Skip to main content

Ο εξωπραγματικός πολεμικός σχεδιασμός των ετών 1939-1940. Ειδικό Αφιέρωμα του περιοδικού “GUERRES MONDIALES ET CONFLITS CONTEMPORAINS” που μόλις κυκλοφόρησε με επιμέλεια Γιάννη Μουρέλου

Ο εξωπραγματικός πολεμικός σχεδιασμός των ετών 1939-1940. Αφιέρωμα του περιοδικού “GUERRES MONDIALES ET CONFLITS CONTEMPORAINS” που μόλις κυκλοφόρησε με επιμέλεια Γιάννη Μουρέλου

Drôle de guerre”, “Phony War”, “Sitzkrieg”, τρεις διαφορετικοί όροι που αποδίδουν το ίδιο νόημα. Την εννιάμηνη επιχειρησιακή απραξία στο δυτικό μέτωπο, στο χρονικό διάστημα από την ολοκλήρωση της γερμανικής εκστρατείας στην Πολωνία έως την έναρξη της, γερμανικής πάντοτε, εισβολής στο Βέλγιο, τις Κάτω Χώρες, το Λουξεμβούργο και τη Γαλλία (τέλη Σεπτεμβρίου 1939 – αρχές Μαίου 1940). Αν όμως η αδράνεια υπήρξε το κύριο διακριτικό γνώρισμα κατά μήκος της γαλλογερμανικής μεθορίου, την ίδια εποχή ο πόλεμος μαίνεται στη θάλασσα και στην περιφέρεια (νότιος Ατλαντικός, Σκανδιναβία). Οι κυριότερες εκφάνσεις του φαινομένου είναι η ναυμαχία του Ρίβερ Πλέϊτ στα ανοικτά των ακτών της Ουρουγουάης, ο ρωσοφινλανδικός πόλεμος (γνωστός με την προσωνυμία “χειμερινός”) σε μια εποχή όπου η ΕΣΣΔ είχε συνταχθεί με τις χώρες του Άξονα, τέλος, η γερμανική εισβολή στη Δανία και στη Νορβηγία. Άνετα θρονιασμένα σε αυτή την κατάσταση απραξίας στο κυρίως μέτωπο, τα διάφορα επιτελεία αναλώνονται σε απανωτές ασκήσεις επί χάρτου, σχεδιάζοντας φανταστικές επιχειρήσεις στην περιφέρεια, ικανές να καταφέρουν το αποφασιστικό πλήγμα στον αντίπαλο και τερματίζοντας έτσι νικηφόρα τον πόλεμο προτού καλά-καλά αυτός προλάβει να ξεκινήσει. Πρόκειται για σχέδια εξωπραγματικά, τα οποία ουδέποτε μπόρεσαν να υλοποιηθούν, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων και παρά ταύτα δίχως επιτυχία. Αποκαλύπτουν, όμως, την ψυχολογία και τον τρόπο σκέψης και λειτουργίας εκείνων που τα εκπονούν, εξηγώντας, τρόπον τινα, και την μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων. Στην ανάλυση και αξιολόγηση των παραπάνω σχεδίων είναι αφιερωμένο το τεύχος του περιοδικού Guerres mondiales et Conflits contemporains (πρώην Revue dHistoire de la Deuxième Guerre mondiale) των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων της Γαλλίας (Presses Universitaires de France), που μόλις κυκλοφόρησε με επιμέλεια του Καθηγητή Σύγχρονης Ιστορίας του ΑΠΘ και μέλους της επιστημονικής επιτροπής του περιοδικού, Γιάννη Μουρέλου. Συμμετέχουν με κείμενο η Ομότιμη Καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου 3 του Παρισιού Sorbonne-Nouvelle,  Élisabeth du Réau, συγγραφέας μιας υποδειγματικής βιογραφίας του τότε πρωθυπουργού της Γαλλίας Édouard Daladier, με ένα άρθρο, πραγματικό ψυχογράφημα των κυριοτέρων εκπροσώπων της γαλλικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Η συμβολή του Louis Clerc, Καθηγητή Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Turku της Φινλανδίας και συγγραφέα, πρόσφατα, μιας εξαντλητικής μελέτης σχετικά με τον ρωσοφινλανδικό πόλεμο, αναφέρεται στον γαλλικό σχεδιασμό παρέμβασης στο πλευρό της Φινλανδίας (επιχείρηση Petsamo), o οποίος ουδέποτε υλοποιήθηκε, καθώς και στην, πραγματική τη φορά αυτή αλλά ετεροχρονισμένη συμμαχική επιχείρηση στη Νορβηγία τον Απρίλιο του 1940, με αποκορύφωμα το επεισόδιο του Narvik. Ο Sylvain Champonnois, δρ. Ιστορίας και αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, αναλύει το γαλλοβρετανικό σχέδιο αεροπορικών βομβαρδισμών σε βάρος των σοβιετικών πετρελαϊκών εγκαταστάσεων του Καυκάσου, το οποίο παρέμεινε στα χαρτιά λόγω έλλειψης διαθέσιμων μέσων. Το ίδιο ισχύει και για την προοπτική αναβίωσης του Μακεδονικού μετώπου της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη, που πραγματεύεται το κείμενο του Γιάννη Μουρέλου. Κλείνοντας, πρέπει να επισημανθεί, πως από το ειδικό αυτό αφιέρωμα απουσιάζει ο γερμανικός αντίλογος. Σχέδια, εξίσου εξωπραγματικά, εκπονήθηκαν και από την πλευρά εκείνη (επιχείρηση Felix κατά του Γιβραλτάρ δια μέσου της ισπανικής ενδοχώρας, σκέψεις για καταφορά πλήγματος σε βάρος των γαλλικών κτήσεων της βορείου Αφρικής). Ακόμα και τα σχέδια Weserübung (κατάληψη της Δανίας και της Νορβηγίας) και Fall Gelb (επίθεση κατά της Γαλλίας) διακατέχονται από σημαντικό βαθμό προχειρότητας και αυτοσχεδιασμού. Υπερτερούν, ωστόσο, των υπολοίπων στο βαθμό που δέησαν να γνωρίσουν το φως της ημέρας με τη συνδρομή, είναι αλήθεια, της τύχης, η οποία σε παρόμοιες περιπτώσεις, ευνοεί τους τολμηρούς.

https://www.cairn.info/revue-guerres-mondiales-et-conflits-contemporains-2018-1.htm

Ευάγγελος Παλάσκας: Οι μεταρρυθμίσεις του Κλεομένους Γ’ στην Σπάρτη

Ευάγγελος Παλάσκας 

Οι μεταρρυθμίσεις του Κλεομένους Γ’ στην Σπάρτη

 

Αντικείμενο πραγμάτευσης του παρόντος άρθρου αποτελούν οι μεταρρυθμίσεις του Κλεομένους Γ’ στην Σπάρτη. Ένας τίτλος μπορεί να φανεί εξαιρετικά γενικός και να προκαλέσει διάφορους προβληματισμούς, όπως για παράδειγμα πότε, πού και για ποιους λόγους έλαβαν χώρα τα υπό πραγμάτευση γεγονότα. Ως ιστορικοί πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι πως η αποκάλυψη της αλήθειας δεν είναι πάντα δυνατή. Με το άρθρο αυτό γίνεται η απόπειρα να φωτιστούν αρκετές πτυχές του θέματος, οι οποίες προβληματίζουν έναν ειδικό ερευνητή.

Η βασική απόπειρα αφορά στην ανάδειξή του χαρακτήρα των μεταρρυθμίσεων· προκειμένου όμως αυτές να γίνουν πιο κατανοητές, εξίσου σημαντικό είναι να περιγραφούν οι συνθήκες ανάδειξης του νεαρού βασιλιά Κλεομένους, οι καταβολές του και οι ενέργειές του σε στιγμές εξαιρετικά κρίσιμες για την Σπάρτη. Δευτερευόντως, είναι δύσκολο προς κατανόηση το κίνητρο βάσει του οποίου ο Κλεομένης έκανε πράξη μια σειρά μεταρρυθμίσεων που χαρακτηρίστηκαν ως «κοινωνική επανάσταση». Τέλος θα εξετασθούν οι παράμετροι που επηρέασαν την κρίση του νεαρού βασιλιά: ο δάσκαλος του, Σφαίρος, ο Άγις Δ’, η σύζυγός του, και οι γενικότερες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες.

Ο Κλεομένης της Σπάρτης.

Όπως είναι γνωστό, μέχρι και την Ελληνιστική εποχή  το μοντέλο διακυβέρνησης της Σπάρτης, με κάποιες κατά καιρούς διαφοροποιήσεις, ήταν αυτό της δυαδικής βασιλείας. Οι δύο βασιλείς κατάγονταν απ’ τους οίκους των Αγιάδων και των Ευρυπωντιδών και η διαδοχή τους ήταν κληρονομική. Κύρια αρμοδιότητά τους ήταν η ανάληψης της ισόβιας αρχιστρατηγίας. Συνεκτικά σημαίνοντα  ρόλο στο πολίτευμα της Σπάρτης διαδραμάτιζαν: η Γερουσία που κατέθετε αποφάσεις στην συνέλευση των πολιτών (Απέλλα) και λειτουργούσε ως δικαστήριο αλλά και οι έφοροι. Οι τελευταίοι ήδη από τα τέλη του 6ου αιώνα κάνουν αισθητή την παρουσία τους και αποτελούν τον ισχυρότερο πόλο  άσκησης της εξουσίας στην Σπάρτη.

Ο Κλεομένης ήταν ένας από τους βασιλείς της Σπάρτης, ευδιάκριτος για τις ικανότητές του εξ αρχής. Τα γεγονότα της δολοφονίας του Άγιδος Δ’, κληρονόμου της δυναστείας των Ευρυπωντιδών, και της αυτοεξορίας του αδερφού του Αρχίδαμου στην Μεσσήνη θ’ αφήσουν ως μόνο βασιλέα της Σπάρτης τον πατέρα του Κλεομένη, Λεωνίδα. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ο Άγις Δ’ προσπάθησε να εφαρμόσει ένα κοινωνικοπολιτικό πρόγραμμα παρόμοιο με αυτό που θα δούμε παρακάτω από τον Κλεομένη Γ’· οι πολιτικοί του αντίπαλοι όμως κρίθηκαν αποτελεσματικότεροι. Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη ενός μόνο βασιλέα αποδυνάμωσε εξαιρετικά το αξίωμα και μέχρι το τέλος της βασιλείας του (235 π.Χ.) ανάγκασε τον Λεωνίδα να κυβερνά -κατόπιν συμβιβασμού- με τους εφόρους.

 Κατά την διακυβέρνηση του, ο Λεωνίδας προέβη σε μία κίνηση που εξασφάλισε στον οίκο του εξαιρετική δύναμη και πλούτο. Πάντρεψε, παρανόμως, τον ανήλικο γιο του Κλεομένη Γ’ με την χήρα του Άγιδος Δ’ και κόρη του πλούσιου Γύλιππου, την Αγιάτιδα. Με τον τρόπο αυτό, ο μοναδικός κληρονόμος και γιος του Άγιδος, Ευδαμίδας, θα ήταν πλέον κληρονόμος τόσο του οίκου  των Αγιάδων από την πλευρά του Κλεομένους  όσο και των Ευρυπωντιδών, εφόσον ο Αρχίδαμος βρίσκονταν εξόριστος στην Μεσσήνη. Η μεταβολή αυτή άλλαξε άρδην την μορφή της διαδοχής και της ύπαρξης δύο βασιλέων στην Σπάρτη. Η διττή βασιλεία ήταν πλέον παρελθόν. Άλλωστε, η ίδια η Σπάρτη ήταν αρκετά πίσω από την εποχή της. Ο θεσμός της πόλης-κράτους είχε αποδυναμωθεί και την θέση των άλλοτε ισχυρών πόλεων είχαν πάρει αφενός οι νέες αυτοκρατορίες (κοσμοπολίτικες και μη) και αφετέρου οι συνομοσπονδίες πόλεων, οι Συμπολιτείες. Η ανάγκη για μια εκ βάθρων μεταβολή στη Σπάρτη ήταν περισσότερο από ποτέ εμφανής.

Έτσι το 235 π.Χ., όταν ο Κλεομένης ανέλαβε την διαδοχή του Λεωνίδα στον θρόνο, «ήταν ο τελευταίος νόμιμος βασιλιάς σύμφωνα με τους κανόνες της κληρονομικής διαδοχής του οίκου των Αγιάδων».[1] Επιπρόσθετα, η αναρρίχησή του στον θρόνο συμπίπτει με γεγονότα που εκτυλίσσονται στην Πελοπόννησο την περίοδο αυτή, τα οποία δεν επέτρεπαν την ύπαρξη ενός λιγότερου δυναμικού προσώπου από αυτό του Κλεομένους Γ’, εφόσον η πόλη της Σπάρτης επιθυμούσε να διατηρήσει κραταιά την θέση της υπό την απειλή της Αχαϊκής Συμπολιτείας.

«Κλεομένειος» πόλεμος.

Την ισχυρή δυναμική που παρουσίαζε η Αχαϊκή Συμπολιτεία κατά τον τρίτο αιώνα στην περιοχή της Πελοποννήσου εξέφραζε ο ηγέτης της, Άρατος από την Σικυώνα. Όσο και αν η κοινωνική επανάσταση του Κλεομένους εκφράστηκε με τις μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της Σπάρτης, η ευκαιρία για την ανατροπή των πολιτικών σταθερών απλόχερα του «χαρίστηκε» από το εξωτερικό.

Τα πρώτα πέντε χρόνια της βασιλείας του Κλεομένους δεν παρατηρήθηκε κάποια ιδιαίτερη δράση εκ μέρους του. Αρχικά, ο νεαρός βασιλιάς δεν μπορούσε να αντιτεθεί στους ισχυρούς εφόρους.[2] Το γεγονός αυτό επιτάθηκε από τη χηρεία του δεύτερου βασιλικού θρόνου. Μία ακόμη ενδιαφέρουσα εικασία θέλει τον νεαρό Κλεομένη Γ’ να προσπαθεί να εξασφαλίσει ως σύμμαχο στην υλοποίηση του σχεδίου του τον «εραστή» του, τον άνθρωπο δηλαδή που είχε αναλάβει την εκπαίδευσή του, τον Ξενάρη. Οι ιδέες που τον είχαν επηρεάσει τόσο από τον δάσκαλό του Σφαίρο όσο και από την χήρα του Άγιδος Δ’ δεν κατάφεραν να πείσουν τον Ξενάρη, ο οποίος αποστασιοποιήθηκε από τον Κλεομένη. Αναπόφευκτα ο νεαρός βασιλιάς δεν κατάφερε να δημιουργήσει έναν κύκλο συμμάχων ή συνεργών ώστε να πετύχει το σχέδιο της πολιτικής ανατροπής που επιθυμούσε.[3]

Αυτό που πραγματικά έδωσε στον Κλεομένη το έναυσμα για την αποφασιστική του πορεία ήταν η κινητικότητα της Αχαϊκής Συμπολιτείας και η ανατροπή ισορροπιών στην Πελοπόννησο. Το 229, όχι απαραίτητα δια πρωτοβουλίας του Κλεομένους, η Σπάρτη κατακτά, κατόπιν και της ανοχής των Αιτωλών, τις αρκαδικές πόλεις της Μαντίνειας, της Τεγέας, του Ορχομενού και των Καφυών. Στις αρχές τους αμέσως επόμενου χρόνου (228 π.Χ.), οι έφοροι εξουσιοδότησαν τον Κλεομένη να κατακτήσει το οχυρό του Αθήναιου κοντά στα σύνορα της Αρκαδίας και στην Βελβίνα, φρούριο ιδιαίτερα σημαντικό για τον έλεγχο της κοιλάδας του Ευρώτα. Ο Άρατος αντεπιτέθηκε την νύχτα στις πόλεις της Τεγέας και του Ορχομενού, μάταια όμως.[4] Η νίκη αυτή εξασφάλισε την αύξηση του κύρους που προσθέτει μια μεγαλειώδης στρατιωτική επιτυχία και λειτούργησε ως καθοριστικό μέσο επιβολής του Κλεομένους στον στρατό. Ο βασιλιάς ήταν πλέον αρχιστράτηγος και στην πράξη. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι, έως την κατάκτηση του Αθήναιου από τον Κλεομένη, οι εχθροπραξίες μεταξύ των δύο πλευρών «ήταν περιορισμένες, πιθανότατα επειδή και η Αχαΐα και η Σπάρτη δεν ήθελαν να διακινδυνεύσουν την υποστήριξη από την πλευρά του Πτολεμαίου Γ’».[5] Προκύπτει επομένως ένα ζήτημα ως προς το ποια ήταν η σχέση του απομακρυσμένου βασιλείου της Αιγύπτου με τις δύο αυτές πόλεις, το οποίο μετέπειτα θα μας απασχολήσει.

To 228 ο Κλεομένειος πόλεμος, όρος που υιοθετήθηκε από το στρατόπεδο των Αχαιών, ήταν πλέον γεγονός. Ο βασιλιάς της Σπάρτης συνέχισε τις εχθροπραξίες στην περιοχή της Αρκαδίας, αντιμετώπισε όμως ιδιαίτερες δυσκολίες εξαιτίας της επιφυλακτικής στάσης που διατηρούσε το συμβούλιο των εφόρων. Ίσως και να είχαν αντιληφθεί έως ένα σημείο τις προθέσεις του Κλεομένους, ίσως κατά κάποιο τρόπο να το είχαν πληροφορηθεί. Μετά την κατάκτηση των Καφυών, οι έφοροι ανακάλεσαν τον Κλεομένη. Η τρέχουσα κατάσταση όμως για άλλη μια φορά θα ευνοήσει τον νεαρό βασιλιά. Οι κινήσεις του Αράτου αναγκάζουν τους εφόρους να στείλουν τον ίδιο τον Κλεομένη στην Αρκαδία, εκεί θα κατακτήσει το Μιθύδριο που είχε προσχωρήσει στην Αχαϊκή συμπολιτεία. Στο μεταξύ, στρατηγός της Συμπολιτείας αυτή την φορά εκλέχθηκε ο Αριστόμαχος, πρώην τύραννος του Άργους και από τους παλαιότερους εχθρούς της Σπάρτης, ο οποίος εκστράτευσε εναντίον του Κλεομένους.

Χάρτης από «Macedonia and the Greek Leagues» του F.W. Walbank που απεικονίζει τις προαναφερθείσες περιοχές-πόλεις στην Πελοπόννησο.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, οι Αχαιοί με αρχηγό τον Αριστόμαχο πλέον, κινήθηκαν εναντίον του Κλεομένους με τον υπεράριθμο στρατό των 20.000 πεζικού και 1.000 ιππικού. Στον αντίποδα, ο Κλεομένης είχε στην κατοχή του μόνο 5.000 άνδρες, δηλαδή μόλις το ένα τέταρτο σχεδόν του έμψυχου δυναμικού των Αχαιών. Παρά την υπεροχή τους, ο Άρατος πείθει τον Αριστόμαχο να μην επιτεθεί, ίσως γιατί πίστευε πως μια πιθανή σύγκρουση με την Σπάρτη θα απογύμνωνε τη Συμπολιτεία από την επιδότηση που προερχόταν από το βασίλειο της Αιγύπτου ή γιατί απλούστερα ο ίδιος διακαώς επιθυμούσε να επανέλθει στο προσκήνιο.

Η συνέχεια γίνεται όλο και πιο ελκυστική για τον Κλεομένη. Η άτυπη αυτή νίκη αποδείχθηκε ιδιαίτερα σημαντική για το ηθικό του σπαρτιατικού στρατού. Οι Αχαιοί χλευάστηκαν συλλήβδην για την υποχώρησή τους παρά την αριθμητική τους υπεροχή. Για μια ακόμη φορά ο Άρατος επανεκλέχθηκε στρατηγός το 227. Παράλληλα, ο Κλεομένης προσπάθησε να ενισχύσει τον θεσμό της βασιλείας και κάλεσε πίσω τον εξόριστο βασιλιά του οίκου των Ευρυπωντιδών. Ωστόσο, ο Αρχίδαμος δολοφονήθηκε σχεδόν αμέσως. Ο Πολύβιος έσπευσε να χαρακτηρίσει ένοχο τον Κλεομένη, γιατί, σύμφωνα με αυτόν, ήθελε να εξουδετερώσει κάθε ανταπαιτητή του θρόνου.[6] Κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά αμφιλεγόμενο, ιδίως εάν λάβουμε υπόψη την αρνητικά μεροληπτική άποψη του Πολυβίου  για τον Κλεομένη. Η αντίθετη άποψη μάλλον είναι πιο ρεαλιστική: «Ο Κλεομένης κατηγορήθηκε αμέσως από τους Σπαρτιάτες είτε για την οργάνωση είτε για την συνομολόγηση στην δολοφονία του Αρχίδαμου. Η ντροπή που μπορεί να ένιωσε  αλλά και η αποδυνάμωση του βασιλικού θεσμού ήταν η κινητήρια δύναμη της πολιτειακής ανατροπής».[7]

Τα γεγονότα όμως υπηρετούσαν μια ακατάπαυστη ροή: ο Κλεομένης, όντας ικανός, πείθει τους εφόρους να αποχωρήσει και να συνεχίσει να ασκεί το καθήκον της αρχιστρατηγίας. Μια σκιά συνομωσίας πλανάται από πάνω του, εντούτοις η λύση γι’ αυτόν προήλθε και πάλι από το εξωτερικό ύστερα από την επιτυχία της κατάκτησης του οχυρού των Λεύκτρων. Το οχυρό των Λεύκτρων βρισκόταν σε απόσταση δέκα περίπου χιλιομέτρων από την Μεγαλόπολη και έμμεσα ελέγχονταν από τις δυνάμεις της Αχαϊκής Συμπολιτείας.[8] Εδώ θα χρειαστεί να γίνει μια μικρή διευκρίνιση. Το πεδίο δράσης του Κλεομένους ήταν τα Λεύκτρα Μεγαλουπόλεως και όχι τα Λεύκτρα Βοιωτίας όπου έλαβε μέρος η κομβική μάχη του 371π.Χ μεταξύ Θηβαίων και Σπαρτιατών.

Αναντίρρητα όσο έκδηλος και αν ήταν ο εσωτερικός αναβρασμός της Σπάρτης, ο Κλεομένης είχε αποδείξει ότι στις δύσκολες στιγμές στρέφονταν πάντα προς το εξωτερικό. Το κύριο προσόν του και αυτό που του εξασφάλιζε κύρος ήταν η δεινότητά του ως αρχιστράτηγος. Έστω και χωρίς τον ουσιαστικό έλεγχο του εσωτερικού της Σπάρτης, ο νεαρός βασιλιάς κατάφερε να αποκτήσει φήμη και συμμάχους έξωθεν της Σπάρτης. Στην ερμητική σπαρτιατική κοινωνία, με τις  εκατό οικογένειες των πολιτών που είχαν απομείνει να είναι πολιτικά ανώριμες, το μόνο σώμα που μπορούσε να τον βοηθήσει στα σχέδια του ήταν ο στρατός. Η εξουσία του βασιλιά ήταν αυστηρά περιορισμένη, όμως η αέναη εμμονή της Αχαϊκής Συμπολιτείας για την επικράτησή της στην Πελοπόννησο έδωσε τα μέσα στον Κλεομένη να επιβληθεί

Η επανάσταση.

Δεν μπορούμε να καθορίσουμε με ασφάλεια το χρονικό στίγμα που αποφάσισε να επιβληθεί στους εφόρους και γενικά σ’ ολόκληρη την Σπάρτη. Ενδεχομένως, να ήταν η στιγμή που ο μοναδικός διάδοχος του θρόνου των Ευρυπωντιδών δολοφονήθηκε. Από την άλλη, η ικανότητά του στο πεδίο της μάχης είχε πλέον αποδειχτεί περίτρανα στο παρελθόν. Σίγουρα ο Κλεομένης θεωρούνταν υπολογίσιμος και ικανός από τους αντιπάλους του τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Γεγονός είναι ότι οι έφοροι δεν μπόρεσαν παρά να εξουσιοδοτήσουν την τρίτη εκστρατεία του το 227 π.Χ. Ο Πλούταρχος στους βίους του Άγιδος και του Κλεομένους αναφέρει ότι ο Κλεομένης έπεισε τους εφόρους να εγκρίνουν την τελευταία εκστρατεία του χρηματίζοντάς τους. Εδώ λοιπόν προκύπτει το εξής ερώτημα, ποια ήτανε η προέλευση της οικονομικής αρωγής που λάμβανε;

Ο Κλεομένης ήταν ιδιαίτερα ικανός, ευφυής και δρούσε μεθοδευμένα. Χωρίς καμία ιδιαίτερη δυσκολία έπεισε την μητέρα του Κρατισίκλεια, η οποία γνώριζε τα σχέδια του, να παντρευτεί έναν ισχυρό άντρα της Σπάρτης, τον Μεγιστάνα. Συνάμα η χήρα του Άγιδος Δ’ και σύζυγος του Κλεομένους, Αγιάτιδα, ως κόρη του εύπορου Γύλιππου διέθετε αρκετά μεγάλη περιουσία. Επομένως, οι οικονομικοί πόροι και η επιρροή που διέθετε ο Κλεομένης τόσο για τον (πιθανό) χρηματισμό των εφόρων όσο και για τις εκστρατείες και για το δυναμικό που συγκέντρωνε προέρχονταν άμεσα από την Αγιάτιδα, την Κρατισίκλεια και τον πατριό του, Μεγιστάνα. Μετά την τρίτη εκστρατεία του και αφού κατέλαβε την πόλη Ηραία που ήταν υπό την κατοχή των Αχαιών, κινήθηκε κυκλικά ώστε να εισαγάγει τρόφιμα στον Ορχομενό και  παρέμεινε κοντά στην Μαντίνεια. Έχοντας τα στρατεύματα του στην Αρκαδία, άφησε όλους τους στρατιώτες πίσω για να πραγματοποιήσουν ασκήσεις και πήρε μαζί του μια μικρή ομάδα μισθοφόρων, με την βοήθεια των οποίων εκτέλεσε ένα είδος πραξικοπήματος.[9] Πεπεισμένος ότι η μοναρχία που ονειρευόταν μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο με την βία και όχι με την πειθώ, επέλεξε αυτήν την ομάδα των ψυχρών μισθοφόρων για την εκτέλεση του σχεδίου του.[10] Οι μισθοφόροι του Κλεομένους προέρχονταν είτε γενικά από πόλεις της Πελοποννήσου είτε από πρώην φιλοαχαϊκές πόλεις που τάχθηκαν με την Σπάρτη καθώς ο Κλεομένης καταργούσε τα ολιγαρχικά καθεστώτα που τις καταπίεζαν.[11] Πιθανό ακόμη είναι και να επιθυμούσαν την εφαρμογή της διαγραφής των χρεών στις πόλεις τους.

Στην ομάδα που πήρε μαζί του καθοριστική θέση είχαν και οι μόθακες, νόθοι γιοι Σπαρτιατών, είλωτες από την πλευρά της μητέρας τους, οι οποίοι προσδοκούσαν στην ευόδωση της επανάστασης για να αποκτήσουν πολιτικά δικαιώματα τα οποία ως τότε δεν είχαν. Έχοντας αφήσει τον  Μεγιστάνα στην Σπάρτη έστειλε μία ομάδα πέντε επίλεκτων στρατιωτών-εκτελεστών, έναν για κάθε έφορο. Δολοφονήθηκαν οι τέσσερις από τους εφόρους και δέκα υποστηρικτές τους. Ο Αγύλαιος, ένας εκ των πέντε εφόρων, διέφυγε τραυματισμένος. Έπειτα, ο Κλεομένης εξόρισε ογδόντα αντιπάλους του και προχώρησε στην εφαρμογή του προγράμματός του. Από το στόχαστρο του Κλεομένους δεν ξέφυγε και η Γερουσία: «Έλεγε δε ότι η Γερουσία είχε ενωθεί με τους βασιλείς από τον καιρό του Λυκούργου και ότι μετέπειτα η πόλη είχε διοικηθεί με τον αυτόν τον τρόπο και για μεγάλο χρονικό διάστημα, δίχως να έχει ανάγκη από άλλους αξιωματούχους».[12] Με τον τρόπο αυτό, προσπάθησε να δείξει πως είναι πιστός στο παράδειγμα του Λυκούργου, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η Γερουσία ήταν η πεμπτουσία της νομοθεσίας του. Ως απόρροια της σύνδεσης του με τον Λυκούργο δεν θα μπορούσε να εξαφανίσει και την Γερουσία, ο βασιλιάς της Σπάρτης όμως ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει σε ριζικές αλλαγές.

Οι μεταρρυθμίσεις.

Το πρόγραμμα αναμόρφωσης της Σπάρτης δέχθηκε  επιρροές από πληθώρα προσώπων. Σαφέστατα ο Κλεομένης επηρεάστηκε από την αποτυχημένη προσπάθεια του Άγιδος να το εφαρμόσει και παραδειγματίστηκε από την κατάληξή του. Γνωρίζουμε ακόμη πως επηρεάστηκε από τον δάσκαλό του, τον στωικό φιλόσοφο Σφαίρο από την Βορυσθένη της Μαύρης Θάλασσας. Το σίγουρο είναι πως ο βασιλέας της Σπάρτης προώθησε τις μεταρρυθμίσεις του στηριζόμενος σε ένα γνωστό πρόσωπο που ήταν αποδεκτό από το σύνολο των Σπαρτιατών, τον Λυκούργο. Η βαρύτητα που προσέφερε το πρόσωπο του Λυκούργου στις σκληρές αλλαγές που επέβαλε ο Κλεομένης ήταν ο σημαντικότερος παράγων νομιμοποίησής τους. Ανάμεσα στις μεταρρυθμίσεις που προέβη ήταν η αναδιανομή της γης. Διαίρεσε την γη σε 4.000 κλήρους, εκ των οποίων 2.500 διατέθηκαν στους  πολίτες της Σπάρτης με πλήρη πολιτικά δικαιώματα, 1.400 στους περίοικους και στους ξένους -πιθανώς για να αποκαταστήσει τους μισθοφόρους ως ανταμοιβή που τον βοήθησαν να καρπωθεί την εξουσία- ενώ κράτησε και κάποιους κλήρους για όσους είχαν εξορισθεί. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να σημαίνει είτε πως επρόκειτο να επιστρέψουν είτε πως αποτέλεσαν μέρος της προπαγάνδας του Κλεομένους. Τα χρέη διαγράφηκαν και το σώμα των πολιτών αυξήθηκε σε 5.000 περίπου, μαζί με τους περίοικους και τους μέτοικους. Στα οπισθοδρομικά μέτρα του Κλεομένους –που συνάδουν όμως με την «εκμετάλλευση» του Λυκούργου- συγκαταλέγεται: η επαναφορά της σπαρτιατικής αγωγής, η τήρηση της αυστηρής σπαρτιατικής δίαιτας και η παράδοση της σοδειάς από τους είλωτες στο ακέραιο.[13]

Το πεδίο στο οποίο ο Κλεομένης υπήρξε ιδιαίτερα καινοτόμος ήταν εκείνο του στρατού. Συγκεκριμένα εισήχθη για πρώτη φορά από τον Σπαρτιάτη βασιλιά η υιοθέτηση της μακεδονικής φάλαγγας και του βασικού πολεμικού εξοπλισμού της. Οι Σπαρτιάτες μαθαίνουν να χρησιμοποιούν την σάρισσα, το μακρύ δόρυ που χρησιμοποιούσαν οι Μακεδόνες, και να κουβαλούν την ασπίδα τους με τη χρήση ζώνης.[14] Στο πρωτεύον πρόβλημα της ολιγανθρωπίας απάντησε με την αύξηση του στρατιωτικού σώματος μέσω της ενσωμάτωσης των κορυφαίων περίοικων.

Σε πολιτειακή βάση, στην θέση των εφόρων εγκατέστησε τον πατρονόμο, ένα νέο ετήσιο αξίωμα με σκοπό την προστασία των νόμων. Για να διατηρεί την σχεδόν απόλυτη εξουσία που είχε εξασφαλίσει έπρεπε, σεβόμενος το δόγμα του Λυκούργου να διατηρήσει την Γερουσία, προχώρησε όμως στην υποβάθμιση των εξουσιών της. Αυτός ήταν και ο υποβόσκων ρόλος του αξιώματος του πατρονόμου. Πολύ πιθανόν ο Κλεομένης να αφαίρεσε το τεράστιο κύρος της Γερουσίας μετατρέποντάς την σε ετήσια από αιώνια. Τέλος, έχοντας την πλήρη εξουσία, όρισε συμβασιλέα τον αδερφό του Ευκλείδη.[15] Αποτέλεσμα ήταν να υποτιμηθεί ο γενικότερος θεσμικός ρόλος της Γερουσίας και να παραμερισθεί, αφήνοντας στον Κλεομένη τα περιθώρια να δρα στην κατεύθυνση που επιθυμούσε.

Μολαταύτα ο ακρογωνιαίος λίθος στην επιτυχία της ανατροπής ήταν ο τρόπος που διαχειρίστηκε τους πολιτικούς του αντιπάλους. Χωρίς δισταγμό, εξόρισε ή εξολόθρευσε κάθε λογής απειλή. Η Σπάρτη απέκτησε για λίγο και πάλι τον «λακωνικό» της χαρακτήρα. Ο Κλεομένης, αφού έλαβε όλα αυτά τα μέτρα που τον κατέστησαν ένα πραγματικά ισχυρό ηγεμόνα στο εσωτερικό, συνέχισε την δυναμική εξωστρεφή πολιτική της Σπάρτης.

Ο εξωτερικός παράγων.

Ο συνδυασμός του προσωποπαγούς πολιτεύματος και της αναδιοργάνωσης του στρατού λειτούργησε αρκετά θετικά στην αρχή για την Σπάρτη. Την νίκη της στο πεδίο του Εκατόμβαιου το 226 π.Χ. ακολούθησε η διπλωματική επιτυχία που επικύρωσε την συμμαχία της με το Άργος το 225 π.Χ. Έως το 224, το κοινωνικοπολιτικό μόρφωμα του δυναμικού ηγεμόνα είχε φέρει στο στρατόπεδο της Σπάρτης όχι μόνο το Άργος αλλά και το μεγαλύτερο τμήμα της Αρκαδίας.[16] 

Όπως ήτανε φυσικό, ο Άρατος ανησύχησε και αποφάσισε πως έπρεπε να κινηθεί δραστικά. Η στρατιωτική επικράτηση του Κλεομένους στην Πελοπόννησο θα μπορούσε πολύ εύκολα να μετατραπεί σε ένα καθεστώς ηγεμονίας σε ολόκληρη την χερσόνησο. Μέσα σε μεγάλη σύγχυση, ο Άρατος εγκατέλειψε την αντιμακεδονική του πολιτική και εναπόθεσε τις ελπίδες του στους Μακεδόνες, πράξη που έστρεψε το βασίλειο της πτολεμαϊκής Αιγύπτου προς την Σπάρτη. Ο Πτολεμαίος Γ’ δεν ήταν διατεθειμένος να στηρίξει οποιαδήποτε δύναμη συμμαχούσε με την Μακεδονία. Συνεπώς γίνεται εύκολα αντιληπτό πόσο λογική ήτανε η υποστήριξη του Κλεομένους Γ’ από τον ίδιο. Εμφανώς η Σπάρτη υστερούσε πάντα σε χρήματα και σε έμψυχο δυναμικό. Ποια μορφή λοιπόν είχε η υποστήριξη που παρείχε ο Πτολεμαίος; Αρχικά, ήταν χρηματική. Ο Κλεομένης χρηματοδοτήθηκε είτε με μπρούτζινα Αιγυπτιακά νομίσματα είτε με άργυρο που του επέτρεψε να κόψει το ασημένιο τετράδραχμο που χρησιμοποίησε και ο Άγις Δ’.

Η πρώτη κοπή νομισμάτων του Κλεομένους. Ο Κλεομένης εμφανίζεται κατά το πρότυπο των ελληνιστικών ηγεμόνων(Φοράει διάδημα και είναι αγένειος).Στο πίσω μέρος η μορφή της Αρτέμιδος Ορθίας.

Ένα τμήμα των χρημάτων κατανεμήθηκε για την αναστήλωση του ναού της Αρτέμιδος Ορθίας και για την ανακαίνιση του «Μεγάλου Ιερού» που ήταν αφιερωμένο στον Λυκούργο. Το μεγαλύτερο όμως μέρος των χρημάτων διατέθηκε για την προετοιμασία του στρατεύματος των πολιτών και  των μισθοφόρων εν όψει της μεγάλης μάχης εναντίον της αντισπαρτιατικής συμμαχίας.

Η κάθοδος του Δώσωνος στην Πελοπόννησο δεν αποτέλεσε έναν κεραυνό εν αιθρία για όσους έχουν γνώση των πληροφοριών που μας προσφέρει ο Πολύβιος επί του θέματος. Η σύμπραξη Άρατου και Αντιγόνου ήταν μάλλον παρασκηνιακή. Ο Πολύβιος υποστηρίζει ανοικτά πως σε περίπτωση νίκης του Αντιγόνου Γ’ και εγκαθίδρυσης «de facto» μακεδονικής επικυριαρχίας στην Πελοπόννησο, η κοινή γνώμη θα  θεωρούσε αποκλειστικό υπεύθυνο τον Άρατο. Για τον λόγο αυτό ο ίδιος εμπιστεύθηκε το σχέδιο του στους δύο στενούς Μεγαλοπολίτες φίλους του, τον Νικοφάνη και τον Κερκίδα. Οι δύο συνεργάτες γρήγορα έπεισαν τους κατοίκους της Μεγαλόπολης για την αποστολή πρεσβείας στον Μακεδόνα βασιλιά. Ταυτόχρονα ανέλαβαν και την πρεσβεία ακολουθώντας μεθοδικά τις υποδείξεις που τους έκανε ο Άρατος. Στην γραπτή του απάντηση ο Αντίγονος υποσχέθηκε ότι κατόπιν και της επιθυμίας των Αχαιών θα παρείχε την αναμενόμενη βοήθεια στην Μεγαλόπολη.[17]

 Η συνεργασία των δύο ανδρών εγκαινιάστηκε με την παράδοση του Ακροκορίνθου, που λίγα χρόνια πριν είχε στερήσει από το Μακεδονικό βασίλειο ο στρατηγός των Αχαιών. Σύμφωνα με τον Πολύβιο ο Άρατος προφασίστηκε την στροφή των Κορινθίων προς τον Κλεομένη Γ’ για την εκδίωξη των Αχαιών από την πόλη. Τότε και μόνον απέκτησε την αφορμή που μανιωδώς αναζητούσε ώστε να παραδώσει τον βράχο του Ακροκορίνθου στους Μακεδόνες. Αβίαστα κανείς συμπεραίνει ότι ο Αντίγονος απέκτησε ένα πανίσχυρο ορμητήριο στην Πελοπόννησο. Η αντίδραση του Κλεομένους ήταν να στρατοπεδεύσει στον Ισθμό. Στο άκουσμα της είδησης πως θα παρουσιαστεί και στην Θεσσαλία ο Αντίγονος κινήθηκε εναντίον του. Οι Αιτωλοί όμως, διόλου ευκαταφρόνητη δύναμη, απαγόρευσαν την διέλευση του Αντιγόνου  με τον στρατό του από τις Θερμοπύλες, απειλώντας τον ανοιχτά με πόλεμο. Μην έχοντας άλλη επιλογή ο Αντίγονος κατέφθασε στον Ισθμό μέσω της Εύβοιας. Η άμυνα του Κλεομένους έμοιαζε αδιάτρητη εντούτοις το πρώτο ρήγμα της  κατέστη μοιραίο για την κατάρρευση της Σπάρτης.[18]

Με την εξέγερση του Αριστοτέλους στο Άργος υποβοηθούμενη από τους Αχαιούς ο Κλεομένης Γ’ γυρίζει πίσω. Βλέποντας την έκβαση της μάχης υποχωρεί στην Σπάρτη μέσω της Μαντίνειας. Ο Αντίγονος αιφνιδίως άδραξε την ευκαιρία, εισέβαλλε στην Πελοπόννησο και κατέλυσε ένα προς ένα τα φρούρια του Κλεομένους. Το 224π.Χ στην συνέλευση της Αχαϊκής Συμπολιτείας στο Αίγιο  ο Αντίγονος Δώσων εκλέχθηκε ηγεμών-στρατηγός της «Συμμαχίας». Την ίδια στιγμή ανέπτυξε και τα σχέδιά του για την «Ελληνική Συμμαχία» που θα αποτελούνταν από συμπολιτείες και «κράτη» ως ανάχωμα προς την Σπάρτη και μελλοντικά προς την Αιτωλική συμπολιτεία. Η συμμαχία αποτελούνταν από Αχαιούς, Μακεδόνες, Θεσσαλούς, Ηπειρώτες, Ακαρνάνες, Βοιωτούς και Φωκείς.[19] Στην πράξη όμως ο Αντίγονος αποφασιστικά καθιέρωσε την μακεδονική ηγεμονία και ανέλαβε επίσημα επικεφαλής του αγώνα κατά του Κλεομένους. Η προσπάθεια του Άρατου να ποδηγετήσει εν καιρώ τον Δώσονα έπεσε στον κενό…

Ασημένιο τετράδραχμο του βασιλέως Αντιγόνου Γ’ (229-220π.Χ). Στην εμπρόσθια πλευρά απεικονίζεται ο γενειοφόρος Ποσειδών με κυματοειδείς βόστρυχους. Στο πίσω μέρος εμφανίζεται ο Απόλλων γυμνός τοποθετημένος στη πλώρη ενός πλοίου με το δεξί του χέρι να κρατά ένα τόξο. Στην πλώρη αναγράφεται «ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΑΝΤΙΓΟΝΟΥ» και πιο κάτω υπάρχει ένα μονόγραμμα.[20] Πηγή: American Numismatic Society.
Η κάτοψη του ναού της Αρτέμιδος Ορθίας στην Σπάρτη και των κερκίδων που προστέθηκαν κατά την ρωμαϊκή εποχή.

 

Αναπαράσταση του ναού κατά την περίοδο της αναστήλωσής του. Οι εικόνες είναι από την ανασκαφή 1906 – 1910 της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής των Αθηνών.

 Σε αντίθεση με τον Άρατο, ο Μακεδόνας βασιλέας Αντίγονος Γ’ ήταν ιδιαίτερα ικανός στρατηγός. Οι δυσκολίες που επρόκειτο να αντιμετωπίσει η Σπάρτη ήταν αρκετά σημαντικές και οι συνθήκες μη ευνοϊκές. Οι οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετώπιζε ο Κλεομένης, κυρίως λόγω και της απόσυρσης της οικονομικής αρωγής του Πτολεμαίου λίγο πριν την μάχη εναντίον των Μακεδόνων επιτείνονταν από την ολιγανθρωπία. Ήταν λοιπόν η σειρά του να κάνει μία κίνηση απελπισίας. Όταν ο Αντίγονος Γ’ περιόρισε τον Κλεομένη στην Λακωνία, αυτός ελευθέρωσε τους Είλωτες που μπορούσαν να πληρώσουν το ποσό των πέντε μνων. Με τον τρόπο αυτό συγκέντρωσε 500 τάλαντα και εξόπλισε 3.000 στρατιώτες στον αγώνα του εναντίον της Μακεδονίας.[21] Ωστόσο, στη μάχη που διεξήχθη το 222π.Χ στην Σελλασία, ο στρατός της Σπάρτης ηττήθηκε ολοσχερώς και ο Κλεομένης κατέφυγε στην Αίγυπτο. Τρία χρόνια αργότερα, άφησε την τελευταία του πνοή υποκινώντας εξέγερση εναντίον του Πτολεμαίου Δ’.

Εν κατακλείδι η μάχη στην Σελλασία αποτέλεσε μια διαφοροποίηση της σύγκρουσης της Μακεδονίας και της  τεχνικά ανεξάρτητης ακόμη Σπάρτης. Πρόκειται για την σύγκρουση της μακεδονικής αντίληψης για την επικυριαρχία στους νότιους Έλληνες απέναντι στην κοινωνική επανάσταση και σε αυτά που αντιπροσώπευε η επανάσταση του Κλεομένη. Σε μία σύγκρουση εποχών και ιδεών που νικητής αναπόφευκτα θα ήταν η Μακεδονία.

Χάρτης της περιοχής της Πελοποννήσου από «Atlas of the Greek and Roman world in antiquity» του N.G.L Hammond. Το μαύρο στίγμα αντιστοιχεί στην Σπάρτη και η κυκλωμένη κόκκινη περιοχή στην περιοχή της Σελλασίας όπου δόθηκε η μάχη Κλεομένους-Αντιγόνου το 222 π.Χ .

 

Ο Ευάγγελος Παλάσκας είναι απόφοιτος του Τμήματος
Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-M.M. Αustin, The Hellenistic World from Alexander to the Roman Conquest, Cambridge 1981.

-P.J. Rhodes, Οι ελληνικές πόλεις-κράτη. Μία συλλογή πηγών, (μτφ.-επιμέλεια: Ι.Κ. Ξυδόπουλος), Αθήνα 2010.

-F.W. Walbank, «Macedonia and the Greek Leagues», in Cambridge Ancient History vol. VII.1, Cambridge 1984.

-P. Cartledge-A. Spawforth, Hellenistic and Roman Sparta, 1992.

-F.W Walbank, Ο Ελληνιστικός κόσμος, εκδόσεις Βάνιας, α’ ανατύπωση, (μετάφραση: Τ. Δαρβέρης επιμέλεια: Λ. Μανωλόπουλος – Π. Νίγδελης), Θεσσαλονίκη 1999.

-Otto Morkholm, EARLY HELLENISTIC COINAGE from the accession of Alexander to the peace of Apamea (336-186 B.C), Cambridge University Press, 1991. 

-Περικλής Ροδάκης, Κλεομένης Γ΄ της Σπάρτης η μεγάλη κοινωνική επανάσταση, εκδόσεις Καστανιώτη, Γ’ έκδοση, 1994.

-Πηγή: Πλούταρχος, «Άγις και Κλεομένης».

Barrington atlas of the Greek and Roman world, έκδοση Princeton, N.J. Princeton University Press, 2000.

Atlas of the Greek and Roman world in antiquity, έκδοση: Park Ridge, N.J.  Noyes Press, 1981

-Πολυβίου, «Ιστοριών Β’», εκδόσεις: Στιγμή, (μετάφραση: Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος), Αθήνα 1995.

-ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Κ. ΓΥΙΟΚΑ, «Αντίγονος Δώσων, επίτροπος του Φιλίππου Ε’ και βασιλεύς της Μακεδονίας», Θεσσαλονίκη 1986.

Παραπομπές 

[1]

Cartledge – Spawforth 1998, 49.

[2]

                Walbank 1984, 456. 

[3]

                Ροδάκης 1994, 187-88.

[4]

                Walbank 1984, 456.

[5]

                Walbank 1984, 457.

[6]

                P.CARTLEDGE-A.SPAWFORTH, 1992, σ. 50-51.

[7]

                F.W.WALBANK, 1984, σ. 457.

[8]

                F.W.WALBANK, 1984, σ. 457-458.

[9]

                P.CARTLEDGE-A.SPAWFORTH, 1992, σ. 50.

[10]

                P.CARTLEDGE-A.SPAWFORTH, 1992, σ. 51.

[11]

                F.W Walbank, 1984, σ. 471.

[12]

                RJ RHODES, 2010, σ. 123 κείμενο 30.

[13]

                F.W.WALBANK, 1984, σ. 458.

[14]

                MM Austin, 1981, σ.111 κείμενο 56.

[15]

                P.CARTLEDGE-A.SPAWFORTH, 1992, σ. 52.

[16]

                P.CARTLEDGE-A.SPAWFORTH, 1992, σ. 54.

[17]

                Πολυβίου, Ιστοριών Β’, 1995, σ.100-105.

[18]

                Πολύβιου, Ιστοριών,1995, σ.108-111.

[19]

                F.W.WALBANK, 1984, σ.468-469.

[20]

                ΓΥΙΟΚΑΣ, 1986, σ.383-387.

[21]

                F.W.WALBANK,1999, σ. 244

Θεοδόσης Καρβουναράκης: Η ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΣΤΗ ΒΟΣΝΙΑ

Θεοδόσης Καρβουναράκης

Η  ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΣΤΗ ΒΟΣΝΙΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η κρίση της Γιουγκοσλαβίας απασχόλησε έντονα τη διεθνή κοινότητα για μία δεκαετία και είχε δραματικές συνέπειες για τους λαούς της περιοχής.  Στο κέντρο του προβλήματος βρισκόταν η έντονη διαφωνία ανάμεσα στις συνιστώσες εθνότητες της χώρας, τόσο για το εδαφικό, όσο και για το συνταγματικό καθεστώς που θα ακολουθούσε την κατάρρευση του κομουνισμού.  Στη Βοσνία η ύπαρξη τριών εθνοτήτων, δύο εκ των οποίων, Σέρβοι και Κροάτες, με ισχυρούς και όμορους προστάτες, ενέτεινε και παρέτεινε τις συγκρούσεις δημιουργώντας μία εστία αναταραχής, επικίνδυνης για την ασφάλεια της περιοχής και απαράδεκτης από ανθρωπιστική άποψη, που η διεθνής κοινότητα προσπάθησε να ελέγξει.

Από όλους τους παράγοντες που αναμείχθηκαν, διεθνείς οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Ο.Η.Ε, ή κατ’ ιδίαν κράτη, πιο αποτελεσματικές αποδείχθηκαν οι Ηνωμένες Πολιτείες.  Μετά από παρατεταμένη περίοδο διστακτικότητας που οφείλονταν σε αντίξοες πολιτικές, διεθνείς και εσωτερικές συνθήκες, οι Η.Π.Α παρενέβησαν αποφασιστικά στη σύρραξη, όταν οι συνθήκες έγιναν πιο πρόσφορες και όταν η μη υιοθέτηση ενεργότερης πολιτικής θα έβλαπτε πλέον παρά θα ωφελούσε τα συμφέροντα της χώρας.

Το άρθρο αυτό επιχειρεί να καταγράψει την εξέλιξη των αμερικανικών θέσεων και πράξεων και εστιάζεται κυρίως στην τελευταία φάση της αμερικανικής εμπλοκής, όταν οι συντονισμένες και τολμηρές ενέργειες των Αμερικανών διπλωματών είχαν σαν αποτέλεσμα τη διάσκεψη και συμφωνία του Dayton που αντιμετώπισε ριζικά το πρόβλημα.  Διαφαίνονται από την ανάλυση των γεγονότων οι ιδιαίτερες δυνατότητες αλλά και προφανείς περιορισμοί της μοναδικής απομένουσας υπερδύναμης στην αντιμετώπιση διεθνών κρίσεων, δυνατότητες που εξανάγκασαν τους  αντιμαχόμενους σε συναίνεση και περιορισμοί που έκαναν αναγκαία την εξεύρεση μίας ρεαλιστικής και όχι ακριβοδίκαιης λύσης.

Στόχος του γράφοντος δεν είναι η πολιτική ανάλυση αλλά η ιστορική καταγραφή και ερμηνεία των γεγονότων. Η προσέγγιση είναι εμπειρική, χωρίς προσπάθεια αναγωγής σε θεωρητικά υποδείγματα πολιτικής δράσης. Επιχειρείται μια πρώτη παρουσίαση των ουσιωδών παραμέτρων του ζητήματος, κατ’ανάγκη ελλιπής, αφού η χρονική εγγύτητα των γεγονότων δεν επιτρέπει την πρόσβαση σε καίριες αρχειακές πηγές.

 

Η Αμερικανικη Πολιτικη Μεχρι τον Ιουνιο του 1995

Radovan Karadžić και Ratko Mladić (αριστερά).

Η στάση των Η.Π.Α σχετικά με την Γιουγκοσλαβική κρίση ήταν αρχικά περισσότερο εκείνη του παρατηρητή παρά του άμεσα ενδιαφερόμενου για την αντιμετώπισή της.  Από το 1990 με προφανή την επικείμενη έκρηξη βίας στην περιοχή, η Αμερικανοί απέφυγαν να αναλάβουν πρωτοβουλίες γιατί δεν ήθελαν να διασπάσουν την προσοχή τους από την εν εξελίξει κατάσταση στον Περσικό κόλπο μετά την κατάληψη του Κουβέιτ από τον Σαντάμ Χουσεΐν.  Για τον ίδιο λόγο, την επιτυχία δηλαδή της εκεί προσπάθειάς τους, δεν ήθελαν να προσθέσουν έναν ακόμη λόγο διαφωνιών με τους Ευρωπαίους συμμάχους τους, που ήταν ήδη δυσαρεστημένοι με τους αμερικανικούς χειρισμούς στο θέμα του Ιράκ.  Αλλά και μετά τη λήξη του πολέμου του κόλπου, η αμερικανική απόσταση από τις εξελίξεις στην Γιουγκοσλαβία διατηρήθηκε.  Ένας λόγος γι’ αυτό, ήταν η προσπάθεια να αποφευχθούν οι απρόβλεπτες συνέπειες της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης, της οποίας η ενότητα απειλούνταν από εθνικά κινήματα παρόμοια με εκείνα της Γιουγκοσλαβίας.  Η αναγνώριση από τις Η.Π.Α της ανεξαρτησίας των γιουγκοσλαβικών δημοκρατιών θα έστελνε λάθος μήνυμα στις εθνότητες της Σοβιετικής Ένωσης, πράγμα που η κυβέρνηση του Προέδρου Bush ήθελε να αποφύγει.  Έτσι μέχρι και τις αρχές του 1992, οι  Η.Π.Α επέμεναν ότι η Γιουγκοσλαβία πρέπει να παραμείνει ένα ενιαίο κράτος. 

Επίσης, ήταν αμφίβολο αν μπορούσε να αποτραπεί η ένοπλη σύγκρουση στην Γιουγκοσλαβία χωρίς την παρουσία εκεί μεγάλου αριθμού αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, μία κίνηση που φαινόταν απίθανο να γίνει αποδεκτή από την αμερικανική κοινή γνώμη.  Ιδωμένη από την οπτική γωνία της realpolitik, μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου η Γιουγκοσλαβία και τα Βαλκάνια ευρύτερα δεν αποτελούσαν υψηλή προτεραιότητα για τα αμερικανικά συμφέροντα.  Ο κίνδυνος βέβαια  επέκτασης της Γιουγκοσλαβικής κρίσης με την ανάμειξη γειτονικών κρατών ανησυχούσε τους Αμερικανούς και για να τον περιορίσουν επίσης υποστήριζαν τον μη διαμελισμό της χώρας ώστε η σύρραξη να περιοριστεί στα πλαίσια μιας μόνο κρατικής οντότητας.  Τέλος, η απροθυμία εμπλοκής των Aμερικανών οφείλεται στον ισχυρισμό των Ευρωπαίων συμμάχων τους ότι η Γιουγκοσλαβία ήταν ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα που έπρεπε να αντιμετωπίσει κατά κύριο λόγο η ευρωπαϊκή κοινότητα.  Μετά τη λήξη ψυχρού πολέμου, η ενωμένη Ευρώπη φαινόταν διατεθειμένη να αποκτήσει τη δική της φωνή, ανεξάρτητη από εκείνη των Η.Π.Α, στα μεγάλα διεθνή θέματα, κάτι που στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας διευκόλυνε τους Αμερικανούς, καθώς δεν επιθυμούσαν άμεση εμπλοκή στο συγκεκριμένο, δυσεπίλυτο και επικίνδυνο πολιτικά πρόβλημα.  Από την άλλη πλευρά, η αποτυχία των Ευρωπαίων θα καθιστούσε σαφή την ανάγκη για την συνέχιση του πρωταγωνιστικού ρόλου των Αμερικανών και στην Ευρώπη.

Σημαντική αλλαγή στις απόψεις των Αμερικανών παρατηρείται τον Απρίλιο του 1992, όταν οι Η.Π.Α αναγνωρίζουν την ανεξαρτησία της Κροατίας, της Σλοβενίας και της Βοσνίας.  Οι Αμερικανοί αποφάσισαν να συμπορευθούν με τους Ευρωπαίους, που είχαν αναγνωρίσει τις δύο πρώτες τον Ιανουάριου του 1992.[i] Παράγοντας με ιδιαίτερη βαρύτητα που οδήγησαν στην αναγνώριση της Βοσνίας ήταν η υποστήριξη που αυτή είχε από τον μουσουλμανικό κόσμο και η επιθυμία των Ηνωμένων Πολιτειών να αποφύγουν την αντιπαράθεση μαζί του.  Ειδικότερα ήταν απαραίτητο να διατηρηθούν οι καλές σχέσεις με την Τουρκία, λόγω της στρατιωτικής της σημασίας για τη διατήρηση του μεταπολεμικού καθεστώτος στο Ιράκ, αλλά και της μελετώμενης κατασκευής πετρελαιαγωγού που δια του εδάφους τους θα μετέφερε στη Μεσόγειο πετρέλαιο από την κεντρική Ασία.  Η ιδιαίτερη σχέση της Τουρκίας – μέχρι και τέσσερα εκατομμύρια Τούρκων είναι βοσνιακής καταγωγής – αλλά και οι πολιτικές διαστάσεις που είχε πάρει εκεί το θέμα μετά την αξιοποίησή του από ισλαμικούς και άλλους κύκλους, καθιστούσαν αναπόφευκτο το έντονο ενδιαφέρον αυτής της χώρας.  Τέλος, η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης είχε απαλλάξει τους Αμερικανούς από τις αναστολές τους σχετικά με τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει εκεί η ανεξαρτητοποίηση των Γιουγκοσλαβικών δημοκρατιών. [ii]

Η Διεθνής όμως αναγνώριση δεν ήταν αρκετή για να αποτρέψει τον πόλεμο στη Βοσνία.  Στις 6 Απριλίου άρχισαν οι ένοπλες συγκρούσεις.  Αναπόφευκτα, η σύρραξη στη Βοσνία αποτέλεσε αντικείμενο αντιπαράθεσης στις Προεδρικές εκλογές του 1992.  Ο υποψήφιος των Δημοκρατικών Bill Clinton, σε αντίθεση με τον Πρόεδρο Bush υποστήριζε πως η σερβική πρόκληση – η προσπάθεια δηλαδή των Σερβοβοσνίων να διευρύνουν με τη βία την περιοχή ελέγχου τους – έπρεπε εν ανάγκη  να αντιμετωπιστεί με στρατιωτικά μέσα.  Τον Αύγουστο του 1992, αντιδρώντας σε αναφορές που έκαναν λόγο για εθνοκάθαρση εις βάρος των μουσουλμάνων, ο Clinton δήλωσε ότι ως Πρόεδρος θα διέταζε αεροπορικές επιδρομές κατά των Σέρβων.  Μετά την εκλογή του, ο Πρόεδρος Clinton κατέστησε σαφή την πρόθεσή του να υποστηρίξει τους μουσουλμάνους, που ήταν η κυρίως αδικούμενη πλευρά και συγκέντρωναν την συμπάθεια του αμερικανικού λαού, αλλά φρόντισε να αποφύγει την άμεση στρατιωτική εμπλοκή της χώρας του.

Φλεγόμενο κτήριο στο Σεράγεβο

Εν τω μεταξύ, η ανάμειξη της διεθνούς κοινότητας στην κρίση της Γιουγκοσλαβίας, είχε σαν αποτέλεσμα την επιβολή από το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε, εμπάργκο (απαγόρευσης) πώλησης όπλων προς  όλες ανεξαιρέτως τις αντιμαχόμενες πλευρές.  Λίγο αργότερα, τον Ιανουάριο του 1992, αποφασίστηκε η σύσταση της UNPROFOR, ειρηνευτικής δύναμης του Ο.Η.Ε, εντεταλμένης να επιβλέπει την τήρηση της ανακωχής που είχε επιτευχθεί στην Κροατία.  Από το Νοέμβριο του 1992, τμήματα της UNPROFOR που περιλάμβαναν και προσωπικό από χώρες της ευρωπαϊκής κοινότητας, είχαν αποσταλεί και στη Βοσνία.  Τέλος, και αρχής γενομένης από το Νοέμβριο του 1991, είχαν επιβληθεί οικονομικές κυρώσεις στην κυβέρνηση του Βελιγραδίου για το ρόλο της στην σύρραξη, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1992, η κολοβωμένη Γιουγκοσλαβία, είχε αποβληθεί από τον Ο.Η.Ε.[iii]  Το εμπάργκο όπλων έθιγε κυρίως τους Βόσνιους μουσουλμάνους, γιατί οι Σέρβοι είχαν στη διάθεσή τους μεγάλα αποθέματα οπλισμού από τον γιουγκοσλαβικό εθνικό στρατό, όπου το έθνος τους είχε πάντα κυρίαρχη θέση.  Για να διευκολύνει λοιπόν τους Βόσνιους Μουσουλμάνους, που βρίσκονταν σε δεινή στρατιωτική θέση, ο Clinton αποφάσισε να άρει το εις βάρος τους εμπάργκο.  Αν οι Σέρβοι απαντούσαν εντείνοντας τις πολεμικές τους επιχειρήσεις, οι Η.Π.Α θα εξαπέλυαν αεροπορικές επιθέσεις εναντίον σερβικών θέσεων.  Για την εφαρμογή αυτής της πρότασης «αίρω και χτυπώ» (lift and strike) όπως συνοπτικά ονομάστηκε, οι Αμερικανοί ζήτησαν την συνεργασία των Ευρωπαίων συμμάχων τους που εκείνοι όμως αρνήθηκαν.  Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι των οποίων στρατιωτικά τμήματα συμμετείχαν στην UNPROFOR δεν ήθελαν να εκθέσουν το προσωπικό τους στα αντίποινα των Σερβοβοσνίων που ήταν πολύ πιθανό να ακολουθήσουν τους βομβαρδισμούς από τη δυτική συμμαχία.   Δεν πίστευαν επίσης ότι ακόμη και με ενισχυμένο τον πολεμικό τους εφοδιασμό, οι μουσουλμάνοι ήταν ικανοί να σταματήσουν τους Σέρβους.  Για τους ίδιους και άλλους λόγους, την πρόταση απέρριψαν και οι Ρώσοι.  Οι Ευρωπαίοι θα συνεργάζονταν μόνο αν οι Η.Π.Α αναλάμβαναν ηγετικό ρόλο στο ζήτημα της επίλυσης της Γιουγκοσλαβικής κρίσης, πράγμα που η Ουάσιγκτον δεν ήταν διατεθειμένη να κάνει, φοβούμενη μία μακροχρόνια, αδιέξοδη και δαπανηρή εμπλοκή που ο αμερικανικός λαός θα καταδίκαζε [iv].  Χωρίς την υποστήριξη των Ευρωπαίων το σχέδιο αποσύρθηκε και οι Αμερικανοί περιόρισαν τη δράση τους σε θέματα όπως η αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας στη Βοσνία και η επιβολή δια του ΝΑΤΟ των ζωνών απαγόρευσης πτήσης που είχε  επιβάλει τον Οκτώβριο του 1992 το Συμβούλιο Ασφαλείας, μετά από αίτημα των Αμερικανών, με στόχο τον περιορισμό της πολεμικής δράσης των Σέρβων. 

Μέχρι τον Απρίλιο του 1994, οι Η.Π.Α παραμένουν τυπικά εκτός της διαπραγματευτικής διαδικασίας που διεξάγεται από τη Διεθνή Διάσκεψη για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICFI) που συγκροτείται τον Αύγουστο του 1992 με κοινή πρωτοβουλία της ευρωπαϊκής κοινότητας και του Ο.Η.Ε.[v].  Η επιρροή όμως των Η.Π.Α σαν  τη μόνη εναπομείνασα υπερδύναμη παρέμεινε καθοριστική για την τύχη των λύσεων που προωθούνταν καθώς όλα τα εμπλεκόμενα μέρη εξαρτούσαν από την στάση της τελευταίας τον δικό τους τρόπο ενέργειας.  Με την απροθυμία τους λοιπόν να εμπλακούν άμεσα στην περιοχή, τις αντιδράσεις τους σε σχέση με προτεινόμενες λύσεις ή τις δικές τους σπασμωδικές παράλληλες παρεμβάσεις, οι Ηνωμένες Πολιτείες ουσιαστικά αποδυνάμωσαν τις μεσολαβητικές προσπάθειες και συνέβαλαν στην τελική αποτυχία τους.  Παράδειγμα αποτελεί η υπονόμευση του σχεδίου Vance – Owen που υποβλήθηκε τον Ιανουάριο του 1993.  Αυτό πρόβλεπε τη διαίρεση της Βοσνίας σε δέκα ημιαυτόνομες διοικητικές περιφέρειες με βάση την εθνοτική τους σύνθεση.  Οι Αμερικανοί που πίστευαν στην ανάγκη διατήρησης μίας ισχυρής κεντρικής εξουσίας, αλλά και θεωρούσαν πως με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις αμοίβονταν η σερβική επιθετικότητα, εκφράστηκαν επικριτικά, αν και δεν έφεραν τελικά αντίρρηση στην προώθηση του σχεδίου.  Η αμφιλεγόμενη όμως στάση τους ενθάρρυνε τους πολέμιους και αποθάρρυνε τους υπέρμαχους του σχεδίου που τελικά εγκαταλείφθηκε μετά την απόρριψή του από το σερβοβοσνιακό κοινοβούλιο τον Μάιο του 1993[vi].

Στις αρχές όμως του 1994, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποδηλώνουν τη βούλησή τους να παρέμβουν πιο αποφασιστικά στην περιοχή. Μεσολαβούν για την σύναψη μίας συμφωνίας που έχει σαν αποτέλεσμα τον τερματισμό των συγκρούσεων ανάμεσα στους μουσουλμάνους τις Βοσνίας και τους Κροάτες, καθώς και τη δημιουργία ομοσπονδίας ανάμεσα στις δύο αυτές βοσνιακές εθνότητες.  Ο λόγος για την ανάληψη αυτής της πρωτοβουλίας, για την οποία επίσης ζητείται και επιτυγχάνεται η συμμετοχή της Γερμανίας, που είχε ιδιαίτερη επιρροή επί των Κροατών, είναι η επιδεινούμενη για τους μουσουλμάνους στρατιωτική κατάσταση.  Η κροατομουσουλμανικές διαφορές είχαν οδηγήσει σε πολύμηνες συγκρούσεις που ανάγκαζαν τους μουσουλμάνους να πολεμούν σε δύο μέτωπα και ενέκλειαν τον κίνδυνο συνεννόησης μεταξύ Κροατών και Σέρβων που θα οδηγούσε στον διαμελισμό της Βοσνίας.  Οι συνέπειες μίας τέτοιας εξέλιξης θα ήταν ιδιαίτερα δυσμενείς για την ασφάλεια και την αυτοδιάθεση της μουσουλμανικής κοινότητας.  Στην προσπάθειά τους να πετύχουν την συγκατάθεση τόσο των Βοσνίων Κροατών  όσο και του κράτους της Κροατίας που είχε εμπλακεί άμεσα στην σύρραξη, οι Η.Π.Α χρησιμοποίησαν ένα μείγμα υποσχέσεων και απειλών, όπως οικονομική βοήθεια, υποστήριξη για την ανάκτηση των χαμένων από τους  Σέρβους περιοχών, αλλά και διεθνείς κυρώσεις κατά της Κροατίας, που με τον στρατό της είχε προσβάλει την εδαφική ακεραιότητα του ανεξάρτητου κράτους της Βοσνίας.  Με ανάλογες μεθόδους ξεπεράστηκαν και οι δισταγμοί των μουσουλμάνων. 

Η συνεννόηση με τους Κροάτες έδωσε τη δυνατότητα στους μουσουλμάνους να συγκεντρώσουν την πολεμική τους προσπάθεια κατά των Σέρβων αλλά και εξασφάλισε την συνέχιση της ενίσχυσης τους με πολεμικό υλικό, παρά το διεθνές εμπάργκο, μέσω Κροατίας.  Σηματοδότησε επίσης μεγαλύτερη διαπραγματευτική ευκαμψία εκ μέρους των Η.Π.Α που με τη δημιουργία της ομοσπονδίας φαινόταν να εγκαταλείπουν την ιδέα του συγκεντρωτικού, ενιαίου βοσνιακού κράτους, προς όφελος αυτόνομων αλλά ομόσπονδων οντοτήτων.

Η διπλωματική εμπλοκή των Η.Π.Α διευρύνθηκε τον Απρίλιο του 1994 με την συμμετοχή τους στην Ομάδα Επαφής (Contact Group) που επίσης περιελάμβανε την Ρωσία, τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, και τη Γερμανία.  Η απευθείας ανάμειξη όλων των ισχυρών που ενδιαφέρονταν για την περιοχή είχε ασφαλώς περισσότερα εχέγγυα επιτυχίας, από εκείνη ενός διεθνούς οργανισμού, όπως για παράδειγμα ο Ο.Η.Ε., που στερούνταν ιδίων πόρων και ισχύος.  Και σ’ αυτήν την περίπτωση όμως, διαφωνίες ανάμεσα στα μέλη της ομάδας, όσον αφορά στα μέσα με τα οποία θα εξασφάλιζαν την αποδοχή των προτάσεών τους, οδήγησαν σε αποτυχία αφού οι Σέρβοι, συμπεραίνοντας ότι δεν υπήρχε πιθανότητα άσκησης καταναγκασμού εις βάρος τους, απέρριψαν τον προτεινόμενο εδαφικό διακανονισμό.

Μεταφορά από τη Srebrenica

 Μια Αποφασιστική Πρωτοβουλία

Η στάση όμως αυτή της επιλεκτικής και περιορισμένης ανάμειξης των Η.Π.Α έμελε να αλλάξει.  Τον Ιούνιο του 1995, με αφορμή την επικείμενη συνάντηση του προέδρου Clinton με το Γάλλο ομόλογό του Jacques Chirac, η αμερικανική πολιτική στη Βοσνία συζητήθηκε εκτεταμένα από τους ιθύνοντες του Λευκού Οίκου. Η κατάσταση στη Βοσνία, όπως μέχρι τότε είχε διαμορφωθεί, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονταν από της Ηνωμένες Πολιτείες, είχαν εκνευρίσει τον Αμερικανό Πρόεδρο.  Η ασυμφωνία μέσα στους κύκλους των συμβούλων και συνεργατών του, αλλά και μεταξύ της Ουάσινγκτον και των συμμάχων της, δεν επέτρεπε τη διαμόρφωση στρατηγικών προτάσεων ευρείας προοπτικής, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην οριστική λύση του προβλήματος.  Νέες πρωτοβουλίες ήταν λοιπόν απαραίτητες για να αλλάξουν τα δεδομένα.

Προς αυτήν την κατεύθυνση εργάστηκαν οι βασικοί φορείς παραγωγής εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας, το Υπουργείο Εξωτερικών και το Υπουργείο Άμυνας σε συνεργασία με το γραφείο της Madeleine Albright, πρέσβεως των ΗΠΑ στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και θερμό υποστηρικτή ενεργότερου αμερικανικού ρόλου στη Βοσνία. Έτσι, με την έγκριση του προέδρου Clinton, μια νέα πρωτοβουλία για τη λύση του Βοσνιακού υποβλήθηκε στους Ευρωπαίους συμμάχους από τον Anthony Lake, σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας, που ταξίδεψε για αυτόν το σκοπό στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες τον Αύγουστο του 1995[vii].

Σύμφωνα με τις νέες αμερικανικές θέσεις, θα έπρεπε να επιδιωχθεί μία συνολική ρύθμιση του προβλήματος, που θα περιλάμβανε ένα ενιαίο βοσνιακό κράτος, τριμερή αμοιβαία αναγνώριση από την Κροατία, τη Βοσνία και τη Γιουγκοσλαβία, αλλά και μία «παράλληλη ειδική σχέση» της Μουσουλμανικής-Κροατικής Ομοσπονδίας και της Σερβικής Δημοκρατίας – των προβλεπομένων δηλαδή αυτονόμων συστατικών οντοτήτων του βοσνιακού κράτους- με την Κροατία και τη Σερβία αντίστοιχα. Σαν κίνητρο για την αποδοχή του σχεδίου τους, οι Αμερικανοί πρότειναν τη σταδιακή άρση των κυρώσεων που είχαν επιβληθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ στη Γιουγκοσλαβία για το ρόλο της στη σύρραξη αλλά και σημαντική οικονομική βοήθεια για την ανασυγκρότηση της περιοχής υπό τη μορφή ενός μικρού Σχεδίου Μάρσαλ. Σε περίπτωση που η νέα αυτή διπλωματική πρωτοβουλία αποτύγχανε, οι Αμερικανοί ήταν διατεθειμένοι να συνδυάσουν την αποχώρηση της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ με άρση του εμπάργκο όπλων, αποστολή πολεμικού υλικού και εκπαίδευση των Βοσνίων, αεροπορικές επιδρομές κατά των Σερβοβοσνίων και ενθάρρυνση της παρουσίας πολυεθνικής δύναμης που θα βοηθούσε τους Μουσουλμάνους.

Χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, οι Ευρωπαίοι δέχτηκαν να στηρίξουν τη νέα πρωτοβουλία. Επικεφαλής της αποστολής που αναλάμβανε να πείσει τους εμπολέμους να συζητήσουν σοβαρά τις νέες προτάσεις, ορίστηκε ο βοηθός Υπουργός Εξωτερικών Richard Holbrooke, του οποίου η επιμονή, έντονη προσωπικότητα και σκληρή διαπραγματευτική τακτική θεωρήθηκαν απαραίτητο αντιστάθμισμα στις μεθόδους του Milocevic και των άλλων αντιπάλων ηγετών. Διάφοροι λόγοι θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν αυτή τη σημαντική μεταστροφή της αμερικανικής πολιτικής :

1. H αναμενόμενη κατάρρευση της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ στη Βοσνία (United Nations Protection Force – UNPROFOR) μετά την σύλληψη και ομηρία κυανοκράνων από τις σερβικές δυνάμεις, με στόχο να αποτραπεί η επανάληψη Νατοϊκών βομβαρδισμών που είχαν διαταχθεί από τον ΟΗΕ το Μάιο του 1995, σαν απάντηση σε απαγορευμένες σερβικές πολεμικές ενέργειες. Η ταπείνωση και αδυναμία του οργανισμού να επιβάλλει τις αποφάσεις του – οι βομβαρδισμοί διακόπηκαν χωρίς αποτέλεσμα – που αποδείχτηκε πέρα από κάθε αμφιβολία με την κατάληψη από τους Σέρβους του θύλακα της Σρεμπρενίτσα τον Ιούλιο του 1995 και τη σφαγή, υπό τα όμματα των κυανοκράνων, περίπου 8.000 Βοσνίων, καταρράκωσαν το γόητρο της UNPROFOR και ήραν κάθε αμφιβολία για την αναποτελεσματικότητά της.  Φαινόταν ότι ο ΟΗΕ δεν θα μπορούσε πλέον να παρέχει το πρόσχημα για την μη ενεργότερη ανάμειξη των Αμερικανών στην περιοχή. Επιπλέον, φαινόταν τώρα πολύ πιθανή η αποχώρηση της ειρηνευτικής δύναμης λόγω της απροθυμίας των Ευρωπαίων και μελών του ΝΑΤΟ που συνεισέφεραν στη σύνθεσή της να διακινδυνεύσουν την ασφάλεια του στρατιωτικού τους προσωπικού. Σ’ αυτήν την περίπτωση, οι ΗΠΑ είχαν αναλάβει την υποχρέωση να βοηθήσουν με μεγάλο αριθμό ανδρών σε μια επικίνδυνη κατά τα αναμενόμενα επιχείρηση αποχώρησης[viii]. Για να αποτραπούν λοιπόν τέτοιες εξελίξεις, αλλά και για να εξασφαλιστεί η ανεξάρτητη από αποφάσεις τρίτων στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ, αν κάτι τέτοιο γινόταν αναπόφευκτο, ήταν αναγκαίο η Ουάσιγκτον να αναλάβει μία νέα πρωτοβουλία.

2. Η σοβαρή και μακροχρόνια εμπλοκή του ΝΑΤΟ στο Βοσνιακό πρόβλημα, δημιουργούσε εντάσεις και διαφωνίες στους κόλπους της συμμαχίας, με αποτέλεσμα να διακυβεύεται η ενότητα και η αποτελεσματικότητά της. Ο ηγετικός ρόλος της Αμερικής ετίθετο επίσης σε αμφισβήτηση, όπως φανέρωνε και η δήλωση του Jacques Chirac ότι «η θέση του ηγέτη του Ελευθέρου Κόσμου είναι κενή».

3.   Η σύρραξη στη Βοσνία και ευρύτερα η έκρυθμη κατάσταση στην πρώην Γιουγκοσλαβία, αντέβαινε στην πραγμάτωση του οράματος του προέδρου Clinton για τη μεταψυχροπολεμική Ευρώπη, που στόχευε στη δημιουργία ενός ενιαίου ειρηνικού ευρωπαϊκού χώρου, με ισχυρές δημοκρατίες και ευημερούσες οικονομίες της αγοράς, όπου θα ενσωματώνονταν το πρώην κομμουνιστικό ήμισυ της ηπείρου. Κεντρικό ρόλο στην επίτευξη αυτού του στόχου θα διαδραμάτιζαν το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Γι’ αυτό και η αποκατάσταση της αξιοπιστίας και της ενότητας του οργανισμού, που απειλούνταν από τη βοσνιακή κρίση, γινόταν ακόμη πιο πιεστική και αναγκαία.

4. Τέλος, το πολιτικό κλίμα και ο δημόσιος διάλογος στις Ηνωμένες Πολιτείες σε σχέση με τη Βοσνία είχαν μεταβληθεί. Τα προηγούμενα τρία χρόνια οι απόψεις κατά της εμπλοκής και της ουδετερότητας είχαν σημαντική απήχηση στην αμερικανική κοινή γνώμη. Φαίνεται όμως πως γύρω στον Ιούλιο του 1995 οι υποστηρικτές κάποιου είδους παρέμβασης είχαν αρχίσει να επικρατούν. Η Βουλή των Αντιπροσώπων και η Γερουσία, υπό την επήρεια και των φρικαλεοτήτων στη Σρεμπρένιτσα, ψήφισε με μεγάλη πλειοψηφία υπέρ της άρσης του εμπάργκο όπλων που είχε επιβληθεί στη Βοσνία. Μια τέτοια εξέλιξη όμως θα ενέτεινε τις συγκρούσεις, αυξάνοντας τις πιθανότητες αποχώρησης των δυνάμεων του ΟΗΕ και στρατιωτικής εμπλοκής της Ουάσιγκτον προς διευκόλυνση της αποχώρησης. Έπρεπε λοιπόν ο πρόεδρος Clinton να προτείνει μία πειστική εναλλακτική λύση, που θα έπειθε το Κογκρέσο να μην αμφισβητήσει το αναπόφευκτο προεδρικό βέτο κατά της παραπάνω απόφασης. Επιπλέον, το 1996 ήταν χρονιά προεδρικών εκλογών και ο πιο πιθανός αντίπαλος του Clinton φαινόταν ότι θα ήταν ο Ρεπουμπλικάνος επικεφαλής της πλειοψηφίας στη Γερουσία, Robert Dole, γνωστός και επίμονος επικριτής της πολιτικής Clinton στη Βοσνία. Ήταν ανάγκη λοιπόν το βοσνιακό πρόβλημα να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το συντομότερο δυνατό, για να μην αποτελέσει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους αντιπάλους του προέδρου στην προεκλογική εκστρατεία που επέκειτο.

Αρχικά, λίγοι στην Ουάσιγκτον πίστευαν ότι το διπλωματικό σκέλος της νέας αμερικανικής πρωτοβουλίας είχε σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Οι πιο πολλοί θεωρούσαν μια νέα σοβαρή διπλωματική προσπάθεια απλώς αναγκαίο βήμα για να πεισθούν οι σύμμαχοι να στηρίξουν το στρατιωτικό σκέλος του αμερικανικού σχεδίου, που προέβλεπε την αναβάθμιση των στρατιωτικών δυνατοτήτων των Βοσνίων με αμερικανική ενίσχυση, σε συνδυασμό με τη διενέργεια αεροπορικών επιδρομών. Μόνο τότε, και αφού επιτυγχάνονταν κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των αντιμαχομένων, θα μπορούσαν να διεξαχθούν διαπραγματεύσεις με ελπίδες επιτυχίας.       

Από τα μέσα Σεπτεμβρίου όμως, οι εκτιμήσεις των Αμερικανών ιθυνόντων άλλαξαν, καθώς μια διπλωματική λύση θεωρούνταν τώρα άμεσα εφικτή. Και αυτό γιατί οι πραγματικές συνθήκες στη Βοσνία είχαν μεταβληθεί, δημιουργώντας έτσι ένα κλίμα που ευνοούσε τις διαπραγματεύσεις. Τρεις ήταν οι λόγοι που οδήγησαν σ’ αυτήν την εξέλιξη :

1.      Η συνδυασμένη επίθεση Κροατών και Μουσουλμάνων Βοσνίων το καλοκαίρι του 1995, που περιόρισε την περιοχή ελέγχου των Σερβοβοσνίων από 70% σε λιγότερο από 50% του εδάφους της χώρας, διευκολύνοντας έτσι ιδιαίτερα τους δυτικούς διαπραγματευτές, που προωθούσαν την σε ποσοστό 51% – 49% κατανομή του εδάφους για τους Βοσνίους-Κροάτες και Σέρβους αντίστοιχα. Οι επιχειρήσεις των Βοσνίων και των Κροατών ενθαρρύνθηκαν από τις ΗΠΑ. Σημαντικές παραβιάσεις του εμπάργκο όπλων προς ενίσχυση των Βοσνίων από μουσουλμανικές χώρες φαίνεται πως ήταν εν γνώσει των Αμερικανών, που όμως προτίμησαν  τουλάχιστον να τις αποσιωπήσουν[ix]. Για δε την εισβολή του κροατικού στρατού στη Βοσνία, στρατιωτικός διοικητής, μέλος της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ παρατήρησε : «ήταν υπόδειγμα στρατιωτικής επιχείρησης, αλλά όχι υπόδειγμα από εγχειρίδιο του Γιουγκοσλαβικού στρατού. Όποιος κατέστρωσε αυτό το σχέδιο επιθέσεως θα μπορούσε να έχει πάει σε οποιαδήποτε σχολή επιτελών του ΝΑΤΟ στη Βόρεια Αμερική ή στη Δυτική Ευρώπη και να έχει αριστεύσει»[x].

2.      Η απόφαση του Milocević να ηγηθεί της σερβικής πλευράς στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων, βάζοντας στο περιθώριο τους Σερβοβόσνιους ηγέτες και υποχρεώνοντάς τους να δεχθούν ως καθοριστική τη δική του γνώμη για τα ζητήματα που θα εξετάζονταν[xi]. Ο Milocević ενδιαφέρονταν να αρθούν οι κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στη Γιουγκοσλαβία από το Συμβούλιο Ασφαλείας και να πάψει η χώρα του να αποτελεί τον παρία της διεθνούς κοινότητας. Ήταν διατεθειμένος λοιπόν να κάνει πολλά προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία των μερών. Ως μοναδικός δε υποστηρικτής των Σερβοβοσνίων μπορούσε να ασκήσει επάνω τους μεγάλη επιρροή, πράγμα που εξηγεί και την ανάληψη από μέρους του τόσο σημαντικού ρόλου και δικαιοδοσίας. Φαίνεται ακόμη πολύ πιθανό ότι ο Milocević επικρότησε ή και διευκόλυνε την κροατική επίθεση μετά από συμφωνία με τον Κροάτη πρόεδρο Tudjman.

3.      Αεροπορικές επιδρομές που διεξήγαγε το ΝΑΤΟ κατά σερβοβοσνιακών θέσεων. Με αφορμή την έκρηξη βλήματος πυροβολικού στις 28 Αυγούστου στην αγορά του Σεράγεβο, που προκάλεσε το θάνατο 38 ατόμων και τον τραυματισμό άλλων 85, οι δυτικοί σύμμαχοι ενεργοποίησαν την απόφασή τους του προηγουμένου Ιουλίου να απαντήσουν με αεροπορικές επιδρομές σε επίθεση κατά οιασδήποτε «ασφαλούς περιοχής» που ο ΟΗΕ είχε αναλάβει να προστατεύσει.

 

To NATO βομβαρδίζει θέσεις των Σερβο-Βόσνιων στο Σεράγεβο

Οι βομβαρδισμοί, που κράτησαν μέχρι τις 14 Σεπτεμβρίου και αποτέλεσαν τη μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση στην ιστορία του ΝΑΤΟ, σε συνδυασμό με την προέλαση Βοσνίων και Κροατών, ανησύχησαν τους Σερβοβοσνίους που αντιμετώπιζαν πλέον το ενδεχόμενο ακόμη μεγαλύτερων εδαφικών απωλειών. Έγιναν έτσι πιο διαλλακτικοί και πρόθυμοι να διαπραγματευτούν. Οι πιθανότητες λοιπόν επίτευξης διπλωματικής λύσης αυξήθηκαν κατά πολύ γιατί το κύριο εμπόδιο στην υιοθέτηση της προτεινόμενης από τη Δύση συμβιβαστικής φόρμουλας ήταν τώρα αντί των Σερβοβοσνίων, που οι Αμερικανοί δεν μπορούσαν να ελέγξουν, οι Μουσουλμάνοι, επί των οποίων μπορούσαν να ασκήσουν μεγάλη επιρροή.

Η επίτευξη βέβαια της τελικής συμφωνίας ήταν ακόμη μακριά. Έπρεπε να προηγηθεί έντονη διπλωματική δραστηριότητα με πρωτοβουλία των Ηνωμένων Πολιτειών για να αντιμετωπιστούν τα πολλά προβλήματα που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την ειρηνευτική διαδικασία. Ασκήθηκε έτσι πίεση από τον Holbrooke στους Μωαμεθανούς και τους Κροάτες να σταματήσουν την προέλασή τους, ενώ το ΝΑΤΟ δεν αντέδρασε, παρά τη συνήθη του πρακτική, στη συμμετοχή της σερβοβοσνιακής αεροπορίας στις συγκρούσεις. Προφανής επιδίωξη ήταν να μην ανατραπεί η σε ποσοστό 51% προς 49% διανομή του βοσνιακού εδάφους που θεωρούνταν από τους Σέρβους απαραίτητη προϋπόθεση για τη συζήτηση της προτεινόμενης συμφωνίας .Έγινε επίσης προσπάθεια να εξομαλυνθούν οι διαφορές των μερών με ενδιάμεσες συμφωνίες που αντιμετώπιζαν συγκεκριμένα προβλήματα και υποχωρήσεις που απέσπασαν οι Αμερικανοί από τους εμπολέμους. Στις 14 Σεπτεμβρίου ο Holbrooke, με τη βοήθεια του Milocević και με αντάλλαγμα την αναστολή των βομβαρδισμών, έπεισε τους Σερβοβόσνιους να άρουν την πολιορκία του Σεράγεβο. Στις 8 Σεπτεμβρίου, και ενώ οι βομβαρδισμοί συνεχίζονταν, οι υπουργοί εξωτερικών της Βοσνίας, της Κροατίας και της Γιουγκοσλαβίας, υπό την αιγίδα των ΗΠΑ συναντήθηκαν στη Γενεύη και συμφώνησαν στην αμοιβαία αναγνώριση των συνόρων των κρατών τους και τη δημιουργία βοσνιακού κράτους δύο οντοτήτων. Το τελευταίο ικανοποιούσε τη σερβική απαίτηση για τη δημιουργία αυτονόμου σερβοβοσνιακής  πολιτείας, πράγμα που αποτελούσε μείζονα παραχώρηση των Βοσνίων Μουσουλμάνων αλλά και παράλληλα επίτευγμα των Σέρβων, των οποίων το βοσνιακό κράτος εν κράτει (Republica Srpska) αναγνωρίζονταν επίσημα για πρώτη φορά.  Δεύτερη συνάντηση των υπουργών στη Νέα Υόρκη στις 26 Σεπτεμβρίου αποδέχτηκε και συμφώνησε σε βασικές αρχές που θα καθόριζαν το καθεστώς του νέου κράτους.  Η επίτευξη συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός όμως αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολη. Οι εχθροπραξίες συνεχίστηκαν και μετά την αναγγελία της στις 5 Οκτωβρίου από τον πρόεδρο Clinton – που επίσης ανακοίνωσε την έναρξη των συνομιλιών στο Dayton – και μετά την υπογραφή της στις 12 του ίδιου μήνα, καθώς οι αντίπαλοι προσπαθούσαν να βελτιώσουν τη θέση τους μέχρι την τελευταία στιγμή πριν τον τελικό διακανονισμό.

Slobodan Milocević και Richard Holbrooke

Η συνολική και τελική ρύθμιση του Βοσνιακού επιτεύχθηκε στο Dayton του Οχάιο, στη διάρκεια «εκ του σύνεγγυς συνομιλιών» (proximity talks), διαμεσολάβησης δηλαδή των χωρών της «Ομάδας Επαφής», Γερμανίας, Γαλλίας, Ρωσίας, Ηνωμένου Βασιλείου και ΗΠΑ μεταξύ των εκπροσώπων των τριών αντιπάλων που δεν αντάλλασσαν απ’ ευθείας απόψεις. Έχοντας αποδεχθεί την κύρια ευθύνη για την επίτευξη αλλά  και τη διατήρηση της ειρήνης, οι Αμερικανοί από την αρχή ανέλαβαν κυρίαρχο ρόλο στο χειρισμό των διαπραγματεύσεων. Σύμφωνα με την επικεφαλής της βρετανικής  αποστολής στο Dayton, «ο Αμερικανός διαπραγματευτής … αποφάσιζε την ημερήσια διάταξη και διεξήγαγε τις διαπραγματεύσεις όπως ήθελε, με τη συγκατάθεση των υπολοίπων. Αυτοί ενημερώνονταν αλλά δεν ερωτούνταν και ο κύριος ρόλος τους ήταν να βοηθούν, στο μέτρο που τους ζητούνταν, να παρίστανται και να επικυρώνουν το αποτέλεσμα. Αλλά δεν έπρεπε να παρεμβαίνουν»[xii].  Ο συντονισμός και ο έλεγχος της όλης διαδικασίας από μία και μόνη χώρα, παρουσίαζε βέβαια σημαντικά πλεονεκτήματα καθώς δεν απαιτούνταν στη λήψη αποφάσεων η συναίνεση ενός αριθμού κρατών με διαφορετικά συμφέροντα και προτεραιότητες.  Το πλήθος όμως των διεθνών ενδιαφερόντων της υπερδύναμης, σε συνδυασμό με τα επιμέρους συμφέροντα και απόψεις των διαφόρων κλάδων της διοίκησης, δημιούργησε και στην περίπτωση του ενός ουσιαστικά μεσολαβητή προβλήματα συνοχής της ακολουθούμενης πολιτικής.  Έτσι η γραφειοκρατία του Λευκού Οίκου αντέδρασε στη πρόταση των διπλωματών να ασκηθεί πίεση από τον Πρόεδρο Clinton επί του ηγέτη των Βοσνίων Μουσουλμάνων για μεγαλύτερη διαλλακτικότητα, φοβούμενη τις δυσμενείς επιπτώσεις που μία τέτοια ενέργεια θα μπορούσε να έχει στις σχέσεις των Η.Π.Α με τον μουσουλμανικό κόσμο.  Με πρόσφατη την εμπειρία της Σομαλίας[xiii], αδιέξοδης αιματηρής και χωρίς ουσιαστική σημασία για την ασφάλεια των Η.Π.Α στρατιωτικής εμπλοκής, το Πεντάγωνο αντιδρούσε στη ανάληψη εκτεταμένων αρμοδιοτήτων, από τη νέα ειρηνευτική δύναμη για τη Βοσνία (IFOR), στις τάξεις της οποίας θα υπηρετούσαν τα αμερικανικά στρατεύματα.  Στο μεγαλύτερο μέρος, οι Αμερικανοί διπλωμάτες που υποστήριζαν έναν διευρυμένο ρόλο για την IFOR, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν[xiv].

Οι διαφορές των αντιμαχομένων εστιάζονταν σε δύο κυρίως ζητήματα:  το Σύνταγμα που θα καθόριζε τη δομή και λειτουργία του βοσνιακού κράτους, αλλά και το ποια εδάφη θα έλεγχε η κάθε πλευρά.  Οι λύσεις που θα υιοθετούνταν είχαν μεγάλη σημασία, κυρίως για τους Σέρβους και του Μουσουλμάνους, γιατί μέσω αυτών θα μπορούσαν να προωθηθούν οι διαφορετικοί για τη κάθε πλευρά στόχοι σε σχέση με το κράτος τους, ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας και ενιαίο κράτος για τους Μουσουλμάνους, η δυνατότητα της τελικής απόσχισης της σερβικής οντότητας από τη Βοσνία για τους Σέρβους. Οι συνθήκες υπό τις οποίες προσέρχονταν στις διαπραγματεύσεις για την ανεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης ήταν διαφορετικές για το κάθε ένα από τα τρία εμπλεκόμενα μέρη.  Έχοντας επιτύχει τους στρατιωτικούς τους στόχους, οι Κροάτες ήταν ικανοποιημένοι από τις μέχρι τότε εξελίξεις και ως  εκ τούτου πρόθυμοι να βοηθήσουν τη διαδικασία.  Η πιθανότητα δημιουργίας σοβαρών προβλημάτων από τους Σέρβους είχε επίσης κατά πολύ περιοριστεί.  «….. οι Σερβοβόσνιοι της αντιπροσωπείας του Milosević αγνοήθηκαν παντελώς.  Για τους Αμερικανούς ήταν αόρατοι.  Για τον Milosević ήταν μόνο για να μαθαίνουν ό,τι επέλεγε να τους πει σχετικά με ό,τι είχε διαπραγματευθεί για λογαριασμό τους.  Μάλιστα, μόλις λίγα λεπτά πριν από την τελετή υπογραφής (της Συνθήκης) είπε ο Milosević στους Σερβοβοσνίους ότι είχε εγκαταλείψει την σερβική απαίτηση για το Σεράγιεβο.  Η επέκταση στην πρωτεύουσα της Βοσνίας ήταν «εκ των ων ουκ άνευ» για τους Σερβοβοσνίους και ο αντιπρόεδρος Nikola Koljević φαίνεται πως λιποθύμησε όταν είδε τον χάρτη του Dayton.  Εξοργισμένοι αλλά ανίκανοι να αντιδράσουν, έφυγαν από το Dayton χωρίς να υπογράψου τίποτα, όμως μέσα σε μία εβδομάδα ατάραχος ο Milosević τους κατάφερε να συμφωνήσουν»[xv].

Περισσότερο αδιάλλακτοι εμφανίζονταν οι Μουσουλμάνοι που είχαν ενθαρρυνθεί από τις πρόσφατες στρατιωτικές τους επιτυχίες και ήλπιζαν ότι με την επανάληψη των εχθροπραξιών θα πετύχαιναν τον έλεγχο περισσοτέρων εδαφών και σε τελική ανάλυση καλύτερους όρους.  Μέχρι την τελευταία στιγμή φαινόταν να ανθίστανται στην σύναψη συμφωνίας.  Για να κάμψουν την αδιαλλαξία τους, οι Αμερικανοί τους υποσχέθηκαν σημαντική οικονομική βοήθεια, αλλά και μεσολάβησαν για την επίλυση των Σερβο-Κροατικών διαφορών, πράγμα που σήμαινε πως σε περίπτωση επανάληψης των εχθροπραξιών οι Μουσουλμάνοι δεν θα μπορούσαν να υπολογίζουν στην πολύτιμη Κροατική βοήθεια. 

Οι διαπραγματεύσεις του Dayton

Για να ξεπεραστούν οι διαφωνίες των μερών, οι Αμερικανοί προώθησαν ρυθμίσεις που δημιουργούσαν ασάφεια σε σχέση με το συμφωνούμενο καθεστώς.  Έτσι και οι Μουσουλμάνοι και οι Σέρβοι μπορούσαν να ισχυριστούν πως πέτυχαν τον στόχο τους: οι μεν τη δημιουργία ενιαίου κράτους, οι δε  την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας τους.  Η πορεία των διαπραγματεύσεων διευκολύνθηκε επίσης από  την παρουσία στο Dayton των επικεφαλής κρατών και κυβερνήσεων, πράγμα που περιόριζε τη δυνατότητα κωλυσιεργίας, με τη δικαιολογία της αναμονής οδηγιών.  Τον περιορισμό των επαφών με τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, γιατί η μεγάλη δημοσιότητα θα μπορούσε, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, να μειώσει την ευελιξία των διαπραγματευομένων.  Την επιδέξια χρήση διοριών (deadlines) από τους Αμερικανούς – που είχαν αυτή τη δυνατότητα ως χώρα προεδρεύουσα της διάσκεψης- για να ασκήσουν πίεση επί των μερών ώστε να συμβιβαστούν.  Έτσι ο Αμερικανός υπουργός εξωτερικών, Warren Christopher,  πληροφόρησε τους διαπραγματευομένους την εικοστή ημέρα της διάσκεψης, ότι σε λίγες ώρες θα ανακοίνωνε την αποτυχία της.  Γνωρίζοντας τις αρνητικές για όλους συνέπειες μίας τέτοιας εξέλιξης, εκείνη έσπευσαν να ξεπεράσουν τις εναπομένουσες διαφορές τους, κάνοντας έτσι εφικτή την επίτευξη της τελικής συμφωνίας.  Τέλος, οι Αμερικανική πρωτοβουλία επωφελήθηκε σημαντικά από τις σύντονες και συνεχείς διπλωματικές προσπάθειες που είχαν προηγηθεί.  Φορείς όπως η ICFΥ ( Διεθνής Διάσκεψη για την Πρώην Γιουγκοσλαβία) και  η Ομάδα Επαφής είχαν συλλάβει και επεξεργαστεί το μεγαλύτερο μέρος των ρυθμίσεων στις οποίες βασίστηκε η Αμερικανική πρόταση, ενώ ήταν ήδη γνωστή και η αντίδραση των εμπολέμων σε αυτές.  Για παράδειγμα, το ποσοστό εδάφους που θα έλεγχε η κάθε εθνότητα [xvi] – αν και όχι ποιες ακριβώς περιοχές αυτό θα περιελάμβανε – είχε ήδη γίνει δεκτό από τον Δεκέμβριο του 1993 στα πλαίσια διαπραγματεύσεων για την αποδοχή ειρηνευτικού σχεδίου, που τελικά εγκαταλείφθηκαν. 

Μετά από δύσκολες διαπραγματεύσεις τριών εβδομάδων, με έντονη την δυσαρέσκεια των μερών για τις υποχωρήσεις που τους επιβάλλονταν, η τελική συμφωνία μονογραφήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 1995. Προέβλεπε μια ενιαία Βοσνία – Ερζεγοβίνη με δύο χωριστές οντότητες, την Μουσουλμανική – Κροατική Ομοσπονδία και τη Σερβική Δημοκρατία, που θα μοιράζονταν περίπου εξ ημισείας το έδαφος της χώρας, θα είχαν η κάθε μία το δικό της Σύνταγμα, το δικό της Κοινοβούλιο και τη δυνατότητα να συνάπτουν αυτοτελώς σχέσεις με γειτονικές χώρες.  Χωριστές εκλογές για τις δύο οντότητες, με διεθνή επίβλεψη θα διεξάγονταν μέσα σε έξι με εννέα μήνες.  Η κάθε μία από τις τρεις εθνότητες θα είχε το δικό της στρατό. Η συμφωνία εγγυόνταν στους πρόσφυγες το δικαίωμα επιστροφής στις εστίες τους και σ’ όλους τους πολίτες ελευθερία κίνησης, τα δε συμβαλλόμενα μέρη υπόσχονταν να συνεργαστούν με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία. Την εφαρμογή του πλήθους των επιμέρους όρων της συνθήκης ανέλαβε να εξασφαλίσει πολυεθνική ειρηνευτική δύναμη 60.000 ανδρών, η IFOR ( Implementation Force) με συμμετοχή 20.000 Αμερικανών και κυρίαρχο το ρόλο του ΝΑΤΟ, μετά από εξουσιοδότηση από το Συμβούλιο Ασφαλείας.

Αμερικανικές δυνάμεις σε πλήρη ανάπτυξη στο πλαίσιο της επιχείρησης Joint Endeavor, Δεκέμβριος 1995

Η Ουάσιγκτον αρχικά προσπάθησε να αποφύγει μια εκτεταμένη από άποψη υποχρεώσεων και μακροχρόνια στρατιωτική εμπλοκή στη Βοσνία. Για πολλούς ιθύνοντες φαινόταν αρκετό να ενισχυθεί στο χρόνο παραμονής της IFOR στη Βοσνία η στρατιωτική ικανότητα των Μουσουλμάνων σαν μέσο αποτροπής επανάληψης των εχθροπραξιών, αντί να οικοδομηθεί προσεκτικά μια βιώσιμη ειρήνη με μέτρα που θα επιτύγχαναν την αλληλοαποδοχή της συνύπαρξης των τριών εθνοτήτων. Έτσι, χρόνος παραμονής της IFOR ορίστηκαν οι δώδεκα μήνες και καθήκοντά της κυρίως η εφαρμογή των στρατιωτικών όρων της συμφωνίας του Dayton. Σταδιακά όμως, η άποψη ότι η κατά το δυνατόν πληρέστερη εφαρμογή των όρων του Dayton ήταν εφικτός και ασφαλέστερος τρόπος για την αποφυγή επανάληψης των εχθροπραξιών επικράτησε. Οι αρμοδιότητες της ειρηνευτικής δύναμης διευρύνθηκαν και η εντολή της παρατάθηκε. Το Δεκέμβριο του 1997 ο πρόεδρος Clinton δήλωσε πως η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στη Βοσνία θα παρατείνονταν μέχρι την οριστική εδραίωση της ειρήνης.

O Bill Clinton επισκέπτεται την αεροπορική βάση της Tuzla το 1996

                                                           

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η πολιτική των Η.Π.Α στην Βοσνία- Ερζεγοβίνη εξελίχθηκε σε συνάρτηση με του παράγοντες που κατά κανόνα προσδιορίζουν την εξωτερική πολιτική της χώρας.  Τόσο η αποσχιστική διαδικασία στη Γιουγκοσλαβία, όσο και η Βοσνία ειδικότερα, δεν αποτελούσαν πρόβλημα υψηλής προτεραιότητας για τις Η.Π.Α.  Μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, η σημασία της  περιοχής για την ασφάλεια της χώρας είχε περιοριστεί, ενώ πολύ περιορισμένα ήταν και τα οικονομικά της συμφέροντα.  Για την περιφρούρηση βέβαια του κύρους της ως μόνης  υπερδύναμης και ως ηγέτη του δυτικού κόσμου, έπρεπε να αναλάβει κάποιες πρωτοβουλίες.  Για ανθρωπιστικούς επίσης λόγους, προς αυτήν την κατεύθυνση πίεζε τόσο η Αμερικανική όσο και η παγκόσμια κοινή γνώμη.   Τέλος, η κρίση θα μπορούσε να διευρύνει διαφωνίες στα πλαίσια της δυτικής συμμαχίας.  Παράλληλα όμως φαινόταν απίθανο να γίνει αποδεκτή από τον Αμερικανικό λαό η παρατεταμένη και δαπανηρή κυρίως από άποψη ανθρώπινων ζωών στρατιωτική παρέμβαση των Η.Π.Α, με στόχο την υλοποίηση μίας δίκαιης και βιώσιμης λύσης.

Η παρέμβαση λοιπόν των Η.Π.Α ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα περιορισμένη και αναποτελεσματική, κατά καιρούς και αρνητική, όταν αντιτίθονταν ή δεν στήριζε επαρκώς τις Ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες.  Υπήρξαν βεβαίως και θετικά βήματα, όπως η αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Βοσνίας, και η διπλωματική παρέμβαση για τη δημιουργία της Κροατο-Μουσουλμανικής ομοσπονδίας, καθώς επίσης και μία διαρκής ανησυχία, άρα και ενδιαφέρον, για τη μη επέκταση και μη αύξηση της έντασης της σύρραξης. 

Οι περιστάσεις τελικά επέτρεψαν και επέβαλαν στις Ηνωμένες Πολιτείες την ανάληψη μίας πιο συγκροτημένης, επίμονης και συστηματικής πρωτοβουλίας, στα πλαίσια της οποίας τα άφθονα μέσα στη διάθεση της υπερδύναμης (διπλωματικές υπηρεσίες και δυνατότητες, οικονομική και στρατιωτική ισχύς) χρησιμοποιήθηκαν αποτελεσματικά. Πέτυχαν έτσι οι Η.Π.Α να οδηγήσουν τους αντιμαχόμενους στην αποδοχή ενός διακανονισμού που σταμάτησε την αιματοχυσία και αποδείχθηκε ανθεκτικός στον χρόνο. Μία εστία λοιπόν προβλημάτων τόσο για τις Η.Π.Α όσο και για τους συμμάχους της τέθηκε υπό έλεγχο, με μικρό κόστος αφού η εκτεταμένη και επικίνδυνη στρατιωτική εμπλοκή των Η.Π.Α αποφεύχθηκε.   Η λύση βέβαια που υιοθετήθηκε δεν ήταν αδιάβλητη, είτε από άποψη δικαίου, είτε από άποψη ηθικής [xvii].  Ήταν όμως κατά πάσα πιθανότητα η μόνη εφικτή, με δεδομένη την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στην περιοχή και τα όρια εμπλοκής που είχαν θέσει στον εαυτό τους η διεθνής κοινότητα και η Η.Π.Α.  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η Αμερικανική διπλωματία ακολούθησε μία πρωτότυπη διαδικασία, που θα μπορούσε να ονομασθεί «εξαναγκαστική διαμεσολάβηση» (coercive mediation).  Δεν περιορίστηκε δηλαδή μόνο στην υποβολή και υποστήριξη συγκεκριμένης συμβιβαστικής πρότασης, αλλά και με την χρήση διπλωματικών και στρατιωτικών μέσων διαμόρφωσε τις συνθήκες ώστε τα αντιμαχόμενα μέρη να οδηγηθούν στην αποδοχή της.  Το αποτέλεσμα, αν και αρχικά αντικείμενο εντόνων επικρίσεων, δικαίωσε τους εμπνευστές του αφού σταμάτησε την αιματοχυσία, έδωσε τη δυνατότητα ελεγχόμενης και αποτελεσματικής παρέμβασης στη διεθνή κοινότητα, και δημιούργησε τις προοπτικές για μία μόνιμη ειρήνη στην περιοχή[xviii].

Ο χάρτης του Dayton

 

 

Bosnian War 1992-1995! ( Part 1/2) The Death Of Yugoslavia BBC Documentary

Bosnian War 1992-1995! ( Part 2/2) The Death Of Yugoslavia BBC Documentary

 

 

Ο Θεοδόσης Καρβουναράκης είναι Καθηγητής
της Διπλωματικής Ιστορίας της Ευρώπης και των ΗΠΑ στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Η ευρωπαϊκή κοινότητα επίσης αναγνώρισε τη Βοσνία τον Απρίλιο του 1992.
[ii]    Touval Saadia, Mediation in the Yugoslav Wars.  The Critical Years, 1990-95.  Palgrave, New York 2002.  σελ. 138-139.
[iii]  Rogel, Carole, The Breakup of Yugoslavia and the War in Bosnia.  Greenwood Press. London, 1998. σελ. 60.
[iv] Daalder, Ivo.  Getting to Dayton. The Making of America’s Bosnian Policy. The Brookings Institution, Washington D.C, 2000 σελ. 17-18.
[v] Από το Νοέμβριο του 1993 και σαν συνέπεια της Συνθήκης του Μάαστριχτ, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα μετονομάστηκε σε Ευρωπαϊκή Ένωση. 
[vi] Touval. σελ. 120-123
[vii]  Στην απόφαση του Αμερικανού Προέδρου, συνέβαλε και η προφανής διάθεση του νεοεκλεγέντα Chirac να αντιμετωπίσει το Βοσνιακό με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα. Με πρωτοβουλία του οι Ευρωπαίοι ενέκριναν την δημιουργία της καλά εξοπλισμένης και εκπαιδευμένης Δύναμης Ταχείας Αντιδράσεως (Rapid Reaction Force) που θα παρέμβαινε για να προστατεύσει την ειρηνευτική δύναμη του Ο.Η.Ε. στη Βοσνία και να τη διευκολύνει στο έργο της. Το κλίμα λοιπόν φαινόταν ευνοϊκό για την προώθηση μιας πιο δυναμικής πολιτικής. Burg, Steven and Shoup, Paul    The War in Bosnia-Herzegovina. Ethnic Conflict and International  Intervention. M.E. Sharpe, London, 1999. σσ 326, 341. Daalder. σσ 44-45.
[viii] Αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ πίστευαν πως και οι Σερβοβόσνιοι και οι Μουσουλμάνοι θα επιχειρούσαν να αποσπάσουν τον εξοπλισμό των απερχομένων τμημάτων ή και να συλλάβουν ομήρους. Βλ. Burg σελ. 324, Touval σελ.143
[ix] Holbrooke, Richard.  To End a War. Random House, New York, 1998 σελ.50-51. Burg σελ. 307-309, 338-339 «Από τον Ιούλιο (1995) κύκλοι ευρωπαϊκών μυστικών υπηρεσιών υπαινίσσονταν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, ‘ ενορχήστρωναν’  αποστολές στρατιωτικού υλικού στη Βοσνία από συμμάχους στον μουσουλμανικό κόσμο» οπ. παρ. σελ 309
[x] Ο συνταγματάρχης Leslie στο Silber, Laura and Little, Allan. Yugoslavia: Death of a Nation. Penguin Books, New York, 1997. σ 357. Με  τη βοήθεια της αμερικανικής κυβέρνησης,  μία εταιρία συμβούλων με προσωπικό πρώην αξιωματικούς του αμερικανικού στρατού είχε αναλάβει την εκπαίδευση και την οργάνωση του κροατικού στρατού.  Ο Holbrooke προσπάθησε επίσης  να καθοδηγήσει την Κροατο-Μουσουλμανική προέλαση με στόχο τη δημιουργία De facto εδαφικού καθεστώτος που θα διευκόλυνε τη μεσολαβητική του προσπάθεια με το  να προσεγγίζει έναν κοινά αποδεκτό εδαφικό διακανονισμό. Γενικά φαίνεται πως οι Αμερικανοί αναμείχθηκαν τόσο στην προετοιμασία, όσο και στην διεξαγωγή των Kροατο-Μουσουλμανικών επιχειρήσεων, με στόχο να επιδεινωθεί η θέση των Σέρβων και να γίνουν πιο διαλλακτικοί στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων.
[xi] Holbrooke σελ. 105-106.  Κατά τον ίδιο τρόπο ο Πρόεδρος της Κροατίας, Franjo Tudjman, θα εκπροσωπούσε και τους Βόσνιους Κροάτες.
[xii] Pauline Neville-Jones στο άρθρο της “Dayton, IFOR and Alliance Relations in Bosnia”, Survival 30, no 4, (Winter 1996-97) σ 48. Βλ. επίσης και Burg and Shoup σ 361. Πρωταρχικό ρόλο έπαιξαν οι Ευρωπαίοι μόνο στην σύναψη δύο συμπληρωματικών συμφωνιών. Touval, σελ. 157
[xiii] Για μία σύντομη αλλά εμπεριστατωμένη παρουσίαση της αμερικανικής παρέμβασης στη Σομαλία, βλέπε, Huchthausen, Peter. America’s Splendid Little Wars. Penguin, New York, 2003 σελ. 160-182
[xiv] Touval, σελ. 158-159
[xv] Bass, Warren, The Triage of Dayton στο The Balkans and American Foreign Policy, A Council on Foreign Relations Book, Foreign Affairs, 2002. σελ. 100
[xvi]  Σέρβοι 49%, Μουσουλμάνοι 33,5%, Κροάτες 17,5%
[xvii] Με πληθυσμό 31,4% οι Σέρβοι αναγνωρίστηκαν κυρίαρχοι στο 49% του εδάφους της Βοσνίας.  Η ίδια η ύπαρξη του κράτους δυνητικά υπονομεύθηκε με την πρόβλεψη να μπορούν οι δύο συνιστώσες οντότητες να συνάπτουν ανεξάρτητα εξωτερικές σχέσεις. Και η ανάθεση καίριου ρόλου στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων στους  Tudjman  και Milosevic ενίσχυσε το κλονισμένο από τις εθνικιστικές ακρότητες κύρος τους και ενθάρρυνε τον δεύτερο να προχωρήσει στην ολέθρια για το Κόσσοβο πολιτική του. 
[xviii] Παράβαλε την αρχική αβεβαιότητα  για το μέλλον της συμφωνίας με την παρακάτω παρατήρηση του 2006 για την εξελισσόμενη κατάσταση, υπεραισιόδοξη ίσως αλλά ακόμη και σήμερα όχι ουτοπική: « Μάλιστα, μερικοί αξιωματούχοι και πολιτικοί από τη διεθνή κοινότητα, ισχυρίζονται ότι οι πολιτικοί της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης κατ’ ιδίαν παραδέχονται ότι οι (ξεχωριστές οντότητες της BiH (Βοσνίας – Ερζεγοβίνης) θα εξαφανιστούν μέσα σε μία δεκαετία, καθώς το κράτος γίνεται ισχυρότερο και η δημοτική αναδιοργάνωση οικοδομεί τη δυνατότητα σε τοπικό επίπεδο για την παροχή υπηρεσιών, των οποίων επί του παρόντος η διαχείριση γίνεται σε επίπεδο οντότητας και καντονίου».  Toal, Gerard, O’ Loughlin John, Djipa Dino, Bosnia- Herzegovina Ten Years After Dayton: Constitutional Change and Public Opinion στο Eurasian Geography and Economics, 2006 47 Νo.1 σελ. 74.  Για την εξέλιξη της κατάστασης από την υπογραφή της συμφωνίας  βλέπε επίσης Toal, Gerard Embedding Bosnia- Herzegovina in Euro-Atlantic Structures: From Dayton to Brussels.  Eurasian Geography and Economics, 2005, 46 No. 1 σελ. 51-67

Bosnia –Herzegovina Country Review, 2006.

CountryWatch Incorporated, Houston, TX USA.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.      Bass, Warren “The Triage of Dayton” The Balkans And American Foreign Policy, A Council on Foreign Relations Book. Foreign Affairs 2002.

2.      Burg, Steven and Shoup, Paul  “The War in Bosnia-Herzegovina: Ethnic Conflict and International  Intervention” M.E. Sharpe, London, 1999

3.      Clinton William Jefferson Bill and Dole, Robert J. “Contrasting foreign policy agendas: addresses to the Nixon Center Conference by President Clinton and Senator Dole” Foreign Policy Bulletin; 5:30-5 My/Je 1995

4.      Daalder, Ivo “Getting to Dayton. The Making of America’s Bosnia Policy” Brookings Institution Press, Washington, DC, 2000

5.      Glenny, Μisha “The Balkans 1804-1999. Nationalism, War and the Great Powers”. Granta Books, London 2000

6.      Gow, James “Triumph of the Lack of Will.  International Diplomacy and the Yugoslav War”, Columbia University Press New York, 1997

7.      Holbrooke, Richard “To End a War”, Random House, New York,1998

8.      Holbrooke, Richard “The Road to Sarajevo” The New Yorker, October 21& 28, 1996 σσ 88-102

9.      Huchthausen Peter “America’s Splendid Little Wars.  A Short History of U.S Military Engagements: 1975-2000” Penguin, New York 2003

10.  Hyland, William “Clinton’s World.  Remaking American Foreign Policy” Praeger, Westport, CT 1999

11.  Kelly, Michael “The Negotiator” The New Yorker, November 6, 1995 σσ 81-92

12.  Rogel, Carole “The Breakup of Yugoslavia and the War in Bosnia”, Greenwood Press, London, 1998

13.  Schild Georg “The USA and Civil War in Bosnia” Aussenpolitik, 47:22-32 no 1 1996

14.  Schonberg, Karl “Traditions and Interests: American Belief Systems, American Policy and the Bosnia War” World Affairs (Washington, D.C.) v162 no1 pp11-21 Summ 1999

15.  Silber, Laura and Little, Allan “Yugoslavia: Death of a Nation” Penguin Books, New York, 1997

16.  Touval, Saadia “Mediation in the Yugoslav Wars. The Critical Years 1990-1995” Palgrave, New York 2002

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ιάκωβος Μιχαηλίδης: Η Μικρασιατική Καταστροφή

Συγγραφέας: Μιχαηλίδης Ιάκωβος

Η Μικρασιατική Καταστροφή αποτελεί, δίχως αµφιβολία, τη µεγαλύτερη τραγωδία που γνώρισε ο νεότερος ελληνισµός. Δεν ήταν τόσο ο ενταφιασµός στα χαλάσµατα της Σµύρνης της πολιτικής της Μεγάλης Ιδέας. Ήταν κυρίως ο αφανισµός και η προσφυγοποίηση των ελληνικών κοινοτήτων της Ανατολίας υπό συνθήκες πρωτοφανείς, που δικαιολογηµένα προκαλούν αισθήµατα πικρίας αλλά και οργής. Ήταν, επίσης, η ενδυνάµωση του Εθνικού Διχασµού που επί δεκαετίες υπονόµευσε τη συνοχή του Έθνους και, ως εκ τούτου, την ευηµερία του. 

Το βιβλίο αυτό επιχειρεί να δώσει απαντήσεις στα κρίσιµα ερωτήµατα που σχετίζονται µε τα πώς και τα γιατί της µικρασιατικής περιπέτειας και καταστροφής.

ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΜΕ ΘΕΜΑ «ΟΧΥΡΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ» 30-31/10/2018 ΣΤΗ ΜΥΤΙΛΗΝΗ

 ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΜΕ ΘΕΜΑ «ΟΧΥΡΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ» 30-31/10/2018 ΣΤΗ ΜΥΤΙΛΗΝΗ

Δείτε εδώ τη ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

Χάρης Αλεξάνδρου: 61 χρόνια από τον απαγχονισμό του Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Ευαγόρας Παλληκαρίδης: Ο Νέος, ο Αντάρτης, ο Ήρωας

Χάρης Αλεξάνδρου

Ευαγόρας Παλληκαρίδης: Ο Νέος, ο Αντάρτης, ο Ήρωας

Μια από τις τελευταίες μαθητικές φωτογραφίες του Ευαγόρα

Τις πλείστες φορές στις επετείους της θυσίας των ηρώων, και ειδικά των απαγχονισθέντων ένεκα της τραγικής φύσης της εκτέλεσης, συνηθίζεται να αναφερόμαστε στις τελευταίες τους πράξεις και στα τελευταία τους λόγια. Αυτά δεν αποτελούν παρά μόνο την ύψιστη εκδήλωση μιας βαθμηδών συνειδητοποίησης της προσφοράς στην πατρίδα και στον συνάνθρωπο. Οι ήρωες της ΕΟΚΑ δεν ξεκίνησαν ψυχωμένοι αγωνιστές, παράτολμοι αντάρτες και περιφρονητές του θανάτου. Πέρασαν από τη ψυχική προετοιμασία της στυγνής αποικιοκρατίας, τη ψυχική δοκιμασία της ένταξης και της δράσης σε μια «παράνομη» οργάνωση, την έμπρακτη δοκιμασία της εμπλοκής στη λαίλαπα της μάχης. Όλα αυτά, μαζί και οι αγώνες και οι θυσίες των συναγωνιστών τους, μαζί και ο θαυμασμός των Κυπρίων και των ελεύθερων ανθρώπων ανά το παγκόσμιο, φτέρωσε τα μέλη της ΕΟΚΑ. Τους ψύχωσε για να φτάσουν σε πράξεις αυτοθυσίας, ηρωισμού, αυταπάρνησης, για να φτάσουν να περιφρονούν υπερκόσμιες και κοσμικές εξουσίες, το θάνατο και τους αποικιακούς δικαστές, για να φτάσουν να εκστομίζουν, όπως ο Ευαγόρας στις 25 Φεβρουαρίου 1957 ένα ξερό «Τίποτε άλλο» μετά τη μεγαλειώδη παραδοχή της «ενοχής» ότι πολεμούσε σαν Έλληνας που ποθούσε την Ελευθερία. Η απάντηση της αποικιοκρατίας δια στόματος Δικαστή Σω, αρμόζουσα στο μπόι ανθρώπων που κρέμμαζαν 18χρονους για να τρομοκρατήσουν τους «τρομοκράτες»: «Ευαγόρα Μιλτιάδου Παλληκαρίδη, […] η ποινή που σου επιβάλλω είναι να […] απαγχονισθείς για να πεθάνεις και είθε ο Θεός να φανεί ίλεως σε σένα.». Ο υπόκωφος βρόντος της καταπακτής, τα ξημερώματα της 14ης Μαρτίου 1957, αποτέλεσε λοιπόν της κορύφωση του δράματος.

Ο Παλληκαρίδης από τη στιγμή που ξήλωνε τον εορταστικό διάκοσμο με τον οποίο είχε στολιστεί η αποικιοκρατούμενη Πάφος με αφορμή τη στέψη της Ελισάβετστις 2 Ιουνίου 1953, από τη στιγμή που δημιουργούσε μαζί με συμμαθητές του την οργάνωση ΕΑΜΟ, αφού οι πυρήνες της ΕΟΚΑ είχαν συλληφθεί από τον Ιανουάριο του 1955 στις ακτές της Χλώρακας μαζί με το καράβι Άγιος Γεώργιος, από τη στιγμή που γρονθοκοπούσε τον Εγγλέζο στρατιώτη που είχε συλλάβει τον συμμαθητή του, από τη στιγμή που εσώκλειε το ποίημα «Θα πάρω μιαν ανηφοριά» και από τη στιγμή που ανέπνεε τον καθαρό αέρα των δασών της Πάφου ανέβαινε ήδη την κλίμακα της αθανασίας. Πριν φτάσει όμως να εκτελεστεί από τους Άγγλους, είχε επιτελέσει αξιόλογο έργο. Μια ενέδρα μάλιστα στην οποία είχε λάβει μέρος, αξιολογήθηκε από τον Διγενή ως «μία από τας καλυτέρας τόσον από απόψεως σχεδίου και εκτελέσεως του όσον και από απόψεως αποτελεσμάτων».
Ο Παλληκαρίδης (δεξια) με τους συναγωνιστές του στο αντάρτικο στο δάσος της Πάφου

Ομάδα η οποίο αποτελείτο από τους Γεώργιο Ράφτη, Ευαγόρα Παλληκαρίδη, Αντώνη Καλογήρου, Πανίκο Μιχαηλίδη, Ευάγγελο Χριστοφή, Γεώργιο Μιχαήλ – Πόπη, Δήμο Σάββα και Ανδρέα Κυριάκου – Τσάκμαν στις 27 Μαΐου 1956 επιτέθηκε κατά του στρατιωτικού καταυλισμού του μεταλλείου Κινούσας με οπλισμό 3 αραβίδες, 1 στεν, 1 τόμπσον, κυνηγετικά και χειροβομβίδες. Το σχέδιο της επιχείρησης προνοούσε να κτυπηθεί ο στρατιωτικός καταυλισμός, να κληθούν ενισχύσεις από το παρακείμενο στρατόπεδο Λίμνης που απείχε περίπου 5 χιλιόμετρα και αυτές να κτυπιούνταν από ομάδα ενεδρευόντων αγωνιστών. Οι αγωνιστές χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Η ομάδα που θα χτυπούσε τη φρουρά του μεταλλείου ήταν οι Ευαγόρας Παλληκαρίδης, Ευάγγελος Χριστοφή, Αντώνιος Καλογήρου και Πανίκος Μιχαηλίδης. Η ομάδα που θα διενεργούσε την ενέδρα ήταν οι Γεώργιος Ράφτης, Οδυσσέας Καλογήρου, Ανδρέας Τσάκμας, ο Κοκής και ο Δήμος. Οι αγωνιστές περίμεναν την αλλαγή της φρουράς όταν οι στρατιώτες μαζί με τον αξιωματικό αλλαγής κινούνταν σε ομάδα κοντά στο όριο του μεταλλείου. Μόλις είδαν τους Άγγλους της αλλαγής φρουράς, οι αγωνιστές άρχισαν να τους βάλλουν. Άκουσαν κραυγές και το στρατόπεδο συσκοτίστηκε. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, οι Άγγλοι ανταπέδωσαν τα πυρά και έρριψαν φωτοβολίες για φωτισμό της νύχτας αλλά και για να ειδοποιήσουν το στρατόπεδο της Λίμνης ότι δέχονταν επίθεση. Μάλιστα μία εξ αυτών έπεσε σε σπαρμένο χωράφι και προκάλεσε πυρκαγιά. Οι άνδρες που διενεργούσαν την επίθεση συνέχιζαν να βάλλουν αραιά κατά του στρατοπέδου αλλά είχαν το νου τους προς το στρατόπεδο της Λίμνης, που φαινόταν από την Κινούσα, να αποχωρούσαν και να ενίσχυαν την άλλη ομάδα που ενέδρευε. Ουσιαστικά η ομάδα της επίθεσης κρατούσε καθηλωμένους τους Άγγλους μέσα στο μεταλλείο για να μη βγουν έξω και τους περικυκλώσουν. Όπως αναφέρει ο Ράφτης «τους ρίχναμε εμείς τρεις σφαίρες και μας έριχναν εκείνοι 200 και φωτοβολίδες». Όντως κλήθηκαν ενισχύσεις και μόλις οι αγωνιστές είδαν τα φώτα των αυτοκινήτων να κατευθύνονται στην Κινούσα από το στρατόπεδο Λίμνης, απαγκιστρώθηκαν και διανύοντας μια απόσταση περίπου 800 μέτρων ενώθηκαν με την ομάδα των ενεδρευόντων.

Η επικήρυξη του Παλληκαρίδη από τους Άγγλους

Στους Ευαγόρα Παλληκαρίδη, Ευάγγελο Χριστοφή και Πανίκο Μιχαηλίδης ο Ράφτης έδωσε διαταγή να ανεβούν ψηλότερα από τους άλλους για να κάλυπταν την υποχώρηση. Ο Καλογήρου θα κατέβαινε κάτω με την υπόλοιπη ενεδρεύουσα ομάδα γιατί ήταν γνώστης της περιοχής και θα τους οδηγούσε κατά τη διαφυγή. Μόλις τα αυτοκίνητα έφτασαν στο καθορισμένο σημείο ο Ράφτης κτύπησε το τρίτο και τελευταίο αυτοκίνητο δίνοντας το σύνθημα της επίθεσης. Η ψηλότερη ομάδα κτύπησε το πρώτο και το δεύτερο αυτοκίνητο αναγκάζοντάς το να ακινητοποιηθεί, ενώ η άλλη ομάδα που βρισκόταν χαμηλότερα, συγκέντρωσαν τον όγκο πυρός στο τελευταίο, τρίτο αυτοκίνητο από απόσταση 5-6 μέτρων σε οχυρωμένη θέση πάνω από το δρόμο. Οι Άγγλοι ανταπέδωσαν τα πυρά αλλά διέπραξαν το λάθος να αφήσουν αναμμένα τα φώτα των οχημάτων γεγονός που μέσα στη νύχτα έδινε ξεκάθαρους στόχους στους αγωνιστές. Με το σύνθημα της λήξης της επίθεσης, οι αραβίδες συνέχισαν να βάλλουν για να καλύψουν την οπισθοχώρηση. Όλη η ομάδα μετέβη στην περιοχή Βουνί της Περιστερώνας όπου διανυκτέρευσε, επιστρέφοντας την άλλη μέρα στο λημέρι της Λυσού. Οι συναγωνιστές του Παλληκαρίδη αναφέρουν ότι κατά την υποχώρηση ο Παλληκαρίδης ήταν συναισθηματικά φορτισμένος. Όχι μόνο από τη δράση της ενέδρας αλλά όπως τους είχε πει γιατί λυπόταν τις μάνες των νεκρών και τραυματισμένων στρατιωτών.

ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ Ο ΗΡΩΑΣ ΑΔΕΛΦΟΣ ΜΟΥ Σκην/σία Πέτρος Πετρίδης

Ο Χάρης Αλεξάνδρου είναι Διδάκτωρ Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Κύπρου

 

 

Η 31η συνάντηση για το αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και τη Θράκη

Η 31η συνάντηση για το αρχαιολογικό έργο

στη Μακεδονία και τη Θράκη

Θα συμμετάσχουν 156 σύνεδροι με 64 ανακοινώσεις

Η καθιερωμένη πλέον ετήσια συνάντηση για «Το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και τη Θράκη» θα πραγματοποιηθεί φέτος από την Πέμπτη 8 έως το Σάββατο 10 Μαρτίου 2018, στην Αίθουσα Τελετών του παλαιού κτιρίου της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ. Το Συνέδριο, το οποίο διεξάγεται ανελλιπώς εδώ και 31 χρόνια, συνδιοργανώνουν το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού.

Στη συνάντηση για το Αρχαιολογικό Έργο του 2017 στη Mακεδονία και τη Θράκη, αρχαιολόγοι από τις Εφορείες Aρχαιοτήτων, τα Πανεπιστήμια και τις ξένες αρχαιολογικές αποστολές θα παρουσιάσουν τα αποτελέσματα των ανασκαφικών τους ερευνών, την αρχαιολογική και αρχαιομετρική τεκμηρίωση και την αξιοποίηση των δεδομένων τους. Στη φετινή διοργάνωση θα συμμετάσχουν 156 σύνεδροι και θα γίνουν 64 ανακοινώσεις σχετικά με την αρχαιολογική έρευνα που διεξάγεται στη Βόρεια Ελλάδα, από τον Έβρο μέχρι την Καστοριά.

Η γνώση που προκύπτει από τα νέα ευρήματα και τις γόνιμες ερευνητικές προσεγγίσεις κοινοποιείται άμεσα στη διεθνή επιστημονική κοινότητα μέσω των Πρακτικών των αρχαιολογικών αυτών συναντήσεων, που εκδίδονται ανελλιπώς κάθε χρόνο.

Η έναρξη των εργασιών του Συνεδρίου θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 8 Μαρτίου 2018 και ώρα 9:30, στην Αίθουσα Τελετών του παλαιού κτιρίου της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ.

Αρωγοί του Αρχαιολογικού Έργου είναι το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και η Επιτροπή Ερευνών του ΑΠΘ.

Πρόγραμμα ΑΕΜΘ 31, 2017

Πηγή: archaiologia.gr

Έλληνες πρόσφυγες στην Κύπρο,1941-1946

Έλληνες πρόσφυγες στην Κύπρο,1941-1946

Βιβλιοπαρουσίαση  Πέτρου Παπαπολυβίου

Για μια νέα έκδοση θα μιλήσουμε σήμερα, το βιβλίο του Ιάκωβου Δ. Μιχαηλίδη, με τίτλο «Παιδιά του Οδυσσέα. Έλληνες πρόσφυγες στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική (1941-1946)» (Αθήνα, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2018). Ο συγγραφέας, αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, εξετάζει το οδοιπορικό των προσφύγων από τα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου (Ικαρία, Λέσβος, Σάμος, Χίος, κ.ά.), τα Δωδεκάνησα και το Καστελλόριζο στη διάρκεια της τριπλής φασιστικής στην Ελλάδα (1941-1944), που ο λιμός οδήγησε, μέσω Τουρκίας, στην Κύπρο, τη Συρία, την Παλαιστίνη, την Αίγυπτο, τη Νότια Αφρική, το Βελγικό Κογκό, την Ταγκανίκα, κ.α.. 

Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, το ζήτημα παρέμενε, μέχρι πρότινος, εκτός του βασικού «αφηγήματος» και του ενδιαφέροντος της πλουσιότατης βιβλιογραφίας για την Κατοχή. Πιο εντυπωσιακή, όπως σημειώνει ο Μιχαηλίδης, είναι η απουσία εκδηλώσεων ή συμβόλων μνήμης στους τόπους αναχώρησης των προσφύγων. Αλλά αυτό ερμηνεύεται από τις συνθήκες που προηγήθηκαν και, κυρίως, αυτές που ακολούθησαν. (Πολλοί από τους Χιώτες πρόσφυγες του 1941-1944 ήταν Μικρασιάτες πρόσφυγες του 1922…) Τα τελευταία χρόνια, όταν το δράμα των προσφύγων από τη Συρία έφερε ξανά στα νησιά του Αιγαίου νέα κύματα ξεριζωμένων, ξύπνησαν οι μνήμες από το αντίστροφο ταξίδι των δικών μας δυστυχισμένων και απελπισμένων στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. (Πριν δυο μήνες κυκλοφόρησε και το βιβλίο του δημοσιογράφου Νάσου Μπράτσου με τίτλο «Αιγαιοπελαγίτες πρόσφυγες στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο»).

Στην κυπρολογική βιβλιογραφία το ζήτημα είναι γνωστό, χωρίς όμως να έχουμε ακόμη μια ειδική μονογραφία: Τα τελευταία χρόνια έγιναν σχετικές μεταπτυχιακές εργασίες, δημοσιευμένες ή ανέκδοτες (Δέσποινα Αθανασοπούλου, Γιώργος Κουτσοδόντης, Θεογνωσία Χατζηευτυχίου, και οι τρεις στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου), υπάρχουν σκόρπιες αναφορές σε βιβλία τοπικής ιστορίας για τη φιλοξενία ή εγκατάσταση προσφύγων (π.χ. στα βιβλία του Γιάννη Κ. Λάμπρου για την Αθηαίνου και του Μιχάλη Πασχάλη για τους Σόλους και τη Μαραθάσα), το πρόσφατο μυθιστόρημα του Ανδρέα Κελέσιη «Αναζητώντας πατρίδες» στηρίζεται σε μια αληθινή ιστορία Χιωτών προσφύγων που κατέφυγαν στην Κύπρο, πέρα από τις σχετικές σελίδες στα βιβλία για την κυπριακή συμβολή στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Πάνω από όλα, δεκάδες Χιώτισσες και άλλες νησιώτισσες «προσφυγούλες» παντρεύτηκαν εδώ και δεν επέστρεψαν ποτέ στην πατρίδα τους, δημιουργώντας οικογένειες και  απογόνους. Στο ζήτημα της μνήμης, τη μεγαλύτερη συγκίνηση χαρίζει στον διαβάτη – προσκυνητή ο φτωχικός τάφος Χιωτών προσφύγων του 1941-1944, που αναπαύονται από τότε στο κοιμητήριο στο Ζύγι.

Ο Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης ξεκίνησε την έρευνα για το βιβλίο του το 2013, όταν βρισκόταν στο νησί μας ως επισκέπτης καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου. Συνέχισε αναδιφώντας αρχεία και αναζητώντας προφορικές μνήμες από πρόσφυγες στην Αμερική, την Αυστραλία, χώρες της Αφρικής και στα νησιά προέλευσης. Και σήμερα παρουσιάζει μια συνθετική μελέτη όπου αναλύονται τα αριθμητικά δεδομένα (ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων προσφύγων υπολογίζεται σε 25.000 – το ένα τέταρτό τους στην Κύπρο), οι δραματικές συνθήκες του ταξιδιού, οι τεράστιες δυσκολίες στην Τουρκία, η προώθησή τους στις χώρες υποδοχής, οι τόσοι πολλοί που χάθηκαν μεσοπέλαγα (ανάμεσά τους αρκετές παιδικές ψυχούλες), τα «λογιστικά» της διαβίωσής τους και το χρέος που δημιούργησαν στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση. 

Από το εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του Ι. Δ. Μιχαηλίδη, ξεχωρίζουμε από το κεφάλαιο για την Κύπρο τις αναλυτικές αναφορές στις αφίξεις και αναχωρήσεις προσφύγων (οι στρατεύσιμοι οδηγούνταν στον ελληνικό στρατό στη Μέση Ανατολή και εδώ έμεναν τα γυναικόπαιδα και οι ηλικιωμένοι), τις συνθήκες και τους χώρους διαβίωσης, και τις εκδηλώσεις της αδελφικής συμπαράστασης των Ελλήνων Κυπρίων. Όπως ήταν φυσικό, οι Έλληνες πρόσφυγες που κατέληξαν στην Κύπρο ήταν οι πιο τυχεροί, μέσα στο δράμα τους. Οι περισσότεροι ζούσαν στους προσφυγικούς καταυλισμούς στο Ζύγι, τη Σκουριώτισσα, τον Ξερό και το Μαυροβούνι, ενώ οι υπόλοιποι σκόρπισαν σε όλο το νησί. Σύμφωνα με μια βρετανική έκθεση, την Άνοιξη του 1944, στην περιοχή της Κερύνειας ζούσαν 238 πρόσφυγες. Ήταν, κατά τον συντάκτη της έκθεσης, οι πιο χαρούμενοι πρόσφυγες… 

Πικρές ιστορίες προσφυγιάς που συνδέουν, εδώ και αιώνες, τα σεφερικά αγαπημένα ελληνικά γυρογιάλια της Μικρασίας, των νησιών του Αιγαίου και της θαλασσοφίλητης Κύπρου.

Πηγή: ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 

 

Χρίστος Στεργ. Μπελλές: Βασίλης Φίλιας ο πεφιλημένος του Λόγιου Ερμή, μα και του Άρη

Χρίστος Στεργ. Μπελλές

Βασίλης Φίλιας

ο πεφιλημένος του Λόγιου Ερμή, μα και του Άρη

Στις 12 Φεβρουαρίου  άνοιξε πανιά για το στερνό ταξίδι, το αμετάκλητο, στη γειτονιά των Αγγέλων, στο δικό του    αστέρι, ο Καθηγητής, Βασίλης Φίλιας. Άφατη η απώλεια, τα λόγια φτωχά   να συμπυκνώσουν το μέγεθος  της επιστημονικής, πνευματικής και αγωνιστικής του εμβέλειας και προσφοράς. Τούτο το άρθρο ας εκληφθεί κερί τιμής, μνήμης, συλλογικής ευγνωμοσύνης, για τούτο τον πνευματικό γίγαντα, τον ασπέδιστο επαναστάτη.

            Ο Βασίλης Φίλιας του Ιωάννη και της Αλεξάνδρας, υπήρξε – μέχρι τελευταίας ρανίδας της ζωής του –   εμβληματική φυσιογνωμία, γενναίος, αγέρωχος, ασυμβίβαστος, ανυπότακτος, σε αρχές, αξίες, ιδεώδη και «πιστεύω», ένας αληθινός επαναστάτης τόσο στο Ακαδημαϊκό όσο και το Κοινωνικο-πολιτικό Μέτωπο.

             Εξ Αθηνών ορμώμενος σπούδασε Νομικά στο ομώνυμο Πανεπιστήμιο, συνέχισε τις σπουδές του στα Θεωρητικά Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και στην Κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο  του Αμβούργου, απ’ όπου και η διδακτορική διατριβή του με θέμα: «Η σχέση των κοινωνικά σημαντικών παραγόντων στην Κοινωνιολογία του Μαξ Βέμπερ». Στο Πανεπιστήμιο του London School of Economics, μετεκπαιδεύεται στα Οικονομικά της Ανάπτυξης.

            Το 1975, αναγορεύθηκε Υφηγητής Κοινωνιολογίας στην Πάντειο Ανώτατη Σχολή Πολιτικών Επιστημών (ΠΑΣΠΕ) και, το 1977,  Καθηγητής Κοινωνιολογίας. Υπήρξε θεμελιωτής της σύγχρονης Κοινωνιολογίας στην Ελλάδα, κοινά αποδεκτός ως «Πατριάρχης της Κοινωνιολογίας».   Κατά τα έτη 1981 και 1982, διετέλεσε Πρύτανης της ΠΑΣΠΕ και, αργότερα, κατά την περίοδο 1985-1989, υπήρξε Ιδρυτής και Πρόεδρος του Τμήματος Κοινωνιολογίας του μετονομασθέντος, Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Αναμφίβολα, όμως, κατά την περίοδο 1975-1989 μαζί με τον αείμνηστο, Σάκη Καράγιωργα  και  άλλους διωχθέντες απ’ τη Χούντα Καθηγητές, ανύψωσαν το κύρος της Σχολής στο υψηλότερο επιστημονικό επίπεδο, με πρωτεύουσα θέση στα ΑΕΙ της χώρας. 

            Υπήρξε επί σειρά ετών Καθηγητής στη Σχολή Εθνικής Άμυνας και τη Σχολή Πολέμου της Πολεμικής Αεροπορίας,  διευθυντής σύνταξης στην «Αεροπορική Επιθεώρηση» του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας, καθώς και Αντιπρόεδρος  του Διεθνούς Κέντρου Παιδείας και Πολιτισμού «Ιωνία», τα δύο τελευταία χρόνια.

            Πολυπράγμων, πολυσχιδής, πολύπλαγκτος,  με  ασύλληπτο φάσμα  γνώσεων –  για όσους τον γνώρισαν –  παραπέμπει στους πλατωνικούς  «Πανεπιστήμονες» και τούτο δεν αποτελεί σχήμα λόγου, αν προστεθεί στα υπόψη  η αποστεωμένη μονοθεματική  επιστημονική εξειδίκευση, που έχει η συντριπτική πλειοψηφία των ποικιλώνυμων δασκάλων. Υπήρξε μαρξιστής, που πίστευε στην ανανέωση της μαρξιστικής σκέψης, γι’ αυτό και ως παράλληλος μελετητής του Μαξ Βέμπερ πρότεινε στα συγγράμματά του συγκερασμό των κοινωνιολογικών προσεγγίσεων των δύο αυτών μεγάλων κοινωνιολόγων. 

            Υπήρξε βιωματικός δάσκαλος (του άρεσε ιδιαίτερα το πρόσημο του δασκάλου), με την έννοια ότι η διδασκαλία του ήταν συμβατή με τη στάση ζωής του, με τον κώδικα αξιών του. Τούτο το φαινόμενο δασκάλου   είναι δυσεύρετο, σπάνιο και παραπέμπει στο Σωκράτη,  το Χριστό.

             Έγραψε περισσότερα από 33 βιβλία, καθώς και αλογάριαστες σπουδαίες  μελέτες και άρθρα. Το βιβλίο του, χάριν παραδείγματος, «ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, η νόθα αστικοποίηση 1800-1864»  –  που έγραψε  φυλακισμένος ων και με παντελή έλλειψη συνέργων έρευνας, συνιστά βιβλίο-εργαλείο sine qua non για την κατανόηση και  ενδελεχή  μελέτη της Νεότερης Ιστορίας μας. Με το τεράστιο πνευματικό  έργο και τη στάση ζωής του σπέρνει αΐδιους σπόρους (όχι υβρίδια)   Άνοιξης,  στους λειμώνες της Πατρίδας, της Ύπαρξης, μα και στις καρδιές  περιλειπομένων και  επιγενομένων.

            Αντιστασιακός εξ απαλών ονύχων, μαθητής ων, οργανώθηκε στην «Ιερά Ταξιαρχία» (νεολαιίστικο παράρτημα της ΠΕΑΝ του Κώστα Περρίκου)  και αντιστάθηκε θαρραλέα στους Γερμανούς  συμμετέχοντας σε πλέον των 20 πολύνεκρων διαδηλώσεων, όπου σε  νυκτερινή δράση τραυματίστηκε σοβαρά στην παλάμη από σφαίρα γερμανού στρατιώτη. «Τα βλέπεις αυτά, είναι τα μεγαλύτερα εύσημά μου», μου εκμυστηρευόταν κάθε φορά που έβλεπα  τους τύπους των επαναστατικών ήλων του… και δεν ήταν λίγοι…

            Υπήρξε από τους πρωτεργάτες των αγώνων για την ανατροπή της  επτάχρονης δικτατορίας Παπαδόπουλου – Ιωαννίδη,   όντας επικεφαλής, μαζί με τον αείμνηστο Σάκη Καράγιωργα, της «Δημοκρατικής Άμυνας», της πιο ισχυρής αντιστασιακής οργάνωσης στο εσωτερικό της χώρας.  Συνελήφθη τον Ιούνιο του 1968 και  καταδικάστηκε από το Έκτακτο Στρατοδικείο σε 18,5 χρόνια φυλάκιση και αφέθηκε ελεύθερος τον Αύγουστο του 1973, στο πλαίσιο της γενική αμνηστίας. Ακόμα κι απ’  την φυλακή έστελνε αντιδικτατορικά άρθρα,  σε εφημερίδες του εξωτερικού. Συγκλονίζει η επιτιμητική του  προειδοποίηση στους άνδρες που τον συνέλαβαν, καθώς διαπίστωσε  προπηλακιστικές διαθέσεις.  Αποτεινόμενος στον επικεφαλής, με βλοσυρό ύφος τον κεραυνοβόλησε: «Προσέξτε, δεν είμαι ελεήμων προλετάριος, είμαι ένας φανατισμένος  αστός». Και  αρκούσαν μόνο οκτώ λέξεις για να αυτοβιογραφηθεί και να ταυτοποιηθεί επαναστατικά και ανυπότακτα…

            Σε πρόσφατη συζήτησή μας, μου εκμυστηρεύτηκε τον ανείπωτο θαυμασμό, την αγάπη, το σεβασμό που περιέβαλλαν το Σάκη και εκείνον οι ποινικοί κρατούμενοι στις φυλακές Καλαμίου  (φυλακές Ιτζεβίν) και Αλικαρνασσού. Ήταν και οι δύο  τους, ως γνωστόν, τρόφιμοι των φυλακών, ύστερα από απόφαση του Στρατοδικείου  της Χούντας, για αντίσταση κατά της Αρχής. «Αυτή η αποδοχή υπήρξε το λαμπρότερο φωτοστέφανό μας» μου εξομολογήθηκε..

            Δάσκαλε, συναγωνιστή, συμπαραστάτη,  συνοδοιπόρε, Αντιπρόεδρε (στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο «Ιωνία»), φίλε μου αγαπημένε. Ξέρω πως δεν έστερξες ποτέ  στη θλίψη και την κολακεία.  Θα μας λείψουν, όμως, οι πυρακτωμένες αφηγήσεις  σου για τη ζώνεκρη πατρίδα, για τους ποικιλώνυμους εθνομηδενιστές, για την πολυδιάστατη κρίση, για τον Μαρξ, για τον Βέμπερ, για το συγκέρασμα των κοινωνιολογικών προσεγγίσεων,  για την κοινωνική αδικία, για την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, για τα λυγρά σύγνεφα που έρχονται από το μέλλον, για τις επαναστάσεις,  τις μάχες,  τους πολέμους που χάθηκαν… τις ουτοπίες μας. Όχι – προς Θεού – πεσιμιστικά ή μοιρολατρικά, αλλά  για να συνεχίσουμε να μπολιάζουμε, να συγκερνούμε το χθες με το αύριο,  να αρμέγουμε Ύπαρξη από τις διαχρονικές  διδαχές,  νουθεσίες,  παραινέσεις σου…

 

Δάσκαλε, δεν ξέρω πώς να σου το πω… φτωχύναμε τόσο πολύ, μέσα σε  λίγες μόνον ώρες… 

…Μέρες του 2017,  στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο «Ιωνία»… του οποίου υπήρξε ακρογωνιαίος λίθος…

 

 

 

 

 

 

ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΕΚΘΕΣΗΣ: Αρχιπέλαγος 1685-1687 στους χάρτες του Λουδοβίκου ΙΔ΄

ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΕΚΘΕΣΗΣ – ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΕΚΔΟΣΗΣ – ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ

Στα εγκαίνια της έκθεσης Αρχιπέλαγος 1685-1687 στους χάρτες του Λουδοβίκου ΙΔ΄ (βλ. εδώ και εδώ) την Τετάρτη 14.2.2018 ώρα 19:00, στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών ΑΠΘ (χάρτης Google εδώ), θα χαιρετίσουν ο πρύτανης του ΑΠΘ και πρόεδρος του Τελλογλείου καθηγητής Περικλής Μήτκας, ο Γενικός Πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη κ. Philippe Rayη γεν. γραμματέας του Δ.Σ. του Τελλογλείου καθηγήτρια ΑΠΘ Αλεξάνδρα Γουλάκη-Βουτυρά και ο πρόεδρος της Επιτροπής Βιβλιοθήκης ΑΠΘ καθηγητής Ιωάννης Τζιφόπουλος
Για την ταραγμένη εκείνη περίοδο στην Ευρώπη, για τα «σχέδια» παραγόντων έναντι της «αυτοκρατορίας της Ανατολής» και για τα ιδιαίτερα γεγονότα που οδήγησαν στη δημιουργία των χαρτών θα μιλήσει ο ομότιμος καθηγητής νεότερης ιστορίας του ΑΠΘ Ιωάννης Χασιώτης ενώ για τους χειρόγραφους μοναδικούς χάρτες των Κυκλάδων των μηχανικών Raseau (συλλογή της Τρικογλείου Βιβλιοθήκης ΒΚΠ ΑΠΘ) και Pétré (συλλογή της Service historique de la Défence της Γαλλίας) και για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της γαλλικής χαρτογραφίας της εποχής εκείνης, τεχνικά, μορφολογικά και καλλιτεχνικά, και για τους παράγοντες που συντέλεσαν στην ανάπτυξή τους θα μιλήσει ο ομότιμος καθηγητής χαρτογραφίας του ΑΠΘ Ευάγγελος Λιβιεράτος, με ειδική προβολή χαρακτηριστικών εικόνων, ανάμεσά τους και των χαρτών των Raseau και Pétré που εκτίθενται για πρώτη φορά.
Η εκδήλωση των εγκαινίων (χαιρετισμοί και οι κεντρικές ομιλίες – παρουσιάσεις) θα γίνουν στο αμφιθέατρο του Τελλογλείου. Θα ακολουθήσει επίσκεψη και ξενάγηση στην έκθεση, στους χώρους του πρώτου και δεύτερου ορόφου του κτιρίου.
H είσοδος στα εγκαίνια είναι ελεύθερη
Διαδικτυακή απευθείας σύνδεση με το αμφιθέατρο του Τελλογλείου (live streaming 14.2.2018, στις 19:00): εδώ και εδώ

Στην έκθεση θα διατίθεται η ομότιτλη έκδοση της Τρικογλείου Βιβλιοθήκης ΒΚΠ ΑΠΘ, σελ. 130, ISSN 978-960-243-708-7.

Πληροφορίες
Κατερίνα Νάστα, 2310 995325, nasta@lib.auth.gr
Προϊσταμένη Διεύθυνσης Κεντρικής Βιβλιοθήκης
Βιβλιοθήκη & Κέντρο Πληροφόρησης ΑΠΘ