Skip to main content

Φώτης Παπαθανασίου: Ο Hector Berlioz και ο Γαλλικός Φιλελληνισμός στη Μουσική

Φόρος τιμής στον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων

Φώτης Παπαθανασίου

Ο Hector Berlioz και ο Γαλλικός Φιλελληνισμός στη Μουσική

 

Ο Φιλελληνισμός υπήρξε ένα μείζον πολιτικό, κοινωνικό και καλλιτεχνικό φαινόμενο που διαδόθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη με αφορμή την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Βεβαίως, κατ’ ουσία, ο Φιλελληνισμός, υπό την έννοια του θαυμασμού και της αγάπης προς το ελληνικό πνεύμα, έχει αρχαιότατες ρίζες και εκκινεί οπωσδήποτε, τουλάχιστον από την αρχαία Ρώμη, με χαρακτηριστικό εκπρόσωπο τον Κικέρωνα. Η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός περιείχαν ισχυρά φιλελληνικά στοιχεία, όπως άλλωστε ανευρίσκουμε και στους ηγέτες, στρατιωτικούς και πνευματικούς, της Αμερικανικής Επανάστασης.

Στην Γαλλία ο Φιλελληνισμός αναπτύσσεται ραγδαία μετά το 1780, χάρις στα βιβλία που εκδίδουν σημαντικοί περιηγητές. Ιδιαίτερη επιρροή ασκεί το Οδοιπορικό από το Παρίσι στα Ιεροσόλυμα του Chateaubriand (1768-1848)[i], διάσημου λογοτέχνη και πολιτικού θεμελιωτή του Γαλλικού Ρομαντισμού, καθώς και εκείνο του Αββά Barthélemy (1716-1795) με τίτλο Το ταξίδι του νεαρού Ανάχαρση στην Ελλάδα[ii].

Κατά τα πρώτα δύο χρόνια της Επανάστασης ο τύπος παρακολουθεί προσεκτικά τα γεγονότα. Βιβλία και μπροσούρες φιλελληνικού περιεχομένου πολλαπλασιάζονται και το Υπουργείο Εσωτερικών ανησυχεί και θέτει σε παρακολούθηση όσους διευκολύνουν την μετάβαση εθελοντών μέσω Μασσαλίας στην Ελλάδα. Στις 22 Νοεμβρίου καταγράφεται η επιβίβαση 132 εθελοντών στο πλοίο Σκιπίων με προορισμό την Ελλάδα. Λεπτομέρεια: οι 95 από αυτούς είναι Γερμανοί.

Η μοναδικότητα του φαινομένου, που ιστορικά ονομάζουμε «Φιλελληνικό Κίνημα», έγκειται στη μεγάλη εξάπλωσή του σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, καθώς και στην παντοειδή καλλιτεχνική του έκφραση μέσα από τις εικαστικές παραστατικές τέχνες, τη μουσική, τη λογοτεχνία, αλλά και το χώρο του δημοφιλούς και χρηστικού αντικειμένου τέχνης. Πολλές φορές, ιδιαίτερα στη Γαλλία, η διάρκεια του φιλελληνικού έργου τέχνης επεκτάθηκε σε ολόκληρες δεκαετίες και συνδυάστηκε και με το κίνημα του οριενταλισμού, ιδιαίτερα στη ζωγραφική.

Βεντάλια με φιλελληνικό θέμα.

Έκτοτε, στις ευρωπαϊκές κοινωνίες είδαμε αρκετές φορές φαινόμενα «συγκίνησης» της κοινής γνώμης και εκφράσεις φιλίας και αλληλεγγύης προς δοκιμαζόμενους λαούς, κανένα, όμως, δεν έλαβε, ούτε κατά προσέγγιση, την έκταση και την ένταση του φιλελληνικού κινήματος. Η εξήγηση είναι ότι η έκφραση αυτή αλληλεγγύης προς τους αγωνιζόμενους Έλληνες είχε ως υπέρτατη αιτία την αίσθηση ενός πνευματικού χρέους, ή ακόμα καλύτερα την αίσθηση ότι η υπόθεση αυτή αφορά στην ίδια την υπόσταση κάθε ευρωπαϊκού λαού, κάθε ανθρώπου και κάθε κοινωνίας που μετέχει αυτού που ονομάζουμε δυτικό πολιτισμό.

Ο κατάλογος των Φιλελλήνων στον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών αφθονεί με συμμετέχουσες τις ηγετικές φυσιογνωμίες του φιλελληνικού κινήματος, όπως ο Πρόεδρος της Φιλελληνικής Επιτροπής του Παρισιού, François-René de Chateaubriand, ο Λόρδος Byron στην Αγγλία και ο Goethe στη Γερμανία, μαζί με έναν λιγότερο γνωστό, αλλά ένθερμο φιλέλληνα, τον Wilhelm Müller. Στον εικαστικό χώρο κορυφαία μορφή υπήρξε ο Eugène Delacroix, που παρουσίασε στην έκθεση «Υπέρ των Ελλήνων», το 1826, στο Παρίσι, στην Galerie Lebrun, το περίφημο έργο του Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου.

Στον τομέα της Μουσικής πολλοί συνθέτες, διάσημοι και άσημοι στο διάβα της ιστορίας, είτε εμπνευσμένοι από φιλελληνικά ποιήματα, είτε προσαρμόζοντας άλλα, υπηρέτησαν με τη μούσα τους το φιλελληνικό κίνημα. Κοινός παρανομαστής των κειμένων που τέθηκαν σε μουσική ήταν η ακράτητη επιθυμία των λαών για την επικράτηση του πολιτισμού πάνω στη βαρβαρότητα και του Σταυρού πάνω στην Ημισέληνο. Η θεματολογία περιλαμβάνει συχνές αναφορές και συγκρίσεις με την αρχαία ελληνική δόξα, καθώς και την ηρωική αντίσταση των αγωνιζόμενων Ελλήνων, ανδρών, γυναικών και παιδιών ενάντια στον βάρβαρο τύραννο.

Οι Φιλέλληνες συσπειρώνονταν σε διάφορες ομάδες, υπό μορφή εταιρίας (société) ή κομιτάτου (comité) και οργάνωναν εράνους, δημοπρασίες ή απλές συνδρομές. Μια μορφή συγκέντρωσης πόρων ήταν οι περίφημες μουσικές βραδιές, όπου εκτελούνταν τα φιλελληνικά τραγούδια και ακολουθούσε έρανος υπέρ του αγώνα των Ελλήνων. Σε αυτά πρωτοστατούσαν οι οικοδέσποινες, οι οποίες -κάτι που αγνοείται ευρέως- είναι αυτές που έραψαν την πλειοψηφία των μεταξωτών ελληνικών σημαιών του αγώνα.

Από τα 300 περίπου φιλελληνικά τραγούδια, που γράφτηκαν στην Ευρώπη και την Αμερική, πάνω από 200 γράφτηκαν στη Γαλλία. Από μεγάλους και διάσημους συνθέτες, όπως ο Hector Berlioz και ο Gioachino Rossini, ο Adolphe Adam και ο Charles Gounod, αλλά ακόμη και από ερασιτέχνες, αρκετοί εκ των οποίων ανήκαν στην τάξη των ευγενών, ακριβώς επειδή ο Φιλελληνισμός ήταν κοινωνικά και πολιτικά οριζόντιο φαινόμενο.

Μεγάλη έξαρση στην παραγωγή τραγουδιών παρατηρείται μετά την άλωση του Μεσολογγίου και μετά τη μάχη του Ναυαρίνου. Μετά το 1830, τα τραγούδια σπανίζουν, αφού ο σκοπός επετεύχθη.

Οι τίτλοι των τραγουδιών, τα οποία εκδίδονταν με εξώφυλλα διάσημων χαρακτών της εποχής, αποκαλύπτουν τις αιτίες της συγκίνησης και της δημιουργικής έμπνευσης των συνθετών: Το τραγούδι των Ελλήνων, Ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες, Το όνειρο ενός Έλληνα ήρωα, Η Γαλλία προς τους Έλληνες (La France aux Grecs), Ο νέος όρκος των Ελλήνων στις Θερμοπύλες (Le nouveau serment de Grecs à Thermopyles), Η αφύπνιση των Ελλήνων (Le réveil des Grecs), Η χήρα του Μάρκου Μπότσαρη στο βωμό της Παναγιάς (La veuve de Marko Botzaris devant lautel de la Vierge), Ο Βύρων στο στρατόπεδο των Ελλήνων (Byron au camp des Grecs), Η τελευταία μέρα του Μεσολογγίου, Ο αποχαιρετισμός του κλέφτη, Le Giaour, Αναχώρηση για τον Μοριά, Ο Σπαρτιάτης και άλλα παρόμοια.[iii]

Ειδική αναφορά αξίζει για τα μεγαλύτερης διάρκειας έργα, όπως είναι η ηρωική σκηνή της Ελληνικής Επανάστασης La Révolution grecque (Scène héroïque) του Hector Berlioz (1825), το μελόδραμα Η τελευταία ημέρα του Μεσολογγίου (Le dernier jour de Missolonghi) του Louis Ferdinand Hérold και το κορυφαίο, Η Πολιορκία της Κορίνθου (L‘assedio di Corinto) του Gioacchino Rossini, τρίπρακτη λυρική τραγωδία που παρουσιάστηκε στο θέατρο της Académie Royale de Musique στις 9 Οκτωβρίου του 1826, με μοναδικό σκοπό τη συλλογή χρημάτων για ενίσχυση των αγωνιζόμενων Ελλήνων. Το εντυπωσιακό αυτό έργο, διασκευή –μετασκευή, μάλλον- παλαιότερου έργου του συνθέτη, κλείνει με την ηρωική απόφαση των ηγετών, λαϊκών και κληρικών της Κορίνθου να πεθάνουν παρά να παραδοθούν στον Μωάμεθ τον Πορθητή.

O  Louis Ferdinand Hérold και Η τελευταία ημέρα του Μεσολογγίου.
O Gioachino Rossini και Η Πολιορκία της Κορίνθου.

Το έργο του Berlioz La Révolution Grecque, νεανικό έργο γεμάτο ρομαντική φλόγα, συνοψίζει μέσα στην μικρή χρονική του διάρκεια τα τρία θεμέλια του Φιλελληνισμού: το πνευματικό χρέος προς την Αρχαία Ελλάδα, το κοινό Χριστιανικό στοιχείο και τις φιλελεύθερες ιδέες του Διαφωτισμού.

Ο Héctor Berlioz, γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου του 1803, δέκα χρόνια πριν από τον Wagner και τον Verdi. Γονείς του ήταν ο τότε 27χρονος γιατρός Louis Berlioz από το La Côte Saint-André της επαρχίας Isère (κοντά στην Γκρενόμπλ), που πέθανε το 1848, χωρίς ποτέ να ακούσει τη μουσική του, και η Marie-Antoinette-Josephine, κόρη του Nicolas Marmion, δικηγόρου από το Meylan. Ο Έκτωρ ήταν το πρώτο από τα έξι τους παιδιά.

Ο πατέρας του ήταν ο πρώτος του δάσκαλος και το 1815, όταν ήταν 12 ετών του παρέδωσε μαθήματα μουσικής. Σπάνια περίπτωση για μεγάλο συνθέτη, ο Berlioz δεν διδάχτηκε πιάνο, αλλά φλάουτο και κιθάρα. Εξ’ αιτίας της επιμονής του πατέρα του γράφτηκε το 1821 στην ιατρική Σχολή στο Παρίσι. Μετά από δύο άγονα χρόνια, έπεισε τον πατέρα του να τον βοηθήσει να γραφτεί στο Conservatoire και να σπουδάσει σύνθεση και αντίστιξη.

Ήδη στα 1825 θα παρουσιάσει στην εκκλησία Saint-Roch στο Παρίσι το έργο του Μεγάλη Επίσημη Λειτουργία  (Grande Messe Solennelle), με 150 μουσικούς και χορωδούς, διευθύνοντας ο ίδιος. Για την συναυλία αυτή επιχείρησε να δανειστεί από τον Chateaubriand (1768-1848), τον οποίο θαύμαζε μαζί με τον στενό φίλο των νεανικών του χρόνων, Humbert Ferrand. Το γεγονός ότι αισθάνθηκε την οικειότητα να απευθύνει επιστολή στον μεγάλο φιλέλληνα συγγραφέα και πολιτικό, αποκαλύπτει πολλά για τον νεαρό συνθέτη και την ρομαντική του θεώρηση των πραγμάτων. Ο Chateaubriand μόλις είχε αποχωρήσει από την κυβέρνηση μετά από διετή θητεία ως Υπουργός Εξωτερικών και είχε αποκτήσει ηγετικό ρόλο στην φιλελεύθερη αντιπολίτευση.

Ο Berlioz είχε διαβάσει το Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ και από την Ιερουσαλήμ στο Παρίσι, κατά την μετάβαση μέσω Ελλάδος και κατά την επιστροφή μέσω Αιγύπτου, Μπαρμπαριάς και Ισπανίας[iv], έργο θεμελιώδους συμβολής στην ανάπτυξη του Φιλελληνισμού. Πιθανότατα θα είχε διαβάσει και το Υπόμνημα περί της Ελλάδος που μόλις είχε κυκλοφορήσει στο Παρίσι[v]. Αυτή η ταύτιση ιδεών και ιδεωδών δικαιολογεί, μαζί με το νεαρόν της ηλικίας, το θάρρος του να απευθύνει επιστολή στον διάσημο ευγενή ζητώντας του το σημαντικό ποσό των 1200 φράγκων. Δυστυχώς δεν σώθηκε η επιστολή αυτή, αλλά σώθηκε η απάντηση του Chateaubriand:

«Κύριε,

Μου ζητάτε 1200 φράγκα, δεν τα έχω. Θα σας τα έστελνα αν τα είχα. Δεν διαθέτω κανένα μέσο για να σας εξυπηρετήσω με τους υπουργούς. Συμμερίζομαι, κύριε, τις λύπες σας. Αγαπώ τις τέχνες και λατρεύω τους καλλιτέχνες. Αλλά οι δοκιμασίες κάνουν συχνά το ταλέντο να θριαμβεύει και η μέρα της επιτυχίας αποζημιώνει, για όσα κανείς υπόφερε. Δεχθείτε, κύριε, την λύπη μου, που είναι ειλικρινής.

Σατωβριάνδος

Hector Berlioz.
François-René de Chateaubriand.

 

Τελικά o Berlioz δανείστηκε από έναν φίλο και παρουσίασε το έργο στην εκκλησία Saint-Roch. Η αξία του έργου, τού κέρδισε κάποια αναγνώριση, αλλά και έναν εχθρό αντίστοιχο του Salieri: τον διευθυντή του Ωδείου του Παρισιού Luigi Cherubini (συνθέτη της  Μήδειας ).

Βαθύτατα φιλελεύθερος, αλλά και πνευματικά φιλέλληνας, γνώστης όπως κάθε μορφωμένος Γάλλος, τότε και τώρα, της Ελληνικής κλασικής Ιστορίας και Λογοτεχνίας, o Berlioz συντάσσεται από την αρχή με τον Ελληνικό αγώνα. Η λογοτεχνία γενικά παίζει μεγάλο ρόλο στην ζωή και την μουσική του δημιουργία. Λατρεύει δύο μεγάλους Βρετανούς: Τον Shakespeare και τον Byron, αλλά και έναν Γερμανό, τον Goethe. Θα παντρευτεί άλλωστε σε πρώτο γάμο μια διάσημη Σαιξπηρική ηθοποιό, την Harriet Smithson.

Το αγαπημένο του έργο από όλη την ποιητική παραγωγή του Byron, δεν ήταν άλλο από το Child Harolds Pilgrimage, ίσως το κρισιμότερο έργο για την ανάπτυξη του Φιλελληνικού κινήματος. Ο τραγικός θάνατος του ποιητή στο Μεσολόγγι στις 19 Απριλίου του 1824 και η τρομερή επίδραση στον ψυχισμό του τού περίφημου πίνακα του Eugène Delacroix Η Σφαγή της Χίου που εκτέθηκε δημόσια στο Salon τον Αύγουστο του ίδιου έτους, τον συγκλονίζουν. Ο Victor Hugo θα σαλπίσει αργότερα «En Grèce, en Grèce; Adieu vous tous; il faut partir!»[vi]

Ο στενός φίλος του μιας ζωής, δικηγόρος Humbert Ferrand (1805-1868), μοιράζεται τις ιδέες του και γράφει, το 1825, το ποίημα Η Ελληνική Επανάσταση (Scène Héroïque: La Révolution Grecque) που ο Berlioz μελοποιεί για δύο Βαθύφωνους, Χορωδία και Ορχήστρα. Η μουσική είναι στο ύφος του Spontini, του αυτοκρατορικού συνθέτη της Vestale, όπως ο ίδιος ο νεαρός Berlioz τόνισε με υπερηφάνεια. Η επίδραση του Spontini, αλλά και του δασκάλου του Berlioz, Jean-François Le Sueur είναι πολύ εμφανής, σε όλη την έκταση του έργου. Η ενορχήστρωση όμως αποτελεί περίτρανη απόδειξη της αξίας του νεαρού συνθέτη.

Το κείμενο του ποιήματος έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, κυρίως γιατί αναδεικνύει τον τρόπο που ένας φιλελεύθερος ποιητής βλέπει την Ελληνική Επανάσταση, δηλαδή υπό την Ελληνοχριστιανική ματιά που την έβλεπαν και οι ήρωες της.

Τα αυθεντικά και άμεσα τέκνα του διαφωτισμού που ήταν ο Ferrand και ο Berlioz, έρχονται έτσι σε αντίθεση με μεταγενέστερες επινοητικές ιδεοληψίες.

Humbert Ferrand.
Scène Héroïque για μεγάλη χορωδία και μεγάλη ορχήστρα (Πηγή: Gallica, Bibliothèque Nationale de France).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στην αρχή του έργου, ένας Έλληνας Ήρωας επικαλείται την αφύπνιση των τέκνων της Σπάρτης που ο Λεωνίδας καλεί από τον τάφο του να ξεσηκωθούν για την ελευθερία τους! Κατόπιν ένας ορθόδοξος παπάς επικαλείται τον Μέγα Κωνσταντίνο κι έπειτα και οι δύο μαζί, στο όνομα του τελευταίου καλούν τους Έλληνες (Hellènes στο κείμενο) σε ξεσηκωμό.[vii]

Ο Berlioz δυσκολεύτηκε πολύ να παρουσιάσει το έργο γιατί ο Rodolphe Kreutzer, ο γνωστός μεγάλος βιολιστής που ήταν τότε Διευθυντής της Όπερας των Παρισίων, ως γνήσιος εκφραστής του κατεστημένου ούτε που ήθελε να ακούσει για την παρουσίαση ενός άσημου, τότε, συνθέτη.  Όπως γράφει στα απομνημονεύματα του: «Το έργο αυτό, όπου ήταν φανερή σε κάθε σελίδα του η ενεργή επιρροή του Spontini, αποτέλεσε την ευκαιρία της πρώτης σύγκρουσής μου προς ένα σκληρό εγωϊσμό, του οποίου αγνοούσα την ύπαρξη, εκείνου των περισσότερων διάσημων συνθετών και μου έδωσε να καταλάβω πόσο οι νέοι συνθέτες, ακόμη και οι πιο άσημοι, δεν είναι καθόλου ευπρόσδεκτοι από αυτούς». Μάταια ο διάσημος συνθέτης Le Sueur, ακόμη και ο περίφημος Κόμης de La Rochefoucauld (μέλος του Ελληνικού Κομιτάτου) παρενέβησαν στον αμείλικτο Kreutzer.  Η συνομιλία μαζί του άφησε μια πολύ πικρή ανάμνηση στον Berlioz. Μετέφερε στον φίλο του Charbonnel την εξής φράση του συνομιλητή του: «Τι θα απογίνουμε εμείς οι παλιοί αν υποστηρίζουμε τόσο εύκολα τους νέους»![viii] Τελικά, ο Berlioz, επίμονος, το ανέβασε μόνος του στις 26 Μαΐου του 1828.

 

Scène héroïque (La Révolution grecque), H21A/Michel Plasson

Η ηχογράφηση του 2003 με την Ορχήστρα του Καπιτωλίου της Τουλούζης υπό τη διεύθυνση του Michel Plasson.

Ένας άλλος ομότεχνος, ο Niccolò Paganini, θα του παραγγείλει ένα κονσέρτο για βιόλα, έναντι 20.000 φράγκων. Ο Berlioz αντλεί και πάλι από τον Byron και γράφει το περίφημο Ο Χάρολντ στην Ιταλία (Harold en Italie), το οποίο όμως ο Paganini δεν θα εκτελέσει ποτέ, άγνωστο γιατί. Ο Berlioz δυσκολεύτηκε πολύ να αναγνωριστεί στην χώρα του, την Γαλλία. Παρά την επιτυχία του να αποσπάσει, στην τρίτη προσπάθειά του, το περίφημο Prix de Rome το 1830, την σημαντικότερη υποτροφία και αναγνώριση για έναν Γάλλο μουσικό, ο οποίος θα πήγαινε για ένα χρόνο στο Γαλλικό Ινστιτούτο στη Ρώμη, για να γνωρίσει από κοντά την κλασική τέχνη, αλλά και κάποια αναγνώριση που έφερε η Φανταστική Συμφωνία (Symphonie Fantastique) την ίδια χρονιά, η οποία του κέρδισε έναν πιστό φίλο, τον πλέον γενναιόδωρο συνθέτη προς τους ομοτέχνους του σε όλη την Ιστορία της Μουσικής, τον Franz Liszt, έπρεπε να γράφει μουσική κριτική για να ζήσει. Χάρις στο λογοτεχνικό του ταλέντο κατάφερε να πάρει την θέση του μουσικοκριτικού στην σημαντικότερη Παρισινή εφημερίδα Journal des Débâts. Η θέση αυτή του έδωσε και κάποια πολιτική επιρροή, αλλά η αντικειμενικότητά του δημιούργησε και εχθρούς. Το κύρος αυτό του έδωσε την δυνατότητα να βοηθήσει τον Richard Wagner να βρει μια κάποια δημοσιογραφική δουλειά, όταν εκείνος αναζήτησε την τύχη του στο Παρίσι φθάνοντας στα πρόθυρα της πείνας.

Τον Δεκέμβριο του 1837, παρουσίασε το δικό του Ρέκβιεμ, στο μνημόσυνο του Στρατηγού Νταμρεμόν που σκοτώθηκε στην Αλγερία, με 200 μουσικούς και 200 χορωδούς, στην εκκλησία Saint-Louis des Invalides.

Requiem. Grande Messe des Morts, Dies Irae (Απόσπασμα)/Gustavo Dudamel

Édouard Detaille,  Les obsèques du général Damremont, 1910, Château de Vincennes, Pavillon du Roi.

Από Απρίλιο σε Απρίλιο το 1856-58 θα γράψει το κορυφαίο έργο του Οι Τρώες  (Les Troyens), σε δικό του λιμπρέττο από την Αινειάδα του Βιργίλιου. Μια λογοτεχνική αγάπη που κράτησε μια ζωή, όπως κι εκείνες με τον Shakespeare και τον Goethe. Δίχως αμφιβολία,  κάποια επιρροή  ασκούσε στον Berlioz και το γεγονός ότι έφερε το όνομα του μεγαλύτερου ήρωα των Τρώων. Μετά τις επανειλημμένες αποτυχίες του Benvenuto Cellini, της δραματικής Συμφωνίας Ρωμαίος και Ιουλιέττα (Roméo et Juliette) και της αριστουργηματικής δραματικής καντάτας H Καταδίκη του Φάουστ (La damnation de Faust), σε μετάφραση του Goethe από τον Gérard de Nerval, θα αναγκαστεί να αναζητήσει αναγνώριση στην Γερμανία, καλεσμένος του Liszt στην Βαϊμάρη, ο οποίος μάλιστα οργάνωσε «εβδομάδες Berlioz » το 1852 και 1853. Διηύθυνε έργα του σε δέκα πόλεις της Γερμανίας, στις Πράγα, Βουδαπέστη, Μόσχα, Αγία Πετρούπολη, Ρίγα και 4 φορές στο Λονδίνο, με το οποίο ανέπτυξε ιδιαίτερη σχέση λόγω της αγάπης του για τον Shakespeare και τον Byron.

Πρόκειται για ένα έργο σε πέντε πράξεις διάρκειας πλέον των τεσσάρων ωρών. Η Όπερα του Παρισιού ενώ την δέχτηκε στην αρχή, απέφυγε τελικά να την ανεβάσει! Ο Μπερλιόζ θλιμμένος αναγκάστηκε να παρουσιάσει μόνο τις τρεις τελευταίες πράξεις στο μικρότερο Théâtre Lyrique με τίτλο Les Troyens à Carthage (Οι Τρώες στην Καρχηδόνα), τον Νοέμβριο του 1863. Το έργο ολόκληρο θα παιχτεί για πρώτη φορά μετά τον θάνατο του Berlioz στην Καρλσρούη, στα Γερμανικά, υπό την διεύθυνση του περίφημου Felix Mottl, το 1890!

Les Troyens, Πράξη Ι: Marche Troyenne (Τρωικό Εμβατήριο)/Paul Paray – 1959

Στο Παρίσι, θα παιχτεί ολόκληρο για πρώτη φορά μόλις το 2003, στο Théâtre du Châtelet υπό την διεύθυνση του John Eliot Gardiner.  Η μοίρα θέλησε ένας Έλληνας, ο Γιάννης Κόκκος, να αναλάβει την σκηνοθεσία, τα σκηνικά και τα κοστούμια! Ο ίδιος θα δηλώσει σε σχέση με την αυτοκτονία των Τρωάδων στην δεύτερη πράξη του έργου: «Σε αυτή την αυτοκτονία είδα την επιρροή από την ελληνική ιστορία του 1821, η οποία είχε πάρα πολύ επηρεάσει τους Ευρωπαίους καλλιτέχνες. Στην ομαδική αυτοκτονία ο Berlioz δίνει έναν απόηχο από το Μεσολόγγι ή το Ζάλογγο».

Les Troyens, Πράξη IV: Introduction, Chasse Royale et Orage/John Eliot Gardiner – 2003

Με συγκίνηση θυμάμαι την πρώτη παράσταση στην νεότευκτη, τότε, Όπερα της Βαστίλλης, υπό τον Κορεάτη αρχιμουσικό και καλλιτεχνικό διευθυντή της Όπερας, Myung-Whun Chung με κάποιες μικρές περικοπές, στα εγκαίνια του θεάτρου το 1990, με αφορμή την πρόσφατη, τότε, συμπλήρωση 200 ετών από τη Γαλλική Επανάσταση.

Οι Τρώες. Μέρος Α΄ (Πράξεις 1-3): Η Κατάληψη της Τροίας. Μέρος Β΄ (Πράξεις 4-5): Οι Τρώες στην Καρχηδόνα.

Μετά τους Τρώες θα γράψει το χορωδιακό έργο Le Temple Universel, όπου προφητεύει ότι «Η Ευρώπη μια μέρα θα έχει μια μόνο σημαία» (1861) και την Όπερα Βεατρίκη και Βενέδικτος (Béatrice et Bénédict), βασισμένη στο Σαιξπηρικό Πολύ κακό για το τίποτε (1862).

Θα ακολουθήσουν δύο μεγάλα χτυπήματα στην ζωή του, ο θάνατος της δεύτερης συζύγου του Marie Recio από καρδιακή προσβολή σε ηλικία 48 ετών το 1862 και ο θάνατος του γιού του Louis, πλοιάρχου του εμπορικού ναυτικού, από κίτρινο πυρετό στην Αβάνα, το 1867. Ο Berlioz άφησε την τελευταία του πνοή στις 8 Μαρτίου του 1869 στο σπίτι στο Παρίσι, έπειτα από εγκεφαλικό επεισόδιο.

Το έργο του μεγάλου αυτού συνθέτη και Φιλέλληνα, θα βρει την αναγνώριση που του άξιζε 90 ολόκληρα χρόνια μετά τον θάνατο του. Το Λονδίνο που τόσο αγάπησε, θα είναι η πόλη των μεγάλων παραστάσεων των έργων του. Αρχίζοντας με το ανέβασμα των Τρώων  στη Βασιλική Όπερα του Κόβεντ Γκάρντεν το 1957, υπό την διεύθυνση του Rafael Kubelik  και σκηνοθεσία του Sir John Gielgud. Λίγο αργότερα, ο μεγάλος υποστηρικτής του έργου του Berlioz Sir Colin Davis θα ανεβάσει και ηχογραφήσει σχεδόν τα άπαντα του μουσικοσυνθέτη, ακολουθούμενος από τους, επίσης Βρετανούς,  John Nelson και John Eliot Gardiner.

 

Ο Berlioz στην Ελλάδα

Ιδού πώς παρουσιάζει η Ίσμα Τουλάτου στο Βήμα την παράσταση της Καταδίκης του Φάουστ σε σκηνοθεσία – χορογραφία του Maurice Béjart, από την Ορχήστρα και Χορωδία της  Όπερας του Παρισιού στην Επίδαυρο στις 31 Ιουλίου και 1η Αυγούστου 1965, υπό τη διεύθυνση του αρχιμουσικού Pierre Dervaux:

«Οι παραστάσεις της «Καταδίκης του Φάουστ» του Μπερλιόζ που έδωσε η Όπερα του Παρισιού στις 31 Ιουλίου και την 1η Αυγούστου 1965 στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου σε σκηνοθεσία-χορογραφία Μορίς Μπεζάρ υπερέβησαν το εγχώριο ενδιαφέρον. Λογικό: Επρόκειτο για την πρώτη εμφάνιση του διάσημου συγκροτήματος στο εξωτερικό στην πλήρη του σύνθεση αφού η προηγούμενη «εξόρμησή» του στην Ιαπωνία αφορούσε μόνο τους πρωταγωνιστές του. Αυτή τη φορά, όμως, θα ταξίδευε ολόκληρο το δυναμικό, από τους καλλιτέχνες ως τους τεχνικούς, πράγμα το οποίο δημιούργησε αίσθηση και προσμονή…

«Τέσσερα σιδηροδρομικά οχήματα με τα σκηνικά της όπερας του Μπερλιόζ «Η καταδίκη του Φάουστ» έφθασαν ήδη στην Αθήνα εν όψει της εμφάνισης της Όπερας των Παρισίων στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στο πλαίσιο των καλλιτεχνικών εκδηλώσεων του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού» γράφει το Βήμα στις 21 Ιουλίου 1965 χαρακτηρίζοντας το επικείμενο ανέβασμα ως το «μεγαλύτερο θεατρικό εγχείρημα με τη συμμετοχή του διάσημου συγκροτήματος». Για την παρουσίαση του έργου, διαβάζουμε σε άλλο σημείο του ρεπορτάζ, «θα συνεργασθούν 314 τεχνικοί και καλλιτέχνες της Όπερας των Παρισίων και 164 κομπάρσοι και διοικητικοί υπάλληλοι. Για τη μεταφορά των Γάλλων τραγουδιστών, χορευτών και τεχνικών διετέθησαν 4 αεροσκάφη, θα δημιουργηθή δε αερογέφυρα την νύκτα της 25ης προς την 26ην Ιουλίου μεταξύ της γαλλικής πόλεως Οράνζ – όπου εμφανίζεται το κλιμάκιο – και του Ελληνικού».

Οι συντελεστές της παράστασης, Maurice Béjart (αριστερά) και Pierre Dervaux.

Ακολούθησαν αρκετές παρουσιάσεις της Φανταστικής Συμφωνίας από την ΚΟΑ (η πρώτη το 1968), την ΚΟΘ και την Ορχήστρα του Καπιτωλίου της Τουλούζης, στο Ηρώδειο, υπό την διεύθυνση του Γάλλου ειδικού στον Berlioz, Michel Plasson, όπως επίσης στον ίδιο χώρο, με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βοστώνης (ένα σύνολο με μεγάλη παράδοση στο γαλλικό ρεπερτόριο, ειδικότερα δε σε εκείνο του Berlioz), υπό τη διεύθυνση του διάσημου Ιάπωνα αρχιμουσικού Seiji Ozawa. Τέλος, το ίδιο έργο εκτελέστηκε σε δυο διαφορετικές περιστάσεις, από την κορυφαία γαλλική ορχήστρα, την Ορχήστρα του Παρισιού, μια πρώτη φορά στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών το 1979, υπό τη διεύθυνση του Daniel Barenboim και μια δεύτερη, πολύ αργότερα, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με τον τότε μόνιμο αρχιμουσικό της, τον Γερμανό Christoph Eschenbach.

Michel Plasson.
Seiji Ozawa.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Daniel Barenboim.
Christoph Eschenbach.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Φανταστική Συμφωνία παρουσιάστηκε επίσης δυο φορές στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης από διεθνώς καταξιωμένους μαέστρους: τους Georges Prêtre και Myung-Whun Chung. Διηύθυναν αντίστοιχα την Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης και την Φιλαρμονική Ορχήστρα της Γαλλικής Ραδιοφωνίας σε δυο υποδειγματικές, από κάθε άποψη, ερμηνείες. Πολλές φορές έχει παιχτεί επίσης ο κύκλος τραγουδιών Les Nuits d’été (Θερινές Νύχτες).

Georges Prêtre.
Myung-Whun Chung.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Ελληνική Επανάσταση παρουσιάστηκε στο Μέγαρο το 2011 από την Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων υπό τον Ελευθέριο Καλκάνη και το 2019 από τον Βύρωνα Φιδετζή, στο θέατρο Ολύμπια με την Φιλαρμόνια. Ο Λουκάς Καρυτινός με την Καμεράτα είχαν προγραμματίσει το έργο για το Μέγαρο Μουσικής εντός του 2020, αλλά η συναυλία ανεβλήθη λόγω πανδημίας.

Το έργο του Berlioz αποτελεί πλέον σταθερό μέρος του διεθνούς ρεπερτορίου, αλλά για μας τους Έλληνες, η παραγωγή του έχει επιπρόσθετη σημασία, αφού διαπνέεται ολόκληρη από την αγάπη για την ομορφιά και την ελευθερία, για τα υψηλά ανθρώπινα ιδανικά που αποτελούν την παρακαταθήκη του Ελληνισμού.

Les Troyens  at the Royal Opera, Covent Garden – Trailer

Ο Φώτης Παπαθανασίου σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ειδικεύθηκε στην Αθλητιατρική στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων. Κατόπιν σπούδασε Διεθνείς Σχέσεις στο Παρίσι. Εκεί έλαβε και το Διδακτορικό του από την Ανωτάτη Σχολή Διεθνών Σπουδών, όπου και δίδαξε Πολιτιστική Διπλωματία και Διπλωματία των Πόλεων ως Επισκέπτης Καθηγητής επί δεκαετία. Υπήρξε Ειδικός Συνεργάτης του Γαλλικού Υπουργείου Πολιτισμού (1985-1989), Σύμβουλος του ΥΠΕΞ (1991-93), Αντιδήμαρχος Αθηναίων (1995-2002), Γενικός Γραμματέας (1990-1994) και Αντιπρόεδρος του ΔΣ της ΕΛΣ (2006-2009), Εκτελεστικός Γραμματέας της Ένωσης των Δημάρχων των Πρωτευουσών της ΝΑ Ευρώπης (1995-2004). Είναι Γενικός Διευθυντής του ελληνικού τμήματος του Κέντρου Διπλωματικών και Στρατηγικών Μελετών των Παρισίων από το 1994. Ίδρυσε την Τεχνόπολη και το Μουσείο Μαρία Κάλλας. Από το 2009 είναι Γενικός Διευθυντής του Ιδρύματος Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη. Είναι επίσης μέλος του Δ.Σ. του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και Πρόεδρος του Συλλόγου Φίλων του Richard Wagner. Έχει τιμηθεί με τα παράσημα της Λεγεώνος της Τιμής και του Ταξιάρχη Γραμμάτων και Τεχνών της Γαλλικής Δημοκρατίας, καθώς και εκείνο των Επιστημών και Τεχνών της Αυστρίας.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[i]Itinéraire de Paris à Jérusalem et de Jérusalem à Paris, 1821.

[ii]Jean-Jacques Barthélemy, Le Voyage du jeune Anacharsis en Grèce, dans le milieu du quatrième siècle avant l’ère vulgaire, 1788.

[iii]βλ. Γ. Κωστάντζος, Μούσα Φιλελληνική, Academia.edu

[iv]βλ.παραπάνω. Μετάφραση του έργου από τον Εμμανουήλ Ροΐδη του 1860, επανακυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αφοί Τολίδη» το 1979.

[v]Note sur la Grèce, Paris 1825, Υπόμνημα περί της Ελλάδος, Μετάφραση Ι. Κ. Μαζαράκης-Αινιάν, Ελληνική Εθνολογική Εταιρεία, 2019

[vi]Victor Hugo, Les Orientales, Paris 1829.

[vii]Ακολουθεί το πρωτότυπο κείμενο στα γαλλικά.

Scène héroïque (La révolution grecque)

I.Récit et Air

Héros Grec: Lève-toi, fils de Sparte! allons!… N’entends-tu pas

Du tombeau de Léonidas

Une voix accuser ta vengeance endormie?

Trop longtemps de tes fers tu bénis l’infamie,

Et sur l’autel impur d’un Moloch effronté

On te vit, le front ceint de mépris et de honte,

Préparer, souriant comme aux jours d’Amathonte,

L’holocauste sanglant de notre liberté.

 

Ô mère des héros, terre chérie,

Dont la splendeur s’éteint sous l’opprobre et le deuil!

Ce sang qui crie en vain, ce sang de la patrie,

Nourrit de vils tyrans l’indolence et l’orgueil!

Ô mère des héros, terre chérie.

 

II.Choeur

Prêtre Grec: Mais la voix du Dieu des armées

A répandu l’effroi dans leurs rangs odieux.

Hellènes! rassemblez vos tribus alarmées;

L’astre de Constantin a brillé dans les cieux:

A ses clartés victorieuses, marchez en foule à l’immortalité!

 

Prêtre Grec et Héros Grec: Hellènes! rassemblez vos tribus alarmées;

L’astre de Constantin a brillé dans les cieux.

 

Prêtre Grec: A ses clartés victorieuses,

Héros! marchez en foule à l’immortalité!

Et demain de nos monts les cimes glorieuses

Verront naître l’aurore avec la liberté.

 

Héros Grec et Choeur: A ses clartés victorieuses,

Héros / Guerriers, marchons en foule à l’immortalité, etc.

 

Prêtre Grec et Choeur: Oui, la voix du Dieu des armées, etc.

 

III. Prière

Femmes: Astre terrible et saint, guide les pas du brave!

Que les rayons vaincus du croissant qui te brave

S’éteignent devant toi!

Héros, Prêtre, Choeur: Astre terrible et saint, etc.

Femmes: Que les fils de Sion, riches de jours prospères,

De la liberté sainte et du Dieu de leurs pères

Sans crainte bénisse la loi!

Choeur: Que les fils de Sion, etc.

 

IV. Final

Héros, Prêtre, Choeur: Des sommets de l’Olympe aux rives de l’Alphée

Mille échos en grondant roulent le cri de mort:

Partons /Partez !… le monde entier prépare le trophée

Que nous promet un si beau sort.

Quel bruit sur ces bords expire?…

Tyrtée éveille sa lyre,

Et la Grèce, en ce jour, oppose à ses bourreaux

Tout ce que son beau ciel éclaire de héros.

Ils s’avancent… et la victoire

Rayonne sur leurs fronts poudreux;

La terre, belle encor de son antique gloire,

Retentit sous leurs pas nombreux.

Partons / Partez!… Des sommets, etc.

Aux armes!… le ciel résonne…

Harpes d’or, marquez nos pas!

Peuples!… guerriers!… l’airain tonne.

Nos fers ont soif de combats!

 

Aux armes!

 

[viii] Hector Berlioz, Mémoires, Paris, Flammarion, 2010.

Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης: Επτανησιακά για το 1821. Παραλειπόμενα και μη

 Φόρος τιμής στον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων

Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης

Επτανησιακά  για το 1821.

Παραλειπόμενα και μη

 

Η συμβολή των Επτανησίων ήταν γενναία στα συμβαίνοντα κατά την Επανάσταση του 1821 και τα μετά από αυτήν. Σε αυτούς αφιερώνεται η παρούσα μελέτη, μικρός έρανος στην μνήμη τους.

Από την αρχή του Αγώνος, με την Επανάσταση του Αλεξ. Υψηλάντη στην Μολδοβλαχία, διακρίθηκαν οι Επτανήσιοι, όπως, για παράδειγμα, ο Κεφαλλονίτης Λουκάς Βαλσαμάκης και ο Ιθακήσιος Σπυρ. Δρακούλης, που επελέγησαν ως εκατόνταρχοι του στρατού του Υψηλάντη. Είναι, άλλωστε, γνωστό ότι από τα προεπαναστατικά χρόνια πολλοί Επτανήσιοι ήσαν εγκαταστημένοι στις παραδουνάβιες ηγεμονίες ως γραμματικοί και λογιστές εμπορικών οίκων, αλλά και ναυτικοί που με τα καράβια τους κυριαρχούσαν στην ναυσιπλοΐα του Δουνάβεως.[1] Ο Κεφαλλονίτης Ανδρέας Σφαέλλος, στην αρχή της Επαναστάσεως στην Μολδοβλαχία, κατά διαταγή του Αλέξ. Υψηλάντη, βλέποντας να πλέουν στον ποταμό Προύθο, δέκα τουρκικά καράβια, τέθηκε επικεφαλής ναυτικών, όρμησε και τα κυρίευσε, απελευθέρωσε τους Έλληνες ναύτες και επιβάτες, τους δε Τούρκους κλείδωσε σε ένα αμπάρι πλοίου τους και το βύθισε αύτανδρο.[2]

Στην Ζάκυνθο υφίστατο Επιτροπή Φιλικών, αποτελούμενη από τους Διονύσιο Ρώμα και τους τέκτονες (μασόνους) Παν. Στεφάνου και Κ. Δραγώνα,[3] που ανέπτυξαν «υπερελληνική», κατά τον Γ. Κουντουριώτη δραστηριότητα. Γνωστό, εξάπαντος, είναι ότι ο Κολοκοτρώνης έμεινε στην Ζάκυνθο την περίοδο 1806 – 1821, αξιωματικός του αγγλικού στρατού της αρμοστείας των Ιονίων Νήσων. Οι υιοί του Γενναίος και Πάνος πέρασαν απέναντι από την Ζάκυνθο στο Πάπαρι, τις παραμονές της αλώσεως της Τριπολιτσάς.

Joseph Cartwright (χαρακτικό Robert Havell), Ζάκυνθος, η πλατεία του Αγίου Μάρκου. Δημοσιεύθηκε στις 31.5.1821 στο Λονδίνο.

Στην Κέρκυρα είχαν μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία ο Βιάρος Καποδίστριας, αδελφός του Κυβερνήτη και ο Κ. Γεροστάθης, που είχαν την ευθύνη, ιδίως ο Βιάρος, αποστολής χρημάτων, προϊόν εράνων, στον Γενικό Πρόξενο της Ρωσίας Γ. Βλασσόπουλο και στον Ι. Παπαδιαμαντόπουλο.[4]

Προτομή του Ι. Ζαμπέλιου.

Στην Λευκάδα ξεχώριζε ως Φιλικός ο Ι. Ζαμπέλιος (1787 – 1856), πατέρας του Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου (1815 – 1881), που πριν τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, έγραψε για την διαχρονική ενότητα του Ελληνισμού στο σχήμα Αρχαιότητα – Βυζάντιο – Νέος Ελληνισμός.[5] Ο Ιωάννης είχε την ευθύνη της μεταφοράς όπλων και πολεμοφοδίων, καθώς και την φροντίδα περιθάλψεως των προσφύγων, που έφθαναν στην Λευκάδα από τα μέρη της Ηπείρου και της Ακαρνανίας. Για τον σκοπό  του ταξιδίου του Καποδίστρια στην Κέρκυρα έγινε πολύς λόγος. Ο αείμνηστος καθηγητής Απ. Βακαλόπουλος θέτει το ερώτημα, αν συζήτησε με τον αδελφό του Βιάρο για τις ζυμώσεις περί Επαναστάσεως, οι οποίες, τελικά, τον οδήγησαν στην σύνταξη και κυκλοφορία, ανωνύμως βέβαια, εγκύκλιας επιστολής από 6 Απριλίου 1819, τιτλοφορούμενης Τέκνα της Αγίας Μητέρας Εκκλησίας, όπου ο λόγος για αλληλεγγύη, υπακοή στις αρχές του Ευαγγελίου, την ανάγκη να επιδοθούν οι Έλληνες στην ηθική και πνευματική μόρφωση, γιατί κάθε άλλο είναι μάταιο.[6] Στην φαντασία, πάντως, των Ελλήνων και ιδίως των Επτανησίων, η επίσκεψη αυτή του Καποδίστρια θεωρήθηκε προμήνυμα του Αγώνος και ότι πίσω του έβλεπαν την μορφή τουΤσάρου.[7]

Στις παραμονές της Επαναστάσεως (26 – 27 Φεβρουαρίου 1821), φαίνονταν, πλέον, καθαρά τα επερχόμενα και τότε πολλοί Επτανήσιοι, εγκαταστημένοι στην Πάτρα, έφυγαν με τις οικογένειές τους, από την παραλία του Αγίου Ανδρέα, για τα νησιά τους. Πράγματι, στις 7 Μαρτίου η Πάτρα είχε αναστατωθεί, οι Έλληνες  είχαν βγει στους δρόμους με πιστόλια και γιαταγάνια και την επομένη Επτανήσιοι της πόλεως ανέλαβαν την φρούρηση των προξενείων Ρωσίας, Πρωσίας, Σουηδίας, των οποίων οι πρόξενοι ήσαν Έλληνες και ενήμεροι γι’ αυτά που θα έρχονταν. Το ρωσικό προξενείο, με τον Πρόξενο Βλασσόπουλο, ήταν το κέντρο των Φιλικών και εδώ κατέφευγαν οι Έλληνες κάτοικοι της Πάτρας.[8] Εδώ είχε καταφύγει ο Μακρυγιάννης για να συντονίσει τους Φιλικούς της Άρτας και άλλων περιοχών με τους Πελοποννησίους. Οι Τούρκοι, που είχαν αντιληφθεί τις ελληνικές κινήσεις, τον αναζητούσαν, αλλά αυτός, με την βοήθεια του Κεφαλλονίτη Φιλικού Ν. Γερακάρη, κατόρθωσε να διαφύγει φθάνοντας, μες από τα πατρινά στενοσόκκακα, σε μια φελούκα, αραγμένη στο λιμάνι.[9]

Ο Απ. Ε. Βακαλόπουλος θεωρεί, στηριζόμενος στον Πρεβελάκη, ότι την Επανάσταση επέσπευσαν με την προκλητική τους στάση, οι εγκαταστημένοι στην Πάτρα Επτανήσιοι, οι πιο θερμοί υποστηρικτές της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, όπως γράφει, μαζί τους και πολλοί οπαδοί της Φιλικής Εταιρείας.[10]

Όταν τα γεγονότα στην Πάτρα έλαβαν την δραματική τους μορφή και οι Τούρκοι προσπάθησαν να καύσουν, ανεπιτυχώς, το σπίτι του ταμία Ιω. Παπαδιαμαντόπουλου και το μητροπολιτικό οίκημα, τότε μερικοί Έλληνες, με αρχηγούς τον Παν. Καρατζά, σανδαλοποιό στο παζάρι της Πάτρας και τους Επτανησίους, τον έμπορο Βαγγέλη Λιβαδά και τον φαρμακοποιό Γερακάρη, ξεχύθηκαν στους δρόμους και άρχισαν να κυνηγούν τους Τούρκους προς το κάστρο.[11] Από εκείνη την ημέρα Έλληνες οπλισμένοι από τα γύρω χωριά κατέφθασαν στην Πάτρα, για να πάρουν μέρος στον Αγώνα. Και ο Άγγλος πρόξενος Green, εμπρός στην κατάσταση αυτή, προσπαθούσε να αποτρέψει τους Επτανησίους (γύρω στους 400), ως Άγγλους υπηκόους, να μετάσχουν σε όλα τα δυσάρεστα, γι’ αυτόν, άλλωστε ανθέλληνας.[12] Ο Παν. Καρατζάς, που εκτιμούσαν και τον εμπιστεύονταν οι χωρικοί – πολεμιστές των γύρω από την Πάτρα χωριών, έχοντας μαζί του 150 περίπου Ζακυνθινούς, κρατούσε μία θέση έξω από την Πάτρα, την Ζωητάδα, εμποδίζοντας τους Τούρκους να βγαίνουν έξω από την πολιορκημένη πόλη και να προβαίνουν σε καταστροφές. Ο Καρατζάς γνώριζε την στρατιωτική τέχνη, καθώς είχε υπηρετήσει στον αγγλικό στρατό στην Ζάκυνθο. Τελικά, ο Γιουσούφ μπέης έλυσε την πολιορκία, έκαυσε τα σπίτια των προκρίτων, τα προξενεία Ρωσίας, Ολλανδίας, Σουηδίας, αποκεφάλισε Έλληνες, εσκλάβωσε γυναίκες και παιδιά.[13] Όσο για τον Παν. Καρατζά έπεσε θύμα της συνεχούς διαμάχης προκρίτων και στρατιωτικών, γιατί δολοφονήθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 1821 από ανθρώπους των Πετμεζαίων που τον υποπτεύονταν ως άνθρωπο των προκρίτων, αλλά και από φθόνο εξαιτίας της φήμης που απέκτησε στα γεγονότα της Πάτρας.[14]

Παραπάνω κάναμε λόγο για το πέρασμα Επτανησίων στις απέναντι πελοποννησιακές ακτές. Το 2011 δημοσίευσα στον τόμο προς τιμήν του Αρκάδος ιστορικού Τ. Αθ. Γριτσόπουλου (1911 – 2008) συναφές μελέτημα, που αφορούσε δύο Προκηρύξεις.[15]

Στην πρώτη Προκήρυξη, από 18 Ιουλίου 1821, υπογραφόμενη από τον Θωμά Λάνε, τον εξ απορρήτων του αρμοστού Φρειδερίκου Adam, γραμμένη στην (απλο)ελληνική και στην ιταλική μετάφρασή της, καταγγέλλεται η δράση «βαρκών» υπό βρετανική και ιονική σημαίες, που πέρασαν στα παραθαλάσσια της Πελοποννήσου για να πολεμήσουν κατά των Οθωμανών. Γι’ αυτό αυτοί, και άλλοι όμοιοί τους, έγραφε η Προκήρυξη, θα θεωρούνται «πειράται». Οι δύο «βάρκες», η μία με τον Κεφαλλονίτη Διονύσιο Φωκά και η άλλη με τον Ζακυνθινό Γιαννικέση, συνέχιζε η Προκήρυξη, θα συλληφθούν αυτοί και οι ναύτες και θα δικασθούν ως «πειράται». Και σε περίπτωση που οι ίδιοι και οι ναύτες τους βρίσκονται εντός του Κράτους (της Ιονικής Πολιτείας), διατάσσονται οι τοπικές αρχές να τους συλλάβουν και να τους οδηγήσουν στην Δικαιοσύνη.

Θεόδωρος Βρυζάκης, Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης, 1865, Συλλογή Εθνικής Πινακοθήκης, Αθήνα.

Η δεύτερη Προκήρυξη, με την ίδια ημερομηνία, την φορά αυτή εξ ονόματος του Προέδρου Β. Θεοτόκη και των βουλευτών του ενωμένου κράτους των Ιονικών Νήσων, προειδοποιεί τους αρχηγούς και τους άλλους Κεφαλλονίτες και Ζακυνθινούς που πέρασαν οπλισμένοι μαζί τους στην Πελοπόννησο για να λάβουν μέρος στον εκεί πόλεμο, ότι αν δεν παραιτηθούν από την «κακή» αυτή επιχείρηση και δεν επιστρέψουν στα νησιά τους, θα θεωρηθούν παντοτινά εξόριστοι και οι περιουσίες τους θα περιέλθουν στο κράτος. Όσο για εκείνους που πλανήθηκαν από τους αρχηγούς αυτούς, καλούνταν να επιστρέψουν, το συντομώτερο, στις οικογένειές τους. Αυτοί και οι αρχηγοί τους, συνέχιζε η Προκήρυξη, παραβιάζουν την αρχή της ουδετερότητος, τόσον του Ιονικού Κράτους, όσον και της Αγγλίας, που δεν έχουν πόλεμο με κανένα από τα δύο εμπόλεμα μέρη στην Πελοπόννησο. Επιπλέον, η ίδια  Προκήρυξη αναφέρει ότι εις χείρας της Διοικήσεως του κράτους βρίσκεται προκήρυξη από 1 Ιουνίου 1821, με την οποία ορίζονται ως αρχηγοί και οδηγοί των Κεφαλληνίτων (sic) και Ζακυνθίων οι: Κ. Μεταξάς, Ι. Φωκάς, Ανδρέας Μεταξάς, Βαγγέλης Πανάς, Διονύσιος Σεμπρικός, Παναγιώτης Στρούζας. Αυτοί, έγραφε η Προκήρυξη, είναι εκπληρωταί των προσταγών ενός ξένου χαρακτηριστικού Υποκειμένου.[16]

Όπως θα ιδούμε στην συνέχεια, όλοι οι αναφερόμενοι στις δύο παραπάνω Προκηρύξεις είχαν ενεργό ρόλο στην εξέλιξη της Επαναστάσεως του 1821.

Ο Ανδρέας Μεταξάς είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία το 1819, και ευθύς με την έναρξη του Αγώνος, συνεκρότησε σώμα από 400 Κεφαλλονίτες και με το πλοίο του Πανά Τσιμπούκη κατέπλευσε στην Κυλλήνη στις 5 Μαΐου 1821. Μαζί του ήσαν ο Ζακυνθινός Σολωμόν (Σολωμός) Μερκάτης και οι Κεφαλλονίτες Βαγγέλης Πανάς, Δανιήλ και Γεράσιμος Φωκάς.[17] Αυτοί όλοι έλαβαν μέρος, μαζί με Πελοποννησίους οπλαρχηγούς, στην νικηφόρα μάχη του Λάλα (17 Ιουνίου 1821). Επρόκειτο για ένα οικισμό στην περιοχή της αρχαίας Φολόης με 800 σπίτια, όπου είχαν εγκατασταθεί Αλβανοί επιδρομείς από την εποχή των Ορλωφικών (1770), που συχνά επέδραμαν στους κάμπους της Γαστούνης και της Ηλείας.[18] Ο Σπυρίδων Τρικούπης γράφει λεπτομερώς για την μάχη του Λάλα και την συμμετοχή των Επτανησίων. Ανάμεσά τους, πλην των παραπάνω, και οι Διονύσιος Σεμπρικός, Αναστάσης Γιαννικέσης και Παν. Στούρτσας, που κατονομάζει η αναφερθείσα παραπάνω δεύτερη Προκήρυξη. Αρχηγοί της πολιορκίας του Λάλα ήσαν οι Κωνστ. και Ανδρέας Μεταξάς, Γεράσιμος Φωκάς κ.α. και ήσαν αυτοί που ζήτησαν από τους Λαλιώτες να παραδοθούν.

Ανδρέας Μεταξάς.

Η ελληνική επίθεση έγινε καθ’ υπόδειξιν του Π. Π. Γερμανού. Στις μάχες που ακολούθησαν, σε μία από τις οποίες τραυματίσθηκε ο Ανδρέας Μεταξάς στο δεξί του χέρι, οι Λαλιώτες εγκατέλειψαν το χωριό τους, αφήνοντας τα πολυτελή αρχοντικά τους, προϊόν πλούτου από τις επιδρομές τους, οι δε Έλληνες πολιορκητές εισήλθαν στο έρημο χωριό και το λεηλάτησαν. Δεν φρόντισαν, όμως, να τους κυνηγήσουν ως την Πάτρα, όπου τελικά κατέφυγαν. Όσο για τους Έλληνες, αυτοί έφυγαν από την περιοχή και στρατοπέδευσαν στην Δίβρη. Το κακό, πάντως, είναι ότι σκόρπισε το επτανησιακό σώμα, που στην συνέχεια, όμως, μετείχε σε άλλες μάχες. Επανερχόμενοι στον Σπυρίδωνα Τρικούπη σημειώνουμε εδώ την εντύπωση που έκανε στους άλλους συμπολεμιστές τους η στρατιωτική πειθαρχία των Επτανησίων, που, ασφαλώς, ακολουθούσαν τους κανονισμούς του αγγλικού στρατού στα Επτάνησα. Ο Σπυρίδων Τρικούπης μας πληροφορεί, ωσαύτως, ότι στην Μεσσηνία αποβιβάσθηκαν Ζακυνθινοί υπό τον Μερκάτη, από τους οποίους, περί τους 150, υπό τους Δημήτρη Πεθαμένο και τον Κεφαλλονίτη Αντσετίρη (sic) μετέβησαν στον στρατόπεδο της Πάτρας, άλλοι 100 υπό τους Γεώργη Σολωμόν, Διονύσιο Σεμπρικό, Αναστάση Γιαννικέση και Παναγιώτη Στούρτσα παρέμειναν στην Γαστούνη. Στα τέλη Απριλίου 1821 αποβιβάσθηκε στην Γλαρέντσα ο Βαγγέλης Λιβαδάς με 100 εξοπλισμένους άνδρες και στις 9 Μαΐου οι Ανδρέας και Κωνσταντίνος Μεταξάς και Γεράσιμος Βίκτωρος Φωκάς με το πλοίο, υπό τουρκική σημαία, του Αναστάση Φωκά, έμφορτο με πολεμοφόδια και 350 εξοπλισμένους άνδρες. Όταν ελλιμενίσθηκε οι άνδρες του ύψωσαν την επαναστατική σημαία, έρριψαν κανονιές και ύστερα παρετάχθησαν πάνω στο κατάστρωμα, εψάλη δοξολογία από δύο ιερείς, που ήταν μαζί με το στράτευμα και τέλος αποβιβάσθηκαν. Την επομένη οι αρχηγοί αφού διέταξαν το πλοίο τους να παραπλέει στις ακτές της Πάτρας με 70 οπλοφόρους για κάθε ενδεχόμενο, ανεχώρησαν με τους υπόλοιπους 280 άνδρες και έφθασαν το απόγευμα στην Μανολάδα, όπου βρήκαν τον τοπικό μεγαλοκοτζάμπαση Σισίνη και τον Βαγγέλη Λιβαδά. Η παρουσία των Επτανησίων στην επαναστατημένη Πελοπόννησο ενεθάρρυνε τους εντοπίους και για τον επιπλέον λόγο από φήμες που κυκλοφορούσαν, ότι είχαν έλθει οι επισημότεροι της Κεφαλληνίας κομίζοντας πολλά χρήματα και πολεμοφόδια. Την φήμη ενίσχυε και μία προκήρυξη, πομπώδης κατά τον Τρικούπη, την οποία είχαν υπογράψει οι αρχηγοί και στρατηγοί των ηνωμένων δυνάμεων της Επτανήσου. Πρόκειται για την προκήρυξη, από 1 Ιουνίου 1821, που κυκλοφορήθηκε στα Επτάνησα και για την οποία η δεύτερη Προκήρυξη της Βουλής της Ιονίου Πολιτείας λέγει ότι έφθασε εις χείρας της.

Αλβανοί του Λάλα.

Στον Τρικούπη έκαμνε εντύπωση, όπως ήδη ελέχθη, η στρατιωτική πειθαρχία των Επτανησίων στα στρατόπεδά τους, αλλά και οι επωμίδες και οι περικεφαλαίες που έφεραν, κατά το αγγλικό στρατιωτικό πρότυπο. Γι’ αυτό και ο Τρικούπης γράφει: Την γ΄ ώραν μετά την δύσιν του ηλίου εψάλλετο η παράκλησις, εκρούοντο τα τύμπανα, ετάττοντο φυλακαί κράζουσαι εκ διαλειμμάτων «γρηγορείτε», έπιπτε μία κανονία, και οι στρατιώται αποχώρουν εις τας θέσεις των. Το πρωί εψάλλετο πάλιν η παράκλησις, εκρούοντο τα τύμπανα, ήχουν οι σάλπιγγες και έπιπτεν άλλη κανονία. Υπενθυμίζεται ότι το επτανησιακό σώμα συνόδευαν δύο ιερείς.[19]

Την ευθύνη της πολιορκίας του Λάλα είχαν οι Επτανήσιοι με επικεφαλής τον Ανδρέα Μεταξά. Ήταν αυτός που με γράμματά του, με κομιστή τους τον κυρ Παναγιώτη Μερκάτη, καλούσε τους Λαλιώτες να παραδοθούν σε αυτόν και τους λοιπούς καπεταναίους Κεφαλλονίτες και Ζακυνθινούς.[20]

Με την ευκαιρία, σημειώνουμε τον πατριωτικό ενθουσιασμό των Επτανησίων, που ήσαν εγκαταστημένοι στα παράλια, κυρίως, της Σμύρνης, που με την έναρξη του Αγώνος, έφθαναν στο λιμάνι της για να μπαρκάρουν στην αγωνιζόμενη Ελλάδα, πιστεύοντας στις προφητείες των ιερέων της ότι ήλθε η ώρα της ελευθερίας.[21] Και ήταν τέτοιος ο ενθουσιασμός στην Ζάκυνθο, που οι κάτοικοί της αδιαφορώντας για την αυστηρότητα των αγγλικών αρχών, γιόρτασαν θορυβωδώς με δοξολογίες και πανηγυρισμούς μία είδηση, fake news των ημερών μας, ότι τάχα πάρθηκε η Πόλη.[22] Για μιαν ακόμη φορά οι Ζακυνθινοί ξέσπασαν σε εκδηλώσεις ενθουσιασμού, όταν είδαν τον ελληνικό στόλο, υπό τους Τομπάζη και Ανδρέα Μιαούλη με 60 περίπου καράβια, να φθάνει στο νησί τους καταδιώκοντας τον τουρκικό. Αυτός, ο τουρκικός, είχε διαλύσει την πολιορκία της Πάτρας, τροφοδοτήσει πολιορκημένα κάστρα, κατόπιν στράφηκε στο Γαλαξίδι, που ήταν ναυτική βάση των Ελλήνων και ύστερα κατευθύνθηκε στην Ζάκυνθο, όπου οι «ουδέτερες» αρχές του νησιού τον υπεδέχθησαν ευμενέστατα και από εκεί στην Κωνσταντινούπολη. Λίγο μετά την αναχώρηση του τουρκικού στόλου από το νησί, έφθασε έξω από την Ζάκυνθο ο στόλος του Τομπάζη και Μιαούλη. Στάλθηκε, τότε, από τους αρχηγούς αξιωματικός με λέμβο στο υγειονομείο, για να μάθει τις κινήσεις του εχθρικού στόλου. Οι αρχές, όμως, τον απέπεμψαν και του εφέρθησαν εχθρικά, απαγορεύοντας κάθε επαφή του στην θάλασσα και στην ξηρά και, ακόμη, να μη προβεί σε αγορές. Στο μεταξύ, ο τουρκικός στόλος, που έπλεε προς την Κωνσταντινούπολη, αναγκάσθηκε να ποδίσει προς την Ζάκυνθο, αλλά εξαιτίας της τρικυμίας ένα αλγερινό δικάταρτο ξεκόπηκε, δέχθηκε την επίθεση των πλοίων των Σαχίνη και Ραφαλή και ρίφθηκε στα νότια της Ζακύνθου, στην θέση Υψόλιθρο, σχεδόν κατεστραμμένο. Επιστρέφουμε στο Υψόλιθρο, όπου είδαμε τον ενθουσιασμό των Ζακυνθινών, που προκάλεσε η εμφάνιση του ελληνικού στόλου, την στιγμή που ήταν εκεί και το μισοκαμμένο αλγερινό. Τα χωριά σχεδόν ερήμωσαν, γιατί οι κάτοικοί τους έφθασαν στο Υψόλιθρο, προκειμένου να προλάβουν τυχόν υπεράσπιση των Αλγερινών εκ μέρους των Άγγλων, που έσπευσαν, είκοσι τον αριθμό στρατιώτες, για διατήρηση, δήθεν, των υγειονομικών διατάξεων. Ο Άγγλος αξιωματικός τους ζητούσε επίμονα να επιστρέψουν στα χωριά τους, αλλά αυτοί δεν υπάκουσαν και ο αξιωματικός κτύπησε ένα από αυτούς, οπότε οι ευερέθιστοι χωρικοί άρχισαν να πυροβολούν τους στρατιώτες, και αυτοί, ολιγάριθμοι καθώς ήσαν, υπεχώρησαν και οχυρώθηκαν σε κοντινούς πύργους. Αλλά και εκεί οι χωρικοί τους επετέθησαν. Τα γεγονότα του Υψολίθρου ανάγκασαν τον ύπαρχο Ζακύνθου να επιβάλει στα χωριά και σε όλα τα Επτάνησα στρατιωτικό νόμο. Ο ίδιος ο ύπαρχος μετέβη στην Ζάκυνθο και πέντε χωρικοί κρεμάσθηκαν ως υπαίτιοι των γεγονότων του Υψολίθρου. Ήσαν οι Θεόδωρος Πέτας Γλάφος, Διον. Κοντονίνης, Παν. Ρουμελιώτης, Αντ. Ζούκας και Γιάννης Κλαδιάνης. Τα σώματά τους ετέθησαν σε κλουβιά που τα ανέβασαν σε υψώματα της Ζακύνθου. Διατάχθηκε γενικός αφοπλισμός και αρκετοί, μεταξύ των οποίων και ιερείς, οδηγήθηκαν στο φρούριο ως ένοχοι και απειθείς στις διαταγές του Ιονικού Κράτους.[23]

Τον Μάρτιο και Απρίλιο 1822 η ελληνική κυβέρνηση και ο αρμοστής της Ιονίου Πολιτείας βρίσκονταν σε συζητήσεις για την απαγόρευση του διάπλου των ελληνικών πλοίων μεταξύ των πελοποννησιακών ακτών και της Κέρκυρας.

Σε μιαν άλλη μάχη, αυτήν της Γράνας (10 Αυγούστου 1821), στην πολιορκία της Τριπολιτσάς διακρίθηκε σώμα Ζακυνθινών, που νίκησε τους Τούρκους, που πολιορκημένοι και με έλλειψη τροφών, επιχείρησαν να εξέλθουν από την Τριπολιτσά σε αναζήτησή τους. Η μάχη της Γράνας επιτάχυνε την πτώση της Τριπολιτσάς.[24]

Τα γεγονότα της εκρήξεως της Επαναστάσεως στην Αθήνα (25  Απριλίου 1821), όπου οι επαναστάτες, μολονότι δεν διέθεταν πυροβόλα, κυρίευσαν τον λόφο του Φιλοπάππου και τον Άρειο Πάγο, με την ταυτόχρονη εισβολή 3.000 αυτοσχέδιων στρατιωτών από τα χωριά πέριξ των Αθηνών. Οι Τούρκοι είχαν αποσυρθεί στην Ακρόπολη, αφού, πρώτα, λεηλάτησαν ελληνικά μαγαζιά και σπίτια. Πέραν των εντοπίων, στην πολιορκία της Ακροπόλεως προσήλθαν κάτοικοι της Κέας και στις 5 Μαΐου κατέφθασαν Κεφαλλονίτες με πυροβόλα που τα τοποθέτησαν προς τον Ιλισσό, κάτω από τον ναό του Ολυμπίου Διός.[25]

Γενική άποψη της Αθήνας το 1821.

Όταν έπεσε το Αγρίνιο, μετά ολιγοήμερη πολιορκία (28 Μαΐου – 10 Ιουνίου 1821) ήλθε η σειρά δύο παλαιών ανοχύρωτων καστρών, του Τεκέ και της Πλαγιάς, μεταξύ Λευκάδος και Ακαρνανίας, στα οποία επιτέθηκε ο Γ. Τσάγκας με Λευκαδίτες που πέρασαν οπλισμένοι απέναντι από τα χωριά τους Κρανιά και Σφακιά.[26]

Ο Τρικούπης γράφει για την εκστρατεία στον Πύργο, όπου πολέμησαν 500 Έλληνες με εντόπιους αρχηγούς. Μαζί τους ήσαν οι Ζακυνθινοί Παναγ. και Δημ. Καμπασαίοι και οι δύο υιοί του Κολοκοτρώνη Πάνος και Γενναίος, που είχαν περάσει από την Ζάκυνθο στο Πυργί την 25 Μαρτίου 1821, απερχόμενοι προς τον πατέρα τους.[27]

Στην άτυχη περιπέτεια της ήττας των Ελλήνων στην μάχη του Πέτα, λίγο έξω από την Άρτα, πολέμησαν ηρωικά και Επτανήσιοι υπό τον Σπ. Πανά. Ο Μαυροκορδάτος εζήλωσε δόξα αρχιστράτηγου και ετέθη επικεφαλής στρατού για να νικήσει τους Τούρκους στην Ήπειρο. Μαζί του ήσαν τακτικοί, φιλέλληνες, πρόσφυγες από όλη την Ελλάδα, τακτικό σώμα Επτανησίων, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Γιατράκος, ο Κανέλλος Δεληγιάννης, που ξεκίνησαν από την Κόρινθο, μέσω του στρατοπέδου της Πάτρας και μετά τέσσερις ημέρες έφθασαν στο Μεσολόγγι (12 Μαΐου). Και τούτο εν μέσω πλήθους δυσκολιών, οικονομικών, εμφυλίων διαμαχών. Από εκεί, στις 10 Ιουνίου έφθασαν στο Κομπότι και στρατοπέδευσαν στο Πέτα, όπου ακολούθησαν αψιμαχίες με τους Τούρκους. Αυτοί, στις 4 Ιουλίου, με τον ικανό στρατηγό Μεχμέτ Ρεσίτ και 9.000 άνδρες επιτέθηκαν στο στράτευμα του απειροπόλεμου Μαυροκορδάτου και, βρίσκοντας αφρούρητη θέση στην κορυφή του βουνού, που είχε ανατεθεί στον οπλαρχηγό Γώγο, άρχισαν δριμύτατη επίθεση κατά των τακτικών και των Επτανησίων του Πανά, που οι μισοί τους, τουλάχιστον, έπεσαν ηρωικά.[28] Την ευθύνη της ήττας, ξένοι και Έλληνες, επιρρίπτουν στον Γώγο, που τον θεωρούν ένοχο προδοσίας. Οι Κεφαλλονίτες Γεράσιμος Β. Φωκάς και Δανιήλ Πανάς, που πιθανόν έλαβαν μέρος στην μάχη τόνιζαν, λίγες ημέρες μετά την μάχη, την ανδρεία των τακτικών και λιγότερο των Γώγου, Ράγκου και Δημοτσέλιου. Ο Γώγος μάταια προσπάθησε να δικαιολογηθεί και μην αντέχοντας την χλεύη και την περιφρόνηση των συμπατριωτών του, πήγε με τους Τούρκους ως το τέλος της ζωής του.[29] Στην μάχη του Προφήτη Ηλία (9 Αυγούστου 1822), λίγες ημέρες μετά από αυτήν του Πέτα, ο αμφιλεγόμενος οπλαρχηγός Βαρνακιώτης, προκειμένου να ανακόψει τον Κιουταχή, αντιμετώπισε τον στρατό του, έχοντας 700 άνδρες, εξ ων οι 30 και πλέον ήσαν Κεφαλλονίτες με επικεφαλής τον Γεράσιμο Φωκά.[30]

Στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου (12 Οκτωβρίου – 31 Δεκεμβρίου 1822) εμφανίσθηκαν στις 10 Νοεμβρίου υδραιοσπετσιώτικα καράβια που έλυσαν την από θαλάσσης πολιορκία. Στις 14 Νοεμβρίου πέρασαν στο Μεσολόγγι 700 Πελοποννήσιοι, μαζί με Κεφαλλονίτες, Ζακυνθινούς, Ιθακησίους. Είχαν προηγηθεί συζητήσεις του Μπότσαρη δήθεν για συμβιβασμό με τους Τούρκους και έγινε εκεχειρία οκτώ ημερών που έδωσε στους Έλληνες χρόνο, για να προετοιμασθούν.[31]

Τα επτανησιακά καράβια δεν έπαυαν να είναι παρόντα στις δύσκολες στιγμές της Επαναστάσεως. Έτσι, όταν κατά τα τέλη 1822 και αρχές του 1823 ο τουρκικός στόλος του Χοσρέφ πασά κινείται μεταξύ Μεσολογγίου και Πάτρας, Επτανήσιοι καραβοκύρηδες ξέφευγαν τον κλοιό του και εφοδίαζαν τα κάστρα της Δυτικής Στερεάς με τρόφιμα και άλλα γεννήματα.[32]

Από τους πολλούς Επτανησίους αγωνιστές σημειώνουμε εδώ τους κυριώτερους, αλλά πλην αυτών, άγνωστοι παραμένουν εκείνοι που τα ονόματά τους δεν διέσωσε η Ιστορία και που έπεσαν στα πεδία των μαχών, στην στεριά και την θάλασσα. Γι’ αυτούς ισχύει το Ανδρών γενναίων, πάσα γη τάφος.

Ο Ανδρέας Μεταξάς ήταν παρών στα πολεμικά και πολιτικά γεγονότα της Επαναστάσεως, αλλά η δράση του εξακολούθησε να είναι αξιοπρόσεκτη και μετά από αυτήν. Τον Δεκέμβριο του 1822 ήταν μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας στο συνέδριο της Βερόνας, όπου η Ευρώπη της εποχής άφησε μόνη της την Ελλάδα στον άνισο αγώνα της. Η δράση του ήταν συνεχής στις Εθνοσυνελεύσεις, στα κυβερνητικά αξιώματα. Διετέλεσε πρεσβευτής στην Ισπανία και την Πορτογαλία το 1836, υπουργός Στρατιωτικών το 1841, πληρεξούσιος Αττικής, υπουργός Οικονομικών το 1844, αντιστράτηγος το 1850 και πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη την περίοδο 1850 – 1854. Απεβίωσε στις 8 Σεπτεμβρίου 1860 στην Αθήνα.[33] Με τον Μακρυγιάννη οι σχέσεις του ήσαν δύσκολες, γιατί άλλοτε τον ειρωνευόταν και τον χαρακτήριζε κόντε Λάλα, εκ της συμμετοχής του στην μάχη του Λάλα, όπου, όπως γράφει ο Μακρυγιάννης, μάτωσε το χέρι του (!) και άλλοτε ότι ήταν συμβουλάτορας του Κολοκοτρώνη, περιστασιακά φίλος του Μαυροκορδάτου, μέτοχος στο κίνημα της 3 Σεπτεμβρίου, όπου τώρα τον χαρακτηρίζει πατριώτη. Ο ίδιος γράφει πολλά για την πολιτική δραστηριότητα του Μεταξά.[34] Όποια γνώμη και αν έχει ο στρατηγός Μακρυγιάννης, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ο Ανδρέας Μεταξάς ήταν μία προσωπικότητα του Αγώνος και τούτο διότι: όταν εισέβαλε ο Δράμαλης στην Πελοπόννησο, η κυβέρνηση θορυβημένη πέρασε στα καράβια και έμειναν μόνοι στο Άργος ο σεβάσμιος Αθαν. Κανακάρης, ο Μεταξάς και δυο – τρεις άλλοι, που προσπάθησαν να περισώσουν τα αρχεία της Κυβερνήσεως, μέρος του δημοσίου θησαυρού, τα ασημένια σκεύη των εκκλησιών και μονών που προορίζονταν να γίνουν νόμισμα για τις ανάγκες του Αγώνος.[35] Τις ημέρες της εισβολής του Δράμαλη ο Μεταξάς είχε σταλεί από την Κυβέρνηση να συνδιαλλαγεί με τον Κολοκοτρώνη για τους τρόπους που θα αντιμετωπιζόταν ο Δράμαλης (Γερμανός, 134, Σπηλιάδης, 1, 401, Φωτάκος, 1, 329 – 333). Ο (κόμης) Μεταξάς είχε σταλεί από την κυβέρνηση στο συνέδριο της Βερόνας, μαζί του ήταν ο Γάλλος φιλέλληνας Jourdain, που είχε αντικαταστήσει τον ασθενούντα Πίκκολο.[36] Στην Βερόνα ο Metternich μαζί με τους συναδέλφους του της Ιεράς Συμμαχίας, πέτυχε να μη συζητηθεί τό ελληνικό ζήτημα και ούτε που παραδόθηκαν οι επιστολές της Κυβερνήσεως που κόμιζε ο Μεταξάς για τους Παπικούς. Κατόπιν τούτων, η Κυβέρνηση έστειλε στην Βερόνα τον Π. Π. Γερμανό και τον Γ. Μαυρομιχάλη, υιό του Πετρόμπεη, όπου ο πρώτος θα συζητούσε με τον παπικό απεσταλμένο Benvenuti για την ένωση των Εκκλησιών, ζήτημα που δεν είχε συνέχεια (Σπηλιάδης, 440). Ο Μεταξάς, που έκανε μεγάλες προσπάθειες να πείσει τους ηγεμόνες ότι η Ελληνική Επανάσταση δεν έχει καμμία σχέση με τους Καρβονάρους, απογοητευμένος από το συνέδριο της Βερόνας, έγραψε στην Κυβέρνηση: Οι ηγεμόνες μας εγκαταλείπουν, μόνο στις δικές μας δυνάμεις πρέπει να στηριχθούμε.[37] Ο Μεταξάς μετείχε στις άγονες συζητήσεις, εκ μέρους της Κυβερνήσεως, με τους Ιππότες της Μάλτας για την σύναψη δανείου. Πίσω τους κρυβόταν η Αγγλία.[38]

Ο Ανδρέας Μεταξάς έφιππος στην μάχη του Λάλα. Έργο του Peter von Hess

Ο Κωνσταντίνος Μεταξάς γεννήθηκε στο Αργοστόλι το 1793, σπούδασε νομικά στην Ιταλία, όπου μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία. Ύστερα από συνεννόηση με τον Π. Π. Γερμανό, πέρασε στην Πελοπόννησο με το πλοίο των Γερασίμου και Αναστασίου Φωκά, όπου διακρίθηκε στην μάχη του Λάλα. Στις 2 Μαΐου διορίσθηκε από την προσωρινή Κυβέρνηση αρμοστής των Νησιών,[39] στα τέλη του 1823 ήταν έπαρχος Μεσολογγίου.[40] Όταν έφθασε στο Μεσολόγγι, ως έπαρχος Αιτωλίας – Ακαρνανίας, βρήκε μία κατάσταση απελπιστική και θέλησε να φύγει. Σκέφθηκε, όμως, το ενδεχόμενο εμφυλίου και την προέλαση του εχθρού γι’ αυτό και παρέμεινε. Ο διορισμός του Ν. Λουριώτη, ως γραμματέα του, η φιλική στάση του προς τον Μάρκο Μπότσαρη, η έκκλησή του προς τους δημογέροντες και τους προκρίτους για την πρέπουσα τροφοδοσία του στρατεύματος, ήσαν οι κύριοι λόγοι που ηρέμησαν τα πνεύματα στην ανήσυχη και ταραγμένη πόλη.[41] Στα μέσα Ιουλίου 1823 αντιμετώπισε με επιτυχία τουρκική επίθεση στο Κρυονέρι και στην θέση Τεκέ, έξω από το Μεσολόγι.[42] Ο Κ. Μεταξάς, ως έπαρχος Μεσολογγίου υποδέχθηκε το νεκρό του Μάρκου Μπότσαρη. Είχε εισέλθει στο κατάλυμά του ο γραμματικός του Μπότσαρη Βασίλης Γούδας αγγέλοντας την τραγική είδηση και ο Μεταξάς εξήλθε από την πόλη με όλους τους Μεσολογγίτες, για να προϋπαντήσουν τον μεγάλο νεκρό, που τον συνόδεψε ως το σπίτι του. Ο ίδιος στα Απομνημονεύματά του περιγράφει αυθεντικά την μάχη όπου σκοτώθηκε ο Μάρκος Μπότσαρης (σσ. 136 – 143).[43] Από την θέση του επάρχου παραιτήθηκε στις 18 Νοεμβρίου 1824, απογοητευμένος από την δυστυχία που άφησε στην πόλη η δίμηνη πολιορκία της (Οκτώβριος -Νοέμβριος 1824).[44]

Κατά την Επαναστατική περίοδο διετέλεσε υπουργός Δικαιοσύνης, συνδέθηκε με τον Λόρδο Βύρωνα και τον Ι. Καποδίστρια. Μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, ανήλθε σε διάφορα αξιώματα, εγκαταστάθηκε για λίγο στο Αργοστόλι, επέστρεψε στην Αθήνα και πάλι στο Αργοστόλι, όπου απεβίωσε το 1870. Συνέθεσε τα Ιστορικά απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, που εξέδωσε μετά τόν θάνατό του ο υιός του Επαμεινώνδας.[45]

Κωνσταντίνος Μεταξάς, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Ο Ιωάννης Φωκάς διακρίθηκε μαχόμενος στην Αθήνα, Εύβοια, Νεόκαστρο, Ανατολικόν, Θήβα και Ναύπακτο. Το 1825 προήχθη σε χιλίαρχο. Το 1827 αντικατέστησε τον πεσόντα Γεράσιμο Φωκά, με διαταγή του Δημ. Υψηλάντη. Συγγενής του, προφανώς, ο Γεράσιμος, που είχε διακριθεί, και αυτός, στην μάχη του Λάλα.[46]

Ο Βαγγέλης Πανάς ήταν συμπολεμιστής του Κωνστ. Μεταξά, ο οποίος τον Απρίλιο του 1822 στο Μεσολόγγι είχε συστήσει ιδιαίτερο σώμα, αποτελούμενο από Κεφαλλονίτες, την αρχηγία του οποίου ανέθεσε στον Πανά. Ήταν πλοίαρχος, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, συμμετείχε με τους λοιπούς συμπολεμιστές του στην μάχη του Λάλα, και αλλαχού, και συνέχισε την συμμετοχή του στον Αγώνα ως τον θάνατό του στο Ναύπλιο το 1825.[47]

Ηλίας και Δανιήλ Πανάς, συγγενείς του παραπάνω, με τον οποίο ήσαν συναγωνιστές του στην μάχη του Λάλα. Ο Δανιήλ και ο Ηλίας ζούσαν και μετά τον θάνατο του Καποδίστρια και ήσαν με τον Μακρυγιάννη, που τους χαρακτήριζε τίμιους και αγαθούς πατριώτες αξιωματικούς.[48]

Διονύσιος Σεμπρικός, τον γνωρίζουμε μόνο από την συμμετοχή του στην μάχη του Λάλα.

Διονύσιος Βούρβαχης (Denis Bourbaki), συγγενής του Μεταξά, αξιωματικός των ναπολεοντείων πολέμων, ήλθε στην Ελλάδα και εντάχθηκε στο σώμα του Καραϊσκάκη. Σκοτώθηκε στην μάχη του Καματερού (27 Ιανουαρίου 1826).[49]

Διονύσιος Βούρβαχης.

Ανεπιτυχής απόπειρα δανείου και ο πρωτοπαπάς Ζακύνθου Γαρτζώνης. Δύο αδέλφια ο Ανδρέας και Παναγιώτης Ζαριφόπουλοι, από την Ανδρίτσαινα, που οι οικογένειές τους ήσαν εγκατεστημένες στην Ζάκυνθο, παρακινημένοι, προφανώς, από τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, έφθασαν περί τα τέλη 1822 στο νησί και, μέσω του πρωτοπαπά του Γαρτζώνη, υπέβαλαν την πρόταση στους Άγγλους να τεθεί η Επανάσταση υπό την προστασία τους.[50] Ο Σπηλιάδης γράφει ότι ο αρμοστής των Ιονίων Νήσων Maitland θα δεχόταν την πρόταση, αν οι Έλληνες επέτρεπαν στους Άγγλους να καταλάβουν τα κάστρα της Πελοποννήσου, αλλά ο ίδιος αμφέβαλε αν θα το δεχόταν, αφού οι Έλληνες ήσαν βέβαιοι για τον εαυτό τους μετά την κατάληψη της Τριπολιτσάς και της Κορίνθου.[51] Η όλη υπόθεση ξεκίνησε από πρωτοβουλία του πρωτοπαπά Γαρτζώνη, που έγραψε στον «μακελάρη», τον Κολοκοτρώνη δηλαδή, με κομιστή της επιστολής ένα εκ των Ζαριφόπουλων, ο οποίος Κολοκοτρώνης θεώρησε την πρόταση «καλήν και σωστικήν», αλλά την δεδομένη στιγμή τον απασχολούσε η πολιορκία της Άργους. Η γερουσία, μάλιστα, φυλάκισε τον κομιστή, αλλά γρήγορα τον αποφυλάκισε και αυτός επέστρεψε πίσω στην Ζάκυνθο. Λίγο μετά η γερουσία έστειλε τον επίσκοπο Ρέοντος και Πραστού Διονύσιο, ίσως, για άλλη μυστική υπόθεση. Εκεί οι δύο άνδρες πληροφορήθηκαν, μέσω του Γαρτζώνη, ότι ο Maitland πρότεινε να του υποβληθεί το αίτημα εγγράφως και αυτός, κατόπιν, θα το έστελνε στο Λονδίνο, το οποίο θα απαντούσε σχετικά. Η όλη συζήτηση έκλεισε λόγω της εισβολής του Δράμαλη. Ο Π. Π. Γερμανός γράφει, επ’ αυτού, ότι κατά την φυλάκιση του ενός των Ζαριφόπουλων και κομιστή της προτάσεως η γερουσία τον ανέκρινε και Τοιαύτην απόκρισιν ακούσαντες οι Πελοποννήσιοι και ιδόντες του πράγματος το σαθρόν αδιαφόρησαν.[52] Οι συζητήσεις αυτές, πάντως, είχαν και κάποιαν επίδραση στους στρατιώτες του Κολοκοτρώνη, που, από τον φόβο της εισβολής του Δράμαλη, του έλεγαν να δώσει η Πελοπόννησος στους Άγγλους το 1/10 των προσόδων. Λίγο μετά, ωστόσο, στην Ζάκυνθο στάλθηκε ο Ν. Πονηρόπουλος και μίλησε για το ίδιο ζήτημα με τον Κ. Δραγώνα και τον Γαρτζώνη.[53] Ο ιστορικός της Επτανήσου Παν. Χιώτης, που έχει τις πληροφορίες του για το εν λόγω ζήτημα, γράφει ότι ο Κ. Δραγώνας συμβουλεύει τον Πονηρόπουλο να πάψουν οι Έλληνες να ζητούν την αγγλική προστασία Αν δύνασθε ή δεν δύνασθε, συλλογισθήτε να νικήσετε τους Τούρκους και πράξατε κατά συνέπειαν. Και ένας απλός υγειονομοφύλακας, παρών στην συζήτηση, πρόσθεσε: Κυττάξτε εις ημάς τους νησιώτας τα καλά που μας έκαμαν οι Άγγλοι και οδηγηθήτε. Ο Θεός των Χριστιανών σώζει τους Ορθοδόξους Έλληνας και όχι προστασία ανθρώπινος.[54] Το πόσο δίκαιο είχε το έδειξαν οι χρόνοι που ακολούθησαν έως τις ημέρες μας.

Προσθέτουμε, με την ευκαιρία, ότι η πρώτη δόση δανείου από την Αγγλία είχε φθάσει στην Ζάκυνθο στις αρχές Απριλίου 1824 με το βρίκι Florida, που την συνόδευε ο Φιλέλληνας λοχαγός Blaquière, που έφερνε και την εντολή των Ελλήνων πληρεξουσίων και των δανειστών που διόριζαν τον Λόρδο Byron, μαζί με άλλους επιτρόπους, για την διαχείριση του ποσού που έστελναν. Ο Stanhope, ως μέλος της αγγλικής επιτροπής στην Ελλάδα, αρνούνταν να υπογράψει την παράδοσή του στην Κυβέρνηση. Η Ιόνιος Πολιτεία, επικαλούμενη την ουδετερότητά της, κρατούσε το δάνειο, ώσπου τον Σεπτέμβριο 1824 ο ύπατος αρμοστής Frederick Adam διέταξε την απόδοσή του.[55]

Όσα εξετέθησαν παραπάνω, είναι, ούτως ειπείν, μία προσπάθεια αναδείξεως της προσφοράς των Επτανησίων στην Επανάσταση του 1821. Ο Σπ. Τρικούπης γράφει χαρακτηριστικά:[56]

Αναφέραμεν ήδη πόσον ανεφλέχθη το πνεύμα των Επτανησίων αρξαμένου του ελληνικού αγώνος· δεν ίσχυσαν δε να σβέσωσι τον υπέρ αυτού ενθουσιασμόν των, ούτε ο ανυπόκριτος φιλοτουρκισμός, ούτε η σιδηρά χειρ του τότε μεγάλου αρμοστού Μαιτλάνδου, αξίου ανδρός, αλλά τόσον δεσποτικού, ώστε αυτοί οι συμπατριώται του τον παρωνόμαζον Σουλτάνον – Θωμάν (King Tom). Εις μάτην ο αρμοστής ούτος εκήρυττεν ουδετερότητα, εδήμευεν υπάρχοντα και κατεδίκαζεν εις αειφυγίαν. Οι Κεφαλλήνες και οι Ζακύνθιοι και τας προκηρύξεις του εποδοπάτουν, και τας ποινάς του ωλιγότερον, κατά τας απειλάς του εχλεύαζαν, και τον ελληνικόν αγώνα υπεστήριζαν δια παντός τρόπου και δι’ αυτών των επ’ εκκλησίας πανδήμων δεήσεων υπό τον βροντώδη ήχον των κωδώνων εις επήκοον της δυσμενούς Αρχής.

Ο Απόστολος Βακαλόπουλος γράφει για την μεγάλη αγωνία και τον άπειρο ενθουσιασμό των Επτανησίων, που κατά εκατοντάδες έτρεξαν να βοηθήσουν τους ομοεθνείς τους της Πελοποννήσου, παρά τα αυστηρά απαγορευτικά μέτρα που έπαιρναν οι Άγγλοι της αρμοστείας για αφοπλισμό των κατοίκων. Ο ίδιος θεωρεί υπερβολικό τον αριθμό των 3.000 Επτανησίων που έσπευσαν εθελοντές στις απέναντι πελοποννησιακές ακτές. Η ψυχή τους, συνεχίζει ο Βακαλόπουλος, έπεφτε σε σκοτάδια απελπισίας και παραληρήματα χαράς, ανάλογα με τις αποτυχίες ή τις επιτυχίες των ομοεθνών τους. Εκεί είχαν μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία εξέχουσες προσωπικότητες, που φρόντιζαν για την αποστολή χρημάτων, τροφίμων, πολεμοφοδίων στους επαναστάτες. Και υπενθυμίζει ο αείμνηστος Δάσκαλος ότι εκεί, στην Ζάκυνθο, ακοίμητη είναι και η ψυχή του ποιητή, που συνταράζεται από τα μεγάλα γεγονότα που διαδραματίζονται στις απέναντι ακτές και που τα μετουσιώνει στις λαμπρότερες μελωδίες που ακούονται στην Ελλάδα μετά την Άλωση. Είναι ο Διονύσιος Σολωμός. Μετά την άφιξη του Καποδίστρια παρατηρήθηκε συρροή Επτανησίων στο ελληνικό κράτος, τους οποίους ο Κυβερνήτης χρησιμοποίησε στον στρατό, την διοίκηση, την δικαιοσύνη, γεγονός που προκάλεσε την δυσαρέσκεια των εντοπίων, που πίστευαν ότι ήσαν σαν τους Φαναριώτες, και εννοούσαν ότι, όπως αυτοί, οι Φαναριώτες, που είχε διαφθείρει η τουρκική τυραννία, έτσι και οι Επτανήσιοι από την βενετική καταπίεση. Αυτά ο Απ. Βακαλόπουλος.[57]

Από τα Παραλειπόμενα και μη σημειώνουμε εκ νέου εδώ την δραστηριότητα του Ανδρέα Μεταξά, που ως Υπουργός Στρατιωτικών, διατάχθηκε, κατά την προέλαση του Ιμπραήμ στην Αργολίδα, να προχωρήσει προς το Ναύπλιο και να το οχυρώσει. Η διαταγή αφορούσε και τον Μακρυγιάννη, που με το σώμα του, θα συνέδραμε τον Μεταξά στην οχύρωση. Ήταν Ιούνιος του 1825, και ο Μεταξάς είχε αναλάβει την γενική στρατιωτική διοίκηση, με διαταγή του εκτελεστικού, του Ναυπλίου και των φρουρίων. Η αποστολή του ήταν δύσκολη, γιατί στο Ναύπλιο, από τον πανικό που διέσπειρε στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ, είχαν καταφύγει και πολλοί πρόσφυγες. Ο Μεταξάς είχε, άλλωστε, την εμπιστοσύνη του Κολοκοτρώνη, που αυτός τον επέβαλε ως Υπουργό Πολέμου, στην προσπάθειά του, μάλιστα, να συγκροτήσει, στην αντιμετώπιση του Ιμπραήμ, τακτικό στρατό.[58] Είναι συγκινητική η τελετή που έγινε στην πλατεία του Ναυπλίου, στις 22 Ιουνίου 1825, όπου ο Γάλλος συνταγματάρχης Fabrier (Φαβιέρος) ορίζεται διοικητής του τακτικού στρατού και ύστερα ο μητροπολίτης Διονύσιος και ο Μεταξάς μιλούν για την σημασία του στρατού αυτού.[59] Ο Μεταξάς, έχοντας την εμπιστοσύνη της κυβερνήσεως, είχε αναλάβει, μέσα Ιουνίου 1825, την καταδίωξη των Ψαριανών πειρατών – είναι η εποχή που ελληνικά πειρατικά ενεργούν κατά των ξένων εμπορικών πλοίων, αποκομίζοντας πλούσια λεία και εκθέτοντας στο εξωτερικό την Ελλάδα. Ο Μεταξάς περιπολούσε με στρατιωτική δύναμη μεταξύ Νάξου και Πάρου. Στην υπηρεσία αυτή έμεινε ως τα τέλη του 1826.[60]

Η Συνέλευση των πληρεξουσίων στην Τροιζήνα όρισε τον Καποδίστρια Κυβερνήτη, τον Church αρχιστράτηγο και τον Cochrane αρχηγό του στόλου και σχημάτισε Αντικυβερνητική Επιτροπή, δηλαδή επιτροπή ως την άφιξη του Καποδίστρια, στην οποία Υπουργός Πολέμου διορίσθηκε ο Μεταξάς.[61]

Τον Κωνσταντίνο Μεταξά βρίσκουμε επίσης απεσταλμένο της Κυβερνήσεως στην Ζάκυνθο, με την ιδιότητα του γενικού επιτρόπου, με 30.000 δολλάρια για την αγορά τροφίμων. Ήδη ο Ιμπραήμ είχε εισβάλει στην Πελοπόννησο.[62] Τα ίδια καθήκοντα (φροντιστής) ασκούσε και στην Γαστούνη (Μάρτιος – Απρίλιος 1825). Στα μέσα του 1826 τον απαντούμε πρόεδρο της Τριμελούς Διευθυντικής Επιτροπής, τα άλλα δύο μέλη ήσαν ο Υδραίος Μ. Τσαμαδός και ο Σίφνιος Χρυσόγελος, για την πάταξη της πειρατείας στο Αιγαίο.[63] Ο Μεταξάς απολάμβανε της εμπιστοσύνης της κυβερνήσεως, που μετά τα μέσα Ιουνίου 1825, τον είχε ορίσει, μαζί με τον Αναστάσιο Πολυζωΐδη και τον Ι. Πάγκαλο, μέλος της Επιτροπής «προς κατάπαυσιν των καταχρήσεων και πειρατειών και δραστηρίαν ενέργειαν της ειπράξεως του θεσπισθέντος δανείου».[64]

Η Επιτροπή Ζακύνθου, η πολιορκία του Μεσολογγίου, ο αγγλογαλλικός ανταγωνισμός. Η Επιτροπή Ζακύνθου, με κύρια πρόσωπα τον Διονύσιο Ρώμα, τον Κ. Δραγώνα, τον Στεφάνου, αποτελούσε, κατά τον εύστοχο χαρακτηρισμό ορισμένων, το άτυπο Υπουργείο Εξωτερικών του Αγώνος. Η προσφορά της ήταν ανεκτίμητη. Θα άξιζε να γραφεί ειδική μελέτη γι’ αυτήν.[65]

Σε αυτήν στρέφονταν σημαίνουσες προσωπικότητες της Επαναστάσεως, που είχαν συνεχή επικοινωνία μαζί της, πότε ζητώντας βοήθεια, πότε τις συμβουλές της και άλλα αιτήματα συναφή με τον Αγώνα. Η Ζάκυνθος ήταν, πολλές φορές, το καταφύγιο προσφύγων, γέρων, γυναικοπαίδων, αδυνάτων στις δύσκολες περιόδους της Πελοποννήσου, όπως, για παράδειγμα, συνέβη με την εισβολή του Ιμπραήμ. Είδαμε, προηγουμένως, τον πατριωτικό ενθουσιασμό των Επτανησίων και, ιδιαιτέρως, των Ζακυνθινών, που έσπευσαν στην Πελοπόννησο προς βοήθεια των συμπατριωτών τους, μόλις, κιόλας, άρχισε ο Αγώνας. Σημειώσαμε, επίσης, τον ενθουσιασμό των Ζακυνθινών, μόλις εμφανιζόταν ο ελληνικός στόλος, όπως συνέβη στις 17 Ιουλίου 1825, προκαλώντας, οι Ζακυνθινοί, και επεισόδια σε βάρος συμπολιτών τους, που γνώριζαν ότι είχαν εμπορικές δοσοληψίες με Τούρκους και Αιγυπτίους στο Αιγαίο. Κατά μίμηση, μάλιστα, του Μακεδονο – Θετταλο – Θρακικού σώματος συγκροτήθηκε στις 23 Ιουλίου 1826 Η φάλαγξ των Επτανησίων ή Κεφαλληνο – Ζακύνθιον σώμα, στην ίδρυση του οποίου πρωτοστατεί ο ιατρός και αγωνιστής Πέτρος Στεφανίτσης (1792 – 1863), για το οποίο έχουμε την ωραία μελέτη του Τριαντ. Ε. Σκλαβενίτη, «Συμβολή στη βιογραφία του Πέτρου Στεφανίτση», Μνήμων 1 (1971) 53 – 73. Ξεχωρίζουν οι πάντα θερμοί πατριώτες Κεφαλλονίτες και Ζακυνθινοί, 500 τον αριθμό, που οπλίζονταν και συντηρούνταν με ιδικά τους έξοδα ή με δανεικά, γιατί το εθνικό ταμείο ήταν άδειο. Δυστυχώς, μετά από λίγους μήνες το σώμα διαλύθηκε. Απορεί κανείς για την απουσία εδώ της Επιτροπής Ζακύνθου. Στο πολιορκημένο Νεόκαστρο (Πύλος) αγωνίσθηκε ηρωικά λόχος Κεφαλλονιτών (Αύγουστος 1825). Το ίδιο και στην πολιορκία της Ακροπόλεως από τον Κιουταχή, όπου μαζί με τους πολιορκημένους αγωνίζονταν και Επτανήσιοι (13, 27 Σεπτεμβρίου 1826). Για την ευόδωση του Αγώνος εργάζονταν στην Κεφαλλονιά οι Γ. Τουρτούρης, Δρ. Καλύβας, Θεόδ. Λεονταρίτης και ο υιός του, Αναστ. Φλαμπουριάρης, Αντ. Μαρτινέγκος, κόμης Δελλαδέτσιμας.

Η Επιτροπή Ζακύνθου απευθύνεται στον Μαυροκορδάτο (16 Μαρτίου 1825) και του ζητεί «να ρίξει στην λήθη το φονικόν σπέρμα της διχονοίας» – είναι η εποχή που ο Ιμπραήμ απειλεί το Νεόκαστρο, το Παλαιόκαστρο, την Σφακτηρία. Από την Επιτροπή, που ονομάζεται στην αλληλογραφία συνθηματικά Τρισυπόστατον, καθώς την αποτελούσαν οι Διον. Ρώμας, Κ. Δραγώνας και Παν. Στεφάνου, ο Μαυροκορδάτος ζητεί την αποστολή πολεμοφοδίων και, ει δυνατόν, την στρατολόγηση ξένων στρατιωτών (Οκτώβριος 1825).

Είναι χαρακτηριστική η επιστολή προς αυτήν των Ελεύθερων Πολιορκημένων του Μεσολογγίου, που, βλέποντας τους Τούρκους να πλησιάζουν τα χαρακώματα, την παρακαλούν για την αποστολή τριών πυροσβεστικών σωλήνων με εξακοντισμό νερού για να τους πνίξουν μέσα σε αυτά (Μάιος – Ιούνιος 1825). Ανήσυχη η Επιτροπή έγραφε στον Κολοκοτρώνη και τον Ζαΐμη για τις κακές εντυπώσεις που θα δημιουργήσουν στο εξωτερικό οι επιτυχίες του Ιμπραήμ, αλλά και για την υπόθεση του δανείου, που η διαδικασία του είχε ήδη αρχίσει (22 Σεπτεμβρίου 1825).

Στους πρώτους μήνες (Απρίλιος – Ιούλιος 1825) της πολιορκίας του Μεσολογγίου η λεγομένη Διευθυντική Επιτροπή της πολιορκημένης πόλεως γράφει στον Φιλικό Γεώργιο Λαδόπουλο στην Ζάκυνθο, του εκθέτει την απελπιστική κατάστασή της και ζητεί αλεύρι και χρήματα – προφθάσατέ μας με αλεύρι, ότι δεν έχομεν πλέον, και με χρήματα, ότι δεν ημπορούμεν, πλέον, να βαστάξωμεν το στρατιωτικόν. Και οι Φιλικοί του νησιού κάμνουν ό,τι μπορούν για την συντήρηση της φρουράς του Μεσολογγίου και την διατήρηση της Επαναστάσεως στην Δυτική Ελλάδα.[66] Είναι η εποχή που ο Διονύσιος Σολωμός γράφει, καθισμένος κάτω από ένα πεύκο, τους Ελεύθερους Πολιορκημένους και την Γυναίκα της Ζακύνθος, που το άρχισε το 1826, εποχή που είχαν φθάσει στην Ζάκυνθο οι πρόσφυγες Μεσολογγίτισσες, που ντόπια και κακότροπη γυναίκα τις βρίζει και τις ειρωνεύεται αυτές, που στην αρχή εντρεπόντανε να ’βγούνε και επροσμένανε το σκοτάδι για ν’ απλώσουν το χέρι, επειδή δεν ήτανε μαθημένες και είχανε δούλους και είχανε σε πολλές πεδιάδες και γίδια και πρόβατα και βόιδα πολλά… Αλλά όταν επερισσέψανε οι χρείες, εχάσανε την ντροπή, ετρέχανε ολημερίς. Και όταν εκουραζόντανε, εκαθόντανε στ’ ακρογιάλι κι ακούανε, γιατί εφοβόντανε μην πέσει το Μεσολόγγι…

Διονύσιος Σολωμός.

Είναι συγκινητική η επιστολή που παιδιά, στην Σαλαμίνα, άλλα που οι πατεράδες τους πολεμούσαν, άλλα ορφανά, ζητούσαν από την Επιτροπή πλάκες, πετροκόνδυλα, χαρτιά, πένες. Ήταν η εποχή που οι Τούρκοι πολιορκούσαν την Αθήνα και το σχολείο τους με τον δάσκαλο Ν. Νικητόπουλο συνέχισε το έργο του στην Σαλαμίνα (Ιούλιος – Αύγουστος 1826).

Και ενώ, παρά τους κινδύνους από την εισβολή του Ιμπραήμ συνεχίζονταν οι έριδες των οπλαρχηγών, που αγανακτούν την Επιτροπή, το πλέον δραστήριο μέλος της, ο Διον. Ρώμας,[67] γράφει στον Γ. Κουντουριώτη Ημείς ομιλούμεν με πράξεις και όχι με φράσεις κενάς από ουσίαν. Το εθνικόν συμφέρον λογίζεται ως ιδικόν μας (19 Μαΐου 1825). Δύο ημέρες αργότερα, με το ίδιο πνεύμα, γράφει και προς τον μόλις αποφυλακισθέντα Κολοκοτρώνη – Μεταχειρισθήτε τώρα τον ενθουσιασμόν του λαού και οδηγήσατέ τον εις την αληθινήν δόξαν και μην τον αφήσετε να ψυχρανθή και να πέση εις στοχασμούς και φατρίας.

Η Β.Δ. Πελοπόννησος, στο μεταξύ, ενόψει της προελάσεως του Ιμπραήμ, οχυρώνεται στα σπήλαια, τα δυνατά μοναστήρια, τους απότομους βράχους, ενώ οι οπλαρχηγοί Χ. Άχολος και Λ. Βιλαέτης ζητούν από την Επιτροπή τροφές (29 Δεκεμβρίου 1825). Από τον Οκτώβριο 1825 ως την Έξοδο (10 Απριλίου 1826) η στενή πολιορκία της ηρωικής πόλεως επιδεινώνει τον επισιτισμό, καθώς οι οικογένειες των αγωνιστών, που είχαν καταφύγει στον Κάλαμο, επέστρεψαν για να πεθάνουν μαζί τους. Η Διευθυντική Επιτροπή Μεσολογγίου γράφει στις 23 Οκτωβρίου 1825 στην Επιτροπή Ζακύνθου… καθ’ ημέραν δια τα εδώ και δια τα έξω θέλομεν, χωρίς άλλο, δέκα χιλιάδες οκάδες αλεύρι.

Ένας ριψοκίνδυνος Ζακυνθινός πατριώτης, ο Χρήστος η Χριστόφορος Ζαχαριάδης, που πουλούσε γλυκά στο στρατόπεδο του Ιμπραήμ, σταλμένος από την Επιτροπή, συνάντησε τρεις φορές τον Ιταλό μηχανικό του στρατού του Αιγύπτιου επιδρομέα, Romei, με το ψευδώνυμο Αριστογείτων, από τον οποίο παίρνει πληροφορίες για τον σχεδιασμό των επιθέσεών του και τις μεταφέρει στους πολιορκημένους.[68] Χάρη σε αυτές οι πολιορκημένοι οργάνωσαν την άμυνά τους. Την δεινή θέση των πολιορκημένων γνώριζε πολύ καλά ο Ανδρέας Μιαούλης, που αδυνατούσε να τους βοηθήσει και γι’ αυτό πρότεινε την μεταφορά των γυναικόπαιδων στον Κάλαμο. Το μικρό νησί της Λευκάδος απέναντι από την δυτική ακτή της Αιτωλοακαρνανίας, όπου από τα Ορλωφικά κατέφευγαν πρόσφυγες. Και ο Ιμπραήμ λεηλατώντας, αιχμαλωτίζοντας, καταστρέφοντας το παν είχε ήδη στραφεί προς το Μεσολόγγι, αλλά ο Ζαΐμης, γράφοντας προς την Επιτροπή, την διαβεβαίωνε ότι και μία πέτρα αν μένη εις την Ελλάδα, ημείς θα αντιπαλαίωμεν (15 Αυγούστου 1825). Ο Ιω. Παπαδιαμαντόπουλος (1766 – 1826), αυτή η γνήσια και ηρωική μορφή του 1821, που ήλθε και έμεινε στο Μεσολόγγι και θυσιάσθηκε μαζί με τους πολιορκημένους στην Έξοδο, έγραψε στους Φιλικούς της Ζακύνθου, στις 12 Δεκεμβρίου 1825, για το υψηλό φρόνημά τους και ότι μόνη η έλλειψις τροφών μπορεί να τους στενοχωρήση. Τροφάς, λοιπόν, τροφάς και πάλιν τροφάς.[69] Ο Ζαχαριάδης, εκπρόσωπος της Επιτροπής στην Ελλάδα, με την από 6 Μαρτίου επιστολή του προς αυτήν, εκφράζει την απογοήτευσή του για την αδράνεια του στόλου, που η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον στέλνει σε ανόητες εκστρατείες, στην Βηρυτό και την Κάρυστο, αντί να τον στείλει στο Μεσολόγγι, που τον έχει ανάγκη. Και λυπείται που τα καλλιώτερα πλοία και ναύται ευρίσκοντο εις το κούρσος (πειρατεία). Ο ίδιος δεν παραλείπει να ενεργεί για την τροφοδοσία των πολιορκημένων με καλαμπόκι, πολεμοφόδια, μπαρούτι, μολύβι. Ο Ελβετός, με γαλλική καταγωγή, Φιλέλληνας Jean Gabriel Eynard, εγκαταστημένος στην Γενεύη, όταν πληροφορήθηκε την έλλειψη τροφίμων στο Μεσολόγγι, έγραψε στους αρχηγούς των πολιορκημένων ότι έδωσε διαταγή στην Ζάκυνθο να τους στείλουν.[70]

Τα γεγονότα της Εξόδου είναι γνωστά. Η κατάσταση στην Πελοπόννησο ήταν τραγική, η Επανάσταση αιμορραγούσε και η διχόνοια δεν έπαυσε ούτε σε αυτές τις δύσκολες στιγμές. Στα Επτάνησα η Επιτροπή της Ζακύνθου και στην Κέρκυρα ο Βιάρος Καποδίστριας και ο Γεροστάθης συνέχιζαν να βοηθούν τον Αγώνα πριν και μετά την πτώση του Μεσολογγίου με εράνους και άλλες δραστηριότητες, όπως ήταν η περίθαλψη των προσφύγων, η απελευθέρωση των αιχμαλώτων, η ενημέρωση των φιλελληνικών σωματείων. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Άνθιμος, που παρακολουθούσε από κοντά την εξέλιξη του Αγώνος γράφει στις 29 Σεπτεμβρίου 1826, πέντε μήνες μετά την Έξοδο, προς την Επιτροπή Ζακύνθου, που προφανώς γνωρίζει την δράση της, γνωστή, εξάπαντος, σε όλο τον Ελληνισμό, και, επικαλούμενος την φιλογένειά της, παρακαλεί να μεριμνήσει για την απολύτρωση των Ελλήνων αιχμαλώτων, που τους περιφέρουν στα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου προς πώληση. Όλοι τους σε αξιοθρήνητη κατάσταση και το Πατριαρχείο δεν έχει χρήματα, ούτε και οι άλλοτε ακμάζουσες ελληνικές κοινότητες, που εξήντλησαν τα οικονομικά τους στις ανάγκες της Επαναστάσεως.[71] Την τραγική κατάσταση του Μεσολογγίου περιγράφει, με επιστολή του προς την Επιτροπή, ο Κ. Ζωγράφος (16 Μαΐου 1826).

Θεόδωρος Βρυζάκης, Η Έξοδος του Μεσολογγίου, 1853, Συλλογή Εθνικής Πινακοθήκης, Αθήνα

Δυστυχώς, η διχόνοια συνεχιζόταν και μετά την Έξοδο, όπου υπάρχει τέτοια η σύγχυση ως προς τα αντιπαλαίοντα πρόσωπα (Ζαΐμης, Λόντος, Νοταράς, Δεληγιάννης, Γεωργαντάς, Κολοκοτρώνης), ως προς ποιος δηλαδή και με ποιον είναι. Ο Μαυροκορδάτος στις 28 Ιουλίου 1826 ενημερώνει, με επιστολή του, την Επιτροπή Ζακύνθου, η οποία κατακλείεται με το: Όσοι χαίρονται εις τας διαιρέσεις σχετίζονται ή με το εν μέρος ή με το άλλο. Αλλοίμονον εις την αθλίαν Ελλάδα. Η Επιτροπή Ζακύνθου παρακολουθεί την διχόνοια, εν μέσω της αιμορραγούσης Επαναστάσεως, κατάσταση που δεν αντιλαμβάνονταν οι αρχηγοί της, πολιτικοί και στρατιωτικοί, γι’ αυτό και τους γράφει, με σκληρό τρόπο, επιτιμητικές επιτολές, μία προς τον Κολοκοτρώνη, από 2 Σεπτεμβρίου 1826 και την άλλη προς τον Ζαΐμη, από 3 Σεπτεμβρίου. Στον Κολοκοτρώνη γράφει στο τέλος της επιστολής: Άνοιξε τους οφθαλμούς σου και στον Ζαΐμη Ιδού και οι πατέρες του Έθνους, όπου γίνονται επίορκοι, καταντούντες εις προδοσίαν, επειδή προκρίνουν κάλλιον και ιδιαίτερον του κοινού το συμφέρον. Ο Ζαΐμης απήντησε παραπονούμενος για το ύφος της επιστολής, αλλά η Επιτροπή Ζακύνθου προτίμησε να του απαντήσει με σωφροσύνη μη παραλείποντας, όμως, να του θυμίσει τις πράξεις εκείνων (εν προκειμένω των Νοταράδων), που περιφρόνησαν τα δικαιώματα ενός λαού που πολεμά για την πίστη και την πατρίδα του.

Η ξένη προστασία προκάλεσε νέες έριδες και αναστατώσεις. Έτσι τον Ιούλιο και Αύγουστο του 1825 οι Έλληνες, απογοητευμένοι από την επέλαση του Ιμπραήμ και τις ήττες τους, ζήτησαν την προστασία της Αγγλίας, τιθέμενοι υπό την απόλυτον υπεράσπισιν της Μεγάλης Βρετανίας. Επρόκειτο για ένα σχέδιο που είχε συντάξει η Επιτροπή Ζακύνθου, σε συνεργασία με τον μεγάλο αρμοστή των Ιονίων Fred. Adam, το οποίο είχε φέρει από την Ζάκυνθο ο δραστήριος Χρίστος Ζαχαριάδης και υπογεγραμμένο από τους Έλληνες, με πρώτο τον Κολοκοτρώνη, του το εγχειρίζουν και αυτός (ο Ζαχαριάδης) το μεταφέρει στην Ζάκυνθο. Ήταν ένα έγγραφο, θα έλεγε κανείς, προσεγγίσεως σε φιλικό ύφος, χωρίς, οπωσδήποτε, την έγκριση της επίσημης Αγγλίας.[72] Η αλήθεια, είναι, πάντως, ότι το έγγραφο, που κόμιζε στην Ζάκυνθο ο Ζαχαριάδης, το είχαν υπογράψει, πλην του Κολοκοτρώνη, Πελοποννήσιοι, Στερεοελλαδίτες και νησιώτες πρόκριτοι, καθώς και ο Μιαούλης, στον οποίο είχε σταλεί ένα αντίγραφο. Η προσπάθεια αυτή όλων των παραπάνω εμπλεκομένων δεν είχε συνέχεια, αφού η επίσημη Αγγλία το αποδοκίμασε και στην οποία έφθασε, ύστερα από ενέργειες του Hamilton, διοικητού της αγγλικής μοίρας του Αιγαίου, του Σπ. Τρικούπη, του Adam, του υιού του ναυάρχου Μιαούλη, Δημητρίου. Επιδόθηκε στον ίδιο τον Canning από τον Δημ. Μιαούλη, που είχε φθάσει στο Λονδίνο με το βρίκι Κίμων, στις 5 Οκτωβρίου. Στο μεταξύ, λίγες ημέρες πριν, η Βρετανία διακήρυττε σε αυστηρό τόνο την απαγόρευση στρατολογίας ανδρών για τον ελληνικό στρατό,  καθώς και τον εξοπλισμό πολεμικών σκαφών στα αγγλικά λιμάνια για λογαριασμό των Ελλήνων. Ωστόσο, την απόρριψη της αγγλικής προστασίας από την ίδια την Αγγλία, ισορροπούσε η άφιξη του δανείου στις 9 Ιουλίου 1826 εκ 40.000 λιρών. Ήταν η πρώτη δόση που την συνόδευαν εκπρόσωποι των δανειστών και διπλωμάτες.

Και όμως, στους Έλληνες, υπό τις δραματικές συνθήκες που ζούσαν, η ελπίδα της αγγλικής βοήθειας δεν είχε χαθεί. Δεν τελεσφόρησε για τον ίδιο σκοπό αποστολή του Σπ. Τρικούπη, απεσταλμένου της κυβερνήσεως Κουντουριώτη, στον αρμοστή Adam, την οποία η Επιτροπή Ζακύνθου, θεωρούσε, αγνοούμε γιατί, βλαπτική στην όλη υπόθεση. Εκτιμούσε, προφανώς, ότι η όποια θετική ανταπόκριση του Adam στα ελληνικά αιτήματα, ερχόταν σε αντίθεση με τις αγγλικές διακηρύξεις περί ουδετερότητος.[73]

Το αίτημα για αγγλική προστασία προκάλεσε την αντίδραση των γαλλόφιλων και ρωσόφιλων. Αίτηση προστασίας προς την Γαλλία υπέγραφαν ο Δημ. Υψηλάντης, ο Κωλέττης, ο Κ. Μαυρομιχάλης  κ.ά. και προς την Ρωσία ο Αναγνωσταράς και ο Νικηταράς. Την γαλλική προστασία επιθυμούσαν, φυσικό ήταν, οι Γάλλοι Φιλέλληνες στην Ελλάδα Jourdan, Roche κ.ά. Την αγγλική στήριζαν ο Μαυροκορδάτος, ο Σπ. Τρικούπης, ο Γ. Κανναβός, απεσταλμένος της φρουράς Μεσολογγίου. Ανήσυχα τα μέλη της Επιτροπής Ζακύνθου, σταθερά υπέρ των Άγγλων, γράφουν στον Κολοκοτρώνη και τον Ζαΐμη, διαμαρτυρόμενα για τις διαμάχες των Ελλήνων πολιτικών, που αντικείμενό τους ήταν η επιλογή του δείνα ή του τάδε προστάτη. Στην Ζάκυνθο, άλλωστε, οι φήμες οργίαζαν. Καθένας είχε την προτίμησή του προς πρόσωπο, πάντα ξένο: ο Κολοκοτρώνης πρότεινε στην Επιτροπή Πρόεδρον εις είδος Μονάρχου (21 Αυγούστου 1826), Έλληνες και Γάλλοι Φιλέλληνες και πράκτορες και το φιλελληνικό κομιτάτο του Παρισιού τον δούκα της Ορλεάνης, οι Βαυαροί κάποιον του κύκλου του βασιλέα Λουδοβίκου Α΄, η Επιτροπή Ζακύνθου, με διάκριση πάντως, προτιμούσε πρόσωπο της αγγλικής επιρροής. Δυστυχώς για την Πατρίδα, από τις έριδες, τις διχόνοιες και τα άλλα μειονεκτήματα του λαού μας, δεν αναδείχθηκε ο ηγέτης που θα ένωνε τις προσδοκίες του. Τα υπόλοιπα γνωστά ως τους καιρούς μας.

Και ενώ συνέβαιναν οι πολιτικές ανακαταράξεις, ο Κολοκοτρώνης συνέχιζε τον κλεφτοπόλεμο κατά του Ιμπραήμ, ο μόνος, άλλωστε, συντελεστικός τρόπος αντιμετωπίσεως, γι’ αυτό και παρακαλεί την Επιτροπή να του στείλει ζωοτροφίας προφθάσατέ μας, σας παρακαλούμεν, και σας υπόσχομαι να ακούσετε θαύματα από την προθυμίαν των Ελλήνων τον εφετεινόν χειμώνα. Ο Μιαούλης απευθύνεται στην Επιτροπή Ζακύνθου τον Ιούλιο 1826 και περιγράφει, με τα μελανώτερα χρώματα, ότι κανένας πόρος δεν φαίνεται από πουθενά, αφού μετά την πτώση του Μεσολογγίου εξοδεύθησαν όσα συνάχθησαν και δεν υπάρχει δυνατότητα δια την αγοράν και ετοιμασίαν πυρπολικών και εις μισθούς των ναυτών μας. Η Επιτροπή, πάντως, έστελνε τρόφιμα και χρήματα στο ελεύθερο Ναύπλιο, όπου όχι μόνον συνεχίζονταν η καχυποψία των Ρουμελιωτών έναντι των Πελοποννησίων, για δήθεν συμβιβασμό τους με τους Τούρκους, αλλά και οι καταχρήσεις ορισμένων. Δια τον Θεόν, να μη στείλετε γεννήματα εις Ναύπλιον, επειδή φθείρονται όλα, έγραφε ο Χρ. Ζαχαριάδης στις 25 Ιουνίου στην Επιτροπή.

Ιωάννης Καποδίστριας, πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος.

***

Τα Επτάνησα προσέφεραν γενναιόδωρα στον Αγώνα, παρά την αυστηρότητα και την «ουδετερότητα» της αγγλικής αρμοστείας. Θαρραλέοι άνδρες πέρασαν στην αρχή, κιόλας, της Επαναστάσεως στις απέναντι πελοποννησιακές ακτές και πολέμησαν με θερμό πατριωτισμό. Και από τα νησιά τους εφοδίαζαν τους αγωνιζόμενους στην Πελοπόννησο και την Στερεά Ελλάδα με τρόφιμα και πυρομαχικά. Στους επιτρόπους των νησιών και τους Φιλικούς απευθύνονταν στρατιωτικοί και πολιτικοί, ζητώντας υλική βοήθεια και συμβουλές, περιθάλποντας, παράλληλα, τους πρόσφυγες, που εύρισκαν στα Επτάνησα καταφύγιο.

Ο Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης είναι Ομότιμος Καθηγητής του ΑΠΘ και Καθηγητής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας

 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Σπ. Γ. Φωκάς, Οι Έλληνες εις την ναυσιπλοΐαν του Κ. Δουνάβεως, εκδ. Ι.Μ.Χ.Α., Θεσσαλονίκη 1975.

[2] Σπ. Λουκάτος, «Κεφαλονίτες κ.λπ. κατά την Επανάσταση», Κεφαλληνιακά Χρονικά 1 (1976) 59 – 61.

[3] Για τον τεκτονισμό στην Ζάκυνθο και τα Ιόνια Νησιά βλ. Π. Κ. Κρητικός, «Συμβολή του Τεκτονισμού των Ιονίων Νήσων εις την απελευθέρωσιν του Έθνους», Πρακτικά Γ΄ Πανιονίου Συνεδρίου, τ. 1 (1967) 181 σημ. 1, όπου και βιβλιογραφία.

[4] Ο Παπαδιαμαντόπουλος (1766 – 1826) από τις ευγενέστερες μορφές του 1821, πλούσιος έμπορος των Πατρών, εφοδίαζε τον Αγώνα με πολεμοφόδια από την Ιταλία και την Ζάκυνθο, φρούραρχος Πατρών (1822), ταμίας και διαχειριστής του στόλου, αγωνιστής με τους ελευθέρους πολιορκημένους του Μεσολογγίου, όπου κατά την Έξοδο, συνελήφθη και αποκεφαλίσθηκε.

[5] Αθ. Ε. Καραθανάσης, Η τρίσημη ενότητα του Ελληνισμού κ.λπ., εκδ. Κυριακίδη 1985, 1991, 62 – 73.

[6] Απ. Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού – Η Μεγάλη Ελληνική Επανάσταση (1821 – 1829), τ. Ε΄ , Θεσσαλονίκη 1980, 99 – 101.

[7] ό.π., 101.

[8] Για την δράση του Βλασσόπουλου εκείνες τις ημέρες βλ. Βακαλόπουλος, ό.π., 82, 116, 321, 330, 331.

[9] Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, Εισαγωγή – Σχόλια Σπ. Ι Ασδραχά, εκδ. Α.  Καραβία, Αθήνα χ.χ., 116 – 119,  Ν. Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1851, τ. 1, 82.

[10] Βακαλόπουλος, Ιστορία, τ. Ε΄ 330.

[11] Ι. Μακρυγιάννης, ό.π., 116 – 119.

[12] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. 1, Αθήνα 1859, 19.

[13] Γερμανός Π. Π., Υπομνήματα περί Επαναστάσεως κ.λπ., Αθήνα 1837, 33 – 38, Φιλήμων, ό.π., 16 -17.

[14] Γερμανός, ό.π., 77, Σπηλιάδης, ό.π., 235. Ο Φιλήμων, ό.π., 241 αποθεώνει, δικαίως, τον έντιμο αυτόν αγωνιστή.

[15] Αθ. Ε. Καραθανάσης, «Δύο Προκηρύξεις της Αγγλικής Αρμοστείας και της Επτανήσου Πολιτείας κατά της Ελληνικής Επαναστάσεως (Ιούλιος 1821)», Στέφανος εις Τάσον Αθ. Γριτσόπουλον, Πελοποννησιακά τ. Λ΄2 ,  2011, Αθήνα 139 – 152.

[16] Όπως θα ιδούμε παρακάτω, ο Παν. Μεσσάρης, που ήταν απεσταλμένος Κεφαλλονιτών και Ζακυνθίων, προς τους πολιορκημένους Αλβανούς του Λάλα, ενεχείριζε στους Λαλιώτες γράμμα, όπου σαφώς αναφέρεται ότι ο αρχηγός τους Αλέξ. Υψηλάντης – το ξένο χαρακτηριστικό Υποκείμενο, ήταν αυτός που διστάζει να ονοματίσει η αρμοστεία στην Προκήρυξή της.

[17] Όλοι αυτοί, παρά τις διαταγές των αγγλικών αρχών της Ιονίου Πολιτείας, αποβιβάσθηκαν ομάδες – ομάδες στις ακτές της Ηλείας και ενώθηκαν με 700 – 800 χωρικούς επαναστάτες, άνδρες του μεγαλοκοτζάμπαση Σισίνη και με 200 του οπλαρχηγού της Κυπαρισσίας Ι. Μέλιου. Βλ. Βακαλόπουλος, ό.π., 390 – 392 και με την σχετική βιβλιογραφία.

[18] Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α΄- Β΄, εκδ. Χάρη Πάτση, Αθήνα 1959, 278 κεξ.

[19] Τρικούπης, ό.π., 278 – 288. Χαρακτηριστική είναι, πάντως, η ευγενής διατύπωση των γραμμάτων των δύο αντιπάλων. Πρβλ. Βακαλόπουλος, ό.π., 390 – 392.

[20] Τρικούπης, ό.π., 278 – 288, Γερμανός, ό.π., 56 – 57.

[21] Richard Clogg, “Smyrnain in 1821 – Docaments from the Levant Company Archives in the Public Record Office”, Μικρασιατικά Χρονικά 15 (1972) 313 – 371. Για την συμμετοχή των Επτανησίων στον Αγώνα βλ. Βακαλόπουλος, ό.π., 391, 392, σημ. 252, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[22] Βακαλόπουλος, ό.π., 558.

[23] Τρικούπης, ό.π., 57 – 58.

[24] Βακαλόπουλος, ό.π., 652, Χρυσανθόπουλος Φώτιος ή Φωτάκος, Απομνημονεύματα περί Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1858, 221 – 227, Σπηλιάδης, ό.π., 1, 225 – 227.

[25] Βακαλόπουλος, ό.π., 430, Τρικούπης, ό.π., 209 – 211. Χαρακτηριστικά ο Τρικούπης γράφει για φραγκοφορεμένους Έλληνες πολιορκητές που οι Τούρκοι από την Ακρόπολη νόμισαν ότι οι Φράγκοι βασιλείς κήρυξαν πόλεμο κατά του Σουλτάνου. Παρά την αρνητική απάντηση των προξένων, που ρώτησαν, πολλοί φραγκοφορήθηκαν για να τους παραπλανήσουν. Οι φραγκοφορεμένοι μήπως ήσαν οι Κεφαλλονίτες;

[26] Βακαλόπουλος, ό.π., 447, Τρικούπης, 260, όπου διαβάζουμε ότι άλλους Τούρκους εσκότωσε και άλλους, ως αιχμαλώτους, απέστειλε στην Άρτα, επ’ ανταλλαγή.

[27] Τρικούπης, ό.π., 271.

[28] Βακαλόπουλος, ΣΤ΄, 144 – 163.

[29] Ο Τρικούπης, ό.π., 271, γράφει επαινετικά για τον Γώγο και ότι οι συμπολεμιστές τον έλεγαν όπου ο Γώγος, εκεί και η νίκη.

[30] Βακαλόπουλος, ό.π., 172.

[31] Βακαλόπουλος, ό.π., 313 – 314.

[32] Βακαλόπουλος, ό.π., τ. ΣΤ΄, 556.

[33] Ηλίας Τσιτσέλης, Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, τ. Α΄, Αθήνα 1904, 410 – 423.

[34] Μακρυγιάννης, ό.π., passim.

[35] Σπηλιάδης, ό.π., 1, 384.

[36] Βακαλόπουλος, ό.π., ΣΤ΄, 370.

[37] Βακαλόπουλος, ό.π., 375.

[38] Σπηλιάδης, ό.π., 507 – 509, Φωτάκος, ό.π., 1, 478.

[39] Βακαλόπουλος, ΣΤ΄, 95, 223.

[40] ό.π., 34, 340, 551.

[41] Βακαλόπουλος ΣΤ΄, ό.π.

[42] ό.π., 462.

[43] ό.π., 566 – 568.

[44] ό.π., 574.

[45] Τσιτσέλης, 429 – 435.

[46] ό.π., 789.

[47] Τσιτσέλης, ό.π., 506.

[48] Μακρυγιάννης, 315, 330.

[49] ό.π., 252 – 255 και Τσιτσέλης, ό.π., στην λέξη Μπούρμπαχης, Στέφ. Ι. Παπαδόπουλος, «Διονύσιος Βούρβαχης (Denys Bourbaki), ένας Γάλλος φιλέλληνας του 1821, ελληνικής καταγωγής», Παρνασσός, περ. Β΄, τ. 5, (1963) 340 – 356.

[50] Γερμανός, ό.π., 128.

[51] Σπηλιάδης, 1, 377 –  378.

[52] Στους Έλληνες εκπροσώπους ο Γαρτζώνης, όπως γράφει ο καλά πληροφορημένος Σπηλιάδης, ό.π., 378 – 379, 405, είπε: αλλά προσέξατε.

[53] Σπηλιάδης, 1, 416 – 417.

[54] Π. Χιώτης, Ιστορία του Ιονικού Κράτους από συστάσεως αυτού μέχρι ενώσεως (έτη 1815 – 1864), τ. 1, Ζάκυνθος 1874, 466 – 467.

[55] Για το ζήτημα αυτό βλ. λεπτομέρειες Βακαλόπουλος, ΣΤ΄, 209, 210, 211, 232. Ο Κ. Δραγώνας, τέκτων βέβαια, ήταν εκ των δραστηρίων Φιλικών στην Ζάκυνθο, ό.π., 446, 632 και σ. 844, όπου διαβάζουμε ότι η Ζάκυνθος ήταν το ενωτικό σημείο, μέσω του οποίου έρχονταν σε επαφή με τον αγγλικό παράγοντα.

[56] Τρικούπης, Β΄, 57.

[57] Βακαλόπουλος, ό.π., 981 – 983.

[58] Σπηλιάδης, ό.π., 2, 323 – 325, Φωτάκος, ό.π., 2, 98, Βακαλόπουλος, ό.π., Ζ΄, 122.

[59] Βακαλόπουλος, ό.π., 307.

[60] ό.π., 392.

[61] ό.π., 701, κεξ.

[62] Βακαλόπουλος, ό.π., 19.

[63] ό.π., 391.

[64] Πρόκειται για ένα «βίαιο» δάνειο, που υποχρεούνταν να πληρώσουν οι Έλληνες – βλ. Αναστ. Δ. Λιγνάδης, «Έρανοι, δάνεια, εισφοραί, δασμοί κατά το 1825 εις το Αιγαίον», περιοδ. Νέον Αθήναιον 3 (1958 – 1960) 61 – 72.

[65] Για την Επιτροπή Ζακύνθου βλ. σχετικό λήμμα στην Ιστορία, τ. Ζ΄, του Βακαλόπουλου. Άμεσοι συνεργάτες του ήσαν οι εγκαταστημένοι στο Λιβόρνο και στην Ancona έμποροι Π. Πάλλης και Σπ. Βάλβης, που φρόντιζαν, με τον Γ. Παπαμανόλη, συνεργάτη του Eynard, για την μεταφορά τροφών και πολεμοφοδίων στην αγωνιζόμενη Πατρίδα.

[66] Βλ. και τις ειδικές επ’ αυτού μελέτες των: Ντίνου Κονόμου, Ζακυνθινοί Φιλικοί, Αθήνα 1966 και την πιο πρόσφατη του Κ. Α. Βακαλόπουλου, Η επαναστατημένη Ελλάδα μεταξύ 1826 – 1829 κ.λπ., όπου έκδοση των εγγράφων της Επιτροπής Ζακύνθου, σσ. 229 – 234.

[67] Δ. Γρ. Καμπούρογλου, Ιστορικόν Αρχείον Διονυσίου Ρώμα, τ. 1 – 2, Αθήνα 1901, 1906 – ο πρώτος τόμος περιλαμβάνει την περίοδο 1819 – 1825, ο δεύτερος το 1826, Ντίνος Κονόμος, Ο Διονύσιος Ρώμας και η Ελληνική Εθνεγερσία, Αθήνα 1972.

[68] Έγραψε ο Ζαχαριάδης και ένα μικρό ημερολόγιο για τις ημέρες εκείνες που εξέδωσε ο Κ. Αθ. Διαμάντης, «Ημερολόγιον της πολιορκίας του Μεσολογγίου του Χρίστου Ζαχαριάδου – Από 30 Δεκεμβρίου 1825 έως 30 Ιανουαρίου 1826», Στερεοελλαδική Εστία 1 (1960) 12 – 21.

[69] Ντίνος Κονόμος, Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, ο διοικητής των «Ελευθέρων Πολιορκημένων», Αθήνα 1972.

[70] Μνήμη Ιωάννη – Γαβριήλ Εϋνάρδου 1775 – 1863, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 1977.

[71] Ο Άνθιμος βρισκόταν στο καράβι του πυρπολητού Μιαούλη, αγνοούμε σε ποια περίσταση και ο Γάλλος φιλέλληνας Max. Raybaud γράφει ότι η παρουσία αυτού του αγίου και θαρραλέου Ιεράρχου εμψύχωνε τους άξιους Έλληνες ναυτικούς, Max. Raybaud, Mémoires sur la Grèce, τ. 1 – 2, Παρίσι 1824 – 1825. Βλ. και Θεόδ. Δ. Μοσχονάς, «Πληροφορίαι περί των εν Αιγύπτω Ελλήνων δούλων της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εκκλησιαστικός Φάρος, έτος Μ΄ (ΜΣΤ΄), τεύχος Γ΄, 228 – 253.

[72] Φωτάκος, ο.π., 2, 158 – 179, Σπηλιάδης, ό.π., 2, 35, όπου πολλά ενδιαφέροντα για τον Ζαχαριάδη. Το έγγραφο αυτό είχαν υπογράψει όλοι οι βουλευτές του εκτελεστικού, αρχιερείς, ιερείς, αλλά όχι οι στρατιωτικοί και πολιτικοί της Ανατολικής Στερεάς και ο Δημ. Υψηλάντης.

[73] Σπηλιάδης, ό.π., 2, 379.

«Όταν μου πειράξουν την πατρίδα και τη θρησκεία μου, θα μιλήσω, θα’ νεργήσω κι’ ό,τι θέλουν ας μου κάνουν» Στρατηγός Μακρυγιάννης (από τα Απομνημονεύματά του)

Φόρος τιμής στον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων

«Όταν μου πειράξουν την πατρίδα και τη θρησκεία μου,

θα μιλήσω, θα’    νεργήσω κι’ ό,τι θέλουν ας μου κάνουν» 

Στρατηγός Μακρυγιάννης (από τα Απομνημονεύματά του)

 

article_15006
Ο Στρατηγός  Ιωάννης Μακρυγιάννης

Τότε, εκεί που καθόμουν εις το περιβόλι μου και έτρωγα ψωμί, πονώντας από τις πληγές, όπου έλαβα εις τον αγώνα και περισσότερο πονώντας δια τις μέσα πληγές όπου δέχομαι δια τα σημερινά δεινά της Πατρίδος, ήλθαν δύο επιτήδειοι, άνθρωποι των γραμμάτων, μισομαθείς και άθρησκοι, και μου ξηγώνται έτσι: «Πουλάς Ελλάδα, Μακρυγιάννη». 

Εγώ, στην άθλιαν κατάστασίν μου, τους λέγω: «Αδελφοί, με αδικείτε. Ελλάδα δεν πουλάω, νοικοκυραίγοι μου. Τέτοιον αγαθόν πολυτίμητον δεν έχω εις την πραμάτειαν μου. Μα και να τό’ χα, δεν τό’ δινα κανενός. Κι’ αν πουλιέται Ελλάδα, δεν αγοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τον κόσμον εσείς λογιώτατοι, να μην θέλει να αγοράσει κάτι τέτοιο».

Έφυγαν αυτοί. Κι’ έκατσα σε μίαν πέτραν μόνος και έκλαιγα. Μισός άνθρωπος καταστάθηκα από το ντουφέκι του Τούρκου, τσακίστηκα εις τις περιστάσεις του αγώνα και κυνηγιέμαι και σήμερον. Κυνηγιώνται και άλλοι αγωνιστές πολύ καλύτεροί μου, διότι εγώ είμαι ο τελευταίος και ο χειρότερος. Και οι πιο καλύτεροι όλων αφανίστηκαν.

Αυτοί που θυσίασαν αρετή και πατριωτισμόν, για να ειπωθεί ελεύτερη η Ελλάδα κι’ εχάθηκαν φαμελιές ολωσδιόλου, είπαν να ζητήσουν ένα αποδειχτικόν που να λέγει ότι έτρεξαν κι’ αυτοί εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος και Τούρκο δεν άφηκαν αντουφέκιγο.

Πήγε να’ νεργήσει η Κυβέρνηση και βγήκαν κάτι τσασίτες και σπιγούνοι, που δουλεύουν μίσος και ιδιοτέλεια, και είπαν «όχι». Και είπαν και βρισιές παλιές δια τους αγωνιστές. Για να μην πάρουν το αποδειχτικόν, ένα χαρτί που δεν κάνει τίποτες γρόσια.

Πατρίδα να θυμάσαι εσύ αυτούς όπου, δια την τιμήν και την λευτερίαν σου, δεν λογάριασαν θάνατο και βάσανα. Κι’ αν εσύ τους λησμονήσεις, θα τους θυμηθούν οι πέτρες και τα χώματα, όπου έχυσαν αίματα και δάκρυα.

Θεέ, συχώρεσε τους παντίδους, που θέλουν να μας πάρουν τον αγέρα που αναπνέομεν και την τιμήν που με ντουφέκι και γιαταγάνι πήραμε. Εμείς το χρέος, το κατά δύναμιν, επράξαμεν. Και αυτοί βγήκαν σήμερον να προκόψουν την Πατρίδα. Μας γέμισαν φατρία και διχόνοιαν. Και την Πατρίδα δεν την θέλουν Μητέρα κοινή. Αμορόζα εις τα κρεβάτια τους την θέλουν. Γι’ αυτό περνούν και ρεθίζουν τον κόσμον με τέχνες και καμώματα.

Και καζαντίσαν αυτοί πουγγιά και αγαθά και αφήκαν τους αγωνιστές, τις χήρες και τα ορφανά εις την άκρην. Αυτοί είναι οι ανθρώπινοι λύκοι, που φέραν δυστυχήματα και κίντυνον εις τον τόπον. Ας όψονται.

Τότε που η Τουρκιά εκατέβαινε από τα ντερβένια και ολίγοι έτρεχαν με ολίγα ντουφέκια, με τριχιές δεμένα, να πολεμήσουν, θέλοντας λευτεριάν ή θάνατον, οι φρόνιμοι ασφάλιζαν τις φαμελιές τους εις τα νησιά κι’ αυτοί τρέχαν εις ρεματιές και βουνά, μη βλέποντας ποτέ Τούρκου πρόσωπον. Κι’ όταν ακούγαν τα ντισμπάρκα των Τούρκων, τρέχαν μακρύτερα. Τώρα θέλουν δικήν τους την Πατρίδα και κυνηγούν τους αγωνιστές.

Εγίναμε θηρία που θέλουν κριγιάτα (κρέατα) ανθρωπινά να χορτάσουν. Και χωρίζουν τον κόσμον σε πατριώτες και αντιπατριώτες. Αυτοί γίναν οι σημαντικοί της Πατρίδος και οι άλλοι να χαθούν. Δεν ξηγιώνται γλυκότερα να φυλάξωμεν Πατρίδα και να δούμεν λευτερίαν πραγματικήν. Ρωμαίγικον δεν φτιάχνεται χωρίς ούλλοι να θυσιάσουν αρετήν και πατριωτισμόν. Και χωρίς να πάψει η μέσα, η δική μας τυραγνία.

Και βγήκαν τώρα κάτι δικοί μας κυβερνήτες, Έλληνες, σπορά της εβραιουργιάς, που είπαν να μας σβήσουν την Αγία Πίστη, την Ορθοδοξία, διότι η Φραγκιά δεν μας θέλει με τέτοιο ντύμα Ορθόδοξον. Και εκάθησα και έκλαιγα δια τα νέα παθήματα. Και επήγα πάλιν εις τους φίλους μου τους Αγίους. Άναψα τα καντήλια και ελιβάνισα λιβάνιν καλόν αγιορείτικον. 

Και σκουπίζοντας τα δάκρυά μου τους είπα: «Δεν βλέπετε που θέλουν να κάμουν την Ελλάδα παλιόψαθα; Βοηθείστε, διότι μας παίρνουν, αυτοί οι μισοέλληνες και άθρησκοι, ό,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικόν έχομεν. Φραγκεμένους μας θέλουν τα τσογλάνια του τρισκατάρατου του Πάπα. Μην αφήσετε, Άγιοί μου αυτά τα γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας να μασκαρέψουν και να αφανίσουν τους Έλληνες, κάνοντας περισσότερα κακά από αυτά που καταδέχθηκεν ο Τούρκος ως τίμιος εχθρός μας».

Ένας δικός μου αγωνιστής μου έφερε και μου διάβασεν ένα παλαιόν χαρτί, που έγραψεν ο κοντομερίτης μου Άγιος παπάς, ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Τον εκρέμασαν εις ένα δέντρον Τούρκοι και Εβραίοι, διότι έτρεχεν ο ευλογημένος παντού και εδίδασκεν Ελλάδα, Ορθοδοξία και Γράμματα.

Έγραφεν ο μακάριος εκείνος ότι: «Ένας άνθρωπος να με υβρίσει, να φονεύσει τον πατέρα μου, την μητέρα μου, τον αδελφόν μου και ύστερα το μάτι να μου βγάλει, έχω χρέος σαν χριστιανός να τον συγχωρήσω. Το να υβρίσει τον Χριστόν μου και την Παναγία μου, δεν θέλω να τον βλέπω».

Γεώργιος Μουρέλος: Ελευθερία και Ευθύνη: Η διπλή παρακαταθήκη του 1821

 Φόρος τιμής στον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων

Γεώργιος Μουρέλος

Ελευθερία και Ευθύνη: Η διπλή παρακαταθήκη του 1821

Πανηγυρικός λόγος, ο οποίος εκφωνήθηκε στο Α.Π.Θ. στις 25 Μαρτίου του 1978

Η Clio Tubata συμμετέχει στον εορτασμό της Εθνικής Παλιγγενεσίας, αναρτώντας το κείμενο του Πανηγυρικού λόγου, ο οποίος εκφωνήθηκε στις 25 Μαρτίου 1978 στην Αίθουσα Τελετών της παλαιάς Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από τον Καθηγητή της Α΄ Έδρας Συστηματικής Φιλοσοφίας, Γεώργιο Μουρέλο. To πρωτότυπο είναι γραμμένο σε πολυτονικό σύστημα. Για τεχνικούς λόγους έχει μετατραπεί σε μονοτονικό, ενώ έχει διατηρηθεί η ορθογραφία της εποχής.

Ο Τερτσέτης, στην περίφημη απολογία του της 24ης Σεπτεμβρίου 1834, στο Εφετείο Ναυπλίου, απολογία, που είναι ένα από τα ωραιότερα δείγματα υψηλής εθνικής συμπεριφοράς, όπου το αίσθημα της ελευθερίας δένεται με το αίσθημα της ευθύνης, αποτεινόμενος στο Κυβερνητικό Επίτροπο του Δικαστηρίου, ανάμεσα στα άλλα λέει και τα ακόλουθα: «Ο Εθνισμός μας, ω Επίτροπε, είναι θεμελιωμένος εις τα αίματα οκτακοσίων χιλιάδων Ελλήνων, φονευμένων εις τον Αγώνα».

Δεν ξέρω ως ποιο σημείο ο αριθμός είναι σωστός. Όπως και να είναι όμως, δεν θα βρίσκεται πολύ μακριά από τη πραγματικότητα. Από το άλλο μέρος, στα στατιστικά δελτία, που έχουμε, αναφέρεται ότι στα 1828 η Ελλάδα είχε συνολικά 753.400 κατοίκους.¹ Αυτό τι άλλο σημαίνει, παρά το ότι για να αποκτήσει η Ελλάδα την ελευθερία της είχαν θυσιαστεί περισσότεροι από ένας στους δύο Έλληνες από τους κατοίκους του τότε μικρού κράτους. Δεν ξέρω να έχουν γίνει, από άλλο λαό, σε αναλογία, τόσες θυσίες με τελικό τίμημα την ελευθερία. Θα έλεγα μάλιστα ότι στα 150 χρόνια της ζωής μας σαν ελεύθερου έθνους, αν προσθέσουμε τις απώλειες στα πεδία των μαχών, χωρίς να παραλείψουμε τη Μικρασιατική εκστρατεία και τον ελληνοιταλικό πόλεμο, δεν φτάνουμε σε αυτό το τρομακτικό αριθμό.

Η μεγάλη αυτή θυσία των αγωνιστών του ’21 δεν μπορεί να σημαίνει παρά δύο πράγματα: Πρώτο, ότι σαν λαός βάζουμε πάνω από όλα την ελευθερία μας, και, δεύτερο, ότι στους ώμους μας βαραίνει μια τεράστια ευθύνη: να τη διαφυλάξουμε με κάθε θυσία.

Για αυτό και πιστεύω ότι οι δύο έννοιες, ελευθερία και ευθύνη, είναι αδιάρρηκτα δεμένες μεταξύ τους. Γιατί ελευθερία χωρίς ευθύνη δεν μπορεί να εδραιωθεί επάνω σε σταθερές βάσεις, αλλά ούτε και να υπάρξει αληθινή ευθύνη χωρίς ελευθερία.

Μια συνοπτική όμως ματιά στη Νεοελληνική Ιστορία στα τελευταία 150 χρόνια, μας οδηγεί εύκολα στην ακόλουθη διαπίστωση. Ότι σπάνια κρατήθηκε αυτός ο δεσμός, και, ότι όλες οι μεγάλες τραγωδίες του τόπου μας οφείλονται, τις περισσότερες φορές, σε αυτή τη διάσπαση. Γιατί, κάθε φορά που επιτύχαμε κάτι στην πλατειά αυτή περιοχή, που περιλαμβάνει όλων των ειδών τις ελευθερίες, σχεδόν ποτέ δεν αναπτύξαμε και την ανάλογη ευθύνη.

Αλλά πριν αναφερθώ σε διαδοχικά παραδείγματα, παρμένα από τη Νεοελληνική Ιστορία, θα ξαναγυρίσω στο κείμενο του Τερτσέτη, όπου μέσα το θέμα της ευθύνης παίρνει συγκλονιστικές διαστάσεις. Όπως βέβαια όλοι ξέρετε, είναι δεμένο με τη δίκη του Κολοκοτρώνη, μια δίκη σκηνοθετημένη από τα πριν, χωρίς ουσιαστικά αποδεικτικά στοιχεία, δίκη σαν αυτές που εμφανίζονται πολλές φορές στην Ιστορία των λαών, και τέτοιες δυστυχώς έχουμε να επιδείξουμε κι εμείς άφθονες, δίκες της λεγόμενης πολιτικής σκοπιμότητας. Με τη διαφορά του ότι στη περίπτωση του Κολοκοτρώνη, επρόκειτο εκ περισσού για τον μεγαλύτερο, γενναιότερο και σοφότερο αγωνιστή που γνώρισε η Νεοελληνική Ιστορία, για αυτόν, που έσωσε την Επανάσταση, και που η τότε ξενική κυβέρνηση ζητούσε τη καταδίκη του σε θάνατο. Και υπήρξαν τρεις Έλληνες δικαστές, που υπογράψανε αυτή τη καταδίκη. Και ο Γέρος του Μωρηά θα είχε εκτελεστεί, και το φοβερό αυτό έγκλημα θα βάραινε για πάντα πάνω στη συνείδηση του Έθνους, αν δύο ακέραιοι δικαστές, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Πολυζωΐδης και ο Τερτσέτης, σαν ελεύθεροι και υπεύθυνοι δικαστές, δεν έκαναν το καθήκον τους, αρνούμενοι να υπογράψουν. Δεν λογάριασαν τις συνέπειες αυτής της άρνησης, για τον εαυτό τους, γιατί ήξεραν ότι σήκωναν στους ώμους τους την ευθύνη ολόκληρου του Έθνους. Και μια τέτοια ευθύνη μόνο ένας ελεύθερος άνθρωπος είναι σε θέση να τη συλλάβει. Το ίδιο, άλλωστε, το κείμενο της απολογίας του Τερτσέτη, αφού τον ταλαιπώρησαν, τον κυνήγησαν, τον έπαυσαν από τη θέση του μαζί με τον Πολυζωΐδη και τους έσυραν και τους δύο στα δικαστήρια, το δείχνει φανερά: «αν ημείς, γράφει, εγκαλούμεθα από τον Επίτροπον, αν αυτός μας φοβερίζει φυλακισμός, το αίτιον είναι η σφοδρή μας λατρεία προς τη δικαιοσύνην, εις καιρούς τους οποίους κάλλιστα γνωρίζετε. Και η δικαιοσύνη είναι προνόμιον, είναι ιδιοκτησία της ανθρωπότητος και αρμόζει λοιπόν να αναφέρομεν ημείς σήμερον, ως εις βοήθειάν μας, το όνομα του ανθρωπίνου γένους, αφού δια αυτό αγωνίσθημεν».

Το κείμενο αυτό είναι χαρακτηριστικό, γιατί δείχνει ότι το αίσθημα της ευθύνης είναι συνυφασμένο με το αίσθημα της δικαιοσύνης και ότι η δικαιοσύνη είναι ένα πανανθρώπινο αίτημα που κατοχυρώνει την ανάγκη για ελευθερία.

Αλλά πριν προχωρήσω σε μια θεωρητική αντιμετώπιση του θέματος, νομίζω ότι είναι σκόπιμο, για την επέτειο, που γιορτάζουμε σήμερα, να αντλήσω τα δεδομένα μου από τη Νεοελληνική Ιστορία και μάλιστα από την Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης. Γιατί νομίζω, ότι η Ιστορία είναι το μεγάλο σχολείο στο οποίο ένα Έθνος πρέπει πάντα να μαθητεύει. Από αυτή αντλεί και τα διδάγματά του, τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά. Και δυστυχώς τα αρνητικά, που δείχνουν τα σφάλματα, που έχει κάνει το παρελθόν, είναι πιο χρήσιμα από τα θετικά, γιατί φανερώνουν τους κινδύνους, από τους οποίους περνά ένας λαός. Για αυτό, ας μου επιτραπεί για το θέμα, που έχω να σας αναπτύξω, να αναφερθώ κυρίως στα τελευταία.

Ήδη από τα πρώτα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, ενώ στα πεδία των μαχών λάμπει ο ηρωισμός των Ελλήνων, στο πεδίο της εσωτερικής πολιτικής ενός ανύπαρκτου κράτους, φανερώνεται με τρόπο απελπιστικό μέσα από έντονες διαμάχες, η αδυναμία του Έλληνα να συλλάβει την τεράστια ευθύνη που φέρνει στους ώμους του από τις θυσίες που τόσο πρόθυμα ο ίδιος δέχεται να κάνει, για να αποκτήσει την ελευθερία του, που κινδυνεύει να χαθεί κάποια στιγμή, όχι από την ικανότητα και τη δύναμη του εχθρού, αλλά από δική του υπαιτιότητα.

Ακόμη δεν άρχισε καλά καλά η Επανάσταση και αρχίζουν οι πρώτες διχογνωμίες με τις τάσεις ανταρσίας, που παρουσιάζονται στο ελληνικό ναυτικό και την πραξικοπηματική ανατροπή, στις 12 Μαΐου του 1821, του Αντώνη Οικονόμου στην Ύδρα, στον οποίο οφείλεται κατά μέγα μέρος η έξοδος του νησιού αυτού στον Αγώνα. Είναι χαρακτηριστική η φράση που περιλαμβάνεται στο έγγραφο της 26ης Μαΐου που οι Υδραίοι στέλνουν στο Τομπάζη γνωρίζοντας τον διορισμό του σαν αντιναύαρχου του στόλου: «Η πατρίς παραγγέλει εσέ τον αρχηγό να διαφυλάξητε την ομόνοιαν και αγάπη μεταξύ των λοιπών αρχηγών και καπετανέων…». Και όμως, αμέσως μετά από τη πυρπόληση από τον Παπανικολή του Τουρκικού δίκροτου στο λιμάνι της Ερεσού στη Λέσβο, πυρπόληση που στέρησε τον τουρκικό στόλο από ένα από τα μεγαλύτερα και τα καλύτερα εξοπλισμένα πλοία του, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Σημειώνονται αντιγνωμίες ανάμεσα στους αρχηγούς του στόλου και τάσεις ανταρσίας στα πληρώματα, έτσι που ο στόλος, αντί να εκμεταλλευθεί την επιτυχία της Ερεσού και να παραμείνει κοντά στα Δαρδανέλλια, για να εμποδίσει την έξοδο του τουρκικού στόλου στο Αιγαίο, επιστρέφει στην Ύδρα, αφήνοντας έκθετα τα Ψαριανά πλοία. Ανάλογη διαμάχη σημειώνεται λίγο αργότερα, τον Ιούλιο του 1821, όταν ο τουρκικός στόλος προσπαθεί να καταλάβει τη Σάμο και αποτυγχάνει. Ο Ελληνικός στόλος δεν είχε ένα αρχηγό, αλλά βρισκόταν κάτω από τις διαταγές 11 ναυάρχων, τεσσάρων της Ύδρας, δύο των Σπετσών και πέντε των Ψαρών. Ήταν φυσικό, ότι κάτω από τέτοιες συνθήκες, η εξόρμηση του Ελληνικού στόλου λίγο έλειψε, στις 12 Ιουλίου 1821, να οδηγήσει σε καταστροφή.

Στις αρχές του 1822 έχουμε ένα άλλο χαρακτηριστικό γεγονός της διχογνωμίας των Ελλήνων, τη διάλυση της πολιορκίας της Καρύστου και την αναχώρηση του Οδυσσέα Ανδρούτσου από την Εύβοια στη Στερεά, κατά διαταγή του Άρειου Πάγου, που ήθελε να περιορίσει τη στρατιωτική φήμη του γενναίου οπλαρχηγού, που αν παρέμενε, θα μεγάλωνε με νέες επιτυχίες. Τον Αύγουστο του 1822, σκληρές διενέξεις για την αρχηγεία στην Εύβοια, καταλήγουν, τον επόμενο μήνα, σε σύγκρουση στα Καμάρια, ανάμεσα στο Διαμαντή, που διόρισε ο Άρειος Πάγος, και τους εντόπιους οπλαρχηγούς, οπαδούς του Ανδρούτσου. Το αποτέλεσμα ήταν οι Τούρκοι να ενεργούν σχεδόν ανενόχλητοι.

Τον επόμενο χρόνο, στα 1823, οι αντιθέσεις γίνονται ακόμη πιο έντονες. Στη σύνοδο της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως στο Άστρος, από τις 29 Μαρτίου ως τις 18 Απριλίου, όχι μόνο είναι πια καταφανής, μα οξύνεται ο ανταγωνισμός των κομμάτων. Από το ένα μέρος, έχουμε το κόμμα των λεγόμενων «Αρχοντικών», που το αποτελούν οι πλούσιοι πρόκριτοι της Πελοποννήσου και της Ύδρας, με κύριο εκπρόσωπο τον Μαυροκορδάτο, και από το άλλο μέρος το κόμμα των «Στρατιωτικών», που το αποτελούν οι καπεταναίοι του Αγώνα, με κύριο εκπρόσωπο τον Κολοκοτρώνη. Οι αντιθέσεις φτάνουν σε τέτοιο βαθμό, που κινδυνεύει να εκραγεί εμφύλιος πόλεμος, που αποσοβήθηκε μόνο χάρη στον πατριωτισμό του Κολοκοτρώνη. Είναι θλιβερά τα λόγια, που του αποτείνουν οι εκπρόσωποι του Βουλευτικού, όταν του προσφέρουν την αντιπροεδρία, με την υστερόβουλη σκέψη να τον φθείρουν πολιτικά: «Εάν δεν δεχθής αυτό το οποίον το Έθνος και η κυβέρνησίς του σε προσφέρει και αν δεν γράψης των συνωμοτών  σου να ησυχάσουν και να παύσουν παν κατά της Κυβερνήσεως κίνημα, είναι εις την δυσάρεστον θέσιν  και τα δύο σώματα να σας αποκηρύξουν αντάρτας και να σας καταδιώξουν ως αποστάτας και εχθρούς της πατρίδος… και να φροντίσωμεν όλοι οι Ετεροελλαδίται και οι νησιώται να κάμωμεν ένα έντιμο συμβιβασμόν με τους Τούρκους οίτινες τον επιθυμούν και μας τον επρότειναν κτλ. κτλ…». Ολόκληρο, άλλωστε, το δεύτερο εξάμηνο του 1823 καλύπτεται από εσωτερικές διαμάχες, που είχαν σαν αποτέλεσμα, να ματαιωθεί ο σχηματισμός στρατιωτικού σώματος 7.000 ανδρών υπό την αρχηγία του Κολοκοτρώνη, που τόσο σωτήριο ρόλο θα μπορούσε να παίξει στην εξέλιξη του Αγώνα με τους Τούρκους. Αντί γι’ αυτό, έχουμε την ένοπλη σύγκρουση στην περιοχή της Καρύταινας ανάμεσα στους Δεληγιανναίους και τον Πλαπούτα.

Τα ίδια και χειρότερα στα 1824, τον τέταρτο χρόνο της Επανάστασης. Εδώ οι εσωτερικές διαμάχες παίρνουν τέτοιες διαστάσεις, που οι ιστορικοί τις ονομάζουν Πρώτο και Δεύτερο Εμφύλιο πόλεμο. Ο Πρώτος που πιάνει το πρώτο εξάμηνο του 1824, έχει ως επίκεντρο τη Πελοπόννησο και παρουσιάζεται με τη σύγκρουση ανάμεσα στο Κυβερνητικό κόμμα, που εκπροσωπείται από το λεγόμενο «Νέο Εκτελεστικό»,  με πρόεδρο τον Γεώργιο Κουντουριώτη, και από το «Παλιό Εκτελεστικό», με τους έκπτωτους βουλευτές. Αποτέλεσμα οι μάχες που έγιναν έξω από το Ναύπλιο στην προσπάθεια των κυβερνητικών να καταλάβουν την πόλη. Όσο για τον Δεύτερο Εμφύλιο πόλεμο των τελευταίων μηνών του 1824, εδώ έχουμε τη διαμάχη ανάμεσα στους Πελοποννησίους από το ένα μέρος, και τους Υδραιοσπετσιώτες, που υποστηρίζονται από τους οπλαρχηγούς της Ρούμελης. Το κορύφωμά της είναι η εκστρατεία του Παπαφλέσσα, ο φόνος του γυιού του Κολοκοτρώνη και τα όσα επακολούθησαν τον επόμενο χρόνο, στα 1825, όπως οι βιαιοπραγίες των Κυβερνητικών στην Πελοπόννησο, η απεχθής συμπεριφορά του Γκούρα και του Κωλέττη, η σύλληψη και ο εξευτελισμός ένδοξων αρχηγών της Επαναστάσεως, όπως του Παλαιών Πατρών Γερμανού, και τελικά, η δολοφονία στο Γουλά της Ακροπόλεως του ήρωα της Γραβιάς Οδυσσέα Ανδρούτσου. Μόνο ανατριχίλα μπορεί κανείς να νιώσει όταν αναλογίζεται τις πράξεις αυτές, που δείχνουν παντελή έλλειψη εθνικής ευθύνης όταν σκεφτούμε τί διακυβευόταν εκείνη τη στιγμή.

Στα 1826, με τις πρώτες εργασίες της Γ΄ Εθνικής Συνελεύσεως, βρισκόμαστε μπροστά στη διάσπαση των πληρεξουσίων σε αντίπαλα στρατόπεδα, που είχε τόσο καταστρεπτικές συνέπειες για τα επόμενα χρόνια. Στα 1827, μετά από τη σύγκλιση της Γ΄ Εθνικής Συνελεύσεως στην Ερμιόνη και την Τροιζήνα, έχουμε τις συγκρούσεις του Ναυπλίου παρ όλη την εκλογή του Καποδίστρια σαν Κυβερνήτου της Ελλάδος. Τέλος, τη δυσαρέσκεια της οικογένειας Μαυρομιχάλη και τις πρώτες αταξίες στη Μάνη.

Δεν πέρασε, λοιπόν, ούτε ένας χρόνος σε όλη τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, που να μην βρεθούμε μπροστά σε προστριβές ανάμεσα στα διάφορα κόμματα και τους αρχηγούς τους, που κατέληγαν συνήθως σε ένοπλες συγκρούσεις, από τις οποίες κινδύνευε κάθε στιγμή η Επανάσταση. Δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε την κατάσταση που επικρατούσε στην Πελοπόννησο όταν εμφανίστηκε ο Ιμπραήμ.

Τί έγινε, όμως, μετά από την επικράτηση της Επανάστασης και τη δημιουργία του Ελληνικού Κράτους; Θα ήταν χρήσιμο, για το θέμα της ομιλίας μας, να τα θυμηθούμε κι αυτά.

Σε μια από τις πιο κρίσιμες για το Έθνος στιγμές, που ο Καποδίστριας, με μια πραγματικά μεγαλοφυή διπλωματική πολιτική, προσπαθούσε να καθοριστούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα σύνορα της Ελλάδος, έχοντας να παλέψει με τον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων, στη φτωχή και κατεστραμένη Ελλάδα, πάντα με το πρόσχημα της ελευθερίας, εκδηλώνονται στάσεις κινούμενες από προσωπικές φιλοδοξίες και προσωπικά συμφέροντα. Θα ήταν πολύ διδακτικό να αναφερθούμε, στο σημείο αυτό, στις προθέσεις του Καποδίστρια και τις αιτίες που προκάλεσαν τις εσωτερικές αυτές ανωμαλίες.

Η στάση που εκδηλώθηκε, λόγου χάρη, στον Λιμένα της Μάνης, με απώτερο σκοπό να κρατήσει η οικογένεια των Μαυρομιχαλέων όλα τα δημόσια έσοδα, έγινε με το πρόσχημα ότι θα πλήρωναν τους στρατιώτες.

Ποια ήταν όμως τα σχέδια του Καποδίστρια, επάνω στα οποία στήριζε την εσωτερική του πολιτική; Να καταργήσει τα διάφορα προνόμια που είχαν τόσο η οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων στη Πελοπόννησο όσο και οι Υδραίοι πρόκριτοι, που εισέπρατταν τους φόρους όλων των νησιών του Αιγαίου, και να μοιράσει στους ακτήμονες την εθνική γη. Γιατί ο Καποδίστριας πίστευε και διακήρυττε ότι «Οι Έλληνες δεν θα ένιωθαν πραγματικά ανεξάρτητοι», όπως γράφει ο Σπηλιάδης, «παρά μόνο όταν θα είχαν τουλάχιστον άφθονα τα προς το ζειν». Αυτή την οικονομική ανεξαρτησία του λαού, στήριγμα της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που επιθυμούσε ο Καποδίστριας για τους Έλληνες, αυτήν καταπολεμούσαν οι πρόκριτοι με το πρόσχημα, δήθεν, της ελευθερίας, αποκαλώντας τον Καποδίστρια τύραννο.

Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό αυτό που συνέβη στην Ύδρα. Στις παράλογες απαιτήσεις των Υδραίων πλοιοκτητών, που απαιτούσαν να καταβάλει σ’ αυτούς, κατά προτεραιότητα, το Κράτος όλα τα έξοδα, που έκαναν τον καιρό της Επανάστασης και να τους αποζημιώσει στο ακέραιο για όλες τις ζημιές, που έπαθαν τα πλοία τους, ο Καποδίστριας, ενώ άρχισε να τους καταβάλει σε δόσεις από τα άδεια τότε ταμεία του κράτους και με υποθήκευση των πιο εύφορων εθνικών κτημάτων, το μισό του συνολικού ποσού που είχε καθοριστεί για όλα τα νησιά του Αιγαίου, οι Υδραίοι δέχτηκαν μεν το ποσόν, δεν συμφώνησαν όμως με τον τρόπο της διανομής, που ο Καποδίστριας έχει ορίσει. Να δοθεί, δηλαδή, η πρώτη δόση στις οικογένειες των ναυτών, γιατί, όπως ο ίδιος έγραφε, θεωρούσε κοινωνικά άδικο «να λάβουν οι ευπορούντες μέρος των χρημάτων των προσδιορισμένων εις περίθαλψιν απόρων κατοίκων των ναυτικών νήσων». Στο σημείο αυτό οι πλοιοκτήτες της Ύδρας ήταν ανένδοτοι. Επέμειναν να μοιρασθούν τα χρήματα σ’ αυτούς, ανάλογα με τον αριθμό και τη χωρητικότητα των πλοίων, που είχαν προσφέρει στον Αγώνα. Οπότε το ποσό θα πήγαινε στους πλούσιους και ψίχουλα μόνο στους άνεργους ναυτικούς. Η επιμονή αυτή των πλοιοκτητών αποδείκνυε το ασύστατο των επιχειρημάτων του Κουντουριώτη, ότι απαιτούσε πιεστικά την καταβολή αποζημιώσεων, γιατί ενδιαφέρονταν για τον «δεινώς δυστυχούντα Υδραϊκόν λαόν».

H πιο συγκλονιστική, όμως, για το Έθνος συνέπεια της στάσης των Υδραίων προκρίτων, ήταν η μετέπειτα ανταρσία και κατάληψη του στόλου στο Ναύσταθμο του Πόρου, κατάληψη που είχε σαν αποτέλεσμα την τελική διαταγή του Μιαούλη να ανατιναχθεί στον αέρα όλος ο ελληνικός στόλος. Ευτυχώς η εγκληματική αυτή διαταγή δεν εκτελέστηκε στο ακέραιο. Ωστόσο, τα δύο λαμπρότερα πλοία του ελληνικού στόλου, η κορβέτα Ύδρα και η φρεγάτα Ελλάς ανατινάχτηκαν στον αέρα την 1η Αυγούστου 1831. Ήταν η μεγαλύτερη σε αναλογία καταστροφή, που έπαθε ποτέ ο ελληνικός στόλος. Και η διαταγή δόθηκε από ποιόν; Από τον Μιαούλη, τη μεγάλη αυτή μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που κινήθηκε από τις προσωπικές φιλοδοξίες των Μαυρομιχαλέων και από τα δικά του προσωπικά συμφέροντα. Και είναι εύλογη η κατακραυγή του Κανάρη, παρ’ όλους τους δεσμούς που τον συνέδεαν με τον Μιαούλη: «Είθε να παραδοθή το όνομα του αυτουργού τοιαύτης πράξεως βαρβαρωτάτης εις αιώνιον ανάθεμα». Πού ήταν η ευθύνη του μεγάλου αυτού ναυτικού του ’21, που τόσα και τόσα προσέφερε στην Επανάσταση;

Ακριβώς ένα μήνα και 27 μέρες μετά, την 27 Σεπτεμβρίου 1831, ο αδελφός και ο γυιός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Κωνσταντίνος και Γεώργιος, δολοφονούσαν τον Καποδίστρια. Είναι χαρακτηριστική η φράση του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, τη στιγμή, που, προσπαθώντας να διαφύγει από την οργή του πλήθους, ζητούσε άσυλο στο σπίτι του Γάλλου αντιπρέσβυ: «Ο τύραννος δεν ζη πλέον, εξέπνευσεν από τας ιδικάς μου χείρας και από τας χείρας του θείου μου». Είναι φανερό, ότι όταν εκτελούσε το έγκλημά του, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης πίστευε πως θυσίαζε τη ζωή του για την ελευθερία, χωρίς ούτε στιγμή να αναλογιστεί, στο φανατισμό του επάνω, τις φοβερές για το Έθνος ευθύνες μιας τέτοιας πράξης.

Το πόσο λίγο η πράξη αυτή του Μαυρομιχάλη ανταποκρίνονταν στο αίσθημα της ελευθερίας του ελληνικού λαού, φαίνεται από τα λόγια αυτά του Κολοκοτρώνη: «Την αυγήν όπου το έμαθαν οι πολίτες της Τριπολιτσάς, έμειναν νεκροί. Άφησαν τα εργαστήριά τους, τις δουλειές τους, και επερπατούσαν στους δρόμους σαν τρελλοί…». Φαίνεται ακόμη και από τις αναφορές του ανώνυμου λαού, όπως διατυπώνονται στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους: «Είθε η 27η Σεπτεμβρίου 1831, ημέρα σκοτεινή… ημέρα του τάφου της τύχης των Ελλήνων να ήθελεν εκλείψει από τον χρόνον…». Ή ακόμα: «Θρηνεί η Ελλάς, διότι βλέπει εαυτήν χήραν, τα τέκνα της ορφανά, την ύπαρξίν της εις το άδηλον εκτεθειμένην, θρηνεί διότι έχασε το παν…». Ό «τύραννος» που δολοφονούσε ο Μαυρομιχάλης, εν ονόματι της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, ήταν ο άνθρωπος που ήθελε να μοιράσει τη γη στους ακτήμονες, να καταργήσει τα προνόμια ορισμένων επαρχιών, όπως της Μάνης και της Ύδρας, να επιβάλλει τους ίδιους φόρους παντού για το καλό και την προκοπή του Έθνους, να δώσει πρώτα τις πολεμικές αποζημιώσεις στους φτωχούς και άεργους ναύτες και κατόπι στους πλούσιους πλοιοκτήτες, ήταν όμως μαζί και ο μεγαλύτερος Έλληνας πολιτικός της εποχής εκείνης, ο θαυμάσιος διπλωμάτης και οργανωτής του ανύπαρκτου τότε κράτους. Το πόσο μεγάλη καταστροφή ήταν για τον τόπο η δολοφονία του Καποδίστρια φάνηκε αμέσως μετά, με την απολυταρχία που εδραίωσε η Αντιβασιλεία, που κατακλείδα της ήταν η δίκη, τρία χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1834, και η καταδίκη σε θάνατο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Θα περιορίσω εδώ τις αναφορές μου στην Ιστορία, γιατί θέλησα να στηρίξω σε συγκεκριμένα γεγονότα όλα όσα έχω να σας πω για την ελευθερία και την ευθύνη. Διάλεξα επίτηδες τα παραδείγματά μου από την Ελληνική Επανάσταση, μια και γιορτάζουμε σήμερα τα 157 χρόνια της. Δεν θα επεκταθώ στην υπόλοιπη Ελληνική Ιστορία, που είναι κι’ αυτή γεμάτη με ανάλογες ενέργειες. Ποιες να πρωτοαναφέρει κανείς, που όλες οφείλονται σε ένα μειωμένο αν όχι ανύπαρκτο αίσθημα ευθύνης. Τις ενέργειες αυτών που κυβέρνησαν την Ελλάδα, την εποχή του Όθωνα, τις διαμάχες του Δεληγιάννη με τον Τρικούπη, που κατέληξαν σε απομάκρυνση του πιο υπεύθυνου πολιτικού που γνώρισε η Ελλάδα στο δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα, απομάκρυνση που είχε σαν συνέπεια την καταστροφή του ’97; Την αντιδικία Βενιζέλου και Κωνσταντίνου, με τελικό αποτέλεσμα τη Μικρασιατική καταστροφή: Τον εμφύλιο σπαραγμό στα μετακατοχικά χρόνια, που είχε κι’ αυτός ολέθριες συνέπειες για τον τόπο μας; Τις απόπειρες εναντίον του Μακάριου και την τραγωδία της Κύπρο; Θα έλεγε κανείς ότι αυτό που χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά μας σε όλο το μάκρος της Ιστορίας μας είναι ένα μειωμένο αίσθημα ευθύνης απέναντι στο αιώνιο αίτημα της ελληνικής ψυχής, την ανάγκη για ελευθερία. Σκληρή διαπίστωση, που μας ήταν όμως χρήσιμη για να προχωρήσουμε τώρα στην ουσία του θέματός μας. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις της άσκησης της ελευθερίας, ποιοι είναι οι περιορισμοί της, ποιες είναι οι σχέσεις ανάμεσα στην ελευθερία και την ευθύνη;

Είναι φανερό ότι όταν θέτουμε ένα τέτοιο πρόβλημα, σκοπός μας δεν είναι να το θίξουμε σε όλες τις διαστάσεις του. Τόσο η έννοια της ελευθερίας, όσο και η έννοια της ευθύνης, ανταποκρίνονται σε μια σειρά ολόκληρη από θέματα: θεολογικά, μεταφυσικά, κοσμολογικά, βιολογικά, ψυχολογικά, κοινωνιολογικά, νομικά κλπ. Είναι ο άνθρωπος ελεύθερος να αποφασίζει και επομένως υπεύθυνος για τις πράξεις του, ή υπόκειται σε ένα οποιουδήποτε είδους ντετερμινισμό: θεολογικό, μεταφυσικό, φυσικό, βιολογικό, ψυχολογικό, κοινωνικό, οικονομικό ή άλλο; Ή, ακόμα, το αίσθημα της ευθύνης πηγάζει από την ελευθερία της βούλησης του ανθρώπου, ή είναι η εσωτερίκευση μιας αντικειμενικής κοινωνικής συμπεριφοράς, που αρχικά λειτουργεί συλλογικά και που με την εξέλιξη των κοινωνικών δομών περιορίζεται στο άτομο, όπως μας λεν οι εκπρόσωποι της Γαλλικής Κοινωνιολογικής Σχολής του Durkheim; Απομεινάρι του είδους αυτού της ευθύνης είναι η βεντέτα και σε πολλές περιπτώσεις η σύλληψη και η εκτέλεση ομήρων.

Δεν θα θίξω τέτοιου είδους προβλήματα. Η ελευθερία για την οποία σας μιλώ είναι η ελευθερία του Ελληνικού Έθνους, και η ευθύνη, αυτή που σχετίζεται με την απόκτηση και τη διαφύλαξη αυτής της ελευθερίας. Επειδή, όμως η ελευθερία ενός έθνους έχει άμεσο σχέση με την δράση των πολιτών του σαν ατόμων ή σαν κοινωνικών ομάδων, νομίζω ότι για να θέσουμε το θέμα μας επάνω σε μια στέρεη βάση, είναι σκόπιμο να εξετάσουμε ποιες είναι οι σχέσεις ανάμεσα στην ελευθερία και την ευθύνη σαν έκφραση μιας πανανθρώπινης συμπεριφοράς. Ας μου επιτραπεί εδώ να κάνω προσωρινά μια στροφή στη Φιλοσοφία.

Δακτυλογραφημένο απόσπασμα του Πανηγυρικού λόγου (Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών/Αρχείο Γεωργίου Μουρέλου/ Φάκ..VΙ.2[32] ).

Λίγο πολύ, όλοι οι φιλόσοφοι έθεσαν το πρόβλημα της ελευθερίας και της ευθύνης, από τους πιο αρχαίους, όπως ο Πυθαγόρας και ο Ηράκλειτος, ως τους πιο σύγχρονους, όπως ο Sartre. Είναι μάλιστα ιδιαίτερα αξιόλογες οι απόψεις τόσο των σοφιστών όσο και των Σωκρατικών, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, μα και του Επίκουρου και των Στωικών επάνω στο θέμα αυτό. Ο φιλόσοφος όμως που μας επιτρέπει να εισχωρήσουμε ως την ουσία του προβλήματος που εξετάζουμε εδώ, είναι, κατά τη γνώμη μου, ο Καντ. Γι αυτό θεωρείται άλλωστε ένας από τους κύριους θεμελιωτές του Διεθνούς Δικαίου. Γιατί έδειξε, με τον πιο καθαρό τρόπο, ποιοι είναι οι βασικοί όροι που πρέπει να διέπουν τις σχέσεις των ατόμων και των λαών μεταξύ τους, ώστε να εξασφαλίζεται μαζί με την αρμονική τους συμβίωση, σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου, το μεγαλύτερο δυνατό ποσοστό ελευθερίας. Και επειδή η φιλοσοφία του είναι μια φιλοσοφία ορθολογική, τόσο η αρμονική συμβίωση όσο και η εξασφάλιση της ελευθερίας, παρουσιάζονται σαν λογική συνέχεια της εφαρμογής ορισμένων ηθικών κανόνων, που, κι’ αυτοί με τη σειρά τους, είναι ορθολογικά εδραιωμένοι, γιατί δεν προκύπτουν από κανένα εξωτερικό παράγοντα, αλλά από την ίδια τη λογική φύση του ανθρώπου. Έτσι, ο άνθρωπος παρουσιάζεται σαν να είναι και αυτός ο ίδιος η πηγή και ο θεμελιωτής της ελευθερίας του και, κατά συνέπεια, απόλυτα υπεύθυνος γι’ αυτήν.

Ας δούμε τα πράγματα από πιο κοντά, όπως παρουσιάζονται στο έργο του «Κριτική του Πρακτικού Λόγου». Η βούληση του ανθρώπου, λέει ο Καντ, είναι η άμεση έκφραση του Λόγου, όχι όμως του Λόγου που διέπει τη θεωρητική γνώση, μα αυτού που προσδιορίζει την πράξη, δηλαδή την ανθρώπινη συμπεριφορά. Είναι όμως μέσα στη φύση του Λόγου να επιβάλλει γενικούς κανόνες που ο ίδιος ελεύθερα νομοθετεί. Και όταν λέμε γενικούς κανόνες, εννοούμε κανόνες που γίνονται ελεύθερα αποδεκτοί από όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, γιατί πηγάζουν άμεσα από την ελεύθερη βούλησή τους. Ακόμα, πρέπει να είναι τέτοιοι, που να εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση και να κατοχυρώνουν την ανθρώπινη ελευθερία, γιατί αποτελούν την άμεση έκφραση της.

Οι κανόνες αυτοί παρουσιάζονται με τη μορφή της «κατηγορηματικής προσταγής», δηλαδή του νόμου του χρέους, της ευθύνης να εφαρμόζει ο άνθρωπος τους κανόνες που ο ίδιος, σαν μέλος της πανανθρώπινης κοινωνίας έχει ελεύθερα νομοθετήσει. Γι’ αυτό, για τον Κάντ, ελευθερία και ευθύνη, είναι δύο έννοιες αδιάρρηκτα δεμένες μεταξύ τους, ή καλύτερα, οι δυο πλευρές ενός ίδιου νομίσματος. Είμαι ελεύθερος, γιατί εγώ ο ίδιος επιβάλλω στον εαυτό μου τα καθήκοντά μου σαν λογικό ον, εν ονόματι όλης της ανθρωπότητας, και είμαι υπεύθυνος, γιατί εγώ ο ίδιος, με την ελεύθερη βούλησή μου, τα έχω προσδιορίσει.

Ποιοι είναι τώρα οι κανόνες αυτοί, που συνοψίζουν σε γενικές γραμμές τις σχέσεις της ελευθερίας με την ευθύνη;

Ο πρώτος είναι: «Να ενεργείς πάντα με τέτοιο τρόπο, ώστε ο κανόνας της δράσης σου, να μπορεί να αποτελέσει ένα νόμο καθολικής συμπεριφοράς». Δηλαδή, τότε μόνο κατοχυρώνεται ηθικά μια πράξη, όταν μπορεί να γενικευθεί. Κι αυτό, γιατί κάθε πράξη που πηγάζει από την ελεύθερη βούλησή μας και γίνεται υπεύθυνα και συνειδητά, εκφράζει τον ίδιο το λόγο, και η πρωταρχική λειτουργία του λόγου είναι ότι μπορεί και γενικεύει. Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα από τα ιστορικά γεγονότα, που σας ανέφερα. Τη διαταγή του Μιαούλη να ανατιναχθεί όλος ο Ελληνικός στόλος. Αν ο κανόνας μιας τέτοιας πράξης, μπορούσε να γενικευθεί, τότε θα έπρεπε, ο κάθε αρχηγός του στόλου, κάθε φορά που θα ήταν δυσαρεστημένος, να δίνει διαταγή να βυθίζονται όλα τα πλοία που θα είχε κάτω από τη διοίκηση του. Καταλαβαίνετε πόσο μια τέτοια συμπεριφορά θα ήταν παράλογη.

Ο δεύτερος κανόνας είναι: «Να ενεργείς πάντα με τέτοιο τρόπο, ώστε να θεωρείς την ανθρωπότητα, τόσο μέσα από το άτομο σου όσο και μέσα από τους άλλους, σαν έναν σκοπό και ποτέ σαν ένα μέσο». Στον κανόνα αυτό στηρίζεται ο σεβασμός της ανθρώπινης ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Δεν έχουμε δικαίωμα να χρησιμοποιούμε τους άλλους για τους δικούς μας σκοπούς. Και αυτό που είναι σωστό για το άτομο, είναι σωστό και για ένα λαό. Δεν έχει δικαίωμα ένα κράτος να χρησιμοποιεί ένα άλλο για τα δικά του συμφέροντα. Ένα τέτοιο νόημα έχει η Αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η συμφωνία του Ελσίνκι δεν είναι παρά μια προσπάθεια εφαρμογής του κανόνα αυτού της Καντιανής φιλοσοφίας.

Άμεση συνέπεια των κανόνων αυτών είναι η Τρίτη Αρχή που διατυπώνει ο Καντ σαν έκφραση της ελευθερίας της βούλησης, αρχή που αποτελεί και θεμέλιο λίθο κάθε δημοκρατικής πολιτείας: «Να ενεργείς με τέτοιο τρόπο, ώστε η ελευθερία σου να μην περιορίζει την ελευθερία των άλλων σε μια κοινωνία ελεύθερων και ορθοφρονούντων ανθρώπων». Είναι φανερό, ότι έτσι που είναι διατυπωμένος ο κανόνας αυτός, όχι μόνο καθορίζει τα όρια της άσκησης της ελευθερίας σε μια ευνομούμενη πολιτεία, αλλά, ταυτόχρονα, δηλώνει ότι τα μέλη της αναλαμβάνουν την ευθύνη να σεβαστούν τους περιορισμούς που επιβάλλει, μια και οι νόμοι μιας δημοκρατικής πολιτείας πηγάζουν από την ελεύθερη βούλησή τους.

Από όλα αυτά προκύπτει καθαρά, ότι η ελευθερία αυτοπεριορίζεται αναγκαστικά για να υπάρξει σαν ελευθερία, γιατί αν η ίδια δεν καθορίζει τους κανόνες του αυτοπεριορισμού της, καταργεί τον εαυτό της. Έτσι, όμως, μεταμορφώνεται σε μια σειρά από υποχρεώσεις, από καθήκοντα, μεταβάλλεται δηλαδή σε ευθύνη. Μόνο με τον τρόπο αυτό κατοχυρώνεται η ελευθερία του συνόλου, γιατί μόνο μέσα από αυτή μπορεί να εξασφαλιστεί η ελευθερία του ατόμου.

Έτσι βλέπουμε ότι η ελευθερία, αν δεν συνοδεύεται από την ευθύνη του περιορισμού της, που κάνει τη λειτουργία της αρμονική με την εξισορρόπηση που επιδιώκει των αντικρουόμενων τάσεων που πηγάζουν είτε από το άτομο είτε από μεμονωμένες κοινωνικές ομάδες, κλείνει μέσα της τους σπόρους της καταστροφής της. Γιατί από ελευθερία μεταβάλλεται σε ασυδοσία, που οδηγεί, τελικά, στην επιβολή μιας κοινωνικής ομάδας επάνω στις άλλες. Τι είναι όμως η εξισορρόπηση των επί μέρους ελευθεριών με τους περιορισμούς που συνεπάγονται; Τι άλλο από την άσκηση της δικαιοσύνης.

Τους κινδύνους που περικλείνει η ανεύθυνη ελευθερία τους περιγράφει θαυμάσια ο Πλάτων, δείχνοντας ότι η επιβολή μιας κοινωνικής ομάδας επάνω στις άλλες, καταργώντας κάθε έννοια δικαιοσύνης, καταλήγει στη καταστροφή της πολιτείας. Αν, μας λέει στο 4ο Βιβλίο της «Πολιτείας», κάποιος που ανήκει στη τάξη των τεχνικών ή των εμπόρων, με τα χρήματα, τους οπαδούς ή την κάθε είδους ισχύ που θα αποκτούσε, βάλει στο νου του να εξουσιάσει την τάξη των πολεμιστών, ή αν ένας από την τάξη των πολεμιστών, που σκοπός της είναι να διαφυλάττει την ακεραιότητα της πολιτείας, θελήσει να εισχωρήσει και να κατευθύνει την τάξη των κυβερνώντων, ενώ δεν έχει τα κατάλληλα προσόντα, ή, αν κάποιος επιχειρήσει να εξουσιάσει και τις τρεις αυτές τάξεις, το αποτέλεσμα θα είναι, καταλύοντας την αρμονία που είναι δικαιοσύνη, με την εγκληματική του αυτή πράξη, να οδηγήσει την πολιτεία στη καταστροφή.

Και νομίζω ότι είναι προτιμότερο να σας διαβάσω το ίδιο το πλατωνικό κείμενο:

Ο διάλογος γίνεται ανάμεσα στο Σωκράτη και το Γλαύκωνα (“Πολιτεία”, Βιβλίο Δ. 434 α κα β): “Αλλ’ όταν γε, οίμαι, δημιουργός ων η τις άλλος χρηματιστής φύσει, έπειτα επαιρόμενος ή πλούτω ή πλήθει ή ισχυι ή άλλω τω τοιούτω εις το του πολεμικού είδος επιχειρή ιέναι, ή των πολεμικών τις εις το του βουλευτικού και φύλακος ανάξιος ων, και τα αλλήλων ούτοι όργανα μεταλαμβάνωσι και τας τιμάς, ή όταν ο αυτός πάντα ταύτα άμα επιχειρή πράττειν, τότε οίμαι και σοι δοκείν ταύτην την τούτων μεταβολήν και πολυπραγμοσύνην όλεθρον είναι τη πόλει. Παντάπασι μεν ούν. Η τριων ρα όντων γενών πολυπραγμοσύνη και μεταβολή εις άλληλα μεγίστη τε βλάβη τη πόλει και ορθότατ’ αν προσαγορεύοιτο μάλιστα κακουργία. Κομιδή μεν ούν. Κακουργίαν δε τη μεγίστην της εαυτού πόλεως ουκ αδικίαν φήσεις είναι; Πως δ’ ου;

Σας το μεταφράζω πρόχειρα:

«Αλλά, όταν όμως, νομίζω, κάποιος είναι τεχνίτης ή οτιδήποτε άλλο, προορισμένος από τη φύση του να κερδίζει χρήματα, και θριαμβολογώντας είτε για τα πλούτη του, είτε για το πλήθος των σπουδών του, είτε για τη δύναμή του, είτε για οτιδήποτε άλλο, βάζει στο νου του να εισχωρήσει στο σώμα των πολεμιστών, ή αν κάποιος από τους πολεμιστές στο βουλευτικό και το σώμα των φυλάκων, μη έχοντας τα προσόντα γι’ αυτό, παίρνοντας ο ένας του άλλου τα όργανα και τις τιμές, ή ακόμα αν ένας ίδιος άνθρωπος επιχειρήσει να τα αναλύσει όλα αυτά, νομίζω, και θα συμφωνήσεις κι εσύ μαζί μου, ότι αυτή η αλλαγή και η πολυπραγμοσύνη θα είναι ολέθριος για την πόλη.

-Συμφωνώ απόλυτα με τη γνώμη σου.

<-Ώστε η πολυπραγμοσύνη τούτη και η μεταβολή που δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα στις τρεις αυτές τάξεις και τις συγχέει, όντας καταστρεπτική για την πόλη, σίγουρα θα μπορούσε να την ονομάσει κανείς μέγιστο κακούργημα.

-Ασφαλώς, έτσι είναι.

-Δεν θα παραδεχτείς λοιπόν ότι το μεγάλο τούτο κακούργημα που διαπράττει κάποιος εναντίον της δικής του πόλης πρέπει να ονομαστεί αδικία;

Πώς να μην το παραδεχτώ;

Το θαυμάσιο αυτό πλατωνικό κείμενο μας δείχνει το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουμε για να εισχωρήσουμε βαθύτερα στο θέμα μας και να καθορίσουμε τις σχέσεις ελευθερίας και ευθύνης στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει εδώ, στην ελευθερία του Έθνους. Εισάγοντας τη δικαιοσύνη σαν βασική προϋπόθεση της διατήρησης της ακεραιότητας και της ελευθερίας μιας πολιτείας και την αδικία σαν κύριο αίτιο της καταστροφής της, καθορίζει ταυτόχρονα την ευθύνη των μελών της. Για να μπορέσει μια πολιτεία να παραμείνει ελεύθερη, δεν πρέπει η ελευθερία του ενός, που ταυτίζεται με την άσκηση των καθηκόντων που του έχει αναθέσει η πολιτεία, να εισχωρήσει στην περιοχή της ελευθερίας και των καθηκόντων του άλλου. Και αυτό ακριβώς που διασφαλίζει την ελευθερία του καθενός, προσδιορίζοντας τα όρια της, και επιτρέπει την αρμονική συμβίωση, είναι η δικαιοσύνη. Και για τον Πλάτωνα και γενικότερα για τους Αρχαίους Έλληνες. δικαιοσύνη και αρμονία είναι δύο έννοιες ταυτόσημες.

Ας ξαναγυρίσουμε τώρα σε ένα από τα πιο σκοτεινά σημεία της Επανάστασης που σας ανέφερα. Στην ανατίναξη του ελληνικού στόλου από τον Μιαούλη και τη δολοφονία του Καποδίστρια. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με το είδος της αδικίας, που αναφέρει ο Πλάτων, που δεν μπορεί να οδηγήσει παρά σε μια καταστροφή. Την εισχώρηση ενός παράγοντα που ανήκει σε μιαν άλλη τάξη, στη τάξη των κυβερνώντων. Είτε τοποθετήσουμε τον Μιαούλη στη τάξη των πλοιοκτητών, που όπως λέει ο Πλάτων, σκοπός της είναι η απόκτηση πλούτου, είτε στη τάξη των στρατιωτικών, κυβερνήτης εντολοδόχος του λαού ήταν ο Καποδίστριας. Δίνοντας διαταγή να ανατιναχθεί ο στόλος, ο Μιαούλης θέλησε να οικειοποιηθεί το ρόλο του Κυβερνήτη, που δεν του ανήκε. Το ίδιο έκανε και η οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων. Ενώ ανήκε στη τάξη των προκρίτων του πλούτου, θέλησε να παίξει αρνητικά το ρόλο του Κυβερνήτη του Έθνους, καταλύοντας τον ίδιο τον Κυβερνήτη με μια δολοφονική πράξη. Αποτέλεσμα: κατάλυση της δικαιοσύνης, κατάλυση της αρμονίας, με όλα τα καταστρεπτικά επακόλουθα που άλλαξαν την πορεία της ελληνικής ιστορίας.

Ελληνικός Βορράς, 28 Μαρτίου 1978 (Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών/Αρχείο Γεωργίου Μουρέλου/ Φάκ..VΙ.2[32] ).

Και για να τελειώσω με τις αναδρομές μου στη Φιλοσοφία, θα αναφερθώ και σε ένα άλλο φιλόσοφο, τον Αριστοτέλη, μια και το Πανεπιστήμιο μας γιορτάζει, όλες αυτές τις μέρες, τα δυο χιλιάδες τριακόσια περίπου χρόνια από τη γέννηση του. Γιατί, αν όπως φάνηκε, ελευθερία και ευθύνη έχουν έναν κοινό παρανομαστή, τη δικαιοσύνη, ο φιλόσοφος που μας έδωσε την πιο ολοκληρωμένη, μα και την πιο συγκεκριμένη εικόνα της δικαιοσύνης, είναι ο Αριστοτέλης. Όχι μόνο γιατί θεωρεί τη δικαιοσύνη σαν την υψηλότερη και τελειότερη αρετή, στην οποία περιλαμβάνονται όλες οι άλλες, και διακρίνει δύο είδη δικαιοσύνης, την διανεμητική και τη συναλλαγματική, χωρίς τις οποίες καμμιά κοινωνία δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει κανονικά, μα γιατί με βάση τη δικαιοσύνη, μας δίνει μια γενική θεωρία της αρετής, που μπορεί να εφαρμοστεί στο εσωτερικό ενός κράτους για να διασφαλίσει την καλή λειτουργία του.

Έτσι, μας λέει, ότι η αρετή είναι μια συνήθεια προαιρετική, που δεν οδηγεί σε καμμίαν ακρότητα, αλλά βρίσκεται στο μέσο, γιατί στηρίζεται στη φρόνηση. «Έστιν άρα η αρετή έξις προαιρετική, εν μεσότητι ούσα τη προς ημάς, ωρισμένη λόγω και ως αν ο φρόνιμος ορίσειεν». Τα κύρια χαρακτηριστικά της αρετής, επομένως και της δικαιοσύνης, είναι, λοιπόν, ότι πηγάζουν από την ελεύθερή μας βούληση, εφόσον είναι προαιρετικές, ότι δημιουργούνται χάρη στην συχνή επανάληψη, εφόσον είναι συνήθειες, ότι εκφράζουν τη μεσότητα, το σωστό δηλαδή μέτρο, και ότι πηγάζουν από τη φρόνηση και στηρίζονται στη λογική.

Μ’ αυτά που μας λέει ο Αριστοτέλης, με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη δικαιοσύνη, καθορίζει τις σχέσεις ελευθερίας και ευθύνης. Γιατί στηρίζοντας την ελευθερία στη φρόνηση, δείχνει ταυτόχρονα, ότι η ευθύνη βρίσκεται στο ποσοστό της σωστής εκτίμησης μιας πράξης, εκτίμησης που πηγάζει, από την ίδια τη λογική, έτσι ώστε κάθε απόφασή μας να μην ξεπερνά τα δίκαια μέτρα. Και ακόμα, ότι ο τρόπος με τον οποίο κατοχυρώνεται η δικαιοσύνη, είναι η σωστή επανάληψη ελεύθερων και υπεύθυνων πράξεων.

Θα σταματήσω εδώ τις αναφορές μου στη Φιλοσοφία. Νομίζω όμως, ότι όσα σας είπα, είναι αρκετά για να καθορίσουμε το περιεχόμενο της ελευθερίας και της ευθύνης. Η σωστή άσκησή τους, προϋποθέτει τη φρόνηση. Και για να γυρίσω πάλι στα όσα σας είπα για την Ελληνική Επανάσταση, δεν ήταν η αγάπη για την ελευθερία, μα η φρόνηση, που έλειψε από ορισμένους αρχηγούς, γιατί ο καθένας θέλησε να εισχωρήσει στην περιοχή του άλλου, διαπράττοντας με κάποιο τρόπο το είδος της αδικίας, για το οποίο μας μίλησε ο Πλάτων.

Είναι γνωστός ο χαρακτηρισμός που δίνεται από μερικούς ξένους στους Έλληνες: «Δύο Έλληνες, πέντε καπεταναίοι».

>Πολύ φοβάμαι ότι ο χαρακτηρισμός αυτός είναι σωστός, γιατί βγαίνει από όλη την ιστορία μας.  Γι’ αυτό, αν στη διατύπωση του θέματος της ομιλίας μου, «Ελευθερία και Ευθύνη», προσέθεσα τη φράση «Διπλή παρακαταθήκη του ’21», είναι γιατί νομίζω ότι, αν οι ήρωες του ’21 έβγαιναν από τον τάφο και μιλούσαν στη θέση μου, δεν θα μας παρουσίαζαν μόνο τα ανδραγαθήματά τους, αλλά και θα μας έλεγαν τί πρέπει να αποφύγουμε, που να εξαρτάται από εμάς, αν θέλουμε να διατηρήσουμε την ελευθερία, που με τόσες θυσίες μας παρέδωσαν. Τα λόγια, άλλωστε, του ίδιου του Κολοκοτρώνη από το Λόγο που εξεφώνησε στην Πνύκα στις 8 Οκτωβρίου 1838, είναι χαρακτηριστικά:

«Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια, και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εξύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμεν και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσο τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι, μιαν αρμάδα. Αλλά δεν εβάσταξεν». Και συνεχίζοντας προσθέτει: «… ένας έμπαινε πρόεδρος έξη μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο, και ο άλλος το άλλο. Ίσως όλοι ηθέλαμε το καλό πλην καθένας κατά τη γνώμη του».

Κυρίες και Κύριοι,

Νομίζω ότι έπειτα από 140 χρόνια θα μπορούσε να επαναλάβει κανείς λέξη προς λέξη τα σοφά αυτά λόγια του Κολοκοτρώνη. Και οφείλω να σας ομολογήσω, ότι βλέποντας τα όσα συμβαίνουν γύρω μου σε τούτο τον τόπο, με τα μάτια ενός αντικειμενικού παρατηρητή που δεν θέλει να κομματίζεται, ώστε να μην επηρεάζεται η κρίση του από συναισθηματικά ή ταξικά δεδομένα, όμως και με τα μάτια ενός ανθρώπου που αγαπά την πατρίδα του, αισθάνομαι δέος. Η άσκηση της ελευθερίας σπάνια συνοδεύεται από την ανάλογη ευθύνη, από την απαραίτητη φρόνηση, από τη συνείδηση των δυνατοτήτων μας σαν ελεύθερου μα και μικρού κράτους. Όλοι τα θέλουν όλα. Ο ένας τραβά από δω, ο άλλος από κει. Ίσως βέβαια ο καθένας από την πλευρά του να έχει δίκαιο, όλοι όμως έχουν άδικο σε σχέση με τα πεπρωμένα αυτού του τόπου.

Οι στιγμές που ζούμε σήμερα είναι από τις πιο κρίσιμες και τις πιο επικίνδυνες για το Έθνος μας για χίλιους δυο λόγους, από τους οποίους θα σας αναφέρω μόνο μερικούς:

Γιατί βρισκόμαστε σε μια από τις πιο εκρηκτικές περιοχές του κόσμου, όπου συγκρούονται μεγάλα στρατιωτικά και πολιτικά συμφέροντα.

Γιατί βρισκόμαστε σε μια εποχή τεχνοκρατικού πολιτισμού, όπου ο ανθρώπινος ηρωισμός παίζει μικρό μόνο ρόλο και είναι πολύ δύσκολο να αναπτύξουμε μια τεχνολογία τέτοια, ώστε να μην έχουμε ανάγκη να εξαρτάμε την άμυνα μας από άλλους.

Γιατί δεν αναπτύξαμε ακόμα τις βιομηχανίες που μας χρειάζονται για να μπορούμε να προσαρμοζόμαστε άνετα στις γρήγορα μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες της εποχής μας.

Γιατί περιστοιχιζόμαστε από ύπουλους εχθρούς, και περιμένουμε τη βοήθεια μας από άσπονδους φίλους.

Γιατί έχουμε αφεθεί αμέριμνα στις συνθήκες μιας εύκολης και άκαρπης ζωής, που δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές μας δυνατότητες, που αμβλύνει τις ικανότητές μας για αντίσταση και δεν εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον.

Γιατί επικρατεί σύγχυση σε όλους τους τομείς της κοινωνικής μας ζωής και δεν είμαστε σε θέση να υπολογίζουμε τις απώτερες συνέπειες των αποφάσεων και των πράξεων μας.

Όλα αυτά προδιαγράφουν, δυστυχώς, ένα αβέβαιο μέλλον, ένα μέλλον που προετοιμάζεται στο σκοτάδι και μπορεί να ορθωθεί μπροστά μας ξαφνικά. Η εισβολή στην Κύπρο είναι ένα τραγικό παράδειγμα που πρέπει να μας κρατά σε διαρκή εγρήγορση.

Αν το πρώτιστο αγαθό για ένα λαό είναι να έχει την ελευθερία του, δεν πρέπει όμως κοντά σ’ αυτό να ξεχνά, ότι όλες οι άλλες ελευθερίες, η πολιτική, η οικονομική, η ελευθερία της γνώμης κλπ που είναι απαραίτητο να υπάρχουν σε μια ευνομούμενη πολιτεία για να διασφαλίζεται η αξιοπρέπεια και ο σεβασμός κάθε ανθρώπου, όλες αυτές οι ελευθερίες παύουν αυτόματα να υπάρχουν όταν καταλυθεί η ελευθερία του κράτους. Πολλές, όμως, φορές, οι επί μέρους αυτές ελευθερίες, όταν δεν καθοδηγούνται από τη φρόνηση και το αίσθημα της συλλογικής ευθύνης, με τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις που δημιουργούν, αμβλύνουν την ενότητα ενός έθνους και προετοιμάζουν την καταστροφή του.

Νομίζω ότι ένα καλό μάθημα για μας τους Έλληνες, σε οποιαδήποτε παράταξη και αν ανήκουμε, θα ήταν να συμβουλευόμαστε από καιρό σε καιρό ένα ιστορικό χάρτη της Ευρώπης, για να βλέπουμε τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στα 157 αυτά χρόνια που μας χωρίζουν από την Ελληνική Επανάσταση. Θα διαπιστώναμε τότε, ότι τόσες και τόσες φορές άλλαξαν τα σύνορα όλων των κρατών, ότι ολόκληρες αυτοκρατορίες όπως η Αυστροουγγρική ή η Οθωμανική έχουν καταλυθεί, ότι καινούργια κράτη, όπως η Ιταλία, η Τσεχοσλοβακία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Γιουγκοσλαβία, η Αλβανία έχουν εμφανιστεί και ότι άλλα έχουν εξαφανιστεί.

Οι πολιτισμοί, όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Πωλ Βαλερύ, είναι θνητοί. Ακόμη περισσότερο τα διάφορα έθνη. Και η διατήρηση της ζωής τους εξαρτάται, νομίζω, σε μεγάλο βαθμό από τη θέλησή τους για ύπαρξη, και αυτή τους η θέληση από την ανάληψη των ευθυνών από όλους, τους Κυβερνώντες και τους Κυβερνόμενους, την κάθε κοινωνική ομάδα και το κάθε άτομο χωριστά. Και η φρόνηση λέει, ότι αυτό που πρέπει να πρυτανεύει, είναι η διαφύλαξη της ενότητάς μας με πράξεις δικαιοσύνης τέτοιες, που να εξασφαλίσουν την αρμονία στις σχέσεις μας, έτσι ώστε το συλλογικό συμφέρον να μην υποσκελίζεται και υποτάσσεται στο ατομικό. Και με ατομικό, δεν εννοώ μόνο τα μεμονωμένα άτομα, αλλά και όλες τις προνομιούχες ομάδες, που θυσιάζουν με κερδοσκοπικές ή άλλες πράξεις τα συμφέροντα του Έθνους στα προσωπικά τους συμφέροντα.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Ελληνικός Λαός είναι από τους λαούς εκείνους που έδειξαν με τις πράξεις τους ότι επάνω απ’ όλα βάζουν την ελευθερία, γιατί τη θεωρούν σαν το υπέρτατο ανθρώπινο αγαθό. Γι’ αυτό θα ήθελα να τελειώσω την ομιλία μου με την ακόλουθη διαπίστωση.

Έχουμε την τύχη, εμείς οι Έλληνες, να έχουμε τον ωραιότερο, ίσως, εθνικό ύμνο από όλους τους άλλους λαούς. Όχι μόνο γιατί γράφτηκε από έναν πολύ μεγάλο ποιητή, μα και γιατί είναι ένας ύμνος στην Ελευθερία. Δεν έχω, λοιπόν, παρά να επικαλεσθώ μερικούς από τους στίχους, για να τιμήσω τη μνήμη των ηρώων του ’21, για να εκφράσω αυτό που αποτελεί την πεμπτουσία της ελληνικής ψυχής, την αγάπη και την πίστη στην Ελευθερία:

«Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά

και σαν πρώτα αντριωμένη

Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά.»

 

O Γεώργιος Μουρέλος (Κωνσταντινούπολη, 1912 – Αθήνα, 1994) υπήρξε Τακτικός Καθηγητής της Α΄ έδρας της Συστηματικής Φιλοσοφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ήταν ο πρώτος Κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής έπειτα από την πτώση της χούντας, οπότε και αναγορεύτηκε ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος σε επίτιμο διδάκτορα (γεγονός με ύψιστη συμβολική σημασία για την εποχή). Πέραν της ακαδημαϊκής ιδιότητας, ο Γεώργιος Μουρέλος διετέλεσε, μεταξύ άλλων, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Αισθητικής, πρόεδρος του Συλλόγου “Οι Φίλοι του Μπουζιάνη”, μέλος του Διεθνούς Συμβουλίου Αισθητικής, μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών της Τέχνης (AICA) και ιδρυτικό μέλος του Τελλογλείου Ιδρύματος Τεχνών. Το 1976 εξελέγη Αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών της Γαλλίας (Académie des Sciences Morales et Politiques) και το 1979 του απενεμήθη από τον Πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας το παράσημο του Τάγματος της Αξίας (Ordre du Mérite). Το ογκώδες αρχείο του (161 φάκελοι και σημαντικό οπτικοακουστικό υλικό), δωρήθηκε στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών από τον γιο του, Γιάννη Μουρέλο, και αποτελεί πολύτιμη συμβολή για τη μελέτη της ιστορίας του Α.Π.Θ., της Θεσσαλονίκης και των Γραμμάτων και των Τεχνών, γενικότερα, στη χώρα μας.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

¹ Η απογραφή του 1828 έγινε με γνώμονα τη διοικητική διαίρεση του έτους εκείνου (Πελοπόννησος και ορισμένα νησιά). Συνεπώς, ο αριθμός των 753.400 κατοίκων δεν αφορά παρά τις παραπάνω μόνο περιοχές. Μέσω του αποτελέσματος της απογραφής του 1828 επιχειρήθηκε εκτίμηση του πληθυσμού κατά το έτος 1821 (ή όπως αναφερόταν: “εξακριβώθη αναδρομικώς ο πληθυσμός κατά το 1821”): 938.765 κάτοικοι.

 

 

 

Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος: Η Φιλική Εταιρεία

Φόρος τιμής στον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων

 

Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος

Η Φιλική Εταιρεία

 

Η ίδρυση 

Η ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας αποτελεί ως σήμερα δυσεπίλυτο, αν όχι άλυτο, πρόβλημα[1]. Τρεις είναι οι επικρατέστερες εκδοχές: Η πρώτη εδράζεται σε όσα έχει  υποστηρίξει ο Εμμανουήλ Ξάνθος στα κείμενα που μας έχει καταλίπει[2]. Σύμφωνα με τον τελευταίο, η εταιρεία ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό της Ρωσίας από τον ίδιο, τον Νικόλαο Σκουφά και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ[3]. Η δεύτερη εκδοχή εδράζεται στις πληροφορίες που έδωσε ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος στον Ιωάννη Φιλήμονα, τον ιστορικό που συνέγραψε την πρώτη μελέτη για τη Φιλική Εταιρεία[4]. Σύμφωνα με όσα υποστήριξε ο τελευταίος, την μυστική οργάνωση ίδρυσαν στην Οδησσό στα μέσα του 1814 ο Σκουφάς, ο Τσακάλωφ και ο Αναγνωστόπουλος[5].  Η τρίτη εκδοχή εδράζεται στις πληροφορίες που έδωσε ο Πέτρος Σκυλίτζης-Ομηρίδης και πάλι στον Ιω. Φιλήμονα, σύμφωνα με τις οποίες η Φιλική Εταιρεία αποτελούσε «αναμορφωμένη συνέχεια» του «Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου» του Παρισιού[6]. Η «αναμόρφωση» μάλιστα αυτή υποτίθεται ότι έγινε από τον Αθ. Τσακάλωφ, ο οποίος ήταν μέλος του «Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου», και από τον Ν. Σκουφά, τον οποίο μύησε στην οργάνωση αυτήν ο Τσακάλωφ.

Θ’ αρχίσω κάπως ανορθόδοξα από την τρίτη εκδοχή. Οι πληροφορίες του Π. Σκυλίτζη-Ομηρίδη περιέχουν αναμφίβολα «δόση αληθείας», σε ό,τι αφορά τις ομοιότητες ανάμεσα στο «Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο» και τη Φιλική Εταιρεία. Ωστόσο, ο ισχυρισμός του ότι ο Τσακάλωφ, αφού μύησε το 1815 στη Μόσχα τον Σκουφά στην εταιρεία του Παρισιού, στη συνέχεια οι δυο τους «κατέβησαν εις Οδησσόν […] όπου ανεμορφώθη το σύστημα επί ταις αυταίς ως επί το πολύ βάσεσι»[7], ελέγχεται ως ανακριβής.  Κι αυτό γιατί ο μεν Σκουφάς «κατέβηκε» από τη Μόσχα στην Οδησσό τον Νοέμβριο του 1815[8], ενώ ο Τσακάλωφ τον Ιούλιο του 1817[9]. Όσο για την «αναμόρφωσιν του συστήματος», γνωρίζουμε ότι η «τελειοποίησις του Κανονισμού» της εταιρείας έγινε από τους Τσακάλωφ και Σκουφά στη Μόσχα το 1815[10]. Σ’ αυτά πρέπει να προσθέσω και το ότι ο Π. Σκυλίτζης-Ομηρίδης, αν έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας[11], δεν φαίνεται να υπήρξε ποτέ σημαίνον στέλεχός της. Συνεπώς, οι πληροφορίες του για την ίδρυση της οργάνωσης πρέπει να αντιμετωπιστούν με μεγάλη επιφυλακτικότητα.

Η πρώτη και η δεύτερη εκδοχή παρουσιάζουν μεγάλες ομοιότητες και μία σημαντική διαφορά. Συγκεκριμένα, τόσο ο Ξάνθος, όσο και ο Αναγνωστόπουλος αποδέχονται ότι η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό. Συμφωνούν επίσης και στα δύο από τα τρία πρόσωπα που φέρονται ως ιδρυτές, τον Τσακάλωφ και τον Σκουφά[12]. Η διαφωνία τους έγκειται στο «τρίτο πρόσωπο»: Ο μεν Ξάνθος δεν μνημονεύει τον Αναγνωστόπουλο[13], ενώ ο τελευταίος δεν μνημονεύει τον Ξάνθο. Το γεγονός αυτό προκάλεσε μακροχρόνια διαμάχη ανάμεσα στους δύο κορυφαίους Φιλικούς, οι οποίοι ως το τέλος της ζωής τους έριζαν για τα «πρωτεία» στην ίδρυση της μυστικής επαναστατικής οργάνωσης[14].

Χάρτης της Οδησσού (1814).

Ανεξάρτητα πάντως από την έριδα ανάμεσα στους δύο κορυφαίους Φιλικούς, στην οποία θα επανέλθω, οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, οι ιστορικοί που ασχολούνται με τη Φιλική Εταιρεία θεωρούν ως επικρατέστερη την άποψη που έχει υποστηρίξει ο Ξάνθος σχετικά με την ίδρυσή της. Κι αυτό για τους εξής, κατά τη γνώμη μου, λόγους: 1)  Σήμερα γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι οι Ξάνθος, Σκουφάς και Τσακάλωφ παρεπιδημούσαν στην Οδησσό κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο ως τα τέλη Απριλίου του 1814[15]. 2) Ο Τσακάλωφ, σε επιστολή που έστειλε στις 8 Αυγούστου 1817 (π.ημ.) από την Οδησσό στον Ξάνθο που βρισκόταν στην ΚΠολη[16], ανέφερε ρητά ότι, πρώτον, είχαν συναντηθεί στο παρελθόν, δεύτερον, ότι τους συνέδεε «φιλία»[17] έστω και «ολιγοχρόνιος» και, τρίτον, ότι έκτοτε δεν είχαν ξανασυναντηθεί[18]. 3) Από τις τέσσερις επιστολές που έστειλε ο Τσακάλωφ από τον Βόλο και τη Σμύρνη στον Ξάνθο κατά το χρονικό διάστημα από τις 31 Μαρτίου ως τις 21 Μαΐου 1818 (π.ημ.)[19] προκύπτει ξεκάθαρα πως ο αποστολέας θεωρούσε τον παραλήπτη μέλος της μυστικής οργάνωσης, το οποίο μάλιστα γνώριζε τους κορυφαίους Φιλικούς. Και 4) οι ισχυρισμοί του Π. Αναγνωστόπουλου, δηλ. η δεύτερη εκδοχή, ότι ο Ξάνθος δεν είχε καμιά σχέση με την ίδρυση της εταιρείας αποδείχτηκαν ανακριβείς[20].

Ωστόσο, το γεγονός ότι δεν έχουν βρεθεί γραπτά τεκμήρια της περιόδου 1814-1816, τα οποία να επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του Ξάνθου, γεννά το εξής εύλογο ερώτημα: Ιδρύθηκε πράγματι η Φιλική Εταιρεία στην Οδησσό, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, ή απλώς εκεί έγιναν οι πρώτες συζητήσεις ανάμεσα στους τρεις Έλληνες που βρέθηκαν προφανώς τυχαία στη συγκεκριμένη πόλη; Αξίζει να θυμίσω εδώ πως ο Τσακάλωφ ήταν ήδη μέλος του «Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου» και, επομένως, θεωρώ πολύ πιθανό να προσέγγισε τους Σκουφά και Ξάνθο, προκειμένου να επιχειρήσει να τους μυήσει στην εταιρεία του Παρισιού.

Για να απαντήσω στο παραπάνω ερώτημα, ανέτρεξα στους καταλόγους των μελών της μυστικής επαναστατικής οργάνωσης. Από αυτούς προκύπτουν τα εξής αδιαμφισβήτητα στοιχεία: 1) Η Φιλική Εταιρεία άρχισε τη δράση της στη Μόσχα στις 13 Δεκεμβρίου 1814, όπου ο Σκουφάς[21] μύησε τον Γεώργιο Σέκερη, ένα νεαρό έλληνα που σπούδαζε στο Παρίσι και παρεπιδημούσε τότε στην πόλη[22]. 2) Κατά τη διάρκεια του 1815 οι μοναδικές μυήσεις μελών στη μυστική οργάνωση έγιναν στη Μόσχα από τον Σκουφά[23]. 3) Ο Ξάνθος προέβη στην πρώτη μύηση μέλους στη Φιλική Εταιρεία μόλις στις 25 Ιουλίου 1818 (π.ημ.)[24]. 4) Οι Σκουφάς και Τσακάλωφ είναι τα μόνα από τα 16 μέλη της «Αρχής», δηλ. του μυστικού «Διευθυντηρίου» της εταιρείας, τα οποία δεν εμφανίζονται σε κανέναν από τους τρεις γνωστούς καταλόγους των Φιλικών ότι έχουν μυηθεί στη  μυστική επαναστατική οργάνωση.

Αν στα στοιχεία αυτά προσθέσουμε και τα εξής: 1) Ο Τσακάλωφ βρισκόταν στη Μόσχα από τα τέλη Απριλίου ή τις αρχές Μαΐου του 1814 ως τον Ιούλιο του 1817[25], 2) ο Τσακάλωφ και ο Σκουφάς «τελειοποίησαν τον Κανονισμό» της εταιρείας στη Μόσχα, όπως παραδέχτηκε ο Ξάνθος[26], και 3) ο Τσακάλωφ και ο Σκουφάς πήραν τα «ψηφία του αλφαβήτου» ΑΒ και ΑΓ αντίστοιχα, δηλ. τα πρώτα συμβολικά γράμματα που χρησιμοποιούσαν τα μέλη της «Αρχής» για την αλληλογραφία τους[27], καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι δύο αυτοί Φιλικοί υπήρξαν αναμφισβήτητα οι «θεμελιωτές»[28] της Φιλικής Εταιρείας.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο Ξάνθος δεν έπαιξε κανένα ρόλο στην ίδρυση της εταιρείας. Αντίθετα, το πιθανότερο είναι πως, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος σε όλα τα κείμενα που μας άφησε, συμμετείχε στις συζητήσεις που έγιναν στην Οδησσό με τον Σκουφά και τον Τσακάλωφ από τον Φεβρουάριο ως και τον Απρίλιο του 1814, κατά τη διάρκεια των οποίων «αποφάσισαν να συστήσωσι μίαν Εταιρίαν, σκοπόν αμετάτρεπτον έχουσαν την ελευθέρωσιν της Πατρίδος»[29]. Ωστόσο, στην οργάνωση και στη δράση της εταιρείας αυτής από τον Δεκέμβριο του 1814, όταν ο Ξάνθος έφυγε από την Οδησσό για την Κωνσταντινούπολη[30], ως τουλάχιστον τον Αύγουστο του 1817, όταν ο Τσακάλωφ του έστειλε από την Οδησσό την από 8 Αυγούστου επιστολή του[31], δεν είχε καμιά απολύτως συμμετοχή[32].

Έρχομαι τώρα στη διαμάχη Ξάνθου-Αναγνωστόπουλου για τα «πρωτεία» στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας. Όπως έχουμε ήδη δει, η παρουσία του Ξάνθου στην Οδησσό από τον Φεβρουάριο ως και τον Απρίλιο του 1814, όταν βρίσκονταν εκεί ο Τσακάλωφ και ο Σκουφάς, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Δεν μπορεί επίσης να αμφισβητηθεί η συνάντησή του κατά την ίδια περίοδο με τον Τσακάλωφ στην ίδια πόλη και η σύναψη φιλικών σχέσεων μαζί του. Βέβαιη είναι και η γνωριμία του με τον Σκουφά επίσης στην Οδησσό και κατά το ίδιο χρονικό διάστημα[33]. Βέβαιο είναι επίσης πως όσα έμαθε ο Ξάνθος για τη μυστική επαναστατική οργάνωση και τους Φιλικούς πριν από τον Απρίλιο του 1818 πρέπει να του τα είπε ο Τσακάλωφ, κατά την παραμονή του στην Κπολη από τον Δεκέμβριο του 1817 ως τον Μάρτιο του 1818[34].

Τα παραπάνω αδιαμφισβήτητα στοιχεία μαρτυρούν ότι ο ισχυρισμός του Αναγνωστόπουλου ότι ο Ξάνθος μυήθηκε στην εταιρεία από τον Σκουφά στην  ΚΠολη το 1818[35] είναι ανακριβής. Ακριβές είναι πως ο Σκουφάς πιθανότατα τον Μάιο του 1818 πρώτα «κατήχησε» τυπικά, σύμφωνα με τη «διδασκαλία» που είχαν εκπονήσει με τον Τσακάλωφ στη Μόσχα, τον Ξάνθο στον βαθμό του «ιερέα» και, στη συνέχεια, τον έκανε μέλος της «Κινητικής Αρχής» της Φιλικής Εταιρείας, δίνοντάς του τα στοιχεία «ΑΘ».

 

Το Σπίτι (σήμερα Μουσείο) της Φιλικής Εταιρείας στην Οδησσό.

 

Η οργάνωση

Η «Κινητική Αρχή»

Η εσωτερική οργάνωση της Φιλικής Εταιρείας στα πρώτα χρόνια της δράσης της ήταν εξαιρετικά απλή. Την εταιρεία διηύθυνε η «Αρχή», την οποία γνώριζαν μόνον τα μέλη που την αποτελούσαν. Αρχικά, σ’ αυτήν ανήκαν μόνον οι φερόμενοι ως «θεμελιωτές» της εταιρείας, δηλ. ο Τσακάλωφ και ο Σκουφάς. Με την πάροδο όμως του χρόνου τα πρώτα μέλη της ενέταξαν σ’ αυτήν και ορισμένους άλλους Φιλικούς άλλοτε για οργανωτικούς ή οικονομικούς λόγους και άλλοτε κάτω από την πίεση έκτακτων περιστάσεων.

Η «Κινητική Αρχή» εμφανίστηκε για πρώτη φορά ως συγκροτημένο «σώμα» με συγκεκριμένες υποχρεώσεις και αρμοδιότητες στο «συνυποσχετικό» που υπέγραψαν τα μέλη της στις 22 Σεπτεμβρίου 1818 (π.ημ.)[36]. Μέλη της «Αρχής» αυτής ήταν, εκτός από τον Αθ. Ν. Τσακάλωφ, και οι Π. Α. Αναγνωστόπουλος, Παναγιώτης Σέκερης και  Εμμ. Ξάνθος, οι οποίοι υπέγραψαν το παραπάνω έγγραφο στην ΚΠολη[37]. Επιπλέον, στην «Αρχή» ανήκαν το 1818 οι Άνθιμος Γαζής και Αντώνιος Κομιζόπουλος, οι οποίοι υπέγραψαν εκ των υστέρων το «συνυποσχετικό», καθώς και ο Αθανάσιος Σέκερης[38], ο οποίος όμως για άγνωστους λόγους δεν υπέγραψε το συγκεκριμένο έγγραφο. Πέρα απ’ αυτούς, το «συνυποσχετικό» το υπέγραψαν, επίσης εκ των υστέρων, οι Γεώργιος Λεβέντης και Νικόλαος Πατζιμάδης, οι οποίοι γνωρίζουμε πως έγιναν δεκτοί στους «Κινούντες όλην την μηχανήν της Φιλικής Εταιρείας», όπως ονομάζονταν τα μέλη της «Αρχής»,  μετά από το 1818[39]. Στην «Κινητική Αρχή» εντάχθηκαν επίσης μετά από το 1818, αλλά δεν υπέγραψαν το «συνυποσχετικό», οι Δομνάνδος και Γρηγόριος Δικαίος ή Παπαφλέσσας[40], καθώς και ο Ιγνάτιος, πρώην μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας, και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος[41].

Σύμφωνα με το «συνυποσχετκό» της 22ας Σεπτεμβρίου 1818, οι «Κινούντες» όφειλαν: 1) Να μην αποκαλύψουν σε κανέναν τα ονόματα των μελών της «Κινητικής Αρχής», 2) να εγκαταλείψουν τις επαγγελματικές τους ασχολίες και να αφοσιωθούν εξολοκλήρου στο συνωμοτικό τους έργο[42], 3) να αλληλοενημερώνονται για τις ενέργειές τους, 4) να διαχειρίζονται τα «χρήματα της Εταιρίας» αποκλειστικά και μόνον «προς ωφέλειαν αυτής», 5) να τηρούν και να διαχειρίζονται την αλληλογραφία ανάμεσα στα μέλη της οργάνωσης, 6) να παίρνουν από κοινού αποφάσεις για σύναψη «συνθήκης με αλλοεθνείς», 7) να συναποφασίσουν για την κήρυξη «γενικής ή μερικής αποστασίας».

Από το «συνυποσχετικό» προκύπτει επίσης ότι, πρώτον, όλα τα μέλη της «Κινητικής Αρχής» ήταν ισότιμα και, δεύτερον, οι αποφάσεις τους έπρεπε να λαμβάνονται συλλογικά και, σε περίπτωση διαφωνίας, με βάση την αρχή της πλειοψηφίας. Από τις υποχρεώσεις αυτές δεν εξαιρέθηκε ούτε ο Ιω. Καποδίστριας[43], στον οποίον οι «Κινούντες» που υπέγραψαν το «συνυποσχετικό» αποφάσισαν να προτείνουν να γίνει  μέλος της «Αρχής».

 

Οι «Εφορείες»        

Η έλλειψη ενός διοικητικού οργάνου το οποίο θα κάλυπτε το κενό ανάμεσα στην «Κινητική Αρχή» και στα μέλη της Φιλικής Εταιρείας αποτελούσε σημαντικό οργανωτικό μειονέκτημα για τη λειτουργία της μυστικής οργάνωσης. Κι αυτό γιατί τα μέλη της εταιρείας για οποιοδήποτε ζήτημα έπρεπε να απευθύνονται στην «Αρχή», η οποία όμως δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως «διοίκηση», αφού οι «Κινούντες» ήταν εγκατεστημένοι σε διαφορετικούς τόπους και ορισμένοι απ’ αυτούς μετακινούνταν συνεχώς. Επομένως, τα ζητήματα που δημιουργούνταν στους κόλπους της οργάνωσης κατά τόπους είτε αντιμετωπίζονταν μεμονωμένα από τα μέλη της «Αρχής» που βρίσκονταν στο συγκεκριμένο τόπο, είτε δεν επιλύονταν, είτε, στη χειρότερη περίπτωση, προκαλούσαν τριβές ανάμεσα στους Φιλικούς. Τα πιο σοβαρά προβλήματα που εμφανίστηκαν ήταν οι καταχρήσεις εισφορών που οι νεοπροσήλυτοι εμπιστεύονταν στους μυητές τους[44], η μη τήρηση της διαδικασίας στις μυήσεις, οι πρωτοβουλίες που έπαιρναν ορισμένα στελέχη εν αγνοία της «Κινητικής Αρχής»[45], καθώς και οι «ομαδοποιήσεις» μελών σε ορισμένες πόλεις[46].

Το κενό που υπήρχε μεταξύ της «Κινητικής Αρχής» και των μελών της Φιλικής Εταιρείας ήρθαν να καλύψουν οι «εφορείες». Επρόκειτο για ολιγομελή διοικητικά όργανα που ιδρύονταν από τους «Κινούντες» στις πόλεις όπου η μυστική οργάνωση είχε πολλά και αξιόλογα μέλη. Οι «εφορείες», οι οποίες έφεραν αρχαιοελληνικά ονόματα[47], αποτελούσαν στην ουσία τοπικά ολιγομελή «συμβούλια», επιφορτισμένα κυρίως με τη συλλογή των συνεισφορών των νεοπροσηλύτων, τον έλεγχο των μυημένων μελών και των μυήσεων, καθώς και με την αλληλογραφία με την «Αρχή»[48]. Από τις πηγές προκύπτει ότι η πρώτη «εφορεία» συστήθηκε στο Γαλάτσι της σημερινής Ρουμανίας τον Φεβρουάριο του 1819 με πρωτοβουλία του Π. Αναγνωστόπουλου[49]. Στη συνέχεια, ιδρύθηκαν «εφορείες» σε όλες σχεδόν τις πόλεις της Ν. Ρωσίας κα των Ρουμανικών Πριγκιπάτων, καθώς και σε πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στις οποίες ζούσαν πολλοί Έλληνες[50].

Με τον τρόπο αυτόν ολοκληρώθηκε το οργανωτικό σχήμα της Φιλικής Εταιρείας, το οποίο υιοθέτησε και ο Αλ. Υψηλάντης, όταν τον Απρίλιο του 1820 αποδέχτηκε την πρόταση να γίνει «Έφορος Γενικός της Ελληνικής Εταιρίας»[51].

 

Η «Διδασκαλία»       

Έρχομαι τώρα στο θέμα των μελών της μυστικής οργάνωσης. Η διαδικασία των μυήσεων, οι «βαθμοί» που απονέμονταν και τα έγγραφα που χορηγούνταν στους Φιλικούς περιγράφονται αναλυτικά στη λεγόμενη «Διδασκαλία» ή «Κατήχησις». Τρία τέτοια κείμενα έχουν σωθεί σε χειρόγραφα «τετράδια». Το πρώτο φυλάσσεται στα  Αρχεία του Κράτους στο Βουκουρέστι[52], το δεύτερο στα Γενικά Αρχεία του Κράτους στην Αθήνα[53] και το τρίτο στο Μουσείο της Μεγάλης Στοάς [των Τεκτόνων] της Ελλάδος[54]. Από την προσεκτική μελέτη τους προκύπτει ότι τα κείμενα παρουσιάζουν μικρές διαφορές μεταξύ τους, οι οποίες προφανώς οφείλονται στις συνεχείς αντιγραφές, αφού η «Διδασκαλία» δεν ήταν δυνατό να τυπωθεί σε φυλλάδιο[55].

Η προμετωπίδα της «Διδασκαλίας».

Μολονότι τα τρία αυτά «τετράδια» δεν φέρουν χρονολογία[56], μπορούμε να υποθέσουμε βάσιμα ότι το αρχικό κείμενο συντάχτηκε μετά από το 1814. Κι αυτό γιατί, σύμφωνα με τον Ξάνθο, η «Κατήχησις» της Φιλικής Εταιρείας «σχεδιάστηκε» μεν από τους τρεις φερόμενους ως ιδρυτές της εταιρείας το 1814 στην Οδησσό[57], αλλά «τελειοποιήθηκε» στη Μόσχα από τους. Σκουφά και Τσακάλωφ κατά την εκεί παραμονή τους[58], η οποία, όπως είδαμε, τοποθετείται από τα τέλη του 1814 ως τα τέλη του 1815. Αν μάλιστα αληθεύει η πληροφορία του Ιω. Φιλήμονα, την οποία προφανώς του έδωσε ο Π. Αναγνωστόπουλος, ότι μετά από τον θάνατο του Σκουφά στην ΚΠολη στα τέλη Ιουλίου του 1818 «οι τρεις, Αναγνωστόπουλος, Τσακάλωφ και Ξάνθος, εφρόντισαν την τελειοποίησιν της Διδασκαλίας και τον σχηματισμόν της Σφραγίδος της Αρχής»[59], τότε μπορούμε να υποθέσουμε βάσιμα πως η «Διδασκαλία» έτυχε περισσότερες της μιας επεξεργασίες και πήρε την τελική της μορφή στο χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο ως και τον Οκτώβριο του 1818[60].

Η «Διδασκαλία» περιείχε λεπτομερείς οδηγίες για την επιλογή των υποψηφίων μελών, τη διαδικασία της μύησης ανάλογα με τον «βαθμό», τους όρκους που έπρεπε να καταθέσει ο μυούμενος, τις συνθηματικές χειρονομίες και λέξεις που έπρεπε να χρησιμοποιεί για να αναγνωρίζει τους ομοιόβαθμους ή χαμηλόβαθμους συντρόφους του, τις δεσμεύσεις που αναλάμβανε, τις υποχρεώσεις του, τους κανόνες που έπρεπε να ακολουθεί στην ζωή του ως Φιλικός, το κρυπτογραφικό αλφάβητο που έπρεπε να χρησιμοποιεί στην αλληλογραφία του με την οργάνωση, το περιεχόμενο των «αφιερωτικών» και «συστατικών» ή «εφοδιαστικών» επιστολών που έπρεπε να συντάξει και να έχει ο νεοπροσήλυτος κ.ά.[61].

Σύμφωνα με τη «Διδασκαλία», στα μέλη της εταιρείας απονέμονταν, ανάλογα με το μορφωτικό επίπεδο, το επάγγελμα και την οικονομική κατάσταση του υποψηφίου, οι εξής τέσσερις «βαθμοί», αρχίζοντας από τον κατώτερο: 1) Του Αδελφοποιτού ή Βλάμη, 2) του Συστημένου, 3) του Ιερέα και 4) του Ποιμένα. Ωστόσο, μετά από το 1818 καθιερώθηκαν τρεις ακόμη ανώτεροι «βαθμοί»: 1) του Αρχιποιμένα, 2) του Αφιερωμένου και 3) του Αρχηγού των Αφιερωμένων. Ο πρώτος απ’ αυτούς φαίνεται ότι «τελειοποιήθηκε» στο Βουκουρέστι, αλλά «δεν έλαβεν έκτασιν, ως οι άλλοι»[62], με αποτέλεσμα να τον καταργήσει το 1820 ο Αλ. Υψηλάντης. Οι δύο άλλοι «βαθμοί» καθιερώθηκαν και πάλι από τον Αλ. Υψηλάντη, για να απονέμονται στους «στρατιωτικούς διοικητάς»[63].

 

Κρυπτογραφικοί κώδικες, σύμβολα, ψευδώνυμα, σφραγίδες

Ο μυστικός χαρακτήρας της Φιλικής Εταιρείας επέβαλε για λόγους ασφαλείας τη χρήση ειδικών σημείων αναγνώρισης των μελών της, κρυπτογραφικών κωδίκων για την αλληλογραφία τους και συμβόλων για την προβολή των ιδεών της.

Συγκεκριμένα, στη «Διδασκαλία» της μυστικής οργάνωσης περιγράφονται με ακρίβεια τα σημεία αναγνώρισης των μελών της, τα οποία βέβαια ήταν διαφορετικά για κάθε βαθμό, καθώς και οι συνθηματικές λέξεις που έπρεπε να ανταλλάξουν κατά την συνάντησή τους οι Φιλικοί, προκειμένου να βεβαιωθούν ότι ανήκουν στη μυστική οργάνωση[64].

Για τη σύνταξη των «επισήμων» εγγράφων και, ιδιαίτερα, των «εφοδιαστικών», οι Φιλικοί δημιούργησαν ένα «κρυπτογραφικό αλφάβητο», στο οποίο συνδύασαν αριθμούς και γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου[65]. Το αλφάβητο αυτό το χρησιμοποιούσαν περιστασιακά και σε πολύ περιορισμένο βαθμό και στην αλληλογραφία τους, προφανώς για να μην προκαλέσουν το ενδιαφέρον των μυστικών υπηρεσιών της εποχής.

Για την αλληλογραφία τους τα μέλη της μυστικής οργάνωσης χρησιμοποιούσαν επίσης δύο «λεξικά» που είχαν επινοήσει οι ίδιοι: 1) Το μετωνυμικό, το οποίο περιείχε 112 συνολικά συνθηματικούς όρους που αντιστοιχούσαν σε πρόσωπα, αξιώματα, αντικείμενα, αφηρημένες έννοιες κ.ά. και 2) το κρυπτογραφικό, στο οποίο οι αριθμοί από το 1 ως το 115 αντιστοιχούσαν σε ονόματα πόλεων, περιοχών και προσώπων[66]. Επιπλέον, χρησιμοποιούσαν ψευδώνυμα αφενός για 27 συνολικά επιφανείς Φιλικούς[67] και, αφετέρου, για τα μέλη της «Αρχής»[68]. Οι τελευταίοι χρησιμοποιούσαν, επιπλέον, στην αλληλογραφία τους και δύο κεφαλαία γράμματα της ελληνικής αλφαβήτου, από τα οποία το πρώτο ήταν για όλους το «Α», που προφανώς συμβόλιζε την «Αρχή», ενώ το δεύτερο, αρχής γενομένης από το «Β», τους απονεμόταν ανάλογα με τη σειρά εισδοχής τους στην «Αρχή». Έτσι, ο Αθ. Τσακάλωφ είχε πάρει τα γράμματα «ΑΒ», ο Ν. Σκουφάς τα γράμματα «ΑΓ» κ.ο.κ.[69].

Το μυστικό αλφάβητο της Φιλικής Εταιρείας.

Πέρα απ’ όλα αυτά, στα «επίσημα» έγγραφά τους (π.χ. στα «εφοδιαστικά»)[70] οι Φιλικοί χρησιμοποιούσαν διάφορα σύμβολα, όπως τον σταυρό, την άγκυρα, το φίδι, τις 16 ράβδους δεμένες χιαστί με δύο ταινίες, τα γράμματα ΗΕΑ (=Ή ΕλευθερίΑ) ΗΘΣ (=Ή ΘάνατοΣ) κ. ά..

Τέλος, τα έγγραφα που εξέδιδε η «Αρχή» τα επικύρωνε με τη σφραγίδα της που πιθανότατα καθιερώθηκε στα μέσα του 1818. Η σφραγίδα αυτή είχε στρογγυλό σχήμα και έφερε στην περιφέρειά της εννιά κεφαλαία γράμματα, ενώ στο κέντρο της τον αριθμό 16, ένα σταυρό και το γράμμα «Ε»[71].

Η σφραγίδα της Φιλικής Εταιρείας.

 

Ποια πρότυπα ακολούθησαν οι συντάκτες της «Διδασκαλίας» των Φιλικών;

Σύμφωνα με τον Ξάνθο, οι τρεις ιδρυτές της εταιρείας την σχεδίασαν «δανεισθέντες πολλούς κανόνας από την εταιρίαν των Φραγκ-Μασόνων»[72], της οποίας ο ίδιος είχε γίνει μέλος στη Λευκάδα το 1813[73]. Την ίδια άποψη διατύπωσε και ο Ιω. Φιλήμων, μιλώντας για τον «οργανισμό» της εταιρείας: «Οι αυτουργοί του εδανείσθησαν Κανόνας πολλούς από την Εταιρίαν των Μασσόνων, και τους εφήρμοσαν επιτηδείως εις το πνεύμα και τα πάθη του Έθνους»[74]. Πράγματι, οι «βαθμοί», οι κώδικες επικοινωνίας και ορισμένα από τα σύμβολα που χρησιμοποιούσαν οι Φιλικοί παρουσιάζουν μεγάλη ομοιότητα με εκείνα των Τεκτόνων[75]. Ωστόσο, οφείλω να επισημάνω εδώ ότι οι Φιλικοί, σε αντίθεση με τους Τέκτονες, δεν είχαν «στοές», δεν συνεδρίαζαν, δεν έφεραν κανενός είδους διακριτικά και δεν είχαν άλλες τελετές, εκτός από την τελετή μύησής τους στην εταιρία.

Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία και τα στάδια της μύησης, από τη σύγκριση της «Διδασκαλίας» των Φιλικών με εκείνη των Καρμπονάρων[76], προκύπτουν, κατά τη γνώμη μου, περισσότερες και σημαντικότερες ομοιότητες με την ιταλική μυστική οργάνωση[77].

Τέλος, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την πιθανότητα ορισμένα στοιχεία που εμφανίζονται στην οργάνωση της Φιλικής Εταιρείας να προέρχονται από το «Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο». Στην υπόθεση αυτή μας οδηγεί το γεγονός ότι  ο Τσακάλωφ, κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Παρίσι (1809-1811;), είχε υπάρξει μέλος της παραπάνω μυστικής εταιρείας[78]. Δεδομένου λοιπόν ότι ο Τσακάλωφ, όπως είδαμε, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην «τελειοποίηση» της «Διδασκαλίας» της Φιλικής Εταιρείας, δεν αποκλείεται, να χρησιμοποίησε στοιχεία από το οργανωτικό σχήμα του «Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου». Δυστυχώς όμως τα ελάχιστα στοιχεία που γνωρίζουμε για τη  συγκεκριμένη μυστική οργάνωση δεν μας επιτρέπουν να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα.

Απ’ όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι η Φιλική Εταιρεία παρουσιάζει στο οργανωτικό της σχήμα πολλές ομοιότητες με τον Τεκτονισμό, καθώς και με τις ελληνικές και ξένες μυστικές εταιρείες της εποχής της[79], αλλά δεν αποτελούσε ούτε πιστό «αντίγραφο», ούτε ακόμη περισσότερο «παράρτημα»[80] κάποιας συγκεκριμένης από αυτές.

 

Οι Φιλικοί

Στη «Διδασκαλία» της Φιλικής Εταιρείας προβλέπεται ρητά ότι στη μυστική οργάνωση γίνονταν δεκτοί μόνον Έλληνες[81]. Εντούτοις, φαίνεται ότι σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις έγιναν δεκτοί και ορισμένοι «ξένοι», επειδή προφανώς το επέβαλαν συγκεκριμένες έκτακτες ανάγκες[82].

Η δεύτερη απαγόρευση αφορούσε στις γυναίκες. Μολονότι δεν υπάρχει ρητή αναφορά στη «Διδασκαλία», είναι βέβαιο πως η μύηση των γυναικών δεν επιτρεπόταν, λόγω αφενός της θέσης της γυναίκας στην κοινωνία της εποχής εκείνης και, αφετέρου, των προκαταλήψεων που τη συνόδευαν. Η απαγόρευση προκύπτει από τους γνωστούς καταλόγους των Φιλικών, από τους οποίους απουσιάζουν ονόματα γυναικών. Υπάρχει όμως και εδώ μία εξαίρεση: πρόκειται για τη σύζυγο ενός Φιλικού από τη Σμύρνη, την οποία μύησε αναγκαστικά στην εταιρεία ο ίδιος ο σύζυγός της, επειδή ανακάλυψε τα έγγραφα που επιμελώς της έκρυβε[83].

Η τρίτη απαγόρευση αφορούσε σε «όσους είχον μεγάλα συμφέροντα πλησίον των Τούρκων»[84]. Τέτοια διάταξη δεν υπάρχει βέβαια στη «Διδασκαλία». Ωστόσο, στον «μεγάλο όρκο» ο μυούμενος, ανάμεσα στα άλλα, υπόσχεται να «θρέφει εις την καρδίαν του αδιάλλακτον μίσος εναντίον των τυράννων της πατρίδος του και των οπαδών τους και ομοφρονούντων» (υπογρ. δική μου)[85]. Πιθανότατα ξεκινώντας από αυτήν την αναφορά, ο Αναγνωστόπουλος αντέδρασε στη μύηση των «αρχόντων της Πελοποννήσου»[86], ενώ άλλοι Φιλικοί απέκλεισαν από την εταιρεία τους Φαναριώτες και τον «ανώτατο κλήρο»[87]. Πάντως η «απαγόρευση» αυτή δεν ίσχυσε τελικά, αφού το 1819 και το 1820 αρκετοί πρόκριτοι και αρχιερείς της Πελοποννήσου και των νησιών[88], καθώς και ορισμένοι Φαναριώτες έγιναν μέλη της Φιλικής Εταιρείας[89].

Το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν όσοι ερευνητές ασχολούνται με την Φιλική Εταιρεία αφορά στον αριθμό των μελών της. Κι αυτό γιατί η μυστικότητα της οργάνωσης, η καταστροφή εγγράφων για λόγους ασφαλείας από τους ίδιους τους Φιλικούς, η απώλεια εγγράφων για πολλούς και διάφορους λόγους, η μη τήρηση όλων των προβλεπόμενων όρων κατά τη μύηση πολλών Φιλικών[90], και κυρίως η μη χρήση εγγράφων κατά τη μύηση στον πρώτο βαθμό, δηλ. των «αδελφοποιτών»[91], περιόρισαν σε πολύ μεγάλο βαθμό τις πηγές που θα μας επέτρεπαν να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ορισμένοι ιστορικοί, επηρεασμένοι προφανώς από φήμες, υπέθεσαν πως τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας ανέρχονταν σε εκατοντάδες χιλιάδες[92].

Οι μόνες ασφαλείς πληροφορίες που έχουμε για τα μέλη της εταιρείας προέρχονται από τρεις καταλόγους που έχουν δημοσιευτεί ως σήμερα. Ο πρώτος περιλαμβάνει 520 ονόματα Φιλικών, την ημερομηνία μύησης, τον «κατηχητή» και «τα σημεία αφιερώσεως και καθιερώσεώς των» και δημοσιεύτηκε αυτούσιος από τον Ι. Α. Μελετόπουλο το 1967[93]. Ο δεύτερος εκπονήθηκε από τον Ιω. Φιλήμονα, περιλαμβάνει 692 ονόματα και δημοσιεύτηκε το 1859[94]. Ό τρίτος, τέλος, κατάλογος εκπονήθηκε από τον Βαλέριο Μέξα, περιλαμβάνει 541 ονόματα και δημοσιεύτηκε το 1937[95]. Ο συνολικός αριθμός των μελών της Φιλικής Εταιρείας που περιλαμβάνονται και στους τρεις αυτούς καταλόγους ανέρχεται στους 1033[96].

Από την προσεκτική μελέτη των στοιχείων που περιέχουν οι παραπάνω κατάλογοι και από την αξιοποίηση άλλων πηγών προκύπτουν τα εξής:

1. Κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων ετών της δράσης των Φιλικών, δηλ. από τα τέλη του 1814 ως τα τέλη του 1817, οι μυήσεις ήταν μόλις 42[97] και είχαν γίνει όλες στη Ρωσία. Η συντριπτική πλειονότητα των προσηλύτων ήταν εγκατεστημένοι και δραστηριοποιούνταν στη Ρωσία, ενώ ελάχιστοι ήταν εκείνοι που ζούσαν στις ελληνικές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[98].

2. Οι αθρόες μυήσεις άρχισαν από το 1818 και συνεχίστηκαν με ολοένα και αυξανόμενους ρυθμούς ως το 1821[99]. Κατά τη διάρκεια των τριών και πλέον αυτών ετών οι «κατηχητές» ανέπτυξαν τη δράση τους, εκτός από τη Ν. Ρωσία[100], στα Ρουμανικά Πριγκιπάτα, στην ΚΠολη, στην Πελοπόννησο, στα νησιά του Αιγαίου, στα παράλια της Μ. Ασίας, στα Επτάνησα, ακόμη και στην Αίγυπτο.

3. Η Φιλική Εταιρεία γνώρισε περιορισμένη διάδοση στη Στερεά Ελλάδα, τη Θεσσαλία (εκτός από το Πήλιο, όπου έδρασε ο Άνθ. Γαζής), τη Μακεδονία και τη Θράκη.

4. Η μυστική επαναστατική οργάνωση δεν μπόρεσε να διεισδύσει στις ελληνικές παροικίες της Κεντρικής και της Δυτικής Ευρώπης. Μόνο στην Πίζα της Ιταλίας είχαμε έναν αξιόλογο πυρήνα Φιλικών και ελάχιστα μέλη σε κάποιες άλλες ιταλικές πόλεις[101].

5. Η πλειονότητα των γνωστών μελών της μυστικής οργάνωσης ήταν έμποροι[102].

6. Αν και στην ίδια χρονική περίοδο ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός γνώρισε τη μεγαλύτερή του ανάπτυξη, ελάχιστοι ήταν οι έλληνες διανοούμενοι που έγιναν Φιλικοί[103].

7. Οι περισσότεροι Φαναριώτες μυήθηκαν στην εταιρεία μετά από την ανάληψη της αρχηγίας της από τον Αλ. Υψηλάντη[104].

8. Οι περισσότεροι πρόκριτοι και αρχιερείς της Πελοποννήσου μυήθηκαν στα τελευταία δύο χρόνια πριν από την επανάσταση[105].

9. Η πλειονότητα των γνωστών μελών της μυστικής οργάνωσης κατάγονταν από την Πελοπόννησο[106].

Ο όρκος των τριών Φιλικών . Χαρακτικό του Βασίλη Φαληρέα.

Μολονότι δεν γνωρίζουμε – και κατά τη γνώμη μου δεν θα μάθουμε ποτέ – τον πραγματικό αριθμό των μελών της Φιλικής Εταιρείας, εντούτοις από τις πηγές προκύπτει ότι η μυστική επαναστατική οργάνωση γνώρισε μεγάλη διάδοση κυρίως κατά τα τρία χρόνια πριν από την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης.

Σημαντικό ρόλο στη διάδοση της εταιρείας από το 1818 ως το 1821, καθώς και στην προετοιμασία της επανάστασης έπαιξαν οι λεγόμενοι «απόστολοι»[107]. Πρόκειται για επιφανείς Φιλικούς, συμπεριλαμβανομένων και των περισσότερων μελών της «Αρχής», οι οποίοι εστάλησαν σε συγκεκριμένες περιοχές (π.χ. στην Πελοπόννησο, στη Μάνη, στην Ήπειρο, στη Μακεδονία, στα Επτάνησα, στα νησιά του Αιγαίου, στην Αλεξάνδρεια κ. α.) με τους εξής κύριους στόχους: 1) Να στρατολογήσουν νέα μέλη στη μυστική οργάνωση, 2) να συγκεντρώσουν όσα περισσότερα χρήματα μπορούσαν για την κάλυψη των μεγάλων αναγκών της εταιρείας 3) να οργανώσουν τους κατά τόπους Φιλικούς και 4) να μελετήσουν την πραγματική κατάσταση των περιοχών που θα συμμετείχαν στην επανάσταση. Η πρώτη αποστολή έγινε το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1818 με εντολή της «Αρχής» από την Κωνσταντινούπολη[108], ενώ η δεύτερη το φθινόπωρο του 1820 με εντολή του Αλ. Υψηλάντη μετά από τη μυστικοσυνέλευση των Φιλικών στο Ισμαήλι της Βεσσαραβίας[109].

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί ο «επαγγελματισμός» που επέδειξαν οι περισσότεροι «απόστολοι», οι οποίοι αφοσιώθηκαν κυριολεκτικά στο συνωμοτικό τους έργο, εγκαταλείποντας ακόμη και την οικογένειά τους[110]. Παρακολουθώντας μέσα από τις πηγές τις μετακινήσεις τους στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην τσαρική Ρωσία, στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων και στα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα, ο ερευνητής μένει κατάπληκτος από την ικανότητά τους να ξεγλιστρούν από τις μυστικές υπηρεσίες της εποχής εκείνης, προκειμένου να φέρουν σε πέρας ιδιαίτερα επικίνδυνες αποστολές με πολύ πενιχρά μέσα και ελάχιστη βοήθεια.

Καθοριστικό ρόλο στην επιτυχημένη μυστική δράση των επιφανών στελεχών της εταιρείας έπαιξε, πέρα από τις προσωπικές τους ικανότητες, και η αυστηρή τήρηση από όλους των δύο βασικών υποχρεώσεων των Φιλικών:  της απόλυτης εχεμύθειας και της υπακοής στις εντολές της «Κινητικής Αρχής» και των «εφόρων». Αξίζει να σημειώσω εδώ πως η παραβίαση των υποχρεώσεων αυτών συνεπαγόταν ακόμη και την ποινή του θανάτου, την οποία προέβλεπε ο «μέγας όρκος»[111].

Γνωρίζουμε μάλιστα δύο τουλάχιστον περιπτώσεις, στις οποίες εφαρμόστηκε αυτή η ποινή. Πρόκειται, πρώτον, για τον Ν. Γαλάτη[112], ο οποίος εκτελέστηκε τον Ιανουάριο του 1818 στην Ερμιονίδα της Πελοποννήσου[113], επειδή είχε δημιουργήσει βάσιμες υποψίες ότι θα αποκάλυπτε τα μυστικά της εταιρείας στις οθωμανικές αρχές[114]. Και, δεύτερον, για τον Καμαρηνό Κυριακό, τον οποίο έπνιξαν μέλη της εταιρείας στον ποταμό Δούναβη τον Δεκέμβριο του 1820, επειδή απειλούσε ότι θα αποκαλύψει αφενός την αλήθεια για την «Αρχή» και, αφετέρου, το ότι ο Ιω. Καποδίστριας ήταν αντίθετος με τα επαναστατικά σχέδια της μυστικής οργάνωσης[115].

Όρκος. Ορκωμοσία φιλικού, πιθανόν του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Ελαιογραφία σε ξύλο του Διονυσίου Τσόκου, 1849.

 

Η εκλογή του «αρχηγού»

Αμέσως σχεδόν μετά από την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας οι «θεμελιωτές» της συνειδητοποίησαν την ανάγκη να αναθέσουν την «αρχηγία» της σε επιφανή Έλληνα, ο οποίος θα αποτελούσε αφενός εχέγγυο για την επιτυχή έκβαση των σχεδίων της μυστικής οργάνωσης και, αφετέρου, πόλο έλξης για τους Έλληνες.

Στα χρόνια εκείνα το πρόσωπο που αναμφισβήτητα πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας. Κι αυτό γιατί, εκτός από την ευγενική του καταγωγή και  την λαμπρή του σταδιοδρομία στην υπηρεσία του τσάρου Αλεξάνδρου Α΄, είχε ήδη δείξει τα πατριωτικά του αισθήματά τόσο κατά τη θητεία του ως Γραμματέας της Επτανήσου Πολιτείας (1803-1807)[116], όσο και ως ο ιθύνων νους της Φιλομούσου Εταιρείας της Βιέννης[117]. Για όλους αυτούς τους λόγους ο Καποδίστριας φάνταζε ως η ιδανική λύση για την ανάληψη της «αρχηγίας» της Φιλικής Εταιρείας.

Η πρώτη προσπάθεια προσέγγισης του Καποδίστρια έγινε το 1817. Οι «θεμελιωτές» της μυστικής οργάνωσης χρησιμοποίησαν τον Νικόλαο Γαλάτη, ένα νεαρό φιλόδοξο Επτανήσιο, τον οποίο μύησε στην εταιρεία ο Σκουφάς στην Οδησσό το 1816 και τον έκανε μέλος της «Αρχής»[118]. Ο Γαλάτης πήγε στην Πετρούπολη, συναντήθηκε με τον επιφανή έλληνα διπλωμάτη τον Ιανουάριο του 1817 και του πρότεινε την «αρχηγία» της μυστικής οργάνωσης[119]. Ο Καποδίστριας φυσικά αρνήθηκε, επειδή, πρώτ’ απ’ όλα, ήταν αντίθετος με τις μυστικές εταιρείες που επιδίωκαν την βίαιη ανατροπή του καθεστώτος που είχε επιβάλλει η «Ιερή Συμμαχία»[120] και, δεύτερον, η θέση του δεν του επέτρεπε να αναμειχθεί σε κανενός είδους επαναστατικά σχέδια.

Ωστόσο, δύο χρόνια αργότερα οι ηγέτες της εταιρείας επανήλθαν στην πρότασή τους προς τον Καποδίστρια. Συγκεκριμένα, μετά από συζητήσεις που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη τον Σεπτέμβριο του 1818 τα μέλη της «Αρχής» αποφάσισαν να σταλεί ο Εμμ. Ξάνθος στην Πετρούπολη, για να προτείνει στον Καποδίστρια την αρχηγία[121]. Αυτήν τη φορά μάλιστα συντάχτηκε και σχετικό «συνυποσχετικό», το οποίο, όπως είδαμε, υπέγραψαν τα περισσότερα από τα μέλη της «Αρχής». Πράγματι, ο Ξάνθος συναντήθηκε με τον Καποδίστρια τον Ιανουάριο του 1820, αλλά ο τελευταίος αρνήθηκε και πάλι κάθε ανάμειξή του στην εταιρεία[122].

Αριστερά: Αλέξανδρος Υψηλάντης. Δεξιά: Έγγραφο της Φιλικής Εταιρείας που φέρει στο τέλος την υπογραφή του Αλέξανδρου Υψηλάντη και την προσωπική σφραγίδα σε κόκκινο βουλοκέρι με το οικόσημο της οικογένειας του. Υπογεγραμμένο στο Κισνόβιο της Βεσαραβίας (σημερινό Κισινάου Μολδαβίας) στις 29 Δεκεμβρίου του 1820. (Αρχείο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος)

Ο Ξάνθος, για να ξεπεράσει το αδιέξοδο, στράφηκε προς τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, γιο του Κωνσταντίνου Υψηλάντη, πρώην ηγεμόνα της Βλαχίας, ήρωα των ναπολεόντειων πολέμων, ο οποίος έφερε τον βαθμό του υποστρατήγου του ρωσικού στρατού και υπηρετούσε τιμής ένεκεν στη φρουρά του τσάρου[123]. Ο Αλ. Υψηλάντης δέχτηκε την πρόταση του Ξάνθου[124] και στις 12 Απριλίου 1820 ονομάστηκε «Έφορος Γενικός της Ελληνικής Εταιρίας»[125].

 

Οι πολιτικοί στόχοι της Φιλικής Εταιρείας

Οι «ιδρυτές» της Φιλικής Εταιρείας έθεσαν ευθύς εξαρχής ως μοναδικό σκοπό της ίδρυσής της την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από τη «Διδασκαλία» της μυστικής οργάνωσης, στην οποία δηλώνεται ρητά ότι «ο σκοπός αυτών είναι η καλυτέρευσις του έθνους και, αν ο Θεός το συγχωρήση, η ελευθερία των»[126], δηλ. των Ελλήνων. Το ίδιο επανέλαβε και ο Ξάνθος στα Απομνημονεύματά του.  Αναφερόμενος στην ίδρυσή της Φιλικής Εταιρείας, σημείωσε ότι πρότεινε στους Σκουφά και Τσακάλωφ την ιδέα «να συστήσωσι μίαν Εταιρίαν σκοπόν αμετάτρεπτον έχουσα την ελευθερίαν της Πατρίδος». Και, κλείνοντας την αφήγησή του, επανήλθε στο θέμα, για να τονίσει: «Αντικείμενον» της εταιρείας «ήτον η τω όντι απίθανος παρ’ όλων των πολιτικών και σοφών της Ευρώπης θεωρουμένη ανέγερσις και ελευθέρωσις του Ελληνικού Έθνους και της Πατρίδος μας»[127].

Οι Φιλικοί, για να επιτύχουν την «ελευθερία της Πατρίδος», έθεσαν μια σειρά από στόχους, οι οποίοι επρόκειτο να εξυπηρετήσουν τον ένα και μοναδικό αυτόν σκοπό.

Ο πρώτος και κύριος, κατά τη γνώμη μου, στόχος ήταν ο «αυτόνομος αγώνας». Δηλ. η επανάσταση των Ελλήνων κατά του σουλτάνου, χωρίς τη βοήθεια κάποιας ξένης δύναμης. Πολύ χαρακτηριστικά ο Ξάνθος τόνισε στα Απομνημονεύματά του: «Απεφάσισαν [οι τρεις «ιδρυτές» της μυστικής οργάνωσης-ΚΚΧ] να επιχειρισθώσι την σύστασιν τοιαύτης Εταιρίας […] διά να ενεργήσωσι μόνοι των, ό,τι ματαίως και προ πολλού χρόνου ήλπιζον από την φιλανθρωπίαν των χριστιανών βασιλέων»[128].

Η ιδέα του αυτόνομου αγώνα δεν εμφανίστηκε βέβαια για πρώτη φορά στους Φιλικούς. Πρώτος την εισηγήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα ο Ρήγας Βελεστινλής, ο οποίος διακήρυξε την ανάγκη της επανάστασης όλων των υπηκόων του σουλτάνου[129], προκειμένου να καταλύσουν την τυραννία του τελευταίου και να εγκαθιδρύσουν στην «καθ’ ημάς Ανατολή» την «Ελληνική Δημοκρατία»[130]. Για δεύτερη φορά η ιδέα του αυτόνομου αγώνα – αυτή τη φορά μόνον των Ελλήνων – εμφανίστηκε το 1806 στον Ανώνυμο της «Ελληνικής Νομαρχίας»[131]. Επηρεασμένοι από τις ιδέες των δύο παραπάνω ελλήνων πατριωτών, οι Φιλικοί υιοθέτησαν την ιδέα «να ενεργήσωσι μόνοι των» την «ανέγερσιν και ελευθέρωσιν του Ελληνικού Έθνους και της Πατρίδος». Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως είχαν εγκαταλείψει πλήρως την ιδέα της ρωσικής βοήθειας, η οποία επί ένα και πλέον αιώνα έτρεφε το όραμα των χριστιανών υπηκόων του σουλτάνου για απελευθέρωση. Η διαφορά ήταν πως οι Φιλικοί είχαν αποφασίσει να οργανώσουν και να πραγματοποιήσουν την επανάσταση μόνοι τους και μετά να ζητήσουν από την ομόδοξη Ρωσία να στηρίξει τον εθνικοαπελευθερωτικό τους αγώνα[132].

Εφοδιαστικό της Φιλικής Εταιρείας.

Ο δεύτερος στόχος των Φιλικών ήταν η κοινή εξέγερση όλων των ορθόδοξων βαλκανικών λαών[133], Σέρβων, Μαυροβουνίων, Ρουμάνων, Βουλγάρων[134] και Αλβανών[135], εναντίον των Οθωμανών. Γνωρίζοντας πολύ καλά πως μόνοι τους οι Έλληνες ήταν αδύνατο να αντιμετωπίσουν στρατιωτικά τους Οθωμανούς, οι επιφανείς Φιλικοί εκπόνησαν σχέδια κοινής επανάστασης όλων των Βαλκάνιων, προκειμένου να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τις στρατιωτικές δυνάμεις του σουλτάνου. Ο στόχος αυτός, πρώτον, περιγράφεται ξεκάθαρα στο λεγόμενο «Σχέδιο Γενικό» που εκπόνησαν οι Φιλικοί και το οποίο εγκρίθηκε στη μυστική συνέλευση που συγκάλεσε στο Ισμαήλι της Βεσσαραβίας ο Αλ. Υψηλάντης την 1η Οκτωβρίου 1820 ενόψει της κήρυξης της επανάστασης[136]. Και, δεύτερον, επιχειρήθηκε να πραγματοποιηθεί με την υπογραφή «συμφωνιών» με τον Σέρβο Μίλος Ομπρένοβιτς[137] και με τον Ρουμάνο Tudor Vladimirescu[138].

Ο τρίτος στόχος των Φιλικών ήταν η αξιοποίηση κάθε ευνοϊκής συγκυρίας που θα μπορούσε να βοηθήσει στην επίτευξη του πρωταρχικού σκοπού. Αναφέρομαι, πρώτ’ απ’ όλα, στη σύγκρουση του Αλή-πασά των Ιωαννίνων με τον σουλτάνο (1820-1822), η οποία είχε προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση στην Ήπειρο, τη Δυτική Στερεά Ελλάδα και τη Δυτική Μακεδονία[139]. Οι Φιλικοί εκμεταλλεύτηκαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτήν τη σύγκρουση, για να επιτύχουν αφενός την επάνοδο των εμπειροπόλεμων Σουλιωτών στην Ήπειρο και την ενίσχυση των στρατιωτικών σωμάτων των ελλήνων αρματολών και, αφετέρου, την απομάκρυνση των οθωμανικών στρατιωτικών δυνάμεων από τη νότια Ελλάδα και, κυρίως, από την Πελοπόννησο. Δεύτερη ευνοϊκή συγκυρία υπήρξε ο διορισμός του Μιχαήλ Σούτσου ως ηγεμόνα της Μολδαβίας. Επιτυγχάνοντας τη μύησή του στη μυστική οργάνωση, οι Φιλικοί εξασφάλισαν την αμέριστη συμπαράστασή του στην επικείμενη επανάσταση[140]. Τρίτη ευνοϊκή συγκυρία υπήρξε ο θάνατος τον Ιανουάριο του 1821 του ηγεμόνα της Βλαχίας Αλέξανδρου Σούτσου. Οι Φιλικοί εκμεταλλεύτηκαν το κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε και βοήθησαν τον Tudor Vladimirescu να  ξεκινήσει την επιτυχημένη εξέγερση των Ρουμάνων της Βλαχίας[141]. Ευνοϊκή συγκυρία υπήρξε, κατά τη γνώμη μου, και η κήρυξη το 1820 της επανάστασης στη Νάπολη και στο Πεδεμόντιο[142]. Κι αυτό γιατί οδήγησε τα μέλη της Ιερής Συμμαχίας να αποφασίσουν στο Λάϋμπαχ την κατάπνιξή της από τα αυστριακά στρατεύματα[143]. Αυτό ήταν ένα πολύ καλό προηγούμενο, επειδή κατ’ αντιστοιχία η Ρωσία θα μπορούσε να ζητήσει από την Ι. Συμμαχία να στείλει τα στρατεύματα της στα Ρουμανικά Πριγκιπάτα δήθεν για να αποκαταστήσουν την «τάξη». Αυτό όμως θα προκαλούσε κατά πάσα πιθανότητα νέο ρωσοτουρκικό πόλεμο, ο οποίος βέβαια ευνοούσε τα σχέδια της Φιλικής Εταιρείας.

Αυτό που δεν προκύπτει από τις πηγές είναι το αν οι Φιλικοί είχαν διαμορφώσει άποψη για το κράτος που επρόκειτο να δημιουργηθεί μετά από την απελευθέρωση. Επειδή στις προκηρύξεις που εξέδωσε ο Αλ. Υψηλάντης μετά από την κήρυξη της επανάστασης γίνεται λόγος συνεχώς για την «Ελλάδα» και για το «έθνος των Ελλήνων», μπορούμε να υποθέσουμε βάσιμα ότι ο σκοπός ήταν η δημιουργία ενός «κράτους των Ελλήνων», δηλ. ενός ελληνικού εθνικού κράτους.  Ωστόσο, η έκταση που έπρεπε να έχει αυτό το κράτος και το πολίτευμά του δεν προσδιορίζονται[144]. Το πιθανότερο, κατά τη γνώμη μου, αίτιο ήταν το ότι οι Φιλικοί, έχοντας θέσει ως μοναδικό σκοπό τους την απελευθέρωση των Ελλήνων και γνωρίζοντας τις τεράστιες δυσκολίες που επρόκειτο να αντιμετωπίσουν για την επίτευξή του, έκριναν ως πολύ πρώιμη ή ακόμη και άκαιρη τη διατύπωση ιδεών για τη μορφή του κράτους που επρόκειτο να συσταθεί μετά από την επανάσταση.

Ο Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος είναι Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Μεταξύ των ετών 2014 και 2017 διετέλεσε Κοσμήτορας της αρτισύστατης τότε Σχολής Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών του ιδίου Πανεπιστημίου.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Ο τελευταίος που ασχολήθηκε με το πρόβλημα αυτό ήταν ο Κωνσταντίνος Σβολόπουλος στη μελέτη του με τίτλο «Η σύσταση της Φιλικής Εταιρείας. Μια επαναπροσέγγιση», την οποία δημοσίευσε στον τόμο με τίτλο Κατακτώντας την ανεξαρτησία. Δέκα δοκίμια για την Επανάσταση του 1821, Αθήνα, Πατάκης, 2010, σσ. 57-81.

[2] Το πρώτο κείμενο που συνέταξε ο Ξάνθος το 1835 δημοσιεύτηκε από τον Δ. Γρ. Καμπούρογλου με τίτλο «Ανέκδοτον υπόμνημα του Φιλικού Ξάνθου» στο περιοδικό Αρμονία 2(1901)529-540. Το δεύτερο το συνέταξε το 1837 και δημοσιεύτηκε από τον Τ. Αθ. Γριτσόπουλο στη μελέτη του με τίτλο «Φιλικά κείμενα: Εμμ. Ξάνθου Απολογία. Παν. Αναγνωστόπουλου Παρατηρήσεις» στη Μνημοσύνη 7(1979) (στη συνέχεια Φιλικά κείμενα) σελ. 45-105. Και το τρίτο δημοσιεύτηκε από τον ίδιο τον Ξάνθο το 1845 στην Αθήνα με τίτλο Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας (στη συνέχεια Απομνημονεύματα).

[3] Απομνημονεύματα, σ. 3.

[4] Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας (στη συνέχεια ΔΙΦΕ), Εν Ναυπλία 1834. Ο Ιω. Φιλήμων παραδέχτηκε αργότερα ότι συνέγραψε τη μελέτη του με τη βοήθεια του Π. Αναγνωστόπουλου [βλ. Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως (στη συνέχεια ΔΙΕΕ), Αθήναι, τ. Α΄, σ. 127].

[5] ΔΙΦΕ, σσ. 132-133.

[6] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τόμ. Δ΄, Αθήναι 1862, σ. ι΄.

[7] Στο ίδιο.

[8] Ars, G. L. και Pjiatigorski,  G. M., «Ορισμένα ζητήματα της ιστορίας της Φιλικής Εταιρείας υπό το φως νέων στοιχείων των σοβιετικών αρχείων», στο Παράρτημα του τόμου Γκριγκόρι. Λ. Αρς, Η Φιλική Εταιρεία στη Ρωσία, μτφρ. Παναγιώτα Ματέρη-Δημήτριος Πατέλης, επιμ. Κωνσταντίνος Παπουλίδης,  Αθήνα, Παπασωτηρίου, 2011, σ. 490.

[9] Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 7.

[10] Στο ίδιο, σ. 4.

[11] Δεν μνημονεύεται σε κανέναν από τους τρεις γνωστούς καταλόγους [βλ. Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τόμ. Α΄, σσ. 387-416· Μέξας,  Βαλέριος, Οι Φιλικοί, Αθήναι 1937· Μελετόπουλος,  Ι. Α., «Η Φιλική Εταιρεία. Αρχείον Παναγιώτου Δημ. Σέκερη», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος 18(1967) (στη συνέχεια Αρχείο Σέκερη), σσ. 274-341]. Παρ’ όλα αυτά, ο Γιάννης Κόκκωνας στη μελέτη του Ο πολίτης Πέτρος Σκυλίτζης-Ομηρίδης (Αθήνα, ΕΜΝΕ, 2003), στηριζόμενος σε διάφορα στοιχεία, υποστήριξε πως ο τελευταίος ήταν Φιλικός (σσ. 92 & 104-5).

[12] Ο Αν. Γούδας, βιογραφώντας τον Αθ. Τσακάλωφ, σημείωσε: «Μόνοις δε τοις Ηπειρώταις Σκουφά και Τσακάλωφ […] ουδείς τα πρωτεία διεφιλονείκησεν» (Βίοι παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τ. Ε΄, Αθήναι 1872, σ. 21).

[13] Οφείλω να σημειώσω εδώ ότι ο Ξάνθος, σε αντίθεση με όλα τα κείμενα απομνημονευματικού χαρακτήρα που μας κατέλιπε για τη Φιλική Εταιρεία, στην αναφορά που υπέβαλε στις 15 Δεκεμβρίου 1843 στην Εθνοσυνέλευση της Γ΄ Σεπτεμβρίου μνημονεύει και τον Π. Αναγνωστόπουλο ανάμεσα στους «ιδρυτές» της οργάνωσης (βλ. το κείμενο της αναφοράς στον Δημ. Μπογδανόπουλο, Φιλική Εταιρία, [Πάτρα] χ.χ.έ., σ. 205).

[14] Κανδηλώρος, Τάκης, Η Φιλική Εταιρία, 1814-1821, σσ. 3-12ˑ Γριτσόπουλος, Τ. Αθ., Φιλικά κείμενα, σσ. 3-42.

[15] Την πληροφορία αυτήν οφείλουμε στα στοιχεία που επεσήμαναν στα ρωσικά αρχεία οι ιστορικοί G. L. Ars και G. M. Pjiatigorski (βλ. ό.π., σσ. 490-496).

[16] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, Αθήνα, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 1997, τόμ. Α΄, σ. 7.

[17] Επιβεβαιώνονται έτσι όσα αναφέρει ο Ξάνθος στα Απομνημονεύματά του (σ. 2) ότι στην Οδησσό «εφιλιώθη με τους εκεί τότε ευρεθέντας Νικόλαον Σκουφάν εκ της Άρτης και Αθανάσιον Ν. Τζακάλοφ Ιωαννίτην».

[18] Ο Ξάνθος έφυγε από την Οδησσό για την ΚΠολη τον Δεκέμβριο του 1814 (G. L. Ars και G. M. Pjiatigorski, ό.π., σ. 493). Ο Τσακάλωφ έφυγε από την ίδια πόλη για τη Μόσχα στα τέλη Απριλίου ή το πολύ στις αρχές Μαΐου του 1814 (στο ίδιο, σ. 496). Παρέμεινε εκεί ως τον Ιούλιο του 1817, στη συνέχεια πήγε στην Οδησσό, και τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς έφυγε για την ΚΠολη (Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σσ. 7 και 8). Συνεπώς, ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να έχουν συναντηθεί από το 1814 ως το 1817.

[19] Αρχείο Εμμ. Ξάνθου, σσ. 8-14.

[20] Πρώτος το παραδέχτηκε ο Ιω. Φιλήμων αρχικά σε άρθρο του στην εφ. Αιών (βλ. αρ. φ. 49/19-3-1839) και, στη συνέχεια, στο ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 3 και 127.

[21] Από τα ρωσικά αρχεία προκύπτει ότι ο Σκουφάς έφτασε στη Μόσχα προερχόμενος από την Οδησσό στις 26 Ιουλίου 1814 (π.ημ.) και παρέμεινε εκεί ως τον Νοέμβριο του 1815, όταν οι ρωσικές αρχές τον υποχρέωσαν να επιστρέψει στην Οδησσό (βλ. G. L. Ars και G. M. Pjiatigorskij, ό.π., σ. 490).

[22] Μέξας, Β., ό.π., σ. 1 (αριθμ. 1)ˑ Μελετόπουλος, Ι. Α.,  Αρχείο Σέκερη, σ. 287 (αριθμ. 93).

[23] Το 1815 ο Ν. Σκουφάς μύησε τον Ν. Ουζουνίδη (Μέξας, Β., ό.π., αρ. 2) και πιθανότατα τον Αντ. Κομιζόπουλο «καί τινες άλλους» (Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 5).

[24] Μέξας, Β., ό.π., αριθμ. 68.

[25] G. L. Ars και G. M. Pjiatigorski, ό.π., σ. 496ˑ Κανδηλώρος, Τ., ό.π., σ. 156.

[26] Απομνημονεύματα, σ. 4.

[27] Στο ίδιο. Ο Ξάνθος ισχυρίζεται πως πήρε τα στοιχεία «ΑΔ», αλλά εκ των υστέρων αναγκάστηκε να πάρει τα στοιχεία «ΑΘ», επειδή εντωμεταξύ ο Γαλάτης «υπέκλεψε» τα στοιχεία «ΑΔ».  Ο ισχυρισμός αυτός του Ξάνθου, κατά τη γνώμη μου, είναι ανακριβής.

[28] Τον όρο χρησιμοποίησε πρώτος ο Ιω. Φιλήμων (βλ. ΔΙΦΕ, σ. 139).

[29]Καμπούρογλου, Δ. Γρ., «Ανέκδοτον υπόμνημα», σσ. 530-531. Πρβλ. Γριτσόπουλος, Τ. Αθ., Φιλικά κείμενα, σ. 47 και Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 3.

[30] G. L. Ars και G. M. Pjiatigorskij, ό.π., σσ. 492-493.

[31] Βλ. τη σημείωση 15. Ο Τ. Κανδηλώρος επεσήμανε πως η επιστολή αυτή του Τσακάλωφ είναι το πρώτο «αυθεντικό εταιρικό έγγραφο» που έχει βρεθεί (ό.π., σ. 157).

[32] Πρβλ. τις επισημάνσεις του Κ. Σβολόπουλου για το ίδιο θέμα στη μελέτη του που μνημόνευσα στη σημ. 1 ( σσ. 68-69).

[33] Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από δύο επιστολές που εστάλησαν στον Ξάνθο, η πρώτη από τον Τσακάλωφ στις 31 Μαρτίου 1818 και η δεύτερη από τον Αθανάσιο Σέκερη στις 4 Απριλίου 1818, στις οποίες μνημονεύεται ο Σκουφάς (Αρχείο Εμμ. Ξάνθου, τ. Α΄, σσ. 8 και 9).

[34] Ο Τσακάλωφ, όπως προκύπτει από την επιστολή που έστειλε από τον Βόλο στις 31 Μαρτίου 1818 στον Ξάνθο στην ΚΠολη, πρέπει να έφυγε από την οθωμανική πρωτεύουσα στα μέσα Μαρτίου του 1818 (Αρχείο Εμμ. Ξάνθου, τ. Α΄, σ. 8).

[35] Γριτσόπουλος, Τ. Αθ., Φιλικά κείμενα, σ. 106. Ο Αναγνωστόπουλος μάλιστα λανθασμένα σημειώνει πως ο Σκουφάς «κατήχησε» τον Ξάνθο στην ΚΠολη το 1817. Κι αυτό γιατί ο Σκουφάς είναι απολύτως βέβαιο πως έφτασε στην ΚΠολη στα μέσα περίπου Απριλίου του 1818. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από την επιστολή που έστειλε ο Αθ. Σέκερης από την Οδησσό στις 4 Απριλίου 1818 στον Εμμ. Ξάνθο στην ΚΠολη (βλ. Αρχείο Εμμ. Ξάνθου, τ. Α΄, σ. 9).

[36] Πρωτοψάλτης, Εμμ. Γ., Η Φιλική Εταιρεία. Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδι, Αθήναι, Ακαδημία Αθηνών, 1964, σσ. 174 και 259· Αρχείο Εμμ. Ξάνθου, τ. Α΄, σσ. 22-23.

[37] Ο Σκουφάς, ο οποίος ανήκε στην «Αρχή», δεν εμφανίζεται ανάμεσα σε όσους υπέγραψαν το «συνυποσχετικό», επειδή είχε πεθάνει στα τέλη Ιουλίου 1818 (Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 9).

[38] Γριτσόπουλος, Τ. Αθ., Φιλικά κείμενα, σ. 48 και Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 5.

[39] Τον Γ. Λεβέντη ενέταξε στην «Αρχή» ο Αναγνωστόπουλος στο Βουκουρέστι στα μέσα του 1819 (βλ. Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σ. 246), ενώ τον Ν. Πατζιμάδη ο Ξάνθος ή/και ο Αντ. Κομιζόπουλος στη Μόσχα στις αρχές του 1820 (Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 16).

[40] Τους μύησε ο Αναγνωστόπουλος στο Βουκουρέστι στα μέσα του 1819 (βλ. Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σσ. 247 και 252).

[41] Τους αποκάλυψε την «Αρχή» ο Τσακάλωφ στην Πίζα το 1819 (βλ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 14).

[42] Από την υποχρέωση αυτήν εξαιρέθηκε ο Π. Σέκερης, επειδή προφανώς ήταν ο καλύτερος χρηματοδότης της εταιρείας, και για λίγους μήνες οι Αντ. Κομιζόπουλος, Αθ. Σέκερης και Άνθ. Γαζής. Οφείλω πάντως να σημειώσω εδώ πως η υποχρέωση αυτή τελικά δεν τηρήθηκε από όλους.

[43] Προκαλεί πραγματικά μεγάλη εντύπωση το ότι οι συντάκτες του εγγράφου έθεσαν ως όρο στον Καποδίστρια να υπογράψει υποχρεωτικά το «συνυποσχετικό».

[44] Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σ.160 (σημ.)·Μέξας, Β., ό.π., σ. ι΄.

[45] Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η «συνωμοσία» που φέρονται ότι οργάνωσαν στο Βουκουρέστι στα μέσα του 1819 οι Γρ. Δικαίος, Γ. Ολύμπιος και Ιω. Φαρμάκης, με σκοπό να κηρύξουν την επανάσταση εν αγνοία της «Αρχής» (βλ. Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σσ. 248-250).

[46] Η πιο σοβαρή περίπτωση φαίνεται ότι υπήρξε η προσπάθεια του Ηλία Χρυσοσπάθη το 1818 να δημιουργήσει στην ΚΠολη  νέα μυστική οργάνωση που θα ανταγωνιζόταν τη Φιλική Εταιρεία (Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σ. 10).

[47] Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σ. 237 (σημ.α).

[48] Βλ. τον κατάλογο με τις αρμοδιότητες των «εφορειών» στον Φιλήμονα (ΔΙΦΕ, σσ. 235-238) και στα Απομνημονεύματα του Πρίγκιπος Νικολάου Υψηλάντη, μτφρ.-προλεγόμενα και σχόλια Ελ. Μωραϊτίνης-Πατριαρχέας, Αθήνα, Κέδρος, 1986, σσ. 137-145.

[49] Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σσ. 235-236ˑ Γριτσόπουλος, Τ. Αθ., Φιλικά κείμενα, σσ. 26-27 και 73ˑ Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σ. 67.

[50] Βλ. τις ενδιαφέρουσες απόψεις και τους χάρτες με τα κέντρα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και τις «εφορείες» της Φιλικής Εταιρείας, τις οποίες δημοσίευσε ο Π. Κιτρομηλίδης στην πρόσφατη μελέτη του με τίτλο «Η Φιλική Εταιρεία και η πολιτική γεωγραφία του Διαφωτισμού», στον τόμο Οι πόλεις των Φιλικών: οι αστικές διαδρομές ενός επαναστατικού φαινομένου, Πρακτικά ημερίδας που έγινε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2015, Αθήνα, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, 2018, σσ. 28-32.

[51] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τόμ. Α΄, σ. 38.

[52] Δημοσιεύτηκε «ακέφαλο» στη σειρά Documente privind istoria României. Rãscoala din 1821, vol. IV, Eteria în Principatele române (Ντοκουμέντα που αφορούν στην ιστορία της Ρουμανίας. Η εξέγερση του 1821, τ. Δ΄, Η Εταιρεία στα Ρουμανικά Πριγκιπάτα), Βουκουρέστι, Ρουμανική Ακαδημία Επιστημών, 1960, σσ. 32-39.

[53] Φέρει τον τίτλο «Διδασκαλία της μελλούσης Εταιρίας  των Φιλικών» και το δημοσίευσε ο Εμμ.. Πρωτοψάλτης τόσο στην πρωτότυπη μορφή του, όσο και μεταγραμμένο (βλ. ό.π., σσ. 135-144 και 245-251).

[54] Δημοσιεύτηκε στην πρωτότυπη μορφή του στο Τεκτονικό Δελτίο «Πυθαγόρας», τεύχ. 106/έτος 2016, σσ. 6-26.

[55] Ο Ιω. Φιλήμων μας πληροφορεί ότι  ο «κατηχούμενος» στο βαθμό του «Ιερέα» «ελάμβανεν αντιγεγραμμένα την Πρώτην Διδασκαλίαν, τον Πρώτον Όρκον, τα Άρθρα της Εξομολογήσεως, τον σκοπόν της Εταιρίας, και τέλος την εξακολούθησιν της Διδασκαλίας». Και σε υποσημείωση ότι πολλοί στην εποχή του, οι οποίοι είχαν μυηθεί στην εταιρεία, είχαν στην κατοχή τους αντίγραφα της «Διδασκαλίας» (ΔΙΦΕ, σ. 158).

[56] Μόνο στο τέλος του τετραδίου που φυλάσσεται στα ρουμανικά αρχεία αναγράφεται το έτος «1815», αλλά με ερωτηματικό, γεγονός που σημαίνει πως η χρονολογία πιθανότατα προστέθηκε εκ των υστέρων.

[57] Καμπούρογλους, Δ. Γρ., «Ανέκδοτον υπόμνημα του Ξάνθου», σ. 531ˑ Απομνημονεύματα, σ. 4 .

[58] Απομνημονεύματα, σ. 4.

[59] ΔΙΦΕ, σ. 197.

[60] Ο Ξάνθος αναχώρησε από την ΚΠολη στις 23 Οκτωβρίου 1818, για να πάει στο Πήλιο (Απομνημονεύματα, σ. 13).

[61] Λεπτομερή περιγραφή της «Διδασκαλίας» συνοδευόμενη με πολλές και ενδιαφέρουσες επεξηγήσεις μας έχει δώσει ο Φιλήμων στο ΔΙΦΕ, σσ. 142-177.

[62] Στο ίδιο, σσ. 169-170.

[63] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σ. 37. Ο Ξάνθος ισχυρίστηκε ότι οι δύο αυτοί «βαθμοί» καθιερώθηκαν με δική του πρόταση το 1818 στην ΚΠολη (βλ. Γριτσόπουλος, Τ. Αθ., Φιλικά κείμενα, σ.48).

[64] Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σσ. 248-249ˑ Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σσ. 145-146, 151, 158, 163, 167-168.

[65] Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σ. 248ˑ Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σ. 143. Ο Φιλήμων σημείωσε ότι το αλφάβητο αυτό ονομαζόταν «γράμματα των ιερέων», επειδή μόνον τα μέλη που έφεραν αυτόν τον βαθμό το γνώριζαν και μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν.

[66] Οι Λ. Ι. Βρανούσης και Ν. Καμαριανός, οι οποίοι επιμελήθηκαν την έκδοση των απομνημονευμάτων του Αθ. Ξόδιλου, στηριζόμενοι στα «λεξικά» που περιέχονται στα απομνημονεύματα του Εμμ. Ξάνθου και του Αθ. Ξόδιλου, καθώς και στο ΔΙΦΕ του Ιω. Φιλήμονα, εκπόνησαν τα δύο αυτά «λεξικά» στην πλήρη τους μορφή (βλ. Η Εταιρεία των Φιλικών και τα πρώτα συμβάντα του 1821, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, σσ. 107-110 και 116-117).

[67] Βλ. τον πλήρη κατάλογο των ονομάτων και ψευδωνύμων στον Αθ. Ξόδιλο, ό.π., σ. 119.

[68] Ορισμένα από αυτά τα ψευδώνυμα διέσωσε ο Ιω. Φιλήμων (βλ. ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σ. 137-138).

[69] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σ. 137ˑ Γριτσόπουλος, Τ. Αθ., Φιλικά κείμενα, σ. 57ˑ Κανδηλώρος, Τ., ό.π., σσ. 319-320.

[70] Βλ. Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σσ. 154-162.

[71] Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σ. 167ˑ Γριτσόπουλος, Τ. Αθ., Φιλικά κείμενα, σ. 51ˑ Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 11.

[72] Καμπούρογλου, Δ. Γρ., «Ανέκδοτον υπόμνημα», σ. 531.

[73]Πέρα από τη διαβεβαίωση του ίδιου του Ξάνθου ότι ήταν τέκτονας (Απομνημονεύματα, σ. 2), έχουμε σήμερα και άλλα στοιχεία που το επιβεβαιώνουν [Παναγιωτόπουλος, Β. Π., «Οι τέκτονες και η Φιλική Εταιρεία: Εμμ. Ξάνθος και Παν. Καραγιάννης», Ο Ερανιστής 2(1964)144-145].

[74] ΔΙΦΕ, σ. 142.

[75] Κρητικός, Π. Γ., «Φιλική Εταιρεία και τεκτονισμός», Παρνασσός 1(1965)128.

[76] Τη «διδασκαλία» των Καρμπονάρων δημοσίευσε ο Ντίνος Κονόμος στη μελέτη του Μυστικές εταιρείες στα χρόνια της Εθνεγερσίας (ανέκδοτα κείμενα), Αθήνα 1973, σσ. 23-32.

[77] Την άποψη αυτήν υποστήριξε και ο Τάσος Βουρνάς [βλ. Φιλική Εταιρεία (Απομνημονεύματα Γ. Λεβέντη),  Αθήνα, Αφοί Τολίδη,1982, σ. 17].

[78] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τόμ. Δ΄, σ. η΄.

[79] Frangos, G. D., «The Philiki Etairia: A Premature national Coalition», στον τόμο Clogg, R. (ed.), The Struggle for Greek Independence, London 1973, σ. 103 (σημ. 24).

[80] Ο Π. Γ. Κρητικός υποστήριξε ότι η Φιλική Εταιρεία αποτελούσε «τεκτονικό παράρτημα» (ό.π., σ. 131).

[81] Documente privind istoria României, τ. IV, σσ. 32, 34 και 35. Στη «διδασκαλία» που βρέθηκε στα ελληνικά ΓΑΚ αντί για «Έλλην» χρησιμοποιήθηκε ο όρος «Γραικός» (βλ. Πρωτοψάλτης,Εμμ., ό.π., σσ. 245 και 248).

[82] Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν: 1) ο Σέρβος Καραγιώργης, τον οποίο μύησε ο Γ. Λεβέντης (Βουρνάς, Τ., ό.π., σ. 275), 2) ο ρουμάνος βογιάρος Grigore Brîncoveanu, τον οποίο μύησε ο Σάββας Φωκιανός (Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 91 και 247-248) και 3) ο ρουμάνος βογιάρος Iordache Rosetti Roznovanu  [Camariano, N., «Planurile revoluționare ale eteriştilor din Bucureşti şi colaborarea lor cu Tudor Vladimirescu» (Τα επαναστατικά σχέδια των Φιλικών του Βουκουρεστίου και η συνεργασία τους με τον Θεόδωρο Βλαδιμιρέσκου), Studii. Revista de istorie XX(1967)1165].

[83] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σ. 170.

[84] Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σ. 199.

[85] Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σ. 247.

[86] Γριτσόπουλος, Τ. Αθ., Φιλικά κείμενα, σ. 67.

[87] Αρς, Γ. Λ., ό.π., σσ. 310 σημ. 3 και 501.

[88] Καθοριστικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξε η ίδρυση των «εφορειών», η οποία, ειδικά στην Πελοπόννησο και στα νησιά,  προκάλεσε αναγκαστικά τη μύηση των προκρίτων και την ανάληψη από αυτούς της τοπικής «εξουσίας» στους κόλπους των Φιλικών (βλ. Απ. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. Ε΄, σ. 78).

[89] Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι εκείνη του ηγεμόνα της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσου, ο οποίος μυήθηκε στην εταιρεία τον Νοέμβριο του 1820 (Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 35 και 179-181).

[90] Ο Στ. Κουμπάρης στα απομνημονεύματά του μας πληροφορεί ότι λίγο πριν από την επανάσταση προέβη στη μύηση νέων μελών χωρίς «κατήχηση» και «διαβατήρια», δηλ. «συστατικά» γράμματα (βλ. Σακελλαρίου, Σακελλάριος, Γ., Φιλική Εταιρεία, Αθήνα, Νότης Καραβίας (φωτομηχανική ανατύπωση), 1967, σ. 70).

[91] Στους καταλόγους των Φιλικών που έχουμε στη διάθεσή μας οι «χωρικοί» και οι «χειρώνακτες» αντιπροσωπεύουν μόλις το 1,3% (Frangos, G. D., ό.π., σ. 88). Ο αριθμός αυτός δεν είναι βέβαια δυνατό να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

[92] Ο Τ. Κανδηλώρος υπέθεσε ότι κυμαίνονταν από 80.000 ως 600.000 (ό.π., σ. 25 και 321)ˑ ο Ελ. Πρεβελάκης, στηριζόμενος σε αναφορά του William Meyer, άγγλου προξένου στην Πρέβεζα, έκανε λόγο για 200.000 («Η Φιλική Εταιρεία, ο Αλή-πασάς και οι Σουλιώτες», στον τόμο Μελετήματα στη μνήμη του Βασιλείου Λαούρδα, Θεσσαλονίκη 1975, σ. 457)ˑ ο Ι. Κ. Μαζαράκης-Αινιάν ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία «έφτασε να αριθμεί χιλιάδες μέλη στην Ελλάδα και σε κάθε γωνιά του Ελληνισμού» («Η Φιλική Εταιρεία», Αρχείο Εμμ. Ξάνθου, τόμ. Α΄, σ. θ΄).

[93] Αρχείο Σέκερη, σσ. 181-352.

[94] ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 387-416. Πρέπει να επισημάνω εδώ ότι ο συγκεκριμένος κατάλογος παρουσιάζει αρκετά λάθη και ελλείψεις.

[95] Οι Φιλικοί. Κατάλογος των μελών της Φιλικής Εταιρείας εκ του αρχείου Σέκερη, Αθήναι 1937. Όπως σημειώνει ο ίδιος (σ. ιβ΄), ο κατάλογός του περιλαμβάνει τα ονόματα του καταλόγου του Π. Σέκερη, τα ονόματα 133 Φιλικών από έναν κατάλογο που είχε συντάξει ο Εμμ. Ξάνθος, καθώς και ορισμένα ονόματα Φιλικών που τα εντόπισε ο ίδιος ο Μέξας με βάση τα «αφιερωτικά» ή τα «εφοδιαστικά» τους διπλώματα.

[96] Frangos, G. D., ό.π., σ. 101 σημ. 1. Ο συγγρ. προσέθεσε σ’ αυτούς 60 επιπλέον ονόματα που εντόπισε ο ίδιος, ανεβάζοντας έτσι τον συνολικό αριθμό στους 1093.

[97] Φράγκος, Γ., «Φιλική Εταιρεία», στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΑ΄, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, σ. 432β.

[98] Μέξας, Β., ό.π., σσ. 1-5.

[99] Φράγκος, Γ., ό.π., σ. 432β. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σσ. 35 και 37ˑ Κανδηλώρος, Τ., ό.π., σσ. 322-348ˑ Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σσ. 68-69, 78 και 83-84ˑ

[100] Φιλήμων, ΔΙΕΕ τ. Α΄, σ. 11ˑ Σακελλαρίου, Σ. Γ., ό.π., σσ. 37-38, 58 και 70ˑΠρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σσ. 78-79ˑΜαζαράκης-Αινιάν, Ι. Κ., ό.π., σ. νθ΄.

[101] Frangos, G. D., ό.π., σ. 94. Για τον πυρήνα των Φιλικών της Πίζας βλ. Παναγιωτόπουλος, Β., «Κάτι έγινε στην Πίζα το 1821», Ιστορικά 3(1986)179-180 και Θεοδωρίδης, Γ. Κ., Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ένας φιλελεύθερος στα χρόνια του εικοσιένα, Αθήνα, ΕΙΕ-Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών-Τμήμα Νεοελληνικών Ερευνών, 2012, σσ. 133-135.

[102] Frangos, G. D., ό.π., σ. 88.

[103] Στο ίδιο.

[104] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 35-36.

[105] Τζάκης, Διον., «Από την Οδησσό στη Βοστίτσα: Η πολιτική ενσωμάτωση των τοπικών ηγετικών ομάδων στη Φιλική Εταιρεία», στον τόμο Οι πόλεις των Φιλικών: οι αστικές διαδρομές ενός επαναστατικού φαινομένου, Πρακτικά ημερίδας που έγινε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2015, Αθήνα, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, 2018, σ. 133.

[106] Φράγκος, Γ., ό.π., σ. 429 (πίνακας).

[107] Πρέπει να σημειώσω εδώ ότι, πρώτον, δεν επρόκειτο για έναν ακόμη «βαθμό» στην ιεραρχία της μυστικής οργάνωσης. Δεύτερον, η ονομασία αυτή καθιερώθηκε προφανώς σε μια προσπάθεια να παραλληλιστεί η δράση τους με εκείνη των Δώδεκα Αποστόλων που είχαν αναλάβει τη διάδοση του χριστιανισμού. Τρίτον, στην πραγματικότητα μπορούμε να τους ονομάσουμε «απεσταλμένους ειδικού σκοπού». Ο Β. Παναγιωτόπουλος τους παρομοίασε με τους «commisseurs» της Γαλλικής Επανάστασης (Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 3, σ. 23). Για τους «αποστόλους» και τη δράση τους βλ. επίσης τις εύστοχες επισημάνσεις του Π. Κιτρομηλίδη στη μελέτη του που μνημόνευσα στη σημ. 50 (σσ. 30-33).

[108] Κανδηλώρος, Τ., ό.π., σσ. 189-190ˑ Παναγιωτόπουλος, Β., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 3, σ. 24.

[109] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 84-85ˑ Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σσ. 72-77.

[110] Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ξάνθου, ο οποίος εγκατέλειψε την οικογένειά του στην ΚΠολη τον Φεβρουάριο του 1819 και την ξαναβρήκε στο Ισμαήλι της Βεσσαραβίας τον Φεβρουάριο του 1821 (Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σσ. 38 και 45).

[111] Ο «μέγας όρκος» των Φιλικών κατέληγε ως εξής: «ο θάνατος ας είναι η άφευκτος τιμωρία του αμαρτήματός μου, διά να μην μολύνω την αγιότητα της ιεράς Εταιρείας» (Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σ. 248).

[112] Ο Νικόλαος Γαλάτης μάλιστα ήταν μέλος της «Αρχής» (Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σσ. 31 και 32).

[113] Μωραϊτίνης-Πατριαρχέας, Ελ., Νικόλαος Γαλάτης ο Φιλικός, Αθήνα, Κέδρος, 2002, σ. 227.

[114] Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σσ. 227-228.

[115] Στο ίδιο, σσ. 265-267ˑ Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄. σσ. 277-278ˑ Κανδηλώρος, Τ., ό.π., σ. 398-399.

[116] Κούκου, Ελ., Ιωάννης Καποδίστριας. Ο άνθρωπος – Ο διπλωμάτης, 1800-1828, Αθήναι, Εστία, 1978, σσ. 20-29.

[117] Κούκκου, Ελ., Ο Καποδίστριας και η παιδεία, 1803-1822. Α΄ Η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης, Αθήναι 1958.

[118]  Μωραϊτίνης-Πατριαρχέας, Ελ., ό.π., σσ. 227-235.

[119] Τη συνάντηση των δύο ανδρών και όσα διημείφθησαν μεταξύ τους περιέγραψε ο ίδιος ο Καποδίστριας στην «Επισκόπησιν της πολιτικής μου σταδιοδρομίας από του 1798 μέχρι του 1822», Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια, Κέρκυρα 1976, τ. Α΄, σσ. 36-37. Πρβλ. Αρς, Γ. Λ., Ο Ιω. Καποδίστριας στη Ρωσία, Αθήνα, Ασίνη, 2015, σσ. 207-211.

[120] [Ιω. Καποδίστρια] «Επισκόπησις της πολιτικής μου σταδιοδρομίας», σ. 37ˑ Αρς, Γ. Λ., Ο Ιω. Καποδίστριας στη Ρωσία, σσ. 232-235.

[121] Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 16.

[122] Στο ίδιοˑ Φιλήμων, ΔΙΕΕ σσ. 29-31ˑ Αρς, Γ. Λ., Ο Ιω. Καποδίστριας στη Ρωσία, σσ. 232-235. Είναι πραγματικά εξαιρετικά περίεργο το ότι ο Καποδίστριας στην «Επισκόπησιν της πολιτικής του σταδιοδρομίας» αποσιώπησε τελείως τη συνάντησή του αυτή με τον Ξάνθο.

[123] Την πληρέστερη ως σήμερα βιογραφία του Αλ. Υψηλάντη οφείλουμε στον Ελ. Μωραϊτίνη-Πατριαρχέα (Αλέξανδρος Υψηλάντης, Αθήνα, Εξάντας, 1977). Ιδιαίτερα προσεγμένη είναι η βιογραφία που εκπόνησε ο Γιάννης Γιαννόπουλος με τίτλο Αλέξανδρος και Δημήτριος Υψηλάντης. Η βιογραφία αυτή δημοσιεύτηκε στη σειρά «Οι ιδρυτές της νεότερης Ελλάδας», την οποία εξέδωσε η εφημερίδα «Τα Νέα» το 2010.

[124] Ξάνθος, Εμμ., Απομνημονεύματα, σσ. 40-41ˑ Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 31-33.

[125] Η ανάθεση της αρχηγίας στον Αλ. Υψηλάντη έγινε με ιδιαίτερη «πράξη» που φέρει ημερομηνία 12 Απριλίου 1820 και υπογράφτηκε από τον ίδιο, τον Ξάνθο και τον Φιλικό Ιωάννη Μάνο (Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σ. 33).

[126] Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., 248.

[127] Απομνημονεύματα, σ. 3 και 29 αντίστοιχα.

[128] Στο ίδιο, σ. 3.

[129] Πανταζόπουλος, Ν., Ρήγας Βελεστινλής. Η πολιτική ιδεολογία του Ελληνισμού προάγγελος της Επαναστάσεως, Θεσσαλονίκη 1964, σ. 25· Κιτρομηλίδης, Πασχάλης Μ., Ρήγας Βελεστινλής. Ο οραματιστής της Ελληνικής Δημοκρατίας, Αθήνα, εφ. ΤΑ ΝΕΑ-Ιστορική Βιβλιοθήκη-Οι ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας, 2009, σσ. 48-50.

[130] Manessis, Arist. J., «L’ activité et les projets politiques d’ un patriote Grec dans les Balkans vers la fin du XVIIIe siècle», Balkan Studies 3(1962)75-118.

[131] Ελληνική Νομαρχία ήτοι Λόγος περί ελευθερίας, Κείμενο-σχόλια-εισαγωγή Γ. Βαλέτας, Μελετήματα, Ν. Α. Βέης-Μ. Σιγούρος, 4η έκδοση, Αθήνα, Αποσπερίτης, 1982, σσ. 198-200.

[132] Ακριβώς αυτό δηλώνει η αναφορά του Αλ. Υψηλάντη στην προκήρυξη «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος» της 24ης Φεβρουαρίου 1821: «Κινηθήτε, ώ φίλοι, και θέλετε ιδεί μίαν κραταιάν δύναμιν να υπερασπισθή τα δίκαιά μας» (Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τόμ. Β΄, σ. 80).

[133] Η ιδέα της επανάστασης όλων των βαλκανικών λαών ανήκε, όπως ήδη ανέφερα, επίσης στον Ρήγα.

[134] Για τον ρόλο των Βουλγάρων στα επαναστατικά σχέδια των Φιλικών βλ. Παπαδόπουλου, Στέφανου, «Τα επαναστατικά σχέδια της Φιλικής Εταιρείας και οι Βούλγαροι», Δωδώνη. Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων 7(1978)171-181 και Νικολάϊ Τόντορωφ, Η βαλκανική διάσταση της επανάστασης του 1821, Αθήνα, Gutenberg, 1982, σσ. 83-93.

[135] Βλ. τις επιστολές του Δημήτριου Υψηλάντη από 26 Ιουνίου και 23 Αυγούστου 1821 (π.ημ.) προς τους οπλαρχηγούς των Τσάμηδων και Τόσκηδων (Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Δ΄,  σσ. 445 και 450-1).

[136] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 47-56 και 82-84· Παπαδόπουλος, Στέφανος, «Το “Σχέδιον Γενικόν” της Φιλικής Εταιρείας και οι επαφές με τους Σέρβους», Μακεδονικά 17(1977)40-53. Βλ. επίσης το «πολεμικόν σχέδιον του Σάββα [Φωκιανού]» στον Φιλήμονα, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 77-81.

[137] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 117-119

[138] Documente privind istoria României, τόμ. Α΄, σσ. 191-194.

[139] Σφυρόερας, Β. Β., «Ο Φιλικός Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος και ο Αλή πασάς», Ηπειρωτική Εστία 1(1952)667-671 και Αρς, Γρηγόρης Λ. (έκδ.-επιμ.), Η Ρωσία και τα πασαλίκια Αλβανίας και Ηπείρου, 1759-1831. Έγγραφα ρωσικών αρχείων, Αθήνα, ΕΙΕ/ΙΝΕ, 2007, σσ. 28-30.

[140] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 35.

[141] Στο ίδιο, σσ. 106 και 111-116.

[142] Το μνημόνευσε ο ίδιος ο Αλ. Υψηλάντης στην από 2/14 Ιανουαρίου 1828 επιστολή του προς τον τσάρο Νικόλαο Α΄. Έγραψε συγκεκριμένα: «Με κατηγορούσι κατά μείζονα  λόγον, ότι κακώς εξελεξάμην την στιγμήν και εξώθησα λίαν τα πράγματα. Αλλ’ όταν η επανάστασις της Νεαπόλεως και του Πεδεμοντίου εξερράγη, μοι απέβη αδύνατος η αναχαίτισις της δοθείσης ωθήσεως, ωθήσεως εντελώς ξένης κατά την αρχήν εκείνης, δι’ ης παρεσύρθησαν τα ταραχώδη πνεύματα των δύο τούτων χωρών εις την αποστασίαν» (Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Β΄, σ. 227).

[143] [Ιω. Καποδίστρια] «Επισκόπησις της πολιτικής μου σταδιοδρομίας», σ. 65.

[144] Παρ’ όλα αυτά, στο «Σχέδιον Γενικόν» υπάρχει μια ένδειξη σχετικά με την πιθανή έκταση του ελληνικού κράτους. Στο άρθρο Ζ΄ σημειώνεται, ανάμεσα στ’ άλλα: «Οι δε Σέρβοι αρχινώντες μετά ταύτα (εν. την κήρυξη της επανάστασης στην Πελοπόννησο) ίσως διόλου δεν απαντήσουν εχθρόν, και εκ τούτου έπεται να προχωρήσουν, όσον δεν συμφέρει εις την Ελλάδα και Θράκην» (Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σ. 50).

Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος: Ελληνικές «Εταιρείες» στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα

Φόρος τιμής στον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων

Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος

   Ελληνικές «Εταιρείες» στα τέλη του 18ου  και στις αρχές του 19ου  αιώνα

Η ίδρυση και η δράση «εταιρειών» στους κόλπους του Ελληνισμού εντοπίζεται στα τέλη του 18ου και στις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Το φαινόμενο αυτό βέβαια δεν ήταν ελληνικό, αλλά εντάσσεται στο εταιριστικό κίνημα που γνώρισε μεγάλη εξάπλωση  στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα. Αυτό που διαφοροποιεί το εταιριστικό κίνημα των Ελλήνων από εκείνο των άλλων Ευρωπαίων είναι το γεγονός ότι αυτό αναπτύχθηκε έξω από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πιο συγκεκριμένα, όλες σχεδόν οι ελληνικές εταιρείες ιδρύθηκαν αφενός στις παροικίες που είχαν δημιουργήσει οι έλληνες έμποροι στις ευρωπαϊκές πόλεις και, αφετέρου, στα Ρουμανικά Πριγκιπάτα, όπου βέβαια, εξαιτίας των Φαναριωτών, οι Έλληνες έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στην κοινωνική και πνευματική ζωή.

Από τις πηγές που έχουμε στη διάθεσή μας προκύπτει ότι για ορισμένες εταιρείες διαθέτουμε αδιάψευστες μαρτυρίες για την ύπαρξή τους, ενώ για άλλες οι πληροφορίες που έχουμε είναι είτε συγκεχυμένες, είτε αναξιόπιστες. Γι’ αυτόν το λόγο έκρινα σκόπιμο να χωρίσω την παρούσα εργασία σε δύο μέρη: στο πρώτο θα παρουσιάσω τις εταιρείες για τις οποίες διαθέτουμε αδιάσειστα στοιχεία και αξιόπιστες πληροφορίες, ενώ στο δεύτερο θα εξετάσω εκείνες για την ύπαρξη των οποίων έχω σοβαρές επιφυλάξεις.

 

 Μέρος Α΄

Στο πρώτο μέρος θα παρουσιάσω τις εξής εταιρείες: 1) Το «Αδελφάτο» του Ιασίου, 2) τη «Γραικοδακική Φιλολογική Εταιρεία» του Βουκουρεστίου, 3) τη «Φιλόμουσο Εταιρεία» των Αθηνών, 4) τη «Φιλόμουσο Εταιρεία» της Βιέννης, 5) το ανώνυμο «σύστημα» της Βιέννης και 6) το «Ελληνόγλωσσο ξενοδοχείο» του Παρισιού.

Το «Αδελφάτο» ιδρύθηκε τον Αύγουστο του 1805 από έλληνες εμπόρους στο Ιάσιο, πρωτεύουσα τότε της Ηγεμονίας της Μολδαβίας. Από το καταστατικό του, που  υπέγραψαν ο μητροπολίτης Ιασίου Veniamin Costache και ο επίσκοπος της πόλης Roman Gherasim Clipa, προκύπτει ότι επρόκειτο περισσότερο  για επαγγελματική συσσωμάτωση παρά για μυστική εταιρεία, η οποία μάλιστα είχε τεθεί κάτω από την προστασία της Εκκλησίας[1]. Στο σωματείο αυτό γίνονταν δεκτοί όχι μόνον Έλληνες, αλλά και ρουμάνοι βογιάροι (=ευγενείς) και πλούσιοι έμποροι. Στόχοι του ήταν η οργάνωση των εμπόρων που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή, η συγκέντρωση χρημάτων με τη μέθοδο των συνδρομών και των δωρεών, η αλληλεγγύη των μελών σε περίπτωση πτώχευσης, η υποστήριξη χηρών, ορφανών και ξένων, η φιλανθρωπία και η ευποιία, η οικονομική ενίσχυση της τοπικής εκκλησίας κ.ά.. Μολονότι από το καταστατικό δεν προκύπτει ότι το «Αδελφάτο» είχε και πολιτικούς στόχους, οι ρουμάνοι ιστορικοί που έχουν ασχοληθεί με το θέμα, λαμβάνοντας υπόψη όσα ακολούθησαν μετά από την κήρυξη του ρωσοτουρκικού πολέμου των ετών 1806-1812,  ισχυρίστηκαν ότι το σωματείο αυτό είχε ως σκοπό «να συγκεντρώσει χρήματα, προκειμένου να του χρησιμεύσουν, όταν θα σημάνει η ώρα της απελευθέρωσης των Ελλήνων»[2].

Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιος.

Η «Γραικοδακική φιλολογική εταιρεία» ιδρύθηκε στο Βουκουρέστι στις 7 Ιουλίου 1810 με πρωτοβουλία του τότε μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιου και διαλύθηκε το 1812 αμέσως μετά από την λήξη του ρωσοτουρκικού πολέμου και την αναχώρηση του ιδρυτή της. Από τον κατάλογο που δημοσιεύτηκε στον Λόγιο Ερμή προκύπτει ότι στα ιδρυτικά της μέλη συγκαταλέγονταν έλληνες και ρουμάνοι ανώτεροι κληρικοί, βογιάροι, αξιωματούχοι της Ηγεμονίας της Βλαχίας, λόγιοι, γιατροί και έμποροι. Το κύρος της εταιρείας μαρτυρεί η παρουσία ανάμεσα στα αντεπιστέλλοντα μέλη της του Αδαμάντιου Κοραή, του Άνθιμου Γαζή, του Δημήτριου Δάρβαρη και του Βαρθολομαίου Κόπιταρ[3]. Σκοπός της εταιρείας ήταν «να επαγρυπνώσιν» τα μέλη της «εις την πρόοδον των μαθήσεων, και να καλλιεργήσωσι την νεωτέραν Ελληνικήν γλώσσαν, αναβιβάζοντες αυτήν κατά μικρόν πλησίον της μητρός αυτής»[4]. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ο Ιγνάτιος προχώρησε στην εκ βάθρων μεταρρύθμιση της ηγεμονικής Ακαδημίας που λειτουργούσε στο Βουκουρέστι από τα τέλη του 17ου αι., την ονόμασε «Λύκειο», την προίκισε με τους απαραίτητους για τη λειτουργία της πόρους και έναν πρότυπο κανονισμό λειτουργίας[5] και, τέλος, την στελέχωσε με εξαιρετικούς έλληνες δασκάλους. Μολονότι από τις πηγές προκύπτει ότι η «Γραικοδακική εταιρεία» δεν ήταν μυστική και ο σκοπός της ήταν μορφωτικός και εκπολιτιστικός, η συγκυρία στην οποία ιδρύθηκε και έδρασε μας επιτρέπει να υποθέσουμε πως, αν μη τι άλλο, εξυπηρετούσε την πολιτική της τσαρικής Ρωσίας στα Βαλκάνια, η οποία τότε αντιμετώπιζε ευνοϊκά τους πόθους και τα οράματα των Ελλήνων[6].

Η «Φιλόμουσος Εταιρεία» ιδρύθηκε στην Αθήνα την 1η Σεπτεμβρίου 1813  από «τινες των φιλομούσων και φιλοκάλων ανδρών του Ελληνικού γένους»[7] και λειτούργησε ως το 1826, όταν ο Κιουταχής κατέλαβε την Αθήνα[8]. Σύμφωνα με το καταστατικό της, στόχοι της ήταν «η καλλιέργεια και ο φωτισμός του Ελληνικού πνεύματος των νέων διά της σπουδής των επιστημών, εις έκδοσιν χρησίμων βιβλίων, εις βοήθειαν ενδεών μαθητών, εις ανακαλύψεις Αρχαιοτήτων, εις συλλογήν επί λίθων Επιγραφών, Αγαλμάτων τε και Σκευών, και εις ό,τι άλλο των προσοχής αξίων»[9]. Στον κατάλογο των «συνδρομητών» που ενεγράφησαν κατά το πρώτο έτος της λειτουργίας της περιλαμβάνονται συνολικά 104 ονόματα Ελλήνων και Ευρωπαίων, από τους οποίους οι περισσότεροι ήταν Βρετανοί[10]. Αξιοσημείωτη είναι η παρουσία 11 ονομάτων γυναικών – ανάμεσά τους 5 Ελληνίδες – γεγονός εξαιρετικά σπάνιο για την εποχή[11].

Οι προϋποθέσεις εγγραφής των μελών στην εταιρεία, τα συμβολικά δαχτυλίδια και τα διπλώματα[12] που τους χορηγούνταν, οι αρμοδιότητες και οι υποχρεώσεις τους, ο τρόπος διοίκησης και λειτουργίας της εταιρείας, η διαχείριση των οικονομικών, ο τρόπος εκλογής και τα καθήκοντα των εφόρων, η οργάνωση, στελέχωση και λειτουργία της «Δημοσίας Σχολής» της Αθήνας, ο εμπλουτισμός της Βιβλιοθήκης και η ίδρυση Μουσείου καθορίζονται με λεπτομέρειες από τον κανονισμό της εταιρείας, ο οποίος δυστυχώς είναι αχρονολόγητος[13].

Μολονότι η «Φιλόμουσος Εταιρεία» της Αθήνας δεν ήταν μυστική, το γεγονός ότι χορηγούσε στα μέλη της δαχτυλίδια με συμβολικές παραστάσεις και επιγραφές[14] την περιέβαλε με έναν πέπλο μυστηρίου. Το μυστήριο αυτό έπαιρνε στα μάτια των αδαών μεγάλες διαστάσεις, εξαιτίας του ότι ανάμεσα στα μέλη της εταιρείας υπήρχαν πολλοί Βρετανοί[15], ενώ από τους πέντε εφόρους της οι δύο, σύμφωνα με τον κανονισμό της, έπρεπε να είναι «Φράγκοι»[16]. Δεν ήταν λοιπόν καθόλου τυχαίο το ότι η ίδρυση και η λειτουργία της συνδέθηκε με την πολιτική διείσδυση της Μ. Βρετανίας στην Ανατολή.

Η «Φιλόμουσος Εταιρεία» της Βιέννης ιδρύθηκε στα τέλη του 1814 με πρωτοβουλία του Ιωάννη Καποδίστρια και τη σύμφωνη γνώμη του τσάρου Αλεξάνδρου Α΄[17] κατά τη διάρκεια του συνεδρίου των Μ. Δυνάμεων της εποχής, το οποίο γινόταν τότε στην πρωτεύουσα των Αψβούργων. Επισήμως όμως η εταιρεία ιδρύθηκε την 1η Ιανουαρίου 1815, όταν εννιά επιφανείς Έλληνες – ανάμεσά τους ήταν, εκτός από τον Καποδίστρια, ο μητροπολίτης Ιγνάτιος και ο Άνθιμος Γαζής – και ο ρώσος ευγενής Σέργιος Γκαγκάριν υπέγραψαν την ιδρυτική της πράξη[18].

Σημαντικό ρόλο στην ίδρυση της Φιλομούσου Εταιρείας της Βιέννης έπαιξε ο Άνθιμος Γαζής, τον οποίο οι έφοροι της αντίστοιχης εταιρείας της Αθήνας είχαν ορίσει ως «επίτροπό» της στη Βιέννη, για να συγκεντρώνει τις συνδρομές των μελών της «Γερμανίας»[19]. Με την ιδιότητά του αυτήν ο Γαζής επισκέφτηκε τον Καποδίστρια, ο οποίος βρισκόταν στη Βιέννη από τον Οκτώβριο του 1814 ως μέλος της ρωσικής αντιπροσωπείας[20], και, αφού τον ενημέρωσε για την ίδρυση και τους σκοπούς της Φιλομούσου Εταιρείας των Αθηνών, του ζήτησε να τον βοηθήσει στη συγκέντρωση χρημάτων αφενός για το σχολείο της Αθήνας και, αφετέρου, για την ίδρυση ενός «Γυμνασίου» στις Μηλιές του Πηλίου[21].

Η έντονη ανάμειξη των Βρετανών στην ίδρυση και δράση της Φιλομούσου Εταιρείας των Αθηνών προφανώς θορύβησε τον Καποδίστρια, ο οποίος υποπτεύθηκε τον κίνδυνο για τα ρωσικά συμφέροντα από την πολιτική διείσδυση της Μ. Βρετανίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Γι’ αυτόν τον λόγο, ζήτησε από τον τσάρο Αλέξανδρο Α΄ να εγκρίνει την ίδρυση στη Βιέννη μιας νέας εταιρείας[22], η οποία θα φαινόταν ότι αποτελεί «συνέχεια» της Φιλομούσου των Αθηνών, αλλά θα λειτουργούσε κάτω από τον δικό του έλεγχο και φυσικά θα υπηρετούσε τη ρωσική πολιτική στην Ανατολή[23]. Η εταιρεία αυτή θα είχε ως κύριο σκοπό την οικονομική ενίσχυση αφενός του σχολείου της Αθήνας και, αφετέρου, του Γυμνασίου του Πηλίου, ενώ, ταυτόχρονα, θα χορηγούσε υποτροφίες σε νεαρούς Έλληνες για να σπουδάσουν σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Παράλληλα, θα χρηματοδοτούσε την έκδοση έργων των «κλασικών λεγομένων συγγραφέων» και την «αναζήτησιν παντός είδους αρχαιοτήτων»[24].

Σύμφωνα με το «καταστατικό» της Φιλομούσου Εταιρείας της Βιέννης, τα μέλη της, ανάλογα με το ύψος της συνδρομής που κατέβαλλαν, έπαιρναν τον τίτλο του «Συνηγόρου» ή του «Ευεργέτη», ενώ ως σημείο αναγνώρισης τούς χορηγούνταν ένα χάλκινο ή ένα χρυσό δαχτυλίδι αντίστοιχα. Τα δαχτυλίδια αυτά έφεραν την παράσταση του Κενταύρου και του Αχιλλέα και «έσωθεν την επιγραφή Μουσαγέτων»[25]. Σύμφωνα με την ιδρυτική πράξη της εταιρείας, κατά το πρώτο έτος της λειτουργίας της ενεγράφησαν ως μέλη 200 περίπου πρόσωπα, ανάμεσα στους οποίους εστεμμένοι και πολλοί ευγενείς[26]. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου το ενδιαφέρον για την εταιρεία των ευρωπαίων ευγενών ατόνησε[27], με αποτέλεσμα λίγο πριν από την επανάσταση του 1821 η οικονομική της κατάσταση να είναι προβληματική[28]. Προφανώς γι’ αυτόν τον λόγο ο Καποδίστριας αναγκάστηκε να περιορίσει τη δράση της εταιρείας στη χρηματοδότηση νεαρών Ελλήνων που σπούδαζαν σε πανεπιστήμια της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Γαλλίας[29].

Μολονότι η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης δεν ήταν μυστική οργάνωση και ο διακηρυγμένος σκοπός της ήταν καθαρά μορφωτικός, ο αυστριακός καγκελάριος Μέτερνιχ ήταν πεπεισμένος πως η εταιρεία αυτή εξυπηρετούσε τα πολιτικά σχέδια της τσαρικής Ρωσίας στα Βαλκάνια, τα οποία αποσκοπούσαν στη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους[30]. Γι’ αυτόν τον λόγο αφενός ανέθεσε στη μυστική αστυνομία της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων να θέσει υπό αυστηρή παρακολούθηση τα μέλη της[31] και, αφετέρου, υπονόμευσε με κάθε τρόπο τις δραστηριότητές της[32].

Παρ’ όλα αυτά, η εταιρεία συνέχισε τη λειτουργία της ως τον Αύγουστο του 1822, όταν ο Ιω. Καποδίστριας, ο οποίος υπήρξε ο ιθύνων νους της καθ’ όλη τη διάρκεια της δράσης της, παραιτήθηκε από το αξίωμα του υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας και αποσύρθηκε στη Γενεύη[33].

Η λειτουργία της Φιλομούσου Εταιρείας της Βιέννης την ίδια ακριβώς περίοδο με τη δράση της Φιλικής Εταιρείας (1815-1821), καθώς και η παρουσία στις τάξεις της δεύτερης σημαντικών στελεχών της πρώτης, όπως ο Άνθιμος Γαζής, ο μητροπολίτης Ιγνάτιος και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης[34], γέννησαν τη φήμη ότι υπήρχε υπόγεια διασύνδεση ανάμεσα στις δύο αυτές εταιρείες. Τη φήμη αυτή φαίνεται ότι την καλλιεργούσαν και οι ίδιοι οι Φιλικοί, προκειμένου να πείσουν τους Έλληνες ότι πίσω από τη μυστική επαναστατική οργάνωση «κρυβόταν» ο Ιω. Καποδίστριας και ο ίδιος ο τσάρος[35]. Ωστόσο, από τις πηγές προκύπτει ότι ανάμεσα στις δύο αυτές εταιρείες δεν υπήρξε κανενός είδους συνεργασία ή διασύνδεση[36].

Ερμής ο Λόγιος. Δεκαπενθήμερο φιλολογικό περιοδικό στην ελληνική γλώσσα που εκδιδόταν από το 1811 έως το 1821 στη Βιέννη φέρνοντας κοντά τους Έλληνες λόγιους της διασποράς. Εμπνευστής του περιοδικού ήταν ο Αδαμάντιος Κοραής και πρώτος διευθυντής ο Άνθιμος Γαζής (δεξιά). Θεωρείται ως το σημαντικότερο περιοδικό της περιόδου πριν την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης.

Συγγενική με τη Φιλόμουσο Εταιρεία της Βιέννης ήταν η ανώνυμη οργάνωση, την οποία αποφάσισαν να ιδρύσουν στα τέλη του 1816 «άνδρες φιλογενείς και φιλόκαλοι» επίσης στην πρωτεύουσα των Αψβούργων[37]. Η ιδρυτική της πράξη φέρει ημερομηνία «1η Ιανουαρίου 1817» και υπογράφεται από τον Ιωάννη Μαυρογένη, πρεσβευτή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Βιέννη, τον Γεώργιο Σταύρο, τον Βασίλειο Ρίζου και τον Ζηνόβιο Πωπ[38]. Σκοπός του «συστήματος», όπως ονομάζεται η οργάνωση στον «κανονισμό» λειτουργίας της[39], ήταν η συγκέντρωση χρημάτων με τη μέθοδο των συνδρομών, προκειμένου να χορηγούνται υποτροφίες σε νεαρούς Έλληνες, για να σπουδάσουν σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, κατά προτίμηση της Αυστρίας, εκτός από τις επιστήμες, και τις παιδαγωγικές μεθόδους. Οι νεαροί αυτοί Έλληνες, μετά από την ολοκλήρωση των σπουδών τους, όφειλαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, για να εργαστούν ως δάσκαλοι στα «κοινά» σχολεία της πατρίδας τους[40].

Οι μεγάλες ομοιότητες που παρουσιάζει η νέα αυτή εταιρεία με εκείνη της Φιλομούσου της Βιέννης γεννούν το εξής εύλογο ερώτημα: Για ποιο λόγο «οι φιλογενείς και φιλόκαλοι» ομογενείς της πρωτεύουσας των Αψβούργων, ανάμεσα στους οποίους και μέλη της Φιλομούσου[41], αποφάσισαν δύο μόλις χρόνια μετά από την ίδρυση της τελευταίας να ιδρύσουν μια νέα εταιρεία που είχε τον ίδιο σχεδόν σκοπό με την προηγούμενη; Η Ελ. Κούκκου, επικαλούμενη την αποστολή στον Ιω. Καποδίστρια στις 15 Σεπτεμβρίου 1816 του «κανονισμού» της νέας εταιρείας, υποστήριξε ότι αυτή ιδρύθηκε με τη σύμφωνη γνώμη του τελευταίου, επειδή η Φιλόμουσος αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία της, εξαιτίας της εχθρικής στάσης του Μέτερνιχ[42]. Ωστόσο, από τις πηγές γνωρίζουμε ότι η μεν Φιλόμουσος εξακολούθησε να λειτουργεί με επιτυχία ως το 1822, ενώ η νέα εταιρεία δεν ανέπτυξε κανενός είδους δράση. Κατά την προσωπική μου άποψη, η παρουσία του Ιωάννη Μαυρογένη ανάμεσα στους ιδρυτές του «συστήματος» του 1817 μας επιτρέπει να υποθέσουμε πως η νέα εταιρεία ιδρύθηκε πιθανότατα με πρωτοβουλία των Ελλήνων της Βιέννης που ήταν οθωμανοί υπήκοοι ως «απάντηση» στην προσπάθεια Ρώσων και Βρετανών να προσεταιριστούν τους νεαρούς Έλληνες που σπούδαζαν στην Ευρώπη με υποτροφία είτε της Φιλομούσου Εταιρείας της Βιέννης είτε εκείνης των Αθηνών[43].

Σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες εταιρείες, η οργάνωση με την ονομασία «Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο» ή «Ελληνική Εταιρεία των Παρισίων»  είχε αναμφισβήτητα σχέση με της Φιλική Εταιρεία. Κι αυτό γιατί, πρώτον, παρουσιάζει πολλές ομοιότητες ως προς την οργάνωσή της (μύηση με όρκο, βαθμοί, σύμβολα, σημεία αναγνώρισης κ.ά.), τη χρήση κρυπτογραφικού κώδικα και ψευδωνύμων, καθώς και τη μυστικότητα στη δράση των μελών της. Και, δεύτερον, επειδή μέλη της εταιρείας αυτής μυήθηκαν αργότερα στη Φιλική Εταιρεία και μάλιστα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ίδρυση και δράση της[44].

Από τις ελάχιστες πηγές που έχουμε στη διάθεσή μας προκύπτει ότι το «Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο» ιδρύθηκε στο Παρίσι το 1809[45] με πρωτοβουλία του νεαρού έλληνα λογίου Γρηγορίου Ζαλύκογλου,  του γάλλου διπλωμάτη, ιστοριοδίφη και φιλέλληνα Choiseul Gouffier και ορισμένων Ελλήνων που παρεπιδημούσαν στο Παρίσι[46]. Η εταιρεία είχε ως φανερό σκοπό «τον φωτισμό της ελληνικής νεολαίας, κύριον δε τον προσηλυτισμό υπέρ της ελευθερίας της πατρίδος»[47], προφανώς με τη βοήθεια της Γαλλίας[48]. Οι ιδρυτές της εκπόνησαν τον οργανισμό της οργάνωσης, εξέλεξαν «τριμελές διευθυντήριο» και όρισαν ως «Επίτροπό» της, δηλ. πρόεδρο, τον Choiseul Gouffier[49]. Μέλη της έγιναν γάλλοι φιλέλληνες[50] και έλληνες σπουδαστές και έμποροι, αλλά, όπως φαίνεται, σε περιορισμένο αριθμό[51]. Ωστόσο, ελάχιστα μας είναι γνωστά για τη δράση της εταιρείας, αφού ούτε το καταστατικό της έχει βρεθεί ως σήμερα, ούτε η αλληλογραφία των μελών της[52]. Πάντως, η δράση της πρέπει να ατόνησε μετά από το 1816, εξαιτίας, πρώτον, της ήττας του Ναπολέοντα και της συνακόλουθης αλλαγής της γαλλικής πολιτικής λόγω της παλινόρθωσης των Βουρβώνων, δεύτερον, του διορισμού το 1816 του Γρ. Ζαλύκογλου ως γραμματέα της οθωμανικής πρεσβείας στο Παρίσι[53] και, τρίτον, του θανάτου το 1817 του προέδρου της εταιρείας Choiseul Gouffier[54].

Marie-Gabriel-Florent Auguste de Choiseul – Gouffier.

Συμπέρασμα Ι.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων πριν από την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης οι Έλληνες συμμετείχαν στο εταιριστικό κίνημα που γνώριζε ευρεία διάδοση στην Ευρώπη. Ωστόσο, οι εταιρείες που ίδρυσαν είχαν πρωτίστως μορφωτικό χαρακτήρα, γεγονός που οφειλόταν στο πνευματικό κίνημα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού το οποίο γνώρισε τη μεγάλη του ανάπτυξη ακριβώς κατά την ίδια περίοδο. Εξαίρεση αποτελεί το «Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο» του Παρισιού, το οποίο είχε χαρακτηριστικά μυστικής οργάνωσης και πολιτικούς στόχους. Ωστόσο, η περιορισμένη εμβέλεια και δράση του αποδεικνύει πως οι έλληνες λόγιοι και έμποροι που ζούσαν στις ελληνικές παροικίες της Δυτικής και της Κεντρικής Ευρώπης δεν είχαν υιοθετήσει τις ιδέες και τις μεθόδους των Καρμπονάρων. Η στάση τους αυτή, κατά τη γνώμη μου, οφειλόταν, πρώτον, στην εδραιωμένη πεποίθησή τους ότι οι Έλληνες πρώτα έπρεπε να μορφωθούν και μετά να απελευθερωθούν, δεύτερον, στην ήττα της Γαλλικής Επανάστασης και στην επικράτηση των συντηρητικών δυνάμεων της Ι. Συμμαχίας, τρίτον, στην καταδίωξη κάθε φιλελεύθερου και δημοκρατικού στοιχείου από τις μυστικές υπηρεσίες της εποχής και, τέταρτον, στην τραγική κατάληξη της επαναστατικής προσπάθειας του Ρήγα Βελεστινλή.

 

Μέρος Β΄

Πέρα από τις εταιρείες που μνημόνευσα παραπάνω, έχουμε στη διάθεσή μας ορισμένες πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες κατά τη διάρκεια του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα φαίνεται ότι ιδρύθηκαν και έδρασαν στους κόλπους του Ελληνισμού και άλλες οργανώσεις. Ωστόσο, επειδή οι πληροφορίες που έχουμε προέρχονται κυρίως από πηγές μεταγενέστερες της περιόδου που προαναφέρθηκε και σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι αξιόπιστες, διατηρώ σοβαρές επιφυλάξεις για την ύπαρξη των περισσοτέρων από αυτές. Ωστόσο, για να σχηματίσουμε πλήρη εικόνα για το ελληνικό εταιριστικό κίνημα πριν από το 1821, έκρινα σκόπιμο να επιχειρήσω να καταγράψω αμέσως παρακάτω όλες τις «εταιρείες» που έχει υποστηριχθεί, με ή χωρίς στοιχεία, ότι ιδρύθηκαν κατά την περίοδο που εξετάζουμε.

Η Εταιρία του Σεραφείμ «Πωγωνάτου». Σύμφωνα με τον Σταύρο Σκοπετέα, που την μνημονεύει σε ολιγοσέλιδη, αλλά ενδιαφέρουσα εργασία του αφιερωμένη στις εταιρείες πριν από την Φιλική, ιδρύθηκε στα πρώτα χρόνια του 18ου αιώνα. Την ύπαρξή της υποστήριξε, ανακρινόμενος από τις ρωσικές αρχές το 1732, ο κληρικός Σεραφείμ «Πωγωνάτος»[55]. Ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι είχε παρουσιαστεί το 1704  ως εκπρόσωπός της «Εταιρίας» στον τσάρο Πέτρο τον Μεγάλο, ζητώντας του να βοηθήσει τους Έλληνες, για να κερδίσουν την ανεξαρτησία τους[56]. Ωστόσο, από τις πηγές που έχουμε στη διάθεσή μας προκύπτει ότι ο Σεραφείμ υπήρξε απατεώνας και τυχοδιώκτης[57], ο οποίος μάλιστα είχε φτάσει στο σημείο να υποστηρίζει πως ήταν απόγονος του βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου. Ο Σεραφείμ, αφού περιηγήθηκε σε πολλές χώρες της Ευρώπης, διαπράττοντας διάφορα αδικήματα, κατέληξε το 1732 στη Ρωσία, όπου συνελήφθη, ανακρίθηκε, κρίθηκε ένοχος για κατασκοπεία, φυλακίστηκε και πέθανε στη Σιβηρία[58]. Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, η «Εταιρία», εκπρόσωπος της οποίας εμφανιζόταν ο Σεραφείμ ήταν προϊόν της δικής του φαντασίας και μόνον.

Η «μυστική εταιρία» του Πέτρου Μελισσηνού». Σύμφωνα και πάλι με τον Στ. Σκοπετέα, την εταιρία αυτήν ίδρυσε ο «γιατρός» Πέτρος Μελισσηνός  «στα χρόνια της Αικατερίνας Β΄», με σκοπό να «υποθάλψη τα σχέδια του Παπάζογλου για την απελευθέρωση της Ελλάδος»[59]. Η δράση της, δηλαδή,  τοποθετείται στις παραμονές του ρωσοτουρκικού πολέμου των ετών 1768-1774 και συνδέεται με τα «Ορλωφικά». Την ύπαρξη της εταιρίας αυτής αποδέχτηκε και ο Εμμ. Πρωτοψάλτης, ο οποίος μάλιστα υποστήριξε πως είχε ιδρυθεί στη Μόσχα[60].

Από τις πηγές όμως που έχουμε στη διάθεσή μας δεν προκύπτει η ύπαρξη παρόμοιας «εταιρίας». Αυτό που προκύπτει είναι το ότι ο κόμης Πέτρος Μελισσηνός, ο οποίος ήταν ανώτερος αξιωματικός του ρωσικού στρατού, μαζί με τον επίσης κόμητα Μαρίνο Χαρβούρη – και όχι Χαρβούνη, όπως γράφει ο Σκοπετέας, – «υπέθαλψαν» τις προτάσεις του Γεωργίου Παπάζωλη, ο οποίος είχε εισηγηθεί στην Αικατερίνη Β΄ να στείλει τον ρωσικό στόλο στη Μεσόγειο, για να προκαλέσει εξέγερση των Ελλήνων της Πελοποννήσου[61].

Ο Σκοπετέας υποστήριξε επίσης –χωρίς τεκμηρίωση – πως «στον ίδιο καιρό» ιδρύθηκε και άλλη «μυστική εταιρία», αυτή τη φορά στη Μάνη, αντιπροσωπεία της οποίας, αποτελούμενη «από το Μούρτζινο, Κρεββατά και Χρυσοπάθη (sic), παρουσιάσθηκε στην τσαρίνα Αικατερίνη Β΄, για να ζητήσουν βοήθεια και συνδρομή». Διαβλέπει μάλιστα στην ίδρυσή της και «δάκτυλο των Μελισσηνών»[62].

Ούτε παρόμοια «εταιρία» μπόρεσα να εντοπίσω στις πηγές. Υποθέτω ότι πιθανώς ο Σκοπετέας αναφέρεται στην τριμελή αντιπροσωπεία που εστάλη στην Αικατερίνη Β΄ το 1788, για να της ζητήσει να βοηθήσει τον Λάμπρο Κατσώνη στη ναυτική εκστρατεία του στο Αιγαίο[63], αλλά συγχέει τα ονόματα των απεσταλμένων. Εκτός αν ο Σκοπετέας συγχέει τόσο πολύ τα πράγματα και αναφέρεται στην αποστολή των μανιατών στρατιωτικών Αναγνωσταρά, Ηλία Χρυσοσπάθη και Παναγιώτη Δημητρόπουλου στη Πετρούπολη το 1817, με σκοπό να ζητήσουν «αντιμισθία» για τις υπηρεσίες που προσέφεραν στους Ρώσους το 1806[64].

Τάξις μεμυημένων ή Μυστική ομάδα ή Μυστικός δεσμός. Σύμφωνα με τον ιστοριοδίφη Βασίλειο Μπαρά, τη «συνωμοτική» αυτήν «οργάνωση», στην οποία συμμετείχαν «30 διαλεχτοί κληρικοί», ίδρυσε ο Ευγένιος Βούλγαρης στα Γιάννενα, όπου υπηρέτησε ως δάσκαλος από το 1742 ως το 1744[65]. Ο Μπαράς μάλιστα ισχυρίστηκε ότι ο «Μυστικός δεσμός» είναι «χρονολογικά η Βάβω ή η προσμαλέκω της Φιλικής Εταιρείας»[66]. Την πληροφορία αυτήν ο παραπάνω ιστοριοδίφης αλίευσε από παλαιότερο δημοσίευμα, στο οποίο ο συγγραφέας του αναφέρει πως ο Ευγένιος Βούλγαρης «εθεώρησε καλόν και τάξιν μεμυημένων εκ του ιερού κλήρου να σχηματίση» όχι όμως στα Γιάννενα, αλλά στον Άθωνα[67], κατά την εκεί σχολαρχία του στην Αθωνιάδα Σχολή. Από τη βιβλιογραφία που παρέθεσαν οι παραπάνω ιστοριοδίφες προκύπτει ότι η αρχική πηγή στην οποία γίνεται αναφορά στον Ευγένιο Βούλγαρη και στην «ομάδα των μαθητών» του είναι ο Χριστόφορος Περραιβός. Ο τελευταίος στη βιογραφία του Ρήγα, αναφερόμενος στη φοίτηση του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού στην Αθωνιάδα, όταν ήταν σχολάρχης εκεί ο Ευγένιος Βούλγαρης, έκανε λόγο για μια «ομάδα μαθητών» του, οι οποίοι αποφάσισαν «να βοηθήσουν το έθνος διά της μαθήσεως των γραμμάτων»[68]. Επομένως, ο Ευγένιος Βούλγαρης δεν ίδρυσε μυστική οργάνωση ούτε κατά τη θητεία του στα Γιάννενα, ούτε στην Αθωνιάδα[69]. Ούτε βέβαια οι μαθητές του ίδρυσαν μυστική οργάνωση.

Ευγένιος Βούλγαρης.

Η ελληνική λέσχη «Αλέξανδρος» στο Hermannstadt της Τρανσυλβανίας (σημερινό Sibiu της Ρουμανίας). Σύμφωνα με τον Στ. Σκοπετέα, ήταν «τεκτονοπατριωτική» οργάνωση που ιδρύθηκε το 1777 από τον Αλέξανδρο Μουρούζη «οσποδάρο της Βλαχίας και Μολδαβίας»[70]. Το ίδιο υποστήριξε και ο Εμμ. Πρωτοψάλτης, διορθώνοντας μόνον τον τίτλο του Αλ. Μουρούζη σε «ηγεμόνα της Βλαχίας»[71]. Ωστόσο, σχετικά πρόσφατα η Ίλια Χατζηπαναγιώτου-Sangmeister απέδειξε ότι οι παραπάνω πληροφορίες δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Κι αυτό γιατί, πρώτ’ απ’ όλα, ο Αλέξανδρος Μουρούζης, στον οποίο αναφέρονται οι δύο παραπάνω ιστορικοί, δεν ήταν ο ίδιος ηγεμόνας, αλλά αδελφός ηγεμόνα και, συγκεκριμένα, του Κωνσταντίνου Μουρούζη που κατείχε τον θρόνο της Μολδαβίας από το 1777 ως το 1782[72]. Και, δεύτερον, στο Hermannstadt δεν ίδρυσε τεκτονική στοά, αλλά το 1776 είχε μυηθεί στη στοά της πόλης αυτής, η οποία έφερε την επωνυμία «St. Andreas zu den drei Seeblättern»[73]. Η σύγχυση που παρατηρείται στις πηγές οφείλεται προφανώς στο γεγονός ότι ο Αλ. Μουρούζης ίδρυσε πράγματι τεκτονική στοά με την επωνυμία «St. Alexander zu den drei silbernen Ankern», αλλά στην Πέστη το 1782. Η στοά αυτή δεν ήταν βέβαια «ελληνική λέσχη» και, μάλιστα, λόγω των καταχρήσεων του Αλ. Μουρούζη, διέκοψε τη λειτουργία της ένα χρόνο μετά από την ίδρυσή της[74].

Η Εταιρία των Φίλων. Σύμφωνα με τους έλληνες ιστορικούς και ιστοριοδίφες που υποστήριξαν την ύπαρξή της, η συγκεκριμένη εταιρία ιδρύθηκε το 1780 στο Βουκουρέστι[75]. Στη «μυστική» αυτήν «απελευθερωτική οργάνωση […] μετείχον πλην των Ελλήνων και εντόπιοι Βλάχοι», ενώ μέλος της υπήρξε και ο Ρήγας[76]. Ωστόσο, αν οι παραπάνω ιστορικοί είχαν προσέξει λίγο περισσότερο τις ξένες πηγές τις οποίες συμβουλεύτηκαν, θα διαπίστωναν πως η «Εταιρία  των Φίλων» δεν ήταν άλλη από την λεγόμενη «Εταιρία» του Ρήγα. Συγκεκριμένα, ο ρουμάνος ιστορικός Alexandru Xenopol σε έργο του που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1896 ισχυρίστηκε ότι η «Εταιρία των Φίλων» ιδρύθηκε στο Βουκουρέστι από τον Ρήγα[77]. Προφανώς όμως εκ παραδρομής σημείωσε ως έτος ίδρυσης το 1780, αντί του ορθού 1790[78]. Την πληροφορία αυτήν ο Xenopol την αλίευσε από έναν άλλο ρουμάνο ιστορικό, τον G. I. Ionescu-Gion, ο οποίος υποστήριξε ότι η «Εταιρία των Φίλων» είχε ιδρυθεί «γύρω στο 1791», «έχοντας επικεφαλής της τον Ρήγα»[79]. Ο G. I. Ionescu-Gion με τη σειρά του είχε βρει την πληροφορία αυτή σε μελέτη του γάλλου ερευνητή M. A. Ubicini αφιερωμένη στη «Χάρτα» του Ρήγα. Στη μελέτη του αυτήν όμως ο Ubicini δεν έκανε λόγο για την «Εταιρία των Φίλων», αλλά για την «hétairie de Rhigas», η οποία ισχυρίστηκε πως είχε ιδρυθεί στο Βουκουρέστι το 1790 ή 1791[80]. Συνεπώς, η «Εταιρία των Φίλων» που μνημονεύουν οι έλληνες ιστορικοί και ιστοριοδίφες δεν υπήρξε ποτέ, αλλά ταυτίζεται με την λεγόμενη «εταιρία» του Ρήγα, στην οποία θα αναφερθώ αμέσως παρακάτω.

Εταιρεία του Ρήγα. Την ύπαρξή της υποστήριξαν λίγα μόλις χρόνια μετά από την επανάσταση του 1821 πρώτος ο Ιακωβάκης Ρίζος Νερουλός[81] και, στη συνέχεια,  ο Χριστόφορος Περραιβός[82], ο οποίος είχε υπάρξει σύντροφος του Ρήγα. Αξίζει να σημειωθεί πως και οι δύο ήταν μέλη της Φιλικής Εταιρείας και συμμετείχαν στην Ελληνική Επανάσταση. Έκτοτε οι περισσότεροι έλληνες και ξένοι ιστορικοί και ιστοριοδίφες που ασχολήθηκαν με τον Ρήγα και με την Ελληνική Επανάσταση υιοθέτησαν την άποψη των δύο παραπάνω αγωνιστών σχετικά με την ύπαρξη της «Εταιρείας του Ρήγα». Ωστόσο, η ως σήμερα έρευνα δεν μπόρεσε να βρει στοιχεία[83] που να  επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό εκείνων που κατά καιρούς υποστήριξαν την άποψη ότι ο Ρήγας πράγματι είχε ιδρύσει και οργανώσει μυστική επαναστατική οργάνωση. Συνεπώς, το μόνο που μπορούμε να δεχτούμε είναι το ότι γύρω από τον Ρήγα είχε συγκροτηθεί μια ομάδα συντρόφων που συμμερίζονταν τις ιδέες και το όραμά του, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι αποτελούσαν ένα οργανωμένο συνωμοτικό δίκτυο με ιδιαίτερο καταστατικό, κανόνες μύησης, κώδικα αλληλογραφίας, σημεία αναγνώρισης και ιδιαίτερα σύμβολα[84].

Εταιρεία του Φοίνικος. Την ύπαρξη της εταιρίας αυτής, όπως και ορισμένων από αυτές που θα δούμε αμέσως παρακάτω, υποστήριξε σε δύο πολύ περίεργα κείμενά του που δημοσίευσε το 1856 και το 1869 αντίστοιχα[85] ο Παναγιώτης Καλεβράς, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας[86] και αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης. Σύμφωνα με το πρώτο κείμενο του Καλεβρά, την εταιρία «Φοίνιξ» ίδρυσε ο Ιω. Καποδίστριας στη Ρωσία μετά από την καταστροφική υποχώρηση των Γάλλων από εκεί το 1812. Ο φανερός σκοπός της οργάνωσης ήταν «ο φωτισμός του γένους», ενώ ο πραγματικός «η τελεία και ειλικρινής απελευθέρωσις των Ελλήνων». Μέλος της εταιρείας έγινε και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ο Φιραρής[87]. Στο δεύτερο κείμενό του ο Καλεβράς ισχυρίστηκε ότι «η εταιρεία του Φοίνικος εσχηματίσθη φανερά από τον Καποδίστριαν προεδρεύοντα αυτήν υπό το πρόσχημα Φιλόμουσος Εταιρεία των Αθηναίων»[88]. Αργότερα έλληνες ιστορικοί και ιστοριοδίφες ταύτισαν την εταιρεία του «Φοίνικος» με την «Ελληνική Εταιρία», η οποία φέρεται ότι ιδρύθηκε στη Μόσχα το 1787 από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο τον Φιραρή με σκοπό «την ελευθερίαν της Ελλάδος». Το 1807 ο τελευταίος μύησε σ’ αυτήν τον Κωνσταντίνο Υψηλάντη και το 1812 και τον Ιω. Καποδίστρια[89].

Thomas Lawrence: πορτραίτο του Ιωάννη Καποδίστρια.

Από όλα τα παραπάνω γίνεται φανερό, κατά την γνώμη μου, ότι η εταιρία του «Φοίνικος» κατά πάσα πιθανότητα δεν υπήρξε ποτέ ως μυστική «πατριωτική» οργάνωση. Ίσως, γύρω από τον Αλ. Μαυροκορδάτο στη Μόσχα να σχηματίστηκε μια ομάδα Ελλήνων – και Ρώσων; – που συζητούσαν διάφορα σχέδια για την «αποκατάσταση του Γένους», αλλά οργανωμένη εταιρεία με καταστατικό, κώδικα, σύμβολα κλπ., κατά τη γνώμη μου, δεν υπήρξε.  Όσο για την επωνυμία «Φοίνιξ», πιθανώς αυτή να οφείλεται στο ότι το μυθικό αυτό πτηνό ήταν «έμβλημα των Μαυρκορδάτων από της εποχής του εξ Απορρήτων»[90].

Εταιρεία του Λέοντος. Σύμφωνα με τον Καλεβρά, η συγκεκριμένη μυστική εταιρία είχε «σχηματιστεί» από τον Μέτερνιχ και τον υπουργό εξωτερικών της Μ. Βρετανίας R. St. Castlereagh και είχε γίνει αποδεκτή από τον Ιωάννη Καρατζά, πρώην ηγεμόνα της Βλαχίας, τον Αλ. Μαυροκορδάτο, μετέπειτα πρωθυπουργό της Ελλάδας, και τον πρώην μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο. Σκοπός της εταιρίας ήταν «να μεταρρυθμίση την πολιτικήν και θρησκευτικήν διοίκησιν ως προς τους Φαναριώτας και τους αρχιερείς, να τους καταστήση κυριάρχους […] ώστε εις κάθε οικογένειαν έμελλε να δοθή από τον Σουλτάνον […] ανά μία επαρχία κυριαρχικώς κατά διαδοχήν, ως ιδιοκτησία αυτής, ώστε εξ αυτής της οικογενείας να χειροτονήται ο αρχιερεύς της επαρχίας ταύτης και να λαμβάνη όλα τα εισοδήματα αυτής η οικογένεια αύτη […] Τα δε έτερα μέλη της οικογενείας ταύτης να εμβαίνωσι και εις πολιτικάς θέσεις της Τουρκίας αποκλειστικώς […] να συνεργήση η εταιρεία του Λέοντος εις αιωνίαν εξασφάλισιν της Τουρκικής δυναστείας επί του Ελλ. έθνους»[91]. Μόλις ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ πληροφορήθηκε το καταχθόνιο σχέδιο της εταιρείας του «Λέοντος», ενημέρωσε τον Ιω. Καποδίστρια, ο οποίος με τη σειρά του ενημέρωσε τον τσάρο Αλέξανδρο Α΄, ο οποίος παρενέβη και «κατέστρεψε την εταιρείαν»[92].

Πρέπει να προσθέσω ότι, σύμφωνα με το πρώτο κείμενο που δημοσίευσε το 1856 ο Καλεβράς, οι «Αγγλοαυστριακοί» είχαν ορίσει ως αρχηγό της εταιρείας του «Λέοντος» τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο «επί υποσχέσει να αναδείξωσιν αυτόν Ηγεμόνα διαδοχικόν εκ της οικογενείας αυτού εν Βλαχία, εάν κατορθώση να εμποδισθή και μηδενισθή πάσα επανάστασις ενεργηθησομένη εκ μέρους της Ρωσίας»[93].

Όλα αυτά τα στοιχεία για την εταιρεία του «Λέοντος» ο Καλεβράς ισχυρίστηκε ότι τα  πληροφορήθηκε στο Βουκουρέστι το 1818, όταν, θέλοντας να γίνει «ευγενής τρίτης τάξεως», ο «υπάλληλος» που τον συνόδευε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επιχείρησε να τον μυήσει στη μυστική αυτήν οργάνωση[94].

Είναι φανερό πως οι ανυπόστατοι αυτοί ισχυρισμοί δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Ο Καλεβράς είτε είχε πέσει «θύμα μωρολόγου τινος», όπως επεσήμανε ο Κανδηλώρος[95], είτε κατασκεύασε ο ίδιος την «ιστορία» για την εταιρεία του «Λέοντος», επιθυμώντας αφενός να αυτοπροβληθεί ότι δήθεν γνώριζε τα πάντα για τις μυστικές οργανώσεις που ανέπτυξαν δράση πριν από την επανάσταση και, αφετέρου, να κατηγορήσει τον «αγγλόφιλο» Αλ. Μαυροκορδάτο.

Το Ρόπαλον του Ηρακλέους. Τα μόνα στοιχεία που έχουμε για την εταιρεία αυτήν προέρχονται – και πάλι – από τον Καλεβρά. Αξίζει να παραθέσω αυτολεξεί όσα έγραψε το 1869: «Η εταιρεία η ονομασθείσα το ρόπαλον του Ηρακλέους ή της Αθηνάς, ήτο όλως γαλλική συστηθείσα από τον Ρήγα και έπειτα υπεστηρίχθη υπό του Α. Κοραή και επαρεδέχθη και ανεγνωρίσθη υπό του Ναπολέοντος Βοναπάρτου, εσκόπει δε την απελευθέρωσιν της Ελλην. Φυλής υπό του Οθωμανικού ζυγού, υπό τον όρον να διοικηθή από Γάλλους και να εγκαθιδρυθή ο αυτάδελφος του Ναπολέοντος Αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως και απάσης της Ελλάδος και της Μικράς Ασίας»[96].

Μολονότι οι ισχυρισμοί του Καλεβρά είναι καταφανέστατα ανυπόστατοι, ορισμένοι ιστορικοί και ιστοριοδίφες θεώρησαν ότι πράγματι υπήρξε εταιρεία που έφερε την ονομασία «Το ρόπαλον του Ηρακλέους», η οποία μάλιστα πιθανώς συνδεόταν με τον Ρήγα[97]. Κατά την γνώμη μου, η πλήρης έλλειψη στοιχείων μας υποχρεώνει να δεχτούμε πως μυστική οργάνωση με την ονομασία αυτήν δεν υπήρξε. Ωστόσο, δεδομένου ότι «Ρόπαλον του Ηρακλέους φαίνεται ότι έλεγαν», σύμφωνα με τον Λ. Βρανούση, «όχι μόνον το επαναστατικό έντυπο του Ρήγα, αλλά και το επαναστατικό του σχέδιο και τους κύκλους των οπαδών του»[98], δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ορισμένοι από τους οπαδούς του Ρήγα, μετά από τον θάνατό του, να παρέμειναν σε επαφή, χρησιμοποιώντας το συμβολικό αυτό όνομα.

Η τρίχρωμη σημαία του Ρήγα σχεδιασμένη στο χειρόγραφο του Συντάγματός του, που βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη της Ακαδημίας της Ρουμανίας με το ρόπαλο του Ηρακλέους και τους τρεις σταυρούς.

«Εταιριστικός πυρήνας» του Λιβόρνου. Την ύπαρξη μυστικής επαναστατικής οργάνωσης – με άγνωστη επωνυμία –, η οποία έδρασε στο Λιβόρνο και στα Επτάνησα στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα, υποστήριξε πρώτος, απ’ όσο μπόρεσα να ελέγξω, ο Γ. Βαλέτας το 1948 στην «Εισαγωγή» του στην έκδοση της Ελληνικής Νομαρχίας[99]. Πρωταγωνιστικό ρόλο στον «εταιριστικό» αυτόν «πυρήνα» έπαιξε, σύμφωνα με τον Βαλέτα, ο Χριστόφορος Περραιβός, ενώ ενεργό συμμετοχή είχε και ο «παπα-Ιδρωμένος» στην Κέρκυρα. Την ύπαρξη ελληνικής μυστικής εταιρείας στο Λιβόρνο υποστήριξε και ο Notis Botzaris[100], ο οποίος μάλιστα μας έδωσε και τον χρόνο ίδρυσής της: 1806. Ο τελευταίος υποστήριξε πως η εταιρεία αυτή «υπολόγιζε στη βοήθεια του Ναπολέοντα» και το σχέδιό της ήταν «η απελευθέρωση της Ελλάδας». Πέρα όμως από τις πληροφορίες αυτές, δεν έχουμε άλλα στοιχεία που να επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ελληνικής επαναστατικής εταιρείας στο Λιβόρνο[101].

Εταιρεία των Καλών Εξαδέλφων (Bons Cousins ή Buonos Cuginos). Πρόκειται πράγματι για μυστική επαναστατική οργάνωση, αλλά όχι ελληνική. Η συγκεκριμένη «αδελφότητα» ιδρύθηκε από τους Καρμπονάρους στην ανατολική Γαλλία και μετά από το 1806 εξαπλώθηκε στη Νότια Ιταλία[102]. Παρ’ όλα αυτά, ορισμένοι έλληνες ιστορικοί και ιστοριοδίφες υποστήριξαν λανθασμένα ότι ήταν ελληνική μυστική οργάνωση, η οποία μάλιστα είχε – και πάλι – σχέση με τον Ρήγα[103].

Εταιρεία των Πέντε ή Σιωπή των Ελλήνων. Η ύπαρξη αυτής της εταιρείας μαρτυρείται σε έγγραφο της αυστριακής αστυνομίας από τη Βενετία με ημερομηνία 11 Ιουνίου 1817[104]. Ο αυστριακός ανακριτής σημείωσε πως «υπάρχει η υποψία εναντίον του Έλληνα καταστηματάρχη Βασίλη Σπυριδώνη ότι επιχείρησε στο νησί της Lesina[105] να στρατολογήσει αυστριακούς υπηκόους σε μια μυστική εταιρία η οποία ονομάζεται Των Πέντε ή Σιωπή των Ελλήνων». Ωστόσο, σημειώνει πως τίποτα άλλο δεν είναι γνωστό για τη συγκεκριμένη εταιρεία ούτε για τον σκοπό της. Παρ’ όλα αυτά, διατυπώνει την υπόθεση ότι η ελληνική μυστική οργάνωση είναι «αδερφή των Ιταλών Kαρμπονάρων» και «έχει ως σκοπό την ελληνική ανεξαρτησία».

Κατά τη γνώμη μου, δεν αποκλείεται πράγματι η συγκεκριμένη εταιρεία να ήταν παρακλάδι των Καρμπονάρων, στο οποίο συμμετείχαν Έλληνες εγκατεστημένοι στην Ιταλία. Δυστυχώς όμως η έλλειψη άλλων στοιχείων και πληροφοριών δεν μας επιτρέπει να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα[106].

Φιλαθηναϊκή Ακαδημία 1813.

Φιλαθηναϊκή Ακαδημία. Σύμφωνα με τον Δημήτριο Γρ. Καμπούρογλους, ο οποίος πρώτος μνημόνευσε την ύπαρξή της, επρόκειτο για «βιβλιοθήκη» που δημιουργήθηκε στην Αθήνα το 1812, για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των ξένων περιηγητών που επισκέπτονταν την πόλη[107]. Συνεπώς, δεν ήταν μυστική οργάνωση, ούτε βέβαια ανέπτυξε συνωμοτική δράση. Μάλιστα, διέκοψε τη λειτουργία της το 1813, έξι μόλις μήνες μετά από την ίδρυσή της, όταν ιδρύθηκε η Φιλόμουσος Εταιρεία. Παρ’ όλα αυτά, ο Στ. Σκοπετέας[108] και ο Εμμ. Πρωτοψάλτης διείδαν – προφανώς λανθασμένα – πίσω από τους «μορφωτικούς και εκπαιδευτικούς σκοπούς» της «Ακαδημίας» «την επιδίωξη του εθνικού πόθου των Ελλήνων»[109].

Η εταιρεία «Αθηνά». Γύρω από αυτήν την οργάνωση επικρατεί μεγάλη σύγχυση στις πηγές που έχουμε στη διάθεσή μας. Την ύπαρξή της μνημόνευσε και πάλι ο Καλεβράς, ο οποίος στο πρώτο κείμενό του ισχυρίστηκε ότι τον μύησαν σ’ αυτήν το 1812 στη Μόσχα δύο έλληνες «κατάσκοποι» των Γάλλων κατά τη διάρκεια της γαλλικής κατοχής της πόλης[110]. Σύμφωνα πάντα με τον Καλεβρά, την εταιρεία «Αθηνά» γνώριζε και ο Ναπολέων, ενώ σκοπός της ήταν «η απελευθέρωσις της Ελληνικής φυλής από των Τούρκων» με τον όρο να γίνει αυτοκράτορας στην ΚΠολη ένας από τους αδελφούς του Ναπολέοντα[111]. Λίγο παρακάτω όμως ο Καλεβράς σημείωσε πως, μετά από την αποχώρηση των Γάλλων από τη Μόσχα, ο έλληνας έμπορος Ζωσιμάς του αποκάλυψε πως η συγκεκριμένη εταιρεία είχε τον «ολέθριο σκοπό» να υποδουλώσει πολιτικώς και θρησκευτικώς το ελληνικό έθνος στους «δυτικούς» Γάλλους[112]. Στο δεύτερο κείμενό του που δημοσιεύτηκε το 1869 ο ευφάνταστος αγωνιστής του 1821 ισχυρίστηκε, όπως είδαμε, πως η εταιρεία της «Αθηνάς» ταυτιζόταν με την εταιρεία «Το ρόπαλον του Ηρακλέους», «ήτο όλως Γαλλική συστηθείσα από τον Ρήγαν», την υποστήριζε ο Κοραής και είχε αναγνωριστεί από τον Ναπολέοντα. Σκοπός της ήταν «η απελευθέρωσις της Ελληνικής φυλής υπό του Οθωμανικού ζυγού υπό τον όρο να διοικηθή από Γάλλους, και να εγκαθιδρυθεί ο αυτάδελφος του Ναπολέοντος Αυτοκράτωρ της ΚΠόλεως και απάσης της Ελλάδος και της Μικράς Ασίας»[113]. Όταν ο Ιω. Καποδίστριας πληροφορήθηκε την ύπαρξη αυτής της μυστικής οργάνωσης, την «κατέστρεψε» «συνεργεία Ρωσσίας, Αγγλίας και Αυστρίας», επειδή προέβλεψε ότι «το Ελληνικόν έθνος εκινδύνευε ν’ απωλέση και γλώσσαν και θρησκείαν και τον εθνισμόν του υπό το Γαλλικόν σκήπτρον και ότι η Γαλλική δυναστεία θα ήτο χειροτέρα της Τουρκικής»[114]. Στο γεγονός αυτό μάλιστα απέδωσε την αντιπολίτευση του Κοραή και των ομοφρόνων του προς τον Καποδίστρια[115], υπονοώντας προφανώς την περίοδο κατά την οποία ο τελευταίος ήταν Κυβερνήτης της Ελλάδας.

Τους ανυπόστατους ισχυρισμούς του Καλεβρά υιοθέτησε ο Ν. Botzaris, αποφεύγοντας όμως να επαναλάβει τα περί «υποδουλώσεως του ελληνικού έθνους» στους Γάλλους, καθώς και τα περί Καποδίστρια και «καταστροφής» της εταιρείας «συνεργεία Ρωσσίας, Αγγλίας και Αυστρίας»[116].

Την ύπαρξη εταιρείας με την επωνυμία «Αθηνά» υποστήριξαν επίσης οι Στ. Σκοπετέας[117] και Εμμ. Πρωτοψάλτης[118], χωρίς όμως να υιοθετήσουν τους πέραν πάσης λογικής ισχυρισμούς του Καλεβρά.

Παρά τη σύγχυση που δημιούργησε με τους ανυπόστατους ισχυρισμούς του ο Καλεβράς, διαθέτουμε, λίγες έστω, αδιάψευστες μαρτυρίες ότι πράγματι υπήρξε  εταιρεία με την επωνυμία «Αθηνά». Συγκεκριμένα, στο Λόγιο Ερμή της 15ης Απριλίου 1819 δημοσιεύτηκε «Αγγελία» με ημερομηνία 15 Σεπτεμβρίου 1818, με την οποία οι «εκδόται» πληροφορούσαν τους «φιλομούσους ομογενείς Έλληνας» ότι, κινούμενοι «από Πατριωτισμόν και Ελληνικά φρονήματα», σκόπευαν να θέσουν σε κυκλοφορία νέα εφημερίδα, η οποία θα ονομάζεται «Αθηνά» και θα «περιέχει Φιλολογικάς, Επιστημονικάς, Πολιτικάς και Εμπορικάς Αγγελίας»[119].

Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι πως την έκδοση της εφημερίδας αναλάμβανε «εταιρεία» την οποία συγκροτούσαν «μέλη, τα οποία προς τοις άλλοις [είναι] ειδήμονα και των φιλολογωτέρων και κλασικωτέρων της Ευρώπης γλωσσών, διατρίψαντα εις πολλά της Ευρώπης μέρη»[120]. Η εταιρεία αυτή έφερε την ονομασία «Αθηνά», όπως προκύπτει και από τη σελίδα τίτλου της εφημερίδας.

Η ύπαρξη της παραπάνω εταιρείας επιβεβαιώνεται και από την αλληλογραφία του Αδ. Κοραή, ο οποίος για ποικίλους λόγους στράφηκε εναντίον των εκδοτών της εφημερίδας, προκαλώντας μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα τη διακοπή της έκδοσής της[121].

Επομένως, καταλήγουμε ότι πράγματι υπήρξε εταιρεία με την ονομασία «Αθηνά», με τη διαφορά ότι δεν ήταν ούτε μυστική, ούτε επαναστατική. Προφανώς είχε μορφωτικό χαρακτήρα και τα μέλη της ήταν λόγιοι που ζούσαν το 1819 στο Παρίσι, αλλά δεν ανήκαν στον κύκλο του Κοραή.

 Συμπέρασμα ΙΙ

Παλαιότερα οι έλληνες ιστορικοί και ιστοριοδίφες, στην προσπάθεια τους να αποδείξουν ότι η Φιλική Εταιρεία ήταν το αποκορύφωμα ενός ρωμαλέου ελληνικού εταιριστικού κινήματος, υποστήριξαν την ύπαρξη και δράση καθ’ όλη τη διάρκεια του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα ελληνικών μυστικών επαναστατικών οργανώσεων, οι περισσότερες από τις οποίες μάλιστα είχαν ως σκοπό τους την «απελευθέρωση του έθνους». Ωστόσο, η έλλειψη αδιάψευστων μαρτυριών ή/και αξιόπιστων πληροφοριών μας υποχρεώνει να αντιμετωπίζουμε με μεγάλη επιφύλαξη τα συμπεράσματα της αφιερωμένης στις μυστικές εταιρείες παλαιότερης ελληνικής ιστοριογραφίας. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε πως κατά την ίδια χρονική περίοδο ένας αξιοσημείωτος αριθμός Ελλήνων μυήθηκε σε τεκτονικές στοές που λειτουργούσαν στην Ευρώπη, αλλά και στην Ανατολή, με αποτέλεσμα εύλογα να δημιουργήθηκε στους συγχρόνους τους η εντύπωση πως αυτοί συμμετείχαν σε μυστικές επαναστατικές εταιρείες. Το ίδιο ισχύει και για τους Έλληνες – αναμφίβολα πολύ λιγότερους – που έγιναν μέλη της μυστικής οργάνωσης των Καρμπονάρων. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω και ύστερα από προσεκτική μελέτη των πηγών κατέληξα στο συμπέρασμα ότι οι περισσότερες από τις «μυστικές εταιρείες» που μνημονεύονται στην παλιότερη ελληνική ιστοριογραφία ως «πρόδρομοι της Φιλικής Εταιρείας» είτε δεν υπήρξαν, είτε είχαν μορφωτικό χαρακτήρα και φυσικά δεν ήταν μυστικές. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως αποκλείω την ύπαρξη μυστικών οργανώσεων με πολιτικό χαρακτήρα πριν από το 1814. Αυτό όμως, κατά την γνώμη μου, εξακολουθεί να είναι ζητούμενο για την ιστορική έρευνα.

Ο Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος είναι Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Μεταξύ των ετών 2014 και 2017 διετέλεσε Κοσμήτορας της αρτισύστατης τότε Σχολής Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών του ιδίου Πανεπιστημίου.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Το καταστατικό δημοσιεύτηκε στα ρουμανικά από τον Constantin Erbiceanu στο έργο του  Istoria mitropoliei Moldaviei şi Sucevei  (Ιστορία της μητροπόλεως Μολδαβίας και Σουτσεάβας), Βουκουρέστι 1888, σσ. 342-345.

[2] Στο ίδιο, σ. 342 και Al. Elian, «Les écrits politiques de Rhigas en Moldavie», Revue roumaine d’ histoire I(1962)488-489.

[3] Ερμής ο Λόγιος 1(1811)63-64.

[4] Στο ίδιο, σ. 6.

[5] Στο ίδιο, σσ. 65-76.

[6] Για τη «Γραικοδακική φιλολογική εταιρεία» βλ. την πολύ καλή μελέτη του N. Camariano  με τίτλο «Sur l’ activité de la “société littéraire Greco-dacique”» στη Revue des études sudest européennes VI(1968)139-162. Πρβλ. και στον Πρωτοψάλτη, Εμμ., Ιγνάτιος μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας (1766-1828), Αθήναι, Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, 1961, σσ. 56-59.

[7] Ερμής ο Λόγιος, τόμ. Δ-Ε(1814)98-99.

[8] Βελλιανίτης, Τηλέμαχος Θ., Η Φιλόμουσος Εταιρεία των Αθηνών, Αθήνα, εκδ. Στεφ. Δ. Βασιλόπουλος, 1993, σσ. 291-294.

[9] Ερμής ο Λόγιος, τόμ. Δ-Ε (1814)98.

[10] Στο ίδιο, σσ. 100-103.

[11] Στο ίδιο, σσ. 101-102.

[12] Πανομοιότυπο του διπλώματος που είχε χορηγηθεί το 1817 στον Αθανάσιο Ξόδιλο βλ. στου ιδίου, Η Εταιρεία των Φιλικών και τα πρώτα συμβάντα του 1821, εκδίδουν Λ. Ι. Βρανούσης και Ν. Καμαριανός, Αθήναι, Ακαδημία Αθηνών, 1964, σ. 21.

[13] Βελλιανίτης, Τ. Θ., ό.π., σσ. 54-60.

[14] Ανάλογα με το ύψος της συνδρομής που υπόσχονταν να καταβάλουν, τα μέλη έπαιρναν ένα χάλκινο ή χρυσό δαχτυλίδι με παράσταση της γλαύκας και την επιγραφή «Φιλομούσων» [Ερμής ο Λόγιος, τόμ. Δ-Ε(1814)99].

[15] Αξίζει να θυμίσω εδώ πως οι έφοροι και τα μέλη της Φιλομούσου Εταιρείας εξέλεξαν το 1813  τον λόρδο Guilford «προστάτην και διαυθεντευτήν» της  [βλ. Βελιανίτης, Τ. Θ., ό.π., σ. 103. Βλ. επίσης την επιστολή που έστειλε στις 5 Ιανουαρίου 1815 ο ίδιος o Guilford στον Λόγιο Ερμή, η οποία δημοσιεύτηκε στον τόμο Θ(1819) 179-180].

[16] Βελλιανίτης, Τ. Θ., ό.π., σ. 56.

[17] «Επισκόπησις της πολιτικής μου σταδιοδρομίας από του 1798 μέχρι του 1822», Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια, τόμ. Α΄, Κέρκυρα 1976, σ. 23.

[18] Η ιδρυτική πράξη («Σύστασις») περιέχεται στο «φυλλάδιο» που κατέθεσε ο γνωστός έμπορος και λόγιος της Βιέννης Αλέξανδρος Βασιλείου στην αυστριακή λογοκρισία, προκειμένου η τελευταία να εγκρίνει την εκτύπωσή του. Στο ίδιο φυλλάδιο δημοσιεύεται επίσης ο «κανονισμός («Διαταγή»), καθώς και η επιστολή, με την οποία ο Καποδίστριας όρισε τον Αλ. Βασιλείου «Επιστάτη» στο «Γενικό Γραφείο» της εταιρείας στη Βιέννη [βλ. Λάιος, Γεώργιος, «Η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης (1814-1820). (Νέα έγγραφα)», Επετηρίς του Μεσαιωνικού Αρχείου 12(1965)205-211].

[19] Ερμής ο Λόγιος, τομ. Δ-Ε(1814)99-100.

[20] [Ιω. Καποδίστριας], «Επισκόπησις της πολιτικής μου σταδιοδρομίας», σ. 21.

[21] Λάιος, Γ., ό.π., σ. 167.

[22] Ο Γαζής σε επιστολή του από 14 Οκτωβρίου 1814 (π.ημ.) προς τους εφόρους της Φιλομούσου Εταιρείας των Αθηνών ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος μαζί με τον Γρηγόριο Κωνσταντά και τον Δανιήλ Φιλιππίδη είχαν συστήσει «Εταιρεία» που είχε ως σκοπό την ίδρυση «Φιλοσοφικής Σχολής» στις Μηλιές του Πηλίου. Γι’ αυτόν τον λόγο πρότεινε, όπως «αι δύο Εταιρείαι των Μελίων και Αθηνών ενωθώσι όχι κατ’ άλλον τρόπον αλλ’ ως Αδελφαί» (Βελιανίτης, Τ. Θ., ό.π., σ. 80). Μπορούμε, επομένως, βάσιμα να υποθέσουμε πως ο Καποδίστριας αξιοποίησε την ανεπίσημη «σύσταση»  αυτής της «Εταιρείας», για να δημιουργήσει τη «Φιλόμουσο Εταιρεία της Βιέννης», η οποία πράγματι εμφανίζεται ως «Αδελφή» εκείνης των Αθηνών.

[23] Ο Καποδίστριας στη λεγόμενη «αυτοβιογραφία» του αφήνει να εννοηθεί ποιος ήταν ο πραγματικός  λόγος για τον οποίο προέβη στην ίδρυση της Φιλομούσου Εταιρείας της Βιέννης (βλ. «Επισκόπησις της πολιτικής μου σταδιοδρομίας», σ. 23).

[24] Βλ. τα άρθρα Ζ ΄και Η΄ του «καταστατικού» της Φιλομούσου Εταιρείας της Βιέννης (Λάιος, Γ., ό.π., σσ. 207-8) και το άρθρο Α΄ της «Σύστασης» της εταιρείας (στο ίδιο, σ. 209).

[25] Βλ. το άρθρο Θ΄ της «Σύστασης» της Φιλομούσου Εταιρείας της Βιέννης (Λάιος, Γ., ό.π., σ. 210, καθώς και την υποσημείωση (α) στη σελ. 99 του Λόγιου Ερμή, τόμ. Δ-Ε(1814).

[26] Βλ. τη σημείωση στο άρθρο Θ΄ της «Σύστασης» (Λάιος, Γ., ό.π., σ. 210).

[27] Στούρτζα, Ρωξάνδρα, Απομνημονεύματα, μτφρ. Μαρία Τσάτσου, πρόλογος-σημειώσεις Κ. Χατζηαντωνίου, γεν. επιμ. Κ. Ι. Μπελέζος, Αθήνα, Ιδεόγραμμα, 2006, σσ. 172-173. Αξίζει να σημειώσω εδώ πως ο κατάλογος των συνδρομητών του 1815 περιλαμβάνει 74 ονόματα, ενώ εκείνος του 1816 μόλις 17 (βλ. Κούκκου, Ελ., Ο Καποδίστριας και η παιδεία (1803-1822), Α΄ Η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης, Αθήναι 1958,σσ. 164-165 και 170).

[28] Κούκκου, Ελ., ό.π., σ. 142. Όπως φαίνεται, από το 1816 και μετά την εταιρεία στήριζαν οικονομικά κυρίως έλληνες έμποροι της διασποράς (στο ίδιο, σσ. 104, 118 passim).

[29] Στο ίδιο, σσ. 54 κεξ. Βλ. και στον Πρωτοψάλτη, Εμμ., Ιγνάτιος μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας, σσ.72-73.

[30] Αυτό ακριβώς υποστήριξε σε ειδική μελέτη που εκπόνησε το 1819, ύστερα από εντολή του Μέτερνιχ, ο βαρώνος Βασίλειος von Balsch (Λάιος, Γ., ό.π., σ. 200).

[31] Κούκκου, Ελ., ό.π., σσ.46-47 και Λάιος, Γ., ό.π., σσ. 172 και 179.

[32] Περιορίζομαι να αναφέρω δύο χαρακτηριστικές ενέργειες του Μέτερνιχ:  Στην πρώτη περίπτωση οι αυστριακές αρχές αρνήθηκαν να χορηγήσουν στην εταιρεία ατέλεια χαρτοσήμου, ενώ στη δεύτερη απέτρεψαν δύο Δανούς να εγγραφούν στον κατάλογο των συνδρομητών της (Λάιος, Γ., ό.π., σσ. 184 και 194-198).

[33] Κούκκου, Ελ., ό.π., σσ.149-151.

[34] Ο Αλ. Υψηλάντης εμφανίζεται στον κατάλογο των συνδρομητών των ετών 1815 και 1816 (Κούκκου, Ελ., ό.π., σσ. 164 και 170). Επιπλέον, το 1820 ο Καποδίστριας σκόπευε να τον ορίσει ως μέλος της τριμελούς επιτροπής που θα αναλάμβανε τη διαχείριση των οικονομικών  της Φιλομούσου (Αρς, Γκριγκόρι, Ο Καποδίστριας στη Ρωσία, Αθήνα, Ασίνη, 2015, σ. 192).

[35] Ο Ιω. Καποδίστριας σε επιστολή του προς τον ρώσο πρόξενο Βουκουρεστίου Al. Pini με ημερομηνία 3/15 Ιανουαρίου 1820 κάνει ρητά λόγο για τα ψεύδη που διέδιδαν οι Φιλικοί (βλ. Αρς, Γκριγκόρι, ό.π., σ. 338). Τα ίδια επανέλαβε και στην «αυτοβιογραφία» του  (βλ. «Επισκόπησις της πολιτικής μου σταδιοδρομίας», σ. 61). Πρβλ. Τρικούπης, Σπυρίδων, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Α΄, Θεσσαλονίκη, 1935, σ. 10·Πρωτοψάλτης, Εμμ., Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας, σ.74· Βακαλόπουλος, Απ., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Η Μεγάλη Ελληνική Επανάσταση (1821-1829), τόμ. Ε΄, Οι προϋποθέσεις και οι βάσεις της (1813-1822), Θεσσαλονίκη  1980, σ. 72.

[36] Κανδηλώρος, Τάκης, Η Φιλική Εταιρία, 1814-1821, Αθήναι 1926, σ. 89·Αρς, Γκριγκόρι, ό.π., σσ. 224-225.

[37] Κούκκου, Ελ., ό.π., σ. 58. Η συγγρ. την ονόμασε «Χριστιανική βοήθεια ενδεών ομογενών».

[38] Ερμής ο Λόγιος, τόμ. Ζ(1817)8.

[39] Βλ. το εδάφιο 4 του άρθρου Β του κανονισμού λειτουργίας (στο ίδιο σ. 11).

[40] Βλ. τα άρθρα  Γ΄, Δ΄, Ε΄ και Στ΄ του  «κανονισμού» (Ερμής ο Λόγιος, τόμ. Ζ(1817)11-12.

[41] Αναφέρομαι στον Γ. Σταύρου, ο οποίος ήταν ο επιστάτης της Φιλομούσου στη Βιέννη, και στον Ζηνόβιο Πωπ, ο οποίος ήταν από τα πρώτα μέλη της (Κούκκου, Ελ., ό.π., σσ. 58 και 164).

[42] Ό.π., σ. 59.

[43] Η αποστολή εκ μέρους του Γ. Σταύρου του «κανονισμού» της νέας εταιρείας στον Ιω. Καποδίστρια έγινε πιθανότατα, για να ενημερωθεί ο τελευταίος για την ίδρυση μιας νέας οργάνωσης που θα λειτουργούσε ανταγωνιστικά προς τη Φιλόμουσο.

[44] Πρόκειται για τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, τον Γρηγόριο Ζαλύκογλου και τον Πέτρο Σκυλίτση-Ομηρίδη. Για τον τελευταίο βλ. Την πολύ καλή μελέτη του Γιάννη Κόκκωνα, Ο πολίτης Πέτρος Σκυλίτζης-Ομηρίδης, Αθήνα, ΕΜΝΕ, 2003.

[45] Ρουσσώ, Ιωάννης Ιάκωβος, Περί της κοινωνικής συνθήκης ή Αρχαί του πολιτικού δικαιώματος […] Εκ της γαλλικής γλώσσης κατά πρώτον μεταφρασθέν υπό του Γρηγορίου Γεωργιάδου Ζαλύκη και εκδοθέν μετά προλεγομένων υπό Κωνσταντίνου Νικολοπούλου, Εν Παρισίοις 1828, σ. κα΄.

[46] Σύμφωνα με τον Ιωάννη Φιλήμονα, αυτοί ήταν ο Στέφανος Χατζημόσχου, ο Πέτρος Ομηρίδης και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ (βλ. Δοκίμιον ιστορικόν της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Δ΄, Αθήναι 1862, σ. η΄). Πρβλ. Κόκκωνας, Γ., ό.π., σ. 63.

[47] Φιλήμων, Ιω., ό.π., σ. θ΄.

[48] Ο Πέτρος Σκυλίτζης-Ομηρίδης, ο οποίος έδωσε στον Ιω. Φιλήμονα τις πληροφορίες για το «Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο», ανέφερε ότι η υποστήριξη που είχε παράσχει η γαλλική κυβέρνηση και ο ίδιος ο Ναπολέοντας σε «Δημήτριο τινά Κομνηνό», ο οποίος εμφανιζόταν ως απόγονος των βυζαντινών αυτοκρατόρων, «εθέρμαινον κατά πολύ τας υπέρ πατρίδος ιδέας των εκεί παρεπιδημούντων Ελλήνων» (ό.π., σ. ζ΄).

[49] Φιλήμων, Ιω., ό.π., σ. η΄-θ΄ και  Σάθας, Κωνσταντίνος, Νεοελληνική φιλολογία. Βιογραφίαι των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων (1453-1821), Αθήναι 1868, σ. 686.

[50] Φιλήμων, Ιω., ό.π., σ. ι΄ και σημ. α της σ. ια΄· Botzaris, N., Visions balkaniques dans la préparation de la révolution grecque, 1789-1821, Genève-Paris, 1962, σ. 76.

[51] Από έγγραφο με ημερομηνία 30 Οκτωβρίου 1816 που παραθέτει ο Ιω. Φιλήμων προκύπτει ότι τη χρονιά εκείνη η εταιρεία αριθμούσε μόλις 30 μέλη (βλ. ό.π., σ. στ΄. Πρβλ. Botzaris, N., ό.π., σ. 76).

[52] Δυστυχώς τα απομνημονεύματα που συνέγραψε ο Γρ. Ζαλύκογλου,  τα οποία η σύζυγος του παρέδωσε μετά τον θάνατό του στον Κ. Νικολόπουλο, δεν δημοσιεύθηκαν από τον τελευταίο (βλ. Ρουσσώ, Ιω. Ιάκ., ό.π., σ. κα΄).

[53] Στο ίδιο, σ. ιε΄.

[54] Botzaris, N., ό.π., σ. 76.

[55] «Οι πρόδρομοι της Φιλικής Εταιρίας», Ελληνική Δημιουργία, τεύχ. 99 (15 Μαρτίου 1952)372β και 373α.

[56] Παλαιολόγος, Κ., «Ο Έλλην κληρικός Σεραφείμ (μετάφρασις εκ του ρωσικού)», Παρνασσός 4(1880)33. Πρβλ. Κοντογιάννης, Παντελής, Οι Έλληνες κατά τον πρώτον επί Αικατερίνης Β΄ ρωσσοτουρκικον πόλεμον (1768-1774), Αθήναι 1903 (φωτομηχανική ανατύπωση από το βιβλιοπωλείο Διονυσίου Νότη Καραβία, Αθήνα 1989), σσ. 17-18.

[57] Σάθας, Κ. Ν., Νεοελληνική Φιλολογία. Βιογραφίαι των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων από της καταλύσεως της βυζαντινής αυτοκρατορίας μέχρι της ελληνικής εθνεγερσίας (1453-1821), Αθήναι 1868, σσ. 451-452.

[58] Παλαιολόγος, Κ., ό.π., σσ. 45-51.

[59] Ό.π., σ. 373α.

[60] Η Φιλική Εταιρεία. Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδι, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, 1964, σ. 16.

[61] Κοντογιάννης, Παντ., ό.π., σ. 69. Για τους Π. Μελισσηνό και Μ. Χαρβούρη βλ. στο ίδιο, σ. 35.

[62] Ό.π., σ.  373α. Από τους τρεις απεσταλμένους που μνημονεύει ο Σκοπετέας μόνον ο Κρεββατάς εντοπίζεται στις πηγές που αφορούν στην εξέγερση του 1770.

[63] Σάθας, Κωνσταντίνος, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, Αθήναι 1869,  σσ. 539-541.

[64] Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σ. 185.

[65] «Πρόδρομοι του Ρήγα και της Φιλικής Εταιρείας», Ηπειρωτική Εστία τόμ. Ε΄, τεύχ. 47 (1956)257. Πρβλ. και Σκοπετέας, Στ., ό.π., σ. 373β.

[66] Ό.π., σ. 257.

[67] Πετρίδης, Αθανάσιος, «Το τυχηρόν του Αλή-πασά και η ‘ξηντάρα του παπα-Κώστα. Ιστορική παράδοση», στο περιοδικό του Πειραιά Απόλλων, έτος Ε΄, τεύχ. 56 (1888)868 σημ. 1.

[68] Σύντομος βιογραφία του αοιδίμου Ρήγα Φεραίου του Θετταλού, Αθήναι 1860, σς. 49-50.

[69] Ο Ευγένιος Βούλγαρης υπηρέτησε στα Γιάννενα δύο φορές, την πρώτη από το 1742 ως το 1746 και τη δεύτερη από το 1750 ως το 1752. Στην Αθωνιάδα υπηρέτησε από το 1753 ως το 1759 (βλ. Χατζόπουλος, Κωνσταντίνος, Ελληνικά σχολεία στην περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, 1453-1821, Θεσσαλονίκη, Βάνιας, 1991, σ. 73).

[70] Ό.π., σ. 373β.

[71] Ό.π., σ. 16.

[72] Ο τεκτονισμός στην ελληνική κοινωνία και γραμματεία του 18ου αιώνα. Οι γερμανόφωνες μαρτυρίες, Αθήνα, Περίπλους, 2010, σσ. 195-197.

[73] Στο ίδιο, σ. 197.

[74] Στο ίδιο, σσ. 200-201.

[75] Οικονομίδης, Δημήτριος, «Ο Ρήγας εν Βλαχία», Αθηνά 53(1949)131· Σκοπετέας, Στ., ό. π., σ. 373β· Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σ. 16· Κορδάτος, Γιάννης, Ο Ρήγας και η Βαλκανική Ομοσπονδία, Αθήνα, Επικαιρότητα, 1974, σ. 57.

[76] Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σ. 16. Ο Δ. Οικονομίδης και ο Στ. Σκοπετέας υποστήριξαν ότι η οργάνωση ήταν, εκτός από απελευθερωτική, και τεκτονική.

[77] Histoire des Roumains de la Dacie Trajane, vol. II (1633-1859), Paris 1896, σ. 286.

[78] Ο Ρήγας πήγε στη Βλαχία το 1786 (βλ. Βρανούσης Λ. Ι., Ρήγας Βελεστινλής, 1757-1798, β΄ έκδ., Αθήναι, Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, 1963, σ. 19). Επομένως ήταν αδύνατο να ιδρύσει την «Εταιρία των Φίλων» στο Βουκουρέστι το 1780.

[79] Din istoria Fanarioților. Studie şi cercetãri (Από την ιστορία των Φαναριωτών. Μελέτες και έρευνες), Bucuresci 1891, σ. 220.

[80] «La grande carte de la Grèce par Rhigas», Revue de Géographie, 4eme année, Paris 1881, σ. 247.

[81] Histoire moderne de la Grèce, Genève 1828, σσ. 241-242.

[82] Απομνημονεύματα πολεμικά, τόμ. Α΄, Αθήναι 1836, σ. η΄.

[83] Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι από την ανάκριση του Ρήγα και των συντρόφων του από τις αυστριακές αρχές δεν προέκυψαν στοιχεία που να μας οδηγούν στην ύπαρξη μυστικής οργάνωσης (Legrand, Emile, Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα Βελεστινλή και των συν αυτώ μαρτυρησάντων, μτφρ. Σπυρίδων Λάμπρος, Αθήναι 1891).

[84] Την άποψη αυτήν πρώτος, απ’ όσο γνωρίζω, υποστήριξε ο Notis Botzaris (ό.π., σσ. 30-31).

[85] Πρόκειται για τα έργα 1) Επιστολαί ή τα κατά την επανάστασιν της Ελλάδος και τα προ αυτής συμβάντα ανέκδοτα πολιτικά και θρησκευτικά μυστικοσυμβούλια ήτοι εταιρείαι της Ασίας, της Ευρώπης και της Αμερικής ως προς την Ελλάδα και της Ελλάδος ως προς εαυτήν, Αθήναι 1856 και 2) Ιστορία των διαφόρων πολιτικών και θρησκευτικών εταιρειών, Αθήναι 1869. Κατά τη γνώμη μου, τα δύο αυτά κείμενα υπήρξαν η κύρια πηγή, στην οποία στηρίχθηκαν έλληνες ιστορικοί και ιστοριοδίφες, για να υποστηρίξουν την ίδρυση και δράση αυτών των πολύ αμφίβολης ύπαρξης μυστικών οργανώσεων.

[86] Το όνομά του πάντως δεν εμφανίζεται στους γνωστούς καταλόγους των Φιλικών [βλ. Φιλήμων, Ιω., ό.π.,  τόμ. Α΄, σσ. 387-416· Μέξας, Βαλέριος, Οι Φιλικοί, Αθήναι 1937· Μελετόπουλος, Ιω., «Η Φιλική Εταιρεία. Αρχείον Παναγιώτου Δημ. Σέκερη», Δελτίο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος 18(1965-1966)274-341].

[87] Επιστολαί ή τα κατά την επανάστασιν της Ελλάδος, σ. 11.

[88] Ιστορία των διαφόρων πολιτικών και θρησκευτικών εταιρειών, σ. 33.

[89] Την εκδοχή αυτήν υποστήριξε πρώτος ο Αμβρόσιος Φραντζής, ο οποίος συνέδεσε  την εταιρεία του «Φοίνικος» με τη Φιλική Εταιρεία (Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, Αθήναι 1839, σσ. 71-73). Πρβλ. και. Κανδηλώρος, Τάκης, Η Φιλική Εταιρία, 1814-1821, Αθήναι 1926, σσ. 61,62 και 123· Σκοπετέας, Στ., ό.π., σσ. 373β και 374α· Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σσ. 16-17· Μαζαράκης-Αινιάν,Ι. Κ., «Η Φιλική Εταιρία», Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τόμ. Α΄, Αθήνα, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 1997, σ. ιθ΄.

[90] Κανδηλώρος, Τ., ό.π., σ. 127.

[91] Ιστορία των διαφόρων πολιτικών και θρησκευτικών εταιρειών, σ. 41.

[92] Στο ίδιο.

[93] Επιστολαί ή τα κατά την επανάστασιν της Ελλάδος, σσ. 13-14.

[94] Στο ίδιο, σ. 12· Τα ίδια επανέλαβε και στην Ιστορία των διαφόρων πολιτικών και θρησκευτικών εταιρειών, σ. 41.

[95] Ό.π., σ. 136.

[96] Ιστορία των διαφόρων πολιτικών και θρησκευτικών εταιρειών, σσ. 48-49.

[97] Σκοπετέας, Στ., ό.π., σ. 374α· Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σ. 17.

[98] «Η σημαία, το εθνόσημο και η σφραγίδα της «Ελληνικής Δημοκρατίας» του Ρήγα», Δελτίο Εραλδικής και Γενεαλογικής Εταιρίας της Ελλάδος 8(1992) 362-363.

[99] Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία ήτοι Λόγος περί Ελευθερίας, Φιλολογική απομνημείωση-κείμενα-σχόλια-εισαγωγή Γ. Βαλέτας, Μελετήματα Ν. Α. Βέης-Μ. Σιγούρος, δ΄ έκδοση, Αθήνα, Αποσπερίτης, 1982, σσ. κη΄-λ΄.

[100] Ό.π., σ. 74.

[101] Αξίζει να σημειώσω εδώ πως ο Χρ. Περραιβός στα Απομνημονεύματά του δεν μνημονεύει συμμετοχή του σε μυστική οργάνωση που είχε την έδρα της στο Λιβόρνο.

[102] Πορφύρης, Κ., Ο Ανδρέας Κάλβος Καρμπονάρος, Αθήνα, Θεμέλιο, 1975, σσ. 54-55· Hobsbawm, E. J., Η εποχή των επαναστάσεων, 1789-1848, μτφρ. Μαριέτα Οικονομοπούλου, Αθήναι, ΜΙΕΤ, 1992, σ. 169· Γεωργαντά, Αθηνά, «Ο Κάλβος και οι Καρμπονάροι. Συμβολικές λέξεις των Ωδών», Μνήμων 27(2005)58-59.

[103] Σκοπετέας, Στ., ό.π., σ. 374α· Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σ. 17.

[104] Carte segrete e atti ufficiali della Polizia Austriaca in Italia, Capolago 1851, τόμ. Ι, σ. 132.

[105] Βρίσκεται στα παράλια της Κροατίας και ονομάζεται Hvar (Φάρος).

[106] Παρά την έλλειψη ικανοποιητικών στοιχείων ο Στ. Σκοπετέας (ό.π., σ. 375β)  και ο Εμμ. Πρωτοψάλτης (ό.π., σ. 18) θεώρησαν βέβαιη την ύπαρξη της συγκεκριμένης εταιρείας.

[107] Μνημεία της ιστορίας των Αθηναίων, τόμ. Γ΄, Αθήναι 1892, σ. 3.

[108] Ό.π., σ. 375α.

[109] Ό.π., σ. 18.

[110] Επιστολαί ή τα κατά την επανάστασιν της Ελλάδος, σ. 7.

[111] Στο ίδιο.

[112] Στο ίδιο, σ. 11.

[113] Ιστορία των διαφόρων πολιτικών και θρησκευτικών εταιρειών, σ. 48.

[114] Στο ίδιο, σ. 49

[115] Στο ίδιο.

[116] Ό.π., σσ. 72-73.

[117] Ό.π., σ. 377 σημ. 26.

[118] Ό.π., σ. 17.

[119] Τόμ. Θ(1819)305-307.

[120] Στο ίδιο, σ. 307.

[121] Κόκκωνας, Γ., ό.π., σ. 95.

Ιωάννης Δασκαρόλης: Ο φονικός σεισμός της Κορινθίας (1928). Η ίδρυση και η δραστηριότητα του Α.Ο.Σ.Κ. για την ανοικοδόμηση της περιοχής

Ιωάννης Δασκαρόλης

Ο φονικός σεισμός της Κορινθίας (1928).

Η ίδρυση και η δραστηριότητα του Α.Ο.Σ.Κ. για την ανοικοδόμηση της περιοχής

                                

Πρόλογος

Στην ευρύτερη περιοχή του Κορινθιακού κόλπου είχε σημειωθεί έντονη σεισμική δραστηριότητα ήδη από την Αρχαιότητα. Ο Θουκυδίδης το 420 π.Χ. καταγράφει σεισμό στην περιοχή της Νεμέας που δεν επέτρεψε να ευοδωθούν οι συζητήσεις μεταξύ Κορίνθιων και Αργείων για συμμαχία καθώς θεωρήθηκε κακός οιωνός.[1] Ακολούθησε μια σειρά καταστρεπτικών σεισμών κατά την Βυζαντινή περίοδο (521 μ. Χ., 543 μ. Χ. 1402 μ.Χ.) που καταγράφηκαν από τους χρονικογράφους της εποχής.[2] Το 580 γίνεται λόγος για ένα σεισμό στην περιοχή της Κορίνθου, για τον οποίο δεν υπάρχουν ιστορικές καταγραφές ή άλλες έγκυρες πηγές. Ωστόσο, το γεγονός πιστοποιήθηκε από ευρήματα αρχαιολόγων (νομίσματα, σκελετοί και σχετικές θέσεις αυτών), τα οποία ύστερα από εκτενείς μελέτες οδήγησαν στο παραπάνω συμπέρασμα.[3]

Στη σύγχρονη εποχή, ο πρώτος μεγάλος σεισμός στην περιοχή σημειώθηκε το 1858 και προκάλεσε εκτεταμένες κατολισθήσεις βράχων από τον Ακροκόρινθο και καταστροφές στην ευρύτερη περιοχή της Κορινθίας. Δύο ώρες πριν τον κύριο σεισμό, οι κάτοικοι άκουγαν θορύβους, υπήρχε σκόνη και θόρυβος από τις κατοικίες που κατέρρεαν, ενώ 21 άτομα σκοτώθηκαν από τη θεομηνία και 65 τραυματίστηκαν.[4] Αν και οι εκκλησίες, το μουσουλμανικό τέμενος και τα καλύτερα χτισμένα σπίτια έπαθαν μόνο ελαφριές ζημιές, οι κίονες, τα κιονόκρανα και το επιστύλιο του ναού του Απόλλωνα μετατοπίστηκαν και ένας μεγάλος αριθμός σπιτιών με πλίνθινους τοίχους τα οποία ανήκαν σε φτωχές οικογένειες, έπαθαν πολύ σοβαρές ζημιές. Οι πυρκαγιές που ξέσπασαν στα συντρίμμια αποτελείωσαν το καταστροφικό έργο του μεγάλου σεισμού, φέρνοντας ακόμη περισσότερη δυστυχία και απόγνωση στους κατοίκους των δύο χωριών.[5] Λόγω αυτού, η πόλη μεταφέρεται σε νέα θέση, με το όνομα Νέα Κόρινθος, στο ΝΑ μέρος του Αρχαίου Λιμανιού του Λεχαίου.[6] Η σεισμική δραστηριότητα στην περιοχή δεν σταμάτησε, αλλά έγιναν μεγάλοι σεισμοί το 1861 και το 1876 προκαλώντας σημαντικές ζημιές στις κατοικίες της περιοχής.

 Το δραματικό γεγονός (22 Απριλίου 1928)

Το βράδυ της 22ης Απριλίου 1928 εκδηλώθηκε ο πανίσχυρος τεκτονικός σεισμός της Κορίνθου που κατέστρεψε ολοσχερώς την πόλη, το γειτονικό Λουτράκι, καθώς και πολλά χωριά και οικισμούς της ευρύτερης περιοχής. Ο πρώτος προάγγελος ήταν μια μικρή δόνηση που καταγράφηκε στις 06:19 της ίδιας ημέρας στον Πατραϊκό. Η πρώτη ισχυρή δόνηση σημειώθηκε στην Κόρινθο στις 21:00 το ίδιο βράδυ και την ακολούθησαν 18 ασθενείς δονήσεις. Στις 22:00 σημειώθηκε ο δεύτερος ισχυρός σεισμός τον οποίο διαδέχθηκαν 6 μικρές δονήσεις. Ο κυρίως σεισμός, ο οποίος κατέστρεψε την πόλη της Κορίνθου, εκδηλώθηκε στις 22:14. Η μέγιστη έντασή του ήταν 9-10 βαθμοί της κλίμακας Μερκάλι ενώ το μέγεθος ήταν 6,3 βαθμοί της κλίμακας Ρίχτερ. Ήταν επιφανειακός, βάθους 5 χλμ. και το επίκεντρό του υπολογίστηκε 70 χλμ. δυτικά της Αθήνας, κοντά στη διώρυγα και εντός του τριγώνου Κόρινθος-Καλαμάκι-Λουτράκι. Έγινε αισθητός σε όλη σχεδόν της Πελοπόννησο, το μεγαλύτερο μέρος της Εύβοιας και της Στερεάς Ελλάδας, τα νησιά του Σαρωνικού, τις Κυκλάδες, τον Βόλο, την Πρέβεζα, ακόμα και την Κρήτη. Καθώς ο σεισμός ήταν υποθαλάσσιος, ακολούθησε τσουνάμι που προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές στο λιμάνι της Κορίνθου.

Γενική άποψη της Κορίνθου μετά τον σεισμό (πηγή: Αρχείο ΕΡΤ).

Ο κυρίως σεισμός κατεδάφισε σχεδόν ολοσχερώς την Κόρινθο και το Λουτράκι, ενώ στην Κόρινθο υπήρξαν 20 νεκροί και 30 τραυματίες, σχετικά μικρές απώλειες για το μέγεθος της καταστροφής.[7] Αυτό συνέβη γιατί οι ισχυρές προσεισμικές δονήσεις είχαν τρομοκρατήσει τους κατοίκους της περιοχής που είχαν εγκαταλείψει εγκαίρως τα σπίτια τους. Τα σπίτια της περιοχής δεν είχαν την παραμικρή αντισεισμική θωράκιση με αποτέλεσμα στην πλειοψηφία τους να γκρεμιστούν (καταστράφηκαν πάνω από 2.000 κατοικίες). Όρθια έμειναν μόνο όσα είχαν χτιστεί τα τελευταία χρόνια και διέθεταν θεμέλια από σκυρόδεμα. Οι περιγραφές των αυτοπτών μαρτύρων της καταστροφής κάνουν λόγο για στιγμές Δαντικής κόλασης με το έδαφος να υποχωρεί στην κυριολεξία κάτω από τα πόδια τους. Εκτός των νεκρών, τραυματίστηκαν στρατιώτες που βρίσκονταν στο στρατόπεδο της Κορίνθου, ενώ διακόπηκε η τηλεγραφική σύνδεση της περιοχής με την υπόλοιπη Ελλάδα, με αποτέλεσμα οι πληροφορίες για την καταστροφή να είναι συγκεχυμένες τις πρώτες ημέρες.[8] Το τελευταίο μήνυμα που εξέπεμψε το τηλεγραφείο της Κορίνθου, ελήφθη από το τηλεγραφείο στο Ξυλόκαστρο και ήταν «Παναγία μου βοήθα. Βοήθεια. Βοήθεια. Μεγάλη καταστροφή γίνεται».[9] Όλα τα δημόσια κτήρια της Κορίνθου, ανάμεσά τους το πρωτοδικείο, το τηλεγραφείο, το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, η Εισαγγελία και η Διεύθυνση της Αστυνομίας καταστράφηκαν ολοσχερώς,[10] ενώ από τις φυλακές της πόλης βρήκαν ευκαιρία να αποδράσουν πολλοί φυλακισμένοι, οι οποίοι όμως συνελήφθησαν αμέσως, χάρις την επέμβαση των κατοίκων.[11]

Στο Λουτράκι από 500 σπίτια είχαν μείνει όρθια μόλις τα 100, από τα οποία όμως πολλά είχαν υποστεί εκτεταμένες ζημιές. Οι κάτοικοι έζησαν ένα ακόμη μαρτύριο καθώς στις εφιαλτικές στιγμές του σεισμού είχαν δει μια πυκνή κόκκινη φλόγα να «γδέρνει» τον ουρανό. Οι γυναίκες έκλαιγαν, οι άνδρες σταυροκοπιούνταν λέγοντας ότι είχε έρθει η Δευτέρα Παρουσία, αλλά τελικώς όπως αποδείχθηκε οι φλόγες προέρχονταν από τον τοπικό ηλεκτρικό σταθμό που υπέστη σοβαρές ζημιές.[12] Μετά τον σεισμό οι κάτοικοι της περιοχής βρέθηκαν σε απόγνωση, καθώς έβλεπαν τα σπίτια τους να έχουν μεταβληθεί σε σωρούς ερειπίων, ενώ δεν διέθεταν ούτε τρόφιμα για να επιβιώσουν. Πολλοί δεν απομακρύνονταν από τα χαλάσματα καθώς φοβούνταν ότι θα τους έκλεβαν τα έπιπλα τους, ενώ ο στρατός μετά τις πρώτες ημέρες είχε βάλει ισχυρές περιπολίες στην περιοχή για την αποφυγή κλοπών.[13] Η επικοινωνία του Λουτρακίου με την Αθήνα είχε επίσης διακοπεί καθώς όλες οι τηλεγραφικές υπηρεσίες είχαν παύσει, όλα τα κρατικά κτήρια είχαν είτε καταστραφεί ολοσχερώς, είτε είχαν τεθεί εκτός λειτουργίας.

Σοβαρές ζημιές είχαν σημειωθεί και στα γύρω χωριά, όπως στην Παλαιά Κόρινθο, το Καλαμάκι, το Κιάτο,  τα Εξαμίλια, όπου έπεσαν πολλές κατοικίες, ενώ στο Βραχάτι καταστράφηκε όλη η αγορά του χωριού. Στο χωριό Κοκκώνι γκρεμίστηκαν όλες οι οικίες, εκτός μιας που ήταν από σκυρόδεμα. Σύμφωνα με ένα πρώτο πρόχειρο υπολογισμό, οι ζημιές στην Κορινθία σύμφωνα με δηλώσεις του υπουργού Συγκοινωνιών Μεταξά στον Τύπο ξεπερνούσαν τα 600 εκατομμύρια δρχ.[14] αλλά υπήρξε πολύ θετικό το γεγονός ότι δεν έγιναν κατολισθήσεις στον Ισθμό της Κορίνθου, που παρέμεινε ανοικτός στη ναυσιπλοΐα.[15]

Οι καθυστερημένες (;) αντιδράσεις της κυβέρνησης και του κρατικού μηχανισμού (23-25 Απριλίου 1928)

Η καταστροφή του τηλεγραφείου στην Κόρινθο και η διακοπή των συγκοινωνιών με την πληγείσα περιοχή, δεν επέτρεψαν στην κυβέρνηση να αποκτήσει αμέσως σαφή εικόνα της καταστροφής. Αναμφίβολα το δραματικό νέο αιφνιδίασε την κυβέρνηση και τους αρμόδιους υπουργούς. Αρχικώς έγιναν πολλές διυπουργικές συναντήσεις με τον Καφαντάρη (υπουργός Οικονομικών), Μεταξά (Συγκοινωνιών), Εξηντάρη (Γεωργίας), Μαρή (Εσωτερικών) και τον καθ΄ ύλην αρμόδιο Μιχαήλ Κύρκο (Πρόνοιας). Στις συναντήσεις αυτές συζητήθηκαν λύσεις για να δοθεί άμεση βοήθεια στις σεισμόπληκτες περιοχές οπότε ο Καφαντάρης έδωσε διαταγή στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους να αποδεσμεύσει πίστωση 5 εκατομμυρίων δρχ. για την υποστήριξη των σεισμοπαθών και πρόσθετες πιστώσεις στα υπουργεία για δαπάνες υπέρ των σεισμόπληκτων. Όλοι οι υπουργοί μετέβησαν στην Κόρινθο την επομένη με ειδική αμαξοστοιχία για να αντιληφθούν και οι ίδιοι το μέγεθος των ζημιών,[16] προσπαθώντας να δώσουν κουράγιο στους σεισμόπληκτους.[17] Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Παύλος Κουντουριώτης με δηλώσεις του, εξέφρασε την συγκίνησή του για την καταστροφή, ζήτησε από όλους τους πολίτες να βοηθήσουν οικονομικά για να ανακουφιστούν οι πληγέντες, ενώ πρόσφερε πρώτος ο ίδιος 20.000 δρχ.[18]                                   

Σύμφωνα με τον αντιπολιτευόμενο Τύπο τίποτε δεν λειτούργησε αποτελεσματικά και το Κράτος βραδυκίνητο και γραφειοκρατικό απέτυχε να βοηθήσει αποτελεσματικά τους Κορίνθιους τις κρίσιμες δύο πρώτες μέρες μετά τον σεισμό.[19] Πράγματι, παρατηρήθηκαν αστοχίες, συγκρούσεις αρμοδιοτήτων, αναποτελεσματικότητα, που αναδείχθηκαν έντονα από τον αντιπολιτευόμενο Τύπο και τους αρχηγούς της αντιπολίτευσης Παπαναστασίου[20] και Τσαλδάρη.[21]  Στο στόχαστρό τους βρέθηκε κυρίως ο υπουργός Πρόνοιας Μιχαήλ Κύρκος στον οποίο χρεώθηκε όλη η κρατική ανεπάρκεια για την ανακούφιση των σεισμοπαθών.[22] Πάντως δεν είναι σαφές αν όντως η κυβέρνηση ολιγώρησε, όπως την κατηγορούσε με δριμύτητα ο αντιπολιτευόμενος Τύπος. Αναμφίβολα σημειώθηκαν καθυστερήσεις, αλλά αυτές δεν φαίνεται να είχαν να κάνουν με την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης και τα ανακλαστικά της, αλλά με τις περιορισμένες δυνατότητες του πρωτόγονου κρατικού μηχανισμού να υλοποιήσουν ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης.[23] Ακόμη και ο Μητροπολίτης Κορινθίας Δαμασκηνός που βρισκόταν επί τόπου τηλεγράφησε στον Τύπο ότι η κυβέρνηση πήρε όλα τα απαραίτητα μέτρα υπέρ των σεισμοπαθών για την πρόχειρη στέγαση και διατροφή τους.[24]

Πάντως και ο στρατός που διέθετε μηχανισμούς για να βοηθήσει σε μια περίπτωση έκτακτης ανάγκης όπως αυτή, απέτυχε να συνδράμει έγκαιρα τους σεισμόπληκτους καθώς τόσο ο Στρατηγός Κλάδος, διοικητής του Β΄ Σώματος στρατού στην Πάτρα, όσο και ο υπουργός Στρατιωτικών Αλέξανδρος Μαζαράκης επέδειξαν αδράνεια σε πρώτο χρόνο. Λίγο μετά η ηγεσία του στρατού χολώθηκε από το γεγονός ότι της αφαιρέθηκε η περίθαλψη των σεισμόπληκτων και επέδειξε χαρακτηριστική βραδύτητα στην δράση της.[25] Στο κρίσιμο αυτό διάστημα των πρώτων ημερών οι κάτοικοι βρίσκονταν κυριολεκτικά στο χώμα και την απελπισία τους, επέτεινε η διήμερη κακοκαιρία που ακολούθησε. Η πλειοψηφία των σεισμόπληκτων στην Κόρινθο και στο Λουτράκι και στις γύρω περιοχές[26] υπέστησαν αληθινά μαρτύρια διανυκτερεύοντας στην ύπαιθρο υπό κακές καιρικές συνθήκες,[27] ενώ την νύχτα η κατάσταση ήταν τρομερή καθώς δεν υπήρχε ρεύμα και το βαθύ σκοτάδι δημιουργούσε μια καταθλιπτική ατμόσφαιρα στην περιοχή. Το απόκοσμο σκηνικό συμπλήρωναν δεκάδες μικροί και μεγάλοι μετασεισμοί[28] που όταν σημειώνονταν τη νύχτα τρομοκρατούσαν τους δυστυχείς κατοίκους.

Ο συντονισμός των ενεργειών ανακούφισης των σεισμοπαθών (26 Απριλίου – 20 Μαΐου 1928)

Στην ερειπωμένη Κόρινθο τις επόμενες δύο ημέρες σημειώθηκαν πάνω από 40 μικροί μετασεισμοί που πανικόβαλαν τους κατοίκους, κάποιοι εκ των οποίων είχαν καταφύγει στους λόφους της περιοχής. Άλλοι οδυρόμενοι περιφέρονταν στους δρόμους της ερειπωμένης πόλης ως μισότρελοι, αναζητώντας συγγενικά τους πρόσωπα, ενώ κάποιοι άλλοι πανικόβλητοι απομακρύνονταν από την περιοχή χωρίς να γνωρίζουν που πηγαίνουν. Την κρατική αδυναμία αναπλήρωσε η ιδιωτική πρωτοβουλία,[29] ο Ερυθρός Σταυρός και ο Αγγλικός στόλος. Η πρώτη βοήθεια στην Κόρινθο κατέφθασε από το Ναύπλιο, από όπου ιδιωτικά αυτοκίνητα μετέφεραν τρόφιμα, φάρμακα και ιατρούς υπό τον συντονισμό του νομάρχη Ναυπλίου Βούτση. Ο οργανισμός του Ερυθρού Σταυρού ανέλαβε την περίθαλψη των τραυματιών, ενώ οργάνωσε συσσίτια στην Κόρινθο και τις γύρω περιοχές.[30] Πολύ σημαντική βοήθεια τις πρώτες μέρες πρόσφερε ο Σιδηροδρομικός Οργανισμός Πελοποννήσου και οι εργαζόμενοί του. Παρά τις μεγάλες ζημιές που είχαν υποστεί οι σταθμοί και τα κτήρια του οργανισμού, οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι πρόσφεραν αληθινό έργο στην εξισορρόπηση της κατάστασης χάρις στα συνεχή δρομολόγια που διεξήγαγαν από την Κόρινθο προς Αθήνα και Πάτρα μεταφέροντας χιλιάδες άτομα και πολλούς τόννους τροφίμων και υλικών.[31]

Χάρις στην πρωτοβουλία του ημερήσιου Αθηναϊκού Τύπου αλλά και πολλών εύπορων ιδιωτών, οργανώθηκαν άμεσα κάποιοι έρανοι και συγκεντρώθηκαν ποσά που αμέσως δαπανήθηκαν για την αγορά και διανομή τροφίμων.[32] Λίγες ημέρες αργότερα οργανώθηκε τριακονταμελής ειδική επιτροπή για την διεξαγωγή πανελληνίων εράνων υπέρ των σεισμοπαθών, με μέλη της τους Κουντουριώτη, Παναγή Τσαλδάρη, Ντίνο Τσαλδάρη, Ανδρέα Χατζηκυριάκο, Απόστολο Δοξιάδη, Παναγιώτη Τρανταφυλλάκο, Αντώνη Χριστομάνο, Φίλιππο Δραγούμη και Εμμανουήλ Μπενάκη.[33] Ανάμεσα στους δωρητές ήταν τραπεζικά ιδρύματα, η Γαλλική στρατιωτική αποστολή, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο εκπεσών Βασιλιάς Γεώργιος από την Αγγλία,[34] ο Παναγής Τσαλδάρης και ο Ιωάννης Δροσόπουλος.[35] Τις επόμενες εβδομάδες εκδηλώθηκε ενεργότερη και η κρατική υποστήριξη στις σεισμοπαθείς περιοχές. Φορτηγά με ξυλεία και ειδικά συνεργεία κατέφθασαν επί τόπου για την ανοικοδόμηση ξύλινων παραπηγμάτων στην κεντρική πλατεία, όπου στεγάστηκαν οι δημόσιες υπηρεσίες και η επιτροπή στέγασης.

Αλλά η καταστροφή στην Κόρινθο συγκέντρωσε και την διεθνή αρωγή. Όταν πληροφορήθηκε την καταστροφή, ο Βρετανός πρέσβης ενημέρωσε την Αγγλική μοίρα ναυτικού στην Μάλτα και εντός 48 ωρών δύο αντιτορπιλικά βρέθηκαν στον Κορινθιακό κόλπο. Τα πληρώματα κατάφεραν εντός 24 ωρών να στεγάσουν σε σκηνές όλους τους κατοίκους στο Λουτράκι και τουλάχιστον τους μισούς άστεγους στην Κόρινθο.[36] Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Βρετανοί διέθεταν αρκετό ακόμη υλικό για τους άστεγους όπως ρούχα και τρόφιμα, όμως δεν υπήρχε αρμόδιος επί τόπου για να τα παραλάβει! Ο Benito Mussolini από την Ιταλία κατέβαλλε χρηματικό ποσό ώστε να ανεγερθεί κτήριο για να στεγάσει επαγγελματική σχολή στην Κόρινθο όταν θα γινόταν η ανοικοδόμησή της.[37] Τηλεγραφήματα συμπαράστασης απέστειλαν ο πρόεδρος των ΗΠΑ John Calvin Coolidge, ο βασιλιάς της Ιταλίας Vittorio Emanuele, ο Γενικός Γραμματέας της ΚτΕ James Eric Drummond.[38]

Μητροπολίτης Κορινθίας Δαμασκηνός.

Αλλά η μεγάλη φυσιογνωμία που αναδείχθηκε στα ερείπια της καταστροφής βάζοντας υποθήκη για την μελλοντική του ανέλιξη στα κορυφαία αξιώματα της χώρας, ήταν αναμφίβολα ο Μητροπολίτης Κορίνθου Δαμασκηνός. Ο Δαμασκηνός, χάρις στην επιβλητική φυσιογνωμία του (ηθική αλλά και σωματική καθώς ήταν ιδιαίτερα ψηλός), κατάφερε να καλύψει το μεγάλο κρατικό κενό και να συντονίσει επί τόπου με αρκετή επιτυχία τις κρατικές προσπάθειες ανακουφίζοντας άμεσα τους σεισμοπαθείς. Καθοδήγησε την διανομή των σεισμόπληκτων στις σκηνές, διοργάνωσε συσσίτια, μοίρασε τα διαθέσιμα ρούχα, οργάνωσε στοιχειωδώς την ζωή των ντόπιων που είχαν παραλύσει από την καταστροφή. Ο ίδιος παρέμεινε στο πλευρό του δοκιμαζόμενου λαού στις πρώτες πολύ δύσκολες ημέρες μετά την καταστροφή κερδίζοντας την αναγνώριση όσων είχαν εμπλοκή.

Μια γλαφυρή περιγραφή του Δαμασκηνού προέρχεται από αναφορά του νομάρχη Κορινθίας Γ. Παρασκευόπουλου προς το υπουργείο Εσωτερικών στις 20 Μαΐου 1928: «Τον είδα ιστάμενον ορθόν, τον γίγαντα τούτον σωματικώς και ψυχικώς Κληρικόν, να κυκλοφορεί εις το μικροσκοπικόν αυτό καταφύγιον (δηλαδή εις το βαγόνι του τραίνου που είχε εγκατασταθεί), εν μέσω διαφόρων επιτροπών σεισμοπαθών, δημοσιογράφων, αντιπροσώπων εταιρειών, υποβαλλουσών προτάσεις περί ανοικοδομήσεως της πόλεως, αντιπροσώπων διαφόρων Οργανώσεων Αθηνών και Πειραιώς, αι οποίαι έσπευσαν να παράσχουν την αρωγή των εις τους σεισμοπλήκτους κατοίκους. Εις έκαστον τούτων έδιδε την κατάλληλον απάντησιν, οδηγίαν, πληροφορίαν ή παραμυθίαν ο εκ Θείας Προνοίας ευρεθείς εν μέσω τοιαύτης καταστροφής εμπνευσμένος ούτος Ιεράρχης, λύων δια της ευθυκρισίας, της αντιλήψεως, της θεληματικότητος, της συμβιβαστικότητος, της ευπροσηγορίας, της δημιουργικότητος, όλα τα περίπλοκα προβλήματα, τα οποία κάθε ώραν και στιγμήν παρουσιάζοντο, προς εξοικονόμησιν και διεκπεραίωσιν…».[39]

Αλλά και το Ελεύθερον Βήμα έγραφε για τον Μητροπολίτη: «Ο Δαμασκηνός όταν τα πάντα κατέλυε η αναπάντεχη συμφορά των σεισμών, δεν εκάθησε να θρηνήση στους ερειπωμένους τοίχους. Αντίθετα, ύψωσε την πίστη και την ελπίδα, έγινε ο παραμυθητής της δυστυχίας. Ημέρα και νύκτα εργάζεται. Αεικίνητος, πανταχού παρών, με το στρατηγείο του σ’ ένα βαγονάκι του κατεστραμμένου σιδηροδρομικού σταθμού, δίνει τα σωτήρια παραγγέλματα της βοηθείας και περιθάλψεως. Ο κρίκος, που συνεκράτησε τη διαρροή του πληθυσμού. Στο απελπιστικό κήρυγμα να εγκαταλειφθεί η σεισμόπληκτη πόλις αντιτάσσει το δόγμα της κοινωνικής ενότητος και της συνεχίσεως της ιστορίας της Κορίνθου. Δαμασκηνός, ο ήρωας της κορινθιακής τραγωδίας».[40]

Where The Earth Trembled (1928) – British Pathé (Film ID:726.04)
 

Το προσωπικό ενδιαφέρον του Παναγή Τσαλδάρη και του Ελευθέριου Βενιζέλου για την ανοικοδόμηση της Κορίνθου

Στη Βουλή, το Λαϊκό κόμμα δεν έχασε την ευκαιρία και να υπογραμμίσει την καθυστέρηση της κυβέρνησης να αντιδράσει στους καταστροφικούς σεισμούς της Κορίνθου βοηθώντας έγκαιρα τους πληγέντες.[41] Άλλωστε η Κόρινθος υπήρξε ανέκαθεν πολιτικό προπύργιο των αντιβενιζελικών ως ανήκουσα στην Παλαιά Ελλάδα, ενώ υπήρξε η άτυπη πρωτεύουσα των αντεπαναστατών κατά το κίνημα Γαργαλίδη – Λεοναρδόπουλου το 1923.[42] Ο Παναγής Τσαλδάρης επικεφαλής του Λαϊκού κόμματος, ως βουλευτής Κορίνθου ο ίδιος, αλλά και καταγόμενος από το Σοφικό Κορινθίας, είχε προσωπικό πολιτικό και ιδιωτικό ενδιαφέρον στο ζήτημα. Από την πρώτη στιγμή της καταστροφής, μετέβη στην Κόρινθο και συμπαραστάθηκε στους συμπατριώτες του, ενώ περιόδευσε και στις γύρω περιοχές για να διαπιστώσει την κατάσταση.[43] Ακολούθως, από το βήμα της Βουλής διεκτραγώδησε την κατάσταση της ερειπωμένης πόλης και των σεισμόπληκτων κατοίκων της, στηλιτεύοντας την, κατά τον ίδιο, κυβερνητική παραλυσία προς ανακούφισή τους.[44]  Ζήτησε από τον υπουργό Παιδείας Θεολόγο Νικολούδη να επέμβει άμεσα καθώς λόγω της ερείπωσης των σχολείων γίνονταν μαθήματα στο νεκροταφείο της πόλης, από τον υπουργό Οικονομικών Βελέντζα να επιταχυνθούν οι διαδικασίες προσωρινής στέγασης των σεισμοπαθών και από τον Μεταξά να ληφθούν άμεσα μέτρα υπέρ των σεισμοπαθών της Κορίνθου και να αποκατασταθεί η ηλεκτροδότηση της πόλης, ενώ ο ίδιος τις επόμενες εβδομάδες συνέχισε να περιοδεύει στην ευρύτερη περιοχή με κλιμάκιο βουλευτών.[45]

Παναγής Τσαλδάρης
Ελευθέριος Βενιζέλος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μέσω των αναλυτικών εξηγήσεων των κυβερνητικών στελεχών στη Βουλή και στον Τύπο η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι έκανε ό,τι περισσότερο μπορούσε στο πλαίσιο των δυνάμεων του Κράτους[46] για να ανακουφίσει τους πληγέντες,[47] ενώ η Πολιτεία, επίσημο δημοσιογραφικό όργανο των Ελευθεροφρόνων, κατηγόρησε τον Τσαλδάρη για δημοκοπία.[48] Πάντως υπήρξαν καταγγελίες σεισμοπαθών για καθυστερήσεις στις κυβερνητικές δράσεις, οι οποίες φιλοξενήθηκαν εκτεταμένα στον αντικυβερνητικό Τύπο, προκαλώντας μεγάλη ζημιά στην κυβέρνηση, αφού η τραγωδία των σεισμοπαθών είχε συγκλονίσει το Πανελλήνιο. Ο Τσαλδάρης παρακολούθησε στενά το ζήτημα που αφορούσε την εκλογική του περιφέρεια, ενώ βρισκόταν σε επαφή και με τον Μητροπολίτη Κορινθίας Δαμασκηνό με τον οποίο συντόνιζαν τις ενέργειές τους για το ζήτημα,[49] ακόμα και μετά τη συντριβή του Λαϊκού Κόμματος στις εκλογές του 1928.[50] Έτσι, κατά τη συζήτηση της Βουλής για το νομοσχέδιο υπέρ των σεισμοπαθών της Κορίνθου, ζήτησε να δοθεί η κρατική αρωγή σε όλους τους Κορίνθιους χωρίς εξαίρεση.[51]

Η δεύτερη πολιτική προσωπικότητα που επέδειξε έντονο ενδιαφέρον για το δράμα της Κορίνθου ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Από την πρώτη στιγμή που επανεμφανίστηκε στο πολιτικό προσκήνιο, ο Κρητικός πολιτικός έδειξε προσωπικό ενδιαφέρον για το δράμα των σεισμοπαθών της Κορίνθου. Ο ίδιος περιόδευσε προεκλογικά τόσο στην σεισμόπληκτη πόλη όσο και στα περίχωρα του νομού όπου και υποσχέθηκε να λάβει μέτρα για την ανακούφιση των σεισμοπαθών. Το ζήτημα της ανοικοδόμησης της Κορίνθου απασχόλησε ιδιαίτερα τον Βενιζέλο όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία, όπως φαίνεται από το αρχείο του, όπου υπάρχει ξεχωριστός φάκελος[52] με σχετικά έγγραφα.[53] Επίσης υπάρχουν ιδιόχειρες σημειώσεις του με σκέψεις για τον δίκαιο τρόπο ανοικοδόμησης των οικιών των σεισμοπαθών, με την καταβολή των τόκων των στεγαστικών δανείων επί οκταετία (όχι και για τα εμπορικά καταστήματα).[54]

27 Οκτωβρίου 1929: η τελετή θεμελίωσης της Νέας Κορίνθου. Διακρίνονται ο Μητροπολίτης Δαμασκηνός
και ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος

Στις 27 Οκτωβρίου 1929 σε μια πανηγυρική τελετή θεμελιώνεται η Νέα Κόρινθος από τον Μητροπολίτη Δαμασκηνό, παρόντος του πρωθυπουργού πλέον Ελευθέριου Βενιζέλου. Οι πρωτοβουλίες του Βενιζέλου φάνηκε ότι έλυναν το ζήτημα και έθεταν το ζήτημα της ανοικοδόμησης της Κορίνθου και του Λουτρακίου σε ασφαλείς βάσεις. Έτσι, το δημοτικό συμβούλιο Κορίνθου απέστειλε ευχαριστήριο ψήφισμα στον Βενιζέλο και στο Υπουργικό Συμβούλιο για το ενδιαφέρον που επέδειξαν, υποσχόμενοι ότι κεντρικός δρόμος της πόλης θα έφερε τιμητικά το όνομά του.[55] Ο εμπορικός σύλλογος της Κορίνθου επίσης απέστειλε ευχαριστήριο ψήφισμα στον Βενιζέλο για την συνεισφορά του στην ανοικοδόμηση της πόλης,[56] ενώ το σύστημα προσκόπων της πόλης τον ανακήρυξε επίτιμο μέλος.[57]

Ο Αυτόνομος Οργανισμός Σεισμοπαθών Κορίνθου (Α.Ο.Σ.Κ.)  και οι μεγάλες δυσκολίες για την ανοικοδόμηση της Κορίνθου (Δεκέμβριος 1928 – Δεκέμβριος 1930)

Ουσιαστικά το ζήτημα της ανοικοδόμησης της Κορίνθου έμεινε στάσιμο τους πρώτους οκτώ μήνες, αφού μετά τον Μάιο προκλήθηκε πολύμηνη πολιτική κρίση που διήρκεσε μέχρι τις εκλογές του Αυγούστου που έφεραν θριαμβευτικά τον Βενιζέλο στην εξουσία. Αλλά και όταν η νέα κυβέρνηση ήρθε στην εξουσία προώθησε το ζήτημα της ανοικοδόμησης, έχοντας ως βάση τα χρήματα που είχαν συγκεντρωθεί από τους εράνους. Αυτό δημιούργησε μεγάλη δυσαρέσκεια στους σεισμόπληκτους της Κορίνθου που εκδηλώθηκε με το αιματηρό συλλαλητήριο της 13ης Δεκεμβρίου 1928. Την ημέρα εκείνη κάτοικοι της Κορίνθου συγκεντρώθηκαν αυθόρμητα στο κέντρο της γκρεμισμένης πόλης για να διαμαρτυρηθούν για τη μη διανομή των χρημάτων των εράνων. Ισχυρή αστυνομική δύναμη προσπάθησε να διαλύσει το πλήθος και ακολούθησε συμπλοκή καθώς οι κάτοικοι λιθοβόλησαν τους αστυνομικούς, ενώ έγιναν 16 συλλήψεις.[58] Αναβρασμός επικράτησε τόσο στην Κόρινθο, όσο και στο Λουτράκι και στις γύρω περιοχές, καθώς οι σεισμοπαθείς ήταν εξοργισμένοι ζητώντας την άμεση διανομή των χρημάτων των εράνων. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να στείλει μονάδες στρατού από την Πάτρα, τόσο στην Κόρινθο όσο και στο Λουτράκι για να επιβάλλει την τάξη, καθώς υπήρχαν αξιόπιστες πληροφορίες ότι θα συνέρρεαν στην Κόρινθο ένοπλοι χωρικοί από τα γύρω κατεστραμμένα χωριά και θα γινόταν εξέγερση κατά των Αρχών.[59]

Ο αναβρασμός στην Κορινθία εξανάγκασε την Κυβέρνηση να επιταχύνει τις σχετικές διαδικασίες, ώστε να μην εκτραχυνθεί άλλο η κατάσταση. Το έργο της ανοικοδόμησης της Κορίνθου, του Λουτρακίου και των γύρω περιοχών ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκο και η κυβέρνηση Βενιζέλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα ήταν πρακτικά αδύνατο να το αναλάβει είτε κάποιο υπουργείο είτε κάποια κρατική υπηρεσία. Έτσι, στις 28 Δεκεμβρίου 1928 ιδρύθηκε ο Αυτόνομος Οργανισμός Σεισμοπαθών Κορίνθου (Α.Ο.Σ.Κ.) με αποστολή την ανοικοδόμηση της Κορίνθου, των γύρω χωριών, του Λουτρακίου και την ανάδειξη των λουτρών του τελευταίου.[60] Μετά την αναμφίβολες οργανωτικές αρετές και τα διοικητικά προσόντα που επέδειξε ο Μητροπολίτης Δαμασκηνός κατά τις πρώτες κρίσιμες ημέρες μετά τον σεισμό, ορίστηκε επικεφαλής του Οργανισμού, του οποίου η σύνθεση  ήταν εννεαμελής. Ο νόμος προέβλεπε τριμερή χρηματοδότηση για τον Α.Ο.Σ.Κ. μεταβιβάζοντας τα έσοδα του καζίνο και των λουτρών του Λουτρακίου, ενώ προβλεπόταν και ποσό κρατικής χρηματοδότησης 5 εκατομμυρίων δρχ. ετησίως, που θα αναφερόταν στον κρατικό προϋπολογισμό.[61] Ο νόμος προέβλεψε τη σύναψη δανείων από τον οργανισμό υπό την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου, ενώ απάλλαξε όλα τα υλικά που θα χρησιμοποιούνταν για τις ανεγέρσεις από εισαγωγικούς δασμούς και οι ανεγειρόμενες οικίες απαλλάσσονταν από οποιονδήποτε δασμό για μια δεκαετία. Η διάρκεια του Οργανισμού προβλεπόταν 40ετής μετά το πέρας της οποίας η περιουσία του οργανισμού επανερχόταν στο ελληνικό Δημόσιο.

Ο Οργανισμός ανέλαβε ένα τιτάνιο και συγχρόνως πολύπλοκο έργο που απαιτούσε συντονισμό σε πολλά επίπεδα. Το πρώτο ζήτημα που έπρεπε να λυθεί, ήταν η εξεύρεση πόρων πέραν της κρατικής χρηματοδότησης. Εκτός από τον πανελλήνιο έρανο που διεξήγαγε η επιτροπή που είχε συγκροτηθεί στην Αθήνα, ο Δαμασκηνός ταξίδεψε στην Αμερική όπου μετά από σκληρές προσπάθειες κατάφερε να συγκεντρώσει σημαντικά κεφάλαια από την Ομογένεια για να χρηματοδοτηθεί η ανοικοδόμηση της Κορίνθου. Συνολικά το ποσό που συγκεντρώθηκε από τους εράνους ανήλθε σε 52 εκατομμύρια δρχ.[62] και αποτέλεσε τη βάση της χρηματοδότησης του Οργανισμού.

Μέσα σε λίγες εβδομάδες ο Α.Ο.Σ.Κ. κατάφερε να οργανώσει έστω στοιχειωδώς τις υπηρεσίες του και ακολούθως αφιέρωσε όλη του τη δραστηριότητα για να επισκευαστούν και να επαναλειτουργήσουν τα λουτρά στο Λουτράκι, ώστε να μην χαθεί η θερινή περίοδος του 1929 και ο Οργανισμός να έχει σταθερά έσοδα. Τα λουτρά αποκαταστάθηκαν και λειτούργησαν κανονικά μετά την 1η Μαΐου 1929, επιτρέποντας στον Οργανισμό να ασχοληθεί με την ανοικοδόμηση των δύο πόλεων προσλαμβάνοντας μηχανικούς για να επεξεργαστούν νέα σχέδια πόλης τόσο για την Κόρινθο όσο και για το Λουτράκι που θα επέτρεπε στην λουτρόπολη να αυξήσει την εμπορική και τουριστική της αξία με την καλύτερη εκμετάλλευση των ιαματικών πηγών.

Στο πλαίσιο αυτό οι αναγκαίες εργασίες ήταν η κτηματογράφηση των τόπων, η εκτίμηση των καταστροφών που είχαν γίνει στις οικοδομές και στις υποδομές της πόλης, η μελέτη αντισεισμικών κατασκευών, η σειρά ανοικοδόμησης των κτηρίων και τέλος το ακανθώδες ζήτημα μιας νέας λειτουργικής ρυμοτομίας για τις δύο πόλεις. Ο Α.Ο.Σ.Κ. αποπεράτωσε τα πρώτα στάδια της διαδικασίας μέχρι τις 15 Νοεμβρίου 1929, αλλά η αλλαγή στη ρυμοτομία των δύο πόλεων με μεγαλύτερους δρόμους και κεντρικές αρτηρίες συνάντησαν μεγάλες αντιδράσεις καθώς μοιραία έθιξαν ατομικά συμφέροντα.[63] Στο Λουτράκι, η νέα ρυμοτομία της πόλης, αλλά και η απόφαση να μην επιτραπεί η ανοικοδόμηση οικιών σε ένα μεγάλο τμήμα του παραλιακού μετώπου, εξανάγκασε την επιτροπή να δώσει αποζημιώσεις ύψους 1 εκατομμυρίου δρχ. Αλλά και οι αντισεισμικές προδιαγραφές των ακινήτων δημιούργησαν μεγάλες καθυστερήσεις στην ανέγερση των κατοικιών, ενώ πολλές διατάξεις τους ήταν ασαφείς με αποτέλεσμα οι μηχανικοί του Οργανισμού να ζητούν συνεχώς επεξηγήσεις. Τελικά ο κανονισμός ανέγερσης κτηρίων σε Κόρινθο και Λουτράκι αναθεωρήθηκε  το 1931 με μερικές τροποποιήσεις στις προβλέψεις του.[64] Ο Οργανισμός επέβλεψε την κατασκευή των κτηρίων με βάση τους νέους αντισεισμικούς κανονισμούς, που εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα ενώ ανέλαβε και την χορήγηση δανείων και χρηματικής βοήθειας για την κατασκευή τους. Στις 7 Νοεμβρίου 1928 δημοσιεύεται το ΦΕΚ 234Α με τίτλο «Περί Αντισεισμικού Οικοδομικού Κανονισμού Κορίνθου Λουτρακίου». Ο Νόμος αυτός προέβλεπε επακριβώς την αντισεισμική θωράκιση όλων των οικιών που θα ανεγείρονταν στην Κόρινθο, στο Λουτράκι και στις γύρω περιοχές.

Αριστερά: Επιστολή προς τον Μητροπολίτη Κορινθίας και Πρόεδρο του Αυτόνομου Οργανισμού Σεισμοπαθών Κορινθίας, Δαμασκηνό, σχετικά με την πληροφορία ότι ο Οργανισμός χρησιμοποιεί τσιμέντα από το εξωτερικό. Δεξιά: Αίτηση υπαγωγής άστεγων επιτηδευματιών του Λουτρακίου σε νόμο περί αποκατάστασης των επιτηδευματιών της Κορίνθου (άρθρο 5 του νόμου 5703). Πηγή: Μουσείο Μπενάκη – Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών “Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος”.

Ο Α.Ο.Σ.Κ. μέχρι τον Απρίλιο του 1930 είχε αναθέσει την ανέγερση οκτώ  οικοδομικών τμημάτων στην Κόρινθο και ενός στο Λουτράκι με κόστος 15 εκατομμύρια δρχ. το καθένα. Ως εκείνη την περίοδο δεν είχε πράξει απολύτως τίποτε για την ανοικοδόμηση των χωριών των γύρω περιοχών της Κορίνθου, με αποτέλεσμα τις έντονες διαμαρτυρίες των περιοίκων. Ακόμη και ο ίδιος ο Δαμασκηνός βρέθηκε στο στόχαστρο κριτικής και διαμαρτυριών κατοίκων που θίγονταν τα συμφέροντά τους, και που τον έφτασαν στο χείλος της παραίτησης.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Α.Ο.Σ.Κ., το κόστος ανέγερσης των δύο πόλεων θα άγγιζε τα 385 εκατομμύρια δρχ., ενώ διεκδικούσε πρόσθετη κρατική χρηματοδότηση για την κατασκευή λιμανιού, συστήματος ύδρευσης και υπονόμων στην Κόρινθο.[65] Ο Οργανισμός προσπάθησε να συνάψει δάνειο 60 εκατομμυρίων δρχ. υπό την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου, αλλά απέτυχε, καθώς οι όροι που πρόσφεραν οι τράπεζες ήταν επαχθείς. Μετά από επέμβαση της κυβέρνησης ορίστηκε ότι θα γινόταν άμεση σύναψη δανείου 30 εκατομμυρίου δρχ. εκ μέρους όλων των ελληνικών τραπεζών, αλλά μέχρι την 30η Απριλίου δεν είχε γίνει απολύτως τίποτε.[66] Έτσι, ενώ ο Α.Ο.Σ.Κ. είχε αναλάβει υποχρεώσεις 135 εκατομμυρίων περίπου ως εκείνη τη στιγμή, το ποσό που διέθετε στα ταμεία του δεν ξεπερνούσε τα 40 εκατομμύρια δρχ. Στην παρουσίαση του απολογισμού, ο Δαμασκηνός κατέληγε με την προειδοποίηση ότι αν δεν εκταμιευόταν άμεσα το δάνειο των 30 εκατομμυρίων δρχ. μέχρι να γίνει η σύμβαση του οριστικού δανείου για την ανοικοδόμηση, ο Α.Ο.Σ.Κ. θα αναγκαζόταν να αναστείλει τις εργασίες του με απρόβλεπτες επιπτώσεις στις σεισμοπαθείς περιοχές.[67]

Η κυβέρνηση όμως δεν ανταποκρίθηκε σε όσα ζητούσε ο Α.Ο.Σ.Κ. αναφορικά με την άμεση χρηματοδότησή του, ενώ δεν επέτρεψε στον Οργανισμό ούτε καν να προσλάβει έναν διοικητικό υπάλληλο που είχε κριθεί απαραίτητος για να προχωρήσουν οι εργασίες του. Η έλλειψη χρηματοδότησης οδήγησε τον Α.Ο.Σ.Κ. στο χείλος της χρεοκοπίας, καθώς ενώ είχαν εξαντληθεί οι πόροι του, εξακολουθούσε να έχει εκκρεμείς υποχρεώσεις: είχε ήδη συνάψει συμβάσεις με εργολάβους που προχωρούσαν την ανοικοδόμηση κατοικιών και η αθέτησή τους συνεπαγόταν ιλιγγιώδεις αποζημιώσεις υπέρ τους. Ο Δαμασκηνός αναγκάστηκε να στείλει νέα επιστολή στην κυβέρνηση το φθινόπωρο του 1930, ενημερώνοντας για τη δραματική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο Οργανισμός, ζητώντας επειγόντως οικονομική ενίσχυση και την πρόσληψη του διοικητικού υπαλλήλου, προειδοποιώντας ότι σε άλλη περίπτωση ο Α.Ο.Σ.Κ. θα αναγκαζόταν να διακόψει τη δραστηριότητά του. Επίσης στην επιστολή τόνιζε την σταδιακή κόπωση των σεισμόπληκτων από την στασιμότητα στο ζήτημά τους.[68]

Η κυβερνητική αδράνεια συνεχίστηκε τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 1930, καθώς φαίνεται ότι υπήρχε οικονομική στενότητα στα δημόσια ταμεία. Καθώς το ζήτημα των σεισμοπαθών δεν έβρισκε λύση,  η Ένωση Αστικής Ιδιοκτησίας Κορίνθου απέστειλε επιστολή στον Βενιζέλο διαμαρτυρόμενη για την αναστολή των εργασιών ανέγερσης κατοικιών στην Κόρινθο. Η επιστολή εμπεριείχε και διαμαρτυρίες για τον Α.Ο.Σ.Κ. εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν είχε την έδρα του στην Κόρινθο, ενώ οι αποφάσεις του δεν ήταν δίκαιες και έθιγαν το καθεστώς ιδιοκτησίας πολλών σεισμοπαθών.[69] Στα τέλη του 1930 σημειώθηκαν και οι πρώτες δημόσιες διαμαρτυρίες των σεισμοπαθών στην Κόρινθο που έτυχαν ευρείας προβολής από τις εφημερίδες της αντιπολίτευσης, αναγκάζοντας το Υπουργείο Πρόνοιας να εκδώσει ανακοίνωση για να υπερασπιστεί την κρατική πολιτική.[70]

Πρόχειρη στέγαση του τηλεγραφείου έπειτα από τον σεισμό της 22ας Απριλίου 1928.

Δεύτερος σεισμός στην Κορινθία και νέες περιπλοκές στην ανοικοδόμηση της περιοχής (4 Ιανουαρίου – 4 Νοεμβρίου 1931)

Η τελική ώθηση στην οριστική διευθέτηση του ζητήματος των σεισμοπαθών της Κορίνθου δόθηκε απρόσμενα από τους σεισμούς της 4ης Ιανουαρίου 1931 που έγιναν στην Κορινθία. Συγκεκριμένα, από τις 11 το βράδυ της 3ης Ιανουαρίου ξεκίνησε έντονη σεισμική δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή της Κορίνθου που έγινε αμέσως αισθητή από τους κατοίκους της Κορίνθου. Στις 2 τα ξημερώματα της 4ης Ιανουαρίου εκδηλώθηκε ο μεγάλος σεισμός που σύμφωνα με το αστεροσκοπείο Αθηνών είχε επίκεντρο στην περιοχή του Ακροκορίνθου. Ο σεισμός έγινε αντιληπτός στην Αθήνα με αποτέλεσμα πολλοί κάτοικοι να βγουν από τα σπίτια τους πανικόβλητοι και να διανυκτερεύσουν στις πλατείες.[71] Ο σεισμός προκάλεσε νέες καταστροφές στην Κορινθία, γκρεμίστηκαν εκατοντάδες κατοικίες στην ευρύτερη περιοχή της Κορίνθου, ενώ έγιναν ζημιές σε υποδομές και κρατικά κτήρια.[72] Πάνω από 200 οικίες στα χωριά της Κορινθίας είτε έπεσαν είτε κατέστησαν ακατοίκητες, όσα σπίτια της Κορίνθου ήταν μισογκρεμισμένα από τον σεισμό του 1928 γκρεμίστηκαν εντελώς, ήταν όμως πολύ σημαντικό ότι όσες κατοικίες είχαν ανεγερθεί από τον Α.Ο.Σ.Κ. με τον νέο αντισεισμικό νόμο δεν έπαθαν την παραμικρή ζημιά.[73] Οι νέες ζημιές κοστολογήθηκαν σε 100 εκατομμύρια δρχ. εκτίμηση που οδήγησε την κυβέρνηση στην απόφαση να κινήσει τις διαδικασίες για ένα δεύτερο δάνειο προς τον Α.Ο.Σ.Κ. του ύψους αυτού από την Αγροτική Τράπεζα, η οποία δεν είχε συμμετάσχει στο πρώτο δάνειο.

Οι νέες ζημιές κινητοποίησαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο για να δώσει μια οριστική λύση στο ζήτημα των δανείων ώστε να ρυθμιστεί οριστικά το ζήτημα της ανοικοδόμησης, καθώς το τελευταίο λάμβανε πλέον πολιτικές διαστάσεις. Έτσι στις 15 Ιουνίου 1931 συνήφθη η σύμβαση για το οριστικό δάνειο ύψους 215 εκατομμυρίων δρχ. μεταξύ Α.Ο.Σ.Κ. και ενός ομίλου ελληνικών τραπεζών υπό την αιγίδα της Τράπεζας της Ελλάδος (Εθνική Τράπεζα, Τράπεζα Αθηνών, Εμπορική Τράπεζα, Τράπεζα Ανατολής, Ιταλοελληνική Τράπεζα, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο). Το πρώτο ποσό (90 εκατομμύρια δρχ.) θα εκταμιευόταν στις 8 Ιουλίου 1931 και το υπόλοιπο ποσό του δανείου στις 8 Ιουλίου 1932. Η διάρκεια του δανείου ήταν 46 έτη και θα αποπληρωνόταν από τους ιδιοκτήτες των ανεγερθεισών κατοικιών, αλλά ο Α.Ο.Σ.Κ. θα αναλάμβανε να αποπληρώσει τους τόκους των πρώτων ετών.[74]

Έτσι ο Α.Ο.Σ.Κ. έλαβε άμεσα 90 εκατομμύρια δρχ. το καλοκαίρι του 1931 αλλά ένα ακριβώς έτος αργότερα, το καλοκαίρι του 1932, οπότε έπρεπε να γίνει η δεύτερη εκταμίευση, ορισμένες τράπεζες αρνήθηκαν να καταβάλλουν το ποσό που τους αναλογούσε λόγω ταμειακής στενότητας, αλλά και λόγω της πτώσης των εγγυήσεων του Δημοσίου μετά τη χρεοκοπία του Μαΐου του 1932. Η κυβέρνηση προσπάθησε να δώσει λύση εξαιρώντας με νόμο της 14ης Αυγούστου 1932 το εν λόγω δάνειο από το χρεοστάσιο που είχε κηρύξει, δίχως αποτέλεσμα,  καθώς οι τράπεζες δεν μετέβαλλαν τη στάση τους.[75] Το αποτέλεσμα ήταν ο Α.Ο.Σ.Κ. να μην λάβει 26 εκατομμύρια δρχ. από τη δεύτερη δόση και συνεπακόλουθα να μην έχει τους πόρους να αποπερατώσει τις εργασίες ανοικοδόμησης, δημιουργώντας ένα σοβαρό ψυχικό χάσμα μεταξύ των κατοίκων, των οποίων είχαν ανεγερθεί τα σπίτια και σε εκείνων που εξακολουθούσαν να παραμένουν στις σκηνές. Έτσι ο Α.Ο.Σ.Κ. έκανε έκκληση προς την κυβέρνηση και τον Βενιζέλο προσωπικά στις 14 Οκτωβρίου 1932 να εξαναγκάσει τις τράπεζες να καταβάλλουν το μέρος του δανείου που υπολειπόταν, ούτως ώστε ο Οργανισμός να ολοκληρώσει τις εργασίες του στην Κόρινθο και να κοπάσει ο κοινωνικός σάλος που είχε προκληθεί.[76]

Μόλις δύο εβδομάδες μετά, στις 4 Νοεμβρίου 1932, η κυβέρνηση Βενιζέλου υπέβαλλε την παραίτησή της, πυροδοτώντας την μεγαλύτερη πολιτική κρίση του Μεσοπολέμου….

Ο Ιωάννης Δασκαρόλης είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου και συγγραφέας της πραγματείας Δημοκρατικά τάγματα. Οι «πραιτωριανοί» της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας 1923-1926, Αθήνα, Εκδόσεις Παπαζήση, 2019.

              

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]«Μετά την εορτήν των Ολυμπίων, οι Αργείοι ήλθαν μετά των άλλων συμμάχων των εις την Κόρινθον, δια να πείσουν τους Κορινθίους να λάβουν μέρος εις τη συμμαχίαν. Και πρέσβεις των Λακεδαιμονίων έτυχαν ωσαύτως να ευρίσκωνται εκεί. Μετά μακράς όμως διαπραγματεύσεις, εις ουδέν κατέληξαν, και ένεκα επισυμβάντος σεισμού, οι πρέσβεις των διαφόρων πόλεων επέστρεψαν εις τα ίδια. Και το θέρος έληξε.» Θουκυδίδη Ιστορία, Βιβλίο Ε΄, Έτος 12ον: 420–419 π. Χ.

(μετάφραση Ελευθέριος Βενιζέλος).

[2] Καβύρης Γεώργιος, Μελέτη ιδιοτήτων σεισμικών πηγών ανατολικού Κορινθιακού κόλπου (διδακτορική διατριβή Καποδιστριακού πανεπιστημίου Αθηνών), Αθήνα 2003, σελ. 41.

[3] Καλέση Χαρά – Βίγλα Θεοδώρα, Ψηφιακή πλατφόρμα δεδομένων του δικτύου επιταχυνσιογράφων του εργαστηρίου σεισμολογίας στον Κορινθιακό κόλπο (διπλωματική εργασία Καποδιστριακού πανεπιστημίου Αθηνών), Αθήνα 2015, σελ. 23-24.

[4] Ο.π.

[5]  Πανδώρα, 15.8.1858.

[6]ΦΕΚ Α9, 20.3.1958.

[7] Βραδυνή, 24.4.1928.

[8] Βραδυνή, 23.4.1928.

[9] ΕΜΠΡΟΣ, 23.4.1928.

[10] Έθνος, 23.4.1928.

[11] ΕΜΠΡΟΣ, 24.4.1928.

[12] Σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Λοβέρδο, Διευθυντή της Λαϊκής Τράπεζας «Ήτο κάτι που δύσκολα μπορεί κανείς να περιγράψη. Ευρισκόμεθα εις την παραλίαν, οπότε ακούσαμε μια δυνατή βοή, μετ’ ολίγας δε στιγμάς η γη ήρχισε να φεύγη. Συγχρόνως μια λάμψις τεραστία εφώτισε όλην την περιφέρειαν, Την ίδιαν στιγμήν κρότοι εκκωφαντικοί, τρομεροί ηκούοντο. Ήταν τα σπίτια τα οποία κατέρρεον. Ο κόσμος δεν μπορούσε να εξηγήση τι εσήμαινεν εκείνη η φλόγα. Αργότερα εμάθαμε, ότι η φλόγα ωφείλετο εις την ένωσιν του ηλεκτρικού της Κορίνθου. Το κτίριον του ηλεκτρικού παρά την παραλία κατεστράφη τελείως. Ουρανομήκη σύννεφα σκόνης εσηκώθηκαν από τους βράχους που κατέρρεον, τα δε σύννεφα αυτά καθώς τα περνούσε η λάμψις του ηλεκτρικού, επηύξανον την τραγικότητα του θεάματος». ΕΜΠΡΟΣ, 24.4.1928.

[13] Έθνος, 24.4.1928.

[14] Έθνος, 24.4.1928.

[15] Έθνος, 23.4.1928.

[16] «Κόρινθον. Επί τόπου. Τελεία καταστροφή. Λουτράκι. Λήψις μέτρων. Καφαντάρης επιστροφήν άρρωστος», βλ. Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Γ2), εγγραφή 23ης Απριλίου 1928, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα χ.χ.

[17] Έθνος, 24.4.1928.

[18] ΕΜΠΡΟΣ, 24.4.1928.

[19] Βραδυνή, 24,4,1928, ΣΚΡΙΠ, 28.4.1928.

[20] ΣΚΡΙΠ, 26.4.1928, δηλώσεις Παπαναστασίου για κυβερνητική ολιγωρία.

[21] ΕΜΠΡΟΣ, 27.4.1928.

[22] ΣΚΡΙΠ, 28.4.1928.

[23] «Επίθεσις εφημερίδων της αντιπολιτεύσεως κατά Κυβερνήσεως διά Κόρινθον. Τι αηδία!» , βλ. Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Γ2), εγγραφή 24ης Απριλίου 1928, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα χ.χ.

[24] ΕΜΠΡΟΣ, 27.4.1928.

[25] Ριζοσπάστης, 27.4.1928.

[26] ΕΜΠΡΟΣ, 27.4.1928.

[27] Έθνος, 25.4.1928.

[28] «Διαρκώς μικροί σεισμοί» , βλ. Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Γ2), εγγραφή 27ης Απριλίου 1928, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα χ.χ.

[29] ΣΚΡΙΠ, 28.4.1928.

[30] Έθνος, 24.4.1928.

[31] ΣΚΡΙΠ, 24.4.1928.

[32] Βραδυνή, 24.4.1928.

[33] Έθνος, 25.4.1928.

[34] ΣΚΡΙΠ, 27.4.1928.

[35] Έθνος, 25.4.1928.

[36] Έθνος, 25.4.1928.

[37] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/13. Μουσείο Μπενάκη, Έκθεση από του Μητροπολίτη Κορινθίας Δαμασκηνό προς τον υπουργό Οικονομίας Π. Βουρλούμη με τα πεπραγμένα του ΑΟΣΚ αναφορικά με την ανοικοδόμηση της σεισμόπληκτης περιοχής και των σεισμοπαθών και την εκμετάλλευση του Λουτρακίου (30ης Απριλίου 1930).

[38] ΣΚΡΙΠ, 27.4.1928.

[39] Κούκουνας Δημοσθένης, Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, εκδόσεις Μέτρον, Αθήνα 2004, σελ. 30.

[40] Ελεύθερον Βήμα, 27.4.1928.

[41] Καθημερινή, 23.4.1928, άρθρο: Αναλγησία.

[42] Δασκαρόλης Ιωάννης, Δημοκρατικά Τάγματα – Οι πραιτωριανοί της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας (1923-1926), εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2019, σελ. 73.

[43] ΕΜΠΡΟΣ, 24.4.1928.

[44] Πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση 14ης Δεκεμβρίου 1928.

[45] Καθημερινή, 26.4.1928.

[46] Πολιτεία, 26.4.1928.

[47] Πολιτεία, 27.4.1928.

[48] Πολιτεία, 9.5.1928.

[49] Αρχείο Παναγή Τσαλδάρη, φάκελος 1α (έγγραφο 5/1), ΙΚΚ, Επιστολή Δαμασκηνού προς Παναγή Τσαλδάρη 27ης Απριλίου 1928.

[50] Αρχείο Παναγή Τσαλδάρη, φάκελος 1α (έγγραφο 6/2), ΙΚΚ, Επιστολή Δαμασκηνού προς Παναγή Τσαλδάρη 13ης Ιουλίου 1928.

[51] Πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση 5ης Μαΐου 1928.

[52] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 283/98. Μουσείο Μπενάκη, Φάκελος Ανέγερσης Κορίνθου (1930).

[53] Ανάμεσά τους και ένας πίνακας με όλους τους σεισμοπαθείς της Κορίνθου ονομαστικά. Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 225/11-12. Μουσείο Μπενάκη, Πίνακας με τους σεισμοπαθείς ιδιοκτήτες της Κορίνθου.

[54] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 173/11. Μουσείο Μπενάκη, Σημείωμα Βενιζέλου για τον τρόπο ανοικοδόμησης της Κορίνθου.

[55] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 168/1. Μουσείο Μπενάκη, Πράξη του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Κορινθίας με την οποία αποφασίζει να συντάξει ευχαριστήριο ψήφισμα προς τον Ε. Βενιζέλο για το ενδιαφέρον του σχετικά με την αποκατάσταση των καταστροφών (2 Ιανουαρίου 1930).

[56] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 172/36. Μουσείο Μπενάκη, Επιστολή του Φιλοπροοδευτικού Συνδέσμου Ο Απόλλων προς τον Ε. Βενιζέλο με την οποία τον ευχαριστεί για την μέριμνά του για την ανοικοδόμηση της Κορίνθου (31ης Δεκεμβρίου 1929).

[57] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 172/36. Μουσείο Μπενάκη, Επιστολή του Τοπικού Εφόρου Κορίνθου, Γ. Βλάχου, προς τον Ε. Βενιζέλο με την οποία του προσφέρει τον τίτλο του επίτιμου μέλους του Α’ Συστήματος Προσκόπων Κορίνθου.2. (13ης Οκτωβρίου 1930).

[58] ΕΜΠΡΟΣ, 14.12.1928, Ριζοσπάστης, 14.12.1928.

[59] ΕΜΠΡΟΣ, 17.12.1928.

[60] ΦΕΚ 276/28-12-1928 («Περί ιδρύσεως Αυτόνομου Οργανισμού προς αποκατάστασιν των σεισμοπαθών της επαρχίας Κορίνθου»).

[61] Ό.π.

[62] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/16. Μουσείο Μπενάκη, Σημείωμα με ανάλυση οικονομικών στοιχείων για το έργο του Α.Ο.Σ.Κ. (10ης Μαΐου 1930).

[63] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/13. Μουσείο Μπενάκη, Έκθεση του Μητροπολίτη Κορινθίας Δαμασκηνού προς τον υπουργό Οικονομίας Π. Βουρλούμη με τα πεπραγμένα του ΑΟΣΚ αναφορικά με την ανοικοδόμηση της σεισμόπληκτης περιοχής και των σεισμοπαθών και την εκμετάλλευση του Λουτρακίου (30ης Απριλίου 1930).

[64] ΠΔ 2-10-1931 (ΦΕΚ 375Α/29-10-1931) «Περί του Αντισεισμικού Οικοδομικού Κανονισμού της σεισμοπλήκτου περιοχής Κορίνθου-Λουτρακίου».

[65] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/14. Μουσείο Μπενάκη, Έκθεση του Μητροπολίτη Κορινθίας Δαμασκηνού προς τον υπουργό Οικονομίας Π. Βουρλούμη για τα οικονομικά μεγέθη της ανοικοδόμησης του ΑΟΣΚ (30ης Απριλίου 1930).

[66] Ό.π.

[67] Ό.π.

[68]Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/17. Μουσείο Μπενάκη, Επιστολή του προέδρου του Ο.Α.Σ.Κ. Μητροπολίτη Δαμασκηνού προς τον Ε. Βενιζέλο με την οποία του ζητά την άμεση οικονομική ενίσχυση του Οργανισμού και το διορισμό υπαλλήλου.

[69] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/13. Μουσείο Μπενάκη,  Επιστολή Ένωση Αστικής Ιδιοκτησίας Κορίνθου προς Βενιζέλο (20ης Νοεμβρίου 1930).

[70] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 135/45. Μουσείο Μπενάκη,  Ανακοίνωση υπουργείου Πρόνοιας για τους σεισμοπαθείς της Κορίνθου.

[71] Εστία, 5.1.1931. Άρθρο: Σεισμοφοβία. (Χρονογράφημα Παύλου Νιρβάνα).

[72] Εστία, 4.1.1931.

[73] Ημερήσιος Τύπος, 5.1.1931.

[74] Νόμος 5268, ΦΕΚ 277/14-8-1931.

[75] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, Φάκελος 194/13. Μουσείο Μπενάκη, Επιστολή Α.Ο.Σ.Κ. προς Βενιζέλο (14ης Οκτωβρίου 1932),

[76] Ό.π.

 

 ΠΗΓΕΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αρχείο Παναγή Τσαλδάρη, Ίδρυμα Κωνσταντίνου Καραμανλή (ΙΚΚ).

Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, Μουσείο Μπενάκη.

Εφημερίδες ΣΚΡΙΠ, Βραδυνή, ΕΜΠΡΟΣ, Ελεύθερον Βήμα, Έθνος, Εστία, Πολιτεία, Καθημερινή, Ημερήσιος Τύπος.

Δασκαρόλης Ιωάννης, Δημοκρατικά Τάγματα – Οι πραιτωριανοί της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας (1923-1926), εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2019.

Πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση 5ης Μαΐου 1928 & 14ης Δεκεμβρίου 1928.

Κούκουνας Δημοσθένης, Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, εκδόσεις Μέτρον, Αθήνα 2004.

Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Γ2), εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα χ.χ.

 

Σημ. συγγραφέα: Το άρθρο αυτό το έγραψα με αφορμή μια  διήμερη εκδρομή στο Λουτράκι με τους κουμπάρους μου στις 9/4/2016. Σε αυτούς είναι και αφιερωμένο…

 

Ευθύμιος Μαχαίρας: Μια ματιά στην Εποχή των Τουλιπών και την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ (1718-1730)

Ευθύμιος Μαχαίρας

Μια ματιά στην Εποχή των Τουλιπών

και την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ 

(1718-1730)

 

Το «παιχνιδιάρικο» προσωνύμιο, «Εποχή των Τουλιπών», αναφέρεται στην δωδεκαετή παραμονή του Νεβσεχιρλί Ιμπραχίμ Πασά στο πόστο του Μεγάλου Βεζίρη (1718-1730), κατά την εποχή της βασιλείας του Αχμέντ Γ΄(1703-1730). Το πέρας της υποτιθέμενης αυτής ιδιάζουσας περιόδου έρχεται με την ανταρσία του Πατρόνα Χαλίλ και των συντρόφων του, τον Σεπτέμβριο του 1730. Η αιματηρή κατάληξη της εξέγερσης αυτής αντιπαραβάλλεται, από την ιστοριογραφία με ένα βαθμό λογοτεχνικής αδείας, με όλα εκείνα τα εξευγενισμένα στοιχεία τα οποία υποτίθεται ότι συμβόλιζαν οι τουλίπες στην Κωνσταντινούπολη του 18ου αιώνα. Οι τουλίπες ενσαρκώνουν το μοντέρνο, το νεωτερικό, την πολιτική καινοτομία,  το ευρωπαϊκό, ενώ η βία των εξεγερθέντων αναπαριστά την οπισθοδρομικότητα, τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό και την Ανατολή.[1]

Η τουλίπα εδώ δρα ως το σύμβολο μιας ελίτ που στον πυρήνα της οριζόταν και περιστρεφόταν γύρω από το πρόσωπο και τις πολιτικές του προαναφερθέντος Μεγάλου Βεζίρη. Ο Ιμπραχίμ Πασά υπήρξε γαμπρός του Αχμέντ Γ΄, εξ’ ου και το προσωνύμιο damat (γαμπρός). Μαζί με τους ευνοούμενούς του, Μεχμέτ Κετχουντά και  Καϊμακάμη Μουσταφά Καπουντάν Πασά, έλεγχε την πολιτική εξουσία στην Κωνσταντινούπολη για περισσότερο από μια δεκαετία. Ακριβώς στο σημείο αυτό, δηλαδή στην πρακτική έκφραση των πολιτικών δρώμενων της προαναφερθείσας τριανδρίας, είναι που η ιστοριογραφία μαίνεται για την σημασία της εποχής και κατ’ επέκταση για το ιστορικό βάρος και περιεχόμενο των τουλιπών, στοιχεία που κατ’ αντανάκλαση ερμηνεύουν την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ. Πριν αναφερθούμε όμως στις ιστοριογραφικές προσεγγίσεις, είναι σκόπιμο να δοθεί μια αδρή περιγραφή των γεγονότων.

Παραδοσιακό κεραμικό της Εποχής των Τουλιπών.

Ήδη μήνες πριν από την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ η Κωνσταντινούπολη μάλλον βρισκόταν σε κατάσταση αναβρασμού. Η τελευταία εκστρατεία κατά των Σαφαβίδων του Ιράν είχε λήξει με αρνητικό πρόσημο για τους Οθωμανούς. Ο Σουλτάνος υποχρεώθηκε να παραδώσει σημαντικές κτήσεις, όπως η Ταυρίδα και το (Ιε)Ρεβάν. Η Υψηλή Πύλη έδειχνε τώρα πρόθεση να αντεπιτεθεί. Τα στρατεύματα είχαν προ τεσσάρων μηνών ετοιμαστεί και στρατοπεδεύσει στον συνήθη τόπο αφετηρίας των οθωμανικών εκστρατειών, στο Σκουτάρι. Τον στρατό συνόδευαν ένα πλήθος αντιπροσωπείες. Τεχνίτες και μάστορες από τις οθωμανικές συντεχνίες είχαν κλείσει τα μαγαζιά τους, αναμένοντας να αναχωρήσουν μαζί με το εκστρατευτικό σώμα στο μέτωπο. Η παρατεταμένη αδράνεια φέρεται να είχε δημιουργήσει δυσθυμία στους συμμετέχοντες στην εκστρατεία. Η κατάσταση μάλλον δυσχεραινόταν από φήμες, οι οποίες ήθελαν τον Μεγάλο Βεζίρη να έχει ξεπουλήσει την Ταυρίδα στους Σαφαβίδες, πράγμα που αν αλήθευε, εξηγούσε την καθυστέρηση στην έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων ως απροθυμία του Μεγάλου Βεζίρη. Το υπόβαθρο αυτό έδωσε μάλλον την αφορμή για την έναρξη της εξέγερσης.

Τις τελευταίες μέρες του Σεπτεμβρίου του 1730, ο αρβανίτικης καταγωγής Πατρόνα Χαλίλ και οι σύντροφοί του, πολλοί από αυτούς επίσης αρβανίτες, κάλεσαν στρατεύματα και λαό να ξεσηκωθούν. Η πράξη αυτή τελέστηκε με την φερόμενη συμπαιγνία ουλεμάδων (νομομαθών) που εκτός του ότι παρείχαν την απαραίτητη ιδεολογική νομιμοποίηση για την εξέγερση, δρούσαν και ως μεσολαβητές μεταξύ της Πύλης και των επαναστατών.[2]

Το κάλεσμα των τελευταίων φαίνεται πως ευδοκίμησε. Τα καταστήματα της Πόλης έκλεισαν σε ένδειξη στασιασμού. Ακόμα περισσότερο, ο πληθυσμός αγνόησε επιδεικτικά το λάβαρο του Προφήτη όταν αυτό εκτέθηκε δημόσια από τους αξιωματούχους της Πύλης σε ένα αντίστοιχο κάλεσμα για αντεπανάσταση, ενώ την ίδια στιγμή ο αριθμός των επαναστατών αυξανόταν. Έτσι, ο Σουλτάνος αναγκάστηκε να παραδώσει στους επαναστάτες τους προαναφερθέντες αξιωματούχους, οι οποίοι θεωρούνταν υπεύθυνοι για την κατάσταση στο Ιρανικό μέτωπο. Κατά την δεύτερη φάση της εξέγερσης ο Σουλτάνος, παρά τις αντίθετες οδηγίες των επαναστατών, αποφάσισε να παραδώσει τον ίδιο τον Ιμπραχίμ Πασά και τους ευνοούμενούς του νεκρούς στους εξεγερθέντες. Ωστόσο, η σωρός του Ιμπραχίμ Πασά αποτέλεσε αφορμή για εκθρόνιση του Σουλτάνου. Οι επαναστάτες θεώρησαν ότι η σορός που τους παραδόθηκε δεν ανήκε στον Μεγάλο Βεζίρη αλλά στον Έλληνα ή Αρμένιο γουναρά του, λόγω της απουσίας περιτομής. Εν τέλει, ο Μαχμούντ διαδέχτηκε τον θείο του στον αυτοκρατορικό θρόνο.[3]

Παρά την αλλαγή καθεστώτος, μέρος των επαναστατών παρέμενε ανυποχώρητο. Σύμφωνα με τις παραδοσιακές διηγήσεις για την εξέγερση, μέρα με την μέρα συνέχιζαν να εμπλέκονται στη διοίκηση της αυτοκρατορίας, είτε υπεξαιρώντας χρήματα από το κρατικό ταμείο, είτε χρίζοντας τους ευνοούμενούς τους αξιωματούχους. Οι συμπεριφορές αυτές, συνάμα με το φερόμενο συνεχιζόμενο πλιάτσικο των περιουσιών των κατοίκων της Πόλης, οδήγησαν τα τακτικά στρατεύματα της Οθωμανικής πρωτεύουσας και μερικούς από τους αξιωματούχους που είχαν διορίσει οι ίδιοι οι επαναστάτες,  να στραφούν εναντίον τους. Τελικά, ο Σουλτάνος Μαχμούντ με την συνεργασία του νέου Χαγάνου της Κριμαίας, Καπλάν Γκιράι, κάλεσε τον Πατρόνα Χαλίλ και τους συντρόφους του στα ανάκτορα, προφασιζόμενος την απόδοση στρατιωτικών βαθμών. Εκεί, στρατιωτικές μονάδες που βρίσκονταν σε ετοιμότητα αιφνιδίασαν και δολοφόνησαν την ηγεσία των επαναστατών, ξεκινώντας μια διαδικασία εκκαθάρισης που σηματοδότησε συνάμα και το τέλος της εξέγερσης. Βέβαια, η ερμηνεία των συμβάντων είναι πιο προβληματική από τη χρονολογική απαρίθμηση τους.[4]

Η πρώτη σχολή σκέψης, στοιχειοθετημένη στα τέλη του 19ου αιώνα, στις απαρχές της μοντέρνας οθωμανικής ιστοριογραφίας, θέλει την εξέγερση να είναι απάντηση στην κακοδιαχείριση, την φιληδονία και εν γένει την ανικανότητα της παλατιανής ελίτ και του Μεγάλου Βεζίρη.[5] Ο Ιμπραχίμ Πασάς και οι ακόλουθοί του συχνά παρουσιάζονται ως μια ομάδα φιλάργυρων καταχραστών των δημοσίων οικονομικών, οι οποίοι ενδιαφέρονται μόνον για την ικανοποίηση των ορμών τους. Θεωρείται ότι ο κύκλος του Ιμπραχίμ Πασά είχε πρωτοστατήσει σε μια διαδικασία διαφθοράς των δημοσίων ηθών. Ο Μεγάλος Βεζίρης φαίνεται να προωθεί απρεπείς συμπεριφορές. Οι αφηγήσεις που θέλουν τον Ιμπραχίμ Πασά να πετάει χρυσές λύρες στα μπούστα των κορασίδων που περνούσαν έξω από το παλάτι του και να «ρίχνεται» στην σύζυγο του Καδή της Κωνσταντινούπολης, για τον οποίο θα μιλήσουμε αργότερα, έχουν λάβει μυθικές διαστάσεις. Επίσης ο Ιμπραχίμ Πασά φέρεται ως υπεύθυνος για την διοργάνωση δαπανηρών εορτών τουλίπας, οι οποίες λάμβαναν χώρα σε θερινά παλάτια, χτισμένα μέσω της φορολογικής καταλήστευσης των εισοδημάτων των υπηκόων. Επιπλέον, θεωρείται ότι οι φιέστες του κύκλου του Μεγάλου Βεζίρη λειτουργούσαν αντιστρόφως ανάλογα ως προς τον χρόνο που αφιερωνόταν στις διοικητικές και πολιτικές λειτουργίες του κρατικού μηχανισμού. Βέβαια, το βασικό πρόβλημα των αφηγήσεων αυτών, είναι ο εξόφθαλμα συκοφαντικός χαρακτήρας της πηγής πάνω στην οποία βασίζονται, που όμως ήταν η μοναδική την εποχή εκείνη.

Jean-Baptiste Vanmour: Σουλτάνος Αχμέντ Γ΄ (c. 1703-1717), Άμστερνταμ, Rijksmuseum.
Jean-Baptiste Vanmour: Ιμπραχίμ Πασά (c. 1727-1730), Άμστερνταμ,  Rijksmuseum.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η δεύτερη κύρια ερμηνευτική γραμμή εμφανίστηκε στα χρόνια του μεσοπολέμου και αφορά σε μια πολεμική για τον εκσυγχρονισμό. Αυτή βλέπει στη συμπεριφορά της ελίτ προσπάθειες εκδυτικισμού των ηθών, των κρατικών μηχανισμών και των επιστημονικών ή στρατιωτικών θεσμών της αυτοκρατορίας. Ειδικότερα, οι εορτές τουλίπας και οι διασκεδάσεις των ελίτ αναφέρονται ως εκφάνσεις μιας δυτικής – ευρωπαϊκής νοοτροπίας, απαλλαγμένης από της ισλαμικές αγκυλώσεις. Παράλληλα, η οικοδόμηση των θερινών παλατιών αποδίδεται στην πολιτισμική επίδραση της Γαλλίας. Η θεωρούμενη δυτική στροφή της Αυτοκρατορίας και το κοσμικό πνεύμα της ελίτ θεωρείται ότι οδήγησε σε μια συντηρητική-ισλαμική ιδεολογική αντίδραση, με τους ουλεμάδες να υποκινούν την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ.[6] Και αυτή η προσέγγιση όμως έχει δεχτεί σφοδρή κριτική τα τελευταία χρόνια. Αυτό οφείλεται κυρίως σε δύο συνιστώσες. Πρώτον, εδράζεται στις μεθοδολογικές λαθροχειρίες, στις οποίες προέβη ο κύριος εκφραστής της ώστε να υποστηρίξει την θέση του. Δεύτερον, το έργο αυτό καθ’ αυτό δεν ήταν καθαρή απόπειρα ερμηνείας του παρελθόντος αλλά πολιτικό σχόλιο για τον αναγκαίο εκδυτικισμό του νεόκοπου Τουρκικού Κράτους.[7] Για να γίνει κατανοητό το εύρος της ιστορικής παραποίησης θα αναφερθούμε συνοπτικά στο εμβληματικό επιχείρημα της σχολής σκέψης αυτής.

Κανείς μπορεί να βρει ακόμα και σήμερα αναφορές για το ότι το παλάτι «Σανταμπάντ» του Ιμπραχίμ Πασά είχε κτιστεί κατ’ εικόνα των Βερσαλιών, στα πλαίσια ενσυνείδητης προσπάθειας εξευρωπαϊσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Υποτίθεται ότι μετά από αποστολή Οθωμανού διπλωμάτη στη Γαλλία, ο Ιμπραχίμ Πασά είχε τόσο ενθουσιαστεί από τις περιγραφές των Βερσαλλιών και των δορυφορικών «χωριών αναψυχής», που λίγο αργότερα οργάνωσε ειδική αποστολή στη Γαλλία για την εξασφάλιση των αρχιτεκτονικών σχεδίων των ανακτόρων. Το επιχείρημα αυτό όμως χωλαίνει όταν κανείς αναλογιστεί ότι τα «χωριά αναψυχής» των Βερσαλιών κτίστηκαν σχεδόν 40 χρόνια μετά την αποστολή του Οθωμανού διπλωμάτη στη Γαλλία, ενώ επίσης πουθενά στις πηγές μας δεν επαληθεύεται η αφήγηση για την απόκτηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων.[8]

Jean-Baptiste Vanmour: Ο Μεγάλος Βεζίρης διασχίζει την πλατεία Ατμεϋντάν (c. 1720-1737), Άμστερνταμ,  Rijksmuseum.

Η αποφασιστική στροφή έλαβε χώρα την δεκαετία του 1950, όταν για πρώτη φορά έγινε προσπάθεια να θεαθεί η εξέγερση μέσα από ένα υλιστικό πρίσμα. Η ιστοριογραφική αυτή παράδοση συνδυάζει την προβληματική των κακών οικονομικών συνθηκών των μαζών της Κωνσταντινούπολης με ένα επιχείρημα ενδογενών ανταγωνισμών μέσα στους κόλπους της ελίτ. Τα δύο αυτά στοιχεία εν τέλει συνδυάστηκαν ώστε να παράξουν την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ.[9] Η συγκεκριμένη σχολή σκέψης κυριαρχεί πλέον στην σύγχρονη βιβλιογραφία. Όμως, οι πιο σύγχρονες παραλλαγές της έχουν δώσει προβληματικά δείγματα γραφής προς δύο κατευθύνσεις.

Αφενός, οι θιασώτες του επιχειρήματος της χειραγώγησης της εξέγερσης από την ελίτ τείνουν να αφαιρούν οποιαδήποτε αυτενέργεια από τους επαναστάτες, λησμονώντας ότι η εκ των άνωθεν παραίνεση δεν αρκεί από μόνη της για να πυροδοτήσει μια επανάσταση. Πρέπει και οι εξεγερθέντες να έχουν αρκετά δυνητικά οφέλη και προσδοκίες από την πράξη τους, που δεν ταυτίζονται μάλλον με τα αντίστοιχα των ελίτ, ενώ πρέπει επίσης το κοινωνικό και πολιτικό τοπίο να είναι γόνιμο, ώστε να δεχθεί και να εδραιώσει την επαναστατική κίνηση.[10]

Αφετέρου, οι ταξικά σκεπτόμενοι μελετητές, αν και έχουν επιδείξει σημαντικές προσπάθειες γείωσης της επανάστασης σε μια κοινωνική και οικονομική βάση, τείνουν σε τελική ανάλυση να αναπαραγάγουν άθελα τους τα επιχειρήματα της πρώτης, γηραιότερης σχολής σκέψης: η λαίμαργη ελίτ κατασπαταλά τον δημόσιο πλούτο για να εξυπηρετήσει ταπεινά ένστικτα ενώ η εξαθλιωμένη μάζα, μη διαθέτοντας άλλη επιλογή, εξεγείρεται. Με την λογική αυτή όμως, η επανάσταση του Πατρόνα Χαλίλ και οι δυναμικές της διαπάλης μεταξύ των ελίτ και των μη ελίτ αποστερούνται της πολυπλοκότητας, του ιστορικού βάθους και των θεμελιωδών αιτιών τους, και μετατρέπονται – τηρουμένων των αναλογιών – σε οθωμανική εκδοχή της αντιπαράθεσης του Ρομπέν των Δασών με τον άπληστο Πρίγκιπα Ιωάννη.[11]

Jean-Baptiste Vanmour: Πορτραίτο του Πατρόνα Χαλίλ ( c.  1730-1737),  Άμστερνταμ,  Rijksmuseum.

Μέσα σε αυτό το μεθοδολογικό και νοητικό οικοδόμημα η εξέγερση αντιμετωπιζόταν από τους ιστορικούς ως ένα sui generis φαινόμενο. Κατά τη γνώμη του γράφοντος, η παραπάνω εκτίμηση  οφείλεται στο ότι, εκούσια ή ακούσια, το μεγαλύτερο μέρος της ιστοριογραφίας αναπαράγει μια συγκεκριμένη πηγή. Σε πρόσφατη μελέτη γίνεται μνεία ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στο μήκος του κειμένου προέρχονται από το σύγχρονο στην εξέγερση χρονικό του Αμπντί Εφέντι.[12] Κάτι τέτοιο όμως είναι αδύνατο. Τα στοιχεία που αναφέρονται δεν βρίσκονται πουθενά στο προαναφερθέν χρονικό. Η παρανόηση αυτή κατέστη δυνατή καθώς η επιχειρηματολογία και το λεξιλόγιο ενός συκοφαντικού χρονικού έχει μπολιάσει τη δευτερογενή βιβλιογραφία σε τέτοιο βαθμό, ώστε αυτούσια κομμάτια και φράσεις της ιστορίας του Σεμντανίζαντε Εφέντι να εκλαμβάνονται λανθασμένα ως «αντικειμενική» ιστορική ανάλυση των υπόλοιπων πρωτογενών πηγών και όχι ως αιτιάσεις που χρίζουν επαλήθευση. Παρά τις διαστρεβλώσεις όμως, και καθώς κάποια από τα στοιχεία που αναφέρονται στη συγκεκριμένη πηγή  όντως τεκμηριώνονται ιστορικά, ας ξεκινήσουμε με αυτά.

Το χρονικό του Σεμντανίζαντε Φιντικλί Σουλεημάν Εφέντη έχει γραφτεί 30 χρόνια μετά την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ.[13] Ο πατέρας του Οθωμανού συγγραφέα ήταν ένας από τους ευνοημένους της αλλαγής καθεστώτος που προκάλεσε η επανάσταση. Η νέα διακυβέρνηση του παραχώρησε την ενοικίαση των φοροπροσόδων των τελωνείων της Κωνσταντινούπολης.[14] Ο Σεμντανίζαντε είχε συνεπώς κάθε λόγο να «χαϊδεύει τα αυτιά» του νέου Σουλτάνου και των «αυλικών», κακολογώντας τους προκατόχους τους. Στρατηγική παλιά και δοκιμασμένη για όσους προσπαθούσαν να γαντζωθούν επαγγελματικά στον οθωμανικό κρατικό μηχανισμό. Από την αφήγησή του πληροφορούμαστε για τις μεγαλοπρεπείς γιορτές τουλίπας, όπου οι Οθωμανοί αξιωματούχοι κατασπαταλούσαν το δημόσιο χρήμα, χασομερούσαν και παραμελούσαν την κρατική διοίκηση και την κατάσταση των υπηκόων τους καθώς επιδίδονταν σε ατέλειωτα φαγοπότια, καταναλώνοντας χαλβά και παραβγαίνοντας όσον αφορά στις δεξιότητες τους στην καλλιέργεια νέων και πιο φανταχτερών ειδών τουλίπας. Πρέπει κανείς να φανταστεί ότι τέτοιου είδους θεάματα ήταν συχνά στην Κωνσταντινούπολη του 18ου αιώνα. Συνήθως λάμβαναν χώρα εν τω μέσω τεράστιων κήπων που κτιζόταν από τις ελίτ στην τοποθεσία «Γλυκά Νερά της Ευρώπης». Ταυτοχρόνως, μαθαίνουμε ότι ο Ιμπραχίμ Πασά είχε στήσει τεράστιες κούνιες με τις οποίες διέφθειρε τις γυναίκες της Κωνσταντινούπολης, καθώς είχε βάλει «παλικάρια με γλυκιά φωνή» να τις κουνάνε και να τους τραγουδούν. Το αποτέλεσμα ήταν «νέες και ηλικιωμένεςς» να χωρίζουν τους άντρες τους, αν αυτοί αρνούνταν να τους δώσουν χρήματα και άδεια ώστε να συμμετάσχουν στη συγκεκριμένη διασκέδαση.[15] Η παραπάνω διήγηση περιέχει κάποια ψήγματα αλήθειας. Όντως φαντασμαγορικές γιορτές τουλίπας λάμβαναν χώρα, ενώ αν πιστέψουμε κάποιους περιηγητές, τότε κούνιες πρέπει να είχαν στηθεί σε διάφορες συνοικίες τις Κωνσταντινούπολης. Αλλά το ερώτημα παραμένει. Συνεπάγονταν οι δραστηριότητες εκείνες την ανικανότητα, φιλαργυρία και διαφθορά των διοργανωτών τους και μάλιστα σε τέτοιο σημείο ώστε να γίνουν αφορμή για την εκπυρσοκρότηση μιας επανάστασης;

Καταρχάς πρέπει να σημειώσουμε ότι η καλλιέργεια τουλίπας, αν και μάλλον πρώτη φορά έπαιρνε τέτοιες διαστάσεις στην οθωμανική κουλτούρα, απαντάται σε παλαιότερες εποχές ως ψυχαγωγική ασχολία των ελίτ. Ο ίδιος ο Σεϊχουλισλάμης του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή, ο ξακουστός Εμποσούντ Εφέντης, πειραματιζόταν με την δημιουργία νέων ειδών τουλίπας δύο αιώνες νωρίτερα. Οι δε μεγαλοπρεπείς γιορτές δεν ήταν καινούριο φαινόμενο. Αντίθετα, είχαν ξεκινήσει από τον πατέρα του Αχμέτ Γ΄. Παρόλα αυτά ούτε η καλλιέργεια τουλιπών, που άλλωστε συνάδει με την Ισλαμική παράδοση, ούτε η διοργάνωση φιεστών είχε συνδυαστεί παλαιότερα με αρνητικά στοιχεία.[16]

Η εικόνα ξεκαθαρίζει όταν κανείς ανακαλύψει τον τρόπο με τον οποίο ο Σεμντανίζαντε κατασκευάζει το επιχείρημα για την διασάλευση των ηθών. Η ενθρόνιση του Αχμέτ Γ΄ σηματοδότησε την επαναφορά της οθωμανικής Αυλής από την Αδριανούπολη στην Κωνσταντινούπολη. Μια από τις πράξεις του νέου Σουλτάνου και του μεγάλου βεζίρη Ιμπραχίμ Πασά ήταν η έκδοση ενός νόμου περί ενδυμασίας. Σύμφωνα με αυτόν, «Ξεδιάντροπες γυναίκες, επωφελούμενες της απουσίας του Σουλτάνου από την Κωνσταντινούπολη, είχαν αρχίσει να φοράνε ξενόφερτα, φράγκικα φορέματα και σπαταλούσαν τα χρήματα των συζύγων τους για να τα αγοράσουν, και αν αυτοί δεν τους τα έδιναν, τότε τους χώριζαν».[17] Εδώ μπορούμε να παρατηρήσουμε μια ανακολουθία. Τόσο ο Σεμντανίζαντε όσο και η διοίκηση που αυτός θέλει να περιγράψει ως ανήθικη, χρησιμοποιούν το ίδιο λεξιλόγιο και τα ίδια επιχειρήματα. Αυτό συμβαίνει καθώς και οι δύο διηγήσεις, δηλαδή του χρονικού και του νόμου περί ενδυμασίας, μικρή σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Είναι οθωμανικοί αφηγηματικοί τόποι, λεξιλογικά καλούπια που ανήκουν σε μια κοινή εγγράμματη λογοτεχνική παράδοση, τα οποία δεν έχουν σκοπό να αναδείξουν την αλήθεια και το γεγονός, αλλά να εκφράσουν νοοτροπίες για το ηθικό και το ανήθικο, μετατρέποντας παράλληλα μια συνηθισμένη συμπεριφορά σε μίασμα. Αν κανείς μάλιστα θέλει να προχωρήσει το συλλογισμό ακόμη περισσότερο, μπορεί να πει ότι ο Σεμντανίζαντε διάβασε το νόμο περί ενδυμασίας και διαστρέβλωσε το περιεχόμενο του, ώστε να συκοφαντήσει την ηγεσία που τον εξέδωσε. Στην ουσία λοιπόν η παράδοση που θέλει την «Εποχή των Τουλιπών» να είναι μια περίοδος που έθρεψε άσωτους κρατικούς αξιωματούχους που χρησιμοποιούσαν με ασυδοσία την πολιτική τους δύναμη για να τρέφουν την ακόλαστη ζωή τους, στηρίζεται σε τέτοιες παραποιήσεις. Πουθενά όμως δεν είναι αυτό τόσο έκδηλο όσο στο επιχείρημα για τον πολυτελή βίο του Ιμπραχίμ Πασά.

Σύμφωνα με τις νεότερες μελέτες, ο ετήσιος προϋπολογισμός του ευρύτερου νοικοκυριού του Ιμπραχίμ Πασά ήταν κατά πολύ μικρότερος από εκείνον του προκατόχου του. Πολλές φορές τα ετήσια έξοδα του Ιμπραχίμ Πασά ισούταν με τα μηνιαία έξοδα του προηγούμενου Μεγάλου Βεζίρη. Τα περισσότερα χρήματα σπαταλιόνταν αφενός σε βασικά τρόφιμα όπως ρεβίθια και ψωμί, και αφετέρου στον ρουχισμό του προσωπικού. Συγκριτικά, προϊόντα που θεωρούνταν είδη πολυτελείας, όπως ζάχαρη και καπνός, εμφανίζονται σπανιότερα στους καταλόγους εξόδων και καταλαμβάνουν πολύ μικρό ποσοστό του εισοδήματος του Πασά. Επίσης ο Ιμπραχίμ Πασά πολύ σπάνια φαίνεται να παραγγέλνει κοστοβόρα κοσμήματα ή διακοσμητικά όπλα, αντικείμενα τα οποία ο προκάτοχος του αποθησαύριζε με ζήλο. Τέλος, το «βδομαδιάτικο» χαρτζιλίκι του ιδίου του Πασά για τα εκτός προϋπολογισμού ή προσωπικά του έξοδα ήταν 250 άσπρα, τη στιγμή που ο προκάτοχός του σπαταλούσε παραπάνω από 1500.[18] Ακόμα και το υποτιθέμενο υπέρλαμπρο παλάτι του Πασά ήταν χτισμένο με ξύλο και άλλα φθηνά υλικά.[19] Το επιχείρημα λοιπόν της αχαλίνωτης και προκλητικής κατανάλωσης καταρρίπτεται. Ούτως ή άλλως όμως κατά βάθος ήταν αντιφατικό. Η οικονομία και αγορά της Κωνσταντινούπολης στηρίζονταν σε μεγάλο βαθμό από τη ζήτηση που δημιουργούσαν καθώς και τα αγαθά που κατανάλωναν το Παλάτι και οι Οθωμανοί αξιωματούχοι. Υπό την έννοια αυτή, αν η ελίτ όντως κατανάλωνε στο βαθμό που υπονοείται από την παλαιότερη ιστοριογραφία, τότε και οι Κωνσταντινουπολίτες θα έπρεπε να ευημερούσαν, πράγμα που είναι αμφίβολο.[20] Το πιθανότερο είναι ότι συνέβαινε το αντίθετο.

Η «εξαίσια» Εποχή των Τουλιπών ήταν μάλλον περίοδος οικονομικής «συστολής». O Μεγάλος Βεζίρης φαίνεται ότι είχε ξεκινήσει πολυετή προσπάθεια «μεταρρύθμισης» και ανάκτησης ελέγχου των δημοσίων οικονομικών από το κράτος. Ήδη ακόμα από την εποχή που ο Ιμπραχίμ Πασά εκτελούσε χρέη τοποτηρητή για τον προηγούμενο Μεγάλο Βεζίρη, εκδόθηκαν δύο εντολές. Η πρώτη ανακαλούσε και κατείσχε για λογαριασμό του δημοσίου, τις εφ’ όρου ζωής εκμισθώσεις φοροπροσόδων, τους λεγόμενους μαλικιανέδες, ώστε να αναγκαστούν οι κάτοχοί τους να πληρώσουν το μισό της αξίας τους για να τους ανακτήσουν. Η δεύτερη απαγόρευε την υπενοικίαση τους σε τρίτα πρόσωπα.[21]

Jean-Baptiste Vanmour: Γενική άποψη της Κωνσταντινούπολης από την Ολλανδική πρεσβεία στο Πέρα (c. 1720-1737),  Άμστερνταμ,  Rijksmuseum.

Επίσης, τα πρώτα πέντε χρόνια της Μεγάλης Βεζιρίας του, ο Ιμπραχίμ Πασά φαίνεται ότι είχε εξοικονομήσει μεγάλα ποσά από την περικοπή μισθών των στρατευμάτων. Το ίδιο συνέβαινε μάλλον και με τους γενίτσαρους, καθώς ο Ιμπραχίμ Πασά είχε αρχίσει μια διαδικασία ανασύνταξης των βιβλίων καταγραφής και μισθοδοσίας τους.[22] Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι χιλιάδες γενίτσαροι έχασαν το στρατιωτικό στάτους τους, και μαζί με αυτό τις απολαβές σε χρήματα και είδος και τις φοροαπαλλαγές που συνεπάγονταν του γενιτσαρικού αξιώματος. Εξάλλου, ένα από τα αιτήματα των επαναστατών του Πατρόνα Χαλίλ ήταν τα γενιτσαρικά τεφτέρια να περιέλθουν στην κατοχή τους ώστε να (ξανα)γραφτούν σε αυτά τα στελέχη των εξεγερθέντων.[23] Ας σημειωθεί εδώ ότι οι σχετικές μελέτες  συνηγορούν ότι πριν την επανάσταση ακόμη και οι εναπομείναντες γενίτσαροι ήταν απλήρωτοι επί μήνες.[24] Επεξηγηματικά, πρέπει να προσθέσουμε ότι τον 18ο αιώνα το παιδομάζωμα είχε σε μεγάλο βαθμό αχρηστευτεί. Κανείς γινόταν γενίτσαρος είτε κληρονομώντας τον τίτλο από τον πατέρα του και μέσω άλλων δικτύων πατρωνίας, είτε μέσω της αγοράς γενιτσαρικών δελτίων που κυκλοφορούσαν στην αγορά της Κωνσταντινούπολης ήδη από τον προηγούμενο αιώνα.

Ένα τελευταίο δείγμα της περιοριστικής οικονομικής πολιτικής του καθεστώτος που ηγούνταν ο Μεγάλος Βεζίρης είναι η φορολογική πολιτική. Ο Ιμπραχίμ Πασά είχε αυξήσει τη συχνότητα επιβολής έκτακτων φόρων. Ειδικότερα και όσον αφορά την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ, οι συντεχνίες, τα μέλη των οποίων σε μεγάλο βαθμό ήταν γενίτσαροι που συμπλήρωναν το εισόδημα τους ασκώντας κάποια τέχνη, είχαν αναγκαστεί να πληρώσουν μια σειρά φόρων. Τον ειδικό φόρο, με τον οποίο εξασφάλιζαν την συμμετοχή τους στην εκστρατεία, καθώς και έναν καινούριο, αρκετά υψηλό, το λεγόμενο μπεδάτι (bid’at).[25] Το νέο δόσιμο αυτό ήταν μάλλον μια προσπάθεια μετακύλησης του κόστους της εκστρατείας στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι οι συμμετέχοντες στην ακόμα επί χάρτου εκστρατεία είχαν προβεί σε σημαντικά έξοδα, τα οποία μεγεθύνονταν αν αναλογιστεί κανείς ότι έπρεπε να είχαν προμηθευθεί και μεγάλη ποσότητα εμπορευμάτων, τα οποία ήλπιζαν να πουλήσουν με μεγάλο κέρδος κατά την εκστρατευτική περίοδο. Το γεγονός λοιπόν ότι η εκστρατεία είχε καθυστερήσει 4 μήνες πρέπει να είχε προκαλέσει μεγάλη ζημιά στους τεχνίτες και στους γενίτσαρους-τεχνίτες των συντεχνιών. Επί 4 μήνες τα καταστήματα τους έμεναν κλειστά και τα εμπορεύματα που προορίζονταν για την εκστρατεία αναξιοποίητα. Στο πλαίσιο αυτό, δεν πρέπει να προξενεί εντύπωση ότι είχαν κινηθεί νομικά, παραπονούμενοι στο ιεροδικείο για την ακύρωση του προαναφερθέντος νέου φόρου και την χρηματική αποζημίωση τους. Βέβαια, η προσπάθεια προέβη άκαρπη. Τελικά ο φόρος θα ανακαλούνταν μετά την Επανάσταση του Πατρόνα Χαλίλ καθώς αποτελούσε αίτημα των εξεγερθέντων.[26]

Ακόμα και τα πλιατσικολογήματα μπορούν να εξηγηθούν ως απόπειρες ανάκτησης οικονομικών κεκτημένων. Σε γενικές γραμμές τα χρονικά περιγράφουν τους επαναστάτες ως μια μάζα «λυσσασμένων σκύλων» που ρήμαζαν επί μήνες την Κωνσταντινούπολη λεηλατώντας οτιδήποτε στο διάβα τους. Η αλληλογραφία των ξένων πρέσβεων βέβαια σκιαγραφεί μια εκ διαμέτρου διαφορετική εικόνα. Οι περισσότεροι εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών κρατών συνηγορούν ότι έγιναν λιγοστές λεηλασίες[27] που αφορούσαν καταστήματα όπλων και υποδημάτων, για ευκόλως εννοούμενους λόγους. Επίσης σημειώνουν ότι συνολικά η εξέγερση διεκπεραιώθηκε με θαυμαστή ευταξία. Ακόμα και τα χρονικά, παρά την αντίφαση με το γενικό πνεύμα των διηγήσεων τους, μιλούν για αυτο-αστυνόμευση των επαναστατών,[28] προφανώς σε μια προσπάθεια να αποφευχθούν περιστατικά που θα σήμαιναν το τέλος της υποστήριξης που τύγχαναν από τους απλούς κατοίκους της Πόλης. Οι λιγοστές διηγήσεις πλιάτσικου και λεηλασίας που μπορούν να εξακριβωθούν, ακριβώς διότι δεν αναφέρονται με γενικότητες και ομιχλώδεις αφοριστικές εκφράσεις, αλλά με ονοματεπώνυμα, αφορούν τις περιουσίες κρατικών αξιωματούχων.[29] Αυτοί μάλλον θεωρούνταν συνυπεύθυνοι για την οικονομική πολιτική της κεντρικής εξουσίας και ο επιμερισμός των περιουσιών τους ήταν μορφή «δίκαιης αναδιανομής δημόσιου πλούτου». Παρατίθενται εδώ σε ελεύθερη μετάφραση τα λόγια του ιδίου του Πατρόνα Χαλίλ (όπως μεταφέρονται από τα χρονικά) τη στιγμή που εκπαραθύρωνε έναν κρατικό αξιωματούχο από την οικία, στην οποία διέμενε, ώστε να τη χρησιμοποιήσει ο ίδιος:

«Αυτό το σπίτι ανήκει σε εσένα ή στο δημόσιο ταμείο;»

–«Στο δημόσιο ταμείο».

«Έχεις άλλο σπίτι δικό σου;»

«Ναι».

«Ωραία τώρα θα πας σ’ αυτό και εδώ θα κάτσω εγώ».[30]

Ο αντίκτυπος της οικονομικής πολιτικής του Ιμπραχίμ Πασά πρέπει να είχε μεγεθυνθεί, καθώς τις προηγούμενες δεκαετίες η οικονομική κατάσταση μιας μάλλον μεγάλης μερίδας κατοίκων της Κωνσταντινούπολης είχε πιθανότατα βελτιωθεί. Προς αυτό καταδεικνύει η συνεχής επανέκδοση νόμων περί ενδυμασίας, των οποίων ένα παράδειγμα έχει ήδη προαναφερθεί. Σε πρακτικό επίπεδο αυτό σημαίνει ότι, παρά τις απαγορεύσεις, οι Κωνσταντινοπολίτες διέθεταν αρκετά χρήματα για να αγοράσουν ξενόφερτα στυλ και είδη ρουχισμού, διαθέσιμα μόνο για ανώτερους αξιωματούχους της αυτοκρατορίας. Αν υποτεθεί λοιπόν ότι ο εξορθολογισμός των δημοσίων οικονομικών περνούσε μέσα από την μείωση των μέχρι πρότινος αυξανόμενων εισοδημάτων των ιδιωτών, τότε είναι πιθανό η διάψευση των προσδοκιών να συνέβαλε στην δυσφορία έναντι του καθεστώτος του Ιμπραχίμ Πασά και του Αχμέτ Γ΄. Η προβληματική των νόμων περί ενδυμασίας φέρνει στο προσκήνιο ακόμα ένα στοιχείο που έπαιξε ρόλο στην επαναστατική δυναμική: εκείνο του ανταγωνισμού για την κυριαρχία στο πολιτικό στερέωμα.

Ήταν πλέον συχνό φαινόμενο, ιδιαίτερα για τους γενίτσαρους και για εκείνους που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο συνδέονταν με τα γενιτσαρικά σώματα, να φέρουν ρουχισμό που δεν άρμοζε στην κοινωνική τους τάξη. Στην ουσία λοιπόν το γενιτσαρικό σώμα ήταν η ωμή δύναμη πίσω από εκείνους, που μπορεί να μην είχαν πολιτική εξουσία με την παραδοσιακή έννοια του όρου, αλλά είχαν αρκετά χρήματα ώστε να αμφισβητήσουν τα όρια της κοινωνικής τους τάξης και το εύρος της πολιτικής ισχύος της διοικούσας ελίτ, για την οποία ο σφετερισμός του ιματισμού της από τα χαμηλότερα στρώματα αποτελούσε ευθεία πρόκληση.[31]

Μια ακόμα προκείμενη αιτία που μάλλον είχε συντελέσει στην εξέγερση πρέπει να ήταν το «ύφος» διακυβέρνησης του Μεγάλου Βεζίρη. Επί δώδεκα συναπτά έτη, ο Μεγάλος Βεζίρης φαίνεται ότι ασκούσε εξουσία δίχως να μπορεί να ελεγχθεί. Το παραδοσιακό, στο 18ο αιώνα, όργανο μετριασμού των πολιτικών της Αυλής, ο Σεϊχουλισλάμης, όπως και πριν την εξέγερση της Αδριανούπολης 27 χρόνια νωρίτερα, ήταν ευνοούμενος της Αυλής, συγχωριανός του μεγάλου Βεζίρη.[32] Επίσης αν κρίνουμε από την απόλυση του Καδή της Κωνσταντινούπολης και την τοποθέτηση στην θέση του ενός ευνοούμενου, ο Ιμπραχίμ Πασά μάλλον δεν ανεχόταν την κριτική στις πολιτικές του. Να σημειωθεί εδώ ότι αν και η απόλυση είχε γίνει με πρόφαση την μη ικανοποιητική διαχείριση ελλείψεων στην αγορά της πόλης, ο ίδιος Καδής επανατοποθετήθηκε στο πόστο του από τους επαναστάτες, πράγμα που μάλλον μας προϊδεάζει για το ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο τύγχανε της ευρύτερης αποδοχής των γενίτσαρων και των συντεχνιών.

Jean-Baptiste Vanmour: Η δολοφονία του Πατρόνα Χαλίλ (c. 1730-1737), Άμστερνταμ,  Rijksmuseum.

Ανάλογα συγκεντρωτική ήταν η άσκηση πολιτικής όσον αφορά τους διορισμούς στον φοροεισπρακτικό μηχανισμό. Παράπονα προς την Υψηλή Πύλη που έφερναν υπήκοοι από την Ανατολία καταδεικνύουν ότι όλες οι φοροπρόσοδοι πάνω στις πλουτοπαραγωγικές πηγές μιας περιοχής είχαν ενοικιαστεί σε ευνοούμενους του Πασά.[33] Το ίδιο πρέπει να συνέβαινε και στην πρωτεύουσα, αν κρίνουμε από το ότι χρειάστηκε μια επανάσταση ώστε τα τελωνεία της Κωνσταντινούπολης να περάσουν στα χέρια του πατέρα του Σεμντανίζαντε.

Ένας τελευταίος παράγοντας που μάλλον διαδραμάτισε κάποιον ρόλο στην επαναστατική διαδικασία είναι η αλβανική μετανάστευση. Ο 18ος αιώνας σήμανε αύξηση στη μεταναστευτική ροή από τη βαλκανική χερσόνησο στην Κωνσταντινούπολη. Οι Αλβανοί μετανάστες κάλυπταν σε μεγάλο ποσοστό τη ζήτηση για ανειδίκευτα εργατικά χέρια στην πρωτεύουσα. Τα χαμάμ και το λιμάνι της πρωτεύουσας παρείχαν εργασία σε χιλιάδες Αλβανούς μετανάστες.[34] Να σημειωθεί ότι τα επαγγέλματα αυτά θεωρούνταν μιασματικά, καθώς οι εργαζόμενοι έρχονταν καθημερινά σε επαφή είτε με το ανθρώπινο σώμα, είτε με τα ελλιμενισμένα πλοία που θεωρούνταν υπεύθυνα για τις περιοδικές εμφανίσεις επιδημιών.

Επίσης, Αλβανοί μετανάστες φέρονταν να έχουν εισχωρήσει στη συντεχνία των αρτοποιών, ενώ έλεγχαν τη συντεχνία των χασάπηδων, η οποία είχε στενές σχέσεις με το γενιτσαρικό σώμα.[35] Μέσω τέτοιων επαγγελματικών δικτύων οι Αλβανοί της Πόλης είχαν καταφέρει να εισχωρήσουν και στο τελευταίο. Ο Πατρόνα Χαλίλ καταγράφεται στις πηγές μας ως γενίτσαρος, το ίδιο και πολλοί από τους συντρόφους του, καφετζήδες και παντοπώλες, επαγγέλματα που τον 18ο αιώνα ασκούνταν κυρίως από γενίτσαρους.[36] Επίσης, στα χρονικά καταγράφεται ότι ο Πατρόνα Χαλίλ και οι σύντροφοί του κατάφεραν να πείσουν τους γηραιότερους αξιωματούχους των γενιτσάρων να προσχωρήσουν στην εξέγερση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την μαζική-πλην των μποσταντζήδων γενιτσάρων-συμμετοχή των γενιτσαρικών λόχων, η οποία εκδηλώθηκε με τον παραδοσιακό τρόπο. Οι γενίτσαροι σε ένδειξη στασιασμού έβγαλαν τα καζάνια τους στην πλατεία του παλιού βυζαντινού ιπποδρόμου και τα αναποδογύρισαν, χύνοντας το περιεχόμενο τους, μη αποδεχόμενοι το φαγητό του Σουλτάνου και κατ’ επέκταση τον ίδιο. Προξενεί εντύπωση λοιπόν τόσο το ότι το νέο καθεστώς που εγκαταστάθηκε από τους επαναστάτες προέβη σε αντίποινα, όσο και το ότι τα αντίποινα αυτά στράφηκαν αποκλειστικά και μόνο εναντίον των Αλβανών, σε μια στιγμή που τα στρατιωτικά σώματα είχαν επαναστατήσει στο σύνολο τους. Η εξήγηση όμως μάλλον δεν είναι ιδιαίτερα περίπλοκη.

Οι Αλβανοί, παρ’ όλες τις απελάσεις μεταναστών από την Πόλη, που είχαν ξεκινήσει ήδη από τον προηγούμενο αιώνα και παρά την συνεχή στοχοποίησή τους, ήταν μια αρκετά επιταχυμένη κοινωνική ομάδα όσον αφορά την απορρόφηση τους στον οικονομικό ιστό της οθωμανικής πρωτεύουσας. Σε ένα από τα χρονικά ο συγγραφέας ονομάζει τους Αλβανούς «δαίμονες με το προσωπείο Μουσουλμάνων που σαν μάστιγα έχουν κατακλύσει τα χωράφια, τα εργαστήρια και τα χαμάμ της Κωνσταντινούπολης».[37] Το καταφανώς ρατσιστικό αυτό χωρίο έρχεται ώστε να επιδοκιμάσει τις επιχειρήσεις εκκαθάρισής τους μετά την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ. Επομένως, οι «βέροι» Κωνσταντινουπολίτες πρέπει να ένιωθαν ανασφάλεια ή φόβο από τον οικονομικό ανταγωνισμό που προκαλούσε η μαζική εισροή εργατικών χεριών στην αγορά της Πόλης. Θα ήταν λογικό να υποθέσουμε ότι μετά την ικανοποίηση των αιτημάτων τους, οι γενίτσαροι δεν χρειάζονταν πια τον Αλβανό συμπολεμιστή τους Πατρόνα Χαλίλ και τους «10.000» Αλβανούς, των οποίων αυτός ηγούνταν. Αφενός, καθώς οι Αλβανοί αποτελούσαν έναν παράγοντα επαγγελματικού ανταγωνισμού απέναντι στους υπόλοιπους γενίτσαρους, αφετέρου καθώς η ισχύς του Πατρόνα Χαλίλ και των συντρόφων του είχε μάλλον ξεπεράσει εκείνη των παραδοσιακών αξιωματούχων των γενιτσαρικών λόχων μετά την εξέγερση. Ως εκ τούτου, δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση ότι τελικά ήταν μόνο οι Αλβανοί που διώχθηκαν, δεδομένων των εις βάρους τους στερεοτύπων που εκφράζονται εύγλωττα στο προαναφερθέν απόφθεγμα. Εν τέλει, τα στερεότυπα χρησιμοποιήθηκαν ώστε να εξιλεωθούν οι υπόλοιποι γενίτσαροι για την έκνομη πράξη του στασιασμού, θυσιάζοντας μια κακόφημη και ανεπιθύμητη κοινωνική ομάδα και ρίχνοντας πάνω της την ευθύνη για την εξέγερση, αποκρύπτοντας τα πραγματικά αίτια της τελευταίας.

Συμπερασματικά, η εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ είναι ένα ισχυρό παράδειγμα για την γοητεία και τη δύναμη που ασκούν οι παραδοσιακές ιστοριογραφικές ερμηνευτικές γραμμές στην Οθωμανική Ιστορία. Η πρώτη και προφανέστερη πτυχή της προβληματικής αυτής είναι η κυριαρχία των αφηγηματικών γραμμών των χρονικών. Οι λέξεις, φράσεις και οι συχνά εξόφθαλμα χαλκευμένες ή πολιτικά στρατευμένες διηγήσεις αναπαράγονται κατά λέξη, χωρίς να υποβάλλονται σε στοιχειώδη λογικό έλεγχο. Αυτό βέβαια ίσως να μη συνέβαινε αν οι ιστορικοί δεν ήταν ήδη προδιατεθειμένοι προς την αποδοχή των επιχειρημάτων των Οθωμανών χρονικογράφων. Η δεκτικότητα αυτή μπορεί να αποδοθεί στην ισχύ της βιβλιογραφικής παράδοσης για την λεγόμενη «Εποχή των Τουλιπών». Από την άλλη, η δύναμη της παραδοσιακής βιβλιογραφίας προκύπτει εν μέρει από την συσχέτιση των θεωρούμενων χαρακτηριστικών του καθεστώτος του Ιμπραχίμ Πασά με το σύμβολο της Τουλίπας. Το ιστοριογραφικό δυστύχημα που ευθύνεται για τις παρανοήσεις μπορεί να εξηγηθεί μάλλον απλά. Μόνο κατά την παραμονή του Ιμπραχίμ Πασά στο πόστο του Μεγάλου Βεζίρη εμφανίζεται ή διαδίδεται αρκετά ένα αντικείμενο που δύναται να χρησιμοποιηθεί ως πολιτικό σήμα κατατεθέν για τα τεκταινόμενα της εποχής. Έτσι, κανονικότητες που ξεκίνησαν πριν ακόμα και από την στέψη του Αχμέντ Γ΄ και συνεχίστηκαν μετά την πτώση του, αποδίδονται λανθασμένα στην εποχή του, ακριβώς λόγω του συμψηφισμού τους με το σύμβολο. Από την άποψη αυτή το μόνο ιδιαίτερο στοιχείο που παρουσιάζει η «Εποχή των Τουλιπών» είναι η μόδα της καλλιέργειας τουλιπών αυτή καθ’ αυτή.  Κατά τα άλλα θα ήταν σκόπιμο να λεχθεί ότι τα πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά συμβάντα της εποχής εναρμονίζονται με τις ευρύτερες τάσεις του 18ου αιώνα.

Η κρήνη του Σουλτάνου Αχμέντ Γ΄ στην Κωνσταντινούπολη, αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αρχιτεκτονικής της Εποχής των Τουλιπών.

Ο μακρύς 18ος αιώνας, και η Μεγάλη Βεζιρεία του Ιμπραχίμ Πασά, αποτέλεσαν στροφή προς τον συγκεντρωτισμό για το Οθωμανικό κράτος, το οποίο αποπειράθηκε να επιβληθεί επί των υπολοίπων κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών παραγόντων. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι πιθανό ότι ανέπτυξε μηχανισμούς και εργαλεία που αποσκοπούσαν στον καλύτερο έλεγχο του πληθυσμού και στην εμπέδωση των συμφερόντων και βλέψεων της διοίκησης, προσπαθώντας παράλληλα να παρακάμψει ή να αποσιωπήσει τις όποιες αντιστάσεις ενάντια στις νέες πολιτικές. Προς το συμπέρασμα αυτό άλλωστε παραπέμπουν οι περισσότερες από τις πολιτικές επιλογές της Οθωμανικής άρχουσας τάξης που εξετάστηκαν εδώ. Η επιβολή νέων φόρων και η περιοριστική οικονομική πολιτική αποσκοπούσαν στην εξυγίανση του κρατικού προϋπολογισμού με τη μετακύλιση του κόστους προς τα κάτω. Η περικοπή  δαπανών, περνώντας μέσα από τον έλεγχο των κατάστιχων των στρατιωτικών σωμάτων, αναπαριστά μια προσπάθεια ανάκτησης του ελέγχου σχετικά με το ποιος δικαιούται να θεωρείται askeri (μέλος της στρατιωτικής τάξης), μια διαδικασία η οποία από τον προηγούμενο αιώνα είχε αφεθεί σε εναλλακτικά κανάλια, όπως η αγορά ή και τα διάφορα δίκτυα πατρωνίας και συντεχνιών. Η μονοπώληση διοικητικών/θρησκευτικών θέσεων και εκμίσθωσης φοροπροσόδων από ευνοούμενους του Μεγάλου Βεζίρη αποσκοπούσε στην συγκέντρωση πολιτικής και κανονιστικής ισχύος στα χέρια του Ιμπραχίμ Πασά, προσφέροντάς του τον μεγαλύτερο δυνατό έλεγχο πάνω στον κρατικό μηχανισμό, και περιορίζοντας τους εκ των έσω πυρήνες αντίστασης. Η έκδοση και επιβολή νόμων περί ενδυμασίας, η οποία αποτελεί σταθερό γνώρισμα του 18ου αιώνα, ανεξαρτήτως των κρατούντων την εξουσία, χρησίμευε στην ενίσχυση της αναγνωρισιμότητας και ιδιαιτερότητας των διοικητικών ελίτ και δρούσε ως εμπόδιο στην κοινωνική κινητικότητα και στην εξωτερίκευση της απόκτησης πλούτου και πολιτικής επιρροής από τους εκτός των επίσημων μηχανισμών εξουσίας. Τέλος η λήψη ανασταλτικών μέτρων ενάντια στην μετανάστευση προς την Κωνσταντινούπολη διεύρυνε τις δυνατότητες αστυνόμευσης και καταστολής του κράτους. Ο Ιμπραχίμ Πασά βέβαια δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για τις εξελίξεις στην αστυνόμευση που ξεκίνησαν με αφορμή τα προσφυγικά κύματα στην Κωνσταντινούπολη. Παρ’ όλα αυτά, θα ήταν λάθος να λησμονηθεί ότι αυτές τέθηκαν σε κίνηση, σε πρώτη φάση μετά την εξέγερση του 1703, ενώ εντάθηκαν και τελειοποιηθήκαν μετά την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ. Με άλλα λόγια, η απόδοση των εξεγέρσεων σε ανεπιθύμητους ξένους αποτέλεσε πλατφόρμα πάνω στην οποία στηρίχτηκε η επέκταση του μηχανισμού επιτήρησης και παρακολούθησης των δυνάμεων αστυνόμευσης. Έχουμε λοιπόν σχετικά λίγα παραδείγματα που στρέφονται προς το κλασσικό ιστοριογραφικό αφήγημα ηθικής κατάπτωσης και αχαλίνωτης κατανάλωσης. Ωστόσο, ακόμα και αυτά μπορούν να θεωρηθούν κατά μέρος ως εκφράσεις κενών πληροφοριών και κοινών οθωμανικών αφηγηματικών τόπων. Αντίθετα, οι υπάρχουσες πληροφορίες τείνουν πολύ περισσότερο προς το να επιβεβαιώσουν μια κανονικότητα σταδιακά αυξανόμενης συγκεντρωτικής πολιτικής και αυταρχισμού.

Από την άλλη, θα ήταν λάθος να υπερεκτιμηθεί η επιτυχία της κρατικής επιβολής πάνω στις οικονομικές και κοινωνικές δυνάμεις του 18ου αιώνα. Δηλαδή, δεν πρέπει να λαμβάνεται ως δεδομένο ότι οι αυταρχικές και συγκεντρωτικές τάσεις του πολιτικού κέντρου ήταν απαραίτητα αποτελεσματικές, παρά το εύρος ή την έντασή τους. Άλλωστε,  τα ίδια τα αποτελέσματα της εξέγερσης του Πατρόνα Χαλίλ καταδεικνύουν προς την κατεύθυνση της αποτυχίας της συγκεντρωτικής πολιτικής. Οι γενίτσαροι κατάφεραν να επιβληθούν πολιτικά στην οθωμανική Αυλή, να ακυρώσουν τον προωθούμενο φόρο στα προς πώληση προϊόντα, να ανακτήσουν το έλεγχο όσον αφορά τη μισθοδοσία, και να εξασφαλίσουν την δυνητικά κερδοφόρα για αυτούς στρατιωτική εκστρατεία. Αλβανοί πρόσφυγες συνέχισαν να συρρέουν στην Κωνσταντινούπολη και να ενθέτουν τους εαυτούς τους στους θεσμούς και τα δίκτυά της, παρά την ενίσχυση της αστυνόμευσης και τις σε βάρος τους εκκαθαρίσεις. Τέλος, αν κρίνουμε από την συνεχή έκδοση νόμων περί ενδυμασίας, οι απλοί Κωνσταντινοπολίτες συνέχισαν να φορούν ρούχα που δεν άρμοζαν στην τάξη που ανήκαν. Μάλιστα, αυτό πρέπει να συνέβαινε με μεγαλύτερη πυκνότητα και συχνότητα. Από την άποψη αυτή, τα όρια της κρατικής εξουσίας, μπροστά στις κοινωνικές αντιδράσεις και στις βαθύτερες οικονομικές και κοινωνικές δυνάμεις, όπως η συσσώρευση κεφαλαίου ή η μετανάστευση, αποκαλύπτονται τρισδιάστατα. Η ελίτ και το πολιτικό κέντρο δεν είναι παίκτες – παντογνώστες. Έχουν αίσθηση μόνον των επί μέρους εκφάνσεων που καταδεικνύουν προς την εξασθένιση της εξουσίας και της επιβλητικής ικανότητάς τους. Ο συγκεντρωτισμός ή ο αυταρχισμός εκδηλώνονται μόνο ως εκφάνσεις αντιδράσεων, οι οποίες δεν αποσκοπούν στην ανάσχεση των ιστορικών δυνάμεων και διαδικασιών, αλλά στην αντιμετώπιση συμπτωμάτων, όπως η ξενόφερτη ενδυμασία. Το αντίθετο άλλωστε θα ήταν αδύνατο, καθώς η ιστορική διαδικασία είναι παρατηρήσιμη μόνον από την πλεονεκτική οπτική γωνία του ιστορικού. Ως εκ τούτου, οι προσπάθειες του πολιτικού κέντρου να ελέγξει την συμπεριφορά των κατώτερων στρωμάτων δεν θα πρέπει να γίνονται αντιληπτές ως ένα απόλυτο, παντοδύναμο εργαλείο, αλλά μάλλον ως ένας παλαιστής που προσπαθεί να σημαδέψει με δεμένα μάτια.

Ο Ευθύμιος Μαχαίρας είναι υποψήφιος διδάκτωρ Οθωμανικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

 

Σημειώσεις

[1] Βλέπε σχετικά Ahmet Refik Altınay, Lale Devri (1718-1730), Geçmiş Asırlarda Osmanlı Hayatı, Tarih Vakfı Yurt Yayınları, Κωνσταντινούπολη 2011. Πρώτη έκδοση 1915, ή πιο πρόσφατα Bernard Lewis, The Emergence of Modern Turkey, Oxford University Press, 2002 ή Niyazi Berkes, The Development of Secularism in Turkey, Routledge, Λονδίνο 1988, και Şerif Mardin, Religion, Society, and Modernity in Turkey, Syracuse University Press, Νέα Υόρκη, 2006.

[2] Για μια σύνοψη της εξέγερσης βλέπε Münir Aktepe, Patrona İsyanı (1730), İstanbul Edebiyat Fakültesi Basımevi, Κωνσταντινούπολη, 1958. Επίσης İsmail Hakkı Uzunçarşılı, Osmanlı Tarihi, τόμος 4, μέρος 2, Türk Tarih Kurumu, Άγκυρα, 1956, σελ. 204 και Halil Inalcik, Donald Quataert, Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Τόμος Β΄, 1600-1914, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2008.

[3] Στα ίδια.

[4] Ό.π.

[5] Βλέπε σχετικό κείμενο για Ahmed Cevdet και Mustafa Nuri στο Can, Erimtan, Ottomans Looking West? , The Origins of the Tulip Age and its Development in Modern Turkey, I.B Tauris, Λονδίνο 2008, σελ. 10-17 και Ahmed Cevdet Paşa, Tarih-i Cevdet,12 τόμοι Μatbaa-i Amire, Κωνσταντινούπολη, 1854-1884, βλέπε τόμο 1, σελ. 38-43, και Mustafa Nuri, Netayic ül-Vukuat, τόμος 3, Uhuvvet Matbaası, Κωνσταντινούπολη, 1911.

[6] Ό.π., Ahmet Refik, Lale Devri, Niyazi Berkes, The Development of Secularism in Turkey, Şerif Mardin, Religion, Society, and Modernity in Turkey και Bernard Lewis, The Emergence of Modern Turkey.

[7] Για μια κριτική στο έργο του Refik βλέπε Can, Erimtan, Ottomans Looking West?: The Origins of the Tulip Age and its Development in Modern Turkey, I.B Tauris, Λονδίνο 2008.

[8] Στο ίδιο σελ. 61.

[9] Ό.π., Münir, Aktepe, Patrona İsyanı (1730)

[10] Karahasanoğlu, Selim, A Tulip Age Legend: Consumer Behavior and Material Culture in the Ottoman Empire (1718-1730), Binghamton University State University of New York, Νέα Υόρκη, 2009.

[11] Salzmann, Ariel, “The Age of Tulips: Confluence and Conflict in Early Modern Consumer Culture (1550-1730),” στο: Donald Quataert (επιμ.), Consumption Studies and the History of the Ottoman Empire, 1550-1922, SUNY Press, Νέα Υόρκη, 2000.

[12] Faik Reşit Unat, 1730 Patrona İhtilali Hakkında Bir Eser «Abdi Tarihi,» Türk Tarih Kurumu Basımevi, Άγκυρα 1943.

[13] Münir Aktepe, Şemdanizade Fındıklı Süleyman Mürit’i’t-Tevarih I, İstanbul Edebiyat Fakültesi Maatbaası, Κωνσταντινούπολη 1976.

[14] Karahasanoğlu, A Tulip Age Legend…, σελ. 16.

[15] Münir Aktepe, Şemdanizade Fındıklı Süleyman…, σελ. 3, 4.

[16]  Ό.π., Karahasanoğlu, A Tulip Age Legend…,

[17] Ebru Boyar, Kate Fleet, A Social History of Ottoman Istanbul, Cambridge University Press, Κέμπριτζ 2010, σελ. 181 και Donald Quataert, “Clothing Laws, State and Society in the Ottoman Empire, 1720-1829,” International Journal of Middle East Studies 29 (1997): 403-425.

[18]  Karahasanoğlu, A Tulip Age Legend…,σελ. 130-140.

[19]  Mikhail, Alan, “The Heart’s Desire: Gender, Urban Space and the Ottoman Coffee House” και Erimtan, Can, “The Perception of Saadabad: The ‘Tulip Age’ and Ottoman–Safavid Rivalry” στο: Dana Sajdi (επιμ.), Ottoman Tulips, Ottoman Coffee Leisure and Lifestyle in the Eighteenth Century, I.B Tauris, Λονδίνο 2007, σελ. 57, 25.

[20] Το παράδοξο αυτό έχει εκφραστεί από τον Σελίμ Καραχασάνογλου στην εργασία, στην οποία παραπέμπουμε παραπάνω.

[21] Salzmann, “An Ancien Regime Revisited: «Privatization» and Political Economy in the Eighteenth-Century Ottoman Empire,” Politics and Society (1993): 402-403.

[22] Aktepe, Patrona İsyanı…, σελ. 5-7

[23]  Mesut Adıner, Subhî tarihi:  Sâmî ve Şâkir tarihleri ile birlikte 1730-1744

[24]  Ό.π, Patrona Isyani…

[25] Τα Μετά την Άλωσιν (1453-1789), Τυπογραφείο Ι.Α Βρετού, Κωνσταντινούπολη, 1870, σελ. 327-330.

[26] Virginia Aksan, Ottoman Wars, 1700-1870: An Empire Besieged, Routledge, Λονδίνο 2007, σελ. 71.

[27] Μουταφίδου, «Η επανάσταση του Πατρόνα Χαλίλ στην Κωνσταντινούπολη το 1730: Η μαρτυρία της Ταξιδιωτικής Γραμματείας», στο: Ίλια Χατζηπαναγιώτη – Sangmeister, Ταξίδι, Γραφή Αναπαράσταση: Μελέτες για την ταξιδιωτική γραμματεία του 18ου αιώνα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2015, σελ. 469-473

[28] Unat, 1730 Patrona İhtilali Hakkında Bir Eser,  σελ. 36.

[29] Baykal, Destari Salıh Tarihi …, σελ. 10 και Unat, 1730 Patrona İhtilali Hakkında Bir Eser, σελ. 33,46, 49-51, και Aydıner, Subhî tarihi:  Sâmî ve Şâkir tarihleri ile birlikte 1730-1744…, σελ. 45,57-58.

[30] Unat, 1730 Patrona İhtilali Hakkında Bir Eser…, σελ. 52.

[31] Βλέπε Robert Olson, “Jews, Janissaries, Esnaf and the Revolt of 1740 in Istanbul: Social Upheaval and Political Realignment in the Ottoman Empire”, Journal of the Economic and Social History of the Orient (20, 1977).

[32] Για την εξέγερση της Αδριανούπολης βλέπε, Tezcan Baki, The Second Ottoman Empire: Political and Social Transformation in the Early Modern World, Cambridge University Press, Νέα Υόρκη, 2010, σελ. 28-29, 220-221 και  Rifa’at Ali Abou-El-Haj, The 1703 Rebellion and the Structure of Ottoman Politics, Nederlands Historisch-Archeologisch Instituut te İstanbul, Κωνσταντινούπολη, 1988, σελ. 55-57.

[33] Karahasanoğlu, A Tulip Age Legend…, σελ. 148

[34] Nina Ergin, “The Albanian Tellâk Connection: Labor Migration to the Hamams of Eighteenth-Century Istanbul, Based on the 1752 İstanbul Hamâmları Defteri,” Turcica 43 (2011): 242.

[35] Suraiya Faroqhi, Artisans of Empire: Crafts and Craftspeople Under the Ottomans, I.B Tauris, Νέα Υόρκη 2009, σελ. 74 και Salih Aynural, “The Millers and Bakers of Istanbul (1750–1840)”, στο: (επιμ.) Suraiya Faroqhi, Randi Deguilhem, Crafts and Craftsmen of the Middle East: Fashioning the Individual in the  Muslim Mediterranean, I.B Tauris, Νέα Υόρκη 2005, σελ. 168, και Zarinebaf, Crime and Punishment in Istanbul…, σελ. 83, και Başaran, Selim III, Social Control and Policing in Istanbul…, σελ. 124.

[36] Aktepe, Patrona İsyanı, σελ. 3-20. Για τις επαγγελματικές ασχολίες των γενιτσάρων βλ. Cemal Kafadar, Yeniçeri-Esnaf relations: solidarity and conflict, αδημοσίευτη μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, Πανεπιστήμιο McGill, Institute of Islamic Studies, Μόντρεαλ, 1981.

[37] Aydıner, Subhî tarihi…, σελ. 79.

 

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία

Μουταφίδου Αριάδνη, «Η επανάσταση του Πατρόνα Χαλίλ στην Κωνσταντινούπολη το 1730: Η μαρτυρία της Ταξιδιωτικής Γραμματείας», στο: Ίλια Χατζηπαναγιώτη – Sangmeister, Ταξίδι, Γραφή Αναπαράσταση: Μελέτες για την ταξιδιωτική γραμματεία του 18ου αιώνα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2015.

Υψηλάντης Αθανάσιος Κομνηνός, Τα Μετά την Άλωσιν (1453-1789), Τυπογραφείο Ι. Α. Βρετού, Κωνσταντινούπολη, 1870.

Halil Inalcik, Donald Quataert, Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Τόμος Β΄, 1600-1914, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2008.

Karahasanoğlu Selim, A Tulip Age Legend: Consumer Behavior and Material Culture in the Ottoman Empire (1718-1730), Binghamton University State University of New York, Νέα Υόρκη, 2009.

Münir Aktepe, Patrona İsyanı (1730), İstanbul Edebiyat Fakültesi Basımevi, Κωνσταντινούπολη, 1958.

Salzmann Ariel, “The Age of Tulips: Confluence and Conflict in Early Modern Consumer Culture (1550-1730),” στο: Donald Quataert (επιμ.), Consumption Studies and the History of the Ottoman Empire, 1550-1922, SUNY Press, Νέα Υόρκη, 2000.

Tezcan Baki, The Second Ottoman Empire: Political and Social Transformation in the Early Modern World, Cambridge University Press, Νέα Υόρκη, 2010.

Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη: Έμφυλες διαστάσεις της Ελληνικής παροικίας στην Αίγυπτο του 19ου και 20ού αιώνα

Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη

Έμφυλες διαστάσεις της Ελληνικής παροικίας

στην Αίγυπτο του 19ου και 20ού αιώνα

 

Ιστορικό πλαίσιο

Η εγκατάσταση των Ελλήνων στη νεότερη Αίγυπτο και η ιστορικά αποτελεσματική παρουσία τους εκεί διαπιστώνεται στις αρχές του 19ου αιώνα, επί Μωχάμετ Άλη. Η Αίγυπτος του 19ου αιώνα ευνόησε την Ελληνική διασπορά προσφέροντάς της απλόχερα γόνιμο έδαφος, οικονομικό και πολιτικό, για να αναπτύξει εντυπωσιακή δραστηριότητα. Ο Μωχάμετ Άλη υπολόγιζε πολύ στη συμβολή των Ελλήνων παροίκων προκειμένου να υλοποιήσει το πολιτικό του σχέδιο, που συνίστατο στην αποδέσμευση της Αιγύπτου από το οθωμανικό κράτος και την πρόσδεσή της στις Ευρωπαϊκές μητροπόλεις. Αναγκαίο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή θεωρούσε την καθιέρωση της εκτατικής καλλιέργειας του βάμβακος και, μέσω αυτής, το ιστορικό άνοιγμα της χώρας προς τη Δύση. Η οργανική συνεργασία των Ελλήνων παροίκων με τις Δυτικές μητροπόλεις ήταν το πλαίσιο αυτής της αμοιβαία επωφελούς διευθέτησης.

Εποποιΐα και η Ευποιΐα είναι δύο εμβληματικά σημαίνοντα που συνοψίζουν το ιστορικό αποτύπωμα του περάσματος των Ελλήνων από τη χώρα του Νείλου. Στην πορεία αυτή η δεσπόζουσα πτυχή είναι  «ο δρόμος του βαμβακιού»,  που παραμένει ακόμη ένας θρύλος για όσους τον έζησαν.

Η εξέλιξη του Αιγυπτιώτη Ελληνισμού χωρίζεται σε τρείς μεγάλες περιόδους που σηματοδοτούν και την συνολική του ιστορία.

  • Η πρώτη περίοδος εκτείνεται μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα και αντιστοιχεί στην συγκρότηση και ανάπτυξη της παροικίας. Ανάπτυξη δημογραφική, οικονομική και κοινοτική. Ιδιαίτερα ενισχύθηκε η θέση της παροικίας μετά την αποτυχημένη επανάσταση του Αραμπή (1882) και την κατάληψη της Αιγύπτου από την Αγγλία. Η κυριαρχία των Άγγλων ταυτίστηκε με τη δημιουργία του Quartier Grec στην Αλεξάνδρεια, γεγονός που άλλαξε τον πολιτικό προσανατολισμό της παροικίας. Μία εκδήλωση αυτής της αλλαγής ήταν και το ότι οι Κοινοτικές εκλογές του 1884 ανέδειξαν την Αγγλόφιλη ομάδα των Ζερβουδάκη-Σαλβάγου-Μπενάκη πλάι στους Ράλλη-Αβέρωφ.

  • Η δεύτερη περίοδος καλύπτει το πρώτο τρίτο του 20ού αιώνα και φτάνει πρακτικά μέχρι το 1930. Εμφανίζει υψηλούς δημογραφικούς ρυθμούς και αντιπροσωπεύει την εν γένει ωριμότητα και ακμή της παροικίας. Ακμή δημογραφική, οικονομική και κοινοτική με επέκταση και στην Ελλάδα, όπου οι Αιγυπτιώτες συμμετέχουν αποφασιστικά στον αστικό μετασχηματισμό τον οποίο προωθούσε ο Βενιζελισμός και ο Ευεργετισμός που ανέπτυξαν. Ακολούθησαν τα ταραγμένα χρόνια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και των επιπτώσεών της σε όλους τους τομείς.

  • Η τρίτη περίοδος ξεκινά γύρω στο 1930 και έχει ως σταθμούς το 1934 (ψηφίζεται ο Νόμος 51 και θεσμοθετείται ο κρατικός έλεγχος στις ποικιλίες βάμβακος) και το 1937 (καταργούνται οι Διομολογήσεις). Σ’ αυτή την περίοδο η παροικία ακολουθεί την φθίνουσα πορεία του αποικιακού συστήματος και μπαίνει σε κρίση. Κρίση δημογραφική, οικονομική και κοινοτική. Αμέσως μετά το 1952 και την επανάσταση του στρατού καθίστανται εμφανή τα σημεία της δημογραφικής κρίσης και της επακόλουθης διάλυσής της το 1960.

Και στις τρεις αυτές περιόδους η ιστορία έδειξε ότι οι Αιγυπτιώτισσες όλων των κοινωνικών τάξεων συμμετείχαν με τρόπο ουσιαστικό, διακριτό και αναγνωρίσιμο στο γίγνεσθαι της Ελληνικής παροικίας.

Ξένες παροικίες στην Αίγυπτο. Η πολυπληθής ελληνική κατέχει αριθμητικά την πρώτη θέση.

Συγκρότηση και εξέλιξη της παροικίας

Στην πρώτη περίοδο η παροικία συγκροτείται κυρίως μέσω της εισροής ανδρών μεταναστών πού αναζητούσαν έναν τόπο εργασίας και επιβίωσης, συγκεντρώνοντας τις αναγκαίες προϋποθέσεις ώστε η μετακίνησή τους να χαρακτηρίζεται «οικονομική μετανάστευση».

Στην Αιγυπτιακή Απογραφή πληθυσμού του 1897 παρατηρούμε ότι όσο μεγαλώνει η απόσταση από την θάλασσα, δηλαδή από το εύφορο Δέλτα του Νείλου, τόσο περισσότεροι είναι οι άντρες που επιδίδονται μόνοι τους στην περιπέτεια της εγκατάστασης στους δύσκολους εκείνους τόπους, μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα της Αλεξανδρείας και του Καΐρου. Χαρακτηριστικά, στις επαρχίες της Βεχέρας, της Μενουφίας και της Γιαλουμπίας, όπου κυριαρχούσαν οι σκληρές και επίπονες ασχολίες με τη γη κυρίως, ο αριθμός των Ελληνίδων υπολείπεται αισθητά των ανδρών παροίκων.

Από τα δεδομένα αυτά συμπεραίνουμε ότι η συγκεκριμένη μετανάστευση στην Αίγυπτο του 19ου αιώνα εκτός από «οικονομική» ήταν και «έμφυλη», με ό,τι επακόλουθα είχε αυτό στην συγκρότηση της παροικίας. Στη συνέχεια, χάρις στις Αδελφότητες των συντοπιτών που εξασφάλιζαν την σύσφιξη των ανθρώπινων δεσμών στις συνθήκες του μαζικού εκπατρισμού, αλλά και χάρις στα προξενιά που γίνονταν, οι άντρες της παροικίας προτρέπονταν να ταξιδέψουν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους προκειμένου να παντρευτούν τη γυναίκα που τους είχαν προξενέψει στην οικεία Αδελφότητα. Ακολουθούσαν οι «κουμπαριές», που έπλεκαν δεσμούς αλληλοϋποστήριξης και βλέψεις για πιθανή κοινωνική άνοδο, και η οριστική εγκατάσταση και των γυναικών στην παροικία.

Με τον τρόπο αυτό, η «οικονομική μετανάστευση» μετατρεπόταν εύκολα και γρήγορα σε «μετανάστευση εγκατάστασης». Δηλαδή στην αρχή ήταν η ανάγκη που έδιωχνε τους ανθρώπους από τον τόπο τους προς ένα άλλο τόπο όπου ήλπιζαν ότι θα βρουν εργασία και ψωμί για να ζήσουν. Στη συνέχεια οι άνθρωποι αυτοί επέλεγαν ένα νέο τόπο εγκατάστασης, ο οποίος προοριζόταν να γίνει η δεύτερη πατρίδα τους.

Διαμονητήριο που εξέδωσε το Γενικό προξενείο της Ελλάδας στο Κάιρο το 1902 (Συλλογή Ιωάννη Ζήλλη).

Σε αυτές τις συνθήκες οι Αιγυπτιώτισσες επιτελούν ζωτική λειτουργία στο οικογενειακό και κοινωνικό πεδίο. Η δομική συμβολή τους στη συγκρότηση και αναπαραγωγή της παροικίας συνεχώς αυξάνει και τελικά δεσπόζει. Οι οικογένειες που δημιουργούσαν συνιστούσαν τον θεμελιώδη θεσμό, μέσω του οποίου οι άνθρωποι οργάνωναν τη ζωή τους και τις δραστηριότητές τους, ενώ ταυτόχρονα εξασφάλιζαν τη συνέχεια της Ελληνικότητας και της ορθοδοξίας στις συνθήκες της πολυπολιτισμικής και πολυεθνικής αποικιοκρατούμενης Αιγύπτου.

Στην πορεία της, η παροικία ανέδειξε πολλά ζευγάρια που σημάδεψαν την ιστορία του Αιγυπτιώτη Ελληνισμού. Ενδεικτικά μόνο αναφέρομαι στα ακόλουθα :

Μιχαήλ Τοσίτσας και Ελένη Τοσίτσα

Εμμανουήλ Μπενάκης και Βιργινία Χωρέμη

Μικές Σαλβάγος και Αργίνη Μπενάκη

Θεόδωρος Κότσικας και Δέσποινα Μπενάκη

Μιχάλης Καζούλλης και Μαρίκα Δραγούμη

Γεώργιος Σπετσερόπουλος και Αθηνά Μαλούχου

Σοφοκλής Βενιζέλος και Ζωή Ροδοκανάκη

Απόστολος Πάντος και Αλίκη Μάνου

Παλαιολόγος Γεωργίου και Αλκμήνη Πετρώνδα

Νίκος Ζελίτας (Στέφανος Πάργας) και Στέλλα Κρεμεζή

Έχει ενδιαφέρον εδώ το γεγονός ότι η Αιγυπτιώτισσα σύζυγος δεν κινήθηκε μόνο στη σκιά του συζύγου της. Λειτούργησε και αυτοτελώς στα επίπεδα της μητρότητας, της κοινωφελούς δραστηριότητας, της φιλανθρωπίας, της εκπαίδευσης, της επιστήμης και της υπερεθνικής κοινωνικής αλληλεγγύης, δημιουργώντας αυτό που της ταίριαζε σε ένα περιβάλλον κοσμοπολίτικο και επηρεασμένο από τα Ευρωπαϊκά ρεύματα.

Η οικογένεια Εμμανουήλ Μπενάκη.

Μητρότητα

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μητρότητας στις Αιγυπτιώτισσες Ελληνίδες είναι τα ακόλουθα:

  • Η σπουδαιότητα της μεταναστευτικής ροής για την υποστήριξη της δημογραφικής συγκρότησης και ανάπτυξης της παροικίας. Όπως είπαμε πιο πάνω, στα αρχικά στάδια οι μετανάστες ήταν άντρες, οι οποίοι δεν παντρεύονταν γυναίκες από την Αίγυπτο αλλά από τον τόπο καταγωγής τους με τη διαμεσολάβηση των Αδελφοτήτων, που στην προκειμένη περίπτωση λειτουργούσαν και ως μηχανισμός που εξασφάλιζε νύφες. Ειδικά στην φάση αυτή οι μετανάστριες που εισέρεαν στην Αίγυπτο ήταν νέες γυναίκες. Η απουσία του παραδοσιακού σογιού, που υποστήριζε την μητρότητα ανεξάρτητα από την παρουσία της μητέρας, ήταν καθοριστική ως προς τη σταδιακή μείωση της γεννητικότητας.

  • Η διαχρονική τάση μείωσης των ρυθμών της δημογραφικής λειτουργίας (β΄ και γ΄ περίοδος). Όπως έδειξε η έρευνά μας για τον ελληνισμό του Καΐρου μεταξύ των ετών 1927-1936 παρατηρήθηκε έντονη μείωση της γεννητικότητας, της οποίας το ποσοστό μειώθηκε κατά το 1/4, από 40‰ σε 30‰ (βλ. πίνακα που ακολουθεί)

 

Ποσοστά (‰) δημογραφικών συμβάντων της Καϊρινής παροικίας (1907-1946)
Περίοδος Μέσος πληθυσμός δεκαετίας Γεννητικότητα Γαμηλιότητα
1907-1916 17.284,5 40,19 13,95
1917-1926 17.682,5 39,22 13,58
1927-1936 18.532,0 30,60 11,48
1937-1946 16.311,0 36,56 20,16

Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Οι Έλληνες του Καΐρου.

 

Έπεται η γαμηλιότητα, που το ποσοστό της φθίνει κατά περίπου το 1/5, από 14 ‰ σε 11,5‰. Ακολουθεί η θνησιμότητα, το ποσοστό της οποίας μειώνεται κατά το 1/6, από 30‰ σε 25 ‰.

Η μεγάλη καμπή στη δημογραφική λειτουργία της Καϊρινής παροικίας αντιστοιχεί, λοιπόν, στην περίοδο 1927-1936. Πρόκειται για δομικό μετασχηματισμό της παροικιακής δημογραφίας, που αντιστοιχεί στη διαδικασία της δημογραφικής μετάβασης. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η μετάβαση αυτή από το Ανατολικό μοντέλο γαμηλιότητας-γονιμότητας στο Δυτικό πραγματοποιήθηκε κατά το ευρωπαϊκό πρότυπο, με την παράλληλη δηλαδή μείωση της γεννητικότητας και της θνησιμότητας, και μάλιστα με περισσότερο έντονη τη μείωση της γεννητικότητας. Το αρχικό υπόδειγμα δημογραφικής λειτουργίας αντιστοιχούσε σε αυτό της χώρας καταγωγής (Ελλάδα) και μάλιστα με ρυθμούς γεννητικότητας που προσομοιάζουν με αυτούς της χώρας υποδοχής (Αίγυπτος). Ωστόσο, η δημογραφική μετάβαση πραγματοποιήθηκε τελικά σύμφωνα με το πρότυπο των χωρών και των πολιτισμών αναφοράς (Δυτική Ευρώπη). Παρατηρούμε λοιπόν ότι η κοσμοπολίτικη κουλτούρα της Καϊρινής παροικίας αποδέσμευσε το πρότυπο της δημογραφικής της λειτουργίας τόσο από τη χώρα υποδοχής όσο και από τη χώρα καταγωγής και ανέδειξε τους προνομιακούς δεσμούς της με τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις.

 

Επαγγελματικός βίος

Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει το ζήτημα της γυναικείας επαγγελματικής δραστηριότητας. Στα πρώτα χρόνια ζωής της παροικίας, η εξωτερική γυναικεία απασχόληση φαίνεται να μη συνηθιζόταν στην Αίγυπτο σε κορίτσια μικρότερα των 10 ετών. Έτσι, στην απογραφή του 1897 (βλ. πίνακα που ακολουθεί) μόνο το 20% του συνόλου των αλλοδαπών γυναικών (7.440/37.669) αναφέρεται ως απασχολούμενο και κατά κύριο λόγο ως οικιακές βοηθοί (2.683/7.440, ήτοι το 36% των εργαζομένων), ως εκπαιδευτικοί(1.749/7.440, ήτοι το 24%) και στη νηματουργία-υφαντουργία (1.251/7.440,ήτοι το 17%).

Απογραφή 1897: Επαγγέλματα γυναικών (άνω των 10 ετών) κατά εθνικότητα (Πηγή: Centre d’ études et de documentation économiques, juridiques et sociales – CEDEJ).

Το σύνολο των εργαζομένων Ελληνίδων είναι 17%. Ειδικότερα, στις οικιακές βοηθούς η συντριπτική πλειονότητα ήταν Ελληνίδες (42%), ακολουθεί ο τομέας της εκπαίδευσης (22%) και τελευταίος ο τομέας της νηματουργίας-υφαντουργίας (24%).

Η εργασία, ιδίως για λογαριασμό τρίτων (π.χ. οικιακή βοηθός, υπάλληλος, δασκάλα, κλπ.) έχει συγκεκριμένες απαιτήσεις χρόνου, κόπου και ψυχοδιανοητικής επένδυσης. Οι πόροι αυτοί αφαιρούνται και δεν είναι πλέον διαθέσιμοι για τη μητρότητα. Γι’ αυτό τον λόγο οι διαστάσεις της γυναικείας εργασίας έξω από την οικογένεια αντιπροσωπεύουν ενδείκτη που εκφράζει τη διαθεσιμότητα για μητρική μέριμνα, και κατ’ επέκταση την πραγματικότητα και την αναπαράσταση της μητρότητας στη συγκεκριμένη κοινωνία. Όσο μεγαλύτερες είναι οι διαστάσεις της γυναικείας εργασίας τόσο μεγαλύτεροι είναι οι περιορισμοί και οι πιέσεις που ασκούνται στις μητρικές δραστηριότητες.

Διαπαιδαγώγηση

Ανοιχτά μυαλά, οι πάροικοι από πολύ νωρίς είχαν σε υψηλή αξία την επαγγελματική εκπαίδευση. Τα κορίτσια τους τα έγραφαν στη Σχολή κοπτικής- ραπτικής και αργότερα στην Μέση Εμπορική του Αβερωφείου, που ήταν αντίστοιχη με την Σαλβάγειο επαγγελματική, Σχολή που προτιμούσαν για τα αγόρια τους. Ηθικά στοιχεία σε γενικές γραμμές, ενίσχυαν οικονομικά την πατρική τους οικογένεια και κυριαρχούσε η αλληλοσυμπαράσταση. Γενικότερα τα παιδιά τους ανατρέφονταν με αγάπη αλλά και αυστηρότητα. Ο ρόλος της Αιγυπτιώτισσας μητέρας σε αυτό ήταν καθοριστικός.

Μετά τον πόλεμο, λόγω της βελτίωσης των οικονομικών, πολλοί πάροικοι φρόντιζαν να διαμένουν σε καλές γειτονιές των μεγάλων πόλεων όπου κατοικούσαν, να έχουν ποιότητα ζωής στο σπίτι τους, καλή εκπαίδευση για τα παιδιά τους και να ασχολούνται με εξωσχολικές δραστηριότητες, όπως προσκοπισμός, αθλητισμός, μουσική, θέατρο, μπαλέτο. Διοργάνωναν πάρτι για τα γενέθλιά τους και την ονομαστική τους γιορτή, κυρίως Χριστουγεννιάτικα ρεβεγιόν. Διαμορφώνονταν έτσι άτομα κοινωνικά και φιλοπρόοδα, ενώ οι κοινωνικές εκδηλώσεις της παροικίας αποτελούν σημείο νοσταλγικής αναφοράς για όσες και όσους τα έζησαν.

Όσο περνούσαν τα χρόνια δίνανε μεγαλύτερη βαρύτητα στη μόρφωση. Τα παιδιά έπρεπε να τελειώσουν τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και να αναπτύσσουν την κοινωνικότητά τους μέσα από τις οικογενειακές και φιλικές σχέσεις τους. Αγόρια και κορίτσια μαθήτευαν σε χωριστά κτίρια στα σχολεία τους, αλλά με τους Συλλόγους και τις Αδελφότητες γνωρίζονταν μεταξύ τους και είχαν άνεση στην επικοινωνία τους. Εξ ου και είχαν δημιουργηθεί ειδύλλια με κατάληξη τον γάμο. Στα περισσότερα σπίτια τώρα υπήρχε μία συγγενής, μία γιαγιά ή μία θεία που βοηθούσε στο νοικοκυριό και στην ανατροφή, η οποία περιλάμβανε καλούς τρόπους, καθαρή εμφάνιση, τήρηση του προγράμματος των μαθημάτων, προσέλευση στην εκκλησία, σεβασμό στους μεγαλύτερους.

Αν και καθε νοικοκυριό, πλούσιο ή φτωχό, είχε τη δική του αντίληψη και λειτουργία, σημαντικοί αρωγοί για την καλή ανατροφή των παιδιών τους ήταν το σχολείο, η εκκλησία, η τήρηση από όλους των ηθών και εθίμων που είχαν καθιερωθεί, γεγονός που βάρυνε αποφασιστικά στη σύσφιξη των σχέσεων των παροίκων.

Στους ξενιτεμένους Αιγυπτιώτες κυριαρχούσε το πνεύμα της φιλοπατρίας, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι οι σχέσεις της παροικίας με την Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα πυκνές και υποστηρικτικές. Οι Αιγυπτιώτες πάροικοι μοιράστηκαν με τους κατοίκους του ελληνικού κράτους τις κοινωνικές και τις πολιτικές εξελίξεις, τις εθνικές περιπέτειες και τις παγκόσμιες κρίσεις, από τους Βαλκανικούς Πολέμους και τη Μικρασιατική Καταστροφή μέχρι τον Α΄ και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τα αντιαποικιακά κινήματα, που οδήγησαν ένα μεγάλο κομμάτι του Ελληνισμού της διασποράς στην επανασύμπτυξή του στο εθνικό κέντρο.

Από τον πίνακα των πεσόντων που ακολουθεί διαπιστώνουμε ότι πολλοί πάροικοι, από όλα τα κοινωνικά στρώματα της παροικίας, έχασαν τη ζωή τους σε αυτούς τους πολέμους.

Παρόλα αυτά ο Ελληνισμός της Αιγύπτου προσπάθησε με κάθε τρόπο να αμβλύνει τον πόνο από τις ανθρώπινες απώλειες στα πεδία των μαχών. Χαρακτηριστικό είναι το τηλεγράφημα που έστειλε ο πρόεδρος της ελληνικής Κοινότητας Καΐρου, Θεόδωρος Π. Κότσικας, συμπαραστεκόμενος στον αντιπρόεδρο της Ελληνικής Κοινότητας Αλεξανδρείας, Νικόλαο Βατιμπέλλα, για τον θάνατο του γιού του.Η στάση λοιπόν και η συμμετοχή των Ελληνικών Κοινοτήτων και των παροικιακών οικογενειών στα αποφασιστικά εθνικά και διεθνή γεγονότα, όπως τα προαναφερθέντα, εικονογραφούν ανάγλυφα τη διάσταση του «κρατικού μηχανισμού υπό κλίμακα», που χαρακτηρίζει τη λειτουργία ολόκληρης της παροικίας Αιγύπτου.

Αριστερά: Ονόματα πεσόντων παροίκων στους πολέμους 1914-1922. Δεξιά: Ο Γεώργιος Β΄ στην Αίγυπτο στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

 Κοινωφελής δραστηριότητα

Στα τέλη του 19ου αιώνα το ζήτημα της σωματεμπορίας είχε απασχολήσει τους κρατικούς λειτουργούς και τους φιλανθρώπους σε όλα τα Ευρωπαϊκά κράτη. Έτσι, το 1876 ιδρύθηκε στην Ελβετία η Διεθνής Ένωση Προστασίας των Νεανίδων, η National Vigilance Association καθώς και η Traveller’s Aid Society.

Στην Αίγυπτο, οι Ελληνίδες που έφταναν μόνες τους για να βρουν εργασία βρίσκονταν απροστάτευτες και εκτεθειμένες σε πλείστους κινδύνους. Για την προστασία τους, η Βιργινία Μπενάκη ίδρυσε τον Δεκέμβριο 1909 το Άσυλο Προστασίας Ελληνίδων, που λειτουργούσε παράλληλα με τον Διεθνή Σύνδεσμο κατά της Σωματεμπορίας. Μέλη της Κεντρικής Επιτροπής για την σύνταξη του Κανονισμού του Ασύλου ήταν η Βιργινία Μπενάκη (Πρόεδρος) και οι Μπαλάνου, Πηλαβάκη, Θεοδωράκη, Κέπετζη, Κορομηλή και Παπαδοπούλου, προερχόμενες από την ανώτερη κοινωνική τάξη της παροικίας.

Την ίδια εποχή, ήδη στην Αθήνα είχαν αρχίσει να λειτουργούν γυναικείες φιλανθρωπικές ομάδες που συγκέντρωναν γυναίκες διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων προκειμένου να αναπτύξουν σημαντική κοινωφελή δραστηριότητα.

Από αίσθημα υψηλής κοινωνικής ευθύνης, πολλές Αιγυπτιώτισσες, προερχόμενες από όλες τις κοινωνικές τάξεις της παροικίας, συμμετείχαν ενεργά αναπτύσσοντας εξαιρετική δραστηριότητα στον τομέα αυτόν. Δημιουργήθηκαν οι «Σύλλογοι Κυριών» , η «Ελληνική Ένωση Γυναικών Αιγύπτου» και η «Φιλολογική Συντροφιά Ελληνίδων Γυναικών Αιγύπτου». Οι οργανώσεις αυτές πρόσθεσαν στις καθαρά φιλανθρωπικές δραστηριότητες (υποστήριξη των Ορφανοτροφείων, των λαϊκών συσσιτίων, των φτωχοκομείων και των παιδικών εξοχών) και άλλες πρωτοβουλίες κοινωνικής αναμόρφωσης. Τέτοιες ήταν οι Ημερήσιες Σχολές, οι καμπάνιες για την αναμόρφωση του σωφρονιστικού συστήματος, οι επαγγελματικές Σχολές, τα Κυριακά Σχολεία για τον λαό, το κίνημα υπερεθνικής αλληλεγγύης στις αγωνιζόμενες Αιγύπτιες για παραχώρηση ψήφου.

Εμπνεύστηκαν τη δημιουργία στοχευμένων εράνων που γίνονταν τις παραμονές των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Τέτοιο ήταν το γνωστό «τριανταφυλλάκι», φτιαγμένο από πολύχρωμο χαρτί, που την Μεγάλη Εβδομάδα κινητοποιούσε ολόκληρη την παροικία και έκανε να συσφίγγονται οι ανθρώπινες σχέσεις των παροίκων. Εμπνεύστηκαν την συγκέντρωση και τη διανομή φαρμάκων για τους απόρους, γεγονός που αντανακλά την πρόνοια που έδειξαν για τις πρώτες κοινωνικές ανάγκες της παροικίας. Καθιέρωσαν το φιλανθρωπικό λαχείο, διάφορες λαχειοφόρες αγορές και χοροεσπερίδες, των οποίων οι εισπράξεις κάλυπταν πολλές ανάγκες της παροικίας και των ιδρυμάτων της.

Το αποτέλεσμα αυτής της λειτουργίας των Ελληνίδων στην Αίγυπτο ήταν να αναπτυχθεί η ιδιαιτερότητα του πολιτισμικού χαρακτήρα της παροικίας και να εδραιωθεί το αίσθημα της εθνικής συνείδησης στον εκτός του περιορισμένου ελληνικού κράτους παροικιακό χώρο.

Το Ελληνικό Νοσοκομείο της Αλεξάνδρειας.

Φιλανθρωπία – ευεργετισμός

Πολλές Αιγυπτιώτισσες ανέπτυξαν την ανθρωπιστική τους λειτουργία με υποδειγματικό τρόπο αναδεικνύοντάς την σε κοινωνική παρέμβαση με μέγιστη σημασία. Πρόκειται για γυναίκες που άσκησαν φιλανθρωπία και δίδαξαν την ανθρώπινη αλληλεγγύη, την αγάπη στον πλησίον και την χριστιανική καλοσύνη.

Γενικά, φιλάνθρωπος είναι ένα άτομο (ο/η δυνάμενος/η) που βοηθάει πλήθος άλλων ατόμων (αδυνάμων). Πρόκειται για μία προσωπική λειτουργία από άνθρωπο σε άνθρωπο που την συναντάμε στην παραδοσιακή κοινωνική ζωή, χαρακτηρίζεται από την διιστορικότητα των παραδοσιακών διανοουμένων και θυμίζει τον τρόπο που λειτουργούσε ο παπάς και ο γιατρός στην παραδοσιακή κοινωνία.

Στην κοινωνία υποδοχής των παροίκων, ο Ισλαμισμός διδάσκει το Σαντακάτ (φιλευσπλαχνία) ως ενδεδειγμένη στάση που ενθαρρύνει όλο τον κόσμο να κάνει το καλό. Το Σαντακάτ , για το οποίο πολύ συχνά μιλάει το Κοράνι, διαφοροποιείται από το Ζακάτ (ευεργεσία) η λειτουργία του οποίου είναι υποχρεωτική αλλά μόνο για τους πλούσιους.

Κάτι ανάλογο γινόταν και στις αρχαίες ελληνικές πόλεις . Η ευεργεσία ήταν υποχρεωτική μόνο για τους εύπορους που μπορούσαν να την πράξουν (κατ’ αναλογία με το Ζακάτ). Αντίθετα, η φιλανθρωπία που αναπτύχθηκε στη νεοελληνική κοινωνία και στην Αιγυπτιώτικη παροικία αποτελεί έκφραση ψυχικής ανάγκης των ανθρώπων που γίνεται με σεμνότητα και ταπεινοφροσύνη χωρίς να επιβάλλεται από την χριστιανική θρησκεία (κατά αναλογία με το Σαντακάτ).

Ο φιλάνθρωπος με τη διασπορά της αγαθοεργίας του ανταποκρίνεται σε προσωπικά αιτήματα συνανθρώπων του καλύπτοντας τις ανάγκες τους. Καλλιεργεί έτσι την ανθρώπινη αλληλεγγύη, την αγάπη στον πλησίον και την χριστιανική ηθική. Το έργο του διακόπτεται υποχρεωτικά με τον φυσικό του θάνατο, που σημαίνει και το τέλος της συγκεκριμένης χειρονομίας από τον συγκεκριμένο άνθρωπο, ενώ το όνομά του πλέον μένει στις προφορικές διηγήσεις μόνο ως ανάμνηση του «καλού και φιλάνθρωπου ανθρώπου».

Ανάμεσα στους Έλληνες της παροικίας, το όνομα της  Μαρίκας Καζούλλη στην Αλεξάνδρεια έμεινε στη μνήμη για τη φιλανθρωπική της δράση και την έμπρακτη υποστήριξή της όχι μόνο στους ομογενείς της παροικίας, αλλά και στους συνανθρώπους της του Αιγυπτιακού πληθυσμού. Μεγάλη φιλάνθρωπος, η Μαρίκα Καζούλλη ανέπτυξε σπάνια κοινωνική και φιλανθρωπική δραστηριότητα. Σύζυγος του ευεργέτη Μιχάλη Καζούλλη, κόρη του πρωθυπουργού της Ελλάδας το 1909 Στέφανου Δραγούμη και αδελφή του διπλωμάτη και πολιτικού Ιωνα Δραγούμη, ίδρυσε το 1918 τον «Εθνικό Σύνδεσμο Ελληνίδων Αιγύπτου» που συντηρούσε τα φιλανθρωπικά Ιδρύματα ολόκληρης της ελληνικής παροικίας. Η φιλανθρωπική της όμως δραστηριότητα αναπτύχθηκε και με προσωπικές χειρονομίες ατομικής αρωγής σε φτωχούς ανθρώπους, δραστηριότητα που της προσέδωσε το προσωνύμιο «Μάννα». Ήταν η «Μάννα» του φτωχού που το όνομά της προκαλούσε σεβασμό . Ήταν τόσο μεγάλη η κοινωνική της προσφορά που η ημέρα του θανάτου της (22 Νοεμβρίου 1939) κηρύχθηκε ημέρα πένθους σε ολόκληρη την Αλεξάνδρεια.

Μπενάκειο οικονομικό συσσίτιο.

Αν και η φιλανθρωπία διαφοροποιείται από τον ευεργετισμό, ωστόσο και  τα δύο αναπτύχθηκαν στην παροικία με έντονη την γυναικεία έμπρακτη συμμετοχή.

Συγκεκριμένες Αιγυπτιώτισσες της παροικιακής αστικής τάξης, ακολουθώντας την οικογενειακή τους παράδοση, λειτούργησαν και στην κλίμακα του ευεργετισμού, που είναι κατ΄εξοχήν αστική ιδεολογία και πραγματώνεται μέσα από τον κύριο κώδικα της κεφαλαιοκρατικής λειτουργίας, ήτοι του χρήματος. Ανταποκρίθηκαν στο τρίπτυχο της ευεργετικής λειτουργίας και διέθεσαν σημαντικά χρηματικά ποσά για την ιδιαίτερη πατρίδα τους, την παροικία και το εθνικό κέντρο. Η Ελένη Τοσίτσα, σύζυγος του Μιχαήλ Τοσίτσα, ανέλαβε την οικονομική κάλυψη προκειμένου να δημιουργηθεί το Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα και ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής. Η Βιργινία Μπενάκη , σύζυγος του Εμμανουήλ Μπενάκη, δημιούργησε το Δημοτικό πολυιατρείο Αθηνών. Η Ευφροσύνη Ιωνίδη, σύζυγος του Δημητρίου Κασσαβέτη, είναι ευεργέτιδα του Ωδείου Αθηνών ενώ η Ιωάννα Καζούλλη, σύζυγος του Παναγιώτη Αριστόφρωνος, ανέλαβε την δαπάνη για τις απαλλοτριώσεις και τις ανασκαφές στην Ακαδημία Πλάτωνος και κληροδότησε μέρος του οικοπέδου της βίλας της στην Κηφισιά, προκειμένου να χτιστεί το νοσοκομείο ατυχημάτων ΚΑΤ.

Οι ξεχωριστές αυτές Αιγυπτιώτισσες πραγματοποίησαν μία προσωπική διαδρομή με όρους ατομικής εποποιίας και ευποιίας στην υπηρεσία του κοινού αγαθού. Υπηρέτησαν τους θεσμούς, την υγεία, την παιδεία, τον πολιτισμό. Με το ευεργέτημά τους προσέφεραν όχι μόνο σε έναν άνθρωπο που είχε κάποια συγκεκριμένη ανάγκη, όπως έκαναν όσες ανέπτυξαν την φιλανθρωπία. Προσέφεραν στο σύνολο των ανθρώπων, αφού υπηρετώντας τους θεσμούς δημιούργησαν νοσοκομεία, σχολεία, ωδεία και μουσεία. Λειτούργησαν δηλαδή όχι ως παραδοσιακοί διανοούμενοι (φιλάνθρωποι) αλλά ως οργανικοί διανοούμενοι (με την Γκραμσιανή έννοια) και προσέφεραν τα μέγιστα στην οργάνωση της κοινωνίας, καθώς ως ευεργέτες διεκπεραίωσαν έργα στη θέση της συντεταγμένης πολιτείας και των συλλογικοτήτων. Τα έργα τους παραμένουν σε λειτουργία και μετά τον θάνατό τους, καθώς και η αναγνώριση του έργου τους.

 

Γυναικεία εκπαίδευση

Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, το ζήτημα της γυναικείας εκπαίδευσης απασχόλησε πολύ τόσο την μητροπολιτική Ελλάδα όσο και τον χώρο του παροικιακού Ελληνισμού. Το ενδιαφέρον τους για την ανάπτυξη της εκπαίδευσης των γυναικών βρισκόταν σε ευθεία αναλογία με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Ωστόσο, όπως είναι αναμενόμενο, η εκπαίδευση των κοριτσιών στην παροικία της Αιγύπτου αρχίζει πολύ αργότερα από τα αγόρια, όταν άρχισαν να εμφανίζονται τα «Σχολεία κορασίδων» (Παρθεναγωγεία) σε όλες τις Ελληνικές Κοινότητες.

Στην Αλεξάνδρεια οι αδελφοί Θεόδωρος και Μιχαήλ Τοσίτσας το 1854 ίδρυσαν και λειτούργησαν την «Τοσιτσαία Σχολή θηλέων». Το 1878 ιδρύεται η Αβερώφειος Σχολή Αλεξανδρείας, που το 1909-10 μετονομάστηκε σε «Αβερώφειο Παρθεναγωγείο-Διδασκαλείο». Την ίδια χρονιά ολοκληρώθηκε το κτήριο που στέγασε την τότε Ζερβουδάκειο Αστική Σχολή αρρένων και το οποίο αργότερα έγινε μικτής φοίτησης. Το 1918-19 το Αβερώφειο Διδασκαλείο μετονομάζεται σε «Ανώτερο Αβερώφειο Παρθεναγωγείο» και το 1935-36 σε «Αβερώφειο γυμνάσιο θηλέων», ενώ δημιουργείται και η «Μέση Εμπορική Σχολή» του Αβερωφείου. Από το 1926 αρχίζει την λειτουργία της η «Φαμηλιάδειος Δημοτική Σχολή αρρένων και θηλέων».

Σχολείο θηλέων στην Αλεξάνδρεια.

Εν τω μεταξύ, στα τέλη Οκτωβρίου 1883 ο Ευάγγελος Αχιλλόπουλος, από την Δρέσδη όπου βρισκόταν, κληροδότησε στην κοινότητα 15.000 λίρες Αιγύπτου προκειμένου να ιδρυθεί το «Αχιλλοπούλειο Παρθεναγωγείου Καΐρου».

Παράλληλα ιδρύθηκαν επαγγελματικές Σχολές γυναικών όπου διδάσκονταν κοπτική, ραπτική και πλέξιμο.  Η εξέλιξη αυτή έρχεται να συναντήσει ανάλογες κινήσεις που γίνονταν στην Αθήνα από το ζεύγος Χίλλ, την Καλλιρόη Σιγανού-Παρρέν και την Σεβαστή Καλησπέρη.

Η αξία της γνώσης στα κορίτσια, κυρίως των ανώτερων και μέσων κοινωνικών τάξεων της παροικίας, αντανακλάται στον αυξανόμενο αριθμό κοριτσιών που παρακολουθούσαν την σχολική εκπαίδευση. Όχι μόνο στα Κοινοτικά σχολεία αλλά και σε πολλά ιδιωτικά ξένα Σχολεία – κυρίως στα Γαλλικά και στα Ιταλικά.

Η εκπαίδευση των Αιγυπτιωτισσών είχε δύο στόχους: τη μόρφωση οικοδεσποινών, που θα εξασφάλιζαν γαλήνη και ασφάλεια στην οικογενειακή ζωή, και την εκπαίδευση διδασκαλισσών. Η επιλογή του κατάλληλου χώρου για την μόρφωση των παιδιών τους, καθώς και η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων για την καλύτερη εξωοικιακή επαγγελματική τακτοποίηση των επιστημονικά ειδικευμένων κοριτσιών, απασχόλησε τους Αιγυπτιώτες γονείς.

Άνθρωποι δραστήριοι και οξυδερκείς, πολλοί από αυτούς αποφάσισαν να στείλουν τις κόρες τους στην Αθήνα προκειμένου να φοιτήσουν εσώκλειστες στα Αρσάκεια Σχολεία Ψυχικού. Το μελλοντικό σχέδιο ήταν να εργαστούν ως δασκάλες στα Κοινοτικά σχολεία της Αιγύπτου ή όπου αλλού θα μπορούσαν να είναι απαραίτητες. Η μελέτη στο Αρχείο του Αρσακείου για τις Αιγυπτιώτισσες που μαθήτευσαν εκεί την 30ετία 1892-1921 παρέχει πολύτιμες πληροφορίες αναφορικά με την ηλικία τους, τον ακριβή τόπο καταγωγής τους καθώς και την κοινωνική τους προέλευση, όπως προκύπτει από το αναγραφόμενο επάγγελμα του πατέρα τους.

Διαπιστώθηκε ότι η μεγάλη πλειοψηφία των κοριτσιών έρχονταν από την Αλεξάνδρεια, ένας μικρός αριθμός μαθητριών ήταν από το Κάιρο και ελάχιστες από την Μανσούρα. Εκεί, οι Αιγυπτιώτισσες βρέθηκαν ανάμεσα σε άλλα κορίτσια ομογενών που προέρχονταν από την Ρωσία, Γερμανία, Ιταλία, την Κωνσταντινούπολη, τις Κυδωνίες, το Βουκουρέστι, την Τεργέστη, τη Σμύρνη, την Οδησσό, ακόμη και από την Νέα Υόρκη, γεγονός που εικονογραφεί και τις διαστάσεις της Ελληνικής διασποράς . Από το Αρσάκειο πήρε το πτυχίο της δασκάλας το 1878 η Καλλιρόη Παρρέν που αργότερα έγινε διευθύντρια στο Παρθεναγωγείο Οδησσού. Το έτος 1920 διακρίνουμε στο μαθητολόγιο την Στέλλα Κρεμεζή από την Αλεξάνδρεια, με πατέρα παραγγελιοδόχο ( εμπορικές λειτουργίες) η οποία στην ηλικία μόλις των 19 ετών φοιτά στο Αρσάκειο και είναι υποψήφια δασκάλα. Όταν επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια παντρεύτηκε τον λόγιο Νίκο Ζελίτα(1888-1938). Περισσότερο γνωστός με το όνομα Στέφανος Πάργας , ο Νίκος Ζελίτας ήταν εκδότης του περιοδικού «Γράμματα» και ιδρυτής του εβδομαδιαίου περιοδικού «Παναιγύπτια».

Η διδασκαλική μόρφωση των κοριτσιών συνέβαλε στην ενδυνάμωση της εθνικής τους ταυτότητας και μέσω της επαγγελματικής τους αποκατάστασης  διευκολύνθηκε η προσαρμογή τους στις νέες κοινωνικές συνθήκες που διαμορφώνονταν τότε στον Αιγυπτιακό πολυεθνικό χώρο. Πολύ παραστατική η Αλεξανδρινή εκπαιδευτικός  Αθηνά Ρουσσάκη το 1912 συμπύκνωσε τις νέες κοινωνικές ευαισθησίες και προοπτικές στο σύνθημα «Τόπο στις γυναίκες». Λίγο αργότερα ο μυθιστoριογράφος Κώστας Τσαγκαράδας, με καταγωγή από το Πήλιο, γνώστης των καθημερινών εξελίξεων στην παροικία,  καταπιάστηκε με την ιστορία των γυναικών (The history of women) κάνοντας αναφορά σε 1000 γυναίκες διαφορετικών λαών και εποχών. Το 1926 δημοσίευσε το έργο του Women under androcracy, βιβλίο που η Αγγελική Παναγιωτάτου του ζήτησε να το παρουσιάσει στη «Φιλολογική Συντροφιά Ελληνίδων Κυριών Αιγύπτου» που εκείνη διηύθυνε.

Το 1929 ιδρύθηκε η Διδασκαλική Ένωση Αλεξανδρείας και Καΐρου . Οι σκοποί της Ένωσης ήταν συντεχνιακοί και απέβλεπαν στη βελτίωση της πνευματικής και της οικονομικής  θέσης των εκπαιδευτικών ολόκληρης της παροικίας. Στις δραστηριότητές της πολύ γρήγορα συμπεριέλαβε την οργάνωση διαλέξεων και συνεδρίων επιστημονικού και κοινωνικού περιεχομένου, στα οποία συμμετείχαν και μέλη άλλων Διδασκαλικών Ενώσεων.

Τον Απρίλιο 1931, στο πρώτο Διδασκαλικό Συνέδριο Αλεξανδρείας εντυπωσίασε η εισήγηση της διευθύντριας του Παρθεναγωγείου του Πορτ – Σαΐντ, Καίτης Μαλανδρή. Στο θέμα των ορίων της γυναικείας επαγγελματικότητας διατύπωσε τη δική της άποψη, εμφανώς επηρεασμένη από τον προλεταριακό χώρο του Πόρτ – Σαΐντ και από τις φεμινιστικές διακηρύξεις της Αιγυπτίας Doria Shafik, που τότε έδινε μεγάλο αγώνα υπερασπιζόμενη τις γυναίκες και την γυναικεία υπόθεση. Μπροστά στις νέες κοινωνικές απαιτήσεις λοιπόν  η Μαλανδρή διακήρυξε ότι έβλεπε τις γυναίκες «όχι μόνο να εργάζονται και να λαμβάνωσι υπεύθυνο δράση, αλλά και να επιζητούν αναγνώρισιν δικαιωμάτων». Τις ίδιες απόψεις υποστήριζαν η καθηγήτρια του Αβερωφείου Αλεξανδρείας Ηρώ Αρμενοπούλου και η διευθύντρια του επιφανούς αυτού Σχολείου Αλκμήνη Πετρώνδα.

Ωστόσο, στο ίδιο Διδασκαλικό Συνέδριο η εισήγηση της Πηνελόπης Χριστάκου, διευθύντριας του Αχιλλοπουλείου Παρθεναγωγείου Καΐρου, ήταν σε διαφορετική κατεύθυνση. Στο ζήτημα «Ποία είναι η θέσις της γυναίκας μέσα στην κοινωνία και ποίαι πρέπει να είναι αι εκπαιδευτικαί της κατευθύνσεις», η συντηρητική Χρηστάκου στηλίτευσε την γυναικεία επαγγελματικότητα και πρότεινε «να περιοριστεί η γυναίκα στα καθαρά γυναικεία επαγγέλματα, όπως ήταν τα ιατρικά», και  επισήμανε (τιμώντας ίσως και τη θέση της ως διευθύντριας) την πληρότητα των γνώσεων που παρέχονταν στα κορίτσια του Αχιλλοπουλείου Παρθεναγωγείου.

Η ουσιαστική απόκλιση των εισηγήσεων των δύο διευθυντριών της παροικίας, πέρα από τη διάσταση των απόψεων, προδίδει και την ένταση των συζητήσεων μεταξύ των εκπαιδευτικών του χώρου αλλά και της ευρύτερης ακαδημαϊκής και πολιτικής κοινότητας της εποχής.

Ας σημειωθεί εδώ ότι ο Πρύτανης και Καθηγητής της ΦΜΣ Αθηνών, Αντώνης Χρηστομάνος, το 1897 υποστήριζε ότι «η χειραφέτηση των γυναικών εγένετο ήδη συρμός και θα ήτο μάταιος αναχρονισμός να καταπολεμήται παρ’ ημίν. Οφείλομεν να ανεχώμεθα αυτάς και να μήν παρακωλύωμεν την επιστημονικήν ανάπτυξιν του γυναικείου φύλου, αλλά και να μην ενισχύωμεν αυτάς δι’ υπερβολικής ενθαρρύνσεως». Τις απόψεις του Αντώνη Χριστομάνου αντέκρουσε 30 χρόνια αργότερα ο Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής και Πρόεδρος της Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών Κωνσταντίνος Μέρμηγκας όταν, το 1927, δημόσια υποστήριζε ότι «θα έπρεπε να αποκλείονται οι γυναίκες από της πανεπιστημιακής παιδεύσεως«.

Γυναίκες επιστήμονες

Για την Αιγυπτιώτισσα Αγγελική Παναγιωτάτου (1875-1954), με καταγωγή από τη Θηνιά της Κεφαλονιάς, το ερώτημα «εάν οι επιστήμες έχουν φύλο» δεν είχε βάση και δεν έπρεπε ούτε να συζητείται. Η Αγγελική Παναγιωτάτου είναι η πρώτη γυναίκα που αποφοίτησε από την Ιατρική Αθηνών. Αντιμετώπισε βέβαια το ανδροκρατούμενο περιβάλλον (1893-1897) στα αμφιθέατρα της Ιατρικής Σχολής και τα θορυβώδη επιφωνήματα των συμφοιτητών της «στην κουζίνα, να πάς στην κουζίνα σου»!

Εκείνα τα χρόνια ήταν άθλος για μία γυναίκα ακόμη και να ονειρευτεί ότι θα γινόταν γιατρός. Ωστόσο, η  Αγγελική Παναγιωτάτου έγινε όχι μόνο γιατρός αλλά και Καθηγήτρια της Ιατρικής, στον Τομέα της Υγιεινής και Τροπικής Παθολογίας. καθώς και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Εμπνευσμένη Ελληνίδα η Παναγιωτάτου, όταν το 1900 επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια ανέπτυξε σημαντική κοινωνική και ανθρωπιστική δράση. Με δική της πρωτοβουλία λειτούργησε το «Κυριακάτικο Σχολείο» που παρείχε βασική μόρφωση στους εργαζόμενους παροίκους. Ίδρυσε τις «παιδικές εξοχές» που στις περιόδους των σχολικών διακοπών βοηθούσαν τα οικονομικά αδύναμα παιδιά της παροικίας. Το 1934 ίδρυσε την Φιλολογική Συντροφιά Κυριών Αιγύπτου, γνωστή με το όνομα «Φιλολογικό σαλόνι» της Παναγιωτάτου, που λειτούργησε ως το 1954. Διετέλεσε Σύμβουλος του Μπενακείου Ορφανοτροφείου, στέλεχος του Συλλόγου «Πτολεμαίος» και μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Ελληνίδων.

Γιατρός υγιεινολόγος η Παναγιωτάτου για πολλά χρόνια εργάσθηκε κοντά στον μικροβιολόγο Καθηγητή Στέφανο Καρτούλη. Στα τέλη του 19ου αιώνα οι επιδημίες χολέρας και πανώλης (πανούκλα) ήταν εξαιρετικά θανατηφόρες στην Αίγυπτο. Για την θανατηφόρα ασθένεια γράφει ο γιατρός και επιφανής πάροικος του Καΐρου Διονύσιος Οικονομόπουλος  ότι «από τον Οχτώβρη του 1895 ως το Φλεβάρη του 1896 πέφτει νέα επιδημία πανούκλας, με σαράντα χιλιάδες θύματα». Μπροστά στην επείγουσα αυτή κατάσταση, η Αγγελική Παναγιωτάτου αποσύρθηκε στο λοιμοκαθαρτήριο του Ελ Τορ και εκεί, στους πρόποδες του όρους Σινά όπου βρισκόταν το λοιμοκαθαρτήριο, μελέτησε τις επιδημίες και πρότεινε τρόπους ίασής τους. Για το συγκεκριμένο ερευνητικό της έργο βραβεύθηκε το 1902 από την Αιγυπτιακή Κυβέρνηση με το παράσημο του Τάγματος του Νείλου. Η Αγγελική Παναγιωτάτου είναι η πρώτη γυναίκα που βραβεύθηκε από την Αιγυπτιακή Κυβέρνηση. Η πρώτη βραβευμένη γυναίκα στην Αίγυπτο είναι Αιγυπτιώτισσα!

Η Αγγελική Παναγιωτάτου στο γραφείο της

Πολιτική συνείδηση και υπερεθνική αλληλεγγύη

Οι επιφανείς και επώνυμες αυτές γυναίκες είναι αντιπροσωπευτικά δείγματα της συμβολής της Αιγυπτιώτισσας Ελληνίδας στη πρόοδο της  εκπαίδευσης, της επιστήμης, της κοινωφελούς δραστηριότητας, της φιλανθρωπίας και του ευεργετισμού στην παροικία.

Πολλές μαρτυρίες συγκλίνουν στο ότι και οι Αιγυπτιώτισσες των λαϊκών τάξεων καλλιεργούσαν και διατηρούσαν αγαθές σχέσεις και ισχυρούς δεσμούς με τις Αιγύπτιες γυναίκες και γενικότερα με τον Αιγυπτιακό λαό.

Η ανάπτυξη πολιτικής συνείδησης τις έκανε όλο και περισσότερο να συνειδητοποιούν τα προβλήματα από την έλλειψη της γυναικείας χειραφέτησης. Στις αρχές του 20ου αιώνα είδαμε την Αγγελική Παναγιωτάτου να μάχεται στα αμφιθέατρα της Ιατρικής Σχολής Αθηνών για τα δικαιώματα των γυναικών στην μάθηση. Την ίδια εποχή, η εκπαιδευτικός Αθηνά Ρουσσάκη-Γερμανού συμπυκνώνοντας τις νέες κοινωνικές ευαισθησίες και προοπτικές έκλεινε τις δημόσιες ομιλίες της με το πρόσταγμα «κάντε τόπο στις γυναίκες».

Πρωτοπόρος του γυναικείου κινήματος στον Αιγυπτιακό χώρο ήταν η Huda Sha’arawi (1879-1947). Γεννημένη στην Μίνια το 1879 μετείχε στον οργανισμό «Αιγυπτιακή Ένωση γυναικών» και μέχρι τον θάνατό της το 1947 στο Κάιρο αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των γυναικών. Παράλληλα, η εμφάνιση της Αιγυπτίας φεμινίστριας Doria Shafik (1908-1975) άνοιξε ένα καινούριο κεφάλαιο στο ζήτημα της υπερεθνικής αλληλεγγύης.  Γεννημένη το 1908 στην Τάντα, η Doria Shafik το 1948 οργάνωσε το κίνημα Πέντ Αλ Νείλ ( ένωση κοριτσιών του Νείλου) προκειμένου να ενισχυθεί η πολιτική συνειδητοποίηση των γυναικών της Αιγύπτου και να τους δοθεί το δικαίωμα ψήφου. Τον Φεβρουάριο 1951 μαζί με τις Ragia Ragab, Fathia Al Falaky, Amina Shokry και άλλες πέντε Αιγύπτιες, ηγήθηκε της πρώτης γυναικείας διαδήλωσης στην Αίγυπτο. Ακολούθησαν κι άλλες κινητοποιήσεις σε συνδιοργάνωση με το Συνδικάτο Δημοσιογράφων.

Στις 16 Ιανουαρίου 1956, μετά την επανάσταση του Ιουλίου 1952, ψηφίστηκε το πρώτο Αιγυπτιακό Σύνταγμα, «Το Σύνταγμα του 1956». Στο Σύνταγμα αυτό η Αιγυπτιακή κυβέρνηση αναγνώρισε το δικαίωμα ψήφου στις Αιγύπτιες δίνοντάς τους το δικαίωμα συμμετοχής τους και εκλογής τους στις κοινοβουλευτικές εκλογές. Οι Αιγυπτιώτισσες , με ιδιαίτερη ευαισθησία στο ζήτημα της παροχής ψήφου στις γυναίκες, υποστήριξαν τα αιτήματα των αδελφών τους Αιγυπτίων. Η «Ελληνική Ένωση Γυναικών Αιγύπτου» και η «Αιγυπτιακή Ένωση Γυναικών» βρέθηκαν στην ίδια πορεία πολιτικής συνειδητότητας και υπερεθνικής αλληλεγγύης.

 

  Σύνοψη

Ο Αιγυπτιώτης Ελληνισμός εξελίχθηκε και άνθησε εντασσόμενος στο παγκόσμιο σύστημα οικονομικών σχέσεων και συναλλαγών που βασιζόταν στην αποικιακή κυριαρχία των Ευρωπαϊκών Μητροπόλεων. Η κρίση και κατάρρευση του παγκόσμιου αποικιοκρατικού συστήματος συμπαρέσυρε και τον Αιγυπτιώτη Ελληνισμό.

Οι λόγοι για τους οποίους η παροικία δεν κατόρθωσε να αντεπεξέλθει στη δοκιμασία της Νασερικής επανάστασης αναπροσαρμόζοντας τις δραστηριότητές της- όσο ίσως το επέτρεπαν οι νέες συνθήκες – είναι ένα πρόβλημα ακόμη ανοιχτό για την ιστορική έρευνα.

Δημογραφικά, κοινωνικά και οικονομικά η παροικία δεν είναι σήμερα αυτό που ήταν άλλοτε. Μετά την φυγή τους, οι Αιγυπτιώτες τράβηξαν τις προσωπικές τους διαδρομές στις χώρες όπου έχουν διασπαρεί.

Τώρα η Αίγυπτος είναι η χώρα της απουσίας για τους Έλληνες. Ωστόσο η αναφορά των Αιγυπτιωτισσών σε αυτήν αποτελεί στοιχείο της ταυτότητάς και της αξιοπρέπειάς τους. Ταξιδεύουν την κληρονομιά των σπουδαίων χρόνων της παροικίας στη μνήμη τους, στη νοοτροπία τους, στον τρόπο ζωής τους, στα όνειρά τους.

Ευχαριστίες

Θερμά ευχαριστώ την αλεξανδρινή κυρία Νίνα Παπαναστασίου, η οποία μοιράστηκε μαζί μου εμπειρίες, μνήμες και γνώσεις από τη ζωή της παροικίας, καθώς και τον υποψήφιο διδάκτορα Σάμεχ Ελλαμπόντι για τις αναζητήσεις του στις αιγυπτιακές εφημερίδες.

Η Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη είναι Καθηγήτρια του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

 Βιβλιογραφία

  • Αιγυπτιακή Εφημερίδα Αχέρ Σαά, «Το σχέδιο της Doria στη διαδήλωση της Βουλής », Κάιρο, 2 Μαρτίου 1951
  • Αιγυπτιακή εφημερίδα Αλ Αχμπάρ, «Η απεργία πείνας της Doria Shafic», Kάιρο, 13 Μαρτίου 1954
  • Αιγυπτιακή εφημερίδα Αλ Αχράμ, «9 Αιγύπτιες αρχίζουν απεργία πείνας μέσα στο Συνδικάτο Δημοσιογράφων», Κάιρο, 18 και 20 Μαρτίου 1954
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Ευεργετισμός και Προσωπικότητα. Ευεργέτες Έλληνες του Καίρου (2 τόμοι), εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2002
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Αλεξανδρινές Οικογένειες. Χωρέμη, Μπενάκη, Σαλβάγου, εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα, 2004
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, «Αιγυπτιώτης ευεργετισμός. Συλλογική εποποιία και ατομική ευποιία», Πρακτικά Ημερίδας του Μουσείου Μπενάκη με θέμα Το φαινόμενο του ευεργετισμού στη νεότερη Ελλάδα, Αθήνα 2006
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Οι Έλληνες του Καίρου, εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα 2007
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Ο Αιγυπτιώτης Ελληνισμός στους δρόμους του βαμβακιού, εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα 2011
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Ευεργετισμός και νεοελληνική πραγματικότητα, εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα 2016
  • Α.Θ.Πολίτης, Ο Ελληνισμός και η Νεωτέρα Αίγυπτος, εκδόσεις Γράμματα, Αλεξάνδρεια 1930
  • Ν. Αρμαδώρος, Ο Πάροικος, εκδόσεις Ελληνική Κοινότητα Καΐρου, 1992
  • Μανώλης Γιαλουράκης, Η Αίγυπτος των Ελλήνων, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2006
  • Αντώνιος Σακτούρης, Έκθεσις του εν Αλεξανδρεία Β΄ Γενικού Προξένου περί εμπορίας, γεωργίας, βιομηχανίας, ναυτιλίας κ.λ.π. της Αιγύπτου από του έτους 1884 έως το 1913, Αθήνα, 1915
  • Στρατής Τσίρκας, Ο Καβάφης και η εποχή του, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1995
  • Νίκος Ψυρούκης, Το νεοελληνικό παροικιακό φαινόμενο, εκδόσεις Επικαιρότητα, Αθήνα 1974
  • Νίκος Σβορώνος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1986
  • Matoula Tomara-Sideris, “Egyptian Hellenism and Benefaction”, Journal of the Hellenic Diaspora, v. 29.1, Pella Publishing Co,NY 2003
  • Matoula Tomara-Sideris, “Women’s Status in the Greek Colonies of Egypt”, Evi Tastsoglou (ed.), στο Women, Gender, and Diasporic Lives. Labor, Community, and Identity in Greek Migrations, Lexington Mellen press, USA, 2009
  • Matoula Tomara-Sideris, Benefaction in Modern Greece. Theory and History, Kerkyra, Athens 2017

 

Μουσική και αθλητισμός

 

Η Πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Clio Turbata

Μουσική και αθλητισμός

 

Αφιερώνεται στον Ευάγγελο Παπαδημήτρη,
εξαίρετο μουσικό και δάσκαλο του βιολιού,
λάτρη του ποδοσφαίρου, με αφορμή την
αποχώρησή του από την ενεργό δράση

 

Γνωρίζατε πως: τρεις γνωστοί μουσικοσυνθέτες εμπνεύστηκαν στα έργα τους από αγώνες αντισφαίρισης; Άλλοι δυο από αγώνες ράγκμπι; Ένας έκτος, φανατικός οπαδός της Wolverhampton Wanderers, συνέθεσε ένα μικρό έργο αφιερωμένο στην αγαπημένη του ομάδα; Ένας έβδομος, εξίσου φανατικός οπαδός της Zenit του Λένινγκραντ, ένα μπαλέτο του εξιστορεί τις περιπέτειες μιας ομάδας ποδοσφαίρου ευρισκόμενης σε περιοδεία στη Δυτική Ευρώπη; Ένας όγδοος, βίωσε, μεταφέροντάς την σε μουσικές νότες, μια τρομακτική εμπειρία τρέχοντας ως συνοδηγός με μια Lamborghini σε μεταμεσονύκτια ώρα; Ένας ένατος έγραψε, τo 1936, τον ύμνο της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Βερολίνου; Ένας δέκατος συνέθεσε ένα πασίγνωστο βαλς για τους παγοδρόμους; Ένας ενδέκατος, ανάμεσα στις πολλές πόλκες που ακούμε κατά καιρούς στην Πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Φιλαρμονικής ορχήστρας της Βιέννης, αφιέρωσε δυο από αυτές στον αθλητισμό; Και θα εκπλαγείτε διπλά συναντώντας μεταξύ των παραπάνω καταξιωμένων μουσικοσυνθετών τα ονόματα των Claude Debussy, Sir Edward Elgar, Richard Strauss, Dmitri Shostakovich, Erik Satie, Arthur Honegger, Charles Ives, John Adams, Mauricio Kagel, Emile Waltdeufel και, φυσικά, Josef Strauss. Στα παραπάνω ονόματα πρέπει να προστεθούν εκείνα δυο Ελλήνων (Σπύρος Σαμάρας και Βαγγέλης Παπαθανασίου) καθώς και του συγκροτήματος Queen. Όμως, η ονομαστική κατάσταση συνεχίζεται κι άλλο, καθώς πολλοί επώνυμοι συνθέτες δεν συμπεριλήφθηκαν στο παρόν αφιέρωμα. Πρόκειται για τους Jean Sibelius (Tennis at Trianon), Darius Milhaud (Le train bleu), Francis Poulenc (Gloria), Arnold Schoenberg (Notation 21),  Gwyneth V. Walker (Match Point),  Wilhelm Petersen-Berger  (Lawn Tennis),  François Dompierre (Hockey Legends). Η ήδη μακροσκελής κατάσταση δεν σταματά εδώ, αποδεικνύοντας πως οι δεσμοί της μουσικής με τον αθλητισμό είναι πολύ βαθύτεροι από όσο φαίνονται εκ πρώτης όψεως.

 

 1. Marc-Antoine Charpentier (1643 – 1704): Te Deum

Ούτε ο συνθέτης, ούτε και το προαναφερθέν έργο έχουν την παραμικρή σχέση με τον αθλητισμό. Απλούστατα λειτουργούν συνειρμικά, καθώς το Te Deum (1692) εδώ και πολλές δεκαετίες έχει επιλεγεί ως μουσική υπόκρουση των εξωτερικών τηλεοπτικών μεταδόσεων της Eurovision. Οι περισσότερες είναι αθλητικού χαρακτήρα. Για τον λόγο αυτό, το επιλέξαμε ως εισαγωγή του παρόντος αφιερώματος. Εκτελείται με όργανα εποχής.

Marc-Antoine Charpentier, Te Deum: Prélude. Rondeau

 

2. Claude-Achille Debussy (1862 – 1918): Jeux – poème dansé

Jeux (1913), είναι το τελευταίο κατά σειρά μπαλέτο που συνέθεσε ο Debussy. Φέρει τον χαρακτηρισμό «poème dansé» (χορευτικό ποίημα) και υπήρξε παραγγελία των περίφημων Ρωσικών Μπαλέτων του Sergei Diaghilev. Η υπόθεση διαδραματίζεται στο περιθώριο ενός αγώνα αντισφαίρισης. Το μπαλάκι έχει χαθεί σε έναν κήπο, ακριβώς δίπλα από το γήπεδο. Οι νεαροί παίκτες, δυο γυναίκες και ένας άνδρας, έχουν διακόψει τον αγώνα και επιδοθεί στην προσπάθεια ανεύρεσης της μπάλας. Καθώς επικρατεί σκοτάδι και ο ηλεκτροφωτισμός του γηπέδου είναι ανεπαρκής, οι τρεις παίκτες αρχίζουν να συμπεριφέρονται σαν μικρά παιδιά. Παίζουν κρυφτό, κυνηγούν οι μεν τους δε, φιλονικούν άνευ λόγου και αιτίας, δυσανασχετούν. Η θερμή νύκτα και το λυκόφως που μόλις διακρίνεται στον ορίζοντα, διαχέουν μια ατμόσφαιρα ερωτισμού. Ο νεαρός διεκδικείται από τις δυο γυναίκες. Ωστόσο, όλα διακόπτονται απότομα εξαιτίας μιας δεύτερης μπάλας, την οποία ένα άγνωστο χέρι έχει πετάξει προς την πλευρά των τριών νεαρών. Αιφνιδιασμένοι και ανήσυχοι, οι τελευταίοι εξαφανίζονται μέσα στο σκοτάδι του κήπου. 

Αφίσα της πρεμιέρας, με τους πρωταγωνιστές Ludmilla Schollar, Vaslav Nijinsky και Tamara Karsavina.

Σε ένα αρχικό στάδιο ο Debussy εξέφρασε αντιρρήσεις ως προς την πλοκή του έργου. Υποχώρησε ωστόσο, όταν ο Diaghilev διπλασίασε την αμοιβή. Η πρεμιέρα (15 Μαΐου 1913 στο Θέατρο των Ηλυσίων Πεδίων του Παρισιού), σε χορογραφία του εκ των πρωταγωνιστών Vaslav Nijinski, άφησε το κοινό αδιάφορο. Γρήγορα επισκιάστηκε από τη θυελλώδη Ιεροτελεστία της Άνοιξης του Igor Stravinsky. Ακόμη και επί των ημερών μας, το κομψοτέχνημα  αυτό σπάνια συγκαταλέγεται τόσο στο χορογραφικό όσο και στο συμφωνικό ρεπερτόριο. Κι όμως, η εύθραυστη και αραχνοΰφαντη γραφή της παρτιτούρας καθιστά την τελευταία ως μια από τις πλέον αντιπροσωπευτικές και πρωτοπόρες συνθέσεις του μικρογράφου Γάλλου συνθέτη. Το 1988 κυκλοφόρησε μια εξαιρετική κριτική έκδοση από τον συνθέτη και μέγα ερμηνευτή της μουσικής του Debussy, Pierre Boulez (1925 – 2016).

Pierre Boulez conducts Debussy’s Jeux


 

3. Arthur Honegger (1892 – 1955): Rugby – Μouvement symphonique  N° 2 (H 67)

Φέροντας την ένδειξη Η 67 στον κατάλογο της μουσικής παραγωγής του Ελβετού συνθέτη, το Rugby είναι το δεύτερο από τα τρία συμφωνικά του ποιήματα (Pacific 231, Rugby, Mouvement symphonique N° 3). Η πρώτη εκτέλεση έλαβε χώρα στις 19 Οκτωβρίου 1928 στο Παρίσι. Έπειτα από τη μεγάλη επιτυχία του Pacific 231 όπου μιμείται τον ήχο, τον οποίο παράγει μια ατμομηχανή, ο Honegger στράφηκε προς τον χώρο του αθλητισμού αναζητώντας το θέμα του δευτέρου συμφωνικού του ποιήματος. Για αρκετό καιρό ταλαντεύτηκε ανάμεσα στο ποδόσφαιρο και το ράγκμπι προτού καταλήξει στην επιλογή του δευτέρου.

Αγώνας ράγκμπι στο στάδιο Colombes του Παρισιού το 1930.

Το Rugby, συνολικής διάρκειας 8 λεπτών της ώρας περίπου, ανάλογα με το tempo της εκτέλεσης, διαθέτει ένα μόνο μέρος. Ο συνθέτης αποποιείται τον χαρακτηρισμό της προγραμματικής μουσικής. Εκφράζει στη μουσική του γλώσσα τις επιθέσεις και αντεπιθέσεις, τον βίαιο ρυθμό και τις ανατροπές ενός αγώνα ράγκμπι στο στάδιο Colombes του Παρισιού. Στον διαρκώς αυξανόμενο ρυθμό της μηχανής (Pacific 231) αντιτάσσει εδώ την πολυμορφία και την ποικιλία της ανθρώπινης κίνησης. Στο έργο αυτό δεν υπάρχει κανενός είδους ρυθμική οργάνωση. Η γραφή χαρακτηρίζεται από συγκοπές, ανάλογα με τις ανατροπές της εξέλιξης του αγώνα. Τα μουσικά θέματα ακολουθούν τις διάφορες φάσεις του αγώνα και περνούν από το ένα όργανο στο άλλο ακριβώς με τον τρόπο, με τον οποίο ένας παίκτης πετάει την μπάλα σε κάποιον άλλο. Η πολυφωνία, διακριτικό γνώρισμα του ύφους του Honegger, εκφράζει τις στατικές εκείνες φάσεις, όπου οι παίκτες γίνονται ένα κουβάρι διεκδικώντας την μπάλα. Το Rugby θεωρείται ως ένα από τα πλέον  δημοφιλή   έργα του συνθέτη. Στην εν γένει  σταδιοδρομία  του τελευταίου, συμβολίζει τη μετάβαση από την εποχή των έντονα περιγραφικών έργων σε εκείνη της απόλυτης μουσικής, όπως είναι οι πέντε συμφωνίες που έμελλαν  να ακολουθήσουν.

Rugby (Mouvement symphonique N° 2) Η 67


 

 4. Sir Edward William Elgar (1857 – 1934): Land of Hope and Glory

O Edward Elgar, ο κατ’ εξοχήν εκφραστής της βικτωριανής εποχής και ένας από τους μεγαλύτερους Βρετανούς συνθέτες, υπήρξε λάτρης του ποδοσφαίρου και φανατικός οπαδός της Wolverhampton Wanderers. Η απαρχή έγινε τον Φεβρουάριο του 1898 όταν, από τις κερκίδες του γηπέδου Molineux (έδρα της Wolves), παρακολούθησε έναν αγώνα εναντίον της Stoke City. Έκτοτε, κάθε εβδομάδα σχεδόν, δεν δίσταζε να διανύσει με το ποδήλατο τα 64 χλμ., που χώριζαν τον τόπο διαμονής του, το Malvern στην επαρχία του Worcestershire, από το γήπεδο της αγαπημένης του ομάδας. O Elgar υπήρξε ο πρώτος σε παγκόσμια κλίμακα που συνέθεσε ένα μουσικό έργο ειδικά για το ποδόσφαιρο. Εμπνευσμένος από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων που εκθείαζαν τη δεξιοτεχνία, με την οποία ο επιθετικός της Wolves, Billy Malpass, κτυπούσε τα πέναλτι (He banged the leather for goal), πρόσθεσε λόγια σε μια προϋπάρχουσα σύντομη δική του σύνθεση για πιάνο, χρησιμοποιώντας την παραπάνω έκφραση ως τίτλο.

Είναι άξιον απορίας το γεγονός ότι το συγκεκριμένο τραγούδι, έστω και αν εξυμνεί τα κατορθώματα του παίκτη και της ομάδας, ουδέποτε ακούστηκε στις κερκίδες του Molineux. Πιθανότατα, ούτε ο ίδιος ο Elgar το άκουσε να εκτελείται ενόσω βρισκόταν εν ζωή. Ένα είναι βέβαιο: ανακαλύφθηκε πολύ αργότερα από τον Percy Young, ειδικό στη μουσική του Elgar. Εκτελέστηκε, ενδεχομένως για πρώτη φορά, στις 26 Σεπτεμβρίου 2010, στο πλαίσιο μιας φιλανθρωπικής οργάνωσης, με τη συνδρομή της διοίκησης της ομάδας. Αντίθετα, η κερκίδα έχει υιοθετήσει εδώ και δεκαετίες, ως σύνθημα, μια από τις πλέον δημοφιλείς δημιουργίες του Elgar. Πρόκειται για τον ύμνο Land of Hope and Glory που ακούγεται κατά κόρον, ειδικότερα σε αγώνες της Εθνικής ομάδας. Σύμφωνα με τον ιστορικό της Wolverhampton Wanderers Graham Hughes, ο Elgar παρατηρούσε με ενδιαφέρον το πλήθος, που συνέρρεε προς το γήπεδο. Κάποιο Σάββατο θέλησε από περιέργεια να πάει κι εκείνος και έτσι κάπως ξεκίνησε η όλη ιστορία.

Στιγμιότυπο από αγώνα της  Wolverhampton Wanderers στο γήπεδο Molineux στις αρχές της δεκαετίας του 1930.

Ακολουθεί το Land of Hope and Glory όπως ακούστηκε το 2014 στην τελευταία βραδιά του κύκλου BBC Proms, στο Royal Αlbert Hall του Λονδίνου.

Land of hope and glory Last Night of the BBC Proms 2014


5. Dmitri Shostakovich
(1906 – 1975): Золотой век The Golden Age, op.22

To ποδόσφαιρο είναι το μπαλέτο των μαζών” συνήθιζε να υποστηρίζει ο Dmitri Shostakovich, ένας από τους πλέον παραγωγικούς μουσικοσυνθέτες του 20ούαιώνα. Ίσως γι’ αυτό αποφάσισε να γράψει ένα ολόκληρο μπαλέτο γύρω από το συγκεκριμένο άθλημα, ξεπερνώντας κατά πολύ την προγενέστερη πρωτοβουλία του Elgar. Επιπρόσθετα, σε ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής του υπήρξε λάτρης του ποδοσφαίρου και αμετανόητος οπαδός της Zenit, ομάδας της γενέτειράς του, Λένινγκραντ.

Το μπαλέτο Золотой век – The Golden Age είναι έργο της νεανικής περιόδου του Shostakovich. Η πρεμιέρα έλαβε χώρα στις 26 Οκτωβρίου 1930 στο Θέατρο Kirov (σήμερα Mariinsky). Περιλαμβάνει τρεις πράξεις και έξι σκηνές και μπορεί να χαρακτηριστεί ως εν μέρει σάτιρα και εν μέρει προπαγάνδα. Εξιστορεί την περιοδεία μιας ομάδας ποδοσφαίρου εκτός των συνόρων της ΕΣΣΔ. Εκ των πραγμάτων, παίκτες και συνοδοί έρχονται σε επαφή με πολιτικά ανάρμοστους χαρακτήρες όπως μια ντίβα, ένας φασίστας, ένας επαγγελματίας ταραξίας, ένας νέγρος, και γενικότερα, με τον παρηκμασμένο και διεφθαρμένο τρόπο ζωής της Δύσης.

The Golden Age, Θέατρο Mariinskiy Αγίας Πετρούπολης, 2006.

Στη διάρκεια της παραμονής στο εξωτερικό η ομάδα υπέστη τα πάνδεινα, από μεροληπτική διαιτησία, αποδοκιμασίες του κοινού, εξαπάτηση, κατάχρηση εξουσίας έως τον άδικο εγκλεισμό στη φυλακή εξαιτίας ενεργειών της καταχθόνιας μπουρζουαζίας. Τελικά, οι παίκτες απελευθερώνονται χάρη σε μια εξέγερση της τοπικής εργατικής κοινωνίας, που ανατρέπει τους καπιταλιστές ηγεμόνες της περιοχής. Το έργο ολοκληρώνεται με έναν χορό συναδέλφωσης και αλληλεγγύης ανάμεσα στους παίκτες και τους ελευθερωτές τους. Παρά το άκρως προπαγανδιστικό περιεχόμενο, το έργο δεν κατάφερε να ξεπεράσει τον αριθμό των 18 μόλις παραστάσεων. Λογοκρίθηκε από τις σοβιετικές αρχές επειδή συμπεριλάμβανε ρυθμούς και χορούς της Δύσης που ήταν προτιμότερο να μην περιέλθουν εν γνώσει του ρωσικού κοινού. Επρόκειτο για ένα πρώτο μήνυμα του καθεστώτος με αποδέκτη τον συνθέτη. Φαίνεται πως ο τελευταίος δεν το συνέλαβε, καθώς οι μεταξύ τους σχέσεις έμελλαν να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά έξι χρόνια αργότερα, με αφορμή την όπερα Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ. Αργότερα, ο Shostakovich εξήγαγε από την παρτιτούρα του μπαλέτου μια σουΐτα, η οποία έχει ενταχθεί πλήρως στο συμφωνικό ρεπερτόριο και εκτελείται συχνά στις διάφορες αίθουσες συναυλιών.

The Golden Age / Rattle · Berliner Philharmoniker – τελικός χορός


 

6. Erik Satie (1866 – 1925): Sports et divertissements

Το Sports et divertissements είναι ένας κύκλος 21 μικρών έργων για πιάνο που ο εκκεντρικός  Γάλλος συνθέτης (μεταξύ άλλων είχε χρησιμοποιήσει ήχο γραφομηχανής στο έργο Parade, επιχειρήσει ανεπιτυχώς να ακολουθήσει στρατιωτική σταδιοδρομία, χρηματίσει πιανίστας στα καμπαρέ της Μονμάρτρης, τέλος, ιδρύσει μια θρησκευτική αίρεση, της οποίας υπήρξε…το μοναδικό μέλος), έγραψε το 1914. Παραμένει στο σαρδόνιο χιουμοριστικό πνεύμα που διατρέχει τις σουΐτες για πιάνο (1912-1915) και γενικότερα ολόκληρη την παραγωγή του Satie. Αρχικά κυκλοφόρησε ως ένας συλλεκτικός τόμος, ο οποίος περιείχε σε πανομοιότυπα (facsimile) την παρτιτούρα, ποιήματα του Satie, καθώς και την εικονογράφηση από τον σκιτσογράφο Charles Martin. Το 1923 κυκλοφόρησε μια επανέκδοση με νέα εικονογράφηση.

Η αρχική ιδέα ανήκε στον Lucien Vogel, εκδότη του, γνωστού για την εποχή, περιοδικού μόδας La Gazette du Bon Ton. Πρώτος κατά σειρά αποδέκτης της πρότασης υπήρξε ο Igor Stravinsky, ο οποίος όμως την απέρριψε. Πρέπει να επισημανθεί πως ακριβά συλλεκτικά άλμπουμ, τα οποία συνδύαζαν σχέδιο, μουσική και ποίηση ήταν της μόδας στο Παρίσι της άμεσης παραμονής του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ως μαγιά λειτούργησαν τα σχέδια που μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα είχε ολοκληρώσει ο Martin. Περιλάμβαναν 20 στιγμιότυπα ανεμελιάς και αναψυχής, ορισμένα εκ των οποίων περιέγραφαν ενασχόληση με αθλήματα. Αυτό ακριβώς το οπτικό υλικό είχε κατά νου ο Satie όταν συνέθεσε τη μουσική. Η σειρά των κομματιών έχει ως εξής: 1. Choral inappetissant, 2. La Balançoire, 3. La Chasse, 4. La Comédie Italienne,  5. Le Réveil de la Mariée, 6. Colin-Maillard , 7. La Pêche, 8. Le Yachting, 9. Le Bain de Mer, 10. Le Carnaval, 11. Le Golf, 12. La Pieuvre, 13. Les Courses, 14. Les Quatre-Coins, 15. Le Pique-nique, 17. Le Tango (perpétuel), 18. Le Traîneau, 20. Le Feu d’artifice, 21. Le Tennis. 

Εικονογράφηση της δεύτερης έκδοσης του Sports et divertissements από τον Charles Martin, το 1923. Επάνω: Το γκολφ. Κάτω: Η ιστιοπλοΐα.

Όταν, το 1913, τα Ρωσικά Μπαλέτα ανέβασαν τα Jeux του Debussy, ο Satie βρισκόταν ακόμη σε φάση σύνθεσης του δικού του έργου. Έχοντας παρακολουθήσει την παράσταση, ειρωνεύτηκε με τον δικό του χαρακτηριστικό σαρκασμό τον Nijinsky για τη χορογραφία του, υποστηρίζοντας πως ο τελευταίος είχε μπερδέψει τους κανόνες του τένις με εκείνους του ποδοσφαίρου, επειδή από το χώρο απουσίαζε παντελώς το δίχτυ, οι χορευτές δεν κρατούσαν στα χέρια τους ρακέτες και ο κήπος, όπου διαδραματιζόταν η υπόθεση, θύμιζε περισσότερο γήπεδο ποδοσφαίρου. Επινόησε μάλιστα ένα νεολογισμό: ονόμασε το άθλημα, που είχε δει επί σκηνής, “ρωσικό τένις”. Παρόλα αυτά, όταν, δέκα μήνες αργότερα, ολοκλήρωσε το 21ο κομμάτι του Sports et divertissements (το τένις), δεν κατάφερε να απαλλαγεί από την επίδραση της μουσικής του Debussy και της χορογραφίας του Nijinsky. Μόνο που εδώ, ο υφέρπων ερωτισμός εκφράζεται μέσω των λέξεων του κειμένου. Όπως και να έχει το ζήτημα, στο τέλος του έργου και αφού έχει ήδη ολοκληρωθεί η ακρόαση της μουσικής, ακούγεται μια και μόνη λέξη στα αγγλικά: “Game”.

 

Erik Satie: Sports et divertissements – Le Golf

Erik Satie: Sports et divertissements Le Tennis


 

7. Charles Ives (1874 – 1954): Yale Princeton Football Game

Στο σύντομο (διάρκειας μόλις 2΄25) έργο για ορχήστρα, ο Charles Ives περιγράφει έναν αγώνα αμερικανικού ποδοσφαίρου (παραλλαγή του ράγκμπι). Πρόκειται για την επικράτηση με 6-0 των Yale Bulldogs επί των Princeton Tigers στις 20 Νοεμβρίου 1897. Οι αγώνες Yale-Princeton εθεωρούντο κλασσικοί του είδους, κινητοποιώντας τα πλήθη, όπως άλλωστε φαίνεται και στα ιστορικής αξίας βωβά κινηματογραφικά στιγμιότυπα ενός αγώνα της 14ης Νοεμβρίου 1903 (μόλις 6 χρόνια αργότερα) μπροστά σε ένα κοινό 50.000 θεατών.

Princeton and Yale football game 1903 (πηγή: Library of Congress)

Η μουσική του Ives θα μπορούσε κάλλιστα να λειτουργήσει ως ηχητική επένδυση των παραπάνω στιγμιοτύπων. Ο αγώνας του 1897, ο οποίος περιγράφεται στο έργο, υπήρξε ένας θρίαμβος για τους Yale Bulldogs, ο προπονητής των οποίων εφάρμοσε μια νέα τακτική που αιφνιδίασε τους αντιπάλους και επέτρεψε στην ομάδα να τερματίσει αήττητη στο πρωτάθλημα. Το Yale Princeton Football Game περιγράφει ολόκληρη την εξέλιξη πριν, κατά τη διάρκεια και έπειτα από τον αγώνα. Αποδίδονται, μεταξύ άλλων, ο ήχος της σφυρίχτρας του διαιτητή, ο ρυθμός των συνθημάτων και τα τραγούδια της εξέδρας, καθώς και οι ίδιες οι φάσεις, με αποκορύφωμα την υποδειγματική, όπως φαίνεται, κούρσα ζικ-ζακ του παίκτη των νικητών Charles de Saulle, που κατάφερε να καλύψει μόνος του μια απόσταση 50,292 μέτρων αποφεύγοντας τους αντιπάλους. Ο ίδιος ο Ives έχει δώσει χαρακτηριστικούς τίτλους, βοηθώντας έτσι τον ακροατή παρακολουθήσει ευκολότερα και να κατανοήσει καλύτερα το έργο: 1. Suppressed excitement of players coming onto grounds 2. A Yale cheer, “Brekke coax” [sic] 3. Another cheer: “Rah, Rah, Rah; Rah, Rah, Rah; Rah, Rah, Rah; Yale, Yale, Yale.” 4. “Three Cheers for Old Nassau” 5. “Harvard has blue stocking girls, Yale has blue stocking men,” ect. 6. “Watch on the Rhein” (Die Wacht am Rhein) 7. “Hold the fort, McClung is coming.” 8. “Reeves 2nd Regiment Quickstep” (always played by Brass Band at games and reunions etc.) 9. “Hey-can nuck-a-no” 10. “Dodging half-back” 11. “Fat Guards, pushing, grunting.” 12. “First Down.” 13. “Run around left end: loss.” 14. “Dodging tackle.” 15. “Close formation: Wedge” 16. “Last Down” 17. “Run Around Right” 18. “When trumpet (=Running half-back [sic], Charley Desseaulles [sic]) reaches this measure, every other instrument must make a hell of a noise and stop”; “Touch Down.”) 19. “Game over and won. Everybody tired, players and spectators.”

Charles Ives – Yale Princeton Football Game (1898)

 

8. John Adams (1947 –  ): Short Ride in a Fast Machine

Short Ride in a Fast Machine είναι το δημοφιλέστερο έργο του John Adams (του πλέον καταξιωμένου εν ζωή μουσικοσυνθέτη, η συμπλήρωση των 70 ετών του οποίου τιμήθηκε πρόσφατα από τις μεγαλύτερες ορχήστρες του κόσμου). Πρόκειται για μια εισαγωγική φανφάρα για μεγάλη ορχήστρα, γραμμένη κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ανοίγει το πρόγραμμα μιας συναυλίας καθηλώνοντας τον ακροατή με τις δεξιοτεχνικές ικανότητες του συνόλου που την ερμηνεύει. Είναι ένα ευρηματικό, από κάθε άποψη, έργο, που εκτελέστηκε για πρώτη φορά το 1986. Ο συνθέτης εμπνεύστηκε από μια περιπέτεια, την οποία βίωσε αυτοπροσώπως, καθώς σε μεταμεσονύκτια ώρα μιας καλοκαιρινής βραδιάς δέχτηκε να καθίσει στη θέση του συνοδηγού μιας Lamborghini, ενέργεια, την οποία μετάνοιωσε ευθύς αμέσως μόλις το αυτοκίνητο άρχισε να ακολουθεί μια τρελή πορεία αναπτύσσοντας ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο ίδιος περιέγραψε αργότερα πως τον είχε κυριεύσει ένα κράμα αγωνίας, φόβου, παράλληλα όμως, δέους και γοητείας μπροστά στον κίνδυνο.

Ο Adams θεωρείται ως εκφραστής της Μινιμαλιστικής Σχολής, συνεχιστής του Philip Glass και του Steve Reich, αν και ο ίδιος χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως μετά-μινιμαλιστή επικαλούμενος τα παραδείγματα του Bach, του Brahms και του Mahler που, όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, είχαν την τύχη να ευδοκιμήσουν στο τέλος μιας εποχής, ενστερνιζόμενοι στο έργο τους ολόκληρη την εξέλιξη των τριάντα έως πενήντα προηγουμένων ετών. Άλλωστε στη μουσική του γραφή, μια γραφή ιδιαίτερα προσιτή στο ευρύ κοινό, χρησιμοποιεί τεχνικές και στοιχεία που παραπέμπουν ευθέως στην εποχή του ρομαντισμού και του μετά-ρομαντισμού. Το όλο του έργο παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία σε είδος καθώς ο Adams στράφηκε προς τη συμφωνική μουσική, τη μουσική δωματίου και την όπερα.

Ο John Adams στη θέση του συνοδηγού. Η Lamborghini φέρει πινακίδες με την ένδειξη presto, τον χρόνο, στον οποίο είναι γραμμένο το έργο.

Το Short Ride in a Fast Machine αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της μουσικής του παραγωγής. Ο ρυθμός του παραπέμπει στις θεμελιώδεις εκφάνσεις του μινιμαλισμού, με τη διαρκή και επίμονη επανάληψη. Στο επίκεντρο βρίσκεται το γούντμπλοκ (wood block), ένα κρουστό όργανο, το οποίο διατρέχει το έργο από άκρη σε άκρη. Ο ήχος του θα μπορούσε κάλλιστα να συμβολίζει τη μηχανική κίνηση του αυτοκινήτου ή, ακόμη, τους έντονους κτύπους της καρδιάς του έντρομου συνοδηγού. Γύρω από αυτόν τον ήχο, ο Adams πειραματίστηκε με την ανάπτυξη μιας ρυθμικής δυσαρμονίας προσθέτοντας αλληλοσυγκρουόμενους ρυθμούς με στόχο να διεμβολίσει τη μετρονομική σταθερότητα του κρουστού οργάνου. Επαναλήψεις και συγκοπές καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του έργου. Η λύτρωση (προφανώς και για τον ίδιο τον συνοδηγό) έρχεται προς το τέλος από μια μελωδική φράση διαρκείας, την οποία ο Adams εμπιστεύεται στα χάλκινα πνευστά. Με τον τρόπο αυτό εκπληρώνει διπλό στόχο. Δίνει τέλος στην αγωνία και αιτιολογεί τον χαρακτηρισμό της φανφάρας που ανήκει στο έργο. Η ακρόαση του τελευταίου μέσα σε μια αίθουσα συναυλιών (και όχι μόνο) αποτελεί πραγματική απόλαυση, όπως αποδεικνύεται άλλωστε από την ερμηνεία που ακολουθεί.

John Adams: Short Ride in A Fast Machine / Alan Gilbert · Berliner Philharmoniker

 

9. Mauricio Kagel (1931 – 2008): Match für drei Spieler

Ένα διακριτικό γνώρισμα της μουσικής παραγωγής του αντισυμβατικού Γερμανοαργεντινού συνθέτη είναι οι σαφείς θεατρικές οδηγίες, τις οποίες δίνει προς τους ερμηνευτές προκειμένου να υιοθετήσουν συγκεκριμένες εκφράσεις του προσώπου τους ενόσω εκτελούν το έργο, να εισέλθουν επί σκηνής με προδιαγεγραμμένο τρόπο και κινήσεις, να συμπράξουν με άλλους εκτελεστές πέραν της μουσικής διάστασης, να απαγγείλουν ποιήματα και να αναγνώσουν πρόζα κλπ. Ο Kagel πειραματίστηκε επίσης σε ανοίγματα προς άλλα πεδία, όπως εκείνα της φωτογραφίας και του κινηματογράφου. Γι’ αυτό το λόγο, το έργο του θεωρήθηκε κατά καιρούς ότι ανήκει στο λεγόμενο Θέατρο του Παραλόγου.                              

Match für drei Spieler.

To Match für drei Spieler (1964), είναι ένα έργο μουσικής δωματίου για δυο βιολοντσέλα και κρουστά όργανα. Περιγράφει έναν αγώνα τένις. Αντίπαλοι είναι τα βιολοντσέλα ή ακόμα και οι ίδιοι οι εκτελεστές ενώ ο τρίτος, ο χειριστής μιας ευρείας γκάμας κρουστών, επωμίζεται το ρόλο του διαιτητή. Η διάταξη και η εν γένει συμπεριφορά των τριών μουσικών καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου (δηλ. του ίδιου του αγώνα) ανταποκρίνονται σε γραπτές οδηγίες του συνθέτη, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στο περιθώριο της παρτιτούρας στα αντίστοιχα σημεία. Η φυσική προσπάθεια, την οποία καλούνται να καταβάλουν οι δυο τσελίστες, καταχωρίζει τους τελευταίους όχι μόνο στην κατηγορία των μουσικών, αλλά και σε εκείνη των αθλητών. Ακόμα και οι κινήσεις τους πολλές φορές θυμίζουν περισσότερο παίκτες του τένις και λιγότερο μουσικούς ερμηνευτές. Χαρακτηριστική είναι η αρχή του έργου και ο άκρως πετυχημένος τρόπος, με τον οποίο τα pizzicati των βιολοντσέλων (“τσιμπητό” παίξιμο των χορδών με το δάκτυλο δίχως χρήση δοξαριού) αποδίδουν την εναλλαγή των κτυπημάτων της μπάλας. Πέραν του τένις, το έργο θα μπορούσε κάλλιστα να παραπέμπει και σε άλλα αθλήματα όπως λ.χ. στο πινγκ-πονγκ, στο βόλεϊ, ακόμα και στο ποδόσφαιρο, εφόσον γίνεται χρήση εκ μέρους του διαιτητή σφυρίχτρας, επίδειξης κίτρινης και κόκκινης κάρτας, πρακτικές, οι οποίες δεν συναντώνται στο πλαίσιο διεξαγωγής ενός αγώνα τένις. Αν και δυσπρόσιτο σε επίπεδο ακρόασης, είναι βέβαιο πως το Match für drei Spieler δεν στερείται πρωτοτυπίας και ιδεών.

Mauricio Kagel, Match für drei Spieler


 

10. Queen: We Are the Champions


We Are the Champions
είναι ροκ τραγούδι του βρετανικού συγκροτήματος Queen. Περιλαμβάνεται στο άλμπουμ  News of the World, το οποίο κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο 1977. Τη σύνθεση και τους στίχους του τραγουδιού υπογράφει ο Freddie Mercury (1946-1991), που κάνει  τα κύρια φωνητικά στο τραγούδι, με τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος να ακολουθούν σε δεύτερη φωνή. Το τραγούδι άντεξε στο χρόνο, καθώς λόγω του τίτλου του αποτελεί έναν άτυπο «ύμνο» αθλητικών αναμετρήσεων κυρίως κατά τη στιγμή της απονομής των τροπαίων στις νικήτριες ομάδες μιας σειράς διοργανώσεων, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.

We Are the Champions – Estadio Santiago Bernabeu, Madrid, 2017

We Are the ChampionsLola Astanova (piano)            

 

11. Σπυρίδων-Φιλίσκος Σαμάρας (1861 – 1917): Ολυμπιακός Ύμνος

O Σπυρίδων-Φιλίσκος Σαμάρας γεννήθηκε το 1861 στην Κέρκυρα. Ακολούθησε ανώτερες σπουδές στο Ωδείο του Παρισιού με δάσκαλο τον φημισμένο Γάλλο συνθέτη Léo Delibes. Ακολούθως μετακόμισε στην Ιταλία, όπου και ξεκίνησε συστηματικά τη συνθετική του σταδιοδρομία.  Το 1886 ανέβηκε με επιτυχία στο θέατρο Καρκάνο του Μιλάνου η τρίπρακτη όπερα Flora Mirabilis, θριάμβευσε όμως με το ανέβασμά της στη Σκάλα του Μιλάνου, ένα χρόνο αργότερα. Ο Σαμάρας ουδέποτε αποξενώθηκε από την Ελλάδα, η φιλόμουση κοινότητα της οποίας παρακολουθούσε με θαυμασμό την ανοδική πορεία του μουσουργού. Έτσι, το 1889 ανέβηκε στην Κέρκυρα και κατόπιν στην Αθήνα η Flora Mirabilis  ως Θαυμαστή Ανθώ. Την αποτυχία της όπερας Lionella στη Σκάλα του Μιλάνου το 1891 ήρθε να αποκαταστήσει ο θρίαμβος της όπερας La Martire (H Μάρτυς) που παρουσιάστηκε στη Νάπολη τρία χρόνια αργότερα. Τότε ακριβώς ο συνθέτης προσχώρησε στη σχολή του βερισμού (verismo), της οποίας θεωρείται από τους πρωτεργάτες, στο πλευρό των Ruggero Leoncavallo, Pietro Mascagni και Giacomo Puccini. Ακολούθησαν και άλλες επιτυχημένες όπερες, όπως La Furia Damata (Η Δαμασμένη Μαινάδα) το 1895, βασισμένη στο έργο του Shakespeare Το Ημέρωμα της Στρίγγλας, Storia d’Amore το 1903 και Mademoiselle de Belle-Isle το 1905.  Αποκορύφωμα της συνθετικής του παραγωγής υπήρξε το ανέβασμα της τρίπρακτης όπερας Rhea το 1908, στο θέατρο Verdi της Φλωρεντίας. Απεβίωσε στην Αθήνα το 1917 σε ηλικία 56 ετών, από χρόνια νεφρίτιδα.

Το 1895 ανατέθηκε στον Σαμάρα από την Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή η σύνθεση ενός Ολυμπιακού Ύμνου με την ευκαιρία της τέλεσης στην Αθήνα των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων (Απρίλιος 1896). Μετά την ανάθεση στον Σαμάρα, η επιτροπή επέλεξε να μελοποιηθεί το ομότιτλο ποίημα του Κωστή Παλαμά. Ο ύμνος αυτός καθιερώθηκε ως επίσημος Ολυμπιακός Ύμνος μόλις το 1958, δηλαδή εξήντα δύο χρόνια μετά την παγκόσμια πρώτη του και σαράντα ένα χρόνια έπειτα από τον θάνατο του συνθέτη. Έκτοτε, συνοδεύει την έπαρση της σημαίας των Ολυμπιακών Αγώνων στην εκάστοτε τελετή έναρξης.

Σπυρίδων Σαμάρας, Ολυμπιακός Ύμνος (στίχοι Κωστή Παλαμά)

 

12. Richard Strauss (1864 – 1949): Olympische Hymne

To 1932, o Richard Strauss, συνθέτης της Σαλώμης, της Ηλέκτρας και του Ιππότη με το ρόδο, από τους κύριους εκπροσώπους της γερμανικής μεταρομαντικής σχολής, επελέγη από τη Διεθνή Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων για τη σύνθεση ενός ύμνου για την τελετή έναρξης των αγώνων που είχαν προγραμματιστεί για το καλοκαίρι του 1936 με οικοδεσπότη την πόλη του Βερολίνου. Ο Strauss αποδέχτηκε την πρόταση, υπό τον όρο της πλαισίωσης της μουσικής του από ένα κείμενο, για την επιλογή του οποίου θα είχε εκείνος τον τελευταίο λόγο. Έπειτα από δημόσιο διαγωνισμό και με αισθητή την αναπόφευκτη παρέμβαση του εθνικοσοσιαλιστικού υπουργείου Προπαγάνδας, το 1934 επελέγησαν οι στομφώδεις στίχοι του Robert Lubahn, ενός άνεργου, την εποχή εκείνη, βερολινέζου ηθοποιού.

Ολυμπιακό Στάδιο Βερολίνου, 1η Αυγούστου 1936. Τελετή έναρξης των Αγώνων της 11ης Ολυμπιάδας.

Η τελετή έναρξης των Αγώνων της 11ης Ολυμπιάδας, έλαβε χώρα την 1η Αυγούστου 1936 στο κατάμεστο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου. Επρόκειτο για ένα γεγονός, το οποίο αξιοποιήθηκε και προβλήθηκε δεόντως από την προπαγάνδα του Γ΄ Ράιχ. O Ολυμπιακός Ύμνος, παιγμένος από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου και μια χορωδία χιλίων ατόμων υπό τη διεύθυνση του συνθέτη, γνώρισε την παγκόσμια πρώτη εκτέλεση αμέσως έπειτα από τη σύντομης διάρκειας κήρυξη της έναρξης από τον Adolf Hitler, μια σειρά χαιρετιστήριων κανονιοβολισμών και την απελευθέρωση χιλιάδων λευκών περιστεριών. Όλων των παραπάνω είχε προηγηθεί ο λόγος του Theodor Lewald, προέδρου της οργανωτικής επιτροπής, ο οποίος, καταλήγοντας, αφού εξέφρασε τις ευχαριστίες του προς τον Richard Strauss, ανακοίνωσε την καθιέρωση στο διηνεκές του Olympische Hymne ως επίσημου ύμνου των Ολυμπιακών Αγώνων. Η έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου με τη γνωστή του έκβαση ως προς την τύχη του ναζιστικού καθεστώτος, επιφύλαξε διαφορετική εξέλιξη για το συγκεκριμένο έργο του Richard Strauss. Στους πρώτους μεταπολεμικούς Ολυμπιακούς Αγώνες (Λονδίνο 1948), ακούστηκε ένας νέος Ολυμπιακός Ύμνος του συνθέτη Roger Quilter σε στίχους του γνωστού διηγηματογράφου και ποιητή Rudyard Kipling. Δέκα χρόνια αργότερα, η Διεθνής Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων αναβάθμισε τον Ύμνο των Σαμάρα/Παλαμά σε μόνιμο επίσημο ύμνο.

Richard Strauss, Olympische Hymne

 

13. Βαγγέλης Παπαθανασίου (1943 –  ): Chariots of Fire

Το Chariots of Fire του Βαγγέλη Παπαθανασίου πλαισίωσε μουσικά το 1981 την ομώνυμη, βρετανικής παραγωγής, κινηματογραφική ταινία συμβάλλοντας δραστικά στη μεγάλη επιτυχία, την οποία η τελευταία γνώρισε (συνολικά απέσπασε 4 βραβεία Όσκαρ, εκ των οποίων τα βραβεία καλύτερης ταινίας και πρωτότυπης μουσικής). Για τις ανάγκες της ηχογράφησης επιστρατεύτηκε ένα συνθεσάιζερ τύπου CS-80, με το οποίο ο συνθέτης έπαιξε όλα τα όργανα, συμπεριλαμβανομένων του πιάνου και ευρείας γκάμας κρουστών. Η επένδυση μιας κινηματογραφικής ταινίας εποχής με ηλεκτρονική μουσική ήταν τότε ασυνήθιστη και ως προς αυτό, η συμβολή του Παπαθανασίου άνοιξε νέους ορίζοντες στην έβδομη τέχνη.                                              

Chariots of Fire  – Trailer

Η πλοκή του έργου αποτελεί δραματοποιημένη παραλλαγή αληθινών περιστατικών και ανθρώπινων χαρακτήρων. Πρόκειται για τον συναγωνισμό μεταξύ δυο αθλητών, στο πλαίσιο της προετοιμασίας και διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων του 1924 στο Παρίσι. Η μουσική του Παπαθανασίου έχει, κατά κάποιο τρόπο, συνδεθεί με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αρχής γενομένης από τους Χειμερινούς Αγώνες του 1980 στο Σεράγεβο, οπότε και χρησιμοποιήθηκε ως ύμνος της συγκεκριμένης διοργάνωσης. Κατόπιν ακούστηκε το 1996 στους Θερινούς Αγώνες της Ατλάντα και, πιο πρόσφατα, το 2012 στο Λονδίνο, στο πλαίσιο της τελετής έναρξης των Αγώνων της 30ής Ολυμπιάδας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρουσιάστηκε υπό μορφή παρωδίας, με πρωταγωνιστές τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου, τον αρχιμουσικό Sir Simon Rattle και τον ηθοποιό Rowan Atkinson στο ρόλο του πασίγνωστου Mr. Bean.

Mr. Bean Live Performance at the London 2012 Olympic Games

 

14. Émile Waldteufel (1837 – 1915): Les Patineurs Valse op.183

Σε ηλικία 27 ετών, ο Γάλλος πιανίστας και συνθέτης χορευτικής μουσικής έγινε αυλικός πιανίστας της αυτοκράτειρας Ευγενίας. Διηύθυνε επίσης την αυλική ορχήστρα σε κρατικές χοροεσπερίδες. Ο διορισμός του από τον αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ΄ αποκλειστικά στη μουσική διεύθυνση των χοροεσπερίδων, τον οδήγησε στη συμμετοχή του στους μεγαλοπρεπείς χορούς του Κεραμικού (Tuileries), του Μπιαρίτς και της Κομπιένης. Σήμερα, θεωρείται ως ο πλέον αντιπροσωπευτικός μουσικοσυνθέτης της περιόδου της Β΄ Γαλλικής Αυτοκρατορίας από κοινού με τον Jacques Offenbach. Μετά την ήττα της Γαλλίας από την Πρωσία το 1871, η ιδιαίτερη πατρίδα του, η Αλσατία, έγινε μέρος της Γερμανίας για το υπόλοιπο της ζωής του. Ο Waldteufel έφτασε σχεδόν 40 ετών πριν γίνει περισσότερο γνωστός. Τον Οκτώβριο του 1874 συμμετείχε σε μια μουσική εκδήλωση, την οποία παρακολούθησε ο, τότε Πρίγκιπας της Ουαλίας, μετέπειτα βασιλιάς Εδουάρδος Ζ΄. Ο πρίγκηπας ενθουσιάστηκε από το βαλς Manolo του συνθέτη και έκτοτε μερίμνησε ώστε να κάνει τη μουσική τού Waldteufel γνωστή σε ολόκληρη τη Μεγάλη Βρετανία. Ακολούθησε μακροχρόνιο συμβόλαιο με τον εκδότη «Hopwood & Crew» που έδρευε στο Λονδίνο. Μέρος της εταιρείας ανήκε στον Charles Coote, διευθυντή της μπάντας Coote & Tinney’s, της πρώτης χορευτικής ορχήστρας στην βρετανική πρωτεύουσα. Με αυτή την υποστήριξη, η μουσική του Waldteufel παιζόταν στα Ανάκτορα του Μπάκινγχαμ μπροστά στη βασίλισσα Βικτωρία. Τότε, ο συνθέτης κυριάρχησε στη μουσική σκηνή του Λονδίνου και έγινε παγκοσμίως γνωστός. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου συνέθεσε τα γνωστότερα έργα του, πολλά από τα οποία ακούγονται ακόμα σήμερα σε όλο τον κόσμο. Το διασημότερο, ίσως, από αυτά, το βαλς Les Patineurs (Οι Παγοδρόμοι), γράφηκε το 1882.

Pierre-Auguste Renoir,  Les Patineurs à Longchamp, 1868, Ιδιωτική Συλλογή.

Πηγή έμπνευσης για το συγκεκριμένο έργο αποτέλεσε ένας πίνακας του ζωγράφου Pierre-Auguste Renoir. Η ελαιογραφία του Renoir χρονολογείται από το 1868 και φέρει τον τίτλο Les Patineurs à Longchamp. Απεικονίζει το δάσος της Βουλώνης, στις παρυφές του Παρισιού, τον χειμώνα, με τους επισκέπτες να απολαμβάνουν τη διασκέδαση του  τοπικού παγοδρομίου. Η φιλοτέχνηση του πίνακα αποδείχθηκε μεγάλη δοκιμασία για τον Renoir, ο οποίος απεχθανόταν το ψύχος, πλην όμως ως γνήσιος ιμπρεσιονιστής, εργαζόταν συχνά στον ανοικτό χώρο. Η σύντομης διάρκειας αργή εισαγωγή στο βαλς του Waldteufel συμβολίζει την προσπάθεια του παγοδρόμου να κρατήσει την ισορροπία του. Μόλις αυτή εξασφαλιστεί, το έργο αποκτά ρυθμό, ταχύτητα και αποδίδει εύγλωττα την (φαινομενική εξαιτίας των τεχνικών δυσκολιών) άνεση και ανεμελιά, με την οποία οι παγοδρόμοι γλιστρούν επάνω στην επιφάνεια της πίστας προχωρώντας και σε θεαματικές πιρουέτες.

Émile Waldteufel: Les Patineurs Valse op.183 André Rieu


        

15. Josef Strauss (1827 – 1870): Jokey-Polka op. 278, Sport-Polka op.170

Το Πρωτοχρονιάτικο αυτό αφιέρωμα δεν θα μπορούσε να έχει διαφορετική κατάληξη από το φυσικό του χώρο: τη Musikvereinsaal της Βιέννης στην καθιερωμένη συναυλία, με την οποία η Φιλαρμονική Ορχήστρα της πόλης υποδέχεται την είσοδο κάθε Νέου Έτους. Από τα αναρίθμητα μαγνητοσκοπημένα στιγμιότυπα επιλέξαμε δυο γρήγορες πόλκες του Josef Strauss με θέματα συναφή με τον αθλητισμό. Είναι το καλύτερος τρόπος να σας ευχηθούμε για τη χρονιά που μπαίνει και να σας ευχαριστήσουμε από βάθους καρδιάς για την ανταπόκριση και υποστήριξη που μας παρέχετε στα πέντε χρόνια λειτουργίας μας.

Jokey-Polka op. 278, Neujahrskonzert 2012 – Mariss Jansons

Sport-Polka op. 170, Neujahrskonzert 2008 – Georges Prêtre

 

Το επιτελείο της Clio Turbata σάς ευχαριστεί για την εμπιστοσύνη σας

και σάς εύχεται ένα υγιές και ευτυχισμένο 2021

                                            

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Μαρία Τσιτινίδου