανέγγιχτες τις πολιτικές, θεσμικές και κοινωνικές δομές των χωρών που θα τελούσαν υπό τον έλεγχο του Κόκκινου στρατού; Προτού υπεισέλθουμε στο κεφάλαιο περί ανατολικών συνθηκολογήσεων (επρόκειτο εξ ολοκλήρου για διμερείς αγγλορωσικές διαπραγματεύσεις καθότι, το 1944, η στρατιωτική παρουσία των Αμερικανών στα Βαλκάνια και στην παραδουνάβια Ευρώπη ήταν πενιχρή έως μηδαμινή), αξίζει τον κόπο να εξετάσουμε τα δεδομένα επί των οποίων στηρίζονταν οι σχεδιασμοί του Λονδίνου και να τους συσχετίσουμε με εκείνους του Κρεμλίνου και γενικότερα με την ίδια τη φύση της ΕΣΣΔ.⁵

Η δεσπόζουσα εικόνα της ΕΣΣΔ τόσο στις τάξεις των Βρετανών όσο και σε εκείνες των Αμερικανών, ήταν πως η συμμετοχή στον πόλεμο είχε μετατρέψει ριζικά την τελευταία σε μια “κλασσική” παράμετρο του ευρωπαϊκού στερεώματος ή, τουλάχιστον, την είχε εισαγάγει σε μια διαδικασία μετάλλαξης προς την κατεύθυνση αυτή (“μια πόρνη σε φάση εξιλέωσης” σύμφωνα με την άκομψη έκφραση του πρέσβη της Α.Μ. στη Μόσχα). Με άλλα λόγια, η πρόσληψη της σοβιετικής μεταπολεμικής εξωτερικής πολιτικής κάθε άλλο παρά σχετιζόταν με το επεκτατικό μοντέλο της χιτλερικής Γερμανίας (η εικόνα αυτή άρχισε να διαμορφώνεται αργότερα, ενόσω βρισκόταν πια σε εξέλιξη ο Ψυχρός Πόλεμος). Αντίθετα, παρέπεμπε περισσότερο σε εκείνη της Γερμανίας της εποχής του Bismarck, ειδικότερα κατά τις δυο δεκαετίες του 1870 και του 1880: μιας κορεσμένης δύναμης, απορροφημένης από τα εσωτερικά προβλήματα και συντηρητικής ως προς την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής, με διακαή επιθυμία να συμβάλει στη διεθνή τάξη πραγμάτων. Κατά πάσα βεβαιότητα η ΕΣΣΔ επιθυμούσε και εκείνη να προεκτείνει σε περίοδο ειρήνης την τριμερή συμμαχία με Βρετανούς και Αμερικανούς δίχως να προσβλέπει απαραίτητα στη σοβιετοποίηση της ανατολικής Ευρώπης μετά το πέρας του πολέμου. Εν ολίγοις, το Κρεμλίνο δεν προσδοκούσε μια μόνιμη δορυφοροποίηση των κατεχομένων περιοχών. Η στρατηγική του δεν ήταν στραμμένη προς μια κατεύθυνση αυτού του είδους αλλά ούτε και προς εκείνη μιας εσκεμμένης επιθετικής μορφής. Δεν διακατεχόταν από εξάρσεις επαναστατικού μεσσιανισμού, ούτε από κάποια πρόθεση πολιτικού προσηλυτισμού. Είχε πάψει να υπαγορεύεται από ιδεολογικά κίνητρα. Ο στόχος της ήταν περιορισμένος, σαφής και απόλυτα κατανοητός. Επρόκειτο για την ασφάλεια και την προστασία των νέων συνόρων της ΕΣΣΔ.

H προέλαση του Κόκκινου στρατού στα Βαλκάνια και την ανατολική Ευρώπη.

Το αναπόφευκτο επακόλουθο του παραπάνω αξιώματος εκφράστηκε τον Μάιο του 1943 με γλαφυρά και προφητικά λόγια από έναν λειτουργό του Foreign Office: “Η εν γένει συμπεριφορά της μεταπολεμικής ΕΣΣΔ έναντι ημών και όλων εκείνων που εκδηλώνουν κάποιο ενδιαφέρον γι αυτή, θα εξαρτηθεί από τον τρόπο, με τον οποίον θα της συμπεριφερθούμε εμείς έως τότε”. Εάν η ρωσική πολιτική δεν ήταν ιδεολογικά προκαθορισμένη, διατηρώντας βέβαια έναν βαθμό καχυποψίας αναφορικά με τον έξω κόσμο, τότε θα έπρεπε να διανύσει μια περίοδο μεγίστης ελαστικότητας προς την κατεύθυνση κάποιου είδους δυτικοποίησης. Σε μια τέτοια περίπτωση, κομβικός παράγοντας θα έπρεπε να είναι η στάση των Αγγλοαμερικανών, ειδικότερα σε θέματα που άπτονταν της ασφάλειας της ΕΣΣΔ. Αυτός ακριβώς υπήρξε ο άξονας πέριξ του οποίου σφυρηλατήθηκε η βρετανική πρόσληψη της ρωσικής πολιτικής: αυτή η τελευταία θα εξαρτάτο από την πρόσληψη της βρετανικής πολιτικής εκ μέρους του Κρεμλίνου. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο φόβος μιας σοβιετοποίησης των ανατολικών χωρών παρέμενε μια σοβαρή απειλή, έστω και αν, σύμφωνα πάντοτε με την οπτική του Λονδίνου, δεν ήταν αναπότρεπτα εγγεγραμμένη στη λογική των περιστάσεων. Ο δε μεγαλύτερος κίνδυνος συνίστατο στο να ερμηνευτεί η συμπεριφορά των Αγγλοσαξόνων ως εχθρική έναντι της Μόσχας ή, τουλάχιστον, ως ζημιογόνα ως προς τις δίκαιες διεκδικήσεις της τελευταίας στον τομέα της ασφάλειας. Στην απευκταία περίπτωση που η ΕΣΣΔ διαπίστωνε ότι οι διεκδικήσεις της δεν επρόκειτο να ικανοποιηθούν στο πλαίσιο ενός κλίματος κατανόησης και συνεργασίας με τους δυο συμμάχους της, ήταν βέβαιο πως θα επιχειρούσε να τις εκπληρώσει δίχως αυτούς, για να μην πει κανείς ενάντια σε αυτούς. Και όλα αυτά φυσικά,σε βάρος των λαών της ανατολικής Ευρώπης. Ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους δυο στόχους των Βρετανών ήταν διαλεκτικής φύσεως: ένας στοιχειώδης σεβασμός των δημοκρατικών αρχών και αξιών στις χώρες υπό τον έλεγχο της ΕΣΣΔ ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση της συμμαχίας. Από την άλλη πλευρά, η ίδια η διατήρηση της ενδοσυμμαχικής αρμονίας αποτελούσε την καλύτερη εγγύηση ως προς το μέλλον των χωρών αυτών.

Σύμφωνα με τους Βρετανούς διπλωμάτες εγκυμονούσε και ένας δεύτερος κίνδυνος. Η διαδικασία σοβιετοποίησης ήταν δυνατό να ενεργοποιηθεί και εξαιτίας ενός επιπρόσθετου παράγοντα. Εκείνου της κατάστασης που θα επικρατούσε εντός των παραπάνω χωρών. Επρόκειτο για μια παράμετρο ικανή να επηρεάσει από μόνη αρνητικά τις επιλογές της Μόσχας σε πολλαπλά επίπεδα. Υπήρχαν ήδη ενδείξεις, βάσει των οποίων ο τερματισμός του πολέμου θα βύθιζε τη ΝΑ Ευρώπη μέσα σε ένα χάος κοινωνικής αναρχίας, πολιτικών συγκρούσεων ακόμη και εμφυλίου πολέμου. Μια παρόμοια εξέλιξη ενείχε τον κίνδυνο να πείσει τους Σοβιετικούς να ενεργήσουν με τρόπο διαφορετικό από εκείνον που είχαν αρχικά σχεδιάσει. Ή και να προσφέρει στις τοπικές δυνάμεις της άκρας αριστεράς την ευκαιρία να δραστηριοποιηθούν με τρόπο που θα καθιστούσε δύσκολο για την ΕΣΣΔ να καταδικάσει, ακόμα περισσότερο δε να καταστείλει.⁶

Μια άλλη πηγή ανησυχίας, η οποία με την πάροδο του χρόνου εξελίχθηκε σε κυρίαρχη, ήταν η συμπεριφορά της αστικής τάξης (της πλέον ευθυγραμμισμένης με το αγγλοσαξονικό σύστημα διακυβέρνησης) και της ηγεσίας της σε κάθε μια από τις χώρες της κεντροανατολικής Ευρώπης. Σε ορισμένες από τις τελευταίες (λ.χ. στη Ρουμανία), οι αντίστοιχες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις διακατέχονταν από ένα έντονο αντισοβιετικό συναίσθημα και ήταν σε θέση, συνακόλουθα, να στρέψουν τους Συμμάχους τους μεν εναντίον των δε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ κατά της ΕΣΣΔ, με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίον οι Ιταλοί επιχείρησαν να στρέψουν την ΕΣΣΔ εναντίον των Αγγλοαμερικανών. Αντί να βυθιστούν στο πλαίσιο των βρετανικών επιδιώξεων περί συνεργασίας και εμπιστοσύνης μεταξύ των Τριών, οι αστικές τάξεις των εν λόγω χωρών κινδύνευαν να στραφούν κατά της πολιτικής που προωθούσε το Λονδίνο. Με άλλα λόγια, δεν ήταν διατεθειμένες να υποκύψουν άνευ όρων στον έλεγχο του Κόκκινου στρατού. Θα μπορούσαν κάλλιστα να αξιοποιήσουν τις διαφορές μεταξύ των Συμμάχων ή να δημιουργήσουν νέες εκεί που δεν υπήρχαν. Θα ήταν επίσης σε θέση να προκαλέσουν την ΕΣΣΔ, ούτως ώστε η τελευταία να αναγκαστεί να τραβήξει το ξίφος από το θηκάρι και να τις αναγκάσει να περιχαρακωθούν πίσω από την ισχυρή αγγλοσαξονική ασπίδα. Αυτό τουλάχιστον πίστευαν, καθώς παραγνώριζαν το γεγονός ότι σε περίπτωση ρήξης των ενδοσυμμαχικών σχέσεων, οι Αγγλοαμερικανοί δεν διέθεταν ασπίδα για να τους προστατεύσουν. Με άλλα λόγια, οι μετριοπαθείς ελίτ των χωρών αυτών, επιχειρώντας να εκμαιεύσουν την αντίδραση της Δύσης, θα προσέφεραν άθελά τους το πρόσχημα στην ΕΣΣΔ να θεμελιώσει τον έλεγχό της, στηριζόμενη αποκλειστικά στα κομμουνιστικά κόμματα. Το τελευταίο πράγμα που το Λονδίνο επιθυμούσε να δει ήταν μια εξέλιξη τέτοιας μορφής.

Έτσι είχε το παρασκήνιο των διαπραγματεύσεων με αντικείμενο τους όρους συνθηκολόγησης της Ρουμανίας, και αργότερα της Βουλγαρίας και της Ουγγαρίας, οι οποίες ξεκίνησαν την άνοιξη του 1944. Κύριο μέλημα των Βρετανών ήταν να προσπεράσουν την αρχική φάση της κατοχής από τον Κόκκινο στρατό με όσο το δυνατό λιγότερες απώλειες σε κάθε επίπεδο. Στους σχεδιασμούς του Foreign Office, δυο ήταν τα σημεία εκείνα που μονοπωλούσαν την προσοχή και το ενδιαφέρον. Από τη μια πλευρά, οι Δυτικοί είχαν κάθε συμφέρον να αναγνωρίσουν και να σεβαστούν την πρωτοκαθεδρία της ΕΣΣΔ ενόσω οι όροι της συνθηκολόγησης παρέμεναν σε ισχύ. Από την άλλη, όφειλαν να εξασφαλίσουν επιτόπου μια αποτελεσματική εκπροσώπηση για τον εαυτό τους, η οποία θα τους επέτρεπε να ελέγχουν την πολιτική σταθερότητα και να παρεμβαίνουν για την αποκατάσταση και διατήρησή της. Κατά συνέπεια, η εκτέλεση των όρων της κάθε συνθηκολόγησης δεν έπρεπε να επαφίεται στην αρμοδιότητα ενός και μόνο τοπικού στρατιωτικού διοικητή, αλλά να εμπίπτει σε έναν οργανισμό, στους κόλπους του οποίου η σοβιετική ανώτατη διοίκηση θα διατηρούσε την πρωτοκαθεδρία πλαισιωμένη από εκπροσώπους της Μεγάλης Βρετανίας και των ΗΠΑ. Βέβαια, πρώτιστη προϋπόθεση γι’ αυτό το τελευταίο αποτελούσε η συγκατάθεση της κυβέρνησης της Ουάσινγκτον, κάτι που δεν έπρεπε να θεωρείται ως δεδομένο από τη στιγμή που οι Αμερικανοί όχι μόνο δεν εκδήλωναν το παραμικρό ενδιαφέρον για τις εν λόγω περιοχές, αλλά έπρατταν τα πάντα προκειμένου να παραμείνουν αμέτοχες όσον αφορούσε τις εκεί εξελίξεις. Οι αρμοδιότητες και οι εξουσίες των δυτικών εντεταλμένων θα ορίζονταν κατά περίπτωση και ως προς αυτό, το Foreign Office είχε πλήρη συνείδηση πως το προηγούμενο της Ιταλίας λειτουργούσε αρνητικά. Πάντως, σε κάθε περίπτωση οι δικοί του εκπρόσωποι θα ήταν επιφορτισμένοι με μια τριπλή αποστολή: 1) την επίβλεψη της εφαρμογής των όρων της συνθηκολόγησης σε στενή συνεργασία με τις σοβιετικές αρχές κατοχής, 2) την ενθάρρυνση των τοπικών πολιτικών δυνάμεων (ειδικότερα των μετριοπαθών) να πράξουν το ίδιο, καθιστώντας κατανοητό ότι μια ενδεχόμενη ρήξη των ενδοσυμμαχικών σχέσεων θα ήταν επιζήμια για όλους και 3) τη στενή παρακολούθηση των εξελίξεων και την άμεση ενημέρωση των κυβερνήσεων της Δύσης σχετικά με κάθε προσπάθεια επιβολής μιας μόνιμης σοβιετικής κατοχής, επικίνδυνης για το μέλλον των συγκεκριμένων χωρών αλλά και για την ίδια την συνοχή της τριμερούς συμμαχίας.

Προπαγανδιστική αφίσα της ανατροπής του καθεστώτος Antonescu και της προσχώρησης της Ρουμανίας στο στρατόπεδο των Συμμάχων (κυρίως Σοβιετικών), στις 23 Αυγούστου 1944.

Μέσα στο παραπάνω γενικό πλαίσιο, το ειδικό βάρος των βρετανικών αξιώσεων διέφερε από χώρα σε χώρα με γνώμονα διάφορα κριτήρια. Απλοποιώντας, θα εστιάσουμε σε τρία από αυτά: 1) στα άμεσα ή έμμεσα συμφέροντα που οι Βρετανοί διατηρούσαν (ή πίστευαν πως διέθεταν) στις χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, 2) στο μέγεθος του εκτιμώμενου κινδύνου ανά χώρα και 3) σε αντιδιαστολή με το προηγούμενο, στον βαθμό της ανασφάλειας την οποία ένοιωθαν οι Σοβιετικοί. Ως προς την Ρουμανία, οι αξιώσεις των Βρετανών υπήρξαν περιορισμένης κλίμακας. Στα μάτια τους, η συγκεκριμένη χώρα παρουσίαζε μικρότερο ενδιαφέρον από ό,τι οι όμορές της, ειδικότερα η Βουλγαρία. Από την άλλη πλευρά, είχαν διατηρήσει επαφές, διαρκούντος του πολέμου, με τους κύκλους των αντιφρονούντων στο καθεστώς Antonescu, γεγονός που τους επέτρεπε στην παρούσα φάση να εξασφαλίσουν ερείσματα στους κόλπους των ιδίων πολιτικών δυνάμεων με προεξέχοντα το Φιλελεύθερο και το Αγροτικό κόμμα. Η Ρωσία, αντίθετα, ήταν ελάχιστα δημοφιλής σε επίπεδο ρουμανικής κοινής γνώμης, η δε πρόσφατη υφαρπαγή της Βεσσαραβίας από τον Κόκκινο στρατό δεν λειτουργούσε προς όφελος μιας άμβλυνσης της έντασης των σχέσεων. Μοναδικό στήριγμα της ΕΣΣΔ ήταν το Κομμουνιστικό κόμμα της χώρας. Όμως το τελευταίο δεν έχαιρε ευρείας αποδοχής και φάνταζε αδύναμο και ανίκανο να διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο. Υπό αυτές τις συνθήκες, κυρίαρχο μέλημα του Foreign Office ήταν να καθησυχάσει το Κρεμλίνο πως, παρόλο τον ευνοϊκό συσχετισμό των ισορροπιών, δεν είχε την πρόθεση να επιδοθεί σε δολοπλοκίες σε βάρος των σοβιετικών συμφερόντων,  ακριβώς προκειμένου να αποτραπεί η δια της βίας επιβολή ενός κομμουνιστικού καθεστώτος.

Ο καθησυχασμός των Ρώσων ιθυνόντων ήταν ακόμη πιο επιτακτικός καθότι, περί τα τέλη του 1943, η Υπηρεσία Ειδικών Επιχειρήσεων (Special Operations Executive – SOE) είχε άθελά της ρίξει λάδι στη φωτιά προωθώντας στη Ρουμανία μια ομάδα πρακτόρων, επιφορτισμένων με την αποστολή να αποκαταστήσουν επαφή με τον Iuliu Maniu, ηγέτη του Αγροτικού κόμματος. Η επιχείρηση απέτυχε καθώς οι τελευταίοι συνελήφθησαν αμέσως από το καθεστώς Antonescu. Οι επίσημες ρουμανικές αρχές, σε μια προσπάθεια να διατηρήσουν όλους τους διαύλους επικοινωνίας ανοικτούς, όχι μόνο δεν παρέδωσαν τους συλληφθέντες στους Γερμανούς, αλλά τους επέτρεψαν να συνεχίζουν να επικοινωνούν με το Κάιρο μέσω ασυρμάτου. Τους μήνες Απρίλιο και Μάιο 1944, το παραπάνω επεισόδιο προκάλεσε τη οργή του Molotov, ο οποίος κατηγόρησε τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες ότι μηχανορραφούσαν με τον Ρουμάνο δικτάτορα ενάντια στα συμφέροντα της ΕΣΣΔ. Αμήχανο, το Λονδίνο απάντησε προτείνοντας προκαταβολικά, σε μια προσπάθεια να αμβλύνει τις εντυπώσεις, την αναγνώριση της σοβιετικής πρωτοκαθεδρίας στην Ρουμανία, με αντάλλαγμα την αποδοχή της βρετανικής επιρροής στην Ελλάδα. Εννοείται πως δεν γινόταν λόγος για εγκατάλειψη της Ρουμανίας στην μοίρα της. Η πρόταση του Foreign Office στόχευε στην αποκλιμάκωση της έντασης αλλά και στην αποφυγή περισσότερο ακραίων λύσεων για την εν λόγω χώρα. Επρόκειτο για την απαρχή της διαδικασίας, η οποία πέντε μήνες αργότερα έμελλε να ολοκληρωθεί με τη σύναψη της λεγομένης “Συμφωνίας των ποσοστών”.

Με την αποκατάσταση της ηρεμίας στις διμερείς αγγλορωσικές σχέσεις, η σύνταξη των όρων συνθηκολόγησης της Ρουμανίας δεν προσέκρουσε σε άλλα εμπόδια. Θέλοντας και μη, το Λονδίνο παραχώρησε στους Σοβιετικούς τη μέριμνα για τη σύνταξη του τελικού κειμένου. Αρκέστηκε μόνο να ρωτήσει κατά πόσο η σύσταση μιας Διασυμμαχικής Επιτροπής Ελέγχου, προορισμένης να επιβλέπει τη δραστηριότητα της νέας ρουμανικής κυβέρνησης, συγκαταλεγόταν μεταξύ των προθέσεων της Μόσχας. Όταν οι Ρώσοι απάντησαν καταφατικά, επισημαίνοντας παρά ταύτα, πως η Διασυμμαχική Επιτροπή θα υπαγόταν απευθείας στον ανώτατο στρατιωτικό διοικητή μέχρι την υπογραφή της Συνθήκης ειρήνης, το Foreign Office δεν εξέφρασε αντίρρηση. Κατόπιν τούτου, οι συνομιλίες μεταξύ των Τριών – με ιδιαίτερα ισχνή την αμερικανική παρουσία και συμμετοχή – κατέληξαν στην υπογραφή, στις 12 Σεπτεμβρίου 1944, της πράξης Συνθηκολόγησης. Την υπέγραψαν ο στρατάρχης Malinovsky στο όνομα των Συμμάχων και οι εντεταλμένοι της νέας κυβέρνησης συνασπισμού, την οποία είχε ορκίσει ο βασιλέας Μιχαήλ, την επομένη της ανατροπής του δωσίλογου καθεστώτος Antonescu.

Το άρθρο 18 προέβλεπε όντως πως η εκτέλεση των όρων συνθηκολόγησης ανήκε σε μια τριμερή επιτροπή, υπαγόμενη “στη γενική διοίκηση και στις διαταγές της [Σοβιετικής] Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης”, η οποία θα λειτουργούσε σε κάθε περίπτωση “στο όνομα των Συμμάχων”. Έτσι, οι Βρετανοί εξασφάλισαν για τον εαυτό τους και για τους Αμερικανούς (οι οποίοι αδιαφορούσαν σχεδόν επιδεικτικά) την εκπροσώπηση στους κόλπους της Διασυμμαχικής Επιτροπής Ελέγχου. Στην ουσία όμως είχαν παραχωρήσει στους Σοβιετικούς τη δυνατότητα να προσδιορίζουν το είδος και το μέγεθος της συμμετοχής των Δυτικών. Τα πάντα εξαρτώνταν από την ερμηνεία την οποία το Κρεμλίνο απέδιδε στην έννοια “στο όνομα των Συμμάχων”. Βρετανοί και Αμερικανοί θα είχαν λόγο στις σημαντικότερες, τουλάχιστον, αποφάσεις; Ή μήπως, οι σοβιετικές αποφάσεις βαπτίζονταν απλώς και μόνο “συμμαχικές”; Όπως και να έχει το ζήτημα, το Λονδίνο ήταν σε θέση να παρακολουθεί επιτόπου, μέσω των δικών του εκπροσώπων στο Βουκουρέστι, τις εξελίξεις τόσο σε επίπεδο πολιτικής ζωής όσο και σε επίπεδο ρωσικής στρατιωτικής παρουσίας. Άλλωστε, θα καταφέρει τελικά να επηρεάσει αμφότερες τις πλευρές προς όφελος ενός διπλού στόχου: εκείνου της διατήρησης ομαλών σχέσεων με τις σοβιετικές στρατιωτικές αρχές και εκείνον της αποφυγής επιδείνωσης της όλης κατάστασης μέσω της επιβολής ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος.

Βουλγαρικός θυρεός μετά την επιβολή του κομμουνισμού.

Στην περίπτωση της Βουλγαρίας τα πράγματα αποδείχτηκαν διαφορετικά και πολύ δυσκολότερα. Στα μάτια των Βρετανών, η συγκεκριμένη χώρα ήταν από στρατηγικής απόψεως η σημαντικότερη στα Βαλκάνια, ενδεχομένως δε και σε ολόκληρη την ανατολική Ευρώπη, της Πολωνίας μη εξαιρουμένης. Μια σοβιετοποίηση της Βουλγαρίας ήταν ικανή να αποσταθεροποιήσει τα Βαλκάνια απειλώντας τα Στενά, την Ελλάδα, τη Γιουγκοσλαβία και την Τουρκία. Με άλλα λόγια, ήταν σε θέση να δυναμιτίσει τη βρετανική παρουσία και επιρροή στο σύνολο της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Επιπρόσθετα, η Μεγάλη Βρετανία δεν διέθετε ερείσματα στη Σόφια, εν μέρει εξαιτίας των καλών σχέσεων τις οποίες διατηρούσε διαρκούντος του πολέμου με τις εξόριστες στο Λονδίνο κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας. Αντίθετα, οι Σοβιετικοί δεν ήσαν σε καθεστώς πολέμου με την Βουλγαρία παρά μόνο κατά το τριήμερο 5 έως 8 Σεπτεμβρίου. Αλλά ακόμα και τότε επρόκειτο για εικονικό πόλεμο δίχως την παραμικρή απώλεια ζωής. Συνεπώς μπορούσαν να υπολογίζουν στη στήριξη σημαντικής μερίδας του πληθυσμού αλλά και στους παραδοσιακούς φυλετικούς δεσμούς ανάμεσα στους δυο λαούς. Το Λονδίνο θεωρούσε το ΚΚΒ ως το ισχυρότερο και καλύτερα οργανωμένο κόμμα στο πολιτικό στερέωμα της Βουλγαρίας. Σαν να μην αρκούσε αυτό, εντός της χώρας, η σοβιετοποίηση της οποίας φάνταζε ως θανάσιμος κίνδυνος, βρίσκονταν οι καλύτερα οπλισμένοι και εκπαιδευμένοι κομμουνιστές για την κατάληψη της εξουσίας.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, μόλις η ΕΣΣΔ κατέστησε γνωστή την πρόθεσή της να παρέμβει κηρύσσοντας τον πόλεμο κατά της Βουλγαρίας, οι Βρετανοί φρόντισαν να διαμηνύσουν πως στο ζήτημα της συνθηκολόγησης και του ελέγχου της χώρας αυτής σκόπευαν να διεκδικήσουν για τον εαυτό τους έναν πολύ πιο αποτελεσματικό ρόλο από ό,τι στην αντίστοιχη περίπτωση της Ρουμανίας. Συγκεκριμένα έκαναν λόγο για ισότιμη εκπροσώπηση, προβάλλοντας το επιχείρημα πως βρίσκονταν σε καθεστώς πολέμου με τη Βουλγαρία επί τρία ολόκληρα χρόνια, ενώ η Σοβιετική Ένωση επί τρεις μόνο ημέρες. Δικαιούνταν επομένως καλύτερης μεταχείρισης στην προκειμένη περίπτωση. Κατά κακή τους τύχη, οι Ρώσοι δεν έδειχναν διατεθειμένοι να υποχωρήσουν. Μάλιστα, εξέφρασαν την άρνησή τους επικαλούμενοι το ιταλικό προηγούμενο, όταν οι Δυτικοί έσπευσαν να διακηρύξουν τότε την ανώτατη εξουσία του στρατιωτικού διοικητή του συγκεκριμένου επιχειρησιακού θεάτρου. Από μόνη της, η ύπαρξη του ιταλικού παραδείγματος απαγόρευε κάθε διαφοροποίηση στις περιπτώσεις της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας. Αποτέλεσμα ήταν η καθυστέρηση των συνομιλιών μεταξύ των Τριών.⁷ Για την άρση του αδιεξόδου, το Foreign Office επινόησε έναν συμβιβασμό, τον οποίον ανέπτυξε τον Οκτώβριο ο Eden συνοδεύοντας τον  Churchill κατά την επίσκεψή του στην Μόσχα. Πράγματι, είναι γεγονός πως σε ολόκληρο τον κύκλο των διαπραγματεύσεων για την περίφημη “Συμφωνία των Ποσοστών”, σε ό,τι αφορούσε την περίπτωση της Βουλγαρίας, Βρετανοί και Ρώσοι δεν αναλώθηκαν σε στείρα παράθεση αριθμών. Το ζήτημα της συνθηκολόγησης της χώρας αυτής, ειδικότερα δε εκείνο των αρμοδιοτήτων που θα εκχωρούνταν στην Διασυμμαχική Επιτροπή Ελέγχου, κατείχαν σημαίνουσα θέση.

9 Σεπτεμβρίου 1944: η υποδοχή του Κόκκινου στρατού στη Σόφια.

Ο συμβιβασμός συνίστατο στον διαχωρισμό της κρίσιμης μεταβατικής περιόδου σε δυο στάδια. Ένα πρώτο, έως τον τερματισμό των εχθροπραξιών με τη Γερμανία, οπότε τον έλεγχο της Διασυμμαχικής Επιτροπής θα ασκούσαν οι Σοβιετικοί. Σε ένα διάδοχο δεύτερο, και έως την συνομολόγηση της Συνθήκης Ειρήνης, η Επιτροπή θα λειτουργούσε σε ισότιμη βάση. Η πρόταση έγινε μερικώς αποδεκτή (ή μερικώς απορρίφθηκε σύμφωνα με άλλες εκτιμήσεις) από τους Ρώσους έπειτα από ατέρμονες διαπραγματεύσεις. Το Κρεμλίνο δεσμεύτηκε να συζητήσει μεταβολή του τρόπου λειτουργίας της Διασυμμαχικής Επιτροπής Ελέγχου έπειτα από τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας. Ωστόσο, απέφυγε να υποσχεθεί αναβάθμιση των υπολοίπων δυο στους κόλπους της ίδιας επιτροπής. Κατέστησε σαφές πως κάτι τέτοιο ισοδυναμούσε εκ των πραγμάτων με καταδίκη της δικής του εκπροσώπησης σε καθεστώς μόνιμης μειοψηφίας.

Πολλοί ιστορικοί συνηθίζουν να θεωρούν την αγγλορωσική Συμφωνία του Οκτωβρίου 1944 ως την πεμπτουσία του κυνισμού ή ως θέατρο του παραλόγου, από τη στιγμή κατά την οποία τα ποσοστά δεν εκπροσωπούσαν τίποτα στα μάτια των δυο ενδιαφερομένων πλευρών. Ωστόσο, οι ενέργειες των Βρετανών δεν αποτελούσαν προϊόν κυνισμού. Υπαγορεύονταν περισσότερο από ευσεβείς πόθους. Με γνώμονα τη δική τους οπτική, η αναγνώριση της σοβιετικής πρωτοκαθεδρίας στη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και την Ουγγαρία διέθετε ημερομηνία λήξης: την περίοδο της κατοχής από τον Κόκκινο στρατό μέχρι την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης. Επρόκειτο για ένα προσωρινό καθεστώς, το οποίο δεν παρείχε κατά κανένα τρόπο στην ΕΣΣΔ το δικαίωμα να λειτουργεί επιτόπου αυτοδύναμα. Ως προς αυτό βέβαια, ο Stalin δεν χρειαζόταν την άδεια των Συμμάχων καθώς θεωρούσε τη σοβιετική στρατιωτική παρουσία στις παραπάνω χώρες ως εγγύηση ότι οι Αγγλοαμερικανοί δεν επρόκειτο να προβούν σε δολοπλοκίες εις βάρος των δικών του συμφερόντων. Απώτερος στόχος του βρετανικού σκεπτικού ήταν, όπως πάντα, ο καθησυχασμός των Ρώσων και η αποφυγή δημιουργίας ενός κλίματος αμοιβαίας καχυποψίας που θα τους έκανε να μετατρέψουν μια ζώνη προσωρινής στρατιωτικής κατοχής σε μια μόνιμη εσωστρεφή πολιτική σφαίρα, πλήρως αποξενωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο.

Όσον αφορά δε τα ποσοστά, δεν αποκτούσαν νόημα παρά μόνο εάν εξετάζονταν κατά περίπτωση, σε αναλογία με τι ακριβώς εκπροσωπούσαν στην πραγματικότητα. Εκείνο που μετρά είναι η σχετική αξία του καθενός από αυτά. Προκειμένου να αντιληφθεί κανείς την σημασία ενός δυτικού ποσοστού της τάξης του 10% (Ρουμανία) ή του 20 % (Βουλγαρία), αρκεί να προβεί σε μια απλή σύγκριση ανάμεσα στις πράξεις Συνθηκολόγησης με τα δυο κράτη. Το ρουμανικό κείμενο έθετε την Διασυμμαχική Επιτροπή Ελέγχου κάτω από τις διαταγές της σοβιετικής ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας για όσο χρονικό διάστημα θα διαρκούσε η επιτόπου παρουσία του Κόκκινου στρατού. Το βουλγαρικό κείμενο, απόσταγμα των συνομιλιών Eden-Molotov του Οκτωβρίου 1944, προέβλεπε κάτι ανάλογο “μέχρι την λήξη των εχθροπραξιών με την Γερμανία”. Στο διάστημα ανάμεσα στη λήξη των εχθροπραξιών και την τελική υπογραφή της ειρήνης (ένα διάστημα που κινδύνευε να αποβεί μακροχρόνιο), η Διασυμμαχική Επιτροπή Ελέγχου θα τελούσε υπό την “προεδρία” και όχι υπό την “διεύθυνση” ενός Ρώσου ανώτατου αξιωματικού. Ο ίδιος ο Molotov είχε διαβεβαιώσει τον Βρετανό ομόλογό του πως: “Εξυπακούεται ότι κατά τη διάρκεια της δεύτερης αυτής φάσης, ο πρωταρχικός ρόλος της σοβιετικής ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης θα μειωθεί κάπως,  προς όφελος των Αμερικανών και Βρετανών εντεταλμένων”. Σε ποιο βαθμό όμως; Επρόκειτο για την ουσία του προβλήματος, την οποία, όμως και οι Τρεις προτίμησαν να προσπεράσουν προσωρινά έως ότου σιγήσουν πλήρως τα όπλα στο σύνολο της ευρωπαϊκής ηπείρου.⁸

Το ιδιόχειρο σημείωμα του Churchill προς τον Stalin, με τις βρετανικές αξιώσεις ως προς τα ποσοστά.

Το αντικείμενο του παρόντος άρθρου εστιάζει στην προσέγγιση των προθέσεων των Συμμάχων έναντι των δορυφόρων της Γερμανίας για τα έτη 1943 και 1944. Συνεπώς, δεν πρόκειται να εξεταστεί καθόλου το καθεστώς εφαρμογής των συνθηκολογήσεων το 1945, τόσο πριν όσο και έπειτα από τον τερματισμό των εχθροπραξιών με την Γερμανία.⁹ Θα ολοκληρώσουμε, εν είδει συμπερασμάτων, με μια σύντομη αναφορά στην κατάσταση, έτσι όπως διαμορφώθηκε, την επομένη της άφιξης στις εχθρικές χώρες της ΝΑ Ευρώπης, των Βρετανών εντεταλμένων στους κόλπους των Διασυμμαχικών Επιτροπών Ελέγχου (εκείνη των συναδέλφων τους Αμερικανών ακολούθησε με μεγάλη χρονική καθυστέρηση, η δε συμμετοχή τους, τόσο σε μέγεθος όσο και σε αρμοδιότητες υπήρξε μακρόθεν πιο διακριτική).

Το πρώτο γνώρισμα υπήρξε η διαρκώς κλιμακούμενη αντίφαση στις οδηγίες, των οποίων υπήρξαν οι αποδέκτες, και που αντανακλούσαν το δισυπόστατο των στρατηγικών στόχων. Η πολιτική, η οποία περιγράφηκε μέχρι στιγμής, εξέφραζε επακριβώς τις προθέσεις του Foreign Office έναντι των Βρετανών εκπροσώπων στο Βουκουρέστι, τη Σόφια και τη Βουδαπέστη. Οι οδηγίες – η καλύτερη απόδειξη της αντίθεσης του Λονδίνου στην ιδέα περί διανομής της Ευρώπης – έκλιναν σαφώς προς την κατεύθυνση μιας ειλικρινούς συνεργασίας και καλλιέργειας καλών σχέσεων με τους Ρώσους συναδέλφους τους. Ταυτόχρονα δε, προς την αποτροπή κάθε ατυχούς πρωτοβουλίας εκ μέρους των Ρουμάνων, Βουλγάρων και Ούγγρων, ικανής να επιφέρει σκλήρυνση της στάσης της ΕΣΣΔ. Από την άλλη πλευρά, οι Σοβιετικοί τελούσαν υπό συνεχή παρακολούθηση. Οι οδηγίες ήταν κρυστάλλινης διαύγειας ως προς αυτό. Οι συγκεκριμένες χώρες ενέπιπταν στην επιχειρησιακή σφαίρα του Κόκκινου στρατού. Επομένως ήταν φυσικό η ΕΣΣΔ να διαθέτει εκεί προνομιακή θέση έναντι των υπολοίπων συμμάχων της στο όλο ζήτημα της εφαρμογής των διατάξεων συνθηκολόγησης. Όμως, η Μεγάλη Βρετανία δεν επιθυμούσε κατά κανένα τρόπο να δει τις χώρες αυτές να υπάγονται επ’ αόριστον στον έλεγχο του Κρεμλίνου. Γι’ αυτό και ήταν αποφασισμένη να διεκδικήσει μια ισότιμη παρουσία και συμμετοχή στο σύνολο των πολιτικών υποθέσεων αμέσως μετά την υπογραφή των Συνθηκών Ειρήνης.

Έχοντας σχηματίσει ιδίοις όμμασι πληρέστερη εικόνα της όλης κατάστασης, οι Βρετανοί αξιωματούχοι στις χώρες της ΝΑ Ευρώπης διαπίστωναν ολοένα και περισσότερο, με την πάροδο του χρόνου, το ασύμβατο ανάμεσα στους δυο στόχους (συνεργασία με τους Σοβιετικούς και προστασία της ανεξαρτησίας και κυριαρχίας των χωρών αυτών). Όταν πείστηκαν πως ήταν πρακτικά αδύνατη η ταυτόχρονη προώθηση αμφοτέρων, εγκατέλειψαν τον πρώτο και επικέντρωσαν την προσπάθειά τους στην επίτευξη του δευτέρου. Αναμενόμενη συνέπεια ήταν η μετάλλαξή τους σε απόστολους της σκληρής γραμμής (tough line) έναντι της ΕΣΣΔ αλλά και σε κύριους επικριτές της συγκαταβατικής πολιτικής που εξακολουθούσαν να προωθούν οι κύκλοι του Λονδίνου. Μια επιπρόσθετη δυσκολία, κάθε άλλο παρά αμελητέα, σχετιζόταν με την στάση των τοπικών μετριοπαθών πολιτικών δυνάμεων και των ηγετών τους. Υπήρξαν περιπτώσεις, όπου η κατάσταση ξεπέρασε τους χειρότερους εφιάλτες του Foreign Office.

Όμως, το μεγαλύτερο εμπόδιο συνίστατο στην αιφνίδια αφύπνιση του ενδιαφέροντος των ΗΠΑ για τη συγκεκριμένη περιοχή. Κομπάρσοι το 1944, οι Αμερικανοί μετεξελίχθηκαν σε πραγματικούς πρωταγωνιστές έναν χρόνο αργότερα. Αντίθετα με ό,τι υποστηρίζεται συχνά, η Συνδιάσκεψη της Γιάλτας επ’ ουδενί πρέπει να εκληφθεί ως υποχωρητικότητα εκ μέρους της κυβέρνησης της Ουάσινγκτον. Ειδικότερα δε σε ό,τι σχετίζεται με τις ευρισκόμενες υπό κατοχή χώρες της ανατολικής Ευρώπης, σηματοδοτεί την απαρχή μιας δυναμικής και διεισδυτικής πολιτικής, η οποία και αντικατοπτρίζει πλέον το ενδιαφέρον των ΗΠΑ γι αυτές. Στόχος ήταν η αλλαγή του καθεστώτος των συνθηκολογήσεων ως προς την λειτουργία των Διασυμμαχικών Επιτροπών Ελέγχου, με άλλα λόγια η απάλειψη της σοβιετικής πρωτοκαθεδρίας και η υποκατάστασή της από την αρχή της συλλογικής ευθύνης (Joint Responsibility) έτσι όπως αυτή διατυπώθηκε στη Διακήρυξη της Κριμαίας περί Ελεύθερης Ευρώπης. Ακολουθώντας την ίδια γραμμή και έπειτα από την ανάληψη της προεδρίας από τον Harry Truman, οι Αμερικανοί επέλεξαν ακριβώς αντίθετη πορεία από εκείνη που επαγγελόταν το Foreign Office. Εισήλθαν σε τροχιά σύγκρουσης με τους Ρώσους και δεν δίστασαν να επενδύσουν επάνω στα αστικά πολιτικά κόμματα της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας, στρέφοντάς τα ενάντια στις σοβιετικές αρχές κατοχής.

Η Συνδιάσκεψη της Γιάλτας (4-11 Φεβρουαρίου 1945).

Το Foreign Office είχε προ πολλού προφητέψει πως μια πολιτική, η οποία θα στόχευε στη σκλήρυνση της στάσης κατά της ΕΣΣΔ, θα επέφερε ολέθρια αποτελέσματα: τη δηλητηρίαση των σχέσεων με το Κρεμλίνο, την επιδείνωση της μοίρας των χωρών της ανατολικής Ευρώπης, τη θέση σε κίνδυνο (πολιτικό και φυσικό) των δυτικόφιλων στελεχών, στα οποία τόσο το Λονδίνο όσο και η Ουάσινγκτον ήταν αδύνατο να παράσχουν προστασία. Με την είσοδο του 1946, οι παραπάνω φόβοι μετεξελίχθηκαν σε πραγματικότητα.

O Bruno Arcidiacono διετέλεσε Καθηγητής της Ιστορίας των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Ανωτάτων Διεθνών Σπουδών (Institut des Hautes Études Internationales) της Γενεύης μεταξύ των ετών 1987 και 2015. Καθιερώθηκε παγκοσμίως ως ένας από τους βαθύτερους γνώστες της ιστορίας του διεθνούς συστήματος από την εποχή του Συνεδρίου της Βιέννης (1815) έως σήμερα. Η πρόωρη απώλειά του στις 5 Νοεμβρίου 2019 βύθισε συναδέλφους, μαθητές και φίλους σε βαρύ πένθος.

 

Επιλεκτική εργογραφία του συγγραφέα

 

Cinq types de paix. Une histoire des plans de pacification perpétuelle (XVIIe-XXe siècles). Paris, PUF, 2011, 465 p.

“De la balance politique et de ses rapports avec le droit des gens : Vattel, la «guerre pour l’équilibre» et le système européen”, in P. Haggenmacher et V. Chetail (dir.), Le droit international de Vattel  vu du XXIe siècle. Boston, Brill, 2011, 75-98.

“« Non par la guerre, à la manière des sauvages » : Kant et l’avènement de l’état de droit entre les nations”, Journal of the History of International Law, VIII, n° 1, 2006, 39-89.

“Pour une généalogie de la Charte des Nations Unies : la tradition directoriale”, Relations internationales, n° 127, 2006, 5-23.

“Les projets de réorganisation du système international au XIXe siècle (1871-1914)”, Relations internationales, n° 123, 2005, 11-24.

Alle origini della divisione europea. Armistizi e Commissioni di controllo alleate in Europa orientale, 1944-1946. Firenze, Ponte alle Grazie, 1993, 434 p.

Le « précédent italien » et les origines de la guerre froide. Les Alliés et l’occupation de l’Italie, 1943-1944. Bruxelles, Bruylant, 1984, 481 p.

 

Σημειώσεις

¹ Το παρόν άρθρο στηρίζεται σε δυο πραγματείες, οι οποίες αναφέρονται αντίστοιχα στις περιπτώσεις της Ιταλίας και των ανατολικοευρωπαϊκών και νοτιοευρωπαϊκών δορυφόρων της Γερμανίας (Ρουμανία, Βουλγαρία και Ουγγαρία). Η Φινλανδία εξαιρείται από την κατηγορία αυτή καθώς δεν κατακτήθηκε ούτε και τέλεσε υπό κατοχή. Bruno Arcidiacono, Le précédent italien et les origines de la guerre froide. Les Alliés et l’ occupation de l’ Italie, 1943-1944, Bruxelles, Bruylant, 1984. Του ιδίου, Alle origini della divisione europea. Armistizi e commissioni di controllo alleate in Europa orientale, 1944-1946, Firenze, Ponte alle Grazie, 1993.

² Είναι πάντως γεγονός πως στη συνείδηση του κόσμου, τα Συμμαχικά στρατεύματα έγιναν δεκτά ως απελευθερωτές και όχι ως στρατεύματα κατοχής. Βλ. σχετικά, Antonio Varsori – Ilaria Poggiolini, “Une ou des occupations anglo-américaines? Les cas de l’ Italie et du Japon” in Relations internationales, αρ. 79, φθινώπορο 1994.

³ Χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά η περίπτωση της Ιταλίας, όπου οι προτεραιότητες των Αμερικανών και Βρετανών στρατιωτικών, υπαγορευόμενες από τη συνέχιση του πολέμου κατά της Γερμανίας, διαπλέκονταν με τις επιλογές των διπλωματών, οι οποίοι λειτουργούσαν με μεταπολεμικά δεδομένα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη διαμόρφωση των σχέσεων με την ΕΣΣΔ.

⁴ Από το Αλγέρι, ο στρατηγός Eisenhower συντόνιζε τις Συμμαχικές επιχειρήσεις στη Μεσόγειο.

⁵ Βλ. σχετικά Bruno Arcidiacono, “Between War and Peace: The Western Perception of Soviet East European Policy”, in A. Varsori (επιμ.), Europe 1945-1990s. The End of an Era?, London, Macmillan, 1994, s. 47-61.

⁶ Ως προς αυτό το σημείο οι Βρετανοί εξέφραζαν έντονο προβληματισμό για την περίπτωση της Βουλγαρίας όπου οι κομμουνιστές φάνταζαν περισσότερο δυναμικοί από όσο στις υπόλοιπες χώρες.

⁷ Στην πραγματικότητα, ανάμεσα στην αναστολή των εχθροπραξιών και την υπογραφή της συνθηκολόγησης, θα μεσολαβήσει ένα χρονικό διάστημα επτά εβδομάδων.

⁸ Το παράδειγμα της Ουγγαρίας επιβεβαιώνει τον συσχετισμό των ποσοστών με την πραγματικότητα. Τα ποσοστά για την συγκεκριμένη χώρα ήταν της τάξης του 80% – 20% υπέρ των Σοβιετικών, όπως και στην Βουλγαρία. Όσον αφορά το καθεστώς λειτουργίας της Διασυμμαχικής Επιτροπής Ελέγχου, πρόκειται για επί λέξει αναπαραγωγή της αντίστοιχης διάταξης, η οποία περιλαμβάνεται στην πράξη Συνθηκολόγησης της Βουλγαρίας. Η υπογραφή της Συνθηκολόγησης της Ουγγαρίας (20 Ιανουαρίου 1945) καθυστέρησε πολύ περισσότερο σε σύγκριση με εκείνες της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας. Ο λόγος ήταν η δυναμική αντίδραση των Γερμανών κατά του δικτάτορα Horthy στις 15 Οκτωβρίου 1944, μόλις ο τελευταίος δημοσιοποίησε την πρόθεσή του να αποσύρει την χώρα από τον πόλεμο.

⁹ Σχετικά με το θέμα αυτό βλ. Bruno Arcidiacono, Alle origini…οπ. και του ιδίου “Anglais, Américains et Soviétiques dans les pays occupés de l’ Europe danubienne” in Relations Internationales, No 79, Paris – Genève, φθινώπορο 1994.

 

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Γιάννης Μουρέλος: Η έννοια της εθνικής ανεξαρτησίας στην εκφορά του γκωλικού λόγου με αφορμή το Μεσανατολικό

130 χρόνια από τη γέννηση, 50 χρόνια από τον θάνατο του Charles de Gaulle

Γιάννης Μουρέλος

Η έννοια της εθνικής ανεξαρτησίας στην εκφορά του γκωλικού λόγου
με αφορμή το Μεσανατολικό

 

Όταν, στις 5 Ιουνίου 1967, ξέσπασε ο Πόλεμος των Έξι Ημερών, οι πάντες στη Γαλλία, από τα πολιτικά κόμματα έως τα διάφορα όργανα ενημέρωσης τάχθηκαν ανεπιφύλακτα υπέρ του κράτους του Ισραήλ. Η μεγάλη έκπληξη προήλθε από τον στρατηγό de Gaulle, πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας, ο οποίος κατήγγειλε την ισραηλινή επίθεση αναστέλλοντας ταυτόχρονα πάσης φύσεως προγραμματισμένη αποστολή γαλλικού οπλισμού με προορισμό τις χώρες της Μέσης Ανατολής. Η αρχική έκπληξη παραχώρησε ταχύτατα τη θέση της σε έναν χείμαρρο κατηγοριών και επιπλήξεων. Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να διανοηθεί μεγαλύτερο χάσμα ανάμεσα στην κοινή γνώμη και τον πρόεδρό της.

Η συνέντευξη Τύπου της 27ης Νοεμβρίου 1967, όπου έγινε πολύς λόγος για το Μεσανατολικό¹, περιέπλεξε ακόμα περισσότερο την όλη κατάσταση. Είναι αλήθεια πως περιοριζόμενος κανείς σε μια επιδερμική ανάγνωση του περιεχομένου μπορεί εύκολα να προσάψει στον Γάλλο πρόεδρο αντισημιτικές προθέσεις. Άραγε, η προσφυγή στον όρο “ηγεμονικός λαός” (peuple dominateur) αναφορικά με τους Ισραηλίτες, είχε για μια φορά υπερκεράσει τη σκέψη του αδιαφιλονίκητου χρήστη της γαλλικής γλώσσας που ήταν ο στρατηγός; H απάντηση είναι αρνητική. Αν και υπόδειγμα δημιουργικής φαντασίας, οι συνεντεύξεις Τύπου προετοιμάζονταν προηγουμένως σχολαστικά, το δε περιεχόμενό τους αποτελούσε το απόσταγμα μακροχρόνιου και συστηματικού στοχασμού. Αυτό ήταν κοινό μυστικό. Σπανίως ξέφευγαν από το προκαθορισμένο πλαίσιο μιας γενικότερης προσέγγισης. Υπό αυτό το πρίσμα, η συνέντευξη της 27ης Νοεμβρίου δεν αποτελεί εξαίρεση. Ακολουθεί πιστά τον κανόνα. Συνεπώς, εύλογη είναι η απορία: τι ακριβώς συνέβη και  ανετράπησαν πλήρως τα έως τότε δεδομένα ενώ η άγραφη συμμαχία ανάμεσα στη Γαλλία και το κράτος του Ισραήλ είχε ήδη συμπληρώσει μια δεκαετία; Τελικά, ο Πόλεμος τον Έξι Ημερών ήταν η πραγματική αιτία ή μήπως λειτούργησε ως πρόσχημα προκειμένου να διακοπεί η ειδική αυτή σχέση;

Η συνέντευξη Τύπου της 27ης Νοεμβρίου 1967 στο Προεδρικό Μέγαρο των Ηλυσίων

Το μόνο από τα πολιτικά κόμματα της χώρας που έσπευσε να στηρίξει την επίσημη θέση υπήρξε το κομμουνιστικό. Φυσικά το ίδιο συνέβη και με το γκωλικό κόμμα, όχι δίχως ενδοιασμούς και επιφυλάξεις που εκδηλώθηκαν αρκετά διακριτικά, είναι αλήθεια, για λόγους κομματικής πειθαρχίας και κυβερνητικής αλληλεγγύης. Κι όμως, ο μεσανατολικός προσανατολισμός της πολιτικής του de Gaulle ήταν προ πολλού γνωστός. Χρονολογείτο από τη στιγμή της ανάρρησης του στρατηγού στο ύπατο αξίωμα της χώρας το 1958. Εφαρμόστηκε μάλιστα με ακόμα μεγαλύτερη αποφασιστικότητα μετά το πέρας του Πολέμου της Αλγερίας και την άρση του αδιεξόδου, στο οποίο είχε περιέλθει η Γαλλία εξαιτίας, ακριβώς, της διεξαγωγής του τελευταίου. Πρόκειται για μια πολιτική, η οποία είχε επιμελώς σχεδιαστεί και εντατικοποιηθεί καθ’ όλη τη διάρκεια της προεδρικής θητείας.

Η αραβοϊσραηλινή αντιπαράθεση είχε αναγορευτεί, από το 1948 και κατόπιν, σε θεμελιώδη παράμετρο του Μεσανατολικού. Ήδη από τότε, ο de Gaulle δεν έκρυβε τη συμπάθεια, την οποία έτρεφε προς το νεότευκτο κράτος του Ισραήλ. Όταν, δέκα χρόνια αργότερα, ανέβηκε στην εξουσία, συνέχισε να διακατέχεται από τα ίδια αισθήματα. Ωστόσο, ο θαυμασμός και η συμπάθεια που ένοιωθε είχαν κάπως μετριαστεί εξαιτίας των επεκτατικών τάσεων αλλά και των διαφόρων προοπτικών ως προς το μέλλον του Ισραήλ. Έχοντας ο ίδιος απαλλαγεί από την αλγερινή υποθήκη, ξαναβρήκε μια ελευθερία κινήσεων, η οποία του επέτρεπε πλέον να αποκαταστήσει τη συνέχεια με τη γαλλική παραδοσιακή πολιτική, επιδιδόμενος σε μια αναπροσαρμογή ευρείας κλίμακας των σχέσεων της χώρας του με τον αραβικό κόσμο. Η καλλιέργεια προνομιακών σχέσεων με τον τελευταίο εξασφάλιζαν κι ένα επιπρόσθετο πλεονέκτημα. Ενδυνάμωναν τη θέση της Γαλλίας τόσο έναντι της υπόλοιπης Ευρώπης όσο και έναντι των δυο υπερδυνάμεων της εποχής εκείνης. Έτσι άρχισε σιγά-σιγά να σφυρηλατείται το δόγμα μιας Γαλλίας, δυτικής δύναμης, διαθέτουσας αποτρεπτική στρατιωτική αυτοδυναμία, αποφασισμένης να τροποποιήσει τον διπολισμό των διεθνών σχέσεων και υπέρμαχου της διαφύλαξης της ειρήνης στη Μεσόγειο. Πρόκειται για μια επιλογή, η οποία δεν προσβλέπει στην ανατροπή των υπαρχουσών φιλικών σχέσεων, αλλά στην επέκταση των παραπάνω σχέσεων προς πάσα κατεύθυνση. Άλλωστε η συνέχεια μιας πολιτικής δεν γίνεται αντιληπτή παρά μόνο όταν πηγάζει από το παρελθόν και από την παράδοση. Τότε και μόνο τότε αναδεικνύονται σε όλο τους το μέγεθος η σημασία και η πραγματική της αξία.

Προκειμένου να καταφέρει κανείς να κατανοήσει σφαιρικά τον λόγο, τον οποίο ο de Gaulle εκφέρει αναφορικά με το Μεσανατολικό, δεν αρκεί να περιοριστεί μόνο στην περίοδο της προεδρικής του θητείας (1958-1969). Είναι απαραίτητη μια αναδρομή στο παρελθόν, με τη διαμονή του στη Συρία και στον Λίβανο κατά τη διετία 1929-1931 ή ακόμα και στην περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ο στρατηγός ηγείτο της μαχόμενης Γαλλίας. Μόνο έτσι αναδύονται μια συνέχεια στο συναίσθημα και μια μονιμότητα στον τρόπο σκέψης. Ο μεσογειακός κόσμος, ειδικότερα δε η Μέση Ανατολή, σημάδεψαν τον de Gaulle στις κρισιμότερες καμπές της ζωής του και της πολιτικής του σταδιοδρομίας. Κατά κάποιο τρόπο σφράγισαν αμετάκλητα τη μοίρα του.

O ταγματάρχης de Gaulle στον Λίβανο το 1929.

Η πρώτη γνωριμία με τον χώρο πραγματοποιήθηκε το 1929. Η διετής παραμονή του ταγματάρχη de Gaulle στις γαλλικές κτήσεις της Συρίας και του Λιβάνου του επέτρεψε να ανακαλύψει τη μεσογειακή πραγματικότητα. Ταυτόχρονα, τον έθεσαν για πρώτη φορά αντιμέτωπο με την αποικιακή διάσταση της πολιτικής της χώρας του. Από την όλη εμπειρία εξήλθε βαθιά επηρεασμένος.² Τον Ιούνιο του 1940, τη στιγμή κατά την οποία η μητροπολιτική Γαλλία βρισκόταν υπό καθεστώς κατάρρευσης, η στροφή προς τις αποικιακές κτήσεις αποτελούσε μια σοβαρή εναλλακτική λύση για τη συνέχιση του πολέμου. Δυστυχώς, η κυβέρνηση (της οποίας ο ίδιος ο στρατηγός ήταν μέλος κατέχοντας το χαρτοφυλάκιο του υφυπουργού Στρατιωτικών), προτίμησε να υπεκφύγει προτάσσοντας τη λύση της συνθηκολόγησης με τη ναζιστική Γερμανία. Την ίδια ακριβώς στιγμή, χάρη στον de Gaulle, το Λονδίνο λειτούργησε ως έδρα της μαχόμενης Γαλλίας, σύμβολο της συνέχειας και, ως ένα ποσοστό, της εθνικής νομιμότητας.³ Στα χρόνια που ακολούθησαν, η μαχόμενη Γαλλία υπήρξε παρούσα στο μεσογειακό επιχειρησιακό θέατρο. Το 1941 ο στρατηγός Catroux απόσπασε από τον έλεγχο του καθεστώτος του Βισύ τη Συρία και τον Λίβανο, υποσχόμενος μελλοντική ανεξαρτησία. Οι στρατηγοί Leclerc και Koenig έδρεψαν δάφνες, αντίστοιχα, στις μάχες της Κούφρα και του Μπιρ Χακέιμ. Ο στρατηγός Juin αναδείχτηκε στη μάχη του Μόντε Κασίνο. Ο στρατηγός de Lattre αποβιβάστηκε στις ακτές της Προβηγκίας στο πλευρό των Αμερικανών. Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, το Αλγέρι λειτούργησε ως έδρα της Προσωρινής Εθνοσυνέλευσης.⁴ Μετά τη λήξη του πολέμου, το καθεστώς της Δ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας (1946-1958) καταποντίστηκε εν μέσω οξύτατων περισπασμών, τους οποίους είχαν προκαλέσει δυο διαδοχικοί αποικιακοί πόλεμοι, εκείνοι της Ινδοκίνας και της Αλγερίας. Άλλωστε το ίδιο το αδιέξοδο, στο οποίο είχε περιέλθει το αλγερινό ζήτημα, υπήρξε εκείνο που επανέφερε το 1958 τον de Gaulle στην εξουσία. Χρειάστηκε να μεσολαβήσουν άλλα τέσσερα χρόνια προκειμένου να καταφέρει η Γαλλία να απαλλαγεί από τη μέγκενη. Αυτό συνέβη το 1962 με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Αλγερίας.

Οι στρατηγοί de Gaulle, Leclerc, Catroux και Koenig, η αιχμή του δόρατος της μαχόμενης Γαλλίας.

Η παραπάνω διαγώνια διαδρομή μέσα στο χρόνο αρκεί για να αποδείξει την πρωταρχική θέση, την οποία ο μεσογειακός κόσμος κατέχει στη σκέψη και στην καρδιά του στρατηγού. Ποια ακριβώς, όμως, είναι η πρόσληψη εκ μέρους του τελευταίου, της Μεσογείου και ειδικότερα της Μέσης Ανατολής; Στο σημείο αυτό υπεισέρχονται αυτομάτως τέσσερις θεμελιώδεις παράμετροι: η ιστορία, η γεωπολιτική, η οικονομία και ο πολιτισμός.⁵

Για τον de Gaulle, η Μέση Ανατολή είναι μια πραγματικότητα, την ύπαρξη της οποίας συνειδητοποίησε διαμέσου της πολυπλοκότητας των σχέσεων ανάμεσα σε αλλόθρησκες κοινότητες αλλά και διαμέσου των διφορούμενων σχέσεων των τελευταίων με την αποικιακή δύναμη, τη Γαλλία.⁶ Ωστόσο, δεν οφείλει την παιδεία του στη μόνη βιωματική εμπειρία. Την οφείλει επίσης στα διδάγματα της Ιστορίας. Στην πορεία, την οποία ακολουθεί μέσα στο χρόνο, η Ιστορία κινείται προς δυο αντιφατικές μεταξύ τους κατευθύνσεις. Ουσιαστικά πρόκειται για μια εναλλαγή καταστάσεων διαλόγου και διενέξεων. Η δημιουργία των φραγκικών βασιλείων στη Μικρά Ασία, η προσέγγιση του βασιλέα Φραγκίσκου Α΄ με τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή, η επιβολή του καθεστώτος των διομολογήσεων (εμπορικών προνομίων) εντός της οθωμανικής επικράτειας, η εκστρατεία του Βοναπάρτη στην Αίγυπτο, η παροχή στήριξης στον αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία λίγο αργότερα, όταν ο ρομαντισμός ενεργοποιεί τον συναισθηματισμό, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Με την απαρχή του φαινομένου της αποικιακής εξάπλωσης, η Γαλλία εγκαθίσταται στο Μαγκρέμπ. Η παλινόρθωση της μοναρχίας τo 1830 συμπίπτει με μια εντατικοποίηση του ανοίγματος προς τον αραβικό κόσμο, πολιτική, την οποία υιοθετεί για δικό του λογαριασμό και το καθεστώς της Δεύτερης Αυτοκρατορίας (1852-1870) με κορυφαία στιγμή τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ. Την επομένη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου η Γαλλία λαμβάνει από τη διεθνή κοινότητα εντολή για τη διοίκηση της Συρίας και του Λιβάνου. Πρόκειται για το επιστέγασμα της πολιτικής της στην περιοχή καθώς και για την κατοχύρωση των συμφερόντων της στον ευρύτερο χώρο της Μέσης Ανατολής.

Συνεπώς, ήδη από την εποχή του Μεσαίωνα, οι σχέσεις με τον μεσογειακό κόσμο αποτελούν πρωτίστης σημασίας παράμετρο ως προς τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της γαλλικής διπλωματίας. Μεσογειακή δύναμη η ίδια, η Γαλλία βλέπει να εκπληρώνεται σε αυτό τον γεωγραφικό χώρο σημαντικό μέρος του πεπρωμένου της.⁷ Πρόκειται για την ευνόητη παρουσία μιας παράδοσης, η οποία, από τον 15ο αιώνα έως τον 20ό διαπέρασε το πνεύμα ενός μεγάλου αριθμού Γάλλων επωνύμων, από τον Άγιο Λουδοβίκο (Λουδοβίκο Θ΄) έως τον Φραγκίσκο Α΄, από τον Βοναπάρτη έως τον Chateaubriand και τον Michelet. Υπό το παραπάνω πρίσμα, η επιτυχία του de Gaulle στον ευδόκιμο διάλογό του με τον μεσογειακό κόσμο, βρίσκει την εξήγησή της στην ύπαρξη ενός ιστορικού υποβάθρου αλλά και στο προσωπικό ενδιαφέρον και τον σεβασμό που ο στρατηγός έτρεφε για την ίδια την Ιστορία.

Από την Ιστορία ο στρατηγός διδάχθηκε επίσης πως ένας από τους θεμελιώδεις αντικειμενικούς στόχους της μεσογειακής και μεσανατολικής πολιτικής της Γαλλίας συνίστατο στην παρεμπόδιση της διείσδυσης και εγκατάστασης σε αυτή τη γωνία της γης, εξωτερικών ηγεμονιών (Ρωσία και Μεγ. Βρετανία στον 19ο αιώνα, ΗΠΑ και ΕΣΣΔ στον 20ό). Η Γαλλία, επιδιδόμενη σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης και αποτροπής αυτής της κατάστασης, δεν δίστασε να προσεγγίσει τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο. Μοναδική εξαίρεση, η οποία, ωστόσο, επιβεβαιώνει τον κανόνα, αποτελεί ο αποικισμός της Αλγερίας. Η ανεξαρτητοποίηση των χωρών του Τρίτου Κόσμου, πόσο μάλλον εκείνων που βρέχονται από τη Μεσόγειο, λειτουργούν ενισχυτικά προς όφελος της ίδιας της Γαλλίας. Αντίθετα, οι παντός είδους διαφορές και αντιπαραθέσεις, έστω και σε τοπική κλίμακα, ευνοούν τις υπερδυνάμεις. Τρανό παράδειγμα αποτελεί η κρίση του Σουέζ (1956), η οποία σηματοδοτεί την απόσυρση της ευρωπαϊκής επιρροής από μια νευραλγική και συνάμα ζωτικής σημασίας περιοχή και ανοίγει διάπλατα τον δρόμο στην παρέμβαση των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ. Έκτοτε, η Ατλαντική Συμμαχία ολοένα και περισσότερο προσανατολίζεται προς την κατεύθυνση ενός αγγλοσαξωνικού διευθυντηρίου. Η πορεία των δυο συμμάχων του Σουέζ (Μεγ. Βρετανία και Γαλλία) είναι αποκλίνουσα. Τη στιγμή, κατα την οποία η πρώτη στρέφεται προς μια στενότερη συνεργασία με τις ΗΠΑ, η δεύτερη θέτει τα θεμέλια για μια ανεξάρτητη και αυτοδύναμη αμυντική πολιτική.⁸

Εδώ ακριβώς είναι που κάνει αισθητή την εμφάνισή της η έννοια της εθνικής ανεξαρτησίας και η γκωλική αντίληψη περί συμμαχιών. Για τον de Gaulle, να είναι κανείς ανεξάρτητος σημαίνει να διατηρεί για τον εαυτό του την ελευθερία απόφασης και παρέμβασης. Ωστόσο, μια χώρα δύναται κάλλιστα να αποτελεί μέλος μιας συμμαχίας ή ενός οικονομικού οργανισμού απολαμβάνοντας ταυτόχρονα ανεξαρτησία κινήσεων από τη στιγμή, κατά την οποία τα κριτήρια κάθε συμμαχίας είναι η ανεξαρτησία, η ευελιξία, τέλος, η ισοτιμία δικαιωμάτων και δεσμεύσεων των μελών που την απαρτίζουν. “Πρέπει απαραιτήτως να πρόκειται για σχέσεις συνεργασίας και όχι εξάρτησης”, επισήμανε εμφατικά σε λόγο, που εκφώνησε στις 7 Μαρτίου 1948 στην Κομπιένη.⁹ Σε ραδιοφωνικό διάγγελμα στις 27 Απριλίου 1965, το παραπάνω σκεπτικό αναδεικνύεται τρισδιάστατα. Επανερχόμενος στην ιερή και σταθερή αξία που αποτελεί για τον ίδιο η έννοια της εθνικής ανεξαρτησίας, συνεχίζει επί λέξει: “Όσον αφορά τα προβλήματα, τα οποία υφίστανται στον υπόλοιπο κόσμο, η δική μας ανεξαρτησία επιτάσσει να ακολουθήσουμε μια πορεία συνυφασμένη με τις αρχές και τις αξίες μας, δηλαδή: ουδεμία ηγεμονία επιβληθείσα από τον οποιονδήποτε, ουδεμία παρέμβαση τρίτων στις εσωτερικές υποθέσεις ενός κυρίαρχου κράτους, ουδεμία απαγόρευση καλλιέργειας σχέσεων με κάποιο άλλο κράτος είναι ανεκτές. Αντιθέτως, σύμφωνα πάντοτε με τις δικές μας αντιλήψεις, το ύψιστο συμφέρον του ανθρωπίνου είδους υπαγορεύει πως κάθε έθνος είναι υπεύθυνο για τον εαυτό του, απαλλαγμένο από έξωθεν πιέσεις, υποβοηθούμενο στην πρόοδό του δίχως προαπαιτούμενα υπακοής. (…) Ωστόσο, ακριβώς επειδή στη σημερινή διανομή του πλανήτη σε δυο ηγεμονίες, σε δυο στρατόπεδα, οι έννοιες της ελευθερίας, της ισότητας, της συναδέλφωσης των λαών δεν βρίσκουν απήχηση, μια νέα τάξη, μια νέα ισορροπία είναι απαραίτητες για τη διαφύλαξη της ειρήνης. Ποιος άλλος, πέραν ημών, είναι σε θέση να εγγυηθεί κάτι τέτοιο υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα παραμείνουμε αυτοί που είμαστε;”.¹º

Discours du 27 avril 1965

Δυο νέα στοιχεία κάνουν επομένως την εμφάνισή τους: α) η δημιουργία ενός πολυπολικού συστήματος παγκόσμιας ισορροπίας σε αντικατάσταση του υπάρχοντος διπολικού και β) η ανάδειξη της Γαλλίας σε σημαντική δύναμη στο διεθνές στερέωμα χάρη στην ισχύ του πυρηνικού της οπλοστασίου. Η πολιτική των τελευταίων κυβερνήσεων της Δ’ Γαλλικής Δημοκρατίας προαναγγέλλει εκείνη που επρόκειτο να ακολουθηθεί μετά το 1958 από τον ίδιο τον de Gaulle. Η κρίση του Σουέζ και η συνακόλουθη παρέμβαση των ΗΠΑ προκάλεσαν ένα ρήγμα στους κόλπους της Ατλαντικής Συμμαχίας. Έκτοτε, η Γαλλία άρχισε να εφαρμόζει ένα νέο δόγμα, στρατιωτικό, στρατηγικό, γεωπολιτικό και ευρω-αφρικανικό, πριν καν την εγκαθίδρυση, το 1958, του καθεστώτος της Ε΄ Γαλλικής Δημοκρατίας, το οποίο με τη σειρά του,διευρύνει τον ορίζοντα προς την ίδια κατεύθυνση.¹¹ Αυτό αποδεικνύουν οι μελέτες των Jean Delmas, Bertrand Goldschmidt, Georges-Henri Soutou και Charles Ailleret.¹²

Το πυρηνικό θαύμα: Πριν με αγνοούσαν. Τώρα…Γελοιογραφία εποχής.

 

13 Φεβρουαρίου 1960: Η πρώτη πυρηνική δοκιμή της Γαλλίας στο Reggane της νοτίου Αλγερίας.

Στις ακτές της Μεσογείου σκιαγραφείται με σαφήνεια, επομένως, μια από τις θεμελιώδεις αρχές της γκωλικής κοσμοαντίληψης: η έγνοια για εθνική ανεξαρτησία και η αποτροπή των ηγεμονιών. Κατά γενική ομολογία πρόκειται για μια βαθιά αντιδιαστολή σε σχέση με τους στόχους και τις μεθόδους του παρελθόντος. Κατά την άποψη του de Gaulle, πέραν από από τη συγκυριακή διάσταση και τα απρόοπτα της πολιτικής, είναι απαραίτητο να αξιοποιηθεί το στοιχείο εκείνο, το οποίο μέσα σε κάθε κράτος ενσαρκώνει την έννοια της συνέχειας: ο άνθρωπος. Να παρασχεθούν ταυτόχρονα στον τελευταίο όλα τα μέσα εκείνα που θα του επιτρέπουν να εξελιχθεί και να διεκδικήσει δικαιωματικά την ανεξαρτησία του τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

Ιστορία και γεωγραφία δεν αρκούν προκειμένου να κατανοήσει κανείς τις επιλογές του στρατηγού αναφορικά με το σύμπλεγμα ανατολικής Μεσογείου – Μέσης Ανατολής. Στις παραπάνω παραμέτρους πρέπει να προστεθεί ακόμη μια, υψίστης σημασίας: η προστασία των οικονομικών συμφερόντων. Ο ίδιος ο de Gaulle το παραδέχεται όταν γράφει: “Στη Μέση Ανατολή τα συμφέροντά μας καρκινοβατούν. Οι κρίσεις της Αλγερίας και του Σουέζ έφραξαν τις προσβάσεις μας στον αραβικό κόσμο. Εννοείται πως μια από τις προτεραιότητές μου είναι να αποκαταστήσω το γόητρο και την εν γένει επιρροή της Γαλλίας σε μια περιοχή όπου ανέκαθεν υπήρξε παρούσα. Πόσο μάλλον που στις μέρες μας, η μεγάλη πολιτική και στρατηγική σημασία των κοιλάδων του Νείλου, του Ευφράτη και του Τίγρη, η Ερυθρά Θάλασσα, τέλος, ο Περσικός Κόλπος έχει θεαματικά αναβαθμιστεί χάρη στο πετρέλαιο και είναι πλέον συνυφασμένη με μια ανεκτίμητη οικονομική διάσταση. Τα πάντα επιτάσσουν να κάνουμε εκ νέου αισθητή την παρουσία μας στο Κάιρο, στη Δαμασκό, στο Αμμάν, στη Βαγδάτη και στο Χαρτούμ”.¹³

Η Γαλλία, έχοντας προηγουμένως αποδεχτεί τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Κοινής Αγοράς, ειδικότερα δε τους σχετικούς με την κατάργηση των τελωνειακών δασμών, προσέβλεπε στην αύξηση των συναλλαγών με τον αραβικό κόσμο με σκοπό να ενισχύσει τη δική της βιομηχανική παραγωγή, η οποία έως τότε λειτουργούσε με γνώμονα τους κανόνες του προστατευτισμού. Κάτι τέτοιο όμως ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί δίχως μια σταθερή προσέγγιση σε πολιτικό επίπεδο, επιτρέποντας συνάμα την απρόσκοπτη τροφοδοσία της χώρας σε πετρέλαιο.¹⁴ Μέγας εισαγωγέας πετρελαίου, η Γαλλία αγοράζει από τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες περισσότερα προϊόντα από ό,τι πουλά, με αποτέλεσμα το ισοζύγιο των εμπορικών συναλλαγών με τις τελευταίες να είναι ελλειμματικό. Στο χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1962 και 1969 (έτος παραίτησης του de Gaulle από το προεδρικό αξίωμα), το άθροισμα των εισαγωγών με προέλευση την Αφρική, τη Λατινική Αμερική, την Αυστραλία και την Ωκεανία υστερεί έναντι των αντιστοίχων από τις αραβικές χώρες. Μόνο οι προερχόμενες από τις ΗΠΑ εισαγωγές ξεπερνούν αυτό τον δείκτη. Οι εξαγωγές προς τις αραβικές χώρες αγροτικών και βιομηχανικών προϊόντων περιορίζουν κάπως τη διαφορά. Το εμπορικό ισοζύγιο στον ευρύτερο χώρο της Μέσης Ανατολής  είναι πλεονασματικό μόνο με τα κράτη εκείνα, από τα οποία η Γαλλία δεν εισάγει πετρέλαιο και λιπαντικές ουσίες. Πρόκειται για τις περιπτώσεις της Αιγύπτου, του Ιράν (μοναδικής πετρελαιοπαραγωγού χώρας, με την οποία το ισοζύγιο είναι ισορροπημένο), του Λιβάνου, της Συρίας, της Υεμένης και φυσικά του Ισραήλ. Αντιθέτως, υπάρχει σημαντικό έλλειμμα με χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, το Ιράκ¹⁵, το Κουβέιτ και η Λιβύη.¹⁶ Σε τελευταία ανάλυση, η Γαλλία διατηρεί ισορροπημένες εμπορικές συναλλαγές με τα κράτη εκείνα, με τα οποία συνδέεται με μακροχρόνιες φιλικές σχέσεις. Πρόκειται για απλή σύμπτωση, από τη στιγμή που το εμπορικό ισοζύγιο διαμορφώνεται αποκλειστικά και μόνο από το είδος των προϊόντων που ανταλλάσσονται.¹⁷

Ο de Gaulle φωτογραφίζεται στο περβάζι του Προεδρικού Μεγάρου των Ηλυσίων με το βασιλικό ζεύγος της Ιορδανίας (1964) και με τον πρωθυπουργό του κράτους του Ισραήλ, David Ben Gurion (1960).

Η Ιστορία, η βούληση του στρατηγού να αντιταχθεί στις ηγεμονίες προικίζοντας την Γαλλία με ένα πρώτου μεγέθους διεθνές κύρος, οι επιταγές της ενεργειακής ανεξαρτησίας, είναι μερικά από τα εναύσματα, τα οποία τον οδήγησαν σε μια ευρεία αναπροσαρμογή της μεσανατολικής του πολιτικής την επαύριο της άρσης της αλγερινής υποθήκης. Καθώς μάλιστα η αναπροσαρμογή αυτή προσέλαβε εντυπωσιακές διαστάσεις, πολλοί παρατηρητές έσπευσαν να αναζητήσουν τις καταβολές και τα αίτιά της πέραν του χώρου της Realpolitik. Χαμένος κόπος, από τη στιγμή που ο ίδιος ο de Gaulle έδωσε την πιο απλή και συνάμα την πιο αξιόπιστη εξήγηση: “Βλέπετε”, εκμυστηρεύτηκε κάποια στιγμή προς το τέλος της προεδρικής του θητείας, “στις απέναντι ακτές της Μεσογείου υπάρχουν κράτη, τα οποία βρίσκονται σε τροχιά ανάπτυξης. Διατηρούν ωστόσο μέσα τους έναν πολιτισμό, μια κουλτούρα, έναν ουμανισμό και μια κάποια αντίληψη των ανθρωπίνων σχέσεων που εμείς έχουμε την τάση να απωλέσουμε ζώντας μέσα στις βιομηχανοποιημένες κοινωνίες μας και που κάποια μέρα θα ξαναβρούμε με μεγάλη ικανοποίηση χάρη στα κράτη αυτά. Αμφότεροι, ο καθένας με τους δικούς του ρυθμούς και τις δικές του δυνάμεις, βαδίζουμε προς την κατεύθυνση ενός βιομηχανικού πολιτισμού. Εάν όμως επιθυμία μας είναι να ορθώσουμε γύρω από τη Μεσόγειο, γενέτειρα τόσο μεγάλων πολιτισμών, μια βιομηχανική κοινωνία η οποία να μην αντιγράφει το αμερικανικό πρότυπο, μια κοινωνία, εντός της οποίας ο άνθρωπος θα είναι ένας σκοπός και όχι ένα μέσο, τότε κρίνω απαραίτητο οι κουλτούρες μας να ανοίξουν διάπλατα η μια στην άλλη”.¹⁸

Charles de Gaulle: «Un peuple d’élite, sûr de lui-même et dominateur»

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

To παρόν κείμενο με τίτλο Le fondement du discours gaullien vis-à-vis de l’ Orient diterranéen εκφωνήθηκε στο πλαίσιο διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου με γενικό θέμα La France et la Grèce dans le monde au temps de De Gaulle et de Caramanlis (οργανωτικοί φορείς: Fondation Charles de Gaulle και Ίδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής»), οι εργασίες του οποίου έλαβαν χώρα στις 27 και 28 Μαρτίου 2003 στο Παρίσι. Έχει δημοσιευθεί με τον ίδιο τίτλο στο Cahiers de la Fondation Charles de Gaulle, αρ. 14, 2004, σ. 60-68.

¹  Ο Philippe Daumas έχει υπολογίσει τη σημασία των όσων ελέχθησαν κατά τη συνέντευξη Τύπου της 27ης Νοεμβρίου 1967 προσμετρώντας το μήκος, σε μέτρα, των κυλίνδρων του σχετικού οπτικοακουστικού υλικού του πρακτορείου Agence France Presse! Συγκεκριμένα: 1,20μ. ήταν αφιερωμένο στο Μεσανατολικό, 1,30μ. και 1,50μ. αντίστοιχα στην υποψηφιότητα της Μεγάλης Βρετανίας στην Κοινή Αγορά και στο ζήτημα του Κεμπέκ. Μπορεί μεν οι αναφορές στο Μεσανατολικό να μη διεκδικούν τα πρωτεία, ωστόσο, τις εβδομάδες που ακολούθησαν μονοπώλησαν το ενδιαφέρον στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Βλ. σχετικά Philippe Daumas, “La politique française au Proche-Orient et l’ opinion publique”, Études gaulliennes, Τ. 5, αρ. 19-20, Παρίσι, 1977, σ. 38.

²  Jean-Paul Bled, “Le général de Gaulle et le monde méditerranéen”,  Études gaulliennes, Τ. 5, αρ. 19-20, Παρίσι, 1977, σ. 9-10.

³  Ibid.

⁴  Paul Balta, “La politique arabe du général de Gaulle”, De Gaulle en son siècle, T. 6, Παρίσι, Plon, 1992, σ. 346-347.

⁵  Paul-Marie de La Gorce, “La politique arabe du général de Gaulle”, La politique étrangère du  général de Gaulle, Παρίσι, Institut universitaire des Hautes études internationales, 1985, σ. 191.

⁶   Ibid. σ. 179.

⁷  Jean-Paul Bled, οπ.π., σ. 10.

⁸  Maurice Vaisse, “France and the Suez Crisis”, (επιμ.) Roger Louis και Roger Owen, Suez 1956, Οξφόρδη, Clarendon Press, 1989, σ. 178-199. Του ιδίου, “La politique française à l’ égard de l’ OTAN (1956-1958). Continuité ou rupture?”, De Gaulle en son siècle, T.4, Παρίσι, Plon, 1992, σ. 80.

⁹  Charles de Gaulle, Discours et Messages, T. 2, Παρίσι, Plon, 1970, σ. 124. Μνημονεύεται από τους Daniel Collard και Gérard Daille, “Le général de Gaulle et les alliances”, De Gaulle en son siècle, T.4, Παρίσι, Plon, 1992, σ. 62-63.

¹º Μνημονεύεται από τον Paul Balta, “De Gaulle renoue avec la politique traditionnelle de la France en Méditerranée pour faire face aux hégémonies”, Études gauliennes, T. 5, αρ. 19-20, Παρίσι, 1977, σ. 51.

¹¹ André Eshet, “Aspects stratégiques de la politique étrangère gaullienne”, La politique  étrangère du  général de Gaulle, Παρίσι, Institut universitaire des Hautes études internationales, 1985, σ. 77.

¹² Charles Ailleret, L’ aventure atomique française. Comment naquit la force de frappe, Παρίσι, Grasset, 1968, Bertrand Goldschmidt, “La genèse et l’ héritage”, L’ aventure de la bombe. De Gaulle et la dissuasion nucléaire (1958-1968), Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου (οργανωτικοί φορείς: Πανεπιστήμιο Franche-Comté και Fondation Charles de Gaulle), Παρίσι, 1985, σ. 23-37, Georges-Henri Soutou, “La politique nucléaire de Pierre Mendès France”, Relations Internationales, αρ. 59, Γενεύη-Παρίσι, 1989, Jean Delmas, “Naissance et développement d’ une politique nucléaire militaire en France (1945-1956), Das Nordatlantische Bündnis (1949-1956), Μόναχο, R. Oldenbourg Verlag, 1993, σ. 263-272.

¹³ Charles de Gaulle, Mémoires d’ espoir, T. 1, Παρίσι, Plon, 1970, σ. 77.

¹⁴ Paul Balta, οπ.π., σ. 51.

¹⁵ Denys Krynen, La politique proche-orientale du général de Gaulle (1958-1969). Le sentiment et la raison, διδακτορική διατριβή, Τουλούζη, Université des sciences sociales, 1975, σ.218. Από όλα τα κράτη της Μέσης Ανατολής, οι περισσότερες εισαγωγές έχουν ως προέλευση το Ιράκ. Το μεγάλο έλλειμμα οφείλεται στον διπλασιασμό των εισαγωγών πετρελαίου από τη συγκεκριμένη χώρα μεταξύ των ετών 1962 και 1969. Παρά το γεγονός ότι μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα οι γαλλικές εξαγωγές με προορισμό το Ιράκ πενταπλασιάστηκαν, το ισοζύγιο των εμπορικών συναλλαγών παρέμεινε εντυπωσιακά ελλειμματικό για την Γαλλία.

¹⁶ Το ελλειμματικό ισοζύγιο και στην περίπτωση αυτή οφείλεται στις σε μεγάλη ποσότητα εισαγωγές πετρελαίου καθώς, σύμφωνα με τις σχετικές συμφωνίες του Φεβρουαρίου 1968, η Λιβύη είχε αναγορευτεί σε δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα προς τη Γαλλία, ακριβώς πίσω από το Ιράκ.

¹⁷ Denys Krynen, οπ.π., σ. 223.

¹⁸ Δήλωση του Ιανουαρίου 1969 στο Προεδρικό Μέγαρο των Ηλυσίων. Μνημονεύεται από τους Paul Balta και Claudine Rulleau, La politique arabe de la France, de De Gaulle à Pompidou, Παρίσι, Sinbad, 1973. σ. 58.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Frédéric Guelton: O λοχαγός de Gaulle και το Πολωνικό Ζήτημα (1919-1921)

130 χρόνια από τη γέννηση, 50 χρόνια από τον θάνατο του Charles de Gaulle 

Frédéric Guelton 

λοχαγός de Gaulle και το Πολωνικό Ζήτημα 

 (1919 – 1921) 

 

Οι δυο επισκέψεις του λοχαγού de Gaulle στην Πολωνία (Απρίλιος 1919-Μάιος 1920, Ιούνιος 1920-τέλος Ιανουαρίου 1921) είναι σχεδόν άγνωστες και φαίνονται ασήμαντες για έναν αξιωματικό, ο οποίος μόλις είχε βιώσει το δράμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Κι όμως, ένας απλός αριθμητικός υπολογισμός αρκεί για να διαπιστώσουμε ότι οι δυο παραμονές του Charles de Gaulle στην Πολωνία ισοδυναμούν χρονικά με την παρουσία του, κατά τη διάρκεια του πολέμου, στην πρώτη γραμμή του μετώπου (18 και 19 μήνες αντίστοιχα). Επιπρόσθετα, στην χρονολογική προσέγγιση του μακρού και πολυτάραχου βίου του είναι η πρώτη φορά που ο ιστορικός ερευνητής διαθέτει αφθονία υλικού, προερχομένου από άμεσες και έμμεσες πηγές.

Από τις έμμεσες πηγές¹ που σκιαγραφούν το ευρύτερο πλαίσιο, εντός του οποίου λαμβάνουν χώρα οι δυο επισκέψεις, μεγάλης σημασίας αποδεικνύονται τα αρχεία της γαλλικής στρατιωτικής αποστολής στην Πολωνία (Μission militaire française en Pologne – MMFP) υπό τη διαδοχική διοίκηση των στρατηγών Henrys και Niessel, τα αρχεία του οργανωμένου στη Γαλλία πολωνικού στρατού (Αrmée polonaise organisée en France – APOF), επικεφαλής του οποίου ανέλαβαν αρχικά ένας Γάλλος (στρατηγός Archinard) και κατόπιν ένας Πολωνός (στρατηγός Haller) αξιωματικοί, τα αρχεία της αποστολής Weygand στη Βαρσοβία (Ιούλιος-Αύγουστος 1920), τέλος, τα γαλλικά αρχεία, τα οποία αναφέρονται στον πόλεμο της Πολωνίας με τους μπολσεβίκους.

Σε ό,τι αφορά τον ίδιο τον de Gaulle, έχουν διασωθεί 37 επιστολές, τις οποίες απηύθυνε προς τους γονείς του στο χρονικό διάστημα 21 Ιανουαρίου 1919 – 3 Ιουλίου 1920, τρεις άλλες επιστολές διοικητικού χαρακτήρα, τα κείμενα των ομιλιών του προς τους Πολωνούς μαθητευόμενους αξιωματικούς και προς τους Γάλλους αξιωματικούς, οι οποίοι υπηρετούσαν στη Βαρσοβία, η έκθεση που ο ίδιος συνέταξε στο τέλος Αυγούστου 1920 για την Ομάδα Στρατιών Κέντρου, τέλος, η μελέτη του με αντικείμενο τον πολωνικό στρατό, η οποία ολοκληρώθηκε στις αρχές του 1921.² Για τις ανάγκες του παρόντος κειμένου χρησιμοποιήθηκε επίσης το ημερολόγιο, το οποίο ο λοχαγός de Gaulle τήρησε από την 1η έως την 26η Ιουλίου 1920. Το εν λόγω ημερολόγιο δημοσιεύτηκε ανώνυμα τον Νοέμβριο 1920 στο περιοδικό Revue de Paris με τίτλο: “H μάχη του Βιστούλα, σημειώσεις εκστρατείας ενός Γάλλου αξιωματικού”.³ Χρήσιμη, επίσης, αποδείχτηκε η μαρτυρία του Πολωνού λοχαγού Medwecki, ο οποίος εκτελούσε χρέη διερμηνέα πλησίον του de Gaulle καθόλη τη διάρκεια της πρώτης παραμονής του τελευταίου στην Πολωνία. Η μαρτυρία αυτή δημοσιεύτηκε από τον André Frossard στην έκδοση En ce temps là de Gaulle.⁴ Αποτελεί τεκμήριο υψίστης σημασίας για την περίοδο, κατά την οποία ο de Gaulle δίδασκε ως εκπαιδευτής και ως διευθυντής σπουδών. Έτσι άλλωστε εξηγείται η ευρεία χρήση της έκτοτε, από τους βιογράφους του μετέπειτα στρατηγού.⁵

Ο de Gaulle (δεξιά) σε στρατόπεδο αιχμαλώτων της Βαυαρίας κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η συμπερίληψη των παραπάνω πηγών εντάσσεται στο επίκεντρο του σκεπτικού του παρόντος άρθρου. Το ιστορικό πλαίσιο είναι εκείνο των δυο ιδιαίτερα κρίσιμων στιγμών, τις οποίες η Πολωνία βιώνει ανάμεσα στα τέλη του 1918 και τις αρχές του 1921: 1) την αναγέννησή της ως ανεξάρτητο κράτος έπειτα από τρεις διαδοχικούς διαμελισμούς του 18ου αιώνα και 2) τον πόλεμο με τους μπολσεβίκους όπου συγκρούονται δυο ανταγωνιστικές κοσμοαντιλήψεις, ή καλύτερα, δυο αντίπαλοι εθνικισμοί και που τερματίζεται με την υπογραφή της συνθήκης της Ρίγας. Τότε επαναχαράσσονται τα ανατολικά σύνορα της Πολωνίας.

Η “πολωνική” περιπέτεια του λοχαγού de Gaulle ξεκινά στις 20 Ιανουαρίου 1919 με την άφιξή του στον σιδηροδρομικό σταθμό του Saint-Maixent. Η κωμόπολη αυτή εδώ και πολλά χρόνια λειτουργεί ως έδρα μιας σχολής πεζικού όπου ο νεαρός λοχαγός επρόκειτο να παρακολουθήσει μια σειρά ειδικών μαθημάτων για την αποκατάσταση των αξιωματικών που μόλις είχαν επιστρέψει από μακρά περίοδο αιχμαλωσίας. Πέραν από τη μελαγχολία του συγκεκριμένου μέρους, “Το Saint- Maixent είναι μια τρύπα (…)” ⁶ τα μαθήματα που παρακολουθεί καθώς και η εν γένει εγκατάστασή του εκεί, τον ικανοποιούν. “Αισθάνομαι να ανακάμπτω από πλευράς ηθικού (…)” εκμυστηρεύτηκε σε επιστολή προς τη μητέρα του τέσσερις, μόλις, ημέρες έπειτα από την άφιξή του.⁷ Ωστόσο, οι 32 μήνες αιχμαλωσίας έχουν αφήσει το στίγμα τους στην ομαλή εξέλιξη της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας. Μόνος τρόπος να καλύψει την καθυστέρηση, να αποκτήσει γαλόνια και γιατί όχι, να αποσπάσει παράσημα και εύφημη μνεία, είναι η συμμετοχή σε πολεμικές επιχειρήσεις.⁸ Ταυτόχρονα, μια επάνοδος σε ενεργό δράση του είδους αυτού θα του επέτρεπε να προετοιμαστεί καλύτερα για τις εισαγωγικές εξετάσεις στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου, οι οποίες πλησίαζαν. Τέλος, η μακροχρόνια αιχμαλωσία του τον έκανε να αισθάνεται αποστροφή έναντι της καθημερινότητας του στρατοπέδου. Ήθελε να ξεχωρίσει από τη “θλιβερή μετριότητα”⁹ της πλειοψηφίας των ασκουμένων υπαξιωματικών της σχολής του Saint-Maixent. Επρόκειτο για ένα περιβάλλον, το οποίο δεν ενέπνεε τίποτα παραπάνω από μια μια καθημερινότητα δίχως εκπλήξεις, τόσο κοινή στα στρατόπεδα της γαλλικής επαρχίας.

Οι ευκαιρίες για ανάληψη δράσης δεν έλειπαν στις αρχές του 1919. Την εποχή εκείνη, τα γαλλικά στρατεύματα είχαν εμπλακεί σε εκτεταμένα επιχειρησιακά θέατρα εκτός μητροπολιτικού εδάφους. Είναι παρόντα σε όλα σχεδόν τα κράτη που προέκυψαν από τη διάλυση της ρωσικής, της γερμανικής, της αυστροουγγρικής και της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Την προσοχή του de Gaulle αποσπούν τα δυο σημεία εκείνα όπου η γαλλική στρατιωτική παρουσία είναι ισχυρότερη από οπουδήποτε αλλού: η Πολωνία και τα Βαλκάνια.

Henri de Gaulle και Jeanne Maillot, οι γονείς του νεαρού λοχαγού.

Ο Charles de Gaulle επιλέγει τελικά την Πολωνία. Στις αρχές του 1919 απευθύνει προς το γραφείο σλαβικών υποθέσεων του Γενικού Επιτελείου Στρατού ένα “αίτημα για άμεση μετάθεση στις τάξεις του πολωνικού στρατού”.¹º Η αίτηση απορρίφθηκε επειδή είχε παρακάμψει την καθιερωμένη ιεραρχία. Η εξέλιξη αυτή τον έπεισε, στις 28 Ιανουαρίου, να απευθυνθεί προσωπικά προς τον στρατηγό Archinard, αρχηγό της γαλλο-πολωνικής Στρατιωτικής Αποστολής, ζητώντας την υποστήριξή του: “(…) Ακολουθώντας οδηγίες προερχόμενες από το Γραφείο Σλαβικών Υποθέσεων του Υπουργείου Στρατιωτικών, περιορίστηκα στο να ζητήσω την έγκριση της αίτησης μου από εσάς τον ίδιο καθώς και από τον στρατηγό HALLER και ακολούθως να την καταθέσω στο εν  λόγω γραφείο (…) Ωστόσο, η διεύθυνση του 1ου Γραφείου του Υπουργείου επέστρεψε σε εμένα τον ίδιο την αίτηση με τη δικαιολογία ότι δεν είχε υποβληθεί μέσω της προβλεπόμενης ιεραρχίας…(…) Έχω την τιμή να ζητήσω την ευγενή παρέμβασή σας, ικανή από μόνη της να επιταχύνει την επίλυση του προβλήματος”.¹¹ Πληροφορούμενος την ίδια στιγμή τη δημοσιοποίηση μιας ανακοίνωσης για άμεση κατάταξη στο δυναμικό της Στρατιάς της Ανατολής με έδρα την Θεσσαλονίκη, ο de Gaulle δεν διστάζει ούτε λεπτό: “Έδωσα αμέσως το όνομά μου και μάλιστα με χαρά. Όπως σας έχω ήδη επισημάνει, επέλεξα τον πολωνικό στρατό ως το μικρότερο κακό για να συμμετάσχω σε πολεμικές επιχειρήσεις. Εάν όμως παρουσιαστεί μπροστά μου η ευκαιρία να δραστηριοποιηθώ μαζί με Γάλλους συμπατριώτες μου, τότε σπεύδω να προτάξω την επιλογή αυτή έναντι οιασδήποτε άλλης” έγραφε προς τη μητέρα του στις 11 Φεβρουαρίου.¹² Ούτε αυτή η προσπάθεια έμελλε να καρποφορήσει.

Τελικά, τον Απρίλιο του 1919, ο de Gaulle τοποθετήθηκε με τον βαθμό του λοχαγού στο δυναμικό της επονομαζόμενης “Κυανής Στρατιάς”, με άλλα λόγια του αυτόνομου πολωνικού στρατού, ο οποίος είχε συγκροτηθεί στη Γαλλία από τον Ιούνιο του 1917 και που τώρα είχε αρχίσει να μεταφέρεται κατά τμήματα στην Πολωνία.¹³ Η Κυανή Στρατιά αριθμούσε 70.000 άνδρες, εκ των οποίων 6.000 περίπου Γάλλους. Σε ένα αρχικό στάδιο, τη διοίκηση ασκούσε ο Γάλλος στρατηγός Louis Archinard. Τον Οκτώβριο του 1918 πέρασε υπό πολωνική διοίκηση με την τοποθέτηση του στρατηγού Józef Haller von Hallenburg. Με βάση τις διατάξεις των σχετικών συμφωνιών που  είχαν συνομολογηθεί τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 1919 ανάμεσα στις δυο χώρες, αποστολή των Γάλλων, οι οποίοι υπηρετούσαν στις τάξεις της ήταν “η παροχή κάθε βοήθειας προς το πολωνικό κράτος με σκοπό την ελεύθερη συγκρότησή του κάτω από συνθήκες απόλυτης  ασφάλειας έναντι εχθρικών εξωτερικών παρεμβάσεων που ήταν πιθανό να εκδηλωθούν στα σύνορά του”. Την ίδια στιγμή εγκαταστάθηκε στη Βαρσοβία μια αμιγώς γαλλική Στρατιωτική Αποστολή με επικεφαλής τον στρατηγό Henrys.¹⁴ Κατά τη διάρκεια της πρώτης του παραμονής στην Πολωνία, ο λοχαγός de Gaulle ήταν αποσπασμένος στους κόλπους της τελευταίας.

Οι στρατηγοί Louis Archinard και Józef  Haller, αρχηγοί της πολωνικής Κυανής Στρατιάς (από το χρώμα των στολών γαλλικής προέλευσης), η οποία συγκροτήθηκε αρχικά ως Οργανωμένος στη Γαλλία Πολωνικός Στρατός (ΑPOF) και κατόπιν ως  Αυτόνομος Πολωνικός Στρατός (APA).

Οι Γάλλοι και η αναγέννηση της Πολωνίας      

Όταν τον Νοέμβριο του 1918 τερματίζονται οι εχθροπραξίες στη Δύση, η Πολωνία υφίσταται εκ νέου, μέσα όμως σε ασταθή σύνορα. Η χώρα έχει εξαντληθεί από τον πόλεμο. Περίπου το ένα πέμπτο της εθνικής κληρονομιάς, των υλικών αγαθών και των κεφαλαίων έχει καταστραφεί.¹⁵ Η ανεξαρτησία της Πολωνίας, την οποία με τόση θέρμη διεκδίκησε ο πολωνικός λαός, συμπεριέλαβε ο Woodrow Wilson στα περίφημα Δεκατέσσερα Σημεία και υποστηρίχθηκε από τα κράτη της Συνεννοήσεως, έλαβε χώρα στις 7 Οκτωβρίου 1918. Λίγο αργότερα, στις 9 Οκτωβρίου, ο Józef Piłsudski εγκατέλειψε το φρούριο του Μαγδεμβούργου όπου βρισκόταν έγκλειστος, και μετέβη στη Βαρσοβία, όπου ο κόσμος του επιφύλαξε υποδοχή εθνικού ήρωα. Στις 14, το Συμβούλιο της Αντιβασιλείας του μεταβίβασε το σύνολο των πολιτικών και στρατιωτικών του εξουσιών. Στις 22, ο Piłsudski ανακήρυξε την Πολωνική Δημοκρατία.¹⁶ Ωστόσο, στη Βαρσοβία μέσα στους δρόμους της οποίας σημειώνονταν συγκρούσεις ανάμεσα στους συντηρητικούς του Roman Dmowski και τους σοσιαλιστές του Piłsudski, η πολιτική κατάσταση ήταν ρευστή.¹⁷

Μια εύθραυστη ισορροπία επιτεύχθηκε τον Ιανουάριο του 1919 με την άφιξη στην πολωνική πρωτεύουσα του διεθνούς φήμης πιανίστα Ignacy Jan Paderewski,¹⁸ ο οποίος ανέλαβε ταυτόχρονα πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών στους κόλπους μιας κυβέρνησης συνασπισμού.¹⁹ Όμως, οι όροι της Συνθήκης Ειρήνης δεν ικανοποίησαν τους Πολωνούς. “Η τελική πράξη των Βερσαλλιών υπαγορεύτηκε στους νικητές Πολωνούς με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με τον οποίον επιβλήθηκε στους ηττημένους Γερμανούς” αναφώνησε ο Stanisław Głąbiński, μέλος της πολωνικής αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις.²º Είναι γεγονός πως οι Σύμμαχοι, διχασμένοι ως προς το Πολωνικό Ζήτημα, απέφυγαν να διαχωρίσουν τη χώρα από το αβέβαιο μέλλον της μπολσεβικικής Ρωσίας. Από την άλλη πλευρά, οι σχέσεις του Piłsudski μαζί τους ήταν κακές.²¹ Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν ο τελευταίος απέρριψε τις προτάσεις της διασυμμαχικής επιτροπής υπό τον Νοτιοαφρικανό στρατηγό Botha, για διακοπή των εχθροπραξιών μεταξύ Πολωνών και Ουκρανών. Έναντι των Σοβιετικών, η Πολωνία βρισκόταν εκ των πραγμάτων σε καθεστώς πολέμου, παρά το γεγονός ότι στις 29 Αυγούστου 1918 είχε καταφέρει να αποσπάσει μια επίσημη αναγνώριση από αυτούς. Οι όροι της ανακωχής της Rethondes ανάμεσα στη Γερμανία και τους Συμμάχους δεν κατάφερε να αμβλύνει το πρόβλημα. Αντίθετα, το διόγκωσε. Η απόσυρση των γερμανικών στρατευμάτων από τα εδάφη, τα οποία κατείχε ανάμεσα στον Βοθνιακό Κόλπο (Βαλτική) και την Αζοφική Θάλασσα, δημιούργησε ένα τεράστιο κενό που οδήγησε σε σύγκρουση τους δυο λαούς, Ρώσους και Πολωνούς, εξαιτίας της παντελούς έλλειψης μιας οροθετικής γραμμής ανάμεσά τους.

Οι πολεμικές επιχειρήσεις ενάντια στον Κόκκινο Στρατό ξεκίνησαν κατά μήκος του λιθουανο- λευκορωσικού μετώπου.²² Στις 21 Απριλίου 1919 τα πολωνικά στρατεύματα εισήλθαν στο Βίλνιους. Επεκτείνοντας την προέλασή τους εντός του εδάφους της Λευκορωσίας, κατέλαβαν και το Μινσκ. Άλλες πολωνικές δυνάμεις μάχονταν την ίδια στιγμή στη Βολυνία και στη Γαλικία. Το μέτωπο εκτεινόταν πλέον εντός του ουκρανικού εδάφους, κατά μήκος του άξονα Polock-Brzesc- Barysox-Zaslaw-Zbrucz.²³ Ο Piłsudski στόχευε στη δημιουργία μιας ομοσπονδίας μεταξύ Ουκρανίας, Λευκορωσίας και Λιθουανίας κάτω από τη δική του ηγεμονία. Εκτιμούσε πως αυτός ήταν ο αποτελεσματικότερος προσφερόμενος τρόπος προκειμένου να ανακόψει τη ρωσική επιρροή, κομμουνιστική είτε λευκή, και να εξασφαλίσει στην Πολωνία τα ανατολικά σύνορα που δικαιούνταν.²⁴

Η γεωπολιτική οπτική του Pilsudski προσέκρουε επάνω σε δυο εμπόδια μείζονος σημασίας. Από Ανατολάς, οι ιθύνοντες της σοβιετικής Ρωσίας οραματίζονταν την παγκόσμια επανάσταση. Προκειμένου να πετύχουν τον στόχο τους υποδαύλιζαν εξεγέρσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη και ειδικότερα στη Γερμανία. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Troski, η Πολωνία του Piłsudski δεν ήταν παρά ένα καθεστώς “καταστολής και διώξεων κάτω από τον μανδύα μεγαλόστομων πατριωτικών διακηρύξεων και ηρωικών ασμάτων”.²⁵ Η ειρήνη με την Πολωνία αποδείχτηκε εφήμερη. Οφειλόταν εξ ολοκλήρου στις μεγάλες απειλές, τις οποίες η σοβιετική ηγεσία καλούνταν να διαχειριστεί τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Από Δυσμάς, οι Σύμμαχοι, οι οποίοι εξέθεταν τις απόψεις τους μέσω της Επιτροπής πολωνικών υποθέσεων στους κόλπους της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης, επιθυμούσαν να περιορίσουν την εδαφική επέκταση της Πολωνίας στις μόνες αμιγώς πολωνικές περιοχές. Ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Georges Clemenceau, μιλώντας στις 8 Δεκεμβρίου 1919 εξ ονόματος της Επιτροπής, προσδιόρισε τα ανατολικά σύνορα της Πολωνίας κατά μήκος της γραμμής Grodno, Valovska, Nemurov, Brest-Litovsk και ανατολικά του Przemysl.²⁶

Εδαφικές αναπροσαρμογές της Πολωνίας.

Έτσι έχει το ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο όταν η γαλλική Στρατιωτική Αποστολή υπό τον στρατηγό Henrys και διαθέτοντας στις τάξεις της τον λοχαγό de Gaulle, κατέφτασε στην Πολωνία εγκαινιάζοντας τις εργασίες της στη Βαρσοβία, αλλά και στο σύνολο της επικράτειας. Εστίασε τη δραστηριότητά της γύρω από τρεις κεντρικούς άξονες: αναδιοργάνωση του πολωνικού στρατού, εξοπλισμό και εκπαίδευση. Ο τελευταίος υπήρξε και ο τομέας εκείνος, προς τον οποίο ο λοχαγός de Gaulle επιδόθηκε με αξιοσημείωτη ευσυνειδησία.

Η αναδιοργάνωση του πολωνικού στρατού έγινε με βάση το γαλλικό πρότυπο.²⁷ Σε ένα δεύτερο στάδιο, η Στρατιωτική Αποστολή ανέλαβε να καλύψει τις ανάγκες σε επίπεδο εξοπλισμού. Ο πολωνικός στρατός στερείτο σχεδόν τα πάντα. Τα λίγα, τα οποία διέθετε, ήταν τόσο ετερόκλιτα, με αποτέλεσμα ο στρατηγός Henrys να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ανάληψη μιας εκστρατείας κατά των μπολσεβίκων φάνταζε πρακτικά αδύνατη, τουλάχιστον ως προς το εγγύς μέλλον.²⁸ Τέλος, η αποστολή μερίμνησε για την ίδρυση ενός πλήρους συνόλου σχολών, κέντρων εκπαίδευσης και εξειδικευμένων παραδόσεων. Εντός του 1919 μόνο ιδρύθηκαν 16 στρατιωτικές σχολές, από τη σχολή του Γενικού Επιτελείου στη Βαρσοβία έως εκείνη του Πεζικού, με έδρα το Rembertów όπου ο λοχαγός de Gaulle αποσπάστηκε με την ιδιότητα του εκπαιδευτή. Υπολογίζεται πως μεταξύ των μηνών Ιουνίου 1919 και Μαΐου 1920 τελειοποιήθηκε η εκπαίδευση άνω των 1 200 Πολωνών αξιωματικών χάρη στις προσπάθειες των συναδέλφων τους μελών της Γαλλικής Στρατιωτικής Αποστολής.

 

Ο λοχαγός Charles de Gaulle, εκπαιδευτής στη Σχολή Πεζικού του Rembertów     

Το διάρκειας μιας εβδομάδας σιδηροδρομικό ταξίδι μέσω Γερμανίας, άφησε ανάμεικτες εντυπώσεις στον de Gaulle: “(…) όπως αναμέναμε, γίναμε δεκτοί με ενθουσιασμό. Μόνο που ο δικός μας συρμός ήταν ο τριακοστός στη σειρά κι ενώ ο μέσος όρος λειτουργίας του δικτύου είναι δέκα συρμοί την ημέρα. Εξαιτίας αυτού, δεν εισήλθαμε στη Βαρσοβία ως θριαμβευτές. Αντ’ αυτού, προωθηθήκαμε έως το Modlin, (το Nowa Georgienwsk των Ρώσων), καμιά τριανταριά χιλιόμετρα μακρυά από την πρωτεύουσα. Το Modlin είναι μια γιγάντια οχυρή θέση που βρέχεται από έναν παραπόταμο του Βιστούλα και αποτελείται από ένα είδος μεγάλου χωριού για τους πολίτες και αμέτρητους στρατώνες, πυροβολεία και οχυρώσεις για τους στρατιωτικούς. Σε αυτό το μέρος μας εγκατέστησαν προσωρινά. Καθώς μάλιστα τα πάντα είναι ερειπωμένα και δίχως έπιπλα έπειτα από τόσες επιδρομές Ρώσων, Γερμανών και Εβραίων, απουσιάζουν ακόμη και τα στοιχειώδη. Κατά πάσα πιθανότητα δεν πρόκειται να παραμείνουμε εδώ για πολύ καιρό”.²⁹

Το φρούριο του Modlin πάνω στον Νάρεβ, παραπόταμο του Βιστούλα.

Έχοντας μεταβεί στην Πολωνία για να αφιερωθεί στην εκπαίδευση των αξιωματικών του υπό διαμόρφωση πολωνικού στρατού, ο de Gaulle έπιασε αμέσως δουλειά. Στην πρώτη του επιστολή εκφράζεται γι’ αυτό το θέμα με έναν καρτεσιανό ενθουσιασμό, ο οποίος, ωστόσο, έμελλε να είναι σύντομης διάρκειας: “Εντός των δέκα επομένων ημερών πρόκειται να υποδεχτούμε τους μαθητές μας, δηλαδή μια ολόκληρη πολωνική μεραρχία σε πλήρη σύνθεση, την οποία καλούμαστε να αναμορφώσουμε μέσα σε δυο μήνες. Οι αξιωματικοί πρόκειται να παρακολουθήσουν θεωρητικά μαθήματα για τους κανονισμούς, τα δόγματα και τις πολεμικές μας μεθόδους. Κατόπιν, τα στελέχη αυτά θα εκπαιδεύσουν τους υφισταμένους τους με σκοπό να τους καταστήσουν ικανούς υπαξιωματικούς και δεκανείς. Οι πάντες θα είναι εκπαιδευμένοι από Γάλλους αξιωματικούς σύμφωνα με τα γαλλικά πρότυπα. Σε μένα αναλογούν μαθήματα, τα οποία προορίζονται για τους αξιωματικούς. Σε δυο μήνες η μεραρχία θα έχει αναμορφωθεί και θα βρίσκεται σε θέση να αναλάβει δράση. Θα αντικατασταθεί από μια άλλη και ούτω καθεξής”.³º

Την κατάσταση αυτή διαδέχεται μια περίοδος ανεξήγητης και εκνευριστικής αδράνειας. Η κριτική του de Gaulle στρέφεται τότε κατά της Πολωνίας και των Πολωνών.³¹ Για να μην αξιοποιούν την παρουσία των Γάλλων εκπαιδευτών σημαίνει πως δεν τους έχουν ανάγκη. Ενδεχομένως να μην έχουν καν ανάγκη από ύπαρξη στρατού. Ο Αυτόνομος Πολωνικός Στρατός του στρατηγού Haller, με τις άρτια οργανωμένες και εξοπλισμένες 5 μεραρχίες που διέθετε, φαίνεται πως αρκούσε στα μάτια της πολωνικής κοινής γνώμης. Μιας κοινής γνώμης, η οποία είχε απολέσει την αίσθηση του κράτους εξαιτίας άνω του ενός αιώνα καταπίεσης που είχε υποστεί. Πόσο μάλλον που οι προερχόμενοι από τις τάξεις του γερμανικού, αυστριακού και ρωσικού στρατού Πολωνοί αξιωματικοί ή ακόμα και οι Λεγεώνες των εθελοντών του Piłsudski, αντιμετώπιζαν με καχυποψία τους Γάλλους εκπαιδευτές. Τους θεωρούσαν υπερόπτες εξαιτίας της επικράτησής τους στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και μόλις που ανέχονταν την κηδεμονία τους.

Καταστάσεις και συναισθήματα άλλαξαν εκ διαμέτρου με την άφιξη των πρώτων αξιωματικών- μαθητών μέσα στον Ιούλιο καθώς και με την έναρξη της εκπαίδευσης όχι πλέον στο Modlin, αλλά στο Rembertów, προάστιο της Βαρσοβίας. Τον αρχικό δισταγμό διαδέχτηκαν η απόλαυση της διδασκαλίας και η ικανοποίηση της σωστά διεκπεραιωθείσας δουλειάς: “(…) η Σχολή των Πολωνών αξιωματικών λειτουργεί. Το να προετοιμάσουμε, να παρουσιάσουμε και διδάξουμε όλα όσα πρέπει να τους μάθουμε απαιτεί μεγάλη προσπάθεια. Όχι όμως εις μάτην. Σιγά -σιγά η προσπάθεια αυτή αποδίδει καρπούς καθώς καταφέρνουμε να μεταλαμπαδεύσουμε σε αυτόν τον νεότευκτο στρατό τα δόγματα και τις μεθόδους του δικού μας παλαιού και νικηφόρου στρατού. Σε καθαρά προσωπικό επίπεδο, μέσω της όλης διαδικασίας μαθαίνω πολλά πράγματα, τα οποία θα μου αποβούν χρήσιμα  για τις επικείμενες εισαγωγικές εξετάσεις στη Σχολή Πολέμου”.³²

Γάλλοι εκπαιδευτές στο Rembertów τον Απρίλιο του 1921.

Πρωταρχικός στόχος της Σχολής Πεζικού ήταν η συμβολή στη δημιουργία ενός ομοιογενούς πολωνικού στρατού. Ταυτόχρονα, η καθιέρωση μιας γαλλικής παράδοσης στις τάξεις του τελευταίου με τη χρήση, πέραν όλων των προαναφερθέντων στην παραπάνω επιστολή, της γαλλικής γλώσσας ως μέσου επικοινωνίας. “Κάθε προσπάθειά μας, Κύριοι, συνιστά λίγο παραπάνω δόξα για την αιώνια Γαλλία”, δήλωσε ο de Gaulle εμφατικά, ολοκληρώνοντας μια ομιλία του με θέμα την Γαλλο-πολωνική συμμαχία ενώπιον των μελών της Γαλλικής Στρατιωτικής Αποστολής.³³ Ως προς το ζήτημα της ετερογένειας του επιπέδου των αξιωματικών-σπουδαστών, η διαπίστωσή του ήταν πως διανοητικά και τεχνικά πλησιέστεροι προς τους Γάλλους εκπαιδευτές έδειχναν όσοι προέρχονταν από τις τάξεις του γερμανικού αυτοκρατορικού στρατού. Το επίπεδο εκείνων που υπηρέτησαν στον αυστριακό στρατό ήταν επίσης σε γενικές γραμμές καλό παρά το γεγονός ότι “φαίνονται λιγότερο εξοικειωμένοι με τις σύγχρονες μεθόδους και, κατ’ επέκταση, με την εφαρμογή τους”.³⁴ Την τελευταία θέση στην κατάσταση αξιολόγησης καταλάμβαναν οι προερχόμενοι από τις τάξεις του ρωσικού στρατού, οι οποίοι “δεν διαθέτουν παρά μια στοιχειώδη μόνο εκπαίδευση”.³⁵ Όλοι διέθεταν έναν κοινό παρονομαστή: το σχετικά χαμηλό ηθικό, χαρακτηριστικό των μαχητών που έχουν υποστεί πρόσφατα μια στρατιωτική ήττα. Σε αντιδιαστολή με τις τρεις παραπάνω κατηγορίες, οι Πολωνοί αξιωματικοί, οι οποίοι προέρχονταν από τις τάξεις των Λεγεώνων εθελοντών του Pilsudski μπορεί μεν να μην είχαν υποστεί κανενός είδους εκπαίδευση, ωστόσο, η νεαρή τους ηλικία σε συνδυασμό με την αίσθηση ότι συνέβαλαν στην απελευθέρωση και αναγέννηση της πατρίδας, τους είχε εφοδιάσει με έναν διάχυτο ενθουσιασμό και με ένα ψηλό φρόνημα.

Σε ολόκληρο αυτό το χρονικό διάστημα ο de Gaulle διετέλεσε διαδοχικά εκπαιδευτής, διευθυντής σπουδών, από τον Δεκέμβριο δε του 1919 ανέλαβε υπεύθυνος του κύκλου παραδόσεων που απευθύνονταν στους ανώτερους αξιωματικούς. Έστω και αν εξηγείται από τις ιδιάζουσες συγκυρίες, πρόκειται περί ταχύτατης προαγωγής που λίγοι αξιωματικοί γνωρίζουν στη σταδιοδρομία τους.³⁶ Στις διαλέξεις του διαγράφονταν από τώρα δυο θέματα, στα οποία επρόκειτο να επανέλθει κατ’ επανάληψη στον υπόλοιπο βίο του: 1) Η σημασία του ηθικού ως συστατικού στοιχείου της τελικής επικράτησης ενός εθνικού στρατού και 2) το ειδικό βάρος της εθνικής ιστορίας, ως υπόβαθρου της νομιμότητας των κρατών και στοιχείου κατανόησης της γεωπολιτικής τους διαδρομής μέσα στο χρόνο. Ως προς το πρώτο από αυτά τα θέματα, οι βιογράφοι του de Gaulle παραπέμπουν εκτενώς στον André Frossard και στη μαρτυρία, την οποία κατέγραψε από  τον λοχαγό Medwecki, τον Πολωνό διερμηνέα του de Gaulle στη Σχολή του Rembertów. Συγκεκριμένα, ο τελευταίος επισημαίνει πως “από καιρού σε καιρό, ο λοχαγός de Gaulle άφηνε επί μέρους τα καθαρά επιχειρησιακής φύσεως ζητήματα και προχωρούσε σε διαλέξεις γύρω από γενικότερα θέματα. Η καλύτερη από αυτές (…) με τίτλο “Η ήττα, υπόθεση ηθικού” ήταν, πραγματικά, υψηλού επιπέδου. Βρεθήκαμε στην ανάγκη να την αναπαραγάγουμε σε πολυάριθμα αντίγραφα, καθώς όλοι οι εκπαιδευόμενοι αξιωματικοί ζητούσαν από ένα. Ο απόηχος έφτασε έως τη Βαρσοβία όπου κληθήκαμε να την επαναλάβουμε ενώπιον ενός ακροατηρίου Πολωνών και Γάλλων στρατηγών και συνταγματαρχών”.³⁷ Η μαρτυρία ολοκληρώνεται ως εξής: “Στο ποσοστό που υπάρχει ακόμη ηθικό, η επιτυχία είναι εφικτή. Από τη στιγμή, κατά την οποία το ηθικό παύει να υφίσταται, το τέλος είναι κοντά”.³⁸ Εν ολίγοις, η αποτελεσματικότητα του ξίφους εξαρτάται από την αποφασιστικότητα του χεριού που το κραδαίνει.

Η δεύτερη σημαντική διάλεξη του de Gaulle, με τίτλο “Η Γαλλο-Πολωνική Συμμαχία”, πραγματοποιήθηκε ενώπιον των αξιωματικών της Γαλλικής Στρατιωτικής Αποστολής.³⁹ Επρόκειτο ούτε λίγο ούτε πολύ για μια σύνθεση της ιστορίας της Πολωνίας από τον 10ο αιώνα κι έπειτα (“…οπότε η Πολωνία εισέρχεται πραγματικά στην Ιστορία…”) έως τις συνθήκες που έθεσαν τέλος στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Έχοντας επιλέξει μια οπτική περισσότερο γεωστρατηγική και λιγότερο ιστορική, ο ομιλητής κατέληγε στην ανάγκη ανύψωσης ενός προστατευτικού αναχώματος έναντι της Ρωσίας προς Ανατολάς, της Γερμανίας προς Δυσμάς και της Ουγγαρίας προς Νότο: “Η θέση της Γαλλίας είναι σαφής. Την έχει εκφράσει κατ’ επανάληψη και στηρίζεται επάνω σε δυο άξονες. Προκειμένου η Πολωνία να είναι ισχυρή, οφείλει να αναδιοργανωθεί εντός των ιστορικών της συνόρων και να αποκτήσει μια στέρεη στρατιωτική και οικονομική υποδομή”. Σχετικά με την ΕΣΣΔ, οι εκτιμήσεις του de Gaulle προσλαμβάνουν προφητική σχεδόν διάσταση: “Ο μπολσεβικισμός δεν πρόκειται να παραμείνει στη Ρωσία επ’ αόριστον. Θα έρθει μια ημέρα, είναι αναπόφευκτο, που θα επανέλθει εκεί η τάξη, η δε Ρωσία, αναδιαρθρώνοντας τις δυνάμεις της, θα αρχίσει εκ νέου να κοιτάζει τριγύρω της”. Εξίσου διορατικές είναι και οι προβλέψεις του περί μιας γερμανο-σοβιετικής προσέγγισης, η οποία έμελλε να πραγματοποιηθεί δυο χρόνια αργότερα, με βάση τις διατάξεις της Συνθήκης του Rapallo (16 Απριλίου 1922): “Γερμανοί και Μοσχοβίτες θα μπορούσαν κάλλιστα να επιδιώξουν να συμφωνήσουν εκ νέου μεταξύ τους…”.

Σπάνια φωτογραφία του de Gaulle με τον Πολωνό διερμηνέα Medwecki στο Rembertów, στις αρχές του 1920.

Ο στρατηγός Henrys, επικεφαλής της Στρατιωτικής Αποστολής, εντυπωσιάστηκε σε τέτοια κλιμακα από τις διαλέξεις και την εν γένει επίδοση του λοχαγού de Gaulle, που του πρότεινε να παραμείνει στο πλευρό του, στην Πολωνία. Ο de Gaulle απέρριψε την πρόταση. Άραγε, σε πόσους άλλους αξιωματικούς ο στρατηγός Henrys προέβη σε ανάλογη πρόταση; Δεν γνωρίζουμε. Είναι πάντως γεγονός πως οι 2.000 περίπου Γάλλοι αξιωματικοί που υπηρετούσαν την εποχή εκείνη στην Πολωνία, δεν αποτελούσαν την αφρόκρεμα του γαλλικού στρατού. Για ποιο λόγο ο de Gaulle απέρριψε την πρόταση; Γιατί, απλούστατα, η Πολωνία του είχε ήδη προσφέρει ό,τι ήταν σε θέση να του προσφέρει. “Ο πολωνικός στρατός βρίσκεται σε σωστό δρόμο. Εκείνο της αναδιοργάνωσης έτσι όπως την οραματιζόμουν. Καιρός είναι επομένως να δουλέψω για δικό μου λογαριασμό. Μόνο που αυτή η σκέψη δεν πρέπει να διαρρεύσει εκτός οικογενειακού κύκλου”.⁴º Είχε σημάνει η ώρα της επιστροφής στην πατρίδα και της προετοιμασίας ενόψει των εισαγωγικών εξετάσεων της Ανωτάτης Σχολής Πολέμου. Γι’ αυτό και προσέβλεπε σε μια μετάθεση, η οποία θα του επέτρεπε να προετοιμαστεί καλύτερα. Κατά νου είχε τη Στρατιωτική Ακαδημία του Saint-Cyr. Μια θέση καθηγητή (και όχι εκπαιδευτή, όπως γράφει χαρακτηριστικά⁴¹) σε αυτή, θα ήταν, άνευ πάσης αμφιβολίας, ό,τι προτιμότερο. Τελικά, η τοποθέτησή του στην υπηρεσία παρασήμων του γραφείου υπουργού, στο Παρίσι, υπήρξε λιγότερο ελκυστική εξέλιξη. Έπειτα από ένα, μόλις, μήνα παραμονής στο γκρίζο και μελαγχολικό αυτό περιβάλλον, ο de Gaulle αποφάσισε να ξαναφύγει στην Πολωνία. Είναι αλήθεια πως στο μεταξύ βρισκόταν σε εξέλιξη η ένοπλη αντιπαράθεση ανάμεσα στις δυνάμεις του Piłsudski και τον Κόκκινο Στρατό.

Στη διάρκεια της δεύτερης διαμονής του στην Πολωνία, ο λοχαγός de Gaulle έμελλε να βιώσει μια διπλή εμπειρία: 1) κοινωνική, καθώς ήρθε σε άμεση επαφή με τον πολωνικό λαό σε στιγμές απόγνωσης που μετεξελίχθηκαν σε γενική ευφορία και 2) στρατιωτική, από τη στιγμή, κατά την οποία αποσπάστηκε στο 3ο Γραφείο της Ομάδας Στρατιών Νότου (αργότερα Κέντρου), με ανώτατο διοικητή τον Πολωνό στρατηγό Rydz-Śmigły, όπου συμμετείχε ενεργά σε πολεμικές επιχειρήσεις, χάρη στις οποίες απέσπασε μια νέα διάκριση.

 

Η πολιτική και στρατιωτική κατάσταση στην Πολωνία το 1920 

Με την είσοδο του 1920, η κυβέρνηση του Παρισιού, απορροφημένη από τη Γερμανία, δεν επιδείκνυε ζωηρό ενδιαφέρον παρά μόνο για τις διεκδικήσεις της Πολωνίας σε βάρος της τελευταίας. Πεπεισμένη ως προς την τελική επικράτηση του αντιμπολσεβικικού στρατοπέδου στη Ρωσία, θεωρούσε υπερβολικές τις αξιώσεις των Πολωνών ανατολικά της συμφωνηθείσας γραμμής της 8ης Δεκεμβρίου 1919 [βλ. παραπάνω], τις οποίες και απέρριψε.⁴² Επιπρόσθετα, η ένταση, η οποία χαρακτήριζε την ίδια εποχή τις διμερείς γαλλο-βρετανικές σχέσεις σε διπλωματικό επίπεδο καθώς και η δύσκολη εσωτερική κατάσταση εντός της Γαλλίας, περιόριζαν δραστικά τη δυνατότητα χειρισμών της κυβέρνησης του Alexandre Millerand. Τελικά, το όλο Πολωνικό Ζήτημα αφέθηκε να μετακυλήσει στην “ευγενή φροντίδα” των Βρετανών. Με τη διαφορά ότι ο πρωθυπουργός Lloyd George δεν έκρυβε την απέχθειά του έναντι των Πολωνών. Στην ίδια την Πολωνία, ο Piłsudski συμπεριφερόταν ως “παλαιός γνώστης της τεχνικής της εξέγερσης, ο οποίος γνωρίζει αυτό που επιδιώκει και ξέρει να περιμένει την κατάλληλη ώρα”.⁴³ Απέρριπτε όλες τις προτάσεις, από όπου και αν αυτές προέρχονταν. Ακόμα καλύτερα, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί μια ευνοϊκή, προς στιγμή, συγκυρία, επιχειρώντας να αποκαταστήσει τα “ιστορικά” σύνορα του 1772 προτού ο Κομισάριος του Λαού Kamenev προλάβει να εξαπολύσει σειρά προληπτικών επιχειρήσεων σε βάρος της χώρας του. Την επομένη της αποτυχημένης έκβασης των διαπραγματεύσεων με τον Denikin και τους Σοβιετικούς, ο Piłsudski εξαπέλυσε τη δική του επίθεση εναντίον της Ουκρανίας, στις 25 Απριλίου 1920. Στόχος ήταν η εκδίωξη από εκεί του “ξένου εισβολέα”.⁴⁴ Στις 7 Μαΐου, τα πολωνικά στρατεύματα εισήλθαν στο Κίεβο. Ο Piłsudski αυτοχρίστηκε στρατάρχης και επέστρεψε στη Βαρσοβία όπου του επιφυλάχτηκε υποδοχή εθνικού ήρωα.

7 Μαΐου 1920: είσοδος του πολωνικού στρατού στο Κίεβο.

Ωστόσο, οι Σοβιετικοί, απαλλαγμένοι από την υποθήκη των Λευκών, πέρασαν ταχύτατα στην αντεπίθεση σε βάρος μιας χώρας, της Πολωνίας, η επίπεδη γεωμορφολογική ιδιαιτερότητα της οποίας, σε συνδυασμό με την παντελή απουσία κάποιου φυσικού αναχώματος, λειτουργούσε αναφανδόν υπέρ του επιτιθέμενου.⁴⁵ Η ευθύνη των επιχειρήσεων στον βόρειο τομέα του μετώπου ανατέθηκε στον στρατηγό Tukhachevsky,⁴⁶ διοικητή του δυτικού μετώπου.⁴⁷ Στο νοτιοδυτικό τομέα (Ουκρανία), ο στρατηγός Egorov⁴⁸ επιφορτίστηκε με την ανακατάληψη του Κιέβου. Τέλος, η έφοδος της 1ης Στρατιάς Ιππικού του Boudieny στόχευε στον αιφνιδιασμό των Πολωνών και στη διάσπαση των γραμμών τους.⁴⁹ Ήδη από τις 4 Ιουλίου, ο Tukhachevsky άρχισε να προελαύνει κατά μήκος του άξονα Vilnius-Minsk-Βαρσοβίας.⁵º Αντικειμενικός του στόχος ήταν “η εξουδετέρωση των πολωνικών δυνάμεων και η μεταφορά της επανάστασης προς Δυσμάς”.⁵¹ Έχοντας διασπάσει τις γραμμές του αντιπάλου, κατέλαβε το Minsk στις 11 Ιουλίου, το Grodno στις 19, το Slonim στις 22. Τίποτα δεν έδειχνε ικανό να ανακόψει την ακαταμάχητη προέλασή του προς Δυσμάς.⁵²

Την ίδια στιγμή η κατάσταση επιδεινώθηκε για τους Πολωνούς, καθώς οι κυβερνήσεις της Γερμανίας, της Αυστρίας και της Τσεχοσλοβακίας αρνήθηκαν τη διέλευση από το έδαφός τους σιδηροδρομικών συρμών γεμάτων πολεμοφόδια, με προορισμό τη Βαρσοβία. Στον λιμένα του Dantzig, την εκφόρτωση των πλοίων παρεμπόδιζε ο πολλαπλασιασμός των απεργιακών κινητοποιήσεων των εργατών.

Ο ρωσο-πολωνικός πόλεμος (1918-1920).                        

Πλήρως αποκομμένη, ευρισκόμενη στο χείλος του γκρεμού, η κυβέρνηση της Βαρσοβίας ζήτησε στις 22 Ιουλίου τη σύναψη ανακωχής. Οι Βρετανοί την προέτρεψαν να αποδεχτεί τους όρους των Σοβιετικών. Αντίθετα, οι Γάλλοι την ενθάρρυναν να συνεχίσει τον αγώνα, υποσχόμενοι σημαντική ενίσχυση σε έμψυχο υλικό και σε πολεμοφόδια. Την ίδια στιγμή, Λονδίνο και Παρίσι αποφάσισαν τη συγκρότηση μιας Μεικτής Διασυμμαχικής Αποστολής, επιφορτισμένης να “αξιολογεί και να συμβουλεύει” τις πολωνικές αρχές σε διπλωματικό και επιχειρησιακό επίπεδο και να παρέχει “υπεύθυνη πληροφόρηση” προς τις κυβερνήσεις των δυο χωρών. Στους κόλπους της εν λόγω Αποστολής, τη Μεγάλη Βρετανία εκπροσωπούσαν ο λόρδος Abenon, πρέσβυς της Α.Μ. στο Βερολίνο, ο στρατηγός Percy Radcliffe και ο Maurice Hankey, διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του πρωθυπουργού Lloyd George. Από πλευράς Γαλλίας, συμμετείχαν ο διπλωμάτης Jean-André Jusserand, πρέσβυς στην Ουάσινγκτον, ο στρατηγός Maxime Weygand, επιτελάρχης του στρατάρχη Foch και ο Alexandre de Vignon, διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του πρωθυπουργού Millerand.⁵³ Ταυτόχρονα, στις 20 Ιουλίου, οι ευρισκόμενοι στην Πολωνία Γάλλοι αξιωματικοί διατάχθηκαν να στελεχώσουν τις σημαντικότερες μονάδες του πολωνικού στρατού προκειμένου να παράσχουν συμβουλές και τεχνογνωσία προς τους Πολωνούς συναδέλφους τους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο λοχαγός de Gaulle αποσπάστηκε στην Ομάδα Στρατιών Κέντρου, θέτοντας τέλος σε μια σύντομη περίοδο ενοχλητικής, από κάθε άποψη, αδράνειας, η οποία τον έκανε να εξεγείρεται.

 

 Ο λοχαγός de Gaulle στην Ομάδα Στρατιών Κέντρου 

H επάνοδος στη Βαρσοβία θυμίζει σε πολλά την άφιξη του de Gaulle στο Modlin, ένα χρόνο νωρίτερα. Κάθε στιγμής έντασης, είθισται να προηγείται μια περίοδος παρατήρησης, αυτοσυγκέντρωσης, αναμονής και στοχασμού. Πρόκειται για τη στιγμή εκείνη που ο λοχαγός αποφάσισε να καταγράψει τις εντυπώσεις του σε καθημερινή κλίμακα σε ένα κείμενο, το οποίο δημοσιεύθηκε στο Παρίσι προτού καν επιστρέψει εκεί.⁵⁴ Το σύντομο αυτό ημερολόγιο, μαζί με τις επιστολές, τις οποίες απηύθυνε προς τη μητέρα του τις λίγες αυτές εβδομάδες, είναι υποδειγματικά από διπλή άποψη. Κατά πρώτο λόγο, συνειδητοποίησε τη μεγίστη σημασία του εθνικού φρονήματος που διαπερνά τις συγκυριακές πολιτικές και ιδεολογικές δοξασίες σε μια στιγμή κοσμογονικών αντιπαραθέσεων ανάμεσα στους λαούς.⁵⁵ Κατά δεύτερο λόγο, το γεγονός που τον σημάδεψε περισσότερο δεν ήταν τόσο πολύ οι αρχικές διαδοχικές αποτυχίες των Πολωνών σε επιχειρησιακό επίπεδο, όσο η απόγνωση, από την οποία διακατεχόταν ο άμαχος πληθυσμός όπως και η εγγενής αδυναμία των πολιτικών κομμάτων να λειτουργήσουν με βάση έναν κοινό τόπο τη στιγμή, κατά την οποία, για μια ακόμη φορά, η πατρίδα κινδύνευε από τον Ρώσο προαιώνιο εχθρό. “Εκείνο που με ανησυχεί περισσότερο δεν είναι η υποχώρηση των πολωνικών στρατευμάτων. Είναι η απελπισία του κόσμου. Ειδικότερα τα πολιτικά κόμματα, αντί να συνασπιστούν στο πλευρό της όποιας κυβέρνησης έως το τέλος της κρίσης, αναλώνονται στο να διευρύνουν τις έριδες και τις διχόνοιες”.⁵⁶

Ρώσοι ιππείς της 1ης Στρατιάς του στρατηγού Boudieny.

Στρατωνισμένοι στη Βαρσοβία, καταδικασμένοι σε μια αδράνεια ολοένα και πιο εκνευριστική, οι Γάλλοι αξιωματικοί έδειχναν ακόμα πιο αποπροσανατολισμένοι εξαιτίας της διακοπής των μαθημάτων προκειμένου οι ομόλογοί τους Πολωνοί καταφέρουν να ενταχθούν στις μονάδες της πρώτης γραμμής. “(…) Όλοι εμείς οι αξιωματικοί της Στρατιωτικής Αποστολής παρακολουθούμε με έκδηλο ενδιαφέρον τα αποφασιστικά γεγονότα που εκτυλίσσονται εδώ. Η καρδιά μας σφίγγεται επειδή δεν μπορούμε να συμμετάσχουμε ενεργά σε αυτά”.⁵⁷ Εν συνεχεία, ο Charles de Gaulle εξανίσταται: “Δεν παύω να σκέπτομαι τους γενναίους αξιωματικούς που παρακολούθησαν τις παραδόσεις μας στη Σχολή Πεζικού του Rembertów, πολλοί εκ των οποίων γνωρίζω ότι έχασαν τη ζωή τους. Πόσο αντίθετο με τη γαλλική παράδοση είναι να παραμένει κανείς αδρανής όταν δίπλα του μαίνονται οι μάχες!”.⁵⁸ Ωστόσο, δεν μπορούσε να παραβεί τις εντολές της κυβέρνησης του Παρισιού. Η Γαλλία, μοναδική χώρα, η οποία στήριζε έμπρακτα τους Πολωνούς, δεν βρισκόταν σε εμπόλεμο καθεστώς με την μπολσεβικική Ρωσία. Όμως, η φρενήρης προέλαση του χαρισματικού Tukhachevsky μέσα από τις τεράστιες ελώδεις εκτάσεις εκατέρωθεν του ποταμού Pripyat (“η μοίρα της παγκόσμιας επανάστασης κρίνεται στη Δύση. Η διαδρομή της φωτιάς περνά πάνω από το πτώμα της Πολωνίας ”) ήταν τέτοια, που προκάλεσε ανησυχία στη γαλλική πρωτεύουσα. Καθώς ο κλοιός έσφιγγε επικίνδυνα γύρω από τη Βαρσοβία και απειλείτο η ίδια η ύπαρξη της νεαρής Πολωνίας, οι Γάλλοι αξιωματικοί διατάχτηκαν να στελεχώσουν τις μεγάλες μονάδες του πολωνικού στρατού, με ρητή εντολή να αποφύγουν την ενεργό συμμετοχή στις εχθροπραξίες.

Οι αξιωματικοί πανηγύριζαν. Ο de Gaulle γράφει σχετικά: “Η στιγμή που όλοι περιμέναμε έφτασε επιτέλους. Η γαλλική κυβέρνηση δίνει την άδεια στους αξιωματικούς της να συνδράμουν άμεσα στην υπεράσπιση του πολωνικού εδάφους. Ο στρατηγός Henrys δεν περιμένει επιβεβαίωση της διαταγής. Το ίδιο βράδυ αναχωρεί για το μέτωπο, αφού προηγουμένως έχει διαπιστεύσει τον καθένα από εμάς στις κυριότερες μονάδες. Ανήκω στους τυχερούς. Συνοδεύω τον στρατηγό B[ernard], ο οποίος πρόκειται να παράσχει συμβουλές στο νότιο τομέα του μετώπου. Διοικητής του τομέα είνα ο στρατηγός R[ydz]Ś[migły]. Είναι νέος (32 μόλις ετών). Πριν από τον πόλεμο είχε ξεκινήσει μια σταδιοδρομία ζωγράφου. Από τους έμπιστους υπαρχηγούς του Piłsudski, δρέπει σήμερα τους καρπούς των μόχθων του. Είναι άνθρωπος με κοινή λογική και αυτοπεποίθηση. Όποτε συνδιαλέγεται με τον στρατηγό Β…, βλέπω μπροστά μου την προσέγγιση ανάμεσα στους δυο στρατούς, τους οποίους εκπροσωπούν. Τον πολωνικό, νέο, γεμάτο δυναμισμό, λιγότερο έμπειρο και τον δικό μας, εξοικειωμένο με κάθε είδος πολέμου, συνηθισμένο να ενεργεί μεθοδικά και να μην αφήνει τίποτα στην τύχη. Από τη συνεργασία των δυο αυτών αρχηγών δεν μπορεί παρά να προκύψει όφελος. Αυτή είναι η πεποίθηση όλων μας. Η μεγαλύτερη ικανοποίηση για τους Γάλλους αξιωματικούς θα είναι να δουν την εμπιστοσύνη να αποκαθίσταται παντού όπου έκαναν αισθητή την παρουσία τους. Και την έκαναν αισθητή σε όλους τους τομείς”.⁵⁹

 

O στρατάρχης Józef Piłsudski (αριστερά) συνομιλεί με τον στρατηγό Edward Rydz-Śmigły.                          

Ο Charles de Gaulle τοποθετήθηκε ως σύμβουλος στην Ομάδα Στρατιών Νότου (γρήγορα μετονομάστηκε σε Ομάδα Στρατιών Κέντρου). Με αυτή την ιδιότητα είχε την ευκαιρία να συνδιαλλαγεί τόσο με τον διοικητή της τελευταίας, τον στρατηγό Rydz-Śmigły, όσο και με τον αρχηγό του πολωνικού κράτους, τον στρατάρχη Piłsudski, ο οποίος ανέλαβε τον συντονισμό της αντεπίθεσης εναντίον των δυνάμεων του Tukhachevsky. Ωστόσο, στο επιτελείο της Στρατιάς αντίκρισε μια πραγματικά χαοτική κατάσταση. Στην τελική έκθεση που υπέβαλε στους προϊσταμένους του κάνει λόγο για “σοβαρές ελλείψεις και αδυναμίες”,⁶º τις οποίες διαπίστωσε ιδίοις όμμασι. Υπογραμμίζει με ιδιαίτερη έμφαση τις συνθήκες, υπό τις οποίες ο Piłsudski ανέλαβε τη διοίκηση της αντεπίθεσης κατά των μπολσεβίκων, θεωρώντας πως έτσι όπως πραγματοποιήθηκε, οδήγησε σε πλήρη διοικητική αποδιοργάνωση τα πολωνικά στρατεύματα. Στο συγκεκριμένο σημείο είναι ταυτόχρονα αυστηρός και μεγαλόψυχος. Αυστηρός, επειδή καταγγέλλει έναν αρχηγό κράτους που δεν διστάζει να απορρυθμίσει συνειδητά μια ομάδα στρατιών, μόνο και μόνο προκειμένου να πάρει προσωπικά τα ηνία: “Δεν υφίσταται διοίκηση της Ομάδας Στρατιών Κέντρου. Ο αρχηγός του κράτους επιθεωρεί το μέτωπο ασταμάτητα από άκρο σε άκρο. Δεν συνοδεύεται από κάποιο συγκεκριμένο επιτελείο. O επιτελάρχης του είναι εγκατεστημένος στο Pulawy, το δε υπόλοιπο επιτελείο στο Lublin.⁶¹ Συνάμα όμως, ο de Gaulle είναι μεγαλόψυχος. Ειδικότερα όταν αναφέρεται στις επιπτώσεις, σε επίπεδο τόνωσης του ηθικού, που προέκυψαν από την απροσδόκητη ανάληψη της διοίκησης από πλευράς Piłsudski: “Υπό τις παρούσες συνθήκες δεν μπορεί κανείς να παραγνωρίσει το ηθικό πλεονέκτημα της ανάληψης της διοίκησης από τον αρχηγό του κράτους, (…)”.⁶²

Ο διπλός ελιγμός των Πολωνών (ανάσχεση της ρωσικής προέλασης προ των πυλών της Βαρσοβίας και η αστραπιαία αντεπίθεση του Piłsudski με κατεύθυνση από Νότο προς Βορρά) αιφνιδίασε, αποσυντόνισε και συνέθλιψε τις δυνάμεις των μπολσεβίκων. Επρόκειτο περί ενός ανέλπιστου θριάμβου: “Ναι, πρόκειται περί νίκης απόλυτης, θριαμβευτικής! Από τις υπόλοιπες ρωσικές στρατιές που απειλούσαν τη Βαρσοβία δεν έχουμε πια να φοβηθούμε τίποτα. Βρίσκονται σε άτακτη υποχώρηση, οι δε Πολωνοί τις προσπερνούν και τις περικυκλώνουν. Ο εχθρός, υπό καθεστώς διάλυσης, αναζητεί καταφύγιο μέσα στα δάση όπου αιχμαλωτίζεται κατά συρροή”.⁶³

Jerzy Kossak, Το θαύμα του Βιστούλα, 15 Αυγούστου 1920, πίνακας του 1930.

Για τους Γάλλους αξιωματικούς ο πόλεμος είχε τελειώσει. Ο λοχαγός de Gaulle επέστρεψε στη Βαρσοβία θριαμβευτής, έχοντας γευτεί τη μεθυστική χαρά της νίκης. Μπορούσε πλέον να ολοκληρώσει το ημερολόγιό του: “Αναγνωρίζοντας τις σκονισμένες στολές που φοράμε, το πλήθος μας περιτριγυρίζει κραυγάζοντας με όλη του τη δύναμη, Vive la France! Είναι εδώ μαζί μας, αποφασισμένο και ενθουσιώδες. Κοιταζόμαστε μεταξύ μας. Αίφνης, ως εκ θαύματος, ο καθένας από τους παρόντες Γάλλους αισθάνεται τον ίδιο πάλλοντα ιερό ενθουσιασμό. Νοιώθει να κτυπά μέσα του η αιώνια καρδιά της Πατρίδας”.⁶⁴

Ο de Gaulle παρέμεινε στη Βαρσοβία έως τον Ιανουάριο του 1921. Τόσο ο στρατηγός Henrys, όσο και ο διάδοχός του επικεφαλής της Γαλλικής Στρατιωτικής Αποστολής, στρατηγός Niessel, έκριναν απαραίτητη την παρουσία του επιτόπου. Ο δεύτερος ειδικότερα, στηρίχθηκε επάνω του προκειμένου “να έρθει σε επαφή με άτομα και καταστάσεις που γνωρίζω καλά, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για την πολύπαθη Πολωνία”.⁶⁵ Μεταξύ άλλων, συνέταξε ένα εκτενές υπόμνημα  με αντικείμενο τον πολωνικό στρατό.⁶⁶ Το εν λόγω υπόμνημα, λειτούργησε ως έναυσμα στους μετέπειτα ιστορικούς, για να εμφανίσουν τον de Gaulle ως οραματιστή των τεθωρακισμένων και της εν γένει αξιοποίησής τους. Ειδικότερα, ο Jean Lacouture αναφέρει ως προς το συγκεκριμένο θέμα: “Στο υπόμνημα, το οποίο υπέβαλε στο Γενικό Επιτελείο έπειτα από το πέρας της αποστολής του, συμπεριλαμβάνεται μια φράση, η οποία ηχεί ως προειδοποίηση αλλά και ως σήμα κινδύνου στην όλη σκέψη του στρατηγού de Gaulle: Τα τεθωρακισμένα…οφείλουν να αξιοποιηθούν συντεταγμένα και όχι διασκορπισμένα”.⁶⁷ Ο ίδιος ο de Gaulle εκφράζεται ως εξής στο υπόμνημά του: “Στη μόνη συγκυρία που η χρήση των τεθωρακισμένων σχεδιάστηκε σε αρκετά μεγάλη κλίμακα (μάχη της Βαρσοβίας), το αποτέλεσμα υπήρξε αποκαρδιωτικό. Τα τεθωρακισμένα έχουν κατασκευαστεί προς υποστήριξη του επιτιθέμενου πεζικού. Όχι για υπερασπίζονται τα Γενικά Επιτελεία ή να ενισχύουν την άμυνα ενός σημείου υποστήριξης. Οφείλουν να αξιοποιηθούν συντεταγμένα και όχι διασκορπισμένα”. Στην πραγματικότητα, ο Charles de Gaulle σκέπτεται και λειτουργεί ως αξιωματικός του πεζικού της εποχής του. Όπως όλοι οι ομόλογοί του, είναι της άποψης πως τα τεθωρακισμένα – στην Πολωνία δεν συμμετείχε παρά μόνο ένα σύνταγμα τύπου F 17 – προορίζονταν προς υποστήριξη του πεζικού εφόσον μετακινούνταν με ανάλογους ρυθμούς με αυτό. Τίποτα περισσότερο. Εξάλλου, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο περιορισμένος αριθμός και οι συνθήκες λειτουργίας των F 17 υπήρξαν τέτοιας μορφής που ήταν αδύνατο για έναν Γάλλο αξιωματικό να συναγάγει ασφαλή συμπεράσματα ως προς τη μελλοντική χρήση του νέου αυτού όπλου με γνώμονα, μάλιστα, ένα παράδειγμα τόσο μικρής κλίμακας.

Αναμνηστικά γραμματόσημα με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από τη διενέργεια του ρωσο-πολωνικού πολέμου.

Αφετέρου (και ως προς το σημείο αυτό συμπλέουμε απόλυτα με την εκτίμηση του Jean Lacouture),⁶⁸ ο de Gaulle ανακάλυψε στην Πολωνία τον πόλεμο κινήσεων και ελιγμών όπως, επίσης, και την αξιοποίηση των μεγάλων μονάδων του ιππικού ως δύναμη κρούσης, ικανή να εκμαιεύσει κι αυτό ακόμη το τελικό στρατηγικό αποτέλεσμα: “Οι σύνδεσμοι αξιωματικοί δεν σταμάτησαν να εκλιπαρούν την πολωνική στρατιωτική διοίκηση να μη διαχωρίσει το σώμα Ιππικού, που με τόση μεγάλη δυσκολία συγκροτήθηκε γύρω στις 25 Ιουλίου, αλλά αντίθετα, να το ενσωματώσει σε όλα τα υπόλοιπα μέσα, τα οποία είχε στη διάθεσή της. Η προτροπή αυτή εισακούστηκε μερικώς, ειδικότερα στην περίπτωση των επιχειρήσεων εναντίον του Boudieny, μεταξύ 30 Ιουλίου και 2 Αυγούστου. Κατά τα άλλα όμως, αγνοήθηκε πλήρως. Τουλάχιστον οι Πολωνοί  στρατηγοί διαπίστωσαν και αναγνώρισαν στο πλαίσιο της παραπάνω επίθεσης πως η συμβουλή ήταν ορθή”.⁶⁹

Εν κατακλείδι, έπειτα από 19 μήνες συμμετοχής στις πολεμικές επιχειρήσεις στο γαλλικό μέτωπο και άλλους 18 μήνες παραμονής στην Πολωνία, ο Charles de Gaulle υπήρξε από τους λίγους αξιωματικούς που βίωσαν δυο εκ διαμέτρου διαφορετικά και συμπληρωματικά μεταξύ τους, είδη πολέμου. Στην πρώτη περίπτωση, στατικές επιχειρήσεις, επιθέσεις μικρής κλίμακας, βραδύτητα, μέθοδος. Στη δεύτερη, κινητικότητα σε βάθος, μεγάλοι ελιγμοί, ταχύτητα, τόλμη. Εικάζουμε ότι η δισυπόστατη αυτή εμπειρία δεν τον άφησε αδιάφορο. Ενδεχομένως να αποκόμισε ακόμα πιο πολλά, ειδικότερα στη δεύτερη περίπτωση. Απέκτησε την πρακτική επιβεβαίωση ενός σκεπτικού: ακόμα και τα πιο παλιά και ισχυρά έθνη, κινδύνευαν να αφανιστούν ξαφνικά, παρασυρόμενα μέσα στη δίνη του χάους και της αποκάλυψης: “Αρκεί να δει κανείς την εξαθλίωση των κατοίκων των προαστίων, προκειμένου να διαπιστώσει τη δυστυχία των ανθρώπων. Πρέπει να περάσει δίπλα από τις ατελείωτες ουρές τσακισμένων ανδρών, γυναικών και παιδιών, που αναμένουν έξω από την πόρτα του αρτοποιείου το εβδομαδιαίο κομμάτι μαύρου ψωμιού, να έχει αισθανθεί επάνω του το βαρύ βλέμμα του πλήθους αυτού, προκειμένου να αντιληφθεί πως ο πολιτισμός μας εξαρτάται τελικά από τόσο λίγα, όπως, επίσης, ότι όλες οι ομορφιές και όλες οι ανέσεις, για τις οποίες δηλώνει τόσο πολύ υπερήφανος, μπορούν να αφανιστούν ταχύτατα από την τυφλή οργή των απελπισμένων μαζών”.⁷º

 

Τhe Battle of Warsaw, 1920 

 

O Frédéric Guelton είναι συνταγματάρχης (ε.α) και διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης. Διετέλεσε διευθυντής των Στρατιωτικών Αρχείων  της Γαλλίας (Service Historique de la Défense – Section Armée de Terre). Είναι μέλος της Διεθνούς  Επιτροπής Μνήμης των 100 ετών του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου   (Mission Centenaire 1914 – 1918).    

                                                           

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ 

 

 

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

¹ Βρίσκονται συγκεντρωμένες στα στρατιωτικά αρχεία της Γαλλίας (Service Historique de la Défense/Armée de Terre – συντομογραφία SHD/Terre) Φάκ. 5Ν 190, 6Ν 212, 7Ν 618-623, 7Ν 2012, 7Ν 3034, 1Κ 118 (Κατάλοιπα Niessel) και 1K 130 (Κατάλοιπα Weygand).

² Ολόκληρο αυτό το σύνολο έχει δημοσιευτεί στο Charles de Gaulle, Lettres, Notes et carnets, 1919-juin 1940, Paris, Plon, 1980, σ. 9-104 (εφεξής LNC).

³ «La Bataille de la Vistule, carnet de campagne d’un officier français» στο Espoir, revue de l’institut Charles de Gaulle, Οκτώβριος 1973, σ. 50-57. Στην έκδοση αυτή επισημαίνεται πως το συγκεκριμένο άρθρο είχε δημοσιευτεί για πρώτη φορά ανώνυμα την 1η Νοεμβρίου 1920 στο τεύχος αρ. 6 της Revue de Paris. Στη μελέτη τους Les Ecrits militaires de Charles de Gaulle, Paris, PUF, 1985, σ. 34, οι Pierre Messmer και Alain Larcan επισημαίνουν πως πρώτος ο Gérard Saucey, σε άρθρο, το οποίο δημοσίευσε στην εφημερίδα Le Monde στις 19 Σεπτεμβρίου 1967, ταυτοποίησε τον συντάκτη του ημερολογίου με το πρόσωπο του Charles de Gaulle.

En ce temps là de Gaulle, «La vie et les actes de Charles de Gaulle par André Frossard», n° 22, 1972, σ. 86-89.

⁵ Jean Lacouture, De Gaulle, tome 1, Le rebelle, Seuil, 1984, 869 σ. 102-103 π.χ.

⁶ Επιστολή προς τη μητέρα του, Saint-Maixent, 21 Ιανουαρίου 1919, LNC II, σ. 13.

⁷ Επιστολή προς τη μητέρα του, Saint-Maixent, 25 Ιανουαρίου 1919, LNC II, σ. 13.

⁸ Η διπλή παραμονή του στην Πολωνία αποδείχτηκε ιδιαίτερα επικερδής στον συγκεκριμένο τομέα. Του απονεμήθηκε ο βαθμός του ταγματάρχη, τιμήθηκε με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής στις 23 Ιουλίου 1919 και με δυο πολωνικές διακρίσεις ( Virtuti Militari στις 19 Νοεμβρίου 1920 και Polonia Restituta λίγο αργότερα).

⁹ Επιστολή προς τη μητέρα του, Saint-Maixent, 11 Φεβρουαρίου 1919, LNC II, σ. 17.

¹º Αίτηση για μετάθεση στον πολωνικό στρατό, LNC II, σ. 9.

¹¹ SHD/Terre 7Ν 618, Αδημοσίευτη επιστολή του Charles de Gaulle προς τον στρατηγό Archinard, Saint-Maixent, 28 Ιανουαρίου 1919.

¹² Επιστολή προς τη μητέρα του, Saint-Maixent, 11 Φεβρουαρίου 1919, LNC II, σ. 16. Τη συγκεκριμένη στιγμή, τα γαλλικά στρατεύματα της Ανατολής (Στρατιά της Ανατολής και Στρατιά του Δούναβη) αριθμούν ένα δυναμικό οκτώ μεραρχιών. Βλ. σχετικά Jean Bernachot, Les Armées françaises en Orient après l’armistice de 1918, tome II, L’ armée du Danube et l’armée française d’Orient, Paris, Imprimerie nationale, 1970.

¹³ Λίγο προτού αναχωρήσει, ένας Πολωνός στρατιώτης, ο οποίος, πιθανότατα, ως επιστρατευμένος στις τάξεις του γερμανικού στρατού είχε βρεθεί στα χαρακώματα απέναντι από τον de Gaulle στο Berry au Bac παλαιότερα, ορίστηκε ως ορντινάντσα του τελευταίου.

¹⁴ H Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή (Μission militaire française – MMF), σχηματίστηκε περί τα μέσα Φεβρουαρίου του 1919 υπό τη διεύθυνση του στρατηγού Henrys. Φθάνοντας στη Βαρσοβία, αντικατέστησε την Γαλλο-πολωνική Στρατιωτική Αποστολή (Mission militaire franco-polonaise – MMFP), η οποία είχε συγκροτηθεί τον Ιούνιο του 1917 στη Γαλλία ταυτόχρονα με τη δημιουργία του του Οργανωμένου στη Γαλλία πολωνικού στρατού (Αrmée polonaise organisée en France – APOF). Σε ένα αρχικό στάδιο τη διοίκηση αμφοτέρων είχε αναλάβει ο στρατηγός Archinard. Ο APOF παύει να υφίσταται από τη στιγμή της ανάληψης της διοίκησης από τον στρατηγό Haller, οπότε και μετονομάζεται σε Αυτόνομο πολωνικό στρατό (Αrmée polonaise autonome – APA). Η Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή αριθμούσε στους κόλπους της 600 περίπου μέλη.

¹⁵ Baumont, Maurice, La Faillite de la paix (1918-1939), De Rethondes à Stresa (1918-1935), Paris, P.U.F. 1967, σ. 79.

¹⁶ M. K. Kaminski, M. Zacharias, “W. Cieniu zagrozenia”, Polityka zagraniczna, 1918-1939, Warszawa, Warszawska Oficyna Wydawnicza, 1993, σ. 34-35.

¹⁷ Castellan, Georges, Dieu garde la Pologne !, Histoire du catholicisme polonais (1795-1980), Robert Laffont, 1981, σ. 100-101.

¹⁸ Ο Paderewski εκπροσωπούσε έως τότε την Πολωνική Εθνική Επιτροπή στις ΗΠΑ.

¹⁹ Η Πολωνική Εθνική Επιτροπή, έχουσα, από τον Αύγουστο του 1917, ως έδρα το Παρίσι, είχε αναγνωριστεί από τους Συμμάχους ως επίσημος εκπρόσωπος των πολωνικών συμφερόντων. Επικεφαλής ήταν ο Roman Dmowski. Έπειτα από τον σχηματισμό της κυβέρνησης συνεργασίας, οι Paderewski και Dmowski μετέβησαν στο Παρίσι, προκειμένου να συμμετάσχουν στις εργασίες της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης.

²º Castellan Georges, ό.π., σ. 117.

²¹ Duroselle, Jean-Baptiste, Histoire diplomatique de 1919 à nos jours, 10e édition, Paris, Dalloz, 1990, σ. 44-46.

²² Ο Κόκκινος Στρατός δημιουργήθηκε στις 28 Ιανουαρίου 1918. Τον Απρίλιο του 1919 υπολογίζεται ότι αριθμούσε περί το 1,5 εκ. άνδρες. Βλ. σχετικά Laran Michel, Russie- U.R.S.S., 1870-1970, Paris, Masson et Cie, 1973.

²³ M. K. Kaminski, ό.π., σ. 38.

²⁴ Ο σχεδιασμός του Pilsudski δεν τυγχάνει της υποστήριξης της Πολωνικής Εθνικής Επιτροπής, καθώς θέτει σε αμφισβήτηση την ύπαρξη των εθνών της Λιθουανίας, της Λευκορωσίας και της Ουκρανίας καθώς και την ικανότητα των τελευταίων να συγκροτήσουν κυρίαρχα κράτη. Εν ολίγοις, προσβλέπει στην προσάρτηση των εν λόγω εδαφών.

²⁵ Baumont, ό.π., σ. 85.

²⁶ Αργότερα, η γραμμή αυτή έγινε γνωστή ως “Γραμμή Curzon”, από το όνομα του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών. Duroselle, ό.π., σ. 44.

²⁷ Τον Απρίλιο του 1920, ο πολωνικός στρατός διαθέτει 240.000 άνδρες, κατανεμημένους σε 21 μεραρχίες πεζικού, 7 ταξιαρχίες ιππικού και 258 πυροβολαρχίες.

²⁸ Έκθεση του Ιουνίου 1920. Ο Henrys δεν παύει να ζητεί από το Παρίσι την αποστολή υλικού, οπλισμού, ρουχισμού και υποδημάτων. Χαρακτηριστικό του μεγέθους του προβλήματος είναι το ότι το πεζικό χρησιμοποιεί πέντε διαφορετικούς τύπους τυφεκίων: Mauser (γερμανικά), Mosin (ρωσικά), Lee Enfield (βρετανικά), Lebel (γαλλικά) και Mannlicher (αυστριακά). Εννοείται πως ο καθένας από τους παραπάνω τύπους χρησιμοποιεί τα δικά του, ειδικά, πυρομαχικά, τα οποία δεν είναι ανταλλάξιμα.

²⁹ Επιστολή προς τη μητέρα του, Modlin, 26 Απριλίου 1919, LNC II, σ. 24.

³º Ibid.

³¹ Επιστολή προς τον πατέρα του, Modlin, 9 Μαΐου 1919, LNC II, σ. 26-27.

³² Επιστολή προς τη μητέρα του, Rembertów, 17 Ιουλίου 1919, LNC II, σ. 34-35.

³³ “L’Alliance franco-polonaise”, LNC, II, σ. 45-68, σ. 68.

³⁴ Yves Faury, «Le capitaine de Gaulle en mission en Pologne, 1919-1920», Revue historique des Armées n° 2, 1990, σ. 16-25, 19.

³⁵ Ibid. 

³⁶ Ibid.

³⁷ Jean Lacouture, ό.π., p. 103.

³⁸ Yves Faury, ό.π.

³⁹ Διάλεξη, η οποία εκφωνήθηκε μεταξύ 9 Δεκεμβρίου 1919 και 17 Φεβρουαρίου 1920. Το πρωτότυπο καλύπτει 28 σελίδες. Σχετικά βλ. “L’Alliance franco-polonaise”, LNC, II, σ. 45-68, σ. 68.

⁴º Επιστολή προς τη μητέρα του, Rembertów, 18 Νοεμβρίου 1919, LNC, II, σ. 43-44.

⁴¹ Επιστολή προς τον πατέρα του, Rembertów, 4 Μαρτίου 1920, LNC, II, σ. 73.

⁴² M. K. Kaminski, M. Zacharias, W. cieniu zagrozenia… ό.π, σ. 43-44.

⁴³ Baumont, ό.π., σ. 79.

⁴⁴ Baumont, ό.π., σ. 85. Προηγήθηκε, στις 23 Απριλίου 1920, σύναψη Συμφώνου με τον ηγέτη των εξορίστων Ουκρανών Symon Petliura.

⁴⁵ Ο Koltchak εκτελέστηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1920 και ο Denikin εγκατέλειψε τον αγώνα στις 4 Απριλίου, διαφεύγοντας με βρετανικό πλοίο.

⁴⁶ Βλ. σχετικά, Sophie de Lastours, Toukhatchevski, Le bâtisseur de l’Armée Rouge, Paris, Albin Michel, 1990, σ. 327.

⁴⁷ Σύμφωνα με τη ρωσική και σοβιετική στρατιωτική ορολογία, ο όρος “Μέτωπο” ισοδυναμεί με τον όρο “Ομάδα Στρατιών”.

⁴⁸ Οι Kamenev, Tukhachevsky και Egorov προέρχονται άπαντες από τις τάξεις του τσαρικού στρατού.

⁴⁹ H. Piatkowski, ό.π., σ. 5.

⁵º Ibid., σ. 7.

⁵¹ Direktiwy, Glawnogo Komandowanija Krasnoj, Armii (1917-1920), Sbornik dokumientow, Moskwa 1969, σ. 643-644. J. Strychalski, Spor o autorstwo…, ό.π., σ. 3.

⁵² H. Piatkowski, Krytyczny rozbior bitwy warszawskiej…, ό.π., σ. 5-7.

⁵³ Βλ. σχετικά Maria Pasztor και Frédéric Guelton, “La bataille de la Vistule”, Cahier du Centre d’Etudes d’histoire de la Défense, Nouvelle histoire bataille, n°9, σ. 223-247.

⁵⁴ «La Bataille de la Vistule, carnet de campagne d’un officier français», βλ. παραπάνω υποσημείωση αρ. 2.

⁵⁵ Επιστολή προς τη μητέρα του, Βαρσοβία, 13 Ιουνίου 1920, LNC, II, σ. 77 ή, ακόμα, Ημερολόγιο, καταγραφές της 4ης και 8ης Ιουλίου 1920.

⁵⁶ Επιστολή προς τη μητέρα του, Βαρσοβία, 3 Ιουλίου 1920, LNC II, σ. 78. Διατηρώντας κάθε εύλογη επιφύλαξη από μεθοδολογικής απόψεως, ο ιστορικός δεν δύναται να μην επισημάνει την ομοιότητα της συγκεκριμένης περιγραφής με μια εξίσου οριακή συγκυρία: την κατάσταση, που επικρατούσε στη Γαλλία τον Ιούνιο του 1940.

⁵⁷ Ημερολόγιο, 8 Ιουλίου 1920.

⁵⁸ Ημερολόγιο, 8 Ιουλίου 1920.

⁵⁹ Ημερολόγιο, 15 Ιουλίου 1920

⁶º “Rapport au général Henrys sur l’organisation et le fonctionnement du Groupe d’armées Centre de l’armée polonaise”, LNC II, σ. 80-88.

⁶¹ “Rapport au général Henrys sur l’organisation et le fonctionnement du Groupe d’armées Centre de l’armée polonaise”, LNC IIΙ.

⁶² Ibid. O de Gaulle είναι ακόμα πιο σαφής στο Ημερολόγιο, το οποίο εξακολουθεί να τηρεί την παραμονή της αποφασιστικής μάχης της 16ης Αυγούστου 1920: “Πριν καν ξεκινήσει η σύγκρουση, αναγνωρίζω στα πρόσωπα των στρατιωτών τον άνεμο της νίκης, που ξέρω να διακρίνω τόσο καλά”. Ωστόσο, δεν παραγνωρίζει πως η κύρια μάχη ανάσχεσης επρόκειτο να διεξαχθεί προ των πυλών της Βαρσοβίας, όπου, απόντος του Piłsudski, είχαν παραμείνει οι στρατηγοί Henrys και Weygand: “Οι Γάλλοι, μεταξύ μας, ανταλάσσουμε χαμόγελα καλών οιονών. Γνωρίζουμε άριστα τους δυο μεγάλους αρχηγούς, που εκπροσωπούν αυτή τη στιγμή στη Βαρσοβία την πείρα. Γνωρίζουμε τη βαθειά ηρεμία και την επιμελημένη διαύγεια πνεύματος του Henrys, από την άλλη δε πλευρά, τη δημιουργική φαντασία του Weygand”. Ημερολόγιο, 14 Αυγούστου 1920.

⁶³ Ημερολόγιο, 20 Αυγούστου 1920.

⁶⁴ Ημερολόγιο, 26 Αυγούστου 1920.

⁶⁵ Επιστολή προς την κα. Vendroux, 20 Δεκεμβρίου 1920, LNC, II, σ. 89.

⁶⁶ LNC II, σ. 93-104.

⁶⁷ Jean Lacouture, ό.π, σ. 107 και LNC II, σ. 102.

⁶⁸ “Αυτός ο ανοργάνωτος πόλεμος κινήσεων, του οποίου υπήρξε ο ίδιος μάρτυς, τον προβλημάτισε. Βέβαια, συμβούλεψε τους Πολωνούς να κατασκευάσουν χαρακώματα γύρω από τη Βαρσοβία. Ωστόσο, πόσο μεγάλες προοπτικές διαγράφονται για το μέλλον από τους απέραντους ανοικτούς χώρους, τις ακαταμάχητες προελάσεις, τις θεαματικές ανατροπές και όλα αυτά, χάρη σε στρατηγούς ηλικίας μόλις αντίστοιχης με εκείνης ενός Hoche και ενός Marceau!”, Lacouture, ό.π., σ. 107.

⁶⁹ Υπόμνημα προς τον στρατηγό Henrys…, ό.π.

⁷º Ημερολόγιο, 1η Ιουλίου 1920.

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος 

Κώστας Τσίβος: Μόναχο 1938. Η υπογραφή της συμφωνίας «ειρήνευσης» που οδήγησε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

 Κώστας Τσίβος

Μόναχο 1938. Η υπογραφή της συμφωνίας «ειρήνευσης» που οδήγησε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

 

Το τσεχοσλοβάκικο κράτος ιδρύθηκε στις 28 Οκτωβρίου του 1918, λίγες ημέρες πριν τη λήξη του Μεγάλου Πολέμου, ως συνέπεια της διάλυσης της πολυεθνικής αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Η νεότευκτη Τσεχοσλοβακία γνώρισε μια περίοδο οικονομικής ακμής και η χώρα συγκαταλεγόταν στην πρώτη δεκάδα των οικονομικά πλέον αναπτυγμένων χωρών της εποχής. Επιπλέον, η Τσεχοσλοβακία ιδρύθηκε ως κοινοβουλευτική δημοκρατία και ως τέτοια παρέμεινε για μια ολόκληρη εικοσαετία, δηλαδή μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου του 1938, ημερομηνία υπογραφής του Συμφώνου του Μονάχου. Στη διάσκεψη του Μονάχου οι ηγέτες της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας, σε συνεννόηση με εκείνους της Βρετανίας και της Γαλλίας, αποφάσισαν να παραχωρήσουν στον Χίτλερ τις παραμεθόριες περιοχές της Τσεχοσλοβακίας, στις οποίες πληθυσμιακά υπερτερούσαν οι Γερμανοί της Τσεχοσλοβακίας, οι λεγόμενοι Σουδήτες.

Στη σημερινή Τσεχία, ένα από τα δυο διάδοχα κράτη που προέκυψε από το «βελούδινο διαζύγιο» της ενιαίας Τσεχοσλοβακίας, για τον χαρακτηρισμό του Συμφώνου του Μονάχου χρησιμοποιείται η έκφραση «προδοσία του Μονάχου», προκειμένου να χαρακτηριστεί η προδοσία της Βρετανίας και κυρίως της Γαλλίας, οι οποίες προπολεμικά δεν δίστασαν να θυσιάσουν τη σύμμαχο και δημοκρατική Τσεχοσλοβακία, με σκοπό να «κατευνάσουν» τον Χίτλερ. Το ίδιο συχνά χρησιμοποιούνται επίσης οι χαρακτηρισμοί «τραύμα του Μονάχου» ή «κόμπλεξ του Μονάχου» προκειμένου να αποδοθεί η ηττοπάθεια που διέκρινε την τότε τσεχοσλοβάκικη ηγεσία, η οποία μολονότι διέθετε αξιόμαχο και καλά εξοπλισμένο στρατό (περί το 1,3 εκατομμύριο άνδρες), συγκατάνευσε στην παράδοση των γερμανόφωνων περιοχών της Σουδητίας στον Χίτλερ χωρίς να ρίξει ούτε έναν πυροβολισμό. Ποια ήταν όμως τα αίτια που οδήγησαν στην υπογραφή του Συμφώνου του Μονάχου;

Η Τσεχοσλοβακία δημιουργήθηκε το 1918 υπό ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες με την υποστήριξη της Αντάντ και κυρίως του τότε αμερικανού Προέδρου Ουόντροου Ουίλσον, ο οποίος διατηρούσε προσωπικές σχέσεις με τον Τόμας Γκέρυκ Μάσαρυκ, πανεπιστημιακό και ηγέτη του κινήματος για την ανεξαρτητοποίηση της Τσεχοσλοβακίας. Το νέο κράτος ιδρύθηκε στη βάση της «τσεχοσλοβάκικης εθνικής ιδέας», δηλαδή ενός έθνους το οποίο δημιουργήθηκε τεχνηέντως, όπως και η τσεχοσλοβάκικη γλώσσα, προκειμένου οι Τσέχοι να υπερφαλαγγίσουν το πολύ ισχυρό και οικονομικά ιδιαίτερα δυναμικό γερμανικό στοιχείο. Οι Σουδήτες Γερμανοί δεν αποδέχτηκαν την απώλεια της πρωτοκαθεδρίας στα δρώμενα της χώρας, στην οποία συγκατοικούσαν με τους Τσέχους από τις αρχές του Μεσαίωνα, καθώς και την υποβάθμισή τους σε ρόλο παρατηρητή.

Η Τσεχοσλοβακία του 1918.

Σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού του 1921, στο έδαφος της Τσεχοσλοβάκικης Δημοκρατίας ζούσαν 13,6 εκατομμύρια κάτοικοι. Εξ αυτών τα 6,8 εκατομμύρια (ποσοστό 51%) ήταν Τσέχοι, ενώ οι Σουδήτες Γερμανοί ανέρχονταν σε 3,1 εκατομμύρια (ποσοστό 23,4%). Οι Σλοβάκοι αριθμούσαν 1,9 εκατομμύρια (ποσοστό 14,5%), οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν είχαν διαμορφωμένη εθνική συνείδηση, καθώς οι περιοχές της Σλοβακίας επί μια χιλιετία βρισκόταν υπό την επιρροή των Ούγγρων. Η ουγγρική μειονότητα της Τσεχοσλοβακίας αριθμούσε  750 χιλιάδες άτομα, ενώ στην περιοχή της Υπερκαρπαθίας (σημερινή Δυτική Ουκρανία) ζούσε μισό εκατομμύριο Ρουσίνων, Ουκρανών και Ρώσων. Στην Τσεχοσλοβακία του μεσοπολέμου διαβιούσαν κι άλλες μικρότερες μειονότητες Πολωνών, Ρουμάνων και κυρίως Εβραίων. Οι γερμανόφωνοι Εβραίοι διέθεταν ισχυρές κοινότητες σε όλα τα αστικά κέντρα της χώρας, ιδιαίτερα δε στην Πράγα. Εκεί η κοινότητά τους, αρχικά περιορισμένη σε ένα άθλιο γκέτο, αριθμούσε 60.000 άτομα, δηλαδή ήταν η τρίτη σε μέγεθος κοινότητα της πρωτεύουσας μετά τους Τσέχους (600.000) και τους Γερμανούς (300.000).

Η προσπάθεια για τη δημιουργία «τσεχοσλοβάκικου έθνους» και «τσεχοσλοβάκικης γλώσσας» απέτυχαν, καθώς τα δύο έθνη, Τσέχοι και Σλοβάκοι, παρά τη γλωσσική και γεωγραφική τους γειτνίαση, διέθεταν εντελώς διαφορετικές ιστορικές καταβολές: οι Τσέχοι από το 1620 αποτελούσαν τμήμα της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, από τους οποίους άρχισαν να χειραφετούνται κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ενώ οι Σλοβάκοι έζησαν μια χιλιετία υπό την κυριαρχία των Ούγγρων. Η σλοβάκικη άρχουσα τάξη είχε ουσιαστικά εκμαγυαριστεί. Αναφέρεται χαρακτηριστικά πως το 1918 στη Σλοβακία υπήρχαν μόνο 300 σλοβάκικα σχολεία βασικής εκπαίδευσης και κανένα ίδρυμα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ την ίδια εποχή τα αντίστοιχα ουγγρικά ξεπερνούσαν τις 3.000. Ακόμα χειρότερη ήταν η κατάσταση στην Υπερκαρπαθία, τόσο στην εκπαίδευση, όσο και σε σχέση με το βιοτικό επίπεδο.

Ενόσω ο πληθυσμός της Σλοβακίας και της Υπερκαρπαθίας ήταν βασικά αγροτικός, οι Τσέχοι και οι Γερμανοί ζούσαν κυρίως σε αστικές περιοχές που γνώρισαν ιδιαίτερη βιομηχανική ανάπτυξη. Μετά τη διάλυση της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, η Τσεχία «κληρονόμησε» το 60 έως 70% του βιομηχανικού δυναμικού της Αυστροουγγαρίας και ίσως το πυκνότερο σιδηροδρομικό δίκτυο της Ευρώπης. Η τσεχική ελίτ εξοστράκισε την γερμανική όχι μόνο από την πολιτική διοίκηση, αλλά και από τις οικονομικές δραστηριότητες της νέας χώρας. Οι Τσέχοι στελέχωσαν τον διοικητικό μηχανισμό της Σλοβακίας και της Υπερκαρπαθίας, περιοχές τις οποίες εν πολλοίς εκμεταλλεύτηκαν οικονομικά, αντιμετωπίζοντας τες με όρους αποικιοκρατίας.

Η τσεχική αστική τάξη εδραιώθηκε οικονομικά και πολιτικά στην ενιαία Τσεχοσλοβακία. Σύντομα όμως ήρθε σε σύγκρουση όχι μόνο με την αντίστοιχη γερμανική, αλλά και με την πλειονότητα των Σουδητών Γερμανών, οι οποίοι μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ΄30 υποστήριζαν κυρίως το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει ραγδαία μετά την οικονομική κρίση του 1929, η οποία έπληξε με ιδιαίτερη σφοδρότητα τις γερμανόφωνες περιοχές, με αποτέλεσμα η ανεργία να φτάσει σε ύψη ρεκόρ. Η άνοδος του Χίτλερ στη γειτονική Γερμανία και η εγκαθίδρυση φασιστικών ή αυταρχικών καθεστώτων στην Ουγγαρία, την Πολωνία και την Ρουμανία, έφεραν την Τσεχοσλοβακία σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση. Παράλληλα, απέτυχαν οι διπλωματικές της προσπάθειες για δημιουργία ενός συστήματος συλλογικής ασφάλειας.  Η τσεχοσλοβάκικη ηγεσία δίσταζε να συνταχθεί με τη Σοβιετική Ρωσία, μολονότι η Μόσχα είχε απευθύνει επανειλημμένα σχετικές προτάσεις στρατιωτικής συνεργασίας προς την Πράγα, προκειμένου να μην ενισχύσει την επιχειρηματολογία των ναζί ότι αποτελεί «συνοδοιπόρο των μπολσεβίκων».

Την ίδια στιγμή, το Λονδίνο απασχολημένο με τα προβλήματα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και τα σκάνδαλα της βασιλικής αυλής, υιοθέτησε στην Ευρώπη την «τακτική του κατευνασμού» (appeasement), την στιγμή που η χιτλερική Γερμανία «ανέβαζε στροφές» επιζητώντας διεύρυνση του ζωτικού της χώρου (Lebensraum) προς την Ανατολή. Ο δρόμος ανατολικά περνούσε υποχρεωτικά μέσω Τσεχοσλοβακίας και ο μοχλός για την επίτευξη αυτού του στόχου δεν ήταν άλλος από την αξιοποίηση των Σουδητών Γερμανών της Τσεχοσλοβακίας. Το Κόμμα των Σουδητών (SdP) υπό την ηγεσία του Κόνραντ Χένλαϊν, ενός καθηγητή σωματικής αγωγής, έκανε την παρθενική του εμφάνιση το 1933 ως υπερκομματική παράταξη όλων των Γερμανών της Τσεχοσλοβακίας. Σύντομα, ωστόσο, αποκατέστησε στενές επαφές με το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Χίτλερ και στην τακτική του κυριάρχησε η ακραία πανγερμανική προπαγάνδα του Φύρερ. Στις εκλογές του 1935 το κόμμα του Χένλαϊν απέσπασε τις ψήφους των 2/3 των Γερμανών της Τσεχοσλοβακίας περιθωριοποιώντας σταδιακά τους σοσιαλδημοκράτες και τις υπόλοιπες δημοκρατικές παρατάξεις των Σουδητών.

Την ίδια χρονιά (1935) παραιτήθηκε από το προεδρικό αξίωμα της Τσεχοσλοβακίας ο 85χρονος Τόμας Μάσαρυκ, παραδίδοντας το «δακτυλίδι» της εξουσίας στον στενό του συνεργάτη Έντουαρντ Μπένες, υπουργό Εξωτερικών μέχρι τότε. Στην δημοκρατική Τσεχοσλοβακία άρχισαν να αναζητούν όλο και πιο συχνά καταφύγιο εβραίοι και αντιφασίστες πρόσφυγες από τη ναζιστική Γερμανία. Ο Μπένες, συνειδητοποιώντας τη ναζιστική έξαρση στη γειτονική Γερμανία, επιχείρησε να έρθει σε συνεννόηση με τις αντιναζιστικές παρατάξεις των Σουδητών, με στόχο τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης στις παραμεθόριες περιοχές και την πρόσληψη Σουδητών υπαλλήλων στους δημόσιους οργανισμούς. Η πρωτοβουλία αυτή ήρθε πολύ αργά και δεν κατόρθωσε να αποτρέψει την κυριαρχία των Εθνικοσοσιαλιστών στους κόλπους των Σουδητών.

‘Εντουαρντ Μπενες, Πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας
Κόνραντ Χένλαϊν, ηγέτης των Σουδητών.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στο μεταξύ, ο Χίτλερ εκμεταλλευόμενος την παθητική στάση της Βρετανίας και της Γαλλίας εμπέδωσε την στρατιωτική συμμαχία με την φασιστική Ιταλία, ενώ επενέβη στην Ισπανία υποστηρίζοντας τον ομοϊδεάτη του Φράνκο. Στις αρχές του 1938 ο Φύρερ ανήγγειλε δημόσια την πρόθεσή του να προσαρτήσει στο Ράιχ τις περιοχές κρατών, όπου ζούσαν 10 εκατομμύρια Γερμανοί. Τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς ο Χίτλερ προέβη στην προαναγγελμένη προσάρτηση (Anschluss) της Αυστρίας, ένα βήμα το οποίο η Αγγλία και η Γαλλία αποδέχτηκαν ως «αναπότρεπτο γεγονός», χωρίς έστω να αρθρώσουν την παραμικρή διπλωματική διαμαρτυρία. Ο Χίτλερ έφτασε στη γενέτειρά του γνωρίζοντας στιγμές αποθέωσης. Οι ναζιστές επιτελείς στη Βιέννη άρχισαν από την πρώτη στιγμή να καταδιώκουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους, φυλακίζοντας τον αυστριακό Καγκελάριο Κουρτ φον Σούσνιγκ και εγκαινιάζοντας ένα πογκρόμ διώξεων και ταπεινώσεων εις βάρος των Εβραίων της χώρας. Λίγους μήνες αργότερα στην Αυστρία άρχισε να λειτουργεί το στρατόπεδο εξόντωσης Μαουτχάουζεν.

Μάρτιος 1938, η προσάρτηση της Αυστρίας. Θριαμβευτική είσοδος του Χίτλερ στη Βιέννη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι αμέσως μετά την προσάρτηση της Αυστρίας, κι ενώ κορυφαία στελέχη των ναζί έσπευδαν να καθησυχάσουν τη βρετανική κυβέρνηση, ότι οι απαιτήσεις τους ικανοποιήθηκαν και ότι δεν έχουν πρόθεση περαιτέρω επέκτασης, ο ίδιος ο Χίτλερ ανακοίνωνε στους έκπληκτους στρατηγούς του την «αμετάκλητη απόφαση» για διάλυση της Τσεχοσλοβακίας με τη χρήση στρατιωτικής βίας. Ο Χίτλερ άρχισε να επεξεργάζεται με τους επιτελείς του το σχέδιο στρατιωτικής επέμβασης στην Τσεχοσλοβακία υπό την κωδική ονομασία Fall Grün – «πράσινη περίπτωση». Ας σημειωθεί πως μετά την προσάρτηση της Αυστρίας το μήκος της γερμανο-τσεχοσλοβάκικης συνοριακής γραμμής επιμηκύνθηκε από 1.539 σε 2.117 χιλιόμετρα, αδυνατίζοντας τις αμυντικές δυνατότητες της Τσεχοσλοβακίας, η οποία μέχρι τότε είχε επενδύσει τεράστια ποσά για τη θωράκιση των συνόρων της με τη Γερμανία.

Ο Χίτλερ στο σχετικό διάταγμα που υπέγραψε για τη στρατιωτική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, την οποία σχεδίαζε στις αρχές Οκτωβρίου του 1938, έκανε λόγο για πρόκληση θερμού επεισοδίου που θα επέτρεπε την επέμβαση των γερμανικών στρατευμάτων. Το σχετικό σχέδιο προέβλεπε, μεταξύ άλλων, προμελετημένη δολοφονία του Γερμανού πρέσβη στην Πράγα, η οποία θα αποδιδόταν στους Τσέχους. Ομολογουμένως ο Χίτλερ δεν είχε σε ιδιαίτερη υπόληψη τους διπλωμάτες του, καθώς λίγο πριν την προσάρτηση της Αυστρίας αντίστοιχο σχέδιο προέβλεπε τη δολοφονία του Γερμανού πρέσβη στη Βιέννη. Παράλληλα, διέταξε τους επιτελείς του να επιταχύνουν τα εξοπλιστικά προγράμματα προβαίνοντας τάχιστα στην κατασκευή ενός τεραστίου αμυντικού τείχους στη γερμανο-γαλλική μεθόριο για την ακραία περίπτωση που η Γαλλία επιχειρούσε επίθεση μετά την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στην Τσεχοσλοβακία.

Λίγες ημέρες μετά τον θρίαμβό του στην Αυστρία ο Χίτλερ συναντήθηκε με τον Κόνραντ Χένλαϊν, ηγέτη των Σουδητών της Τσεχοσλοβακίας, τον οποίο παρότρυνε να προβάλει τέτοιες αξιώσεις, ώστε η τσεχοσλοβάκικη κυβέρνηση να μην μπορεί να τις υιοθετήσει. Τον Απρίλιο του 1938 ο Χένλαϊν, κατά τη διάρκεια συνεδρίου του κόμματός του στη λουτρόπολη Κάρλοβι Βάρι, κατέθεσε ένα πρόγραμμα εξωφρενικών διεκδικήσεων που κανένα δημοκρατικό κράτος σεβόμενο την ακεραιότητά του και τις δημοκρατικές του αξίες δεν θα μπορούσε να κάνει αποδεκτό. Παράλληλα οι παραστρατιωτικές ομάδες των Σουδητών έθεσαν σε εφαρμογή ένα σχέδιο αποσταθεροποίησης των γερμανόφωνων περιοχών προκαλώντας διάφορα επεισόδια.

Η κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας δεν άντεξε τον πόλεμο νεύρων και έτσι στις 20 Μαΐου του 1938 κήρυξε γενική επιστράτευση, επιβάλλοντας στρατιωτικό νόμο στις σουδητικές περιοχές. Με τον τρόπο αυτό αποκάλυψε στους Γερμανούς επιτελείς τα αδύνατα σημεία της. Η επιστράτευση οδήγησε στη διεθνοποίηση του θέματος της Σουδητίας, για την επίλυση του οποίου άρχισε να ενεργεί τόσο η σύμμαχος Γαλλία, όσο και η Βρετανία, η οποία άρχισε να πιέζει αφόρητα και σε πολλές περιπτώσεις ιδιαίτερα άκομψα την κυβέρνηση της Πράγας προκειμένου να επιδείξει διαλλακτική στάση έναντι των Σουδητών. Τον Αύγουστο του 1938 ο λόρδος Βάλτερ Ράνσιμαν έφτασε στην Πράγα με ειδική διπλωματική αποστολή. Στόχος του ήταν να «συνετίσει» την τσεχοσλοβάκικη κυβέρνηση, την ίδια στιγμή που το Κόμμα των Σουδητών ενέτεινε τις προκλητικές του ενέργειες, προβαίνοντας ακόμα και σε ένοπλες επιθέσεις εναντίον τσεχικών αστυνομικών σταθμών και δημόσιων υπηρεσιών.

Απαυδισμένος από τις πιέσεις της βρετανικής κυβέρνησης ο τσεχοσλοβάκος Πρόεδρος Μπένες αποφάσισε να καταθέσει το 4ο κατά σειρά σχέδιο για τη διευθέτηση της κρίσης στις σουδητικές περιοχές. Στις 5 Σεπτεμβρίου 1938 κάλεσε τους επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας των Σουδητών στο Κάστρο της Πράγας, έδρα των τσεχοσλοβάκων προέδρων και τους επέδωσε μια λευκή κόλλα χαρτιού προτρέποντας τους να γράψουν όλα τα αιτήματα της παράταξής τους, υποσχόμενος εκ των προτέρων ότι θα τα συνυπογράψει. Έκπληκτοι οι αντιπρόσωποι των Σουδητών Ερνστ Κουντ και Βίλεμ Σεμπεκόφσκι κατέγραψαν όλα τα αιτήματα που μέχρι τότε είχε εκφράσει ο Χένλαϊν. Ο Πρόεδρος Μπένες υπέγραψε το έγγραφο και μετά από μια τετράωρη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου έπεισε τα μέλη της τσεχοσλοβάκικης κυβέρνησης για την αναγκαιότητα έγκρισης των γερμανικών αιτημάτων, τα οποία ουσιαστικά επικύρωναν τη θέσπιση μιας ευρύτατης αυτονομίας για τις περιοχές των Σουδητών, προκειμένου να αποφευχθεί η πολεμική σύγκρουση με την Γερμανία. Στο σχετικό ανακοινωθέν Τύπου που εκδόθηκε αναφερόταν χαρακτηριστικά ότι οι υποχωρήσεις υιοθετήθηκαν «εξαιτίας των άνευ προηγουμένου πιέσεων που άσκησαν οι φίλοι μας από το εξωτερικό».

Ελεύθερα Σώματα (Freikorps) Σουδητών στο Κάρλοβι Βάρι. Μοχλοί αποσταθεροποίησης και άσκησης βίας.

Η επικύρωση των γερμανικών επιδιώξεων προκάλεσε απογοήτευση όχι μόνο στους Τσεχοσλοβάκους πατριώτες και στους δημοκράτες Γερμανούς, αλλά παραδόξως και στην ίδια την ηγεσία των Σουδητών. «Θεούλη μου, αυτοί μας τάδωσαν όλα!» φέρεται να κραύγασε ο Καρλ Χέρμαν Φρανκ, υπαρχηγός του Χένλαϊν. Ο τελευταίος, εκνευρισμένος από την απροσδόκητη εξέλιξη αναχώρησε για τη Νυρεμβέργη, προκειμένου να λάβει μέρος στο συνέδριο του ναζιστικού κόμματος και να λάβει νέες οδηγίες από τον Χίτλερ. Η γερμανική ηγεσία δεν άργησε να βρει νέα αφορμή για να απορρίψει τις υπερβολικά γενναιόδωρες παραχωρήσεις της τσεχοσλοβάκικης κυβέρνησης. Στις 7 Σεπτεμβρίου στελέχη της παράταξης των Σουδητών προκάλεσαν επεισόδια στην Οστράβα της Μοραβίας και με το επιχείρημα ότι η τσεχοσλοβάκικη χωροφυλακή χρησιμοποίησε βίαια μέσα για την καταστολή τους, μη διστάζοντας να «κακοποιήσει» ακόμα και βουλευτές των Σουδητών, απέρριψε και το «4ο σχέδιο», διακόπτοντας οριστικά τις συνομιλίες με εκπροσώπους της τσεχοσλοβάκικης κυβέρνησης.

Την ίδια μέρα, και καθώς κορυφώνονταν οι προετοιμασίες του ναζιστικού συνεδρίου στη Νυρεμβέργη, όπου είχαν προσέλθει πάνω από ένα εκατομμύριο μέλη και στελέχη των ναζί, η γνωστή βρετανική εφημερίδα The Times, η οποία παραδοσιακά απηχούσε τις απόψεις της βρετανικής διπλωματίας, κυκλοφόρησε προτρέποντας στο κύριο άρθρο της την Πράγα να παραχωρήσει στη Γερμανία «τις παραμεθόριες περιοχές, στις οποίες ζει ένας αλλοεθνής πληθυσμός που συγγενεύει με ένα έθνος με το οποίο τον συνδέουν φυλετικοί δεσμοί». Παράλληλα, εμφάνιζε ως «σημαντικό πλεονέκτημα» για την Τσεχοσλοβακία «τη δημιουργία ενός εθνικά ομοιογενούς κράτους». Το δημοσίευμα αυτό αποτέλεσε άλλη μια ψυχρολουσία για τους τσεχοσλοβάκους αξιωματούχους, οι οποίοι συνειδητοποίησαν ότι το Λονδίνο, όπως και το Παρίσι, είχαν προεξοφλήσει το διαμελισμό της χώρας προκειμένου να κατευνάσουν τον Χίτλερ. Από την άλλη, η ναζιστική ηγεσία απέκτησε νέα πειστήρια αναφορικά με την απροθυμία της Βρετανίας και της Γαλλίας να εμπλακούν σε έναν πόλεμο για το χατίρι της Τσεχοσλοβακίας.

Η επίδειξη πυγμής έναντι της Τσεχοσλοβακίας αποτυπώθηκε στις μεγαλεπήβολες φιέστες που διοργάνωσαν οι ναζί κατά τη διάρκεια του οκταήμερου συνεδρίου τους στη Νυρεμβέργη. Αποκορύφωμά τους αποτέλεσε η γνωστή ομιλία του ίδιου του Χίτλερ στις 12 Σεπτεμβρίου 1938 στο πεδίο Zeppelin της Νυρεμβέργης. Ο Φύρερ δεν άφησε περιθώρια παρεξηγήσεων για τη «μη αναστρέψιμη απόφασή του» αναφορικά με την προσάρτηση των τσεχοσλοβάκικων εδαφών. Οι ηγεσίες της Βρετανίας και της Γαλλίας αντί να κινητοποιηθούν στρατιωτικά, όπως επέβαλαν, ειδικά στην τελευταία, οι εγγυήσεις που είχε παράσχει στην Πράγα για στρατιωτική συνδρομή σε περίπτωση εκδήλωσης επιθετικής ενέργειας, προέκριναν την «επιχείρηση κατευνασμού» του Χίτλερ. Σε αυτή την προσπάθεια πρωταγωνιστούσαν Βρετανοί υπουργοί, διπλωμάτες και άλλοι τιτουλάριοι, οι οποίοι δεν έκρυβαν το θαυμασμό τους για τα «επιτεύγματα» των ναζί στη Γερμανία. Μεταξύ αυτών και ο Νέβιλ Χέντερσον, πρέσβης της Αυτού Μεγαλειότητας στο Βερολίνο, ο οποίος στις εκθέσεις του από το συνέδριο της Νυρεμβέργης εκθείαζε το οργανωτικό πνεύμα και τη φρεσκάδα που είχε φέρει ο Εθνικο-σοσιαλισμός στην πολιτική ζωή της Ευρώπης. Ο ίδιος συνιστούσε επίμονα να απορριφθεί κάθε ενέργεια ή χειρονομία που θα μπορούσε να εκνευρίσει τον «κύριο Χίτλερ». Παρεμπιπτόντως, ο ίδιος πρέσβης ζήτησε τον Μάϊο του 1938 από τους ποδοσφαιριστές του εθνικού συγκροτήματος της Αγγλίας να χαιρετίσουν ναζιστικά  στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνο, κατά την έναρξη φιλικού αγώνα με το αντίστοιχο εθνικό συγκρότημα της Γερμανίας, ως «χειρονομία φιλοφρόνησης» προς τους οικοδεσπότες τους.

Νυρεμβέργη, Σεπτέμβριος 1938. Το συνέδριο του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας.

Η εμπρηστική ομιλία του Χίτλερ στη Νυρεμβέργη αναμεταδόθηκε ζωντανά μέσω ραδιοφώνου στις πόλεις και τα χωριά των Σουδητών. Οι Σουδήτες, εν αναμονή των γερμανικών αρμάτων μάχης, άρχισαν να επιτίθενται αμέσως σε σταθμούς χωροφυλακής, σιδηροδρομικούς σταθμούς και άλλα δημόσια κτήρια. Λόγω της ανεξέλεγκτης κατάστασης στην περιοχή επενέβη ο τσεχοσλοβάκικος στρατός, με αποτέλεσμα να υπάρξουν δεκάδες θύματα και από τις τάξεις των Σουδητών, αλλά και από τις τάξεις της τσεχοσλοβάκικης χωροφυλακής. Στην Σουδητία επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος, ενώ οι ηγέτες των Σουδητών κατέφυγαν στη Γερμανία. Ο τσεχοσλοβάκος πρόεδρος Έντουαρντ Μπένες, μολονότι δημόσια διαβεβαίωνε τους συμπατριώτες του ότι τόσο ο ίδιος, όσο και τα κυβερνητικά και τα στρατιωτικά στελέχη είναι αποφασισμένα να αντισταθούν σε κάθε έξωθεν επιβουλή, άρχισε να αμφιβάλει για τις ικανότητες της χώρας να αντισταθεί σε μια γερμανική επίθεση χωρίς βοήθεια από το εξωτερικό. Παράλληλα ο Μπένες δίσταζε να αποδεχτεί τις προτάσεις της Μόσχας για αποστολή στρατιωτικής βοήθειας προκειμένου να μην κατηγορηθεί από τους Δυτικούς συμμάχους ότι προκρίνει έναν συνασπισμό με τους μπολσεβίκους. Ας σημειωθεί ότι η Τσεχοσλοβακία και η Σοβιετική Ρωσία δεν διέθεταν τότε κοινά σύνορα και ήταν απαραίτητο να συναινέσουν η Ρουμανία ή η Πολωνία για τη διέλευση σοβιετικών στρατευμάτων από το έδαφός τους, αίτημα που οι δυο χώρες απέρριψαν. Η Πολωνία μάλιστα δεν έκρυβε τις εχθρικές διαθέσεις έναντι της Πράγας, καθώς επιδίωκε την προσάρτηση της περιοχής του Τιέσιν, στην οποία διέμεινε η πολωνική μειονότητα.

Η Σοβιετική Ρωσία προέβη σε διπλωματικά διαβήματα προς το Παρίσι και το Λονδίνο, προτρέποντας τις δυο χώρες να συνασπισθούν μαζί της προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις επιθετικές διαθέσεις του Χίτλερ. Σε ότι αφορά την υπεράσπιση της Τσεχοσλοβακίας, η Μόσχα έθετε ως προϋπόθεση για την αποστολή στρατιωτικής βοήθειας την εμπλοκή της Γαλλίας σε πόλεμο με τη Γερμανία. Η γαλλική κυβέρνηση με επικεφαλής τον  πρωθυπουργό Εντουάρ Νταλαντιέ, αποδυναμωμένη από τις εσωτερικές διαμάχες και τη διαφαινόμενη απροθυμία του Τσάμπερλεϊν να συνταχθεί μαζί της, αποφάσισε οριστικά να μην επιτεθεί στη Γερμανία. Ο Μπένες, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να μην απομονωθεί από τη σύμμαχο Γαλλία, απέστειλε στις 15 Σεπτεμβρίου στο Παρίσι τον υπουργό Κοινωνικών Υποθέσεων, Γιάρομιρ Νέτσας, προκειμένου να γνωστοποιήσει εμπιστευτικά στη γαλλική κυβέρνηση την πρόθεσή του να παραχωρήσει στη Γερμανία ορισμένες παραμεθόριες περιοχές. Το σχέδιό του προέβλεπε την παραχώρηση περιοχών έκτασης 4 έως 6.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, υπό την προϋπόθεση ότι προς αυτές θα μετακινούνταν επιπλέον 1,5 εκατομμύριο Σουδήτες που κατοικούσαν στο εσωτερικό της Τσεχοσλοβακίας.

Εν τω μεταξύ την ίδια μέρα, 15 Σεπτεμβρίου 1938, ο βρετανός πρωθυπουργός Τσάμπερλεϊν πραγματοποίησε απρόσμενα το πρώτο αεροπορικό του ταξίδι κατευθυνόμενος από το Λονδίνο προς στο Μπερχτεσγκάντεν με σκοπό να αποτρέψει τον Χίτλερ από τα επιθετικά του σχέδια. Ο Τσόρτσιλ χαρακτήρισε το ταξίδι αυτό «ως τη μεγαλύτερη βλακεία της ιστορίας», ο Τσάμπερλεϊν ωστόσο ήταν πεπεισμένος ότι η επιτυχής έκβαση της αποστολής του θα απέτρεπε μια νέα πολεμική περιπέτεια μεταξύ Βρετανίας και Γερμανίας. Είναι αναγκαίο να τονιστεί ότι οι πασιφιστικές τάσεις, τις οποίες αντιπροσώπευε ο Τσάμπερλεϊν, ανταποκρίνονταν στις διαθέσεις της συντριπτικής  πλειονότητας όχι μόνο των Βρετανών και των Γάλλων, αλλά και των ίδιων των Τσέχων! Η «ειρηνευτική αποστολή» του Τσάμπερλεϊν στη Γερμανία χαιρετίστηκε ενθουσιωδώς από το σύνολο των βρετανικών εφημερίδων. Μόνο ένας διαδηλωτής βρέθηκε στο αεροδρόμιο του Λονδίνου με ένα πλακάτ που έγραφε «Υπερασπίσου την Τσεχοσλοβακία. Όχι υποχωρήσεις στον Χίτλερ!» Στην ίδια την Τσεχοσλοβακία μόνο δυο αντιπολιτευόμενα κόμματα, οι κομμουνιστές και δεξιοί εθνικιστές, εξέφραζαν την αποφασιστικότητά τους να υπερασπιστούν τη χώρα, ανεξαρτήτως από το εάν θα έφτανε ή όχι βοήθεια από το εξωτερικό. Αθροιζόμενες, οι δυο παρατάξεις εκπροσωπούσαν μετά βίας το 20% του εκλογικού σώματος!

Οι ηγέτες της Βρετανίας και της Γαλλίας, σφιχτά προσδεμένοι στην «πολιτική του κατευνασμού», επέλεξαν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις του Χίτλερ. Aξιοποιώντας το εμπιστευτικό σχέδιο του Μπένες, άρχισαν να πιέζουν την τσεχοσλοβάκικη πλευρά να παραχωρήσει στη Γερμανία τις περιοχές εκείνες, όπου οι Σουδήτες αποτελούσαν το 51% του πληθυσμού. Ενόσω η κατάσταση στη Σουδητία προσέλαβε χαρακτήρα ανοιχτής σύγκρουσης, ο Μπένες αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα της ηγεσίας του τσεχοσλοβάκικου στρατεύματος για κήρυξη επιστράτευσης. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να προκληθεί βαθιά απογοήτευση σε εκείνα τα πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη που επέμειναν στην επίδειξη πατριωτικής στάσης. Αρκετοί κυβερνητικοί παράγοντες υπέβαλαν τις παραιτήσεις τους, με αποτέλεσμα να προκληθεί κυβερνητική κρίση. Η ηττοπαθής στάση του Έντουαρντ Μπένες αποτελεί μέχρι σήμερα αντικείμενο συζήτησης και αντικρουόμενων ερμηνειών. Ορισμένοι Τσέχοι ιστορικοί αποδίδουν την απροθυμία του δημοκρατικά εκλεγμένου προέδρου Μπένες να αντισταθεί στους ναζί στην πρόθεσή του να αποφύγει μια «στρατηγική ήττα», η οποία θα λύγιζε για δεκαετίες το φρόνημα των Τσεχοσλοβάκων. Σημειώνουν ότι ο Μπένες, έχοντας προβλέψει την επερχόμενη έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την αναπόφευκτη ήττα της Γερμανίας, υιοθέτησε μια στάση που μεταπολεμικά θα ωφελούσε την Τσεχοσλοβακία και το λαό της, χωρίς να υποστεί ιδιαίτερες απώλειες.

Οι συνομιλίες Χίτλερ-Τσάμπερλεϊν στις 15 Σεπτεμβρίου 1938 στο Μπερχτεσγκάντεν. Αριστερά του βρετανού πρωθυπουργού κάθεται ο Γιόαχιμ φον Ρίμπεντροπ, υπουργός Εξωτερικών. Δεξιά του γερμανού καγκελαρίου διακρίνονται ο επίσημος διερμηνέας Πάουλ Σμιτ και ο πρέσβης της Μεγάλης Βρετανίας στο Βερολίνο Νέβιλ Χέντερσον.

Η «τσεχοσλοβάκικη κρίση» κορυφώθηκε μετά τη νέα επίσκεψη που πραγματοποίησε ο βρετανός πρωθυπουργός Τσάμπερλεϊν στις 22 Σεπτεμβρίου στο Μπαντ Γκόντεσμπεργκ, όπου έκπληκτος διαπίστωσε ότι ο Χίτλερ ζητούσε πια όχι μόνο την προσάρτηση της Σουδητίας, αλλά και την εκδίωξη όλων των μη Γερμανών από την περιοχή. Κατόπιν τούτου, η Τσεχοσλοβακία, με διαλυμένη ουσιαστικά την πολιτική και στρατιωτική της ηγεσία, κήρυξε τελικά επιστράτευση, ενώ σε μερική επιστράτευση προέβησαν επίσης η Βρετανία και η Γαλλία. Τόσο ο Χίτλερ, όσο και οι επιτελείς του είχαν λάβει, ωστόσο, εμπιστευτικές πληροφορίες από κορυφαία στελέχη της βρετανικής διπλωματίας, ότι το Λονδίνο, και κατά συνέπεια και η Γαλλία, δεν επρόκειτο να εμπλακούν σε πόλεμο με την Γερμανία εξαιτίας μιας χώρας το όνομα της οποίας, όπως αναφερόταν, η πλειονότητα των πολιτών τους δεν ήξερε ούτε να προφέρει!

Στις 27 Σεπτεμβρίου ο Χίτλερ παρέδωσε τελεσίγραφο στον βρετανό πρωθυπουργό με το οποίο του γνωστοποιούσε την πρόθεση να προσαρτήσει την Τσεχοσλοβακία, εάν μέχρι τις 2 το μεσημέρι της επόμενης ημέρας δεν του πρότεινε κάποια ικανοποιητική λύση. Ο Τσάμπερλεϊν σε ομιλία του στο βρετανικό ραδιόφωνο προανήγγειλε την πρόθεσή του να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του Χίτλερ, θυσιάζοντας την Τσεχοσλοβακία, προκειμένου να αποφύγει μια πολεμική αναμέτρηση. «Είναι φοβερό και απίστευτο να υποχρεώνεσαι να ανοίγεις ορύγματα και να φοράς μάσκες αερίου για μια διαφορά που έχει ξεσπάσει σε μια μακρινή χώρα, για τους κατοίκους της οποίας δεν γνωρίζουμε τίποτα. Παρά τα αισθήματα συμπάθειας που τρέφουμε για αυτό το μικρό έθνος, που απέναντί του έχει έναν μεγάλο και ισχυρό γείτονα, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις περιστάσεις, δεν μπορούμε να κηρύξουμε σε κατάσταση πολέμου όλη τη βρετανική αυτοκρατορία, μόνο και μόνο εξαιτίας του», ανέφερε χαρακτηριστικά στο ραδιοφωνικό του μήνυμα ο βρετανός πρωθυπουργός.

Την επόμενη ημέρα ο Τσάμπερλεϊν απέστειλε επιστολή στον Χίτλερ στην οποία ανέφερε ότι «όλα τα βασικά μπορούν να επιλυθούν χωρίς πόλεμο και χωρίς αναβολή». Παράλληλα, απευθύνθηκε στον Μουσολίνι ζητώντας του να μεσολαβήσει στη σύγκληση διάσκεψης για την ικανοποίηση των γερμανικών απαιτήσεων. Στις 29 Σεπτεμβρίου, στο Μόναχο, συναντήθηκαν οι ηγέτες της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Βρετανίας και της Γαλλίας, απουσία οποιουδήποτε εκπροσώπου της Τσεχοσλοβακίας, οι απεσταλμένοι της οποίας αποκλείστηκαν σε έναν προθάλαμο, προκειμένου να πληροφορηθούν κατόπιν εορτής τα αποτελέσματα μιας διάσκεψης κορυφής που αφορούσε την ακεραιότητα της χώρας τους!

Η διάσκεψη άρχισε τις απογευματινές ώρες της 29ης Σεπτεμβρίου στο κτήριο Φύρερμπαου του Μονάχου και ολοκληρώθηκε λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 30ης Σεπτεμβρίου. Το κείμενο του Συμφώνου, που υπέγραψαν οι απεσταλμένοι των τεσσάρων χωρών, αποτελούνταν από οκτώ άρθρα. Η τελική πράξη εμφανίστηκε μεν ως πρόταση του Μουσολίνι, είχε όμως συνταχθεί νωρίτερα από τον Γκέρινγκ. Βάσει της τελευταίας, η Τσεχοσλοβακία υποχρεωνόταν να παραχωρήσει στη Γερμανία όλες τις περιοχές της Σουδητίας εντός δεκαημέρου. Η παράδοση των περιοχών επρόκειτο να αρχίσει την αμέσως επόμενη ημέρα. Το κείμενο του Συμφώνου- τελεσιγράφου επιδόθηκε χωρίς περαιτέρω επεξηγήσεις στους εκπροσώπους της Τσεχοσλοβακίας, προκειμένου να το διαβιβάσουν στην κυβέρνησή τους.

Ο Αδόλφος Χίτλερ υπογράφει την τελική πράξη του Μονάχου.

Μετά την ολοκλήρωση της διάσκεψης και την υπογραφή του Συμφώνου ο Χίτλερ είχε μια νέα διμερή συνάντηση με τον Τσάμπερλεϊν. Οι δυο άνδρες υπέγραψαν μια κοινή διακοίνωση, η οποία επισφράγιζε την πρόθεσή τους να μην οδηγηθούν σε πόλεμο. Στο σχετικό γερμανο-βρετανικό ανακοινωθέν αναφέρονταν χαρακτηριστικά τα εξής: «Εμείς, ο γερμανός Φύρερ και καγκελάριος και ο βρετανός πρωθυπουργός, είχαμε σήμερα μια ακόμα συνάντηση και συναινέσαμε στο ότι οι αγγλο-γερμανικές σχέσεις αποτελούν ζήτημα πρωτίστης σημασίας και για τις δυο χώρες και για την Ευρώπη. Θεωρούμε το Σύμφωνο που υπογράψαμε χθες, όπως και την αγγλο-γερμανική συμφωνία για τον πολεμικό στόλο, ως σύμβολα της επιθυμίας των δυο εθνών μας να μην εμπλακούν σε έναν νέο πόλεμο, μαχόμενα το ένα εναντίον του άλλου».

Αμέσως μετά τη γνωστοποίηση του περιεχομένου του Συμφώνου του Μονάχου συνήλθε για ένα τέταρτο η υπηρεσιακή τσεχοσλοβάκικη κυβέρνηση, η οποία, χωρίς ψηφοφορία, αποφάσισε να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του. Ο αρχηγός του τσεχοσλοβάκικου στρατού στρατηγός Λούντβικ Κρέϊτσι διέταξε την απόσυρση των τσεχοσλοβάκικων μονάδων από τις σουδητικές περιοχές, τις οποίες από την 1η Οκτωβρίου άρχισε να καταλαμβάνει σταδιακά ο γερμανικός στρατός. Οι τσεχοσλοβάκοι στρατιώτες αποσύρθηκαν χωρίς να ρίξουν ούτε μια ντουφεκιά, έτσι για την «τιμή των όπλων», παραδίδοντας στους ναζί άθικτα τα σύγχρονα οχυρά με τον οπλισμό τους.

Ο ακρωτηριασμός της Τσεχοσλοβακίας με βάση το Σύμφωνο του Μονάχου.

Ο Τσάμπερλεϊν επιστρέφοντας στο Λονδίνο εμφανίστηκε στην πόρτα του αεροσκάφους κουνώντας θριαμβευτικά το χαρτί της διμερούς αγγλο-γερμανικής διακοίνωσης, βάσει της οποίας είχε, κατά την σθεναρή άποψή του, αποτραπεί ένας νέος πόλεμος. Δεκάδες χιλιάδες Βρετανοί βγήκαν στους δρόμους για να τον επευφημήσουν κατά τη διάρκεια της διαδρομής του από το αεροδρόμιο προς τα βασιλικά ανάκτορα. Ο Τσάμπερλεϊν επιστρέφοντας στην Ντάουνινγκ Στρητ εμφανίστηκε στο παράθυρο της πρωθυπουργικής κατοικίας και χαιρετίζοντας σύντομα τους χιλιάδες συγκεντρωμένους Βρετανούς έδειξε άλλη μια φορά το κείμενο φωνάζοντας «Έντιμη ειρήνη! Ειρήνη για την εποχή μας». Δυο μέρες αργότερα, απευθυνόμενος αυτή τη φορά προς τους Τσέχους, εξέφρασε τη βεβαιότητά του πως «μια μέρα θα καταλάβουν ότι στόχος μας ήταν η σωτηρία τους και ένα ευτυχισμένο μέλλον». Αντίστοιχη θριαμβευτική υποδοχή επεφύλαξαν την ίδια ημέρα και οι Γάλλοι πολίτες στον πρωθυπουργό τους Νταλαντιέ. Αυτός όμως, πιο διορατικός, φέρεται να ψέλισσε «Οι ανόητοι, αν ήξεραν τι επευφημούν!»

Την ίδια περίοδο μικρόνοια και εθελοτυφλισμό δεν επέδειξαν μόνο οι ηγέτες της Γαλλίας και της Βρετανίας, αλλά και τα καθεστώτα της Πολωνίας και Ουγγαρίας. Οι αυταρχικοί ηγέτες της Βαρσοβίας και της Βουδαπέστης θεώρησαν πως βρήκαν την ευκαιρία να εκβιάσουν την «ξεπουπουλιασμένη» Τσεχοσλοβακία. Την 1η Οκτωβρίου του 1938, δηλαδή την ημέρα που τα γερμανικά στρατεύματα περνούσαν ανεμπόδιστα στη Σουδητία, η Πολωνία άρχισε να καταλαμβάνει την περιοχή του Τιέσιν, όπου ζούσε πολυάριθμη πολωνική μειονότητα. Τον Νοέμβριο του 1938 η Ουγγαρία ζήτησε και πέτυχε να της παραχωρηθούν εκτεταμένες περιοχές της Σλοβακίας καθώς και η περιοχή της Υπερκαρπαθίας. Έτσι η Τσεχοσλοβακία σε ένα δίμηνο απώλεσε, χωρίς να αντισταθεί, το ένα τρίτο των εδαφών της και του πληθυσμού της (έκταση 41.000 τετρ. χιλιομέτρων και 4,8 εκατομμύρια πληθυσμό).

Η επιστροφή του Τσάμπερλεϊν στο Λονδίνο.
H υποδοχή του Συμφώνου από τον γαλλικό Τύπο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Χίτλερ επισκέφτηκε τις προσαρτημένες σουδητικές περιοχές στις 3 Οκτωβρίου, όπου οι συμπατριώτες του τού επιφύλαξαν μια θριαμβευτική υποδοχή. Ο Φύρερ, ακόμα κατά τη διάρκεια της διάσκεψης του Μονάχου, εκμυστηρεύτηκε στον Μουσολίνι ότι στόχευε να διαλύσει οριστικά την Τσεχοσλοβακία γιατί με τις 40 μεραρχίες του στρατού της «του έδενε τα χέρια» για την εφαρμογή των επιθετικών του σχεδίων εναντίον της Σοβιετικής Ρωσίας και της Γαλλίας. Λίγο μετά την υπογραφή του Συμφώνου του Μονάχου ο Χίτλερ, μιλώντας με επιτελείς του, εμφανίστηκε πρόθυμος να σεβαστεί την ακεραιότητα της Τσεχοσλοβακίας για ένα ακόμα εξάμηνο! «Τους επόμενους έξι μήνες δεν πρόκειται να καταλάβω την Πράγα. Δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο σε αυτό το γεροντάκι», ανέφερε ο Χίτλερ υπονοώντας τον Τσάμπερλεϊν.

Πράγματι, ο Φύρερ σεβάστηκε αυτό που είχε απομείνει από την πάλαι ποτέ κραταιά Τσεχοσλοβακία μόλις πεντέμισι μήνες. Στις 15 Μαρτίου 1939, το Βερολίνο αναγνώρισε την αποσχιστική σλοβακική κυβέρνηση του καθολικού ιερέα Γιόζεφ Τίσο, ενώ τα στρατεύματά του κατέλαβαν, χωρίς να αντιμετωπίσουν την παραμικρή αντίσταση, ό,τι είχε απομείνει από την Τσεχοσλοβακία, ιδρύοντας το Προτεκτοράτο Βοημίας και Μοραβίας. Η χιτλερική Γερμανία με την προσάρτηση της Τσεχοσλοβακίας ενισχύθηκε τόσο οικονομικά όσο και στρατιωτικά, καθώς τεράστιος όγκος σύγχρονου στρατιωτικού υλικού και τεράστιες βιομηχανικές μονάδες πέρασαν υπό τον έλεγχό της. Επιπλέον, το ηθικό της είχε αναπτερωθεί, ενώ ο Χίτλερ αναδείχθηκε σε ίνδαλμα όλων των Γερμανών. Ο δρόμος της επέκτασης προς Ανατολή και Δύση είχε πια ανοίξει.

 Hitler and Chamberlain The Munich Crisis 1938

Ο Κώστας Τσίβος είναι Επίκουρος Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας και επικεφαλής του Τμήματος Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Καρόλου της Πράγας

 

 Eνδεικτική βιβλιογραφία

Adamthwaite Anthony: The Making of the Second World War, Routledge, Λονδίνο 1989.

Faber David: Munich, 1938. Appeasement and World War II, Pocket Books, Λονδίνο 2009.

Taylor Alan: The Origins of the Second World War, Hamish Hamilton, Λονδίνο 1961.

Tesař Jan: Mnichovský komplex, Prostor, Πράγα 2000.

 

Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός: Οι Έλληνες εθελοντές στον Γαλλο-Πρωσσικό Πόλεμο του 1870 – 1871  

 

 150 χρόνια από τότε     

Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός

 Οι Έλληνες εθελοντές στον Γαλλο-Πρωσσικό Πόλεμο του 1870 – 1871 

Η νίκη στην Σάντοβα της Πρωσσίας στον πόλεμο κατά της Αυστρίας, το 1866, σηματοδότησε την επόμενη πολεμική εμπλοκή: αυτήν μεταξύ Γαλλίας και Πρωσσίας. Έτσι, σύννεφα άρχισαν να συσσωρεύονται νωρίς στα γαλλο-πρωσσικά σύνορα!  Πίσω από την πολιτική του Πρώσου καγκελλαρίου Otto von Bismarck έναντι της Γαλλίας, ευρίσκετο ο οραματισμός του για την ένωση των γερμανικών κρατιδίων και την δημιουργία μιάς Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Το επόμενο βήμα του καγκελλαρίου ήταν αποκλειστικά θέμα χρόνου. Ο πόλεμος μεταξύ των δύο χωρών εθεωρείτο αναπόφευκτος.

Την περίοδο εκείνη – το 1870 – οι Ελληνο-γαλλικές σχέσεις έπασχαν λόγω της ασυνέπειας της γαλλικής πολιτικής προς την Αθήνα. Αν και η μνήμη της κατοχής του Πειραιώς κατά τον Κριμαϊκό πόλεμο (Μάρτιος 1854-Ιούνιος 1857) από τα αγγλο-γαλλικά στρατεύματα είχε αφήσει οπωσδήποτε ουλές, η στάση του Ναπολέοντος ΙΙΙ στο Κρητικό ζήτημα, το 1867, με την υπαναχώρηση του στην στήριξη της Ελλάδος, ήταν ακόμη έντονα νωπή. Η ψύχρανση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών από τότε ήταν έκδηλη, ιδίως στο επίπεδο της κοινής γνώμης. Τα αισθήματα, ως εκ τούτου, στην Αθήνα για την Γαλλία την περίοδο που ξέσπασε ο πόλεμος, τον Ιούλιο 1870, ευρίσκοντο στο ναδίρ. Η ανατροπή του «ασπλάχνου και αφιλοτίμου μισέλληνος και φιλοτούρκου» ηγέτη[1] και η εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, απετέλεσε έναυσμα μεταστροφής του δημόσιου αισθήματος υπέρ της Γαλλίας με την οργάνωση αποστολής εθελοντών εκεί για να πολεμήσουν κατά των Πρώσσων.

Το λίγο γνωστό αυτό επεισόδιο στην ιστορία της χώρας μας αξίζει να μνημονευθή. Η Ελλάς δεν ήταν η χώρα που απέστελλε εθελοντές σε άλλες. Έτσι, η κίνηση αυτή των εθελοντών  ήλθε να τονώση τις σχέσεις μεταξύ των δύο λαών, του γαλλικού και του ελληνικού.  Και όντως,  ορισμένοι γαλλικοί κύκλοι εξεδήλωσαν αισθήματα ευγνωμοσύνης προς τους νέους αυτούς.

Αριστερά: Ναπολέων Γ΄, Αυτοκράτορας της Γαλλίας. Δεξιά: Otto von Bismarck, Καγκελλάριος της Πρωσσίας.

Όπως ήταν φυσικό, η έναρξη των εχθροπραξιών στις 7/19 Ιουλίου 1870[2] άφησε την Αθήνα μάλλον αδιάφορη προς το Παρίσι. Ο Τύπος δεν έλαβε κάποια φιλο-γαλλική στάση. Ούτε, άλλωστε, ο λαός. Παρά ταύτα, παρά την γενικώτερη αρνητικότητα των συναισθημάτων στην Αθήνα, ήδη με την έναρξη του πολέμου παρουσιάσθηκε, από πλευράς ορισμένων στρατιωτικών, ένα κίνημα ενδιαφέροντος για το Παρίσι. Ένας μικρός αριθμός αξιωματικών –η έκθεση του Γάλλου πρέσβυ αναφέρει 10– είχε εκφράσει την επιθυμία να μεταβή στην Γαλλία «για να παρακολουθήσει τις επιχειρήσεις».[3] Η απάντηση των Παρισίων υπήρξε άμεση και αρνητική.[4] Μερικές ημέρες αργότερα, στις 21.7/2.8, η Ελληνική κυβέρνηση –παρακολουθώντας την Βρεταννική[5] αλλά και την Ρωσική στάση– διεκήρυξε την ουδετερότητά της έναντι των εμπολέμων. Η κοινή γνώμη, ο πληθυσμός, δεν αντέδρασε στην απόφαση αυτή. Τουναντίον, ήταν η ήττα του γαλλικού στρατού στο Sedan και η αιχμαλωσία του αυτοκράτορος στις 22.8/2.9, που συνεπέφερε και την ανατροπή του καθεστώτος και που προκάλεσε κύμα ενθουσιασμού στην αθηναϊκή πρωτεύουσα, σημειώνοντας έτσι την άμεση μεταστροφή των αισθημάτων. Όλη η δυσαρέσκεια που είχε συσσωρευθή στην ελληνική ψυχή για την στάση στο Κρητικό μετουσιώθηκε σε κύμα ενθουσιασμού υπέρ της δημοκρατικής, πλέον, Γαλλίας. Η ήττα και η ανατροπή του Ναπολέοντος απετέλεσαν τον καταλύτη για να προβληθούν τα αισθήματα ευγνωμοσύνης της Ελλάδος προς την Γαλλία, για την βοήθεια που της προσέφερε κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως, με την συμβολή της στην ναυμαχία του Ναυαρίνου, για την αποστολή του στρατηγού Μαιζώνος! Οι Έλληνες βρήκαν την ευκαιρία να ανταποδώσουν τα φιλελληνικά αισθήματα που η Γαλλία είχε επιδείξει προ 50ετίας.

Παρίσι, 4 Σεπτεμβρίου 1870. Ανακύρηξη του καθεστώτος της Γ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας.

Ενώ την μεταστροφή που σημειώθηκε στην κοινή γνώμη συμμεριζόταν η κυβέρνηση του Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, παρά την εκπεφρασμένη επιθυμία του ιδίου του πρωθυπουργού, η Αθήνα δεν απέστελλε οδηγίες στον Έλληνα επιτετραμμένο στο Παρίσι, Φωκίωνα Ρωκ, να προβή στην αναγνώριση του νέου καθεστώτος. Ο βασιλεύς Γεώργιος, σε διακοπές στην Κέρκυρα, ήταν επιφυλακτικός σε μία πρόωρη αναγνώριση του νέου καθεστώτος, το οποίο ανέτρεπε την αυτοκρατορία.[6] Ο Γεώργιος επίστευε, ως φαίνεται, σε φήμες ότι ο γερμανός καγκελλάριος θα αποκαθιστούσε στον θρόνο τον ανατραπέντα Ναπολέοντα.[7] Εν τέλει, ο Ρωκ μόνον στις 4/16 Οκτωβρίου[8] ενετάλη να έλθη «en rapports officiels» με την νέα κυβέρηση.[9] Παρά τις καθυστερήσεις αυτές, μόλις ο βασιλεύς επέστρεψε από την Κέρκυρα εδέχθη σε ακρόαση τον γάλλο πρέσβυ. Η συνομιλία ήταν θερμή, αναφέρει ο Baude, και ο βασιλεύς «του εξέφρασε με ιδιαιτέρως συμπαθείς εκφράσεις την έντονη θλίψη που του προκαλούσε» η δεινή μοίρα της Γαλλίας.[10] Και πάλι, εν τούτοις, κάποια διστακτικότης υφήρπε στην στάση της κυβερνήσεως, όπως προκύπτει από τις προσωπικές οδηγίες που απέστειλε ο Χαράλαμπος Χριστόπουλος, υπουργός Εξωτερικών, στον Ρωκ, λίγες εβδομάδες αργότερα: έπρεπε «να τηρήση μεγάλη επιφυλακτικότητα σε ό,τι αφορούσε ζητήματα εσωτερικής πολιτικής», ενώ θα μπορούσε να αναπτύξη επαφές με «άτομα επιρροής από όλα τα κόμματα».[11]

Χαράλαμπος Χριστόπουλος, υπουργός Εξωτερικών.

Εν τω μεταξύ, ο λαός, η νεολαία, μέλη του στρατεύματος κινητοποιούντο για να συμβάλουν στις προσπάθειες της νέας Γαλλίας, σε μία πρωτοφανή συστράτευση μετά την ανατροπή του Ναπολέοντος και την αναγόρευση της Δημοκρατίας. Σ΄αυτό συνέτειναν και οι  νίκες των Γερμανικών δυνάμεων στο μέτωπο έναντι της δεινής τύχης των Γαλλικών στρατευμάτων.[12] Αλλά και από άλλες χώρες άρχισαν να συρρρέουν εθελοντές στην Γαλλία μετά την ανατροπή του αυτοκρατορικού καθεστώτος:

Οι πρώτοι Έλληνες εθελονταί ανεχώρησαν από τον Πειραιά περί τα μέσα Σεπτεμβρίου.[13] Η εφημερίς Αστήρ είχε ήδη προαναγγείλει την επικείμενη αναχώρησή τους. Μετά την άφιξή τους στην Μασσαλία, οδηγήθηκαν στο μέτωπο στις 30.10/11.11. Οι αφίξεις συνεχίζοντο μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου. Εν τω μεταξύ, η Ελληνική παροικία της Μασσαλίας ανέλαβε την συντήρηση των ελλήνων εθελοντών. Πλούσιοι έμποροι ή επιχειρηματίαι ελληνικής καταγωγής, παληές οικογένειες που είχαν εγκατασταθεί στην αρχαία αυτή Φωκαϊκή αποικία, μεταξύ άλλων οι Ζαφειρόπουλοι, Καλβοκορέση, Ψωμάδη, Αργέντη, Μελά, Τσιτσίνια, ή οι γιατροί Μεταξάς και Δαμασκηνός, έδωσαν το έντονο παρόν στην όλη αυτή συγκινητική προσπάθεια. Ο Τσιτσίνιας μερίμνησε για την ραφή στολών. Το πηλίκιο τους έφερε τα αρχικά L.G., δηλ. Légion Grecque. Ο Μεταξάς ήταν διαρκώς κοντά τους, τόσο μάλλον που οι περισσότεροι δεν ομιλούσαν γαλλικά. Πλησίον των ελλήνων στάθηκαν και οι Γάλλοι Pierre Philippe και Labadier, πλούσιοι επιχειρηματίαι. Η επιχείρηση του πρώτου εξεπροσωπείτο και στον Πειραιά, όπου και εκεί έδωσε έντονα δείγματα γραφής για την προσέλκυση εθελοντών και την εξασφάλιση του εξοπλισμού τους. Εξ άλλου, πέραν της φροντίδος των συμπολιτών τους, τα μέλη της ελληνικής παροικίας συνεισέφεραν αφειδώς σε ρευστό για την ενίσχυση του γαλλικού στρατού. Μεταξύ άλλων αγόρασαν 4 μυδροβόλα, στα οποία δόθηκαν συμβολικά ονόματα: η Ελληνίς (La Grecque), η Αθηναία (l’Athénienne), η Σπαρτιάτισσα (La  Spartiate), οι Τέσσερις φίλοι (Les quatre Amis).

Θα πρέπει κανείς να παραδεχθή ότι, παρ΄όλο που ο Τύπος έδειχνε γνήσιο ενδιαφέρον για την τάση αυτή εθελοντισμού και δημοσίευε συστηματικά –έστω υπογραμμίζοντας σε υπερθετικό βαθμό– ειδήσεις για τα ανδραγαθήματα των Ελλήνων εθελοντών, η υπάρχουσα βιβλιογραφία είναι πενιχρή.[14] Ασφαλώς, ιδιαίτερης σημασίας είναι η  περιγραφή του κινήματος αυτού από τον επιλοχία του πεζικού Αλέξανδρο Αλεξάνδρου, στο μικρό αλλά πολύτιμο έργο του.[15]

Από γαλλικής, πάλι, πλευράς, οι εκθέσεις και τα τηλεγραφήματα της Γαλλικής Πρεσβείας στην Αθήνα ή του υπο-προξενείου της Γαλλίας στον Πειραιά είναι αποσπασματικές και δεν επιτυγχάνουν να δώσουν μία ικανοποιητική εικόνα της κινητοποιήσεως αυτής. Ο αριθμός των εθελοντών δεν αναγράφεται συστηματικά ώστε να σχηματίσει κανείς μια καθαρή εικόνα των αναχωρήσεων. Ούτε η ταυτότητα τους. Οι αριθμοί που αναφέρουν οι επίσημες πηγές κάνουν μνεία σε ομάδες στρατιωτικών ή πολιτών, κυρίως φοιτητών. Οι Πειραιώτες προέτρεπαν τους νέους να εγγραφούν στους πίνακες προς αναχώρηση. Στην αρχή, οι εθελοντές που παρουσιάζοντο στην Πρεσβεία σε αρκετά σημαντικό αριθμό, ζητούσαν να τους επιτραπή να μεταβούν δωρεάν στην Μασσαλία, με πλοία των γαλλικών γραμμών. Στο ερώτημα που υπέβαλε ο πρέσβυς, το Γαλλικό Υπουργείο των Εξωτερικών αντεπεκρίθη θετικά: θα μπορούσε να τους διαθέσει εισιτήρια υπό τον όρο ότι θα έφεραν μαζύ τους τον οπλισμό τους.[16],[17] Πράγματι, ο οπλισμός όσων δεν είχαν, τους προσεφέρθη από την Γαλλική παροικία στην Αθήνα και στον Πειραιά –με την καίρια συμβολή του γραφείου του γάλλου επιχειρηματία Philippe–, η οποία βοήθησε αποτελεσματικά. Με έρανο, εξ άλλου, που διοργάνωσε η Γαλλική ομογένεια κατέστη δυνατή η προμήθεια ακόμη δύο κιβώτιων με καραμπίνες Μινιέ (750), σπαθιά και ρεβόλβερ![18]

Άποψη του λιμένος της Μασσαλίας το 1870.

Εν τέλει, δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί ο αριθμός των εθελοντών οι οποίοι μετέβησαν στην Γαλλία.[19] Οι ελληνικές αρχές, από πλευράς τους, «επόπτευαν τις περιπτώσεις λιποταξίας…. (αλλά) μόνον με απλή επιφυλακή, όση απητείτο ώστε (η κυβέρνηση) να μην κατηγορηθή για συνέργεια…».[20] Μερικοί στρατιωτικοί (περί τους 100), όντως, συνελήφθησαν και φυλακίσθηκαν στο Ναύπλιο. Πολίτες, πάλι, απεθαρρύνοντο να φύγουν. Ως εκ τούτου, αρκετοί από αυτούς που θα ήθελαν να μεταβούν στην Γαλλία, τελικώς, δεν κατάφεραν ή δεν θέλησαν να επιβιβασθούν σε πλοία.[21]

Παρά τις διεξοδικές έρευνες άλλων ιστορικών για την κίνηση των εθελοντών της περιόδου εκείνης, υφίστανται ακόμη ορισμένα σημεία τα οποία χρήζουν περαιτέρω διευκρινήσεως. Πώς δημιουργήθηκε αιφνίδια το φιλο-γαλλικό αυτό κλίμα; Πώς οι στρατιωτικοί, οι οποίοι, εν συνεχεία θα πέρναγαν από στρατοδικείο ως λιποτάκται–όπως και συνέβη– απεφάσισαν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους; Πώς οι φοιτηταί θα διέκοπταν τις σπουδές τους;

Οι ελληνικές και οι γαλλικές πηγές, η αναφορά της Αστυνομίας Αθηνών-Πειραιώς, η πρεσβεία της Πρωσσίας, εμμέσως υποδεικνύουν τον καθηγητή Αναστάσιο Γεννάδιο[22] ως τον υποκινητή της κινήσεως των εθελοντών.[23] Ο ίδιος, γερμανικής μορφώσεως, μέλος του τότε νεοσύστατου ελληνικού ελευθερο-τεκτονικού σχήματος,[24] για λόγους ιδεολογικούς ετάχθη με την πλευρά της Γαλλίας. Η εφημερίς Αστήρ, υπό την επιρροή του ελληνικού ελευθερο-τεκτονισμού –εκ των κυρίων συνεργατών της υπήρξε ο Γεννάδιος– πρωτοστάτησε στην προβολή του φιλο-γαλλικού πνεύματος. Ήδη από την 31.7/12.8.1870 άρθρα της εφημερίδος αυτής ενεθάρρυναν την μετάβαση στην Γαλλία. Ο Γεννάδιος επέμενε στις προσπάθειές του. Όμως, η δραστηριοποίηση ενός μόνον ατόμου, δεν ήταν δυνατόν να επαρκέση για την έντονη αυτή κινητοποίηση.

Η διάθεση του φιλο-γαλλικού πνεύματος ενδυναμωνόταν από σημαντική μερίδα του αθηναϊκού Τύπου: είτε με την αναδημοσίευση από γαλλικές εφημερίδες πληροφοριών από την Γαλλία για τους εθελοντές, όπως άρθρων που προέβαλλαν τις ηρωικές πράξεις τους, είτε δημοσιεύοντας επιστολές τους προς οικείους τους ή ακόμη και προς εφημερίδες. Και τούτο, ιδίως την περίοδο που ο γαλλικός στρατός υφίστατο καταστροφικές ήττες.

Μόνη εξαίρεση στην ομοφωνία του Τύπου, η εφημερίς Αιών. Ο αρχισυντάκτης της Τιμολέων Φιλήμων[25] εξεφράζετο με ένταση κατά του κινήματος των εθελοντών, υπενθύμιζε ότι και οι Γερμανοί είχαν χύσει το αίμα τους για την ανεξαρτησία των Ελλήνων και ότι, ως εκ τούτου, εμείς, οι Έλληνες, τους ωφείλαμε τον ίδιο βαθμό ευγνωμοσύνης. Όσοι μετέβαιναν στην Γαλλία δεν εκπροσωπούσαν παρά μόνον τον εαυτό τους, όχι την επίσημη Ελλάδα.[26] Υπενθυμίζοντας την συμβολή των Γερμανών στον Αγώνα για την Ανεξαρτησία, ο  Φιλήμων, καυτηρίαζε όσους ενεθάρρυναν τους Έλληνες να μεταβούν στην Γαλλία, κατηγορώντας τους ότι «διέπρατταν λίαν βαρύ πολιτικό έγκλημα… ότι έπρατταν κατά των συμφερόντων της πατρίδος των…».[27]

Ο δημοσιογράφος, διανοούμενος και μετέπειτα Δήμαρχος Αθηνών (1887-1891) Τιμολέων Φιλήμων.

Ένα είναι σαφές: οι εθελοντές δεν επεδίωκαν τον πλουτισμό στην Γαλλία. Πιθανόν, τιμές. Όχι, όμως, χρήμα. Έφευγαν κυρίως με την πεποίθηση ότι απέδιδαν στην Γαλλία όσα της χρωστούσε η Ελλάς.[28] Από ένα συναίσθημα «υποχρεώσεως αναγνωρίσεως» των όσων της ωφείλοντο από ελληνικής πλευράς. Οι δαπάνες μεταβάσεως και επιστροφής τους προς και από την Γαλλία πιθανόν να κατεβλήθησαν από την γαλλική πλευρά, καθώς και κάποιο «χαρτζιλίκι». Επί τόπου ελάμβαναν τον μισθό που είχε αποφασίσει η Γαλλική κυβέρνηση για τους εθελοντές, γενικώτερα. Αλλά τα ποσά αυτά δεν αποτελούσαν στοιχεία πλουτισμού. Πολλοί από τους καταταγέντες εθελοντές εδήλωναν ότι ήθελαν να υπηρετήσουν υπό τις εντολές Γάλλων αξιωματικών ως απλοί στρατιώτες, αν και αξιωματικοί ή υπαξιωματικοί οι ίδιοι.[29]

Η εντύπωσίς μου είναι ότι δημιουργήθηκε μία υφέρπουσα κίνηση, μία κινητοποίηση από αφτί σε αφτί, που ενεθάρρυνε τους νέους να αναχωρήσουν για την Γαλλία, νέους από κάθε περιοχή της Ελλάδος, ακόμη και από τις υπό κατοχή οθωμανικές επαρχίες, από κάθε κοινωνική τάξη. Οι ιδεολογικές ευαισθησίες των εθελοντών, κοινωνικές ή πολιτικές, δεν συνέπιπταν. Ορισμένοι μπορεί να εκινούντο από πρόθεση στηρίξεως του νέου, δημοκρατικού, καθεστώτος στην Γαλλία, άλλοι από αισθήματα ευγνωμοσύνης, ή απλώς από διάθεση περιπέτειας![30]  Τοπικοί αρχηγοί, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος, σχημάτιζαν ομάδες, και μαζύ αναχωρούσαν για τις ζώνες της μάχης και για την τιμή! Όπως, προφανώς, μία ομάδα στρατιωτών σκαπανέων, από τον ίδιο λόχο. Στην οικία μιας κυρίας της υψηλής ναυπλιώτικης κοινωνίας, προφανώς της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου, συναθροίζοντο οι συμπαθούντες προς την Γαλλία, ενθαρρύνοντας τους εθελοντές.[31] Η μετάβαση στην Γαλλία δεν θα πρέπει να ήταν ευχάριστη και το «χαρτζιλίκι» που έλαβαν οι εθελοντές από τις Γαλλικές αρχές, ασφαλώς, δεν θα αρκούσε για τις ανάγκες του πολυήμερου ταξειδιού τους. Εν πάση περιπτώσει, οι εκπρόσωποι της Γαλλίας, ασφαλώς, έπαιξαν ρόλο στην όλη διαδικασία ενθαρρύνσεως και προτροπής των εθελοντών.[32]

Ένα πρόσθετο στοιχείο πρέπει να ληφθή υπ’όψιν: η ανοχή που επεδείκνυε η κυβέρνησις. Παρά την πολιτική ουδετερότητος την οποία επρέσβευε, η κυβέρνησις παρακολουθούσε με συμπάθεια τα όσα υφίστατο η Γαλλία, την τόσο δυσμενή τροπή των πολεμικών επιχειρήσεων. Ο Baude πληροφορούσε το Παρίσι ότι κατά τον πρωθυπουργό Δεληγιώργη «η Ελλάς θα συνεβάλλετο με τον μεγαλύτερο δυνατό ζήλο σε κάθε ευρωπαϊκή ενέργεια….να θέσει ένα τέλος στον κύκλο του αίματος. Δεν ήταν, ωστόσο, σε θέση να αναλάβη αυτή η ίδια την πρωτοβουλία…». Και προσέθετε ο Γάλλος πρέσβυς ότι «σημασία έχει αυτό που η Ελλάς κάνει, πρέπει να το παραδεχθώ, όχι από τα λεγόμενα των υπουργών του, αλλά από το κίνημα των εθελοντών αυτών…εκ των οποίων οι φοιτηταί του Πανεπιστημίου διεκρίνοντο από ένα ιδιαίτερο ζἠλο…».[33] Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, πρωθυπουργός από τις αρχές Δεκεμβρίου, διεπνέετο από τα ίδια αισθήματα έναντι της Γαλλίας.[34] Όπως, επίσης, και ο νέος υπουργός Εξωτερικών, Χαράλαμπος Χριστόπουλος, έχοντας σπουδάσει στο Παρίσι και ζήσει για μεγάλο διάστημα στην γαλλική πρωτεύουσα.[35]

Αριστερά: Επαμεινώνδας Δεληγεώργης, Πρωθυπουργός, 9 Ιουλίου 1870 – 3 Δεκεμβρίου 1870. Δεξιά: Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, Πρωθυπουργός, 3 Δεκεμβρίου 1870 – 28 Οκτωβρίου 1871.

Εξ άλλου, τί πιο πειστικές αναφορές, από αυτές των εκθέσεων των ξένων πρεσβειών. Πέραν των γαλλικών εκθέσεων, η Βρεταννική πρεσβεία εξεφράζετο με την γνωστή κυνική ειλικρίνειά της: «η Ελληνική κυβέρνηση συμπράττει»[36] στην υπόθεση των εθελοντών!

Αυτή ήταν η γενικότερη ατμόσφαιρα στην ελληνική πρωτεύουσα μετά την ανατροπή του Ναπολεοντείου καθεστώτος. Οι προσπάθειες του καθηγητού Γενναδίου ή και άλλων συνοδοιπόρων του, απλώς βρήκαν ευήκοον ούς στον ψυχισμό του ελληνικού λαού. Οι εθελονταί αναχωρούσαν μέσα σε ένα πνεύμα  γενικού ενθουσιασμού!

Αλλά, πόσοι ήσαν οι εθελοντές; Οι αριθμοί διαφέρουν. Από την μία πλευρά υπάρχουν οι αναφορές των ελληνικών πηγών. Όπως, επίσης, οι πληροφορίες των ξένων αρχών, π.χ. της πρεσβείας της Πρωσσίας. Από την άλλη έχουμε τις ενδείξεις από την γαλλική πλευρά –γεμάτες καλή θέληση– των εκεί παρατηρητών, δεδομένου ότι από τα γαλλικά αρχεία δεν προκύπτει μία εμπεριστατωμένη εικόνα.

Είναι ευνόητο ότι δεν μπορεί κανείς να βασισθεί στην αναφορά της Αστυνομίας Αθηνών-Πειραιώς σε απάντηση στον υπουργό των Εξωτερικών, εν συνεχεία του διαβήματος του πρέσβεως της Πρωσσίας, E. de Wagner. Η επίσημη αυτή αναφορά ανεβίβαζε τον αριθμό αυτών που έφυγαν σε 200![37] Όχι πολύ μακρυά από τον επίσημο υπολογισμό, η πρεσβεία της Αυστρίας, προφανώς κατά τις πληροφορίες του Πρώσσου πρέσβυ, ανέφερε τον αριθμό, συνολικά, 300-350 εθελοντών.[38] Η έκθεση της Βρεταννικής πρεσβείας ομιλεί για «αρκετές εκατοντάδες ατόμων, από όλες τις κοινωνικές τάξεις, τα οποία ήταν γνωστό ότι επεδίωκαν να ενταχθούν στις γαλλικές δυνάμεις….».[39]Οι ελληνικές εφημερίδες αναβιβάζουν τους εθελοντές σε μερικές εκατοντάδες. Αποσπασματικά, η Παλιγγενεσία της 8/(20).10.1870 αναφέρει ότι ανεχώρησαν 28. Ακόμη 20, στις 25.11/(7.12), και ακόμη 30 στις 29.11 /(11.12), και 15 στις 11/(23) Δεκεμβρίου. Η Αιών κάνει αναφορά σε 100-150 «λειποτάκτες». Στις 26.11/(8.12) η Indépendance Hellénique γράφει ότι μετέβαινε στο θέατρο του πολέμου ακόμη μια εκατοντάδα. Περί τα μέσα Δεκεμβρίου, άλλη εφημερίς ανέφερε ότι αφίχθησαν στην Μασσαλία περί τους 50 μαχητές υπό την ηγεσία του λοχία Χρυσοβέργη. Στις 22.1/(3.2).1871 η  Παλιγγενεσία υπολογίζει τον συνολικό αριθμό των εθελοντών σε 800, ενώ μετά το πέρας των εχθροπραξιών στην Γαλλία, ο Χρόνος σε 700.  Ως εκ τούτου, δεν είναι πάλι δυνατόν να καταλήξει κανείς σε συμπεράσματα βάσει των υπολογισμών των ελληνικών εφημερίδων ή των ελληνικών αρχών. Μήπως και αυτοί οι υπολογισμοί ήσαν κάπως υπερτροφικοί; Ας σημειωθή ότι έχουν καταγραφή από διάφορες πηγές μόνον περί τους 132 εθελοντές.[40]

Από γαλλικής πλευράς, το πλέον αξιόπιστο έργο, η Histoire Diplomatique de la Grèce depuis 1821 à nos jours των Driault-Lhéritier θα έπρεπε, κανονικά, να προβαίνει σε μια ακριβή απεικόνιση της καταστάσεως. Αναβιβάζει τους εθελοντές τον Ιανουάριο 1871 σε 1300-1400.[41] Όμως, ο αριθμός φαντάζει κάπως υπερβολικός.

Από την δική του σκοπιά, ο φιλέλλην γάλλος ακαδημαϊκός Alfred Mézières, στα εγκωμιαστικά άρθρα του (1871 και   1907), συχνά γεμάτα καλοπροαίρετες υπερβολές, προωθεί τον αριθμό των 1500, ενώ ο E. Desmaze αναφέρει 1400.[42] Η εφημερίς της Lyon, Salut Public, από πλευράς της υπολογίζει την συνολική ελληνική παρουσία σε 3000![43]

Είναι εύκολα κατανοητό ότι είναι δυσχερές να υπολογίσει κανείς έστω κατά προσέγγιση τον αριθμό των Ελλήνων εθελοντών.[44] Είναι κρίμα που οι γαλλικές αρχές δεν μπόρεσαν να καταγράψουν κατά τρόπο πιο συστηματικό όσους αναχωρούσαν, στρατιωτικούς ή μη, από την Ελλάδα. Τόσο μάλλον που οι νέοι αυτοί αναχωρούσαν από τον Πειραιά κυρίως με πλοία γαλλικών εταιρειών.[45]

Αυτό που είναι εκπληκτικό είναι ότι καμμία επίσημη έκθεση –ή και ανεπίσημη αναφορά– των Ελληνικών αρχών στην Γαλλία δεν  μνημονεύει την παρουσία των εθελοντών στην χώρα αυτή! Ούτε και τα διάφορα –κολακευτικά, ως επί το πολύ– άρθρα που δημοσιεύοντο στον γαλλικό Τύπο. Κατά τις περιγραφές του Αλεξάνδρου, οι έλληνες λεγεωνάριοι πέρασαν κάτω από την σημαία του Ελληνικού προξενείου της Μασσαλίας.[46] Χωρίς, εν τούτοις, να σκεφθούν να ζητήσουν να συναντήσουν τον πρόξενο! Ούτε, φαίνεται, οι εκπρόσωποι της παροικίας να τους υπέδειξαν μια τέτοια ενέργεια.

Αλλά πέραν αυτού, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο Αλεξάνδρου, στις 3/15 Νοεμβρίου, αριθμός εθελοντών συναντήθηκε με τον Φωκίωνα Ρωκ, Έλληνα επιτετραμμένο στην Tours – όπου είχε μεταφερθή η γαλλική κυβέρνηση. Ο Ρωκ, εν τούτοις, ο οποίος τους εδέχθη πολύ θερμά, τους συνεχάρη για την απόφασή τους να έλθουν στην Γαλλία και τους ενεθάρρυνε να συνεχίσουν την δράση τους υπέρ της Γαλλίας, που περιποιούσε τιμή στην Ελλάδα,[47] δεν φαίνεται να διεβίβασε τίποτε στην Αθήνα για την συνάντηση αυτή. Και στα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών  δεν ανευρέθη κανένα έγγραφο συναφώς με την παρουσία των εθελοντών στην Γαλλία.  Διερωτάται κανείς ποιος μπορεί να ήταν ο λόγος αυτής της παραλείψεως. Γιατί ο Ρωκ δεν επέδειξε ενδιαφέρον για την τόσο τιμητική παρουσία των εθελοντών στο πλευρό των Γάλλων, καθ όν χρόνον τόσες εφημερίδες προέβαιναν σε έπαινο για τα ανδραγαθήματά τους; Εκτός και εάν δεν ήθελε να εκτεθή για το ότι είχε δεχθή λιποτάκτες![48]

Θα πρέπει, όμως, να υπογραμμίσει κανείς ότι και τα στρατιωτικά αρχεία της Γαλλίας δεν υπεβοήθησαν το ερευνητικό έργο. Ο συγγραφεύς, κατά την έρευνά του στο Service Historique de la Défence δεν μπόρεσε να ανεύρη ονόματα Ελλήνων εθελοντών στους διάφορους φακέλους που συμβουλεύθηκε.[49] Αντιθέτως, σε ένα πίνακα των μονάδων που απήρτιζαν την 2η Ταξιαρχία του σώματος στρατού του Γαριβάλδη ( υπό τις διαταγές του οποίου είχαν τεθή οι περισσότεροι ξένοι εθελοντές, κατά διαταγή της Γαλλικής κυβερνήσεως) αναφέρoνται ως μονάδες υπό στοιχεία ST 462  και ST 494  η Guerilla gréco-française d’Orient ( 4 λόχοι) ή  Guerilla d’Orient (τον Δεκέμβριο με δύναμη 350 ανδρών) ενώ υπό στοιχείο ST 466[50] η Légion Grecque, υπό τον λοχαγό Fauvret, χωρίς, εν τούτοις, να παρέχονται αριθμοί ή ονόματα.[51] Γίνεται, όντως, αναφορά στην συμμετοχή ελλήνων μεταξύ των εθελοντών, χωρίς ακριβέστερη επισήμανση,[52] καθώς και γενική μνεία σε μονάδες ελλήνων, μεταξύ άλλων και σε ευζώνους, τους οποίους διακρίνει κανείς «από τις γραφικές ανατολικές στολές τους».[53]

Λαμβάνοντας υπ΄όψιν όλα αυτά τα στοιχεία, τα αρκετά ρευστά, και την έλλειψη  επακριβών αναφορών στην εξειδικευμένη βιβλιογραφία, μπορεί να υποστηριχθή η άποψη ότι εν τέλει τα Ελληνικά αποσπάσματα ήσαν μάλλον περιορισμένα. Ο αριθμός των 700-800 ανδρών, ο οποίος προβάλλεται από τον ελληνικό Τύπο μπορεί να θεωρηθή ως ο πλησιέστερος στην πραγματικότητα, και πάλι με αρκετή ανοχή.[54] Θα πρέπει να προστεθή ότι το σύνολο είχε διασκορπισθή σε πολλές μονάδες σε ολόκληρη την Γαλλία, στα Βόσγια όρη, στο Παρίσι, στον Λίγηρα, ή στην στρατιά της Ανατολής. Ο στρατηγός Bordone, αρχηγός του επιτελείου του Γαριβάλδη, (Joseph-Philippe-Toussaint Bourdon) έγραφε στο βιβλίο του : «ο στρατός των Βοσγίων….πέραν των 2000 Ιταλών, απηρτίζετο από μερικές εκατοντάδες Ισπανών, Ελλήνων, Πολωνών…».[55] Η εφημερίς Αστήρ, που ήταν τόσο ενθαρρυντική  για τον εθελοντισμό προς την Γαλλία, ανέφερε : «η δύναμις των εθελοντών, μικρά και άσημος, ήταν τουναντίον, κεφαλαιώδους ηθικής σημασίας».[56] Στο ίδιο πνεύμα εγράφη ότι στην Λεγεώνα των Ξένων, που δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο 1870, μεταξύ των 1000 ανδρών ανεγράφοντο «και  μερικοί σκανδιναυοί, Ισπανοί, Έλληνες, Ρώσσοι, Ιταλοί…».[57] Εν πάση περιπτώσει, ο αριθμός των 700-800 εθελοντών, πρέπει να θεωρηθή αρκετά υψηλός, αν ληφθή υπ΄όψιν ο συνολικός, τότε, πληθυσμός της Ελλάδος, γύρω στις 1.400.000 ψυχές.

Ο Giuseppe Garibaldi και οι Ιταλοί εθελοντές της Στρατιάς των Βοσγίων (Armée des Vosges).

 

Πώς όμως η «απόλυτη ουδετερότης» που ακολουθούσε η Ελληνική κυβέρνηση ήταν συμβατή με την «συνενοχή» της στο ζήτημα των εθελοντών; Μέσω μιας πολιτικής ισορροπιστικής, με ένα κλείσιμο του ματιού, θα μπορούσε να πει κανείς. Η κυβέρνηση ελάμβανε τα μέτρα της, προφασιζόμενη ότι δεν εγνώριζε. Στην ίδια λογική, η εφημερίς Αστήρ, προφανώς για να ‘ρίξη στάχτη στα μάτια΄, έγραφε: «οι εθελοντές φεύγουν κάθε εβδομάδα όχι για να πολεμήσουν κατά του αδελφού Γερμανού, αλλά για να συμπαρασταθούν στους Γάλλους φιλέλληνες οι οποίοι υφίστανται τόσα δεινά…».[58] Οι στρατιωτικές αρχές, με δική τους πρωτοβουλία, είχαν  αποφασίσει  ότι όσοι «υπαξιωματικοί εκ των ενταύθα σωμάτων…μετέβησαν εις το εξωτερικό… θέλουσι διαγραφή κατά τα κεκανονισμένα ως λειποτάκται».[59] Εάν θεωρηθή ότι η κυβέρνηση ήθελε από συναισθηματική τοποθέτηση να εξυπηρετήσει την Γαλλία, έπρεπε, αντίστοιχα, από ρεαλισμό, να μην δημιουργήσει αρνητικές εντυπώσεις στην νικήτρια Δύναμη!

Τελικώς, η κίνηση του εθελοντισμού ήλκησε την προσοχή των Γερμανικών αρχών, χωρίς όμως να θελήσουν να δημιουργήσουν ιδιαίτερο ζήτημα, δεδομένου ότι ο αριθμός αυτών που έφευγαν δεν εθεωρείτο σημαντικός.[60] Αποτελούσε περισσότερο ζήτημα αρχής. Εάν ο E. de Wagner δεν πήρε εξ αρχής την υπόθεση στα σοβαρά, εν συνεχεία, όταν ο αριθμός των εθελοντών ηυξάνετο έκρινε σκόπιμο να αναφερθή στο Βερολίνο. Εν τέλει, «υποχρεώθηκε, με εφεκτικότητα, να υποδείξει (στην ελληνική κυβέρνηση) την σοβαρή παράλειψή της ως ουδετέρας».[61] Σε πρώτη φάση, έλαβε χώρα μόνον προφορική παρέμβαση του πρέσβυ στον πρωθυπουργό και υπουργό των Εξωτερικών. Μετά μερικές ημέρες, την 1/13.12.1870., έκρινε σκόπιμο να προβή σε επίσημο γραπτό διάβημα, πιο αυστηρό. Η πτώση της κυβερνήσεως Δεληγιώργη (3/15.12.1870) δεν της έδωσε το χρονικό περιθώριο να χειρισθή το ζήτημα και να αποστείλει απάντηση. Ο νέος υπουργός Εξωτερικών, Χαράλαμπος Χριστόπουλος, ενήργησε αμέσως για να πληροφορηθή από τις αρμόδιες αρχές τις λεπτομέρειες της υποθέσεως.[62] Κατόπιν και των αποφάσεων των στρατιωτικών αρχών, ο Χριστόπουλος απέστειλε μια προκαταρκτική, λακωνική, απάντηση στον de Wagner, με την οποία υπεδείκνυε ότι είχε ληφθή κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε «να τύχη σεβασμού η απόλυτη ουδετερότης» και ότι ως εκ τούτου «κάθε αναχώρησις είχε από μακρού ανασταλή».[63] Ο de Wagner, ανυπόμονος, αποστέλλει, την 1/13.1.1871,  υπενθύμιση, η οποία διεσταυρώθη με την ως άνω απάντηση του υπουργού. Ο πρέσβυς της Πρωσσίας, πάντως, σε ήπιο τόνο, ανεγνώριζε ο ίδιος, ότι από την πρώτη του διακοίνωση, οι αναχωρήσεις των εθελοντών είχαν «σχεδόν πλήρως ανασταλή». Ο ίδιος δεν είχε την πρόθεση, σύμφωνα με μία μαρτυρία, να επιμείνη πολύ στο ζήτημα.[64]

Η ολοκληρωμένη απάντηση του Χριστόπουλου δεν καθυστέρησε. Απεστάλη την 4/16.1.1871. Γεγονός είναι ότι η κυβέρνηση, μη θέλοντας να θεωρηθή συνεργός, είχε λάβη πράγματι μέτρα: εν συνεχεία των διαταγών του Υπουργείου Στρατιωτικών, περί τους εκατό στρατιωτικοί υποψήφιοι εθελοντές είχαν συλληφθή και εκρατούντο στις φυλακές του Ναυπλίου. Υπό τις ως άνω συνθήκες, ο  de Wagner προέβη στα διαβήματά του μάλλον χωρίς μεγάλη προθυμία (reluctantly) και ιδιαίτερη επιμονή.[65] Εν τω μεταξύ, μετά την υπογραφή της ανακωχής, τέλη Ιανουαρίου, οι εθελοντές ακολούθησαν τον δρόμο της επιστροφής.  Η υπόθεση θεωρήθηκε λήξασα, χωρίς ιδιαίτερη φασαρία. Ο de Wagner έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές στα ανάκτορα μερικές ημέρες αργότερα για να αναγγείλη στον βασιλέα Γεώργιο την ανάρρηση του βασιλέως της Πρωσσίας σε αυτοκράτορα της Γερμανίας!

O πρέσβυς της Πρωσσίας δεν παρέλειψε να ισχυρισθή ότι μερικοί νέοι είχαν ζητήσει να πολεμήσουν στο πλευρό των Γερμανών. Αυτός όμως τους μετέπεισε. Παρά ταύτα, δεν υπάρχουν άλλες ενδείξεις οι οποίες να επιβεβαιώνουν τα στοιχεία αυτά. Είναι γεγονός ότι τότε, μερικοί Έλληνες στρατιωτικοί,  βρέθηκαν από την γερμανική πλευρά της γραμμής του πυρός. Είναι ασφαλώς γνωστά τα ονόματα του υπολοχαγού Μανουήλ Φ. Αλμέϊδα, ο οποίος τραυματίσθηκε σοβαρά στην περιοχή του Μοζέλα, του Αριστείδη Ρίζου Ραγκαβή, ο οποίος τραυματίσθηκε κατά την πολιορκία των Παρισίων, και του αδελφού του Ευγενίου,[66] ή του Γεωργίου Δράκου, σπουδαστού τότε σε  Βαυαρική στρατιωτική σχολή, ο οποίος είχε την ίδια τύχη στην μάχη του Σεντάν και απεβίωσε λίγες ημέρες αργότερα. Όμως, οι ανωτέρω δεν προκύπτει να μετέβησαν στην Γερμανία ως εθελοντές’ προφανώς βρέθηκαν εκεί σε αποστολή την στιγμή που ξέσπασε ο πόλεμος και ενετάχθησαν στις Γερμανικές δυνάμεις.

Πολιορκία και μάχη του Σεντάν.

Από την όλη προσπέλαση του θέματος εύλογα τίθεται το ερώτημα: ποια υπήρξε η συμβολή των ελλήνων μαχητών στην πολεμική προσπάθεια του Γαλλικού στρατού; Πριν απαντήσει κανείς στην ερώτηση αυτή, θα πρέπει να εξηγήση  τις συνθήκες υπό τις οποίες υπηρετούσε το ελληνικό εθελοντικό σώμα, αλλά και όλα τα σώματα των ξένων εθελοντών. Ιδιαιτέρως δε θα πρέπει να σημειώση το πνεύμα με το οποίο αντιμετώπιζαν τους εθελοντές οι γαλλικές αρχές στο κομφούζιο που επικρατούσε .

Εύκολα μπορεί να γίνη κατανοητό ότι οι διαφορετικής συνθέσεως μονάδες των ξένων εθελοντών, προερχόμενες από ποικίλο αριθμό κρατών – πολίται, με ή χωρίς στρατιωτική προπαίδεια, αξιωματικοί ή οπλίται διαφορετικών καταβολών, μιλώντας ή όχι την γλώσσα του τόπου – δεν ήταν δυνατόν να ενταχθούν στον τακτικό γαλλικό στρατό. Για τον λόγο αυτό το Γαλλικό Επιτελείο τους κατέταξε στις μονάδες των ελευθέρων σκοπευτών. Οι μονάδες αυτές σχηματίσθηκαν με την έναρξη του πολέμου, υπό το φως των αμέσων στρατιωτικών αναγκών. Η πρώτη τέτοια μονάδα δημιουργήθηκε στην Μασσαλία από έναν τέως Γάλλο αξιωματικό, τον αντι-συνταγματάρχη Chenet. Η μονάδα αυτή ονομάσθηκε Guerilla greco-française d’Orient ή Guerilla d’Orient. Ετέθη υπό τις διαταγές του Garibaldi και απεστάλη στην Dijon, στα όρη Vosges. Την ίδια τύχη είχε και η Légion Grecque, υπό την όποια μορφή  διαμορφώθηκε![67]

Οι εθελονταί της ομάδος του Αλεξάνδρου εξέφρασαν επισήμως την επιθυμία να υπηρετήσουν υπό τας διαταγάς Γάλλων αξιωματικών και όχι υπό τους αξιωματικούς του  Garibaldi, του οποίου ο ετερογενής σχηματισμός των μονάδων προοιώνιζε δυσχέρειες.[68] Όντως, απεσπάσθηκαν στο σύνταγμα των ελευθέρων σκοπευτών των Παρισίων (Francs tireurs de Paris), το οποίο έχαιρε ιδιαίτερης φήμης – 650 περίπου ανδρών – έχοντας στο ενεργητικό της μια περιφανή νίκη στο Chateaudun, υπό τας διαταγάς ενός εξαιρετικού αξιωματικού, ο οποίος διεκρίθη καθ΄όλη την διάρκεια του πολέμου, του, τότε, αντι-συνταγματάρχου κόμητος Ernest de Lipowski και ο οποίος ανέπτυξε πολύ θερμές σχέσεις με τους Έλληνες εθελοντές.[69]

Οι μονάδες των ελευθέρων σκοπευτών ήταν ειδικές μονάδες, μη εξαρτώμενες ούτε από τον τακτικό στρατό ούτε από την κινητή εθνοφυλακή, τα δύο οργανωμένα σώματα των Γαλλικών ενόπλων δυνάμεων. Τα χαρακτηριστικά τους ήταν τα εξής: κατ΄αρχήν δεν φορούσαν στολή ώστε να μη διακρίνονται από τον εχθρό, δεν διεπνέοντο ιδιαίτερα από πνεύμα πειθαρχίας, ήταν πολίτες ή στρατιωτικοί, γάλλοι ή ξένοι. Οι Γερμανοί τους θεωρούσαν ένοπλες παράνομες ομάδες πολιτών, εγκληματίες, και η τύχη τους, σε περίπτωση συλλήψεώς τους, η πλέον ακραία. Δεν επετίθεντο στον εχθρό κατά μέτωπο αλλά με αιφνιδιασμό, με στόχο να του επιφέρουν τις μεγαλύτερες δυνατές απώλειες. Συχνά, τα ονόματα των εθελοντών δεν ήταν καν κατεχωρημένα. Ουσιαστικά, έκαναν ένα πόλεμο παρενοχλήσεως, ένα πραγματικό αντάρτικο, υπό επικίνδυνες συνθήκες, δεδομένου ότι δεν εκαλύπτοντο από το Διεθνές Δίκαιο του Πολέμου. Οι Γερμανοί τους ηρνούντο το καθεστώς του εμπολέμου.

Υπό τις ανωτέρω συνθήκες είναι δύσκολο να προβή κανείς σε συνολική αποτίμηση της συμβολής των ελλήνων εθελοντών στον πόλεμο αυτόν. Οι λεπτομέρειες χάνονται στο σύνολο των δεδομένων, τόσο μάλλον που οι εθελοντές υπό τον Garibaldi ήταν διασκορπισμένοι σε πολλές μονάδες, κατά μικρό αριθμό.[70] Στην εξειδικευμένη γαλλική βιβλιογραφία λίγες αναφορές σημειώνονται για την δράση των ελλήνων μεταξύ των ξένων εθελοντών. Οι στρατηγοί που εξέδωσαν έργα για την δράση των μονάδων τους, όπως ο Chanzy, ο de Lipowski, ο Bordone, ενώ, βεβαίως, κάνουν μνεία, κατά γενικό τρόπο, του ηρωισμού των όσων υπηρέτησαν υπό τις διαταγές τους, δεν κάνουν αναφορά στην εθνικότητά τους.

Είναι η περίπτωση των συγκρούσεων στα Βόσγια όρη, μέτωπο υπό την ηγεσία του Garibaldi. Είναι βέβαιο ότι οι Έλληνες, στο πλαίσιο του σχηματισμού της Guerilla franco-grecque d’Orient  ή της Légion Grecque, συμμετέσχον σε συγκρούσεις. Μερικοί μάλιστα επροβιβάσθησαν σε αξιωματικούς. Ο αθηναϊκός Τύπος, με βάση τις αναφορές των γαλλικών εφημερίδων, κάνει συχνά μνεία της συμμετοχής ελλήνων σε μάχες, όπως στην Dijon, στο Autun, στο Talant… Ο Ηλίας Στεκούλης διέπρεψε στην μάχη της Dijon. Αλλά για τις γαλλικές αρχές, οι έλληνες ήσαν απλώς ελεύθεροι σκοπευτές, χωρίς ιδιαίτερη ταυτότητα.

Αντιθέτως, χάρη στον Αλ. Αλεξάνδρου, μπορεί κανείς να περιγράψει με  μεγαλύτερη ακρίβεια τα επιτεύγματα των ελευθέρων σκοπευτών των Παρισίων, από τις αρχές Νοεμβρίου, όταν οι Έλληνες ενετάχθησαν στην μονάδα αυτήν. Έτσι, συμμετέσχον με επιτυχία στην μάχη της Varize ((17)/29.11.1870)[71] –την πρώτη μάχη στην οποία ενεπλάκησαν–, στο Patay (20.11)/2.12.1870), στην δεύτερη πολιορκία της Orléans ((22.11)/4.12.1870),[72] στις Nuits ((6)/18.12.1870), στην Alençon (στην Νορμανδία) ((3)/15.1.1871). Στην τελευταία αυτή μάχη οι ελεύθεροι σκοπευταί των Παρισίων διεκρίθησαν ιδιαιτέρως.  Μεταξύ των πολλών θυμάτων που κατεγράφησαν στην μονάδα, υπήρξε και τουλάχιστον ένας έλληνας νεκρός, ο δεκανέας Νικ. Τσιμπιρόπουλος, ενώ ο φοιτητής Ηλίας Βαρβερόπουλος πληγώθηκε.[73] Ο ηρωισμός πολλών από τους έλληνες εθελοντές δεν μπορεί να αμφισβητηθή.

Το επιτελείο των Ελευθέρων Σκοπευτών των Παρισίων (Francs tireurs de Paris).

Σε μία εμπλοκή στο Vitry sur Seine, ενεπλάκησαν οι εύζωνοι του Neuilly με Πρώσους. Αλλά και οι Έλληνες ομογενείς των Παρισίων κατετάγησαν ως εθελονταί. Στην γαλλική πρωτεύουσα βρέθηκε να υπηρετεί και ο Δημ. Βούρβαχης,[74] υπολοχαγός του Ελληνικού στρατού, και ανιψιός του γνωστού γάλλου στρατηγού ελληνικής καταγωγής Καρόλου Διονυσίου Βούρβαχη (Charles Denis Bourbaki). Ο Δημ. Βούρβαχης, επί κεφαλής λόχου, φέρεται να κατέλαβε δύο πυροβόλα του πρωσικού στρατού. Όχι μόνον έκανε σχετική αναφορά ο Διοικητής των Παρισίων στρατηγός Trochu, αλλά, κατά  πληροφορίες του τοπικού τύπου, του απενεμήθη το παράσημο της Λεγεώνος της Τιμής στο πεδίο της μάχης.[75]  Αλλά αυτές οι αναφορές αποτελούν την εξαίρεση στο σύνολο, και δεν μπορούν να επιτρέψουν να σχηματίσει κανείς μια συνολική εικόνα της συμβολής στις μάχες και των ανδραγαθημάτων των ελλήνων εθελοντών.

Πάντως, σημαντικός αριθμός των εθελοντών, κυρίως αυτοί που είχαν υπαχθή στους ελεύθερους σκοπευτές των Παρισίων και είχαν καταπλεύσει στην Μασσαλία τον Οκτώβριο, διήλθε ολόκληρη την χώρα κατά την διάρκεια των τριών αυτών μηνών παραμονής τους στην Γαλλία. Μετά την μάχη στο Alençon, στην περιοχή της Νορμανδίας, κατευθύνθηκαν ακόμη βορειότερα, εν μέσω διαρκών συμπλοκών με Πρώσους, μέχρι το Honfleur. Aπό εκεί, με την υπογραφή της ανακωχής, στα τέλη Ιανουαρίου 1871, ξεκίνησαν τον δρόμο της επιστροφής προς Μασσαλία.

Για την Ελλάδα η χειρονομία των εθελοντών είχε ιδιαίτερη συμβολική αξία. Τι, όμως, αντεπροσώπευε για τις Γαλλικές αρχές, την γαλλική κοινωνία, η συμμετοχή των Ελλήνων στον αγώνα κατά των Γερμανών;

Η διάσταση αυτή μπορεί να συνοψισθή στα όσα παρετήρησε ο υπουργός Εξωτερικών της νέας Γαλλικής κυβερνήσεως από το Bordeaux στον Baude, στα τέλη Δεκεμβρίου: «Πληροφορήθηκα, άλλωστε, με ικανοποίηση από την έκθεσή σας  (υπογράμμιση του συγγραφέως) ότι η κίνηση των Ελλήνων εθελοντών ενδυναμώνεται όλο και περισσότερο. Μας ικανοποιεί το γεγονός ότι η Ελληνική νεολαία δεν λησμόνησε την προσφορά της Γαλλίας προς όφελός της κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως και επιθυμεί να μας δείξει την ευγνωμοσύνη της τις ημέρες της δοκιμασίας μας».[76] Ουσιαστικά, δηλαδή, ο υπουργός πληροφορήθηκε την παρουσία των Ελλήνων εθελοντών από την εν λόγω έκθεση του γάλλου πρέσβυ!  Εφημερίδα, πάλι, στην προσωρινή έδρα της κυβερνήσεως, στο Bordeaux, πολύ προσηνής προς τους Έλληνες μαχητές, σημείωνε με ειλικρίνεια ότι «ο Τύπος ετήρησε μία άδικη στάση έναντι των Ελλήνων» και κατηγορούσε με δυσμενή σχόλια «τους χαμηλόβαθμους υπαλλήλους οι οποίοι πάντοτε τους παραγνώριζαν με αναξιοπρέπεια».[77] Οι αναφορές αυτές προβάλλουν, μέσα από πολλή καλή διάθεση  μία άλλη, πιο ρεαλιστική πτυχή του πώς εξελήφθη η ελληνική παρουσία στην Γαλλία από γενικώτερης σκοπιάς, πέραν των «ανδραγαθημάτων» – που βεβαίως δεν αμφισβητούνται – τα οποία περιέγραφε μια μερίς των παρατηρητών. Δεν πρέπει, ως εκ τούτου, να εκπλήσση ότι μερικοί εθελοντές επέστρεψαν στην Ελλάδα απογοητευμένοι, όπως παρατηρούσε ο Πρώσσος πρέσβυς στην Αθήνα, ήδη από τον Ιανουάριο.[78]

Αντίστοιχα, όμως, μπορεί κανείς να επισημάνη πολλές εγκωμιαστικές αναφορές του Τύπου, ιδίως στα μέρη όπου επολέμησαν, για την δράση των Ελλήνων εθελοντών.[79]  Τόσο ώστε ο Ρωκ σημείωνε την μεταστροφή της γαλλικής κοινής γνώμης υπέρ της Ελλάδος. Η προβολή που έλαβε η ελληνική παρουσία στον πόλεμο πρέπει να θεωρηθή ικανοποιητική, μέσα στην καταστροφική λαίλαπα που  εσάρωνε στην χώρα. Ο τοπικός τύπος ανέγραφε πληροφορίες για τους Έλληνες εθελοντές, όπως και μερικές γνωστές εφημερίδες μεγάλων πόλεων. Η αήθεια είναι ότι η Γαλλική κυβέρνηση, εν μέσω της όλης καταστροφής, δεν τους αντέμειψε με καμμία τιμητική διάκριση, παρά τις προτάσεις ωρισμένων στρατηγών, όπως του διοικητού τους, του στρατηγού de Lipowski.[80] Όμως, θα πρέπει να ληφθή υπ’ όψιν η όλη κατάσταση, όπως περιγράφεται από συγγραφείς της περιόδου εκείνης, η οποία υπήρξε όχι μόνον στρατιωτικά αλλά και πολιτικά ιδιαιτέρως ανώμαλη.[81]

Μεταξύ των Ελλήνων υπήρξαν νεκροί,[82] σημειώθηκαν τραυματίες, παντού όπου επολέμησαν. Ο ακριβής αριθμός τους δεν μπορεί να πιστοποιηθή.[83] Μερικοί, όπως ο λοχαγός Λεονταρίτης, στον στρατό του Garibaldi, που πληγώθηκε στην Dijon και απεβίωσε λίγο αργότερα, τιμήθηκαν με επίσημες κηδείες.[84] Για άλλους υπήρξε απλή αναφορά. Όταν, πάντως, περί τα τέλη Νοεμβρίου, κυκλοφόρησε στην Αθήνα η φήμη –η οποία εν συνεχεία διεψεύσθη– ότι είχαν φονευθή 30 εθελοντές κατά την διάρκεια μιας μάχης (στην Varize),[85] οι φίλοι και συμφοιτηταί τους στο Πανεπιστήμιο οργάνωσαν αμέσως και με  ιδιαίτερο ζήλο μνημόσυνο στην Μητρόπολη των Αθηνών. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου και καθηγητής στην Σχολή Ευελπίδων Δημήτριος Στρούμπος εξεφώνησε την νεκρολογία, παρουσία του γάλλου πρέσβυ, των μελών της πρεσβείας, αξιωματικών και του πληρώματος ενός γαλλικού πολεμικού πλοίου που ναυλοχούσε στον Πειραιά. Η επιμνημόσυνος δέηση απετέλεσε, ήταν φυσικό, ακόμη μία ευκαιρία εκφράσεως των έντονων φιλο-γαλλικών αισθημάτων του αθηναϊκού λαού. Εν πάση περιπτώσει, η θυσία των όσων ελλήνων εθελοντών εφονεύθησαν στην Γαλλία, τιμάται κατά τον καλύτερο τρόπο με μία εντυπωσιακή στήλη στο περίφημο νεκροταφείο της γαλλικής πρωτεύουσας Père Lachaise, εις μνήμη όσων εθελοντών έπεσαν κατά την διάρκεια των πολέμων του 1870, του 1914-1918 και του 1939-1945. Εξ άλλου, μία επιγραφή στο Château de Chambord, στον Λίγηρα, μνημόνευε την διαμονή εκεί των ελλήνων εθελοντών.[86]

Η στήλη στο Κοιμητήριο του Père Lachaise εις μνήμη των Ελλήνων εθελοντών.

Ο πόλεμος δεν κράτησε πολύ. Από τις 7/19.7.1870 μέχρι τις 16/28 Ιανουαρίου 1871, όταν υπεγράφη η ανακωχή.

Οι Έλληνες εθελονταί άρχισαν να καταπλέουν στην Μασσαλία κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου, μετεφέρθησαν δε στο μέτωπο περί τα τέλη Οκτωβρίου, αρχές Νοεμβρίου. Με την υπογραφή της ανακωχής άρχισε η διαδικασία επιστροφής τους στην Ελλάδα, περί τα μέσα Φεβρουαρίου. Ως εκ τούτου παρέμειναν στο μέτωπο, λίγο-πολύ, 3 ½ μήνες.

Οι έλληνες εθελοντές –ανεξαρτήτως του αριθμού τους– κατετάγησαν κυρίως σε τρεις μονάδες: στους ελεύθερους σκοπευτές των Παρισίων, στο 2ο Σώμα στρατού του Λίγηρος, υπό την διοίκηση του αντι-συνταγματάρχη (τότε) κόμη de Lipowski, στον στρατό του Garibaldi, στην περιοχή των Βοσγίων Όρεων, και μερικοί στο Σώμα Στρατού των Παρισίων. Ορισμένοι εστάλησαν σε μονάδες υπό την διοίκηση του ελληνικής καταγωγής στρατηγού Διονυσίου Bourbaki. Όσοι υπήχθησαν στον Garibaldi, κατενεμήθησαν, εν συνεχεία, κατά «μικρό αριθμό και σε διασκορπισμένες μονάδες». Έτσι, κατά τον Αλεξάνδρου, δεν κατώρθωσαν να σχηματίσουν μία ενιαία, μεγάλη μονάδα, η οποία θα μπορούσε να έχη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Πέραν τούτου, δεν καθίσταται σαφές ακόμη και για πόσο διάστημα παρέμειναν εν ενεργεία οι μονάδες Guerilla gréco-française d’Orient και η Légion Grecque.

Ο ελληνικής καταγωγής στρατηγός Charles Denis Bourbaki  (1816 – 1897).

Τον Φεβρουάριο οι εθελονταί των ελευθέρων σκοπευτών των Παρισίων ξεκίνησαν το ταξείδι της επιστροφής από την Μάγχη, όπου είχαν φθάσει, προς την Μασσαλία, σημείο συγκεντρώσεως για την επιβίβαση στα πλοία. Σὐμφωνα με τις μαρτυρίες του Αλεξάνδρου, το αντίτιμο των εισιτηρίων στις Γαλλικές εταιρείες, εξασφαλίστηκε από το Γαλλικό κράτος. Όπως, επίσης, και η αντιμισθία δύο μηνών. Η ελληνική παροικία της Μασσαλίας ήλθε και πάλι  αρωγός στους πολεμιστές, παρά τις αντιξοότητες του πολέμου, τόσο ηθικά όσο και πρακτικά.[87]

Τι απέγιναν όσοι επέστρεψαν; Η επιστροφή των μη στρατιωτικών πέρασε χωρίς ιδιαίτερη επισήμανση από τις αρχές, είτε τις γαλλικές είτε τις ελληνικές, ή, ακόμη, και από την ελληνική κοινωνία.   Οι μέχρι τότε ήρωες ξεχάστηκαν! Ακόμη και ο αθηναϊκός Τύπος, ακροθιγώς ανέφερετο στην επιστροφή τους, χωρίς να προβάλλει το γεγονός. Ούτε η Γαλλική πρεσβεία, ούτε  φίλοι της Γαλλίας  φαίνεται να οργάνωσαν κάποια εκδήλωση προς τιμήν τους. Προφανώς, λόγω της ανώμαλης καταστάσεως που πρυτάνευε στο Παρίσι, με την επανάσταση της Κομμούνας.

Τουναντίον, τους στρατιωτικούς, τους υπαξιωματικούς και τους οπλίτες – όπως είχε προαναγγελθή – τους ανέμενε το στρατοδικείο. Δεν προκύπτει να διώχθηκαν οι αξιωματικοί.[88] Μία πρώτη ομάδα από  5 στρατιωτικούς, η οποία δικάσθηκε τον Μάϊο 1871, από το 1ο Διαρκές Στρατοδικείο, κατεδικάσθη σε δύο έτη δημόσια έργα. Η ποινή προκάλεσε έντονη αντίδραση στην κοινή γνώμη. Έτσι, μετά κατάλληλες παρεμβάσεις, το 2ο Διαρκές Στρατοδικείο, λίγες ημέρες αργότερα, αλλά και το 1ο, σε μία νέα σειρά δικών, τον Ιούλιο, με νέα σύνθεση του δικαστηρίου, αθώωσε, κατά πλειοψηφίαν, τους κατηγορούμενους. Ο δε βασιλεύς Γεώργιος  αμνήστευσε όσους είχαν καταδικασθή.[89] Η τελευταία σύνοδος του Στρατοδικείου πραγματοποιήθηκε την 11/(23) Αυγούστου, με την αθώωση του κατηγορουμένου υπαξιωματικού.[90]

Από τα στρατοδικεία δικάσθηκαν 31 στρατιωτικοί, ενώ στους υπάρχοντας πίνακες εθελοντών, από τους συνολικά 132 που έχουν καταγραφή ονομαστικά, 68 φέρονται να ήσαν στρατιωτικοί. Προφανώς οι υπόλοιποι  εθελοντές λιποτάκτες, δεν παραπέμφθησαν καν, μετά τον δημόσιο θόρυβο που προκλήθηκε από τις πρώτες καταδίκες. Σημαντική λεπτομέρεια: την υπεράσπιση της πρώτης ομάδος ανέλαβε, μεταξύ άλλων, και ο υπολοχαγός Δημήτριος Βούρβαχης, ο εθελοντής στην Γαλλία.[91] Είναι ενδιαφέρον να σημειωθή ότι το κατηγορητήριο ανέφερε ότι οι λιποτάκτες επολέμησαν κατά της Πρωσίας «ήτοι κατά κράτους φιλικώς προς την Ελλάδα διακειμένου». Η δε υπεράσπισις αντέτεινε ότι δεν λιποτάκτησαν «όπως αποφύγουν τα στρατιωτικά βάρη, αλλά από συναίσθημα ευγνωμοσύνης προς το Γαλλικόν έθνος….».

Ο Αλεξ. Αλεξάνδρου, επιλοχίας πεζικού ο ίδιος, αλλά ιδιαίτερης παιδείας, κρίνοντας από το κείμενό του, δεν περιορίσθηκε στην εξιστόρηση των γεγονότων στην Γαλλία στο ελληνικό κοινό και τις πράξεις ενός, τουλάχιστον, τμήματος, των εθελοντών. Στο τελευταίο του κεφάλαιο προέβη  σε μία ανάλυση της τακτικής του πολέμου. Υπό το φως της σαρωτικής στρατιωτικής ήττας του γαλλικού στρατού, επέμενε ότι η νίκη των γερμανικών όπλων δεν ωφείλετο στην καλύτερη τακτική του Γερμανικού επιτελείου, έναντι της, δήθεν, δειλίας των Γάλλων, οι οποίοι, αναγνωρίζει, πολέμησαν με σθένος και πείσμα, αλλά στην αναμφισβήτητη αριθμητική υπεροχή των Γερμανών. Επαινεί με έμφαση την στρατιωτική αξία των αξιωματικών και οπλιτών της Γαλλίας, τους οποίους και θεωρούσε ανώτερους των Γερμανών, τονίζοντας την ανδρεία και την αξία τους! Αλλά σε μία διάθεση ειλικρινείας, αναγνωρίζει ότι η νίκη της Γερμανίας κατέστη δυνατή λόγω των λαθών  τακτικής του Γαλλικού Γενικού Επιτελείου.[92]

Αντί επιλὀγου θα μπορούσε να επισημανθή και πάλι  ότι, εάν στην αρχή του πολέμου – τον οποίο, ανεξαρτήτως λόγων, εκήρυξε η Γαλλία, – τα αισθήματα του λαού και της ελληνικής κυβερνήσεως υπήρξαν κάπως διστακτικά, αμήχανα, εν συνεχεία, η πτώση του καθεστώτος συνέβαλε στην ριζική μετάλλαξη των αισθημάτων του κόσμου απέναντι στην δημοκρατική, πλέον Γαλλία. Και, όπως το επεσήμανε και ο Γάλλος πρέσβυς, πέραν της φραστικής στηρίξεως της Γαλλίας εκ μέρους της κυβερνήσεως, το πλέον πειστικό επιχείρημα των φιλο-γαλλικών αισθημάτων του λαού ήρθε με την έμπρακτη στάση της ελληνικής κοινωνίας, της νεολαίας.

Η ελληνική σύγχρονη ιστορία προσφέρει πληθώρα περιπτώσεων κατά τις οποίες εθελοντές προσέτρεξαν στην χώρα μας, ευαισθητοποιημένοι για την τύχη του ηρωικού ελληνικού λαού ο οποίος εμάχετο για την ανεξαρτησία του. Ελάχιστα περιστατικά επισημαίνονται όπου Έλληνες προσέτρεξαν αυτοί σε βοήθεια μίας άλλης χώρας. Πιθανόν, το μόνο παράδειγμα μέχρι τότε αποτελούσε ο πόλεμος της Κριμαίας, κατά τον οποίο Έλληνες εθελονταί ετάχθησαν με το μέρος των Ρώσσων. Το γεγονός, ως εκ τούτου, ότι η τύχη της Γαλλίας  κινητοποίησε Έλληνες, και προκάλεσε κύμα συμπαθείας, ακόμη και ενθουσιασμού, από ένα σημείο και πέρα, αποτελεί ένα ξεχωριστό γεγονός στην ιστορία μεταξύ των δύο λαών, το οποίο πρέπει να τύχη της αναγκαίας προβολής. Η κινητοποίηση είχε ένα χαρακτήρα αυθόρμητο. Ξεπήδησε από ένα αίσθημα καθήκοντος, ένα αίσθημα ανταποδόσεως των όσων ώφειλαν οι Έλληνες  στους Γάλλους, όταν η χώρα μας αναγεννάτο από τις στάχτες της. Οι νέοι ήθελαν απλώς, να μεταβούν στην Γαλλία, να πολεμήσουν. Για να πολεμήσουν στο πλευρό των Γάλλων κατά των Γερμανών. Για να εκφράσουν την αποδοκιμασία τους στην αδικία των Πρώσσων και των συμμάχων τους κατά της Γαλλίας.

Αλλά, αν πρέπει να είμαστε ειλικρινείς, η εντύπωση είναι ότι στην Γαλλία η χειρονομία αυτή είχε περιορισμένο αντίκτυπο. Κυρίως ορισμένοι άνθρωποι των γραμμάτων –  ποιηταί, φιλόσοφοι, ιστορικοί – εξετίμησαν στην δίκαιη διάστασή της την ηθική αυτή χειρονομία των Ελλήνων. Ιδίως εάν ληφθή υπ΄όψιν ότι έσπευσαν στην Γαλλία αμέσως μετά την δυσμενή τροπή της Κρητικής Επαναστάσεως (1866-1869). Και ασφαλώς πρέπει να προβληθή η ωδή του Ακαδημαϊκού Victor de Laprade, Les Volontaires  Grecs et la France, η οποία μετεφράσθη από αριθμό Ελλήνων λογοτεχνών και δημοσιεύθηκε σε εφημερίδες και περιοδικά. Είναι πιθανόν, η στρατιωτική συμβολή της ελληνικής παρουσίας να μην ήταν σημαντική. Η χειρονομία, εν τούτοις, ήταν. Η στρατιωτική καταστροφή, η αλλαγή του καθεστώτος, η επανάσταση της Κομμούνας, όλες αυτές οι κρίσιμες εξελίξεις, αποτελούν τις  πραγματικές αιτίες αυτής της λήθης.

Πάντως, προς απόδοση δικαιοσύνης, είναι αναγκαίο να προστεθή ότι περίπου 187 γάλλοι, διαπνεόμενοι από τα γνωστά φιλελληνικά αισθήματα του γαλλικού λαού, ήρθαν στην Ελλάδα ως εθελονταί κατά τον ατυχή Ελληνο-Τουρκικό πόλεμο του 1897. [93]

 

Ο Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός είναι Πρέσβυς ε.τ. Διετέλεσε, μεταξύ άλλων, επικεφαλής των πρεσβειών της Βαρσοβίας, του Νέου Δελχί και της Βόννης, Υπηρεσιακός Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Εξωτερικών (1999-2000), Γενικός Γραμματεύς της Προεδρίας της Δημοκρατίας (2000-2005), Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως (2006-2007). Διετέλεσε πρόεδρος της “Εταιρείας Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας” και είναι μέλος του ΔΣ του Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

[1] Εφημ. Αστήρ 29.7/(10.8).1870.

[2] Οι εντός παρενθέσεως ημερομηνίες είναι αυτές του ημερολογίου (Ιουλιανού ή Γρηγοριανού) που δεν χρησιμοποίησε ο συγγραφεύς του εγγράφου ή του άρθρου, δηλ. με 12 ημέρες διαφορά.

[3] ΜΑΕ, CP, Grèce, 98, Αθήνα, Τηλ. Baude προς τον Duc de Gramont, υπουργό των Εξωτερικών, (11)/23.7.1870. Η πρεσβεία ερωτούσε την κυβέρνηση του Αυτοκράτορος αν θα επέτρεπε σε όσους ζητούσαν ή σε μερικούς να παρακολουθήσουν τις επιχειρήσεις. Δεν αναφέρονται ονόματα.

[4] MAE, CP. Grèce, 98,  Τηλ. προς Baude, (12)/24.7.1870. SHD, Guerre de 1870, ZQO, 68, Circulaire aux ambassades et légations de France,  (21.7)/2.8.1870,  « …il est très important que vous vous absteniez de prêter …[ assistance…] à toute tentative de recrutement en pays neutre… »……Η απόφασις αυτή αμβλύνθηκε λίγες ημέρες αργότερα.   Παράλληλα στην Αθήνα, κατά διαταγή του υπουργού Στρατιωτικών, απηγορεύθη η υποβολή αιτήσεων για την παροχή αδείας αναχωρήσεως στο εξωτερικό σε κάθε αξιωματικό, υπαξιωματικό, μουσικό ή οπλίτη.  Ἐπίσημος Στρατιωτική Έφημερίς,  αρ. διαταγής 13891, 25.7/(6.8).1870.

[5]  MAE, CP Grèce, 98,  Αθήνα, Baude στον duc de Gramont, Έκθ. 51, (30.7)/11.8.1870.

[6] Ο βασιλεύς Γεώργιος ήταν σε αρκετά στενή προσωπική επαφή με τον αυτοκράτορα κατά την διάρκεια της Κρητικής Επαναστάσεως, το 1867.

[7] Driault E. et Lhéritier M., Histoire diplomatique de la Grèce depuis 1821 à nos jours, T. 3, Paris, 1926, p.334. Τουναντίον, λίγο αργότερα, οι οδηγίες του Χαρ. Χριστόπουλου στον Ρωκ υπεδείκνυαν χωρίς περιστροφές ότι «η Ελλάς ουδέν έχει να ελπίση από την αποκατάσταση του Βοναπαρτισμού» ( La Grèce n’a rien à espérer d’une restauration Bonapartiste <οι οδηγίες στην γαλλική> ). AYE, 1871,  αακ. B3, Επιστολή του Χαρ. Χριστοπούλου στον Φ. Ρωκ. 20.2/4.3.1871.

[8] AYE, 1870, αακ Α2, Έκθ. 139, 5/(17).10.1870. Ο Ρωκ είχε ήδη λάβη τις σχετικές οδηγίες από τις  10/(22).9.1870. Παρά ταύτα η κυβέρνηση ανέμενε την οριστική έγκριση του βασιλέως.

[9] AYE, 1870, αακ Α2, Έκθ. 139,  5/(17).10.1870.  MAE, CP Grèce, 98, Αθήνα, Baude, Έκθ. 64, (10)/22.9.1870. AYE, 1870, αακ Α2, Ρωκ, Έκθ. 139, 5/(17).10.1870.

[10] MAE, CP Grèce, 98,  Αθήνα, Baude, Έκθ. 70, (8)/20.10.1870.

[11] ΑΥΕ, 1871, αακ Β3, Επιστολή Χριστόπουλου προς Ρωκ, 20.2/4.3.1871.

[12] MAE, CP Grèce,  98,  Αθήνα, Baude, Έκθ. 51, (30.7)/11.8.1870.

[13] Ο  Αλεξάνδρου Ἀλέξανδρος, στο έργο του Ἀπομνημονεύματα τῶν ἐν Γαλλίᾳ μεταβάντων Ἑλλήνων ἐθελοντῶν κατά τόν Γαλλο-Πρωσσικόν πόλεμον τοῦ 1870 καί εἰς τό σύνταγμα τῶν ἐλευθέρων σκοπευτῶν τῶν Παρισίων ὑπηρετησάντων, Ἀθῆναι, 1871. αφηγείται ότι η ομάδα του ανεχώρησε για την Γαλλία από τον Πειραιά με το πλοίο  DANAIS,  την 5/17.10. Έφθασαν στην Μασσαλία την 13/25.10. Σύμφωνα με τα αρχεία του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών, άλλοι στρατιωτικοί είχαν αναχωρήσει στα τέλη Σεπτεμβρίου.

[14] Βλ. βιβλιογραφία. Constantin Alevras, Erica-Ioanna Mitsidis, Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, Niki Tsiolakis, Ξένια Μαρίνου, Κωστής Αιλιανός.

Αλλά και από γαλλικής πλευράς, η βιβλιογραφία είναι πενιχρή, κινούμενη ιδίως από τον φιλελληνισμό που προκάλεσε η κίνηση του εθελοντισμού. Ακόμη και εξειδικευμένα έργα δεν αναφέρονται παρά πολύ σχηματικά στην παρουσία των ελλήνων εθελοντών, όπως άλλωστε και από πλευράς γαριβαλδινών συγγραφέων, στον στρατό του οποίου υπηρετούσε η πλειονότης των ξένων εθελοντών.

[15] Ἀλεξάνδρου Ἀλέξανδρος, Ἀπομνημονεύματα τῶν ἐν Γαλλίᾳ μεταβάντων Ἑλλήνων ἐθελοντῶν κατά τόν Γαλλο-Πρωσσικόν πόλεμον τοῦ 1870 καί εἰς τό σύνταγμα τῶν ἐλευθέρων σκοπευτῶν τῶν Παρισίων ὑπηρετησάντων, Ἀθῆναι, 1871.

[16] Κατά τις πληροφορίες της Αυστριακής Πρεσβείας –  προφανώς γερμανικής προελεύσεως – κάθε εθελοντής, πέραν του δωρεάν εισητηρίου του, ελάμβανε το ποσό των 100 φράγκων για τα έξοδα του ταξειδίου του. HHStA, PC. Griechenland, C. 176b, Αθήνα, Haymerle, Έκθ. 50B, 17.12.1870.

[17] Ο Αλεξάνδρου, op. cit., σ. 41,  αναφέρει ότι οι στρατιωτικοί, κατά την συνάντησή τους με τον Έλληνα επιτετραμμένο Φωκ. Ρωκ, του κατέθεσαν τον οπλισμό τους.

[18] MAE, Grèce, CP 98, Πειραιεύς, Meyssonier, Έκθ. 20.10.1870, Αθήνα, Baude, Τηλ. (2)/14.10, Οδηγ. από το Παρίσι,(4)/ 16.10, 1870,Τηλ. (8)/20.10.1870.   MAE, CCC, P/10822, 164, Vice-Consulat au Pirée. Έκθ. 3, 20.10.1870, Meyssonier στον Comte de Chaudordy, εκπρόσωπο του Υπ. Εξωτερικών στο Bordeaux, Αθήνα, Baude, Tél. (8)/20.10.1870. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο γαλλικός στρατός είχε ανάγκη από οπλισμό.

[19] MAE, Grèce, CP 98, «Des volontaires se présentent en assez grand nombre… » Tél. (2)/14.10.1870, « Il est parti plusieurs volontaires…Il en partira quelques autres ce soir.»Tél. 20.10.1870, « Par le dernier paquebot une trentaine de volontaires… », Tél. 77, 7.12.1870,  « Une centaine est parti par le dernier paquebot… » Tél. 78, 13.12.1870.

[20] MAE, Grèce, CP 98, Αθήνα, Baude, Τηλ. 76, 20.11.1870.

[21] MAE, Grèce, CP 98, Αθήνα, Baude, Τηλ. 76, 20.11.1870, Τηλ. 78, 13.12.1870.

[22] Αναστάσιος Γεννάδιος, (1840-1911), ο μεγαλύτερος υιός του γνωστού ελληνιστή Γεωργίου Γενναδίου και αδελφός του Ιωάννη Γενναδίου, διπλωμάτου και πρέσβεως, εν συνεχεία, επί μακρόν, στο Λονδίνο, ιδρυτού της Γενναδείου Βιβλιοθήκης. Χρημάτισε καθηγητής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1862-1864 et 1868-1871), μέχρι τον Ιανουάριο 1871, όταν παρητήθη (υπεχρεώθη;), μετά την μετάβασή του στην Γαλλία, κατά τον Γαλλο-Πρωσσικό πόλεμο. Εν συνεχεία, μετέβη στο Λονδίνο. Έντονα αντι-μοναρχικός (τόσο εναντίον του Όθωνος όσο και του Γεωργίου Α΄) αρθρογραφούσε κατά του  καθεστώτος του Ναπολέοντος ΙΙΙ μετά την έκρηξη του πολέμου. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα ασχολήθηκε με την πολιτική, αφήνοντας ανάμικτα αισθήματα.

[23] Ο Αλεξάνδρου, op. cit. σ.16, αναφέρει και κάποιον κ. Μ…. ,τον οποίο δεν επονομάζει, ο οποίος συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην προσέλκυση εθελοντών.

[24] Παρά την έρευνά μου δεν κατώρθωσα να ανεύρω επίσημα στοιχεία για την τεκτονική ιδιότητα του Αν. Γενναδίου. Η πιστοποίηση έρχεται από γαλλικής πλευράς. Εφ. Πολίτης, Σειρά άρθρων υπό τίτλο: Ἀπάντησις ἑνός Ἑλληνος  Μασόνου, με υπογραφή Ξ.. Ἀρθρο της 10/(22).7.1871.

[25] Ο ίδιος ήταν επίσης  τέκτων. Ως εκ τούτου, πίσω από τις ενέργειες του Γενναδίου δεν προκύπτει να υπήρχε κοινή στάση του ελληνικού τεκτονισμού έναντι του κινήματος του εθελοντισμού.

[26] Αιών, 5/(17).11.1870.

[27] Αιών, 26.11/(8.12).1870.

[28] Αλεξάνδρου, op.cit., σ. 15.

[29] Αλεξάνδρου,  op.cit., σ.39. Η ομάδα του Αλεξάνδρου εδήλωσε ότι δεν ήθελε να υπηρετήσει υπό τις διαταγές των Ιταλών αξιωματικών του Γαριβάλδη.

[30] Mitsidis, Erica-Ioanna, Greece, Greeks and the Franco-Prussian war, Bulletin de la Société Historique et Ethnologique de la Grèce, v. XXVIII, 1985, ps 184-203.  σ. 184.

[31] Mézières, Alfred, “La Grèce et ses volontaires dans la Guerre de 1870”, Revue des deux Mondes, v. XCIV, (juil. 1871), p.36. Η Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου, (1809-1898) , με πλούσια πολιτική και αντι-Οθωνική δράση, σε επαφή με τον Αναστ. Γεννάδιο, γνώστης της γαλλικής, είχε ανατραφή με τα δημοκρατικά ιδεώδη της Γαλλικής επαναστάσεως.

[32] PRO, FO 32, 417, Αθήνα, Erskine, Τηλ..7, (2)/14.1.1871.

[33] MAE, Grèce, CP. 98, Αθήνα, Baude, Έκθ. 78, (1)/13.12.1870.

[34] ΜΑΕ, Grèce, CP. 99, Αθήνα, de Tascher, chargé d’Affaires, Τηλ.  4/16.3.1871.

[35] Αιλιανός Κωστής, “Χαρ. Χρ. Χριστόπουλος, υπουργός Εξωτερικών, τρεις ημέρες, τέσσερεις μήνες, 1865, 1870-1871”, Νέα Εστία, τεύχος 1863, Σεπτέμβριος 2014.

[36] PRO,  FO 32, 417, Αθήνα, Erskine, Τηλ. 7, (2)/14.1.1871. «The Hellenic government have been conniving…».

[37] AYE, 1871, 99.2, Απαντητική επιστολή του Χριστόπουλου στον de Wagner, 27, 4/16.1.1871.

[38] HHStA, PA Griechenland, K. 176,  Αθήνα,  Haymerle, Έκθ. 50B, (5)/17.12.70.

[39] PRO, FO 32, 417,  Αθήνα, Erskine, Τηλ. 7, (2)/14.1.1871 et 12,(11)/ 23.1.1871.

[40] Όμως οι αναφορές αυτές ασφαλώς δεν εξαντλούν το σύνολο των εθελοντών.

[41] Driault E. et Lhéritier M., Histoire diplomatique de la Grèce depuis 1821 à nos jours, Paris, 1926. T. 3, p. 378.

[42] Mézières, Alfred, Hors de France, Italie, Espagne, Angleterre, Grèce moderne, Paris, 1907, ps. 288, 302, et La Grèce et ses volontaires dans la Guerre de 1870, Revue des deux Mondes, v. XCIV, (juil. 1871). Ο Alevras, Constantin, στο άρθρο του επαναλαμβάνει τον αριθμό του Mézières. Desmaze E., Souvenirs d’un Philhellène, Gustave Flourens et l’insurrection Crétoise, Lyon, 1893, p. 378.

[43] Le Salut Public, σε μετάφραση της εφημ. Κλειώ της Τεργέστης. 22.1/3.2.1871.

[44] Τα ονόματα που αναφέρονται στους διάφορους πίνακες (Αλεξάνδρου, στρατοδικεία, στις επιστολές που εστάλησαν και σε άλλες αναφορές των εφημερίδων) και δεν περιλαμβάνουν, είναι φυσικό, όλους τους εθελοντές, ανέρχονται σε 130, εκ των οποίων οι μισοί περίπου είναι στρατιωτικοί, όλων των κατηγοριών.

[45] Μερικοί χρησιμοποιούσαν και ελληνικά πλοία.

[46] Αλεξάνδρου, op. cit., σ. 29. Τότε πρόξενος ήταν ο Μαρίνος Βρεττός.

[47] Αλεξάνδρου, op. cit., σ. 41.

[48] Ο Ρωκ την περίοδο αυτή ήταν ήδη ασθενής. Απεβίωσε τον Απρίλιο 1871.  Πιθανόν να έκανε μνεία στην προσωπική του αλληλογραφία με τον υπουργό των Εξωτερικών.

[49] Ευρέθησαν δύο μόνον εγγραφαί ονομάτων προερχομένων από την Αίγυπτο, τα οποία θα μπορούσαν να αφορούν σε Έλληνες ομογενείς. Εκτός και εάν διέφυγαν της προσοχής του συγγραφέως πιο εξειδικευμένοι φάκελοι.

[50] Google.fr. La guerre franco-prussienne de 1870. (13 Septembre 2009). Les noms des différentes formations des francs-tireurs. Selon le commissaire général STIOT.

[51] Σε άλλους πίνακες, εν τούτοις, η Légion Grecque δεν συμπεριλαμβάνεται. Général Bordone, Garibaldi et l’Armée des Vosges, Paris, 1871, σ. 181. Στην Guerilla d’Orient, χωρίς να δίδει αριθμούς, ούτε την προέλευση των ανδρών, αναφέρεται στον γενικό όρο «νὀτιοι».

Πρέπει επίσης να λεχθή ότι ούτε ο στρατηγός Chanzy, επί κεφαλής του 2ου Σώματος Στρατού του Λίγηρος, ούτε ο στρατηγός comte de Lipowski, επί κεφαλής των francs tireurs de Paris, (ελευθέρων σκοπευτών  των Παρισίων) στα έργα τους για τον πόλεμο, παρ΄όλο που είχαν υπό τις διαταγές τους Έλληνες εθελοντές, δεν κάνουν καμμία ειδική αναφορά στην παρουσία τους.

[52] Βλ. μεταξύ άλλων, Charles de Mazade, La guerre de France, en 1870-1871, Revue des Deux Mondes, T. 102 ; 1872, ps. 753-796., p. 765. Milza, Pierre, L’année terrible. la guerre franco-prussienne, septe,bre 1870 – mars 1871, Périn, 2009, σς 235, 240-41.

[53]  Maquest, Pierre, La France et l’Europe pendant le siège de Paris, 18.9.1870-28.1.1871. 1874. σ.285, σ. 285. Αναφέρει επίσης ότι στα τέλη Νοεμβρίου αφίχθη στο Παρίσι μονάς 60-80 Ελλήνων εθελοντών. σ. 349.

[54] Βλ. και Mitsidou, op. cit. σ. 201.

[55] Général Bordone, Garibaldi et l’armée des Vosges, Paris, 1871, σ. 419.

[56] Αστήρ, 14/(26).11.1870.

[57] Παλιγγενεσία, 28.9/(10.10).1870.

[58] Αστήρ, 14/(26).11.1870

[59] Διαταγή του υπουργού Στρατιωτικών, στρατηγού Ζυμβρακάκη, , αρ. 20251, 10/(22).10.1870, Επίσημος Στρατιωτική Εφημερίς, (1870).

[60] Λίγες ημέρες νωρίτερα ο πρέσβυς της Πρωσσίας είχε προβή σε διάβημα συναφώς με την ουδετερότητα των θαλασσών, κατόπιν ενός επεισοδίου πλησίον της Σύρου, μεταξύ ενός γαλλικού πολεμικού και ενός γερμανικού εμπορικού πλοίου.

[61] PRO, FO 32, 417, Αθήνα, Erskine, αρ. 7. (2)/14.1.1871.

[62] Οδηγίες στα Υπουργεία Εσωτερικών, Δικαιοσύνης, και Στρατιωτικών. AYE, 1871, 99.2, 19/(31).12.1870. Απάντηση της Αστυνομίας Αθηνών-Πειραιώς, 30.12.1870/(11.1.1871),  του υπουργείου Δικαιοσύνης, 21.12/(2.1.)1871, του υπουργείου Εσωτερικών, 4/(16).1.1871. Η απάντηση του υπουργείου Στρατιωτικών δεν ανευρέθη στα αρχεία.

[63] AYE, 1871, 99.2, Επιστολή Χριστόπουλλου στον de Wagner, 10139/9436, 31.12.1870 /(12.1.1871).

[64] AYE, 1871, 99.2,  Επιστολή de Wagner στον Χριστόπουλο, 1/13.1.1871. HHStA, PA, Griechenland, K.176,  Αθήνα,  Haymerle, 1B, (26.12)/7.1.1871.

[65] PRO, FO 32, 417, Αθήνα,, Erskine, No 7, 14.1.1871. HHStA, PA, Griechenland, K.176, Αθήνα, Haymerle, 50B, 17.12.1870.

[66] Τέκνα του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή, τότε, πρέσβεως της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη, λίγο πριν στο Παρίσι και αργότερα στο Βερολίνο.

[67] Γίνεται αναφορά της ονομασίας των διαφόρων σχηματισμών των ελευθέρων σκοπευτών, στον πίνακα τον οποίον συνέταξε ο γενικός επιθεωρητής Stiot. Περιέργως η ονομασία « Légion Grecque » συναντάται μόνον μία φορά στους εν λόγω πίνακες. Ο συγγραφεύς δεν επεσήμανε άλλη αναφορά στους καταλόγους του Service Historique de l’Armée όπου κατεγράφησαν οι μονάδες του Garibaldi.

[68] Ο στρατός του Garibaldi αποτελούσε ένα διάσπαρτο σύνολο μονάδων, ελάχιστα ομοιογενές, συχνά υπό εγκατάλειψη από τις Γαλλικές αρχές. Οι σχέσεις, άλλωστε, τουλάχιστον στην αρχή, μεταξύ γαριβαλδινών και ελλήνων δεν φαίνεται να ήταν οι καλύτερες.

[69] Ο κόμης Ernest de Lipowski, πολωνικής καταγωγής, διοικητής των Ελευθέρων Σκοπευτών των Παρισίων από τον σχηματισμό της μονάδος μέχρι την λήξη του πολέμου, προήχθη σε στρατηγό σε ηλικία 34 ετών μετά την καίρια μάχη του Alençon.

[70] Ακόμη και ο P. Troghon, στο έργο του Souvenirs d’un franc tireur en 1870-1871, (Plon, Paris, 1901),  ιδιαιτέρως λεπτομερές, δεν αναφέρει παρά μόνον μία φορά την συμμετοχή ελλήνων μεταξύ των εθελοντών στον στρατό του Garibaldi. σ. 80.

[71] Η μάχη αυτή απετέλεσε το έναυσμα της πληροφορίας του θανάτου των 30 ελλήνων,  οποία, εν συνεχεία, διεψεύσθη.

[72] Παλιγγενεσία, 19/(31).11.1870 και 23.11/(5.12).1870.  Βλ. επίσης την επιστολή του Όθωνος Τρόνου, της 9/(21).11.1870, Χρόνος 5/(17).12.1870. Κατά την μάχη στην Ορλεάνη, έλληνες εθελοντές έσωσαν την σημαία ενός λόχου και έτυχαν αναφοράς στην ημερήσια διαταγή. Alevras, Constantin, Les volontaires hellènes en France pendant la Guerre Franco-Prussienne en 1870, Paris, Debresse, 1947, p. 70.

[73] Ο Αλεξάνδρου, op.cit., περιγράφει με πολλές λεπτομέρειες την μάχη στην Alençon, σς 84-85.

[74] Ο  Δημ. Βούρβαχης μετέβη πολύ νωρίς στην Γαλλία. Αποκλεισθείς στο Παρίσι δεν κατώρθωσε να ενταχθή στις μονάδες του θείου του στρατηγού Καρόλου Διονυσίου Βούρβαχη. Αλεξάνδρου, op. cit. σ. 107.

[75] Αλεξάνδρου, op. cit. σ. 107, Παλιγγενεσία, 19/(31).10.1870, 18/(30).1.1871, Mézières, op. cit. σ. 40-41.

[76] MAE, CP, Grèce, 98,  Οδηγ. Τηλ. στον Baude, ά.αρ., (14)/26.12.1870.

[77] L’Union, (14)/26.2.1871, Le Courier de la Gironde, (10)/22.4.1871.

[78] AYE, 1871, 99,2,  Επιστολή του  de Wagner στον Χριστόπουλο, 1/13.1.1871.  Βλ. επίσης Αλεξάνδρου, op. cit. σ. 42-43.

[79] Ας αναφερθούν μερικές εφημερίδες : Progrès, Salut Public (Lyon), Union (Paris), Sémaphore, Égalité, Gazette du Midi, Le Peuple (Marseille), La Croix, (…), Étoile, (…), La Gironde, L’ Union, Le Courrier de la Gironde, (Bordeaux), L’ Ami de la France, ακόμη και η Écho (Lille). Εν τούτοις, η Αιών των Αθηνών, γνωστή για τις φιλο-γερμανικές διαθέσεις της, σχολίαζε ότι καμμία σοβαρή εφημερίδα της Γαλλίας δεν ενεφέρθη εγκωμιαστικά στους Έλληνες εθελοντές, εκτός από φύλλα τρίτης κατηγορίας της επαρχίας. Όπως επίσης ότι η Εθνική Αντιπροσωπεία δεν προέβη σε καμμία μνεία της συμμετοχής των Ελλήνων. Αιών, 29.7/(10.8.).1871.

[80] Αλεξανδρου, op. cit., σ.94. Δημοσιεύει την επιστολή (από (27.2)/11.3.1871) που απέστειλε ο de Lipowski στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Εισηγείτο την απονομήν «στρατιωτικού μεταλλοσήμου δώρου».

[81] Ας σημειωθή ότι το μετάλλιο του πολέμου 1870-1871 ενεκρίθη και απενεμήθη το 1911!

[82] Κατά τον Αλεξάνδρου καταμετρώνται τουλάχιστον 60 νεκροί. op. cit., σ.111.  Άλλοι αναφέρουν μεγαλύτερο αριθμό. Ο συγγραφεύς δεν επεσήμανε, από γαλλικής πλευράς, καμμία αναφορά σε Έλληνα πεσόντα στους σχετικούς πίνακες.

[83] Παλιγγενεσία, 18/2/(2.3). 1871.

[84] Αλεξανδρου, op. cit., σ.108, Général Bordone, Garibaldi et l’armée des Vosges, Paris, 1871.

[85] Βλ, υ/σ 58. Στην Αθήνα δεν είχαν αναφερθή ούτε που σκοτώθηκαν ούτε ονόματα των νεκρών.

[86] Αλεξάνδρου, op. cit., σ.63. Ανεφέροντο οι ημερομηνίες της εκεί διαμονής τους: 25 και 26 Νοεμβρίου.

[87] Αλεξάνδρου, op. cit., σς 88, 110. Οι εθελονταί μετεφέρθησαν με γαλλικό επιβατηγό πλοίο στην Σύρο, και από εκεί, με γαλλικό πολεμικό, στον Πειραιά.

[88] Στις συλλογές αποφάσεων των Α’και Β’ Διαρκών Στρατοδικείων Αθηνών, δεν υπάρχουν στοιχεία παραπομπής αξιωματικών. Ούτε στον Τύπο υπήρξαν τέτοιες αναφορές.

[89] Αλεξάνδρου, op. cit., σ. 111.

[90] Του Κων. Τριτάκη.

[91] Αλλά και ο λοχαγός Θεόδ. Κολοκοτρώνης.

[92] Αλεξάνδρου, op. cit., κεφ. Ο Γαλλικός και ο Γερμανικός στρατός, σς. 112-130.

[93] Γιάννης Γιαννόπουλος, Η ευγενής μας τύφλωση, Αθήνα, 2003.

 

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Πηγές μη δημοσιευμένες

 

 ΕΛΛΑΣ,  Υπουργείον των Εξωτερικών (ΑΥΕ).

1870: 18.1, 18.2, 20.1,5 , αακ.Α.1, αακ. Α.2,

1871: 18,2, 20.1, 5, 37.4, 45.1, 83.3, 99.2, αακ.Β.3.

 Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ)

 Αρχεία της Γενναδείου Βιβλιοθήκης,  Λευκώματα Τύπου 2 και 3,   Φωτογραφικό λεύκωμα 15,  που αφορούν στον Αναστάσιο Γεννάδιο.  

 Διαρκές Στρατοδικείον Αθηνών. Φάκ. 1871, Α΄ και Β΄ Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών.

 Υπηρεσία Στρατιωτικών Αρχείων

 ΓΑΛΛΙΑ,  Ministère des Affaires Etrangères, (ΜΑΕ),

C.P. Grèce, 1870, Dos. 68, 97, 98, 1871, Dos. 99.

C.C.C. 1870-1871, Vice-consulat au Pirée, 1,

A.D.P. 32,

F. Nominatif. 44, 56

Service historique de la Défense, LG.1, LE. 19, Ld. 21,22,

Archives Léon Gambetta, Carton 4A, 9, 10, 28, 29.

Affaires diverses Politiques. S.s. Guerre 1870. 14, 15, 42, 44, 68.

Affaires Politiques, Grèce, 5/ 93, 124.

 

 ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΝΙΑ, Public Record Office (PRO), 32, Greece, 409, 410, 411, 417.

 

ΑΥΣΤΡΙΑ, Haus- Hof- und Staatsarchiv (HHStA), P.A. Griechenland, 1871. C. 176.

 

 Πηγές δημοσιευμένες

 

Alevras Constantin, Les volontaires hellènes en France pendant la Guerre Franco-Prussienne en 1870, Paris, Debresse, 1947.

Baudin, P., Les volontaires Hellènes en France, Constantinople, 1871.

Bordone, général, Garibaldi et l’armée des Vosges, Paris, 1871.

Chanzy, Antoine Alfred Eugène, Général, Campagne de 1870-71, La Deuxième armée de la Loire, Paris, Plon, 1871.

Desmaze E., Souvenirs d’un Philhellène, Gustave Flourens et l’insurrection Crétoise, Lyon, 1893.

Dirou, Armel, “Les francs-tireurs pendant la Guerre de 1870-1871”, Revue Stratégique, 2009/I .

Driault E. et Lhéritier M., Histoire diplomatique de la Grèce depuis 1821 à nos jours, T. 3, Paris, 1926.

Mahuault, Jean-Paul, Engagés Volontaires pour la durée de la Guerre à la Légion étrangère 1870-71, 1914-18, 1939-45. Editions Grancher, 2013.

Marais, Auguste, Garibaldi et l’armée des Vosges, Paris, 1872.

Maquest, Pierre, La Françe et l’Europe pendant le siège de Paris, 18.9.1870/28.1.1871, Paris 1874.

Mazade, Charles de, “La guerre de France en 1870-1871”, Revue des Deux Mondes, T. 102, 1872.

Mézières, Alfred, Hors de France, Italie, Espagne, Angleterre, Grèce moderne, Paris, 1907.

Mézières, Alfred, “La Grèce et ses volontaires dans la Guerre de 1870”, Revue des deux Mondes, v. XCIV, (juil. 1871).

Milza, Pierre, L’année terrible. La guerre Franco-prussienne septembre 1870 – mars 1871, Périn, 2009.

Mitsidis, Erica-Ioanna, “Greece, Greeks and the Franco-Prussian war”, Bulletin de la Société Historique et Ethnologique de la Grèce, v. XXVIII, 1985.

Tsiolaki, Niki, “La Guerre Franco-allemande vue par la Presse grecque (juillet 1870- avril 1871)”, Balkan Studies, v. 31/2, 1990.

Ἀλεξάνδρου Άλέξανδρος, Άπομνημονεύματα τῶν εἰς Γαλλίαν μεταβάντων Ἑλλἠνων ἐθελοντῶν κατά τόν Γαλλο-Πρωσσικόν πόλεμον τοῦ 1870 καί εἰς τό σύνταγμα τῶν ἐλευθέρων σκοπευτῶν τῶν Παρισίων ὑπηρετησάντων, Ἀθῆναι, 1871.

Ανωνύμου, Απάντησις ἑνός Ἑλληνος Μασόνου, εφ. ΠΟΛΙΤΗΣ, Ιούνιος-Ιούλιος 1871.

Καλλιβρετάκης, Λεωνίδας, Η ζωή και ο θάνατος του Γουσταύου Φλουράνς, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 1998.

Κυριαζής, Ν., “Ο γαλλογερμανικός πόλεμος του 1870 και η Κύπρος”, Κυπριακά Χρονικά, έτος Ι΄, 1934.

Μαρίνου, Ξένια, “Χαρτογραφώντας τά ἲχνη ἑλληνικῶν ἐθελοντικῶν σωμάτων στον Γαλλοπρωσσικό πόλεμο”, Τα Ιστορικά, αρ. 57, Δεκέμβριος 2012.

Μαρίνου, Ξένια, Αναζητώντας οδοφράγματα, Αθήνα, 2015.

 

Ελληνικός Τύπος

 

Αἰών, Ἀλήθεια, Ἀστήρ, Αὐγή, Ἐθνοφύλαξ, Επίσημος Στρατιωτική Εφημερίς, Ἐφημερίς τῶν Συζητήσεων, Μέλλον, Παλιγγενεσία, Χρόνος, Ημέρα Τεργέστης, Κλειώ Τεργέστης.