Skip to main content

Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ: Μνήμες αυτοπεποίθησης και δημιουργίας. Ο αρχιτέκτων Άρης Κωνσταντινίδης και τα Ξενία του ΕΟΤ

Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ

Μνήμες αυτοπεποίθησης και δημιουργίας.
Ο αρχιτέκτων Άρης Κωνσταντινίδης και τα Ξενία του ΕΟΤ

 

Προοίμιο

Ο Άρης Κωνσταντινίδης (1913-1993) ανήκει στις κορυφαίες μορφές της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής λόγω της στοχαστικής προσέγγισής του η οποία υπερβαίνει χαρακτηριστικά γνωρίσματα του διεθνούς μοντερνισμού: τη ρήξη με την παράδοση και την υποτίμηση της γεωγραφικής και πολιτισμικής διάστασης της αρχιτεκτονικής (Achleitner, 1965˙ Φεσσά-Εμμανουήλ, 1993β: 23-24). Στο κείμενο αυτό επαναπροσεγγίζεται το έργο του στον τομέα του τουρισμού. Αρχίζοντας με τη σκιαγραφία της συγκρότησης και της φιλοσοφίας του Κωνσταντινίδη και τελειώνοντας με συμπερασματικές παρατηρήσεις για τα ξενοδοχεία και μοτέλ Ξενία της δεκαετίας 1957-1967, που σχεδιάστηκαν από τον ίδιον και άξιους ομοτέχνους του, θα δοθεί έμφαση στις πτυχές εκείνες της ξενοδοχειακής αρχιτεκτονικής του που επιβεβαιώνουν την εξής γνώμη του ποιητή και ζωγράφου Νίκου Εγγονόπουλου (1907-1985): «Τα χρόνια, λέω, μας διδάσκουν πως όσο μια τέχνη έχει πιο τοπικό χαρακτήρα τόσο πιο παγκοσμίου ενδιαφέροντος είναι. Πως όσο είναι πιο προσωπική τόσο κι έχει πιο πανανθρώπινη αξία. Κι όσο είναι περισσότερο του καιρού της τόσο και το περιεχόμενό της είναι πιο αιώνιο». (Εγγονόπουλου Ν., 1999: 15 [1938, συνέντευξη] & http://www.engonopoulos.gr/_homeEN)

Ο αρχιτέκτων Άρης Κωνσταντινίδης (1913-1993)

O αρχιτέκτων

Αρχιτέκτων ικανός να συνδυάσει τη θεωρία με την πράξη, ο Άρης Κωνσταντινίδης διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στον ποιοτικό εκσυγχρονισμό της ελληνικής αρχιτεκτονικής των ετών 1955-1967 (Achleitner, 1965· Φεσσά-Εμμανουήλ, 1993β, 23-24). Ο χαρακτήρας και η αρχιτεκτονική φιλοσοφία του διαπλάστηκαν μέσα από έντονα βιώματα. Ως έφηβος συγκλονίστηκε από το δράμα του 1.200.000 Μικρασιατών προσφύγων σε μια Ελλάδα 5.000.000 κατοίκων, εξουθενωμένων από τρεις διαδοχικούς πολέμους (τους Βαλκανικούς του 1912 και 1913 και τον Α´ Παγόσμιο Πόλεμο), έναν εθνικό διχασμό και τη Μικρασιατική εκστρατεία. Ενηλικιώθηκε και άρχισε να εργάζεται κατά τη δεύτερη δεκαετία του Μεσοπολέμου, περίοδο μεγάλης δοκιμασίας για την κοινωνία και τους φιλελεύθερους θεσμούς στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Ο Κωνσταντινίδης σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πολυτεχνείο του Μονάχου την περίοδο 1931-1936. Κατά τα πρώτα τρία έτη της φοίτησής του οι νέοι καθηγητές  Adolf Abel (1882-1968) και κυρίως Robert Vorhölzer (1884-1954) προσπάθησαν να εκσυγχρονίσουν το συντηρητικό πρόγραμμα των αρχιτεκτονικών σπουδών. Η προσπάθεια όμως αυτή ανεκόπη από του Εθνικοσοσιαλιστές το 1933 (Nerdinger, 1993: 87-109 & 1985: 147-180; http://eng.archinform.net/arch/120.htm; http://www.architekten portrait.de/robert_vorhoelzer/index.html.).

Ο Άρης Κωνσταντινίδης την εποχή των αρχιτεκτονικών σπουδών του στο Πολυτεχνείο του Μονάχου (1931-1936)

Ανικανοποίητος από την ακαδημαϊκή του εκπαίδευση, ο Κωνσταντινίδης επεδίωξε να γνωρίσει τις νέες τάσεις μέσα από προσωπική μελέτη αλλά και ταξίδια στη Γερμανία, τη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ιταλία, την Αυστρία και την Ουγγαρία, αρκετά από τα οποία έγιναν με τη μοτοσυκλέτα του. Αυτή η διαδικασία αυτοδιδαχής του επέτρεψε να γνωρίσει από πρώτο χέρι την πρωτοποριακή αρχιτεκτονική της Ευρώπης και να συναντήσει τον Mies van der Rohe και άλλες μορφές του μοντέρνου κινήματος (Κωνσταντινίδης  1981 & 1992: 38-56, 274) .

Η αρχιτεκτονικά ανενεργός περίοδος της Γερμανο-ιταλικής κατοχής (1941-1944) και του εμφυλίου πολέμου (1946-1949) υπήρξαν ένα εποικοδομητικό  διάλειμμα. Τα χρόνια αυτά έδωσαν στον Κωνσταντινίδη την ευκαιρία για ένα μοναχικό αλλά γόνιμο οδοιπορικό αυτογνωσίας με σκοπό την αναζήτηση μιας σύγχρονης αληθινής αρχιτεκτονικής (Κωνσταντινίδης, 1978· Κωνσταντινίδης, 1981 & 1992: 46-87). Όργωσε την Ελλάδα με τη φωτογραφική μηχανή και τα μπλόκ σχεδίου του προκειμένου να μελετήσει την αρχιτεκτονική γλώσσα του τόπου του, εφοδιασμένος με τις αρχιτεκτονικές γνώσεις που απέκτησε στο εξωτερικό.  Έτσι ανακάλυψε την αρχαϊκή λιτότητα, την καθαρότητα και την καλλιτεχνική σοφία σωφροσύνη της ανώνυμης αρχιτεκτονικής –τόσο της παραδοσιακής όσο και της σύγχρονης–, αλλά και τα κύρια χαρακτηριστικά του ελληνικού τοπίου, όπως για παράδειγμα, την την ηλιόλουστη αρμονία και την πνευματικότητά του. Συνειδητοποίησε επίσης την πεμπτουσία της μακραίωνης αρχιτεκτονικής παράδοσης της χώρας του και συγκεκριμένα: την ικανότητά της να αφομοιώνει  επιρροές από τη Δύση και την Ανατολή· τη μετριοπάθεια και την ανοχή της ποικιλίας· και την αρμονική συνύπαρξη των κτισμάτων με τη Φύση (Κωνσταντινίδης A., 1975: 309-313 1981 & 1992: 274,:117-118· Φεσσά-Εμμανουήλ, 1993α: 15-17· Fessas-Emmanouil, 2010: 57-58).

Η ακεραιότητα, η αίσθηση κοινωνικής ευθύνης και η πολιτισμική ευαισθησία αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της προσωπικότητάς του. Ο Κωνσταντινίδης είχε δυνατό χαρακτήρα με εγωκεντρικές πτυχές,  καλλιτεχνικό αισθητήριο και μια φυσική κλίση προς το σχέδιο και την κατασκευή πραγμάτων με τα χέρια του. Συνδέθηκε φιλικά με σημαντικούς Έλληνες εικαστικούς καλλιτέχνες και ποιητές –π.χ. τους ζωγράφους Διαμαντή Διαμαντόπουλο και Γιάννη Μόραλη και τους ποιητές Ανδρέα Εμπειρίκο και Οδυσσέα Ελύτη– και παντρεύτηκε τη γλύπτρια Ναταλία Μελά. Η αρχιτεκτονική προσέγγιση του Κωνσταντινίδη επηρεάστηκε γόνιμα από μεγάλους στοχαστές της αρχαιότητας και των νεότερων χρόνων. Η ρήση του ποιητή Πινδάρου «Γένοιοίος εσσί μαθών» («Είθε να γίνεις αυτός που είσαι μαθαίνοντας») ήταν ένα από τα αγαπημένα του γνωμικά. Η πίστη του στην αξία της  γνήσιας (αυθεντικής) αρχιτεκτονικής του παρόντος και του παρελθόντος παραπέμπει σε Γερμανούς ποιητές και στοχαστές, όπως: στον ρομαντικό ποιητή Friedrich Schiller (1759-1805) o οποίος μίλησε για «τη διαχρονική αξία του αυθεντικά λαϊκού»· στο απόφθεγμα του φυσικού επιστήμονα Georg Christoph Lichtenberg (1742-1799) «ό,τι είναι καινούργιο είναι σπάνια αληθινό και ό,τι είναι αληθινό είναι σπάνια καινούργιο»· στη ρήση του ποιητή Rainer Maria Rilke (1875-1926) «όσο κι’ αν μεταμορφώνεται και ο κόσμος γρήγορα / όπως τα σύννεφα στον ουρανό / ότι είναι τέλειο επιστρέφει / στο πολύ παλιό» κ.ά. (Κωνσταντινίδης, 1989: εσώφυλλο-εσωτερική πλευρά …˙ Φεσσά-Εμμανουήλ, 1993α: 54-56˙ Fessas-Emmanouil, 2010: 57-58)

Ο Άρης Κωνσταντινίδης εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος και ως ελεύθερος επαγγελματίας. Η περιπετειώδης σταδιοδρομία του άρχισε το 1939 και τελείωσε το 1978. Απασχολήθηκε σε δύο δημόσιους φορείς –στην Πολεοδομική Υπηρεσία του Υπουργείου Διοικήσεως Πρωτευούσης (1936-1937, 1939-1940) και σε διάφορες υπηρεσίες του Υπουργείου Δημοσίων Έργων (1942-1953)– και διηύθυνε τις υπηρεσίες αρχιτεκτονικών μελετών του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ, 1955-1957) και του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (ΕΟΤ, 1957-1967, 1975-1977). Στα χρόνια αυτά θα διακόψει δύο φορές τη δημοσιουπαλληλική του σταδιοδρομία –το 1937 για να κάνει τη στρατιωτική θητεία του και το 1940 για να πολεμήσει στο Αλβανικό μέτωπο– και θα παραιτηθεί τρεις φορές – το 1957 από τον ΟΕΚ και από τον ΕΟΤ το 1967 και το 1977. Κατά την τριετία 1967-1970 εργάστηκε ως επισκέπτης καθηγητής στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης.

Ο κύριος όγκος του αρχιτεκτονικού έργου του πραγματοποιήθηκε στις δεκαετίες του 1950 και 1960. Κατά τη δωδεκαετή απασχόλησή του στον ΟΕΚ και τον ΕΟΤ κατόρθωσε να ολοκληρώσει 31 κτίρια ή κτιριακά συγκροτήματα που αντισπροσωπεύουν το 66% του πραγματοποιημένου έργου του. Ο αρχιτέκτων στάθηκε λιγότερο τυχερός στην άσκηση του ελεύθερου επαγγέλματος, η οποία άρχισε το 1936 και απέδωσε μόνο 16 κτίρια, κυρίως μονοκατοικίες. (Κωνσταντινίδης, 1981 & 1992: 5-11, 274-275; και Κωνσταντινίδης, 1957). Αυτό οφείλεται στην απροθυμία του να ακολουθεί τις μόδες και να συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις των πελατών του.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 μέχρι τον θάνατό του, η δραστηριότητα του αρχιτέκτονα στρέφεται αποκλειστικά στις εκθέσεις και διαλέξεις για το έργο του, στην έκδοση βιβλίων και στην μαχητική αρθρογραφία. Κύρια αντικείμενα των δημοσιεύσεών του είναι η διατύπωση των αρχιτεκτονικών του απόψεων και εμπειριών, ο οξύς αντίλογος στις μόδες του μεταμοντερνισμού και της αποδόμησης και η μετωπική επίθεση στα έργα γοήτρου της μεταπολίτευσης.  Το οξύτερο κείμενό του δημοσιεύτηκε δύο  χρόνια πριν από τον θάνατό του. Τίτλος του Η άθλια επικαιρότητα. Η χρυσή Ολυμπιάδα – Το Μουσείο της  Ακρόπολης.

 

Η αρχιτεκτονική προσέγγιση του Κωνσταντινίδη

Κεντρικό στοιχείο της αρχιτεκτονικής προσέγγισης του Κωνσταντινίδη είναι η βούλησή του να συμφιλιώσει τον μοντερνισμό με την παράδοση. Αυτή η επιδίωξη θα του επιτρέψει να ξεφύγει από τις δύο αντιτιθέμενες πορείες της ελληνικής αρχιτεκτονικής του 20ού αιώνα: την κυρίαρχη προσπάθεια ευθυγράμμισης με τα διεθνή ρεύματα –πρωτοποριακά ή συντηρητικά– και την αμυντική τάση του τοπικισμού – φολκλορικού ή κριτικού.  Θα αποδοκιμάσει μετά λόγου γνώσεως τόσο τη μεταπρατική και ηγεμονιστική «παράδοση της νεωτερικότητας» όσο και την αναχρονιστική γραφικότητα των τοπικιστών. Πιστεύοντας από νωρίς ότι μόνο το μοντέρνο παύει να είναι της μόδας, θα υποστηρίξει ότι η εξέλιξη δεν αποκλείει τις νέες προσεγγίσεις σε νέα θέματα (Konstantinidis, 1981: 58-269; Φεσσά-Εμμανουήλ, 1993: 50). Η αρχιτεκτονική γι αυτόν δεν είναι μόνον υπόθεση κατασκευής, αισθητικής και προσωπικής έκφρασης. Είναι τέχνη πρωτίστως πνευματική, πολιτισμική και κοινωνική (Konstantinidis, 1987a: 113-117, 163-183).

Το αρχιτεκτονικό έργο του Άρη Κωνσταντινίδη κατόρθωσε να είναι σύγχρονη αλλά συνάμα και διαχρονικής αξίας. Αυτό οφείλεται στη σφαιρική φιλοσοφία του αρχιτέκτονα η οποία εμπεριέχει ανθεκτικές αξίες της εποχής και του τόπου του. Ο Κωνσταντινίδης υποστήριζε ότι το αληθινό αρχιτεκτονικό έργο όσο είναι σύγχρονο —δηλαδή της εποχής του— από την άποψη της τεχνικής οικονομίας, κατασκευής κ.ά., «άλλο τόσο είναι και αιώνιο από την άποψη της καλλιτεχνικής του ταυτότητας»  (Κωνσταντινίδης, Α., 1987: 162). Πίστευε ότι  βασικός σκοπός της αρχιτεκτονικής είναι η δημιουργία εφήμερων «δοχείων ζωής», δηλαδή οργανικών κατασκευών στα μέτρα του ανθρώπου και όχι ο σχεδιασμός όψεων ή μνημείων (Κωνσταντινίδης, A., 1987: 243· AD, 1964· Κωνσταντινίδης, 1985· Γεωργουσόπουλος, 1986). Η αρχιτεκτονική φιλοσοφία του υιοθέτησε το κατασκευαστικό, εικονοκλαστικό και αντι-αναγεννησιακό πνεύμα του μοντέρνου κινήματος, όπως αυτό εκφράστηκε στο πρωτοποριακό έργο  των A. Perret, R. Schindler, R. Neutra, J. Duiker και W. Gropius, . Συμμεριζόταν επίσης την άποψη του F.L. Wright για την καθοριστική σχέση του τοπίου και του κλίματος με την αρχιτεκτονική.

Παράλληλα, η προσέγγιση του Κωνσταντινίδη εμπεριέχει αρχές της μακραίωνης αρχιτεκτονικής παράδοσης της χώρας του, όπως είναι η εναρμόνιση των κτισμάτων με τη φύση και η τριμερής δομή του μεγάρου της αρχαιότητας με τον κλειστό, ημιυπαίθριο και υπαίθριο (αύλιο) χώρο, αρχές που είχαν επιβιώσει στην ανώνυμη αρχιτεκτονική της Ελλάδας.

Εμπνεόμενος από την παράδοση αυτή, χωρίς να τη μιμείται, ο Κωνσταντινίδης έκτισε λιτά «δοχεία ζωής» επιλέγοντας τα κατάλληλα για κάθε τοποθεσία μέσα — κατασκευαστικό σύστημα και δομικά υλικά. Πίστευε ότι η αναζήτηση του κοινού ή καθολικού και της τελειότητας στην αρχιτεκτονική σημαίνει αναζήτηση ενός Τύπου  ή ενός Κανόνα, όπως συνέβαινε λ.χ. στον αρχαίο δωρικό ναό. Επιδιώκοντας τον αρχιτεκτονικό Τύπο ως έκφραση της ιδεώδους μορφής, επινόησε ένα κατασκευαστικό και λειτουργικό σύστημα ικανό να δώσει λύσεις σε κτίρια διαφορετικών χρήσεων καθώς και κτιριακούς τύπους για κατοικίες, μουσεία, ξενοδοχεία και άλλες λειτουργίες (Κωνσταντινίδης, 1987: 164· Κωνσταντινίδης, 1981 & 1992:  220-222· Achleither, 1968). Επιτομή αυτού του συστήματος ήταν το πρόπλασμα του ξύλινου σκελετού που υποδεχόταν τους επισκέπτες της αναδρομικής έκθεσης του έργου του Κωνσταντινίδη στην Εθνική Πινακοθήκη, τον Φεβρουάριο του 1989 (Φεσσά-Εμμανουήλ, 2001: 182, 103).

Tα ριζοσπαστικά ξενοδοχεία Ξενία

Το πρόγραμμα του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (ΕΟΤ) που αφορά στην ανέγερση των ξενοδοχείων Ξενία και άλλων τουριστικών μονάδων ανήκει στα σημαντικότερα αρχιτεκτονικά έργα του δημόσιου τομέα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το πρόγραμμα άρχισε το 1950 με πρώτο διευθυντή του Τμήματος Μελετών του ΕΟΤ τον αρχιτέκτονα Χαράλαμπο Σφαέλλο (1950-1958). Ωστόσο, ήταν επί διευθύνσεως Άρη Κωνσταντινίδη που τα Ξενία και οι λοιπές τουριστικές εξυπηρετήσεις του ΕΟΤ κέρδισαν τη διεθνή αναγνώριση χάρη στην ποιότητα και την ιδιαιτερότητά τους. Η ιδεολογία, η χαρισματική ηγεσία, η τυποποίηση και η επικοινωνία αποτελούν έννοιες κλειδιά για την κατανόηση αυτής της επιτυχίας (Φεσσά-Εμμανουήλ, 2001: 117). Ως προϊστάμενος ικανών αρχιτεκτόνων –του Γιώργου Νικολετόπουλου, του Γιάννη Τριανταφυλλίδη, του Διονύση Ζήβα, του Φίλιππου Βώκου, της Καίτης Διαλεισμά κ.ά.–, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση σε αξίες και αρχές που ενίσχυσαν τη δημιουργικότητα των υφισταμένων του. Θιασώτης της πειθαρχημένης ελευθερίας, διαμόρφωσε ένα σύστημα σχεδιασμού που διευκόλυνε την αρχιτεκτονική ταυτότητα και ποικιλία των σύγχρονων εγκαταστάσεων του ΕΟΤ. Τέλος, χάρη στον Κωνσταντινίδη, τα ξενοδοχεία Ξενία γνώρισαν μια επιτυχία και δημοσιότητα χωρίς προηγούμενο για τη σύγχρονη ελληνική αρχιτεκτονική. Πέραν της κοινωνικής και οικονομικής σημασίας της, αυτή η σύνθεση ποιοτικής αρχιτεκτονικής και τουρισμού υπήρξε ένα επίτευγμα που διακρίθηκε και σε διεθνές επίπεδο (π.χ. World Architecture 3, 1965: 145-146; Yarwood, 1974: 529, 558;  DBZ, 1970: 79-81).

Οι αρετές των ξενοδοχείων και μοτέλ Ξενία εκθειάστηκαν σε πολλές ελληνικές και ξένες δημοσιεύσεις και εκθέσεις (Κωνσταντινίδης, 1987: 329-352).  Οι αρχιτέκτονες του ΕΟΤ συμμετείχαν στην επιλογή των τοποθεσιών και οικοπέδων η οποία είχε μεγάλη σημασία, καθώς όλοι τους συμμερίζονταν την άποψη του Κωνσταντινίδη ότι η νέα κατασκευή «δεν πρέπει να προβάλει παράξενη και αταίριαστη, αλλά να δείχνει σαν να υπήρχε από πάντοτε στη θέση που κατασκευάστηκε» (Κωνσταντινίδης, 1987: σ. 185). Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα πολλά ξενοδοχεία Ξενία να κτιστούν σε τοποθεσίες μοναδικού φυσικού κάλλους. Κατασκευασμένα με σκελετό οπλισμένου σκυροδέματος και τοίχους πληρώσεως από επιχρισμένη οπτοπλινθοδομή και σε λίγες περιπτώσεις από λιθοδομή, τα Ξενία του Κωνσταντινίδη και αρκετών αρχιτεκτόνων του ΕΟΤ ενσωματώθηκαν οργανικά στο περιβάλλον τους.

Η τυποποίηση και η προσπάθεια να κρατηθεί το κόστος χαμηλά αποτελούν βασικές αρχές σχεδιασμού αυτού του τύπου ξενοδοχείου. Τα υποστυλώματα του σκελετού, και κατ’ εξαίρεση οι λιθόκτιστοι φέροντες τοίχοι, διατάσσονται σε έναν ορθογωνικό ή τετράγωνο κάναβο (=4Χ6 ή 4Χ4). Επάνω σε αυτόν τον κάναβο συντίθενται όλοι οι χώροι, από τα δωμάτια που οργανώνονται συνήθως σε πτέρυγες των εννέα έως τους κοινόχρηστους χώρους, και καλύπτονται με επίπεδη στέγη. Τη σύνθεση συμπληρώνουν τα υπόλοιπα κατασκευαστικά στοιχεία —παράθυρα, πόρτες, σκάλες, κιγκλιδώματα στους εξώστες κ.λπ.— που έχουν επίσης κατά κάποιον τρόπο τυποποιηθεί. Με αυτές τις κοινές αρχές σύνθεσης και με τη χρήση των ίδιων κατασκευαστικών στοιχείων, το κάθε ξενοδοχείο παίρνει διαφορετική μορφή ανάλογα με το πρόγραμμα, το σχήμα του οικοπέδου, τον προσανατολισμό και τη θέα (Κωνσταντινίδης, 1987: 187-188). Το περίπτερο του ΕΟΤ που σχεδίασε ο Κωνσταντινίδης για τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης του 1959, αποτελεί το μανιφέστο αυτού του συστήματος αρχιτεκτονικής σύνθεσης (Baumeister, 1960: 76-78; AD, 1964: 217).

Ο πρωτεύων ρόλος της κατασκευής, η έντονα αρθρωτή διάταξη των χώρων και η ρυθμική οργάνωση των όψεων στα Ξενία του Κωνσταντινίδη  απαλύνονται συνήθως από τις εξής αρχιτεκτονικές αρετές: τη μουσικότητα της μορφής, την έντεχνη χρήση απλών υλικών –ανεπίχριστου μπετόν, σίδερου, πέτρας, ξύλου, πλακοστρώσεων– και τη χρησιμοποίηση των Πολυγνώτειων χρωμάτων με έναν κατασκευαστικά αρμόζοντα τρόπο. Ο αρχιτέκτων σχεδίασε επίσης και τα τυποποιημένα έπιπλα των ξενοδοχείων του. Με δική του πρωτοβουλία ένα μικρό μέρος της δαπάνης των Ξενία εξοικονομείτο για την αγορά έργων αξιόλογων γλυπτών (Κωνσταντινίδης, 1981 & 1992: 214-238). Το γεγονός ότι ο Κωνσταντινίδης και οι αρχιτέκτονες του ΕΟΤ είχαν την απόλυτη ευθύνη της μελέτης και επίβλεψης των ξενοδοχείων τους παραπέμπει στην έννοια του «ολικού έργου τέχνης» του Bauhaus.

Τέσσερα κορυφαία επιτεύγματα της ριζοσπαστικής προσέγγισής του ήταν τα Ξενία του ΕΟΤ στην Καλαμπάκα (1960), τη Μύκονο (1960) το  Παληούρι Χαλκιδικής (1962) και τον Πόρο (1964) και οι ξενώνες του ΕΟΤ στην Επίδαυρο (1960, 1962) (Κωνσταντινίδης, 1981 & 1992:  98-101, 108-111, 128-131, 103-105, 152-155)

Ως προς τον χαρακτήρα και τον ρόλο των ξενοδοχειακών μονάδων του ΕΟΤ, ο αρχιτέκτων επισημαίνει ότι «Τα ξενοδοχεία ‘Ξενία’ … δεν εξυπηρετούν μονάχα λειτουργικά, με τις πρακτικές ανέσεις και ευκολίες που προσφέρουν, αλλά γίνονται και πυρήνες για αισθητική απόλαυση και πνευματική ξεκούραση». Επισημαίνει επίσης ότι «οι χώροι διαμονής, –σαλόνι, εστιατόριο κ.λπ., έχουνε αναπτυχθεί σε μεγάλη έκταση, ώστε να εξυπηρετούν μεγάλο αριθμό θαμώνων … Αυτό γίνεται για να μετέχουν στη ζωή του ξενοδοχείου και περαστικοί, –ντόπιοι ή ξένοι–, ώστε στην κάθε ξενοδοχειακή μονάδα να έρχονται σε επαφή οι ένοικοι του ξενοδοχείου και με εξωτερικά στοιχεία και να συναναστρέφονται με τους κατοίκους της περιοχής, ώστε να μπορούν και αυτοί να ζήσουν την ατμόσφαιρα του ξενοδοχείου» (Κωνσταντινίδης, 1987: 186-187). Το όραμα του αρχιτέκτονα πραγματοποιήθηκε κατά τις δεκαετίες του ’60 και ’70, αφού πολλά ξενοδοχεία Ξενία υπήρξαν κέντρα κοινωνικής ζωής της περιοχής τους.

 

Επιλεγόμενα

Τα ξενοδοχεία Ξενία του ΕΟΤ που σχεδίασε ο Κωνσταντινίδης αποτελούν έργα αναφοράς της ελληνικής αρχιτεκτονικής του 20ού αιώνα. Αρκετά μάλιστα από αυτά έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα μνημεία. Στις υποθήκες του αρχιτέκτονα ανήκουν το ομαδικό πνεύμα και το δημιουργικό κλίμα που καλλιέργησε ως προϊστάμενος του τμήματος μελετών του ΕΟΤ. Καρπός του κλίματος αυτού ήταν ένα έργο με το οποίο η ανασυγκροτούμενη χώρα του κατόρθωσε να είναι παρούσα στη διεθνή σκηνή της τουριστικής αρχιτεκτονικής του ’60. Οι ξενοδοχειακές μονάδες που σχεδιάστηκαν από τον ίδιον και τους αρχιτέκτονες του ΕΟΤ προσέλκυσαν το ενδιαφέρον του Τύπου της εποχής τους ως αξιόλογη αντιπρόταση στον ισοπεδωτικό κοσμοπολιτισμό των ξενοδοχειακών αλυσίδων Hilton, Intercontinental κ.ά. (Κωνσταντινίδης, 1987: 329-352· Echstein, 1968· World Architecture, 1965: 145-146). 

Ως προϊόντα μεταβλητών παραγόντων, οι τουριστικές μονάδες του ΕΟΤ ήταν μοιραίο να υποστούν τη φθορά του χρόνου. Στους παράγοντες αυτούς ανήκουν οι τεχνικές δυνατότητες της εποχής τους, αλλά και  οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν τότε. Το μέλλον εκείνων των ξενοδοχείων Ξενία που έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα μνημεία προδιαγράφεται ζοφερό, καθώς ο εκσυγχρονισμός τους από ιδιώτες επιχειρηματίες έρχεται σε σύγκρουση με την προστασία της αρχιτεκτονικής τους ποιότητας.

Εντούτοις, το επαρκώς τεκμηριωμένο έργο του Κωνσταντινίδη στον χώρο του τουρισμού κ.λπ., ενισχυμένο από τα στοχαστικά κείμενά του, αποτελεί στέρεη βάση για την αντιμετώπιση διαχρονικών προβλημάτων της αρχιτεκτονικής, όπως είναι: η εναρμόνιση κτίσματος και φύσης˙ η έκφραση του πνεύματος του τόπου˙ τα ζητήματα της τυπολογίας, του κανόνα και της ελευθερίας˙ η μελέτη κτιρίων για τους πολλούς, αντί για τους λίγους εύπορους ή ισχυρούς. Τέλος, η φιλοσοφία του αρχιτέκτονα που εκφράστηκε στα ξενοδοχεία Ξενία δεν αφορά μόνον τη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή που τη γέννησε, αλλά και χώρες με μακραίωνες και αξιόλογες αρχιτεκτονικές παραδόσεις. 

Η Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ είναι ιστορικός της Αρχιτεκτονικής και Ομότιμη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών

 

 

Ντοκιμαντέρ: Ο Αρχιτέκτονας ΑΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

Βιβλιογραφικές αναφορές

  • Achleitner, Friedrich (1965), “Ein Griechischer Baumeister. Neues Bauen kritisch betrachtet: Aris Konstantinidis”, in: Die Presse, Wien, 13/14.02.1965.
  • Achleitner, Friedrich (1968), “Vielfalt und Typus. Neues Bauen kritisch betrachtet: Ausstellung Aris Konstantinidis”, in: Die Presse, Wien.
  • AD (1964), “Architecture. The Work of Aris Konstantinidis”, Architectural Design, 5/1964.
  • Baumeister (1960), 2/1960, σ. 76-78 (Περίπτερο ΕΟΤ στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης).
  • Γεωργουσόπουλος, Κώστας (1986), «Δοχεία ζωής», Τα Νέα, 14.1.1986.
  • DBZ (1970) – Baufachbücher  8: Hotel-und Restaurantbauten, Bertelsmann Fachverlag Reinhard Mohn, Gütersloch, σ. 79-81 (Ξενοδοχείο Ξενία Μυκόνου / Xenia Hotel Mykonos) .
  • Εγγονόπουλος, Nίκος (1999), οι άγγελοι στον παράδεισο μιλούν ελληνικά … Συνεντεύξεις, σχόλια και γνώμες, ύψιλον / βιβλία, Αθήνα, σ. 15 (συνέντευξη, 1938).
  • Echstein, Hans (1968), “Moderne Griechische Hotelbauten in: Einklag mit der Landschaft”, Architektur und Wohnform, 6/1968, Stuttgart.
  • Fessas-Emmanouil, Helen (2010), “Il mondo di Aris Konstantinidis”, in: Cofano, Paola & Konstantinidis, Dimitri (eds.), Aris Konstantinidis 1913-1992, Electaarchitettura, Milano, σ. 54-73.
  • Κωνσταντινίδης, Άρης (1957), «Έτσι το θέλουμε εμείς», Αρχιτεκτονική, 5-6 / 1967, σ. 52-53.
  • Κωνσταντινίδης, Άρης (1978), Σύγχρονη αληθινή αρχιτεκτονική, Αθήνα.
  • Κωνσταντινίδης, Άρης (1981 & 1992), Άρης Κωνσταντινίδης. Μελέτες και Κατασκευές, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα.
  • Κωνσταντινίδης, Άρης (1985), “Χτίζω προσωρινά καταφύγια της ζωής”, Το Τέταρτο, 8 / Ιούλιος 1985, σ. 87-93.
  • Κωνσταντινίδης, Άρης (1987), Για την Αρχιτεκτονική: δημοσιεύματα σε εφημερίδες, σε περιοδικά και σε βιβλία, 1940-1982 – Βιβλιογραφία, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα.
  • Κωνσταντινίδης, Άρης (1989), Άρης Κωνσταντινίδης, Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα, Φεβρουάριος 1989 (Κατάλογος έκθεσης).
  • Κωνσταντινίδης, Άρης (1981 & 1992), Άρης Κωνσταντινίδης. Μελέτες και Κατασκευές, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα.
  • Nerdinger, Winfried (1993, ed.), Architekturschule München, 1868-1993. 125 Jahre Technische Universität München, Ausstellungskatalog, Architekturmuseum der Technischen Universität München, Verlag Klinkhardt & Biermann, Leipzig.
  • Peters P. (1939), Hotels Feriendörfer, Baumeister Querschnitte 7, München.
  • World Architecture I, (1964), edited by J. Donat,
  • World Architecture 3, (1965), edited by J. Donat,
  • Φεσσά-Εμμανουήλ, Ελένη (1993α), «Άρης Κωνσταντινίδης (1913-1993). Ενας μεγάλος αρχιτέκτων του 20ού αιώνα», Δελτίο Συλλόγου Αρχιτεκτόνων, 9/1993, p. 50-59.
  • Φεσσά-Εμμανουήλ, Ελένη (1993β), Κτίρια για δημόσια χρήση στη νεότερη Ελλάδα, 1827-1992, Παπασωτηρίου, Αθήνα.
  • Φεσσά-Εμμανουήλ Ελένη (2001), Δοκίμια για τη Νέα Ελληνική Αρχιτεκτονική, σ. 96-117 («Η αρχιτεκτονική φιλοσοφία του ριζοσπάστη Άρη Κωνσταντινίδη [1913-1993]»).
  • Yarwood, Dreen (1974), The Architecture of Europe, Chancellor Press, London.
  • http://eng.archinform.net/arch/120.htm;
  • http://www.architekten-portrait.de/robert_vorhoelzer/index.html.).

 

 

Διεθνές Θερινό Σχολείο Αρχαιολογίας και Ελληνικής Γλώσσας στο ΑΠΘ

Διεθνές Θερινό Σχολείο Αρχαιολογίας και Ελληνικής Γλώσσας

Το Διεθνές Θερινό Σχολείο Αρχαιολογίας και Ελληνικής Γλώσσας 2017 διοργανώνεται για πρώτη φορά από την Πανεπιστημιακή Ανασκαφή του ΑΠΘ στην Τούμπα Θεσσαλονίκης και το Σχολείο Νέας Ελληνικής Γλώσσας του ΑΠΘ, στο πλαίσιο της Δομής Διά Βίου Μάθησης του ΑΠΘ. Στο Θερινό Σχολείο, που θα ολοκληρωθεί στις 28 Ιουλίου 2017, συμμετέχουν προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές πανεπιστημίων του εξωτερικού (Arizona, Cincinnati, Durham, Glendon, Harvard, Michigan, Oxford), που σπουδάζουν αρχαιολογία, ιστορία της τέχνης, ανθρωπολογία, κλασικές σπουδές και ιστορία.

Στόχοι του προγράμματος είναι η εκμάθηση βασικών στοιχείων επικοινωνίας στη νέα ελληνική γλώσσα με εισαγωγή στο καθημερινό λεξιλόγιο, η εξοικείωση με την ιστορία και αρχαιολογία της Μακεδονίας, η εκπαίδευση σε ζητήματα ανασκαφικής μεθοδολογίας, καθώς και η απόκτηση ειδικών δεξιοτήτων σε σχέση με την τεκμηρίωση, καταγραφή και επεξεργασία ποικίλων κατηγοριών αρχαιολογικών καταλοίπων.

Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στην εκπαίδευση των συμμετεχόντων στη μεθοδολογία και στις τεχνικές ανασκαφής μέσω της πρακτικής άσκησης στην ανασκαφή του προϊστορικού οικισμού της Τούμπας Θεσσαλονίκης, ειδικών σεμιναρίων μακρο- στρωματογραφίας και μικρο-στρωματογραφίας των ανθρωπογενών επιχώσεων, καθώς και μέσω σύγχρονων τεχνικών αποτύπωσης, τεκμηρίωσης και διαχείρισης αρχαιολογικών καταλοίπων (Φωτογραμμετρία, Γεωγραφικά  Συστήματα Πληροφοριών – GIS), ταφικής αρχαιολογίας και οστεοαρχαιολογίας, αρχαιοβοτανικής, αρχαιοζωολογίας, μορφολογικής και τεχνολογικής ανάλυσης της κεραμικής.

Το πρόγραμμα θα κινηθεί σε τρεις άξονες. Ο πρώτος άξονας αφορά τη διδασκαλία της νέας ελληνικής γλώσσας με στόχο την εκμάθηση και ανάπτυξη βασικών επικοινωνιακών δεξιοτήτων. Στον δεύτερο άξονα περιλαμβάνονται διαλέξεις για την ιστορία και αρχαιολογία της περιοχής από μέλη ΔΕΠ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ξεναγήσεις σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας και ειδικά εργαστήρια σχετικά με την καταγραφή, τεκμηρίωση και επεξεργασία διαφορετικών κατηγοριών αρχαιολογικών καταλοίπων από ειδικευμένους συνεργάτες της ανασκαφής. Ο τρίτος άξονας αφορά την πρακτική άσκηση των συμμετεχόντων στο πεδίο και το εργαστήριο.

Περισσότερες πληροφορίες στους συνδέσμους: http://smg.web.auth.gr/wordpress/?page_id=6998

 και http://toumba.web.auth.gr/-/index.php/el/ 

 

«Είμαι η Χαρίτα Μάντολες» Η γυναίκα – σύμβολο της Κύπρου αφηγείται τη ζωή της στην Clio Turbata και τον Χαράλαμπο Γάππα

«Είμαι η Χαρίτα Μάντολες»

Η γυναίκα – σύμβολο της Κύπρου αφηγείται τη ζωή της στην Clio Turbata και τον Χαράλαμπο Γάππα

 

13046185_1369235836438468_2113364495_n
Η ηρωίδα του βιβλίου κα Χαρίτα Μάντολες

Κυρία Μάντολες, περιγράψτε μου την ζωή στην Ελιά, τις πρώτες μέρες της εισβολής και την προσφυγιά στον ελεύθερο τομέα.

Είμαι η Χαρίτα Μάντολες, κατάγομαι από ένα όμορφο χωριό της Κερύνειας, στην Όρκα γεννήθηκα, ήταν ο πατέρας μου από εκεί, η μητέρα μου από τον Καραβά. Κατάγομαι από μιαν πολύτεκνη οικογένεια, ήμασταν 11 αδέρφια, 8η στην σειρά εγώ. Η μητέρα μου δυστυχώς, πέθανε όταν ήμουν 11 χρονών, κι ο μικρός αδερφός μου 5 χρονών. Και τότε απ’ το χωριό μου στην Όρκα, ο πατέρας μου μας πήρε και μας πήγε στο χωριό της μητέρας μου στον Καραβά. Εκεί είχε ένα τσιφλίκι, το τσιφλίκι της Ελιάς. Ήταν ένα μικρό χωριουδάκι η Ελιά, άλλα ήταν κι ένα τσιφλίκι με μεγάλη περιουσία το οποίο είχε δώσει ο παππούς στην μητέρα μου. Εκεί ήτανε νερά τρεχάτα, λεμονόδεντρα, περβόλια, οι πρόποδες του Πενταδακτύλου τα άγγιζαν, ήταν ο κάμπος και η θάλασσα-ήταν πανέμορφα τα μέρη μας. Εκεί παντρεύτηκα, έκανα δύο παιδάκια.

Ήτανε 2 χρονών η κόρη μου στην εισβολή και ενός ο γιός μου- δεν επερπάτα, ήταν μικρός. Στις 15 Ιουλίου έγινε το πραξικόπημα, και μετά ήρθε η τούρκικη εισβολή, 20 Ιουλίου. Στις 20 Ιουλίου ξυπνήσαμε με εκρήξεις, οι Τούρκοι άρχισαν να βγαίνουν εκεί κοντά στο σπίτι μας, ένα μίλι αγγλικό είμασταν μακριά από την αποβίβαση που εγίνετο, και ερχόντουσαν πιο κοντά μας- αυτά τα πράγματα κανείς δεν μπορεί να τα ξεχάσει. Όταν αρχίσαν οι εκρήξεις, κι άνοιξα το παράθυρο να βγαίνει προς την Κερύνεια, είδα έναν μαύρο καπνό να βγαίνει. Ο σύζυγός μου φώναξε, γρήγορα έξω να βγούμε γιατί ήρθαν οι Τούρκοι. Όλο το βράδυ άκουγε από το ραδιοφωνάκι, BBC,τον αγγλικό ραδιοσταθμό, ότι τα πλοία από την Τουρκία, ξεκίνησαν προς την Κύπρο. Και τότε μέχρι να κάνουμε δύο μπιμπερά γάλα στα μικρά παιδιά, να ξυπνήσουμε τον γέρο- τον πατέρα μου- και να βγούμε έξω, και που να κρυφτείς- δεν ξέραμε που να πάμε. Πήγαμε κάτω από τα λεμονόδεντρα που άγγιζαν κάτω, και έμπαινες κάτω από την λεμονιά και δεν σε έβλεπε κανείς από το φύλλωμα, φωνάξαμε και την αδερφή μου και τον σύζυγό της με δύο βρέφη. Μπήκαμε κάτω από τα λεμονόδεντρα με λίγο νερό, λίγο ψωμί. Και εκεί δεν μπορώ να περιγράψω τι γίνονταν˙ έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί την μάνα! Κοντά μας έφτασε ένα αγοράκι δεκατεσσάρων χρονών, που έκλαιγε, έχασε τους γονείς του. Σε λίγο πέρασε ένας άντρας με τρία παιδάκια, έχασε την γυναίκα του και την πεθερά του. Τους δίναμε λίγο νερό, λίγο ψωμί και πήγαιναν να κρυφτούν πάνω στο βουνό. Και σιγά σιγά μεγάλωνε η ομάδα εκεί που είμασταν, έρχονταν και κάθονταν εκεί κοντά μας. Αφού ο σύζυγός μου άκουσε στο ραδιοφωνάκι πως οι έφεδροι πρέπει να καταταγούνε στην μονάδα τους. Ήταν 25 χρονών έφεδρος, και 23ων της μικρής μου αδερφής, και έφυγαν από κοντά μας, πήγαν να καταταγούν, έτρεξαν προς την Κερύνεια. Ήταν ένα στρατόπεδο, η Γκλιτσιώτισσα, το οποίο είχαν χτυπήσει πρώτο οι Τούρκοι, πήγαν εκεί να καταταχθούν. Όμως δεν άργησαν πολύ, ήρθαν με πολλούς άλλους στρατιώτες, αφού το πραξικόπημα είχε πάρει τα όπλα και τα είχε εξαφανίσει, και είπαν οι άλλοι οι στρατιώτες, πως πήγαμε εμείς και δεν είχε όπλα το στρατόπεδο για να μας δώσουν. Ο σύζυγός είπε πως είδε έξω Τούρκους που είχαν σκοτώσει πολλούς, γιατί τα πλοία από την θάλασσα έριχναν όλμους, τα αεροπλάνα κατέβαιναν πολύ χαμηλά και μυδραλιοβολούσαν από τα φτερά. Και τότε έμεινε ο σύζυγός μου μαζί μας, μέχρι το μεσημέρι, είδαμε, έβγαιναν από την θάλασσα οι Τούρκοι και προχωρούσαν, έτσι από μακριά έριχναν σφαίρες αλύπητα. Και αποφασίσαμε να πάμε να κρυφτούμε σε έναν στάβλο υπόγειο, που ήταν από σφαίρες χτισμένο, να μην σκοτώσουν οι αδέσποτες σφαίρες που έριχναν οι Τούρκοι. Ήταν βροχή οι σφαίρες και τα χόρτα τα ξερά, έπαιρναν φωτιές. Δίπλα από το σπίτι μου ήταν το σπίτι της μικρής αδερφής μου, και από κάτω ήταν αυτό το υπόγειο, που χρησιμοποιούσε ο πατέρας μου για τα ζώα.

Εβράδιασε, κι έτρεχε πολύς κόσμος να φύγει- στρατιώτες κλαίγανε, φωνάζανε, τους δίναμε λίγο νερό, λίγο ψωμί, φεύγανε από κοντά μας. Και τότε έφτασε η κοπέλα αυτή που την έχασε ο σύζυγός της και έμεινε μαζί μας το βράδυ, και έκλεγε, και έλεγε, ‘’πάμε να βρούμε τον άντρα μου και τα μωρά μου’’, γιατί κι αυτός ήταν μαζί μας, και έφυγε από το πρωί, και κάπου θα είχε κρυφτεί. Τελικά έμεινε αυτή, και ξημέρωσε η άλλη μέρα. Το τι γίνονταν όλο το βράδυ μέσα εκεί είναι από αυτά που δεν μπορεί ο άνθρωπος να τα περιγράψει.

Την άλλη μέρα, 21 Ιουλίου, ο σύζυγός μου λέει, θα πάει στο σπίτι δίπλα να φέρει λίγο γάλα και λίγο ψωμί για τα παιδιά. Όταν βγήκε του είπα θά ‘ρθω και ώ μαζί σου, και μού ‘πε, ‘’δεν θα πάς πουθενά’’. Βγήκε, και όταν πήγα να πάω ένα αεροπλάνο πετούσε πολύ χαμηλά και μυδραλιοβολούσε στο σπίτι μας, μου φώναξε ‘’πρόσεχε’’. Τότε επέστρεψα στον στάβλο, και τότε ήρθε τρεχτός με ένα αδειανό βάζο, και του λέω, ‘’γιατί δεν έφερες λίγο νερό για τα παιδιά’’, κα μου λέει έλα έξω να σου πω, για να μην ακούσουν και πανικοβάλουμε τους ανθρώπους μέσα. Ένας στρατιώτης είναι πληγωμένος στον φούρνο του σπιτιού μας και έλα να του δώσουμε βοήθεια’’. Έτρεξα- δεν θα ξεχάσω ποτέ μου τον στρατιώτη, ήταν ο Χριστόφορος Ιατρού, από τον Αη Γιάννη τ’ Αγρού, ένα χωριό του Τρόοδος.  Βγήκε από τον φούρνο και μπήκε μέσα στον γουμά- στο κοτέτσι- έτρεμε απ’ τον φόβο του και η γλώσσα του ήταν κρεμασμένη. Τον πήγαμε στο σπίτι, τον έβαλε ο σύζυγός μου στο μπάνιο, τού ‘πλυνε τις πληγές και του τις έδεσε, και του έδωσε από τα ρούχα του και φόρεσε, έβγαλε τα στρατιωτικά. Όταν τον περιποιηθήκαμε, έφτασε η μητέρα της κοπέλας. Η κοπέλα βγήκε επάνω και φώναζε να πάει να βρει τον άνδρα της, και τα μωρά της, η Μαρούλα. Και τότε λέει η μητέρα της, ‘’γρήγορα, πάμε να βρούμε τα μωρά και τον σύζυγό σου’’. Εγώ επέμενα να μείνουν μαζί μας, αλλά δεν τα κατάφερα. Είναι αυτός ο πόνος για τα παιδιά της, και έφυγαν απ’ εκεί, κι εγώ τις παρακολουθούσα από το παραθυράκι του μπάνιου μου που ανηφόριζαν, προς το χωριουδάκι, την Ελιά. Και είναι ακόμη οι κραυγές τους στα αυτιά μου, γιατί λίγο πιο πάνω ήταν κρυμμένου Τούρκοι στρατιώτες και τις άρπαξαν.

Αυτές αφού, λοιπόν, τις άρπαξαν, εγώ επέστρεψα στους ανθρώπους μου εκεί που έστεκαν, και τους είπα πως την Μαρούλα και την Χρυσταλού, τις άρπαξαν οι Τούρκοι. Και αμέσως πέρασε ένας Τούρκος μπροστά από το σπίτι μας, με έναν ασύρματο και κρατούσε και μια χειροβομβίδα. Σε λίγα λεπτά άρχισαν οι όλμοι από την θάλασσα να πέφτουν γύρω από τα σπίτια μας, και οι λάκκοι το χώμα που έβγαζαν σκέπαζε τα σπίτια. Τότε πήραμε κεριά και λαμπάδες και ανάψαμε και γονατίσαμε κάτω από τους δοκούς του σπιτιού, γιατί πιστεύαμε πως θα έπεφτε το σπίτι επάνω μας. Τότε εγώ βρέθηκα δίπλα στον στρατιώτη, και τον ρώτησα πως βρέθηκε εκεί, και μου είπε,’’ μας είχαν μαζέψει, μας πήγαν σε ένα στρατόπεδο και εκεί διάλεξαν τους Μακαριακούς- τότε ήταν το πραξικόπημα. Τρία λεωφορεία γέμισαν, και μας έφεραν εδώ πιο κάτω από το σπίτι σας, και οι Τούρκοι μας έστησαν ενέδρα. Όλοι είναι κάτω νεκροί, εγώ πληγώθηκα και έκανα τον νεκρό. Και όταν βράδιασε, έφυγαν οι Τούρκοι, σύρθηκα μέχρι το σπίτι σας. Δεν ήξερα αν ήταν εδώ Τούρκοι ή Έλληνες, για να ζητήσω βοήθεια, άκουγα μέσα στο υπόγειο όλο το βράδυ, τα παιδιά που έκλαιγαν’’.

Είχαμε μαζευτεί 48 άτομα, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Και τότε, σταμάτησαν να πέφτουν οι όλμοι, και ένας ένας πήγαμε και κρυφτήκαμε πάλι κάτω στο υπόγειο- και έγινε 5.20 το απόγευμα. Και τότε ακούσαμε πάνω ποδοβολητά, να χτυπούν να πυροβολούν- δεν ξέραμε αν μπήκαν Τούρκοι ή Έλληνες. Τότε είδαμε πως είμασταν περικυκλωμένοι από τους Τούρκους, και είπαμε να παραδοθούμε, αλλά οι άνδρες έλεγαν δεν θα παραδοθούμε. Είπαμε όμως αφού είμαστε άοπλοι, γυναικόπαιδα, να παραδοθούμε να πάρουν αιχμαλώτους. Και τελικά, μια ξαδέρφη μας, η Ελένη Ευθυμίου, έδεσε ένα λευκό πανί σε ένα καλάμι και το έβγαλε από μια τρύπα του στάβλου, και φώναζε, αγγλικά, ‘’μην πυροβολείτε, είμαστε άοπλοι και γυναικόπαιδα’’. Οι Τούρκοι τότε ρίξαν την πορτούλα, και μας είπαν με ψηλά τα χέρια ένας ένας να βγαίνει έξω. Όλοι βαστούσαν από ένα παιδί στην αγκαλιά- εγώ βαστούσα την κόρη μου, ο άνδρας μου τον γιό μου. Μας έβγαλαν επάνω στην βεράντα και μας είπαν, ‘’καθίστε εδώ να δούμε τι θα σας κάνουμε’’. Όπως λέμε, τα βάσανα του Ιησού Χριστού, έτσι αρχίσαν να κάνουν τους ανθρώπους˙ τους χτυπούσαν, τους έσχισαν τα ρούχα, ποδοπάτησαν τα μπιμπερά με τα γάλατα των παιδιών μας. Ήρθαν και άλλοι Τούρκοι εκεί και φέραν εκεί κοντά μας μία Εγγλέζα με ένα παιδάκι, και αυτής τρέχαν αίματα από τα πόδια της, την βάλαν εκεί κοντά μας και μας είπε πως τον σύζυγό της τον πυροβόλησαν εκεί πιο κάτω σε ένα σπίτι οι Τούρκοι, και αυτήν την πήραν και την κακοποίησαν πολλές φορές.

Μετά  μας είπαν να σηκωθούμε, να ξεκινήσουμε να μας πάρουν αιχμαλώτους. Για κανά χιλιόμετρο προχωρήσαμε και οι Τούρκοι μας χτυπούσαν δεξιά και αριστερά. Μας είπαν να στρίψουμε αριστερά σε έναν δρόμο αγροτικό, και εκεί επέλεξαν ένα ξέφωτο με ελιές. Μας είπαν να καθίσουμε εκεί κάτω από μια ελιά, μέχρι να ρθει ο αξιωματικός να μας πεί, τι θα σας κάνουμε- ακούγαμε τις διαταγές τους και δεν μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά.

13083330_1018611261551814_4433224322930734013_n
Η συγγραφέας του βιβλίου κα Ευρυδίκη Περικλέους Παπαδοπούλου.

Εμείς τότε γονατίσαμε και κοιτάζαμε κατά τους πρόποδες του Πενταδακτύλου, όπου ήταν ένα ξωκκλήσι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ- κι η χάρη του μεγάλη που μας βοήθησε. Οι Τούρκοι έστησαν γύρω μας κάτι σιδερένια τριπόδια και έβαλα πάνω σφαίρες, και πυροβολούσαν στο αέρα. Τα τούρκικα τα αεροπλάνα πετούσαν ψηλά, και έβαλα κόκκινα μαντήλια στο κεφάλι τους και μας είπαν, ‘’ μην φοβάστε, είναι δικά μας’’. Και τότε έτσι πως μας είχαν και μας πρόσεχαν, πήραν το σύζυγο της ξαδέρφης μου της Ελένης, με το παιδί στην αγκαλιά, τον έβγαλαν από τον κύκλο, το έβαλαν μπροστά το περίστροφο, κάθε λίγο να τον σκοτώσουν. Την Τρίτη φορά, έτοιμος ο στρατιωτικός αυτός να τον σκοτώσει, αυτός κατέβασε το παντελονάκι του μωρού και το κάθισε κάτω, για να ουρήσει, δήθεν, και όταν επάτησε την σκανδάλη έφυγε η σφαίρα. Και ο Τούρκος θύμωσε πολύ, άρχισε να τον χτυπά και τον έφερε στον κύκλο.

Ένας Τούρκος, κρύφτηκε σε μια κουφάλα της ελιάς, λίγο πιο μακριά από μας, προς την μεριά του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Και κάθε λίγο έβγαινε- προσπαθούσε να μην τον βλέπουν οι Τούρκοι- και μας έκανε νόημα με το χέρι˙ δεν ξέραμε όμως τι ήθελε να πεί, μήπως ήθελε να μας βοηθήσει. Λέγαμε μήπως, εννοούσε, ότι οι Τούρκοι θα αρχίσουν να πυροβολούν και εμείς να πέσουμε κάτω, ή μήπως πως θα αρχίσουν να πυροβολούν και θα μας σκοτώσουν όλους; Και είναι αυτά τα τελευταία λόγια που έχω ακούσει από τον άνδρα μου, ‘’αν αρχίσουν να πυροβολούν, εσύ να πέσεις κάτω και να κάνεις την νεκρή’’. Πίστευα κι εγώ πως και ο σύζυγός μου έτσι θα έκανε, αλλά δυστυχώς δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Προσεύχομαι, όμως, για τον Τούρκο αυτόν, γιατί όταν μας είπαν να πέσουμε κάτω ήρθε ο αξιωματικός τους για να πει τι θα μας κάνουν. Αυτός δεν μιλούσε ούτε αγγλικά, ούτε γερμανικά, μόνο τούρκικα, και τότε σηκώθηκε μια γυναίκα που ήτανε μαζί μας- αυτή ήταν από ένα χωριό της Αμμοχώστου, όπου ζούσαν και Τούρκοι και Έλληνες, και ήξερε τούρκικα- και του λέει τι θα μας κάνετε, πρέπει να μας σεβαστείτε, είμαστε άοπλοι και γυναικόπαιδα. Και εγώ εκείνο που κατάλαβα είναι πως θα μας σκοτώσουν όλους, και πού είπε για τα Κότσινα- εξ ολοκλήρου τούρκικο χωριό στην Πάφο- που τάχα οι Έλληνες σκοτώσαν Τούρκους. Και του λέει αυτή, ‘’ψέματα σας λένε, οι δικοί μας δεν μπήκαν στα Κότσινα’’. Και αυτός της είπε, ‘’όχι, εμείς θα δώσουμε εκδίκηση’’. Και έφυγε, αφού έδωσε την διαταγή, και οι Τούρκοι μας είπαν να σηκωθούμε και να περπατούμε δύο δύο στην γραμμή. Όταν φτάναμε ως εκεί που μα είπαν, οι Τούρκοι μας χτυπούσαν και μας έλεγαν, τώρα τρείς τρείς στην γραμμή- πόλεμο νεύρων μας έκαναν. Εγώ κρατούσα σφιχτά στην αγκαλιά μου την κόρη μου, και δίπλα ήταν ο Τούρκος που πυροβολούσε έναν άνθρωπο από την παρέα μας, τον Κώστα τον Μέλισσο. Τον πυροβόλησε, κι αυτός σωριάστηκε στην ρίζα της ελιάς- εμένα καρφώθηκαν τα μάτι μου να βλέπω- και πάλι ανασηκώθηκε ο Κώστας να πάρει αγκαλιά την ελιά, και τον ξανά πυροβόλησε ο Τούρκος, και πάλι έπεσε κάτω, και Τρίτη φορά ανασηκώθηκε και ο Τούρκος τον πυροβόλησε πάλι και έμεινε κάτω. Τότε ήρθαν τα λόγια που μου είπε ο άνδρας μου, ‘’αν δεις να πυροβολεί, πέσε κάτω’’. Έπεσα κάτω κι εγώ, μαζί με άλλες γυναίκες, κι έσφιγγα στην αγκαλιά μου την κόρη μου.

Δεν ήξερα πόσο είχε περάσει, λεπτά, ή δευτερόλεπτα και ένιωσα να με κλωτσούν- το ένιωθα, αλλά δεν πίστευα ότι ήμουν στην ζωή. Και τότε γύρισα το κεφάλι της κόρης μου, να δώ άμα ζεί, γιατί τόσο πολύ το έσφιγγα, που νόμιζα πως το έπνιξα το παιδί, κι εκείνη μου ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Και λέω, ‘’η κόρη μου ζεί, εγώ ζώ’’; Δεν πίστευα πως είχα ζωή πάνω μου, και έφερα το χέρι μου και άγγιξα το πόδι μου και λέω, ‘’ζώ’’! Και πήρα δύναμη- και πιστεύω στον Πανάγαθο Θεό, και την Παναγία μου, και τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, γιατί αυτοί μου δώσαν δύναμη. Σηκώθηκα, και άρχισα να ψάχνω και να φωνάζω, ‘’Ανδρέα, Ανδρέα’’! Ήταν μπροστά μου ο άντρας μου, κάτω. Έκανα ένα βήμα, ακόμη ένα, για να φθάσω να αγγίξω στα πόδια του, να δω αν ήταν ζωντανός και προσποιείτο τον νεκρό. Οι Τούρκοι, μας τραβούσαν μακριά, άλλοι μας τραβούσαν τα χέρια, για να μας πάρουν τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια. Εγώ έκανα και δεύτερη προσπάθεια, και πάλι με τραβούσαν πίσω, έκανα και Τρίτη, και δεν τα κατάφερα.

Τότε είδα τον γιό μου που τον βαστούσε ο άντρας μου, κι ήταν στο σβέρκο του- ήταν πληγωμένο το μωρό, κα τρέχαν τα αίματα, το έβλεπα που έκλεγε και κουνούσε το κεφαλάκι του. Άρχισα, να φωνάζω, ‘’το μωρό μου, το μωρό μου’’, και δεν με άφηναν να πάω κοντά του, κι εγώ επέμενα και φώναζα. Και μετά βρέθηκε ο Τούρκος της κουφάλας- και γι’ αυτό λέω, ‘’προσεύχομαι γι’ αυτόν- και του λέω, ‘’το μωρό μου θέλω, άφησέ με να πιάσω το μωρό μου’’. Κι αυτός το έπιασε και μου το πέταξε μακριά. Και αυτό είναι που λέω, ότι διεκδίκησα τον γιό μου, γιατί αν δεν τον διεκδικούσα θα ήταν τώρα αγνοούμενο το παιδί μου. Εκτός από τον γιό μου και άλλα δύο κοριτσάκια, τα πήρε και μας τα πέταξε μακριά. Εγώ έτρεξα να πάρω το μωρό μου μέσα από τα αγκάθια που αρκουδούσε. Έτρεξε και μια άλλη κοπελίτσα και μου λέει, ‘’άφησε μου τον Γιάννη σου, δικό μου το μωρό’’. Επειδή είδα ότι προηγείτο, της το άφησα και το έβαλε στην αγκαλιά της. Της το άρπαξε τότε ένας Τούρκος και το πέταξε μακριά, και πήγε να την κακοποιήσει- να την βιάσει- και την άρπαξε μια μεγάλη γυναίκα και την έβαλε στην αγκαλιά, και φώναζε, ‘’είναι η κόρη μου, άστε την’’, και έβγαλε ο Τούρκος την λόγχη και την έσκισε την κοιλιά, και άρπαξε την κοπελίτσα και της ξέσκισε τα ρούχα και την βίασε. Τότε εγώ έτρεξα πάλι να πάρω τον γιό από τα αγκάθια, και τότε έτρεξε η αδερφή μου και μου φώναξε, ‘’ άσε μου τον Γιάννη σου, γιατί εγώ έχω χάσει και τα τρία μου, τα μωρά’’. Τα μωρά της αδερφής μου ήταν 7, 8 και 9 χρονών, και βαστούσαν τον πατέρα τους από τα χέρια- αισθάνονταν περισσότερο ασφάλεια- αλλά όταν πυροβόλησαν το πατέρα και έπεσε κάτω, έπεσαν και τα παιδιά δίπλα, και η αδερφή μου τα είδε κάτω και νόμιζε ότι τα είχαν σκοτώσει- ενώ ζούσαν. Ο Βασίλης, αυτός που έβαλαν προηγουμένως να τον πυροβολήσουν, έτρεξε με το μωρό στην αγκαλιά, και τα παιδάκια άνοιξαν τα ματάκια τους κι όταν είδαν τον θείο τους έτρεξαν και αυτά προς την κατεύθυνση εκείνη, και γλύτωσαν.

Δώδεκα ανθρώπους εσκότωσαν εκεί, όπως φάνηκε και από τα λείψανα που βρήκαμε, και ήταν εν ψυχρό δολοφονία, δεν ήταν ούτε πληγωμένοι, τους χτυπούσαν στην καρδιά και έπεφταν κάτω. Δώδεκα άνδρες, όπως τον Χριστόφορο Ιατρού, τον στρατιώτη, τον Γιαννάκη τον Κοζάκο, το παιδί που ήρθε κοντά μας χωρίς τους γονείς του, τον Σπύρο τον Κερή, που έκανε γκαρσόνι στο ξενοδοχείο του θείου μου, τον πατέρα μου, ήταν 78 χρονών, τον θείο μου 62 χρονών, τον σύζυγό μου 25 χρονών, της αδερφής μου της μικρής 23 χρονών, της μεγαλύτερης 32 χρονών, το θείο μου, τον ξάδερφό μου, και άλλοι γείτονες και συγχωριανοί.

Οι Τούρκοι μετά μας έδιωχναν να φύγουμε, και τους λέγαμε, ‘’σκοτώστε μας και ‘μας, αφού σκοτώσατε αυτούς’’, και αυτός ο Τούρκος της κουφάλας μας έδιωχνε να φύγουμε. Κι όταν απομακρυνθήκαμε αρκετά, ήρθαμε και ανταμωθήκαμε με τον Βασίλη σε ένα περβόλι, και μας έδωσε τα παιδιά, και πήγε και κρύφθηκε σε ένα πηγάδι, και έζησε εκεί 7 μέρες. Και μετά, είδε τον Άγιο Γεώργιο, και του ‘πε να βγει έξω, και είχαν φύγει οι Τούρκοι, και τον βρήκαν, κατά λάθος, δικοί μας στρατιώτες και τον έφεραν στις ελεύθερες περιοχές. Αγνοείται, η μάνα, η αδερφή του, ο πεθερός του, και ο κουνιάδος του, και δεν άντεξε κι αυτός και αρρώστησε και τον χάσαμε.

Από κεί εμείς κρυφτήκαμε σε έναν άλλο στάβλο, και εκεί βρήκαμε στρώμα βαμβακένιο, και πήραμε το βαμβάκι και βουλώναμε τα στόματα και τα αυτιά από τα παιδάκια, για να μην κλαίνε. Το βρέφος της μικρής αδερφής μου, 11 μηνών ήτανε, και έκλαιγε και της έλεγαν οι γυναίκες, ‘’πνίξ’ το, πνίξ’ το, να μην μας ακούσουν οι Τούρκοι’’. Είναι φοβερά αυτά τα πράγματα που ζήσαμε εμείς, όπως ζήσανε στον Πόντο, και αυτοί, οι Μικρασιάτες- και πραγματικά με λυπεί αυτό το πράγμα που επαναλαμβάνεται, αυτή η ιστορία με την Τουρκία.

Από εκεί, στο Έξι μίλι, στο δρόμο Καραβά-Κερύνειας, μας βρήκαν δικοί μας στρατιώτες, και ειδοποίησαν τα Ηνωμένα Έθνη, και ειδοποίησαν λεωφορεία και ήρθαν και μας πήραν στον Καραβά, και από εκεί μας πήρε ο αδερφός μου και μας πήγε στην Πλατανιστά, ένα χωριό ψηλά στο βουνό, και μας φιλοξένησαν εκεί, από τις 27 του Ιούλη μέχρι 6 Αυγούστου. Και από εκεί έφυγα με τα παιδιά μου στην Λευκωσία, στον Ερυθρό Σταυρό, να δω τι είχαν γίνει οι δικοί μας οι άνθρωποι.

Όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα, ξεκίνησε αυτός ο Γολγοθάς, γιατί αποφάσισα- παρόλο που δεν ήθελα να πάω-  σκέφτηκα, με πόνο ψυχής, πως έπρεπε να υποδείξω εκείνο το σημείο, που τους σκότωσαν εκείνη την ημέρα, για να βρώ τα λείψανα. Ο δημοσιογράφος, ο Δημήτρης Ανδρέου, όταν του είπα πως σκεφτόμουν να πάω μου είπε, πως θα πάμε μαζί.

Το 2004, πήγαμε πρώτη φορά και υπέδειξα εκείνο το σημείο, και σε τρείς ημέρες οι Τούρκοι πήγαν και έκαναν εκταφή, και βρήκαν τα λείψανα. Μετά το 2004, έγινε η μικτή επιτροπή από Έλληνες και Τούρκους, για τις εκταφές, γιατί στις πρώτες εκταφές που έκαναν μόνοι τους οι Τούρκοι, τα λείψανα τα σκόρπισαν, και έτσι τρία κρανία δεν τα βρήκαμε- ‘όπως του συζύγου μου που δεν είχε κρανίο.

Τότε, με ειδοποίησε η επιτροπή αγνοουμένων, όπου ήταν ο Ηλίας ο Γεωργιάδης, να πάω και ‘γω εκεί που γίνονταν η εκταφή. Εγώ αρνήθηκα, και είπα, ‘’ας πάνε άλλοι, τόσοι άλλοι συγγενείς είναι’’. Και μου είπε, ‘’εσύ αγωνίστηκες, εσύ έδειξες το σημείο, να πας να υποδείξεις ότι τα λείψανα είναι ελλιπή’’. Μετά μεγάλης ταλαιπωρίας, πήγε ο γιός μου, και ο γιός της μεγάλης και της μικρής μου αδελφής. Και όταν πήγαμε και το μηχάνημα άρχισε να βγάζει χώματα, έβγαλε ένα κίτρινο πουκάμισο που φορούσε ο ξάδερφός μου. Τέσσερεις φορές είχαν κάνει εκταφή, την πέμπτη βρέθηκε το πουκάμισο, και δεν είχε πάθει τίποτε, και πάνω είχε μισή σιαγόνα με δύο δόντια- αυτό είναι πολύ μακάβριο πράγμα. Αμέσως η ξαδέρφη μου πετάχτηκε να το πιάσει, και δεν την άφησαν, και μας μας κρατούσαν πίσω, τον γιό μου μάλιστα τον είχαν χτυπήσει γιατί θέλησε να φωτογραφίσει αυτήν την σκηνή. Και έπειτα πήγαινα πέντε μήνες εκεί, να βγάζει χώμα το μηχάνημα, και γω να ψάχνω κάνα δόντι, κάνα λείψανο- όλο αυτό ως το 2008. Και μετά άρχισε η διαδικασία του DNA, και τότε μας ειδοποίησαν να πάμε να πάρουμε τα λείψανα.

Μετά την Λευκωσία με πήρε ο κουνιάδος μου στον Καράολο, στην Αμμόχωστο. Αλλά 14 Αυγούστου εγώ είδα την Παναγία και τον Απόστολο Ανδρέα, και μου λέγαν να φύγω. Και εγώ είπα τον αδερφό του ανδρός μου, ‘’πάρε με να φύγουμε, γιατί θα ρθούν οι Τούρκοι’’, και μου λέει,’’ είσαι φοβισμένη, δεν θα ρθουν εδώ οι Τούρκοι’’, και γω έκλαιγα. Τελικά μας έβαλε στο αυτοκίνητο και φύγαμε στην Πλατανιστά, όπου ήταν ο αδερφός μου, και μπήκαν οι Τούρκοι. Ύστερα, κατεβήκαμε στην Λεμεσό, όπου μα φιλοξένησε ένας φίλος του γαμπρού μου. Μετά μάθαμε ότι χτίζονταν σπίτια, για φτωχές οικογένειες, στον συνοικισμό Αγίου Αθανασίου, και είχαν πάει πρόσφυγες μέσα, και έτσι πήγα και γω.

Τον πρώτο καιρό της εγκατάστασης στην Λεμεσό, είχατε κάποια βοήθεια από τον Ερυθρό Σταυρό, την Κύπρο, την Ελλάδα;

Από το Ερυθρό Σταυρό μας έφεραν ένα κρεβατάκι για τα παιδιά. Αλλά, η Ελλάδα πάντα έστελνε βοήθεια, ρούχα και άλλα πράγματα. Και πάντα την ευχαριστώ την Ελλάδα, γιατί έστελνε. Βέβαια αυτά πήγαιναν στην Κυβέρνηση, και μετά ξέρεις πως γίνεται. Αλλά, εγώ πάντα σέβομαι και εκτιμώ αυτούς τους ανθρώπους που μας βοηθάνε, και μας δίνουν δύναμη.

Περάσαμε δύσκολα, και θυμάμαι, ήρθε μέρα που δεν είχα να δώσω γάλα και ψωμί στα παιδιά μου, και καθόμουν, θυμούμαι, στο κατώφλι και σκεφτόμουν τι να κάνω, και τότε πέρασε μια φιλανθρωπική οργάνωση Ελλήνων και μου έδωσε πέντε λίρες.

Μετά τα παιδιά άρχισαν να μεγαλώνουν, να ζητούν τον πατέρα τους. Αλλά εγώ έλεγα πάντα πως 99,5 τοις εκατό είναι νεκρός ο πατέρας σας, και άφηνα ένα μισό τοις εκατό, γιατί δεν τον είχα αγγίξει.

Όσον αφορά τους αγνοουμένους, πείτε μου, πως κρίνετε όλην αυτήν την κίνηση γύρω από το ζήτημα της ανεύρεσής τους. Πως κρίνεται την πρόοδο της διαδικασίας και τον ρόλο της Τουρκίας;

Για αυτήν την Μαρούλα, είχαμε μαρτυρία, ότι την είχε πάρει ένας αξιωματικός Τούρκος, στην Καρπασία που ήταν οι εγκλωβισμένοι. Την πήγε σε ένα μαγαζί για να της αγοράσει παπούτσια, και δεν την κατέβαζε από το αυτοκίνητο, και την πήγαινε η γυναίκα παπούτσια να δοκιμάσει. Την της είπε, ‘’γιατί δεν κατεβαίνεις να ρθείς να δοκιμάσεις, και πηγαινοέρχομαι;’’ – νόμισεν πως ήταν Τουρκάλα. Κι έσκυψε στο αυτί της και της είπε, ‘’δεν είμαι Τουρκάλα εγώ, είμαι Ελληνοκύπρια, είμαι η Μαρούλα από την Κερύνεια. Και βρέθηκε ένα παιδί που ήταν εγκλωβισμένος, δάσκαλος, και μου είπε, όταν είπα αυτήν την ιστορία, ‘’να μην στεναχωριέσαι και η Μαρούλα ζεί’’. Μου είπε, όταν ήρθαν έποικοι από τα βάθη της Ανατολίας, λέει, τους σταμάτησαν εκεί σε ένα κέντρο, εκεί στο λιμάνι που θα τους έβαζαν εκεί στα καράβια, να πιούνε καφέ. Και τους έκανε καφέ μια κοπέλα που δεν μιλούσε τούρκικα, κι όταν την ρώτησαν γιατί δεν μιλάς τούρκικα, τους είπε, ‘’εγώ δεν είμαι Τουρκάλα, είμαι η Μαρούλα από την Κερύνεια, και με παντρεύτηκε αυτός ο αξιωματικός και έκανα και τρία παιδιά μαζί του. Και είπαν οι έποικοι, πως είπε να φέρουμε χαιρετίσματα στην Καρπασία, όπου υπάρχουν εγκλωβισμένοι.

Και είναι αυτό που φωνάζω και λέω, πως κανείς δεν βοήθησε, να πάνε να ψάξουν να βρούν αυτήν την γυναίκα. Όπως επίσης λέω, πως οι αγνοούμενοί μας είναι 1619, τα 27 ήταν παιδιά κάτω των 14ων χρονών- δεν γίνεται να τα έχουν σκοτώσει οι Τούρκοι. Όπως τον Χρηστάκη της Μυροφόρας, που τρείς φορές την πήρε ο Ντεκτάς με τον Κληρίδη, στο οδόφραγμα για να της φέρουν το παιδί, και δεν της το φέραν ενώ το παιδί ζεί. Όπως είναι και οι 83 Ελλαδίτες, οι αδερφοί μας που αγνοούνται. Επίσης και 117 γυναίκες, που έχουν αρπάξει οι Τούρκοι. Για όλους αυτούς αγωνιζόμαστε, να μάθουμε για την τύχη τους. Όπως βλέπετε, αρχίσαν τώρα να κάνουν εκταφές και να βρίσκουν λείψανα, να σου δίνουν ένα κοκαλάκι, ένα λείψανο- αυτά είναι απαράδεκτα. Οι Τούρκοι μας κοροϊδεύουν, δεν κάνουν τις εκταφές που πρέπει. Αυτήν την βδομάδα, ήταν ο Μαραθώνιος Αγνοουμένων στην Κύπρο, και γίνονται κάποιες εκδηλώσεις και ήταν ο κύριος Φωτίου, και του είπα να πάς το μήνυμα στον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφού οι Τούρκοι δεν συμβιβάζονται, και δεν δέχονται να πούν που είναι αυτοί οι άνθρωποι- γιατί έχουν ημερολόγιο του πολέμου οι Τούρκοι, και ξέρουν για τον κάθε ένα αγνοούμενό μας, που τον σκοτώσαν, που τον έχουν και τι έγινε- να πεί, ‘’φθάνει, ως εδώ’’, να σταματήσουν τις συνομιλίες για την λύση του Κυπριακού- πρώτα να πεί για το θέμα των αγνοουμένων. Η Τουρκία τάχα βοηθάει για λύση στο Κυπριακό, αλλά είναι δυνατόν μια μάνα να φεύγει από την ζωή δίχως να μαθαίνει τι απόγινε το παιδί της- αυτό είναι το πρώτιστο και μετά η λύση. Και η λύση του Κυπριακού πρέπει να γίνει˙ εμείς να πάμε στα σπίτια μας, οι Τουρκοκύπριοι στα δικά τους. Αυτή είναι η λύση, η απελευθέρωση της Κύπρου- να φύγουν τα ξένα στρατεύματα και οι έποικοι. Δεν δώσαμε σε κανέναν κανέναν να βάλει την υπογραφή μας, να ξεπουλήσει το σπίτι μας.

Βλέπετε ότι θα συνεχίσουν οι συνομιλίες για την λύση τελικά του Κυπριακού;

Ο Πρόεδρος είναι διατεθειμένος να το λύσει, και πολλοί λένε ότι δε θα το πάει σε δημοψήφισμα, γιατί αυτός δεσμεύτηκε να το λύσει. Αλλά πώς δεσμεύτηκε; Άρα κάποιο συμφέρον έχει για να δεσμευτεί. Ο άνθρωπος αυτός, ήταν μεσίτης στο σχέδιο Ανάν, εμείς όμως δεν δεχόμαστε αυτήν την λύση που πάει να κάνει. Η Διζωνική Ομοσπονδία είναι τουρκοποίηση της Κύπρου- θα πάρουν ολόκληρη την Κύπρο, όχι με πόλεμο, αλλά σιγά σιγά. Και μεις δεν θα έχουμε ούτε βάρκες να πέσουμε στην θάλασσα.

Υπάρχει αντίδραση προς το Διζωνικό σχέδιο;

Τα μικρά κόμματα αντιστέκονται, τα δύο μεγάλα κόμματα όμως έγιναν ένα, και τάχα στα άλλα δεν συμφωνούν, αλλά συμφωνούν στην λύση. Και εμείς περιμένουμε να το φέρουν σε δημοψήφισμα, και ο κόσμος να καταλάβει τι συμβαίνει.

Εμείς ζητούμε την απελευθέρωση της Κύπρου, και ο καθένας να πάει σπίτι του- αυτή είναι λύση. Που είναι αλλιώς τα ανθρώπινα μας δικαιώματα- να μην μπορώ να πάω στο χωριό μου; Αυτή η λύση είναι η καταστροφή μας.

Η Συντακτική Ομάδα της CLIO TURBATA ευχαριστεί το Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού του Δήμου Καλαμαριάς και την ιστορικό κα. Μαρία Καζαντίδου για την βοήθεια τους σε αυτή την συνέντευξη  και για το φωτογραφικό υλικό και την κάλυψη της παρουσίασης του βιβλίου «Ως Αληθώς η Ζωή της Χαρίτας Μάντολες» που έλαβε χώρα στις 21 Απριλίου 2016 στο κτήριο του Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού του Δήμου Καλαμαριάς. 

 

Φωτογραφικό υλικό και βίντεο  από την εκδήλωση

13082549_1018611238218483_4820985776322696724_n
Ο Καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου κ. Πέτρος Παπαπολυβίου

 

13077373_1369235569771828_1858351102_n
Η κα Ελένη Φωκά, δασκάλα, επί 23 χρόνια εγκλωβισμένη στην κατεχόμενη Καρπασία.

 

13051647_1018607168218890_3799252233377782596_n
Ο Δήμαρχος Καλαμαριάς κ. Θεοδόσης Μπακολίδης.

 

13083108_1018607061552234_1458643301921150041_n
Ο Πρόεδρος του Ι Α.Π.Ε. κ. Σωτήρης Γεωργιάδης

 

 

 

 

13062100_1018607101552230_5879562802460356462_n
Ο Γενικός Πρόξενος της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη κ. Αντώνης Μανδρίτης.

 

13043337_1018607198218887_5603796621422186446_n
Ο Μητροπολίτης Ν. Κρήνης και Καλαμαριάς κ. Ιουστίνος.

 

 

Το φωτογραφικό υλικό της εκδήλωσης μπορείτε να το βρείτε και στην σελίδα του ΙΑΠΕ στο Facebook :

Iστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού Δήμου Καλαμαριάς

Ελευθέριος Αρβανίτης – Επαμεινώνδας Γιαβάλκας: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΤΟΥ ΕΙΡΗΝΙΚΟΥ (1944-1945). ΜΕΡΟΣ Β΄: Η ΠΡΟΕΛΑΣΗ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΙΑΠΩΝΙΚΕΣ ΝΗΣΟΥΣ

Ελευθέριος  Αρβανίτης – Επαμεινώνδας Γιαβάλκας

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΤΟΥ ΕΙΡΗΝΙΚΟΥ (1944-1945)

ΜΕΡΟΣ Β΄: Η ΠΡΟΕΛΑΣΗ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΙΑΠΩΝΙΚΕΣ ΝΗΣΟΥΣ

 

 

Η κατάληψη της Iwo Jima      

Στις αρχές του 1945 η Ιαπωνία εναπόθετε τις όποιες ελπίδες διέθετε αποκλειστικά σε μία μεγάλη μάχη που θα της έδινε τη δυνατότητα να περισώσει τμήματα της μεγάλης αυτοκρατορίας της μέσω της συνθηκολόγησης. Μετά την ανακατάληψη των Φιλιππίνων από τα στρατεύματα του Douglas MacArthur, το Ιαπωνικό Ναυτικό είχε σχεδόν διαλυθεί και ο πόλεμος είχε μετατραπεί σε ολοκληρωτικό εφιάλτη. Πλέον το ιαπωνικό μητροπολιτικό έδαφος ήταν ακάλυπτο και οι Αμερικανοί συνέχισαν την πορεία προς την επίτευξη του στόχου τους: την ολοκληρωτική ήττα της Ιαπωνίας. Το αμερικανικό επιτελείο είχε θέσει ως επόμενο στόχο το νησί της Iwo Jima, το οποίο βρίσκεται βόρεια των Μαριάνων Νήσων και ανατολικά της αλυσίδας των Ryukyus, που περιλαμβάνει την Okinawa όπως θα παρατηρήσουμε παρακάτω. Η συγκεκριμένη απόφαση για επίθεση λήφθηκε στις 3 Οκτωβρίου 1944, δηλαδή προτού ξεκινήσουν οι επιχειρήσεις για την ανακατάληψη των Φιλιππίνων. Ο βασικός και κύριος λόγος για την επιλογή αυτή ήταν η ανάγκη για βάσεις κοντά στην μητροπολιτική Ιαπωνία, έτσι ώστε τα καινούργια βομβαρδιστικά, τα περίφημα B-29, να έχουν τη δυνατότητα να επιχειρούν με ασφάλεια και άνεση. Μέχρι τότε, τα B-29 απογειώνονταν από την Saipan και την Tinian[1] προκειμένου να πλήξουν το μητροπολιτικό έδαφος της Ιαπωνίας, ωστόσο, κατά την επιστροφή τους υπήρχε ο κίνδυνος αφενός να μην φτάσουν τα καύσιμα και αφετέρου να πέσει η νύκτα. Στις 3 Μαρτίου 1945 για παράδειγμα, τα αμερικανικά αεροσκάφη έπληξαν το Τόκυο σκορπίζοντας το θάνατο σε 83.793 ανθρώπους (ο απίστευτος αυτός αριθμός αμάχων θυμάτων οφείλεται στο συνδυασμό της ρίψης εμπρηστικών βομβών και των κατασκευασμένων από ξύλο και ριζόχαρτο ιδιωτικών οικιών), ενώ και στις 27 του ίδιου μήνα χτυπήθηκαν ιαπωνικά λιμάνια προκαλώντας μεγάλες καταστροφές. Πολλά βομβαρδιστικά έπεσαν στη θάλασσα εξαιτίας των παραπάνω λόγων με τα 3/4 των πιλότων όμως να περισυλλέγονται από τα αμερικανικά πλοία με ασφάλεια. Συνεπώς, η ανάγκη για μία βάση που θα προσέφερε μεγαλύτερη ασφάλεια στις επιχειρήσεις ήταν επιτακτική. Η βάση αυτή ήταν η Iwo Jima, από την οποία τα B-29 θα είχαν τη δυνατότητα να πλήξουν με χαρακτηριστική άνεση μία περιοχή έκτασης από  το Τόκυο μέχρι και τα Νησιά Truk.[2]

Αεροφωτογραφία της Iwo Jima. Στο κάτω άκρο δεσπόζει το ηφαίστειο Suribashi.

Το στρατηγικής σημασίας νησί της Iwo Jima είναι ένα μικρό σε μέγεθος ηφαιστειακό νησί, καθώς διαθέτει το ηφαίστειο του Suribashi με ύψος 169 μέτρα, γεγονός που σημαίνει ότι είναι σεισμογενές. Για το λόγο αυτό οι Αμερικανοί το ονόμαζαν χαρακτηριστικά “The Hard Rock”. Η βλάστηση απουσιάζει και όπου αυτή υπάρχει είναι χαμηλή. Το αφιλόξενο αυτό νησί δεν διέθετε λιμάνι. Αντίθετα, διέθετε δύο ολοκληρωμένες αεροπορικές βάσεις και μία τρίτη υπό κατασκευή. Οι Ιάπωνες είχαν οχυρώσει τόσο το όρος Suribashi, όσο και τα υψώματα στα βορειοανατολικά του νησιού, είχαν εγκαταστήσει ραντάρ και είχαν δημιουργήσει και εδώ σύστημα λαβυρίνθων και σπηλαίων, προκειμένου να αμυνθούν μέχρι τέλους και να δυσκολέψουν τον εχθρό επιφέροντάς του όσο το δυνατόν περισσότερες απώλειες. Ο έμπειρος Ιάπωνας διοικητής Tadamichi Kuribayashi [3] είχε οργανώσει ένα άρτιο δίκτυο άμυνας. Φρόντισε δε να απομακρύνει τους αξιωματικούς που δεν ήταν υπάκουοι και προετοίμασε τους άνδρες του για μία μάχη μέχρις εσχάτων. Χαρακτηριστική είναι η επιστολή, που ο ίδιος έστειλε στη σύζυγό του στην Ιαπωνία, γράφοντάς της: “Do not plan for my return”. Όλοι γνώριζαν ότι αργά ή γρήγορα το νησί θα έπεφτε στα χέρια των αμερικανικών στρατευμάτων και ως εκ τούτου οι Ιάπωνες είχαν προετοιμαστεί ψυχολογικά για την τελευταία τους μάχη. Η φρουρά της Iwo Jima αριθμούσε περί τους 21.000 στρατιώτες, 23 τεθωρακισμένα οχήματα, 438 πυροβόλα, 33 ναυτικά όπλα, 69 αντιαρματικά και 300 περίπου αντιαεροπορικά όπλα. Το αμερικανικό σχέδιο με την κωδική ονομασία “Detachment” προέβλεπε την απόβαση 110.000 πεζοναυτών με παράλληλη υποστήριξη από 500 περίπου πλοία.[4]

 Η μάχη της Iwo Jima. 

Το αμερικανικό επιτελείο έθεσε ως στόχο την απομόνωση του όρους Suribashi την πρώτη ημέρα, έτσι ώστε στη συνέχεια τα στρατεύματα να στραφούν προς τις αεροπορικές βάσεις στα ανατολικά του νησιού, όπου έδρευε και το αρχηγείο του Kuribayashi. Οι τριήμεροι ναυτικοί βομβαρδισμοί του Αμερικανικού Στόλου απέτυχαν να καταστρέψουν ή ακόμα και να φθείρουν τις αντίπαλες οχυρώσεις. Έτσι, στις 19 Φεβρουαρίου 1945, οι πεζοναύτες ξεκίνησαν την απόβαση στη μεγάλη νότια παραλία της Iwo Jima εν μέσω κακών καιρικών συνθηκών αφού έπνεαν θυελώδεις άνεμοι. Η ακτή είχε χωριστεί σε επτά επιμέρους τομείς με τις κωδικές ονομασίες από τα δυτικά προς τα ανατολικά: Green, Red 1, Red 2, Yellow 1, Yellow 2, Blue 1 και Blue 2. Την ημέρα της απόβασης οι 30.000 πεζοναύτες αντιμετώπισαν προβλήματα καθώς «κόλλησαν» στην ηφαιστειακή άμμο με αποτέλεσμα οι Ιάπωνες από το όρος Suribashi να τους αποδεκατίσουν κυριολεκτικά. Η κατάσταση χειροτέρεψε και έγινε πιό δραματική με συνέπεια να χαθούν την πρώτη ημέρα συνολικά 2.000 άνδρες. Το γόρδιο δεσμό έκοψαν οι εκσκαφείς, οι οποίοι δημιούργησαν ταχύτατα σταθερό έδαφος ώστε να ξεκολλήσουν οι πεζοναύτες και παράλληλα να αποβιβαστούν και τα αμερικανικά οχήματα στην παραλία. Οι πεζοναύτες κατόρθωσαν μέσα σε 90 λεπτά της ώρας να απομονώσουν το όρος Suribashi, ενώ τη δεύτερη ημέρα με τις καιρικές συνθήκες εκ νέου δυσμενείς, ξεκίνησαν την ανάβαση, στη διάρκεια της οποίας ανακαλύφθηκαν 70 ιαπωνικά θωρακισμένα φυλάκια και 50 οχυρωμένες θέσεις. Παράλληλα με τις παραπάνω αρχικές επιθετικές ενέργειες, τα αμερικανικά πλοία στα ανοιχτά της Iwo Jima δέχτηκαν επιθέσεις καμικάζι, πρακτική, η οποία, όπως θα  φανεί παρακάτω, κορυφώθηκε στην Okinawa. Μετά από πέντε ημέρες σφοδρών συγκρούσεων, το όρος Suribashi καταλήφθηκε από τους πεζοναύτες, οι οποίοι ύψωσαν την αμερικανική σημαία στην κορυφή του.[5]   

Η απόβαση των Αμερικανικών δυνάμεων.

Όσον αφορά την ιστορία γύρω από την αμερικανική σημαία, υπάρχει ολόκληρο παρασκήνιο που γενικά δεν είναι ευρέως γνωστό. Όταν η περίφημη 5η μεραρχία ανήλθε στο όρος στις 23 Φεβρουαρίου 1945 και ύψωσε στις 10.20 το πρωί την σημαία με τα 48 τότε αστέρια (Χαβάη και Αλάσκα δεν είχαν ενσωματωθεί ακόμα ως πολιτείες), ακούστηκε μία μεγάλη ιαχή από τους στρατιώτες που βρίσκονταν στις ακτές, ενώ ήχησαν οι σειρήνες των αμερικανικών πλοίων. Ο Kuribayashi καθώς και όλοι οι Ιάπωνες αντιλήφθηκαν τότε το κατόρθωμα των Αμερικανών. Λίγες ώρες αργότερα, ο Υπουργός Ναυτικών των ΗΠΑ, James Forrestal, ο οποίος παρακολούθησε τις μάχες από τη θάλασσα, αποβιβάστηκε στην παραλία και ζήτησε να του παραχωρηθεί η σημαία που υψώθηκε ως αναμνηστικό. Όταν η πληροφορία μεταφέρθηκε στον διοικητή της 5ης μεραρχίας στο Suribashi, εκείνος εξέφρασε έντονα το θυμό και την αγανάκτησή του καθώς έδινε τη σημαία αναφωνόντας: “To hell with that!”. Ωστόσο, πολύ γρήγορα ζήτησε να του δοθεί μία νέα μεγαλύτερη σημαία: “Give me a new one and make it bigger”, τόνισε χαρακτηριστικά. Το αίτημά του ικανοποιήθηκε και το απόγευμα της ίδιας ημέρας ξεκίνησε η πομπή με τη νέα σημαία μαζί με τρεις φωτογράφους. Γύρω στις 6 με 7 το απόγευμα η δεύτερη μεγαλύτερη σημαία υψώθηκε εκ νέου στην κορυφή του όρους Suribashi με τον Joe Rosenthal[6] να απαθανατίζει το στιγμιότυπο  τη στιγμή που οι πεζοναύτες την ύψωναν. Η φωτογραφία ήταν στημένη και μάλιστα ο ίδιος ο Rosenthal παραδέχτηκε αργότερα πως παραλίγο να χάσει τη στιγμή. Ο δεύτερος φωτογράφος, ο Bob Campbell, φωτογράφισε τον ίδιο τον Rosenthal, που με τη σειρά του φωτογράφιζε τους πεζοναύτες μπροστά απο την υψωμένη σημαία, ενώ ο τρίτος, o Bill Genaust, που απώλεσε τη ζωή του 9 ημέρες αργότερα, κατέγραψε το φιλμ της στιγμής που αυτή υψωνόταν. Οι δύο σημαίες βρίσκονται σήμερα στο Ιστορικό Κέντρο των Πεζοναυτών, στην Washington. Μάλιστα είναι ενδιαφέρον το γεγονός πως οι ΗΠΑ, τον Ιούνιο του 2016, αποκατέστησαν τη λάθος ταύτιση ενός πεζοναύτη της φωτογραφίας αυτής. Ο εν λόγω πεζοναύτης, που τελικά εικονιζόταν στη φωτογραφία, δεν βρίσκεται εν ζωή καθώς απεβίωσε το 2004. Η φωτογραφία της στιγμής που υψώνεται η σημαία έγινε αμέσως δημοφιλής στις ΗΠΑ. Τυπώθηκαν αναμνηστικά γραμματόσημα με αυτήν, τα οποία έσπασαν κάθε ρεκόρ πωλήσεων, ενώ το σημερινό χάλκινο μνημείο των 100 τόνων του Felix de Weldon κοσμεί το κοιμητήριο στην περιοχή του Arlington στην αμερικανική πρωτεύουσα.[7]   

Η δεύτερη (στημένη) φωτογραφία.

Μετά την κατάκτηση του όρους Suribashi, ο καιρός βελτιώθηκε αισθητά και τα αμερικανικά στρατεύματα συνέχισαν την πορεία τους προς τις δύο αεροπορικές βάσεις στα ανατολικά του νησιού. Τη δέκατη ημέρα από την απαρχή της απόβασης, οι Αμερικανοί είχαν κατορθώσει να ελέγξουν το μισό νησί και να καταλάβουν τις δύο ολοκληρωμένες αεροπορικές βάσεις. Τα αμερικανικά στρατεύματα αναγκάστηκαν για μία ακόμα φορά να χρησιμοποιήσουν φλογοβόλα και καύσιμα προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους Ιάπωνες, οι οποίοι ήταν οχυρωμένοι μέσα στις σπηλιές και στους λαβυρίνθους που είχαν δημιουργήσει. Στις 3 Μαρτίου 1945 πέτυχαν τον έλεγχο των 2/3 της Iwo Jima με το τίμημα μέχρι εκείνη τη στιγμή να είναι αρκετά βαρύ: 3.000 νεκροί σε έντεκα ημέρες, ενώ οι Ιάπωνες διέθεταν πλέον 7.000 άνδρες από τους  αρχικούς 21.000.[8]

Τη δέκατη τρίτη ημέρα, άρχισαν να φτάνουν οι πρώτες προμήθειες για τους Αμερικανούς συμπεριλαμβανομένου και του αίματος, αφού η κυβέρνηση των ΗΠΑ καλούσε τους πολίτες σε εθελοντική αιμοδοσία. Αντίθετα, οι Ιάπωνες υπέφεραν εξαιτίας της έλλειψης τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης και για το λόγο αυτό προέβαιναν σε ληστρικές ενέργειες κατά του αμερικανικού στρατοπέδου τη νύχτα. Την ίδια ημέρα έλαβε χώρα ένα πολύ σημαντικό γεγονός: προσγειώθηκε για πρώτη φορά στην Iwo Jima το βομβαρδιστικό Β-29 “Superfortress” λόγω μηχανικής βλάβης και το οποίο ήταν το πρώτο από τα εκατοντάδες που θα προσγειώνονταν στο νησί μέχρι τη λήξη του πολέμου. Είναι χαρακτηριστική η φωτογραφία με τους στρατιώτες συγκεντρωμένους γύρω από το νέο αμερικανικό όπλο, το οποίο αντίκρυζαν για πρώτη φορά από τέτοια απόσταση. Μετά από δύο εβδομάδες σκληρών μαχών οι Αμερικανοί αποφάσισαν να τοποθετήσουν για μία ακόμα φορά μάγειρες, μηχανικούς, υπαλλήλους και οδηγούς προκειμένου να συνεχιστεί η πίεση κατά των αντίπαλων γραμμών άμυνας.[9]Έτσι, μετά από δεκαεπτά ημέρες μαχών 800 Ιάπωνες που είχαν εγκλωβιστεί σε ύψωμα του νησιού  έλαβαν την απόφαση για εφόρμηση αυτοκτονίας τη νύχτα. Το αποτέλεσμα ήταν τραγικό καθώς όλοι τους βρήκαν μοιραίο θάνατο, ενώ για τους Αμερικανούς ήταν η μέρα που πέτυχαν τις περισσότερες απώλειες στον εχθρό. Οι απώλειες για τους Αμερικανούς ήταν ανησυχητικά μεγάλες με αποτέλεσμα το ξέσπασμα έντονων αντιδράσεων στις ΗΠΑ και γι`αυτό το λόγο αποφασίστηκε στις 14 Μαρτίου 1945 το νησί να κηρυχθεί ασφαλές. Δέκα ημέρες αργότερα, στις 24 Μαρτίου, ο Ιάπωνας διοικητής Kuribayashi εγκλωβίστηκε σε περιορισμένο χώρο μαζί με τους εναπομείναντες στρατιώτες του. Τότε, έστειλε το τελευταίο του μήνυμα στο αρχηγείο της Chichi Jima αναφέροντας: “All officers and men, goodbye from Iwo!”. Έτσι, στις 26 Μαρτίου ο  Kuribayashi εξαπέλυσε τη νύχτα την τελευταία επίθεση κατά των Αμερικανών, οι περισσότεροι από τους οποίους κοιμούνταν. Όλοι οι Ιάπωνες εξοντώθηκαν, ωστόσο, η Iwo Jima έλαβε την σκυτάλη από τα Palaus και έγινε ο τόπος στον οποίο το Σώμα των Πεζοναυτών αρίθμησε τις περισσότερες απώλειες στην ιστορία του: 6.000 περίπου έχασαν τη ζωή τους και 17.272 τραυματίστηκαν, ενώ εξαιτίας των καμικάζι σκοτώθηκαν και 1.917 ναύτες. Οι Ιάπωνες αρίθμησαν 19.977 νεκρούς, ενώ περίπου 1.000 αιχμαλωτίστηκαν. Η Iwo Jima πιστώνεται, όμως, τη σωτηρία περίπου 22.000 αμερικανών πιλότων των B-29 καθώς πλέον είχαν τη δυνατότητα της ασφαλούς προσγείωσης στις βάσεις του νησιού.[10] 

Μετά τον πόλεμο οι ΗΠΑ διατήρησαν στην Iwo Jima στρατιωτική βάση για είκοσι χρόνια, ενώ το Αμερικανικό Λιμενικό εξασφάλισε την παρουσία του μέχρι το 1968. Το 1993 η δικαιοδοσία του νησιού παραχωρήθηκε στην Ιαπωνία, η οποία σήμερα διαθέτει ναυτική βάση. H Iwo Jima αποτελεί μνημείο πολέμου, είναι ακατοίκητη, δεν υπάρχουν εγκαταστάσεις για φιλοξενούμενους και ο μόνος τρόπος για τους Δυτικούς να επισκεφτούν το νησί είναι μέσω των ετήσιων εκδρομών που οργανώνει το Σώμα των Πεζοναυτών. Ωστόσο, οι συμμετέχοντες είναι αποκλειστικά βετεράνοι του πολέμου. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνει χώρα το ετήσιο reunion μεταξύ των βετεράνων των δύο χωρών στην κορυφή του Suribashi,  όπου έχουν τοποθετηθεί και τα ανάλογα μνημεία. Το 1945 είχε δημιουργηθεί κοιμητήριο στο νησί, το οποίο αργότερα μεταφέρθηκε στη Χαβάη (Punchbowl Cemetery), ενώ οι σοροί κάποιων πεσόντων επαναπατρίστηκαν στις ΗΠΑ. Δυστυχώς, ιαπωνικό κοιμητήριο δεν κατέστη δυνατό να δημιουργηθεί επειδή οι νεκροί είχαν ταφεί σε μαζικούς τάφους ή είχαν χαθεί στα βάθη των σπηλαίων. Αξίζει, τέλος, να κάνουμε μία αναφορά στον υιό του Tadamichi Kuribayashi, Taro Kuribayashi, ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή του στην προσπάθεια σύσφιξης των σχέσεων ΗΠΑ και Ιαπωνίας, ενώ διατήρησε και ένα πλούσιο φωτογραφικό αρχείο του νησιού. Οι τρεις αεροπορικές βάσεις σήμερα έχουν συγχωνευθεί σε μία μεγάλη. Το όρος Suribashi στέκεται επιβλητικά στο άκρο του νησιού, ενώ η ηφαιστειακή άμμος βρίσκεται εκεί για να θυμίζει στους βετεράνους τις δύσκολες ώρες που βίωσαν όταν αποβιβάστηκαν. Ο μεγάλος Αμερικανός σκηνοθέτης Clint Eastwood σκηνοθέτησε δύο υπέροχες ταινίες για την Iwo Jima το 2006. Η πρώτη φέρει τον τίτλο “Flags of our Fathers” και προβάλλει την αμερικανική εκδοχή και οπτική και η δεύτερη “Letters from Iwo Jima” παρουσιάζει την αντίστοιχη ιαπωνική.[11]  

Okinawa: Η τελευταία μάχη

Στις αρχές του 1945, προτού, δηλαδή, ξεκινήσουν οι επιχειρήσεις για την Iwo Jima, το αμερικανικό επιτελείο πραγματοποιούσε συσκέψεις σχετικά με τα επόμενα βήματα του στρατού στον Ειρηνικό Ωκεανό. Πλέον ήταν γνωστό σε όλους ότι για την Ιαπωνία ο χρόνος μετρούσε απλά αντίστροφα. Σε μία από τις συσκέψεις αυτές ο αντιναύαρχος Raymond Spruance έθεσε στο τραπέζι των συζητήσεων την πρόταση για την Okinawa και γενικότερα την αλυσίδα των νησιών Ryukyus. Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή και εγκρίθηκε από το αμερικανικό επιτελείο λαμβάνοντας το κωδικό όνομα “Operation Iceberg”. Όταν οι επιχειρήσεις στην Iwo Jima ολοκληρώθηκαν με επιτυχία αλλά και με πολλές απώλειες παράλληλα, οι αμερικανικές δυνάμεις κινήθηκαν εναντίον της αλυσίδας των νησιών Ryukyus, της οποίας μεγαλύτερο είναι η Okinawa. Τα νησιά βρίσκονται νότια του μητροπολιτικού εδάφους της Ιαπωνίας και θεωρούνται η πύλη εισόδου για το τελευταίο. Οι Αμερικανοί θα πατούσαν πλέον σε ιαπωνικό έδαφος γνωρίζοντας πως η ήταν θέμα χρόνου μέχρι να υποταχθεί η αυτοκρατορία. Η Okinawa ήταν ιαπωνική από το 1879 και η απόστασή της τόσο από τις ακτές της Κίνας όσο και από της Formosa είναι η ίδια.

Οι αναγνωριστικές πτήσεις των αμερικανικών αεροπλάνων είχαν υποτιμήσει όμως τις ιαπωνικές δυνάμεις στο νησί. Τον Ιούλιο του 1944 ο διοικητής Mitsuru Ushijima[12] αντικατέστησε τον Masao Watanabe και εγκατέστησε το αρχηγείο του στην πόλη Shuri, την δεύτερη μεγαλύτερη του νησιού, η οποία ήταν η αρχαία πρωτεύουσα. Ο Ushijima διέθετε την 32η Ιαπωνική Στρατιά, η οποία αριθμούσε περί τους 120.000 άνδρες. Διέθετε επίσης ισχυρή αεροπορική δύναμη μαζί με μερικά πλοία, όσα είχαν απομείνει, συμπεριλαμβανομένου και του θωρηκτού Yamato. Οι αμερικανικές εκτιμήσεις ανέφεραν την παρουσία 60-70.000 Ιαπώνων, δηλαδή τους μισούς από όσους βρίσκονταν στο νησί στην πραγματικότητα. Από την πλευρά τους οι Αμερικανοί συγκέντρωσαν τη μεγαλύτερη αποβατική δύναμη μέχρι τότε στον Ειρηνικό Ωκεανό για την εφαρμογή του σχεδίου με διοικητή τον Buckner, ο οποίος διέθετε την 10η Αμερικανική Στρατιά: τρεις μεραρχίες πεζοναυτών και τέσσερις μεραρχίες πεζικού με συνολικό αριθμό 155.000 ανδρών. Ωστόσο, στις μάχες θα εμπλέκονταν περίπου 300.000 Αμερικανοί. Όσον αφορά τις ναυτικές επιχειρήσεις, αυτές τις είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου ο αντιναύαρχος Raymond Spruance, ο οποίος χώρισε το στόλο σε τέσσερα τμήματα: η κύρια δύναμη είχε ανατεθεί στον ναύαρχο Richmond Turner[13] (με 300 πολεμικά πλοία και 1.000 μεταφορικά), η δύναμη του Marc Mitscher (με τέσσερις ομάδες αεροπλανοφόρων), η δύναμη του αντιναύαρχου William Bludy και η βρετανική δύναμη του Sir Bernard Rawlings (με βρετανικά αεροπλανοφόρα) που είχε επιφορτιστεί με το ρόλο της κάλυψης του Turner. Στις επιχειρήσεις στην Okinawa συμμετείχε συνεπώς και το Βρετανικό Ναυτικό παρά τις έντονες αντιδράσεις του King, ο οποίος ήταν αγγλοφοβικός και είχε πολλές διαφωνίες. Αντίθετα, τόσο ο Nimitz, όσο και ο Spruance ήταν θετικότατοι στη συμμετοχή αυτή. Ο Winston Churchill είχε πιέσει έντονα, έτσι ώστε τα βρετανικά πλοία να γίνουν αποδεκτά στον Ειρηνικό για καθαρά πολιτικούς λόγους.[14]

Το αμερικανικό σχέδιο προέβλεπε την κατάληψη του νησιού προκειμένου να δημιουργηθούν οι αεροπορικές βάσεις από όπου τα B-29 θα έπλητταν ακόμα πιό άμεσα το μητροπολιτικό έδαφος της Ιαπωνίας. Αρχικά η δύναμη του Bludy θα διεξήγαγε τους προπαρασκευαστικούς βομβαρδισμούς, ενώ θα απογειώνονταν από τα αεροπλανοφόρα αεροσκάφη, τα οποία θα κατέστρεφαν τις αντίπαλες υποδομές και οχυρώσεις. Εν συνεχεία, τα ναρκαλιευτικά πλοία θα απομάκρυναν τις νάρκες έτσι ώστε τα μεταγωγικά πλοία να κατορθώσουν να πλησιάσουν άνετα τις ακτές. Μόλιε εξασφάλιζαν την απόλυτη αεροπορική κυριαρχία, όπως ακριβώς επιθυμούσε ο ναύαρχος Nimitz, τότε θα ετίθετο σε ισχύ το σχέδιο με την κατάκτηση πρώτα κάποιων μικρών νησιών στα δυτικά της Okinawa. Στη συνέχεια, τα αμερικανικά στρατεύματα θα στρέφονταν ενάντια στον κύριο στόχο. Η όλη επιχείρηση χωρίστηκε σε τρία επιμέρους τμήματα: αρχικά κατάληψη του νότιου μέρους, εν συνεχεία κατάληψη της Ie Shima και της βόρειας Okinawa και τέλος δημιουργία αεροπορικών βάσεων στο νησί καθώς και σε άλλα γειτονικά. Όπως θα παρατηρήσουμε, πρώτα καταλήφθηκε το βόρειο τμήμα και στη συνέχεια οι Αμερικανοί κινήθηκαν προς το Νότο.[15]

Η απόβαση ορίστηκε για την Πρωταπριλιά του 1945, ημέρα του Πάσχα., ενώ η δύναμη του Bludy είχε ήδη διεξαγάγει τους προκαταρκτικούς βομβαρδισμούς. Οι βομβαρδισμοί αυτοί περιλάμβαναν και τα γειτονικά νησάκια, τα οποία ισοπεδώθηκαν κυριολεκτικά κι έτσι η 77η μεραρχία κατάφερε να καταλάβει τα νησιά Kerama και να εξουδετερώσει διακόσιες περίπου  ιαπωνικές βάρκες αυτοκτονίας, οι οποίες ήταν γεμάτες με εκρηκτικά. Οι Ιάπωνες καμικάζι ,για τους οποίους θα γίνει εκτενής αναφορά παρακάτω, κατόρθωσαν λίγη ώρα πριν την εκδήλωση της απόβασης να πλήξουν τέσσερα αμερικανικά αεροπλανοφόρα, τα οποία υπέστησαν μεγάλες ζημιές. Έτσι, λοιπόν, λίγα λεπτά μετά τις 04.00 τα χαράματα, τα αμερικανικά στρατεύματα ξεκίνησαν την πορεία τους προς στην Okinawa και πιό συγκεκριμένα προς την ακτή Hagushi, όπου θα αποβιβάζονταν. Στις 8.30 οι πρώτες δυνάμεις του Buckner είχαν αποβιβαστεί με ασφάλεια χωρίς να συναντήσουν την παραμικρή αντίσταση, με αποτέλεσμα για πρώτη φορά στο μέτωπου του Ειρηνικού Ωκεανού να μην υπάρξει καμία απώλεια και κανένας τραυματισμός.

Απόβαση στην Okinawa. Ένας περίπατος που εξελίχθηκε σε εφιάλτη.

Οι πεζοναύτες δημιούργησαν την πρώτη ημέρα ένα προγεφύρωμα δεκατριών χιλιομέτρων, το οποίο περιλάμβανε 60.000 άνδρες. Μεταξύ τους κυριαρχούσε η συζήτηση σχετικά με το που βρίσκονται οι Ιάπωνες και γιατί δεν συνάντησαν καμία αντίσταση μέχρι τη στιγμή εκείνη. Τη δεύτερη ημέρα οι Αμερικανοί κατέλαβαν την κεντρικό τομέα του νησιού μαζί με τα δύο αεροδρόμια, ενώ τότε πληροφορήθηκαν από τους ντόπιους κατοίκους πως οι ιαπωνικές δυνάμεις βρίσκονταν συγκεντρωμένες στο νότιο τμήμα του νησιού. Η σχέση της Ιαπωνίας με την Okinawa ήταν και εξακολουθεί να είναι σε κάποιο βαθμό προβληματική γεγονός που επιβεβαιώθηκε και από τη στάση ανοχής των κατοίκων έναντι των Αμερικανών εισβολεων. Μέσα σε τρεις μόλις ημέρες οι πεζοναύτες κατάφεραν να καλύψουν τον προγραμματισμό τριών εβδομάδων! Ωστόσο, οι εξελίξεις παρέμειναν ευνοϊκές και στη συνέχεια. Σε αντίθεση με τον Kyribayashi, ο Ushijima διέθετε περισσότερο οπλισμό και προμήθειες.[16] Κατά τις πρώτες ημέρες, το 24ο Αμερικανικό Σώμα κινήθηκε προς Νότο, όπου συνάντησε τους αμυνόμενους Ιάπωνες στην γραμμή Machinato, βόρεια της πόλης Shuri. Το μέτωπο στο νότιο τμήμα θα διαρκούσε πολλές εβδομάδες και θα είχε μεγάλο βαθμό δυσκολίας για τους Αμερικανούς, αφού οι ιαπωνικές δυνάμεις μάχονταν μέχρι θανάτου. Παράλληλα με την έναρξη των επιχειρήσεων στο Νότο, ο Buckner αποφάσισε να στείλει μία μεραρχία πεζοναυτών στο Βορρά, προκειμένου να διασφαλιστεί η περιοχή και μία μεραρχία πεζικού στο νησάκι Ie Shima. Η Ie Shima θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως αεροπορική βάση για επιπλέον κάλυψη προς όφελος των δυνάμεων, οι οποίες μάχονταν στην Okinawa. Το συγκεκριμένο νησάκι υπερασπίζονταν 3.000 Ιάπωνες μαζί με 1.500 οπλισμένους πολίτες και απαιτήθηκαν δεκαεπτά ολόκληρες ημέρες, με τις πέντε τελευταίες να περιλαμβάνουν τις πιο σκληρές μάχες του μετώπου, προτού καταληφθεί οριστικά στις 21 Απριλίου 1945. Οι Ιάπωνες έχασαν 4.700 στρατιώτες και πολίτες, ενώ οι Αμερικανοί 218 άνδρες και είχαν 900 τραυματίες. Οι πεζοναύτες στο Βορρά μάχονταν για ημέρες κατά των Ιαπώνων που είχαν οχυρωθεί στο ύψωμα Yae Take (365 μέτρα) στη χερσόνησο Motobu. Κατόπιν προδοσίας των ντόπιων, οι οποίοι αποκάλυψαν το κρησφύγετο των Ιαπώνων, οι Αμερικανοί κατόρθωσαν να τους εξουδετερώσουν και να διασφαλίσουν το βόρειο τμήμα της Okinawa. Εδώ επιβίωσαν μόνο 46 Ιάπωνες, οι οποίοι αιχμαλωτίστηκαν. Τα αμερικανικά στρατεύματα είχαν, από την πλευρά τους 246 νεκρούς και 1.000 τραυματίες.[17]  

Η μάχη της Okinawa.

Στις 6 Απριλίου 1945 εκδηλώθηκε ιαπωνική αεροπορική και ναυτική αντεπίθεση, ως απάντηση στις αμερικανικές ενέργειες μέχρι εκείνη τη στιγμή. Εγκαινιάστηκε η επιχείρηση “Ten-Go”, δηλαδή “Heavenly Operation”, η οποία περιλάμβανε δέκα κύματα καμικάζι με 3.000 αεροσκάφη κατά των αμερικανικών πλοίων. Τη μέρα εκείνη οι πιλότοι αυτοκτονίας κατάφεραν να βυθίσουν έξι αντίπαλα πλοία και να προκαλέσουν σημαντικές ζημιές σε άλλα εικοσι ένα, με αποτέλεσμα τα τελευταία να τεθούν εκτός μάχης. Η λέξη καμικάζι σημαίνει στα Ιαπωνικά θεϊκός άνεμος (kamikaze: kami=θεός, kaze= άνεμος) και ήταν οι πιλότοι αυτοκτονίας, ηλικίας 17-23 ετών αποφασισμένοι να προσφέρουν τη ζωή τους στον αυτοκράτορα και την πατρίδα τους.  Το σώμα των καμικάζι δημιουργήθηκε τον Οκτώβριο του 1944 ως ύστατο όπλο. Έτσι εξηγείται γιατί άρχισε να χρησιμοποιείται όταν η κατάσταση είχε περιέλθει, πλέον, σε αδιέξοδο. για να αρχίσουν τα χτυπήματα, έχοντας πλέον βρεθεί σε δυσχερή θέση και αδιέξοδο. Υπήρξαν και επικρίσεις, με το επιχείρημα πως με τον τρόπο αυτό καταστρεφόταν το μέλλον της Ιαπωνίας. Το σύνθημα των καμικάζι ήταν το εξής: «Κι αν ακόμη σκοτωθούμε χωριστά, θα τα ξαναπούμε στο Γιασουκούνι, στην πρωτεύουσα των λουλουδιών, μιαν ανοιξιάτικη μέρα». Το Γιασουκούνι ήταν το περίφημο «Τέμενος του Θεού Στρατιώτη», το οποίο δημιουργήθηκε το 1868 αποτελούσε το δομικό συστατικό της αυταρχικής εθνικής οικοδόμησης υπό τον αυτοκρατορικό θεσμό. Οι Ιάπωνες  Β` Παγκόσμιο πόλεμο πίστευαν ότι μαχόμενοι για την ίδια τους την πατρίδα και θυσιάζοντας τη ζωή τους, η ψυχή τους θα μεταβεί στο Γιασουκούνι. Ο αυτοκράτορας και οι στρατιώτες που συμμετείχαν πόλεμο  στον πόλεμο επισκεπτόταν το Τέμενος και προσεύχονταν για τις ψυχές των πεσόντων. Γι`αυτό και όταν οι καμικάζι αναχωρούσαν για το ταξίδι χωρίς επιστροφή, χαιρετούσαν τους υπόλοιπους λέγοντας χαρακτηριστικά: Ραντεβού στο «Γιασουκούνι». Οι καμικάζι χρησιμοποιούσαν ειδικό τύπο αεροσκάφους, το περίφημο Ohka, που σημαίνει άνθος κερασιάς. Διέθετε τρεις πυραυλοκίνητους κινητήρες, ήταν προσδεδεμένο κάτω από το βομβαρδιστικό και όταν πλησίαζε το στόχο αφηνόταν ελεύθερο αναπτύσσοντας ταχύτητα 990 χιλιομέτρων την ώρα. Οι Αμερικανοί ναύτες το αποκαλούσαν Baka, δηλαδή «ανόητο» στα Ιαπωνικά, καθώς πίστευαν ότι οι πιλότοι ήταν είτε ναρκωμένοι είτε υπνωτισμένοι. Δεν μπορούσαν να κατανοήσουν το λόγο, για τον οποίο επιχειρούσαν τις αποστολές αυτοκτονίας αυτού του είδους. Η νοοτροπία των Δυτικών είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με την αντίστοιχη των Ασιατών και αυτό φάνηκε αναδύθηκε ανάγλυφα σε πολλές περιπτώσεις στο μέτωπο του Ειρηνικού. Οι ΗΠΑ, μία ισχυρή χώρα, πρότυπο Δημοκρατίας και κράτους δικαίου απέναντι στην Ιαπωνία, μία αυτοκρατορία προσηλωμένη στις παραδόσεις,  με αυταρχική ιδεολογία και απόλυτο φανατισμό.[18] 

Ιάπωνες Καμικάζι.

Την επομένη, στις 7 Απριλίου 1945 το θωρηκτό Yamato, το οποίο είχε σταλεί στη μάχη μόνο με 67% καύσιμα, μαζί με άλλα οκτώ αντιτορπιλικά και ένα καταδρομικό δέχτηκαν επίθεση από τα αμερικανικά μαχητικά κάθετης εφόρμησης και τα τορπιλοπλάνα, με συνέπεια να βυθιστούν. Τα ιαπωνικά πλοία επιχείρησαν μία αποστολή αυτοκτονίας καθώς δεν διέθεταν αεροπορική κάλυψη. Όσον αφορά τις προσπάθειες των στρατευμάτων του Buckner στο νότιο τμήμα της Okinawa, οι Ιάπωνες είχαν καταφέρει να τις επιβραδύνουν αισθητα, με αποτέλεσμα μια στασιμότητα των επιχειρήσεων. Από τις 12 Απριλίου και επί έναν ολόκληρο μήνα οι δυο αντίπαλοι αναλώθηκαν σε ατέλειωτες μάχες με αμέτρητα θύματα για αμφότερες τις πλευρές. Παράλληλα, στις 19 Απριλίου, διατάχθηκε ο μεγαλύτερος βομβαρδισμός του μετώπου, τόσο από αέρος, όσο και από θαλάσσης, προκειμένου να διασπαστεί η ιαπωνική γραμμή άμυνας (η γραμμή Machinato). Στις 23 Απριλίου, ο Nimitz αποβιβάστηκε στο νησί καθώς η καθυστέρηση της προέλασης τον ανησυχούσε ιδιαίτερα. Κατέστησε σαφές στον Buckner πως διέθετε πέντε ημέρες για να διασπάσει την αντίπαλη άμυνα, διαφορετικά θα απομακρυνόταν από το μέτωπο. Ωστόσο, οι Ιάπωνες την επόμενη ημέρα αποσύρθηκαν από τη γραμμή αυτή και οχυρώθηκαν λίγο νοτιότερα στην γραμμή Shuri. Στις 3 και 4 Μαΐου, επιχείρησαν αντεπίθεση, στην οποία έχασαν 7.000 άνδρες. Οι Αμερικανοί κινήθηκαν έτσι στις 11 Μαΐου για τη δεύτερη γραμμή άμυνας των Ιαπώνων, τη Shuri.[19]

Mitsuru Ushijima

Μετά από δέκα ημέρες σκληρών μαχών στη συγκεκριμένη γραμμή ο Ushijima αποφάσισε να υποχωρήσει νοτιότερα και να αφήσει 5.000 στρατιώτες να την υπερασπιστούν. Η υποχώρηση έλαβε χώρα με άριστο τρόπο καθώς οι καιρικές συνθήκες ήταν άσχημες και οι Αμερικανοί καθυστερούσαν να προωθηθούν. Η γραμμή Shuri διασπάστηκε οριστικά στις 31 Μαΐου. Ο Ιάπωνας διοικητής, έχοντας, πλέον, μόνο 12.000 άνδρες, έστησε την τελευταία γραμμή άμυνας στην χερσόνησο του Kiyan στο νοτιότερο άκρο της Okinawa, όπου η μορφολογία του εδάφους τον ευνοούσε. Τα αμερικανικά αεροπλάνα ήταν καθηλωμένα στις βάσεις λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών και δεν μπορούσαν να προσφέρουν υποστήριξη στην 32η Στρατιά του Buckner που μαχόταν στο βαλτώδες από τις βροχοπτώσεις έδαφος. Η επίθεση στην τελική γραμμη άρχισε στις 12 Ιουνίου 1945, ενώ παράλληλα δύναμη  πεζοναυτών κατέλαβε στα νοτιοδυτικά της χερσονήσου Oroku, όπως ονομάζεται το νότιο τμήμα της Okinawa, ένα μεγάλο αεροδρόμιο. Μέσα σε μία εβδομάδα η άμυνα των Ιαπώνων κατέρρευσε και τότε οι Αμερικανοί έχασαν τον διοικητή τους Buckner, ο οποίος τραυματίστηκε θανάσιμα στο ύψωμα Gaezu-Dake. Τρεις ημέρες αργότερα, ο Ushijima απέρριψε την αμερικανική πρόταση παράδοσης που προσέφερε ασυλία σε όλους τους Ιάπωνες και στις 21 Ιουνίου μαζί με τον επιτελάρχη του διέπραξε χαρακίρι μέσα στο ιαπωνικό αρχηγείο. Έπειτα από περίπου 82 ημέρες άγριων μαχών η Okinawa είχε καταληφθεί οριστικά από τα αμερικανικά στρατεύματα, τα οποία επιδόθηκαν εν συνεχεία σε μικρής κλίμακας εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, καθώς πολλοί Ιάπωνες παρέμεναν εγκλωβισμένοι σε σπηλιές. Ο πόλεμος στην Ευρώπη είχε ήδη λήξει όσο Αμερικανοί και Ιάπωνες μάχονταν στο νότιο τμήμα της Okinawa. Οι Ιάπωνες απώλεσαν 110.000 στρατιώτες, οι Αμερικανοί 7.203 νεκρούς στρατιώτες, 5.000 νεκρούς ναύτες λόγω των επιθέσεων των καμικάζι, ενώ είχαν και 31.000 τραυματίες. Συνολικά οι καμικάζι από το Leyte μέχρι την Okinawa κατάφεραν να βυθίσουν 57 Συμμαχικά πλοία, με τα 22 να χάνονται στις επιχειρήσεις της Okinawa (τα περισσότερα ήταν αμερικανικά και όχι βρετανικά, διότι τα δεύτερα ήταν μεγαλύτερα και είχαν ατσάλινο κατάστρωμα, γεγονός που ελαχιστοποιούσε τις ζημιές, ενώ αντίθετα τα πρώτα ήταν μικρότερα και διέθεταν ξύλινο κατάστρωμα), ενώ άλλα 254 υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές και αναγκάστηκαν να αποσυρθούν από το πεδίο της μάχης.[20]

Κάτοικοι της Okinawa παραδίδονται στους Αμερικανούς.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Μετά το πέρας των επιχειρήσεων στην Okinawa και την αλυσίδα των Ryukyus, η Ιαπωνία είχε κυριολεκτικά καταρρεύσει,αφού ήταν εντελώς ακάλυπτη απέναντι στις ΗΠΑ και είχε απωλέσει το μεγαλύτερο τμήμα του ανθρώπινου δυναμικού της καθώς και των εξοπλισμών-υποδομών της. Τα γεγονότα που ακολούθησαν στους επόμενους μήνες είναι γνωστά: τον Αύγουστο οι ΗΠΑ έπληξαν την Ιαπωνία με το νέο υπερόπλο τους, την ατομική βόμβα, προκαλώντας το θάνατο χιλιάδων αθώων και την ισοπέδωση δύο μεγαλουπόλεων. Η Ιαπωνία υπέγραψε την ταπεινωτική συνθηκολόγηση με τις ΗΠΑ στις 2 Σεπτεμβρίου 1945 στο κατάστρωμα του θωρηκτού Missouri στον κόλπο του Τόκιο.

Ο Β` Παγκόσμιος Πόλεμος είχε λήξει τόσο στην Ευρώπη, όσο και στον Ειρηνικό Ωκεανό με τρομακτικές συνέπειες για την ανθρωπότητα. Ένας ολοκληρωτικός πόλεμος περιλαμβάνει μεταξύ των θυμάτων και αμάχους. Περιλαμβάνει, επίσης, τη χρήση κάθε διαθέσιμου μέσου καθώς και τη μαζική επιστράτευση ή την γενική κινητοποίηση των πολιτών. Τα στοιχεία αυτά είναι κοινά τόσο για το μέτωπο της Ευρώπης όσο και για το αντίστοιχο του Ειρηνικού, ωστόσο η παράμετρος εκείνη, η οποία διαφοροποιεί το ένα από το άλλο είναι η ακόλουθη: στο αχανές περιβάλλον του Ειρηνικού Ωκεανού παρατηρείται ο συνδυασμός δράσης τόσο του Ναυτικού και του Στρατού Ξηράς, όσο και της Αεροπορίας στο πλαίσιο μεικτών επιχειρήσεων. Ειδικότερα, στην έναρξη της σύγκρουσης Ιαπωνίας-ΗΠΑ με αφορμή την επίθεση στο Pearl Harbor και μέχρι την έκβαση της ναυμαχίας του Midway, είμαστε μάρτυρες μιάς  αεροναυτικής επιχείρησης, ενώ, στη συνέχεια, όταν ξεκινάει η αμερικανική αντεπίθεση στο Γκουανταλκανάλ βρισκόμαστε ενώπιον συνδυασμού μεταξύ Στρατού Ξηράς και Ναυτικού. Σταδιακά στις επόμενες επιχειρήσεις μέχρι την Okinawa, παρατηρείται η συμμετοχή και των εναέριων μέσων και των ναυτικών μαζί με τον στρατό που δρα στο έδαφος. Κορύφωση του συνδυασμού αυτού, που συνιστά τομή στην στρατιωτική Ιστορία, αποτελεί η σύγκρουση στο Leyte, όπου μέσα σε διάστημα τριών ημερών διεξάγονται ταυτόχρονα αερομαχίες, ναυμαχίες, συνδυασμός αυτών καθώς και απόβαση του στρατού στις ακτές των Φιλιππίνων. Πρόκειται, συνεπώς για ένα νέο στοιχείο, που αντικατοπτρίζει και την σφοδρότητα των συγκρούσεων του συγκεκριμένου επιχειρησιακού θεάτρου.

 Καταληκτικά, δύνανται επίσης να εξαχθεί το συμπέρασμα πως οι Ιάπωνες στρατιώτες ήταν περισσότερο εξοικειωμένοι στο περιβάλλον του Ειρηνικού Ωκεανού, αφενός λόγω της προγενέστερης παρουσίας τους στην περιοχή (αρχές του 20ου αιώνα) και αφετέρου λόγω του πανομοιότυπου σχεδόν κλίματος που διαθέτει η ίδια η Ιαπωνία. Σε αντίθεση, οι Αμερικανοί κλήθηκαν να πολεμήσουν κάτω από συνθήκες πρωτόγνωρες για τους περισσότερους, αν όχι όλους, που περιλάμβαναν θερμοκρασίες άνω των 40 βαθμών Κελσίου καθώς και περιβάλλον ζούγκλας με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Επιπρόσθετα, η διαχείριση των υφάλων και των προβλημάτων που ανέκυπταν με την παλίρροια ήταν μία πρωτόγνωρη εμπειρία γι αυτούς, ενώ, αρχικά τουλάχιστον, δεν διέθεταν καμία απολύτως τεχνογνωσία σε επίπεδο αμφίβιων επιθέσεων. Ένα ακόμα συμπέρασμα, τέλος, συνιστά η διαφορετική νοοτροπία και ψυχοσύνθεση των δύο εθνών, Ιαπώνων και Αμερικανών, που αποτυπώθηκε κατά κύριο λόγο τόσο με το φαινόμενο των αποστολών, όσο και των εφορμήσεων αυτοκτονίας.

Η Αποκάλυψη και η είσοδος της Ανθρωπότητας στην πυρηνική εποχή.

 

 

Οι Επαμεινώνδας Γιαβάλκας και Ελευθέριος Αρβανίτης είναι σπουδαστές του Α΄ κύκλου .Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

 

WWII in Color Part 13: Victory in the Pacific

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Α΄ ΚΑΙ Β΄ ΜΕΡΟΥΣ

 

Bailey, L. Jennifer, Philippine Islands, University of Michigan, Michigan 1992.

Black, Jeremy, World War II, A Military History, Routledge, London 2003.

Dzwonchy, M. Wayne & Skates, John Ray, A Brief History of the U.S. Army in World War II: the U.S. Army Campaigns of World War II, Center of Military History, United States Army, Washington DC 1992.

Gatchel, Theodore, “The Shortest Road to Tokyo, Nimitz and the Central Pacific War”, σσ. 158-178 στο συλλογικό έργο (ed. Daniel Marston) The Pacific War Companion, From Pearl Harbor to Hiroshima, Osprey Publishing, Oxford 2005.

Goldberg, J. Harold, D-Day in the Pacific, The Battle of Saipan, Indiana University Press, Bloomington 2007.

Hane, Mikiso & Perez, G. Louis, Modern Japan, A Historical Survey, Western Press, Philadelphia 2009.

Henshall, Kenneth, A History of Japan, From Stone Age to Superpower, Palgrave Macmillan, New York 2012.

Iriye, Akira, Power and Culture, The Japanese-American War, 1941-1945, Harvard University Press, Cambridge 1981.

James, D. Clayton & Wells, Sharp, From Pearl Harbor to V-J Day, The American Forces in World War II, The American Ways Series, Chicago 1995.

MacDonald, John, Β` Παγκόσμιος Πόλεμος, οι μεγάλες μάχες, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2005.

Manchester, William, American Caesar, Douglas MacArthur 1880-1964, Back Bay Books, New York 2008.

Nalty, C. Bernard, The Pacific War, The Story of the Bitter Struggle in the Pacific Theatre of World War II, Salamander Books Limited, London 1999,

Newell, R. Clayton, Central Pacific, University of Michigan, Michigan 1992.

Robert Anderson, Charles, Western Pacific, University of Michigan, Michigan 1994.

Roehrs, D. Mark & Renzi, A. William, World War II in the Pacific, Routledge, New York 2004.

Stephen, J. Lofgren, Southern Philippines, U.S. Army Center of Military History, Washington DC 1996.

Toland, John, The Rising Sun, The Decline and the Fall of the Japanese Empire, 1936-1945, Modern Library Paperback Edition, New York 2003.

Who`s Who in World War II, Routledge, London 1995.

Wright, Derrick, Pacific Victory. Tarawa to Okinawa 1943-1945, Sutton Publishing Press, Cambridge 1981.

Wright, Derrick, Iwo Jima 1945, The Marines Raise the Flag on Mount Suribashi, Osprey Military Publishing, Oxford 2001.

http://www.history.com

http://britannica.com

 

Παραπομπές

[1]Γύρω από τις αεροπορικές βάσεις στα νησιά των Μαριάνων είχαν δημιουργηθεί μικρές πόλεις με μαγαζιά, τράπεζες, ταχυδρομεία, κινηματογράφους καθώς και άλλες ποικίλες υπηρεσίες για την εξυπηρέτηση του προσωπικού και για την ψυχαγωγία των στρατιωτών. Βλ. Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σ. 149.

[2]Roehrs & Renzi, ο.π., σσ. 200-201. Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σ. 149.

[3]Ο Στρατηγός Tadamichi Kuribayashi διορίστηκε τον Ιούνιο του 1944 διοικητής της Iwo Jima. Με την 109η μεραρχία δημιούργησε σύστημα λαβυρίνθων και οχυρώσεων σε όλο το νησί. Ο ίδιος και η φρουρά του βομβαρδίζονταν συνεχόμενα ήδη από το 1944, ενώ είναι αξιοσημείωτο πως είχε ζήσει για 3 χρόνια στις ΗΠΑ και γνώριζε τη βιομηχανική δύναμή τους. Ένα από τα τελευταία του μηνύματα ήταν το εξής: “Have not eaten or drunk for five days. But fighting spirit is running high. We are going to fight bravely to the last moment!”. Βλ. Who`s Who, ό.π., σ. 94.

[4]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 153, 157.

[5]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 160-165, 169-172. Derrick Wright, Iwo Jima 1945, The Marines Raise the Flag on Mount Suribashi, Osprey Military Publishing, Oxford 2001, σσ. 41-43.

[6]Λίγες ημέρες μετά ο Rosenthal κλήθηκε πίσω στις ΗΠΑ, όπου έγινε διάσημος, έλαβε αύξηση στο μισθό του, του απενεμήθη βραβείο Pulitzer, ενώ συναντήθηκε και με τον Πρόεδρο Harry Truman. Μέσα στα επόμενα χρόνια ο Rosenthal κατηγορήθηκε ότι η φωτογραφία ήταν στημένη, ενώ αμφισβητήθηκε ακόμα και το γεγονός πως ο ίδιος την τράβηξε. Σε συνέντευξή του μετά τον πόλεμο, ο Rosenthal τόνισε πως δεν είχε την παραμική σημασία αν ήταν στημένη ή όχι καθώς και αν την τράβηξε ο ίδιος. Η πιό χαρακτηριστική και σημαντική του φράση ήταν η εξής: “America’s fighting men had to die on that island and on other islands, and off the shore, and in the air. What difference does it make who took the picture? I took it, but the Marines took Iwo Jima”. Βλ. Wright, Iwo Jima, ό.π., σ. 84.

[7]Wright, Iwo Jima, ό.π., σσ. 83-84.

[8]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 176, 181. James & Wells, ό.π., σσ. 168-172.

[9]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 182-185.

[10]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 187, 190-194, 196.

[11]Wright, Iwo Jima, ό.π., σ. 77.

[12]Ο Στρατηγός Mitsuru Ushijima ήταν πρώην διοικητής της Στρατιωτικής Ιαπωνικής Ακαδημίας και ορίστηκε ως διοικητής της Okinawa στα τέλη του 1944. Δημιούργησε εξαιρετικό σύστημα οχυρώσεων εκμεταλλευόμενος άριστα το έδαφος του νησιού, ενώ προέβλεψε ορθώς το αμερικανικό σχέδιο απόβασης. Κατόρθωσε να δημιουργήσει στρατό 120.000 ανδρών στρατολογώντας ντόπιους κατοίκους όλων των ηλικιών. Αυτοκτόνησε στις 21 Ιουνίου 1945 όταν η μάχη είχε πλέον κριθεί. Βλ. Who`s Who, ό.π., σσ. 164-165.

[13]Ο ναύαρχος Richmond Kelly Turner ή αλλιώς “Crazy Turner” διορίστηκε διοικητής της Αμφίβιας Δύναμης του Νότιου Ειρηνικού Ωκεανού (TF62). Πρώτη του επιχείρηση αποτέλεσε η απόβαση στο Γκουανταλκανάλ στις 7 Αυγούστου 1942, ενώ συμμετείχε στη συνέχεια στις επιχειρήσεις για το νησί της New Georgia καθώς είχε προσβληθεί από ελονοσία. Διήυθυνε την απόβαση στα Νησιά Gilbert και το 1944 μεταφέρθηκε στον τομέα του Κεντρικού Ειρηνικού Ωκεανού. Συμμετείχε τέλος και στις επιχειρήσεις στα Νησιά Marshall και στην Iwo Jima. Βλ. Who`s Who, ό.π., σ. 162.

[14]Roehrs & Renzi, ό.π., σσ. 203-205. Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σ. 200. John MacDonald, Β` Παγκόσμιος Πόλεμος, οι μεγάλες μάχες, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2005, σ. 180.

[15]MacDonald, ό.π., σ. 181.

[16]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 204, 206. MacDonald, ό.π., σ. 182. «Ατσαλένιος Τυφώνας: Η μάχη της Οκινάουα», Καθημερινή, 5.6.2011.

[17]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 208-209. McDonald, ό.π., σ. 184.

[18]Roehrs & Renzi, ό.π., σ. 208. Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σ. 226. Wayne M. Dzwonchyk & John Ray Skates, A Brief History of the U.S. Army in World War II: the U.S. Army Campaigns of World War II, Center of Military History, United States Army, Washington DC 1992, σ. 43. «Το Τέμενος του Θεού Στρατιώτη», Εφημερίδα των Συντακτών, 31.7.2016.

[19]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 211-216. MacDonald, ό.π., σ. 184. James & Wells, ό.π., σσ. 173-178.

[20]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 218-220, 223-225. MacDonald, ό.π., σ. 186.

Παγκόσμιο Επιστημονικό Συμπόσιο στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών υπό τον τίτλο: «Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ: Ιστορικά δεδομένα και σύγχρονες προκλήσεις»

Η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών σας προσκαλεί στις Εργασίες του Παγκοσμίου Επιστημονικού Συμποσίου της με θέμα «Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ: Ιστορικά δεδομένα και σύγχρονες προκλήσεις» την Κυριακή 23 Ιουλίου 2017. Το εν λόγω Επιστημονικό Συμπόσιο συμπίπτει με την Έναρξη του 12ου Παγκοσμίου Συνεδρίου Παμμακεδονικών Ενώσεων και του 71ου Παμμακεδονικού Συμποσίου Αμερικής.

 

 

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

Ελευθέριος  Αρβανίτης – Επαμεινώνδας Γιαβάλκας: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΤΟΥ ΕΙΡΗΝΙΚΟΥ (1944-1945). ΜΕΡΟΣ Α΄: Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΟΥ LEYTE ΚΑΙ Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΦΙΛΙΠΠΙΝΩΝ

Ελευθέριος  Αρβανίτης Επαμεινώνδας Γιαβάλκας

 

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΤΟΥ ΕΙΡΗΝΙΚΟΥ (1944-1945)

ΜΕΡΟΣ Α΄: Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΟΥ LEYTE ΚΑΙ Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΦΙΛΙΠΠΙΝΩΝ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

 Η επίσημη έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου εντοπίζεται χρονολογικά τον Σεπτέμβριο του 1939 με την γερμανική εισβολή στην Πολωνία. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις στο μέτωπο του Ειρηνικού Ωκεανού, στο οποίο ενεπλάκησαν σχεδόν αποκλειστικά Αμερικανοί και Ιάπωνες, ξεκίνησαν περίπου δύο χρόνια αργότερα. Μετά την κατάρρευση της Γαλλίας και της Ολλανδίας η Ιαπωνία εκμεταλλεύτηκε το γεγονός για να επεκταθεί στην Ινδοκίνα και στις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες, με αποτέλεσμα οι ΗΠΑ να επιβάλλουν εμπάργκο στην Ιαπωνία ως προς τις πωλήσεις μεταχειρισμένου σιδήρου. Η ιαπωνική απάντηση δεν άργησε να έρθει: στις 27 Σεπτεμβρίου 1940 ο πρέσβης της Ιαπωνίας στο Βερολίνο, Saburo Kurusu, υπέγραψε τη συμφωνία προσχώρησης της χώρας του στον Άξονα, παρόλο που ο ίδιος διαφωνούσε έντονα. Οι ΗΠΑ προέβησαν τότε στην επιβολή εμπάργκο και στο πετρέλαιο, ψηφίστηκε το πάγωμα όλων των ιαπωνικών καταθέσεων στη χώρα και ο Πρόεδρος Roosevelt απαίτησε την άμεση αποχώρηση των ιαπωνικών στρατευμάτων από την Ινδοκίνα και από την Κίνα.

Στις 7 Δεκεμβρίου 1941, η Ιαπωνία, δίχως να προβεί σε επίσημη κήρυξη πολέμου, εξαπέλυσε εναέρια επίθεση κατά του ελλιμενισμένου στο Pearl Harbor της Χαβάης αμερικανικού  στόλου του Ειρηνικού. Επρόκειτο περί κατάφωρης παραβίασης του Διεθνούς Δικαίου και επέφερε την κήρυξη πολέμου από τις ΗΠΑ την επομένη. Μάλιστα, ο Roosevelt έκανε λόγο στο Κογκρέσο για πλήρη ατίμωση της χώρας. Κατόπιν τούτου άρχισαν οι πολεμικές δραστηριότητες στον Ειρηνικό Ωκεανό, οι οποίες έμελλαν να διαρκέσουν έως το καλοκαίρι του 1945. Το πρώτο εξάμηνο του 1942, ο ιαπωνικός επεκτατισμός αποδείχθηκε διαρκής και αλματώδης, με αποτέλεσμα τον Φεβρουάριο ο Roosevelt να διατάξει τον Douglas MacArthur να αποχωρήσει από τις Φιλιππίνες (κτήση των ΗΠΑ από τον πόλεμο του 1898 κατά της Ισπανίας) με τον Αμερικανό Στρατηγό να λέει την περίφημη φράση “I shall return”.[1] Εν συνεχεία, η Ιαπωνία κατέλαβε κατά σειρά το Βόρνεο και τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες στα νοτιοδυτικά των Φιλιππίνων, τη Νέα Γουινέα, τα Νησιά Σολομώντα και τα Νησιά Gilbert. Η ιαπωνική υπεροχή στο πρώτο ήμισυ του 1942 ήταν εμφανής και μετουσιώθηκε σε μία εκτενή αμυντική περίμετρο, που περιέκλειε τις παραπάνω περιοχές. Από την άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ επεδίωκαν μία μεγάλη νίκη και την πέτυχαν στην ναυμαχία του Midway στις 4-7 Ιουνίου 1942. Ο ναύαρχος Chester Nimitz, ανώτατος διοικητής του Θεάτρου Επιχειρήσεων του Ειρηνικού, τόνιζε επίμονα πως εάν το αποτέλεσμα της ναυμαχίας ήταν αρνητικό τότε η Χαβάη καθώς και οι δυτικές ακτές των ΗΠΑ θα έμεναν εντελώς ακάλυπτες, δεδομένου πως το Midway βρίσκεται στο μέσον του Ειρηνικού Ωκεανού.

Η αρχή της αμερικανικής αντεπίθεσης στο μέτωπο του Ειρηνικού τοποθετείται στις 7 Αυγούστου 1942, με τις επιχειρήσεις στο Γκουανταλκανάλ, το νοτιότερο νησί των Νήσων του Σολομώντα. Οι επιθετικές ενέργειες ολοκληρώθηκαν στις 9 Φεβρουαρίου 1943, όταν το νησί τέθηκε εξολοκλήρου υπό αμερικανικό έλεγχο.[2]

Οι επιχειρήσεις συνεχίστηκαν στα Νησιά του Σολομώντα, τη Νέα Βρετανία και τη Νέα Γουινέα, ενώ στη συνέχεια τέθηκαν σε ισχύ τα δύο θεμελιώδη επιχειρησιακά σχέδια του αμερικανικού επιτελείου, τα οποία διεκπεραίωσαν οι Chester Nimitz και Douglas MacArthur και περιλάμβαναν από τον ανατολικό τομέα του μετώπου τα Νησιά Gilbert, τα Νησιά Marshall και τις Μαριάνες και αντίστοιχα από τον νότιο τομέα, τη Νέα Γουινέα και τις Φιλιππίνες, το όνειρο του MacArthur. Στόχος του παρόντος πονήματος είναι η παρουσίαση των επιχειρήσεων ανακατάληψης των Φιλιππίνων, της Iwo Jima και της Okinawa. Καταληκτικά, τα προβλήματα όσον αφορά τη γεωγραφία του Ειρηνικού Ωκεανού, τον χρονολογικό καταμερισμό των γεγονότων και των αμέτρητων ονομάτων-τοπωνυμίων υπερκεράστηκαν χάρη στο ενδιαφέρον που παρουσιάζουν τόσο η περιοχή, όσο και τα ίδια τα γεγονότα και οι εξελίξεις που θα αναφερθούν.

Η ανακατάληψη του Ειρηνικού και η πορεία προς τις Ιαπωνικές Νήσους.

  

Η ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΤΟΥ MAC ARTHUR

 Η ΑΝΑΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΩΝ ΦΙΛΙΠΠΙΝΩΝ

 

 1) Οι προκαταρκτικές επιχειρήσεις και το τίμημα των Palaus

Η απόφαση για την έναρξη επιχειρήσεων κατά των Φιλιππίνων, είχε ήδη ληφθεί από τις ΗΠΑ και ο Nimitz ήταν έτοιμος να προχωρήσει στους προκαταρκτικούς βομβαρδισμούς. Πιο συγκεκριμένα, τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1944 διέταξε αεροπορικούς βομβαρδισμούς στα νησιά Borin, Yap, Palaus και Mindanao. Μετά το πέρας αυτών, διαπιστώθηκε πως κανένα από τα παραπάνω νησιά δεν διέθετε ισχυρή φρουρά και οχύρωση, γεγονός που οδήγησε τον MacArthur στην απόφαση για παράκαμψη της νοτιότερης μεγάλης νήσου των Φιλιππίνων, του Mindanao. Ωστόσο, για παν ενδεχόμενο, ο Nimitz διατάχθηκε να κινηθεί κατά του συμπλέγματος νησιών του Palaus, ανατολικά των Φιλιππίνων, ως κάλυψη στον MacArthur, ο οποίος θα εκκαθάριζε αρχικά το Βόρνεο στα δυτικά. Η επιχείρηση έλαβε την κωδική ονομασία “Stalemate”.

Τo συγκρότημα Palaus βρίσκεται ανατολικά των Φιλιππίνων στον δυτικό Ειρηνικό Ωκεανό, στο Αρχιπέλαγος των Καρολίνων νήσων και περιλαμβάνει 200 νησάκια. Αποτέλεσαν Ισπανική αποικία κατά τον Μεσαίωνα, ενώ το 1899 πουλήθηκαν στους Γερμανούς. Μεταπολεμικά  τα Palaus ανήκαν στις ΗΠΑ μέχρι το 1994, οπότε κηρύχθηκε η ανεξαρτησία τους. Έκτοτε, βρίσκονται σε στενότατη οικονομική συνεργασία με τις πρώτες. Μεγαλύτερα νησιά είναι το Angaur, το Babeldaop, το Peleliu και το Kokor. Στόχος των Αμερικανών ήταν αφενός το Peleliu-Angaur και αφετέρου τα νησάκια Yap και Ulithi, τα οποία βρίσκονται στα βορειοδυτικά του των νησιών του Palaus. Σήμερα όλα τα παραπάνω ανήκουν στην Ομοσπονδία της Μικρονησίας. Αρχικά, η επιχείρηση χωρίστηκε σε δύο σκέλη, ενώ στη συνέχεια άρχισαν οι προκαταρκτικοί εναέριοι και ναυτικοί βομβαρδισμοί.

Ο πρωθυπουργός Tojo διέταξε τον Ιάπωνα διοικητή του Peleliu, Inoue, να αντισταθεί μέχρι θανάτου, ενώ έγινε στους πάντες κατανοητό πως δεν υπήρχε επιστροφή από εκεί. Το Peleliu είναι ένα δασώδες νησί με πυκνή βλάστηση και με δύο υψώματα, ενώ διέθετε και δύο αεροπορικές βάσεις. Οι βομβαρδισμοί στις 12-15 Σεπτεμβρίου 1944 διέλυσαν τις εγκαταστάσεις του νησιού καθώς και την πρώτη αεροπορική βάση, η οποία βρισκόταν κοντά στην ακτή όπου θα διεξαγόταν η απόβαση. Την ημέρα εκείνη όμως οι Ιάπωνες από το ύψωμα του Umurbrogol «γάζωσαν» κυριολεκτικά τους πεζοναύτες που επιχειρούσαν, με συνέπεια να χαθούν πολλά “Higgins boats” (αποβατικά σκάφη) καθώς και άρματα μάχης Sherman. Eκτός αυτών, καταστράφηκαν και οι επικοινωνίες των Αμερικανών. Μάλιστα, κατά τις πρώτες τέσσερις ημέρες 1.236 πεζοναύτες βρήκαν το θάνατο εξαιτίας του Umurbogol. Εχθρός τους ήταν επίσης και ο καιρός καθώς επικρατούσαν θερμοκρασίες της τάξεως των 40.5 βαθμών Κελσίου, ενώ δεν υπήρχε αρκετό νερό για τους στρατιώτες, με αποτέλεσμα να επέλθει ταχύτατα κόπωση και εξάντληση. Πολλοί ήταν ήδη τραυματισμένοι, άλλοι υπέφεραν από αφυδάτωση, ενώ το νερό που στάλθηκε από τα πολεμικά πλοία είχε μολυνθεί με πετρέλαιο, με συνέπεια οι μισοί σχεδόν Αμερικανοί που είχαν αποβιβαστεί να υποφέρουν κυριολεκτικά από διάρροιες, εμετούς και πόνους στο στομάχι. Μετά από οκτώ ημέρες, στις 23 Σεπτεμβρίου 1944, η ιαπωνική γραμμή παραβιάστηκε και οι Ιάπωνες απομονώθηκαν στο δεύτερο ύψωμα του νησιού. Μετά από έναν ολόκληρο μήνα άγριων συγκρούσεων στο περιβάλλον ζούγκλας του νησιού, το αμερικανικό επιτελείο αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει στην πρώτη γραμμή της μάχης τους μάγειρες και τους εργάτες των πλυντηρίων, προκειμένου να διατηρηθεί η πίεση και να διασπαστεί η  εχθρική άμυνα.[3]

Στο δεύτερο ύψωμα στο άλλο άκρο του Peleliu, η καταρρακτώδης βροχή (βρισκόμαστε στον Σεπτέμβριο ακόμη) επιβράδυνε και τους δύο εμπλεκόμενους, με αποτέλεσμα οι στρατιώτες να κολλήσουν στη λάσπη και αναγκαστούν να χρησιμοποιήσουν εκτός των όπλων τους, πέτρες, μαχαίρια ακόμα και τις ίδιες τους τις γροθιές. Πολύ γρήγορα έγινε αντιληπτό πως το 1ο Σύνταγμα Πεζοναυτών είχε υποστεί τις μεγαλύτερες απώλειες στην Ιστορία του σώματος  και για να ανακουφιστεί αποφασίστηκε η άμεση απόσυρσή του από το πεδίο της μάχης. Οι Ιάπωνες εφάρμοσαν μία εντελώς νέα τακτκή άμυνας: περιχαρακώθηκαν πολύ καλά στα οχυρωμένα υψώματα του νησιού και αμύνονταν μέχρι θανάτου, αντί να επιχειρήσουν τις γνωστές εφορμήσεις αυτοκτονίας. Η τακτική αυτή θα τελειοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό, όπως θα δούμε αργότερα, στην Iwo Jima και στην Okinawa. Η τακτική αυτή είχε επίσης ως συνέπεια οι Αμερικανοί να προβούν στη χρήση φλογοβόλων και αντιαρματικών όπλων, προκειμένου να αναγκάσουν τους Ιάπωνες να εξέλθουν από τα κρυσφήγετά τους. Αξίζει, επιπρόσθετα, να αναφέρουμε το γεγονός πως κατά τη διάρκεια της νύχτας τα αμερικανικά αεροπλάνα ψέκαζαν το νησί με DDT για την καταπολέμηση των κουνουπιών με τους Ιάπωνες να τα υποδέχονται με ενθουσιασμό και χαρά και φυσικά να τα αφήνουν να ολοκληρώνουν τους ψεκασμούς. Στις 17 Οκτωβρίου 1944 το Peleliu ήταν σε αμερικανικά χέρια, οι τελευταίοι Ιάπωνες αυτοκτόνησαν, ενώ ο τελευταίος που επέζησε επέστρεψε στην Ιαπωνία ως εθνικός ήρωας το 1954. Τις μέρες εκείνες ένα τάγμα πεζοναυτών με μία επιχείρηση άριστου σχεδιασμού και υποδειγματικής εκτέλεσης εξόντωσε την φρουρά των 500 Ιαπώνων του Ngesebns, το οποίο ήταν ένα μικρό νησάκι στα βόρεια. Η φρουρά του Peleliu δεν ήταν ικανή να απειλήσει την προώθηση του MacArthur προς το Mindanao ή τις Κεντρικές Φιλιππίνες καθώς το νησί και γενικά όλο το σύμπλεγμα είχε βομβαρδιστεί και αποδυναμωθεί ήδη από τον Μάρτιο του 1944.[4]

Μακάβρια προειδοποίηση κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων στο Peleliu.

 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της πρώτης επιχείρησης, η κατάληψη του Angaur θα απέτρεπε την αποστολή ιαπωνικών ενισχύσεων στο Peleliu και αντίστροφα θα επέτρεπε στους Αμερικανούς να εγκαταστήσουν αεροπορική βάση. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1944 το Angaur βομβαρδίστηκε με τους 1.400 Ιάπωνες να βρίσκονται οχυρωμένοι στο λόφο του νησιού επί έναν ολόκληρο μήνα. Τελικά, στις 22 Οκτωβρίου, η αντίστασή τους κάμφθηκε, οι Αμερικανοί είχαν 260 νεκρούς και 1.354 τραυματίες, ενώ από τους 1.400 Ιάπωνες επιβίωσαν μόνο 59, οι οποίοι και αιχμαλωτίστηκαν. Η αεροπορική βάση που κατασκευάστηκε χρησιμοποιήθηκε για την υποστήριξη του MacArthur στις Φιλιππίνες αργότερα. Η δεύτερη επιχείρηση περιλάμβανε τους κοραλλιογενείς ύφαλους του Yap και Ulithi που βρίσκονταν δυτικά του συμπλέγματος Palaus. Οι Αμερικανοί προτίμησαν να βομβαρδίσουν απλώς τα μικρά νησάκια του υφάλου του Ulithi και να αποβιβαστούν μόνο στο Yap, όπου και εξόντωσαν γρήγορα την ελάχιστη ιαπωνική φρουρά. Η δεύτερη αυτή επιχείρηση στην περιοχή ήταν και η πιο εύκολη, σε αντίθεση με την πρώτη που βάφτηκε με το αίμα των πεζοναυτών.[5]

Μεταπολεμικά, ο ναύαρχος Nimitz παραδέχτηκε πως η όλη επιχείρηση στα νησιά Palaus ήταν ένα μεγάλο λάθος, που κόστισε εντελώς αναίτια τη ζωή τόσων πεζοναυτών. Συνολικά το 50% των δυνάμεων που συμμετείχαν στις επιχειρήσεις στα Palaus έχασαν τη ζωή τους! Φυσικά οι αντιδράσεις στις ΗΠΑ ήταν σφοδρές καθώς η επιχείρηση επικεντρώθηκε σε ένα δευτερεύοντα στόχο, που δεν διέθετε την παραμικρή στρατηγική σημασία. Ως υπαίτιος της επιχείρησης στο Peleliu, όπου οι πεζοναύτες γνώρισαν τι μεγαλύτερες απώλειες, υποδείχθηκε ο διοικητής Rupertus, ο οποίος ήταν αντιπαθητικός τόσο στους στρατιώτες του, όσο και στους λοιπούς αξιωματικούς. Πέθανε πρόωρα, εξαιτίας των ψυχολογικών προβλημάτων που αποκόμισε από την επιχείρηση στο Peleliu και τα οποία τον βασάνιζαν διαρκώς.

 

2) Η ναυμαχία του Κόλπου του Leyte

Μετά τη διασφάλιση των νησιών του συμπλέγματος του Palaus είχε έρθει η ώρα του Douglas MacArthur να πραγματοποιήσει το πολυπόθητο όνειρό του. Ο Αμερικανός Στρατηγός επιδόθηκε σε έναν πόλεμο προπαγάνδας με προκηρύξεις, αποκαλύπτοντας την τοποθεσία, όπου θα επιχειρούσε την απόβαση. Πριν από αυτό είχε ήδη αποφασιστεί η παράκαμψη του Mindanao στα νότια των Φιλιππίνων καθώς διέθετε ανίσχυρη φρουρά, γεγονός που το καθιστούσε ακίνδυνο. Η απόβαση θα διεξαγόταν στον κόλπο του Leyte, ο οποίος βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του ομώνυμου νησιού. Αξίζει επίσης να αναφέρουμε πως οι Φιλιππίνες διαθέτουν συνολικά  περίπου 7.017 νησιά σε μία έκταση 300.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, ενώ έλαβαν το όνομά τους από τον βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Β`.

Η επάνοδος του Douglas Mac Arthur στις Φιλιππίνες (20 Οκτωβρίου 1944).

Αρχικά, τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1944 ο Τρίτος Αμερικανικός Στόλος του αντιναυάρχου Halsey[6] εξαπέλυσε αεροπορικές επιθέσεις κατά των Φιλιππίνων, της Formosa και της αλυσίδας των Ryukyus (Okinawa) με αποτέλεσμα την καταστροφή σχεδόν όλων των τοπικών αεροπορικών δυνάμεων που περιλάμβαναν περίπου 1.200 αεροσκάφη. Επιπρόσθετα, τα αμερικανικά υποβρύχια βύθισαν σημαντικό αριθμό ιαπωνικών τάνκερ που είχε ως συνέπεια την μη λειτουργία του ιαπωνικού στόλου ως ενιαίου εξαιτίας της επιδείνωσης του προβλήματος της έλλειψης καυσίμων. Έτσι, ο ναύαρχος Toyoda κράτησε πολλά αεροπλανοφόρα (όσα του είχαν απομείνει) αγκυροβολημένα στα λιμάνια της μητροπολιτικής Ιαπωνίας. Η απόβαση ανατέθηκε στον ναύαρχο Kinkaid[7] που είχε υπό τις διαταγές του τον Έβδομο Αμερικανικό Στόλο και υπαγόταν στον MacArthur, ενώ ο Τρίτος Στόλος του Halsey που τελούσε υπό τις διαταγές του Nimitz, ανέλαβε το έργο της φύλαξης του κόλπου του Leyte σε περίπτωση ιαπωνικής ναυτικής επίθεσης. Το γεγονός αυτό δημιούργησε μία ασυνεννοησία μεταξύ των δύο αντιναυάρχων, ειδικά αν σκεφτούμε πως MacArthur και Nimitz ανταγωνίζονταν ο ένας τον άλλο. Στο αντίπαλο στρατόπεδο, ο Toyoda, προσκολλημένος στο δόγμα της μίας και μόνο καθοριστικής μάχης, αποφάσισε την αποστολή μεγάλου τμήματος του στόλου στις Φιλιππίνες, παρόλο που στερούνταν όχι μόνο καυσίμων, αλλά και αξιόμαχων και έμπειρων πιλότων.

Η απόβαση των δυνάμεων του MacArthur ξεκίνησε στις 20 Οκτωβρίου 1944 στις ακτές του Leyte, υπό την υποστήριξη του στόλου. Ακριβώς τότε τέθηκε σε εφαρμογή και η ιαπωνική επιχείρηση “So-Go 1” (επιχείρηση-νίκη 1), η οποία προέβλεπε τη σύγκλιση τεσσάρων στόλων από τα νότια, τα βόρεια και τα δυτικά στον κόλπο του Leyte με στόχο την εξουδετέρωση της αμερικανικής απόβασης. Η κεντρική δύναμη τελούσε υπό τον ναύαρχο Ozawa και ο υπόλοιπος στόλος χωρίστηκε σε επιμέρους δυνάμεις υπό τους Kurita, Soji και Kiyohide. Πρόκειται για ένα σαφώς τολμηρό και ριψοκίνδυνο σχέδιο, δεδομένου του ό,τι ο ιαπωνικός στόλος δεν ήταν ενιαίος. Επρόκειτο ξεκάθαρα για το τελευταίο χαρτί της Ιαπωνίας στον πόλεμο αυτό.

Η περίφημη ναυμαχία του Leyte διήρκεσε από τις 23 μέχρι τις 25 Οκτωβρίου 1944 και κάλυψε μία έκταση περίπου 100.000 τετραγωνικών μιλίων. Αρχικά, στις 23 Οκτωβρίου, ο αντιναύαρχος Takeo Kurita[8] που διέθετε τις ισχυρότερες δυνάμεις, ερχόμενος από την Σιγκαπούρη κινήθηκε προς τη θάλασσα του Sibuyan, όπου ενεπλάκη με τον Τρίτο Αμερικανικό Στόλο. Ο Ιάπωνας διοικητής διέθετε τα δύο υπερπλοία της εποχής, τα θωρηκτά Musashi και Yamato[9], 12 καταδρομικά και 15 αντιτορπιλικά. Τα αμερικανικά υποβρύχια Darter και Dace κατόρθωσαν να βυθίσουν το ένα εκ των δύο θωρηκτών, το Musashi, δύο καταδρομικά (το Maya και την ναυαρχίδα του Kurita το Atago από την οποία εξήλθε ζωντανός), ένα αντιτορπιλικό και να προκαλέσουν ανεπανόρθωτες ζημιές σε πολλά από τα υπόλοιπα πλοία. Ως συνέπεια αυτών των γεγονότων ο Kurita έκανε νέα ναυαρχίδα του το Yamato και αναγκάστηκε να αποσυρθεί για να περισώσει τον υπόλοιπο στόλο. Παράλληλα, τα ιαπωνικά αεροσκάφη προσπάθησαν από χερσαίες βάσεις να πλήξουν, ως απάντηση, τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα του Τρίτου Στόλου.

Η ναυμαχία του Leyte.

Τη δεύτερη ημέρα της ναυμαχίας, στις 24 Οκτωβρίου, οι ιαπωνικές δυνάμεις από το νότο υπό τους αντιναυάρχους Nishimura Soji και Shima Kiyohide πλησίασαν το στενό Surigao με σκοπό να φτάσουν στον κόλπο του Leyte. Επικράτησε όμως ασυνεννοησία μεταξύ τόσο των δύο στόλων που προπορεύονταν, όσο και μεταξύ των δύο στόλων του Kurita που είχε ήδη δεχθεί ισχυρό πλήγμα την προηγούμενη ημέρα. Από την άλλη πλευρά ο αντιναύαρχος Oldendorf που είχε εφοδιαστεί με το σύνολο σχεδόν της δύναμης κρούσης του Έβδομου Αμερικανικού Στόλου, οχύρωσε εξαιρετικά το στενό παρατάσσοντας τα πλοία το ένα δίπλα στο άλλο, δημιουργώντας, με τον τρόπο αυτό, ένα πραγματικό φράγμα. Τα πλοία των Soji και Kiyohide παρατάχθηκαν το ένα πίσω από το άλλο καθώς το στενό Surigao δεν ευνοεί τον επιτιθέμενο, με αποτέλεσμα η ανάσχεσή τους να είναι εύκολη.  Βυθίστηκαν δύο θωρηκτά, τρία καταδρομικά και τέσσερα αντιτορπιλικά. Στη μάχη αυτή τέθηκαν αντιμέτωπα για πρώτη φορά μεταξύ τους θωρηκτά πλοία, αν και τα αντιτορπιλικά διαδραμάτισαν σπουδαιότερο ρόλο. Οι στόλοι των Soji και Kiyohide αποσύρθηκαν οριστικά από τη ναυμαχία.

 Παράλληλα, ο ναύαρχος Halsey έχοντας αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με την κάθοδο του ναύαρχου Ozawa από το Βορρά προς τον κόλπο του Leyte επεδίωξε την εμπλοκή. Καθώς ήταν γνωστός για τον παρορμητισμό του, έπεσε στην παγίδα των Ιαπώνων, οι οποίοι έστειλαν μόνο λίγα αεροπλανοφόρα για να απομακρύνουν τον Τρίτο Αμερικανικό Στόλο από τις ακτές της απόβασης. Ο Halsey έπεσε στην παγίδα και κινήθηκε βόρεια, αφήνοντας τις αποβατικές δυνάμεις του κόλπου του Leyte εντελώς ακάλυπτες. Ο Kurita κινήθηκε στις 25 Οκτωβρίου προς το Leyte μέσω των στενών του San Bernadino, με αποτέλεσμα να βρεθεί μόλις 25 ναυτικά μίλια από τις ακτές που είχε διεξαχθεί η απόβαση των Αμερικανών. Ωστόσο, δεν γνώριζε πως ο Halsey είχε απομακρυνθεί από το σημείο και έτσι όταν συνάντησε αμερικανικά πλοία θορυβήθηκε, έχοντας ακόμα νωπή την ανάμνηση της βύθισης της ναυαρχίδας του Atago μόλις δύο ημέρες νωρίτερα. Τη στιγμή που ο Kurita έφτανε σε απόσταση αναπνοής από τις ακτές, έλαβαν χώρα δύο σημαντικές αεροναυμαχίες. Η πρώτη διεξήχθη ανατολικά του ακρωτηρίου του Engano της νήσου Luzon, όπου τα αμερικανικά αεροσκάφη του Τρίτου Στόλου έπληξαν τα αεροπλανοφόρα του Ozawa, τον οποίο καταδίωκαν. Το αποτέλεσμα ήταν η βύθιση ενός αεροπλανοφόρου, τριών ελαφρών αεροπλανοφόρων, δύο αντιτορπιλικών και η πρόκληση πολλών ζημιών. Η δεύτερη διεξήχθη ανατολικά του νησιού Samar μεταξύ των δυνάμεων του Kurita και των  αμερικανικών αεροπλανοφόρων συνοδείας που προστάτευαν την απόβαση. Όταν ο Ιάπωνας αντίκρυσε τα αμερικανικά πλοία ταράχτηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε, και σε αυτό συνέβαλαν δύο γεγονότα: αρχικά δέχτηκε το μήνυμα των Soji και Kiyohide που ανέφερε την απόσυρσή τους από τη μάχη και εν συνεχεία υπέκλεψε αμερικανικό μήνυμα που αφορούσε έκκληση προς τον Halsey για αποστολή ενισχύσεων. Συνεπώς, με δεδομένο πως ο Kurita δεν γνώριζε ότι ο Τρίτος Αμερικανικός Στόλος του Halsey ήταν μακριά, ήταν απολύτως λογικό να φοβηθεί μία ενδεχόμενη περικύκλωση στον κόλπο του Leyte. Βέβαια το ίδιο μακριά (στο Surigao) ήταν και η κύρια δύναμη του Έβδομου Αμερικανικού Στόλου. Ο Kurita μη γνωρίζοντας τα παραπάνω, αποφάσισε να αποσυρθεί βιαστικά, χάνοντας την ευκαιρία να πλήξει τους Αμερικανούς. Τα λάθη αυτά καταλογίζονται αποκλειστικά στον αντιναύαρχο Halsey, τον οποίο ο Nimitz επέπληξε εντονότατα για τις επιλογές του στη διάρκεια της ναυμαχίας. Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε πως μία ώρα μετά την αποχώρηση του Kurita σημειώθηκαν οι πρώτες επιθέσεις καμικάζι για τις οποίες θα γίνει εκτενής αναφορά παρακάτω και πως οι Αμερικανοί χρειάστηκαν δύο μήνες, μέχρι τα Χριστούγεννα του 1944, για να καταλάβουν ολόκληρο το νησί του Leyte.

Η ναυμαχία του Κόλπου του Leyte θεωρείται από πολλούς ως μία από τις μεγαλύτερες, αν όχι η μεγαλύτερη, στην Ιστορία καθώς ενεπλάκησαν περίπου 190.000 ναύτες (143.000 Αμερικανοί και 43.000 Ιάπωνες) και 282 πλοία. Πρόκειται για μία συμπλοκή, η οποία περιλάμβανε αερομαχίες, αεροναυμαχίες και ναυμαχίες, ενώ παράλληλα ο στρατός ξηράς είχε αποβιβαστεί στις ακτές του κόλπου του Leyte. Οι ΗΠΑ έχασαν συνολικά 6 πλοία, 200 περίπου μαχητικά και 2.200 άνδρες, ενώ η Ιαπωνία 25 πλοία (μαζί με το Musashi), 500 περίπου μαχητικά και άνω των 10.000 ανδρών. Το Ιαπωνικό Ναυτικό αχρηστεύτηκε εντελώς μετά από τη ναυμαχία και πλέον ήταν εντελώς ανίσχυρο.[10] Σήμερα υπάρχει μνημείο μεγάλων διαστάσεων που κοσμεί την παραλία της απόβασης, το οποίο αναπαριστά των MacArthur κατά τη στιγμή αυτή, ενώ γνωστή είναι και η στημένη φωτογραφία της απόβασης το 1944. Επιπλέον, υπάρχει ολόκληρο Μemorial Park, ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις με το όνομα του Αμερικανού Στρατηγού, ενώ ολόκληρη η περιοχή φέρει το όνομα “MacArthur”.

Οι ναύαρχοι Takeo Kurita και William Halsey.

 

3) Luzon και Νότιες Φιλιππίνες

Με την κατάληψη του Leyte τα Χριστούγεννα του 1944 ο MacArthur διέσπασε τις ιαπωνικές δυνάμεις στα δύο. Επόμενος στόχος του Αμερικανού αποτελούσε το νησί του Luzon και η πρωτεύουσα Manila, από όπου είχε εκδιωχθεί τον Φεβρουάριο του 1942. Τo Luzon έχει έκταση 109.965 τετραγωνικά χιλιόμετρα γεγονός που το καθιστά το μεγαλύτερο νησί των Φιλιππίνων και το 15ο παγκοσμίως. Την άμυνά του ανέλαβε ο Στρατηγός Yamashita, ο οποίος διέθετε 250.000 άνδρες, τους οποίους οι ντόπιοι κάτοικοι αντιμετώπιζαν ως κατακτητές.

Ο MacArthur αποφάσισε να ακολουθήσει την ίδια διαδρομή, την οποία είχε ακολουθήσει οι Ιάπωνες το 1942 όταν τον εκδίωξαν, δηλαδή να αποβιβαστεί βόρεια από τον κόλπο του Lingayen. Αντίθετα, ο Ιάπωνας διοικητής του Luzon αποφάσισε να αποσυρθεί στην πόλη Baguio και να υπερασπιστεί τις αεροπορικές βάσεις και τα βουνά που βρίσκονταν στα ανατολικά. Η απόσυρσή του μακριά από τα πεδία των μαχών στοίχισε στους Ιάπωνες καθώς επικράτησε ασυνεννοησία γεγονός, το οποίο τους κόστισε ακριβά. Στις 9 Ιανουαρίου 1945, οι αμερικανικές δυνάμεις του MacArthur αποβιβάστηκαν στον κόλπο του Lingayen (σήμερα υπάρχει μνημείο εις ανάμνηση της απόβασης) και έφτασαν γρήγορα στις 23 του μήνα μέχρι την περιοχή Clark, η οποία βρίσκεται έξω από τη σημερινή πόλη Angeles των Φιλιππίνων. Στα τέλη του Ιανουαρίου, ο MacArthur αποφασίζει την αποστολή τριών μεραρχιών για την κατάληψη της πρωτεύουσας, της Manila. Έτσι στις 3 Φεβρουαρίου 1945, τα αμερικανικά στρατεύματα εισέβαλαν ταυτόχρονα από τα βόρεια και τα νότια της πρωτεύουσας. Ο διοικητής της πόλης, Iwabuchi Mitsuji, διατάχτηκε από τον Yamashita να μην αντισταθεί, ωστόσο, ο ίδιος δεν υπάκουσε και μάζι με τους 18.000 άνδρες του προετοιμάστηκε για μάχη. Στις 6 Φεβρουαρίου, ο MacArthur ανακοίνωσε επίσημα πως η πόλη είχε καταληφθεί, ωστόσο, τότε άρχιζε η πραγματική μάχη. Οι Ιάπωνες προέβαλαν σκληρή αντίσταση σε ένα ατμοκίνητο εργοστάσιο ηλεκτρισμού, ενώ καθώς υποχωρούσαν ανατίναζαν κτίρια και στρατιωτικές εγκαταστάσεις προκαλώντας χάος. Επίσης από τις 9 Φεβρουαρίου και έπειτα, οι Ιάπωνες προέβησαν σε ανεξέλεγκτες βιαιοπραγίες: βίασαν και σκότωσαν γυναίκες, έκαψαν ζωντανούς τους ασθενείς στα νοσοκομεία της πόλης και έβγαλαν τα μάτια από παιδιά και μωρά. Ακόμα και σήμερα τα γεγονότα αυτά που έμειναν γνωστά ως «η σφαγή της Manila» είναι νωπά στη μνήμη πολλών ντόπιων που δεν μπορούν να ξεχάσουν όσα έγιναν.  Στις 17 Φεβρουαρίου, οι Αμερικανοί κατέλαβαν το Γενικό Νοσοκομείο της πόλης και το πανεπιστήμιο, απελευθερώνοντας 7.000 πολίτες. Μάλιστα υπάρχουν μαρτυρίες ντόπιων, οι οποίοι έλεγαν χαρακτηριστικά: “We were with the Americans! We were safe! We were liberated!”. Μεταξύ των κτιρίων που καταστράφηκαν μπορούμε να συμπεριλάβουμε και το μεσαιωνικό κάστρο Intramuros («εντός των τειχών»), το οποίο είχαν κατασκευάσει οι Ισπανοί αποικιοκράτες τον 16ο αιώνα. Σήμερα, δυστυχώς, σώζονται μόνο τα ερείπιά του. Η μάχη για το κάστρο διήρκεσε από τις 23 μέχρι τις 26 Φεβρουαρίου και έληξε με harakiri ή seppuku του Iwabuchi.[11] Στις 3 Μαρτίου 1945 ολοκληρώθηκε από τους Αμερικανούς η οριστική κατάληψη της ισοπεδωμένης πρωτεύουσας των Φιλιππίνων.

Προπαγανδιστικό φυλλάδιο, το οποίο ρίχτηκε από αέρος.

Καταληκτικά, τον Απρίλιο του 1945 οι Αμερικανοί κατέλαβαν το νησάκι του Corregidor στην είσοδο του κόλπου της Manila, στο οποίο διεξήχθησαν σφοδρές μάχες. Σήμερα υπάρχει το “Pacific War Memorial” μαζί με κοιμητήριο των θυμάτων. Στην πόλη υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν 100.000-500.000 άμαχοι πολίτες, 1.110 νεκροί Αμερικανοί και 5.565 τραυματίες, ενώ 16.665 Ιάπωνες βρήκαν το θάνατο. Στην πόλη της Manila υπάρχει το γνωστό μνημείο αφιερωμένο στον άμαχο πληθυσμό που έχασε τη ζωή του κατά τον ένα μήνα της μάχης, ενώ εορτάζεται ετησίως η επέτειος της απελευθέρωσής της. Τέλος, να αναφέρουμε πως στην περιοχή Clark όπως και στην περιοχή του Cabanatuan, ανατολικά της πόλης Angeles, υπάρχουν κοιμητήρια των πεσόντων Αμερικανών και ντόπιων ανταρτών που συνασπίστηκαν με τους πρώτους στη διάρκεια των επιχειρήσεων και συνέβαλαν στην τελική έκβαση με το δικό τους τρόπο. Συνολικά, σε ολόκληρη τη νήσο Luzon, οι Αμερικανοί μέτρησαν 8.200 νεκρούς, 32.700 τραυματίες και 93.400 με ασθένειες εκτός μάχης, οι δε Ιάπωνες 205.000 νεκρούς.[12]

Παράλληλα με τη μάχη για την απελευθέρωση της Manila ο Douglas MacArthur έλαβε την απόφαση για την διεξαγωγή επιχειρήσεων και στο νότιο τμήμα των Φιλιππίνων, των οποίων μεγαλύτερο νησί αποτελεί το Mindanao. Ωστόσο, ενήργησε αυτοβούλως παρόλο που δεν είχε τέτοιες διαταγές από τους ανωτέρους του. Οι λόγοι που τον οδήγησαν στη λήψη μίας τέτοιας απόφασης συνοψίζονται ως εξής: ως γενικός διοικητής του μετώπου, διατηρούσε το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του όπως εκείνος έκρινε. Επιπλέον, οι Νότιες Φιλιππίνες διέθεταν πολλούς Ιάπωνες, άρα και εξοπλισμό που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, ενώ τα νησιά στην περιοχή είχαν στρατηγική σημασία, καθώς παρεμβάλλονταν μεταξύ της Ιαπωνίας και των Ολλανδικών Ανατολικών Ινδιών, οι οποίες ήταν σημαντικές για τον ανεφοδιασμό σε πρώτες ύλες. Τέλος, στο νότιο τμήμα των Φιλιππίνων υπήρχαν πολλοί αιχμάλωτοι ντόπιοι, συνεπώς από ανθρωπιστικής άποψης είχε έναν παραπάνω λόγο να προχωρήσει στην απελευθέρωσή του. Το Ιαπωνικό Ναυτικό απουσίαζε εντελώς από την περιοχή, η οποία ανατέθηκε στην 8η Αμερικανική Στρατιά με διοικητή τον Robert Eichelberger.[13] Το πεδίο αυτό εκτείνονταν 600 μίλια από δυτικά προς ανατολικά και 400 από το Βορρά μέχρι το Νότο. Το ανάγλυφό της είναι επιβλητικό, καθώς περιλαμβάνει μαγκόβρια και τροπικά δάση (ασυνήθιστα για τους Αμερικανούς) και πανύψηλα και απόκρυμνα όρη, ιδανικά για τους αμυνόμενους Ιάπωνες. Όσον αφορά την αντίπαλη πλευρά, η 35η Ιαπωνική Στρατιά υπό τον διοικητή Sosaku Suzuki, γενικό διοικητή των Νότιων Φιλιππίνων, διέθετε 100.000 άνδρες, ωστόσο, από αυτούς μόνο οι 30.000 ήταν καταλλήλως εκπαιδευμένοι και ετοιμοπόλεμοι. Η καλύτερή του μεραρχία ήταν η 30η που έδρευε στο Mindanao, όμως είχε χάσει περίπου το μισό της δυναμικό στο νησί του Leyte. Οι ισχυρότεροι θύλακες της ιαπωνικής άμυνας βρίσκονταν στο δυτικό Mindanao γύρω από την πόλη του Davao και στην πόλη Cebu.[14]

 Στις 6 Φεβρουαρίου 1945, τρεις ημέρες μετά την είσοδο των αμερικανικών στρατευμάτων στη Manila, ο MacArthur διέταξε την επίσημη έναρξη των επιχειρήσεων στις Νότιες Φιλιππίνες με την κωδική ονομασία “Victor”. Ο Αμερικανός Στρατηγός επιθυμούσε την κατάληψη της πόλης Puerto Princessa στο νησί του Palawan, την κατάληψη της χερσονήσου Zamboanga και της ομώνυμης πόλης που βρίσκεται στο δυτικό άκρο του Mindanao με σκοπό την επίτευξη του ελέγχου της θάλασσας του Sulu ανάμεσα από το Palawan και το Mindanao και της απομόνωσης των νησιών Panay, Negros, Cebu και Bohol, τα οποία βρίσκονται βόρεια του Mindanao. Από το Palawan τα αμερικανικά αεροσκάφη θα είχαν τη δυνατότητα να πλήξουν στόχους στην Ινδοκίνα και το Βόρνεο. Έτσι, στις  28 Φεβρουαρίου μετά από διήμερο βομβαρδισμό ξεκίνησε η επίθεση στο νησί με τους Ιάπωνες να βρίσκονται στο εσωτερικό του. Μετά από πέντε ημέρες άγριων μαχών οι Αμερικανοί κατόρθωσαν να εξουδετερώσουν τις φρουρές των αντιπάλων, ενώ οι εχθροπραξίες και οι μικροσυγκρούσεις διήρκεσαν μέχρι τον Απρίλιο του 1945. Οι Αμερικανοί έχασαν 12 άνδρες και είχαν 50 μόλις τραυματίες, ενώ οι Ιάπωνες είχαν 900 νεκρούς. Παράλληλα με την έναρξη των επιθέσεων στο Palawan, ένα αμερικανικό σύνταγμα κατέλαβε τα νησιά που βρίσκονται βόρεια και νότια από αυτό: στο Βορρά τα νησάκια Dumaran, Busuang, Culion και Coron και στο Νότο Balabac και Pandanan. Αμέσως οι Αμερικανοί ξεκίνησαν τις απαραίτητες εργασίες για την κατασκευή του απαραίτητου για αυτούς αεροδρομίου στο Palawan.[15]

Στη συνέχεια η 41η αμερικανική μεραρχία στράφηκε στον δεύτερο στόχο, τη χερσόνησο του Zamboanga, όπου συνάντησε σκληρή άμυνα από τους 9.000 Ιάπωνες. Η αντίστασή τους κάμφθηκε σχετικά γρήγορα, το αμερικανικό επιτελείο όμως ανησυχούσε καθώς το αεροδρόμιο στο Palawan καθυστερούσε πολύ. Τότε έγινε γνωστό πως οι Φιλιππινέζοι αντάρτες, οι οποίοι είχαν μεγάλη συνδρομή στις επιχειρήσεις, είχαν καταλάβει το αεροδρόμιο της πόλης Dipolog που βρίσκεται 145 μίλια βόρεια της πόλης Zamboanga. Στις 10 Μαρτίου 1945 μετά από τριήμερο βομβαρδισμό δόθηκε το σύνθημα της επίθεσης κατά της Dipolog, η οποία κατελήφθη στις 23 του ίδιου μήνα, ενώ στο υπόλοιπο του μήνα διεξήχθησαν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στη γύρω περιοχή. Οι απώλειες για τους Ιάπωνες ήταν τεράστιες καθώς έχασαν 6.400 στρατιώτες, σε αντίθεση με τους 290 μόλις Αμερικανούς. Παράλληλα, τα αμερικανικά στρατεύματα κατέλαβαν σχετικά εύκολα τα νησιά της θάλασσας του Sulu, τα Basilan, Malamawi, Tawi Tawi, Sanga Sanga και Bangao που αποτελούν μία αλυσίδα που φτάνουν μέχρι το Βόρνεο. Ισχυρότερη άμυνα διέθετε το νησί Jolo, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο της αλυσίδας αυτής και είναι ένα από τα τρία μεγαλύτερα, όπου οι 3.900 Ιάπωνες προέβαλαν σθεναρή αντίσταση γύρω από το βουνό Paho από τις 9 μέχρι τις 29 Απριλίου 1945. Οι Αμερικανοί επιχειρούσαν τους επόμενους δύο μήνες στο δυτικό τμήμα του νησιού αριθμώντας 20 νεκρούς, ενώ η Ιαπωνική φρουρά των 2.000 ανδρών αυτού του τμήματος εξουδετερώθηκε ολόκληρη.[16]

Μετά το πέρας των επιχειρήσεων στους παραπάνω στόχους, ο Douglas MacArthur κινήθηκε για την κατάληψη των νησιών Panay, Negros, Cebu και Bohol, τα οποία τοποθετούνται βόρεια του Mindanao και αποτελούν τέσσερα βασικά νησιά εξαιτίας αφενός του μεγέθους τους και αφετέρου της θέσης τους στο κέντρο περίπου των Φιλιππίνων. Σε αυτά οι Φιλιππινέζοι αντάρτες δρούσαν με μεγάλη αποτελεσματικότητα γεγονός που τους επέτρεπε να ελέγχουν πλήρως την ενδοχώρα των νησιών, με τους 30.000 Ιάπωνες να βρίσκονται κατά βάση στα μεγάλα αστικά παραθαλάσσια κέντρα.

 Στις 18 Μαρτίου 1945, οι Αμερικανοί εφόρμησαν εναντίον του Panay και πιο συγκεκριμένα κατά της πρωτεύουσάς του, την πόλη Lloilo, την οποία ήλεγχαν 2.750 Ιάπωνες. Μέσα σε μόλις δύο ημέρες τα αμερικανικά στρατεύματα, με τη βοήθεια των ανταρτών που είχαν τον έλεγχο του εσωτερικού του νησιού, κατέλαβαν την πόλη και το κοντινό νησί Guimara. Επόμενος στόχος ήταν το νησί Negros, το οποίο υπερασπίζονταν 13.500 Ιάπωνες στρατιώτες. Η επίθεση ξεκίνησε στις 24 Μαρτίου 1945 και οι Αμερικανοί πολύ γρήγορα μέχρι τις αρχές Απριλίου είχαν καταλάβει όλες τις παράκτιες περιοχές του νοτιοδυτικού τμήματος του νησιού. Η ολοκληρωτική επικράτηση επετεύχθει στις 4 Ιουνίου μετά από πολύ σκληρές μάχες μεταξύ των δύο αντιπάλων. Στην παρούσα χρονική στιγμή ο MacArthur είχε καταφέρει να ελέγχει το Panay μαζί με το νοτιοδυτικό Negros, ενώ στη συνέχεια διέταξε αμέσως την εισβολή στο νοτιοανατολικό Negros, το Cebu και το Bohol. Οι Αμερικανοί χτύπησαν με τη βοήθεια 8.500 Φιλιππινέζων ανταρτών στις 26 Μαρτίου 1945 το Cebu, το οποίο διέθετε συνολικά φρουρά 14.500 Ιαπώνων. Στις 27 Μαρτίου οι άνδρες του διοικητή Arnold εισέβαλαν στην ομώνυμη πόλη, ενώ από τις 20 Απριλίου και μετά οι Αμερικανοί διεξήγαγαν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σε όλο το νησί. Μέχρι και τη λήξη του πολέμου το καλοκαίρι του 1945, στο νησί υπήρχαν Ιαπωνικές δυνάμεις. Πριν την ολοκλήρωση της κατάκτησης της πόλης Cebu οι Αμερικανοί έπληξαν το νοτιοανατολικό Negros και το Bohol. Μετά από αρκετές ημέρες συγκρούσεων, στις 11 Απριλίου έφτασαν στην κεντρική πόλη του Bohol, την Tagbilaran, ενώ μέχρι το τέλος μήνα το νησί είχε ασφαλιστεί πλήρως με μόλις 7 Αμερικανούς νεκρούς. Παράλληλα, στις 26 Μαρτίου, ημέρα που ξεκίνησε η επίθεση στο Cebu,  ξεκίνησε και η επιχείρηση στο νοτιοανατολικό Negros. Εκεί οι 1.300 Ιάπωνες ήταν οχυρωμένοι σε βουνό 10 μίλια νοτιοδυτικά της πόλης Dumaguete. Οι Αμερικανοί μετά από μεγάλη προσπάθεια κατόρθωσαν στις 28 Μαΐου 1945 να εξουδετερώσουν την ιαπωνική φρουρά με απώλειες 35 ανδρών έναντι 530 Ιαπώνων. Στο σημείο αυτό ο MacArthur είχε πετύχει με την υπερπολύτιμη βοήθεια των Φιλιππινέζων ανταρτών την απελευθέρωση και των νησιών Visayas, όπως ονομάζονταν τα Panay, Negros, Cebu και Bohol. Αμερικανοί διοικητές απένειμαν σε πολλούς αντάρτες τιμητικές διακρίσεις και μετάλλια για την προσφορά τους.[17]

 

Φρίκη μέσα στη ζούγκλα των Φιλιππίνων.

 Τελευταίος στόχος στις ευρύτερη περιοχή των Νότιων Φιλιππίνων ήταν το νησί του Mindanao, το δεύτερο μεγαλύτερο μετά το Luzon. Συνολικά στο νησί υπήρχαν 43.000 Ιάπωνες, από τους οποίους οι 13.000 ήταν ανεκπαίδευτοι και οι υπόλοιποι 30.000 αποτελούσαν την ικανότατη 30η ιαπωνική μεραρχία, όπως ήδη αναφέρθηκε. Οι Ιάπωνες ανέμεναν την αμερικανική απόβαση στον κόλπο του Davaw στα ανατολικά, γι`αυτό οχύρωσαν την ομώνυμη πόλη και τη ζούγκλα που βρίσκεται βόρειά της. Η κωδική ονομασία της επιχείρησης ήταν “Victor V”, ενώ στην προσπάθεια θα συνέδραμαν και 24.000 αντάρτες. Ο Eichelberger αποφάσισε να πραγματοποιηθεί η απόβαση στον κόλπο Illana στα δυτικά του νησιού έτσι ώστε ο στρατός να προχωρήσει προς την ενδοχώρα μέσα από την ζούγκλα, γλιτώνοντας τις εξουθενωτικές μάχες από την πλευρά του Davaw. Το πλάνο κύλησε όπως είχε σχεδιαστεί και μέσα σε δεκαπέντε ημέρες είχε ήδη ολοκληρωθεί. Στις 4 Απριλίου 1945 καταλήφθηκε η τελευταία πόλη του Mindanao και ο MacArthur αδυνατώντας να κρύψει για άλλη μία φορά την αλαζονεία του συνεχάρη τον Eichelberger λέγοντάς του πως τα κατάφερε σαν να ήταν ο ίδιος στη μάχη. Οι αντάρτες συνέχισαν μέχρι τις 3 Ιουνίου να εξουδετερώνουν μικρές ιαπωνικές ομάδες που είχαν μείνει κρυμμένες μέσα στη ζούγκλα. Στη μάχη για την κατάληψη του Mindanao έχασαν τη ζωή τους 10.000 Ιάπωνες και 820 Αμερικανοί, οι Ιάπωνες είχαν 8.000 άνδρες που δεν  κατάφεραν να επιβιώσουν εξαιτίας ασθενειών και της πείνας και άλλους περίπου 22.000 που παραδόθηκαν. Οι Αμερικανοί διέθεταν, τέλος, 2.800 στρατιώτες που νοσηλεύονταν με τραυματισμούς.[18]

Οι λόγοι για τους οποίους οι αμερικανικές επιχειρήσεις εκπληρώθηκαν με τεράστια επιτυχία μπορούν να αναλυθούν ως εξής: η ιαπωνική τακτική άμυνας στην ενδοχώρα των νησιών ήταν πλήρως αποτυχημένη, διότι το αδύναμο σημείο των Αμερικανών ήταν η στιγμή της απόβασης. Εκτός όμως αυτού, οι ιαπωνικές δυνάμεις δεν ήταν καλα οργανωμένες, δεν διέθεταν τις απαραίτητες προμήθειες και πλήττονταν από πολλές ασθένειες στη ζούγκλα. Καταλυτική αποτέλεσε από ότι αποδείχτηκε η συνεισφορά των Φιλιππινέζων ανταρτών, οι οποίοι γνώριζαν τη γεωμορφολογία και τα περάσματα των νησιών. Καταληκτικά, τα αμερικανικά στρατεύματα ήταν ικανότερα των αντίστοιχων ιαπωνικών στις επιχειρήσεις αυτές, γεγονός που σίγουρα επηρέασε τις εξελίξεις.[19]

 

Οι Επαμεινώνδας Γιαβάλκας και Ελευθέριος Αρβανίτης είναι σπουδαστές του Α΄ κύκλου Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

Battlefield The Battle of Leyte Gulf

 

 

 

(Συνεχίζεται)       

Παραπομπές

[1]Jeniffer L. Bailey, Philippine Islands, University of Michigan, Michigan 1992, σσ. 21-23.

[2]Mark D. Roehrs & Williams A. Renzi, World War II in the Pacific, New York 2004, σσ. 37, 77-81, 97-98.

[3]Charles Robert Anderson, Western Pacific, University of Michigan, Michigan 1994, σσ. 24-25.

[4]Derrick Wright, Pacific Victory. Tarawa to Okinawa 1943-1945, Sutton Publishing Press, Cambridge 1981., Tarawa to Okinawa, σσ. 105-107, 112, 116-121, 131, 136-146.

[5]Στο ίδιο, σσ. 127-130.

[6] Ο αντιναύαρχος William “Bull” Halsey διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις ναυτικές επιχειρήσεις κατά των Ιαπώνων στο μέτωπο του Ειρηνικού Ωκεανού. Ήταν δυναμικός, παρορμητικός και αποφασιστικός χαρακτήρας και αυτό φαίνεται και από το παρατσούκλι που διέθετε, σε αντίθεση με τον Spruance. Στη ναυμαχία του Midway δεν συμμετείχε διότι νοσηλευόταν σε νοσοκομείο λόγω μικροτραυμάτων που είχε στο δέρμα. Ο Nimitz τον χρησιμοποίησε στις επιχειρήσεις στα Νησιά Σολομώντα, ενώ μαζί με τον αντιναύαρχο Kinkaid χάραξαν νυχτερινές τακτικές μάχης. Το 1943 ο Nimitz τον μετέφερε στον κεντρικό Ειρηνικό, όπου έγινε διοικητής του Τρίτου Στόλου. Ο στόλος του συμμετείχε στην ναυμαχία του Λέιτε και όπως θα δούμε υπέπεσε σε ολέθριο λάθος, παρά την ιαπωνική ήττα. Βλ. Who`s Who in World War II, Routledge, London 1995, σσ. 69-70.

[7]Ο ναύαρχος Thomas Kinkaid είχε τη φήμη του επιθετικού διοικητή, συμμετείχε στο Γκουανταλκανάλ, στην ανακατάληψη των Αλεούτιων Νήσων και στη ναυμαχία του Leyte. Βλ. Who`s Who, ό.π., σ. 90.

[8]Ο ναύαρχος Takeo Kurita συμμετείχε στη ναυμαχία του Midway, ενώ η μεγαλύτερη εμπλοκή του σημειώθηκε στη ναυμαχία του Leyte. Βλ. Who`s Who, ό.π., σ. 94.

[9]Το θωρηκτό Yamato ήταν το μεγαλύτερο πολεμικό πλοίο παγκοσμίως μαζί με το αδελφό του Musashi, κατασκευάστηκε το 1940, είχε εκτόπισμα 72.800 τόνων, κάθε συστοιχία του αποτελούνταν από 9 ναυτικά πυροβόλα 460 χιλιοστών, τα οποία ήταν τα μεγαλύτερα που είχα τοποθετηθεί ποτέ σε πολεμικό πλοίο. Κάθε πυροβόλο είχε μήκος 21.13 μέτρα, ζύγιζε 147.3 τόνους και μπορούσε να πλήξει στόχους σε απόσταση 42 χιλιομέτρων. Η δευτερεύουσα συστοιχία διέθετε 12 πυροβόλα 155 χιλιοστών εγκατεστημένα σε 4 τριπλούς πύργους, ενώ είχε και 24 αντιαεροπορικά πυροβόλα των 25 χιλιοστών. Όσον αφορά το δεύτερο θωρηκτό, το Musashi, αυτό κατασκευάστηκε την ίδια χρονιά, διέθετε τα ίδια χαρακτηριστικά με το αδελφό του όσον αφορά τον οπλισμό. Διαφοροποιούνταν στο μέγεθος καθώς ήταν κατά 3 μέτρα πλατύτερο από ότι το Yamato. Τέλος, υπήρχε και τρίτο θωρηκτό, το Shinano, το οποίο είχε εκτόπισμα 72.000 τόνων και ενώ αρχικά η κατασκευή του ξεκίνησε ως θωρηκτό, μετατράπηκε σε αεροπλανοφόρο. Σε σχέση με τα παραπάνω θωρηκτά διέθετε ελαφρύτερο οπλισμό. Βλ.  https://www.britannica.com/topic/Yamato-ship, https://www.britannica.com/topic/Musashi-Japanese-battleship.

[10]Roehrs & Renzi, ό.π., σσ. 140-145. Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 147-148. John Toland, The Rising Sun, The Decline and the Fall of the Japanese Empire, 1936-1945, Modern Library Paperback Edition, New York 2003, σσ. 547-555. «Η ναυμαχία του Κόλπου της Λέιτε», Καθημερινή, 13.3.2011.

[11]Το seppuku ή harakiri ήταν ειδικός τελετουργικός τρόπος αυτοκτονίας των Ιαπώνων Σαμουράι. Ο πολεμιστής γονατίζει και στρέφεται προς τον ήλιο, στη συνέχεια καρφώνει το σπαθί του στην κοιλιακή χώρα και συνήθως μετά ο αυτόχειρας αποκεφαλίζεται τη στιγμή του πόνου από κάποιον συμπολεμιστή του. Ο τρόπος αυτός αυτοκτονίας απορρέει από τον ηθικό κώδικα bushido στον οποίο έχει γίνει ήδη αναφορά. Βλ. https://www.britannica.com/topic/seppuku.

[12]Roehrs & Renzi, ό.π., σσ. 147-151. Clayton D. James & Sharp Wells, From Pearl Harbor to V-J Day, The American Forces in World War II, The American Ways Series, Chicago 1995, σσ. 161-165.

[13]Ο υπολοχαγός Robert Lawrence Eichelberger είχε υπό τη διοίκησή του το Αμερικανικό 1ο Σώμα Στρατού το 1942, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ανάσχεση των Ιαπώνων στην προσπάθειά τους να προωθηθούν στην Αυστραλία, ενώ το 1943 πέτυχε αποφασιστική νίκη στη μάχη της Buna στην Ν. Γουινέα. Τον Σεπτέμβριο του 1944 διορίστηκε διοικητής της 8ης Αμερικανικής Στρατιάς μέχρι τη λήξη το πολέμου. Βλ. Who`s Who, ό.π., σ. 48.

[14]Lofgren J. Stephen, Southern Philippines, U.S. Army Center of Military History, Washington DC 1996, σσ. 7-8.

[15]Στο ίδιο, σσ. 9-11.

[16]Στο ίδιο, σσ. 11-12.

[17]Στο ίδιο, σσ. 13-18.

[18]Στο ίδιο, σσ. 19-32.

[19]Στο ίδιο, σσ. 33-35.

Σπύρος Σφέτας «Η ανόθευτη ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα αποδείχτηκε ανέφικτη» 15 Ιουλίου 1974 Η αποφράδα ημέρα του πραξικοπήματος στην Κύπρο

Σπύρος Σφέτας

«Η ανόθευτη ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα

αποδείχτηκε ανέφικτη»

15 Ιουλίου 1974

Η αποφράδα ημέρα του πραξικοπήματος στην Κύπρο

 

Κύριε καθηγητά, θα ήθελα να μας σκιαγραφήσετε το  πλαίσιο εντός του οποίου εκδηλώθηκε το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974  στη Κύπρο

Μετά την επιβολή της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967 στην Ελλάδα υπήρχε ένταση στις σχέσεις μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας, δεδομένου ότι η Χούντα είχε ενεργοποιήσει δυναμικά τη στρατηγική της ένωσης. Η  κυβέρνηση των Αθηνών πίστευε πως,  λόγω του αναβαθμισμένου ρόλου της Ελλάδας στη Μεσόγειο και της ανοχής  που επέδειξαν τελικά οι Η.Π.Α στο χουντικό καθεστώς,  θα μπορούσε να επιβάλει τη λύση της ένωσης, με την εκχώρηση μιας στρατιωτικής βάσης στη Τουρκία. Ωστόσο, το σενάριο αυτό αποδείχθηκε ότι ήταν ανέφικτο. Το φιάσκο του Έβρου και η αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο (Δεκέμβριος 1967) ήταν τα θλιβερά αποτελέσματα. Έκτοτε ακολουθείται μια στάση αναμονής από τον Παπαδόπουλο και αρχίζουν ενδοκοινοτικές συνομιλίες στη Κύπρο για τη διευθέτηση του συνταγματικού ζητήματος στο πλαίσιο ενός ανεξάρτητου κράτους.  Εν τούτοις, καταλύτης για τις εξελίξεις είναι το εξής γεγονός: Εντός της  Χούντας των Αθηνών υπάρχουν διάφορες τάσεις. Η μετριοπαθής πολιτική του Παπαδόπουλου συγκρούεται με την σκληροπυρηνική πολιτική του Ιωαννίδη, του Λαδά, του Ασλανίδη και των άλλων, οι οποίοι εμμένουν στην λύση της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Ως εκ τούτου παρατηρούμε μια μετριοπαθή στάση του Παπαδόπουλου, ο οποίος θέλει η Χούντα να προχωρήσει  σε έναν «κοινοβουλευτισμό νέου τύπου», όπως τον αντιλαμβανόταν αυτός,  και  μια σκληρή στάση του Ιωαννίδη και άλλων  που δεν θέλουν  καμία αλλαγή του  καθεστώτος της Χούντας και εμμένουν  στην ένωση ως λύση του Κυπριακού.

Οι ελληνοτουρκικές συνομιλίες του ‘Εβρου τον Σεπτέμβριο του 1967. Διακρίνονται οι πρωθυπουργοί των δυο χωρών Κων/τίνος Κόλλιας (στο μέσο) και Suleiman Demirel (δεξιά).

Από το 1969 αρχίζει στην  Κύπρο ένας εμφύλιος πόλεμος. Δραστηριοποιείται  μια οργάνωση ενωτικών,  το Εθνικό Μέτωπο, που είχε  τη στήριξη  της σκληροπυρηνικής ομάδας της Χούντας και  κατηγορούσε   τον Μακάριο για προδοσία του οράματος της ένωσης με την μητροπολιτική Ελλάδα. Επίσης, ο Μακάριος κατηγορείται   ότι υποθάλπει τον κομμουνισμό λόγω της συνεργασίας με το ΑΚΕΛ και της ένταξης της Κύπρου στο Κίνημα των Αδεσμεύτων. Οι εσωτερικές διαμάχες της Χούντας αντανακλώνταν και στην προσέγγιση του Κυπριακού. Ταυτόχρονα, γίνονταν διαπραγματεύσεις με Τουρκοκύπριους για την επίλυση του συνταγματικού ζητήματος(1968-1971). Οι διαρκείς εσωτερικές αντιπαραθέσεις των Ελληνοκυπρίων  δίνουν το πρόσχημα  στους Τουρκοκύπριους να θέτουν μαξιμαλιστικά αιτήματα, τα οποία παρέπεμπαν στη λύση της διχοτόμησης.

Μακάριος και Γρίβας.

Στην Αθήνα, ο  Γεώργιος Παπαδόπουλος επί της ουσίας έχει αποδεχθεί την ανεξαρτησία της Κύπρου, με ουσιαστικές παραχωρήσεις στους Τουρκοκυπρίους , ώστε να μην δίνεται στη Τουρκία το δικαίωμα να ισχυρίζεται ότι καταπιέζεται η μειονότητα. Και ο Μακάριος,   ο οποίος από το 1968 διέκρινε το ευκταίο  (ένωση) από το εφικτό (ανεξαρτησία),  ήταν υπέρ της παραχώρησης στους Τουρκοκυπρίους,  που από το 1963/64  είχαν αυτοπεριχαρακωθεί σε μη βιώσιμους  θυλάκους, ενός καθεστώτος πέραν μιας προστατευόμενης μειονότητας, αλλά χωρίς να μεταβληθεί ο ενιαίος  χαρακτήρας του κράτους. Ακριβώς για το βαθμό των προνομίων των Τουρκοκυπρίων συγκρούστηκε η Αθήνα με τη Λευκωσία το 1971. Ο Μακάριος απέρριψε την πρόταση του Παπαδόπουλου για δημιουργία κεντρικού φορέα τοπικής αυτοδιοίκησης με την  παραχώρηση των σχετικών αρμοδιοτήτων σε Τουρκοκύπριο υπουργό ή υφυπουργό που θα ήταν αρμόδιος και σε θέματα της ελληνοκυπριακής κοινότητας, διότι αυτό κατά την γνώμη του θα οδηγούσε στην νομιμοποίηση των θυλάκων. Στον αντίποδα, η  σκιώδης ομάδα του  Ιωαννίδη  εμμένει πεισματικά στη λύση της ένωσης και στην φυσική και πολιτική εξάλειψη του «Κάστρο της Μεσογείου». Σημειωτέον, θα πρέπει να τονίσουμε πως ο Ιωαννίδης και ο Σαμψών έχουν ένα βεβαρημένο παρελθόν συγκρούσεων  με τον Πρόεδρο της Κύπρου, καθώς, όταν  το 1963 εισηγήθηκαν στον  Μακάριο τη σφαγή των Τουρκοκυπρίων ως λύση του Κυπριακού, ο Μακάριος τους απέπεμψε. Η σκληροπυρηνική ομάδα του Ιωαννίδη καπηλεύεται το ευαίσθητο  ζήτημα της ένωσης. Μιλάμε  για έναν αρρωστημένο πατριωτισμό. Συνεπώς, όταν πέφτει ο Παπαδόπουλος και ανεβαίνει ο Ιωαννίδης με την ομάδα του στην εξουσία, αυτή η μεταβολή αντανακλάται και στην Κύπρο, διότι ο Ιωαννίδης συνεχίζει τις προσπάθειες εξόντωσης του Μακαρίου. Είχαν ήδη πραγματοποιηθεί  δολοφονικές απόπειρες  εναντίον του Μακάριου το 1970 και το 1973 με ηθικό αυτουργό τον Ιωαννίδη.   Παρόλα αυτά,  στο εσωτερικό ο Μακάριος φαίνεται να ελέγχει το παιχνίδι της εξουσίας. Όταν πέθανε ο Γρίβας τον Ιανουάριο του 1974,  ο  Μακάριος  ακολούθησε  πολιτική συμφιλίωσης,  δίνοντας αμνηστία σε όλους τους Γριβικούς, στην ουσία στην ΕΟΚΑ Β´, που ως διάδοχη οργάνωση  του Εθνικού Μετώπου υπέθαλπε εμφύλιο πόλεμο στην Κύπρο το 1973-74 κατά  των Μακαριακών.  Ωστόσο, η γραμμή του  Ιωαννίδη, ο οποίος μετά τον θάνατο του Γρίβα ήλεγχε την ΕΟΚΑ Β’, παραμένει αμετάβλητη.  Η Αθήνα επιθυμεί διακαώς την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, για να καταστεί η χώρα σημαντικός παράγοντας στη Μέση Ανατολή, προσφέροντας παράλληλα ‘’υπηρεσίες στον δυτικό κόσμο’’, με την εξόντωση του Μακαρίου. Ταυτόχρονα, υπεισέρχεται και  το ζήτημα των πετρελαίων στο  Αιγαίο, η ανακάλυψη των οποίων πείθει  τον Ιωαννίδη ότι η Ελλάδα θα ευημερήσει ως μια νέα δύναμη στη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Η γραμμή της Χούντας του Ιωαννίδη είναι ξεκάθαρη: δύο πράγματα μπορούν να συμβούν στο Κυπριακό. Συγκεκριμένα, είτε θα πραγματοποιηθεί η  ένωση της Ελλάδας με τη Κύπρο με πτώση του Μακαρίου,  είτε η Κύπρος θα ‘’κουβανοποιηθεί’’. 

Μετά τον θάνατο του Γρίβα , τον Ιανουάριο του 1974,   ο Μακάριος μέσω της δικής του αστυνομίας, του Εφεδρικού,  κατόρθωσε  να αποδιοργανώσει  την ΕΟΚΑ Β´,  αλλά το παιχνίδι αρχίζει τώρα  να παίζεται από την Εθνοφρουρά. Πρώην αντιμακαριακοί παίρνουν όπλα από αξιωματικούς της Εθνοφρουράς.  Στο σημείο αυτό  ο Μακάριος θέτει το ζήτημα των ευθυνών που έχουν Ελλαδίτες αξιωματικοί.  Καλεί την κυβέρνηση –  μαριονέτα του Ανδρουτσόπουλου να ανακαλέσει, από τη Κύπρο, μια ομάδα αξιωματικών, που στρέφονταν εναντίον του. Από την ελληνική κυβέρνηση έρχονται αόριστες απαντήσεις. Στην πορεία τίθενται και άλλα ζητήματα,  όπως για παράδειγμα, να επιλέγει ο Μακάριος τους μελλοντικούς Ελληνοκυπρίους αξιωματικούς που θα εκπαιδεύονταν  στις παραγωγικές σχολές της Ελλάδας.  Μάλιστα, αυτό προβλεπόταν από τις σχετικές συμφωνίες, αλλά επί της ουσίας αυτό δεν τηρούνταν. Με την επιστολή του προς τον Γκιζίκη, στις 2 Ιουλίου 1974, ζητούσε την αποχώρηση όλων των Ελλαδιτών αξιωματικών. Στην πραγματικότητα, αυτό που επιθυμούσε η Λευκωσία  είναι η διαβεβαίωση της κυβέρνησης Ανδρουτσοπούλου, ότι δεν αποσκοπούσε στην πτώση του Μακαρίου. Στο Υπουργικό Συμβούλιο της 11ης Ιουλίου 1974 ο υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων, Παναγιώτης Χρήστου, γνωρίζοντας καλά τα εκκλησιαστικά πράγματα και τον βυζαντινό τρόπο σκέψης του κλήρου, ερμήνευσε σωστά και νηφάλια τα κίνητρα του Μακαρίου. « Δεν αποδίδω μεγάλην σημασίαν εις την επιστολήν του Μακαρίου. Διότι εκφράζει μίαν κατάστασιν την οποίαν ήδη γνωρίζομεν. Το θέμα είναι εάν θέλωμεν ή όχι την πτώσιν του Μακαρίου. Εάν δεν την   θέλωμεν να καταστήσωμεν τούτο σαφές. Εν Κύπρω, την πλειονότητα τη εκπροσωπεί ο Μακάριος, ο οποίος ακολουθεί γραμμήν μη συμφέρουσαν την Τουρκίαν, οι δε Τούρκοι ουδέποτε θα κάμψουν τον Μακάριον. Παρά τας ιδικάς μας αδυναμίας, ο Μακάριος κατώρθωσε να διατηρήσει την ανεξαρτησίαν. Ερωτάται τι θέλει ο Μακάριος. Πάντως όχι να έλθη  θριαμβευτής εις Αθήνας, διότι το να πιστεύεται κάτι τέτοιο είναι γελοίο. Επίσης δεν επιθυμεί την  δημιουργία κράτους κουβανικού τύπου. Εάν ημείς αναλαμβάνωμεν την ευθύνην ανακηρύξεως της Ενώσεως, τότε θα την πραγματοποιήσει την Ένωσιν, ως είπε. Η έντασις των σχέσεων εδημιουργήθη μάλλον από παρεξήγησιν, διότι ημείς έχομεν την τάσιν να τον θεωρούμε ‘’Διοικητήν’’ ενός ‘Τμήματος’’ Ελληνικού και εκείνος πιστεύει ότι είναι αρχηγός ανεξαρτήτου κράτους, ουσία και τύποις. Εις την περίοδον ταύτην, της στενοχωρίας μας, ο Μακάριος θέλει να τον διαβεβαιώσωμεν ότι δεν επιθυμούμε την απομάκρυσίν του και να διατάξωμεν τους Αξιωματικούς μας να μην υποστηρίζουν την ΕΟΚΑ Β´. Ασφαλώς επιθυμεί να τον προσκαλέσωμεν εις Αθήνας και να συζητήσωμεν». Ωστόσο, πίσω από την επίσημη ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται ο Ιωαννίδης, ο επονομαζόμενος «σκοτεινός δικτάτορας».  Μάλιστα, ο Ιωαννίδης  έχει επικοινωνία με πράκτορες  της C.I.A και τους έχει εκμυστηρευθεί τα σχέδιά του και τους στόχους του.  Τα παραπάνω  τα γνωρίζει και ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα  Τάσκα.   Η απομάκρυνση του Μακαρίου από την εξουσία μπορεί να γίνει  είτε με δολοφονία,  αλλά  αυτό δεν πέτυχε- όπως έλεγε και ο Μακάριος: «Δεν με πιάνουν οι σφαίρες»- είτε με πραξικοπηματική ανατροπή. Σε αυτό  ακριβώς αποσκοπεί ο Ιωαννίδης, με ανθρώπους που έχει μέσα στην Εθνοφρουρά. Ωστόσο, η ηγεσία της  είναι αντίθετη, καθώς ο  αντιστράτηγος  Γ. Ντενίσης είναι εναντίον όλων αυτών των σχεδίων. Εδώ  ο Ιωαννίδης λειτουργεί με την τακτική της παραπλάνησης και  της συνωμοσίας, κάτι που ταιριάζει με τον χαρακτήρα του και το ήθος του, όπως θα δούμε. Συνεπώς, το σχέδιο ανατροπής του Μακαρίου προετοιμάζεται πριν ακόμα  από τη γνωστή επιστολή της 2ης Ιουλίου προς τον Γκιζίκη, που δημοσιεύθηκε στον Τύπο.  Με την επιστολή αυτή ο Μακάριος ζητούσε την απομάκρυνση όλων των Ελλαδιτών αξιωματικών, ήταν μια  κίνηση τακτικής στο πλαίσιο μιας αυτοάμυνας. Η επιστολή   δεν ήταν  ο καταλύτης για να εκδηλωθεί  το πραξικόπημα, καθώς αυτό  ήδη σχεδιάζονταν. Ο Μακάριος ήθελε μια επίσημη διαβεβαίωση ότι δεν υπάρχουν σχέδια ανατροπής του.  Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε πως μέσα στη κυβέρνηση Ανδρουτσοπούλου υπήρχαν και νηφάλια άτομα που καταλάβαιναν τι γίνεται και «έβλεπαν» την τουρκική εισβολή ως επακόλουθο,  αλλά δεν εισακούονταν. Έτσι, παραιτείται ο Άγγελος Χωραφάς, ο Ιωάννης Τζούνης, ακόμα  και ο υπουργός Εξωτερικών Σπυρίδων Τετενές.  Όλοι  καταλάβαιναν τις συνέπειες,  και ο Μακάριος φυσικά, για το λόγο αυτό το Εφεδρικό ήταν σε επιφυλακή τις νύχτες.   Ταυτόχρονα, συνεχίζονταν ικανοποιητικά και οι ενισχυμένες ενδοκοινοτικές διαπραγματεύσεις για να λυθεί το Συνταγματικό. Στις ενισχυμένες ενδοκυπριακές συνομιλίες το δεύτερο εξάμηνο του 1972 σημειώθηκε πρόοδος. Η τουρκοκυπριακή πλευρά αποδέχθηκε ως κεντρικό φορέα της τοπικής αυτοδιοίκησης την τουρκοκυπριακή Βουλή και απέσυρε το αίτημά της για ομαδοποίηση χωριών. Τον Ιανουάριο του 1974 λύθηκαν δύο σημαντικά θέματα στις ενισχυμένες ενδοκοινοτικές συνομιλίες. Το πρώτο είχε σχέση με τις νομοθετικές εξουσίες των οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Για τον συντονισμό και την εποπτεία των τοπικών υποθέσεων, το ελληνικό και το τουρκικό τμήμα της Βουλής  θα εξέδιδε, το καθένα για την κοινότητά του, νομοθετικά διατάγματα, που θα απέρρεαν από τον Οργανικό Νόμο που θα ψήφιζε ενιαία η Βουλή, και από τους νόμους-πλαίσια του ενιαίου Κοινοβουλίου, όπου θα καθορίζονταν οι γενικές αρχές και τα κριτήρια ομοιομορφίας των τοπικών υποθέσεων. Το δεύτερο ζήτημα αφορούσε τον κρατικό έλεγχο της τοπικής αυτοδιοίκησης. Συμφωνήθηκε μια μορφή κρατικού ελέγχου, που θα διασφάλιζε τη συμμόρφωση των τοπικών Αρχών στο Σύνταγμα και στους νόμους του κράτους που προέβλεπαν τις γενικές αρχές και τα κριτήρια ομοιομορφίας. Η πολιτική φιλοσοφία του Κληρίδη και του Δεκλερή, που συμμετείχαν στις συνομιλίες, ήταν η διατήρηση του ενιαίου χαρακτήρα του κυπριακού κράτους σε μία εταιρική σχέση με τους Τουρκοκύπριους, που δεν θα δημιουργούσε πολυκεντρισμό. Μετά την λύση του Συνταγματικού, ο Μακάριος επεδίωκε και την κατάργηση των Συνθηκών Εγγυήσεως και Συμμαχίας- κάτι που σήμερα είναι επίκαιρο. Ωστόσο η πρόοδος στο Συνταγματικό ζήτημα δεν είχε πλέον νόημα.  Το σχέδιο του Ιωαννίδη ήταν και παρέμενε η Ένωση, η οποία αποτελούσε και μια καταστροφική επιλογή. Όπως σας ανέφερα, στο νησί μαίνεται ένας εμφύλιος το 1973  – 1974 με την ανάμιξη τώρα και αξιωματικών της Εθνοφρουράς. Κατά συνέπεια, όλοι καταλαβαίνουν ότι κάτι θα γίνει σε σχέση με τον Μακάριο.

Ο Μακάριος με τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Henry Kissinger.

Όσον αφορά τις Η.Π.Α,  υπάρχουν δύο  βασικές γραμμές. Δεν υπάρχει εξ αρχής μια συγκεκριμένη συνωμοτική αμερικανική στάση. Το 1974 η μια  μετριοπαθής γραμμή εκφράζεται από στελέχη  του  State Department, που  εισηγούνται  να δοθεί  ένα ισχυρό μήνυμα στον Ιωαννίδη, για να μην προβεί σε κινήσεις υπονόμευσης του Μακαρίου, γιατί κάτι τέτοιο  θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες για τη Κύπρο και την Ελλάδα. Μάλιστα, στις 29 Ιουνίου 1974 ο υφυπουργός Εξωτερικών  Σίσκο καλεί τον  Τάσκα να βρει τρόπο να επικοινωνήσει με τον Ιωαννίδη, για να τον ενημερώσει για τις συνέπειες που θα έχει η πράξη του,  με την επισήμανση ότι οι  Αμερικανοί  θα αποδέχονταν οποιαδήποτε λύση προέκυπτε από τις διακοινοτικές συνομιλίες. Η άλλη γραμμή είναι  του Κίσινγκερ και της CIA. Σύμφωνα με αυτή την σκληροπυρηνική γραμμή, οι Η.Π.Α δεν θα απέτρεπαν την εκδήλωση του πραξικοπήματος κατά του Μακάριου και  την  ακολουθούμενη  τουρκική εισβολή, θα προωθούσαν μια λύση  υπέρ των τουρκικών θέσεων. Έπρεπε  όμως με κάθε τρόπο να αποτραπεί ελληνοτουρκικός πόλεμος. Ο Κίσινγκερ, υπουργός Εξωτερικών από το 1973,  είναι κυρίαρχος παράγοντας  στην εξωτερική  πολιτική,  καθώς ο Πρόεδρος Νίξον είναι αποδυναμωμένος λόγω του σκανδάλου Watergate.  Επίσης, πολύ σημαντικός είναι και ο πόλεμος του Γιομ Κιπούρ (Οκτώβριος 1973), καθώς ο πόλεμος αυτός συνδέει τη λύση του Κυπριακού με το Μεσανατολικό. Οι ΗΠΑ μετά  τον πόλεμο κέρδισαν την Αίγυπτο, η οποία απομακρύνεται από τη σφαίρα της σοβιετικής επιρροής. Τα σχέδια των Αμερικανών επικεντρώνονται στη συγκρότηση ενός τριγώνου στην περιοχή μέσω μιας στρατηγικής σχέσης  Τουρκίας-Αιγύπτου-Ισραήλ. Στα νέα αυτά δεδομένα, η Τουρκία ήταν εξαιρετικά σημαντικός σύμμαχος των Η.Π.Α. Μάλιστα, οι ΗΠΑ ξεκινούν μια εκστρατεία αντιστροφής του αντιαμερικανικού κλίματος που επικρατούσε στη Τουρκία. Κίσινγκερ και Ετζεβίτ  γνωρίζονταν καλά, τουλάχιστο από το 1957, όταν ο τελευταίος ως υπότροφος παρακολουθούσε στο Χάρβαρντ τις πανεπιστημιακές παραδόσεις του πρώτου. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειώσουμε πως αντιαμερικανικό κλίμα είχε καλλιεργηθεί στη χώρα λόγω της απομάκρυνσης των πυραύλων Jupiter μετά την  κρίση της Κούβας το 1962. Επίσης, η Άγκυρα είχε δυσαρεστηθεί από την αρνητική στάση των ΗΠΑ στα σχέδια εισβολής στο νησί το 1964. Η Τουρκία εκείνη τη στιγμή ήταν πιο σημαντικός σύμμαχος από την Ελλάδα. Το κλειδί της υπόθεσης είναι η θέληση των Η.Π.Α να αποφευχθεί ο πόλεμος, ο οποίος θα αποδυνάμωνε αισθητά τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

Επιστρέφοντας στα τεκταινόμενα στην Αθήνα, το εν λόγω τηλεγράφημα με το αυστηρό μήνυμα του State Department δεν έφτασε στον Ιωαννίδη, καθώς, όταν ο Τάσκα έλαβε το τηλεγράφημα, με το πρόσχημα ότι ο ακριβοθώρητος Ιωαννίδης δεν εκπροσωπούσε την κυβέρνηση, δεν τον αναζήτησε, και μια  πολιτική σύμβουλος της πρεσβείας μετέφερε υποτονικά ένα αόριστο μήνυμα για μη χρήση  βίας    στον Ανδρουτσόπουλο και στον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, με τον οποίο ο Ιωαννίδης διατηρούσε καλές σχέσεις. Αυστηρό μήνυμα  ότι μετά την ανατροπή του Μακαρίου θα εισβάλει η Τουρκία και η Αμερική δεν θα βοηθήσει δεν στάλθηκε ποτέ στον Ιωαννίδη. Αλλά και ο Ιωαννίδης ήθελε να παραπλανήσει τη C.I.A. Όταν έλαβε το υποτονικό αυτό μήνυμα,  στις 3 Ιουλίου αρνήθηκε σε πράκτορες της CIA ότι είχε σχέδια να ανατρέψει τον Μακάριο. Δεν ήθελε να φανεί ότι  το πραξικόπημα στη Λευκωσία ήταν εκπορευόμενο από την Αθήνα. Στόχος του ήταν να παρουσιαστεί  ότι η Εθνική Φρουρά αντιδρά, επειδή ο Μακάριος θέλει να διώξει τους  αξιωματικούς και να επεμβαίνει στον στρατό. Ο Ιωαννίδης  καλεί στην Αθήνα δήθεν για διαβουλεύσεις τον πρέσβη Ευστάθιο Λαγάκο και τον αρχηγό της Εθνοφρουράς, αντιστράτηγο Ντενίση, για να μην είναι παρόντες, όταν  εκδηλωθεί το πραξικόπημα, συγκαλύπτοντας την εμπλοκή της Αθήνας.

Μάλιστα, προχωρά ακόμα παραπέρα και στις 14 Ιουλίου στέλνει μήνυμα στη C.I.A ότι δεν έχει σχέδιο να ανατρέψει τον Μακάριο. Το τραγελαφικό είναι πως το επόμενο πρωί, ενώ το πραξικόπημα εξελίσσεται, το Υπουργείο Εξωτερικών των Η.Π.Α αξιολογεί την πληροφορία αυτή… Εν κατακλείδι, δεν  ήταν πρωτίστως οι Αμερικανοί  που μηχανορραφούσαν κατά του Μακαρίου, αλλά  Ελλαδίτες αξιωματικοί της Χούντας. Η Αμερική δεν καταδίκασε το πραξικόπημα, δεν το χαρακτήρισε ως ανάμιξη στα εσωτερικά του κράτους, ενθαρρύνοντας έτσι τα σχέδια των Τούρκων. Σκοπός της αμερικανικής πολιτικής ήταν απλά  η αποτροπή ελληνοτουρκικού πολέμου.

Δημήτριος Ιωαννίδης και Νικόλαος Σαμψών. Οι πρωτεργάτες της χούντας σε Ελλάδα και Κύπρο.

Κύριε Καθηγητά πως εξηγείτε το γεγονός πως το πραξικόπημα δεν εκδηλώθηκε εν τω μέσω της νυκτός ή τα ξημερώματα όπως είθισται σε τέτοιες ενέργειες   αλλά το πρωί της 15ης Ιουλίου;

 Το γεγονός αυτό εντάσσεται στην  τακτική  της παραπλάνησης. Ο Μακάριος είχε πληροφορίες ότι θα γίνει πραξικόπημα, αλλά δεν τις λάμβανε σοβαρά υπόψιν του διότι η ΕΟΚΑ Β´ είχε εξαρθρωθεί. Δεν πίστευε ότι οι αξιωματικοί της Εθνοφρουράς θα ήταν τόσο ανόητοι ώστε να τον ανατρέψουν πραξικοπηματικά, διότι η τουρκική εισβολή θα ήταν βέβαιη. Το πρωί εκείνο της 15ης Ιουλίου   είχε επιστρέψει  από τη Μονή  Κίκου  και πέρασε επιδεικτικά από το στρατόπεδο. Παρόλα αυτά λάμβανε μέτρα προστασίας. Το ότι προετοιμαζόταν για πραξικόπημα καταδεικνύει το γεγονός πως είχε συγκροτήσει το λεγόμενο Εφεδρικό,  μια μυστική αστυνομία, που κάθε βράδυ περιπολούσε. Έτσι, εφαρμόζεται  και εδώ η τακτική της παραπλάνησης από τον Ιωαννίδη. Το πραξικόπημα γίνεται πρωί, καθώς το Εφεδρικό αναπαυόταν. Πιάστηκε στον ύπνο, όταν έγινε το πραξικόπημα. Η τακτική της παραπλάνησης του Ιωαννίδη οδήγησε στην αυτοκαταστροφή  του χουντικού καθεστώτος που έπεσε με μια εθνική τραγωδία. Θεωρούσε ότι οι Η.Π.Α θα  δεχτούν  το πραξικόπημα ως προσφορά  του στον δυτικό κόσμο, που απαλλάσσει την Κύπρο από τον Μακάριο και ότι οι Τούρκοι δεν θα εισβάλουν. Μια προσφορά στον δυτικό κόσμο και στους Τούρκους, καθώς πίστευε  ότι οι   Τούρκοι δεν θέλουν τον Μακάριο. Αλλά τον προτιμούν τον Σαμψών;  Ο Σαμψών είναι κόκκινο πανί για τους Τούρκους, η τοποθέτησή του  ως ‘’Προέδρου’’ είναι  βαθύτατη πρόκληση για την Τουρκία, άσχετα  αν είπε ότι πολιτική  του ήταν η ανεξαρτησία και η ολοκλήρωση  των ενισχυμένων  ενδοκοινοτικών συνομιλιών.  Αλλά  και με οποιονδήποτε  νέο ‘’Πρόεδρο’’ η Τουρκία θα εισέβαλε. Σε περίπτωση εισβολής ο Ιωαννίδης σχεδίαζε ελληνοτουρκικό πόλεμο-κάτι που οι Αμερικανοί ήθελαν να αποτρέψουν – αλλά δεν είχε προβεί σε καμιά προετοιμασία με το Γενικό Επιτελείο. 

Το βομβαρδισμένο Προεδρικό Μέγαρο, έπειτα από την εκδήλωση του πραξικοπήματος.

Για την Τουρκία το Κυπριακό εκείνη την περίοδο συνδέεται άμεσα με το ζήτημα του Αιγαίου. Οι Τούρκοι έχουν ήδη  θέσει ζήτημα υφαλοκρηπίδας,  ζήτημα ‘’τουρκικής μειονότητας’’ στην Δυτική Θράκη,   και οι διμερείς σχέσεις είναι οξυμένες. Ακόμη και όταν πήγε στην κηδεία του Ινονού ο υπουργός Πολιτισμού, ο Δημήτρης Τσάκωνας,  ο  Ιωαννίδης αντέδρασε. Πολιτικά πρόσωπα ήταν υπέρ των διμερών, έστω και προσχηματικών, συνομιλιών για τη συζήτηση  διμερών θεμάτων,  αλλά ο Ιωαννίδης δεν ασπαζόταν αυτή την  τακτική. Πρόκειται για ένα πλέγμα ελληνοτουρκικών σχέσεων, στο οποίο περιλαμβάνεται  και το Κυπριακό, αλλά σε εκείνη τη φάση για τη Τουρκία κυρίαρχο είναι το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας και του Αιγαίου. Το 1974 ο Ετζεβίτ έκανε λόγο για ομοσπονδιακή λύση στο Κυπριακό, για να εξαναγκάσει την Ελλάδα να συζητήσει το θέμα της υφαλοκρηπίδας. Αλλά η ομοσπονδιακή λύση ήταν ανέφικτη διότι οι Τουρκοκύπριοι ήταν διάσπαρτοι στο νησί και δεν υπήρχε εκτενής γεωγραφικός διαχωρισμός παρά την ύπαρξη των θυλάκων, που δεν είχαν ανοικτή πρόσβαση στην θάλασσα, ώστε να υπάρξει προγεφύρωμα με την Τουρκία. Στις 29 Μαΐου 1974(δεν είναι τυχαίος ο συμβολισμός), μετά από τουρκικά ναυτικά γυμνάσια, το υδρογραφικό-χαρτογραφικό τουρκικό σκάφος ‘’Τσανταρλί’’ εξήλθε από το Βόσπορο, κατευθυνόμενο προς το Αιγαίο, για να διεξάγει υποθαλάσσιες έρευνες, σύμφωνα με τις τουρκικές  ανακοινώσεις .Όπως αποκαλύφθηκε σύντομα, το ‘’Τσανταρλί’’, που συνοδεύονταν από τουρκικά πλοία, δεν διέθετε εξοπλισμό για συλλέξει υποθαλάσσιες πληροφορίες, απαραίτητες για την ανόρυξη. Επρόκειτο για μια σκηνοθετημένη επιχείρηση για να δοκιμασθούν τα ελληνικά αντανακλαστικά. Ο ελληνικός στόλος εξήλθε στο Αιγαίο για να εμποδίσει τον πλού  του χαρτογραφικού σκάφους στο Βόρειο Αιγαίο, ενώ τα ελληνικά αεροπλάνα παρακολουθούσαν τις κινήσεις του. Επρόκειτο για μια θεατρική παράσταση. Με άλλα λόγια η Τουρκία το 1974 δεν ήταν σε θέση ούτε να εκβιάσει ομοσπονδιακή λύση του Κυπριακού, ούτε να προκαλέσει θερμό επεισόδιο στο Αιγαίο.  Θα πρέπει να σημειώσουμε πως η Τουρκία εκείνη τη περίοδο αντιμετωπίζει οξεία οικονομική κρίση (επιτράπηκε η απαγορευμένη καλλιέργεια και  εξαγωγή οπίου).  Γίνεται κατανοητό ποια χρυσή ευκαιρία προσέφερε στην Τουρκία το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου.

Τον Φεβρουάριο του  1972 υπήρξε συνεννόηση  του Τούρκου  πρωθυπουργού Νιχάτ Ερίμ  και του  Παπαδόπουλου για ανατροπή του Μακαρίου, την αποδιεθνοποίηση του Κυπριακού  και τη λύση του σε νατοϊκά πλαίσια,    όμως ο Μακάριος είχε πληροφορηθεί τα σχέδια, μέσω τηλεφωνικών υποκλοπών, τα δημοσιοποίησε, προκαλώντας την υποχώρηση του Παπαδόπουλου.  Τότε υπήρξε και δυναμική παρέμβαση των Αμερικανών κατά της ανατροπής του Μακαρίου και της κατάλυσης του κυπριακού κράτους, για μην επωφεληθεί ο σοβιετικός παράγοντας. Έκτοτε ο Παπαδόπουλος δεν στράφηκε κατά του Μακαρίου. Μάλιστα το καλοκαίρι του 1973 καταδίκασε δημόσια τον Γρίβα  και την υπονομευτική δράση της ΕΟΚΑ Β´ στο  όνομα της  ‘’ψευτοένωσης’’. Οι ενισχυμένες ενδοκοινοτικές συνομιλίες σημείωναν πρόοδο,  αλλά από   τα μέσα του 1972 η Τουρκία  άρχισε να θέτει ζήτημα Αιγαίου,  ‘’τουρκικής ‘’ μειονότητας στην Δυτική Θράκη,  επέβαλε την εκλογή του  Οικουμενικού Πατριάρχη με το καθεστώς που ισχύει  μέχρι σήμερα. Μετά την ανατροπή  του Παπαδόπουλου (25.11.1973),   ο  Ιωαννίδης στηρίζει τον Γρίβα, την ΕΟΚΑ Β’  σχεδιάζει το πραξικόπημα. 

 Ποια ήταν η στάση της ΕΣΣΔ στο Κυπριακό εκείνη την εποχή;

Η σοβιετική στάση γενικά ήταν υπέρ της κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας της Κύπρου. Η Μόσχα  δεν επιθυμούσε την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ και  η προσχώρηση της Κύπρου στους Αδέσμευτους ικανοποιούσε τα σοβιετικά συμφέροντα στη περιοχή.  Ακριβώς για   αυτό το λόγο στο παρελθόν (1964) οι Σοβιετικοί είχαν παίξει αποτρεπτικό ρόλο στο ενδεχόμενο  τουρκικής  εισβολής στη νήσο.  Όταν ο Μακάριος «έπαιζε το σοβιετικό χαρτί», αυτό το έκανε λόγω του φόβου μιας τουρκικής εισβολής. Όταν ανατράπηκε ο Μακάριος, τα δεδομένα άλλαξαν για τη σοβιετική πολιτική. Το πραξικόπημα ερμηνεύθηκε   από  τους Σοβιετικούς ως συνωμοσία για την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ. Η τουρκική εισβολή δεν ήταν πλέον ανεπιθύμητη, καθώς προκαλούσε ρήγμα στο ΝΑΤΟ.  

Οι επαφές του Μακαρίου με τη Σοβιετική Ένωση. Δεξιά διακρίνονται ο Πρόεδρος της ΕΣΣΔ Nikolai Podgorny και ο Υπουργός Εξωτερικών Andrei Gromyko .

H Τουρκία είχε ενημερώσει την Ε.Σ.Σ.Δ για την εισβολή και αυτή δεν αντέδρασε. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε, ότι βρισκόμαστε σε περίοδο ύφεσης στις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Σοβιετικής Ένωσης, χωρίς αυτό να σημαίνει εξάλειψη των ανταγωνισμών.  Η Ε.Σ.Σ.Δ δεν θα διακύβευε το φιλικό κλίμα  τις σχέσεις της με τις Η.Π.Α λόγω Κυπριακού, εκείνη την περίοδο υπάρχει αμερικανο-σοβιετική πρωτοβουλία για το Μεσανατολικό. Ουσιαστικά ζητήματα, όπως τα υψίπεδα του Γκολάν και η διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ,  διεθνοποιούνται εκείνη τη περίοδο, επίσης είναι σε εξέλιξη η Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, σε ένα χρόνο (1η Αυγούστου  1975) υπογράφεται η Τελική Πράξη του Ελσίνκι,  κανείς δεν ήθελε διεθνή κρίση για το Κυπριακό το 1974.  Σοβιετική παρέμβαση για αποτροπή τουρκικής εισβολής ίσως θα υπήρχε,  μόνο αν ήταν ο Μακάριος στην εξουσία. Για αυτό και οι Σοβιετικοί αντέδρασαν σθεναρά το 1964,  αποτρέποντας τουρκική εισβολή στη Κύπρο.  Μάλιστα, μετά τα γεγονότα του 1963 και τη δημιουργία των τουρκοκυπριακών θυλάκων υπήρχε σχέδιο των Άγγλων και των Αμερικάνων, αγνοώντας πλήρως την Κύπρο ως κράτος, για την εγκατάσταση νατοϊκών δυνάμεων. Προσπαθούν να επιβάλουν ένα νέο αποικιοκρατικό καθεστώς και εκεί ο Μακάριος αντιδρά και καταφεύγει στον Ο.Η.Ε, όπου  έχει επιτυχίες. Πριν εντάξει την Κύπρο στους Αδέσμευτους  το 1961, από τους οποίους ανέμενε πολιτική και ηθική στήριξη, ο Μακάριος βολιδοσκόπησε τους Αμερικανούς αν είχαν τη βούληση να δεχτούν την Κύπρο στο ΝΑΤΟ. Η απάντηση δεν ήταν ενθαρρυντική, διότι ένα μικρό  νησί δεν θα είχε να προσφέρει κάτι το ουσιαστικό στη Συμμαχία. Οι αγγλικές βάσεις παρέμειναν. Η Κύπρος ήταν αρχικά  η φωνή της Δύσης στους Αδέσμευτους, κάτι που ικανοποιούσε τους Αμερικανούς. Μετά το 1963-64, με τη δημιουργία των τουρκοκυπριακών θυλάκων, νατοϊκή παρουσία στην Κύπρο, υπό οιανδήποτε μορφή,  σήμαινε  την είσοδο  της Τουρκίας στο νησί και την εκ των έσω διχοτόμηση, με  δεδομένη και τη σημασία που  είχε η  Τουρκία για το ΝΑΤΟ  στη Μέση Ανατολή (Σύμφωνο της Βαγδάτης-CENTO).  

Ο διαμεσαλαβητής του ΟΗΕ και πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας του Ισημερινού Galo Plaza.

Κατά την εκτίμησή μου, ίσως μια ευκαιρία υπήρχε για το Κυπριακό, το σχέδιο Γκάλο Πλάζα του 1965. Ωστόσο, η αποδοχή του σχεδίου αυτού  συνεπαγόταν πως η Ελλάδα θα εγκατέλειπε το αίτημα της ένωσης και αποδεχόταν οριστικά  την ανεξαρτησία με καλύτερους όρους από αυτούς που προέβλεπε το εκτρωματικό σύνταγμα. Αυτό το σχέδιο μακροπρόθεσμα θα μπορούσε να λειτουργήσει, αλλά η Ελλάδα δεν το συζήτησε, λόγω της Ένωσης. Την Τουρκία την ενοχλούσε το αίτημα της ένωσης. To σχέδιο αυτό προέβλεπε ανεξαρτησία, με καλύτερους όρους. Μόνο ο Μακάριος δέχτηκε αυτό το σχέδιο. Η ανόθευτη ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα αποδείχτηκε ανέφικτη, επιτακτική ήταν η ενότητα και η προώθηση της ανεξαρτησίας με σταδιακά  καλύτερους όρους. Η ελληνική πλευρά έτρεφε την ψευδαίσθηση ότι το τίμημα της Ένωσης θα ήταν απλά η παραχώρηση μιας βάσης(νατοϊκής ή κατά κυριαρχία) στη Τουρκία και ότι εμπόδιο ήταν ο Μακάριος. Δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι η Τουρκία συμφωνούσε με τη λύση αυτή. Αν η Τουρκία την αποδεχόταν, ο παραγκωνισμός του Μακαρίου θα ήταν εύκολη υπόθεση ήδη ακόμα από το 1964. Όσα λάθη και αν έκανε ο Μακάριος, δεν ήταν τέτοια ώστε να προκαλέσουν τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Η Κύπρος δεν ήταν μια τυπική αδέσμευτη χώρα. Οι αγγλικές βάσεις διατηρήθηκαν και η Αμερική μπορούσε να ασκεί από εκεί κατασκοπεία. Δεν ήταν κατά συνέπεια η ‘’αδέσμευτη’’ εξωτερική πολιτική της Κύπρου η βασική αιτία της κυπριακής τραγωδίας, αλλά η αποτυχία συνεννόησης Αθήνας-Λευκωσίας για μια σειρά από λόγους. Δεν ήταν πρωτίστως οι Αμερικανοί που μηχανορραφούσαν κατά του Μακαρίου, αλλά Ελλαδίτες αξιωματικοί της χούντας. Η Αμερική προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα στην Μέση Ανατολή το 1973-74, και η Τουρκία εκμεταλλεύτηκε την χρυσή ευκαιρία.

Ο Σπύρος Σφέτας είναι Καθηγητής Βαλκανικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ και συγγραφέας του βιβλίου Κύπρος και Γιουγκοσλαβία. Έγγραφα από τα Γιουγκοσλαβικά Αρχεία 1967 – 1974, εκδόσεις University Studio Press

 

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΚΥΠΡΟΣ ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΟΚΑ Β΄ ΣΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ 

H συνέντευξη δόθηκε στο Χαράλαμπο Γάππα, μεταπτυχιακό φοιτητή του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ επί τη  ευκαιρία της συμπλήρωσης 43 ετών από την αποφράδα ημέρα του πραξικοπήματος στη Κύπρο. 

 

Κυριάκος Χατζηκυριακίδης: Η «Φάρμα των λεπρών» της Κύπρου.  Η βρετανική πολιτική και η τύχη των ασθενών (19ος – 20ός αι.)

Κυριάκος Χατζηκυριακίδης

Η «Φάρμα των λεπρών» της Κύπρου.

 Η βρετανική πολιτική και η τύχη των ασθενών (19ος – 20ός αι.)[1]

 

H οφειλόμενη στο mycobacterium leprae Λέπρα (η λέξη «λέπρα»/«λεπρός» προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη λέπος = φλοιός, λέπι, και άρα λεπ(ε)ρός = ο έχων λέπρα, τραχύς, πλήρης λεπίδων), ήταν, όπως έγραψε το 1948 ο λεπρολόγος Ernest Muir, η τρομακτικότερη ασθένεια από όλες τις άλλες, «όχι γιατί σκοτώνει, αλλά γιατί αφήνει τον άνθρωπο να ζει».

Η λέπρα, που δεν έχει παγκοσμίως εξαλειφθεί, αποτελεί μακρινό παρελθόν για την Ευρώπη και τον λεγόμενο αναπτυγμένο κόσμο. Όμως, λόγω των συχνότατων πια μεταναστεύσεων και κυρίως εξαιτίας της λαθρομετανάστευσης, αρρώστιες ξεχασμένες στην Ευρώπη «κτυπούν την πόρτα» της ξανά. Συμβαίνει, δηλαδή, κάτι ανάλογο με αυτό που συνέβαινε στο παρελθόν, τότε που είχαν αρχίσει να εμφανίζονται σοβαροί κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία των πολιτών των ευρωπαϊκών δυνάμεων, όχι μόνο στα κατά τόπους αποικιοκρατικά καθεστώτα που είχαν εγκαθιδρύσει, αλλά και στην ίδια την καρδιά της Ευρώπης. Για τους Βρετανούς ειδικότερα, η λέπρα ήταν «η ανοικτή πληγή της Αυτοκρατορίας»,…δεν ήταν στην πόρτα, αλλά ήταν πια μέσα στο σπίτι, πάνω στο τραπέζι…».

Στα τέλη του 19ου αιώνα η λέπρα δεν ήταν μόνο ένα ιατρικό πρόβλημα. Καθώς οι αποικιοκρατικές δυνάμεις άρχισαν να επεκτείνουν τον έλεγχο εδαφών, προσπαθώντας ταυτόχρονα να κρατήσουν απόσταση από λαούς, πολιτισμούς και ασθένειες των κατειλημμένων περιοχών, δημιουργήθηκε μεγάλη ανάγκη για τοποθέτηση «στεγανοποιητικών μεμβρανών», ενός «φράχτη» γύρω από την Ευρώπη και τους Ευρωπαίους μέσα στις τροπικές ζώνες. Το σώμα τής αυτοκρατορίας, οποιασδήποτε ευρωπαϊκής καθώς και της ανερχόμενης αμερικανικής, αισθανόταν έντονη την εξωτερική απειλή, τον κίνδυνο μόλυνσης από τις αποικίες, ακόμη και στο ίδιο το μητροπολιτικό κέντρο. Συνεπώς, υπήρχε ανησυχία για την υγεία και την ακεραιότητα του εθνικού κορμού στο εσωτερικό και του αντίστοιχου αυτοκρατορικού στο εξωτερικό. Μπροστά στο φαινόμενο εξάπλωσης της λέπρας, γιατροί διάφορων εθνικοτήτων άρχισαν σε πολλά σημεία του πλανήτη όπου η λέπρα ενδημούσε, να εφαρμόζουν, έστω πειραματικά, και τις πρώτες μεθόδους αντιμετώπισής της.

Η τροπική ιατρική, ανίκανη να αντιμετωπίσει δραστικά τη λέπρα, ενδυνάμωσε και ταυτόχρονα δικαιολόγησε εξαναγκαστικές μορφές ιατρικής παρέμβασης στις αποικίες. Συμβάλλοντας στην επιβίωση των αποικιοκρατών στις τροπικές περιοχές και αντιμετωπίζοντας ως άρρωστους τους ιθαγενείς πληθυσμούς, η ιατρική μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την εφαρμογή μέτρων απομόνωσης ενάντια σε επιδημικές ασθένειες. Έτσι, στα τέλη του 19ου αιώνα η ιμπεριαλιστική απάντηση στη λέπρα ήταν η επιβολή του περιορισμού των ασθενών, μέτρο που συνήθως σήμαινε αυστηρή απομόνωση για το υπόλοιπο της ζωής τους.

Εστιάζοντας τώρα στην Κύπρο, αξίζει να αναφέρουμε ότι η λέπρα, η οποία υπήρχε στο νησί από την αρχαιότητα σύμφωνα με τους παλαιοπαθολόγους, δεν έλαβε ποτέ επικίνδυνες διαστάσεις στην Κύπρο, όπως αντίθετα συνέβη με άλλες ασθένειες (ελονοσία, ευλογιά, πανώλη κ.λπ.). Απασχόλησε, ωστόσο, για δεκαετίες την κοινωνία της, ειδικά από τις αρχές του 19ου και πολύ περισσότερο με την έναρξη της Αγγλοκρατίας (1878).

Μέχρι το 1800 οι λεπροί της Κύπρου θεωρητικά είχαν τη δυνατότητα να κυκλοφορούν ελεύθερα στο νησί. Στην ουσία μπορούσαν να κυκλοφορούν ελεύθερα μέχρι τα όρια της επικράτειας των υγιών. Πολλοί από αυτούς ζούσαν έξω από τα τείχη της Λευκωσίας (Πύλη Αμμοχώστου), ελπίζοντας στη φιλανθρωπία και την ελεημοσύνη των εμπόρων και των περαστικών.

Το 1805 ή 1807 τους παραχωρήθηκε μία έκταση, 2-3 χλμ. έξω από τη Λευκωσία, για να συγκεντρωθούν εκεί και να επιβιώσουν καλλιεργώντας τη γη, χωρίς όμως καμιά άλλη οικονομική βοήθεια από την οθωμανική διοίκηση, παρά μόνο την ανέγερση κάποιων πρόχειρων παραγκών. Κατά συνέπεια, η έλλειψη ουσιαστικής κρατικής μέριμνας ώθησε πολλούς λεπρούς να εγκαταλείψουν τα πρόχειρα σπίτια τους και να «ξεχυθούν» και πάλι στο νησί ως επαίτες. Έτσι εξηγείται, επομένως, η εικόνα που αντίκρισε ο αρχιδούκας της Αυστρίας Ludwig Salvator (Λουδοβίκος Σαλβατόρ), όταν σε νεαρή ηλικία επισκέφθηκε τη Λευκωσία (1873):

«Και τι φρικτά θεάματα στην άκρη του δρόμου! Ανθρώπινα όντα να σέρνονται, καλυμμένα με λέπρα, να απλώνουν τα κοκκαλιάρικα χέρια τους προς τους διαβάτες, προσπαθώντας να προσελκύσουν την προσοχή τους με τρομακτικά ουρλιαχτά εκλιπαρώντας για ελεημοσύνη. Προσεύχονται στο Θεό για ανακούφιση από το φρικτό πόνο τους, και επειδή δεν τους επιτρέπεται να εισέλθουν στην πόλη, κάνουν τους ανοικτούς αγρούς τόπους διαμονής των…»

O Αρχιδούκας της Αυστρίας Ludwig Salvator.

Αυτή είναι, με πολύ λίγα λόγια, η εικόνα των λεπρών, όταν εμφανίζονται οι Βρετανοί στην Κύπρο. Για την ακρίβεια, με τη μυστική αγγλοτουρκική συνθήκη της Κωνσταντινούπολης (4 Ιουνίου 1878) το νησί παρέμεινε στην οθωμανική κυριαρχία, αλλά τη διοίκηση είχε η Μ. Βρετανία, η οποία επιθυμούσε με κάθε τρόπο τον έλεγχό του, καθώς κάτι τέτοιο εξυπηρετούσε απόλυτα τα συμφέροντά της στη νοτιοανατολική Μεσόγειο στο δρόμο της για την Ινδία. Από το 1878 και μετά, το ενδιαφέρον για την Κύπρο και άρα οι πληροφορίες για την οικονομία, την κοινωνία της, τον τομέα της δημόσιας υγείας κ.λπ. αυξάνονται ραγδαία.

Για παράδειγμα, εξαιρετικά χρήσιμη είναι για τον ερευνητή της δημόσιας υγείας -και κυρίως της λέπρας- στην Κύπρο η περιγραφή του «χωριού των λεπρών» από την E. Scott-Stevenson (1879), μια από τις πρώτες βρετανίδες που έζησαν στην Κύπρο αμέσως μετά την προσάρτηση της νήσου στη Μ. Βρετανία, και η οποία διασώζει με λεπτομέρειες την εικόνα της ζωής των λεπρών καθώς και των χώρων τής εγκατάστασής τους.

Συγκλονιστική είναι, μεταξύ άλλων, η περιγραφή της για έναν νεότατο άνθρωπο, τον οποίο συνάντησε η ίδια κατά την επίσκεψή της στη λεγόμενη «Φάρμα των λεπρών» (Leper Farm), στις αρχές του 1879:

«Η εικόνα του προσώπου του θα με ακολουθεί σε όλη μου τη ζωή. Ο φρέσκος αέρας των λιβαδιών φαινόταν ακόμη να τον τριγυρίζει. Οι μνήμες του ευτυχισμένου σπιτιού και οι χαρές μιας ζωής μέσα σε ένα όμορφο κόσμο κυριαρχούσαν στις σκέψεις του. Η υγεία και η δύναμή του ξεχείλιζαν, αποτελούσε τον χαρακτηριστικό τύπο του Kύπριου αγρότη. Ρωτώντας πληροφορήθηκα ότι είχε μόλις 6 ημέρες στη “Φάρμα”. Του ήταν φοβερά δύσκολο να αντιμετωπίσει την σκληρή πραγματικότητα: ήταν ήδη θαμμένος ζωντανός σε ένα τάφο, μέχρις ότου τον σπλαχνιστεί και να τον απαλλάξει από το μαρτύριο ο ίδιος ο θάνατος».

Η Scott-Stevenson δεν παρέλειψε, πάντως, να επαινέσει το ενδιαφέρον τής βρετανικής διοίκησης, που ήδη από τις πρώτες ημέρες της στην Κύπρο είχε μεριμνήσει για τη βελτίωση της ζωής των λεπρών (άρτος και ένα πολύ μικρό χρηματικό ποσό). Παραδεχόταν όμως ότι απέμεναν ακόμη πάρα πολλά να γίνουν, για να εξασφαλισθούν για τους ασθενείς οι ιδανικές συνθήκες διαβίωσης (κατοικίες, ρούχα, κρεβάτια και οικιακός εξοπλισμός, τρόφιμα κ.λπ.). Προμήνυε ουσιαστικά τις προσπάθειες που θα κατέβαλλαν οι συμπατριώτες της στους μήνες και στα χρόνια που θα ακολουθούσαν.

Πράγματι, οι μεθοδικές και στοχευμένες ενέργειες της βρετανικής διοίκησης στον τομέα της δημόσιας υγείας και ειδικότερα της λέπρας είναι καταγεγραμμένες στις λεπτομερείς Ετήσιες Εκθέσεις (Annual Reports) του εκάστοτε Διοικητή του νησιού, στις ειδικές ιατρικές αναφορές (Sanitary Reports) των επαρχιακών γιατρών και του γενικού διευθυντή υγείας, και στη μεταξύ τους πλούσια αλληλογραφία.

Οι περισσότεροι από τους Βρετανούς αξιωματούχους, πεπεισμένοι για τη μεταδοτικότητα της ασθένειας, πίστευαν ότι ο πιο ασφαλής και αποτελεσματικός τρόπος για την αντιμετώπισή της ήταν ο εντοπισμός και η συγκέντρωση-σύλληψη όλων των λεπρών του νησιού. Διαφωνίες, ωστόσο, για το βαθμό μεταδοτικότητας της λέπρας είχαν ήδη εκφρασθεί από το Βασιλικό Κολλέγιο των Γιατρών (Royal College of Physicians) το 1867. Συγκεκριμένα, στην έκθεσή του το Β. Κολλέγιο υποστήριζε ότι η «λέπρα συγκρινόμενη με τη σύφιλη δεν ήταν περισσότερο επικίνδυνη… δεν ήταν κολλητική-μεταδοτική με τη συνηθισμένη χρήση του όρου, αλλά και αν υποτίθετο ότι ήταν, ήταν χαμηλού βαθμού και αφορούσε εξαιρετικές περιπτώσεις».

Όπως προκύπτει όμως από τη μελέτη της βιβλιογραφίας και των πηγών, η άποψη του Βασιλικού Κολλεγίου δε λήφθηκε υπ’ όψιν τόσο στη συντριπτική πλειοψηφία των βρετανικών αποικιών -με εξαίρεση την Ινδία λόγω της τεράστιας έκτασης και του πληθυσμού της- όσο και σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη, όπου η λέπρα ήταν ενδημική. Γεγονός είναι, επίσης, ότι η άποψη για το ποια εικόνα θα έπρεπε να έχει ένα λεπροκομείο, άλλαξε πολλές φορές στο χρονικό διάστημα μεταξύ τής ίδρυσης του πρώτου λεπροκομείου της Νορβηγίας (1856) και της σύστασης και λειτουργίας του πρότυπου ασύλου λεπρών στην Culion των Φιλιππίνων από Αμερικανούς (α΄ δεκαετία 20ού αι.).

Οι Βρετανοί, ακολουθώντας, επομένως, περισσότερο τη μέθοδο της απομόνωσης, την οποία εφήρμοσαν πιστά στις περισσότερες αποικίες τους (Robben Island 1846, Hawaii 1866 κ.α.), έλαβαν και στην Κύπρο δίχως χρονοτριβή δραστικά μέτρα για την επανασύσταση και την «εύρυθμη» λειτουργία τής “Leper Farm”, «Φάρμας» ή «Ασύλου» των Λεπρών (αργότερα Λεπροκομείο Λευκωσίας)∙ στην ίδια έκταση, δηλαδή, που είχε ήδη παραχωρηθεί στους λεπρούς για να εγκατασταθούν, λίγο έξω από τη Λευκωσία.

Οι λεπροί ένοικοι της «Φάρμας» -όχι πάνω από τους 50 μέχρι και το 1879- εξακολουθούσαν, παρά τις απαγορεύσεις, να περιφέρονται στα παζάρια με το γαϊδουράκι των ωνίων και να ζητιανεύουν. Το μηνιαίο επίδομά τους ήταν πολύ χαμηλό και δεν επαρκούσε για την κάλυψη των καθημερινών αναγκών τους. Η βρετανική διοίκηση αποδεχόμενη αφενός τη δικαιολογημένη απόγνωση των ασθενών, αρνούμενη αφετέρου να επιτρέψει την άσκοπη και επικίνδυνη κυκλοφορία των λεπρών εκτός του ασύλου, κατέληξε σε συμφωνία μαζί τους μόλις ένα εξάμηνο από την κατάληψη του νησιού (Δεκέμβριος 1878). Ήταν στην πραγματικότητα η πρώτη προσπάθεια να τεθούν και να εφαρμοσθούν κανόνες στη λειτουργία τής «Φάρμας των Λεπρών», κανόνες που εξέφραζαν με σαφήνεια τη στάση που έμελλαν σταθερά και αδιάλειπτα να κρατήσουν οι Βρετανοί απέναντι στη λέπρα στη διάρκεια της μακράς παραμονής τους στην Κύπρο. Στις έξι παραγράφους της συμφωνίας:

α) διευθετούνταν το ζήτημα της ημερήσιας χρηματικής και υλικής επιχορήγησης (ψωμί) και ο τρόπος παραλαβής τους,

β) κατοχυρωνόταν το δικαίωμα των λεπρών να καλλιεργούν τη γη του ασύλου έκτασης περίπου 190 στρεμμάτων,

γ) οριζόταν ο ρόλος (υποχρεώσεις-καθήκοντα) του μουχτάρη/προέδρου στο «λεπροχωριό»,

δ) απαγορευόταν αυστηρά η έξοδος σε όλους τους ασθενείς για οποιοδήποτε λόγο (επαιτεία, επίσκεψη σε γονείς, σε συγγενείς και φίλους κ.λπ.), γιατί διαφορετικά επιβαλλόταν στέρηση της μηνιαίας επιχορήγησης,

ε) ορίζονταν οι ελάχιστες αποστάσεις τόσο της προσέγγισης των υγιών στις κατοικίες των λεπρών (45 μ.) όσο και των ασθενών προς τους υγιείς οικείους, φίλους και συγγενείς του (4,5 μ.),

στ) απαγορευόταν η κατοχή όνων εκτός από εκείνον που χρησιμοποιούνταν για την καθημερινή μεταφορά άρτου στη «Φάρμα».

 

Το Λεπροκομείο της Λευκωσίας.

Έχοντας, λοιπόν, εξασφαλίσει ένα υποτυπώδες πλαίσιο λειτουργίας, οι Βρετανοί προχώρησαν σε επισκευές των υπαρχόντων κτηρίων καθώς και στη δημιουργία κοιμητηρίου/νεκροταφείου (1879), δεδομένου ότι μέχρι τότε οι ασθενείς που απεβίωναν, μεταφέρονταν και θάβονταν στα κοιμητήρια των γειτονικών χωριών. Με αδιάκοπες προσπάθειες ξεκίνησαν τη διαδικασία σταδιακής μετατροπής της «Φάρμας» σε οργανωμένο άσυλο. Έγινε στοιχειώδης περιποίηση των καταλυμάτων, εξασφαλίσθηκαν κρεβάτια και κουβέρτες, κατασκευάσθηκε λουτρό και, γενικότερα, υπήρξε μέριμνα για την καθαριότητα των εγκαταστάσεων και των ασθενών.

Τα νέα δεδομένα άλλαξαν εντελώς την παγιωμένη για χρόνια εικόνα εγκατάλειψης της «Φάρμας». Η βελτιωμένη εικόνα της αποτέλεσε κίνητρο για κάποιους ασθενείς που παρέμεναν ή κρύβονταν στα χωριά τους. Συνέπεια αυτού ήταν ότι πολύ σύντομα παρατηρήθηκε στη «Φάρμα» εισαγωγή πολλών λεπρών που προστέθηκαν στους μόλις 50 «ενοίκους» της (1881)∙ εξέλιξη που θα καθιστούσε απαραίτητη την αύξηση των οικημάτων στα αμέσως επόμενα χρόνια. Στο κομβικό αυτό χρονικό σημείο πήρε την κατάσταση στα χέρια του ο Frederick Charles Heidenstam.

Ο σπουδαίος, σουηδικής (από πατέρα) καταγωγής, υγειονομικός διοικητής (Chief Medical Officer) Κύπρου F. C. Heidenstam είχε σπουδάσει ιατρική στην Στοκχόλμη και το Παρίσι. Γνώριζε τον Ελληνισμό πολύ πριν εγκατασταθεί στην Κύπρο, αφού είχε γεννηθεί στην Αθήνα (1842), μιλούσε την ελληνική, είχε νυμφευθεί Ελληνίδα από τα Επτάνησα και είχε υπηρετήσει ως υγειονομικός υπάλληλος στην Πρέβεζα. Βρέθηκε στην Κύπρο, για την ακρίβεια στη Λάρνακα, το ίδιο έτος με την έναρξη της βρετανικής κατοχής του νησιού. Ο «γιατρός της Λάρνακας», όπως ήταν γνωστός ο Heidenstam, υπηρέτησε την ιατρική επιστήμη με πραγματική αφοσίωση για τριάντα ένα συναπτά έτη, και γι’ αυτό το λόγο, μολονότι ήταν ξένος, έγινε γρήγορα αποδεκτός και έχαιρε σεβασμού από την κυπριακή κοινωνία. Η λαμπρή για τα ιατρικά πράγματα του νησιού θητεία του διακόπηκε με το θάνατό του (1909).

Στη διάρκεια της θητείας του ο Heidenstam, παρά τις αντίξοες συνθήκες (νοοτροπίες, δεισιδαιμονίες και συμπεριφορές) και κυρίως παρά την πενιχρή χρηματοδότηση της βρετανικής διοίκησης της Κύπρου από το Υπουργείο Αποικιών, κατάφερε να θέσει τις στέρεες βάσεις του υγειονομικού συστήματος στην Κύπρο. Με υπομονή και αποφασιστικότητα ασχολήθηκε με τα ποικίλα προβλήματα υγείας και υγειονομίας, αλλάζοντας σε μεγάλο βαθμό την απογοητευτική εικόνα που παρουσίαζε το νησί στα προηγούμενα χρόνια.

Frederick Charles Heidenstam .

Ως επόπτης της «Φάρμας των Λεπρών» ηγήθηκε της προσπάθειας συνεχούς βελτίωσης της υλικοτεχνικής υποδομής της, καθώς υποστήριζε με θέρμη την άποψη περί άμεσης σύλληψης και πλήρους απομόνωσης όλων των λεπρών του νησιού.  Πίστευε ακράδαντα από την εξέταση των λεπρών του ασύλου ότι η ασθένεια: α) δεν διέφερε στις μορφές εκδήλωσής της από τις αντίστοιχες σε άλλα μέρη (φυματιοειδής και συνηθέστερα λεπρωματώδης), β) δεν οφειλόταν ούτε στην κατανάλωση χοιρινού κρέατος, ούτε στην ελονοσία και τη βρωμιά, και γ) ήταν μεταδοτική. Για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή της σύλληψης και απομόνωσης των ασθενών ο Heidenstam απέστειλε αρχικά εγκύκλιο σε όλους τους επαρχιακούς γιατρούς με την  απαίτηση να πραγματοποιούν συχνές επισκέψεις στα χωριά τής περιφέρειάς τους και να αναφέρουν άμεσα οποιοδήποτε περιστατικό λέπρας εντόπιζαν, με σκοπό την άμεση εισαγωγή του ασθενούς στο άσυλο. Σε δεύτερη φάση προσπάθησε μεθοδικά να αντιμετωπίσει την αύξηση των λεπρών με την ανέγερση πέτρινων οικιών σαφώς πιο υγιεινών από τις προηγούμενες. Ο Heidenstam πραγματοποίησε, επίσης, και άλλα έργα υποδομής, όπως λ.χ. ανέγερση κουζίνας (1888), αποχωρητηρίων (1892), αίθουσας αναψυχής (1892), εκκλησίας (1897) για τους πολυάριθμους χριστιανούς-ελληνοκύπριους και τζαμιού (1902) για τους μουσουλμάνους-τουρκοκύπριους, δημιουργία κήπου και πυκνή δενδροφύτευση (1892), κατασκευή δικτύου ύδρευσης (1901) κ.λπ. Παράλληλα, εξασφάλισε μεγαλύτερη ποσότητα χορηγούμενου άρτου, μεγαλύτερο επίδομα, καλύτερης ποιότητας τρόφιμα, ρούχα και θέρμανση για τους ασθενείς.

Οι πρώτες εκτιμήσεις για την αποτελεσματικότητα των μέτρων ήταν θετικές, αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι ο αριθμός των εισαχθέντων στη «Φάρμα» λεπρών υπερδιπλασιάσθηκε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1880 (η θνησιμότητα όμως εξακολουθούσε να είναι ακόμη πολύ μεγάλη), ενώ ο αντίστοιχος αριθμός εκείνων που παρέμεναν εκτός του ασύλου είχε μειωθεί δραστικά. Όμως τα μέτρα, τα οποία αναμφισβήτητα είχαν σε μεγάλο βαθμό περιορίσει την εξάπλωση της ασθένειας, δεν ήταν αρκετά για να επιτύχουν την πλήρη εξάλειψή της. Το γεγονός ότι το άσυλο ήταν πολύ κοντά στη Λευκωσία και σε μικρά χωριά, όχι μόνο δεν επέτρεπε την πλήρη απομόνωση, αλλά αντίθετα δημιουργούσε τις κατάλληλες συνθήκες επικοινωνίας και επαφής των λεπρών με τους υγιείς συμπατριώτες τους. Δεν δίσταζαν μάλιστα οι λεπροί να δραπετεύουν από τη «Φάρμα», για να επιστρέψουν στη γενέτειρά τους. Οι χρηματικές ποινές για το «παράπτωμά» τους δεν αρκούσαν για να τους αποτρέψουν. Το πρόβλημα επιτεινόταν και από το τεράστιο κενό που παρατηρούνταν στη νομοθεσία, με συνέπεια να είναι όχι μόνο αδύνατη αλλά και παράνομη η σύλληψη και η απομόνωση των λεπρών.

Ο Heidenstam είχε αναζητήσει λύση στο συγκεκριμένο πρόβλημα, προτείνοντας από πολύ νωρίς (1883) τη μεταφορά του ασύλου στις νήσους Κλείδες, στο βόρειο-βορειοανατολικό τμήμα της Κύπρου (κατεχόμενο από την Τουρκία τμήμα του νησιού σήμερα). Το απομονωμένο συγκρότημα των (βραχο)νησίδων, όπως ήταν η Σπιναλόγκα της Κρήτης, το Robben Island της Αφρικής, η Χαβάη κ.λπ., θα εξασφάλιζε τη διακοπή κάθε επικοινωνίας των λεπρών με τον υπόλοιπο κόσμο, και θα καθιστούσε ουτοπική οποιαδήποτε σκέψη απόδρασης. Το σενάριο όμως αυτό, αφού εξετάσθηκε προσεκτικά, κρίθηκε ανεφάρμοστο και οικονομικά ασύμφορο.

Όροι λειτουργίας του Λεπροκομείου το 1879 (Πηγή: Κρατικό Αρχείο Κύπρου).

Για την άριστη εφαρμογή της αντιλεπρικής πολιτικής κρίθηκε αναγκαία η θέσπιση του «περί λεπρών» νόμου, το 1891 (5 κεφάλαια, 23 άρθρα). Η Μ. Βρετανία κατέστησε σαφές σε όλους τους ενδιαφερόμενους ότι δεν υπήρχε η πολυτέλεια για περαιτέρω σπατάλη χρόνου. Η λέπρα έπρεπε να ελεγχθεί για το καλό όλων, τόσο των Βρετανών υπηκόων όσο και των Κυπρίων. Ο «περί λεπρών» νόμος με αλλαγές και τροποποιήσεις το 1894 και το 1899: α) διασαφήνιζε τον τρόπο εντοπισμού, εξέτασης και εγκλεισμού κάθε λεπρού στο άσυλο (κεφ. 1), β) καθόριζε τα καθήκοντα του αρχιάτρου και του διευθυντή του ασύλου για τη σωστή διοίκηση-οικονομική διαχείριση καθώς και την εξασφάλιση των κατάλληλων συνθηκών υγιεινής (κεφ. 2),  γ) λάμβανε ειδική μέριμνα για την πειθαρχία και την τάξη των ασθενών μέσα στο λεπροκομείο (κεφ. 3), δ) ποινικοποιούσε την άρνηση κάποιου λεπρού να εισαχθεί στο άσυλο, την έξοδο από το φρουρούμενο άσυλο και τη μη τήρηση των κανόνων λειτουργίας του, επιβάλλοντας φυλάκιση στους παραβάτες (κεφ. 4), και τέλος ε) επέβαλλε αναγκαστική εργασία και απαγόρευε ρητώς το γάμο μέσα στο άσυλο.

Οι Βρετανοί ισχυρίζονταν ότι η νομοθεσία, η λήψη ποικίλων μέτρων και η πρόσληψη υπαλληλικού προσωπικού (φυλάκων, καθαριστριών, ιερέα, ιμάμη κ.λπ.) είχαν σκοπό τόσο την προστασία όσο και την καλύτερη διαβίωση των ασθενών. Από τις ευεργετικές προσπάθειες των Βρετανών (τέλη 19ου–αρχές 20ού αι.) απομονώνουμε, για παράδειγμα, την ειδική μέριμνα για τη στέγαση εκτός «Φάρμας των Λεπρών» των γεννημένων σ’ αυτήν υγιών παιδιών. Το θέμα αυτών των παιδιών απασχολούσε ιδιαίτερα τη βρετανική διοίκηση και κυρίως τον αρχίατρο Heidenstam, καθώς αδήριτη ανάγκη ήταν να βρεθεί το συντομότερο δυνατό λύση τέτοια που θα απέκλειε κάθε ενδεχόμενο προσβολής των παιδιών από τη νόσο. Αποφασίσθηκε για το λόγο αυτό η ενοικίαση οικίας στη Λευκωσία στα τέλη του 1902 που λειτούργησε χωρίς διακοπή μέχρι το 1935. Μετά την κατάργηση του μέτρου τα ανήλικα παιδιά τα φρόντιζαν συγγενικές ή μη οικογένειες με επιχορήγηση της βρετανικής διοίκησης.

Αναφορικά με την ιατρική αντιμετώπιση της ασθένειας στην Κύπρο, η εικόνα ήταν μάλλον απογοητευτική στα τέλη του 19ου αιώνα. Δεν απείχε όμως καθόλου από την αντίστοιχη πολλών άλλων σημείων του πλανήτη. Το μόνο που μπορούσε να γίνει ήταν η στενή παρακολούθηση των επιστημονικών ερευνών και εργασιών που ανακοινώνονταν στα ιατρικά συνέδρια και δημοσιεύονταν στα ιατρικά περιοδικά. Ο Heidenstam θεωρούσε ενδεδειγμένη τη χρήση του περίφημου ελαίου Chaulmoogra για τη φροντίδα των ποικίλων ελκών/πληγών. Είχε προσπαθήσει, παράλληλα, να αντιμετωπίσει και ο ίδιος τη λέπρα με δικό του φάρμακο. Δεν αποκάλυψε όμως ποτέ τα συστατικά της πιλοτικής φαρμακευτικής αγωγής, παρά το ότι του ζητήθηκε από το Λονδίνο, καθώς ήθελε πρώτα να βεβαιωθεί για την αποτελεσματικότητά της (1894-1904). Γνωρίζουμε μόνο ότι υπέβαλε στη συγκεκριμένη θεραπεία (πειράματα) 15 ασθενείς του Λεπροκομείου (τους οποίους φωτογράφισε δύο φορές μέσα σε λίγους μήνες (1903-1904) ο Leopold Glaszner), για να διαπιστώσει τη δραστικότητα της αγωγής του. Δυστυχώς δεν αναφέρονται τα αποτελέσματά της.

Πάντως, χάρις στις φωτογραφίες των λεπρών είμαστε σε θέση να δούμε για πρώτη φορά τα πρόσωπα κάποιων από τους ενοίκους του λεπροκομείου. Επιπλέον, από τις φωτογραφίες αντιλαμβανόμαστε την έκταση και την ποικιλομορφία των παραμορφώσεων που οι λεπροί είχαν υποστεί από την ασθένεια. Παράλληλα, αντλούμε πληροφορίες λαογραφικού περιεχομένου, καθώς η ευκρίνεια των φωτογραφιών επιτρέπει να εξετάσουμε με λεπτομέρεια τα ρούχα που φορούσαν άνδρες και γυναίκες, νέοι και νέες, χριστιανοί και μουσουλμάνοι του λεπροκομείου.

Για το ίδιο θέμα της προσπάθειας ιατρικής αντιμετώπισης της λέπρας, αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι την ίδια χρονική περίοδο (τέλη 19ου-αρχές 20ού αι.) διακεκριμένοι επιστήμονες, ειδικευμένοι στη μελέτη της λέπρας, πραγματοποιούσαν επισκέψεις, στο πλαίσιο της εκστρατείας καταπολέμησής της, σε σημεία της Βρετανικής Αυτοκρατορίας που αποτελούσαν επικίνδυνες εστίες της ασθένειας. Με τη φυσική παρουσία τους και την εφαρμογή των μεθόδων τους, ακόμη και αν αυτές ήταν σε πειραματικό στάδιο, ενίσχυαν τις κατά τόπους υπηρεσίες υγείας στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. Σε αντίθεση, λοιπόν, με την Ινδία ή το Ακρωτήρι της Ν. Αφρικής, η Κύπρος άργησε αρκετά να έχει στη διάθεσή της αυτή την ευεργετική βοήθεια. Πιθανοί λόγοι γι’ αυτή την καθυστέρηση ήταν αφενός το γεγονός ότι η Κύπρος δεν αποτελούσε επίσημη αποικία της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, μολονότι ήταν ενταγμένη σ’ αυτήν από το 1878, και αφετέρου γιατί ο αριθμός των πασχόντων ήταν αμελητέος εκεί σε σύγκριση με άλλες εστίες της λέπρας. Στην Κύπρο δηλαδή ο αριθμός των λεπρών της «Φάρμας» ποτέ δεν ξεπέρασε τους 100-110, ενώ ο συνολικός αριθμός των λεπρών του νησιού ήταν περίπου διπλάσιος.

Γυναίκες του Λεπροκομείου Κύπρου το 1904.

 

Στο χρονικό διάστημα της δεύτερης και τρίτης δεκαετίας του 20ού αιώνα συνεχίσθηκε η πραγματοποίηση έργων στη «Φάρμα των λεπρών» για την καλύτερη και ποιοτικότερη λειτουργία της, παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι οι λεπροί θεώρησαν τα έργα αυτά λιγότερα και κατώτερα των προσδοκιών τους. Ακόμη, την ίδια περίοδο παρατηρήθηκαν σημαντικά βήματα προόδου στην αντιμετώπιση της ασθένειας διεθνώς και φυσικά στη μεγαλόνησο.

Κατά συνέπεια: α) οι ενθαρρυντικές νέες φαρμακευτικές μέθοδοι, β) τα διεθνή ιατρικά συνέδρια όπως το Γ΄ Συνέδριο Λέπρας στο Στρασβούργο (1923) που για πρώτη φορά αναφερόταν, έστω και υπό προϋποθέσεις, στην κατ’ οίκον νοσηλεία λεπρών (το Α΄ Συνέδριο Λέπρας είχε γίνει στο Βερολίνο το 1897 και το Β΄ στο Bergen της Νορβηγίας το 1909), γ) οι επισκέψεις έγκριτων λεπρολόγων για διαλέξεις στην Κύπρο (π.χ. R. G. Cochrane, 1929) δικαιολογημένα δημιούργησαν ένα κλίμα αισιοδοξίας.

Επιπλέον, οι ιατρικές υπηρεσίες σε πολλές χώρες άρχισαν στη δεκαετία 1920 να αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα της απομόνωσης των λεπρών. Μια δεκαετία (του 1920), η οποία, χάρις στα γοργά βήματα προόδου τής ιατρικής επιστήμης, θεωρήθηκε δικαιολογημένα μεγάλη ρήξη με το ζοφερό παρελθόν τού 19ου αιώνα∙ αποτέλεσε ουσιαστικά σημαντική τομή στην ιστορία της λέπρας και ειδικότερα στην ιστορία τής δυτικής ιατρικής για τη λέπρα. Κύριος λόγος γι’ αυτό ήταν η νέα και πολλά υποσχόμενη θεραπευτική αγωγή του φημισμένου γιατρού Leonard Rogers, εργαζόμενου στη Σχολή Τροπικής Ιατρικής και Υγιεινής στην Καλκούτα της Ινδίας, ο οποίος χρησιμοποίησε το έλαιο chaulmoogra σε ενέσιμη μορφή. Όπως όλα έδειχναν, η συγκεκριμένη αγωγή είχε θετικά αποτελέσματα, μόνο όμως αν εφαρμοζόταν στα πρώτα στάδια εμφάνισης της λέπρας. Σε σχετική μάλιστα έκθεσή του ο Rogers σημείωνε: «Από την πρώτη στιγμή κατέστησα σαφές ότι δεν ισχυριζόμουν πως θεράπευσα, όπως η επιστήμη ορίζει, τη λέπρα, απομακρύνοντας και τον τελευταίο βάκιλο από το ανθρώπινο σώμα… Τόνισα επίσης την αναγκαιότητα έναρξης της θεραπείας σε πρώιμο στάδιο, ώστε να εξασφαλισθεί το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα».

Η πραγματική μέριμνα για τη νοσηλεία των λεπρών της Κύπρου ξεκίνησε ουσιαστικά το 1930, χάρις στην εξάμηνη εξειδίκευση-μετεκπαίδευση του γιατρού Χαρ. Συμεωνίδη κοντά στον φημισμένο λεπρολόγο E. Muir (Καλκούτα, Ινδία), και το διορισμό Βρετανίδας νοσοκόμας στο νέο τότε, πρότυπο σε όλη τη Μεσόγειο, νοσοκομείο του Λεπροκομείου.

Την ίδια εποχή, επίσης, την ευθύνη για την καλύτερη αντιμετώπιση της λέπρας και τη βελτίωση της εικόνας του ασύλου ανέλαβε το ιδρυθέν στην Κύπρο (1928) παράρτημα της οργάνωσης British Empire Leprosy Relief Association (B.E.L.R.A.). Σύσσωμη η κοινότητα των λεπρών εξέφραζε τότε την ευγνωμοσύνη της προς τη γυναίκα του Βρετανού Κυβερνήτη της Κύπρου, τη λαίδη Storrs, και προς τα υπόλοιπα μέλη της οργάνωσης (BELRA), αφού χάρις στις προσπάθειές τους έφθαναν κατά καιρούς, ακόμη και από το εξωτερικό, δωρεές σε ρούχα, παιδικά παιχνίδια, ύφασμα κ.ά. Άρχισαν να δίνονται και οι πρώτες άδειες εξόδου από το Λεπροκομείο (1930). Όμως τις θετικές αυτές εξελίξεις ανέκοψε η εξέγερση κατά του αποικιακού καθεστώτος τον Οκτώβριο του 1931 και η σκλήρυνση της βρετανικής εξουσίας.

Παρά το γεγονός όμως ότι άρχισαν να δίνονται οι πρώτες άδειες εξόδου από το Λεπροκομείο, το φάρμακο της πλήρους ίασης δεν είχε ακόμη παρασκευασθεί. Το δικαιολογημένο αίσθημα αδικίας για τον αναγκαστικό περιορισμό τους ήταν βασανιστικό για τους λεπρούς της Κύπρου. Αυτό δυνάμωνε κατά καιρούς τη φωνή τους, πετυχαίνοντας κάποιες φορές να ευαισθητοποιήσουν, έστω και πρόσκαιρα, κυρίως την τοπική κοινωνία. Σημαντικότερη προσωπικότητα στον αγώνα βελτίωσης της ζωής στο Λεπροκομείο και της διεκδίκησης των δικαιωμάτων των λεπρών, σε παγκύπριο επίπεδο και όχι μόνο, παραμένει ο Χρίστος Σάββα∙ ένας λεπρός που εισήχθη με τη βία στο άσυλο των λεπρών σε εφηβική ηλικία και πάλεψε με τη νόσο∙ πάλεψε για εκείνον και τους συνανθρώπους του από το 1930, παρά την εφιαλτική για τον ίδιο εξέλιξη της ασθένειας. Η ανακάλυψη των θεραπευτικών φαρμάκων (σουλφόνη και δαψόνη) στα τέλη της δεκαετίας του 1940 ήρθε αργά για τον Χρ. Σάββα. Λυτρώθηκε από το θάνατο το 1968.

Επιλογικά, κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί ότι το Σεπτέμβριο του 1955 έγινε η μετεγκατάσταση του λεπροκομείου στην Αλυκή της Λάρνακας, αφού είχε προηγηθεί η άρνηση και ο σκληρός αγώνας των λεπρών εναντίον αυτής της ενέργειας των Βρετανών. Στη Λάρνακα «μεταφέρθηκε» πέτρα πέτρα και η εκκλησιά του Αγ. Χαραλάμπους, σημείο αναφοράς για τους ασθενείς της «Φάρμας των λεπρών». Η εκκλησία όχι μόνο σώζεται σε άριστη κατάσταση, αλλά και διατηρείται «ζωντανή» μέχρι και τις ημέρες μας.

Η Στέγη Αγίου Χαραλάμπους, όπως μετονομάσθηκε το νέο λεπροκομείο, στέγασε στις δεκαετίες που ακολούθησαν και τους τελευταίους χανσενικούς της Κύπρου (ο όρος λεπρός συνειδητά εγκαταλείπεται), αφού ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 (1953) είχε αρχίσει σταδιακά, χάρις στη θεαματική πια πρόοδο της θεραπευτικής αγωγής, να εφαρμόζεται η κατ’ οίκον νοσηλεία∙ φυσικά στο μεταξύ είχαν αρθεί/καταργηθεί σε μεγάλο βαθμό τόσο οι ποικίλες απάνθρωπες απαγορεύσεις όσο και η προκατάληψη της κοινωνίας για τους στιγματισμένους.

Με σεβασμό στη μνήμη τους και εκφράζοντας τη συγγνώμη της «υγιούς» κοινωνίας μας προς τους λεπρούς (άνδρες, γυναίκες και παιδιά) που εγκλείσθηκαν στο λεπροκομείο της Λευκωσίας και έπειτα σ’ αυτό της Λάρνακας, επιλέξαμε τελικά, όχι αβασάνιστα, να απορρίψουμε τον όρο «νόσος του Hansen» ως αναχρονιστικό για την περίοδο που εξετάσαμε.

Επίσης, παρά τους ενδοιασμούς μας για τον όρο «λέπρα» -ακόμη και για τον όρο «λεπρός»- θεωρήσαμε, συμβουλευόμενοι και τη σύγχρονη βιβλιογραφία, ότι με τη χρήση τους παραμένουμε πιο κοντά στην ιστορική αλήθεια, αφού από τη μια αυτοί οι όροι κυριάρχησαν στην ιατρική επιστήμη και από την άλλη, τόσο η ασθένεια όσο και οι ασθενείς αναφέρονται στις πηγές μόνο με αυτόν τον τρόπο. Επιπρόσθετα, η αντικατάστασή τους από τον όρο «νόσος του Hansen», όρος που ουσιαστικά ποτέ δεν υιοθετήθηκε ευρέως, καλύπτει με ένα πέπλο ένοχης σιωπής την κακομεταχείριση, τις διώξεις και την ταλαιπωρία που υπέστησαν οι λεπροί για αιώνες, και παραπλανητικά αποκαθαίρει την άθλια κατάστασή τους στο παρελθόν. Επιπλέον, η χρήση του όρου «νόσος» υποδηλώνει «την ιατρική στροφή στην αντιμετώπιση της ασθένειας, δηλαδή τη σχεδόν αποκλειστική εκχώρησή της στην αρμοδιότητα των ιατρών και των επαγγελματιών της υγείας», κάτι που ασφαλώς δεν αντικατοπτρίζει σε καμία περίπτωση την πραγματικότητα των αιώνων που παρήλθαν.

Σήμερα το λεπροκομείο της Κύπρου, έρημο και εγκαταλειμμένο μέσα στην πυκνή βλάστησή του, αποπνέει μια έντονη μελαγχολία, δίχως όμως να εκφράζει ανοιχτά στον ανυποψίαστο διαβάτη τον πόνο, τον θρήνο και την πικρία των κεκοιμημένων και των ελάχιστων ζώντων «ενοίκων» του.

Ο Κυριάκος Χατζηκυριακίδης είναι Επίκουρος Καθηγητής της Επώνυμης Έδρας Ποντιακών Σπουδών του Α.Π.Θ

 

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία και Πηγές

Secretariat Archive (SA1), Κρατικά Αρχεία Κύπρου.

  1. G. Cochrane and T. Frank Davey, Leprosy in Theory and Practice, John Wiley & Sons, Bristol 1964.
  2. Edmond, Leprosy and Empire. A Medical and Cultural History, Cambridge University Press, Ν. York 2009.
  3. Gould, A Disease Apart: Leprosy in the Modern World, St. Martin’s Press, N. York 2005.

Fr. Ch.  Heidenstam, Report on Leprosy in Cyprus, Eyre and Spottiswoode, London 1890.

  1. S. Pandya, “The First International Leprosy Conference, Berlin, 1897: the politics of segregation”, História,Ciências. Saúde-Manguinhos, 10.1 (2003), 161-175.
  2. P. Wright, Leprosy, an Imperial Danger, Churchill, London 1889.

[1] Το παρόν άρθρο βασίσθηκε στην ομότιτλη μελέτη του γράφοντος, από τις εκδόσεις Επίκεντρο (Θεσσαλονίκη 2014).

ΟΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ HULOT: ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΚΩΜΩΔΙΑ-ΥΜΝΟΣ ΣΤΙΣ ΘΕΡΙΝΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ

ΟΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ HULOT

ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΚΩΜΩΔΙΑ-ΥΜΝΟΣ ΣΤΙΣ ΘΕΡΙΝΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ

Οι διακοπές του κ. Hulot (Les vacances de Monsieur Hulot) θεωρούνται ακόμα και σήμερα ως μια από τις κορυφαίες κωμωδίες όλων των εποχών. Το έργο αποτελεί σταθμό στην εν γένει σταδιοδρομία του σκηνοθέτη. Ο Jacques Tati (1907-1982) σκηνοθέτησε όλες κι όλες έξι ταινίες (Μέρα γιορτής-1949, Οι διακοπές του κ. Hulot-1953, Ο θείος μου-1958, Play Time-1967, Traffic-1971 και Parade-1973). Ο θείος μου τιμήθηκε με το βραβείο Όσκαρ της καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του συνόλου της παραγωγής του Tati είναι η έμφαση στην εικόνα (οι διάλογοι είναι σχεδόν ανύπαρκτοι), η ανάδειξη της συγκυριακής λεπτομέρειας, η παρατηρητικότητα, το λεπτό χιούμορ και, βέβαια, η αστείρευτη ευρηματικότητα. Στις Διακοπές του κ. Hulot, εισάγεται για πρώτη φορά ο αδέξιος αλλά πάντοτε καλοπροαίρετος και πρόθυμος να εξυπηρετήσει χαρακτήρας του κ. Hulot, ο οποίος θα παραμείνει ο απολαυστικός πρωταγωνιστής όλων των υπολοίπων έργων που θα ακολουθήσουν. Πρόκειται για έναν μάλλον μοναχικό άνθρωπο, ο οποίος ζει με τους δικούς του ρυθμούς και  δυσκολεύεται να παρακολουθήσει τα όσα διαδραματίζονται γύρω του. Διεκδικεί, ωστόσο, με αξιώσεις τη συμμετοχή του στα τεκταινόμενα, με συνέπεια τη δημιουργία, εξαιτίας αυτής ακριβώς της ανακολουθίας, ξεκαρδιστικών καταστάσεων.  Τον Hulot υποδύεται ο ίδιος ο Tati. Πάντως, η μαγιά προϋπήρχε, καθώς ο ταχυδρόμος François, κεντρικός χαρακτήρας της πρώτης κατά σειρά ταινίας (Μέρα γιορτής), είναι ένα πρόπλασμα, η επεξεργασία του οποίου θα οδηγήσει, τέσσερα χρόνια αργότερα στην εμφάνιση και καταξίωση του διάσημου διαδόχου του. O André Bazin, εκδότης του περιοδικού Cahiers du cinéma, έγραφε σχετικά το 1957: “Ο Tati μπορούσε κάλλιστα να αποκομίσει μεγάλα χρηματικά κέρδη, γυρίζοντας σκηνές με πρωταγωνιστή τον μικρό ταχυδρόμο της επαρχίας. Αντ’ αυτού, προτίμησε να περιμένει τέσσερα χρόνια, αναθεωρώντας πλήρως, ύστερα από πολλή σκέψη, την αρχική αυτή εκδοχή. Αποτέλεσμα ήταν ένα αδιαμφισβήτητο αριστούργημα, για το οποίο μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως αποτελεί την πλέον ριζική καινοτομία στο χώρο του κωμικού κινηματογράφου από την εποχή των Marx Brothers. Αναφέρομαι, βεβαίως, στις Διακοπές του κ. Hulot”. Ο δε Αμερικανός κωμικός ηθοποιός Buster Keaton, δήλωσε πως τα έργα του Tati, με την υποτυπώδη, μόνο, προσθήκη του ήχου, υπηρετούν και συνεχίζουν την πραγματική παράδοση του βωβού κινηματογράφου στην πλέον αυθεντική της έκφανση.

  Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ

 

Η ΑΦΙΞΗ ΣΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ

ΤΟ ΒΑΨΙΜΟ ΤΗΣ ΒΑΡΚΑΣ

ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ

ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΜΠΡΙΤΖ ΠΟΥ ΕΞΕΛΙΣΣΕΤΑΙ ΑΣΧΗΜΑ

ΑΝΑΜΟΝΗ ΣΤΟ ΣΑΛΟΝΙ

ΜΑΘΗΜΑ ΙΠΠΑΣΙΑΣ

ΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΕΝΝΙΣ

ΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ ΤΗΣ ΚΗΔΕΙΑΣ

O ΓΕΡΑΝΟΣ

 

 ΕΝΑ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟ ΠΑΓΩΤΟ

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ

ΤΟ SAINT-MARC-SUR-MER (ΝΟΡΜΑΝΔΙΑ) ΣΗΜΕΡΑ          

          

Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ FRANÇOIS ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΡΑ ΓΙΟΡΤΗΣ, ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ κ. HULOT

Η CLIO TURBATA ΣΑΣ ΕΥΧΕΤΑΙ ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

 ΥΠΟΣΧΟΜΕΝΗ  ΠΩΣ ΘΑ ΣΑΣ ΚΡΑΤΗΣΕΙ ΠΑΡΕΑ ΚΑΘΟΛΗ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ. 

 ΤΕΛΟΣ ΣΑΣ ΚΑΛΕΙ ΝΑ     

ΑΠΟΛΑΥΣΕΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ

 

 

“LES VACANCES DE M. HULOT” ON VIMEO

Жак ТАТИ » Les vacances de monsieur Hulot» from The White Mask International Mim on Vimeo.

 

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση: Νίκος Μισολίδης

Αρετή Τούντα-Φεργάδη: «Η Ελλάς ομοιάζει με άνθρωπον τον οποίον γυμνώνουν και τον δένουν χειροπόδαρα»: από την Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης στην εκθρόνιση του Κωνσταντίνου (1916 – 1917).

Αρετή Τούντα-Φεργάδη

«Η Ελλάς ομοιάζει με άνθρωπον τον οποίον γυμνώνουν και τον δένουν χειροπόδαρα»: από την Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης στην   εκθρόνιση του Κωνσταντίνου (1916 – 1917).

 

Στα τέλη Ιουνίου, αρχές Ιουλίου 2017, συμπληρώνονται ακριβώς εκατό χρόνια από τη στιγμή, που η χώρα μας, η Ελλάδα, εισήλθε επισήμως στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έναν πόλεμο, στον οποίο ο ανταγωνισμός των δύο αντίπαλων συνασπισμών του ευρωπαϊκού συστήματος, της Τριπλής Συμμαχίας και της Τριπλής Συνεννόησης, ενέπλεξε την ανθρωπότητα  στη μεγαλύτερη «βιομηχανοποιημένη μαζική σφαγή», από καταβολής κόσμου.  Έναν πόλεμο, τον οποίο οι Ηγεμονικές Δυνάμεις της εποχής εκείνης δεν απέτρεψαν, παρότι σήμερα είναι γενικώς αποδεκτό πως είχαν τη δυνατότητα. Απλώς, δεν επιδίωξαν την αποφυγή του, ονειρευόμενες, η κάθε μια για τον εαυτό της, τη μεγιστοποίηση των κερδών της και την επιβολή της ισχύος της σε πλανητικό επίπεδο.

Αυτή την πολιτική των Δυνάμεων κατηγορούσε το Σοσιαλιστικό κόμμα της Γαλλίας με το Μανιφέστο, που δημοσιευόταν στην ημερήσια εφημερίδα του Παρισιού L’ Humanité, της 30ής Ιουλίου 1914, όταν μιλούσε για την «θεμελιώδη αναρχία του κοινωνικού συστήματος», για «αποικιακές» βλέψεις, για «δολοπλοκίες και βιαιότητες του ιμπεριαλισμού […που] δημιούργησαν εδώ και δέκα χρόνια μέσα σ’ όλη την Ευρώπη μια διαρκή ένταση, έναν σταθερό και αυξημένο κίνδυνο πολέμου».

 Όντως, ο πόλεμος ξέσπασε το καλοκαίρι του 1914, μετά τη διπλή δολοφονία, στο Σαράγιεβο της Βοσνίας, του διαδόχου του αυστροουγγρικού θρόνου, αρχιδούκα Φραγκίσκου-Φερδινάνδου και της συζύγου του. Παρά τις αρχικές εκτιμήσεις πως θα ήταν σύντομος, κατέστη παγκόσμιος αφ’ ης στιγμής Μ. Βρετανία και Γαλλία ενέταξαν στο στρατιωτικό τους δυναμικό άνδρες, η μεν πρώτη από τις αυτοκυβερνώμενες πολιτείες της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, η δε δεύτερη από τις αποικίες της στη νότια και βόρεια Αφρική. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο πόλεμος επεκτάθηκε με την εμπλοκή μικρών και μεγάλων Δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένης και της Ιαπωνίας, στο ανατολικό και στο δυτικό μέτωπο. Τον Απρίλιο δε του 1917 εισήλθαν και οι ΗΠΑ στον πόλεμο, στο πλευρό της Αντάντ, παρασπονδώντας, προς στιγμή, από την απομονωτική τους πολιτική.

 Στη διάρκεια του πολέμου η Ελλάδα δεν έμεινε αμέτοχη. Η γεωπολιτική και γεωστρατηγική της θέση ήταν επόμενο να προσελκύουν τις αντιμαχόμενες στην παγκόσμια σύρραξη παρατάξεις, οι οποίες την ενέπλεξαν, τελικώς, και επισήμως στις πολεμικές επιχειρήσεις. Εξόχως αποκαλυπτικό, για τη θέση της Ελλάδας εκείνη την τραγική περίοδο, είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την αθηναϊκή εφημερίδα Εμπρός της 30ής Αυγούστου 1916 (π.ημ.), σε περίοδο, που η κατάσταση στη χώρα είχε οξυνθεί επικινδύνως και λόγω της εισβολής των βουλγαρικών στρατευμάτων στη Μακεδονία, λίγες μέρες νωρίτερα, κατόπιν γερμανικής προτροπής: «Η Ελλάς ομοιάζει με άνθρωπον τον οποίον γυμνώνουν και τον δένουν χειροπόδαρα, αφίνοντας αυτόν χαμαί όπως τον φάγουν οι ποντικοί και τα έντομα, χωρίς το μέσον ν’ αμυνθή υπέρ της σωτηρίας του».

Η δεινή θέση, στην οποία βρισκόταν η χώρα είναι γνωστό πως οφειλόταν και στην αντιπαράθεση των δύο κορυφαίων ηγετών της ελληνικής πολιτικής σκηνής, του Ελευθερίου  Βενιζέλου και του βασιλιά Κωνσταντίνου, ως προς τη συμμετοχή ή όχι της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, διχοστασία η οποία εντάθηκε, κυρίως, από τον Φεβρουάριο του 1915 και ύστερα. Η διχογνωμία τους υποδαυλιζόταν και από την ασκούμενη πολιτική των δυο κυρίαρχων, αντιμαχόμενων συνασπισμών του ευρωπαϊκού στερεώματος, της Τριπλής Συνεννόησης (Αντάντ, Γαλλία-Βρετανία-τσαρική Ρωσία) και της Τριπλής Συμμαχίας (Γερμανία, Αυστροουγγαρία). Η διακηρυγμένη ευμενής ουδετερότητα της Ελλάδας σε σχέση με τον Πόλεμο δεν είχε σταθεί απαγορευτικός παράγοντας για τη χρήση του εδάφους της και των θαλάσσιων οδών της από τα ξένα στρατεύματα και τα ξένα, πολεμικά πλοία και υποβρύχια, όπως θα έπρεπε. Οι Δυνάμεις της Συνεννόησης, στην προσπάθειά τους να εξυπηρετήσουν τα επιχειρησιακά τους σχέδια, δεν δίστασαν να καταλάβουν νησιά του Αιγαίου πελάγους, τα οποία χρησιμοποίησαν και ως βάσεις ανεφοδιασμού. Επισήμως, όπως στη Διακοίνωση της 8/21 Ιουνίου 1916, διακήρυτταν πως δεν απαιτούσαν από την Ελλάδα να εγκαταλείψει την ουδετερότητα της, διαμαρτύρονταν για «την εχθρική στάση της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στις Δυνάμεις, που [την] απελευθέρωσαν «από τον ξένο ζυγό και διασφάλισαν την ανεξαρτησία της», απαιτούσαν από την ελληνική κυβέρνηση να λάβει μια σειρά από «απαραίτητα» μέτρα και την καθιστούσαν «καθ’ ολοκληρία υπεύθυνη» για την εκδήλωση γεγονότων, εάν «τα δίκαια αιτήματά τους δεν γίνονταν άμεσα αποδεκτά».  Από την πλευρά τους, οι Δυνάμεις των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, ιδίως, η Γερμανία, είχαν επιδοθεί σ’ έναν υποβρυχιακό πόλεμο στις ελληνικές θάλασσες, γεγονός, που προξενούσε πλείστους όσους κινδύνους στις θαλάσσιες μεταφορές. Επιπλέον, Αυστροουγγαρία και Γερμανία δρούσαν στη Μακεδονία, μετά την κατάλυση του σερβικού κράτους, τον Αύγουστο του 1915 και τη σύμπραξη της Βουλγαρίας με τις Δυνάμεις των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, τον Σεπτέμβριο.

Νωρίτερα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, συνεργαζόμενη με τις ίδιες Δυνάμεις, ήδη από τον Οκτώβριο του 1914, είχε ηττηθεί στον πόλεμο με τη Ρωσία αλλά είχε εξέλθει κερδισμένη από την αποτυχημένη ναυτική και χερσαία προσπάθεια των Αγγλογάλλων στα Δαρδανέλια και την Καλλίπολη. Την ίδια περίοδο η αντιπαλότητα των Δυνάμεων της Αντάντ με αφορμή την επιχείρηση στα Δαρδανέλια, είχε ενταθεί, δοθέντος ότι οι ιμπεριαλιστικές τους βλέψεις αφορούσαν και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στην οποία, από τον περασμένο αιώνα, τα σημάδια απομείωσης  της ισχύος της είχαν αρχίσει να γίνονται υπέρ το δέον ορατά.  Η κλιμακούμενη αντιπαράθεση των τριών Δυνάμεων ως προς την απόκτηση εδαφικών και οικονομικών κερδών, που θα προέκυπταν από τα αποσχίσματα της τελευταίας, σε περίπτωση περαιτέρω αποδυνάμωσής της ή κατάρρευσής της, κατέστη προσπάθεια να ρυθμισθεί με μια σειρά από διεθνή κείμενα, το 1915 και το 1916. Οι εν λόγω Συνθήκες διελάμβαναν όρους ως προς το δικαίωμα της Ρωσίας να αποκτήσει τον έλεγχο των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων, αν ο πόλεμος «είχε […] αίσια κατάληξη και [επιτυγχάνονταν] οι στόχοι της Μεγάλης Βρετανίας και της  Γαλλίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και αλλού» ∙ ως προς την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ με αντάλλαγμα εδαφικές παραχωρήσεις στη Μικρά Ασία και σε άλλες περιοχές, που θα της εκχωρούνταν σε περίπτωση νικηφόρας έκβασης του πολέμου για τις συμπράττουσες με αυτήν Δυνάμεις. Η ενεργός συμμετοχή της Ιταλίας στον πόλεμο, είχε εμπλέξει έναν καινούργιο, απαιτητικό παίκτη στη διανομή των μεταπολεμικών κερδών. Η Γαλλία, πάλι, είχε δυσαρεστηθεί από την ενδοτικότητα της Βρετανίας προς τη Ρωσία και υπαναχώρησε, μόνο όταν έλαβε υποσχέσεις για ικανοποίηση των βλέψεών της στη Μέση Ανατολή. Τον Μάιο του 1916, η Συμφωνία Σάικς-Πικό, η υπογραφείσα μεταξύ Γαλλίας και Βρετανίας, εν αγνοία της Ιταλίας, ενώ η Ρωσία την επικύρωσε αργότερα, επισημοποίησε τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και προέβλεπε τις σφαίρες επιρροής, που θα αποκτούσε μελλοντικά κάθε μια από τις δύο Δυτικές Δυνάμεις στη Μέση Ανατολή. 

Την ίδια περίοδο, η κατάσταση στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο και πέρα από τα ελληνικά σύνορα, έβαινε προοδευτικά προς το χειρότερο, γεγονός που είχε άμεσες επιπτώσεις στα ελληνικά πράγματα: την πτώση του Οχυρού Ρούπελ και την παράδοσή του στους Γερμανούς, τον Μάιο του 1916, την επακολουθήσασα μεταφορά του Δ΄ Σώματος Στρατού στο Γκέρλιτς της Γερμανίας, την πιο πάνω μνημονευόμενη Διακοίνωση των Δυνάμεων, της 8ης /21ης Ιουνίου, την είσοδο βουλγαρικών  στρατευμάτων, 5/18 Αυγούστου, στην Ανατολική Μακεδονία, όπου οι μάχες μαίνονταν και ο λαός λιμοκτονούσε. Οι εξελίξεις, που ακολούθησαν, ήταν ραγδαίες. Στη Μακεδονία, μετά την προσχώρηση της Ρουμανίας στις τάξεις της Αντάντ (27 Αυγούστου 1916) και μια μέρα μετά την έξοδό της στο Πόλεμο, εκδηλώθηκε το κίνημα της Εθνικής Άμυνας, το οποίο θεωρήθηκε ως απάντηση στην εχθρική ενέργεια των Βουλγάρων. Σημαντικό ρόλο στην έκρηξη αυτής της επαναστατικής κίνησης φαίνεται να διαδραμάτισαν και οι πληροφορίες «περί απειλουμένης ανακηρύξεως της Θεσσαλονίκης εις πρωτεύουσαν της Σερβίας». Ένα μήνα αργότερα, στις  26 Σεπτεμβρίου/9 Οκτωβρίου 1916, ο Βενιζέλος προχώρησε στον  σχηματισμό της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης, μαζί με τον Δαγκλή και τον Κουντουριώτη.

Η εγκαθίδρυση μιας δεύτερης κυβέρνησης στη μακεδονική πρωτεύουσα επέφερε και τον γεωγραφικό διαχωρισμό του κράτους. Στις άμεσες προτεραιότητες του Βενιζέλου ήταν και η πρόθεσή του να επεκτείνει τη ζώνη επιρροής του με τη συμπερίληψη σ’ αυτήν εδαφικών τμημάτων της Μακεδονίας, της Ηπείρου και των νησιών του Αιγαίου. ΄Ετσι, με υποστηρικτές του καθεστώτος του και με τη συνδρομή αγγλικών και γαλλικών στρατευμάτων, προχώρησε σε ενέργειες αποσκοπούσες σε ενσωμάτωση νησιών στο “κράτος” της Θεσσαλονίκης και σε στρατολόγηση, ώστε να αυξηθεί το στρατιωτικό δυναμικό της κυβέρνησης της Εθνικής Άμυνας. Σημειωτέον πως πολλοί από τους κατοίκους των νησιών ανθίσταντο, διακηρύττοντας την πίστη τους στον Κωνσταντίνο και δεν ήταν λίγες οι φορές, που ασκήθηκε βία. Στη Νάξο, μάλιστα, εκδηλώθηκε και ένοπλη αντίσταση, η οποία κατέληξε σε αιματηρά επεισόδια. Αργότερα, η κυβέρνηση της Εθνικής Άμυνας επεξέτεινε την εξουσία της  και σε νησιά του Ιονίου, όπως και στη Θεσσαλία, με τις ευλογίες της γαλλικής κυβέρνησης και με τη σύμπραξη γαλλικών στρατευμάτων. Στις αρχές Ιουνίου ιταλικά στρατεύματα προωθήθηκαν προς τα Ιωάννινα.   

Η τριανδρία του κινήματος καθ’ οδόν προς τη Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος 1916.

Μια άλλη, άμεση, επιδίωξη του Βενιζέλου ήταν η αναγνώριση της κυβέρνησής του από τις Δυνάμεις της Αντάντ. Ωστόσο, Γαλλία και Βρετανία, παρότι αναγνώρισαν την Προσωρινή Κυβέρνηση de facto, στη Διάσκεψη της Boulogne-sur-mer, της 20 Οκτωβρίου 1916, δεν συμπαραστάθηκαν στον Κρητικό πολιτικό εξαρχής ∙ αρκέστηκαν στην  προσφορά οικονομικής και ηθικής υποστήριξης της κυβέρνησής του. Αν και πιεσμένες από τη αδήριτη αναγκαιότητα για ενίσχυση των συμμαχικών στρατευμάτων, που δρούσαν στη Μακεδονία, από το φθινόπωρο του 1915, υπό τις διαταγές του Σαράιγ, τον είχαν παρωθήσει στην αποσχιστική του ενέργεια, δεν αναγνώρισαν, επισήμως, το καθεστώς του σε στιγμή, που στο ελληνικό πολιτικό τοπίο αλλά και στο πάτριο έδαφος παίζονταν άθλια παιγνίδια προπαγάνδας, κατασκοπείας, υψηλής διπλωματίας και υψηλής στρατηγικής. Αποκορύφωμα αυτής της τραγικής κατάστασης, την οποία βίωνε η χώρα, θεωρούνται τα επεισόδια, που σημειώθηκαν στην Αθήνα, μεταξύ αγγλογαλλικών και ελληνικών στρατευμάτων, όπου συμμετείχαν και φιλοβασιλικοί και έχουν μείνει γνωστά ως «Νοεμβριανά». Η επίσημη αναγνώριση της Προσωρινής Κυβέρνησης επήλθε στις 31 Δεκεμβρίου 1916. Ενάμισι μήνα νωρίτερα, στις 10/23 Νοεμβρίου 1916, η κυβέρνηση Βενιζέλου είχε κηρύξει τον πόλεμο κατά της Γερμανίας και της Βουλγαρίας.    

Ο  Κρητικός πολιτικός, πριν ακόμα προχωρήσει στην αποσχιστική του ενέργεια, είχε διακηρύξει πως ένα παρόμοιο γεγονός δεν θα είχε αντιδυναστικό χαρακτήρα. Ωστόσο, ο Κωνσταντίνος και η φιλογερμανική του πολιτική προκαλούσαν τριγμούς στους κόλπους της Συνεννόησης. Η συνύπαρξη και η σύμπλευση των δύο ανδρών ήταν αδύνατη, παρά τις όποιες προσπάθειες, που καταβλήθηκαν. Επιπλέον, οι ενδοσυμμαχικές αντιπαλότητες και οι δυσμενείς εξελίξεις στο πολεμικό πεδίο (η κατάληψη της Ρουμανίας από τις Κεντρικές Δυνάμεις ήταν μια από αυτές) απαιτούσαν την οριστική διευθέτηση του ελληνικού προβλήματος. Έτσι, η έξωση του Κωνσταντίνου από τον ελληνικό θρόνο, στην οποία αντιστεκόταν ο Γάλλος πρωθυπουργός Αριστείδης Μπριάν, η πολιτική του οποίου ως προς το ελληνικό ζήτημα έχει χαρακτηρισθεί ως «δειλή και αναποφάσιστη», άρχισε να κερδίζει έδαφος στις σχετικές, γαλλοβρετανικές συνομιλίες μετά, κυρίως, την ανάληψη της πρωθυπουργίας στη Γαλλία από τον Αλέξανδρο Ριμπώ (Μάρτιος 1917). Η απομάκρυνση του Έλληνα μονάρχη ήταν εγχείρημα ιδιαιτέρως δυσχερές, δεδομένου ότι προσέκοπτε σε δύο σκοπέλους: στο Σύνταγμα και στις ενδεχόμενες αντιρρήσεις της Ρωσίας αλλά και στην πιθανή αντίδραση της Γερμανίας. Στις ανάλογες ενστάσεις της Ιταλίας, Γαλλία και Μ. Βρετανία, δεν έδιναν ιδιαίτερη σημασία. 

Από την άλλη πλευρά, η έλευση του Βενιζέλου στην Αθήνα είχε καταστεί επιτακτική ανάγκη, ώστε να επιτευχθεί  η ενότητα του κράτους και η ενίσχυση του πολεμικού του δυναμικού, βάσει στρατολόγησης, η οποία θα πρόσφερε στρατό, ικανό να στηρίξει την έξοδο της χώρας στον πόλεμο. Τούτο θεωρείτο αναγκαία συνθήκη, όχι μόνο επειδή αν η Ελλάδα δεν μετείχε «στις θυσίες του πολέμου» θα ήταν καταδικασμένη «σε ατιμωτικό θάνατο», όπως διαμήνυε ο εκπρόσωπος της Προσωρινής Κυβέρνησης, Ρωμάνος, από το Παρίσι αλλά και επειδή οι Σύμμαχοι, ειδικότερα η Βρετανία, επιθυμούσαν την απόσυρση των στρατιωτικών τους δυνάμεων από τη Μακεδονία, ώστε να μεταφερθούν στην Παλαιστίνη. Επομένως,  οι δύο από τις τρεις Δυνάμεις της Αντάντ είχαν συνδέσει το ελληνικό ζήτημα και με τις ιμπεριαλιστικές τους βλέψεις στην Εγγύς Ανατολή. 

Μολονότι, και άλλα γεγονότα ήρθαν να περιπλέξουν το πρόβλημα ακόμα περισσότερο και σηματοδότησαν αλλαγές στο πρόγραμμα των πολεμικών στόχων της Αντάντ αλλά και τους ενίσχυσαν στον στρατιωτικό τομέα, γεγονότα, τα οποία επέδρασαν, εμμέσως, και στη ρύθμιση του ελληνικού ζητήματος, ενισχύοντας και το κύρος τής υπό τον Βενιζέλο κυβέρνησης. Η καθεστωτική μεταβολή στη Ρωσία, τον Μάρτιο του 1917, απόρροια και της κόπωσης του λαού από την μακρόχρονη πολεμική περιπέτεια, απομάκρυνε από την εξουσία τον τσάρο Νικόλαο και συνάμα στέρησε από τον βασιλιά Κωνσταντίνο το σημαντικότερο έρεισμά του στους κόλπους της Συνεννόησης.  Τον επόμενο μήνα, στις αρχές Απριλίου, οι ΗΠΑ κήρυτταν τον πόλεμο στη Γερμανία με αφορμή τη βύθιση πλοίων τους από γερμανικά υποβρύχια, ενώ τον Ιούνιο, έστελναν στην Ευρώπη ένα τάγμα σε περίοδο, που το Βερολίνο κλυδωνιζόταν από μια σοβαρή εσωτερική κρίση. Κύκλοι της Αντάντ θεωρούσαν πως οι ΗΠΑ με αυτόν τον τρόπο διατράνωναν την επιθυμία τους και την απόφασή τους να ρίξουν «εις την πολεμικήν πλάστιγγα όλας τας δυνάμεις των υπό οργάνωσιν στρατιωτών» τους, γεγονός, που κατέστη δυνατό το 1918.  Στα ευρωπαϊκά ανακτοβούλια το ελληνικό πρόβλημα συνέχιζε να προκαλεί τριγμούς. Με το τελεσίγραφο, που οι Δυνάμεις της Αντάντ είχαν στείλει στις αρχές Ιανουαρίου 1917 προς την κυβέρνηση Σπυρίδωνος Λάμπρου, στην Αθήνα, απαιτούσαν εκ νέου, ανάμεσα σε άλλα, τη μεταφορά των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων και του πολεμικού υλικού στην Πελοπόννησο, ενώ υπόσχονταν πως θα παρεμπόδιζαν την ενσωμάτωση περιοχών της Παλαιάς Ελλάδας στο κράτος της Θεσσαλονίκης, υπόσχεση, η οποία παρέμεινε γράμμα κενό. Από δε τον Ιανουάριο του 1917 ως τα τέλη Μαΐου οι ίδιες Δυνάμεις προσήλθαν σε επανειλημμένες συζητήσεις και Συνδιασκέψεις, αποσκοπώντας στη διευθέτηση του «ελληνικού κυκεώνα». Στις σημαντικότερες Συνδιασκέψεις εντάσσονται εκείνη, που έλαβε χώρα στον Άγιο Ιωάννη της Μωριέννης, στη Σαβοΐα, στις 19 Απριλίου και άλλη μια στο Λονδίνο, στις 28 και 29 Μαΐου, όπου οι σύνεδροι κατέληξαν σε οριστικές αποφάσεις αναφορικά με την τελειωτική ρύθμιση του πολιτειακού ζητήματος της Ελλάδας. Στην πρώτη Διάσκεψη, Γάλλοι και Βρετανοί, συζήτησαν με τον Ιταλό πρωθυπουργό και τον υπουργό Εξωτερικών Σίντνεϋ Σονίνο, τους οποίους έπεισαν να αποδεχθούν τη μυστική Συμφωνία Σάικς-Πικό, βάσει της οποίας ικανοποιούνταν οι επεκτατικές βλέψεις και της Ιταλίας στη Μικρά Ασία. Στη δεύτερη Συνδιάσκεψη, του Λονδίνου, συζητήθηκε και  το ζήτημα της αποπομπής του Έλληνα μονάρχη, για το οποίο οι Γάλλοι ηγέτες, Ριμπώ (πρωθυπουργός) και Παινλεβέ (υπουργός Στρατιωτικών), μετέβησαν στη βρετανική πρωτεύουσα αποφασισμένοι να ανατρέψουν την μετριοπαθή στάση του Βρετανού πρωθυπουργού Λόυδ Τζώρτζ και σκεπτόμενοι ακόμα και την πιθανότητα δυναμικής ενέργειας, έχοντας κατά νου πως ο Σαράιγ, είχε προτείνει άμεση κατάληψη της Θεσσαλίας και της Αιτωλοακαρνανίας, πρόταση, στην οποία είχε επιμείνει και ο Βενιζέλος, κυρίως, από τις αρχές Μαρτίου 1917, μη αποκλείοντας και το ενδεχόμενο εμφυλίου πολέμου.

Τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης Συνδιάσκεψης και ο τελικός τρόπος, που επετεύχθη η αποπομπή του Κωνσταντίνου από τον θρόνο της Ελλάδας αποτυπώνονται σε ένα απόσπασμα από επιστολή του Μποσντάρι προς τον Σοννίνο, τον Ιταλό υπουργό Εξωτερικών με ημερομηνία 17 Ιουνίου: «[…] πιστεύω ότι ο Σέσιλ, αντί να παραγνωρίζει την ορθότητα της πρότασης της Εξοχότητάς σας να μην αναμιχθούμε στον ελληνικό κυκεώνα, καλά θα έκανε να αναγνωρίσει με σεμνότητα ότι οι Γάλλοι κατόρθωσαν άλλη μια φορά να εξαπατήσουν την αγγλική διπλωματία και ότι οι Άγγλοι, […] έγιναν βλακωδώς συνένοχοι στην εγκαθίδρυση ενός πραγματικού γαλλικού προτεκτοράτου στην Ελλάδα».

 Κάρολος Ζονάρ  

Εντολοδόχος των Δυνάμεων για τη διευθέτηση του ελληνικού «κυκεώνα», είχε οριστεί ο Κάρολος Ζονάρ, υπό την ιδιότητα του ύπατου αρμοστή, θεσμός μη προβλεπόμενος στο ελληνικό Σύνταγμα. Ο Ζονάρ, θα ενεργούσε για την αγορά της θεσσαλικής σιτοπαραγωγής και ορισμένες δυνάμεις θα ήταν έτοιμες για να καταλάβουν τον Ισθμό της Κορίνθου και την Αθήνα.  Η   επικρατούσα κατάσταση, στο εσωτερικό πολιτικό τοπίο της Ελλάδας, ήταν τεταμένη και έωλη συνάμα, ώστε ο ύπατος αρμοστής ενήργησε, εν πολλοίς, αυτοβούλως από τη στιγμή, που ο Γάλλος πρωθυπουργός, φοβούμενος τη βρετανική αντίδραση, δίστασε  να του δώσει σαφείς οδηγίες. Στις 28 Μαΐου/10 Ιουνίου συναντήθηκε με τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, τον οποίο ο Κωνσταντίνος είχε διορίσει εκ νέου πρωθυπουργό, στις 21Απριλίου/4 Μαΐου, σε μια απέλπιδα προσπάθεια διάσωσης του θρόνου. Δύο ήταν τα θέματα, που γνωστοποιήθηκαν στον Ζαΐμη, τη μέρα εκείνη, μέσω δύο διακοινώσεων: η συγκομιδή της σιτοπαραγωγής του θεσσαλικού κάμπου από τους Συμμάχους, ώστε να τροφοδοτηθούν όλες οι επαρχίες και η απόβαση συμμαχικών στρατευμάτων στον  Ισθμό της Κορίνθου. Για την απόφαση αποπομπής του  βασιλιά και την κατάληψη ολόκληρης  της Θεσσαλίας  από τα στρατεύματα της Αντάντ, υπό τις διαταγές του Σαράιγ, δεν γινόταν λόγος. Οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις, διεξήχθησαν τη νύχτα της 10ης Ιουνίου δίχως σοβαρά προβλήματα, ενώ η προέλαση στη Θεσσαλία συνεχίστηκε ως τις 26 Ιουνίου. Στις 11 Ιουνίου,  ο Ζονάρ κοινοποίησε στον Ζαΐμη το τελεσίγραφο, βάσει του οποίου οι Δυνάμεις απαιτούσαν να παραιτηθεί ο Κωνσταντίνος, ονομάζοντας ως διάδοχό του έναν από τους γιούς του, πλην του Γεωργίου, ο οποίος θεωρείτο γερμανόφιλος. Στο Συμβούλιο του Στέμματος, που συγκλήθηκε την ίδια μέρα, ακούστηκαν έντονες και αντικρουόμενες θέσεις και απόψεις. Μόνο μετά τη διευκρίνιση του Βρετανού πρέσβη, Έλλιοτ, προς τον Ζαΐμη, ο οποίος τον επισκέφθηκε στη βρετανική Πρεσβεία, πως οι Σύμμαχοι δεν θα είχαν αντίρρηση για την επιστροφή του Κωνσταντίνου, αν ο λαός αποφαινόταν αργότερα θετικά με προσφυγή στις κάλπες, κατέστη δυνατό να συνταχθεί το διάγγελμά του βασιλιά, το οποίο εκδόθηκε την επόμενη μέρα. Η λέξη «παραίτηση», δεν αναφερόταν πουθενά και ο δευτερότοκος πρίγκιπας Αλέξανδρος θα αντικαθιστούσε τον πατέρα του στον θρόνο. Το ίδιο βράδυ, ο Κωνσταντίνος και η οικογένειά του εγκατέλειπαν την Αθήνα, ενώ στον Πειραιά αποβιβάζονταν στρατεύματα των Συμμάχων. Ο Ζονάρ διέταξε την άρση του αποκλεισμού της Παλαιάς Ελλάδας, ο οποίος υφίστατο επί μήνες.

 

Συμμαχικά στρατεύματα αποβιβάζονται στον Πειραιά από το θωρηκτό  Vérité του Γαλλικού πολεμικού στόλου.

Η κυβέρνηση Βενιζέλου ορκίστηκε το πρωί της 27ης Ιουνίου, αφού προηγουμένως είχαν γίνει δεκτές οι απαιτήσεις του αρχηγού της για την εκ νέου  σύγκληση της Βουλής του Μαΐου 1915, γεγονός, που θα κάλυπτε με τον μανδύα της νομιμότητας τη μεταβίβαση του στέμματος στον Αλέξανδρο και θα επικύρωνε την κήρυξη πολέμου της Ελλάδας προς τις Κεντρικές Δυνάμεις, που υφίστατο από τον Νοέμβριο 1916.   Το απόγευμα της 27ης Ιουνίου συγκροτήθηκε το υπουργικό Συμβούλιο, που είχε προαναγγελθεί. Ακολούθησε συνεδρίαση στη διάρκεια της οποίας ο νέος υπουργός Εσωτερικών, Εμμανουήλ Ρέπουλης, κατέθεσε Διάταγμα, που είχε ο ίδιος συντάξει και αφορούσε τη σύγκληση της Βουλής της 31ης Μαΐου 1915 (π. ημ.). Του Διατάγματος προτασσόταν έκθεση, όπου εξηγούνταν οι λόγοι, οι δικαιολογούντες «το συνταγματικώς άκυρον της διαλύσεώς της». Ας σημειωθεί πως δεν γινόταν καμία αναφορά στο Διάταγμα, βάσει του οποίου είχαν διαταχθεί εκλογές, οι οποίες είχαν οδηγήσει στη Βουλή της 6ης Δεκεμβρίου, «θεωρουμένης ως μηδέποτε υπαρξάσης».

 Η Ελλάδα ενεπλάκη επισήμως στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στα τέλη Ιουνίου 1917, αν λάβουμε υπόψη το παλαιό ημερολόγιο. Αυτή είναι και η επικρατούσα άποψη. Ωστόσο, επίσημη κήρυξη πολέμου προς τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες, δεν υπήρξε. Η έρευνα στον Τύπο της εποχής εκείνης έρχεται να επιβεβαιώσει αυτή τη θέση. Η Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης είχε προχωρήσει σ’ αυτή την ενέργεια τον Νοέμβριο του 1916, όπως προειπώθηκε. Η κυβέρνηση, που ο Βενιζέλος  σχημάτισε στην Αθήνα, τον Ιούνιο του 1917, θεωρήθηκε ως συνέχεια εκείνης της Θεσσαλονίκης. Ως επίσημη εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο λογίστηκε η ανάκληση των Πρεσβευτών της από το Βερολίνο, την Κωνσταντινούπολη, τη Σόφια και τη Βιέννη και η συνεπακόλουθη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με τα κράτη των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Ωστόσο, δεν έλειψαν και εσωτερικές αντιδράσεις στον νέο εξωτερικό προσανατολισμό της Ελλάδας. Για παράδειγμα, στην Τρίπολη εκδηλώθηκε, τις μέρες εκείνες, κίνημα, το οποίο κατεστάλη με την αποστολή ενός τάγματος από το σύνταγμα των Κρητών, που έδρευε στην Αθήνα. Η φιλοβασιλική εφημερίδα Εμπρός, της 28ης Ιουνίου, το χαρακτήριζε ως «έκρηξ[η] ακατανοήτου παιδαριωδίας» και ο αρθρογράφος αναρωτιόταν: από τη στιγμή που ο ίδιος ο βασιλιάς, οι Έλληνες πολιτικοί και ο στρατός είχαν συμφωνήσει «τις άλλος δύναται να έχη γνώμην αντίθετον;».

Γαλλικό πυροβολικό στο λόφο του Φιλοπάππου, Αθήνα, Ιούνιος 1917.

Η αποστολή, επομένως, του ύπατου αρμοστή είχε εκπληρωθεί στο έπακρο. Επιστρέφοντας στο Παρίσι, ο Ζονάρ, προέβαινε σε δηλώσεις στην εφημερίδα Le Temps, ισχυριζόμενος ότι είχε ολοκληρώσει το έργο της «απελευθερώσεως και της ομονοίας» στην Ελλάδα, «μετά αποφασιστικότητος και ταχύτητος». Η Ελλάδα, συνέχιζε, ήταν έτοιμη «να συνεισφέρη ευρέως εις τας δαπάνας [του πολέμου], αλλά το παλαιόν καθεστώς και ο αποκλεισμός την κατέστησαν πτωχήν. Ελπίζει να επιτύχη εκ των Ηνωμένων Πολιτειών τας αναγκαίας πιστώσεις δια την αστικήν αυτής διοίκησιν, παρά της Γαλλίας δε και της Αγγλίας ζητεί να την βοηθήσουν εις την στρατιωτικήν αυτής προσπάθειαν». Δεν παρέλειπε, δε, ο Ζονάρ, να αναφερθεί και στον ελληνικό λαό. Παρέχοντας στην Ελλάδα, η Γαλλία και η Μ. Βρετανία, τις αναγκαίες πιστώσεις για την κάλυψη των στρατιωτικών αναγκών της, θα καθιστούσαν τον λαό της ικανό «να υπερασπίση το εθνικόν αυτού συμφέρον ως τον καταστήσαμεν ικανόν να εκδηλώση την πολιτικήν αυτού θέλησιν. Ουδέποτε απεβλέψαμεν όπως κανονίσωμεν άνευ της γνώμης του τας εσωτερικάς αυτού υποθέσεις. Τουναντίον, ηθελήσαμεν να είνε κύριος όπως κανονίση ταύτας  ο ίδιος και το κατορθώσαμεν».  Με άλλα λόγια, η θρασεία επέμβαση των Δυνάμεων της Αντάντ στα εσωτερικά της Ελλάδας πράγματα, είχε γίνει για το καλό του ελληνικού λαού, για να τον καταστήσουν ικανό να εκδηλώσει την πολιτική του βούληση. Δίχως την προσφυγή στις κάλπες. Με την αναβίωση της Βουλής, που είχε προέλθει από τις εκλογές της 31ης Μαΐου 1915. Ανάλογη ήταν και η θέση της Ρωσίας, ο υπουργός Εξωτερικών της οποίας δεν αναγνώριζε την ενθρόνιση του Αλέξανδρου και θεωρούσε πως, στην Ελλάδα, είχε συντελεσθεί μια συνταγματική εκτροπή, υποστηρίζοντας πως ο Ζονάρ δεν είχε μεταβεί εκεί ως εκπρόσωπος όλων των Προστατίδων Δυνάμεων.

 Στην ανάληψη της πρωθυπουργίας της ενωμένης πια Ελλάδας από τον Βενιζέλο, στον οποίο καταλογίζεται πως «στην ουσία επέβαλε ένα καθεστώς μεταμφιεσμένης δικτατορίας» στους αντιπάλους του, ήταν επόμενο να αντιδράσει η Ιταλία. Η εφημερίδα Τριμπούνα  εξέφραζε δυσαρέσκεια για τον τρόπο, με τον οποίο ο Βενιζέλος είχε ανέλθει στην εξουσία, ταύτιζε την πολιτική του με εκείνη της Γαλλίας και της Αγγλίας και ζητούσε να διευκρινισθεί «από τούδε, όπως μη γεννηθούν παρεξηγήσεις αύριον». Αναφερόμενη  στο «ιμπεριαλιστικό του πρόγραμμα» αναρωτιόταν εάν αυτό ήταν αποδεκτό από τις δύο «προστάτιδες δυνάμεις». Προφανώς, εκφράζονταν φόβοι για τις συμβατικές υποχρεώσεις των Δυνάμεων, που προβλέπονταν  στη Συνθήκη του Λονδίνου του 1915, η οποία, ωστόσο, δεν εφαρμόστηκε.  Οι φόβοι της Ιταλίας ήταν αβάσιμοι. Ο Βενιζέλος, συνεκτιμώντας τη μειονεκτική θέση, στην οποία είχε περιέλθει η χώρα μετά από την εσωτερική και εξωτερική περιδίνηση, αποφάσισε τον πόλεμο δίχως να διατυπώσει πρωτύτερα όρους και απαιτήσεις, όντας πεπεισμένος πως η Ελλάδα είχε καθήκον απέναντι στη Σερβία και στις Προστάτιδες Δυνάμεις, προς τις οποίες όφειλε να «αποτίσ[ει] φόρο[…] ευγνωμοσύνης». Τη μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων προς τη γείτονα την θεωρούσε «ατιμία».  Επιπλέον, γνώριζε τη δυσχέρεια, που θα προξενούσε  στις σχέσεις των Δυνάμεων της Αντάντ με την Ιταλία.

Υποδοχή του Βενιζέλου στον Πειραιά, λίγο πριν από την ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης.

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε πως οι Δυνάμεις δεν συγκατένευσαν στη βίαιη εκθρόνιση του Κωνσταντίνου επειδή έκριναν ορισμένες ενέργειές του ως αντισυνταγματικές. Αυτές, όπως η απομάκρυνση του Βενιζέλου από τον πρωθυπουργικό θώκο και η διάλυση της Βουλής, τις εκλάμβαναν ως «τεχνικές λεπτομέρειες». Το ακανθώδες για εκείνες πρόβλημα, την εκδίωξη, ουσιαστικά, του Έλληνα μονάρχη, συμφώνησαν να το επιλύσουν με νομιμοφανείς μεθόδους. «[Ε]ρασιτεχνισμό[…]» και όχι «διπλωματία», αποκάλεσε τα όσα συντελέστηκαν στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο ο λόρδος Ρόμπερτ Σέσιλ, μόνιμος υφυπουργός Εξωτερικών.  Όπως, δε, επισήμαινε ο Πετρίδης, το 1981, «[η] ανάθεση της λύσης του ελληνικού πολιτειακού ζητήματος στην απόλυτη δικαιοδοσία […] της Αγγλίας κυρίως και της Γαλλίας, […] υπήρξε ένα μοιραίο πολιτικό λάθος του Βενιζέλου», όχι μόνο επειδή δεν προσέφυγε στο λαό, ως όφειλε αλλά και γιατί «εδραίωσε την εντύπωση σ’ ένα μεγάλο τμήμα του λαού πως πράγματι, όχι μόνο για το παρόν αλλά και για το μέλλον άλλοι ήταν αρμόδιοι να κατευθύνουν τη μοίρα του και όχι οι ίδιοι οι Έλληνες». Κρίση, η οποία, συγκρινόμενη με τα όσα συμβαίνουν στην πατρίδα μας, τα τελευταία επτά χρόνια, αποβαίνει τραγικά επίκαιρη.

Μολοντούτο, αναλογιζόμενοι την ανταγωνιστική πολιτική των δύο συνασπισμών του ευρωπαϊκού συστήματος την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τις αφόρητες πιέσεις, που ασκούσαν στην ελληνική πολιτική ηγεσία, για να πραγματώσουν τους ιμπεριαλιστικούς τους στόχους δεν μπορούμε παρά να παραδεχθούμε πως η Ελλάδα είχε καταστεί το μήλον της έριδος στις μεταξύ τους αντιπαλότητες και ο Βενιζέλος δεν είχε πολλά περιθώρια επιλογής. Ίσως, ο ίδιος να δίνει, εν μέρει, την απάντηση για τους λόγους, που του επέβαλαν να επιλέξει το στρατόπεδο της Αντάντ και να συμμετάσχει η χώρα στον πόλεμο, στο πλευρό της, όταν σε ομιλία του, το 1917, χαρακτήριζε τη διαφωνία του με τον άνακτα ως «απέραντον χάσμα» και θεωρούσε πως η «μοναρχικ[ή] και φιλογερμανικ[ή]» πολιτική και οι οπαδοί της αποδέχονταν «την ανατροπήν των αποτελεσμάτων, όσα ησφάλισαν εις ημάς οι δύο νικηφόροι βαλκανικοί μας πόλεμοι, ημείς δε [που υποστηρίζουμε «την εθνικήν και δημοκρατικήν» πολιτική], αρνούμεθα επιμόνως να υποταχθώμεν εις τοιαύτην καταστροφήν και να ανεχθώμεν την Βουλγαρικήν επικράτησιν».

Η Αρετή Τούντα-Φεργάδη
είναι Ομότιμη Καθηγήτρια
Ελληνικής Διπλωματικής Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

 

Από την κυβέρνηση της Εθνικής Άμυνας στην εκθρόνιση του Κωνσταντίνου

 Πηγές – Βιβλιογραφία

 

Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο. Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου. Φάκελος 13-15.

Ακρόπολις

Εμπρός.

L’Humanité.

Βεντήρης Γεώργιος, Η Ελλάς του 1910-1920, Τ. Β΄, Αθήναι, Ίκαρος, 1970.

Frangoulis A.-F., La Grèce et la crise mondiale, Paris, Librairie Félix Alcan, 1926.

Kershaw Ian, Στην κόλαση των δύο Πολέμων. Ευρώπη, 1914-1949, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2015.

Leon G.B., Greece and the Great Powers (1914-1917), Thessaloniki, Institute for Balkan Studies, 1974.

Λεονταρίτης Γεώργιος, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 1917-1918, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2000.

Μουρέλος Γιάννης, «Η Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης και οι σχέσεις της με τους Συμμάχους (Σεπτέμβριος 1916-Ιούνιος 1917», Μνήμων, τ. 8ος, Αθήνα, 1980-1982, σ.150-188.

Mourelos Yannis, L’intervention de la Grèce dans la Grande Guerre, Athènes, Institut Français d’ Athènes, 1983.

Mourelos Yannis, «Le front d’ Orient en 1916, Enjeux et stratégies»,  The Salonica Theater of Operations and the outcome of the Great War, Θεσσαλονίκη, Institute for Balkan Studies-National Research Foundation ‘Eleftherios K. Venizelos’, 2005, σ. 37-52.

Μουρέλος Γιάννης, Τα “Νοεμβριανά” του 1916. Από το Αρχείο της Μεικτής Επιτροπής Αποζημιώσεων των θυμάτων, Αθήνα, 2006.

Πετρίδης Παύλος, Ξενική Εξάρτηση και Εθνική Πολιτική, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1981.

Σφέτας Σπυρίδων, Εισαγωγή στη Βαλκανική Ιστορία, Τόμος Α΄, Θεσσαλονίκη, Βάνιας, 2009.

Tounda-Fergadi Areti, «Violations de la neutralité grecque par les puissances de l’Entente durant  la première guerre mondiale»,  Balkan Studies, V. 26, no 1, Thessaloniki, Institute for Balkan Studies, 1985, p. 113-129.

Tounta-Fergadi Areti, «Le point de vue de la Presse grecque au sujet de l’établissement du Gouvernement Provisoire de Thessalonique», Balkan Studies, V. 51, Thessaloniki, Institute for Balkan Studies, 2016, p. 105-133.