Skip to main content

Ιωάννης–Χιου Σειραδάκης: Η επανεκκίνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Ιωάννης–Χιου Σειραδάκης

Η επανεκκίνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Η διερεύνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων συνεχίζεται με αμείωτο ενδιαφέρον, φέρνοντας καθημερινά νέα δεδομένα τα οποία δικαιολογούν απόλυτα ότι η συσκευή αυτή είναι τόσο σημαντική για την εξέλιξη της Τεχνολογίας, όσο και ο Παρθενώνας για την Αρχιτεκτονική. Ήταν μια μικρού μεγέθους, εκπληκτικής τεχνολογίας συσκευή που μπορούσε εύκολα να μεταφερθεί στη ξηρά ή στη θάλασσα. Ανήκει στην κατηγορία των αναλογικών υπολογιστών. Μετέφερε και προσομοίωνε τις θεωρητικές γνώσεις για τις κινήσεις των ουρανίων σωμάτων των αρχαίων Ελλήνων, αναπαράγοντάς τις πιστά και με μεγάλη ακρίβεια. Χρησιμοποιείτο για τον υπολογισμό της θέσης του Ηλίου, της Σελήνης και, πιθανώς, των 5 γνωστών από την αρχαιότητα πλανητών, στον ουρανό. Ας σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν βρεθεί συρμοί γραναζιών για την κίνηση των 5 πλανητών, τα ονόματά τους, όμως, έχουν εντοπισθεί στις επιγραφές. Ο χειριστής ήταν σε θέση να υπολογίσει τις φάσεις της Σελήνης, να προβλέψει εκλείψεις (τόσο του Ηλίου όσο και της Σελήνης) και να προσδιορίσει την ημερομηνία έναρξης των Ολυμπιακών αγώνων.

Με την αποκωδικοποίηση των λειτουργιών του Μηχανισμού των Αντικυθήρων αναθεωρείται και ξαναγράφεται η ιστορία της Τεχνολογίας. Η μελέτη του μοναδικού αυτού ευρήματος, που χρονολογείται πριν από δύο χιλιετίες, επιβεβαίωσε, όχι μόνο τις λιγοστές μέχρι τώρα γραπτές μαρτυρίες για τις άριστες γνώσεις των αρχαίων Ελλήνων στις αέναες αλλά δαιδαλώδεις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων, αλλά και την ικανότητά τους να εφαρμόζουν τις γνώσεις αυτές σε τεχνολογικές συσκευές, που ακόμα και σήμερα θα δυσκολευόμασταν να κατασκευάσουμε. Η μελέτη των θραυσμάτων, που ανασύρθηκαν από το βυθό της θάλασσας πριν από 100 περίπου χρόνια, έχει δώσει μια νέα διάσταση στο ζήτημα της εξέλιξης της Τεχνολογίας δια μέσου των αιώνων. Για την κατασκευή του πρέπει να συνεργάστηκαν δύο μεγαλοφυΐες: ένας άριστος γνώστης και ερευνητής της επιστήμης της Αστρονομίας και ένας ταλαντούχος τεχνίτης με πολύ καλές γνώσεις Μαθηματικών.

                           Η ανακάλυψη του ναυαγίου των Αντικυθήρων

Ας δούμε, όμως, πως εξελίχθηκε η ιστορία της ανακάλυψης του ναυαγίου και αργότερα ο εντοπισμός και η μελέτη του Μηχανισμού των Αντικυθήρων.

Τη Μεγάλη Τρίτη του έτους 1900, δηλαδή στις 4 Απριλίου, σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο που ίσχυε στη χώρα μας μέχρι το 1923,  Συμιακοί σφουγγαράδες, πλέοντες με δύο καΐκια στις συχνά φουρτουνιασμένες θάλασσες ανάμεσα στην Κρήτη και την Πελοπόννησο, με κατεύθυνση προς τις ακτές της Β. Αφρικής, αναγκάστηκαν να αγκυροβολήσουν στον Ποταμό, το λιμανάκι των Αντικυθήρων (λόγω σφοδρής θαλασσοταραχής). Εκεί, ορμώμενοι είτε από επαγγελματική περιέργεια είτε για να μαζέψουν νηστίσιμα θαλασσινά, βούτηξαν, και σε βάθος 40 – 50 μέτρων, ανακάλυψαν έναν από τους πιο διάσημους θησαυρούς της αρχαιότητας. Προς μεγάλη τους έκπληξη βρέθηκαν μπροστά σε ένα αρχαίο ναυάγιο, διάσπαρτο στο βυθό της θάλασσας σε μήκος τουλάχιστον 40 μέτρων (δηλαδή επρόκειτο για ένα τεράστιο καράβι), με πλούσιο περιεχόμενο. Τέτοια μεγάλα καράβια (ολκάδες) χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα για τη μεταφορά σιταριού από την Αίγυπτο προς τα μεγάλα λιμάνια της βορείου Μεσογείου, αλλά και για γενικό εμπόριο και εξυπηρέτηση επιβατών. Ας σημειωθεί ότι ο έμπειρος αρχαιολόγος και δύτης σε ναυάγια της Μεσογείου, Brendan Foley, σε μία διάλεξή του, το σύγκρινε με τον Τιτανικό της εποχής μας!

Σχήμα 1. Η θέση Ποταμός στα Αντικύθηρα

Το Ναυάγιο πρώτος ανακάλυψε ο έμπειρος δύτης Ηλίας Λυκοπάντης (Σχήμα 2), επονομαζόμενος και Σταδιάτης (επειδή καταγόταν από τα Σταδιά της Μ. Ασίας), λίγο έξω από τον Ποταμό.  Για του λόγου το αληθές, απέσπασε και ανέσυρε τον βραχίονα ενός μπρούτζινου αγάλματος. Βούτηξε και ο καπετάνιος, Δημήτριος Κοντός, επιβεβαιώνοντας την ύπαρξη πλήθους μαρμάρινων αγαλμάτων, τα οποία, αναδυόμενος, τα ανέφερε ως Νεράιδες. Η πληροφορία της ανακάλυψης διαβιβάστηκε στην Κυβέρνηση, στην Αθήνα. Ας δούμε, όμως, πιο αναλυτικά την ιστορία της ανακάλυψης του ναυαγίου των Αντικυθήρων.

Σχήμα 2. Ο Ηλίας Λυκοπάντης ή Σταδιάτης, ο οποίος ανακάλυψε το ναυάγιο των Αντικυθήρων .

Υπάρχει σχέση μεταξύ της Κρητικής εξέγερσης του 1897 και της ανακάλυψης του ναυαγίου των Αντικυθήρων;

Η Κρήτη ανακηρύχθηκε επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1646. Έκτοτε υπήρξαν πολλές προσπάθειες από τους Κρήτες να ανακτήσουν την ελευθερία τους, ιδίως μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας το 1821. Τον Ιανουάριο του 1897 μετά από σκληρά διοικητικά μέτρα και εξοντωτικούς φόρους που επέβαλαν οι οθωμανικές αρχές, ξέσπασε εξέγερση που σύντομα επεκτάθηκε σε όλες υπαίθριες περιοχές του νησιού. Η εξέγερση υποστηρίχθηκε από την ελληνική κυβέρνηση, η οποία εγκατέστησε ένα οπτικό τηλέγραφο (Goode 1875) μεταξύ της Γραμβούσας στην ΒΔ Κρήτη, τα Αντικύθηρα και τα Κύθηρα. Η Τουρκία εισέβαλε στην Ελλάδα και τελικά ο πόλεμος τελείωσε καταστροφικά για την Ελλάδα, μετά την παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων.

Μετά το τέλος του πολέμου, όλος ο στρατός αποσύρθηκε από τα Αντικύθηρα. Για κάποιο λόγο, όμως, παρέμεινε ο χειριστής του οπτικού τηλέγραφου, απολαμβάνοντας τη φτηνή και απλή ζωή του νησιού και το μηνιαίο μισθό του. Ο οπτικός τηλέγραφος ήταν ένα απλό, αλλά αποτελεσματικό μέσο επικοινωνίας για μεγάλες αποστάσεις κατά τα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα. Η επικοινωνια επιτυγχάνονταν με τη μετάδοση οπτικών παλμών (συνήθως με κωδικοποίηση σημάτων Μορς), χρησιμοποιώντας το ανακλώμενο φως του ήλιου από καθρέφτες. Οι οπτικοί παλμοί παράγονταν είτε με στιγμιαία κλίση του καθρέφτη κατά λίγες μοίρες προς τα πάνω ή προς τα κάτω, είτε με τη χρήση ενός σκίαστρου.

Δέκα ημέρες μετά την ανακάλυψη του ναυαγίου, την Παρασκευή 14 Απριλίου 1900, εορτή της Ζωοδόχου Πηγής, οι κάτοικοι του Καψαλίου (του λιμανιού των Κυθήρων) διαπίστωσαν, προς μεγάλη έκπληξή τους, ότι ο τηλεγραφητής των Αντικυθήρων ζητούσε επείγουσα επικοινωνία. Μετά από λίγο η επικοινωνία αποκαταστάθηκε και διήρκεσε περίπου μία ώρα, κατά την οποία οι κάτοικοι και οι διοικητικές αρχές των Κυθήρων ενημερώθηκαν για την ανακάλυψη του ναυαγίου των Αντικυθήρων με την επίμονη παράκληση να προωθήσουν το μήνυμα στην Αθήνα, πράγμα το οποίο έγινε. Για το περιεχόμενο του τηλεγραφήματος, βλέπε το Σχήμα 3. Στο Υπουργείο Παιδείας (αρμόδιο για πολιτιστικά θέματα) και στους αρχαιολογικούς κύκλους η ανακοίνωση της ανακάλυψης έφερε κάποια δικαιολογημένη δραστηριότητα, αλλά μετά από διερεύνηση του πρόσφατου βίου και της φήμης του τηλεγραφητή των Αντικυθήρων απορρίφθηκε ως «προϊόν κρασοκατάνυξης»!

Σχήμα 3. Περίληψη του τηλεγραφήματος, όπως δημοσιεύθηκε στην Επιθεώρηση «Ήλιος» το 1950

Υπάρχουν ορισμένες αντιφάσεις στην παραπάνω ανακοίνωση¹. Ωστόσο, πρόκειται για μια ζωντανή περιγραφή της ανακάλυψης του ναυαγίου των Αντικυθήρων. Ο συντάκτης του άρθρου (Λυκούδης, 1950) το οποίο δημοσιεύθηκε στο τεύχος της 9ης Δεκεμβρίου 1950 στην Επιθεώρηση «Ήλιος»,  είναι ο Στυλιανός Λυκούδης (1878-1958), ο οποίος μαζί με τον πατέρα του Εμμανουήλ Λυκούδη (1849 – 1925) παρακολουθούσε, ως νεαρός ναυτικός την ανέλκυση των ευρημάτων  του ναυαγίου των Αντικυθήρων, επί του οπλιταγωγού «Μυκάλη», το 1900 – 1901. Θεωρείται ως ένα συνεπές και αξιόπιστο πρόσωπο. Το 1939 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Σχήμα 4. Εκπρόσωποι της κυβέρνησης, άνδρες του Πολεμικού Ναυτικού και σφουγγαράδες πάνω στο οπλιταγωγό Μυκάλη έξω από τα Αντικύθηρα (Χειμώνας 1900-1901). Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

Η οικονομική υποχρέωση να μαζέψουν σφουγγάρια και το καθήκον, επέβαλε τη συνέχιση της πορείας προς τις ακτές της Β. Αφρικής. Σύμφωνα με πληροφορίες από παλαιούς σφουγγαράδες και απογόνους αυτών, η αλιεία σφουγγαριών άρχιζε τον Απρίλιο (όταν ο καιρός βελτιωνόταν) και κρατούσε μέχρι το Φθινόπωρο². Λίγους μήνες αργότερα, επέστρεψαν στο νησί τους, το οποίο, όπως είναι γνωστό, βρισκόταν τότε υπό Οθωμανική κυριαρχία. Ως καλοί  Έλληνες, υπό την παρότρυνση του Συμιακού καθηγητή αρχαιολογίας Αντώνη Οικονόμου και τη συμβουλή της δημογεροντίας, αντιπροσωπία των δυτών υπό τον καπετάνιο Κοντό, επισκέφτηκε το Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, στην Αθήνα, τον Υπουργό Παιδείας και Εκκλησιαστικών (υπεύθυνο και για θέματα Πολιτισμού), Σπυρίδωνα Στάη, εξάδελφο του Διευθυντή του Αρχαιολογικού Μουσείου Αθηνών, Βαλερίου Στάη. Η επίδειξη του βραχίονα και οι αναφορές για τα διάσπαρτα αγάλματα, έπεισε τον Υπουργό ότι επρόκειτο για ένα σημαντικό ναυάγιο.

Σχήμα 5. Ο Φιλόσοφος των Αντικυθήρων. Αριστερά: Αρχαιολογική Εφημερίς-Πρακτικά (1900). Δεξιά: Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, (Κ. Ξενικάκης, 2017).

Μόλις δύο μήνες αργότερα, το Νοέμβριο του 1900, υπερβαίνοντας οποιαδήποτε γραφειοκρατία (κατόρθωμα ζηλευτό ακόμα και στις μέρες μας!), η Εφορεία Αρχαιοτήτων ξεκίνησε μια σειρά συστηματικών ενάλιων ανασκαφών, με τη βοήθεια του οπλιταγωγού Μυκάλη και άλλων βοηθητικών πλοίων, η οποία διήρκεσε μέχρι το Σεπτέμβριο του 1901. Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών ανασύρθηκαν σημαντικά ευρήματα πολλά από τα οποία εκτίθενται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών, όπως ο Έφηβος των Αντικυθήρων, ο περίφημος Φιλόσοφος των Αντικυθήρων (Σχήμα 5), κ.α. Ανασύρθηκαν και πολλά άλλα αγάλματα, ορειχάλκινα ή μαρμάρινα, σκεύη διατροφής και διασκέδασης (π.χ. μια μικρή λύρα), αμφορείς, ξύλινα και μολύβδινα τμήματα του πλοίου, κεραμίδες, τμήματα σωλήνων άντλησης υδάτων από το αμπάρι, υάλινα σκεύη, κοσμήματα, κ.α. Λίγο πριν το τέλος των ενάλιων ανασκαφών, ανάμεσα στα ευρήματα που ανασύρθηκαν ήταν και ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων (Σχήμα 6), ο οποίος, διαβρωμένος, σπασμένος και απολιθωμένος πλέον, μετά από 2000 χρόνια στο βυθό της θάλασσας, έμελλε να αλλάξει τη γνώμη πού είχαμε μέχρι σήμερα για τις τεχνολογικές ικανότητες των προγόνων μας. Πιθανώς, όταν ανασύρθηκε έμοιαζε με ένα απολιθωμένο όγκο με πρασινίζοντα δείγματα μπρούτζου (κρατερώματος – κράμα χαλκού και κασσίτερου).

Σχήμα 6. Tα θραύσματα Α, Β και C του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Ο εντοπισμός του Μηχανισμού των Αντικυθήρων στο Αρχαιολογικό Μουσείο

Το Μάϊο 1902, σχεδόν όλες οι Αθηναϊκές εφημερίδες αναφέρονται σε μία σημαντική είδηση: στο ναυάγιο των Αντικυθήρων υπήρχε ένας «χάλκινος» μηχανισμός, με επιγραφές που ανάγονται στον 1ο π.Χ. αιώνα. Πρόκειται για τον εντοπισμό των θραυσμάτων του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Παρακάτω αναπαράγεται το ακριβές κείμενο της εφημερίδας Εστία, 22.5.1902.

Η ΠΛΑΞ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΑΣ

ΠΕΡΙ ΤΙΝΟΣ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ

Ὁ πρῴην ὑπουργός τῆς Παιδείας κ. Στάης μετά τοῦ ἐφόρου τῶν Ἀρχαιοτήτων τοῦ Μουσείου ἐνῷ περιεργάζοντο το Σάββατον τεμάχια ἐκ τῶν ἀρχαιοτήτων τῶν Ἀντικυθήρων, διέκριναν χάλκινον μηχάνημα καθ’ ὁλοκληρίαν ὅμως ὀξειδωμένον.

Το μηχάνημα τοῦτο, ὡς φαίνεται ἀνάγεται εἰς τους Ῥωμαϊκούς χρόνους, δεν εἶνε δε ἐξηκριβωμένον ἐάν εἶνε ἐξάρτημα τοῦ πλοίου ἢ σκεῦος αὐτοῦ καλλιτεχνικόν.

Ἤδη προκεῖται δι’ ἀντιγραφῆς, διότι ἡ πλαξ φέρει ἀρνητικά ἀποτυπώματα δυσδιάκριτα, ν’ ἀναγνωσθοῦν ἢ ἐρμηνευθοῦν εὐκρινέστερον τα ἐπ’ αὐτῆς γράμματα ὑπό τῶν διαφόρων ἐπιγραφικῶν και ἀρχαιολόγων μας.

Σήμερον ὁ διευθυντής τοῦ Αὐστριακοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Ἰνστιτούτου κ. Βίλελμ ἐξήτασεν ἀμφότερα τα τεμάχια, κατώρθωσε δε να διακρίνῃ ἐπί τοῦ μικροτέρου τεμαχίου την ἑξῆς ἐπιγραφήν׃

ἀκτῖνα ἡλίου.

Ἀλλά τοῦτο δεν δύναται νa θεωρηθῇ ὡς ὁριστικόν, θα ἐπακολουθήσουν δe καi ἄλλαι μελέται ἀμφοτέρων τῶν τεμαχίων προς πληρεστέραν ἀνάγνωσιν τῶν γραμμάτων τῶν δύο πλακῶν.

  ΑΛΛΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΙ

Κατά νεωτέρας πληροφορίας τa δύο μετάλλινα τεμάχια τα εὑρεθέντα ἐν τῷ Μουσείῳ εἶνε γνώμονες και αἱ ἐπ’ αὐτῶν ἐπιγραφαι φαίνεται να εἶνε ὁδηγίαι προς χρῆσιν τοῦ ὀργάνου.

Τα γράμματα εἶνε τοῦ Ἀου προ Χριστοῦ αἰῶνος.

Συνεπῶς ἐξ ὅλων τούτων ἐξάγεται ὅτι και το ναυάγιον εἶνε τῆς ἰδίας ἐποχῆς.

Τι είχε συμβεί; Ο τέως (εδώ και λίγες εβδομάδες) Υπουργός Παιδείας και Εκκλησιαστικών, Σπυρίδων Στάης, επισκέφθηκε οικογενειακώς τον εξάδελφό του Βαλέριο και το Μουσείο, για να παρακολουθήσει τις εργασίες αναστήλωσης του θαυμάσιου αγάλματος του Εφήβου των Αντικυθήρων από τον Γάλλο ειδικό André. Ο Γάλλος είχε ζητήσει από τους συντηρητές να προσκομίσουν γύρω από το άγαλμα όλα τα κιβώτια που περιείχαν μπρούτζινα αντικείμενα τα οποία δεν είχαν ακόμα ταυτοποιηθεί. Ο Στάης παρατηρώντας ένα από αυτά τα αντικείμενα εντόπισε γρανάζια και ίσως επιγραφές. Τη σημαντική αυτή παρατήρηση αναπαρήγαγαν οι εφημερίδες της εποχής, όπως φαίνεται παραπάνω.

              Η εξελικτική πορεία της μελέτης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Η ανακάλυψη του Μηχανισμού των Αντικυθήρων υπήρξε το αντικείμενο πλήθους δημοσιευμάτων σε αρχαιολογικά και άλλα περιοδικά αλλά και σε εκατοντάδες δημοσιεύματα στον ελληνικό (κυρίως) και ξένο τύπο. Από σχετικά πρώιμες και ιδιαιτέρως πρόσφατες μελέτες πολλών ερευνητών, έχουμε σήμερα ασφαλή αντίληψη του τρόπου λειτουργίας και των ενδείξεων που έφερε ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων.

Το 1903 ο υποπλοίαρχος Περικλής Ρεδιάδης δημοσίευσε ένα εκτενές άρθρο για το Μηχανισμό (Ρεδιάδης 1903). Στο δημοσίευμα αυτό, αλλά και σε άλλα της ίδιας εποχής, ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων περιγράφεται ως αστρονομικό όργανο, ως αστρολάβος και ως όργανο ναυσιπλοΐας.

Λίγο μετά ο Γερμανός φιλόλογος και επιγραφολόγος Albert Rehm μελετά εντατικά το Μηχανισμό. Το σημαντικό αδημοσίευτο έργο του έχει εντοπιστεί στην Κρατική Βιβλιοθήκη της Βαυαρίας (Albert Rehm 1905)ς και έχει μελετηθεί (Almagest 2016).

Κατά τη δεκαετία του 1930 ο  ναύαρχος Ι. Θεοφανίδης μελέτησε τα θραύσματα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων (Theophanidis 1934) και επιχείρησε την κατασκευή του πρώτου αντιγράφου, το οποίο, δυστυχώς, δεν κατάφερε να ολοκληρώσει.

Κατά τη δεκαετία του 1970, ο εξερευνητής Jacques-Yves Cousteau συνέβαλε στην ανασκαφή με το βαθυσκάφος του Καλυψώ (Dumas 1976) και ομάδα εκπαιδευμένων δυτών, μεταξύ των οποίων και οι Τοπογράφοι Μηχανικοί (φοιτητές τότε) Λευτέρης Τσαβλίρης και Βασίλης Βιτάλης. Ιδιαίτερα χρήσιμη για τη χρονολόγηση του ναυαγίου ήταν η εύρεση νομισμάτων από την Πέργαμο, κοπής μεταξύ 86 – 67 π.Χ., μερικών αγαλματιδίων και η ανέλκυση ενός μεγάλου ξύλινου τμήματος του καραβιού. Από πρόσφατη μελέτη των επιγραφών και των νομισμάτων (Τσέλεκας 2012) το ναυάγιο χρονολογείται κατά τον 1ο π.Χ. αιώνα. Πάντως, όχι αργότερα από το 60 π.Χ.

Σχήμα 7. Η πορεία του πλοίου και το σημείο του ναυαγίου. Κόκκινη γραμμή: πιθανή πορεία του πλοίου μέχρι το ναυάγιο, Μπλε γραμμή: Η αβέβαιη πορεία του πλοίου μέχρι τον τελικό προορισμό του. Με x σημειώνονται οι πόλεις με αθλητικούς αγώνες που αναφέρονται στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων. Στην σπείρα του Μέτωνος (βλέπε παρακάτω) ήταν χαραγμένο ένα πλήρες ημερολόγιο δώδεκα μηνών. Η αριθμητική σύμπτωση του αριθμού των μηνών του ημερολογίου με τους μήνες διαφόρων αρχαίων ελληνικών πόλεων, είναι ανάλογη του μεγέθους των τετραγωνιδίων του σχήματος. Είναι προφανές ότι την μεγαλύτερη σύμπτωση παρουσιάζουν η Κέρκυρα, το Βουθρωτό, το Ταυρομένιον και η Δωδώνη (όλες Κορινθιακές αποικίες). Πρόσφατα απορρίφθηκε το ημερολόγιο του Ταυρομενίου (Iversen 2017). Οι υπόλοιπες βρίσκονται στη ΒΔ Ελλάδα. Εύλογα γεννάται το ερώτημα: μήπως ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων χρησιμοποιείτο στη ΒΔ Ελλάδα; Τα χρώματα των τετραγωνιδίων αντιστοιχούν στη σύμπτωση ορισμένων σπανίων ονομασιών μηνών (βλέπε Freeth et al. 2008).

Τα δημοσιεύματα του τύπου κέντρισαν το ενδιαφέρον του Βρετανού Φυσικού και Φιλόσοφου των Επιστημών, Derek de Solla Price, που εργαζόταν στο Πανεπιστήμιο Yale  των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Derek de Solla Price, με τη συνεργασία και βοήθεια του Χαράλαμπου Καράκαλου, από το Ερευνητικό Κέντρο «Δημοκριτος», (πλησίον των Αθηνών), μελέτησε διεξοδικά το Μηχανισμό των Αντικυθήρων, χρησιμοποιώντας ακτινογραφίες που είχε πάρει ο Καράκαλος με ένα μηχάνημα δικής του κατασκευής. Το 1959 δημοσίευσε ένα σχετικό άρθρο στο περιοδικό Scientific American (de Solla Price 1959) και το 1974 ένα εκτενέστερο (70 περίπου σελίδων) στο περιοδικό της Αμερικανικής Φιλοσοφικής Εταιρείας, με τίτλο «Γρανάζια από τους Έλληνες» (de Solla Price 1974). Στο άρθρο αυτό ισχυριζόταν  ότι ο Μηχανισμός είναι ένα πολύπλοκο αστρονομικό όργανο, το οποίο μάλιστα  περιείχε μια διάταξη γραναζιών, όπως αυτή που υπάρχει στα διαφορικά γρανάζια που χρησιμοποιούμε σήμερα στα αυτοκίνητα. Ο de Solla Price εργάστηκε πάνω από 30 χρόνια, μελετώντας το Μηχανισμό και στο άρθρο του αναφέρει επιγραμματικά ότι «είναι το παλαιότερο δείγμα επιστημονικής τεχνολογίας που διασώζεται μέχρι σήμερα και αλλάζει τελείως τις απόψεις μας για την αρχαία ελληνική τεχνολογία«. Παρόλο που το άρθρο του de Solla Price περιέχει μερικά λάθη (για παράδειγμα στον Μηχανισμό των Αντικυθήρων δεν υπάρχει διαφορικό γρανάζι), χωρίς αυτό, πιθανώς, δεν θα διαβάζατε αυτό το κείμενο.

Τη σκυτάλη από τον de Solla Price πήραν στις αρχές του 1980 οι Alan Bromley  και Michael Wright (Wright, Bromley & Magou 1995, Wright & Bromley 1997). Ο δεύτερος μάλιστα εξακολουθεί να μελετά εντατικά τo Μηχανισμό μέχρι σήμερα. Η ομάδα αυτή, μετά από πολυετή  μελέτη, απέρριψε την ύπαρξη του διαφορικού γραναζιού και εισήγαγε μερικές καινοτόμες ιδέες για τη χρήση του Μηχανισμού (Wright 2004, 2005, 2006, 2011, 2012, 2013). Για παράδειγμα, πρότεινε ότι οι κλίμακες στην πίσω πλευρά του Μηχανισμού, περιλαμβάνουν ελικοειδείς σπείρες και όχι ομόκεντρους κύκλους. Τη σημασία αυτής της διαφοράς θα την αναλύσουμε παρακάτω.

Σχήμα 8. Οι Derek de Solla Price και Michael Wright με ομοιώματα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Στις αρχές του 2001 μια ομάδα Ελλήνων και ξένων ερευνητών, στην οποία συμμετείχαν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιου του Cardiff της Μ. Βρετανίας (Mike Edmunds, Antony Freeth), το Πανεπιστήμιο Αθηνών (Ξενοφών Μουσάς, Ιωάννης Μπιτσάκης) και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Ιωάννης Σειραδάκης) δημιούργησαν την «Ομάδα Διερεύνησης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων». Μετά από αλλεπάλληλες, άκαρπες αιτήσεις προς το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (Μάρτιος 2001 – Αύγουστος 2004) η άδεια, τελικά, υπεγράφη από τον τότε Υπουργό Πολιτισμού Πέτρο Τατούλη, τον Απρίλιο 2005. Το έργο ετέθη υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και, με την ευγενική χορηγία του Ιδρύματος Leverhulme της Μ. Βρετανίας, πραγματοποιήθηκε μια νέα διερεύνηση του Μηχανισμού χρησιμοποιώντας σύγχρονα μέσα τεχνολογίας (π.χ. τομογραφία ακτίνων Χ με διακριτική ικανότητα 0.04 mm, οπτική φωτογράφιση με περιφερειακό φωτισμό, κ.α). Στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο έχει εγκατασταθεί και χρησιμοποιείται εντατικά μία από τις 4 βάσεις των τομογραφικών δεδομένων που υπάρχουν στον κόσμο. Με την έναρξη των μετρήσεων, η ομάδα ενισχύεται με  την Ελένη Μάγκου και τη Μαρία Ζαφειροπούλου από το  Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών και αργότερα με τον Αγαμέμνονα (Μέμο)  Τσελίκα από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης. Στις 30 Νοεμβρίου 2006 (14 μήνες μετά την έναρξη της λήψης των μετρήσεων) η ερευνητική ομάδα ανακοίνωσε τα πρώτα αποτελέσματα της μελέτης στο διεθνές περιοδικό “Nature” και συγχρόνως σε ένα συνέδριο που έλαβε χώρα στην Αθήνα, σε συνεργασία με το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης (Freeth et al. 2006) και συνεχίζει να δημοσιεύει (Allen et al. 2016, Seiradakis & Edmunds 2018).

Μετά το 2006, σημαντική αποδείχθηκε η συνεργασία με τον Καθηγητή Ιστορίας και Αρχαιοτήτων του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, Alexander Jones (Jones 2017), έδωσε νέα ώθηση στη μελέτη των εγχάρακτων επιγραφών και συμβόλων που φέρει ο Μηχανισμός. Το 2016 δημοσιεύθηκε  ένας μνημειώδης τόμος 300 σελίδων με αναλυτική και λεπτομερή αποκωδικοποίηση όλων των μέχρι τότε αναγνωσμένων επιγραφών (Almagest 2016).

            Η διερεύνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων–Βασικά στοιχεία

Τα αποτελέσματα της έρευνας, είναι εκπληκτικά: βρέθηκαν άγνωστες επιγραφές στο εσωτερικό του Μηχανισμού και διαβάστηκαν κείμενα χαμένα για πάνω από 2000 χρόνια! Η υψηλή διακριτική ικανότητα των μετρήσεων και η προσεκτική μελέτη των επιγραφών και των γραναζιών επέτρεψε στην ερευνητική ομάδα να παρουσιάσει μια συνολική, κατά το δυνατόν, λύση στο μυστήριο της λειτουργίας του Μηχανισμού. Τα μέχρις στιγμής συμπεράσματα επιβεβαιώνουν ότι ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων ήταν ένα μικρών διαστάσεων (32cm×16cm×~10cm) φορητό αστρονομικό όργανο, τόσο περίπλοκο που δεν είναι περίεργο πως θεωρείται ως ο πρώτος σύνθετος (αναλογικός) υπολογιστής με γρανάζια που κατασκευάστηκε ποτέ. Έκανε πράξεις (π.χ. πολλαπλασιασμούς, διαιρέσεις)  με τη βοήθεια οδοντωτών τροχών (γραναζιών). Ήταν δηλαδή ένα Laptop  της εποχής του!

Σχήμα 9. Αναπαράσταση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Πως γίνονται πολλαπλασιασμοί και διαιρέσεις με γρανάζια;

Αν συνδέσουμε ένα γρανάζι με 64 οδόντες με ένα μικρότερο με 32 οδόντες και περιστρέψουμε το μεγαλύτερο κατά μια πλήρη περιστροφή, τότε το μικρότερο θα έχει κάνει δύο περιστροφές. Ουσιαστικά έχουμε πολλαπλασιάσει  επί 2. Αντιστρέφοντας την κίνηση (από το μικρότερο προς το μεγαλύτερο γρανάζι) θα διαιρούσαμε δια 2. Επιλέγοντας καταλλήλως τον αριθμό των οδόντων των γραναζιών και χρησιμοποιώντας συρμούς γραναζιών, μπορούμε να κάνουμε οποιαδήποτε πράξεις!

Ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων πλαισιωνόταν πιθανώς από ένα ξύλινο κουτί (πυξίδα) διαστάσεων 35 εκ.×20 εκ.×10 εκ. (Σχήμα 9). Επί πλέον η εμπρόσθια και η πίσω πλευρά προστατευόταν με δύο μπρούτζινες προστατευτικές πλάκες. Ο μπρούτζος ήταν αρκετά μαλακός (περιείχε 4 – 10 % κασσίτερο).

Χωρίς να λαμβάνονται υπόψη πιθανοί υπολογισμοί για την τροχιά των 5 γνωστών, κατά τον 2ο π.Χ. αιώνα, πλανητών, η διάταξη  που χρησιμοποιήθηκε στις πρόσφατες ανακατασκευές (Freeth et al. 2008, Efstathiou et al., 2012) περιλαμβάνει: 39 γρανάζια (29 υπάρχοντα, συμπεριλαμβανομένων 2 γραναζιών, των οποίων οι οδόντες προεξέχουν σε ορθή γωνία ως προς το επίπεδο του τροχού (κορώνες) και 10 γραναζιών η ύπαρξη και χρήση των οποίων έχει τεκμηριωθεί από τις κλίμακες τω δεικτών), 17 άξονες, ένα διπλό άξονα και 7 οξύληκτους δείκτες (Efstathiou et al. 2013). Στο Σχήμα 10 παρουσιάζεται μία λειτουργική διάταξη των γραναζιών του Μηχανισμού των Αντικυθήρων.

Σχήμα 10. Λειτουργικό διάγραμμα των ημερολογιακών, ηλιακών και σεληνιακών συρμών γραναζιών. Οι 7 δείκτες καθώς και η σφαίρα των φάσεων Σελήνης απεικονίζονται σχηματικά (αναπαράγονται από την εργασία (Efstathiou M. 2013). Τα ζεύγη γραναζιών παρουσιάζονται με το γρανάζι κίνησης αριστερά και το κινούμενο γρανάζι, δεξιά (με ελάχιστες εξαιρέσεις: το a1 οδηγεί το b1 και το τριπλό σύμπλεγμα όπου το b2 οδηγεί συγχρόνως το c1 και το l1. Ο αριθμός των οδοντων κάθε γραναζιού δίνεται στην (παρένθεση). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο επικυκλικός σεληνιακός μηχανισμός με τον πείρο και τη σχισμή βρίσκεται στο ζεύγος e3 / e4 προκειμένου να αναπαραχθεί η σωστή, μεταβαλλόμενη (λόγω ελλειπτικής τροχιάς) κίνησης της Σελήνης.

                         Η εμπρόσθια πλευρά του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Στην εμπρόσθια πλευρά υπήρχαν δύο ομόκεντρες κυκλικές κλίμακες (Σχήμα 11).

Η εξωτερική κλίμακα ήταν αποσπώμενη και είχε 365 υποδιαιρέσεις (όσες οι μέρες ενός έτους), ταξινομημένες σε 12 μήνες των 30 ημερών συν 5 επαγόμενες ημέρες, σύμφωνα με το αιγυπτιακό ημερολόγιο της εποχής (12 × 30 + 5 = 365). Την κλίμακα αυτήν θα την ονομάζουμε από εδώ και στο εξής ετήσια κλίμακα. Στην κλίμακα αυτή, σε μία από τις υποδιαιρέσεις υπήρχε μία μικρή οπή διαμέτρου περίπου 0.8 χιλιοστών μέσα από την οποία περνούσε ένα μικρός πείρος (σαν καρφιτσούλα). Οι μήνες που ήταν χαραγμένοι στην εξωτερική κλίμακα, έφεραν τα ονόματα των μηνών του αιγυπτιακού ημερολογίου (ΠΑΧΩΝ, ΠΑΥΝΙ, κτλ.), με ελληνικά γράμματα. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε ότι όλες οι επιγραφές που έφερε ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων ήταν χαραγμένες με ελληνικά γράμματα.

Η εσωτερική κλίμακα είχε 360 υποδιαιρέσεις (όσες οι μοίρες ενός κύκλου). Ήταν ταξινομημένη σε 12 τμήματα των 30 μοιρών (12 × 30 = 360). Τα 12 τμήματα έφεραν τα ονόματα των 12 ζωδιακών αστερισμών, με τα ονόματα τους, όπως ονομάζονται σήμερα («ΠΑΡΘΕΝΟΝ», «ΧΗΛΑΙ», «ΣΚΟΡΠΙΟΝ», κτλ.). Εξαίρεση αποτελεί ο Ζυγός που στην αρχαιότητα ονομαζόταν «ΧΗΛΑΙ» και θεωρείτο ότι απεικόνιζε τις δαγκάνες του Σκορπιού, του επόμενου δηλαδή ζωδιακού αστερισμού. Την κλίμακα αυτήν θα την ονομάζουμε από εδώ και στο εξής ζωδιακή κλίμακα.

Σχήμα 11. Οι κλίμακες της εμπρόσθιας πλευράς. Φαίνονται η ετήσια (εξωτερική) και η ζωδιακή (εσωτερική) κλίμακα που αναφέρονται στο κείμενο

Πριν, όμως, προχωρήσουμε στην αναλυτική περιγραφή των αστρονομικών φαινομένων που προσομοίωνε ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων, ας παραθέσουμε μερικές απλές γνώσεις αστρονομίας.

Λόγω της περιστροφής της Γης  γύρω από τον άξονά της, τα ουράνια σώματα (ο Ήλιος, η Σελήνη, οι πλανήτες και τα αστέρια) φαίνονται κινούνται στον ουρανό, ανατέλλοντας, μεσουρανώντας (προς το Νότο για το βόρειο ημισφαίριο) και δύοντας.

Πιο γρήγορα κινούνται τα αστέρια(μία πλήρη περιφορά (360°) την ημέρα).

Ο Ήλιος κινείται λίγο πιο αργά από τα αστέρια (κατά μία μοίρα την ημέρα) διότι, συγχρόνως με την περιστροφή της, η Γη περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο, διαγράφοντας μια πλήρη περιφορά σε 365.25 ημέρες, δηλαδή σε μία ημέρα ο Ήλιος καθυστερεί κατά 360/365.25 = 0.986 ≈ 1 μοίρα. Το επίπεδο της τροχιάς της Γης γύρω από τον Ήλιο ονομάζεται εκλειπτική. Εκ του ορισμού αυτού, είναι προφανές ότι τόσο ο Ήλιος όσο και η Γη βρίσκονται πάνω στην εκλειπτική. Στην προέκταση της ζώνης της εκλειπτικής βρίσκονται όλοι οι 12 γνωστοί ζωδιακοί αστερισμοί οι οποίοι αποτελούνται από σχετικά λαμπρά αστέρια.

Πάνω ή κοντά στην εκλειπτική κινείται  Σελήνη, ακόμα πιο αργά (καθυστερεί κατά περίπου 13 μοίρες την ημέρα), διότι  επί πλέον περιφέρεται και γύρω από τη Γη διαγράφοντας μια πλήρη περιφορά σε 27.32 ημέρες (η περίοδος αυτή ονομάζεται αστρικός μήνας). Η τροχιά της έχει μικρή κλίση (~5 μοίρες) ως προς την εκλειπτική.

Και οι πλανήτες κινούνται πάνω ή κοντά στην εκλειπτική, αλλά πολύ πιο αργά.

Κατά την περιφορά της γύρω από τη Γη, η Σελήνη άλλοτε βρίσκεται διαμετρικά αντίθετα από τον Ήλιο και άλλοτε ανάμεσα στον Ήλιο και την Γη. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε Πανσέληνο, καθώς ο Ήλιος φωτίζει ολόκληρο το ορατό (από τη Γη) ημισφαίριο της Σελήνης. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε Νέα Σελήνη. Η περίοδος των φάσεων τα Σελήνης, π.χ. από Πανσέληνο σε Πανσέληνο ή, γενικά, για να επανέλθει στη ίδια φάση) ονομάζεται συνοδικός μήνας και διαρκεί 29.53 ημέρες (την περίοδο αυτή οι γεωργοί την ονομάζουν φεγγάρι). Αν κατά την Πανσέληνο ή τη Νέα Σελήνη, αυτή τύχει να βρίσκεται ακριβώς πάνω στην εκλειπτική, τότε είτε η Γη εμποδίζει το φως του Ήλιου να φωτίσει την επιφάνεια της Σελήνης και έχουμε έκλειψη Σελήνης είτε η Σελήνη εμποδίζει το φως του Ήλιου να φωτίσει τη Γη και έχουμε έκλειψη Ήλιου. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι εκλείψεις συμβαίνουν όταν τα τρία σώματα, ο Ήλιος, η Γη και η Σελήνη, ευθυγραμμίζονται. Επειδή αυτό συμβαίνει πάντα στο επίπεδο της τροχιάς της Γης γύρω από τον Ήλιο, το επίπεδο αυτό ονομάστηκε από τους αρχαίους προγονούς μας εκλειπτική: το επίπεδο στο οποίο ενίοτε εκλείπει ο Ήλιος ή η Σελήνη.

Οι παραπάνω γνώσεις για τις κινήσεις του Ήλιου, της Σελήνης, των πλανητών και των αστεριών ήταν γνωστές στην αρχαιότητα και τα φαινόμενα που εξαρτώνται από τις κινήσεις τους περιγράφονται ή προβλέπονται στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων!

Στην εμπρόσθια πλευρά του Μηχανισμού των Αντικυθήρων υπήρχαν επίσης δύο ανεξάρτητοι μεταξύ τους δείκτες (ένας για τον Ήλιο και ένας για τη Σελήνη). Ο δείκτης του Ήλιου έφερε πιθανώς ένα «χρυσούν σφαιρίον», το οποίο περιγράφεται στις επιγραφές που πλουσιοπάροχα έφερε ο Μηχανισμός. Χρησιμοποιώντας ένα στροφείο (χειριστήριο) και με τη βοήθεια του δείκτη αυτού, ο χειριστής μπορούσε να επιλέξει οποιαδήποτε ημέρα από τις 365 υποδιαιρέσεις που περιείχε η εξωτερική ετήσια κλίμακα της εμπρόσθιας πλευράς. Κάθε ημέρα, βέβαια, ο Ήλιος, καθώς κινείται προς τα πίσω (κατά μία μοίρα) ανάμεσα στα αστέρια, καταλαμβάνει μια διαφορετική θέση ανάμεσα στους ζωδιακούς αστερισμούς (βλέπε Σχήμα 6). Τη θέση αυτή «διάβαζε» ο χειριστής του Μηχανισμού στη εσωτερική ζωδιακή κλίμακα και έτσι γνώριζε ακριβώς (με ακρίβεια μιας μοίρας) σε ποιο αστερισμό και σε ποιο τμήμα αυτού βρισκόταν ο Ήλιος. O δείκτης της Σελήνης, ο οποίος έδειχνε τη θέση της στη ζωδιακή κλίμακα (με την ίδια ακρίβεια), έφερε επίσης ένα μικρό (ελάσσον), πιθανώς αργυρούν, σφαιρίον. Στο άκρον του δείκτη υπήρχε μια ημισφαιρική κοιλότητα εντός της οποίας υπήρχε μία μικρή περιστρεφόμενη σφαίρα, μισή λευκή και μισή μαύρη, που έδειχνε τις φάσεις της Σελήνης. Η σφαίρα αυτή έκανε μια πλήρη περιστροφή σε 29.53 ημέρες. Όταν φαινόταν το λευκό ημισφαίριο, ο Μηχανισμός ενημέρωνε τον χειριστή ότι  ήταν Πανσέληνος. Το μαύρο ημισφαίριο σήμαινε Νέα Σελήνη. Το Πρώτο και Τρίτο Τέταρτο της Σελήνης αντιπροσωπευόταν από μισό μαύρο και μισό άσπρο.

Επειδή η διάρκεια του έτους είναι 365.25 ημέρες (και όχι 365), κάθε τέσσερα χρόνια προσθέτουμε μία ημέρα. Ο Φεβρουάριος έχει 29 (αντί 28) ημέρες και το έτος έχει 366 ημέρες (δίσεκτα έτη). Βεβαίως, δεν ήταν δυνατό ο εξωτερικός ετήσιος κύκλος να έχει άλλοτε 365 και άλλοτε 366 υποδιαιρέσεις. Στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων, το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε με ένα πολύ απλό και έξυπνο τρόπο: Κάθε τέσσερα χρόνια ο χειριστής αποσπούσε την εξωτερική ετήσια κλίμακα και με τη βοήθεια του πείρου τη μετατόπιζε προς τα πίσω κατά μια οπή (μία ημέρα). Ο επόμενος χρόνος θα είχε πλέον 366 ημέρες… Με ένα τόσο απλό τρόπο ο χειριστή του Μηχανισμού των Αντικυθήρων, λάμβανε υπόψη τα  δίσεκτα έτη!

                              Η πίσω πλευρά του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Στην πίσω πλευρά υπήρχαν δύο ελικοειδείς κλίμακες (σπείρες). Η πάνω, με 5 έλικες, το συνολικό μήκος της οποίας διαιρείτο σε 235 τμήματα και η κάτω, με 4 έλικες, το συνολικό μήκος της οποίας διαιρείτο σε 223 τμήματα). Εσωτερικά, της πάνω ελικοειδούς κλίμακας υπήρχαν δύο μικρότερες κλίμακες με 4 υποδιαιρέσεις, ενώ εσωτερικά της κάτω κλίμακας υπήρχε ακόμα μία μικρότερη κλίμακα με 3 υποδιαιρέσεις (Σχήμα 12).

Σχήμα 12. Λεπτομέρεια των κλιμάκων της πίσω πλευράς. Εμφανίζεται τμήμα της κλίμακας του Μέτωνος (άνω) και τμήμα της κλίμακας του Σάρου (κάτω). Απεικονίζονται και οι δευτερεύουσες κλίμακες που αναφέρονται στο κείμενο.

Από το κέντρο όλων των κλιμάκων (2 ομόκεντρες κυκλικές στην εμπρόσθια πλευρά και 5 στην πίσω πλευρά (2 σπειροειδείς και 3 κυκλικές), διερχόταν άξονες οι οποίοι καθώς περιστρέφονταν κινούσαν τους δείκτες. Και οι 7 δείκτες ήταν μεταλλικά ελάσματα, με οξύληκτα –μυτερά- άκρα). Θεωρώντας ότι η περιστρεφόμενη σφαίρα της εμπρόσθιας πλευρά είναι και αυτή ένας δείκτης (δείχνει τις φάσεις της Σελήνης), στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων έχουν εντοπισθεί μέχρι σήμερα, συνολικά, 8 δείκτες.

Κατά την επιλογή της ημερομηνίας με τη βοήθεια του στροφείου και του δείκτη του Ήλιου που αναφέρθηκε παραπάνω, τουλάχιστον επτά άλλοι δείκτες κινούνταν και έδειχναν:

(α) Στη εμπρόσθια πλευρά, τη θέση της Σελήνης ανάμεσα στους ζωδιακούς αστερισμούς με ακρίβεια μιας μοίρας.

(β) Στην ίδια πλευρά, τη φάση της Σελήνης με τη βοήθεια του ελάσσονος σφαιρίου που αναφέρθηκε παραπάνω.

(γ) Στην πάνω ελικοειδή κλίμακα (σπείρα) της πίσω πλευράς, τη μηνιαία θέση της Σελήνης στον επονομαζόμενο κύκλο του Μέτωνος. Οι 235 υποδιαιρέσεις της έλικας αντιστοιχούν στους 235 συνοδικούς μήνες (φεγγάρια) της Σελήνης, που με αρκετά καλή προσέγγιση διαρκούν 19 έτη μείον ένα τέταρτο της ημέρας (6 ώρες). Την αντιστοιχία αυτή, πρώτος εντόπισε ο Μέτων ο Αθηναίος (5ος π.Χ. αιώνας). Κάθε 235 φεγγάρια η Σελήνη επανέρχεται στον ίδιο αστερισμό, και έχει την ίδια φάση. Ήταν πολύ σημαντική αυτή η πληροφορία για τους γεωργούς και τους ναυτικούς στην αρχαιότητα, οι οποίοι  μπορούσαν, όταν είχε Πανσέληνο, να συνεχίσουν τις εργασίες τους. Σήμερα, που υπάρχει το ηλεκτρικό ρεύμα η πληροφορία αυτή είναι ήσσονος σημασίας, καθώς με τη χρήση ενός διακόπτη, μπορούμε να φωτίσουμε το χώρο της εργασίας μας οποιαδήποτε ώρα της ημέρας. Η κλίμακα αυτή ονομάζεται «Σπείρα του Μέτωνος».

(δ) Εσωτερικά της Σπείρας του Μέτωνος (αριστερά στη μικρή κυκλική κλίμακα), ο δείκτης έδειχνε τον 76-ετή κύκλο του Καλλίππου. Κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα ο Κάλλιππος (από την Κύζικο της Μικράς Ασίας), έχοντας σπουδάσει υπό τον Εύδοξο τον Κνίδιο, στη Σχολή του Πλάτωνος και το Λύκειον του Αριστοτέλη διόρθωσε τον κύκλο του Μέτωνος, πολλαπλασιάζοντάς τον επί 4 και αφαιρώντας μία ημέρα (= 4×6 ώρες). Ο κύκλος του Καλλίππου διαρκεί 76 έτη και υπάρχει σαφής αναφορά για αυτόν στις επιγραφές του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Αν και η κλίμακα και ο δείκτης του Καλλίππου δεν έχουν βρεθεί, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι υπήρχε στο κατεστραμμένο τμήμα της σπείρας του Μέτωνος, (α) επειδή αναφέρεται στις επιγραφές και (β) η ύπαρξή του απαιτεί ένα πολύ απλό συρμό γραναζιών που να πολλαπλασιάζει τον κύκλο του Μέτωνος επί τέσσερα.

(ε) Εσωτερικά της Σπείρας του Μέτωνος (δεξιά στη μικρή κυκλική κλίμακα), τον 4-ετή κύκλο των Στεφανιτών Αγώνων. Ο δείκτης της κλίμακας αυτής έκανε μία περιστροφή κάθε τέσσερα έτη. Στις υποδιαιρέσεις υπήρχαν τα σύμβολα «5A», «5B», «5Γ», «5Δ». Το σύμβολο 5, σημαίνει έτος. Είναι προφανές ότι η κλίμακα αυτή αφορά ένα τετραετές ημερολόγιο. Σύντομα, περιμετρικά της κλίμακας διαβάστηκαν τα εγχάρακτα ονόματα των τεσσάρων σημαντικών στεφανιτώναθλητικών αγώνων της αρχαιότητας: ΟΛΥΜΠΙΑ, ΠΥΘΙΑ, ΝΕΜΕΑ, ΙΣΘΜΙΑ. Οι δύο πρώτοι είναι τετραετείς αγώνες. Οι άλλοι δύο είναι διετείς και το όνομά τους αναφέρεται δύο φορές (Σχήμα 12). Μεγάλη εντύπωση μας κάνει η αποκωδικοποίηση δύο ακόμα τετραετών αγώνων, οι οποίοι δεν θεωρούνταν ιδιαιτέρως σημαντικοί: τα ΝΑΑ (στην δωρική τους γραφή) – ονομάζονται και ΝΑΪΑ – και τα ΑΛΙΕΙΑ. Τα ΝΑΑ τελούνταν στη Δωδώνη (οι αγώνες του Ναού) και τα ΑΛΙΕΙΑ τελούνταν στη Ρόδο προς τιμή του Απόλλωνα Ήλιου.

(στ) Στην κάτω ελικοειδή σπείρα της πίσω πλευράς, την περίοδο επανάληψης των εκλείψεων, η οποία ονομάζεται κύκλος ή περίοδος του Σάρου, και διαρκεί 223 συνοδικούς μήνες (18 έτη,  11 ημέρες και 8 ώρες).  Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, για να έχουμε έκλειψη (Ηλίου ή Σελήνης) πρέπει ο Ήλιος, η Σελήνη και η Γη να βρίσκονται περίπου σε ευθεία γραμμή. Αυτό συμβαίνει τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο: όταν η Σελήνη βρίσκεται πάνω στην εκλειπτική και συγχρόνως απέναντι (σεληνιακή έκλειψη) ή σε σύνοδο (ηλιακή έκλειψη) με τον Ήλιο. Επειδή η διεύθυνση της παραπάνω ευθείας περιστρέφεται στον ουρανό και κάνει μια πλήρη περιστροφή σε 223 μήνες (περίοδος του Σάρου), εξυπακούεται ότι η διαδοχή των εκλείψεων επαναλαμβάνεται κάθε 223 μήνες. Ο κατασκευαστής του Μηχανισμού, γνωρίζοντας εκλείψεις του παρελθόντος είχε βαθμονομήσει τη σπείρα του Σάρου και έτσι ο χειριστής ήταν σε θέση να προβλέψει μελλοντικές εκλείψεις. Πράγματι, σε μερικές από τις 223 υποδιαιρέσεις (που αντιστοιχούσαν σε μήνες που έγιναν ή θα γίνουν εκλείψεις) υπάρχουν συμβολικές επιγραφές, που αναφέρουν το είδος της έκλειψης ηλιακή (Η) ή σεληνιακή (Σ) και την ώρα της έκλειψης (π.χ. ΙΒ – δηλ. 12 η ώρα)! Η ημέρα της έκλειψης ήταν αυτή που έδειχνε ο δείκτης του Ήλιου στην εμπρόσθια πλευρά του Μηχανισμού…

(ζ) Εσωτερικά της Σπείρας του Σάρου (στη μικρή κυκλική κλίμακα με τις 3 υποδιαιρέσεις), ο δείκτης έδειχνε τον 54-ετή κύκλο του Εξελιγμού. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο κύκλος του Σάρου διαρκεί 18 έτη, 11 ημέρες και 8 ώρες. Είναι προφανές ότι μετά από 18 έτη και 11 ημέρες αναμένεται να συμβεί η επόμενη έκλειψη, η οποία, όμως θα λάβει χώρα 8 ώρες, δηλαδή 1/3 της ημέρας αργότερα. Μετά από 8, όμως, ώρες, η Γη θα έχει περιστραφεί κατά 120° (1/3 μιας πλήρους περιστροφής) και επομένως η έκλειψη θα συμβεί 120° δυτικότερα από την προηγούμενη, όχι πάντως στον ίδιο τόπο. Στον ίδιο τόπο θα επανέλθει μετά από τρεις κύκλους του Σάρου και μία ημέρα. Η νέα αυτή περίοδος των εκλείψεων διαρκεί 54 έτη και ήταν γνωστή στην αρχαιότητα με το όνομα κύκλος του Εξελιγμού. Στη 2η και στην 3η υποδιαίρεση της κλίμακας του Εξελιγμού ήταν χαραγμένα τα σύμβολα Η και Ι6, που αντιστοιχούν στους αριθμούς 8 και 16. Η ακριβής ώρα της έκλειψης υπολογιζόταν με τη συνεργασία των ενδείξεων του δείκτη της σπείρας του Σάρου και του δείκτη του κύκλου του Εξελιγμού. Ο χειριστής έπρεπε να προσθέσει στην ώρα που ανέφερε η υποδιαίρεση της σπείρας του Σάρου, 8 ώρες ή 16 ώρες, αν ο δείκτης του Εξελιγμού βρισκόταν στη 2η ή στην 3η υποδιαίρεση, αντίστοιχα. Αν βρισκόταν στην 1η υποδιαίρεση, η ώρα που ανέφερε η υποδιαίρεση του Σάρου δεν χρειαζόταν καμία διόρθωση.

                                Οι επιγραφές του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Ακόμα και με σημερινά δεδομένα, είναι προφανές ότι ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων ήταν ένα εξαιρετικά περίπλοκο όργανο. Οι μπρούτζινες προστατευτικές πλάκες του Μηχανισμού των Αντικυθήρων ήταν καλυμμένες με επιγραφές που περιέγραφαν αστρονομικά φαινόμενα, τεχνικούς όρους και οδηγίες χρήσεως (βλέπε Σχήμα 13). Οι οδηγίες αυτές ήταν αναλυτικές και εκτεταμένες και μάλλον αποτελούσαν  ένα εγχειρίδιο χρήσεως (user’s manual) για τον χρήστη του Μηχανισμού. Εγχάρακτες επιγραφές και σύμβολα υπάρχουν σε κάθε ελεύθερη επιφάνεια του Μηχανισμού. Μέχρι σήμερα (Φθινόπωρο 2018) έχουν διαβαστεί περίπου 3500 γράμματα όλα, ανεξαιρέτως  της ελληνικής αλφαβήτου, τα οποία βεβαίως, σχηματίζουν λέξεις και προτάσεις, που αναφέρονται σε αστρονομικούς, γεωγραφικούς  και τεχνικούς όρους. Το ύψος των περισσοτέρων γραμμάτων είναι, κατά μέσο όρο, 2.17 χιλιοστά. Φαίνεται ότι ήταν σμιλευμένα με πολύ λεπτά εργαλεία.

Μία λεπτομερής μελέτη όλων των μέχρι σήμερα αποκωδικοποιημένων επιγραφών δημοσιεύθηκε πρόσφατα σε ένα πολυσέλιδο τόμο (Almagest, 2016). Στην πολύ προσεκτική αυτή μελέτη χρησιμοποιήθηκαν οι κανόνες της Σύμβασης του Leiden.

Σχήμα 13. Επιγραφές από την εμπρόσθια προστατευτική πλάκα. Αναφέρονται στην κίνηση των εσωτερικών πλανητών, ιδιαιτέρως στην αποχή αυτών από τον Ήλιο.

Η συμβολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στη διερεύνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, αναγνωρίζοντας την αξία και τη σπουδαιότητα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων για την ανάδειξη της επιστημονικής και τεχνολογικής κληρονομιάς της χώρας μας, θέσπισε το 2008 μία υποτροφία για την εκπόνηση Διδακτορικής Διατριβής για το Μηχανισμό των Αντικυθήρων. Η Διδακτορική αυτή διατριβή εκπονήθηκε και περατώθηκε το 2016  στο Τμήμα Φυσικής της Σχολής θετικών Επιστημών, με έδρα στο Εργαστήριο Αστρονομίας του Τομέα Αστροφυσικής, Αστρονομίας και Μηχανικής. Ήταν η πρώτη Διδακτορική Διατριβή, παγκοσμίως, για το Μηχανισμό των Αντικυθήρων. Μια δεύτερη Διατριβή, υποστηρίχθηκε επιτυχώς φέτος στον Τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής (η δεύτερη παγκοσμίως).

Κατά την τελευταία δεκαετία, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο δραστηριοποιείται μια ισχυρή ερευνητική ομάδα που μελετά συστηματικά το Μηχανισμό των Αντικυθήρων με πολυάριθμες δημοσιεύσεις σε έγκριτα διεθνή περιοδικά. Η ισχύς της ομάδας οφείλεται στο γεγονός ότι είναι διεπιστημονική και προσεγγίζει και μελετά το Μηχανισμό από πολλές πλευρές, αστρονομική, αρχαιολογική και μηχανολογική.

Στο πλαίσιο αυτής της μελέτης, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο κατασκευάζονται τα πλέον πιστά τριδιάστατα ομοιώματα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων (Efstathiou 2018), τα οποία κοσμούν διάφορα Μουσεία στο εσωτερικό ή το εξωτερικό, προβάλλοντας με τον καλύτερο τρόπο τόσο την επιστημονική όσο και την τεχνολογική κατάρτιση των αρχαίων Ελλήνων.

Βεβαίως υπάρχει σημαντικός αριθμός μεμονωμένων ερευνητών σε άλλα Πανεπιστήμια του εσωτερικού ή εξωτερικού, οι οποίοι μελετούν το Μηχανισμό ατομικά. Με τους ερευνητές αυτούς υπάρχει συνεχής συνεργασία, τόσο σε θεωρητικές γνώσεις όσο και σε τεχνικές ανάλυσης των δεδομένων.

Ανταποκρινόμενη  η Ομάδα Διερεύνησης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων (που αναφέρθηκε παραπάνω) στην πιεστική αναζήτηση πληροφοριών σχετικών με την πρόοδο της μελέτης, έχει δημιουργήσει την ιστοσελίδα: Antikythera Mechanism Research Project για την ενημέρωση του κοινού και των ειδικών. Η ιστοσελίδα ανανεώνεται περιοδικά και περιλαμβάνει τελευταία νέα, απαντήσεις σε βασικά ερωτήματα, άρθρα, εικόνες, βίντεο και άλλες πληροφορίες.

Από τη σύντομη αυτή περιγραφή, είναι προφανές ότι ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων αποτελεί ένα σημαντικότατο τεκμήριο για τις ικανότητες των αρχαίων Ελλήνων. Λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες της εποχής, θα μπορούσε εύκολα να καταταχθεί ισοδύναμα μεταξύ των επτά θαυμάτων της αρχαιότητας, δεδομένου ότι, κατά τη γνώμη μου, η γνώση που απαιτείται είναι σαφώς υψηλότερου επιπέδου και η κατασκευή του σαφώς δυσκολότερη από τις αντίστοιχες  για το Φάρο της Αλεξάνδρειας ή το Ναό της Αρτέμιδος στη Έφεσο. Αποτελεί μοναδική μαρτυρία για τις εξαιρετικές μαθηματικές, γεωμετρικές, μηχανολογικές, τεχνικές και ιδιαιτέρως αστρονομικές δεξιότητες των αρχαίων Ελλήνων πριν 2000 χρόνια. Ακόμα και σήμερα, σε ένα κόσμο προηγμένης τεχνολογίας, στεκόμαστε με δέος μπροστά στις ευφυείς προσομοιώσεις που περιέχει  και τις εκπληκτικές θεωρητικές γνώσεις του πολιτισμού που τις επινόησε.

 

 Γιάννης Σειραδάκης – ΘΑΛΗΣ + ΦΙΛΟΙ

Ο Ιωάννης – Χιου Σειραδάκης είναι Ομότιμος Καθηγητής Αστροφυσικής
του Τμήματος Φυσικής του ΑΠΘ και σημαίνον στέλεχος
της Ομάδας Διερεύνησης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹    Μικρές διαφορές που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης: (α) Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως κατά τον Απρίλιο τα σφουγγαράδικα πρέπει να όδευαν προς τις ακτές της Αφρικής και είναι απίθανο να «έκαναν αμέσως πανιά για τη Σύμη». (β) Ο δύτης που ανακάλυψε το ναυάγιο των Αντικυθήρων και απέσπασε και έφερε στην επιφάνεια το χάλκινο βραχίονα ήταν ο Ηλίας Λυκοπάντης με το ψευδώνυμο Σταδιάτης (και όχι «Σταδιώτης»). Αυτό επιβεβαιώθηκε όταν το 2006 ο Ξενοφών Μούσας και ο συγγραφεύς συνάντησαν στη Ρόδο την ανιψιά του, η οποία μας είπε επίσης ότι, μετά την ανακάλυψη, ο θείος της δεν επέτρεπε σε κανένα να αγγίξει το χάλκινο βραχίονα και ότι κοιμόταν με αυτόν στην κουκέτα του, έως ότου επέστρεψαν στη Σύμη. (γ) Είναι εξαιρετικά απίθανο, ο δύτης να φορούσε στολή. Θα ήταν πολύ άβολο να ψαρεύει θαλασσινά με στολή δύτη. Είναι πιθανότερο να είχε βουτήξει για να δοκιμάσει μία καινούργια στολή ή για να δείξει τη χρήση της σε ένα αρχάριο και άπειρο νεαρό δύτη. Βεβαίως, είναι επίσης πιθανόν να βούτηξε για θαλασσινά, να ανακάλυψε το ναυάγιο και αμέσως μετά φόρεσε τη στολή για καλύτερη διερεύνηση του ναυαγίου. (δ) Ο Ηλίας Λυκοπάντης ήταν ο πιο έμπειρος δύτης, αλλά δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι ήταν ο καπετάνιος του δεύτερου σκάφους. (ε) Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα τα δύο πλοία δεν απέπλευσαν για τη Σύμη, αμέσως μετά την ανακάλυψη. Ταξίδεψαν πρώτα έως την ακτή της Αφρικής για να συλλέξουν σφουγγάρια. Αυτό έχει νόημα, αλλιώς θα υπήρξε πολλή σημαντική καθυστέρηση, επτά μηνών, μεταξύ της επανόδου (από την Αφρική) των σκαφών στη Σύμη (προς το τέλος του Απριλίου) και την ανακοίνωση της ανακάλυψης στον (Κυθήριο) Υπουργό Παιδείας, κ. Σπυρίδωνα Στάη, στις 6 Νοεμβρίου 1900, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του τύπου.

² Ο Derek de Solla Price, στην εργασία που αναφέρεται παραπάνω, αναφέρει ότι οι σφουγγαράδες απέπλευσαν αμέσως μετά την ανακάλυψη του ναυαγίου για τη Σύμη. Η πληροφορία αυτή αντιτίθεται στις πληροφορίες που μας έδωσαν παλαιοί Συμιακοί σφουγγαράδες ή οι απόγονοι αυτών, δηλαδή ότι η αλιευτική περίοδος των σφουγγαριών άρχιζε κατά τον Απρίλιο, όταν ο καιρός βελτιωνόταν και κρατούσε μέχρι το Φθινόπωρο. Οι πληροφορίες αυτές μας δόθηκαν στις 31 Αυγούστου 2008, όταν η ερευνητική ομάδα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων μετέβη στη Σύμη για να αποτίνει φόρο τιμής στους Συμιακούς δύτες του 1900, ένας εκ των οποίων πέθανε και δύο έμειναν παράλυτοι κατά την ενάλια ανασκαφή από την (άγνωστη τότε) ασθένεια των δυτών.                                                              

                                                                ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Λυκούδης, Στ. (1950), “Αρχαιολογικά Σημειώματα. Ο περίφημος θησαυρός της νήσου των Αντικυθήρων”. Επιθεώρηση Ήλιος, 345, 563.

Ρεδιάδης, Π. (1903). Άρθρο στον τόμο Σβορώνος. I.N. (1903), “Ὁ Θησαυρὸς τῶν Ἀντικυθήρων”, Beck & Barth, Athens, 44-52.

Allen, M., Ambrisco, W., Anastasiou, M., Bate, D., Bitsakis, Y., Crawley, A., Edmunds, M.G., Gelb, D., Hadland, R., Hockley, P., Jones, A., Malzbender, T., Mangou, H., Moussas, X., Ramsey, A., Seiradakis, J.H., Steele, J.M., Tselikas, A. & Zafeiropoulou M., (2016), “General Preface to the Inscriptions” in Almagest VII, 1.

Almagest (2016), “The Inscriptions of the Antikythera Mechanism”, VII,1.

Dumas, F. (1976) “30 Centuries Under the Sea: Exciting underwater explorations by Jacques Cousteau’s Associates”, Crown Publishers Inc, N.York

Efstathiou, K., Basiakoulis, A., Efstathiou, M., Anastasiou, M. & Seiradakis, J. H. (2012), “Determination of the gears geometrical parameters necessary for the construction of an operational model of the Antikythera Mechanism” Mech. Mach. Theory, 52, 219-231.

Efstathiou, K. & Efstathiou M. (2018), “Celestial gearbox”, ASME, 140, 31-33.

Efstathiou, M., Basiakoulis, A., Efstathiou, K., Anastasiou, M., Boutbaras P. & Seiradakis J.H. (2013), “The Reconstruction of the Antikythera Mechanism” International Journal of Heritage in the Digital Era, 2, 306–334.

Freeth, T., Bitsakis, Y., Moussas, X., Seiradakis, J.H., Tselikas, A., Mangou, H., Zafeiropoulou, MM., Hadland, R., Bate, D., Ramsey, A., Allen, M., Crawley, A., Hockley, P., Malzbender, T., Gelb, D., Ambrisco, W.  &  Edmunds, M.G. (2006), “Decoding the ancient Greek astronomical calculator known as the Antikythera Mechanism”, Nature, 444, 587–91.

Freeth, T., Bitsakis, Y., Moussas, X., Seiradakis, J.H., Tselikas, A., Mangou, H., Zafeiropoulou, M., Hadland, R., Bate, D., Ramsey, A., Allen, A., Crawley, A., Hockley, P., 34. Freeth, T., Jones, A., Steele, J. M. & Bitsakis, Y. (2008) “Calendars with Olympiad display and eclipse prediction on the Antikythera Mechanism” Nature, 454, 614-617.

Goode, Samuel (1875), “Mance’s Heliograph, or Sun-Telegraph”, The Journal of the Royal United Service Institution, 19, 533-548.

Iversen P. (2017) “The calendar of the Antikythera Mechanism and the Corinthian family of calendars” Hesperia, 86, 129-203.

Jones, A. (2017), A Portable Cosmos (Oxford Univ. Press, New York).

Rehm, A. (1905) “Meteorologische Instrumente der Alten” (unpublished manuscript), Bayerische Staatsbibliothek, Rehmiana III/7.

Seiradakis, J.H. & Edmunds, M.G. (2018), “Our current knowledge of the Antikythera Mechanism” Nature Astronomy, 2, 35–42.

De Solla Price, D. (1959), “An Ancient Greek Computer”, Scientific American, June 1959, 60-67.

de Solla Price, D. (1974), “Gears from the Greeks: The Antikythera Mechanism – A calendar computer from ca. 80 BC”. American Philosophical Society, Transactions, N.S., 64.7.

Theophanidis, I. (“Jean Théophanidis“) (1934), “Sur l‘instrument en cuivre dont les fragments

se trouvent au Musée Archéologique d‘Athènes et qui fut retiré du fond de la mer

d‘Anticythère en 1902“, Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, 9, 140-149.

Tselekas, P.  (2012), “The coins” in The Antikythera Shipwreck. The Ship, the Treasures, the Mechanism — Exhibition Catalogue (eds Kaltsas, N., Vlachogianni, E. & Bouyia, P.) 216-226 (National Archaeological Museum, Athens).

Wright, M.T., Bromley, A.G., Mangou, H. (1995), “Simple X-Ray Tomography and the Antikythera Mechanism”, PACT, 45, 531-543.

Wright, M.T., Bromley, A.G. (1997), “Current Work on the Antikythera Mechanism”, Ancient Greek Technology. 1st Inernational Conference. Proceedings, Thessaloniki, 19-25.

Wright, M.T. (2004), “The Scholar, the Mechanic and the Antikythera Mechanism: Complementary Approaches to the Study of an Instrument”, Bulletin of the Scientific Instrument Society, 80, 4-11.

Wright, M.T. (2005), “Counting Months and Years: The Upper Back Dial of the Antikythera Mechanism”, Bulletin of the Scientific Instrument Society, 87, 8-13.

Wright, M. T. (2006), “The Antikythera Mechanism and the Early History of the Moon-Phase Display”, Antiquarian Horology, 29, 319-329.

Wright, M.T. (2011), “The Antikythera Mechanism: Reconstruction as a Medium for Research and Publication”, in Staubermann, K. (ed.), Reconstructions: Recreating Science and Technology of the Past, Edinburgh, 1-20.

Wright, M.T. (2012), “The Front Dial of The Antikythera Mechanism”, Springer Science + Business Media, Dordrecht.

Wright, M. T. (2013), “The Antikythera Mechanism: Compound Gear-Trains for Planetary Indications” in Almagest IV, 2.

15ο Εθνικό Συνέδριο Χαρτογραφίας 2018: Η Χαρτογραφία των Κρίσεων

15ο Εθνικό Συνέδριο Χαρτογραφίας 2018: Η Χαρτογραφία των Κρίσεων

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι κρίσεις δεν είναι ένα φαινόμενο σπάνιο ή ιδιαίτερο, αποτελούν οργανικό τμήμα και συστατικό των ανθρώπινων κοινωνιών. Κρίση είναι η φτώχεια, η ανεργία, η κοινωνική ανισότητα, ο διαχωρισμός, οι αρρώστιες, οι πόλεμοι, η περιβαλλοντική υποβάθμιση και οι φυσικές καταστροφές. Ειδικότερα τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, αλλά και σ’ όλο τον κόσμο, υπάρχει μία ένταση των κρίσεων σε όλα τα επίπεδα (κοινωνία, περιβάλλον, οικονομία). Παράλληλα η Χαρτογραφία εξελίσσεται και δεν παραμένει απλός θεατής των κρίσεων αυτών. Ήδη από τον 16ο αιώνα, (π.χ. με τις πρώτες θεματικές χαρτογραφήσεις πολιορκίας πόλεων και πολεμικών επιχειρήσεων) και στη συνέχεια με την γεωχωρική απεικόνιση κοινωνικών και οικονομικών δραστηριοτήτων συμμετέχει ενεργά και συμβάλλει, σε επιστημονικό αλλά και κοινωνικό επίπεδο, στην καλύτερη κατανόηση, ανάλυση και αποτύπωση των κρίσεων αυτών και κατά συνέπεια στις διαδικασίες πρόληψης, αντιμετώπισης και αποκατάστασης των συνεπειών τους. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται το αντικείμενο που θέλει να αναδείξει το 15ο Συνέδριο της ΧΕΕΕ, την Χαρτογραφία ως μία σύνθετη και διαθεματική επιστήμη με έντονη συμβολή στην κατανόηση του τρόπου λειτουργίας της κοινωνίας μας και την δυνατότητα να αναλύει και να προβάλλει εποπτικά την πολλαπλότητα και τις διακυμάνσεις των εμπλεκόμενων παραμέτρων στον γεωχώρο.

 

Πληροφορίες και εγγραφές στην ιστοσελίδα του συνεδρίου

Dušan T. Bataković: Η Σερβική εξέγερση του 1804. Μια Γαλλική Επανάσταση Βαλκανικών προδιαγραφών

Dušan T. Bataković

  Η Σερβική εξέγερση του 1804. Μια Γαλλική Επανάσταση      

  Βαλκανικών προδιαγραφών  

 

Η πρώτη, κατά σειρά, βαλκανική εξέγερση της εποχής των εθνικισμών έλαβε χώρα στη Σερβία. Σε κανένα άλλο σημείο των ευρωπαϊκων κτήσεων της οθωμανικής επικράτειας η κεντρική διοίκηση δεν υπήρξε τόσο αδύναμη και η ξένη επιρροή τόσο ισχυρή, όσο σε αυτή την όμορη με την αυτοκρατορία των Αψβούργων βόρεια επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στη συμβολή των ποταμών Δούναβη και  Σάβου. Συχνοί πόλεμοι, αναγκαστικές εκτοπίσεις πληθυσμών και τιμωρητικές εκστρατείες κατά μήκος των ρευστών συνόρων ανάμεσα στις δυο αυτοκρατορίες, ενίσχυσαν, εν τέλει, τους δεσμούς μεταξύ των ορθοδόξων Σέρβων, παρά τις διαφορές (πολιτικές είτε κοινωνικές) των καθεστώτων, στα οποία υπάγονταν.¹

Σε ένα πρώϊμο στάδιο, η εξέγερση πραγματοποιήθηκε από χωρικούς εναντίον των τοπικών γενίτσαρων. Ωστόσο, ο εθνικός της χαρακτήρας άρχισε σταδιακά να διαμορφώνεται από το 1805 και κατόπιν, καθώς χρησιμοποίηθηκε, ως σύμβολο, ο θυρεός του μεσαιωνικού βασιλικού οίκου των Νεμάνια (Nemanjić) , ο οποίος μεταξύ των ετών  1166 και 1371 παρήγαγε έντεκα Σέρβους μονάρχες, ενώ οι συνεδριάσεις του πρώτου Κυβερνητικού Συμβουλίου (Praviteljtvujušči sovjet) του 1805, πραγματοποιήθηκαν κάτω από την εικόνα του αυτοκράτορα Στεφάνου Δουσάν (1331-1355) στο  Smederevo, “την πρωτεύουσα των δεσποτών και των αυτοκρατόρων μας”. Οι επίσημες επιστολές και πράξεις του ηγέτη της εξέγερσης, Karađorđe Petrović, ιδρυτή της δυναστείας των  Karađorđević, προς τους τοπικούς στρατιωτικούς διοικητές, οι διακηρύξεις καθώς και η αλληλογραφία, την οποία αντάλλαξε με εκπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων, κατέληγαν με τη φράσηστο όνομα σύσσωμου του Σερβικού έθνους”.²

Άποψη του Βελιγραδίου, γερμανικό έγχρωμο χαρακτικό του τέλους του 18ου αιώνα.

Μια αλληλουχία επιτυχιών σε βάρος του τακτικού οθωμανικού στρατού είχε ανυψώσει αισθητά το ηθικό των Σέρβων επαναστατών. Επρόκειτο για τις μάχες του  Ivankovac (1805), του Mišar και του  Deligrad (1806) καθώς και για την κατάληψη του ιδίου του Βελιγραδίου, της σημαντικότερης, δηλαδή, οχυρής θέσης της ευρύτερης περιοχής (Ιανουάριος 1807). Σε μια έκκληση προς τον τσάρο της Ρωσίας, αναφερόταν χαρακτηριστικά πως σε περίπτωση αποστολής ρωσικών ενισχύσεων στα Βαλκάνια, “όλοι οι Σέρβοι της Σερβίας, Βοσνίας, Ερζεγοβίνης, Μαυροβουνίου και Αλβανίας θα ένωναν με ενθουσιασμό τις δυνάμεις τους, συγκροτώντας έναν ισχυρό στρατό 200.000 ανδρών”.³

Ωστόσο, οι παραπάνω πολιτικές διεκδικήσεις στηρίζονταν σε μια αδιάκοπη επαφή και συνεργασία με αντίστοιχες εξεγέρσεις ενάντια στην οθωμανική διοίκηση, τις οποίες είχαν οργανώσει διάφορες Σερβικές φατρίες τόσο στην Ερζεγοβίνη όσο και στο Μαυροβούνιο. Ήδη από καιρό, υπήρχε στρατιωτικός συντονισμός με τον ηγέτη του Μαυροβουνίου, πρίγκιπα-επίσκοπο του Μαυροβουνίου  Petar I Petrović-Njegoš, ο οποίος θεωρούσε τους υπηκόους του ως “ανήκοντες στο έθνος των Σέρβων”.⁴ Την επομένη της ήττας των οθωμανικών στρατευμάτων από τους Μαυροβούνιους το 1796 (μάχες του  Krusi και Martinići), το ημι-αυτόνομο καθεστώς των τελευταίων ενισχύθηκε περαιτέρω, με προοπτικές ακόμη πιο δυναμικής και σημαίνουσας συμμετοχής σε μελλοντικά αντι-οθωμανικά κινήματα.

Petar I Petrović-Njegoš, πρίγκιπας-επίσκοπος του Μαυροβουνίου (1748-1830).

Κατά το αρχικό στάδιο της εξέγερσης στη Σερβία, το μικροσκοπικό Μαυροβούνιο, εν μέρει εξαιτίας της εμπλοκής Ρώσων απεσταλμένων, παρέμεινε, σε γενικές γραμμές, αδρανές. Παρά ταύτα, μια αλυσίδα από ξεσηκωμούς τοπικής εμβέλειας παρατηρήθηκαν στο σαντζάκι του Novi Pazar, μια στενή λωρίδα γης, η οποία χώριζε το πασαλίκι [πρόκειται για οθωμανική διοικητική διαίρεση, αντίστοιχη της σημερινής περιφέρειας] του Βελιγραδίου από τα βουνά του Μαυροβουνίου. Στα όπλα προσέφυγαν και φατρίες Σέρβων από τη γειτονική Ερζεγοβίνη (Drobnjaci, Nikšići, Bjelopavlići  και Moračani). Άλλες από το Μαυροβούνιο (Kuči και Piperi) και από την ορεινή Αλβανία (Klimenti ή Kelmendi) ξεσηκώθηκαν, με στόχο να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη αυτονομία έναντι της κεντρικής εξουσίας. Στο διοικούμενο με σιδηρά πυγμή από τοπικούς Αλβανούς πασάδες Κοσσυφοπέδιο, παρατηρήθηκαν σημεία αναταραχής στις τάξεις του εκεί Σερβικού πληθυσμού, ένα μέρος του οποίου έσπευσε να επανδρώσει τις δυνάμεις του Karađorđe.

Ήδη από το 1804, είχαν ξεκινήσει στην Ερζεγοβίνη οι επιθέσεις εναντίον της υπό οθωμανικό έλεγχο πόλης Podgorica από την φατρία των Drobnjaci. Ένα χρόνο αργότερα, το 1805, η κατάσταση εξελίχθηκε σε εξέγερση διαρκείας, η οποία ανακόπηκε μόνο όταν οι οθωμανικές αρχές της περιοχής συνέλαβαν ως ομήρους, μέλη των οικογενειών της συγκεκριμένης φατρίας.⁶ Σε προκήρυξη, που απέστειλε το 1806 προς τους εξεγερθέντες της Ερζεγοβίνης, ο Karađorđe τους καλούσε να ενώσουν τις δυνάμεις τους με τις δικές του “για τις εκκλησίες και τα μοναστήρια μας, για την απελευθέρωση της μητέρας πατρίδας”. Ταυτόχρονα, σε επιστολή του προς τον πρίγκιπα-επίσκοπο του Μαυροβουνίου, έκανε λόγο για συγκρότηση ενός κοινού κράτους, με διακριτικό γνώρισμα την ορθόδοξη πίστη και το Σερβικό αίμα. Τους παρότρυνε να γίνουν μαζί με τους Σέρβους “ένα σώμα, μια καρδιά και μια ψυχή”.⁷ Ανταποκρινόμενα στην έκκληση, τα στρατεύματα του Μαυροβουνίου προσέβαλαν μια σειρά από οθωμανικά οχυρά κατά μήκος της μεθορίου μεταξύ Σερβίας και Μαυροβουνίου. Η πολυπόθητη ένωση δεν κατόρθωσε τελικά να επιτευχθεί υπό ευνοϊκές συνθήκες, δηλαδή ενόσω διαρκούσε η προέλαση του Karađorđe στο γειτονικό σαντζάκι του Novi Bazar το 1809. Η αιφνιδιαστική, τότε, εκδήλωση επίθεσης από τους Οθωμανούς στο νότιο μέτωπο, ανάγκασε τους Σέρβους να αποσύρουν τα στρατεύματά τους από εκεί.

Το όραμα των Σέρβων επαναστατών, μείγμα σύγχρονου ρεαλισμού και ρομαντικού παρορμητισμού με ιστορικές καταβολές, προσέβλεπε στην ανασύσταση του μεσαιωνικού Σερβικού κράτους, το οποίο είχε σταδιακά πάψει να υφίσταται έπειτα από τη μάχη του Κοσσυφοπεδίου (1389). Ο Jovan Rajić, κύριος εκφραστής της ιστορικής μοναστικής παράδοσης, είχε επιλέξει ως πρότυπο την αυτοκρατορία του Στεφάνου Δουσάν, παρά το ότι το κέντρο της τελευταίας βρισκόταν νοτιότερα, μεταξύ Κοσσυφοπεδίου και Σκοπίων. Το τετράτομο έργο του Rajić “Ιστορία των διαφόρων Σλαβικών Εθνών, Βουλγάρων, Κροατών και Σέρβων”, που δημοσιεύθηκε μεταξύ των ετών 1794 και 1795 στη Βιέννη, εξελίχθηκε σε πραγματικό πυλώνα της Σερβικής εθνικής ιδεολογίας των αρχών του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με μια μαρτυρία του 1806, προερχόμενη από έναν Οθωμανό κρατούμενο σε Σερβική

Ο Jovan Rajić (1726-1801).
Η τετράτομη “Ιστορία των διαφόρων Σλαβικών Εθνών, Βουλγάρων, Κροατών και Σέρβων”.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

φυλακή, το διακύβευμα για τους εξεγερθέντες είχε ως ακολούθως: «Όπως κάποτε ο βασιλέας [πρίγκιπας] Λάζαρος μετέβη στο Κοσσυφοπέδιο [το 1389, προκειμένου να αναμετρηθεί με τους Οθωμανούς], έτσι όλοι οι Σέρβοι θα επανέλθουν εκ νέου στην ίδια περιοχή. Κάνουν συνεχώς χρήση βιβλίων σχετικών με την ιστορία τους [πρόκειται για την Ιστορία του Jovan Rajić] και ειδικότερα εκείνη του προαναφερθέντα βασιλέα [πρίγκιπα Λαζάρου], που στο νου τους αποτελεί πηγή έμπνευσης και προτροπής για εξέγερση”.⁸

Οι επαναστάτες χωρικοί στερούνταν ισχυρής πνευματικής καθοδήγησης. Ο κυριότερος ιδεολόγος, στην περίπτωση, ήταν ο ιερέας  Matija Nenadović, άτομο, το οποίο διακατεχόταν από Σερβικές μεσαιωνικές παραδόσεις. Το παραπάνω κενό καλύφθηκε από πολιτική υποστήριξη, προερχόμενη από την πεφωτισμένη Σερβική διανόηση της γειτονικής αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Ήδη από το 1790, οι Σέρβοι κάτοικοι των νοτίων επαρχιών της αυτοκρατορίας των Αψβούργων (πρόκειται για τη σημερινή Vojvodina), θεωρούσαν υποχρέωση να παρέχουν πολιτική και ιδεολογική υποστήριξη σε ολόκληρο το Σερβικό εθνικό κίνημα, με σημαία τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ήταν δε τόσο ενθουσιώδης η συστράτευσή τους, ώστε προκάλεσε εύλογο προβληματισμό στις Αυστριακές τοπικές αρχές. Οι μυστικοί δεσμοί παγιώθηκαν εκατέρωθεν των συνόρων μέχρι σημείου προμήθειας οπλισμού και πολεμοφοδίων, με σκοπό την ενίσχυση της επανάστασης. Υφιστάμενοι, με τη σειρά τους, τις καταπιεστικές πρακτικές της διοίκησης των Αψβούργων, οι Σέρβοι της νοτίου Ουγγαρίας όχι μόνο επικρότησαν την εξέγερση, αλλά άρχισαν να συνδέουν το δικό τους μέλλον με την προοπτική δημιουργίας ενός ανεξάρτητου και κυρίαρχου Σερβικού κράτους.⁹

Dositej Obradović (1739-1811).

Ο επονομαζόμενος “Σέρβος Βολταίρος” ποιητής Dositej Obradović, συνέθεσε μια ωδή, η οποία έμελλε να χρησιμεύσει ως ύμνος των επαναστατών: “Σήκω Σερβία/ αγαπημένη μητέρα όλων μας/ για να ξαναγίνεις αυτό που υπήρξες κάποτε/ τα τέκνα σου κλαίνε για σένα/ πολεμούν γενναία για σένα”.¹º Παρακάτω στο ίδιο ποίημα, ο Obradović επισημαίνει πως η εξέγερση των Σέρβων αναπτέρωσε τις ελπίδες για απελευθέρωση της Βοσνίας, της Ερζεγοβίνης, του Μαυροβουνίου “και άλλων γειτονικών περιοχών, θαλασσών και νήσων”. Την ίδια στιγμή που επικαλούνταν το μεσαιωνικό κράτος του Στεφάνου Ντουσάν, οι Σέρβοι διανοούμενοι σχεδίαζαν νέες εδαφικές διεκδικήσεις, με γνώμονα τη σύγχρονη, για την εποχή εκείνη, αντίληψη της εθνικής ταυτότητας, που συνεπαγόταν εννιαία γλώσσα καθώς και κοινές θρησκευτικές, πολιτισμικές και ιστορικές καταβολές και παραδόσεις. Όμως, πρώτος ο Obradović αναγνώρισε ως κυρίαρχο διακριτικό γνώρισμα εθνικής ταυτότητας τη γλώσσα, που, με τη σειρά της, ήταν σε θέση να σφυρηλατήσει θρησκευτικούς δεσμούς. Όπως χαρακτηριστικά υποστήριζε, “η επικράτεια, όπου η Σερβική γλώσσα χρησιμοποιείται, δεν είναι μικρότερη  από εκείνη της Γαλλίας ή της Αγγλίας, στο ποσοστό που μπορεί κανείς να παραβλέψει ορισμένες ανεπαίσθητες διαφορές σε επίπεδο προφοράς. Ανάλογες διαφορές εντοπίζονται σε όλες τις υπόλοιπες γλώσσες […] Οσάκις αναφέρομαι σε πληθυσμούς, οι οποίοι κατοικούν στα συγκεκριμένα βασίλεια και στις συγκεκριμένες επαρχίες, εννοώ τα μέλη της Ελληνικής και της Λατινικής Εκκλησίας δίχως να εξαιρώ ακόμα και Τούρκους [Βόσνιους Μουσουλμάνους]  της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης, στο ποσοστό που το θρήσκευμα και η πίστη μπορούν να αλλάξουν.Όμως η φυλή και η γλώσσα ουδέποτε μπορούν.¹¹

Στο ίδιο πάντοτε πνεύμα, ο κόμης  Sava Tekelija, ευκατάστατος Σέρβος προύχοντας από την Ουγγαρία, δημοσίευσε το 1805 στη Βιέννη, σε 2000 αντίτυπα, έναν “Γεωγραφικό χάρτη της Σερβίας, Βοσνίας, Ντουμπρόβνικ, Μαυροβουνίου και όμορων περιοχών”. Τα πρώτα 500 είχαν ως αποδέκτες τους ηγέτες της εξέγερσης μέσα στην ίδια τη Σερβία. Μάλιστα, ο Tekelija στράφηκε και προς τους Αυστριακούς και Γάλλους κυβερνώντες (παρά το γεγονός ότι ως φυσικός σύμμαχος των Σέρβων εθεωρείτο ανέκαθεν η τσαρική Ρωσία) και ζήτησε τη συνδρομή τους για μια ανασύσταση ενός Σερβικού κράτους, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πυρήνας μιας ακόμη πιο διευρυμένης πολιτικής οντότητας. Σε υπόμνημα, που απέστειλε το 1804 προς τον μόλις ενθρονισθέντα αυτοκράτορα Ναπολέοντα Α΄, πρότεινε την ίδρυση ενός αχανούς βασιλείου της Ιλλυρίας, το οποίο θα συμπεριλάμβανε στο σύνολο σχεδόν των Σερβικών και γενικότερα Σλαβικών πληθυσμών της Βαλκανικής. Ανάλογη πρόταση απηύθυνε, ένα χρόνο αργότερα, προς τον αυτοκράτορα των Αψβούργων Φραγκίσκο Α΄.¹²

Η Σερβία του Karađorđe το 1809.

Πάντοτε σύμφωνα με τον Tekelija, το περίφημο αυτό βασίλειο της Ιλλυρίας, απαρτιζόμενο κατά κύριο λόγο από Σέρβους, ως την κυρίαρχη σλαβική εθνότητα στα Βαλκάνια, θα ήταν σε θέση να συμβάλλει στη εν γένει σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής. Εκτεινόμενο από την Αδριατική έως τη Μαύρη Θάλασσα, θα λειτουργούσε ως ανάχωμα έναντι του Ρωσικού και του Αυστριακού επεκτατισμού. Συνεπώς η Ευρώπη όφειλε να εγγυηθεί “τη σημαίνουσα θέση και την επιτυχή συνέχειαενός έθνους, που διέθετε όλες τις προδιαγραφές προκειμένου να προσφέρει αυτή την σταθερότητα. “Σήμερα”, ανέφερε ο Tekelija στο υπόμνημά του προς τον Ναπολέοντα Α΄, “ένα τέτοιο έθνος έχει εξεγερθεί, αποτινάσσοντας τον ζυγό, τον οποίο ουδέποτε, πλέον, είναι διατεθειμένο να αποδεχθεί εκ νέου για οποιοδήποτε λόγο. Πρόκειται για ένα Σερβικό έθνος, στο ποσοστό που περιοριστεί κάποιος μόνο σε όσους κατοικούν εντός της Σερβικής επικράτειας […] Όταν, όμως, διαθέτοντας την υποστήριξη της Γαλλίας, ενώσει σε ένα ευρύ βασίλειο της Ιλλυρίας τη Βοσνία, τη Βουλγαρία, τη Δαλματία, την Κροατία, τη Σλοβενία, το Μαυροβούνιο, τη Μακεδονία, την Αλβανία, το Ντουμπρόβνικ και τις επαρχίες της Ουγγαρίας, όπου κατοικούν Σερβικοί πληθυσμοί, με τη Σερβία, τότε, το εν λόγω βασίλειο θα αποτελεί ισχυρό ανάχωμα ενάντια στις χώρες εκείνες, και συγκεκριμένα στην Αυστρία και στη Ρωσία, οι οποίες θα επιχειρούσαν να επιβάλλουν τη δική τους κυριαρχία στα Βαλκάνια”. Πάντως, στο αντίστοιχο υπόμνημα προς τον Αυστριακό αυτοκράτορα Φραγκίσκο Α΄, ο κόμηςTekelija κάνει ονομαστική αναφορά μόνο στη Ρωσία, ως εν δυνάμει απειλή στη χερσόνησο των Βαλκανίων, για λόγους ευνόητους.¹³

Όσο και αν στερούνται ρεαλισμού, οι παραπάνω φιλοδοξίες δεν είναι απλά σχέδια με ισχυρό ιστορικό υπόβαθρο. Πολύ γρήγορα η σημασία τους επαληθεύθηκε από την αναστάτωση, η οποία εκδηλώθηκε στις τάξεις των Σέρβων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και εκείνης των Αψβούργων. Σύμφωνα με Γαλλικές εκθέσεις, ήδη από το 1805 ακούγονταν στη Δαλματία τραγούδια για τον “ήρωα-ελευθερωτή” Karađorđe, ακριβώς εκεί όπου η ίδια η έννοια της ελευθερίας ταυτιζόταν με το πρόσωπό του. Η απήχηση της εξέγερσης των Σέρβων υπήρξε τεράστια, από άκρη σε άκρη των Βαλκανίων, ξεπερνώντας κατά πολύ τα όρια του πασαλικίου του Βελιγραδίου, όπου είχε εκδηλωθεί. Η συγκίνηση μεταφέρθηκε και μεταξύ των Σέρβων κατοίκων των νοτίων επαρχιών της Ουγγαρίας, όπως και μεταξύ των Σέρβων στρατιωτών των παραμεθορίων ευρωπαϊκών κτήσεων (Vojna Krajina, Vojna Granica)  της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κατά μήκος του Σάβου ποταμού γύρω από τη Βοσνία και τη Δαλματία.

Το χωριό Orašac, όπου στις 14 Φεβρουαρίου 1804 εκδηλώθηκε η εξέγερση με την ανάθεση της ηγεσίας στον Karađorđe Petrović.

Οι Αυστριακές αρχές κατέγραψαν πολλές περιπτώσεις Σέρβων αγροτών, στρατιωτικών, ιερέων, δασκάλων και δικηγόρων, κατοίκων των νοτίων επαρχιών της αυτοκρατορίας των Αψβούργων, οι οποίοι διέσχισαν τα σύνορα προκειμένου να ενταχθούν στις δυνάμεις των επαναστατών. Ορισμένοι, μάλιστα, από αυτούς στελέχωσαν τα ανώτατα κλιμάκια της εξέγερσης. Πρώτος, κατά σειρά, υπουργός Παιδείας ανέλαβε ο Dositej Obradović, εξέχουσα φυσιογνωμία του Σερβικού Διαφωτισμού. Από τη δική τους πλευρά, διαθέτοντας και την σιωπηρή ανοχή των τοπικών αρχών κατά το αρχικό στάδιο της εξέγερσης, Σέρβοι έμποροι των όμορων επαρχιών της Αυστρίας (Srem, Banat, Bačka), δεν έχαναν ευκαιρία να εφοδιάζουν τους επαναστάτες με πολεμοφόδια και οπλισμό. Ιθύνων νους και συντονιστής της όλης προσπάθειας οικονομικής και στρατιωτικής υποστήριξης των δυνάμεων του Karađorđe ήταν ο Stevan Stratimirović, πνευματικός ηγέτης των Σέρβων της αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Στον απόηχο των αρχικών επιτυχιών στο πεδίο των εχθροπραξιών, ένας κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητος αριθμός πεπειραμένων Σέρβων αξιωματικών και στρατιωτών, που υπηρετούσαν στις τάξεις του Αυστριακού στρατού άρχισε, με τη σειρά του, να καταφθάνει στην επαναστατημένη Σερβία. Μεγάλος προβληματισμός κατέλαβε τη διοίκηση των Αψβούργων. Τον Απρίλιο του 1807, ο στρατιωτικός διοικητής του Ζάγκρεμπ ανέφερε πως οι ειδήσεις, σχετικά με την εξέλιξη της εξέγερσης, που μετέφεραν Ορθόδοξοι Χριστιανοί (δηλ. Σέρβοι), είχαν αντίκτυπο σε ολόκληρο τον πληθυσμό της περιφέρειάς του. Ο τελευταίος έδειχνε να δελεάζεται από την ελευθερία, της οποίας έχαιραν, πλέον, οι επαναστάτες.¹⁴ Ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός των προσχωρήσεων στις τάξεις των Σέρβων έφθανε τους 515 άνδρες, συμπεριλαμβανομένων 188 με προέλευση μονάδες του Αυστριακού τακτικού στρατού. Σε αυτούς θα έπρεπε να προστεθούν όλοι όσοι είχαν διασχίσει τα σύνορα προερχόμενοι και από άλλες περιοχές, όπως λ.χ. η Δαλματία.¹⁵

Ο άμεσος αντίκτυπος στη σημερινή Βοϊβοντίνα, ήταν δυο μικρής διάρκειας εξεγέρσεις χωρικών  το 1807 και 1808. Αμφότερες προσέβλεπαν σε εθνική και κοινωνική απελευθέρωση. Λίγο νωρίτερα, οι επίδοξοι επαναστάτες είχαν ενημερώσει, στέλνοντας υπόμνημα, τον Ρώσο αυτοκράτορα για την πρόθεσή τους να ξεσηκωθούν “ενάντια στον Γερμανικό [Αυστριακό] ζυγό”. Το αρχηγείο τους κοσμούσε ένας από τους χάρτες του Sava Tekelija [βλ. παραπάνω], όπου διαφαίνονταν όλα τα εδάφη εκείνα, τα οποία έπρεπε να ελευθερωθούν και να ενωθούν με τη Σερβία.

Μεγάλος υπήρξε ο αντίκτυπος της επανάστασης και στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, όπου, σύμφωνα με στατιστικές, ο αριθμός των εξεγερθέντων Σέρβων Ορθοδόξων ξεπερνούσε ακόμη και αυτόν των ομολόγων τους μέσα στην ίδια τη Σερβία.¹⁶ Μυστικές επαφές είχαν ξεκινήσει ήδη από το 1803 στο Σεράγεβο, με αντικείμενο την ανάληψη κοινής δράσης. Το καλοκαίρι του 1804, τραγούδια, που εξυμνούσαν τα ανδραγαθήματα του Karađorđe, ακούγονταν από άκρη σε άκρη μέσα σε ολόκληρη τη Βοσνία. Την ίδια στιγμή, μεγάλος αριθμός εθελοντών διέσχιζε ακατάπαυστα τα σύνορα με τη Σερβία. Η είδηση της επικράτησης 12.000 Σέρβων ενάντια σε 20.000 πάνοπλους Οθωμανούς στη μάχη του Mišar το 1806, δημιούργησε, μεταξύ των Σέρβων της Βοσνίας, βάσιμες ελπίδες πως το καθεστώς του Karađorđe επρόκειτο σύντομα να υποκαταστήσει την Οθωμανική διοίκηση της Βοσνίας. Ενδεικτικά είναι τα όσα έγραψε την ίδια χρονιά ένας ιερομόναχος από το Prijedor: “Υπέμενα καρτερικά τον Τουρκικό ζυγό, με την ελπίδα πως ο Karađorđe θα μας απελευθέρωνε και θα μας έθετε υπό την προστασία του”.¹⁷ Η εξέγερση των Σέρβων λειτουργούσε ως έναυσμα για την άμυνα των Σέρβων της Βοσνίας ενάντια στην Μουσουλμανική βία.¹⁸

Δυο, μικρού βεληνεκούς, εξεγέρσεις εκδηλώθηκαν τελικά στη Βοσνία. Αμφότερες κατεστάλησαν από τις τοπικές αρχές, με τη χρήση μονάδων του τακτικού Οθωμανικού στρατού. Η πρώτη από αυτές ξέσπασε το 1807 ανατολικά, κατά μήκος του ποταμού Δρίνου, ο οποίος αποτελεί και το φυσικό σύνορο με τη Σερβία. Η δεύτερη, πιο αξιόλογη, έλαβε χώρα το 1809 στην Κράϊνα.¹⁹

Η μάχη του Mišar (12–15 Αυγούστου 1806), πίνακας του Afanasij Scheloumoff.

Οι Σέρβοι ηγέτες, στερούμενοι στρατιωτικής υποστήριξης έπειτα από την υπογραφή της Συνθήκης του Πρεσβούργου (Δεκέμβριος 1805), στράφηκαν προς άλλους Χριστιανικούς πληθυσμούς της Βαλκανικής, προς αναζήτηση βοήθειας στον αγώνα τους κατά των Οθωμανών. Η παραπάνω μεταστροφή αποφασίστηκε από τη Συνέλευσή τους, που ως έδρα είχε το Smederevo. Κατόπιν τούτου, αναταράξεις παρατηρήθηκαν σε διάφορες περιοχές κατοικούμενες από Σλάβους της Μακεδονίας. Στη Βουλγαρία, ειδικότερα στις όμορες επαρχίες, κατά μήκος του Δούναβη με τη Σερβία (Βιδίνιο και  Belogradčik) ξέσπασαν προσωρινές εξεγέρσεις φιλειρηνικών, έως τότε, χωρικών. Το ίδιο έτος (1805), ο Έλληνας οπλαρχηγός Νικοτσάρας διέσχισε με το ένοπλο σώμα του ολόκληρη, σχεδόν, τη Βαλκανική, από τον Όλυμπο έως τον Δούναβη, προκειμένου να ενωθεί με τις δυνάμεις του Karađorđe. Σύμφωνα με εκθέσεις του προξένου της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη, οι Οθωμανικές αρχές προχώρησαν σε αθρόες συλλήψεις Ελλήνων και Σλάβων, με την υποψία και μόνο ότι παρείχαν υποστήριξη προς τους Σέρβους επαναστάτες.²º

Υπολογίζεται πως εντός του 1806, 5000 ένοπλοι Βούλγαροι είχαν την πρόθεση να προσχωρήσουν στην εξέγερση. Από τους 4000, που διέσχισαν τελικά τα σύνορα την επόμενη χρονιά, οι 800 ενώθηκαν αμέσως με τον στρατό του Karađorđe. Πέρα από τους τελευταίους, στις τάξεις των Σέρβων επαναστατών καταγράφηκε παρουσία Ελλήνων και Βλάχων, οι οποίοι, νωρίτερα, είχαν πολεμήσει στο πλευρό των Ρώσων εναντίον των Οθωμανών. Σε αρκετές περιπτώσεις, έφτασαν από τη Ρουμανία εκκλήσεις για αποστολή βοήθειας κατά των Οθωμανικών αρχών, ενώ το παράδειγμα των Σέρβων ενέπνευσε πολλαπλώς τον εκκολαπτόμενο αγώνα ανεξαρτησίας των Ελλήνων. Ο πρώτος ιστορικός της Σερβικής εξέγερσης ήταν ο ελληνικής καταγωγής Τριαντάφυλλος Δούκας, ο οποίος, το 1807, δημοσίευσε στη Βουδαπέστη ένα βιβλίο με τίτλο :“Ιστορία των Σερβο-Σλάβων”.

O Karađorđe, απογοητευμένος αφενός από τους δισταγμούς των Αυστριακών και αφετέρου από την προσπάθεια των Ρώσων να θέσουν την εξέγερση αποκλειστικά υπό τον δικό τους έλεγχο, έστρεψε τις ελπίδες του προς την κατεύθυνση μιας πιθανής συμμαχίας με τη Γαλλία. Είναι αλήθεια πως οι Γάλλοι θεωρούσαν τη Βοσνία ως κατεξοχήν κομβικό σημείο για τη διακίνηση των δικών τους αγαθών προς τη Μικρά Ασία, ενόσω βρισκόταν σε ισχύ ο ηπειρωτικός αποκλεισμός. Αντίθετα, μια Σερβία υπό Ρωσικό έλεγχο συνιστούσε απειλή για τα συμφέροντά τους. Το 1809, αφότου οι Σέρβοι επαναστάτες εισέπραξαν βαριές απώλειες σε όλα τα μέτωπα, ο  Karađorđe κάλεσε τον Ναπολέοντα να εισέλθει στο Šabac (Σερβική κωμόπολη κοντά στα σύνορα με τη Βοσνία) συνοδευόμενος από τα στρατεύματά του, ώστε να μπορέσουν να δρομολογηθούν διαπραγματεύσεις με την Υψηλή Πύλη.

 

Karađorđe Petrović (1762-1817).
Janko Popović (1779–1833) εκ των πρωτεργατών της εξέγερσης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ένα χρόνο αργότερα, το 1810, ο Σέρβος ηγέτης εισηγήθηκε προς τον Ναπολέοντα μέσω του ειδικού απεσταλμένου του στο Παρίσι, λοχαγού Rade Vučinić, την ένωση της Σερβίας με τη Βοσνία, την Ερζεγοβίνη, τις επαρχίες της Ιλλυρίας από τη Λιουμπλιάνα έως το Ντουμπρόβνικ (συμπεριλαμβανομένης της Δαλματίας μαζί με το Ντουμπρόβνικ καθώς και τμημάτων της Κροατίας και της Σλοβενίας). Θέση μεταξύ των διεκδικήσεών του είχαν και σερβοκατοικημένες επαρχίες της αυτοκρατορίας των Αψβούργων (Banat, Srem, Σλαβονία). Τα πάντα υπό την προστασία της Γαλλίας. Ο Ναπολέων ήταν αδύνατο να συναινέσει σε μια παρόμοια προοπτική, που έθετε σε κίνδυνο την ακεραιότητα της συμμάχου του Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δεν παρέλειψε, ωστόσο, να προτρέψει τον πρόξενο της Γαλλίας στο Βουκουρέστι να συνεργαστεί διακριτικά με τους Σέρβους. Η πρόταση του Karađorđe, παρά το ανέφικτο του περιεχομένου της, αποδεικνύει πως μια υποστήριξη από πλευράς Γαλλίας, αποτελούσε τη μοναδική διέξοδο για απαλλαγή από την επιρροή της Ρωσίας και της Αυστρίας. Από τη δική του πλευρά, ωστόσο, ο Γάλλος αυτοκράτορας εκλάμβανε την εξέγερση των Σέρβων ως μοχλό για την διάδωση της Ρωσικής επιρροής στη Βαλκανική. Ίσως γι αυτό και αναδιοργάνωσε τις Γαλλικές κτήσεις στη Δαλματία, την Κράϊνα και τη Σλοβενία σε επαρχίες της Ιλλυρίας (1809-1814), με απώτερο σκοπό να αντικρούσει τη Σερβική επανάσταση.²¹

Απογοητευμένοι από τις εξελίξεις, οι Σέρβοι αναγκάστηκαν να στραφούν εκ νέου προς τη Ρωσία. Η εναλλακτική λύση μιας ενδεχόμενης συμμαχίας με την Αυστρία ήταν από μόνη της θνησιγενής, καθότι για πολλούς και ποικίλους λόγους, η Σερβία βρισκόταν στρατιωτικά  σε θέση εξάρτησης από τους Ρώσους. Εγκαταλειμμένοι ακόμα και από τους τελευταίους μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου του 1812, οι Σέρβοι, αν και έτοιμοι να αποδεχθούν ένα ημι-αυτόνομο καθεστώς ανάλογο με εκείνο της Μολδαβίας και της Βλαχίας, απέρριψαν τελικά την πρόταση που τους υποβλήθηκε και η οποία έκανε λόγο για ακόμα πιο περιορισμένη αυτονομία: “Δεν αναγνωρίζουμε τις διατάξεις της [Οθωμανικής] Συνθήκης με τη Ρωσία [Συνθήκη του Βουκουρεστίου]. Διεκδικούμε τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους και δεν είμαστε διατεθειμένοι να αποδεχθούμε οποιασδήποτε μορφής άλλη λύση”.²²

Το φθινόπωρο του 1813, στερούμενη όποιας ξένης υποστήριξης, η Σερβική εξέγερση καταπνίγηκε βάρβαρα από τον τακτικό Οθωμανικό στρατό. Συμπιεσμένη ανάμεσα στη γενική αδιαφορία των ευρωπαϊκών χωρών και την αίγλη των Ναπολεοντίων πολέμων, η ιστορική της σημασία είναι πολυδιάστατη. Για τα έθνη της Βαλκανικής, αρχής γενομένης από τους Έλληνες και τους Νοτιοσλάβους, επρόκειτο για μια Γαλλική επανάσταση, προσαρμοσμένη σε τοπικές προδιαγραφές. Η αρχή της εθνικής κυριαρχίας ερχόταν σε αντιδιαστολή με εκείνη της νομιμοποίησης. Μια νέα μορφή κοινωνίας αναδείχθηκε παντού όπου, ελλείψει αριστοκρατίας και ανεπτυγμένης μεσαίας τάξης, η ισονομία μεταξύ ελεύθερων χωρικών συνέπιπτε με εκκολαπτόμενες διεκδικήσεις ενός σύγχρονου, για την εποχή, έθνους. Οι μακροχρόνιες πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις σε ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή, επέτρεψαν στον έγκριτο Γερμανό ιστορικό Leopold von Ranke, να κάνει χρήση του όρου “Σερβική Επανάσταση”, αντιπαραβάλλοντας την τελευταία με την ομώνυμη Γαλλική.²³

O Dušan T. Bataković (Βελιγράδι 1957-Βελιγράδι 2017) ήταν ιστορικός και διπλωμάτης. Έπειτα από μια πλούσια σταδιοδρομία στον χώρο της επιστήμης της Ιστορίας, διετέλεσε πρέσβυς της Σερβίας στην Ελλάδα, στον Καναδά, στη Γαλλία και ειδικός σύμβουλος της Προεδρίας της Δημοκρατίας για το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου. Από το 2008 έως τον θάνατό του, υπήρξε διευθυντής του Βαλκανολογικού Ινστιτούτου της Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών της Σερβίας.

 

 ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Βλ. G. Yakchitch, L’ Europe et la resurrection de la Serbie (1804-1834), Paris: Hachette 1917, σσ. 7-35; D. Djordjevic, Les revolutions nationals des peoples balkaniques 1804-1914, Belgrade, Institut d’histoire  1965, σσ. 23-38, W. S. Vucinich (ed.), The First Serbian Uprising 1804-1813, Boulder-New York: Columbia University Press 1982.

[2]  R. Perović, Prvi srpski ustanak; Akta i pisma na srpskom jeziku, vol. I, (1804-1808), Beograd: Narodna knjiga 1978, σσ. 124, 125, 149.

[3]   M.  Djordjević, Oslobodilački rat srpskih ustanika 1804-1806, Beograd: Vojnoizdavački zavod 1967

[4]   J. M. Milović, “Titule vladike Petrovića’, Istorijski zapisi, vol. LX  (1), Titograd 1987, σ. 57.

[5]  D. T. Bataković, The Kosovo Chronicles, Belgrade: Plato 1992, σσ.42-45.

[6]  A. Aličić, « Ustanak u Drobnjacima 1805. godine »,  Godišnjak društva istoričara BiH,  vol. XIX, Sarajevo 1973, σσ. 51-54.

[7]  R. Perović, Prvi srpski ustanak. Akta i pisma na srpskom jeziku, vol. I, 1804-1808, σσ. 175-177.

[8]  R. Tričković, «Pismo travničkog vezira iz 1806. godine», Politika, Beograd,  21. 02.  1965.

[9]  A. Ivić, Spisi bečkih arhiva o Prvom srpskom ustanku, vol. III, BeogradČ Srpska kraljevska akademija 1937, σ. 349.

[10]  J. Mitrović,  Istorija Srba, Beograd: Privatno izdanje 1993

[11]  D. Obradovic, “Letter to Haralampije.” The Life and Adventures of Dimitrije Obradovic. Ed. and transl. G. R. Noyes. Berkeley, Los Angeles: University of California Press, 1953, σ. 135.

[12]  S. Tekelija, Opisanije života, Beograd: Prosveta 1966, σσ. 171-187, 379-396.

[13]  S. Gavrilović, Vojvodina i Srbija u vreme prvog srpskog ustanka,  Novi Sad: Institut za istoriju 1974 σσ.20-24.

[14] F. Šišić, «Karadjordje, Južni Sloveni i Napoleonova Ilirija», in: Karadjordje, Beograd: Geca Kon 1923, σσ. 55-56.

[15] Ibid.

[16]  Ο M. Ekmečić επικαλείται στατιστικές, οι οποίες εκτιμούν τον συνολικό πληθυσμό της Βοσνίας σε 1,3 εκατομ. κατοίκους (M. Ekmečić, Stvaranje Jugoslavije 1790-1918, vol. I, Beograd: Prosveta 1989,  σ. 77. )

[17] J. Tošković, Odnosi izmedju Bosne i Srbije 1804-1806 i boj na Mišaru, Subotica 1927, σ. 72.

[18] M. Šamić, Francuski putnici o Bosni na pragu XIX stoljeća i njihovi utisci o njoj, Sarajevo: Svjetlost 1966,  σ. 206.

[19]  V. Čubrilović, Prvi srpski ustanak i bosanski Srbi, Beograd: Geca Kon 1939, σσ. 115-125. 

[20]  C. A. Vacalopoulos, La Macédoine vue  en début du XIX siècle par les consuls Européens de Thessalonique, Thessalonique: Institut des eétudes balkaniques 1980, σ. 65.

[21]  Cf. D. Roksandić, Vojna Hrvatska La Croatie militaire. Krajiško društvo u Francuskom carstvu (1809-1813), vol. I, Zagreb : Školska knjiga 1988, σσ. 151-153.

[22]  S. Hadžihuseinović-Muvvekit, Tarih-i Bosna, quoted in : M. Ekmečić, Stvaranje Jugoslavije 1790-1918, vol. I, σ. 157.

[23] Leopold von Ranke, A history of Servia and the Servian Revolution. Translated by Mrs. Alexander Kerr.New York, Da Capo Press, 1973.

                            

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

 

  • Savremenici o Kosovu i Metohiji 1850-1912 (Contemporaries on Kosovo and Metohija 1850-1912), Belgrade: Srpska književna zadruga 1989.
  • Kolubarska bitka (The Battle of Kolubara 1914), Belgrade: Litera 1989 (with N. B. Popović). 210 p.
  • Kosovo i Metohija u srpskoj istoriji (Kosovo and Metohia in Serbian History), Belgrade: Srpska književna zadruga 1989, (co-author); German translation: Kosovo und Metochien in der serbischen Geschichte, Lausanne: L’Age d’Homme 1989 (co-author; four chapters); French translation: Le Kosovo-Metohija dans l’histoire serbe, Lausanne: L’Age d’Homme 1990 (co-author, four chapters).
  • Kosovo i Metohija u srpsko-arbanaškim odnosima (Kosovo and Metohija in Serb-Albanian Relations), Priština: Jedinstvo 1991. (2nd updated edition: Čigoja štampa, Belgrade 2006.) 391 р.
  • The Kosovo Chronicles, Belgrade: Plato Books 1992.
  • La spirale de la haine, Lausanne: L’Age d’Homme 1993 (2nd Edition 1998), 106 p. [3];
  • La Yougoslavie : nations, religions, idéologies, Lausanne: L’Age d’Homme 1994.
  • Bataković, Dušan T. (1996). The Serbs of Bosnia & Herzegovina: History and Politics. Paris: Dialogue.
  • The Serbs and Their National Interest, N. Von Ragenfeld-Feldman & D. T. Batakovic (eds.), San Francisco & Belgrade 1997, 140 p.
  • Cronica de la Kosovo, prefaţă de academician Dan Berindei; Buçuresti: Editura biblioteca bucurestilor 1999, 207 p.
  • Kosovo i Metohija. Istorija i ideologija, (Kosovo and Metohija: History and Ideology), Belgrade: Hrišćanska misao 1998. (2nd updated edition: Belgrade: Čigoja štampa 2006). 469 p.
  • Нова историја српског народа (A New History of the Serbian People), Belgrade: Naš Dom 2000 (co-authors: A. Fotić, M. St. Protić, N. Samardžić); Second updated edition: Belgrade 2002, ; Korean translation: Seoul 2001, ;
  • Histoire du peuple serbe, Lausanne: L’Age d’Homme 2005. 395 p.
  • Kosovo and Metohija. Living in the Enclave, D. T. Bataković (ed.), Institute for Balkan Studies, SASA, Belgrade 2007, 314 p.
  • Un conflit sans fin? Lausanne: L’Age d’Homme 2008. 322 p.
  • Kosovo And Metohija. Living in the Enclave (with added multimedia content and original documents) T. Bataković (ed.), Institute for Balkan Studies, Serbian Academy of Sciences and Arts, Belgrade 2008. (cd-rom)
  • Istorija za sedmi razred osnovne škole Belgrade, Zavod za udžbenike, 2009, 175 p.
  • La Serbie et la France : une alliance atypique. Les relations politiques, économiques et culturelles,1870-1940 T. Bataković (dir.), Institut des Études Balkaniques, Académie serbe des Sciences et des Arts, Belgrade 2010. 613.p.
  • Косово и Метохия : история и идеология, перевод с сербского Д. Кокотович, Екатеринбург : Издательство Уральского университета, 2014, 399 p.
  • Minorities in the Balkans. State Policy and Inter-Ethnic Relations (1804-2004) T. Bataković (ed.), Belgrade, Institute for Balkan Studies, Serbian Academy of Sciences and Arts, 2011, 364 p.
  • Serbia’s Kosovo Drama. A Historical Perspective, Belgrade, Čigoja Štampa, 2012, 369 p.
  • Qeveria serbe dhe Esat Pashe Toptani, e perktheu nga anglishtja Maklen Misha, Tirane, Botimet IDK, [2012], 70 p.
  • Les sources françaises de la democratie serbe (1804-1914), Paris, CNRS Editions, 2013, 570 p.
  • A Turbulent Decade.The Serbs in Post-1999 Kosovo, Paris, Dialogue, 2014, 324 p.
  • The Foreign Policy of Serbia (1844-1867). Ilija Garašanin’s Načertanije, Institute for Balkan Studies SASA, Belgrade 2014, 308 p.
  • Christian Heritage of Kosovo and Metohija. Historical and Spiritual Heartland of Serbian People, Chief contributing editor Dušan T. Bataković, Los Angeles: Sebastian Press & Belgrade: Institute for Balkan Studies, 2015, 1007 p.
  • Serbia in the Great War. Anglo-Saxon Testimonies and Historical Analysis. Edited by Dušan T. Bataković, Belgrade: National Library of Serbia 2015, 374 p.
  • Srbija i Balkan. Albanija, Bugarska, Grčka 1914-1918 (Serbia and the Balkans: Albania, Bulgaria, Greece 1914-1918), Prometej-RTS, Novi Sad-Belgrade 2016, 572 р.
  • Dešifrovanje prošlosti. Pisci, svedoci, pojave (Deciphering the Past. Witnesses, Writers, Phenomenons), Čigoja štampa, Belgrade 2016, 436 р.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πηγή: http://www.batakovic.com/en/full-story/21/2012/02/22/the-1804-serbian-revolution_-a-balkan-size-french-revolution.html

                           Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

Γιάννης Μουρέλος: Ο άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ

Γιάννης Μουρέλος

Ο άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ

Ο έγκριτος Βρετανός ιστορικός και πατέρας του κλάδου της Στρατιωτικής Ιστορίας Sir Michael Howard, θεωρεί πως η επιχείρηση “Κιμάς” (Operation Mincemeat) υπήρξε η επιτυχέστερη ενέργεια παραπληροφόρησης εκ μέρους των Συμμάχων, σε ολόκληρη τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Μια επιχείρηση αποπροσανατολισμού του αντιπάλου προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, φαντασία, αληθοφάνεια, διορατικότητα, διαίσθηση και άριστη προετοιμασία. Πράγματι, ο εκβρασμός, στις ακτές ενός ουδετέρου κράτους, μιας σορού με ψεύτικη ταυτότητα, φέρουσας, ωστόσο, γνήσια διαβαθμισμένα έγγραφα με παραπλανητικό περιεχόμενο, είναι μια ιδέα, η οποία δεν στερείται πρωτοτυπίας. Αν και υλοποιήθηκε προκειμένου να καλυφθεί η επικείμενη Συμμαχική απόβαση στη Σικελία το 1943, η ιδέα αυτή διαθέτει μια αξιοπρόσεκτη προϊστορία, η οποία αξίζει να αναφερθεί εν προκειμένῳ.

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1939, και ενώ ο πόλεμος δεν είχε συμπληρώσει ακόμα τον πρώτο του μήνα, η Υπηρεσία Πληροφοριών του Βρετανικού Ναυτικού συνέταξε ένα εμπιστευτικό υπόμνημα με τον τίτλο Trout (“Πέστροφα”), το οποίο περιέγραφε διάφορες  μεθόδους παραπληροφόρησης των Γερμανών.  Η υπ αριθμόν 28 εισήγηση (“όχι πολύ κομψή”, όπως χαρακτηριστικά αναφερόταν) προέβλεπε την τοποθέτηση παραπλανητικών εγγράφων σε ένα πτώμα, με απώτερο στόχο τα έγγραφα αυτά να περιέλθουν εν γνώσει του αντιπάλου. Αν και ως συντάκτης του υπομνήματος φερόταν ο τότε διευθυντής της υπηρεσίας, υποναύαρχος John Godfrey, πιστεύεται πως αυτό γράφτηκε από έναν υφιστάμενο του τελευταίου, ονόματι Ian Fleming, τον μετέπειτα εμπνευστή και δημιουργό του προσώπου του James Bond. Ως προς την πρόταση αρ. 28, ο πλωτάρχης Ian Fleming δεν χρειάστηκε να αναλωθεί σε εκτεταμένης κλίμακας έρευνες. Ξεσήκωσε την ιδέα από το βιβλίο ενός ειδήμονα στο χώρο των Μυστικών Υπηρεσιών, του Sir Basil Thomson: ένα πτώμα, με περιβολή αεροπόρου, φέροντας έγγραφα στις τσέπες του, θα εκβραζόταν στην ακτή, δήθεν ως απώλεια αλεξιπτώτου, το οποίο δεν είχε ανοίξει. “Γνωρίζω πως δεν υπάρχουν μεγάλες δυσκολίες, προκειμένου να προμηθευθεί κανείς ένα πτώμα από το ναυτικό Νοσοκομείο, αρκεί, φυσικά, να είναι πρόσφατο”, κατέληγε ο Thomson. Με ελάχιστες παραλλαγές, πρόκειται για τη μέθοδο, η οποία επιλέχθηκε το 1943 για την επιχείρηση “Κιμάς¨.

Πλωτάρχης Ian Fleming.
Sir Basil Thomson.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αλλά και ο ίδιος ο Basil Thomson είχε εμπνευστεί από ενέργειες του παρελθόντος, καθώς η “διαρροή” εγγράφων, με απώτερο αποδέκτη τον εχθρό, υπήρξε μια πρακτική, η οποία γνώρισε ευρεία εφαρμογή στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Αρκετούς, δε, μήνες πριν από τη δρομολόγηση της επιχείρησης “Κιμάς”, κάτι αντίστοιχο δοκιμάστηκε με αξιομνημόνευτη επιτυχία στο μέτωπο της Βορείου Αφρικής.

Συγκεκριμένα, τον Αύγουστο του 1942, στη μάχη της Alam Halfa, ένα πτώμα τοποθετήθηκε μέσα σε ένα όχημα, το οποίο εγκαταλείφθηκε μπροστά από τις γερμανικές γραμμές. Έφερε έναν χάρτη, στον οποίον επάνω ήταν σημειωμένα, υποτίθεται, όλα τα βρετανικά ναρκοπέδια της περιοχής. Ο χάρτης εκλήφθηκε ως γνήσιος από τους Γερμανούς, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να οδηγήσουν τα τεθωρακισμένα κατευθείαν επάνω στην παγίδα, που είχε επιμελώς στηθεί σε βάρος τους. Ένα μήνα αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1942, ένα άλλο επεισόδιο μπορεί να εκληφθεί ως προπομπός της επιχείρησης “Κιμάς”. Ένα αεροσκάφος καθ οδόν προς το Γιβραλτάρ, κατέπεσε στη θάλασσα στα ανοικτά των ισπανικών ακτών, με αποτέλεσμα  να βρουν τον θάνατο όλοι οι επιβαίνοντες, μεταξύ των οποίων ένας  Βρετανός  αξιωματικός και ένας πράκτορας των Ελευθέρων Γάλλων. Ο πρώτος έφερε αυθεντικά έγγραφα προς τον Κυβερνήτη του Γιβραλτάρ και ο δεύτερος ένα σημειωματάριο. Οι δυο σοροί εκβράστηκαν σε μια ακτή κοντά στην πόλη Tarifa και, όπως ήταν επόμενο, της υπόθεσης επιλήφθηκαν οι ισπανικές αρχές. Όταν οι σοροί επαναπατρίστηκαν, έφεραν επάνω τους τα έγγραφα. Έπειτα από έναν εξονυχιστικό έλεγχο, αποδείχθηκε πως οι επιστολές του Βρετανού είχαν παραμείνει άθικτες. Από άλλες, ωστόσο, πηγές, προέκυψε πως το σημειωματάριο του Γάλλου είχε φωτογραφηθεί από τους Γερμανούς. Η όλη υπόθεση υπήρξε καθοριστικής σημασίας για τον σχεδιασμό της επιχείρησης “Κιμάς”, καθώς είχε αποκαλυφθεί η ύπαρξη ενός δικτύου συνεργασίας ανάμεσα στις ισπανικές αρχές και τις γερμανικές Μυστικές Υπηρεσίες.

                            Α. Σχεδιασμός και προετοιμασία της επιχείρησης “Κιμάς”

Στη Συνδιάσκεψη της Καζαμπλάνκας (Ιανουάριος 1943), με δεδομένη την τελική υπέρ αυτών έκβαση των επιχειρήσεων στο θέατρο της Βορείου Αφρικής, οι Σύμμαχοι αποφάσισαν τη διάνοιξη ενός νέου μετώπου στην Ιταλία, αρχής γενομένης από τη νήσο Σικελία. Σε αντιδιαστολή με ό,τι έμελλε να ακολουθήσει, αργότερα, στη Νορμανδία, όπου η επιχείρηση ήταν σχεδιασμένη παράτολμα με γνώμονα τα στοιχεία της ανακολουθίας και του αιφνιδιασμού, η επιλογή της Σικελίας (επιχείρηση Husky) ανταποκρινόταν σε όλους τους κανόνες της λογικής: μικρή απόσταση από τις ακτές της Βορείου Αφρικής, ανεπαρκής άμυνα της νήσου από ιταλικές (κυρίως) μονάδες, σχηματισμός ενός  προγεφυρώματος στο μαλακό υπογάστριο των δυνάμεων του Άξονα με προοπτικές περαιτέρω αξιοποίησης, δημιουργία προϋποθέσεων για ανατροπή του φασιστικού καθεστώτος και συνακόλουθη αποδέσμευση της Ιταλίας από τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της Γερμανίας. Η ρήση του Winston Churchill, έπειτα από το πέρας της Συνδιάσκεψης, είναι χαρακτηριστική ως προς το προβλέψιμο της σχεδιαζόμενης επιχείρησης: «Everyone but a bloody fool would know that it’s Sicily».

Επιχείρηση Husky. Τελική εκδοχή.

Έχοντας αυτή την προοπτική κατά νου, οι βρετανικές Υπηρεσίες Πληροφοριών αναλώθηκαν σε μια προσπάθεια ανεύρεσης τρόπων, ικανών να οδηγήσουν σε έναν αποπροσανατολισμό των Γερμανών. Σκοπός ήταν να στραφεί η προσοχή των τελευταίων προς τις δυο εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες προσφέρονταν την ίδια στιγμή στους Συμμάχους για τη διάνοιξη ενός επιχειρησιακού θεάτρου στη νότιο Ευρώπη: τη νήσο Σαρδηνία και τις δυτικές ακτές της Πελοποννήσου. Ήδη από τον Οκτώβριο 1942, ο Charles Cholmondeley, αξιωματικός της RAF, αποσπασμένος στην Υπηρεσία Πληροφοριών, με νωπό ακόμα το επεισόδιο της πτώσης του αεροσκάφους στα ανοικτά των ισπανικών ακτών, άρχισε να επεξεργάζεται μια παραλλαγή του Trout Memo του Ian Fleming, στην οποία έδωσε το χαρακτηριστικό συνθηματικό όνομα Trojan Horse (“Δούρειος Ίππος”). Σύμφωνα με την παραλλαγή αυτή, ένα πτώμα, με τους πνεύμονες γεμάτους νερό και με επίσημα έγγραφα στις τσέπες του, θα ριχνόταν από αέρος στη θάλασσα, με αντικειμενικό στόχο τα έγγραφα να περιέλθουν σε γνώση των γερμανικών Μυστικών Υπηρεσιών.

Ο Cholmondeley, έμπειρο στέλεχος της περιβόητης ΜΙ5 (Military Intelligence 5), ανήκε σε μια ενδο-υπηρεσιακή μονάδα, την “Επιτροπή των Είκοσι”, επιφορτισμένη με τη διαχείριση των διπλών κατασκόπων (πρακτόρων των Γερμανών, που είχαν στο μεταξύ αυτομολήσει και τεθεί στη διάθεση των Βρετανών). Τον μήνα Νοέμβριο, η Επιτροπή απέρριψε το σχέδιο, ως ανεπαρκές. Θεωρώντας, ωστόσο, ότι περιείχε αξιοποιήσιμα στοιχεία, και επειδή διέθετε μια σημαντική ναυτική διάσταση, όρισε τον πλωτάρχη Ewen Montagu, ως συνεργάτη του  Cholmondeley, με αποστολή να το επεξεργαστούν από κοινού και να το τελειοποιήσουν. Σε ένα αρχικό στάδιο, η επιχείρηση “Κιμάς” (η επιλογή του συνθηματικού ονόματος οφείλεται στον Montagu), επανήλθε στην   ιδέα της ρίψης του πτώματος με αλεξίπτωτο. Επειδή όμως οι Γερμανοί γνώριζαν την πολιτική των Συμμάχων για απαγόρευση μεταφοράς διαβαθμισμένων εγγράφων πάνω από εχθρικό έδαφος, προκρίθηκε η ιδέα της υποτιθέμενης πτώσης αεροσκάφους στα ανοικτά των ακτών ενός ουδετέρου κράτους. Αυτό θα εξηγούσε τόσο την πολυήμερη παραμονή του πτώματος στο νερό, όσο και την ύπαρξη εγγράφων επάνω του. Από το σημείο αυτό και πέρα, η όλη προετοιμασία αποτελεί υπόδειγμα σχολαστικής δουλειάς.

Ο Montagu ήρθε σε επικοινωνία με τον διακεκριμένο παθολόγο Sir Bernard Spilsbury, προκειμένου να πληροφορηθεί το είδος του πτώματος, που χρειαζόταν, ούτως ώστε να παραπλανηθούν οι Ισπανοί ιατροδικαστές σχετικά με την αιτία του θανάτου. Προς μεγάλη του ικανοποίηση άκουσε πως για κάποιον ιατροδικαστή, γαλουχημένο με την ιδέα πως ο θάνατος επήλθε από πνιγμό, η αυτοψία σε ένα άψυχο σώμα, ευρισκόμενο σε διαδικασία αποσύνθεσης, δύσκολα μπορούσε να οδηγήσει σε κάποιο διαφορετικό συμπέρασμα. Πρόκειται για μια απάντηση, η οποία τον χαροποίησε ιδιαίτερα, καθώς πολλαπλασίαζε, θεωρητικά, τον αριθμό των προσφερόμενων προς επιλογή σορών. Η ευεξία δεν άργησε να μετατραπεί σε απογοήτευση, όταν πληροφορήθηκε από τα χείλη του ιατροδικαστή Bentley Purchase πως η επιχείρηση θα προσέκρουε σε νομικό κώλυμα, καθώς για κάθε υποψήφιο πτώμα, θα έπρεπε, προηγουμένως, να εξασφαλιστεί η συγκατάθεση των συγγενών. Δεν ήταν μόνο αδύνατο να εξηγηθούν οι πραγματικοί λόγοι. Κινδύνευε το ίδιο το απόρρητο της επιχείρησης, καθώς η τελευταία θα εξαρτάτο, πλέον, από την εχεμύθεια των, έστω και μερικώς, ενημερωθέντων συγγενών. Πάντως, ο Purchase δεσμεύτηκε να ξεκινήσει μια έρευνα για την ανεύρεση μιας σορού, τεχνικά κατάλληλης, και δίχως την ύπαρξη συγγενών, ικανών να τη διεκδικήσουν. Είχε όλο το χρόνο στη διάθεσή του, καθώς η επιχείρηση “Κιμάς” βρισκόταν ακόμα σε προκαταρκτικό επίπεδο, δίχως ουδείς να γνωρίζει εάν και πότε επρόκειτο να τεθεί σε εφαρμογή. Οι πάντες, ωστόσο, όφειλαν να τελούν υπό συνεχή ετοιμότητα.

Charles Cholmondeley (αριστερά) και Ewen Montagu.

Στις 4 Φεβρουαρίου 1943, οι  Cholmondeley και  Montagu ανέπτυξαν την ολοκληρωμένη μορφή του σχεδίου τους ενώπιον της Επιτροπής των Είκοσι και τη φορά αυτή έτυχαν της έγκρισης της τελευταίας. Το σχέδιο προέβλεπε την τοποθέτηση αυθεντικών εγγράφων σε μια σορό, η οποία θα μεταφερόταν με υποβρύχιο έως τα ανοικτά της πόλης Huelva, λιμένα της νοτιοδυτικής Ισπανίας, κοντά στα σύνορα με την Πορτογαλία. Η επιλογή της συγκεκριμένης περιοχής οφειλόταν σε πολλαπλούς λόγους. Πρώτος ήταν το είδος των θαλασσίων ρευμάτων, ικανών να μεταφέρουν τη σορό από το υποβρύχιο στην ακτή. Δεύτερος λόγος ήταν η επιβεβαιωμένη, επιτόπου, παρουσία του Adolf Clauss, ενός δραστήριου πράκτορα, στελέχους της Abwehr, της γερμανικής Στρατιωτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Τέλος, στην Huelva υπηρετούσε ως υποπρόξενος της Μεγάλης Βρετανίας ο Francis Haselden, ένας έμπιστος και ικανός διπλωμάτης, στη συνδρομή του οποίου ο Montagu θεωρούσε πως μπορούσε να υπολογίζει. Δίχως χρονοτριβή, η Επιτροπή των Είκοσι διαβίβασε με θετική εισήγηση το σχέδιο στα ανώτερα κλιμάκια της Υπηρεσίας και ο Montagu διατάχθηκε να ξεκινήσει την έρευνα για την ανεύρεση μιας σορού. Η τελευταία είχε εντοπιστεί ήδη από τις 28 Ιανουαρίου, χάρη στις προσπάθειες του Bentley Purchase. Επρόκειτο για την περίπτωση ενός άστεγου, ονόματι Glyndwr Michael, ο οποίος είχε αυτοκτονήσει πίνοντας ποντικοφάρμακο, δίχως να έχει αφήσει πίσω του κανένα συγγενή. O Purchase διαβεβαίωσε πως το δηλητήριο δεν υπήρχε περίπτωση να εντοπιστεί σε ένα σώμα, το οποίο υποτίθεται πως θα έπλεε στη θάλασσα επί πολλές ημέρες. Για τους διενεργούντες την νεκροψία, ο πνιγμός θα ήταν η κυρίαρχη εκδοχή. Δέχθηκε να διατηρήσει τη σορό στο ψυγείο του νεκροθαλάμου, επισημαίνοντας πως έπειτα από την παρέλευση τριών μηνών, η αποσύνθεση θα είχε ξεπεράσει το όριο ασφαλείας και το σώμα θα ήταν, πλέον, άχρηστο. Η συγκυρία ήταν, πράγματι, ευτυχής. Δεν απέμενε παρά η σορός του Michael να αποκτήσει μια νέα ταυτότητα και να σφυρηλατηθεί ένας πειστικός μύθος γύρω από αυτή.

Η σορός του William Martin, κατά κόσμον Glyndwr Michael.

                          Β. Ο “ταγματάρχης William Martin” αναχωρεί για τον πόλεμο

Τόσο το όνομα όσο και ο βαθμός, που επιλέχθηκαν τελικά, είχαν ως σκοπό να καταστήσουν δυσχερή μια αναμενόμενη γερμανική έρευνα ως προς το γνήσιο της (νέας) ταυτότητας της σορού και την αυθεντικότητα των εγγράφων, τα οποία η τελευταία θα έφερε πάνω της. Το όνομα William Martin, ήταν αρκετά κοινό, όχι, όμως, σε σημείο, που να κινεί υποψίες. Ο δε βαθμός του ταγματάρχη, επέτρεπε σε όποιον τον έφερε, να είναι κομιστής διαβαθμισμένων εγγράφων. Η όλη πλεκτάνη στήθηκε με άξονα δυο καθ όλα πρωτότυπες επιστολές με παραπλανητικό, ωστόσο, περιεχόμενο. Η πρώτη, έφερε την υπογραφή του υποστράτηγου  Archibald Nye, υπαρχηγού του Βρετανικού Αυτοκρατορικού Επιτελείου. Αποδέκτης ήταν ο στρατηγός  Harold Alexander, ανώτατος διοικητής του θεάτρου επιχειρήσεων της Μέσης Ανατολής. Αφού έθιγε διάφορες (αληθείς) εκκρεμότητες, η επιστολή κατέληγε ως εξής: “Πρόσθετες πληροφορίες θέλουν τους Γερμανούς να ενισχύουν την άμυνά τους στην Κρήτη και στην Ελλάδα. Το Αυτοκρατορικό Επιτελείο θεωρεί ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, οι διαθέσιμες δυνάμεις μας για την απόβαση είναι ανεπαρκείς. Οι Αρχηγοί του Επιτελείου συμφώνησαν πως η 5η Μεραρχία πρέπει να ενισχυθεί με μια Ταξιαρχία για την απόβαση στις ακτές νοτίως του Ακρωτηρίου Αράξου και πως ανάλογης ενίσχυσης πρέπει να χαίρει η 56η Μεραρχία για την Καλαμάτα”. Το περιεχόμενο του συγκεκριμένου σημείου του εγγράφου άφηνε να εννοηθεί πως οι προετοιμασίες ενόψει μιας Συμμαχικής απόβασης στην Ελλάδα βρίσκονταν σε προχωρημένο στάδιο και ήταν πέρα ως πέρα αναληθές. Επρόκειτο για το δόλωμα της επιχείρησης “Κιμάς”.

Η επιστολή Mountbatten προς Cunningham

Προκειμένου δε να πειστούν οι Γερμανοί ως προς την ταυτότητα του κομιστή του εγγράφου, μέσα στον χαρτοφύλακα (δεμένου με χειροπέδες στο χέρι της σορού), τοποθετήθηκε μια δεύτερη, εξίσου γνήσια με την προηγούμενη, επιστολή του λόρδου Louis Mountbatten, διευθυντή του κλάδου των Ειδικών Επιχειρήσεων, προς το ναύαρχο Andrew Cunningham, διοικητή του Στόλου της Μεσογείου. Ο συντάκτης της επιστολής σύστηνε τον ταγματάρχη Martin ως ειδικό για αμφίβιες επιχειρήσεις και τον έθετε στη διάθεση του ναυάρχου έως ότου η “απόβαση στην Ελλάδα” ολοκληρωθεί. Ήταν, αναμφίβολα, μια προληπτική κίνηση, προκειμένου να μην εγερθούν αμφιβολίες ως προς την ταυτότητα της σορού. Στο τέλος, μάλιστα, της δεύτερης επιστολής, υπήρχε μια χαριτολογία περί σαρδελλών (sardines), που κάλλιστα μπορούσε να εκληφθεί ως καλυμμένη αναφορά στον έτερο υποψήφιο στόχο των Συμμάχων, τη νήσο Σαρδηνία. Με τον τρόπο αυτό, η σύγχυση στις τάξεις των Γερμανών θα ήταν πλήρης. Τέλος, το γνήσιο της υπογραφής και τα δακτυλικά αποτυπώματα των συντακτών πάνω στις δυο επιστολές, καθιστούσαν τις τελευταίες ακόμα πιο αληθοφανείς. Ο Montagu δεν αρκέστηκε μόνο σε αυτές τις προληπτικές   ενέργειες.  Προχώρησε μέχρι σημείου να κατασκευάσει μια ολόκληρη ιδιωτική ζωή γύρω από τον ταγματάρχη Martin.  Μέσα  στο πορτοφόλι της σορού, τοποθέτησε δυο ερωτικές επιστολές της υποτιθέμενης μνηστής του ταγματάρχη, ονόματι Pam, καθώς και μια φωτογραφία της τελευταίας, η οποία, στην πραγματικότητα, ανήκε σε μια υπάλληλο της ΜΙ5. Πρόσθεσε την απόδειξη αγοράς από ένα κοσμηματοπωλείο της Bond street, ενός δακτυλιδιού αρραβώνων, αξίας 53,10 λιρών. Μέσα στον χαρτοφύλακα, πέραν από τις επίσημες επιστολές υπήρχε και μια τρίτη, γραμμένη από έναν φανταστικό πατέρα, όπου είχε επισυναφθεί μια ειδοποίηση από τον δικηγόρο της οικογένειας για την εξόφληση ενός χρέους ύψους 79,19 λιρών. Ως προς το μελάνι που χρησιμοποιήθηκε, ο Montagu επέλεξε, κατόπιν συμβουλής των ειδικών της ΜΙ5, το είδος εκείνο που ήταν περισσότερο ανθεκτικό στο θαλασσινό νερό. Μέσα στις τσέπες της στολής τοποθετήθηκαν κλειδιά, ένας ασημένιος σταυρός, τσιγάρα, σπίρτα, μια απόδειξη αγοράς πουκαμίσων και ένα εισιτήριο θεατρικής παράστασης με ημερομηνία κοντινή με εκείνη της μεταφοράς της σορού στα ανοικτά των ισπανικών ακτών. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο ταγματάρχης Martin, έφερε πάνω του και έγγραφα, τα οποία πιστοποιούσαν την ιδιότητά του, συγκεκριμένα μια στρατιωτική ταυτότητα. Την αποστολή επισήμανσης ενός προσώπου, για τη φωτογραφία της ταυτότητας, το οποίο να μοιάζει με εκείνο της σορού, έφερε σε πέρας με επιτυχία ο Cholmondeley. Στις 17 Απριλίου 1943, οι Cholmondeley και Montagu ολοκλήρωσαν τις προετοιμασίες, φορώντας τη στολή και το σωσίβιο στη σορό. Κατόπιν τούτου, ο ταγματάρχης William Martin ήταν πανέτοιμος να αναχωρήσει για τον πόλεμο.

Το πτώμα τοποθετήθηκε μέσα σε ένα αεροστεγές μεταλλικό δοχείο, γεμάτο με ξηρό πάγο (στερεή μορφή του διοξειδίου του άνθρακα σε θερμοκρασία -78,5 βαθμών Κελσίου), προκειμένου να μπορέσει να διατηρηθεί κατά τη διάρκεια της διαδρομής προς τη Huelva. Το δοχείο έφερε την ένδειξη:“Προσοχή, ευαίσθητο οπτικό υλικό”. Η αρχική σκέψη χρήσης αεροπλάνου εγκαταλείφθηκε νωρίς, εξαιτίας του κινδύνου κατάρριψης, τον οποίον ενείχε. Προκρίθηκε η περισσότερο χρονοβόρα μεταφορά με υποβρύχιο. Το υποβρύχιο Seraph, το οποίο ανέλαβε την αποστολή, κατά τη διάρκεια της διαδρομής δέχτηκε δυο φορές επίθεση με βόμβες βυθού. Τα χαράματα της 30ής Απριλίου 1943 αναδύθηκε έξω από τα ανοικτά της Huelva. Ο κυβερνήτης Bill Jewell, αφού διέταξε την εκκένωση του καταστρώματος από το πλήρωμα, με τη βοήθεια των αξιωματικών άνοιξε το δοχείο, ανέγνωσε τον προσήκοντα Ψαλμό και έριξε τη σορό στη θάλασσα. Ο παφλασμός από τον έλικα, έσπρωξε την τελευταία προς την ακτή. Τη συνέχεια ανέλαβαν τα ρεύματα της περιοχής. Η επιχείρηση “Κιμάς”είχε εισέλθει στο αποφασιστικότερο στάδιο, εκείνο της εκτέλεσης, όπου η ανθρώπινη οξυδέρκεια παραμέριζε τη θέση της στον παράγοντα τύχη.

HMS Seraph.
Bill Jewell.


 

 

 

 

 

 

                                           

                                         Γ.  “Ο Κιμάς καταβροχθίστηκε ολάκερος”

Η σορός εντοπίστηκε στις 9.30 π.μ. από έναν ψαρά και μεταφέρθηκε αμέσως στο κτήριο του Ναυτοδικείου. Ταυτόχρονα, ειδοποιήθηκε από τις τοπικές αρχές ο υποπρόξενος, Francis Haselden. Δίχως χρονοτριβή, ξεκίνησε μια ανταλλαγή τηλεγραφημάτων ανάμεσα στο Foreign Office και το υποπροξενείο της Huelva. Υποψιαζόμενο τον κίνδυνο υποκλοπής, το Λονδίνο ύψωσε επίτηδες τους τόνους, διατάσσοντας τον Haselden να αποσπάσει πάση θυσία από τους Ισπανούς τον χαρτοφύλακα, επειδή περιείχε σημαντικά έγγραφα. Η νεκροψία διενεργήθηκε, παρουσία του Haselden, το μεσημέρι της 1ης Μαΐου και η τελική διάγνωση έκανε λόγο για θάνατο από πνιγμό. Η σορός παραδόθηκε στον Βρετανό υποπρόξενο και την επομένη, ο ταγματάρχης William Martin κηδεύτηκε με απόδοση στρατιωτικών τιμών στο κοιμητήριο της Huelva. Ο χαρτοφύλακας ακολούθησε μια περισσότερο δαιδαλώδη πορεία έως ότου επιστραφεί και αυτός, εννέα μέρες αργότερα, στον Haselden. Τα όσα διαδραματίστηκαν μέσα σε αυτές τις εννέα μέρες στοιχειοθετούν την πλήρη επιτυχία της επιχείρησης “Κιμάς”. Στην ίδια τη Huelva, παρά τις έντονες παραστάσεις του πράκτορα της Abwehr, Adolf Clauss, τίποτα απολύτως από το περιεχόμενο του χαρτοφύλακα δεν περιήλθε στη διάθεσή του. Ο χαρτοφύλακας στάλθηκε στη Μαδρίτη για περαιτέρω εξέταση. Εκεί, κινητοποιήθηκε η Γερμανική πρεσβεία, καθώς ένας από τους κορυφαίους πράκτορες της Abwehr στην ισπανική πρωτεύουσα, ο Karl-Erich Kühlenthal, ενημέρωσε σχετικά τον προϊστάμενό του στο Βερολίνο, τον ναύαρχο Wilhelm Canaris, προτρέποντάς τον να μεσολαβήσει, ώστε να ασκηθεί πίεση προς την κυβέρνηση της Μαδρίτης, προκειμένου η τελευταία να παραδώσει τα έγγραφα. Οι Ισπανοί τα είχαν, στο μεταξύ, στεγνώσει και φωτογραφίσει. Εν συνεχεία, τα βούτηξαν επί 24 ώρες μέσα σε θαλασσινό νερό, για να προσλάβουν εκ νέου την αρχική τους μορφή. Στις 8 Μαΐου, το περιεχόμενο αποκαλύφθηκε στον Kühlenthal. Η περίπτωση του τελευταίου, όπως και των υπολοίπων χειριστών της υπόθεσης σε ανώτερο επίπεδο, αποδείχτηκε αποφασιστική για την τελική έκβαση της επιχείρησης “Κιμάς”. Κατά το ήμισυ Εβραίος, ο Kühlenthal είχε κάθε λόγο να παραμένει εκτός γερμανικών συνόρων αλλά και να βομβαρδίζει το Βερολίνο με ευχάριστες ειδήσεις, δίχως να αξιολογεί σε βάθος την κάθε υπόθεση που συναντούσε μπροστά του. Διακατεχόμενος από αυτή την ψυχολογία, μετέφερε αυτοπροσώπως το περιεχόμενο των εγγράφων στη γερμανική πρωτεύουσα με τη γνωμοδότηση πως ήταν γνήσιο.

Ακολούθως, του όλου θέματος επελήφθη βαρόνος  Alexis von Roenne. O von Roenne προΐστατο της Υπηρεσίας Πληροφοριών του Γενικού Επιτελείου, Fremde Heer West (FHW). Εθεωρείτο ειδήμων στον τομέα της αποκρυπτογράφησης των προθέσεων των Συμμάχων. Ο ίδιος ο Hitler, προσωπικά, πίστευε πως ο von Roenne διέθετε ένα αλάθητο αισθητήριο και είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στην κρίση του. Όμως, τα αισθήματα δεν ήσαν αμοιβαία. Γόνος παλαιάς αριστοκρατικής οικογένειας και ήρωας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Roenne αντιπαθούσε σφόδρα τον Γερμανό δικτάτορα. Ευκαιρίας δοθείσης, υπονόμευε συστηματικά την πολεμική προσπάθεια των Ναζί. Άλλωστε, ήταν σε θέση να το πράξει, χάρη στο αξίωμα που κατείχε. Αν και έτρεφε σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την αυθεντικότητα των εγγράφων, διαβεβαίωσε τον Hitler πως αυτά ήταν πέραν πάσης αμφιβολίας αληθινά. Εν κατακλείδι, δυο κομβικά πρόσωπα, υπερεκτίμησαν, για να μην πει κανείς πως διαστρέβλωσαν, την σημασία των εγγράφων. Το πρώτο, μεριμνώντας για την δική του ασφάλεια, τo δεύτερο για ιδεολογικούς λόγους.

Adolf Clauss, o πράκτορας της Abwehr στην Huelva.

 

Karl-Erich Kühlenthal.
Alexis von Roenne.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μόλις ο χαρτοφύλακας επιστράφηκε στο Λονδίνο, τα έγγραφα υποβλήθηκαν σε εξονυχιστικό έλεγχο, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν είχαν περιέλθει εν γνώσει των αντιπάλων. Από τον έλεγχο προέκυψε πως οι φάκελοι, οι οποίοι περιείχαν τα δυο κύρια έγγραφα, είχαν παραβιαστεί και πως τα έγγραφα αυτά είχαν φωτογραφηθεί. Τίποτα, ωστόσο, δεν μαρτυρούσε πως οι Γερμανοί ήταν ενήμεροι για το περιεχόμενο των τελευταίων. Ένα νέο τηλεγράφημα στάλθηκε προς τον Haselden, με την προοπτική, πάντοτε, να υποκλαπεί από τον εχθρό. Περιείχε την αναφορά ότι οι φάκελοι είχαν υποστεί έλεγχο, δεν είχαν, ωστόσο, ανοιχτεί. Ο Haselden φρόντισε, επιπρόσθετα, να διαρρεύσει την ίδια πληροφορία σε ισπανικούς κύκλους, που γνώριζε πως ήταν προσκείμενοι στους Γερμανούς. Τη φορά αυτή, η αδημονία στο Λονδίνο ήταν ειλικρινής και ως εκ τούτου, ακριβώς, ελλόχευε ο μέγας κίνδυνος να αποκαλυφθούν τα πάντα.

Η λύτρωση από την αγωνία ήρθε τελικά στις 14 Μαΐου από το Bletchley Park, όπου έδρευε η υπηρεσία αποκρυπτογράφησης των γερμανικών ραδιοσημάτων. Το υποκλαπέν τηλεγράφημα, το οποίο είχε αποσταλεί δυο μέρες νωρίτερα, έκανε λόγο περί επικείμενης Συμμαχικής απόβασης στα Βαλκάνια, με μια επιχείρηση αντιπερισπασμού στα Δωδεκάνησα. Στις 21 του ίδιου μήνα, υποκλάπηκε η διαταγή του Hitler περί μετακίνησης από τη Γαλλία στη Θεσσαλονίκη της έμπειρης 1ης Μεραρχίας Panzer. Σε αντιδιαστολή με τον Mussolini, ο οποίος επέμενε ως προς την επιλογή της Σικελίας, ο Γερμανός καγκελάριος ήταν πεπεισμένος πως το επόμενο Συμμαχικό πλήγμα θα καταφερόταν στην Ελλάδα, στη Σαρδηνία ή στην Κορσική. Την άποψη αυτή επιβεβαιώνει και ο ναύαρχος Dönitz, ο οποίος, στις 14 Μαΐου, είχε συζήτηση με τον Hitler σχετικά με τα έγγραφα της επιχείρησης “Κιμάς”. Μόλις όλες οι παραπάνω πληροφορίες συγκεντρώθηκαν από την υπηρεσία του Bletchley Park, ενημερώθηκαν αμέσως οι αρχηγοί των επιτελείων. Το συνθηματικό τηλεγράφημα, που στάλθηκε στον Churchill, ο οποίος την ίδια στιγμή βρισκόταν στις ΗΠΑ, έγραφε: «Mincemeat swallowed rod”(“Ο Κιμάς καταβροχθίστηκε ολάκερος”).

Με κανένα τρόπο, ωστόσο, οι υπηρεσίες των Συμμάχων δεν έπρεπε να χαλαρώσουν, καθώς ο κίνδυνος αποκάλυψης της πλεκτάνης παράμενε, ακόμη, ισχυρός. Ο Montagu συνέχισε την εκστρατεία παραπληροφόρησης φροντίζοντας να προστεθεί το όνομα του ταγματάρχη Martin στην κατάσταση των απωλειών, η οποία δημοσιεύτηκε στις 4 Ιουνίου από τους Times. Επρόκειτο για την πρώτη πηγή, που θα έλεγχαν οι Γερμανοί, προκειμένου να διαπιστώσουν κατά πόσο επρόκειτο για υπαρκτό πρόσωπο. Κατά καλή του τύχη, την ίδια μέρα δημοσιεύθηκε και η (αληθινή τη φορά αυτή) είδηση της πτώσης ενός βρετανικού αεροσκάφους στον Βισκαϊκό κόλπο και της συνακόλουθης απώλειας του πληρώματος. Επρόκειτο για ένα συγκυριακό γεγονός, που καθιστούσε περισσότερο πειστική την ύπαρξη του ταγματάρχη Martin. Έως σήμερα, δεν έχει αποτιμηθεί επακριβώς η συνεισφορά της επιχείρησης “Κιμάς” στη μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων. Είναι γεγονός, πως η άμυνα των Βαλκανίων και της Σαρδηνίας ενισχύθηκε από επίλεκτες μονάδες, οι οποίες μεταφέρθηκαν εκεί από αλλού. Ενδεικτικό της εμμονής του Hitler για επικείμενο Συμμαχικό πλήγμα στα Βαλκάνια, είναι το γεγονός της αποστολής εικοσιενός αεροσκαφών από τη Σικελία στην Ελλάδα στις 9 Ιουλίου, τέσσερις ώρες έπειτα από την έναρξη της Συμμαχικής απόβασης. Ακόμα και τότε, η επιχείρηση Husky, λειτουργούσε στα μάτια των Γερμανών ως αντιπερισπασμός. Περί τα τέλη δε του μήνα, ο στρατάρχης Erwin Rommel στάλθηκε στη Θεσσαλονίκη, με αποστολή να διερευνήσει τρόπους ενίσχυσης της άμυνας στα Βαλκάνια. Όταν το Γερμανικό επιτελείο αντιλήφθηκε το λάθος, ήταν πλέον πολύ αργά.

Κατά πόσο όλα τα παραπάνω οφείλονται στην επιτυχία της επιχείρησης “Κιμάς”, ή είναι προϊόν της εμμονής του Hitler περί επικείμενης Συμμαχικής επέμβασης στα Βαλκάνια, δεν θα το πληροφορηθούμε ποτέ. Το πιθανότερο είναι πως αποτελούν συνδυασμό αυτών των δυο, όπως και άλλων πολλών παραμέτρων. Πρόκειται για μια διαπίστωση, η οποία ουδόλως υποβαθμίζει την αξία μιας υποδειγματικά σχεδιασμένης επιχείρησης παραπληροφόρησης. Τέλος, θα ήταν άδικο να μη γίνει ειδική μνεία στην περίπτωση του  Glyndwr Michael, ενός άστεγου ξεχασμένου από Θεό και ανθρώπους, ο οποίος, θέτοντας με τραγικό τρόπο τέλος στη ζωή του, μετουσιώθηκε, δίχως να το έχει υποψιαστεί ούτε κατά διάνοια, στον άνθρωπο που δεν υπήρξε ποτέ και που με αυτή την ιδιότητα προσέφερε ανεκτίμητη υπηρεσία τον αγώνα των Συμμάχων.

9 Ιουλίου 1943: Οι Σύμμαχοι αποβιβάζονται στη Σικελία

 

                                                        Δ. Η μεταφορά στην οθόνη

                                        The man who never was (1956), trailer

                                

Το κινηματογραφικό έργο The man who never was, προβλήθηκε για πρώτη φορά στις αίθουσες το 1956. Βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Ewen Montagu, το οποίο είχε κυκλοφορήσει τρία χρόνια νωρίτερα. Σε αρκετά σημεία, ωστόσο, το σενάριο παίρνει αποστάσεις από την πραγματικότητα, πιθανόν για εμπορικούς λόγους. Οι Montagu, Jewell, Nye, Mountbatten και Haselden εμφανίζονται με τα πραγματικά τους ονόματα. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τον  Cholmondeley, τον οποίο υποκαθιστά ένας αξιωματικός του Ναυτικού ονόματι George Acres, η δε φανταστική Pam, μνηστή του ταγματάρχη Martin, εμφανίζεται με το ίδιο όνομα ως υπάλληλος της ΜΙ5. Τη σύνταξη της ερωτικής επιστολής έχει αναλάβει εδώ η ανυποψίαστη φίλη της, Lucy Sherwood, εφεύρημα εξ ολοκλήρου του σεναριογράφου. Κυρίως, όμως, ολόκληρο το δεύτερο μέρος του έργου κινείται στο χώρο του φαντασιακού. Περιγράφει την άφιξη στο Λονδίνο  του Patrick O’ Reilly, ενός ιρλανδικής καταγωγής πράκτορα των Γερμανών, ο οποίος έχει αναλάβει την αποστολή να εξιχνιάσει την ταυτότητα του ταγματάρχη Martin. Όταν ο Montagu διάβασε το σενάριο, δεν εξέφρασε την παραμικρή αντίρρηση γι αυτή την ηθελημένη εκτροπή από την πραγματικότητα, υποστηρίζοντας πως οι βρετανικές υπηρεσίες θεωρούσαν μια εξέλιξη του είδους ως απόλυτα εφικτή και βρίσκονταν σε διαρκή εγρήγορση, προκειμένου να μπορέσουν να την αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά. Η έκπληξη της ταινίας είναι η φευγαλέα εμφάνιση του ιδίου του Montagu, ο οποίος υποδύεται έναν υποπτέραρχο, κατά την καλύτερη παράδοση του Alfred Hitchcock να σημαδεύει τα έργα του με μια δική του στιγμιαία παρουσία. Ο Άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ βλέπεται με αμείωτο ενδιαφέρον από άκρη σε άκρη, καθώς το σενάριο διατηρεί συνεχή την ένταση και οι ερμηνείες όλων των συντελεστών είναι υποδειγματικές.

 

                The man who never was (1956), ο εκβρασμός της σορού στην ακτή

 

Η ταφή του ταγματάρχη William Martin στο Κοιμητήριο της Huelva.

 

Ο εργαστηριακός έλεγχος των εγγράφων έπειτα από τον επαναπατρισμό τους.

 

                    Operation Mincemeat. WWII deception prior to invading Italy

 

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Howard, Michael, British Intelligence in the Second World War, London, 1990

Howard, Michael, Strategic Deception in the Second World War, New York, 1995

Latimer, Jon, Deception in War, London, 2001

Macintyre, Ben, Operation Mincemeat, London, 2010

Montagu, Ewen, The Man Who Never Was, Philadelphia, 1953

Smyth, Denis, Deathly Deception: The Real Story of Operation Mincemeat, London, 2010

 

 

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 

Μαρία Δημητρίου: Βαρθολομαίος Μίτρε. Ο ελληνικής καταγωγής ιδρυτής της Αργεντινής Δημοκρατίας

Μαρία Δημητρίου

Βαρθολομαίος Μίτρε.

Ο ελληνικής καταγωγής ιδρυτής της Αργεντινής Δημοκρατίας

 

Ο στρατηγός Βαρθολομαίος Μίτρε (1821-1906), απόγονος Έλληνα μετανάστη, ήταν ο πρώτος εκλεγμένος πρόεδρος (1862-1868) της ενοποιημένης Αργεντινής.  Θεωρείται  ο ιδρυτής της σύγχρονης Αργεντινής, καθώς πρωτοστάτησε στη συγκρότηση του εθνικού κράτους, εγκαινιάζοντας μια εποχή θεσμικής οργάνωσης, οικονομικής ανάπτυξης, πολιτικού και κοινωνικού  εκσυγχρονισμού της χώρας.

Πολυσχιδής προσωπικότητα, υπήρξε πολιτικός, στρατιωτικός, διπλωμάτης, ιστορικός, δημοσιογράφος, λογοτέχνης και μεταφραστής. Έχει χαρακτηριστεί ως ο “Αργεντινός Ηρόδοτος”, λόγω της πολύτιμης συνεισφοράς του στην εθνική ιστοριογραφία.  Οι σύγχρονοί του αναφέρονταν σε αυτόν με σεβασμό και τον περιέγραψαν ως ένα “άντρα ψηλό, λεπτό, πολύ κομψό, με φαρδύ μέτωπο, όψη στοχαστική και εμφάνιση ιπποτική, υπερβολικά εκλεπτυσμένη”.  Σε αναφορά του προς το Βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών ο τότε πρέσβης στο Μπουένος Άιρες έγραφε: “Είναι ένας άνδρας πολύ δραστήριος  και λέγεται ότι τον χαρακτηρίζει κάτι ιδιαίτερα σπάνιο: είναι έντιμος.  Από τότε που πήρε την εξουσία ο στρατηγός Μίτρε η χώρα γνώρισε μεγάλη οικονομική άνθηση. Η διακυβέρνηση αυτού του φωτισμένου άνδρα είναι ισχυρή, καλή και ευεργετική”

                                          Οι ελληνικές ρίζες και ο πολυτάραχος βίος

Γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες στις 26 Ιουνίου 1821 και ήταν το πρωτότοκο από τα τέσσερα παιδιά του Abrosio Estanislao de la Concepción Mitre y Campos και της Josefa Martínez Whetherton, ισπανο-ιρλανδικής καταγωγής.  Από την πλευρά του πατέρα του είχε ελληνική καταγωγή. Ως προς το όνομα του Έλληνα μετανάστη προγόνου του, ο οποίος από τη Βενετία ήρθε στο Μπουένος Άιρες στα τέλη του 17ου αιώνα, κάποιοι γενεαλόγοι υποστηρίζουν ότι ονομαζόταν Βεντούρα Δημήτριος Μητρόπουλος και το όνομα Μίτρε προήλθε από την ισπανοποίηση του επιθέτου Μητρόπουλος.  Άλλοι δεν αναφέρουν το επίθετο Μητρόπουλος, επειδή δεν αναγράφεται στις ληξιαρχικές πράξεις των δύο γάμων του, που τελέστηκαν στον καθεδρικό ναό του Μπουένος Άιρες, όπου αναφέρεται ως Βεντούρα Δημήτριος. Ο πρώτος έγινε στις 7-11-1693 με την Isabel González.  Μετά το θάνατο της Isabel, νυμφεύτηκε την Catalina Ruiz de Ocaña την 1-4-1698.  Επιπλέον, στο πιστοποιητικό μιας βάπτισης με ημερομηνία 14-10-1722, όπου παρέστη ως μάρτυρας, σημειώνεται: “Το επίθετο Mitre είναι κάποιου Ventura Demetrio, που τον προηγούμενο αιώνα ήταν Έλληνας”.  Επίσης, ο αργεντινός γενεαλόγος Hernán Carlos Lux Wurm, μελετώντας τα πρακτικά μιας δίκης, ανακάλυψε την κατάθεση του Demetre Ventura, με ημερομηνία 19-10-1712.  Σε αυτήν αναγράφεται ότι ο μάρτυρας “έχει ελληνική καταγωγή, είναι 50 ετών περίπου και δεν υπέγραψε επειδή δεν γνωρίζει”.  Τα έγγραφα αυτά τεκμηριώνουν την ελληνική καταγωγή του Βεντούρα Δημητρίου, αλλά ακόμη δεν είναι γνωστό αν γεννήθηκε στη Βενετία ή στις βενετοκρατούμενες περιοχές της Ηπείρου και των Επτανήσων.

Άποψη του Μπουένος Άιρες το 1820.

Και τα οκτώ παιδιά του  Βεντούρα Δημητρίου έφεραν το επίθετο Mitre, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά από διαδοχικές τροποποιήσεις: de Metrio, de Mitrio, de Mitre.  Ένα από αυτά, ο José Francisco Xavier Mitre y Ruiz συμμετείχε στην  πρώτη αποίκηση του Μοντεβιδέο το 1727.  Από το γάμο του με την Josefa María Martínez de los Santos απέκτησε επτά παιδιά, μεταξύ αυτών και τον Bartolomé Mitre (1740-1828), που υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της πόλης Santa Lucia (σε απόσταση 50 χιλ. από το Μοντεβιδέο) και ήταν ο παππούς του προέδρου Μίτρε.  Ένα από τα οκτώ παιδιά του Bartolomé και της Catalina María Campos ήταν ο Abrosio Estanislao (1774-1845), που διακρίθηκε στον αγώνα της ανεξαρτησίας της Αργεντινής.

Ο Μίτρε σε νεανική και σε ώριμη ηλικία.

To 1829 ο Abrosio Estanislao έστειλε τον οκτάχρονο γιο του Βαρθολομαίο στο αγρόκτημα του φίλου της οικογένειας Gervasio Rosas, αδελφού του αργεντινού δικτάτορα Juan Manuel de Rosas, προκειμένου να εκπαιδευτεί στις αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες, για τις οποίες τον προόριζε.  Ωστόσο, πολύ σύντομα, ο Rosas τον έστειλε πίσω στο Μπουένος Άιρες με τα εξής σχόλια: “Πείτε στον Ντον Αμβρόσιο ότι αυτός ο νεαρός δε χρησιμεύει ούτε πρόκειται να χρησιμεύσει σε τίποτε, καθώς όταν βλέπει μια σκιά, ξεκαβαλικεύει και στρώνεται στο διάβασμα”.

Η κλίση του για τα γράμματα  εκδηλώθηκε σε νεαρή ηλικία, όταν δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα σε μία εφημερίδα του Μοντεβιδέο, όπου μετακόμισε η οικογένειά του το 1831.  Εκεί, το 1836 φοίτησε στη στρατιωτική ακαδημία, το 1839 έγινε ανθυπολοχαγός του πυροβολικού και παράλληλα ενεπλάκη με την πολιτική,  ως μέλος του Έγχρωμου κόμματος.  Το 1841 νυμφεύτηκε την Delfina María Luisa de Vedia y Pérez, με την οποία απέκτησε  δύο κόρες και τέσσερις γιους.  Το 1842, ήδη λοχαγός, πήρε μέρος στον εμφύλιο πόλεμο της Αργεντινής, όταν ο Ουρουγουανός Πρόεδρος José Rivera, ιδρυτής του Εγχρώμου κόμματος, ένωσε τις δυνάμεις του με τους αργεντινούς αντικαθεστωτικούς που επαναστάτησαν κατά του δικτάτορα της Αργεντινής Rosas, αλλά ηττήθηκαν.  Το 1846 ήρθε σε σύγκρουση με τον Rivera και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Μοντεβιδέο για να πάει στη Βολιβία, όπου προσελήφθη ως εκπαιδευτής στο πυροβολικό, εντάχθηκε στο κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον του προέδρου José Ballivián και ανέπτυξε δράση κατά της αντιπολίτευσης.  Όταν ο Ballivián ανατράπηκε, στον Μίτρε δόθηκε προθεσμία δύο ωρών για να εγκαταλείψει τη χώρα.  Επέστρεψε στα τέλη του 1847, όταν άλλαξε η πολιτική κατάσταση, αλλά και πάλι απελάθηκε, αυτή τη φορά στο Περού, όπου κρίθηκε ανεπιθύμητος και τελικά κατέφυγε στη Χιλή.  To 1851 πήρε μέρος στην εξέγερση των φιλελεύθερων κατά του εκλεγμένου προέδρου Manuel Montt, με συνέπεια την απέλασή του από τη Χιλή.  Κατά τη διάρκεια της εξορίας του σε Ουρουγουάη, Βολιβία, Περού και Χιλή, μελέτησε τις γλώσσες των ιθαγενών και άσκησε τη δημοσιογραφία.  Το 1852, ως επικεφαλής μιας μεραρχίας πυροβολικού αργεντικών αντικαθεστωτικών, συμμετείχε στη μάχη της Caseros, η οποία έθεσε τέλος στην πολυετή εξουσία του Rosas στην Αργεντινή.  Επέστρεψε στο Μπουένος Άιρες και συμμετείχε ενεργά στο κίνημα της αντιπολίτευσης, που είχε αναπτυχθεί στην πόλη κατά του νικητή της μάχης στην Caseros, Justo José de Urquiza.  Μετά τη νίκη του ο  Urquiza ίδρυσε τη Συνομοσπονδία του Έθνους της Αργεντινής και εξελέγη πρόεδρός της.  Σε αυτήν προσχώρησαν όλες οι επαρχίες (13) εκτός της επαρχίας του Μπουένος Άιρες, που ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος, διατηρώντας την αποκλειστική εκμετάλλευση του μεγαλύτερου λιμανιού εξωτερικού εμπορίου της χώρας.  Οικονομικοί παράγοντες των porteños (κάτοικοι του λιμανιού), όπως χαρακτηριστικά αποκαλούνται από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα οι πολίτες του Μπουένος Άιρες,  δεν επιθυμούσαν την εθνικοποίηση του τελωνείου του λιμανιού, καθώς αυτή θα επέφερε το μοίρασμα των υπέρογκων  εσόδων του με την υπόλοιπη χώρα, που ήταν οικονομικά και κοινωνικά υποβαθμισμένη.  Όταν τα στρατεύματα των Ομοσπονδιακών πολιόρκησαν το Μπουένος Άιρες, προκειμένου να το εξαναγκάσουν να ενσωματωθεί στη Συνομοσπονδία, ο Μίτρε συμμετείχε στην υπεράσπιση της πόλης και πληγώθηκε στη μάχη.

11 Σεπτεμβρίου 1852. Η ανακήρυξη του Κράτους του Μπουένος Άιρες (Estado de Buenos Aires).

Το Μπουένος Άιρες κατάφερε να παραμείνει ανεξάρτητο κράτος και ο Μίτρε ως υπουργός Στρατιωτικών ηγήθηκε δύο ανεπιτυχών εκστρατειών.  Η πρώτη κατά των Ινδιάνων στο νότο της επαρχίας τον Μάιο του 1855, που κατέληξε σε ήττα, όπως και η δεύτερη, κατά του στρατού της Συνομοσπονδίας στις 23 Οκτωβρίου 1859 στη Cepeda. Ο νικητής στρατηγός Urquiza δεν προχώρησε σε κατάληψη του Μπουένος Άιρες, αλλά διαπραγματεύτηκε την προσχώρησή του στη Συνομοσπονδία.  Το 1860 ο Μίτρε εξελέγη κυβερνήτης του κράτους του Μπουένος Άιρες, υποσχόμενος την ολοκλήρωση της διαδικασίας ενοποίησης, εφόσον πραγματοποιηθεί αναθεώρηση του συντάγματος που είχε θεσπίσει η Συνομοσπονδία το 1853.  Ως πρόεδρος της εισηγητικής επιτροπής, συνέβαλε καθοριστικά στη σύνταξη των τροποποιητικών προτάσεων, που διαμορφώθηκαν με πρότυπο το σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών.

1860: Το κράτος του Μπουένος Άιρες και οι 13 επαρχίες της  Συνομοσπονδίας. Στο Νότο ζούσαν φυλές ινδιάνων.

Το 1860 το σύνταγμα αναθεωρήθηκε, οι προτάσεις της επιτροπής υιοθετήθηκαν, αλλά το Μπουένος Άιρες συνέχισε να αντιστέκεται στην ενοποίηση, διεκδικώντας τον πλήρη έλεγχο των εσόδων του λιμανιού.  Η μάχη της Pavón στις 17 Σεπτεμβρίου 1861 έδωσε τη λύση στο πολιτικό αδιέξοδο.  Ο Μίτρε νίκησε αυτή τη φορά τον  Urquiza, η κυβέρνηση της Συνομοσπονδίας παραιτήθηκε και ο ίδιος επέστρεψε στο Μπουένος Άιρες θριαμβευτής.  Για πρώτη φορά, μετά από σχεδόν πενήντα χρόνια διχασμού, το όραμα της ένωσης δεν φάνταζε πια ουτοπικό.  Το 1862 προκηρύχθηκαν εκλογές στις 14 επαρχίες όλης της χώρας και ο Μίτρε εξελέγη πρώτος πρόεδρος της ενοποιημένης Αργεντινής. Με την ανάληψη των προεδρικών του καθηκόντων στις 12 Οκτωβρίου 1862 ξεκίνησε η πιο σημαντική περίοδος της ιστορίας της χώρας, η οργάνωση και σταθεροποίηση του νεοσύστατου εθνικού κράτους.  Μολονότι οι εξεγέρσεις δεν σταμάτησαν, αντιμετωπίστηκαν με επιτυχία και επιτεύχθηκε η οριστική υποταγή των επαρχιών στην κεντρική εξουσία. Μετά το τέλος της θητείας του το 1868, το έργο της εθνικής ολοκλήρωσης συνέχισαν με ζήλο και συνέπεια οι δύο επόμενοι πρόεδροι Domingo Faustino Sarmiento (1868-1874) και Nicolás Avellaneda (1874-1880). Με κοινό σύνθημα το τρίπτυχο “Έθνος, Σύνταγμα, Ελευθερία” οι τρεις πρόεδροι έθεσαν τα θεμέλια της σύγχρονης Αργεντινής. Τα 18 συνολικά χρόνια της διακυβέρνησής τους αποκαλούνται Ιστορικές ή Ιδρυτικές Προεδρίες.

Η μεταβαλλόμενη έκταση της Αργεντινής από το 1816 έως το 2000.

                    Από την ανεξαρτησία στο σχηματισμό του αργεντινού κράτους

Για να γίνουν αντιληπτές οι συνθήκες που επέτρεψαν την άνοδο του Μίτρε στην εξουσία και την ίδρυση του εθνικού κράτους το 1862, θα πρέπει να εξεταστούν οι αιτίες της αποτυχίας των μέχρι τότε προσπαθειών για εθνική συγκρότηση.

Ως αποικία της Ισπανικής Αυτοκρατορίας η Αργεντινή αποτελούσε μέρος της Αντιβασιλείας του Rio de la Plata.  Με την επανάσταση του Μαΐου του 1810 ξεκίνησε ο αγώνας της ανεξαρτησίας, αλλά η ρήξη με την αυτοκρατορική μητρόπολη δεν προήλθε από την εθνική ωρίμανση και έτσι δε δημιουργήθηκε άμεσα η ανάγκη σύστασης εθνικού κράτους.  Η Αντιβασιλεία του Rio de la Plata απαρτιζόταν από ένα σύνολο περιφερειών και επαρχιών που μεταξύ τους εμφάνιζαν πολύ έντονες γεωγραφικές, πολιτικο-οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαφορές, συνθήκες αντίξοες για τη διαμόρφωση συλλογικής συνείδησης.

Τον Ιούλιο του 1816 οι επαναστάτες συνήλθαν για να ανακηρύξουν την πλήρη ανεξαρτησία από την ισπανική κυριαρχία και την ίδρυση των Ηνωμένων Επαρχιών της Νότιας Αμερικής.   Η κυβερνητική συνέλευση απέτυχε να επιβάλει την εξουσία της στα υπόλοιπα μέρη της πρώην Αντιβασιλείας ‒Άνω Περού(Βολιβία), Παραγουάη, Banda Oriental (Ουρουγουάη)‒ αλλά και στις επαρχίες της Αργεντινής, καθώς ήρθε αντιμέτωπη με συμφέροντα οικονομικά και πολιτικά, που δεν συνέπιπταν με αυτά της επαρχίας του Μπουένος Άιρες, που βάσιζε την οικονομία της στο λιμάνι και στα έσοδα του τελωνείου από το εξωτερικό εμπόριο.  Η σύνδεσή του διά θαλάσσης με την Ευρώπη, έφερνε τους porteños σε επαφή με τις σύγχρονες ιδέες και προσέφερε οικονομικές ευκαιρίες ενώ η ενδοχώρα παρέμενε πιο συντηρητική και υπανάπτυκτη, κλίνοντας προς τη διατήρηση του παλαιού φεουδαρχικού κοινωνικού και πολιτικού συστήματος.

Η αντιπαλότητα μεταξύ porteños και caudillos (επαρχιακών αρχηγών) εκφράστηκε σε πολιτικό επίπεδο από τον ανταγωνισμό μεταξύ των δύο κομμάτων, των Ενωτικών και των Ομοσπονδιακών, τα οποία διαφωνούσαν ως προς την πολιτική οργάνωση του κράτους.  Ως προς τη διαχείριση της οικονομίας η διαμάχη ήταν μεταξύ των Φιλελεύθερων (Ενωτικών), οπαδών της ελεύθερης αγοράς, και των οπαδών του Προστατευτισμού (Ομοσπονδιακών), οι οποίοι υπεραμύνονταν της προστασίας της εγχώριας παραγωγής έναντι του ξένου ανταγωνισμού.  Πίσω από αυτόν τον ανταγωνισμό κρύβονταν τα οικονομικά συμφέροντα των ηγετικών ομάδων κάθε επαρχίας, προς υπεράσπιση των οποίων διεξάγονταν ένοπλες συγκρούσεις.

Μέχρι το 1829 οι προσπάθειες τερματισμού του εμφυλίου δεν ευδοκίμησαν. Το οικονομικο-πολιτικό μοντέλο που θέλησαν να επιβάλουν οι porteños δεν έγινε αποδεκτό από τους caudillos, επειδή βασιζόταν στα ευρωπαϊκά πρότυπα του Φιλελευθερισμού και αγνοούσε τα συμφέροντα των επαρχιών.  Όλα τα σχέδια εθνικού συντάγματος και εθνικής συγκρότησης που προτάθηκαν απορρίφθηκαν, επειδή δεν προσέφεραν τη δυνατότητα ενσωμάτωσης των επαρχιών σε μία ενιαία εθνική οικονομία, αλλά και δεν υπήρχαν υλικοί και πολιτισμικοί δεσμοί μεταξύ τους, ώστε να μπορούν να μιλούν για ενιαία πατρίδα.  Η Αργεντινή δεν είχε διαμορφωθεί ακόμη στη συλλογική συνείδηση ως πατρίδα ούτε ως έθνος.  Κάθε επαρχία έγινε πατρίδα και έθνος που κυβερνιόταν από τοπικούς αρχηγούς, είχε το δικό της στρατό, το δικό της νόμισμα, τη δική της οικονομική διαχείριση.  Οι Φιλελεύθεροι porteños θεωρούσαν ότι ήταν οι φορείς της προόδου και του πολιτισμού, ενώ κατηγορούσαν τους ομοσπονδιακούς caudillos ότι αποτελούσαν κατάλοιπα της αποικιοκρατικής περιόδου και ήταν εκφραστές της βαρβαρότητας.

Η περίοδος από το 1829 μέχρι το 1850 (με ένα διάλειμμα τριών ετών μεταξύ 1832 έως 1835) χαρακτηρίζεται ως δικτατορία, λόγω της αυταρχικής εξουσίας του Juan Manuel de Rosas στην επαρχία του Μπουένος Άιρες και της μη θεσμοθετημένης επιβολής της εξουσίας του στις υπόλοιπες επαρχίες, βασισμένη σε de facto συμφωνίες που ο Rosas είχε συνάψει με τους caudillos.  Το 1852 οι επαρχίες, αντιδρώντας στο συγκεντρωτικό καθεστώς του Rosas, ένωσαν τις δυνάμεις τους και υπό την ηγεσία του Urquiza νίκησαν το Rosas στη μάχη της Caseros.  Αλλά ούτε η πτώση του Rosas, ούτε η συνένωση των 13 επαρχιών που συγκρότησαν την Αργεντινή Συνομοσπονδία  με πρόεδρο τον Urquiza, οδήγησαν στη δημιουργία εθνικού κράτους, επειδή η επαρχία του Μπουένος Άιρες συνέχισε να λειτουργεί ως ανεξάρτητο κράτος.  Το σύνταγμα, που θέσπισε η Συνομοσπονδία το 1853, όριζε ως πολιτικό σύστημα την αντιπροσωπευτική, ομοσπονδιακή δημοκρατία, εξασφάλιζε τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών και εγγυόταν την αυτονομία των επαρχιών, αποτελώντας την πρώτη σοβαρή απόπειρα ειρήνευσης μεταξύ των αντιμαχόμενων ισχυρών κέντρων εξουσίας της χώρας, με στόχο την ενοποίηση και τη δημιουργία κράτους.  Οι προσπάθειες του Urquiza για εθνική συγκρότηση συνεχίστηκαν μέχρι τη λήξη της θητείας του το 1860 χωρίς όμως τη στήριξη της 14ης επαρχίας, που συνέχισε να διαχειρίζεται τα έσοδα του πιο προσοδοφόρου τελωνείου της χώρας, παραμένοντας εκτός της Συνομοσπονδίας.  Έτσι συνεχίστηκε η αστάθεια και η χώρα παρέμενε χωρισμένη σε δύο κέντρα εξουσίας που το ένα προσπαθούσε να επιβληθεί στο άλλο, άλλοτε στο στίβο της πολιτικής και άλλοτε στο πεδίο της μάχης.

Από το 1859 μέχρι το 1862 οι Φιλελεύθεροι με αρχηγό τον Μίτρε απέκτησαν σταδιακά μεγάλη επιρροή στα οικονομικά εύρωστα κέντρα εξουσίας του Μπουένος Άιρες και μερικών επαρχιών. Άρχισε να ωριμάζει η αντίληψη ότι έπρεπε να τεθεί τέρμα στις συγκρούσεις με τη Συνομοσπονδία, και ως μόνη διέξοδος πρόβαλε η δημιουργία μιας συγκεντρωτικής εξουσίας, υπεράνω όλων των τοπικών εξουσιών, το εθνικό κράτος.  Για να μην παραμείνει η ενοποίηση όνειρο ανεκπλήρωτο, θα έπρεπε να γίνουν αμοιβαίες υποχωρήσεις και οι porteños να δώσουν πρώτοι το παράδειγμα, αποδεχόμενοι την εθνικοποίηση του λιμανιού και τη δίκαιη κατανομή των εσόδων του σε όλη την επικράτεια.   Η αριστοκρατία του Μπουένος Άιρες συνειδητοποίησε ότι ο ηγετικός ρόλος που φιλοδοξούσε να έχει στην συγκρότηση του κράτους, απαιτούσε τη συναίνεση των επαρχιακών ολιγαρχιών.

Πορτραίτο του Μίτρε φιλοτεχνημένο από τον Ignacio Manzoni το 1861 κατά τη διάρκεια της μάχης της Pavón.

                  1861-1868: Η οργάνωση της δημοκρατίας και η εθνική ολοκλήρωση

Η νίκη των porteños στη μάχη της Pavón στις 17 Σεπτεμβρίου 1861 έθεσε τέλος στο διαχωρισμό της εξουσίας μεταξύ Ομοσπονδιακών και Μπουένος Άιρες και άνοιξε το δρόμο για τη δημιουργία εθνικού κράτους.  Ωστόσο δεν ήταν ένας δρόμος στρωμένος με ροδοπέταλα, λόγω της απροθυμίας των Ομοσπονδιακών να αναγνωρίσουν την εξουσία της κεντρικής κυβέρνησης και να αποδεχθούν τη συγκεντρωτική πολιτική της.  Η επίτευξη της εθνικής ενότητας και η καθιέρωση της κυριαρχίας της κυβέρνησης Μίτρε σε εθνικό επίπεδο ήταν δύο στόχοι που προϋπόθεταν την ειρήνευση στο εσωτερικό της χώρας.  Οι μακροχρόνιοι εμφύλιοι πόλεμοι είχαν καταστήσει εμφανές ότι η κεντρική εξουσία δεν μπορούσε να επιβληθεί μόνο με τη δύναμη των όπλων.  Αλλά και η διακυβέρνηση του Rosas έδειξε ότι ούτε οι καιροσκοπικές συμμαχίες με τους caudillos μπορούσαν να αποτελέσουν μία σταθερή βάση για την εθνική ολοκλήρωση.

Ως πρώτη κίνηση εθνικής συμφιλίωσης, ο Μίτρε συγκάλεσε τους εκλεγμένους εκπροσώπους όλων των επαρχιών σε συνέλευση, προκειμένου να αποφασίσουν από κοινού για την εθνική διακυβέρνηση της χώρας. Στις 5 Οκτωβρίου 1862 η συνέλευση, αποτελούμενη από  133 εκλέκτορες από όλη την επικράτεια, εξέλεξε ομόφωνα ως Πρόεδρο του Έθνους τον Μίτρε. Στην ορκωμοσία του στις  12 Οκτωβρίου, κατέστησε σαφές ότι άξονας του κυβερνητικού του έργου θα ήταν η συνταγματική οργάνωση του κράτους.  Δίνοντας προτεραιότητα στην επίτευξη της εθνικής ολοκλήρωσης, ο Μίτρε επιστράτευσε μηχανισμούς υλικού και πολιτικο-ιδεολογικού χαρακτήρα:

α) Κατασταλτικούς: την κατάπνιξη κάθε προσπάθειας διατάραξης της επιβληθείσας τάξης από το εθνικό κράτος.

β) Έμμεσα παρεμβατικούς: η αύξηση στην επαρχία του πολιτικού και στρατιωτικού προσωπικού, διορισμένου από την εθνική κυβέρνηση, της επέτρεψε να ασκήσει έλεγχο στην εξέλιξη των εσωτερικών ζητημάτων των επαρχιών.   Επιπλέον, η ελεγχόμενη διάθεση πόρων στόχευε στον προσεταιρισμό των ντόπιων ηγετικών ομάδων και των επαρχιακών κυβερνήσεων.

γ) Υλικούς: η κατασκευή δημοσίων έργων, υποδομών και υπηρεσιών απαραίτητων για την οικονομική πρόοδο των επαρχιών, που παράλληλα συνέβαλαν στην ευημερία της εθνικής οικονομίας.

δ) Ιδεολογικούς: η δημιουργία και διάδοση γνώσεων, αξιών και συμβόλων που απέβλεπαν στην καλλιέργεια εθνικής συνείδησης και κατά συνέπεια, τη νομιμοποίηση του εθνικού συστήματος διακυβέρνησης.  Όχημα αυτού του ιδεολογικού μηχανισμού ήταν η κρατική εκπαίδευση, που αποτέλεσε το βασικό εργαλείο στη διαμόρφωση της συλλογικής συνείδησης, καθώς και στην “αργεντινοποίηση ” των παιδιών των μεταναστών, που συνέρρεαν μαζικά στη χώρα.

Ο Μίτρε (στο μέσο), επισκέπτεται το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο το έτος 1901.

Η σταθεροποίηση της εθνικής εξουσίας

Όταν ο Μίτρε εξελέγη Πρόεδρος, το κράτος δεν ήταν παρά μόνο μία επέκταση της ισχύος της επαρχίας του Μπουένος Άιρες, ως αποτέλεσμα της νίκης της στη μάχη της Pavón.  Για την εδραίωση της κεντρικής εξουσίας και την επίτευξη της εθνικής ενότητας, ο Μίτρε εφάρμοσε την τακτική “όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος”: επιβράβευε όσους επιδείκνυαν προθυμία υπακοής στην κεντρική εξουσία, ενώ όσοι αντιστέκονταν, αντιμετώπιζαν ανελέητη τιμωρία και συχνά φυσική εξόντωση από τον εθνικό στρατό.  Η ίδρυση εθνικού στρατού το 1864 και η μόνιμη εγκατάσταση στρατιωτικών σωμάτων σε καίρια σημεία  σε όλη την επικράτεια, ήταν το μέτρο που λειτούργησε αποτελεσματικά στην καταστολή των εξεγέρσεων στις επαρχίες.  Οι εθνικές ένοπλες δυνάμεις εξελίχθηκαν σε ένα από τους ακρογωνιαίους λίθους του νέου καθεστώτος, καθώς ο ρόλος που διαδραμάτισαν όχι μόνο στην εσωτερική ασφάλεια και ειρήνευση, αλλά και στον πόλεμο κατά της Παραγουάης, είχε ως αποτέλεσμα την καθιέρωσή τους ως θεσμού με σημαντική πολιτική βαρύτητα στην εδραίωση της ισχύος του εθνικού κράτους.

Η πρώτη μεγάλης έκτασης εξέγερση που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ο Μίτρε ήταν αυτή του caudillo Ángel Vicente Peñaloza, που ασκούσε σημαντική επιρροή στις βόρειες επαρχίες και είχε στο πλευρό του μεγάλο αριθμό εμπειροπόλεμων ομοσπονδιακών. Η εξέγερση έληξε με νίκη των κυβερνητικών δυνάμεων το Νοέμβριο του 1863.

Όταν στην αντίσταση των επαρχιών στο συγκεντρωτισμό του Μπουένος Άιρες προστέθηκε και  η πλήρης αντίθεσή τους στον πόλεμο κατά της Παραγουάης (οι επιστρατευμένοι στον εθνικό στρατό λιποτακτούσαν μαζικά), ξέσπασε ένοπλη εξέγερση  των βορείων επαρχιών το 1866. Ο νεοσύστατος εθνικός στρατός αντιμετώπισε αποτελεσματικά τους εξεγερμένους και τον Απρίλιο του 1867 ο βορράς επανήλθε στον πλήρη έλεγχο της εθνικής κυβέρνησης.

Εκτός από τους caudillos με τους οποίους η κυβέρνηση Μίτρε ήρθε αντιμέτωπη, καθώς δεν ήταν καθόλου πρόθυμοι να στερηθούν την αυτονομία και τα προνόμια που απολάμβαναν χάρη σε αυτήν, αντιμετώπισε προβλήματα και από τους porteños, όταν προτάθηκε το Μπουένος Άιρες ως πρωτεύουσα του κράτους. Ο Μίτρε δεν κατάφερε να πείσει την εσωκομματική αντιπολίτευση ότι το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει το Μπουένος Άιρες για την επίτευξη της εθνικής ενότητας, ήταν η ομοσπονδιοποίηση της πόλης, ο ορισμός της ως πρωτεύουσα του κράτους και η εθνικοποίηση των εσόδων του τελωνείου.  Η αντίδραση των μελών επέφερε τη διάσπαση του Φιλελεύθερου κόμματος σε δύο νέα σχήματα: το Αυτονομιστικό, με επικεφαλής τον Adolfo Alsina, που επιζητούσε τον περιορισμό της κεντρικής εξουσίας και τη διατήρηση της αυτονομίας των επαρχιών, και το Εθνικιστικό, με επικεφαλής τον Μίτρε, που υπεραμυνόταν της κυριαρχίας της εθνικής κυβέρνησης επί των επαρχιών.  Εκείνη την εποχή ο όρος εθνικισμός είχε καθιερωθεί ως τάση δημιουργίας εθνικού κράτους.

Η θεσμική οργάνωση

Οι εσωτερικές συγκρούσεις, δεν απομάκρυναν τον Μίτρε από το κύριο στόχο του που ήταν η θεσμική αναδιοργάνωση του κράτους και της κοινωνίας.  Θεωρούσε ότι δύο ήταν οι σταθεροί πυλώνες στήριξης μιας ευνομούμενης κοινωνίας: αφενός η ανεξαρτησία των εξουσιών της κυβέρνησης, αφετέρου η ελευθερία του Τύπου, η οποία θα λειτουργούσε ως η εξουσία-ελεγκτής των ορίων εντός των οποίων θα πρέπει να λειτουργεί η δημοκρατία, προκειμένου να αποφύγει τον αυταρχισμό και να μην εκφυλιστεί σε δικτατορία. Ως φιλελεύθερος διανοούμενος, επηρεασμένος από το Διαφωτισμό, έθεσε ως προτεραιότητα την προάσπιση των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών, το κράτος Δικαίου και το Συνταγματισμό.  Ανέθεσε σε καταξιωμένους νομικούς τη σύνταξη αστικού και ποινικού κώδικα και την προσαρμογή του ισχύοντος εμπορικού κώδικα του Μπουένος Άιρες στις ιδιαιτερότητες της εθνικής επικράτειας.  Στις 16 Οκτωβρίου 1862, τέσσερις μόνο μέρες μετά την ορκωμοσία του, ψηφίστηκε ο Νόμος 27 που αφορούσε στην οργάνωση της Δικαστικής Εξουσίας του Έθνους.  Με αυτόν τον νόμο, ιδρύθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο και τα κατώτερα δικαστικά όργανα.  Με τη σύμφωνη γνώμη της Βουλής, ο Μίτρε διόρισε ως μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου άτομα που όχι μόνο δεν ανήκαν στο πολιτικό του περιβάλλον, αλλά είχαν συνεργαστεί με τους κομματικούς του αντιπάλους ή υπήρξαν δραστήρια μέλη των Ομοσπονδιακών, προκειμένου να εξασφαλίσει την υποδειγματική λειτουργία της Δικαιοσύνης.  Ο ίδιος, όταν ρωτήθηκε ποιά ήταν τα κίνητρα που τον ώθησαν στη λήψη αυτής της απόφασης, απάντησε: “Ως Πρόεδρος του Έθνους αναζήτησα τους άνδρες που θα εξασφάλιζαν ότι το Ανώτατο Δικαστήριο θα ασκούσε αμερόληπτο έλεγχο  στις αυθαιρεσίες των άλλων εξουσιών του Κράτους, και επιπλέον, προερχόμενοι από την αντιπολίτευση, θα παρείχαν στους συμπολίτες τους τη μέγιστη βεβαιότητα για την ευρεία προστασία των δικαιωμάτων τους και την εγγύηση της συνολικής και απόλυτης ανεξαρτησίας της Δικαστικής Εξουσίας”.²

Η διαλλακτική πολιτική του Μίτρε προκάλεσε την αντίδραση των Porteños, κυρίως των θερμοκέφαλων Ενωτικών, που απαιτούσαν την κατάργηση του συντάγματος του 1853 και την αντικατάστασή του από άλλο, που θα καταργούσε την ομοσπονδία και θα επέβαλε την ένωση και την ολοκληρωτική πολιτική κυριαρχία του Μπουένος Άιρες επί των επαρχιών.  Ωστόσο, ο συνετός Μίτρε δεν θέλησε να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου.  Άλλωστε, θεωρούσε ότι μετά την αναθεώρηση του 1860, το σύνταγμα του 1853 έθετε τα θεμέλια της εθνικής συγκρότησης, γι αυτό το διατήρησε σε πλήρη ισχύ μέχρι το 1866.

Η ανάπτυξη της Οικονομίας

Ο Μίτρε έθεσε ως προτεραιότητα τον οικονομικό και κοινωνικό εκσυγχρονισμό της χώρας και ως υπέρμαχος του κλασικού Φιλελευθερισμού προώθησε το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα, το οποίο προέβλεπε απελευθέρωση της οικονομίας από τον κρατικό έλεγχο.  Ωστόσο, προκειμένου να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση των δημοσιονομικών εξόδων, η κυβέρνηση διατήρησε την κεντρική διαχείριση των κυριοτέρων πλουτοπαραγωγικών πηγών του κράτους.  Εθνικοποίησε τα τελωνεία όλης της χώρας και παραχώρησε προνόμια στο εμπόριο με την Ευρώπη, μέτρο που διπλασίασε τα δημόσια έσοδα από 7 σε 14 εκατομμύρια χρυσά πέσος. Η εθνικοποίηση της δασμολογίας των ποτάμιων συγκοινωνιών και η ανάπτυξη των επίγειων συγκοινωνιών, μέσω της επέκτασης του σιδηροδρομικού δικτύου, και την κατασκευή μεγάλων έργων, όπως δρόμων και γεφυρών, επέφεραν την οικονομική ανάπτυξη των επαρχιών, που αύξησαν την παραγωγή τους, επωφελούμενες από την απρόσκοπτη εμπορική διακίνηση των προϊόντων τους. Προς διευκόλυνση των εμπορικών συναλλαγών, αναπτύχθηκαν οι ταχυδρομικές υπηρεσίες σε όλη τη χώρα και το τηλεγραφικό δίκτυο επεκτάθηκε και εκσυγχρονίστηκε.  Επίσης εκδόθηκε ενιαίο εθνικό νόμισμα, μέτρο που δεν έγινε άμεσα αποδεκτό από τις επαρχίες που εξακολούθησαν να τυπώνουν τα τοπικά νομίσματα για λίγα χρόνια ακόμη.  Επιπλέον, τα αποικιακά μέτρα και σταθμά αντικαταστάθηκαν από το δεκαδικό μετρικό σύστημα.

Το Μουσείο Μίτρε στο Μπουένος Άιρες.

Για τη στελέχωση της Δημόσιας Διοίκησης και τη λειτουργία των ταχυδρομείων και των σιδηροδρόμων διορίστηκαν δημόσιοι υπάλληλοι. Έτσι προέκυψε μία νέα τάξη, φίλα προσκείμενη στην εθνική κυβέρνηση, η οποία μαζί με το στρατό αποτέλεσε το κύριο μέσο ελέγχου και διείσδυσης της κυβέρνησης σε όλη την επικράτεια.

Για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών και της οικονομίας διευκολύνθηκε η εισαγωγή ξένων κεφαλαίων (κυρίως βρετανικών) σε μορφή δανείων και επενδύσεων.  Η ευφορία της ταχείας ανάπτυξης εμπόδισε τους νεόκοπους φιλελεύθερους της κυβέρνησης να προβλέψουν τις αρνητικές συνέπειες του υπερδανεισμού, που έγιναν οδυνηρά αισθητές την επόμενη δεκαετία, όταν ξέσπασε η πρώτη οικονομική κρίση.  Στην άνθηση της οικονομίας έπαιξε καθοριστικό ρόλο η άφιξη εκατοντάδων χιλιάδων ευρωπαίων μεταναστών, για την προσέλκυση των οποίων είχαν αρχίσει να προσφέρονται κίνητρα  ήδη από το 1853, προκειμένου να καλλιεργηθούν οι τεράστιες εκτάσεις γης, που έμεναν ανεκμετάλλευτες είτε επειδή ανήκαν σε φυλές ινδιάνων, είτε λόγω της έλλειψης πληθυσμού. Ο εποικισμός αποτέλεσε προτεραιότητα  τόσο της κυβέρνησης Μίτρε όσο και των επομένων κυβερνήσεων, που υιοθέτησαν το σύνθημα “κυβερνώ σημαίνει εποικίζω”.  Οι επόμενες κυβερνήσεις προέβησαν σε ανελέητες εκστρατείες αφανισμού των ινδιάνων και ενσωμάτωσης των εδαφών τους στο εθνικό κράτος, προκειμένου να καλυφθούν οι αυξανόμενες ανάγκες σε καλλιεργήσιμη γη.

Η εκπαίδευση ως φορέας εκσυγχρονισμού

Στον τομέα της εκπαίδευσης ο Μίτρε έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς τη θεωρούσε όχημα προόδου.  Ενισχύθηκε η πρωτοβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στη δευτεροβάθμια με την ίδρυση το 1863 του  Εθνικού Κολλεγίου του Μπουένος Άιρες και στη συνέχεια την ίδρυση παρόμοιων ιδρυμάτων στις μεγάλες επαρχιακές πόλεις. Ωστόσο, ο Μίτρε δεν θεωρούσε ότι η εκπαίδευση θα έπρεπε να απευθύνεται σε όλους, αλλά στις ηγετικές τάξεις, ώστε να έχουν επαρκή κατάρτιση τα στελέχη των υπηρεσιών του αναπτυσσόμενου κράτους, που θα προέρχονταν από αυτές.  Επιπλέον ήταν πεπεισμένος ότι η δημιουργία μιας πνευματικής πρωτοπορίας θα μπορούσε να εμπνεύσει τις μάζες και να εξασφαλίσει τη συναίνεσή τους, με στόχο τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης και τάξης.  Η “αριστοκρατική” αντίληψή του σχετικά με τη λειτουργία και το σκοπό που όφειλαν να εκπληρώσουν τα εθνικά κολέγια καταγράφηκε στο λόγο που εκφώνησε στη Γερουσία στις 16 Ιουλίου 1870:

Είναι ζήτημα επείγουσας και ζωτικής σημασίας να δράσουμε κατά της αμάθειας πριν η άξεστη μάζα κυριαρχήσει ασύδοτη και μας στερήσει το κουράγιο να την κατευθύνουμε προς την οδό της σωτηρίας.  Αυτός είναι ο λόγος που εκτός από τα δημοτικά σχολεία, έχουμε και τα εθνικά κολέγια για να προσφέρουν δευτεροβάθμια εκπαίδευση που καθιστά ικανό το άτομο να διάγει κοινωνικό βίο, αναπτύσσοντας τις ικανότητές του σε ύψιστο βαθμό, ανυψώνοντας το διανοητικό του επίπεδο με τρόπο ώστε η συσσωρευμένη γνώση ορισμένου αριθμού ατόμων δράσει επί της αμόρφωτης μάζας, προκειμένου να διαδώσει σε αυτήν το φώς της γνώσης και να υποστηρίξει με πιο ήπια όπλα τις θέσεις με τις οποίες κυβερνώνται οι λαοί ”.³

Διεθνείς Σχέσεις

Στην εξωτερική πολιτική ο Μίτρε επέλεξε την τακτική της μη ανάμειξης στα ζητήματα των άλλων νεοσύστατων κρατών με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, προκειμένου να εξασφαλίσει την ένταξη τη χώρας του στη διεθνή πολιτική σκηνή.  Έτσι δεν συμμετείχε στο Παναμερικανικό Συνέδριο που συνήλθε στη Λίμα το 1862, με θέματα την γαλλική επέμβαση στο Μεξικό και την επανενσωμάτωση της Δομινικανής Δημοκρατίας στην Ισπανική Αυτοκρατορία. Επίσης δεν πήρε θέση στην άρνηση της Ισπανίας να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία του Περού. Η στάση αυτή αποδοκιμάστηκε έντονα στο εσωτερικό της χώρας, αλλά εκτιμήθηκε από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, με πρώτη την Ισπανία, που το 1863 αποδέχθηκε το δικαίωμα της Αργεντινής στην αυτοδιάθεση και υπέγραψε σύμφωνο αναγνώρισης της ανεξαρτησίας της.

Το 1865 ο Μίτρε εγκατέλειψε την αρχή της μη ανάμειξης και ενέπλεξε τη χώρα του στη σύρραξη δύο γειτονικών χωρών της Παραγουάης και της Βραζιλίας που εξελίχθηκε στο πιο αιματηρό πόλεμο στη Λατινική Αμερική.

Ο καταστροφικός πόλεμος της Παραγουάης (1865-1870)

Όταν η Αντιβασιλεία του Ρίο ντε λα Πλάτα κατέρρευσε, στις αρχές της δεκαετίας του 1810, σχηματίστηκαν σταδιακά τα κράτη της Αργεντινής, της Παραγουάης, της Βολιβίας και της Ουρουγουάης με συνεχείς εδαφικές διαμάχες μεταξύ τους.  H Παραγουάη, παρόλο το μικρό μέγεθός της, είχε εξελιχθεί στην πιο ανεπτυγμένη χώρα της Νότιας Αμερικής και κατάφερε να είναι αυτάρκης σε βασικά και βιομηχανικά προϊόντα, η μοναδική χωρίς εξωτερικό δανεισμό.  Η οικονομία της εκσυγχρονίστηκε και έγινε ιδιαίτερα ανταγωνιστική όχι μόνο ως προς τις οικονομίες των γειτόνων της, αλλά και των ευρωπαϊκών δυνάμεων.

Ο πόλεμος της Παραγουάης. Διακρίνονται τα εδαφικά κέρδη της Αργεντινής και της Βραζιλίας.

Ο πόλεμος ξέσπασε με αφορμή την εισβολή της Βραζιλίας στην  Ουρουγουάη.  Η Παραγουάη έσπευσε προς βοήθεια της συμμάχου Ουρουγουάης, αλλά τα στρατεύματά της πέρασαν μέσα από το έδαφος της Αργεντινής, αψηφώντας την αρνητική απάντηση του Μίτρε στο αίτημα διέλευσης που είχαν υποβάλει.  Αυτή η αυθαιρεσία αποτέλεσε την αφορμή για τη συσπείρωση των δύο γιγάντων της περιοχής, Αργεντινής και Βραζιλίας οι οποίες μαζί με την υποτελή πλέον Ουρουγουάη συνυπέγραψαν το 1865 το Σύμφωνο Τριπλής Συμμαχίας και επιτέθηκαν στην Παραγουάη.  Ο Μίτρε παρέδωσε προσωρινά τη διακυβέρνηση της χώρας στον αντιπρόεδρο Marcos Paz, προκειμένου ο ίδιος να διευθύνει προσωπικά τις πολεμικές επιχειρήσεις, ως επικεφαλής των στρατευμάτων της Συμμαχίας, δηλώνοντας ότι σε τρεις μήνες θα έχει επιστρέψει θριαμβευτής.  Ωστόσο, επέστρεψε σχεδόν τρία χρόνια μετά, μεσούντος του πολέμου, επειδή τον Ιανουάριο του 1868 απεβίωσε ο Paz.

Η Παραγουάη αντιστάθηκε ηρωικά επί 5 χρόνια, αλλά αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει όταν σκοτώθηκε στη μάχη ο Πρόεδρός της Francisco Solano  López.  Οι συνέπειες του πολέμου ήταν καταστροφικές.  Ο πληθυσμός της μειώθηκε κατά το ήμισυ, η γεωργία και η κτηνοτροφία εγκαταλείφθηκαν, η ακμάζουσα βιομηχανία της κατέρρευσε και υποχρεώθηκε να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις.  Επιπλέον, έχασε σημαντικό μέρος των εδαφών της, τα οποία προσάρτησαν η Βραζιλία και η Αργεντινή.

Αλλά και για την Αργεντινή οι συνέπειες του πολέμου δεν ήταν αμελητέες.   Στις ανθρώπινες απώλειες προστέθηκαν και αυτές του εμφυλίου, που προκλήθηκε από την άρνηση των Αργεντινών να πολεμήσουν κατά της Παραγουάης.  Η οικονομία της δοκιμάστηκε, η παραγωγή μειώθηκε και το εξωτερικό χρέος της χώρας αυξήθηκε, καθώς ο πόλεμος χρηματοδοτήθηκε με δάνεια βρετανικών τραπεζών.   Αλλά και ο Μίτρε δεν βγήκε αλώβητος από αυτήν την περιπέτεια.  Η ολοκληρωτική καταστροφή της μικρής αλλά ηρωικής Παραγουάης και η σφαγή του πληθυσμού της προκάλεσαν τη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης.  Επιπλέον, η απομάκρυνσή του από την πολιτική δράση τον αποδυνάμωσε, με αποτέλεσμα να μη μπορέσει να επιβάλλει τον ευνοούμενό του στις προεδρικές εκλογές του 1868,  που διεξήχθησαν λίγους μήνες μετά την επιστροφή του.  Νικητής αναδείχθηκε ο Domingo Faustino Sarmiento με την υποστήριξη του Alsina, πολιτικού αντιπάλου του Μίτρε.

      1862-1868 Presidentes Argentinos – Bartolomé Mitre

            Πολιτικά ενεργός μετά την Προεδρία – Δημοσιογράφος και συγγραφέας

Ο Μίτρε, μετά τη λήξη της Προεδρίας του, εξελέγη γερουσιαστής στις εκλογές του 1868.  Αλλά δεν αρκέστηκε σε αυτό, καθώς ήταν αποφασισμένος να μην παραχωρήσει το μερίδιό του στην εξουσία.  Είχε ασκήσει τη δημοσιογραφία σε όλες τις χώρες που είχε ζήσει, οπότε γνώριζε πολύ καλά τη σπουδαιότητα που είχε ο τύπος τον 19ο αιώνα σε όλη την αμερικανική ήπειρο, καθώς αποτελούσε το βασικό όργανο έκφρασης και παράλληλα διαμόρφωσης της κοινής γνώμης.  Απαραίτητη προϋπόθεση επιτυχίας για όποιον ήθελε να πολιτευτεί ήταν να έχει δική του εφημερίδα.  Την πολιτική εκστρατεία του Μίτρε το 1862 στήριξε η εφημερίδα La Nación Argentina που εκδόθηκε την ίδια χρονιά.  Το 1869 αγοράστηκε από το Μίτρε και στις 4 Ιανουαρίου 1870 κυκλοφόρησε ανανεωμένο το πρώτο φύλλο με το όνομα La Nación.  “Τέκνο της εργασίας, κρεμώ προς το παρόν το σπαθί, που πλέον δεν το χρειάζεται η πατρίδα μου, και κραδαίνω το τυπογραφικό συνθετήριο Franklin”, έγραψε σε μία επιστολή του στα τέλη του 1869, αναγγέλλοντας την επιστροφή του στον Τύπο.  Δε δίστασε να  πουλήσει μεγάλο μέρος των επίπλων και των βιβλίων του, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την δημοσιογραφική του επιχείρηση.  Σε επιστολή προς το φίλο του  Wenceslao Paunero, έγραφε σχετικά με την απόφασή του: “Είμαι αποφασισμένος να γίνω εκδότης.  Θα ξεπουλήσω τα πολυτελή έπιπλά μου, μέρος των βιβλίων μου, μερικούς πίνακες και διάφορα αντικείμενα αξίας που βαραίνουν τις αποσκευές ενός εργατικού ατόμου, για να πληρώσω τις επιχειρηματικές μου δραστηριότητες και να παραμείνω μάχιμος.”⁴

Το πρώτο φύλλο της εφημερίδας La Nación στις 4 Ιανουαρίου 1870

Το 1871 αρρώστησε βαριά από μια επιδημία κίτρινου πυρετού.  Μόλις αποκαταστάθηκε η υγεία του, ο πρόεδρος Sarmiento του ανέθεσε μία διπλωματική αποστολή στη Βραζιλία για να διαπραγματευτεί τον καθορισμό των συνόρων, καθώς μετά τη λήξη του πολέμου οι δύο χώρες διαφώνησαν στο διαμερισμό των κατακτημένων εδαφών της Παραγουάης.

Στις εκλογές του 1874 έθεσε υποψηφιότητα για την Προεδρία, αλλά δεν κατάφερε να εκλεγεί.  Κατήγγειλε τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο Nicolás Avellaneda για νοθεία, οργάνωσε πραξικόπημα και ηγήθηκε στρατιωτικής δύναμης που κινήθηκε κατά της κυβέρνησης.  Αλλά την ήττα του στις κάλπες διαδέχτηκε η ήττα στο πεδίο της μάχης.  Η εφημερίδα του έκλεισε, ο ίδιος φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο.  Ωστόσο, χάρη στην πολιτική συμφιλίωσης του προέδρου Avellaneda, σύντομα αμνηστεύτηκε, αφέθηκε ελεύθερος, επανακυκλοφόρησε την εφημερίδα του και συνέχισε να αρθρογραφεί καθημερινά, ασκώντας επιρροή στα πολιτικά πράγματα.

Στα επόμενα 15 χρόνια αφιερώθηκε στη δημοσιογραφία και την ιστορική έρευνα για τη συγγραφή των βιβλίων του.  Αλλά ως άνθρωπος της δράσης, επανήλθε στην ενεργό πολιτική το 1890, όταν συσπείρωσε την αντιπολίτευση σε ενιαίο μέτωπο κατά του προέδρου Miguel Juárez Celman.  Ο Μίτρε από κοινού με τον Leonardo Alem ηγήθηκαν ενός μεγάλου συνασπισμού, που ονομάστηκε Ένωση Πολιτών.  Στις 26 Ιουλίου 1890 ξέσπασε η αποκαλούμενη Επανάσταση του Πάρκου υποκινούμενη και καθοδηγούμενη από την Ένωση Πολιτών.  Ο Μίτρε, έχοντας τη πικρή εμπειρία του παρελθόντος, προτίμησε να απουσιάζει από τη χώρα, προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες σε περίπτωση αποτυχίας.  Παρόλη τη συμμετοχή μερίδας του στρατού, η επανάσταση κατεστάλη από τις αρχές.  Αυτή η στάση του Μίτρε, καθώς και οι μετέπειτα διαπραγματεύσεις του με άλλα μέλη της αντιπολίτευσης, που κατέληξαν στην παραίτηση του Celman και την εκλογή στην προεδρία του Carlos Pellegrini, θεωρήθηκαν προδοσία από τον Alem και οδήγησαν στη διάσπαση της Ένωσης Πολιτών.  Οι δύο νέοι πολιτικοί σχηματισμοί που προέκυψαν ήταν η Εθνική Ένωση Πολιτών, με επικεφαλής τον Μίτρε και η Ριζοσπαστική Ένωση Πολιτών με επικεφαλής τον Alem.

Η Επανάσταση του Πάρκου (Revolución del Parque).

Το 1894 επανεξελέγη γερουσιαστής, χωρίς να εγκαταλείψει την άλλη του μεγάλη αγάπη, τη συγγραφή.  Δημοσίευσε μια αναλυτική μελέτη των γηγενών γλωσσών όλης της αμερικανικής ηπείρου, από τη Γη του Πυρός ως την Αλάσκα.  Έγραψε πεζά, ποιητικά και θεατρικά έργα και έκανε σημαντικές μεταφράσεις έργων, όπως τη Θείας Κωμωδίας του Δάντη.  Παράλληλα συνέλεξε 4.000 περίπου νομίσματα και το 1893 ίδρυσε τη Νομισματική Ένωση, που μετά το θάνατό του μετονομάστηκε σε Εθνική Ακαδημία Ιστορίας.

Από το 1890 και μέχρι τον θάνατό του ο Μίτρε επηρέασε αποφασιστικά την πολιτική ζωή του τόπου δια μέσου των κυβερνήσεων της περιόδου αυτής, οι οποίες ανήκαν στο συντηρητικό στρατόπεδο και είχαν την ένθερμη στήριξη της εφημερίδας La Nación.  Τίποτα δεν συνέβαινε στις γραμμές των συντηρητικών χωρίς πρώτα να συμβουλευτούν τον “Don Bartolo”, όπως τον αποκαλούσαν όλοι με σεβασμό και συγκρατημένη οικειότητα.

Το κύρος του αυξήθηκε με το πέρασμα του χρόνου και έφτασε στο απόγειό του το 1901, όταν με αφορμή τα 80κοστά γενέθλιά του, η κυβέρνηση ανακήρυξε αργία την ημέρα γέννησής του, η πρωτεύουσα σημαιοστολίστηκε και το πλήθος παρήλαυνε επί 16 ώρες μπροστά από το σπίτι του. Ο στρατηγός, όπως προτιμούσε να τον αποκαλούν, εκφώνησε ένα συγκινητικό απόσπασμα κλασικής ρητορικής τέχνης.

Απεβίωσε στις 19 Ιανουαρίου 1906 στο σπίτι του, στην οδό San Martín 336.  Τεράστιο πλήθος συνόδευσε τη σορό του μέχρι το κοιμητήριο Recoleta, όπου βρίσκεται ακόμη ο τάφος του.

Ο τάφος του Mitre στο Cementerio de la Recoleta του Μπουένος Άιρες.

                                                                 Ο Μίτρε ως ιστορικός

Σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ο Μίτρε ποτέ δεν εγκατέλειψε τη δράση του ως διανοούμενος.  Μελετούσε ακατάπαυστα, όπως μαρτυρά η τεράστια βιβλιοθήκη του με τα ταξινομημένα βιβλία γεμάτα σημειώσεις.  Η συστηματική ιστορική του έρευνα είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση πολυάριθμων ιστορικών μελετών, με κορυφαία έργα την Historia de Belgrano y de la independencia argentina (1858-1859)  και Historia de San Martín y de la emancipación sudamericana (1887).  Μέσα από τις βιογραφίες των δύο κορυφαίων ηρώων του αγώνα της ανεξαρτησίας, του José de San Martín και του Manuel  Belgrano, επιχείρησε να αναλύσει την πορεία του αγώνα από την επανάσταση του Μαΐου 1810 έως τις ιστορικές μάχες της Caseros και Pavón σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης της διχασμένης Αργεντινής.  Θεωρούσε ότι η γνώση του κοινού εξιδανικευμένου παρελθόντος και οι άθλοι των αγωνιστών της ανεξαρτησίας θα δημιουργούσαν μια συνείδηση εθνικού “συνανήκειν” και  θα ενίσχυαν την εθνική υπερηφάνεια.  Η σύμπτωση έθνους και κράτους θα επέφερε τη εθνική ομογενοποίηση της χώρας και τη νομιμοποίηση της κεντρικής εξουσίας.

Το έργο του έτυχε ευρείας αποδοχής από τους συμπατριώτες του:

Το 1876, όταν κυκλοφόρησε η τρίτη (πρώτη ολοκληρωμένη) έκδοση της Ιστορίας του Μπελγράνο, έγινε δεκτή με την ίδια ιερή ευλάβεια που προκαλεί η βροχή μετά την ξηρασία. Υπήρχαν προγενέστερα έργα, αλλά όχι μια ιστορία της γέννησης της Δημοκρατίας αποδεκτή από τους περισσότερους ως κληρονομιά |…| έσπειρε στη συλλογική ψυχή μία άνθηση κατευθυντήριων ιδεών |…| που αφύπνισαν και ενίσχυσαν την συνείδηση όλου του λαού”.⁵

Τα Άπαντα του Βαρθολομαίου Μίτρε.

Τα βιβλία του διδάχτηκαν ως επίσημη ιστορία από τα σχολικά εγχειρίδια και αποτέλεσαν τη βάση της αργεντινής εθνικής ταυτότητας. Οι σύγχρονοι ερευνητές, που επιχειρούν μία αναθεωρητική προσέγγιση της ιστορίας, κρίνουν ότι το ιστορικό του έργο είναι ποιοτικής λογοτεχνίας, αλλά στερείται αντικειμενικότητας,  επειδή έθεσε ως προτεραιότητα τις ανάγκες του έθνους, στήριξε την εθνική ιδεολογία και αποσκοπούσε στη δικαίωση της πολιτικής και στρατιωτικής του δράσης.  Ωστόσο, ο Μίτρε δεν κατέγραψε απλά τα γεγονότα, αλλά με επιστημονικό ζήλο αναζήτησε σε όλη τη χώρα ντοκουμέντα για να αντλήσει τεκμηριωμένη πληροφόρηση. Μολονότι αναγνωρίστηκε η συνεισφορά του στην ιστορική έρευνα, κατηγορήθηκε ότι οικειοποιήθηκε πλήρη αρχεία, αλλά εκείνη την εποχή δεν υπήρχε η πολιτική ούτε η συνείδηση διατήρησής τους ως ιστορικές πηγές και είναι πολύ πιθανό να είχαν καταστραφεί. Χάρη στο Μίτρε διασώθηκαν και εξακολουθούν να είναι διαθέσιμα στην ιστορική έρευνα. Μετά το θάνατό του, το αρχείο του χαρακτηρίστηκε ιστορική κληρονομιά, δωρίστηκε στο κράτος μαζί με την πλούσια βιβλιοθήκη του και ιδρύθηκε το μουσείο Μίτρε, που στεγάστηκε στο σπίτι του.

Το ιστορικό του έργο σφράγισε τις συνειδήσεις πολλών γενεών και κατάφερε να επισκιάσει την τεράστια συνεισφορά του στο πολιτικό γίγνεσθαι της νεώτερης Αργεντινής, όπως επισημαίνει ο αργεντινός ιστορικός Tulio Halperín Donghi:

Έχει ίσως τους περισσότερους τίτλους από οποιονδήποτε άλλο για να του αναγνωρισθεί δικαίως ο τίτλος του πατέρα της σύγχρονης Αργεντινής, μολονότι πιο συχνά αναφέρεται ως ο ιδρυτής της νεώτερης αργεντινής ιστοριογραφίας, καθώς το ιστορικό έργο του χαρακτηρίζεται από ευρυμάθεια, αξιοπιστία και επιστημονική αντικειμενικότητα, ιδιότητες που έλειπαν μέχρι τότε”.⁶

Η πολιτική του δράση εξακολουθεί να έχει μέχρι σήμερα θαυμαστές αλλά και επικριτές, ωστόσο σχεδόν όλοι αναγνωρίζουν τη συνεισφορά του στη δημιουργία του κράτους της Αργεντινής και στη διαμόρφωσή της ως έθνος.  Προς τιμήν του έχουν ανεγερθεί αγάλματα σε πολλές πόλεις, το όνομά του έχει δοθεί σε εκατοντάδες δρόμους και πλατείες σε όλη την Αργεντινή, ακόμη και στην Ισπανία, όπου το 1929 μια κεντρική λεωφόρος της Βαρκελώνης ονομάστηκε Ronda del General Mitre.  Στη Γη του Πυρός υπάρχει η χερσόνησος Mitre και στις νήσους Μαλβίνας (Φώκλαντ) το λιμάνι Mitre. Η μορφή του είναι τυπωμένη στο χαρτονόμισμα των 2 πέσος.  Οι απόγονοί του εξακολουθούν να επηρεάζουν την πολιτική ζωή της Αργεντινής μέσα από την εφημερίδα La Nación και το ραδιοφωνικό σταθμό Mitre που ιδρύθηκε το 1925 από την οικογένεια Μίτρε, σχεδόν ταυτόχρονα με την ίδρυση της αργεντινής ραδιοφωνίας.

 Visita del presidente Bartolome Mitre al Museo de Historia (1901)

Ο στρατηγός Μίτρε έφιππος στην ομώνυμη πλατεία του Μπουένος Άιρες.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

¹ David Rock, La construcción del estado y los movimientos políticos en la Argentina, 1860-1916, Buenos Aires, Prometeo Libros, 2006, σ.33.

²  http://www.lanacion.com.ar/2037252-la-leccion-de-mitre

³  Marta Bonaudo (διεύθ.) Nueva Historia Argentina, Liberalismo, Εstado y Orden Burgués (1852-1880), Buenos Aires: Sudamericana, 1999, σ. 554

⁴  http://www.museomitre.gob.ar/biografia.htm

⁵ Sergio Mejía, Las historias de Bartolomé Mitre: operación nacionalista al gusto de los argentinos, HISTORIA CRÍTICA No 33, Bogotá, 2007, σσ. 98-121

⁶ Tulio Halperin Donghi, Mitre y la formulación de una historia nacional para la Argentina, anuario IEHS, No 11, Tandil, 1996, σσ. 57-69

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Marta Bonaudo (διεύθ.) Nueva Historia Argentina, Liberalismo, Εstado y Orden Burgués (1852-1880), Buenos Aires: Sudamericana, 1999

Fernando Devoto & Nora Pagano, Historia de la Historiografía Argentina, Buenos Aires: Sudamericana, 2009

Haydée Gorostegui de Torres, La organización nacional, vol.4, Buenos Aires: Paidós, 1972

Tulio Halperin Donghi, Una nación para el desierto argentino, Buenos Aires: Prometeo Libros, 2010

Adriana Puiggrós, Qué pasó en la educación argentina, Buenos Aires: Galerna, 2003

David Rock, La construcción del estado y los movimientos políticos en la Argentina, 1860-1916, Buenos Aires: Prometeo Libros, 2006

Άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά

Alejandro Eujanian, La Nación, la Historia y sus usos en el Estado de Buenos Aires, 1852-1861, anuario IEHS No 27, Tandil, 2012

Tulio Halperin Donghi, Mitre y la formulación de una historia nacional para la Argentina, anuario IEHS No 11, Tandil, 1996

Sergio Mejía, Las historias de Bartolomé Mitre: operación nacionalista al gusto de los argentinos, HISTORIA CRÍTICA No 33, Bogotá, 2007

 

Η Μαρία Δημητρίου διδάσκει Ισπανική Γλώσσα στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
Ανήκει στο Ειδικό Εκπαιδευτικό Προσωπικό (ΕΕΠ) του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών

 

Κωνσταντίνος Καλαχάνης, Παναγιώτα Πρέκα-Παπαδήμα, Ιωάννης Κωστίκας, Στράτος Θεοδοσίου, Βασίλειος Μανιμάνης, Ευαγγελία Πάνου, Silvio Rotolo, Kωνσταντίνος Κυριακόπουλος: Η Ορφική εκδοχή για το ταξίδι των Αργοναυτών

Κωνσταντίνος Καλαχάνης, Παναγιώτα Πρέκα-Παπαδήμα, Ιωάννης Κωστίκας, Στράτος Θεοδοσίου, Βασίλειος Μανιμάνης, Ευαγγελία Πάνου, Silvio Rotolo, Kωνσταντίνος Κυριακόπουλος

Η Ορφική εκδοχή για το ταξίδι των Αργοναυτών

Tο παρόν άρθρο αποτελεί περιληπτική απόδοση του επιστημονικού άρθρου “The Argonautica Orphica version for the voyage of the Argonauts: A Geo-analysis” το οποίο δημοσιεύτηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό “Mediterranean Archaeology and Archaeometry” Vol. 17, No. 2 και είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο:http://www.maajournal.com/Issues2017b.php

Επίσης το παρόν άρθρο έχει εγκριθεί προς δημοσίευση στον τόμο Πρακτικών του 6ου Διεπιστημονικού Συνεδρίου ‘Φιλοσοφία και Κοσμολογία’.

Περίληψη

Η Αργοναυτική Εκστρατεία περιγράφεται σε δύο μακροσκελή ποιήματα της αρχαιότητας. Το πρώτο από αυτά αποδίδεται στον Ορφέα, ο οποίος μετέχει της εκστρατείας και καταγράφηκε τον 6ο αιώνα π.Χ., από ομάδα λογίων της εποχής, επί Πεισιστρατιδών, στην Αθήνα. Το δεύτερο ποίημα ανήκει στον Απολλώνιο τον Ρόδιο και γράφτηκε τον 3o αιώνα π.Χ. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ταξίδι της επιστροφής της Αργούς περιγράφεται τελείως διαφορετικά, στα δυο αυτά έργα. Στην εργασία μας υπό τον τίτλο ‘The Argonautica Orphica version for the voyage of the Argonauts: a geo-analysis’ (MAA, Vol. 17, Νo. 2, p. 77-95, 2017) αναλύσαμε την διαδρομή των Αργοναυτών με βάση την Ορφική εκδοχή.

 

Εικόνα 1: Jean-François Detroy, The Capture of the Golden Fleece, 1742-1743, The National Portrait Gallery, Washington D.C.

Εισαγωγή

Η Αργώ, καράβι με 50 κουπιά όπως γράφει το κείμενο, αποπλέει από τον Παγασητικό κόλπο και μέσω  Σκιάθου, Άθω, Σαμοθράκης και Λήμνου, εισέρχεται στον Ελλήσποντο. Οι Αργοναύτες διαπλέουν τα Στενά και στην έξοδο του Βοσπόρου προς τον Εύξεινο Πόντο συναντούν ένα δύσκολο πέρασμα, τις γνωστές Κυανές ή Συμπληγάδες Πέτρες. Στην συνέχεια, όπως περιγράφει το αρχαίο κείμενο, η Αργώ πλέει στα νότια παράλια του Ευξείνου Πόντου (Εικόνα 2), φτάνει τελικά στον ποταμό Φάσι (σημερινός ποταμός Rioni στην Γεωργία) και εισέρχεται από το στόμιο του ποταμού προς την ενδοχώρα, την Αία. Μετά τη συνάντηση με τον Αιήτη, οι Αργοναύτες με τη βοήθεια της Μήδειας, κόρης του Αιήτη, κλέβουν το «χρυσόμαλλο δέρας» και σκοτώνουν τον Άψυρτο, τον γιο του Αιήτη.

Ύστερα από αυτό, οι Αργοναύτες μέσα στη νύχτα και από τη βιασύνη τους, κινήθηκαν «ανοήτως», όπως λέει το κείμενο, όχι προς τις εκβολές του ποταμού Φάσι στον Εύξεινο Πόντο, αλλά προς την ενδοχώρα, προς τις πηγές του ποταμού που βρίσκονται στον Καύκασο. Και στην συνέχεια, όπως λέει το κείμενο, μέσω άλλου ποταμού βρέθηκαν στην Μαιώτιδα λίμνη (σημερινή Αζοφική θάλασσα). Υπάρχει πράγματι αυτό το ποτάμι και είναι ο Kuban (870 km), ο οποίος πηγάζει επίσης από τον Καύκασο και χύνεται στην Αζοφική θάλασσα. Ωστόσο αυτά τα δύο ποτάμια δεν συναντώνται. Φαίνεται όμως ότι αν μετά τον Rioni ακολουθήσουν τον πλου μέσα από τους σημερινούς πέντε  ποταμούς του Καυκάσου: Tskhenistskali, Kheledula, Kasleti, Nenskra και Dalari, θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τον ποταμό Kuban. Αυτή η πλωτή διαδρομή κόβεται σε δύο σημεία διαδρομής συνολικού μήκους 6 km  όπου πρέπει να μεταφέρουν οι ίδιοι το πλοίο για να διαπεράσουν την ορεινή περιοχή. Το εγχείρημα μοιάζει δύσκολο έως ακατόρθωτο. Μια σημαντική πληροφορία για αυτή την διάβαση του Καυκάσου δίνει στο βιβλίο του με τίτλο, «Ορφέας και Αργοναυτική Εκστρατεία», Εκδόσεις Νοών, ο κ. Σωτήρης Σοφιάς (2009), ο οποίος κάνοντας προσωπική έρευνα καταλήγει στην ύπαρξη αρχαίας δίολκου (πέρασμα Κλουχόρι) επί του Καυκάσου και συνεπώς ερμηνεύει τον τρόπο αυτής της διάβασης.

 

Εικόνα 2: Ο χάρτης του Φλαμανδού χαρτογράφου Ορτέλιους (1624). Φαίνονται οι λαοί που υπήρχαν γύρω από τον Εύξεινο Πόντο, κατά την αρχαιότητα. Ανάμεσα τους διακρίνονται οι περιοχές από τις οποίες πέρασαν οι Αργοναύτες, σύμφωνα με τα Ορφικά Αργοναυτικά.

Οι Αργοναύτες από την Μαιώτιδα λίμνη, εξέρχονται στον Εύξεινο Πόντο, καθόσον σύμφωνα με το αρχαίο κείμενο, φτάνουν στους Ταύρους, στην Ταυρίδα που είναι η σημερινή χερσόνησος της Κριμαίας. Δηλαδή κατευθύνονται από τις βόρειες ακτές του Ευξείνου Πόντου προς τα δυτικά. Από δω και πέρα αρχίζει το πολυσυζητημένο ταξίδι της επιστροφής. Στην συγκεκριμένη εργασία παρουσιάζουμε αυτή την διαδρομή βασιζόμενοι αποκλειστικά στους στίχους των Ορφικών Αργοναυτικών.

Πορεία προς τον Ατλαντικό Ωκεανό

Οι Αργοναύτες έφτασαν στις χαράδρες των Ριπαίων ορέων και μέσα από ένα στενό ποτάμιο ρεύμα «πέφτουν»- σύμφωνα με το κείμενο- στον Ωκεανό, τον οποίο οι Υπερβόρειοι ονομάζουν Κρόνιο Πόντο και Νεκρά Θάλασσα. Τα Ριπαία Όρη βρίσκονται κοντά στη οροσειρά των Άλπεων και ταυτίζονται με τον Μέλανα Δρυμό (σύνορα Γαλλίας-Γερμανίας), από όπου πηγάζει ο πλωτός ποταμός Δούναβης (κατά την αρχαιότητα Ίστρος) που εκβάλει στον Εύξεινο Πόντο, όπως αναφέρεται σε αρχαίες πηγές, όπως ο Εκαταίος ο Μιλήσιος (Fragmenta, 18b), («τὸν δὲ Ἴστρον καταφέρεσθαι ἐκ

Εικόνα 3: Η ναυπήγηση της Αργούς. Διακρίνονται η Αθηνά (αριστερά), ο Τίφυς (στο μέσο) και ο Άργος (δεξιά). Ρωμαϊκό ανάγλυφο από τερακότα του 1ου αιώνα μ.Χ., Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο.

τῶν Ῥιπαίων ὀρῶν, ἅ ἐστι τῆς Κελτικῆς»), αλλά και ο Απολλώνιος ο Ρόδιος στα Αργοναυτικά (IV, στ. 284-286).  Άλλωστε το ίδιο το ορφικό κείμενο, θα τοποθετήσει τα Ριπαία Όρη κοντά στις Άλπεις (στ. 1123-1131), όταν μιλήσει για την χώρα των Κιμμερίων που ζουν μέσα στο σκοτάδι. Αυτή η «σκοτεινότητα» αποδίδεται από το ίδιο το αρχαίο κείμενο σε μια περιοχή που βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα σε αυτά τα ψηλά βουνά, οπότε οι ακτίνες του Ηλίου δεν βρίσκουν δίοδο για να φτάσουν επί του εδάφους.

Αυτό σημαίνει ότι οι Αργοναύτες εισήλθαν στον ποταμό Δούναβη, έφτασαν στην Κεντρική Ευρώπη, πέρασαν στον επίσης πλωτό ποταμό Ρήνο και οδηγήθηκαν στο σημερινό Ρότερνταμ, στην Ολλανδία, όπου εκβάλλει ο Ρήνος, οπότε βρέθηκαν (‘ἒμπεσε δ’ Ὠκεανῷ’) στον Κρόνιο Πόντο (Εικόνα 4). Σύμφωνα με πολλά αρχαία κείμενα ο ‘Κρόνιος Πόντος’ τοποθετείται στον Β. Ατλαντικό Ωκεανό  (π.χ. Anonymous: Hypotyposis Geographias, 45, 8). Επίσης καλείται Υπερβόρειος Ωκεανός (John the Lydian, De mensibus, III, 1, 11; Plutarch, De facie in orbelunae, 941 Α, 10). Η σύνδεση μεταξύ των δυο ποταμών είναι δυνατή από πολλά σημεία όπως η πορεία μέσω ποταμών που οδηγούν στην μεγαλύτερη κοιλάδα, την κοιλάδα Dreisam.

Εκεί, στο Ρότερνταμ, σύμφωνα με το κείμενο, ο καπετάνιος κατηύθυνε την Αργώ προς το δεξιό μέρος του αιγιαλού, δηλαδή προς τα βόρεια. Στη συνέχεια εξ’ αιτίας της άπνοιας που επικρατούσε στην περιοχή, οι Αργοναύτες αναγκάστηκαν να πηδήξουν έξω από το πλοίο και να σύρουν την Αργώ πάνω στα βότσαλα της παραλίας, κινούμενοι «ταχέως» κατά μήκος του αιγιαλού, για έξι μέρες. Προφανώς κινούνται βόρεια. Η ταχύτητα βαδίσματος του μέσου ανθρώπου είναι 4-5 km/h (Browning et al. 2006). Αν υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος κινείται άνευ διακοπής όλο το 24ωρο, θα έχει διανύσει περίπου 600 km, σε 6 ημέρες. Η απόσταση αυτή αντιστοιχεί κατά προσέγγιση στην απόσταση Ρότερνταμ-Esbjerg στην σημερινή χερσόνησο της Γιουτλάνδης (Δανία).

Εικόνα 4: Η πορεία μέσω του Δούναβη και του Ρήνου προς τον Κρόνιο Πόντο.

Η περιγραφή της περιοχής που έφτασαν, όπως της χώρας των Μακροβίων που ζουν σε τόπους χλοερούς, δηλαδή σε λιβάδια, της χαμηλής Ερμιόνειας (προφανώς πεδινή) με τα πολλά βοσκοτόπια, της ακτής, στην οποία είχε τις εκβολές του ο Αχέροντας ποταμός που χαρακτηρίζεται «ψυχρή» περιοχή, ταιριάζουν στις περιοχές της Ολλανδίας, τις βόρειες ακτές της Γερμανίας και την χερσόνησο της Γιουτλάνδης (Δανία). Επίσης τα νερά του ποταμού έχουν χρώμα αργυρό αλλά και χρυσό. Ο υδροβιότοπος Ho Bugt που βρίσκεται σε αυτή την περιοχή, με τους πολλούς αμμόλοφους, που σχηματίζει μία εκτεταμένη λιμνοθάλασσα, ταιριάζει με αυτή την περιγραφή, καθώς το κίτρινο («χρυσό») χρώμα των υδάτων θα μπορούσε να προέλθει από τη διάβρωση των αμμόλοφων από το νερό. Άλλωστε και στο αρχαίο κείμενο διαβάζουμε ότι «το απέραντο ύδωρ του Ωκεανού βουίζει πάνω στην άμμο» και όλη η δυτική ακτή της Δανίας είναι αμμώδης.

Ταξιδεύοντας στον Ατλαντικό Ωκεανό

Σε αυτή την περιοχή, ο κυβερνήτης αντιλαμβάνεται ότι αρχίζει να πνέει  ισχυρός δυτικός άνεμος (στ. 1150) και δίνει εντολή να επιβιβαστούν, να ανοίξουν τα πανιά και να ετοιμαστούν για τον απόπλου προς το ‘Ατλαντικό πέλαγος’, όπως λέει το ίδιο το κείμενο (στ. 1169). Αλλά πώς είναι δυνατόν κάποιος να αποπλεύσει από Ευρωπαϊκή ακτή προς τον Ατλαντικό Ωκεανό με ούριο δυτικό άνεμο; Ο δυτικός άνεμος έχει ακριβώς την αντίθετη κατεύθυνση. Όμως, στη συγκεκριμένη περιοχή φτάνει ένας κλάδος των θαλασσίων ρευμάτων του Βορείου Ατλαντικού Ωκεανού που είναι το Norwegian Current και το οποίο ερχόμενο δυτικά από τον Ατλαντικό Ωκεανό, σε εκείνη την περιοχή στρέφεται βόρεια, κατευθυνόμενο προς τη Σκανδιναβία (Εικόνα 5). Ο κυβερνήτης εκμεταλλεύτηκε αυτό το θαλάσσιο ρεύμα και κατηύθυνε το πλοίο βορειοδυτικά, οπότε παραπλέουν τις Ιερνίδες νήσους (Μεγάλη Βρετανία) από τη βόρεια πλευρά (Σκωτία), ενώ τους ‘σπρώχνει από πίσω μαύρη θύελλα με βροντές που φούσκωνε τα πανιά και το πλοίο έτρεχε γρήγορα’ (1180-1184).

Εικόνα 5: Η διαδρομή των Αργοναυτών στον Κρόνιο Πόντο (μπλε γραμμή). Ο χάρτης δείχνει: α) Τμήμα των ωκεάνιων ρευμάτων του Βόρειου Ατλαντικού Ωκεανού (σκούρο χρώμα) β) Την διαδρομή από τις εκβολές του Ρήνου (Ρότερνταμ) μέχρι την παράκαμψη των Ιερνίδων νήσων (Μεγάλη Βρετανία και Ιρλανδία) και γ) Την έξι ημερών πορεία, περίπου 600 km, προς τους Μακρόβιους.

Όταν τελικά έφτασαν και απομακρύνθηκαν από το νοτιότερο άκρο αυτών των νησιών (νότιο άκρο Ιρλανδίας) και σε απόσταση περίπου 200 km, βρέθηκαν πλέον σε ανοικτό πέλαγος και δεν διέκριναν καμία στεριά. Αυτό το ταξίδι σύμφωνα με το κείμενο, διαρκεί 12 ημέρες και οι Αργοναύτες αισθάνονται σαν χαμένοι (στ. 1185-1192).

Παρακολουθήσαμε την πορεία της Αργούς μεσοπέλαγα, με ταχύτητα 6-7 km/h [τιμή που δίνει η βιβλιογραφία για τέτοια καράβια (Casson, 1951)] και κατεύθυνση από την Ιρλανδία προς το Γιβραλτάρ. Σύμφωνα με το κείμενο, μετά τη δωδέκατη ημέρα ο Λυγκεύς εντόπισε «από πολύ μακριά» μια νήσο, από τα ορογραφικά νέφη που σχηματίζονται γύρω από το ψηλό βουνό της. Πράγματι, το νοτιότερο άκρο αυτής της διαδρομής απέχει περίπου 100 km από τη νήσο Μαδέρα με υψόμετρο 1862 m ‒η μεγαλύτερη κορυφή Ruivo‒ (Εικόνα 6).

Η θέαση αυτού του νησιού ήταν σημάδι ότι είχαν ήδη προσπεράσει το Γιβραλτάρ γι’ αυτό η Αργώ στρέφεται αμέσως προς τα ανατολικά, με άμεση εντολή του καπετάνιου, σε μια προσπάθεια να εισέλθει στο Γιβραλτάρ. Όμως οι Αργοναύτες βρίσκονται ήδη μέσα στο θαλάσσιο ρεύμα των Καναρίων νήσων που έχει κατεύθυνση προς νότο. Συνεπώς, κινούνται τελικά νοτιοανατολικά και φτάνουν στις ακτές του Μαρόκου, λίγο πιο κάτω από το Γιβραλτάρ, στη χερσόνησο της Essaouira.

Εικόνα 6: Η πορεία στον Ατλαντικό Ωκεανό (μπλε γραμμή), διάρκειας 12 ημερών, όπου με βέλη σημειώνονται τα θαλάσσια ρεύματα. Επίσης σημειώνεται η τοποθεσία της νήσου Μαδέρας που αντιστοιχεί στην ‘νήσο της Δήμητρας’. Φαίνεται ότι 200 km νότια των Ιερνίδων νήσων δεν διακρίνεται καμία στεριά, ενώ η ίδια η νήσος Μαδέρα γίνεται αντιληπτή από τα ψηλά βουνά της από μία απόσταση περίπου 100 km. Η χώρα της Κίρκης (Αιαία) εντοπίζεται στην χερσόνησο Essaouira του Μαρόκου.

Στην χώρα της Κίρκης

Σύμφωνα με το αρχαίο κείμενο, κατά την τρίτη ημέρα έφτασαν στα δώματα της Κίρκης. Η απόσταση των περίπου 700 km, από την στροφή έξω από την Μαδέρα έως τις ακτές του Μαρόκου (χερσόνησος της Essaouira), διανύεται μέσα σε αυτό το διάστημα με ταχύτητα 9-10 km/h, δηλαδή με την ταχύτητα της Αργούς γύρω στα 6-7 km/h ενισχυμένη από το θαλάσσιο ρεύμα των Καναρίων κατά 1-2 km/h. Η περιοχή αυτή, είναι στους πρόποδες του ‘Ηλίου όρος’, κατά τον Πτολεμαίο [Geography (IV, 1, 3, 1)], ενώ η Κίρκη ήταν η κόρη του Ηλίου και η αδελφή του Αιήτη. Η νήσος Mogador βρίσκεται πολύ κοντά στην χερσόνησο της Essaouira, απέχοντας μόλις 1,5 km, πράγμα που σημαίνει ότι πριν από τόσες χιλιάδες χρόνια, το νησί θα ήταν συνέχεια της σημερινής χερσονήσου και η χερσόνησος θα έμοιαζε με μια εκτενή μακρόστενη νήσο (Εικόνα 7).

Επειδή στο κείμενο των Ορφικών Αργοναυτικών δεν υπάρχει καμία περιγραφή της χώρας της Κίρκης, καθώς εκείνη, σύμφωνα με το ορφικό κείμενο, ουσιαστικά τους έδιωξε, γιατί είχαν διαπράξει φόνο, ανατρέχουμε στη ραψωδία κ΄ της Οδύσσειας, όπου υπάρχει λεπτομερής περιγραφή της περιοχής (Εικόνα 7):

  • H περιοχή είναι δασώδης. Η Essaouira βρίσκεται στους πρόποδες του όρους Άτλας και πολύ κοντά στην υψηλότερη κορυφή του.
  • Το πλοίο του Οδυσσέα προσέγγισε σε βαθύ λιμένα και πράγματι η περιοχή είναι ένα ασφαλές αγκυροβόλιο.
  • Το καράβι του Οδυσσέα είχε αράξει κοντά σε κάποιο ποτάμι. Πράγματι στην περιοχή υπάρχει το ποτάμι Qued Ksob που απέχει μόλις 2 km από την πόλη της Essaouira.
  • Σε αυτό το ποτάμι πήγε να πιει νερό ένα μεγαλόσωμο ελάφι ψηλοκέρατο, το οποίο ο Οδυσσέας σκότωσε και το πήγε στο καράβι για να φάνε οι σύντροφοί του. Σήμερα γνωρίζουμε ότι στην περιοχή ζει ένα είδος ελαφιού που έχει τα χαρακτηριστικά του μεγαλόσωμου και του ψηλοκέρατου, γνωστό ως Barbary stag (Cervus elaphus barbarus or Atlas deer ), το οποίο είναι υποκατηγορία του κόκκινου ελαφιού.
  • Στο σπίτι της Κίρκης ζουν λύκοι και λιοντάρια. Πράγματι στην περιοχή του Άτλαντα ζει το είδος λύκου African golden wolf (Canis anthus) και το λιοντάρι Barbary lion (Panthera leo – Atlas lion).
Εικόνα 7: Η χερσόνησος της Essaouira στο Μαρόκο, όπου διακρίνεται η νήσος Mogador και το ποτάμι Qued Ksob. Στην περιοχή ακόμη ζουν τα εξής ζώα: το ελάφι Barbary stag (αριστερά), ο αφρικανικός χρυσός λύκος (Canis anthus, στο μέσον), και το Barbary lion (Panthera leo – Atlas lion, δεξιά).

Οι Αργοναύτες στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς το ‘στόμιο’ του ποταμού της Ταρτησσού (‘ἀνὰ στόμα Ταρτησσοῖο  ἱκόμεθα’). Σύμφωνα με το Λεξικό Lidell-Scott, η σύνταξη της πρόθεσης ‘ανά + αιτιατική’ δηλώνει κίνηση ‘από κάτω προς τα πάνω’. Επομένως, οι Αργοναύτες κινήθηκαν από το Μαρόκο προς την ‘είσοδο’ του ποταμού της Ταρτησσού (Γουαδαλκιβίρ), στην Ισπανία. Όμως πως είναι δυνατόν να κωπηλάτησαν αντίθετα στο ισχυρό θαλάσσιο ρεύμα των Καναρίων νήσων που υπάρχει στην περιοχή και οδηγεί νότια;

Ωστόσο, ανάμεσα σε αυτά τα νησιά, υπάρχει μια ευέλικτη διαδρομή που εκμεταλλεύεται την αλλαγή της φοράς των αληγών και ανταληγών ανέμων στην περιοχή και με χρήση των ιστίων και κατάλληλης κωπηλασίας οδηγεί το καράβι να κοντράρει το θαλάσσιο ρεύμα και να κάνει ‘στροφή μέσα στην θάλασσα’ ώστε να κατευθυνθεί προς την Ισπανία και την Πορτογαλία. Η τεχνική αυτή (volta do mar) έγινε γνωστή από τους Πορτογάλους θαλασσοπόρους (Εικόνα 8). Φαίνεται ότι με αυτό τον τρόπο, οι Αργοναύτες έφτασαν στην Ταρτησσό και από εκεί κατευθύνθηκαν προς τις Ηράκλειες Στήλες (Γιβραλτάρ) και εισήλθαν στην Μεσόγειο Θάλασσα, όπως ακριβώς περιγράφεται στο αρχαίο κείμενο.

 

Εικόνα 8: Η πορεία των θαλασσοπόρων volta do mar, με το κόκκινο βέλος. Με πράσινα βέλη σημειώνεται η κατεύθυνση των ανέμων, ενώ με μπλε βέλη η κατεύθυνση των θαλασσίων ρευμάτων. (https://en.wikipedia.org/wiki/Volta_do_mar#/media/File:Henrican_navigation_routes.gif).

Το ταξίδι μέσα στην Μεσόγειο Θάλασσα

Σύμφωνα πάντα με το αρχαίο κείμενο, περνώντας την Σαρδηνία, τις Αυσόνιες νήσους και τις Τυρρηνικές ακτές (Ιταλία), έφτασαν στον Λιλύβαιο Πορθμό (το πέρασμα ανάμεσα στην Σικελία και την Αφρική). Εκεί, στα νότια της Σικελίας, μετά τον Λιλύβαιο Πορθμό (στ. 1250-1258) υπάρχουν πολλά ενεργά υποθαλάσσια ηφαίστεια και ηφαιστειογενείς νήσοι (Campi Flegrei del Mar Sicilia), που είναι ενεργά προ χιλιάδων ετών μέχρι και σήμερα. Ο μεγαλύτερος υποθαλάσσιος ηφαιστειακός κρατήρας ονομάζεται Εμπεδοκλής, βρίσκεται στην Graham Bank και απέχει 30 km από την ακτή της Σικελίας (Εικόνα 9). Το ηφαίστειο αυτό έχει αναδυθεί και καταδυθεί αρκετές φορές στο παρελθόν, με τελευταία φορά, το 1831. Σήμερα βρίσκεται μόλις έξι μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Σε αυτή την περιοχή, σύμφωνα με τα Ορφικά Αργοναυτικά, οι Αργοναύτες συνάντησαν πρώτα τη ‘Χάρυβδη’ (μόνη χωρίς την Σκύλα) και μετά τις ‘Σειρήνες’. Δηλαδή αντίθετα από την περιγραφή της Οδύσσειας.

Η περιγραφή για την Χάρυβδη έχει ως ακολούθως (στ.1254-1264): Σηκώθηκε κυματισμός με ζεματιστό νερό από τον πυθμένα της θάλασσας που περιέρρεε την πλώρη, ενώ τα νερά τραβήχτηκαν από τον βυθό και ως κοχλάζον κύμα έπεσαν στην άκρη του ιστίου. Το καράβι ακινητοποιήθηκε και άρχισε να κάνει περιστροφικές κινήσεις (περιδίνηση) επάνω σε ένα ‘κοίλωμα’ της θάλασσας, ενώ κινδύνευσε να καταβυθιστεί στη λάσπη του πυθμένα. Αυτή η περιγραφή ταιριάζει απόλυτα σε θαλάσσια δίνη προερχόμενη από έκρηξη ενός υποθαλάσσιου ηφαιστείου.

Εικόνα 9: Η περιοχή Campi Flegrei del Mar Sicilia στα νότια της Σικελίας, η οποία περιλαμβάνει πολλά υποθαλάσσια ενεργά ηφαίστεια. Είναι ένας σχηματικός χάρτης του καναλιού της Σικελίας με τέσσερις τοποθεσίες βυθοκόρησης: Graham Bank, Nameless Bank, Pantelleria East και Pantelleria Southeast seamounts (Rotolo et al. 2006).

Στη συνέχεια, πάντα σύμφωνα με τα Ορφικά Αργοναυτικά, αφού ξέφυγε από αυτή την θαλάσσια δίνη, η Αργώ φτάνει σε έναν προεξέχοντα ‘σκόπελο’, που ήταν πολύ κοντά στην Χάρυβδη (στ. 1265). Η λέξη «σκόπελος» σημαίνει, σύμφωνα με το Λεξικό Liddell –Scott, «ψηλός βράχος ή κορυφή», «απόκρημνο μέρος προς την θάλασσα ή ακρωτήρι». Εκεί κοντά υπάρχει κάποιος άλλος απόκρημνος βράχος (‘πέτρη ἀπορρώξ’) ο οποίος αναδύεται προς τα επάνω πιέζοντας την θάλασσα, διαμέσου χασμάτων, ενώ βουίζει ο κυματισμός, ανάμεσα στα χάσματα (στ. 1265-1275). Πάνω σε αυτόν τον βράχο κάθονται οι Σειρήνες που εκπέμπουν ‘λιγυρήν’ φωνή (και όχι σε χλοερό λιβάδι, όπως αναφέρεται στην Οδύσσεια). Σύμφωνα με το Λεξικό Liddell –Scott, η λέξη ‘λιγυρήν’ σημαίνει καθαρός, ευκρινής, συρίζων, οξύς ισχυρός ήχος. Οι Αργοναύτες αφήνουν τα κουπιά και η Αργώ κατευθύνεται προς τις Σειρήνες, οι οποίες τώρα αναφέρεται ότι κάθονται σε ‘προβλήτα κολωνόν’, δηλαδή προεξέχοντα ‘λόφο’ (στ. 1273) και όχι σε απόκρημνο βράχο (‘πέτρη ἀπορρώξ’), που αναφέρει λίγους στίχους παραπάνω. Η περιγραφή συνάδει με την ανάδυση μίας ηφαιστειογενούς νησίδας ως επακόλουθο έκρηξης υποθαλάσσιου ηφαιστείου.

Ο οξύς ισχυρός ήχος που συνοδεύει την ηφαιστειακή έκρηξη ως αποτέλεσμα αναταράξεων και τριβής που δημιουργείται από τα θερμά αέρια καθώς επιταχύνονται προς τα πάνω και διαφεύγουν από τον κρατήρα, περιέχοντας θραύσματα μάγματος, τέφρας και άλλα σωματίδια, (Medici et al. 2013, http://volcano.oregonstate.edu/volcano-soundsduring-eruptions) παρομοιάζεται με την ‘λιγυρή φωνή των Σειρήνων’. Πιθανώς λόγω του διαπεραστικού ήχου, οι Αργοναύτες αφήνουν τα κουπιά, για να κλείσουν τα αφτιά τους και ο Ορφέας καλύπτει τον ήχο παίζοντας φόρμιγγα. Το πλοίο ακυβέρνητο κατευθύνεται προς τον «λόφο των Σειρήνων».

Τότε από έναν άλλο ‘σκόπελο’ που χαρακτηρίζεται χιονοσκεπής (‘νιφόεντα’), οι Σειρήνες εξέπεμψαν φοβερό στεναγμό και αυτοκτόνησαν πέφτοντας στην θάλασσα από το άκρον του γκρεμού, οπότε μεταμορφώθηκαν σε μικρούς βράχους (στ. 1284-1289). Ο «φοβερός στεναγμός» εκφράζει ποιητικά τον πολύ ισχυρό ήχο της εκτίναξης του θόλου του υποθαλάσσιου ηφαιστείου. Παρατηρούμε επίσης ότι οι ‘Σειρήνες’ πέφτουν στην θάλασσα, όπως λέει το κείμενο, ως δίσκοι (‘δίσκευσαν’), (στ. 1289) δηλαδή εκτελώντας περιστροφική κίνηση στον αέρα, όπως κάνει ο δίσκος που πετά ο δισκοβόλος. Περιγραφή που αποδίδει πολύ παραστατικά την κίνηση τεμαχίων λάβας που εκτοξεύονται από τον ηφαιστειακό κρατήρα κατά την έκρηξη. Αν επρόκειτο για ανθρώπινα σώματα, η περιγραφή θα μιλούσε για κατακόρυφη πτώση, λόγω του βάρους. Φαίνεται ότι αυτή η πτώση της λάβας συνδέεται με την εμφάνιση μικρών ηφαιστειογενών βράχων που αναδύθηκαν μέσα από την θάλασσα.

Εικόνα 10: Η πορεία των Αργοναυτών μέσα στην Μεσόγειο θάλασσα.

Ο χαρακτηρισμός «χιονοσκεπής» πιθανώς δηλώνει την λευκή απόχρωση των συστατικών της λάβας (π.χ. περλίτης, κίσσηρη, σκωρία) με την οποία είναι καλυμμένος ο συγκεκριμένος ‘σκόπελος’. Αλλά επίσης, κοντά σε αυτή την περιοχή, στα νότια της Σικελίας που απέχει μόνο 5 km από το Porto Empedocles, βρίσκεται ένας κόλπος ( η τουριστική περιοχή Scala dei Turchi) στον οποίο δεσπόζουν πολλοί λευκοί βράχοι. Πρόκειται για ιζηματογενή πετρώματα ηλικίας χιλιάδων ετών.

Οι Αργοναύτες τελικά φεύγουν από την Σικελία και διασχίζουν την ‘κυματώδη θάλασσα και τον κόλπο’ (προφανώς) του Τάραντα με τα πανιά καθώς πνέει ισχυρός άνεμος. Έφτασαν στην Κέρκυρα και στη συνέχεια, κατευθύνθηκαν νότια προς τον Αμβρακικό κόλπο (Εικόνα 10). Από εκεί ο ισχυρός άνεμος τους έσπρωξε προς τον κόλπο της Σύρτης (Β. Αφρική). Διασωθέντες (το αρχαίο κείμενο των Ορφικών Αργοναυτικών δεν αναφέρει τι έγινε τη Β. Αφρική) κατευθύνθηκαν προς την Κρήτη. Όμως ο χάλκινος γίγαντας, δηλαδή ο Τάλως, όπως αναφέρει ο Απολλώνιος ο Ρόδιος στα Αργοναυτικά (IV, 1638) δεν τους επέτρεπε να βγουν σε κάποιο λιμάνι. Πάλευαν με τα μεγάλα κύματα (του Κρητικού Πελάγους) κάτω από μαύρα σύννεφα που ‘έτρεχαν’ στον ουρανό, με σκοπό να φτάσουν στους Μελάντιους Βράχους. Πρόκειται για τις δυο βραχονησίδες (Παχιά και Μακρά) που βρίσκονται λίγο νοτιότερα της Ανάφης. Ο εντοπισμός τους αναφέρεται επίσης στην εργασία του κ. Σ. Σοφιά (2009).

Οπότε ο Παιάν (Απόλλων), εξαπέλυσε ένα βέλος και με αυτό τους υπέδειξε ένα νησί, προς το οποίο και κατευθύνθηκαν. Επειδή το νησί αυτό ‘ανεφάνη’ μέσα στο σκότος και την τρικυμία, ονομάστηκε Ανάφη. Όμως o Ιάσων, σύμφωνα με τα Ορφικά Αργοναυτικά, δεν μπορούσε να βγει στην στεριά καθώς ήταν μιαρός και δεν του το επέτρεπε η θεότητα (στ. 1360 ). Έτσι τελικά οι Αργοναύτες κωπηλατώντας έφτασαν στο ακρωτήριο του Μαλέα (Πελοπόννησος). Εκεί ο Ορφέας σύμφωνα με την εντολή της Κίρκης κατέβηκε για να πάει στην είσοδο του Άδη που βρίσκεται στο όρος Ταίναρο και να κάνει καθαρμό (στ. 1370 ). Οι Αργοναύτες συνέχισαν το ταξίδι τους προς την Ιωλκό, ενώ ο Ορφέας όταν τελείωσε το έργο του, επέστρεψε σύμφωνα με το κείμενο στους πρόποδες του Ολύμπου, στα Λείβυθρα της Πιερίας (σημερινό Σκότινα, κοντά στην Κατερίνη).

Εικόνα 11: Κωνσταντίνος Βολανάκης, Η επιστροφή των Αργοναυτών, Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα.

Συμπέρασμα

Παρακολουθήσαμε την πορεία της Αργούς, σύμφωνα με τα λεγόμενα Ορφικά Αργοναυτικά. Διαπιστώσαμε ότι όντως η διαδρομή είναι πραγματοποιήσιμη με πλεύση εντός των μεγάλων ποταμών της Ευρώπης που κατ’ αυτόν τον τρόπο συνδέουν τον Εύξεινο Πόντο με τον Βόρειο Ατλαντικό Ωκεανό. Η περιγραφή του ταξιδιού μέσα στον Ατλαντικό Ωκεανό, ο οποίος αναφέρεται με αυτό ακριβώς το όνομα μέσα στο αρχαίο κείμενο, δείχνει υψηλή γνώση ναυσιπλοΐας με χρήση των θαλασσίων ρευμάτων. Επίσης η γνώση των Ηράκλειων Στηλών και της Ταρτησσού, δηλώνει ότι δεν ήταν οι πρώτοι που έκαναν αυτό το ταξίδι, στον Ατλαντικό Ωκεανό.

Εντοπίσαμε την νήσο Μαδέρα, ως την αναφερόμενη από το κείμενο νήσο της Δήμητρας και την χερσόνησο της Essaouira με την νήσο Mogador, στο Μαρόκο, ως την χώρα της Κίρκης, κόρης του Ηλίου. Η περιοχή αναφέρεται ως ‘Ηλίου όρος’ από τον Πτολεμαίο. Σύμφωνα με την Οδύσσεια, εκεί κοντά βρισκόταν και το παλάτι της Ηούς, αδελφής του Ηλίου (Od.12.1-5). Από το αρχαίο κείμενο είναι σαφές ότι η χώρα της Κίρκης βρίσκεται εκτός των Ηράκλειων Στηλών (Γιβραλτάρ), δηλαδή στον Ατλαντικό Ωκεανό.

Επισημαίνουμε την διαφορετική περιγραφή της Χάρυβδης και των Σειρήνων όπως αυτή αναφέρεται στην Ομηρική Οδύσσεια και στα Ορφικά Αργοναυτικά. Οι Αργοναύτες διέσχισαν τον Λιλύβαιο Πορθμό στα νότια της Σικελίας με τα πολλά υποθαλάσσια ηφαίστεια. Η περιγραφή υποδεικνύει ότι η πλεύση τους συνέπεσε με μια ηφαιστειακή έκρηξη. Η Χάρυβδη αντιστοιχεί σε περιγραφή θαλάσσιας δίνης ως επακόλουθο αυτής της υποθαλάσσιας ηφαιστειακής έκρηξης και οι βράχοι των Σειρήνων αντιστοιχούν σε ανάδυση ηφαιστειογενών νησίδων λόγω αυτής της έκρηξης. Οι τρομεροί ήχοι των εκτινάξεων λάβας αντιστοιχούν στον οξύ και διαπεραστικό ήχο των Σειρήνων οι οποίες τελικά στροβιλίζονται στον αέρα ως δίσκοι που πετούν οι δισκοβόλοι (εκτόξευση και πτώση της λάβας) και πέφτουν στην θάλασσα όπου μεταμορφώνονται σε μικρά ηφαιστειογενή βραχάκια.

Στην Οδύσσεια, οι Σειρήνες βρίσκονται σε χλοερό λιβάδι κοντά στην χώρα της Κίρκης, ενώ στα Ορφικά Αργοναυτικά βρίσκονται πολύ μακριά από την χώρα της Κίρκης και με άλλη περιγραφή. Το ίδιο ισχύει και για την Χάρυβδη που στην Οδύσσεια βρίσκεται μαζί με την Σκύλα μετά τις Σειρήνες, κοντά στην χώρα της Κίρκης. Στην Οδύσσεια η Χάρυβδη περιγράφεται ως φαινόμενο πλημμυρίδας- άμπωτις που συμβαίνει τρεις φορές την ημέρα και όχι ως θαλάσσια δίνη που περιγράφεται στα Ορφικά Αργοναυτικά.

                                                                       

 

Ο Κωνσταντίνος Καλαχάνης είναι  Δρ.Φιλοσοφίας του ΕΚΠΑ.
Η Παναγιώτα Πρέκα-Παπαδήμα είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Αστροφυσικής του Τμήματος Φυσικής του ΕΚΠΑ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Ιωάννης Κωστίκας είναι τελειόφοιτος του  Τμήματος Φυσικής του ΕΚΠΑ.
Ο Στράτος Θεοδοσίου είναι Αστροφυσικός, μέλος του Σώματος Ομοτίμων Καθηγητών του ΕΚΠΑ και Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Φυσικών.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Βασίλειος Ν. Μανιμάνης είναι συγγραφέας.
Η Ευαγγελία Πάνου είναι στέλεχος Επιτελικής Δομής ΕΣΠΑ στον Tομέα Παιδείας του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (ΥΠΠΕΘ)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

O Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος είναι Καθηγητής του Τμήματος Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του ΕΚΠΑ
Ο Silvio Rotolo είναι Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Παλέρμο (Dipartimento di Scienze della Terra e del Mare -DISTEM)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Browning, R. C., Baker, E. A., Herron, J. A. and Kram, R. (2006). ‘Effects of obesity and sex on the energetic cost and preferred speed of walking’. Journal of Applied Physiology 100 (2): 390–398.

Casson, L. (1951). ‘Speed under sail of ancient ships’, Transactions of the American Philological Association  Vol. 82 (1951), pp.136-148.

Orphica, Procli Hymni, Musaei Carmen de Hero et Leandro, Callimachi Hymni et Epigrammata, Editio Stereotypa, Lipsiae, 1829

Ορφικά, Εγκυκλοπαίδεια του Ηλίου του Ι. Πασσά (1950)

Kalachanis, Κ., Preka-Papadema, P., Kostikas, I., Theodossiou, E., Manimanis,V.N., Panou, E., Rotolo, S.G., Kyriakopoulos, K. (2017). ‘The Argonautica Orhica version for the voyage of the Argonauts: a geo-analysis’, MAA, Vol. 17, no. 2, p.77-95.

Kalachanis, Κ., Preka-Papadema, P., Kostikas, I., Theodossiou, E., Manimanis,V.N., Panou, E., Rotolo, S.G., Kyriakopoulos, K. (2018). ‘Supplementary notes on the article The Argonautica Orhica version for the voyage of the Argonauts: a geo-analysis’ , MAA, in press.

Passas, I. (1950). The Orphics, Encyclopedia of Helios Publications, Athens (in Greek).

Rotolo, S. G. Castorina, F. Cellura, D. and Pompilio, M. (2006). ‘Petrology and Geochemistry of Submarine Volcanism in the Sicily Channel Rift’ The Journal of  Geology, volume 114, p. 355–365.

Sofias, S. (2009). ‘Orpheus and Argonauts’, Noon Publ., Athens (in Greek).

“Το τραμ το τελευταίο». Τα μέσα μαζικής μεταφοράς του παρελθόντος.

 

“Το τραμ το τελευταίο”. Τα μέσα μαζικής μεταφοράς
του παρελθόντος

Θα σου διηγηθώ – μου γράφει καθημερινός αναγνώστης – ένα επεισόδιο που μου συνέβη το βράδυ της τετάρτης Αυγούστου στο τραμ. Μέσα στη μονοτονία της πορείας του τραμ, αν δεν συντροφεύεσαι, τι άλλο έχεις να κάνεις, παρά να κυττάζης τους συνεπιβάτες σου; Πολλά μπορείς να μάθης απ’ τη σπουδή τους. Ο μακαρίτης ο Νιρβάνας, ολόκληρο το πνευματικό του το υλικό, το πήρε από αυτήν την παρακολούθηση των συνεπιβατών του. Έτσι έγραψε και τους περίφημους «Εφαψίες» του. Βέβαια, ο Π. Νιρβάνας, καθημερινός ταξιδιώτης με τραμ, ηλεκτρικό και το «θηρίο», κατέγραψε δεκάδες «επεισόδια» στα μέσα αυτά, δημιουργώντας μια μοναδική ηθογραφία του μεσοπολέμου. «Καθώς πλησιάζομεν, ανύποπτοι, προς την Γαργαρέτταν, το τραμ σταματά αποτόμως. Τι συμβαίνει; Συνηθισμένη ιστορία. Κόπηκε το ρεύμα. Το γεγονός γίνεται δεκτόν, κατά τόσους τρόπους, όσοι είνε και οι επιβάται. Και δημιουργείται αμέσως, εκ του προχείρου, μέσα στον στενόν εκείνον χώρον, μία έκθεσις ψυχών…
[Σπύρος Μελάς]

…Υπήρχε τότε η διάδοση –κάτι σαν προφητεία– πως θαρθεί καιρός που από την Αγ. Δημητρίου θα περάσει το τραμ και πως για να φαρδύνει ο δρόμος θα γκρεμιστεί όλη η δεξιά γραμμή των σπιτιών από την οδό Σοφοκλέους ώς την Ευαγγελίστρια (…) Το πέρασμα του τραμ όμως δεν εκπληρώθηκε γιατί στο μεταξύ καταργήθηκαν τα ίδια τα τραμ…
[Γιώργος Ιωάννου]

Αλλά και το τέταρτον υπ’ αριθ. 12 τραμ εδήλωσεν ότι… «δεν πάει Παγκράτι». Αλλ’ ιδού το πέμπτον, το οποίον θα πάη. Αυτό θα πάη πράγματι, αλλ’ από τους αναμένοντας μάρτυρας δεν θα πάη κανείς. Διότι το πέμπτον έρχεται πλέον κατάφορτον. Το φορτίον του είνε μια μάζα από ανθρώπινες σάρκες. Άλλοι κρέμονται από τις σκάλες και άλλοι από το όπισθεν μέρος του εξώστου. Ο νόμος του αδιαχωρήτου έχει καταργηθή. Το θέαμα, το συγκοινωνιακόν αίσχος δηλαδή, προκαλεί την αγανάκτησιν του πλήθους που περιμένει. Και το οποίον θα περιμένη. Διότι η πόλις αυτή έχει λαμπράς, καλλιμαρμάρους οικοδομάς, έχει άφθονον ηλεκτρικόν φως, έχει ραδιόφωνα, κινηματογράφους, θέατρα, ντάνσιγκ αλλά… δεν πάει Παγκράτι.
[Τίμος Μωραϊτίνης ]

 

Η Αθηνά Ταρσούλη ταξίδεψε με το τραμ της Καλαμάτας, ο Μπάμπης Άννινος παραβρέθηκε στις δοκιμές του πρώτου ηλεκτροκίνητου οχήματος στην Ελλάδα, του τραμ της Πάτρας (1902) και ο Γιάννης Καιροφύλλας μας μετέφερε πολλές φορές, με νοσταλγία όπως πάντα, στην μπελ επόκ της Αθήνας του ιππήλατου, ατμήλατου και ηλεκτρικού τροχιόδρομου. Ο Μ. Καραγάτσης μας προέκυψε αντίπαλος του τραμ και με ένα τεχνοκρατικό κείμενο στο περιοδικό Συγκοινωνία (1950), όπου και αρθρογραφούσε, προτείνει: «Διεύρυνσις αρτηριών και κατάργησις τροχιοδρόμων». Βέβαια βρισκόμαστε στην εποχή που τα τραμ είχαν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους για μια δεκαετία περίπου και είχαν αρχίσει ήδη οι πρώτες φωνές για την κατάργησή τους ή μάλλον για τον περιορισμό τους σε συγκεκριμένες διαδρομές. Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, παρουσιάζοντας το βιβλίο του Ν. Σ. Κτενιάδη για τη ιστορία της πρώτης περιόδου του ελληνικού σιδηροδρόμου στην Πρωία, (10-05-1936) μας δίνει μια πληροφορία για έναν «σιδηρόδρομο της Πεντέλης»: «Ο συντάκτης του ημερολογίου “Νέα Ελλάς” (1894, σελ. 428) λογάριαζε να ταξιδέψη με το σιδηρόδρομο στην Πεντέλη το καλοκαίρι του 1898. Εμείς μπορούμε με την ίδια βεβαιότητα να λογαριάζουμε όχι μονάχα το ταξιδάκι της Πεντέλης μα κι’ ένα δεύτερο σιδηροδρομικό ταξιδάκι από την Καλαμπάκα στη Βέρροια στα 1998. Τι τα θέλετε ! Σε μερικούς τόπους “οι αιώνες αντιγράφουν αλλήλους».

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου πέθανε πάνω σε ένα τραμ (1940) διεκδικώντας λίγη από τη φήμη του Αντόνι Γκαουντί, του περίφημου Καταλανού αρχιτέκτονα και μεγάλου λάτρη των τραμ, ο οποίος παρασύρθηκε από ένα τραμ το 1926, αφήνοντας ημιτελή την Sagrada Familia («… έπειτα, τι αλλόκοτη σύμπτωση αυτή η συγκοπή μες σ’ ένα τραμ! Θα νόμιζε κανείς πως ο αλησμόνητος χιουμοριστής, που τόσες φορές ακόνισε την πένα του στ’ αναξιοπαθήματα συνανθρώπων ανύποπτων, έδωσε πεθαίνοντας στους διαδόχους του ένα θέμα ολόπικρης ειρωνίας, που ταίριαζε περίφημα στο ύφος του». — Γ. Κοτζιούλας, Ο άνθρωπος της μοναξιάς, Νεοελληνικά Γράμματα, Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 1940, φύλλο αφιερωμένο στη μνήμη του Ζαχαρία Παπαντωνίου).

Ο Κ. Ταχτσής περιέγραψε σε ένα Παρασκήνιο τη «σκαλομαρία» στα «τραμβάϋ» των παιδικών του χρόνων, την οποία θυμήθηκε αργότερα και στα ποιήματά του. Ο Σ. Κουγιουμτζής αγαπούσε πολύ τα τραμ και ο Ν. Καμμώνας απευθύνεται με οδύνη «Προς τα τραμ…» (της Θεσσαλονίκης, 1954):

…Βαθύτατα συγκεκινημένοι από την εις βάρος σας καταδικαστικήν απόφασιν, σας απευθύνομεν το ύστατον «χαίρε» και σας βεβαιούμεν ότι δεν θα λησμονήσωμεν ποτέ την φιλεργίαν σας και τας πολυτίμους υπηρεσίας που μας προσφέρατε επί τόσα συνεχή έτη, παρέχοντες παράδειγμα φιλοπονίας εις τους Νεοέλληνας.
Σας παρακαλούμεν δε να λησμονήσετε την μοχθηρίαν ημών των δημοσιογράφων, οι οποίοι όλας τας ευθύνας για του Ψύλλου πήδημα τας επιρρίπταμε στα τραμ… Αλλοιώς εγνωρισθήκαμε και αλλοιώς χωριζόμαστε…

Από της 6ης πρωϊνής της 1ης Σεπτεμβρίου του 1908, όταν τέθηκε σε λειτουργία το πρώτο ηλεκτροκίνητο τραμ, μέχρι της 15ης Δεκεμβρίου 1959 (10 μήνες πριν από την κατάργηση και της τελευταίας γραμμής), συνολικά εξυπηρετήθηκαν δύο δισεκατομμύρια οκτακόσια είκοσι πέντε εκατομμύρια (2.825.000.000) Αθηναίοι και άλλοι επιβάτες, στις δεκαέξι γραμμές της πρωτευούσης και των περιχώρων της.

Πηγή:
“Το τραμ στη λογοτεχνία”
—του Σάκη Κουρουζίδη—

Ένθετο Επτά Ημέρες της Καθημερινής, το 2005, σε ένα ειδικό αφιέρωμα για το τραμ

Αθήνα (πλατεία Συντάγματος), 1911.
Θεσσαλονίκη – Χορτιάτης, αρχές του Μεσοπολέμου.
Θεσσαλονίκη (διασταύρωση Μεγ. Αλεξάνδρου και Εγνατίας), Μεσοπόλεμος.
Αθήνα, Μεσοπόλεμος.
Αθήνα, οδός Αθηνάς, 1945.
Αθήνα, εποχή Εμφυλίου Πολέμου.
Πειραιάς, εποχή Εμφυλίου Πολέμου.
Αθήνα, 1952.
Ομόνοια-Πετράλωνα, Αθήνα, δεκαετία του ’50.
Αθήνα, δεκαετία του ’50.
Αθήνα, δεκαετία του ’50.
Αθήνα, δεκαετία του ’50.
ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας.
Καλύβια Αγρινίου.
Βαθύ-Καρλόβασι, Σάμος.
Καβάλα
Ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος στο σταθμό του Νέου Φαλήρου.
Ηλεκτρικός σιδηρόδρομος Πειραιά-Κηφισιάς, εσωτερικό οχήματος.
Ο τερματικός σταθμός του Πειραιά το 1981.
Τα πράσινα λεωφορεία του Πειραιά, δεκαετία του ’60.
Το τρόλλεϋ της Αθήνας….
…και του Πειραιά.
Ανθρωποκυνηγητό μέσα στους δρόμους της Αθήνας με τον Jean-Paul Belmondo (Le casse, 1971).
Εισπράκτορας λεωφορείου, δεκαετία του ΄70.
Πειραιάς, δεκαετία του ΄70.
ΚΤΕΛ Καρδίτσας κάτω από την Ακρόπολη, δεκαετία του ΄70.
Θεσσαλονίκη (Επταπύργιο), δεκαετία του ΄80.
Αθήνα, διώροφα λεωφορεία, 1982.
Το τραμ του Περάματος.
Το τραμ το τελευταίο. Το κλείσιμο της γραμμής το 1977.

Αθάνατα στιγμιότυπα από ελληνικές κωμωδίες

Ο ζηλιαρόγατος, 1956

Η θεία από το Σικάγο, 1957.

Η διεθνής διάσταση

Le casse, 1971.

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

Κυριάκος Χατζηκυριακίδης: Μετοικεσίες των Ελλήνων της Ρωσίας και της ΕΣΣΔ στη Μακεδονία στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα

Κυριάκος Χατζηκυριακίδης

 Μετοικεσίες των Ελλήνων της Ρωσίας και της ΕΣΣΔ στη Μακεδονία

στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα

 

 

 

Κανενός τμήματος του εν διασπορά Ελληνισμού η ιστορία δεν συνδέεται τόσον στενά

με την καθόλου ιστορίαν του Ελληνικού Έθνους, όσον στενά και αδιάσπαστα

είναι συνδεδεμένη με αυτήν η ιστορία του Ελληνισμού της Ρωσίας.

        Ελευθέριος Παυλίδης (1876-1974)

 

Μερικές γενικές παρατηρήσεις

Εδώ και μισόν αιώνα περίπου η νεοελληνική ιστοριογραφία άρχισε να στρέφει σταδιακά την προσοχή της και σε ένα μάλλον παραμελημένο κεφάλαιο της ιστορίας της νεοελληνικής Διασποράς: στις τύχες των Ελλήνων της τσαρικής Ρωσίας και της διαδοχικής της Σοβιετικής Ένωσης. Πολλές πτυχές τής ιστορικής εξέλιξης των ελληνικών εστιών τής αχανούς (παρά τις εδαφικές της αναμορφώσεις και αναδιπλώσεις) αυτής χώρας παραμένουν ακόμα ακατάγραφες. Ωστόσο η εικόνα που διαθέτουμε σήμερα για την τύχη τού σημαντικού αυτού τμήματος του απόδημου Ελληνισμού είναι γενικά ικανοποιητική. Οι σχετικά πρόσφατες επίσης έρευνες έχουν επίσης κάνει γνωστά και τα κύματα της «παλινόστησης» που σάρωσαν κυριολεκτικά τον Ελληνισμό της πρώην ΕΣΣΔ, ιδιαίτερα των επιμέρους Σ. Σ. Δημοκρατιών, μετά την κατάρρευση του σοβιετικού καθεστώτος και τη διάλυση της άλλοτε κραταιάς Συνομοσπονδίας. Λιγότερο γνωστές παραμένουν οι παλαιότερες παλινοστήσεις, προπάντων εκείνες που επιχειρήθηκαν στα τέλη του 19ου και στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Προς την κατεύθυνση αυτή κινείται η παρούσα εργασία, η οποία πάντως αφορά τις εγκαταστάσεις των Ελλήνων της Ρωσίας στον μακεδονικό χώρο.

Οι εκτιμήσεις για τα δημογραφικά στοιχεία των ελληνικών πληθυσμών στη ρωσική επικράτεια στα τέλη του 19ου αιώνα παρουσιάζουν μεγάλη απόκλιση συγκριτικά με την επίσης αμφισβητούμενη πρώτη επίσημη ρωσική απογραφή του 1897. Ενώ δηλαδή ο αρχιμ. Πανάρετος Τοπαλίδης υπολόγιζε στις 350 χιλ. όλους τους Έλληνες που είχαν εγκατασταθεί στην τσαρική Ρωσία, σύμφωνα με τη ρωσική απογραφή δεν ξεπερνούσαν τις 207.536 άτομα. Από τον πληθυσμό αυτόν (στη συντριπτική πλειονότητά του ελληνόφωνο), το μισό ήταν εγκαταστημένο στον Καύκασο και την Υπερκαυκασία· και προερχόταν κατά κύριο λόγο από τον τουρκοκρατούμενο Πόντο. Στις αρχές του 20ού αιώνα το ελληνικό στοιχείο της «Νέας Ρωσίας» (δηλαδή της περιοχής που κάλυπτε τις νότιες προς τον Εύξεινο Πόντο κτήσεις της Αυτοκρατορίας) είτε παρέμεινε στάσιμο είτε και μειώθηκε αριθμητικά. Η κατάσταση αυτή αποδίδεται στις εσωτερικές μετακινήσεις των Ελλήνων σε άλλα εμπορικά κέντρα της νότιας Ρωσίας και γενικότερα της ελληνικής Διασποράς, στον εκρωσισμό των παλαιότερων γενεών κ.λπ.

 

Ο Δημοσθένης Οικονομίδης, διευθυντής των ταχυδρομείων Καυκάσου, με τη σύζυγό του, αρχές 20ού αι. (αρχείο Ηρ. Τσακαλίδη)

Αντίθετα, ο ελληνικός πληθυσμός του βορείου Καυκάσου και της Υπερκαυκασίας σημείωσε μερική ή και συνολική δημογραφική (και οικονομική) ανάπτυξη, με την ανανέωση παλιών και τη δημιουργία νέων συγκροτημένων ελληνορθόδοξων κοινοτήτων. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, ο Ελληνισμός των περιοχών αυτών έφθανε στις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου τους 180 χιλ. Η κατάρρευση του τσαρικού καθεστώτος και η αποχώρηση του ρωσικού στρατού από την Τραπεζούντα και την ευρύτερη περιοχή της (1917) προκάλεσαν μεγάλη αναστάτωση στο ελληνικό στοιχείο. Επρόκειτο όμως μόνο για την αρχή των δεινών του: τα διασταυρούμενα πυρά μεταξύ Ρώσων και Οθωμανών, μπολσεβίκων και εθνικιστών, Αρμενίων-Γεωργιανών και Αζέρων (διάλυση της Υπερκαυκασιανικής Ομοσπονδίας), οι ανηλεείς διώξεις των Οθωμανών ιδιαίτερα μετά και τη ρωσογερμανική συνθήκη του Brest-Litovsk (1918), η ελληνική στρατιωτική συμμετοχή στην αντιμπολσεβικική εκστρατεία στην Ουκρανία και τη νότια Ρωσία (1919), οι αποτυχημένες προσπάθειες σύστασης Αυτόνομης Δημοκρατίας του Πόντου ή δυαδικού ελληνο-αρμενικού ομοσπονδιακού κράτους (1917-1922), και η κεμαλο-μπολσεβικική συμφωνία (1920-1921), όλα αυτά δημιούργησαν συνθήκες που αποδείχτηκαν μακροπρόθεσμα καταστροφικές για την ανάπτυξη ή ακόμα και για την επιβίωση του ελληνικού στοιχείου στη ρωσική/σοβιετική επικράτεια. Μέσα στο κλίμα αυτό άρχισε να ανακύπτει και η ανάγκη για την καταφυγή ενός τμήματος των Ελλήνων των ρωσικών χωρών στην Ελλάδα.

 

Οι «επαναπατρισμοί» Ελλήνων της Ρωσίας στην Ελλάδα

Το ζήτημα της εγκατάστασης Ελλήνων της Ρωσίας στον ελλαδικό χώρο είχε απασχολήσει το ελληνικό κράτος και στα τέλη του 19ου αιώνα, κυρίως μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας (1881). Η πρώτη προσπάθεια έγινε στα 1894-1895, όταν ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός Χαρ. Τρικούπης απέστειλε εκπροσώπους της κυβέρνησης στον Καύκασο, για να προκαλέσει το ενδιαφέρον των εκεί εγκαταστημένων Ελλήνων για τις ανεκμετάλλευτες εκτάσεις του θεσσαλικού κάμπου, όπου οι μέτοικοι θα μπορούσαν να μεταφέρουν την καλλιέργεια του καπνού, στην οποία είχαν από χρόνια ειδικευθεί. Ωστόσο όταν οι ειδικοί απεσταλμένοι των υποψήφιων μεταναστών του Καυκάσου έφτασαν στην Ελλάδα, διαπίστωσαν ότι οι διαβεβαιώσεις των εκπροσώπων της κυβέρνησης Τρικούπη (ο οποίος στο μεταξύ είχε χάσει και την εξουσία) δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα· επιπλέον ότι οι συνθήκες στους χώρους της μετεγκατάστασης ήταν εξαιρετικά δύσκολες και απογοητευτικές. Αυτό τελικά βίωσαν οι 200 περίπου οικογένειες που άφησαν τον Καύκασο το 1895, για να στήσουν τα νοικοκυριά τους στη Θεσσαλία: οι περισσότεροι έμειναν χωρίς γη και στέγαση και ουσιαστικά αποδεκατίσθηκαν από τις ασθένειες και την έλλειψη φιλοξενίας.

Το κακό αυτό προηγούμενο (μεμονωμένο άλλωστε) δεν στάθηκε ικανό να στεγνώσει την αγάπη και τη νοσταλγία των Ελλήνων του Καυκάσου και όλης της Ρωσίας για το εθνικό κέντρο. Το ενδιαφέρον τους εκδηλώθηκε με ενάργεια στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Έτσι, από την αρχή κιόλας του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου (Οκτ. 1912), Έλληνες ομογενείς της Οδησσού συγκεντρώθηκαν με ενθουσιασμό στη Λέσχη «Ομόνοια», για να αποφασίσουν τον έμπρακτο και αποτελεσματικό τρόπο ενίσχυσης της μαχόμενης πατρίδας. Προχώρησαν στην άμεση σύσταση της δεκαπενταμελούς Εθνικής Πατριωτικής Επιτροπής Οδησσού, έργο της οποίας ήταν η συγκέντρωση και αποστολή υλικού (κλινοσκεπάσματα, εσώρουχα, τρόφιμα κ.ά.), και χρημάτων για την ενίσχυση και την κάλυψη ποικίλων αναγκών του ελληνικού στρατού (περίθαλψη τραυματιών, ιατροφαρμακευτικό υλικό κ.λπ.). Αξίζει σχετικά να σημειωθεί ότι η Πατριωτική Επιτροπή κατάφερε να συγκεντρώσει 17 χιλ. ρούβλια σε μία μόλις ημέρα, διενεργώντας έρανο σε εύπορους Έλληνες ομογενείς, ενώ η ελληνική κοινότητα της Οδησσού προσέφερε στον ελληνικό στρατό 90 χιλ. χρυσά φράγκα μέχρι τα τέλη του Νοεμβρίου 1912. Έρανοι πραγματοποιήθηκαν επίσης και σε άλλες ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας (Μόσχας, Ταγανρόγκ, Κιέβου κ.ά.). Έγγραφα του Ελληνικού Προξενείου της Οδησσού πιστοποιούν ότι ο Ελληνισμός της Ρωσίας συγκέντρωσε το καθόλου ευκαταφρόνητο συνολικό ποσό των 535.730,16 δραχμών, συμβάλλοντας τα μέγιστα στις προσπάθειες του ελληνικού στρατού.

Παράλληλα με τη χρηματική βοήθεια η Πατριωτική Επιτροπή Οδησσού και γενικά η ομογένεια της Ρωσίας μερίμνησαν και για την αποστολή-μεταφορά κληρωτών και εθελοντών στην Ελλάδα. Άλλωστε όλοι οι Έλληνες κληρωτοί που διαβιούσαν εκτός Ελλάδας όφειλαν, με βάση εγκύκλιο της ελληνικής κυβέρνησης, να παρουσιαστούν σε διάστημα δύο μηνών στα κατά τόπους ελληνικά προξενεία ή στις ελληνικές κοινοτικές αρχές.

Η ανταπόκριση των κληρωτών καθώς και των εθελοντών των αλύτρωτων περιοχών ήταν εξαιρετικά συγκινητική, όπως βέβαια συνέβαινε πάντοτε σε κάθε «κάλεσμα» της πατρίδας. Για παράδειγμα, κατά το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου 1912, 150 κληρωτοί, 100 έφεδροι και 350 εθελοντές (οι τελευταίοι προερχόμενοι από τον Καύκασο) στάλθηκαν από την Οδησσό στην Ελλάδα, ενώ ο συνολικός αριθμός εφέδρων-εθελοντών ανήλθε στους χίλιους μέχρι την 1 Νοεμβρίου. Επιπλέον, σύμφωνα με την εφημερίδα Γιούζναγια Μισλ (Νότια Σκέψη, 1911-1912) του Κεφαλλονίτη επιχειρηματία και τραπεζίτη Ι. Ξυδία, που στην ποικίλη ειδησεογραφική ύλη της περιείχε πολλές πληροφορίες για τους Βαλκανικούς Πολέμους και ιδιαίτερα για την προσφορά των Ελλήνων ομογενών της Ρωσίας (οικονομική ενίσχυση, συμμετοχή στις μάχες κ.λπ.), μέχρι τις 25 Οκτωβρίου είχαν σταλεί από την Εθνική Πατριωτική Επιτροπή Οδησσού 1.678 εθελοντές. Για την αποστολή των κληρωτών-εφέδρων και εθελοντών χρησιμοποιήθηκαν ρωσικά ατμόπλοια, όπως το Chernomor (Μαύρη Θάλασσα), το Koroleva Olga (Βασίλισσα Όλγα, της Russian Steam Navigation & Trading Co.), το Czar Nicholas ΙΙ κ.ά., που πραγματοποιούσαν το δρομολόγιο Οδησσός – Κωνσταντινούπολη – Αλεξάνδρεια – Πειραιάς, καθώς και πλοία ελληνικής ιδιοκτησίας. Όταν όμως τα Στενά έκλεισαν, η άφιξή τους στην Ελλάδα γινόταν μέσω Βουλγαρίας, αρχικά ακτοπλοϊκώς (ως τη Βάρνα) και στη συνέχεια διά ξηράς (με το τρένο), ως την έναρξη βέβαια του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου.

Έλληνες του Καυκάσου, εθελοντές στους Βαλκανικούς Πολέμους (αρχείο Συλλόγου Καυκασίων Καλαμαριάς «Ο Προμηθέας»).

 

Αμέσως μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων 5 χιλιάδες (3.260 σύμφωνα με την επίσημη καταγραφή) Έλληνες του Καυκάσου, κυρίως από το «Κυβερνείο» του Καρς, ήρθαν να εγκατασταθούν στην απελευθερωμένη Μακεδονία (1913-1914). Τα λόγια τους περιγράφουν ακριβώς τα συναισθήματα που τους κατέκλυζαν στην ιδέα και μόνο τής μετοικεσίας τους στη Μακεδονία:

«Ευθύς μόλις ακούσαμε για τη μάχη του Κιλκίς ξεσηκωθήκαμε. Δεν ακούσαμε τίποτα άλλο, ούτε για τη Θεσσαλονίκη, ούτε για τα Γιάννινα, ούτε για τη Φλώρινα. Βούιξε ο Καύκασος για την ελληνική νίκη του Κιλκίς. Δεν μπορούσαμε να μείνουμε εκεί. Ξεσηκωθήκαμε! Λαχταρούσαμε για την Ελλάδα.»

Επίσης είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι οι αφίξεις σχετίζονταν και με τις αποστολές στη Ρωσία εκπροσώπων τής ελληνικής κυβέρνησης για προσέλκυση των εκεί ελληνικών πληθυσμών, γεγονός που αποδεικνύει ότι αυτή τη φορά το ελληνικό κράτος υπό την ηγεσία του Ελ. Βενιζέλου είχε προβλέψει και σχεδιάσει τον εποικισμό των μακεδονικών εδαφών. Συγκεκριμένα ο γιατρός Κουτσοδημήτρης πήγε στη Νότια Ρωσία και τον Καύκασο (Μάιος-Ιούλιος 1914), για να αντλήσει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες: για τον αριθμό και τις ασχολίες τού εκεί διαμένοντος Ελληνισμού, καθώς και για τις διαθέσεις του να μετεγκατασταθεί στη Μακεδονία. Μάλιστα ο Κουτσοδημήτρης εκτιμούσε ότι: «η εθνική αύτη μετανάστευσις των αρίστων γεωργών και κτηνοτρόφων, ακραιφνών πατριωτών» ήταν αρκετή για «να εξελληνίση την Μακεδονίαν και να μεταβάλη ταύτην εις χώραν γεωργικήν και κτηνοτροφικήν…».

Παρ’ όλα αυτά δεν έλειψαν δυστυχώς και πάλι οι απογοητεύσεις για τους Έλληνες του Καυκάσου, όπως είχε συμβεί μια εικοσαετία πριν στα εδάφη της Θεσσαλίας. Δεν ήταν λίγοι δηλαδή εκείνοι που επέστρεψαν πολύ γρήγορα στα χωριά τους (στην Τσάλκα και στο «Κυβερνείο» του Καρς). Όμως αναγκάσθηκαν ξανά να τα εγκαταλείψουν στην ταραγμένη περίοδο από το 1917 και μετά, αν και υπήρξαν προσπάθειες οργάνωσης αντίστασης (Ελληνική Μεραρχία Καυκάσου, 1917), οι οποίες, παρά τις προσδοκίες, δεν απέφεραν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Θεωρήθηκε ότι, δεδομένων των συνθηκών, προτιμότερη ήταν η φυγή προς τα ανατολικά και τα βόρεια (παράλια Μ. Θάλασσας, βόρειο Καύκασο και Κουμπάν).

Για την ανακούφιση των δεκάδων χιλιάδων προσφύγων από τον Πόντο και για το μέλλον τους στην παρευξείνια ζώνη συγκινητική ήταν η ανταπόκριση των ίδιων των ελληνικών κοινοτήτων της Ρωσίας, ενώ το ελληνικό κράτος οργάνωσε δύο αποστολές in situ: στη νότια Ρωσία και το βόρειο Καύκασο η πρώτη, και την Υπερκαυκασία και τον Πόντο η δεύτερη (1919). Όμως παρά τις προσπάθειες των ελληνικών επιτροπών αφενός για ενίσχυση και παρότρυνση του ελληνικού στοιχείου, που βίωνε διώξεις και προσφυγιά, να παραμείνει στις ρωσοκρατούμενες περιοχές μέχρι την επιστροφή του στις εστίες του, κυρίως στον Πόντο, και αφετέρου για αποτροπή κάθε τάσης «παλινόστησης» στην Ελλάδα, τα πράγματα άλλαξαν εντελώς μετά τη γρήγορη επικράτηση των Κεμαλικών, που απέκλεισαν οποιοδήποτε ενδεχόμενο επιστροφής των Ελλήνων στα «ανατολικά βιλαέτια».

Οι τραγικές συνθήκες διαβίωσης των Ελλήνων προσφύγων του Πόντου στη Νότια Ρωσία και τον Καύκασο δεν άφησαν όμως και κανένα περιθώριο, ακόμη και στους εκπροσώπους των Ποντίων (που είχαν την έδρα τους στο Βατούμ), να πείσουν τους συμπατριώτες τους να παραμείνουν μέχρι να οργανωθεί η κατά τα δυνατό πιο ασφαλής μεταφορά τους στα παράλια (Βατούμ, Σοχούμ και Νοβοροσίσκ) και στη συνέχεια στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα στο Βατούμ, το καλοκαίρι του 1920, τόσο η συγκέντρωση χιλιάδων προσφύγων και η αδυναμία της ελληνικής κυβέρνησης να αποστείλει περισσότερα πλοία και με συχνότερα δρομολόγια για τη διαπεραίωσή τους στην Ελλάδα, όσο και η εχθρική συμπεριφορά των τοπικών αρχών της Γεωργίας δημιούργησαν συνθήκες «ασφυξίας».

Η απόγνωση αλλά και ο διακαής πόθος των προσφύγων να βρουν καταφύγιο στην Ελλάδα εκφράζεται εύγλωττα στα ακόλουθα λόγια:

Ας πάμε σην Ελλάδαν και ας αποθάνουμ’ εκές» και «Η Ελλάδα εν η Πατρίδα ‘μουν κι έναν πατρίδαν όσον εφτωχόν και όσον μικρόν κι αν εν, εν εφτά κάτια ασά ξένας Πατρίδας.

(Ας πάμε στην Ελλάδα κι ας πεθάνουμε εκεί. Η Ελλάδα είναι η πατρίδα μας, και μια πατρίδα όσο φτωχή και όσο μικρή κι αν είναι, είναι εφτά φορές ανώτερη από τις ξένες πατρίδες).

Από τους περίπου 52 χιλ. Έλληνες που πέρασαν από το Βατούμ (οι μισοί προερχόμενοι από την Αρμενία), υπολογίζεται ότι το ένα τρίτο έχασε τη ζωή του από τις επιδημίες, την ασιτία και το κρύο. Οι αποστολές Ελλήνων της Υπερκαυκασίας και του βορείου Καυκάσου στην Ελλάδα, κυρίως στη Μακεδονία, ξεκίνησαν από τον Απρίλιο του 1920 και διήρκεσαν μέχρι το Μάιο του 1921, μέχρι δηλαδή την οριστική επικράτηση των μπολσεβίκων στην Υπερκαυκασία. Ελληνικά ατμόπλοια (Κέα, Κωνσταντίνος, Ελευθερία, Χίος, Θέμις κ.ά.) μετέφεραν τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους και βοοειδή. Η μεγάλη σε έκταση μακεδονική γη παρουσιαζόταν μάλιστα ως η ενδεδειγμένη λύση για να υποδεχθεί τους πρόσφυγες, ειδικά μετά την αραίωση του πληθυσμού της από την επαναπροώθηση των Θρακιωτών και των Μικρασιατών στις εστίες τους (1919-1920) και την εξωτερική μετανάστευση γηγενών (κυρίως στην Αμερική).

Σημαίνοντα ρόλο την εποχή εκείνη στο προσφυγικό ζήτημα ανέλαβε ο Νίκος Καζαντζάκης:

Tο βαπόρι [γράφει στην Αναφορά στον Γκρέκο] ήταν γεμάτο ψυχές που ξεριζώθηκαν από τα χώματά τους και πήγαινα να τις φυτέψω στην Ελλάδα. Ανθρώποι, αλόγατα, βόδια, σκάφες, κούνιες, στρώματα, αξίνες, άγια κονίσματα, Βαγγέλια, τσάπες έφευγαν τους μπολσεβίκους και τους Κούρδους και δρόμωναν κατά τη λεύτερη Ελλάδα. Η Μαύρη θάλασσα κυμμάτιζε αλαφριά σκούρα, λουλακιά και μύριζε σαν καρπούζι∙ ζερβά μας τ’ ακρόγιαλο και τα βουνά του Πόντου. Μια φορά κι έναν καιρό δικά μας∙ δεξιά αστραφτερό, απέραντο το πέλαγο. Ο Καύκασος είχε σβύσει μέσα στο φως, μα οι γέροι, με τη ράχη γυρισμένοι, κάθονταν στην πρύμνα και δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν τα μάτια τους από τ’ αγαπημένο ακροθάλασσο. Ο Καύκασος είχε χαθεί, φάντασμα ήταν και σκόρπισε, μα απόμεινε ασάλευτος, αβασίλευτος, βαθιά στις λαμπυρίθρες των ματιών τους. Δύσκολο πολύ η ψυχή να ξεκολλήσει από την πατρίδα. Βουνά θάλασσες, αγαπημένοι άνθρωποι, φτωχό αγαπημένο σπιτάκι. Ένα χταπόδι είναι η ψυχή του ανθρώπου κι όλα ετούτα απλοκαμοί της.

Ο Νίκος Καζαντζάκης (δεξιά), ο Γιάννης Σταυριδάκης και ο Ηρακλής Πολεμαρχάκης το καλοκαίρι του 1919 στην Κωνσταντινούπολη, στο πλαίσιο της αποστολής για τη σωτηρία του Ποντιακού Ελληνισμού.

Την ίδια περίοδο που ο Ελληνισμός του Αντικαυκάσου και του Πόντου χειμαζόταν στις εστίες του, κρίσιμα γεγονότα καθόριζαν την τύχη και του ελληνικού στοιχείου στην Ουκρανία και τη Νότια Ρωσία. Η έστω υποβοηθητική για τα σχέδια των συμμάχων παρουσία, από τον Ιανουάριο του 1919, του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στην Ουκρανία (που δυστυχώς συνοδεύθηκε και από ορισμένες προκλητικές ενέργειες σε βάρος του γηγενούς στοιχείου) και η ενθουσιώδης υποδοχή τής περιορισμένης του δύναμης (2 μεραρχίες) από την ελληνική κοινότητα στην Οδησσό, είχαν ως συνέπεια, μετά την αποτυχία της εκστρατείας, την αναγκαστική εγκατάλειψη τη πόλης, σχεδόν από το σύνολο του ελληνικού της στοιχείου (υπολογιζόταν στις 25-30 χιλ.). Υπολογίζεται ότι 10-12 περίπου χιλιάδες επιβιβάσθηκαν σε ελληνικά πολεμικά και φορτηγά πλοία με προορισμό κάποιοι για την Κωνστάντζα και οι περισσότεροι για τη Θεσσαλονίκη (Απρ. 1919), ενώ η εκκένωση διήρκεσε μέχρι και τις αρχές του επόμενου έτους.

Παρόμοια προβλήματα με αυτά των Ελλήνων της Οδησσού και των άλλων πόλεων της Νότιας Ρωσίας αντιμετώπισε κι ο Ελληνισμός της Κριμαίας. Μετά από διερευνητικές αποστολές «πολιτικών εκπροσώπων» της ελληνικής κυβέρνησης, στάλθηκε στη Σεβαστούπολη απόσπασμα της ελληνικής εκστρατευτικής δύναμης για την προστασία των Ελλήνων τής κριμαϊκής χερσονήσου (Μάρτιος 1919). Ελπίδες για οργάνωση άμυνας και προστασίας τού εκεί ελληνικού στοιχείου με τη συμμετοχή Ελλήνων εθελοντών αποδείχθηκαν ανεδαφικές. Η επέλαση των μπολσεβίκων διέλυσε κάθε αντίσταση και, μετά από συμφωνία, προκρίθηκε η απρόσκοπτη «εθελοντική έξοδος» και η ασφάλεια όσων θα παρέμεναν. Τελικά ένα μεγάλο τμήμα των Ελλήνων της Κριμαίας κατευθύνθηκε προς την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη και τον Πειραιά (Απρ. 1919-αρχές 1920). Το ρεύμα της εξόδου συνεχίστηκε και στα επόμενα χρόνια, κυρίως στα 1921-1922, με τις ίδιες δυσκολίες και τα ίδια ανθρώπινα δράματα.

Υπολογίζεται ότι μέχρι το 1928 εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα (ουσιαστικά στη Μακεδονία) περίπου 60 χιλ. Έλληνες της Ρωσίας (47 χιλ. από Καύκασο και 11 χιλ. από την υπόλοιπη Ρωσία). Ακολούθησε ένα ακόμη κύμα 7 χιλ στα 1929-1933. Το γεγονός ότι μετά από αυτές τις συνεχείς «εξόδους» του Ελληνισμού της Ρωσίας προς την Ελλάδα, το ελληνικό στοιχείο στις υπό ρωσική κυριαρχία περιοχές παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο (σύγκριση απογραφών 1897 και 1926, λίγο πάνω από τις 200 χιλ.) οφείλεται στην αναπλήρωση του αριθμού εκείνων που «επαναπατρίσθηκαν» στην Ελλάδα, με τους Έλληνες του Πόντου που κατέφυγαν εκεί στο διάστημα 1918-1920. Η ειδοποιός διαφορά όμως στα τριάντα χρόνια που μεσολάβησαν ήταν ότι μειώθηκε στο ελάχιστο το αστικοποιημένο ελληνικό στοιχείο των παλιότερων εγκαταστάσεων στη «Νέα Ρωσία», με καταγωγή από το Αιγαίο, το Ιόνιο και τον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο, σε αντίθεση με την αύξηση των «Ανατολιτών Ελλήνων», που κατέφυγαν στα ρωσοκρατούμενα εδάφη και που ήταν, στη συντριπτική τους πλειονότητα, Έλληνες του Πόντου.

 

Η προσφυγική εγκατάσταση

Έχοντας βιώσει εξαιρετικά άσχημες συνθήκες, τόσο κατά την πολύμηνη αναμονή της επιβίβασης στα πλοία της φυγής όσο και κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους με πλοία, οι πρόσφυγες άρχισαν να αποβιβάζονται στην Ελλάδα ενθουσιασμένοι, μολονότι σε οικτρή κατάσταση. Πρόσφυγες από το Καράουργαν του Καυκάσου, επιβάτες του πλοίου «Παρθιάν» θυμούνται:

…στο άκουσμα πως το πλοίο μπήκε στον Θερμαϊκό κόλπο [21 Μαΐου 1920], ανέβηκαν όσοι τα κατάφεραν από το μεγάλο συνωστισμό, από τα αμπάρια του πλοίου πάνω στο κατάστρωμα που ήταν γεμάτο κόσμο. Όλοι φρόντιζαν να δουν με αχόρταγο μάτι και να απολαύσουν και αυτοί μαζί με τους άλλους την ωραία Θεσσαλονίκη. Την πόλη του Αγίου Δημητρίου, που μόνο ακουστά την είχαν ως τώρα….

Όλοι οι πρόσφυγες οδηγούνταν στους υποτυπώδεις χώρους υποδοχής του Καράμπουρνου (καραντίνες) για απολύμανση, και στη συνέχεια στους περιχαρακωμένους πρόχειρους καταυλισμούς και τους θαλάμους των εγκαταλελειμμένων συμμαχικών στρατευμάτων στην Καλαμαριά και το Χαρμάνκιοϊ.

Αλλά και αποβιβαζόμενοι στο Καραμπουρνού για απολύμανση, εισέρχονται στο λουτρό και εξέρχονται άλλοι μισόγυμνοι και άλλοι ανυπόδητοι ανεβαίνουν οδό 400 μέτρων περίπου, μέσα στον αέρα. Άλλοι μεταφέρονται στην πλάτη άλλων γιατί δεν μπορούν να βαδίσουν. Μετά από ένα τέταρτο της ώρας φτάνουν στο παράπηγμα που τους υπέδειξαν -γυμνό από κάθε έπιπλο- για να διανυκτερεύσουν, δίχως σκεπάσματα.

 

Το απολυμαντήριο στο Καραμπουρνού.

  

Δυστυχώς οι ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσης και η ανεπαρκής ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, η πείνα και το ψύχος κατέστησαν τους θανάτους καθημερινό φαινόμενο. Υπολογίζεται ότι μόνον στους χώρους υποδοχής χάθηκε το 13% των προσφύγων.

Είναι συγκλονιστικές οι περιγραφές-θρήνοι των προσφύγων:

…Σην Ελλάδαν έρθαμε, ζεστά έταν τα μήνας,

ενέσπαλαμ’ το βούτυρον και τρώγαμ’ τα κινίνας.

Και τσολ κι έρημον Γαραπουρούν και τρι(γ)ύλ, τρι(γ)ύλ ταφία

και ν’ ανοίξτε και τερέστε ατα, όλια Γαρσί παιδία.

[Ήρθαμε στην Ελλάδα και είχε πολλή ζέστη

Ξεχάσαμε το βούτυρο και τρώγαμε τις κινίνες.

Καταραμένο κι έρημο Καραμπουρνάκι, γύρω γύρω τάφοι

κι ανοίξτε και δείτε τα, όλα παιδιά του Καρς].

Κι ενώ αυτή ήταν η κατάσταση που βίωναν για μήνες οι πρόσφυγες, υπήρξαν ανάμεσά τους και εκείνοι που ζήτησαν να καταταγούν στον ελληνικό στρατό (640 εθελοντές μέχρι τον Οκτώβριο 1919), να λάβουν μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Πολλοί από αυτούς χάθηκαν στις πολεμικές επιχειρήσεις.

Οι ανθρώπινες απώλειες δε σταμάτησαν ούτε όταν άρχισε η διάχυση των προσφύγων στη Μακεδονία και τη Θράκη με τη βοήθεια της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων (Ε.Α.Π.), καθώς η ελονοσία από τους «ανωφελείς κώνωπες» αποδεκάτισε κυρίως όσους εγκαταστάθηκαν ως αγρότες στον κάμπο και στους βάλτους. Επιτροπές δημογερόντων και ιερέων από τους οικισμούς της Ρωσίας αναζήτησαν κατάλληλους τόπους οριστικής εγκατάστασης, εξετάζοντας μάλιστα περιοχές που συνήθως είχαν κοινά στοιχεία με εκείνες που είχαν εγκαταλείψει. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι σημαντικές εγκαταστάσεις Καυκασίων πραγματοποιήθηκαν κυρίως στον νομό Κιλκίς καθώς και στους αντίστοιχους της Φλώρινας, της Κοζάνης (Εορδαία), της Πιερίας και της Δράμας. Δεν ήταν, βέβαια, λίγοι αυτοί που παρέμειναν στη Θεσσαλονίκη και σε οικισμούς λίγο έξω από αυτή (Καλαμαριά, Πολίχνη, Ελευθέριο, Διαβατά, Ωραιόκαστρο κ.λπ.). Εντάχθηκαν στην τοπική κοινωνία, μολονότι διατήρησαν τα ιδιαίτερα στοιχεία τής προέλευσής τους (Σύλλογος Νεολαίας Καυκασίων Καλαμαριάς (1924), Σύλλογος Ποντίων εκ Ρωσίας στο Ελευθέριο (1950) κ.ά.) Συνολικά πάντως σε όλη τη Β. Ελλάδα εγκαταστάθηκαν 19.532 οικογένειες (71.165 άτομα) από τον Καύκασο μέχρι το 1921.

Έλληνες του Καυκάσου εγκατεστημένοι στο Κιλκίς. Αγροτική εργασία (σπάσιμο καπνού) (αρχείο Βλ. Αγτζίδη).

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν οι Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης, αντιμετωπίζοντας εξίσου σοβαρά προβλήματα και πιέσεις στις εστίες τους, αναζήτησαν και πάλι καταφύγιο στην Ελλάδα. Για παράδειγμα στα 1938-1939, λόγω των σταλινικών διώξεων, περίπου 20 χιλιάδες πρόσφυγες κατέφθασαν στα ελληνικά λιμάνια και εγκαταστάθηκαν κυρίως στις περιοχές της Μακεδονίας όπου βρίσκονταν, ήδη από τις προηγούμενες «εξόδους», οι συγγενείς και οι συγχωριανοί τους και, γενικότερα, πληθυσμοί προσφυγικής καταγωγής. Μικρά ή μεγάλα κύματα «επαναπατρισμού» όμως, κυρίως στη Μακεδονία, επισυνέβησαν και μεταπολεμικά, με αποκορύφωμα βέβαια τη μαζική «παλινόστηση» από τη διάλυση της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. και μετά, μέχρι και τις ημέρες μας.


Ο Κυριάκος Χατζηκυριακίδης είναι Επίκουρος Καθηγητής της Επώνυμης Έδρας Ποντιακών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής  του Α.Π.Θ

                                                     

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Βλ. Αγτζίδης, Παρευξείνιος Διασπορά. Οι ελληνικές εγκαταστάσεις στις βορειοανατολικές περιοχές του Ευξείνου Πόντου, Θεσσαλονίκη, Αφοί Κυριακίδη, 2001.

Βλ. Αγτζίδης, «Οι Έλληνες του Καυκάσου», στο Η ιστορία των Ελλήνων του Καυκάσου στο Καρς και στο Κιλκίς. Εικονογραφημένη διαδρομή ενός αιώνα (1900-2000), Αθαν. Διαμαντόπουλος (επιμ.), Αθήνα, Τεχνόγραμμα, 2001, σ. 15-72.

Κ. Αυγητίδης, «Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ο Ελληνισμός της Ρωσίας», εφημ. Ριζοσπάστης – 7 Μέρες Μαζί, Κυριακή 8 Οχτώβρη 2006, σ. 10.

Ελ. Ιωαννίδου (επιμ.), Η Καλαμαριά στο Μεσοπόλεμο (1920-1940). Πρόσφυγες. Δημιουργώντας τη νέα Πατρίδα, Θεσσαλονίκη, Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού – University Studio Press, 1998.

Ι. Καζταρίδης, Η «έξοδος» των Ελλήνων του Καρς της Αρμενίας (1919-21), Θεσσαλονίκη, Αφοί Κυριακίδη, 1996.

Ισ. Λαυρεντίδης, «Η κατά το 1895-1907 μετοικεσία Ελλήνων Ποντίων του Καυκάσου εις Ελλάδα», Αρχείο Πόντου, 31 (1971-1972), 450-514.

Άρτ. Ξανθοπούλου-Κυριακού, «Μεταναστεύσεις Ελλήνων στον Καύκασο κατά τον 19ο αιώνα», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 10 (1993), 91-172.

Κωνστ. Κ. Παπουλίδης, «Ο Ελ. Βενιζέλος και ο Ελληνισμός του Καυκάσου το 1914», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 3 (1989), 131-171.

Κωνστ. Κ. Παπουλίδης, «Οι Έλληνες της Ρωσίας τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα», Χίλια χρόνια Ελληνισμού-Ρωσίας, Αθήνα, Γνώση, 1994, σ. 213-249.

Ελ. Παυλίδης (επιμ.), Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και τα 33 χρόνια τού εν Αθήναις Σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων, έκδοση Σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων, Αθήνα 1953.

Ευστ. Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη δυτική Μακεδονία 1923-1930, Θεσσαλονίκη, Αφοί Κυριακίδη, 1994.

Πανάρ. Τοπαλίδης, Ο Πόντος ανά τους αιώνας,  Δράμα, χ.ε., 1929.

Κων. Φωτιάδης, Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, β΄ έκδοση, Θεσσαλονίκη, ΚΕ.ΠΟ.ΜΕ.-εκδοτικός οίκος Αντ. Σταμούλη, 2003.

Ι. Κ. Χασιώτης (επιμ.), Οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Μετοικεσίες και Εκτοπισμοί. Οργάνωση και Ιδεολογία, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 1997.

Θεοχ. Κ. Χάρης, Το Καράουργαν του Καρς και η ζωή μου, Θεσσαλονίκη, Αφοί Κυριακίδη, 2001.

Art. Xanthopoulou-Kyriakou, “The Emigration of Pontic Greeks from the Russian Caucasus to Macedonia”, Balkan Studies, 37/2 (1996), 371-388.

 

Χρίστος Στεργ. Μπελλές: Οι Γενοβέζοι κατακτητές – δυνάστες της Χίου Giustiniani (1346 – 1566) και το προϊόν της μαστίχας

Χρίστος Στεργ. Μπελλές

Οι Γενοβέζοι κατακτητές – δυνάστες της Χίου Giustiniani

(1346 – 1566)

και το προϊόν της μαστίχας

 

Η Γένουα τις παραμονές της κατάκτησης της Χίου

Το 1344 εκλέγεται Δόγης της Γένουας ο Giovanni Murta. Ενώ διαρκούσαν στη Γένουα οι εμφύλιοι σπαραγμοί και οι εξωτερικοί πόλεμοι, μια μερίδα των επαναστατών κατέφυγε στο Μονακό. Το 1346 ο Δόγης και το Συμβούλιο μαθαίνουν ότι 10.000 επαναστάτες έχοντας εξοπλί­σει στόλο τριάντα γαλερών, βοηθούμενοι υπό των ευγενών Grimaldi (Γριμάλδη), σκοπεύουν να πολιορκήσουν τη Γένουα.

Ο Δόγης Murta εκλέγει μια επιτροπή τεσσάρων αξιωματικών, με σκοπό την εξεύρεση των μέσων κατά των στασιαστών. Ελλείψει χρη­μάτων η επιτροπή αποφασίζει να εξοπλισθεί ένας αριθμός γαλερών με ιδιωτική πρωτοβουλία. Τα πλοία θα προετοιμάζονταν από κάθε πλοιο­κτήτη και το κράτος θα εξασφάλιζε τους πλοιοκτήτες-εφοπλιστές και θα τους αποζημίωνε για κάθε βλάβη που ήθελε προκύψει στις γαλέρες. Τα έξοδα, συμπεριλαμβανομένου και του στρατού, θα αναλάμβανε το κράτος εξ ολοκλήρου. Η πόλη εγγυάται, επί υποθήκη των προσόδων των τελωνείων, το ποσό των 20.000 λιβρών που θα ελάμβαναν οι πλοι­οκτήτες (armatori). Πιο συγκεκριμένα, οι πλοιοκτήτες θα ελάμβαναν αποζημιώσεις για όλα τα έξοδά τους και τις όποιες απώλειες, αλλά μέχρις ότου ικανοποιηθούν θα μπορούσαν να εκμεταλλεύονται οποιοδήποτε τόπο καταλάμβαναν.

Εξοπλίστηκαν, τελικά, 29 γαλέρες 3 ευγενών (nobili) και 26 λαϊκών (popolari) και εκλέχτηκε αρχηγός των παραπάνω πλοιοκτητών ο Simone Vignoso. Στις 24 Απριλίου 1346, ο Simone Vignoso επικεφα­λής του στόλου των 29 γαλερών, επί των οποίων επιβαίνουν 6.000 άντρες, απέπλευσε από τη Γένουα για Μονακό, όπου διέλυσε τους απροετοίμαστους επαναστάτες. Ο στόλος επιστρέφει θριαμβευτής στη Γένουα.

Christoforo de Grassi, Άποψη της Γένουας και του στόλου της (1597, αντίγραφο σχεδίου του 1481), Galata Museo del Mare, Genoa.

Η κατάκτηση της Χίου από τον Simone Vignoso

Στις 3 Μαΐου 1346 ο στόλος των Γενουατών υπό το Simone Vignoso απέπλευσε για την Ανατολή με σκοπό να ενισχύσει τη θέση της Γένου­ας στην περιοχή, όπου πρωταγωνιστούσαν τότες οι ανταγωνιστές τους Ενετοί, και να βοηθήσει τις αποικίες των Γενουατών στην Κριμαία που απειλούνταν από τους Μογγόλους. Στις 8 Ιουνίου κατέπλευσε στον πορθμό του Ευρίπου, όπου συνά­ντησε το συμμαχικό στόλο των Ενετών, Ιωαννιτών και άλλων συμμά­χων υπό τον Humbert (Ουμπέρτο). Ο Ουμπέρτο με τους συμμάχους του — και με τις ευλογίες του Πάπα — σκόπευε να καταλάβει τη Χίο, δή­θεν για τρία έτη, για να τη χρησιμοποιήσει σαν βάση στον αγώνα κατά των Τούρκων και ζήτησε από το Vignoso να συνεργαστούν για τον πα­ραπάνω σκοπό. Ο Vignoso αρνήθηκε την προτεινόμενη συνεργασία, υποστηρίζο­ντας ότι η Χίος και η Φώκαια ήταν γενουατικές κτήσεις μέχρι το 1329, που αποσπάστηκαν δολίως υπό των Ελλήνων και ότι σκοπός της επι­χείρησής του ήταν η ένταξη και πάλι των δυο παραπάνω τόπων στη γενουατική κυριαρχία. Από το 1304-1329 κυρίαρχοι του νησιού, ως γνωστόν, υπήρξαν και πάλι οι Γενουήνσιοι Zaccaria de Castro (Ζαχαρία του Κάστρου, από το χωροταξικό παρτέρι Castro της Γένουας, όπου διέμε­ναν τούτοι οι ευπατρίδες), με επικυρίαρχο το Βυζαντινό Αυτοκράτορα. 

Το 1346 ο εμφύλιος πόλεμος στο Βυζάντιο συνεχίζεται με τον Καντακουζηνό να στέφεται Αυτοκράτορας ως Ιωάννης ο ΣΤ΄ στην Ανδριανούπολη από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων, ενώ στην Κωνσταντι­νούπολη η κυβέρνηση ήταν στα χέρια αυτών που υποστήριζαν την Αντιβασίλισσα Άννα και το δεκαπενταετή Αυτοκράτορα Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο (1). Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο Vignoso απέπλευσε από τη Χαλκί­δα, με προορισμό τη Χίο. Κατεπάνω (Αυτοκρατορικός Επίτροπος) της Χίου ήταν τότες ο Καλογιάννης Ζυβός. Σ’ αυτόν, εν τω μεταξύ, προα­νήγγειλε τις δόλιες προθέσεις του, αποστέλλοντας τρεις γαλέρες. Ντυ­μένος φίλος και προστάτης της Χίου, τον προειδοποιεί για τις προθέ­σεις του Ουμπέρτο να καταλάβει τη Χίο. Στη συνέχεια, ζητεί να του παραδώσει το νησί με την υπόσχεση να το επιστρέψει στο Ζυβό μετά την πάροδο του κινδύνου. Οι άρχοντες της Χίου απέρριψαν την πρόταση-προσφορά του Vignoso, τονίζοντας ότι είναι αρκετά ισχυροί και δεν έχουν ανάγκη προστατών. Στις 15 Ιουνίου καταπλέει στη Χίο ο Vignoso και με την αποστολή νέων πρέσβεων επαναλαμβάνει τις δόλιες προτάσεις του, για να λάβει την ίδια απάντηση από τους Χιώτες ιθύνοντες. Τότε ο Γενουάτης ναύ­αρχος προβαίνει σε δεύτερη δόλια πρόταση, ζητώντας την άδεια να παραμείνει στο λιμάνι, για να προσφέρει τις καλές του υπηρεσίες όταν ο Ουμπέρτο θα επιτίθετο. Και αυτή η προσφορά απορρίπτεται συνοδευόμενη με εκτόξευση λίθων, βελών, ακοντίων από το κάστρο κατά των Γενουατών. Την άλλη μέρα, Παρασκευή 16 Ιουνίου, την αυγή, ο Vignoso απο­καλύπτει το πραγματικό του πρόσωπο επιτιθέμενος με όλες του τις δυ­νάμεις — θαλάσσιες και χερσαίες — εναντίον της πόλης με ένα σώμα από χίλιους άντρες. Όπως μας πληροφορεί ο Νικηφόρος Γρηγοράς, οι Χιώτες πολέμησαν με αντρεία(2), τραυμάτισαν περισσότερους από 500 του αντίπαλου στρατοπέδου, αλλά η ατείχιστη πόλη έπεσε στα χέρια των Γενουατών  (3). Από τις 21 Ιουνίου ο Γενουάτης αρχηγός του στόλου πολιορκεί το κάστρο από ξηρά και θάλασσα κι αναγκάζει τους γενναίους πολιορκημένους να παραδοθούν από πείνα και δίψα  (4) στις 12 Σεπτεμβρίου 1346.

Χειρόγραφος χάρτης της Χίου από τον Cristoforo Buodelmonte, 1422. Αντίγραφο από το Βρετανικό Μουσείο (πηγή: Συλλογή Αργέντη, Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής»)

Την ίδια μέρα μέσα στο κάστρο, στο ναό του Αγίου Νικολάου, έλα­βαν χώρα δύο συμφωνίες μεταξύ Χιωτών και των νέων κυριάρχων. Η πρώτη συμφωνία υπογράφεται μεταξύ των Κώστα Ζυβού, αντιπροσώπου του αδερφού του Καλογιάννη Ζυβού, του Vignoso και των λοιπών πλοιοκτητών και αφορά στην τύχη και τη διατήρηση των μέχρι τότε κεκτημένων του Κατεπάνω και των συγγενών του, στα πλαίσια του νέου status.

«(…) Τα χρυσόβουλλα και αι προνομίαι του (του Καλοϊωάννη Ζυβού), αι χορηγηθείσαι παρά των Βυζαντινών, θα έχουν την αυτήν ισχύν και το αυτό κύρος και παρά Γενουάταις, όπως και αυτός θα έχη έναντι της Γενούης τας υποχρεώσεις τας οποίας είχε προς τον αυτοκράτορα. Τα δικαιώματα ταύτα, θα είναι κληρονομικά». (5)

Η δεύτερη συμφωνία-συνθήκη παράδοσης της Χίου στους Γενουά­τες — υπογράφεται από την τετράδα των αρχόντων σαν εκπροσώπων της Χίου (απουσίαζαν Καλογιάννης Ζυβός και Δαμαλάς) και το ναύαρχο Vignoso και τους λοιπούς πλοιοκτήτες, και αφορά στις σχέσεις των Χιωτών χρυσοβουλλάτων ευγενών, στα πλαίσια του νέου καθεστώτος. «Οι ευγενείς όλοι του κάστρου και της πόλεως (nobiles civitatis et castri), οι οποίοι είχον λάβει δωρεάς και προνομίας παρά του αυτοκράτορος των Ρωμαίων και περί των οποίων υπάρχουν διατάξεις και χρυσόβουλλα είτε ερυθραί γραφαί, τα λεγόμενα προστάγματα εις την ελληνικήν γλώσσαν, αυτοί θα έχουν ασφαλείς και ακεραίας τας παρα­χωρήσεις ταύτας, απολαμβάνοντες των αυτών προνομιών παρά της γενουατικής πολιτείας, τας οποίας απελάμβανον παρά των αυτοκρατόρων των Ρωμαίων». (6)

Το κατά πόσο τηρήθηκαν από τούτη τη στρατιωτικοοικονομική εταιρεία οι συμφωνίες και οι συμβάσεις είναι μια άλλη ιστορία, την οποία αποκαλύπτουμε στην παρακάτω αφήγησή μας. Στις 17 Σεπτεμβρίου κατέλαβε αμαχητί την παλαιά Φώκαια, η οποία βρισκόταν υπό τη διοίκηση του Αυτοκρατορικού Έπαρχου Καλογιάννη Ζυβού, ο οποίος παραμένει στη θέση του κυβερνήτη εκπρο­σωπώντας στο εξής γενουατικά συμφέροντα. Στις 20 Σεπτεμβρίου παραδόθηκε και η νέα Φώκαια, η οποία βρι­σκόταν υπό τη δικαιοδοσία του Κατεπάνω Λέοντος Πετρωνά.(7) Η συνθήκη που υπογράφτηκε μεταξύ των αρχόντων της Νέας Φώκαιας, του Vignoso και των συντρόφων του ήταν αυστηρότερη εκείνης της Χίου .(8) Έτσι καταλύθηκε το βυζαντινό καθεστώς στη Χίο και τις δύο Φώκαιες και στο εξής όλα υπόκεινται στη στυγνή εκμετάλλευση των νέων εμπόρων-κατακτητών.

Το οικόσημο της πεντάδας (βασιλικός επίτροπος στη μέση και η φεουδαρχική τετράδα γύρω). Οι άρχοντες τούτοι υπέγραψαν το 1566 τη συνθήκη παράδοσης της Χίου στο Simone Vignoso

Η Εταιρεία Μαοna της Χίου

Μετά την κατάκτηση της Χίου και των δύο Φωκαιών (Focea Vecchia, Focea Nuova) και την εξασφάλιση νευραλγικών σταθμών για το εμπόριο της Ανατολής, ο Vignoso επιστρέφει στη Γένουα στις 29 Νοεμβρίου 1346, με σκοπό να διαπραγματευτεί με το Κομούνιο τα χρέη που εκκρεμούσαν γι’ αυτόν και τους λοιπούς πλοιοκτήτες, σχετικά με τις υπη­ρεσίες τους στην κατάκτηση των συμφωνηθέντων εδαφών.

Επειδή το Κυβερνητικό Ταμείο «ήτο μείον», ύστερα από μακρές συσκέψεις μεταξύ αντιπροσώπων του Κομουνίου της Γένουας και των αντιπροσώπων των πλοιοκτητών, συμφωνήθηκε το ύψος του χρέους της πολιτείας προς τους τελευταίους στο ποσό των 203.000 λιβρών (7.000 λίβρες για καθένα από τους 29 πλοιοκτήτες).(9)

Στις 26 Φεβρουάριου 1347 (10) υπογράφτηκε σύμβαση μεταξύ του Κομουνίου της Γένουας και των αντιπροσώπων των πλοιοκτητών, με επικεφαλής το Simone Vignoso. Με βάση τη συμφωνία αυτή, η Γένουα αναγνωριζόταν επικυρίαρχος του άλλοτε ανατολικού κράτους των Zaccaria (1304-1329) και οι πλοιοκτήτες αναλαμβάνουν την επικαρπία του, μέχρι της εξοφλήσεως του ποσού της συμφωνηθείσας αποζη­μίωσης, που προβλεπόταν να λάβει χώρα μετά από 20 έτη. Η Χίος αποτελούσε επί Zaccaria το οικονομικό και πολιτικό κέντρο μιας περιφέρειας που συμπεριλάμβανε τα νησιά των Οινουσσών, των Ψαρών, της Σάμου, της Ικαρίας, της Κω, της ευρισκόμενης στην απέ­ναντι Ιωνία Παλαιάς και Νέας Φώκαιας και το λιμάνι του Περάματος ή Κρήνης ή Passagio, όπως το αποκαλούσαν οι Zaccaria.(11) Βάσει της σύμβασης, λοιπόν, η μητρόπολη της Γένουας έχει επί 20 συναπτά έτη την υπέρτατη πολιτική και δικαστική δικαιοδοσία στη Χίο και τις δύο Φώκαιες. Κατέχει, επίσης, τα φρούρια και διορίζει τον Podestà (Διοικητή)(12), ο οποίος κυβερνά το νησί μαζί με το Συμβούλιό του, από έξι άντρες που επιλέγουν οι Συνέταιροι, σύμφωνα με τους νό­μους και τα έθιμα της Γένουας, και σε περίπτωση μη επάρκειας αυτών σύμφωνα με το ρωμαϊκό δίκαιο. Διορίζει επίσης η Μητρόπολη – με τον ίδιο τρόπο που επιλέγει τον Podestà – και το Castellano ή Castellanus (Φρούραρχο)(13), ο οποίος ορκίζεται να φυλάει το φρούριο για λογαριασμό των Συνεταίρων, του Δόγη του και του Συμβουλίου του. Για τις απαιτήσεις της παραπάνω σύμβασης οι πλοιοκτήτες ιδρύουν εταιρεία με το όνομα Mahona ή Maona (Μαόνα).(14)

Το 1155 υπήρχαν επτά τέτοιες εταιρείες με την ονομασία «Μαόνα», στις οποίες η Γένουα παραχωρούσε το δικαίωμα εκμετάλλευσης των αποικιών της. Στις εταιρείες αυτές δε συμμετείχαν αλλοδαποί, εκτός αν είχαν προσφέρει υπηρεσίες στο κράτος και το Συμβούλιό τους άλ­λαζε ανά 3 ή 4 έτη. Οι παραπάνω εταιρείες διέθεταν τα κέρδη στους «μετόχους» τους, ανάλογα με τα μερίδια των μετοχών τους.(15) Η Μαόνα του 1347, αποτελούμενη από τα πρώτα μέλη – τα περισ­σότερα διέμεναν στη Γένουα – μίσθωσε τις προσόδους της Χίου σε άλ­λη μετοχική εταιρεία που ιδρύθηκε το 1349(16) και για να ξεχωρίζει από την άλλη έλαβε την ονομασία Νέα Μαόνα (Maona Nuova), σε αντίθε­ση με την παλιά Μαόνα (Maona Vecchia). Τα μέλη της παλαιάς Μαόνα πουλούν καθημερνά τις μετοχές τους και το 1358, που πεθαίνει ο Vignoso, το νησί περιέρχεται στην κυριότη­τα 8 Μαονέζων, από τους οποίους μόνο ένας ανήκε στα ιδρυτικά μέλη. Οι οκτώ μέτοχοι της Maona Vecchia και οι δώδεκα της Maona Nuova βρίσκονται σε διαρκείς διαφωνίες και αντιθέσεις, λόγω διαφοράς αντιλή­ψεων και συμφερόντων μεταξύ τους, με αποτέλεσμα πολλές φορές να παρεμβαίνει η γενουατική κυβέρνηση για να διευθετήσει τα πράγματα.

Οικονομικός και διοικητικός χάρτης της Χίου, που περιλαμβάνει τις 12 συνδεσποτείες του νησιού που αντιστοιχούν στις 12 μετοχικές μερίδες, τα δωδεκατημόρια (duodeni) της Μαόνας των Guistiniani (πηγή: Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής»).

Στις 8 Μαρτίου 1362 (17), με τη σύμφωνη γνώμη της παλιάς και της νέας Μαόνα, η Χίος μισθώνεται για δώδεκα έτη σε εταιρεία, που αποτελείται από δώδεκα Γενουήνσιους πολίτες, αφού πρώτα εγκρίνονται από το Δόγη και τους Μαονέζους. Ο καθένας θα ελάμβανε το 1/12 (δωδεκατημόριο ή duodenum) των συνολικών προσόδων και η εταιρεία υποχρεωνόταν να πληρώσει στους παλαιούς μετόχους τα χρήματα που τους όφειλε η κυβέρνηση. Ήταν, λοιπόν, οι μετοχές της εταιρείας δώδεκα και ονομάζονταν δωδεκατημόρια (duodeni). Κάθε μετοχή (duodenum) υποδιαιρούνταν σε τρεις μικρότερες, που ονομάζονταν «grossi caratti». Κάθε μια απ’ αυ­τές υποδιαιρούνταν σε οκτώ μικρότερες, ονομαζόμενες «piccoli caratti». Αργότερα τα δωδεκατημόρια έγιναν 13 και το δέκατο τρίτο διαι­ρούνταν σε 2 grossi caratti και το καθένα από τα τελευταία σε 8 piccoli caratti. Επομένως ο συνολικός αριθμός των μεγάλων μετοχών ήταν 13, των grossi caratti 38 και των picolli caratti 304.(18) Στις 14 Νοεμβρίου 1372 οι μέτοχοι συνιστούν Albergo (19), αντικαθιστώ­ντας όλα τα επώνυμά τους με το Ιουστινιάνι (Giustiniani) κι έτσι έμειναν στο εξής στην Ιστορία Albergo di Giustiniani = (Albergo των Ιουστινιάνι). 

Στις 14 Νοεμβρίου 1372 οι μέτοχοι της Maona de Scio συγκροτούν το Albergo di Guistiniani (Albergo των Ιουστινιάνι). Δ. Ροδοκανάκη «Ιουστινιάναι-Χίος» (πηγή: Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής»).

Η Μaona και το μονοπώλιο της μαστίχας

Οι Μαονέζοι αποτελούσαν μια στρατιωτικοοικονομική δύναμη που οι φορείς της, αυτόνομοι ή με τη βοήθεια της Μητρόπολης, πολιτεύθηκαν κρατώντας με το ’να χέρι τη ζυγαριά και με τ’ άλλο το σπαθί. Εκμε­τάλλευση στους δουλοπάροικους του μαστιχοφόρου σχίνου και σπαθί για τους αντιρρησίες-επαναστάτες κατοίκους του νησιού, όπως και για τους κατοίκους των δυο Φωκαιών, μα και για τους Ενετούς ανταγωνι­στές, αν χρειαζόταν. Ο Simone Vignoso, ο οποίος διοίκησε τη Μαόνα μέχρι το θάνατό του το 1358, κυρίευσε την Κάρυστο, την οποία κατεί­χαν οι Ενετοί και μετέφερε «εν θριάμβω» τα κλειδιά του Ευρίπου στη Χίο.(20)

Όλα αυτά τα στοιχεία, σε συνδυασμό με κάποια ακόμη που θα αναπτύξουμε στη συνέχεια, οδήγησαν τον καθηγητή Βασίλη Φίλια να επιλέξει με απόλυτη συνείδηση του πράγματος τον όρο «γενοβέζικη κα­τοχή στο νησί της Χίου», κατά την περίοδο 1346-1566, όσον αφορά στους αγροτικούς πληθυσμούς του νησιού και κατά συνέπεια στους μαστιχοκαλλιεργητές (21).

Σύμφωνα με τον ίδιο, είναι αναμφισβήτητο ότι οι Γενοβέζοι, όταν έρχονται στη Χίο, δημιουργούν αμέσως μια σχέση τραχύτατης κατα­πίεσης σε βάρος των αγροτικών πληθυσμών και επίσης αναμφίβολα παρατηρείται μια τεράστια οικειοποίηση — ή ακριβέστερα, υφαρπαγή — των γαιών τους. Δεν υπάρχει καμία πράξη παραχώρησης των χιώτικων γαιών στη Maona. Άρα, αυθαίρετα οι γαίες αυτές αφαιρέθηκαν από τους καλλιεργητές τους, στους οποίους ανήκαν και στους οποίους επε­τράπη στο εξής στοιχειωδώς απλά και μόνο να καλλιεργούν τη γη σε μια σχέση ιδιαίτερα βαριάς κολληγίας. Πρόκειται, δηλαδή, για μια τυ­χοδιωκτική κατάκτηση, που διαμόρφωσε συνθήκες σε βάρος του αγροτικού πληθυσμού χειρότερες από εκείνες που ίσχυαν στη Δύση στην ακμή του φεουδαρχικού συστήματος. Αυτό είναι εμφανές και από το είδος των οικισμών οι οποίοι δημιουργήθηκαν αυτή την περίοδο. Γι’ αυτό άλλωστε και οι Χιώτες αγρότες μόνιμα και σταθερά ήταν υπέρ του Βυζαντινού Αυτοκράτορα.

Τούτοι οι Μαονέζοι έμποροι-κατακτητές επέφεραν την πλήρη κα­τάργηση της λειτουργίας της κοινότητας και κάθε κοινοτικού θε­σμού, αφού ίχνη κοινότητας μαρτυρούνται τόσο επί Βυζαντίου όσο κι επί Zaccaria (22). Δεν επέτρεψαν στους αγρότες, στους μαστιχοπαραγωγούς να λειτουργήσουν κάτω από ένα σύστημα στοιχειώδους έστω αυ­τοδιοίκησης, αλλά τους υποχρέωσαν να βρίσκονται κάτω από την επι­κυριαρχία του Podestà. Η πολιτική τους βασιζόταν ουσιαστικά στην εκμετάλλευση πρώτων υλών και γενικά αγροτικών προϊόντων και εμπο­ρευμάτων, τα οποία υφάρπαζαν στην κυριολεξία από τους ιθαγενείς των περιοχών που κατακτούσαν.

Το κυριότερο προϊόν του νησιού επί των ημερών των Μαονέζων ήταν η μαστίχα, της οποίας η παραγωγή και η πώληση ανήκε στη Μα­όνα. Σε κανένα μαστιχοκαλλιεργητή δεν επιτρεπόταν να κόψει έστω κι ένα μικρό δενδρύλλιο σχίνου που βρισκόταν στα κτήματα εκμετάλλευ­σής του κι ο παραβάτης του νόμου τιμωρούνταν ως κοινός εγκλημα­τίας. Δεν επιτρεπόταν ακόμα σε κάποιον να σταθεί κοντά στο μαστιχάρη χωρίς εργασία, όταν αυτός κεντούσε τους σχίνους ή μάζευε τη μα­στίχα. Σε κανένα παραγωγό δεν επιτρεπόταν να πουλήσει μαστίχα ή να αποκρύψει ή να κρατήσει για δική του χρήση έστω και ελάχιστη πο­σότητα χωρίς να λάβει άδεια. Εάν κάποιοι μαστιχοπαραγωγοί για διάφορους λόγους — εκουσίους ή ακουσίους — δεν κατόρθωναν να δώ­σουν το ποσό της μαστίχας το οποίο υποχρεούνταν κάθε χρόνο, ετιμωρούνταν με πρόστιμο το οποίο ανερχόταν στο διπλάσιο της τιμής της μαστίχας.

Οι απάνθρωπες ποινές και η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής σαν αυταξίας δεν έχουν το προηγούμενό τους τουλάχιστον στην ιστορία του νησιού, αλλά και της βυζαντινής επικράτειας θα λέγαμε. Τούτοι οι Μαονέζοι Ιουστινιάνι οργάνωσαν το εμπόριο της μαστί­χας συστηματικά και παρέμειναν ιστορικές οι ωμές και απάνθρωπες ποινές — οι ιστορικές ειδήσεις και οι παραδόσεις μιλούν για περσικά πρότυπα — για τους κλέπτες της μαστίχας. Ο Κάρολος Αραγκής Ιουστινιάνι, ο οποίος έγινε Επίσκοπος στο μητροπολιτικό θρόνο της Χίου σε ηλικία 16 χρόνων (εκκαιδεκαετής), το 1394, μας δίνει τέσσερις πα­ραινετικές επιστολές προς τους Χιώτες καλλιεργητές της μαστίχας γραμμένες στην καθομιλουμένη γλώσσα της εποχής. Στις επιστολές αυτές, πέρα από τις οδηγίες που δίνει ο συγγραφέας στους μαστιχοπαραγωγούς για την επιτυχή και αποδοτική καλλιέργεια των μαστιχόδενδρων, μας ιστορεί και κάθε τι που έχει άμεση ή έμμεση σχέση με τη μα­στίχα την οποία ονομάζει σχοινίνην. Δεν παραλείπει επίσης να υπεν­θυμίσει στους αγρότες τις συνέπειες από την κλοπή του προϊόντος: ο κλέπτης μέχρι δέκα λίτρες (3,2 κιλά) καταδικάζεται από τον ποδεστάτη σε πρόστιμο ενός μέχρι έξι υπερπύρων για κάθε ουγκιά, που εάν δεν μπορούσε να το πληρώσει μαστιγωνόταν και του έκοβαν το ένα αυτί. Εάν έκλεβε από δέκα έως είκοσι πέντε λίτρες, στιγματιζόταν στο μέτω­πο με πυρακτωμένο σίδερο. Εάν έκλεβε είκοσι πέντε μέχρι σαράντα πέ­ντε λίτρες, του έκοβαν τη μύτη. Από σαράντα πέντε μέχρι πενήντα του έκοβαν το δεξιό αυτί και τη μύτη. Από πενήντα έως ογδόντα λίτρες του έκοβαν τα δυο αυτιά και τη μύτη και τον στιγμάτιζαν στο μέτωπο με τον παραπάνω τρόπο. Από εκατό μέχρι διακόσιες λίτρες του έβγαζαν το ένα μάτι και του έκοβαν το πόδι ή το χέρι. Κλέπτης άνω των διακοσίων λίτρων απαγχονιζόταν. Επίσης, κρέμαγαν και αυτόν που είχε τι­μωρηθεί για την κλοπή εκατό λιτρών εάν επαναλάμβανε το ίδιο έγκλη­μα. Οι καταδότες ανταμείβονταν πλουσιοπάροχα, οι δε κλεπταποδό­χοι τιμωρούνταν με τις ίδιες, ακόμα και αυστηρότερες ποινές από εκεί­νες των αυτουργών (23).

Τις παραπάνω ποινές επιβεβαιώνει ο Κυριακός Πιτσενικόλλας (24) (Kiriacus Picenicolleus) από την Αγκώνα σε μια από τις επιστολές του που έγραψε στη Χίο, άγνωστο προς ποιον και πότε, με το «ελληνιστί και λατινιστί» δίστιχο του:

Ει, όστις αν, σώος εν Χίω ζην εθέλεις,

Μαστίχων φύλαξαι μήποτε κλέπτης πέλεις».

«Si vis impune Chion, quisquis es, frequentare,

Mastices caveto numquam fraudare».

[«Όποιος θέλει να ζει σώος στη Χίο

να φυλάσσει τη μαστίχα και ποτέ να μην την κλέβει».]

Ο Κυριακός επισκέφθηκε δύο φορές την Ανατολή, το 1435 και το 1444. Την πρώτη φορά έμεινε περίπου δέκα μήνες και τη δεύτερη τρία χρόνια. Από τη Χίο έφυγε για πάντα στις 27 Φεβρουάριου του 1446.

Όλοι οι χωρικοί των Μαστιχοχώρων ήταν υποχρεωμένοι να δουλέ­ψουν για τη μαστίχα, της οποίας το αποκλειστικό μονοπώλιο ανήκε στη Maona. Οι καλλιεργητές της μαστίχας (μαστιχάρης και μαστιχάρισσα) δούλευαν υπό την επίβλεψη των Masticarii, οι οποίοι ήταν συ­νήθως μετανάστες από τη Γένουα με γυναίκα από τη Χίο και οι οποίοι αναλαμβάνοντας μια Masticaria (περιοχή με μαστιχόδεντρα) τελούσαν υπό τις διαταγές των αξιωματούχων των επιφορτισμένων με τη μαστί­χα, οι οποίοι εκλέγονταν είτε από τον Podestà είτε από τους Μαονέζους.

Συγκεκριμένα, ο Podestà εξέλεγε τους επόπτες των Μαστιχοχωρίων που λέγονταν Λογαριαστές (Logariastitae), όπως και τον επί της σταθμίσεως και απογραφής της μαστίχης Ελεγκτή (Scriba Masticis), του οποίου έργο ήταν ο έλεγχος της ποσότητας κι η απογραφή της μαστίχας. Όπως υποστηρίζει ο Hopf, Scriba Masticis (Γραμματέας των Μαστιχοχωρίων) ορίσθηκε το 1409. Τούτος ο θώκος διατηρήθηκε μέχρι και το 1700, όπου συναντάμε τον I. Μαυροκορδάτο — αδελφό του εξ Απορρήτων – να τον κατέχει. Οι κυβερνήτες της Μαόνας εξέλεγαν τους Εξεταστές (Perquisitores) με σκοπό να ελέγχουν τα αναχωρούντα πλοία για τυχούσα ύπαρξη μαστίχας και τους επί της συγκομι­δής της μαστίχης Επιστάτες (Officiales Super Recullectionem Masticis) (25), οι οποίοι επιστατούσαν για τη σύναξη και την καταμέτρηση της μαστίχας, την οποία μοίραζαν στους μετόχους ανάλογα με τις με­τοχές τους στην εταιρεία Μαόνα.

Η κυριότερη πηγή πλούτου για την εταιρεία Μαόνα υπήρξε το εμπόριο. Το σημαντικότερο όμως κι επικερδέστερο γι’ αυτή εμπόριο ήταν εκείνο της μαστίχας. Η ετήσια μέση παραγωγή της μαστίχας ανερχόταν σε 434 στατήρες (καντάριοι) (26). Την εκμετάλλευση της μαστίχας μονοπωλούσε αδιάλειπτα η Μαόνα και οι ετήσιες πωλήσεις (27) ανέρχονταν βάσει της παραπάνω παραγωγής σε:

120 στατήρες για την Ευρώπη

114 στατήρες για την Αρμενία, Κύπρο, Ρόδο, Συρία, Αίγυπτο και

200 στατήρες για την Ελλάδα, Κωνσταντινούπολη, Τουρκία και Μικρά Ασία.

Οι Μαονέζοι διατηρούσαν, για τις ανάγκες του εμπορίου της μαστίχας, σε μερικές πόλεις ιδιαίτερα πρακτορεία, όπως για παράδειγμα στην Αλεξάνδρεια και τη Δαμασκό.

Στη Δύση οι κύριες περιοχές εξαγωγής ήταν η Βαρβαρία (Βορειοδυ­τική Αφρική) και η Ιταλία (Σικελία, Καλαβρία, Πούλια, Μάρκες, Το­σκάνη και Λομβαρδία). Η κεντρική αποθήκη όλης της συγκομιδής βρι­σκόταν στη Χίο στο «Casa del Mastice». Στη Γένουα χτίστηκαν αποθή­κες για τη Δύση και στη Ρόδο για τις ανατολικές χώρες.

Το εμπόρευμα το συγκέντρωναν, το επεξεργάζονταν και το πουλού­σαν σε «Cuffini» (σεντούκια ή κιβώτια) κλεισμένα και τυλιγμένα με καναβάτσες. Ένα «cuffino» (κοφίνι) ζύγιζε ακαθάριστο 57 κιλά περίπου, ενώ το φορτίο του σε καθαρή καλής ποιότητας μαστίχα ισοδυναμούσε με 46 περίπου κιλά. Το «πλοίο της μαστίχας» της Maona μετέφερε από 14 έως 30 «coffini».

Αξίζει να μνημονεύσουμε εδώ και την περίπτωση της απόσυρσης του προϊόντος από τη «Μαόνα» για να διατηρηθεί η τιμή σε υψηλά επίπεδα. Ο Κ. Μ. Κατλάς (28) λέγει σχετικά: «Αν η συλλεγομένη ποσότης ήτο μεγαλυτέρα της οριζομένης εκ των προτέρων, το περίσσευμα εφυλάσσετο εις τας αποθήκας διά το επόμενον έτος, ή εκαίετο αμέσως». Τα παραπά­νω είναι αρκετά για να συμπεράνουμε πόσο καλά ήταν οργανωμένο το εμπόριο της μαστίχας στα χρόνια των Γενουατών, ώστε οι μεγάλοι αυ­τοί έμποροι ήταν σε θέση με μεθόδους, που και σήμερα γίνονται απο­δεκτές στο παιχνίδι της οικονομίας, να ελέγχουν την προσφορά και τη ζήτηση του προϊόντος. Η Μαόνα φρόντιζε, επίσης, για τον έλεγχο και την παραγωγή της μαστίχας στα πλαίσια μη εξάντλησης των μαστιχοφόρων σχίνων.

Την εμπορική εκμετάλλευση των παραπάνω ποσοτήτων μαστίχας είχαν συνήθως ιδιώτες ή εταιρείες, οι οποίες στη συνέχεια πουλούσαν με δικό τους κίνδυνο το προϊόν στις παραπάνω χώρες. Δηλαδή, οι πωλήσεις γίνονταν από τη Μαόνα σ’ αυτές τις ατομικές ή εταιρικές επι­χειρήσεις, επί πιστώσει τριών, έξι, οκτώ, δέκα ή και περισσοτέρων ετών, έναντι εξαμηνιαίων συναλλαγματικών σε διαταγή της Μαόνα και πληρωτέες στην Κύπρο, η οποία ήταν γενουατική αποικία ή τη Γένουα. (29)

Δεν ήταν ασύνηθες το φαινόμενο της πώλησης της μαστίχας προκαταβολικά. Όταν οι Μαονέζοι είχαν ανάγκη από χρήματα, ανέθεταν την πώληση της μαστίχας σε ιδιωτικές εταιρείες, εισπράττοντας την αξία της προκαταβολικά (30).

Από το 14ο αιώνα η μαστίχα, μέσω των δικτύων των Μαονέζων Giustiniani, γίνεται γνωστή σ’ όλο τον κόσμο, με αποτέλεσμα να αυξη­θεί η ζήτησή της και συνακόλουθα η τιμή της. Η ετήσια πρόσοδος από τη μαστίχα ανερχόταν σε 30.000 δουκάτα, βάσει των μαρτυριών του Ιερώνυμου Giustiniani(31) και, σύμφωνα με άλλη μαρτυρία από το ημερο­λόγιο του Χριστόφορου Κολόμβου, πάνω από 50.000.

Ο παρακάτω πίνακας α’ μας δίνει τις διακυμάνσεις της τιμής της μαστίχας από το 1362 και μετά:(32)

                                                                                 

ΤΙΜΕΣ ΜΑΣΤΙΧΑΣ ΕΠΙ GIUSTINIANI(³³)

Χρονολογία Μονάδα βάρους Τιμή
1 10 Οκτωβρίου 1362 Στατήρας 40 λίβρες
2 31 Μαΐου 1364 Στατήρας 40 λίβρες
3 1391 Στατήρας 51,5 λίβρες
4 17 Ιουνίου 1394 Στατήρας 190 δουκάτα
5 1407 Στατήρας 45 λίβρες
6 19 Απριλίου 1417 Στατήρας 45 λίβρες
7 1 Μαΐου 1516 Capsion 61 δουκάτα
8 1532 Capsion

100 δουκάτα


Κατά τον ΙΣΤ’ αιώνα πωλούνταν ετήσια 300 κιβώτια, που το καθέ­να ζύγιζε 320 λίβρες ή 3.840 ουγκιές, προς 100 δουκάτα το κιβώτιο. Από τον Ιερώνυμο Ιουστινιάνι(34) μπορούμε να λάβουμε, παρά τις υπερβολές του, την εικόνα των εισοδημάτων και εξόδων της Χίου, όπως και του ρόλου του προϊόντος της μαστίχας στον παρακάτω ισο­λογισμό:

Εισοδήματα

                          Χρυσά Δουκάτα

Έκαστος εκ των 13 αρχόντων (συναριθ-

μουμένου και του Υπάτου) εσύναζε κατ’

έτος παρά του λαού 2000 χρυσά δουκάτα˙

όλα ομού……………………………………………………………………………………….26,000

Εσυνάζοντο τριακοσίαι κιβωτοί μαστίχης

(εκάστη κιβωτός εζύγιζε 320 λίτρας η δε

λίτρα δώδεκα ουγγίας) προς εκατόν δου-

κάτα η κιβωτός……………………………………………………………………………..30,000

Εκ των τελωνείων…………………………………………………………………………..30,000

                                                                                                                    86,000

Έξοδα

                       Χρυσά Δουκάτα

Οι δεκατρείς Άρχοντες ελάμβανον…………………………………………………..26,000

Κεφαλητιών(35) διδομένη εις τον Σουλτάνον

(περί τα τέλη της κυριαρχίας των Ιουστιάνων)………………………………….14,000

Προς πληρωμήν του τόκου του διά παρελθόντας

πολέμους γενομένου χρέους, διά τε τον περιτειχι-

σμόν της πόλεως και άλλα έξοδα αναγκαία………………………………………20,000

Όσα εξοδεύοντο κατ’ έτος προς δώρα γινόμενα εις

τον Σουλτάνον, τους Πασάδας, τον Αρχιναύαρχον

(οσάκις προσωρμίζετο εις την Χίον) και προς αποστο-

λήν πρέσβεων εις την Κωνσταντινούπολιν.

Όσα εχρειάζοντο προς μίσθωσιν των δημοσίων Υπουργών      

                                                                                                                          60,000

 

Όσα χρήματα περίσσευαν, τα διαμοιράζονταν οι Μαονείς(36) ανάλογα με το μερίδιο που είχε καταθέσει ο καθένας με σκοπό την κατάκτηση της Χίου από τους Βυζαντινούς το 1346.

 Η αρχιτεκτονική προδίδει τον ιδιότυπο φεουδαλισμό των Giustiniani

Επειδή η ιστορία απεικονίζεται κραυγαλέα στην αρχιτεκτονική, οι οι­κισμοί των Μαστιχοχώρων, όπως δημιουργήθηκαν από τους Μαονέζους, παραμένουν αδιαφιλονίκητοι ζωντανοί μάρτυρες τούτης της αδυ­σώπητης κατοχής και της κερδώας φρενίτιδας των εμπόρων-κατακτητών. Στέλνουν, λοιπόν, σχέδια, πολεοδόμους, μηχανικούς κι αρχιτέκτο­νες, τεχνικούς, ίσως ακόμη κι εργάτες και δημιουργούν τούτα τα μεσαι­ωνικά χωριά, τα Καστροχώρια. «Εργατικές πολυκατοικίες» τα αποκαλεί η αγαπητή μου Μαρία Ξύδα, στα πλαίσια εξευμενισμού του «κακού»(37).

Το Καστροχώρι-Μαστιχοχώρι Μεστά, από το Francisco Lupazzulo, 1639 (πηγή: Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής»)

 Αν λάβουμε σαν αντιπροσωπευτικό τύπο αυτών των χωριών τα Με­στά, μιας κι ο πανδαμάτορας χρόνος τα σεβάστηκε πιότερο από τ’ άλλα, θα δούμε ότι έχουν δομηθεί στη λογική των φρουρίων. Πρόκειται για ένα κλειστό παραλληλόγραμμο — το εμβαδόν του οποίου ποικίλλει ανάλογα με το πλήθος των κατοίκων κάθε χωριού — με πυκνό πολεοδομικό ιστό. Τα ακραία σπίτια – ο ξώγυρος του χωριού – αυτού του πα­ραλληλόγραμμου είναι χτισμένα σε συνεχή κι αδιάσπαστη σειρά, χωρίς πόρτες και παράθυρα προς τα έξω, δημιουργώντας ένα εξωτερικό τεί­χος. Οι πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών βλέπουν στο εσωτερικό του χωριού. Σε κάθε γωνία του παραλληλόγραμμου υπάρχει ο γνωστός μικρός πύργος (πυργόπουλο). Δύο συνήθως σιδερένιες πόρτες, που έκλειναν το βράδυ (με το ηλιοβασίλεμα), «φυλάκιζαν κι ελευθέρωναν» τους κατοίκους του χωριού.


    Η επιβλητική εξώπορτα του πύργου Αργέντη στον Κάμπο της Χίου, όπως σώζεται σήμερα  (φωτ. Γιάννης Βούλγαρης)

 Στο μέσο του χωριού δέσποζε ο πύργος, που περιβαλλόταν κι αυτός από παραλληλόγραμμο περιτείχισμα με τέσσερις πυργίσκους (πυργόπουλα) στις τέσσερις κορυφές του περιτειχίσματος. Ενώ οι οικισμοί ήταν χτισμένοι σε εκτάσεις που τους έκαναν μη ορατούς απ’ τη θάλασ­σα, για τους ευνόητους λόγους, ο τελευταίος όροφος του κεντρικού πύργου μπορούσε να δει τα διάφορα παρατηρητήρια (βίγλες), που επόπτευαν τις θάλασσες, δημιουργώντας μ’ αυτό τον τρόπο ένα δίκτυο επι­κοινωνίας μεταξύ χωριών και παραλίων.

Στενοί δρόμοι, σκοτεινοί, ανήλιαγοι, αδιέξοδοι, διασχίζουν τον πυ­κνό ιστό του χωριού κι εμποδίζουν τη δυνατότητα μαζικών συγκεντρώ­σεων σε περίπτωση εξεγέρσεων των κατοίκων. Ακόμα και η καθιερωμέ­νη, στις μέρες μας, πλατεία του χωριού απουσίαζε για τους ίδιους ευ­νόητους λόγους.

Με τον τρόπο αυτό οι δυνάστες εξασφάλιζαν την εξωτερική επι­βουλή, αλλά κύρια ήλεγχαν το εργατικό δυναμικό, όπως και την παρα­γωγή και διάθεση του πολύτιμου και κερδοφόρου, γι’ αυτούς, προϊό­ντος της μαστίχας.

Τα μεσαιωνικά χωριά της Λιγουρίας (Dolce Acqua, Ventimiglia, San Remo κλπ.), που χτίστηκαν περίπου την ίδια χρονική περίοδο με τα χιώτικα, παρουσιάζουν ίδια δομή, λογική κι οργάνωση. Μοιάζουν σαν «δυο σταγόνες νερό».

Ενισχυτικός κι επιβεβαιωτικός των παραπάνω ο λόγος του Ιγνάτιου Πάσκουα Ιουστινιάνι, διά στόματος του de Coulanges:

«η οχύρωσις των χωρίων της νήσου ημών, προς τη κατά των πειρατών αμύνη, σκοπόν είχε, την διευκόλυνσιν της επιτηρήσεως της μαστίχης υπό των Μαονέων, της τε συγκομιδής και της πωλήσεως του προϊόντος εις ουδένα επιτρεπομένης άνευ αδείας αυτών επί ποινή θανάτου»(38).

Τις ποινές για τους παραβάτες της μαστίχας ο Κ. Σγουρός τις συγκρίνει με τα κρατούντα στη Γαλλία προ της μεγάλης επαναστάσεως, όπου η απο­κοπή χεριού αναγραφόταν στον ποινικό κώδικα μέχρι της βασιλείας του Φιλίππου(39). Ο Hopf τις αποδίδει καθαρά στη μονοπωλιακή φύση της μα­στίχας, από την οποία η πρόσοδος έφτανε τα 30.000 δουκάτα. Για τούτους τους δυνάστες του «ξίφους και της ζυγαριάς» το χρήμα μόνο μετρούσε.

Το Καστροχώρι-Μαστιχοχώρι Αρμόλια απ’ το μολύβι του Francisco Lupazzulo, 1639. Τούτο το χωριό υπήρξε παράλληλα και μεγάλο βιοτεχνικό κέντρο στο νησί την υπό εξέταση εποχή, συνεχίζοντας αδιάλειπτα την παράδοση αυτή μέχρι και σήμερα. Στην κορυφή του λόφου δεσπόζει το κάστρο των Απολίχνων ή Ωργηάς (Ωραίας), που διατηρείται στις μέρες μας σε ερειπιώδη κατάσταση (πηγή: Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής»).

Αλλά ας ακούσουμε το Γάλλο διπλωματικό υπάλληλο Victor Fontanier να μας ξεναγεί «εν έτει 1827», καταθέτοντας το δικό του χρώμα:

«(…) Το χωρίον τούτο (Μαστιχοχώρι) είχε κτισθή προ της κατοχής των Τούρκων· έβλεπέ τις πύλας και φρούριον όμοια προς εκείνα τα οποία υπενθυμίζουν εισέτι εν Γαλλία τους χρόνους του φεουδαλισμού. Κατώκει αυτό ο αγάς, ο επιτετραμμένος την επίβλεψιν της μαστίχης και διήρχετο ευχαρίστως την ημέραν του εις το υψηλότερον διαμέρι­σμα μικρού πύργου, οπόθεν έβλεπε την εξοχήν, της οποίας η φύλαξις του ήτο εμπεπιστευμένη˙ωπλισμένος με καλόν τηλεσκόπιον εξέτεινε τας παρατηρήσεις του μέχρι της θαλάσσης και εζήτει να αναγνωρίσει μήπως τα εμφανιζόμενα εις τον ορίζοντα πλοία ανήκωσιν εις τους Έλληνας επαναστάτας (…)»(40)

Ο Δημ. Βικέλας στο εκτενές αφήγημά του «Λουκής Λάρας» γράφει για τα μεσαιωνικά χωριά της Χίου:

«Τα χωριά της Χίου ήσαν ως φυλακαί. Δεν έχουν τείχη, αλλά κατά τας τέσσαρας εξωτερικάς πλευράς των οικιών τα οπίσθια συνεχόμενα αποτελούν αδιάκοπον προτείχισμα. Αι θύραι των οικιών κείνται εντός του χωρίου, η κεντρική δε αυτού οδός τέμνουσα των οικιών την συνέχειαν σχηματίζει τον οχυρώματος την πύλην. Οδοί λίαν στεναί και οικοδομαί συνεσφιγμέναι πληρούσι τον χώρον, τον οποίον περιστοιχίζει η εξωτερική πλευρά των οικιών. Εις το μέσον ευρίσκονται οι πύρ­γοι»(41).

Οι οικισμοί με τέτοια φιλοσοφία αναφέρονται και από το Θουκυδί­δη (στα «Πλαταϊκά», βιβλίο 2, παράγραφος 3-4) κι από τον Πλάτωνα (στους «Νόμους» του):

«Αλλ’ ει δη τείχος γε τι χρεών ανθρώποις είναι, τας οικοδομίας χρη τας των ιδίων οικήσεων ούτως εξ αρχής βάλλεσθαι, όπως αν η πάσα η πόλις εν τείχος, ομαλότητί τε και ομοιότησιν εις τας οδούς πασών των οικήσεων εχουσών ενέρκειαν, ιδείν τε ουκ αηδές μιας οικίας σχήμα εχούσης αυτής, εις τε την της φυλακής ραστώνην όλω και παντί προς σωτηρίαν γίγνοιτ’ αν διάφορος».

[«Αλλ’ αν εν πάση περιπτώσει είναι ανάγκη να υπάρξουν τείχη για τους ανθρώπους, πρέπει το χτίσιμο των ιδιωτικών κατοικιών να είναι καμωμένο από την αρχή έτσι, ώστε ολόκληρη η πόλη ν’ αποτελεί ένα συμπαγές τείχος, όλες δε οι οικίες να έχουν ασφά­λεια, κτισμένες κατά τρόπο ομαλό και ομοιόμορφο, με όψη στους δρόμους, δεδομένου ότι δεν είναι άσχημο το θέαμα πόλης η οποία να έχει σχήμα μιας οικίας, και ότι όταν διευκολύνεται η φρούρησή της, θα παρέχει ξεχωριστή ασφάλεια, εξ ολοκλήρου σε όλους».]

Επειδή η ιστορία απεικονίζεται κραυγαλέα στην αρχιτεκτονική, οι οικισμοί των Μαστιχοχώρων, όπως δημιουργήθηκαν από τους Giustiniani – Ιουστινιάνι  παραμένουν αδιαφιλονίκητοι ζωντανοί μάρτυρες τούτης της αδυσώπητης κατοχής και της κερδώας φρενίτιδας των εμπόρων-κατακτητών. Στέλνουν, λοιπόν, σχέδια, πολεοδόμους, μηχανικούς κι αρχιτέκτονες, τεχνικούς, ίσως ακόμη κι εργάτες και δημιουργούν τούτα τα μεσαιωνικά χωριά, τα Καστροχώρια, στην υπηρεσία του ιδιότυπου φεουδαλισμού τους.  Η αρχιτεκτονική, η δομική φυσιογνωμία και η ομοιότητα των παραπάνω χωριών (μοιάζουν σαν μια σταγόνα νερού), προδίδουν – πέραν των άλλων – τους   «πρωτομάστορές» τους…
Νόμισμα του 14ου αιώνα. Στο μπροστινό μέρος διακρίνεται ο Δόγης. Στο πίσω, ο σταυρός της Δημοκρατίας της Γένουας.
(https://www.vcoins.com/en/stores/pavlos_s_pavlou_numismatist/131/product/crusader_statesgreeceisland_of_chios_under_genoathe_mahona_1347_and_laterargigliato/521635/Default.aspx).
Ο Χρίστος Στεργ. Μπελλές είναι Δρ Ιστορίας και
 Πρόεδρος Δ.Ε. Ελεύθερου Πανεπιστημίου «Ιωνία»

 

YΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

  1. Ο εμφύλιος πόλεμος τελείωσε στις 3 Φεβρουάριου 1347.
  2. Ν. Γρηγορός, «Ρωμαϊκή Ιστορία», σελ. 765.
  3. Α. Δαμαλάς, «Ο Οικονομικός Βίος της Νήσου Χίου», σελ. 749.
  4. Γ. I. Ζολώτας, «Ιστορία της Χίου», τόμ. Β’, σελ. 385.
  5. Α. Δαμαλάς, «Ο Οικονομικός Βίος της Νήσου Χίου», σελ. 753.
  6. Αυτόθι, σελ. 756.
  7. Αυτόθι, σελ. 764.
  8. Ο Βενέδικτος, μετά το θάνατο του αδερφού του Εμμανουήλ το 1288, για να ενισχύσει την Παλαιά Φώκαια (Focea Vecchia) από την τουρκική απειλή, έχτισε βορειοδυτικά της και σε απόσταση 12 χιλιομέτρων άλλο φρούριο, το οποίο κατοικήθηκε από 300 Έλληνες της Ιωνίας που εργάζονταν στα ορυχεία της στυπτηρίας. Τούτο απετέλεσε τη Νέα Φώκαια (Focea Nuova).
  9. 9. Hopf, «Les Guistiniani», σελ. 37. – Δ. Ροδοκανάκης, «Ιουστινιάναι – Χίος», σελ. 2.
  10. Αυτόθι, σελ. 3. – Κ. Α. Σγουρός, «Ιστορία της Νήσου Χίου», σελ. 190.
  11. Γ. I. Ζολώτας, «Ιστορία της Χίου», τόμ. Β’, σελ. 396-398.
  12. Podestà και ελληνικά ποδεστάτος ή ποτεστάτος ή ποδεστάς ή εξουσιαστής ή αρμοστής ή προεστός.
  13. Δ. Ροδοκανάκης, «Ιουστινιάναι – Χίος», σελ. 3, 15. – C. Hopf, «Les Giustiniani», σελ. 39.
  14. Δ. Ροδοκανάκης, «Ιουστινιάναι – Χίος», σελ. 8 – Κ. Α. Σγουρός, «Ιστορία της Νήσου Χίου», σελ. 190 – C. Hopf, «Les Giustiniani», σελ. 98.
  15. Λ. Θ. Χουμανίδης, «Οικονομία και Εμπόριον εις το Βυζάντιον», σελ. 304-305 – L. Cioli, «Histoire économique», σελ. 110.
  16. Κ. Μ. Κατλάς, «Η Χίος υπό τους Γενουηνσίους», σελ. 60.
  17. Αυτόθι, σελ. 61.
  18. Κ. Μ. Κατλάς, «Η Χίος υπό τους Γενουηνσίους», σελ. 62.
  19. Albergo = σύνολο πολιτών αριστοκρατών (nobili) και λαϊκών (popolari), που στο βωμό ενός σκοπού ή στόχου άλλαζαν τα επώνυμά τους κι ελάμβαναν ένα άλλο άσχετο των μελών ή το επώνυμο ενός κορυφαίου από τα μέλη. Ας πούμε πως γινόταν αδερφοποιτοί στα καθ’ ημάς. Τα alberghi πέτυχαν να αμ­βλύνουν τις αντιθέσεις μεταξύ nobili και popolari. Το 14ο αιώνα υπήρξαν στη Γένουα 70 alberghi.
  20. Π. Λάμπρου, «Μεσαιωνικά Νομίσματα των Δυναστών της Χίου», σελ. 17.
  21. «Χίος-Γένοβα», Πρακτικά Α’ Διεθνούς Συνεδρίου Χίου για την Ιστορία και τον Πολιτισμό του Νησιού, Β. Φίλιας, σελ. 95-98.
  22. Γ. I. Ζολώτας, «Ιστορία της Χίου», τόμ. Γ1, σελ. 58.
  23. Δ. Ροδοκανάκης, «Ιουστινιάναι — Χίος», σελ. 65, 66.
  24. Αυτόθι, σελ. 75, 76.
  25. Κ. Σγουρός, «Ιστορία της Χίου», τόμ. Γ’, σελ. 221, 228.
  26. Ένας στατήρας (cantarium) = 150 λίβρες = 37,5 οκάδες

       1 λίβρα =100 δράμια

       1 οκά = 400 δράμια

       1 οκά = 1280 γραμμάρια

  1. C. Hopf, «Les Giustiniani», σελ. 129 – Κ. Μ. Κατλάς, «Η Χίος υπό τους Γενουηνσίους», σελ. 150.
  2. Αυτόθι.
  3. C. Hopf, «Les Giustiniani», σελ. 129 – Κ. Μ. Κατλάς, «Η Χίος υπό τους Γενουηνσίους», σελ. 150.
  4. Ph. Argenti, τόμ. 1, σελ. 485.
  5. Κ. Α. Σγουρός, «Ιστορία της νήσου Χίου», σελ. 221, υποσ. 2.
  6. C. Hopf, «Les Giustiniani», σελ. 130 – Ph. Argenti, τόμ. 1, σελ. 487.
  7. Α. Σ. Δαμαλάς, «Οικονομικός Βίος της νήσου Χίου», σελ. 1052 – Κ. Μ. Κατλάς, «Η Χίος υπό τους Γενουηνσίους», σελ. 150-151.
  8. Ιερώνυμος Ιουστινιάνι: υπήρξε γιος του Βικέντιου Ιουστινιάνι και γεννήθηκε στη Χίο το 1544. Έγραψε την ιστορία της Χίου «πρώτον γραικιστί, έπει­τα δε ιταλιστί, λατινιστί και γαλλιστί». Το ιστορικό του έργο διακρίνει η υπερ­βολή. Δεν παύει όμως να αποτελεί μια ιστορική είδηση, που μπορεί ο καθένας να τη σταθμίσει ανάλογα.
  9. Κεφαλητιών ή χαράτσι ή κεφαλικός φόρος.
  10. Α. Μ. Βλαστός, «Χιακά», σελ. 169-170.
  11. «Χίος-Γένοβα», Πρακτικά Α’ Διεθνούς Συνεδρίου Χίου για την Ιστορία και τον Πολιτισμό του Νησιού, Μ. Ξύδα, σελ. 93-94.
  12. Κ. Σγουρός, «Ιστορία της νήσου Χίου», σελ. 221.
  13. Αυτόθι, σελ. 220.
  14. Φ. Π. Αργέντη – Σ. Π. Κυριακίδη, «Η Χίος παρά τοις Γεωγράφοις και Περιηγηταίς», σελ. 1135.
  15. Σύλλογος Πυργούσων Αττικής, «Ένα κειμήλιο. Το Πυργί της Χίου», σ. 48.

Slobodan Marković: Αγγλο-αμερικανικές εκτιμήσεις για τον Gavrilo Princip. Μέρος B’: Από τη δεκαετία του ’40 έως σήμερα

Slobodan Marković

Αγγλο-αμερικανικές εκτιμήσεις για τον Gavrilo Princip.

Μέρος B’: Από τη δεκαετία του ’40 έως σήμερα

 

H Rebecca West και η “απόπειρα” του Σεράγεβου

Η δημοσίευση ενός οδοιπορικού της Cicely Isabel Fairfield, περισσότερο γνωστής με το ψευδώνυμο Rebecca West (1892-1983), αποτελεί σταθμό ως προς τον τρόπο, με τον οποίον οι Βρετανοί αντιμετώπιζαν τον Princip. Με τη δύση του 1941, κυκλοφόρησε ένα βιβλίο της, που έφερε τον τίτλο “Μαύρο πρόβατο και Γκρίζος ιέραξ. Οδοιπορικό στη Γιουγκοσλαβία” (Black Lamp and Grey Falcon. A Journey through Yougoslavia).⁵² Με την πάροδο του χρόνου, το βιβλίο έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές. Στη νεκρολογία της στους New York Times, ξεχώριζε ο χαρακτηρισμός, που παλαιότερα της είχε αποδώσει η κριτικός της λογοτεχνίας Diana Trilling: “Μια από τις εξέχουσες λογοτεχνικές προσωπικότητες του αιώνα”. Όσο για το οδοιπορικό στη Γιουγκοσλαβία, ήταν “πέραν πάσης αμφιβολίας, ένα από τα καλύτερα βιβλία των τελευταίων πενήντα ετών”.⁵³ Σε αυτό, λοιπόν, το βιβλίο, η  Rebecca West δίνει μια εντελώς νέα ερμηνεία για τη δολοφονία του Σεράγεβου, ή καλύτερα, της απόπειρας, όπως χαρακτηριστικά την κατονομάζει, επιμένοντας στη χρήση του γαλλικού όρου (attentat), ομόηχου και σχεδόν πανομοιότυπου ορθογραφικά με τον αντίστοιχο σερβο-κροατικό (atentat).

Ο βαθμός της συμπάθειας, που σε ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής της η Rebecca West έτρεφε έναντι των Γιουγκοσλάβων και των Σέρβων, αναδείχθηκε ανάγλυφα από ένα περιστατικό, το 1977, όταν το περίφημο οδοιπορικό της επανεκδόθηκε. Στρεφόμενη κατά του εντύπου The Spectator,  που κατ επανάληψη είχε δημοσιεύσει αρνητικά σχόλια για την ίδια και για το βιβλίο, δήλωσε δημόσια ότι θα επέδιδε την αποζημίωση, η οποία της επιδικάστηκε, στην Ορθόδοξη Σερβική Κοινότητα του Λονδίνου.⁵⁴

Ένα μεγάλο κεφάλαιο του οδοιπορικού, με 15 υποκεφάλαια, είναι αφιερωμένο στη Βοσνία. Στο έβδομο από αυτά, η West περιγράφει το προσκύνημα στα μνήματα των συνωμοτών. Μια επίσκεψη, η οποία ήταν για τη συγγραφέα μια πρώτου μεγέθους ευκαιρία προκειμένου να σχολιάσει την εικόνα, που είχε διαμορφωθεί στη Δύση γι αυτούς, προτού ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. “Η γενικότερη εντύπωση έκλινε προς την κατεύθυνση ότι επρόκειτο για επικίνδυνους φανατικούς μανιακού ή αρρωστημένου τύπου. Ωστόσο, η εν γένει διαγωγή, που επέδειξαν κατά τη διάρκεια της δίκης, όχι μόνο ήταν απόλυτα υγιής και γεμάτη αξιοπρέπεια, αλλά και η επιχειρηματολογία, όπως άλλωστε και η απολογία τους, αποτελούσαν απόδειξη ατομικών ικανοτήτων και καλλιέργειας υψηλού επιπέδου”.⁵⁵

Rebecca West

Η West αντιπαραβάλλει τον Čabrinović, έναν ειρηνιστή, όπως τον χαρακτηρίζει, με το Princip, ο οποίος δεν συμμερίζεται τις ιδέες του. Παρά ταύτα, η συγγραφέας δεν στρέφεται εναντίον του δευτέρου. Βεβαίως, καταδικάζει την πράξη της δολοφονίας. Σπεύδει, όμως, να τη σχετικοποιήσει κάνοντας λόγο περί τυραννικής άσκησης της εξουσίας στη Βοσνία εκ μέρους της αυστριακής διοίκησης: “Η πράξη των νέων αυτών είναι ειδεχθής, εξίσου με το είδος της τυραννίας ενάντια στην οποία στράφηκαν. Πιθανότατα θα είχαν ανατραφεί με την προοπτική να γίνουν καλοί άνθρωποι, εάν δεν ερχόταν να συντριβεί επάνω τους η ευρισκόμενη σε κατάσταση κατάρρευσης Αυστριακή Αυτοκρατορία. Η τερατώδης αδυναμία μιας αυτοκρατορίας είναι δυνατό να προκαλέσει καταστάσεις του είδους αυτού”.⁵⁶ Εν συνεχεία, η Rebecca West καταλήγει στην εκτίμηση πως οι συνωμότες καλούνταν να χειριστούν ένα μυστήριο, το οποίο είχε διαφορετική μορφή για τον Princip, για τον Čabrinović, για τους υπόλοιπους εμπλεκόμενους και για τους χωρικούς και τους εμπόρους, που τους παρείχαν ακούσια, την υποστήριξή τους. “Η όλη πράξη, έτσι όπως την είχε φαντασθεί ο Princip, ουδέποτε έλαβε χώρα. Από την πρώτη κιόλας στιγμή συνδέθηκε, με ένα άλλο εγχείρημα, μια δολοφονία, η οποία δεν φαίνεται να είχε σχεδιασθεί από κανέναν. Όμως, η σκέψη και μόνο εξήπτε τη ευρηματικότητα όσων ονειροπόλων απαρνούνταν κάθε μορφή εγκράτειας όποτε λειτουργούσαν στη σφαίρα του φαντασιακού. Από τις δυο αυτές αντιλήψεις, επικράτησε εκείνη που σκότωσε εκατομμύρια ανθρώπους και υποβάθμισε οτιδήποτε ζωντανό απέμεινε. Κάνω λόγο για μυστήριο. Γιατί, υπό αυτή τη μορφή εκλαμβάνω, όπως και οι υπόλοιποι Δυτικοί, τη συγκεκριμένη πράξη. Για όσους, όμως, την αξιολογούν υπό την οπτική γωνία του τόπου, όπου διεπράχθη, και ανατολικότερα από αυτόν, επρόκειτο για μια ιερή ενέργεια απελευθέρωσης. Μεταξύ αυτών, συγκαταλέγονται και άτομα, προερχόμενα από τη Δύση, που θεωρούνται έξυπνα και πολιτισμένα”.⁵⁷

Οι σοροί του Αρχιδούκα Φραγκίσκου-Φερδινάνδου και της συζύγου του, Σοφίας.

 Στην πραγματικότητα, δεν μας αποκάλυψε ποιο ήταν το περίφημο μυστήριο, στο οποίο τόσο πολύ επέμενε. Απλά, περιορίστηκε στο σχόλιο ότι “η απόπειρα του Σεράγεβου ήταν μυστήρια όσο μυστήρια είναι η Ιστορία ή, ακόμα, και η ίδια η ζωή”. Αναγνώριζε πως “όσο πιο πολλά γνωρίζει κανείς γι αυτό το θέμα, τόσο πιο ακατανόητο εκείνο γίνεται”. Ως προς τις συνέπειες της απόπειρας υποστήριζε ότι “να προβεί κανείς σε καταδίκη με γνώμονα την ηθική, είναι κάτι το αδύνατο”(…) “Η ψυχή όφειλε να επιλέξει τη ζωή. Τη στιγμή, όμως, που οι Βόσνιοι επέλεγαν τη ζωή δολοφονώντας τον Φραγκίσκο-Φερδινάνδο, καταδίκαζαν αυτόματα σε θάνατο Γάλλους, Γερμανούς και Βρετανούς”. Εάν παρουσιαζόταν μια ευκαιρία στους τελευταίους, αναμφίβολα αυτοί με τη σειρά τους “θα επέλεγαν τον θάνατο για τους Βόσνιους”. Για να καταλήξει κάπως πικραμένη: “Το να στίβει κανείς το νου του προσπαθώντας να υπολογίσει το συνολικό τίμημα, είναι παράλογο. Κι όμως, δεν μας απομένει, στην περίπτωση, να πράξουμε τίποτε άλλο από το να επιβαρύνουμε διαρκώς το άθροισμα με επιπρόσθετες ανθρώπινες απώλειες. Δεν είμαστε παρά αριθμομηχανές, αναγκασμένες να λειτουργούν προς αυτή την κατεύθυνση…”.⁵⁸

Η Rebecca West υπήρξε μεταξύ των πρώτων Δυτικοευρωπαίων διαμορφωτών κοινής γνώμης, οι οποίοι προσέδωσαν ανθρώπινα χαρακτηριστικά στους συνωμότες του Σεράγεβου.⁵⁹ Από “άτομα ευρισκόμενα σε ψυχοπαθή κατάσταση”, φανατικούς “μανιακού ή αρρωστημένου τύπου”, τους μετέτρεψε σε υγιείς, ενθουσιώδεις νεαρούς, με τη σειρά τους θύματα των περιστάσεων. Η πρώτη κριτική του βιβλίου της, που δημοσιεύθηκε στους Times, δεν παρέλειψε να επισημάνει τη συμπάθειά της προς αυτούς: “Η κυρία West αναφέρεται σε συνωμοσίες και δολοφονίες, συχνά περιγράφει τί είδους άνδρες και γυναίκες ήταν τα θύματα, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε με δυσκολία να μπορεί κανείς να εκφραστεί υπέρ των τελευταίων, την ίδια στιγμή που παραθέτει ένα σωρό δικαιολογίες προς όφελος των δραστών”.⁶º Προβαίνει, είναι αλήθεια, σε μια καταδίκη της απόπειρας, η οποία, ωστόσο, είναι χλωμή, συγκεχυμένη και χαμένη στο φόντο, τη στιγμή που η ιστορία των νεαρών συνωμοτών αναδεικνύεται ως κομβικό στοιχείο της αφήγησής της, παρά το γεγονός ότι είχε ως συνέπεια έναν πόλεμο με εκατομμύρια θύματα.

Μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, το βιβλίο της αποτέλεσε υποχρεωτικό ανάγνωσμα όλων των αγγλόφωνων διπλωματών, οι οποίοι ήταν διαπιστευμένοι στη Γιουγκοσλαβία. Γι αυτό και η κάλυψη, εκ μέρους της, της απόπειρας ⁶¹, όπως επίσης και οι αναφορές της στην ιστορία και στις συνθήκες, που επικρατούσαν στη χώρα αυτή, επηρρέασαν τα μέγιστα τις Αγγλο-αμερικανικές αντιλήψεις. Εκείνο, όμως, που δεν μπορεί να παραμείνει ασχολίαστο, είναι το ότι, οσάκις ερμηνεύει το παρελθόν μιας χώρας με βεβαρυμένο από εντάσεις, ιστορικό, δεν πράττει τίποτε άλλο από το να αναπαράγει αυτούσιες τις απόψεις του συνταξιδιώτη της Κωνσταντίνου (στην πραγματικότητα πρόκειται για τον γνωστό Σέρβο/Γιουγκοσλάβο συγγραφέα Stanislav Vivaner), επηρρεασμένες από τις θεμελιώδεις κατευθύνσεις της σερβικής κουλτούρας της εποχής του Μεσοπολέμου, και του τρόπου, με τον οποίο εκείνη αντιμετώπιζε το παρελθόν.

Ο A.J.P. Taylor και η δολοφονία του Σεράγεβου

Επόμενο ήταν το έργο της Rebecca West να επηρρεάσει τον δημοφιλέστερο Βρετανό μεταπολεμικό ιστορικό, τον A.J.P. Taylor (1906-1990). Ένας άλλος ιστορικός, ο Lewis Bernstein Namier (1888-1960), καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, του οποίου ο Taylor διετέλεσε προστατευόμενος, ζήτησε από τον τελευταίο να γράψει στο περιοδικό Time and Tide μια ευμενή βιβλιοκρισία για το οδοιπορικό της West. Ο Taylor αποδέχθηκε. Ιδού πως περιγράφει ο ίδιος το περιστατικό: “Εκτίμησα ιδιαίτερα το βιβλίο, αν και σήμερα αντιλαμβάνομαι ότι υπερέβαλα και πως ανταποκρίθηκα από υποχρέωση”. ⁶² Αργότερα, συνδέθηκε φιλικά με την West. Εννέα χρόνια μετά, το 1954, δημοσίευσε το αριστούργημά του “Ο αγώνας για την επικράτηση στην Ευρώπη, 1848-1918” (“The Struggle for Mastery in Europe, 1848-1918”) και ακόμη αργότερα ένα δοκίμιο με τίτλο “Η έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου” (“Τhe Outbreak of the First World War”).⁶³

Η άποψή του σχετικά με τη συνωμοσία του Σεράγεβου καθώς και για τον ρόλο των δραστών και της Σερβίας, αντανακλά τις θέσεις του βιβλίου της West. Επιπρόσθετα, ο Taylor αποκόμισε προσωπική εμπειρία από την Γιουγκοσλαβία, την οποία επισκέφθηκε το 1947. Το ταξίδι είχε χρηματοδοτηθεί από τις αρχές του Βελιγραδίου ως χειρονομία αναγνώρισης για τη συμβολής του στη δημοσιοποίηση των γιουγκοσλαβικών διεκδικήσεων ως προς την προσάρτηση της Τεργέστης.⁶⁴ Με την ευκαιρία αυτή, ο Taylor ζήτησε από τις αρχές να οργανώσουν, για λογαριασμό του ιδίου, έναν γύρο των σερβικών μοναστηριών. Στην αυτοβιογραφία του εξηγεί πως είχε υποβάλει το παραπάνω αίτημα, όντας επηρρεασμένος από το βιβλίο του Gabriel Millet για τις μεσαιωνικές εκκλησίες. Παρόλο που δεν αναφέρει τίποτε σχετικό στην αυτοβιογραφία του, το “Μαύρο πρόβατο και Γκρίζος ιέραξ” δεν μπορεί παρά να τον ώθησε επίσης να επισκεφθεί τα μοναστήρια όχι μόνο το 1947, αλλά και στο πλαίσιο της επόμενης επίσκεψής του στη Γιουγκοσλαβία, το 1969, καθώς το οδοιπορικό της West περιλαμβάνει εξαιρετικές αναφορές στις μεσαιωνικές μονές της χώρας.⁶⁵

Σε πολλά από τα βιβλία του, ο Taylor σχολιάζει τη δολοφονία του Σεράγεβου, τον ρόλο των συνωμοτών και τη διολίσθηση προς τον πόλεμο. Το πράττει περισσότερο αναλυτικά στο δοκίμιο περί έκρηξης του πολέμου, το οποίο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1956, σε μια επιτομή δικών του κειμένων, που εξέδωσε με τίτλο “Englishmen and Others”.⁶⁶ Το ίδιο δοκίμιο επανακυκλοφόρησε το 1967, στο πλαίσιο μιας επίσης σειράς (ιδιαίτερα δημοφιλούς) δικών του κειμένων, “Europe: Grandeur and Decline”.⁶⁷ Σύμφωνα με τον συγγραφέα, “η συνωμοσία ήταν προϊόν έξι θερμόαιμων ιδεαλιστών. Δυο εξ αυτών, παραμένουν εν ζωή. Ο ένας, είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου. Ο δεύτερος, είναι επιμελητής στο Μουσείο του Σεράγεβου”.⁶⁸ Ο Taylor απορρίπτει κάθε ιδέα περί εμπλοκής της Σερβικής Κυβέρνησης. Γράφει χαρακτηριστικά: “Ουδείς επιχείρησε να αποδείξει ότι η Σερβική Κυβέρνηση είχε την παραμικρή σχέση με τη συνομωσία. Το πολύ να διέθετε πληροφορίες, και αυτές εξαιρετικά αόριστες”. Εάν κάποιο άτομο στη Σερβία ήταν ενήμερο για τα παραπάνω, αυτός ήταν ο συνταγματάρχης Dragutin Dimitrijević. Παρά το γεγονός ότι “επιδοκίμασε τα σχέδια, εν τούτοις δεν δρομολόγησε την υλοποίησή τους, ούτε και προσέφερε κάποια ουσιαστική βοήθεια”.⁶⁹ Παρακάτω, περιγράφει τη σκηνή της δολοφονίας και την αντίδραση της Αυστροουγγαρίας ως εξής:

Alan John Percivale Taylor

Ο όλος σχεδιασμός των νεαρών αυτών ατόμων, ήταν μάλλον ερασιτεχνικός. Στην πραγματικότητα, απέτυχαν και οι έξι να εκπληρώσουν τον αρχικό τους στόχο. Ο Princip, αναμφίβολα ο ισχυρότερος χαρακτήρας από όλους τους υπόλοιπους, στεκόταν αποκαρδιωμένος στο πεζοδρόμιο έτοιμος να επιστρέψει στο σπίτι του, όταν αίφνης σταμάτησε ακριβώς μπροστά από αυτόν ένα ανοικτό αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε ο Φραγκίσκος-Φερδινάνδος. Ο οδηγός δεν είχε υπολογίσει σωστά τη στροφή και, προς στιγμή, ακινητοποίησε το όχημα με σκοπό να κινηθεί με την όπισθεν. Ο Princip, σκαρφάλωσε, τότε, στον αναβατήρα της πόρτας του αυτοκινήτου, σκότωσε με μια βολή τον Φραγκίσκο-Φερδινάνδο και, κατά λάθος, τη σύζυγό του με μια δεύτερη, η οποία προοριζόταν για τον Κυβερνήτη της Βοσνίας. Έτσι έλαβε χώρα η δολοφονία του Σεράγεβου. Η Αυστριακή Κυβέρνηση δεν ενδιαφερόταν, ουσιαστικά, για την τιμωρία των ενόχων. Γι αυτήν, προείχε η τιμωρία ενός άλλου εγκλήματος. Εκείνου που είχε διαπράξει η Σερβία, με το να υφίσταται ως ανεξάρτητο κράτος. Οι Αυστριακοί επιθυμούσαν διακαώς να αποδείξουν ότι η χώρα τους εξακολουθούσε να παραμένει μια Μεγάλη Δύναμη μέσω της εξάλειψης της Σερβίας. Ήταν αποφασισμένοι να προχωρήσουν σε πόλεμο μαζί της, όποιες και αν ήταν οι δικαιολογίες ή, ακόμα, και οι απολογίες από πλευράς Βελιγραδίου. Αυτό υπήρξε το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση του Μεγάλου Πολέμου. Βασικός υπεύθυνος πρέπει να θεωρηθεί ο κόμης Berchtold, ένας επιπόλαιος αριστοκράτης και υπουργός Εξωτερικών της Αυστροουγγρικής  Αυτοκρατορίας”.⁷º

Με τον τρόπο αυτό, στις αρχές της δεκαετίας του ’50, ο Taylor ανέπτυξε τις θέσεις του σχετικά με το ρόλο των συνωμοτών του Σεράγεβου και τις ευθύνες της Αυστροουγγαρίας στο ζήτημα της έκρηξης του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Εντοπίζοντας συνέχεια μεταξύ του Δευτέρου και του Τρίτου Γερμανικού Ράϊχ, επέρριπτε ευθύνες και στην Κυβέρνηση του Βερολίνου στο βιβλίο του για την Ιστορία της Γερμανίας, το οποίο κυκλοφόρησε περί τα τέλη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.⁷¹ Το θέμα είναι ότι ο Taylor και πολλοί Σέρβοι και Γιουγκοσλάβοι ιστορικοί κατέληξαν σε ανάλογα συμπεράσματα ως προς το πλαίσιο και την ερμηνεία της “απόπειρας” του Σεράγεβου, ακολουθώντας, ο καθένας για δικό του λογαριασμό, ανεξάρτητη και μοναχική πορεία.⁷²

Η συμβολή του Vladimir Dedijer 

Το 1959 κυκλοφόρησε μια μονογραφία αφιερωμένη στη συνωμοσία του Σεράγεβου. Συγγραφέας ήταν ο Αμερικανός Γερμανικής καταγωγής ιστορικός και καθηγητής του Πανεπιστημίου της Σάντα Μπάρμπαρα της Καλιφόρνιας, Joachim Remak (1920-2001).⁷³ Σχετικά με το παρασκήνιο και τον όλο σχεδιασμό της υπόθεσης, ο Remak στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην πραγματεία του Sidney Fay.  Παραδέχεται πως η δική του εκδοχή “δεν διεκδικεί τίποτα περισσότερο από όσα περικλείονται στην πλέον εμπεριστατωμένη από όλες τις υπάρχουσες μελέτες καθώς και στις καταθέσεις των πλέον αξιόπιστων μαρτύρων. Ωστόσο, επιδέχεται ορισμένες αμφιβολίες”.⁷⁴ Έχοντας σχετικοποιήσει προκαταβολικά το ίδιο του το έργο, ο Remak υιοθετεί την γραμμή βάσει της οποίας ο Apis, “αναμφίβολα ο μεγαλύτερος ειδήμων στον τομέα της βασιλοκτονίας σε ευρωπαϊκή κλίμακα”⁷⁵ υπήρξε ο πραγματικός οργανωτής της συνωμοσίας. Ο Apis, σύμφωνα με την εκτίμηση του συγγραφέα, “εντάσσεται σε μια συνέχεια, η οποία ως αφετηρία έχει τον Ροβεσπιέρο και καταληκτικό σημείο, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, τον συνταγματάρχη Nasser”.⁷⁶       Παραδέχεται πως δεν γνωρίζει πότε ακριβώς η δολοφονία του Φραγκίσκου-Φερδινάνδου αποφασίστηκε από τον αρχηγό της “Μαύρης Χείρας” και επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών της Σερβίας. Εικάζει πως ο τελευταίος είχε καταστήσει τον Ρώσο στρατιωτικό ακόλουθο στο Βελιγράδι, Artamonov, κοινωνό των σχεδίων του.⁷⁷ Σχετικά με τον πρωθυπουργό Pašić και το πόσα αυτός γνώριζε για τα παραπάνω, ο Remak αναπαράγει σχεδόν αυτούσια τη μαρτυρία του  Ljubomir Jovanović (σημ μεταφρ. Βλέπε σχετικά το Α’ μέρος του άρθρου).⁷⁸ Η σκιαγράφηση του Princip και των συνεργατών του, στην οποία προβαίνει, δύναται να χαρακτηριστεί ως συγκρατημένα ευνοϊκή: “Πέραν του παρορμητισμού τους να διαπράξουν προδοσία και φόνο, ήταν πράγματι καλoσυνάτα και γενναιόδωρα άτομα, απαλλαγμένα από κακές συνήθειες”.⁷⁹ Οι Princip, Grabež και Čabrinović δεν έπαυαν, παραταύτα, να λειτουργούν ως μαριονέτες αφότου η “Μαύρη Χείρα” είχε αποφασίσει πως ο Αρχιδούκας έπρεπε να δολοφονηθεί. Ο τίτλος του υποκεφαλαίου “Οι καθαροί νεαροί δολοφόνοι” είναι χαρακτηριστικός του πνεύματος, με το οποίο κινείται ο συγγραφέας. Η “Μαύρη Χείρα” επέλεξε εξεπιτούτου τέτοιου είδους άτομα ως εκτελεστικά όργανα, προκειμένου να καλύψει το αληθινό παρασκήνιο της συνωμοσίας.“Απλούστατα στρατολογήθηκαν, προκειμένου να διεκπεραιώσουν μια καταδίκη και να εξοντώσουν έναν εχθρό”.⁸º

Οι  Čabrinović (αριστερά) και Princip (στο κέντρο) έπειτα από τη σύλληψή τους.

Εν ολίγοις, ο Remak δεν έπραξε κάτι διαφορετικό από το να κατηγοριοποιήσει και να επικαιροποιήσει τα όσα είχε γράψει, τριάντα χρόνια νωρίτερα, ο Fay. Γενική ήταν η αίσθηση πως απολύτως τίποτα καινούριο δεν ήταν δυνατό να προκύψει, πλέον, σχετικά με τη δολοφονία στο Σεράγεβο. Αυτό ακριβώς εξηγεί και το γιατί η εμφάνιση, το 1966, μιας μελέτης βασισμένης σε μια αναπάντεχη ποικιλία πηγών και πληροφοριών, προκάλεσε πραγματικό σεισμό γύρω από το όλο ζήτημα.

Το δεύτερο βιβλίο, έπειτα από το οδοιπορικό της West, το οποίο επηρρέασε βαθύτατα τους Βρετανούς και Αμερικανούς ειδικούς στα θέματα της Γιουγκοσλαβίας, ήταν η μελέτη ενός ατίθασου, ημι-αντιφρονούντα Σέρβου/Γιουγκοσλάβου ιστορικού, του Vladimir Dedijer (1914-1990). Γράφτηκε και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1966 στα αγγλικά, με τον τίτλο “Η πορεία προς το Σεράγεβο” (“The Road to Sarajevo”). Επρόκειτο για το απόσταγμα των ερευνών του συγγραφέα ενόσω αυτός κατείχε καθηγητικές θέσεις στη Βρετανία και στις ΗΠΑ.⁸¹ Μια πρώτη, ωστόσο, επιτομή των ευρημάτων του κυκλοφόρησε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό Foreign Affairs δυο χρόνια νωρίτερα, με αφορμή τη συμπλήρωση μισού αιώνα από τη δολοφονία του Φραγκίσκου-Φερδινάνδου, με τον χαρακτηριστικό τίτλο “Sarajevo. Fifty Years After”.⁸² Το ίδιο άρθρο επαναδημοσιεύθηκε από τους Times του Λονδίνου με την υπογραφή “Vladimir Dedijer, Καθηγητής του Πανεπιστημίου Harvard”. ‘Ηταν η εποχή που ο συγγραφέας ακολουθούσε μια λαμπρή ακαδημαϊκή σταδιοδρομία στη Δύση. Το γεγονός ότι ένας Σέρβος/Γιουγκοσλάβος ιστορικός προσφερόταν να δημοσιεύσει αναλυτικά τα αποτελέσματα της ερευνητικής του προσπάθειας στην αγγλική γλώσσα οφείλεται σε δυο παραμέτρους. Ως ημι-αντιφρονών και ένθερμος οπαδός του Milovan Djilas, κυρίου εκφραστή της αντιπολίτευσης μέσα στην τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία, ο Dedijer έγινε γρήγορα γνωστός στη Βρετανία και στις ΗΠΑ. Οι γνώσεις που διέθετε γύρω από την “απόπειρα” του Σεράγεβου, τον είχαν καταστήσει ειδήμονα του είδους στους κύκλους των ιστορικών της Δύσης. Η ανάδειξη του Dedijer ως του κατ εξοχήν ειδικού στο ζήτημα αυτό έμελλε να επηρρεάσει βαθύτατα τις προσλήψεις σχετικά με τη δολοφονία και τους  πρωταγωνιστές της. Ο Dedijer προέβη σε μια ευφυή κίνηση, η οποία τον ανέδειξε ως κορυφαίο ειδικό των γεγονότων του 1914, προτού καν δημοσιευθεί το ογκώδες έργο του το 1966. Πρόκειται για τη δημοσίευση των άρθρων του εν είδει προδημοσίευσης της ίδιας της μελέτης, δυο χρόνια νωρίτερα. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε,  ότι συγκαταλέγεται μεταξύ των έξι μοναδικών Σέρβων, που αποδήμησαν μεταξύ των ετών 1897 και 2000 και των οποίων οι βιογραφίες βρίσκονται στο περίφημο Βρετανικό λεξικό Who is Who.⁸⁴

Vladimir Dedijer

Η φήμη του Dedijer σφυρηλατήθηκε επίσης χάρη σε μια επιστολή, την οποία έστειλε τον Απρίλιο του 1966 προς τους Times, όπου εξομοιώνει τον Ιρλανδό ηγέτη της εξέγερσης του 1916 στο Δουβλίνο Patrick Pearse με τον Gavrilo Princip. “Ο καθένας μπορεί να εναντιώνεται στις μεθόδους πολιτικού αγώνα των Pearse και Princip. Όμως, υπό την οπτική της πίστης, της αυτοθυσίας και του ηρωϊσμού, αμφότεροι ανήκουν, αναμφισβήτητα, στην κατηγορία των πρωτόγονων επαναστατών”.⁸⁵ Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φαντασθεί κάποιον άλλο χαρακτηρισμό από αυτόν του Pearse ως “του ευγενέστερου αγωνιστή”, που να αντιβαίνει περισσότερο στην επικρατούσα, στη Βρετανία, αντίληψη περί του Ιρλανδικού Ζητήματος.

Παρά ταύτα, η σύνταξη της κορυφαίας εφημερίδας δέχθηκε να δημοσιεύσει την επιστολή.

Στο άρθρο του στο περιοδικό Foreign Affairs, o Dedijer προαναγγέλει το πνεύμα του βιβλίου του: “Η λιγότερο ερευνηθείσα, μέχρι στιγμής, πτυχή της υπόθεσης του Σεράγεβου, έχει να κάνει με τους ίδιους τους δολοφόνους: τα ψυχολογικά και διανοητικά χαρακτηριστικά, το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο μεγάλωσαν, τη σχέση ανάμεσα στα πολιτικά και τα προσωπικά τους κίνητρα, τέλος, τις διασυνδέσεις των Βοσνιακών μυστικών οργανώσεων με άλλες του ιδίου είδους μεταξύ των Νοτιοσλάβων. Στο εξής, οφείλουμε να σχετίζουμε τη δολοφονία του Σεράγεβου όχι μόνο με τις εξωτερικές σχέσεις της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης, με την προσωπικότητα και τις πράξεις του Αρχιδούκα Φραγκίσκου-Φερδινάνδου, αλλά και με τα κοινωνικά προβλήματα της καθημερινής πραγματικότητας στις δυο αυτές επαρχίες”.⁸⁶ Αργότερα, στο βιβλίο του, ο Dedijer σκιαγραφεί πειστικά και με πολλές αποχρώσεις την ψυχολογία των συνωμοτών, στηριζόμενος σε πλούσιες πρωτογενείς πηγές αλλά και συνεντεύξεις, τις οποίες πήρε ο ίδιος από αυτόπτες μάρτυρες. Στο δέκατο, μακροσκελές κεφάλαιο (“Οι πρωτόγονοι επαναστάτες της Βοσνίας”)⁸⁷, παραθέτει το προφίλ των μελών της “Νέας Βοσνίας”, συμπεριλαμβανομένων των σημαντικότερων συνωμοτών (Vladimir Gaćinović, Danilo Ilić, Gavrilo Princip και Nedeljko Čabrinović).⁸⁸ Σύμφωνα με τον Dedijer, τα μέλη της οργάνωσης “Νέα Βοσνία” ήταν “ένα είδος πρωτόγονων επαναστατών, οι καταβολές της ανησυχίας των οποίων θα έπρεπε να αναζητηθούν στην ιδιαιτερότητα της κοινωνίας όπου ανήκαν”.⁸⁹ Οι περισσότεροι από αυτούς, όπως ο Princip, ήταν κάτι σαν ποιητές. Ο τελευταίος “παρά το ότι επιθυμούσε να γίνει ποιητής, δεν διέθετε το απαραίτητο χάρισμα”. Έχοντας διατρέξει ορισμένους στίχους, που διασώθηκαν σε ένα τετράδιο σε ανάμνηση μιας επίσκεψης του Princip, το 1911, στο όρος Bjelašnica, ο Dedijer συνάγει το ακόλουθο συμπέρασμα: “Επρόκειτο για έναν ιδιαίτερα ευαίσθητο νέο, έντονα προβληματισμένο από όσα διαδραματίζονταν γύρω του”. Όπως συνέβαινε και με την περίπτωση του Gaćinović, ένοιωθε βαθειά μέσα του “τον πόνο των γύρω του σαν να επρόκειτο για τον δικό του”.⁹º

O Dedijer διέθετε όλη την ικανότητα, προκειμένου να καταστήσει ελκυστικούς, τόσο στους ειδικούς όσο και στο ευρύ κοινό, τους κυριότερους πρωταγωνιστές. Δεν επρόκειτο, πλέον, για επτά συμμετέχοντες σε μια συνομωσία, έχοντες ως κίνητρο προσωπικά απωθημένα. Μετουσιώθηκαν σε ιστορικά πρόσωπα, βαθειά ριζωμένα μέσα σε βοσνιακές και ευρωπαϊκές παραδόσεις, πλούσια σε ιδέες και γεμάτα από πολιτικές και ιδεολογικές ανησυχίες. Η σχέση τους με τη λογοτεχνία, μια σχέση την οποία ο συγγραφέας αναδεικνύει ανάγλυφα στην πραγματεία του, προσέδιδε μια νότα λυρισμού στη βιογραφία τους. Συμφωνα, πάντοτε, με τον Dedijer, είχαν πέσει θύματα της φιλελεύθερης εθνικιστικής ιδεολογίας της εποχής, την οποία ασπάσθηκαν μαζί με ορισμένες σοσιαλιστικές και αναρχικές θέσεις. Τα μέλη της “Νέας Βοσνίας” ήταν οπαδοί διαφόρων (και διαφορετικών) Ευρωπαίων πολιτικών και στοχαστών, όπως οι Mazzini, Masaryk, Chernishevsky και Bakunin. Εμπνέονταν από τα ευγενέστερα λογοτεχνικά αριστουργήματα. Ο Γουλιέλμος Τέλλος του Friedrich Schiller, επί παραδείγματι, διατήρησε μέσα τους ζωντανή τη φλόγα για τον αγώνα ενάντια στην τυραννία και την απαλλαγή από τη δυναστεία των Αψβούργων. Εμπνέονταν, επίσης, από τα γραπτά των Kierkegaard, Strindberg, Ibsen, Edgar Allan Poe, Walt Whitman, Oscar Wilde, Dostoyevsky και Maxim Gorky, φθάνοντας μέχρι σημείου να επιχειρήσουν να μεταφράσουν ορισμένα από αυτά.⁹¹ Εν ολίγοις, ο Dedijer τους ανέσυρε από το χώρο της απρόσωπης αφήγησης, τοποθετώντας τους στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας. Τους απεικόνισε σαν να επρόκειτο για ένα κράμα του κοινωνικού στερεώματος της Βοσνίας με τις θεμελιώδεις ευρωπαϊκές πολιτικές και ιδεολογικές αντιλήψεις και τάσεις της εποχής. Καταφέροντας να προσδώσει ανθρώπινη διάσταση στους συνομώτες στα μάτια των Ευρωπαίων και Αμερικανών αναγνωστών, ολοκλήρωσε,  κατά κάποιο τρόπο, αυτό που νωρίτερα είχε ξεκινήσει η Rebecca West.

H επιτυχία του βιβλίου υπήρξε μεγάλη, οι δε απανωτές μεταφράσεις της αρχικής έκδοσης στα Γαλλικά, στα Γερμανικά και στα Ιταλικά, συνέβαλαν ώστε κομβικής σημασίας στοιχεία, σχετικά με τους συνωμότες του Σεράγεβου, να καταστούν προσιτά στον όποιον ενδιαφερόμενο αναγνώστη της Δύσης. Η βιβλιοκρισία, την οποία δημοσίευσε ο Α.J.P. Taylor στο έγκυρο δεκαπενθήμερο περιοδικό The New York Review of Books, απηχεί την εντύπωση, η οποία προκλήθηκε μεταξύ των συναδέλφων του: “(Ο συγγραφέας) δίδαξε πρόσφατα στα Πανεπιστήμια της Οξφόρδης, του Μάντσεστερ, του Χάρβαρντ και του Κορνέλ. Κυρίως, όμως, πρόκειται για έναν δημοσιογράφο, που γνωρίζει πολύ καλά το πώς να γράφει. Κανείς άλλος, σε ολόκληρο τον κόσμο, δεν θα μπορούσε να συγγράψει το βιβλίο αυτό με τόση ικανότητα, ορθή αξιοποίηση των πηγών και με τόσο μεγάλη αποστασιοποίηση”. Χαρακτήρισε τη μελέτη σαν “την πρώτη, μέχρι στιγμής, που χειρίστηκε με τόση αντικειμενικότητα τη δολοφονία του Σεράγεβου. Όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που ένας έντιμος ιστορικός πραγματεύεται το ερευνητικό του αντικείμενο, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως απόλυτη δημοσίευση επί του θέματος”.⁹²

Από τη στιγμή που, χάρη στο βιβλίο του Dedijer, οι συνωμότες απόκτησαν ανθρώπινη ταυτότητα, παρατηρήθηκε ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον γι αυτούς, συμπεριλαμβανομένων και δυο, οι οποίοι βρίσκονταν ακόμα εν ζωή. Ο πρώτος ήταν ο Cvetko Popović, συνταξιούχος επιμελητής του Εθνογραφικού Μουσείου του Σεράγεβου, ο οποίος δημοσίευσε μια δήλωση στους New York Times, προτού, μάλιστα, κυκλοφορήσει το βιβλίο του Dedijer στο εμπόριο. Τη σχετική συνέντευξη πήρε, κατά τρόπο σχεδόν τυχαίο, ο David Binder, με την αφορμή της συμπλήρωσης πενήντα ετών από τη δολοφονία.⁹³ Αργότερα, ακολούθησαν και άλλες, ανάλογου είδους, συνεντεύξεις. Το 1973, οι  New York Times εκ νέου, δημοσίευσαν έναν σύντομο διάλογο κα τον καθηγητή Vasa Čubrilović. Το ίδιο έτος, οι Times πήραν συνέντευξη από ένα άλλο μέλος της “Νέας Βοσνίας”, τον Γιουγκοσλάβο πολιτικό εξόριστο Ratko Parežanin.⁹⁴

Γενικότερα, το βιβλίο του Dedijer σηματοδότησε μια νέα εποχή, καθώς οι συμμετέχοντες στην “απόπειρα” φωτίζονται κάτω από διαφορετική οπτική γωνία. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας προσέγγισης αποτελεί ο πρόλογος στην αμερικανική έκδοση της μελέτης “Η κρίση του Ιουλίου” (“The July Crisis”) του Γερμανού ιστορικού Imanuel Geiss (1931-2012). O Geiss εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή υπό την καθοδήγηση του φημισμένου καθηγητή Fritz Fischer (1908-1999), και τον βόηθησε να διαμορφώσει τη γνωστή θεωρία του σχετικά με τις ευθύνες της Γερμανίας στο ζήτημα της έκρηξης του πολέμου, τη συνέχεια μεταξύ Δευτέρου και Τρίτου Ράϊχ. Με την πάροδο του χρόνου, οι ιδέες αυτές άρχισαν να συμπεριλαμβάνονται στη διεθνή ιστοριογραφία και να γίνονται αποδεκτές ακόμη και μέσα στη ίδια τη Γερμανία.⁹⁵ Ο Geiss ειδικότερα, κατέληγε στο συμπέρασμα πως “η αποτρόπαια πράξη του Σεράγεβου κατά κανένα τρόπο δεν υπαγορεύθηκε από την Κυβέρνηση της Σερβίας”. Είχε σχεδιαστεί “από την εξτρεμιστική πτέρυγα του Σερβικού εθνικισμού, την μυστική οργάνωση Ένωση ή Θάνατος”. Η αρχική, ωστόσο, ιδέα, είχε ως προέλευση  κύκλους της “Νέας Βοσνίας”. Για να συνεχίσει: “Σε τελευταία ανάλυση, η δολοφονία του Σεράγεβου υπήρξε έργο του ιδίου του Princip προσωπικά, με έμμεση ανάμειξη της “Μαύρης Χείρας”. Όχι, όμως, της Σερβικής Κυβέρνησης ούτε, κατ επέκταση, του Σερβικού λαού”.

Η ουσιαστική ευθύνη αναλογούσε στην άρχουσα τάξη της Αυστροουγγαρίας: “Λιγότερο επειδή έστειλε τον Φραγκίσκο-Φερδινάνδο σε ένα άντρο βομβιστών και περισσότερο εξαιτίας της εγγενούς αδυναμίας της να ικανοποιήσει τον δίκαιο αγώνα των διαφόρων εθνοτήτων της για ελευθερία, ισότιμη μεταχείριση και κοινωνική δικαιοσύνη (ένα κίνητρο, το οποίο αγνοείται γενικότερα από την καταδίκη των συνωμοτών εκ μέρους της Γερμανίας και της Αυστρίας). Οι δυο παραπάνω Δυνάμεις, με την άκαμπτη προσήλωσή τους σε πολιτικές και κοινωνικές αξίες, δεν άφησαν την παραμικρή διέξοδο στον αναβρασμό της Νοτιοσλαβικής διανόησης. Η τελευταία, ευρισκόμενη σε κατάσταση απελπισίας, οδηγήθηκε με μαθηματική ακρίβεια στο έγκλημα της πολιτικής δολοφονίας. Κάθε ιστορική αποτίμηση των πολύπλοκων συμβάντων των μηνών Ιουλίου και Αυγούστου του 1914, οφείλει να μην αγνοήσει την παράμετρο αυτή, κάτι, το οποίο έπραξαν επί μακρόν η Γερμανία και η Αυστρία. Είναι προφανές πως οι δύο παραπάνω χώρες έσφαλαν στην όλη αξιολόγηση των βαθύτερων αιτίων του εγκλήματος”.⁹⁶ Είναι εμφανές ότι πολλά από τα συμπεράσματα του Dedijer, αντανακλώνται στις απόψεις του Geiss, κάτι που αποδεικνύεται και από τις συχνές παραπομπές.

 Η εικόνα του Princip στις δεκαετίες του ’60 και του ’70

Το 1964, η Γιουγκοσλαβική Κυβέρνηση κλήθηκε να χειρισθεί μια πρόκληση: την επέτειο των πενήντα ετών από τα γεγονότα του Σεράγεβου. Αποφασίστηκε να πραγματοποιηθούν ορισμένες εκδηλώσεις επιτόπου. Η όλη οργάνωση ανατέθηκε στις αρχές της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, μέλους, τότε, της Κομμουνιστικής Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας. Επρόκειτο για μια επιδέξια κίνηση. Έχοντας υποβαθμίσει την επέτειο σε εκδήλωση τοπικού βεληνεκούς, η Κυβέρνηση του Βελιγραδίου μπορούσε να αντικρούσει τις όποιες κατηγορίες, προερχόμενες από τον διεθνή χώρο. Σε αντιδιαστολή με το προπολεμικό καθεστώς, το οποίο είχε αποφύγει να στείλει εκπρόσωπο στο Σεράγεβο το 1930, για την τελετή εντοιχισμού αναμνηστικής πινακίδας στο σημείο της δολοφονίας, η κομμουνιστική Γιουγκοσλαβία έπραξε περισσότερα. Το 1964, ο Princip και οι συνεργοί του τιμήθηκαν με κάποια μεγαλύτερη επισημότητα. Ωστόσο, το πρόβλημα εξακολουθούσε να παραμένει αναλοίωτο. Ορισμένα δεδομένα αφήνουν να εννοηθεί ότι το κομμουνιστικό καθεστώς ήταν αναγκασμένο να λάβει υπόψη την εναπομείνασα οργή της Δύσης κατά του Princip και της πράξης του. Τον Μάρτιο του ιδίου έτους, η κορυφαία εφημερίδα του Βελιγραδίου, Politika, δημοσίευσε την είδηση πως ένα πρόπλασμα του αδριάντα του Princip, έργο του γλύπτη Afan Hozić, είχε “προσωρινά τοποθετηθεί στην όχθη του ποταμού Miljacka, ακριβώς απέναντι από σημείο της δολοφονίας”. Ο ανταποκριτής της Politika, πλημμυρισμένος από ενθουσιασμό, μετέδωσε τις εντυπώσεις πολιτών του Σεράγεβου, οι οποίοι “ομόφωνα τάσσονταν υπέρ της ανέγερσης του χάλκινου αγάλματος στο ακριβές σημείο, από όπου ο Princip πυροβόλησε”.⁹⁷ Όταν, τον επίμαχο Ιούνιο, κατέφθασαν στην πρωτεύουσα της Βοσνίας ξένοι ανταποκριτές, δεν υπήρχε κανένα άγαλμα. Είναι προφανές ότι το πρόπλασμα είχε αποσυρθεί δίχως να υπάρξει κάποια συνέχεια.

O διάσημος (γεννηθείς στο Σεράγεβο) σκηνοθέτης  Emir Kusturica ασπάζεται την προτομή του Gavrilo Princip στην πόλη Tovariševo της Σερβίας.

Οι διάφορες ανταποκρίσεις των Times και New York Times από το Σεράγεβο, επιτρέπουν να διαμορφώσει κανείς μια εικόνα ως προς το παρασκήνιο της όλης υπόθεσης. Οι τοπικές αρχές είχαν λάβει από την κεντρική Κυβέρνηση σαφή εντολή να υποβαθμίσουν τις τελετές. Όπως διαβάζει κανείς στους Times, “περί τα 300 άτομα συγκεντρώθηκαν περισσότερο για να υπενθυμίσουν την επέτειο και όχι προκειμένου να την τιμήσουν, έστω και αν οι πυροβολισμοί του Σεράγεβου δρομολόγησαν, τελικά, τις διαδικασίες για την ενοποίηση των Νοτιοσλάβων”.⁹⁸   Την ίδια την ημέρα της 50ής επετείου, ο ανταποκριτής των New York Times David Binder, σημείωνε πως ο Princip “αντιμετωπίζεται, πλέον, ως ήρωας της κίνησης υπέρ της δημιουργίας ενός Νοτιοσλαβικού κράτους, απαλλαγμένου από τον Αυστριακό και από τον Οθωμανικό ζυγό”. Διαπίστωνε, επίσης, την ύπαρξη, μέσα στην πόλη του Σεράγεβου, μιας γέφυρας, η οποία έφερε το όνομά του. Ωστόσο, δεν έτυχε να δει κανένα άγαλμα ούτε και αναμνηστικά είδη με την εικόνα του. Τέλος, ο Binder δεν παρέλειψε να συμπεριλάβει στην ανταπόκρισή του την ακόλουθη δήλωση ενός κατοίκου της πόλης: “Μη γελιέστε. Είμαστε υπερήφανοι για το συμβάν, όχι γιατί προκάλεσε τον πόλεμο, αλλά επειδή ενεργοποίησε τη διαδικασία για την απελευθέρωσή μας”.⁹⁹ Ό,τι η Βασιλική Γιουγκοσλαβική Κυβέρνηση απέτυχε να πράξει το 1930 –  αντιμετωπίζοντας ολόκληρη σειρά από καταδικαστικά δημοσιεύματα των Times παρόλη την προσπάθειά της να προσδώσει ιδιωτικό χαρακτήρα στην υπόθεση ανέγερσης αναμνηστικής πινακίδας στο σημείο της δολοφονίας – το κατάφερε το 1964, εν μέρει, το κομμουνιστικό καθεστώς. Βέβαια, στους εορτασμούς της πεντηκονταετίας, ήταν παρούσα όλη η κομμουνιστική ιεραρχία της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης. Παραβλέποντας το γεγονός αυτό, ο Binder κατέληγε στο συμπέρασμα ότι “οι τελετές δεν ήταν εν γνώσει της Γιουγκοσλαβικής Κυβέρνησης, κάτι που υπονοεί πως οι τρομοκρατικές ενέργειες της 28ης Ιουνίου 1914 προκαλούν αποστροφή στις αρχές του Βελιγραδίου”. Ο ανταποκριτής των New York Times προχωρούσε ακόμη μακρύτερα στις εκτιμήσεις του, πιστεύοντας ότι μια πόλη 200.000 κατοίκων την ημέρα εκείνη “έστρεψε κυριολεκτικά την πλάτη της στους νεαρούς εκείνους, που την είχαν καταστήσει διάσημη πενήντα χρόνια νωρίτερα”.¹ºº Πρόκειται ακριβώς για τον τρόπο, με τον οποίο η Γιουγκοσλαβική Κυβέρνηση επιθυμούσε να παρουσιαστεί το γεγονός στη Δύση.

Η εφημερίδα Politika του Βελιγραδίου ενημέρωσε το αναγνωστικό της κοινό πως στις 28 Ιουνίου 1964, είχε λάβει χώρα μια εκδήλωση μνήμης στο Σεράγεβο, στην οποία είχαν παραστεί ο πρωθυπουργός της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης Džemal Bijedić και άλλοι υψηλά ιστάμενοι κρατικοί λειτουργοί. Γινόταν, επίσης, μνεία, για παρουσία ξένων τουριστών, όχι όμως Γιουγκοσλάβων.¹º¹ Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν πως η τελετή έχαιρε της υποστήριξης των τοπικών αρχών, όχι, όμως, και εκείνης της κεντρικής κυβέρνησης. Πιθανότατα δε, οι όποιοι Γιουγκοσλάβοι επίδοξοι προσκυνητές, αποθαρρύνθηκαν από κάθε είδους πρόθεση να μεταβούν επιτόπου. Ένας άλλος ανταποκριτής των New York Times, o Joseph A. Barry, παρόλο που υπήρξε περισσότερο διεισδυτικός στην έρευνά του, δεν κατάφερε, παρά ταύτα, να αποκωδικοποιήσει την όλη κατάσταση. Σε ένα μακροσκελές άρθρο του Κυριακάτικου φύλλου, υπογράμμιζε την αμηχανία των κομμουνιστικών αρχών της χώρας στο ζήτημα του εορτασμού της πράξης του Princip. “Αισθάνονται αμηχανία για δυο λόγους. Πρώτον, γιατί γνωρίζουν πολύ καλά πως, παρά το γεγονός ότι σε επίπεδο του απλού λαού μέσα στη Γιουγκοσλαβία,  ο Princip θεωρείται εθνικός ήρωας, στα μάτια του υπόλοιπου κόσμου – συμπεριλαμβανομένου και του κομμουνιστικού στερεώματος – φαντάζει ως ο παράφρων, που οδήγησε τις εξελίξεις στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο”.¹º² “Με αυτό τον τρόπο, η κομμουνιστική ιεραρχία του Βελιγραδίου έχει πράξει τα πάντα, προκειμένου να περιβάλλει τον Princip με έναν πειστικό μανδύα, εκείνον της συμμετοχής του στην οργάνωση“Νέα Βοσνία”.¹º³

Ο Barry, χαρακτήρισε τον Murat Kusturica, υπουργό Πληροφοριών της Βοσνίας, ως έναν από τους λειτουργούς εκείνους, που ως αποστολή  είχαν να αποθαρρύνουν, γενικότερα, τους ξένους δημοσιογράφους, έστω και αν, φαινομενικά, έδινε την εντύπωση ενός προσηνούς και φιλικού ατόμου. Ο ανταποκριτής των New York Times σημείωνε πως ο Kusturica είχε αλλεπάλληλες συναντήσεις με τις δημοτικές αρχές σχετικά με το πώς θα απέφευγε να παράσχει οποιαδήποτε βοήθεια προς τους δημοσιογράφους, οι οποίοι θα συνέρρεαν στο Σεράγεβο για να καλύψουν τις επετειακές εκδηλώσεις.¹º⁴

Παίρνοντας συνέντευξη από έναν από τους επιζώντες της συνωμοσίας, τον Hamdija Nikšić, τον ρώτησε “εάν γνώριζε πως οι αρχές υπονόμευαν την όλη ιστορία”.“Ναι, γνωρίζω. Αυτό άπτεται του τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Βασιλείς και βασίλισσες εξακολουθούν να υφίστανται” ήταν η απάντηση. Εν συνεχεία, ο Barry επισκέφθηκε ένα καφενείο, στο οποίο σύχναζαν εργάτες. Εκεί πληροφορήθηκε ότι ο εργατικός κόσμος της πόλης υποστήριζε την ιδέα να επιτρέψει στα παιδιά του να επισκεφθούν το μουσείο του Princip.¹º⁵

Γκράφιτι με το πρόσωπο του Princip σε τοίχο του σημερινού Βελιγραδίου.

O Barry επισημαίνει, παράλληλα, πως οι επετειακές εκδηλώσεις του 1964 δεν ήταν κάποια ιδιωτική υπόθεση. Ο ίδιος υπήρξε μάρτυς της αμηχανίας των επίσημων κομμουνιστικών αρχών. Κατά τη γνώμη του, ο Princip εξακολουθούσε να είναι ένα ανισόρροπο άτομο. Ωστόσο, τα πράγματα έμελλαν να μεταβληθούν πολύ γρήγορα. Κομβικό ρόλο διαδραμάτησε η κυκλοφορία της μελέτης του Dedijer. Οι οπαδοί της “Νέας Βοσνίας”, είχαν βρει, επιτέλους, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, έναν τρόπο να διηγηθούν τα βιώματά τους στις περισσότερες, μάλιστα, από τις καθιερωμένες διεθνείς γλώσσες.  Δέκα χρόνια αργότερα, το ίδιο ακριβώς συνέβη με έναν από τους ελάχιστους επιζώντες της συνωμοσίας και προσωπικό φίλο του Princip, τον Ratko Parežanin (είχαν συγκατοικήσει στο ίδιο δωμάτιο στο Βελιγράδι, λίγες εβδομάδες πριν από την απόπειρα). Έπειτα από το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ως πολιτικός πρόσφυγας πλέον, ο  Parežanin παραχώρησε συνέντευξη στους Times. Μόλις είχε κυκλοφορήσει τότε στο Μόναχο το βιβλίο του “H Νέα Βοσνία και ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος.¹º⁶ Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε την ημέρα της συμπλήρωσης των εξήντα ετών, στις 28 Ιουνίου 1974, ο δε  Parežanin έφερε, εν προκειμένω, την ιδιότητα ενός “αφυπηρετήσαντος Γιουγκοσλάβου διπλωμάτη”. O ίδιος ισχυρίσθηκε ότι, όπως άλλωστε και ο Princip, “δεν είχε καν διανοηθεί πως μια τέτοια ενέργεια μπορούσε να έχει ως συνέπεια το ξέσπασμα ενός γενικευμένου πολέμου”. Τέλος, ως προς το ζήτημα του συσχετισμού της δολοφονίας με την τρομοκρατική έξαρση της δεκαετίας του 1970, προέβη στην ακόλουθη ερμηνεία: “Δυστυχώς, η βία έχει αποκτήσει στις μέρες μας τη χειρότερη δυνατή μορφή. Το χρήμα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και δεν είναι λίγοι οι τρομοκράτες  που πληρώνονται αδρά. Η περίπτωση του Princip υπήρξε εκ διαμέτρου διαφορετική. Κινητοποιήθηκε από ηρωϊσμό και αγάπη προς την πατρίδα του, όντας προετοιμασμένος να θυσιάσει ακόμα και την ίδια του τη ζωή. Ήμασταν φτωχοί, αλλά γεμάτοι ιδεαλισμό. Τη στιγμή που τον αποχωρίστηκα εκείνη τη μέρα κοντά στο ποτάμι, με ρώτησε αν μπορούσα να του δανείσω λίγα χρήματα, προκειμένου να αγοράσει για τον εαυτό του  κάτι να φάει”.¹º⁷

‘Αλλος τρόπος απενοχοποίησης του Princip, ήταν το γύρισμα μιας υψηλού κόστους κινηματογραφικής παραγωγής στη Γιουγκοσλαβία. Τον Μάρτιο του 1974, ο ειδικός απεσταλμένος των New York Times Malcolm W. Browne, έκανε λόγο για κάτι τέτοιο, επισημαίνοντας ό,τι “κάτοικοι του Σεράγεβου ερωτοτροπούν για μια ακόμη φορά με την ιδέα της ηθικής δικαίωσης των πολιτικών δολοφονιών”. Το άρθρο ανέφερε δίχως περιστροφές πως πρόθεση του σκηνοθέτη Veljko Bulajić, αγαπημένου σκηνοθέτη του Josip Broz Tito, “ήταν να δικαιώσει τη δολοφονία”.¹º⁸ Κρίνοντας δε από τις αντιδράσεις των επισήμων αρχών, ο Browne κατέληγε στο συμπέρασμα πως η ταινία “έχαιρε της ευλογίας των ηγετών του ΚΚ, παρά το γεγονός ότι οι τελευταίοι δεν είχαν ξεκαθαρίσει απόλυτα μέσα τους κατά πόσο η δολοφονία αποτελεί ή όχι θεμιτό πολιτικό εργαλείο”.¹º⁹ Για τις ανάγκες της κοινής αυτής Γιουγκοσλαβικής-Τσεχοσλοβακικής παραγωγής, η οποία συγκαταλεγόταν μεταξύ των 21 υποψηφίων για το βραβείο Όσκαρ της καλύτερης ξένης ταινίας για το έτος 1976, ο Bulajić επιστράτευσε γνωστούς αστέρες του Hollywood. Συγκεκριμένα, ο Christopher Plummer υποδύθηκε τον Φραγκίσκο-Φερδινάνδο και ο Maximilian Schell τον Djuro Šarac. Από μόνο του, το γεγονός αυτό υποδηλώνει την αλλαγή του κλίματος, που επήλθε στις ΗΠΑ, στη Βρετανία, στην Τσεχοσλοβακία και στη Γιουγκοσλαβία την επομένη της έκδοσης και κυκλοφορίας του βιβλίου του Dedijer. Ο Bulajić επιχείρησε να μιμηθεί το παράδειγμα του τελευταίου στο χώρο της έβδoμης τέχνης. Ο τίτλος της ταινίας στα σερβο-κροατικά ήταν Atentat u Sarajevu. Στο διεθνές στερέωμα κυκλοφόρησε με την περισσότερο δραματική διατύπωση Η μέρα που συγκλόνισε τον κόσμο (“The Day that shook the world”). Παρά ταύτα, απέτυχε να πείσει τους ειδικούς στη Δύση. Η ετυμηγορία των New York Times δεν άφηνε περιθώρια για κανενός είδους παρερμηνείες: “Μια αλλόκοτη ταινία” (“A Quaint Film”). ¹¹º

 

Ο Σερβο-Βόσνιος ηθοποιός Irfan Mensur ως Gavrilo Princip στην ταινία Atentat u Sarajevu.                

Η περιγραφείσα, παραπάνω, τάση για προσέγγιση του Princip και της πράξης του, δοκιμάστηκε εν μέρει από την ανάδειξη της αραβικής τρομοκρατίας στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, όταν η οργάνωση “Μαύρος Σεπτέμβρης” προέβη σε μια σειρά αεροπειρατιών και βομβιστικών επιθέσεων. Το 1967, η Κομμουνιστική Γιουγκοσλαβία είχε διακόψει τις διπλωματικές της σχέσεις με το κράτος του Ισραήλ παρέχοντας την υποστήριξή της στην Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Υπό αυτές τις συνθήκες, η 60ή επέτειος της δολοφονίας του Σεράγεβου διαδραματίστηκε σε διαφορετικό κλίμα, λιγότερο ευνοϊκό για τον Princip, ο οποίος κατά τις παρελθούσες δεκαετίες είχε ταυτιστεί από μεγάλο μέρος του δυτικού κόσμου με την εικόνα του τρομοκράτη και του φανατικού. Όλα αυτά καταγράφηκαν από τους New York Times, ο ειδικός απεσταλμένος των οποίων ήταν προφανώς εν γνώσει των διασυνδέσεων μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Παλαιστινίων ¹¹¹, καθώς επεδίωξε να τις συσχετίσει με την επέτειο της μεμονωμένης πράξης του Princip. Υποψιασμένος για ερωτήσεις αυτής της μορφής, ο  Δρ. Marko Šunić, αντιπρόεδρος της τοπικής κυβέρνησης της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και εκπρόσωπος, εν προκειμένω, της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, απάντησε αόριστα στη σχετική συνέντευξη που παραχώρησε προς την εφημερίδα, μη κρύβοντας, ωστόσο, τη συμπάθειά του προς το πρόσωπο του Princip.¹¹²

 Επανεκτιμήσεις των δεκαετιών του ’80 και του ΄90.

Η συμπλήρωση των εβδομήντα ετών από τη δολοφονία συνέπεσε με τη διοργάνωση, το 1984, στο Σεράγεβο, των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων, γεγονός που οδήγησε αναπόφευκτα σε δημιουργία ιστορικών συνειρμών. Ενδεικτική υπήρξε η ανταπόκριση των New York Times: “Όποιοι και αν είναι οι χρυσοί ολυμπιονίκες, η διαπίστωση είναι μια και μοναδική: το Σεράγεβο εξακολουθεί να παραμένει γνωστό στην ιστορία για τη δολοφονία του Αρχιδούκα Φραγκίσκου-Φερδινάνδου, η οποία και ενεργοποίησε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο”. Θεωρώντας πως ο Princip είχε αναγορευθεί από τους κατοίκους της πόλης σε ήρωα, ο Dave Anderson σημείωνε πως τα αποτυπώματα από τα υποδήματα του Princip στο σημείο της απόπειρας, ήταν εφάμιλλα, από τουριστικής απόψεως, με εκείνα των κινηματογραφικών αστέρων του Holywood.¹¹³ Σε μια άλλη ανταπόκριση της ίδιας εφημερίδας, σχετική με τον χειμερινό τουρισμό, ο δημοσιογράφος Clifford May επισήμανε πως πρώτος σταθμός επίσκεψης στο Σεράγεβο “ήταν το Μουσείο της Νέας Βοσνίας, στη γωνία ακριβώς όπου στις 28 Ιουνίου του 1914, ένας δεκαεννιάχρονος εθνικιστής φοιτητής, ονόματι Gavrilo Princip δολοφόνησε τον διάδοχο του Αυστροουγγρικού θρόνου”.¹¹⁴ Στη δεκαετία του ΄80, η εικόνα του Princip στις στήλες των New York Times, είχε υποβαθμισθεί σε επίπεδο τουριστικής ψυχαγωγίας.

Ένα σημαντικό γεγονός της δεκαετίας του ΄80, πέρασε δυστυχώς σχεδόν απαρατήρητο από τους ειδικούς. Πρόκειται για τη μετάφραση στην αγγλική γλώσσα και με ένα νέο πρόλογο, των πρακτικών της δίκης των δραστών, που τριάντα χρόνια νωρίτερα είχαν κυκλοφορήσει στα σερβο-κροατικά σε επιμέλεια του Vojislav Bogićević.¹¹⁵ Η έκδοσή τους προκάλεσε περιορισμένο ενδιαφέρον. ¹¹⁶ Όταν, πολύ πρόσφατα, η συμπλήρωση των εκατό ετών αναβίωσε εκ των πραγμάτων το ενδιαφέρον γύρω από το πρόσωπο του Princip, η ύπαρξη της σημαντικής αυτής έκδοσης είχε σχεδόν ξεχαστεί στη Δύση.

Κατά τη δεκαετία του 1990, η εικόνα των Σέρβων στον αγγλοσαξωνικό κόσμο υπέστη μεγάλη φθορά. Η άσκηση της εξουσίας από τον Slobodan Milošević, οι διώξεις σε βάρος των αντιφρονούντων στη Σερβία, το είδος της συμμετοχής της τελευταίας στην όλη διαδικασία διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας (1991-1999), συνέβαλαν στην εμπέδωση μιας καθόλα αρνητικής εικόνας. Αποκορύφωμα υπήρξε η διετία 1993-1995 καθώς και το έτος 1999, κατά τη διάρκεια και αμέσως έπειτα από την παρέμβαση του ΝΑΤΟ. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα αμερικανικά και βρετανικά μέσα στοχοποίησαν τον Σερβικό εθνικισμό. Οποιοσδήποτε συσχετισμός του Princip με αυτόν ισοδυναμούσε με εξοστρακισμό. Επόμενο ήταν να αναβιώσουν οι παλαιότερες εκδοχές περί μανιακού δολοφόνου. Επιπρόσθετα, o Princip αμφισβητείτο από τις δυο κυρίαρχες μη σερβικές εθνότητες της Βοσνίας. Ο ανταποκριτής των New York Times στην πρώην Γιουγκοσλαβία Chris Hedges, περιέγραφε τί ακριβώς διδάσκονταν οι Σέρβοι, Κροάτες και Μουσουλμάνοι της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης: “Ήρωας και ποιητής για τους μαθητές του ελεγχόμενου από τους Σέρβους τμήματος της χώρας. Τρομοκράτης – δολοφόνος εκπαιδευμένος από τους Σέρβους, για τους νεαρούς Κροάτες. Εθνικιστής, η πράξη του οποίου ενεργοποίησε διώξεις σε βάρος των υπολοίπων εθνοτήτων για τους Μουσουλμάνους. Κι όμως, ενόσω Σέρβοι, Κροάτες και Μουσουλμάνοι ζούσαν υπό την κοινή σκέπη του Κομμουνισμού, η εικόνα στα διάφορα εγχειρίδια Ιστορίας ήταν ενιαία: εκείνη του ήρωα”.¹¹⁷ Γενικότερα, διαρκούσης της δεκαετίας του ΄90, Αμερικανοί και Βρετανοί δημοσιογράφοι ήταν προκατειλημμένοι εναντίον των Σερβο-Βοσνίων. Επόμενο ήταν, ο Princip να μετατραπεί στα μάτια τους σε Σέρβο εθνικιστή. Τον Μάιο του 1995, ο Roger Cohen, ένας ανταποκριτής των New York Times με μεγάλη επιρροή, ξεκινούσε ένα άρθρο του, γραμμένο στο Σπλιτ, με μια αναφορά “σε έναν Σέρβο εθνικιστή ονόματι Gavrilo Princip”. Κατέληγε δε ως ακολούθως: “O κ. Princip και οι πέριξ αυτόν, μάχονταν υπέρ των Σερβικών εθνικών συμφερόντων μέσα στη Βοσνία”.¹¹⁸ Με τον τρόπο αυτό, μια αόρατη γέφυρα είχε στηθεί ανάμεσα στον Princip και τους Σερβο-Βόσνιους της περιόδου 1992-1995. Σε ορισμένα δε δυτικά έντυπα είχε φωλιάσει η εικόνα της ύπαρξης ενός δυνατού συσχετισμού ανάμεσα στον Princip και τον Σερβο-Βοσνιακό στρατό ή, ακόμα χειρότερα, ανάμεσα στη δολοφονία του Σεράγεβου και τη σφαγή της Srebrenica. Ρόλο συνδετικού ιστού ασκούσε, στην περίπτωση, ο Σερβικός εθνικισμός.

Γενικότερα, μπορούμε να πούμε πως είχε επικρατήσει μια λανθάνουσα συναίνεση μεταξύ Σέρβων, Κροατών, Μουσουλμάνων και Δυτικών σχετικά με την ταυτότητα του Princip. Για όλους αυτούς, ο Princip ήταν αποκλειστικά Σέρβος. Είχε γεννηθεί Σέρβος και μεγαλώσει σε μια περιοχή γαλουχημένη με Σερβική επική παράδοση γύρω από τη μάχη του Κοσσυφοπεδίου. Γνώριζε απ έξω το Στεφάνι του Βουνού (The Mountain Wreath), κορυφαίο έργο του Πρίγκηπα-Επισκόπου, ποιητή και φιλόσοφου Petar II Petrović-Njegoš (1813-1851).¹¹⁹ Ωστόσο, κατά τα ταραχώδη έτη που διαδέχθηκαν την προσάρτηση, εκ μέρους της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, των δυο επαρχιών της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης, δρομολογήθηκε μια προσέγγιση μεταξύ Σέρβων και Κροατών, η οποία επηρρέασε τα μέγιστα την αντίληψη γύρω από τον Princip. Ως εκ τούτου, όλοι όσοι τον είχαν σερβοποιήσει, στέρησαν από τον πραγματικό Princip την ταυτότητα, την οποία ο ίδιος είχε προσδιορίσει για τον εαυτό του την εποχή της απόπειρας και της δίκης, η οποία τη διαδέχθηκε. Ερωτηθείς τότε από τον πρόεδρο του δικαστηρίου Alois/Luigi von Curinaldi σχετικά με τις πεποιθήσεις του, απάντησε: “Είμαι ένας εθνικιστής, ένας Γιουγκοσλάβος, ο οποίος αγωνίζεται για την ενότητα όλων των περιοχών εκείνων, που έχουν απαλλαγεί από τον Αυστριακό ζυγό”¹²º. Θα μπορούσε να είχε προσθέσει ότι ανήκε στους προοδευτικούς κύκλους που προωθούσαν, από το 1911 και έπειτα, την ιδέα μιας κοινής Σερβο-Κροατικής ταυτότητας. Ο Cvetko Popović έχει προσφέρει σημαντικά στοιχεία γύρω από αυτή την υπόθεση. “Κατ εμέ”, γράφει, “οι προοδευτικοί Σερβο-Κροάτες ήταν μια εντελώς νέα εθνότητα, την οποία απαντούσε κανείς μόνο στο Σεράγεβο. Υποστήριζαν πως δεν ήταν μόνο Σέρβοι ή μόνο Κροάτες. Ήταν αμφότερα. Εμείς, Σερβοι και Κροάτες, τους κατηγορούσαμε ως προδότες. Σε αυτή την ομάδα ανήκε και ο Gavrilo Princip”.¹²¹ Από τα παραπάνω προκύπτει σαφέστατα πως, ήδη από το 1912, ο Princip είχε ασπασθεί μια ευρύτερη ταυτότητα, η οποία ξεπερνούσε τα στενά σερβικά όρια. Είχε διαμορφωμένη αντίληψη περί μιας εθνικής ενότητας μεταξύ Σέρβων και Κροατών. Τέλος, τον προσέλκυε η ιδέα μιας κοινής Σερβο-Κροατικής και, κατ επέκταση, μιας ευρύτερης Γιουγκοσλαβικής ταυτότητας.

 Η επέτειος της εκατονταετίας και τα νέα διλήμματα

H συμπλήρωση ενός αιώνα, αναπτέρωσε το ενδιαφέρον γύρω από το πρόσωπο του Princip στον Αγγλοσαξωνικό κόσμο. Το 2012 κυκλοφόρησε μια μελέτη του Christopher Clark (1960 – ), επιφανούς καθηγητή του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ, όπου ο συγγραφέας επιχειρεί να αναλύσει πώς και γιατί,το 1914, η Ευρώπη παρασύρθηκε σε πόλεμο.¹²² Το εισαγωγικό κεφάλαιο φέρει τον τίτλο “Σερβικά φαντάσματα” (“Serbian ghosts”). O Clark αποδίδει την έλλειψη γραπτών τεκμηρίων για τη συνωμοσία στο γεγονός της απόλυτης μυστικότητας, από την οποία διακατέχονταν όλα τα εμπλεκόμενα άτομα.¹²³ Η ορθή αυτή διαπίστωση δεν τον απέτρεψε, ωστόσο, από το να προβεί στη δική του ανασύνθεση του συμβάντος.

Christopher Clark.

Σύμφωνα με τον Clark, οι Princip, Čabrinović και Grabež “ήταν γεμάτοι από ιδανικά, στερούνταν, όμως, της απαραίτητης πείρας”. Είχαν εστιάσει την προσοχή τους στις δοκιμασίες και στα βάσανα των Σέρβων “κατηγορώντας τους πάντες πλην των Σέρβων γι αυτά”. Η θυσία είχε γίνει πραγματική εμμονή γι αυτούς ¹²⁴. Ο συγγραφέας τους περιγράφει ως ανήκοντες σε ένα δίκτυο, υπαγόμενο στον Dragutin Dimitijević Apis, τον επικεφαλής της μυστικής οργάνωσης “Μαύρη Χείρα”. Πρώτος έλαβε τη διαταγή από αυτόν ο Tankosić, ο οποίος και την μετέφερε στον Milan Ciganović, επίσης μέλος της οργάνωσης και εκτελεστικό όργανο της τελευταίας.¹²⁵ Επομένως, σύμφωνα με τον Clark, η δολοφονία υπήρξε έργο της “Μαύρης Χείρας”. Η ομάδα του Σεράγεβου (Mehmedbašić, Cvetko Popović και Vasa Čubrilović), δεν ήταν παρά προπέτασμα καπνού, προκειμένου να καλυφθούν οι διασυνδέσεις των συνωμοτών με το Βελιγράδι.¹²⁶ Ο Clark δεν απορρίπτει την εκδοχή, σύμφωνα με την οποία ο πρωθυπουργός της Σερβίας Pašić είχε τηρηθεί ενήμερος για τις προετοιμασίες (πιθανότατα από τον ίδιο τον Ciganović προσωπικά). Αναγνωρίζει, παρά ταύτα, πως η ερμηνεία αυτή συνάγεται από έμμεσες πηγές. “Εφόσον η διασύνδεση μεταξύ Ciganović και Pašić αποδειχθεί αληθής”, συνεχίζει, “τότε υφίστανται προϋποθέσεις, προκειμένου να υποστηρίξει κανείς πως ο  Pašić είχε λάβει εγκαίρως ενημέρωση για τη συνωμοσία”.¹²⁷ Οι ρωγμές ανάμεσα στη Σερβική πολιτική διοίκηση και τις στρατιωτικές αρχές, όπου είχε  παρεισφρήσει η “Μαύρη Χείρα”, “επεκτείνονταν πλέον σε ολόκληρη τη διαδρομή ανάμεσα στις όχθες του ποταμού Δρίνου και τα κέντρα αποφάσεων του Βελιγραδίου”¹²⁸ Σε μια εύθραυστη δημοκρατία, όπως ήταν την εποχή εκείνη η Σερβία, “οι αρμόδιοι ως προς τη λήψη των πολιτικών αποφάσεων βρίσκονταν σε κατάσταση άμυνας”. Έπειτα από άνω των τριών δεκαετιών ενασχόληση με τα κοινά, ο Pašić “ήταν ένα γνήσιο προϊόν του σερβικού πολιτικού στερεώματος: εχέμυθος έως μυστικοπαθής, προσεκτικός έως υπέρμετρα υποχωρητικός”. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά τον βοηθούσαν, αναμφίβολα, να επιβιώσει μέσα στον διαταραγμένο πολιτικό χώρο του Βελιγραδίου. Ταυτόχρονα, όμως, τον καθιστούσαν “επικίνδυνα ανίκανο να διαχειριστεί εκ μέρους της Σερβίας την κρίση, η οποία έμελλε να διαδεχθεί την εκπλήρωση της αποστολής των συνωμοτών”.¹²⁹ 

O Clark παρουσιάζει τον Princip και τους υπόλοιπους συνεργούς ως αμιγείς Σέρβους εθνικιστές. Έστω και με επιφυλάξεις, αποδίδει στην κυβέρνηση του Βελιγραδίου μερίδιο ευθύνης για τη δολοφονία. Αργότερα, μετέβαλε τις απόψεις του. Σε μια συνέντευξη, την οποία παραχώρησε στον ραδιοφωνικό σταθμό “Ελεύθερη Ευρώπη”, ξεκαθάρισε πως δεν θεωρούσε τη Σερβία συνυπεύθυνη για το έγκλημα “από τη στιγμή, κατά την οποία δεν ήταν αναμεμιγμένη στην υπόθεση της δολοφονίας”.¹³º Στην πρώτη έκδοση της μελέτης του στα αγγλικά, περιέγραφε τους συνωμότες ως “τρομοκράτες”.¹³¹ Έπειτα από έντονες διαμαρτυρίες, με προέλευση το Βελιγράδι, στην γερμανική έκδοση του ιδίου βιβλίου μετρίασε κάπως την ορολογία του.¹³²  Όπως και να έχει, πάντως, το ζήτημα, ο κύριος (εάν όχι ο μοναδικός) ένοχος, παραμένει για τον Clark η κυβέρνηση της Σερβίας. Όλοι οι υπόλοιποι πολιτικοί, αρμόδιοι για τις κρατικές αποφάσεις στο Βερολίνο, τη Βιέννη, την Αγία Πετρούπολη, το Λονδίνο και το Παρίσι, αφέθηκαν να παρασυρθούν στον πόλεμο ως “υπνοβάτες, στοιχειωμένοι από όνειρα, αλλά τυφλοί μπροστά στην πραγματικότητα της φρίκης, προς την κατεύθυνση της οποίας οι ίδιοι συμπαρέσυραν την Ανθρωπότητα”. Ο συγγραφέας επιμένει πως η διολίσθηση προς τον πόλεμο “δεν είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα της Agatha Christie, στο τέλος του οποίου βρίσκεται ο ένοχος δίπλα στο πτώμα κρατώντας στα χέρια του ένα καπνίζον, ακόμη, περίστροφο. Δεν υπάρχει καπνίζον περίστροφο σε αυτή την ιστορία. Ή, μάλλον, υπάρχει από ένα στα χέρια του κάθε πρωταγωνιστή. Υπό αυτή την οπτική, η έκρηξη του πολέμου ήταν τραγωδία, όχι έγκλημα”.¹³³ Με αυτά τα λόγια, ο Clark παραδέχεται στο τελικό του συμπέρασμα ότι μερίδιο ευθύνης ως προς την έκρηξη του πολέμου, αναλογεί στις εμπλεκόμενες, στην κρίση του Ιουλίου 1914, κυβερνήσεις.

Tο μείζον βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε το 2014, με αφορμή τη συμπλήρωση των εκατό ετών έχει ως συγγραφέα τον Tim Butcher (1967-  ), πρώην ανταποκριτή της Daily Telegraph στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Ο Butcher είχε καλύψει τα γεγονότα της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, κατά την κρίσιμη δεκαετία του ΄90. Το 2012 ακολούθησε τα ίχνη του Princip, από τη γενέτειρα του τελευταίου, το χωριό Obljaj στη νοτιοδυτική Βοσνία έως το Σεράγεβο, το Βελιγράδι και πάλι το Σεράγεβο. Το βιβλίο του είναι ένα κράμα οδοιπορικού, δημοσιογραφικής έρευνας και βιογραφίας του Princip. Μέσα σε ένα καταφύγιο του όρους Šator άφησε ένα σημείωμα, το οποίο προσδιόριζε με γλαφυρό τρόπο την ιδιότητά του: “Βρετανός συγγραφέας, σε αναζήτηση του φαντάσματος του Princip”.¹³⁴ Στην περιήγησή του είχε ως οδηγό έναν Βόσνιο Μουσουλμάνο, ο οποίος, ως παιδί, είχε επιζήσει από τη φρίκη του πολέμου της Βοσνίας. Παρακολουθώντας τη μοίρα του τελευταίου, ο Butcher άρχισε να διερωτάται ποιος ήταν πραγματικά ο Princip: “Ήταν από τους λίγους εκείνους, που αποκόμιζαν από τον εθνικισμό προσωπικά οφέλη, ή μήπως αγωνιζόταν για κάτι ευγενέστερο”;¹³⁵ Συνομίλησε και με τον  Džile, έναν από τους επιζώντες της σφαγής της Srebrenica, ο οποίος τον ρώτησε σχετικά με τον Princip: “Πρόκειται για τον νεαρό Σέρβο, που πυροβόλησε τον Αρχιδούκα στο Σεράγεβο, έτσι δεν είναι; …Εάν είχε την παραμικρή σχέση με τους Σέρβους, οι οποίοι επιτέθηκαν στη Srebrenica, τότε θα έλεγα πως τον μισώ. Είχε, όμως, οποιαδήποτε σχέση με αυτούς;”.¹³⁶

Στην προσπάθειά του να βρει μια απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα, ο Butcher ακολούθησε το παράδειγμα της Rebecca West και του Vladimir Dedijer, “ένα βιβλίο, το οποίο λειτούργησε ως ακρογωνιαίος λίθος στη δική μου περιπλάνηση”.¹³⁷ Ως συγγραφέας και ερευνητής, προσεγγίζει τον Princip όχι μόνο ως ιστορικό πρόσωπο, αλλά και ως ένα μεταμορφωμένο σύμβολο, έναν αιώνα αργότερα. Όντας ιδιαίτερα επικριτικός έναντι του Σερβικού εθνικισμού της δεκαετίας του ΄90, ο Butcher αποφεύγει να κάνει αναγωγές του ιδίου αυτού εθνικισμού στο παρελθόν. Επιχειρεί να ανακαλύψει έναν αυθεντικό Princip, μακρυά από κάθε είδους ιδεολογική και πολιτική φόρτιση. Στο τέλος του βιβλίου συμπεραίνει: “Ο Princip ήταν ένας ονειροπόλος, η σύντομη ζωή του οποίου τον εξέθεσε στα ίδια πολιτικά ρεύματα, που ενέπνευσαν τόσους άλλους στον αγώνα τους για απαλλαγή από μη αιρετές και απολυταρχικές δομές”. Ο Princip διακατεχόταν από το όραμα της απελευθέρωσης, ένα όραμα, το οποίο μοιράζονταν μαζί του κι άλλοι λαοί της Βαλκανικής, Ιρλανδοί εθνικιστές, Ρώσοι επαναστάτες της τσαρικής περιόδου, αλλά και λαοί άλλων ηπείρων.

Tim Butcher.

Η τοξική διάσταση του εθνικισμού αναδείχθηκε πολύ αργότερα. Ο Princip, πάντοτε κατά τον Butcher, είχε ένα σπάνιο ιδανικό, το οποίο, όμως, δεν κατόρθωσε να καρποφορήσει. “ Η επιθυμία του να δει τους Νοτιοσλάβους να συμβιώνουν, δεν υπήρξε όσο δυνατή χρειαζόταν για να υπερνικήσει τον σωβινισμό, που επικρατούσε μέσα στο ίδιο το δικό του περιβάλλον”.¹³⁸ Ο Butcher πιστώνεται μια σημαντική διάκριση, στην οποία προέβη. Κατάφερε να διαχωρίσει τον σύγχρονο Σερβικό εθνικισμό από εκείνον της “Νέας Βοσνίας” και του Princip, που διέθετε ένα Γιουγκοσλαβικό υπόβαθρο. Στη δεκαετία του ΄90, οι τρεις εθνότητες της Βοσνίας, για δικούς της λόγους η κάθε μια από αυτές, είχαν ασπασθεί την θεωρία ό,τι ο Princip ήταν Σέρβος και όχι Γιουγκοσλάβος. Οι δυτικοί δημοσιογράφοι υιοθέτησαν, με τη σειρά τους, την ιδέα αυτή. Ο Butcher κατάφερε να επαναφέρει τον Princip εκεί ακριβώς όπου τον είχε τοποθετήσει η υπέροχη έρευνα του Dedijer. Επρόκειτο για έναν Γιουγκοσλάβο εθνικιστή, ο οποίος προσέβλεπε στην ενοποίηση Σέρβων, Κροατών και υπολοίπων Γιουγκοσλάβων.  Στον Butcher έλαχε τελικά ο κλήρος να δημοσιεύσει το κείμενό του με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από τη δολοφονία του Σεράγεβου και 50 ετών από την κυκλοφορία της μελέτης του Dedijer. Αξίζει να επισημανθεί πως ο συγγραφέας επιχειρεί έναν παραλληλισμό ανάμεσα την εξεταστική επιτροπή Chilcot, η οποία συγκροτήθηκε προκειμένου να διερευνήσει τις συνθήκες εμπλοκής του Ηνωμένου Βασιλείου στο Ιράκ το 2003 και μια φανταστική αντίστοιχη επιτροπή, δικής του επινόησης, προορισμένη να διελευκάνει με ποιο τρόπο το 1914 η Ανθρωπότητα σύρθηκε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας λειτούργησε ως εφαλτήριο για μια διήγηση γύρω από τον Princip δια μέσου του φίλτρου γεγονότων της δεκαετίας του 1990 όπως π.χ. η σφαγή της Srebrenica: “Μια επιτροπή τύπου Chilcot, θα αναδείκνυε ασφαλώς ότι, το 1914, ο Princip ήταν ένας Γιουγκοσλάβος και όχι ένας Σέρβος εθνικιστής και πως ο ισχυρισμός της Βιέννης περί εμπλοκής της Σερβίας στην υπόθεση της δολοφονίας δεν ήταν παρά μια πρόφαση για να εισβάλλει στρατιωτικά σε ένα ενοχλητικό γειτονικό κράτος”.¹³⁹

 Οι Times του Λονδίνου τάχθηκαν κατά του συσχετισμού της σύγχρονης πραγματικότητας με την προσέγγιση του ιστορικού παρελθόντος. Αντίθετα, οι New York Times απέδειξαν πως ο παραπάνω συσχετισμός ήταν αναπόφευκτος. Συγκεκριμένα, ο John F. Burns δημοσίευσε ένα άρθρο, όπου τονιζόταν πως το Σεράγεβο “είχε μετατραπεί σε πεδίο αντικρουόμενων θέσεων σχετικά με την διεκδίκηση της κληρονομιάς του Princip”. Μιας κληρονομιάς, η οποία αντιμετωπιζόταν με διαφορετικό  τρόπο από τρεις εθνικές κοινότητες. Για τους Σέρβους, ο Princip φάνταζε “ως μια ηρωϊκή φυσιογνωμία στον αγώνα κατά του Αυστριακού ζυγού όχι μόνο για τους ίδιους, αλλά επίσης και για τους Κροάτες και τους Μουσουλμάνους. Με άλλα λόγια, ως ένας εκ των  σκαπανέων της γιουγκοσλαβικής ενότητας”. Οι έτερες δυο κοινότητες δεν έδειχναν να συμμερίζονται αυτή την οπτική. “Για τους Καθολικούς Κροάτες καθώς  και για μερίδα Βοσνίων Μουσουλμάνων, πολλοί εκ των οποίων στρέφονταν προς την κυβέρνηση της Βιέννης προς αναζήτηση προστασίας έναντι των Ορθοδόξων Σέρβων, μια εμφάνιση του Princip ως αναρχικού και τρομοκράτη, ακριβώς όπως τον είχαν χαρακτηρίσει οι δικαστικές αρχές του Σεράγεβου όταν τον καταδίκασαν σε πονή φυλάκισης 20 ετών, συνέφερε περισσότερο”. Ανάλογες διαφοροποιήσεις διέκρινε ο Burns και ως προς τον τρόπο, με τον οποίο τιμήθηκε η επέτειος της εκατονταετίας. “Οι Σέρβοι σκληροπυρηνικοί επιχείρησαν να μποϊκοτάρουν τελετές, που είχαν χρηματοδοτηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση με την προώθηση δικών τους εκδηλώσεων, όπως ήταν τα αποκαλυπτήρια αγαλμάτων και προτομών του Princip και η οργάνωση σχετικών ομιλιών προς τιμή του”.  Κατάφερε, μάλιστα, να εξασφαλίσει μια αποκλειστική συνέντευξη του διάσημου σκηνοθέτη Emir Kusturica, “αιχμή του δόρατος των εκδηλώσεων υπέρ του Princip”. Η συνέντευξη έλαβε χώρα στο Andrićgrad, προάστιο του Višegrad, μιας πόλης που υπέστη, σύμφωνα με τον Burns, “τις χειρότερες θηριωδίες εκ μέρους των Σέρβων (ομαδικοί βιασμοί, πυρπολήσεις κατοικιών με τους ενοίκους εγκλωβισμένους μέσα σε αυτές) το 1992, κατά τους πρώτους μήνες των εθνικών εκκαθαρίσεων στις ανατολικές επαρχίες της Βοσνίας”. Από μόνη της, αυτή η εισαγωγή του δημοσιογράφου οδηγεί αναπόφευκτα σε παραλληλισμούς ανάμεσα στον Princip του 1914 και την προβολή του τελευταίου στη δεκαετία του ’90. Σύμφωνα, μάλιστα, με τα λόγια του  Kusturica, “οι πολιτικές δολοφονίες ανέκαθεν αποτελούσαν κοινή πρακτική στην Ιστορία”, οι δε Δυτικοί, “οι οποίοι καταδίκαζαν τον Princip, συνάμα, όμως, υποστήριζαν τον απαγχονισμό του Saddam Hussein ή το λυντσάρισμα του Muammar el-Qaddafi, δεν ήταν παρά σκέτοι υποκριτές”.¹⁴º

Μέσα σε έναν αιώνα, ανάμεσα στην απόπειρα του 1914 και την επέτειο των εκατό ετών, η εικόνα του Princip στον Αγγλοσαξωνικό κόσμο γνώρισε πολλές μεταπτώσεις: φανατικός και ανισόρροπος στην αρχή (κείμενα των Laffan, Seton-Watson και Joseph Barry), ιδεαλιστής και πρώϊμος επαναστάτης κατόπιν (Rebecca West και Vladimir Dedijer). Όμως, στη συνείδηση του κόσμου παρέμεινε ένας εκτελεστής, όρος, ο οποίος στην αγγλική γλώσσα ισοδυναμεί με κοινό δολοφόνο. Σε πολλά κείμενα χαρακτηρίζεται και ως τρομοκράτης. Ο Christopher Clark του προσδίδει επιπρόσθετες ιδιότητες: ιδεαλιστής αλλά ταυτόχρονα και τρομοκράτης με την έννοια του όρου έτσι όπως υιοθετήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα.¹⁴¹ Στην πιο πρόσφατη, σήμερα, εκδοχή (Tim Butcher), ο Princip αποκρυπτογραφείται ως Γιουγκοσλάβος εθνικιστής, παρόμοιος με τη μορφή, που του είχε προσδώσει νωρίτερα ο Dedijer. Σε επίπεδο ανθρώπινης προσέγγισης, στις αρχικές ερμηνείες δεν ήταν παρά “ο άλλος”. Η Rebecca West υπήρξε η πρώτη, η οποία επιχείρησε να τον προσεγγίσει επιδεικνύοντας κάποιου είδους οικειότητα. Ο Tim Butcher προχώρησε ακόμα πιο μακριά. Έφτασε μέχρι σημείου πλήρους ταύτισης μαζί του.

Κλείνοντας, θα ήταν σκόπιμο να παραθέσει κανείς δυο επισημάνσεις του A.J.P. Taylor. Έχοντας διαβάσει την πραγματεία του Dedijer “The Road to Sarajevo”, απηύθηνε το ακόλουθο μήνυμα προς όλους όσους είχαν διαβλέψει στο παρελθόν συνωμοσίες πίσω από τη δολοφονία του Αρχιδούκα: “Τα εννέα δέκατα των όσων έχουν γραφεί σχετικά με την απόπειρα του Σεράγεβου είναι άχρηστα σκουπίδια (rubbish). Εμφορούνται από την πρόθεση να ανακαλυφθεί κάπου μια καλά οργανωμένη και άρτια επεξεργασμένη συνωμοσία. Προφανώς είναι δύσκολο για τους ιστορικούς να κατανοήσουν πως ορισμένοι άνθρωποι είναι έτοιμοι να προσφέρουν τη ζωή τους για τα πιστεύω τους, δίχως, απαραίτητα, να υπακούουν σε άνωθεν εντολές. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Η απλούστερη εξήγηση τυγχάνει να είναι συνάμα και η αληθινή. Συμβαίνει συχνά”.¹⁴²  Η δεύτερη  επισήμανση του Taylor χρονολογείται από το 1956, οπότε και επέστησε την προσοχή σε μια πολύ σημαντική παράμετρο της κρίσης του Ιουλίου: “Γνωρίζουμε σήμερα τί ακριβώς διαμοίφθηκε μεταξύ 28 Ιουνίου και 4 Αυγούστου 1914, με περισσότερες λεπτομέρειες απ ό,τι για οποιεσδήποτε άλλες πέντε εβδομάδες της ιστορίας. Εάν δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τα εν λόγω γεγονότα και να συμφωνήσουμε μεταξύ μας, τότε δεν θα είμαστε ποτέ σε θέση να κατανοήσουμε ο,τιδήποτε και να συμφωνήσουμε ως προς αυτό.”¹⁴³ Από το παρόν άρθρο, προκύπτει πως ιστορικοί και δημοσιογράφοι εξακολουθούν, κατά καιρούς, να ψάχνουν για συνωμοσίες. Πρέπει δε να ομολογήσουμε πως η απόπειρα του Σεράγεβου προσφέρεται για κάτι τέτοιο. Για το λόγο αυτό, η δεύτερη επισήμανση του Taylor εξακολουθεί να λειτουργεί ως προειδοποίηση. Είναι, άραγε, οι ιστορικοί σε θέση να κατανοήσουν κάτι και να συμφωνήσουν ως προς αυτό; Για πολλά, ασφαλώς είναι. Ως προς την απόπειρα/δολοφονία του Σεράγεβου, δεν δείχνουν ακόμη να συμφωνούν σχετικά με την εικόνα και τον ρόλο του Princip κατά τις πέντε εβδομάδες, οι οποίες προηγήθηκαν των τεσσάρων μοιραίων της κρίσης του Ιουλίου.

 

O Slobodan Marković είναι Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών  του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου.

 

 

World War I: Gavrilo Princip’s Final Days      

           

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

⁵² Rebecca West, Black Lamb and Grey Falcon. A Journey through Yugoslavia, 2 vols. (NewYork: The Viking Press, 1941).

⁵³ Linda Charlton, “Dame Rebecca West dies in London”, The New York Times, March 16, 1983.

⁵⁴ “Libel Damages for Dame Rebecca West“, The Times, January 22, 1980, 23.

⁵⁵  Rebecca West, Black Lamb and Grey Falcon. A Journey through Yugoslavia (Edinburgh: Canongate Books, 1993), 375.

⁵⁶ Ibid. 379.

⁵⁷ Ibid. 381.

⁵⁸ Ibid. 382.

⁵⁹ Ένας άλλος Βρετανός προηγήθηκε και επηρρεάζοντάς την εν συνεχεία. Πρόκειται για τον συγγραφέα και διηγηματογράφο Stephen Graham (1884–1975). Το 1930 ο Graham δημοσίευσε ένα μυθιστόρημα εμπνευσμένο από τη συνωμοσία του Σεράγεβου. Η δεύτερη σύζυγός του, Vera Mitrinović, ήταν αδελφή του κορυφαίου συγγραφέα και ιδεολόγου της “Νέας Βοσνίας”, Dimitrije Mitrinović.

⁶º “Book of the Week. Balkan Background“, The Times, no. 49177, March 6, 1942, 8.

⁶¹ A. J. P. Taylor, A Personal History (Coronet Books, 1984), 216.

⁶² A. J. P. Taylor, The Struggle for Mastery in Europe 1848–1918 (Oxford: Clarendon Press, 1954); A. J. P. Taylor, “The Outbreak of the First World War”, Europe. Grandeur and Decline (Harmondsworth: Penguin Books, 1967), 183–189.

⁶³ Βλ. A. J. P. Taylor, Trieste (London: Yugoslav Information Office, 1945). Το φυλλάδιο καταλαμβάνει 32 σελίδες.

⁶⁴ A.J.P. Taylor, A Personal History, 239–240, 320–321.

⁶⁵ A. J. P. Taylor, Englishmen and Others (London: Hamish Hamilton, 1956).

⁶⁶  Taylor, “The Outbreak of the First World War”, 183–189.

⁶⁷ O Taylor παραπάμπει στους Dr. Vasa Čubrilović και Cvetko Popović.

⁶⁸ Ibid. 186.

⁶⁹ Ibid. 186.

⁷º A. J. P. Taylor, The Course of German History: a Survey of the Development of Germany since 1815 (London: Hamish Hamilton, 1945).

⁷¹ Σχετικά με την Γιουγκοσλαβική οπτική της δολοφονίας/απόπειρας του Σεράγεβου, την πλέον κατατοπιστική θεώρηση αποτελεί το λήμμα του Κροάτη/Γιουγκοσλάβου ιστορικού  Bogdan Krizman στην ημι-επίσημη Enciklopedija Jugoslavije: “Sarajevski atentat”, Enciklopedija Jugoslavije, vol. VII (Zagreb: Jugoslavenski leksikografski zavod, 1968), 141–143.

⁷²  Joachim Remak, A Story of a Political Murder (London: Weidenfeld and Nicolson, 1959).

⁷³   Ibid. 54.

⁷⁴ Ibid. 50

⁷⁵ Ibid. 53.

⁷⁶ Ibid. 55–57.

⁷⁷ Ibid. 71–72.

⁷⁸ Ibid. 63–64.

⁷⁹ Ibid. 66.

⁸º Vladimir Dedijer, The Road to Sarajevo (New York: Simon and Schuster, 1966, και London: Macgibbon and Kee, 1967).

⁸¹ Vladimir Dedijer, “Sarajevo. Fifty Years After“, Foreign Affairs, 42.4 (July 1964), 569–584.

⁸² Vladimir Dedijer, “Back to Sarajevo after 50 Years“, The Times, June 26, 1964, 13.

⁸³ Τα άλλα πέντε άτομα είναι δυο Αμερικανοί Σέρβοι (Nikola Tesla και Michael Idvorsky Pupin), ένας καθηγητής της Οξφόρδης  (John Plamenatz), ένας Σέρβος διπλωμάτης ( Chedomille Mijatovich), τέλος, ο συγγραφέας και διπλωμάτης  Ivo Andrić, Who Was Who a Cumulated Index 1897–2000 (London: A. & C. Black, 2002), 18, 216, 566, 654, 670, 805. Οι Andrić και  Dedijer πρωτοεμφανίστηκαν στην ετήσια έκδοση του Who’s Who? του 1963, την παραμονή της 50ής επετείου.

⁸⁴ Επιστολή του Vladimir Dedijer, “Ireland’s Easter Blood Bath”, The Times, no. 56604, April 13, 1966, 13

⁸⁵ Dedijer, “Sarajevo. Fifty Years After”, 571.

⁸⁶ Dedijer, The Road to Sarajevo, 175–234.

⁸⁷ Ibid. 177–184 (Vladimir Gaćinović); 184–185 (Danilo Ilić); 185–197 (Gavrilo Princip); 198–202 (Nedeljko Čabrinović).

⁸⁸ Ibid. 233.

⁸⁹  Ibid. 193, 195.

⁹⁰ Ibid. 161–163, 178–179, 230.

⁹¹ A. J. P. Taylor, “The Great Assassination. The Road to Sarajevo by Vladimir Dedijer”, The New York Review of Books, October 20, 1966.

⁹² David Binder, “Sarajevo Marking First Shot of World War I”, The New York Times, June 28, 1964, 20.

⁹³ Raymond H. Anderson, “1914 Conspirator Recalls Sarajevo Assassination”, The New York Times,

⁹⁴  May 27, 1973; Iain Macdonald, “Sarajevo: When a teenager with a gun sent the world to war”, The Times, no. 59125, June 28, 1974, 18.

⁹⁵ Journal of Contemporary History, 48.2 (2013).

⁹⁶ Imanuel Geiss, “Origins of the First World War”, in H. W. Koch, ed., The Origins of the First World War (London and Basingstoke: The Macmillan Press, 1972), 78. Idem“Origins of the First World War”, in Imanuel Geiss, ed., July 1914. The Outbreak of the First World War: Selected Documents (New York: Charles Scribner’s Sons, 1967), 53.

⁹⁷ Asim Gruhonjić, “Gde postaviti spomenik Gavrilu Principu (Pred 50-godišnjicu Sarajevskog atentata)” [Where to place a monument to Gavrilo Princip. On the eve of the 50th anniversary of the Sarajevo attentat], Politika, March 14, 1964.

⁹⁸ Our own correspondent, “Sarajevo Shooting Commemorated”, The Times, no. 56050, June 29, 1964, 9.

⁹⁹ David Binder, “Sarajevo Marking First Shot of World War I”, The New York Times, June 28, 1964, 20.

¹ºº David Binder, “Only a Few in Sarajevo mark 1914 Assassination”, The New York Times, June 29, 1964, 3.

¹º¹ Asim Gruhonjić, “ ‘Mlada Bosna’ – Borac za jedinstvo srpske, hrvatske i muslimanske omladine” [Young Bosnia – fighter for the unity of Serbian, Croatian and Muslim Youth], Politika, June 29, 1964, 5.

¹º² Joseph A. Barry, “Sarajevo Revisited, 50 Years After”, The New York Times Magazine, Sunday, June 28, 1964, 15.

¹º³ Ibid.

¹º⁴ Ibid.

¹º⁵ Ibid. 16.

¹º⁶ Ratko Parežanin, Mlada Bosna i Prvi svetski rat (Munich: Iskra, 1974).

¹º⁷ Η προηγούμενη κινηματογραφική ταινία για τον Princip γυρίστηκε το 1968 από τον  σκηνοθέτη Fadil Hadžić και έφερε τον τίτλο “Sarajevski atentat”. Σε αυτή αναφέρεται ο  Bulajić.

¹º⁸  Malcom W. Browne, “Sarajevo Hails Assassin but Debates Ethics of Deed”, The New York Times, March 30, 1974, 2.

¹º⁹ A. H. Weiler, “Atentat u Sarajevu (1975) ‘The Day That Shook the World’ A Quaint Film”, The New York Times, January 24, 1977.

¹¹º The New York Times, November 28, 1989.

¹¹¹ Malcolm W. Browne, “Sarajevo hails Assassin but Debates Ethics of Deed”, The New York Times, March 30, 1974.

¹¹² Dave Anderson, “Sports of The Times; Snowflakes and Shoeprints”, The New York Times, February 5, 1984.

¹¹³ Clifford D. May, “On and Off the Slopes at Sarajevo”, The New York Times, November 27, 1988.

¹¹⁴ W. A. Dolph Owings, Elizabeth Pribic and Nikola Pribic, eds. and trans., The Sarajevo Trial, 2 vols. (Chapel Hill: Documentary Publications, 1984).

¹¹⁵ Mark Wheeler, “Review of The Sarajevo Trial”, The Slavonic and East European Review 64 (Oct. 1986), 650–51.

¹¹⁶ Chris Hedges, “Sarajevo Journal; In Bosnia’s Schools, 3 Ways Never to Learn from History”, The New York Times, November 25, 1997.

¹¹⁷ Roger Cohen, “The World: A Small Bite at the Bosnian Bullet”, The New York Times, May 28, 1995.

¹¹⁸ Dedijer, The Road to Sarajevo, 259–260.

¹¹⁹ Vojislav Bogićević, ed., Sarajevski atentat. Izvorne stenografske bilješke sa glavne rasprave protiv Gavrila Principa i drugova održane u Sarajevu 1914 g. (Sarajevo: Državni arhiv narodne Republike BiH, 1954), 62.

¹²º Cvetko Dj. Popović, Sarajevski Vidovdan 1914. Doživljaji i sećanja (Belgrade: Prosveta, 2014) [1st ed.: Belgrade: Prosveta, 1969], 19. Cf. Drago Ljubibratić, “Gavrilo Princip”, in Muharem Bazdulj, ed., Mlada Bosna, ειδική θεματική έκδοση της εφημερίδας Gradac, no. 175–177 (2010), 139.

¹²¹ Christopher Clark, The Sleepwalkers: How Europe Went to War in 1914 (London: Allen Lane, 2012).

¹²² Ibid. 47–48.

¹²³ Ibid. 50–51.

¹²⁴ Ibid. 53.

¹²⁵ Ibid. 56.

¹²⁶ Ibid.

¹²⁷ Ibid. 58.

¹²⁸ Ibid. 64.

¹²⁹ “Kristofer Klark for RSE. ‘Srbi ne treba da se stide Gavrila Principa’. Intervju Draganu Štavljaninu” [Christopher Clark for RFE. ‘Serbs should not be ashamed of Gavrilo Princip’. Interview by Dragan Štavljanin], Radio Free Europe, June 24, 2014: http:// www.slobodnaevropa.org/content/kristofer-klark-za-rse-srbi-ne-treba-da-se-stidegavrila-principa/25432649.html

¹³º  Editorial, “The Princip Precedent”, The Guardian, August 27, 2008.

¹³¹ Ο  Christopher Clark ξεκαθάρισε τη νέα του τοποθέτηση ως εξής: “Εξακολουθώ να πιστεύω πως η οργάνωση “Ένωση ή Θάνατος” [Μαύρη Χείρα] ήταν τρομοκρατική. Όμως, ο  Gavrilo Princip δεν ήταν τρομοκράτης. Στις μέρες μας χρησιμοποιούμε τον όρο αυτό για να υποδείξουμε τους εξτρεμιστές του Ιράκ και την  Al Qaeda που δεν διστάζουν να σφάζουν γυναικόπαιδα σε πολυσύχναστους χώρους και αλλού. Τις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου ο όρος “τρομοκράτης” είχε εντελώς άλλο νόημα. Πολλά δε από τα στελέχη της “Νέας Βοσνίας” αυτοαποκαλούνταν τρομοκράτες” (“Kristofer Klark for RSE. ‘Srbi ne treba da se stide Gavrila Principa’”).

¹³² Clark, The Sleepwalkers, 561.

¹³³ Tim Butcher, The Trigger. Hunting the Assassin who brought the World to War (New York: Grove Press, 2014), 91.

¹³⁴ Ibid. 154.

¹³⁵ Ibid. 234.

¹³⁶ Ibid. 123.

¹³⁷ Ibid. 296.

¹³⁸ Tim Butcher, “Was the war to end all wars based on a lie? A Chilcot-style inquiry into the First World War would uncover spin and distortion that caused the death of millions”, The Times, June 28, 2014, 26.

¹³⁹ John F. Burns, “In Sarajevo Divisions that drove an Assassin have only begun to heal”, The New York Times, June 28, 2014.

¹⁴º Ο Clark εξέφρασε, όντως, κάποιου είδους συμπάθεια έναντι του Princip. Σε συνέντευξη που παραχώρησε το 2013 στο εβδομαδιαίο περιοδικό Vreme, δήλωσε: “Όχι, ο Princip και οι συνεργάτες του δεν ήσαν υπνοβάτες. Ήταν καλά παιδιά και κάθε μητέρα δικαιούνταν να αισθάνεται περηφάνεια γι αυτά. Διακρίνονταν από καλούς τρόπους, δεν ήταν μέθυσοι, δεν έτρεχαν στους οίκους ανοχής όπως έπρατταν πολλοί φοιτητές. Ήταν τα καλά παιδιά, αφοσιωμένα στον αγώνα τους, γι αυτό και εξελίχθηκαν, τελικά, σε μέρος της τραγωδίας” (“Najbolja slika oba rata. Intervju – Kristofer Klark” [The best photo of both wars – An interview – Christopher Clark], Vreme, no. 1192, November 7, 2013)

¹⁴¹ Taylor, “The Great Assassination. The Road to Sarajevo by Vladimir Dedijer”. The New York Review of Books, 20 October 1966.

¹⁴² Taylor , “The Outbreak of the First World War”, 184.

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος