Skip to main content

Αθηνά Κακούρη: Το Ιστορικό Μυθιστόρημα: «Ιστορικό» ή «Μυθιστόρημα»;

Αθηνά Κακούρη

Το Ιστορικό Μυθιστόρημα: «Ιστορικό» ή «Μυθιστόρημα»;

Το κείμενο που ακολουθεί, προέρχεται από διάλεξη της συγγραφέως, η οποία έλαβε χώρα τον Ιούλιο του 2010 σε εργαστήριο του Θαλής και Φίλοι. Για την παρούσα έκδοση διατηρήθηκε στο ακέραιο ο προφορικός λόγος.

Τo ιστορικό μυθιστόρημα είναι είδος σχετικά πρόσφατο, πράγμα φυσικό διότι δεν μπορούσε να υπάρξει πριν από τήν εξέλιξη της ιστορικής επιστήμης από τη μιά και την διαμόρφωση του μυθιστορήματος ως είδους από την άλλη. Κι αυτό  έγινε χονδρικά στα μέσα του 18ου αιώνα.

Πατέρας του ιστορικού μυθιστορήματος θεωρείται ο Ουώλτερ Σκωτ, που έγραψε στις αρχές του 19ου αιώνος – σα να λέμε, τον καιρό που ωρίμαζε  στις περιοχές  μας  η δυναμική της Εθνεγερσίας. Ενδιαφέρον είναι να σημειώσουμε ότι στην Ελλάδα, το πρώτο ιστορικό μυθιστόρημα,  Ο Αυθέντης του Μωρέως, του Ραγκαβή,  γράφηκε στα 1850, σχετικά κοντά, δηλαδή, στην πρώτη  εμφάνιση του είδους στη Δύση. ΄Εκτοτε, το ιστορικό μυθιστόρημα γνώρισε και γνωρίζει μεγάλη εξάπλωση παντού, και φυσικά και στην Ελλάδα.

Ορισμοί του λογοτεχνικού αυτού είδους έχουν δοθεί τρεις βασικά, αλλά ας μείνουμε σ’εκείνον που ο εξαιρετικός κριτικός λογοτεχνίας Απόστολος Σαχίνης, θεωρεί τον καλύτερον: ιστορικό είναι το μυθιστόρημα που έχει ως θέμα πρόσωπα και γεγονότα μιάς περασμένης εποχής και δημιουργεί το ιδιαίτερο χρώμα του τόπου και του χρόνου.

Τα όσα θα πω σήμερα για το Ιστορικό Μυθιστόρημα δεν είναι άλλο από τα όσα μου δίδαξε η πείρα. Δεν είμαι θεωρητικός (ούτε ιστορικός, ούτε ιστορικός της λογοτεχνίας, ούτε φιλόλογος,) αλλά ένας  ενθουσιώδης αναγνώστης και ένας τεχνίτης, που έμαθε καμπόσα πάνω στη δουλειά και συχνά διερωτήθηκε τι βαραίνει περισσότερο, η Ιστορία ή το Μυθιστόρημα; Και η απάντηση που δίνω εγώ είναι: Ακόμη κι ένα μέτριο μυθιστόρημα στέκει – ή τουλάχιστον δεν βλάπτει- αν είναι σωστή η Ιστορία, δηλαδή  ο ιστορικός ιστός που πάνω του πλέκεται η ανθρώπινη περιπέτεια,  ενώ ακόμη κι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα δεν στέκει,-ή ενδέχεται να είναι και βλαβερό – εάν η Ιστορία δεν είναι σωστή.

Η Ιστορία, βλέπετε, εκτός από διασκεδαστική και ενδιαφέρουσα, είναι και ένα εργαλείο. Αν το κατασκευάσουμε και το συντηρήσουμε  καλά, τότε μας δίνει πολλές πληροφορίες για τον εαυτό μας και για τους άλλους, μας δίνει παραλληλισμούς που μας βοηθούν να εκτιμήσουμε μια κατάσταση, μας προσφέρει στοιχεία που βοηθούν για να λαβαίνουμε αποφάσεις, για να κρίνουμε (και άρα να ακολουθήσουμε)  αυτόν τον ηγέτη λόγου χάριν ή τον άλλον, να προλάβουμε λάθη, να προβλέψουμε πιθανότητες. Αν όμως δεν το φροντίσουμε όπως πρέπει, το εργαλείο αυτό μπορεί και να παραπλανήσει, να θολώσει την είκόνα του τι είμαστε εμείς και, ακόμη χειρότερο, του τι είναι κάποιοι άλλοι, να δημιουργήσει επικίνδυνες συναισθηματικές φορτίσεις, να μας βάλει σε λανθασμένους δρόμους και να μας οδηγήσει σε καταστροφές.

Ένα παράδειγμα πολύ κοντινό μας: Η Ιστορία μας διδάσκει πως η Δικτατορία είναι κακό πράγμα. Συμπεραίνουμε λοιπόν πως οι εκπληκτικές επιτυχίες μας στην Αλβανία το 1940 δεν είναι δυνατόν να οφείλονται στον τότε δικτάτορα – και καταλήγουμε ότι το ΟΧΙ το είπε ο λαός και το έπος στην  Αλβανία το  έκανε ο ελληνικός λαικός  ξεσηκωμός.

Εντούτοις η Ιστορία μας διδάσκει πως ναί, πράγματι, η Δικτατορία είναι κακό πράγμα – κι αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ.  Αλλά μας διδάσκει επίσης  και πολλά άλλα που πρέπει να λαβουμε υπ’όψιν μας, κι ανάμεσά τους  ότι ποτέ δεν έγινε λαικός ξεσηκωμός που να απήντησε ακαριαία και επιτυχώς σε μια επίθεση σύγχρονου στρατού, με επιτελικό σχέδιο και συνεργασία όλων των όπλων του σε μια έκταση μετώπου. Η Ιστορία δεν μας δίνει κανένα τέτοιο παράδειγμα. Άρα κάποιος είχε προετοιμάσει το 1940. Μικρή έρευνα αρκεί για να διαπιστώσουμε ότι την άμυνα της χώρας –στρατιωτική και διπλωματική – την είχε οργανώσει  ο Μεταξάς από χρόνια, με όλους τους πολύπλοκούς τρόπους που απαιτεί ένα τέτοιο εγχείρημα. Το ΟΧΙ το είχε ετοιμάσει ο Μεταξάς.

Αν αυτό το είχαν καταλάβει καλά οι κρατούντες το 1974, δεν θα είχαν λάβει τις αποφάσεις που έλαβαν στην Κύπρο  με τις οικτρές τους συνέπειες.

Σκοπιμότητες του είδους που ψευτίζουν την αλήθεια είναι τόσο επικίνδυνες όσο και τα σκανταλέματα της πυξίδας ενός πλοίου.

Τα παραδείγματα είναι πλήθος – σας συνιστώ μάλιστα ένα μικρό -αλλά πολύ σοβαρό -βιβλίο που κυκλοφόρησε προσφάτως και ελπίζω να μεταφραστεί. Λέγεται Dangerous games (Επικίνδυνα παιχνίδια), The uses and abuses of history, της διάσημης ιστορικού Margaret Macmillan, που διευθύνει τις Σπουδές της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ.

Θα μου πείτε, ίσως, ότι αυτά ισχύουν μεν για την συγγραφή της  Ιστορίας, αλλά για το Ιστορικό Μυθιστόρημα μπορεί να υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία, μια και σίγουρα αν μας επιτεθεί η Βουλγαρία, λόγου χάριν, δεν θα κάτσουν οι κυβερνήτες μας να δούν τι λέει η Πηνελόπη Δέλτα στον Καιρό του Βουλγαροκτόνου για ν’αποφασίσουν τι θα κάνουν.

Πηνελόπη Δέλτα (1874-1941).

Ναί, το μυθιστόρημα δεν αποτελεί στοιχείο για την λήψη αποφάσεων. Αλλά αποτελεί ένα πολύ ισχυρό μέσον δημιουργίας κοινής γνώμης, προδιαθέσεως, αιθημάτων,   φρονήματος  δηλαδή.  Η Πηνελόπη Δέλτα ανάθρεψε δυό γεννεές νέων- ή μάλλον  σ υ ν έ β α λ ε   στο να ανατραφούν δυό γεννεές νέων, -εμπνέοντας τους με ηρωικά παραδείγματα αυτοθυσίας για την πατρίδα.

Σκεφτείτε το αντίστροφο –  αν τους τροφοδοτούσε διαρκώς με ιστορίες όπου ο ήρως είναι ο φυγόστρατος, όπου το άτομο έχει το δικαίωμα να αποφασίζει μόνο του πότε θα υπηρετήσει την πατρίδα του και πότε όχι, όπου ο αρχηγός είναι πρόσωπο κατάπτυστο και η ανυπακοή στους νόμους είναι δικαίωμα του καθενός, ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα την κρίσιμη στιγμή του 1940;  Κάτι ανάλογο με αυτό που έγινε στην Γαλλία όταν της επετέθη η χιτλερική Γερμανία – οι στρατιώτες δεν ώρμησαν να υπερασπιστούν την πατρίδα τους,  «Προς τι;» pouquoi?, αναρωτιώνταν ανόρεχτα. Εδώ όμως αγγίζουμε  ένα σημείο που είναι πολύ λεπτό και πολύ επικίνδυνο: το Ιστορικό Μυθιστόρημα που στοχεύει σε κάτι. Νομιμοποιείται να γράφεται ένα τέτοιου είδους μυθιστόρημα; Δηλαδή στην ουσία ένα είδος προπαγάνδας;

Η ερώτηση είναι  μάταιη, διότι έτσι κι αλλοιώς αυτή είναι κοινή πρακτική και έχουμε πολλά τέτοια μυθιστορήματα, είτε ιστορικά είτε όχι. Η Χάριετ Μπήτσερ Στόου έγραψε Το Καλύβι του Μπάρμπα Θωμά στοχεύοντας στην κατάργηση της δουλείας. Ο Ντίκενς έγραψε τον Όλιβερ Τουίστ στοχεύοντας να συγκινήσει τους συμπατριώτες του (μεταξύ άλλων)  για την άθλια κατάσταση των ορφανοτροφείων. Ο Κανταρέ έγραψε το Ο Στρατηγός της νεκρής στρατιάς στοχεύοντας (μεταξύ άλλων) στο να τονώσει την εθνική υπερηφάνεια των Αλβανών. Αυτό λοιπόν γινόταν και γίνεται και θα εξακολουθήσει να γίνεται. Μπορούμε όμως να κρίνουμε πότε νομιμοποιείται και πότε όχι;

Πιστεύω πως ναί. Πιστεύω πως υπάρχει ένα  απόλυτο κριτήριο: η αλήθεια. Αυτήν, ο μυθιστοριογράφος έχει την  υποχρέωση να την αναζητήσει με όλες του τις δυνάμεις, όπως ακριβώς  την έχει και ο ιστορικός.

Πως βρίσκει την αλήθεια; Ψάχνοντας για να εξακριβώσει  τι συνέβη και γιατί. Σαν καλός ανακριτής θα φροντίσει να ακούσει όλες τις πλευρές, να εξετάσει αμερόληπτα όλα τα στοιχεία, να επισημάνει τις αντιφάσεις, να σταθεί εφεκτικός σε  ό,τι του φαίνεται αναξιόπιστο, να εξιχνιάσει τα κίνητρα και κυρίως –κυριότατα- να αντισταθεί στον πειρασμό να προσαρμόσει τα τεκμήρια στις προκαταλήψεις του.

«Μα δεν είναι αυτό δουλειά του Ιστορικού»; θα με ρωτήσετε. «Δεν αρκεί εγώ να πάρω ένα Εγχειρίδιο Ιστορίας, να μάθω τα γεγονότα και μετά να αφήσω την φαντασία μου ελεύθερη στο μυθιστόρημα;» Όχι, αυτό δεν αρκεί καθόλου! Και παρακάτω θα σας εξηγήσω γιατί.

Ο μυθιστοριογράφος θα δουλέψει ως ιστορικός, θα μεταχειριστεί πηγές, δηλαδή. Ημερολόγια ανθρώπων εκείνης της εποχής, εφημερίδες, αλληλογραφία, αρχεία, διπλωματικά έγγραφα…Καλό είναι να  μην ξεχνά ότι δεν είναι εκπαιδευμένος ιστορικός, ότι δεν έχει έξασκηθεί στην τεχνική που απαιτείται και δεν έχει ασκήσει το μυαλό του να αμφιβάλλει, να αντιπαραθέτει, να κρίνει, κοντολογίς ότι του λείπουν πολλά εφόδια και άρα πρέπει να προσέχει διπλά.

Του επιτρέπεται όμως να παρουσιάσει ένα μέρος μιάς περίπλοκης σύνθεσης, ενώ ο ιστορικός οφείλει να παρουσιάσει το σύνολό της. Ο μυθιστοριογράφος -εμπνευσμένος από την ζωή και το θάνατο του Κίτσου Μακρυγιάννη Μαλτέζου – δικαιούται να περιγράψει πως αντιδρά μια παρέα νέων στην Κατοχή  όταν ο πιο χαρισματικός μεταξύ τους δολοφονείται από κομμουνιστάς. Ο ιστορικός όμως ωφείλει να δώσει ολόκληρη την εικόνα των αντιστασιακών οργανώσεων και να διερευνήσει τα αίτια και τον τρόπο που αποφασίστηκε και εκτελέστηκε αυτή η δολοφονία. Αναφέρομαι εδώ σε  βιβλία που υπάρχουν και ως μυθιστορήματα και ως Ιστορία.

Ο μυθιστοριογράφος έχει λοιπόν αυτήν την ελευθερία να διαλέξει ένας μέρος και να παρουσιάσει αυτό το μέρος, αλλά όσο καλύτερος μυθιστοριογραφος είναι τόσο πιο πιστά θα απεικονίσει αυτό το μέρος, και τόσο πιο σωστά θα το τοποθετήσει  μέσα στο όλον. Στο Όσα Παίρνει ο Άνεμος η συγγραφέας παρουσιάζει τον Νότο  αλλά ο Βορράς δεν απουσιάζει ούτε αποσιωπάται η δουλεία – αντίθετα, έχουμε την ευκαιρία να δούμε (μεταξύ πολλών άλλων) και το πως η απελεύθέρωση των μαύρων από τις φυτείες δεν ήταν αμιγής κακών – τους στρίμωξε σε εργοστάσια.

Η αλήθεια λοιπόν πρέπει να υπηρετείται, και  να υπηρετείται  πάντοτε. Το αντίθετο είναι επιβλαβές και επικίνδυνο ακόμη και για εκείνους, που υποτίθεται ότι σκοπεύει να υπηρετήσει.

Ξαναγυρίζω στα τρία παραπάνω παραδείγματα – την  Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά, τον Όλιβερ Τουίστ και το Ο στρατηγός της νεκρής στρατιάς. Είναι και τα τρία από το επικίνδυνο εκείνο είδος των μυθιστορημάτων που έχουν ως σκοπό να συγκινήσουν και να επιρρεάσουν.
Τα δύο πρώτα υπηρετούν την αλήθεια  – οι συνθήκες στον αμερικανικό Νότο αποδίδονται

σωστά από την συγγραφέα, όπως σωστά αποδίδονται και οι συνθήκες στα ορφανοτροφεία της Βικτωριανής Αγγλίας απο τον Ντίκενς.

Τι συμβαίνει όμως με τον Στρατηγό της Νεκρής Στρατιάς; Η ιστορία είναι η εξής: Ένας Ιταλός στρατηγός φθάνει στα 1960 στην Αλβανία συντροφιά με έναν παπά. Είναι επιφορτισμένοι να βρούν τα οστά των στρατιωτών που σκοτώθηκαν εκεί, να τα συγκεντρώσουν και να τα στείλουν πίσω στους συγγενείς των νεκρών. Η αναζήτηση συνεχίζεται επί μήνες, και κατά τη διάρκειά της ο Ιταλός συναντιέται και με έναν άλλον αξιωματικό, του οποίου η εθνικότητα μένει απροσδιόριστη, αλλά έχει κι αυτός ανάλογη  αποστολή.

Ο Ιταλός ταλαιπωρείται, γνωρίζει πολλές πικρίες, παίρνει πολλά μαθήματα για την πολεμική ικανότητα των Αλβανών, και τελικά ολοκληρώνει την αποστολή του, ενώ ο άλλος αξιωματικός, ο απροσδιορίστου εθνικότητος, δεν τελειώνει τη δική του επειδή ο βοηθός του οικειοποιήθηκε κεφάλαια που ήταν προορισμένα για την συγκέντρωση των σορών, και επί πλέον σκύλευσε και τα πτώματα, κλέβοντας τα χρυσά τους δόντια.

Αλλά πότε συνεκρούσθησαν Ιταλοί και Αλβανοί; Οι Ιταλοί είχαν μετατρέψει την Αλβανία σε προτεκτοράτο τους ήδη από το 1939 το δε 1940, όταν επετέθησαν στην Ελλάδα, είχαν τον αλβανικό στρατό σύμμαχο και συνεργάτη τους. Αν γεμισαν τα βουνά της Χειμάρας και της Κορυτσάς με πτώματα ιταλών στρατιωτών, υπαίτιοι σίγουρα δεν ήταν οι συμπολεμιστές τους Αλβανοί, αλλά οι ΄Ελληνες. Στο μυθιστόρημα ο Κανταρέ μιλά για φοβερές συγκρούσεις και απώλειες των Ιταλών με αντάρτες Αλβανούς. Αλλά καμιά σοβαρή αντίσταση δεν συνήντησαν οι Ιταλοί από Αλβανούς στην Αλβανία το 1940 και 1941, αργότερα δε η προσπάθεια εφαρμογής της εντολής του Τσώτσιλ  “βάλτε φωτιά στην Ευρώπη”  (Set Europe ablaze) απέτυχε ολοσχερώς στην Αλβανία, όπως περιγράφει στο βιβλίο του SOE in the Land of the Eagles,  ο Roderick  Bailey με πλήθος, ελάχιστα κολακευτικές για τους Αλβανούς, λεπτομέρειες.

Ισμαήλ Κανταρέ

Μπερδεμένες είναι και οι χρονολογίες του Κανταρέ, διότι αναφέρεται στο 1943 αλλά όχι στη συνθηκολόγηση της Ιταλίας που έγινε εκείνο ακριβώς το έτος.  Και στο 1960, όταν διαδραματίζεται αυτή η ανακομιδή,   αναφέρει μεν ότι η Σοβιετική Ένωσις δεν στέλνει πλέον στάρι στην Αλβανία, αλλά παραλείπει τελείως να πεί ότι στο μεταξύ το κομμουνιστικό Αλβανικό καθεστώς είχε αποκτήσει νέο σύμμαχο και προστάτη, την Κίνα του Μάο.

Πρέπει να πω ότι, ύστερα από την φασαρία για την άρνηση του Κανταρέ να έρθει στο Μέγαρο,  ξαναδιάβασα το βιβλίο αυτό προσεκτικά, μέχρις ότου έφθασα στην σελίδα 69 και στον διάλογο μεταξύ των δύο στρατηγών,  του Ιταλού και του μη κατονομαζόμενου ά λ λ ου, όπου και οι δυό λένε πως έχουν βρεί όχι ένα αλλά πολλά πτώματα α ν έ π α φ α. Τώρα εγώ μόνον αγίων πτώματα έχω ακούσει να έχουν διατηρηθεί ανέπαφα μέσα στη γη επί είκοσι χρόνια – να μην έχουνε λειώσει, δηλαδή – κι αυτή η μεγάλη συγκέντρωση αγίων με παρακίνησε να μεταχειριστώ αυτό το μυθιστόρημα – που εν τούτοις δόξασε τον Κανταρέ! – ως παράδειγμα σήμερα.

Η μυθοπλασία εδώ δεν αφορά τα πρόσωπα αλλά τα ιστορικά γεγονότα, που δημιουργούνται με τελεία περιφρόνηση προς την αλήθεια αλλά και προς την νοημοσύνη του αναγνώστη. Είναι δε επικίνδυνη αυτή η αυθαίρετη κατασκευή του παρελθόντος, διότι απενοχοποιεί τους Αλβανούς, αποκρύπτοντας τις σχέσεις τους  με τους Ιταλούς φασίστες, συκοφαντεί τους Έλληνες ως σκυλεύοντες πτώματα,  και γενικώς προάγει παρανοήσεις, που προλειαίνουν το έδαφος για νέες συγκρούσεις μεταξύ γειτόνων. Θα πρέπει λοιπόν να αναθεωρήσουμε τους στόχους του συγγραφέως –δεν στοχεύει στο να τονώσει την εθνική υπερηφάνεια των Αλβανών, αλλά κατασκευάζει εκ του μη όντος ένα παρελθόν που υπηρετεί σκοτεινούς σκοπούς και επικίνδυνους. Τώρα πως γίνεται αυτού του είδους η λογοτεχνία να μεταφράζεται ελληνικά και αυτού του είδους ο λογοτέχνης να τιμάται  από σπουδαία ελληνικά ιδρύματα, μη με ρωτάτε εμένα!

Εγώ πιστεύω και διακηρύσσω πως σεβαστός και τιμητέος είναι μόνον ο συγγραφέας που συναισθάνεται την βαρειά του ευθύνη να εμφανίσει, στο μυθιστόρημά του,  πιστά  τα πρόσωπα και τα πράγματα της περασμένης εποχής που επέλεξε. Το έργο του δεν είναι  ένα αθώο παιχνίδι, είναι ύλη  δυνάμει εκκρηκτική και ο χειρισμός της απαιτεί μεγάλη προσοχή.

Το παρελθόν βλέπετε είναι σαν κάτι μπαούλα, που υπήρχαν στα σπίτια της παλαιάς Πάτρας με την μακρά καρναβαλική της παράδοση, δηλαδή σεντούκια όπου φυλάγονταν λογής-λογής ρούχα, μια περούκα μαρκησίας, δυό σκουλαρίκια πειρατού, ένα κοστούμι σπανιόλας, καμπόσα χρυσάνθεμα από κιμονό γιαπωνέζικο, μια χάρτινη περικεφαλαία, ρούχα παλαιά και ελαφρώς κουρελιασμένα,… κι έτσι ανασύροντας από εκεί μέσα, μπορούσες, από τη μια στιγμή στην άλλη να εμφανιστείς ως  Μαντάμ ντε Πομπαντούρ, σείχης της Αραβίας,  Ναπολέων, Νιζίνσκι  ή ζητιάνος και για μια νύχτα να ζήσεις – με την βοήθεια και της φαντασίας σου – ως ένα άλλο πρόσωπο. Το παιχνίδι είναι ακίνδυνο, γιατί ο μασκαρεμένος δεν ξεχνά  ποτέ ποιος είσαι.

Αν όμως, μια ομάδα άτόμων  περιβεβλημένοι αυτά τα ρούχα, οικειοποιηθούν κάποιο παρελθόν και βασισμένοι  σ’αυτό προβάλουν  απαιτήσεις για το μέλλον – τότε ο κίνδυνος είναι μεγάλος. Ένα τέτοιο παράδειγμα ζούμε ολοένα, στην γειτονιά μας και με πολύ ανησυχητικά συμπτώματα μάλιστα.

Βεβαίως, χάρις στο περίφημο εκείνο μπαούλο, μπορείς εξ ίσου καλά να εμφανιστείς και αντιστρόφως, χειρότερος απ’ο τι είσαι, ως ανάπηρος π.χ. ή  ως ορφανό μητρός και πατρός, ως ένα έκθετο που μόλις πρόσφατα φόρεσε μια ταυτότητα κατασκευασμένη απ’αρχής μέχρι τέλους –  το ζούμε κι αυτό στις ημέρες μας, και μάλιστα προερχόμενο από τελείως απροσδοκητη πλευρά.  Συνιστώ σε όλους την  μελέτη του διακεκριμένου ιστορικού Μιχάλη  Σακελλαρίου, που τιτλοφορείται Η Δυναμική της Εθνεγερσίας, και είναι γραμμένη πριν από δεκαετίες, αλλά τυχαίνει να ξεκαθαρίζει και να τεκμηριώνει πολλά, εξαιρετικά χρήσιμα στην σημερινή σύγχυση ιδεών.

Το Ιστορικό Μυθιστόρημα, λοιπόν, που εξ ορισμού  ασχολείται με το παρελθόν, δίνει σε όποιον το γράφει την ευκαιρία να βγάλει απ’το σεντούκι τόσο περικεφαλαίες όσο και κουρέλια, και να  παίξει και το ένα παιχνίδι και το άλλο. Πιστεύω ότι τόσο  στην μια περίπτωση όσο και στην άλλη, η μυθιστορηματική καλλιέργεια τέτοιου είδους μύθων είναι βλαβερή γιατί οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια  σε λανθασμένες εκτιμήσεις και επιλογές.

Παράδειγμα: Ναί, στους Βαλκανικούς Πολέμους ένας μικρότατος στρατός ¨Ελλήνων (το ένα τρίτο του Βουλγάρικου) έκανε θαύματα, και ναί στην Αλβανία το θαύμα επαναλήφθηκε, αλλά αν καλλιεργήσουμε την εντύπωση ότι ο ελληνικός στρατός, αδιαφορο που πολεμά και με τι ηγεσία και συνθήκες  θα κάμει θαύματα, τότε θα πουλήσουμε ίσως πολλά αντίτυπα τοῦ βιβλίου μας ἀλλά θά ἑτοιμάσουμε μιά νέα Μικρασιατική Καταστροφή. Και αντιστρόφως, αν καλλιεργήσουμε μυθιστορηματικά ατεκμηρίωτες ιστορίες δειλίας και διαφθοράς, μπορεί πάλι να πουλήσουμε πολλά αντίτυπα, αλλά θα καλλιεργήσουμε ένα  ελληνικό POURQUOI, και την διάλυση που έζησε η Γαλλία στον τελευταίο πόλεμο.

Eλπίζω ότι έχω πλέον αποδείξει το πόσο εκρηκτική ύλη είναι η Ιστορία και άρα με πόση προσοχή για την αλήθεια πρέπει να την χειρίζεται ο καθένας μας.

Κι εδώ θα επανέλθω σ’αυτό που έλεγα προηγουμένως, και θα εξηγήσω γιατί  ο συγγραφέας του Ιστορικού Μυθιστορήματος δεν μπορεί να βασιστεί σ’ένα εγχειριδιο Ιστορίας και μετά ν’αφήσει ελεύθερη την φαντασία του. Με τι θα τραφεί η φαντασία αυτή; Θα σας δώσω ένα παράδειγμα:

Σε επιτυχέστατο Ιστορικό Μυθιστόρημα –πρόσφατο- εμφανίζεται ο Γεώργιος Α΄ σε μια επίσκεψή του σε επαρχιακή πόλη, να ζητά να του προμηθεύσουν παλλακίδα, με την οποίαν και γλεντά την νύχτα μέσα σε μα εκκλησία. Τώρα, ο Γεώργιος Α΄ ήταν πράγματι γυναικάς, και είχε πλήθος περιπέτειες. Άρα νομιμοποιείται ο μυθιστοριογράφος να πεί ότι ξεφάντωσε με μια κυρία εκείνη τη νύχτα στην επαρχιακή εκείνη πόλη. Αλλά βάζοντας τον να μεταχειρίζεται προς τούτο μια εκκλησία, δείχνει πρώτον άγνοια περί του προσώπου. Εκτός από γυναικάς, ο Γεώργιος  ήταν και θρήσκος.  Το να κάνει κάποιος αταξίες τέτοιου είδους μέσα σε εκκλησία παραπέμπει  μάλλον σ’εκεινον τον προ ολίγων ετών Υπουργό μας Πολιτισμού, που δήλωσε ότι σπουδαία φιλοδοξία του ήταν  να  κάμει έρωτα πάνω στην αγία Τράπεζα, παρά  σ’έναν εστεμμένο του τέλους του 19ου αιώνος, που εκκλησιαζόταν ανελλειπώς και που σεβόταν τα θεία.

Άλλο παράδειγμα, πάλι από επιτυχέστατο Ιστορικό Μυθιστόρημα. Βρισκόμαστε στα 1880. Ένα μπουλούκι ηθοποιών μεταφέρονται προς ένα νησί με τον φθηνότερο δυνατό τρόπο, δηλαδή με πλοίο στην τρίτη θέση, όπου με την θαλασσοταραχή κατρακυλάνε πέρα δώθε οι ηθοποιοί, απ’το ένα τοίχωμα του αμπαριού στο άλλο. Αλλά τα αμπάρια δεν είναι ποτέ ανοιχτά πέρα για πέρα, πάντοτε μπαίνουν χωρίσματα – διαφράγματα, τους λεγομένους μπουλμέδες, πράγμα που θα διαπίστωνε ο μυθιστοριογράφος αν είχε μπεί στον κόπο να εξετάσει πως ήταν τα αμπάρια, και πως ήταν στα επιβατηγά πλοία η τρίτη και φθηνότερη θέση. Το ένα παράδειγμα  αφορά ένα πρόσωπο, το άλλο μια κατάσταση, ένα πράγμα. Και τις δυό φορές η λογική θα μπορούσε να είχε παρέμβει – κάποτε θα είχε μπεί σε βάρκα ο συγγραφέας και θα ήξερε πόσο εύκολα την τουμπάρει η απότομη μετακίνηση βάρους, ενώ ο άλλος συγγραφέας  πάνω στην επιθυμία του να μας ενισχύσει τον αποτροπιασμό προς το γεγονός και προς το πρόσωπο του βασιληά, – το οποίον προφανώς δεν χωνέυει- δεν στάθηκε να αναρωτηθεί που και πως θα έκανε ο Γεώργιος αυτές τις τρελλίτσες  μέσα σε έναν τόσο άβολο προς τούτο χώρον, όσο είναι μια εκκλησία;

Η λογική, ο κοινός νούς, μπορεί όχι μόνον να σώσει τον αναγνώστη – αλλά και να του χαρίσει και κάμποσες στιγμές μεγάλης ευθυμίας, που όμως θα είναι εις βάρος του συγγραφέως και της αξιοπιστίας του. Την οποίαν, αν θέλει να διατηρήσει, πρέπει να συγκεντρώσει πολλά, πολλά, πολλά  στοιχεία, πασχίζοντας να καταλάβει καλά τι συνέβη και γιατί, και μόνον μετά μπορεί, μεταχειριζόμενος το υλικό που συγκέντρωσε – αυτό και όχι άλλα πράγματα που προέρχονται από άλλες εποχές ή κολακεύουν σημερινά αυτιά τότε μόνον να καταπιαστεί να σχεδιάσει την πλοκή του και τα πρόσωπα. Η φαντασία του θα τραφεί από συγκεκριμένα στοιχεία –αυτά τα στοιχεία και τα γεγονότα και  τα πρόσωπα που βρήκε στις έρευνές του, αυτά θα εμφανιστούν και στο μυθιστόρημα -μετουσιωμένα φυσικά-και πάλι αυτά, θα θέσουν τα πλαίσια στην πλοκή που σχεδιάζει. Να λοιπόν γιατί δεν μπορεί ο μυθιστοριογράφος να διαβάσει ένα εγχειρίδιο Ιστορίας και αυτό να του αρκέσει.

Υπάρχει και κάτι ακόμη: Συχνά πολιτικές σκοπιμότητες ή άλλες δυνάμεις στρεβλώνουν την Ιστορία. Παράδειγμα περίτρανο ο Καποδίστριας και τα όσα κατώρθωσε στα τρία μόλις χρόνια που έζησε στην Ελλάδα ως Κυβερνήτης. Ο Καποδίστριας που είχε κάμει εκπληκτική καρριέρα διπλωμάτου φθάνοντας να γίνει  ο ένας εκ των δύο υπουργών Εξωτερικών του Τσάρου Αλεξάνδρου της Ρωσίας, ήταν και φλογερός πατριώτης. Από την υψηλή εκείνη θέση προσπάθησε να υπηρετεί – όπως το ομολογούσε και στον ίδιο τον Τσάρο –  τα ελληνικά συμφέροντα, συνδυασμένα με τα ρωσικά. Πριν έρθει στην Ελλάδα είχε συντάξει το Σύνταγμα της Ελβετίας, το οποίο λειτουργεί ακόμη σήμερα και γι αυτό οι Ελβετοί τιμούν τη μνήμη του.

Αυταπόδεικτο είναι ότι  πρέπει να αγαπούσε πολύ τον ελληνισμό, αφού ήρθε εδώ να τρώει ξερό ψωμί και να κοιμάται περίπου στο πάτωμα (όχι μεταφορικά αλλά έτσι ακριβώς) αφήνοντας τα πλούτη και τα καλά της τσαρικής αυλής ή ακόμη και του πατρικού σπιτιού του, στην Κέρκυρα. Διέπραξε όμως το μεγάλο σφάλμα να μην καταπιαστεί να εφαρμόσει εδώ ό,τι του υπαγόρευε ο Κοραής από το Παρίσι, κι έτσι ο μεγάλος ελληνιστής (που δεν είχε ποτέ του πατήσει το πόδι στο Μωριά ή την Στερεά ή καν τα Νησιά) τον μίσησε θανάσιμα και φρόντισε να του φορτώσει την κατηγορία του φωτοσβέστη, του απολυταρχικού, του υπερφιλόδοξου και του τύραννου. Σ’αυτό τον υποστήριξαν  και άλλοι καλοί φιλέλληνες  μεν, αλλά απληροφορητοι και αιθεροβάμονες, σαν τον βαυαρό Τίερς, με τόση δύναμη μάλιστα, ώστε ο Κυβερνήτης δολοφονήθηκε και από πάνω δυσφημίστηκε και δυσφημιζόταν επί μια τριακονταετία.

Χαράλαμπος Παχής, Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, 1872 (Μουσείο Καποδίστρια, Κουκουρίτσα, Κέρκυρα).

Αν λοιπόν καταπιανόσαστε στα 1850 να γράψετε ένα μυθιστόρημα τοποθετημένο στο Ναύπλιο στις παραμονές της δολοφονίας του Κυβερνήτη, το προχείρως διαθέσιμο υλικό θα σας παρουσίαζε μια τελείως λανθασμένη εικόνα. Κι εδώ, το μόνο που μπορούσε να σας σώσει, θα ήταν η άσκηση του κριτικού μυαλού σας. Αν ήταν τέτοιος απαίσιος ο Κυβερνήτης, πως και τον αγάπησαν οι Ελβετοί; Πως και του στάθηκε τόσο καλός φίλος ο Ευνάρδος; Πως και ξεφύτρωσαν σ’όλη τη χώρα αυτά τα μικρά αλλά τόσο χρήσιμα σχολεία; Πως και σπούδασαν στο εξωτερικό τόσα ορφανά πολέμου; Που είναι το παλάτι όπου έζησε αυτός ο τύραννος; Γιατί τον λάτρευε ο κοσμάκης;…

Τελικά νομίζω, πως χωρίς μυαλό τίποτα δεν μπορεί να γίνει σωστό. Πάντοτε με μεγάλη προσοχή και με την επίγνωση πως κινδυνεύει να κάνει λάθη, παντοτε δηλαδή με μπόλικη ταπεινοφροσύνη,  θα περάσει ο μυθιστοριογράφος από το κόσκινο της λογικής την κάθε του σκηνή, αλλά και με το κόσκινο της λογικής θα την εξετάσει ο κάθε αναγνώστης. Είναι μεν δέκτης, ο αναγνώστης, αλλοίμονο όμως αν μείνει αδρανής δέκτης.  Αλλοίμονο αν καταπίνει ό,τι του σερβίρεται , αλλοίμονο αν αφεθεί να τρέφεται με ό,τι ανοησία του προσφέρεται. Ο αναγνώστης έχει κι αυτός την ευθύνη να  σκεφτεί και να αντιδράσει.  Όπως ακριβώς αντιδρά στο κρύο ή τη ζέστη, στην πνιγρότητα ή τον καθαρόν αέρα, στον θόρυβο ή στην μελωδία – έτσι και στο βιβλίο θα αντιδράσει – ο φ ε ί λ ει   να αντιδράσει, οφείλει να εκπαιδεύσει το μυαλό του να ζυγιάζει και να κρίνει, προκειμένου να ξεχωρίσει τι θα πετάξει ως υποβολιμαία καλλιέργεια βλαβερών παρορμήσεων, τι θα θεωρήσει ως άχρηστη σαβούρα και θα το παραμερίσει, και τι θα διαβάσει με προσοχή και θα ξαναδιαβάσει και θα ανατρέχει σ’αυτό  για να  εμπλουτίζει τις ιστορικές γνώσεις του, να διευρύνει τους ορίζοντές του, να εξετάζει ξεχασμένους προβληματισμούς, έτσι ώστε η περασμένη εποχή, στην οποίαν θα ζήσει για λίγο μέσα από το μυθιστόρημα, να συμβάλει στο να καταλάβει καλύτερα το παρόν και να προχωρήσει πιο στέρεα προς το μέλλον.

Η Αθηνά Κακούρη είναι συγγραφέας ιστορικών μυθιστορημάτων και αστυνομικών διηγημάτων.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος: Χίος, 412 π.Χ.: από τη δημοκρατία στην ολιγαρχία;

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος

Χίος, 412 π.Χ.: από τη δημοκρατία στην ολιγαρχία;

Είναι πράγματι παράδοξο πως στην Αθήνα και στη Σπάρτη, τις δύο πιο σημαντικές κοινότητες της κλασικής περιόδου για τις οποίες έχουμε και μία σχετική πληθώρα πληροφοριών, τα επίπεδα της πολιτικής βίας ήταν εξαιρετικά χαμηλά και οι περιπτώσεις στάσεων ελάχιστες. Η πόλη των Αθηνών βίωσε μία εξαιρετικά σύντομη φάση περιορισμένης πολιτικής βίας στα τέλη της δεκαετίας του 460, καθώς και δύο άλλες, επίσης σύντομες αλλά έντονες, κατά τη διάρκεια των ολιγαρχικών επαναστάσεων του 411/0 και του 404/3 π.Χ. Ωστόσο, για το μεγαλύτερο διάστημα των περίπου δύο αιώνων από το 508 έως το 323 π.Χ., η πολιτική βία απουσίαζε από την Αθήνα. Το ίδιο ισχύει και για τη Σπάρτη, μολονότι η γνώση μας για την συγκεκριμένη πόλη είναι πιο περιορισμένη. Πώς, επομένως, πρέπει να ερμηνεύσουμε την παράλληλη, συχνή ύπαρξη βίας στις περισσότερες ελληνικές κοινότητες με την αξιοσημείωτη απουσία της στις δύο κυριότερες ελληνικές πόλεις; Θα πρέπει να αναζητήσουμε την απάντηση σε συγκεκριμένες παραμέτρους, όπως για παράδειγμα το επιχείρημα του Josiah Ober ότι η σταθερότητα στην Αθήνα βασιζόταν στην κυριαρχία της δημόσιας ρητορείας και ιδεολογίας στο πλήθος;[i] Καθώς πλέον γνωρίζουμε περισσότερα για τα δημοκρατικά πολιτεύματα εκτός Αθηνών, μπορούμε να αποδώσουμε την παράδοξη απουσία πολιτικής βίας στην Αθήνα στο δημοκρατικό πολίτευμα αυτό καθ’ εαυτό;[ii] Ή μήπως απαιτείται ένας επανακαθορισμός του πλαισίου ανάλυσης των πολιτικών δρωμένων στις ελληνικές πόλεις, έτσι ώστε να εξηγηθεί ο διαφορετικός ρόλος της βίας εντός αυτού; Με αφορμή τη στάση των Αθηναίων απέναντι στην Χίο καθόλη τη διάρκεια του πέμπτου αιώνα, την αποστασία του νησιού από την Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία το 412 αλλά και σχόλια που προέρχονται τόσο από τον ίδιο τον Θουκυδίδη όσο και από μεταγενέστερους συγγραφείς του τετάρτου αιώνος, στην παρούσα ανακοίνωση τίθεται το ερώτημα εάν η Αθήνα επέβαλλε με την χρήση βίας -ή με την απειλή της- στο πλαίσιο της Συμμαχίας το δημοκρατικό πολίτευμα στις συμμάχους της.

Εκ πρώτης όψεως, θα ήταν λογικό να υποθέσουμε ότι η Αθήνα θα ενίσχυε ή θα προωθούσε το δημοκρατικό πολιτειακό της καθεστώς στις άλλες σύμμαχες πόλεις.[iii] Για παράδειγμα, βάσει του εδαφίου 1.97.1 του Θουκυδίδη, έχει υποστηριχθεί ότι «η ανάδειξη της Αθήνας σε ηγεμονική δύναμη ήταν συνέπεια της πολιτικής της επιλογής να μεταβάλλει βίαια το (καθαρά) συμμαχικό καθεστώς που υπήρχε στις σχέσεις της με τις άλλες πόλεις και έτσι να τις υποτάσσει».[iv] Επίσης, σχετικά πρόσφατα προτάθηκε η άποψη ότι οι Αθηναίοι θεωρούσαν τους νησιώτες εν γένει φύσει (η υπογράμμιση δική μου) υποτελείς της Συμμαχίας.[v] Με μία πρώτη ανάγνωση, οι σχετικές γραμματειακές μαρτυρίες φαίνεται να επιβεβαιώνουν αυτήν την υπόθεση· ο Ψευδο-Ξενοφών ήδη στο τελευταίο τέταρτο του πέμπτου αιώνα, αναφέρει σε αρκετά σημεία του έργου του ότι οι Αθηναίοι έτειναν να στηρίζουν τις μάζες και επιτίθονταν στους ανήκοντες στην ελίτ.[vi] Ο Ισοκράτης, για παράδειγμα, αναφέρει ότι οι Αθηναίοι έφεραν αντιρρήσεις για τις ολιγαρχίες και εγκαθίδρυσαν δημοκρατικά πολιτεύματα σε όλες τις πόλεις της αυτοκρατορίας τους.[vii] Ο Λυσίας, στον Ἐπιτάφιό του κομπάζει ότι οι Αθηναίοι κατά την περίοδο της ναυτικής τους κυριαρχίας απέτρεψαν τους πολλούς να υποδουλωθούν στους ὀλίγους.[viii] Από την αντίθεση, όμως, μέχρι την βίαιη επιβολή του δημοκρατικού πολιτεύματος στις αντιφρονούσες πόλεις υπάρχει μία απόσταση. Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ πως κατά τον τέταρτο αιώνα αυτή η αντίληψη δεν ίσχυε μόνον για την Αθήνα: στο περίφημο χωρίο από τα Πολιτικὰ του, ο Αριστοτέλης παρατηρεί πως όσοι ήθελαν να ασκήσουν την ηγεμονία τους στα ελληνικά κράτη εγκαθιστούσαν αντίστοιχα δημοκρατίες ή ολιγαρχίες, ανάλογα με το πολίτευμα που είχαν στις πατρίδες τους (επομένως, κάνει μία έμμεση αναφορά και στους Σπαρτιάτες).[ix] Πρόκειται μήπως για ένα ψόγο απέναντι σε εκείνες τις δυνάμεις που διαφέντευαν τις τύχες του ελληνικού κόσμου κατά τον πέμπτο αιώνα ή μήπως θα πρέπει να

Προτομή του Αριστοτέλη, μαρμάρινο αντίγραφο ενός μπρούτζινου έργου του Λυσίππου.
Εθνικό Μουσείο Ρώμης.

ερμηνευθούν οι δηλώσεις αυτές εξαιτίας της εμφάνισης των Μακεδόνων στο πολιτικό προσκήνιο; Το θέμα είναι ενδιαφέρον και αφορά την πολιτική θεωρία του τετάρτου αιώνος, αλλά θα το πραγματευθούμε σε άλλη ευκαιρία.

Σε ό,τι αφορά την βεβαιότητα για γενικευμένη άσκηση βίας σχετικά με την αλλαγή του πολιτεύματος σε άλλες πόλεις από την πλευρά των Αθηνών κατά τον πέμπτο αιώνα, πέρα από την εύλογη μεθοδολογική αντίρρηση ότι η πλειονότητα των προαναφερθέντων πηγών είναι μεταγενέστερες -καθώς ανήκουν κυρίως στον τέταρτο αιώνα, θα μπορούσε να προσθέσει κάποιος πως η βεβαιότητα αυτή φαίνεται -σε ορισμένες τουλάχιστον μαρτυρημένες περιπτώσεις- να διασκεδάζεται: γνωρίζουμε πως οι Αθηναίοι διατήρησαν τα ολιγαρχικά πολιτεύματα άθικτα σε ορισμένες πόλεις (στη Χίο, στη Λέσβο και στη Σάμο),[x] ενώ από προγενέστερες επιγραφικές πηγές (ανήκουσες στην περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου) επιβεβαιώνεται η δυνατότητα της ελεύθερης επιλογής του πολιτεύματος για εκείνες τις πόλεις που επέστρεφαν στην Αθηναϊκή Συμμαχία.[xi] Ο ίδιος ο Θουκυδίδης, «ο οποίος δείχνει στο 1.19 ότι οι Λακεδαιμόνιοι φρόντιζαν μόνο να κυβερνούνται από τους ολιγαρχικούς σύμμαχοί τους, δεν μνημονεύει ούτε μια φορά την αθηναϊκή στάση απέναντι στο ίδιο θέμα».[xii] Ορισμένοι δε ερευνητές έφθασαν στο σημείο να υποστηρίξουν ακόμα και πως οι σύμμαχοι ήταν ευχαριστημένοι με την επιβολή του δημοκρατικού πολιτεύματος στις πόλεις τους.[xiii] Επίσης, το γεγονός ότι έως τη δεκαετία του 420 οι περισσότερες πόλεις στο Αιγαίο είχαν δημοκρατικό πολίτευμα θα πρέπει να ερμηνευθεί ως το αποτέλεσμα πολλών ιδιαίτερων καταστάσεων και αποφάσεων (πολλές από τις οποίες δεν είχαν ληφθεί από τους Αθηναίους) παρά μία «επιβεβλημένη κανονικότητα».[xiv]

Προτομή του Θουκυδίδη, 3ος αι. π.Χ., Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Η ιδιαιτερότητα της κάθε περίπτωσης σχετιζόταν άρρηκτα με την εσωτερική πολιτική κατάσταση στις πόλεις-κράτη. Στο 3.82 ο Θουκυδίδης αναφέρεται σε αλλαγές πολιτευμάτων που ξεκίνησαν από το εσωτερικό των διαφόρων πόλεων, δηλαδή είτε από δημοκρατικούς που ήθελαν να φέρουν την πόλη πιο κοντά στην Αθήνα, είτε από οπαδούς της ολιγαρχίας που ήθελαν να την φέρουν πιο κοντά στην Σπάρτη.[xv] Είναι σπάνιες οι περιπτώσεις περιγραφής στρατιωτικών γεγονότων από τον ιστορικό, χωρίς παράλληλη αναφορά σε στοιχεία εσωτερικής διχόνοιας στις πόλεις. Εννοείται πως οι Αθηναίοι (αλλά και οι Σπαρτιάτες) δεν δίσταζαν να χρησιμοποιήσουν τις πολιτικές μερίδες που ήταν φίλα κείμενες προς αυτούς και αντίθετες με την κρατούσα πολιτειακή κατάσταση[xvi] Πρόκειται όμως περί εκμετάλλευσης δεδομένων πολιτικών συγκυριών εντός των πόλεων παρά για την άσκηση άμεσης βίας απέναντι στις σύμμαχες ή αποστατούσες πόλεις, καθώς ο αγώνας του δήμου εναντίον των ὀλίγων δεν επιφέρει αναγκαστικά την αλλαγή του πολιτεύματος σε δημοκρατία.[xvii] Στον Θουκυδίδη η σύγκρουση ανάμεσα στις δύο πλευρές περιγράφεται ρητά σε αρκετές περιπτώσεις και πρόκειται για μία βίαιη κατάσταση που φαίνεται να μαστίζει τις ελληνικές πόλεις της εποχής.[xviii] Ακόμα και ο Ψευδο-Ξενοφών, στην Ἀθηναίων Πολιτεία του, σημειώνει εμφατικά την ύπαρξη εσωτερικών ερίδων στις πόλεις, όταν αναφέρει ότι «η πολιτική των Αθηναίων είναι εσφαλμένη και από την άποψη αυτή, ότι δηλαδή σε πόλεις που υποφέρουν από την πολιτική διαίρεση αυτοί επιλέγουν να υποστηρίξουν τους κατώτερους άνδρες. Κι ωστόσο το κάνουν εσκεμμένα αυτό» (3.10).

Τι συνέβη, όμως, συγκεκριμένα στην Χίο; Σύμφωνα με τον Πλούταρχο (Κίμων 12. 3-4), η πρώτη αναφορά της Χίου στις πηγές ως ενεργού μέλους της Αθηναϊκής-Δηλιακής Συμμαχίας γίνεται όταν οι δυνάμεις της Συμμαχίας, με επικεφαλής τον Αθηναίο στρατηγό Κίμωνα, έρχονται σε διαβουλεύσεις με τους κατοίκους της Φασήλιδος, στην περιοχή της Λυκίας. Στις δυνάμεις αυτές συμπεριλαμβανόταν και η Χίος, η οποία μεσολάβησε στις διαπραγματεύσεις καί έπεισε την συγκεκριμένη πόλη να ενταχθεί στην Αθηναϊκή Συμμαχία, καταβάλλοντας το ποσό των δέκα ταλάντων. Η Χίος δεν εμφανίζεται ξανά στις πηγές μας μέχρι το 440 π.Χ., έτος κατά το οποίο η Σάμος αποστάτησε από την Αθηναϊκή Συμμαχία. Με την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου, η Χίος ήταν, όπως αναφέρθηκε, η μία από τις τρεις πόλεις της Συμμαχίας που ήταν αυτόνομη και διατήρησε το πολίτευμά της. Κατά το έβδομο έτος του πολέμου, το 425/4 π.Χ., οι Χίοι υποχρεώθηκαν να γκρεμίσουν το πρόσφατα ανεγερθέν τείχος της πόλης τους, κατόπιν υποδείξεως (κελευσάντων) των Αθηναίων. Επρόκειτο για μία προληπτική ενέργεια από την πλευρά των τελευταίων, οι οποίοι φοβόντουσαν τυχόν αποστασία των Χίων, και η οποία δεν συνοδεύτηκε από την άσκηση ωμής βίας.[xix] Η Αθήνα ακολουθούσε μία πραγματιστική πολιτική, η οποία της επέφερε την ενεργή συνεργασία του έτερου πιο ικανού κέντρου ισχύος στο Αιγαίο.[xx] Το ρήμα που χρησιμοποιεί ο Θουκυδίδης (νεωτεριεῖν) σημαίνει «την δυσάρεστη για τους Αθηναίους μεταβολή των συμμαχικών τους σχέσεων με τους Χίους ύστερα από ενδεχόμενη εξέγερση των τελευταίων». Στην έρευνα έχει επισημανθεί η ενδιαφέρουσα χρήση ενός παρεμφερούς όρου στην αντίδραση των Χίων: φοβούνται τα αντίποινα των Αθηναίων σε τυχόν αποστασία τους και «ζητούν από αυτούς την διαβεβαίωση μηδὲν περὶ σφᾶς νεώτερον βουλεύσειν».[xxi]

Στον κατάλογο των συμμάχων των Αθηναίων που παραθέτει ο Θουκυδίδης μετά την ήττα των τελευταίων στον

Νήσος Χίος (δορυφορική λήψη).

μεγάλο λιμένα των Συρακουσών το 413, οι Χίοι μετέχουν με τον στόλο τους και αναφέρονται ως οὐχ
ὑποτελεῖς ὄντες φόρου,[xxii] καθεστώς το οποίο έχει συσχετισθεί με την αὐτονομία τους (εδώ τίθεται και το ζήτημα κατά πόσον επρόκειτο για μία κατ’ όνομα και όχι για μία πραγματική αὐτονομία,[xxiii] εάν δεχθούμε φυσικά πως οι άλλες πόλεις απολάμβαναν ενός τέτοιου καθεστώτος, βάσει του καταστατικού χάρτη της Συμμαχίας). Φαίνεται ότι Χίος κατείχε, επομένως, μία ειδική θέση, η οποία αναγνωριζόταν σε αθηναϊκά ψηφίσματα (ακόμα και σε προσευχές).[xxiv] Την επόμενη χρονιά, ωστόσο, η Χίος στασίασε.

Σε μία παρέκβασή του κατά τη διήγηση των γεγονότων του 412, ο Θουκυδίδης εκδηλώνει τον θαυμασμό του για τους κατοίκους του νησιού, καθώς είναι οι δεύτεροι στον ελληνικό κόσμο -μετά τους Σπαρτιάτες- που συνδύαζαν την εδαιμονίαν με την σωφροσύνην.[xxv] Πέρα από το γεγονός ότι στο εδάφιο αυτό απαντάται ένα από τα σπάνια θετικά σχόλια του ιστορικού για τους Σπαρτιάτες,[xxvi] η συγκεκριμένη φράση δεν αποτελεί ένδειξη για την προτίμησή του στο ολιγαρχικό πολίτευμα.[xxvii] Είναι απόρροια του θαυμασμού του Θουκυδίδη για το γεγονός ότι οι Χίοι απέφυγαν την περιπέτεια των στάσεων. Ο ιστορικός, μολονότι αναφέρεται στο έργο του στους δυνατους των πόλεων (π.χ. 1.24.5), υπονοώντας έτσι τους πλουσίους, δεν χρησιμοποιεί τον όρο στην περίπτωση της Χίου, όπου προτιμά την αντιδιαστολή ὀλίγοι πολλοί.[xxviii] Δεν πρόκειται περί τυχαίας επιλογής. Απηχεί ενδεχομένως το καθεστώς ευημερίας στο οποίο είχε περιέλθει η Χίος (και το οποίο φαίνεται να εκτιμά ο Θουκυδίδης με την αναφορά του στην εδαιμονίαν των ντόπιων). Αυτό το καθεστώς δεν θα μπορούσε να έχει επιτευχθεί σε συνθήκες κοινωνικής έντασης και πόλωσης, κάτι που απηχεί το δίπολο δυνατοίἀδύνατοι.[xxix]

Εύλογη είναι η απορία αναφορικά με τους λόγους που οδήγησαν τους φαινομενικά ευνοημένους κατοίκους της Χίου σε μία αποστασία από την Αθηναϊκή Συμμαχία. Δυστυχώς, δεν έχουμε πηγές για το τι συνέβαινε στα ενδότερα του νησιού κατά τα έτη 424-412 π.Χ. Ωστόσο, τον χειμώνα του 413 π.Χ. οι ανήκοντες στην ολιγαρχική παράταξη Χίοι έστειλαν πρέσβεις στους Σπαρτιάτες και στην Πελοποννησιακή Συμμαχία ζητώντας βοήθεια.[xxx] Θα πρέπει να υποθέσουμε είτε πως οι ολιγαρχικοί της Χίου στην συγκεκριμένη χρονική συγκυρία δεν κατείχαν την εξουσία και για τον λόγο αυτό κινούνται συνωμοτικά εναντίον των δημοκρατικών, είτε πως το πολίτευμά στο νησί θα πρέπει να ήταν, όπως είπαμε, μία μετριοπαθής ολιγαρχία,[xxxi] η οποία με την επανάσταση θα γινόταν πιο σκληρή.[xxxii] Θεωρούμε ότι η δεύτερη υπόθεση είναι πιο πιθανή: επρόκειτο, δηλ., για μία προσπάθεια αλλαγής εκ μέρους ορισμένων από τους ολιγαρχικούς, προφανώς τους πλέον σκληροπυρηνικούς,[xxxiii] εάν βασιστούμε στην αναφορά στους ὀλίγους.[xxxiv] Το ολιγάριθμον των στασιαστών θα τους ανάγκασε σε μία αναζήτηση εξωτερικής υποστήριξης από την Σπάρτη, η οποία δεν έμενε αδιάφορη στις εσωτερικές συγκρούσεις των πόλεων.[xxxv] Η φράση του Θουκυδίδη πάντες γὰρ κρύφα αὐτῶν ἐπρεσβεύοντο (8.7.1) υπονοεί την εσωτερική πολιτική διάσπαση των Χίων, κάτι που διαφαίνεται αργότερα (8.9.3), γι’ αυτό και οι εν λόγω εκπρόσωποι της ολιγαρχικής παράταξης προσεγγίζουν τους Σπαρτιάτες μυστικά, χωρίς δηλ. να το γνωρίζει το σύνολο του σώματος των πολιτών:[xxxvi] ενδεχομένως, με την εν λόγω ενέργεια να συνδέεται και μία επιγραφή από την Λακωνία, στην οποία αναγράφονται όλοι όσοι είχαν συμβάλει οικονομικά στο πολεμικό ταμείο της Σπάρτης, μεταξύ των οποίων και οι Χίοι φίλοι της, επιγραφή που θεωρούμε ότι πρέπει να ενταχθεί στην περίοδο που εξετάζουμε.[xxxvii]

Η Σφίγγα υπήρξε σύμβολο της Xίου από την αρχαία εποχή.  Oι παλαιότερες παραστάσεις που βρέθηκαν ανάγονται στον 8ο π.X. αι.  H Σφίγγα σηματοδοτεί και τη νεότερη Xίο, η οποία αποτελεί παράδειγμα πόλης που τίμησε όσο καμία άλλη το σύμβολό της.

Τα υπόλοιπα γεγονότα σχετικά με την τύχη της αποστασίας είναι γνωστά και δεν θα μας απασχολήσουν εδώ, λόγω χρόνου. Ο Διόδωρος μας πληροφορεί σχετικά με το τι ακολούθησε την εξέγερση της Χίου κατά τα έτη 412-408 π.Χ. Ορισμένοι εξόριστοι Χίοι εκείνης της περιόδου έδωσαν χρήματα στον Σπαρτιάτη ναύαρχο Κρατισιππίδα, προκειμένου αυτός να τους γυρίσει πίσω στο νησί τους και την πόλη τους. Μετά την επιστροφή τους στην Χίο, εξόρισαν αμέσως τους πολιτικούς τους αντιπάλους, 600 στον αριθμό,  ενέργεια ενδεικτική των πολιτικών παθών στο νησί. Οι εξόριστοι κατέφυγαν στον Αταρνέα, απέναντι από τη Χίο, απ΄όπου πραγματοποιούσαν επιδρομές στο νησί (13.65.3-4). Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι και οι δύο πολιτικές αυτές ομάδες ήταν ολιγαρχικές.[xxxviii] Από την άλλη, η αντίδραση των Αθηναίων με την αποστολή ναυτικής δύναμης και στρατού και τη δήωση του εσωτερικού του νησιού ήταν αναμενόμενη, ειδικά δεδομένης της αρνητικής για αυτούς συγκυρία. Η Χίος θα συμπαρέσυρε –και εν μέρει το πέτυχε- και άλλους σε μία αποστασία από τη Συμμαχία. Η τιμωρία της αποστασίας, όσο συχνά και να συνέβαινε, απαιτούσε –[οπως επισημάνθηκε ήδη- προσεκτικές κινήσεις και όχι βιαστικές ενέργειες από την πλευρά των Αθηναίων.[xxxix]

Για να ανακεφαλαιώσουμε: πέρα από τη σύνδεσή της με τον πλούτο, η βία συνδέεται στενά και με την ισχύ/εξουσία, καθώς αποτελεί το μέσο επιβολής αλλά και διαφοροποίησης ανάμεσα σε άρχοντες και αρχόμενους. Σαφέστατα, δεν συνιστούν όλες οι μορφές βίας εξουσία ούτε η τελευταία ταυτίζεται με την άσκηση βίας. Αλλά, εάν ισχύει η άποψη του Hobbes βάσει της οποίας η βία θεωρείται ουσιώδης παράγοντας της άσκησης εξουσίας και της συγκρότησης του κράτους, οι αρχαίοι Έλληνες διέθεταν μία μακρά και πολύπλοκη παράδοση αντανακλάσεων, στις οποίες εμφανιζόταν ο δεσμός μεταξύ βίας και ισχύος. Πολλοί ερευνητές θεωρούν τον διάλογο Αθηναίων – Μηλίων στον Θουκυδίδη το κατεξοχήν παράδειγμα αυτού του δεσμού, όπως και τον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου.

Θα πρέπει, ωστόσο, να λάβουμε υπόψη ορισμένες ιδιαιτερότητες του ελληνικού κόσμου, προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα τα χαρακτηριστικά των ελληνικών περιπτώσεων εμφάνισης της βίας. Σε αντίθεση με αρκετές άλλες κοινωνίες στην παγκόσμια ιστορία, οι Έλληνες κατοικούσαν σε ένα ενδοκοινοτικό και διακοινοτικό περιβάλλον, στο οποίο απουσίαζε ένα συγκεκριμένο κέντρο ισχύος. Αυτή η απουσία ενός συγκεκριμένου κέντρου έκανε τα πολιτικά δρώμενα στις ελληνικές πόλεις-κράτη πολύ πιο βίαια απ’ ό,τι σε άλλες περιοχές και κοινωνίες. Οι συγκρούσεις και οι διαφωνίες μπορούσαν να οδηγήσουν στην άσκηση βίας πολύ πιο εύκολα απ’ ό,τι σε κοινωνίες όπου οι ηγεμόνες είχαν πολύ πιο μακρόχρονη και θεσμοθετημένη πρόσβαση σε μέσα εφαρμογής της βίας. Ο αναρχικός χαρακτήρας των πολιτικών σχέσεων μεταξύ των ελληνικών πόλεων επέτεινε αυτό το χαρακτηριστικό.[xl] Απουσίᾳ ενός αδιαφιλονίκητου κέντρου ή μιας ρυθμιστικής δυνάμεως, οι διεθνείς σχέσεις στον ελληνικό κόσμο χαρακτηρίζονταν από μία εύκολα αποσταθεροποιήσιμη ισορροπία δυνάμεων, και οι εκρήξεις βίας μπορούσαν να αποτελούν ένα συχνό φαινόμενο. Η περιγραφή του Θουκυδίδη για τον εμφύλιο πόλεμο στην Κόρκυρα είναι ένα διαφωτιστικό παράδειγμα της σύνδεσης μεταξύ μίας ενδοκοινοτικής διαμάχης και της διακοινοτικής αναρχίας.[xli]

Η περίπτωση της Χίου, μολονότι λιγότερο τεκμηριωμένη, θεωρούμε ότι αποτελεί ένα αντίστοιχο παράδειγμα. Πόσο βίαιη ήταν όμως στο ίδιο το νησί αυτή η απόπειρα αποστασίας; Σε ό,τι αφορά τους κατοίκους του, προφανώς όχι τόσο όσο θα περίμενε κάποιος. Υπάρχουν ενδείξεις που μας κάνουν να κλίνουμε προς την κατεύθυνση αυτή: αφενός, η χρήση του όρου ὀλίγοι και η σημασιοδοσία του με αριθμητικό ή πολιτικό περιεχόμενο μας απομακρύνει από μία βίαιη κοινωνική αντιπαράθεση πλούσιων – φτωχών και είναι εναρμονισμένη με τις αντιλήψεις περί δημοκρατίας.[xlii] Ο ίδιος ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι οι Χίοι ήταν οι πλουσιώτεροι Ελλήνων (8.45.4). Αφετέρου, οι αντιδράσεις του δήμου (14.2: καὶ οἱ μὲν πολλοί) των Χίων είναι εξαιρετικά μετριοπαθείς.[xliii] Τρίτον, για τον ιστορικό ένα επιπλέον δείγμα της σωφροσύνης τους είναι το ότι προχωρούν στην παρούσα φάση σε αποστασία από την Αθήνα, καθώς θεωρούν ότι υπό τις τρέχουσες συνθήκες η συγκεκριμένη απόφαση είναι πολιτικά ορθή.[xliv]

Φαίνεται πως στο μυαλό των ακραίων ολιγαρχικών της Χίου που ήθελαν να αναλάβουν τα πολιτικά πράγματα προείχε το καλό του νησιού παρά εκείνο της Συμμαχίας. Δεν δίστασαν, επομένως, να συνεργαστούν με το αντίπαλον δέος των Αθηνών, μία συνεργασία η οποία πρέπει να συνδέεται με τις εσωτερικές διαμάχες ανάμεσα στους ὀλίγους και στον δῆμον στη Χίο. Ήταν οι ίδιοι οι Χίοι (ή τουλάχιστον, ένα τμήμα τους) που αποφάσισαν για την αποστασία και την πολιτειακή μεταβολή σε ακραία ολιγαρχία. Η προσπάθεια αυτή και η στάσις που ακολούθησε υποδηλώνουν εσωτερικές αντιπαραθέσεις μεταξύ ηγετικών ομάδων και όχι άσκηση βίας από κάποια μεγάλη δύναμη.

Ο Ιωάννης K. Ξυδόπουλος είναι Επίκουρος Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίαςτου Α.Π.Θ

Βιβλιογραφία

Anastasiadis, B. I. (1992) : Charaktirismoi koinonikon stromaton kai i ennoia τάξις stin archaia Hellada, Thessaloniki.

Bleicken, J. (19998) : Die athenische Demokratie, Paderborn – München.

Brock, R. (2009) : “Did the Athenian Empire Promote Democracy?”, in : Ma, Papazarkadas, Parker 2009, 149-166.

Constantakopoulou, C. (2010) : The Dance of the Islands. Insularity, Networks, the Athenian Empire, and the Aegean World, Oxford.

Davies, J. K. (19932) [2014]: Democracy and Classical Greece, Glasgow.

de Romilly, J. [1947] (1963) : Thucydides and Athenian Imperialism, transl. of the French original of 1947. Oxford.

de Ste. Croix, G. E. M. (1954-1955) : “The Character of the Athenian Empire”, Historia, 3, 1-41.

Eckstein, A. M. (2007) : Mediterranean Anarchy, Interstate War and the Rise of Rome, Berkeley, Los Angeles and London.

Hansen, M. H. (1995) : ‘The “Autonomous City-State”. Ancient Fact or Modern Fiction?’, in : Hansen Raaflaub 1995, 21-43.

Hornblower, S. (2008) : A Commentary on Thucydides, Volume III: Books 5.25-8.109, Oxford.

Kagan, D. (1987) : The Fall of the Athenian Empire, Ithaca, London.

Kastoriadis, K. (2011) : I helliniki idiairetotita. Tomos III: Thoukididis, i ischis kai to dikaio. Seminaria 1984-1985, Athens.

Leppin, H. (1999) : Thucydides und die Verfassung der Polis, KLIO Beihefte, NF, 1, Berlin.

Manolopoulos, L. (1991) : Στάσις–Επανάστασις–Νεωτερισμός–Κίνησις. Simvoli stin ereuna tis politikis orologias ton archaion Hellinon, Thessaloniki.

Meiggs, R. (1972) : The Athenian Empire, Oxford.

O’Neil, J. (1978/9) : “The constitution of Chios in the fifth century B.C.”, Talanta, 10/11, 66-73.

Ober, J. (1989) : Mass and Elite in Democratic Athens: Rhetoric, Ideology, and the Power of the People, Princeton, NJ.

Price, J. J. (2004) : Thucydides and Internal War, Cambridge.

Quinn, T. J. (1981) : Athens and Samos, Lesbos, and Chios, 478-404 B.C., Manchester.

Raaflaub, K. (2006) : “Thucydides on Democracy and Oligarchy”, in : Rengakos, Tsakmakis 2006, 189-222.

Robinson, E. W. (2011) : Democracy beyond Athens. Popular Government in the Greek Classical Age, Cambridge.

Rood, T. (1998) : Thucydides. Narrative and Explanation, Oxford.

Schuller, W. (1995) : “Zur Entstehung der Griechischen Demokratie ausserhalb Athens”, in : Kinzl 1995, 302-323.

Whibley, L. (1896) : Greek Oligarchies. Their character and Organisation, Cambridge.

Υποσημειώσεις

[i]               Ober 1989, 17-35, 332-9.

[ii]              Για δημοκρατικά πολιτεύματα εκτός Αθηνών, βλ. Robinson 2011.

[iii]             Για παράδειγμα, βλ. Whibley 1955, 54-55· de Romilly 1963 (2000), 132· Schuller 1995, 312 κεξ· Bleicken 19998, 487. Αναφορές σε θιασώτες αυτής της άποψης στον Brock 2009, 162 σημ. 1, 2· Constantakopoulou 2010, 61-81.

[iv]             Μανωλόπουλος 1991, 151. Βλ. και de Romilly 1947 [1963], 132.

[v]              Όπως υποστηρίζει η Constantakopoulou 2010, 61 κεξ. και ιδίως 80-81.

[vi]             [Ξενοφών], Ἀθηναίων Πολιτεία, 1.14,16· 3.10-11.

[vii]            Ισοκράτης, Πανηγυρικὸς 104-106· Παναθηναϊκὸς 54 και 68.

[viii]           Λυσίας, 2.55-56.

[ix]             Αριστοτ. Πολιτικὰ 1307b 22-24. Βλ. και Αριστοτ., Ἀθηναίων Πολιτεία 24.1-2· Brock 2009, 150.

[x]              Αριστοτ. Ἀθηναίων Πολιτεία 24.2.

[xi]             ATL III, D 11 (450/49 π.Χ.).

[xii]            de Romilly 1947 [1963], 132.

[xiii]           De Ste. Croix 1954, 1-41.

[xiv]          Βλ. τα σχόλια των εκδοτών των ATL III, 154· Davies 2014, 87.

[xv]           Broke 2009, 151.

[xvi]          Καστοριάδης 2011, 342.

[xvii]         Καστοριάδης 2011, 344.

[xviii]        3.82.1· Raaflaub 2006, 197.

[xix]          4.51.1.

[xx]           ATL III, 154· Davies 2014, 85.

[xxi]          Μανωλόπουλος 1991, 151.

[xxii]         7.57.4.

[xxiii]        Όπως υποστηρίζει ο Hansen 1995, 33-33.

[xxiv]        Βλ. σχετ. στον Σχολιαστή του Αριστοφάνη (Vögel) 880.

[xxv]         8.24.4.

[xxvi]        Rood 1998, 195 n. 58· Hornblower 2008, 819.

[xxvii]       Hornblower 2008, 819. Για την αντίθετη άποψη, βλ. Kagan 1987, 60.

[xxviii]      Βλ. π.χ. 8.9.3·14.2. Leppin 1999, 176.

[xxix]        Βλ. Αναστασιάδης 1992, 46 και σημ. 86.

[xxx]         8.5.4· Kagan 1987, 28 κεξ.· Quinn 1981, 43.

[xxxi]        Whibley 1955, 54-55· Quinn 1969, 24· Kagan 1987, 43· Schuller 1995, 309· Hornblower 2008, 784-785.

[xxxii]       Hornblower 2008, 819-820. Για μία εμπεριστατωμένη συζήτηση του σχετικού χωρίου, βλ. Leppin 1999, 172 κεξ.

[xxxiii]      O’Neil 1978/9, 66· Hornblower 2008, 784-785]

[xxxiv]      8.9.2· Hornblower 2008, 784-785.

[xxxv]       Καστοριάδης 2011, 350.

[xxxvi]      Hornblower 2008, 763, 778-779..

[xxxvii]     IG V.I.1.

[xxxviii]    Quinn 1981, 47.

[xxxix]      Βλ. την περίπτωση της Μυτιλήνης, το 428/7 (3.1-18, 36-50), και τα σχόλια του Raaflaub 2006, 200-201.

[xl]             Eckstein 2007, 37-78.

[xli]            Price 2004.

[xlii]           Αναστασιάδης 1992, 56-59.

[xliii]          Ο Kagan 1987, 45 θεωρεί ότι οι πολλοί είναι η πλειοψηφία της χιακής βουλής.

[xliv]         8.24.5: Βλ. και Meiggs 1972, 358.

Βενιαμίν Καρακωστάνογλου: Κρίσιμες αλήθειες για το όνομα των Σκοπίων

Βενιαμίν Καρακωστάνογλου

                 Κρίσιμες αλήθειες για το όνομα των Σκοπίων

Το θέμα των Σκοπίων, όπως άλλωστε και τα Ελληνοτουρκικά ζητήματα έχουν χρονίσει δραματικά και αδικαιολόγητα, και βρίσκονται τελματωμένα, κάτι που σαφώς εξυπηρετεί τα συμφέροντα των διεκδικητών (ΠΓΔΜ-Τουρκία) σε βάρος των Εθνικών μας Δικαίων, καθώς παγιώνονται καταστάσεις που υπονομεύουν τα συμφέροντα και νόμιμα δικαιώματα του Ελληνικού Κράτους και του Ελληνισμού.

Αυτό όμως, κατ’ ουδένα λόγο, πρέπει να οδηγήσει σε μη ασφαλείς και πρόχειρες λύσεις, που, καθ’ όλες τις ενδείξεις, δεν θα εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα της Ελλάδος, αλλά τις επιδιώξεις των αντιπάλων μας ή Μεγάλων Δυνάμεων που θέλουν να προωθήσουν, για τους δικούς τους λόγους, λύσεις συμβιβαστικές, που ούτε την αλήθεια και το δίκαιο υπηρετούν ούτε μακροπρόθεσμα θα παγιώσουν την ειρήνη και τη σταθερότητα.

Είναι σαφές για κάθε σοβαρό παρατηρητή ότι η σπουδή που επιδεικνύει η Ελληνική Κυβέρνηση για λύση εντός του πρώτου εξαμήνου του 2018 στο θέμα της διαφοράς για το όνομα των Σκοπίων, γίνεται είτε καθ’ υπόδειξιν ισχυρών ξένων είτε με στόχο κομματικά πολικά οφέλη στην εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση της χώρας μας. Και τα δύο είναι απαράδεκτα εφόσον δεν ανταποκρίνονται στα αληθή και προσεκτικά σταθμισμένα ελληνικά συμφέροντα.

Παρά την φαινομενικά θετική συγκυρία στο εσωτερικό της ΠΓΔΜ, μετά την πρόσφατη πολιτική αλλαγή, οι δηλώσεις του Πρωθυπουργού κ. Ζάεφ και του Υπ. Εξωτερικών κ. Δημητρώφ, δεν παρέχουν καμία ένδειξη ότι έχουν μεταβάλει ουσιαστικά τις πάγιες θέσεις των Σκοπίων για το κρατικό όνομα, την εθνική ταυτότητα, την ιστορία και την ιδεολογία της γειτονικής χώρας.

Το μικρό lifting που εμφανίζεται, προφανώς υπό την πίεση της ανάγκης για ένταξη στο ΝΑΤΟ (τον προσεχή Ιούνιο μάλιστα), και την Ευρωπαϊκή Ένωση, με στόχο την πολιτική, και οικονομική σταθεροποίηση της μικρής βόρειας χώρας, μάλλον οφείλεται στα διαπιστωμένα αδιέξοδα της μακράς διακυβέρνησης του «εξαρχαϊστή» και εθνικιστή Γκρούεφσκι, αλλά κυρίως στις προτροπές και απαιτήσεις ξένων (ΗΠΑ-Ε.Ε.), για να υπάρξει πρόοδος στην πορεία και της ΠΓΔΜ (αλλά στη συνέχεια και των άλλων χωρών των Δυτ. Βαλκανίων) προς την ενσωμάτωσή τους στους Ευρωατλαντικούς θεσμούς. Δυστυχώς, αρνητική εμπειρία τέτοιων «όπως όπως» «λύσεων», έχουμε αποκομίσει από την Βοσνία-Ερζεγοβίνη, το Κοσσυφοπέδιο, αλλά βέβαια και από τις προωθούμενες μορφές διευθέτησης του Κυπριακού.

Ενόψει των παραπάνω, θα καταγράψουμε συνοπτικά στη συνέχεια τα κρίσιμα στοιχεία που πρέπει να αντιμετωπισθούν σε σχέση με τις Ελληνο-Σκοπιανές εκκρεμότητες, ώστε το όνομα της γειτονικής χώρας και το πακέτο συμφωνίας που θα το συνοδεύει, να ανταποκρίνεται στην ιστορική, δικαιϊκή και πολιτική πραγματικότητα και να εγκαθιδρύει ένα περιβάλλον διμερούς και περιφερειακής σταθερότητας, ειρήνης, συνεργασίας και καλής γειτονίας

1.Το όνομα της Μακεδονίας δεν πρέπει να περιλαμβάνεται στο κρατικό όνομα των Σκοπίων με καμία απλή ή σύνθετη μορφή. Το γεγονός ότι τα Σκόπια χρησιμοποιούν ως συνταγματικό κρατικό τους όνομα τον όρο Μακεδονία, δηλαδή εμφανίζονται με αυτό ως υποκείμενο Διεθνούς Δικαίου και μέλος της Διεθνούς Κοινότητας, τους προσδίδει ένα τεράστιο πλεονέκτημα για την επιδιωκόμενη μονοπώληση του ονόματος στις διεθνείς σχέσεις, κάτι που δεν μπορεί να αντισταθμίσει με κανένα τρόπο η Ελλάδα, παρά το ότι κατέχει ως επικράτειά της το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της γεωγραφικής Μακεδονίας, έχει, αλλά μόνον ως Περιφέρειες του Κράτους της, την Ελληνική Μακεδονία, χωρίς όμως διεθνή υπόσταση.

Επίσης, έτσι αλλοτριώνεται και η Μακεδονική ιστορική κληρονομιά (δηλαδή αυτή της Κλασικής και Ελληνιστικής Περιόδου) με την οποία έγινε παγκοσμίως γνωστή η Μακεδονία και στην οποία αναφέρεται ακόμη και σήμερα η διεθνής κοινότητα με αφορμή το Μακεδονικό κράτος του Φιλίππου Β’ και του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων του.

Η ιστορία, η γλώσσα και ο πολιτισμός εκείνης της Μακεδονικής περιόδου ταυτίζονται με τους αντίστοιχους του Ελληνισμού των άλλων περιοχών της κλασσικής Ελλάδας. Κληρονόμοι του πολιτιστικού αυτού κεκτημένου (που συνεχίστηκε και στην περίοδο της κατ’ εξοχήν Ελληνικής, Βυζαντινής Αυτοκρατορίας) είναι οι σημερινοί Έλληνες το γένος. Η έλευση των Σλαβικών φύλων στις περιοχές βορείως της Μακεδονίας έγινε μετά τον 6ο αιώνα, άρα δεν έχει την παραμικρή σχέση με την ιστορική περίοδο του 4ου π.Χ. αιώνα και μετά, η οποία κατέστησε γνωστή την Μακεδονία παγκοσμίως.

Η ιστορία της γεωγραφικής Μακεδονίας, έκτοτε, ήταν ταυτισμένη με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η οποία στη συνέχεια εξελληνίσθηκε πολιτιστικά και μετά η Μακεδονία ήταν επαρχία της Βυζαντινής και αργότερα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (και μάλιστα ενωμένη και με εκτός της Μακεδονίας περιοχές).

Οι Βαλκανικοί πόλεμοι διαμόρφωσαν την σημερινή κατανομή της Μακεδονίας μεταξύ της Ελλάδας (55%, και πάνω από 80% της κλασσικής Μακεδονίας), της ΠΓΔΜ (35%) και της Βουλγαρίας (10%).

Οι Σκοπιανοί απέδειξαν, με τον τρόπο που εφήρμοσαν (δηλαδή καταχράσθηκαν) τόσο τα δύο θεμελιώδη ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (817 και 845/1993), αλλά κυρίως την Ενδιάμεση Συμφωνία Ελλάδος-ΠΓΔΜ (του 1995), ότι δεν μπορεί να τους εμπιστευθεί η Ελλάδα (αλλά ούτε και η Διεθνής Κοινότητα), το γεωγραφικό όνομα της Μακεδονίας, ως κρατικό τους όνομα. Ο επικίνδυνος (ψευτο-) αλυτρωτισμός σε βάρος της Ελλάδος (και της Βουλγαρίας) με τον οποίο επένδυσαν τη χρήση του ονόματος Μακεδονία (δηλαδή απειλή εδαφικής διεκδίκησης κατά της ακεραιότητας των δύο χωρών), μέσω του ασύστατου ιδεολογήματος περί τεμαχισμένης πρώην ενιαίας Μακεδονίας, «σκλαβωμένης» σήμερα στην Ελλάδα και Βουλγαρία, αλλά και η «εθνογένεση» και μονοπώληση από τους Σκοπιανούς της «Μακεδονικής» εθνότητας (!), με «υπόδουλες» «μακεδονικές» μειονότητες στις γειτονικές Ελλάδα και Βουλγαρία, αποτελούν αιτίες για την μη χρήση ούτε μερικώς (δηλαδή ως Βόρεια ή Νέα), από τους Σκοπιανούς του όρου Μακεδονία στο κρατικό τους όνομα.

2. Κεφαλαιώδους σημασίας αποτελεί, και εξίσου σημαντικό ζήτημα με την κρατική ονομασία των Σκοπίων, το όνομα (η ταυτότητα) του λαού τους ως «Μακεδόνες». Μολονότι, οι Αλβανοί που αποτελούν τουλάχιστον το 25.5% του πληθυσμού της γειτονικής χώρας, δεν έχουν καμία ταύτιση ή επιθυμία χρήσης αυτού του πλαστού ονόματος, η χρήση του από το Σλαβικό-σλαβόφωνο τμήμα του λαού της χώρας, αποτελεί στοιχείο σφετερισμού, υποκλοπής αλλά και μονοπώλησης του Ελληνικού ονόματος της Μακεδονίας, που η ένδοξη φάση της ιστορίας της ήταν πλήρως Ελληνική, διαχρονικά εκατοικείτο από πλειοψηφία Ελλήνων, και (το σημαντικότερο) το μεγαλύτερο μέρος της γεωγραφικής περιοχής της ανήκει από το 1912 στο σύγχρονο Ελληνικό Κράτος.

3. Οι Σκοπιανοί κωλυσιέργησαν και παρεσπόνδησαν συνεχώς από το 1993 και ιδίως από το 1995, απέναντι στις διεθνείς και διμερείς υποχρεώσεις τους προς τα Ηνωμένα Έθνη και την Ελλάδα. Έτσι, ενώ υποτίθεται ότι διαπραγματεύονταν ένα συμβιβαστικό μοναδικό διεθνές όνομα, προώθησαν την διμερή αναγνώρισή τους, από περίπου 130 κράτη της Διενούς Κοινότητας, με το συνταγματικό τους όνομα (και όχι το προσωρινό FYROM που είχε επιβάλει το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ). Το ατύχημα είναι ότι η Ελλάδα ανέχθηκε αυτήν την κατάσταση, συνεχίζοντας τον διάλογο «κωφών» (!) για ένα συμβιβαστικό όνομα, επί 22 χρόνια, ενώ έτσι παγιωνόταν διεθνώς το σφετεριστικό συνταγματικό όνομα της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας».

Δυστυχώς, τα λάθη και η αδιαφορία στις διεθνείς σχέσεις πληρώνονται ακριβά (!). Τόσο για την Ελλάδα που δεν επέμεινε σε ρήτρες διασφάλισης εφορμογής της συμφωνίας, όσο και για τα Σκόπια που η κακοπιστία τους, δεν επιτρέπει πλέον έστω και την μερική χρήση του όρου Μακεδονία.

4. Παραδείγματα επιβολής ή τροποποίησης κρατικών ονομάτων υπάρχουν αρκετά στις διεθνείς σχέσεις, άρα δεν πρόκειται για κάτι παράδοξο.

5. Η Ελλάδα δεν πρέπει να συνεργήσει στην νομιμοποίηση της χρήσης του όρου Μακεδονία στην κρατική ονομασία των Σκοπίων, γιατί η χώρα μας είναι ο νόμιμος ιστορικός και δικαιωματικός κληρονόμος της Μακεδονικής πολιτιστικής κληρονομιάς και η δική της συναίνεση είναι αποφασιστικής σημασίας (αντίθετα με τους Βούλγαρους, Αλβανούς ή Σέρβους που δεν μπορούν να εκχωρήσουν αυτό που δεν τους ανήκε ποτέ).

6. Η χρήση του όρου Μακεδονία με αποκλειστικά γεωγραφική έννοια (π.χ. Βόρεια ή Άνω ή του Βαρδάρη) θα μπορούσε να γίνει ίσως, μόνο όμως για μία νότια επαρχία ή περιφέρεια της ΠΓΔΜ. Αν όμως αυτό αφορά το σύνολο της χώρας, δηλαδή το επίσημο κρατικό της όνομα, τότε, και με δεδομένη την ψευδεπίγραφη θεωρία του «Μακεδονισμού» (δηλαδή Μεκεδονικού Έθνους διαφορετικού από το Ελληνικό), αλλά και την καταχρηστική και κακόπιστη μέχρι τώρα συμπεριφορά των Σκοπίων, δεν αποφεύγεται αλλά νομιμοποιείται και υποβοηθείται η μονοπώληση και επέκταση του ονόματος Μακεδονία – Μακεδονικός, εκτός από το Κράτος, και για την εθνότητα και την ιστορική κληρονομιά. Άλλωστε, το μεγαλύτερο μέρος του εδάφους της ΠΓΔΜ (και η ίδια η πρωτεύουσα, τα Σκόπια) ουδέποτε ανήκε στην γεωγραφική Μακεδονία.

7. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας, ολόκληρη ή τμηματικά, δεν αποτέλεσε ποτέ στην ιστορία (μετά την κλασσική περίοδο βέβαια) ενιαίο κρατικό φορέα παρά μόνο διοικητική υποδιαίρεση (Επαρχία, Θέμα, Σαντζάκι) ευρύτερων Αυτοκρατοριών (Ρωμαϊκής, Βυζαντινής, Οθωμανικής), είτε με το όνομα Μακεδονία είτε όχι και ουδέποτε απώλεσε την ελληνοφωνία της και την ελληνική συνείδησή της, κατά πλειοψηφία.

8.Η πλήρης αποσύνδεση των Σκοπίων (ως όρος μίας ενδεχόμενης συμφωνίας Ελλάδας-ΠΓΔΜ) με την κλασσική Μακεδονική κληρονομιά θα ήταν απαραίτητη, αν και όχι επαρκής εγγύηση για το μέλλον. Θα έπρεπε να συνοδευθεί δε, απαραιτήτως, με σοβαρότατες αλλαγές στο Σύνταγμα, στην διδασκόμενη ιστορία στο εκπαιδευτικό και κρατικό σύστημα των Σκοπίων, ώστε να απαλειφθεί ο σφετερστικός «μακεδονισμός» τους. Δηλαδή μία σοβαρή εκ νέου «παιδαγώγηση» (εθνογένεση) περί της ιστορικής προέλευσης του πολυεθνικού λαού της γειτονικής χώρας. Συνεπώς, το όνομα Νέα Μακεδονία, από μόνο του δεν λύνει το δημιουργηθέν πρόβλημα γιατί απλώς διαχωρίζει την σύγχρονη «Μακεδονία» από το απώτερο ιστορικό παρελθόν, δεν λύνει όμως το ζήτημα της χρήσης, ως κρατικής ονομασίας των Σκοπίων, το όνομα μίας περιοχής που ανήκε ιστορικά αλλά και σήμερα κατά την μεγαλύτερη έκτασή της σε άλλο Κράτος (Ελλάδα). Άλλωστε, υπάρχει καμια αμφιβολία ότι ο λαός της «Νέας Μακεδονίας» (όπως βέβαια και της «Βόρειας Μακεδονίας») θα ονομάζεται (αργά ή γρήγορα) αποκλειστικά «Μακεδόνες-Μακεδονικός»; Είτε από καταχρηστική πρόθεση, είτε από κεκτημένη ταχύτητα;

9. Συνεπώς, η φύση και το ιστορικό του προβλήματος (εμπλοκή στον ελληνικό Εμφύλιο και η ψυχροπολεμική προέλευση του ζητήματος με ευθύνη του Τίτο και ο εμφανής (ψευδο) αλυτρωτισμός δεν επιτρέπουν μία μοιρασιά του Μακεδονικού κεκτημένου μεταξύ Ελλάδος-Σκοπίων. Δεν μπορεί δηλαδή να μοιραστεί η κλασσική (Ελληνική) Μακεδονική ιστορία με αυτούς που μιλούν σλαβική γλώσσα και έχουν ανάλογο πολιτισμό, και όχι ελληνικό!

Και δεν μπορεί να υπάρξει ισότιμη και μη συγκρουόμενη χρήση του όρου Μακεδονία-Μακεδόνες-Μακεδονικός, ανάμεσα σ’ αυτούς που το χρησιμοποιούν συνολικά για το Κράτος, το λαό τους και τη γλώσσα-πολιτισμό τους, απ’ τη μια, και σ’αυτούς που το θεωρούν τμήμα της συνολικής ελληνικής ιστορίας, της εθνικής τους ρίζας-ταυτότητας και πολιτισμού, καθώς και μίας μεγάλης περιοχής της επικράτειάς τους (Ελληνική Μακεδονία).

Οι πρώτοι λοιπόν, αποκτούν συντριπτικό πλεονέκτημα στη διεθνή κοινότητα, ιδίως με τον πλαστό και ψευδή        τρόπο που χρησιμοποιούν την μακεδονική ονομασία και εθνική-πολιτισμική ταυτότητα.

10. Άλλωστε, οι δήθεν διαφορετικές θέσεις της κυβέρνησης Ζάεφ, από αυτές των προκατόχων του, αποκαλύπτονται από τις εξής δηλώσεις του ιδίου του Σκοπιανού Πρωθυπουργού, ο οποίος πρόσφατα δήλωσε:
• «Η συμβιβαστική ονομασία που πρέπει να συμφωνήσουμε με την Ελλάδα, θα χρησιμοποιείται μόνο στους Διεθνείς Οργανισμούς»! [Άρα, όχι στο εσωτερικό της ΠΓΔΜ, και όχι στις διμερείς σχέσεις με τα 130 Κράτη, δηλαδή τα 2/3 των μελών του ΟΗΕ, που τους αναγνώρισαν ως Μακεδονία].
• «Μπορούμε να μοιραστούμε την Μακεδονική ιστορία και πολιτισμό με τους Έλληνες και τους Βούλγαρους!»

Ποιος λοιπόν μας διασφαλίζει ότι, χρησιμοποιώντας τους μακεδονικούς όρους, θα εννοούν ότι η σχέση τους αρχίζει μετά τον 6ο αιώνα μ.Χ.; Και ποια η σχέση τους με ένα όνομα, που ως όνομα του λαού τους χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά και μάλιστα μεθοδευμένα με πλαστό και επιθετικό τρόπο, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο; Στην περίοδο που προηγήθηκε, δηλαδή στο Μεσοπόλεμο, η ΠΓΔΜ ονομαζόταν «Βαρντάρσκα Μπανοβίνα» (δηλαδή επαρχία του Βαρδάρη)!

Άλλωστε, οι ίδιοι κάτοικοι των νοτίων περιοχών της ΠΓΔΜ (δηλαδή μέρους της γεωγραφικής Βόρειας Μακεδονίας) είχαν Βουλγαρική, Σερβική, Αλβανική ή και απροσδιόριστη εθνική συνείδηση μέχρι το 1944!

Τέλος, ποιος μας βεβαιώνει ότι μια νέα εθνικιστική Κυβέρνηση των Σκοπίων στο μέλλον, δεν θα ακυρώσει την όποια συμφωνία για το όνομα;

Συμπεραίνουμε λοιπόν, με βεβαιότητα:

α. Ότι ουδεμία ουσιαστική αλλαγή επήλθε στις θέσεις των Σκοπίων, στο θέμα του ονόματος, το εύρος χρήσης του, και τα συναφή ζητήματα (π.χ. εθνότητα, ιστορία-πολιτισμός), από τις γνωστές και διακηρυγμένες τους. Άρα δεν υπάρχουν προϋποθέσεις συμφωνίας.

β. Ότι, μόνη διασφάλιση αποτελεί η μη χρήση στην κρατική και εθνοτική τους ονομασία του όρου Μακεδονία, με εξαίρεση ίσως το γεωγραφικό όνομα μιας νότιας επαρχίας ή περιφέρειάς τους.

γ. Η Διεθνής Κοινότητα (ΟΗΕ, ΕΕ, ΝΑΤΟ κ.λπ.) πρέπει να ασκήσει επιτέλους σοβαρές πιέσεις και να αντιληφθεί τις σοβαρές αρνητικές νομικές και πολιτικές συνέπειες που θα έχει για την Ελλάδα αλλά και για το σύνολο της Νότιας Βαλκανικής, η επικάλυψη του ονόματος του Κράτους των Σκοπίων και του λαού τους (ιδίως υπό το φως της αλυτρωτικής και επιθετικής Μακεδονικής ιδεολογίας τους). Οι σύμμαχοι και εταίροι μας πρέπει να αντιληφθούν τις ελληνικές θέσεις, τα δίκαια και τις δικαιολογημένες ανησυχίες μας. Άλλωστε το πρόβλημα δημιουργείται με τη διεθνή χρήση και σφετερισμό ενός ονόματος που ανήκει σε άλλο Κράτος, λαό και πολιτισμό (την Ελλάδα και τους Έλληνες). Συνεπώς, η Διεθνής Κοινότητα πρέπει να πεισθεί και να αντιδράσει ανάλογα.

Αυτό προϋποθέτει βεβαίως, εργώδη ελληνική διπλωματική προσπάθεια, σταθερή πεποίθηση περί του δικαίου των θέσεών μας, επιμονή στις «κόκκινες» γραμμές μας και ενότητα. Και κυρίως όχι «ευσεβείς πόθους» για τις προθέσεις των άλλων ή ψευδαισθήσεις!

Ο Βενιαμίν Καρακωστάνογλου είναι Διεθνολόγος, Λέκτορας Τομέα Διεθνών Σπουδών Νομικής Σχολής Α.Π.Θ., πρ. Διπλωμάτης Διεθνών Οργανισμών στα Βαλκάνια, πρ. Αντιδήμαρχος Θεσσαλονίκης, πρ. υποψήφιος Βουλευτής – Ευρωβουλευτής Ν.Δ.

Πηγή:http://thestival.gr/

 

ΑΞΕΧΑΣΤΕΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ

ΑΞΕΧΑΣΤΕΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ

Σπύρος Λούης, Κώστας Τσικλητήρας, διάδοχος Κωνσταντίνος, Χρήστος Παπανικολάου, Άννα Βερούλη, Σοφία Σακοράφα, Βούλα Πατουλίδου, Πύρρος Δήμας, Κώστας Κεντέρης σε ατομικό επίπεδο, η ομάδα μπάσκετ της ΑΕΚ, η ομάδα ποδοσφαίρου του Παναθηναϊκού, η Εθνική ομάδα μπάσκετ και η Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου σε συλλογικό επίπεδο, είναι τα ονόματα εκείνα, τα οποία πρόσφεραν στους Έλληνες αξέχαστες στιγμές συγκίνησης και υπερηφάνειας. Αλήθεια, ποιος ξεχνά το παγκόσμιο ρεκόρ προσέλευσης για αγώνα μπάσκετ το 1968, σε γήπεδο από τσιμέντο, τον ημιτελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης σε ένα ημι-ξερό γήπεδο της λεωφόρου Αλεξάνδρας (ο τελικός του Wembley, πάντως, διεξήχθη επάνω σε υποδειγματικό γρασίδι), το “Για την Ελλάδα, ρε γαμώτο” της Πατουλίδου, τις “κονταρομαχίες” της Βερούλη με τη Σακοράφα, τα απανωτά ολυμπιακά μετάλλια του Πύρρου Δήμα, τον πολλά υποσχόμενο Κεντέρη, με τη γεμάτη απογοήτευση εξέλιξη και, βέβαια, το Euro του 2004, όταν κάηκε σύσσωμη η χώρα από τον ενθουσιασμό. Αυτές τις στιγμές ξαναφέρνει στη μνήμη το παρόν αφιέρωμα. Η έκφραση της χαράς ζωγραφισμένη στα πρόσωπα, μας θυμίζει πως η ζωή έχει ανατροπές και πως θα καταφέρουμε, ως λαός, να απαλλαγούμε από τον βραχνά των τελευταίων ετών και να βιώσουμε εκ νέου τέτοια συναισθήματα ανάτασης. Το μπορούμε και το δικαιούμαστε! 

1896. Σπύρος Λούης: Η αρχή.

Δεκατρείς δρομείς από την Ελλάδα και τέσσερις αθλητές από άλλα έθνη έλαβαν μέρος στο Μαραθώνιο δρόμο των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων της νεότερης εποχής (Αθήνα, 1896). Ο Γάλλος Albin Lermusiaux που είχε πάρει και χάλκινο στα 1500 μέτρα μπήκε νωρίς μπροστά και προηγείτο. Στο Πικέρμι ο Λούης σταμάτησε σε ένα καφενείο και ζήτησε να πιει ένα ποτήρι κρασί, λέγοντας ότι θα τους φτάσει και θα τους προσπεράσει όλους πριν από το τέλος. Μετά το 32ο χιλιόμετρο, ο  Lermusiaux κατέρρευσε από την εξάντληση. Το προβάδισμα ανέλαβε τώρα ο Αυστραλός Teddy Flack, που πρωτύτερα είχε κερδίσει μετάλλιο στα 800 και 1500 μέτρα. Ο Λούης άρχισε να μειώνει την απόσταση, μέχρι που και ο Αυστραλός, που δεν ήταν συνηθισμένος στις μεγάλες αποστάσεις, κατέρρευσε μερικά χιλιόμετρα αργότερα, αφήνοντας το τελικό προβάδισμα στον Λούη. Εν τω μεταξύ, στο στάδιο, η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη, ειδικά όταν ένας αγγελιοφόρος με το ποδήλατο είχε σπεύσει να μεταφέρει την είδηση ότι ο Αυστραλός προηγείτο. Ξαφνικά έφτασε και δεύτερος αγγελιοφόρος, που τον είχε στείλει κάποιος αστυνόμος μόλις ο Λούης μπήκε μπροστά, και ανήγγειλε ότι ένας Έλληνας ήταν πρώτος στον αγώνα δρόμου. Οι χιλιάδες θεατές άρχισαν να πανηγυρίζουν και να τον παροτρύνουν φωνάζοντας « Έλλην, Έλλην ! » Ο Λούης εισήλθε στο στάδιο, όπου τον υποδέχτηκε ο λαός μαζί με δυο πρίγκιπες, τον διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο και τον δευτερότοκο πρίγκιπα Γεώργιο και τον κέρναγαν κρασί, γάλα, μπύρα, αυγά πασχαλινά, πορτοκαλάδα και άλλα δώρα. Πολλοί του έταζαν από κοσμήματα ως τζάμπα ξύρισμα στο κουρείο για πάντα. Δεν ξέρουμε αν τελικά τα πήρε όλα αυτά τα δώρα. Ο βασιλέας Γεώργιος Α ρώτησε τον Λούη τι δώρο θα ήθελε να του προσφέρει, και εκείνος του απάντησε : « Ένα γαϊδουράκι να με βοηθάει να κουβαλάω το νερό. » Ο Λούης έτρεξε τον μαραθώνιο σε χρόνο 2 ώρες, 58 λεπτά και 50 δεύτερα. Μετά τους Ολυμπιακούς γύρισε στο χωριό του και δεν πήρε μέρος σε κανέναν άλλο αγώνα δρόμου. Έζησε μια ζωή ήρεμη, εργαζόμενος ως αγρότης, και αργότερα ως τοπικός αστυνομικός.

Η απονομή του επάθλου στον Σπύρο Λούη. Πηγή: Albert Meyer, Λεύκωμα Πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων 1896, Ιστορικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη.

Κώστας Τσικλητήρας. Ο δοξασμένος αθλητής με το άδοξο τέλος.

Στις 20 Ιουλίου 1908, ο Κώστας Τσικλητήρας αγωνίστηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου στο αγαπημένο του αγώνισμα το οποίο ήταν το μήκος άνευ φοράς και κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο υποσχώμενος ότι θα γίνει πρώτος ολυμπιονίκης. Στις 23 Ιουλίου, κατέκτησε για δεύτερη φορά το ασημένιο μετάλλιο στην ίδια διοργάνωση στο ύψος άνευ φοράς. Τα άλματά του ήταν 3,28 μ. και 1,55 μ. αντίστοιχα. Ο Τσικλητήρας επανέλαβε το κατόρθωμα του Λονδίνου τέσσερα χρόνια αργότερα. Στους  Ολυμπιακούς Αγώνες της Στοκχόλμης, το 1912, κέρδισε χρυσό μετάλλιο στο μήκος άνευ φοράς με 3.37 μ. (παγκόσμιο ρεκόρ του ιδίου με 3.47 μ. από νωρίτερα) και χάλκινο στο ύψος άνευ φοράς με 1.55 μ., αφού χρειάστηκε να δώσει σκληρή μάχη και στα δύο αγωνίσματα με τους αδελφούς Άνταμς από τις ΗΠΑ. Ο Τσικλητήρας επέστρεψε τροπαιούχος στην Αθήνα, όπου του επιφυλάχθηκε αποθεωτική υποδοχή, ενώ διθυραμβικά ήταν και τα σχόλια του Τύπου. Δύο μήνες μετά τον θρίαμβο της Στοκχόλμης ξεσπά ο Α΄Βαλκανικός πόλεμος (Οκτώβριος 1912) και ο Τσικλητήρας στρατεύεται. Του προτείνουν να παραμείνει στο Φρουραρχείο Αθηνών, αλλά αυτός αρνείται. Θέλει να πάει στο μέτωπο για να μην κατηγορηθεί για ευνοϊκή μεταχείριση. Εκεί στην πρώτη γραμμή προσβλήθηκε από μηνιγγίτιδα και άφησε την τελευταία του πνοή στις 10 Φεβρουαρίου 1913. Ήταν μόλις 25 ετών.

 

Το άδοξο και απρόσμενο τέλος

8 Σεπτεμβρίου 1960.

Ο διάδοχος Κωνσταντίνος στέφεται χρυσός ολυμπιονίκης στην ιστιοπλοΐα.

Επάνω στο σκάφος Νηρεύς, στον όρμο της Νεάπολης, όπου έλαβε χώρα το αγώνισμα

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 1960, και στην Ελλάδα δεν υπήρχε τηλεόραση. Δεν υπήρχε φυσικά και ίντερνετ. Και το ραδιόφωνο που ήταν κρατικό μετέδιδε σπάνια αθλητικά γεγονότα. Περιοριζόταν στο ποδόσφαιρο. Κι όμως εκείνη τη μέρα το κρατικό ραδιόφωνο διέκοψε το πρόγραμμά του για να ανακοινώσει σ′ όλη τη χώρα τη μεγάλη είδηση: Ο διάδοχος Κωνσταντίνος, σημαιοφόρος της Ελληνικής αποστολής, με το σκάφος του «Νηρεύς» κέρδιζε το Χρυσό Μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης στα σκάφη τύπου «Ντράγκον». Ο Κωνσταντίνος ως πηδαλιούχος του σκάφους με πλήρωμα τους Οδυσσέα Εσκιτζόγλου και Γιώργο Ζαϊμη, χάρισαν στην Ελλάδα το πρώτο της Χρυσό Ολυμπιακό Μετάλλιο, από το 1912 (όπου η Ελλάς κατέκτησε στην Στοκχόλμη δύο μετάλλια με τον Κώστα Τσικλητήρα) κερδίζοντας στην κατηγορία Ντράγκον της ιστιοπλοΐας, στον Κόλπο της Νάπολης στην Ιταλία. Δύο κούρσες πριν το τέλος, η Ελλάδα είχε εξασφαλίσει ένα από τα τρία μετάλλια και όλη η προσπάθεια στράφηκε στο χρυσό. Η νέα τακτική να μένουν κοντά στο σκάφος της Αργεντινής απέδωσε καρπούς και το χρυσό μετάλλιο ταξίδεψε για την Ελλάδα. Η νίκη του διαδόχου Κωνσταντίνου χαιρετίστηκε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό από τους Έλληνες, οι οποίοι επιφύλαξαν στον ίδιο και το πλήρωμά του υποδοχή ηρώων κατά την επιστροφή τους στην Ελλάδα. Χιλιάδες κόσμου είχαν κατακλήσει τους δρόμους που οδηγούσαν από το αεροδρόμιο του Ελληνικού μέχρι και το κέντρο της Αθήνα.

Έκδοση ειδικού γραμματοσήμου

 

Η άφιξη στο αεροδρόμιο του Ελληνικού
Η είσοδος στην Αθήνα

 

4 Απριλίου 1968

Η ομάδα μπάσκετ της ΑΕΚ κατακτά το Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης.

Το βράδυ της 4ης Απριλίου του 1968 για πρώτη φορά ελληνική ομάδα κατακτούσε ευρωπαϊκό τίτλο γράφοντας χρυσή σελίδα στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού. Η ΑΕΚ κατάφερε να νικήσει τη Σλάβια Πράγας της Τσεχοσλοβακίας με 89-82, στην Αθήνα, στο κατάμεστο Παναθηναϊκό Στάδιο όπου είχαν προσέλθει πάνω από 60.000 θεατές, αριθμός ρεκόρ για τα παγκόσμια αθλητικά δεδομένα, για να παρακολουθήσουν τον τελικό αγώνα μπάσκετ του Κυπέλλου Κυπελλούχων Ευρώπης.

Για την AEK αγωνίστηκαν στον τελικό οι: Γιώργος Aμερικάνος (αρχηγός της ομάδας), Γιώργος Tρόντζος, Χρήστος Zούπας, Στέλιος Bασιλειάδης, Αίαντας Λαρεντζάκης, Αντώνης Xρηστέας, Απόστολος Tσάβας, Πέτρος Πετράκης, Παναγιώτης Οικονόμου.  

Η ανεπανάληπτη ραδιοφωνική περιγραφή του Βασίλη Γεωργίου

 

Το Παναθηναϊκό Στάδιο κατάμεστο από 60.000 θεατές, παγκόσμιο ρεκόρ προσέλευσης για αγώνα μπάσκετ.
Ο αρχηγός της ομάδας Γιώργος Αμερικάνος και ο πλέϊ μέηκερ Χρήστος Ζούπας πανηγυρίζουν μετά το πέρας του αγώνα.

 

Η βασική πεντάδα: Αμερικάνος, Τρόντζος, Ζούπας, Λαρεντζάκης, Βασιλειάδης.

 

24 Οκτωβρίου 1970

Το παγκόσμιο ρεκόρ του Χρήστου Παπανικολάου στο άλμα επί κοντώ.

Το Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 1970, ήταν η μεγάλη μέρα για τον Παπανικολάου και τον ελληνικό αθλητισμό. Ο ΣΕΓΑΣ διοργάνωσε στο παλιό στάδιο (τότε) «Καραϊσκάκη», ένα μίτινγκ, μεταξύ των μεικτών ομάδων Αθήνας-Βελιγραδίου. Περίπου 10.000 φίλαθλοι συγκεντρώθηκαν για να παρακολουθήσουν, ουσιαστικά, την προσπάθεια του Παπανικολάου να πετύχει παγκόσμιο ρεκόρ.  Ο Χρήστος Παπανικολάου ξεκίνησε από τα 5 μέτρα, που πέρασε με μεγάλη ευκολία, όπως και τα 5,20 μέτρα. Τότε, ζήτησε να μπει ο πήχης στα 5,47 μέτρα.
Με αποφασιστικότητα και άψογη τεχνική, ο Παπανικολάου περνά το ύψος και μόλις συνειδητοποιεί τι έχει πετύχει ξεσπά σε πανηγυρισμούς, όπως βέβαια και όλοι οι φίλαθλοι! Πολλοί, δεν συγκρατιούνται και μπαίνουν μέσα στον αγωνιστικό χώρο για να τον αγκαλιάσουν. Ένας αφέτης πυροβολεί από τη χαρά του στον αέρα! Σε λίγο, η ένδειξη του φωτεινού πίνακα αλλάζει: Το 5,47 μετατρέπεται σε 5,49 (δίπλα στο 78, το νούμερο της φανέλας του Παπανικολάου). Τι είχε συμβεί; Οι κριτές μέτρησαν πάλι το ύψος, όπως όφειλαν και βρήκαν ότι ήταν 5,49 μέτρα.

Νέοι, εντονότεροι πανηγυρισμοί για το παγκόσμιο ρεκόρ στο στάδιο! Λογικό είναι, μέσα σ’ αυτό το κλίμα, ο Παπανικολάου να μην μπορέσει να υπερβεί τα 5,54 μέτρα, στα οποία τοποθέτησε τον πήχη λίγο αργότερα. Το ρεκόρ αυτό, καταρρίφθηκε από τον Σουηδό Ίσακσον στις 8 Απριλίου 1972 (μετά από 1,5 χρόνο περίπου δηλαδή), με άλμα 5,51 μέτρα. Στη χώρα μας, καταρρίφθηκε μετά από 22 χρόνια (!) το 1992, από τον Χρήστο Παλλάκη, που ξεπέρασε τα 5,52 μέτρα.

 

2 Ιουνίου 1971. Το έπος του Wembley.

Το ταξίδι του Παναθηναϊκού άρχισε στις 16 Σεπτεμβρίου 1970 κόντρα στους πρωταθλητές Λουξεμβούργου της Ζενές Ες. Οι «πράσινοι» τους απέκλεισαν με δυο νίκες και προχώρησαν, βρίσκοντας απέναντί τους την ισχυρή Σλόβαν Μπρατισλάβας. Τον Οκτώβριο του 1970 φάνηκε σε όλη την Ευρώπη, για πρώτη φορά, η δύναμη της «Λεωφόρου» αφού η εύκολη επικράτηση στο πρώτο ματς έφερε την πρόκριση παρά την ήττα στην Τσεχοσλοβακία. Η συνέχεια βέβαια, ήταν ακόμα δυσκολότερη αφού βρέθηκε στο διάβα της αρμάδας του Πούσκας η πρωταθλήτρια Αγγλίας, Έβερτον. Αλησμόνητο γκολ του Αντώνη Αντωνιάδη στο «Γκούντισον Παρκ», αφού όταν ο «ψηλός» άνοιξε το σκορ για λογαριασμό του Παναθηναϊκού, φορούσε το νούμερο 9, ήταν 9 λεπτά πριν λήξει το ματς, ήταν 21:00 ακριβώς και πετύχαινε το ένατο γκολ του στη διοργάνωση στις 9 Μαρτίου! Ο επαναληπτικός αγώνας στην Αθήνα έληξε ισόπαλος 0-0 και ο Παναθηναϊκός προκρίθηκε χάρη στο εκτός έδρας γκολ. Τελευταίο εμπόδιο, ήταν αυτό του, επίσης, ισχυρού Ερυθρού Αστέρα. Αξέχαστη θα μείνει σε όλους η τεράστια… εκστρατεία που έκαναν οι Έλληνες φίλαθλοι στο Βελιγράδι. Σύμφωνα με εφημερίδες της εποχής περισσότερα από 2.500 αυτοκίνητα πέρασαν τα σύνορα και πάνω από 30.000 Έλληνες βρέθηκαν στις εξέδρες. Το 4-1 υπέρ του Ερυθρού Αστέρα ήταν απόρροια της χειρότερης εμφάνισης της ομάδας, αλλά και των αποφάσεων του Νιεμάγιερ, του αυστριακού ρέφερι που φαινόταν ότι δεν ήθελε στον τελικό τον Παναθηναϊκό. Η μεγάλη ανατροπή έλαβε χώρα στον επαναληπτικό αγώνα της Αθήνας (3-0), στέλνοντας τον  Παναθηναϊκό στον τελικό και την Ελλάδα σε πελάγη ευτυχίας. Στον τελικό της 2ας Ιουνίου, περισσότεροι από 40.000 Έλληνες είχαν βάψει πράσινο το μισό «Γουέμπλεϊ».  Ο Άγιαξ άνοιξε το σκορ μόλις στο 5’ με τον Φαν Ντάικ, αλλά ο Παναθηναϊκός ούτε διασύρθηκε, ούτε απογοητεύτηκε, ούτε φοβήθηκε. Προσπάθησε, πάλεψε, αντιμετώπισε σαν ίσος τον αντίπαλο και δημιούργησε κάποιες ευκαιρίες που τον έκαναν να πιστεύει ως και στην ανατροπή. Το αυτογκόλ του Καψή στο 85’ τελείωσε μια για πάντα το όνειρο.

Oι δυο ομάδες εισέρχονται στο γήπεδο. Διακρίνονται δεξιά οι Μίμης Δομάζος, Τάκης Οικονομόπουλος και Αντώνης Αντωνιάδης. Τελευταίος στη σειρά της ομάδας του Ajax, ο μεγάλος ποδοσφαιριστής Johan Cruyff.

Ο αρχιτέκτονας της επιτυχίας. O Ούγγρος προπονητής και σπουδαίος ποδοσφαιριστής Ferenc Puskás

 

Καταστάσεις, οι οποίες σήμερα φαντάζουν εξωπραγματικές.

Γουέμπλει 1971

Σεπτέμβριος 1982.

Άννα Βερούλη και Σοφία Σακοράφα: Κονταρομαχίες και παγκόσμιο   ρεκόρ.

 

Οι μονομαχίες της Άννας Βερούλη με την Σοφία Σακοράφα στον ακοντισμό έμειναν στην ιστορία στη δεκαετία του ’80. Ήταν δύο τελείως διαφορετικές σε εμφάνιση και στιλ που είχαν η καθεμία τους θαυμαστές τους. Αναζωογόνησαν το ενδιαφέρον του κοινού για τον κλασσικό αθλητισμό. Η Βερούλη ήταν αθλήτρια των αγώνων, η Σακοράφα των ρεκόρ. Η Αννα Βερούλη στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1982 στο Ολυμπιακό Στάδιο κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στον ακοντισμό του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος. ΄Ηταν η πρώτη Ελληνίδα που έφθανε τόσο ψηλά. Η επιτυχία πανηγυρίστηκε δεόντος, η Σακοράφα ήταν 3η, αλλά λίγες μέρες αργότερα σημείωσε παγκόσμιο ρεκόρ στα Χανιά.  «Πήγα χάλια στο Ευρωπαϊκό και απογοητεύτηκα», θυμάται η Σακοράφα. «Κατέκτησα βέβαια το χάλκινο μετάλλιο, αλλά ήμουν σε εξαιρετική κατάσταση και περίμενα πολύ περισσότερα. Ταξίδεψα στα Χανιά με κεφάλι κατεβασμένο, αλλά φαίνεται ότι ο οργανισμός μου αντέδρασε. Το πείσμα έφερε το ρεκόρ. Μάλλον με βοήθησε και η χαλαρότητα».

Η παρουσία της δημοφιλέστατης Σοφίας μάζεψε 5.000 κόσμο στο Εθνικό Στάδιο των Χανίων. Δεν ήταν τα «Βενιζέλεια», όπως λανθασμένα πέρασε στην ιστορία, αλλά το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα, που έγινε με καθυστέρηση λόγω της διεξαγωγής του Πανευρωπαϊκού στην Αθήνα. Η εξαγγελία των διοργανωτών για αγώνα – ρεβάνς με τη Βερούλη έπεσε στο κενό, αφού η εκστασιασμένη πρωταθλήτρια Ευρώπης προτίμησε ένα ταξίδι αποθεραπείας στην Αμερική. Η Σακοράφα είχε μοναδικό αντίπαλο τη μεζούρα. Και τον απογοητευμένο εαυτό της. «Η πρώτη μου βολή δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο, ούτε η δεύτερη ούτε η τρίτη. Στην τέταρτη, όμως, ήρθε το ρεκόρ. Τρελάθηκα! Προσπάθησα να συγκρατήσω τα συναισθήματά μου, αλλά ήταν αδύνατο. Μόλις κατάλαβε ο κόσμος τι συνέβη, σηκώθηκε το στάδιο στον αέρα. Δύσκολα περιγράφονται τέτοιες στιγμές».

Η βολή του ονείρου μετρήθηκε στα 74,20 μ., σχεδόν δύο μέτρα πιο πέρα από το ρεκόρ της Φινλανδέζας Τίνα Λίλακ (72,40 μ., από τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς). Εγκλωβισμένη στον πατροπαράδοτο ύπνο της, η ΕΡΤ κατόρθωσε να χάσει το ρεκόρ. Τα βίντεο της κρατικής τηλεόρασης κατέγραψαν μόνο τη στιγμή της προσγείωσης του ακοντίου στην απέναντι άκρη του Σταδίου «Ελενα Βενιζέλου», πέρα από τις γραμμές. Το φιλμάκι που κυκλοφορεί σήμερα στο YouTube είναι προϊόν μοντάζ, αλλά απαθανατίζει ανάγλυφα τον ενθουσιασμό των κριτών, οι οποίοι πανηγύρισαν με θριαμβευτικά νοήματα προς το πλήθος: «Ρεκόρ! Φωνάξτε!».

Η χρυσή βολή της Άννας Βερούλη.

Αθήνα 09.09.1982. Το χρυσό μετάλλιο της Βερούλη στους Πανευρωπαϊκούς Αγώνες Στίβου.

Η παγκόσμια βολή της Σοφίας Σακοράφα

Χανιά 26.09.1982. Το παγκόσμιο ρεκόρ της Σοφίας Σακοράφα

 

14 Ιουνίου 1987. Το πρώτο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα για την Εθνική ομάδα μπάσκετ.

Ήταν 14 Ιουνίου του 1987 όταν η παρέα του Γκάλη, του Γιαννάκη, του Φασούλα, του Χριστοδούλου, του Καμπούρη, του Φιλίππου, του Ανδρίτσου, του Ιωάννου, του Σταυρόπουλου, του Λινάρδου, του Ρομανίδη και του Καρατζά με τον Κώστα Πολίτη στο τιμόνι όρθωνε το ανάστημά της στην πανίσχυρη Σοβιετική Ένωση και νικώντας τη στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας με 103-101 κατακτούσε την κορυφή της Ευρώπης. Η τεράστια αυτή επιτυχία έδωσε μεγάλη ώθηση στο άθλημα και οι επιτυχίες που ακολούθησαν αποτελούν τρανή απόδειξη γι’αυτό. Η πορεία προς την τελική επικράτηση: 3/6/1987 Ελλάδα – Ρουμανία 109-77, 4/6/1987 Ελλάδα – Γιουγκοσλαβία 84-78, 5/6/1987 Ελλάδα – Ισπανία 89-106, 6/6/1987 Ελλάδα – ΕΣΣΔ 66-69, 7/6/1987 Ελλάδα – Γαλλία 82-69, 10/6/1987 Ελλάδα – Ιταλία 90-78 (προημιτελικός), 12/6/1987 Ελλάδα – Γιουγκοσλαβία 81-77 (ημιτελικός), 14/6/1987 Ελλάδα – ΕΣΣΔ 103-101 (τελικός), έπειτα από έναν αγώνα για ατσάλινα νεύρα.  Η Σοβιετική Ένωση προηγείται με 89-87 της ελληνικής ομάδας, που έχει τη μπάλα στην κατοχή της. Ο Νίκος Γκάλης διεισδύει και αφού «μαζεύει» την άμυνα των Σοβιετικών πάνω του πασάρει στον Λιβέρη Ανδρίτσο που κερδίζει το φάουλ 36’’ πριν το τέλος και πηγαίνει στις βολές. Εκεί αποδεικνύεται τέρας ψυχραιμίας και ισοφαρίζει σε 89-89, στέλνοντας τον αγώνα στην παράταση, αφού οι δύο ομάδες δεν αξιοποίησαν τις τελευταίες τους επιθέσεις. Με το σκορ στο 101-101 στην παράταση, η μπάλα βρίσκεται σε ελληνικά χέρια. Ο Μέμος Ιωάννου αναλαμβάνει την ευθύνη, ωστόσο το σουτ του είναι άστοχο. Ο Αργύρης Καμπούρης πετάγεται και κερδίζει το επιθετικό ριμπάουντ και ταυτόχρονα το φάουλ, πηγαίνοντας στις βολές 4’’ πριν το τέλος. Ακολουθεί η περιγραφή του Φίλιππου Συρίγου: «Τίποτα, τίποτα δεν μας σταματά. Πραγματικά είμαστε τόσο κοντά. Η πρόκριση στα χέρια αυτού του τίμιου γίγαντα… 102-101… και μόνο τέσσερα δευτερόλεπτα. 103-101. Βάλτερς, στον Γιοβάισα, θέλει προσοχή… η μπάλα έξω, είναι το τέλος. Η ελληνική ομάδα είναι πρωταθλήτρια Ευρώπης…». Μια ιστορία γεμάτη επιτυχίες και μεγάλες στιγμές έχει μόλις ξεκινήσει.Ο πολυτιμότερος παίκτης του τουρνουά δε θα μπορούσε είναι άλλος από το Νίκο Γκάλη.

Η πεντάδα του τελικού: Γιαννάκης, Γκάλης, Φασούλας, Καμπούρης και Χριστοδούλου
Το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας την ημέρα του τελικού.
Νίκος Γκάλης. Πρώτος μεταξύ ίσων.
Η Μελίνα Μερκούρη πανηγυρίζει στην αγκαλιά του Παναγιώτη Φασούλα.

Ελλάδα – ΕΣΣΔ 103-101. Τα τελευταία 2:42 λεπτά του τελικού    

 

 5 Αυγούστου 1992. Βούλα Πατουλίδου: “Για την Ελλάδα, ρε γαμώτο!”

Η Βούλα Πατουλίδου, 27 χρόνων τότε, ταξίδεψε στη Βαρκελώνη, για τη δεύτερη Ολυμπιακή της συμμετοχή, με ατομική επίδοση 12.96 (1991) στα 100μ εμπόδια και 13.14 ατομικό ρεκόρ εκείνης της χρονιάς. Με 13.05 στις 5 Αυγούστου, μπήκε και στα ημιτελικά, δημιουργεί νέο πανελλήνιο ρεκόρ με 12.88(3η θέση) και προκρίνεται στον μεγάλο τελικό. Έτσι, έγινε η πρώτη Ελληνίδα στην ιστορία που κατάφερε να περάσει σε τελικό Ολυμπιακών Αγώνων. Δύο ώρες αργότερα, Η Βούλα Πατουλίδου, με απίστευτο πείσμα και θάρρος πραγματοποιεί μια απίστευτη κούρσα, ψάχνει για το θαύμα, που ισοδυναμεί με ένα μετάλλιο και καταφέρνει το όνειρο. Η Ντίβερς που προηγείται, σκοντάφτει στο τελευταίο εμπόδιο, σωριάζεται στο έδαφος και η Πατουλίδου χρίζεται χρυσή Ολυμπιονίκης με νέο πανελλήνιο ρεκόρ, το ασύλληπτο 12.64. Αυτό ήταν το πρώτο χρυσό μετάλλιο της Ελλάδος στον στίβο από το 1912, όταν ο Τσικλητήρας πήρε τη πρώτη θέση στη Στοκχόλμη στο μήκος άνευ φοράς. Στη μνήμη όλων έμειναν οι δηλώσεις που έκανε αμέσως μετά το τέλος της κούρσας της και η φράση για την «Ελλάδα ρε γαμώτο».»Έχω τρελαθεί. Δεν μπορώ να το συνειδητοποιήσω. Απλά μπήκα στον τελικό και το που σκέφτηκα ήταν ότι «Για την Ελλάδα θα τρέξω και για κανέναν άλλο». Όλα για την Ελλάδα, αξίζει να κάνει κάποιος τα πάντα για αυτήν. Πέτυχα αυτό που κανείς δεν πίστευε, πλην δύο – τριών ανθρώπων. Έλεγα στον εαυτό μου πριν τον τελικό ότι μπορώ να πάρω το χάλκινο μετάλλιο και τελικά πάλεψα και πήρα το χρυσό. Όταν ήρθα στη Βαρκελώνη, βρήκα τους Έλληνες αθλητές με πεσμένο ηθικό, ίσως από την ατυχία του Παπακώστα. Κανείς δεν μου έδωσε σημασία και αυτό με πείσμωσε τρομερά. Νομίζω ότι έκανα τη κούρσα της ζωής μου. Στις προπονήσεις έτρεχα συχνά κοντά στο 12.70 αλλά στους αγώνες δεν μου έβγαινε η επίδοση. Ήρθε την κατάλληλη στιγμή. Τώρα τι να πω, έχω τρελαθεί».

Η κούρσα της Βαρκελώνης.

1992, 1996, 2000. Πύρρος Δήμας: Ο αθλητής με τα τρία χρυσά ολυμπιακά μετάλλια.

Ο πλέον επιτυχημένος αθλητής στην ολυμπιακή ιστορία του ελληνικού αθλητισμού. Έχει αναδειχθεί τρεις φορές χρυσός Ολυμπιονίκης, στην Βαρκελώνη το 1992 στην κατηγορία των 82,5 κιλών, στην Ατλάντα το 1996 στην κατηγορία των 83 κιλών και στο Σίδνεϊ το 2000 στην κατηγορία των 85 κιλών, ενώ στους ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας το 2004 κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο. Στην κατοχή του έχει ακόμη τρεις παγκόσμιους τίτλους (1993, 1995 και 1998) Έχει μείνει στην ιστορία με δύο παγκόσμια ρεκόρ τα οποία θα ζουν αιώνια, καθώς τα έχει πετύχει στη κατηγορία των 83 κιλών., η οποία δεν υπάρχει πια, στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα. Σήκωσε τότε 180κ. στο αρασέ και 392,5κ. στο σύνολο. Είναι κάτοχος του παγκοσμίου ρεκόρ στην κίνηση του αρασέ στην κατηγορία των 85 κιλών, με 180 κιλά επίδοση την οποία πέτυχε το 1999 στο Παγκόσμιο πρωτάθλημα της Αθήνας, ενώ οι ατομικές του επιδόσεις στο ζετέ είναι 210 κιλά (1998) και στο σύνολο 387,5 κιλά (1998 και 1999). Το 1992 κατέκτησε την τρίτη θέση στο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα και πήρε το εισιτήριο για τη συμμετοχή του στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης. Το 1993, στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα πήρε την τρίτη θέση στα 83 κιλά και τον ίδιο χρόνο, στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στη Μελβούρνη κέρδισε την πρώτη θέση στην ίδια κατηγορία. Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα άρσης βαρών στη Βαρσοβία, τον Μάιο του 1995, κατέκτησε τρία χρυσά μετάλλια στα 83 κιλά, επιτυγχάνοντας ταυτόχρονα τρία παγκόσμια ρεκόρ, στο αρασέ, το ζετέ και το σύνολο,ενώ το 1998 στη Φινλανδία κατετάγη δεύτερος με επίδοση 377,5 κιλά στο σύνολο. Στους Ολυμπιακούς αγώνες της Ατλάντα και της Αθήνας ήταν ο σημαιοφόρος της ελληνικής ολυμπιακής αποστολής. Για τις διακρίσεις του έχει αναδειχθεί πέντε φορές καλύτερος αθλητής στο ετήσιο δημοψήφισμα των αθλητικών συντακτών Ελλάδας τις χρονιές 1992, 1993, 1995, 1996 και 2000. Το Μάρτιο του 2005, στην Κωνσταντινούπολη, βραβεύτηκε από την Παγκόσμια Ομοσπονδία Αρσης βαρών ως ο καλύτερος αθλητής του αιώνα. Τον Μάιο του 2012 μαζί με τον Κινέζο Ολυμπιονίκη της γυμναστικής Λι Νιγκ άναψαν τον βωμό στο Παναθηναϊκό στάδιο κατά τη διάρκεια της τελετής παράδοσης της ολυμπιακής φλόγας στη διοργανώτρια πόλη του Λονδίνου. Για την προσφορά του στον ελληνικό αθλητισμό έχει τιμηθεί με το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής της Ελληνικής Δημοκρατίας. Έχει μείνει αξέχαστη η παρότρυνση του προπονητή του, Χρήστου Ιακώβου, κατά τη διάρκεια του αγώνα: “Κάτσε κάτω από τη μπάρα!”

Το χρυσό μετάλλιο της Ατλάντα.
Χρήστος Ιακώβου: “Κάτσε κάτω από τη μπάρα”.
H συγκίνηση και η απογοήτευση της Αθήνας.

 Ο Πύρρος Δήμας θυμάται

  “Κάτσε κάτω από τη μπάρα”

28 Σεπτεμβρίου 2000. Κώστας Κεντέρης: Πιο γρήγορος και από τον άνεμο

Ο Κώστας Κεντέρης αναδείχθηκε Ολυμπιονίκης στο Σίδνεϊ στις 28 Σεπτεμβρίου 2000 στα 200 μέτρα, παγκόσμιος πρωταθλητής το 2001 στο Εντμόντον του Καναδά και πρωταθλητής Ευρώπης το 2002 στο Μόναχο. Ο Κώστας Κεντέρης ήταν μία από τις μεγάλες ελπίδες της Ελλάδας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 στην Αθήνα, καθώς και πιθανότατα ο τελευταίος λαμπαδηδρόμος που θα έπαιρνε μέρος στην τελετή έναρξης, ανάβοντας τη φλόγα. Ωστόσο, μία μέρα πριν την τελετή, ο Κεντέρης και η συναθλήτριά του Κατερίνα Θάνου δεν παρέστησαν σε έκτακτο έλεγχο ντόπινγκ. Οι ίδιοι υποστήριξαν ότι ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα με μηχανή κατά την προσπάθειά τους να σπεύσουν στο Ολυμπιακό Χωριό, ώστε να υποβληθούν στο τεστ. Σύμφωνα με τον Κώστα Κεντέρη, ενημερώθηκε για την κλήση της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής (ΔΟΕ) για τον έλεγχο 60 λεπτά πριν τη λήξη της προθεσμίας. Αργότερα, η έρευνα έδειξε ότι το ατύχημα ήταν προσχεδιασμένο και εικονικό, ενώ η εισαγωγή και παραμονή τους στο νοσοκομείο ΚΑΤ έγινε μετά από «τηλεφωνική εντολή». Στον απόηχο των γεγονότων, ο Κεντέρης και η Θάνου ανακοίνωσαν την απόσυρσή τους από τους Αγώνες στις 18 Αυγούστου, μετά από την απολογία τους στην πειθαρχική επιτροπή της ΔΟΕ. Μια από τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις, που βίωσε ποτέ το ελληνικό φίλαθλο κοινό, καθώς κατά την τελετή έναρξης του γεγονότος, που τόσο πολύ ανέμενε, της τέλεσης, δηλαδή, των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, το μούδιασμα ήταν γενικευμένο.

 

Η νίκη στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ.

Η κούρσα του Σίδνεϊ.

Εντμόντον, Αύγουστος 2001. Ο Κεντέρης παγκόσμιος πρωταθλητής.

4 Ιουλίου 2004. Η Ελλάδα στην κορυφή του Ολύμπου.

Αναμφίβολα, πρόκειται για τη μεγαλύτερη και πλέον απρόσμενη επιτυχία του ελληνικού αθλητισμού όλων των εποχών. Αλήθεια, ποιος μπορεί να ξεχάσει τις μαγικές στιγμές, από την νίκη κατά της διοργανώτριας χώρας, Πορτογαλίας στον εναρκτήριο αγώνα. Όταν, ένα μήνα αργότερα, στις 4 Ιουλίου 2004, οι δυο ομάδες βρέθηκαν εκ νέου αντιμέτωπες στον τελικό, η Εθνική Ελλάδος Ποδοσφαίρου βρισκόταν έτη φωτός πιο μπροστά από το σημείο εκκίνησης. Έδινε το δικαίωμα σε όλους μας να πιστεύουμε σε αυτό, που λίγες εβδομάδες νωρίτερα φάνταζε άπιαστο όνειρο: την πρώτη θέση και την κατάκτηση του Κυπέλλου. Είχε προκριθεί στην προημιτελική φάση χάρη στο πολύτιμο γκολ του Βρύζα ενάντια στη Ρωσία. Στον προημιτελικό, ήταν η ώρα του ωραιότερου γκολ του πρωταθλήματος από τον συνδυασμό του Ζαγοράκη με τον Χαριστέα. Σε έναν ημιτελικό απαγορευτικό για καρδιοπαθείς απέναντι στην καλύτερη ομάδα του τουρνουά, την Τσεχοσλοβακία, το γκολ-πρόκριση επιτεύχθηκε από τον Δέλλα ένα λεπτό πριν από τη λήξη. Στον τελικό της Λισαβόνας, οι Πορτογάλοι κατέβηκαν αποφασισμένοι να κατακτήσουν το έπαθλο, το οποίο θεωρούσαν πως τους ανήκε δικαιωματικά. Όπως και στους προηγούμενους αγώνες, η Εθνική Ελλάδος ακολούθησε καλά οργανωμένη αμυντική τακτική και κατάφερε το μοιραίο πλήγμα σε μια στιγμή, που τα πράγματα ήταν σχεδόν αδύνατο να ανατραπούν. Βλέποντας τους πανηγυρισμούς που ακολούθησαν μέσα στους δρόμους, θα έλεγε κανείς πως ουδέποτε άλλοτε από την εποχή της πτώσης της χούντας ο ελληνικός λαός ένοιωσε μεγαλύτερη αγαλλίαση.

Το γκολ-πρόκριση του Ζήση Βρύζα με τη Ρωσία στον προκριματικό γύρο
Το γκολ του Άγγελου Χαριστέα στον προημιτελικό με τη Γαλλία.
Το γκολ του Τραϊανού Δέλλα στο τελευταίο λεπτό του ημιτελικού με την Τσεχία.

 

Το χρυσό γκολ του τελικού με την Πορτογαλία από τον Άγγελο Χαριστέα.
Οι πανηγυρισμοί των Ελλήνων…
...και η οδύνη του Cristiano Ronaldo.

Η υποδοχή της Εθνικής ομάδας στο Καλλιμάρμαρο.

 

Greece – Euro 2004 Champions

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης:  Νικόλαος  Μισολίδης

ΨΗΦΙΑΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ. Από το προσωπικό αρχείο του Ομότιμου Καθηγητή Θεόδωρου Κορρέ

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

 Από το προσωπικό αρχείο του

Ομότιμου Καθηγητή Θεόδωρου Κορρέ

ΨΗΦΙΑΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Eδώ και αρκετές δεκαετίες ο ομότιμος τώρα καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. Θεόδωρος Κορρές αιχμαλωτίζει με τον φωτογραφικό φακό του χιλιάδες εικόνες από το παρελθόν, χιλιάδες εκκλησιαστικά και κοσμικά μνημεία της κλασσικής, της ελληνιστικής, της ρωμαϊκής και της βυζαντινής εποχής. Εκτός από τη Θεσσαλονίκη και το Άγιον Όρος, ο καθηγητής Κορρές έχει περιηγηθεί σς ολόκληρη σχεδόν τη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου, όπου ακόμη είναι διακριτή η παρουσία του ελληνικού πολιτισμού: από το Βορειοανατολικό Αιγαίο στα παράλια της Μικράς Ασίας κι από κει στην Ανατολία, την Ιορδανία, το Σινά και την Αίγυπτο.

Το αποτέλεσμα είναι πράγματι εντυπωσιακό: δεκάδες χιλιάδες λήψεις μνημείων της πολιτιστικής κληρονομιάς μας, πολλά από τα οποία είναι εντελώς άγνωστα στους μη ειδικούς. Δεν ξέρει, αλήθεια, κανείς τι να πρωτοθαυμάσει, την ποιότητα, την ποικιλία, την αισθητική ομορφιά, την εύλογη συγκίνηση που προκαλεί η θεματολογία των λήψεων που έχει πραγματοποιήσει; Ένα πρώτο δείγμα γραφής της εξαιρετικής δουλειάς του Κορρέ μας έδωσε το 2009 η έκδοση, με τη συνδρομή του Α.Π.Θ., ενός έξοχου βιβλίου για τα εκκλησιαστικά μνημεία της Κωνσταντινούπολης. Το 2015 πολλοί είχαν την ευκαιρία να γευτούν το εύχυμο έργο του στην έκθεση στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης υπό τον τίτλο “Ταξιδεύοντας στην Ανατολική Μεσόγειο μέσα από το Ψηφιακό Αρχείο Ελληνικού Πολιτισμού του Θ. Κορρέ (Α.Π.Θ.)”.

Σήμερα, χάρη και πάλι στη συνδρομή του Πανεπιστημίου μας, καθίσταται δυνατή η ανάρτηση του συνόλου του αρχείου του καθηγητή Θεόδωρου Κορρέ, στον ιστότοπο που δημιουργήθηκε για τους φοιτητές και τις φοιτήτριες του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας και γενικότερα της Φιλοσοφικής Σχολής. Έτσι, όχι μόνο το Τμήμα και η Σχολή εμπλουτίζονται με μια βάση δεδομένων ανεκτίμητης αξίας, αλλά ολοένα και περισσότεροι μπορούν να γίνουν κοινωνοί μιας οικουμενικής κληρονομιάς και των διαχρονικών μηνυμάτων που αυτή εκπέμπει.

 

 Καθηγητής Δημήτρης Μαυροσκούφης

Κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.

 

ΨΗΦΙΑΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

http://monuments.hist.auth.gr/

 

Γεώργιος Κωνσταντινίδης: Οι μεγάλες ιδιοκτησίες της βυζαντινής Αιγύπτου μέσα από τη μελέτη των παπύρων

Γεώργιος Κωνσταντινίδης

 Οι μεγάλες ιδιοκτησίες της βυζαντινής Αιγύπτου

μέσα από τη μελέτη των παπύρων

Η ιδιοκτησία αποτελεί αναλυτική κατηγορία, την οποία χρησιμοποιούν συχνά οι παλαιότεροι και σύγχρονοι ιστορικοί για να μελετήσουν τις κοινωνικές σχέσεις. Από τις αρχές ήδη του 20ού αι. οι βυζαντινολόγοι αλλά και οι ιστορικοί της Ύστερης αρχαιότητας, επηρεασμένοι από τον ιστορικό υλισμό και τη λεγόμενη Σχολή των Annales, άρχισαν να μελετούν τις κοινωνικές σχέσεις στη Βυζαντινή αυτοκρατορία διακρίνοντας τη μεγάλη από τη μικρή ιδιοκτησία. Ζητήματα όπως ο «επεκτατισμός» των μεγάλων ιδιοκτησιών κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο, η ενίσχυση της μικρής ελεύθερης ιδιοκτησίας κατά τους 7ο και 8ο αι. καθώς και η επέκταση της αγιορείτικης περιουσίας από το 10ο αι. και εξής έχουν ήδη απασχολήσει την ιστορική έρευνα. Παρά τη στροφή των ερευνητών προς νεότερες θεωρήσεις της Ιστορίας (όπως η λεγόμενη «Ιστορία των συναισθημάτων») ή προς νέα εργαλεία έρευνας (όπως η αποκαλούμενη «Θεωρία των κοινωνικών δικτύων»), το ζήτημα της ιδιοκτησίας στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο εξακολουθεί να απασχολεί τους ερευνητές. Aξίζει να αναφέρουμε εδώ ότι τα τελεταία είκοσι χρόνια έχουν εκδοθεί αρκετές μελέτες και άρθρα με θέματα τον αμφιλεγόμενο οικονομικό ορθολογισμό των μεγάλων ιδιοκτησιών (βλ. τις σχετικές μελέτες των J. Banaji και P. Sarris και πρβλ. τον T. M. Hickey) ή την αμφισβητούμενη συμμετοχή των μεγάλων ιδιοκτησιών στην κρατική φορολόγηση (βλ. J. Gascou και πρβλ. P. Sarris). Κατά συνέπεια, υφίστανται ζητήματα που παραμένουν ανοικτά μέχρι σήμερα και περιμένουν τις νεότερες γενιές ιστορικών, οι οποίοι θα καταπιαστούν με αυτά.

Η επαρχία της Αιγύπτου κατέχει ξεχωριστή θέση σε όλες τις μελέτες που ασχολούνται με τη μεγάλη ιδιοκτησία κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο (4ος – 7ος αι.)1. Αυτό συμβαίνει επειδή οι ανασκαφές έχουν φέρει στο φως πολυάριθμους παπύρους. Οι πάπυροι, εν αντιθέσει με πολλές άλλες πρωτογενείς πηγές της Αρχαιότητας και του Μεσαίωνα, καταγράφουν με ενάργεια πλήθος δραστηριοτήτων του καθημερινού βίου στην Αίγυπτο (όπως οι αγοραπωλησίες γης ή άλλων αγαθών, τα δάνεια, οι μισθώσεις γης, οι νομικές διαμάχες και η συλλογή φόρων). Μολαταύτα, το πλούσιο αυτό υλικό δεν «προσφέρεται» στους ερευνητές χωρίς κάποιο τίμημα2. Μεγάλο μέρος των παπυρικών κειμένων προέρχεται από τις γαιοκτητικές ελίτ της Αιγύπτου και απηχεί τις δικές τους αντιλήψεις για τη βυζαντινή κοινωνία. Γι᾽ αυτό το λόγο, οι ιστορικοί οφείλουν να μελετούν τους παπύρους με κριτική ματιά, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψιν ότι η οπτική της ελίτ της βυζαντινής Αιγύπτου δεν αντανακλά πλήρως την πραγματικότητα των κοινωνικών σχέσεων. Αυτό φυσικά δεν μειώνει την αξία των παπύρων ως ιστορικών πηγών. Μέσα από τη μελέτη τους μπορούμε να παρατηρήσουμε διάφορες δραστηριότητες των γαιοκτημόνων, όπως η εκμετάλλευση της γης, η συντήρηση πλοιαρίων, η τήρηση ιδιωτικών φυλακών, η πώληση κρασιού κ.ά. Οι τελευταίες δραστηριότητες φανερώνουν τη σχέση της μεγάλης ιδιοκτησίας αφενός με τον αυτοκράτορα, τους διοικητικούς μηχανισμούς του κράτους, την Εκκλησία, ακόμα και το στρατό, και αφετέρου με τους εξαρτημένους ή ελεύθερους καλλιεργητές και τους διάφορους τεχνίτες. Έτσι, μπορούμε να σχηματίσουμε μια εικόνα των κοινωνικών σχέσεων της πρώιμης βυζαντινής Αιγύπτου· η εικόνα αυτή μπορεί να αποτελέσει οδηγό για τη μελέτη των κοινωνικών σχέσεων της υπόλοιπης πρώιμης Βυζαντινής αυτοκρατορίας3.

Για τους παραπάνω λόγους θα ήταν χρήσιμη μια συνοπτική εξέταση όσων γνωρίζουμε μέχρι σήμερα για τις μεγάλες ιδιοκτησίες και του ρόλου τους στη βυζαντινή κοινωνία της Αιγύπτου. Θα προχωρήσουμε σταχυολογώντας τις δραστηριότητες της μεγάλης ιδιοκτησίας και θα μελετήσουμε το πώς οι δραστηριότητες αυτές επηρέασαν τις κοινωνικές σχέσεις στη ρωμαϊκή / βυζαντινή Αίγυπτο.

Η μεγάλη ιδιοκτησία στη βυζαντινή Αίγυπτο, αλλά και στην υπόλοιπη αυτοκρατορία, ήταν οργανωμένη σε οίκους, δηλαδή γαιοκτησίες με δικό τους διοικητικό μηχανισμό και δραστηριότητες σε όλους τους παραγωγικούς τομείς. Οι γαιοκτησίες αυτές δεν αποτελούσαν ενιαία γεωγραφική ενότητα, όπως τα ρωμαϊκά λατιφούντια της Ιταλίας, αλλά ήταν διεσπαρμένες στην ύπαιθρο. Οι οίκοι διακρίνονταν σε εκείνους της αυτοκρατορικής οικογένειας (domus divinae, θείοι / δεσποτικοί / δεσποινικοί / βασιλικοί οίκοι, θειότατες οικίες), στους εκκλησιαστικούς (ευαγείς / άγιοι οίκοι) και στους ιδιωτικούς (domus gloriosae, ένδοξοι οίκοι). Οι δραστηριότητες των οίκων συμπεριελάμβαναν την καλλιέργεια της γης, τις μεταφορές, το εμπόριο αλλά και τη συλλογή φόρων, τον δανεισμό, την τήρηση ιδιωτικών σωμάτων ασφάλειας και ιδιωτικών φυλακών. Τις ποικίλες αυτές δραστηριότητες θα εξετάσουμε παρακάτω.

Οι διάφορες μορφές εκμετάλλευσης της γης απαντούν συνεχώς στα παπυρικά κείμενα των οίκων. Στην Αίγυπτο η καλλιέργεια της γης προϋποθέτει την επαρκή άρδευσή της. Έτσι, οι οίκοι πλήρωναν ειδικούς εργάτες, τους λεγόμενους ποταμίτες, για την ανέγερση ιδιωτικών αναχωμάτων καθώς και την κατασκευή κινστερνών. Στα παπυρικά κείμενα που προέρχονται κυρίως από τον ένδοξο οίκο των Απιώνων αλλά και από την Εκκλησία της Οξυρύγχου ή τους θείους οίκους σώζονται πολυάριθμες αποδείξεις εξαρτημάτων για αρδευτικές μηχανές.

Όψη της Οξυρύγχου, 1903(;), φωτογραφία του A. S. Hunt (This image is part of the online exhibit Oxyrhynchus: A City and its Texts. Images and caption texts are © the Imaging Papyri Project, University of Oxford). Ανακτήθηκε στις 30/09/2017 από: http://www.papyrology.ox.ac.uk/POxy/oxyrhynchus/parsons3.html

Η επένδυση σε τέτοιου τύπου κοστοβόρες μηχανές αποτελούσε μέσο για την αύξηση της καλλιεργούμενης έκτασης και παραγωγικότητας της γης. Οι περιστερώνες, τους οποίους διατηρούσαν και μίσθωναν οι οίκοι, έδιναν το απαραίτητο λίπασμα για τη γη. Οι καλλιέργειες συμπεριελάμβαναν σιτάρι, λαχανικά, φρούτα αλλά και αμπέλια. Τα αμπέλια, σύμφωνα με νεότερη άποψη, αποτελούσαν κερδοφόρα επένδυση, καθώς το παραγόμενο κρασί διοχετευόταν στην αγορά και όχι στο κράτος, όπως συνέβαινε με το σιτάρι4. Η καλλιέργεια της γης γινόταν με τη λεγόμενη αυτουργία, δηλαδή την άμεση καλλιέργεια εκ μέρους του ιδιοκτήτη, ή εμμέσως με μισθώσεις γης. Η αυτουργία συναντάται στους παπύρους του αποκαλούμενου ενδόξου οίκου των Αιώνων και γινόταν δια της πρόσληψης μισθωτών εργατών (κολωνών), οι οποίοι αναλάμβαναν διάφορες εργασίες προετοιμασίας, άρδευσης και καλλιέργειας της γης. Από τους παπύρους των Απιώνων προκύπτει ότι ο ένδοξος οίκος δεν διαχειριζόταν μόνο τις δικές του γαίες αλλά και αυτές των θείων οίκων. Ο συνήθης τρόπος καλλιέργειας των γαιών που ανήκαν στους θείους και στους ευαγείς οίκους ήταν οι μισθώσεις γης. Οι καλλιεργητές υπό το βάρος της φορολογίας παραχωρούσαν τις γαίες τους στον αυτοκράτορα και στην Εκκλησία και έπειτα τις καλλιεργούσαν με παρατεταμένες χρονικά μισθώσεις, όπως η αποκαλούμενη εμφύτευση5. Οι πληροφορίες των παπύρων δεν επέτρεψαν στους ερευνητές να καταλήξουν σε ασφαλή συμπεράσματα για τα είδη εργασίας στους οίκους. Ορισμένοι ερευνητές θεωρούν πως η καλλιέργεια της γης με μισθωτή εργασία κέρδιζε έδαφος έναντι της μίσθωσης γης. Ωστόσο, υπάρχουν και εκείνοι που θεωρούν πως οι μισθώσεις γης ήταν ο βασικός τρόπος καλλιέργειας της γης6. Η συγκεκριμένη διαφωνία των μελετητών συνδέεται με τις διαφορετικές απόψεις που έχουν διατυπωθεί σχετικά με τον εικαζόμενο οικονομικό ορθολογισμό των οίκων.

Οι μεγάλες ιδιοκτησίες εμπλέκονταν και σε άλλες οικονομικές δραστηριότητες. Ο οίκος των Απιώνων διατηρούσε λ.χ. λουτρά είτε προς χρήση του διοικητικού προσωπικού είτε με εμπορικό χαρακτήρα. O οίκος της Ερμούπολης και ο οίκος των Απιώνων διέθεταν επίσης ελαιοτριβεία, τα οποία ενοικίαζαν στους καλλιεργητές τους. Ακόμα, από τους παπύρους των οίκων πληροφορούμαστε για την ενοικίαση ιδιωτικών μύλων στους κατοίκους χωριών. Ο οίκος του στρατηγού Θεοδοσάκιου εκμίσθωνε στην Αρσινόη μια κατοικία (ενδεχομένως και εργαστήριο) σε έναν κρεοπώλη – μάγειρα. Οι ένδοξοι αλλά και οι ευαγείς οίκοι εκμίσθωναν εργαστήρια, οικίες, ακόμη και δωμάτια7.

Οι οίκοι ενδεχομένως χρησιμοποιούσαν κάποιο είδος ιδιόκτητου δικτύου μεταφορών, παρόμοιο με τον κρατικό cursus publicus, αν και αυτή η άποψη έχει αμφισβητηθεί8. Ορισμένοι ερευνητές αναφέρουν πως οι μεγάλες ιδιοκτησίες, ακόμα και οι οίκοι της Εκκλησίας, συντηρούσαν πλοιάρια και σταύλους με άλογα για τις μεταφορές προσωπικού και αγαθών. Τα συγκεκριμένα μέσα μπορούσαν να επιταχθούν από το κράτος για τη μεταφορά της κρατικής υπαλληλίας ή της λεγόμενης αννόνας (= φόρος σε είδος επί της αγροτικής παραγωγής). Αυτό οδήγησε τη νεότερη έρευνα σε διαφορετικά συμπεράσματα. Έτσι, έχει αμφισβητηθεί η παλαιότερη άποψη περί ιδιωτικών μεταφορών. Αυτό δείχνει πως οι οίκοι ενδεχομένως να μην ιδιοποιούνταν κρατικές λειτουργίες, όπως ο cursus publicus, αλλά να επιβαρύνονταν με αυτές υποτασσόμενοι στη βούληση του κράτους. Το ζήτημα αυτό, των σχέσεων δηλαδή μεγάλων ιδιοκτησιών και κράτους, θα αναδειχθεί παρακάτω.

Τμήμα του P. Oxy. xviii 2195: Λογαριασμός εσόδων – εξόδων του ενδόξου οίκου των Απιώνων. Ανακτήθηκε στις 30/09/2017 από: http://163.1.169.40/cgi-bin/library?e=q-000-00—0POxy–00-0-0–0prompt-10—4—-ded–0-1l–1-en-50—20-about-2195–00031-001-1-0utfZz-8-00&a=d&c=POxy&cl=search&d=HASH88a10a77128d351c822d94


Ο οίκος των Απιώνων, αλλά πιθανότατα και οι άλλοι ένδοξοι οίκοι, δάνειζαν μικρά ή μεγαλύτερα ποσά σε καλλιεργητές9. Όπως αναφέρεται σε πάπυρο του 6ου αι., ένας καλλιεργητής των Απιώνων είχε δανειστεί από τον ένδοξο οίκο 15 χρυσά νομίσματα, ένα μεγάλο ποσό, για να αντικαταστήσει το κοπάδι του, το οποίο είχε πεθάνει. Σε κάποια άλλη περίπτωση, ο Αυρήλιος Πτολλίων, καλλιεργητής των Απιώνων, είχε δανειστεί από τον οίκο 2 χρυσά νομίσματα υποθηκεύοντας όλες τις κτήσεις του. Ο δανεισμός με σκοπό το κέρδος φαίνεται πως δεν ήταν μόνο δικαίωμα των κοσμικών. Το ευαγές μοναστήρι του πατέρα Ιέρακα, το οποίο βρισκόταν στη Δυτική Έρημο και κοντά στην πόλη της Οξυρύγχου, είχε δανείσει σε εύπορο κάτοικο της Οξυρύγχου, τον «λαμπρᾶς μνήμης» Διογένη, το μεγάλο ποσό των 130 χρυσών νομισμάτων με τόκο ζητώντας παράλληλα ως υποθήκη ορισμένα από τα υπάρχοντα του Διογένη. Το πλέον αξιοσημείωτο όμως είναι ότι ο Διογένης είχε ήδη υποθηκεύσει όλα τα υπάρχοντά του στον οίκο των Απιώνων. Έτσι, το μοναστήρι δεν μπορούσε να ιδιοποιηθεί το υποθηκευμένο μέρος της περιουσίας του Διογένη. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι ο δανεισμός προσέφερε ευκαιρίες στους οίκους για να αυξήσουν την περιουσία τους τόσο εις βάρος των απλών καλλιεργητών όσο και εις βάρος άλλων γαιοκτημόνων.

Οι ποικίλες δραστηριότητες των οίκων πιθανότατα να μην μπορούσαν να λαμβάνουν χώρα χωρίς την τήρηση των κανόνων που ρύθμιζαν τις κοινωνικές σχέσεις. Στο σημείο αυτό η συμβολή του κράτους θα ήταν αυτή που θα εξασφάλιζε την ευταξία. Εντούτοις, οι οίκοι ενδέχεται να αξιοποιούσαν τον κρατικό στρατό για δικό τους όφελος (π.χ. στη συλλογή φόρων ή χρεών, για την επιβολή της τάξης στην ύπαιθρο ή ακόμη και ως μέσο εκφοβισμού)10. Σε λογαριασμούς εσόδων – εξόδων του οίκου των Απιώνων καταγράφονται πληρωμές προς διάφορα στρατιωτικά σώματα. Ένα χαρακτηριστικό στρατιωτικό σώμα, το οποίο απαντά στους παπύρους, είναι εκείνο των λεγόμενων βουκελλαρίων, οι οποίοι είχαν λάβει την ονομασία τους από τη γαλέτα (bucella) που τους παρείχε o εργοδότης τους (ιδιώτης ή το κράτος). Σε κάποια αναφερόμενη παραδοχή χρέους του 6ου ή 7ου αι. ο συντάκτης του παπύρου Ιωάννης αναγνωρίζει ότι χρωστάει 12 κεράτια «τῷ κυρ(ίῳ) Βίκτορι στρατι(ώτῃ) τῆς ἁγίας ἐκκλησίας Ἑρμουπόλεως». Αυτός ο πάπυρος, ο οποίος αποτελεί τη μοναδική γνωστή αναφορά σε στρατιώτες εκκλησίας, δεν τεκμηριώνει βέβαια αλλά αποτελεί ένδειξη για τη χρησιμοποίηση στρατιωτών από την Εκκλησία. Οι ερευνητές έχουν διατυπώσει διαφορετικές απόψεις για το ζήτημα των «ιδιωτικών» σωμάτων ασφάλειας. Αρχικά, η έρευνα είδε στα σώματα αυτά ιδιωτικές φρουρές, οι οποίες εξυπηρετούσαν μόνο τα συμφέροντα του μεγαλογαιοκτήμονα. Νεότεροι ιστορικοί, όπως ο J. Gascou, ανέτρεψαν την άποψη αυτή, καθώς θεώρησαν πως τα στρατιωτικά σώματα που βρίσκονταν στη διάθεση του οίκου των Απιώνων δεν αποτελούσαν καθαυτό ιδιωτική φρουρά του οίκου αλλά κρατική φρουρά, την οποία συντηρούσαν οι Απίωνες για λογαριασμό του κράτους. Υπάρχουν όμως αρκετά δεδομένα των παπύρων σχετικά με τις «ιδιωτικές» φρουρές, τα οποία δεν έχουν αξιοποιεί επαρκώς, και επίσης δεν έχουν αξιοποιηθεί σε συνδιασμό με τα νομικά κείμενα της πρώιμης βυζαντινής περιόδου. Οι νόμοι των αυτοκρατόρων Λέοντος Α´ (457-474) και Ιουστινιανού Α´ (527- 565), οι οποίοι στηλιτεύουν και απαγορεύουν τη χρήση των ιδιωτικών στρατιωτικών σωμάτων από τους γαιοκτήμονες, επιτρέπουν νέες αναγνώσεις των παπυρικών κειμένων11. Έτσι, η πλέον σύγχρονη άποψη δέχεται μεν ότι δεν υπήρχαν ιδιωτικοί στρατοί, με τη στενή έννοια του όρου «ιδιωτικός», αλλά τεκμηριώνει επίσης ότι οι κρατικές φρουρές, οι οποίες για μεγάλα χρονικά διαστήματα δεν είχαν αντικείμενο εργασίας, βρίσκονταν ενίοτε στην υπηρεσία των γαιοκτημόνων της Αίγυπτου. Η αξιοποίηση του κρατικού στρατιωτικού μηχανισμού από ιδιώτες και η ανεπάρκεια του κράτους να καταπολεμήσει τέτοιες πρακτικές αποτελούν ενδείξεις για την εικαζόμενη από την έρευνα διαμάχη μεταξύ της μεγάλης ιδιοκτησίας και του αυτοκράτορα.

Υπατικό δίπτυχο του Φλ. Απίωνα Β´ από τον καθεδρικό ναό του Oviedo. Περιγραφή στο R. Delbrueck, Die Consulardiptychen und verwandte Denkmäller, τ. 1-2, [Studien zur spätantiken Kunstgeschichte 2] Berlin 1929, τ. 1, σ. 150- 151, εικ. στον τ. 2 αρ. 33.

Με  το   ζήτημα   των  «ιδιωτικών»  φρουρών  των   οίκων   συνδέεται  στενά   το   ζήτημα   των «ιδιωτικών» φυλακών. Στην περίπτωση αυτή, όπως και με τις «ιδιωτικές» φρουρές, οι ερευνητές έχουν διατυπώσει   διαφορετικές   απόψεις12.   Στα   παπυρικά   κείμενα   απαντούν   οι   όροι   «φυλακαὶ» και «δεσμωτήρια» διαφόρων ενδόξων οίκων, όπως αυτού των Απιώνων, της Φλαβίας Αναστασίας, του Ανιανού, ακόμα και μια φυλακή του νοσοκομείου της εκκλησίας της Οξυρύγχου. Μάλιστα, αν και αρκετοί ερευνητές δέχονται την ύπαρξη των ιδιωτικών φυλακών, υπάρχουν ορισμένες αντιρρήσεις σχετικά με τον χαρακτήρα των φυλακών αυτών. Όπως και στην περίπτωση των «ιδιωτικών» φρουρών, o J. Gascou θεωρεί πως το κράτος επέβαλε υπό τη μορφή φορολογίας στους οίκους τη συντήρηση και τη διατήρηση των φυλακών που αναφέρονται στους παπύρους. Οι φυλακές δέχονταν όσους δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν τα χρέη τους, ληστές, δολοφόνους ακόμα και συγγενείς υπηκόων οι οποίοι είχαν παρανομήσει. Οι έγκλειστοι όμως, για τους οποίους πρέπει να γίνει ξεχωριστή μνεία, ήταν οι ίδιοι οι καλλιεργητές των οίκων. Οι κολωνοί των μεγάλων γαιοκτημόνων, όταν δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, εγκατέλειπαν τη γη του γαιοκτήμονα και συνήθως κατέφευγαν στις κτήσεις άλλων, ακόμα και στους θείους οίκους, καθώς θεωρούσαν πως εκεί θα εύρισκαν καλύτερες συνθήκες εργασίας.

Οι μεγάλες ιδιοκτησίες είχαν εμπλακεί και στη διαδικασία είσπραξης των φόρων13. Οι οίκοι είχαν αποκτήσει το αυτόπρακτο σχήμα δηλαδή το δικαίωμα να συλλέγουν μόνοι τους χωρίς την παρέμβαση των φορολογικών υπαλλήλων τους φόρους που τους αναλογούσαν14. Ακόμα, ήταν υπεύθυνοι για την πληρωμή των φόρων των μισθωτών καλλιεργητών τους. Αυτή η πρακτική απαντά πολλές φορές σε έγγραφα των Απιώνων αλλά απαντά και σε εκκλησιαστικά έγγραφα. Οι μισθωτές της εκκλησίας της Οξυρύγχου «δημόσια συντελοῦσιν ἁγιωτάτωι πατρί», δηλαδή κατέβαλαν τους κρατικούς φόρους που τους αναλογούσαν στην Εκκλησία. Σε μια απόδειξη παραλαβής χρημάτων ο οικονόμος  της εκκλησίας της Αφροδιτώς βεβαιώνει ότι παρέλαβε από τον καλλιεργητή ενός κτήματος που ανήκε στην εκκλησία το ενοίκιο και «τῇ τρίτῃ καταβολῇ τῶν δημοσίων κανόνος τεσσερακαι[δεκ](άτης) [ινδ(ικτίονος)]». Οι Απίωνες, εκτός από τους δικούς τους φόρους και αυτούς των καλλιεργητών τους, φαίνεται πως εισέπρατταν και τους φόρους ελεύθερων μικροϊδιοκτητών. Τα μέλη της οικογένειας των Απιώνων είχαν διατελέσει για μεγάλο διάστημα πάγαρχοι δηλαδή διοικητές της υπαίθρου και είχαν φοροεισπρακτικές αρμοδιότητες επί των μικροϊδιοκτητών15. Η δυνατότητα των οίκων να συλλέγουν τους δικούς τους φόρους (αυτόπρακτον σχήμα), τους φόρους των καλλιεργητών τους αλλά και τους φόρους άλλων μικροϊδιοκτητών αποτελεί, σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, ένδειξη για την υπονόμευση της κρατικής εξουσίας. Υπάρχει και στην περίπτωση αυτή, όπως και με το ζήτημα των «ιδιωτικών» φρουρών, ο αντίλογος, ο οποίος βλέπει τους οίκους ως εντολοδόχους του κράτους και όχι ως σφετεριστές των λειτουργιών του 16. Οι γαιοκτήμονες, είτε επρόκειτο για το αυτοκρατορικό ζεύγος είτε για ιδιώτες είτε για την Εκκλησία, δεν απασχολούνταν με τη διαχείριση της περιουσίας τους. Αυτό αποτελούσε έργο ενός οργανωμένου διοικητικού μηχανισμού. Ως παραδείγματα για την οργάνωση των οίκων λαμβάνουμε υπόψιν τον ένδοξο οίκο των Απιώνων και τους θείους οίκους, καθώς μόνο τα έγγραφα αυτών των δύο οίκων σώζονται σε ικανοποιητικό αριθμό 17.

Η διοίκησις Αιγύπτου (4ος – αρχές 6ου αι.). Ανακτήθηκε στις 30/09/2017 από: https://en.wikipedia.org/wiki/Diocese_of_Egypt
-/media/File:Dioecesis_Aegypti_400_AD.png

 

Στους ενδόξους οίκους αρμόδιος για τη διαχείριση της περιουσίας ήταν ο αντιπρόσωπος του ιδιοκτήτη, ο οποίος απαντά στους παπύρους ως αντιγεούχος και οι υφιστάμενοί του στις κατά τόπους περιφέρειες (χαρτουλάριοι – διοικητές). O αντιγεούχος ήταν υπεύθυνος για οικονομικά ζητήματα, όπως η αποστολή των φόρων στην Αλεξάνδρεια, η εποπτεία των λογιστικών εργασιών και η διενέργεια πληρωμών. Ακόμα, ήταν η ανώτατη αρχή για την επίλυση διαφορών. Σε πάπυρο του 6ου ή 7ου αι. ο αντιγεούχος Βίκτωρ ενημερώνει τον υφιστάμενό του Γεώργιο ότι είχε τοποθετήσει φρουρό στην κώμη Πινύρι για την προστασία της από τις επιδρομές παρακείμενων κωμών. Οι χαρτουλάριοι – διοικητές είχαν διοικητικές αρμοδιότητες σχετικές με την αγροτική και βιοτεχνική παραγωγή, όπως η αντικατάσταση εξαρτημάτων μηχανών, η προμήθεια υλικών και εργατικού προσωπικού. Στο έργο τους οι χαρτουλάριοι διοικητές είχαν την επικουρία διαφόρων υφισταμένων τους. Αυτοί ήταν οι χαρτουλάριοι, οι τραπεζίτες (δηλαδή ταμίες), οι εμβολάτορες (υπεύθυνοι για την μεταφορά του σιταριού) και οι οινοχειριστές. Τις περιουσίες του οίκου στις πόλεις διαχειρίζονταν οι ενοικιολόγοι ενώ στην ύπαιθρο οι προνοητές. Η περιουσία των Απιώνων στην ύπαιθρο ήταν διασκορπισμένη σε τέσσερις αιγυπτιακές νομές και διαιρούνταν σε μεγάλες περιφέρειες, τις διοικήσεις, και μικρότερες, τις προστασίες ή προνοησίες. Οι προνοησίες των Απιώνων αποτελούνταν από ευάριθμα εποίκια και κτήματα. Τα εποίκια ήταν αυτοτελείς οικισμοί με οικίες, όπου διέμεναν οι καλλιεργητές και διάφοροι εργάτες των οίκων, με αγροτικές μηχανές, διάφορα εργαστήρια, όπως αρτοποιεία, ακόμη και εκκλησίες. Γύρω από τα εποίκια υπήρχαν τα λεγόμενα κτήματα, δηλαδή οι καλλιεργούμενες γαίες. Οι προνοητές ήταν υπεύθυνοι για τη συλλογή φόρων και ενοικίων, για την παράδοση του σιταριού στα πλοιάρια του οίκου, για τις πληρωμές μισθών σε εργάτες, για τις προμήθειες των κτημάτων, για την τήρηση λογαριασμών εσόδων – εξόδων κ.ά. Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να αναφέρουμε ότι οι ποικίλες δραστηριότητες των οίκων, οι οποίες αναφέρθηκαν παραπάνω, απαντούν σε αυτούς τους λογαριασμούς των προνοητών. Οι ερευνητές έχουν μελετήσει επισταμένως τους λογαριασμούς των προνοητών και θεωρούν πως ο οίκος των Απιώνων τηρούσε μεν σχολαστικούς λογαριασμούς εσόδων – εξόδων, αλλά δεν είχε ενσωματώσει τα δεδομένα αυτά σε κάποιο συνολικό σχέδιο βέλτιστης διαχείρισης των δραστηριοτήτων του 18.

Η ελληνορωμαϊκή Αίγυπτος. Βλ. A. B. Lloyd (επιμ.), A Companion to Ancient Egypt, τ. 1-2, χ.τ. 2010, χάρτης 2.

Οι θείοι οίκοι, σύμφωνα με τις πληροφορίες των παπυρικών κειμένων, διέθεταν ιεραρχημένο διοικητικό μηχανισμό· ωστόσο, δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε με βεβαιότητα τις αρμοδιότητες των διαχειριστών και των υπαλλήλων τους19. Η περιουσία των θείων οίκων στην ύπαιθρο ήταν χωρισμένη, όπως και στην περίπτωση των Απιώνων, σε διοικήσεις και σε προστασίες / προνοησίες. Υπεύθυνοι για τη διαχείριση του εκάστοτε οίκου, που ανήκε σε μέλος της αυτοκρατορικής οικογένειας, και ανώτεροι στην ιεραρχία των θείων οίκων ήταν οι κουράτορες. Στους παπύρους δίπλα στον όρο «κουράτωρ» απαντούν τα επίθετα ενδοξότατος και μεγαλοπρεπέστατος. Αυτά δείχνουν ότι οι κουράτορες είχαν πιθανότατα υπηρετήσει στη δημόσια διοίκηση και έχαιραν της εμπιστοσύνης του αυτοκράτορα. Υπό τη διαχείριση των κουρατόρων βρίσκονταν όλες οι κτήσεις του εκάστοτε οίκου σε περισσότερες της μιας επαρχίες της Αιγύπτου. Μετά τους κουράτορες στην ιεραρχία των θείων οίκων έπονταν οι φροντίζοντες ή φροντιστές. Με βάση τα παπυρικά κείμενα, οι φροντίζοντες κατείχαν το αξίωμα του δούκα και όσον αφορά τους οίκους διέθεταν ως περιοχές ευθύνης τις επαρχίες της Αιγύπτου. Σε πάπυρο του 6ου αι. ο δουξ και αυγουστάλιος Φλάβιος Θεόδωρος διατελούσε φροντιστής του οίκου της αυτοκράτειρας Θεοδώρας. Ο Αθανάσιος, δουξ Θηβαΐδος επί Ιουστινιανού Α´, πιθανότατα διαχειριζόταν τον οίκο του αυτοκράτορα στην ανωτέρω περιοχή. Στις αρμοδιότητες των φροντιστών, οι οποίες δεν είναι σαφείς στους παπύρους, συμπεριλαμβανόταν η εξέταση των αναφορών των υφισταμένων τους και η διενέργεια δωρεών. Διαχειριστές της περιουσίας των θείων οίκων στις αιγυπτιακές νομές ήταν οι διοικητές ή διοικούντες. Οι διοικητές παραλάμβαναν τους φόρους από τους υφισταμένους τους προνοητές, αναλάμβαναν τη διαιτησία σε εσωτερικές διαμάχες που αφορούσαν τους οίκους και φρόντιζαν για τον εφοδιασμό του στρατού. Οι προνοητές, τους οποίους συναντήσαμε και στον οίκο των Απιώνων, ήταν οι διαχειριστές των θείων οίκων σε τοπικό επίπεδο, στις προνοησίες, στα κτήματα και στα εποίκια. Ήταν υπεύθυνοι για τη συλλογή και την παράδοση των φόρων της περιφέρειάς τους και για την οργάνωση της καλλιέργειας της γης. Ο διοικητικός μηχανισμός των θείων οίκων παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες με αυτόν των Απιώνων αλλά, όπως και αυτός των τελευταίων, δεν θεωρείται αντιπροσωπευτικός των υπολοίπων ενδόξων ή ευαγών οίκων. Όσον αφορά αυτές τις δύο τελευταίες κατηγορίες, οι πληροφορίες που διαθέτουμε από τους παπύρους δεν αρκούν για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.

Όπως προκύπτει από τη μελέτη των παπύρων των ενδόξων, των θείων και των ευαγών οίκων, η μεγάλη ιδιοκτησία στη βυζαντινή Αίγυπτο είχε αναπτύξει ποικίλες δραστηριότητες και συντηρούσε έναν ιεραρχημένο διοικητικό μηχανισμό. Αυτά τα δεδομένα, τα οποία κοπιωδώς συνέλεξαν οι ερευνητές, πρέπει να συσχετιστούν με τις κοινωνικές σχέσεις της βυζαντινής Αιγύπτου. Το υπό εξέταση ζήτημα επομένως είναι ο ρόλος των ιδιοκτησιών αυτών στη βυζαντινή κοινωνία. Μάλιστα, το θέμα αυτό παραμένει ανοικτό μέχρι σήμερα, καθώς οι ερευνητές εξακολουθούν να διαφωνούν για τον ιδιωτικό ή δημόσιο χαρακτήρα των οίκων και για τις σχέσεις τους με το κράτος.

Η κοιλάδα του Νείλου από δορυφορική λήψη. Βλ. R. J. Cook, Landscapes of Irrigation in the Ptolemaic and Roman  Fayum : Interdisciplinary Archaeological Survey and Excavation near Kom Aushim (Ancient Caranis), Egypt, ανέκδ. διδ. διατρ., University of Michigan 2011, εικ. 2, σ. 151. Ανακτήθηκε στις 10/10/2017 από https://deepblue.lib.umich.edu/handle/2027.42/89719.

Μέχρι τα μέσα του 20ού αι. οι ιστορικοί της ύστερης Αρχαιότητας και της πρώιμης βυζαντινής περιόδου συνέδεαν τους οίκους με τον λεγόμενο «εκφεουδαρχισμό» της βυζαντινής Αιγύπτου. Η μεγάλη ιδιοκτησία είχε συμβάλει στην αποδιοργάνωση του οικονομικού συστήματος, στη δημιουργία του θεσμού της δουλοπαροικίας και στη δραματική μείωση του βιοτικού επιπέδου. Ο ένδοξος οίκος των Απιώνων διέθετε δικό του στρατό, δικές του φυλακές και εσωτερικό διοικητικό μηχανισμό, ο οποίος σε πολλές λειτουργίες του (π.χ. το ταχυδρομείο ή η είσπραξη των φόρων) αντικαθιστούσε τον κρατικό. Η μετέπειτα έρευνα αμφισβήτησε την άποψη περί «εκφεουδαρχισμού» της βυζαντινής κοινωνίας. Ο R. Rémondon και κυρίως ο J. Gascou θεώρησαν ότι η λειτουργία των μεγάλων ιδιοκτησιών της Αιγύπτου εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από την κρατική «διάθεση». Το κράτος εκχωρούσε συγκεκριμένες αρμοδιότητες στους οίκους, όπως η συντήρηση του στρατού ή του ταχυδρομείου και η είσπραξη των φόρων. Τις αρμοδιότητες αυτές μπορούσε ο αυτοκράτορας να τις ανακαλέσει και να τις εκχωρήσει σε άλλους ιδιοκτήτες – διαχειριστές. Όπως αναφέρθηκε κατά την παρουσίαση των επιμέρους δραστηριοτήτων των οίκων, οι απόψεις των ερευνητών παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις πάνω σε βασικά ζητήματα. Αυτά είναι (α) ο τρόπος εκμετάλλευσης της γης (μισθωτή εργασία ή μισθώσεις γης), (β) η εικαζόμενη «ιδιωτικοποίηση» του ταχυδρομείου, των στρατιωτικών φρουρών και των φυλακών, (γ) η συμμετοχή των οίκων στην είσπραξη των φόρων και (δ) ο βαθμός οικονομικού εξορθολογισμού των οίκων. Έτσι, οι ερευνητές ακολούθησαν δύο διαφορετικές κατευθύνσεις. Υπάρχουν εκείνοι που βλέπουν τους οίκους ως ορθολογικά οργανωμένες επιχειρήσεις με πληθώρα μισθωτού εργατικού δυναμικού και με σκοπό το ιδιωτικό κέρδος. Έτσι, θεωρούν ότι οι οίκοι συνέβαλαν στην «ιδιωτικοποίηση» βασικών κρατικών λειτουργιών και αποφεύγοντας τις φορολογικές τους υποχρεώσεις υπονόμευσαν τα θεμέλια της αυτοκρατορίας. Υπάρχουν ωστόσο και οι ερευνητές που θεωρούν ότι οι οίκοι αντλούσαν τα εισοδήματά τους από τις μισθώσεις γης, ήταν προσανατολισμένοι στη δική τους αυτάρκεια και «συνεργάζονταν» με το κράτος, το οποίο τους παραχωρούσε ανακλητές κρατικές λειτουργίες. Οι διαφορετικές αυτές ερμηνείες των πηγών -κυρίως των παπύρων- αφορούν μεν στους οίκους της Αιγύπτου αλλά έχουν ως κεντρικό αντικείμενο μελέτης τον ένδοξο οίκο των Απιώνων. Εντούτοις, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε, εάν οι Απίωνες αποτελούσαν αντιπροσωπευτικό παράδειγμα των υπολοίπων οίκων της Αιγύπτου, πόσο μάλλον των μεγάλων ιδιοκτησιών της υπόλοιπης αυτοκρατορίας. Η συνεχιζόμενη έκδοση νέων παπυρικών κειμένων ενδεχέται να οδηγήσει τους σύγχρονους και μελλοντικούς ιστορικούς στην επίλυση των παραπάνω ζητημάτων.

Ο Γεώργιος Κωνσταντινίδης είναι υποψήφιος διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας (ΑΠΘ)

 

 

Υποσημειώσεις

 Για τα χρονολογικά πλαίσια της βυζ. Αιγύπτου, βλ. Bagnall (επιμ.), Egypt in the Byz. World, – Gascou, Βυζ. Αίγυπτος 497.

  1. Bagnall, Egypt in L. Antiquity 4 κ.ε.
  2. Για τον σημαίνοντα ρόλο της επαρχίας της Αιγύπτου στην υπόλοιπη αυτοκρατορία βλ. Sarris,

Economy and Society 10 κ.ε.

  1. Hickey, Wine, Wealth 29, 146 κ.ε.
  2. Wipszycka, Ressources
  3. Banaji, Agrarian Change 190 κ.ε. – Sarris, Economy and Society 38, 42, 48, 91. Πρβλ. Gascou, Grands domaines 9 κ.ε. – Hickey, Wine, Wealth 64, 67 κ.ε.
  4. Wipszycka, Ressources 57 κ.ε.
  5. Hardy, Large Estates 106 κ.ε. – Wilcken, Grundzüge Πρβλ. Gascou, Grands domaines 53-59.
  6. Hardy, Large Estates
  7. Sarris, Economy and Society 162 κ.ε.
  8. Sarris, Economy and Society 168 κ.ε.
  9. Hardy, Large Estates 67 κ.ε. Πρβλ. Gascou, Grands domaines 24-26.
  10. Hardy, Large Estates 50 κ.ε.
  11. Καραγιαννόπουλος, Λεξικό, λ. αὐτόπρακτον σχῆμα.
  12. Sarris, Economy and Society
  13. Gascou, Grands domaines 49-51. – Sarris, Economy and Society
  14. Η έρευνα έχει αμφισβητήσει τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί ο οίκος των Απιώνων ως αντιπροσωπευτικό παράδειγμα όλων των οίκων της Αιγύπτου.
  15. Hickey, Wine, Wealth Πρβλ. Sarris, Economy and Society 29 κ.ε.
  16. Azzarello, Domus divina

 

Βιβλιογραφία

 

 

  • Giuseppina Azzarello, Il dossier della domus divina in Egitto [Archiv für Papyrusforschung und verwandte Gebiete, Beiheft 32], Berlin – Boston 2013
  • S. Bagnall, Egypt in Late Antiquity, Princeton U.P. 1993
  • S. Bagnall (επιμ.), Egypt in the Byzantine World, 300-700, Cambridge U.P. 2007
  • J. Gascou, H βυζαντινή Αίγυπτος (284-641), στο Ο βυζαντινός κόσμος, τ. 1: Η ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία (330-641), Cécile Morrisson (επιμ.), Αναστασία Καραστάθη (ελλ. μετ.), Αθήνα 2007, σ. 495-528
  • Gascou, Les grands domaines, la cité et l’état en Égypte byzantine, TM 9 (1985) 1-90.
  • R. Hardy, The Large Estates of Byzantine Egypt [Columbia University Studies in the Social Sciences 354], New York 1931 (ανατύπωση 1968)
  • M. Hickey, Wine, Wealth and the State in Late Antique Egypt. The House of Apion at Oxyrhynchus, Ann Arbor (MI) 2012
  • I. Ε. Καραγιαννόπουλος, Λεξικό βυζαντινής ορολογίας. Οικονομικοί όροι, τ. Α´ [Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών], Θεσσαλονίκη 2000
  • Sarris, Economy and Society in the Age of Justinian, Cambridge U.P. 2006
  • Wilcken – L. Mitteis, Grundzüge und Chrestomathie der Papyruskunde, τ. 1.1: Grundzüge, Hildesheim 1963
  • Ewa Wipszycka, Les ressources et les activités économiques des églises en Égypte du IVeau VIIIe siècle [Papyrologica Bruxellensia 10], Bruxelles 1972

 

 

Κώστας Τσίβος: Ανοιξη της Πράγας, ελπίδα και καταστολή

Κώστας Τσίβος

Ανοιξη της Πράγας, ελπίδα και καταστολή

Η Ανοιξη της Πράγας παραπέμπει στα γεγονότα που συγκλόνισαν την Τσεχοσλοβακία κατά τη διάρκεια του πρώτου οκταμήνου του 1968, ενός έτους ιδιαίτερα πυκνού σε γεγονότα. Χαρακτηρίζει την τελευταία ίσως, πριν από την περεστρόικα, προσπάθεια εκδημοκρατισμού και μεταρρύθμισης του κομμουνιστικού συστήματος, η οποία κατεστάλη βίαια από τα στρατεύματα του Συμφώνου της Βαρσοβίας.

Η μεταρρυθμιστική προσπάθεια για την οικοδόμηση ενός «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο» άρχισε τον Ιανουάριο του 1968 με την εκλογή στην ηγεσία του Κ.Κ. Τσεχοσλοβακίας του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ. Οι πρωταγωνιστές αυτής της πορείας χαρακτήρισαν τους προγραμματικούς τους στόχους «αναγεννησιακό προτσές» ή «διαδικασία του Γενάρη». Ο όρος «Ανοιξη της Πράγας», με τον οποίο αυτά τα γεγονότα έμειναν τελικά στην Ιστορία, αποτέλεσε εφεύρεση των δυτικών ΜΜΕ.

Η εκλογή Ντούμπτσεκ

Η εκλογή του μέχρι τότε σχεδόν άγνωστου ηγέτη των Σλοβάκων κομμουνιστών, Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, στο αξίωμα του γενικού γραμματέα του τσεχοσλοβακικού Κομμουνιστικού Κόμματος αποτέλεσε προϊόν συμβιβασμού μεταξύ της ανανεωτικής και της σκληροπυρηνικής πτέρυγας των στελεχών που απάρτιζαν την Κεντρική Επιτροπή. Και οι δύο πτέρυγες επιθυμούσαν την απομάκρυνση του όχι ιδιαίτερα δημοφιλούς Αντονιν Νοβότνι, μέχρι τότε ηγέτη του Κ.Κ. Τσεχοσλοβακίας, στον οποίο επέρριψαν την ευθύνη για τη γενικευμένη δυσαρέσκεια που επικρατούσε στην τσεχοσλοβακική κοινωνία, ιδιαίτερα στη νεολαία, κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του ’60. Στην απομάκρυνση του Νόβοτνι συνέβαλε επίσης τόσο η αλαζονική στάση του ίδιου έναντι των Σλοβάκων όσο και η λανθασμένη επιλογή του κατά τη διάρκεια διεκδίκησης της σοβιετικής ηγεσίας από τους Λεονίντ Μπρέζνιεφ και Αλεξέι Κοσίγκιν, καθώς ο Νoβότνι είχε επιλέξει να υποστηρίξει τον ηττημένο Κοσίγκιν. Η πρώτη φάση της εσωκομματικής πάλης στην Τσεχοσλοβακία έληξε τον Μάρτιο του 1968 με την οριστική επικράτηση των ρεφορμιστών και την απομάκρυνση του Νοβότνι από τον θώκο του προέδρου της χώρας, αξίωμα στο οποίο εξελέγη ο δημοφιλής στρατηγός Λούντβικ Σβόμποντα.

Τον επόμενο μήνα η ηγεσία του Κ.Κ. Τσεχοσλοβακίας υιοθέτησε ένα μεταρρυθμιστικό «Σχέδιο Δράσης» με το οποίο χαλάρωσαν τα μέτρα λογοκρισίας, αποκαταστάθηκαν τα κομματικά στελέχη που είχαν υποστεί διωγμούς τη δεκαετία του ’50, υιοθετήθηκαν ορισμένα μέτρα εκδημοκρατισμού της κοινωνίας, καθώς και οικονομικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες αποσκοπούσαν στην ενίσχυση της παραγωγής κυρίως καταναλωτικών προϊόντων. Παράλληλα, δρομολογήθηκε η πορεία ομοσπονδιοποίησης της Τσεχοσλοβακίας σε δύο ισότιμες δημοκρατίες: την τσεχική και τη σλοβακική. Η ανακοίνωση αυτών των μεταρρυθμίσεων αγκαλιάστηκε από την πλειονότητα των Τσεχοσλοβάκων πολιτών. Για πρώτη φορά μετά το 1946, χρονιά κατά την οποία η πλειοψηφία των Τσεχοσλοβάκων έδωσε την πρωτιά στις εκλογές στους κομμουνιστές, τα κομματικά στελέχη έχαιραν και πάλι ευρείας λαϊκής υποστήριξης, καθώς επίσης αυξήθηκε κατακόρυφα το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για τις πολιτικές εξελίξεις και η συμμετοχή των πολιτών στα κοινά.

Ανησυχία στις ηγεσίες της Ανατολικής Ευρώπης

Μολονότι η ρεφορμιστική ηγεσία των Τσεχοσλοβάκων κομμουνιστών δεν αμφισβήτησε τη συνταγματικά κατοχυρωμένη πρωτοκαθεδρία του Κομμουνιστικού Κόμματος, ούτε τη συμμετοχή της χώρας στο σοβιετικό σύστημα (Σύμφωνο Βαρσοβίας, ΚΟΜΕΚΟΝ), οι εξελίξεις στη χώρα προκάλεσαν αρχικά ανησυχία κυρίως στις σκληροπυρηνικές ηγεσίες των περιφερειακών χωρών, όπως της Ανατολικής Γερμανίας και της Πολωνίας. Ακολούθησαν συστάσεις φρονηματισμού όσο και έμμεσες απειλές προς την τσεχοσλοβακική ηγεσία να περιορίσει το εύρος των μεταρρυθμίσεων προκειμένου να μη χάσει τον έλεγχο της κατάστασης.

Από τον Ιούνιο, όμως, οι εξελίξεις ξεπέρασαν και τους πλέον φιλόδοξους στόχους της ρεφορμιστικής πτέρυγας των Τσεχοσλοβάκων κομμουνιστών, καθώς αυξανόταν η πίεση της κοινής γνώμης για επίσπευση της διαδικασίας εκδημοκρατισμού. Εμφανίστηκαν οι πρώτες οργανωμένες ομάδες αντιφρονούντων (ΚΑΝ, Κ231), ενώ στα τέλη Ιουνίου δημοσιεύθηκε η έκκληση «Δύο χιλιάδες λέξεις» την οποία συνέταξαν στελέχη της Τσεχοσλοβακικής Ακαδημίας Επιστημών και την υποστήριξαν επιφανείς διανοούμενοι και συγγραφείς. Με το σύντομο αυτό «μανιφέστο» ασκούνταν κριτική στη συντηρητική πτέρυγα του Κόμματος, η οποία επιχειρούσε να καθυστερήσει ή να αναστρέψει την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων.

Την ίδια περίοδο, στη μεθοριακή πόλη Τσιέρνα ναντ Τίσοου, στα σύνορα Τσεχοσλοβακίας – ΕΣΣΔ, πραγματοποιήθηκε διμερής συνάντηση της σοβιετικής και της τσεχοσλοβακικής κομματικής ηγεσίας. Κατά τη διάρκειά της, ο Ντούμπτσεκ και οι Τσεχοσλοβάκοι ρεφορμιστές καταδίκασαν το μανιφέστο των «Δύο χιλιάδων λέξεων», ενώ παρείχαν πρόσθετες διαβεβαιώσεις νομιμοφροσύνης στη Μόσχα. Υποσχέθηκαν επιπλέον ότι θα αναλάβουν δράση προκειμένου να ελέγξουν τη δραστηριότητα των «αντισοσιαλιστικών στοιχείων». Κατόπιν τούτων οι Σοβιετικοί ενέκριναν την αποχώρηση των στρατευμάτων τους, που εκείνη την περίοδο συμμετείχαν σε ασκήσεις του Συμφώνου της Βαρσοβίας, οι οποίες διεξάγονταν στην Τσεχοσλοβακία. Ακόμη, επικύρωσαν την πρόθεση της τσεχοσλοβακικής ηγεσίας να συγκαλέσει κομματικό συνέδριο στις αρχές Σεπτεμβρίου.

Για τη «συμμόρφωση» της απείθαρχης τσεχοσλοβακικής ηγεσίας συγκλήθηκε στις 3 Αυγούστου στην Μπρατισλάβα νέα συνάντηση, στην οποία αυτή τη φορά συμμετείχαν και οι άλλοι τέσσερις «σκληροί» σύμμαχοι των Σοβιετικών, δηλαδή Ανατολικογερμανοί, Βούλγαροι, Πολωνοί και Ούγγροι. Στη σύσκεψη αυτή διαμορφώθηκε το γνωστό «Δόγμα Μπρέζνιεφ», το οποίο απέρριπτε κατηγορηματικά την υιοθέτηση από τις χώρες – δορυφόρους της Μόσχας διαφορετικού μοντέλου οικοδόμησης του σοσιαλισμού ή οποιαδήποτε άλλη ιδεολογική απόκλιση από το επιβεβλημένο σοβιετικό μοντέλο. Οπως αναφερόταν χαρακτηριστικά, «εάν σε κάποια σοσιαλιστική χώρα εμφανιστεί πρόβλημα, αυτό αποτελεί πρόβλημα όλου του Ανατολικού Μπλοκ». Η τσεχοσλοβακική ηγεσία, κατά τις εκτιμήσεις των σκληροπυρηνικών της Μόσχας και των άλλων δορυφόρων, δεν κινήθηκε τόσο δραστήρια όσο αναμενόταν για την αποκατάσταση της πρότερης τάξης. Οταν ο «Σάσα» Ντούμπτσεκ δεν εισάκουσε με την αρμόζουσα προθυμία τις τελευταίες παραινέσεις που του απηύθυνε ο ίδιος Μπρέζνιεφ στις 13 Αυγούστου του ’68, ο κύβος πλέον είχε ριφθεί και τα σχέδια για εισβολή στην Τσεχοσλοβακία τέθηκαν σε εφαρμογή.

Η εισβολή στην Τσεχοσλοβακία

Προκειμένου να προλάβουν τη διεξαγωγή του κομματικού συνεδρίου στις αρχές Σεπτεμβρίου, το οποίο αναμενόταν να ενισχύσει περαιτέρω τις θέσεις των ρεφορμιστών, τα σοβιετικά στρατεύματα, συνεπικουρούμενα από μονάδες της Ανατολικής Γερμανίας, της Πολωνίας, της Βουλγαρίας και της Ουγγαρίας, εισέβαλαν στην Τσεχοσλοβακία λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 21ης Αυγούστου. Στους δρόμους της Πράγας και των άλλων πόλεων της Τσεχίας και της Σλοβακίας εμφανίστηκαν 4.600 τανκς και συνολικά 160.000 στρατιώτες του Συμφώνου της Βαρσοβίας, οι οποίοι χωρίς να συναντήσουν αντίσταση έθεσαν υπό τον έλεγχό τους όλα τα νευραλγικά σημεία της χώρας. Από την πρώτη στιγμή στελέχη της KGB συνέλαβαν τους πρωταγωνιστές της Ανοιξης της Πράγας, ενώ κατέστειλαν βίαια τις μαζικές διαδηλώσεις που προκάλεσε η επέμβασή τους. Τα θύματα της εισβολής ανέρχονται σε 120, στο σύνολό τους άοπλοι πολίτες.

Συστηματική αποδόμηση

Η σοβιετική ηγεσία επιχείρησε να εγκαταστήσει στην Πράγα μια «εργατο-αγροτική κυβέρνηση» αποτελούμενη από στελέχη των σκληροπυρηνικών Τσεχοσλοβάκων. Η έλλειψη όμως οποιουδήποτε λαϊκού ερείσματος οδήγησε τους Σοβιετικούς να ακυρώσουν το εγχείρημα. Στη συνέχεια, με απόφαση του Κρεμλίνου, ο Ντούμπτσεκ και τα κορυφαία στελέχη του τσεχοσλοβακικού Κομμουνιστικού Κόμματος οδηγήθηκαν αεροπορικώς στη Μόσχα προκειμένου, έπειτα από έναν μαραθώνιο ασφυκτικών πιέσεων, να αποδεχτούν ως τετελεσμένο γεγονός την εισβολή και την «προσωρινή διαμονή» των σοβιετικών στρατευμάτων στη χώρα, η οποία τελικά διήρκεσε μέχρι το τέλος του 1989.

Μετά την εισβολή των Σοβιετικών άρχισε η σταδιακή αλλά συστηματική αποδόμηση της Ανοιξης της Πράγας και των πρωταγωνιστών της. Από το τσεχοσλοβακικό Κομμουνιστικό Κόμμα διαγράφηκαν ή αποχώρησαν περίπου μισό εκατομμύριο μέλη, τα οποία αρνήθηκαν να επικυρώσουν τη νέα κομματική γραμμή. Στα ΜΜΕ δημοσιεύονταν χιλιάδες δηλώσεις μετανοίας «παρασυρμένων» από τους ρεφορμιστές. Τη θέση των ιδεολόγων που αποχώρησαν από το Κόμμα και τον κρατικό μηχανισμό σύντομα κατέλαβαν οι ανανήψαντες ή νέα μέλη και στο εξής η απόκτηση κομματικού βιβλιαρίου έγινε συνώνυμο μιας επιτυχημένης επαγγελματικής καριέρας. Ο Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, αφού για κάποιο μικρό διάστημα υπηρέτησε ως πρέσβης στην Αγκυρα, καθαιρέθηκε από όλα τα αξιώματα και διορίστηκε υπάλληλος της Υπηρεσίας Δασών σε κάποια απομακρυσμένη περιοχή της Σλοβακίας. Παρόμοια ή πολύ χειρότερη τύχη επιφυλάχθηκε στους υπόλοιπους πρωταγωνιστές της Ανοιξης της Πράγας, όπως και στα εκατοντάδες χιλιάδες κομματικά μέλη τα οποία αρνήθηκαν να συνεργαστούν με το νέο καθεστώς της «ομαλοποίησης» που επέβαλε ο Γκούσταβ Χούσακ, ο νέος «άνθρωπος» των Σοβιετικών. Πάνω από τριακόσιες χιλιάδες Τσεχοσλοβάκοι, στην πλειονότητά τους επιστήμονες και διανοούμενοι, εγκατέλειψαν τη χώρα αναζητώντας πολιτικό άσυλο σε χώρες της Δύσης. Μεταξύ αυτών και ο γνωστός συγγραφέας Μίλαν Κούντερα, ο οποίος αργότερα κατέγραψε με μυθιστορηματικό τρόπο το χρονικό της εισβολής, στο αριστουργηματικό μυθιστόρημα «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι».

Διασπάσεις  στα Κ.Κ. της Δύσης

Η βίαιη καταστολή της Ανοιξης της Πράγας επέφερε, μεταξύ άλλων, έντονες αντιδράσεις και διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό των κομμουνιστικών κομμάτων, ιδιαιτέρως αυτών της Δύσης. Μετά την εισβολή στην Πράγα, τα Κ.Κ. της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Γαλλίας αυτονομήθηκαν μερικώς από την κηδεμονία της Μόσχας, δημιουργώντας το ιδεολογικό ρεύμα του «ευρωκομμουνισμού». Με αυτό συντάχθηκε και το ΚΚΕ Εσωτερικού, το οποίο προέκυψε λίγο μετά τη διάσπαση της ηγεσίας του ΚΚΕ κατά τη διάρκεια της λεγόμενης 12ης Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής, η οποία έλαβε χώρα στη Βουδαπέστη τον Φεβρουάριο του 1968. Τα γεγονότα της Ανοιξης της Πράγας επισφράγισαν ουσιαστικά τη νέα διάσπαση τόσο μεταξύ των μελών του ΚΚΕ όσο και ανάμεσα στις κοινότητες των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων. Στην προσφυγική κοινότητα της Τσεχοσλοβακίας επικράτησε, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες, η γραμμή του «Εσωτερικού» και γι’ αυτό πολλά μέλη της υπέστησαν διώξεις και διακρίσεις παρόμοιες με αυτές που δοκίμαζαν οι Τσεχοσλοβάκοι διαφωνούντες.

Συμβολικό τέλος στην Ανοιξη της Πράγας έθεσε με τον θάνατό του ο 21χρονος φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής Γιαν Πάλαχ, ο οποίος εμπνεόμενος από το παράδειγμα των βουδιστών μοναχών που αυτοπυρπολούνταν στο μακρινό Βιετνάμ, αποφάσισε να θέσει τέλος στη ζωή του με τον ίδιο τραγικό τρόπο. Σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την εισβολή των Σοβιετικών αυτοπυρπολήθηκε στις 16 Ιανουαρίου του 1969. Υπέκυψε στα τραύματά του τρεις μέρες αργότερα.

Ο κ. Κώστας Τσίβος είναι επίκουρος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα.

Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ευρήματα τεκμηριώνουν την εισβολή του Ιούλιου Καίσαρα στη Βρετανία

Ευρήματα τεκμηριώνουν την εισβολή του Ιούλιου Καίσαρα στη Βρετανία

H πρώτη ρωμαϊκή εισβολή της Μεγάλης Βρετανίας από τον Ιούλιο Καίσαρα το 55 π.Χ. είναι ένα ιστορικό γεγονός, γνωστό από περιγραφές του Τάκιτου, του Κικέρωνα και του ίδιου του Ιούλιου Καίσαρα.

Ωστόσο, όπως αναφέρει σημερινό δημοσίευμα της βρετανικής εφημερίδας Ιndependent, παρά την πολυάριθμη δύναμη των Ρωμαίων λεγεωνάριων από 800 πλοία, κανένα αρχαιολογικό τεκμήριο της επίθεσης ή λείψανα δεν βρέθηκαν ποτέ.

Σήμερα, όμως, η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε από τύχη -από μια ανασκαφή που έγινε ενόψει της κατασκευής ενός νέου δρόμου στο Κεντ- στο φως αυτό που θεωρείται η πρώτη αδιάσειστη απόδειξη της εισβολής.

Αρχαιολόγοι από το Πανεπιστήμιο του Λέστερ και από το Συμβούλιο της κομητείας του Κεντ ανακάλυψαν μια τάφρο και ένα ακόντιο στο Έμπσφλιτ, ένα χωριό στο Άιλ οφ Θάνετ.

Το σχήμα της τάφρου στο Έμπσφλιτ είναι παρεμφερές με τα ρωμαϊκά οχυρά στην Αλεσία της Γαλλίας, όπου πραγματοποιήθηκε η αποφασιστική μάχη στη διάρκεια του Γαλατικού Πολέμου το 52 π.Χ.

Οι ειδικοί, επίσης, ανακάλυψαν ότι η γειτονική περιοχή Πέγκγουελ Μπέι είναι ένας από τους ελάχιστους γειτονικούς όρμους που θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν έναν τόσο μεγάλο στόλο, ενώ η μορφολογία του εδάφους της περιοχής ταιριάζει με τις παρατηρήσεις που έκανε ο ίδιος ο Καίσαρας.

Μέχρι σήμερα το Θάνετ δεν είχε ποτέ θεωρηθεί ότι αποτέλεσε τον τόπο που κατέπλευσε ο ρωμαϊκός στόλος γιατί μέχρι τον Μεσαίωνα διαχωριζόταν από την ηπειρωτική χώρα μέσω του Καναλιού του Γουέινσταμ. Οι περισσότεροι ιστορικοί θεωρούσαν ότι είχε συμβεί στο Ντιλ, το οποίο βρίσκεται νότια του όρμου Πέγκγουελ.

Πηγή: ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ

Ζήσης Φωτάκης: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ Η ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ, 1989-2013

Δρ. Ζήσης Φωτάκης

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ Η ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ, 1989-2013

Από την εποχή του Ηροδότου και του Θουκυδίδη, για να μην αναφερθεί κανείς στην Ιλιάδα του Ομήρου, ο χώρος της Ιστορίας του Πολέμου αποτελεί σημαντική συνιστώσα της ελληνικής ιστοριογραφίας.[1] Η εξέλιξή του στην Ελλάδα κατά το πρώτο, μεταψυχροπολεμικό τέταρτο του αιώνα αποτελεί το αντικείμενο μιας δημοσιευμένης μελέτης, και ενός υπό δημοσίευση άρθρου σε συλλογικό τόμο.[2] Τα έργα αυτά αντιλαμβάνονται την Ιστορία του Πολέμου ως την τομή των ελληνικών στρατιωτικών θεσμών με την ελληνική πολιτική, οικονομία, πολιτισμό, κτλ.,[3] βασίζονται  δε στην ακόλουθη βιβλιογραφία που αποτελείται μόνο από βιβλία ελλήνων πολιτών που εκδόθηκαν στην ελληνική επικράτεια μεταξύ του 1989 και του 2013.

Η επιλογή αυτή αντανακλά το ιδιαίτερο ενδιαφέρον μας για τη σχετική, εγχώρια, βιβλιογραφική παραγωγή. Απορρέει επίσης από το γεγονός ότι οι διαθέσιμες, φιλικές προς το χρήστη πηγές[4] δεν καλύπτουν πλήρως την αντίστοιχη εγχώρια αρθρογραφία, τη σχετική διεθνή βιβλιογραφική δραστηριότητα, ακόμα και κάποια σχετικά βιβλία που εκδόθηκαν στη χώρα μας την περίοδο αυτή. Ελπίζεται πάντως ότι η προκείμενη βιβλιογραφική καταγραφή θα διευκολύνει το έργο όλων όσων ενδιαφέρονται ή θεραπεύουν την Ιστορία του Πολέμου στην Ελλάδα.

 

Α. ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ ΟΙ ΕΠΟΠΤΕΥΟΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΜΕ ΑΥΤΟ ΦΟΡΕΙΣ ΚΑΙ Η ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ.

  1. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ -ΓΕΕΘΑ

Acta of the XXII Congress of the ICMH, 1987 (Athens, 1988).

Acta of the XXVII Congress of the ICMH (Athens, 2002).

Acta of the International Symposium on Military History Lefkos Pyrgos 91 and Lato 91, (Athens, 1991).

Acta of the International symposium of military history «Moundros ’92» – «Pavlos Melas ’92».

The great national sally 1912-1913: The First Balkan War (Athens, 1992).

Common Hellenic-Romanian Publication The Eastern Question, the Greeks and the Romanians (1880-1923) (Athens, 2001).

Acta of the Hellenic-Israeli seminar of 2004 in English Asymmetric Threats, (Athens, 2004).

The Russian – Greek Military Relationship from the Antiquity to nowdays (Athens, 2004).

ActaDevelopment and exploitation on military history lessons in the area of eastern Mediteranean (Athens, 2006). Δημητρακόπουλος, Αναστάσιος (επιμ.), Ο Πρώτος Βαλκανικός Πόλεμος μέσα από τις σελίδες του περιοδικού LIllustration (Αθήνα, 1992.

Ευπραξία, Πασχαλίδου, Η Διαχρονική Πορεία της Διακλαδικότητας (Αθήνα, 2008).

  1. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΡΑΤΟΥ

Ευρετήριο Πολεμικών Γεγονότων του Ελληνικού ΄Εθνους (Αθήνα, 1989).

Ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897 (Αθήνα, 1993).

Ιστορία της Συμμετοχής του Ελληνικού Στρατού στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1914-1918 (Αθήνα, 1993).

Ο Ελληνικός Στρατός στη Μέση Ανατολή, 1941-1945 (Ελ Αλαμέιν-Ρίμινι-Αιγαίο) (Αθήνα, 1995).

Αγώνες και Νεκροί του Ελληνικού Στρατού 1940-1945 (Αθήνα, 1995).

Θέματα Στρατιωτικής Ιστορίας (Αθήνα, 1995).

Η Ειρηνευτική Αποστολή στη Σομαλία, Φεβρουάριος 1993 – Μάιος 1994 (Αθήνα, 1997).

Ιστορία του Ελληνικού Στρατού 1821-1997 (Αθήνα, 1997).

Ο Βορειοηπειρωτικός Αγώνας (Αθήνα, 1997).

Η Ελληνική Δύναμη στην Αλβανία, Απρίλιος – Αύγουστος 1997 (Αθήνα, 1998).

Αρχεία Εθνικής Αντίστασης (Αθήνα, 1998).

Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου (1944-1949) (Αθήνα, 1998).

Στρατιωτική Οργάνωση και Πολεμική Τέχνη των Αρχαίων Ελλήνων (1600-146 π.Χ.) (Αθήνα, 1999).

Πεπραγμένα Εκδηλώσεως Εκδοτικού Έργου της Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού (Αθήνα, 1999).

Συνοπτική Ιστορία του Γενικού Επιτελείου Στρατού (1901-2001) (Αθήνα, 2001).

Η Υγειονομική Υπηρεσία κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913 (Αθήνα, 2001).

Λεύκωμα Αρχηγών του Γενικού Επιτελείου Στρατού (Αθήνα, 2004).

Ιστορικές Ονομασίες Ενεργών Συνταγμάτων και Ταξιαρχιών (ΠΖ-ΤΘ-ΕΔ) (Αθήνα, 2004).

Οι Ελληνοαμερικανοί Εθελοντές στην Εθνική Αντίσταση (Αθήνα, 2005).

Ο Οπλισμός του Ελληνικού Στρατού 1868-2004 (Αθήνα, 2006).

Ευρετήριο Αρχείου Καποδιστριακής περιόδου. Στρατιωτικά Τεκμήρια (1827-1833) (Αθήνα, 2007).

Η Σημασία των Ιστορικών Αρχείων στην Αντικειμενική Συγγραφή της Ιστορίας. Πρακτικά Ημερίδας, (Αθήνα, 25 Οκτωβρίου 2005 (Αθήνα, 2007).

Πολιτικοστρατιωτικές Σχέσεις Ελλάδας-Γαλλίας, 19ος-20ος Αιώνας (Αθήνα, 2009).

Η Συμβολή της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (Αθήνα, 2009).

Μνήμες Πολέμου, 1897-1974. Οι Αγώνες του Ελληνικού Έθνους μέσα από Προσωπικές Μαρτυρίες (Αθήνα, 2012).

Οι Κυριότερες Μάχες του Ελληνικού Στρατού, 1897-1955 (Αθήνα, 2012).

Επιδοθήτω χερσίν αυτού. 100 Ανέκδοτα Έγγραφα, 100 Χρόνια από την Έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων (Αθήνα, 2012).

Επιχείρηση Καλάβρυτα. Η Δράση της 117 Μεραρχίας Κυνηγών μέσα από τα Γερμανικά Αρχεία (Αθήνα, 2012).

Ζαφείρης, Ηρακλής, Στρατιωτική Ιστορία της Ελλάδας από την Αρχαιότητα μέχρι τον Πόλεμο 1940-1941 (Αθήνα, 1992)

An Abridged History of the Greek-Italian and Greek German War 1940-1941 (Athens, 1998).

A Concise History of the Balkan Wars 1912-1913 (Athens, 1998).

An Index of Events in the Military History of the Greek Nation 490 B.C.-1974 (Athens, 1998).

A History of the Hellenic Army, 1821-1997 (Athens, 1999).

A Concise History of the Participation of the Hellenic Army in the First World War 1914-1918 (Athens, 2000).

The Battle of Crete May 1941 (Athens, 2002).

The Struggle in Northern Epirus 1914 (Athens, 2002).

The Struggle for Macedonia and the Events in Thrace 1904-1908 (Athens, 2003).

A Concise History of the Campaign in Asia Minor 1919-1922 (Athens, 2003).

A Concise History of the Hellenic Army General Staff (Athens, 2008).

  1. ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΝΑΥΤΙΚΟΥ

Ρούσκας, Ιωάννης, Πόρος Ναύσταθμος και Εκπαιδευτήριο του Πολεμικού Ναυτικού (Αθήνα, 1989).

Τσαπράζης, Νικόλαος, Ο Πολεμικός Ναύσταθμος Σαλαμίνος (Αθήνα, 1991).

Δημητρακόπουλος, Αναστάσιος, Βιογραφικό Λεξικό των Αποφοίτων της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων. Οι Τάξεις Εισόδου 1884-1950, vol. 1, Α-Κ. vol. 2, Λ-Ω. vol. 3, Οι Τάξεις Εισόδου 1951-1973, (Αθήνα, 2006-2007).

Λίσμανης, Δημήτριος, Υδραίοι Πρόδρομοι και Ναυμάχοι του Εικοσιένα. Επιφανείς και αφανείς. Ιστορική και Γενεαλογική Έρευνα 14ος -20ος αιώνας (Αθήνα, 2007).

Papageorgiou, Gisis, Uniforms of the Hellenic Navy (Athens, 1998).

Φακάλου, Αικατερίνη, Κατάλογος αρχειακού υλικού Πολεμικού Ναυτικού, 1940-1945, 3 τόμοι (Αθήνα, 2008).

Φακάλου, Αικατερίνη, Τα πολεμικά πλοία της Ελλάδας, 4 τόμοι (Αθήνα, 2008).

Νταλούμης, Ηλίας (επιμ.), Γ. Αβέρωφ, 100 χρόνια (Αθήνα, 2011).

Δημητρακόπουλος, Αναστάσιος (επιμ.), 1912-1913, Εκατό Χρόνια από τη Ναυτική Εποποιΐα των Βαλκανικών Πολέμων (Αθήνα, 2012).

Γιακουμάκης, Δημήτριος, Το Πολεμικό Ναυτικό στην Ελληνική Τέχνη (Αθήνα, 1996).

Γιακουμάκης, Δημήτριος, Θαλασσινά Χαρακτικά (Αθήνα 1996).

  1. ΓΕΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ

Ιστορία της Ελληνικής Αεροπορίας (1930-Απρίλιος 1941) (Αθήνα, 1990).

Η Πορεία προς την ενιαία Πολεμική Αεροπορία (Αθήνα, 2010).

Μπελδέκος, Γεώργιος & Λυμπεράτος, Μιχαήλ, Ιστορία της Ελληνικής Αεροπορίας (1941-1944) (Αθήνα, 1998).

Καισάρου, Τριανταφυλλιά & Μπελδέκος, Γεώργιος, Ελληνική Αεροπορία: Συνοπτική Ιστορία 1908-1944 (Αθήνα, 2000). Καισάρου, Τριανταφυλλιά & Μπελδέκος, Γεώργιος, Hellenic Wings, 1908-1944, (Αθήνα, 2000).

Παπαδάκης, Παναγιώτης-Βαρδής, Ελληνικά Φτερά στον Πόλεμο της Κορέας (Αθήνα, 2005).

ΓΕΑ, 336 Μοίρα, 1943-2003, 60 χρόνια στους Ουρανούς (Αθήνα, 2003).

ΓΕΑ, Τα Ελληνικά Ακροβατικά Σμήνη (Αθήνα, 2012).

Βογιατζής, Δημήτριος, Ανακατασκευάζοντας Αεροπορική Ιστορία στην Ελλάδα (Αθήνα, 2003).

  1. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΗ ΣΧΟΛΗ ΕΥΕΛΠΙΔΩΝ Ή ΠΑΡΗΧΘΗ ΑΠΟ ΣΤΕΛΕΧΗ ΤΗΣ

Φωτόπουλος, Χρήστος, Αξιωματικοί και Ανθυπασπιστές του Στρατού και Δόκιμοι του Πολεμικού Ναυτικού που αποφοίτησαν από τη Σχολή κατά την περίοδο 1828-1912 (Βάρη, 1996).

Φωτόπουλος, Χρήστος, Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων 1828-1998, 3 τόμοι (Αθήνα, 1998).

Φωτόπουλος, Χρήστος, Αγώνες και θυσίες των Ευέλπιδων, 1912-1949 (Αθήνα, 2000).

Καστάνης, Ανδρέας, Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων Κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της 1828-1834 (Αθήνα, 2000).

Ιστορία των Στολών της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων 1829-1991 (Αθήνα, 1992).

Μυλωνάς, Γιάννης & Καστάνης, Ανδρέας, Ο εύελπις (Αθήνα, 1998).

Μαλέσης, Δημήτριος, Ο ελληνικός στρατός στην πρώτη οθωνική δεκαετία (1833-1843): Πολιτική οργάνωση και πελατειακές σχέσεις (Πειραιάς, 1992).

Καστάνης, Ανδρέας, Το Ελληνικό Πυροβολικό. Από την επανάσταση του 1821 έως σήμερα (Αθήνα, 2006).

Καστάνης, Ανδρέας, Στρατιωτική Ιστορία – Ανάλυση των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου στη Μακεδονία (Αθήνα, 2011).

Μπρέκης, Σπύρος, Ολυμπιακοί Αγώνες «Αθήνα 2004»: Η συμβολή των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων (Αθήνα, 2008).

Μπρέκης, Σπύρος, Οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και η συμβολή τους στην αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων το 1896 (Αθήνα, 2004).

Περιφεράκης, Γεώργιος, Στρατιωτική ιστορία, 2 τόμοι (Αθήνα, 1994).

  1. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΟΥ ΠΑΡΗΧΘΗ ΑΠΟ ΣΤΕΛΕΧΗ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΙΚΑΡΩΝ

Λαγός, Κωνσταντίνος, Η Μάχη των Οχυρών 6-10 Απριλίου 1941 (Θεσσαλονίκη, 2008)

  1. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΟΥ ΠΑΡΗΧΘΗ Ή ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΗ ΣΧΟΛΗ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΟΚΙΜΩΝ

Μάστρακας, Μάρκος, Ιστορία της ΣΝΔ & Συναφών Γεγονότων 1971-2010 (Αθήνα, 2011).

Βάρφης, Κωστής, Τό ελληνικό ναυτικό κατά την Καποδιστριακή περίοδο: Τά χρόνια της προσαρμογής, (Αθήνα, 1994).

Βάρφης, Κωστής, Βενετοτουρκικοί και Ρωσοτουρκικοί πόλεμοι στις ελληνικές θάλασσες: (1453-1821) (Αθήνα, 1995).

Λουκάς, Ιωάννης, Θαλάσσια ισχύς και ελληνικό κράτος: Ο στόλος της μεγάλης ιδέας (Αθήνα 1998).

Λουκάς, Ιωάννης (επιμ.), Πρακτικά Α’ Πελαγικής Συνάντησης Ο ελληνισμός, η Δύση και η κατανομή της Θαλάσσιας Ισχύος στον Ευρασιατικό χώρο, 2 τόμοι, (Αθήνα, 1998).

Λουκάς, Ιωάννης (επιμ.), Πρακτικά Β Πελαγικής Συνάντησης, Η Ανατολική Μεσόγειος από τον Ψυχρό Πόλεμο στο Νέο Διεθνές Σύστημα (Αθήνα, 1999).

Loukas, Ioannes (επιμ.), Proceedings of the Fourth Pelagic Meeting NATO’S maritime power, 1949-1990, Athens, 2002.

Λουκάς, Ιωάννης (επιμ.), Πρακτικά Πέμπτης Πελαγικής Συνάντησης «Ασφάλεια και Πειρατεία στην Ανοιχτή Θάλασσα. Η Σύγχρονη Νομική Προσέγγιση μέσα από τη Σύμβαση του Montego Bay (Αθήνα, 2003).

  1. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΑΤΡΙΚΗ

Γενικό Επιτελείο Στρατού, Λεύκωμα του Υγειονομικού Σώματος στον Πόλεμο και στην Ειρήνη (Αθήνα, 1997).

Λάζαρος, Βλαδίμηρος, Το Υγειονομικό στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 (Αθήνα, 1997).

Σκαμπαρδώνης, Γεώργιος (επιμ.) , Η Ιατρική στη Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία: Βαλκανικοί Πόλεμοι, 1912-1913 (Αθήνα, 2003).

Γενικό Επιτελείο Ναυτικού, 3000 χρόνια Ελληνική Ναυτική Ιατρική (Αθήνα, 2000).

Η Ιστορία των Λοιμοκαθαρτηρίων και Υγειονομείων στον Ελλαδικό χώρο, Ημερίδα Ιστορίας Ναυτικής Ιατρικής, 2007.

Στρατιωτική Ιατρική κατά το 19ο αιώνα, Πρακτικά Ημερίδας (Αθήνα, 2004).

Σχολή Αξιωματικών Νοσηλευτικής Αθήνας, Επιτομή Ιστορίας της Στρατιωτικής και Νοσηλευτικής στην Ελλάδα (Αθήνα, 2011). Νικόλτσιος, Βασίλειος, Η προσφορά του Υγειονομικού Σώματος στο «Παλιό» 424 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Εκπαιδεύσεως (Θεσσαλονίκη, 2010).

Νικόλτσιος, Βασίλειος, Η Υγειονομική υπηρεσία των Ενόπλων Δυνάμεων κατά τη διάρκεια του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 (Θεσσαλονίκη, 2008).

Νικόλτσιος, Βασίλειος, Η προσφορά της Υγειονομικής Υπηρεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων στη Μικρασιατική Εκστρατεία (Θεσσαλονίκη, 2006).

Νικόλτσιος, Βασίλειος, Η προσφορά των Υγειονομικών Αξιωματικών στο Μακεδονικό Αγώνα 1904 – 08.

Νικόλτσιος, Βασίλειος, Η συμβολή της Υγειονομικής Υπηρεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων στην Εποποιία 1940-44 (Θεσσαλονίκη, 2000). Ναυτικό Νοσοκομείο Σαλαμίνας, Λεύκωμα Ναυτικό Νοσοκομείο Σαλαμίνας (Αθήνα, 2003).

Ναυτικό Νοσοκομείο Κρήτης, Ναυτικό Νοσοκομείο Κρήτης 1969-1999 : Ιστορικό-φωτογραφικό λεύκωμα για το Ναυτικό Νοσοκομείο Κρήτης και τα στρατιωτικά νοσοκομεία της Κρήτης: (Από την περίοδο του Βυζαντίου μέχρι σήμερα) (Χανιά, 1999).

Επιστημονική Ένωση Υγειονομικών Ενόπλων Δυνάμεων, Ιστορία της στρατιωτική ιατρικής στην Ελλάδα (Αθήνα, 2000).

  1. ΛΕΥΚΩΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΗΧΘΗΣΑΝ ΑΠΟ ΣΤΕΛΕΧΗ ΤΟΥ ΥΠΕΘΑ

Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού 1889-1989: Λεύκωμα εκατονταετηρίδας (Αθήνα, 1989).

Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, Λεύκωμα Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, 1828-1991 (Αθήνα, 1991).

Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Λεύκωμα Αρχηγών του Γενικού Επιτελείου Στρατού (Αθήνα, 2001).

Νταφούλης, Παύλος (επιμ.) , Λεύκωμα Βαλκανικών πολέμων 1912-1913: Παρουσίαση φωτογραφιών 1912-1913 συλλογής Νικηφόρου Κομίνη, (Θεσσαλονίκη, 2012).

Ιωάννου, Κώστας, Σημαντικά γεγονότα της εθνικής αντίστασης: Ιστορικό λεύκωμα (Αθήνα, 2003).

Αποστολόπουλος, Απόστολος, Ιστορικό λεύκωμα της Εθνικής Αντίστασης 1940-1945: Χρονολόγιο – Γεγονότα, πρόσωπα (Αθήνα, 2000).

Άρτια Νικόπολις, Η απελευθέρωση της Ηπείρου: Α Βαλκανικός Πόλεμος (1912-1913): Φωτογραφικό λεύκωμα (Πρέβεζα, 2002). Αντώνιος Τσαγκαράτος, 346 Μοίρα 1990-2005: 15 χρόνια εναέρια υπεροχή Επίσημο επετειακό λεύκωμα (Αθήνα, 2005).

Μαδιάς, Μάρκος, Οι Έλληνες στον πόλεμο της Βόρειας Αφρικής: Φωτογραφικό λεύκωμα: Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος (Χίος, 2005).

Μαθιόπουλος, Βάσος, Εικόνες Κατοχής: Φωτογραφικές μαρτυρίες από τα Γερμανικά αρχεία για την ηρωϊκή αντίσταση του Ελληνικού λαού (Αθήνα, 1990).

Μαλούχος, Ιωάννης, Αγώνες των Ελλήνων: 1897-1947 ο μισός αιώνας που ολοκλήρωσε την Ελλάδα μέσα από το φωτογραφικό αρχείο του Πολεμικού Μουσείου, 2 τόμοι (Αθήνα, 2008).

Γενικό Επιτελείο Ναυτικού, ΕΚΠ Άρης – Λεύκωμα Παροπλισμού (Αθήνα, 2002).

Δημητρακόπουλος, Αναστάσιος, Λεύκωμα φωτογραφιών των αποφοίτων της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων: Οι τάξεις εισόδου 1884-1973 (Αθήνα, 2009).

Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία, O Ελληνικός Στόλος στις αρχές του 20ου αιώνα, Φωτογραφικές μαρτυρίες (Αθήνα, 1998). Πολεμικό Ναυτικό, Αρχηγείο Στόλου, Διοίκηση Ναρκοπολέμου, 130 χρόνια Δράσης πλοίων Ναρκοπολέμου, 1880-2010 (Σαλαμίνα, 2010)

Σφακτός, Ελευθέριος, Ιστορικό φωτογραφικό λεύκωμα Σχολής Ναυτόπαιδων-ΣΔΥΝ-ΣΜΥΝ, 1946-2000 (Αθήνα, 2007).

Φωτάκης, Ζήσης, Το Ελληνικό Ναυτικό στους Βαλκανικούς Πολέμους, 1912-1913 (Θεσσαλονίκη, 2010).

  1. ΝΑΥΤΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Paizis-Paradellis, Constantine, Hellenic Warships, 1829-2001 (Athens, 2002).

Massouras Timotheos, Katopodis Thomas, Hellenic Submarines, 2 vols. (Athens, 2010).

Paloumbis, Ioannes, From the seas…to the skies. The Naval Air Force Chronicle, 1913-1941 (Piraeus, 2009).

Παλούμπης Ιωάννης, Βαλκανικοί Πόλεμοι… ο Ναυτικός Αγώνας 1912-1913 (Πειραιάς, 2007).

Χαρατσής, Στυλιανός, Η Πρώτη Επέμβαση. Η άγνωστη δράση του Πολεμικού Ναυτικού στην Μεσημβρινή Ρωσία 1918-20 (Πειραιάς, 1997).

Δημητρακόπουλος, Αναστάσιος (επιμ.), Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος μέσα από τα αρχεία της Ιστορικής Υπηρεσίας του γαλλικού ναυτικού (Πειραιάς, 1996).

Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος, Το Θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ», 1911-2011. Ιστορία και Τέχνη

Μεταλληνός, Κωνσταντίνος, «Βασίλισσα Όλγα» Ένα αντιτορπιλικό στη δίνη του πολέμου (Πειραιάς, 1996).

Μεντόγιαννης Βασίλης, Μητσοτάκης Κωστής, Νικολαϊδης, Γιώργος, 52 μέρες 1943: Το αντιτορπιλικό Βασίλισσα Όλγα και η μάχη της Λέρου (Αθήνα, 2004).

Αποστολάτος, Γεράσιμος, Ο Πλωτάρχης Γεώργιος Μπλέσσας και το Αντιτορπιλικό Βασίλισσα Όλγα (Πειραιάς, 1997).

Παΐζης-Παραδέλης, Κωνσταντίνος, & Δαμβέργης Νικόλαος, Ο Σιωπηλός Πόλεμος. Η δράση των Ελληνικών Υποβρυχίων 1940-1944 (Πειραιάς, 1995).

Δημητρακόπουλος, Αναστάσιος, Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Οι πολεμιστές του Ναυτικού Θυμούνται…, 5 τόμοι (Πειραιάς, 2011).

Λάχανος, Νικόλαος, Δόξα και Δάφνες. Τιμητικές Διακρίσεις που απενεμήθησαν εις το προσωπικό του Πολεμικού Ναυτικού κατά τον Πόλεμο 1940-1945 (Αθήνα, 1991).


 

Β. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ (ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ, ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ) ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

 

  1. ΔΙΕΘΝIKH ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

Τσιρπανλής, Ζαχαρίας, Έλληνες και Ιταλοί στα 1940-41: Συγκριτική ανάγνωση της ελληνοϊταλικής σύρραξης (Θεσσαλονίκη, 2004). Καραμπελιάς, Γεράσιμος, Ο Ρόλος των ενόπλων δυνάμεων στην πολιτική ζωή της Τουρκίας και της Ελλάδας: Συγκριτική ανάλυση των μεταπολεμικών στρατιωτικών επεμβάσεων 1945-1980 (Αθήνα, 2001).

Καραμπελιάς, Γεράσιμος, Στρατός και πολιτική εξουσία στην Τουρκία: Μία ιστορική επισκόπηση (Αθήνα, 2000).

Μούρτος, Γεώργιος, Τουρκία το ένστολο κράτος: Στρατός και Κράτος από του Οθωμανούς έως σήμερα (Αθήνα, 2002).

Σαλαβράκος, Διονύσιος – Ιωάννης, Οικονομία και ολοκληρωτικός πόλεμος. Τόμος Β’, Η περίπτωση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου 1939-1945 (Αθήνα, 2008).

  1. Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Σταϊνχάουερ, Γεώργιος, Ο πόλεμος στην αρχαία Ελλάδα (Αθήνα, 2001).

Μπουραζέλης Κώστας –, Μεϊδάνη Κατερίνα (επιμ.), Μαραθών: η μάχη και ο αρχαίος δήμος: Marathon: the battle and the ancient deme (Αθήνα, 2010).

Μεϊδάνη Κατερίνα, Αρχαϊκή Ελλάδα και πόλεμος (Αθήνα, 2010).

Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ημαθίας Αλέξανδρος ο Μέγας: Από τη Μακεδονία στην oικουμένη: Διεθνές συνέδριο, Βέροια, 27-31/5/1998 (Βέροια, 1999).

Γερολυμάτος Ανδρέας, Κατασκοπεία στην Αρχαία Ελλάδα, (Αθήνα, 2001).

Κολιόπουλος Κωνσταντίνος, Η Υψηλή Στρατηγική της Αρχαίας Σπάρτης, 750-192 π.Χ. (Αθήνα, 2001).

  1. ΑΡΧΑΙΑ ΟΧΥΡΩΜΑΤΙΚΗ

Θωμάς, Γεράσιμος, Αρχαίες οχυρώσεις στην Κεφαλονιά: συμβολή στη μελέτη των αρχαίων λιθοδομών (Διδακτορική Διατριβή Μετσόβιο, Αθήνα, 2009).

Πορτελάνος, Αναστάσιος, Οι αρχαίες αιτωλικές οχυρώσεις (Διδακτορική Διατριβή, Κρήτη, 1998).

Σταϊνχάουερ, Γεώργιος, Η οχύρωση και η Πύλη της Ηετιώνειας (Πειραιάς 2003).

Τ.Α.Π.Α., Τα παράκτια οχυρά και η άμυνα των λιμανιών: Πρακτικά ημερίδας, (Θεσσαλονίκη, 25 Σεπτεμβρίου 1998) (Αθήνα, 2002). Φιλήμονος – Τσοποτού, Μελίνα, Η ελληνιστική οχύρωση της Ρόδου (Διδακτορική Διατριβή, Ιωάννινα, 1998).

  1. Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

Λιάκου, Ελένη, Οικονομική Ανάλυση των Επιπτώσεων των Σταυροφοριών στην Οικονομία και στη Διοίκηση του Βυζαντίου (Διδακτορική Διατριβή, 2001).

Παπαγεωργίου, Αγγελική, Ο Ιωάννης Β’ Κομνηνός και η εποχή του (1118-1143) (Διδακτορική διατριβή, Αθήνα, 2007).

Κατσώνη, Πολύμνια, Μια επταετία κρίσιμων γεγονότων. Το Βυζάντιο στα έτη 1366-1373 (Διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, 1990).

Παναγιωτίδης, Κοσμάς, Η οργάνωση του στρατού κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο (1204-1453) (Διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, 2004).

Κουμπής Μόσχος Ο ανταγωνισμός για την εξουσία και ο εμφύλιος πόλεμος (1341-1347) (Διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, 2001). Χρήστος Μακρυπούλιας, Η πολιορκητική τέχνη των Βυζαντινών, 4ος-15ος αι., (Διδακτορική Διατριβή, Ιωάννινα, 2011).

Ορφανουδάκης, Γεώργιος, Αλέξης Σαββίδης, Σελίδες από την Βαλκανική αντίδραση στην Οθωμανική επέκταση κατά τους 14ο και 15ο αιώνες: Ουγγλέσης – Ουνυάδης – Καστριώτης – Κλαδάς (Αθήνα, 1991).

Σαββίδης, Αλέξης, Γεώργιος Μανιάκης: Κατακτήσεις και υπονόμευση στο Βυζάντιο του ενδέκατου αιώνα (1030-1043 μ. Χ.) (Αθήνα, 2004).

Σαββίδης, Αλέξης, Οι Τούρκοι και το Βυζάντιο: The Turks and Byzantium (Αθήνα, 1996).

Συγκέλλου, Ευστρατία, Ο πόλεμος στον δυτικό ελλαδικό χώρο κατά τον ύστερο Μεσαίωνα (13ος-15ος αι.) (Athens, 2008).

Τσικνάκης, Κωνσταντίνος (επιμ.), Το Εμπόλεμο Βυζάντιο (9ος-12ος αι.) (Αθήνα 1997).

Γρηγορίου-Ιωαννίδου, Μάρθα, Στρατολογία και έγγεια στρατιωτική ιδιοκτησία στο Βυζάντιο (Θεσσαλονίκη, 1993).

Κόλλιας, Ταξιάρχης, Nικηφόρος B’ Φωκάς (963-969). O στρατηγός αυτοκράτωρ και το μεταρρυθμιστικό του έργο (Αθήνα, 1993). Κόλια – Δερμιτζάκη, Ἀθηνά, Ὁ βυζαντινός «Ἱερός Πόλεμος»: Ἡ ἔννοια καί ἡ προβολή τοῦ θρησκευτικοῦ πολέμου στό Βυζάντιο The byzantine «Holy War»: The idea and propagation of religious war in Byzantium (Αθήνα, 1991).

Κόλλια-Δερμιτζάκη, Αθηνά,, Συνάντηση Ανατολής και Δύσης στα εδάφη της Αυτοκρατορίας: οι απόψεις των βυζαντινών για τους σταυροφόρους (Αθήνα, 1994).

Κόλλια-Δερμιτζάκη, Αθηνά, Λεηλασία και μεταφορά λαφύρων και κινητών πολιτισμικών λαφύρων και κινητών πολιτισμικών αγαθών στη Δύση (Αθήνα, 2008).

Καραπλή, Κατερίνα, Κατευόδωσις στρατού. Η οργάνωση και η ψυχολογική προετοιμασία του βυζαντινού στρατού πριν από τον πόλεμο (610-1081) (Αθήνα, 1994).

Τωμαδάκης, Νίκος, Περί Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως 1453 (Θεσσαλονίκη, 1993).

  1. ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Παπασωτηρίου, Χαράλαμπος, Bυζαντινή Yψηλή Στρατηγική, 6ος με 11ο αιώνα (Αθήνα, 2000).

  1. ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΚΑΙ ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΟΧΥΡΩΜΑΤΙΚΗ

Ασπιώτη, Λίλα, Τα κάστρα της Θεσσαλονίκης (Θεσσαλονίκη, 2003).  

Βασιλάτος, Νίκος, Κάστρα της ελληνικής γης (Αθήνα, 1991).

Βασιλάτος, Νίκος, Κάστρα και οχυρώσεις της Αττικής: Castles and fortifications of Attica (Αθήνα, 1995).

Βασιλάτος, Νίκος, Κάστρα και πύργοι της Εύβοιας (Αθήνα, 1992).

Γεωργοπούλου – Βέρρα, Μυρτώ, Το Κάστρο της Πάτρας (Αθήνα, 2000).

Σκούρας, Θεόδωρος, Ακροπόλεις – Κάστρα – Πύργοι της Εύβοιας και αποδελτίωση 82 μεσαιωνικών χαρτών (Χαλκίδα, 2003). Νικόλαος

Κωνστάντιος, Δημήτρης, Το Κάστρο των Ιωαννίνων (Αθήνα, 1997).

Κοντογιάννης, Νίκος, Κάστρα και οχυρώσεις στην Μεσσηνία κατά τους μεσαιωνικούς και νεώτερους χρόνους (Αθήνα, 2001).

Κοντογιάννης, Νίκος, Η Κώς κατά την Βυζαντινή περίοδο και την Ιπποτοκρατία: κάστρα και οχυρώσεις στο Παλιό Πύλι, την Αντιμάχεια, την Κέφαλο και το Καστέλι Κεφάλου (Αθήνα, 2000).

Κοντογιάννης, Νίκος, Μεσαιωνικά κάστρα και οχυρώσεις της Κω (Αθήνα, 2002).

Λιάπης, Κώστας, To Κάστρο του Βόλου μέσα στους αιώνες (Βόλος, 1991).

Παπακωνσταντίνου, Μαρία-Φωτεινή, Το Κάστρο της Λαμίας (Αθήνα, 1994).

Πέτκος, Αντώνιος, Βασιλική Καλταπανίδου-Πυροβέτση, Σέρβια, μια βυζαντινή πόλη-κάστρο: διαδρομές στο χώρο και στο χρόνο: (Βέροια, 2009).

Σαββοπούλου, Σοφία, Το Κάστρο του Πλαταμώνα στους Βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους (Θεσσαλονίκη, 2007).

  1. ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΟΧΥΡΩΜΑΤΙΚΗ ΣΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

Ανδριανάκης, Μιχάλης, Το Φραγκοκάστελλο των Σφακίων (Αθήνα, 1998).

Αχειλαρά, Λίλλιαν, Το Κάστρο της Μυτιλήνης (Αθήνα, 1999).

Βαβατσιούλας, Oρέστης, Το Κάστρο της Νάξου: οικοδομική ιστορία (13ος-20ος αι.): η ίδρυση ενός κάστρου Σταυροφόρων, ο μετασχηματισμός του σε μεσαιωνική πόλη και η εξέλιξή του εως τη νεότερη εποχή (Αθήνα, 2009).

Βαγενάς, Νίκος, Το κάστρο της Αγίας Μαύρας 1300-1977: The castle of Lefkas (S. Maura) 1300-1977 (Αθήνα, 2001).

Ζούμπος, Γιώργος, Η οχύρωση της Κέρκυρας μέχρι το 18ο αιώνα και η πολιορκία του 1716: (Με γλωσσάρι οχυρωματικής ορολογίας) (Κέρκυρα, 1996).

Κοντογιάννης, Νίκος, Ιωάννα Γρηγοροπούλου, Το Κάστρο της Μεθώνης (Αθήνα, 2009).

Κορδώσης, Μιχαήλ, Κάστρα, πύργοι και φρουρές στον Μορέα, από τα έγγραφα των Acciaiuoli (Αθήνα, 2001-2002).

Κυριάκος, Άγγελος, Το Κάστρο της Ζαρνάτας στη Μάνη, Αθήνα, 2008.

Κατσαφάδος, Παναγιώτης, Σταμάτης, Τα κάστρα της Μάνης (Αθήνα, 1992).

Μυλωνά, Ζωή, Το Κάστρο της Ζακύνθου (Αθήνα, 2003).

Στεριώτου, Ιωάννα, Τα βενετικά τείχη του Χάνδακα (τον 16ο και τον 17ο αι.): (Το ιστορικό της κατασκευής τους σύμφωνα με βενετικές αρχειακές πηγές) (Αθήνα, 1998).

Steriotou, Ioanna, The Fortetza of Rethymno: The defence of the town during Venetian rule,  (Athens, 1989).

Σκουτέλης, Nικόλαος, Το δίκτυο των πόλεων-οχυρών στο κατά θάλασσα κράτος της Βενετίας 16ος-17ος αι (Διδακτορική διατριβή, Μετσόβιο, Αθήνα, 2006).

Τρυποσκούφη, ‘Αννα, Τσιτούρη, Αμαλία (επιμ.), Ενετοί και Ιωαννίτες ιππότες: δίκτυα οχυρωματικής αρχιτεκτονικής: πειραματική ενέργεια ArchiMed (Αθήνα, 2002).

  1. ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗ ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΑ

Βακαλόπουλος, Ἀπόστολος, Ἐ. Πρώιμοι ἀπελευθερωτικοί ἀγῶνες τῶν Ἑλλήνων κατά τήν Ὀθωμανοκρατία (1453-1669): Πολεμικά, πολιτικά καί θρησκευτικά γεγονότα, (Θεσσαλονίκη, 2001).

Στουραΐτη, Αναστασία, Ο Άρης στον καθρέφτη. Η δεξίωση του πολέμου του Μοριά (1684-1699) στη Βενετία (Διδακτορική διατριβή Αθήνα, 2003).

Κραντονέλλη Αλεξάνδρα, Ελληνική πειρατεία και κούρσος τον ΙΗ’ αιώνα και μέχρι την ελληνική επανάσταση [βάσει των ελληνικών και γαλλικών αρχείων], (Αθήνα, 1998).

Συλλογικό έργο, Η εκστρατεία του Μοροζίνι και το «Regno di Morea (Αθήνα, 1998).

Συλλογικό έργο, Ο τελευταίος Βενετο-Οθωμανικός Πόλεμος 1714-1718 (Αθήνα, 2002).

  1. ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

Αδελφότης Αθανασίου Διάκου (επιμ.), Πρακτικά του επιστημονικοῦ Συμποσίου «200 χρόνια από τη γέννηση του Αθανασίου Διάκου: Αθήνα, 18-19 Νοεμβρίου 1988 (Αθήνα, 2002).

Αγοραστός, Κωνσταντίνος, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: Η μορφή της Επανάστασης του 1821 (Θεσσαλονίκη, 1997).

Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, Προμαχώντας στο Μεσολόγγι: Έργα και ημέρες του Θανάση Ραζικότσικα 1798-1826 (Αθήνα, 2007). Στάμου, Παναγιώτης, Ο Αξιωματικός Λάμπρος Κατσώνης και ο Ρωσικός Στολίσκος στη Μεσόγειο (Αθήνα, 2011).

Πρασσά, Αννίτα, Αδαμοπούλου-Παύλου, Κωνσταντίνα, Ανδρέας Μιαούλης. Από την υπόδουλη ως την ελεύθερη Ελλάδα, 1769-1835 (Αθήνα, 2003).

Ροτζώκος, Νίκος, Επανάσταση και εμφύλιος στο Εικοσιένα (Αθήνα, 1997).

Τσιάμαλος, Δημήτριος, Κοινωνική και επαναστατική συνείδηση των ενόπλων της Ρούμελης στην επανάσταση του 1821 (Διδακτορική διατριβή, Πάντειο, Αθήνα, 2004).

  1. ΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ

Πρασσά Αννίτα (επιμ), Η Θεσσαλική Επανάσταση του 1878 και η μάχη της Μακρινίτσας: Αφιέρωμα στον Κάρολο Ογλ: Πρακτικά συνεδρίου (Μακρυνίτσα, 2002).

Βακαλόπουλος, Κωνσταντίνος, Ο ένοπλος αγώνας στη Μακεδονία 1904-1908. Ο Μακεδονικός Αγώνας (Αθήνα, 1999).

Γούναρης, Βασίλης, Καλύβας Στάθης, Στεφανίδης, Ιωάννης, Ανορθόδοξοι πόλεμοι: Μακεδονία, Εμφύλιος, Κύπρος (Αθήνα, 2010). Φλάισερ, Χάγκεν, Στέμμα και σβάστικα: η Ελλάδα της κατοχής και της αντίστασης (1941-1944) (Αθήνα, 1995).

Χαραλαμπίδης, Μενέλαος, Η Εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα (Αθήνα, 2012).

Αναγνώστου, Iωάννης, Η εθνική αντίσταση στην Λευκάδα: 1941 – 1944 (Διδακτορική διατριβή, Ιωάννινα, 2002).

Παπαπολυβίου, Πέτρος, Γούναρης, Βασίλης, Φόρος αίματος στην κατοχική Θεσσαλονίκη: Ξένη κυριαρχία, αντίσταση και επιβίωση (Θεσσαλονίκη, 2001).

Στάϊκος-Μακρής Πέτρος (επιμ.), Βρετανική πολιτική και αντιστασιακά κινήματα στην Ελλάδα: Η απόρρητη έκθεση του ταγματάρχη David J. Wallace (1943) (Αθήνα, 2009).

Χανδρινός, Ιάσονας, Το τιμωρό χέρι του λαού. Η δράση του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στην Κατεχόμενη πρωτεύουσα, 1942-1944 (Αθήνα, 2012).

Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, Χαϊδάρι 8 Σεπτεμβρίου 1944: η αόρατη στρατιά στο απόσπασμα  (Αθήνα, 2002).

Ινστιτούτο Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Μακεδονία και Θράκη, 1941-1944. Κατοχή, Αντίσταση, Απελευθέρωση (Θεσσαλονίκη, 1998).

Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, ΠΕΑΝ (1941-1945) – Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζομένων Νέων (Αθήνα, 2004).

Καράμπελας, Γιώργος, Το Ελληνικό αντάρτικο των πόλεων 1974-1985 (Αθήνα, 2002).

  1. ΠΟΛΕΜΟΙ 1897-1922

Στεφανοπούλου, Μαρία (επιμ.), Ο πόλεμος του 1897: Διήμερο με την ευκαιρία των 100 χρόνων: (4 και 5 Δεκεμβρίου 1997) (Αθήνα, 1999).

Κωστόπουλος, Τάσος, Πόλεμος και εθνοκάθαρση. Η ξεχασμένη πλευρά μιας δεκαετούς εθνικής εξόρμησης, 1912-1922 (Αθήνα 2007).

Ακτσόγλου, Ιάκωβος, Χρονικό μικρασιατικού πολέμου: 1919 – 1922 (Αθήνα, 1998).

  1. ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Δεσποτόπουλος, Αλέξανδρος, Η πολεμική προπαρασκευή της Ελλάδος 1923-1940 (Αθήνα, 1998).

Mourelos, Yannis, Fictions et realites: La France, la Grèce et la strategie des operations peripheriques dans le sud-est europeen (1939-1940) (Θεσσαλονίκη, 1990).

Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Η Ελλάδα και ο πόλεμος στα Βαλκάνια 1940-41 (Θεσσαλονίκη, 1992).

Ακαδημία Αθηνών, Η Συμμετοχή της Ελλάδας στο Β Παγκόσμιο Πόλεμο, 2 τόμοι (Αθήνα, 1998).

Δεσποτόπουλος, Αλέξανδρος, Η συμβολή της Ελλάδος στην έκβαση των δύο παγκόσμιων πολέμων (Αθήνα, 1996).

Δημακόπουλος, Γεώργιος, Οι Ναυπλιείς Αντιστράτηγοι Δημήτριος Σπ. Παπαδόπουλος και Βασίλειος Παν. Βραχνός. Η Μάχη της Πίνδου 1940. Η Εαρινή επίθεσις 1941 (Ναύπλιο, 1998).

Δημακόπουλος, Γεώργιος, Οι εκ της Μακεδονίας Στρατηγοί του 1940-1941 (Αθήνα, 1993).

Χανδρινός, Ιάσονας, ΕΛΑΣ: ο μεγαλύτερος στρατός της εθνικής αντίστασης (Αθήνα, 2011).

Χανδρινός, Ιάσονας, Εθνική Αντίσταση, 1941-1944: Η αληθινή ιστορία του Ελληνικού αντάρτικου (Αθήνα, 2007).

Μαλακάσης, Ιωάννης, Το Ναυτικό στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, 2 τόμοι, (Ιωάννινα, 1995).

Μαλακάσης, Ιωάννης, Η Δράση της Ελληνικής Εμπορικής Ναυτιλίας στη Μέση Ανατολή (Ιωάννινα, 1995).

  1. ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Φωτιάδης, Κώστας Στράτος Δορδανάς, Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Αθώα θύματα στο Βέρμιο: Οι Πύργοι και το Μεσόβουνο στην κατοχή (1941-1944) (Θεσσαλονίκη, 2010).

Δορδανάς, Στράτος Το αίμα των αθώων: Αντίποινα των γερμανικών αρχών κατοχής στη Μακεδονία, 1941-1944 (Αθήνα, 2007).  

Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος, Μαρτυρίες: Καλάβρυτα 13 – 12 – 43, στα μονοπάτια της μνήμης (Καλάβρυτα, 2011).

  1. ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Τσίου, Αγόρω Ο εμφύλιος πόλεμος στα Μαστοροχώρια και την Αετομηλίτσα της Κόνιτσας (Διδακτορική διατριβή, Πάντειο, Αθήνα, 2009).

Tζούκας, Eυάγγελος, Οι οπλαρχηγοί του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο.Τοπικότητα και πολιτική ένταξη (Διδακτορική διατριβή, Πάντειο, Αθήνα, 2003).

Καρακατσιάνης, Ιωάννης, Η Μάνη στον πόλεμο: Κατοχή, Αντίσταση και Εμφύλιος (Διδακτορική διατριβή, Αθήνα, 2010).

Μαργαρίτης, Γιώργος, Από την ήττα στην εξέγερση: Ελλάδα: Άνοιξη 1941 – Φθινόπωρο 1942 (Αθήνα, 1993).

Πετιμεζάς, Ηρακλής, Εθνική αντίσταση και κοινωνική επανάσταση Ζέρβας και ΕΑΜ: Ο αγώνας 1941-1944 βάσει των αρχείων της αντιστασιακής ομάδας «ΝΙΚΗΤΑΣ» (Αθήνα, 1991).

Δορδανάς, Στράτος, Ελληνες εναντίον Ελλήνων: Ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη 1941-1944 (Αθήνα, 2006).

Μπάδα, Κωνσταντίνα –Σφήκας Θανάσης (επιμ.), Κατοχή Αντίσταση Εμφύλιος Πόλεμος: Η Αιτωλοακαρνανία στη Δεκαετία 1940-1950 (Αθήνα, 2010).

Βερέμης, Θάνος, Ιατρίδης, Γιάννης, Χόνδρος, Γιάννης, Baerentzen, Lars, Close, David, Smith, Ole, Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος 1943-1950: Μελέτες για την πόλωση (Αθήνα, 1997).

Γερολυμάτος Ανδρέας, Κόκκινη Ακρόπολη, μαύρος τρόμος: Από την Αντίσταση στον Εμφύλιο, 1943-1949 (Αθήνα, 2005).

Δεμερτζής, Νίκος (κ.α), Εμφύλιος. Πολιτισμικό τραύμα (Αθήνα, 2013).

Νικολακόπουλος, Ηλίας (κ.α.), Ο εμφύλιος πόλεμος, 1946-1949 (Αθήνα, 2010).

Καρδάσης Βασίλειος, Ψαρομηλίγκος, Αρτέμιος (επιμ.), Δεκέμβρης ’44. Οι μάχες στις γειτονιές της Αθήνας (Αθήνα, 2010).

Μαραντζίδης, Νίκος, Δημοκρατικός στρατός Ελλάδας: 1946-1949 (Αθήνα, 2010).

Νικολακόπουλος, Ηλίας, Καλύβας, Στάθης, Μαραντζίδης, Νίκος, Mazower, Mark, Μαργαρίτης, Γιώργος, Κρεμμυδάς, Βασίλης, Διάλογος για την ιστορία: 18 ειδικοί συζητούν για τη βία στον ελληνικό εμφύλιο (Αθήνα, 2004).

Βόγλης, Πολυμέρης, Η εμπειρία της φυλακής και της εξορίας: oι πολιτικοί κρατούμενοι στον εμφύλιο πόλεμο (Αθήνα, 2004).

Βουρνάς, Τάσος, Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας: ο εμφύλιος (Αθήνα, 1999).

Μαργαρίτης, Γιώργος, Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946-1949, 2 τόμοι, (Αθήνα, 2001).

Ιατρίδης, Γιάννης (κ.α.) Μελέτες για τον εμφύλιο πόλεμο 1945-1949 (Αθήνα, 1992).

Μπαλτά, Νάση, Ο Ελληνικός εμφύλιος πόλεμος 1946-1949 μέσα από τον Γαλλικό τύπο (Αθήνα, 1993).

Ηλιού, Φίλιππος (κ.α.), Ο Εμφύλιος Πόλεμος. Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο Φεβρουάριος 1945 – Αύγουστος 1949 (Αθήνα, 2002).

Μαραντζίδης, Νίκος, (επιμ.), Οι άλλοι Καπετάνιοι: Αντικομουνιστές ένοπλοι στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου (Αθήνα, 2006). Γιάννης, Σακκάς, Η ΕΑΜική αντίσταση 1941-1944: μια κριτική ματιά (Αθήνα, 1998).

Μακρής-Στάικος, Πέτρος, Κίτσος Μαλτέζος, Ο αγαπημένος των θεών (Αθήνα, 2000).

Γεροζήσης, Τριαντάφυλλος, Βίτσι: Αύγουστος-Νοέμβριος 1948 (Αθήνα, 2012).

Γεροζήσης, Τριαντάφυλλος, Επίλεκτο απόσπασμα 1ης μεραρχίας ΔΣΕ Φλωράκη-Μπελογιάννη-Παπαγεωργίου: Γράμμος, Άγραφα, Μουργκάνα, Αύγουστος-Σεπτέμβρης 1949 (Αθήνα, 2004).

Γεροζήσης, Τριαντάφυλλος, «Έφοδος στον ουρανό»: οι δύο επιχειρήσεις του ΔΣΕ: Βάλτος – Γράμμος, Μάρτης – Απρίλης – Μάης 1949 (Αθήνα, 2008).

Φλάισερ, Χάγκεν, Σβορώνος, Νικόλαος (επιμ.), Η Ελλάδα 1936-1944, Δικτατορία, Κατοχή, Αντίσταση, Πρακτικά του Διεθνούς Ιστορικού Συνεδρίου (Αθήνα, 1989).

Μανθούλης, Ροβήρος, Το ημερολόγιο του εμφυλίου διχασμού 1900-1974: Ξένες επεμβάσεις, δικτατορίες, πόλεμοι και εμφύλιοι πόλεμοι (Αθήνα, 2006).

  1. ΜΝΗΜΗ

Παπαδάκης, Νίκος, Για την Κρήτη και τη Μακεδονία: Ο Λεωνίδας Μαλέκος – Παπαμαλέκος και τα γεγονότα της εποχής του (1890-1912) (Χανιά, 2008).

Μιχαηλίδης, Ιάκωβος, Κωνσταντίνος Παπανικολάου, Αφανείς γηγενείς μακεδονομάχοι (1903-1913) (Θεσσαλονίκη, 2008).

Καραμπάτη, Περσεφόνη, Άγωνας και διλλήμματα: Η Μακεδονία του Παύλου Μελά μέσα από τα σημειωματάριά του (Θεσσαλονίκη, 2005).

Παπαπολυβίου, Πέτρος, (επιμ.), Ἡμερολόγιον ἤ Πολεμικαί σελίδαι: Τό ἡμερολόγιο ἑνός Κύπριου ἐθελοντῆ τοῦ ἑλληνοβουλγαρικοῦ πολέμου τοῦ 1913, Ἐμμανουήλ Μ. Ἐμμανουήλ (Θεσσαλονίκη, 1996).

Τρίχα, Λύντια, (επιμ.), Ημερολόγια και γράμματα από το μέτωπο: Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913 (Αθήνα, 1993). 

Γαρδίκα – Κατσιαδάκη, Eλένη, (επιμ.), Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913: Επιστολές προς τη σύζυγό του Κούλα (Αθήνα, 1998).

Δημητρίου, Ελένη, Ο πόλεμος ως προσωπικό βίωμα: ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος 1940-1941 μέσα από τα προσωπικά ημερολόγια Ελλήνων στρατιωτών (Αθήνα, 2010).

Μπελιά, Eλένη, Ἡμερολόγια πολέμου καί ἀλληλογραφία: 1940-1941 (Αθήνα 1998).

Καρδάσης, Βασίλειος, Αρτέμιος Ψαρομηλίγκος (επιμ.), Σου γράφω από το μέτωπο, 1940-1941 (Αθήνα, 2010).

Φλαΐσερ, Χάγκεν, Οι πόλεμοι της μνήμης. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στη δημόσια ιστορία (Αθήνα, 2008).

Σπηλιωτοπούλου, Μαρία (επιμ.), Σπηλιωτόπουλος, Παναγιώτης, Τεκμήρια γιά τόν πόλεμο τοῦ 1940-1941: Δράση τῆς XV μεραρχίας πεζικοῦ: Ἡ ἄλλη ὄψη γιά τήν συνθηκολόγηση (Αθήνα, 1992).

Σπηλιωτοπούλου, Μαρία (επιμ.), Μαίρη Παριανού, Μαρτυρίες από την Αντίσταση και τη φυλακή (1941-1945) (Αθήνα, 2007).

Σπηλιωτοπούλου, Μαρία, Ελ Αλαμέιν, Μέση Ανατολή, Μπάρντια: Η ιστορία ενός Αιγυπτιώτη Έλληνα στρατιώτη 1915-1966 (Αθήνα, 2002).

Κωστόπουλος, Τάσος, Η αυτολογοκριμένη μνήμη. Τα Τάγματα Ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη (Αθήνα 2005).

Βαν Μπούσχοτεν, Ρίκη (κ.α), Μνήμες και λήθη του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου (Αθήνα, 2008).

Γεροζήσης, Τριαντάφυλλος, Ανταρτόπουλο στο ΔΣΕ: Το χαμένο ημερολόγιο (Αθήνα, 2000).

Μαυροσκούφης, Δημήτρης, Ένας στρατιώτης στον Εμφύλιο: (1945-1949): Η συμβολή της μικροϊστορίας στην ανίχνευση και την ανάλυση των βιωματικών όψεων της καθημερινής ζωής (Θεσσαλονίκη, 2000).

Μαραντζίδης, Νίκος, Αντωνίου Γεώργιος (επιμ.) , Ημερολόγιον 1947-1949, Δημήτρης Βλαντάς (Αθήνα, 2007).

Τσουκαλάς, Κωνσταντίνος, Πόλεμος, μνήμη και τέχνη: Οι «παράπλευρες ζημιές» του Γιάννη Ψυχοπαίδη (Αθήνα, 2000).

Βερέμης, Θάνος (κ.α.), Εμείς οι Έλληνες: Πολεμική ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, 3 τόμοι (Αθήνα, 2008).

Πισπιρίγκα, Φούλα, Το ημερολόγιον του «Κίμωνος» (Αθήνα, 2012).

  1. ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ

Τασούλας, Μανουήλ (επιμ.), Μαντώ Μαυρογένη: Ιστορικό αρχείο: (250 έγγραφα της ηρωίδας, προερχόμενα από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, τα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας της Βουλής, τα Αρχεία της Ιονίου Γερουσίας Κερκύρας – Τι έγραψαν για τη Μαντώ οι σύγχρονοί της – Τι θυμούνται σήμερα γι’ αυτήν οι απόγονοί της (Μύκονος, 1995).  

Κούκκου, Ελένη, Ανέκδοτα έγγραφα της δευτέρας εκστρατείας και των σφαγών της Χίου κατά τα έτη 1827-1828 (Αθήνα, 2003). Περσεφόνη Καραμπάτη, Πελαγία Κολτούκη, Χρήστος Μανδατζής, Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Άγγελος Χοτζίδης, Οι απαρχές του Μακεδονικού αγώνα 1903-1904: 100 έγγραφα από το αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών (Θεσσαλονίκη, 1996).

Καραμπάτη, Περσεφόνη, Κολτούκη, Πελαγία, Μιχαηλίδης, Ιάκωβος, Η Ελληνική αντεπίθεση στη Μακεδονία 1905-1906: 100 έγγραφα από το Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών της Ελλάδος (Θεσσαλονίκη, 1997).

Καραμπάτη, Περσεφόνη, Κολτούκη, Πελαγία, Μιχαηλίδης Ιάκωβος, Τολούδη, Φωτεινή, Η τελευταία φάση της ένοπλης αναμέτρησης στη Μακεδονία 1907-1908: 100 έγγραφα από το Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών της Ελλάδος (Θεσσαλονίκη, 1998). Γκιουλέκας, Κωνσταντίνος, Επος 1940-41 Ημέρα με την ημέρα ο πόλεμος από τις εφημερίδες της εποχής, 2 τόμοι (Αθήνα, 2008). Κόντης, Βασίλειος, Σφέτας, Σπυρίδων (επιμ.), Εμφύλιος Πόλεμος. Έγγραφα από τα γιουγκολαβικά και βουλγαρικά αρχεία (Θεσσαλονίκη, 1999).

  1. ΠΟΛΕΜΟΣ, ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΦΥΛΛΟ

Καραμπάτη, Περσεφόνη, Μαχόμενα Σύμβολα οι Σφραγίδες των Μακεδονομάχων Αγωνιστών, (Θεσσαλονίκη 2000).

Κομνηνός, Βλάσης, Κινηματογράφος και προπαγάνδα: ιστορικές και πολεμικές ταινίες στην Ελλάδα κατά την περίοδο της δικτατορίας (1967-1974) (Διδακτορική διατριβή, Αθήνα, 2012).

Ανδρίτσος, Γιώργος, Η κατοχή και η αντίσταση στον ελληνικό κινηματογράφο (1945-1966) (Αθήνα, 2004).

Πρασσά, Αννίτα, Οι αγωνίστριες του ’21: Μπουμπουλίνα, Μαυρογένους, Καΐρη, Βισβίζη (Αθήνα, 2010).

Βερβενιώτη, Τασούλα,  Η γυναίκα της αντίστασης: η είσοδος των γυναικών στην πολιτική (Αθήνα, 1994).

  1. ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ

Πολυχρονοπούλου – Κλαδά, Νίκα, Στρατηγός Ἀλέξανδρος Κοντούλης, 1858-1933: Μαχητής τῶν ἐθνικῶν ἀγώνων (Αθήνα, 2000). Μοσχόπουλος, Διονύσης, Ο στρατηγός Κωνσταντίνος Καλλάρης και η εποχή του (1858 – 1940) (Θεσσαλονίκη, 2002).

Αναστασάκος, Σέφης, Ο Πλαστήρας και η Εποχή του, 3 τόμοι (Αθήνα, 2007).

Χαριτόπουλος, Διονύσης, Άρης, Ο αρχηγός των ατάκτων (Αθήνα, 2001).

  1. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΑΤΡΙΚΗ

Νταφούλης, Παύλος, Η υγειονομική περίθαλψη κατά την ένοπλο φάση του μaκεδoνικού αγώνος (1904-1908) και η δράση των εφέδρων και μόνιμων αξιωματικών του υγειονομικού. (Διδακτορική διατριβή, Ιωάννινα, 2007).

20.ΑΦΟΠΛΙΣΜΟΣ

Κούμας, Μανόλης, Μικρά Κράτη, Συλλογική Ασφάλεια, Κοινωνία των Εθνών: Η Ελλάδα και το Ζήτημα του Αφοπλισμού (Λευκωσία, 2012).

  1. ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ

Κονταλή, Αθηνά, Η συμμετοχή του ελληνορθόδοξου κλήρου στα επαναστατικά κινήματα της τουρκοκρατίας (1453-1821) (Διδακτορική διατριβή, Αθήνα, 2011)

  1. ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Κολιόπουλος, Κωνσταντίνος, Στρατηγικός Αιφνιδιασμός (Αθήνα, 2000).

Κολιόπουλος, Κωνσταντίνος, Η Στρατηγική Σκέψη από την Αρχαιότητα έως Σήμερα (Αθήνα, 2008).

Παπασωτηρίου, Χαράλαμπος, O Aγώνας για την Eλληνική Aνεξαρτησία: Πολιτική και Στρατηγική των Eλλήνων και της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας, 1821-1832 (Αθήνα, 1996).

  1. ΝΑΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΙΣΧΥΣ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

Κορρές, Θεόδωρος,  Υγρόν πύρ. Ένα όπλο της Βυζαντινής ναυτικής τακτικής (Θεσσαλονίκη, 1989).

Fourakis, Panayiotis, La Constitution de la Marine de Guerre Hellénique et la Force Naval de la Grèce (1900-1913) (Ph.D. Diss., University of Sorbonne 2008).

Γαρδίκα-Κατσιαδάκη, Ελένη, Χαρωνίτης, Γιώργος, Το Θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ» κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913 (Αθήνα, 2002).

Ρουμάνης, Ηλίας, O τορπιλισμός της Έλλης και το έπος του 1940-1941: Συγκριτική ιστορική μελέτη (Αθήνα, 2002).

Δαμάσκος, Δημήτριος (κ.α), Με τα φτερά του Ίκαρου: Ελληνική πολεμική και πολιτική αεροπορία 1908-1998 (Αθήνα, 1999).

 

  1. ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Δημητράκης, Παναγιώτης, Μυστικές επιχειρήσεις στη Μικρά Ασία: Ο απόρρητος πόλεμος των Ελληνικών και Βρετανικών Υπηρεσιών Πληροφοριών για την Ανατολία 1919- 1923 (Αθήνα, 2005).

Σαμπατακάκης, Θεόδωρος, Ταυτότητες πρακτόρων και κωδικά ονόματα: Η δραστηριότητα των βρετανικών υπηρεσιών πληροφοριών στην Ελλάδα 1939-1944 (Αθήνα, 2006).

  1. ΣΤΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Βερέμης, Θάνος, (κ.α.), Στρατός και πολιτική (Αθήνα, 1989).

Βερέμης, Θάνος, Ο στρατός στην Ελληνική Πολιτική. Από την Ανεξαρτησία στη Δημοκρατία (Αθήνα, 2000).

Κακαράς, Αντώνης, Οι Έλληνες Στρατιωτικοί – Αξιωματικοί και Υπαξιωματικοί στη Μεταπολεμική Ελλάδα, 3 τόμοι (Αθήνα, 2006). Κακαράς, Αντώνης, Επαγγελματίες στρατιωτικοί υπό αυταρχικά καθεστώτα (Αθήνα, 2004).

Κακαράς, Αντώνης, Το Πολεμικό Ναυτικό στη Δικτατορία, 1967-1974 (Αθήνα, 1997).

Malakasis, John, The Greek naval revolution of April 1944 (Ioannina, 2001).  

Γεροζήσης, Τριαντάφυλλος, Το σώμα των αξιωματικών και η θέση του στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία (1821-1975) (Ιωάννινα, 1996).

Malakasis, John, The Navy and Its Officer Corp in the Decade of the Thirties and Up to the Eve of the Greco-Italian War (Ioannina, 1995).

Malakasis, John, The State of the Officer’s Corp in the Decade of the Thirties in Greece and the Advent of Right-wind [i.e. Wing] Militarism (Ioannina, 1995).

Παπαδιαμάντης, Δημήτρης, Στρατός και πολιτική εξουσία στη μετεμφυλιακή Ελλάδα (1949-1967) (Διδακτορική διατριβή, Αθήνα, 2012).

  1. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΗΣ ΑΜΥΝΑΣ

Αντωνάκης, Νίκος, Εφαρμογές Οικονομικών της Άμυνας στην Ελληνική Οικονομία (
Αθήνα, 2002).

Δημακόπουλος, Γεώργιος, Στρατιωτική και Θεσμική Αναδιοργάνωσις, 1909-1916, Σύστασις Ανωτάτου Μικτού Επιτελείου και Σχολών Επιτελών (Αθήνα, 2000).

Καντάς, Αντώνης, Αμυντική Οικονομία. Μια πολύπλευρη προσέγγιση (Αθήνα, 2002).

Ματιάτος, Δημήτριος, Πως χρηματοδοτούνταν οι Δημόσιες Δαπάνες κατά τον Αγώνα του 1821 (Αθήνα, 1990).

Φράγκος, Κωνσταντίνος, Η λεηλασία της άμυνας εξοπλισμοί (1981-2011) (Αθήνα, 2012).

Φράγκος, Κωνσταντίνος, Αμύνεσθαι περί πάτρις: (Εξοπλισμοί 1996-2006) (Αθήνα, 2008)

Γ. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

 

  1. ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ

Φωτίου, Ηλιάνα, Κίμωνας: Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός, Μιλτιάδης: Αθηναίος στρατηγός (Αθήνα, 2004).

Μπέκου, Αγγελική, Αριστείδης: Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός (Αθήνα, 2004).

Μπέκου, Αγγελική, Αγησίλαος, Σπαρτιάτης βασιλιάς, Βρ9ασίδας, Σπαρτιάτης στρατηγός (Αθήνα, 2004).

Μπέκου, Αγγελική, Περικλής: Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός (Αθήνα, 2004).

Βολονάκη, Ελένη, Αλκιβιάδης: Αθηναίος στρατηγός και πολιτικός (Αθήνα, 2004).

Λεπενιώτη, Μαρία, Νικίας: Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός. Κόνων: Αθηναίος στρατηγός (Αθήνα, 2004).

Γεωργίου, Ελένη, Πελοπίδας: Θηβαίος στρατηγός (Αθήνα, 2004).

Γιαννόπουλος, Νίκος, Πύρρος: Ο εφιάλτης της Ρώμης, (Αθήνα, 2008).

Καργάκος, Σαράντος, Φίλιππος και Αλέξανδρος: Ως στρατιωτικοί και πολιτικοί ηγέτες (Αθήνα, 1993).

Καρύκας, Παντελής, Μέγας Αλέξανδρος: Ο οραματιστής στρατηλάτης (Αθήνα, 2009).

Αραμπατζής, Δημήτριος, Αλέξανδρος ο Μέγας: Ο αήττητος στρατηλάτης και οραματιστής ενός νέου κόσμου (Θεσσαλονίκη, 2011). Μανίνης, Δημήτρης Βασίλειος, Μέγας Ἀλέξανδρος (Αθήνα, 1997).

Μπόσιος,  Αθανάσιος, Μέγας Αλέξανδρος: Bασιλιάς των Μακεδόνων (Αθήνα, 2004).  

Ψαρομηλίγκος, Αρτέμης (κ.α.) Μέγας Αλέξανδρος: Ο στρατηλάτης, ο άνθρωπος, ο θρύλος (Αθήνα, 2012).

Βρυώνης, Νίκος, Μέγας Αλέξανδρος: Ο άνθρωπος, ο βασιλιάς, ο στρατηλάτης (Ηράκλειο, 2011).

Καψάλας, Δημήτριος, Μέγας Ἀλέξανδρος ὁ Κατακτητής (Θεσσαλονίκη, 1993).

Χρονόπουλος, Γιάννης, Βελισάριος: Ο στρατηγός – θρύλος του Ιουστινιανού (Αθήνα, 2009).

Μελισσείδης, Ιωάννης, Ζαβολέα- Μελισσείδη, Πουλχερία, Νικηφόρος Φωκάς: «(Ελ) Νικφούρ» (Αθήνα, 2001).

Χρονόπουλος, Γιάννης, Ιωάννης Τσιμισκής: Ο στρατηλάτης αυτοκράτορας (Αθήνα, 2010).

Χρονόπουλος, Γιάννης, Νικηφόρος Φωκάς: Ο «λευκός θάνατος» των Σαρακηνών (Αθήνα, 2009).

Καρδαράς, Γεώργιος, Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος: Το απόγειο της Βυζαντινής δύναμης (Αθήνα, 2002).

Κανελλόπουλος, Δημήτρης, Ζωή και δράση του Θεόδωρου Κ. Κολοκοτρώνη και της γενιάς του (Ναύπλιο 2001).

Γιαννόπουλος, Νίκος, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: Η πολυτάραχη ζωή και η δράση του ηγέτη της επανάστασης (Αθήνα, 2001). Σταθόπουλος, Ευστάθιος, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: Ο λεβέντης του Μοριά: Ίστορική και κοινωνική μελέτη (Αθήνα, 1991).

Στασινόπουλος, Χρήστος, Ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, 6 τόμοι (Αθήνα, 1992-1994).

Μιλλεούνης, Ευάγγελος, Ιστορίες του μεγάλου αγώνα (1780-1831): Με τη φωνή των αγωνιστών του εικοσιένα: Αινιάν – Γερμανός Παλαιών Πατρών – Κασομούλης – Κολοκοτρώνης – Μακρυγιάννης – Ξάνθος – Περραιβός – Σπηλιάδης – Σπυρομίλιος – Φωτάκος, (Αθήνα, 2004).

Χαρίτος, Γεώργιος, Ο θάνατος του Γ. Καραϊσκάκη: Μια νεώτερη ανακάλυψις (Αθήνα, 2002).  

Σταμέλος, Δημήτρης, Νικηταρᾶς: Πρότυπο παλικαριᾶς καί ἀρετῆς (Αθήνα, 2000).

Μιτάκης, Διονύσης, Ὁ στρατηγός Δημοτσέλιος: Ἕνα ἴνδαλμα τοῦ εἰκοσιένα καί ὁ πρωτοπόρος δημοκράτης τῆς νέας Ἑλλάδος, (Πάτρα, 2003).

Κουτσοκλένης, Γεώργιος, Δῆμος Σκαλτσᾶς: Φημισμένος κλέφτης καί ἀρματωλός (Άμφισσα, 2005).

Χαρίτος, Γεώργιος, Τό ἦθος, ὁ χαρακτήρας καί οἱ κυριώτερες μάχες στίς ὁποῖες ἔλαβε μέρος ὁ στρατάρχης Γεώργιος Καραϊσκάκης: Δημοσίευσις νέων ὀνομάτων ἀγωνιστῶν τοῦ 1821 πού ἔλαβαν μέρος στή μάχη τῆς Ἀράχωβας ὑπό τόν Γ. Καραϊσκάκη (Αθήνα, 2004).  Κολομβάς, Νικόλαος, Αθανάσιος Ραζή – Κότσικας: Ο χαρισματικός οδηγός των οπλοφόρων Μεσολογγιτών κατά την περίοδο της Εθνικής Παλιγγενεσίας (1821-1826) (Αθήνα, 2006).

Σπανός, Κώστας, Άγνωστοι Θεσσαλοί κλεφταρματολοί αγωνιστές κατά την επανάσταση του 1821: Klefts and Armatoli of Thessaly during the war of Greek Indepedence 1821 (Θεσσαλονίκη, 2005).

Τσατσάνης, Γεώργιος, Ονομαστικός κατάλογος των Δυτικορουμελιωτών Αγωνιστών του 1821 (Αθήνα, 2005).

Κατσικάπης, Βασίλης, Ρουμελιώτες αγωνιστές στην εποποιΐα του Εικοσιένα (Αθήνα, 1990).  

Σκούρας, Γεώργιος, Αγωνιστές του 1821 από την Υπάτη: (Πατρατζικιώτες) (Αθήνα, 1994).

Σκούρας, Γεώργιος, Αγωνιστές του 1821 επαρχίας Δομοκού (Αθήνα, 1994).

Κανατάς, Γιάννης, Ο καπετάν Γιωργάκης Δημόπουλος από τη Νικήτη: (Από τα βουνά της Μακεδονίας στις φυλακές τ’ Αναπλιού) (Πολύγυρος, 2006).

Μωραΐτης, Κάρολος, Ἰωάννης Δημακόπουλος (1833-1866): Ὁ ἡρωϊκός φρούραρχος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀρκαδίου (Αθήνα, 2007). Δογιάμας, Κωνσταντίνος,, Οι μακεδονομάχοι αδελφοί Δογιάμα (Θεσσαλονίκη 2009).

Καλιανιώτης, Αθανάσιος, Το μεγάλο συναξάρι: Αφανείς γηγενείς μακεδονομάχοι (1903-1913), (Θεσσαλονίκη, 2011).

Νικολακόπουλος, Παναγιώτης, Μιχαήλ Γ. Μωραΐτης Μακεδονομάχος Καπετάν Κόδρος (Θεσσαλονίκη, 2006).

Σφυρή, Γιώτα, Το έπος του μακεδονικού αγώνα 1904 – 1908: Κρήτες και Μανιάτες μακεδονομάχοι (Αθήνα, 2009)

Κελαϊδής, Πάρις,, Μακεδονομάχοι και ηπειρομάχοι από τα Σφακιά (Αθήνα, 1995).

Κουζούλης, Στάθης, Αγωνιστές Μακεδονομάχοι της επαρχίας Νευροκοπίου 1900 – 1907 (Δράμα, 2010).

Μπενάκης, Νίκος, Η εθνική ιστορία του Παύλου Μελά: Όλος ο πατριωτικός του βίος (Αθήνα, 2004).

Τζινίκου-Κακούλη, Αθηνά, Παύλος Μελάς: O Θρυλικός καπετάν Μίκης Ζέζας (Θεσσαλονίκη, 1998).

Τζινίκου-Κακούλη, Αθηνά, Καπετάν Κώττας ο εθνομάρτυρας Γηγενής Μακεδονομάχος (Θεσσαλονίκη, 2000).

Παπαϊωάννου, Λάζαρος, Ο Μακεδονομάχος καπετάν Κώστας Γαρέφης (Κοζάνη, 1993).

Λιάπης, Κώστας, Καπετάν Κώστας Γαρέφης, ο σταυραετός του Πηλίου (Βόλος, 2008).

Χριστοδούλου, Χρίστος, Οι τρεις ταφές του Χασάν Ταχσίν Πασά (Θεσσαλονίκη, 2009).

Χατζηαντωνίου, Κώστας, Νικόλαος Πλαστήρας: Ιστορική βιογραφία: Ο πολεμιστής, ο επαναστάτης, ο πολιτικός (Αθήνα, 1999). Γιάννης Σπανδωνής, Νικόλαος Πλαστήρας: Η χαμένη ευκαιρία της Ελλάδας (Αθήνα, 2000).

Παπαδόπολη, Σπυρίδωνα, Δύο Κερκυραῖοι ἀξιωματικοί (Αθήνα, 1996).

Μηλιώνης, Γρηγόριος, Θεοχάρης Γεωργίου Μηλιώνης, έφεδρος υπολοχαγός πεζικού, ήρως του Βορειοηπειρωτικού έπους του 1940 (Θεσσαλονίκη, 2005).

Κοραντής, Αντώνης, Ἀλέξανδρος Παπάγος καί ο Πόλεμος τῆς Ἑλλάδος 1940-1941 (Αθήνα, 1995).

Εταιρία Ευρυτάνων Επιστημόνων, Κατσιμήτρος Χαράλαμπος: Ὁ Εὐρυτάνας στρατηγός τῆς νίκης τοῦ 1940 (Αθήνα, 1993).

Στρογγύλης, Αποστόλης, Τρεις μορφές της Αντίστασης, Σαράφης, Καρτάλης, Καραγιώργης (Αθήνα, 1997).

Κοτίνης, Χαράλαμπος, Οπλαρχηγός Αριστοτέλης Τσιτσέλης: ο πρωτομάρτυρας του ΕΔΕΣ στην Αιτωλοακαρνανία (Ναύπακτος, 2010). Μπερερής, Διονύσης, Ναπολέων Ζέρβας, Η ζωή και η δράση του (Αθήνα, 2007).

Αποστολάτος, Γεράσιμος, Ναπολέων Ζέρβας, Ο ρομαντικός αετός των Βουνών (Αθήνα, 2000).

Παπακόγκος, Κώστας, Καπετάν Μάρκος. Ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Ελλάδα, 1945-1949, 2 τόμοι, (Αθήνα, 1999).

Μανδίκος, Γεώργιος, O καπετάν Μάρκος και ο γολγοθάς του κινήματος: (Η αθέατη πλευρά) (Αθήνα, 2006).

Βερύκιος, Κωνσταντίνος, Λύσανδρος: Σπαρτιάτης ναύαρχος; Λεωνίδας: Σπαρτιάτης βασιλιάς (Αθήνα, 2004)

Μπέκου, Αγγελική, Θεμιστοκλής: Αθηναίος πολιτικός και ναύαρχος (Αθήνα, 2003).

Σταμέλος, Δημήτρης, Ἀνδρέας Μιαούλης: Ἔπος καί τραγωδία, (Αθήνα, 2003).  

Φακίδης, Ιωάννης, Ο Αρχιναύαρχος Λόρδος Κόχραν και η δράση του στην Ελληνική Επανάσταση (Αθήνα, 1999).

Γκαγκάκης, Μανώλης, Νικόλαος Κρήτσκης: Ένας λησμονημένος ναύαρχος: Ένας ξεχασμένος ευεργέτης (Βόλος, 2003).

Νικολαΐδης, Νικόλαος, Ο ναύαρχος Γεώργιος Κακουλίδης: Μακεδονομάχος, επαναστάτης, βουλευτής, γερουσιαστής (1871-1946) (Αθήνα, 2001).

Φουράκης, Παναγιώτης, Περικλής Αργυρόπουλος, Ο Θεμελιωτής της Ναυτικής Ισχύος (Αθήνα, 2008).

Μωραΐτης, Κάρολος, Καραμανλάκης Αλέξανδρος (Αθήνα, 1992).

Μάστρακας, Μάρκος, Πέρασμα στην αιωνιότητα (Αθήνα, 2002).

  1. ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ – ΧΡΟΝΙΚΑ

Ποταμιάνος, Χαράλαμπος, Αναμνήσεις μιας ζωής (Αθήνα, 2002).

Λαγανάς, Γεώργιος, Οἱ ἡμέρες τῶν Ἐλεύθερων Πολιορκημένων: (1824-1826): Τό ἡμερολόγιο τῆς Β ́ Πολιορκίας τοῦ Μεσολογγίου, ὅπως δημοσιεύθηκε στά Ἑλληνικά Χρονικά (Αθήνα, 2001).

Πατσιώτη-Τσακπουνίδη, Ιωάννα, Τσακπουνίδης, Ευτύχιος-Πέτρος, Η έξοδος του Μεσολογγίου (Άρθρα-Προσωπικές Μαρτυρίες Επιστολές) (Αθήνα, 2004).

Στάμου, Χρήστος, 1821: Ο Κουντουριώτης στρατηγός Νικόλαος Ρόκας ή Ζερβονικόλας (Μάνδρα, 1999).

Στάμου, Χρήστος, Μακεδονικός αγώνας: (1903-1908): Το ιστορικό αρχείο του Κουντουριώτη οπλαρχηγού Βαγγέλη Κοροπούλη, (Μάνδρα, 2001).

Πετσίβας, Γιώργος (επιμ.), Ο Μακεδονικός ἀγών Γεωργίου Τσόντου – Βάρδα (Αθήνα, 2003).

Πετσίβας, Γιώργος (επιμ.), Ο Μακεδονικός Αγών: Απομνημονεύματα Ιωάννου Καραβίτη, 2 τόμοι (Αθήνα, 1994).

Χοτζίδης, Αγγελος, Ευθύμιος Καούδης: Ένας Κρητικός αγωνίζεται για τη Μακεδονία: Απομνημονεύματα, 1903-1907 (Θεσσαλονίκη, 1996).

Νικόλτσιος Βασίλειος, Από το Σαραντάπορο στη Θεσσαλονίκη. Η Ελληνοτουρκική αναμέτρηση μέσα από τις αναμνήσεις του Στρατηγού Χασάν Ταχσίν Πασά, (Θεσσαλονίκη, 2012).

Καράμπελας Νίκος, Η απελευθέρωση της Πρέβεζας: Γεγονότα και μαρτυρίες του Οκτωβρίου 1912, (Αθήνα, 1992)

Σοφούλης, Μανώλης, Ημερολόγιο πολέμου: Σάμος, Βαλκανικοί Πόλεμοι, μακεδονικό μέτωπο, μικρασιατική εκστρατεία (Αθήνα, 2007). Πετσίβας, Γιώργος (επιμ.), Ο Βαλκανοτουρκικός πόλεμος: Η απόβαση στη Σάμο: Ο κρητικός αγών: Απομνημονεύματα Ιωάννου Καραβίτη (Αθήνα, 2001).

Μάλαμας, Λάμπρος, Πως απελευθερώθηκε η Ήπειρος και η Μακεδονία το 1912-13: Εθνικοί επαναστατικοί αγώνες, αποκαλυπτικά ντοκουμέντα, μαρτυρίες και χρονικά (Αθήνα, 2000).

Πολυχρονιάδης, Σοφοκλής, Απομνημονεύματα με τον Τουρκικό Στρατό στη Βαλκανική (Ιούλιος 1912-Φεβρουάριος 1913) Στο Μακεδονικό Μέτωπο του Α Παγκοσμίου Πολέμου (1916-1918) (Αθήνα, 1999).

Λιβιεράτος, Διονύσιος, Ώρες μάχης: Ημερολόγιο 23 Φεβρουαρίου – 5 Οκτωβρίου 1913 (Αθήνα, 1991).

Σταφυλάς, Σωτήριος, Πολεμικό ημερολόγιο: (Βαλκάνια 1912-1913) (Αθήνα, 2012).

Δάβαρης, Δημήτριος, Έκστρατεία: α) 1912-1913: β) 1918-1919: Ημερολόγιον του στρατιώτου Δημητρίου Νικ. Δάβαρη (Αθήνα, 2003). Παρθένιος, Αντώνιος, Πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και Σμύρνη: Απομνημονεύματα γραμμένα από ένα στρατιώτη της εποχής του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (Αθήνα, 1997).

Αλεξόπουλος, Χρήστος, Πολεμικό Αρχείο 1919-1921, το ημερολόγιο του Εύζωνα (Καβάλα, 2012).

Ἀνδρούτσος, Σπυρίδων, Ἀναμνήσεις ἀπό τήν ἐκστρατεία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας (Θεσσαλονίκη, 1997).

Χριστοδουλίδης, Σταύρος, Ημερολόγιον, Εκστρατείας Μικράς Ασίας (Αθήνα, 2005).

Παναγιωτόπουλος, Παναγιώτης, Αναμνήσεις εκ του Μακεδονικού, Ουκρανικού και Μικρασιατικού Μετώπου (Αθήνα, 2009) Πληζιώτης, Χαράλαμπος, Αναμνήσεις του Μετώπου 1920-1921, Μικρά Ασία – Θράκη (Αθήνα, 1991).

Κουτσοδόντης, Γεώργιος, Κουτσοδόντη, Ευαγγελία, Το ημερολόγιο ενός στρατιώτου. Αφήγηση Ελληνοϊταλικού πολέμου 1940 (Αθήνα, 2000).

Παπαδήμος, Λεωνίδας, Αναμνήσεις από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940-41 (Αθήνα, 1989).

Κραμπής, Γιάννης, Στα χαρακώματα. Δεκαεννιά αυθεντικές μαρτυρίες πολεμιστών του 1940-1941 (Αθήνα, 1991).

Οικονόμου, Γιώργης, Μνήμες και μνημόσυνα του ’40 (Ιωάννινα 1997).

Λουκάτος, Δημήτριος, Οπλίτης στο αλβανικό μέτωπο. Ημερολογιακές σημειώσεις 1940-41 (Αθήνα 2001).

Λεκάκης, Γιώργος, Το ημερολόγιο ενός λοχία από την Μερόπη Πωγωνίου στον πόλεμο του 40 (Ιωάννινα, 2006).

Αναστασόπουλος, Μιχάλης, Πόλεμος και αιχμαλωσία. Απομνημονεύματα 1940-1941 (Πάτρα, 2004).

Γκοτσίνας, Στάθης, Από χιόνι… Πολεμώντας στην Αλβανία (Αθήνα 2006).

Σίσκος, Τάκης, Πολεμικές δόξες. Ελληνικό έπος στα βουνά της Β. Ηπείρου (Τίρανα, 2007).

Νικολάου, Μιλτιάδης, Ημερολόγιο από το μέτωπο (Αθήνα, 2007).

Καρατζίκας, Βλάσης, Ημερολόγιον εκστρατείας: Νοέμ. 1940 – Απρ. 1941 (Αθήνα, 2007).

Μπακαΐμης, Αριστείδης, & Μπακαΐμης, Αλέξανδρος (επιμ.), Αναμνήσεις από τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940-41. Μακεδονικό μέτωπο Σωτηρίου Γρ. Μπακαΐμη (Θεσσαλονίκη, 1992).

Μπαλτᾶ, Κώστα, Ἀναμνήσεις ἑνός πολεμιστῆ: Πῶς ἐπολέμησαν οἱ Ἓλληνες στόν Ἑλληνοϊταλικό πόλεμο (Αθήνα, 1994). Αθανασόπουλος, Κώστας, Πόλεμος και αιχμαλωσία: Απομνημονεύματα 1940-1941 (Πάτρα, 2004).

Κρητικός, Λευτέρης, Η εποποιΐα 1940-1941: Αναδρομή σε ημέρες δόξας: (Επιστολικά δελτάρια – βραχείες επιστολές) (Αθήνα, 1990).

Τζιρόπουλος Στέλιος, Ημερολόγιον από τον πόλεμον του 1940 (Αθήνα, 1997).

Χρήστου, Κωνσταντίνος, Πώς πολεμήσαμε στην Ήπειρο και στην Αλβανία: Μνήμες – εμπειρίες και αποσπάσματα από το ημερολόγιό μου (Αθήνα, 1990).

Μπάλτας, Πολύβιος, Το πολεμικό μου ημερολόγιο: 1940-1941 (Αθήνα, 1996).

Κουτσοδόντη, Ευαγγελία (επιμ.), Τό ἡμερολόγιο ἑνός στρατιώτου: Ἀφήγηση ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου 1940 (Αθήνα, 2000). Χατζηπατέρας, Κώστας & Φαφαλιού, Μαρία, Μαρτυρίες: Κρήτη 1941 (Αθήνα, 1993).

Παπαβασιλείου, Νίκος, Υπέρ βωμών και εστιών: Πολεμικό ημερολόγιο 235 ημερών στη γραμμή του πυρός (Αθήνα, 2003). Μπερδεκλής, Γιώργος, Αναμνήσεις Ενός Ευέλπιδος 1940-1944 (Αθήνα, 1995).

Φυλακτόπουλος, Γεώργιος, Γερμανική Επιδρομή κατά της Ελλάδος, Απρίλιος 1941. Προσωπικόν Ημερολόγιον (Αθήνα, 2008). Παπαδόπουλος, Όμηρος, Η μάχη του οχυρού Ιστίμπεϊ: (Από το ημερολόγιο μου Απρίλιος 1941) (Αθήνα, 2001).

Αγιαννιτόπουλος, Γεώργιος, Οχυρό Ιστίμπεη: Η γερμανική επίθεση της 6ης Απριλίου 1941: Προσωπική μαρτυρία του συγγραφέα, μαχητή στο οχυρό (Αθήνα, 1995).

Κοτρίδης, Ηλίας, Το Ρούπελ: 60 χρόνια μετά, μέσα από τις αναμνήσεις των πρωταγωνιστών (Σέρρες, 2003).

Παπαγιαννάκης Στεφάνος, Πόλεμος: Αλβανία – Κατοχή – Απελευθέρωση: Έρημος Ελ-Ντάμπα – 8.140 Έλληνες αιχμάλωτοι: Αναμνήσεις (Αθήνα, 1999).

Χατζηαγγελής, Βαγγέλης, Ράππας, Λάμπης, Το όγδοο τάγμα: Σελίδες ημερολογίου 1940-1945 (Αθήνα, 1994).

Γκανάτσιος, Βασίλης, Ένας δάσκαλος – καπετάνιος καταγράφει και αξιολογεί τη δεκαετία 1940-1950: Ελληνοϊταλικός πόλεμος – Γερμανική κατοχή – Εθνική αντίσταση – Εμφύλιος πόλεμος (Θεσσαλονίκη, 2004).

Παπαθανασίου, Παρμενίωνας, Για τον ελληνικό βορρά: Μακεδονία 1941-44: Εθνική Αντίσταση και τραγωδία (Αθήνα, 1997). Παπαδάκης, Βαγγέλης, Από την Κοξαρέ στα Βουνά της Ρούμελης. Εθνική αντίσταση 1940-1945. Η προσωπική μου μαρτυρία (Αθήνα, 1999.

Καμπουρής, Θαλής, Αναμνήσεις απ’ το έπος του Β Παγκοσμίου πολέμου 1939-1945 και Εμφύλιος πόλεμος 1945-1949 (Αθήνα, 1992). Καραθανάσης, Παυσανίας, Απομνημονεύματα από τη ζωή μου στους δύο πολέμους 1940-1941, 1946-1949 (Αθήνα, 2001).

Θεοχάρης, Νικόλαος, Ενθυμήματα της εθνικής αντίστασης Λέσβου (Πειραιάς, 1990).

Καρασούλης, Παναγιώτης, Χίος 1943-1944: συμμαχική στρατιωτική αποστολή και εθνική αντίσταση (Χίος, 1992).

Παπαστρατής, Σωτήρης Μέρες του 1943-1944 στην Εύβοια: Κατοχή αντίσταση απελευθέρωση (Αθήνα, 1995).

Σανουδάκης, Αντώνης, Αθανασία Ψαρουλάκη, Γιώργη Δαφέρμου: τα λημέρια του ΕΛΑΣ (Αθήνα, 1993).

Νερούτσος, Χρήστος, Οι αναμνήσεις μου από την Εθνική Αντίσταση: 1941-1944 (Αθήνα, 1992).

Ταμβακλής, Ιωάννης, Οδοιπορικό στη Μέση Ανατολή, 1941-1945 (Σάμος, 2003).

Μπαϊρακτάρης, Θωμάς, Το χρονικό της συμμετοχής μου εις την Εθνικήν Αντίστασιν 1943-1945: Η αιχμαλωσία μου από τον ΕΛΑΣ και τα επακόλουθα μέχρι το 1946: Φύλλα ημερολογίου (Ιωάννινα, 2004).

Κατσόγιαννος Στέλιος, Η άγνωστη αλήθεια για τον Ε.Λ.Α.Σ (γράφει ένας δεκαεπτάχρονος αντάρτης) (Αθήνα, 1994).

Μέτρον, Στρατηγού Ναπολέοντα Ζέρβα Απομνημονεύματα (Αθήνα, 2000).

Πολιουδάκης, Μάρκος, Η Εθνική Αντίσταση κατά τη γερμανο-ιταλική κατοχή στην Κρήτη: 1 Ιουνίου 1941 έως 30 Ιουνίου 1945 (Ρέθυμνο, 2002).

Σανουδάκης, Αντώνης, Ανεξάρτητοι αντάρτες: αφήγηση καπετάν Βασίλη Πατεράκη αρχηγού της αντίστασης Σελίνου (Αθήνα, 1998). Άνθης, Βασίλης, Ένα ταξίδι μια ζωή. Εθνική Αντίσταση στην Κέρκυρα. Πως γράφτηκε η ιστορία μιας εποχής. Η συνέχεια (Αθήνα, 1993).

Περαχιά, Λέων, Μαζάλ: Ἀναμνήσεις ἀπό τά στρατόπεδα τοῦ θανάτου (1943-1945) (Θεσσαλονίκη, 1990).

Ψυλλίδης, Κώστας, Απ’ την Κατοχή στην Αντίσταση Ν. Έβρου 1941-44: (Αναμνήσεις – Αφηγήσεις – Ντοκουμέντα) (Αλεξανδρούπολη, 1999).

Παπαδάκης, Βαγγέλης, Ἀναμνήσεις: Ἀπό τήν Ἀντίσταση στόν Ἐμφύλιο καί τήν προσφυγιά (Αθήνα, 2003).

Κιλισμάνης, Γιάννης, Από την Ιωνία στο Δημοκρατικό Στρατό (Αθήνα, 1989).

Σάγος, Αναστάσιος, Το πολεμικό μου ημερολόγιο: (Εθνική Αντίσταση 1942-1944) Μίδας 614 (Αθήνα, 2011).

Κ.Κ.Ε., Έπεσαν για τη Ζωή. Ήρωες – Μάρτυρες Λαϊκών Αγώνων, 7 τόμοι (Αθήνα, 1998).

Ανάγνου, Θανάσης, Στα κάστρα του αγώνα με το Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας: Το ημερολόγιο ενός αγωνιστή (Αθήνα, 1998). Κατσής, Δημήτρης, Το ημερολόγιο ενός αντάρτη του Δ.Σ.Ε. 1946-1949, 5 τόμοι (Αθήνα, 1998).

Βλάχος, Αναστάσιος, Αιχμάλωτος στην …»Ελεύθερη Ελλάδα»: Η μάχη της Κόνιτσας, άγνωστες πτυχές από τον Εμφύλιο (Αθήνα, 2009). Κυτόπουλος, Νίκος, Η μάχη της Νάουσας (Αθήνα, 1999).

Παγώνα, Στεφάνου, Των Αφανών. Δύο τετράδια, δύο τετραετίες (Αθήνα, 1998)

Φίλος, Στέφανος, Τα Τζουμερκοχώρια (Αθήνα, 2000).

Θεοχάρης, Αριστείδης, Στη Στερεά Ελλάδα με το Δημοκρατικό Στρατό: 1945-1949 (Αθήνα, 2002).

Σακκάς, Δημήτριος, Το ανθρώπινο κτήνος στον καιρό του Εμφυλίου, με ιδιαίτερη αναφορά στην Ευρυτανία: εμφυλιακά-μετεμφυλιακά (Αθήνα, 2011).

Λιάτα, Ευτυχία (επιμ.), Με την Αρμάδα στο Μοριά 1684-1687 ανέκδοτο ημερολόγιο (Αθήνα, 1998).

Λούζης, Εμμανουήλ, Τα πολεμικά ημερολόγια του Σπετσιώτικου Βριγαντίνου «Επαμεινώνδας» του Κων/νου Ι Μπάμπα 1821-1825 (Σπέτσες 2007).

Σαπρανίδης Δημήτριος (επιμ.), Γεώργιος Σαχτούρης 567 ημέρες στο Αιγαίο- Ημερολόγιο του Πολεμικού ιστιοφόρου Αθηνά, 1824-1827 (Αθήνα, 1997).

Αργυρόπουλος, Περικλής, «Αναμνήσεις» (Το ζήτημα του Ναυτικού, η εξέγερση στο Γουδί, ο Διχασμός, 1900 – 1916)(Αθήνα, 1996). Λάδης, Φώντας, Προσωπικά ημερολόγια μελών των πληρωμάτων των Θωρηκτών «Αβέρωφ» και «Ύδρα» (Αθήνα, 1993).

Ε.Μ.Ε.Ι.Σ., 80 χρόνια από την παρουσία της Ελληνικής ναυτικής μοίρας στο Βόσπορο και 40 χρόνια από το θάνατο του Ναυάρχου Δημ. Παπαλεξόπουλου (Αθήνα, 1990).

Καρταπάνης, Γρηγόρης, Οι επισκέψεις του Θωρηκτού Αβέρωφ στο Βόλο (Βόλος, 1990).

Μωραḯτης, Κάρολος, Έλλη. Η τορπίλλη της ντροπής: Πως και γιατί οι Ιταλοί χτύπησαν το Δεκαπενταύγουστο του 1940 το Έλλη έξω από το λιμάνι της Τήνου (Αθήνα, 1998).

Αράπης, Κωνσταντίνος, Αναμνήσεις από την Ειρήνη και τον Πόλεμο (Αθήνα, 1992).

Ταγκαλάκης, Δημήτριος, Αναμνήσεις του Ναυτικού Αγώνος: Βαλκανικοί Πόλεμοι, Αιγαίον – Ιόνιον (Αθήνα, 1995).

Ρουσσέν, Κάρολος, Περιπολία στο γερμανοκρατούμενο Αιγαίο, Μάρτιος 1944 (Αθήνα, 1993).

Μαρτζούκου, Αχιλλέα, Στα Μπουγάζια του Αιγαίου (Αθήνα, 1992).

Παΐζης-Παραδέλης, Κωνσταντίνος, Ηρώων Πεσόντων Πολεμικού Ναυτικού στους Πολέμους 1940-1945 (Πειραιάς, 1990).

Μποτσέας Σ., Χαρά σ’τον π’Αρμενίζει (Αθήνα, 1993).

Πασπάτης, Γεώργιος, Dead Reckoning. A Memoire of World War II in the Aegean (Αθήνα, 2009).

Μαρίνος, Θέμης, Μυστική Αποστολή στο Ιόνιο (Αθήνα, 2013).

Μπουρνιάς, Τάσος, Τότε που πολεμούσαμε στιγμές από τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο (Αθήνα, 1996).

Λυμπέρης, Χρήστος, Πορεία σε ταραγμένες θάλασσες (Αθήνα, 2001).

Λυμπέρης, Χρήστος, Εθνική Στρατηγική και Χειρισμός Κρίσεων (Αθήνα, 1997).

Μάστρακας, Αντώνιος, Αρμενίζοντας στα Πέλαγα των Ναυτικών Αναμνήσεων (Κηφισιά, 2008).

Χρυσικόπουλος, Άγγελος, Αναμνήσεις από το Κυπριακό Ναυτικό (Αθήνα, 1995).

Σταθόπουλος, Ιωάννης, Το Κίνημα του Ναυτικού, Μάιος 1973. Προσωπική Μαρτυρία (Αθήνα, 2003).

Σαχαρίδης, Βύρων, Το οδοιπορικό ενός αεροπόρου 1939-1967 (Αθήνα, 2007).

Λαμπρόπουλος, Γεώργιος, Ο ουρανός η ζωή μου (Αθήνα, 2009).

Μπαλές, Παναγιώτης, Παρακαταθήκες Αετών (Αθήνα, 2012).

Κουρής, Νίκος, Αποστολή εξετελέσθη (Αθήνα, 2010).

Αθανασόπουλος, Κώστας, Στην Αεροπορία 1931-2006 (Αθήνα, 2010).

Σάκης, Γεώργιος, Το ημερολόγιο ενός αεροπόρου, 1937-1942 (Αθήνα, 2009).

Αποστολίδης, Σαράντης, Ένας Αεροπόρος θυμάται, 1941-1946 (Αθήνα, 2004).

Σκαρφαλιωράκης, Αντώνιος, Μνήμες και Μαρτυρίες (Αθήνα, 2001).

  1. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ – ΧΡΟΝΙΚΑ ΜΟΝΑΔΩΝ

Βουτιερίδη, Ηλία, Ημερολόγιον του τάγματος των επιλέκτων Κρητών: ο αγών της Κρήτης κατά το 1897 εν ταις ανατολικαίς επαρχίαις (Αρχάνες, 1997).

Λυμπερόπουλος, Βασίλειος, Εύζωνοι: Οι πολεμιστές του θρύλου και της ιστορίας (Αθήνα, 1996).

Κοκοσούλας, Ιωάννης, Πολεμικά ἡμερολόγια: Ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου 1912-13 καί ἑλληνοβουλγαρικοῦ πολέμου 1913-14: Ἐκστρατεία τοῦ 2/39 συντάγματος εὐζώνων 1918-19 (Μεσολόγγι, 2000).

Κολομβάς, Νικόλαος, 2/39 Σύνταγμα ευζώνων: Σελίδες από την πολεμική του ιστορία (Αθήνα, 2009).

Φράγκου, Φράγκος, & Κοκκορόγιαννης, Κώστας, Ο Στρατηγός Αθανάσιος Φράγκου και η Ιη Μεραρχία των Θεσσαλών (Αθήνα, 1997).

Παπαευθυμίου, Ευάγγελος, Στρατιά Μικράς Ασίας, 28ο Σύνταγμα (Αθήνα, 1990).

Αμπελάς, Δημήτριος, Ανεξάρτητος Μεραρχία, Η κάθοδος των Νεώτερων Μυρίων (Αθήνα, 1997).

Λαμπρόπουλος, Παναγιώτης, Από το Ταίναρο στο Τεπελένι και στην Κλεισούρα και οι δολιοφθορείς του έπους του 1940-41: (Το έπος του 1940-41 από τη σκοπιά του 9ου Συντάγματος της Καλαμάτας) (Αθήνα, 1990). 

Κωστούλας, Κωνσταντίνος, Γεγονότα στο Πωγώνι 1940-41 και το χρονικό του ανεξάρτητου τάγματος Δελβινακίου, Ιωάννινα, 2009 Παρασκευαΐδη, Θανάση, Το ημερολόγιο ενός έφεδρου ανθυπολοχαγού: Το λεσβιακό 111/22 τάγμα πεζικού στον πόλεμο της Αλβανίας 1940-41 (Μυτιλήνη, 1994).

Νημάς, Θεόδωρος Η δράση του 51ου Συντάγματος Πεζικού Τρικάλων στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940 – 41 (Τρίκαλα, 2008). Μαρινόπουλος, Δούκας, Το V Σύνταγμα Πυροβολικού κατά τας επιχειρήσεις 1940-41 (Αθήνα, 2002).

Γεωργούλας, Νικόλαος, Ιστορικόν της ενέργειας του 5ου Συντάγματος πεζικού Τρικάλων κατά τον πόλεμον 1940-1941 (Αθήνα, 2004). Ευθυμίου, Ηλίας, Εθνική Αντίσταση 5/42 – Ε.Δ.Ε.Σ: Ιστορικό ντοκουμέντο (Δαύλεια, 1991).

Κόλλιας, Δημήτρης, Η Βοιωτία στον αγώνα: Από τη δράση του ΙΙ/34 τάγματος του ΕΛΑΣ και του Δ.Σ.Ε (Αθήνα, 1998). Παπαδημητρίου Κωνσταντίνος, Ιστορικές μνήμες του τάγματος Καστανιάς: Των ΕΟΕΑ – ΕΔΕΣ 1942-1945 Νομού Άρτης (Αθήνα, 1989).

Τρίγκας, Θανάσης, Το αρχηγείο Λοκρίδας ΙΙ/42 τάγμα του Ε.Λ.Α.Σ. στην Καρυά και η πολεμική δράση του στα χρόνια της ιταλογερμανικής κατοχής 1942-1945 (Καρυά Λοκρίδας, 2007).

Γκαγκούλιας, Γιώργος, Η αθέατη πλευρά του εμφυλίου: τα τραγικά γεγονότα της 7ης μεραρχίας του ΔΣΕ (Αθήνα, 2001).

Μαντζαρλής, Βασίλης, Ο δρόμος προς το Λυκόμορο. Η μάχη για την διάσωση της Κόνιτσας το 1947: Η αποφασιστική συμβολή της Γ’ Μοίρας Καταδρομών: Απόψεις για τις ειδικές δυνάμεις στο πλαίσιο Ενόπλων Δυνάμεων (Αθήνα, 2001).

Τσαγκαράτος, Αντώνιος, 346 Μοίρα 1990-2005 (Αθήνα, 2005).

Ένωση Αποστράτων Αξιωματικών Λιμενικού Σώματος, Ιστορία του Λιμενικού Σώματος (Αθήνα, 1999).

  1. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Αβτζιγιάννης, Κωνσταντίνος, Πολεμική Ιστορία του Έθνους (Αθήνα, 2010).

Νικολούδης Νίκος (κ.α.), Ο πόλεμος στην αρχαιότητα: Πρακτικές, κανόνες, ήθη, έθιμα (Αθήνα, 2010).

Γρηγορόπουλος, Κυριάκος, Αρχαίοι Έλληνες οπλίτες: Οι γιοι του πολέμου (Αθήνα, 2008).

Καμπούρης Μανούσος, Πολεμιστές της Αρχαίας Ελλάδας (Αθήνα, 2008).

Παπαδημητρίου, Κωνσταντίνος (κ.α.), Τακτικές μάχης στην αρχαία Ελλάδα (Αθήνα, 2008).

Βολωνάκης, Ιωάννης, Της αρχαίας Ελλάδος οι μεγάλοι ηγέται: Πολιτικοί-στρατηγοί του πολέμου και της πολιτικής και αι μεγάλαι μάχαι της αρχαίας ιστορίας μας (Αθήνα, 1997).

Βολωνάκης, Ιωάννης, Η πολιτική και στρατιωτική ιστορία της αρχαίας Ελλάδος: Κριτική ανάλυσις, Η πολιτική και στρατιωτική ιστορία της αρχαίας Ελλάδος: Κριτική ανάλυσις (Αθήνα 1999).

Γρηγορόπουλος, Κυριάκος, Αρχαίοι Έλληνες ιππείς: Στρατιωτικό σώμα ή κοινωνική τάξη;(Αθήνα, 2009).

Δεπάστας, Νικόλαος, Αι μεταξύ Σπάρτης και Άργους συγκρούσεις (669-494 π.Χ.) (Αθήνα, 1990).

Διονυσόπουλος, Χρήστος, Η μάχη του Μαραθώνα: Ιστορική και τοπογραφική προσέγγιση (Αθήνα, 2012).

Τζιροπούλου-Ευσταθίου, Άννα, Η μάχη του Μαραθώνος 490 π.Χ. (Αθήνα, 2010).

Μπελέζος, Δημήτρης, Γιαννόπουλος, Νίκος, Κωτούλας, Ιωάννης, Μαραθώνας 490 π.Χ.: Η Αθήνα συντρίβει την περσική υπεροψία (Αθήνα, 2006).

Φραγκούλης, Φράγκος, Χωρίς Ιππείς: Η μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ) 2500 χρόνια (Αθήνα, 2010).

Δίκαιος, Γεώργιος, Μηδικοί πόλεμοι: Μάχαι Μαραθῶνος, Πλαταιῶν (Αθήνα, 1991).

Γιαλούρη, Άθα, Περσικοί Πόλεμοι (Αθήνα, 1999).

Κυριακίδης, Βασίλειος, Περσικοί πόλεμοι: Δυναμική η εμφάνιση του ασιατικού επεκτατισμού (Αθήνα, 1997).

Γαρουφαλής, Δημήτριος, Περσικοί Πόλεμοι 490-479 π.Χ.: Ο τιτάνιος αγώνας που συγκλόνισε τον αρχαίο κόσμο (Αθήνα, 2003). Κωτούλας, Ιωάννης & Μπελέζος, Δημήτρης, Θερμοπύλες 480 π.Χ.: Η πιο άνιση αναμέτρηση της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας (Αθήνα, 2005).

Μπελέζος, Δημήτριος (κ.α.), Πλαταιές 479 π.Χ.: Η οπλιτική φάλαγγα εξουδετερώνει την περσική απειλή (Αθήνα, 2007).

Κυριακίδης, Bασίλης. Πελοποννησιακός πόλεμος: Οι Έλληνες διχασμένοι (Αθήνα, 2003).

Κωτούλας, Ιωάννης, Πελοποννησιακός, Πόλεμος, Το λυκόφως της Κλασικής Ελλάδας (Αθήνα, 2004).

Δεπάστας, Νικόλαος, Ερμηνεία του μεταξύ της Σπάρτης και Ηλίδος πολέμου 400-398 π.Χ. (Αθήνα, 2006).

Γουβαλάρης, Ευάγγελος (κ.α.), Λεύκτρα – Μαντίνεια: Η Θηβαϊκή εποποιΐα (Αθήνα, 2006).

Μπελέζος Δημήτρης (κ.α.), Χαιρώνεια 338 π.Χ.: Η Μακεδονική φάλαγγα κυριαρχεί στο πεδίο της μάχης (Αθήνα, 2009).

Δεπάστας, Νικόλαος, Ο τραγικός Βασιλεύς της Σπάρτης Κλεομένης Γ και η εν Σελλασία μάχη (Αθήνα, 2004).

Κωτούλας, Ιωάννης, Ο στρατός του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η κορύφωση της αρχαίας ελληνικής πολεμικής τέχνης (Αθήνα, 2000). Μπελέζος, Δημήτρης, Βυζαντινός στρατός: Ο υπερασπιστής της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας (Αθήνα, 2006).

Καρδαράς, Γεώργιος, Βυζαντινο-Περσικοί Πόλεμοι, Η σύγκρουση δύο αυτοκρατοριών (Αθήνα, 2006).

Γιαννόπουλος, Νίκος, Βυζαντινο-βουλγαρικοί πόλεμοι Ο αγώνας για την κυριαρχία στα Βαλκάνια (Αθήνα, 2007).

Κοτσίλης, Κωνσταντίνος, Η μάχη του Σπερχειού: Νικηφόρος Ουρανός – Βασίλειος Β ́ – Σαμουήλ: Αγώνας μέχρις εσχάτων (Αθήνα, 1997).

Τσάγγας, Νίκος, Μαντζικέρτ: Η αρχή του τέλους του μεσαιωνικού ελληνισμού (Αθήνα, 1996).

Ραγιά, Έφη, Μαντζικέρτ: Η αρχή του τέλους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (Αθήνα, 2009).

Μπελέζος, Δημήτρης, Σταυροφορίες, Οι ιεροί πόλεμοι της ευρωπαϊκής Δύσης (Αθήνα, 2004).

Μπελέζος, Δημήτρης, Κωνσταντινούπολη 1204: Η πρώτη άλωση της Βασιλεύουσας (Αθήνα, 2006).

Ακριτίδης, Νικόλαος, Η μάχη της Άγκυρας (1402). Τελευταία ευκαιρία για την ενοποίηση του κατακερματισμένου Βυζαντίου (Αθήνα, 2011).

Σπυρόπουλος, Παναγιώτης, Ἡ ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως: 29 Μαΐου 1453 (Αθήνα, 1991).

Μπελέζος, Δημήτρης (κ.α.), Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, (Αθήνα, 2009).

Κυριακίδης, Βασίλειος, Η άλωση: Μας πήραν την Πόλη (Αθήνα, 1997).

Ιωαννίδου, Αιμιλία, Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης (Αθήνα, 2000).

Μπελέζος, Δημήτρης, Οι ιππότες της Ρόδου: Το τάγμα του Αγίου Ιωάννη αντιμέτωπο με τους Οθωμανούς (Αθήνα, 2011). Τζομπανάκη, Χρυσούλα, Ο Κρητικός πόλεμος 1645-1669: Η μεγάλη πολιορκία του Χάνδακα (Ηράκλειο, 2008).

Μπελέζος Δημήτρης (κ.α), Χάνδακας 1648-1669 Η πιο μακρόχρονη πολιορκία της ιστορίας (Αθήνα, 2007).

Ρώσσος, Κωνσταντίνος, 1790 μ.Χ. – 1860.μ.Χ. Αμβρακικός, πεδίο πολεμικών συγκρούσεων μετάξυ Ελλήνων και Τούρκων: Πρέβεζα – Βόνιτσα – Κορωνησία – Μακρύνορος: Η μάχη των συνόρων, Κορωνησία: 1828-1929 (Η περίοδος των πραγμάτων στην Κορωνησία 1800-1938) (Αθήνα, 2009).

Καρύκας, Παντελής, Ελληνικός Στρατός, 1821-1922 (Αθήνα, 2001).

Μπαλωτή, Ξένη, Μαιζών: ένας μεγάλος φιλέλληνας: η εκστρατεία του στην Πελοπόννησο (Αθήνα, 1993).

Γιαννόπουλος, Νίκος, 1821: Οι μεγάλες μάχες του έθνους, Αθήνα, 2011.

Γιαννόπουλος, Νίκος, Μεγάλες μάχες της εθνεγερσίας (1821-1829) (Αθήνα, 2009).

Καπετανάκης, Σταύρος, Μανιάτες αγωνιστές του 1821 (Καλαμάτα, 2005).

Μαυριάς, Πάνος, Η εκστρατεία του Ομέρ Βρυώνη στα Βλαχοχώρια: Η μάχη της Ντρέμισσας, 17 Μαΐου 1821 (Αθήνα, 1997). Δεληγιάννης, Περικλής, Η άλωση της Τριπολιτσάς: Ο θεμέλιος λίθος της ελληνικής ανεξαρτησίας (Αθήνα, 2010).

Μαυριάς, Πάνος Φωτίζεται ὁ θάνατος τοῦ Ἀνδρούτσου στήν Ἀκρόπολη: Λόγοι καί ἀντίλογοι (Αθήνα, 1995).

Τυροβολάς, Ιωάννης, Η μάχη Βερβενών – Δολιανών (18 Μαΐου 1821) και οι συμμετασχόντες αγωνιστές (Τρίπολη, 1992). Κουτσοκλένης, Γεώργιος, Η μάχη της Άμπλιανης (Αθήνα, 1999).

Μακρής, Άγγελος, Η μάχη του Λάλα (Αργοστόλι, 2004).

Σακελλαριάδης, Γεώργιος, Ἡ νικηφόρα μάχη τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου καί ἡ σημασία της (Αίγιο, 2005).

Σκούρας, Γεώργιος, Η μάχη της Αγάθωνης το 1822 και η μάχη του Λυχνού (Αθήνα, 1996)

Σκούρας, Γεώργιος, Η μάχη της Σέλιανης το 1822 και οι Σελιανίτες αγωνιστές του 1821 (Αθήνα, 1989)

Σαμπατακάκη, Μαρία (κ.α.), Δερβενάκια 1822: Ο Κολοκοτρώνης εξοντώνει τη στρατιά του Δράμαλη (Αθήνα, 2009)

Σφυρή, Γιώτα, Μεσολόγγι 1822 – 1826: Γνωστές και άγνωστες πτυχές από την πολιορκία και την «Έξοδο» (Αθήνα, 2010).

Μπεττάς, Δημήτριος, Η ηρωική άμυνα της Δραμπάλας (6-7 Ιουνίου 1825) και οι Αγριδαίοι Πολεμιστές (Αθήνα, 2010)

Κωστόπουλος, Σπύρος, Η μάχη της Τραμπάλας: Η πρώτη μάχη του Κολοκοτρώνη στον Άκοβο της Αρκαδίας (5-7 Ιουνίου 1825) (Αθήνα, 1989)

Κολόμβας Νικόλαος, Η εποποιία της Κλείσοβας (Αθήνα, 1994).

Κολόμβας, Νικόλαος, Μεσολόγγι (1821-1829): Οι αθάνατοι πρόμαχοι (Αθήνα, 1998).

Βαρσαμή, Δέσποινα (κ.α.), Μεσολόγγι: Το έπος των Ελεύθερων Πολιορκημένων (Αθήνα, 2003).

Χαρίτος, Γεώργιος, Ἡ μάχη τῆς Ἀράχωβας ὑπό τόν στρατάρχη Γ. Καραϊσκάκη καί οἱ συντελεσταί της: (18-24 Νοεμβρίου 1826) (Αθήνα, 1994).

Καρκαλέτσης, Σταύρος, Αρματολοί και Κλέφτες, Οι πολεμιστές του σκλαβωμένου Γένους (Αθήνα, 2005).

Τσίλης, Γιώργος, Πολεμικά γεγονότα στην Ήπειρο (1820-1824): Ηπειρωτικά σώματα στην αγωνιζόμενη Ελλάδα (Αθήνα, 1994). Χιονίδης, Γεώργιος, Η συμβολή των Μακεδόνων στην επανάσταση του ’21 (Θεσσαλονίκη, 1991).

Κούκος, Μόσχος, Ο Ελληνισμός της Θράκης στον αγώνα του 1821 (Θεσσαλονίκη, 1998).

Πανόπουλος, Δημήτριος, Οι Μαζαίοι Αγωνισταί του 1821 (Μάζι, Μαζέϊκά, Μαζαίοι) (Αθήνα, 1996).

Κονδυλάκης, Ιωάννης, Ιστορία των Επαναστάσεων της Κρήτης (Αθήνα, 2004).

Χριστινίδης, Νίκος, Οι Αρχάνες στην επανάσταση του 1897-98 (Αρχάνες, 1997).

Τσερεβελάκης, Γεώργιος, Κρητικές επαναστάσεις: Οι αγώνες για την ελευθερία από το 1204 έως το 1898 (Αθήνα, 2009). Παναγιωτάκης, Γιώργος, 20ος αιώνα, Ιστορία των Κρητικών αγώνων εκτός Κρήτης (Αθήνα, 2010).

Κασσεσιάν, Ιωσήφ, Ο «άτυχος» ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 (Αθήνα, 1997).

Αναγνώστου, Στρατής, Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 και ο αντίκτυπός του στη Λέσβο (Μυτιλήνη, 1997).

Πενθερουδάκης, Επαμεινώνδας, Μακεδονικός Αγώνας (1994) (The Macedonian Struggle).

Νεραντζής, Χρήστος, Ο Μακεδονικός Αγώνας, 3 τόμοι, 1992 (Αθήνα, 2004).

Κωστόπουλος, Αριστοτέλης, Κωστοπούλου, Βικτωρία, Ο Μακεδονικός Αγώνας Ιστορικό ανθολόγιο (Θεσσαλονίκη, 1995).

Κάρτσιος, Βασίλης, Η μάχη της Δοβίστας (14 Ιουλίου 1907): Ο μακεδονικός αγώνας στην Ανατολική Μακεδονία (Θεσσαλονίκη, 2007).

Τσακιρίδης, Λάζαρος, Τοπτσαμ το ποντιακό αντάρτικο με τον Καπετάν Γοτσαναστας: Αντίσταση στην Ποντιακή Γενοκτονία (Κατερίνη, 2005).

Ανθεμίδης, Αχχιλέας, Τα απελευθερωτικά στρατεύματα του Ποντιακού Ελληνισμού 1912-1924: Αντάρτικα σώματα στον Πόντο: Άμυνα και αντίσταση του ελληνισμού του Πόντου 1461-1924 (Θεσσαλονίκη, 1998).

Μάντακας, Γ., Ελληνοτουρκικός και Ελληνοβουλγαρικός πόλεμος 1912-1913 με τη συμμετοχή των Κρητικών Εθελοντών του Πολέμου ( 1995).

ΕταΙρεία Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας, Βαλκανικοί Πόλεμοι, 1912-1913 (Αθήνα, 1996).

Καργάκος, Σαράντος, Η Ελλάς κατά τους βαλκανικούς πολέμους (1912-1913) (Αθήνα, 2011).

Δάβος, Βύρων, Το πολεμικό μεγαλείο του 1912-1913 (Πύργος, 2003).

Βελλιανίτης, Θεόδωρος, Κλαδάς, Νικόλαος, Μοσχόπουλος, Νικηφόρος, Κυριακόπουλος, Ηλίας Βαλκάνια οι βαλκανικοί και οι ελληνοτουρκικοί πόλεμοι (Αθήνα, 1999).

Τόπης, Αστέριος, Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913 (Αθήνα, 2000).

Αναστασόπουλος, Βασίλειος, Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος: Η μεγάλη εξόρμηση (Αθήνα, 2009).

Χατζηβρέττας, Δημήτριος, Η μάχη των Γιαννιτσών: 19-20 Οκτωβρίου 1912 (Γιαννιτσά, 2010).

Δεπάστας Νικόλαος, Ο αρχιστράτηγος Διάδοχος Κωνσταντίνος και η επιτυχής επίθεση κατά Τουρκικής οχυρωμένης τοποθεσίας Ιωαννίνων (Αθήνα, 1995).

Συντομόρος, Γαβριήλ, Βαλκανικοί πόλεμοι, 1912-1913: Σαραντάπορο, Κιλκίς, Λαχανάς: Οι πρώτες μας νίκες (Θεσσαλονίκη, 2002) Σπανδωνής, Νικόλαος, Πανόραμα του πολέμου 1912-1913 (Αθήνα, 2002).

Εταιρεία Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας, Συμπολεμιστές στο Μακεδονικό Μέτωπο 1916-1918: Οι επιτυχίες του Ελληνικού στρατού και τα πολιτικά παρασκήνια της εποχής (Αθήνα, 2002).

Καρκαλέτσης, Σταύρος, Το Ποντιακό αντάρτικο και η γενοκτονία: Ηρωισμοί και βαρβαρότητες (Αθήνα, 2007).

Κελεκίδης, Δημοσθένης, Το αντάρτικο του Πόντου (Αθήνα, 2006).

Καργάκος, Σαράντος, Η μικρασιατική εκστρατεία (1912 – 1922): Από το έπος στην τραγωδία (Αθήνα, 2010).

Δαβός Βύρων, Η Μικρασιατική Εκστρατεία (Αθήνα, 1992).

Νικολάου, Χαράλαμπος Μικρασιατική καταστροφή: Επικοί αγώνες και τραγικά σφάλματα (Αθήνα, 2002).

Γεδεών, Δημήτρης, Παπαδημητρίου, Κωνσταντίνος, Τάγκας, Λάμπρος, Η μάχη του Εσκί Σεχίρ Ιούλιος 1921: Η μεγαλύτερη νίκη της μικρασιατικής εκστρατείας (Αθήνα, 2012).

Παπαδημητρίου, Κωνσταντίνος, Σαγγάριος 1921 – Η επική μάχη που σφράγισε την τύχη του μικρασιατικού ελληνισμού (Αθήνα, 2008). Θεοτόκης, Γεώργιος (κ.α.), Άγνωστες πτυχές του ελληνοϊταλικού πολέμου (Αθήνα, 2009).

Τσουκαλάς, Γεώργιος, Δωδεκάνησος Εθνική αντίσταση 1940-1945 (Αθήνα, 1989).

Δαλιάνης, Μενέλαος, Η εθνική αντίσταση της Ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία 1940-1944 (Αθήνα, 2000)

Πρόφης, Θωμάς, Μέρες του 1940-44 στο Κορωπί: Ο πόλεμος – η κατοχή – η αντίσταση – η τραγωδία του Κορωπίου (Κορωπί, 2003). Κουζινόπουλος, Σπύρος, Δράμα 1941: μια παρεξηγημένη εξέγερση (Αθήνα, 2011).

Πασχαλίδης, Δημήτρης, Χατζηαναστασίου, Τάσος, Τα γεγονότα της Δράμας: (Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1941): Εξέγερση ή προβοκάτσια; (Δράμα, 2003).

Γκορέζης, Γεώργιος, Η Εθνική Αντίσταση (1941-1945) (Αθήνα, 1999).

Ξυδέας, Μιχάλης, Μανιάτικη αντίσταση: Το πρώτο χτύπημα στους κατακτητές στην Πελοπόννησο. Η μάχη της Σαϊδόνας τον Μάρτη του 1942 και η νέα Φιλική Εταιρεία (Αρεόπολη, 2006).

Χατζηαναστασίου, Τάσος, Αντάρτες και καπετάνιοι: η Εθνική Αντίσταση κατά της Βουλγαρικής Κατοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης 1942-1944 (Θεσσαλονίκη, 2003).

Φλόκας, Χαράλαμπος, Εθνική Αντίσταση (1942-1945). Ο ΕΔΕΣ και οι αντάρτες του (Αθήνα, 1994).

Μάγκος, Γεώργιος, Κεχαγιάς – Ναίθωνας Νικόλαος, Εθνική Αντίσταση Δωδεκανήσου (Αθήνα, 1997).

Ιωάννου, Κώστας, Άγνωστα γεγονότα της Εθνικής Αντίστασης, ιστορική μελέτη (Αθήνα, 2004).

Ιωάννου, Κώστας, Παπαθανασίου Ιωάννης, Αντιστασιακή Οργάνωση Ε..Κ.Κ.Α 1941-1944 (Αθήνα, 2000).

Τσουμής Γεώργιος, Γερμανικές επιχειρήσεις κατά των ανταρτών στα Βαλκάνια 1941-1944 (Αθήνα, 1999).

Παπαφλωράτος, Ιωάννης, ΕΔΕΣ Αγνωστες πτυχές από την ιστορία της οργάνωσης (Αθήνα, 2007).

Κουτσαύτης, Ζώης, Η Εθνική Αντίσταση στη Λευκάδα: Ιταλική και γερμανική κατοχή (Αθήνα, 1991).

Καραμαλάκης, Γιώργος, Η Εθνική Αντίσταση στο νομό Κιλκίς (1941-1944) (Κιλκίς, 1990).

Βαρδινογιάννης, Βαρδής, Ανταρτομάνα Θεσσαλία (Αθήνα, 2006).

Δεπάστας, Νικόλαος, Η εις Κρήτην αντιστασιακή δράσις του John D.S. Pendlebury (Αθήνα, 2001).

Καρίμπας, Κωνσταντίνος, Το ελληνικό αντάρτικο πόλεων 1941-44: Οι μαχητές της ελευθερίας (Αθήνα, 2008)

Γεωργιάδης, Στέλιος, Θεσσαλονίκη η ανυπότακτη πόλη: Μαρτυρίες και έρευνα για τον αγώνα 1941- 1944 (Θεσσαλονίκη, 1995). Κακογιάννης, Θανάσης, Μνήμες και σελίδες της εθνικής αντίστασης: Αγρίνιο-Δυτική Στερεά Ελλάδα (Αθήνα, 1997).

Αυγητίδης, Κώστας, Σοβιετικοί μαχητές στις γραμμές της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης (ΕΛΑΣ) (Αθήνα, 2007).

Δεπάστας, Νικόλαος, Η συμμετοχή των Κυκλάδων εις την αποτίναξιν του Γερμανικού και Ιταλικού Ζυγού κατά τα έτη 1941-1944 (Αθήνα, 1993).

Ρογκότης, Χρίστος, Το Γρεβενίτι στην Αντίσταση (Ιωάννινα, 1998).

Κάββος, Γεώργιος, Γερμανο-ιταλική κατοχή και αντίσταση Κρήτης, 1941-1945 (Αθήνα, 1991).

Σκιαδάς, Νίκος, Καπετάν Επαμεινώνδας: Αλβανικός Πόλεμος 1940-41-Εθνική Αντίσταση 1941-45, Μάχες Γουρίτσας – Μακρυνόρους – Αμφιλοχίας (Αθήνα, 1989).

Αντωνιάδης, Γεώργιος, Οι γενναίοι του Βορρά. Η Εθνική Αντίσταση 1941-1945 στη Βουλγαροκρατούμενη Ανατολική Μακεδονία – Θράκη. Θυσίες, αίμα, Δάκρυ, 2 τόμοι (Αθήνα, 1996).

Κουζούλης, Στάθης, Παγονέρι: Αναδιφώντας την Ιστορία: (Εθνική Αντίσταση 1941-1945, Εμφύλιος 1946-1949) (Θεσσαλονίκη, 1997). Μπέκιος, Λάμπρος, Γοργοπόταμος: Η αλήθεια που καίει (Αθήνα, 1994).

Αντωνακέας, Αριστείδης, Η ανατίναξις της γέφυρας Γοργοποτάμου. Ιστορία και Μύθος (Αθήνα, 1996).

Αλιπράντης, Αντώνης, Μυστική Συμμαχική Βάση Αντίπαρου (Αθήνα, 1992).

Γεροζήσης, Γιάννης, Θεσσαλία: Η δράση του ΕΛΑΣ στο θεσσαλικό χώρο 1942-1944 (Λάρισα, 1989).

Τουρνάκης, Στάθης. ΠΕΑΝ: Οι βομβιστές της ελευθερίας (Αθήνα, 2010).

Ντάνης, Βασίλειος, Η μάχη του Καλπακίου (Αθήνα, 2000).

Γεδεών, Δημήτρης, Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου (1940 – 41) (Αθήνα, 2003).

Γαληνός, Λεωνίδας, Ο πόλεμος – Η Αντίσταση – Η συνέχιση του πολέμου στο εξωτερικό – Ο Δεκέμβρης – Ο τρίτος εμφύλιος γύρος (Αθήνα, 2001).

Χρήστου, Κωνσταντίνος, Ελληνοϊταλικός πόλεμος 1940-41 (Αθήνα, 1990). 

Παπαγιαννάκης, Ελευθέριος, Ο Ελληνοΐταλικός πόλεμος 1940-41: Τα προ, τα κατά και μετά γεγονότα (Αθήνα, 2004).

Δημόπουλος, Θεόδωρος, Οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες (Αθήνα, 2010).

Δεπάστας Νικόλαος, Η Μάχη της Κρήτης και η Σημασία της από Εθνικής, Ιστορικής και Στρατιωτικής Απόψεως (Αθήνα, 1992). Δεπάστας Νικόλαος, Στρατιωτικαί Επιχειρήσεις εν Ελλάδι κατά τον πόλεμο του 1940-41 (Αθήνα, 1991).

Δαλιανής, Τόλιος, Ιωάννης, Το Έπος του 1940-1941 (Αθήνα, 2010).

Νικολάου, Σπύρος, Η σημασία και τα αποτελέσματα της συμμετοχής της Ελλάδας στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο (Αθήνα, 2010). Μαθιόπουλος, Βάσσος, Η Συμμετοχή της Ελλάδος στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο (Αθήνα, 1998).

Τζουβάλας, Γεώργιος, Ύψωμα 731 (Αθήνα, 2007).

Νικόλτσιος Βασίλειος, Σκαλτσογιάννης, Γεώργιος, Αναστασόπουλος, Βασίλειος, Λοιπόν έχουμε πόλεμο. Πεπραγμένα εν μέσω λόγων και εικόνων του 40 (Θεσσαλονίκη, 2010).

Τερνιώτης, Γιάννης, Η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα: Από τη μάχη των Θερμοπυλών έως την κατάληψη της Κρήτης (Αθήνα, 2009). Σταυρόπουλος, Δημήτριος (κ.α.), Η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα: Από τη μάχη των Οχυρών έως την κατάκτηση της δυτικής Ελλάδας (Αθήνα, 2009).

Πολιουδάκης, Μάρκος, Αντίκρουση ανακριβειών, αναληθειών και επισήμανση παραλείψεων: Για τη μάχη της Κρήτης (20 έως 30 Μαΐου 1941): Αποδεικτικά στοιχεία για την ιστορική αλήθεια (Ρέθυμνο, 2004).

Πραμαντιώτης, Χριστόδουλος, Ἡ μάχη τῶν ὀχυρῶν: 6 ἕως 10 Ἀπριλίου 1941 (Αθήνα, 1998).

Πρωτονοτάριος, Νίκος, Η μάχη των οχυρών: Το δεύτερο «Όχι» της Ελλάδας (1941) (Αθήνα, 2002).

Καγιαδάκης, Φίλιππος, Η Σβάστικα στην Ελληνική Θράκη. Οι αγώνες των οχυρών τον Απρίλιο του 1941 (Αθήνα, 1998). Χατζηπατέρας, Κώστας & Φαφαλιού, Μαρία, Ημέρες Κρήτης 1941: «Επιχείρηση Ερμής» (Αθήνα, 1991).

Χαρωνίτης, Γιώργος, Ρούπελ, Απρίλιος 1941: Η ηρωική αντίσταση των οχυρών του συγκροτήματος Σιδηροκάστρου: Το χρονικό μιας εποποιίας (Αθήνα, 2002).

Παπαγιαννάκης, Ελευθέριος, Το τρίτο όχι η Μάχη της Κρήτης (Αθήνα, 2004 (The third “No”, the Battle of Crete).

Κώνστας-Γαβαλάς, Κωνσταντίνος, Αμοργιανοί εθελοντές στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής, 1943-1945, η φυγή προς την ελευθερία (Αθήνα, 1996).

Μαμαλάκης, Κώστας, Κρασαγάκη, Ολυμπία, Από τον Ερμή στην Αριάνδη, Κρήτη 1941-1945 (Ηράκλειο, 2010).

Πατούρης, Κώστας, Η Μάχη του Εμπορειού Νίσυρος 12.2.1945. Ο Ήρωας Υπολοχαγός (ΠΖ) Ευάγγελος Χατζηευαγγέλου (Ρόδος, 2007).

Αβτζιγιάννης, Κωνσταντίνος, Η Ελλάδα στον Πόλεμο της Κορέας (Αθήνα, 2005).

Παπαναγιώτου, Ευάγγελος, Εορτασμός 5οετηρίδος Πολέμου Κορέας. Συμμετοχή της Ελλάδος- Δράση Εκστρατευτικού Σώματος Ελλάδος Στρατού Ξηράς και Αεροπορίας (Αθήνα, 2000).

Καρκαλέτσης, Σταύρος, ΕΟΚΑ 1955-1959. Οι μαχητές της Κύπρου εναντίον της Βρετανικής Αυτοκρατορίας (Αθήνα, 2003). Καρκαλέτσης, Σταύρος, Η μάχη της Κύπρου: Οι προδομένοι ήρωες αντιμετωπίζουν τον Αττίλα (Αθήνα, 2002).

Φασούλας, Γιάννης, Σκάλκος, Γιάννης, Νίκη στη Νεκρή Ζώνη, η αντίσταση της Α Μ/Κ στον Αττίλα και την Προδοσία (Αθήνα, 2011). Βλάσσης, Σάββας, Η Έκθεση του ΓΕΕΦ για το 1974 (Αθήνα, 2010).

Σταμάτης, Δημήτριος, Οι αγώνες και οι Θυσίες των Ελλήνων. Νίκες και Ήττες που έγραψαν την Ελληνική Ιστορία & Διεθνείς Πολιτικές Συμφωνίες Συνθήκες και Συμβάσεις (Αθήνα, 2006).

  1. ΝΑΥΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Δεληγιάννης, Περικλής, Ο πόλεμος στη θάλασσα κατά την αρχαιότητα (Αθήνα, 2009).

Βούρβαχης, Ελευθέριος, Η ναυμαχία των Αργινουσών και η δίκη και η σε θάνατο καταδίκη των Αθηναίων Στρατηγών (406π.Χ.) (Αθήνα, 2008).

Δεπάστας, Νικόλαος, Η αποστασία της Μυτιλήνης και αι σχετικαί προς αυτήν διπλωματικαί και στρατιωτικαί ενέργειαι των Αθηνών και της Σπάρτης (428-425 π.Χ.) (Αθήνα, 1995).

Δεπάστας, Νικόλαος, Αι εις Πελοπόννησον ναυτικαί επιχειρήσεις των Αθηνών (431-429 π.Χ.) και η σημασία των εντός των πλαισίων της Περικλείου Στρατηγικής (Αθήνα, 1996).

Δεπάστας, Νικόλαος, Αι προς Σάμον επιχειρήσεις του Περικλέους (440-439 π.Χ.) και η συνοχή της Αθηναϊκής Συμμαχίας (Αθήνα, 1997).

Παπαδημητρίου, Κωνσταντίνος, (κ.ά.), Η ναυμαχία της Σαλαμίνας: Τα «ξύλινα τείχη» σώζουν την Ελλάδα (Αθήνα, 2006).

Καργάκος, Σαράντος, Το βυζαντινό ναυτικό: Η επίδραση της θαλάσσιας ισχύος στην ακμή και την πτώση της βυζαντινής αυτοκρατορίας (Αθήνα, 2007).

Καρκαζής, Γιάννης, Περί του βυζαντινού πολεμικού ναυτικού (Χίος, 2008).

Μπελέζος, Δημήτρης, Κωτούλας, Ιωάννης, Η ναυμαχία της Ναυπάκτου Η χριστιανική Δύση αναχαιτίζει τον Οθωμανικό ιμπεριαλισμό (Αθήνα, 2005).

Έξαρχου, Αχιλλέα, Η ναυμαχία της Ναυπάκτου, 7 Οκτωβρίου 1571 (Αθήνα, 2008).

Σίνου, Κίρα, Αθανασίου, Έρικα, Στο σταυροδρόμι της ημισελήνου: Η ναυμαχία της Ναυπάκτου, 7 Οκτωβρίου 1571 (Αθήνα, 2010). Κακούρου-Χρόνη, Γεωργία & Γαβαλά, Πέπη (επιμ.), Η ναυμαχία του Ναβαρίνου: Πολλαπλές αναγνώσεις: Η συλλογή του Αντώνη Τάντουλου, (Σπάρτη, 2009).

Κουμπής, Ανδρέας, Οι Σπέτσες στον αγώνα: Από τα ορλωφικά μέχρι τη ναυμαχία της Αρμάτας 1770-1822: (Μικρή συμβολή στην ιστορία του νησιού) (Αθήνα, 2001).

Δεληγιάννης, Περικλής Ο ναυτικός αγώνας της Επανάστασης 1821-1829: Ηρωικά κατορθώματα και τραγικές καταστροφές (Αθήνα, 2009).

Μανωλᾶς, Σταμάτιος, Ἡ δράση τοῦ Πολεμικοῦ καί Ἐμπορικοῦ Ἑλληνικοῦ Ναυτικοῦ κατά τόν Β ́ Παγκόσμιον Πόλεμον (Αθήνα, 1998). Μπάτης, Ευστάθιος, Θάλασσα της Κατοχής: Ο άγνωστος πόλεμος στο Αιγαίο και το Ιόνιο (1940-1944) (Πειραιάς, 2004). Αβτζιγιάννης, Κωνσταντίνος, Το Πολεμικό Ναυτικό το 1940-1944 (Αθήνα, 2002).

Λαγαράς, Ευάγγελος, Ναυτικές Επιχειρήσεις κατά τη Μάχη της Κρήτης (Αθήνα, 1991).

Παραδέλης – Παίζης Κωνσταντίνος (κ.α.) Β Παγκόσμιος Πόλεμος, Η δράση του Πολεμικού μας Ναυτικού 1939-1945 (Αθήνα, 2003). Λωρής, Δημήτριος, Ελληνικό ναυτικό 1940-1944: Πολεμώντας με αυτοθυσία τις δυνάμεις του Αξονα (Αθήνα, 2010).

Πηγάδας, Νίκος, Τορπίλες και συρματοπλέγματα. Έλληνες ναυτικοί αιχμάλωτοι πολέμου (Αθήνα, 2010).

Παπαδημητρίου, Δημήτριος, Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό, 1943-1945 (Αθήνα, 2007)

  1. ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Τερνιώτης Γιάννης (κ.α.), Ο αεροπορικός πόλεμος πάνω από την Ελλάδα 1940-1944: Από τη μάχη της Κρήτης έως την ολοκληρωτική κυριαρχία των Συμμάχων στους ελληνικούς ουρανούς (Αθήνα, 2010).

Δόλης, Κοσμάς, Η αεροπορία και ο ρόλος της στον πόλεμο εναντίον των δυνάμεων του άξονα: (1940-1941), (Θεσσαλονίκη, 1992). Καρταλαμάκης, Ηλίας, Η αεροπορία στον πόλεμο του ΄40: 1940-1941 (Αθήνα, 1990).

Καρταλαμάκης, Ηλίας Πετώντας σε Ξένους Ουρανούς 1941-1944 (Αθήνα, 1993).

Αραμπατζής, Γεώργιος, Έφοδος από αέρος. Ο αεραποβατικός πόλεμος στην Ελλάδα & Κύπρο: Ισθμός Κορίνθου-Κρήτη-Γοργοπόταμος-Αιγαίο-Κιόνελι-Αγύρτα-Α/Δ Λευκωσίας (Αθήνα, 2010).

Γεδεών, Δημήτριος (κ.α.), Η μάχη της Κρήτης, η πύρρειος νίκη των Γερμανών αλεξιπτωτιστών (Αθήνα, 2002).

Οικονόμου, Βασίλειος (επιμ.) , Οι μοίρες της Ερήμου (Αθήνα, 2004).

Μαρούκας, Κυριάκος, Η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία, 1950-2010 (Αθήνα, 2012).

Μήτσαινας, Γεώργιος, Ελληνικά Φτερά: Επιχειρήσεις 1964-1974 όπως τις έζησαν και τις αφηγούνται οι πρωταγωνιστές (Αθήνα, 2007).

  1. ΔΙΕΘΝΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Παγώτσης, Ευάγγελος, Η ναυμαχία της Τσουσίμα, 27-28 Μαΐου 1905: Η ανατολή του ιαπωνικού ήλιου (Αθήνα, 2006). Παγώτσης, Ευάγγελος, Γιουτλάνδη – 1916: Η μεγαλύτερη ναυμαχία επιφανείας (Αθήνα, 2002).

Βουρλιώτης, Σωτήριος, Γερμανικό ναυτικό 1936-1945: Οι πειρατές του Γ΄ Ράιχ (Αθήνα, 2009).

Σταυρόπουλος, Δημήτριος (κ.α.), Περλ Χάρμπορ: Ο απόλυτος αιφνιδιασμός (Αθήνα, 2001).

Μαγκλίνης, Ηλίας, (κ.ά.), Μιντγουέι 1942: Η πιο κρίσιμη αεροναυμαχία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (Αθήνα, 2006).

Παπαθανάσης, Ηλίας, Καμικάζι, Ο θεϊκός άνεμος (Αθήνα, 2006).

Δαλασσηνός, Αγγελος, Μπαίλκε και Ριχτχόφεν: Δάσκαλος και μαθητής στην αυγή και τη δύση του 1ου Μεγάλου Αεροπορικού Πολέμου (Αθήνα, 2003).

Καβαθάς, Νίκος, Η μάχη της Αγγλίας (Αθήνα, 2004).

Σταυρόπουλος, Δημήτριος (κ.ά.), Η μάχη της Αγγλίας: Οι Βρετανοί πιλότοι αναχαιτίζουν την πανίσχυρη Luftwaffe (1940) (Αθήνα, 2007).

Σιταράς, Βασίλειος, Οι αετοί του Γ΄ Ράιχ: Η ιστορία της Luftwaffe από το 1933 έως το 1945 (Αθήνα, 2006).

Κωνσταντινίδης, Σωτήρης, Adolf Galland: Ο πιο διάσημος άσσος της Luftwaffe (Αθήνα, 2007).

Σταυρόπουλος, Δημήτριος (κ.α.), Γκουανταλκανάλ 1942: Ξιφολόγχες εναντίον πολυβόλων (Αθήνα, 2010).

Κωνσταντινίδης, Σωτήρης, Σιταράς, Βασίλης, Ισοπεδώστε τη Γερμανία (Αθήνα, 2013).

Κωνσταντινίδης, Σωτήρης, Μεγάλες αερομαχίες Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου: Μονομάχοι των ουρανών (Αθήνα, 2007).

Βαρσαμής, Γιάννης, Τα μαχητικά του Άξονα (Αθήνα, 2005).

Βαρσαμής, Γιάννης, Τα μαχητικά των Συμμάχων (Αθήνα, 2006-2007).

Βαρσαμής, Γιάννης, Junkers Ju 87 Stuka: Το θρυλικό αεροσκάφος του Κεραυνοβόλου Πολέμου (Αθήνα, 2009).

Σιταράς, Βασίλειος. F-86 Sabre: Το σπουδαιότερο μαχητικό τζετ της ιστορίας (Αθήνα, 2002).

Σιταράς, Βασίλης Το πολεμικό αεροσκάφος: 100 χρόνια εξέλιξης (1903-2003) (Αθήνα, 2004).

Κωνσταντινίδης, Σωτήρης, Αεροπλανοφόρα: Κυρίαρχοι των θαλασσών (Αθήνα, 2007).

Κωνσταντινίδης, Σωτήρης, Τα χειρότερα αεροσκάφη του κόσμου: Οι μεγαλύτερες αποτυχίες σε πόλεμο και ειρήνη (Αθήνα, 2007). Κωνσταντινίδης, Σωτήρης, Αμερικανικά καταδιωκτικά Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (Αθήνα, 2007).

Κωνσταντινίδης, Σωτήρης, Βομβαρδιστικά αεροσκάφη: Η εξέλιξή τους από το 1912 έως σήμερα (Αθήνα, 2007).

Διαβάτης, Νίκος, Focke-Wulf FW190 και Ta152: Ο Θρύλος της Luftwaffe στον Β΄ Π.Π. (Αθήνα, 2001).

Σιταράς, Βασίλης, Τα κόκκινα αστέρια: Η ιστορία της Σοβιετικής Αεροπορίας 1917 – 1991 (Αθήνα, 2005).

  1. ΔΙΕΘΝΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Καντζίνος, Ελευθέριος, Αιγυπτιακός στρατός: Η λόγχη των Φαραώ (Αθήνα, 2008).

Δεληγιάννης, Περικλής, Κινεζικός στρατός: 771 π.Χ. – 617 μ.Χ: Οι πόλεμοι της αυτοκρατορίας των δράκων (Αθήνα, 2008). Δεληγιάννης, Περικλής, Γαλάτες: Οι θηριώδεις πολεμιστές της αρχαίας Ευρώπης (Αθήνα, 2009).

Καρδαράς, Γεώργιος, Ρωμαϊκός Στρατός. Η ισχυρότερη πολεμική μηχανή του αρχαίου κόσμου (Αθήνα, 2005).

Κωτούλας, Ιωάννης (κ.α)., Καρχηδονιακοί πόλεμοι: Η στρατηγική ιδιοφυία του Αννίβα εναντίον της ρωμαϊκής υπεροχής, (Αθήνα, 2004).

Σουλιώτης, Αθανάσιος, Η τελευταία μάχη Καίσαρα και Πομπήιου (Καρδίτσα, 1993).

Δεληγιάννης, Περικλής, Ιούλιος Καίσαρ: Ο θεμελιωτής της Ρωμαϊκής Κοσμοκρατορίας (Αθήνα, 2008).

Αναστασάκος, Μιχάλης, Βάρβαροι: Ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός στο χείλος της καταστροφής (Αθήνα, 2008).

Κωτούλας, Ιωάννης, Βίκινγκς: Οι αδάμαστοι πολεμιστές του Βορρά (Αθήνα, 2003).

Κωνσταντίνου, Αθανάσιος – Ιωάννης, Τσενγκίς Χαν και οι θρυλικοί Μογγόλοι πολεμιστές του (Αθήνα, 2008).

Μπελέζος, Δημήτρης, Ιππότες: Οι σιδηρόφρακτοι πολεμιστές της μεσαιωνικής δύσης (Αθήνα, 2008).

Χαρατσής, Ευάγγελος – Έκτωρ Εκατονταετής πόλεμος: Η πιο μακρόχρονη σύγκρουση στην παγκόσμια Ιστορία (Αθήνα, 2008). Βαρβούνης, Μιλτιάδης, Ιβάν ο Τρομερός (Αθήνα, 2004).

Ψαρουλάκης Γεώργιος, Ναϊτες ιππότες: Οι στρατιώτες του Χριστού (Αθήνα, 2006).

Μπελέζος, Δημήτρης, Η Ευρώπη στη σκιά της ημισελήνου: Η χριστιανική Δύση αντιμέτωπη με την οθωμανική απειλή (1376-1683) (Αθήνα, 2009).

Καρύκας, Παντελής, Ναπολέων Η άνοδος και η πτώση του αετού της Γαλλίας (Αθήνα, 2011).

Γεδεών, Δημήτρης, Η εκστρατεία του Ναπολέοντα στη Ρωσία. Η συντριβή της Μεγάλης Στρατιάς (Αθήνα, 2005).

Χαρατσής, Ευάγγελος – Έκτωρ (κ.α.), Βατερλώ 1815: Η μάχη που έκρινε την τύχη της Ευρώπης (Αθήνα, 2009).

Σταυρόπουλος, Δημήτριος, (κ.α.), Γκέτυσμπεργκ 1863: Η πιο αιματηρή μάχη του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου (Αθήνα, 2009). Χαλάτσης, Ξενοφών, Η εξέγερση των Μπόξερ 1899-1901: Η αφύπνιση του κινεζικού δράκου (Αθήνα, 2009).

Γεδεών, Δημήτρης, Η μάχη του Τάνενμπεργκ: Η συντριβή του τσάρικου στρατού στη Γερμανία (1914) (Αθήνα, 2003).

Ζουρίδης, Γεώργιος (κ.ά.), Η μάχη του Σομ 1916: Ένα εκατομμύριο νεκροί για μερικά χιλιόμετρα εδάφους! (Αθήνα, 2008).

Αυγητίδης, Κώστας, Η στρατιωτική επέμβαση των καπιταλιστικών χωρών ενάντια στη σοβιετική Ρωσία και η Ελλάδα: (1918-1920) (Αθήνα, 1999).

Χριστοδούλου, Χρίστος, Μουσταφά Κεμάλ, Ο Βίος και η πολιτεία του στη Θεσσαλονίκη, (Αθήνα, 2007).

Τσοπάνης, Κωνσταντίνος, Ισπανικός Εμφύλιος. Το πρελούδιο του Β Παγκοσμίου Πολέμου (Αθήνα, 2006).

Χονδροματίδης, Ιάκωβος, Οι κατάσκοποι του Χίτλερ: Οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες κατά τον Β΄ΠΠ (Αθήνα, 2007).

Θεοφάνους, Γεώργιος, Το μοιραίο 1941 Οι αποφάσεις που κατέστρεψαν τον Χίτλερ (Αθήνα, 2004).

Σταυρόπουλος, Δημήτριος, Γκαζάλα Τομπρούκ 1942: Η μεγαλύτερη νίκη του ΡόμΜελ (Αθήνα, 2006).

Καρύκας, Παντελής (κ.α.), Ρόμμελ: Ο θρύλος της ερήμου (Αθήνα, 2009).

Σταυρόπουλος, Δημήτριος (κ.ά.), Λένινγκραντ: 900 ημέρες στην κόλαση 1941-1944 (Αθήνα, 2008)

Σταυρόπουλος, Δημήτριος (κ.ά.), Ελ Αλαμέιν – Η συντριβή του άξονα στην έρημο (Αθήνα, 2008).

Σταυρόπουλος, Δημήτριος (κ.ά.), Χάρκοβο 1943: Ο θρίαμβος του Μανστάιν (Αθήνα, 2009).

Σταυρόπουλος, Δημήτριος, Στάλινγκραντ: Η αρχή του τέλους για το Γ ́ Ράιχ (Αθήνα, 2003).

Κογιόπουλος, Κωνσταντίνος, Η Ιταλική ανακωχή 8/9/1943. Η εκτέλεση των Ιταλών αξιωματικών στον Λινοπότη και η Δίκη του Στρατηγού Muller (Αθήνα, 1995).

Καμπούρης, Νίκος (κ.α.), Κουρσκ 1943 Ο Κόκκινος Στρατός αναχαιτίζει τα Πάντσερ (Αθήνα, 2003).

Σταυρόπουλος, Δημήτριος (κ.ά.), Η μάχη της Νορμανδίας: Η χαραυγή της συμμαχικής νίκης (Αθήνα, 2007).

Σταυρόπουλος, Δημήτριος, Νορμανδία: Η μεγαλύτερη ημέρα του πολέμου: 6 Ιουνίου 1944 (Αθήνα, 2003)

Σταυρόπουλος, Δημήτριος (κ.α.), Ο κεραυνοβόλος πόλεμος των συμμάχων: Γαλλία – Αύγουστος 1944 (Αθήνα, 2007).

Σταυρόπουλος, Δημήτριος, Αρδένες 1944 Το λυκόφως της Wehrmacht (Αθήνα, 2002).

Καρύκας, Παντελής (κ.α.), Επιχείρηση Bagration 1944: Το «Βατερλώ» του Χίτλερ στο ανατολικό μέτωπο (Αθήνα, 2011).

Ζουρίδης, Γεώργιος (κ.α.), Βερολίνο 1945. Η πτώση της χιτλερικής Γερμανίας (Αθήνα, 2003).

Σταυρόπουλος, Δημήτριος (κ.α.), Ντιέν Μπιέν Φου 1954: Η αρχή του τέλους της αποικιοκρατίας (Αθήνα, 2007).

Σταυρόπουλος, Δημήτριος (κ.α.), ΤΕΤ 1968: Η αποφασιστική καμπή του πολέμου του Βιετνάμ (Αθήνα, 2008).

Λωρής, Δημήτριος, Αφρικανικοί πόλεμοι: Η αφύπνιση της μαύρης δύναμης (Αθήνα, 2008).

Σακκάς, Γιάννης, Γιομ Κιπούρ 1973 Ο Δ Αραβοϊσραηλινός Πόλεμος – Από την πανωλεθρία στη νίκη (Αθήνα, 2003).

Χαλάτσης, Ξενοφών, Αφγανιστάν 1979-1989: Το αιματηρό τέλμα της σοβιετικής υπερδύναμης (Αθήνα, 2007).

Παπαθανάσης, Ηλίας, Waffen SS – Βιβλίο 1 Οι επίλεκτοι πολεμιστές του Γ Ράιχ (Αθήνα, 2004).

Ηλιόπουλου, Γιώργου, Τα μυστικά όπλα του Γ’ Ράιχ (Αθήνα, 2001).

Ψαρουλάκης, Γεώργιος, Τα μυστικά όπλα του Γ ́ Ράιχ: Από τους V-1 και V-2 ως την ατομική βόμβα (Αθήνα, 2004).

Ψαρουλάκης, Γεώργιος, Γερμανικά τεθωρακισμένα πάντσερ (Αθήνα, 2006).

Δημόπουλος, Θεόδωρος, Διάσημα φορητά όπλα από όλον τον κόσμο (Αθήνα, 2007).

Κωτούλας, Ιωάννης, Εγκλήματα πολέμου του Άξονα 1939-1945: Η σκοτεινή όψη της νέας τάξης (Αθήνα, 2007).

Βαρσαμής, Γιάννης, Τα άρματα μάχης του Άξονα (Αθήνα, 2008).

  1. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Καρτάκις, Δημήτρης, Η Κίσαμος στη μάχη της Κρήτης: Οι ψυχολογικές προεκτάσεις της μάχης στον Κρητικό λαό (Αθήνα, 1991).

Βολωνάκης, Ιωάννης, Παγκόσμιος ιστορία του ψυχολογικού πολέμου και της προπαγάνδας (Αθήνα, 2008).

Κωτούλας, Ιωάννης, Η προπαγάνδα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: Τα ιδεολογικά όπλα των αντιπάλων (Αθήνα, 2006).

 

  1. ΠΟΙΚΙΛΑ

Μασούρας, Γεώργιος, Η στρατιωτική παράδοση της αρχαίας Ελλάδος και το στρατιωτικό ζήτημα του νεοελληνικού κράτους (Κυπαρισσία, 2000).

Πλακογιαννάκης, Εμμανουήλ – Κίμων, Τιμητικοί τίτλοι και ενεργά αξιώματα στο Βυζάντιο: Εθιμοτυπία, Διοίκηση, Στρατός, (Θεσσαλονίκη, 2001).

Πολεμικό Μουσείο, Διαμνημονεύσεις απονεμόμενες σε αξιωματικούς των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων (Αθήνα, 1992). Δημητριάδης, Κωνσταντίνος, Δεμέστιχας Γρηγόριος (επιμ.) , Ίδρυση του Κυπριακού Ναυτικού (1964-1966) (Αθήνα, 2011).

Οικονόμου, Βασίλειος, Η πορεία προς την ενιαία πολεμική αεροπορία: Παραγωγή ιπτάμενου προσωπικού 1912-1946: 80 χρόνια από τη σύσταση (το 1930) της ενιαίας πολεμικής αεροπορίας (Αθήνα, 2010).

Δεπάστας, Νικόλαος, Η στρατιωτική παιδεία της Κρήτης κατά τους Νόμους του Πλάτωνος (Αθήνα, 2001).

Δεπάστας, Νικόλαος, Η αυτοκρατορία της Νίκαιας και η ενίσχυσις του Ελληνισμού και της Μεγάλης Ιδέας μέσω του Στρατεύματος και της Παιδείας (Αθήνα, 1999).

Ξηραδάκη, Κούλα, Σελίδες από τον αντιφασιστικό αγώνα στη Μέση Ανατολή 1941-1944. Πρόσωπα και ντοκουμέντα (Αθήνα, 1996). Λέττας Κωνσταντίνος, Η Ελλάδα στη Μέση Ανατολή 1941-1945. Από τις κορυφές της Δόξας στη Συμφορά και στην ταπείνωση (Αθήνα, 2003).

Παπαντωνίου, Θανάσης, Η υπόθεση των 11 αεροπόρων, Μαρτυρία (Αθήνα, 1995).

Γκορτζής, Κώστας, Ναύαρχος Νίκος Παππάς: Το βέλος στην καρδιά της δικτατορίας (Αθήνα, 2012).

Μαζαράκης-Αινιάν, Ιωάννης, Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913: Ελληνική λαϊκή εικονογραφία (Αθήνα, 1992).

Κεφαλληνιάδη, Νίκος, Η λαϊκή μούσα στους εθνικούς πολέμους μας: Ντοκουμέντα: Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913, Μικρασιατική καταστροφή 1922, Αλβανικό έπος 1940, Κατοχή – Αντίσταση – Απελευθέρωση 1941-1944 (Αθήνα, 1992).

  1. ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΦΥΛΛΟ

Παπαγιάννης, Αθανάσιος, Ιστορία του Σάγκα Μαντινείας και η μάχη κατά του Ιμπραήμ Πασά στις Πόρτες: οι ηρωίδες σαγκιώτισσες – οπλαρχηγός Κλαδούρης – Η ιστορία του μοναστηριού Κλήμη (Αθήνα, 2004).

Ξηραδάκη, Κούλα, Γυναίκες του ’21: Προσφορές, ηρωισμοί και θυσίες: Συμβολή στην έρευνα (Αθήνα, 1995).

Αποστολοπούλου, Ναταλία, Περήφανες κι αδούλωτες (Αθήνα, 1997).

Ξηραδάκη, Κούλα, Οι γυναίκες στον ατυχή πόλεμο του 1897: Πολεμάνε – Προσγέρουν υπηρεσίες – Καταγράφουν γεγονότα – Επιρρίπτουν ευθύνες (Αθήνα, 1994).

Βακάλης, Βασίλειος, Άντρισσες: Η συμβολή των γυναικών των Τσεριτσάνων στην απελευθέρωση των Ιωαννίνων (Αθήνα, 2006). ΤζιάλλαΜάντζιου, Ελευθερία, Η γυναίκα της Πίνδου στο έπος του ‘40 (Ιωάννινα, 2001).

Αναστασάκης, Ιωάννης, Η γυναίκα στη «Μάχη της Κρήτης» και την Κατοχή 1941-45 (Χανιά, 1993).

Ζαούσης, Αλέξανδρος, Λέλα Καραγιάννη: Η Μπουμπουλίνα της Κατοχής 1941-1944 (Αθήνα, 2004).

Λαζαρίδου, Μαργαρίτα, Πόλεμος και Αίμα, Ταξίδι στο Παρελθόν, Ταξίδι στον Πόνο, Η αληθινή Ζωή μιας Αγωνίστριας (Αθήνα, 2007). Γκριτζώνας, Κώστας, Μαχήτριες του Δημοκρατικού στρατού: Η τομηρότερη ιστορία που γράφτηκε στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου 1946-1949, (Αθήνα, 2001).

  1. ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Μακρής – Σταϊκος Πέτρος, «Ο Άγγλος πρόξενος»: Ο υποπλοίαρχος Noel C. Rees και οι Βρετανικές μυστικές υπηρεσίες: Ελλάδα – Μέση Ανατολή (1939 – 1944) (Αθήνα, 2011).

Σανουδάκης, Αντώνης, Η Μεγάλη Κατάσκοπος «Κυβέλη Σεργίου»:Η Κυβέλη Σεργίου, η Μάτα Χάρι της Ελλάδος αφηγείται στον Αντώνη Σανουδάκη (Αθήνα, 2007) .

  1. ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ

Αγγελής, Δημήτρης, Ελλήνων αγώνες – εκκλησίας μάχες (1191-1821) (Αθήνα, 2008).

Πανόπουλος Δημήτριος, Ο κλήρος στην εθνεγερσία του 1821 (από ανέκδοτα έγγραφα της εθνικής Βιβλιοθήκης) (Πάτρα, 2001). Κουτσουκλένης, Γεώργιος, Ησαΐας: Επίσκοπος Σαλώνων, Εθνεγέρτης αληθινός και μεγάλος (Άμφισσα, 2005).

Βρυώνης, Νίκος, Γρηγόριος Δικαίος – Παπαφλέσσας: Ο ασυμβίβαστος ανταρτόπαπας (Αθήνα, 2004).  

Μιχαηλάρης, Παναγιώτης, Παναγιωτόπουλος, Βασίλης, Κληρικοί στον Αγώνα: Παλαιών Πατρών Γερμανός – Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας – Νεόφυτος Βάμβας (Αθήνα, 2010).

Ανδρεάδης, Χρήστος, Ὁ Κορυτσᾶς καί Πρεμετῆς Φώτιος Καλπίδης (1862-1906): Ὁ Πόντιος ἐθνομάρτυς ἱεράρχης – Πρῶτο θῦμα τοῦ Μακεδονικοῦ ἀγώνα (Θεσσαλονίκη, 2004).

Παπαδημητρίου Ρούλα, Ἡ Ἐκκλησία στό Μακεδονικό ἀγώνα (Αθήνα, 2001).

Σκορδάς, Ευάγγελος, Ο ορθόδοξος ελληνικός κλήρος στον αγώνα για την ελευθερία της Μακεδονίας (Αθήνα, 2001).

Σανουδάκης, Αντώνης, Εκκλησία και αντίσταση: ο ρόλος της εκκλησίας της Κρήτης στις μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων σχέσεις (Αθήνα, 1993)

Σανουδάκης, Αντώνης, Αρχιμανδρίτου Φωτίου Θεοδοσάκη, οπλαρχηγού και Πρωτομάρτυρα της Μάχης της Κρήτης: μαρτυρολόγιον (Ρέθυμνο, 1995).

Αναστασάκης, Ιωάννης, Η Εκκλησία στη «Μάχη της Κρήτης» και τη Γερμανική Κατοχή 1941-45: Φόρος τιμής και αγάπης (Αθήνα, 1994).

Αρχιμ. Γερμανός Κ. Δημάκος (Πάτερ Ανυπόμονος), Στο βουνό με τον σταυρό, κοντά στον Άρη: στρατιωτικός ιερεύς στο Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ (Τρίκαλα, 2004).

Λόης, Παναγιώτης, Ο Αρχιμανδρίτης Χριστόφορος, Αθανάσιος Καλύβας στην Αντίσταση. Μια νεοελληνική τραγωδία, Πάρος, 2006

  1. ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ

Ντούνης, Χρήστος, Η ελληνική ναυτιλία κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο: Ιστορικό απωλεσθέντων πλοίων (Αθήνα, 1991). Ντούνης, Χρήστος, Εις μνήμην Ναυτικοί και πλοία που χάθηκαν στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο 1939-1945 (Αθήνα,1997).

Ντούνης, Χρήστος, Ἐν καιρῷ πολέμου: Το Ελληνικό Εμπορικό Ναυτικό στη δίνη δύο παγκοσμίων πολέμων: Τα απωλεσθέντα στους ωκεανούς ποντοπόρα πλοία (Πειραιάς, 2003).

Κολοβός, Γεώργιος, Η Δράση του Ελληνικού Ναυτικού (εμπορικού και πολεμικού) κατά τη διάρκεια του Β Παγκσμίου Πολέμου (Αθήνα, 2009).

Παΐζης-Παραδέλης, Κωνσταντίνος, Το τίμημα του πολέμου. Απώλειες και θυσίες της Ελληνικής Εμπορικής Ναυτιλίας στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο (Αθήνα, 2004).

Ματθαίος, Λως, Η σιωπηλή Αναμέτρηση. Η ελληνική ναυτιλία κατά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο (Αθήνα, 1998).

Μαλακάσης, Ιωάννης, Η συνεισφορά της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας στην πολεμική προσπάθεια του έθνους: Οκτώβριος 1940 – Μάιος 1941 (Ιωάννινα, 1994).

Μπάτης, Ευστάθιος, Επιχείρηση Φλεγόμενη Βάτος – Ο Άγνωστος Πόλεμος στο Ελληνικό Αρχιπέλαγος (Αθήνα, 1996).

  1. ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Καρταλαμάκης, Ηλίας (κ.α.), Η αεροπορία στον Εμφύλιο (Αθήνα, 1998).

Καρταλαμάκης, Ηλίας, Η αεροπορία στον Εμφύλιο, η Λύτρωση (Αθήνα, 2000).

Τερζόγλου, Νίκος, Η στρατιωτική εκπαίδευση Στελεχών στο δημοκρατικό στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ) (Αθήνα, 2003).

Βήττος, Χρήστος, Ο εθνικός διχασμός και η Γαλλική Κατοχή (1915-1920), 2 τόμοι (Θεσσαλονίκη, 2008).

Γεωργόπουλος, Ευστάθιος, Εμφύλιος πόλεμος 1942-1944: Το πρώτο αίμα (Αθήνα, 2010).

Τερζόπουλος, Γιώργος, Η μάχη του Φαρδύκαμπου Σιάτιστας (4-6 Μαρτίου 1943), (Θεσσαλονίκη, 2002).

Τερζόπουλος, Γιώργος, Ανθολογία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας: (50 χρόνια του ΔΣΕ) (Θεσσαλονίκη, 2005).

Μπουγάς, Ιωάννης, Ματωμένες μνήμες 1940-45: Κόκκινη τρομοκρατία, Κατοχικός Εμφύλιος, κόκκινη απελευθέρωση, «Λευκή» τρομοκρατία στη Νοτιοδυτική Πελοπόννησο (Γαργαλιάνοι – Καλαμάτα – Μελιγαλάς – Πύλος – Πύργος) (Αθήνα, 2010).

Βέττας, Γιάννης, Η μάχη της Έδεσσας. Πικρές μνήμες του Εμφυλίου (Θεσσαλονίκη, 2002).

Κυριαζής, Δημήτρης, Η δεκαετία που συγκλόνισε τη χώρα: Πόλεμος, κατοχή, εθνική αντίσταση, εμφύλιος (Αθήνα, 2002).

Μπρούσαλης, Κωνσταντίνος, Η Πελοπόννησος στο πρώτο αντάρτικο (1941-1945): απελευθερωτικός αγώνας και εμφύλια διαμάχη (Αθήνα, 1997).

Μπρούσαλης, Κωνσταντίνος, Οι ανυπότακτοι: το δεύτερο αντάρτικο στην Πελοπόννησο (Αθήνα, 2008).

Σκλάβου, Λευτέρη, Ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Ελλάδα, 1943-1949 (Αθήνα, 2010).

Φαράκος, Γρηγόρης, Δεκέμβρης του 44: Νεότερη έρευνα και προσεγγίσεις: Καταθέσεις σε ένα επιστημονικό συμπόσιο (Αθήνα, 1996). Αβτζιγιάννης, Κωνσταντίνος, Η μάχη της Αθήνας Τα Δεκεμβριανά (Αθήνα, 2009).

Δημόπουλος, Θεόδωρος (κ.ά.), Η μάχη των Αθηνών 1944: Ο ματωμένος Δεκέμβριος (Αθήνα, 2008).

Γκακούλιας, Γ. Η αθέατη πλευρά του εμφυλίου (Αθήνα, 2002).

Κυρίτσης, Νίκος, Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας: Βασικοί σταθμοί του αγώνα: Μελέτες κέντρου μαρξιστικών ερευνών (Αθήνα, 2003). Ριζοσπάστης, Δημοκρατικός Στρατός, Αφιέρωμα στα 50 χρόνια του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (Αθήνα, 1996).

Ριζοσπάστης, Εμφύλιος Πόλεμος (1946-1949). Η τρίχρονη Εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, 1946-1949. Αφιερώνεται στα 80 χρόνια του ΚΚΕ (Αθήνα, 2004).

Βορδώνης, Γεώργιος, Κατοχική aντίστασις, Δεκεμβριανά, Κομμουνιστική aνταρσία 1946-49 (Αθήνα, 1995).

Κάïλας, Δημήτρης, Κάτω από τις σημαίες του λαϊκού στρατού: Έλληνες μόνιμοι αξιωματικοί στις τάξεις του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού – ΕΛΑΣ (Αθήνα, 2005).

Λέφας, Γιάννης, Ο δημοκρατικός στρατός Πελοποννήσου: (Δημιουργία – Ανάπτυξη – Ήττα), 2 τόμοι (Αθήνα, 1998).

Σιούρτος, Γεώργιος, Ο Εμφύλιος Πόλεμος (1946-49): Μια πληγή της νεότερης Ελλάδας (Καρδίτσα, 2004).

Καμαρινός, Αρίστος, Ο Εμφύλιος πόλεμος στην Πελοπόνησσο: (1946-1949) (Αθήνα, 2000).

Ψαρομήλιγκος Αρτέμης, Λάζου Βασιλική, Οι μεγάλες μάχες του εμφυλίου πολέμου 1946-1949 (Αθήνα, 2012).

Πάτσης, Γεώργιος, Η εποποιία της Μουργκάνας (Αθήνα, 2011).

Κουτσονίκος, Γεώργιος, Το έπος των ηρώων: Γράμμος-Βίτσι, 1946-1949: Οι μεγάλες μάχες του εθνικού στρατού εναντίον της κομμουνιστικής ανταρσίας (Θεσσαλονίκη, 2007).

Κουτσονίκος, Γεώργιος, Γράμμος – Βίτσι: Τόποι τραγωδίας (Θεσσαλονίκη, 2002).

Αποστολόπουλος, Βασίλης, Το χρονικό μιάς εποποιίας. Ο ΔΣΕ στη Ρούμελη (Αθήνα, 1995).

Θεοδωρόπουλος, Χρήστος, Αγώνες και θυσίες της περιοχής Γρεβενών (1940-1949) (Αθήνα, 1995).

Βήττος, Χρήστος. Τα Γρεβενά στην Κατοχή και στο αντάρτικο (Ιστορική μελέτη δεκαετίας 1940-1950) (Θεσσαλονίκη, 2000). Καραϊσαρλής, Δημήτριος, Σκληροί αγώνες και μεγάλες θυσίες του λαού της ανατολικής Μακεδονίας και δυτικής Θράκης, 1941-1944 (Αθήνα, 1996).

Ζέρβης, Νίκος, Η Γερμανική Κατοχή στη Μεσσηνία (Καλαμάτα, 1998).

Λουκάτος, Σπύρος. Τα χρόνια της Ιταλικής Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης στην Κεφαλονιά και Ιθάκη (Αθήνα, 1997).

Τζουβάλας, Γιώργος, Αναζητώντας την αλήθεια στις πληγές που άνοιξε ο κατοχικός εμφύλιος, χρονικό 1940-1944 (Αθήνα, 2009). Μαρίνος, Θέμης, Ο εφιάλτης της Εθνικής Αντίστασης, 2 τόμοι (Αθήνα, 2001).

  1. ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ

Κολόμβας, Νικόλαος, Η Έξοδος του Μεσολογγίου και η μοίρα των αμάχων, (Αθήνα, 1993).

Σακαλής, Σπυρίδων, Μεσολόγγι 1826: Τύχη οικογενείας Ιωάννου – Ιακώβου Μάγερ και κατάλογος των αιχμαλώτων της εξόδου (Αθήνα, 2000).

Καρακόιδας, Κώστας, Το στρατόπεδο της Δερβέκιστας και το οδοιπορικό της θυσίας των «Ελεύθερων Πολιορκημένων»: (Απρίλης 1825 – Απρίλης 1826) (Πάτρα, 2000).

Καρνάρος, Λεωνίδας, Ηλείοι πεσόντες κατά τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες 1897-1922 (Αμαλιάδα, 2002).

Καρνάρος, Λεωνίδας, Πεσόντες εκ Ζακύνθου κατά τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες 1897-1922 (Ζάκυνθος, 2002).

Μαγκριώτης, Δημήτριος, Θυσίαι της Ελλάδος και εγκλήματα κατοχής 1941-1944 (Αθήνα, 1996).

Αναστασάκης, Ιωάννης, Κρητικό μαρτυρολόγιο: Ημερολόγιο θανάτου – Εκτελέσεις κατά τη Γερμανική Κατοχή 1941-1945 (Χανιά, 1998).

Πολιουδάκη, Μάρκου, Μαρτυρολόγιο Νομού Ρεθύμνου 1941-1945: Πίνακες των νεκρών της Μάχης της Κρήτης στο Ρέθυμνο, της γερμανικής Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης στο Νομό Ρεθύμνου 1941-1945 (Ρέθυμνο, 2006).

Κακογιάννης, Αντώνης, Η θηριωδία των ναζί στην Ελλάδα: το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων (Αθήνα, 2000).

Πρόφης, Θωμάς, Η τραγωδία του Κορωπίου (8-9 Οκτωβρίου 1944): Οι μύθοι, οι πλαστογράφοι και η αλήθεια (Κορωπί, 2006). Ροδάκης, Περικλής, Καλάβρυτα 1941-1944. Η αντίσταση στην Επαρχία. Το ολοκαύτωμα (Αθήνα, 2001).

Φωτίου, Θανάσης, Η ναζιστική τρομοκρατία στην Ελλάδα: η αιματηρή πορεία του Φρίτς Σούμπερτ και του ελληνικού «Σώματος Κυνηγών» στην κατοχική Κρήτη και Μακεδονία, (Θεσσαλονίκη, 2011).

  1. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΟΠΛΑ ΚΑΙ ΟΧΥΡΩΣΕΙΣ

Δεπάστας, Νικόλαος, Ίχνη Στρατιωτικής Τεχνολογίας στην Ελλάδα κατά την Πρώιμον Χαλκοκρατίαν (2800-1900 π.Χ) (Αθήνα, 1989).

Παπαδημητρίου, Κωνσταντίνος (κ.α.), Τα όπλα των αρχαίων Ελλήνων (Αθήνα, 2008).

Ηλιόπουλος, Γιώργος, Καταπέλτες: Εφηρμοσμένη βλητική και μηχανική στον ελληνικό και ελληνορωμαϊκό κόσμο (Αθήνα, 2002).

Λάζος, Χρήστος, Ναυτική τεχνολογία στην αρχαία Ελλάδα (Αθήνα, 1996).

Μαδωνής, Αλέξανδρος, Μαστρογεωργίου, Γεώργιος, Ελληνικά Υποβρύχια, 1885-2010 (Αθήνα, 2010).

Βασιλάτος, Νίκος, Όπλα 1790-1860: Μνημεία ελληνικής ιστορίας και τέχνης (Αθήνα,1989).

Σαζανίδης, Χρήστος, Τα όπλα των Ελλήνων: Μια ιστορική μελέτη του φορητού οπλισμού των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, των Σωμάτων Ασφαλείας και αντάρτικων ομάδων 1821-1992 (Θεσσαλονίκη, 1995).

Λιάσκος, Αναστάσιος, Νικόλτσιος, Βασίλειος, Τα όπλα του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908) (Θεσσαλονίκη, 2010).

Ρούσκας, Ιωάννης, (κ.α.), Όπλα των Βαλκανικών Πολέμων (Αθήνα, 1993).

Λιάσκος, Αναστάσιος, Αγώνες και Άρματα (Αθήνα, 2005).

Καρύκας, Παντελής, Ελληνικά φτερά: 1912-2005 (Αθήνα, 2005).

Κωνσταντινίδης, Σωτήρης, Ελληνικά αεροσκάφη Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (Αθήνα, 2007).

Καρύκας, Παντελής, Ελληνικά φτερά 1912 ως σήμερα (Αθήνα, 2009).

Χριστοφίλης, Νικόλαος, Όπλα και καταρρίψεις της Ελληνικής Αεροπορίας, 1929-2001 (Αθήνα, 2010).

Σιορόκας, Γεώργιος, Lt Col. CrossonDuplessix: “Le siège de Janina” Η τουρκική αμυντική οργάνωση των Ιωαννίνων σε σχέση με τις αντίπαλες γραμμές και τις επιχειρήσεις της απελευθέρωσης (Ιωάννινα, 2000).

Καραμπατσόλης, Γεώργιος, Οχυρό Νυμφαίας (Αθήνα, 2002)

Νικόλτσιος, Βασίλειος, Χαδιά, Αναστασία, Ρούπελ. Το οχυρό της ιστορίας και της μνήμης: Η ελληνική εποποιία του 1941 εναντίον των Γερμανών (Αθήνα, 2002).

 

Ο Ζήσης Φωτάκης είναι Λέκτορας Ναυτικής Ιστορίας στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων.

 

Υποσημειώσεις

[1] Morillo,  Stephen, Pavkovic, Michael, What is Military History (Cambridge UK & Madden MA,, 2013),σελ. 2.

[2] Fotakis, Z., “The Development of the Study of War in Greece since 1989” στο International Bibliography of Military History, 34:1 (2014), σελ. 117-139. Fotakis, Z., “The Development of modern Naval History in Greece” στο Charlaftis, G. (ed.), Greek Maritime History: from the periphery to the centre (International Maritime Economic History Association, 2015) (υπό δημοσίευση)

[3] Morillo, Pavkovic, What is Military History, σελ. 3

[4] Κατάλογοι των βιβλιοθηκών της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, της Σχολής Διοίκησης και Επιτελών του Πολεμικού Ναυτικού, της Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού, της Σχολής Ευελπίδων, της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, του Πολεμικού Μουσείου Αθηνών, της Ανωτάτης Διακλαδικής Σχολής Πολέμου, της Εθνικής Βιβλιοθήκης, της Βιβλιοθήκης της Βουλής, της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Αθηνών, της Biblionet, του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης και του Διαπανεπιστημιακού ηλεκτρονικού καταλόγου Ζέφυρος.

Στράτος Δορδανάς: Οι ελληνογερμανικές σχέσεις κατά τη μεταπολεμική περίοδο αναπαράγουν έως σήμερα στερεότυπα παλαιάς κοπής

Στράτος Δορδανάς: Οι ελληνογερμανικές σχέσεις κατά τη μεταπολεμική περίοδο αναπαράγουν έως σήμερα στερεότυπα παλαιάς κοπής

 

Η συνέντευξη δόθηκε στον Νίκο Μισολίδη , υπ. διδάκτορα του τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας του ΑΠΘ & στον Χαράλαμπο Γάππα, προπτυχιακό φοιτητή του ίδιου τμήματος

 

Κύριε καθηγητά εξηγήστε μας καταρχάς τι εννοούμε με τον όρο τάγματα ασφαλείας και τον ρόλο που έπαιξαν στο φαινόμενο του δοσιλογισμού στην Ελλάδα της κατοχής;

Το φαινόμενο του δοσιλογισμού ισούται με τα τάγματα ασφαλείας, και τα τάγματα ασφαλείας ισούνται με το φαινόμενο του δοσιλογισμού. Είναι ένα και το αυτό. Είναι η άλλη διάσταση του φαινομένου του δοσιλογισμού σε πρακτικό επίπεδο, που οδηγεί στην έννοια των ταγμάτων ασφαλείας. Παλαιότερα ωστόσο, όταν μιλούσαμε για τα τάγματα ασφαλείας θεωρούσαμε ότι αυτά συνιστούσαν ένα ενιαίο φαινόμενο, χωρίς κανενός είδους πολυπλοκότητα, με κοινές διαστάσεις. Μάλιστα μέχρι πρότινος, βάζαμε τους λεγόμενους ταγματασφαλίτες- ή αλλιώς γερμανοτσολιάδες- μέσα σ’ ένα τσουβάλι, απέξω κολλούσαμε την ετικέτα τάγματα ασφαλείας και μάλιστα προνοούσαμε ώστε να ρίξουμε μέσα στο τσουβάλι και μια γάτα. Ήταν μια εύκολη προσέγγιση του δοσιλογισμού, τα τελευταία χρόνια όμως είμαστε στην ευχάριστη θέση να διαθέτουμε στα χέρια μας εξαιρετικές μελέτες, που έχουν αποδείξει ότι το φαινόμενο του δοσιλογισμού, ούτε ενιαία μορφή είχε, ούτε υφίσταντο οι κοινές αιτίες, οι ίδιοι λίγοι για τους οποίους κάποιος, την περίοδο της κατοχής συνεργάστηκε, ή επέλεξε να συνεργαστεί με τον κατακτητή. Άρα οι λόγοι και οι αιτίες της συνεργασίας με τον κατακτητή είναι διάφοροι. Η χρονική στιγμή στην παρούσα συγκυρία είναι ένας σημαντικός παράγων που θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν μας.

 Τώρα, όταν μιλούμε για τα τάγματα ασφαλείας πρέπει να έχουμε λάβει υπ’ όψιν και την γεωγραφική διάσταση του φαινομένου, αλλά όπως είπα και την χρονική στιγμή που κάποιος αποφασίζει να εξοπλιστεί και να συνεργαστεί με τους κατακτητές. Κι όταν αναφέρομαι στην γεωγραφική διάσταση του φαινομένου, θα πρέπει να σημειώσω ότι διαφορετικά ήταν τα τάγματα ασφαλείας- τα λεγόμενα ευζωνικά τάγματα- τα οποία συγκροτήθηκαν με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Ράλλη. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, σε κάτι άλλο αναφερόμαστε όταν μιλούμε για τα τάγματα ασφαλείας που έδρασαν στην περιοχή της Πελοποννήσου, στην Εύβοια, ή γενικότερα στην νότια Ελλάδα. Και επίσης άλλη εικόνα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας όταν  μιλούμε για ένοπλα τμήματα τα οποία έδρασαν στην περιοχή της Μακεδονίας.

Για να ξεκινήσω από την τελευταία γεωγραφική περιοχή, ο χώρος της Μακεδονίας γενικότερα μας προσφέρει μια πάρα πολύ καλή εικόνα για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε την πολυπλοκότητα του φαινομένου του δοσιλογισμού.

Τι σημαίνει δοσιλογισμός, τι σημαίνει δηλαδή η συνεργασία με τον κατακτητή; Σημαίνει εν ολίγοις, ότι έχουμε έναν εν εξελίξει γερμανικό προπαγανδιστικό μηχανισμό, και εδώ δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ποτέ την γερμανική προπαγάνδα, η οποία ασκείται πάνω κάτω με τον ίδιο τρόπο  σ’ όλες τις κατεχόμενες Ευρωπαϊκές χώρες. Έχουμε δηλαδή κατεχόμενες κοινωνίες τις οποίες οι Γερμανοί επιδιώκουν να τις διασπάσουν. Να διασπάσουν δηλαδή το κοινωνικό σώμα σε πολύ μικρά κομμάτια, και με αυτόν τον τρόπο να εξουδετερώσουν οποιαδήποτε πιθανότητα υπάρχει να εμφανιστεί ένα ενιαίο αντιστασιακό κίνημα, το οποίο εξ ολοκλήρου θα τραφεί εναντίον των κατακτητών. Άρα, εκεί όπου οι Γερμανοί ανιχνεύουν κοινωνίες όπου έχουν εμφανιστεί προπολεμικά ρηγματώσεις- ως επί το πλείστον ο Ευρωπαϊκός Μεσοπόλεμος είναι μια περίοδος η οποία πάλλεται από αντιθέσεις, αντιπαραθέσεις και προβλήματα- εκεί οι Γερμανοί, μέσω της προπαγάνδας κάνουν το πάν να διαρρήξουν όσον το δυνατόν περισσότερο την κοινωνία αυτή. Άρα τι διαβάζουν οι Γερμανοί στις κατεχόμενες κοινωνίες, όπως η ελληνική, διαβάζουν προπολεμικές αντιπαραθέσεις, αντιθέσεις, πικρίες, αποκλεισμούς, τραγικές πολιτικές, διαβάζουν εθνοτικές ομάδες, γλωσσικές και θρησκευτικές κοινότητες, πολιτικές αντιπαραθέσεις, κοινωνικού τύπου αντιθέσεις, ακόμη και οικογενειακές προσωπικές διαφορές. Επομένως με βάση αυτό το υπόστρωμα έρχεται η γερμανική προπαγάνδα να διαστρέψει το πραγματικό περιεχόμενο του πολέμου. Ο β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, γνωρίζουμε ότι είναι ένας πόλεμος μεταξύ των φασιστικών δυνάμεων και των δημοκρατιών του φιλελευθερισμού. Η γερμανική προπαγάνδα μεταλλάσσει το δίπολο σε έναν πόλεμο μεταξύ των Μπολσεβίκων και των αντικομμουνιστικών δυνάμεων ανά την Ευρώπη, ή των προθύμων να συνεργαστούν εναντίον του μπολσεβικισμού. Επομένως, ξεκινούμε από έναν βασικό παράγοντα ο οποίος είναι ο πολιτικός παράγοντας για να περάσουμε να δούμε για ποιόν λόγο η κυβέρνηση Ράλλη έθεσε ως βασική προϋπόθεση την δημιουργία των ευζωνικών ταγμάτων. Ήρθε λοιπόν να επιβεβαιώσει την γερμανική τάξη και ασφάλεια στην ύπαιθρο, που είχε διαταραχθεί εξαιτίας της εμφάνισης των αντιστασιακών οργανώσεων και να προσθέσει την δική της συμβολή. Δηλαδή, η κυβέρνηση Ράλλη, και ο Ράλλης προσωπικά, προσέγγισε τον γερμανικό παράγοντα, όχι από την οπτική του χειρότερου εχθρού. Θεωρούσε ότι αυτός ο εχθρός αργά ή γρήγορα, θα αποχωρούσε από την χώρα, άρα είχε στο μυαλό του τον ‘’εσωτερικό εχθρό’’, και αυτός δεν ήταν άλλος από τους κομμουνιστές και το ΚΚΕ. Αυτόν λοιπόν τον εσωτερικό εχθρό θα έπρεπε κάποια στιγμή να αντιμετωπίσει. Άρα τα τάγματα ασφαλείας, τα ευζωνικά τάγματα έρχονται ακριβώς να πληρώσουν αυτήν την ανάγκη της κατοχικής κυβέρνησης, των κατοχικών κυβερνήσεων που ουσιαστική διαβάζουν την επόμενη ημέρα. Τώρα, πόσοι απ’ αυτούς που συμμετέχουν στα τάγματα ασφαλείας γνωρίζουν το διακύβευμα του Πολέμου;

Μπορείτε εν συντομία να σκιαγραφήσετε την ταυτότητα του  Έλληνα ταγματασφαλίτη, ποια ήταν τα κίνητρα που τον ώθησαν να ενταχθεί σε αυτά τα ένοπλα σώματα, και να δεί τον Γερμανό ως τον λιγότερο επικίνδυνο εχθρό;

Ας προσπαθήσουμε να περιγράψουμε λόγους συνεργασίας με βάση την αρχή της κλιμάκωσης.

Έχω στο μυαλό μου το τι συμβαίνει στην Πελοπόννησο κατά την διάρκεια του Εθνικού Διχασμού. Εμείς γνωρίζουμε φυσικά ότι η διάσταση Βενιζελισμός-Αντιβενιζελισμός έρχεται και εξουδετερώνεται· ξεσπά όπως το κύμα στην ακτή κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής, και μετατρέπεται σε ένα δίπολο κομμουνισμός-αντικομμουνισμός, όπου αυτό το δίπολο τα χωνεύει όλα, και τις πρώην αντιπαραθέσεις. Εδώ βάζω μια οριστική τελεία. Τώρα, γιατί κάποιος που έχει έρθει το ’22 από τον Πόντο για παράδειγμα, και αναφέρομαι στους τουρκόφωνους Πόντιους που εμφανίζονται πράγματι να συνεργάζονται με τους κατακτητές κατά την περίοδο της κατοχής στην Μακεδονία- στην Κατερίνη, στο Κιλκίς, στην Κοζάνη και αλλού. Γιατί λοιπόν αυτός να δεχθεί να συνεργαστεί με τους κατακτητές, και τι είδους συνεργασία είναι αυτή; Οι αντάρτες του Πόντου, αυτοί που έχουν συμμετάσχει στο αντάρτικο του Πόντου δεν έχουν ξεχάσει την συνεργασία του Κεμάλ με τους Μπολσεβίκους, θεωρώντας ότι από αυτήν την συνεργασία οδηγήθηκε σε αποτυχία το αντάρτικο του Πόντου. Έχουν στο μυαλό τους πολύ φρέσκα τα γεγονότα του Πόντου. Έχουν έρθει λοιπόν στην Ελλάδα έχοντας χάσει την πρώτη πατρίδα τους. Μέσα σε διάρκεια 20 ετών- δηλαδή μέσα σε ένα πάρα πολύ μικρό χρονικό διάστημα ιστορικά- είναι αναγκασμένοι να λάβουν μια πάρα πολύ κρίσιμης σημασίας απόφαση για την ζωή τους, δηλαδή να συμμετάσχουν για μια ακόμη φορά σε έναν πόλεμο. Αρκετοί απ’ αυτούς, η έρευνα έχει δείξει, ότι το πρώτο τουλάχιστον διάστημα είναι δεκτικοί σε μια συνεργασία με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Κάποιοι μάλιστα, είτε πρόκειται για τουρκόφωνους Πόντιους, είτε πρόκειται για Βλάχους, ή Σαρακατσάνους, δηλαδή για συντηρητικά πληθυσμιακά κομμάτια, ενισχύουνε τον ΕΛΑΣ, μέχρι την στιγμή που η προπαγάνδα η γερμανική, μέσω κυρίως Ελλήνων αξιωματικών που βρίσκονται στο βουνό την περίοδο εκείνη, αφήνουν τεχνηέντως να διαρρεύσει η πληροφορία ότι πίσω από τον ΕΛΑΣ κρύβεται το ΕΑΜ, και πίσω από το ΕΑΜ κρύβεται το ΚΚΕ. Επομένως αυτοί αντιλαμβάνονται ότι στην ουσία ενισχύουν το ΚΚΕ. Άρα τα αντανακλαστικά τους λειτουργούν εκείνη την στιγμή προς την αντίθετη κατεύθυνση, και αντιλαμβάνονται ότι εκείνη την στιγμή έχουνε μπροστά τους εκείνον τον εχθρό που θεωρούν τον χειρότερο. Και εδώ ισχύει εκείνο που έχει γραφεί κατά κόρων, και μάλιστα έχει ειπωθεί αμέσως μετά- μεταπολεμικά, εννοώ- πως εμείς ήμασταν δεκτικοί να λάβουμε όπλα και να συνεργαστούμε, ακόμη και αν αυτή η συνεργασία επρόκειτο για συνεργασία με τον διάβολο. Θεωρώντας λοιπόν, πως ο διάβολος είναι μεν ο κατακτητής, αλλά είναι ένας διάβολος που λίαν συντόμως δεν θα είναι αναγκασμένοι να τον δουν μπροστά τους, ενώ ο άλλος διάβολος, ο εσωτερικός, θα παρέμενε στην χωρά. Αυτοί λοιπόν, εξοπλίζονται από τους Γερμανούς, γιατί θεωρούν τους κομμουνιστές το χειρότερο κακό, εν σχέσει με τους Γερμανούς. Επομένως επιλέγουν μια συνεργασία στο επίπεδο του μη χείρον βέλτιστον. Κάποιοι απ’ αυτούς γνωρίζουν τι σημαίνει η συνεργασία με τον κατακτητή, δηλαδή γνωρίζουν τι σημαίνει να δεχθούν όπλα από τις γερμανικές αποθήκες. Σε επίπεδο ιδεολογικό όμως, δεν γνωρίζουν το διακύβευμα του πολέμου. Δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν τι διακυβεύεται αναφορικά με την νίκη ή με την ήττα στα σημαντικά μέτωπα του β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Έχουν όμως στο μυαλό τους την μικρή εικόνα, την εικόνα της Ελλάδος, αυτό τους ενδιαφέρει και επομένως συμμετέχουν σε γερμανικές επιχειρήσεις, ή πολεμούν με φανατισμό εναντίον του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, θεωρώντας ότι πίσω από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, όπως και έτσι είναι, κρύβεται το ΚΚΕ. Σε πρώτη φάση αυτοί οι πληθυσμοί δεν γνώριζαν πως αυτός ο στρατός που πολεμά για τη  ελευθερία έχει και ένα πολιτικό σκέλος πίσω από το οποίο κρύβεται το ΚΚΕ. Έχουμε περιπτώσεις που με το που λαμβάνουν αυτήν την πληροφορία αποστασιοποιούνται, διαχωρίζουν την θέση τους, γίνονται πάρα πολύ εχθρικοί σε οποιαδήποτε πρόταση συνεργασίας από την πλευρά του ΕΛΑΣ, και μόλις ο ΕΛΑΣ διαπιστώνει ότι δεν έχει να κάνει με συμμάχους αλλά θα έχει να κάνει στο εξής με φανατικούς εχθρούς, εκεί δυσκολεύεται πάρα πολύ να προσεγγίσει τις διαφορετικές αυτές ομάδες με διαφορετικό τρόπο. Δηλαδή, γενικότερα το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ δυσκολεύεται να προσεγγίσει πληθυσμούς που εμφανίζονται από εχθρικοί, έως πρόθυμοι να αδρανοποιηθούν, ή μη φιλικοί στο να συνεργαστούν. Μιλούμε λοιπόν, για έναν μικρό εμφύλιο πόλεμο κατά την διάρκεια της Κατοχής. Μπορεί ο καθένας να το πει εμφύλιές διαμάχες, να τον πει κατοχικό εμφύλιο πόλεμο, αρκεί να μην τον πει έναν εμφύλιο πόλεμο που μπορεί κανείς να κάνει την σχετική περιοδολόγηση ξεκινώντας από το ’43 και καταλήγοντας γενικά μέχρι το ’49- εγώ είναι εχθρικός απέναντι σε αυτού του τύπου την γενίκευση. Άλλο χαρακτήρα έχει ο κατοχικός εμφύλιος πόλεμος, γιατί εδώ καθοριστικός παράγων όσο και να θέλει να περιθωριοποιήσει τον εαυτό του για να γλυτώσει πολύτιμο αίμα, είναι ο γερμανικός- η χώρα εξακολουθεί να κατέχεται από τους κατακτητές. Και άλλο χαρακτήρα έχει ο εμφύλιος πόλεμος της περιόδου ’46-’49.  

Οι Γερμανοί θέλοντας να γλυτώσουν αίμα φαίνονται θετικοί στις προτάσεις της ελληνικής κυβερνήσεως για την συγκρότηση των ταγμάτων ασφαλείας. Μπορούσαν να τα ελέγξουν απόλυτα αυτά τα τάγματα, ή από κάποια στιγμή και έπειτα στάθηκαν επιφυλακτικοί και οι ίδιοι φοβούμενοι την ισχύ τους; Ποια ήταν τελικά η στάση των Γερμανών;

Οι Γερμανοί δέχονται προτάσεις συνεργασίας ήδη από το πρώτο διάστημα της κατοχής, είναι όμως κατ’ αρχάς αρνητικοί γιατί θέλουν να διαβάσουν αν μεγαλύτερα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας είναι πρόθυμα να συνεργαστούν, και ο τρόπος με τον οποίο ακριβώς θα τα χρησιμοποιήσουν ως Δούρειους Ίππους εντός της ελληνικής κοινωνίας. Δεν θέλουν να διασπάσουν από την αρχή την ελληνική κοινωνία, γιατί τα αντιστασιακά κρούσματα του πρώτου διαστήματος έχουνε καταπνιγεί στο αίμα. Όλο το 1942 δεν έχουμε καμία αντιστασιακή πράξη στον ελληνικό χώρο, οπότε από την στιγμή που δεν υπάρχει αντίσταση δεν έχει κάποιο λόγο ο Γερμανός να μοιράζει όπλα δεξιά και αριστερά. Όταν επανεμφανίζεται η αντίσταση από τις αρχές του 1943 και στη συνέχεια ανδρώνεται και ενισχύεται ποικιλοτρόπως, κυρίως μετά την ιταλική συνθηκολόγηση το καλοκαίρι του 1943, άρα οι Γερμανοί έρχονται και οι ίδιοι να ενισχύσουν αυτό που θα ονομάζαμε ‘’την αντίδραση’’ απέναντι στην αντίσταση- την εσωτερική αντίδραση απέναντι στην συγκεκριμένη αντίσταση που ακούει στο όνομα ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Είναι πολύ φειδωλοί στον τρόπο με τον οποίο μοιράζουν τα όπλα από τις γερμανικές αποθήκες, και σε ποιους τα δίνουν, γιατί φοβούνται πως την στιγμή μιας συμμαχικής απόβασης- δεν γνωρίζουν ότι δεν θα γίνει απόβαση στην Ελλάδα, και την περιμένουν στις ακτές της Πελοποννήσου. Φοβούνται πως τα όπλα που έχουν δώσει στους Έλληνες συνεργάτες υπάρχει το ενδεχόμενο να στραφούν εναντίον τους. Εκείνους τους συνεργάτες που μπορούν να ελέγξουν πάρα πολύ καλά είναι τα ευζωνικά τάγματα, τα οποία συγκροτούνται από την κυβέρνηση των Αθηνών. Εκεί όπου μπορούν να ελέγξουν τα πράγματα ακόμη καλύτερα είναι όπου δεν μπορεί να απλώσει το χέρι της η κατοχική κυβέρνηση, και άρα μιλούμε για την γερμανική ζώνη κατοχής- μιλούμε για την Μακεδονία. Η κυβέρνηση Ράλλη θέλει να στείλει δύο ευζωνικά τάγματα στην Μακεδονία, οι Γερμανοί όμως δεν θέλουν να ακούσου για κάτι τέτοιο. Θέλουν στην δική τους ζώνη κατοχής μέχρι το καλοκαίρι του ’43 και στην συνέχεια να κάνουν ότι αυτοί θέλουν. Άρα συγκροτούν ένοπλα αντικομμουνιστικά τμήματα και τα εξοπλίζουν και τα ελέγχουν σε απόλυτο βαθμό, γατί θέλουν ουσιαστικά να τα αξιοποιήσουν για τους δικούς τους απόλυτα σκοπούς. Να μην έχει η κυβέρνηση Ράλλη ακόμη και την επίφαση της νομιμότητας και του ελέγχου επί των ταγμάτων αυτών.

Και για να συνδέσω αυτό το ερώτημα με το προηγούμενο. Γιατί, αναρωτιόμαστε αν κάποιος επιλέγει να συνεργαστεί με το κατακτητή; Δεν είναι μόνο ότι υπάρχουν τμήματα της κοινωνίας που ήταν όχι μόνο εχθρικά, αλλά παρέμεναν μουδιασμένα απέναντι σε προτάσεις συνεργασίας από την πλευρά του ΕΛΑΣ, πρόκειται και για όσους θέλουν να αδρανοποιηθούν και να ουδετεροποιηθούν, και η ουδετερότητα σε στιγμές κρίσης και πολέμου είναι η χειρότερη επιλογή που μπορεί να κάνει κανείς γιατί κινδυνεύει να δεχθεί πυρά απ’ όλες τις αντιπαρατιθέμενες πλευρές. Το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ παρουσιάζει μια αδυναμία να προσεγγίσει τους πληθυσμούς αυτούς, που είναι συντηρητικοί, που είναι κλειστοί, που είναι εχθρικοί και δεν θέλουν να συνεργαστούν με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Εκεί υπάρχει μια πού μεγάλη δυσκολία και αυτό το βλέπουμε από εκθέσεις που αποστέλλονται απ’ το Μακεδονικό Γραφείο, και περιγράφουν αυτήν την δυσκολία να προσεταιριστούν αυτοί οι πληθυσμοί. Κάποιος συνεργάζεται με τον κατακτητή και για πολύ ιδιαίτερους λόγους, οικογενειακούς, άρα κάποιοι από αυτούς που δεν θα θελήσουν να συνεργαστούν, ή θα απορρίψουν τις προτάσεις συνεργασίας θα δεχθούν επιθέσεις. Μπαίνει πλέον και το προσωπικό διακύβευμα, και το ζήτημα ζωής και θανάτου, μπαίνουν μέσα και τα πλήγματα που θα υποστούν αυτοί από την πλευρά του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, όπως οι επιθέσεις εναντίον χωριών και δεν θα δεχθούν να βοηθήσουν, και θα χαρακτηρισθούν συλλήβδην από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ως αντιδραστικά. Αυτοί που θα πληγούν, από την στιγμή που μπαίνει και το μέσα και το αίμα της οικογένειας, πλέον αν θεωρήσουμε ότι υπήρχε ένας προσωπικός λόγος, αυτός πλέον παρακάμπτεται χάριν του προσωπικού, και αυτός είναι απόλυτα φανατικός λόγος, γιατί πλέον μπαίνει και ο παράγοντας αίμα, ο άνθρωπος λειτουργεί αλλιώς ζητώντας εκδίκηση. Η εκδίκηση είναι αυτό που παρακινεί πολλούς να λάβουν το όπλο εναντίον του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Επίσης, άλλοι λόγοι είναι επιβίωσης. Το να ενταχθεί κάποιος σε αυτά τα τάγματα σημαίνει έναν σταθερό μηνιαίο μισθό, σημαίνει δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη- και καταλαβαίνουμε τι σημαίνει για τις συνθήκες κατοχής αυτό- σημαίνει ενδεχομένως ότι μετά την απώλειά του υπάρχει η πιθανότητα η οικογένειά του να συνταξιοδοτηθεί. Άρα λόγοι επιβίωσης, οπορτουνιστικοί λόγοι, βλέπουμε κλασσικά luben στοιχεία των μεγάλων πόλεων τον β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως μια μεγάλη περιπέτεια, ως μια ευκαιρία για τους ίδιους να πλουτήσουν, θέλει κανένας να εγγράψει το όνομά στις μεγάλες λίστες των μεσιτιούχων και στις καταστάσεις που μετέχουν στην διανομή των Εβραϊκών περιουσιών ανά την Ελλάδα και κυρίως στην Σαλονίκη; Διάφοροι είναι οι λόγοι που κανείς θα ενταχθεί στα τάγματα ασφαλείας. Και εδώ μπαίνει τα ζήτημα της συγκυρίας και του χρόνου. Θα περίμενε κανείς αυτός ο οποίος θα καταταγεί, θα γερμανοντυθεί ή θα δεχθεί όπλα από τις γερμανικές αποθήκες, να το κάνει μέχρι το ’43, εάν δεν έχει μάθει τι έχει συμβεί στο Στάλινγκραντ. Όχι όμως να εντάσσεται στα τάγματα ασφαλείας το καλοκαίρι του ’44. Γιατί λοιπόν, ενώ κάποιος προφανώς γνωρίζει ότι ο πόλεμος έχει κριθεί η Γερμανία έχει χάσει, να δεχθεί να βάλει το κεφάλι του στην γκιλοτίνα- γιατί αυτό κάνει στην ουσία, και πρέπει να το αντιλαμβάνεται εκείνη την εποχή. Η γερμανική προπαγάνδα λειτουργεί στη ύπαιθρο διασπείροντας ότι λίαν συντόμως οι κομμουνιστές θα έχουν τον απόλυτο έλεγχο και θα μπουν στα χωριά σας, θα τα κάψουν και θα σας σκοτώσουνε, άρα πρέπει να μπείτε στις πόλεις και να δεχθείτε γερμανικά όπλα. Και έτσι τίθεται ένα πολύ εκβιαστικό δίλημμά, οπότε με βίαιο τρόπο σύρονται στο εξοπλισμό, τα πράγματα έχουνε πολωθεί, η βία απαντάται με βία και το αίμα απαντάται με αίμα, σε μια Ελλάδα η οποία πλέον έχει βουτηχτεί σε συνθήκες κατοχικού εμφυλίου πολέμου. Οι πάντες πλέον πολεμούν εναντίον των υπολοίπων όχι για να ελευθερώσουν την χώρα, αλλά γιατί όλοι τους έχουνε στο μυαλό τους την επόμενη ημέρα, και αυτό το βλέπουμε και στις συγκρούσεις μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων. Από τα τέλη του ’43 όλοι έχουνε στο μυαλό τους την επόμενη ημέρα, την ημέρα της Απελευθέρωσης. Αρκετοί από αυτούς που θα συνεργαστούν με τους Γερμανούς, δεν θα φύγουν από την χώρα, θα παραμείνουν, θα πολεμήσουν με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και πολλοί θα χάσουν την ζωή τους, γιατί το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ είναι κυρίαρχο. Οι μεγαλύτερες συγκρούσεις με τα περισσότερα θύματα είναι αυτές των τελευταίων μηνών της Κατοχής- καλοκαίρι και πέρα, Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος του ‘44.

Στο βιβλίο σας Έλληνες εναντίον Ελλήνων: Ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στη κατοχική Θεσσαλονίκη 1941 1944» επικεντρώνεστε στη περιοχή της γερμανοκρατούμενης Μακεδονίας και στη Θεσσαλονίκη. Ποιές διαφορές παρουσιάζει αυτή η συγκεκριμένη περιοχή της Ελλάδας σε σχέση με άλλα τμήματα της κατεχόμενης χώρας;

Η Μακεδονία, όπως είπαμε και πριν, μπορεί να μας προσφέρει την συνολική πολυσυλλεκτική εικόνα διαφορετικών πληθυσμών, παραδόσεων, κουλτούρας, γλωσσών ή θρησκειών. Άρα το τι συμβαίνει στην Μακεδονία είναι ουσιαστικά ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζουμε πλέον το φαινόμενο του δωσιλογισμού.  Δηλαδή δεν μιλούμε για ένα ενιαίο φαινόμενο, αλλά για διαφορετικές διαστάσεις και πτυχές ενός πολυσυλλεκτικού και πολυεπίπεδου φαινομένου. Από την Ήπειρο ως την Μακεδονία έχουμε τουκόφωνους Πόντιους, έχουμε τους Τσάμηδες, έχουμε τους Σλαβομακεδόνες, έχουμε συντηρητικά στοιχεία όπως τους Βλάχους και τους Σαρακατσάνους, διαφορετικές λοιπόν πληθυσμιακές ομάδες, με διαφορετικές προσδοκίες. Έχουμε ένα γεωγραφικό χωνευτήρι  πληθυσμών, που δεν έχει χωνεύσει όλους αυτούς τους πληθυσμούς, λόγω του πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος, που έχει προηγηθεί και έχει οδηγήσει στα γεγονότα της Κατοχής. Αποτέλεσμα είναι όλοι αυτοί οι πληθυσμοί την περίοδο αυτή να βρεθούν να πολεμούν μεταξύ τους, να κάνουν διαφορετικές επιλογές ακόμη και εντός της ίδια της κοινότητάς τους. Οι Σλαβομακεδόνες δεν τοποθετούνται συλλήβδην υπέρ της μιάς ή της άλλης πλευράς, ανάλογα με την γεωγραφία θα δεί κανείς να εντάσσονται στον ΕΛΑΣ, στους κόλπους του ΣΝΟΦ, να συγκροτούν τμήματα που θα εξοπλιστούν από τους Ιταλούς στην περιοχή της Καστοριάς, στην συνέχεια αυτά θα τα παραλάβουν οι Γερμανοί και θα τα επανεξοπλίσουν- υπάρχουν γενικά διαφορετικές τάσεις. Ο υπαρκτός κίνδυνος που υπάρχει εδώ είναι η απώλεια της Μακεδονίας. Και το ερώτημα τίθεται· ήταν υπαρκτός αυτός ο κίνδυνος; Κατά την άποψή μας ήταν υπαρκτός. Και γενικότερα ο κίνδυνος του εδαφικού και πληθυσμιακού ακρωτηριασμού της Ελλάδος ήταν απόλυτα υπαρκτός την περίοδο του β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εάν λοιπόν οι Γερμανοί νικούσαν η Ελλάδα θα ακρωτηριαζόταν- όπως θα συνέβαινε και στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας, οι τρείς ζώνες Κατοχής, με τους Βουλγάρους και δευτερευόντως τους Ιταλούς, αυτό το πράγμα δείχνουν. Άρα ο κίνδυνος της απώλειας της Μακεδονίας ήταν υπαρκτός, όπως και κατά την διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου- για να συνδέσουμε τις δύο περιόδους, και να καταδείξουμε μια ειδοποιό διαφορά σε σχέση με άλλες περιοχές.  

Μετεμφυλιακά, βλέπουμε τις ελληνικές κυβερνήσεις να είναι ενδοτικές απέναντι στην Βόννη σε διάφορα ζητήματα- σκάνδαλο Siemens, υπόθεση Μέρτεν- ενέργειες που χαρακτηρίστηκαν »προδοτικές». Μπορούμε να παρατηρήσουμε κάποια σχέση ανάμεσα σε αυτές τις κινήσεις και την ανάγκη των ελληνικών κυβερνήσεων, για συμβολή των γερμανικών κεφαλαίων στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, και την διπλωματική στήριξη της Γερμανίας στο Κυπριακό;

Το τέλος του Εμφυλίου πολέμου σηματοδοτεί τον ελληνικό δρόμο που οδηγεί απευθείας στην Δύση. Η Ελλάδα είναι η ελληνική νησίδα μέσα στον κομμουνιστικό βαλκανικό κόσμο. Άρα η Ελλάδα τοποθετείται στον Δυτικό Συνασπισμό, έτσι θα βρεθεί στο ίδιο στρατόπεδο με την Δυτική Γερμανία, και από ’47 και μετά με την ανάδυση του διπολικού κόσμου, Γερμανία και Ελλάδα, οι δύο μέχρι πρότινος εχθροί, ο κατακτητής και ο κατεχόμενος, θα βρεθούν στο ίδιο πολιτικό-ιδεολογικό μετερίζι. Αποτελούν δε και τα σύνορα του Δυτικού Κόσμου, κάπως ανισοβαρώς βέβαια. Γιατί η Δυτική Γερμανία, έχει να αντιπαρατεθεί με την βιτρίνα του Ανατολικού Συνασπισμού- την Ανατολική Γερμανία- ενώ η Ελλάδα συνορεύει με την εσχατιά του Ανατολικού Συνασπισμού, και εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε και τον Γιουγκοσλαβικό σοσιαλιστικό δρόμο. Από αυτήν την άποψη λοιπόν ο πρώην κατακτητής και κατακτημένος θα βρεθούν στον ίδιο συνασπισμό. Άρα η ανάγκη και των δύο όπως σταδιακά θα την εντοπίσουν, θα είναι η ανάγκη της συνεργασίας. Αυτή η αναπόδραστη ανάγκη θα οδηγήσει τις δύο πλευρές και σε μια δεύτερη ανάγκη, σε αυτήν του να θαφτεί το παρελθόν. Να επέλθει δηλαδή, όπως έλεγαν νικητές και ηττημένοι του Εμφυλίου πολέμου, μια αναγκαστική συλλογική αμνησία. Να ξεχάσουμε ότι συνέβη και ότι μας πλήγωσε κατά την διάρκεια του β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Ελλάδα επειδή θα ακολουθήσει ταχύτερους ρυθμούς ένταξης σε σχέση με την Γερμανία, και λόγω του γεγονότος ότι θα έχει βγεί από έναν εμφύλιο πόλεμο, θα εντοπίσει αυτήν την ανάγκη πολύ νωρίτερα, και μάλιστα θα συμβάλει διπλωματικά ώστε να γίνει αποδεκτή η Δυτική Γερμανία στα συλλογικά όργανα και στους συλλογικούς θεσμούς της Δύσης. Από αυτήν την άποψη οι Γερμανοί τονίζουν ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 πως η αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο κρατών, θα μας δώσει την δυνατότητα να χρησιμοποιήσουμε την σύμμαχο Ελλάδα για να προωθήσει η Γερμανία τα δικά της συμφέροντα που δεν μπορεί να το κάνει ως τώρα που ήταν εκτός των Ευρωπαϊκών συλλογικών οργάνων. Και από την άλλη πλευρά αυτό που μπορεί να κερδίζει η Ελλάδα είναι στο επίπεδο της οικονομικής συνεργασίας μεταξύ των δύο κρατών. Άρα σε διπλωματικό επίπεδο υπάρχει ένα δούναι και λαβείν, το οποίο διαπιστώνεται αργά η γρήγορα και από τις δύο πλευρές. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό η Ελλάδα είναι αναγκασμένη με οποιονδήποτε τρόπο να θάψει το παρελθόν, και να μην φέρνει στην επιφάνεια ζητήματα που αφορούν γεγονότα που συνέβησαν κατά την διάρκεια του β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην γερμανική κατοχή, για να μην φέρει έναν κρίσιμο σύμμαχο, κυρίως οικονομικό εταίρο, σε δύσκολη θέση- όπως σε διπλωματικό ή πολιτικό επίπεδο οι διμερείς σχέσεις αντιλαμβάνονται ότι μπορεί  να φέρει ο ένας το άλλο και τότε και σήμερα. Όταν λοιπόν ξεσπά η υπόθεση Μέρτεν- μια πολύ δύσκολη και επώδυνη υπόθεση και για τις δύο πλευρές-  τότε και οι δύο αντιλαμβάνονται τους κινδύνους που θα έχουν να αντιμετωπίσουν κάθε φορά που θα βρίσκονται ενώπιον αυτών των περιστατικών. Η αντιπολίτευση ξέρουμε πως χρησιμοποίησε την υπόθεση Μέρτεν για να πλήξει την ΕΡΕ και τον Καραμανλή. Όλοι θυμούνται το ζήτημα των εβραϊκών περιουσιών και την εμπλοκή του Μέρτεν, και το λεγόμενο θησαυρό του Μέρτεν. Όλα αυτά ο καθένας μπορεί να τα φέρει ακόμη και σήμερα και να τα επικαιροποιήσει- έτσι καταλήγουμε και πάλι να συζητούμε για την υπόθεση Μέρτεν, τον θησαυρό των Εβραίων, και αν αυτός διοχετεύτηκε στην Ελληνική οικονομία κατά την κατοχή για να την στηρίξει από την κατάρρευση, το κατοχικό δάνειο. Τι κρυβόταν πίσω από την υπόθεση Μέρτεν, και αν ο Μέρτεν είχε δίκιο που απελευθερώθηκε από την ελληνική πλευρά, και με ποιο αντάλλαγμα, υπήρχαν υπόγειες διεργασίες  και επαφές· αν αυτό συνδέονταν με την υπογραφή της συμφωνίας του δανείου των 150 εκατομμυρίων μάρκων. Είναι χίλια δυό πράγματα τα οποία ακόμη τα συζητούμε, αλλά τα συζητούμε με έναν τρόπο κυρίως σκανδαλοθηρικό και όχι τόσο ιστορικό.

Όλες αυτές οι υποθέσεις σαφέστατα έχουν να κάνουν και με την πολύ υποστηρικτική στάση της Δυτικής Γερμανίας στο Κυπριακό. Όπως και η ελληνική πλευρά ακολούθησε μια πολύ φιλική και υποστηρικτική διπλωματική στάση απέναντι στην Δυτική Γερμανία σε κάθε μεταπολεμικό της βήμα. Οι Γερμανοί το επισημαίνουν, διπλωματικοί κύκλοι των Αθηνών ή της Θεσσαλονίκης, η Βόννη το επισημαίνει σε κάθε περίπτωση πως ο καλύτερος και πιο θερμός σύμμαχός μας στον μεταπολεμικό κόσμο είναι η Ελλάδα. Έχουμε ένα πλήθος εγγράφων που από αυτά επισημαίνεται κάθε φορά η πολύ θετική στάση που κρατά η ελληνική πλευρά απέναντι σε οποιοδήποτε γερμανικό αίτημα, στο ευρύτερο γερμανικό ζήτημα, κρατάει μια πολύ θετική στάση στην υπογραφή της συμφωνίας του Λονδίνου- και αυτό το βλέπουμε ακόμα και σήμερα και αντιμετωπίζουμε τα απόνερα της ελληνικής στάσης τότε απέναντι στο κατοχικό δάνειο, την συμφωνία 2 συν 4 και τις γερμανικές αποζημιώσεις. Εμείς σήμερα έχουμε ξεθάψει μνήμες του παρελθόντος, και τις μεταχειριζόμαστε με τρόπο λανθασμένο, αφού αδυνατούμε να τις κρίνουμε εντάσσοντάς τες στον χρόνο κατά τον οποίο συνέβησαν.  Ουσιαστικά αναπαράγουμε παλαιά στερεότυπα νέας κοπής.

IMG_8164

Ο Στράτος Δορδανάς είναι Επίκουρος Καθηγητής Ιστορίας στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στη μελέτη των σχέσεων της Γερμανίας με τις βαλκανικές χώρες τον 19ο-20ο αιώνα, καθώς και σε ζητήματα σχετικά με την ιστορία του ελληνικού μακεδονικού χώρου. Ειδικεύεται στην πολιτική-διπλωματική και κοινωνική ιστορία, στη μελέτη των πολεμικών συρράξεων και των εμφύλιων συγκρούσεων, με σημεία αναφοράς τους δύο παγκοσμίους πολέμους. Είναι συγγραφέας των μελετών: Έλληνες εναντίον Ελλήνων. Ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη, 1941-1944(Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2006). Το αίμα των αθώων. Αντίποινα των γερμανικών αρχών κατοχής στη Μακεδονία, 1941-1944 (Εστία, Αθήνα 2007). Η γερμανική στολή στη ναφθαλίνη. Επιβιώσεις του δοσιλογισμού στη Μακεδονία, 1945-1974 (Εστία, Αθήνα 2011). Βιβλία με άλλους: Κώστας Φωτιάδης-Στράτος Δορδανάς-Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Αθώα θύματα στο Βέρμιο. Οι Πύργοι και το Μεσόβουνο στην Κατοχή, 1941-1944 (Δήμος Βερμίου/Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 2010). Συν-επιμελητής: Στράτος Ν. Δορδανάς-Βάιος Καλογρηάς (έρευνα, μετάφραση, επιμέλεια, εισαγωγή), Η Γερμανική Αυτοκρατορία και οι Βαλκανικοί Πόλεμοι. Άγνωστες πτυχές από τα γερμανικά αρχεία (Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών/Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 2012). Το Μακεδονικό και η Γερμανία. Απόρρητα έγγραφα του Γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών, (Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών/Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 2013).