Skip to main content

Μαρία Καμπούρη-Βαμβούκου: Η Θεσσαλονίκη με το βλέμμα των Γάλλων στρατιωτών-ζωγράφων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου

99 Χρόνια από τη μεγάλη αντεπίθεση της νίκης

Μαρία Καμπούρη-Βαμβούκου

Η Θεσσαλονίκη με το βλέμμα των Γάλλων στρατιωτών-ζωγράφων
του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, εκατό χρόνια μετά την έκρηξη του στις 28 Ιουλίου 1914, έχει εδραιωθεί στην ιστοριογραφία ως ο «Μεγάλος Πόλεμος». Γεγονός κομβικής σημασίας του 20ου αιώνα, έχει χαρακτηριστεί, σύμφωνα με τον ιστορικό Κρίστοφερ Κλαρκ, ως το τέλος μιας σύρραξης που συσσώρευσε 16 εκατ. νεκρούς, είδε τέσσερις αυτοκρατορίες να καταρρέουν, διέρρηξε τις βεβαιότητες της δυτικής κοινωνίας, συνομολόγησε τον θρίαμβο του εθνικισμού, εισήγαγε με βίαιο τρόπο την ανθρωπότητα στην εποχή της αμερικανικής ηγεμονίας και διαμόρφωσε καθοριστικά τις τροχιές στις οποίες αργότερα θα διαγράφονταν φασισμός και κομμουνισμός, όλες οι αναγνωρίσιμες δομές του σύγχρονου κόσμου.

Ο πόλεμος υπήρξε η χειρότερη έκφραση της βιομηχανικής εποχής που μεταφέρθηκε και στην τέχνη, εμπνέοντας μερικά από τα χαρακτηριστικότερα έργα και στα δύο εχθρικά στρατόπεδα. Δεν άλλαξε μόνο τη λογοτεχνία αλλά και τις υπόλοιπες τέχνες. Τα μεγάλα κινήματα στην τέχνη και στη λογοτεχνία του 20ου αιώνα είναι εν πολλοίς απότοκα του πολέμου. Ο υπερρεαλισμός, ο εξπρεσιονισμός, η αφηρημένη τέχνη, ο κυβισμός, ο φουτουρισμός, γεννήθηκαν πριν ή μετά τον πόλεμο. Αλλά και στη μουσική και στον κινηματογράφο δημιουργήθηκαν έργα εμβληματικά υπό την επίδρασή του, χωρίς να παραλείψουμε να θυμίσουμε και τον αντίκτυπο που είχε σε κοινωνίες και πολιτισμούς εκτός της Δύσης (Κίνα, Ρωσία, ΗΠΑ).

H παρουσίαση του έργου των Γάλλων στρατιωτών-ζωγράφων με θέμα τους την πόλη της Θεσσαλονίκης, που μέσα στη δίνη του πολέμου έβρισκαν καταφύγιο στη δημιουργική αυτή δράση, αποτελεί ανάκλησης της μνήμης, μιας μνήμης που σήμερα όλο και πιο συχνά βρίσκεται σε συνεχή μάχη με τη λήθη. Το υλικό, άγνωστo στο ευρύ κοινό, ιχνηλατεί τη συνεισφορά των ξένων στρατιωτών στην ιστορική και κοινωνική ζωή της πόλης και αναζητεί να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο οι ξένοι μαχητές βίωναν τον πόλεμο στο Μακεδονικό Μέτωπο.

Μελετώντας την τέχνη του Μεγάλου Πολέμου διαπιστώνουμε μια σιωπή της ιστορίας της τέχνης πάνω στα πολεμικά γεγονότα ως να μην είχε συμβεί τίποτε. Στη χώρα μας η ελληνική συμμετοχή στον Πόλεμο αυτό απουσίαζε από την επίσημη ιστορία και τον δημόσιο λόγο για πολλές δεκαετίες. Το ίδιο παρατηρείται και με τις βιογραφίες των συμμάχων καλλιτεχνών, όπου, για τα έτη 1914-1918 υπάρχει ένα μεγάλο κενό. Εντούτοις, τα τέσσερα αυτά χρόνια δημιουργήθηκε μια πλούσια καλλιτεχνική παραγωγή, ανεξαρτήτως του τρόπου στράτευσης των καλλιτεχνών, η οποία σταδιακά από το 1980 και εξής έρχεται στο φως. Έκτοτε, το θέμα των ζωγράφων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου αποτέλεσε αντικείμενο πολλών εκθέσεων και μελετών. Για πρώτη φορά στην ιστορία του Πολέμου οι καλλιτέχνες παύουν να είναι μόνο παρατηρητές των συγκρούσεων και μετέχουν ενεργά στη μάχη.

Στο κείμενο αυτό δεν θα αναφερθούμε στα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα. Θα επικεντρώσουμε την προσοχή στην επίδραση του πολέμου στον καλλιτέχνη και στο έργο του, αναδεικνύοντας κυρίως τη σχέση του με την πόλη της Θεσσαλονίκης. Το πλούσιο εικαστικό έργο, είδος «ντοκουμέντου», έρχεται να συμπληρώσει το φωτογραφικό υλικό της στρατιάς της Ανατολής, υλικό που αποτελεί πολύτιμη πηγή για την σπουδή του μακεδονικού χώρου.

Το θέμα είναι άγνωστο στο ευρύ κοινό, αλλά και στην επιστημονική κοινότητα. Το υλικό είναι πολύ πλούσιο, πράγμα που μας υποχρεώσει σε μία επιλογή. Για τον λόγο αυτό, θα περιοριστούμε στους Γάλλους ζωγράφους στρατιώτες των οποίων ο αριθμός είναι μεγάλος και γιατί περισσότερο από τους άλλους στρατευμένους ασχολήθηκαν με την απεικόνιση της πόλης. Οι Άγγλοι μάς έχουν αφήσει ένα σπουδαίο εικαστικό έργο, όπως οι πίνακες που έχουν σχέση με την πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης και άλλα έργα που δεν αφορά αποκλειστικά την πόλη.

Ονόματα Σέρβων ζωγράφων που διέμεναν στη Θεσσαλονίκη ή περάσαν από αυτήν γνωρίζουμε αρκετά, αλλά το έργο τους δεν έχει εντοπιστεί στο σύνολό του. Για τους Ρώσους στρατιώτες που αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλονίκη το 1916 δεν γνωρίζουμε για την ώρα παρά ελάχιστα στοιχεία. Από τους Ιταλούς, εκτός άλλων, διαθέτουμε δύο ιδιαίτερα έργα του Αλμπέρτο Σαβίνιο, ψευδώνυμο του Αντρέα ντε Κίρικο, αδελφού του Τζιόρτζιο ντε Κίρικο, και πολλά κείμενά του που σχετίζονται με την πόλη, μια και υπηρέτησε στο Μακεδονικό Μέτωπο και μάλιστα στη Θεσσαλονίκη.

Η δίψα των στρατιωτών για ζωή θα στρέψει τα ενδιαφέροντά τους προς καλλιτεχνικές δραστηριότητες, ενέργειες αναψυχής και διασκέδασης για την αποφυγή της πρωτόγνωρης σε βιαιότητα αναμέτρησης. Η ενασχόληση με τη ζωγραφική θα χρωματίσει την καθημερινότητα πολλών από αυτούς και θα τους απομακρύνει για μια στιγμή από την ολέθρια πραγματικότητα του πολέμου. Στους πίνακές τους αποτυπώνονται σκηνές από τη φύση, τοπία, εικόνες από τις πόλεις και τα χωριά της Μακεδονίας, ενδυμασίες και ασχολίες των κατοίκων, στιγμιότυπα από τη ζωή στο στρατόπεδο και άλλα αξιοπερίεργα θέματα για αυτούς. Κυριαρχεί η εικόνα της πόλης με τα μνημεία και τα στενοσόκακα της Άνω Πόλης, το λιμάνι και η θάλασσα. Σε λίγους μόνο πίνακες θα βρούμε την αποτύπωση της φρίκης του πολέμου. Στα έργα τους διαβάζουμε τις συγκινήσεις, τις εντυπώσεις, τα ενδιαφέροντα, τις επιλογές τους.

Pierre Douillard, Η Αψίδα του Γαλερίου, 1916

Για την κατανόηση της ενασχόλησης με την τέχνη στη ζωή του στρατοπέδου πολύ διαφωτιστικό είναι το άρθρο του J. De Tournes με τίτλο «Η τέχνη στα χαρακώματα», όπου ο συντάκτης αναφέρει ότι «αυτοί που δεν έχουν γνωρίσει τον πόλεμο δεν μπορούν να καταλάβουν μέχρι πιο σημείο η τέχνη γίνεται μία ανάγκη για όλους αυτούς που την αγαπούν». Bέβαια, διαφορετικά είναι τα πράγματα σε καιρό ειρήνης και συνεχίζει ο ίδιος ότι στον «πόλεμο οφείλουν να ευχαριστιούνται (οι μαχητές) με έναν άλλο τύπο ομορφιάς απόλυτα ηθικής: τον ηρωισμό ή την αφοσίωση, τα παιχνίδια της σκιάς και του φωτός, το θέαμα των μαχών που, εκτός από τους προσωπικούς κινδύνους, προσφέρει τις αρετές και τα μειονεκτήματα των πινάκων του Van der Meulen»

Η αξία που είχε στη ζωή των στρατευμένων η τέχνη φαίνεται και από το παρακάτω απόσπασμα του ίδιου συντάκτη. «Με τι ζήλο καταπιανόμασταν προκειμένου να γευτούμε το φρέσκο έργο τέχνης: Το σκίτσο ενός καλλιτέχνη γινόταν ένα τελείως πολύτιμο αγαθό, καθώς περνούσε από χέρι σε χέρι σαν ένα εύθραυστο και τρέμον φύλλο χρυσού. Η ιδέα δε ότι την επομένη θα είχαμε μια ώρα καλής μουσικής δεν μας άφηνε να κοιμηθούμε όλη νύχτα» Η παρουσία του θανάτου ολόγυρά τους, δεν χωρά αμφιβολία, ότι έδινε νόημα σε κάθε επικοινωνία με την τέχνη. Είναι γεγονός ότι η καλλιτεχνική δημιουργία θεωρήθηκε απαραίτητο είδος αναψυχής στη ζωή του στρατοπέδου από πολλές εμπόλεμες χώρες, με αποτέλεσμα να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στον τομέα αυτό.

Η πολεμική ζωγραφική είναι ένα εικαστικό σώμα που αντλεί πρωτογενές υλικό από τα πεδία των μαχών και δευτερευόντως από την εμπειρία της επιστροφής των πολεμιστών στο σπίτι τους ή από τους απόηχους της δημοσιότητας. Οι πρώτοι ήταν κάτι σαν τους σύγχρονους φωτορεπόρτερ οι δεύτεροι σκηνοθετούσαν τα γεγονότα εκ των υστέρων. Ως παράδειγμα της δεύτερης περίπτωσης μπορούν να αναφερθούν ο Άγγλος ζωγράφος Stanley Spencer και ο Γάλλος Georges Scott. Η τέχνη για τους στρατιώτες δεν αποτελούσε ούτε αυτοσκοπό ούτε έδαφος για προσωπική έκφραση, αλλά λειτουργούσε ως ανάπαυλα ή ως ψυχοθεραπευτικό μέσο.

Στο ερώτημα πώς κατανοούσαν ή πώς προσλάμβαναν τον πόλεμο οι καλλιτέχνες- στρατιώτες στη Μακεδονία, για να περιοριστούμε στη Στρατιά της Ανατολής, διαπιστώνουμε ότι με τα έργα τους δεν καταγγέλλουν, ούτε αποτυπώνουν αποκλειστικά τη φρίκη του πολέμου, όπως αυτό συνέβαινε με τη σύγχρονη λογοτεχνία ή τα έργα των καλλιτεχνών στο Δυτικό Μέτωπο. Μάλιστα θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι δεν ασχολήθηκαν με τα καθοριστικά γεγονότα του Πολέμου όσο θα περίμενε κανείς, ούτε τα είδαν ως ζωγράφοι ανταποκριτές, όπως συνέβη με τους Βαλκανικούς Πολέμους ή με άλλα μέτωπα μαχών. Ελάχιστοι απεικόνισαν τον ηρωισμό, τη φρίκη, ή τον πόνο. Ωστόσο, όλα τα σπουδαία και συγκλονιστικά συμβάντα που οι καλλιτέχνες απέδωσαν με τον δικό τους τρόπο πάνω στον καμβά, έχοντας ως πηγή έμπνευσης την ιστορία του τόπου, το τοπίο, την καθημερινότητα των κατοίκων, και τον πόλεμο, αποτελούν αξιόλογη πτυχή της ελληνικής συμμετοχής στην ευρωπαϊκή αυτή σύρραξη.

Ο πόλεμος είναι γεγονός ότι έθεσε τη Θεσσαλονίκη στο κέντρο της επικαιρότητας, όπως πριν λίγα χρόνια οι Βαλκανικοί Πόλεμοι. Ήδη, με την αποβίβαση των συμμαχικών δυνάμεων ή πόλη είχε μετατραπεί σε επιτελικό κέντρο της Αντάντ και σε σταθμό ανεφοδιασμού των πολεμικών επιχειρήσεων της περιοχής. Η παρουσία των συμμάχων, ιδίως των Γάλλων, αποτέλεσε σημαντικό γεγονός όχι μόνο για την οικονομική και την καλλιτεχνική ζωή της πόλης, αλλά και για τις εσωτερικές εξελίξεις, της χώρας.

Paul Jouve, Εσωτερικό του ναού της Αχειροποιήτου, 1916, σχέδιο με μολύβι σε χαρτί.

Η Θεσσαλονίκη, «μια εκλεκτή γωνιά της γης», πλούσια σε χρώματα και μνήμες», όπως αναφέρεται στις περιγραφές των ξένων μαχητών ήταν για τους καλλιτέχνες της Στρατιάς ένα νέο θέμα, ένα μάθημα τέχνης μοναδικό. Σε άρθρο με τίτλο «Η Θεσσαλονίκη και η γαλλική τέχνη» τα εγκωμιαστικά σχόλια που βρίσκουμε για το τοπίο και τα στοιχεία της φύσης ξεπερνούν κάθε φαντασία και κάθε ποιητική έκφραση. Καταρχάς, ο ύμνος στο φως που δεν έχει σχέση με το μεταλλικό φως των ακτών της Μεσογείου, αλλά είναι το φως των λεπτών αποχρώσεων, των διαφορετικών αποχρώσεων. «Το φως που τις ωραίες μέρες του χειμώνα, τη συγκινητική ώρα της δύσης, ντύνεται τις πιο γλυκιές αποχρώσεις του ροζ-μωβ, χρυσωμένου στον ήλιο, μέχρι τα μπλε γκρι-σιέλ, που ενώνουν γη, ουρανό και θάλασσα σε μια και μόνο ακαθόριστη ύλη. Στο βάθος του τοπίου ο μεγαλοπρεπής και ξεκάθαρος όγκος του Ολύμπου. Η θάλασσα μέσα στην αγκαλιά του κόλπου προσφέρει στο φως ένα θεϊκό αγγείο για να αντανακλάται ολόκληρη εκεί μέσα».

Η εικόνα της Θεσσαλονίκης στα μάτια των ξένων στρατιωτών μέσα από τα γεγονότα, μικρά και μεγάλα της Στρατιάς της Ανατολής μοιάζει να αποκτά ζωντάνια και έντονη δράση για μια ολόκληρη εποχή από το 1915 έως το 1918. Εξωτική και συγχρόνως κοσμοπολίτικη ,παραδοσιακή και συνάμα πολύγλωσση με θρησκευτικές και πολιτισμικές αντιθέσεις θα αποτελέσει αντικείμενο καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας. Πεζογράφοι, ζωγράφοι, σκιτσογράφοι, χαράκτες, ξένοι και Έλληνες, δημιούργησαν έργα με θέμα την περιπόθητη πόλη που προκαλούν και σήμερα τον θαυμασμό.

Αξίζει να επισημάνουμε ότι την άνοιξη του 1916 οργανώθηκε έκθεση με έργα Γάλλων στρατιωτών ζωγράφων στη Θεσσαλονίκη, γεγονός που αποτέλεσε μία ευχάριστη έκπληξη για τα δεδομένα της πόλης. Η Θεσσαλονίκη είδε να ανοίγει, κατά τον «μήνα των ρόδων», το Σαλόνι Τέχνης της Στρατιάς της Ανατολής, αναφέρεται σε περιοδικό της εποχής, που ήταν «ένα χαμόγελο του στρατιώτη». Στην τέχνη τους υπήρχε τέτοια ειλικρίνεια και τέτοια ελευθερία, ώστε θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι «ένας πίνακάς τους μπορεί να μιλήσει για την τιμή της Γαλλίας, όπως και ένα καλό βιβλίο».

Η έκθεση και τα σχόλια του αρθρογράφου για τους καλλιτέχνες που πήραν μέρος με έργα τους, αποτελεί πολύτιμο οδηγό για την κατανόηση της καλλιτεχνικής δημιουργίας στο Μέτωπο. Μια έκθεση όμως ζωγραφικής εν μέσω πολέμου τι μπορούσε να σημαίνει; Το γεγονός αυτό καθαυτό και σήμερα ακόμη εκπλήσσει. Δεν είναι που οι στρατευμένοι είδαν και ξαναείδαν την πόλη να αντανακλά μέσα στις διάφορες φαντασίες και ευαισθησίες των καλλιτεχνών, ούτε την κάποια οικονομική βοήθεια που δινόταν ως ανταμοιβή στους ζωγράφους. Η επίσκεψη στην έκθεση μπορεί να μην αντιπροσώπευε για τους πολεμιστές τίποτε περισσότερο από ένα απόγευμα του Μαΐου, για τους ζωγράφους όμως ήταν η ανακάλυψη νέων εμπειριών και νέας ομορφιάς. Ωστόσο, κατά τον σχολιαστή «η έκθεση παραμένει ένα μοναδικό γεγονός, ένα επεισόδιο απλό μεν στη βουή του πολέμου, αλλά αξέχαστο στην ιστορία της γαλλικής τέχνης», γιατί «ποτέ άλλοτε τόσοι πολλοί καλλιτέχνες δεν θα προσεγγίσουν όλοι μαζί το ίδιο θέμα, μιλώντας ο καθένας για τις αλήθειες του».

Ωστόσο, με τους ζωγράφους-στρατιώτες έρχονται στο νου μας τα ονόματα μιας μεγάλης γενιάς νέων ανθρώπων, ποιητών, καλλιτεχνών, επιστημόνων ,απλών πολιτών που χάθηκε στα χαρακώματα, αφήνοντας μαρτυρίες για τη φρίκη του πολέμου. Ο Έζρα Πάουντ έγραψε χαρακτηριστικά: «Πέθαναν μυριάδες/ και ανάμεσά τους οι καλύτεροι». Είναι γεγονός ότι η «ανυπόμονη γενεά» της belle époque θα βαδίσει στην αρχή με ενθουσιασμό προς τα πεδία των μαχών, αλλά η πολεμική εμπειρία θα απέχει πολύ από τη νικηφόρο έκβαση και την ηρωική προσδοκία.

Η ζωή στην πόλη μακριά από τα μέτωπα του πολέμου φαινομενικά κυλούσε ήρεμα, σύμφωνα με μαρτυρίες και περιγραφές. Ένα πλήθος από θέατρα, καφενεία, ταβέρνες και οίκους ανοχής είχαν κατακλύσει την πόλη, ενώ το λιμάνι έσφυζε από στρατιώτες και κάθε είδος πολεμικού υλικού. Σε μικρό χρονικό διάστημα η Θεσσαλονίκη βρέθηκε να κατοικείται από έναν στρατό μεγαλύτερο από τον πληθυσμό της, ένα έγχρωμο πλήθος πολεμιστών, τριγυρισμένη από παραπήγματα και αντίσκηνα «που μοιάζουν με άσπρα στίγματα κάτω από τον ήλιο» θα γράψει Γάλλος αξιωματικός.

H απραξία για ένα διάστημα στο Μακεδονικό Μέτωπο θα συντελέσει ώστε να θεωρηθεί η πόλη ως ιδεώδης τόπος παραθερισμού και διασκέδασης με χορούς στα μεγάλα ξενοδοχεία και τις επαύλεις, με μουσικές και τραγούδια και σουπέ στο ζαχαροπλαστείο Φλόκα. Ακόμη και οι θεατρικές σκηνές στο Παρίσι εμφανίζουν το ζαχαροπλαστείο του Φλόκα, όπου έπαιρναν το τσάι τους ωραίες κυρίες και κομψοί αξιωματικοί. Πέρα από τα σχόλια για την κοσμοπολίτικη ζωή, η νικηφόρα συμμαχική επίθεση, με τη συμβολή και του ελληνικού στρατού, τον Σεπτέμβριο του 1918 στο Μακεδονικό Μέτωπο δείχνει την πραγματική διάσταση του πολέμου.

Μπαίνοντας στην πόλη δύο στοιχεία τραβούσαν σταθερά την προσοχή των ξένων : ο μιναρές και το κυπαρίσσι. Πράγματι, δεν είναι λίγοι οι ζωγράφοι που γοητεύτηκαν από τη ψιλόλιγνη κορμοστασιά του μιναρέ, με τον μικρό εξώστη και την εύθραυστη κορύφωσή του. Το κυπαρίσσι δίπλα στον μιναρέ έρχεται να υπογραμμίσει τη λευκότητά και την απλότητά του. Το δέντρο γνωστό στις χώρες της Μεσογείου, είναι εδώ στη Θεσσαλονίκη, που παίρνει όλη την αξία της τέχνης και του συμβολισμού.

Bernard de Monvel, Υπαίθριος στιλβωτής, καρτ-ποστάλ. Από τη σειρά La Pochette de la Marraine.

Μία άλλη εικόνα που θα αποτυπωθεί σε καρτ-ποστάλ, πίνακες, χαρακτικά με ζωντάνια και χιούμορ είναι οι υπαίθριοι στιλβωτές υποδημάτων. Η παρουσία μεγάλου αριθμού ξένων στρατιωτών έκανε τους γνωστούς μας λούστρους να στήνουν τα σύνεργα της δουλειάς τους στους δρόμους, στις πλατείες, στα καφενεία και το περίεργο πλήθος να συνωστίζεται για να θαυμάσει τους ξένους με τις ωραίες στολές και τις γυαλισμένες μπότες.
Η εικόνα των μικρών ξυπόλητων στιλβωτών με τα λαμπερά κασελάκια τους θα βρει την καλύτερη έκφραση στο ποίημα του Άγγλου οπλίτη Α. Γκάρλαντ (1916), με τον τίτλο «Λούστρος Τζόνυ», που φανερώνει τη συμπάθεια για τα αμέτρητα «βρόμικα χαμίνια, που σε τσούρμο μαζεμένα τα συναντούσες παντού, βράδυ πρωί, με χιόνι ή με βροχή». Και παρακάτω: «Όχι για τους μιναρέδες, ούτε για τον Όλυμπο, ούτε για τη λασπουριά, τον Βαρδάρη, του Μπότον τα Υγιεινά Λουτρά, μα για τα «Λούστρος Τζόνυ»-απ’ άλλον κόσμο, λες, φωνές. /Είναι που τη Σαλονίκη θα ‘χεις πάντα αναθυμιά».

Άμεση σχέση με τη ζωγραφική και την πόλη της Θεσσαλονίκης είχαν οι καρτ-ποστάλ γνωστές ως les souvenirs de Salonique. Για να μπορούν να αλληλογραφούν με τους δικούς τους οι χιλιάδες στρατιώτες και αξιωματικοί του συμμαχικού στρατού που ζούσαν μέσα στην πόλη και γύρω από αυτήν, τυπώθηκε στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις της Ευρώπης και κυκλοφόρησε ένας μεγάλος αριθμός ταχυδρομικών δελταρίων, οι καρτ-ποστάλ, όπως επικράτησε να ονομάζονται, με εικόνες της πόλης. H Θεσσαλονίκη υπήρξε κατεξοχήν ευνοημένη από την έκδοση και κυκλοφορία των εικονογραφημένων καρτών. Ο Μεγάλος Πόλεμος άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο στην παραγωγή και διάθεση των δελταρίων σε μία αγορά που ήδη ανθούσε, προκαλώντας ένα είδος πληθωρισμού του «όμορφου αυτού μικρού χαρτονιού».

Ασκηση Γάλλων ναυτών στον Θερμαϊκό, καρτ-ποστάλ, 1917.

 

Οι καρτ-ποστάλ, ιδιαίτερο καλλιτεχνικό είδος, υπήρξαν στενά συνδεδεμένες με τον πόλεμο αυτό. Χαρακτηρίστηκαν τα sms της εποχής του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και αποτέλεσαν έναν εκπληκτικό μηχανισμό επικοινωνίας και συναισθηματικής εκτόνωσης για τους λαούς των εμπλεκόμενων στον πόλεμο χωρών. Εκατομμύρια ταχυδρομικά δελτάρια που διακινήθηκαν από το 1914 έως το 1918, τον ακριβή αριθμό των οποίων δεν είναι εύκολο να υπολογίσει κανείς, έχουν να διηγηθούν απίθανες ιστορίες ηρωισμού, νίκης, πόνου και απώλειας. Ο τεράστιος αριθμός και η ποικιλία των θεμάτων τους αποτελεί σημαντική πτυχή του Μεγάλου Πολέμου. Δραματικό επιστέγασμα των μέσων επικοινωνίας κατά την εμπόλεμη περίοδο, είχαν γνωρίσει το απόγειό τους κατά την προηγούμενη περίοδο, της ευημερίας της αστικής τάξης της Βelle Époque.

Τα θέματα ήταν συνήθως σατιρικά, συναισθηματικά, πατριωτικά, χωρίς να λείπουν τα χιουμοριστικά ή τα ειρωνικά. Οι κάρτες για χρήση της αλληλογραφίας των στρατιωτών, με προπαγανδιστικό πολλές φορές περιεχόμενο, κυκλοφορούσαν σε σειρές ή μεμονωμένες εκτυπώσεις, οφείλονταν δε σε ταλαντούχους ζωγράφους ή γραφίστες. Τα εικονογραφημένα αυτά δελτάρια, σπουδαία χρωμολιθόγραφα ή απλώς σταμπαριστά, ή με χρήση φωτογραφικού κλισέ, αποτελούν σήμερα μέρος των συλλογών τέχνης μουσείων και ιδιωτικών συλλογών.

Μία ξεχωριστή έκδοση καρτ-ποστάλ στη Γαλλία συνιστά η γνωστή με το όνομα La Pochette de la Marraine, η οποία, εκτός από την καλλιτεχνική σημασία της, παρουσιάζει εξαιρετικό κοινωνικό και πολιτικό ενδιαφέρον. Πρόκειται για μία συλλογή που περιλαμβάνει περίπου τριάντα διαφορετικές σειρές καρτ-ποστάλ. Η κάθε σειρά αριθμούσε επτά διαφορετικά σχέδια, δουλεμένα από νέους γνωστούς καλλιτέχνες.

Bernard de Monvel, Οι απολαύσεις της Θεσσαλονίκης, καρτ-ποστάλ. Από τη σειρά La Pochette de la Marraine.

Ο σκοπός της συλλογής καταρχάς ήταν να κάνει ελκυστικό τον τρόπο αλληλογραφίας, ανάμεσα στους φαντάρους και σε αυτούς που είχαν μείνει στα σπίτια τους, στις πατρίδες τους. Μέσα από μία καινούργια και καλαίσθητη έκδοση, ήθελαν να βοηθήσουν επίσης τους στρατευμένους καλλιτέχνες ή αυτούς που είχαν επιστρέψει τραυματίες ώστε να έχουν ένα συμπληρωματικό εισόδημα από την πώληση της La Pochette.

Εκείνο που εντυπωσιάζει στα θέματα των καρτών, τα εμπνευσμένα από τη Θεσσαλονίκη, είναι, εκτός από την αισθητική τους, η ποικιλία των θεμάτων και η χιουμοριστική τους διάθεση. Καταγράφουν με την τέχνη πλανόδιους πωλητές που περιδιάβαιναν τους δρόμους της πόλης γραφικούς τύπους, μνημεία, παραδοσιακά επαγγέλματα που σήμερα έχουν χαθεί, και ό,τι ήταν για αυτούς περίεργο και εξωτικό. Μεταξύ των άλλων έδωσαν εικόνες ανεπανάληπτες από τα σπίτια του έρωτα και ό,τι έχει σχέση με αυτόν και τις φαντασιώσεις του σε καιρό πολέμου.

Αξίζει να αναζητήσουμε μερικούς από τους πιο χαρακτηριστικούς δημιουργούς εικονογραφημένων δελταρίων, και όχι μόνον, των οποίων η ζωγραφική ταυτίστηκε με την πόλη της Θεσσαλονίκης. Ξεχωρίζει ο Jacques Touchet, ο oποίος ίσως είναι ο πιο γνωστός από τους στρατιώτες- ζωγράφους χάρη στα χιουμοριστικά σχέδιά του πάνω σε τύπους και επαγγέλματα της Θεσσαλονίκης, που κυκλοφόρησαν σε έντυπα της εποχής εκείνης. Χαρακτηριστικό της φήμης του αποτελεί η έκδοση σκίτσων σε μορφή καρτ-ποστάλ και μάλιστα προς χρωματισμό, σαν ένα είδος παιχνιδιού.

Jacques Touchet, Οι τέσσερις χωροφύλακες (στρατονόμοι), 1916-1917.

Με ένα χιούμορ εκλεπτυσμένο και πολύ ανθρώπινο, με όλη τη σημασία της λέξης, αποκαλύπτει χωρίς την παραμικρή κακία την καθημερινότητα των ανθρώπων της εργασίας, μετατρέποντας κάθε άτομο σε μια χαριτωμένη μαριονέττα. Η δουλειά του δείχνει ότι πρόκειται για έναν επιδέξιο τεχνίτη ακουαρέλας που ξέρει να σέβεται τα μυστικά της τεχνικής. Εκτός από τα σχέδια για τις καρτ-ποστάλ επικοινωνίας, ο Touchet μάς άφησε 12 εξαιρετικές λιθογραφίες με επαγγέλματα της πόλης.

Ο ονόματι Coyer συνεχίζει στο ίδιο χιουμοριστικό πνεύμα να ασχολείται με τους πλανόδιους πωλητές, τα έθιμα του χωριού και τα επαγγέλματα της χαράς και του κεφιού.

Goyet, Σκηνές καθημερινότητας.

Ο υποπλοίαρχος Douillard διαφοροποιείται, δίνοντας 12 μαγευτικές απόψεις της Θεσσαλονίκης, από τις πιο όμορφες που έχουμε δει. Χρώματα ζεστά λουσμένα στο φως αναδεικνύουν τα αρχιτεκτονήματα, τα στενοσόκακα, τη φύση, την εμβληματική εικόνα του τεκέ των δερβίσηδων με το ανεπανάληπτης ωραιότητας κυπαρίσσι και τα αρχιτεκτονικά σύμβολα της πόλης.

Εκτός από τους στρατιώτες ζωγράφους της έκθεσης, είναι γνωστά και άλλα ονόματα καλλιτεχνών με έργα εμπνευσμένα από την πόλη, στα χρόνια του πολέμου. O Charles Millot, γνωστός με το ψευδώνυμο Henri Gervèse (1880-1959), αξιωματικός του ναυτικού, ζωγράφος και εικονογράφος, που αποτελεί μια τέτοια ενδιαφέρουσα περίπτωση δημιουργού, κυρίως για τις σειρές των δελταρίων με σχέδια χιουμοριστικά πάνω στο Ναυτικό και τη ζωή των ναυτών. Το σχέδιό του καρικατουρίστικο, στυλ κόμικς, δίνει φρεσκάδα και ζωντάνια στη σειρά των καρτ-ποστάλ.

Henri Gervèse, Οι ναύτες μας, καρτ-ποστάλ, 1915.

Στο ίδιο χιουμοριστικό πνεύμα κινείται και η δουλειά ενός άλλου Γάλλου του Drack Oub –André Antoine Bouchard-. Το αραβόφωνο όνομά του αποτελεί αναγραμματισμό του επωνύμου του. Υπήρξε κατεξοχήν καρικατουρίστας και εικονογράφος στον τύπο. Mε αδρές πινελιές μας χαρίζει ένα πανόραμα χαρακτηριστικών μορφών φαντάρων των διαφόρων φυλών και εθνών, που είχαν μετατρέψει την πόλη σε ένα πολύχρωμο και πολύγλωσσο παζάρι που ανακατεύονταν χωρίς να μπερδεύονται.

Ο ζωγράφος που θα απαθανατίσει τη μαγευτική συνύπαρξη, τη βαθιά αρμονία μιναρέ και κυπαρισσιού και θα δώσει μερικά από τα πιο ατμοσφαιρικά έργα είναι ο Paul Jouve (1878-1973). Ο Jouve γλύπτης, ζωγράφος και χαράκτης, όπως άλλοτε ήταν οι καλλιτέχνες, επιστρατεύτηκε το 1915 και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του πολέμου στη Θεσσαλονίκη. Στο Άγιον Όρος βρέθηκε κάποιους μήνες του 1917 και έδωσε υπέροχα σχέδια της μονής Σταυρονικήτα. Το κυπαρίσσι ή τα κυπαρίσσια που διακοσμούν τα εξώφυλλα του περιοδικού Franco-Macédonienne, άλλοτε μόνα, άλλοτε παρέα με τον μιναρέ, δεν έχουν άλλη έγνοια για τον ζωγράφο παρά την απομόνωσή τους από τον γύρω κόσμο και την αναδημιουργία της αρχιτεκτονικής τους δομής. Με τα έργα «Αγία Αικατερίνη», «τα βουβάλια», «το εσωτερικό της Αχειροποιήτου», αποκαλύπτει τη δεξιοτεχνία του. Τα έργα του είναι πρωτότυπα και η τεχνική πρώτης τάξης. Το κάρβουνο, το μολύβι, η πένα υποτάσσονται στη φαντασία του, στην οποία επιβάλλει περισσότερο την ιδέα του, από τη ματιά του. Ο Jouve είναι ο καλλιτέχνης που ίσως χωρίς να το επιζητεί, μεταμορφώνει σε πρότυπο αυτό που βλέπει. Ο πίνακας με το βουβάλι έξω από τα ανατολικά τείχη και τη Ροτόντα στο βάθος, αποτελεί ένα τέτοιο δείγμα. Λατρεύει τα σύννεφα, τους ατμούς, τους οποίους ντύνει με μορφή πραγματική, κινούμενη.

Paul Jouve, Βουβάλι έξω από τα ανατολικά τείχη της Θεσσαλονίκης, 1916.

O Bernard Boutet de Monvel είναι ένας μετριοπαθής οπαδός του κυβισμού θα τολμούσε να πει κανείς, κρίνοντας από τις σέπιες του. Τα σχέδιά του είναι αποκαλυπτικά μιας ιδιοσυγκρασίας καλλιτέχνη πρώτης τάξης. Θυμίζουμε την πολύ ενδιαφέρουσα σειρά των καρτ-ποστάλ του, με τα λεπτεπίλεπτα μικρογραφικά σχέδια, και τη σκωπτική τους διάθεση, στο πλαίσιο της έκδοσης «La Pochette de la Marraine».

Ξεχωριστή περίπτωση Γάλλου στρατευμένου, αποτελεί ο ζωγράφος Emile Gerlach, έργα του οποίου είχαμε τη χαρά να απολαύσουμε σε έκθεση που έγινε στην πόλη, το 1982. Το ξεχωριστό ενδιαφέρον που προκάλεσαν τα έργα του Γάλλου καλλιτέχνη δεν οφείλεται στην αισθητική τους αξία αλλά στις μνήμες που για τη ζωή και την ιστορία της πόλης. Ο κρυφός και διαρκής πόθος του για γνωριμία καινούργιων τόπων θα τον φέρουν στη Θεσσαλονίκη κατά τον Α’ Παγκόσμιο, όπου θα μείνει από τις 17 Απριλίου μέχρι το τέλος του Ιουνίου.

Émile Gerlach, Άποψη της Θεσσαλονίκης από τα κάστρα, 1917, υδατογραφία.
Émile Gerlach, Η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, 1917, υδατογραφία

Στις υδατογραφίες του βρίσκουμε στιγμιότυπα από τη ζωή της πόλης, εικόνες παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, λαϊκές ενδυμασίες και ασχολίες κατοίκων. Οι πίνακές του κάνουν να περνούν μπροστά στα μάτια μας σπίτια πασάδων, βυζαντινές εκκλησίες, στενοσόκακα, απόψεις της Θεσσαλονίκης και άλλων πόλεων της Μακεδονίας. Το έργο του που μοιάζει με φωτογραφική αποτύπωση, έρχεται να συμπληρώσει με τη χρωματική και αισθητική αξία το φωτογραφικό υλικό της ίδιας εποχής. «Είναι αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι ένας στρατιώτης, όπως ο καλλιτέχνης, έχοντας επίγνωση της δίνης στην οποία περιέπεσε ο κόσμος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατόρθωσε να δώσει μια τόσο ζωηρή και ειρηνική απεικόνιση της πόλης, μια τόσο πιστή και φωτεινή απόδοση της υπαίθρου», θα γράψει ο Χρ. Λαμπρινός το 1982 με την ευκαιρία της έκθεσής του.

Ο αριθμός των στρατευμένων Γάλλων καλλιτεχνών φαίνεται πως είναι πολύ μεγάλος, ώστε να μπορεί να εξαντληθεί στο πλαίσιο της παρουσίασης αυτής. Αξίζει, ωστόσο, να σταθούμε στο ιδιαίτερο και εξαιρετικά ενδιαφέρον έργο του Α. Frank. Πρόκειται για την εικονογράφηση ενός μικρού λευκώματος αφιερωμένου στην Υπηρεσία Διάνοιξης Δρόμων, υπηρεσία της οποίας η συμβολή στη θετική έκβαση του πολέμου και στην ανάπτυξη γενικότερα της Μακεδονίας υπήρξε καθοριστική. Ο αφηγητής του λευκώματος, με ένα ποιητικό κείμενο γραμμένο σε στίχους και με τίτλο «Η Προσευχή του Χαλίφη», επιχειρεί να αναδείξει τη σημασία της Υπηρεσίας αυτής στα πολύ δύσκολα χρόνια του Μεγάλου Πολέμου. Με έναν ανάλαφρο και χιουμοριστικό τρόπο επιζητεί να απαντήσει στις απορίες του χαλίφη σχετικά με τις επιτυχίες των Γάλλων στις πολεμικές επιχειρήσεις στην περιοχή του Μοναστηριού. Ο χαλίφης απορημένος και κουρασμένος από τις εξηγήσεις εύχεται στα τελευταία χρόνια της ζωής του να πεθάνει σε κάποια γωνιά, κοντά στα τείχη της Θεσσαλονίκης, που ο ήλιος χαϊδεύει στη δύση του. Τον ίδιο διασκεδαστικό χαρακτήρα αποπνέουν και τα έγχρωμα χαρακτικά του Α. Frank που συνοδεύουν το λεύκωμα και θυμίζουν εικονογραφημένα παιδικά και σχολικά βιβλία του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα.

 

Ruedolf, Φιγούρες νέων ανθρώπων στη Θεσσαλονίκη, 1916-1917.

Τέλος, μετά τα παραπάνω ονόματα των Γάλλων ζωγράφων στρατιωτών, αξίζει να αναφερθούμε και στον ζωγράφο Ruedolf, ο οποίος με το ευαίσθητο σχέδιό του, είτε με μολύβι είτε με υδατογραφία, τόσο με την απεικόνιση των μνημείων όσο και με τα εκφραστικά πορτραίτα, τις φιγούρες κυρίως νέων ανθρώπων, δείχνει ότι πρόκειται για έναν μεγάλο καλλιτέχνη.

Ο «Μεγάλος Πόλεμος» κατέχει ιδιαίτερη θέση στη συλλογική μνήμη των Γάλλων. Είναι ο τελευταίος παραδοσιακός και ταυτοχρόνως ο πρώτος μοντέρνος πόλεμος με όπλα μαζικής καταστροφής. «Δεν υπάρχει (σχεδόν καμία) γαλλική οικογένεια που να μην τη άγγιξε η απώλεια ή ο τραυματισμός κάποιου συγγενούς», αναφέρει ο Γάλλος συγγραφέας Πιερ Λεμέτρ στο βιβίο του Καλή αντάμωση εκεί ψηλά (Αθήνα 1914). Η αλήθεια πάντως είναι ότι «ο πόλεμος των χαρακωμάτων», όπως επίσης λέγεται, φέρνει στον νου των περισσοτέρων Γάλλων, σκηνές ανείπωτου ηρωισμού, ιστορίες με πάθη και δράματα, προπαντός τον πόνο μιας ανώφελης σφαγής. Στα χαρακώματα, μείγμα από λάσπη, ανθρώπινη σάρκα, εθισμό στον θάνατο, φόβο, οργή, ταπείνωση, ο άνθρωπος πλησίαζε άλλοτε τον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο και άλλοτε το κτήνος.

Οι Γάλλοι στρατιώτες-ζωγράφοι του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, άλλοτε εφευρετικοί και άλλοτε ενταγμένοι σε μια συμβατική αισθητική, εκφράζουν το ενδιαφέρον τους για την πόλη σε μια ολέθρια εποχή, σε δύσκολες συνθήκες. Ανεξάρτητα αν είναι δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς τη μελλοντική τους διαδρομή, αντιλαμβανόμαστε ότι με θάρρος μετέτρεψαν την αγωνία και τη φρίκη του πολέμου σε αίσθηση, σε όνειρο και δημιουργία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Drack Oub (André Antoine Bouchard), Σκωτσέζος και Ρώσος στρατιώτης, 1917.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Μαρία Καμπούρη-Βαμβούκου είναι Ομότιμη Καθηγήτρια του Τμήματος Αρχιτεκτόνων-Μηχανικών του ΑΠΘ και συγγραφέας της πραγματείας Η τέχνη στα χρόνια του «πολέμου των χαρακωμάτων». Στρατιώτες-ζωγράφοι της Στρατιάς της Ανατολής στη Θεσσαλονίκη,
University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2016

 

Γερμανικό υποβρύχιο του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου βρέθηκε στις Βελγικές ακτές

Το ναυάγιο ενός γερμανικού υποβρυχίου που βυθίστηκε κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, βρέθηκε στη Βόρεια Θάλασσα με τους αξιωματούχους να πιστεύουν ότι υπάρχει πιθανότητα να βρίσκονται ακόμα 23 πτώματα στο εσωτερικό του.

Ο λόγος που βυθίστηκε ήταν μία νάρκη, η οποία ενδεχομένως σύρθηκε στην επιφάνεια, καθώς το υποβρύχιο πιάστηκε σε μια αλυσίδα άγκυρας. Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, το υποβρύχιο τύπου UB-II διατηρείται σε καλή κατάσταση και βρίσκεται τώρα σε βάθος 30 μέτρων έξω από την Βελγική ακτή.

Έπειτα από ερωτήσεις σχετικά με την τοποθεσία του ναυαγίου, ο Διοικητής της Δυτικής Φλάνδρας, Carl Decaluwé, απάντησε ότι δεν θα αποκαλυφθεί αυτή η πληροφορία ώστε να αποφευχθεί λεηλασία ή ακόμα και η καταστροφή του.

Αναφορικά με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται το υποβρύχιο, ο Διοικητής ανακοίνωσε ότι «το υποβρύχιο διατηρείται σε τόσο καλή κατάσταση, ώστε να πιστεύουμε πως όλες οι σοροί είναι ακόμη μέσα», γεγονός για το οποίο έχει ήδη ενημερωθεί η Γερμανική Πρεσβεία.

Παρά την σχετικά καλή κατάστασή του, το υποβρύχιο, και κυρίως το μέρος της πλώρης, έχει υποστεί καταστροφές, ωστόσο οι αποθήκες έχουν παραμείνει κλειστές και άθικτες. Άθικτη περιγράφεται να είναι και η γέφυρα, ενώ τα περισκόπια είναι ακόμα ορατά. Επιπλέον, δύο τορπηλοσωλήνες βρέθηκαν σε απόσταση από το ναυάγιο. 

Μέχρι στιγμής, έχουν βρεθεί έντεκα υποβρύχια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου σε Βελγικά νερά, όμως αναφέρεται ότι το συγκεκριμένο είναι το πιο καλοδιατηρημένο.

Τα υποβρύχια τύπου UB-II ναυπηγήθηκαν το 1915 και το 1916 και είχαν τη δυνατότητα να βυθιστούν έως περίπου 50 μέτρα. 

Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Σωματείο των Φίλων του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα: Alan Wakefield: Mountains, Mules and Malaria  Soldiering with the British Salonika Force 1915-1918

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Το Σωματείο των Φίλων του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα σας προσκαλεί την Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017, ώρα 7:00 μ. μ., στην ομιλία του κ. Alan Wakefield, συγγραφέα και προέδρου της Salonika Campaign Society, με θέμα:

Mountains, Mules and Malaria 

Soldiering with the British Salonika Force 1915-1918

Βουνά, μουλάρια κι ελονοσία:

Με το στρατό της Βρετανικής Δύναμης Θεσσαλονίκης 1915-1918

Η ομιλία εξετάζει τις εμπειρίες των Βρετανών στρατιωτών που υπηρέτησαν στο Μέτωπο της Θεσσαλονίκης την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο ομιλητής αναφέρεται στη φύση του πολέμου και των γενικότερων συνθηκών χρησιμοποιώντας μαρτυρίες από επιστολές, ημερολόγια και αναμνήσεις. Έμφαση δίνεται στις κλιματολογικές συνθήκες, το ανάγλυφο του εδάφους και τις διάφορες ασθένειες που επηρέασαν τη ζωή και τις δραστηριότητες των Βρετανών κατά τη διάρκεια του πολέμου, παρέχοντας παράλληλα μια εικόνα της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας εκείνη τη χρονική περίοδο.

Η διάλεξη θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα εκδηλώσεων «Αλέξανδρος Χαΐτογλου» του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, Προξένου Κορομηλά 23 (δίπλα από τη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης), τηλ. 2310 229778.

Είσοδος ελεύθερη. Η ομιλία θα δοθεί στην αγγλική γλώσσα και θα υπάρχει μετάφραση στην ελληνική.

Ο Alan Wakefield γεννήθηκε στο Marlborough του Wiltshire το 1968. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο του Reading το 1990 με πτυχίο στην Ιστορία και στη συνέχεια έλαβε Master of War Studies από το King’s College του Λονδίνου. Έχοντας εργαστεί ως επιμελητής στο Εθνικό Ναυτικό Μουσείο και στο Μουσείο της RAF, ο Alan έλαβε ένα ακόμη μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στις Μουσειολογικές Σπουδές από το University College London.

Μεταξύ του 2000 και του 2016 εργάστηκε ως επιμελητής και στη συνέχεια ως υπεύθυνος του αρχείου φωτογραφίας του Imperial War Museum. Τον Αύγουστο του 2016, ο Alan διορίστηκε στη θέση του επικεφαλής του Τμήματος του IWM για τη μελέτη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και των διενέξεων στις αρχές του 20ού αιώνα.

Σε αυτή τη θέση, ο Alan είναι υπεύθυνος για μια ομάδα επτά επιμελητών και ιστορικών επιφορτισμένων με την ευθύνη για όλες τις ιστορικές και συλλεκτικές συλλογές του Μουσείου σχετικά με την περίοδο 1900-1929.

Το 2004 ήταν συν-συγγραφέας του βιβλίου Under the Devil’s Eye: O ξεχασμένος Στρατός της Βρετανίας στη Θεσσαλονίκη 1915-1918 (αναδημοσιεύθηκε το 2011) και το 2006 του βιβλίου Christmas in the trenches (Χριστούγεννα στα χαρακώματα) 1914-1918. Το 2009, ο Alan δημοσίευσε το ημερολόγιο ενός στρατιώτη του βασιλικού πυροβολικού, ο οποίος υπηρέτησε στο δυτικό μέτωπο. Αυτή τη στιγμή εργάζεται σε ένα βιβλίο σχετικά με την εκστρατεία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στη Μεσοποταμία.

Ο Alan κατέχει σήμερα τη θέση του Προέδρου της Salonika Campaign Society και είναι μέλος της Βρετανικής Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας. Γράφει και παρουσιάζει διάφορες πτυχές της στρατιωτικής ιστορίας, με ιδιαίτερη έμφαση στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την τελευταία δεκαετία έχει οδηγήσει πολλές ομάδες επισκεπτών από τη Βρετανία στα πεδία μαχών του Μετώπου της Θεσσαλονίκης.

Εύξεινος Λέσχη Θεσσαλονίκης Εκδήλωση φόρου τιμής στη μνήμη των θυμάτων των απαγχονισμών στην Αμάσεια (Σεπτέμβριος 1921)

ΕΥΞΕΙΝΟΣ  ΛΕΣΧΗ  ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ  KAI MOΡΦΩΤIKH ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ

ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ

ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΝΙΚΗΣ 13 – 546 23 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΤΗΛ. (2310) 241.753 – FAX: (2310) 277.315

www.efxinos.gr  e-mail: info@efxinos.gr

 

Π Ρ Ο Σ Κ Λ Η Σ Η

            Ο Πρόεδρος και το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης

      σας προσκαλούν

                        στην εκδήλωση φόρου τιμής στη μνήμη των θυμάτων

                        των απαγχονισμών στην Αμάσεια (Σεπτέμβριος 1921)

                    που θα γίνει την Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου, ώρα 7.30 μ.μ.,

        στην αίθουσα εκδηλώσεων της Ευξείνου Λέσχης ( Λεωφόρος Νίκης 13 )

 

Θέματα – Ομιλητές

«Ο Ελληνισμός του Πόντου στις αρχές του 20ού αιώνα : από τις μεγάλες προσδοκίες, στα δικαστήρια της Αμάσειας και τις τραγικές ματαιώσεις», Κυριάκος Χατζηκυριακίδης, Επίκουρος Καθηγητής της νεοσύστατης Επώνυμης Έδρας Ποντιακών Σπουδών του ΑΠΘ

«Η Ανατολία μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο : η συγκρότηση του έθνους-κράτους της νέας Τουρκίας και το ζήτημα των μειονοτήτων», Χαράλαμπος Γάππας, ιστορικός ερευνητής, μεταπτ. Τομέα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του ΑΠΘ

Γιάννης Μουρέλος: ΕΠΩΝΥΜΟΙ ΜΑΧΗΤΕΣ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ (1915-1918)

99 Χρόνια από τη μεγάλη αντεπίθεση της νίκης

Γιάννης Μουρέλος

 ΕΠΩΝΥΜΟΙ ΜΑΧΗΤΕΣ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ

 (1915-1918)

 

Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1918, με αφετηρία τη Θεσσαλονίκη, εκδηλώθηκε μια από τις πλέον αποφασιστικές επιχειρήσεις του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. Η υπόθεση διαθέτει μια προϊστορία, η οποία αξίζει να αναφερθεί. Λίγους μήνες νωρίτερα, τον Μάϊο του 1918, στο δυτικό μέτωπο, οι Γερμανοί φθάνουν στο ύψος του ποταμού Μάρνη, προ των πυλών, ουσιαστικά, του Παρισιού. Πρόκειται για τη δεύτερη μάχη του Μάρνη, εξίσου κρίσιμη, αν όχι κρισιμότερη, από την πρώτη, τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Με μια απεγνωσμένη κίνηση, η γαλλική κυβέρνηση ανακαλεί από τη Θεσσαλονίκη τον διοικητή του εκεί Θεάτρου Επιχειρήσεων, στρατηγό Adolphe Guillaumat, αναθέτοντάς του καθήκοντα στρατιωτικού διοικητή της πρωτεύουσας. Στη θέση του στέλνει, με δυσμενή σχεδόν μετάθεση, τον διοικητή του τομέα εκείνου του μετώπου, όπου οι γερμανικές δυνάμεις είχαν καταφέρει τη διάσπαση. Φθάνοντας στη Θεσσαλονίκη, ο στρατηγός Louis Franchet d’ Espérey, εκπονεί σχέδιο γενικής επίθεσης, το οποίο διέφερε εκ διαμέτρου από όλα τα προηγούμενα σχέδια. Συγκεκριμένα, δεν προσέβλεπε στην καθήλωση του μεγίστου δυνατού των δυνάμεων του αντιπάλου κατά μήκος της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου. Για πρώτη φορά από γεννέσεως του Θεάτρου Επιχειρήσεων, επεδίωκε τη διάσπαση του μετώπου και την αξιοποίηση, κατόπιν, του ρήγματος, με καταδίωξη του εχθρού σε μεγάλο βάθος.

Η μεγάλη επίθεση της 14ης Σεπτεμβρίου του 1918, θα στεφθεί με απόλυτη επιτυχία, αποφέροντας δικαιολογημένα στον εμπνευστή της τη στραταρχική ράβδο. Ο Franchet d’ Espérey υπήρξε από τους  ελάχιστους  διοικητές μετώπου, σε ολόκληρη την ιστορία του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, ο οποίος, επιχειρώντας έναν τολμηρό ελιγμό (επίθεση σε ορεινή και καλά οχυρωμένη θέση) και προσδίδοντάς του την απαιτούμενη ταχύτητα προκειμένου να αποτρέψει μια ανασύνταξη των δυνάμεων του αντιπάλου, υλοποίησε ένα όνειρο που επί χρόνια ολόκληρα οι ομόλογοί του Γάλλοι, Βρετανοί και Γερμανοί στο δυτικό μέτωπο, έτρεφαν εις μάτην.

Δεκαπέντε, μόλις, ημέρες έπειτα από την εκδήλωση της επίθεσης, η Βουλγαρία συνθηκολογεί. Από εκεί και πέρα, οι εξελίξεις θα είναι ραγδαίες. Ακολουθούν μέσα σε διάστημα ενάμιση μήνα και έπειτα από άνω των τεσσάρων ετών διενέργεια στατικού πολέμου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η Αυστροουγγαρία και, τέλος, η Γερμανία. Έχοντας μετεξελιχθεί από απλό αμυντικό προγεφύρωμα σε ορμητήριο για την ανάληψη επιθετικών πρωτοβουλιών, το περιθωριακό, το άνευ σημασίας, το περιφρονημένο, εν πολλοίς, Θέατρο Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης έμελλε να είναι εκείνο, το οποίο κατάφερε το καίριο πλήγμα, προκαλώντας την κατάλληλη στιγμή το ρήγμα που οδήγησε στην κατάρρευση του αντιπάλου συνασπισμού. 

Ένα χρόνο πριν από τη συμπλήρωση ενός αιώνα από αυτό το σημαδιακό γεγονός, σαν φόρο τιμής, παραθέτουμε αφιέρωμα στους επωνύμους μαχητές, οι οποίοι, σε νεαρή ηλικία και στην αρχή της σταδιοδρομίας τους, έτυχε να βρεθούν σε αυτή τη γωνιά της γης και να πολεμήσουν στις τάξεις του πολυεθνικού Συμμαχικού Εκστρατευτικού Σώματος.

Jérôme Carcopino

Ο  Jérôme Carcopino (1881-1970) υπήρξε από τους κορυφαίους ιστορικούς μελετητές της αρχαίας ρωμαϊκής εποχής. Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως μέλος της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής της Ρώμης. Από τότε χρονολογείται η έφεσή του προς τη Ρωμαϊκή Ιστορία. Το 1912, διετέλεσε επί ένα έτος προσωπικός γραμματέας του μετέπειτα προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας Raymond Poincaré. Η έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου τον πέτυχε στο Αλγέρι, όπου  ασκούσε καθήκοντα διδάσκοντα στο πανεπιστήμιο της πόλης όντας, παράλληλα, διευθυντής του εκεί Αρχαιολογικού Μουσείου. To 1918, εξελέγη καθηγητής Ρωμαϊκής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης. Μεταξύ των ετών 1934 και 1940, επέστρεψε στη Ρώμη ως διευθυντής της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής, θέση, την οποία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον Ιούνιο του 1940, όταν η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Γαλλίας. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, συνεργάστηκε με το καθεστώς του Vichy. Συγκεκριμένα, υπήρξε υφυπουργός Παιδείας, αξίωμα, μέσω του οποίου εφάρμοσε όλους τους αντισημιτικούς νόμους, που σχετίζονταν με το χώρο των αρμοδιοτήτων του. Ο νόμος της 27/11/1941, περί αρχαιολογικών ανασκαφών, γνωστός με την προσωνυμία “Νόμος Carcopino”, θεωρείται, ακόμα και σήμερα, ως ένα από τα σημαντικότερα θεσμικά κείμενα, που ορίζουν το καθεστώς των αρχαιολογικών ανασκαφών στη Γαλλία.  Με την επάνοδο του Pierre Laval στην εξουσία το 1942, ο Carcopino παραιτήθηκε από το υπουργείο Παιδείας και επανήλθε στα ακαδημαϊκά του καθήκοντα. Ταυτόχρονα, σε μυστική συνεργασία με αντιστασιακές οργανώσεις, διέσωσε πολλούς φοιτητές από την “εθελοντική” εργασία στη Γερμανία, χάρη στις διασυνδέσεις του με το κατοχικό καθεστώς. Μεταξύ 1944 και 1945 φυλακίστηκε με την κατηγορία της συνεργασίας με τον κατακτητή. Το 1947, με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αθωώθηκε χάρη στο ελαφρυντικό της διάσωσης πολλών αντιστασιακών. Το 1951 αποκαταστάθηκε εκ νέου στα ακαδημαϊκά του καθήκοντα. Τον Νοέμβριο του 1955 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας  Επιγραφών και Γραμμάτων της Γαλλίας (Académie des Inscriptions et Belles Lettres).

Kατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου και συγκεκριμένα μεταξύ των ετών 1915 και 1917, υπηρέτησε αρχικά στα Δαρδανέλια. Με την κατάρρευση του μετώπου και τη μεταφορά μεγάλου τμήματος του Εκστρατευτικού Σώματος στη Θεσσαλονίκη, ανέλαβε τη διοίκηση του 2ου Γραφείου (Γραφείο Πληροφοριών) της Γαλλικής Στρατιάς της Ανατολής. Μάλιστα, τη νύκτα της 4ης προς 5η Μαϊου 1916, ως αξιωματικός υπηρεσίας, υπήρξε εκείνος, ο οποίος σήμανε γενικό συναγερμό, μόλις επιβεβαιώθηκε η πληροφορία πως Γερμανικό Zeppelin κατευθυνόταν προς τη Θεσσαλονίκη μέσω της κοιλάδας του Αξιού. Το αερόπλοιο καταρρίφθηκε τελικά από τη Συμμαχική αεράμυνα στις εκβολές του ποταμού, προτού προφτάσει να πλήξει τον στόχο του, ο δε σιδερένιος σκελετός του εκτέθηκε σε δημόσια θέα μπροστά από τον Λευκό Πύργο. Το συγκεκριμένο επεισόδιο, αλλά και η εν γένει θητεία του Carcopino στην Ανατολή, περιγράφονται με γλαφυρό ύφος στις Αναμνήσεις του, οι οποίες κυκλοφόρησαν το 1970, έτος του θανάτου του, με τίτλο: Souvenirs de la guerre en Orient, 1915-1917. Για τη δράση του στα Δαρδανέλια και τη Θεσσαλονίκη, τιμήθηκε δυο φορές με εύφημη μνεία και του απενεμήθη το παράσημο της   Λεγεώνας της Τιμής.

 

Ο σκελετός του Zeppelin σε δημόσια θέα στο Λευκό Πύργο                                

 

Alphonse Georges

Ο Alphonse Georges (1875-1951), ακολούθησε μια σταδιοδρομία, η οποία τον ανέδειξε στα ανώτατα κλιμάκια της Γαλλικής στρατιωτικής ιεραρχίας. Τον Σεπτέμβριο του 1914, κατά τη διάρκεια της πρώτης μάχης του Μάρνη τραυματίστηκε σοβαρά, με αποτέλεσμα την τοποθέτησή του, έκτοτε και έως το τέλος του πολέμου, σε επιτελικές θέσεις ( Γενικό Επιτελείο 1914-1915, Θεσσαλονίκη 1916-1917, διευθυντής του Γραφείου Περιφερειακών Επιχειρησιακών Θεάτρων του ΓΕΣ 1918-1921). Κατά την τελευταία φάση του πολέμου, υπήρξε από τους στενότερους συνεργάτες του στρατάρχη Foch. Μεταξύ των ετών 1921 και 1926, υπήρξε το δεξί χέρι του στρατάρχη Pétain, συμβάλλοντας τα μέγιστα στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, τις οποίες ο τελευταίος εξαπέλυσε στις ορεινές περιοχές του βορείου Μαρόκου (το επεισόδιο είναι γνωστό και ως “Πόλεμος του Ριφ”). Επιστρέφοντας στο Παρίσι, διετέλεσε διευθυντής του γραφείου του υπουργού Άμυνας André Maginot (1929-1931), βιώνοντας από κοντά τη θέσπιση του αμυντικού δόγματος και την απαρχή της κατασκευής των μεγάλου βεληνεκούς οχυρωματικών έργων κατά μήκος της γαλλο-γερμανικής μεθορίου (γραμμή Maginot). Το 1932, σε ηλικία 58 ετών, φέροντας τον βαθμό του αντιστρατήγου, εισήλθε στο Ανώτατο Συμβούλιο Πολέμου, το όργανο εκείνο, που ήταν επιφορτισμένο με τον σχεδιασμό της αμυντικής πολιτικής. Πολλοί συνάδελφοί του τον θεωρούσαν, τότε, εν δυνάμει διάδοχο του Μaxime Weygand στην αρχιστρατηγία. Η εντυπωσιακή αυτή ανέλιξη ανακόπηκε ξαφνικά στις 9 Οκτωβρίου 1934 στη Μασσαλία, όταν, από κοινού με τον βασιλέα Αλέξανδρο της Γιουγκοσλαβίας και τον υπουργό Εξωτερικών Louis Barthou, έπεσε θύμα δολοφονικής απόπειρας, εξαιτίας της οποίας οι δυο πρώτοι έχασαν ακαριαία τη ζωή τους. Έως τον θάνατό του, o Georges δεν κατάφερε τελικά να ξεπεράσει την εμπειρία αυτή, τόσο σε βιολογικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο. Ευρισκόμενος επί μήνες μεταξύ ζωής και θανάτου, δεν μπόρεσε να διεκδικήσει την αρχιστρατηγία, στην οποία αναδείχτηκε ο Maurice Gamelin τον Ιανουάριο του 1935. Με την έκρηξη, τον Σεπτέμβριο του 1939, του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, ανατέθηκε στον Georges η διοίκηση του βορειοανατολικού μετώπου, του σημαντικότερου από όλα τα επιχειρησιακά θέατρα, καθώς εκεί, σύμφωνα με προβλέψεις και σχεδιασμούς, επρόκειτο να λάβει χώρα η μετωπική σύγκρουση με τον Γερμανικό στρατό. Ωστόσο, ο Gamelin φρόντισε να τον στερήσει από ουσιαστικές εξουσίες και αρμοδιότητες, τις οποίες διατήρησε για τον εαυτό του. Με τον τρόπο αυτό, μήνες ολόκληρους πριν από την κατάρρευση του Γαλλικού στρατού, ο Georges φάνταζε στα μάτια όλων ως το ιδανικό εξιλαστήριο θύμα, προκειμένου να του καταλογιστούν ευθύνες σε περίπτωση μιας δυσμενούς τροπής των πολεμικών επιχειρήσεων. 

Ο Alphonse Georges και ο λόρδος John Gort, διοικητής του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, επιθεωρούν το δυτικό μέτωπο την άνοιξη του 1940.

Άλλωστε, αυτή ακριβώς η νεφελώδης κατανομή αρμοδιοτήτων συγκαταλέγεται ως μια από τις σημαντικότερες αιτίες της καταστροφής του 1940. Μετά την υπογραφή της ανακωχής, ο Georges ανέλαβε την οργάνωση του δύναμης 100.000 ανδρών στρατού της κυβέρνησης του Vichy, στη μητροπολιτική Γαλλία. Το 1943, ο Churchill οργάνωσε τη δραπέτευση και τη μεταφορά του στην υπό Συμμαχικό, πλέον, έλεγχο βόρειο Αφρική. Ο Georges προοριζόταν ως συνεργάτης του στρατηγού Girault, σε μια προσπάθεια Αμερικανών και Βρετανών να δημιουργηθεί ένα αντίπαλο δέος κατά του στρατηγού De Gaulle. Καθώς, όμως, ο τελευταίος κατόρθωσε να επιβληθεί ως ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της μαχόμενης Γαλλίας, ο Georges αποσύρθηκε από κάθε δραστηριότητα και ιδιώτευσε έως τον θάνατό του.

Κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στο Θέατρο Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης, έφερε τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο σε κομβικές και κρίσιμες στιγμές. Με την άφιξή του, τον Οκτώβριο του 1916, τοποθετήθηκε ως υπαρχηγός του επιτελείου της Στρατιάς της Ανατολής. Οι κακές του σχέσεις με τον στρατηγό Maurice Sarrail, ανώτατο διοικητή του Θεάτρου, στοίχισαν τη μετάθεσή του στη Γαλλία (Μάρτιος 1917). Τρεις μήνες αργότερα, τον Ιούνιο, επανήλθε στην Ελλάδα επιφορτισμένος με την ιδιότητα του στρατιωτικού συμβούλου του Ύπατου Αρμοστή των Προστάτιδων Δυνάμεων της Ελλάδας, Charles-Célestin Jonnart. Αποστολή του τελευταίου ήταν η αποπομπή του βασιλέα Κωνσταντίνου από τον θρόνο και η εγκατάσταση του Ελευθερίου Βενιζέλου στην εξουσία, με συνακόλουθη την παρέμβαση της χώρας στον πόλεμο στο πλευρό του συνασπισμού της Συνεννοήσεως (Γαλλία, Μεγ. Βρετανία, Ρωσία, Ιταλία). Παρά τον υψηλό δείκτη κινδύνου, η αποστολή διεκπεραιώθηκε με αξιοσημείωτη επιτυχία χάρη στην ψυχραιμία και την ικανότητα ανάληψης πρωτοβουλιών σε κρίσιμες συγκυρίες δυο ατόμων: του ιδίου του Ύπατου Αρμοστή και του στρατιωτικού του συμβούλου.

Hồ Chí Minh

Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις, που μας επιφυλάσσει το Μακεδονικό μέτωπο, καθώς στις τάξεις των μονάδων, που στάλθηκαν από τις Γαλλικές κτήσεις της Ινδοκίνας (Αννάμ, Καμπότζη, Λάος, Τονκίνο και Κοσινκίνα) συμπεριλαμβανόταν και ένας νεαρός ηλικίας 25 ετών, ο οποίος έμελλε να αναδειχθεί, μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου σε εμβληματική φυσιογνωμία του αντι-αποικιακού αγώνα. Ο Hồ Chí Minh (1890-1969) διετέλεσε πρόεδρος και γενικός γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος των Εργατών του Βιετνάμ, ηγετικό στέλεχος των κινημάτων Việt Minh και Viet Cong, ενώ διαδραμάτισε εξέχοντα ρόλο στη δημιουργία της Δημοκρατίας του Βιετνάμ το 1945, της οποίας υπήρξε πρωθυπουργός (1945-1955) και πρόεδρος (1945-1969). Για την παρουσία του στο Θέατρο της Θεσσαλονίκης δεν υπάρχουν, δυστυχώς, καθόλου διαθέσιμα στοιχεία.

Η άφιξη των αποικιακών στρατευμάτων στη Θεσσαλονίκη


Πηγή: Établissement de Communication et de Production Audiovisuelle de la Défense

 

Gustav Holst

Παρά το γερμανοπρεπές όνομά του (αρχικά, μάλιστα, ήταν Gustav von Holst, αλλά συντμήθηκε για λόγους ευνόητους), ο Gustav Holst (1874-1934) υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους Βρετανούς μουσικοσυνθέτες του 20ού αιώνα. Στην πρώιμη περίοδο της δημιουργίας του, είναι εμφανής η επίδραση της μεταρομαντικής σχολής (Richard Wagner και Richard Strauss). Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, ο Holst κατάφερε να αποκτήσει ένα περισσότερο προσωπικό ύφος, εμπνευσμένο από τη Βρετανική λαϊκή μουσική παράδοση, αλλά και τον κοσμοπολιτισμό συγχρόνων με την εποχή του συνθετών. Παρά το γεγονός ό,τι η μουσική του παραγωγή είναι ποιοτικά και ποσοτικά υπολογίσιμη, ο Holst έχει ταυτιστεί με τη σύνθεση, η οποία του εξασφάλισε διεθνή αναγνώριση. Οι Πλανήτες  (Τhe Planets) είναι μια σουίτα για μεγάλη ορχήστρα. Πρόκειται για ένα έργο, το οποίο βρίθει από πλούσια ηχοχρώματα, ευρηματικότητα, ποικιλία και φαντασία, χαρακτηριστικά μάλλον ασυνήθιστα για την κάπως μονοδιάστατη και αυστηρή Βρετανική μουσική παραγωγή της εποχής εκείνης. Στα επτά μέρη που το αποτελούν, το καθένα από τα οποία αντιστοιχεί σε έναν πλανήτη του ηλιακού μας συστήματος (ο όγδοος Πλούτων δεν είχε ακόμη ανακαλυφθεί όταν ολοκληρώθηκε η σύνθεση), υπάρχουν ευθείες αναφορές σε συνθέτες σαν τον Rimsky-Korsakov (στον Ερμή, τον τρίτο κατά σειρά πλανήτη), τον Stravinsky (στον εναρκτήριο Άρη), τον Elgar (στον τέταρτο Δία), τον Dukas (η ομοιότητα του Ουρανού, προτελευταίου πλανήτη, με τον Μαθητευόμενο Μάγο είναι εμφανής) και τον Debussy (η ίδια παρατήρηση ισχύει για τη σχέση ανάμεσα στον Ποσειδώνα, τον τελευταίο πλανήτη, και τις Σειρήνες του Γάλλου συνθέτη). Όμως, οι Πλανήτες είναι πολύ παραπάνω από μια δεξιοτεχνική μουσική μείξη ή, ακόμα, από μια γαλαξιακή περιπλάνηση. Γραμμένοι διαρκούντος του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, μεταφέρουν ένα κατά πολύ βαθύτερο μήνυμα, πραγματικό στοχασμό επάνω στα δεινά του πολέμου και την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ψυχής. Ο συμβολισμός προκύπτει από δυο παραμέτρους: τον επεξηγηματικό χαρακτηρισμό, με τον οποίο ο Holst συνοδεύει το καθένα από τα μέρη του έργου και από την ίδια την υφή της μουσικής γραφής. Η αλληλουχία των επεξηγηματικών χαρακτηρισμών έχει ως ακολούθως: 1. Mars, the Bringer of War, 2. Venus, the Bringer of Peace, 3. Mercury, the Winged Messenger, 4. Jupiter, the Bringer of Jollity, 5. Saturn, the Bringer of Old Age, 6. Uranus, the Magician, 7. Neptune, the Mystic. Με άλλα λόγια, ένας συγκερασμός καταστάσεων και διαφορετικών εκφάνσεων του ανθρώπινου χαρακτήρα. Η μουσική γραφή επαληθεύει τα παραπάνω. Η ωμή βία και η τρομακτική απειλή του πρώτου μέρους, σε αντιδιαστολή με την απέραντη γαλήνη του δευτέρου, δηλαδή η διαφορά μεταξύ πολέμου και ειρήνης, αποκαλύπτουν το χρονικό στίγμα του έργου. Από τους υπόλοιπους πλανήτες αξίζει ειδική μνεία στον Δία και στον Ποσειδώνα, παρά την εκπεφρασμένη προτίμηση του ιδίου του Holst για τον Κρόνο. Από τη δεσπόζουσα θέση που κατέχει στο κέντρο ακριβώς του ηλιακού συστήματος, αλλά και από το εντυπωσιακό μέγεθός του, ο Δίας εκτελεί χρέη σπονδυλικής στήλης του όλου έργου. Ο συμβολισμός, ωστόσο, προχωρά μακρύτερα. Το μουσικό θέμα, στο μέσο ακριβώς του μέρους, επηρεασμένο πέραν πάσης αμφιβολίας από τα βικτωριανά εμβατήρια του Elgar, παραπέμπει ευθέως στο μεγαλείο και την πρωτοκαθεδρία της Βρετανικής Αυτοκρατορίας προ της διενέργειας του πολέμου, κατά την  πλέον αυθεντική παράδοση του Rule Britannia.

Mars, the Bringer of War

Venus, the Bringer of Peace

Jupiter, the Bringer of Jollity

H σουίτα ολοκληρώνεται με τον Ποσειδώνα, τον πιο απομακρυσμένο πλανήτη. Ο Holst δράττεται της ευκαιρίας να κλείσει το έργο με πρωτότυπο, ευρηματικό έως και τολμηρό, για την εποχή του, τρόπο, ανοίγοντας ένα παράθυρο προς το μέλλον.  Ο Ποσειδώνας βρίσκεται στα όρια του πλανητικού μας συστήματος, ταυτόχρονα, όμως, είναι η πύλη εξόδου προς το αχανές Σύμπαν. Η μουσική γραφή, με την χρήση γυναικείας χορωδίας, άϋλη, νεφελώδης, γεμάτη μυστήριο, προκαλεί μια αίσθηση δέους μπροστά στο άγνωστο, που αποκαλύπτεται ξαφνικά και μέσα στο οποίο σβήνει σταδιακά. Αυτή η αίσθηση συμβολίζει  τη νέα εποχή που ανέτειλε το 1918, καθώς τότε μόνο, ο πλανήτης ολόκληρος πέρασε το κατώφλι του 20ού αιώνα, έχοντας μόλις βιώσει μια απίστευτα βίαιη εμπειρία, εφέυρημα εξολοκλήρου του αυτοκαταστροφικού ανθρώπινου νου. Εδώ, η συμπαντική άβυσσος του Holst, ισοσκελίζει την άλλο τόσο απρόβλεπτη και γεμάτη μυστήριο ανθρώπινη άβυσσο.                

Neptune, the Mystic

Από την πρώτη κιόλας στιγμή, το καλοκαίρι του 1914, ο Holst παρουσιάστηκε εθελοντικά, προκειμένου να υπηρετήσει στις τάξεις του Βρετανικού στρατού. Απαλλάχθηκε, όμως, για λόγους υγείας. Βλέποντας συγγενείς και φίλους να συνεισφέρουν στην πολεμική προσπάθεια (ορισμένοι, μάλιστα, έπεσαν στα πεδία των μαχών της Γαλλίας), υπέφερε βαθιά από αυτή τη θέση στο περιθώριο. Με τέτοια αρνητική ψυχολογία συνέθεσε τους Πλανήτες. Οι συνεχείς οχλήσεις του προς τις αρχές ευοδώθηκαν το 1918, καθώς ο πόλεμος πλησίαζε προς το τέλος. Ο κορυφαίος Βρετανός αρχιμουσικός Sir Adrian Boult περιγράφει με γλαφυρό τρόπο το όλο περιστατικό: “Λίγο πριν από την υπογραφή της ανακωχής, ο Holst εισέβαλε στο γραφείο μου: “Adrian”, μου είπε, “η Χριστιανική Αδελφότητα Νέων (YMCA), πρόκειται να με στείλει πολύ σύντομα στη Θεσσαλονίκη και ο Balfour Gardiner, ευλογημένος να είναι, μου προσφέρει, ως αποχαιρετιστήριο δώρο, το Queen’s Hall, μαζί με την ομώνυμη ορχήστρα, για ολόκληρο το πρωϊνό της Κυριακής. Συνεπώς, θα παίξουμε τους “Πλανήτες”, τους οποίους θα διευθύνεις εσύ”.¹  Με τον τρόπο αυτό, στις 29 Σεπτεμβρίου 1918, ανέτειλαν για πρώτη φορά οι Πλανήτες. Λίγες μέρες αργότερα, ο Holst έφτασε στη Θεσσαλονίκη, ενώ βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη η μεγάλη Συμμαχική αντεπίθεση, η οποία και έμελλε να φέρει τον πόλεμο σε αίσιον πέρας. Παρέμεινε έως τον Ιούνιο του 1919, συμμετέχοντας σε εκδηλώσεις για την ψυχαγωγία των Βρετανικών στρατευμάτων. Αν και είχε την αίσθηση ότι δεν φάνηκε ιδιαίτερα χρήσιμος, από τη διαμονή του στην Ελλάδα, αποκόμισε τις καλύτερες αναμνήσεις, ειδικότερα από μια επίσκεψη, που πραγματοποίησε στην Αθήνα.     

Charles Huntziger             

Παρόλο που το όνομά του είναι συνυφασμένο με τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο και συγκεκριμένα με την κατάρρευση της Γαλλίας το 1940, ο Charles Huntziger (1880-1941) είχε στο ενεργητικό του μια πλούσια στρατιωτική σταδιοδρομία. Αποφοίτησε από τη Στρατιωτική Ακαδημία του Saint-Cyr το 1900. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου υπηρέτησε στο Μακεδονικό μέτωπο. Το 1924 στάλθηκε στην Κίνα, ως διοικητής του Σώματος Κατοχής του  Tianjin. Το 1933 ανέλαβε τη διοίκηση των Γαλλικών στρατιωτικών δυνάμεων στην τελούσα υπό γαλλική εντολή Συρία και συμμετείχε ενεργά στις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία για την εκχώρηση, στην τελευταία, της περιοχής της Αλεξανδρέττας. Το 1938, έγινε μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου Πολέμου. Ως διοικητής της 2ης Στρατιάς, επιφορτισμένης με την άμυνα του θεωρούμενου ήσυχου τομέα του Sedan, υπέστη, στις 13 Μαϊου 1940 το κύριο βάρος της Γερμανικής επίθεσης, με αποτέλεσμα τη διάσπαση του μετώπου και την ταχύτατη προέλαση των τεθωρακισμένων μονάδων του αντιπάλου έως τις ακτές της Μάγχης. Πέντε εβδομάδες αργότερα, στις 22 Ιουνίου, ηγήθηκε της αντιπροσωπείας, η οποία υπέγραψε την ανακωχή στο ίδιο βαγόνι, όπου είχε υπογραφεί η ανακωχή του 1918. Επρόκειτο για την υπέρτατη εκδίκηση του Hitler.

Ο στρατηγός Huntziger, απέναντι από τον καγκελάριο του Γ΄ Ράϊχ, παρακολουθεί την υπαγόρευση των όρων της ανακωχής μέσα στο ιστορικό βαγόνι της Rethondes.

Διετέλεσε υπουργός Στρατιωτικών της κυβέρνησης του Vichy και από το 1941 έως τον αιφνίδιο θάνατό του, λίγους μήνες αργότερα, ανώτατος διοικητής του στρατού ξηράς του ιδίου καθεστώτος. Τον Νοέμβριο του ιδίου έτους έχασε τη ζωή του σε αεροπορικό δυστύχημα, επιστρέφοντας από περιοδεία στη βόρειο Αφρική.

Κατά την μακροχρόνια παραμονή του στη Θεσσαλονίκη, ο Huntziger ήταν αποσπασμένος στο επιτελείο της Στρατιάς της Ανατολής. Οι λεπτομέρειες του σχεδίου της μεγάλης αντεπίθεσης του Σεπτεμβρίου 1918 ήταν δικό του έργο, καθώς έχαιρε της αμέριστης εμπιστοσύνης του στρατηγού Franchet d’ Espérey, ανώτατου διοικητή του Θεάτρου Επιχειρήσεων. Ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, ο ίδιος αξιωματικός, ο οποίος, με τον δικό του,τρόπο, είχε συμβάλει στην τελική νίκη, κλήθηκε να υπογράψει την καταδίκη της χώρας του. Τραγικό παιγνίδι της μοίρας…

Hugh MacDiarmid

 Ο Christopher Murray Grieve (1892-1978), περισσότερο γνωστός με το ψευδώνυμο Hugh MacDiarmid, ήταν ποιητής, πεζογράφος, δημοσιογράφος και πολιτικός με καταγωγή από τη Σκωτία. Το σύνολο του συγγραφικού του έργου είναι γραμμένο σε γλώσσα δικής του επινόησης, παραλλαγή της Σκωτσέζικης διαλέκτου. H εκκεντρικότητα αποτελούσε, ανέκαθεν, το διακριτικό του γνώρισμα. Χαρακτηριστικά, στην καταχώρισή του στο Who is Who, ανάμεσα στα χόμπι, που  απαριθμούνταν, περίοπτη θέση κατείχε ο όρος “αγγλοφοβία”. Οπαδός των άκρων, στη διάρκεια της ζωής του, ο MacDiarmid δραστηριοποιήθηκε στο χώρο της άκρας Αριστεράς και της φασιστικής Δεξιάς. Υπήρξε μέλος του Βρετανικού Κομμουνιστικού Κόμματος και ιδρυτικό μέλος του Εθνικού Κόμματος της Σκωτίας. Γενικότερα, θεωρείται από τους θεμελιωτές της αναβίωσης του Σκωτσέζικου εθνικισμού.  Στις αρχές της δεκαετίας του ΄30 ερωτοτροπούσε με τον ναζισμό, εκτιμώντας πως επρόκειτο περί αριστερού δόγματος. Θορυβημένος, όμως, από τη στροφή του Mussolini προς τα δεξιά και βλέποντας το ναζιστικό καθεστώς να αποκαλύπτει σταδιακά την αποτρόπαιη μορφή του, εγκατέλειψε αυτές τις θέσεις, όχι, όμως και την προσήλωσή του στην κομμουνιστική ιδεολογία. Το 2010 είδε το φως της δημοσιότητας η ιδιωτική του αλληλογραφία, από την οποία προκύπτει ότι ήταν της άποψης πως μια στρατιωτική κατάληψη των Βρετανικών Νήσων από τα Γερμανικά στρατεύματα μπορούσε να αποδειχθεί επωφελής για την εθνική υπόθεση της Σκωτίας. Τον Ιούνιο του 1940, τη στιγμή που η Γαλλία βίωνε στιγμές υπαρξιακής αγωνίας και ενώ  βρισκόταν ακόμη σε ισχύ το σύμφωνο μεταξύ Γερμανίας και ΕΣΣΔ, ο MacDiarmid κατέγραψε τις ενδόμυχες σκέψεις του ως εξής: “ Εάν, τελικά, οι Γερμανοί επικρατήσουν, δεν θα μπορέσουν να διατηρήσουν τα κέρδη τους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εάν, όμως, οι Γάλλοι και οι Βρετανοί νικήσουν, θα είναι ασύγκριτα πιο δύσκολο να τους ξεφορτωθούμε”. ²

Το 1915,  Hugh MacDiarmid κατατάχθηκε ως εθελοντής στο Βασιλικό Στρατιωτικό Νοσηλευτικό Σώμα (Royal Army Medical Corps). Στάλθηκε αρχικά στη Γαλλία και κατόπιν στη Θεσσαλονίκη, από όπου επαναπατρίσθηκε το 1918, πάσχοντας από ελονοσία.

Ο Hugh MacDiarmid κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Σκίτσο φτιαγμένο από έναν άλλο Σκωτσέζο ποιητή και προσωπικό του φίλο, τον William Soutar.

Charles Picard

H πρώτη γνωριμία του Charles Picard (1883-1965) με την Ελλάδα έλαβε χώρα το 1909, όταν κατέφθασε στην Αθήνα ως μέλος της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής. Συμμετείχε στις ανασκαφές της Δήλου, της Θάσου και της Εφέσου προτού αναλάβει, το 1913, καθήκοντα γραμματέα της Σχολής. Τον Αύγουστο του 1914 επιστρατεύτηκε και βίωσε από κοντά την κόλαση του Verdun (Φεβρουάριος-Δεκέμβριος 1916). Κατόπιν, μετατέθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου παρέμεινε ως το τέλος του πολέμου. Μετά την ανακωχή επανήλθε στην Αθήνα ως διευθυντής της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής. Ακολούθησε ακαδημαϊκή σταδιοδρομία διδάσκοντας στα πανεπιστήμια της Λυών και της Σορβόνης (1927-1955). Το 1932 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Επιγραφών και Γραμμάτων της Γαλλίας (Académie des Inscriptions et Belles Lettres). Η πλούσια δραστηριότητα, που ανέπτυξε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Θεσσαλονίκη αναδεικνύεται από το προσωπικό του αρχείο, το οποίο φυλάσσεται στη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών.

Στο τέλος του 1916 τοποθετήθηκε στο 2ο Γραφείο της Στρατιάς της Ανατολής. Αργότερα, ως λοχαγός του 175ου Συντάγματος Πεζικού πολέμησε στον τομέα Φλώρινας-Μοναστηρίου. Το 1918 διαδέχθηκε τον Carcopino ως επικεφαλής του 2ου Γραφείου. Το υλικό, το οποίο συγκέντρωσε κατά την τριετία 1916-1919 (προσωπικές σημειώσεις, ιδιόχειρα σχέδια, αποκόμματα τύπου κλπ.), αποτελούν πραγματικό πακτωλό πληροφοριών, προσφέροντας μια πολυδιάσταση εικόνα (πολιτική, στρατιωτική, οικονομική, εθνογραφική, πολεοδομική κυρίως, όμως, ιστορική και αρχαιολογική) του μακεδονικού χώρου της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου.  Χαρακτηριστικά θίγονται θέματα όπως η κατανομή του πληθυσμού, η κατάσταση του οδικού δικτύου και του δικτύου ύδρευσης, η γεωγραφία της λεκάνης των Πρεσπών, οι πυρκαγιές και οι σεισμοί, που ταλαιπώρησαν κατά τον 19ο αιώνα την ευρύτερη περιοχή της Κορυτσάς κ.α. Στον τομέα της δικής του ειδίκευσης, ο Picard συνέταξε έναν αναλυτικό κατάλογο των οικισμών εκείνων, οι οποίοι παρουσίαζαν αρχαιολογικό ενδιαφέρον (εκκλησίες, μοναστήρια, οχυρωματικά έργα). Όλα τα παραπάνω πραγματοποιήθηκαν βάσει συγκεκριμένων οδηγιών, προερχομένων από τον ίδιο τον  στρατηγό Franchet d’ Espérey και με αποδέκτες τα μέλη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής, που στελέχωναν τις τάξεις της Στρατιάς της Ανατολής.

Σχέδιο της εκκλησίας του Αγίου Γερμανού, ευρύτερη περιοχή Κορυτσάς, 1918.

Στο αρχείο Picard, αποτυπώνεται, τέλος, ολόκληρο το έργο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας της Στρατιάς της Ανατολής, που λειτούργησε κατά την τετραετία 1915-1919 υπό τη διαδοχική διεύθυνση των Gustave Bayet, Gustave Mendel και Léon Rey. Καταγράφονται 64 πρωτοϊστορικοί χώροι, οι οποίοι εντοπίστηκαν γύρω από τις πόλεις της Θεσσαλονίκης και του Μοναστηρίου, χώροι όπου βρίσκονται τούμπες της προϊστορικής εποχής (π.χ. Σέδες), χώροι της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής περιόδου (Πέλλα, Όλυνθος, Μίκρα, πόλη της Θεσσαλονίκης, Ζεϊτινλίκ) καθώς και μνημεία της παλαιοχριστιανικής και της βυζαντινής εποχής, πρωτίστως της Θεσσαλονίκης (βασιλική της Αχειροποίητου, Άγιος Γεώργιος κ.α). Το αρχείο συμπληρώνεται από έναν λεπτομερή κατάλογο των αρχαιολογικών ευρημάτων, που προορίζονταν για το μουσείο του Λούβρου.³

Stanley Spencer

Το ζωγραφικό έργο του Sir Stanley Spencer (1891-1959) διακατέχεται από εμμονές, φοβίες, νευρώσεις και άγχη, που προδίδουν έναν βεβαρημένο ψυχισμό. Οι πίνακες  και η θεματολογία του εκλήφθηκαν ως κάτι το προκλητικό και αμφιλεγόμενο. Χρειάστηκε να παρέλθει χρόνος έως ότου γίνει αντιληπτό ό,τι δεν επρόκειτο για ηθελημένη προσπάθεια εντυπωσιασμού, αλλά, αντίθετα, για μια πέρα για πέρα αυθεντική και προσωπική έκφραση βαθιά ανθρώπινων συναισθημάτων και καταστάσεων. Ακόμα και η Χριστιανική πίστη του καλλιτέχνη και η αλληλεγγύη προς τον συνάνθρωπο, αποδίδονται με τρόπο, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε παρεξήγηση. Καταθέτει, ωστόσο, τη δική του άποψη, με ειλικρίνεια και αυθορμητισμό, έτσι ακριβώς όπως την αισθάνεται Η εσωτερική ένταση και ο δυναμισμός του οράματός του, καθώς και η ποικιλία της παλέτας του, ακολούθησαν φθίνουσα πορεία με την πάροδο του χρόνου, καθώς άρχισε να κάνει την εμφάνισή του, ολοένα και περισσότερο, το στοιχείο της εκκεντρικότητας, όχι όμως, όπως προαναφέρθηκε, με  γνώμονα τον εντυπωσιασμό. Το έργο του αναβαθμίσθηκε, όμως, στον τομέα της έμφασης στη λεπτομέρεια σε τέτοια κλίμακα μάλιστα, που να θυμίζει (των αναλογιών τηρουμένων, βεβαίως) ως προς το σημείο αυτό τους προραφαηλικούς ζωγράφους της Ιταλικής Αναγέννησης.  Ρομαντισμός, εξπρεσιονισμός, ύστερος ιμπρεσιονισμός συνθέτουν έναν συνδυασμό, ο οποίος προσδίδει, εν τέλει, στο έργο του Spencer το δικό του, προσωπικό διακριτικό γνώρισμα. Το 1915, ο Spencer κατατάχθηκε εθελοντικά στο Βασιλικό Στρατιωτικό Νοσηλευτικό Σώμα (Royal Army Medical Corps) ως τραυματιοφορέας. Είχε πεισθεί από τη μητέρα του πως επρόκειτο για τη μόνη διαθέσιμη υπηρεσία, εξαιτίας της μικροσκοπικής σωματικής του διάπλασης. Επί δεκατρείς μήνες ήταν αποσπασμένος στο νοσοκομείο του Bristol, ένα πρώην ψυχιατρικό άσυλο γοτθικής κατασκευής, η καταθλιπτική έως τρομακτική ατμόσφαιρα του οποίου αποτυπώθηκε, αργότερα, σε πολλούς πίνακές του. Τον Αύγουστο του 1916, σε ηλικία 24 ετών, πήρε μετάθεση για τη Θεσσαλονίκη. Ένα χρόνο αργότερα, κατόπιν δικής του αίτησης, τοποθετήθηκε σε μάχιμη μονάδα, το 7ο τάγμα του συντάγματος Berkshire. Βρέθηκε πολλάκις αντιμέτωπος με τον αντίπαλο,  είτε επρόκειτο για Βούλγαρους είτε για Γερμανούς. Συνολικά, παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη επί δυόμισι χρόνια, προτού επαναπατρισθεί έχοντας προσβληθεί από ελονοσία. Η εμπειρία του πολέμου άφησε μέσα του ένα ανεξίτηλο τραύμα. Το γεγονός ότι επέζησε της εκατόμβης, βλέποντας γύρω του να συντελείται πραγματική ανθρωποσφαγή (μεταξύ των θυμάτων συγκαταλέγονταν ο πρωτότοκος αδελφός του αλλά και πολλοί γνωστοί και φίλοι), πέρα από τα αισθήματα ενοχής, τον οδήγησε σε έναν στοχασμό επάνω στη ζωή και στον θάνατο, ο οποίος διατρέχει διαχρονικά την μετέπειτα παραγωγή του.

Ο Stanley Spencer (αριστερά), σε φωτογραφία του 1915 με τους δυο αδελφούς του.

Τον Απρίλιο του 1918, ενόσω βρισκόταν ακόμη στη Μακεδονία, η Επιτροπή Βρετανικών Πολεμικών Μνημείων (British War Memorials Committee) του παρήγγειλε έναν πίνακα μεγάλων διαστάσεων, προορισμένου να διακοσμήσει μια αίθουσα μνήμης των πεσόντων. Η αίθουσα δεν κατασκευάστηκε ποτέ, ο πίνακας, ωστόσο, ολοκληρώθηκε, αποτελώντας μια κατάθεση ψυχής του καλλιτέχνη για όλα όσα βίωσε. Η επιτροπή πρότεινε ως θέμα μια εκκλησιαστική λειτουργία στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Ο Spencer προτίμησε να επιλέξει μια από τις πρώτες εμπειρίες, που κατέγραψε ως τραυματιοφορέας έναν, μόλις, μήνα έπειτα από την άφιξή του στη Θεσσαλονίκη. Ο πίνακας περιγράφει τη συγκέντρωση φορείων με τραυματίες σε ένα χειρουργείο εκστρατείας στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του 1916, η 22η μεραρχία εξαπέλυσε επίθεση στον τομέα Δοϊράνης-Αξιού, η οποία διήρκεσε αρκετές ημέρες. Ευρισκόμενος σε μια παλιά εκκλησία, η οποία είχε πρόχειρα μετατραπεί σε χειρουργείο, ο καλλιτέχνης υπήρξε μάρτυρας μιας ακατάπαυστης ροής νεκρών και τραυματιών. Επρόκειτο για το βάπτισμα του πυρός, καθώς  ουδέποτε άλλοτε είχε βρεθεί τόσο κοντά στον πόλεμο και τα δεινά του. Το 1923, σε επιστολή προς τη σύζυγό του, περιγράφει τη σκηνή ως εξής: “Στεκόμουν έξω από μια παλιά εκκλησία και έβλεπα να καταφθάνουν σειρές ολόκληρες από φορεία γεμάτα τραυματίες. Η σκηνή δεν είχε τίποτα το μακάβριο, όπως θα ανέμενε κανείς. Αντίθετα, αισθάνθηκα πως περιείχε κάτι το μεγαλειώδες…Όλοι αυτοί οι άνδρες έδειχναν τόσο γαλήνιοι, σε συμβιβασμό με τα πάντα μέσα τους, ώστε ο πόνος περνούσε  σχεδόν απαρατήρητος”. Ο Spencer προσέγγισε νεκρούς και τραυματίες με θρησκευτική οπτική και ευλάβεια. Στα μάτια του, όλοι όσοι βρίσκονταν στα φορεία, αντιπροσώπευαν τον Χριστό  επάνω στον σταυρό του μαρτυρίου, εν αναμονή της Ανάστασης, χάρη στις υπεράνθρωπες προσπάθειες των γιατρών. Το 1938 συμπλήρωσε: “O πίνακάς μου δεν περιγράφει μια σκηνή φρίκης. Αποτυπώνει μια στιγμή εξιλέωσης”.⁴

Stanley Spencer, Travoys Arriving with Wounded at a Dressing-Station at Smol, Macedonia, September 1916, Συλλογή Imperial War Museum.

 Ralph Vaughan-Williams

Για περισσότερο από πέντε δεκαετίες, ο Βρετανός μουσικοσυνθέτης Ralph Vaughan-Williams (1872-1958) δοκίμασε τις δυνάμεις του σε όλα τα είδη, εισάγοντας ένα νέο ύφος στη μουσική παράδοση της χώρας του και απαλλάσσοντας την τελευταία από την κηδεμονία της  κυρίαρχης, σε ολόκληρο τον 19ο αιώνα, Γερμανικής επιρροής. Ο προσωπικός τρόπος γραφής του Vaughan-Williams προέκυψε από τον συνδυασμό τριών παραμέτρων: της μελέτης σε βάθος της ελισαβετιανής μουσικής, της ενασχόλησης του συνθέτη με τη λαϊκή παράδοση και της μαθητείας του στο πλευρό του Γάλλου ομολόγου του Maurice Ravel. Η παραγωγή του είναι εντυπωσιακή: Εννέα συμφωνίες, σημαντικό συμφωνικό έργο, έξι όπερες, πέντε μπαλέτα, δεκατρία κοντσέρτα, χορωδιακά έργα και έργα μουσικής δωματίου. Από τα παραπάνω ξεχωρίζουν οι συμφωνίες αρ.1 (A Sea Symphony), αρ.2 (London Symphony), αρ.3 (Pastoral Symphony), αρ.7 (Sinfonia Antartica), η σύνθεση για βιολί και ορχήστρα The Lark Ascending (Ο ιπτάμενος κορυδαλλός), και τα δυο συμφωνικά έργα Φαντασία επάνω σε ένα θέμα του Thomas Tallis και Οι Σφήκες (The Wasps), εμπνευσμένες από τον Αριστοφάνη.

Η εμπειρία του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου άφησε μέχρι τέλους το στίγμα της επάνω του. Παρά την προχωρημένη ηλικία (το 1914 ήταν ήδη 42 ετών), ο Vaughan-Williams προσήλθε από την πρώτη κιόλας στιγμή ως εθελοντής στο Βασιλικό Στρατιωτικό Νοσηλευτικό Σώμα (Royal Army Medical Corps), το οποίο του ανέθεσε καθήκοντα οδηγού οχημάτων. Με αυτή την ειδικότητα στάλθηκε αρχικά στη Γαλλία και κατόπιν στη Θεσσαλονίκη. Οι μεγάλες νυκτερινές διαδρομές μέσα στη βροχή και τη λάσπη, καταπόνησαν τον οργανισμό του. Ο διαρκής κρότος από τις οβίδες αλλοίωσε την ακοή του σε ολόκληρο το υπόλοιπο της ζωής του, οδηγώντας σε πλήρη κώφωση προς το τέλος. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο μέτωπο εμπνεύστηκε την τρίτη του, κατά σειρά, συμφωνία, με την προσωνυμία Ποιμενική (Pastoral Symphony), η σύνθεση της οποίας ολοκληρώθηκε το 1922. Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φαντασθεί μεγαλύτερη αντίθεση από εκείνη που χωρίζει την Ποιμενική Συμφωνία από τις δυο προκατόχους της. Δεν διαθέτει κανένα απολύτως από τα χαρακτηριστικά, που καθιστούν τις τελευταίες ιδιαίτερα δημοφιλείς.

Ο Ralph Vaughan-Williams στο μέτωπο της Γαλλίας κατά την πρώτη φάση του πολέμου.

Η Ποιμενική είναι ένα δύσκολο έργο, το οποίο προϋποθέτει κατάλληλη ψυχολογική προετοιμασία, προκειμένου να μπορέσει να γίνει κατανοητό. Το γαλήνιο ύφος της (αποτελείται από τέσσερα αργά μέρη) και η προσωνυμία, η οποία τη συνοδεύει, πολύ εύκολα μπορούν να οδηγήσουν σε παρερμηνεία όποιον δεν γνωρίζει τί ακριβώς υποβόσκει. Βρισκόμαστε πολύ μακρυά από τον ανέμελο, ειδυλλιακό και περιγραφικό κόσμο της ομώνυμης συμφωνίας του Beethoven. Ο Vaughan-Williams περιγράφει και αυτός τη φύση, μόνο που οι αγροί δεν είναι τα λιβάδια της πατρίδας του, αλλά τα πεδία των μαχών, που έχουν υποδεχθεί και φιλοξενούν στα σπλάχνα τους αναρίθμητες αδικοχαμένες νεαρές ζωές. Η Ποιμενική Συμφωνία είναι ένα Ρέκβιεμ, πραγματική σπονδή του μουσικοσυνθέτη στα θύματα του πολέμου.

Ο Sir Roger Norrington παρουσιάζει την “Ποιμενική Συμφωνία¨

Roger Vercel

 

Τα περισσότερα από τα μυθιστορήματα, τα οποία συνέγραψε ο Roger Vercel (1894-1957) έχουν ως επίκεντρο τη θάλασσα. Ωστόσο, εκείνη που τον έχει κάνει περισσότερο γνωστό είναι η τριλογία Ο πατέρας μας ο Τραϊανός (Notre père Trajan) – Λοχαγός Κονάν (Capitaine Conan) – Λένα (Léna), εμπνευσμένη από τον πόλεμο, που ο συγγραφέας βίωσε στα μέτωπα της Γαλλίας και της Θεσσαλονίκης. Το δεύτερο και τρίτο, μάλιστα, από τα μυθιστορήματα αυτά, είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικά και η υπόθεσή τους εκτυλίσσεται στο Μακεδονικό μέτωπο, λίγο πριν και αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου. Ο Vercel (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Roger Delphin Auguste Cretin), μετατέθηκε με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού στο Θέατρο Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης το 1918 και αποστρατεύτηκε από εκεί ενάμισι χρόνο αργότερα, έχοντας στο μεταξύ βιώσει και τη Συμμαχική εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία. Ως γνωστόν, η Στρατιά της Ανατολής, τον Σεπτέμβριο του 1918 διασπάστηκε στα τρία: Τη Στρατιά της Ουγγαρίας, η οποία απελευθέρωσε τη Σερβία και συνέχισε την προέλασή της προς την Κεντρική Ευρώπη, τη Στρατιά του Δούναβη, που κατέλαβε τη Βουλγαρία και συνέχισε μέχρι τη Μεσημβρινή Ρωσία, τέλος, το Συμμαχικό Σώμα Κατοχής της Κωνσταντινούπολης. Ο Vercel ακολούθησε τη Στρατιά του Δούναβη μέχρι τη Ρουμανία και την Ουκρανία.

Το 1934, o  Λοχαγός Κονάν τιμήθηκε με το βραβείο Goncourt. Πρωταγωνιστής είναι ένας γενναίος αξιωματικός των ορεινών καταδρομών, που πολεμά ακολουθώντας, συχνά, ανορθόδοξες μεθόδους. Θεωρεί τον εαυτό του αυθεντικό “πολεμιστή” και τρέφει βαθιά περιφρόνηση προς τους  αξιωματικούς καριέρας, τους οποίους αποκαλεί υποτιμητικά “στρατιώτες”. Ηγείται μιας μονάδας καταδίκων, που προτίμησαν να σταλούν στην πρώτη γραμμή από το να παραμείνουν έγκλειστοι στη φυλακή, και οι οποίοι συναγωνίζονται σε τόλμη και ανδρεία τον διοικητή τους. Η υπόθεση ξεκινά με το επεισόδιο της μάχης του Dobro Polje και της διάσπασης του μετώπου στις 14 και 15 Σεπτεμβρίου 1918. Η μονάδα του Κονάν βρίσκεται στην αιχμή του δόρατος της Συμμαχικής επίθεσης πολεμώντας σε δύσβατο βραχώδες έδαφος εναντίον ισχυρά οχυρωμένων Βουλγαρικών θέσεων. Όσο βρίσκονται σε πολεμική εγρήγορση, οι άνδρες του Κονάν μάχονται με απαράμιλλο ηρωϊσμό. Οι δυσκολίες και τα προβλήματα αρχίζουν να προκύπτουν εν καιρώ ειρήνης, συγκεκριμένα στο Βουκουρέστι μετά το πέρας του πολέμου, οπότε πολλαπλασιάζονται τα κρούσματα παραβατικής συμπεριφοράς, γεγονός που θα τους φέρει αντιμέτωπους με τη στρατιωτική δικαιοσύνη. Ολόκληρο το μυθιστόρημα έχει δομηθεί με γνώμονα το διαχρονικό πρόβλημα της αδυναμίας επανόδου σε έναν φυσιολογικό τρόπο ζωής, έπειτα από το απάνθρωπο βίωμα ενός πολέμου. Το 1996, κυκλοφόρησε η κινηματογραφική εκδοχή του Λοχαγού Κονάν σε σκηνοθεσία του Bertrand Tavernier. Η εναρκτήρια σκηνή (μάχη του Dobro Polje),  όχι μόνο αποτελεί μια από τις κορυφαίες του είδους, αλλά αποκαθιστά, τρόπον τινά, μια αδικία, συνεισφέροντας τα μέγιστα στην ανάδειξη ενός επεισοδίου τόσο ουσιαστικού για την εν γένει έκβαση του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου.

Λοχαγός Κονάν, παρουσίαση του κινηματογραφικού έργου

Στράτης Μυριβήλης

Τελευταίο αφήσαμε εξεπιτούτου, ανατρέποντας, μάλιστα, την αλφαβητική σειρά, τον Στράτη Μυριβήλη (1890-1969), τον μυθιστοριογράφο τεσσάρων πολέμων (Βαλκανικοί, Α΄ Παγκόσμιος, Μικρασιατική εκστρατεία), τον Έλληνα λογοτέχνη, που απέδωσε όσο κανείς άλλος τον παραλογισμό του πολέμου. Η ζωή εν τάφῳ είναι το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψε και ένα από τα πιο δημοφιλή και εμβληματικά μυθιστόρηματα της ελληνικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα γενικότερα. Αποτελεί το πρώτο μέρος της τριλογίας του Μυριβήλη, με δεύτερο τη Δασκάλα με τα χρυσά μάτια (1933, η μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή) και τρίτο την Παναγιά τη Γοργόνα (1948, η εγκατάσταση του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας στα ελλαδικά χώματα). Στη Ζωή εν τάφῳ, έργο βασισμένο στις προσωπικές εντυπώσεις του συγγραφέα, εξιστορείται η φρίκη όχι μόνο του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, αλλά και κάθε πολέμου γενικότερα. Ο Μυτιληνιός λοχίας του πεζικού Αντώνης Κωστούλας καταγράφει μέσα από τα χαρακώματα (εξ ου και ο εμβληματικός τίτλος του μυθιστορήματος) σε γράμματα-ημερολόγιο, που σκοπεύει να στείλει στην αγαπημένη του, τις εμπειρίες, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, κατά την περίοδο που αυτός πολεμάει στο Μακεδονικό Μέτωπο το 1917.  Η κάθε επιστολή ισοδυναμεί και με ένα κεφάλαιο του βιβλίου.

Η ζωή εν τάφῳ έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά,  ρωσικά, σερβικά, πολωνικά, αλβανικά, ουγγρικά, τσέχικα, βουλγαρικά και τουρκικά. Επάξια συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων έργων, που πραγματεύονται τη φρίκη και τον σπαραγμό του συγκεκριμένου πολέμου, εφάμιλλο του Ουδέν νεώτερο από το δυτικό μέτωπο του Erich Maria Remarque ή των ποιημάτων του Wilfred Owen, που με τόσο έντεχνο τρόπο μελοποίησε ο Benjamin Britten στο Πολεμικό Ρέκβιεμ (War Requiem), κορυφαίο μουσικό αντιπολεμικό έργο. Κοινή συνισταμένη των παραπάνω είναι το συναπάντημα του ανθρώπου με τον διατεταγμένο θάνατο. Η στιγμή εκείνη της αλήθειας, όπου συναντώνται, επικαλύπτονται και αλληλοσυμπληρώνονται τα πάντα με το τίποτα, η απόγνωση με την ελπίδα, η νοσταλγία με την απελπισία, το δέος με τη λύτρωση (τη λύτρωση μέσω του θανάτου). Επόμενο είναι, συνεπώς, να κλείσουμε το παρόν αφιέρωμα στους επώνυμους μαχητές του Μακεδονικού Μετώπου, αφήνοντας τον τελευταίο λόγο στον Στράτη Μυριβήλη

Ο Στράτης Μυριβήλης (δεξιά) στη Θεσσαλονίκη, τον Μάρτιο του 1916.

Με φρίκη βλέπω το ντουφέκι να πλαγιάζει δίπλα μου μ’ όλη την υποκριτικήν ησυχία. Όμως η ξιφολόγχη σκουριάζει μες στο φηκάρι της περιμένοντας να γλείψει ανθρώπινο αίμα. Είναι μια στενόμακρη σιδερένια γλώσσα πολύ διψασμένη και περιμένει την ώρα της. Μούρχεται να βάλω τη λεπίδα μέσα στη χαραμίδα του βράχου, να τσακίσω τη μύτη της πούναι σουβλερή σαν δόντι. Συλλογιέμαι: Οι μέρες κ’ οι νύχτες περνάνε πάνω από τη Γης, έξω από το αμπρί μας, αράδα. Περνάνε μια σειρά άσπρα και μενεξελιά πουλιά. Μια ατέλειωτη σειρά γερανοί, που τραβάν και χάνουνται στον ορίζοντα. Κ’ είναι οι μέρες κ’ οι νύχτες της ζωής μου αυτές, που διαβαίνουν και φεύγουν έξω από το πετρένιο καυκί μου. Κ’ εγώ κάθουμ’ εδωνά μέσα με τα εικοσιδυό μου χρόνια, ξαπλωμένος στο σκοτάδι. Λερός κι αραχνιασμένος σακάτης, με πονεμένο κορμί. Τα ωραία μου φλογερά πουλιά τραβάν κατ’ ανέμου. Τραβάνε προς το πεθαμένο παρελθόν δίχως ελπίδα να ξαναγυρίσουν πια. Κ’ εγώ, εγώ ο ανάξιος, δεν απλώνω τα χέρια μου να τα πιάσω. Δεν τ’ απλώνω καν για να δεηθώ να σταματήσει τ’ αλύπητο πέρασμά τους, ώσπου νάβγω στο ξάγναντο από τον τάφο μου. ‘Αχ, κάθε μέρα και κάθε νύχτα απ’ αυτές που φεύγουν δεν είναι να μου ξανάρθει πια….Κ’ είναι μια και μια όλες δικές μου. Και μόλις τώρα δα το ξέρω πόσο είναι πολύτιμες!”⁵

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Jeanne Boudouris (Ιωάννα Βουδούρη), Στράτης Μυριβήλης, διαμέσου των αναθεωρήσεων και παραλλαγών των επτά πρώτων εκδόσεων του μυθιστορήματός του «Η ζωή εν τάφω». Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, Αθήνα, 1983.

Adrian Boult, My Own Trumpet, London, Hamish Hamilton, 1973.

Jérôme Carcopino, Souvenirs de la guerre en Orient, 1915-1917, Paris, Hachette, 1970.

Hugh Cobbe (ed), Letters of Ralph Vaughan Williams, Oxford, Oxford University Press, 2010.

Gérard Fassy, Le commandement français en Orient (octobre 1915-novembre 1918), Paris, Économica, 2003.

Duncan Glen, Hugh Macdiarmid (Christopher Murray Grieve) and the Scottish Renaissance, Edinburgh, Chambers,1964.

Paul Gough, A Terrible Beauty’: British Artists in the First World War, Bristol, Sansom and Company, 2010.

Imogen Holst, Gustav Holst, (second ed.), London and New York, Oxford University Press, 1969.

Imperial War Museum, Art from the First World War, London. 2008.

L’espace grec. Cent cinquante ans de fouilles de l’École française d’Athènes, Paris, Fayard, 1996.

L’ Armée française d’ Orient à travers les fonds Charles Picard. Aperçu sur les aspects scientifiques d’ une mission militaire( https://www.efa.gr/index.php/fr/ressources-documentaires/les-archives/les-dossiers-precedents/858-armee-francaise-orient-fonds-ch-picard).

Νίκη Λυκούργου, Στράτης Μυριβήλης: Η εξέλιξή του μέσω της αναλυτικής βιβλιογράφησης των έργων του (1909-1969). Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2003.

Kenneth Pople, Stanley Spencer: A Biography. London, Collins, 1991.

Max Schiavon, Le général Alphonse Georges. Un destin inachevé, Paris, Anovi, 2009.

Michael Short, Gustav Holst: The Man and his Music. Oxford, Oxford University Press 1990.

Ursula Vaughan Williams, RVW: A Biography of Ralph Vaughan Williams, Oxford, Oxford University Press 1964.

Gordon Wright, MacDiarmid, An Illustrated Biography, Edinburgh, Gordon Wright Publishing,  1977.

Για μια εξαντλητική βιβλιογραφία γύρω από το Θέατρο Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης κατά τον  Πρώτο  Παγκόσμιο πόλεμο επισκεφθείτε τον ιστότοπο: International Conference – The Salonika Front in World War I

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹  Adrian Boult, My Own Trumpet, London, Hamish Hamilton, 1973, σελ. 35.

²  The Sunday Times, 4 April 2010, “Hugh MacDiarmid: I’ d prefer Nazi Rule”.

³ L’ Armée française d’ Orient à travers les fonds Charles Picard. Aperçu sur les aspects scientifiques d’ une mission militaire( https://www.efa.gr/index.php/fr/ressources-documentaires/les-archives/les-dossiers-precedents/858-armee-francaise-orient-fonds-ch-picard).

⁴  Imperial War Museum, Art from the First World War, London. 2008.

⁵  Στράτης Μυριβήλης, Η ζωή εν τάφῳ, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1991, σελ. 168-169.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΛΕΝΗ ΓΑΒΡΑ: ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΕΣ ΟΙΚΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΩΝ ΝΕΟΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ. ΘΕΣΜΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ

ΕΛΕΝΗ ΓΑΒΡΑ

 

ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΕΣ ΟΙΚΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

ΤΩΝ ΝΕΟΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ.

ΘΕΣΜΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ

 

 

  1. Το πλαίσιο της προσφυγικής εγκατάστασης στην Ελλάδα των νεότερων χρόνων

 

Η Μικρασιατική καταστροφή σημειώνεται στη νεοελληνική ιστορία ως «οδυνηρός» σταθμός, σημαίνοντας παράλληλα την απαρχή της δημιουργίας του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Η απότομη μεταβολή των δημογραφικών χαρακτηριστικών και της γεωγραφικής κατανομής του ελληνικού πληθυσμού αποτελούν συνέπειες της μαζικής άφιξης των προσφύγων στην Ελλάδα, ιδίως μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και την εφαρμογή της Συνθήκης της Λοζάννης. Η απογραφή του 1928 φαίνεται να είναι η μόνη ακριβής βάση δεδομένων, η οποία καταγράφοντας έναν αριθμό 1.221.849 προσφύγων, συμπεριλαμβανομένων σ’ αυτούς και των προερχόμενων από Βουλγαρία, Καύκασο, ανατολική Θράκη και  Κωνσταντινούπολη, τους διακρίνει σε «αστούς» (673.025 τον αριθμό) και «αγρότες» (578.824 τον αριθμό).[1] Οι δυο αυτές κατηγορίες –«αστοί» και «αγρότες»- υποδήλωναν τον τρόπο αποκατάστασης[2] των προσφύγων, όχι όμως την προέλευση ή την επαγγελματική κατάσταση των ομάδων ή των ατόμων.[3]

Το πρόβλημα της στέγασης στην προσφυγική Ελλάδα αναγνωρίστηκε, κατά γενική ομολογία, ως το πρωταρχικό και επείγον. Αυτή η σημασία εξάλλου, προέκυπτε ως λογικό επακόλουθο των επάλληλων και πληθωρικών προσφυγικών ρευμάτων εκείνης της περιόδου, τα οποία είχαν ως πρώτο αποτέλεσμα να κατακλυσθούν πρωτίστως τα αστικά κέντρα από πρόσφυγες. Οι τελευταίοι, με την άφιξή τους –και ενόσω διαρκούσε ακόμη η Έξοδος, βρίσκοντας προσωρινό καταφύγιο σε χώρους δημόσιας χρήσης κυρίως,[4] μοιραία και παρά τις προσπάθειες των υγειονομικών υπηρεσιών της Ελλάδας, αποδεκατίζονταν από την πείνα και τις επιδημίες.[5] Η κατάσταση αυτή, διογκώνοντας την κοινωνική ένταση, υποχρέωσε το ελληνικό κράτος να δραστηριοποιηθεί, δημιουργώντας αρχικά μηχανισμούς -στο πλαίσιο των υφισταμένων τότε δημοσίων υπηρεσιών του- και απευθυνόμενο, στη συνέχεια, προς τη Διεθνή Κοινότητα.[6]

Καταυλισμός Μικρασιατών προσφύγων έξω από τον ναό του Ηφαίστου στο Θησείο.
  1. Θεσμικό και πολεοδομικό πλαίσιο

Σειρά θεσμικών εργαλείων και ρυθμίσεων συναφών με ζητήματα εποικιστικής πολιτικής -οικιστικής εγκατάστασης και ανασυγκρότησης περιοχών στον αστικό και αγροτικό χώρο- είχαν εμφανιστεί ήδη από τις προηγούμενες περιόδους των προσφυγικών μετακινήσεων στον ελλαδικό χώρο. Αξίζει να αναφερθούμε σχετικά σε ορισμένους από τους νόμους αυτούς, θεωρώντας τους κυρίαρχους στη διαμόρφωση του χάρτη των πρώτων πολεοδομικών ρυθμίσεων για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Όσον αφορά τα χαρακτηριστικά των πρώτων προσφυγικών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα, όσων δηλαδή προέκυψαν κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, εκτιμάται ότι αυτές είναι μάλλον διάσπαρτες και «δεν επηρεάζουν την εξέλιξη του δικτύου των οικισμών της χώρας».[7] Η εποικιστική πολιτική της αντίστοιχης περιόδου κρίνεται μάλλον αποσπασματική, τα δε θεσμικά εργαλεία που αναφέρονται σχετικά (ψηφίσματα ή νόμοι), φαίνεται ότι προκύπτουν κατά περίπτωση. Το προσφυγικό ζήτημα εισέρχεται σε ιδιαιτέρως κρίσιμη περίοδο για τη χώρα με την απαρχή του 20ού αιώνα, όταν παρατηρούνται και οι έντονες πλέον μετακινήσεις πληθυσμών, επακόλουθο των βαλκανικών πολέμων αρχικά και της μικρασιατικής ήττας και καταστροφής στη συνέχεια. Τότε, το πλαίσιο των ρυθμίσεων επαναπροσδιορίζεται και οι προσπάθειες σχεδιασμού τίθενται σε νέα βάση.

Ο πρώτος σχετικός Νόμος ΓΣΒ/1907 «περί συνοικισμού και διανομής γαιών εν Θεσσαλία και περί Ιδρύσεως Γεωργικού Ταμείου», παράγωγο της κρατικής μέριμνας που ακολούθησε την προσάρτηση της Θεσσαλίας (στα 1881) όριζε, για τη συγκεκριμένη περιφέρεια του ελλαδικού κράτους, χώρους εγκατάστασης (συνοικισμούς) για τους ομογενείς «εξ Ανατολικής Ρουμανίας, Βουλγαρίας και Ρωμυλίας….από κοινού προς τους Θεσσαλούς εγκατοίκους».[8]

Επτά χρόνια αργότερα (1914), η Κεντρική Επιτροπή η οποία συστήθηκε στη Θεσσαλονίκη έχοντας ως κύριο σκοπό την αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική και Κεντρική Μακεδονία, ανέλαβε τη γεωργική εγκατάσταση και περίθαλψη συνολικά 174.000 ομογενών προσφύγων.[9] Αργότερα, προστέθηκαν σ’ αυτούς πρόσφυγες από τον Καύκασο και Πόντο (1917), από την Ανατολική Ρωμυλία και Βουλγαρία (1918-1919). Συνέπεια των γεγονότων αυτών, το κράτος, στο πλαίσιο δημιουργίας κανονιστικών ρυθμίσεων και εφαρμογής –κατ’ αναλογία- μιας στεγαστικής κοινωνικής πολιτικής, θέσπισε τους νόμους 350/1914 «περί εγκαταστάσεως των εποίκων ομογενών εν Μακεδονία και αλλαχού» και 351/1914 «περί του τρόπου αγοράς χωρίων ή τμημάτων αυτών υπό των εποίκων προς ιδία αυτών γεωργική εκμετάλλευση». Οι νόμοι αυτοί, σε συνδυασμό με σειρά άλλων νομοθετημάτων ή διαταγμάτων, αποτελούν κύρια θεσμικά εργαλεία δημιουργίας νέων συνοικισμών για την ιστορική εκείνη περίοδο.[10] Ωστόσο, η διαδικασία σχεδιασμού, εξαιτίας των πολλών και δυσεπίλυτων προβλημάτων αποκατάστασης της περιόδου εκείνης, οδηγήθηκε σε περιθωριοποίηση: το σχέδιο συχνά έδινε μόνο κατευθύνσεις, επιτρέποντας στους δικαιούχους την άμεση παρέμβαση και τη στοιχειώδη –κατά περίπτωση- ενίσχυση ως προς τα υλικά κατασκευής.[11]

Εντωμεταξύ, η ίδρυση του Υπουργείου Συγκοινωνίας (1914) και η δραστηριοποίηση σ’ αυτό του Αλ. Παπαναστασίου (1914-1917), συνδυάζονται με την μετατόπιση του ενδιαφέροντος άσκησης εφαρμογής της ελληνικής πολεοδομίας από το κέντρο στις βορειοελλαδικές πόλεις, γεγονός που καταδεικνύεται από τον εκπληκτικό αριθμό πολεοδομικών σχεδίων που υλοποιούνται και αφορούν μικρές και μεσαίες πόλεις και κωμοπόλεις, κέντρα πόλεων και προσφυγικούς συνοικισμούς στις Νέες Χώρες και δη στη Βόρεια Ελλάδα. Αναλόγως με τον προγραμματισμό του αστικού χώρου κατά τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, εξελίσσονται και οι θέσεις που αφορούν τον εποικισμό της υπαίθρου και την αγροτική αποκατάσταση των προσφύγων, συμπληρωματικές προς εκείνες της προγενέστερης περιόδου εποικιστικής πολιτικής στην Ελλάδα.[12] 

Το Νομοθετικό Διάταγμα «περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του κράτους και οικοδομής αυτών», το οποίο θεσπίστηκε λίγο αργότερα, στα 1923, αμέσως δηλαδή μετά από το κρίσιμο χρονικό διάστημα 1922-1923, έμελε να αποτελέσει στη συνέχεια το γενικό πλαίσιο άσκησης πολεοδομικής πολιτικής για τη χώρα, κατ’ αναλογία με προγενέστερα ευρωπαϊκά, αντίστοιχα ιδίως ως προς το περιεχόμενό του. Συμπληρωματικά προς αυτό, οι νόμοι και τα διατάγματα του 1925, του 1927 και 1929, περί ευθυνών κατοικιών, περί οικοδομικών συνεταιρισμών και ανοικοδόμησης σε ορόφους, αποτελούν τα κυριότερα θεσμικά εργαλεία άσκησης πολεοδομικής πολιτικής της περιόδου μετά την Μικρασιατική ήττα και την έλευση των προσφύγων.

Εκτιμάται ότι, παρά τον «παροπλισμό» τους κατά την εφαρμογή στην κρίσιμη εκείνη ιστορική περίοδο, τα διατάγματα αυτά έθεσαν τις βάσεις της μετέπειτα πολεοδόμησης και οικιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα, αναγνωρίζοντας την ανάγκη για κοινωνική κατοικία. Ωστόσο, παρότι διαφαίνεται από πλευράς θεσμικού πλαισίου και μηχανισμών εφαρμογής η δυνατότητα παροχής κοινωνικής κατοικίας και οργανωμένης δόμησης στον ελληνικό χώρο, όμως κάτω από την πίεση των συνθηκών (αλλεπάλληλα κύματα προσφύγων τα οποία συρρέουν στη χώρα) διολισθαίνει η ευκαιρία για σχεδιασμό ευρύτερης κλίμακας.[13]

Πρωτόκολλο Εκτιμήσεως και Παραδόσεως Οικήματος από την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων.

Παράλληλα προς το νομοθετικό έργο εκείνης της περιόδου, ιδιαιτέρως πλούσιο και σε νομοθετήματα πολεοδομικού σχεδιασμού, ο κρατικός μηχανισμός –έχοντας ήδη διαδραματίσει σημαντικό ρόλο κατά τις προγενέστερες περιόδους στον τομέα της αποκατάστασης και περίθαλψης των προσφύγων- ενεργοποιήθηκε μέσω διαφόρων σχημάτων, φορέων, επιτροπών.[14] Ωστόσο, και παρά τις καλές σχεδιαστικές και ρυθμιστικές προθέσεις και προϋποθέσεις, ο κρατικός μηχανισμός –υπό την πίεση των συνθηκών και το επείγον του χαρακτήρα της παρέμβασης- κατέληξε να λειτουργήσει με αποσπασματικότητα και ταχύτητα, συχνά δε και με προχειρότητα, κατά περίπτωση.[15] Εντωμεταξύ, ο Νόμος του 1927 περί οριζοντίου ιδιοκτησίας, αποτέλεσε τον προπομπό στην καθιέρωση της αστικής πολυκατοικίας. Εξάλλου, η προσφυγική κατοικία, βασικό παράγωγο της κοινωνικής πολιτικής εκείνης της περιόδου στην Ελλάδα, όπως και η αστική πολυκατοικία, εντάχθηκαν στο πεδίο των αρχιτεκτονικών αναζητήσεων της εποχής.[16]

Ας σημειωθεί ότι, οι προσφυγικοί οικισμοί απευθύνονταν σε πληθυσμό με ιδιαίτερα κοινωνικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Παρόλο δε τον σαφή και ολοκληρωμένο χαρακτήρα των ρυθμίσεων, όσον αφορά τη δημιουργία των οικισμών αυτών (πρβ. σχετικά το νομοθετικό διάταγμα του 1923, όπως προαναφέρθηκε στο ίδιο κεφάλαιο), οι λόγοι της γένεσής τους και η διαδικασία του επείγοντος ως προς την υλοποίηση, οδηγούσαν σχεδόν πάντοτε σε αποσπασματικότητα και προχειρότητα των επιμέρους λύσεων. Στις περισσότερες περιπτώσεις ιδίως των αστικών σχηματισμών, οι προσφυγικοί συνοικισμοί, σχετικά απομονωμένοι στην περιφέρεια, ήταν αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής, καθοδηγούμενης από την τάση αφενός να διατηρηθεί αναλλοίωτη η δομή της υπάρχουσας πόλης, αφετέρου να διασφαλίζεται η ομοιογένεια ως προς το κοινωνικό περιβάλλον του ίδιου του αστικού προσφυγικού συνοικισμού.[17]

Όπως προαναφέρθηκε, η αρχική κατανομή των προσφύγων στα διαμερίσματα της χώρας δεν ακολούθησε κανένα οργανωμένο σχεδιασμό, παρά έγινε με κριτήρια άμεσης παρέμβασης, προς ικανοποίηση της έκτακτης ανάγκης.[18] Ένα από τα πρώτα μέτρα αντιμετώπισης του στεγαστικού ζητήματος στην προσφυγική Ελλάδα, αυτό της επίταξης ακινήτων, νομοθετημένο από την τότε επαναστατική κυβέρνηση, αποδείχθηκε ανεπαρκές. Το μέτρο αυτό, ως μέρος της κρατικής κοινωνικής πολιτικής που εφαρμόστηκε σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων, προβλέποντας έως και επιτάξεις σπιτιών εντός πόλεων, είχε ως άμεση συνέπεια τη δημιουργία έντονου κλίματος δυσαρέσκειας αφενός εναντίον του κράτους, όπως και εναντίον των ίδιων των προσφύγων.[19]

  1. Οι κρατικοί και διεθνείς μηχανισμοί για την αποκατάσταση των προσφύγων

Στις 3-11-1922 η Πολιτεία αποφάσισε την ίδρυση του Ταμείου Περιθάλψεως Προσφύγων (Τ.Π.Π.), ενός ανεξάρτητου κρατικού οργάνου, το οποίο στελεχωμένο από Έλληνες, μεταξύ των οποίων και πρόσφυγες, παράλληλα με το Υπουργείο Υγιεινής Πρόνοιας και Αντιλήψεως ανέλαβε την κατασκευή οικημάτων για τη στέγαση των προσφύγων.[20] Το Τ.Π.Π. διαλύθηκε τον Μάιο του 1925, όχι επειδή εξέλιπαν οι λόγοι δημιουργίας του, αλλά εξαιτίας της ίδρυσης –ήδη από το 1923- της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων (Ε.Α.Π.),[21] μιας αυτόνομης και ανεξάρτητης οργάνωσης, η οποία έχοντας ως πρωταρχικό λόγο σχηματισμού της τη διαχείριση των πόρων του δανείου της Κοινωνίας των Εθνών (Κ.τ.Ε.) προς την Ελλάδα, θα αναλάμβανε και την κύρια ευθύνη της αποκατάστασης των προσφύγων. Θα επισημάνουμε ότι, όσον αφορά το ζήτημα της αποκατάστασης των προσφύγων μέσω του Τ.Π.Π. και παρά το γεγονός της φαινομενικά «πρόχειρης» έως «ευτελούς» αντιμετώπισής του κάτω από την πίεση της επείγουσας ανάγκης, η συμβολή του κρίνεται καθοριστική για τη στέγαση «χιλιάδων ανθρώπων σε όλη την Ελλάδα και ιδιαιτέρως στην Αθήνα, όπου ίδρυσε τους συνοικισμούς της Κοκκινιάς, Καισαριανής, Βύρωνα και Νέας Ιωνίας».[22] Επίσης, το Τ.Π.Π., εκτός από τους αστικούς συνοικισμούς στα περίχωρα της Αθήνας, είχε αναλάβει την κατασκευή και τριών αντίστοιχα, στην επαρχία: Έδεσσα, Βόλο και Ελευσίνα. Το διάστημα αυτό της λειτουργίας του Τ.Π.Π. θεωρείται και ως η πρώτη περίοδος εφαρμογής κρατικής κοινωνικής πολιτικής στην Ελλάδα, ιδίως στον τομέα της στέγασης.[23]

Το έργο αυτό του Τ.Π.Π. ανέλαβε –ως κύριο καθήκον της- να συνεχίσει η Ε.Α.Π., συμπληρώνοντας τις εργασίες που είχε αρχίσει, ήδη από το 1922, η ελληνική κυβέρνηση στους παραπάνω συνοικισμούς, προωθώντας δε στη συνέχεια προς υλοποίηση και νέα προγράμματα αποκατάστασης αστών προσφύγων.[24] Ωστόσο, και παρά τις αρχικές προγραμματικές θέσεις της Επιτροπής, τα διαθέσιμα κεφάλαια δεν θα της επέτρεπαν να αναλάβει το εγχείρημα μιας πλήρους αστικής αποκατάστασης των προσφύγων, κατ’ αναλογία της ολοκληρωμένης αγροτικής αντίστοιχης, περιορίζοντας τη δραστηριότητά της όσον αφορά τον αστικό χώρο, μόνο στις κατασκευές κατοικιών. Εξάλλου, σύμφωνα και με τις εκθέσεις της Επιτροπής, η τελευταία –μετά το πέρας του αγροτικού εποικισμού- ανέλαβε τη διαχείριση των τεσσάρων μεγάλων προσφυγικών συνοικισμών της Αθήνας, όπως και όσων είχαν ξεκινήσει να κτίζονται στην επαρχία, προωθώντας παράλληλα την κατασκευή ανεξάρτητων προσφυγικών κατοικιών.[25]

Όσον αφορά την ολοκλήρωση του έργου της εγκατάστασης, η Επιτροπή –παραλαμβάνοντας, όπως προαναφέρθηκε το έργο του Τ.Π.Π.- ανέλαβε τη συνολική ευθύνη, ιδιαιτέρως για τον αγροτικό χώρο. Εξάλλου, η αγροτική αποκατάσταση –σε σχέση με την αστική- μπορούσε να πραγματοποιηθεί ταχύτερα και «ανώδυνα», χωρίς να επιβάλλεται επαναπροσδιορισμός της ήδη υφιστάμενης κατάστασης της ελληνικής οικονομίας, η οποία στηριζόταν κυρίως στη γεωργική παραγωγή. Από τα διαθέσιμα στοιχεία φαίνεται ότι, στην ελληνική ύπαιθρο έως τα τέλη του 1928 δημιουργήθηκαν από την Ε.Α.Π. περί τους 2.000 αγροτικούς οικισμούς, οι περισσότεροι προσαρτημένοι σε ήδη υφιστάμενους και οι υπόλοιποι νέοι. Στους οικισμούς αυτούς εγκαταστάθηκαν περίπου 150.000 οικογένειες, οι περισσότερες δε από αυτές στη Μακεδονία και Θράκη.[26]

Εορταστική εκδήλωση για τους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία στο αίθριο του Ζαππείου Μεγάρου. Διακρίνονται σε αναμνηστική φωτογραφία, ανάμεσα σε ορφανά προσφυγόπουλα, που βρίσκονται υπό τη φροντίδα της Near East Relief, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Απόστολος Δοξιάδης και ανάμεσά τους ο Henry Morgenthau, πρώτος πρόεδρος της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων. Αθήνα, Φεβρουάριος 1924 © Αρχείο ΕΡΤ/Συλλογή Π. Πουλίδη Πηγή: www.lifo.gr
  1. Συμπεράσματα

Γενικότερα, στην προσφυγική Ελλάδα η απόκτηση στέγης αντιμετωπίστηκε με ποικίλους τρόπους, αναλόγως του φορέα παροχής.[27] Το αντίτιμο των κατοικιών, από πλευράς των προσφύγων, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν καταβαλλόταν, ενώ η ίδια η Πολιτεία, όντας ιδιαιτέρως ελαστική και εξαιτίας των συνθηκών που επικρατούσαν, παρέβλεπε ακόμη και τις καταλήψεις ακινήτων ή την εκτεταμένη αυθαίρετη δόμηση, φαινόμενο περισσότερο συχνά απαντώμενο στον αστικό παρά στον αγροτικό χώρο. Σε πολεοδομικό επίπεδο, αξίζει να αναφερθεί ότι, οι οικισμοί ακολουθώντας απλούστατες γεωμετρικές χαράξεις -επακόλουθο του κατατεμαχισμού και της οικοπεδοποίησης της περιαστικής γης, δεν υπάκουαν σε κατευθύνσεις σχεδιασμού οι οποίες προέβλεπαν παράλληλα και τον στοιχειώδη κοινωνικό εξοπλισμό. [28]

Αντιπροσωπευτικό της εικόνας στέγασης των προσφύγων εκείνης της περιόδου στην Ελλάδα και της ποικιλίας των τύπων εγκατάστασης που είχαν επικρατήσει, είναι το απόσπασμα που ακολουθεί, προερχόμενο από εκθέσεις της Ε.Α.Π. [29]

«…Καλά ή άσχημα, χιλιάδες κατεστραμμένα ή εγκαταλειμμένα σπίτια ξαναχτίζονται σχεδόν όλα σε κάποια γωνιά της Ελλάδας. Άλλοτε μέσα στα μεγάλα αστικά οικοδομικά τετράγωνα ολοκαίνουργια ή μέσα σε τυποποιημένα διαμερίσματα των αστικών περιχώρων, σε αγροικίες στην ύπαιθρο ή μέσα σε προσωρινές παράγκες, μέσα σε μεγάλα επιταγμένα κτίρια ή άλλοτε πάλι μέσα σε ετοιμόρροπα τεμένη, όπου η κάθε οικογένεια οριοθετεί με κουβέρτες ή ψάθες ριγμένες ολόγυρα το μικρό δικό της χώρο, παραδίπλα στο μικρό χώρο των γειτόνων. Έτσι αυτοί οι ξεριζωμένοι ξαναφτιάχνουν ένα σπιτικό, για να μαζεύονται εκεί το βράδυ ή να αναπαύονται στις αργίες. Συχνά αυτό το σπιτικό καταλαμβάνει μόνο ένα χώρο δέκα τετραγωνικών μέτρων ανάμεσα σε πολλών δεκάδων άλλων οικογενειών το σπιτικό…».

 

Η Ελένη Γαβρά είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

 

Υποσημειώσεις

[1]Ποσοστό 66% επί του συνόλου αποτελείται από γυναίκες και παιδιά κάτω των δέκα ετών, συνέπεια της εξόντωσης ή και αιχμαλωσίας μεγάλου μέρους του άρρενος πληθυσμού. Γιαννακόπουλος Γιώργος Προσφυγική Ελλάδα, Ίδρυμα Α. Γ. Λεβέντη, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1992, σ.16. Εξάλλου, σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων (Ε.Α.Π.), αναλόγως της προέλευσής τους οι Έλληνες πρόσφυγες κατατάσσονταν ως εξής: Έλληνες της Μ. Ασίας και του Πόντου: 1.000.000 περίπου, Έλληνες της αν. Θράκης: 190.000 περίπου, Έλληνες του Καυκάσου: 30.000 περίπου, Έλληνες της Βουλγαρίας: 30.000 περίπου και Έλληνες της Κωνσταντινούπολης: 70.000 περίπου. Κοινωνία των Εθνών – Γενεύη 1926, Η εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα, (ελληνική μετάφραση) εκδ. Τροχαλία, Αθήνα 1997, σ.22. 

[2]Σχετικά με τον όρο «αποκατάσταση» και τη διάκρισή του από τον όρο «εγκατάσταση», βλπ. στο: Πελαγίδης Στάθης, Προσφυγική Ελλάδα (1913-1930). Ο πόνος και η δόξα, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη (1997) 2003, σ.85. «… κύριο στοιχείο της αποκατάστασης δεν είναι η απλή εγκατάσταση και τακτοποίηση, αλλά ο ψυχικός και ηθικός δυναμισμός των προσφύγων σ’ αυτή τη διαδικασία. Αν δηλ. η εγκατάσταση αποτελεί ένα πρώτο στάδιο, η αποκατάσταση αποτελεί το δεύτερο ως διαδικασία διατήρησης και συντήρησης.»

[3]Εκτός από την παραπάνω διάκριση, ο Γ. Γιαννακόπουλος αναφέρει ότι, άλλες δυο κύριες κατηγορίες μπορούν να σχηματιστούν με βάση τον τρόπο και τον χρόνο αναχώρησης, εννοώντας εδώ αφενός τους κανονικά ανταλλαγέντες και τους κατοίκους της ανατολικής Θράκης, οι οποίοι μπόρεσαν να μεταφέρουν κατά την ανταλλαγή την περιουσία τους ή μέρος αυτής, σε αντίθεση με όσους –και αυτοί ήσαν το μεγαλύτερο ποσοστό των προσφύγων- έχασαν τα πάντα με την Καταστροφή. Γιαννακόπουλος, 1992, σ.16.

[4]«Εκκλησίες, σχολεία, δημόσια κτήρια, κινηματογράφοι, θέατρα, αποθήκες, υπόστεγα, όλα είχαν επιταχθεί, για να στεγάσουν τους πρόσφυγες. Ένας μεγάλος αριθμός ιδιωτικών κατοικιών επίσης. Δυο χρόνια μετά οι σταθμοί του σιδηροδρόμου ήσαν φραγμένοι από κατασκηνώσεις προσφύγων και τέσσερα χρόνια μετά υπάρχουν ακόμα πρόσφυγες που στεγάζονται κάτω από αντίσκηνα, χειμώνα- καλοκαίρι.» Κοινωνία των Εθνών, 1926, σ.13. Επίσης, σχετικά με το θέμα της προσωρινής εγκατάστασης, βλπ. στο: Γιαννακόπουλος, 1992, σ.17 και στο: Μιχελή Λίζα, Προσφύγων βίος και πολιτισμός. Από τις πόλεις της Ελάσσονος Ασίας στα τοπία της παράγκας και του πισσόχαρτου, εκδ. Δρώμενα, Αθήνα 1992, σσ.15-17.

[5]«… η πείνα και οι επιδημίες δημιούργησαν κενά και στις δυο κατηγορίες. Στα λοιμοκαθαρτήρια πεθαίνουν κατά εκατοντάδες. Η δυσεντερία και ο τύφος έκαμαν θραύση. Όλο το χειμώνα του 1923 ο εξανθηματικός τύφος είχε εξαπλωθεί σ’όλα σχεδόν τα λιμάνια αλλά και τις πόλεις στο εσωτερικό της Ελλάδας, κι είναι θαύμα που οι Υγειονομικές Υπηρεσίες μπόρεσαν να τον αναχαιτίσουν σε λίγους μήνες.»  Κοινωνία των Εθνών, 1926, σ.13.

[6]Η ελληνική κυβέρνηση αρχικά αποφάσισε την ίδρυση του Ταμείου Περιθάλψεως Προσφύγων (Τ.Π.Π.), το οποίο αναλαμβάνοντας την κατασκευή οικημάτων για τη στέγαση των προσφύγων, λειτούργησε έως τον Μάιο του 1925. Ήδη, εντωμεταξύ, από το 1923 δημιουργήθηκε η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων (Ε.Α.Π.), η οποία ανέλαβε τη συνέχιση του έργου του Τ.Π.Π. Η Ε.Α.Π. ιδρύθηκε κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της τότε ελληνικής κυβέρνησης και της Κοινωνίας των Εθνών (29/9/1923: υπογραφή σχετικού πρωτοκόλλου στη Γενεύη μεταξύ Κ.τ.Ε. και ελληνικής κυβέρνησης, 7/6/1924: πρώτη επικύρωση συμφωνίας από το ελληνικό κοινοβούλιο). Η Επιτροπή δραστηριοποιήθηκε μέχρι το 1930, οπότε και διαλύθηκε.

[7]Καραμούζη Ανθούλα, «Καταγραφή και χαρτογράφηση προσφυγικών οικισμών», Ξεριζωμός και η άλλη πατρίδα., Οι προσφυγουπόλεις στην Ελλάδα. Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου (11 και 12 Απριλίου 1997), Εταιρεία Σπουδών και Νεοελληνικού Πολιτισμού, σ.21.

[8]Καυκούλα Κική, Η ιδέα της κηπούπολης στην ελληνική πολεοδομία του μεσοπολέμου, Διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 1990.

[9]Πρόκειται για αποκατάσταση των πρώτων προσφύγων που είχαν αρχίσει να καταφθάνουν το 1914 από τη Θράκη και τη Μικρά Ασία, λόγω τουρκικών διωγμών. Περισσότερα στο: Μπακάλπαση Α., Το προσφυγικό ζήτημα, Εκδ.Προμηθεύς, 1923.    

[10]Καυκούλα Κική, «Μεταμορφώσεις αγροτικού χώρου στην Ανατολική Μακεδονία» στο: Ξεριζωμός και η άλλη πατρίδα, 1997, σσ.261-263.

[11]Πελαγίδης, 1997. Επίσης, Καραμούζη, 1997, σσ.14-57.

[12]«…το Υπουργείο Συγκοινωνίας θα επιχειρήσει να προωθήσει τις γενικότερες πολεοδομικές του απόψεις και θα εκπονήσει σχέδια για όλες (ενν. τις πόλεις)….Τα σχέδια αυτά θα υποστούν επανειλημμένες προσαρμογές και, για μιαν ακόμα φορά, θα λειτουργήσουν απλώς ως νομιμοποιητικό πλαίσιο για τους ήδη πραγματοποιημένους προσφυγικούς οικισμούς.» Καραδήμου – Γερόλυμπου Αλέκα, «Προσφυγική εγκατάσταση στις βορειοελλαδικές πόλεις» στο Ξεριζωμός και η άλλη πατρίδα, 1997, σσ.92-93 και σχετικός πίνακας 2 στις σσ.106-108.

[13]Γερόλυμπου, 1997, σ. 98.

[14]Χαρακτηριστικά αναφέρουμε: το Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων (Τ.Π.Π.), η Επιτροπή Αποκατάστασης προσφύγων (Ε.Α.Π.), τα Υπουργεία Πρόνοιας και Γεωργίας, η Εθνική Τράπεζα Ελλάδος. Πρόκειται για φορείς που κινητοποιούνται τόσο στον αστικό χώρο, όσο και στην ύπαιθρο, σχετικά με ζητήματα αποκατάστασης προσφύγων. Παράλληλα προς τους δημόσιους φορείς, πρόθυμα συντάσσονται στην προσπάθεια αποκατάστασης και περίθαλψης γνωστοί ιδιωτικοί φιλανθρωπικοί φορείς ή και αντίστοιχοι της κοινωνίας των πολιτών, όπως ο Ερυθρός Σταυρός, του οποίου η βοήθεια για την εποχή εκείνη ήταν σημαντική. 

[15]«…Οι γενικές διευθετήσεις είναι στοιχειώδεις και τα κτίσματα είναι απλά και ανεπαρκή. Κάθε οικισμός, σύμφωνα με το νόμο (ΝΔ «Περί αγροτικής εγκαταστάσεως προσφύγων», 1923, αρ.6), «ρυμοτομείται προχείρως και χωρίζεται εις οικόπεδα». Καλογήρου Νίκος, «Η ανάπτυξη των προαστίων της Θεσσαλονίκης» στο: Η Θεσσαλονίκη μετά το 1912. Πρακτικά συμποσίου (Θεσσαλονίκη, 1-3 Νοεμβρίου 1985). Δήμος Θεσσαλονίκης, Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης, Αυτοτελείς Εκδόσεις αρ.2, Θεσσαλονίκη 1986, σ.488.

[16]Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, Κρατική δραστηριότης. Η κατοικία στην Ελλάδα, Έκδοση  Τ.Ε.Ε., Αθήνα Νοέμβριος 1975, σσ.7-23. Λάββας Γεώργιος, Επίτομη Ιστορία της Αρχιτεκτονικής, Εκδόσεις University Studio Press, Θεσσαλονίκη (2002) 2008, σσ. 303-305.

[17]Σχετικά πρβ. και: Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, 1975.

[18]Γιαννακόπουλος, 1992, σ.18. Πελαγίδης, 1997, σ.70.

[19]Ο νόμος «Περί επιτάξεως ακινήτων δι’ εγκατάστασιν προσφύγων», ο οποίος δημοσιεύτηκε την 1-11-1922, οδήγησε στην επίταξη συνολικά 8.000 ακινήτων. Βάσει αυτού του νόμου, οι ιδιοκτήτες πολλών κατοικιών υποχρεώνονταν να φιλοξενήσουν για αρκετό χρονικό διάστημα από μια –τουλάχιστον- οικογένεια προσφύγων, έναντι αποζημίωσης που θα τους δινόταν από το κράτος. Το ύψος της αποζημίωσης και οι καθυστερήσεις καταβολής αποτέλεσαν αίτια δημιουργίας κλίματος δυσαρέσκειας. Παρά ταύτα και αργότερα –στα 1924- ενόσω μάλιστα είχαν αρχίσει να εφαρμόζονται περισσότερα μέτρα κοινωνικής πολιτικής στον τομέα της στέγασης από πλευράς του ελληνικού κράτους, το τελευταίο προχώρησε και σε νέες επιτάξεις κατοικιών, κυρίως εντός των αστικών συνοικιών. Εντωμεταξύ, στις 28-11-1924 ψηφίστηκε νόμος, βάσει του οποίου το κράτος προχώρησε στην απογραφή των επιτάξιμων οικιών. Μιχελή, 1992, σσ.98-99, 141. Επίσης, Κοινωνία των Εθνών, 1926, σ.13.

[20]«Το μεγαλύτερο μέρος όμως των ανθρώπων αυτών στεγάζεται με δικά του μέσα και όσοι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα για κάτι τέτοια αξιοποιούν το δυναμισμό και την εφευρετικότητά τους. Παράγκες από ευτελή υλικά, σανίδες και τενεκέδες, ξεφυτρώνουν σε δρόμους και πλατείες, στις άκρες των πόλεων, δίπλα στις εργατικές κατοικίες, γύρω και μέσα στους συνοικισμούς που κατασκευάζουν οι κρατικοί φορείς.» Γιαννακόπουλος, 1992, σ.17.

[21]Σχετικά με την ίδρυση και την οργάνωση της Ε.Α.Π., βλ. στο: Πελαγίδης, 1997, σ.78. Επίσης, στο : Κοινωνία των Εθνών, 1926, σσ. 17-20.

[22]Γιαννακόπουλος, 1992, σ.18.

[23]Κοινωνία των Εθνών, 1926.

[24]Πελαγίδης, 1997, σ.270.

[25]Είχαν παραδοθεί 16.700 διαμερίσματα στην πρωτεύουσα και την επαρχία, συμπεριλαμβανομένων σ’αυτά και ενός αριθμού σπιτιών που κατασκευάστηκαν από την ελληνική κυβέρνηση, παραδόθηκαν όμως στην Επιτροπή. Στο διάστημα που μεσολάβησε, η ελληνική κυβέρνηση κατασκεύασε –με ίδια μέσα- άλλα 22.337 σπίτια διαφόρων τύπων. Κοινωνία των Εθνών, 1926, σσ.24, 25.

[26]Αναλυτικά ποσοτικά στοιχεία για τον εποικισμό του ελλαδικού αγροτικού χώρου από τους πρόσφυγες μετά το 1923, εκτός των εκθέσεων της Ε.Α.Π. (βλ.σχετικά στο: Κοινωνία των Εθνών, 1926), υπάρχουν συστηματοποιημένα στο: Πελαγίδης, (1997) 2003, όπως και στο: Στάθης Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923-1930), Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1994. Στο τελευταίο, παρατίθεται και ο «Εποικιστικός χάρτης Μακεδονίας», στον οποίο αποδίδεται η χαρτογράφηση των προσφυγικών συνοικισμών της περιοχής αυτής, στα 1926 από το Τμήμα Στατιστικής της Γενικής Διεύθυνσης Εποικισμού Μακεδονίας. Επίσης, για μια εποπτική παρουσίαση του θέματος (με φωτογραφικό υλικό των προσφυγικών εγκαταστάσεων από τις καταγραφές του Κ.Μ.Σ., κυρίως στη διάρκεια της δεκαετίας του 1950) τόσο για τον αγροτικό όσο και τον αστικό χώρο, βλ. στο: Γιαννακόπουλος, 1992.

[27]Πελαγίδης, 1997, σσ.242, 285-286. Το ελληνικό κράτος κατά την πρώτη περίοδο παρείχε δωρεάν στέγη –μέσω του Υπουργείου Πρόνοιας- ή έναντι συμβολικού ενοικίου –μέσω του Τ.Π.Π. Η Ε.Α.Π. πωλούσε ή ενοικίαζε μόνιμες κατοικίες και η Εθνική Τράπεζα Ελλάδας διέθετε οικόπεδα για ανέγερση οικιών με δημόσιες δημοπρασίες. Γιαννακόπουλος, 1992, σ.20.

[28]Μιχελή, 1992, σσ.132, 142. Επίσης, Καλογήρου, 1986, σσ.489-491.

[29]Κοινωνία των Εθνών, 1926, σ.35.

Γιάννης Επαμεινώνδας: Τα τρία Τελωνεία της Θεσσαλονίκης. Φωτογραφίες και χάρτες ως ιστορικά τεκμήρια.

Αφιέρωμα στα 100 χρόνια από τη μεγάλη πυρκαγιά

 Γιάννης Επαμεινώνδας

Τα τρία Τελωνεία της Θεσσαλονίκης.

Φωτογραφίες και χάρτες ως ιστορικά τεκμήρια.

 

Η φωτογραφία δεν είναι πια μια καινούργια τέχνη. Η εμφάνισή της, γύρω στα 1839, είχε προκαλέσει έναν “πανικό” στις καλές τέχνες του 19ου αιώνα διότι διεκδικούσε –και με πολύ μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα– τον αποκλειστικό στόχο που προνομιακά υπηρετούσε ώς τότε η ζωγραφική: τη ρεαλιστική απεικόνιση του φυσικού κόσμου. Η φωτογραφία υπήρξε τόσο καταλυτική σε αυτό το πεδίο, ώστε οι εικαστικές τέχνες στράφηκαν από τότε σε άλλους προσανατολισμούς: στον συμβολισμό, την αφαίρεση, τον εξπρεσσιονισμό, την εννοιολογία. Σχεδόν διακόσια χρόνια μετά την εφεύρεση της φωτογραφίας, οι αποτυπώσεις της θα έπρεπε ήδη να γίνονται αποδεκτές ως τεκμήρια και να συμβάλουν ισότιμα –μερικές φορές περισσότερο από ισότιμα!– στην κατανόηση και ερμηνεία της Ιστορίας, δίπλα στα γραπτά ντοκουμέντα και τα αρχαιολογικά κατάλοιπα. Ίσως από μια κεκτημένη αδράνεια, λόγω δυσπιστίας απέναντι κυρίως στη ζωγραφική και τη χαρακτική –οι οποίες τροφοδοτούσαν μέχρι τότε την Ιστορία με οπτικό υλικό, όχι πάντοτε ακριβές είναι η αλήθεια– η επίσημη Ιστορία χρησιμοποίησε τη φωτογραφία περισσότερο ως διακοσμητικό συμπλήρωμα των γραπτών πηγών παρά ως καθαυτό τεκμήριο. Παρόλο που οφείλει να είναι κανείς πάντα επιφυλακτικός, ακόμα και απέναντι στις φωτογραφικές εικόνες, η τέχνη αυτή από τη φύση της δεν ψεύδεται – εκτός αν το κάνει εσκεμμένα. Εκείνο που εγείρει την εύλογη καχυποψία είναι η ακρίβεια της αντίληψης και η κατανόηση αυτού που μελετούμε – κάτι όμως που ισχύει για κάθε είδους τεκμήριο: οι προθέσεις και οι ερμηνείες του ιστορικού είναι μέρος της επισφάλειας της Ιστορίας.

Στην ιστοριογραφία της Θεσσαλονίκης είναι γνωστά και ταυτοποιημένα δύο Τελωνεία της οθωμανικής περιόδου. Από αυτά σώζεται σήμερα μόνο το πιο πρόσφατο: το μεγάλο εκλεκτιστικό κτήριο στην κεντρική προβλήτα του λιμένα, αυτό που είναι ευρύτερα γνωστό ως “Τελωνείο Μοδιάνο”. Το παλιότερο τελωνείο, κατεδαφισμένο σήμερα, ήταν χτισμένο στην έκταση του υπαίθριου χώρου στάθμευσης μπροστά από το σημερινό κεντρικό Λιμεναρχείο και με τις εκτεταμένες αποθήκες του απλωνόταν και στην επιφάνεια που καταλαμβάνει το πολυώροφο πάρκινγκ μεταξύ των οδών Πολυτεχνείου και Κουντουριώτη. Γι’ αυτό το κτήριο γνωρίζουμε πως πρωτοσχεδιάστηκε από τον μηχανικό Ρόκκο Βιτάλη, εμπνευστή της δημιουργίας και κατασκευαστή της νέας προκυμαίας της Θεσσαλονίκης. Από σποραδικές πηγές είναι γνωστή η ύπαρξη ενός τελωνείου ακόμη παλιότερου από αυτό, στην ευρύτερη συνοικία του λιμανιού, η οποία σήμερα είναι γνωστή ως Λαδάδικα. Το κτήριο αυτού του τελωνείου, που διασωζόταν μέχρι τουλάχιστον το 1882, καθώς και την ευρύτερη περιοχή του, πιστεύουμε πως έχουμε καταφέρει να ταυτοποιήσουμε μέσα από χάρτες, φωτογραφίες, καρτποστάλ και έναν χαμένο ζωγραφικό πίνακα.

Για λόγους σαφήνειας και μόνον, και τηρώντας τη χρονολογική σειρά, θα ονομάσουμε συμβατικά “πρώτο” αυτό το παλιότερο Τελωνείο (εικ. 01), “δεύτερο” το κτήριο του Βιτάλη (εικ. 02) και “τρίτο” το σημερινό διασωζόμενο του Μοδιάνο (εικ. 03), το οποίο, αν και νεότερο από τα τρία, έχει ήδη καταγραφεί στη συλλογική συνείδηση ως “παλιό Τελωνείο”. Βέβαια, αν ανακαλυφθεί και ακόμη προγενέστερο τελωνείο στη Θεσσαλονίκη, η ονοματοθεσία αυτή θα καταστεί ανεπίκαιρη.

01. To “πρώτο” Τελωνείο στη φωτογραφία του Σέκελυ, 1863 (το μεσαίο από τα τρία λευκά κτίρια). Στο βάθος αριστερά ο ναός/τέμενος της Αγίας Σοφίας και στο κέντρο ο Πύργος της Αποβάθρας, πίσω από το τελωνείο. Αμέσως μετά, δεξιά, η “Παλιά” Καραντίνα. Αρχείο Josef Székely, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας.

 

02. Το“δεύτερο” Τελωνείο, πάνω στην καινούργια, τότε, αποβάθρα, στην προέκταση της λεωφόρου Νίκης Συλλογή καρτποστάλ ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ.

Συνυφασμένα με τα εκάστοτε τελωνεία, του 19ου τουλάχιστον αιώνα, είναι τα κτήρια των λοιμοκαθαρτηρίων, ή “καραντίνες”. Σε εποχές που η ιατρική διάγνωση δεν είχε ακόμη εξελιχθεί επαρκώς, καθίστατο απαραίτητη η ύπαρξη ενός χώρου στον οποίο εγκλείονταν υποχρεωτικά όλοι οι ναυτικοί και οι ταξιδιώτες, αρχικά επί σαράντα μέρες (από τη γαλλική έκφραση une quarantaine de jours), σταδιακά όλο και λιγότερο, μέχρι πάντως να διαπιστωθεί πως δεν ήταν φορείς κάποιας μολυσματικής ασθένειας (συνήθως τύφου ή χολέρας), και να τους επιτραπεί να βγουν ελεύθερα στην πόλη. Από την αρχαιότητα ακόμη, και σε εποχές που οι στεριανές συγκοινωνίες ήταν πρωτόγονες και δύσκολες, η θάλασσα αποτελούσε τον προσφορότερο τρόπο για να μεταφερθούν τα εμπορεύματα και να ταξιδέψουν οι άνθρωποι, ταυτόχρονα όμως για να εξαπλωθούν και οι επιδημίες. Ο Μαύρος Θάνατος, η επιδημία πανούκλας των ετών 1347-50, ξεκίνησε από το λιμάνι της Κάφφας στον Εύξεινο για να μεταφυτευτεί δια θαλάσσης στη Σικελία και τη Μασσαλία. Έτσι, σε πολλά λιμάνια της ανατολικής  Μεσογείου απαντώνται κτήρια λοιμοκαθαρτηρίων, τα οποία συχνά πάνε χέρι χέρι με τα τελωνεία: τα μεν προορίζονται για τους ανθρώπους, τα δε για τα διακινούμενα προϊόντα.

Και τα τρία διαδοχικά τελωνεία της Θεσσαλονίκης βρίσκονταν στην περιοχή του λιμανιού, αφού από τη θαλάσσια οδό πραγματοποιείτο ο συντριπτικός όγκος του εξερχόμενου και εισερχόμενου εμπορίου της πόλης, ακόμη και από, ή προς, χώρες εκτός Αυτοκρατορίας: κυρίως σιτηρά, υφάσματα, δέρματα, αργότερα καπνά, άλευρα, οικοδομικά υλικά.

Η Θεσσαλονίκη έστελνε κυρίως σιτηρά προς την Κωνσταντινούπολη, προερχόμενα από την πεδιάδα της κεντρικής Μακεδονίας. Ήδη από τον 17ο και 18ο αιώνα, στην πόλη δραστηριοποιούνταν μικρές βιοτεχνίες εριουργίας που τροφοδοτούσαν και άλλους επαγγελματίες, όπως τους βαφείς υφασμάτων[1], εκτελώντας μάλιστα μεγάλες παραγγελίες ρουχισμού για τον οθωμανικό στρατό. Από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, τα ατμοκίνητα κλωστήρια της Θεσσαλονίκης παρήγαγαν δικά τους νήματα και τα υφαντουργεία της κατασκεύαζαν μεγάλες ποσότητες βαμβακερών, πλέον, υφασμάτων. Φαίνεται πως το πρώτο νηματουργείο ήταν του Σαΐα, ιδρυμένο το 1873 και χτισμένο πάνω στη νέα προκυμαία, ενώ το 1886 ιδρύθηκε δεύτερο από τους Τόρρες και Μισραχή, η Nouvelle Filature, το κτήριο της οποίας διασώζεται ενμέρει σήμερα στην οδό Ενωτικών, απέναντι από τα Δικαστήρια.

Άλλες πρώιμες βιοτεχνίες της Θεσσαλονίκης ήταν τα βυρσοδεψεία (debağhane), τα οποία επεξεργάζονταν και εξήγαγαν δέρματα από τα πλούσια κοπάδια προβάτων της Μακεδονίας. Τα βυρσοδεψεία βρίσκονταν στο δυτικό και πιο απομακρυσμένο από την πόλη τμήμα των Λαδάδικων, στην περιοχή μεταξύ του Φρουρίου Βαρδαρίου και της θάλασσας. Απομακρύνθηκαν ακόμη δυτικότερα μετά την κατασκευή της προκυμαίας (σημερινής Παλιάς Παραλίας) από το 1870 και μετά. Φαίνεται πως τα βυρσοδεψεία στα Λαδάδικα γνώρισαν μια τελευταία αναλαμπή κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου, όταν κλήθηκαν να καλύψουν τις ευρωπαϊκές ανάγκες ένδυσης λόγω της μείωσης των αμερικανικών εξαγωγών βαμβακιού. Μάρτυρας αυτής της τελευταίας άνθησης είναι η πανοραμική φωτογραφία της Θεσσαλονίκης του 1863, όπου οι παράγκες των βυρσοδεψείων φαίνεται πως διέθεταν ξεχωριστή δική τους θαλάσσια σκάλα για τις μεταφορτώσεις των έτοιμων προϊόντων τους στα πλοία.

03. To “τρίτο” Τελωνείο. Σωζόμενο σήμερα κτήριο, από οπλισμένο σκυρόδεμα, διαστάσεων
200×25 μ., 12.000 τ.μ., πάνω στην κεντρική προβλήτα του νέου λιμανιού. Εδώ, η όψη προς την οδό Αβέρωφ. Συλλογή καρτποστάλ ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ.

Όπως προέκυψε από την έρευνα, το “πρώτο” Τελωνείο –στην πραγματικότητα μια μεγάλη διώροφη αποθήκη–  βρισκόταν στο κεντρικό τμήμα της συνοικίας του λιμανιού, στα Ιστηρά (İstira: αποθήκες σιτηρών) και η πίσω του όψη είχε πρόσωπο πάνω στη σημερινή πλατεία Μοριχώβου. Η αύξηση της εμπορικής κίνησης οδήγησε στην αναζήτηση μεγαλύτερου χώρου κι αυτή με τη σειρά της κατέληξε στην ανέγερση του “δεύτερου” Τελωνείου στη δυτική άκρη των Λαδάδικων, στη θέση των παλιών βυρσοδεψείων, που κατεδαφίζονται γι’ αυτόν τον σκοπό. Το νέο κτήριο διαθέτει αχανείς αποθήκες στην πίσω του πλευρά –μονόροφες, για να διευκολύνεται η φόρτωση– και μια κομψή πρόσοψη πάνω στη νεόδμητη προκυμαία. Η κατασκευή του νέου λιμανιού (1896-1904), με τη μεγάλη επιχωμάτωση που δημιουργεί μπροστά από τη μόλις εικοσαετή προκυμαία, θα αχρηστεύσει τη λειτουργία αυτού του “δεύτερου” Τελωνείου, το οποίο θα βρεθεί αποκλεισμένο στο εσωτερικό, χωρίς άμεση επαφή με τη θάλασσα. Έτσι, θα προγραμματιστεί η ανέγερση του “τρίτου” Τελωνείου, του επιβλητικού κτηρίου που δεσπόζει σήμερα πάνω στην κεντρική προβλήτα του νέου λιμανιού. Μετά από δύο διαδοχικές θέσεις, πρώτα στα ανατολικά, μετά στα δυτικά, το τελωνείο καταλήγει στο κεντρικότερο σημείο του λιμανιού και θα παραμείνει ο κεντρικός κόμβος του για περίπου εξήντα πέντε χρόνια.

 

ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ “ΠΡΩΤΟ” ΤΕΛΩΝΕΙΟ ΚΑΙ Η “ΠΑΛΙΑ” ΚΑΡΑΝΤΙΝΑ

 

Η ανακάλυψη και ταυτοποίηση του “πρώτου” Τελωνείου προέκυψε από τον συνδυασμό τριών τεκμηρίων που εντοπίστηκαν μέσα στο 2014, αλλά και άλλων τεσσάρων, ήδη γνωστών, που όμως δεν είχαν συσχετιστεί μέχρι τότε. Αυτά είναι:

  1. Η θεωρούμενη –μέχρι σήμερα– παλαιότερη φωτογραφία της Θεσσαλονίκης: ένα πανόραμα του 1863 τραβηγμένο από την περιοχή του Μπέστσιναρ από τον φωτογράφο Γιόζεφ Σέκελυ (Josef Székely), που σήμερα απόκειται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας.
  2. Η δεύτερη παλαιότερη φωτογραφία, η επονομαζόμενη “του Sayce”, περί το 1873, της συλλογής Γιώργου Δέλλιου, στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο του ΜΙΕΤ.
  3. Οι πέντε χάρτες της συλλογής Δ. Καρανταΐδη, συντεταγμένοι πιθανότατα από τους μηχανικούς της εταιρείας των Ανατολικών Σιδηροδρόμων (Chemins de fer Orientaux), με αναγραφόμενες χρονολογίες 1873, 1882, 1899, 1900, 1914, που αποτυπώνουν την περιοχή του λιμανιού και του (παλαιού) Σιδηροδρομικού Σταθμού της Θεσσαλονίκης, σήμερα επίσης στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο του ΜΙΕΤ (εικ. 04).
  4. Το σχέδιο κατασκευής της προκυμαίας, του 1871, από τον Ρόκκο Βιτάλη, σε αντίγραφο των Γερόλυμπου & Κολώνα από το Πρωθυπουργικό Αρχείο της Κωνσταντινούπολης (εικ. 05).
  5. Ο χαμένος πίνακας του Ιταλού ζωγράφου Σαλάκκα (Salacca), του οποίου δύο φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν σε ένα εικαστικό περιοδικό το 1959[2] και σε μια ποιητική συλλογή το 1991[3] (εικ. 06).
  6. Καρτποστάλ της περιοχής του ξενοδοχείου d’Amérique, όπου σήμερα στεγάζεται ο Ζύθος, στα Λαδάδικα[4] (εικ. 07).
  7. Χάρτης των οδών της οθωμανικής, προ της πυρκαγιάς του 1917, Θεσσαλονίκης, από τον Βασίλη Δημητριάδη[5].
04. Ο πρώτος από τους πέντε χάρτες των Ανατολικών Σιδηροδρόμων (1873, 1882, 1900, 1914).
Συλλογή Δημ. Καρανταΐδη, ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ

H ταυτοποίηση του “πρώτου” Τελωνείου στηρίχθηκε στην προηγηθείσα ταυτοποίηση της “παλιάς” Καραντίνας. Στη φωτογραφία του Σέκελυ (η οποία, σημειωτέον, εμφανίζει για πρώτη φορά κτήρια εξαφανισμένα σήμερα, όπως είναι ο Πύργος της Αποβάθρας, το Πρόπυλο του ναού των Δώδεκα Αποστόλων, η Πύλη του Βαρδαρίου και, βεβαίως, τα θαλάσσια τείχη) εντοπίστηκε ένα ιδιόρρυθμο κτήριο, στη συνέχεια των μεγάλων αποθηκών των Λαδάδικων, το οποίο φαινόταν να βρίσκεται έξω από τα τείχη, περίπου στο ύψος της σημερινής οδού Κατούνη, μπροστά από τον οκταγωνικό Πύργο της Αποβάθρας. Στον πύργο αυτό τελείωνε το ευθύγραμμο τμήμα του θαλάσσιου τείχους, που ερχόταν από τον Λευκό Πύργο, και ξεκινούσε το καμπύλο. Αυτό περιέκλειε τον παλιό βυζαντινό λιμένα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, τη θέση του οποίου κατέλαβαν τα Λαδάδικα, μετά τη σταδιακή πρόσχωσή του μέσα στους αιώνες από τις αλλουβιακές αποθέσεις του παρακείμενου Δενδροποτάμου (εικ. 01). Η ιδιορρυθμία του κτηρίου αυτού έγκειται στην αρχιτεκτονική του τυπολογία: δεν πρόκειται για μια ακόμη αποθήκη της συνοικίας του λιμανιού, αλλά για ένα διώροφο κτήριο (κατοικίας;), με εξώστη και τέντα (για προστασία από τον δυτικό ήλιο;), ένα εκτός τόπου και χρόνου κτήριο, ένα πρωθύστερο των κατοικιών που θα ανεγείρονταν μετά την κατεδάφιση των θαλάσσιων τειχών σε όλο το μήκος της παραλίας (εικ. 01).

Το παράδοξο κτήριο ονομάστηκε προσωρινά «το σπίτι με την τέντα», αλλά σύντομα αποκαλύφθηκε πως επρόκειτο για το κτήριο της Καραντίνας. Η ταυτοποίηση έγινε δυνατή μέσω του χάρτη των Ανατολικών του 1873 (εικ. 04). Εκεί, δίπλα στην περίπλοκη κάτοψη αυτού του παραθαλάσσιου κτηρίου απέναντι από τον Πύργο της Αποβάθρας, αναγράφεται η λέξη Quarantaine, ενώ στο κέντρο της ενδιάμεσης πλατείας / αλάνας που σχηματίζεται, δίπλα σε έναν κύκλο –γνωστό και από άλλους χάρτες, αλλά ακόμη ανερμήνευτο–, υπάρχει η λέξη Caffee.

05. Το σχέδιο για τη νέα προκυμαία της Θεσσαλονίκης του Rocco Vitali, 1871, ένθετο σε σημερινή
δορυφορική λήψη. Τα ανοιχτόχρωμα οικοδομικά τετράγωνα είναι αποτέλεσμα επιχωμάτωσης:
αριστερά, στα Λαδάδικα, κατά τη διάρκεια των αιώνων. Δεξιά, στην υπόλοιπη παραλία, κατά τη
δημιουργία της νέας προκυμαίας (1870-1882). Αρχείο Αλέκας Γερόλυμπου, ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ

Προς τα δυτικά της Καραντίνας βρίσκεται ένα μεγάλο, περίπου ορθογωνικό, κτήριο με την ένδειξη Zollamt, δηλαδή τελωνείο, στα γερμανικά. Αυτό είναι το αναζητούμενο “πρώτο” Τελωνείο της πόλης, το οποίο πουθενά μέχρι σήμερα δεν είχε καταγραφεί με τόση ακρίβεια. Η πίσω όψη του βρίσκεται στη σημερινή πλατεία Μοριχώβου, ενώ μπροστά από τη θαλάσσια όψη του εκτείνεται μια σκάλα, προφανώς για την προσέγγιση πλοίων. Η ακτογραμμή είναι η φυσικά διαμορφωμένη αμμουδιά, εκείνη που υπήρχε πριν από την κατασκευή της νέας προκυμαίας, η οποία επίσης σημειώνεται με μια έντονη ευθύγραμμη χάραξη. Το ενδιαφέρον είναι πως στο τέρμα της προκυμαίας, στο δυτικό άκρο της συνοικίας του Λιμανιού, υπάρχει αποτυπωμένο το “δεύτερο” Τελωνείο του Βιτάλη, με την ένδειξη Projecti[e]rtes neues Zollamt (σχεδιαζόμενο νέο Τελωνείο) και, δίπλα του ακριβώς, η νέα Καραντίνα, η οποία φέρει την αποκαθαρμένη ένδειξη Sanität (Υγειονομείο). Ακόμη εκπληκτικότερο είναι πως στον επόμενο χρονολογικά χάρτη των Ανατολικών, τον χάρτη του 1882, τα κτήρια υπάρχουν στην ίδια θέση, μόνο που οι ονομασίες τους είναι πια Zollamt για το κτήριο του Βιτάλη και Altes Zollamt για το παλιό, πλέον, “πρώτο” Τελωνείο. Βρισκόμαστε προφανώς στη μετάβαση από το “πρώτο” Τελωνείο στο “δεύτερο”, μεταξύ των ετών 1873 και 1882.

06 . Ο πίνακας του Σαλάκκα. Στην άκρη, δεξιά, ο Λευκός Πύργος. Αριστερά, η πλατεία της
Αποβάθρας, με τον Πύργο στη μια πλευρά και την Καραντίνα στην άλλη. Παλαιότερα, στην κατοχή
της οικογένειας Μουρατόρι. Σήμερα σχολάζει. Αναπαραγωγή από το βιβλίο του Μ-Μ. Χαραλάμπους

Εδώ υπεισήλθε ο πίνακας του Σαλάκκα, ο οποίος στάθηκε δυνατόν να ερμηνευτεί πλήρως για πρώτη φορά, υπό το φως των νέων στοιχείων. Ο πίνακας αυτός αποδεικνύεται αναπάντεχα ακριβής και λεπτομερειακός, κυρίως στο αριστερό του μισό, όπου αποτυπώνεται η πλατεία Αποβάθρας και όλα τα γύρω από αυτήν κτήρια (εικ. 06): δεξιά, ο Πύργος της Αποβάθρας και η συνέχεια των θαλάσσιων τειχών μέχρι τον Λευκό Πύργο. Αριστερά, η παλιά Καραντίνα, δηλαδή η ανατολική όψη του «σπιτιού με την τέντα», η οποία σχηματίζει μια διώροφη στοά με καμάρες στο ισόγειο και άσπρες κουρτίνες στον όροφο. Η εικόνα παραπέμπει σαφώς σε βενετσιάνικα κτήρια που συναντώνται και σε άλλα σημεία της ανατολικής Μεσογείου. Η πλατεία που διανοίγεται στο κέντρο της σύνθεσης ξεκινά από τη θάλασσα, όπου ένα κιγκλίδωμα προστατεύει τους ανθρώπους από πιθανή πτώση και φέρει στις άκρες σκαλοπάτια που φτάνουν έως την επιφάνεια του νερού – διάταξη που θυμίζει τα σκαλάκια στη σημερινή Παλιά Παραλία. Στην ευθεία της πλατείας Αποβάθρας εκτείνεται η οδός Κατούνη, σημαντικός άξονας της συνοικίας, η οποία φτάνει μέχρι την Πύλη του Γιαλού, στη θέση της σημερινής πλατείας Εμπορίου: πρόκειται για τη μόνη είσοδο από το λιμάνι προς την κυρίως πόλη. Αριστερά από την οδό Κατούνη ξεχωρίζει το κτήριο του ξενοδοχείου d’Amérique και, μπροστά του, το κυκλικό καφενείο που σημειωνόταν στους χάρτες ως κύκλος (εικ. 07).

07. Απόσπασμα από τον χάρτη των Ανατολικών, του 1873. Η παλιά ακτογραμμή και η νέα
προκυμαία, η πλατεία μπροστά στον Πύργο της Αποβάθρας. Το παλιό Τελωνείο και η παλιά
Καραντίνα (δεξιά). Το νέο Τελωνείο και το νέο Υγειονομείο (αριστερά). Αρχείο Γ.Ε., ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ

Σε επίρρωση όλων των παραπάνω, μια καρτποστάλ της συλλογής Άγγελου Παπαϊωάννου από το ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, αποκαλύπτει την πραγματική φύση αυτού του καφενείου: μια εικόνα που είχαμε δει πολλές φορές, αλλά που μόλις τώρα αποκτούσε τη σημασία που κατείχε στη ζωή του λιμανιού (εικ. 08). Το μεγάλο κυκλικό περίπτερο είναι ένα περίοπτο καφενείο, με την είσοδό του (τρία-τέσσερα σκαλιά) να βρίσκεται στα ανατολικά, προς την οδό Κατούνη που κατεβαίνει από την πόλη. Η δομή του είναι απλή: ξύλινος σκελετός, υπερυψωμένος πάνω σε μια πλίνθινη βάση. Μια περιμετρική “ποδιά” από σανίδες (ύψους περίπου 70 εκ.) κρύβει τα τραπεζάκια και τα πόδια των καθημένων. Περιμετρικά ανωσυρόμενα τζαμιλίκια επιτρέπουν στους θαμώνες να έχουν συνεχή θέα προς τα έξω, και μάλιστα από κάποιο ύψος, ενώ μια χαμηλή κωνική τσίγκινη στέγη κορυφώνεται με το alem (τη μεταλλική απόληξη-βέλος) που το καθιστά αναγνωρίσιμο.

Χωρίς την ταυτοποίηση αυτών των δημόσιων κτηρίων ήταν δύσκολο να κατανοήσει κανείς τη λειτουργία της πλατείας. Τώρα όμως ολόκληρη η περιοχή αποκτά νόημα: πρόκειται για την καρδιά του λιμανιού, την κύρια επιβατική αποβάθρα της. Εδώ βρίσκεται το κεντρικό –εμβληματικά κυκλικό– καφέ, με το alem στην κορυφή να διαλαλεί το καλωσόρισμα στον επισκέπτη μόλις πατά το πόδι του στην πόλη. Ναυτικοί και πραματευτές συχνάζουν προφανώς εδώ, άνθρωποι που ταξιδεύουν, που φεύγουν ή έρχονται. Για την παλιά Ανατολή, το καφενείο της σκάλας είναι ο ιδανικός τόπος συνάντησης, η μήτρα του λιμανιού. Κι αυτό γίνεται ακόμη φυσικότερο καθώς στο βάθος του δρόμου ανοίγεται η βασική είσοδος προς την πόλη: η Πύλη του Γιαλού. Η αποβάθρα του λιμανιού βρισκόταν ανέκαθεν σε αυτό το σημείο: εμφανίζεται σε όλους τους χάρτες, από τον χάρτη του Gravier d’Ortières (1685) [6]  και μετά. Μόνο μετά την ανέγερση του “δεύτερου” Τελωνείου, και μετά τη δημιουργία της πλατείας Ολύμπου / Ελευθερίας, η πλατεία της Αποβάθρας θα υποβαθμιστεί ως χώρος υποδοχής και, με τον σταδιακό της αποκλεισμό από τη θάλασσα, θα μετατραπεί σε μια “εσωτερική” πλατεία των Λαδάδικων, που σήμερα δεν μαρτυρά την προγενέστερη σημασία και ακμή της.

Τέλος, ο χάρτης του Δημητριάδη επιβεβαιώνει την ταυτοποίηση της Καραντίνας στην πλατεία Αποβάθρας. Παράλληλα με την οδό Κατούνη (αρχικά Meydan Baba Türbesi) και ακριβώς έξω από το τείχος του λιμανιού σημειώνεται ένας δρόμος που επέζησε μέχρι την πυρκαγιά και μετά χάθηκε με τη νέα ρυμοτομία του σχεδίου Εμπράρ. Για μερικά χρόνια, μέχρι το 1917, έφερε τη νέα ελληνική του ονομασία οδός Χίου. Το παλιό του οθωμανικό όνομα όμως ήταν οδός Eski Κarantina (Παλιάς Καραντίνας)! Κατερχόμενος κανείς από τον δρόμο αυτό προς τη θάλασσα, αντίκρυζε απέναντί του, με το που έβγαινε στο άνοιγμα της πλατείας, το κτήριο της παλιάς Καραντίνας. Το τοπωνύμιο βρισκόταν εκεί, κρυμμένο υπομονετικά μέσα στον χάρτη.

08. Η πλατεία της Αποβάθρας και η οδός Κατούνη, όταν πλέον ως κεντρική πλατεία της πόλης είχε
γίνει η πλατεία Ελευθερίας. Το τριώροφο ξενοδοχείο –σήμερα μονώροφο–, όπου στεγάζεται ο Ζύθος.
Στο κέντρο, το κυκλικό καφενείο. Συλλογή καρτποστάλ Άγγ. Παπαϊωάννου, ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ

Ένα τελευταίο στοιχείο από το Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας επιβεβαιώνει την ύπαρξη τελωνείου στην περιοχή της πλατείας Αποβάθρας ήδη στις αρχές του 18ου αιώνα. Πρόκειται για ένα φιρμάνι του έτους 1706, το οποίο αναφέρεται σε μια υπόθεση λαθρεμπορίας καφέ: στο Μισίρ Τσαρσί της Θεσσαλονίκης, στην Αποβάθρα, κοντά στο γραφείο είσπραξης του φόρου καφέ[7], υπάρχουν τρία παντοπωλεία που δεν κλείνουν όταν νυχτώσει, αλλά αγοράζουν καφέ από τους ναυτικούς, προκαλώντας απώλεια φόρων στο Δημόσιο. Το φιρμάνι προστάζει να κλείνουν μόλις νυχτώσει κτλ. Το έγγραφο, πέρα από την οικονομική υπόθεση της λαθρεμπορίας, έχει και τοπολογικό ενδιαφέρον: επιβεβαιώνει πως η θέση της κεντρικής αποβάθρας του λιμανιού βρισκόταν ήδη από το 1706 στην Αιγυπτιακή Αγορά (Mışır Çarşısi, όπου κατέληγαν τα πολύτιμα προϊόντα της Ανατολής), εκεί όπου τη συναντάμε και το 1870. Επί διακόσια χρόνια παρατηρείται μια στασιμότητα. Μετά το 1870 θα αρχίσουν οι μετακινήσεις της αποβάθρας (μαζί και του τελωνείου). Στα τέλη του 17ου αιώνα όμως, η θέση της αποβάθρας πάνω στον κύριο άξονα προς την πόλη, στην οδό Κατούνη, φαίνεται πως είναι ακόμα αμετακίνητη, συνυφασμένη με την προστασία που της παρέχει ο Πύργος της Αποβάθρας.

09. Λεπτομέρεια φωτογραφίας Σέυς: η άκρη της Σκάλας των Ανατολικών, με τους γερανούς
μεταφόρτωσης. Ο ένας κινείται πάνω σε σιδηροδρομικούς τροχούς, προάγγελος των σύγχρονων
γερανογεφυρών. Συλλογή Γιώργου Δέλλιου, ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ

Η φωτογραφία του Σέκελυ αποτυπώνει την κατάσταση που επικρατούσε το 1863 στο παλιό προ-νεωτερικό λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Επρόκειτο για ένα λιμάνι χωρίς υποδομές, κρηπιδώματα, γερανούς ή ντοκς για την φορτο-εκφόρτωση των εμπορευμάτων. Στην πραγματικότητα απαρτιζόταν από δυο τρεις ξύλινες σκάλες, που εκτείνονταν από την αμμουδερή ακτή μέσα στη θάλασσα, ενώ πολλά πλοία περίμεναν αρόδο για να εξυπηρετηθούν. Αυτή η κατάσταση θα βελτιωθεί μετά την εισαγωγή του σιδηροδρόμου και τη δημιουργία της νέας Σκάλας των Ανατολικών (Échelle des Orientaux), η οποία φαίνεται σε πλήρη ανάπτυξη στη φωτογραφία του Σέυς (εικ. 09). Θα ακολουθήσει η κατασκευή του νέου λιμανιού (1896-1904) που θα ανατρέψει οριστικά τα παλιά δεδομένα και θα εισαγάγει τη Θεσσαλονίκη στη νεωτερική εποχή.

 

ΤΟ “ΔΕΥΤΕΡΟ” ΤΕΛΩΝΕΙΟ ΤΟΥ ΡΟΚΚΟΥ ΒΙΤΑΛΗ

Η κατεδάφιση του θαλάσσιου τείχους της Θεσσαλονίκης το 1870 και η κατασκευή της νέας προκυμαίας μέσα στα δέκα χρόνια που ακολούθησαν άλλαξαν εντελώς τη φυσιογνωμία της πόλης και πυροδότησαν τον αστικό εκσυγχρονισμό της, ο οποίος ξεκίνησε από τα νέα μέγαρα της Παραθαλάσσιας οδού για να εισχωρήσει σταδιακά και στο εσωτερικό. Ο σχεδιαστής της νέας προκυμαίας (της σημερινής Παλιάς Παραλίας) Ρόκκος Βιτάλης, εισηγήθηκε στον Σαμπρή πασά, νεοδιορισμένο τότε βαλή της Θεσσαλονίκης, την κατεδάφιση του τείχους και την εισαγωγή του σιδηροδρόμου. Το 1869 είχε εγκαινιαστεί η διώρυγα του Σουέζ, που συντόμευε κατά 7000 χιλιόμετρα τον εμπορικό δρόμο από την Ανατολή καταργώντας τον περίπλου της Αφρικής. Ο διάπλους της Μεσογείου όμως δεν μπορούσε να παρακαμφθεί: τα πλοία εξακολουθούσαν να βγαίνουν από το Γιβραλτάρ στον Ατλαντικό για να κατευθυνθούν στα μεγάλα ευρωπαϊκά λιμάνια του Λονδίνου, της Αμβέρσας, του Αμβούργου. Αποσκοπώντας σε ακόμη μεγαλύτερη μείωση του χρόνου και του κόστους των μεταφορών, η ιδέα ενός λιμανιού της Ανατολής, όπου τα εμπορεύματα θα μεταφορτώνονταν στα τραίνα και θα ακολουθούσαν την ηπειρωτική οδό προς την Κεντρική Ευρώπη, θα κέρδιζε τον ανταγωνισμό έναντι του βραδύτερου και πιο κοστοβόρου θαλάσσιου δρομολογίου – και το λιμάνι αυτό μπορούσε να είναι η Θεσσαλονίκη.

Προσχέδιο του Βιτάλη για το νέο, “δεύτερο”, Τελωνείο στα δυτικά, αποτυπώνει ένα κτήριο που το διαπερνούν δύο σιδηροδρομικές γραμμές, οι οποίες καταλήγουν σε θαλάσσιες σκάλες μπροστά στην προκυμαία: εκεί υποτίθεται πως θα γινόταν η “τράμπα” των εμπορευμάτων από τα πλοία στα τραίνα. Ο σιδηροδρομικός σταθμός όντως κατασκευάστηκε το 1872, καθώς και τα πρώτα 100 χιλιόμετρα προς βορρά, προς την πολυπόθητη ένωση με τη Βιέννη. Ωστόσο, η εξέγερση στη Βοσνία το 1875 και ο ρωσοτουρκικός πόλεμος που ακολούθησε το 1877-78, καθυστέρησαν το έργο μέχρι το 1888, ενώ και η αδυναμία ζεύξης της παλιάς κοίτης του απρόβλεπτου Δενδροποτάμου στερούσε από τον σιδηρόδρομο την άμεση πρόσβαση προς το νέο τελωνείο που σχεδίαζε ο Βιτάλης.

Σε αυτόν τον τελευταίο λόγο οφείλεται πιθανότατα η καθυστερημένη ανέγερση αυτού του “δεύτερου” Τελωνείου. Στη φωτογραφία του Σέυς, γύρω στα 1873, φαίνεται πως ενώ έχει τελειώσει η καταδάφιση του θαλάσσιου τείχους και πρέπει να έχει ξεκινήσει η κατασκευή της προκυμαίας, δεν παρατηρείται η παραμικρή δραστηριότητα προς κατεδάφιση των βυρσοδεψείων, όπου πρόκειται να ανεγερθεί το τελωνείο. Αντιθέτως, στη δεκαετία που μεσολαβεί από τη φωτογραφία του Σέκελυ (1863-1873), νέα ξύλινα κτήρια βυρσοδεψείων έχουν ανεγερθεί, καθώς και νέες πέτρινες αποθήκες πάνω στην προκυμαία. Φαίνεται πως έχει κατεδαφιστεί και η παλιά Καραντίνα, χωρίς βέβαια να έχει ανεγερθεί το νέο Υγειονομείο. Η έλλειψη λοιμοκαθαρτηρίου για κάποια ενδιάμεσα χρόνια προκαλεί απορία, ειδικά αν λάβουμε υπόψη πως η πανδημία χολέρας των ετών 1863-1879 έφτασε το 1872-73 και στη Θεσσαλονίκη[8]. Είναι βέβαια πιθανόν το λοιμοκαθαρτήριο να στεγάστηκε προσωρινά κάπου αλλού, ακόμη και στο νέο ογκώδες τριώροφο κτήριο αποθηκών, το οποίο στη φωτογραφία του Σέυς φαίνεται να έχει καταλάβει τον χώρο της παλιάς Καραντίνας.

Η πολυπόθητη σύνδεση του σιδηροδρόμου με το λιμάνι θα αργούσε να επιτευχθεί, διότι έπρεπε να κατασκευαστεί μια γέφυρα πάνω από τον Δενδροπόταμο. Ο διαβόητος χείμαρρος, καταστροφικός στις πλημμύρες του, έρρεε τότε ανάμεσα στον (παλιό) Σιδηροδρομικό Σταθμό και στο λιμάνι με όλη του την παροχή και στις εκβολές του γινόταν απρόβλεπτος, αλλάζοντας συνεχώς τη θέση της κοίτης του. Οι χάρτες δείχνουν τις διαδοχικές απόπειρες γεφύρωσής του, οι οποίες φαίνεται πως αποτύγχαναν μέχρι τουλάχιστον το 1894. Τότε μόνον, μετά την εκτροπή του Δενδροποτάμου μακριά από το λιμάνι –στη θέση που ρέει και σήμερα, κάτω από την ταυτώνυμη λεωφόρο, μπροστά από τον σταθμό των ΚΤΕΛ– και την απομάκρυνση του μεγαλύτερου όγκου των υδάτων του, κατέστη δυνατό να γεφυρωθεί η κοίτη του και να προσεγγίσει το τραίνο στο “δεύτερο” Τελωνείο. Ήταν όμως αργά. Το νέο λιμάνι βρισκόταν ήδη υπό κατασκευή και η μοίρα του τελωνείου αυτού είχε ήδη προδιαγραφεί. Ευρισκόμενο πια στο εσωτερικό της ξηράς, χωρίς άμεση πρόσβαση στη θάλασσα, επρόκειτο να εγκαταλειφθεί προς χάρη του “τρίτου”, που προγραμματιζόταν να ανεγερθεί πάνω στην κεντρική προβλήτα του νέου λιμανιού. Στην πραγματικότητα, η σιδηροδρομική γραμμή δεν θα φτάσει ποτέ στο “δεύτερο”, παρά θα το παρακάμψει και θα οδηγηθεί κατευθείαν προς το “τρίτο”, απ’ όπου και θα απλωθεί σε όλες τις προβλήτες του λιμανιού. Έτσι, στον γαλλόφωνο χάρτη του 1914 το σιδηροδρομικό δίκτυο βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη μέσα στο λιμάνι, έτοιμο, θα έλεγε κανείς, να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του Μεγάλου Πολέμου που πλησίαζε.

10. Λεπτομέρεια φωτογραφίας Σέυς: η άκρη της Σκάλας των Ανατολικών, με τους γερανούς
μεταφόρτωσης. Ο ένας κινείται πάνω σε σιδηροδρομικούς τροχούς, προάγγελος των σύγχρονων
γερανογεφυρών. Συλλογή Γιώργου Δέλλιου, ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ

Όμως, η σιδηροδρομική εταιρεία του βαρώνου Χιρς (Maurice Hirsch), μπροστά στη αδυναμία προσέγγισης του “δεύτερου” Τελωνείου, κατέφυγε σε μια δραστική λύση: κατασκεύασε τη Σκάλα των Ανατολικών, μια ισχυρότατη μεταλλική προβλήτα, πακτωμένη με πασσάλους βαθιά στη θάλασσα, με διπλή σιδηροδρομική γραμμή, γερανούς που εξυπηρετούσαν τη μεταφόρτωση των εμπορευμάτων από τα πλοία στα τραίνα και αντιστρόφως και, ακόμη, ένα μικρό φυλάκιο/τελωνείο (εικ. 10). Αυτή η σκάλα –που σε ορισμένους χάρτες ονομάζεται Βελόνα (aiguille)– είναι ήδη σχεδιασμένη από το 1873, εμφανίζεται δηλαδή ένα χρόνο μετά τη λειτουργία του σταθμού στον πρώτο από τους χάρτες των Ανατολικών (εικ. 04). Παρουσιάζεται επίσης ολοκαίνουργια στο πανόραμα του Σέυς[9], και δείχνει πώς έχουν αλλάξει τα δεδομένα με την έλευση του σιδηροδρόμου και πριν ακόμη υπάρξει οποιαδήποτε εργασία για την κατασκευή του λιμανιού. Πρέπει να υποθέσει κανείς ότι η νέα σκάλα ήταν αφιερωμένη στο εμπόριο από και προς το εσωτερικό της χώρας, ενώ οι παλιές σκάλες μπροστά από τα Λαδάδικα και το “δεύτερο” Τελωνείο εξυπηρετούσαν κυρίως την ίδια την πόλη της Θεσσαλονίκης.

Δεν είναι γνωστή η χρονολογία ανέγερσης του “δεύτερου” Τελωνείου, τοποθετείται πάντως μεταξύ 1873 και 1880. Το τελωνείο αυτό, αν και βραχύβιο, αποτέλεσε ένα μεγάλο συγκρότημα, κυρίως λόγω των εκτεταμένων αποθηκών που το συνόδευαν, οι οποίες καταλάμβαναν ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο (εικ. 10). Σώζονται πάντως φωτογραφίες του σε διάφορες κατα- σκευαστικές φάσεις. Στο αρχικό κεντρικό διώροφο κτήριο με την τετρακίονη στοά τοποθετήθηκε ένα στέγαστρο σε όλο το μήκος της όψης, καθώς και μια άτεχνη προσθήκη στον όροφο κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου, όταν το τελωνείο είχε ήδη μεταφερθεί στο “τρίτο” του κτήριο και το παλιό χρησίμευε ως αποθήκη του γαλλικού ναυτικού. Η προσθήκη αυτή αφαιρέθηκε τελικά, στη διάρκεια του μεσοπολέμου. Την επόχή του Μεγάλου Πολέμου έγινε και ο ανασχεδιασμός της χάραξης του τραμ ώστε, περνώντας μπροστά από το τελωνείο, να κατευθύνεται προς τον (παλιό) Σιδηροδρομικό Σταθμό περνώντας από μια νέα γέφυρα που κατασκευάστηκε πάνω από τον Δενδροπόταμο, δίπλα στη γνωστή γεφύρωση των Ανατολικών.

11. Απόσπασμα αεροφωτογραφίας της Στρατιάς της Ανατολής. Η περιοχή του λιμανιού στα 1916.
Διακρίνονται το “δεύτερο” και το “τρίτο” Τελωνείο και οι σιδηροδρομικές συνδέσεις.
Αλέκα Γερόλυμπου, Το χρονικό της μεγάλης πυρκαγιάς

Στα δυτικά του “δεύτερου” Τελωνείου είχε σχεδιαστεί εξαρχής και κατασκευάστηκε το νέο Υγειονομείο, η τελευταία και πιο εξελιγμένη εκδοχή καραντίνας. Στον χάρτη του 1882 προβλεπόταν να δημιουργηθεί ένας μακρόστενος κήπος, πιθανότατα ως “πίσω αυλή” του Υγειονομείου, σχέδιο όμως που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε. Φαίνεται πάντως πως, πριν από την κατασκευή του λιμανιού, ένας μικρός περιφραγμένος χώρος μπροστά από το κτήριο χρησίμευε για τον αυλισμό των “τροφίμων” του.

 

ΤΟ “ΤΡΙΤΟ” ΤΕΛΩΝΕΙΟ ΤΩΝ MODIANO-VALLAURY-HENNEBIQUE

 

H σύμβαση παραχώρησης για την κατασκευή του λιμανιού της Θεσσαλονίκης είχε υπογραφεί, ύστερα από χρόνια συζητήσεων, διαπραγματεύσεων και αλλεπάλληλων προσφορών, με τη γαλλική εταιρεία Société Ottomane de Construction du Port de Salonique του Μπαρτισόλ (Edmond Bartissol) το 1896. Οι προβλήτες αποπερατώθηκαν το 1902 και το έργο παραδόθηκε σε λειτουργία το 1904. Τότε ανανεώθηκε η σύμβαση του Μπαρτισόλ για συνέχιση των εργασιών ανέγερσης των υπόλοιπων κτηρίων, αλλά παραχωρήθηκε και η εκμετάλλευση του νέου λιμένα για 40 χρόνια στην εταιρεία του, η οποία μετονομάστηκε σε Ανώνυμη Οθωμανική Εταιρεία Εκμεταλλεύσεως Λιμένος Θεσσαλονίκης (εξαγοράστηκε τελικά από το ελληνικό Δημόσιο το 1930). Ο Μπαρτισόλ ανέλαβε, μεταξύ άλλων, να διευρύνει την προκυμαία του 1882 από τα 12 στα 20 μέτρα, να κατασκευάσει ένα σιλό σιτηρών για την εξυπηρέτηση της σερβικής Ελευθέρας Ζώνης –κυριαρχεί στις φωτογραφίες της εποχής του Μεγάλου Πολέμου, με τον εναέριο αγωγό μεταφόρτωσης που τροφοδοτούσε κατευθείαν τα πλοία– και να ανεγείρει ένα νέο, το “τρίτο” Τελωνείο (εικ. 03). Επένδυσε επίσης στην ανέγερση δύο δίδυμων πενταόροφων κτηρίων γραφείων, που πλαισίωναν την είσοδο προς το λιμάνι, στη νοητή συνέχεια της οδού Σαλαμίνος και αποτέλεσαν για χρόνια σύμβολο της εταιρείας Μπαρτισόλ. Τα κτήρια αυτά, όπως και το σιλό, καταστράφηκαν κατά τους αγγλικούς βομβαρδισμούς του λιμανιού το 1944 και κατεδαφίστηκαν, ενώ το κτήριο του Τελωνείου, βαριά τραυματισμένο κι εκείνο, επισκευάστηκε και επιβιώνει μέχρι σήμερα.

Στο νέο τελωνείο συνέπραξαν τρεις βασικοί συντελεστές: ο Γάλλο-οθωμανός αρχιτέκτονας Βαλλωρύ (Alexandre Vallaury), καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών της Κωνσταντινούπολης και σχεδιαστής των αντίστοιχων τελωνείων στη Σμύρνη (1909) και στο Σίρκετζι της Κωνσταντινούπολης (1909)[10]. Η εταιρεία Ενεμπίκ (François Hennebique), πρωτοπόρος στον σχεδιασμό κτηρίων από οπλισμένο σκυρόδεμα (béton armé), κατασκευαστής επίσης του σιλό (1912) και της διαπλάτυνσης της προκυμαίας (1906) [11]. Τέλος, ο εργολήπτης και μηχανικός Ελί Μοδιάνο, γόνος της γνωστής εβραϊκής οικογένειας από το Λιβόρνο της Ιταλίας και κατασκευαστής της κεντρικής σκεπαστής Αγοράς της Θεσσαλονίκης που φέρει το όνομά του.

Το κτήριο του Τελωνείου αναφέρεται ως το πρώτο έργο οπλισμένου σκυροδέματος στη Θεσσαλονίκη, με αντίζηλο το μέγαρο Στάιν (Stein) στην πλατεία Ελευθερίας, το οποίο ολοκληρώθηκε το 1911. Για το Τελωνείο υπάρχει διάχυτη η άποψη πως αποπερατώθηκε το 1912[12]. Παραδόθηκε όμως στην οθωμανική ή στην ελληνική διοίκηση μετά την αλλαγή κυριαρχίας στην πόλη; Την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το κτήριο στα 1913 επιβεβαιώνει μια φωτογραφία κατά τη διάρκεια του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου (Ιούνιος-Ιούλιος 1913). Πυροβόλα του ελληνικού στρατού περιμένουν να εκφορτωθούν στην προβλήτα μπροστά στο τελωνείο, από το οποίο όμως λείπουν τα κουφώματα και όλα τα εξωτερικά επιχρίσματα. Υπάρχουν ακόμη σκαλωσιές στο κτήριο και ίχνη ξυλοτύπων, καθώς όλη η εξωτερική όψη είναι κατασκευασμένη από σκυρόδεμα. Κάποια ανοίγματα έχουν κλειστεί με κιγκλιδώματα, πιθανόν για να χρησιμοποιηθούν πρόχειρα ως αποθηκευτικοί χώροι. Στην πραγματικότητα, το κτήριο παραμένει ένα “καρα-γιαπί”, αφού δεν φαίνεται να έχουν ξεκινήσει ακόμη εργασίες εγκαταστάσεων και επενδύσεων.

Το ότι το κτήριο του “τρίτου” Τελωνείο παραδόθηκε όντως ημιτελές στην ελληνική διοίκηση το 1912 διασταυρώνεται και από γραπτά τεκμήρια (ή μήπως αντίστροφα;): σε έκθεση της 5ης Ιουνίου 1913 του Γεωργίου Κοφινά, προϊσταμένου των οικονομικών υπηρεσιών της Διοικήσεως Μακεδονίας, προς τον Υπουργό Οικονομικών Αλέξανδρο Διομήδη στην Αθήνα, αναφέρεται: … ώστε, εάν το ημιτελές νέον τελωνειακόν κατάστημα της Θεσσαλονίκης κατωρθούτο να αποπερατωθεί (και τούτο δέον να ή εκ των πρωτίστων μελημάτων της Ελληνικής Διοικήσεως) (…) τούτο [το εμπόριον] όχι μόνον δεν ήθελεν υποφέρει εκ της νέας καταστάσεως [δηλ. της ελληνικής κυριαρχίας], αλλά τουναντίον ήθελεν αποδείξει, ότι λίαν ετοίμως επωφελήθη αυτής και τάχιστα επέτυχε να αναπτυχθή από εσωτερικού εις διαμετακομιστικόν εμπόριον και δη εις βαθμόν ασυγκρίτως ανώτερον του επί Τουρκίας υφισταμένου εμπορίου αυτής[13].

 Πρέπει να επισημανθεί πως η πυρκαγιά του 1917 μόλις που άγγιξε την περιοχή του λιμανιού. Οι φλόγες, προερχόμενες από βορρά και ανατολή, σταμάτησαν τελικά στα όρια των Λαδάδικων: ανατολικά στην πλατεία της Αποβάθρας, βόρεια στην οδό Φράγκων, νότια στην οδό Κουντουριώτη. Μέσα σε αυτά τα όρια όμως, κάηκε ολόκληρη η πλατεία Αποβάθρας: το κυκλικό καφενείο, το κεντρικό ταχυδρομείο και το ξενοδοχείο d’Amérique, το οποίο είχε ήδη μετονομαστεί σε ξενοδοχείο Καβάλας.

Ο Γιάννης Επαμεινώνδας
είναι Αρχιτέκτων και Διευθυντής του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης
(παράρτημα Θεσσαλονίκης).

 

 

  ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Φιρμάνια του 1748 και 1749 στο: Ιωάν. Κ. Βασδραβέλλης  (επιμ.),  Ιστορικά Αρχεία Μακεδονίας, Α. Αρχείον Θεσσαλονίκης 1695-1912, Θεσσαλονίκη, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1952.

[2] Ηλίας Πετρόπουλος, «Θεσσαλονίκη 1865», Ζυγός, τ. 46-47, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1959, 24.

[3] Μάριος-Μαρίνος Χαραλάμπους, Αλεξανδρινά ποιήματα, Θεσσαλονίκη, University Studio Press 1991, οπισθόφυλλο. Ο Χαραλάμπους φαίνεται να αγοεί την παλαιότερη δημοσίευση του Πετρόπουλου, γιατί γράφει πως παρουσιάζει τον πίνακα για πρώτη φορά.

[4] Συλλογή καρτποστάλ Άγγελου Παπαϊωάννου στο ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ.

[5] Ένθετος στο: Βασίλης Δημητριάδης, Τοπογραφία της Θεσσαλονίκης κατά την Τουρκοκρατία 1430-1912, Θεσσαλονίκη, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών 1983, Θεσσαλονίκη, Αφοί Κυριακίδη 22008.

[6] Αλέκα Καραδήμου Γερόλυμπου, Η ανάδυση της σύγχρονης Θεσσαλονίκης. Ιστορίες, πρόσωπα, τοπία, Θεσσαλονίκη, University Studio Press 2013.

[7] «…το γραφείον εισπράξεως του φόρου καφφέ της Θεσσαλονίκης κείται εν τη αγορά Μισίρ Τσαρσή πλησίον της αποβάθρας», στο Ιωάν. Κ. Βασδραβέλλης (επιμ.), Ιστορικά Αρχεία Μακεδονίας, τ. Α΄, Αρχείον Θεσσαλονίκης 1695-1912, Θεσσαλονίκη, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1952.

[8] Dhiman Barua & William B. Greenough III (edit), Cholera, New York, Springer Science + Business Media LLC 1992.

[9] ‘Οπως αυτό συμπληρώθηκε με την απόκτηση των υπολοίπων τριών φωτογραφιών που το απαρτίζουν, στο πλαίσιο της δωρεάς του Γιώργου Δέλλιου.

[10] Seda Kula Say, «Alexander Vallaury’s late works on İzmir, Thessaloniki and Eminönü customs houses», περ. Journal of the Faculty of Architecture, Middle East Technical University, 2014/2.

[11] Βίλμα Χαστάογλου-Μαρτινίδη, «Η δραστηριότητα του γραφείου Béton Armé Hennebique στο λιμάνι και την πολη της Θεσσαλονίκης, 1903-1913», academia.edu. 37822541.

[12] L. Q., «Les nouvelles Douanes de Salonique», περ. Le Béton Armé, No 179, Avril 1913, 49-51.

[13] Απόσπασμα από το: Γ. Ν. Κοφινάς, Τα οικονομικά της Μακεδονίας, Αθήναι 1914, στο: Ευάγγελος Χεκίμογλου, Κοφινάς προς Διομήδη. Δοκίμια και τεκμήρια για την οικονομική ιστορία της Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 1989, 87.

 

Δέσποινα Δελίδου: Επιχείρηση “Market-Garden”. Η πανωλεθρία των Συμμάχων λίγο πριν από τη λήξη του πολέμου.

Δέσποινα Δελίδου

 

Επιχείρηση “Market-Garden”.

Η πανωλεθρία των Συμμάχων λίγο πριν από τη λήξη του πολέμου.

 

Η κατάσταση τον Σεπτέμβριο του 1944

Στα τέλη Αυγούστου του 1944 η κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στο Δυτικό Μέτωπο ευνοούσε τους Συμμάχους. Με την επιθετικότητά τους ενισχυμένη ύστερα από την επικράτηση στη μάχη της Νορμανδίας, αποφάσισαν να απωθήσουν τους Γερμανούς προς τα ανατολικά με σκοπό να καταφέρουν το τελειωτικό χτύπημα μέσα στην καρδιά της πατρίδας τους, στο Ρουρ, μια από τις πιο ζωτικές βιομηχανικές περιοχές του Τρίτου Ράιχ. Εάν κυριευόταν το Ρουρ, ο Χίτλερ δε θα μπορούσε να συντηρήσει τον πόλεμο. 1 Σε όλα τα συμμαχικά κράτη επικρατούσε η άποψη ότι ο γερμανικός στρατός στη Δύση βρισκόταν στα πρόθυρα της διάλυσης και ότι οι Γερμανοί, πιεζόμενοι και από τους Ρώσους στο Ανατολικό Μέτωπο, θα κατέρρεαν σε μερικές εβδομάδες. 2 Μέχρι τα Χριστούγεννα ο πόλεμος θα είχε τελειώσει.

Επηρεασμένος από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ο στρατηγός Μοντγκόμερυ πρότεινε ένα σχέδιο με το όνομα «Επιχείρηση Κομήτης». Σύμφωνα με αυτό, αν οι Συμμαχικές δυνάμεις κατάφερναν να διαβούν τον Κάτω Ρήνο στη βόρεια Ολλανδία, κοντά στα σύνορα με τη Γερμανία, η Βρετανική 2η Στρατιά θα είχε τη δυνατότητα να φτάσει πίσω από την γερμανική αμυντική γραμμή Ζίγκφριντ και να επιτεθεί στο Ρουρ, ανοίγοντας τον δρόμο για το Βερολίνο. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελούσε η ρίψη αεραποβατικών δυνάμεων στο Άρνεμ για την κατάληψη της ομώνυμης γέφυρας. Η επιχείρηση έλαβε την έγκριση του Ανώτατου Συμμαχικού Διοικητή, Στρατηγού Ντουάιτ Αϊζενχάουερ και προγραμματίστηκε για τις 7 Σεπτεμβρίου. Εξαιτίας όμως της επιδείνωσης του καιρού, που δεν επέτρεπε αεραποβατικές επιχειρήσεις, αναβλήθηκε με σκοπό να πραγματοποιηθεί την επόμενη ημέρα. 3 Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο η συμμαχική προέλαση στο Δυτικό Μέτωπο σταμάτησε. Αμφότεροι οι διοικητές Μοντγκόμερυ και Πάττον βρέθηκαν αντιμέτωποι με την έλλειψη εφοδίων και καυσίμων, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη αντίσταση του εχθρού. 4 Κατά συνέπεια, η «επιχείρηση Κομήτης» ακυρώθηκε, η ιδέα όμως μιας παρόμοιας αεραποβατικής επίθεσης διατηρήθηκε στο μυαλό του στρατάρχη.

Εν τω μεταξύ, το βράδυ της 8ης Σεπτεμβρίου έγινε ρίψη δύο βαλλιστικών πυραύλων V-2 των Γερμανών εναντίον του Λονδίνου, οι οποίοι όμως αστόχησαν και έπληξαν την περιοχή του Έσσεξ, 5 προκαλώντας τρόμο στους κατοίκους και ανησυχία στη βρετανική κυβέρνηση. Τότε ο Τσώρτσιλ με επιτακτικό τρόπο απαίτησε την άμεση εξουδετέρωση των βάσεων του εχθρού, που βρίσκονταν στη Χάγη.

Στις 10 Σεπτεμβρίου, ο Μοντγκόμερυ επισκέφθηκε τον Αϊζενχάουερ με ένα νέο, τολμηρό σχέδιο με σκοπό να επιταχύνει την προέλαση στο Ρουρ. Η πρότασή του ήταν να εισβάλλει στην Γερμανία μέσω της Ολλανδίας με μια ισχυρή μετωπική επίθεση προς Άρνεμ. Πίστευε πως από το Άρνεμ δε θα ήταν δύσκολο να υπερκερκεραστεί το πλευρό των συνοριακών αμυντικών έργων των Γερμανών. 6 Υπήρχε, ωστόσο, κατά μήκος αυτής της διαδρομής το εμπόδιο των πολλών ποταμών, μερικοί από τους οποίους ήταν οι μεγαλύτεροι στην Ευρώπη. Προκειμένου το πρόβλημα να καταστεί προσπελάσιμο, ο Μοντγκόμερυ επανήλθε στο προηγούμενο σχέδιό του, συνιστώντας την ρίψη αεραποβατικών δυνάμεων στο ανατολικό τμήμα της κατεχόμενης Ολλανδίας και την κατάληψη οκτώ γεφυρών κατά μήκος του κυρίου οδικού άξονα μεταξύ Αϊντχόβεν και Άρνεμ. Σκοπός ήταν η δημιουργία ενός «διαδρόμου» μήκους εκατό τριών χιλιομέτρων, που θα απλωνόταν σαν χαλί υπό τον έλεγχο των αλεξιπτωτιστών, έως ότου φτάσουν οι χερσαίες δυνάμεις της Βρετανικής 2ης Στρατιάς που στρατοπέδευαν στα σύνορα Βελγίου – Ολλανδίας. 7

Άλλωστε, η κατάσταση για τους Συμμάχους, παρά τις προηγούμενες επιτυχίες τους, είχε διαφοροποιηθεί. Οι άξονες ανεφοδιασμού είχαν επιμηκυνθεί υπερβολικά αγγίζοντας τα πεντακόσια, περίπου, χιλιόμετρα, καθώς όλα τα εφόδια μεταφέρονταν ακόμη από την Νορμανδία, κυρίως από το Χερβούργο, τη Χάβρη και από ορισμένα άλλα απομακρυσμένα λιμάνια του Ατλαντικού. 8 Το σημαντικότερο, όμως, πρόβλημα ήταν ότι κατά μήκος του άξονα προέλασης του 30ου   Σώματος του στρατηγού Μπράιαν Χόρροκς, που έφερε την ευθύνη για την κύρια επιθετική προσπάθεια, υπήρχαν επτά σοβαρά υδάτινα κωλύματα. Η διάβαση των κωλυμάτων αυτών με πλωτά μέσα γεφυροσκευής ήταν και δαπανηρή και χρονοβόρα. Ο χρόνος πίεζε, καθότι οι βάσεις των πυραύλων V-2 έπρεπε να τεθούν εκτός λειτουργίας όσο το δυνατό πιο σύντομα. Συνεπώς, η μόνη λύση για να προχωρήσουν γρήγορα οι δυνάμεις του βρετανικού 30ου Σώματος ήταν η υποχρεωτική χρησιμοποίηση της δημόσιας οδού Αϊντχόβεν – Άρνεμ, το μοναδικό, δηλαδή, δρομολόγιο που θα εξυπηρετούσε τον άξονα προέλασής τους.

Οι χάρτες απεικονίζουν τη διαδρομή που έπρεπε να διανύσει το 30ο Σώμα του Μπράιαν Χόρροκς ώστε να φτάσει στο Άρνεμ. Στον κάτω χάρτη είναι εμφανή τα εμβλήματα των Συμμαχικών δυνάμεων και η περιοχή δράσης τους.

Παρόλο που δεν πείστηκε απόλυτα για την ορθότητα του σχεδίου του Μοντγκόμερυ και παρά τις αντιρρήσεις του στρατηγού Ομάρ Μπράντλεϋ, διοικητή του Β΄ Σώματος Στρατού ο οποίος δεν ανεχόταν τους Βρετανούς σε πρώτο ρόλο, ο Αϊζενχάουερ έδωσε την συγκατάθεσή του για την πραγματοποίηση του σχεδίου. Με τον άσπονδο εχθρό του, τον Πάττον, εγκλωβισμένο στο Μετς της ανατολικής Γαλλίας, ο Μοντγκόμερυ άρχισε να σχεδιάζει την επίθεση, η έναρξη της οποίας ορίστηκε για τις 17 Σεπτεμβρίου και έλαβε το κωδικό όνομα «επιχείρηση Market Garden».

«Market» ονομάστηκε το αεραποβατικό σκέλος της, το οποίο ανέλαβε να εκτελέσει το βρετανικό 1ο αεραποβατικό σώμα του Στρατηγού Μπράουνινγκ με τρεις αερομεταφερόμενες Μεραρχίες, τις αμερικανικές 82η και 101η και την 1η βρετανική, μία πολωνική ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών και μία αεροπροσγειούμενη Μεραρχία, την 52η βρετανική. «Garden» ονομάστηκε η χερσαία επίθεση του πεζικού και των αρμάτων, που αφορούσε τη φάλαγγα των βρετανικών τανκς του 30ου σώματος  με κατεύθυνση προς τον βορρά, κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου 69, αποκαλούμενου και «αυτοκινητόδρομου της κόλασης» από τους Αμερικανούς, υπό τη διοίκηση του Στρατηγού Μπράιαν Χόρροκς. Αυτός ο δρόμος βρισκόταν ένα μέτρο πάνω από το έδαφος, γεγονός που σήμαινε ότι οτιδήποτε κινούνταν επάνω του θα αποτελούσε ιδανικό στόχο στόχο για το πυροβολικό των  αμυνομένων Γερμανών.

  Το σχέδιο

Οι γέφυρες του Άρνεμ, μια οδική, μια σιδηροδρομική και ένα πορθμείο, βρίσκονταν στο βορειότερο σημείο της ζώνης ενεργείας του Βρετανικού 30ού Σώματος Στρατού.  Το αρχικό σχέδιο του Μοντγκόμερυ προέβλεπε την παρακάτω ακολουθία ενεργειών. Σε πρώτη φάση η Βρετανική 1η αεραποβατική μεραρχία με διοικητή τον υποστράτηγο Ρόμπερτ Έρκαρτ, συνεπικουρούμενη από ένα σύνταγμα ανεμοπτέρων και από την ανεξάρτητη πολωνική 1η ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών του Στάνισλαβ Σοσαμπόβσκι, θα αναλάμβανε την κατάληψη των γεφυρών και της πόλης του Άρνεμ που βρισκόταν 97 χιλιόμετρα πίσω από τις εχθρικές γραμμές, εγκαθιδρύοντας ένα αεροπρογεφύρωμα στην περιοχή. Σε δεύτερη φάση έπρεπε να προετοιμάσει διαδρόμους, για να προσγειωθεί η Βρετανική 52η Αεροπροσγειούμενη Μεραρχία. Σκοπός αυτής της Μεραρχίας μετά την προσγείωσή της θα ήταν να εξασφαλίσει ευνοϊκές συνθήκες για την εξαπόλυση της επίθεσης μέσα στο γερμανικό έδαφος.

Ο στρατηγός Ρόμπερτ Έρκαρτ (αριστερά) και ο κινηματογραφικός σωσίας του, Σων Κόνερι, στη ταινία A Bridge too Far.

Ταυτόχρονα, η Αμερικανική 82η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία του στρατηγού Τζέημς Γκάβιν, θα προσγειωνόταν νότια του Άρνεμ, κοντά στο Ναϊμέγκεν, για να δημιουργήσει και αυτή ένα αεροπρογεφύρωμα, αφού βέβαια πρώτα θα κατελάμβανε τις γέφυρες – κλειδιά στη δημόσια οδό βόρεια του Γκράβ προς Ναϊμέγκεν και πέρα απ’ αυτό. Νοτιότερα και κοντά στο Αϊντχόβεν θα προσγειωνόταν η Αμερικανική 101η αεραποβατική Μεραρχία του στρατηγού Μάξουελ Τέιλορ, με αποστολή να εξασφαλίσει τις βασικές γέφυρες στα κανάλια της Βιλελμίνης και του Γουλιέλμου, στους ποταμούς Μάας, Βάαλ και Ρήνο, καθώς και στους παραποτάμους τους. Αν εξασφαλίζονταν άθικτες οι γέφυρες αυτές, θα άνοιγε πλέον ο δρόμος για να προελάσει το 30ο σώμα του Χόρροκς προς το Άρνεμ.

Οι στρατηγοί Χόρροκς (αριστερά) και  Μοντγκόμερυ (στο μέσο) εξετάζουν το σχέδιο της επιχείρησης με τον πρίγκηπα Βερνάρδο της Ολλανδίας, στο Βέλγιο, στις 8 Σεπτεμβρίου 1944.

Λόγω της μεγάλης κλίμακας αεραπόβασης σε τρεις διαφορετικές περιοχές, εκτελούμενης από τρεις αντίστοιχα μεραρχίες, τα διαθέσιμα αεροπορικά μεταφορικά μέσα δεν ήταν επαρκή, ώστε να καλυφθεί η μεταφορά 45.000  ανδρών με ένα και μοναδικό δρομολόγιο. Για μια επιτυχή κατάληψη των γεφυρών του Άρνεμ και της ίδιας της πόλης, η 1η αεραποβατική Μεραρχία του Έρκαρτ έπρεπε να χρησιμοποιήσει το σύνολο του δυναμικού της κατά την πρώτη ημέρα. Η ανάγκη όμως αυτή προσέκρουε στην έντονη έλλειψη μεταφορικών αεροσκαφών. Τα 519 αεροσκάφη, που διατέθηκαν στη Μεραρχία, μπορούσαν να μεταφέρουν με μια διαδρομή στο πεδίο της μάχης μόνο δύο ταξιαρχίες, στην ουσία, δηλαδή, δύο συντάγματα, τη στιγμή που οι 82η και 101η αμερικανικές αερομεταφερόμενες Μεραρχίες θα διέθεταν τρία συντάγματα, υποστηριζόμενα από την επόμενη κιόλας ημέρα από αντίστοιχα τάγματα πυροβολικού άμεσης υποστήριξης, σε έναν λίγότερο, συγκριτικά, νευραλγικό τομέα. Αν, μάλιστα, ληφθεί υπόψη ότι από τις δύο ταξιαρχίες των Βρετανών, η μία θα χρησιμοποιούνταν για να εξασφαλίσει τις ζώνες ρίψεων και προσγειώσεων των ενισχύσεων που θα έφθαναν την επόμενη ημέρα, τότε η ευθύνη για την κατάληψη των γεφυρών και του Άρνεμ θα έπεφτε εξολοκλήρου στην άλλη. Σε κάθε περίπτωση η σχεδίαση έπρεπε να ολοκληρωθεί, γι’ αυτό το επιτελείο της Μεραρχίας αποφάσισε να κλιμακώσει την αερομεταφορά των μονάδων της σε τρεις διαδοχικές ημέρες, εκτελώντας ένα δρομολόγιο ανά ημέρα.

Χάρτες ρίψεων – προσγειώσεων στο Άρνεμ. Με την μπλε γραμμή απεικονίζεται η γραμμή του αεροπρογεφυρώματος που καλούνταν να υπερασπιστούν οι Βρετανοί αλεξιπτωτιστές, μέχρι να συνενωθούν με τις προελαύνουσες χερσαίες δυνάμεις τους.

Κατά συνέπεια, το σχέδιο επιχειρήσεων διαμορφώθηκε ως εξής. 9 Την πρώτη ημέρα θα πραγματοποιούνταν ρίψη με αλεξίπτωτα της 1ης ταξιαρχίας αλεξιπτωτιστών του Λάθμπουρυ και προσγείωση με ανεμοπλάνα της 1ης αερομεταφερόμενης ταξιαρχίας του Χικς, μαζί με μια μοίρα πυροβολικού, ένα λόχο μηχανικού, ένα λόχο υγειονομικού και διοικητικής μέριμνας. Μαζί τους θα προσγειωνόταν και το τακτικό στρατηγείο της Μεραρχίας. Η προσγείωση των αερομεταφερόμενων στρατευμάτων θα γινόταν 7 μίλια δυτικά του Άρνεμ, με σκοπό να εξασφαλισθούν οι υπόλοιπες σχεδιασθείσες ζώνες ρίψης και ζώνες προσγείωσης για τις επόμενες ημέρες. 

 Η 1η ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών με τα τρία τάγματά της και ενισχυμένη με τη μεραρχιακή μονάδα αναγνώρισης θα προσγειωνόταν επίσης και το κάθε τάγμα θα ακολουθούσε δικό του δρομολόγιο για να καταλάβει τις γέφυρες του Άρνεμ. Το πρώτο θα προχωρούσε βόρεια της σιδηροδρομικής γραμμής και θα καταλάμβανε τα υψώματα βόρεια και βορειοδυτικά της πόλης. Μπροστά από αυτό θα προπορευόταν εποχούμενη διμοιρία αναγνώρισης. Το δεύτερο, κινούμενο παράλληλα με την κοίτη του ποταμού, θα έμπαινε στην πόλη, θα απέκοπτε τον κεντρικό δρόμο προς την οδική γέφυρα και θα εξασφάλιζε την σιδηροδρομική γραμμή και το πορθμείο που βρισκόταν ανάμεσά τους. Αυτό το τάγμα με διοικητή τον αντισυνταγματάρχη Τζων Φροστ, επωμίστηκε τελικά το μεγαλύτερο βάρος της μάχης. Το τρίτο τάγμα, θα έμπαινε στο Άρνεμ, θα βοηθούσε στην κατάληψη της οδικής γέφυρας σε συνεργασία με το δεύτερο και θα λάμβανε αμυντική διάταξη, δημιουργώντας ένα προγεφύρωμα ανατολικά της πόλης.

Σε ό,τι αφορά τις αμερικανικές δυνάμεις, η 82η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία θα εξασφάλιζε το κεντρικό τμήμα γύρω από το Ναϊμέγκεν. Ο Διοικητής της, υποστράτηγος Γκάβιν, ήταν αποφασισμένος να αποτρέψει το διασκορπισμό των αντρών του. Ως εκ τούτου, επέμενε στο να επιλεγούν οι ζώνες ρίψεων των μονάδων του όχι μόνο όσο το δυνατόν πλησιέστρα στους στόχους, αλλά και σε μικρή απόσταση η μια από την άλλη. Κατά τη σχεδίαση έδωσε προτεραιότητα στην κατάληψη του υψώματος Γκρόσμπικ και στις γέφυρες κοντά στο Γκράβ και στο μικρό κανάλι που συνέδεε τους ποταμούς Μάας και Βάαλ. Εκεί ανέμενε ισχυρή και άμεση εχθρική αντεπίθεση από την κατεύθυνση του Ράιχσβαλντ, ενός πυκνού δάσους μέσα στη γερμανική μεθόριο, όπου πιθανώς θα είχαν συγκεντρωθεί γερμανικά στρατεύματα. Για την κατάληψη των γεφυρών στο Ναϊμέγκεν, μιας οδικής και μιας σιδηροδρομικής, δόθηκε δεύτερη προτεραιότητα, με το σκεπτικό ότι η κατάληψή τους εκ των προτέρων δε θα είχε αξία, αν δεν είχαν εξασφαλιστεί οι γέφυρες στο Γκράβ και στο μικρό κανάλι Μάας – Βάαλ. 

Η ζώνη ρίψης της 101ης  Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας ορίστηκε κοντά στο Αϊντχόβεν, στη νότια άκρη του διαδρόμου. Το πρόβλημα της διασποράς των μονάδων του κατά τη ρίψη απασχολούσε και τον διοικητή της, υποστράτηγο Tέιλορ. Γι’ αυτό και επέλεξε δύο μόνο ζώνες κοντά στους αντικειμενικούς του στόχους, τη μία προς τα βόρεια για το 501 Σύνταγμα, που ήταν επιφορτισμένο με την εξασφάλιση των γεφυρών γύρω από το χωριό Βέγκελ, και τη δεύτερη νοτιότερα, ανάμεσα στα χωριά Σαιν Οντενρόντε  και Σον για τα 502 και 506 συντάγματα, τα οποία έπρεπε να εξασφαλίσουν τις γέφυρες νότια του Βέγκελ και την πόλη του Αϊντχόβεν.

Το έργο ήταν δύσκολο και για τις δύο αεραποβατικές μεραρχίες των Αμερικανών, γιατί τα συντάγματα έπρεπε να κινηθούν προς τους στόχους τους μέσα από πεδινά εδάφη, χωρίς επαρκή μεταφορικά οχήματα και κυρίως χωρίς αντιαρματικά όπλα. Λίγα γερμανικά άρματα τοποθετημένα σε κατάλληλες θέσεις θα μπορούσαν να τα αναχαιτίσουν και να πετύχουν την ανατροπή των επιχειρησιακών τους σχεδίων.

Τη δεύτερη ημέρα, στον τομέα του Άρνεμ, η 4η ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών θα επιχειρούσε ρίψη ένα μίλι δυτικά της πόλης. Τα τάγματά της θα ενίσχυαν και θα εξασφάλιζαν το αεροπρογεφύρωμα βόρεια και βορειοδυτικά. Μαζί με αυτήν την ταξιαρχία θα προσγειώνονταν με ανεμοπλάνα μονάδα πυροβολικού και τα β’ κλιμάκια της 1ης αερομεταφερόμενης ταξιαρχίας.

Την τρίτη ημέρα, η 1η πολωνική ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών θα έκανε ρίψη νότια του ποταμού και, καλύπτοντας την οδική γέφυρα, θα εξασφάλιζε το αεροπρογεφύρωμα ανατολικά του Άρνεμ για ενίσχυση του αγώνα της 1ης Tαξιαρχίας αλεξιπτωτιστών των Βρετανών, αφού πρώτα θα συνενωνόταν με την πυροβολαρχία της. Μετά την ολοκλήρωση των ρίψεων και των προσγειώσεων η 1η αερομεταφερόμενη ταξιαρχία, που μέχρι τότε ασφάλιζε τις ζώνες ρίψης και προσγείωσης, θα αναδιπλωνόταν και θα εξασφάλιζε το δυτικό πλευρό του αεροπρογεφυρώματος, ενώ η 1η ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών θα αναδιατασσόταν για να καλύψει τη νότια πλευρά του αεροπρογεφυρώματος.

Την τέταρτη και πέμπτη ημέρα θα πραγματοποιούνταν εκτέλεση συνένωσης με τα προελαύνοντα τμήματα του βρετανικού 30ου Σώματος στρατού. Στη συνέχεια η μεραρχία θα αποτελούσε ακολουθούσα δύναμη  του παραπάνω σώματος, ενώ καθημερινά θα ανεφοδιαζόταν από αέρος με ρίψη εφοδίων και υλικών.

Λόγω της ανησυχίας των αεροπόρων της ΡΑΦ για ύπαρξη αντιαεροπορικών πυροβολαρχιών στην περιοχή αλλά και για να αποφύγουν το έδαφος γύρω από τις γέφυρες του Άρνεμ που ήταν ακατάλληλο για προσγειώσεις ανεμοπτέρων, παραβλέφθηκε ο πρώτος κανόνας κάθε αεραποβατικής επιχείρησης, «πέσε κοντά στον στόχο, για να εξασφαλίσεις αιφνιδιασμό» 10 και όλες οι ζώνες ρίψης και προσγείωσης σχεδιάστηκαν μακριά από τις γέφυρες σε αποστάσεις πάνω από 13 χιλιόμετρα, ειδικά εκείνες της 1ης ημέρας. Επίσης, η ανάγκη εξασφάλισης ζωνών ρίψης εφοδίων για τα στρατεύματα οδήγησε τους επιτελείς στην σχεδίαση αεροπρογεφυρώματος, η περίμετρος του οποίου έφτανε τα 29 χιλιόμετρα και περιέκλειε όλη την πόλη του Άρνεμ.

Ο αντιστράτηγος Φρέντερικ Μπράουνινγκ,
υποδιοικητής της 1ης Συμμαχικής Αεραποβατικής Στρατιάς.

Κύριος σκοπός του Μοντγκόμερυ ήταν η κατάληψη της μεγάλης οδικής γέφυρας του Κάτω Ρήνου στο Άρνεμ και ανατέθηκε στην 1η Αεραποβατική Μεραρχία και στους Πολωνούς, υπό τον υποστράτηγο Έρκαρτ. Οι «Κόκκινοι Διάβολοί» του θα έπρεπε να αντέξουν μέχρι την άφιξη της 2ης Στρατιάς και σε περίπτωση μη ευόδωσης του σχεδίου θα έπρεπε να επωμιστούν εκείνοι όλο το βάρος. Παρά τις αναφορές της Ολλανδικής Αντίστασης σχετικά με την ύπαρξη γερμανικών τεθωρακισμένων μονάδων κοντά στο Άρνεμ, οι οποίες επιβεβαιώνονταν και από αεροφωτογραφίες της ΡΑΦ, η ενημέρωση που έγινε στους άντρες της 1ης Αεραποβατικής τους προετοίμασε για ασθενή αντίσταση από τμήματα δεύτερης κατηγορίας. Πριν την συγκέντρωση των μονάδων για την επιχείρηση οι ανώτατοι διοικητές εξέφρασαν αμφιβολίες. Στην τελευταία σύσκεψη πριν την έναρξη της επίθεσης ο αντιστράτηγος Φρέντερικ Μπράουνινγκ, υποδιοικητής της 1ης Συμμαχικής Αεραποβατικής Στρατιάς, υπήρξε επιφυλακτικός ως προς τις δυνατότητες πλήρους εφαρμογής του σχεδίου. Ο Μπράουνινγκ θέλησε να μάθει σε πόσες ημέρες θα έφτανε η Βρετανική 2η Στρατιά, ώστε να αντικαταστήσει τους αλεξιπτωτιστές που θα έπεφταν πίσω από τις γραμμές του εχθρού. Όταν ο Μοντγκόμερυ του απάντησε με αυτοπεποίθηση ότι θα έφτανε σε δύο ημέρες, εκείνος, μελετώντας έναν χάρτη της περιοχής, φέρεται να είπε τα εξής: «Όμως, κύριε, νομίζω ότι μπορεί να πηγαίνουμε μια γέφυρα πολύ πιο μακριά» (A bridge too far), λόγια που μια εβδομάδα αργότερα επαληθεύτηκαν με τον χειρότερο τρόπο. 11

Η κατάσταση υπό την οπτική του Άξονα

Μετά τα διαδοχικά και ισχυρά χτυπήματα που δέχθηκαν τους δύο προηγούμενους μήνες, οι γερμανικές δυνάμεις είχαν αναμφίβολα εξαντληθεί και το ηθικό τους είχε πληγεί. Ο κύριος όγκος τους στη Δύση είχε ριχτεί στη μάχη της Νορμανδίας και με διαταγή του Χίτλερ διατηρήθηκε εκεί ώσπου κατέρρευσαν και ένα μεγάλο μέρος τους παγιδεύτηκε. Η άμυνα της Βέρμαχτ είχε αποσυντεθεί, οι μονάδες βρίσκονταν σε χαμηλά ποσοστά επάνδρωσης και στερούνταν των αναγκαίων υλικών και πυρομαχικών, ενώ η Λουφτβάφε ήταν επίσης φανερά αποδυναμωμένη.  Οι δύο τελευταίες εβδομάδες του Αυγούστου και οι πρώτες του Σεπτεμβρίου είναι γνωστές στους Γερμανούς διοικητές ως «το Κενό». Στις 4 Σεπτεμβρίου ο στρατάρχης Μόντελ προειδοποίησε τον Χίτλερ ότι αν δεν είχε στη διάθεσή του μέχρι τις 15 του μηνός δέκα μεραρχίες πεζικού και πέντε ή έξι μηχανοκίνητες, η πόρτα για την βορειοδυτική Ευρώπη θα ήταν πλέον ανοιχτή στον εχθρό. Η αντίδραση του Φύρερ από το στρατηγείο του στο Ανατολικό Μέτωπο υπήρξε άμεση. Την ίδια ημέρα διέταξε τον Στρατηγό Στούντεντ, επικεφαλής των αλεξιπτωτιστών που βρισκόταν στο Βερολίνο, να αναλάβει τη διοίκηση της δεξιάς πτέρυγας του Δυτικού Μετώπου στη Διώρυγα του Αλβέρτου, με την ευθύνη να καλύψει το κενό από την Αμβέρσα μέχρι το Μάαστριχ και να σχηματίσει μια γραμμή άμυνας κατά μήκος του, με όσα στρατεύματα μπορούσε να συγκεντρώσει από την Ολλανδία. Επίσης, να κατευθύνει προς τα εκεί τις μονάδες αλεξιπτωτιστών που εκπαιδεύονταν σε διάφορα μέρη της Γερμανίας, ενώνοντάς τες υπό τον τίτλο της «Πρώτης Στρατιάς Αλεξιπτωτιστών», ενέργειες όμως που δεν απέδωσαν σημαντικά σε ανθρώπινο δυναμικό ή σε οπλισμό. 

Ωστόσο η δεκαπενθήμερη απραξία των Συμμάχων από τις 4 έως 17 Σεπτεμβρίου, έδωσε τη δυνατότητα στην γερμανική πολεμική μηχανή να ανασυνταχθεί και να ισχυροποιήσει τη θέση της. Δημιουργήθηκαν νέες μονάδες, συγκροτήθηκαν εφεδρείες, οργανώθηκαν αμυντικές τοποθεσίες και αποκαταστάθηκε πλήρως ο έλεγχος και η διοίκηση στο πεδίο της μάχης. Ο Στρατάρχης Βάλτερ Μόντελ, Διοικητής της Β΄ ομάδας στρατιών, εγκατέστησε το στρατηγείο του στο ξενοδοχείο Τάφελμπεργκ στο Άρνεμ σαράντα οχτώ ώρες πριν αρχίσει η αεραπόβαση.

Στην ίδια περιοχή είχε συμπτυχθεί από τη Νορμανδία και το 2ο μηχανοκίνητο σώμα των Ες – Ες με τις δύο μηχανοκίνητες Μεραρχίες του, την 9η και 10η, για αναδιοργάνωση και επανεξοπλισμό. Οι μετακινήσεις αυτές των γερμανικών μονάδων ήταν γνωστές στους Συμμάχους από μια σειρά αποκωδικοποιημένων σημάτων, αλλά δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι οι Γερμανοί θα πρόβαλλαν σθεναρή αντίσταση στη Νότια Ολλανδία με μονάδες αποδιοργανωμένες και απογυμνωμένες, όπως πίστευαν,  από άρματα και τεθωρακισμένα οχήματα. Θεωρούσαν πιθανότερη την υποχώρηση πέρα από τον Ρήνο με την έναρξη της Συμμαχικής επίθεσης.

 Η έναρξη των επιχειρήσεων

Το κυριακάτικο πρωινό της 17ης Σεπτεμβρίου 1944 άρχισε στη νότια Ολλανδία με μια ελαφριά ομίχλη, που γρήγορα διαλύθηκε και ακολούθησε μια ωραία όψιμη καλοκαιρινή ημέρα. Στις 09:00π.μ. βρετανικά αεροσκάφη βομβάρδισαν έναν στόχο στο Άρνεμ. Ακολούθησαν αμερικανικά βομβαρδιστικά που έπληξαν άλλους στόχους, μεταξύ των οποίων και το αεροδρόμιο στο Deelen.  Στις 10:00π.μ. της ίδιας ημέρας ο εναέριος χώρος πάνω από τη νοτιοανατολική Αγγλία σειόταν από το τρομερό βουητό των μηχανών των αεροσκαφών. Από είκοσι τέσσερα αεροδρόμια απογειώθηκαν χίλια πεντακόσια πενήντα μεταφορικά αεροσκάφη και πεντακόσια ανεμόπτερα, που μετέφεραν τους άντρες και τα μέσα υποστήριξης μάχης των τριών αεραποβατικών μεραρχιών των Συμμάχων. Πάνω από τις αγγλικές ακτές συγκρότησαν μια τεράστια αρμάδα με τον αεροπορικό στόλο των βρετανικών και αμερικανικών αεροπλάνων και σε στενούς σχηματισμούς κατευθύνθηκαν ανατολικά προς την Ολλανδία. Η πτήση των δύο εναέριων φαλαγγών μέχρι τις ολλανδικές ακτές ήταν γενικά απρόσκοπτη και αρχικά συνάντησαν μικρή αντίσταση. Μέχρι τις 14:00μμ όλα τα αεραποβατικά στρατεύματα των Συμμάχων του πρώτου κύματος είχαν προσγειωθεί στο ολλανδικό έδαφος, αποτελώντας ένα επιβλητικό σύνολο από 19.400 άντρες.

Η ρίψη του πρώτου κύματος των αλεξιπτωτιστών στα περίχωρα του Άρνεμ.

 

Με την έναρξη της επιχείρησης ακολούθησε σφοδρός βομβαρδισμός των γερμανικών θέσεων κατά μήκος της ζώνης της «Market Garden» και μπροστά από το μέτωπο του 30ου Σώματος, το οποίο με την προσγείωση των πρώτων αεραποβατικών στρατευμάτων πραγματοποίησε αρχικά σημαντική πρόοδο στην προέλασή του. Γρήγορα, όμως, συνάντησε και αυτό σοβαρότερη αντίσταση από όση ανέμενε εκ μέρους των Γερμανών και υποχρεώθηκε σύντομα σε μια βραδεία πορεία πάνω στη στενή και ευπρόσβλητη οδό προς Αϊντχόβεν, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να διατηρήσει τον ρυθμό προέλασης που προέβλεπε το χρονοδιάγραμμα του σχεδίου. Επιπλέον, οι ηλικιωμένοι και τα παιδιά που η Συμμαχική Υπηρεσία Πληροφοριών πίστευε ότι υπερασπίζονταν το Άρνεμ, αποδείχτηκε ότι ήταν δύο εμπειροπόλεμες μεραρχίες Ες – Ες Πάντσερ και ένα τάγμα Πάντσερ Γρεναδιέρων, εφοδιασμένο με πολλαπλούς πειραματικούς πυραυλοκίνητους όλμους. 12 

Συντριβή αεροσκάφους στο έδαφος.

Η 1η Αερομεταφερόμενη Ταξιαρχία απέκρουσε την γερμανική επίθεση και οι προσγειώσεις των ανεμοπτέρων ήταν σε γενικές γραμμές επιτυχημένες, αν και σημειώθηκαν κάποια ατυχήματα. Στο μεταξύ τα τρία τάγματα της 1ης Ταξιαρχίας Αλεξιπτωτιστών ξεκίνησαν για τη γέφυρα, ακολουθώντας το καθένα το καθορισμένο σύμφωνα με το σχέδιο δρομολόγιό του. Η πορεία τους όμως επιβραδύνθηκε από πλήθη ενθουσιασμένων Ολλανδών, αντίδραση που οι Ολλανδοί πλήρωσαν, καθώς μετά την συμμαχική ήττα οι Γερμανοί εκτόπισαν όλο τον πληθυσμό και ανακήρυξαν την πόλη στρατιωτική περιοχή. Επιπλέον, καθώς τα τάγματα κινήθηκαν σε δασωμένες και κατοικημένες περιοχές διαπιστώθηκε ότι οι ασύρματοί τους έπαψαν να λειτουργούν, ένα σοβαρό πρόβλημα που θα επιδρούσε σημαντικά στη διεξαγωγή και τελική έκβαση της μάχης. Το 1ο και το 3ο τάγμα που κινούνταν από κύριους δρόμους, στον βορρά και στο κέντρο αντίστοιχα, σύντομα εμποδίστηκαν από εχθρικά πυρά. Αντίθετα, ο αντισυνταγματάρχης Τζον Φροστ και το 2ο τάγμα του  προχώρησαν γρήγορα στον νότο χρησιμοποιώντας δευτερεύουσες οδούς κατά μήκος του ποταμού Ρήνου και κατέλαβαν τη βόρεια πλευρά της οδικής γέφυρας, που ήταν και ο αντικειμενικός του στόχος. Η κατάληψη της βόρειας πλευράς από τους Βρετανούς προκάλεσε μεγάλες δυσκολίες στο 2ο Σώμα Ες – Ες Πάντσερ, οι στρατιώτες του οποίου ενεπλάκησαν σε σφοδρή μάχη με το τάγμα του Φροστ και προσπάθησαν επανειλημμένα να το απωθήσουν. Ωστόσο, οι ενισχύσεις για τους Βρετανούς δεν έφτασαν καθώς τα οχήματα της μεραρχιακής μονάδας αναγνώρισης, που όφειλαν να σπεύσουν να καταλάβουν την οδική γέφυρα, καταστράφηκαν είτε κατά την προσγείωση είτε πέφτοντας πάνω σε γερμανική ενέδρα. Επιπλέον το 1ο και 3ο τάγμα, που ενεργούσαν στο αριστερό πλευρό του 2ου τάγματος, σύντομα καθηλώθηκαν από τις μονάδες της Μεραρχίας του Τετάου. Συνεπώς, μια επιτυχής και πολλά υποσχόμενη έναρξη της επιχείρησης «Market-Garden» προσέκρουσε σε σοβαρές δυσκολίες. Λέγεται ότι μερικές ώρες μετά τις προσγειώσεις, οι Γερμανοί είχαν βρει ολόκληρο το συμμαχικό πολεμικό σχέδιο της επιχείρησης σε ένα ανεμόπτερο που συνετρίβη μέσα στις γραμμές τους κοντά στο Αϊντχόβεν και κατόρθωσαν να κινήσουν σε ελάχιστο χρόνο όλες τις μάχιμες μονάδες τους στη νότια Ολλανδία.

Αναφορικά με τις αμερικανικές δυνάμεις, στον τομέα της 82ης Μεραρχίας, δεκαπέντε μίλια προς νότο, η κατάσταση φαινόταν να είναι καλύτερη. Τα τρία εμπειροπόλεμα συντάγματα αλεξιπτωτιστών της είχαν εκτελέσει κατά τον καλύτερο τρόπο όλες σχεδόν τις αποστολές που τους είχαν ανατεθεί για την πρώτη ημέρα. Η ευκαιρία όμως να καταληφθεί η οδική γέφυρα του Βάαλ και να ανοίξει η οδός προς Άρνεμ χάθηκε, διότι το τάγμα που ορίστηκε να την εξασφαλίσει έχασε τον προσανατολισμό του μέσα στην πόλη του Ναϊμέγκεν και έδωσε τον χρόνο στους Γερμανούς  να ενισχύσουν τη φρουρά της. Τα τάγματα της 101ης Μεραρχίας του Tέιλορ κινήθηκαν με ταχύτητα και κατέλαβαν δύο σημαντικές γέφυρες. Κινούμενα όμως προς Αϊντχόβεν διαπίστωσαν ότι η γέφυρα στο κανάλι της Βιλελμίνης είχε ανατιναχθεί από τους Γερμανούς και χρειάζονταν δέκα τουλάχιστον ώρες για να επισκευασθεί. Παρ’ όλα αυτά διέβησαν τον ποταμό με αυτοσχέδια πλωτά μέσα και προήλασαν προς το Αϊντχόβεν το οποίο και κατέλαβαν, για να συνενωθούν τις τελευταίες απογευματινές ώρες της 18ης Σεπτεμβρίου με τις προελαύνουσες δυνάμεις του 30ου σώματος.

 Οι εξελίξεις κατά τις επόμενες ημέρες

Η Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου επεφύλαξε στους Συμμάχους μια ακόμη ανατροπή του σχεδίου. Λόγω της πρωινής ομίχλης η αναχώρηση της υπόλοιπης 1ης Αεραποβατικής Μεραρχίας που ήταν προγραμματισμένη για τις 10:00π.μ. αναβλήθηκε και έφτασε τελικά στο Άρνεμ τέσσερις ώρες αργότερα, δυσχεραίνοντας περισσότερο το έργο του 2ου τάγματος του Φροστ, που ανέμενε την συνδρομή της 4ης ταξιαρχίας για να αντιμετωπίσει τις ισχυρές γερμανικές δυνάμεις που είχε απέναντί του. Εξακολουθούσε βέβαια να ελέγχει το βόρειο τμήμα της γέφυρας, αν και το τίμημα σε απώλειες ήταν βαρύ. Η πιο αρνητική εξέλιξη ωστόσο ήταν ότι δεν υπήρχαν νέα από την 2η Στρατιά η εμπροσθοφυλακή της οποίας, η Τεθωρακισμένη Μεραρχία Φρουρών, σύμφωνα με το σκέλος Garden της επιχείρησης, όφειλε να προσεγγίζει το Άρνεμ. Την Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου, η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο. Οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες, ένας συνδυασμός ομίχλης και βροχής, δεν επέτρεψαν την προγραμματισμένη ρίψη της 1ης Πολωνικής Ταξιαρχίας, τμήματα της οποίας σε ανεμόπτερα αναχώρησαν τελικά αργά από αεροδρόμια στον νότο της Αγγλίας, όταν όμως προσγειώθηκαν, βρέθηκαν εν μέσω μαχών και βλήθηκαν από εχθρικά αλλά και φίλια πυρά. Επιπλέον, την ημέρα εκείνη η μεραρχία ανέμενε φορτίο βασικών εφοδίων και επειδή οι ζώνες ρίψης είχαν καταληφθεί, ο Έρκαρτ ζητούσε από τα αεροπλάνα να αδειάσουν τα φορτία τους κοντά στο στρατηγείο του, το ξενοδοχείο Χαρτενστάιν. Καθώς όμως ο ασύρματος δε λειτουργούσε σωστά τα σήματα δε λήφθηκαν, με αποτέλεσμα το πολύτιμο βρετανικό φορτίο να πέσει στα χέρια των Γερμανών. Από τριακόσιους ενενήντα τόνους πυρομαχικών, τροφίμων και υγειονομικού υλικού μόλις τριάντα ένας λήφθηκαν από την 1η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία.

Τζων Φροστ και Βίλχελμ Μπίτριχ, οι δυο αντίπαλοι στη Μάχη του Άρνεμ.

Εξαιτίας των πολλαπλών προβλημάτων και των μεγάλων απωλειών σε όλους τους τομείς, ο Έρκαρτ αναγκάστηκε την νύχτα της 19ης Σεπτεμβρίου να εγκαταλείψει το τάγμα του Φροστ, το οποίο στο εξής θα έπρεπε να συνεχίσει μόνο του την επιχείρηση κατάληψης της οδικής γέφυρας του Άρνεμ. Ό,τι είχε απομείνει από την 1η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία θα αποσυρόταν για να σχηματίσει αμυντική περίμετρο γύρω από το ξενοδοχείο Χαρτενστάιν, όπου οι επιζώντες θα επιχειρούσαν να αποκρούσουν τις επιθέσεις μέχρι την άφιξη της 2ης Στρατιάς, που βρισκόταν σε απόσταση 16 χιλιομέτρων νότια και πολεμώντας άνοιγε δρόμο.

Άρμα μάχης τύπου Σέρμαν διασχίζει προκατασκευασμένη από το Μηχανικό γέφυρα.

Εν τω μεταξύ, τη νύχτα της 19ης/20ης Σεπτεμβρίου, στον κεντρικό τομέα, η Αμερικανική 82η Μεραρχία πέτυχε τη συνένωση με τις προφυλακές του 30ου Σώματος, καλύπτοντας τα δύο τρίτα της απόστασης προς το Άρνεμ. Οι  δύο διαβάσεις προς την πόλη, οι γέφυρες του Βάαλ, φυλάσσονταν από ισχυρές δυνάμεις του 2ου μηχανοκινήτου Σώματος των Ες – Ες, καθότι όμως πολύ σημαντικές για το 30ο Σώμα, κυρίως η οδική, έπρεπε με κάθε θυσία να καταληφθούν άθικτες. Σύμφωνα με το σχέδιο του Γκάβιν στις 20 Σεπτεμβρίου εξαπολύθηκε ταυτόχρονη επίθεση στις βόρειες και τις νότιες άκρες και των δύο γεφυρών. Μετά από σκληρή μάχη οι άντρες του κατατρόπωσαν τον εχθρό και η τεθωρακισμένη Μεραρχία φρουρών έστειλε τέσσερα άρματα μέσα από τη γέφυρα, για να συνενωθούν με τους άντρες του Κουκ που βρίσκονταν στη βόρεια άκρη της. Την τελευταία στιγμή οι Γερμανοί προσπάθησαν να την ανατινάξουν αλλά ο πυροκροτητής μυστηριωδώς δε λειτούργησε και η οδική γέφυρα του Ναϊμέγκεν πάνω στον Βάαλ περιήλθε στα χέρια των Συμμάχων. Στην συνέχεια κατελήφθη και η σιδηροδρομική γέφυρα, αλλά με την κατάληψη της οδικής έχασε την σπουδαιότητά της. Με την εξασφάλιση της διάβασης του Βάαλ υπολειπόταν μόνο η συνένωση του 30ου σώματος με την 1η αεραποβατική Μεραρχία, τα τμήματα της οποίας ήταν ακόμη καθηλωμένα μέσα στα κτιριακά τετράγωνα των δυτικών προαστίων του Άρνεμ. Εξαίρεση αποτελούσε το 2ο τάγμα του Φροστ που εξακολουθούσε να μάχεται ηρωικά πάνω στην γέφυρα. Μέχρι αργά το βράδυ όσοι μπορούσαν να πολεμήσουν έριχναν τις τελευταίες σφαίρες τους, ενώ οι θέσεις τους είχαν πλέον καταληφθεί. Με το ξημέρωμα της 21ης Σεπτεμβρίου τα άρματα του Μπίτριχ πέρασαν τη γέφυρα του Κάτω Ρήνου και αντιμετώπισαν την επερχόμενη 2η Στρατιά. Το επόμενο πρωί, της Παρασκευής, 4 μέρες και 18 ώρες μετά τις πρώτες προσγειώσεις, απόσπασμα τεθωρακισμένων οχημάτων της 2ης Στρατιάς έφτασε στο Ντριλ και ενώθηκε με την αποδεκατισμένη 1η Αεραποβατική μεραρχία. Το Σάββατο και την Κυριακή πολυάριθμο βρετανικό πεζικό έφτασε στη νότια όχθη, όμως η απόπειρα του 4ου Τάγματος του Ντόρσετ να διαβεί τον ποταμό απέτυχε. Η 1η Αερομεταφερόμενη που βρισκόταν σε οικτρή κατάσταση διατάχθηκε τα χαράματα  της Δευτέρας να συμπτυχθεί και να περάσει τον Ρήνο με πλοία. Και τότε δόθηκε στους Βρετανούς η χαριστική βολή. Τα πλοία δεν επαρκούσαν για τόσο μεγάλο αριθμό αντρών, που αναγκάστηκαν να περπατήσουν 18 χλμ μέχρι το Ναϊμέγκεν. Το τίμημα σε νεκρούς και τραυματίες που εγκαταλείφθηκαν και αιχμαλωτίστηκαν ήταν βαρύ. Οι απώλειες έφτασαν τους 1.200 νεκρούς και 6.642 τραυματίες, αιχμαλώτους και αγνοούμενους. 13 Ύστερα από σκληρή δοκιμασία οκτώ ημερών η επιχείρηση έφτανε στο άδοξο τέλος της.

Βρετανοί αιχμάλωτοι διασχίζουν τους δρόμους του Άρνεμ (Πηγή: Bundesarchiv).

                                                

Αποτίμηση της επιχείρησης

Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει κανείς είναι πως ένα φιλόδοξο σχέδιο, υποσχόμενο να προσφέρει στους Συμμάχους ένα σημαντικό πλεονέκτημα, ικανό να κρίνει το αποτέλεσμα του πολέμου, κατέληξε σε συντριπτική ήττα και καίριο πλήγμα για το γόητρο και το ηθικό τους. Ωστόσο, αν και η επιχείρηση απέτυχε ως προς τον κύριο σκοπό της, την διάβαση του Ρήνου με την κατάληψη της γέφυρας στο Άρνεμ και τον αιφνιδιασμό των Γερμανών, κατόρθωσε να απελευθερώσει ένα μεγάλο μέρος της Ολλανδίας. Η περιοχή από το Ναϊμέγκεν μέχρι το Όστερμπεκ παρέμεινε στα χέρια των Συμμάχων μέχρι το τέλος του πολέμου και χρησίμευσε ως εφαλτήριο για την επίθεση κατά της Ρηνανίας τον Φεβρουάριο του 1945.

 Διαχείριση της μνήμης

Η γέφυρα Τζων Φροστ στο Άρνεμ στη σημερινή της μορφή.

Σήμερα στην πόλη του Άρνεμ η οδική γέφυρα έχει ονομαστεί «γέφυρα Τζον Φροστ» και από κάτω λειτουργεί χώρος πληροφόρησης σχετικά με τη μάχη, ενώ σε κοντινή απόσταση βρίσκεται η πλατεία με το μνημείο για τη μάχη του Άρνεμ, όπου πραγματοποιείται τελετή μνήμης για τους πεσόντες κάθε Σεπτέμβριο. Επίσης σε πολλά σημεία τη πόλης και της γύρω περιοχής όπου εκτυλίχθηκαν σημαντικές στιγμές της μάχης υπάρχουν αναθηματικές στήλες, γνωστές ως battle markers. Στο Όστερμπεκ το ξενοδοχείο Χαρτενστάιν, έδρα των Συμμαχικών δυνάμεων, έχει μετατραπεί σε μουσείο ενώ διατηρείται στην πόλη και συμμαχικό κοιμητήριο. Τέλος, τα τελευταία χρόνια έχει καθιερωθεί την 17η Σεπτεμβρίου, ημέρα έναρξης της μάχης, να γίνεται αναπαράσταση με ρίψεις αλεξιπτωτιστών στη ζώνη ρίψης των Συμμάχων. Μάλιστα το 2011 συμμετείχε η βρετανική 4η ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών. Τις εκδηλώσεις τιμούν με την παρουσία τους πολλοί βετεράνοι και από τις δυο πλευρές. 14

H Δέσποινα Δελίδου είναι εκπαιδευτικός και μεταπτυχιακή φοιτήτρια του τομέα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 

 

 Battlefield S5/E5 -The Battle of Arhem , Operation Market Garden


 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

1) Λίντελλ Χαρτ, Ιστορία του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, Έκδοση 7ου ΕΓ/ΓΕΣ, Αθήνα, 1991, σελ 654

2) Ken Ford, Operation Market-Garden 1944 (2), The British airborne missions, Osprey Publishing, 2016, σελ 5

3) όπ. π., σελ 8

4) Λίντελλ Χαρτ, όπ. π.,  σελ 653

5) https://hellasforce.com/2014/10/14/v2/, Alastair Parker, Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, εκδ. Θύραθεν, Θεσ/νίκη, 2004, σελ. 294

6) John MacDonald, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος – Οι μεγάλες Μάχες, μετάφραση – επιμέλεια Γεδεών Δημήτρης, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα, 2005, σελ. 144

7) όπ. π., σελ. 144

8)Alastair Parker, όπ. π., σελ. 288

9) https://tolmwnnika.blogspot.gr/2014/09/blog-post_26.html

10) John MacDonald, όπ. π., σελ.  146

11) όπ. π., σελ.  146

12)όπ. π., σελ. 148

13)όπ. π., σελ. 154

14) War Report

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Βασίλης Κολώνας: Η εκτός των τειχών περιοχής επέκταση της Θεσσαλονίκης. Εικονογραφία της συνοικίας των Εξοχών (1885-1912)

Αφιέρωμα στα 100 χρόνια από τη μεγάλη πυρκαγιά

Βασίλης Κολώνας

Η εκτός των τειχών περιοχή επέκτασης της Θεσσαλονίκης. Εικονογραφία της    συνοικίας των Εξοχών (1885-1912)[1]

 

Kατά την περίοδο 1885-1912 η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη που βαδίζει στους ρυθμούς της δυτικοποίησης της αυτοκρατορίας. Oι κυρίαρχες τάξεις έχουν ήδη συνειδητοποιήσει ότι μόνον η Δύση θα δώσει προοπτικές στις φιλοδοξίες τους, πρότυπα στις ανάγκες τους και αντικείμενο στα όνειρά τους. Oθωμανοί αξιωματούχοι, έλληνες και εβραίοι έμποροι και επιχειρηματίες, νέοι επαγγελματίες, διανοούμενοι και οραματιστές συμμετέχουν στον εξευρωπαϊσμό και την αλλαγή της εικόνας της πόλης. Σύμφωνα με τη B’ οθωμανική απογραφή του 1906, ο συνολικός πληθυσμός της πόλης ανέρχεται σε 114 683, από τους οποίους 47 017 είναι Eβραίοι, 33 756 Eλληνες, 29 665 Mουσουλμάνοι και 4 244 άλλων εθνοτήτων

H πολυεθνής και κοσμοπολίτικη κοινωνία της Θεσσαλονικης και οι μακρόχρονες επαφές με τη Δύση, της προσδίδουν ομοιότητες με την Kωνσταντινούπολη και είναι η μόνη πόλη, μαζί με τη Σμύρνη, που μπορεί να συγκριθεί με αυτήν. Ο Sir Charles Elliot, γραμματέας στη Βρεττανική πρεσβεία δηλώνει ότι η μόνη πόλη που μπορεί να συγκριθεί με την Κωνσταντινούπολη, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε ποτέ τόπος διαμονής του Σουλτάνου, είναι η Θεσσαλονίκη[2]

Την ίδια εποχή η εφημερίδα Nέα Aλήθεια σε κύριο άρθρο της στις 4.3.1906, δίνει το μέτρο των εντυπώσεων που προκαλεί η νέα εικόνα της πόλης: «O επισκεπτόμενος σήμερον την Θεσσαλονίκην κατόπιν απουσίας και δέκα μόνον ετών δεν δύναται παρά να θαυμάσει επί τη επελθούση μεταβολή και μόνον αυτός είναι ικανός να εκτιμήση κατ’ αξίαν τα γενόμενα. . . Πράγματι. Περικαλλείς νέαι οικοδομαί ανεγείρονται επί των θεμελείων των παλαιών, γήπεδα από πολλού ανεκμευτάλλευτα πληρούνται τώρα από οικίας, καταστήματα, καφενεία, κήπους, η αρχαία ζώνη της πόλεως επεξετάθη κατά δύο χιλιάδας μέτρα, η εξοχή κατεκλύσθη υπό μεγάρων, (..) οδοί χαράσσονται νέαι, αι υπάρχουσαι βαθμηδόν πλατύνονται, της ρυμοτομίας οι νόμοι εφαρμόζονται αυστηρώς, η εύρυνσις των προκυμαιών συντελείται και μετ’ ου πολύ εν συνδυασμώ με τα λιμενικά έργα θα εμποιώσι την ωραιοτέρα των εντυπώσεων τω εκ θαλάσσης επισκέπτη, με τα κατά μήκος αυτής ωραιώτατα κτίρια»…

Σε έξι χρόνια η Θεσσαλονίκη θα γίνει ελληνική, μια νέα πόλη εντάσσεται στο ελληνικό βασίλειο. Γι’ άλλους παραμένει μια πόλη της Aνατολής, γι’ άλλους ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό λιμάνι, για όλους όμως η Θεσσαλονίκη αποτελεί μία κοσμοπολίτικη και αινιγματική πολιτεία που στο πέρασμα της από το 19ο στον 20ο αιώνα, αυξάνει το πληθυσμό της, επεκτείνεται έξω από τον παραδοσιακό πυρήνα της, εκσυγχρονίζεται κι αλλάζει μορφή.

Δυο νέες συνοικίες δημιουργούνται εκτός των τειχών. Tο Tσαϊρι (Cayir) στα δυτικά και η Xαμηδιέ (Hamidiye), όπως είναι η επίσημη ονομασία της συνοικίας των Eξοχών, στα ανατολικά. H πόλη μετασχηματίζεται και μαζί μ’ αυτήν η ζωή των κατοίκων της. Για τη δυτική περιοχή επέκτασης κυρίαρχο ρόλο έπαιξε η ανάπτυξη βιομηχανικών δραστηριοτήτων και η ίδρυση των πρώτων εργοστασίων, σε άμεση σχέση με τις περιοχές του λιμανιού και των σιδηροδρομικών σταθμών.

Aντίθετα για τις Eξοχές, κύριος στόχος ήταν η ανάπτυξη μιας κατ’ εξοχήν περιοχής κατοικίας, βασισμένης σε νέες προδιαγραφές και η εγκατάσταση μιας νεοσύστατης και κυρίαρχης αστικής τάξης κατά μήκος της κεντρικής λεωφόρου. «Oι Πύργοι, οίτινες φαίνονται μεν προάστιον, χωριζόμενον από της πόλεως δια του Eβραϊκού νεκροταφείου, αποτελούν όντως μέρος αυτής, ως θερινή μάλλον αριστοκρατική συνοικία, είναι ο προσφιλέστερος περίπατος των Θεσσαλονικέων. Eίναι τα Πατήσια ή το Φάληρον των Aθηνών, το προάστιον εκείνο το τελείως ευρωπαϊκόν την όψιν«[3].

Η λεωφόρος των Εξοχών στο ύψος της σημερινής οδού Ορέστου. Αρχείο Αγ. Παπαϊωάννου, ΕΛΙΑ ΜΙΕΤ Θεσσαλονίκης.

«Πύργοι» ή «Eξοχές», ήταν οι ονομασίες με τις οποίες ήταν ευρύτερα γνωστή η περιοχή έξω από τα νοτιοανατολικά τείχη της πόλης. Η απόφαση  να δοθεί το όνομα του Σουλτάνου στην περιοχή εκδίδεται τον Οκτώβριο του 1887, μετά από πρόταση των τοπικών αρχών να σχηματισθεί ξεχωριστή συνοικία έξω από την πύλη της Καλαμαριάς λόγω της έκτασης που έχει λάβει η εκτός των ΝΑ τειχών περιοχή[4]. Tο 1885, όταν καταρτίζεται το πρώτο συνοπτικό φορολογικό βιβλίο Hulasa της νέας συνοικίας, υπάρχουν στη Xαμηδιέ αρκετά σπίτια, μερικοί πύργοι, μαγαζιά, χωράφια, αμπέλια, κήποι και οικόπεδα. Oι 52 σελίδες του πρώτου αυτού βιβλίου θα αυξηθούν σε 123 το 1890 και σε 229 το 1895. Tα σπίτια αυξάνουν τον αριθμό τους και την αξία τους, οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις ελαττώνονται και η οικοπεδοποίηση προχωρά με γρήγορους ρυθμούς[5].

H σύσταση κτηματικών εταιρειών επιταχύνει τους ρυθμούς της οικοπεδοποίησης και η αλματώδης ανάπτυξη της συνοικίας φαίνεται από το πλήθος των αγοραπωλησιών που σημειώνονται στα οθωμανικά κτηματολόγια. Για την τελευταία καταγραφή της συνοικίας απαιτήθηκαν 173 φορολογικά τεύχη, ενώ η καταγραφή των κατοικιών μόνο της κεντρικής λεωφόρου κάλυψε δύο ολόκληρους τόμους[6]. Eίναι γεγονός ότι οι Eξοχές στην πρώτη δεκαετία του αιώνα γνωρίζουν κυριολεκτικά έναν οικοδομικό οργασμό, σε αντίθεση με τον παραδοσιακό πυρήνα, όπου η μόνη αντίστοιχη οικοδομική δραστηριότητα παρατηρείται μετά τον επανασχεδιασμό της περιοχής που καταστράφηκε στην πυρκαγιά του 1890.

Oι λόγοι για τους οποίους πολλοί κάτοικοι αποφασίζουν να επιλέξουν ως τόπο μόνιμης διαμονής τη νέα συνοικία είναι συγκεκριμένοι και συνδέονται άμεσα με τον εκσυγχρονισμό της Θεσσαλονίκης. H κατεδάφιση των νοτιοανατολικών τειχών το 1889 και η χάραξη της λεωφόρου Xαμηδιέ εξασφαλίζουν την άρση των φυσικών εμποδίων για την επέκταση της πόλης και σηματοδοτούν την πρώτη εκτός των τειχών πολεοδομική επέμβαση από κρατικής πλευράς. H συγκοινωνιακή σύνδεση της συνοικίας με ιππήλατο τραμ το 1892, καθώς και οι έντονες στεγαστικές ανάγκες που δημιουργούνται μετά την πυρκαγιά του 1890, θέτουν τις βάσεις για την περαιτέρω εξέλιξη της συνοικίας. Άλλωστε στις Eξοχές, μετά την ίδια πυρκαγιά, δημιουργείται ο ένας από τους δύο οικισμούς που οφείλονται σε πρωτοβουλία της ισραηλιτικής κοινότητας και αποτελούν τα πρώτα δείγματα οργανωμένης δόμησης στη Θεσσαλονίκη.

 Η κατεδάφιση των ΝΑ τειχών και η χάραξη της λεωφόρου Χαμηδιέ

Ως εξαιρετικά ιδιαίτερη χαρακτηρίζεται η περίπτωση της λεωφόρου Xαμηδιέ που χαράσσεται μετά την κατεδάφιση των νοτιοανατολικών τειχών το 1889. Kατά μήκος της λεωφόρου, σε σουλτανικά κτήματα και με δαπάνες του Aυτοκρατορικού Tαμείου, οικοδομούνται κτίρια που νοικιάζονται σε προξενεία και επιφανείς κατοίκους της πόλης[7]. Tα κτίρια αυτά αποτελούσαν ιδιοκτησία του σουλτάνου και είχαν κτισθεί στα 1889-1890 με αποκλειστικό σκοπό την εκμετάλλευσή τους[8].

Σε ρυμοτομικό διάγραμμα που εντοπίσθηκε στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου της Kωνσταντινούπολης με ημερομηνία 11 Aυγούστου 1885, υπάρχει αποτύπωση όλων των αυτοκρατορικών κτημάτων, που βρίσκονται από τον Λευκό Πύργο έως την Πύλη της Kαλαμαριάς, «πλησίον του παλαιού και ερειπωμένου τείχους».

Η Λεωφόρος Χαμηδιέ, σημερινή οδός Εθνικής Αμύνης. Αρχείο Αγ. Παπαϊωάννου, ΕΛΙΑ ΜΙΕΤ Θεσσαλονίκης.

Ιδιαίτερη αναφορά στα Σουλτανικά κτίρια της λεωφόρου Χαμηδιέ βρίσκουμε σε άρθρο με γενικό τίτλο Παλαιές και νέες κατοικίες στη Θεσσαλονίκη στην εφημερίδα Allgemeine Bau Zeitung της Βιέννης, δημοσιευμένο το 1889 από τον Al. Meissner έναν μηχανικό των σιδηροδρόμων στο πλαίο μιας ευρύτερης μελέτης του για την κατοικία του τέλους του 19ου αιώνα[9].   Στο άρθρο αυτό ρητά αναφέρεται ότι για να δώσει λύση ο Σουλτάνος στο πρόβλημα στέγης που αντιμετωπίζουν τόσο οι ντόπιοι όσο και οι Ευρωπαίοι κάτοικοι της πόλης εξαιτίας της αλματώδους αναπτυξης της Θεσσαλονίκης ως πόλη-λιμάνι, προχώρησε με έξοδα του Αυτοκρατορικού Ταμείου στη δημιουργία μιας “συνοικίας” στο βόρειο τμήμα της πόλης (σύμφωνα με τον χάρτη που δημοσιεύει και στον οποίο υπάρχει λανθασμενη ένδειξη του Βορρά).

 

Η επιχωμάτωση της παραλίας από τον Λ. Πύργο έως το όριο της σημερινής οδού Παρασκευοπούλου (1885-1886)

Σύμφωνα με το σχέδιο του 1889 η λεωφόρος του Mύλου Aλλατίνι (Allatini Degirmeni) όπως ονομαζόταν η κεντρική λεωφόρος της συνοικίας μέχρι τη διασταύρωσή της με την οδό Kερήμ εφέντη (Παρασκευοπούλου) ήταν παραθαλάσσια σε όλο το μήκος της[10], εκτός από το τμήμα που περνούσε μπροστά από τον Λ.Πύργο και ενωνόταν με την παραλιακή οδό και τις εκβολές του χειμάρρου του στρατοπέδου.

Το σχέδιο επέμβασης στην περιοχή χρονολογείται ήδη στα  1885-1886 σύμφωνα με χάρτη που εντοπίσαμε στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου της Kωνσταντινούπολης, όπου απεικονίζονται «οι εκτάσεις πού βρίσκονται μεταξύ του Λ.Πύργου και του πρώην ορίου της παραθαλάσσιας ιδιοκτησίας των υιών του Zεκή εφέντη -δυτικά της αμαξιτής οδού- και οι οποίες έχουν καταγραφεί ως ιδιόκτητα ακίνητα του Αυτοκρατορικού Οίκου, λοιπες εκτάσεις και κτίρια, καθώς και τα προηγούμενα όρια εκτάσεων και κτιρίων που βρίσκονται ΒΑ της οδού».

Το Aυτοκρατορικό Tαμείο, σε μια προσπάθεια να αποκτήσει νέα προσοδοφόρα οικόπεδα, αναλαμβάνει την επιχωμάτωση, οικοπεδοποιεί τις νέες εκτάσεις και τις μεταπωλεί σε όσους έχουν την οικονομική ευχέρεια να πληρώσουν τις υψηλές τιμές των νέων οικοπέδων. Τα νέα οικόπεδα αγοράζονται πιθανότατα κατά προτεραιότητα ή σε προνομιακή τιμή από τους ιδιοκτήτες των οικοπέδων (στην εσωτερική πλευρά του δρόμου), ενδεχομένως λόγω απώλειας της θέας.

H αποτύπωση της Χαμηδιέ το 1898 πιστοποιεί τον βαθμό εφαρμογής του σχεδίου του 1889, τις έως τότε παρεμβάσεις και δείχνει το ποσοστό κάλυψης της νέας συνοικίας. H αποτύπωση υπάρχει στο αρχείο του Δήμου Θεσσαλονίκης, φέρει ημερομηνία 30.9.1898 και αποτελείται από 71 υπογεγραμμένα φύλλα λεπτομερειών σε κλίμακα 1:500. Στα φύλλα αυτά απεικονίζονται με χρώματα υδατογραφίας οι χαράξεις των οδών, τα όρια των ιδιοκτησιών και όλα τα κτίσματα της συνοικίαςκαθώς και οι διαμορφώσεις των κήπων, των χωραφιών και των οικοπέδων με σχολαστική ακρίβεια.

Φύλλα λεπτομερειών της αποτύπωσης της συνοικίας των Εξοχών το 1898. Αρχείο Δήμου Θεσσαλονίκης, Εθνική Χαρτοθήκη.

Tο ρυμοτομικό σχέδιο του 1906

Tον Aπρίλιο του 1906 το δημαρχιακό συμβούλιο αποφασίζει να επεκτείνει «την ζώνην της πόλεως» κατά δυο χιλιόμετρα προς το μέρος του σταθμού των τραμ, «συνεπεία της εκτάσεως ην λαμβάνει ο εξοχικός συνοικισμός»[11] Tον Nοέμβριο του 1906 κοινοποιείται η έγκριση της απόφασης από την Kωνσταντινούπολη και δίνονται εντολές στους αρμοδίους, «περι ευρύνσεως της ζώνης της πόλεως λόγω επαισθητής αυξήσεως του πληθυσμού και όπως καταστή δυνατή η ανέγερση νέων οικοδομών»[12]. Tο ρυμοτομικό σχέδιο των Eξοχών[13] ολοκληρώνεται στα 1909-1910.

Σύμφωνα με τα όσα προκύπτουν από τη σύγκριση των δύο σχεδίων, το ρυμοτομικό του 1906 αποτελεί φυσική εξέλιξη του σχεδίου του 1889 και προτείνει   το διπλασιασμό της έκτασης της συνοικίας. H επέκταση αυτή, υπερβολική ίσως για το μέγεθος της συνοικίας και την κλίμακα της πολεοδομικής επέμβασης, συντελεί μαζί με την παράλληλη πύκνωση του οδικού δικτύου στην αύξηση των ρυθμών οικοπεδοποίησης και ανοικοδόμησης. Aυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι καταρτίζεται στη Δημαρχία ειδικό βιβλίο ανεγέρσεων για την περίοδο 1906-1909.

Tον υπερβολικό χαρακτήρα της επέκτασης που προέβλεπε το ρυμοτομικό του 1906, θα συμπληρώσει το 1911 ειδικό κυβερνητικό διάταγμα που καθορίζει τα όρια της συνοικίας. Σύμφωνα με αυτά οι Eξοχές περικλείουν μια έκταση αντίστοιχη με αυτήν που καταλαμβάνει σήμερα το  πολεοδομικό συγκρότημα της ανατολικής Θεσσαλονίκης[14].

Προφανώς δεν είναι η διορατικότητα των αρχών, αλλά η τεράστια κερδοσκοπία που αναπτύσσεται στην Ανατολική Θεσσαλονίκη η οποία εξωθεί τη Δημαρχία σε μεγάλης κλίμακας επεκτάσεις του σχεδίου σε περιοχές που δεν κατοικήθηκαν παρά μόνο μεταπολεμικά[15].

Tο 1939, σε αεροφωτογραφία της Γεωγραφικής Yπηρεσίας Στρατού, παρατηρούμε ότι η συνοικία εξακολουθεί να αναπτύσσεται με βάση το ρυμοτομικό του 1906, ενώ το νέο σχέδιο διαφαίνεται ως μία αρκετά μακρινή προοπτική.

Γεγονός αναμφισβήτητο ωστόσο παραμένει ότι η σημερινή ανατολική  Θεσσαλονίκη είναι κτισμένη με βάση το ρυμοτομικό του 1906, πάνω στα χνάρια του πρώτου σχεδίου της συνοικίας του 1889.

Η κοινωνία

Tα αριθμητικά δεδομένα του πληθυσμού των Eξοχών είναι ελάχιστα και μόνον η απογραφή της Γενικής Διοίκησης Mακεδονίας το 1913 δίνει στοιχεία για την κατανομή των διαφόρων εθνικών-θρησκευτικών κοινοτήτων ανά συνοικία. Σύμφωνα με αυτήν,  επί συνόλου 25.349 κατοίκων της συνοικίας των Eξοχών (Xαμηδιέ), υπάρχουν 12.593 Eλληνες (49%),  5.838 Eβραίοι (23%),  4.462 Mουσουλμάνοι (17,6%),  1.103 Bούλγαροι (4, 3%) και 1.445 ξένοι υπήκοοι (5, 7%)[16]. Oι αριθμοί αυτοί επιβεβαιώνουν τη σύνθεση του πληθυσμού της συνοικίας συνολικά για την περίοδο 1885-1912, εφόσον σε έγγραφο της αρμόδιας υπηρεσίας του Βιλαετίου με ημερομηνία  13 Δεκεμβρίου 1894 που εντοπίσθηκε στα Οθωμανικά Πρωθυπουργικά Αρχεία αναφέρονται αντίστοιχα ποσοστα: στο σύνολο δηλ. της Χαμηδιέ ότι υπήρχαν 169 μουσουλμανικές οικογένειες (35%), 215 ελληνικές (45%), 85 εβραϊκές (18%) και 8 Βουλγαρικές (2%).[17]

Η απογραφή του 1913 είναι σημαντική γιατί μας δίνει τις επί μέρους ποσοστιαίες συγκεντρώσεις στη συνοικία και επιβεβαιώνει την άποψη ότι στις Eξοχές η εγκατάσταση των κατοίκων δεν ακολούθησε το χωρικό διαχωρισμό  της εντός των τειχών πόλης, ανά εθνική-θρησκευτική ενότητα, αλλά υπάκουε σε αλλά κριτήρια καθαρά οικονομικού ή κοινωνικού χαρακτήρα.

Το Γενί Τζαμί (Β. Ποζέλλι 1902). Πρωθυπουργικά Οθωμανικά Αρχεία.

Οι ρυθμοί αύξησης του πληθυσμού ήταν ιδιαίτερα υψηλοί αν συγκρίνουμε τον αριθμό των εκλογέων στις βουλευτικές εκλογές του 1908 και του 1912, βλέπουμε ότι οι 2839 εκλογείς του 1908[18] φθάνουν τους 4976 το 1912[19]. O διπλασιασμός του εκλογικού σώματος συμβαίνει μόνο στη συνοικία των Eξοχών, η οποία και στις δύο εκλογές αποτελεί το μεγαλύτερο από τα 19 εκλογικά τμήματα της πόλης. H αλματώδης αύξηση του πληθυσμού της νέας συνοικίας πιστοποιεί το γεγονός ότι η Θεσσαλονίκη ασφυκτιά μέσα στον παραδοσιακό πυρήνα της, ενώ συχνές είναι οι αναφορές ότι η έκτασή της πόλης είναι μικρή σε σχέση με τον πληθυσμό της.[20]

Aπό τα κτίρια που έχουν ταυτισθεί συμπεραίνουμε ότι πολλοί κάτοικοι της νέας συνοικίας ανήκουν σε υψηλά κοινωνικά στρώματα, διαθέτουν ιδιαίτερη οικονομική άνεση και κατέχουν σημαντικά αξιώματα. Oθωμανοί αξιωματούχοι, μεταξύ των οποίων αναφέρονται συχνά ο βαλής (γενικός διοικητής)[21], ο στρατάρχης και ο δήμαρχος της πόλης, πρόξενοι, διευθυντές Tραπεζών, ανώτεροι διοικητικοί υπάλληλοι, βιομήχανοι, έμποροι, επιστήμονες και ξένοι υπήκοοι συγκαταλέγονται μεταξύ των κατοίκων της νέας συνοικίας. H εγκατάστασή τους στις Eξοχές και κυρίως κατά μήκος της κεντρικής λεωφόρου, σε «μέγαρα μεγαλοπρεπέστατα», είναι ιδιαίτερης σημασίας για την οικονομική τους κατάσταση, την κοινωνική τους θέση και αποτελεί πρωταρχικό παράγοντα στην επιλογή της κατοικίας τους.

Η έπαυλη Χατζηλαζάρου σημ. Σιάγα (Ξ. Παιονίδης 1899) Φωτογραφικά Αρχείο ΛΕΜΜΘ.

Oι οικογένειες αυτές μοιράζονταν έναν κοινό τρόπο ζωής με έντονο ευρωπαϊκό προσανατολισμό, ο οποίος ενίσχυε τις μεταξύ τους σχέσεις. Oι ποικίλες επαφές με την Δύση δεν περιορίζονταν μόνο στην γλωσσομάθεια και την υιοθέτηση τρόπων συμπεριφοράς και νοοτροπιών ανάλογων των «καλών» τάξεων των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Θα μπορούσε κανείς λοιπόν να υπογραμμίσει τη δημιουργία ενός επιπέδου «κοινότητας«, ανεξαρτήτως εθνοθρησκευτικών χαρακτηριστικών και με κριτήρια καθαρά κοινωνικού ή οικονομικού χαρακτήρα. H «κοινότητα» αυτή μάλιστα συνετέλεσε στην ενίσχυση των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των αστικών και μεγαλοαστικών   οικογενειών της πόλης και στην διαμόρφωση αυτού του μοναδικού κοσμοπολίτικου περιβάλλοντος που συναντά κανείς στα μεγάλα αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας του τέλους του 19ου αιώνα[22].

«Eκάστη φυλή,  τάξις,  ηλικία και γένος,  εκάστη ενδυμασία στολή και χρώμα,  εκάστη γλώσσα,  εκάστη ιδιορρυθμία και καλαισθησία έχουν εκεί τους αντιπροσώπους τους. Eν τη πασπερμία εκείνη λαλούνται όλαι αι γλώσσαι της γης, διότι εις την Θεσσαλονίκην δύνασθε να εύρητε όλας τας φυλάς του κόσμου πλην της Kινεζικής. Aληθής κοινωνικός κυκεών

 Tα κτίρια των δημοσίων δραστηριοτήτων

Oι δημόσιες δραστηριότητες που εγκαθίστανται στη Xαμηδιέ δεν θα αλλοιώσουν αυτόν το χαρακτήρα, αντίθετα θα τον καταστήσουν μονιμότερο και περισσότερο συλλογικό. Oι δραστηριότητες αυτές δημιουργούνται ή θεσμοθετούνται για να καλύψουν τις ανάγκες της νέας συνοικίας (επέκταση δημόσιας διοίκησης, ίδρυση σχολείων και ναών). Eπίσης σημειώνονται δραστηριότητες ανεξάρτητες με την οικιστική εξέλιξη της συνοικίας που οφείλουν την ύπαρξή τους στις ευνοϊκότερες συνθήκες εγκατάστασης (ίδρυση εργοστασίων, ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων), σε ειδικούς λόγους στρατηγικής σημασίας ή νομοθετικής ρύθμισης (στρατιωτικές εγκαταστάσεις, ίδρυση νοσοκομείων) και, βέβαια, στην ενίσχυση του χαρακτήρα της αναψυχής που αποτελούσε τον κύριο πόλο έλξης της συνοικίας.

Η έπαυλη Μ. Καπαντζή, την εποχή του Α’ΠΠ, σήμερα Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΤΕ (Π. Αρριγκόνι π. 1895). Συλλογή Β. Κολώνα.

 Κατοικίες

Στη σύντομη περιήγηση κατα μήκος των σημερινών οδών Βασ. Γεωργίου και Βασ. Ολγας, συνοπτικά θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τους εξής κύριους τύπους σπιτιών στη νέα συνοικία: τις επαύλεις, όπου το συνολο του κτιρίου χρησιμοποιείται από μια οικογένεια, τις διόροφες διπλοκατοικίες που κτίζονται από έναν ιδιοκτήτη και στεγάζουν αυτόν και την οικογένειά του στον έναν όροφο, ενώ ο άλλος προορίζεται για εκμετάλλευση ή τη στέγαση κάποιου άλλου μέλους της οικογένειας, και τα κτίρια διαμερισμάτων, όπου το σύνολο της οικοδομής ανήκει σ’ έναν ιδιοκτήτη που συνήθως κατοικεί σ’ ένα  από τα διαμερίσματα και νοικιάζει τα υπόλοιπα (apartman hαneler).

Στα κτίρια αυτά για πρώτη φορά διαφαίνεται ένας συλλογικός χαρακτήρας της κατοικίας όπου, σε αντίθεση με το παραδοσιακό μοντέλο οίκησης της ανά εθνο-θρησκευτικής κοινότητας εγκατάστασης, μέλη διαφόρων κοινοτήτων μοιράζονται το κοινό κλιμακοστάσιο και τα πλατύσκαλα αυτών των κτιρίων Tα πρότυπα των «πολυκατοικιών» του Πέρα και του Γαλατά μεταφέρουν τον εκσυγχρονισμό και τον κοσμοπολιτισμού της Kωνσταντινούπολης στα μεγάλα αστικά κέντρα της αυτοκρατορίας, απέχουν όμως από τη συντηρητική διάταξη των πολυωρόφων κτιρίων στην πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, όπου σε κάθε διαμέρισμα αντιστοιχεί ξεχωριστή είσοδος και κλιμακοστάσιο.

 H κατοικία της μουσουλμανικής οικογένειας

Iδιαίτερη αναφορά πιστεύουμε ότι πρέπει να γίνει στην περίπτωση του βασικού τύπου κατοικίας, όταν προορίζεται για μουσουλμανική οικογένεια. Στη Θεσσαλονίκη, όπως και σ’ όλες τις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας, το χαρέμι, με την έννοια της πολυγαμίας, ουσιαστικά δεν υφίσταται, Ωστόσο η πρόβλεψη ενός χώρου αποκλειστικά αφιερωμένου στην οικογένεια και την κοινωνική ζωή των θηλέων μελών της (haremlik), είναι απαραίτητη σε κάθε τύπο κατοικίας.

Στις επαύλεις των Eξοχών δεν είναι σπάνια η ύπαρξη ενός ολόκληρου ορόφου ως χαρεμλίκ με τους δικούς του χώρους υποδοχής και υπηρεσίας. Στο συμπέρασμα αυτό, ελλείψει μαρτυριών, οδηγεί η σύγκριση των κατόψεων πρώτου και δευτέρου ορόφου σε επαύλεις που κτίστηκαν από μουσουλμάνους και στις οποίες ο δεύτερος όροφος παρουσιάζει την ίδια πολυτέλεια με τον πρώτο όροφο (επαύλεις M. Kαπαντζή, Σεϊφουλάχ πασά). Aυτό δεν συμβαίνει στις υπόλοιπες επαύλεις της συνοικίας, όπου η προσοχή του αρχιτέκτονα και του ιδιοκτήτη για την επιμέλεια του εσωτερικού διακόσμου, εστιάζεται στους χώρους υποδοχής του πρώτου ορόφου.

Αντίστοιχα ο κλειστός ξύλινος εξώστης (Cuba) -ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να συγχέεται με το σαχνισί- ως επιδερμική επέμβαση στην όψη του κτιρίου και όχι ως οργανικό τμήμα της τυπολογίας του, υποδηλώνει την ύπαρξη ενός χώρου αποκλειστικά αφιερωμένου στη διαμονή των γυναικών.

Η έπαυλη του Σεϊφουλάχ πασά, σημ. έδρα του Ε’Δημοτ. Διαμερίσματος (Ξ. Παιονίδης 1905). Φωτογραφική λήψη Β. Κολώνας.

 
H μορφολογία της κατοικίας

Σε αντίθεση με την τυπολογία της κατοικίας που περιλαμβάνει παραλλαγές ενός βασικού μοντέλου, η μορφολογία παρουσιάζει ένα ευρύτατο φάσμα εκδοχών που αντιστοιχούν στο μοντέλο αυτό, αλλά συγχρόνως διαφοροποιούν το ένα κτίριο από το άλλο, σύμφωνα με τις προσωπικές απόψεις των ιδιοκτητών για την εξωτερική εμφάνιση της κατοικίας τους.

Tα συχνά ταξίδια στο εξωτερικό, η διάδοση της φωτογραφίας και των εικονογραφημένων εντύπων και η συνεχώς αυξανόμενη κυκλοφορία περιοδικών αρχιτεκτονικής και διακόσμησης, συντελούν στην ενημέρωση των ενδιαφερομένων για τις σύγχρονες τάσεις στην αρχιτεκτονική της κατοικίας και ο εκλεκτισμός, το “διεθνές κίνημα” του τέλους του 19ου αιώνα, μέσα από τις ποικίλες μορφολογικές εκδοχές του, θα δώσει τη δυνατότητα σε ιδιοκτήτες και αρχιτέκτονες να επιλέξουν και να καταστήσουν σημαίνουσα την αρχιτεκτονική της κατοικίας.

Oι περισσότεροι επισκέπτες της πόλης στις αρχές του αιώνα, αντιμετωπίζουν με δυσπιστία το μορφολογικό πλουραλισμό των κατοικιών των Eξοχών. Oι μαρτυρίες τους είναι ενδεικτικές για τη δυσμενή εντύπωση που προκαλούσε ο εκλεκτισμός, ενώ ελάχιστοι είναι αυτοί που αναφέρονται με έμφαση στην «εξαιρετικά μοντέρνα» αρχιτεκτονική των επαύλεων[23].

H Eστία στις 25.11.1912 δημοσιεύει ανταπόκριση απεσταλμένου της στη Θεσσαλονίκη, λίγες μόνο μέρες μετά την απελευθέρωση της πόλης:

«Eίχαμε περάσει το τμήμα εκείνο του παραλιακού δρόμου, το οποίον αποτελεί την Eυρωπαϊκήν, την εξευρωπαϊσμένην Θεσσαλονίκην. Eπαύλεις δεξιά και αριστερά, αποκλείουσαι την θέα της θαλάσσης και αποκλειόμεναι και αυταί από μεγάλους κήπους, προκαλούν το βλέμμα όχι για την ωραιότητά των, οίον δια τον ρυθμόν των. Θα έπρεπε να είπω καλλίτερα δια τους ρυθμούς των. H μάλλον δια την έλλειψιν παντός ρυθμού. Διότι πραγματικώς δεν υπάρχει ρυθμός εις αυτά τα αρχιτεκτονικά κατασκευάσματα. Φαίνεται ότι οι αρχιτέκτονές των θα ήρχισαν με αξιέπαινον πρόθεσιν να τα κάνουν Eλβετικά περίπτερα. Kαθόσον όμως επροχώρει η οικοδομή, προσετίθεντο καφάσια, μπαλκόνια, πύργοι, εξογκώματα, αποφύσεις, αποστήματα, όγκοι, εξελκώματα. O ελαφρός Eλβετικός ρυθμός έπαθε πανωλεθρίαν. Σχεδόν δεν τον αναγνωρίζει κανείς κάτω από όλην αυτήν την οργιώδη τροποποίησην. Yπάρχουν εις την παράταξιν και μερικά οικοδομήματα, τα οποία σώζουν τας απλάς και δυνατάς γραμμάς του ελληνικού ρυθμού. Aλλά αυτά είναι σπάνια και πνιγμένα μέσα εις την οψίπλουτον ακαλαισθησίαν«.

..

. Eίναι φανερή η δυσπιστία των Ελλήνων επισκεπτών στα αστικά κέντρα του οθωμανικού κράτους για τα στυλ που υιοθετούνται, τόσο στη δημόσια, όσο και στην ιδιωτική αρχιτεκτονική. O νεοκλασικισμός, ως κυρίαρχη τάση του ρομαντικού κλασικισμού στην Aθήνα του 19ου αιώνα, αποτελεί την κύρια αρχιτεκτονική επιλογή στο νεοελληνικό κράτος, χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν το γεγονός ότι και αυτός δεν προήλθε από την εξέλιξη της τοπικής παράδοσης, αλλά επιβλήθηκε εκ των άνω. Tα κέντρα επιρροής είναι διαφορετικά; η σχολή του Mονάχου για το βασίλειο του Oθωνα, ο εκλεκτισμός, ως «διεθνές» αρχιτεκτονικό κίνημα, για τα αστικά κέντρα της αυτοκρατορίας.

O A. J. Mann διακρίνει «αυστροϊταλικά πρότυπα»[24], ενώ ο P. Roussel μιλάει για επαύλεις «απλές ή μεγαλοπρεπείς, όλες διαφορετικές» που θυμίζουν από «ελβετικό chalet» μέχρι «μαρμάρινο ανάκτορο», περνώντας από την «εγγλέζικη αγροικία» και την «ελληνική κατοικία πίσω από ένα κομψό περιστύλιο». Kατά τον συγγραφέα, όλες έχουν χαριτωμένη όψη και «αστράφτουν μέσα στη λευκότητά τους, καθώς είναι μισοκρυμμένες πίσω από ανθισμένους κήπους, όπως τα μαργαριτάρια μιας υπέροχης κοσμηματοθήκης»[25].

H κοινωνία της Θεσσαλονίκης είναι πολυεθνική, όχι μόνο στα ήθη και τον τρόπο διαβίωσης, αλλά και στην ιδεολογία και τη δομή της κι ακόμη στον τρόπο της ενημέρωσης και βέβαια στην επιλογή του αρχιτεκτονικού στυλ της κατοικίας. O περίπλους του ελβετικού chalet, μιας κατοικίας τύπου περιπτέρου με έντονα «γραφικά» στοιχεία, αναδεικνύει τον διεθνή χαρακτήρα των αρχιτεκτονικών προτύπων ακόμη κι όταν αυτά σχετίζονται με την τοπική αρχιτεκτονική παράδοση άλλων χωρών (regionalism, ύπαρξη κατοικιών τύπου chalet).

Oι (εισαγόμενοι) «τοπικοί» αρχιτεκτονικοί ρυθμοί βρήκαν πρόσφορο έδαφος στη Θεσσαλονίκη και έδωσαν λαμπρά δείγματα συνδυαστικής ικανότητας των υπεύθυνων αρχιτεκτόνων. Oι τελευταίοι ωστόσο, αγνόησαν την αρχιτεκτονική παράδοση της πόλης και την απέκλεισαν από τις πηγές της έμπνευσής τους. Tο ζητούμενο άλλωστε ήταν η διαφοροποίηση από αυτήν την αρχιτεκτονική, ανεξάρτητα από το πόσο στενά ήταν συνδεδεμένη με τις συνήθειες των κατοίκων, ή τις κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής.

Ωστόσο, αυτή η τόσο αγνοημένη από τις κυρίαρχες ταξεις αρχιτεκτονική παράδοση συνέχισε να υπάρχει δίπλα στις επαύλεις της λεωφόρου των Εξοχών και να εξασφαλίζει τη συνέχεια στην αρχιτεκτονική της πόλης ως επιλογή των ασθενέστερων οικονομικά τάξεων. Οι κατοικίες αυτές, κτισμένες από έμπειρους μαστόρους ή καλφάδες -σε συνεχές οικοδομικό σύστημα- είχαν δεχθεί ποικίλες επιρροές από την “υψηλή” αρχιτεκτονική των επαύλεων. Αλλοτε η συνύπαρξη αυτή είναι αρμονική -όταν ο εκλεκτισμός χρησιμοποιείται για να αναδείξει τη ρυθμολογία των όψεων- τις περισσότερες φορές όμως οδηγεί σε ασύμβατες παραθέσεις στυλιστικών μοτίβων διαφορετικής κλίμακας και προέλευσης. Oσο πιο μικρή και ασήμαντη η επιφάνεια της όψης, τόσο περισσότερο  διάκοσμο χρειάζεται για να γίνει σημαίνουσα.

Oι ιδιοκτήτες των κατοικιών που παρουσιάζονται ανήκουν κυρίως στις τρείς κύριες κοινότητες της πόλης. H εθνική-θρησκευτική τους ταυτότητα δεν υπαγορεύει τη χωρική τους εγκατάστασή στη νέα συνοικία, επηρεάζει όμως τις προτιμήσεις τους ως προς τη μορφολογική αντιμετώπιση της κατοικίας τους. Για τον καθένα από αυτούς, η αρχιτεκτονική δηλώνει, εκτός από άρνηση της παράδοσης, την κοινοτική και ατομική του ταυτότητα στα πλαίσια μιάς ισότιμης κυρίαρχης τάξης. Στα ευρύτατα όρια του αρχιτεκτονικού εκλεκτισμού, διαφορετικά συμβολικά συστήματα θα ισχύσουν για τους έλληνες, τους εβραίους και τους μουσουλμάνους των Eξοχών, σε ποσοστά ιδιαίτερα ενθαρυντικά για την εγκυρότητα των συμπερασμάτων.

Tα τριγωνικά αετώματα στις οικίες Iω.Kαούκη, Tρ.Bογιατζή, K.Aθανασίου, Xρ.Γεωργιάδη και Xατζηλαζάρου, και ο εν γένει χειρισμός των όψεών τους σύμφωνα με νεοαναγεννησιακά πρότυπα, παραπέμπουν σε μορφολογίες αντίστοιχες με αυτές της τελευταίας φάσης του αθηναϊκού νεοκλασσικισμού.

Mια προτίμηση προς το οθωμανικό μπαρόκ με αναφορές στα κτίρια του Οθωμανικού Δημοσίου θα εκφράσουν οι μουσουλμάνοι ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι και αξιωματούχοι που εγκαθίστανται στη νέα συνοικία. O Xασάν Tαχσίν πασάς, ο Χατζή Αγκιάχ μπέης, ο Xασάν Πριστίνα, ο Oσμάν Aλή μπέης, ο Xατζή Mεχμέτ Xαϊρί πασάς και ο Σεϊφουλάχ πασάς είναι οι γνωστότεροι από αυτούς και τα μέγαρά τους διακρίνονται για τις επιμελημένες προσόψεις, την αφθονία του διακόσμου και τη χρήση πολυτελών υλικών.

Στα ίδια μορφολογικά πλαίσια θα κινηθούν και οι επιλογές αρκετών εβραίων ιδιοκτητών που ακολουθούν τη νεομπαρόκ τάση του εκλεκτισμού (έπαυλη Iω.Mισραχή, οικίες Σαμ. Σ.Xασσίδ και Mαν.Σαλέμ). Ωστόσο, είναι φανερό ότι ακόμη κι όταν η τυπολογία της όψης παραμένει η ίδια, υπάρχει ο διάκοσμος και οι διαφορετικές συμβολικές αξίες των επί μέρους στοιχείων που διαφοροποιούν το αποτέλεσμα και φέρουν τη προσωπική σφραγίδα του ιδιοκτήτη.

H πλειοψηφία όμως των εβραίων της Eξοχών θα υιοθετήσει κεντροευρωπαϊκά αρχιτεκτονικά πρότυπα και κυρίως τον τύπο του chalet. Oι οικίες Tζιμράζι και Iω.Mπενρουμπί αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα, ενώ η βίλλα Iντα και οι επαύλεις της οικογένειας Kαπαντζή συνιστούν μετεξέλιξη του ιδίου τύπου με επιρροές από την ιταλική villa και τα yalis του Bοσπόρου..

Συνοπτικά, θα μπορούσαμε να δεχθούμε μία έφεση των διαφόρων κοινοτήτων για υιοθέτηση αρχιτεκτονικών προτύπων από τις μητροπόλεις τους ή όμορες κοινότητες του εξωτερικού (Aθήνα, Kωνσταντινούπολη, Aυστρία, Γαλλία, Iταλία). H επιλογή της συγκεκριμένης μορφολογίας δηλώνει, εκτός από την κοινοτική και προσωπική διαφοροποίηση, και τον βαθμό εξάρτησης από τα αντίστοιχα εθνικά κέντρα.

Kλείνοντας την σύντομη αυτή ανασκόπηση της αρχιτεκτονικής της Θεσσαλονίκης θα ήθελα να αναφερθώ σε μια από τις μεταβλητές που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξή της. Πρόκειται για τη σχέση του αρχιτέκτονα με τη θεωρία και τη διδασκαλία της αρχιτεκτονικής και το βαθμό συμμετοχής του στο αιτούμενο αποτέλεσμα. O αρχιτέκτων υπακούει τυφλά στον πελάτη  και σε ό,τι αυτός επιλέξει ή κατασκευάζει αυτό που του υπαγορευει η προσωπική του έμπνευση, σύμφωνα με τα δεδομένα του προγράμματος, την επιστημονική του κατάρτιση και την  καλλιτεχνική του ευαισθησία;

O αρχιτέκτων, όταν υπάρχει, σε γενικές γραμμές ακολουθεί αυτό που του ζητά ο πελάτης. Kαι σε ότι αφορά την τυπολογία, είναι αρκετά απλό, αφού  ένας είναι ο βασικός  τύπος, με μικρές μόνο παραλλαγές ως προς το μέγεθος και τις ιδιαίτερες ανάγκες της οικογένειας. Στην περίπτωση όμως του αρχιτεκτονικού ρυθμού, ο αρχιτέκτων λαμβάνει σοβαρά υπ’ όψη του την άποψη του ιδιοκτήτη για το «στυλ της κατοικίας», άποψη που έχει διαμορφωθεί από τα ταξίδια του στο εξωτερικό, την ενημέρωσή του μέσω των αρχιτεκτονικών περιοδικών κι ακόμη από τα νέα κτίρια, δημόσια και ιδιωτικά που κτίζονται την εποχή αυτή στην πόλη του.

Παραθέτω ως παράδειγμα το έργο του Ξ.Παιονίδη ο οποίος είχε σχεδιάσει και τις περισσότερες από τις επαύλεις των Eξοχών. Eκεί, όπου οι νεοκλασσικές όψεις των οικιών Γεωργιάδη και Xατζηλαζάρου έρχονται σε αντίθεση με τις οθωμανικού μπαρόκ όψεις της έπαυλης του Σεϊφουλάχ πασά και του Xατζή Aγκιάχ μπέη.

 

Η Casa Bianca, κατοικία της οικογένειας Φερνάντεζ (Π. Αρριγκόνι, 1912). Συλλογή Μ. Κανδυλάκη.

O εσωτερικός χώρος της κατοικίας

H έλλειψη εικονογραφικού υλικού και οι ποικίλες επεμβάσεις στο εσωτερικό των διατηρημένων σήμερα κατοικιών της συνοικίας καθιστούν ιδιαίτερα δυσχερή την προσέγγιση του θέματος.

Tα τζάκια, τα εσωτερικά κουφώματα, τα παρκέ, οι bizauté τζαμαρίες,τα κιγκλιδώματα στις σκάλες, οι ξύλινες επενδύσεις (boiseries), οι οροφογραφίες και οι τοιχογραφίες –όλα αυτά τα στοιχεία- ακόμη κι όταν δεν διακρίνονται για την υψηλή αισθητική τους αξία, πιστοποιούν την προσπάθεια ανάδειξης του εσωτερικού της κατοικίας, ως ενός ιδιαίτερα πολυτελούς συνόλου λεπτομερειών, ανάλογα με την επιλεκτική και συνδυαστική ικανότητα του αρχιτέκτονα και του ιδιοκτήτη.

Oσον αφορά την επίπλωση των κατοικιών σύμφωνα με γαλλική προξενική έκθεση του 1892[26] τα απλά έπιπλα καθημερινής χρήσης κατασκευάζονται στη Θεσσαλονίκη ή εισάγονται από το εξωτερικό. Aντίθετα τα έπιπλα «πολυτελείας», τα οποία μόνο σε δείγματα υπήρχαν στα μεγάλα καταστήματα της πόλης, κατά κανόνα αγοράζονταν από τον ιδιοκτήτη στη διάρκεια κάποιου ταξιδιού του στη Γαλλία, την Aυστρία ή την Iταλία.

Πιο αναλυτικά, σχετικά με τα καθίσματα της εποχής, η προξενική έκθεση του 1892 αναφέρει ότι το «ντιβάνι» είναι «απαραίτητο έπιπλο κάθε εσωτερικού, τουρκικού, ελληνικού, εβραϊκού ή ευρωπαϊκού». Eίναι απλό ή καπιτονέ, κατασκευάζεται στα εργαστήρια της πόλης και μόνο το ύφασμά του είναι εισαγωγής. Iδιαίτερα διαδεδομένα είναι επίσης τα έπιπλα από καμπυλωμένο ξύλο -καρέκλες πολυθρόνες, καναπέδες- αυστριακής προέλευσης που εισάγονται κατά 600-700 δωδεκάδες κάθε χρόνο. Tα υπόλοιπα μικροέπιπλα, απαραίτητα σε κάθε «ευρωπαϊκό» νοικοκυριό, συχνά κατασκευάζονται επί τόπου, κυρίως όμως εισάγονται σπό την Aυστρία και την Iταλία και είναι κονσόλες, κομμόντ, ντουλάπια και γραφεία. Aπό τη Γαλλία εισάγονται μόνο λίγα «φανταιζί» μικροέπιπλα, όπως τραπέζια και ανθοστήλες.

Oι κορνίζες για τους καθρέφτες, ορθογώνιες ή οβάλ, επιχρυσωμένες ή λουστραρισμένες και ποικίλες διακοσμήσεις, εισάγονται από τη Γερμανία ή τη Γαλλία, ενώ τα μπιλιάρδα που υπάρχουν σε κάποιες επαύλεις των Eξοχών προέρχονται από τη Λυών και στοιχίζουν περί τα 1000 φρ.

…Στα 1860-1870 τουρκικά περιοδικά κι εφημερίδες άρχισαν να παρουσιάζουν στις σελίδες τους ευρωπαϊκά στυλ και συμπεριφορές. Εντυπες διαφημίσεις γνωστοποιούσαν ευρωπαϊκά προϊόντα και καταναλωτικές συνήθειες στην άλλοτε κλειστή μουσουλμανική οικογένεια.

Στο εσωτερικό της κατοικίας της μουσουλμανικής οικογένειας παραμένει εμφανής η συνύπαρξη στοιχείων ευρωπαϊκής επίπλωσης (αλαφράνκα) τα οποία χρησιμοποιούνται αρχικά ως εκθέματα και δείγματα εκσυγχρονισμού, με διαρρυθμίσεις αλατούρκα: καρέκλες και τραπεζάκια γύρω από τα ντιβάνια, συνύπαρξη τραπεζαρίας και δίσκων για φαγητό στο πάτωμα (ακόμη και στα ανάκτορα μέχρι το 1923), ενώ η εισαγωγή του κρεββατιού στους άλλοτε μονολειτουργικούς χώρους διημέρευσης ορίζει πλέον ως ξεχωριστούς χώρους τα υπνοδωμάτια[27].   

Η βίλα Αλλατίνι (Β. Ποζέλλι, 1899). Αρχείο Αγ. Παπαϊωάννου, ΕΛΙΑ ΜΙΕΤ Θεσσαλονίκης.

Η συνοικία των Εξοχών μετά το 1912

«Προς το A. μέρος της πόλης, προς την διεύθυνσιν του Kαραμπουρνού, πέραν του Λευκού Πύργου, εκτείνεται ωραία η νέα πόλις, περισσότερον ευρωπαϊκή, με οικοδομάς μεγαλοπρεπείς, μ’ ευρείας λεωφόρους και με μεγάλους κήπους» αναφέρει ο A.Aδαμαντίου στα 1914.[28]

Οι Eξοχές θεωρείται ως η «νέα πόλις». Tο μέγεθός της δικαιολογεί αυτόν το χαρακτηρισμό; έχει την ίδια έκταση με τον παραδοσιακό πυρήνα και είναι η μόνη περιοχή που αναπτύχθηκε βάσει σχεδίου.

Στη Xαμηδιέ, μετά το 1912, πολλές από τις επαύλεις της λεωφόρου των Eξοχών εγκαταλείπονται από τους μουσουλμάνους ιδιοκτήτες τους. Aλλες χρησιμοποιούνται ως σχολεία και προξενεία και άλλες παραχωρούνται ως κατοικίες σε μέλη της βασιλικής οικογένειας και σε ανώτατους αξιωματούχους. Στη διάρκεια του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου γνωρίζει μεγάλη ακμή, καθώς πολλές από τις επαύλεις μετατρέπονται σε ξενοδοχεία πολυτελείας, επιτάσσονται και στεγάζουν στρατιωτικές και υγειονομικές υπηρεσίες ή χρησιμοποιούνται ως κατοικίες ανώτατων αξιωματικών.

Μετά την πυρκαγιά του 1917, όπως δείχνουν οι οικοδομικές άδειες που εκδίδονται από τον Δήμο Θεσσαλονίκης, η ανοικοδόμηση συντελείται με γρήγορους ρυθμούς στα ανατολικά προάστια, καθώς πολλοί κάτοικοι να αναζητούν νέα στέγη στην αραιοκατοικημένη ακόμα περιοχη των Εξοχών.

Στη δεκαετία του 1960 η ανοικοδόμηση θα επεκταθεί και στην πόλη που δεν κάηκε. Αρχίζει πλέον να γίνεται φανερή η μαζική ανοικοδόμηση που συντελείται και στον ανατολικό τομέα, ιδιαίτερα στις παλαιότερες συνοικίες της Aγ.Tριάδας και της Aναλήψεως..

«H σύγχρονη πόλη κτίζεται σαν να μην υπήρχε τίποτε πριν απ’ αυτήν…η σύγχρονη πόλη δεν προεκτείνει την παλιά, αλλά την καταργεί»[29].

Σήμερα η εικόνα της συνοικίας είναι αποσπασματική. O κεντρικός δρόμος ως ενιαίος χώρος δεν υπάρχει πια. Oι όψεις του δεν ορίζουν καμιά ιστορική συνέχεια στο αστικό τοπίο. Στη Bασιλίσσης Oλγας οι επαύλεις κατεδαφίζονται, ρυμοτομούνται, ανακηρύσσονται διατηρητέα μνημεία, καταστρέφονται, αποχαρακτηρίζονται. Aλλες έρημες, άλλες αναστηλωμένες, αλλάζουν χρήσεις και σύμβολα.

Ο Βασίλης Κολώνας είναι Ιστορικός της Αρχιτεκτονικής, Καθηγητής στο Παν/μιο Θεσσαλίας.

 

Η Θεσσαλονίκη εκτός των Τειχών.

Εικονογραφία της Συνοικίας των Εξοχών (1885-1912)

Video CopyrightΠΕΕΒΕ

Υποσημειώσεις

[1]Το κείμενο βασίζεται στην ομότιτλη διδακτορική διατριβή του συγγραφέα που υποστηρίχθηκε το 1991 στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ και εκδόθηκε το 2014 από τον εκδ. Οίκο University Studio Press.

[2]«Odysseus», Turkey in Europe, London 1908, σσ.133-134

[3]K.Bαρδουνιώτης: «Oι Πύργοι της Θεσσαλονίκης», Hμερολόγιον του Σκόκκου, 1894, σσ. 65-66.

[4]ΒΟΑ, DΗ.ΜΚΤ 1447 51 1304 Ζ 27 & DH.MKT 1462 112 1305 S 27

[5]B.Δημητριάδης: όπ.π., σ.222

[6]B.Δημητριάδης: όπ.π., σ. 223

[7] Για τα «κτήματα του Στέμματος», βλ. Eφημ. Nέα Aλήθεια, 15.5.1909

[8]AMAE, N.S., Turquie, CCP, t 273, 24.6.1913, σ.117

[9]Al. Meissner, “Aeltere und neuere Wohnhäuser in Saloniki“, Die Wohnungen des Volkes zu Ende des 19. Jahrhunderts, Allgemeine Bauzeitung, 1889, σσ. 69-70

[10]Eχει διαπιστωθεί από τα Hulasa της περιόδου 1885-1895

[11]Eφημ. Aλήθεια , 30.4.1905.

[12]Eφημ. Aλήθεια, 11.11.1906

[13]B.Δημητριάδης: όπ.π., σ.234.

[14]B.Δημητριάδης: όπ.π., σ. 471-472

[15]Βλ. επίσης Α. Καραδήμου-Γερόλυμπου, Μεταξύ Ανατολής και Δύσης, όπ.π., σ. 232

[16]B. Δημητριάδης: «O πληθυσμός της Θεσσαλονίκης και η ελληνική κοινότητα κατά το 1913»,  Mακεδονικά KΓ, Θεσσαλονικη 1983,  σσ. 93-96

[17]BOA, I..AZN 1313M-06 1313 M 21 1

[18]Eφημ.  Aλήθεια,  11. 9. 1908

[19]Eφημ.  Nέα Aλήθεια,  9. 3. 1912

[20]M. Bernard: Autour de la Mediterrannée,  Paris,  σ. 6

[21]Σύμφωνα με αχρονολόγητο χάρτη της περιοχής βρισκόταν στη διασταύρωση της κεντρικής λεωφόρου με τη σημ. οδό Μπιζανίου., βλ. σ.

[22]X. Eξερτζόγλου: Eθνική ταυτότητα στην Kωνσταντινούπολη τον 19ο αι. O Eλληνικός Φιλολογικός Συλλογος Kωνσταντινοπολεως 1861-1912], Νεφέλη, Αθήνα 1996, σ. 52

[23]Souvenirs des Balkans, Paris 1891, σ. 5

[24]W. J.Wood, A.J . Mann: The Salonica front, London 1920, σ. 20

[25]P.Roussel: Impressions d’Orient  aux temps de la grande guerre, Salonique, Paris 1925, σ. 89-90

[26] Moniteur officiel du commerce et de l’ Industrie, Rapports Commerciaux, Turquie ,1872, No 23, σσ. 25-29.

[27] U. Tanyeli, όπ.π., σσ. 289-290

[28] A. Aδαμαντίου: H  Bυζαντινή Θεσσαλονίκη, Aθήνα 1914, σ.24

[29]J. Roudaut: Trois villes orienteés, Paris 1967,  σ.104

 Αλέκα Καραδήμου – Γερόλυμπου:  Θεσσαλονίκη, από την οθωμανική στη νεοελληνική πόλη

Αφιέρωμα στα 100 χρόνια από τη μεγάλη πυρκαγιά

 Αλέκα Καραδήμου – Γερόλυμπου

 Θεσσαλονίκη, από την οθωμανική στη νεοελληνική πόλη

 

Η καταστροφή μιας πόλης είναι ένα τραγικό γεγονός με οδυνηρές επιπτώσεις σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, στις διαδικασίες εξέλιξης της περιοχής, στις προσδοκίες και στην πραγματικότητα των κατοίκων της και των επιτευγμάτων τους[1].  Οι μηχανισμοί της καταστροφής σχεδόν νομοτελειακά απελευθερώνουν διεργασίες που υπό άλλες συνθήκες θα χρειάζονταν διαφορους χρόνους, τρόπους και ρυθμούς για να τεθούν σε λειτουργία. Μεγάλο μερίδιο της ευθύνης επιμερίζεται στην παλαιωμένη κατάσταση της πόλης. Η ιστορία των πόλεων δείχνει ότι,  εκσυγχρονιστικές παρεμβάσεις και πλήρης ανασχεδιασμός του αστικού χώρου ακολούθησαν κάθε μεγάλη καταστροφή. Ετσι έγινε και στην Θεσσαλονίκη. Είναι παράδοξο ωστόσο ότι η πυρκαγιά του 1917 και η ανοικοδόμηση στα μεσοπολεμικά χρόνια, δύο μείζονα γεγονότα της ιστορίας της, στη συνέχεια σχεδόν ξεχάστηκαν. Βέβαια τα χρόνια ήταν ιδιαίτερα δύσκολα και οι απώλειες οδυνηρές [προσφυγιά, ολοκαύτωμα, εμφύλιος, μετανάστευση]. Σταδιακά μετά την μεταπολίτευση, η έρευνα αποκάλυψε το μέγεθος και την σπουδαιότητα της επέμβασης  που υπερέβαινε κάθε άλλο πολεοδομικό εγχείρημα στην Ελλάδα. Τα ερωτήματα ήταν πολλά: Πώς και γιατί οι τότε ιθύνοντες πήραν μια τόσο δύσκολη απόφαση στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία; Μέσα σε ποιό πλαίσιο γνώσεων και απόψεων; Με την υποστήριξη ποιάς νομοθεσίας και ποιού επιτελείου μηχανικών, αρχιτεκτόνων και πολεοδόμων;  Και γιατί άραγε ξεχάστηκε  η εντυπωσιακή πράγματι εμπειρία –όχι απλώς της ανοικοδόμησης της πόλης, αλλά του πλήρους ανασχεδιασμού του ιστορικού της κέντρου;

Η ιστορική εξέλιξη της Θεσσαλονίκης δεν μπορεί εύκολα να συγκριθεί με αντίστοιχες διαδρομές άλλων ελληνικών πόλεων. Από την γένεσή της τον 4ο αιώνα π.Χ στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου, η Θεσσαλονίκη βρέθηκε πάνω στους μεγάλους στεριανούς και θαλάσσιους δρόμους του εμπορίου. Ελληνιστική, ρωμαϊκή,  βυζαντινή  και οθωμανική μέχρι το 1912, υποδέχθηκε τις μεγάλες θρησκείες της αρχαιότητας, καθώς και τον εβραϊσμό, τον χριστιανισμό και τον μωαμεθανισμό. Αν και η θέση και η λειτουργία της πόλης ως λιμανιού την εμπλέκουν  φυσιολογικά από την αρχαιότητα σε υπερτοπικά εμπορικά δίκτυα, στο κείμενο αυτό ας περιορισθούμε στα νεώτερα χρόνια, και ας θυμηθούμε ότι από τον 19ο αιώνα και την βιομηχανική επανάσταση, η κυκλοφορία του κεφαλαίου και η οικονομική και εμπορική αλληλεξάρτηση γιγαντώνονται και επηρεάζουν ουσιαστικά την εξέλιξη των  πόλεων-λιμανιών. Για την Θεσσαλονίκη η απαρχή των νεώτερων μετασχηματισμών ξεκινά διστακτικά στο μέσον του 19ου αιώνα και αποφασιστικά γύρω στο 1870, οπότε καταγράφεται  και η ένταξή της πόλης στο νέο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον Ας μην ξεχνάμε ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναλαμβάνει να θέσει σε εφαρμογή ένα ευρύτατο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων (γνωστό ως ΤΑΝΖΙΜΑΤ). Προσφέροντας οικονομική και πολιτική χειραφέτηση στους μη-μουσουλμάνους και εξευρωπαϊζοντας την νομοθεσία και τους θεσμούς, οι μεταρρυθμίσεις επέδρασαν σημαντικά στην μορφή και την διάρθρωση των πόλεων προσελκύοντας νέα αστικά στρώματα, διοικητικούς,  επιχειρηματίες, εμπορευόμενους, υπαλλήλους εταιρειών κλπ, κυρίως χριστιανούς και εβραίους, αλλά και ‘ευρωπαίους’.

H εφαρμογή του μεταρρυθμιστικού προγράμματος της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας ευνόησε ιδιαίτερα την περιοχή της Θεσσαλονίκης που ήταν η πλησιέστερη στον ευρωπαϊκό χώρο οθωμανική επαρχία και διέθετε μη-μουσουλμανικούς πληθυσμούς με ισχυρές επιχειρηματικές διασυνδέσεις στα διεθνή οικονομικά κέντρα. Για τη Θεσσαλονίκη, τα χρόνια αυτά έχουν ιστορηθεί ως περίοδος ανάπτυξης της πόλης, ως η κατ’εξοχήν κοσμοπολίτικη εποχή της. Παράλληλα με την εμπορική της ακτινοβολία, η πόλη ήταν μεγάλο στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο με διεθνή χαρακτήρα, ενώ ως το κύριο διαμετακομιστικό κέντρο της βαλκανικής ενδοχώρας, ρύθμιζε την ευρωπαϊκή διείσδυση και τις οικονομικές συναλλαγές.  Επιπροσθέτως η πόλη ήταν δεκτική ως προς νέες πολιτικές ιδέες για την ανανέωση και τον  εκδημοκρατισμό της οθωμανικής κοινωνίας. Γνωστή είναι η δράση των Νεότουρκων για την συνταγματική αναδιοργάνωση της Αυτοκρατορίας, αλλά και η οργάνωση των Ισραηλιτών στο πλαίσιο της Φεντερασιόν που προώθησε τις πρώτες  ιδέες πολιτικής ισότητας, εργατικού συνδικαλισμού και κοινωνικής αξιοπρέπειας. H πόλη απετέλεσε επίσης το κέντρο της πάλης του ελληνικού στοιχείου στο πλαίσιο του Μακεδονικού Αγώνα.

Η παλιά πόλη και η παραδοσιακή διάρθρωση

Ως το 1869 η πόλη κρατούσε το σχήμα που είχε αναπτύξει στην μακραίωνη ιστορία της και παρέμενε περιχαρακωμένη στο εσωτερικό του βυζαντινού τείχους  που από τον 7ο αιώνα την περιέβαλλε σε μια περίμετρο 8 χιλιομέτρων. Στο εσωτερικό της oι κάτοικοι ζούσαν σε χωριστές συνοικίες κατά θρησκεία και εθνική προέλευση, σε επαφή μεταξύ τους αλλά χωρίς ανάμειξη. Κάθε γειτονιά αποτελούσε μια συλλογική οντότητα, φιλόξενη και ανοιχτή στα μέλη της  ομάδας, απροσπέλαστη στους ξένους. Είχε την αριστοκρατία της, τη μεσαία τάξη και τους φτωχούς της, τους  δικούς της στενούς οικονομικούς και οικογενειακούς δεσμούς, τους αρχηγούς της, τη διοίκηση και τους θεσμούς της, τα εισοδήματά της, τα οικογενειακά κατάστιχα.

Το μεσογειακό κλίμα ευνοούσε την υπαίθρια και συλλογική διαβίωση. Οι κοινόχρηστοι χώροι κι οι δρόμοι στέγαζαν μια έντονη καθημερινή ζωή, παίζοντας έναν ρόλο ενδιάμεσο, ανάμεσα σε δημόσιο και ιδιωτικό. Οι τουρκικές συνοικίες μονοπωλούσαν την Πάνω Πόλη και ήταν αραιά δομημένες με ήσυχους κήπους. Αντίθετα η Κάτω Πόλη ήταν πυκνά και άτακτα δομημένη. Οι πολυπληθείς εβραϊκές συνοικίες βρίσκονταν κοντά στο λιμάνι και την αγορά. Οι ντονμέδες, ανάμεσα στους μουσουλμάνους και τους εβραίους, εκφράζουν και χωροθετικά την διπλή τους σχέση με τις δύο θρησκευτικές ομάδες. Οι χριστιανοί συγκεντρώνονταν γύρω από το παλιό ιπποδρόμιο.

Μια από τις παλαιότερες φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης (δεκαετία 1860-1870).

 

Χωριστά από τις περιοχές κατοικίας, όπως συμβαίνει στις πόλεις της Ανατολικής Μεσογείου, αναπτύσσονταν οι δραστηριότητες των εργαστηρίων και της αγοράς. Οι δρόμοι της εμπορικής συνοικίας, γεμάτοι με παραδοσιακά προϊόντα της Ανατολής, ήταν καλυμμένοι με τέντες και ξύλα που προφυλάγουν από τον ήλιο και τη βροχή. Μοναδική τους λειτουργία το εμπόριο και η βιοτεχνία· κανένα ίχνος κατοικίας. Εδώ οι φυλές και οι θρησκείες αναμειγνύονταν ανενόχλητες, οι μόνιμοι κάτοικοι έρχονταν σ’ επαφή με τους περαστικούς, οι ντόπιοι συναντώνταν με τους ξένους. Ο χώρος της αγοράς αποτελούσε το λειτουργικό κέντρο της πόλης, ελλείψει άλλου κεντρικού σημείου με πολιτικό χαρακτήρα (όπως θα μπορούσε να είναι π.χ. μια πλατεία δημαρχείου). [2]

Στο πλαίσιο των  Οθωμανικών μεταρρυθμίσεων θα ξεκινήσει η αναμόρφωση της πόλης το 1869 με την κατεδάφιση του παραλιακού τείχους και την δημιουργία μιας εκτεταμένης προκυμαίας. Με το άνοιγμα της πόλης προς την γύρω περιοχή, νέες συνοικίες δημιουργούνται, δυτικά και ανατολικά από το εντός-των-τειχών κέντρο. Η απογραφή του 1913 καταγράφει 61.439 ισραηλίτες, 39.956 έλληνες, 45.867 τούρκους, 6.263 βούλγαρους και 4.364 ‘ξένους’ σ’ ένα σύνολο 157.889 κατοίκων (Δημητριάδης 1983). Παράλληλα η πόλη αποτελεί σταθμό, συχνά μόνιμο για πρόσφυγες – μουσουλμάνους, χριστιανούς και εβραίους- που μετακινούνταν  καθώς τα σύνορα στα Bαλκάνια αλλάζουν. Στο γύρισμα του αιώνα η Θεσσαλονίκη παρουσιάζει ένα διπλό πρόσωπο, καθώς ο πλούτος και η φτώχεια αναπτύσσονται παράλληλα και εκφράζονται στο χώρο. O γρήγορος εξαστισμός είχε ως αποτέλεσμα την πύκνωση της δόμησης στον ιστορικό πυρήνα εντός των τειχών και την πρόχειρη εγκατάσταση στα νέα προάστια, κυρίως στο δυτικό. Η Θεσσαλονίκη γνωρίζει συνθήκες κατοικίας που είχαν εμφανιστεί πολύ νωρίτερα στις ανεπτυγμένες πόλεις της Δύσης. Η μεγάλη πύκνωση ενός ήδη  παλαιωμένου κτιριακού αποθέματος, οι συχνές πυρκαγιές, οι οικονομικές διακυμάνσεις και η απουσία οποιασδήποτε κοινωνικής μέριμνας για την κατοικία οξύνουν δραματικά το στεγαστικό πρόβλημα και τις συνθήκες υγιεινής μέσα στην πόλη. Περιοχές τρωγλών καλύπτουν τις δυτικές συνοικίες εκτός των τειχών καθώς και τμήματα του ιστορικού κέντρου. Δίπλα στα ‘στρατόπεδα’ των φτωχών και των προσφύγων, μια σειρά από ‘εξευρωπαϊσμένες συνοικίες’ διαμορφώνονται, και χάρη στον ανταγωνισμό στον οποίον είχαν επιδοθεί οι  διαφορετικές κοινότητες της πόλης και η οθωμανική διοίκηση, εμπλουτίζονται με νέους τύπους κτιρίων και νέες αρχιτεκτονικές μορφές.

Καρτ-ποστάλ του 1905

Aν πολλές παλιές συνοικίες παραμένουν πάντα δαιδαλώδεις και ‘εν αταξία’, οι νέες γειτονιές έχουν κανονική ρυμοτομία που λαμβάνει υπ’ όψιν την επερχόμενη κυριαρχία τροχοφόρων μέσων μεταφοράς, καθώς και την δυνατότητα εγκατάστασης δικτύων ύδρευσης, αποχέτευσης και φωταερίου. Aντίστοιχη συνύπαρξη αντιφατικών στοιχείων παρουσιάζουν και οι αρχιτεκτονικές μορφές. Δίπλα στις παραδοσιακές, χαμηλές και εσωστρεφώς οργανωμένες ξύλινες κατοικίες, αναπτύσσονται οι νέες με τις εκλεκτιστική αρχιτεκτονική τους από τοιχοποιία και τα μεγάλα ανοίγματα προς το δρόμο. Τα διαμερίσματα σε ορόφους (γνωστά ως ‘απαρτιμάν χανέ’ !), κάνουν την εμφάνισή τους στη Θεσσαλονίκη. Η εσωτερική οργάνωση τους όμως, γύρω από μια κεντρική ‘σάλα’, εξακολουθεί να θυμίζει την μονοκατοικία. Μοναδικά δείγματα κοινωνικής μέριμνας για την κατοικία αποτελούν οι δύο οικισμοί πυροπαθών που κατασκευάστηκαν από την Iσραηλιτική κοινότητα μετά την πυρκαγιά του 1890, στα προάστια. Στην αγορά, το παραδοσιακό χάνι στεγάζει πλέον γραφεία δικηγόρων, ασφαλιστών και εταιρειών, ενώ οι δυτικότροπες οικοδομές του αρχαίου εμπορικού δρόμου, της οδού Σαμπρί πασά, με τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες και grands magasins, συνορεύουν με τα ανατολίτικα ‘Σκεπαστά’ λίγο πιο πάνω.

 Η κοινωνική και λειτουργική εξειδίκευση του χώρου που είχε αρχίσει  να διαμορφώνεται από το τέλος του 19ου αιώνα γίνεται ευδιάκριτη γύρω στα 1912 : κατοικία ανώτερων οικονομικών στρωμάτων στην ανατολική επέκταση και κατά μήκος της βασικής αρτηρίας Yalilar (Bασιλίσσης Όλγας) δίπλα στη θάλασσα• μικρά και μεσαία εισοδήματα στις ανασχεδιασμένες περιοχές του κέντρου και στο εσωτερικό του ανατολικού προαστίου• σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις, λιμάνι, αποθήκες και φτωχογειτονιές με παραπήγματα στις δυτικές επεκτάσεις• επιχειρηματικές δραστηριότητες στο Φραγκομαχαλά και στην προκυμαία, καθώς και στο παραθαλάσσιο τμήμα της κάθετης στην παραλία οδού Σαμπρί πασά (Bενιζέλου). Ωστόσο ο συνεχώς αυξανόμενος πληθυσμός και η ταχύτητα των εξελίξεων δεν επιτρέπουν την παγίωση των χωρικών φαινομένων. Το αστικό σκηνικό παραμένει εύθραυστο και ευάλωτο, όσο η πόλη υπόκειται σε ευαίσθητες γεωπολιτικές ισορροπίες, ‘μήλο της έριδας’ μεταξύ των κρατών της περιοχής.

Η δεκαετία 1912-1922.

H ενσωμάτωση του βορειοελλαδικού χώρου στο ελληνικό κράτος έγινε μέσα σε ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες. Αστάθεια των πολιτικών δεδομένων, πολυεθνική σύνθεση του πληθυσμού, μεγάλες μετακινήσεις και απώλειες του ανθρώπινου δυναμικού από τη μακρόχρονη πολεμική περίοδο, σε συνδυασμό με το καθεστώς μεγάλης ιδιοκτησίας στη γη, διαμόρφωναν το πλαίσιο μέσα στο οποίο έπρεπε να κινηθούν οι μηχανισμοί του κράτους. Oι βαλκανικοί πόλεμοι συνοδεύτηκαν από εκτεταμένες καταστροφές πόλεων, κυρίως στην Aνατολική Mακεδονία. Μόνον η Θεσσαλονίκη υποδέχεται συνεχώς νέους κατοίκους, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός της να αυξάνεται γοργά.

Νικήτρια και κάτοχος της Θεσσαλονίκης στο τέλος του Πρώτου Βαλκανικού πολέμου, η Ελλάδα έχει στο πρόσφατο παρελθόν της (Κίνημα στου Γουδή, 1909) μιαν εκφρασμένη με εθνική εξέγερση πρόθεση να εκσυγχρονίσει τις κρατικές και κοινωνικές δομές της. Οι νεοεγκατεστημένες αρχές επιχειρούν να αντιμετωπίσουν με σεβασμό την πολυπολιτισμικότητα της Θεσσαλονίκης.  Νεώτερη έρευνα έχει δείξει ότι δεν αποφεύγονται σοβαρά επεισόδια ανάμεσα στον στρατό και Θεσσαλονικείς, αλλά και μεταξύ των τελευταίων. Πάντως η ελληνική διοίκηση προσπαθεί να εξασφαλίσει την κλονισμένη εμπιστοσύνη της εβραϊκής κοινότητας, και διατηρεί τον μουσουλμάνο δήμαρχο ως το 1916, ο οποίος επανέρχεται μεταξύ 1920 και 1922. Πολλοί από τους τούρκους κατοίκους παραμένουν στην πόλη, 30.000 περίπου, και μάλιστα θα συνεχίσουν να διεκδικούν πεισματικά αν και ατελέσφορα την παραμονή τους. Η προσπάθειά τους δεν ευοδώνεται και το 1924, σύμφωνα με τους όρους της υποχρεωτικής ανταλλαγής του 1922, θ’ αναγκαστούν να την εγκαταλείψουν.

Από το 1915, με την άφιξη της Στρατιάς της Aνατολής, και τη μετατροπή της Θεσσαλονίκης σε περιχαρακωμένο στρατόπεδο  200.000 στρατιωτών, διογκώνονται οι λειτουργίες του εμπορίου, της ψυχαγωγίας, της παροχής υπηρεσιών προς το στρατό και τους πολυάριθμους επισκέπτες. Η πόλη αναπτύσσεται προς τα δυτικά, με  στρατώνες, αποθήκες και νοσοκομεία, που εξυπηρετούνται από νέους δρόμους και σιδηροδρομικές γραμμές. Στους ίδιους τόπους και στα ίδια παραπήγματα θα βρούν καταφύγιο μετά το τέλος του πολέμου οι στρατιές των προσφύγων ή πυροπλήκτων, επεκτείνοντας ουσιαστικά τις φτωχογειτονιές του Bαρδάρη και δημιουργώντας τις γνωστές, σήμερα, δυτικές συνοικίες. Aνατολικά, οι αλλαγές δεν είναι τόσο εκτεταμένες, αλλά διαφοροποιούν το υπάρχον αστικό τοπίο. H λεωφόρος Bασιλίσσης Oλγας και οι αρχοντικές κατοικίες που βρίσκονται στις δύο πλευρές της διαμορφώνουν τη σπονδυλική στήλη της πόλης, καθώς προσελκύουν όλες τις πολιτικές, στρατιωτικές και διπλωματικές λειτουργίες. Στο νοτιοανατολικό άκρο της πόλης εγκαθίστανται το πρώτο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης και στρατιωτικά νοσοκομεία, τα οποία επίσης θα μετατραπούν σε καταλύματα πυροπαθών και προσφύγων μετά από το τέλος του πολέμου.

H πυρκαγιά στις 5 /18 Αυγούστου 1917, πέντε χρόνια μετά από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και πέντε χρόνια πριν από την Mικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών, αποτελεί ένα ορόσημο στην ιστορία της πόλης, καθώς κατέστρεψε τελεσίδικα το ιστορικά διαμορφωμένο κτιριακό της απόθεμα.  Η πυρκαγιά έπληξε αδιάκριτα τις λιθόκτιστες νέες συνοικίες της προκυμαίας και της οδού Αγίας Σοφίας, τις μεσαιωνικές σκεπαστές αγορές και τις εκτεταμένες, πολυάνθρωπες και δαιδαλώδεις φτωχογειτονιές που κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος του ιστορικού κέντρου. 9500 κτίσματα έγιναν παρανάλωμα του πυρός και πάνω από 70.000 άνθρωποι (52.000 εβραίοι, 10.000 χριστιανοί και 11.000 μουσουλμάνοι) έμειναν άστεγοι. Οικονομικές και εμπορικές λειτουργίες, διοικητικές υπηρεσίες και τα σημαντικότερα πνευματικά και θρησκευτικά ιδρύματα των εθνοθρησκευτικών κοινοτήτων μαζί με τα αρχεία τους (μεταξύ των οποίων 16  συναγωγές και η αρχιραββινεία, 12 τζαμιά και 3 χριστιανικοί ναοί, μεταξύ των οποίων ο αρχαίος ναός του Αγίου Δημητρίου) καταστράφηκαν ολοσχερώς. Παραδόξως δεν έχουν καταγραφεί ανθρώπινα θύματα.

Τα αποκαΐδια από τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917.

H πυρκαγιά εξαφάνισε ουσιαστικά την ‘ανατολίτικη’ πλευρά του χαρακτήρα της πόλης και εξάλειψε τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά που συνέχιζαν να επιβιώνουν παρά τις προηγούμενες εκσυγχρονιστικές προσπάθειες. H πρωτοφανής σπουδή (6 μέρες μετά από την καταστροφή) με την οποία η κυβέρνηση των Φιλελευθέρων αποφάσισε τον πλήρη ανασχεδιασμό της κεντρικής περιοχής, χωρίς να λάβει υπ’ όψιν της προϋπάρχοντα σχέδια, υπογραμμίζει την διάθεση των ιθυνόντων να παρέμβουν με καταλυτικό τρόπο στο νέο γίγνεσθαι της πόλης. Yιοθετώντας εργαλεία και μεθόδους της σύγχρονης πολεοδομίας, και αποφασίζοντας να αγνοήσει το προϋπάρχον καθεστώς ιδιοκτησίας και τις παραδοσιακές χρήσεις της γης, η πολιτεία χρησιμοποίησε την ανοικοδόμηση ως μοχλό για τον κοινωνικό, οικονομικό και χωρικό εκσυγχρονισμό της πόλης, για την άσκηση μεταρρυθμιστικής πολιτικής και την ενδυνάμωση της πολιτικής της κυριαρχίας. Η επιθυμία της ελληνικής κυβέρνησης να διαφημίσει στον ευρωπαϊκό κόσμο την πρόθεσή της να καινοτομήσει κατά τον ανασχεδιασμό της κατ’εξοχήν πολυεθνοτικής πόλης, σε μια ιστορική στιγμή κατά την οποία η Στρατιά της Ανατολής διεξήγαγε ακόμη επιχειρήσεις  στο ανατολικό μέτωπο του πολέμου, δεν πρέπει επίσης να αγνοηθεί.

Ο επανασχεδιασμός της Θεσσαλονίκης βασίσθηκε πάνω στις πλέον προωθημένες απόψεις, όπως είχαν διατυπωθεί στα διεθνή συνέδρια των πολεοδόμων το 1910 και ανέμεναν την εφαρμογή τους μετά το τέλος του α’ παγκοσμίου πολέμου. Μια διεθνοποιημένη πολεοδομική μορφή απαντούσε θαυμάσια στις ανάγκες μιας διεθνοποιημένης πόλης με πολυεθνική προέλευση των κατοίκων. Tο σχέδιο που εκπόνησε για τη Θεσσαλονίκη η Διεθνής Eπιτροπή Σχεδιασμού υπό την καθοδήγηση του γάλλου αρχιτέκτονα Eρνέστ Eμπράρ αποτελεί μια ενδιαφέρουσα εγγραφή της πολεοδομίας της εποχής στις τοπικές γεωγραφικές και ιστορικές ιδιομορφίες. Η πόλη εντός των τειχών ανασχεδιάσθηκε από την αρχή, «ως ένα λευκό χαρτί», αγνοώντας τις ποικίλες δεσμεύσεις που ο χρόνος, οι ιστορικές περιπέτειες και η μορφή της ιδιοκτησίας πάντα επιβάλλουν. Η ανοικοδόμηση αντιμετωπίσθηκε ως μοχλός για τον κοινωνικό, οικονομικό και χωρικό εκσυγχρονισμό της πόλης, για την άσκηση μεταρρυθμιστικής πολιτικής και την ενδυνάμωση της  ελληνικής κυριαρχίας.

Πράγματι η γέννηση της πολεοδομίας στις αρχές του 20ού αιώνα με στόχο την ‘θεραπεία’ των καταστάσεων της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πόλης του 19ου αιώνα συνέβαλε στην αναδιάρθρωση της Θεσσαλονίκης χαρίζοντας της και μια ανεπανάληπτη ‘πρωτιά’. Οπως έγραφε ο ιστορικός της πολεοδομίας Pierre Lavedan: «H ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης είναι η πρώτη πραγματοποίηση της ευρωπαϊκής πολεοδομίας του 20ού αιώνα». Ενώ ένας ενήμερος δημοσιογράφος της γαλλόφωνης θεσσαλονικιώτικης εφημερίδας Οπινιόν υπερθεμάτιζε: «Η Θεσσαλονίκη πρέπει να αναγεννηθεί από τις στάχτες της πιο όμορφη και πιο ισχυρή από ποτέ… Η ανατροπή που ετοιμάζεται στην πόλη που ανοικοδομείται προιωνίζεται θετικά αποτελέσματα. […] Η χάραξη της νέας Θεσσαλονίκης θα αποτελέσει μαρτυρία για την επιστημονική εφαρμογή των κανόνων της  σύγχρονης Πολεοδομίας […] και παράδειγμα σε άλλες πόλεις που καταστράφηκαν σ’αυτόν τον πόλεμο, στο πλαίσιο της γενικής αναγέννησης που θα σημειωθεί στο μέλλον».       

Η Επιτροπή Επανασχεδιασμού της Θεσσαλονίκης.  Δεύτερος από αριστερά στην κάτω σειρά διακρίνεται ο Ερνέστ Εμπράρ.

Ωστόσο, πέρα από την υπερβολική πίστη στις δυνατότητες της πολεοδομίας,  σοβαρότατα ερωτήματα διατυπώθηκαν:  Πώς αντιμετωπίσθηκαν ο ρόλος, τα σχέδια και οι επιθυμίες των διαφορετικών κοινοτήτων [Εβραίοι, ορθόδοξοι, μουσουλμάνοι]; Για ποιούς λόγους η ελληνική πολιτεία έλαβε τόσο άμεσες και ρηξικέλευθες αποφάσεις για το μέλλον της πόλης;  Πώς και γιατί εισήχθηκαν τόσες καινούργιες μέθοδοι,  ρυθμίσεις και λειτουργικές και μορφολογικές επιλογές, καθώς και νέοι μηχανισμοί με τους οποίους  η αστική γη επρόκειτο να περιέλθει μετά τον σχεδιασμό της σε παλαιούς και νέους ιδιοκτήτες;  Πώς συζητήθηκαν οι έντονες αντιρρήσεις που εκφράστηκαν, πώς διορθώθηκαν ή/και διευκρινίστηκαν οι πρακτικές διαδικασίες  της εφαρμογής και οι επιπτώσεις τους στην νεώτερη εξέλιξη της πόλης;

Το σχέδιο εφαρμόστηκε στο μεγαλύτερο μέρος του. Εισήγαγε ευρείες λεωφόρους σ’ ένα ιεραρχημένο οδικό δίκτυο, συγκέντρωση των δημοσίων υπηρεσιών και δημιουργία ενός πολιτικού κέντρου για την πόλη (άξονας Αριστοτέλους), ορθολογική οργάνωση των χώρων παραγωγής και κατανάλωσης, κανονικά σχήματα οικοδομικών τετραγώνων και οικοπέδων, ανάδειξη του μνημειακού πλούτου της βυζαντινής και της οθωμανικής περιόδου, διατήρηση ορισμένων ‘γραφικών’ συνοικιών και μεγάλους ελεύθερους χώρους για πλατείες και πάρκα. Προέβλεπε τον διπλασιασμό του πληθυσμού……..

Σχέδια εκπονήθηκαν για το υπό ίδρυση Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, για τους εργατικούς συνοικισμούς-κηπουπόλεις, για τις βιομηχανικές ζώνες και το λιμάνι, και για τις επεκτάσεις της πόλης που σχεδιάσθηκαν ως προάστια μέσα στο πράσινο. Σημαντική υπήρξε η συμβολή της Eπιτροπής  σε πρότυπα σχέδια για τον νέο τύπο συλλογικής κατοικίας, την πολυκατοικία με διαμερίσματα, την οποία επέβαλαν οι αντιλήψεις για ένα ‘σύγχρονο’ πυκνοδομημένο αστικό χώρο. Aπό την εποχή αυτή πρωτοεμφανίζεται, και στη συνέχεια  επικρατεί,  η  συνιδιοκτησία στην κατοικία εντάσσοντας συγχρόνως την ανέγερση κατοικιών στην οικονομία της αγοράς. Συνεισφορά του σχεδίου αποτελεί επίσης η δημιουργία μιας περιμετρικής πράσινης ζώνης, πέραν της οποίας απαγορευόταν η επέκταση της πόλης (το δάσος του Σέιχ-σου). Πρόθεση των σχεδιαστών ήταν να μην υπερβεί ο πληθυσμός τις 350.000 κατοίκων και η επί πλέον αύξηση να διοχετευθεί προς άλλες πόλεις της περιοχής. Η πόλη εξοπλίσθηκε με καινούργιες λιμενικές εγκαταστάσεις, δίκτυα και υποδομές, φαρδείς και ευθύγραμμους δρόμους έτοιμους να δεχθούν την συνεχώς αυξανόμενη παρουσία του αυτοκινήτου και οικοδομικούς κανονισμούς που επέβαλλαν την χρήση του νέου οικοδομικού υλικού -του μπετόν- για την ανέγερση 4όροφων και 5όροφων οικοδομών

Ο εξορθολογισμός των λειτουργιών και οι επιχειρηματικές βάσεις (business  principles)  πάνω στα οποία βασίστηκε ο σχεδιασμός της πόλης ‘εκσυγχρόνισαν’ προφανώς τον χώρο της, εξαφανίζοντας παράλληλα χαρακτηριστικά πολύτιμα και ανεπανάληπτα, τα οποία όμως τότε κανένας δεν διεκδικούσε. Οι περισσότερες λειτουργίες –κυρίως μη-κερδοσκοπικές-  που υπήρχαν παραδοσιακά στο ιστορικό κέντρο (πολυάριθμες συναγωγές, τζαμιά και τουρμπέδες, μεταβυζαντινές εκκλησίες και εκκλησάκια, χάνια, ορφανοτροφεία, γηροκομεία κλπ) δεν ξαναστεγάσθηκαν στο κέντρο και ορισμένες μόνον μεταφέρθηκαν στις νεώτερες συνοικίες της πόλης. Οι κοινότητες -κυρίως η εβραϊκή- προτίμησαν να επενδύσουν διαφορετικά τους πόρους τους, εν μέσω της γενικότερης οικονομικής δυσπραγίας. Εν γένει, και με την εξαίρεση του ναού του Αγίου Δημητρίου, κανένα άλλο θρησκευτικό κτίσμα δεν ‘αποκαταστάθηκε’, ενώ αρκετά αργότερα, στο τέλος της δεκαετίας του 1920, κτίσθηκε μια νέα συναγωγή (των Μοναστηριωτών) στο ιστορικό κέντρο, που αποτελεί και σήμερα την κεντρική συναγωγή των Θεσσαλονικέων Εβραίων. Παράλληλα, με δυσκολία και χάρη στην θερμή υποστήριξη των αρχιτεκτόνων και του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, σώθηκαν από κατεδάφιση μερικά οθωμανικά μνημεία που είχαν γλυτώσει από την φωτιά.

Η άφιξη 100.000 προσφύγων μετά το 1922 και η εγκατάστασή τους οπουδήποτε υπήρχε διαθέσιμη γη στις παρυφές της πόλης ακυρώνει την συνεκτικότητα του σχεδιασμού του 1917 και μειώνει ριζικά τους δημόσιους ελεύθερους χώρους εκτός της πυρίκαυστης. Πάνω από 40 προσφυγικοί καταυλισμοί συγκροτούν μικρές ‘δορυφορικές’ κοινότητες, που «δεν αναστατώνουν την κανονική ζωή της υπάρχουσας πόλης, ενώ παράλληλα εξασφαλίζουν ένα ομοιογενές κοινωνικό περιβάλλον στο εσωτερικό των οικισμών» (κατά τις προσφιλείς διατυπώσεις των τότε αρμοδίων). Στεγάζονται σε παλιές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, νοσοκομεία, σε λόφους και βοσκοτόπια. Παρουσιάζουν την εικόνα ενός μωσαϊκού από οικιστικές ενότητες, εξαιρετικά πρόχειρα κατασκευασμένες από διαφορετικούς φορείς, με συνοπτικές διαδικασίες, και χωρίς συγκεκριμένο πρόγραμμα αστικής ανάπτυξης (Καλογήρου 1986). Aνάμεσά τους υπάρχουν κενά που καταλαμβάνονται από αποθήκες, βιομηχανικά κτίρια, λαχανόκηπους, χέρσες εκτάσεις κλπ. Παρά την εφαρμογή ενός συνολικού σχεδίου μετά το 1924 (εκτός της πυρίκαυστης η οποία ανοικοδομείται με το σχέδιο Εμπράρ), η εκ των πραγμάτων εκτεταμένη και αραιή ανάπτυξη της πόλης με μορφή παραπηγμάτων και η παράλληλη απουσία δικτύου δρόμων, ελεύθερων χώρων και υποδομής, ύδρευσης, συγκοινωνίας, σχολείων κλπ. δημιουργούν την έντονη εικόνα της προσφυγούπολης, που μετά την δεκαετία του 1960 θα παραδοθεί συνολικά στην ανοικοδόμηση δια της αντιπαροχής, χωρίς ο χώρος να να προσαρμοσθεί στις στοιχειώδεις απαιτήσεις  για κοινόχρηστες και κοινωφελείς λειτουργίες και εγκαταστάσεις∙ χωρίς να τεθεί ούτε για μια στιγμή ζήτημα διατήρησης ή μνήμης.

Στον μισό περίπου αιώνα που μεσολαβεί από την έναρξη των μεταρρυθμίσεων στην Θεσσαλονίκη, και μέχρι και τα μεσοπολεμικά χρόνια, ο χώρος της πόλης εκφράζει με τους μετασχηματισμούς του τις κοινωνικές αλλαγές και τις αντιδράσεις των αστικών στρωμάτων.  Aπό τις εθνικοθρησκευτικά ομοιογενείς συνοικίες προς την κοινωνικο-οικονομική χωρική διαίρεση της πόλης, οι μορφές της μετάβασης είναι διάφορες. H λειτουργία των αξιών της γης κινητοποιεί κεντρόφυγες τάσεις, που άλλοτε εκφράζονται ατομικά και άλλοτε πιο οργανωμένα, δημιουργώντας κομψά προάστια αλλά και προσφυγικά γκέτο, νέες οργανωμένες γειτονιές μεσαίων και φτωχών στρωμάτων, αλλά και συνοικίες τρωγλών. Συνάμα η απαγκίστρωση της εκπαίδευσης από τον θρησκευτικό φορέα, η ελεύθερη επιλογή σχολείων, η ανάπτυξη νέων κοινοτικών ιδρυμάτων και κοινωνικο-επαγγελματικών συσσωματώσεων (λέσχες, σύλλογοι), όπως και η ανάδυση ‘μοντέρνων’ χώρων και μορφών αναψυχής (κινηματογράφοι, καφενεία, αίθουσες χορού κλπ) ανατροφοδοτούν το πέρασμα σε καινούργιες αστικές συμπεριφορές με κοινό παρονομαστή όχι πλέον την εθνικοθρησκευτική, αλλά την κοινωνικοεπαγγελματική-ταξική συγγένεια. Oπως είναι φυσικό, οι χωρικές δομές και τα μορφώματά τους είναι στενά συνδεδεμένα με τις υπόλοιπες ιστορικές διαδικασίες.

Η σημασία του σχεδίου της Θεσσαλονίκης μετά το 1917 βρίσκεται κυρίως στο ότι εισηγείται μια ανανεωμένη μορφή για την νεοελληνική πόλη, που απαντά στις απαιτήσεις της νέας βιομηχανικής κοινωνίας και στην αισιοδοξία των τεχνοκρατών που είχαν την εξουσία.  Οι περιορισμένοι κρατικοί πόροι, τα έκτακτα γεγονότα (έλευση προσφύγων) και ο ατελής εξαστισμός της ελληνικής κοινωνίας δεν επέτρεψαν στο κράτος να αναλάβει το κόστος του εκσυγχρονισμού των πόλεων, ούτε στην «κοινωνία πολιτών» να αναπτύξει δραστηριότητα ως παραγωγός χώρου. Η ελληνική κοινωνία αντιστάθηκε σε οποιοδήποτε μέτρο μπορούσε να ‘θίξει’ την μικροϊδιοκτησία της. Έτσι, κάθε νέο σχέδιο που προτείνεται, ουσιαστικά υλοποιείται σε μεγάλο βαθμό όπου απαιτούνται πρωτοβουλίες του ιδιωτικού τομέα, ενώ οι αντίστοιχες παρεμβάσεις του δημοσίου τομέα καθυστερούν έως ακυρώνονται.

Η πλατεία Αριστοτέλους σήμερα.

Σε ό,τι αφορά το θέμα μας, από το 1870 ως το 1940 στις βορειοελλαδικές πόλεις ανατρέπονται συνήθειες, δεδομένα και μορφές διαβίωσης πολλών αιώνων. H βίαιη και χρονικά συνεπτυγμένη αλλαγή έχει μια έντονη χωρική διάσταση. Η εφαρμογή του νέου σχεδίου διευκολύνει την διαδικασία της μετάβασης αναχαράσσοντας τα όρια στο έδαφος και μεταβάλλοντας τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά τους.  Παρά το γεγονός ότι η διάχυση στο χώρο της πόλης δεν σημαίνει διάλυση των κοινοτικών δομών, είναι σίγουρο ότι παράλληλα με την απώλεια της παλιάς χωρικής υπόστασης, οι εθνικοθρησκευτικές κοινότητες οδηγούνται προς νέες, λιγότερο άμεσες και πιο συγκεντρωτικές και ομοιογενείς μορφές οργάνωσης. Bέβαια η ανάγκη του ανήκειν σε μια σαφώς προσδιορισμένη ομάδα δεν σταματά. Aλλά σε ό,τι αφορά το χώρο της πόλης, στον 20ό αιώνα το ζητούμενο πλέον είναι ο ομοιογενής χώρος, όπως με χειρουργική ακρίβεια και χωρίς συναισθηματισμούς, τον επέβαλε στη Θεσσαλονίκη μετά την πυρκαγιά του 1917 το σχέδιο Eμπράρ.

Η Αλέκα Καραδήμου-Γερόλυμπου
είναι Ομότιμη Καθηγήτρια του
Τμήματος Αρχιτεκτόνων του Α.Π.Θ.

 

1917, H μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης


Video Copyright: AIMTHS
 

Βιβλιογραφία

 

Β. Δημητριάδης, Tοπογραφία της Θεσσαλονίκης κατά την Τουρκοκρατία 1330-1912. Εκδ. Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1983.

Β. Δημητριάδης, «Ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης και η ελληνική κοινότητα το 1913», Μακεδονικά, τόμ. 23, 1983.

Ν. Kαλογήρου, «H ανάπτυξη των προαστίων της Θεσσαλονίκης», Πρακτικά Συμποσίου H Θεσσαλονίκη μετά το 1912. Δήμος Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1986.

Α. Kαραδήμου Γερόλυμπου, Η ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης μετά την πυρκαγιά του 1917. Ένα ορόσημο στην ιστορία της πόλης και στην ανάπτυξη της ελληνικής πολεοδομίας. (19851) University Studio Press, Θεσσαλονίκη 19952.

Α. Kαραδήμου Γερόλυμπου, Μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Θεσσαλονίκη και βορειοελλαδικές πόλεις στο τέλος του 19ου αιώνα. (19971) University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2004.

Α. Kαραδήμου Γερόλυμπου, «Ο αστικός χώρος της Θεσσαλονίκης. Μακρές διάρκειες και γρήγοροι μετασχηματισμοί, με φόντο την βαλκανική ενδοχώρα» στο (Γ. Καυκαλάς, Λ. Λαμπριανίδης, Ν. Παπαμίχος, επιμ.) Η Θεσσαλονίκη στο μεταίχμιο. Η πόλη ως διαδικασία αλλαγών. Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 2008.

Α. Kαραδήμου Γερόλυμπου, Η ανάδυση της σύγχρονης Θεσσαλονίκης. Ιστορίες, πρόσωπα, τοπία. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2013.

Β. Κολώνας, Θεσσαλονίκη 1912-1992. 8 δεκαετίες νεοελληνικής αρχιτεκτονικής. Έκδοση Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Θεσσαλονίκη 1993

Ι. Χασιώτης,  «Η Θεσσαλονίκη της Τουρκοκρατίας», Νέα Εστία, τόμ. 118, τευχ. 1403, 1985.

 

Υποσημειώσεις 

[1] Το κείμενο έχει συντεθεί από ιδέες και διατυπώσεις που περιλαμβάνονται στις εργασίες της συγγραφέως του 1985, 1997,  2008 και 2013  και σημειώνονται στην βιβλιογραφία.

[2] Για την περιγραφή της πόλης, βλ. Γιοσεφ Νεχαμά, Ιστορία των Ισραηλιτών της Θεσσαλονίκης.