Skip to main content

Έλλη Λεμονίδου: Οι δίκες για το καθεστώς του Βισύ στη μεταπολεμική Γαλλία

 Έλλη Λεμονίδου

 

Οι δίκες για το καθεστώς του Βισύ στη μεταπολεμική Γαλλία

 

Το καθεστώς του Βισύ εγκαθιδρύθηκε στις μη κατακτημένες από τους Ναζί νότιες περιοχές της Γαλλίας από τις 10 Ιουνίου 1940 έως τις 25 Αυγούστου 1944. Αρχηγός του ήταν ο στρατάρχης Philippe Pétain, ήρωας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Βασικοί εχθροί του ήταν οι αντιστασιακοί, ενώ, εξαιτίας των αντισημιτικών μέτρων που έλαβε το Καθεστώς, εξοντώθηκαν περισσότεροι των 60.000 Εβραίοι πολίτες στα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου, δηλαδή το 20-25% περίπου του συνολικού εβραϊκού πληθυσμού της Γαλλίας.

Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο Pétain και άλλοι ανώτατοι αξιωματούχοι του Καθεστώτος, όπως ο Pierre Laval, δοτός πρωθυπουργός του Βισύ από την άνοιξη του 1942, καταδικάστηκαν ως συνεργάτες του εχθρού. Οι δίκες έγιναν στο Παρίσι, τον Αύγουστο και τον Οκτώβριο του 1945, αντίστοιχα, από ένα νέο Ανώτατο Δικαστήριο, ένα νέο όργανο απόδοσης δικαιοσύνης, με τη συμμετοχή δικαστών και ενόρκων, κοινοβουλευτικών και αντιστασιακών που εκπροσωπούσαν τον λαό και τα θύματα αντίστοιχα.[1] Αυτό ήταν το πρώτο κύμα των δικών του Βισύ, στο πλαίσιο μιας γρήγορης διαδικασίας Κάθαρσης που κρίθηκε επιβεβλημένη αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου. Στο πλαίσιο αυτής της Κάθαρσης δικάστηκαν υπουργοί, άλλοι πολιτικοί και στρατιωτικοί που είχαν συνεργαστεί με το Καθεστώς, συνολικά 108 άτομα, καθώς και απλοί Γάλλοι πολίτες, που πλέον θα σημαδεύονταν από την ετικέτα «collabo» (συντομογραφία της λέξης «collaborateur»), δηλαδή: συνεργάτης. Μεταξύ κυρίως των ετών 1944-1945 δικάστηκαν συνολικά (είτε από το Ανώτατο Δικαστήριο είτε από άλλα δικαιοδοτικά όργανα) 57.000 Γάλλοι. Εκδόθηκαν συνολικά 6.763 θανατικές καταδίκες, από τις οποίες εκτελέστηκαν οι 767. Οι υπόλοιπες καταδίκες ήταν σε ισόβια δεσμά ή σε ορισμένης διάρκειας καταναγκαστικά έργα, σε φυλάκιση ή σε επιβολή «εθνικής ταπείνωσης», ενώ δεν έλειψαν βεβαίως και οι αθωωτικές αποφάσεις.[2]

 

Η δίκη του Philippe Pétain (Ιούλιος-Αύγουστος 1945).

Ωστόσο, γρήγορα αυτή η διαδικασία της Κάθαρσης διακόπηκε, με την κινητοποίηση κυρίως των κομμάτων της Δεξιάς. Στα χρόνια που ακολούθησαν δόθηκαν δύο διαδοχικές αμνηστίες, το 1951 και το 1953, με τις οποίες απελευθερώθηκαν όσοι είχαν δικαστεί και φυλακιστεί, παρά τις έντονες αντιδράσεις των αντιστασιακών. Όμως, οι αντιδράσεις αυτές δεν μπόρεσαν να ανακόψουν το κύμα της «πλασματικής» εθνικής συμφιλίωσης, την οποία διευκόλυνε ούτως ή άλλως ο Ψυχρός Πόλεμος, αναστέλλοντας στην ουσία τις διεργασίες επεξεργασίας (νοητικής και ψυχικής) του τραύματος της γαλλικής κοινωνίας. Ο μύθος της παλλαϊκής αντίστασης του γαλλικού λαού ενάντια στον Γερμανό κατακτητή, που απωθούσε στη λήθη το Καθεστώς του Βισύ και την πρόθυμη συνεργασία μιας μερίδας Γάλλων, πολιτικών και άλλων πολιτών, με τους Ναζί, –μύθος ο οποίος υπήρξε επινόηση του στρατηγού De Gaulle στα μέσα της δεκαετίας του 1950–, θα αποδειχθεί πολύ ισχυρός τα επόμενα χρόνια, καθώς δεν θα αμφισβητηθεί ούτε από τους επόμενους Προέδρους της Γαλλικής Δημοκρατίας (Georges Pompidou, François Mitterrand).[3]

Η σορός του Pierre Laval μεταφέρεται έξω από την φυλακή Fresnes αμέσως έπειτα από την εκτέλεσή του (Οκτώβριος 1945).

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η δικαιοσύνη ήρθε και πάλι στο προσκήνιο, για να γίνει ο κατεξοχήν φορέας της μνήμης και, για κάποιους, πρωτεργάτης στη «συμπλήρωση» των σελίδων που είχαν μείνει λευκές στην ιστορία. Από τη δικαιοσύνη ζητήθηκε, λοιπόν, να κρίνει, έστω και με καθυστέρηση, τα εγκλήματα που είχαν μείνει ατιμώρητα· να ξανανοίξει ορισμένους φακέλους, σε ένα πλαίσιο εντελώς διαφορετικό από ό,τι αυτό που ίσχυε μεταπολεμικά, για να έρθουν στο φως, αυτήν την φορά, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τα οποία είχαν στο μεταξύ καταστεί απαράγραπτα, με νόμο που ψηφίστηκε ομόφωνα από το Γαλλικό Κοινοβούλιο, στις 26 Δεκεμβρίου 1964.

Η αφορμή δόθηκε από ένα άρθρο του περιοδικού LExpress, τον Ιούνιο του 1972, το οποίο αποκάλυπτε ότι το 1971 είχε δοθεί χάρη από τον πρόεδρο Pompidou στον Paul Τouvier. Ο Τouvier υπήρξε συνεργάτης των Γερμανών, αρχηγός της Milice στην περιοχή του Ροδανού (Rhône). Η αποκάλυψη του περιοδικού προκάλεσε αίσθηση στην κοινή γνώμη και οργή σε μεγάλο τμήμα της γαλλικής κοινωνίας, την οποία οι δηλώσεις του τότε Προέδρου, Pompidou, δεν κατάφεραν να κατασιγάσουν.

Έτσι ξεκίνησε μια νέα διαδικασία αναζήτησης ευθυνών για το Καθεστώς του Βισύ, η οποία λάμβανε πλέον υπόψη και το νέο νομικό πλαίσιο που είχε διαμορφωθεί. Η διαδικασία αυτή, μετά από μακρά περίοδο προετοιμασίας και επώασης, οδήγησε σε ένα δεύτερο κύμα δικών, που τοποθετείται χρονολογικά στην περίοδο από το 1987 έως το 1998. Αυτή την φορά οι πρώην αξιωματούχοι του Καθεστώτος του Βισύ θα δικάζονταν για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, που αφορούσαν κυρίως δράσεις και ενέργειες στο πλαίσιο της «Τελικής Λύσης».

Δικάστηκαν ένας Γερμανός και δύο Γάλλοι :

Ο Γερμανός ήταν ο Κlaus Barbie. Πρόκειται για τον αρχηγό της Gestapo στη Λυών, ο οποίος συνέλαβε και βασάνισε μέχρι θανάτου τον αρχηγό της Γαλλικής Αντίστασης Jean Moulin. Μετά την ήττα της Γερμανίας, o Barbie εγκαταστάθηκε στη Βολιβία, απ’ όπου και μεταφέρθηκε το 1983 στη Γαλλία για να φυλακιστεί στη Λυών και να δικαστεί. Η δίκη του Barbie διήρκεσε από την άνοιξη έως τις αρχές του καλοκαιριού του 1987. Κρίθηκε ένοχος για 17 εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, για «τον εκτοπισμό εκατοντάδων Εβραίων της Γαλλίας» στα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου και καταδικάστηκε σε ισόβια. Πέθανε στη φυλακή στη Λυών τον Σεπτέμβριο του 1991.

Ο προαναφερθείς Paul Τouvier διέφευγε τη σύλληψη για πολλά χρόνια, όντας υπό την προστασία υψηλόβαθμων αξιωματούχων της Καθολικής Εκκλησίας. Τελικά συνελήφθη στη Νίκαια το 1989 και κλείστηκε στις φυλακές, αφέθηκε όμως ελεύθερος το 1991, επικαλούμενος λόγους υγείας. Το 1994 εισήχθη και πάλι σε δίκη και πέθανε στη φυλακή το 1996.

Τέλος, ο Maurice Papon, ο οποίος διατέλεσε ανώτατος αξιωματούχος της Τέταρτης και της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας, καθώς και υπουργός στην κυβέρνηση Raymond Barre (1976-1981). Ο Papon υπήρξε Γενικός Γραμματέας στη διοικητική περιφέρεια του Bordeaux κατά την περίοδο του Καθεστώτος του Vichy και ήταν ο βασικός υπεύθυνος για τον εκτοπισμό, μεταξύ των ετών 1942-1944, 1.600 Εβραίων της περιοχής στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Drancy. Στη δίκη του το 1997, η οποία διήρκεσε έξι μήνες, δεν έδειξε ίχνος μεταμέλειας και συμπάθειας για τα θύματά του. Απελευθερώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2002 λόγω σοβαρής βλάβης της υγείας του και πέθανε τον Φεβρουάριο του 2007, σε ηλικία 96 ετών. Αν και ο Papon κρίθηκε ένοχος για διάπραξη εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, εντούτοις τού αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό ότι «δεν μπορούσε να γνωρίζει την ολέθρια μοίρα των εκτοπισμένων Εβραίων»!

Maurice Papon.

Υπήρξαν και δύο περιπτώσεις αξιωματούχων του Βισύ, που είδαν να τους απαγγέλλεται η κατηγορία για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όμως απεβίωσαν πριν δικαστούν: πρόκειται για τον Jean Leguay, τον άνθρωπο της αστυνομίας του Βισύ που συνομιλoύσε απευθείας με τους Γερμανούς για την οργάνωση των συλλήψεων και των εκτοπισμών. Ήταν ο πρώτος που είδε να του απαγγέλλεται η κατηγορία για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ωστόσο έμελλε να πεθάνει υπόδικος τον Ιούλιο του 1989, πριν δικαστεί. Ο δεύτερος ήταν ο René Bousquet, Γενικός Γραμματέας της Αστυνομίας του Καθεστώτος του Βισύ, που κρίθηκε υπεύθυνος για τη μαζική σύλληψη στο Χειμερινό Ποδηλατοδρόμιο του Παρισιού (Vélodrome d’Hiver), τον Ιούλιο του 1942, και τον εκτοπισμό στα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου 13.000 Εβραίων. Αυτός κατέστη υπόδικος τον Μάρτιο του 1991, αλλά δολοφονήθηκε τον Ιούνιο του 1993, επίσης πριν δικαστεί.

Οι «νεότερες» αυτές δίκες δεν έθεταν βεβαίως σε κίνδυνο την «εθνική ενότητα» της γαλλικής κοινωνίας, όπως είχε υποστηριχτεί για τις παλαιότερες δίκες την εποχή της μεταπολεμικής Κάθαρσης. Το διακύβευμα βρισκόταν πλέον αλλού. Αφορούσε τον τρόπο με τον οποίον μια χώρα τολμούσε να αντιμετωπίσει το παρελθόν της, καθώς και τη θέση που έδινε στην Ιστορία, στη μνήμη και τη δικαιοσύνη. Αφορούσε το αίτημα να εκπληρωθεί ένα «καθήκον μνήμης», αλλά και τον παιδαγωγικό ρόλο που θα μπορούσε αυτή η διαδικασία να έχει για τις νεότερες γενιές και την πολιτειακή τους αγωγή.[4]

Ωστόσο, στη διάρκεια αυτού του δευτέρου κύματος δικών προέκυψαν μια σειρά από ζητήματα, τα οποία παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ιδίως σε ό,τι αφορά τη νομική και δικαστική πτυχή του θέματος. Στη συνέχεια του κειμένου θα επιχειρηθεί μια επισκόπηση των βασικών αξόνων του προβληματισμού που αναπτύχθηκε γύρω από τη συγκεκριμένη διάσταση.

 

  1. Tόσον καιρό μετά…

Το πρώτο ζήτημα αφορά την καθυστέρηση στη δικαστική διαδικασία, η οποία ερχόταν σε αντίθεση με μια από τις θεμελιακές αρχές του Cesare Beccaria, αυτήν περί της αμεσότητας στην απόδοση της δικαιοσύνης. Είναι άραγε δυνατόν, αναρωτήθηκαν πολλοί, να κριθούν πράξεις και δράσεις μετά από παρέλευση τόσων πολλών ετών; Είναι δυνατόν μέσα σε μια αίθουσα δικαστηρίου να ανασυσταθεί το πλαίσιο μιας εποχής, να αξιολογηθούν αναδρομικά τα γεγονότα; Είναι δυνατόν να κριθούν μια εγκληματική πολιτική ή ένα εγκληματικό Καθεστώς μέσα από την περίπτωση ατόμων που δεν ήταν όλοι «αντιπροσωπευτικές» περιπτώσεις αυτού που θέλαμε να καταδικάσουμε;

Σύμφωνα με μια άλλη ένσταση που διατυπώθηκε, υπήρχε κίνδυνος μια τόσο  καθυστερημένη δίκη να αποδομήσει τον συνεκτικό ιστό της χώρας, η αποκατάσταση του οποίου είχε συντελεστεί ενίοτε με πολλές παραχωρήσεις και θυσίες της γαλλικής κοινωνίας. Καλή ή κακή, πρώιμη ή όχι, η επιλογή της αμνηστίας υπήρξε, παρά τα όποια μειονεκτήματα, εν πολλοίς αναγκαία και ένα βασικό στάδιο στην ηθική ανασυγκρότηση της χώρας. Εξέφραζε μία πλειοψηφική βούληση για αλλαγή σελίδας. Πώς θα μπορούσε, άραγε, μια άλλη γενιά να εκμηδενίσει αυτή την επιλογή;

H δίκη του Klaus Barbie στο Δικαστικό Μέγαρο της Λυών (Μάιος-Ιούνιος 1987).

Οι αντιρρήσεις για αυτές τις «αργοπορημένες» δίκες δεν προέρχονταν μόνο από όσους εκπροσωπούσαν μια ακραία νοσταλγική δεξιά, που έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου πως αυτές οι πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να αναζωπυρώσουν εμφύλιες διαμάχες του παρελθόντος. Είναι πολύ χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Simone Veil, μιας προσωπικότητας που αγωνίστηκε πολύ για τη διατήρηση της ενθύμησης του Ολοκαυτώματος. Από τη στιγμή ήδη της έκδοσης του Barbie, η Veil υποστήριζε τα εξής: «Πάντα σκεφτόμουν ότι η δουλειά των  ιστορικών μπορεί να συνεισφέρει περισσότερα από όποιες καθυστερημένες δίκες, ενώ πρέπει να λάβουμε ιδιαιτέρως υπόψη μας και την ερμηνεία που δίνεται στην έννοια του «εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας». Η δραματοποίηση που υπεισέρχεται στη διάρκεια μιας δίκης έχει, χωρίς αμφιβολία, ένα ενισχυμένο συναισθηματικό αποτέλεσμα. Αλλά, ως πρώην δικαστικός, παραμένω σε σύγχυση σε σχέση με τα μέσα και την παραδειγματική αξία μιας δικαιοσύνης που παρεμβαίνει πολύ μετά τα εγκλήματα, ενώ οι μάρτυρες δεν έχουν πλέον πολύ συγκεκριμένες αναμνήσεις, οι δε δικαστές και ένορκοι δυσκολεύονται να κατανοήσουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαπράχθηκαν τα γεγονότα. […] Παραμένω εντούτοις επιφυλακτική σε ό,τι αφορά την έννοια του απαράγραπτου, ακόμη και για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας».[5]

O Klaus Barbie μεταφέρεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου (11 Μαίου 1987).

Ομοίως και ο τότε Πρόεδρος François Mitterrand, σε πολυσυζητημένη συνέντευξη που έδωσε στον Olivier Wieviorka μεσούσης της υπόθεσης Touvier, υποστήριξε πως δεν είναι δυνατόν μια κοινωνία να ζει συνέχεια με τις αναμνήσεις ή με τα μίση και τις έχθρες για το παρελθόν και επιχειρηματολόγησε περαιτέρω, λέγοντας πως στην ιστορία της Γαλλίας οι μεγαλύτερες κοινωνικές διαιρέσεις ξεπεράστηκαν με αμνηστίες ή με ηθελημένη λήθη, μέσα σε διάστημα είκοσι ετών από τα γεγονότα. Ακόμη και στην περίπτωση της Παρισινής Κομμούνας, που υπήρξε το πιο δραματικό εσωτερικό ορόσημο στην ιστορία της Γαλλίας μετά την Επανάσταση, οι κομμουνάριοι, –όσοι τουλάχιστον δεν τυφεκίστηκαν–, αφέθηκαν ελεύθεροι 20 χρόνια μετά, σχολίασε χαρακτηριστικά ο Mitterrand.[6]

Πέρα όμως από τα ηθικά ζητήματα, προέκυψαν και πρακτικά ζητήματα νομικής φύσης εξαιτίας αυτής της καθυστερημένης διαδικασίας. Ο Paul Touvier, στο παράδειγμα του οποίου ήδη αναφερθήκαμε, δικάστηκε και καταδικάστηκε τρεις φορές: το 1946, το 1947 και το 1994, καταρχάς σε θάνατο, έπειτα σε ισόβια. Επωφελήθηκε στο μεταξύ από την παραγραφή της κύριας ποινής του, το 1967, στη συνέχεια από μια προεδρική χάρη που του αποδόθηκε για δευτερεύουσες ποινές, το 1971, όπως είδαμε, καθώς και από ένα γενικό απαλλακτικό βούλευμα, το 1992, το οποίο, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ακυρώθηκε την ίδια χρονιά. Αυτή η πορεία δεν είναι και τόσο συνηθισμένη. Επίσης, ο Touvier είδε τον χαρακτηρισμό των εγκλημάτων που του αποδόθηκαν να αλλάζει πολλές φορές, κάτι που αποτέλεσε και ένα από τα πιο καίρια επιχειρήματα της υπεράσπισής του.

Αντιστοίχως, στην περίπτωση του Papon, η δίκη έγινε επίσης με μεγάλη καθυστέρηση από τα γεγονότα, μισό και πλέον αιώνα μετά. «Σαν να δικάζαμε τους λιποτάκτες του 1917 τον Μάη του 68!», όπως έχει γράψει χαρακτηριστικά ο Jean-Noel Jeanneney,[7] ή, για να δώσουμε ένα ελληνικό παράδειγμα, σαν οι κατηγορούμενοι στη Δίκη των Εξ να δικάζονταν το 1973 ή στην αρχή της Μεταπολίτευσης…

 

  1. Ο ορισμός του «εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας»

 

Σε αυτές τις αργοπορημένες δίκες υπάρχει και μία άλλη δυσκολία, εξαιτίας του περίπλοκου χαρακτήρα της έννοιας του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας, με το οποίο βαρύνονταν οι κατηγορούμενοι. Επρόκειτο για όρο που επινοήθηκε ενόψει της διαδικασίας της Νυρεμβέργης και μπήκε ως παράρτημα στη διασυμμαχική συμφωνία του Λονδίνου, που υπογράφηκε στις 8 Αυγούστου του 1945 μεταξύ της προσωρινής γαλλικής κυβέρνησης και των κυβερνήσεων των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας και της ΕΣΣΔ. Το κείμενο αυτό του 1945 αφορούσε καταρχάς τους πολίτες του Τρίτου Ράιχ και τους συνεργάτες τους, κάθε εθνικότητας, και η αρμοδιότητα για να δικαστούν ανήκε στο Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο. Στην υπόθεση λοιπόν του Touvier, που αποτέλεσε τον πρώτο Γάλλο στον οποίον απαγγέλθηκε αυτή η κατηγορία, προέκυψαν μια σειρά από ερωτήματα:

  • Ποιο δικαστήριο μπορούσε να δικάσει αυτά τα εγκλήματα, εφόσον το Στρατιωτικό Δικαστήριο της Νυρεμβέργης δεν υπήρχε πλέον;
  • Επρόκειτο για μια κατηγορία που απέρρεε από το εσωτερικό δίκαιο, ενώ αυτό δεν την είχε καθορίσει;
  • Δεν επρόκειτο για έναν νόμο αναχρονιστικό, καθώς εισήχθη εκ των υστέρων μια νέα παράμετρος –ο απαράγραπτος χαρακτήρας των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, με βάση τον νόμο του 1964–, κάτι που απουσίαζε από το κείμενο του 1945;

Αυτές ακριβώς οι δυσκολίες προκάλεσαν και την περίεργη εξέλιξη στη δίκη του Touvier.

 Ο Touvier δικάστηκε για ένα μόνο έγκλημα, το οποίο αποφασίστηκε ότι εμπίπτει στην κατηγορία του «εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας» – οι άλλες κατηγορίες είχαν διαγραφεί λόγω έλλειψης επαρκών αποδείξεων. Αυτό το ένα έγκλημα ήταν η στυγερή εκτέλεση επτά Γαλλοεβραίων στο Rillieux-la-Pape, κοντά στη Λυών, τον Ιούνιο του 1944, σε αντίποινα για τη δολοφονία ενός επιφανούς συνεργάτη των κατακτητών. Το έγκλημα αυτό το είχε παραδεχτεί και ο ίδιος ο Touvier. Ωστόσο, τον Απρίλιο του 1992, το δικαστήριο εξέδωσε ένα γενικό απαλλακτικό βούλευμα για τον κατηγορούμενο, αποφασίζοντας με βάση τον ορισμό του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας που είχε δοθεί από τον Άρειο Πάγο (Cour de cassation) το 1988, κατά την δίκη Barbie, και που έλεγε πως για να τεκμηριωθεί ως τέτοιο ένα έγκλημα θα έπρεπε να έχει γίνει στο όνομα ενός Κράτους που ασκούσε μια «πολιτική ιδεολογική ηγεμονία». Το δικαστήριο έκρινε, λοιπόν, ότι, το Βισύ δεν υιοθέτησε μια τέτοια πολιτική, επομένως οι αξιωματούχοι του δεν μπορούσαν να δικαστούν όπως αυτοί του Τρίτου Ράιχ. Επιπλέον, το Βισύ δεν όριζε τους Εβραίους ως εχθρούς του Κράτους.

Paul Touvier.

Η απόφαση προκάλεσε σάλο και ιδιαίτερα έντονες αντιδράσεις στους κόλπους της γαλλικής κοινωνίας. Λίγους μήνες μετά, τον Νοέμβριο του 1992, ο Άρειος Πάγος ακύρωσε εν μέρει την απόφαση. Ακολούθως, τον Ιούνιο του 1993, δόθηκαν μια σειρά από διευκρινίσεις εκ μέρους του Αρείου Πάγου στον νόμο περί «εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας». Για να εμπίπτει πλέον στην κατηγορία «εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας», ήταν απαραίτητο να αποδειχθεί πως ο Touvier δεχόταν επιρροή από τον κατακτητή, ήταν συνεργός της ναζιστικής Γερμανίας στο πλαίσιο της πολιτικής της ιδεολογικής ηγεμονίας και της εξόντωσης των Εβραίων και πως δεν λειτουργούσε αυτόνομα. Όλη η ουσία λοιπόν ήταν να αποδειχτεί πως υπήρξε παρέμβαση των Γερμανών στην υπόθεση του εγκλήματος στο Rillieux. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα μπορούσε να γίνει λόγος για έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Αν, αντίθετα, επρόκειτο για μία πράξη μόνο της Milice και ο Paul Touvier είχε δράσει μόνος, το έγκλημα στο Rillieux δεν θα ήταν έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, θα ήταν ένα «γαλλικό» έγκλημα.

Έτσι, το κακουργιοδικείο των Βερσαλλιών, στο οποίο ο Touvier προσήλθε για να δικαστεί από τις 17 Μαρτίου έως τις 20 Απριλίου του 1994, είδε την υπερασπιστική γραμμή του κατηγορουμένου να έχει αλλάξει άρδην, είδε τον Εισαγγελέα και το μεγαλύτερο μέρος των πολιτικώς εναγόντων να επιμένουν στην άμεση σχέση του Touvier και την εξάρτησή του από τους Ναζί, ενώ η μέχρι τότε ανακριτική έρευνα είχε τονίσει, με απολύτως πειστικά επιχειρήματα, την αυτονομία του άλλοτε αρχηγού της Μilice, καθώς έτσι (με τα έως τότε δεδομένα) αποδεικνυόταν και η μεγαλύτερη ευθύνη του. Δόθηκε μεγάλη σημασία στο γεγονός ότι οι αρχηγοί της γερμανικής αστυνομίας και τα SS συνεργάζονταν με Γάλλους συναδέλφους τους, τους αρχηγούς της Milice, κυρίως με τη Milice της Λυών. Τελικά, αποδείχθηκε πως τo Rillieux ήταν ένα έγκλημα που διαπράχθηκε για λογαριασμό των Γερμανών και ο Touvier, που είχε βρεθεί υπό τις διαταγές τους, καταδικάστηκε σε ισόβια στις 19 Απριλίου 1994.[8]

Με αυτόν τον τρόπο, όμως –και αυτό μας οδηγεί στο τρίτο πρόβλημα που ανέκυψε από τις ύστερες δίκες–, παραποιήθηκε η ιστορική αλήθεια.

 

  1. Παραποίηση της ιστορικής αλήθειας

Στη συζήτηση που άνοιξε για τη φύση του Καθεστώτος Βισύ έγινε αντιληπτό ότι, αντί η δίκη Touvier να φωτίσει την αυτονομία του ρόλου του Καθεστώτος στο Ολοκαύτωμα και το γεγονός ότι ήταν Γάλλοι πολίτες αυτοί που συμμετείχαν στο Βισύ, ανεξάρτητα από τις πράξεις των γερμανικών αρχών Κατοχής, εμφάνιζε, αντίθετα, το Βισύ αθωωμένο.[9]

Οι δικαστές που αθώωσαν το 1992 τον Touvier έδειξαν επιείκεια για το καθεστώς του Pétain, που σίγουρα δεν έχρηζε υπεράσπισης στα μάτια κάθε ειδικού ή μη, ακόμη και στα μάτια ενός μαθητή σχολείου που είχε στα χέρια του ένα καλό εγχειρίδιο ιστορίας. Επρόκειτο αναμφίβολα, όπως έχει υποστηριχθεί, για κατάχρηση αρμοδιότητας.[10] Το δικαστήριο είχε επομένως αποφανθεί εν γένει για το Καθεστώς του Βισύ, την ιστορία, τη φύση, τον χαρακτήρα, την ιδεολογία, τη δράση και τη σημασία του. Και η ετυμηγορία ήταν αντίθετη με την άποψη των ιστορικών της περιόδου, που γνώριζαν βεβαίως την αντικομμουνιστική και αντισημιτική ιδεολογική ταυτότητα του Βισύ, αλλά και πως η Milice ήταν μεν, πράγματι, μία δύναμη βοηθητική προς τους Ναζί, εντούτοις, σε πολλές περιπτώσεις δρούσε με ιδία πρωτοβουλία και έφερνε μόνη της σε πέρας τις εγκληματικές δράσεις της.[11]

Επομένως, η καταδίκη του Touvier δεν κατέστη δυνατή παρά μόνο με παραποίηση της ιστορικής αλήθειας – ήταν βασισμένη σε ένα ιστορικό ψέμα. Ειπώθηκαν βεβαίως και πολλές άλλες ανακρίβειες στις δίκες αυτές: ο Bousquet παραποίησε την ιστορία, αποκρύπτοντας την αντισημιτική ιδεολογία του Βισύ και το γεγονός ότι στόχος των Γάλλων αξιωματούχων του Καθεστώτος υπήρξαν και τα παιδιά, ήδη από την άνοιξη του 1942. Από τη μεριά του, ο Papon είχε ισχυριστεί πως οι Γάλλοι ιθύνοντες δεν γνώριζαν την απαίσια αλήθεια για τις εκτοπίσεις και την τύχη των Εβραίων, μέχρι την άνοιξη του 1945, κάτι που φυσικά δεν ίσχυε.[12]

Η δίκη του Maurice Papon (Ιανουάριος 1997).

 

Είναι αλήθεια ότι στις δίκες Papon και Touvier, οι ιστορικοί κλήθηκαν ως μάρτυρες και όχι ως ειδικοί. Σκοπός ήταν να βοηθήσουν τους δικαστές να προβούν σε μια συνολική εκτίμηση του Καθεστώτος του Βισύ, όχι μόνο σε σχέση με μία ατομική συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Εντούτοις, δεν εισακούστηκαν.

Η διαπίστωση αυτή μας οδηγεί και πάλι σε μια συζήτηση που επανέρχεται συνεχώς στις τάξεις των ιστορικών – και όχι μόνο: Είναι άραγε αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης ή της Ιστορίας, των δικαστών ή των ιστορικών να γράφουν ή να ξαναγράφουν και να αναθεωρούν την Ιστορία; Και ποιος είναι ο ρόλος που παίζει η νομοθετική εξουσία σε αυτή την εξίσωση; Πρόκειται για ένα καίριο ερώτημα, που έχει βρεθεί στο επίκεντρο του δημόσιου και του ακαδημαϊκού διαλόγου τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά και στην Ελλάδα και σε πολλές άλλες χώρες, αποτελεί δε κλειδί για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η προσέγγιση και ερμηνεία του παρελθόντος στη δημόσια σφαίρα.

La traque et le procès de Klaus Barbie | Archive INA

 

Η Έλλη Λεμονίδου είναι Μόνιμη Επίκουρη Καθηγήτρια
Νεώτερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Πατρών.

 

Υποσημειώσεις

 

[1] Jean-Marc Varaut, Le Procès Pétain. 1945-1995, Παρίσι, Perrin, 1995.

[2] Fred Kupferman, Le Procès de Vichy. Pucheu, Pétain, Laval, Παρίσι, Editions Complexe, 2006, σ. 30.

[3] Γιώργος Κόκκινος, Μαρία Βλαχού, Βασιλική Σακκά κ.ά., Προσεγγίζοντας το Ολοκαύτωμα στο ελληνικό σχολείο, Αθήνα, Ταξιδευτής, 2007, σ. 106-121: Σύμφωνα με τον Henry Rousso, υπάρχουν τα εξής τέσσερα διακριτά στάδια αναφορικά με την επεξεργασία του τραύματος του Βισύ και τη συλλογική μνήμη στη Γαλλία ως προς τη σημασιοδότηση του Καθεστώτος: 1) 1944-1954: Απώθηση – Αποσιώπηση – Ενοχή, 2) 1954-1971: Απώθηση (το απόγειο της αντιστασιοκεντρικής γκωλικής – κομμουνιστικής οπτικής), 3) 1971-1974: Η επιστροφή του απωθημένου, με τη βοήθεια της ιστοριογραφικής και δημοσιογραφικής έρευνας και της κινηματογραφικής αποτύπωσης, με ορόσημα την ταινία του Marcel Ophuls, Le Chagrin et la Pitié (1971) και το βιβλίο του ιστορικού Robert Paxton, Η Γαλλία του Βισύ/La France de Vichy (1973, έτος κυκλοφορίας της γαλλικής μετάφρασης), 4) 1974 και εξής: Η ψύχωση (το στοιχειωμένο παρελθόν επανέρχεται, όπως και το αίσθημα της ενοχής, μεταξύ άλλων με την αναγνώριση από τον Jacques Chirac, τον Ιούλιο 1995, της ευθύνης του γαλλικού κράτους για τον αφανισμό των Εβραίων της Γαλλίας στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης, αλλά και με τον καταλογισμό ποινικών ευθυνών, σε ατομικό επίπεδο, στις δίκες των αξιωματούχων του Βισύ που έλαβαν χώρα τις δεκαετίες του 1980 και του 1990).

[4] Éric Conan, Henry Rousso, Vichy, un passé qui ne passe pas, Παρίσι, Librairie Arthème Fayard/Pluriel, 2013, σ. 110-111.

[5] Στο ίδιο, σ. 114.

[6] Στο ίδιο, σ. 116-117.

[7] Jean-Noël Jeanneney, Le passé dans le prétoire. L’historien, le juge et le journaliste, Παρίσι, Éditions du Seuil, 1998, σ. 69 (βλ. γενικά όλο το σχετικό κεφάλαιο: σ. 69-78).

[8] Éric Conan, Henry Rousso, ό.π., σ. 124-158. Sorj Chalandon, «Proceedings», στο: Richard J. Golsan (επιμ.), The Bousquet and Touvier Affairs, Ανόβερο-Λονδίνο, University Press of New England, 1996, σ. 147-149, 152-154. Sorj Chalandon, Pascale Nivelle, Crimes contre l’humanité. Barbie – Touvier – Bousquer – Papon, Παρίσι, Plon, 1998, σ. 212-214.

[9] Bertram M. Gordon, «Afterword: Who Were the Guilty and Should They Be Tried?», στο: Richard J. Golsan (επιμ.), ό.π., σ. 192-193.

[10] Jean-Noël Jeanneney, ό.π., σ. 20-22, 43-45.

[11] Henry Rousso, «The Stakes in the Summer of 1944», στο: Richard J. Golsan (επιμ.), ό.π., σ. 160-161.

[12] Sorj Chalandon, Pascale Nivelle,  ό.π., σ. 251-280, 376-512.

Η ανταρσία του “Bounty”

 

Η ανταρσία του “Bounty”

Στις 28 Απριλίου 1789, στο Νότιο Ειρηνικό, εκδηλώθηκε στάση επάνω στο HMS Bounty. Δυο εβδομάδες νωρίτερα, το πλοίο είχε αποπλεύσει από την Ταϊτή, έχοντας εκπληρώσει το πρώτο σκέλος της αποστολής του, δηλ. τη φόρτωση αρτόδεντρων, τα οποία ευδοκιμούσαν στη συγκεκριμένη περιοχή της Πολυνησίας. Το δεύτερο σκέλος της αποστολής συνίστατο στη μεταφορά και εκφόρτωση του πολύτιμου φορτίου στις Βρετανικές κτήσεις της Καραϊβικής, με την βάσιμη ελπίδα πως οι εκεί κλιματολογικές συνθήκες θα προσφέρονταν για την καλλιέργεια του αρτόδεντρου και την χαμηλού κόστους παραγωγή ψωμιού για τους σκλάβους. Το Bounty είχε αποπλεύσει από τις Βρετανικές Νήσους στις 15 Οκτωβρίου του 1787 με κυβερνήτη τον William Bligh και υποπλοίαρχο τον Fletcher Christian. Ο διάπλους προς την Ταϊτή αποδείχθηκε περιπετειώδης, καθώς η προσπάθεια προσπέλασης του Ακρωτηρίου Χορν, στο νότιο άκρο της Αμερικανικής Ηπείρου (πρόκειται για τη συντομότερη διαδρομή) απέτυχε εξαιτίας δυσμενών καιρικών συνθηκών. Το πλοίο αναγκάστηκε να στραφεί προς τον Ινδικό Ωκεανό, μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, επιλογή, η οποία επέφερε μεγάλη χρονική καθυστέρηση και ταλαιπωρία. Αγκυροβόλησε στον κόλπο Matavai της Ταϊτής στις 26 Οκτωβρίου 1788, έχοντας συμπληρώσει ένα έτος από τη στιγμή της αναχώρησης και διατρέξει μια απόσταση 31.170 ναυτικών μιλίων (50.163 χλμ.). Στην Ταϊτή παρέμεινε επί πέντε μήνες, κατά τη διάρκεια των οποίων φυτεύτηκαν και ακολούθως μεταφέρθηκαν στο πλοίο άνω των χιλίων αρτόδεντρα. Τα αίτια της ανταρσίας αποδίδονται σε ένα συνδυασμό πολλών παραγόντων: 1) Κόπωση του πληρώματος εξαιτίας της μακροχρόνιας απουσίας από την πατρίδα, 2) απροθυμία επανόδου στους κανόνες της καθημερινής πειθαρχίας έπειτα από μια πολύμηνη διαμονή στην Ταϊτή, κατά τη διάρκεια της οποίας σημειώθηκαν πολλά κρούσματα επιμειξίας με τους ιθαγενείς, 3) υπέρμετρα σκληρή συμπεριφορά εκ μέρους του κυβερνήτη κλπ. Η τελευταία είναι και η επικρατέστερη εκδοχή, που μονοπωλεί το μεγαλύτερο μέρος της βιβλιογραφίας και το σύνολο των κινηματογραφικών εκδοχών. Σχετικά πρόσφατες, ωστόσο, μελέτες, αναθεωρούν την παραπάνω εκτίμηση, επιρρίπτοντας ευθύνες στον υποκινητή της ανταρσίας, υποπλοίαρχο Fletcher Christian (Richard Hough 1972, Caroline Alexander 2003) και επιδεικνύοντας μεγαλύτερη επιείκεια και κατανόηση έναντι του πλοιάρχου Bligh. Σύμφωνα με τις παραπάνω εκτιμήσεις, ο Christian, κατά τις άμεσες παραμονές εκδήλωσης της στάσης, είχε υπερβεί κάθε όριο λογικής, έχοντας προσβληθεί (όπως, άλλωστε, μεγάλο τμήμα του πληρώματος) από αφροδίσιο νόσημα εξαιτίας ερωτικών συνευρέσεων με Ταϊτινές.

Η ανταρσία δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα, μόνο, κεφάλαιο της οδύσειας του Bounty και του πληρώματός του. Άξιες μνείας είναι άλλες τρεις πτυχές του δράματος: 1) Η περιπέτεια της λέμβου, όπου στοιβάχθηκαν ο Bligh και οι νομιμόφρονες ναυτικοί και η οποία διένυσε μια πορεία 3.500 ναυτικών μιλίων (6.500 χλμ) έως τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες (σημερινή Ινδονησία), με σύντομες στάσεις στα νησιά του Νοτίου Ειρηνικού, εξαιτίας του φόβου των κανιβάλων ιθαγενών (ο Bligh, ως κατώτερος αξιωματικός, υπήρξε αυτόπτης μάρτυς του μαρτυρικού θανάτου του James Cook το 1779 στη Χαβάη). 2) Η εξίσου περιπετειώδης αποστολή του πλοίου Pandora, επιφορτισμένου με την αναζήτηση και σύλληψη των στασιαστών. Έπειτα από μια άκαρπη αναζήτηση εννέα μηνών στον αχανή Νότιο Ειρηνικό, το Pandora τερμάτισε άδοξα την αποστολή του, προσκρούοντας σε ύφαλο στα ανοικτά των Ολλανδικών Ανατολικών Ινδιών. Μεταξύ των θυμάτων ήταν τέσσερα μέλη του πληρώματος του Bounty, που είχαν συλληφθεί στην Ταϊτή. Άλλα εννέα διασώθηκαν και μεταφέρθηκαν στα Βρετανικά Νησιά, όπου προσήχθησαν σε Ναυτοδικείο. 3) Ακόμα πιο εντυπωσιακή υπήρξε η μοίρα του Christian και των περισσοτέρων στασιαστών. Έπειτα από δυο σύντομες παραμονές στην Ταϊτή, το Bounty, με μεικτό πλήρωμα καθώς είχαν επιβιβασθεί σε αυτό ιθαγενείς (μεταξύ των οποίων και γυναίκες), περιπλανήθηκε άσκοπα επί τέσσερις μήνες στον Ειρηνικό. Ως τελικό καταφύγιο επελέγη η νήσος Pitcairn, χάρη σε ένα χαρτογραφικό σφάλμα (το στίγμα της παρουσίαζε μια απόκκλιση 348 χλμ. από εκείνο που αναφερόταν στους χάρτες του Βρετανικού Ναυαρχείου). Επιπρόσθετα, το νησί ήταν ακατοίκητο με πλούσια πανίδα και χλωρίδα και άφθονο νερό. Στις 23 Ιανουαρίου 1790, δώδεκα, μόλις ημέρες έπειτα από την άφιξη στο Pitcairn, το Bounty καταστράφηκε από φωτιά. Επρόκειτο για σκόπιμη ενέργεια, η οποία υπαγορεύτηκε από λόγους προστασίας έναντι των τιμωρητικών αποστολών που ήταν βέβαιο πως θα εξαπέλυαν οι Βρετανικές αρχές, είτε προκειμένου να αποτραπεί κάθε υπόνοια επιστροφής στην πατρίδα ένεκα νοσταλγίας. Όταν το αμερικανικό ιστιοφόρο Topaz (το πρώτο κατά σειρά, που προσέγγισε τη νήσο Pitcairn), κατέπλευσε τον Φεβρουάριο του 1808, βρήκε μια αποικία δεύτερης γενιάς, η οποία είχε προκύψει από επιμειξία. Από το πλήρωμα του Bounty είχε επιζήσει ένα, μόνο, άτομο. Οι περισσότεροι (μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Christian) είχαν χάσει τη ζωή τους από συμπλοκές με τους Ταϊτινούς. Όσο για τον έτερο πρωταγωνιστή, τον William Bligh, αφού αθωώθηκε από το Ναυτοδικείο, προήχθη σε κυβερνήτη πολεμικού σκάφους. Διετέλεσε διοικητής της Νέας Νοτίου Ουαλίας (Αυστραλία) μεταξύ των ετών 1806 και 1808 και τερμάτισε την σταδιοδρομία του με τον βαθμό του αντιναυάρχου.

Η πολυδιάστατη περιπέτεια του Bounty, σε συνδυασμό με το στοιχείο του εξωτισμού, που την διατρέχει από άκρου σε άκρο, δεν μπορούσε παρά να λειτουργήσει ως πηγή έμπνευσης. Στις αναρίθμητες μελέτες και άρθρα που έχουν κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα, ήρθαν να προστεθούν πέντε κινηματογραφικές ταινίες με καταξιωμένους ηθοποιούς (η πρώτη, βωβή Αυστραλιανή του 1916, δεν έχει αφήσει κανένα ίχνος). Αυτήν ακριβώς τη διάσταση φιλοδοξεί να αναδείξει το παρόν αφιέρωμα.

William Bligh (1754-1817), κυβερνήτης του Bounty

 

 

Fletcher Christian (1764-1793), υποπλοίαρχος του Bounty, υποκινητής της στάσης.

 

 

Το ιατρικό ημερολόγιο του Bounty, Royal Museums Greenwich

 

Η πορεία του Bounty. Με μπλε συνεχόμενη γραμμή σημειώνεται η διαδρομή από τα ανοιχτά της Τασμανίας έως τον τελικό προορισμό της αποστολής (Ταϊτή). Με μπλε διακεκομένη γραμμή, η πορεία από την Ταϊτή έως το σημείο εκδήλωσης της ανταρσίας. Με μπλε κουκίδες, η πορεία από το σημείο της ανταρσίας έως τον τελικό προορισμό (νήσος Pitcairn) με δυο ενδιάμεσες σταθμεύσεις στην Ταϊτή. Με πράσινες κουκίδες σημειώνεται η οδύσσεια (6.500 χλμ. – 3.500 ναυτικά μίλια) της λέμβου του Bligh από το σημείο της ανταρσίας έως τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες.

 

Ιδιόχειρη ονομαστική κατάσταση των εμπλεκομένων στην ανταρσία. Πρώτο αναγράφεται το όνομα του Fletcher Christian. Η κατάσταση συντάχθηκε από τον Bligh κατά τη διάρκεια του περίπλου με τη λέμβο του Bounty. Το πρωτότυπο φυλάσσεται στα Εθνικά Αρχεία της Αυστραλίας.

 

Bernard Finnigan Gribble: The Loyal Men of the ‘Bounty’,1915, Bournemouth, Russell-Cotes Art Gallery and Museum

 

Η μεταφορά στην οθόνη

1. In The Wake of The Bounty (1933)

 

Σενάριο – Σκηνοθεσία: Charles Chauvel
Mayne Lynton (Bligh)
Errol Flynn (Christian)
Arthur Grenaway (αφήγηση)

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Errol Flynn στην παρθενική κινηματογραφική του εμφάνιση στο ρόλο του Fletcher Christian

 

In The Wake of The Bounty (απόσπασμα)

 

2. Mutiny on the Bounty (1935)

Σενάριο: Talbot Jennings, Jules Furthman, Carey Wilson
Σκηνοθεσία: Frank Lloyd
Charles Laughton (Bligh)
Clark Gable (Christian)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Clark Gable (Christian) και Charles Laughton (Bligh).

 

 

Mutiny on the Bounty (η σύγκρουση Bligh – Christian)

 

 

Mutiny on the Bounty (η εκδήλωση της ανταρσίας)

 

3. Mutiny on the Bounty (1962)

Σενάριο: Charles Lederer

Σκηνοθεσία: Lewis Milestone

Trevor Howard (Bligh)

Marlon Brando (Christian)

Richard Harris (Mills)

Eddie Byrne (Fryer)

Henry Daniell (ναύαρχος Hood)

 

 

 

 

 

 

Trevor Howard (Bligh) και Marlon Brando (Christian).

 

Mutiny on the Bounty (η άφιξη στην Ταϊτή)   

 

 

Mutiny on the Bounty (η εκδήλωση της ανταρσίας)

 

4. The Bounty (1984)

Σενάριο: Robert Bolt

Σκηνοθεσία: Roger Donaldson

Μουσική: Βαγγέλης Παπαθανασίου

Anthony Hopkins (Bligh)

Mel Gibson (Christian)

Daniel Day-Lewis (Fryer)

Liam Neeson (Churchill)

Sir Lawrence Olivier (ναύαρχος Hood)

 

 

Mel Gibson (Christian) και Anthony Hopkins (Bligh)

 

The Bounty (η άφιξη στην Ταϊτή)  

The Bounty (η εκδήλωση της ανταρσίας) 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Alexander, Caroline: The Bounty. London, Harper Collins, 2003.

 

Boyne, John: Mutiny on the Bounty, Doubleday Canada Limited, Toronto, Ontario, 2009.

 

Dening, Greg: Mr Bligh’s Bad Language: Passion, Power and Theatre on the Bounty, Cambridge University Press, 1994.

 

Hough, Richard: Captain Bligh and Mr Christian: The Men and the Mutiny, London, Hutchinsons, 1972.

 

McKinney, Sam: (1999). Bligh!: The Whole Story of the Mutiny Aboard H.M.S. Bounty, Victoria, British Columbia, Touch Wood Editions, 1999.

 

Charles Nordhoff, James Norman Hall: The Bounty Trilogy, New York, Little, Brown and Company, 1940 (2η έκδοση).

 

Anne Salmond: BLIGH. William Bligh in the South Seas, University of California Press, 2011.                                         

 

 

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Νίκος Μισολίδης

 

Ιωάννης Κοντάκης: Η στρατηγική σημασία της Κρήτης στον πολεμικό σχεδιασμό των αντιπάλων Δυνάμεων (1939 – 1940)

Ιωάννης Κοντάκης

Η στρατηγική σημασία της Κρήτης στον πολεμικό σχεδιασμό των αντιπάλων Δυνάμεων

(1939 – 1940)

 

Πριν από 77 χρόνια, το πρωινό της 20ης Μαΐου 1941, περίπου 600 αργοκίνητα Junkers Ju 52 της Γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας (Luftwaffe) απελευθέρωσαν κατά κύματα σχεδόν 14.000 άνδρες της επίλεκτης δύναμης των αλεξιπτωτιστών, με αντικειμενικό στόχο την κατάληψη της Κρήτης, την οποία υπερασπίζονταν 41.435 άνδρες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας (κυρίως Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί και Βρετανοί) και Έλληνες. Δέκα μέρες αργότερα, μετά από σφοδρές μάχες, οι Συμμαχικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να εκκενώσουν το νησί και οι Γερμανοί επικράτησαν αλλά με βαριές απώλειες. Περισσότεροι από 8.000 άνδρες και των δύο πλευρών έχασαν τη ζωή τους και 17.155 άνδρες των Συμμάχων πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Εξίσου υψηλές ήταν και οι υλικές ζημιές: 220 αεροσκάφη της Luftwaffe καταστράφηκαν και 140 ακόμη υπέστησαν σοβαρές ζημιές, 36 βρετανικά αεροσκάφη είχαν καταρριφθεί, 9 πολεμικά πλοία του Βρετανικού Στόλου της Μεσογείου είχαν βυθιστεί, ένα αεροπλανοφόρο και ένα θωρηκτό αποσύρθηκαν για επισκευές και 2 ιταλικά αντιτορπιλικά είχαν υποστεί σημαντικές ζημιές.

 

Η Γερμανική κατάληψη της Κρήτης τον Μάιο του 1941.

 

Η νίκη των Γερμανών ήταν Πύρρειος, είχαν όμως επιτύχει τον στόχο τους: ο έλεγχος της Κρήτης είχε χαθεί για τους Συμμάχους και οι δυνάμεις του Άξονα είχαν τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τα πλεονεκτήματα που προσέφερε η στρατηγική θέση του νησιού. Η Κρήτη είναι το πέμπτο μεγαλύτερο νησί της Μεσογείου και το μεγαλύτερο της Ελλάδας, με την οποία ενσωματώθηκε το 1913. Το ανάγλυφο είναι ιδιαίτερα ορεινό, το σχήμα της είναι μακρόστενο με μήκος 260 χιλιόμετρα και πλάτος που κυμαίνεται από 12 έως 60 χιλιόμετρα. Αυτό που την καθιστά πολύτιμη δεν είναι η μορφολογία αλλά η στρατηγική της θέση. Δυτικά της Κρήτης βρίσκεται το Στενό των Αντικυθήρων και Ανατολικά το Στενό της Κάσου, οι δύο προσβάσεις από τις οποίες ελέγχεται η είσοδος και η έξοδος στο Αιγαίο. Βορειοδυτικά, σε απόσταση μικρότερη των 100 χιλιομέτρων είναι η Πελοπόννησος, στα Βόρεια, περίπου 300 χιλιόμετρα μακριά η Αθήνα και περίπου 600 η Θεσσαλονίκη, στα Βορειανατολικά τα Δωδεκάνησα και η Ρόδος βρίσκονται σε απόσταση περίπου 150 χιλιομέτρων και λίγο πιο μακριά είναι οι ακτές της Τουρκίας. Δυτικά του Νησιού βρίσκονται η Μάλτα και η Σικελία, Ανατολικά η Κύπρος, η Συρία, ο Λίβανος και η Παλαιστίνη. Τέλος στα Νότια, σε απόσταση μικρότερη των 350 χιλιομέτρων βρίσκεται η Κυρηναϊκή (Λιβύη) και Νοτιοανατολικά, 600 περίπου χιλιόμετρα μακριά η Αλεξάνδρεια και το Δέλτα του Νείλου[1]. Η ανάπτυξη των αερομεταφορών κατά τον 20ο αιώνα μείωσε τον χρόνο που απαιτούνταν για να καλυφθούν οι παραπάνω αποστάσεις, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τη σημασία του νησιού. Κατά συνέπεια, όποιος κατείχε την Κρήτη και διέθετε ναυτικές και αεροπορικές βάσεις εκεί, μπορούσε να ελέγξει την ναυσιπλοΐα μεταξύ Αιγαίου, Κεντρικής και Ανατολικής Μεσογείου και να απειλήσει όλες τις εχθρικές δυνάμεις που βρίσκονταν στις παρακείμενες ακτές. Εξαιτίας αυτών των πλεονεκτημάτων η Κρήτη από πολύ νωρίς συγκέντρωσε το ενδιαφέρον των δυνάμεων εκείνων που εποφθαλμιούσαν την κυριαρχία στην ευρύτερη περιοχή.

Ήδη από τον Μεσοπόλεμο, το φασιστικό καθεστώς της Ρώμης είχε υιοθετήσει μια ιμπεριαλιστική ρητορική σύμφωνα με την οποία το ιταλικό έθνος έπρεπε να επεκταθεί και να αποκτήσει τον απαιτούμενο «ζωτικό χώρο» (spazio vitale) προκειμένου να μεγαλουργήσει. Μέρος του χώρου αυτού ήταν και η Κρήτη. Από την έκρηξη του πολέμου τον Σεπτέμβριου του 1939 μέχρι και την εισβολή στην Ελλάδα, το νησί και ειδικότερα οι κινήσεις του αντίπαλου Βρετανικού Στόλου της Μεσογείου παρακολουθούνταν από την Ιταλική Αεροπορία (Regia Aeronautica). Φαίνεται ότι οι Ιταλοί φοβόντουσαν το ενδεχόμενο κατοχής του Νησιού από τους Βρετανούς και τη συνακόλουθη ισχυροποίηση που προσέφερε η γεωγραφική του θέση. Αποτέλεσμα ήταν σε πολλές περιπτώσεις η ιταλική Κυβέρνηση να διαμαρτυρηθεί στην ουδέτερη Ελλάδα για τον δήθεν ελλιμενισμό βρετανικών πλοίων στην Κρήτη αλλά και αλλού.

Σμήνος αεροσκαφών της Regia Aeronautica σε αναγνωριστική αποστολή το 1940.

Παράλληλα, από τον Ιούνιο του 1940, όταν και η Ιταλία εξήλθε στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας, οι ιταλικές δυνάμεις τέθηκαν αντιμέτωπες με τις βρετανικές στη Μεσόγειο και τη Βόρεια Αφρική. Στο πλαίσιο των σχεδιαζόμενων επιχειρήσεων εναντίον της Αιγύπτου, ο επικεφαλής των εκεί μονάδων, στρατηγός Rodolfo Graziani, είχε εκφράσει την επιθυμία να καταληφθεί η Κρήτη. Η κατοχή του νησιού θα επέτρεπε στους Ιταλούς να διαθέτουν ένα ορμητήριο-βάση ανεφοδιασμού στα πλευρά των βρετανικών θέσεων. Με τον τρόπο αυτόν θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν τον δια θαλάσσης ανεφοδιασμό των εχθρικών δυνάμεων και να απειλήσουν τις βάσεις του βρετανικού στόλου και την ναυσιπλοΐα στη Διώρυγα του Σουέζ. Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο του 1940 η έλλειψη εφοδίων ανέκοψε πρόωρα την προέλαση του Graziani και δεν εκπονήθηκε κανένα επίσημο σχέδιο για κατάληψη της Κρήτης.

Την ίδια περίοδο οι Ιταλοί σχεδίαζαν να επιτεθούν στην Ελλάδα. Η στρατιωτική κατάκτηση της χώρας, εφόσον κρινόταν απαραίτητη, θεωρούταν εύκολη και η κατοχή της θα προσέφερε μια σειρά από πλεονεκτήματα στην Ρώμη με κυριότερα την απόκτηση των στρατηγικής σημασίας ελληνικών λιμανιών, την ένταξη της χώρας στην ιταλική οικονομική σφαίρα και τον έλεγχο των μοναδικών αποθεμάτων νικελίου στην Νότια Ευρώπη, υλικού χρήσιμου στην κατασκευή των θωρακίσεων.

Ωστόσο, στα σχέδια επίθεσης που καταρτίστηκαν δεν γινόταν λόγος για την Κρήτη. Μια επιχείρηση με μοναδικό στόχο την κατάληψη του νησιού απαιτούσε την συμμετοχή μεγάλου μέρους του ιταλικού στόλου, ισχυρή αεροπορική υποστήριξη και τις απαραίτητες χερσαίες δυνάμεις που θα αναλάμβαναν την κατάκτηση και τη διατήρηση του νησιού. Επιπλέον η απειλητική παρουσία του βρετανικού στόλου έπρεπε να συμπεριληφθεί στις όποιες δυσχέρειες παρουσίαζε η επιχείρηση. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, η κατάληψη της Κρήτης είχε υψηλό οικονομικό κόστος και παρουσίαζε μεγάλη επικινδυνότητα. Παρά το ενδιαφέρον που είχε εκδηλωθεί από την ηγεσία της Ιταλικής Αεροπορίας για την απόκτηση βάσεων στο νησί, οι Ιταλοί δίσταζαν  να εκθέσουν σε τόσο μεγάλο κίνδυνο το ναυτικό τους, επειδή δεν ήταν σε θέση να αναπληρώσουν εύκολα τις όποιες απώλειες. Επιπρόσθετα, θεωρήθηκε από την ιταλική ηγεσία ότι η σφοδρότητα με την οποία ετοιμαζόταν να διεξαγάγει την επιχείρηση κατά της Ελλάδας, θα ήταν αρκετή για να προκαλέσει την γρήγορη κατάρρευση της άμυνας και τη συνακόλουθη κυριαρχία επί του συνόλου της ελληνικής επικράτειας, συμπεριλαμβανομένης επομένως και της Κρήτης. Η μόνη δράση που αφορούσε το νησί ήταν αποτρεπτικής φύσης, προερχόταν από τη Regia Aeronautica και προέβλεπε την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απόπειρας των Βρετανών να αποβιβάσουν δυνάμεις στο νησί και να ενισχύσουν την άμυνά του.

Francesco Pricolo (1891-1980), Διοικητής της Ιταλικής Πολεμικής Αεροπορίας (1939-1941). Τις παραμονές της ιταλικής επίθεσης στην Ελλάδα είχε εκφράσει στον Μουσολίνι την επιθυμία να δημιουργηθεί αεροπορική βάση στην Κρήτη, σχέδιο που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

Όμως, την 1η Νοεμβρίου 1940 οι Βρετανοί κατάφεραν να αποβιβάσουν στρατεύματα στην Κρήτη. Η προσπάθεια αποτροπής εκ μέρους της Ιταλικής Αεροπορίας δεν ήταν ιδιαίτερα δυναμική καθώς με μόλις 15 βομβαρδιστικά οι Ιταλοί δεν προκάλεσαν απώλειες ή σοβαρά προβλήματα. Έκτοτε, η όποια δράση των ιταλικών δυνάμεων περιορίστηκε σε μικρής κλίμακας αεροπορικές και ναυτικές επιθέσεις. Η αιτία αυτής της υποτονικής δράσης ήταν η αρνητική εξέλιξη των πολεμικών γεγονότων σε όλα τα μέτωπα. Πρώτα οι Έλληνες αντεπιτέθηκαν στην Αλβανία, αναγκάζοντας τους Ιταλούς να υποχωρήσουν, έπειτα οι Βρετανοί επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά στις δυνάμεις του Graziani στη Βόρεια Αφρική και ταυτόχρονα ο βρετανικός στόλος προκάλεσε σοβαρά πλήγματα στον αντίστοιχο ιταλικό.

Η κατάσταση ανατράπηκε και άρχισε να εξελίσσεται θετικά για τις δυνάμεις του Άξονα από την άνοιξη του 1941. Στις 6 Απριλίου γερμανικές δυνάμεις εξαπέλυσαν ταυτόχρονη επίθεση εναντίον της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας και μέχρι τα τέλη του μήνα είχαν επικρατήσει παντού. Η Κρήτη, όμως παρέμενε υπό συμμαχική κατοχή και από γερμανικής πλευράς κρίθηκε απαραίτητη η κατάληψη της. Ενώ η μάχη της Κρήτης βρισκόταν σε εξέλιξη, οι Ιταλοί αποφάσισαν να στείλουν ένα εκστρατευτικό σώμα (1500-1600 άνδρες) προκειμένου να καταλάβει την Ανατολική Κρήτη. Η συμμετοχή τους έγινε για λόγους γοήτρου, ώστε οι Ιταλοί να συνεισφέρουν τον απαραίτητο «φόρο αίματος» στην επιχείρηση, καθώς η Κρήτη ανήκε στον ιταλικό ζωτικό χώρο και για λόγους προπαγάνδας το φασιστικό καθεστώς επιθυμούσε να φανεί ότι λαμβάνει μέρος στην επίθεση. Ειδικότερα η Ρώμη ενδιαφερόταν να αποκτήσει τον έλεγχο του ανατολικού άκρου του νησιού, καθώς αυτό λειτουργούσε ως ένα «φυσικό» συμπλήρωμα στα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα, επιτρέποντας τον πλήρη έλεγχο του Στενού της Κάσου, της ανατολικής εισόδου στο Αιγαίο Πέλαγος.

Αντίθετα με τους συμμάχους τους, οι Γερμανοί επέδειξαν εντονότερο ενδιαφέρον για την κατάληψη του νησιού. Από πολύ νωρίς και χωρίς να έχει άμεσα συμφέροντα στη Μεσόγειο, το Βερολίνο θεώρησε ότι η κατοχή της Κρήτης ήταν ένα σημαντικό πλεονέκτημα για τις δυνάμεις του Άξονα. Ωστόσο, η Μεσόγειος δεν συμπεριλαμβανόταν στο στόχαστρο του Hitler, ο οποίος είχε αναγνωρίσει την ιταλική προτεραιότητα στην περιοχή. Αντίθετα, το Βερολίνο θεωρούσε την Βαλκανική Χερσόνησο δικό του οικονομικό χώρο και όσο η υφιστάμενη κατάσταση εξυπηρετούσε τα συμφέροντά του, οποιαδήποτε διαταραχή εκεί ήταν ανεπιθύμητη. Για τον λόγο αυτόν, όταν από τα τέλη Μαΐου του 1940 οι Ιταλοί ετοιμαζόταν να εξέλθουν στον πόλεμο, οι Γερμανοί προσπαθούσαν να τους αποτρέψουν από επιχειρήσεις στη Βαλκανική. Εναλλακτικά, προωθούσαν την κατάληψη της Κρήτης επισημαίνοντας τις δυνατότητες που προσέφερε η κατοχή της στις επιχειρήσεις εναντίον της Αιγύπτου. Με τον τρόπο αυτόν οι ισορροπίες στη Βαλκανική δεν θα διαταράσσονταν και παράλληλα οι Βρετανοί θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν μια διπλή, ταυτόχρονη επίθεση στην Αίγυπτο και στα Βρετανικά Νησιά, με αποτέλεσμα την γενικότερη εξασθένισή τους.

Τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, όταν πλέον είχε γίνει σαφές ότι οι Ιταλοί δεν συμμερίζονταν την άποψη των Γερμανών, η ηγεσία του Γερμανικού Ναυτικού επεξεργαζόταν την προοπτική μιας έγκαιρης κατάληψης του Νησιού από γερμανικές δυνάμεις, προτού προλάβουν οι Βρετανοί να αποβιβάσουν στρατεύματα εκεί. Την ίδια περίοδο διεξαγόταν η Μάχη της Αγγλίας. Η Luftwaffe δεν είχε καταφέρει να κάμψει την αντίσταση της RAF και η αδυναμία κυριαρχίας στους βρετανικούς αιθέρες καθιστούσε αδύνατη την προοπτική απόβασης στα βρετανικά νησιά. Τότε (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1940) το ενδιαφέρον του Βερολίνου στράφηκε νότια με στόχο την πραγματοποίηση ενός ισχυρού έμμεσου χτυπήματος στην βρετανική Μέση Ανατολή. Στα σχέδια αυτά η κατοχή της Κρήτης θα διαδραμάτιζε ουσιαστικό ρόλο στις επιχειρήσεις εναντίον της Αιγύπτου και της Αλεξάνδρειας ειδικότερα, επειδή μπορούσε να λειτουργήσει ως βάση ανεφοδιασμού και ορμητήριο της Γερμανικής Αεροπορίας. Παράλληλα όμως, η κατάληψη της υπολογιζόταν ότι θα απαιτούσε μεγάλο αριθμό αεροπορικών και χερσαίων δυνάμεων.

Ωστόσο, τα γεγονότα οδήγησαν στην εγκατάλειψη αυτών των σχεδίων. Η ιταλική εισβολή στην Ελλάδα έδωσε την δυνατότητα στους Βρετανούς να χρησιμοποιήσουν τα ελληνικά λιμάνια και αεροδρόμια. Η εξέλιξη αυτή σήμαινε ότι απειλούνταν οι ζωτικής σημασίας για τους Γερμανούς πετρελαιοπηγές του Πλόεστι στη Ρουμανία. Το αποτέλεσμα ήταν να σταματήσουν τα οποιαδήποτε επιθετικά σχέδια αφορούσαν τη Μεσόγειο. Παράλληλα, οι σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση άρχισαν να παίρνουν διαφορετική τροπή από αυτή που επιθυμούσε ο Hitler με αποτέλεσμα στις 18 Δεκεμβρίου του 1940, ο Führer να κοινοποιήσει την υπ΄ αριθμό 21 Οδηγία, με στόχο την άμεση συντριβή της Ρωσίας, πριν ακόμα τη λήξη του πολέμου με την Αγγλία.

Βασική προϋπόθεση για την επιτυχία της επιχείρησης «Μπαρμπαρόσα», όπως ονομάστηκε το παραπάνω εγχείρημα, ήταν η απομάκρυνση των Βρετανών από τα Βαλκάνια, διαφορετικά, τα πλευρά της γερμανικής νότιας στρατιάς που θα επιτιθόταν στην ΕΣΣΔ θα βρισκόταν εκτεθειμένα και οι πετρελαιοπηγές του Πλόεστι υπό την συνεχή απειλή της RAF. Για τον λόγο αυτόν, στις 13 Δεκεμβρίου 1940 είχε προηγηθεί η έκδοση της υπ’ αριθμόν 20 Οδηγίας (επιχείρηση «Μαρίτα») με στόχο την εκδίωξη των Βρετανών από την Ελλάδα. Οι Γερμανοί πλέον ενδιαφέρονταν για την εξασφάλιση των κεκτημένων τους και για τον λόγο αυτόν τα όποια επιθετικά σχέδια είχαν καταρτίσει για την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου έμειναν στα χαρτιά.

Hermann Göring (1893-1946). Μεταξύ άλλων αξιωμάτων που κατείχε, ήταν ο επικεφαλής της Luftwaffe (1933-1945).  Απέδιδε μεγάλη σημασία στην κατοχή της Κρήτης και θεωρούσε την επιχείρηση Ερμής ως μια εξαιρετική ευκαιρία προκειμένου να αποδειχθεί η ισχύς των αλεξιπτωτιστών.

Όταν στα τέλη Απριλίου του 1941 οι Γερμανοί είχαν ολοκληρώσει επιτυχώς την επιχείρηση «Μαρίτα» και θέσει  τα Βαλκάνια υπό τον έλεγχό τους, η Κρήτη επανήλθε στο προσκήνιο. Στο Νησί βρίσκονταν οι τελευταίες ισχυρές δυνάμεις των Συμμάχων, οι οποίες, δυνητικά, ήταν ακόμη σε κατάσταση να προκαλέσουν προβλήματα στην διεξαγωγή της επιχείρησης «Μπαρμπαρόσα» και στην ασφάλεια των πετρελαιοπηγών και της ναυσιπλοΐας στο Αιγαίο. Γι’ αυτό, στις 25 Απριλίου 1941, ο Hitler εξέδωσε την Οδηγία υπ’ αριθμόν 28 (Επιχείρηση Ερμής – Unternehmen Merkur) με αντικειμενικό στόχο την κατάληψη της νήσου Κρήτης, ώστε η νήσος να χρησιμοποιηθεί ως βάση για αεροπορικές επιχειρήσεις εναντίον των Βρετανών στην Ανατολική Μεσόγειο. Την ευθύνη της επιχείρησης και την διοίκηση των μονάδων θα είχε η Luftwaffe. Η επίθεση – για πρώτη φορά στην ιστορία – θα γινόταν σχεδόν εξολοκλήρου από αλεξιπτωτιστές και αερομεταφερόμενες μονάδες. Ο Hitler κατέστησε σαφές, ότι η προετοιμασία της επιχείρησης δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να παρακωλύσει την συγκέντρωση υλικού και δυνάμεων ενόψει της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα. Τέλος, η εντολή για την έναρξη της επίθεσης θα διδόταν από τον ίδιο.

Φαινομενικά υπάρχει μια αντίφαση μεταξύ της ρητορικής του Hitler και του στόχου της επιχείρησης «Ερμής». Μια πιθανή εξήγηση θα μπορούσε να αποτελεί η περιγραφή των στόχων της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα , που όριζε την συντριβή της ΕΣΣΔ, προτού ολοκληρωθεί ο πόλεμος με την Βρετανία. Βάσει αυτού ο επιθετικός χαρακτήρας, που δίδεται στην κατάληψη της Κρήτης δεν είναι ασυμβίβαστος με τις μετέπειτα σκέψεις του Hitler, καθώς το Νησί μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν επιθετικό ορμητήριο εναντίον των Βρετανών μετά την ολοκλήρωση των επιχειρήσεων στην Σοβιετική Ένωση. Όμως, όπως αναφέρθηκε, οι λόγοι που η Κρήτη έπρεπε να καταληφθεί άμεσα, ήταν λόγοι οικονομικής και στρατιωτικής ασφάλειας και επομένως, αμυντικού χαρακτήρα.

Γερμανικές δυνάμεις ετοιμάζονται να επιβιβαστούν στα Junkers Ju 52 με προορισμό την Κρήτη. Η επιχείρηση που είχε σχεδιαστεί ήταν πρωτοφανής για τα στρατιωτικά δεδομένα της εποχής.

Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα έπρεπε να οργανωθεί μια πρωτόγνωρη επιχείρηση για τα στρατιωτικά δεδομένα. Επρόκειτο για μια πολύ τολμηρή ενέργεια η οποία προετοιμάστηκε με ταχύτητα, ακρίβεια και μεθοδικότητα και σε ελάχιστο χρόνο. Οι Γερμανοί όμως είχαν παντελώς ανακριβείς πληροφορίες για τις δυνατότητες των αμυνόμενων και τη στάση των Κρητικών και όταν στις 20 Μαΐου 1941 ήρθαν αντιμέτωποι με την πραγματικότητα συνειδητοποίησαν το μέγεθος της παραπλάνησής τους.

 Από την πλευρά τους οι Σύμμαχοι είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον για τον έλεγχο της Κρήτης λίγους μήνες μετά το ξέσπασμα του πολέμου. Παρίσι και Λονδίνο θεωρούσαν σχεδόν δεδομένη την θέληση των Ιταλών να καταλάβουν το Νησί και γι’ αυτό, από την άνοιξη του 1940, επεξεργάζονταν σχέδια για προλάβουν να αποβιβαστούν εκείνοι πρώτοι, με την ταχύτητα δράσης να διαδραματίζει κομβικό ρόλο. Οι Γάλλοι ειδικότερα, από το ξέσπασμα του πολέμου μέχρι και την συνθηκολόγηση της χώρας, τον Ιούνιο του 1940, απέδιδαν ολοένα και αυξανόμενη σημασία στην κατοχή της Κρήτης. Η αποβίβαση δυνάμεων στο Νησί πρωτίστως είχε στόχο να εμποδίσει τους Ιταλούς να το καταλάβουν και με τον τρόπο αυτόν να ισχυροποιήσουν τη θέση τους στην Ανατολική Μεσόγειο. Ειδικότερα, το Παρίσι ενδιαφερόταν για την δημιουργία ενός «νέου» Μακεδονικού μετώπου στη Θεσσαλονίκη. Στο πλαίσιο αυτό ο έλεγχος της Κρήτης καθιστούσε ασφαλέστερη τη μετακίνηση εφοδίων και στρατευμάτων μεταξύ των γαλλικών εδαφών στην Ανατολική Μεσόγειο (Συρία και Λίβανος) και της Θεσσαλονίκης. Επιπλέον, ο επικεφαλής των γαλλικών δυνάμεων στην Ανατολή, στρατηγός Weygand, είχε εκφράσει τη σκέψη να χρησιμοποιηθεί η Κρήτη ως κέντρο επιχειρήσεων εναντίον των Δωδεκανήσων και πιθανόν ως ναυτική βάση υποβρυχίων.

Maxime Weygand (1867-1965). Διοικητής των Γαλλικών στρατευμάτων στην υπό Γαλλική εντολή Συρία, θεωρούσε τον έλεγχο της Κρήτης απαραίτητη προϋπόθεση για την διασφάλιση της ναυσιπλοΐας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ανάλογη σημασία απέδιδαν στην Κρήτη και οι Βρετανοί, οι οποίοι μέχρι και την πτώση της Γαλλίας τον Ιούνιο του 1940, σχεδίαζαν από κοινού με τους Γάλλους τις επιχειρήσεις που θα είχαν στόχο τον έλεγχο επί του νησιού. Για τους Βρετανούς η Κρήτη θα χρησίμευε πρωτίστως ως ενδιάμεση βάση εφοδιασμού μεταξύ των ναυτικών τους βάσεων στην Αλεξάνδρεια και τη Μάλτα. Με τον τρόπο αυτόν θα απέτρεπαν την κατάληψη της από τους Ιταλούς και ταυτόχρονα θα προσέφεραν στον Στόλο της Μεσογείου περισσότερο επιχειρησιακό χρόνο. Επιπλέον, σε μεταγενέστερο στάδιο, η Κρήτη θα μετατρεπόταν σε μια ισχυρή βάση κυρίως για τον Στόλο και δευτερευόντως για τη RAF.  Από τα παραπάνω, γίνεται φανερό ότι για τους Συμμάχους, στα πρώτα στάδια του πολέμου, πριν ακόμη η Ιταλία εξέλθει στον πόλεμο, η Κρήτη αποτελούσε μια περιοχή ο έλεγχος της οποίας θα εξασφάλιζε τα συμφέροντά τους στην ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο και θα μετατόπιζε το πεδίο συγκρούσεων με τους Ιταλούς προς την Κεντρική Μεσόγειο, εγγύτερα στις ιταλικές ακτές. Έτσι, τον Μάιο του 1940 εκπόνησαν από κοινού ένα σχέδιο δράσης για την έγκαιρη απόβαση γαλλικών δυνάμεων (από βρετανικά πλοία) στην Κρήτη, μόνο σε περίπτωση που η Ιταλία ενεργούσε κατά της Ελλάδας, ώστε οι Σύμμαχοι να μην παραβιάσουν την ελληνική ουδετερότητα στέλνοντας δυνάμεις νωρίτερα. Σε ό,τι αφορά τη στάση τους απέναντι στην Αθήνα, οι επιτελείς είχαν αποφασίσει να ενημερώσουν την ελληνική κυβέρνηση για την πρόθεσή τους, μόνο εφόσον είχαν ήδη αναχωρήσει τα πλοία, προκειμένου να μην προκαλέσουν περισσότερες απαιτήσεις από την πλευρά των Ελλήνων και ταυτόχρονα να αποτρέψουν τυχόν διαρροή πληροφοριών προς τους Ιταλούς.

Τα γεγονότα όμως πήραν διαφορετική τροπή. Υπό την πίεση της γερμανικής επίθεσης οι Γάλλοι ανέβαλαν τα όποια σχέδια. Όταν τελικά στις 22 Ιουνίου η Γαλλία υπέγραψε ανακωχή με το Βερολίνο και δύο μέρες αργότερα με τη Ρώμη, οι Βρετανοί απέμειναν μόνοι ενάντια στις δυνάμεις του Άξονα και μέσα σε αυτό το πλαίσιο έπρεπε να σχεδιάσουν τις επόμενες κινήσεις τους στη Μεσόγειο.

Αρχικά, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, η οπτική των Βρετανών για τη Μεσόγειο ήταν απαισιόδοξη και έφτανε μέχρι το σημείο να επεξεργάζονταν σχέδια εγκατάλειψης της και μεταφορά του Στόλου στη Σιγκαπούρη. Όμως τα σχέδια αυτά διακόπηκαν εξαιτίας της αποφασιστικής στάσης του ναυάρχου του Στόλου της Μεσογείου, A. B. Cunningham και του πρωθυπουργού Winston Churchill. Αμφότεροι απέδιδαν μεγάλη σημασία στην στρατηγική θέση της Κρήτης και κύριος φόβος τους ήταν να μην περιέλθει στα χέρια των Ιταλών σε περίπτωση που ξεσπούσαν εχθροπραξίες με την Αθήνα. Για τον λόγο αυτό παρακολουθούσαν διαρκώς τις εξελίξεις στις ελληνοϊταλικές σχέσεις και όταν στις 28 Οκτωβρίου 1940 εκδηλώθηκε η ιταλική επίθεση η έγκαιρη αποστολή δυνάμεων (την οποία αιτήθηκε και ο Μεταξάς) στην Κρήτη αποτέλεσε προτεραιότητα .

Sir Andrew B. Cunningham (1883-1963). Ναύαρχος και διοικητής του Βρετανικού Στόλου στη Μεσόγειο (1939-1946). Ο Cunningham εξαρχής επέμενε στην εγκατάσταση βρετανικών δυνάμεων στην Κρήτη, προκειμένου  το ναυτικό να επωφεληθεί από την στρατηγική θέση του νησιού μεταξύ Αλεξάνδρειας και Μάλτας.

Για τους επόμενους έξι μήνες (Νοέμβριος 1940 – Απρίλιος 1941) οι Βρετανοί είχαν αναλάβει επίσημα την άμυνα του νησιού. Ο Churchill θεωρώντας ότι «… Επιτυχημένη άμυνα της Κρήτης σημαίνει ανυπολόγιστη βοήθεια στην Αίγυπτο, απώλειά της θα σήμαινε τεράστια κλιμάκωση όλων των δυσχερειών μας στη Μεσόγειο…». οραματιζόταν τη μετατροπή της Σούδας σε «μια αμφίβια ακρόπολη με οχυρό την Κρήτη… ένα δεύτερο Σκάπα[2]». Πράγματι οι Βρετανοί επιτελείς σχεδίαζαν τη μεταφορά ισχυρών δυνάμεων στο νησί, προκειμένου να μετατραπεί σε μια μεγάλη και καλά εξοπλισμένη και επανδρωμένη αεροναυτική βάση. Σε πρώτη φάση όμως η Κρήτη θα λειτουργούσε ως βάση ανεφοδιασμού για τον Στόλο της Μεσογείου και τη RAF, προσφέροντας περισσότερο επιχειρησιακό χρόνο στο ναυτικό και την αεροπορία. Παράλληλα η βρετανική παρουσία στην Κρήτη δυσκόλευε αισθητά τον ανεφοδιασμό των Δωδεκανήσων από τους Ιταλούς, σε σημείο που να επισημαίνεται εκεί μεγάλη έλλειψη εφοδίων. Επιπλέον, δυνητικά, τα αεροδρόμια του Νησιού προσέφεραν στην RAF την δυνατότητα προσβολής των πετρελαιοπηγών του Πλόεστι στη Ρουμανία, οι οποίες ήταν ύψιστης σημασίας για τον Άξονα.

Ωστόσο η εξέλιξη των πραγμάτων ήταν διαφορετική. Η ανεπάρκεια μέσων και ανθρώπινου δυναμικού στον τομέα της Μέσης Ανατολής και η ταυτόχρονη επιχειρησιακή δραστηριότητα στη Βόρεια Αφρική και αλλού είχε σαν συνέπεια την διαρκή αναβολή αποστολής των απαραίτητων εφοδίων που θα μετέτρεπαν την Κρήτη σε ισχυρή αεροναυτική βάση. Παράλληλα, οι πληροφορίες για επικείμενη κάθοδο γερμανικών δυνάμεων στα Βαλκάνια με τον ερχομό της άνοιξης, αν και θεωρητικά οδήγησαν στην αναβάθμιση της στρατηγικής σημασίας της Κρήτης – ως της πλέον προκεχωρημένης βάσης των Συμμαχικών δυνάμεων στη Νοτιανατολική Ευρώπη –  στην πράξη δεν υπήρξε κάποια ουσιαστική αλλαγή επειδή τον ενδιαφέρον του Λονδίνου στράφηκε και πάλι προς διαφορετική κατεύθυνση. Το αποτέλεσμα ήταν να μην ενισχυθεί η φρουρά της Κρήτης, όπως προγραμματιζόταν και να μην υπάρχουν οι απαραίτητες εγκαταστάσεις και υποδομές που απαιτούνταν, ώστε η Κρήτη να αποτελέσει τη βάση που οι Βρετανοί σχεδίαζαν. Η αδυναμία συνεννόησης μεταξύ του Λονδίνου και του Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής στο Κάιρο είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία μιας ασαφούς εικόνας για την πραγματική κατάσταση που επικρατούσε στο νησί, η οποία δεν ξεκαθάρισε παρά μόνο στα τέλη Απριλίου του 1941, όταν η γερμανική επίθεση στην Κρήτη ήταν πλέον προ των πυλών.

To Βρετανικό θωρηκτό HMS Barham ανεφοδιάζεται στα ανοιχτά του Κόλπου της Σούδας (Φεβρουάριος 1941). Οι εγκαταστάσεις στο λιμάνι της Σούδας δεν ήταν επαρκείς ώστε να φιλοξενήσουν πλοία μεγαλύτερα από τα καταδρομικά.

Παρόλα αυτά, η σπουδαιότητα που είχε το νησί για τον Στόλο της Μεσογείου, η στρατηγική του θέση στην Ανατολική Μεσόγειο και οι (λανθασμένες) πληροφορίες που είχαν οι Βρετανοί, ότι οι Γερμανοί σχεδίαζαν μια μεγάλης κλίμακας επίθεση στη Μέση Ανατολή, συνέβαλλαν στην απόφαση των Βρετανών να προβάλλουν λυσσαλέα άμυνα και να υπερασπιστούν το νησί με κάθε κόστος, προκαλώντας στους Γερμανούς (και ειδικά στο σώμα των αλεξιπτωτιστών) όσο το δυνατόν μεγαλύτερες απώλειες μπορούσαν.

 Κλείνοντας, και για τους τέσσερις εμπόλεμους, η Κρήτη στις διάφορες φάσεις του στρατηγικού σχεδιασμού, αποτελούσε το μέσο για την επίτευξη ενός άλλου ευρύτερου στρατηγικού στόχου, που συνήθως σχετιζόταν με τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Ο λόγος ήταν προφανής: η κατοχή της Κρήτης θα ισχυροποιούσε αισθητά την θέση του κατόχου της στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε φορά που τα επιτελεία έστρεφαν το ενδιαφέρον τους στην Ανατολική Μεσόγειο, αυτόματα το Νησί εμφανιζόταν στα σχέδιά τους. Σε κάθε περίπτωση, οι επιτελάρχες των παραπάνω χωρών αφιέρωσαν λιγότερο ή περισσότερο χρόνο, προκειμένου να διερευνήσουν την αξία της Κρήτης και να την τοποθετήσουν σε ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο, ανεξάρτητα από το εάν τελικά τα σχέδια αυτά έγιναν πραγματικότητα ή όχι. Πολιτικοί και στρατιωτικοί πραγματοποίησαν ανταλλαγή αλληλογραφίας, συναντήσεις και συζητήσεις με ομολόγους τους, και εκπόνησαν σχέδια και μελέτες. Πόροι, εφόδια, υλικά, μηχανές και ανθρώπινες ζωές (με εξαίρεση τους Γάλλους) κινητοποιήθηκαν και ενώ θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν αλλού, δεσμεύτηκαν, αξιοποιήθηκαν και σε μεγάλο βαθμό χάθηκαν για την επίτευξη του εκάστοτε στόχου που σχετιζόταν με το Νησί. Όλα τα παραπάνω υπογραμμίζουν τη σημασία του. Η Κρήτη δεν αποτέλεσε το κλειδί για την νίκη στον πόλεμο, ήταν όμως μια πολύτιμη συνιστώσα όλων εκείνων που θα συνέβαλλαν στην τελική επικράτηση επί του εκάστοτε εχθρού.

Ο Ιωάννης Κοντάκης είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Σπουδών
του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Πρωτογενείς πηγές

Ι) Αδημοσίευτες πηγές

Service Historique de la Dėfense , Section Armėe de Terre, Serie 27N, carton 16, 248.

Service Historique de la Dėfense, Section Marine, Sėrie TTE, carton No 101

Αρχείο Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών (Foreign Office): Εθνικά Αρχεία Ηνωμένου Βασιλείου (Τhe National Archives-UK), Λονδίνο, Σειρά 371: Γενικοί Φάκελοι.

Αρχείο Βρετανικού Υπουργικού Συμβουλίου (Cabinet Minutes and Memoranda): Εθνικά Αρχεία Ηνωμένου Βασιλείου (The National Archives-UK), Λονδίνο.

Αρχείο Γραφείου Βρετανού Πρωθυπουργού (PREM: Records of the Prime Minister’s Office): Εθνικά Αρχεία Ηνωμένου Βασιλείου (The National Archives-UK), Λονδίνο.

Γενικό Αρχείο του Κράτους, Αρχείο Μεταξά, Φάκελοι 66, 83.

 

ΙΙ) Δημοσιευμένες πηγές

Documenti Diplomatici Italiani, Nona Serie, Vol. V-VII (Libreria Dello Stato: Roma, 1965, 1986, 1987).

Documents on German Foreign Policy, 1918 – 1945, Series D, (The War Years, 1937-1945) Vol. XI – XII, (Washington, DC: Government Printing Office, 1961, 1962 κ.ε).

Βασιλικόν Υπουργείον των Εξωτερικών, Διπλωματικά Έγγραφα, Η Ιταλική Επίθεση κατά της Ελλάδος, (Ελληνική Εκδοτική Εταιρεία: Αθήναι, 1940).

 

Β. Ημερολόγια – Απομνημονεύματα – Αυτοβιογραφίες

Halder Diaries, War Journal of Franz Halder, Vol, IV-VI. Archives Section, Library Services, Fort Leavenworth, Kansas, 1950.

Τσώρτσιλ, O. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, τ. 2ος . Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Μορφωτική Εστία»: Αθήνα, 1948.

Cunningham, Viscount of Hyndhope, A Sailor’s Odyssey, Hutchinson & Co Publishers Ltd: London, 1951.

Γ. Δευτερογενείς πηγές

Baldi, G. Dolce Egeo, Guerra Amara, Ricordi della spedizione italiana a Creta nel 1941. Rizzoli: Milano, 1988.Beevor, A. Κρήτη, Η Μάχη και η Αντίσταση. Γκοβόστη: Αθήνα, 2004.

Butler,J. R. M. Grand Strategy, Vol. II: September 1939-June 1941. HMSO: London, 1957.

Clark, A. The Fall of Crete. Cassel Military Paperbacks: London, 1962.

Joll, J. Η Ευρώπη, 1870 – 1970. Βάνιας: Θεσσαλονίκη, 2006.

Knox, M.  Mussolini Unleashed, 1939-1941, Politics and strategy in Fascist Italy’s last war. Cambridge University Press: New York, 1986.

Liddell Hart, B. H. The other side of the Hill, Germany’s Generals, their rise and fall, with their own account of the military events, 1939 – 1945. Cassel and Company Ltd: London, 1948.

Mourelos, Y. Fictions et realites, La France, La Grece et la strategie des operations peripheriques dans le sud-est europeen (1939-1940). Institute for Balkan Studies: Thessaloniki, 1990.

Rodogno, D. «Το spazio vitale του φασισμού και η είσοδος της Ιταλίας στον πόλεμο», στο Ιστορία της Ελλάδος του 20ου αι.  Χρ. Χατζηιωσήφ, Πρ. Παπαστράτης, Γ’ τόμος, Α μέρος, Αθήνα, 2007, σ. 49-69.

Van Creveld, M. Η στρατηγική του Χίτλερ 1940-1941, Το Βαλκανικό ζήτημα. Γκοβόστη: Αθήνα, 2013.

ΓΕΣ/ΔΙΣ. Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον, Η Μάχη της Κρήτης. ΔΙΣ: Αθήναι, 1993 ανατύπωση.

Κολιόπουλος, Γ. Η δικτατορία του Μεταξά και ο πόλεμος του ’40. Παρατηρητής: Θεσσαλονίκη 1996.

Κοπανιτσάνος, Θ. «Στρατιωτικές σχέσεις Ελλάδας – Γαλλίας (1939-1940). Το σχέδιο δημιουργίας Βαλκανικού θεάτρου επιχειρήσεων», στο Οι πολιτικοστρατιωτικές σχέσεις Ελλάδας – Γαλλίας (19ος – 20ος αι.). ΓΕΣ/ΔΙΣ, ΔΙΣ: Αθήνα, 2011.

Σφέτας, Σ. Εισαγωγή στη Βαλκανική Ιστορία, τ.Β΄, Από τον Μεσοπόλεμο στην λήξη του Ψυχρού πολέμου (1919-1989. Βάνιας: Θεσσαλονίκη, 2011.

Φλάϊσερ,  Χ. « Γεωστρατηγικά σχέδια της Ναζιστικής Γερμανίας για τη μεταπολεμική Κρήτη», στο Ιστορικά. Μέλισσα: Αθήνα Ιούνιος 1992. τ. 9, τεύχος 16. σ. 135-158.

 

[1]Όλες οι αποστάσεις είναι υπολογισμένες σε ευθεία γραμμή.

[2]To Σκάπα Φλόου (Scapa Flow) είναι ένα εξαιρετικό φυσικό λιμάνι που σχηματίζεται από μια ομάδα νησιών στη Βόρεια Σκωτία. Την περίοδο εκείνη λειτουργούσε ως μεγάλη βάση του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού.

100 χρόνια από τότε. Αθανάσιος Συροπλάκης: Η μάχη του Σκρα στο πλαίσιο των πολεμικών σχεδιασμών στο Δυτικό μέτωπο

Αθανάσιος Συροπλάκης

Η μάχη του Σκρα στο πλαίσιο των πολεμικών σχεδιασμών στο Δυτικό μέτωπο

 Το Μακεδονικό μέτωπο, ένα από τα θέατρα των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, παρέμεινε αδρανές κατά το μεγαλύτερο μέρος του 1916 και 1917. Η κατάσταση  μεταβλήθηκε την άνοιξη του 1918, όταν ανέλαβε την ηγεσία της Συμμαχικής Στρατιάς Ανατολής ο Γάλλος στρατηγός Guillaumat, ο οποίος πραγματοποίησε επιθετικές επιχειρήσεις  κατά τον μήνα Μάιο σε ολόκληρο το μήκος του μετώπου, μετά την οργάνωση της άμυνας των συμμαχικών δυνάμεων. Οι ραγδαίες εξελίξεις στο Δυτικό μέτωπο αποτέλεσαν τον κυριότερο λόγο για την κινητοποίηση των στρατευμάτων της Αντάντ στο Μακεδονικό μέτωπο, αναγκάζοντας τα τελευταία να υιοθετήσουν μία περισσότερο επιθετική στρατηγική. Η μάχη του Σκρα υπήρξε ενδεικτικό παράδειγμα της νέας στρατηγικής των Συμμάχων, καθώς διεξήχθη σε μία χρονική στιγμή, κατά την οποία η Αντάντ βρισκόταν σε υποχώρηση στο Δυτικό μέτωπο. Παράλληλα, οι Γερμανοί απέσυραν συνεχώς στρατεύματα από άλλα επιχειρησιακά θέατρα για την ενίσχυση των επιθέσεών τους στο κυρίως μέτωπο. Η ανάγκη για καθήλωση των Γερμανών και των συμμάχων τους στη Μακεδονία, από κοινού με την επιδίωξη για βελτίωση της συμμαχικής θέσης στο ίδιο μέτωπο, οδήγησαν στην πραγματοποίηση της επίθεσης στην τοποθεσία Σκρα ντι Λέγκεν. Η επιτυχής έκβαση της μάχης καθόρισε σε μεγάλο ποσοστό τις επιχειρήσεις του φθινοπώρου του 1918, οπότε και επετεύχθη η ολική διάσπαση του βουλγαρικού μετώπου[1].

Σκοπός του άρθρου είναι να αναλύσει την κατάσταση που επικρατούσε στο Δυτικό μέτωπο την άνοιξη του 1918 και τον τρόπο, με τον οποίο αυτή επηρέασε την λήψη της απόφασης για τον νέο γύρο επιθετικών πρωτοβουλιών της Στρατιάς Ανατολής κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου. Ακόμη, γίνεται προσπάθεια να αναδειχθεί η σημασία της μάχης του Σκρα, η νικηφόρα έκβαση της οποίας είχε θετικό αντίκτυπο στα συμμαχικά στρατεύματα της Στρατιάς Ανατολής.

Στις αρχές του 1918, οι εξελίξεις του πολέμου για τις δυνάμεις της Αντάντ δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκές. Η Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία άλλαξε πλήρως την πορεία των πραγμάτων, καθώς οι Μπολσεβίκοι, ευρισκόμενοι στην εξουσία υπό τον Λένιν, φάνηκαν διαλλακτικότεροι από την προηγούμενη ρωσική κυβέρνηση για μία συνεννόηση με τις Κεντρικές Δυνάμεις, η οποία και έμελλε  να οδηγήσει στην υπογραφή ανακωχής. Η ανακωχή του είδους αυτού, όμως, σήμανε και την κατάρρευση του Ανατολικού μετώπου, πυροδοτώντας συνάμα μία αλυσίδα αρνητικών εξελίξεων για την Αντάντ. Το πλήγμα για τους Συμμάχους ενισχύθηκε, όταν οι Μπολσεβίκοι έδωσαν στη δημοσιότητα κάποιες μυστικές συμφωνίες της συμμαχίας, όπου αποκαλύπτονταν οι προθέσεις  για προσάρτηση εδαφών μετά το πέρας του πολέμου. Απόρροια αυτής της πράξης ήταν να μειωθεί το κύρος της συμμαχίας[2].

Άμεση συνέπεια της ανακωχής ανάμεσα στη Γερμανία και τη Ρωσία υπήρξε, μεταξύ άλλων, και η πλήρης κατάρρευση του Ρουμανικού μετώπου. Η Ρουμανία είχε εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ τον Αύγουστο του 1916, ενδυναμώνοντας την ανατολική πτέρυγα της συμμαχίας. Μετά από τον αρχικό ενθουσιασμό, ο ρουμανικός στρατός φάνηκε κατώτερος των περιστάσεων, με αποτέλεσμα το μέτωπο να καταρρεύσει σχετικά γρήγορα, όταν οι γερμανικές δυνάμεις και οι σύμμαχοί τους στα Βαλκάνια εξαπέλυσαν αντεπίθεση κατά της χώρας[3]. Η πρωτεύουσα, το Βουκουρέστι, και η επαρχία της Βλαχίας καταλήφθηκαν. Ωστόσο, η Ρουμανία δεν κατέρρευσε πλήρως μετά την ήττα της στα τέλη του 1916. Ο βασιλιάς Φερδινάνδος, η κυβέρνηση Μπρατιάνου, η Βουλή και μέρος του ρουμανικού στρατού διέφυγαν από το Βουκουρέστι και κατευθύνθηκαν στο Ιάσι, από όπου οργανώθηκε η άμυνα κατά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Η επαρχία της Μολδαβίας τέθηκε υπό τον έλεγχο της Αντάντ, ενώ Γάλλοι αξιωματικοί, με τη συνδρομή Ρώσων συναδέλφων τους, ανέλαβαν το έργο της ανασυγκρότησης του ρουμανικού στρατού. Τα αποτελέσματα της ανασυγκρότησης αυτής φάνηκαν όταν οι Ρουμάνοι κατάφεραν να αποκρούσουν συντονισμένη επίθεση Αυστροούγγρων και Γερμανών τον Αύγουστο του 1917. Τις ημέρες πριν από την κατάρρευση του Ανατολικού μετώπου το ηθικό των Ρουμάνων στρατιωτών βρισκόταν σε αρκετά υψηλά επίπεδα. Η Ρουμανία, όμως, χάνοντας τη ρωσική κάλυψη και συνδρομή μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, απέμεινε μόνη, αποκομμένη από τους συμμάχους της. Μη έχοντας πολλές επιλογές διαθέσιμες, η ρουμανική κυβέρνηση ζήτησε ανακωχή στις 9 Δεκεμβρίου του 1917[4].

Το Ανατολικό μέτωπο είχε μεγάλη σημασία για την Συμμαχία της Αντάντ. Αφενός, η ύπαρξη αυτού του μετώπου παρεμπόδιζε την πρόσβαση των Γερμανών στον Καύκασο και στα πλούσια εδάφη (κυρίως τον ορυκτό πλούτο) της Ουκρανίας. Αφετέρου, έχοντας επωμισθεί τον ρόλο ενός μετώπου αντιπερισπασμού, κρατούσε καθηλωμένες επιτόπου εβδομήντα πέντε, περίπου, γερμανικές και αυστροουγγρικές μεραρχίες αποτρέποντας τη μεταφορά τους στο Δυτικό μέτωπο, το οποίο ήταν και το κυριότερο πεδίο πολεμικών συγκρούσεων[5]. Οι διαπραγματεύσεις για τη συνθηκολόγηση της Ρωσίας ξεκίνησαν στις 3 Δεκεμβρίου 1917 στο Brest-Litovsk. Επικεφαλής της αντιπροσωπείας των Μπολσεβίκων τέθηκε ο Λέων Τρότσκι. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων φάνηκαν οι αντιρρήσεις του Τρότσκι στους όρους που προσπαθούσε να επιβάλει η Γερμανία, με αποτέλεσμα να αποχωρήσει από τις διαπραγματεύσεις στις 9 Φεβρουαρίου 1918.

Η άφιξη της αντιπροσωπείας των Μπολσεβίκων στο Brest-Litovsk.

Υπό τον φόβο νέου κύκλου εκτεταμένων εχθροπραξιών, ο Λένιν αποδέχθηκε, τελικά, τους δυσμενείς όρους των Κεντρικών Δυνάμεων. Σύμφωνα με αυτούς, η άλλοτε κραταιά Ρωσία έχανε το 1/3 περίπου του πληθυσμού της, μεγάλο μέρος της βιομηχανίας και των σιδηροδρόμων της, καθώς αποχωριζόταν τις περιοχές της Βαλτικής, τη Φινλανδία, την Πολωνία, την Ουκρανία και κάποια εδάφη του Καυκάσου, τα οποία κατείχε από την εποχή του Συνεδρίου του Βερολίνου του 1878. Ο Λένιν, εφαρμόζοντας μία πολιτική ρεαλισμού έδωσε εντολή στους απεσταλμένους του να επανέλθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να υπογράψουν το τελικό κείμενο της συνθήκης στις 3 Μαρτίου του 1918[6]. Θεώρησε ότι περεταίρω συζητήσεις ήταν ανούσιες, γιατί δεν διέθετε ικανό στρατό και συνεπώς δεν είχε τη δυνατότητα αντίδρασης σε περίπτωση επανάληψης των συγκρούσεων. Προτίμησε να υποστεί τους όρους της συνθήκης προκειμένου να σωθεί η «παγκόσμια επανάσταση», με την ελπίδα ότι η εξάπλωσή της τελευταίας θα ανέτρεπε μελλοντικά από μόνη της το καθεστώς του Brest-Litovsk.

Για πρώτη φορά μετά τον Φεβρουάριο του 1916 (μάχη του Verdun), τα ανώτερα κλιμάκια του γερμανικού επιτελείου προετοίμαζαν μία επίθεση μεγάλης κλίμακας. Στις αρχές του 1918, μία επίθεση αυτού του είδους αποτελούσε ιδανική ευκαιρία για τις Κεντρικές Δυνάμεις να επιτύχουν μία ολοκληρωτική ρήξη στο Δυτικό μέτωπο, το οποίο θεωρείτο, ήδη από το 1914, ότι θα καθόριζε την έκβαση του πολέμου. Κύριος σκοπός ήταν η κατάρρευση της Γαλλίας και η υπογραφή ειρήνης, σύμφωνα με τους όρους της Γερμανίας. Μετά τις νέες εξελίξεις, οι Γερμανοί προώθησαν σαράντα περίπου μεραρχίες από το Ανατολικό μέτωπο στο Δυτικό, ενώ τριάντα έως σαράντα μεραρχίες παρέμειναν στο Ανατολικό για την επιτήρηση της τάξης στην περιοχή[7]. Η σχετική αδράνεια που επικρατούσε στο Μακεδονικό μέτωπο τους προσέφερε τη δυνατότητα να αποσπάσουν, από εκεί, επιπρόσθετες στρατιωτικές δυνάμεις και να τις μεταφέρουν στο Δυτικό μέτωπο.

Τα οφέλη της Γερμανίας από μία επιτυχημένη επιχείρηση στο Δυτικό μέτωπο, εκτός από –το προφανές– τη λήξη του πολέμου, ήταν αρκετά. Αν οι πρώτες επιχειρήσεις της επικείμενης επίθεσης στέφονταν με επιτυχία, θα επερχόταν μία ψυχολογική ανάταση των στρατιωτών και θα αυξανόταν η αυτοπεποίθησή τους για την τελική νίκη. Από την άλλη πλευρά, το κύρος του στρατού θα ανυψωνόταν στα μάτια της κοινής γνώμης, όπως είχε συμβεί σε προηγούμενες μεγάλες νικηφόρες επιχειρήσεις με κύριο παράδειγμα την μάχη του Tannenberg τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Το γερμανικό επιτελείο θεώρησε αναγκαίο να επιτευχθεί η ρήξη στο Δυτικό μέτωπο, προτού οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής εισέλθουν περισσότερο δυναμικά στον πόλεμο, με αποτέλεσμα να γείρει η πλάστιγγα σε βάρος των Κεντρικών Δυνάμεων[8]. Βέβαια, υπήρχαν φωνές στο γερμανικό επιτελείο που θεωρούσαν λανθασμένη την επιλογή των αρχιστράτηγων Ludendorff και Hindenburg για μεγάλης εμβέλειας επίθεση, προτείνοντας είτε μία σύμπτυξη των γερμανικών δυνάμεων είτε επιθετικές επιχειρήσεις περιορισμένου βεληνεκούς στο Δυτικό μέτωπο[9].

Ωστόσο, δύο από τους συμμάχους της Γερμανίας, η Αυστρο-Ουγγαρία και η Βουλγαρία, δεν φαίνονταν να συμμερίζονται τα σχέδια για επίθεση μέσα στο 1918. Η Αυστρο-Ουγγαρία αντιμετώπιζε σοβαρά εσωτερικά προβλήματα, τα οποία καθιστούσαν δυσχερή την απρόσκοπτη συμμετοχή της σε επιθετικές επιχειρήσεις[10]. Συγκεκριμένα, στις αρχές του 1918 είχε να αντιμετωπίσει το μεγάλο πρόβλημα των εργατικών απεργιών και τη γενικότερη δυσαρέσκεια στο εσωτερικό, η οποία δεν περιοριζόταν μόνο στις διάφορες εθνικές μειονότητες της Αυτοκρατορίας. Μάλιστα, αυτές οι απεργίες ενθάρρυναν τους Γερμανούς εργάτες να προβούν και εκείνοι σε ανάλογες κινητοποιήσεις περί το τέλος Ιανουαρίου του 1918. Επίσης, η κυβέρνηση της Βιέννης αντιμετώπιζε προβλήματα ως προς τον επισιτισμό των κατοίκων της Αυτοκρατορίας. Η Βουλγαρία, από τη δική της πλευρά, είχε επιτύχει τους στόχους, που εξαρχής είχε θέσει, δηλαδή την κατάληψη της σερβικής και Ανατολικής Μακεδονίας σε βάρος, αντίστοιχα, τη Σερβίας και της Ελλάδας, καθώς και εκείνη της Νοτίου Δοβρουτσάς σε βάρος της Ρουμανίας[11]. Συνεπώς, ο πόλεμος είχε ουσιαστικά λήξει για αυτήν ήδη από το 1916. Η σχετική στασιμότητα που παρατηρούταν στο Μακεδονικό μέτωπο μετά την επίτευξη των στόχων της Βουλγαρίας είχαν αρνητικές συνέπειες στους κόλπους του βουλγαρικού στρατού. Σύνηθες ήταν το φαινόμενο των λιποταξιών, κυρίως ατόμων που προέρχονταν από την ευρύτερη ζώνη της Μακεδονίας και είχαν ρευστή εθνική συνείδηση, ενώ το ηθικό των Βουλγάρων στρατιωτών μειωνόταν συνεχώς[12]. Επιπλέον, στα τέλη του 1917 είχαν διαδοθεί φήμες ότι οι Σύμμαχοι, συγκεκριμένα η Βρετανία, βολιδοσκοπούσαν τη Βουλγαρία για την σύναψη μίας ξεχωριστής ειρήνης. Όπως φαίνεται, η βρετανική διπλωματία δεν είχε εγκαταλείψει την ιδέα για μια προσέγγιση με τη Σόφια (ιδέα που ίσχυε από την αρχή του πολέμου). Μια πιθανή υπογραφή ειρήνης με τη χώρα αυτή, θα ενίσχυε, αναπόφευκτα, τη θέση τους στο Δυτικό μέτωπο [13].

Ενόψει της επερχόμενης μεγάλης επίθεσης, τον χειμώνα του 1917-1918 αποσύρθηκαν προσωρινά από την πρώτη γραμμή του μετώπου πενήντα έξι γερμανικές μεραρχίες. Στην εκπαίδευση των στρατιωτών δόθηκε έμφαση στις νέες επιθετικές τακτικές και κυρίως στην ανύψωση του ηθικού, το οποίο είχε εκπέσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα[14]. Στο πλαίσιο της  «Kaiserschlacht» ή αλλιώς της «εαρινής επίθεσης του Ludendorff» εξαπολύθηκαν πέντε μεγάλες επιθέσεις από τον Μάρτιο έως τον Ιούλιο του 1918. Η πρώτη, με κωδική ονομασία «MICHAEL», η οποία διήρκεσε από την 21η Μαρτίου έως την 5η Απριλίου,  προκάλεσε σύγχυση στις τάξεις των Βρετανών, οι οποίοι υπέστησαν μεγάλες απώλειες και υποχώρησαν αρκετά. Κατά την διάρκεια της επίθεσης «BLÜCHER» (27 Μαΐου–4 Ιουνίου) διασπάστηκαν οι γραμμές των γαλλικών στρατευμάτων, με αποτέλεσμα οι γερμανικές δυνάμεις να φτάσουν ως το Château-Thierry στο ύψος του ποταμού Μάρνη, δηλαδή μόλις 93 χλμ. από το Παρίσι. Οι Σύμμαχοι περιήλθαν σε πολύ δύσκολη θέση, καθώς μια ενδεχόμενη κατάληψη του Παρισιού από τον γερμανικό στρατό συνεπαγόταν και την ήττα τους στον πόλεμο. Οι κυβερνήσεις της Αντάντ αναζήτησαν εφεδρείες από τα υπόλοιπα μέτωπα του πολέμου, προκειμένου να ενισχύσουν την άμυνά τους και να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στην πίεση, την οποία υφίσταντο. Παρόλα αυτά, τα συμμαχικά στρατεύματα κατάφεραν να διατηρήσουν τις θέσεις τους και η τελευταία επίθεση «GNEISENAU», η οποία έλαβε χώρα στην Καμπανία (15-17 Ιουλίου), εξελίχθηκε σε ήττα για τους Γερμανούς.

Στη μεγάλη «εαρινή Επίθεση του Ludendorff», μπορεί ο γερμανικός στρατός να διείσδυσε αρκετά βαθιά στις θέσεις των αντιπάλων, απειλώντας μάλιστα και το Παρίσι, όμως ο κύριος σκοπός της τελευταίας, δηλαδή η ολική διάσπαση του μετώπου, δεν επιτεύχθηκε. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της εαρινής επίθεσης, βρήκαν τον θάνατο στο πεδίο της μάχης περίπου οχτακόσιες χιλιάδες Γερμανοί στρατιώτες, οι περισσότεροι των οποίων ανήκαν στα επίλεκτα γερμανικά στρατιωτικά σώματα (Stormtroopers ή Sturmmann στα γερμανικά)[15]. Ως το καλοκαίρι του 1918 έγιναν εμφανή τα όρια της γερμανικής επέκτασης και δοκιμάστηκαν οι αντοχές του γερμανικού στρατού.

Επίλεκτες μονάδες του γερμανικού στρατού κατά τη μεγάλη εαρινή επίθεση στο Δυτικό Μέτωπο.

Τον ρόλο του Ανατολικού μετώπου, ως πεδίο καθήλωσης και εν γένει διασποράς των γερμανικών δυνάμεων, ανέλαβε μέσα στο 1918 το Μακεδονικό μέτωπο[16]. Η Συμμαχική Στρατιά Ανατολής  ήταν αναγκαίο να αναδιοργανωθεί, προκειμένου να μπορέσει να ανταπεξέλθει στο νέα σημαντική αποστολή, που της είχε ανατεθεί. Μέχρι την άνοιξη του 1918 οι στρατιώτες του μετώπου, οι «Κηπουροί της Θεσσαλονίκης» όπως ονομάστηκαν, είχαν να αντιμετωπίσουν κυρίως ακραίες καιρικές συνθήκες και διάφορες ασθένειες κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην Μακεδονία. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους, για τους οποίους στα μάτια των ιδίων των Συμμάχων, το συγκεκριμένο ήταν ένα μέτωπο ελάσσονος σημασίας.

Η κατάσταση άλλαξε, όταν ο στρατηγός Adolphe Guillaumat έφθασε στη Θεσσαλονίκη στις 22 Δεκεμβρίου του 1917, ως αντικαταστάτης του μέχρι πρότινος αρχιστράτηγου της Συμμαχικής Στρατιάς της Ανατολής, Maurice Sarrail. Ο Guillaumat ήταν ένας μετριοπαθής στρατηγός, με μεγάλη εμπειρία προ του πολέμου. Είχε συμμετάσχει σε πολλές εκστρατείες και η γνωριμία του με τα αποικιακά γαλλικά στρατεύματα ήταν ιδιαίτερα σημαντική, καθώς οι τρεις από τις συνολικά οχτώ γαλλικές μεραρχίες ήταν αποικιακής προέλευσης. Ένα ακόμα θετικό στοιχείο για τη νέα διοίκηση ήταν το γεγονός ότι οι νέο-αφιχθέντες αξιωματικοί του επιτελείου του Guillaumat δεν πρόλαβαν να ενημερωθούν για την κατάσταση του μετώπου από εκείνους του Sarrail, με αποτέλεσμα να μην επηρεαστεί η νέα διοίκηση από τις εκτιμήσεις τους για το μέτωπο. Ο Guillaumat διόρισε στη θέση του Επιτελάρχη τον Γάλλο στρατηγό Charpy, έναν αξιωματικό πολύ ικανό για τα δεδομένα του μετώπου[17]. Σημαντική προσθήκη στο επιτελείο του Guillaumat ήταν ο στρατηγός Bordeaux, ο οποίος ανέλαβε το δύσκολο έργο της ανασύνταξης του ελληνικού στρατού ως γενικός επιθεωρητής του τελευταίου[18].

Τελετή παρασημοφόρησης από τον στρατηγό Guillaumat στη Θεσσαλονίκη την άνοιξη του 1918.

Ο στρατηγός Guillaumat έλαβε από το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο, συγκεκριμένες οδηγίες για το ρόλο της Στρατιάς Ανατολής[19]. Κύρια αποστολή της τελευταίας ήταν, πρωτίστως, να μην επιτρέψει την κατάληψη της Ελλάδας από τις εχθρικές δυνάμεις. Βάση των συμμαχικών στρατευμάτων θα ήταν ολόκληρη η χώρα και όχι μόνο το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, αφού από τον Ιούνιο του 1917 η Ελλάδα ήταν και επισήμως εμπόλεμο κράτος. Ιδιαίτερη σημασία είχε η αποτροπή κατάληψης της Πελοποννήσου από τις Κεντρικές Δυνάμεις, πραγματική απειλή για τις θαλάσσιες επικοινωνίες των δυνάμεων με τη Μέση ή, ακόμα, και με Άπω Ανατολή μέσω της διώρυγας του Σουέζ. Η συμμαχική άμυνα έπρεπε να εκτείνεται από το Αιγαίο Πέλαγος (Κόλπος Ορφανού) έως τις λίμνες των Πρεσπών και Αχρίδας. Ο τομέας έως την Αδριατική και την Κέρκυρα θα οργανωνόταν από κοινού με τα ιταλικά στρατεύματα[20].

Για την αποτελεσματικότερη άμυνας του μετώπου, ήταν αναγκαίο να αποπερατωθούν κάποια έργα για την βελτίωση των υποδομών των λιμανιών και του συγκοινωνιακού δικτύου της χώρας και ειδικά της Μακεδονίας. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα πραγματοποιήθηκαν παρεμβάσεις στα λιμάνια του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης, του Βόλου και της Ιτέας, βελτιώθηκε το συγκοινωνιακό δίκτυο Θεσσαλονίκης–Θεσσαλίας και το δίκτυο εντός της Μακεδονίας[21]. Μέχρι τον Απρίλιο του 1918 είχαν προχωρήσει σε ικανοποιητικό βαθμό τα έργα σε ολόκληρο το μήκος του μετώπου, ενώ παράλληλα είχε επιτευχθεί η συγκρότηση εφεδρειών. Στα έργα αυτά εργάστηκαν ντόπιοι, και ξένοι στρατιώτες, μεταξύ των οποίων και Ρώσοι, που ο Guillaumat είχε αποσύρει από την πρώτη γραμμή και μεταφέρει στα μετόπισθεν[22]. Σε ένα δεύτερο στάδιο, εξετάσθηκε η αναδιοργάνωση του περιχαρακωμένου στρατοπέδου της Θεσσαλονίκης, την άμυνα του οποίου θα αναλάμβαναν βρετανικά και ελληνικά στρατεύματα. Ο Guillaumat, σύμφωνα με τις οδηγίες που έλαβε από το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο, μπορούσε να μελετήσει επιθετικά σχέδια μικρής κλίμακας μετά την ολοκλήρωση των προαναφερθέντων αμυντικών έργων.

Στις αρμοδιότητες του Guillaumat συμπεριλαμβανόταν και η μέριμνα για την πλήρη συμμετοχή του ελληνικού στρατού στον πόλεμο. Αρχικά, η Ελλάδα για τη χρηματοδότηση της συμμετοχής της, συνήψε ένα δάνειο ύψους 750 εκατομμυρίων φράγκων από τη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ στις 10 Φεβρουαρίου του 1918, με το όριο της  εκταμίευσης  να καθορίζεται από τις τρεις Δυνάμεις[23]. Μέχρι τις αρχές του 1918, συμμετείχαν στον πόλεμο ήδη τέσσερις ελληνικές μεραρχίες –από τα τέλη του 1916 το Σώμα Στρατού Εθνικής Αμύνης υπό τον αντιστράτηγο Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη με τρεις μεραρχίες, ενώ μετά την επίσημη έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, στάλθηκε στο μέτωπο η Ιη Μεραρχία. Ο στρατηγός Bordeaux αντιμετώπισε δύσκολες καταστάσεις ως προς την ανασυγκρότηση του ελληνικού στρατού[24]. Το έργο του δυσχέραιναν, αφενός οι ελλείψεις σε αξιωματικούς, οπλίτες, μεταφορικά μέσα και ιματισμό, και αφετέρου η ένταση του Εθνικού Διχασμού, ο οποίος ευρισκόμενος στο αποκορύφωμά του, μετακύλησε και στις τάξεις του στρατεύματος. Οι εκκαθαρίσεις στους κόλπους του τελευταίου καθώς και στον κρατικό μηχανισμό από την κυβέρνηση Βενιζέλου θεωρούνταν αναγκαίες για την απρόσκοπτη συμμετοχή της Ελλάδος στον πόλεμο, καθώς οι αντιβενιζελικές δυνάμεις φαίνεται πως είχαν κάποια επιρροή στο στράτευμα, όπως φαίνεται από την εκδήλωση μίας στάσης τμημάτων της ΙΙΙ Μεραρχίας κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους προς το μέτωπο[25].

Η επιμονή του στρατηγού Bordeaux και η στήριξη προς αυτόν από τον βασιλιά Αλέξανδρο και τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, κατέστησαν, τελικά, εφικτή την ανασυγκρότηση του ελληνικού στρατού[26]. Όμως, η Στρατιά Ανατολής ενισχύθηκε εντελώς απρόσμενα και από την πλευρά της Σερβίας. Επρόκειτο για  6 χιλιάδες στρατιώτες της σερβικής αποστολής στη Ρωσία, οι οποίοι μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, πέρασαν από ένα μακρύ ταξίδι και πολλές ταλαιπωρίες προτού φτάσουν στη Θεσσαλονίκη την άνοιξη του 1918[27]. Ο Guillaumat στο έργο της αναδιοργάνωσης της Στρατιάς της Ανατολής προχώρησε και σε δομικές μεταρρυθμίσεις, με πιο σημαντικές τη δημιουργία εφεδρειών πυροβολικού για όλο το μέτωπο και την αυτονόμηση της γαλλικής στρατιάς υπό τον Στρατηγό Henrys, πράξη η οποία αποσκοπούσε στη καλύτερη απόδοση και στην αποφυγή παρεξηγήσεων σε επίπεδο ηγεσίας[28].

Τον Απρίλιο προέκυψε ένα μείζον ζήτημα, όταν οι κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας ζήτησαν την απόσυρση 2 γαλλικών μεραρχιών και 12 βρετανικών ταγμάτων από το Μακεδονικό μέτωπο, προκειμένου να ενισχύσουν τις δυνάμεις τους στο Δυτικό. Την αρμοδιότητα να αποφασίζει την μεταφορά δυνάμεων από και προς το Μακεδονικό μέτωπο είχε μόνο το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο των Συμμάχων, το οποίο διευθέτησε το ζήτημα σχετικά γρήγορα, αποφασίζοντας την αντικατάσταση των αποσυρομένων μονάδων από ελληνικές δυνάμεις και αποικιακά στρατεύματα. Παράλληλα, ανακατάταξη στην σύνθεση των στρατευμάτων παρατηρήθηκε και στις Κεντρικές Δυνάμεις, όταν οι γερμανικές μονάδες που αποχωρούσαν για τη Γαλλία αντικαταστάθηκαν μερικώς από δύο βουλγαρικές μεραρχίες, προερχόμενες από το μέτωπο της Ρουμανίας. Παρά την άφιξη των δύο μεραρχιών, οι βουλγαρικές μονάδες δεν συγκρίνονταν σε καμία περίπτωση με τις αντίστοιχες γερμανικές σε ποιότητα αλλά και σε μέγεθος[29].

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος επιθεωρεί μονάδες του στρατού της Εθνικής Άμυνας.

Καθοριστικός παράγοντας για την ανάληψη επιθετικών ενεργειών στο Μακεδονικό μέτωπο ήταν οι επιτυχίες των Γερμανών στο Δυτικό. Η «εαρινή επίθεση του Ludendorff» ανάγκασε τη γαλλική κυβέρνηση να διατάξει τον στρατηγό Guillaumat να επιδιώξει την καθήλωση του συνόλου των εχθρικών δυνάμεων, που βρίσκονταν στη Μακεδονία[30]. Η παραπάνω καθήλωση θα πραγματοποιούνταν με επιθετικές ενέργειες και αντιπερισπασμούς κατά μήκος του συνόλου του μετώπου[31]. Τα στρατεύματα της Στρατιάς της Ανατολής όφειλαν «να εντείνωσι την δράσιν των προς παρενόχλησιν του εχθρού, δέσμευσιν της ελευθερίας ενεργείας του, έλεγχον της εν τω μετώπω διατάξεως αυτού και εξιχνίασιν των κινήσεών του. Τα αποτελέσματα ταύτα έδει να επιζητηθώσι διά τοπικών επιθετικών επιχειρήσεων επιμελώς προπαρασκευαζομένων, εναντίον αντικειμενικών σκοπών καταλλήλως εκλεγομένων, διά της συμμετοχής περιωρισμένων δυνάμεων πεζικού, υποστηριζομένων όμως διά συγκεντρώσεως όσον το δυνατόν πολυαριθμωτέρου πυροβολικού»[32].

Ο Guillaumat, ήδη από τις αρχές Μαρτίου, είχε σκιαγραφήσει ένα σχέδιο για επιθετικές επιχειρήσεις στους τομείς των ποταμών Αξιού και Στρυμόνα. Όμως, το εν λόγω σχέδιο απαιτούσε μεγάλη προετοιμασία και ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί πριν από το φθινόπωρο του 1918. Οι νέες διαταγές από τη Γαλλία μετέβαλαν τις προτεραιότητες του Guillaumat. Ο τελευταίος εξέδωσε διαταγές από τις 4 έως τις 11 Απριλίου προς τους διοικητές των τομέων του μετώπου για προπαρασκευή ισχυρών τοπικών επιθέσεων. Στις επιθέσεις αυτές, ο Guillaumat φρόντιζε να συμπεριλαμβάνονται και όσες ελληνικές μεραρχίες είχαν προωθηθεί στο μέτωπο, διότι θα ήταν καλή ευκαιρία να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους και να ανυψωθεί το ηθικό των στρατιωτών.

Σύμφωνα με τα νέα σχέδια, ελληνικά και βρετανικά σώματα υπό τον Βρετανό στρατηγό Briggs πραγματοποίησαν επιθετικές επιχειρήσεις στο μέτωπο του Κάτω Στρυμόνα από τις 15 έως τις 20 Απριλίου, οι οποίες επέφεραν θετικά αποτελέσματα[33]. Στον αλβανικό τομέα διεξήχθησαν επιχειρήσεις από γαλλικά και ιταλικά στρατεύματα, τα οποία κατέλαβαν σχετικά εύκολα περίπου 120 τετραγωνικά μίλια, δίχως, ωστόσο, τα αποτελέσματα να έχουν μεγάλη στρατηγική αξία εξαιτίας της ορεινής μορφολογίας του εδάφους[34]. Από τις μεγάλες τοπικές επιθέσεις που πραγματοποιήθηκαν εκείνη την άνοιξη, ξεχώρισε η επίθεση για την κατάληψη της τοποθεσίας του Σκρα ντι Λέγκεν, στην οποία συμμετείχαν κυρίως ελληνικές δυνάμεις του Σώματος Στρατού Εθνικής Αμύνης[35]. Το Σώμα Στρατού Εθνικής Αμύνης υπαγόταν στην Πρώτη Ομάδα Μεραρχιών, υπό τον στρατηγό Gérôme και περιελάμβανε τις μεραρχίες Αρχιπελάγους υπό τον υποστράτηγο Δημήτριο Ιωάννου, Κρήτης υπό τον υποστράτηγο Παναγιώτη Σπηλιάδη και Σερρών υπό τον υποστράτηγο Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη. Το Σώμα Στρατού Εθνικής Αμύνης αριθμούσε στα τέλη της άνοιξης του 1918 53.740 άνδρες [36].

Το Σκρα ντι Λέγκεν βρισκόταν νότια του χωριού Χούμα, στα δυτικά του Αξιού και αποτελούσε «απότομη και βραχώδη «εξέχουσα» του βουλγαρικού μετώπου και παρατηρητήριο μεγάλης αξίας»[37]. Η τοποθεσία ήταν οχυρωμένη ισχυρότατα, με πλήθος φυσικών και τεχνητών έργων, με λαβύρινθο χαρακωμάτων και ορυγμάτων επικοινωνίας καθώς και με πλήθος πυροβολείων καταταγμένων σε βαθμίδες, τα οποία μπορούσαν να βάλουν προς όλες τις πλευρές[38]. Υπήρχαν δύο γραμμές άμυνας και οι οχυρώσεις εκτείνονταν επί 3,2 χιλιόμετρα. Η πρόσβαση προς την τοποθεσία γινόταν αποκλειστικά από δύσβατους «ημιονικούς» δρόμους[39].

Η επίθεση εναντίον του Σκρα ντι Λέγκεν προετοιμάστηκε με ιδιαίτερη επιμέλεια. Σύμφωνα με το σχέδιο του Στρατηγού Gérôme, το βάρος της επίθεσης αναλάμβανε η μεραρχία Αρχιπελάγους, η οποία θα υποστηριζόταν από επιθέσεις στα ανατολικά από τη μεραρχία Κρήτης και την 122η γαλλική μεραρχία και στα δυτικά από τη μεραρχία Σερρών και τη σερβική μεραρχία Τιμόκ[40]. Αρχικά, θα καταλαμβανόταν το ύψωμα Σκρα ντι Λέγκεν και σε δεύτερο χρόνο η γραμμή των υψωμάτων Τουμουλούς – Σερφ Βολάν από τη μεραρχία Αρχιπελάγους. Παράλληλα, θα επιχειρούνταν αντιπερισπασμοί από τους Βρετανούς και τους Σέρβους στους τομείς που τους είχαν ανατεθεί, ενώ η συμμαχική αεροπορία θα βομβάρδιζε τα εχθρικά μετόπισθεν. Απέναντι από τις συμμαχικές δυνάμεις, βρίσκονταν παραταγμένα σε κοντινή απόσταση πέντε βουλγαρικά συντάγματα, ενώ αλλά τρία προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν ως εφεδρεία[41].

Αξιωματικοί της μεραρχίας Αρχιπελάγους απέναντι από το ύψωμα του Σκρα ντι Λέγκεν.

Κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου, συμμαχικά και ελληνικά πυροβόλα μεταφέρθηκαν από άλλα σημεία του μετώπου και τοποθετήθηκαν στην περιοχή γύρω από το Σκρα ντι Λέγκεν, απέναντι ακριβώς από τις γραμμές του αντιπάλου[42]. Οι Βούλγαροι παρατηρητές είχαν εντοπίσει την αύξηση της δραστηριότητας και την κινητικότητα, όμως δεν μπορούσαν να αποκρυπτογραφήσουν τις προθέσεις του Guillaumat, καθώς εκείνος προσπαθούσε με τις ενέργειές του να τους αφήσει να διερωτώνται συνεχώς προς τα πού θα κατευθυνόταν η κύρια επίθεση. Από τις 28 Μαΐου εκδηλώθηκε σειρά επιθέσεων για αντιπερισπασμό και ειδικά στον τομέα του Αξιού. Την επομένη, το συμμαχικό πυροβολικό έπληξε τους αντικειμενικούς στόχους της επικείμενης επίθεσης, ενώ κατά τη διάρκεια της νύχτας ο βομβαρδισμός συνεχίστηκε αραιότερος[43].

Στις 30 Μαΐου είχαν ολοκληρωθεί όλες οι απαραίτητες προετοιμασίες και το πεζικό ήταν έτοιμο για την επίθεση. Από τις 4.30 το πρωί, εντάθηκαν οι ρυθμοί των βομβαρδισμών και από τις 4.55 ξεκίνησε η βολή κινητού φραγμού για την προστασία της μεραρχίας Αρχιπελάγους, οι στρατιώτες της οποίας εξόρμησαν εναντίον του υψώματος Σκρα ντι Λέγκεν[44]. Οι δυσχέρειες της επίθεσης ήταν αρκετές, με κυριότερες την ισχυρά οχυρωμένη εχθρική τοποθεσία, το απόκρημνο έδαφος και την αρκετά μεγάλη απόσταση από τις εχθρικές γραμμές άμυνας. Η αντίδραση των αμυνόμενων ήταν άμεση, αλλά ανεπιτυχής. Η μεραρχία Αρχιπελάγους μέσα σε μιάμιση ώρα από τη στιγμή της έναρξη της επίθεσης κατάφερε να καταλάβει τα υψώματα Σκρα ντι Λέγκεν, Τουμουλούς και Σερφ Βολάν, δίνοντας σκληρές μάχες[45]. Την ίδια ώρα εξόρμησε η μεραρχία Κρήτης εναντίον των υψωμάτων στα ανατολικά του Σκρα ντι Λέγκεν και μέχρι το μεσημέρι κατελήφθησαν όλες οι προβλεπόμενες θέσεις. Η μεραρχία Σερρών ανταποκρίθηκε εξίσου καλά στα σχέδια και κατέλαβε τα υψώματα Λαγκαδιά–Σαγράδα–Μπλοκ Ροσέ, χωρίς να συναντήσει ιδιαίτερη αντίσταση. Επιπλέον, προσέφερε βοήθεια στην μεραρχία Αρχιπελάγους, όταν εκείνη αντιμετώπιζε δυσκολίες στην κατάληψη του υψώματος Τουμουλούς[46]. Συνολικά, τα κέρδη της επίθεσης ήταν η προώθηση του συμμαχικού μετώπου σε βάθος 2 χλμ. και σε πλάτος 13χλμ.. Οι βουλγαρικές αντεπιθέσεις, που διεξήχθησαν το απόγευμα και κατά τη διάρκεια της νύχτας, αντιμετωπίστηκαν με επιτυχία από τα συμμαχικά στρατεύματα.

Οι απώλειες της μάχης ήταν 2.204 τραυματίες, 164 αγνοούμενοι και 441 νεκροί, μεταξύ των οποίων και ο ταγματάρχης του πρώτου τάγματος του πέμπτου συντάγματος της μεραρχίας Αρχιπελάγους, Βασίλειος Παπαγιάννης. Το μεγαλύτερο φόρο αίματος πλήρωσε η Μεραρχία Αρχιπελάγους, η οποία, όπως αναφέρθηκε, είχε αναλάβει το κύριο μέρος της επίθεσης. Οι νεκροί για τους αντιπάλους υπολογίζονται σε περίπου πεντακόσιους άνδρες. Κυριεύτηκε σημαντικός αριθμός βουλγαρικού στρατιωτικού υλικού και πυρομαχικών, ενώ συνελήφθησαν και 2.063 αιχμάλωτοι. Μάλιστα, το 49ο βουλγαρικό σύνταγμα πεζικού, εξαντλημένο από την πείνα και τις κακουχίες του μετώπου, αιχμαλωτίστηκε από τις ελληνικές μεραρχίες μετά το πέρας της μάχης[47]. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, ο καιρός ήταν νεφελώδης και βροχερός, κάτι το οποίο ευνοούσε την επίθεση, διότι δεν επέτρεπε στα εχθρικά παρατηρητήρια να έχουν καλή ορατότητα, ενώ και οι επικοινωνίες ήταν αρκετά καλές[48].

Λυκούργος Κογεβίνας (1887 – 1940), Η Μάχη του Σκρα, 1918 Λάδι σε μουσαμά., Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα.

Η οργάνωση της τοποθεσίας άρχισε αμέσως μετά την κατάληψή της, με αμυντικά έργα και γραμμές επικοινωνίας, στα οποία εργάστηκαν όλες οι ελληνικές μονάδες, τμήματα του μηχανικού και ειδικά εκπαιδευμένα σώματα των γαλλικών δυνάμεων[49]. Η άμυνα των Συμμάχων οργανώθηκε σε δύο τοποθεσίες, με την πρώτη να ακολουθεί τη γραμμή Σερφ Βολάν–Τουμουλούς και την δεύτερη να περιλαμβάνει το Σκρα ντι Λέγκεν μαζί με την ήδη υπάρχουσα γραμμή άμυνας, προ της επίθεσης[50]. Στις 2 Ιουνίου, ο Guillaumat διέταξε την αντικατάσταση των μονάδων που συμμετείχαν στην επιχείρηση και την ανάπαυσή τους. Το συμμαχικό πυροβολικό, που είχε διατεθεί για την επίθεση επανήλθε στους τομείς του μετώπου, από όπου είχε αποσπαστεί. Ακόμη, ο ανώτατος διοικητής του θεάτρου της Θεσσαλονίκης τόνισε στις διαταγές του την ανάγκη συνεχούς παρενόχλησης του εχθρού για τη διατήρηση του υψηλού ηθικού των στρατιωτών μετά την μάχη.

Η επιτυχία των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στη μάχη του Σκρα, εκθειάστηκε από τους Συμμάχους και την ελληνική κοινή γνώμη. Επρόκειτο για μία καθαρά ελληνική νίκη, χάρη στην οποία αναγνωρίστηκε η συμβολή του ελληνικού στρατού και ενισχύθηκε η εμπιστοσύνη για την μελλοντική του δράση[51]. Ο ίδιος ο στρατηγός Guillaumat σε διαταγή του μίλησε με εγκωμιαστικά λόγια για την επιτυχία, χαρακτηρίζοντας τον ελληνικό στρατό «ανδρείο» και με «υπέροχη ορμητικότητα»[52]. Η νίκη προκάλεσε αισθήματα ενθουσιασμού σε ολόκληρη τη χώρα, παραπέμποντας στις «ένδοξες» στιγμές των Βαλκανικών Πολέμων[53]. Παράλληλα, επιταχύνθηκαν οι ρυθμοί της επιστράτευσης των υπό συγκρότηση ελληνικών μεραρχιών [54]. Η μάχη είχε τέτοιο θετικό αντίκτυπο στους κόλπους της Στρατιάς της Ανατολής, ώστε προκάλεσε στους Σέρβους τη θέληση να πετύχουν και εκείνοι μια νίκη, όπως οι Έλληνες[55]. Ο τύπος της εποχής περιέγραφε αναλυτικά τα συμβάντα της μάχης, περιλαμβάνοντας μαρτυρίες των στρατιωτών αλλά και αιχμαλώτων[56]. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι και ο αντιβενιζελικός τύπος περιγράφει με θερμά λόγια την επιτυχία των ελληνικών δυνάμεων, ονομάζοντας την «ωραία ελληνική νίκη»[57]. Αφηγήσεις των συμμετεχόντων καταλάμβαναν χώρο, δίπλα από τα νέα για το Δυτικό μέτωπο, ενώ και τα ανδραγαθήματα των Ελλήνων στρατιωτών στο Σκρα ήταν από τα κύρια θέματα συζήτησης στη δημόσια ζωή της χώρας, αντικαθιστώντας εκείνα του Verdun και του Somme[58].

Η μάχη του Σκρα αποτέλεσε το προοίμιο της νίκης των Συμμάχων στο Μακεδονικό μέτωπο το φθινόπωρο του 1918. Στο πεδίο της μάχης φάνηκε το χαμηλό ηθικό και η αδυναμία των βουλγαρικών δυνάμεων να διατηρήσουν τις θέσεις τους, γεγονός που εξηγεί και το ότι δεν επιχείρησαν μεγάλη αντεπίθεση μετά το πέρας της τελευταίας[59]. Στην αδυναμία αντίδρασης του βουλγαρικού στρατού είναι βέβαιο πως  συνέβαλε και η απομάκρυνση της πλειονότητας των γερμανικών δυνάμεων από το Μακεδονικό μέτωπο. Οι εφεδρείες που οι Βούλγαροι παρέταξαν ήταν κατώτερης ποιότητας, ενώ πολλοί στρατιώτες τράπηκαν σε φυγή μετά την μάχη[60]. Ο πόλεμος, ωστόσο, δεν κρίθηκε από τη μάχη του Σκρα ούτε από την κατάρρευση του βουλγαρικού μετώπου, το φθινόπωρο του 1918. Η μάχη του Σκρα αποτέλεσε μία τοπική επιτυχία, σε ένα μέτωπο με δευτερεύοντα ρόλο. Μία ολική ρήξη του Δυτικού μετώπου θα ανέτρεπε οποιαδήποτε επιτυχία της Στρατιάς της Ανατολής στο Μακεδονικό μέτωπο. Δεν αποτελεί τροχοπέδη, όμως, στο να θεωρείται ως μία από τις ενδοξότερες επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού και γενικότερα της Στρατιάς της Ανατολής στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Οι επιχειρήσεις, οι οποίες διεξήχθησαν επί της διοίκησης του στρατηγού Guillaumat, θεωρούνται επιτυχημένες και ως προς τον αρχικό τους στόχο, καθώς αρκετά στρατεύματα των Κεντρικών Δυνάμεων καθηλώθηκαν στη Μακεδονία. Το καλοκαίρι του 1918 οι Δυνάμεις της Αντάντ    σταθεροποιούσαν την κατάσταση στο Δυτικό μέτωπο και άρχισαν να σχεδιάζουν την αντεπίθεση τους.

 

Το μνημείο των πεσόντων στην είσοδο του χωριού του Σκρα.

 

Το Σκρα συνετέλεσε στην αποβολή μετριοπαθούς τακτικής για τις επιχειρήσεις στο Μακεδονικό μέτωπο από τον στρατηγό Guillaumat. Στις αρχές Ιουνίου άρχισε να προετοιμάζει με το επιτελείο του ευρύτερης κλίμακας επιθέσεις. Οι ικανότητες του Guillaumat θεωρήθηκε από την ηγεσία των Συμμάχων ότι χαραμίζονταν στο δευτερεύον επιχειρησιακό θέατρο της Θεσσαλονίκης. Κυβερνητικές διαταγές από το Παρίσι ανακάλεσαν τον Guillaumat στο Δυτικό μέτωπο, προκειμένου να αναλάβει την κομβική θέση του στρατιωτικού διοικητή της γαλλικής πρωτεύουσας[61]. Στις 9 Ιουνίου, όταν ο Guillaumat αναχώρησε από τη Θεσσαλονίκη, το σχέδιο του δεν είχε διατυπωθεί ακόμη επίσημα, όμως έμελλε να το διεκπεραιώσει ο διάδοχος του, στρατηγός Louis Franchet d’Espèrey, τρεις μήνες αργότερα.

  

  Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΚΡΑ 17 Μαΐου 1918

Η μάχη του Σκρα! Η νίκη που εξέπληξε τις συμμαχικές δυνάμεις… [17 Μαΐου from Τράπεζα Ἰδεῶν on Vimeo.

 

 

O Αθανάσιος Συροπλάκης είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Νεώτερης και Σύγχρονης Ιστορίας των Χωρών της Χερσονήσου του Αίμου και Τουρκολογίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ

 

Υποσημειώσεις

 


[1]
Κωστόπουλος, Φώτης, Συμπολεμιστές στο Μακεδονικό Μέτωπο (1916 – 1918). Οι επιτυχίες του ελληνικού στρατού και τα πολιτικά παρασκήνια της εποχής, Αθήνα: Εταιρεία Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας, 2002, 28–30.
O Αθανάσιος Συροπλάκης είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Νεώτερης και Σύγχρονης Ιστορίας των Χωρών της Χερσονήσου του Αίμου και Τουρκολογίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ

[2] Gardikas-Katsiadakis, Helen, «Greek Diplomatic Planning, 1917-1918» στον συλλογικό τόμο «The Salonica Theatre of Operations and the Outcome of the Great War, Thessaloniki , 16- 18 April 2002. Proceedings of the International Conference organized by the Institute for Balkan Studies and the National Research Foundation Eleftherios Venizelos», Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 2005, 113· Strachan, Hew, Α‘ Παγκόσμιος Πόλεμος (μτφρ. Νικόλαος Λαζαρίδης), Αθήνα: Γκοβόστη, 2013, 332.

[3] Σφέτας, Σπυρίδων, «Τα Βαλκάνια στη δίνη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου» στο Ελλήνων Ιστορικά, 100 χρόνια από τον Β’ Βαλκανικό: Ο πόλεμος των 30 ημερών που διπλασίασε την Ελλάδα (Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος, 2013), 124.

[4] Strachan, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, 335–336· Σφέτας, Σπυρίδων, «Τα Βαλκάνια στη δίνη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου», 125· Ferro, Marc, Ο πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος 1914-1918 (μτφρ. Τζίνα Κατσιλιέρη), Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1997, 169.

[5] Γενικό Επιτελείο Στρατού (στο εξής: ΓΕΣ), Η συμμετοχή της Ελλάδος στον πόλεμο 1918, τόμος Β’, Αθήνα: Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, 1961, 1· Dowling, Timothy C., «Eastern Front» στο International Encyclopedia of the First World War (20 Νοεμβρίου 2015), http://encyclopedia.1914-1918-online.net/article/eastern_front, 16.

[6] Strachan, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, 335.

[7] Dowling, «Eastern Front», 16. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι η επιτήρηση των Γερμανών στην Ανατολική Ευρώπη κόστισε στη Γερμανία πολύτιμες δυνάμεις, οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στη μεγάλη «εαρινή επίθεση του Ludendorff», το 1918.

[8] Afflerbach, Holger, «Greece and the Balkan Area in German Strategy, 1914-1918» στον συλλογικό τόμο «The Salonica Theatre of Operations and the Outcome of the Great War, Thessaloniki, 16- 18 April 2002. Proceedings of the International Conference organized by the Institute for Balkan Studies and the National Research Foundation Eleftherios Venizelos», Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 2005, 63. Οι αμερικανικές δυνάμεις αποτέλεσαν σημαντική προσθήκη σε αυτές της Αντάντ, καθώς ο αριθμός τους κατά τους τελευταίους 6 μήνες του πολέμου ανήλθε στο 1,5 εκατομμύριο στρατιώτες.

[9] Afflerbach, «Greece and the Balkan», 63.

[10] Strachan, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, 358, 360. Οι ταραχές αυτές στο εσωτερικό της Αυστρο-Ουγγαρίας αποτυπώνονται και στον ελληνικό Τύπο. Συγκεκριμένα, η εφημερίδα «Νέα Ελλάς» αναφέρει στο φύλλο της 30ης Μαΐου 1918 (νέο ημερολόγιο) ότι στην συνάντηση του με Σλοβένους αντιπροσώπους, ο Αψβούργος Αυτοκράτορας Κάρολος Α’ δήλωσε ότι θα καταπολεμήσει με οποιονδήποτε τρόπο τα κινήματα που απειλούν την εσωτερική συνοχή του κράτους.

[11]  Sfetas, Spyridon, «From Expectation to Disappointment: Bulgaria’s Capitulation in Salonica» στον συλλογικό τόμο «The Salonica Theatre of Operations and the Outcome of the Great War, Thessaloniki, 16- 18 April 2002. Proceedings of the International Conference organized by the Institute for Balkan Studies and the National Research Foundation Eleftherios Venizelos», Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 2005, 357.

[12] Hall, Richard C., Balkan Breakthrough: The Battle of Dobro Pole 1918, Indiana: Indiana University Studio Press, 2010, 101.

[13] Gardikas-Katsiadakis, «Greek Diplomatic Planning», 113. Τους ίδιους φόβους με την Ελλάδα για την προοπτική μίας προσέγγισης της Βρετανίας με την Βουλγαρία είχε και η Σερβία. Χασιώτης, Λουκιανός, Διπλωματικά διλήμματα μιας πενταετίας: οι ελληνοσερβικές σχέσεις (1913–1918), Διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1998, 260.

[14] Strachan, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, 368. Το γερμανικό επιτελείο, προκειμένου να ανυψώσει το ηθικό των στρατιωτών, εφάρμοσε σκληρή λογοκρισία στην αλληλογραφία, ώστε να μην μεταφέρονται αντιπολεμικά και δυσάρεστα μηνύματα στο μέτωπο, τα οποία θα εμπόδιζαν την απρόσκοπτη συγκέντρωση στη νέα επίθεση.

[15] Strachan, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, 370.

[16] Η μέθοδος των επιχειρήσεων-αντιπερισπασμών ήταν συνήθης τακτική του πολέμου και από τις δύο αντίπαλες συμμαχίες.

[17] Palmer, Alan, Το Μακεδονικόν Μέτωπον και ο Ελληνικός Διχασμός (μτφρ. Νικόλαος Παπαρρόδης), Αθήνα: Συμπληρωματικές εκδόσεις Διευθύνσεως Εκδόσεων Αρχηγείου Στρατού, 1977, 293-294.

[18] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 294, 301.

[19] Το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο είχε δημιουργηθεί από τους συμμάχους της Αντάντ το φθινόπωρο του 1917.

[20] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 2–3.

[21] Κωστόπουλος, Συμπολεμιστές στο Μακεδονικό Μέτωπο, 36.

[22] Δεσποτόπουλος, Αλέξανδρος, «Η ελληνική συμμετοχή στον πόλεμο», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΕ’, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1978, 68. Η αξιοπιστία των Ρώσων στρατιωτών επλήγη μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, καθώς πολλοί από αυτούς διέδιδαν στους υπόλοιπους στρατιώτες επαναστατικά μηνύματα. Χασιώτης, Διπλωματικά διλήμματα, 261.

[23] Gardikas-Katsiadakis, «Greek Diplomatic Planning», 112-113.

[24] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 49-57.

[25] Εφημ. Νέα Ελλάς, 12. 2. 1918. Έτσι εξηγείται και η σκληρή στάση έναντι οποιασδήποτε ανοιχτής πρόκλησης κατά του βενιζελικού καθεστώτος. Εφημ. Νέα Ελλάς, 14. 2. 1918. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα αντιβενιζελικά αισθήματα εμφανίζονταν με αντιπολεμικά συνθήματα, καθώς η αντιβενιζελική αντιπολίτευση επέμενε στην ουδετερότητα της χώρας.

[26] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 301–302.

[27] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 304–307. Σύμφωνα με την εφημερίδα Σκριπ στο φύλλο της 9ης Μαρτίου 1918, νέοι γιουγκοσλάβοι προσέρχονταν συνεχώς για να επιστρατευθούν στον σερβικό στρατό ως εθελοντές.

[28] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 297–298.

[29] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 18–19.

[30] Χασιώτης, Διπλωματικά διλήμματα, 261–262.

[31] Δεσποτόπουλος, «Η ελληνική συμμετοχή στον πόλεμο», 68–69. Οι Γερμανοί, για την ισχυροποίηση των επιθέσεών τους στο Δυτικό μέτωπο, απέσυραν τόσες δυνάμεις από το Μακεδονικό, ώστε αριθμούσαν μόνο 33 χιλιάδες στρατιώτες, το καλοκαίρι του 1918. Afflerbach, «Greece and the Balkan», 62.

[32] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 15.

[33] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 23–25.

[34] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 309.

[35] Η ονομασία Σκρα ντι Λέγκεν προέρχεται από την τοπική βλαχική διάλεκτο (Σίρκα ντι Λέγκεν), ενώ οι Βούλγαροι ονόμαζαν την τοποθεσία Γκολέμα Γιαραμπίτσα. Κωστόπουλος, Συμπολεμιστές στο Μακεδονικό Μέτωπο, 25. Σήμερα, η τοποθεσία του Σκρα ντι Λέγκεν και το χωριό Σκρα βρίσκονται στα βόρεια του νομού Κιλκίς, 18,5 χλμ. από την Ειδομένη.

[36] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 5.

[37] Δεσποτόπουλος, «Η ελληνική συμμετοχή στον πόλεμο», 69.

[38] Οι αμυντικές θέσεις των Βουλγάρων ενισχύθηκαν περαιτέρω τον Δεκέμβριο του 1917, με επιπλέον καταφύγια και συρματοπλέγματα, κάτι το οποίο έκανε το Σκρα ντι Λέγκεν σχεδόν απροσπέλαστο. ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 28.

[39] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 310 και Spahidis, Prodromos, «The Greek Army in World War I» στον συλλογικό τόμο «The Salonica Theatre of Operations and the Outcome of the Great War, Thessaloniki, 16- 18 April 2002. Proceedings of the International Conference organized by the Institute for Balkan Studies and the National Research Foundation Eleftherios Venizelos» (Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 2005), 155.

[40] Spahidis, «The Greek Army in World War I», 156.

[41] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 28.

[42] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 311.

[43] Σφέτας, «Τα Βαλκάνια στη δίνη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου», 134.

[44] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 36.

[45] Spahidis, «The Greek Army in World War I», 160.

[46] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 43.

[47] Sfetas, «From Expectation to Disappointment», 358.

[48] Για αναλυτική περιγραφή της μάχης του Σκρα: ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 36–45.

[49] Κωστόπουλος, Συμπολεμιστές στο Μακεδονικό Μέτωπο, 60.

[50] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 46.

[51] Spahidis, «The Greek Army in World War I», 161.

[52] ΓΕΣ, Η συμμετοχή της Ελλάδος, 44–45.

[53] Hall, Balkan Breakthrough, 114.

[54] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 312.

[55] Ε.Λ.Ι.Α., αρχείο Γ. Στρέιτ, φάκελος 14.7, «Μακεδονικό Μέτωπο 1916–1919», 2. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους, για τους οποίους οι Σέρβοι ζήτησαν να έχουν την «τιμή» της διάσπασης του βουλγαρικού μετώπου το φθινόπωρο του 1918.

[56] Εφημ. Νέα Ελλάς, 3. 6. 1918 και Νέα Αλήθεια, 31. 5. 1918, Νέα Αλήθεια, 4. 6. 1918.

[57] Εφημ. Εμπρός, 1. 6. 1918.

[58] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 313.

[59] Sfetas, «From Expectation to Disappointment», 358. Ο βουλγαρικός στρατός αντιμετώπιζε ελλείψεις σε τροφή και ιματισμό, ανεπαρκή ανεφοδιασμό, ενώ η αντιπολεμική προπαγάνδα δυσχέραιναν ακόμη περισσότερο την κατάσταση στο βουλγαρικό στρατόπεδο.

[60] Hall, Balkan Breakthrough, 115. Το ηθικό των Βουλγάρων στρατιωτών έπεσε ακόμη περισσότερο μετά την αποτυχία των Γερμανών στις μάχες του Marne και της Amiens το καλοκαίρι του 1918.

[61] Palmer, Το Μακεδονικόν Μέτωπον, 316.

Ιακωβος Δ. Μιχαηλίδης: Παρουσίαση του βιβλίου Τα Παιδία του Οδυσσέα 

Ιακωβος Δ. Μιχαηλίδης

Παρουσίαση του βιβλίου Τα Παιδία του Οδυσσέα 

Οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ σας προσκαλούν στην παρουσίαση του νέου βιβλίου

του Ιάκωβου Δ. Μιχαηλίδη
ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ
Έλληνες πρόσφυγες στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική (1941-1946)

τηv Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018,
στις 6 μ.μ., στη 15η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης (εγκαταστάσεις HELEXPO, Αίθουσα «Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης», περίπτερο 15).

 

 

Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο Ηλίας Νικολακόπουλος, Ομότιμος Καθηγητής, η Άρτεμη Ξανθοπούλου-Κυριακού, Ομότιμη Καθηγήτρια, ο Νίκος Ζάικος, Αναπληρωτής Καθηγητής
στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, και ο Στράτος Ν. Δορδανάς, Επίκουρος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Συντονίζει ο δημοσιογράφος Σταύρος Τζήμας.
Θα ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό.

 

 

Διεθνές συνέδριο για τα 100 χρόνια από τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου

Διεθνές συνέδριο για τα 100 χρόνια

από τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου

Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης  διοργανώνει διεθνές συνέδριο για τα 100 χρόνια από τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το οποίο θα πραγματοποιηθεί στη Θεσσαλονίκη, στο διάστημα Πέμπτη 10 έως Σάββατο 12 Μαΐου 2018, στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών, δίπλα στην πανεπιστημιούπολη.

Στην οργανωτική επιτροπή του συνεδρίου εκπροσωπούνται πλέον του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, το King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, το Imperial War Museum και η Βρετανική Σχολή Αθηνών, ενώ η εκδήλωση συνολικά τελεί υπό την αιγίδα της Βρετανικής Πρεσβείας των Αθηνών. Ανάμεσα στους σαράντα ομιλητές του συνεδρίου βρίσκονται μερικοί από τους επιφανέστερους ιστορικούς της περιόδου. Θα υπάρχει ταυτόχρονη μετάφραση και live streaming.

Η φιλοδοξία μας είναι να προσφέρουμε στο ευρύτερο κοινό της πόλης, ιδιαίτερα στους φοιτητές του ΑΠΘ, ένα συνέδριο υψηλού επιστημονικού κύρους, που θα προάγει τη γνώση και θα ενισχύσει τη μνήμη γεγονότων σημαντικών για την ιστορία της Θεσσαλονίκης, της Μακεδονίας, της Ελλάδας και όλων των ευρωπαϊκών κρατών που ενεπλάκησαν. Η εστίαση θα είναι στις «άλλες όψεις» του Μεγάλου Πολέμου, δηλαδή στην πολιτική, οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική διάσταση, την καθημερινότητα, τα μετόπισθεν, τη ματιά των στρατιωτών και των πολιτών, χωρίς όμως να αμελήσουμε τις πολεμικές επιχειρήσεις ή την υψηλή διπλωματία.

Φυσικά θα δοθούν φάκελοι και βεβαιώσεις στους φοιτητές που θα παρακολουθήσουν με συνέπεια τις συνεδρίες. Ενθαρρύνονται όσοι και όσες επιθυμούν να το παρακολουθήσουν να δηλώσουν εκ των προτέρων συμμετοχή, μέσω του site

http://www.hist.auth.gr/el/mfc18/main, όπου και το αναλυτικό πρόγραμμα.

Τα μέλη της Οργανωτικής Επιτροπής

Sir Michael Llewellyn-Smith,
Πρώην Πρεσβευτής της Βρετανίας στην Αθήνα, Επισκέπτης Καθηγητής, King’s College London 
Αντιπρόεδρος, The British School at Athens
 
Βασίλης Κ. Γούναρης, Καθηγητής Ιστορίας Νεοτέρων Χρόνων,
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
 
Ιωάννης Δ. Στεφανίδης, Καθηγητής της Διπλωματικής Ιστορίας
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
 
Roderick Beaton, FBA,
Koraes Professor of Modern Greek & Byzantine History, Language & Literature;
Διευθυντής, Centre of Hellenic Studies, King’s College, London 
Μέλος Δ.Σ., The British School at Athens
 
Alan Wakefield, Επικεφαλής του Τμήματος
Ιστορίας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του πρώιμου 20ού αιώνα
Imperial War Museum
 
Βλάσης Βλασίδης, Επικ. Καθηγητής Πολιτικής Επικοινωνίας και ΜΜΕ,
Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
Πληροφορίες συνεδρίου/ημερίδας

Ημερομηνίες διεξαγωγής: 

Πέμπτη, 10 Μάιος, 2018 (All day) έως Κυριακή, 13 Μάιος, 2018 (All day)

Χώρος: 

Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών ΑΠΘ

Ο εξωπραγματικός πολεμικός σχεδιασμός των ετών 1939-1940. Ειδικό Αφιέρωμα του περιοδικού “GUERRES MONDIALES ET CONFLITS CONTEMPORAINS” που μόλις κυκλοφόρησε με επιμέλεια Γιάννη Μουρέλου

Ο εξωπραγματικός πολεμικός σχεδιασμός των ετών 1939-1940. Αφιέρωμα του περιοδικού “GUERRES MONDIALES ET CONFLITS CONTEMPORAINS” που μόλις κυκλοφόρησε με επιμέλεια Γιάννη Μουρέλου

Drôle de guerre”, “Phony War”, “Sitzkrieg”, τρεις διαφορετικοί όροι που αποδίδουν το ίδιο νόημα. Την εννιάμηνη επιχειρησιακή απραξία στο δυτικό μέτωπο, στο χρονικό διάστημα από την ολοκλήρωση της γερμανικής εκστρατείας στην Πολωνία έως την έναρξη της, γερμανικής πάντοτε, εισβολής στο Βέλγιο, τις Κάτω Χώρες, το Λουξεμβούργο και τη Γαλλία (τέλη Σεπτεμβρίου 1939 – αρχές Μαίου 1940). Αν όμως η αδράνεια υπήρξε το κύριο διακριτικό γνώρισμα κατά μήκος της γαλλογερμανικής μεθορίου, την ίδια εποχή ο πόλεμος μαίνεται στη θάλασσα και στην περιφέρεια (νότιος Ατλαντικός, Σκανδιναβία). Οι κυριότερες εκφάνσεις του φαινομένου είναι η ναυμαχία του Ρίβερ Πλέϊτ στα ανοικτά των ακτών της Ουρουγουάης, ο ρωσοφινλανδικός πόλεμος (γνωστός με την προσωνυμία “χειμερινός”) σε μια εποχή όπου η ΕΣΣΔ είχε συνταχθεί με τις χώρες του Άξονα, τέλος, η γερμανική εισβολή στη Δανία και στη Νορβηγία. Άνετα θρονιασμένα σε αυτή την κατάσταση απραξίας στο κυρίως μέτωπο, τα διάφορα επιτελεία αναλώνονται σε απανωτές ασκήσεις επί χάρτου, σχεδιάζοντας φανταστικές επιχειρήσεις στην περιφέρεια, ικανές να καταφέρουν το αποφασιστικό πλήγμα στον αντίπαλο και τερματίζοντας έτσι νικηφόρα τον πόλεμο προτού καλά-καλά αυτός προλάβει να ξεκινήσει. Πρόκειται για σχέδια εξωπραγματικά, τα οποία ουδέποτε μπόρεσαν να υλοποιηθούν, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων και παρά ταύτα δίχως επιτυχία. Αποκαλύπτουν, όμως, την ψυχολογία και τον τρόπο σκέψης και λειτουργίας εκείνων που τα εκπονούν, εξηγώντας, τρόπον τινα, και την μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων. Στην ανάλυση και αξιολόγηση των παραπάνω σχεδίων είναι αφιερωμένο το τεύχος του περιοδικού Guerres mondiales et Conflits contemporains (πρώην Revue dHistoire de la Deuxième Guerre mondiale) των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων της Γαλλίας (Presses Universitaires de France), που μόλις κυκλοφόρησε με επιμέλεια του Καθηγητή Σύγχρονης Ιστορίας του ΑΠΘ και μέλους της επιστημονικής επιτροπής του περιοδικού, Γιάννη Μουρέλου. Συμμετέχουν με κείμενο η Ομότιμη Καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου 3 του Παρισιού Sorbonne-Nouvelle,  Élisabeth du Réau, συγγραφέας μιας υποδειγματικής βιογραφίας του τότε πρωθυπουργού της Γαλλίας Édouard Daladier, με ένα άρθρο, πραγματικό ψυχογράφημα των κυριοτέρων εκπροσώπων της γαλλικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Η συμβολή του Louis Clerc, Καθηγητή Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Turku της Φινλανδίας και συγγραφέα, πρόσφατα, μιας εξαντλητικής μελέτης σχετικά με τον ρωσοφινλανδικό πόλεμο, αναφέρεται στον γαλλικό σχεδιασμό παρέμβασης στο πλευρό της Φινλανδίας (επιχείρηση Petsamo), o οποίος ουδέποτε υλοποιήθηκε, καθώς και στην, πραγματική τη φορά αυτή αλλά ετεροχρονισμένη συμμαχική επιχείρηση στη Νορβηγία τον Απρίλιο του 1940, με αποκορύφωμα το επεισόδιο του Narvik. Ο Sylvain Champonnois, δρ. Ιστορίας και αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, αναλύει το γαλλοβρετανικό σχέδιο αεροπορικών βομβαρδισμών σε βάρος των σοβιετικών πετρελαϊκών εγκαταστάσεων του Καυκάσου, το οποίο παρέμεινε στα χαρτιά λόγω έλλειψης διαθέσιμων μέσων. Το ίδιο ισχύει και για την προοπτική αναβίωσης του Μακεδονικού μετώπου της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη, που πραγματεύεται το κείμενο του Γιάννη Μουρέλου. Κλείνοντας, πρέπει να επισημανθεί, πως από το ειδικό αυτό αφιέρωμα απουσιάζει ο γερμανικός αντίλογος. Σχέδια, εξίσου εξωπραγματικά, εκπονήθηκαν και από την πλευρά εκείνη (επιχείρηση Felix κατά του Γιβραλτάρ δια μέσου της ισπανικής ενδοχώρας, σκέψεις για καταφορά πλήγματος σε βάρος των γαλλικών κτήσεων της βορείου Αφρικής). Ακόμα και τα σχέδια Weserübung (κατάληψη της Δανίας και της Νορβηγίας) και Fall Gelb (επίθεση κατά της Γαλλίας) διακατέχονται από σημαντικό βαθμό προχειρότητας και αυτοσχεδιασμού. Υπερτερούν, ωστόσο, των υπολοίπων στο βαθμό που δέησαν να γνωρίσουν το φως της ημέρας με τη συνδρομή, είναι αλήθεια, της τύχης, η οποία σε παρόμοιες περιπτώσεις, ευνοεί τους τολμηρούς.

https://www.cairn.info/revue-guerres-mondiales-et-conflits-contemporains-2018-1.htm

Ευάγγελος Παλάσκας: Οι μεταρρυθμίσεις του Κλεομένους Γ’ στην Σπάρτη

Ευάγγελος Παλάσκας 

Οι μεταρρυθμίσεις του Κλεομένους Γ’ στην Σπάρτη

 

Αντικείμενο πραγμάτευσης του παρόντος άρθρου αποτελούν οι μεταρρυθμίσεις του Κλεομένους Γ’ στην Σπάρτη. Ένας τίτλος μπορεί να φανεί εξαιρετικά γενικός και να προκαλέσει διάφορους προβληματισμούς, όπως για παράδειγμα πότε, πού και για ποιους λόγους έλαβαν χώρα τα υπό πραγμάτευση γεγονότα. Ως ιστορικοί πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι πως η αποκάλυψη της αλήθειας δεν είναι πάντα δυνατή. Με το άρθρο αυτό γίνεται η απόπειρα να φωτιστούν αρκετές πτυχές του θέματος, οι οποίες προβληματίζουν έναν ειδικό ερευνητή.

Η βασική απόπειρα αφορά στην ανάδειξή του χαρακτήρα των μεταρρυθμίσεων· προκειμένου όμως αυτές να γίνουν πιο κατανοητές, εξίσου σημαντικό είναι να περιγραφούν οι συνθήκες ανάδειξης του νεαρού βασιλιά Κλεομένους, οι καταβολές του και οι ενέργειές του σε στιγμές εξαιρετικά κρίσιμες για την Σπάρτη. Δευτερευόντως, είναι δύσκολο προς κατανόηση το κίνητρο βάσει του οποίου ο Κλεομένης έκανε πράξη μια σειρά μεταρρυθμίσεων που χαρακτηρίστηκαν ως «κοινωνική επανάσταση». Τέλος θα εξετασθούν οι παράμετροι που επηρέασαν την κρίση του νεαρού βασιλιά: ο δάσκαλος του, Σφαίρος, ο Άγις Δ’, η σύζυγός του, και οι γενικότερες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες.

Ο Κλεομένης της Σπάρτης.

Όπως είναι γνωστό, μέχρι και την Ελληνιστική εποχή  το μοντέλο διακυβέρνησης της Σπάρτης, με κάποιες κατά καιρούς διαφοροποιήσεις, ήταν αυτό της δυαδικής βασιλείας. Οι δύο βασιλείς κατάγονταν απ’ τους οίκους των Αγιάδων και των Ευρυπωντιδών και η διαδοχή τους ήταν κληρονομική. Κύρια αρμοδιότητά τους ήταν η ανάληψης της ισόβιας αρχιστρατηγίας. Συνεκτικά σημαίνοντα  ρόλο στο πολίτευμα της Σπάρτης διαδραμάτιζαν: η Γερουσία που κατέθετε αποφάσεις στην συνέλευση των πολιτών (Απέλλα) και λειτουργούσε ως δικαστήριο αλλά και οι έφοροι. Οι τελευταίοι ήδη από τα τέλη του 6ου αιώνα κάνουν αισθητή την παρουσία τους και αποτελούν τον ισχυρότερο πόλο  άσκησης της εξουσίας στην Σπάρτη.

Ο Κλεομένης ήταν ένας από τους βασιλείς της Σπάρτης, ευδιάκριτος για τις ικανότητές του εξ αρχής. Τα γεγονότα της δολοφονίας του Άγιδος Δ’, κληρονόμου της δυναστείας των Ευρυπωντιδών, και της αυτοεξορίας του αδερφού του Αρχίδαμου στην Μεσσήνη θ’ αφήσουν ως μόνο βασιλέα της Σπάρτης τον πατέρα του Κλεομένη, Λεωνίδα. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ο Άγις Δ’ προσπάθησε να εφαρμόσει ένα κοινωνικοπολιτικό πρόγραμμα παρόμοιο με αυτό που θα δούμε παρακάτω από τον Κλεομένη Γ’· οι πολιτικοί του αντίπαλοι όμως κρίθηκαν αποτελεσματικότεροι. Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη ενός μόνο βασιλέα αποδυνάμωσε εξαιρετικά το αξίωμα και μέχρι το τέλος της βασιλείας του (235 π.Χ.) ανάγκασε τον Λεωνίδα να κυβερνά -κατόπιν συμβιβασμού- με τους εφόρους.

 Κατά την διακυβέρνηση του, ο Λεωνίδας προέβη σε μία κίνηση που εξασφάλισε στον οίκο του εξαιρετική δύναμη και πλούτο. Πάντρεψε, παρανόμως, τον ανήλικο γιο του Κλεομένη Γ’ με την χήρα του Άγιδος Δ’ και κόρη του πλούσιου Γύλιππου, την Αγιάτιδα. Με τον τρόπο αυτό, ο μοναδικός κληρονόμος και γιος του Άγιδος, Ευδαμίδας, θα ήταν πλέον κληρονόμος τόσο του οίκου  των Αγιάδων από την πλευρά του Κλεομένους  όσο και των Ευρυπωντιδών, εφόσον ο Αρχίδαμος βρίσκονταν εξόριστος στην Μεσσήνη. Η μεταβολή αυτή άλλαξε άρδην την μορφή της διαδοχής και της ύπαρξης δύο βασιλέων στην Σπάρτη. Η διττή βασιλεία ήταν πλέον παρελθόν. Άλλωστε, η ίδια η Σπάρτη ήταν αρκετά πίσω από την εποχή της. Ο θεσμός της πόλης-κράτους είχε αποδυναμωθεί και την θέση των άλλοτε ισχυρών πόλεων είχαν πάρει αφενός οι νέες αυτοκρατορίες (κοσμοπολίτικες και μη) και αφετέρου οι συνομοσπονδίες πόλεων, οι Συμπολιτείες. Η ανάγκη για μια εκ βάθρων μεταβολή στη Σπάρτη ήταν περισσότερο από ποτέ εμφανής.

Έτσι το 235 π.Χ., όταν ο Κλεομένης ανέλαβε την διαδοχή του Λεωνίδα στον θρόνο, «ήταν ο τελευταίος νόμιμος βασιλιάς σύμφωνα με τους κανόνες της κληρονομικής διαδοχής του οίκου των Αγιάδων».[1] Επιπρόσθετα, η αναρρίχησή του στον θρόνο συμπίπτει με γεγονότα που εκτυλίσσονται στην Πελοπόννησο την περίοδο αυτή, τα οποία δεν επέτρεπαν την ύπαρξη ενός λιγότερου δυναμικού προσώπου από αυτό του Κλεομένους Γ’, εφόσον η πόλη της Σπάρτης επιθυμούσε να διατηρήσει κραταιά την θέση της υπό την απειλή της Αχαϊκής Συμπολιτείας.

«Κλεομένειος» πόλεμος.

Την ισχυρή δυναμική που παρουσίαζε η Αχαϊκή Συμπολιτεία κατά τον τρίτο αιώνα στην περιοχή της Πελοποννήσου εξέφραζε ο ηγέτης της, Άρατος από την Σικυώνα. Όσο και αν η κοινωνική επανάσταση του Κλεομένους εκφράστηκε με τις μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της Σπάρτης, η ευκαιρία για την ανατροπή των πολιτικών σταθερών απλόχερα του «χαρίστηκε» από το εξωτερικό.

Τα πρώτα πέντε χρόνια της βασιλείας του Κλεομένους δεν παρατηρήθηκε κάποια ιδιαίτερη δράση εκ μέρους του. Αρχικά, ο νεαρός βασιλιάς δεν μπορούσε να αντιτεθεί στους ισχυρούς εφόρους.[2] Το γεγονός αυτό επιτάθηκε από τη χηρεία του δεύτερου βασιλικού θρόνου. Μία ακόμη ενδιαφέρουσα εικασία θέλει τον νεαρό Κλεομένη Γ’ να προσπαθεί να εξασφαλίσει ως σύμμαχο στην υλοποίηση του σχεδίου του τον «εραστή» του, τον άνθρωπο δηλαδή που είχε αναλάβει την εκπαίδευσή του, τον Ξενάρη. Οι ιδέες που τον είχαν επηρεάσει τόσο από τον δάσκαλό του Σφαίρο όσο και από την χήρα του Άγιδος Δ’ δεν κατάφεραν να πείσουν τον Ξενάρη, ο οποίος αποστασιοποιήθηκε από τον Κλεομένη. Αναπόφευκτα ο νεαρός βασιλιάς δεν κατάφερε να δημιουργήσει έναν κύκλο συμμάχων ή συνεργών ώστε να πετύχει το σχέδιο της πολιτικής ανατροπής που επιθυμούσε.[3]

Αυτό που πραγματικά έδωσε στον Κλεομένη το έναυσμα για την αποφασιστική του πορεία ήταν η κινητικότητα της Αχαϊκής Συμπολιτείας και η ανατροπή ισορροπιών στην Πελοπόννησο. Το 229, όχι απαραίτητα δια πρωτοβουλίας του Κλεομένους, η Σπάρτη κατακτά, κατόπιν και της ανοχής των Αιτωλών, τις αρκαδικές πόλεις της Μαντίνειας, της Τεγέας, του Ορχομενού και των Καφυών. Στις αρχές τους αμέσως επόμενου χρόνου (228 π.Χ.), οι έφοροι εξουσιοδότησαν τον Κλεομένη να κατακτήσει το οχυρό του Αθήναιου κοντά στα σύνορα της Αρκαδίας και στην Βελβίνα, φρούριο ιδιαίτερα σημαντικό για τον έλεγχο της κοιλάδας του Ευρώτα. Ο Άρατος αντεπιτέθηκε την νύχτα στις πόλεις της Τεγέας και του Ορχομενού, μάταια όμως.[4] Η νίκη αυτή εξασφάλισε την αύξηση του κύρους που προσθέτει μια μεγαλειώδης στρατιωτική επιτυχία και λειτούργησε ως καθοριστικό μέσο επιβολής του Κλεομένους στον στρατό. Ο βασιλιάς ήταν πλέον αρχιστράτηγος και στην πράξη. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι, έως την κατάκτηση του Αθήναιου από τον Κλεομένη, οι εχθροπραξίες μεταξύ των δύο πλευρών «ήταν περιορισμένες, πιθανότατα επειδή και η Αχαΐα και η Σπάρτη δεν ήθελαν να διακινδυνεύσουν την υποστήριξη από την πλευρά του Πτολεμαίου Γ’».[5] Προκύπτει επομένως ένα ζήτημα ως προς το ποια ήταν η σχέση του απομακρυσμένου βασιλείου της Αιγύπτου με τις δύο αυτές πόλεις, το οποίο μετέπειτα θα μας απασχολήσει.

To 228 ο Κλεομένειος πόλεμος, όρος που υιοθετήθηκε από το στρατόπεδο των Αχαιών, ήταν πλέον γεγονός. Ο βασιλιάς της Σπάρτης συνέχισε τις εχθροπραξίες στην περιοχή της Αρκαδίας, αντιμετώπισε όμως ιδιαίτερες δυσκολίες εξαιτίας της επιφυλακτικής στάσης που διατηρούσε το συμβούλιο των εφόρων. Ίσως και να είχαν αντιληφθεί έως ένα σημείο τις προθέσεις του Κλεομένους, ίσως κατά κάποιο τρόπο να το είχαν πληροφορηθεί. Μετά την κατάκτηση των Καφυών, οι έφοροι ανακάλεσαν τον Κλεομένη. Η τρέχουσα κατάσταση όμως για άλλη μια φορά θα ευνοήσει τον νεαρό βασιλιά. Οι κινήσεις του Αράτου αναγκάζουν τους εφόρους να στείλουν τον ίδιο τον Κλεομένη στην Αρκαδία, εκεί θα κατακτήσει το Μιθύδριο που είχε προσχωρήσει στην Αχαϊκή συμπολιτεία. Στο μεταξύ, στρατηγός της Συμπολιτείας αυτή την φορά εκλέχθηκε ο Αριστόμαχος, πρώην τύραννος του Άργους και από τους παλαιότερους εχθρούς της Σπάρτης, ο οποίος εκστράτευσε εναντίον του Κλεομένους.

Χάρτης από «Macedonia and the Greek Leagues» του F.W. Walbank που απεικονίζει τις προαναφερθείσες περιοχές-πόλεις στην Πελοπόννησο.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, οι Αχαιοί με αρχηγό τον Αριστόμαχο πλέον, κινήθηκαν εναντίον του Κλεομένους με τον υπεράριθμο στρατό των 20.000 πεζικού και 1.000 ιππικού. Στον αντίποδα, ο Κλεομένης είχε στην κατοχή του μόνο 5.000 άνδρες, δηλαδή μόλις το ένα τέταρτο σχεδόν του έμψυχου δυναμικού των Αχαιών. Παρά την υπεροχή τους, ο Άρατος πείθει τον Αριστόμαχο να μην επιτεθεί, ίσως γιατί πίστευε πως μια πιθανή σύγκρουση με την Σπάρτη θα απογύμνωνε τη Συμπολιτεία από την επιδότηση που προερχόταν από το βασίλειο της Αιγύπτου ή γιατί απλούστερα ο ίδιος διακαώς επιθυμούσε να επανέλθει στο προσκήνιο.

Η συνέχεια γίνεται όλο και πιο ελκυστική για τον Κλεομένη. Η άτυπη αυτή νίκη αποδείχθηκε ιδιαίτερα σημαντική για το ηθικό του σπαρτιατικού στρατού. Οι Αχαιοί χλευάστηκαν συλλήβδην για την υποχώρησή τους παρά την αριθμητική τους υπεροχή. Για μια ακόμη φορά ο Άρατος επανεκλέχθηκε στρατηγός το 227. Παράλληλα, ο Κλεομένης προσπάθησε να ενισχύσει τον θεσμό της βασιλείας και κάλεσε πίσω τον εξόριστο βασιλιά του οίκου των Ευρυπωντιδών. Ωστόσο, ο Αρχίδαμος δολοφονήθηκε σχεδόν αμέσως. Ο Πολύβιος έσπευσε να χαρακτηρίσει ένοχο τον Κλεομένη, γιατί, σύμφωνα με αυτόν, ήθελε να εξουδετερώσει κάθε ανταπαιτητή του θρόνου.[6] Κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά αμφιλεγόμενο, ιδίως εάν λάβουμε υπόψη την αρνητικά μεροληπτική άποψη του Πολυβίου  για τον Κλεομένη. Η αντίθετη άποψη μάλλον είναι πιο ρεαλιστική: «Ο Κλεομένης κατηγορήθηκε αμέσως από τους Σπαρτιάτες είτε για την οργάνωση είτε για την συνομολόγηση στην δολοφονία του Αρχίδαμου. Η ντροπή που μπορεί να ένιωσε  αλλά και η αποδυνάμωση του βασιλικού θεσμού ήταν η κινητήρια δύναμη της πολιτειακής ανατροπής».[7]

Τα γεγονότα όμως υπηρετούσαν μια ακατάπαυστη ροή: ο Κλεομένης, όντας ικανός, πείθει τους εφόρους να αποχωρήσει και να συνεχίσει να ασκεί το καθήκον της αρχιστρατηγίας. Μια σκιά συνομωσίας πλανάται από πάνω του, εντούτοις η λύση γι’ αυτόν προήλθε και πάλι από το εξωτερικό ύστερα από την επιτυχία της κατάκτησης του οχυρού των Λεύκτρων. Το οχυρό των Λεύκτρων βρισκόταν σε απόσταση δέκα περίπου χιλιομέτρων από την Μεγαλόπολη και έμμεσα ελέγχονταν από τις δυνάμεις της Αχαϊκής Συμπολιτείας.[8] Εδώ θα χρειαστεί να γίνει μια μικρή διευκρίνιση. Το πεδίο δράσης του Κλεομένους ήταν τα Λεύκτρα Μεγαλουπόλεως και όχι τα Λεύκτρα Βοιωτίας όπου έλαβε μέρος η κομβική μάχη του 371π.Χ μεταξύ Θηβαίων και Σπαρτιατών.

Αναντίρρητα όσο έκδηλος και αν ήταν ο εσωτερικός αναβρασμός της Σπάρτης, ο Κλεομένης είχε αποδείξει ότι στις δύσκολες στιγμές στρέφονταν πάντα προς το εξωτερικό. Το κύριο προσόν του και αυτό που του εξασφάλιζε κύρος ήταν η δεινότητά του ως αρχιστράτηγος. Έστω και χωρίς τον ουσιαστικό έλεγχο του εσωτερικού της Σπάρτης, ο νεαρός βασιλιάς κατάφερε να αποκτήσει φήμη και συμμάχους έξωθεν της Σπάρτης. Στην ερμητική σπαρτιατική κοινωνία, με τις  εκατό οικογένειες των πολιτών που είχαν απομείνει να είναι πολιτικά ανώριμες, το μόνο σώμα που μπορούσε να τον βοηθήσει στα σχέδια του ήταν ο στρατός. Η εξουσία του βασιλιά ήταν αυστηρά περιορισμένη, όμως η αέναη εμμονή της Αχαϊκής Συμπολιτείας για την επικράτησή της στην Πελοπόννησο έδωσε τα μέσα στον Κλεομένη να επιβληθεί

Η επανάσταση.

Δεν μπορούμε να καθορίσουμε με ασφάλεια το χρονικό στίγμα που αποφάσισε να επιβληθεί στους εφόρους και γενικά σ’ ολόκληρη την Σπάρτη. Ενδεχομένως, να ήταν η στιγμή που ο μοναδικός διάδοχος του θρόνου των Ευρυπωντιδών δολοφονήθηκε. Από την άλλη, η ικανότητά του στο πεδίο της μάχης είχε πλέον αποδειχτεί περίτρανα στο παρελθόν. Σίγουρα ο Κλεομένης θεωρούνταν υπολογίσιμος και ικανός από τους αντιπάλους του τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Γεγονός είναι ότι οι έφοροι δεν μπόρεσαν παρά να εξουσιοδοτήσουν την τρίτη εκστρατεία του το 227 π.Χ. Ο Πλούταρχος στους βίους του Άγιδος και του Κλεομένους αναφέρει ότι ο Κλεομένης έπεισε τους εφόρους να εγκρίνουν την τελευταία εκστρατεία του χρηματίζοντάς τους. Εδώ λοιπόν προκύπτει το εξής ερώτημα, ποια ήτανε η προέλευση της οικονομικής αρωγής που λάμβανε;

Ο Κλεομένης ήταν ιδιαίτερα ικανός, ευφυής και δρούσε μεθοδευμένα. Χωρίς καμία ιδιαίτερη δυσκολία έπεισε την μητέρα του Κρατισίκλεια, η οποία γνώριζε τα σχέδια του, να παντρευτεί έναν ισχυρό άντρα της Σπάρτης, τον Μεγιστάνα. Συνάμα η χήρα του Άγιδος Δ’ και σύζυγος του Κλεομένους, Αγιάτιδα, ως κόρη του εύπορου Γύλιππου διέθετε αρκετά μεγάλη περιουσία. Επομένως, οι οικονομικοί πόροι και η επιρροή που διέθετε ο Κλεομένης τόσο για τον (πιθανό) χρηματισμό των εφόρων όσο και για τις εκστρατείες και για το δυναμικό που συγκέντρωνε προέρχονταν άμεσα από την Αγιάτιδα, την Κρατισίκλεια και τον πατριό του, Μεγιστάνα. Μετά την τρίτη εκστρατεία του και αφού κατέλαβε την πόλη Ηραία που ήταν υπό την κατοχή των Αχαιών, κινήθηκε κυκλικά ώστε να εισαγάγει τρόφιμα στον Ορχομενό και  παρέμεινε κοντά στην Μαντίνεια. Έχοντας τα στρατεύματα του στην Αρκαδία, άφησε όλους τους στρατιώτες πίσω για να πραγματοποιήσουν ασκήσεις και πήρε μαζί του μια μικρή ομάδα μισθοφόρων, με την βοήθεια των οποίων εκτέλεσε ένα είδος πραξικοπήματος.[9] Πεπεισμένος ότι η μοναρχία που ονειρευόταν μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο με την βία και όχι με την πειθώ, επέλεξε αυτήν την ομάδα των ψυχρών μισθοφόρων για την εκτέλεση του σχεδίου του.[10] Οι μισθοφόροι του Κλεομένους προέρχονταν είτε γενικά από πόλεις της Πελοποννήσου είτε από πρώην φιλοαχαϊκές πόλεις που τάχθηκαν με την Σπάρτη καθώς ο Κλεομένης καταργούσε τα ολιγαρχικά καθεστώτα που τις καταπίεζαν.[11] Πιθανό ακόμη είναι και να επιθυμούσαν την εφαρμογή της διαγραφής των χρεών στις πόλεις τους.

Στην ομάδα που πήρε μαζί του καθοριστική θέση είχαν και οι μόθακες, νόθοι γιοι Σπαρτιατών, είλωτες από την πλευρά της μητέρας τους, οι οποίοι προσδοκούσαν στην ευόδωση της επανάστασης για να αποκτήσουν πολιτικά δικαιώματα τα οποία ως τότε δεν είχαν. Έχοντας αφήσει τον  Μεγιστάνα στην Σπάρτη έστειλε μία ομάδα πέντε επίλεκτων στρατιωτών-εκτελεστών, έναν για κάθε έφορο. Δολοφονήθηκαν οι τέσσερις από τους εφόρους και δέκα υποστηρικτές τους. Ο Αγύλαιος, ένας εκ των πέντε εφόρων, διέφυγε τραυματισμένος. Έπειτα, ο Κλεομένης εξόρισε ογδόντα αντιπάλους του και προχώρησε στην εφαρμογή του προγράμματός του. Από το στόχαστρο του Κλεομένους δεν ξέφυγε και η Γερουσία: «Έλεγε δε ότι η Γερουσία είχε ενωθεί με τους βασιλείς από τον καιρό του Λυκούργου και ότι μετέπειτα η πόλη είχε διοικηθεί με τον αυτόν τον τρόπο και για μεγάλο χρονικό διάστημα, δίχως να έχει ανάγκη από άλλους αξιωματούχους».[12] Με τον τρόπο αυτό, προσπάθησε να δείξει πως είναι πιστός στο παράδειγμα του Λυκούργου, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η Γερουσία ήταν η πεμπτουσία της νομοθεσίας του. Ως απόρροια της σύνδεσης του με τον Λυκούργο δεν θα μπορούσε να εξαφανίσει και την Γερουσία, ο βασιλιάς της Σπάρτης όμως ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει σε ριζικές αλλαγές.

Οι μεταρρυθμίσεις.

Το πρόγραμμα αναμόρφωσης της Σπάρτης δέχθηκε  επιρροές από πληθώρα προσώπων. Σαφέστατα ο Κλεομένης επηρεάστηκε από την αποτυχημένη προσπάθεια του Άγιδος να το εφαρμόσει και παραδειγματίστηκε από την κατάληξή του. Γνωρίζουμε ακόμη πως επηρεάστηκε από τον δάσκαλό του, τον στωικό φιλόσοφο Σφαίρο από την Βορυσθένη της Μαύρης Θάλασσας. Το σίγουρο είναι πως ο βασιλέας της Σπάρτης προώθησε τις μεταρρυθμίσεις του στηριζόμενος σε ένα γνωστό πρόσωπο που ήταν αποδεκτό από το σύνολο των Σπαρτιατών, τον Λυκούργο. Η βαρύτητα που προσέφερε το πρόσωπο του Λυκούργου στις σκληρές αλλαγές που επέβαλε ο Κλεομένης ήταν ο σημαντικότερος παράγων νομιμοποίησής τους. Ανάμεσα στις μεταρρυθμίσεις που προέβη ήταν η αναδιανομή της γης. Διαίρεσε την γη σε 4.000 κλήρους, εκ των οποίων 2.500 διατέθηκαν στους  πολίτες της Σπάρτης με πλήρη πολιτικά δικαιώματα, 1.400 στους περίοικους και στους ξένους -πιθανώς για να αποκαταστήσει τους μισθοφόρους ως ανταμοιβή που τον βοήθησαν να καρπωθεί την εξουσία- ενώ κράτησε και κάποιους κλήρους για όσους είχαν εξορισθεί. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να σημαίνει είτε πως επρόκειτο να επιστρέψουν είτε πως αποτέλεσαν μέρος της προπαγάνδας του Κλεομένους. Τα χρέη διαγράφηκαν και το σώμα των πολιτών αυξήθηκε σε 5.000 περίπου, μαζί με τους περίοικους και τους μέτοικους. Στα οπισθοδρομικά μέτρα του Κλεομένους –που συνάδουν όμως με την «εκμετάλλευση» του Λυκούργου- συγκαταλέγεται: η επαναφορά της σπαρτιατικής αγωγής, η τήρηση της αυστηρής σπαρτιατικής δίαιτας και η παράδοση της σοδειάς από τους είλωτες στο ακέραιο.[13]

Το πεδίο στο οποίο ο Κλεομένης υπήρξε ιδιαίτερα καινοτόμος ήταν εκείνο του στρατού. Συγκεκριμένα εισήχθη για πρώτη φορά από τον Σπαρτιάτη βασιλιά η υιοθέτηση της μακεδονικής φάλαγγας και του βασικού πολεμικού εξοπλισμού της. Οι Σπαρτιάτες μαθαίνουν να χρησιμοποιούν την σάρισσα, το μακρύ δόρυ που χρησιμοποιούσαν οι Μακεδόνες, και να κουβαλούν την ασπίδα τους με τη χρήση ζώνης.[14] Στο πρωτεύον πρόβλημα της ολιγανθρωπίας απάντησε με την αύξηση του στρατιωτικού σώματος μέσω της ενσωμάτωσης των κορυφαίων περίοικων.

Σε πολιτειακή βάση, στην θέση των εφόρων εγκατέστησε τον πατρονόμο, ένα νέο ετήσιο αξίωμα με σκοπό την προστασία των νόμων. Για να διατηρεί την σχεδόν απόλυτη εξουσία που είχε εξασφαλίσει έπρεπε, σεβόμενος το δόγμα του Λυκούργου να διατηρήσει την Γερουσία, προχώρησε όμως στην υποβάθμιση των εξουσιών της. Αυτός ήταν και ο υποβόσκων ρόλος του αξιώματος του πατρονόμου. Πολύ πιθανόν ο Κλεομένης να αφαίρεσε το τεράστιο κύρος της Γερουσίας μετατρέποντάς την σε ετήσια από αιώνια. Τέλος, έχοντας την πλήρη εξουσία, όρισε συμβασιλέα τον αδερφό του Ευκλείδη.[15] Αποτέλεσμα ήταν να υποτιμηθεί ο γενικότερος θεσμικός ρόλος της Γερουσίας και να παραμερισθεί, αφήνοντας στον Κλεομένη τα περιθώρια να δρα στην κατεύθυνση που επιθυμούσε.

Μολαταύτα ο ακρογωνιαίος λίθος στην επιτυχία της ανατροπής ήταν ο τρόπος που διαχειρίστηκε τους πολιτικούς του αντιπάλους. Χωρίς δισταγμό, εξόρισε ή εξολόθρευσε κάθε λογής απειλή. Η Σπάρτη απέκτησε για λίγο και πάλι τον «λακωνικό» της χαρακτήρα. Ο Κλεομένης, αφού έλαβε όλα αυτά τα μέτρα που τον κατέστησαν ένα πραγματικά ισχυρό ηγεμόνα στο εσωτερικό, συνέχισε την δυναμική εξωστρεφή πολιτική της Σπάρτης.

Ο εξωτερικός παράγων.

Ο συνδυασμός του προσωποπαγούς πολιτεύματος και της αναδιοργάνωσης του στρατού λειτούργησε αρκετά θετικά στην αρχή για την Σπάρτη. Την νίκη της στο πεδίο του Εκατόμβαιου το 226 π.Χ. ακολούθησε η διπλωματική επιτυχία που επικύρωσε την συμμαχία της με το Άργος το 225 π.Χ. Έως το 224, το κοινωνικοπολιτικό μόρφωμα του δυναμικού ηγεμόνα είχε φέρει στο στρατόπεδο της Σπάρτης όχι μόνο το Άργος αλλά και το μεγαλύτερο τμήμα της Αρκαδίας.[16] 

Όπως ήτανε φυσικό, ο Άρατος ανησύχησε και αποφάσισε πως έπρεπε να κινηθεί δραστικά. Η στρατιωτική επικράτηση του Κλεομένους στην Πελοπόννησο θα μπορούσε πολύ εύκολα να μετατραπεί σε ένα καθεστώς ηγεμονίας σε ολόκληρη την χερσόνησο. Μέσα σε μεγάλη σύγχυση, ο Άρατος εγκατέλειψε την αντιμακεδονική του πολιτική και εναπόθεσε τις ελπίδες του στους Μακεδόνες, πράξη που έστρεψε το βασίλειο της πτολεμαϊκής Αιγύπτου προς την Σπάρτη. Ο Πτολεμαίος Γ’ δεν ήταν διατεθειμένος να στηρίξει οποιαδήποτε δύναμη συμμαχούσε με την Μακεδονία. Συνεπώς γίνεται εύκολα αντιληπτό πόσο λογική ήτανε η υποστήριξη του Κλεομένους Γ’ από τον ίδιο. Εμφανώς η Σπάρτη υστερούσε πάντα σε χρήματα και σε έμψυχο δυναμικό. Ποια μορφή λοιπόν είχε η υποστήριξη που παρείχε ο Πτολεμαίος; Αρχικά, ήταν χρηματική. Ο Κλεομένης χρηματοδοτήθηκε είτε με μπρούτζινα Αιγυπτιακά νομίσματα είτε με άργυρο που του επέτρεψε να κόψει το ασημένιο τετράδραχμο που χρησιμοποίησε και ο Άγις Δ’.

Η πρώτη κοπή νομισμάτων του Κλεομένους. Ο Κλεομένης εμφανίζεται κατά το πρότυπο των ελληνιστικών ηγεμόνων(Φοράει διάδημα και είναι αγένειος).Στο πίσω μέρος η μορφή της Αρτέμιδος Ορθίας.

Ένα τμήμα των χρημάτων κατανεμήθηκε για την αναστήλωση του ναού της Αρτέμιδος Ορθίας και για την ανακαίνιση του «Μεγάλου Ιερού» που ήταν αφιερωμένο στον Λυκούργο. Το μεγαλύτερο όμως μέρος των χρημάτων διατέθηκε για την προετοιμασία του στρατεύματος των πολιτών και  των μισθοφόρων εν όψει της μεγάλης μάχης εναντίον της αντισπαρτιατικής συμμαχίας.

Η κάθοδος του Δώσωνος στην Πελοπόννησο δεν αποτέλεσε έναν κεραυνό εν αιθρία για όσους έχουν γνώση των πληροφοριών που μας προσφέρει ο Πολύβιος επί του θέματος. Η σύμπραξη Άρατου και Αντιγόνου ήταν μάλλον παρασκηνιακή. Ο Πολύβιος υποστηρίζει ανοικτά πως σε περίπτωση νίκης του Αντιγόνου Γ’ και εγκαθίδρυσης «de facto» μακεδονικής επικυριαρχίας στην Πελοπόννησο, η κοινή γνώμη θα  θεωρούσε αποκλειστικό υπεύθυνο τον Άρατο. Για τον λόγο αυτό ο ίδιος εμπιστεύθηκε το σχέδιο του στους δύο στενούς Μεγαλοπολίτες φίλους του, τον Νικοφάνη και τον Κερκίδα. Οι δύο συνεργάτες γρήγορα έπεισαν τους κατοίκους της Μεγαλόπολης για την αποστολή πρεσβείας στον Μακεδόνα βασιλιά. Ταυτόχρονα ανέλαβαν και την πρεσβεία ακολουθώντας μεθοδικά τις υποδείξεις που τους έκανε ο Άρατος. Στην γραπτή του απάντηση ο Αντίγονος υποσχέθηκε ότι κατόπιν και της επιθυμίας των Αχαιών θα παρείχε την αναμενόμενη βοήθεια στην Μεγαλόπολη.[17]

 Η συνεργασία των δύο ανδρών εγκαινιάστηκε με την παράδοση του Ακροκορίνθου, που λίγα χρόνια πριν είχε στερήσει από το Μακεδονικό βασίλειο ο στρατηγός των Αχαιών. Σύμφωνα με τον Πολύβιο ο Άρατος προφασίστηκε την στροφή των Κορινθίων προς τον Κλεομένη Γ’ για την εκδίωξη των Αχαιών από την πόλη. Τότε και μόνον απέκτησε την αφορμή που μανιωδώς αναζητούσε ώστε να παραδώσει τον βράχο του Ακροκορίνθου στους Μακεδόνες. Αβίαστα κανείς συμπεραίνει ότι ο Αντίγονος απέκτησε ένα πανίσχυρο ορμητήριο στην Πελοπόννησο. Η αντίδραση του Κλεομένους ήταν να στρατοπεδεύσει στον Ισθμό. Στο άκουσμα της είδησης πως θα παρουσιαστεί και στην Θεσσαλία ο Αντίγονος κινήθηκε εναντίον του. Οι Αιτωλοί όμως, διόλου ευκαταφρόνητη δύναμη, απαγόρευσαν την διέλευση του Αντιγόνου  με τον στρατό του από τις Θερμοπύλες, απειλώντας τον ανοιχτά με πόλεμο. Μην έχοντας άλλη επιλογή ο Αντίγονος κατέφθασε στον Ισθμό μέσω της Εύβοιας. Η άμυνα του Κλεομένους έμοιαζε αδιάτρητη εντούτοις το πρώτο ρήγμα της  κατέστη μοιραίο για την κατάρρευση της Σπάρτης.[18]

Με την εξέγερση του Αριστοτέλους στο Άργος υποβοηθούμενη από τους Αχαιούς ο Κλεομένης Γ’ γυρίζει πίσω. Βλέποντας την έκβαση της μάχης υποχωρεί στην Σπάρτη μέσω της Μαντίνειας. Ο Αντίγονος αιφνιδίως άδραξε την ευκαιρία, εισέβαλλε στην Πελοπόννησο και κατέλυσε ένα προς ένα τα φρούρια του Κλεομένους. Το 224π.Χ στην συνέλευση της Αχαϊκής Συμπολιτείας στο Αίγιο  ο Αντίγονος Δώσων εκλέχθηκε ηγεμών-στρατηγός της «Συμμαχίας». Την ίδια στιγμή ανέπτυξε και τα σχέδιά του για την «Ελληνική Συμμαχία» που θα αποτελούνταν από συμπολιτείες και «κράτη» ως ανάχωμα προς την Σπάρτη και μελλοντικά προς την Αιτωλική συμπολιτεία. Η συμμαχία αποτελούνταν από Αχαιούς, Μακεδόνες, Θεσσαλούς, Ηπειρώτες, Ακαρνάνες, Βοιωτούς και Φωκείς.[19] Στην πράξη όμως ο Αντίγονος αποφασιστικά καθιέρωσε την μακεδονική ηγεμονία και ανέλαβε επίσημα επικεφαλής του αγώνα κατά του Κλεομένους. Η προσπάθεια του Άρατου να ποδηγετήσει εν καιρώ τον Δώσονα έπεσε στον κενό…

Ασημένιο τετράδραχμο του βασιλέως Αντιγόνου Γ’ (229-220π.Χ). Στην εμπρόσθια πλευρά απεικονίζεται ο γενειοφόρος Ποσειδών με κυματοειδείς βόστρυχους. Στο πίσω μέρος εμφανίζεται ο Απόλλων γυμνός τοποθετημένος στη πλώρη ενός πλοίου με το δεξί του χέρι να κρατά ένα τόξο. Στην πλώρη αναγράφεται «ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΑΝΤΙΓΟΝΟΥ» και πιο κάτω υπάρχει ένα μονόγραμμα.[20] Πηγή: American Numismatic Society.
Η κάτοψη του ναού της Αρτέμιδος Ορθίας στην Σπάρτη και των κερκίδων που προστέθηκαν κατά την ρωμαϊκή εποχή.

 

Αναπαράσταση του ναού κατά την περίοδο της αναστήλωσής του. Οι εικόνες είναι από την ανασκαφή 1906 – 1910 της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής των Αθηνών.

 Σε αντίθεση με τον Άρατο, ο Μακεδόνας βασιλέας Αντίγονος Γ’ ήταν ιδιαίτερα ικανός στρατηγός. Οι δυσκολίες που επρόκειτο να αντιμετωπίσει η Σπάρτη ήταν αρκετά σημαντικές και οι συνθήκες μη ευνοϊκές. Οι οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετώπιζε ο Κλεομένης, κυρίως λόγω και της απόσυρσης της οικονομικής αρωγής του Πτολεμαίου λίγο πριν την μάχη εναντίον των Μακεδόνων επιτείνονταν από την ολιγανθρωπία. Ήταν λοιπόν η σειρά του να κάνει μία κίνηση απελπισίας. Όταν ο Αντίγονος Γ’ περιόρισε τον Κλεομένη στην Λακωνία, αυτός ελευθέρωσε τους Είλωτες που μπορούσαν να πληρώσουν το ποσό των πέντε μνων. Με τον τρόπο αυτό συγκέντρωσε 500 τάλαντα και εξόπλισε 3.000 στρατιώτες στον αγώνα του εναντίον της Μακεδονίας.[21] Ωστόσο, στη μάχη που διεξήχθη το 222π.Χ στην Σελλασία, ο στρατός της Σπάρτης ηττήθηκε ολοσχερώς και ο Κλεομένης κατέφυγε στην Αίγυπτο. Τρία χρόνια αργότερα, άφησε την τελευταία του πνοή υποκινώντας εξέγερση εναντίον του Πτολεμαίου Δ’.

Εν κατακλείδι η μάχη στην Σελλασία αποτέλεσε μια διαφοροποίηση της σύγκρουσης της Μακεδονίας και της  τεχνικά ανεξάρτητης ακόμη Σπάρτης. Πρόκειται για την σύγκρουση της μακεδονικής αντίληψης για την επικυριαρχία στους νότιους Έλληνες απέναντι στην κοινωνική επανάσταση και σε αυτά που αντιπροσώπευε η επανάσταση του Κλεομένη. Σε μία σύγκρουση εποχών και ιδεών που νικητής αναπόφευκτα θα ήταν η Μακεδονία.

Χάρτης της περιοχής της Πελοποννήσου από «Atlas of the Greek and Roman world in antiquity» του N.G.L Hammond. Το μαύρο στίγμα αντιστοιχεί στην Σπάρτη και η κυκλωμένη κόκκινη περιοχή στην περιοχή της Σελλασίας όπου δόθηκε η μάχη Κλεομένους-Αντιγόνου το 222 π.Χ .

 

Ο Ευάγγελος Παλάσκας είναι απόφοιτος του Τμήματος
Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-M.M. Αustin, The Hellenistic World from Alexander to the Roman Conquest, Cambridge 1981.

-P.J. Rhodes, Οι ελληνικές πόλεις-κράτη. Μία συλλογή πηγών, (μτφ.-επιμέλεια: Ι.Κ. Ξυδόπουλος), Αθήνα 2010.

-F.W. Walbank, «Macedonia and the Greek Leagues», in Cambridge Ancient History vol. VII.1, Cambridge 1984.

-P. Cartledge-A. Spawforth, Hellenistic and Roman Sparta, 1992.

-F.W Walbank, Ο Ελληνιστικός κόσμος, εκδόσεις Βάνιας, α’ ανατύπωση, (μετάφραση: Τ. Δαρβέρης επιμέλεια: Λ. Μανωλόπουλος – Π. Νίγδελης), Θεσσαλονίκη 1999.

-Otto Morkholm, EARLY HELLENISTIC COINAGE from the accession of Alexander to the peace of Apamea (336-186 B.C), Cambridge University Press, 1991. 

-Περικλής Ροδάκης, Κλεομένης Γ΄ της Σπάρτης η μεγάλη κοινωνική επανάσταση, εκδόσεις Καστανιώτη, Γ’ έκδοση, 1994.

-Πηγή: Πλούταρχος, «Άγις και Κλεομένης».

Barrington atlas of the Greek and Roman world, έκδοση Princeton, N.J. Princeton University Press, 2000.

Atlas of the Greek and Roman world in antiquity, έκδοση: Park Ridge, N.J.  Noyes Press, 1981

-Πολυβίου, «Ιστοριών Β’», εκδόσεις: Στιγμή, (μετάφραση: Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος), Αθήνα 1995.

-ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Κ. ΓΥΙΟΚΑ, «Αντίγονος Δώσων, επίτροπος του Φιλίππου Ε’ και βασιλεύς της Μακεδονίας», Θεσσαλονίκη 1986.

Παραπομπές 

[1]

Cartledge – Spawforth 1998, 49.

[2]

                Walbank 1984, 456. 

[3]

                Ροδάκης 1994, 187-88.

[4]

                Walbank 1984, 456.

[5]

                Walbank 1984, 457.

[6]

                P.CARTLEDGE-A.SPAWFORTH, 1992, σ. 50-51.

[7]

                F.W.WALBANK, 1984, σ. 457.

[8]

                F.W.WALBANK, 1984, σ. 457-458.

[9]

                P.CARTLEDGE-A.SPAWFORTH, 1992, σ. 50.

[10]

                P.CARTLEDGE-A.SPAWFORTH, 1992, σ. 51.

[11]

                F.W Walbank, 1984, σ. 471.

[12]

                RJ RHODES, 2010, σ. 123 κείμενο 30.

[13]

                F.W.WALBANK, 1984, σ. 458.

[14]

                MM Austin, 1981, σ.111 κείμενο 56.

[15]

                P.CARTLEDGE-A.SPAWFORTH, 1992, σ. 52.

[16]

                P.CARTLEDGE-A.SPAWFORTH, 1992, σ. 54.

[17]

                Πολυβίου, Ιστοριών Β’, 1995, σ.100-105.

[18]

                Πολύβιου, Ιστοριών,1995, σ.108-111.

[19]

                F.W.WALBANK, 1984, σ.468-469.

[20]

                ΓΥΙΟΚΑΣ, 1986, σ.383-387.

[21]

                F.W.WALBANK,1999, σ. 244

Θεοδόσης Καρβουναράκης: Η ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΣΤΗ ΒΟΣΝΙΑ

Θεοδόσης Καρβουναράκης

Η  ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΣΤΗ ΒΟΣΝΙΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η κρίση της Γιουγκοσλαβίας απασχόλησε έντονα τη διεθνή κοινότητα για μία δεκαετία και είχε δραματικές συνέπειες για τους λαούς της περιοχής.  Στο κέντρο του προβλήματος βρισκόταν η έντονη διαφωνία ανάμεσα στις συνιστώσες εθνότητες της χώρας, τόσο για το εδαφικό, όσο και για το συνταγματικό καθεστώς που θα ακολουθούσε την κατάρρευση του κομουνισμού.  Στη Βοσνία η ύπαρξη τριών εθνοτήτων, δύο εκ των οποίων, Σέρβοι και Κροάτες, με ισχυρούς και όμορους προστάτες, ενέτεινε και παρέτεινε τις συγκρούσεις δημιουργώντας μία εστία αναταραχής, επικίνδυνης για την ασφάλεια της περιοχής και απαράδεκτης από ανθρωπιστική άποψη, που η διεθνής κοινότητα προσπάθησε να ελέγξει.

Από όλους τους παράγοντες που αναμείχθηκαν, διεθνείς οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Ο.Η.Ε, ή κατ’ ιδίαν κράτη, πιο αποτελεσματικές αποδείχθηκαν οι Ηνωμένες Πολιτείες.  Μετά από παρατεταμένη περίοδο διστακτικότητας που οφείλονταν σε αντίξοες πολιτικές, διεθνείς και εσωτερικές συνθήκες, οι Η.Π.Α παρενέβησαν αποφασιστικά στη σύρραξη, όταν οι συνθήκες έγιναν πιο πρόσφορες και όταν η μη υιοθέτηση ενεργότερης πολιτικής θα έβλαπτε πλέον παρά θα ωφελούσε τα συμφέροντα της χώρας.

Το άρθρο αυτό επιχειρεί να καταγράψει την εξέλιξη των αμερικανικών θέσεων και πράξεων και εστιάζεται κυρίως στην τελευταία φάση της αμερικανικής εμπλοκής, όταν οι συντονισμένες και τολμηρές ενέργειες των Αμερικανών διπλωματών είχαν σαν αποτέλεσμα τη διάσκεψη και συμφωνία του Dayton που αντιμετώπισε ριζικά το πρόβλημα.  Διαφαίνονται από την ανάλυση των γεγονότων οι ιδιαίτερες δυνατότητες αλλά και προφανείς περιορισμοί της μοναδικής απομένουσας υπερδύναμης στην αντιμετώπιση διεθνών κρίσεων, δυνατότητες που εξανάγκασαν τους  αντιμαχόμενους σε συναίνεση και περιορισμοί που έκαναν αναγκαία την εξεύρεση μίας ρεαλιστικής και όχι ακριβοδίκαιης λύσης.

Στόχος του γράφοντος δεν είναι η πολιτική ανάλυση αλλά η ιστορική καταγραφή και ερμηνεία των γεγονότων. Η προσέγγιση είναι εμπειρική, χωρίς προσπάθεια αναγωγής σε θεωρητικά υποδείγματα πολιτικής δράσης. Επιχειρείται μια πρώτη παρουσίαση των ουσιωδών παραμέτρων του ζητήματος, κατ’ανάγκη ελλιπής, αφού η χρονική εγγύτητα των γεγονότων δεν επιτρέπει την πρόσβαση σε καίριες αρχειακές πηγές.

 

Η Αμερικανικη Πολιτικη Μεχρι τον Ιουνιο του 1995

Radovan Karadžić και Ratko Mladić (αριστερά).

Η στάση των Η.Π.Α σχετικά με την Γιουγκοσλαβική κρίση ήταν αρχικά περισσότερο εκείνη του παρατηρητή παρά του άμεσα ενδιαφερόμενου για την αντιμετώπισή της.  Από το 1990 με προφανή την επικείμενη έκρηξη βίας στην περιοχή, η Αμερικανοί απέφυγαν να αναλάβουν πρωτοβουλίες γιατί δεν ήθελαν να διασπάσουν την προσοχή τους από την εν εξελίξει κατάσταση στον Περσικό κόλπο μετά την κατάληψη του Κουβέιτ από τον Σαντάμ Χουσεΐν.  Για τον ίδιο λόγο, την επιτυχία δηλαδή της εκεί προσπάθειάς τους, δεν ήθελαν να προσθέσουν έναν ακόμη λόγο διαφωνιών με τους Ευρωπαίους συμμάχους τους, που ήταν ήδη δυσαρεστημένοι με τους αμερικανικούς χειρισμούς στο θέμα του Ιράκ.  Αλλά και μετά τη λήξη του πολέμου του κόλπου, η αμερικανική απόσταση από τις εξελίξεις στην Γιουγκοσλαβία διατηρήθηκε.  Ένας λόγος γι’ αυτό, ήταν η προσπάθεια να αποφευχθούν οι απρόβλεπτες συνέπειες της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης, της οποίας η ενότητα απειλούνταν από εθνικά κινήματα παρόμοια με εκείνα της Γιουγκοσλαβίας.  Η αναγνώριση από τις Η.Π.Α της ανεξαρτησίας των γιουγκοσλαβικών δημοκρατιών θα έστελνε λάθος μήνυμα στις εθνότητες της Σοβιετικής Ένωσης, πράγμα που η κυβέρνηση του Προέδρου Bush ήθελε να αποφύγει.  Έτσι μέχρι και τις αρχές του 1992, οι  Η.Π.Α επέμεναν ότι η Γιουγκοσλαβία πρέπει να παραμείνει ένα ενιαίο κράτος. 

Επίσης, ήταν αμφίβολο αν μπορούσε να αποτραπεί η ένοπλη σύγκρουση στην Γιουγκοσλαβία χωρίς την παρουσία εκεί μεγάλου αριθμού αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, μία κίνηση που φαινόταν απίθανο να γίνει αποδεκτή από την αμερικανική κοινή γνώμη.  Ιδωμένη από την οπτική γωνία της realpolitik, μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου η Γιουγκοσλαβία και τα Βαλκάνια ευρύτερα δεν αποτελούσαν υψηλή προτεραιότητα για τα αμερικανικά συμφέροντα.  Ο κίνδυνος βέβαια  επέκτασης της Γιουγκοσλαβικής κρίσης με την ανάμειξη γειτονικών κρατών ανησυχούσε τους Αμερικανούς και για να τον περιορίσουν επίσης υποστήριζαν τον μη διαμελισμό της χώρας ώστε η σύρραξη να περιοριστεί στα πλαίσια μιας μόνο κρατικής οντότητας.  Τέλος, η απροθυμία εμπλοκής των Aμερικανών οφείλεται στον ισχυρισμό των Ευρωπαίων συμμάχων τους ότι η Γιουγκοσλαβία ήταν ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα που έπρεπε να αντιμετωπίσει κατά κύριο λόγο η ευρωπαϊκή κοινότητα.  Μετά τη λήξη ψυχρού πολέμου, η ενωμένη Ευρώπη φαινόταν διατεθειμένη να αποκτήσει τη δική της φωνή, ανεξάρτητη από εκείνη των Η.Π.Α, στα μεγάλα διεθνή θέματα, κάτι που στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας διευκόλυνε τους Αμερικανούς, καθώς δεν επιθυμούσαν άμεση εμπλοκή στο συγκεκριμένο, δυσεπίλυτο και επικίνδυνο πολιτικά πρόβλημα.  Από την άλλη πλευρά, η αποτυχία των Ευρωπαίων θα καθιστούσε σαφή την ανάγκη για την συνέχιση του πρωταγωνιστικού ρόλου των Αμερικανών και στην Ευρώπη.

Σημαντική αλλαγή στις απόψεις των Αμερικανών παρατηρείται τον Απρίλιο του 1992, όταν οι Η.Π.Α αναγνωρίζουν την ανεξαρτησία της Κροατίας, της Σλοβενίας και της Βοσνίας.  Οι Αμερικανοί αποφάσισαν να συμπορευθούν με τους Ευρωπαίους, που είχαν αναγνωρίσει τις δύο πρώτες τον Ιανουάριου του 1992.[i] Παράγοντας με ιδιαίτερη βαρύτητα που οδήγησαν στην αναγνώριση της Βοσνίας ήταν η υποστήριξη που αυτή είχε από τον μουσουλμανικό κόσμο και η επιθυμία των Ηνωμένων Πολιτειών να αποφύγουν την αντιπαράθεση μαζί του.  Ειδικότερα ήταν απαραίτητο να διατηρηθούν οι καλές σχέσεις με την Τουρκία, λόγω της στρατιωτικής της σημασίας για τη διατήρηση του μεταπολεμικού καθεστώτος στο Ιράκ, αλλά και της μελετώμενης κατασκευής πετρελαιαγωγού που δια του εδάφους τους θα μετέφερε στη Μεσόγειο πετρέλαιο από την κεντρική Ασία.  Η ιδιαίτερη σχέση της Τουρκίας – μέχρι και τέσσερα εκατομμύρια Τούρκων είναι βοσνιακής καταγωγής – αλλά και οι πολιτικές διαστάσεις που είχε πάρει εκεί το θέμα μετά την αξιοποίησή του από ισλαμικούς και άλλους κύκλους, καθιστούσαν αναπόφευκτο το έντονο ενδιαφέρον αυτής της χώρας.  Τέλος, η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης είχε απαλλάξει τους Αμερικανούς από τις αναστολές τους σχετικά με τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει εκεί η ανεξαρτητοποίηση των Γιουγκοσλαβικών δημοκρατιών. [ii]

Η Διεθνής όμως αναγνώριση δεν ήταν αρκετή για να αποτρέψει τον πόλεμο στη Βοσνία.  Στις 6 Απριλίου άρχισαν οι ένοπλες συγκρούσεις.  Αναπόφευκτα, η σύρραξη στη Βοσνία αποτέλεσε αντικείμενο αντιπαράθεσης στις Προεδρικές εκλογές του 1992.  Ο υποψήφιος των Δημοκρατικών Bill Clinton, σε αντίθεση με τον Πρόεδρο Bush υποστήριζε πως η σερβική πρόκληση – η προσπάθεια δηλαδή των Σερβοβοσνίων να διευρύνουν με τη βία την περιοχή ελέγχου τους – έπρεπε εν ανάγκη  να αντιμετωπιστεί με στρατιωτικά μέσα.  Τον Αύγουστο του 1992, αντιδρώντας σε αναφορές που έκαναν λόγο για εθνοκάθαρση εις βάρος των μουσουλμάνων, ο Clinton δήλωσε ότι ως Πρόεδρος θα διέταζε αεροπορικές επιδρομές κατά των Σέρβων.  Μετά την εκλογή του, ο Πρόεδρος Clinton κατέστησε σαφή την πρόθεσή του να υποστηρίξει τους μουσουλμάνους, που ήταν η κυρίως αδικούμενη πλευρά και συγκέντρωναν την συμπάθεια του αμερικανικού λαού, αλλά φρόντισε να αποφύγει την άμεση στρατιωτική εμπλοκή της χώρας του.

Φλεγόμενο κτήριο στο Σεράγεβο

Εν τω μεταξύ, η ανάμειξη της διεθνούς κοινότητας στην κρίση της Γιουγκοσλαβίας, είχε σαν αποτέλεσμα την επιβολή από το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε, εμπάργκο (απαγόρευσης) πώλησης όπλων προς  όλες ανεξαιρέτως τις αντιμαχόμενες πλευρές.  Λίγο αργότερα, τον Ιανουάριο του 1992, αποφασίστηκε η σύσταση της UNPROFOR, ειρηνευτικής δύναμης του Ο.Η.Ε, εντεταλμένης να επιβλέπει την τήρηση της ανακωχής που είχε επιτευχθεί στην Κροατία.  Από το Νοέμβριο του 1992, τμήματα της UNPROFOR που περιλάμβαναν και προσωπικό από χώρες της ευρωπαϊκής κοινότητας, είχαν αποσταλεί και στη Βοσνία.  Τέλος, και αρχής γενομένης από το Νοέμβριο του 1991, είχαν επιβληθεί οικονομικές κυρώσεις στην κυβέρνηση του Βελιγραδίου για το ρόλο της στην σύρραξη, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1992, η κολοβωμένη Γιουγκοσλαβία, είχε αποβληθεί από τον Ο.Η.Ε.[iii]  Το εμπάργκο όπλων έθιγε κυρίως τους Βόσνιους μουσουλμάνους, γιατί οι Σέρβοι είχαν στη διάθεσή τους μεγάλα αποθέματα οπλισμού από τον γιουγκοσλαβικό εθνικό στρατό, όπου το έθνος τους είχε πάντα κυρίαρχη θέση.  Για να διευκολύνει λοιπόν τους Βόσνιους Μουσουλμάνους, που βρίσκονταν σε δεινή στρατιωτική θέση, ο Clinton αποφάσισε να άρει το εις βάρος τους εμπάργκο.  Αν οι Σέρβοι απαντούσαν εντείνοντας τις πολεμικές τους επιχειρήσεις, οι Η.Π.Α θα εξαπέλυαν αεροπορικές επιθέσεις εναντίον σερβικών θέσεων.  Για την εφαρμογή αυτής της πρότασης «αίρω και χτυπώ» (lift and strike) όπως συνοπτικά ονομάστηκε, οι Αμερικανοί ζήτησαν την συνεργασία των Ευρωπαίων συμμάχων τους που εκείνοι όμως αρνήθηκαν.  Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι των οποίων στρατιωτικά τμήματα συμμετείχαν στην UNPROFOR δεν ήθελαν να εκθέσουν το προσωπικό τους στα αντίποινα των Σερβοβοσνίων που ήταν πολύ πιθανό να ακολουθήσουν τους βομβαρδισμούς από τη δυτική συμμαχία.   Δεν πίστευαν επίσης ότι ακόμη και με ενισχυμένο τον πολεμικό τους εφοδιασμό, οι μουσουλμάνοι ήταν ικανοί να σταματήσουν τους Σέρβους.  Για τους ίδιους και άλλους λόγους, την πρόταση απέρριψαν και οι Ρώσοι.  Οι Ευρωπαίοι θα συνεργάζονταν μόνο αν οι Η.Π.Α αναλάμβαναν ηγετικό ρόλο στο ζήτημα της επίλυσης της Γιουγκοσλαβικής κρίσης, πράγμα που η Ουάσιγκτον δεν ήταν διατεθειμένη να κάνει, φοβούμενη μία μακροχρόνια, αδιέξοδη και δαπανηρή εμπλοκή που ο αμερικανικός λαός θα καταδίκαζε [iv].  Χωρίς την υποστήριξη των Ευρωπαίων το σχέδιο αποσύρθηκε και οι Αμερικανοί περιόρισαν τη δράση τους σε θέματα όπως η αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας στη Βοσνία και η επιβολή δια του ΝΑΤΟ των ζωνών απαγόρευσης πτήσης που είχε  επιβάλει τον Οκτώβριο του 1992 το Συμβούλιο Ασφαλείας, μετά από αίτημα των Αμερικανών, με στόχο τον περιορισμό της πολεμικής δράσης των Σέρβων. 

Μέχρι τον Απρίλιο του 1994, οι Η.Π.Α παραμένουν τυπικά εκτός της διαπραγματευτικής διαδικασίας που διεξάγεται από τη Διεθνή Διάσκεψη για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICFI) που συγκροτείται τον Αύγουστο του 1992 με κοινή πρωτοβουλία της ευρωπαϊκής κοινότητας και του Ο.Η.Ε.[v].  Η επιρροή όμως των Η.Π.Α σαν  τη μόνη εναπομείνασα υπερδύναμη παρέμεινε καθοριστική για την τύχη των λύσεων που προωθούνταν καθώς όλα τα εμπλεκόμενα μέρη εξαρτούσαν από την στάση της τελευταίας τον δικό τους τρόπο ενέργειας.  Με την απροθυμία τους λοιπόν να εμπλακούν άμεσα στην περιοχή, τις αντιδράσεις τους σε σχέση με προτεινόμενες λύσεις ή τις δικές τους σπασμωδικές παράλληλες παρεμβάσεις, οι Ηνωμένες Πολιτείες ουσιαστικά αποδυνάμωσαν τις μεσολαβητικές προσπάθειες και συνέβαλαν στην τελική αποτυχία τους.  Παράδειγμα αποτελεί η υπονόμευση του σχεδίου Vance – Owen που υποβλήθηκε τον Ιανουάριο του 1993.  Αυτό πρόβλεπε τη διαίρεση της Βοσνίας σε δέκα ημιαυτόνομες διοικητικές περιφέρειες με βάση την εθνοτική τους σύνθεση.  Οι Αμερικανοί που πίστευαν στην ανάγκη διατήρησης μίας ισχυρής κεντρικής εξουσίας, αλλά και θεωρούσαν πως με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις αμοίβονταν η σερβική επιθετικότητα, εκφράστηκαν επικριτικά, αν και δεν έφεραν τελικά αντίρρηση στην προώθηση του σχεδίου.  Η αμφιλεγόμενη όμως στάση τους ενθάρρυνε τους πολέμιους και αποθάρρυνε τους υπέρμαχους του σχεδίου που τελικά εγκαταλείφθηκε μετά την απόρριψή του από το σερβοβοσνιακό κοινοβούλιο τον Μάιο του 1993[vi].

Στις αρχές όμως του 1994, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποδηλώνουν τη βούλησή τους να παρέμβουν πιο αποφασιστικά στην περιοχή. Μεσολαβούν για την σύναψη μίας συμφωνίας που έχει σαν αποτέλεσμα τον τερματισμό των συγκρούσεων ανάμεσα στους μουσουλμάνους τις Βοσνίας και τους Κροάτες, καθώς και τη δημιουργία ομοσπονδίας ανάμεσα στις δύο αυτές βοσνιακές εθνότητες.  Ο λόγος για την ανάληψη αυτής της πρωτοβουλίας, για την οποία επίσης ζητείται και επιτυγχάνεται η συμμετοχή της Γερμανίας, που είχε ιδιαίτερη επιρροή επί των Κροατών, είναι η επιδεινούμενη για τους μουσουλμάνους στρατιωτική κατάσταση.  Η κροατομουσουλμανικές διαφορές είχαν οδηγήσει σε πολύμηνες συγκρούσεις που ανάγκαζαν τους μουσουλμάνους να πολεμούν σε δύο μέτωπα και ενέκλειαν τον κίνδυνο συνεννόησης μεταξύ Κροατών και Σέρβων που θα οδηγούσε στον διαμελισμό της Βοσνίας.  Οι συνέπειες μίας τέτοιας εξέλιξης θα ήταν ιδιαίτερα δυσμενείς για την ασφάλεια και την αυτοδιάθεση της μουσουλμανικής κοινότητας.  Στην προσπάθειά τους να πετύχουν την συγκατάθεση τόσο των Βοσνίων Κροατών  όσο και του κράτους της Κροατίας που είχε εμπλακεί άμεσα στην σύρραξη, οι Η.Π.Α χρησιμοποίησαν ένα μείγμα υποσχέσεων και απειλών, όπως οικονομική βοήθεια, υποστήριξη για την ανάκτηση των χαμένων από τους  Σέρβους περιοχών, αλλά και διεθνείς κυρώσεις κατά της Κροατίας, που με τον στρατό της είχε προσβάλει την εδαφική ακεραιότητα του ανεξάρτητου κράτους της Βοσνίας.  Με ανάλογες μεθόδους ξεπεράστηκαν και οι δισταγμοί των μουσουλμάνων. 

Η συνεννόηση με τους Κροάτες έδωσε τη δυνατότητα στους μουσουλμάνους να συγκεντρώσουν την πολεμική τους προσπάθεια κατά των Σέρβων αλλά και εξασφάλισε την συνέχιση της ενίσχυσης τους με πολεμικό υλικό, παρά το διεθνές εμπάργκο, μέσω Κροατίας.  Σηματοδότησε επίσης μεγαλύτερη διαπραγματευτική ευκαμψία εκ μέρους των Η.Π.Α που με τη δημιουργία της ομοσπονδίας φαινόταν να εγκαταλείπουν την ιδέα του συγκεντρωτικού, ενιαίου βοσνιακού κράτους, προς όφελος αυτόνομων αλλά ομόσπονδων οντοτήτων.

Η διπλωματική εμπλοκή των Η.Π.Α διευρύνθηκε τον Απρίλιο του 1994 με την συμμετοχή τους στην Ομάδα Επαφής (Contact Group) που επίσης περιελάμβανε την Ρωσία, τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, και τη Γερμανία.  Η απευθείας ανάμειξη όλων των ισχυρών που ενδιαφέρονταν για την περιοχή είχε ασφαλώς περισσότερα εχέγγυα επιτυχίας, από εκείνη ενός διεθνούς οργανισμού, όπως για παράδειγμα ο Ο.Η.Ε., που στερούνταν ιδίων πόρων και ισχύος.  Και σ’ αυτήν την περίπτωση όμως, διαφωνίες ανάμεσα στα μέλη της ομάδας, όσον αφορά στα μέσα με τα οποία θα εξασφάλιζαν την αποδοχή των προτάσεών τους, οδήγησαν σε αποτυχία αφού οι Σέρβοι, συμπεραίνοντας ότι δεν υπήρχε πιθανότητα άσκησης καταναγκασμού εις βάρος τους, απέρριψαν τον προτεινόμενο εδαφικό διακανονισμό.

Μεταφορά από τη Srebrenica

 Μια Αποφασιστική Πρωτοβουλία

Η στάση όμως αυτή της επιλεκτικής και περιορισμένης ανάμειξης των Η.Π.Α έμελε να αλλάξει.  Τον Ιούνιο του 1995, με αφορμή την επικείμενη συνάντηση του προέδρου Clinton με το Γάλλο ομόλογό του Jacques Chirac, η αμερικανική πολιτική στη Βοσνία συζητήθηκε εκτεταμένα από τους ιθύνοντες του Λευκού Οίκου. Η κατάσταση στη Βοσνία, όπως μέχρι τότε είχε διαμορφωθεί, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονταν από της Ηνωμένες Πολιτείες, είχαν εκνευρίσει τον Αμερικανό Πρόεδρο.  Η ασυμφωνία μέσα στους κύκλους των συμβούλων και συνεργατών του, αλλά και μεταξύ της Ουάσινγκτον και των συμμάχων της, δεν επέτρεπε τη διαμόρφωση στρατηγικών προτάσεων ευρείας προοπτικής, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην οριστική λύση του προβλήματος.  Νέες πρωτοβουλίες ήταν λοιπόν απαραίτητες για να αλλάξουν τα δεδομένα.

Προς αυτήν την κατεύθυνση εργάστηκαν οι βασικοί φορείς παραγωγής εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας, το Υπουργείο Εξωτερικών και το Υπουργείο Άμυνας σε συνεργασία με το γραφείο της Madeleine Albright, πρέσβεως των ΗΠΑ στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και θερμό υποστηρικτή ενεργότερου αμερικανικού ρόλου στη Βοσνία. Έτσι, με την έγκριση του προέδρου Clinton, μια νέα πρωτοβουλία για τη λύση του Βοσνιακού υποβλήθηκε στους Ευρωπαίους συμμάχους από τον Anthony Lake, σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας, που ταξίδεψε για αυτόν το σκοπό στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες τον Αύγουστο του 1995[vii].

Σύμφωνα με τις νέες αμερικανικές θέσεις, θα έπρεπε να επιδιωχθεί μία συνολική ρύθμιση του προβλήματος, που θα περιλάμβανε ένα ενιαίο βοσνιακό κράτος, τριμερή αμοιβαία αναγνώριση από την Κροατία, τη Βοσνία και τη Γιουγκοσλαβία, αλλά και μία «παράλληλη ειδική σχέση» της Μουσουλμανικής-Κροατικής Ομοσπονδίας και της Σερβικής Δημοκρατίας – των προβλεπομένων δηλαδή αυτονόμων συστατικών οντοτήτων του βοσνιακού κράτους- με την Κροατία και τη Σερβία αντίστοιχα. Σαν κίνητρο για την αποδοχή του σχεδίου τους, οι Αμερικανοί πρότειναν τη σταδιακή άρση των κυρώσεων που είχαν επιβληθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ στη Γιουγκοσλαβία για το ρόλο της στη σύρραξη αλλά και σημαντική οικονομική βοήθεια για την ανασυγκρότηση της περιοχής υπό τη μορφή ενός μικρού Σχεδίου Μάρσαλ. Σε περίπτωση που η νέα αυτή διπλωματική πρωτοβουλία αποτύγχανε, οι Αμερικανοί ήταν διατεθειμένοι να συνδυάσουν την αποχώρηση της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ με άρση του εμπάργκο όπλων, αποστολή πολεμικού υλικού και εκπαίδευση των Βοσνίων, αεροπορικές επιδρομές κατά των Σερβοβοσνίων και ενθάρρυνση της παρουσίας πολυεθνικής δύναμης που θα βοηθούσε τους Μουσουλμάνους.

Χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, οι Ευρωπαίοι δέχτηκαν να στηρίξουν τη νέα πρωτοβουλία. Επικεφαλής της αποστολής που αναλάμβανε να πείσει τους εμπολέμους να συζητήσουν σοβαρά τις νέες προτάσεις, ορίστηκε ο βοηθός Υπουργός Εξωτερικών Richard Holbrooke, του οποίου η επιμονή, έντονη προσωπικότητα και σκληρή διαπραγματευτική τακτική θεωρήθηκαν απαραίτητο αντιστάθμισμα στις μεθόδους του Milocevic και των άλλων αντιπάλων ηγετών. Διάφοροι λόγοι θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν αυτή τη σημαντική μεταστροφή της αμερικανικής πολιτικής :

1. H αναμενόμενη κατάρρευση της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ στη Βοσνία (United Nations Protection Force – UNPROFOR) μετά την σύλληψη και ομηρία κυανοκράνων από τις σερβικές δυνάμεις, με στόχο να αποτραπεί η επανάληψη Νατοϊκών βομβαρδισμών που είχαν διαταχθεί από τον ΟΗΕ το Μάιο του 1995, σαν απάντηση σε απαγορευμένες σερβικές πολεμικές ενέργειες. Η ταπείνωση και αδυναμία του οργανισμού να επιβάλλει τις αποφάσεις του – οι βομβαρδισμοί διακόπηκαν χωρίς αποτέλεσμα – που αποδείχτηκε πέρα από κάθε αμφιβολία με την κατάληψη από τους Σέρβους του θύλακα της Σρεμπρενίτσα τον Ιούλιο του 1995 και τη σφαγή, υπό τα όμματα των κυανοκράνων, περίπου 8.000 Βοσνίων, καταρράκωσαν το γόητρο της UNPROFOR και ήραν κάθε αμφιβολία για την αναποτελεσματικότητά της.  Φαινόταν ότι ο ΟΗΕ δεν θα μπορούσε πλέον να παρέχει το πρόσχημα για την μη ενεργότερη ανάμειξη των Αμερικανών στην περιοχή. Επιπλέον, φαινόταν τώρα πολύ πιθανή η αποχώρηση της ειρηνευτικής δύναμης λόγω της απροθυμίας των Ευρωπαίων και μελών του ΝΑΤΟ που συνεισέφεραν στη σύνθεσή της να διακινδυνεύσουν την ασφάλεια του στρατιωτικού τους προσωπικού. Σ’ αυτήν την περίπτωση, οι ΗΠΑ είχαν αναλάβει την υποχρέωση να βοηθήσουν με μεγάλο αριθμό ανδρών σε μια επικίνδυνη κατά τα αναμενόμενα επιχείρηση αποχώρησης[viii]. Για να αποτραπούν λοιπόν τέτοιες εξελίξεις, αλλά και για να εξασφαλιστεί η ανεξάρτητη από αποφάσεις τρίτων στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ, αν κάτι τέτοιο γινόταν αναπόφευκτο, ήταν αναγκαίο η Ουάσιγκτον να αναλάβει μία νέα πρωτοβουλία.

2. Η σοβαρή και μακροχρόνια εμπλοκή του ΝΑΤΟ στο Βοσνιακό πρόβλημα, δημιουργούσε εντάσεις και διαφωνίες στους κόλπους της συμμαχίας, με αποτέλεσμα να διακυβεύεται η ενότητα και η αποτελεσματικότητά της. Ο ηγετικός ρόλος της Αμερικής ετίθετο επίσης σε αμφισβήτηση, όπως φανέρωνε και η δήλωση του Jacques Chirac ότι «η θέση του ηγέτη του Ελευθέρου Κόσμου είναι κενή».

3.   Η σύρραξη στη Βοσνία και ευρύτερα η έκρυθμη κατάσταση στην πρώην Γιουγκοσλαβία, αντέβαινε στην πραγμάτωση του οράματος του προέδρου Clinton για τη μεταψυχροπολεμική Ευρώπη, που στόχευε στη δημιουργία ενός ενιαίου ειρηνικού ευρωπαϊκού χώρου, με ισχυρές δημοκρατίες και ευημερούσες οικονομίες της αγοράς, όπου θα ενσωματώνονταν το πρώην κομμουνιστικό ήμισυ της ηπείρου. Κεντρικό ρόλο στην επίτευξη αυτού του στόχου θα διαδραμάτιζαν το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Γι’ αυτό και η αποκατάσταση της αξιοπιστίας και της ενότητας του οργανισμού, που απειλούνταν από τη βοσνιακή κρίση, γινόταν ακόμη πιο πιεστική και αναγκαία.

4. Τέλος, το πολιτικό κλίμα και ο δημόσιος διάλογος στις Ηνωμένες Πολιτείες σε σχέση με τη Βοσνία είχαν μεταβληθεί. Τα προηγούμενα τρία χρόνια οι απόψεις κατά της εμπλοκής και της ουδετερότητας είχαν σημαντική απήχηση στην αμερικανική κοινή γνώμη. Φαίνεται όμως πως γύρω στον Ιούλιο του 1995 οι υποστηρικτές κάποιου είδους παρέμβασης είχαν αρχίσει να επικρατούν. Η Βουλή των Αντιπροσώπων και η Γερουσία, υπό την επήρεια και των φρικαλεοτήτων στη Σρεμπρένιτσα, ψήφισε με μεγάλη πλειοψηφία υπέρ της άρσης του εμπάργκο όπλων που είχε επιβληθεί στη Βοσνία. Μια τέτοια εξέλιξη όμως θα ενέτεινε τις συγκρούσεις, αυξάνοντας τις πιθανότητες αποχώρησης των δυνάμεων του ΟΗΕ και στρατιωτικής εμπλοκής της Ουάσιγκτον προς διευκόλυνση της αποχώρησης. Έπρεπε λοιπόν ο πρόεδρος Clinton να προτείνει μία πειστική εναλλακτική λύση, που θα έπειθε το Κογκρέσο να μην αμφισβητήσει το αναπόφευκτο προεδρικό βέτο κατά της παραπάνω απόφασης. Επιπλέον, το 1996 ήταν χρονιά προεδρικών εκλογών και ο πιο πιθανός αντίπαλος του Clinton φαινόταν ότι θα ήταν ο Ρεπουμπλικάνος επικεφαλής της πλειοψηφίας στη Γερουσία, Robert Dole, γνωστός και επίμονος επικριτής της πολιτικής Clinton στη Βοσνία. Ήταν ανάγκη λοιπόν το βοσνιακό πρόβλημα να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το συντομότερο δυνατό, για να μην αποτελέσει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους αντιπάλους του προέδρου στην προεκλογική εκστρατεία που επέκειτο.

Αρχικά, λίγοι στην Ουάσιγκτον πίστευαν ότι το διπλωματικό σκέλος της νέας αμερικανικής πρωτοβουλίας είχε σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Οι πιο πολλοί θεωρούσαν μια νέα σοβαρή διπλωματική προσπάθεια απλώς αναγκαίο βήμα για να πεισθούν οι σύμμαχοι να στηρίξουν το στρατιωτικό σκέλος του αμερικανικού σχεδίου, που προέβλεπε την αναβάθμιση των στρατιωτικών δυνατοτήτων των Βοσνίων με αμερικανική ενίσχυση, σε συνδυασμό με τη διενέργεια αεροπορικών επιδρομών. Μόνο τότε, και αφού επιτυγχάνονταν κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των αντιμαχομένων, θα μπορούσαν να διεξαχθούν διαπραγματεύσεις με ελπίδες επιτυχίας.       

Από τα μέσα Σεπτεμβρίου όμως, οι εκτιμήσεις των Αμερικανών ιθυνόντων άλλαξαν, καθώς μια διπλωματική λύση θεωρούνταν τώρα άμεσα εφικτή. Και αυτό γιατί οι πραγματικές συνθήκες στη Βοσνία είχαν μεταβληθεί, δημιουργώντας έτσι ένα κλίμα που ευνοούσε τις διαπραγματεύσεις. Τρεις ήταν οι λόγοι που οδήγησαν σ’ αυτήν την εξέλιξη :

1.      Η συνδυασμένη επίθεση Κροατών και Μουσουλμάνων Βοσνίων το καλοκαίρι του 1995, που περιόρισε την περιοχή ελέγχου των Σερβοβοσνίων από 70% σε λιγότερο από 50% του εδάφους της χώρας, διευκολύνοντας έτσι ιδιαίτερα τους δυτικούς διαπραγματευτές, που προωθούσαν την σε ποσοστό 51% – 49% κατανομή του εδάφους για τους Βοσνίους-Κροάτες και Σέρβους αντίστοιχα. Οι επιχειρήσεις των Βοσνίων και των Κροατών ενθαρρύνθηκαν από τις ΗΠΑ. Σημαντικές παραβιάσεις του εμπάργκο όπλων προς ενίσχυση των Βοσνίων από μουσουλμανικές χώρες φαίνεται πως ήταν εν γνώσει των Αμερικανών, που όμως προτίμησαν  τουλάχιστον να τις αποσιωπήσουν[ix]. Για δε την εισβολή του κροατικού στρατού στη Βοσνία, στρατιωτικός διοικητής, μέλος της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ παρατήρησε : «ήταν υπόδειγμα στρατιωτικής επιχείρησης, αλλά όχι υπόδειγμα από εγχειρίδιο του Γιουγκοσλαβικού στρατού. Όποιος κατέστρωσε αυτό το σχέδιο επιθέσεως θα μπορούσε να έχει πάει σε οποιαδήποτε σχολή επιτελών του ΝΑΤΟ στη Βόρεια Αμερική ή στη Δυτική Ευρώπη και να έχει αριστεύσει»[x].

2.      Η απόφαση του Milocević να ηγηθεί της σερβικής πλευράς στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων, βάζοντας στο περιθώριο τους Σερβοβόσνιους ηγέτες και υποχρεώνοντάς τους να δεχθούν ως καθοριστική τη δική του γνώμη για τα ζητήματα που θα εξετάζονταν[xi]. Ο Milocević ενδιαφέρονταν να αρθούν οι κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στη Γιουγκοσλαβία από το Συμβούλιο Ασφαλείας και να πάψει η χώρα του να αποτελεί τον παρία της διεθνούς κοινότητας. Ήταν διατεθειμένος λοιπόν να κάνει πολλά προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία των μερών. Ως μοναδικός δε υποστηρικτής των Σερβοβοσνίων μπορούσε να ασκήσει επάνω τους μεγάλη επιρροή, πράγμα που εξηγεί και την ανάληψη από μέρους του τόσο σημαντικού ρόλου και δικαιοδοσίας. Φαίνεται ακόμη πολύ πιθανό ότι ο Milocević επικρότησε ή και διευκόλυνε την κροατική επίθεση μετά από συμφωνία με τον Κροάτη πρόεδρο Tudjman.

3.      Αεροπορικές επιδρομές που διεξήγαγε το ΝΑΤΟ κατά σερβοβοσνιακών θέσεων. Με αφορμή την έκρηξη βλήματος πυροβολικού στις 28 Αυγούστου στην αγορά του Σεράγεβο, που προκάλεσε το θάνατο 38 ατόμων και τον τραυματισμό άλλων 85, οι δυτικοί σύμμαχοι ενεργοποίησαν την απόφασή τους του προηγουμένου Ιουλίου να απαντήσουν με αεροπορικές επιδρομές σε επίθεση κατά οιασδήποτε «ασφαλούς περιοχής» που ο ΟΗΕ είχε αναλάβει να προστατεύσει.

 

To NATO βομβαρδίζει θέσεις των Σερβο-Βόσνιων στο Σεράγεβο

Οι βομβαρδισμοί, που κράτησαν μέχρι τις 14 Σεπτεμβρίου και αποτέλεσαν τη μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση στην ιστορία του ΝΑΤΟ, σε συνδυασμό με την προέλαση Βοσνίων και Κροατών, ανησύχησαν τους Σερβοβοσνίους που αντιμετώπιζαν πλέον το ενδεχόμενο ακόμη μεγαλύτερων εδαφικών απωλειών. Έγιναν έτσι πιο διαλλακτικοί και πρόθυμοι να διαπραγματευτούν. Οι πιθανότητες λοιπόν επίτευξης διπλωματικής λύσης αυξήθηκαν κατά πολύ γιατί το κύριο εμπόδιο στην υιοθέτηση της προτεινόμενης από τη Δύση συμβιβαστικής φόρμουλας ήταν τώρα αντί των Σερβοβοσνίων, που οι Αμερικανοί δεν μπορούσαν να ελέγξουν, οι Μουσουλμάνοι, επί των οποίων μπορούσαν να ασκήσουν μεγάλη επιρροή.

Η επίτευξη βέβαια της τελικής συμφωνίας ήταν ακόμη μακριά. Έπρεπε να προηγηθεί έντονη διπλωματική δραστηριότητα με πρωτοβουλία των Ηνωμένων Πολιτειών για να αντιμετωπιστούν τα πολλά προβλήματα που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την ειρηνευτική διαδικασία. Ασκήθηκε έτσι πίεση από τον Holbrooke στους Μωαμεθανούς και τους Κροάτες να σταματήσουν την προέλασή τους, ενώ το ΝΑΤΟ δεν αντέδρασε, παρά τη συνήθη του πρακτική, στη συμμετοχή της σερβοβοσνιακής αεροπορίας στις συγκρούσεις. Προφανής επιδίωξη ήταν να μην ανατραπεί η σε ποσοστό 51% προς 49% διανομή του βοσνιακού εδάφους που θεωρούνταν από τους Σέρβους απαραίτητη προϋπόθεση για τη συζήτηση της προτεινόμενης συμφωνίας .Έγινε επίσης προσπάθεια να εξομαλυνθούν οι διαφορές των μερών με ενδιάμεσες συμφωνίες που αντιμετώπιζαν συγκεκριμένα προβλήματα και υποχωρήσεις που απέσπασαν οι Αμερικανοί από τους εμπολέμους. Στις 14 Σεπτεμβρίου ο Holbrooke, με τη βοήθεια του Milocević και με αντάλλαγμα την αναστολή των βομβαρδισμών, έπεισε τους Σερβοβόσνιους να άρουν την πολιορκία του Σεράγεβο. Στις 8 Σεπτεμβρίου, και ενώ οι βομβαρδισμοί συνεχίζονταν, οι υπουργοί εξωτερικών της Βοσνίας, της Κροατίας και της Γιουγκοσλαβίας, υπό την αιγίδα των ΗΠΑ συναντήθηκαν στη Γενεύη και συμφώνησαν στην αμοιβαία αναγνώριση των συνόρων των κρατών τους και τη δημιουργία βοσνιακού κράτους δύο οντοτήτων. Το τελευταίο ικανοποιούσε τη σερβική απαίτηση για τη δημιουργία αυτονόμου σερβοβοσνιακής  πολιτείας, πράγμα που αποτελούσε μείζονα παραχώρηση των Βοσνίων Μουσουλμάνων αλλά και παράλληλα επίτευγμα των Σέρβων, των οποίων το βοσνιακό κράτος εν κράτει (Republica Srpska) αναγνωρίζονταν επίσημα για πρώτη φορά.  Δεύτερη συνάντηση των υπουργών στη Νέα Υόρκη στις 26 Σεπτεμβρίου αποδέχτηκε και συμφώνησε σε βασικές αρχές που θα καθόριζαν το καθεστώς του νέου κράτους.  Η επίτευξη συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός όμως αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολη. Οι εχθροπραξίες συνεχίστηκαν και μετά την αναγγελία της στις 5 Οκτωβρίου από τον πρόεδρο Clinton – που επίσης ανακοίνωσε την έναρξη των συνομιλιών στο Dayton – και μετά την υπογραφή της στις 12 του ίδιου μήνα, καθώς οι αντίπαλοι προσπαθούσαν να βελτιώσουν τη θέση τους μέχρι την τελευταία στιγμή πριν τον τελικό διακανονισμό.

Slobodan Milocević και Richard Holbrooke

Η συνολική και τελική ρύθμιση του Βοσνιακού επιτεύχθηκε στο Dayton του Οχάιο, στη διάρκεια «εκ του σύνεγγυς συνομιλιών» (proximity talks), διαμεσολάβησης δηλαδή των χωρών της «Ομάδας Επαφής», Γερμανίας, Γαλλίας, Ρωσίας, Ηνωμένου Βασιλείου και ΗΠΑ μεταξύ των εκπροσώπων των τριών αντιπάλων που δεν αντάλλασσαν απ’ ευθείας απόψεις. Έχοντας αποδεχθεί την κύρια ευθύνη για την επίτευξη αλλά  και τη διατήρηση της ειρήνης, οι Αμερικανοί από την αρχή ανέλαβαν κυρίαρχο ρόλο στο χειρισμό των διαπραγματεύσεων. Σύμφωνα με την επικεφαλής της βρετανικής  αποστολής στο Dayton, «ο Αμερικανός διαπραγματευτής … αποφάσιζε την ημερήσια διάταξη και διεξήγαγε τις διαπραγματεύσεις όπως ήθελε, με τη συγκατάθεση των υπολοίπων. Αυτοί ενημερώνονταν αλλά δεν ερωτούνταν και ο κύριος ρόλος τους ήταν να βοηθούν, στο μέτρο που τους ζητούνταν, να παρίστανται και να επικυρώνουν το αποτέλεσμα. Αλλά δεν έπρεπε να παρεμβαίνουν»[xii].  Ο συντονισμός και ο έλεγχος της όλης διαδικασίας από μία και μόνη χώρα, παρουσίαζε βέβαια σημαντικά πλεονεκτήματα καθώς δεν απαιτούνταν στη λήψη αποφάσεων η συναίνεση ενός αριθμού κρατών με διαφορετικά συμφέροντα και προτεραιότητες.  Το πλήθος όμως των διεθνών ενδιαφερόντων της υπερδύναμης, σε συνδυασμό με τα επιμέρους συμφέροντα και απόψεις των διαφόρων κλάδων της διοίκησης, δημιούργησε και στην περίπτωση του ενός ουσιαστικά μεσολαβητή προβλήματα συνοχής της ακολουθούμενης πολιτικής.  Έτσι η γραφειοκρατία του Λευκού Οίκου αντέδρασε στη πρόταση των διπλωματών να ασκηθεί πίεση από τον Πρόεδρο Clinton επί του ηγέτη των Βοσνίων Μουσουλμάνων για μεγαλύτερη διαλλακτικότητα, φοβούμενη τις δυσμενείς επιπτώσεις που μία τέτοια ενέργεια θα μπορούσε να έχει στις σχέσεις των Η.Π.Α με τον μουσουλμανικό κόσμο.  Με πρόσφατη την εμπειρία της Σομαλίας[xiii], αδιέξοδης αιματηρής και χωρίς ουσιαστική σημασία για την ασφάλεια των Η.Π.Α στρατιωτικής εμπλοκής, το Πεντάγωνο αντιδρούσε στη ανάληψη εκτεταμένων αρμοδιοτήτων, από τη νέα ειρηνευτική δύναμη για τη Βοσνία (IFOR), στις τάξεις της οποίας θα υπηρετούσαν τα αμερικανικά στρατεύματα.  Στο μεγαλύτερο μέρος, οι Αμερικανοί διπλωμάτες που υποστήριζαν έναν διευρυμένο ρόλο για την IFOR, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν[xiv].

Οι διαφορές των αντιμαχομένων εστιάζονταν σε δύο κυρίως ζητήματα:  το Σύνταγμα που θα καθόριζε τη δομή και λειτουργία του βοσνιακού κράτους, αλλά και το ποια εδάφη θα έλεγχε η κάθε πλευρά.  Οι λύσεις που θα υιοθετούνταν είχαν μεγάλη σημασία, κυρίως για τους Σέρβους και του Μουσουλμάνους, γιατί μέσω αυτών θα μπορούσαν να προωθηθούν οι διαφορετικοί για τη κάθε πλευρά στόχοι σε σχέση με το κράτος τους, ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας και ενιαίο κράτος για τους Μουσουλμάνους, η δυνατότητα της τελικής απόσχισης της σερβικής οντότητας από τη Βοσνία για τους Σέρβους. Οι συνθήκες υπό τις οποίες προσέρχονταν στις διαπραγματεύσεις για την ανεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης ήταν διαφορετικές για το κάθε ένα από τα τρία εμπλεκόμενα μέρη.  Έχοντας επιτύχει τους στρατιωτικούς τους στόχους, οι Κροάτες ήταν ικανοποιημένοι από τις μέχρι τότε εξελίξεις και ως  εκ τούτου πρόθυμοι να βοηθήσουν τη διαδικασία.  Η πιθανότητα δημιουργίας σοβαρών προβλημάτων από τους Σέρβους είχε επίσης κατά πολύ περιοριστεί.  «….. οι Σερβοβόσνιοι της αντιπροσωπείας του Milosević αγνοήθηκαν παντελώς.  Για τους Αμερικανούς ήταν αόρατοι.  Για τον Milosević ήταν μόνο για να μαθαίνουν ό,τι επέλεγε να τους πει σχετικά με ό,τι είχε διαπραγματευθεί για λογαριασμό τους.  Μάλιστα, μόλις λίγα λεπτά πριν από την τελετή υπογραφής (της Συνθήκης) είπε ο Milosević στους Σερβοβοσνίους ότι είχε εγκαταλείψει την σερβική απαίτηση για το Σεράγιεβο.  Η επέκταση στην πρωτεύουσα της Βοσνίας ήταν «εκ των ων ουκ άνευ» για τους Σερβοβοσνίους και ο αντιπρόεδρος Nikola Koljević φαίνεται πως λιποθύμησε όταν είδε τον χάρτη του Dayton.  Εξοργισμένοι αλλά ανίκανοι να αντιδράσουν, έφυγαν από το Dayton χωρίς να υπογράψου τίποτα, όμως μέσα σε μία εβδομάδα ατάραχος ο Milosević τους κατάφερε να συμφωνήσουν»[xv].

Περισσότερο αδιάλλακτοι εμφανίζονταν οι Μουσουλμάνοι που είχαν ενθαρρυνθεί από τις πρόσφατες στρατιωτικές τους επιτυχίες και ήλπιζαν ότι με την επανάληψη των εχθροπραξιών θα πετύχαιναν τον έλεγχο περισσοτέρων εδαφών και σε τελική ανάλυση καλύτερους όρους.  Μέχρι την τελευταία στιγμή φαινόταν να ανθίστανται στην σύναψη συμφωνίας.  Για να κάμψουν την αδιαλλαξία τους, οι Αμερικανοί τους υποσχέθηκαν σημαντική οικονομική βοήθεια, αλλά και μεσολάβησαν για την επίλυση των Σερβο-Κροατικών διαφορών, πράγμα που σήμαινε πως σε περίπτωση επανάληψης των εχθροπραξιών οι Μουσουλμάνοι δεν θα μπορούσαν να υπολογίζουν στην πολύτιμη Κροατική βοήθεια. 

Οι διαπραγματεύσεις του Dayton

Για να ξεπεραστούν οι διαφωνίες των μερών, οι Αμερικανοί προώθησαν ρυθμίσεις που δημιουργούσαν ασάφεια σε σχέση με το συμφωνούμενο καθεστώς.  Έτσι και οι Μουσουλμάνοι και οι Σέρβοι μπορούσαν να ισχυριστούν πως πέτυχαν τον στόχο τους: οι μεν τη δημιουργία ενιαίου κράτους, οι δε  την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας τους.  Η πορεία των διαπραγματεύσεων διευκολύνθηκε επίσης από  την παρουσία στο Dayton των επικεφαλής κρατών και κυβερνήσεων, πράγμα που περιόριζε τη δυνατότητα κωλυσιεργίας, με τη δικαιολογία της αναμονής οδηγιών.  Τον περιορισμό των επαφών με τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, γιατί η μεγάλη δημοσιότητα θα μπορούσε, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, να μειώσει την ευελιξία των διαπραγματευομένων.  Την επιδέξια χρήση διοριών (deadlines) από τους Αμερικανούς – που είχαν αυτή τη δυνατότητα ως χώρα προεδρεύουσα της διάσκεψης- για να ασκήσουν πίεση επί των μερών ώστε να συμβιβαστούν.  Έτσι ο Αμερικανός υπουργός εξωτερικών, Warren Christopher,  πληροφόρησε τους διαπραγματευομένους την εικοστή ημέρα της διάσκεψης, ότι σε λίγες ώρες θα ανακοίνωνε την αποτυχία της.  Γνωρίζοντας τις αρνητικές για όλους συνέπειες μίας τέτοιας εξέλιξης, εκείνη έσπευσαν να ξεπεράσουν τις εναπομένουσες διαφορές τους, κάνοντας έτσι εφικτή την επίτευξη της τελικής συμφωνίας.  Τέλος, οι Αμερικανική πρωτοβουλία επωφελήθηκε σημαντικά από τις σύντονες και συνεχείς διπλωματικές προσπάθειες που είχαν προηγηθεί.  Φορείς όπως η ICFΥ ( Διεθνής Διάσκεψη για την Πρώην Γιουγκοσλαβία) και  η Ομάδα Επαφής είχαν συλλάβει και επεξεργαστεί το μεγαλύτερο μέρος των ρυθμίσεων στις οποίες βασίστηκε η Αμερικανική πρόταση, ενώ ήταν ήδη γνωστή και η αντίδραση των εμπολέμων σε αυτές.  Για παράδειγμα, το ποσοστό εδάφους που θα έλεγχε η κάθε εθνότητα [xvi] – αν και όχι ποιες ακριβώς περιοχές αυτό θα περιελάμβανε – είχε ήδη γίνει δεκτό από τον Δεκέμβριο του 1993 στα πλαίσια διαπραγματεύσεων για την αποδοχή ειρηνευτικού σχεδίου, που τελικά εγκαταλείφθηκαν. 

Μετά από δύσκολες διαπραγματεύσεις τριών εβδομάδων, με έντονη την δυσαρέσκεια των μερών για τις υποχωρήσεις που τους επιβάλλονταν, η τελική συμφωνία μονογραφήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 1995. Προέβλεπε μια ενιαία Βοσνία – Ερζεγοβίνη με δύο χωριστές οντότητες, την Μουσουλμανική – Κροατική Ομοσπονδία και τη Σερβική Δημοκρατία, που θα μοιράζονταν περίπου εξ ημισείας το έδαφος της χώρας, θα είχαν η κάθε μία το δικό της Σύνταγμα, το δικό της Κοινοβούλιο και τη δυνατότητα να συνάπτουν αυτοτελώς σχέσεις με γειτονικές χώρες.  Χωριστές εκλογές για τις δύο οντότητες, με διεθνή επίβλεψη θα διεξάγονταν μέσα σε έξι με εννέα μήνες.  Η κάθε μία από τις τρεις εθνότητες θα είχε το δικό της στρατό. Η συμφωνία εγγυόνταν στους πρόσφυγες το δικαίωμα επιστροφής στις εστίες τους και σ’ όλους τους πολίτες ελευθερία κίνησης, τα δε συμβαλλόμενα μέρη υπόσχονταν να συνεργαστούν με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία. Την εφαρμογή του πλήθους των επιμέρους όρων της συνθήκης ανέλαβε να εξασφαλίσει πολυεθνική ειρηνευτική δύναμη 60.000 ανδρών, η IFOR ( Implementation Force) με συμμετοχή 20.000 Αμερικανών και κυρίαρχο το ρόλο του ΝΑΤΟ, μετά από εξουσιοδότηση από το Συμβούλιο Ασφαλείας.

Αμερικανικές δυνάμεις σε πλήρη ανάπτυξη στο πλαίσιο της επιχείρησης Joint Endeavor, Δεκέμβριος 1995

Η Ουάσιγκτον αρχικά προσπάθησε να αποφύγει μια εκτεταμένη από άποψη υποχρεώσεων και μακροχρόνια στρατιωτική εμπλοκή στη Βοσνία. Για πολλούς ιθύνοντες φαινόταν αρκετό να ενισχυθεί στο χρόνο παραμονής της IFOR στη Βοσνία η στρατιωτική ικανότητα των Μουσουλμάνων σαν μέσο αποτροπής επανάληψης των εχθροπραξιών, αντί να οικοδομηθεί προσεκτικά μια βιώσιμη ειρήνη με μέτρα που θα επιτύγχαναν την αλληλοαποδοχή της συνύπαρξης των τριών εθνοτήτων. Έτσι, χρόνος παραμονής της IFOR ορίστηκαν οι δώδεκα μήνες και καθήκοντά της κυρίως η εφαρμογή των στρατιωτικών όρων της συμφωνίας του Dayton. Σταδιακά όμως, η άποψη ότι η κατά το δυνατόν πληρέστερη εφαρμογή των όρων του Dayton ήταν εφικτός και ασφαλέστερος τρόπος για την αποφυγή επανάληψης των εχθροπραξιών επικράτησε. Οι αρμοδιότητες της ειρηνευτικής δύναμης διευρύνθηκαν και η εντολή της παρατάθηκε. Το Δεκέμβριο του 1997 ο πρόεδρος Clinton δήλωσε πως η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στη Βοσνία θα παρατείνονταν μέχρι την οριστική εδραίωση της ειρήνης.

O Bill Clinton επισκέπτεται την αεροπορική βάση της Tuzla το 1996

                                                           

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η πολιτική των Η.Π.Α στην Βοσνία- Ερζεγοβίνη εξελίχθηκε σε συνάρτηση με του παράγοντες που κατά κανόνα προσδιορίζουν την εξωτερική πολιτική της χώρας.  Τόσο η αποσχιστική διαδικασία στη Γιουγκοσλαβία, όσο και η Βοσνία ειδικότερα, δεν αποτελούσαν πρόβλημα υψηλής προτεραιότητας για τις Η.Π.Α.  Μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, η σημασία της  περιοχής για την ασφάλεια της χώρας είχε περιοριστεί, ενώ πολύ περιορισμένα ήταν και τα οικονομικά της συμφέροντα.  Για την περιφρούρηση βέβαια του κύρους της ως μόνης  υπερδύναμης και ως ηγέτη του δυτικού κόσμου, έπρεπε να αναλάβει κάποιες πρωτοβουλίες.  Για ανθρωπιστικούς επίσης λόγους, προς αυτήν την κατεύθυνση πίεζε τόσο η Αμερικανική όσο και η παγκόσμια κοινή γνώμη.   Τέλος, η κρίση θα μπορούσε να διευρύνει διαφωνίες στα πλαίσια της δυτικής συμμαχίας.  Παράλληλα όμως φαινόταν απίθανο να γίνει αποδεκτή από τον Αμερικανικό λαό η παρατεταμένη και δαπανηρή κυρίως από άποψη ανθρώπινων ζωών στρατιωτική παρέμβαση των Η.Π.Α, με στόχο την υλοποίηση μίας δίκαιης και βιώσιμης λύσης.

Η παρέμβαση λοιπόν των Η.Π.Α ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα περιορισμένη και αναποτελεσματική, κατά καιρούς και αρνητική, όταν αντιτίθονταν ή δεν στήριζε επαρκώς τις Ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες.  Υπήρξαν βεβαίως και θετικά βήματα, όπως η αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Βοσνίας, και η διπλωματική παρέμβαση για τη δημιουργία της Κροατο-Μουσουλμανικής ομοσπονδίας, καθώς επίσης και μία διαρκής ανησυχία, άρα και ενδιαφέρον, για τη μη επέκταση και μη αύξηση της έντασης της σύρραξης. 

Οι περιστάσεις τελικά επέτρεψαν και επέβαλαν στις Ηνωμένες Πολιτείες την ανάληψη μίας πιο συγκροτημένης, επίμονης και συστηματικής πρωτοβουλίας, στα πλαίσια της οποίας τα άφθονα μέσα στη διάθεση της υπερδύναμης (διπλωματικές υπηρεσίες και δυνατότητες, οικονομική και στρατιωτική ισχύς) χρησιμοποιήθηκαν αποτελεσματικά. Πέτυχαν έτσι οι Η.Π.Α να οδηγήσουν τους αντιμαχόμενους στην αποδοχή ενός διακανονισμού που σταμάτησε την αιματοχυσία και αποδείχθηκε ανθεκτικός στον χρόνο. Μία εστία λοιπόν προβλημάτων τόσο για τις Η.Π.Α όσο και για τους συμμάχους της τέθηκε υπό έλεγχο, με μικρό κόστος αφού η εκτεταμένη και επικίνδυνη στρατιωτική εμπλοκή των Η.Π.Α αποφεύχθηκε.   Η λύση βέβαια που υιοθετήθηκε δεν ήταν αδιάβλητη, είτε από άποψη δικαίου, είτε από άποψη ηθικής [xvii].  Ήταν όμως κατά πάσα πιθανότητα η μόνη εφικτή, με δεδομένη την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στην περιοχή και τα όρια εμπλοκής που είχαν θέσει στον εαυτό τους η διεθνής κοινότητα και η Η.Π.Α.  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η Αμερικανική διπλωματία ακολούθησε μία πρωτότυπη διαδικασία, που θα μπορούσε να ονομασθεί «εξαναγκαστική διαμεσολάβηση» (coercive mediation).  Δεν περιορίστηκε δηλαδή μόνο στην υποβολή και υποστήριξη συγκεκριμένης συμβιβαστικής πρότασης, αλλά και με την χρήση διπλωματικών και στρατιωτικών μέσων διαμόρφωσε τις συνθήκες ώστε τα αντιμαχόμενα μέρη να οδηγηθούν στην αποδοχή της.  Το αποτέλεσμα, αν και αρχικά αντικείμενο εντόνων επικρίσεων, δικαίωσε τους εμπνευστές του αφού σταμάτησε την αιματοχυσία, έδωσε τη δυνατότητα ελεγχόμενης και αποτελεσματικής παρέμβασης στη διεθνή κοινότητα, και δημιούργησε τις προοπτικές για μία μόνιμη ειρήνη στην περιοχή[xviii].

Ο χάρτης του Dayton

 

 

Bosnian War 1992-1995! ( Part 1/2) The Death Of Yugoslavia BBC Documentary

Bosnian War 1992-1995! ( Part 2/2) The Death Of Yugoslavia BBC Documentary

 

 

Ο Θεοδόσης Καρβουναράκης είναι Καθηγητής
της Διπλωματικής Ιστορίας της Ευρώπης και των ΗΠΑ στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Η ευρωπαϊκή κοινότητα επίσης αναγνώρισε τη Βοσνία τον Απρίλιο του 1992.
[ii]    Touval Saadia, Mediation in the Yugoslav Wars.  The Critical Years, 1990-95.  Palgrave, New York 2002.  σελ. 138-139.
[iii]  Rogel, Carole, The Breakup of Yugoslavia and the War in Bosnia.  Greenwood Press. London, 1998. σελ. 60.
[iv] Daalder, Ivo.  Getting to Dayton. The Making of America’s Bosnian Policy. The Brookings Institution, Washington D.C, 2000 σελ. 17-18.
[v] Από το Νοέμβριο του 1993 και σαν συνέπεια της Συνθήκης του Μάαστριχτ, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα μετονομάστηκε σε Ευρωπαϊκή Ένωση. 
[vi] Touval. σελ. 120-123
[vii]  Στην απόφαση του Αμερικανού Προέδρου, συνέβαλε και η προφανής διάθεση του νεοεκλεγέντα Chirac να αντιμετωπίσει το Βοσνιακό με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα. Με πρωτοβουλία του οι Ευρωπαίοι ενέκριναν την δημιουργία της καλά εξοπλισμένης και εκπαιδευμένης Δύναμης Ταχείας Αντιδράσεως (Rapid Reaction Force) που θα παρέμβαινε για να προστατεύσει την ειρηνευτική δύναμη του Ο.Η.Ε. στη Βοσνία και να τη διευκολύνει στο έργο της. Το κλίμα λοιπόν φαινόταν ευνοϊκό για την προώθηση μιας πιο δυναμικής πολιτικής. Burg, Steven and Shoup, Paul    The War in Bosnia-Herzegovina. Ethnic Conflict and International  Intervention. M.E. Sharpe, London, 1999. σσ 326, 341. Daalder. σσ 44-45.
[viii] Αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ πίστευαν πως και οι Σερβοβόσνιοι και οι Μουσουλμάνοι θα επιχειρούσαν να αποσπάσουν τον εξοπλισμό των απερχομένων τμημάτων ή και να συλλάβουν ομήρους. Βλ. Burg σελ. 324, Touval σελ.143
[ix] Holbrooke, Richard.  To End a War. Random House, New York, 1998 σελ.50-51. Burg σελ. 307-309, 338-339 «Από τον Ιούλιο (1995) κύκλοι ευρωπαϊκών μυστικών υπηρεσιών υπαινίσσονταν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, ‘ ενορχήστρωναν’  αποστολές στρατιωτικού υλικού στη Βοσνία από συμμάχους στον μουσουλμανικό κόσμο» οπ. παρ. σελ 309
[x] Ο συνταγματάρχης Leslie στο Silber, Laura and Little, Allan. Yugoslavia: Death of a Nation. Penguin Books, New York, 1997. σ 357. Με  τη βοήθεια της αμερικανικής κυβέρνησης,  μία εταιρία συμβούλων με προσωπικό πρώην αξιωματικούς του αμερικανικού στρατού είχε αναλάβει την εκπαίδευση και την οργάνωση του κροατικού στρατού.  Ο Holbrooke προσπάθησε επίσης  να καθοδηγήσει την Κροατο-Μουσουλμανική προέλαση με στόχο τη δημιουργία De facto εδαφικού καθεστώτος που θα διευκόλυνε τη μεσολαβητική του προσπάθεια με το  να προσεγγίζει έναν κοινά αποδεκτό εδαφικό διακανονισμό. Γενικά φαίνεται πως οι Αμερικανοί αναμείχθηκαν τόσο στην προετοιμασία, όσο και στην διεξαγωγή των Kροατο-Μουσουλμανικών επιχειρήσεων, με στόχο να επιδεινωθεί η θέση των Σέρβων και να γίνουν πιο διαλλακτικοί στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων.
[xi] Holbrooke σελ. 105-106.  Κατά τον ίδιο τρόπο ο Πρόεδρος της Κροατίας, Franjo Tudjman, θα εκπροσωπούσε και τους Βόσνιους Κροάτες.
[xii] Pauline Neville-Jones στο άρθρο της “Dayton, IFOR and Alliance Relations in Bosnia”, Survival 30, no 4, (Winter 1996-97) σ 48. Βλ. επίσης και Burg and Shoup σ 361. Πρωταρχικό ρόλο έπαιξαν οι Ευρωπαίοι μόνο στην σύναψη δύο συμπληρωματικών συμφωνιών. Touval, σελ. 157
[xiii] Για μία σύντομη αλλά εμπεριστατωμένη παρουσίαση της αμερικανικής παρέμβασης στη Σομαλία, βλέπε, Huchthausen, Peter. America’s Splendid Little Wars. Penguin, New York, 2003 σελ. 160-182
[xiv] Touval, σελ. 158-159
[xv] Bass, Warren, The Triage of Dayton στο The Balkans and American Foreign Policy, A Council on Foreign Relations Book, Foreign Affairs, 2002. σελ. 100
[xvi]  Σέρβοι 49%, Μουσουλμάνοι 33,5%, Κροάτες 17,5%
[xvii] Με πληθυσμό 31,4% οι Σέρβοι αναγνωρίστηκαν κυρίαρχοι στο 49% του εδάφους της Βοσνίας.  Η ίδια η ύπαρξη του κράτους δυνητικά υπονομεύθηκε με την πρόβλεψη να μπορούν οι δύο συνιστώσες οντότητες να συνάπτουν ανεξάρτητα εξωτερικές σχέσεις. Και η ανάθεση καίριου ρόλου στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων στους  Tudjman  και Milosevic ενίσχυσε το κλονισμένο από τις εθνικιστικές ακρότητες κύρος τους και ενθάρρυνε τον δεύτερο να προχωρήσει στην ολέθρια για το Κόσσοβο πολιτική του. 
[xviii] Παράβαλε την αρχική αβεβαιότητα  για το μέλλον της συμφωνίας με την παρακάτω παρατήρηση του 2006 για την εξελισσόμενη κατάσταση, υπεραισιόδοξη ίσως αλλά ακόμη και σήμερα όχι ουτοπική: « Μάλιστα, μερικοί αξιωματούχοι και πολιτικοί από τη διεθνή κοινότητα, ισχυρίζονται ότι οι πολιτικοί της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης κατ’ ιδίαν παραδέχονται ότι οι (ξεχωριστές οντότητες της BiH (Βοσνίας – Ερζεγοβίνης) θα εξαφανιστούν μέσα σε μία δεκαετία, καθώς το κράτος γίνεται ισχυρότερο και η δημοτική αναδιοργάνωση οικοδομεί τη δυνατότητα σε τοπικό επίπεδο για την παροχή υπηρεσιών, των οποίων επί του παρόντος η διαχείριση γίνεται σε επίπεδο οντότητας και καντονίου».  Toal, Gerard, O’ Loughlin John, Djipa Dino, Bosnia- Herzegovina Ten Years After Dayton: Constitutional Change and Public Opinion στο Eurasian Geography and Economics, 2006 47 Νo.1 σελ. 74.  Για την εξέλιξη της κατάστασης από την υπογραφή της συμφωνίας  βλέπε επίσης Toal, Gerard Embedding Bosnia- Herzegovina in Euro-Atlantic Structures: From Dayton to Brussels.  Eurasian Geography and Economics, 2005, 46 No. 1 σελ. 51-67

Bosnia –Herzegovina Country Review, 2006.

CountryWatch Incorporated, Houston, TX USA.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.      Bass, Warren “The Triage of Dayton” The Balkans And American Foreign Policy, A Council on Foreign Relations Book. Foreign Affairs 2002.

2.      Burg, Steven and Shoup, Paul  “The War in Bosnia-Herzegovina: Ethnic Conflict and International  Intervention” M.E. Sharpe, London, 1999

3.      Clinton William Jefferson Bill and Dole, Robert J. “Contrasting foreign policy agendas: addresses to the Nixon Center Conference by President Clinton and Senator Dole” Foreign Policy Bulletin; 5:30-5 My/Je 1995

4.      Daalder, Ivo “Getting to Dayton. The Making of America’s Bosnia Policy” Brookings Institution Press, Washington, DC, 2000

5.      Glenny, Μisha “The Balkans 1804-1999. Nationalism, War and the Great Powers”. Granta Books, London 2000

6.      Gow, James “Triumph of the Lack of Will.  International Diplomacy and the Yugoslav War”, Columbia University Press New York, 1997

7.      Holbrooke, Richard “To End a War”, Random House, New York,1998

8.      Holbrooke, Richard “The Road to Sarajevo” The New Yorker, October 21& 28, 1996 σσ 88-102

9.      Huchthausen Peter “America’s Splendid Little Wars.  A Short History of U.S Military Engagements: 1975-2000” Penguin, New York 2003

10.  Hyland, William “Clinton’s World.  Remaking American Foreign Policy” Praeger, Westport, CT 1999

11.  Kelly, Michael “The Negotiator” The New Yorker, November 6, 1995 σσ 81-92

12.  Rogel, Carole “The Breakup of Yugoslavia and the War in Bosnia”, Greenwood Press, London, 1998

13.  Schild Georg “The USA and Civil War in Bosnia” Aussenpolitik, 47:22-32 no 1 1996

14.  Schonberg, Karl “Traditions and Interests: American Belief Systems, American Policy and the Bosnia War” World Affairs (Washington, D.C.) v162 no1 pp11-21 Summ 1999

15.  Silber, Laura and Little, Allan “Yugoslavia: Death of a Nation” Penguin Books, New York, 1997

16.  Touval, Saadia “Mediation in the Yugoslav Wars. The Critical Years 1990-1995” Palgrave, New York 2002