Skip to main content

Αλίκη Μουστάκα: Το ιερό του Διός στην Αρχαία Ολυμπία – Αρχαιολογία και Πολιτική στην Ελλάδα του 19ου και του 20ού αι.

Αλίκη Μουστάκα

Το ιερό του Διός στην Αρχαία Ολυμπία – Αρχαιολογία και Πολιτική στην Ελλάδα του 19ου και του 20ού αι.

 

Το ιερό του Διός στην Αρχαία Ολυμπία δεν αποτελεί μόνο έναν από τους σπουδαιότερους αρχαιολογικούς χώρους της Ελλάδας, αλλά και ένα σημαντικό σημείο αναφοράς για όποιον ενδιαφέρεται για τη μελέτη των ιστορικών διεργασιών και φαινομένων, που σχετίζονται με τη γένεση και ανάπτυξη του νεοελληνικού κράτους κατά τον 19ο αιώνα, καθώς και με τις γεωπολιτικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή.

Παρόλον ότι πρόκειται για ένα ζήτημα που έχει ποικιλοτρόπως απασχολήσει την έρευνα και η σχετική βιβλιογραφία είναι τεράστια, μια μικρή αναδρομή στις απαρχές της ανακάλυψης του ιερού αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την πλαισίωση των όσων πρόκειται να ακολουθήσουν.

 

Α΄. Οι περιηγητές και η ταύτιση του χώρου

Βασιζόμενοι κυρίως στην αναλυτική περιγραφή του ιερού και των πλούσιων αφιερωμάτων του από τον περιηγητή του 2ου αι. μ.Χ. Παυσανία, οι ερευνητές της αρχαιότητας και γνώστες της αρχαίας γραμματείας, οι οποίοι από την Αναγέννηση και πέρα αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς στη Δύση, διαμορφώνουν σταδιακά ένα διάχυτο ενδιαφέρον για τον αρχαίο κόσμο και τα επιτεύγματά του. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η επιθυμία ο κόσμος της αρχαιότητας να έρθει στο φως, ενώ οι πρώτοι περιηγητές αρχίζουν να επισκέπτονται τους τόπους που γνωρίζουν από τις γραπτές πηγές, αναζητώντας τα τεκμήρια του αρχαίου κόσμου και καταρτίζοντας τις πρώτες επιστημονικές αποστολές.

Όσον αφορά την ανακάλυψη της Ολυμπίας, θα πρέπει να επισημανθεί ότι τόσο η ακριβής θέση της όσο και το όνομα του τόπου είχαν παντελώς ξεχασθεί, διότι είχαν καλυφθεί ήδη κατά την ύστερη αρχαιότητα από ένα παχύτατο στρώμα άμμου, που δημιουργήθηκε από τις αλλεπάλληλες προσχώσεις και πλημμύρες του παρακείμενου ποταμού Αλφειού. Την περιοχή που ήταν τότε ακατοίκητη, αποκαλούσαν «Αντίλαλο», προφανώς από την επιστροφή της ηχούς από τα γύρω βουνά όπου υπήρχε ήδη τότε, στον δρόμο προς τη Φολόη, το χωριό με το όνομα Λάλας. Μόνο λίγα αρχιτεκτονικά λείψανα που, όπως αποδείχθηκε αργότερα ανήκαν στον μεγάλο ναό του Δία, ξεπρόβαλαν από την άμμο και ήταν εκείνα που οδήγησαν πρώτο τον Άγγλο περιηγητή Richard Chandler το 1766 στην ταύτιση της θέσης.

Edward Dodwell, Plains of Olympia, 1819

Από τον γαλλόφωνο χώρο σημαντικό τεκμήριο αποτελεί μια επιστολή που έγραψε το 1723 ο Γάλλος μοναχός του Τάγματος του Αγίου Βενεδίκτου Bernard de Montfaucon, στον οποίο μάλιστα αποδίδεται η ίδρυση της επιστήμης της Παλαιογραφίας. Στην επιστολή αυτή εκφράζει την επιθυμία ο χώρος τέλεσης των ολυμπιακών αγώνων να έρθει κάποτε στο φως.

H έντονη επιθυμία ανασύστασης του χαμένου ιερού διαφαίνεται και μέσα από την προσπάθεια να αποδοθεί με ένα σχέδιο -έστω και κατά προσέγγιση- η μορφή του, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην καθαρά φανταστική γνωστή χαλκογραφία του J. D. Barbié du Bocage, που χρονολογείται το 1780. Ακολούθησαν και άλλοι όπως o διπλωμάτης και ζωγράφος L. F. S. Fauvel, στην σχεδιαστική αποτύπωση του οποίου για πρώτη φορά ταυτίσθηκε με βεβαιότητα ο ναός του Διός. Επίσης ο John Spencer Stanhope, ο οποίος στο πλαίσιο της αποστολής της Ακαδημίας des Inscriptions et Belles Lettres εκπόνησε το 1813 ένα τοπογραφικό σχέδιο της Ολυμπίας και επίσης διάφορες απόψεις της πεδιάδας που χαρακτηρίζονται από εντυπωσιακή ακρίβεια.

Άποψη της πεδιάδας της Αρχαίας Ολυμπίας (Αντίλαλο) από John Spencer Stanhope, 1824

Στον Edward Dodwell οφείλεται άλλωστε και μία χρωματισμένη χαλκογραφία της πεδιάδας που χρονολογείται λίγο αργότερα, το 1819 (βλ. παραπάνω).

 

Β΄. Οι πρώτες ανασκαφές – η γαλλική αποστολή (Expédition Scientifique de Morée)

Από τις αποστολές που δραστηριοποιήθηκαν εκείνη την περίοδο, ίσως η παλαιότερη και πιο γνωστή στον ελληνικό χώρο είναι η γαλλική επιστημονική αποστολή που είχε ενταχθεί στο εκστρατευτικό σώμα, τη επονομαζόμενη Expédition Scientifique de Morée και η οποία, υπό τον αρχιτέκτονα Abel Blouet, διενήργησε το 1829 και τις πρώτες ανασκαφές στο ιερό της Ολυμπίας. Από τις πρώτες αυτές έρευνες στην περιοχή του ναού του Διός που δεν διήρκεσαν παρά λίγες εβδομάδες, προέρχονται ορισμένα σημαντικά γλυπτά (κυρίως μετόπες) και αρχιτεκτονικά μέλη του, τα οποία μεταφέρθηκαν στο Λούβρο, όπου εκτίθενται μέχρι σήμερα σε ειδική αίθουσα αφιερωμένη στο ιερό.

Οι έρευνες αυτές των Γάλλων τερματίσθηκαν μετά από έντονες αντιδράσεις και σύμφωνα με διάταγμα του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια,  σηματοδοτώντας και την έναρξη της αυτόνομης ύπαρξης του μόλις νεοσύστατου ελληνικού κράτους, το οποίο σταδιακά και εν μέσω των γεωπολιτικών συμμαχιών της εποχής προσπαθούσε να βρει τον βηματισμό του. Από τότε παρήλθε ένα χρονικό διάστημα αρκετών δεκαετιών μέχρις ότου ο χώρος της Ολυμπίας αποτελέσει εν τέλει πεδίο συστηματικής ανασκαφικής αναζήτησης.

Expédition scientifique de Morée, ordonnée par le gouvernement français : Architecture, sculptures, inscriptions et vues du Péloponèse, des Cyclades et de l’Attique, mesurée, dessinées, recueillies et publiées par Abel Blouet, architecte, ancien pensionnaire de l’Académie de France à Rome, Directeur de la section d’architecture et de sculpture de l’Expédition scientifique de Morée, Amable Ravoisié, Achille Poirot, Félix Trézel et Frédéric de Gournay, ses collaborateurs, ouvrage dédié au Roy. Premier volume, Paris, 1831.

Γ΄. Το ενδιαφέρον της γερμανόφωνης πλευράς – Η πρώτη ανασκαφική σύμβαση

Εκτός από τον γαλλόφωνο χώρο έτσι και στον γερμανόφωνο, όπως είναι ευρύτερα γνωστό, το ενδιαφέρον για την ανακάλυψη των ελληνικών αρχαιοτήτων ήταν  αντίστοιχα μεγάλο. Ήδη ο J. J. Winckelmann (1717 – 1768) ήταν εκείνος, που πρώτος είχε εκφράσει τη σκέψη να διενεργηθούν ανασκαφές στην Ολυμπία για την ανεύρεση των πολλά υποσχόμενων μνημείων, ενώ ο Ludwig Ross (1806-1859), ο πρώτος καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, είχε και αυτός διατυπώσει την ευχή να γίνει πραγματικότητα το όραμα του Winckelmann. Στη συνέχεια μάλιστα, μετά την αναχώρησή του από την Ελλάδα προκειμένου να καταλάβει τη θέση του καθηγητή Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Halle, ο Ross είχε δημοσιεύσει στις 4 Μαϊου 1853 ένα κείμενο με τον τίτλο «Ανασκαφές στην Ολυμπία. Μια πρόταση», προσπαθώντας να συγκεντρώσει ένα χρηματικό ποσό για τον σκοπό αυτό. Είτε λόγω των ιστορικών συγκυριών της εποχής και συγκεκριμένα λόγω του πολέμου της Κριμαίας, είτε διότι δεν κατόρθωσε πραγματικά να εμπνεύσει ένα μεγάλο αριθμό ενδιαφερομένων για την επίτευξη αυτού του σκοπού, το ποσό των 254 ταλάντων ή 1068 δραχμών που συγκεντρώθηκε δεν ήταν τελικά αρκετό για την έναρξη των εργασιών. Μετά από αυτό ο Ross αποφάσισε να διαθέσει το ποσό αυτό στο ελληνικό κράτος ως συμβολή για τις ανασκαφές των Μυκηνών ενώ τελικά χρησιμοποιήθηκε από τον Αλέξανδρο Ρίζο Ραγκαβή για ανασκαφή στο Ηραίο του Άργους.

Anton von Moran, Προσωπογραφία του Johann Joachim Winckelmann, 1768 Kunstsammlungen, Weimar.

Όμως εκείνη η προσωπικότητα του γερμανόφωνου χώρου που διαδραμάτισε τον σημαντικότερο ρόλο για την κινητοποίηση της κοινής γνώμης υπέρ της συγκέντρωσης χρημάτων για την πραγματοποίηση αυτού του ονείρου δεν ήταν παρά ο ιστορικός της αρχαιότητας και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου Ernst Curtius, ο οποίος μετά από αλλεπάλληλες προσπάθειες κατόρθωσε εν τέλει, χάρη σε μια φλογερή ομιλία στην Ακαδημία του Βερολίνου στις 10 Ιανουαρίου του 1852, να προκαλέσει το ενδιαφέρον του κοινού και του ίδιου του βασιλέως Φρειδερίκου Γουλιέλμου του IV (1795-1861) και να συγκεντρώσει σταδιακά ένα σημαντικό ποσό.

Οι σχετικές προσπάθειες που ακολούθησαν στη συνέχεια του 19ου αιώνα και οδήγησαν εν τέλει το 1874 στην ανάληψη των ανασκαφών από το τότε «Βασιλικό Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο», το σημερινό «Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο» με έδρα το Βερολίνο, συνάντησαν ποικίλες δυσκολίες και έχουν αποτελέσει, ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες, αντικείμενο έρευνας τόσο από αρχαιολόγους όσο και από ιστορικούς. Το ενδιαφέρον στρέφεται μεταξύ άλλων και στις πολιτικές διεργασίες, που οδήγησαν σε αυτή την απόφαση από την πλευρά της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας, η οποία τελικά αποδέχθηκε το γερμανικό αίτημα, ενώ ο λόγος για την αποδοχή δεν πρέπει να ήταν άσχετος με τα γεγονότα του 1871, όταν ο γαλλοπρωσικός πόλεμος κατέληξε με ήττα των Γάλλων.

Max Koner, Προσωπογραφία του Ernst Curtius, 1896, Alte Nationalgalerie, Berlin.

Δ΄. Οι «παλαιές ανασκαφές» (19ος αι.)

Γεγονός πάντως είναι ότι τον Απρίλιο του 1874, η υπογραφή της πρώτης σύμβασης για τη διεξαγωγή ανασκαφών στην Ολυμπία έγινε πραγματικότητα. Παρόντες ήταν από ελληνικής πλευράς ο τότε Υπουργός των Εξωτερικών Ιωάννης Δεληγιάννης, ο Γενικός Έφορος Αρχαιοτήτων Παναγιώτης Ευστρατιάδης και από γερμανικής ο πρέσβης E. von Wagner και ο Ernst Curtius. H σύμβαση αυτή προέβλεπε ότι οι Γερμανοί θα είχαν το δικαίωμα της επιστημονικής εκμετάλλευσης των ευρημάτων τους αλλά θα τους επετρέπετο να εξάγουν μόνο «τα διπλά και όμοια εξ’ αυτών». Η σύμβαση αυτή εγκρίθηκε από το ελληνικό κοινοβούλιο τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, ενώ η επίσημη έναρξη των ανασκαφών πραγματοποιήθηκε στις 4 Οκτωβρίου του 1875. Από αυτή την πρώτη φάση των ανασκαφών προέρχονται ορισμένες αρχαιότητες, οι οποίες και μεταφέρθηκαν στο Μουσείο της Περγάμου στο Βερολίνο. Οι ιδιαιτερότητες της πρώτης αυτής σύμβασης και οι τριβές, τις οποίες προκάλεσαν στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό, έχουν επίσης απασχολήσει την ιστορική έρευνα ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια και δεν θα αναφερθούμε και πάλι αναλυτικά σε αυτές. Πάντως οδήγησαν τελικά στην υπογραφή μιάς δεύτερης τροποποιημένης σύμβασης μετά από την πάροδο του πρώτου έτους, σύμφωνα με την οποία οι ανασκαφείς δεν είχαν πλέον κανένα δικαίωμα εξαγωγής ευρημάτων.

Ανασκαφή ναού Διός, 1875-76. Φωτογραφία αδελφοί Ρωμαΐδαι.

Η πρώτη φάση στην ιστορία των συστηματικών πλέον ανασκαφών της Ολυμπίας δεν διήρκεσε παρά έξι μόνο χρόνια (1875 – 1881). Η επιστημονική ομάδα υπό την αιγίδα των Ernst Curtius και Friedrich Adler, αποτελούμενη από έγκριτους αρχαιολόγους όπως οι G. Hirschfeld, G. Treu, A. Furtwängler, αρχιτέκτονες όπως οι A. Boetticher και W. Dörpfeld, επιγραφολόγους όπως ο W. Dittenberger και K. Purgold κ.α., που εναλάσσονταν κατά διαστήματα κατόρθωσαν, μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες, οι οποίες οφείλονταν κυρίως στο ιδιαίτερα υγρό κλίμα και την ελονοσία που μάστιζε την περιοχή, να φέρουν εις πέρας ένα τιτάνιο έργο.

Κίονες της νότιας περίστασης του ναού του Διός. Σχέδιο Fr. Adler, 1877.

Με τη βοήθεια πολυάριθμων εργατών που κατά καιρούς έφθαναν και τους 450, οι οποίοι είχαν έρθει, ως επί το πλείστον, από τα ορεινά χωριά της Αρκαδίας και εγκαταστάθηκαν στην έρημη τότε πεδιάδα δίπλα στον Αλφειό και τον παραπόταμό του τον Κλάδεο ή στον κοντινό λόφο της Δρούβας, ένα μεγάλο μέρος της άμμου που κάλυπτε την Άλτη απομακρύνθηκε. Μέσα από αυτό άρχισαν να αναδύονται σταδιακά εκτός από το ναό του Διός και άλλα κτίρια όπως το Ηραίο, το Μητρώο, το Βουλευτήριο, το Φιλιππείο, το Νυμφαίο του Ηρώδη Αττικού, τμήμα του Λεωνιδαίου κ.α., καθώς και πολυάριθμα κινητά ευρήματα. Ανάμεσα στα μαρμάρινα γλυπτά που ήρθαν στο φως κατά τη διάρκεια των πρώτων ανασκαφών, συγκαταλέγονται τα αετωματικά γλυπτά του ναού του Δία, η περίφημη Νίκη, έργο του γλύπτη Παιωνίου από τη Μένδη της Χαλκιδικής και ο Ερμής του Πραξιτέλη. Ιδιαίτερα ο τελευταίος προκάλεσε μεγάλη χαρά στους ανασκαφείς, διότι βρέθηκε στον σηκό του ναού της Ήρας επιβεβαιώνοντας την περιγραφή του Παυσανία και ήταν ένα από τα λίγα αναγνωρίσιμα έργα ενός από τους μεγάλους γλύπτες της αρχαιότητας. H ανεύρεσή του τόνωσε το ηθικό των ανασκαφέων, οι οποίοι είχαν ανάγκη από σημαντικά αποτελέσματα για να επιτύχουν τη συνέχιση της χρηματοδότησης από το Βερολίνο, η οποία έπρεπε να ανανεώνεται από χρόνο σε χρόνο.

O Ερμής του Πραξιτέλη υπό Amand Schweiger Lerchenfeld, 1890.

Ως επόπτης της ανασκαφής είχε τοποθετηθεί από ελληνικής πλευράς ο Αθανάσιος Δημητριάδης τον οποίο, λόγω προβλημάτων υγείας, σύντομα διαδέχθηκε ο αδελφός του Κωνσταντίνος, που παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα στην Ολυμπία. Η παραμονή των αδελφών Δημητριάδη στην Ολυμπία υπερκάλυψε το διάστημα των ανασκαφών (1875 – 1887) και κατά τη διάρκειά της οι δύο αρχαιολόγοι τήρησαν υποδειγματικά το ημερολόγιο και το ευρετήριο των ευρημάτων. Μέχρι πριν λίγες δεκαετίες η γνώση μας για τα ημερολόγια των δύο αδελφών περιοριζόταν μόνο στη γερμανική μετάφραση του ημερολογίου της πρώτης περιόδου που είχε σωθεί. Τύχη αγαθή οδήγησε εν τέλει στην ανεύρεση των πρωτοτύπων και τη δημοσίευσή τους από τον Πέτρο Θέμελη. Από τον τρόπο γραφής δεν συνάγεται μόνο η εξαιρετική αρχαιολογική και φιλολογική κατάρτιση των αδελφών Δημητριάδη αλλά αντλούνται και πολύ χρήσιμα στοιχεία, σχετικά με την κατάσταση που επικρατούσε εκείνη την περίοδο, τη σχέση των Ελλήνων με τους Γερμανούς και αποτελούν εν γένει πολύτιμα τεκμήρια για την κατανόηση της οικονομικής και πολιτικής κατάστασης  της περιόδου.

Για να γίνει εφικτή η μελέτη των ευρημάτων, επιστρατεύθηκαν από τους ανασκαφείς όλα τα τότε γνωστά μέσα, όπως για παράδειγμα η τεχνική της φωτογραφίας, η οποία τότε δεν μετρούσε παρά λίγες δεκαετίες από την εφεύρεσή της. Για την φωτογραφική τεκμηρίωση κλήθηκαν να συνδράμουν οι φωτογράφοι αδελφοί Ρωμαΐδαι, οι οποίοι είχαν τότε την έδρα τους στη Πάτρα.

Φωτογράφιση στο ναό του Διός. Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών

Είναι εντυπωσιακό ότι πολύ σύντομα μετά το πέρας της εξαετίας, τα πορίσματα των ανασκαφών δημοσιεύθηκαν ήδη το 1897 υποδειγματικά στους μνημειώδεις τόμους Olympia I-V και έγιναν προσβάσιμα στον επιστημονικό κόσμο. Όμως, σχεδόν παράλληλα έχουμε και τις πρώτες μονογραφίες για το ιερό στα ελληνικά. Μετά τον Κωνσταντίνο Δημητριάδη στη θέση του επιμελητή της Ολυμπίας τοποθετήθηκε ο Βασίλειος Λεονάρδος, στον οποίο οφείλεται η συγγραφή βιβλίου για το ιερό, που εξεδόθη το 1901. Λιγότερο γνωστό είναι όμως και το εκδοθέν ήδη το 1890 μικρό βιβλίο του φιλολόγου Δ. Γ. Παπαγεωργίου, ο οποίος, κατά τη διάρκεια των ανασκαφών, χρημάτισε καθηγητής σε Γυμνάσιο του Πύργου και φαίνεται να παρακολουθούσε από κοντά την εξέλιξη των τελευταίων. Βλέπουμε λοιπόν ότι και από ελληνικής πλευράς το ενδιαφέρον για την πορεία των ερευνών ήταν εξ’ αρχής έντονο.

Oι ανασκαφές δεν έφεραν μόνο στο φως τα κατάλοιπα του μεγάλου ιερού, αλλά λειτούργησαν και ως καταλύτης για τη διαμόρφωση και σταδιακή ανάπτυξη της περιοχής. Σημαντικό ρόλο έπαιξε κατ’ αρχάς η απόφαση για ανοικοδόμηση του πρώτου Μουσείου εκτός Αθηνών, που προοριζόταν για την έκθεση των ευρημάτων από το ιερό, του λεγόμενου σήμερα «Παλαιού Μουσείου» της Ολυμπίας. Το κτήριο χρηματοδοτήθηκε το 1879 από τον Ανδρέα Συγγρό, ενώ τα σχέδια εκπονήθηκαν από τους Friedrich Adler και Wilhelm Dörpfeld.

Στο πλαίσιο αυτό επεκτάθηκε το σιδηροδρομικό δίκτυο από τον Πύργο στην Αρχαία Ολυμπία και ανοικοδομήθηκε το μεγάλο ξενοδοχείο με το όνομα ΣΠΑΠ (Σιδηρόδρομοι Πειραιώς-Αθηνών-Πελοποννήσου). Με τα νέα αυτά δεδομένα τέθηκαν οι βάσεις για την προσβασιμότητα του τόπου στους ενδιαφερόμενους επισκέπτες.

Τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της Ολυμπίας μετά το τέλος των πρώτων ανασκαφών, Karl Baedeker 1894

Ε΄. Η δεύτερη φάση των ανασκαφών (ανασκαφές Dörpfeld)

Ως δεύτερη φάση των ανασκαφών θεωρούνται οι έρευνες, τις οποίες διεξήγαγε κατά διαστήματα ο Wilhelm Dörpfeld ανάμεσα στο 1908 και το 1925. Παρά το γεγονός ότι ο Dörpfeld ήταν αρχιτέκτων, είχε έντονο ενδιαφέρον για το ζήτημα της αρχαιότητας του ιερού, το οποίο είχε προκαλέσει κατά την διάρκεια της «παλαιάς ανασκαφής» σημαντική επιστημονική αντιπαράθεση μεταξύ εκείνου και του A. Furtwängler. Ο Furtwängler θεωρούσε, με βάση τα πολυάριθμα χάλκινα ευρήματα σε μορφή ειδωλίων που απέδιδαν κυρίως ανδρικές μορφές ή διάφορα ζώα όπως βοοειδή και άλογα, χαρακτηριστικά της κοινωνίας της εποχής στην περιοχή, ότι δεν ήταν πολύ παλαιότερα του 8ου αι. π. Χ. και συνεπώς πίστευε ότι το ιερό θα πρέπει να είχε ιδρυθεί εκείνη την περίοδο. Ο Dörpfeld, αντίθετα, ήταν θιασώτης της άποψης ότι η ίδρυση του ιερού ανάγεται σε πολύ παλαιότερη εποχή, και μάλιστα στα προϊστορικά χρόνια. Με τις ανασκαφές του, που έφεραν στο φως μια σειρά από αψιδωτά κτίσματα στην ευρύτερη περιοχή μεταξύ Ηραίου, Πελοπίου και Μητρώου, ο Dörpfeld θεώρησε τον εαυτό του δικαιωμένο. Τα αποτελέσματα των ερευνών του, κυρίως όσον αφορά τις προταθείσες χρονολογήσεις, παρόλον ότι σχετικά σύντομα αντιμετωπίσθηκαν με περίσκεψη από την επιστημονική κοινότητα, απετέλεσαν ένα πεδίο με το οποίο κανείς δεν τόλμησε να ασχοληθεί για τα επόμενα 60 περίπου χρόνια.

Wilhelm Dörpfeld.

Στ΄. Η τρίτη φάση των ανασκαφών (1936-1942 και 1952-σήμερα)

Για αρκετές δεκαετίες η έρευνα της Ολυμπίας είχε μείνει ανενεργή μέχρις ότου το 1936, στο πλαίσιο των τότε ιστορικών συγκυριών, δηλαδή με την ευκαιρία της διεξαγωγής των ολυμπιακών αγώνων στο Βερολίνο. Με εντολή του ίδιου του Χίτλερ, σηματοδοτήθηκε η έναρξη της τρίτης φάσης της ανασκαφής, που επικεντρώθηκε κατ’ αρχάς στην έρευνα του ανδήρου των Θησαυρών και στην σταδιακή αποκάλυψη ενός μεγάλου μέρους του Σταδίου. Όμως, η νέα αυτή φάση διακόπηκε αναγκαστικά λόγω του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ως αποτέλεσμα του οποίου παύθηκε και η λειτουργία του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στην Αθήνα μέχρι την εξομάλυνση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες στις αρχές της δεκαετίας του ’50.

Η επανέναρξη της ανασκαφής και η συνέχεια των ερευνών στο Στάδιο μετά το τέλος του πολέμου σηματοδοτείται από την τοποθέτηση στη θέση του Διευθυντή του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στην Αθήνα και των ανασκαφών Ολυμπίας, του διαπρεπούς αρχαιολόγου Emil Kunze. Ο Kunze παρέμεινε στη θέση αυτή για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ στη διεύθυνση των ανασκαφών τον διαδέχθηκε το 1972 ο αρχιτέκτονας Alfred Mallwitz, στον οποίο οφείλεται επίσης μια σειρά σημαντικών μελετών. Στη νέα αυτή περίοδο πραγματοποιούνται μια σειρά συστηματικών καινούριων ερευνών, αλλά και πολυάριθμων δημοσιεύσεων στο πλαίσιο δύο σειρών που εκδίδονται από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο μέχρι σήμερα. Πρόκειται αφ’ ενός για τη σειρά των μονογραφιών υπό τον τίτλο «Olympische Forschungen», όπου παρουσιάζονται αναλυτικά κατά κατηγορίες οι διάφορες ομάδες ευρημάτων και αφ’ετέρου, για τις δημοσιεύσεις των ανασκαφικών εκθέσεων, τα λεγόμενα «Olympia Berichte», οι οποίες περιλαμβάνουν βεβαίως και μεμονωμένα ευρήματα. Οι δημοσιεύσεις αυτές τοποθετούν το ιερό στα μεγάλα κέντρα του ελληνικού κόσμου, τα οποία έχουν γίνει προσβάσιμα στην έρευνα μέσω μεγάλου αριθμού σχετικών δημοσιεύσεων. Στη φάση αυτή, εκτός από την ολοκλήρωση της έρευνας του Σταδίου, διενεργήθηκαν και πολυάριθμες άλλες, που αποκάλυψαν, μεταξύ άλλων, το Εργαστήριο του Φειδία, το Λεωνίδαιο, τη Νότια Στοά κλπ ενώ ακολούθησε επίσης η δημοσιοποίηση των πορισμάτων.

Emil Kunze, V. Bericht über die Ausgrabungen in Olympia. Mit Beiträgen von H.-V. Herrmann und H. Weber. Winter 1941/1942 und Herbst 1952. Hrsg. vom Deutschen Archäologischen Institut.

Από το 1985 και έπειτα, τη διεύθυνση των ανασκαφών της Ολυμπίας ανέλαβε ο τότε Πρόεδρος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου του Βερολίνου, Helmut Kyrieleis, ο οποίος προηγουμένως είχε διατελέσει για 14 χρόνια και Διευθυντής του Ινστιτούτου στην Αθήνα. Ο νέος διευθυντής των ανασκαφών προχώρησε στην απόφαση να επαναφέρει τη συζήτηση σχετικά το ζήτημα της αρχαιότητας του ιερού που είχε τόσο απασχολήσει τον Dörpfeld.  Οι προϋποθέσεις για μια τέτοια έρευνα ήταν τώρα πλέον εντελώς διαφορετικές, διότι η μελέτη των πρώιμων φάσεων στον ελληνικό χώρο είχε στο μεταξύ αλλάξει εντελώς τα δεδομένα.

Από το 1987 οι νέες αυτές έρευνες επικεντρώθηκαν στο κέντρο του ιερού και συγκεκριμένα στο λεγόμενο Πελόπιον, το ηρώο που ήταν αφιερωμένο στη λατρεία του ήρωα Πέλοπα, ονοματοδότη της Πελοποννήσου. Στα σημαντικότερα  συμπεράσματα αυτής της έρευνας συγκαταλέγεται το γεγονός ότι φάνηκε πλέον με σαφήνεια, πως οι απαρχές της λατρείας του Διός θα πρέπει να τοποθετηθούν στα τέλη του 11ου αι. π.Χ., δηλαδή στην λεγόμενη υπομυκηναϊκή περίοδο και έδωσαν τη δυνατότητα για επανεξέταση του ζητήματος της σημασίας της λατρείας του Διός σε σχέση με εκείνη του Πέλοπα.

 

Ζ΄. Σύντομη περιήγηση στο ιερό

Στο σημείο αυτό θα επιχειρήσουμε μια σύντομη περιήγηση του ιερού με βάση την χρονολογική του εξέλιξη και τα σημαντικότερα οικοδομικά του κατάλοιπα.

Σύμφωνα με τις ως τώρα γνώσεις μας στην περιοχή υπήρξε εγκατάσταση ήδη από την πρώϊμη εποχή του Χαλκού, όπως υποδηλώνουν τα αψιδωτά οικοδομήματα που έφεραν στο φως οι έρευνες του Dörpfeld. Όμως, ο πρώϊμος αυτός οικισμός που δημιουργήθηκε στην εύφορη κοιλάδα του Αλφειού και δίπλα στο ποτάμι, δεν είχε καμμία σχέση με το μετέπειτα ιερό.

Αργότερα, στη θέση αυτή, σε άμεση γειτνίαση με τα αψιδωτά κτίσματα, δημιουργήθηκε ένας τεχνητός λοφίσκος, ένας τύμβος, που οριοθετήθηκε κυκλικά από σειρά κροκάλων. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο τύμβος αυτός περιβλήθηκε σταδιακά με την αχλή του μύθου που τον συνέδεσε μετέπειτα με τον μυθικό ήρωα Πέλοπα και την έλευσή του από τη μακρινή Φρυγία. Αυτό συνάγεται από το γεγονός, ότι ο λοφίσκος εξακολούθησε να είναι ορατός και στα πρώϊμα ιστορικά χρόνια και εν τέλει περικλείσθηκε στα κλασικά χρόνια από ένα τοιχίο με μνημειακό πρόπυλο.

Αναπαράσταση Αρχαίας Ολυμπίας – J. van Falke, 1880. λιθογραφία.

Όπως αναφέρθηκε ήδη, σήμερα γνωρίζουμε πλέον με βάση τα νέα ανασκαφικά δεδομένα, ότι η λατρεία του Δία είχε εγκατασταθεί στην Ολυμπία, στις υπώρειες του Κρονίου λόφου, ήδη κατά την λεγόμενη υπομυκηναϊκή εποχή, δηλαδή τον 11ο αιώνα π.Χ. Την ύπαρξη πρώϊμου βωμού από τέφρα ανακατωμένου μαζί με τη λάσπη του Αλφειού που ήταν σε χρήση μέχρι και τουλάχιστον τον 8ο αι. πΧ., πιστοποιεί ένα εκτεταμένο στρώμα γεμάτο ευρήματα, στα οποία συγκαταλέγονται τα αναρίθμητα ειδώλια για τα οποία έγινε λόγος προηγουμένως, αλλά και οι μνημειώδεις χάλκινοι τρίποδες. Το στρώμα αυτό, που ονομάσθηκε «μαύρο στρώμα» λόγω της ύπαρξης πλούσιων καταλοίπων στάχτης, εκτεινόταν σε ένα μεγάλο τμήμα νοτιοδυτικά του Κρονίου, καλύπτοντας την περιοχή όπου περί το 600 π.Χ. οικοδομήθηκε ο πρώτος λίθινος και παλαιότερος δωρικός ναός της Πελοποννήσου, το λεγόμενο Ηραίο.

Από την εποχή πριν την ανοικοδόμηση αυτού του ναού, τα κτηριακά κατάλοιπα είναι πενιχρά και περιορίζονται στην ύπαρξη ενός τοξωτού στηρίγματος λίθινης γέφυρας που τεκμηριώνει ότι ο παραπόταμος του Αλφειού, Κλάδεος, αποτελούσε με την ορμητική ροή των υδάτων του ιδίως κατά τους χειμερινούς μήνες, ένα σημαντικό εμπόδιο στην ανάπτυξη του χώρου.

Τα ιστορικά δεδομένα της πρώϊμης αυτής περιόδου είναι ασαφή και σχετίζονται με τις εν γένει εξελίξεις στην Πελοπόννησο και τους ανταγωνισμούς ανάμεσα στα ισχυρά πολιτικά κέντρα της αρχαϊκής εποχής, όπως είναι η Κόρινθος, το Άργος και η Σπάρτη. Ιδιαίτερα οι δύο τελευταίες πόλεις φαίνεται πως ερίζουν για τη σταδιακή κυριαρχία τους επί του ιερού, η φήμη του οποίου, κυρίως μετά την ανοδική πορεία των ολυμπιακών αγώνων, η απαρχή των οποίων τοποθετείται σύμφωνα με τις νεώτερες έρευνες στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. (σε αντίθεση με την παλαιότερη άποψη που βασιζόταν στον κατάλογο των ολυμπιονικών της αρχαιότητας, ο οποίος καθόριζε την έναρξη των αγώνων το 776 π.Χ.) ολοένα και αυξάνεται. Αυτό γίνεται φανερό από την κατασκευή του πρώτου Σταδίου και την σταδιακή συμμετοχή αθλητών από πολλές περιοχές του ελληνικού κόσμου, όπως και από την παρουσία αφιερωμάτων με ποικίλη προέλευση, ακόμα και από την Ανατολή. Τα ευρήματα αυτά, που χρονολογούνται κατά το πλείστον στον 7ο αι. π.Χ., αποτελούν αδιάσειστα τεκμήρια για την επίδραση που άσκησαν τα ανατολικά πρότυπα στην εικονογραφία και την τεχνοτροπία των ελληνικών εργαστηρίων τόσο της χαλκουργίας όσο και της κεραμεικής και στην οποία οφείλεται ο όρος που έχει καθιερωθεί για την περίοδο αυτή ως «ανατολίζουσα περίοδος». Μεγάλος είναι επίσης ο αριθμός των όπλων που αφιερώνονται στον Δία, όπου κατά τη διάρκεια των αγώνων εφαρμόζεται η «εκεχειρία», διαμορφώνοντας μια νέα αντίληψη για το ζήτημα του πολέμου. Την «διεθνοποίηση» του ιερού τονίζει υπεράνω όλων και η ανοικοδόμηση μιάς σειράς ναϊσκόμορφων κτηρίων, των λεγόμενων Θησαυρών, που αποτελούν αφιερώματα διαφόρων πόλεων του ελληνικού κόσμου κατά μήκος της νότιας πλαγιάς του Κρονίου. Όπως είναι γνωστό από τον Παυσανία, οι περισσότεροι Θησαυροί αφιερώθηκαν από πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας και της Σικελίας ,αλλά σημαντικό είναι ότι πλάϊ σε Θησαυρούς της μητροπολιτικής Ελλάδας υπήρχαν και αντίστοιχα αφιερώματα του Βυζαντίου στην Προποντίδα και της Κυρήνης στη Βόρεια Αφρική.

Κατά τη διάρκεια του 6ου αι. π.Χ., μια νέα δύναμη αρχίζει να εμφανίζεται στο πολιτικό προσκήνιο της βορειοδυτικής Πελοποννήσου. Πρόκειται για την πόλη της Ήλιδας, που αναπτύχθηκε 60 χιλιόμετρα βόρεια της Ολυμπίας και δημιουργήθηκε από σταδιακό συνοικισμό των κωμών της περιοχής. Η επίσημη ίδρυσή της τοποθετείται μεταξύ του 510 και του 470 π.Χ. Με τις αρχές του 5ου αι. π.Χ., η Ήλιδα κυριαρχεί στην ευρύτερη περιοχή βορείως του Αλφειού, ενώ η περιοχή της Τριφυλίας, στα νότια του ποταμού, εξακολουθεί για μεγάλα διαστήματα να παραμένει υπό την επίδραση της  Σπάρτης.

Την πολιτική δομή της οργάνωσης του ιερού, κυρίως κατά τη μεταβατική περίοδο από την υστεροαρχαϊκή προς την πρώϊμη κλασική εποχή, πιστοποιεί ένα ιδιαίτερο οικοδόμημα που αποτελείται από δύο δίδυμα κτήρια με αψιδωτή απόληξη και τα οποία αποτελούν σαφή αναφορά στην αρχαιότητα του χώρου. Στο δίδυμο αυτό κτήριο αναγνωρίζεται το Βουλευτήριο, στο οποίο αποδίδονται διαφορετικές αρμοδιότητες που σχετίζονται με την οργάνωση του ιερού και των αγώνων, την ανίδρυση τιμητικών και άλλων αναθημάτων κ.ο.κ. Δεν είναι πάντως τυχαίο ότι η κατασκευή του νεώτερου των δύο που είναι και το βορειότερο οικοδόμημα, συμπίπτει χρονικά με τον συνοικισμό της Ήλιδας και την προφανή επιβολή της κυριαρχίας της στο ιερό.

Κατά το πρώτο τέταρτο του 5ου αι., με την παρουσία των Ηλείων συντελούνται στο ιερό σημαντικές αλλαγές που αλλάζουν εντελώς την εικόνα του. Ανοικοδομείται ο μεγάλος δωρικός ναός του Δία στο κέντρο του ιερού που σύμφωνα με τον Παυσανία οφείλεται στον, κατά τα άλλα παντελώς άγνωστο, Ηλείο αρχιτέκτονα Λίβωνα. Ο ναός εντυπωσιάζει με τις αναλογίες, με την εξαιρετικά επιμελημένη κατασκευή του αλλά πάνω από όλα με τον εντυπωσιακό γλυπτό του διάκοσμο, τόσο όσον αφορά τα αετώματα όπου εικονίζονται η αρματοδρομία μεταξύ του Πέλοπα και του μυθικού βασιλιά της Ήλιδας Οινομάου στο ανατολικό και η θεσσαλική κενταυρομαχία στο δυτικό, όσο και στις μετόπες με τους δώδεκα άθλους του Ηρακλή, μυθικού ιδρυτή της Ολυμπίας. Τα γλυπτά, έργα του λεγόμενου Αυστηρού Ρυθμού, είναι κατασκευασμένα, όπως άλλωστε και η στέγη του κτηρίου, από το ακριβό παριανό μάρμαρο. Το τεράστιο κόστος αυτής της κατασκευής αποτελεί ένα ζήτημα, το οποίο εξακολουθεί να απασχολεί την έρευνα. Δεν είναι σίγουρα τυχαίο ότι την ίδια εποχή τοποθετούνται, πιθανότατα στο ιερό, οι πρώτες κοπές των εντυπωσιακών αργυρών στατήρων με σύμβολα που συνδέονται αποκλειστικά με τη λατρεία του Δία, δηλαδή τη Νίκη, τον αετό και τον κεραυνό, αλλά και κάποιες φορές και με τη μορφή του θεού. Αργότερα, στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αι., έρχεται να προστεθεί και μια άλλη σειρά στατήρων που εικονίζει την μορφή της Ήρας.

Την εποχή αυτή, η συνήθεια να αφιερώνονται όπλα στο ιερό εγκαταλείπεται σταδιακά όπως και η ανάθεση Θησαυρών. Τη θέση τους παίρνουν πλέον τα μνημειακά, συχνά πολυπρόσωπα, αναθήματα, που άρχισαν να ανιδρύονται ήδη κατά το τελευταίο τέταρτο του 6ου αιώνα και ήταν κατασκευασμένα από χαλκό ή μάρμαρο. Δυστυχώς, λίγα από αυτά διατηρήθηκαν ως τις μέρες μας. Ωστόσο, οι πολυάριθμες βάσεις τους και οι περιγραφές του Παυσανία αποτελούν τεκμήριο για το μέγεθος της απώλειας. Σε αντίθεση με την αρχαϊκή εποχή, η οποία διατηρήθηκε μέσω των ευρημάτων που  αποτέθηκαν στα πολυάριθμα πηγάδια κατά μήκος του Σταδίου, τα αναθήματα των μεταγενέστερων εποχών, που ήταν σε μεγάλο βαθμό χάλκινα, διερπάγησαν ή καταστράφηκαν.

Το χρυσελεφάντινο λατρευτικό άγαλμα του ναού, ένα από τα επτά θαύματα της αρχαιότητας, έργο του Αθηναίου γλύπτη Φειδία, τοποθετήθηκε περίπου 25 χρόνια αργότερα στον σηκό του αφού είχε κατασκευασθεί με μια περίπλοκη τεχνική στο εργαστήριο, το οποίο ανοικοδομήθηκε σε άμεση γειτνίαση αλλά έξω από τον περίβολο του ιερού, στα δυτικά του ναού.

Kεντρικό ακρωτήριο του ναού ήταν ένας επιχρυσωμένος τρίποδας, στα πλάγια ήταν τοποθετημένη από μία επίσης επιχρυσωμένη Νίκη, όπως μας ενημερώνει η επιγραφή στον τριγωνικό πεσσό, που βρέθηκε ανατολικά της πρόσοψης του ναού και έφερε τη  περίφημη μορφή της Νίκης, χαρακτηριστικό έργο του Πλούσιου Ρυθμού, που φιλοτεχνήθηκε από τον γλύπτη Παιώνιο με προέλευση από τη Μένδη της Χαλκιδικής. Τύχη αγαθή έχει διατηρήσει σε μεγάλο βαθμό το έργο αυτό του μεγάλου γλύπτη, που είναι επίσης κατασκευασμένο από παριανό μάρμαρο.

Φανταστική απεικόνιση του λατρευτικού αγάλματος του Διός Ολυμπίου. Fischer von Erlach, 1721.

Ο τρίτος και τελευταίος ναός που κτίσθηκε περίπου στο 400 π.Χ. είναι το Μητρώο, ναός αφιερωμένος στη Μητέρα των Θεών, που όμως είναι πολύ μικρότερος από τους δύο προηγούμενους. Το λατρευτικό σκηνικό στο ιερό αλλάζει σταδιακά αυτή την εποχή και αυτό οφείλεται στις αλλαγές που σημειώνονται κατά τη διάρκεια του τετάρτου αιώνα, κατά τον οποίο η τέλεση της λατρείας και οι αγώνες που έως τότε αποτελούσαν μια ενότητα, αποσυνδέονται κατ’ αρχάς από τοπογραφική άποψη με την κατασκευή της στοάς της Ηχούς, στο ανατολικό πέρας της Άλτης. Ο συμβολικός χαρακτήρας αυτής της αλλαγής διαφαίνεται όμως κυρίως λόγω της διόγκωσης της σημασίας των αγώνων, σε συνδυασμό με την αύξηση των εγκαταστάσεων που σχετίζονται μαζί τους. Έτσι, μετά την ανέγερση της Παλαίστρας, ακολουθούν αργότερα το Γυμνάσιο και άλλα σχετικά οικοδομήματα.

Το κυριότερο και πρωϊμότερο οικοδόμημα, που αποτελεί ορόσημο για τη νέα αυτή εποχή, είναι το μεγάλο τετράγωνο κτήριο, που οικοδομήθηκε εκτός του τεμένους, στα νοτιοδυτικά του τελευταίου, αλλά σε άμεση γειτνίαση με αυτό. Πρόκειται για το λεγόμενο Λεωνίδαιο, που ονομάσθηκε σύμφωνα με τον χορηγό του, κάποιον Λεωνίδα από τη Νάξο. Με ένα κεντρικό περιστύλιο, γύρω από το οποίο συντάσσονται ξενώνες για τους αθλητές, το εντυπωσιακό αυτό οικοδόμημα παρέμεινε σε χρήση ακόμα και μέχρι τη ρωμαϊκή περίοδο, οπότε και συντελέσθηκαν κάποιες σημαντικές τροποποιήσεις.

Το στοιχείο, ωστόσο, που αντανακλά ανάγλυφα τις αλλαγές που συντελούνται στο πολιτικό σκηνικό από τον τέταρτο αιώνα και μετά και το οποίο άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια του και στο ιερό του Δία, είναι η εμφάνιση, για πρώτη φορά στον χώρο του ιερού, μνημείων που σχετίζονται με την πολιτική προπαγάνδα. Η παλαιότερη χωροταξική παρέμβαση αυτού του τύπου οφείλεται στον βασιλά Φίλιππο Β’, ο οποίος, ως ο πρώτος Μακεδόνας που συμμετείχε στους ολυμπιακούς αγώνες, θέλησε να αφιερώσει στο ιερό ένα κυκλικό πολυτελές οικοδόμημα. Όμως, λόγω του ξαφνικού θανάτου του, δεν στάθηκε δυνατόν να το ολοκληρώσει ο ίδιος, κάτι που έμελλε να πράξει ο γιός του, Αλέξανδρος Γ’. Αυτό συμπεραίνεται από το γεγονός ότι, όπως γνωρίζουμε από τον Παυσανία, στο εσωτερικό του τοποθετήθηκαν χρυσελεφάντινα αγάλματα των μελών της οικογενείας του, δηλαδή των γονέων του Φιλίππου και Ολυμπιάδας και των προγόνων τους Αμύντα και Ευρυδίκης, έργα του γλύπτη Λεωχάρη.

Αυτή η νέα αντίληψη της Άλτεως ως χώρου προσωπικής προβολής των ηγεμόνων της ελληνιστικής περιόδου, επρόκειτο βέβαια να έχει συνέχεια και στους επόμενους αιώνες. Ένα από τα λιγοστά διατηρημένα εν μέρει, μνημεία είναι και το λεγόμενο ανάθημα των Πτολεμαίων, που αποτελούνταν από δύο ιδιαίτερα ψηλούς ιωνικούς κίονες, τοποθετημένους σε απόσταση μεταξύ τους πάνω σε επιμήκη βάση και οι οποίοι έφεραν επάνω τις μορφές του Πτολεμαίου Β’ του Φιλαδέλφου (284 – 246 π.Χ.) και της ετεροθαλούς αδελφής του, Αρσινόης. Πρόκειται για το ανάθημα του ναυάρχου Καλλικράτη προς τιμή του βασιλικού ζεύγους.

Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο το ιερό συρρικνώνεται, διερύνονται όμως οι διάφορες εγκαταστάσεις, οι οποίες εξυπηρετούν ακόμη μεγαλύτερο αριθμό επισκεπτών, όπως συμπεραίνεται από την αύξηση των λουτρικών εγκαταστάσεων και άλλων οικοδομημάτων που σχετίζονται με την διαμονή και ενδιαίτηση επισκεπτών και αθλητών. Σημαντική αλλαγή συντελείται κατά τον 1ο αι. μ.Χ. όταν το Μητρώο μετατράπηκε σε κτήριο αφιερωμένο στην αυτοκρατορική λατρεία.

Αναμφίβολα όμως, το πιο εντυπωσιακό οικοδόμημα των ρωμαϊκών χρόνων αποτελεί το Νυμφαίο, που ανεγέρθηκε από τον περίφημο Ηρώδη τον Αττικό και αφιερώθηκε στην σύζυγό του Ρήγιλλα, η οποία αναφέρεται ως ιέρεια της Δήμητρας. Πρόκειται για ένα πολυτελές διώροφο οικοδόμημα επενδεδυμένο με μάρμαρο, στις κόγχες του οποίου προβάλλονταν μαρμάρινα αγάλματα που απεικόνιζαν τα μέλη της αυτοκρατορικής οικογενείας στο ένα επίπεδο και τα μέλη της οικογενείας του ιδίου του Ηρώδη στο δεύτερο. Και στους δύο ορόφους ως κεντρική μορφή δέσποζε η μορφή του Δία.

Η σταδιακή  παρακμή του ιερού, η οποία επιτάθηκε τον 3ο αι. μ.Χ. υπό τον φόβο της έλευσης του βαρβαρικού φύλου των Ερούλων, δεν απετέλεσε εμπόδιο για τη συνέχιση των ολυμπιακών αγώνων. Μια μεγάλη χάλκινη επιγραφή που βρέθηκε πριν μερικά χρόνια στο χώρο των νοτιοδυτικών θερμών, οι οποίες χρησίμευαν και ως χώρος συγκέντρωσης των αθλητών, βεβαιώνει την τέλεσή τους μέχρι τουλάχιστον τον  ύστερο 4ο μεταχριστιανικό αιώνα, μέχρις ότου το διάταγμα του Θεοδοσίου Ι’ του 393 μ.Χ. απαγορεύσει πλέον οριστικά την τέλεση της ειδωλολατρικής λατρείας. Όμως, και οι πρώϊμοι χριστιανοί κάνουν αισθητή την παρουσία τους στο ιερό με την ανοικοδόμηση τον 5ο αι. μ.Χ., ακριβώς στο σημείο όπου κάποτε βρισκόταν το εργαστήριο του Φειδία, μιας εξαιρετικής Βασιλικής.

Εναέρια άποψη από νότια του αρχαιολογικού χώρου Ολυμπίας. Διακρίνονται η Ιερή Άλτη, το αρχαίο Στάδιο, ο Κρόνιος λόφος, ο ποταμός Αλφειός και στο βάθος η σύγχρονη πόλη και το Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας

Κατά τον 6ο αι. μ.Χ., ένας μεγάλος σεισμός καθώς και αλλεπάλληλες πλημμύρες του Αλφειού, συνεχίζουν το καταστροφικό τους έργο και το αρχαίο ιερό καλύπτεται από τη λάσπη και την άμμο, περνώντας για πολλούς αιώνες στη λήθη μέχρι να αρχίσει η αναζήτησή του από τους περιηγητές, όπως περιγράφηκε στην αρχή.

 

Η΄.  Αναστηλωτικό έργο

Είναι αυτονόητο ότι τα οικοδομήματα που αναφέρθηκαν στη σύντομη περιήγηση, λόγω της φθοράς που είχαν υποστεί από τον χρόνο, έχρηζαν και ιδιαίτερης φροντίδας. Έτσι, στην όλη πορεία των ανασκαφών και πάντοτε υπό την επίβλεψη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, πραγματοποιήθηκαν κατά καιρούς αναστηλώσεις σε διάφορα κτίρια του ιερού. Εκτός από την αναστήλωση κιόνων του Ηραίου, της Παλαίστρας και άλλων κτισμάτων, που πραγματοποιήθηκαν ήδη την δεκαετία του ’60, τα τελευταία χρόνια έχουν ολοκληρωθεί μια σειρά από σημαντικές επεμβάσεις, που έχουν αλλάξει κατά πολύ την εικόνα του ιερού, δίνοντας την απαραίτητη τρίτη διάσταση σε διάφορα κτήρια, που μέχρι πρόσφατα δεν ήταν κατανοητά στον απλό επισκέπτη. Κατά πρώτον λόγο θα πρέπει αναφερθεί η αναστήλωση ενός κίονα του ναού του Διός, που πραγματοποιήθηκε με την ευκαιρία

Άποψη του ναού του Διός με τον αναστηλωμένο κίονα

 των ολυμπιακών αγώνων του 2004, ενώ λίγο αργότερα ολοκληρώθηκε η αναστήλωση τμήματος του κρηπιδώματος και ορισμένοι κίονες του Φιλιππείου και -πολύ πρόσφατα- ο ένας κίονας από το ανάθημα των Πτολεμαίων.

Ο αναστηλωμένος βόρειος κίονας του αναθήματος των Πτολεμαίων.

Στις γνώσεις μας των τελευταίων ετών έχουν συμβάλει και οι έρευνες της Αρχαιολογικής Yπηρεσίας, τόσο στην προέκταση του Γυμνασίου όσο και σε άλλα, άγνωστα μέχρι πρότινος, ιερά στην ευρύτερη περιοχή. ‘Ομως, πέρα από τη σημαντική τους προσφορά στην έρευνα της Αρχαιότητας, οι ανασκαφές της Αρχαίας Ολυμπίας, όπως προσπάθησα να τονίσω στη σύντομη αυτή παρουσίαση, αποτελούν μια σημαντική περίπτωση μελέτης όχι μόνο για την πορεία της  αρχαιολογικής έρευνας αλλά και για την εξέλιξη του ίδιου του ελληνικού κράτους. Παρακολουθώντας την περιπετειώδη διαδρομή που διήνυσε η ανασκαφή αυτή μέχρι να γίνει πραγματικότητα, τα διάφορα εμπόδια που συνάντησε στην πορεία της και τα οποία συνδέονται με τις ιστορικές συγκυρίες, συνειδητοποιεί κανείς ακόμα μια φορά τη στενή σχέση μεταξύ της Αρχαιολογίας και της Πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό ίσως δεν αποτελεί υπερβολή η άποψη που εξέφρασε πρόσφατα σε ένα βιβλίο του ο Ε. Papi, νυν διευθυντής της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, στο πλαίσιο μιάς γενικότερης θεώρησης της ιστορικής πορείας που οδήγησε, μέσα από εθνικούς ανταγωνισμούς, στην πραγματοποίηση ορισμένων μεγάλων ανασκαφών, σύμφωνα με την οποία: «H Αρχαιολογία αποτελεί την συνέχεια του πολέμου με διαφορετικά μέσα».

 

Η Αλίκη Μουστάκα είναι Καθηγήτρια Κλασσικής Αρχαιολογίας του Τμήματος Ιστορίας καi Αρχαιολογίας ΑΠΘ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

A. Boetticher, Olympia. Das Fest und seine Stätte (Βερολίνο, 1886).
E. Curtius – Fr. Adler (Επιμ.), Οlympia, die Ergebnisse der vom Deutschen Reich veranstalteten Ausgrabungen τόμοι I-V (1890-1897).
H.-V. Herrmann, Olympia. Heiligtum und Wettkampfstätte (Μόναχο, 1972).
Th. Kalpaxis, “Die Vorgeschichte und die Nachwirkungen des Olympia-Vertrags” στο: H. Kyrieleis (επιμ.), Olympia 1875 – 2000. 125 Jahre Deutsche Ausgrabungen. Internationales Symposion, Berlin 9.-11.11.2000 (Mainz am Rhein, 2002) 19-30.
L. Klinkhammer, “Grossgrabung und große Politik. Der Olympia-Vertrag als Epochenwende“ στο: H. Kyrieleis (επιμ.), Olympia 1875 – 2000. 125 Jahre Deutsche Ausgrabungen. Internationales Symposion, Berlin 9.-11.11.2000 (Mainz am Rhein, 2002) 31-43.
Ε. Κόκκου, Η μέριμνα για τις αρχαιότητες στην Ελλάδα και τα πρώτα μουσεία (Αθήνα, 1977).
H. Kyrieleis, Olympia. Archäologie eines Heiligtums (Darmstadt, 2011).
Β. Λεονάρδος, Η Ολυμπία (Αθήνα, 1901).
A. Mallwitz, Olympia und seine Bauten (Μόναχο, 1972).
S. L. Marchand, Down from Olympus. Archaeology and Philhellenism in Germany 1750-1970 (Princeton University Press, Princeton/New Jersey 1996).
A. Moustaka, “The German and Greek Excavations” στο: A. Amendt-Chr. Wacker-St. Wassong (Eds.), Olympics. Past & Present (München, 2013) 93 – 100.
Θ. Ν. Μποχώτης, Ελέγχοντας τον τόπο του παρελθόντος. Η γερμανοεληνική σχέση εξουσίας στις ανασκαφές της Ολυμπίας 1869-1882 (Ηράκλειο 2015).
Δ. Γ. Παπαγεωργίου, Ολυμπία και Ολυμπιακοί αγώνες (Αθήνα, 1890) φωτομηχανική έκδοση Εκδ. Καπόν 2013 (με πρόθεμα της Α. Μουστάκα).
Ε. Papi, Pietre dello scandalo (Roma 2017) 123.
A. Schnapp, “The Forgetting and Rediscovery of Olympia from the Beginningst to the Expédition de Morée” στο: A. Amendt-Chr. Wacker – St. Wassong (Eds.), Olympics. Past & Present (Munich-London-New York 2013) 85-92.
J. S. Stanhope, Olympia or Topography Illustrative of the actual state of the plain of Olympia and the ruins of the city of Elis (London, 1824).
P. Themelis, Die Brüder A. und K. Dimitriadis,“ Kommissare der Ausgrabungen in Olympia (1875-1887)” στο: W.-D. Heilmeyer et alii, Mythos Olympia. Kult und Spiele (Μόναχο, 2012) 188-189.
Γ. Εμμ. Χατζή, Το αρχαιολογικό Μουσείο της Ολυμπίας (Αθήνα, 2002).

 

 

Δάφνη Μουρέλου: Ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ και η εδραίωση της τέχνης του μπαλέτου

Δάφνη Μουρέλου

 Ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ και η εδραίωση της τέχνης του μπαλέτου

 

Γνωρίζουμε πως το μπαλέτο αποτελεί μια μορφή τέχνης που υποκρύπτει τη σκληρή πειθαρχία που επιβάλλεται στο σώμα προβάλλοντας μια ωραιοποιημένη εικόνα, καθώς δεν επιτρέπεται να γίνεται φανερή στο κοινό οποιαδήποτε τεχνική δυσκολία. Οι ιδιότητες της χάρης, της κομψότητας και της αρμονίας των κινήσεων αποτελούν σημαντικές προϋποθέσεις για έναν/μια επαγγελματία από τις απαρχές της δημιουργίας του είδους.[1]

Στο σημείο αυτό, έχει σημασία να σταθεί κανείς στις κινητικές απαρχές του  μπαλέτου, οι οποίες σφράγισαν σε μεγάλο βαθμό την περαιτέρω αισθητική του εξέλιξη. Η τεχνική του μπαλέτου έχει καταβολές στους αυλικούς χορούς της αναγεννησιακής περιόδου.  Η φιλοσοφία του ουμανισμού είχε μεγάλο αντίκτυπο στις βασιλικές αυλές της Αναγέννησης. Η ιδέα του ανθρώπου ως προικισμένου πλάσματος με αναρίθμητες ικανότητες εξέλιξης βρισκόταν στον πυρήνα αυτής της προσέγγισης. Έτσι, ήταν επιτακτικό καθήκον η διεύρυνση κάθε είδους γνώσης, όπως επίσης και η ανάπτυξη των ατομικών δυνατοτήτων. Μέσα σε αυτό το πνεύμα, άνθισαν σημαντικά οι τέχνες και τα γράμματα στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών αυλών. Ο χορός, η μουσική, το θέατρο και όλες οι δημιουργικές εκφράσεις του ανθρώπινου πνεύματος τάχθηκαν στην υπηρεσία των ισχυρών μοναρχών της Ευρώπης. Ο χορός ειδικότερα, πέρα από τον ψυχαγωγικό του χαρακτήρα, αποτελούσε εκπαιδευτική λειτουργία, καθώς μέσω αυτού οι αυλικοί διδάσκονταν τους νόμιμους τρόπους κοινωνικής συμπεριφοράς και χάρης.[2] Οι χορευτικές κινήσεις των αυλικών ήταν απόλυτα συμβατές με τον τρόπο που κινούνταν στην καθημερινότητά τους. Όπως αναφέρει ο Kraus, η κίνησή τους ήταν γνωστή για “την αλαζονική της αυτοπεποίθηση, προσποιητά κομψή, πλούσια διακοσμημένη, γρήγορη και αυταρχική, καθώς και αυστηρά πειθαρχημένη, με όρθια κορμοστασιά, ελαφράδα, δύναμη, λαμπρότητα και γατίσια χρησιμοποίηση των ποδιών”.[3] Ο Reyna επίσης αναφέρει χαρακτηριστικές χορευτικές οδηγίες της εποχής εκείνης, οι οποίες μας θυμίζουν αρκετά το ύφος του μπαλέτου, όπως το γνωρίζουμε σήμερα: πόδια γυρισμένα προς τα έξω (en dehors), καλοτεντωμένα γόνατα και γάμπες (tendus), χορός στις άκρες των δακτύλων των ποδιών (à pointe).[4]

Αναγεννησιακή τέχνη. Εργαστήρι του Andrea Mantegna: Χορός τεσσάρων γυναικών (π. 1497).

Σύμφωνα με τον Elias, στις ευρωπαϊκές αυλές ξεκίνησε η καλλιέργεια ιδιοτήτων οι οποίες αποδείχτηκαν καθοριστικές για την εξέλιξη του δυτικού πολιτισμού. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο τα άτομα ανέπτυξαν ιδιότητες όπως η αυτοκυριαρχία, η αυστηρή ρύθμιση των προσωπικών παθών, ο έλεγχος του θυμικού και ο μακρόπνοος υπολογισμός. Απώτερος σκοπός της “αυλικής ορθολογικότητας” ήταν η διατήρηση του κοινωνικού γοήτρου και η απόκτηση της βασιλικής εύνοιας.[5] Τα μέλη της αριστοκρατικής κοινωνίας επεξεργάζονταν διεξοδικά το βιοτικό ύφος τους με σκοπό να διακρίνονται από την αστική τάξη και τα χαμηλότερα στρώματα. Οι κινήσεις, οι χειρονομίες και η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν εντάσσονται στο παραπάνω σκεπτικό. Επιπλέον, η κόσμια αυλική συμπεριφορά θα εξασφάλιζε και την εύνοια του μονάρχη. Σταδιακά, το μοντέλο συμπεριφοράς της αυλικής αριστοκρατίας άρχισε να διαχέεται προς τα χαμηλότερα στρώματα με την κοινωνική άνοδο της αστικής τάξης και την παρακμή της απολυταρχίας. Τα χαρακτηριστικά του αυλικού μοντέλου συμπεριφοράς διατηρήθηκαν, εξαπλώθηκαν και βάσει αυτών διαμορφώθηκε η έννοια του πολιτισμού.[6]

Στο παραπάνω πλαίσιο εντασσόταν και η συμμετοχή των ευγενών στα αυλικά μπαλέτα. Η συμμετοχή είχε σκοπούς ψυχαγωγικούς αλλά και πολιτικούς, καθώς μέσα από τον χορό οι συμμετέχοντες εξέφραζαν τον θαυμασμό και την υποταγή τους στο μονάρχη. Επίσης, η ενασχόληση με τον χορό θεωρούνταν αναπόσπαστο κομμάτι της ευγενούς ανατροφής στο πλαίσιο της αυλής.[7]  Έτσι, οι κυρίαρχοι λόγοι των υψηλών στρωμάτων της εποχής ενσωματώθηκαν στην τεχνική του μπαλέτου. Οι νόμιμοι και ταξικά προσδιορισμένοι τρόποι με τους οποίους οι αυλικοί χειρίζονταν το σώμα τους, αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για την δημιουργία της τεχνικής του μπαλέτου, η οποία αναπτύχθηκε κατά την διάρκεια των αιώνων χωρίς να χάσει την αριστοκρατική της αισθητική. 

Η έξω στροφή των ποδιών αποτελούσε χαρακτηριστικό γνώρισμα των κοινωνικών χορών της βασιλικής αυλής, καθώς επέτρεπε στους αυλικούς να εκτελούν τις καθημερινές τους κινήσεις με χάρη και κομψότητα. Το “άνοιγμα” του σώματος που δημιουργείτο από αυτή την έξη είχε εξουσιαστικές συνδηλώσεις, καθώς προσέδιδε ιδιαίτερο κύρος και στυλ, ενώ αντίστοιχα το “μάζεμα” θεωρούνταν σημάδι αμάθειας και αποκλίνουσας πρακτικής.[8] Επίσης, η σταθερότητα του κορμού και η έξω στροφή των ποδιών είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της ξιφασκίας, συχνής πρακτικής στις βασιλικές αυλές. Η στροφή αυτή εξελίχθηκε σε στροφή ενενήντα μοιρών κατά την περαιτέρω ανάπτυξη της τεχνικής του μπαλέτου και τη διεξαγωγή των θεαμάτων σε θεατρικούς χώρους.[9]

Giovanni Domenico Tiepolo: Χορός στην εξοχή (π. 1755), Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο.

Σύμφωνα με τον Reyna, η χορογραφία γεννήθηκε στις ιταλικές αυλές του 15ου αιώνα.[10] Οι λαϊκοί χοροί της εποχής πέρασαν σταδιακά στους κύκλους των ευγενών και εντάχθηκαν μετά απο επεξεργασία-ραφινάρισμα στο πλαίσιο των βασιλικών αυλών. Έχει γίνει, δηλαδή, σταδιακή εισαγωγή και επεξεργασία των κοινωνικών χορών των χαμηλότερων στρωμάτων στην βασιλική Αυλή, όπου οι αυλικοί δίνουν μεγάλη έμφαση στην κοκεταρία, την πόζα και την επίδειξη. Ταυτόχρονα, ο χορός τείνει προς μια ολοένα και μεγαλύτερη επιτήδευση και οι βηματισμοί γίνονται συγκεκριμένοι, χωρίς να υπάρχει αυτοσχεδιασμός. Σύμφωνα με τον Kraus, οι αυλικοί χοροί της εποχής μπορούν να χωριστούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Basse Dance (τα πόδια βρίσκονται σε συνεχή επαφή με το πάτωμα) και Haute Dance (χοροί με μικρές αναπηδήσεις ή και άλματα).[11]

Το 1581 είναι μια εξαιρετικά σημαντική ημερομηνία για την ιστορία του χορού, καθώς τότε θεωρείται ότι έγινε η εκτέλεση του πρώτου ευρωπαϊκού μπαλέτου. Επρόκειτο για Το Κωμικό Μπαλέτο της Βασίλισσας το οποίο έλαβε χώρα στην αυλή του Ερρίκου Γ΄ της Γαλλίας και διοργανώθηκε από την γυναίκα του, Αικατερίνη των Μεδίκων. Το Κωμικό Μπαλέτο της Βασίλισσας ήταν ένα μίγμα από ιστορίες από την Παλαιά Διαθήκη, την ελληνική και ρωμαϊκή μυθολογία. Βασικό θέμα του ήταν η μάγισσα Κίρκη. Επρόκειτο για ένα σύνθετο και πολυδάπανο έργο με πολύπλοκα σκηνικά και μηχανές, το οποίο είχε τεράστια επιτυχία επειδή προσπάθησε να κινηθεί γύρω από ένα σταθερό θέμα. Ήταν η πρώτη φορά που ο χορός λάμβανε τις διαστάσεις ενός οργανωμένου, θεατρικού θεάματος με σκοπό την θεατρική αφήγηση μέσω της κίνησης.[12]

Τρεις σειρήνες, από το Το Κωμικό Μπαλέτο της Βασίλισσας.

Κάποια χρόνια αργότερα, η αυλή του Λουδοβίκου ΙΔ΄ αποτέλεσε τον τόπο γέννησης του νεότερου δυτικού θεατρικού χορού, καθώς με δική του πρωτοβουλία η τέχνη του μπαλέτου έγινε επάγγελμα. Ο ίδιος, ενθουσιώδης υποστηρικτής του είδους, έπαιρνε καθημερινά μαθήματα από τον προσωπικό του χοροδιδάσκαλο Pierre Beauchamps για περισσότερα από είκοσι χρόνια. Παράλληλα, συμμετείχε ως χορευτής στα μπαλέτα της αυλής ασκώντας έτσι και την προσωπική του προπαγάνδα.[13]  Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Ballet de la Nuit, μπαλέτο του 1653, το οποίο αφηγείται μια νύχτα όπου παραμονεύουν δαιμονικά πλάσματα έως ότου ξημερώνει και ανατέλλει λυτρωτικά ο θεός ήλιος, τον ρόλο του οποίου παίζει ο ίδιος ο μονάρχης.

 

Στιγμιότυπο από την κινηματογραφική ταινία του rard Corbiau Le Roi Danse (2000)

 

Είναι χρήσιμο να επισημάνουμε πως θεωρία του θείου δικαιώματος του μονάρχη (Ελέω Θεού μοναρχία) αποτέλεσε ισχυρό στήριγμα για την γαλλική, και όχι μόνο, απολυταρχία, καθώς αφ ενός προϋπέθετε το καθήκον της παθητικής υποταγής των υπηκόων προς τους μονάρχες, αφ ετέρου, διασφάλιζε την σταθερότητα του μονάρχη στον θρόνο καθώς ήταν αδύνατη η εκθρόνιση του από εξωτερικές δυνάμεις, όπως ο πάπας. Είναι αξιοσημείωτο, λοιπόν, το γεγονός ότι το μπαλέτο έχει μια σημαντική πολιτική διάσταση. Επιπρόσθετα, η Chazin-Bennahum εξηγεί πως στα χρόνια του Λουδοβίκου ΙΔ΄ η κίνηση, ο χορός και η μόδα κωδικοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να επιτελούν διακριτική λειτουργία, δηλαδή, να είναι δηλωτικά της απόστασης που χωρίζει την ανώτερη τάξη από τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα. Το ενδυματολογικό πρότυπο, λοιπόν, χαρακτηρίζεται από ακριβά υφάσματα, ζωντανά χρώματα, βαριά αξεσουάρ και μεγάλες περούκες. Παράλληλα, οι αυλικοί και ιδιαίτερα οι γυναίκες, μαθαίνουν πώς να κινούνται με χάρη και ευπρέπεια επιδεικνύοντας την εντυπωσιακή ενδυμασία τους.[14]

Jean Garnier (1632-1705): O Λουδοβίκος ΙΔ΄ προστάτης των Τεχνών και των Επιστημών, Ανάκτορο των Βερσαλλιών.

Το 1661 ο Λουδοβίκος ανέθεσε στον Beauchamps να θεμελιώσει κανόνες για το μπαλέτο και να καταγράψει όλες τις έως τότε γνωστές κινήσεις και σχηματισμούς. Είναι η πρώτη φορά που γίνεται μια οργανωμένη καταγραφή και μέσα από αυτήν εισήχθη μεγάλο μέρος της τεχνικής του μπαλέτου, δημιουργώντας τη βάση για την εξέλιξη του. Την ίδια εποχή, με πρωτοβουλία του Λουδοβίκου, ιδρύθηκε η Βασιλική Ακαδημία Χορού ως ο πρώτος επίσημος φορέας που θα στέγαζε την επαγγελματική χορευτική εκπαίδευση.[15] Παρά τις προθέσεις του μονάρχη, για διάφορους λόγους η Ακαδημία δεν λειτούργησε επί μια δεκαετία. Το 1671 με πρωτοβουλία του συνθέτη Jean-Baptiste Lully συγχωνεύθηκαν η Βασιλική Ακαδημία Χορού με την Βασιλική Ακαδημία Μουσικής σχηματίζοντας έναν ισχυρό οργανισμό. Ο νεοσύστατος οργανισμός στεγάστηκε στο Palais Royal και η επαγγελματική χορευτική εκπαίδευση αποτελούσε πλέον πραγματικότητα. Μέσα από αυτές τις εξελίξεις ο χορός μεταφέρθηκε από την βασιλική αυλή στο θέατρο.[16] Οι επαγγελματίες χορευτές και χορεύτριες του Παρισιού περιόδευαν σταθερά στις ευρωπαϊκές αυλές και παράλληλα ιδρύθηκαν βασιλικές όπερες και θέατρα σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Σε κάποιες περιπτώσεις ιδρύθηκαν ξεχωριστοί θίασοι μπαλέτου με βασιλική επιχορήγηση. Αλλού, το μπαλέτο εντάχθηκε στο πλαίσιο του οπερατικού θιάσου.[17]

Jean-Baptiste Lully (1632-1687).
O Λουδοβίκος ΙΔ’ ως Απόλλων.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η μπαλετική τεχνική εξελίχθηκε περαιτέρω μέσα στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Έτσι, η κίνηση απέκτησε ακόμα πιο γεωμετρική φόρμα, χωρίς να αποτινάξει τα αριστοκρατικά χαρακτηριστικά τα οποία διατηρούνται μέχρι σήμερα. Οι πέντε βασικές θέσεις των ποδιών αποτέλεσαν την βάση για την εξέλιξη μιας τεχνικής η οποία, βασιζόμενη σε γεωμετρικούς και ανατομικούς υπολογισμούς, αποσκοπεί στην ανύψωση των σωμάτων αψηφώντας τους νόμους της βαρύτητας.[18] Εδώ μπορεί να εντοπίσει κανείς την εγγενή αντίφαση του μπαλέτου. Η ανάπτυξη των σωμάτων βασίζεται σε μια ορθολογικά οργανωμένη τεχνική αλλά η σκηνική τους παρουσία αποσκοπεί στην έκφραση του άπιαστου και του αιθέριου, χαρακτηριστικά τα οποία παραπέμπουν στην ρομαντική αισθητική από την οποία δέχτηκε επίσης καθοριστικές επιρροές.[19]

Κλείνοντας, έχει σημασία να αναφέρουμε πως πλέον το μπαλέτο αποτελεί μια μορφή τέχνης που αντιπροσωπεύεται σε διεθνές επίπεδο από διαφορετικές σχολές. Όλες οι σχολές βασίζονται σε μια κοινή βάση τεχνικής, ωστόσο υπάρχουν επιμέρους διαφοροποιήσεις σε σχέση με το στιλ και το ύφος των κινήσεων. Από τις πιο παλιές είναι η Γαλλική, η Ρωσική και η Δανέζικη. Όπως είδαμε μέσα από την Γαλλική σχολή το μπαλέτο εδραιώθηκε ως ξεχωριστό σύστημα τεχνικής στα χρόνια του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Πολύ σύντομα, οι Τσάροι εκφράζουν έντονο ενδιαφέρον για τη νέα χορευτική τέχνη και υποστηρίζουν τη μετάδοση της γνώσης με Ρώσους απεσταλμένους στην Γαλλική αυλή, αλλά και προσκεκλημένους Γάλλους χοροδιδασκάλους στην Ρωσία. Από τα μέσα του 19ου αιώνα και έπειτα, το ρωσικό μπαλέτο αναπτύσσεται ραγδαία και εξελίσσει τα ιδιαίτερά του χαρακτηριστικά, κυρίως μέσα από την πολυετή θητεία του Marius Petipa στο Αυτοκρατορικό Θέατρο.[20] Στη συνέχεια, παραμένει ακμαίο επί κομμουνισμού υπηρετώντας προπαγανδιστικές σκοπιμότητες.[21] Η Δανέζικη σχολή είναι επίσης παλιά και η μέθοδός της διαμορφώθηκε κυρίως από τον August Bournonville τον 19ο αιώνα. Κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα αναπτύχθηκαν ακόμη εντυπωσιακά η Αγγλική και η Αμερικανική σχολή. Η Αγγλική σχολή απέκτησε ένα ξεχωριστό στυλ και ύφος κυρίως χάρη στη συμβολή των Ninette de Valois, Marie Rambert και Frederick Ashton.[22] Το Αμερικανικό μπαλέτο εδραιώθηκε σε μεγάλο βαθμό χάρη στο έργο του George Balanchine,[23] παλιό συνεργάτη του πρωτοποριακού θιάσου των Ρωσικών Μπαλέτων, του Diaghilev, που επέφερε τομή στα χορευτικά δρώμενα στην αρχή του 20ου αιώνα.

 

Ballet Evolved – At the court of Louis XIV

 

H Δάφνη Μουρέλου είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, διπλωματούχος καθηγήτρια χορού (Α.Ε.Σ.Χ. “Ραλλού Μάνου”) και συντονίστρια του προγράμματος χορού (Dance Program Coordinator) στο Αμερικανικό Κολέγιο Ελλάδος (Deree – The American College of Greece).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Susan Au (2006), Ballet and Modern Dance, Thames & Hudson, Λονδίνο, σ. 45

[2]Richard Kraus (1980), Ιστορία του Χορού, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, σσ. 111-112

[3] Richard Kraus (1980), ο.π., σσ.130-131

[4] Ferdinando Reyna (1965), A Concise History of Ballet, Thames and Hudson, Λονδίνο,  σ. 32

[5] Norbert Elias (1997), Η Εξέλιξη του Πολιτισμού, Κοινωνιογενετικές και Ψυχογενετικές Έρευνες, Τόμος  Β, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, σσ. 305-307

[6] Norbert Elias (1997), ο.π., σσ. 341-345

[7] Susan Au (2006), ο.π., σσ. 11-13

[8] Peter Stoneley(2007), A Queer History of the Ballet, Routledge, Η.Π.Α. και Καναδάς, σ. 9

[9] Susan Au (2006), ο.π., σ. 26

[10] Richard Kraus (1980), ο., σσ. 122-123

[11] Richard Kraus (1980), ο., σ. 117

[12] Richard Kraus (1980), ο., σ. 123

[13] Susan Au (2006), σσ. 17-20

[14] Judith Chazin-Bennahum (2005), The Lure of Perfection. Fashion and Ballet, 1780-1830, Routledge, Νέα Υόρκη και Λονδίνο, σσ. 9-14

[15] Richard Kraus (1980), ο.π., σ. 130

[16] Richard Kraus (1980), ο.π., σ. 131

[17] Richard Kraus (1980), ο.π., σσ. 137-138

[18] Gedeon P.Dienes (1995), “Ballet: European by Birth”, Dance  Chronicle, Routledge, Vol. 18,  σσ. 171- 177, σ.173

[19] Susan Au (2006), ο.π., σ. 45

[20] Richard Kraus (1980), ο.π., σσ. 159-167

[21] Ferdinando Reyna (1965), ο.π.,  σσ. 199-207

[22] Ferdinando Reyna (1965), ο.π.,  σσ. 189-196

[23] Ferdinando Reyna (1965), ο.π., σσ.   216-219

Γιάννης Μουρέλος: Όπερα και Πολιτική John Adams «Nixon in China»

Γιάννης Μουρέλος

Όπερα και Πολιτική

John Adams «Nixon in China»

Πως θα σας φαινόταν αν βλέπατε επί σκηνής την άφιξη του Air Force One στο αεροδρόμιο του Πεκίνου, τον πρωθυπουργό της Κίνας Zou Enlai να υποδέχεται τον Richard Nixon, συνοδευόμενο από τη σύζυγό του και από τον Henry Kissinger, τις συνομιλίες με τον Mao Zedong, την μεγάλη δεξίωση στο Ανάκτορο του Λαού με τις αναπόφευκτες προπόσεις, την περιοδεία της Pat Nixon σε, αυστηρά επιλεγμένα από τις τοπικές αρχές, σημεία της πρωτεύουσας, την παράσταση της όπερας-μπαλέτου The Red Detachment of Women στην Όπερα του Πεκίνου προς τιμήν του προεδρικού ζεύγους, τη σύζυγο του Mao, Chiang Ch’ing, να τραγουδά την άρια «I am the wife of Mao Zedong«, εκθειάζοντας τα επιτεύγματα της Πολιτιστικής Επανάστασης; Αυτά και άλλα πολλά διαδραματίζονται στην τρίπρακτη όπερα του John Adams με τίτλο Nixon in China.

John Adams

Toν Φεβρουάριο του 2017, o John Adams συμπλήρωσε  τα 70 του χρόνια. Μεγάλες ορχήστρες, όπως οι Φιλαρμονικές του Βερολίνου, της Νέας Υόρκης και του Λος Άντζελες, οι συμφωνικές ορχήστρες της Βοστώνης, του Λονδίνου και του Σαν Φρανσίσκο συμπεριέλαβαν στο πρόγραμμά τους συναυλίες με έργα του συνθέτη τιμώντας, με τον τρόπο αυτό, έναν δημιουργό που έχει σφραγίσει με την πολυσχιδή προσωπικότητά του την αμερικανική (και όχι μόνο) μουσική παραγωγή στο γύρισμα της χιλιετίας.Ο Adams θεωρείται ως εκφραστής της Μινιμαλιστικής Σχολής, συνεχιστής του Philip Glass και του Steve Reich, αν και ο ίδιος χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως μετά-μινιμαλιστή, επικαλούμενος τα παραδείγματα του Bach, του Brahms και του Mahler, που, όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, είχαν την τύχη να ευδοκιμήσουν στο τέλος μιας εποχής, ενστερνιζόμενοι στο έργο τους ολόκληρη την εξέλιξη των τριάντα έως πενήντα προηγουμένων ετών. Άλλωστε, στη μουσική του γραφή, μια γραφή ιδιαίτερα προσιτή στο ευρύ κοινό, χρησιμοποιεί τεχνικές και στοιχεία που παραπέμπουν ευθέως στην εποχή του ρομαντισμού και του μετά-ρομαντισμού. Το όλο του έργο παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία σε είδος, καθώς ο Adams στράφηκε προς τη συμφωνική μουσική, τη μουσική δωματίου και την όπερα. Από τα συμφωνικά του έργα αξίζει να αναφερθούν οι εξής τίτλοι: Harmonielehre (1984–85) – Θεωρία της αρμονίας – για μεγάλη ορχήστρα, εμπνευσμένο από την ομώνυμη πραγματεία του Arnold Schoenberg, Grand Pianola Music (1982), το ευρηματικό Short Ride in a Fast Machine (1986) και πρόσφατα το Scheherazade.2(2014), μια δραματική συμφωνία για βιολί και ορχήστρα. Μεγάλο ενδιαφέρον για έναν μελετητή της Ιστορίας, παρουσιάζει η στροφή του Adams προς την όπερα, καθώς η θεματολογία που επιλέγει αντλείται από συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα: Nixon in China (1987) – πρόκειται για την επίσκεψη του Nixon στην Κίνα, που άφησε εποχή με το άνοιγμα που επιχείρησε προς το αντίπαλο στρατόπεδο εν μέσω της περιόδου του Ψυχρού πολέμου τον Φεβρουάριο του 1972, The Death of Klinghoffer (1991) – το επεισόδιο της τρομοκρατικής ενέργειας κατά του κρουαζιερόπλοιου Achille Lauro από Παλαιστινίους τον Οκτώβριο του 1985, τέλος, Doctor Atomic(2005) – το πρόγραμμα Manhattan και η δοκιμή της πρώτης ατομικής βόμβας το 1945. Όσο και αν παραξενεύεται κανείς βλέποντας να παρελαύνουν επί σκηνής τραγουδιστές που υποδύονται τον Nixon, τον Mao, τον Kissinger, τον Klinghoffer (ένα από τα θύματα του Achille Lauro) ή τον Robert Oppenheimer, εν τούτοις, η περίπτωση του Adams διαθέτει προηγούμενο ως προς την επιλογή των ιστορικών θεμάτων και προσώπων: την περίπτωση του Modest Mussorgsky (1839-1881), με την πασίγνωστη όπερα Boris Godunov και τη λιγότερο γνωστή Khovanshchina. Αμφότερες διαδραματίζονται στη Ρωσία του 16ου-17ου αιώνα και εμπνέονται από τις κοινωνικο-πολιτικές εντάσεις της εποχής.

Nixon in China

Η υποδοχή στο αεροδρόμιο του Πεκίνου (21 Φεβρουαρίου 1972)
Το 1983, έντεκα χρόνια, μόλις, έπειτα από την επίσκεψη στην Κίνα και με το σκάνδαλο του Watergate να έχει αμαυρώσει, στο ενδιάμεσο, την εικόνα και το κύρος του Richard Nixon, ο εκκεντρικός σκηνοθέτης Peter Sellars προέτρεψε τον Adams να προχωρήσει στη σύνθεση μιας όπερας με θέμα το ταξίδι αυτό. Στην αρχή, ο μουσικοσυνθέτης εξέφρασε σκεπτικισμό. Όχι μόνο δεν είχε δοκιμαστεί ο ίδιος καθόλου στο χώρο της όπερας, γεγονός που από μόνο του δημιουργούσε ανασφάλεια, αλλά δεν είχε καταφέρει να αποκρυπτογραφήσει τις ακριβείς προθέσεις του Sellars ως προς το πνεύμα του έργου. Από ποια οπτική γωνία θα επιχειρούσε να προσεγγίσει το θέμα που του είχε προταθεί; Εκείνη της εξιδανίκευσης; Αντίθετα, εκείνη της απομυθοποίησης; Τέλος, εκείνη της σάτιρας; Το γεγονός ήταν από χρονικής απόψεως πολύ πρόσφατο ακόμα, ώστε να καταφέρει κανείς να το αποδώσει με τη νηφαλιότητα και τη σφαιρικότητα ενός ιστορικού ερευνητή. Σε τελευταία ανάλυση, δεν επρόκειτο περί κάποιας αυστηρής επιστημονικής διαδικασίας. Επρόκειτο περί Τέχνης, όπου τα πάντα επιτρέπονται. Έτσι, επιλέχθηκε τελικά η σκιαγράφηση των χαρακτήρων των πρωταγωνιστών και η περιγραφή του τρόπου, με τον οποίο ο καθένας από αυτούς είχε καταγράψει και αξιολογήσει ένα κοσμοϊστορικό γεγονός που μόλις είχε βιώσει. Αυτό συμβαίνει στην τρίτη και τελευταία πράξη της όπερας, που αποτελεί, τρόπον τινά και την κατακλείδα του έργου, αφήνοντας στον θεατή-ακροατή, εθισμένο από τη σπουδαιότητα της ιστορικής συγκυρίας, μια αίσθηση ανεπαίσθητης πίκρας και απογοήτευσης. Βέβαια, συνθέτης και σκηνοθέτης έχουν φροντίσει συστηματικά να δημιουργήσουν αυτή την εντύπωση. Τις δυο πρώτες πράξεις, όπου ξετυλίγονται, με τρόπο φαντασμαγορικό τα γεγονότα (τελετή υποδοχής, επίσημες συνομιλίες και δείπνα, επίσκεψη στην Απαγορευμένη Πόλη και παρακολούθηση παράστασης στην Όπερα του Πεκίνου), και που θυμίζουν σκηνές από την κινηματογραφική ταινία του Bernardo Bertolucci Ο τελευταίος Αυτοκράτορας, διαδέχεται μια τρίτη πράξη διαστάσεων σχεδόν όπερας δωματίου, όπου ο καθένας από τους πρωταγωνιστές, μέσα στην οικειότητα της κρεββατοκάμαράς του, προβαίνει στη δική του, υποκειμενική αποτίμηση, εκφράζοντας προσδοκίες και ανησυχίες για το μέλλον. Η ανθρώπινη διάσταση της Ιστορίας και η μοναξιά της εξουσίας σε όλο τους το μεγαλείο. Ένα ευρηματικό κλείσιμο, που καθιστά τον Adams ειδήμονα σε ζητήματα εμβάθυνσης στην ανθρώπινη ψυχή, ταυτόχρονα, όμως, και επεξεργασίας θεμάτων βγαλμένων από το πρόσφατο παρελθόν, κάτι που επιχειρείται για πρώτη φορά στην Ιστορία της Μουσικής. Άλλωστε, η εμπειρία αυτή δεν θα μείνει αναξιοποίητη. Θα επαναληφθεί με ανάλογη επιτυχία και στην περίπτωση των άλλων δυο έργων, The death of Klinghoffer και Doctor Atomic.
Η σκηνή της υποδοχής από την παράσταση της Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης (2011)
Η επίσκεψη στην Απαγορευμένη Πόλη
Η ίδια σκηνή στο Τhéâtre du Châtelet του Παρισιού (2012)
Η μουσική γραφή περιέχει έντονα στοιχεία μινιμαλισμού, ένα στυλ που εισήχθη στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του 1960. Χαρακτηρίζεται από την επανάληψη μικρών ρυθμικών φράσεων και από σχεδόν καθολική απουσία μελωδικής ανάπτυξης. Η ενορχήστρωση, αντίθετα, είναι γεμάτη πρωτότυπες ιδέες και ποικιλία. Την ορχήστρα πλαισιώνουν σαξόφωνα, πιάνο, ηλεκτρονικό synthesizer και μεγάλη γκάμα από κρουστά όργανα. Η διαφορά κοσμοαντίληψης και προοπτικής μεταξύ Ανατολής και Δύσης είναι εμφανής και μουσικά από τις πρώτες κιόλας νότες του έργου: ευρεία παλέτα αρμονικών χρωμάτων στην περίπτωση των Κινέζων, γρήγορες κοφτές φράσεις και συγκοπές, που παραπέμπουν ευθέως στη μουσική της jazz, σε εκείνη των Αμερικανών. Ο τρόπος χρήσης των φωνών δεν απέχει από την εποχή του ρομαντισμού. Ο συνθέτης εμπιστεύεται το ρόλο του Mao Zedong σε ηρωϊκό τενόρο βαγκνερικής τεχνοτροπίας (heldentenor) – παρά τη μεγάλη ηλικία του πρωταγωνιστή – και επιλέγει το περισσότερο στοχαστικό τίμπρο ενός βαρύτονου για το ρόλο του Nixon, ευθεία αναφορά στην τραγικότητα και στη μοναξιά του Simon Boccanegra του Verdi.
Η παγκόσμια πρεμιέρα του έργου έλαβε χώρα στις 22 Οκτωβρίου του 1987 στην Grand Opera του Houston. Η υποδοχή υπήρξε χλιαρή, καθώς το κοινό δεν ήταν εξοικειωμένο με αυτού του είδους τη θεματολογία και με αυτού του είδους τη μουσική. Έκτοτε, έχει ανεβεί από τις μεγαλύτερες λυρικές σκηνές: Musiektheater του Άμστερνταμ και Διεθνές Φεστιβάλ του Εδιμβούργου το 1988, Los Angeles Opera το 1990 (με σκηνοθετική αναφορά στα γεγονότα της πλατείας Τιεν Αν Μεν, που μόλις είχαν προηγηθεί), English National Opera του Λονδίνου το 2000, Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης το 2011 και Τhéâtre du Châtelet του Παρισιού το 2012. Για την επέτειο των 70 ετών από τη γέννηση του συνθέτη, η Houston Grand Opera ανέβασε μια νέα παραγωγή ενώ το έργο, με την ίδια πάντοτε αφορμή, παρουσιάστηκε και από άλλα λυρικά θέατρα ανά τον κόσμο και εκτελέστηκε και σε μορφή concertante από μεγάλες ορχήστρες.
Εν κατακλείδι, ο John Adams έχει καταξιωθεί πλέον ως ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς (και όχι μόνο) μουσικοσυνθέτες του 21ου αιώνα, καταλαμβάνοντας θέση εφάμιλλη με εκείνες ενός Gershwin, ενός Copland και ενός Bernstein για τον 20ό. Για εμάς τους ιστορικούς υπάρχει και μια προσθήκη. Εισήγαγε ένα νέο είδος. Αυτό της πολιτικής όπερας, που αντλεί τη θεματολογία της από ιστορικά γεγονότα του πρόσφατου παρελθόντος.
Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (του οποίου υπήρξε πρόεδρος τη διετία 2011-2013).

Φωτογραφικό Υλικό

 Τότε & Τώρα

nixon-and-mao
Η συνάντηση με τον Mao Zedong
apenkalski_1296844009_NixonInChina
Η συνάντηση με τον Mao Zedong

 

nixon-chou-en-lai-1972
Το επίσημο δείπνο στο Ανάκτορο του Λαού

 

gp_nixon_gallery7_tx700
Το επίσημο δείπνο στο Ανάκτορο του Λαού

 

REVOLUTIONARY-BALLET
H παράσταση στην Όπερα του Πεκίνου

 

nboc-red-detachment-boy-girl-flag-trouble_1000
H παράσταση στην Όπερα του Πεκίνου

 

Pat-Nixon-2
Η περιοδεία της Pat Nixon στο Πεκίνο

 

gp_nixon_gallery4_tx800
Η περιοδεία της Pat Nixon στο Πεκίνο

 

Αποσπάσματα από την όπερα του 

John Adams: «Nixon in China»

Nixon in China (The Film). Το επίσημο ντοκιμαντέρ της επίσκεψης

Η σκηνή της υποδοχής στο αεροδρόμιο του Πεκίνου (πρώτη πράξη), Metropolitan Opera Νέας Υόρκης (2011)

Η συνάντηση με τον Μαο Ζedong (πρώτη πράξη), Houston Grand Opera (1987)

Το επίσημο δείπνο στο Ανάκτορο του Λαού (πρώτη πράξη), Metropolitan Opera Νέας Υόρκης (2011)

Η παράσταση στην Όπερα του Πεκίνου (δεύτερη πράξη),  Théâtre du Châtelet, Παρίσι (2012)

Γιώργος Αν. Θεοδώρου: Η οργάνωση και το έργο της Ύπατης Αρμοστείας και της Ελληνικής Διοίκησης της Σμύρνης

100 χρόνια από τότε

Γιώργος Αν. Θεοδώρου

Η οργάνωση και το έργο της Ύπατης Αρμοστείας και της Ελληνικής Διοίκησης της Σμύρνης

 

Στις 30 Οκτωβρίου του 1918 υπογράφτηκε στον κόλπο του Μούδρου στη Λήμνο η ομώνυμη ανακωχή που έθετε τέρμα στις εχθροπραξίες ανάμεσα στους Συμμάχους και την ηττημένη πλέον κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Μετά τα δυσάρεστα για την Ελλάδα γεγονότα, τα οποία συνέβησαν την ημέρα  της απόβασης, ήταν επιτακτική η ανάγκη να αποσταλεί στη Σμύρνη πολιτικός αντιπρόσωπος, προκειμένου να συγκρατήσει τους ομοεθνείς και το στρατό από νέες ακρότητες σε βάρος των μουσουλμάνων. Ύστερα από ενέργειες του Ελ. Βενιζέλου, αποβιβάστηκε στις 21 Μαίου 1919 στο λιμάνι της Σμύρνης ο μέχρι εκείνη τη στιγμή Γενικός Διοικητής Ηπείρου Αριστείδης Στεργιάδης, με το διάταγμα του διορισμού του ως Ύπατου Αρμοστή της Ελλάδας. Στο εξής, οι στρατιωτικές αρχές και κάθε κάτοικος της περιοχής όφειλαν να συμμορφώνονται στις εντολές του. Η δικαιοδοσία επεκτεινόταν σε κάθε μορφής δραστηριότητες που ανέπτυσσαν οι ελληνικές και τουρκικές υπηρεσίες, εκτός από ζητήματα οργάνωσης και τακτικής του στρατού.

Τον πυρήνα της Ύπατης Αρμοστείας αποτέλεσαν, εκτός από τον Στεργιάδη, ο νομάρχης Δράμας Αλή Ναϊπ Ζαδέ, ο νομάρχης Πρέβεζας Τ. Κρυωνάς, ο Γ. Ξυνόπουλος, ανώτερος υπάλληλος του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, ο Ε. Κουφιδάκης οικονομικός υπάλληλος του Γενικού Λογιστηρίου και ο Πέτρος Γουναράκης, γενικός γραμματέας της Διοίκησης Ηπείρου ο οποίος ανέλαβε την ίδια θέση στην Ύπατη Αρμοστεία. Οι περισσότερες  θέσεις καλύφθηκαν στη συνέχεια από υπαλλήλους αποσπασμένους από την Αθήνα, χάρη στους οποίους επιμορφώθηκαν αρκετοί Μικρασιάτες για να στελεχώσουν τις διάφορες υπηρεσίες.

Ο Αριστείδης Στεργιάδης (δεύτερος από αριστερά) με τον αρχιστράτηγο Λεωνίδα Παρασκευόπουλο και τον συνταγματάρχη Θεόδωρο Πάγκαλο (δεύτερο από δεξιά) τον Αύγουστο του 1920 στη Σμύρνη.

Η Ύπατη Αρμοστεία στεγάστηκε στο κτίριο του ελληνικού προξενείου. Αντιπρόσωποι του Ύπατου Αρμοστή τοποθετήθηκαν στις πόλεις που ολοένα καταλάμβανε ο ελληνικός στρατός. Σταδιακά οργανώθηκαν 11 τμήματα: Γραφείο Ύπατου Αρμοστή, Γενική Γραμματεία, Τμήμα Διπλωματικών Σχέσεων, Τμήμα Υγείας, Τμήμα Παλιννόστησης και Εγκατάστασης Προσφύγων, Τμήμα Φυλακών, Ταχυδρομείων, Οικονομική Υπηρεσία, Μεταφραστικό Τμήμα, Τμήμα Δημοσίων Έργων καθώς και Τμήμα Μουσουλμανικών Υποθέσεων.

To έργο που έπρεπε να επιτελέσει η Ύπατη Αρμοστεία ήταν τριπλό: α) διακριτικός έλεγχος πάνω στις οθωμανικές αρχές μέχρι να αναλάβει η Ελλάδα την πλήρη διοίκηση της περιοχής μετά την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης, β) εκπροσώπηση των ελληνικών συμφερόντων ενώπιον των αντιπροσώπων των Συμμάχων και της οθωμανικής κυβέρνησης και γ) προετοιμασία του εδάφους για μελλοντική προσάρτηση της Δυτικής Μικράς Ασίας στην κυρίως Ελλάδα.

Διακρίνονται δύο φάσεις στη λειτουργία της. Η πρώτη, από το Μάϊο του 1919 μέχρι τον Αύγουστο του 1920, οπότε και υπογράφεται η Συνθήκη των Σεβρών, και η δεύτερη, που διαρκεί μέχρι και το Σεπτέμβρη του 1922. Σε αυτή τη δεύτερη περίοδο, η Ύπατη Αρμοστεία Σμύρνης μετονομάστηκε σε Ελληνική Διοίκηση Σμύρνης. Η διάκριση αυτή δεν είναι πάντοτε εμφανής, καθώς ο Αριστείδης Στεργιάδης, επικεφαλής και στα δύο σχήματα αναφέρεται μέχρι το τέλος ως Ύπατος Αρμοστής. Η Ελληνική  Διοίκηση Σμύρνης οργανώθηκε σε δέκα Διευθύνσεις:

  • Γενική Γραμματεία που περιλάμβανε α) το γραφείο του Ύπατου Αρμοστή, β) το πολιτικό τμήμα, γ) το τμήμα εξωτερικών υποθέσεων, δ) το γραφείο τύπου, ε) το γραφείο διεκπεραίωσης καταχώρησης αρχείου και στ) το γραφείο του Γενικού Διοικητικού Επιθεωρητή. Από την αρχή της ελληνικής κατοχής Γενικός Γραμματέας τοποθετήθηκε ο Πέτρος Γουναράκης. Τη θέση του προϊσταμένου του γραφείου του Γενικού Διοικητικού Επιθεωρητή κατέλαβε ο Διευθυντής Α΄ τάξης Αλή μπέης Ναϊπ Ζαδέ.
  • Διεύθυνση Δικαιοσύνης με α) τμήμα προσωπικού, β) υπηρεσία Διοίκησης Φυλακών Μ. Ασίας, γ) μεταφραστικό γραφείο και δ) γραφείο διεκπεραίωσης αρχείου. Διευθυντής της διεύθυνσης αυτής ορίστηκε ο εισαγγελέας Πρωτοδικών Γουλιέλμος Τόμας.
  • Διεύθυνση Εσωτερικών με α) διοικητικό τμήμα, β) τμήμα τοπικής διοίκησης, γ) τμήμα δημόσιας ασφάλειας, δ) τμήμα θρησκευμάτων, ε) γραφείο διεκπεραίωσης αρχείου και στ) υπηρεσία Επιθεώρησης. Εδώ αναπληρωτής Διευθυντής ανέλαβε ο Σπ. Σκαρπέτης και προϊστάμενος της υπηρεσίας επιθεώρησης ο Πέτρος Ευριπαίος.
  • Διεύθυνση Δημόσιας Εκπαίδευσης που διαιρούνταν α) στο τμήμα Ανώτατης, Μέσης και Δημοτικής Εκπαίδευσης, β) στο τμήμα Αρχαιοτήτων, γ) στο τμήμα Σχολικής Υγιεινής, δ) στο γραφείο Γενικής Επιθεώρησης και ε) στο γραφείο διεκπεραίωσης Αρχείου. Γενικός Επιθεωρητής τοποθετήθηκε ο Μ. Μιχαηλίδης – Νουάρος.
  • Διεύθυνση Οικονομικών η οποία περιλάμβανε α) διοικητικό τμήμα, β)τμήμα έμμεσων φόρων, γ) τμήμα άμεσων φόρων, δ) τμήμα δημοσίων κτημάτων, ε) τμήμα διεκπεραίωσης αρχείου και εντύπων. Στην ίδια διεύθυνση λειτουργούσε και Γενικό Λογιστήριο με α) διοικητικό τμήμα, β) τμήμα ελέγχου ταμειακών υπολόγων, γ) τμήμα ελέγχου τελωνειακών υπολόγων, δ) τμήμα καταχώρησης και συγκέντρωσης λογαριασμών και ε) τμήμα εντελλομένων εξόδων. Επικεφαλής της διεύθυνσης ήταν ο Κ. Σαμαράκης.
  • Διεύθυνση Εθνικής Οικονομίας υποδιαιρούμενη στην Υποδιεύθυνση Εμπορίου και Βιομηχανίας και στην Υποδιεύθυνση Γεωργίας. Την πρώτη Υποδιεύθυνση αποτελούσαν τα τμήματα εμπορίου, βιομηχανίας , εργασίας και στατιστικής, το γραφείο επισιτισμού και το γραφείο μεταλλείων. υποδιευθυντής ανέλαβε ο διευθυντής Α΄ τάξης Σπ. Βάσιλας. Η δεύτερη Υποδιεύθυνση ανατέθηκε στο νομογεωπόνο Ι. Καραμάνο και περιλάμβανε τμήμα γεωργίας, τμήμα γεωργικής οικονομίας, κτηνιατρικό τμήμα, τμήμα δασών καθώς και τμήμα διεκπεραίωσης αρχείου.
  • Διεύθυνση Δημοσίων Έργων με α) διοικητικό τμήμα, β) τμήμα οδοποιίας, υδραυλικών και λιμενικών έργων γ) αρχιτεκτονικό τμήμα, ηλεκτομηχανολογικό τμήμα και ε) γραφείο διεκπεραίωσης αρχείου. Αναπληρωτής διευθυντής τοποθετήθηκε ο νομομηχανικός β΄τάξης Αλ. Ορτεντζάτος.
  • Διεύθυνση Τ.Τ.Τ. με α) ταχυδρομικό τμήμα, β) τηλεγραφικό και τηλεφωνικό τμήμα και γ) γραφείο διεκπεραίωσης αρχείου. Αναπληρωτής διευθυντής ορίστηκε ο αρχιμηχανικός Φ. Κυριάκης.
  • Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας και Αντιλήψεως που την συγκροτούσαν α) το τμήμα δημόσιας υγείας, β) το τμήμα παλιννόστησης προσφύγων, γ) το τμήμα περίθαλψης επιστράτων, δ) το τμήμα φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, υγιεινής και αντιλήψεως και ε) το γραφείο διεκπεραίωσης αρχείου. Τη θέση του διευθυντή εδώ κατείχε ο τμηματάρχης α΄ τάξης του υπουργείου εθνικής οικονομίας Γ. Ξυνόπουλος.
  • Διεύθυνση Μουσουλμανικών Υπηρεσιών με α) τμήμα ιδρυμάτων, β) τμήμα δικαστικών υποθέσεων, γ) τμήμα μουσουλμανικής εκπαίδευσης και δ) γραφείο διεκπεραίωσης. Αναπληρωτής διευθυντής ανέλαβε ο τμηματάρχης α΄ τάξης Δ. Βουδούρης.

Στις 12 Αυγούστου του 1920, δηλ. δύο μέρες μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, συναντήθηκαν στο Διοικητήριο της Σμύρνης ο Π. Γουναράκης, Γενικός Γραμματέας της Ύπατης Αρμοστείας, όπως ήδη αναφέρθηκε, και ο αναπληρωτής Βαλής Αϊδινίου, Αχμέτ Μπεσίμ Μπέης. Εκεί υπογράφτηκε το πρωτόκολλο που παρέδιδε στην Ελλάδα κάθε διοικητική εξουσία στην περιοχή της Σμύρνης. Η Ελληνική Διοίκηση Σμύρνης ανέλαβε να οργανώσει διοικητικά από τη μια την περιοχή που αποδόθηκε στην Ελλάδα με τη Συνθήκη των Σεβρών δηλαδή τη «Διοικούμενη Ζώνη», εκτάσεως 17452 τετρ. χιλ., και από την άλλη τη «Στρατιωτικώς Κατεχόμενη Χώρα» η οποία ύστερα από συνεχείς προελάσεις του Ελληνικού Στρατού έφτασε τον Αύγουστο   του 1922 τα 80700 τετρ. χιλ.

H Διοικούμενη Ζώνη.

Η οργάνωση της πρώτης περιοχής βασίστηκε στη διοικητική υποδιαίρεση του οθωμανικού κράτους δηλ. τους Καζάδες με ελάχιστες παραλλαγές. Ολόκληρη η Ζώνη των Σεβρών είχε διαιρεθεί σε μια Νομαρχία(Μαγνησίας) και σε δέκα υποδιοικήσεις(Οδεμησίου, Θείρων, Βαϊνδηρίου Κασαμπά, Αξαρίου, Περγάμου, Νυμφαίου, Παλ. Φώκαιας, Μαινεμένης και Κυδωνίων). Η περιοχή του πρώην Καζά Σμύρνης με τον τομέα του Αγιασολούκ δεν αποτελούσαν ξεχωριστή υποδιοίκηση αλλά εξαρτήθηκαν απ’ ευθείας από το κέντρο.

Όσον αφορά τη «Στρατιωτικώς Κατεχόμενη Χώρα», σ’ αυτήν είχαν συγκροτηθεί είκοσι αντιπροσωπείες του Υπ. Αρμοστή , οι εξής: Ανωτέρα Αντιπροσωπεία Προύσης και οι αντιπροσωπείες: Μουδανιών, Πανόρμου, Κίου, Μίχαλιτς, Ινεγκιόλ, Μπίγας, Εζινέ, Μπάλιας, Μπαλή-Κεσέρ, Σόμα, Αδραμυττίου, Σαλιχλή, Αλασεχίρ (Φιλαδέλεφειας), Κούλων, Ουσάκ, Σιμάβ, Αφιόν Καραχισάρ, Κιουτάχειας και Εσκί Σεχίρ. Οι αντιπρόσωποι του Ύπατου Αρμοστή ήταν επιφορτισμένοι με την εποπτεία των υπηρεσιών της οθωμανικής διοίκησης, καθώς και με την παρακολούθηση της κανονικής εφαρμογής της οθωμανικής νομοθεσίας (διοικητικής, φορολογικής, δικαστικής κ.α.) Ταυτόχρονα, παρείχαν κάθε δυνατή συνδρομή για την ομαλή λειτουργία των υπηρεσιών αυτών και σαν εκπρόσωποι του Ύπατου Αρμοστή επέβλεπαν την ακριβή εκτέλεση των αποφάσεών του. Εξάλλου, χρησίμευαν και ως μεσάζοντες μεταξύ των τουρκικών αρχών και του ελληνικού στρατού.

Σμύρνη: Αλλαγή φρουράς στην είσοδο της έδρας του Γενικού Στρατηγείου.

Η Εκπαίδευση

Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να γίνει στη μέριμνα της Ελληνικής Διοίκησης για την αναδιοργάνωση της εκπαίδευσης στη Μικρά Ασία. Στην περιοχή υπήρχε ένα πλήθος εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, εξαιτίας της συνύπαρξης διαφορετικών εθνικών και θρησκευτικών ομάδων. Οι ελληνικές αρχές βρήκαν το εκπαιδευτικό σύστημα αποδιοργανωμένο. Τις περισσότερες ελλείψεις είχαν τα χριστιανικά και ειδικότερα τα ελληνικά σχολεία, λόγω των γεγονότων του πολέμου και των διώξεων, που ασκήθηκαν σε βάρος των χριστιανών από τους Νεότουρκους. Η ανάγκη διατήρησης της εθνικής ταυτότητας  μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον, τους είχε αναγκάσει να οργανώσουν αποτελεσματικά την εκπαίδευση, αφού μόνο κατ’ αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να αποφύγουν τη σταδιακή αφομοίωση. Τα σχολεία αυτά χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς ως πρότυπο σε τουρκικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, καθώς ήταν φανερό ότι τα προσόντα ενός Έλληνα ή ενός Αρμένιου μαθητή ήταν, σε γενικές γραμμές, περισσότερα από ενός μουσουλμάνου συνομηλίκου τους. Τα περισσότερα δημοτικά σχολεία ήταν επτατάξια και ονομάζονταν Αστικές Σχολές, ενώ η μέση εκπαίδευση περιοριζόταν σε πεντατάξια σχολεία, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα που είχαν εφαρμοστεί στην Κωνσταντινούπολη. Την εποπτεία των χριστιανικών είχε αναλάβει το Πατριαρχείο μέσω ειδικής παιδαγωγικής επιτροπής. Η Ελληνική Διοίκηση φρόντισε, αμέσως μετά την εγκατάσταση της, για την οργάνωση του Γραφείου Παιδείας, στο οποίο ανήκαν εκτός από το Διευθυντή και του Τμηματάρχες μέσης και δημοτικής εκπαίδευσης και οι Επιθεωρητές, που ήταν υπεύθυνοι όχι μόνο για τα ελληνικά, αλλά και για τα σχολεία των άλλων εθνοτήτων.

Από τις πρώτες φροντίδες της ελληνικής κυβέρνησης ήταν η ίδρυση τριτάξιου διδασκαλείου αρρένων. Σκοπός ήταν η εκπαίδευση ντόπιων δασκάλων, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στο εσωτερικό της Μ. Ασίας. Η ίδρυση κρίθηκε αναγκαία, γιατί το μόνο ανάλογο ίδρυμα στην περιοχή είχε πάψει να λειτουργεί από τα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το διδασκαλείο στεγάστηκε στο ενοριακό παρθεναγωγείο του Αγ. Τρύφωνα και το συντηρούσε με δικές της δαπάνες η Ύπατη Αρμοστεία. Είχε διδακτικό προσωπικό έντεκα καθηγητές, με διευθυντή τον Π. Αντωνόπουλο, που είχε σπουδάσει παιδαγωγικά στην Ευρώπη. Η λειτουργία του ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1919. Σύντομα απέκτησε αξιόλογη βιβλιοθήκη για τις ανάγκες των σπουδαστών. Τον πρώτο χρόνο φοίτησαν σε αυτό 18 σπουδαστές, το δεύτερο 15 και τον τρίτο και τελευταίο χρόνο της λειτουργίας του 59. Εκτός από το διδασκαλείο αρρένων η Ύπατη Αρμοστεία συνειδητοποίησε την ανάγκη ίδρυσης διδασκαλείου νηπιαγωγών για τη σωστή διαπαιδαγώγηση των παιδιών της προσχολικής ηλικίας. Η αύξηση του αριθμού των νηπιαγωγών θα βοηθούσε στην εξάπλωση της ελληνικής γλώσσας σε τουρκόφωνους ελληνικούς  πληθυσμούς, οι οποίοι είχαν εκφράσει κατά το παρελθόν την επιθυμία να μάθουν τα παιδιά τους την εθνική γλώσσα. Το διδασκαλείο στεγάστηκε στο κτίριο του Κεντρικού Παρθεναγωγείου και η Ύπατη Αρμοστεία ανέλαβε τα έξοδα των σπουδαστριών καθώς και τη στέγασή τους, προκειμένου να προσελκύσει υποψήφιες νηπιαγωγούς και  από τουρκόφωνες περιοχές.

Την άνοιξη του 1920 ιδρύθηκε το Αρμοστειακό Γυμνάσιο για να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες της μέσης εκπαίδευσης. Το νέο σχολείο στεγάστηκε στη συνοικία της Ευαγγελίστριας, στη Σμύρνη. Τον πρώτο χρόνο διέθετε τρεις τάξεις, ενώ το δεύτερο και τελευταίο αριθμούσε 230 μαθητές και 9 καθηγητές. Με Βασιλικό Διάταγμα του Απριλίου του 1922, αναγνωρίστηκε ισότιμο με τα υπόλοιπα δημόσια γυμνάσια του ελληνικού κράτους.

Η Ελληνική Διοίκηση  επέφερε σημαντικές αλλαγές και στα εκπαιδευτικά  ιδρύματα που λειτουργούσαν  στη Σμύρνη πριν την εγκατάστασή της εκεί. Τροποποιήθηκαν τα έτη και η φοίτηση των μαθητριών  του  Κεντρικού Παρθεναγωγείου. Ταυτόχρονα, ιδρύθηκε Γυμνάσιο θηλέων για τις απόφοιτες της Αστικής Σχολής του Κεντρικού Παρθεναγωγείου. Στο Γυμνάσιο φοιτούσαν όσες ήθελαν να λάβουν πληρέστερη μόρφωση, αλλά δεν επιθυμούσαν να εργαστούν ως δασκάλες. Ανάλογες παρεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν και  στο σημαντικότερο εκπαιδευτικό ίδρυμα για τους Έλληνες της περιοχής της Σμύρνης, την Ευαγγελική Σχολή που λειτουργούσε στην πόλη της Σμύρνης  ήδη από το 1733. Τον Ιούνιο του 1914, η Σχολή είχε κλείσει εξαιτίας των διωγμών εναντίον του ελληνικού στοιχείου. Ο τότε βαλής (διοικητής) Ραχμή Μπέης έπαψε να αναγνωρίζει τη βρετανική προστασία που μέχρι τότε απολάμβανε το ίδρυμα και απαγόρευσε σε Έλληνες υπηκόους να διδάσκουν σε αυτό. Η Ευαγγελική Σχολή διέθετε Γυμνάσιο, Εμπορικό τμήμα και Διδασκαλείο.  Η οργάνωση και τα μέσα που χρησιμοποιούσε μπορούν να χαρακτηριστούν πρωτοποριακά. Διέθετε δική της βιβλιοθήκη, πειραματικά εργαστήρια, γυμναστήρια και χώρους άθλησης για ομαδικά και ατομικά αθλήματα, μουσικό τμήμα κ.α.

Η Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης.

Μουσουλμανικά σχολεία:  Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης των Σεβρών, το ελληνικό κράτος δεν είχε καμία υποχρέωση σχετικά με  τη λειτουργία των τουρκικών σχολείων. Η συνθήκη καθόριζε ότι δεν έπρεπε να διακοπεί η λειτουργία τους, αλλά θα ήταν αναγκασμένα να εξασφαλίσουν τα ίδια τους πόρους προκειμένου να συντηρηθούν, όπως γινόταν παλιότερα με τα σχολεία των ελληνικών κοινοτήτων. Παρά ταύτα, στη Διεύθυνση Εκπαίδευσης ιδρύθηκε και Τουρκικό Τμήμα, το οποίο κατάρτισε λεπτομερή πίνακα των τουρκικών σχολείων μέσης και δημοτικής εκπαίδευσης, καθώς και των οργανικών τους θέσεων. Πολλά από αυτά δεν διέθεταν πλήρες προσωπικό, εξαιτίας παραιτήσεων για οικονομικούς, κυρίως, λόγους. Η Ελληνική Διοίκηση, προκειμένου να ανακόψει τη διάλυση της τουρκικής εκπαίδευσης, διόρισε κατ’ αρχήν επιθεωρητή του αντίστοιχου τμήματος τον Οθωμανό Μιδχάτ Εφέντη, ο οποίος συνέταξε πολλές εκθέσεις για την κατάσταση των μουσουλμανικών εκπαιδευτηρίων στην περιοχή. Οι εκθέσεις αυτές υποβλήθηκαν στον Ύπατο Αρμοστή μαζί με προτάσεις για τη βελτίωση της κατάστασης. Τα προτεινόμενα μέτρα έγιναν αμέσως αποδεκτά και άρχισε ο διορισμός δασκάλων με αύξηση των αποδοχών τους κατά 20-30%. Το ενδιαφέρον των ελληνικών αρχών αποδεικνύουν οι συχνές επισκέψεις του επικεφαλής της Διεύθυνσης Εκπαίδευσης σε τουρκικά σχολεία της Σμύρνης και των γύρω περιοχών. Μέχρι το 1922 μόνο, στην περιοχή της Σμύρνης λειτουργούσαν 14 σχολεία αρρένων με 145 δασκάλους και 2727 μαθητές, 16 παρθεναγωγεία με 153 δασκάλες και 2372 μαθήτριες καθώς και 3 ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Παράλληλα υπήρχε το λεγόμενο «Πολυτεχνείο» όπου οικότροφοι του ορφανοτροφείου διδάσκονταν ξυλουργική, ταπητουργία, εριουργία, βιβλιοδετική, ραπτική και μουσική.

Ιωνικό Πανεπιστήμιο: Από τις πρώτες μέριμνες του Ελ. Βενιζέλου και του Αρ. Στεργιάδη ήταν η ίδρυση πανεπιστημίου στη Σμύρνη. Το ίδρυμα θα εξυπηρετούσε τις κυριότερες ανάγκες της Δυτικής Μ. Ασίας σε επιστημονικό προσωπικό, για τη στελέχωση των  διάφορων τομέων της διοίκησης και της οικονομίας. Για την οργάνωσή του μετακλήθηκε, τον Απρίλιο του 1920, από το Βερολίνο, ο καθηγητής του εκεί πανεπιστημίου Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή. Το 1904, ο Καραθεοδωρή είχε αναγορευτεί διδάκτορας στο πανεπιστήμιο του Göttingen  και διετέλεσε καθηγητής μαθηματικών στα πολυτεχνεία του Αννόβερου και του Μπρεσλάου, ενώ παράλληλα εκλέχτηκε μέλος των μεγαλύτερων Ακαδημιών της Ευρώπης. Σε έναν άνθρωπο, λοιπόν, με διεθνές κύρος, ανατέθηκε η οργάνωση του Ιωνικού Πανεπιστημίου. Ο Καραθεοδωρή είχε συντάξει ήδη τότε, έπειτα από υπόδειξη του Ελ. Βενιζέλου, το σχέδιο λειτουργίας του νέου ιδρύματος κατά το πρότυπο των αγγλοσαξωνικών πανεπιστημίων, που συνδύαζαν τις θετικές με τις θεωρητικές επιστήμες. Για να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά τα προβλήματα που θα προέκυπταν, η Διεύθυνση Εκπαίδευσης της Ύπατης Αρμοστείας Σμύρνης σύστησε το Γραφείο Οργανώσεως Πανεπιστημίου, οι αρμοδιότητες του οποίου εκτείνονταν στη διαμόρφωση του νομικού πλαισίου και του κανονισμού λειτουργίας του νεοσυσταθέντος ιδρύματος. Η Ύπατη Αρμοστεία ανέλαβε, επίσης, να το χρηματοδοτήσει και να εξασφαλίσει τη στέγασή του. Το κτίριο που επιλέχθηκε, βρισκόταν στο λόφο Μπαχρή Μπαμπά και ήταν ημιτελές όταν εγκαταστάθηκαν οι ελληνικές αρχές στη Σμύρνη. Μετά την αποπεράτωσή του, περιλάμβανε 70 αίθουσες και αμφιθέατρο 320 θέσεων. Το οικόπεδο του πανεπιστημίου ήταν παλιότερα ισραηλιτικό νεκροταφείο, όπου μετά το 1878, η οθωμανική κυβέρνηση είχε εγκαταστήσει σε πρόχειρες παράγκες Τούρκους πρόσφυγες κυρίως από τη Βουλγαρία. Τελικά, έπειτα από διαβήματα της εβραϊκής κοινότητας, ο χώρος καθαρίστηκε και τους αποδόθηκε ξανά με τη συμφωνία να μην μη γίνονται πλέον νέες  ταφές και να πληρώνουν ετήσιο ενοίκιο. Επειδή το ενοίκιο δεν καταβλήθηκε ποτέ, το 1914 άρχισε με απόφαση του Βαλή να χτίζεται δημόσια βιβλιοθήκη και ανώτερη Τουρκική Σχολή. Η ισραηλιτική κοινότητα ανακίνησε το θέμα μετά το Νοέμβριο του 1918, αλλά τόσο το Νομαρχιακό Συμβούλιο της Σμύρνης όσο και η Ύπατη Αρμοστεία, αργότερα, απέρριψαν τις αξιώσεις της, αφού το οικόπεδο ανήκε στο οθωμανικό δημόσιο. Οι ελληνικές αρχές πρόσθεσαν και άλλα κτίρια στον περίβολο για τον Πρύτανη και τους καθηγητές του Πανεπιστημίου, του οποίου η ολοκλήρωση κόστισε 110000 τουρκικές λίρες.

Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή (1873-1950).

Από την αρχή τέθηκαν οι στόχοι που έπρεπε να επιτελέσει το νέο ίδρυμα: α) προαγωγή της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, β) βελτίωση των έργων υποδομής, γ) καταπολέμηση των λοιμωδών ασθενειών και δ) δημιουργία αξιόλογου διοικητικού προσωπικού. Για τους λόγους αυτούς περιλάμβανε τις εξής σχολές:

  1. Σχολή Φυσικών και Τεχνικών Επιστημών, από την οποία αρχικά θα αποφοιτούσαν πολιτικοί μηχανικοί και χημικοί, ενώ αργότερα θα αποκτούσε τμήματα μηχανολόγων, ηλεκτρολόγων, γεωλόγων, φυσικών κλπ, απαραίτητα για τη ζωολογική φυτολογική και γεωλογική μελέτη της περιοχής, καθώς και για τη δημιουργία τεχνικών υποδομών.
  2. Γεωπονική Σχολή, με γνώσεις θεωρητικές και πρακτικές, ενώ ταυτόχρονα θα παραδίδονταν μαθήματα σε καλλιεργητές. Οι απόφοιτοι θα υποδείκνυαν στους γεωργούς τρόπους για την αύξηση της παραγωγής τους στηριζόμενοι σε εργαστηριακές μελέτες και πρότυπες καλλιέργειες στο πειραματικό αγρόκτημα του πανεπιστημίου στο Τεπέκιοϊ. Εκτός από την καταπολέμηση των ασθενειών των φυτών, τη σχολή θα την απασχολούσαν και όλα τα ζητήματα που σχετίζονταν με την κτηνοτροφία.
  3. Σχολή Ανατολικών Γλωσσών, που θα προετοίμαζε δασκάλους των ανώτερων εκπαιδευτηρίων με έμφαση στην κατανόηση της ιστορίας και της φιλολογίας των ανατολικών πολιτισμών. Ιδιαίτερη έμφαση θα δινόταν στην ελληνική, την τουρκική, την αραβική, την περσική, την αρμενική και την εβραϊκή γλώσσα αφού ο πληθυσμός της περιοχής απαρτιζόταν από αυτές, κυρίως, τις εθνότητες. Εξάλλου, προβλεπόταν η δημιουργία φροντιστηρίων πρακτικής διδασκαλίας για την εκμάθηση των συγκεκριμένων γλωσσών.
  4. Σχολή Δημοσίων Υπαλλήλων, για τη στελέχωση της ανώτερης, κυρίως, διοικητικής ιεραρχίας. Με την πάροδο του χρόνου θα μπορούσε να επεκτείνει τις δραστηριότητές της στον τομέα των κοινωνικών και οικονομικών επιστημών
  5. Προκαταρκτικό Τμήμα, για την προετοιμασία φοιτητών, που δε διέθεταν τις απαιτούμενες ικανότητες προκειμένου να παρακολουθήσουν τα μαθήματα του πανεπιστημίου.
  6. Ινστιτούτο Υγιεινής, το οποίο θα διενεργούσε βακτηριολογικές, ουρολογικές, υγιειονολογικές και βιοχημικές εξετάσεις για τη στήριξη ιατρικών διαγνώσεων. Ακόμη θα παρασκεύαζε ορούς, εμβόλια, αντιτοξίνες και αντιγόνα. Υπηρεσία του Ινστιτούτου θα οργάνωνε τη συστηματική καταπολέμηση των λοιμωδών νοσημάτων και θα χρησίμευε σαν κέντρο ενημέρωσης σε γιατρούς που προορίζονταν να αναλάβουν την προστασία της δημόσιας υγείας. Ειδικά μαθήματα θα προσφέρονταν επίσης σε νοσοκόμους και μαίες.
  7. Εμπορική Σχολή, με τμήματα μέσου και ανωτέρου επιπέδου για όσους επιθυμούσαν να ασχοληθούν με το εμπόριο.
  8. Σχολείο Χωροσταθμών και Εργοδηγών, για την επίβλεψη των εργασιών κατασκευής τεχνικών έργων.
  9. Ανώτερο Μουσουλμανικό Ιεροδικείο, με σκοπό την επιμόρφωση Μουφτήδων και Ιεροδικαστών.
  10. Πρότυπο Αγρόκτημα στο Τεπέκιοϊ, για την εξοικείωση των αγροτών με τον τρόπο λειτουργίας και επισκευής γεωργικών μηχανημάτων.

Το πανεπιστήμιο θα διέθετε πλούσια βιβλιοθήκη, την οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιεί εκτός από το προσωπικό και τους φοιτητές, οποιοσδήποτε άλλος το επιθυμούσε. Επιθυμία του Κ. Καραθεοδωρή ήταν να δημιουργήσει στη Σμύρνη μια βιβλιοθήκη χωρίς προηγούμενο στη Μ. Ασία. Ενθουσιώδης θιασώτης της ιδέας αυτής ήταν και Ύπατος Αρμοστής που προχώρησε στην έκδοση επιταγής  2000000 μάρκων για την προμήθεια βιβλίων και εργαστηριακού υλικού από τη Γερμανία. Γερμανική ήταν επίσης και η επίπλωση του πανεπιστημίου. Η βιβλιοθήκη εμπλουτίστηκε με σπάνια χειρόγραφα σχετικά με την ιστορία και τον πολιτισμό της Μ. Ασίας.

Την έδρα της Φυσικής ανέλαβε με πρόταση του Καραθεοδωρή, ο Φρίξος Θεοδωρίδης, διπλωματούχος του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης. Στην έδρα της Χημείας τοποθετήθηκε ο Π. Κυρόπουλος, που διέθετε και γνώσεις μεταλλειολογίας. Τη Γεωπονική Σχολή η Ύπατη Αρμοστεία εμπιστεύθηκε στον Θ. Κασίσογλου, απόφοιτο της βελγικής σχολής του Gembloux. Στον τομέα Μηχανολογίας διορίστηκε ο E. Paschevitz, ειδικευμένος στο χειρισμό ευαίσθητων μηχανών υψηλής για την εποχή τεχνολογίας. Κάθε μέλος του ανώτερου διδακτικού προσωπικού είχε μηνιαίες αποδοχές 3000 δρχ. Η Διεύθυνση Εκπαίδευσης φρόντισε για τη στελέχωση του πανεπιστημίου με διοικητικούς υπαλλήλους, μεταξύ των οποίων υπήρχαν δακτυλογράφοι, ακόλουθοι, σχεδιαστές, καθώς και ο γραμματέας του ιδρύματος Ν. Κρητικός, που αποσπάστηκε από τη Στρατιά Μ. Ασίας.

Δυστυχώς, το Ιωνικό Πανεπιστήμιο, το «Φως εξ Ανατολών» όπως συνήθιζε να το χαρακτηρίζει ο Καραθεοδωρή, δεν άνοιξε ποτέ τις πύλες του στο λαό της Μ. Ασίας. Τα εγκαίνια είχαν προγραμματιστεί για τις 10 Οκτωβρίου 1922. Το μόνο που διασώθηκε ήταν ένα μέρος από τον εξοπλισμό, που φορτώθηκε εσπευσμένα χάρις στις προσπάθειες του Καραθεοδωρή στο τελευταίο ελληνικό πλοίο που απέπλευσε από τη Σμύρνη.

Δοξολογία στον Ιερό Ναό της Αγίας Φωτεινής.

Η ίδρυση του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στη Σμύρνη

Από τα ελληνικά σχέδια για μόνιμη εγκατάσταση στην Ανατολή δε θα μπορούσε να απουσιάζει και μια δυναμική οικονομική πολιτική. Ανάλογες επισημάνσεις είχαν γίνει πολύ πριν την παρουσία επίσημων πολιτικών αρχών στην Ιωνία. Ο έλεγχος του τραπεζικού συστήματος καθώς και η καθιέρωση της δραχμής ως βασικού μέσου συναλλαγών, αποτελούσαν τη δεύτερη, εξίσου σημαντική με τη στρατιωτική επέκταση, συνιστώσα για την αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του Σουλτάνου. Ήδη, τον Απρίλιο του 1919 άρχισε να σχεδιάζεται η ίδρυση τραπεζικών υποκαταστημάτων, προκειμένου να εφαρμοστεί η σχεδιαζόμενη οικονομική και νομισματική πολιτική.

Μετά την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, η Εθνική Τράπεζα, ακολουθώντας την παράδοση συμπόρευσης με την κρατική πολιτική, έστειλε εκεί τον γενικό επιθεωρητή Αλ. Κορυζή για να εξετάσει το θέμα. Η έκθεση, που ο τελευταίος συνέταξε μετά την επιστροφή του στην Αθήνα έπεισε τη διοίκηση της τράπεζας να λάβει θετικές αποφάσεις. Τα ελληνικά κεφάλαια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας παρέμεναν ανενεργά, ενώ παράλληλα παρουσιάζονταν καθημερινά και νέες ανάγκες στην περιοχή, τις οποίες θα μπορούσαν να καλύψουν. Η Δυτική Μ. Ασία αποτελούσε δυναμική πρόκληση για γόνιμες και υγιείς επενδύσεις. Ο Αρ. Στεργιάδης υποστήριξε με ενθουσιασμό την ιδέα και όταν αυτή πραγματοποιήθηκε, φρόντισε για τη στελέχωση του υποκαταστήματος της ΕΤΕ στη Σμύρνη με ειδικευμένο προσωπικό. Επικεφαλής τοποθετήθηκε ο Αλ. Κορυζής, ο οποίος ανέλαβε και οικονομικός σύμβουλος της Ύπατης Αρμοστείας. Το κύρος του ήταν τέτοιο, ώστε γρήγορα περιβλήθηκε με την εμπιστοσύνη των ξένων οικονομικών οργανισμών. Ανάμεσα στις πρωτοβουλίες του εξέχουσα θέση κατέλαβε η έγκριση δανείου είκοσι εκατομμυρίων δραχμών για την αποκατάσταση των παλιννοστούντων προσφύγων. Η παρουσία της ΕΤΕ στη Μ. Ασία  απάλλαξε τις ελληνικές αρχές από την ενασχόλησή τους με ζητήματα άσχετα του έργου τους. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η διατίμηση της δραχμής και των άλλων νομισμάτων, που κυκλοφορούσαν στις αγορές της Δυτικής Μ. Ασίας, είχε γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης τόσο από τις Ευρωπαϊκές τράπεζες, όσο και από διάφορους κερδοσκόπους. Οι παρεμβάσεις του Ύπατου Αρμοστή δεν είχαν σταθεί ικανές να συγκρατήσουν αδικαιολόγητες αυξήσεις σε τιμές βασικών αγαθών.

Το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη Σμύρνη.

Το μόνιμο νομισματικό πρόβλημα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει η ΕΤΕ στη Σμύρνη, ήταν η συνέχιση της κυκλοφορίας του τουρκικού νομίσματος κατά τη μεταβατική περίοδο της πενταετίας, έως το δημοψήφισμα, το οποίο θα καθόριζε το οριστικό καθεστώς της περιοχής. Μολονότι οι Βρετανοί στην Παλαιστίνη και τη Μεσοποταμία απαγόρευαν την κυκλοφορία της τουρκικής λίρας, η συνθήκη με την Οθωμανική Αυτοκρατορία εξασφάλιζε τη διατήρηση του νομισματικού συστήματός της στην ελληνική ζώνη. Η σχετική διάταξη δεν αμφισβητούσε μόνο τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, αλλά δημιουργούσε και πρόσθετα προβλήματα, αφού η χάρτινη τουρκική λίρα είχε υποτιμηθεί άπειρες φορές μετά τον πόλεμο και δε γινόταν εύκολα δεκτή στις συναλλαγές. Η δραχμή εξακολουθούσε να εκλαμβάνεται σαν ξένο νόμισμα και κατά συνέπεια η Σμύρνη και η περιοχή της να εξαρτώνται οικονομικά από την Τουρκία. Η ΕΤΕ αντέδρασε, καθιερώνοντας τη δραχμή ως βασικό νόμισμα πληρωμών. Με τον τρόπο αυτό, ενίσχυε το γόητρο της ελληνικής διοίκησης και διευκόλυνε την ιδιοποίηση των συναλλαγματικών αποθεμάτων της περιοχής από την Ελλάδα.

Το Μάιο του 1920 ο Αλ. Κορυζής ανακλήθηκε στην Αθήνα για να αναλάβει τη Διεύθυνση Επιθεωρήσεων. Στη Σμύρνη τον αντικατέστησε μέχρι το καλοκαίρι του 1922, ο στενός του συνεργάτης Σπ. Αναστασόπουλος. Έξι περίπου μήνες μετά την αποχώρηση του Κορυζή άρχισε, ταυτόχρονα με την εκλογική ήττα του Βενιζέλου, η ραγδαία διολίσθηση της αξίας της δραχμής. Η τιμή της στερλίνας από 37 δρχ. το Νοέμβριο του 1920 έφτασε τις 410 δρχ. το Σεπτέμβριο του 1922. Παρόλα αυτά, το υποκατάστημα της ΕΤΕ στη Σμύρνη αντιμετώπισε με επιτυχία τους κλυδωνισμούς που προκάλεσαν οι οικονομικές και πολιτικές αντιξοότητες. Το πιο σημαντικό είναι ότι εργάστηκε χωρίς να απασχολήσει κεφάλαια από το κέντρο. Στηρίχθηκε αποκλειστικά στις καταθέσεις της σμυρναϊκής πελατείας και κατά το διάστημα 1919-1922 είχε καθαρά κέρδη 7515422,50 δρχ. Οι δραστηριότητές του επεκτάθηκαν με την ίδρυση παραρτημάτων και σε άλλες πόλεις, όπως το Αϊδίνιο, τη Μαγνησία, το Οδεμήσιο, την Πέργαμο, τις Κυδωνιές και το Τσεσμέ.

Ο οικονομικός απολογισμός των δραστηριοτήτων της Ύπατης Αρμοστείας και της Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης αποδεικνύει ότι έγινε το καλύτερο δυνατό από πολιτικής και ανθρωπιστικής πλευράς για την εδραίωση των ελληνικών συμφερόντων στην Ανατολία. Συγκεκριμένα, τα δαπανηθέντα ποσά μέχρι την 1η Αυγούστου του 1922 ανέρχονταν σε  1736000 δραχμές. Οι μεγαλύτερες δαπάνες έγιναν για την ανοικοδόμηση κατεστραμμένων πόλεων (όπως για παράδειγμα του Αϊδινίου), την εγκατάσταση των παλιννοστούντων προσφύγων που είχαν απομακρυνθεί από τις εστίες τους με τον πρώτο διωγμό του 1914, καθώς και για τις αποζημιώσεις για τις πρώτες μέρες της ελληνικής απόβασης στη Σμύρνη, οπότε και σημειώθηκαν επεισόδια ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους στρατιώτες. Οι εισπράξεις της διετίας 1920 – 1922 κάλυψαν τις λειτουργικές δαπάνες της τοπικής διοίκησης και επέτρεψαν την αποπεράτωση μεγάλων έργων, όπως για παράδειγμα το κτίριο του Ιωνικού Πανεπιστημίου, τη βελτίωση του συγκοινωνιακού και τηλεπικοινωνιακού δικτύου κ.α. Ακόμα και το ελληνικό κράτος,  εξαντλημένο από την πολύχρονη πολεμική  προσπάθεια, βρήκε μοναδικό επίκουρο την Ελληνική Διοίκηση Σμύρνης η οποία εκτός από μετρητά, είχε κατορθώσει να εξασφαλίσει και τρόφιμα για τον ελληνικό στρατό. Εξάλλου, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, χάρις στα περισσεύματα των ταμείων από τη Σμύρνη έγινε δυνατή η αντιμετώπιση των πρώτων ασφυκτικών αναγκών που είχαν προκύψει.

Σμύρνη: Πανοραμική άποψη της προκυμαίας

Έχει κατά καιρούς ειπωθεί ότι μόνο το έργο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού είναι αρκετό για να καταξιώσει την ελληνική παρουσία στη Μ. Ασία στις αρχές του 20ου αιώνα. Ωστόσο, αν θελήσει κανείς να προχωρήσει σε μια συνολική αποτίμηση, δεν θα μπορούσε να παραβλέψει την προσπάθεια που καταβλήθηκε για την οργάνωση της τοπικής οικονομίας σε ευρωπαϊκά πρότυπα. Για την Ελλάδα, η Μικρά Ασία δεν ήταν ο χώρος όπου θα έβρισκε εφαρμογή η αποικιακή πολιτική που είχαν κατά νου οι Βρετανοί, οι Γάλλοι και οι Ιταλοί όταν πατούσαν  το πόδι τους στην Ανατολία, έχοντας από πριν καθορίσει ποιο τμήμα της θα κρατούσε ο καθένας για τον εαυτό του. Οι μακραίωνοι δεσμοί ανάμεσα στη γη της Ιωνίας και το ελληνικό έθνος, επέβαλαν στην Ελλάδα να παρέμβει εποικοδομητικά και όχι να συντελέσει στην απομύζησή της. Η Μικρά Ασία ήταν σίγουρα μια περιοχή με μεγάλες δυνατότητες αξιοποίησης. Η Ελλάδα κατανόησε ότι έπρεπε να δείξει τον καλύτερο εαυτό της εάν ήθελε να ελπίζει στη διαρκή παρουσία της στην ασιατική ήπειρο. Αυτός ήταν ο κύριος λόγος, που ώθησε την Ύπατη Αρμοστεία σε δραστηριότητες καθόλα αξιέπαινες, αλλά που φαντάζουν εξωπραγματικές όταν, λίγο πιο πέρα, μαινόταν αδυσώπητος ο πόλεμος. Ίσως πίστευε πως με ανάλογες ενέργειες θα συγκινούσε τους μεγάλους συμμάχους της για να τη συνδράμουν έστω και την έσχατη στιγμή. Πολλά πάντως από όσα έγιναν οφείλονται στο ζήλο των Ελλήνων που βρέθηκαν τότε εκεί. Γαλουχημένη με το όραμα  της Μεγάλης Ιδέας η γενιά εκείνη πίστεψε ότι της έλαχε να πραγματώσει τους προαιώνιους πόθους του Έθνους.

Από την άλλη, όμως, πλευρά, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν υπήρξαν και αρνητικά σημεία στο έργο των ελληνικών υπηρεσιών. Η εξιδανικευμένη εικόνα που απορρέει από τα έγγραφα της εποχής ή ακόμα και τα σύγχρονα και μεταγενέστερα συγγράμματα, δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται εξ’ ολοκλήρου στην πραγματικότητα. Η μικρασιατική εκστρατεία συνιστά ιδιάζουσα περίπτωση στην ιστορική έρευνα. Το δραματικό τέλος των «Χαμένων Πατρίδων» κάλυψε τα πραγματικά γεγονότα με πέπλο βαθιάς συναισθηματικής φόρτισης, που καθυστέρησε σημαντικά τη διαδικασία αποστασιοποίησης,  η οποία κρίνεται απαραίτητη για μια περισσότερο αντικειμενική παρουσίαση.

Στο σημερινό ερευνητή, οι αδυναμίες της Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης φτάνουν μέσω ενδείξεων. Θα ήταν εξαιρετικά επισφαλές να εκτεθούν αβίαστα, δίχως να εκφραστεί η παραμικρή αμφιβολία σχετικά με το κατά πόσο αποτέλεσαν ή όχι πραγματικές καταστάσεις. Επιπλέον, μια άλλη παράμετρος που εμποδίζει την κριτική θεώρηση να αποδώσει, είναι η έλλειψη διάρκειας. Τα τρεισήμισι,  περίπου, χρόνια της επίσημης ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια, προκειμένου να ανιχνευθούν οι κατευθυντήριες γραμμές, τις οποίες είχε δώσει η κεντρική εξουσία για το μέλλον τη περιοχής. Για παράδειγμα, ένα ερώτημα, που εύλογα προκύπτει, σχετίζεται με τους μουσουλμάνους της ελληνικής ζώνης. Θα εξακολουθούσαν  να απολαμβάνουν μαζί με τους υπόλοιπους συμπολίτες τους ίση μεταχείριση «ανεξαρτήτως φυλής και θρησκεύματος», όπως φρόντιζαν να διαδίδουν σε κάθε τους βήμα οι Έλληνες αξιωματούχοι, ή ακολουθώντας τη μοίρα όλων, σχεδόν, των μειονοτήτων, θα παρέμεναν παραγκωνισμένοι μέχρι να πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς;

Με το πέρασμα των αιώνων, η Ανατολία είχε μεταβληθεί σε πεδίο αναμέτρησης ποικίλων εθνικών και πολιτιστικών συνόλων. Το κυρίαρχο έθνος αργά ή γρήγορα θα αντιμετώπιζε την έχθρα των υπόλοιπων, στην προσπάθειά του να υποβαθμίσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, με σκοπό την πλήρη αφομοίωση. Η μικρασιατική εκστρατεία, με την ατυχή για την Ελλάδα έκβαση, επίσπευσε απλά τη διαδικασία εκδίωξης των ετερογενών στοιχείων από το νέο εθνικό τουρκικό κράτος. Περιθώρια για συνύπαρξη ανάμεσα στους Χριστιανούς και τους Μουσουλμάνους δεν υπήρχαν, αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος της εθνικιστικής φόρτισης που χαρακτηρίζει τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Έλληνες και Τούρκοι έπρεπε, σε όσο το δυνατό μεγαλύτερο ποσοστό, να διαχωριστούν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να πάψουν να υπάρχουν σημεία τριβής για τις δύο χώρες, που αναζητούσαν το δρόμο της ανάπτυξης ύστερα από αλλεπάλληλες πολεμικές αναμετρήσεις.

Ο Γιώργος Αν. Θεοδώρου είναι Φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση
και κάτοχος τίτλου Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ.
Η διπλωματική του εργασία (1991) έφερε τον τίτλο: Η άλλη όψη της Μικρασιατικής εκστρατείας. Η οργάνωση και το έργο της Ύπατης Αρμοστείας και της Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης (1919-1922)

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βακάς Δ., Η Μεγάλη Ελλάς, ο Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος πολεμικός ηγέτης, Αθήνα 1964

Βερέμης Θ. – Κωστής Κ., Η  Εθνική Τράπεζα στη Μικρά Ασία 1919-1922, Αθήνα 1984

Horton G. , The Blight of Asia, Brooklyn N.Y., 1926

Νοταράς Μ, Εις την Ιωνίαν, Αιολίαν και Λυδίαν πριν 50 χρόνια, Αθήναι 1972

Smith M. L. , Ionian Vision: Greece in Asia Minor, 1919-1922, Λονδίνο 1973

 

ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟ: «Η Γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και οι συνέπειές της (1908-1923)». Θεσσαλονίκη 10-12 Μαΐου 2019

ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

«Η Γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και οι συνέπειές της (1908-1923)».

Θεσσαλονίκη 10-12 Μαΐου 2019

Αίθουσα Τελετών Παλαιού Κτηρίου Φιλοσοφικής Σχολής

«Αλέξανδρος Παπαναστασίου»

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

 

Περίληψη

Η επανάσταση των Νεοτούρκων τον Ιούλιο του 1908, που ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη, υπήρξε το επιστέγασμα τριών κυρίων τάσεων με τις οποίες ήρθε αντιμέτωπη η Οθωμανική Αυτοκρατορία την αυγή του 20ού αιώνα. Από τη μία πλευρά, η προσπάθεια εκσυγχρονισμού και από την άλλη οι βαλκανικοί εθνικισμοί και η πίεση που ασκούσαν οι Μεγάλες Δυνάμεις. Η μεγάλη απώλεια εδαφών, η διεκδίκηση αυτονομίας των Αρμενίων και το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου δημιούργησαν ασφυκτικές πιέσεις στους Νεότουρκους, που είχαν καταλάβει την εξουσία από το 1913, ριζοσπαστικοποιώντας την εθνικιστική ιδεολογία που είχε ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Προσηλωμένο στο στόχο της εθνικής και θρησκευτικής ομογενοποίησης της Ανατολίας παρέμεινε και το Κεμαλικό Κίνημα.

Μέσα σε αυτές τις ραγδαία μεταβαλλόμενες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες οι εθνοθρησκευτικές κοινότητες της Αυτοκρατορίας βρέθηκαν σε ένα μεταίχμιο και ανάμεσα σε μια διαδικασία μετασχηματισμού της πολυεθνικής Αυτοκρατορίας σε τουρκικό έθνος-κράτος. Υπό αυτές τις συνθήκες, το ελληνορθόδοξο, το αρμένικο και το ασσυριακό στοιχείο στοχοποιήθηκαν και τελικώς εκδιώχθηκαν και εξοντώθηκαν.

Το παρόν Διεθνές Συνέδριο στοχεύει στο να αναλύσει και να πραγματευθεί/συζητήσει τις διάφορες μαζικές θηριωδίες (γενοκτονίες, εθνοκαθάρσεις, σφαγές) και τους εξαναγκαστικούς εκτοπισμούς, εστιάζοντας κυρίως στη Γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1908-1923).

 

Επίσημη Έναρξη 

Παρασκευή 10 Μαΐου 

ώρα 18:00  

Δείτε περισσότερα εδώ : http://ottomangenocides.com/

 

Πασχαλινό Αφιέρωμα: Έξι πόλεις-Έξι Έργα

Έξι πόλεις – Έξι έργα

 

“Άραγε, Γλαύκων, γι’ αυτό η αγωγή με τη μουσική και την ποίηση είναι η πιο σημαντική, επειδή ο ρυθμός και η μελωδία εισχωρούν στα τρίσβαθα της ψυχής κι αδράχνοντάς την με δύναμη μεγάλη, φέρνουν μέσα της ευπρέπεια και της δίνουν ομορφιά […]” (Πλάτων, Πολιτεία, 401d-e). Σύμφωνα, πάντοτε, με τον Πλάτωνα, η μουσική είναι εκείνη που δίνει ψυχή στο σύμπαν, φτερά στο νου, πέταγμα στη φαντασία, χαρά και γοητεία στην ίδια τη ζωή. Είναι η πιο πλήρης μορφή Τέχνης; Ο χώρος, εδώ, δεν είναι κατάλληλος για προβληματισμούς αυτού του είδους. Σίγουρα, όμως, η μουσική προσφέρει έναν μοναδικό τρόπο πρόσληψης, έκφρασης και εξωτερίκευσης του εσωτερικού μας κόσμου. Πόσες φορές, κοιτάζοντας ένα ζωγραφικό πίνακα, ένα γλυπτό, μια φωτογραφία, διαβάζοντας ένα ποίημα ή ένα διήγημα, παρακολουθώντας μια θεατρική παράσταση ή μια κινηματογραφική ταινία συγκινηθήκατε μέχρι δακρύων, αισθανθήκατε να σας πλημμυρίζει μια  χαρά και μια πληρότητα; Και άλλες πόσες και σε ποιο βαθμό συνέβη κάτι αντίστοιχο με αφορμή την ακρόαση μιας μουσική σύνθεσης;

Στο παρόν αφιέρωμα έχουν επιλεγεί έξι πόλεις, οι οποίες λειτούργησαν ως πηγή έμπνευσης για τη σύνθεση ισάριθμων μουσικών έργων. Ορισμένα από αυτά είναι ευρύτερα γνωστά και άλλα όχι. Οι διαφορές ύφους και τεχνοτροπίας μεταξύ τους είναι εμφανείς. Συνάμα, όμως, αποκαλύπτουν πως η παλέτα ενός μουσικοσυνθέτη δεν υστερεί σε ευρηματικότητα και ποικιλία σε συνάρτηση με εκείνη ενός ζωγράφου, η σύλληψη και ο λυρισμός του είναι εφάμιλα με ενός λογοτέχνη ή ενός ποιητή, η αποτύπωση του στιγμιαίου ανάλογη με ενός φωτογράφου ή ενός σκηνοθέτη.

‘Οσοι έχετε επισκεφθεί κάποια από αυτές τις πόλεις ανακαλέστε τις αναμνήσεις σας. Όσοι όχι, επιστρατεύστε τη φαντασία σας. Όλοι σας, αγνοείστε για λίγο τα προβλήματα της καθημερινότητας, περιηγηθείτε σε μια διαδρομή, όπου το παρόν διαπλέκεται με το παρελθόν και η φαντασία με την πραγματικότητα, τέλος, βυθιστείτε σε ένα μαγευτικό πάντρεμα εικόνας και ήχου και απολαύστε το. Δεν θα χάσετε!

 Αθήνα

Ludwig van Beethoven: Die Ruinen von Athen, op.113

Ludwig van Beethoven (1770-1827).

 Τα Ερείπια των Αθηνών γράφηκαν το 1811 ως μουσική επένδυση του ομώνυμου θεατρικού έργου του August von Kotzebue, το οποίο ανέβηκε το επόμενο έτος με αφορμή τα εγκαίνια του θεάτρου της Πέστης. Η πλοκή διαδραματίζεται κατά την προεπαναστατική εποχή στην σκλαβωμένη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία Ελλάδα. Η θεά Αθηνά, κόρη του παντοδύναμου Δία, ξυπνάει μετά από αιώνια λήθη, και αντιλαμβάνεται ότι η άλλοτε λαμπρή πατρίδα της έχει ερειπωθεί από βάρβαρα χέρια. Αφουγκράζεται τον πικραμένο λόγο ενός Ελληνόπουλου και μιας Ελληνοπούλας, που, χωρίς αιτία, υπομένουν το ζυγό της σκλαβιάς. Η Αθηνά παροτρύνει τους Έλληνες να εξεγερθούν για την λευτεριά. Συνοδευόμενη από τον Ερμή, απευθύνει αίτημα βοήθειας στον Αυτοκράτορα της Αυστροουγγαρίας, ενώ οι μούσες Θάλεια και Μελπομένη τους υποστηρίζουν. Ο Δίας εμφανίζεται και αποθέτει την προτομή του αυτοκράτορα  Φραγκίσκου, ενώ η Αθηνά της φοράει δάφνινο στεφάνι. Το πνεύμα του Ρομαντισμού στο απόγειό του! Το έργο αποτελείται από έντεκα μέρη. Γνωστότερα είναι η Εισαγωγή, το Ντουέτο ανάμεσα στα δυο Ελληνόπουλα, η Χορωδία των Δερβίσηδων και το Τουρκικό Εμβατήριο (Marcia alla turca). To 1924, τα Ερείπια των Αθηνών υπήρξαν αντικείμενο αναπροσαρμογής από τον συνθέτη Richard Strauss και τον συγγραφέα, ποιητή και λιμπρετίστα Hugo von Hofmannsthal.

 

 Die Ruinen von Athen, op.113

 

Πράγα

Wolfgang Amadeus Mozart: Sinfonie in D-Dur KV 504 “Prager”

W.A.Mozart (1756-1791).

Ανάλογου βεληνεκούς με τις τρεις τελευταίες συμφωνίες που ακολουθούν (αρ. 39, 40 και 41), η Συμφωνία της Πράγας δεν γράφηκε έχοντας ως πηγή έμπνευσης την πρωτεύουσα της Βοημίας, την ωραιότερη, ίσως, πόλη μπαρόκ του κόσμου. Το 1786 μάλιστα, έτος σύνθεσης του έργου, ο Mozart είχε κατά νου είτε να μεταβεί στο Λονδίνο για την πρώτη εκτέλεση, είτε να διευθύνει το έργο στη Βιέννη. Ο απόηχος της επιτυχίας, την οποία γνώρισαν στην Πράγα οι παραστάσεις της όπερας Le Nozze di Figaro, τον έκαναν να αλλάξει γνώμη και να δοκιμάσει την τύχη του εκεί όπου ήταν ήδη δημοφιλής. Οι δυο συναυλίες, τις οποίες έδωσε στην Πράγα τον Ιανουάριο του 1787, υπήρξαν, ίσως, ο μεγαλύτερος θρίαμβος της σταδιοδρομίας του, καθώς  η συμφωνία αγκαλιάστηκε αμέσως από το κοινό με ενθουσιασμό. Την επιτυχία αυτή ακολούθησε μια νέα παραγγελία: η όπερα Don Giovanni, η οποία είδε εκεί το φως της ημέρας τον Οκτώβριο του ιδίου έτους (το 1796 ακολούθησε και η πρώτη εκτέλεση της τελευταίας όπερας La clemenza di Tito προς τιμή του αυτοκράτορα Λεοπόλδου Β΄, ο οποίος στέφτηκε τότε βασιλέας της Βοημίας). Μπορεί, επομένως, η Συμφωνία της Πράγας να οφείλει την προσωνυμία της στη συγκυρία της πρώτης εκτέλεσης, συμβολίζει, παρά ταύτα, τις προνομιακές σχέσεις του συνθέτη με την πόλη. «Meine Prager verstehen mich» (“Οι αγαπημένοι μου κάτοικοι της Πράγας με αντιλαμβάνονται”) φέρεται να είπε κάποτε χαρακτηριστικά ο Mozart.

 

 Sinfonie in D-Dur KV 504 “Prager”

 

Ρώμη

Ottorino Respighi: Fontane di Roma, poema sinfonico

Ottorino Respighi (1879-1936).

Πρώτο, κατά σειρά, σκέλος της Ρωμαϊκής Τριλογίας του συνθέτη (Fontane di Roma – 1916, Pini di Roma – 1918, Feste Romane – 1928), οι Κρήνες της Ρώμης είναι ένα αριστούργημα σύλληψης, φαντασίας και ευρηματικής ενορχήστρωσης. Το καθένα από τα τέσσερα μέρη περιγράφει από μια κρήνη της Αιώνιας Πόλης σε διαφορετική στιγμή της ημέρας. Το πρώτο (La fontana di Valle Giulia all’Alba) είναι ένα ποιμενικό τοπίο στις (τότε) παρυφές της Ρώμης, τα χαράματα. Το δεύτερο (La fontana del Tritone al mattino) περιγράφει την κρήνη του Τρίτωνα, έργο του γλύπτη Gian Lorenzo Bernini (σήμερα βρίσκεται καταμεσίς της πλατείας Barberini στην κατάληξη, προς νότο, της Via Veneto), το πρωί. Η επιβλητική Fontana di Trevi, μέσα στο εκτυφλωτικό φως του μεσημεριού, αποτελεί το τρίτο μέρος, με τη δεσπόζουσα μορφή του Ποσειδώνα στο κέντρο. Το τελευταίο μέρος (La fontana di Villa Medici al tramonto) είναι εκ νέου η περιγραφή ενός τοπίου, τη φορά αυτή μέσα στη γλυκιά μελαγχολία του δειλινού. Η σύζευξη της μουσικής με την εικόνα, το μοναδικό χρώμα, το μαγευτικό φως αλλά και τη μακραίωνη διαστρωμάτωση της ιστορίας της πόλης (αρχαιότητα, πρωτοχριστιανική εποχή, αναγέννηση, ιταλικός νεορεαλισμός) είναι ιδανική. Για όσους γνωρίζουν και αγαπούν τη Ρώμη, η Ρωμαϊκή Τριλογία και ειδικότερα οι  Κρήνες της Ρώμης του Respighi αποτελούν αποδεδειγμένα μια από τις πλέον αυθεντικές και πετυχημένες αποτυπώσεις της πλούσιας σε ερεθίσματα γοητευτικής αυτής πόλης.

 

Fontane di Roma

 

 

Λονδίνο

 Ralph Vaughan Williams: A London Symphony (Symphony N° 2) 

Ralph Vaughan Williams (1872-1958).

Η δεύτερη από τις εννέα συμφωνίες του Vaughan Williams είναι ταυτόχρονα και η πρώτη αμιγώς ορχηστρική (στη Συμφωνία αρ.1- Α Sea Symphony, γίνεται εκτεταμμένη χρήση φωνών). Αν και εμπνευσμένη από την καθημερινότητα της βρετανικής μεγαλούπολης (συγκεκριμένοι χώροι που περιγράφονται ή ακόμη και χαρακτηριστικοί ήχοι, όπως οι οκτώ κτύποι του Big Ben, δοσμένοι από την άρπα), ο συνθέτης δεν θεωρούσε ότι η Συμφωνία του Λονδίνου ήταν έκφραση προγραμματικής μουσικής. Την αντιμετώπιζε ως απόλυτη μουσική. Το έργο πρωτοπαίχτηκε τον Μάρτιο του 1914, λίγο προτού ξεσπάσει  η  λαίλαπα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Υιοθετεί την κλασσική δομή της σονάτας σε τέσσερα μέρη. Το πρώτο (Lento – Allegro risoluto) περιγράφει το ξύπνημα μιας νέας ημέρας, με τη μετάβαση από τη γαλήνη της νύκτας στους ρυθμούς και την ένταση των πρώτων ωρών της ημέρας. Το δεύτερο (Lento) είναι εμπνευσμένο από ένα μελαγχολικό απόγευμα του Νοεμβρίου στην πλατεία Bloomsbury. Στo τρίτο (Scherzo), ο ακροατής φαντάζεται τον εαυτό του να στέκεται τo βράδυ στη θορυβώδη και γεμάτη κίνηση συνοικία του Westminster Embankment με τους πολυσύχναστους δρόμους και τα εκτυφλωτικά φώτα. Το τελευταίο μέρος (Andante con moto – Maestoso alla marcia – Allegro – Lento – Epilogue) είναι το πλέον πολύπλοκο. Δεν απεικονίζει μόνο το τέλος της ημέρας. Συμβολίζει το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Μέσω του ρου του Τάμεση περνά η βρετανική ιστορία με το μεγαλείο, τις αρχές και αξίες του παρελθόντος. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος απέχει μήνες μόνο. Μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η Μεγάλη Βρετανία θα απωλέσει οριστικά την ισχύ της. Ο Vaughan Williams έζησε αρκετά, ώστε να προλάβει να βιώσει ο ίδιος αυτή τη μετάλλαξη.

 

A London Symphony

 

 Παρίσι

Frederick Delius: Paris – The Song of a Great City

Frederick Delius (1862-1934).

Όπως το προσδιορίζει ο πλήρης τίτλος (Paris, A Night Piece – The Song of a Great City), το έργο είναι ένα Νυκτερινό κομμάτι, γραμμένο μεταξύ των ετών 1899-1900, για μεγάλη ορχήστρα. Ο Βρετανός συνθέτης είχε καλλιεργήσει μια ειδική σχέση με το Παρίσι, όπου έζησε κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Περισσότερο από μια ακριβή απεικόνιση της Πόλης του Φωτός, η σύνθεση παραπέμπει σε μια ιμπρεσιονιστική αντίληψη και τεχνοτροπία, ευρέως διαδεδομένη την ίδια εποχή τόσο στο χώρο των εικαστικών τεχνών όσο και σε εκείνον της μουσικής. Η στιγμιαία αίσθηση και όχι η λεπτομερής εικόνα είναι εκείνη που καταλαμβάνει το προσκήνιο. Ο συνθέτης αποκαλύπτει τις προθέσεις και το σκεπτικό του διανθίζοντας συγκεκριμένα σημεία της παρτιτούρας με χαρακτηρισμούς του είδους: “μυστηριώδης πόλη”, “πόλη της απόλαυσης”, “πόλη της χαρούμενης μουσικής και του χορού” κλπ. Η αργή εισαγωγή του έργου υπαινίσσεται το μυστήριο. Τη διαδέχεται μια έντεχνη αναφορά στους ρυθμούς και  την ανεμελιά της νυκτερινής ζωής της πόλης. Η αίσθηση διακόπτεται από το κεντρικό λυρικό θέμα του έργου, που αντανακλά τον αισθησιασμό, την έκσταση και την οικειότητα του έρωτα. Οι αντηχήσεις από τα παρισινά καφενεία και νυκτερινά κέντρα επαναφέρουν τους θορύβους, τα αρώματα και τους ρυθμούς της νυκτερινής ζωής, προτού ολοκληρωθεί το έργο έτσι ακριβώς όπως η νύκτα κλείνει τον κύκλο της, παραχωρώντας τη θέση στη χαραυγή και στο ξεκίνημα μιας νέας ημέρας. Το εκτυφλωτικό Παρίσι  της  περιόδου της Μπελ Επόκ σε όλο του το μεγαλείο.

 

Paris – The Song of a Great City

 

Νέα Υόρκη

Charles Ives: Central Park in the Dark

Charles Ives (1874-1954)

Γραμμένο το 1906 για ορχήστρα δωματίου, το έργο έφερε αρχικά τον τίτλο  A Contemplation of Nothing Serious or Central Park in the Dark in «The Good Old Summer Time» . Πέρα από τον αναλυτικό τίτλο, ο Ives διατύπωσε σαφώς σε γραπτές σημειώσεις το εν γένει σκεπτικό και πλαίσιο του έργου. Πρόκειται για μια καταγραφή των ήχων της φύσης αλλά και εκείνων που παράγει ο άνθρωπος, έτσι όπως θα έφθαναν στο αυτί κάποιου, ο οποίος, μια θερμή νύκτα του καλοκαιριού, θα καθόταν σε έναν πάγκο του Central Park της Νέας Υόρκης τριάντα χρόνια νωρίτερα από τη σύνθεση του έργου, προτού οι ήχοι των αυτοκινήτων και των ερτζιανών κυμάτων εισβάλλουν στην καθημερινότητά μας. Το έργο είναι γραμμένο για πνευστά, δυο πιάνα, έγχορδα και κρουστά όργανα. Κάθε ομάδα οργάνων αποτελεί ξεχωριστή ενότητα από την άλλη. Τα έγχορδα αντιπροσωπεύουν τους ήχους και τη σιωπή της νύκτας. Κατά καιρούς διακόπτονται από θορύβους, οι οποίοι προέρχονται από το παρακείμενο καζίνο της λίμνης του πάρκου, από άτομα, που τραγουδούν στους γύρω δρόμους, από μια γειτονική παρέλαση αλλά και από τα ανοικτά παράθυρα των κτηρίων στις παρυφές του πάρκου (είναι χαρακτηριστικός ο απόηχος ενός ragtime, το οποίο αποδίδεται από το πιάνο). Η ησυχία επανέρχεται και ξεκινά η διαδρομή της επιστροφής στο σπίτι. Πρόκειται για αμιγώς προγραμματική μουσική. Οι αναλυτικές επεξηγήσεις του συνθέτη είναι απαραίτητες προκειμένου να μπορέσει κανείς να κατανοήσει μια ευρηματική, πλην όμως  πυκνογραμμένη και όχι εύκολα προσιτή παρτιτούρα.

 

Central Park in the Dark

 

Ερμηνείες:

Ludwig van Beethoven:  Die Ruinen von Athen, op.113

Berliner Philharmoniker, Claudio Abbado

Wolfgang Amadeus Mozart: Sinfonie in D-Dur KV 504 “Prager”

Česká filharmonie, Jiri Belohlavek

Ottorino Respighi: Fontane di Roma

London Symphony Orchestra, István Kertész

Ralph Vaughan Williams: A London Symphony

London Philharmonic Orchestra, Sir Roger Norrington

Frederick Delius: Paris – The Song of a Great City

Royal Liverpool Philharmonic Orchestra, Sir Charles Mackerras

Charles Ives: Central Park in the Dark

Chicago Symphony Orchestra, Michael Tilson Thomas

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

Σημ.: Το παρόν Πασχαλινό αφιέρωμα βρισκόταν στο στάδιο της τελικής μορφοποίησης, όταν, στις 15.04.2019, Μεγάλη Δευτέρα των Καθολικών, μέρος του ιστορικού Ναού της Παναγίας των Παρισίων, υπέστη ζημιές από καταστροφική πυρκαγιά. Έπειτα από σκέψη, αποφασίσαμε να μην τροποποιήσουμε τον αρχικό προγραμματισμό, όχι από έλλειψη σεβασμού έναντι του συμβάντος, αλλά, αντίθετα, επειδή πιστεύουμε πως, παρά τα πλήγματα, η ζωή οδεύει προς τα εμπρός,  η δε Ιστορία αντιστέκεται και θα συνεχίσει να αντιστέκεται πεισματικά στις όποιες (εσκεμμένες ή μη) αντιξοότητες λειτουργούν εις βάρος της.

Γιάννης Μουρέλος: “Noche Triste”: Η σύγκρουση δυο κόσμων

500 χρόνια από τότε

Γιάννης Μουρέλος

Noche Triste”: Η σύγκρουση δυο κόσμων

 

H Tenochtitlán είναι χτισμένη πάνω σε μια λιμνοθάλασσα…Είναι μεγάλη όσο η Σεβίλλη ή η Κόρντομπα. Ορισμένοι από τους κύριους οδικούς άξονες βρίσκονται στην ξηρά, οι υπόλοιποι, όμως, οι μικρότεροι ως επί το πλείστον, είτε είναι κατασκευασμένοι πάνω στο έδαφος, είτε πρόκειται για κανάλια, τα οποία οι κάτοικοι διασχίζουν με τις πιρόγες τους κωπηλατώντας …Σε όλες τις συνοικίες συναντά κανείς ναούς και τόπους λατρείας. Πρόκειται για πολύ όμορφες κατασκευές…Μεταξύ αυτών των ναών, βρίσκεται ειδικά ένας, ο σημαντικότερος, το μέγεθος και τη μεγαλοπρέπεια του οποίου δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψει κανείς. Ο περίβολός του, που περιστοιχίζεται από ένα ψηλό τείχος, είναι τόσο μεγάλος, που θα μπορούσε, κάλλιστα, να περικλείει πεντακόσια κτήρια. Στην εσωτερική περίμετρο του ναού, είναι χτισμένες ιδιαίτερα κομψές κατοικίες, όπου ζουν ιερείς. Υπάρχουν περί τους σαράντα ψηλοί πύργοι, ψηλότεροι ακόμα και από τον Καθεδρικό Ναό της Σεβίλλης…”.¹

Με αυτά τα λόγια ο Hernán Cortés περιέγραψε σε επιστολή του προς τον βασιλέα Κάρολο Α΄ της Ισπανίας και Ε΄ της Αγίας Ρωμαιο-γερμανικής Αυτοκρατορίας, το θέαμα, το οποίο αντίκρισε έκθαμβος στις 8 Νοεμβρίου 1519, βλέποντας για πρώτη φορά την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Αζτέκων. Οι Ισπανοί κατακτητές είχαν έρθει σε επαφή με έναν παντελώς άγνωστο πολιτισμό, ο οποίος βρισκόταν σε πλήρη άνθιση. Η γλώσσα και η θρησκεία των Αζτέκων εκτείνονταν σε μια τεράστια επικράτεια, από τις στέπες του βορρά (σημερινά σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού) έως τη Γουατεμάλα και από τον Ειρηνικό έως τον Ατλαντικό ωκεανό. Το όνομα του ηγέτη τους Motecuhzoma Β΄ προκαλούσε παντού σεβασμό και δέος. Οι έμποροι διέσχιζαν από άκρη σε άκρη την αυτοκρατορία, μεταφέροντας την πραμάτειά τους. Οι φοροεισπράκτορες εκτελούσαν αδιάλειπτα την αποστολή τους. Οι στρατιωτικές φρουρές κρατούσαν σε απόσταση όσους ανυπάκουους απειλούσαν την ηρεμία και την ευημερία του τόπου. Η Tenochtitlán, η πρωτεύουσα, αριθμώντας 200.000 κατοίκους, με εντυπωσιακή ρυμοτομία και αρχιτεκτονική, ήταν, τότε, μια από τις πολυπληθέστερες πόλεις του κόσμου ολόκληρου. Κι όμως, ο πολιτισμός των Αζτέκων ή Mexica κάθε άλλο παρά διέθετε μακρινές καταβολές. Νομάδες πληθυσμοί, βάρβαροι, φτωχοί και ακτήμονες, οι Αζτέκοι μόλις κατά τον 13ο αιώνα μετοίκησαν στο κεντρικό υψίπεδο του Μεξικού, προερχόμενοι από τις στέπες του βορρά. Τα παλαιότερα αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή όπου εγκαταστάθηκαν, χρονολογούνται από την προϊστορική εποχή. Ακολούθησε σειρά ολόκληρη από πολιτισμούς, οι οποίοι γνώρισαν περίοδο ακμής: Οι Ολμέκοι (2ος αιώνας π.Χ.-6ος αιώνας), οι Μάγια στη χερσόνησο του Yucatán (ΝΑ άκρο του σημερινού κράτους του Μεξικού), ο πολιτισμός των οποίων επιβίωσε έως την ισπανική κατάκτηση, οι Ζαποτέκοι (700 π.Χ. – 700) νοτιοδυτικά, κοντά στα σύνορα με τη Γουατεμάλα. Μεγάλες πόλεις, όπως η Monte-Albán και η Teotihuacán, με τις υπερμεγέθεις πυραμίδες που σώζονται έως σήμερα, άφησαν το στίγμα τους επάνω στη μακραίωνη ιστορία της περιοχής.

Αναπαράσταση της Tenochtitlán, όπως την αντίκρισαν το 1519 οι Ισπανοί κατακτητές.

Η Tenochtitlán ιδρύθηκε το 1325, στο σημείο ακριβώς όπου οι Αζτέκοι θεώρησαν πως είδαν έναν οιωνό, σταλθέντα από τον  Huītzilōpōchtli, θεό του Ηλίου και του πολέμου, προστάτη της εξόδου από το βορρά και της μετοίκησής τους στο κεντρικό υψίπεδο: έναν αετό καθισμένο σε έναν κάκτο να κατασπαράζει ένα φίδι. Ακολουθώντας τον οιωνό, ίδρυσαν την πόλη επάνω σε ένα νησί, στο δυτικό άκρο της λιμνοθάλασσας. Η εικόνα του αετού με το φίδι παραμένει έως σήμερα το εθνικό έμβλημα του κράτους του Μεξικού. Η γεωγραφική θέση της Tenochtitlán στην πυκνοκατοικημένη λεκάνη του Μεξικού παρείχε σημαντικές ευκαιρίες για εμπόριο. Εκτεινόμενη δε ταχύτατα, έφθασε σε καθεστώς ευημερίας. Ακριβώς έναν αιώνα αργότερα, μετεξελίχθηκε σε  πρωτεύουσα, με τον σχηματισμό της αυτοκρατορίας των Αζτέκων το 1428. Πυρήνας της αυτοκρατορίας ήταν η Τριπλή Συμμαχία, η οποία είχε συνομολογηθεί ανάμεσα σε τρεις πόλεις – κράτη:  Tenochtitlán, Texcoco (δημιούργημα επίσης των Αζτέκων στο απέναντι άκρο της λιμνοθάλασσας) και Tlacopán (στον ορεινό περίγυρο, με καταβολές στον παλαιότερο πολιτισμό των Ολμέκων).

Η ίδρυση της Tenochtitlán.

Πολύ γρήγορα, ωστόσο, η Tenochtitlán αναγορεύθηκε σε ρυθμιστή και κυρίαρχη παράμετρο της Τριπλής Συμμαχίας, χάρη στη στρατιωτική της ισχύ. Η αυτοκρατορία διεύρυνε την δύναμή της με έναν συνδυασμό εμπορίου και επεκτατικών πολέμων. Επέβαλε τον έλεγχό της στα κατακτημένα κράτη, είτε τοποθετώντας φιλικούς προς αυτή κυβερνήτες, είτε δημιουργώντας συγγενικούς δεσμούς μέσω γάμων, είτε, ακόμα, καλλιεργώντας σε όλα τα διαφορετικά φύλα την αίσθηση ότι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν υπήρχε ανάγκη για ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, που να διασφαλίζουν την τάξη στις απομακρυσμένες επαρχίες. Οι υποτελείς λαοί έφεραν την υποχρέωση να καταβάλουν τακτικά φόρο, ενώ το γεγονός ότι η επικοινωνία και το εμπόριο μεταξύ των απομακρυσμένων περιοχών της αυτοκρατορίας ήταν σχεδόν ανύπαρκτα, ανάγκαζε όλους τους λαούς να στρέφονται προς το εσωτερικό για την προμήθεια πρώτων υλών και αγαθών. Με αυτόν τον τρόπο, η Τριπλή Συμμαχία εξασφάλισε την οικονομική εξάρτηση όλων των κατακτημένων πόλεων – κρατών από την  ίδια. Η ισχύς και η έκταση της αυτοκρατορίας πολλαπλασιάστηκαν αδιάλειπτα μέχρι το 1519.

Με την έλευση των Ισπανών, η αυτοκρατορία των Αζτέκων αριθμούσε 38 πόλεις, περισσότερο οικονομικές παρά πολιτικές οντότητες, υποχρεωμένες να πληρώνουν φόρο στην κεντρική εξουσία.

 

Προλήψεις, δεισιδαιμονίες, πόλεμοι και ανθρωποθυσίες

Οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες ήταν δημιουργήματα της αμάθειας, της άγνοιας, της ανασφάλειας, του φόβου, του δέους και της αβεβαιότητας έναντι των φαινομένων της φύσης. Αν και συνυφασμένη με τον πολιτισμό των Αζτέκων, η πρακτική των ανθρωποθυσιών στην Κεντρική Αμερική ήταν στην πραγματικότητα πολύ παλαιότερη, είχε δε υιοθετηθεί από όλους όσους είχαν προηγηθεί της μετοίκησης των τελευταίων στη λεκάνη του Μεξικού. Αποτελεί το αιματηρό και βίαιο αντίβαρο στον, κατά τα άλλα, εκλεπτυσμένο τρόπο της καθημερινής ζωής. Μάλιστα, η απάνθρωπη αυτή πρακτική ενισχύθηκε παράλληλα με την εξέλιξη των ηθών. Η δεσπόζουσα θέση, την οποία οι ανθρωποθυσίες καταλαμβάνουν στην περίπτωση των Μάγια και των Αζτέκων, είναι το διακριτικό γνώρισμα που κάνει τους δυο αυτούς πολιτισμούς να ξεχωρίζουν συγκριτικά με τους υπόλοιπους. Η εμμονή, στα όρια της παραφροσύνης, για ομαδικές θυσίες πήγαζε από την ίδια την κοσμοαντίληψη των πολιτισμών αυτών. Οι Αζτέκοι ήταν πεπεισμένοι πως του δικού τους κύκλου ζωής είχαν προηγηθεί άλλοι τέσσερις (οι επονομαζόμενοι “Τέσσερις Ήλιοι”). Άπαντες είχαν άσχημο τέλος εξαιτίας κατακλυσμών και άλλου είδους φυσικών, ως επί το πλείστον, καταστροφών. Ο ισχύων κύκλος επρόκειτο, με τη σειρά του, να ολοκληρωθεί με καταστροφικούς σεισμούς (άλλωστε, ακόμα και σήμερα, η Κεντρική Αμερική, ιδιαίτερα δε το Μεξικό, είναι σεισμογενείς περιοχές υψηλού κινδύνου). Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, ο κύκλος είχε συμπληρώσει την πορεία του και η συντέλεια του κόσμου ήταν πιθανό να επέλθει ανά πάσα στιγμή. Ο Ήλιος, που εθεωρείτο θνητός, κάθε φορά που έσβηνε, αντικαθίστατο από έναν άλλον, καινούριο. Οι τέσσερις πρώτοι Ήλιοι έζησαν από 5.000 χρόνια ο καθένας, δημιουργώντας τον κόσμο και προσθέτοντας κάτι νέο κάθε φορά. Ο θεός Xolotl (θεός του φωτός και του θανάτου, που συνόδευε τον Ήλιο από τη στιγμή της δύσης έως εκείνη της ανατολής), έπλασε τον άνθρωπο και μετά θυσιάστηκε, ώστε με το αίμα του ο Ήλιος να δύναται να μεσουρανεί. Όμως, και πάλι, ο (πέμπτος κατά σειρά)  Ήλιος χρειαζόταν τροφή προκειμένου να ζήσει. Γι’ αυτό, προτού πεθάνει, ο Xolotl όρισε πως οι άνθρωποι έπρεπε να θυσιάζονται, ώστε με το αίμα τους (το επονομαζόμενο “πολύτιμο νερό”) να τρέφεται ο Ήλιος και να συνεχίζει να λάμπει. Με δεδομένα τα παραπάνω, εύκολα μπορεί να γίνουν αντιληπτές η ταραχή και η ανασφάλεια, από τις οποίες διακατεχόταν σε καθημερινή κλίμακα το σύνολο της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, από τον αυτοκράτορα έως τον τελευταίο υπήκοο, έως ότου χαράξει η επόμενη ημέρα.

Το λίθινο ημερολόγιο των Αζτέκων με τους Τέσσερις Ήλιους.

Επιπρόσθετα, οι μεσοαμερικανικές κοινωνίες ήταν “κοινωνίες θεάματος”. Το όλο  τελετουργικό καθώς και η μεγαλοπρεπής σκηνοθεσία των ανθρωποθυσιών ήταν αντανάκλαση του σύμπαντος επάνω στη γη, απόδειξη της παρουσίας των θεών ανάμεσα στους θνητούς. Ιερείς και θύματα προσλάμβαναν τη μορφή των θεών. Για την ακρίβεια, μεταλλάσονταν, προς στιγμήν, σε θεούς, καθώς παραχωρούσαν τα σώματά τους γι αυτή την απόλυτη ένωση, μπροστά στο εκστασιασμένο πλήθος. Η σημερινή κοινωνία (επίσης “κοινωνία θεάματος”) είναι σε θέση να αξιολογήσει και να κατανοήσει καλύτερα αυτούς τους πολιτισμούς, οι οποίοι, επιστρατεύοντας όλες τις δυνάμεις τους, επιδεικνύονταν ως θέαμα στον ίδιο τους τον εαυτό, προκειμένου να εξορκίσουν ανασφάλειες και υπαρξιακές αγωνίες. O πόλεμος και οι ανθρωποθυσίες, αποτελούσαν τους δυο πυλώνες ενός συστήματος, το οποίο συνέδεε την άσκηση της εξουσίας με την αναζωογόνηση του σύμπαντος.

Ο πόλεμος, έτσι όπως τον διεξήγαγαν οι Αζτέκοι, δεν είχε ως πρώτιστο στόχο την κατάκτηση νέων εδαφών. Το ζητούμενο ήταν η σύλληψη του μέγιστου δυνατού αριθμού αιχμαλώτων, οι οποίοι, κατόπιν, οδηγούνταν στον βωμό των ανθρωποθυσιών. Στο πεδίο των μαχών, η βία ήταν σχετικά περιορισμένη, καθώς αντικειμενικός σκοπός δεν ήταν η φυσική εξόντωση του αντιπάλου. Η επιτακτική ανάγκη για σύλληψη αιχμαλώτων, είχε εκ των πραγμάτων οδηγήσει την ηγεσία των Αζτέκων στην επιλογή μιας εμπόλεμης κατάστασης διαρκείας. Έτσι εξηγείται και ο λόγος, για τον οποίο οι αρχές της  Tenochtitlán ανέχονταν, εάν όχι πριμοδοτούσαν, τη διατήρηση, εντός του εδάφους τους, του εχθρικού θύλακα της Tlaxcala, ανατολικά της πρωτεύουσας, στο μέσο, περίπου, της απόστασης από τις ακτές του Ατλαντικού. Ο ρυθμός των ανθρωποθυσιών επ ουδενί έπρεπε να ελαττωθεί, η δε διασφάλιση “πολύτιμου νερού” μέσω των πολεμικών επιχειρήσεων, ήταν μια πρακτική, που συνέφερε αμφότερες τις πλευρές.

Η Μεγάλη Πυραμίδα της Tenochtitlán ( Teocalli – “κατοικία των θεών” – κατά τους Αζτέκους, Templo Mayor κατά τους Ισπανούς) με τους δίδυμους βωμούς των θεών Tlaloc και Huītzilōpōchtli στην κορυφή. Λέγεται πως το 1487, με αφορμή τα εγκαίνια, έλαβε χώρα ένα πρωτοφανές ολοκαύτωμα (80.400 θυσίες εντός τεσσάρων, μόλις, ημερών). Όσο και αν η παραπάνω εκτίμηση ηχεί υπερβολική, είναι βέβαιο πως δεκάδες χιλιάδες άτομα θανατώθηκαν τότε.

Ο πόλεμος δεν ήταν ο αποκλειστικός τροφοδότης θυμάτων για τις ανθρωποθυσίες. Υπήρχαν και οι σκλάβοι, τους οποίους οι εύπορες οικογένειες αγόραζαν ακριβώς για τον σκοπό αυτό. Πολλά θύματα επιλέγονταν και από τους ιερείς, με κριτήρια, τα οποία δεν μας είναι γνωστά. Τέλος, υπήρχαν και άτομα, τα οποία προσέφεραν οικειοθελώς τη ζωή τους. Η πιο κοινή μορφή θυσίας, ήταν εκείνη που γινόταν προς τιμήν του Huītzilōpōchtli, θεού του Ηλίου, του πολέμου και προστάτη της Tenochtitlán . Το γυμνό -εκτός από ένα περίζωμα- σώμα του θύματος βαφόταν με κατακόρυφες κόκκινες και λευκές ταινίες. Το υποψήφιο θύμα ανέβαινε το κλιμακοστάσιο στην πρόσοψη της πυραμίδας και έφτανε στην εξέδρα, μπροστά στο βωμό του θεού, φτιαγμένο από ηφαιστειακή πέτρα. Εκεί το ακινητοποιούσαν τέσσερις ιερείς. Κρατώντας ο καθένας ένα μέλος ξάπλωναν το θύμα πάνω στο βωμό. Ένας πέμπτος ιερέας, κραδαίνοντας ένα λίθινο ακονισμένο μαχαίρι, του έκανε μια τομή στο στήθος, κατά μήκος του στέρνου και των πλευρών. Αποσπούσε την καρδιά που παλλόταν ακόμα και την έτεινε ψηλά προς τον ήλιο, ενώ τα είδωλα των θεών αλείφονταν με ζεστό αίμα. Οι ιερείς τοποθετούσαν τις καρδιές σε πέτρινα αγγεία και αποκεφάλιζαν το πτώμα. Στη συνέχεια, το άφηναν να κυλήσει από τα 114 σκαλοπάτια της Μεγάλης Πυραμίδας έως τη βάση. Σούβλιζαν το κεφάλι σε ένα ξύλινο πλαίσιο, γνωστό ως «καβαλέτο των κρανίων». Το σώμα είτε αποτεφρωνόταν είτε δινόταν στον πολεμιστή που είχε αιχμαλωτίσει το θύμα. Αυτός μπορούσε να το τεμαχίσει και να το στείλει σε σημαντικά πρόσωπα ως προσφορά, ή ακόμα και να το καταναλώσει ο ίδιος (τελετουργικός κανιβαλισμός). Έως και οι σκληροτράχηλοι Ισπανοί πάγωσαν από φόβο και φρίκη, μόλις αντίκρισαν για πρώτη φορά τα αιματοβαμμένα σκαλοπάτια της πυραμίδας και εισέπνευσαν τη δυσοσμία, που ανέβλυζε από το τρομακτικό κρεματόριο.

Δυο διευκρινίσεις κρίνονται απαραίτητες για μια πληρέστερη κατανόηση του όλου φαινομένου. Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως με γνώμονα τη χριστιανική ηθική και τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής του 16ου αιώνα, όλα τα παραπάνω ήταν αποτρόπαια. Ως τέτοια, άλλωστε, εκλήφθηκαν μόλις επιτεύχθηκε επαφή με τον πολιτισμό των Αζτέκων.

Αναπαράσταση ανθρωποθυσίας σε λιθογραφία του 19ου αιώνα.

Για τις προκολομβιανές κοινωνίες όμως, κλεισμένες στον εαυτό τους και διακατεχόμενες από υπερφυσικού μεγέθους δεισιδαιμονίες, προλήψεις και υπαρξιακές αγωνίες, διέθεταν κάποια λογική βάση. Αν μη τι άλλο, ήταν ένας τρόπος επιβίωσης, εξαγνισμού, προσήλωσης στα θεία, συνακόλουθα δε, πρόσκαιρης αποτροπής της συντέλειας του κόσμου. Κατά δεύτερο λόγο, μια τόσο μοιρολατρική, ψυχοφθόρα και ηττοπαθής ψυχολογία, εξηγεί από μόνη πώς και γιατί οι κοινωνίες αυτές υποτάχθηκαν σχεδόν αμαχητί στον κατά πολύ ανώτερο, από απόψεως στρατιωτικής ισχύος, ισπανικό πολιτισμό, μέχρι σημείου ολοκληρωτικού αφανισμού.

 

Secrets in the Dust – Aztecs Sacrifice and Science

 

Ο  Hernán Cortés και η κατάκτηση του Μεξικού

Αντικρίζοντας, στις 12 Οκτωβρίου 1492 τις σημερινές Νήσους Μπαχάμες, ο Χριστόφορος Κολόμβος θεώρησε πως είχε φτάσει στις ακτές της Ασίας. Σε ένα πρώτο στάδιο, η παρουσία των Ισπανών στην Καραϊβική περιορίστηκε στον Άγιο Δομήνικο, το Πουέρτο Ρίκο και την Κούβα. Η εξερεύνηση των ακτών της Κεντρικής Αμερικής ξεκίνησε έπειτα από το γύρισμα του αιώνα. Επί είκοσι ολόκληρα χρόνια, οι καραβέλλες των Ισπανών και οι πιρόγες των ιθαγενών διασταυρώνονταν στα ανοικτά, παρατηρώντας οι μεν τις δε. Το 1511, ένα ισπανικό πλοίο εξώκειλε,  λόγω κακοκαιρίας, στη χερσόνησο του  Yucatán. Ήταν η πρώτη επαφή με τον εκεί πολιτισμό των Μάγια. Καθώς δεν επέζησαν παρά μόνο δυο άτομα από το πλήρωμα (το ένα, μάλιστα, ελευθερώθηκε αργότερα από τον Cortés), η ανακάλυψη του νοτιοανατολικού τμήματος του Μεξικού πέρασε εντελώς απαρατήρητη εν μέσω των συχνότατων ναυαγίων της εποχής εκείνης. Το 1517, μια αποστολή τριών πλοίων με προέλευση την Κούβα κατέπλευσε στην ίδια περιοχή, ερχόμενη σε ένοπλη αντιπαράθεση με τους ιθαγενείς. Οι Ισπανοί αναγκάστηκαν να επιβιβαστούν εσπευσμένα στα πλοία, εξαιτίας των μεγάλων απωλειών, που είχαν υποστεί. Ωστόσο, επιστρέφοντας στην Κούβα, περιέγραψαν με θαυμασμό τα όσα είχαν προλάβει να δουν, εκθειάζοντας τη ρυμοτομία των οικισμών των Μάγια, τον φυσικό πλούτο της περιοχής, τα ακριβά φορέματα και τα πολύτιμα κοσμήματα, τα οποία φορούσαν οι αυτόχθονες πληθυσμοί. Ένα χρόνο αργότερα, μια νέα αποστολή κινήθηκε κατά μήκος των ακτών του κόλπου του Μεξικού, ερχόμενη για πρώτη φορά σε επαφή με τους Αζτέκους. Οι τελευταίοι επεφύλαξαν θερμή υποδοχή, προσφέροντας στους έκπληκτους Ισπανούς χρυσά αντικείμενα ως δώρα.

Hernán Cortés (1485-1547).
Motecuhzoma Β΄ (1466-1520).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στις 10 Φεβρουαρίου 1519, απέπλευσε από την Κούβα, ένας στόλος 11 πλοίων, υπό τη διοίκηση του  Hernán Cortés. Μετέφερε 508 στρατιώτες, 16 άλογα και 14 πυροβόλα. Τον Απρίλιο κατέπλευσε στις ακτές του Μεξικού, στο ύψος της σημερινής πόλης Veracruz. Οι διαδοχικές εμφανίσεις των Ισπανών τα δυο τελευταία χρόνια, είχαν έντονα προβληματίσει τον αυτοκράτορα  Motecuhzoma Β΄ και τους υπηκόους του. Ο απόηχος, ο οποίος είχε φτάσει έως την  Tenochtitlán, περιέγραφε με δέος τις καραβέλλες ως “βουνά, που μετακινούνταν επάνω στη θάλασσα”. Επιπρόσθετα, το 1519 ήταν ιδιαίτερο έτος για τους Αζτέκους. Σύμφωνα με μια προφητεία, συμπληρωνόταν  τότε ο κύκλος των 52 ετών, που επρόκειτο να κλείσει με την επανεμφάνιση του Quetzalcoatl, θεού του ανέμου και της μάθησης, ο οποίος είχε καταφύγει σε έναν άγνωστο τόπο, προς τα ανατολικά. Αγαπημένος θεός των ιερέων, ο  Quetzalcoatl είχε, όσο κανένας άλλος ομόλογός του, συνδέσει το όνομά του με την έννοια του θανάτου και της αναγέννησης. Στη συνείδηση των Αζτέκων, οι μυστηριώδεις ξένοι, ερχόμενοι από τα ανατολικά, ιππεύοντας άλογα (ζώα που δεν είχε δει κανείς στο παρελθόν), φορώντας απαστράπτουσες πανοπλίες και δημιουργώντας, με τον οπλισμό τους, πραγματικούς κεραυνούς, φάνταζαν ως θεοί. Ο   Quetzalcoatl είχε επανέλθει, διεκδικώντας επάξια την κληρονομιά του! Στην πραγματικότητα, τον Motecuhzoma βασάνιζε ένα δίλημμα: να αντιμετωπίσει τους εισβολείς ως θεούς ή ως εχθρούς; Έτσι εξηγούνται, άλλωστε, οι αμφιταλαντεύσεις, που χαρακτήριζαν την εν γένει συμπεριφορά του. Η αντιπροσωπεία, την οποία έστειλε στην ακτή, τους υποδέχθηκε με τιμές, πλούσια δώρα και, φυσικά, με ανθρωποθυσίες. Γρήγορα, όμως, τα πράγματα άλλαξαν. Ο αυτοκράτορας έστειλε επιτόπου τους καλύτερους μάγους του, με αποστολή να εξορκίσουν τα κακά πνεύματα. Διαπιστώνοντας πως οι ξένοι παρέμεναν απαθείς στα μάγια, πέρασε, ανεπιτυχώς εξαιτίας της διαφοράς ισχύος, στην επίθεση. Από τις πρώτες, κιόλας, αναμετρήσεις, ο αυτοκράτορας των Αζτέκων είχε διαβλέψει το δραματικό τέλος, που επίκειτο. Γι αυτό και τα συναισθήματά του κυμαίνονταν συνεχώς ανάμεσα στην πρόθεση να παραιτηθεί από το θρόνο και την αγανάκτηση, η οποία τον προέτρεπε για παράταση των εχθροπραξιών. Από τη δική του πλευρά, ο  Cortés, έχοντας προηγουμένως καταστρέψει τον στόλο του, εξουδετερώνοντας έτσι κάθε υπόνοια για επιστροφή, και εγκαταστήσει μια φρουρά 100 ατόμων στην ακτή, ξεκίνησε, τον Αύγουστο του 1519, την πορεία προς την ενδοχώρα.

Η πορεία των Ισπανών κατακτητών προς την ενδοχώρα.

Η πρώτη αντίσταση προήλθε, μεταξύ 2 και 5 Σεπτεμβρίου, από τον ορκισμένο εχθρό των Αζτέκων, την πόλη Tlaxcala, που έλεγχε την πρόσβαση στο κεντρικό υψίπεδο. Γρήγορα, ωστόσο, οι δυο πλευρές συνειδητοποίησαν τα μεγάλα πλεονεκτήματα μιας μεταξύ τους συνεργασίας ενάντια στον κοινό αντίπαλο, την Τριπλή Συμμαχία. Τον Οκτώβριο, η μικρή δύναμη των Ισπανών, συνοδευόμενη από 1.000, περίπου, οπλισμένους άνδρες από την Tlaxcala, εισήλθε στην Cholula, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του Κεντρικού Μεξικού μετά την Tenochtitlán. Θέλοντας να στείλει ένα μήνυμα προς την πρωτεύουσα και τον αυτοκράτορα, ο  Cortés συγκέντρωσε χιλιάδες προύχοντες στην κεντρική πλατεία και τους εκτέλεσε. Κατόπιν, πυρπόλησε ένα τμήμα της πόλης. Επικεφαλής ενός υπολογίσιμου στρατού, καλά εξοπλισμένου, έφτασε, στις 8 Νοεμβρίου 1519 στις πύλες της Tenochtitlán, όπου τον ανέμενε ένας θορυβημένος και έντρομος Motecuhzoma, πλαισιωμένος από υψηλούς κρατικούς λειτουργούς, μεταξύ των οποίων και ο βασιληάς του γειτονικού Texcoco.  Το συναπάντημα δυο εντελώς διαφορετικών κόσμων πρέπει να ήταν ένα αξέχαστο θέαμα. Πεπεισμένος πως απευθυνόταν στον θεό  Quetzalcoatl, ο αυτοκράτορας εκφράστηκε ως εξής: “Καλώς ορίσατε, θεέ μας, πίσω στον τόπο σας, κοντά στο λαό σας, προκειμένου να ανεβείτε εκ νέου στο θρόνο σας, του οποίου υπήρξα προσωρινός κάτοχος”.² Οι Ισπανοί εισήλθαν αμέσως στην πόλη και εγκαταστάθηκαν στα παλαιά ανάκτορα. Πρώτη τους ενέργεια ήταν να θέσουν υπό κράτηση τον Motecuhzoma και άλλα υψηλά ιστάμενα πρόσωπα.

Επί οκτώ μήνες, ακολούθησε μια νόθος κατάσταση.  Αν και αιχμάλωτος, ο αυτοκράτορας κατέβαλε αγωνιώδεις προσπάθειες, προκειμένου να καταπραϋνει την οργή των υπηκόων του. Από τη δική τους πλευρά, οι Ισπανοί επιχειρούσαν να επιβάλλουν, μέσω του  Motecuhzoma, ένα καθεστώς προτεκτοράτου, τη στιγμή που οι σύμμαχοί τους από την Tlaxcala, δεν έχαναν ευκαιρία να αποδείξουν έμπρακτα το μίσος τους ενάντια στους Αζτέκους. Με την πάροδο του χρόνου η ένταση συσσωρεύθηκε, καθώς, ολοένα και περισσότερο, οι Ισπανοί αντιτίθεντο στις εκδηλώσεις λατρείας των τοπικών θεών και κατείσχαν μεγάλη ποσότητα αντικειμένων από χρυσό και πολύτιμους λίθους. Ακολούθησαν χειρότερες καταστάσεις, οι οποίες οδήγησαν τα πράγματα σε ευθεία αντιπαράθεση. Με αφορμή τελετή προς τιμή του θεού  Huītzilōpōchtli, οι Ισπανοί εξολόθρευσαν ολόκληρη, σχεδόν, την τάξη των ευγενών (περί τα 10.000 άτομα).

Emanuel Leutze: The Storming of the Teocalli by Cortés and His Troops, 1848, Wadsworth Atheneum, Hartford, Connecticut.

Τον Ιούνιο του 1520, ξέσπασε γενικευμένη εξέγερση. Ο Motecuhzoma έχασε τη ζωή του κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Λέγεται ότι θανατώθηκε από τους Ισπανούς, ή λιθοβολήθηκε από εξαγριωμένους υπηκόους του, όταν, κατόπιν διαταγής των κατακτητών, εξήλθε στον εξώστη των ανακτόρων σε μια προσπάθεια να εξευμενίσει τα πλήθη. Αιφνιδιασμένοι και περικυκλωμένοι από τους υπεράριθμους Αζτέκους, οι Ισπανοί επιχείρησαν ηρωϊκή έξοδο από την Tenochtitlán στις 30 Ιουνίου, εκμεταλλευόμενοι το βαθύ σκοτάδι, την ισχυρή βροχή και την απουσία σελήνης. Η φυγή έγινε αντιληπτή και οι απώλειές τους υπήρξαν βαρύτατες. O Bernal Díaz del Castillo (1490 – 1584), χρονογράφος της εκστρατείας, κάνει λόγο για 1.860 νεκρούς, συμπεριλαμβανομένων και των πολυάριθμων συμμάχων από την Tlaxcala. Οι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στον βωμό των ανθρωποθυσιών. Η νύκτα της 30ής Ιουνίου παρέμεινε γνωστή ως “Νύκτα θλίψης” (“Noche Triste”). Ο ίδιος ο  Cortés, μόλις κατάφερε να απομακρυνθεί από την πόλη, ευρισκόμενος σε κατάσταση απόγνωσης από το μέγεθος της καταστροφής, σωριάστηκε κάτω από ένα δέντρο και αναλύθηκε σε λυγμούς.  Αποσύρθηκε στην Tlaxcala, από όπου άρχισε να προετοιμάζει την ανακατάληψη της  Tenochtitlán. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, οι προσπάθειες του νέου αυτοκράτορα Cuauhtémoc (1497-1525), να αναβιώσει την Τριπλή Συμμαχία, δεν καρποφόρησαν. Οι κάτοικοι του Texcoco και της Tlacopán, επέλεξαν, τελικά, να προσχωρήσουν στο στρατόπεδο των Ισπανών. Η επιθυμία τους να αποκομίσουν οφέλη από τη διαφαινόμενη κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Αζτέκων, δεν τους επέτρεψε να διαγνώσουν, όπως, άλλωστε, και οι ομόλογοί τους της Tlaxcala, πως θα τύγχαναν ανάλογης μεταχείρισης αργότερα.

Η πολιορκία της πρωτεύουσας από τις ανασυνταχθείσες δυνάμεις του  Cortés και των συγκυριακών συμμάχων του ξεκίνησε τον Μάιο του 1521 και διήρκεσε επί τρεις μήνες. Για τον σκοπό αυτό, οι Ισπανοί είχαν ναυπηγήσει ειδικό στολίσκο από ιστιοφόρα, ο οποίος τους εξασφάλισε τον έλεγχο της λιμνοθάλασσας και του συνόλου των προσβάσεων προς την πόλη. Καταπονημένοι από την πολύμηνη πολιορκία, την πείνα, τη δίψα και αποδεκατισμένοι από μια επιδημία ευλογιάς, που είχαν μεταφέρει από την Κούβα οι εισβολείς, οι κάτοικοι της  Tenochtitlán παραδόθηκαν στις 13 Αυγούστου. Ο  Cuauhtémoc καθαιρέθηκε, τέθηκε υπό περιορισμό, βασανίστηκε και, τέλος, απαγχονίστηκε το 1525, με την ψευδή κατηγορία της προτροπής σε εξέγερση. Έτσι είχε η άδοξη και δραματική κατάληξη της αυτοκρατορίας των Αζτέκων.

Leandro Izaguirre: El suplicio de Cuauhtémoc, 1893, Museo Nacional de Arte, México D.F.

Τα αίτια της κατάρρευσης και η επιβολή της ισπανικής διοίκησης

Αζτέκοι και Ισπανοί δεν διεξήγαγαν τον ίδιο πόλεμο. Για τους πρώτους, ο πόλεμος ήταν μια αναμέτρηση, με τους θεούς σε ρόλο ανώτατου επιδιαιτητή, την οποία έφεραν εις πέρας εφαρμόζοντας σχολαστικά συγκεκριμένους παραδοσιακούς κανόνες. Στόχος ήταν η ανεύρεση αιχμαλώτων για τις ανθρωποθυσίες. Οι ηττημένοι όφειλαν να αναγνωρίζουν την εξουσία της  Tenochtitlán, να διαθέτουν τους ναούς τους στη λατρεία του Huītzilōpōchtli και να πληρώνουν φόρο υποτέλειας. Κατά τα άλλα, διατηρούσαν την πολιτιστική ή, ακόμα, και την πολιτική τους αυτονομία. Οι Ισπανοί, αντίθετα, διεξήγαγαν έναν πόλεμο ολοκληρωτικό. Στόχος ήταν η δια της βίας επιβολή της δικής τους θρησκείας, η διάλυση της αυτοκρατορίας των Αζτέκων προς όφελος εκείνης του  Καρόλου Ε΄, η λεηλασία του πλούτου και η υπαγωγή των ιθαγενών στην κατηγορία των σκλάβων. Παρά τον μικρό, συγκριτικά, αριθμό τους, διέθεταν τα μέσα εκείνα, τα οποία έκαναν τη διαφορά. Οι πανοπλίες, η χρήση της πυρίτιδας (μουσκέτα και πυροβόλα), τα ιστιοφόρα και τα άλογα τους εξασφάλιζαν μια συντριπτική υπεροχή απέναντι σε έναν πολυάριθμο στρατό, ελαφρά εξοπλισμένο με ξίφη, εύκολα διαπεράσιμες ασπίδες, τόξα και βέλη και που μετακινείτο πεζή ή με πιρόγες. Ωστόσο, η στρατιωτική ισχύς των Ισπανών θα αποδεικνυόταν παντελώς ανεπαρκής, αν δεν συστρατεύονταν, στο πλευρό τους, οι πόλεις εκείνες, οι οποίες προσδοκούσαν να αντλήσουν οφέλη από μια κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Αζτέκων. Η ευρεία συμμετοχή τους στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, προσέδωσε, τελικά, στους Ισπανούς, την αριθμητική ισορροπία στο πεδίο των εχθροπραξιών και επέτρεψε να διαφανεί η τεχνολογική και τακτική τους υπεροχή.

Καθοριστικής σημασίας υπήρξε, επίσης, η συνεισφορά του ψυχολογικού παράγοντα. Η μοιρολατρική αναμονή ενός αναπόφευκτου και κατακλυσμιαίου τέλους, προσέδωσε, στα μάτια των Αζτέκων, θεϊκές διαστάσεις στους πρωτόγνωρους εισβολείς. Χρειάστηκε να περάσουν οκτώ ολόκληροι μήνες και να μεσολαβήσει η σφαγή της Μεγάλης Πυραμίδας, ούτως ώστε να ενεργοποιηθεί, στη συνείδησή τους, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Το οριακό σημείο υπήρξε η “Noche Triste” της 30ής Ιουνίου 1520. Με μεγάλη, έστω, χρονική καθυστέρηση, η δυναμική αντίδραση των Αζτέκων έφερε τους αντιπάλους τους στο χείλος της απόλυτης καταστροφής. Οι Ισπανοί κατάφεραν να ανασυνταχθούν αποκλειστικά και μόνο χάρη στη δυνατότητα διαμονής τους, επί ένα και πλέον έτος, στο ασφαλές και φιλόξενο περιβάλλον της Tlaxcala.

Το 1522, ο  Cortés αναγορεύθηκε σε διοικητή της “Νεας Ισπανίας” (“Nueva España”). Επέβαλε τη χριστιανική θρησκεία, απαγόρευσε τις ανθρωποθυσίες, τον τελετουργικό κανιβαλισμό και την κατανάλωση παραισθησιογόνων φυτών, κατεδάφισε τους ναούς των Αζτέκων (συμπεριλαμβανομένης και της Μεγάλης Πυραμίδας), κατέστρεψε τα είδωλα, εξολόθρευσε τους ιερείς. Εν ολίγοις, η εικονοκλαστική βία υποκατέστησε εκείνη των ανθρωποθυσιών. Η έλευση, το 1525, Φραγκισκανών μοναχών, συνέπεσε με νέο γύρο βίαιου προσηλυτισμού στον Χριστιανισμό. Η κατάργηση της πολυγαμίας επέφερε μεγάλη αναστάτωση στον οικογενειακό ιστό της ντόπιας κοινωνίας, καθώς έριξε στο δρόμο πλήθος από δευτερεύουσες συζύγους με τα παιδιά τους, τα οποία, με το στίγμα του “νόθου”, βρέθηκαν δίχως όνομα και μέλλον. Οι όποιες αναφορές στο πρόσφατο παρελθόν εμφάνιζαν τους Αζτέκους ως βάρβαρους ειδωλολάτρες. Ήταν η μόνη επαφή με την Ιστορία. Τα κατηχητικά σχολεία, όπου φοιτούσαν γόνοι της παλαιάς άρχουσας τάξης, μετεξελίχθηκαν σε φυτώρια “γενιτσάρων”, σφυρηλατώντας γενιές ολόκληρες νέων ανθρώπων, που προσέφεραν, κατόπιν, τις υπηρεσίες τους στην ισπανική διοίκηση ως υπάλληλοι, πράκτορες και καταδότες. Οι όποιες υπόνοιες περί αντίστασης, εξουδετερώθηκαν ταχύτατα, δια της μεθόδου των ομαδικών εκτελέσεων. Γρήγορα έκανε την εμφάνισή του ένας νέος φυλετικός συνδυασμός, προϊόν επιμειξίας μεταξύ ιθαγενών και κατακτητών. Πρόκειται για μιγάδες (“Mestizo”), κατηγορία, στην οποία ανήκει σήμερα το σύνολο, σχεδόν, του πληθυσμού της Λατινικής Αμερικής.

Η θέση της Μεγάλης Πυραμίδας, σε κεντρικό σημείο της σημερινής Πόλης του Μεξικού.

Το χάος, το οποίο διαδέχθηκε στην καθημερινότητα αλλά και στην ψυχή των ιθαγενών τη βίαιη επιβολή και άσκηση της αποικιακής διοίκησης, δεν είναι εύκολο να περιγραφεί με λέξεις. Η συντριβή από την κατάκτηση, οι ξενόφερτες θανατηφόρες επιδημίες (με αιχμές τα έτη 1545-1548, 1581-1586 και 1629-1631), η απάνθρωπη εκμετάλλευση και ο αφανισμός παραδοσιακών αρχών και αξιών συγκροτούν το τετράπτυχο της νέας πραγματικότητας. Ο υψηλός δείκτης αυτοκτονιών από απελπισία ήρθε να συμπληρώσει την ανείπωτη αυτή ανθρώπινη τραγωδία. Ο πέμπτος κύκλος της προφητείας των Αζτέκων προσέλαβε αναπάντεχη μορφή: το πολυαναμενόμενο απότομο τέλος του κόσμου, είχε μετουσιωθεί σε μακρόσυρτο μαρτύριο. Το αγεφύρωτο πολιτισμικό χάσμα και η μετάβαση από την μια εποχή στην άλλη, αποτυπώνονται εύγλωττα, περί τα μέσα του 16ου αιώνα, στα αυθόρμητα λόγια ενός εκχριστιανισθέντος αυτόχθονα: “Η μεγάλη ελευθερία, την οποία απολαμβάνουμε τώρα, [σημ. αναφέρεται προφανώς στο χριστιανικό κήρυγμα, στο ποσοστό που το έχει κατανοήσει και αφομοιώσει] είναι ακόμα πιο τρομακτική, καθώς δεν μας εξαναγκάζει πλέον κανείς να φοβόμαστε ή να σεβόμαστε κανέναν”.³

Η δια νόμου διάκριση μεταξύ Ισπανών και Ινδιάνων (ο όρος “Ινδιάνοι” είχε υιοθετήθεί ήδη από τον 16ο αιώνα υποδεικνύοντας τους αυτόχθονες), καταργήθηκε το 1821, όταν το Μεξικό απέκτησε την ανεξαρτησία του. Θύλακες αυθεντικών απογόνων των Αζτέκων (και όχι μιγάδων) υπήρχαν στις παρυφές της Πόλης του Μεξικού, χονδρικά έως τη δεκαετία του 1940. Με την πάροδο του χρόνου απομηζύθηκαν από τη χοάνη της μεγαλούπολης των 20 και πλέον εκατομμυρίων κατοίκων.

Diego Rivera: Epopeya del pueblo mexicano, τοιχογραφία (1929-1935), Palacio Νacional de Méxicο, México D.F.

The Aztecs: The End of the Aztec Empire

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Hernán Cortés, Letters from Mexico, μετάφραση και επιμέλεια Anthony Pagden, Λονδίνο, 1972.

² Jacques Soustelle, Les Aztèques, Παρίσι, Presses Universitaires de France, 1970, σελ. 120.

³ Serge Gruzinski, The Aztecs: The Rise and Fall of an Empire, Λονδίνο, Thames and Hudson. 1992, σελ. 106.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Berdan, Frances (1982). The Aztecs of Central Mexico: An Imperial Society. Case Studies in Cultural Anthropology. Νέα Υόρκη: Holt, Rinehart & Winston.

Carrasco, David (1999). City of Sacrifice: The Aztec Empire and the Role of Violence in Civilization. Βοστώνη: Beacon Press.

Davies, Nigel (1973). The Aztecs: A History. Λονδίνο: Macmillan.

Díaz del Castillo, Bernal (1963) [1632]. Historia verdadera de la conquista de la Nueva España (Τhe Conquest of New Spain). Penguin Classics. J. M. Cohen (μετάφραση). Χάρμοντσγουορθ, Αγγλία: Penguin Books.

Gibson, Charles. (1964). The Aztecs Under Spanish Rule. Στάνφορντ: Stanford University Press.

Gruzinski, Serge (1992). The Aztecs: The Rise and Fall of an Empire. Λονδίνο: Thames and Hudson.

Soustelle, Jacques (1961). Daily Life of the Aztecs:On the Eve of the Spanish Conquest. Patrick O’Brian (Μετάφραση). Λονδίνο: Phoenix Press.

Soustelle, Jacques (1970). Les Aztèques. Παρίσι, Presses Universitaires de France.

Townsend, Richard F. (2000). The Aztecs. Λονδίνο: Thames & Hudson.

 

 

 

 

 

 

Kωνσταντίνος Διώγος: Ο πόλεμος μετά τον Πόλεμο: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην Εκστρατεία της Ουκρανίας (1918-1919).

Kωνσταντίνος Διώγος

Ο πόλεμος μετά τον Πόλεμο: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην Εκστρατεία της Ουκρανίας (1918-1919).[1]

 

  1. Τα οικονομικά συμφέροντα της Γαλλίας στην Ουκρανία και η πολιτική της έναντι του Μπολσεβικισμού.

Τα οικονομικά συμφέροντα και οι κεφαλαιακές επενδύσεις της Γαλλίας στη Ρωσία είχαν μακρύ παρελθόν και αποτελούσαν ακρογωνιαίο λίθο των διμερών σχέσεων των δύο χωρών.[2] Η ανάγκη της τσαρικής εξουσίας, στα τέλη του 19ου αιώνα, για κεφάλαια για την προώθηση ενός προγράμματος ταχείας εκβιομηχάνισης είχε οδηγήσει σε μια ιλιγγιώδη επέκταση των γαλλικών επενδύσεων στη ρωσική κεφαλαιαγορά, στη βιομηχανία, στον τραπεζικό και ασφαλιστικό τομέα.[3] Προκειμένου να ισχυροποιήσει αυτή τη σχέση, η γαλλική κυβέρνηση είχε ενθαρρύνει την επέκταση αυτών των επενδύσεων. Οι μεγαλύτερες γαλλικές τράπεζες όπως η Société Générale, η Banque de Paris et des Pays-Bas και η Banque de l’ Union Parisienne, μεγάλα βιομηχανικά συγκροτήματα και γάλλοι κεφαλαιούχοι είχαν επενδύσει τεράστια ποσά, έως το 1914, σε κάθε λογής επιχειρήσεις, σε ρωσικές τράπεζες, σε εξορυκτικές, μεταλλουργικές και βιομηχανικές μονάδες, συγκεντρωμένες οι περισσότερες στην περιοχή της Ουκρανίας και στην κοιλάδα του Δον.[4] Η γαλλική ηγεσία έκρινε τις επενδύσεις αυτές ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της πολιτικής και οικονομικής επιρροής της στη Ρωσία και επεδίωξε με κάθε μέσο την προστασία τους σε όλη τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Από την άλλη οι Μπολσεβίκοι, μετά την άνοδό τους στην εξουσία το 1917, θεώρησαν αυτές τις επενδύσεις ως μία ακόμη έκφανση του δυτικού ιμπεριαλισμού στην προσπάθειά σφετερισμού του πλούτου της Ρωσίας προς όφελος μιας μικρής ομάδας ξένων και ρώσων κεφαλαιούχων. Προχώρησαν, έτσι, το Φεβρουάριο του 1918, στην κατάργηση των τσαρικών χρεών και στη σταδιακή εθνικοποίηση του τραπεζικού και βιομηχανικού κλάδου της οικονομίας.[5] Αυτές οι ενέργειες εξάλειψαν, αυτοστιγμεί, επενδύσεις ετών και οδήγησαν εκατοντάδες γάλλους κεφαλαιούχους στην απόγνωση, μετατρέποντάς τους αυτομάτως σε ένθερμους θιασώτες της πολιτικής για βίαιη ανατροπή του σοβιετικού καθεστώτος και σε ισχυρό μοχλό πίεσης προς την κυβέρνηση.

“O σύντροφος Λένιν σκουπίζει την υδρόγειο”. Γελοιογραφία εποχής.

Από την άνοιξη του 1918, ιδιαίτερα μετά και την υπογραφή της ειρήνης του Brest – Litovsk (3 Μαρτίου), άρχισαν να επικρατούν στο γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών οι φωνές εκείνες που θεωρούσαν τους Μπολσεβίκους ως πρωτεύουσα απειλή για τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της χώρας. Προωθήθηκε έτσι σταδιακά η ιδέα της άμεσης στρατιωτικής επέμβασης με σκοπό την προστασία αυτών των συμφερόντων και τη διατήρηση της προπολεμικής γαλλικής επιρροής στη Ρωσία. Για το λόγο αυτό η γαλλική κυβέρνηση αναζήτησε ερείσματα στις αντεπαναστατικές εκείνες δυνάμεις που θα μπορούσαν να αγωνιστούν για την ανατροπή του σοβιετικού καθεστώτος και παράλληλα να εγγυηθούν, όπως και στο παρελθόν, την εξασφάλιση της προνομιούχου πολιτικής και οικονομικής της θέσης.

Παράλληλα και η Βρετανία προωθούσε τα δικά σχέδια για τη διασφάλιση των οικονομικών της συμφερόντων στις πετρελαιοφόρες περιοχές του Καυκάσου και στη Γεωργία. Άλλωστε οι δύο σύμμαχοι, ήδη από τον Οκτώβρη του 1917, είχαν χωρίσει τη Ρωσία σε «επιχειρησιακές σφαίρες», που αντιστοιχούσαν στα ιδιαίτερα γεωστρατηγικά και οικονομικά τους συμφέροντα.[6] Όσο ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του η γαλλο-βρετανική συνεργασία για τα ρωσικά θέματα ατονούσε και έδινε τη θέση της σε έναν αυξανόμενο ανταγωνισμό για την εξασφάλιση προνομιούχου θέσης στο μεταπολεμικό status quo. Η αναπάντεχα γρήγορη κατάρρευση της Γερμανίας στο Δυτικό Μέτωπο, το φθινόπωρο του 1918, το άνοιγμα των Στενών της Κωνσταντινούπολης και η πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα έθεσε τα γαλλικά σενάρια στρατιωτικής επέμβασης στη Ρωσία σε πιο ρεαλιστική βάση.

 

  1. Η οριστικοποίηση της απόφασης της Γαλλίας για επέμβαση στην Ουκρανία (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1918).

Η αποφασιστικότητα της γαλλικής κυβέρνησης να προχωρήσει στην υλοποίηση της επεμβατικής πολιτικής φάνηκε ξεκάθαρα το Νοέμβριο του 1918, όταν και αρνήθηκε ασυζητητί κάθε πρόταση συνδιαλλαγής της σοβιετικής ηγεσίας. Ο Lenin, αντιλαμβανόμενος ότι το τέλος του πολέμου θα έστρεφε τις δυνάμεις της Αντάντ κατά του σοβιετικού καθεστώτος, φάνηκε πρόθυμος να προχωρήσει σε πολιτικές και οικονομικές παραχωρήσεις, να διαπραγματευτεί ακόμη και το ζήτημα των χρεών, προκειμένου να κερδίσει πολύτιμο χρόνο ώστε να ισχυροποιήσει την εξουσία του.[7] Παρόλ’ αυτά, το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών έκρινε ότι χρονοτριβώντας άσκοπα το μόνο που κατάφερνε ήταν να διευκολύνει τους σοβιετικούς στην «εξαγωγή» της επανάστασης. Η ίδια αντίληψη επικράτησε και λίγους μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 1919, όταν η γαλλική κυβέρνηση αποθάρρυνε τις τελευταίες προσπάθειες συνδιαλλαγής μεταξύ Μπολσεβίκων και Λευκών αντεπαναστατών, «τορπιλίζοντας» την επικείμενη συνάντηση στα Πριγκιποννήσια.[8]

Προκειμένου να νομιμοποιήσει στην κοινή γνώμη την επικείμενη επέμβαση στη Ρωσία, η κυβέρνηση Clemenceau απέδωσε ιδεολογικά χαρακτηριστικά στη σύγκρουση με τους Μπολσεβίκους. Ο Μπολσεβικισμός παρουσιαζόταν στο γαλλικό κοινοβούλιο και τον Τύπο ως η μάστιγα της ανθρωπότητας και οι Γάλλοι ως υπερασπιστές της ελευθερίας του ρωσικού λαού. Ο Clemenceau δεχόταν ισχυρές πιέσεις στο εσωτερικό από κεφαλαιούχους που είχαν ενθαρρυνθεί στο παρελθόν να επενδύσουν μεγάλα ποσά στη ρωσική οικονομία.[9] Πιέσεις ασκούνταν και από τσαρικούς «εμιγκρέδες» στο Παρίσι, που προσδοκούσαν στη σύμπραξη μιας μεγάλης δύναμης για την παλινόρθωσή τους. Η γαλλική κυβέρνηση στόχευε όχι μόνο σε ανταλλάγματα για τις ζημίες που υπέστησαν οι επενδυτές της, αλλά κυρίως στο άνοιγμα νέων αγορών στη Νότια Ρωσία για τα βιομηχανικά προϊόντα της και στην εξασφάλιση μιας σίγουρης και σταθερής πηγής πρώτων υλών και σίτου, απαραίτητη για την ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης από τον πόλεμο οικονομίας.[10]

Ταυτόχρονα αναζητήθηκαν στρατιωτικά και πολιτικά ερείσματα στους Λευκούς αντεπαναστάτες, στο όνομα των οποίων θα πραγματοποιούνταν, άλλωστε, η εκστρατεία. Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, Γαλλία και Βρετανία συμφωνούσαν σε ένα: ότι η επιστροφή σε ένα αντιδραστικό τσαρικό καθεστώς δεν αποτελούσε επιλογή για τη σταθερότητα του μεταπολεμικού κόσμου. Για το λόγο αυτό προτιμούσαν την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος κοντά στα πρότυπα των δυτικών αστικών δημοκρατιών, που θα στηριζόταν οικονομικά στις Μεγάλες Δυνάμεις και θα εγγυάτο την αποπληρωμή των χρεών και την αναπαραγωγή των σχέσεων εξάρτησης με αυτές. Οι «Εθελοντές» του στρατηγού Denikin στη ΝΑ Ρωσία παρείχαν αυτές τις εγγυήσεις.[11] Ο στρατός αυτός άρχισε να συγκροτείται στις αρχές του 1918 από τσαρικούς αξιωματικούς, κάτω από τις διαταγές των στρατηγών Kornilov, Alekseyev και Denikin.[12] Ο αναπάντεχος θάνατος των δύο πρώτων ανέδειξε τον Denikin, έναν αξιωματικό από φτωχή οικογένεια που είχε περάσει όλη του τη ζωή στο στρατό και είχε γαλουχηθεί στις αξίες του μεγαλορωσικού εθνικισμού, ως αδιαμφισβήτητο ηγέτη των Λευκών.[13] Μετά από μια πορεία γεμάτη περιπέτειες και ηρωισμούς ο Denikin κατόρθωσε, έως το φθινόπωρο του 1918, να συγκροτήσει μια σχετικά αξιόμαχη δύναμη με κέντρο το Εκατερινοδάρ και το Νοβοροσίσκ στην περιοχή του Κουμπάν. Μαζί του συστρατεύτηκαν και οι Κοζάκοι της κοιλάδας του Δον, του στρατηγού Krasnov.[14]

Anton Denikin (1872 –1947).

Για να υλοποιήσει τα επεμβατικά της σχέδια η Γαλλία χρειαζόταν αξιόμαχους συμμάχους, καθώς δεν μπορούσε να φέρει μόνη της το επιχειρησιακό βάρος. Οι γάλλοι στρατιώτες, ύστερα από τέσσερα χρόνια εξαντλητικού πολέμου, παρουσιάζονταν εξαιρετικά απρόθυμοι στην προοπτική ανοίγματος ενός νέου μετώπου.[15] Ο Γενικός Διοικητής της Μακεδονίας, Κωνσταντίνος Αδοσίδης, ανέφερε σχετικά με το ηθικό των γαλλικών στρατευμάτων: «ενταύθα Γαλλικόν Στρατηγείον δεν αποβλέπει ευχαρίστως εις μελετωμένην εκστρατείαν […] έχω λόγους νομίζω ότι τοιαύτη διάθεσις δεν είναι άσχετος και προς δυσφορίαν ην εξέφρασαν γαλλικά στρατεύματα μεταβώσι Ρωσσίαν».[16]

Με τη σταθερή άρνηση της Βρετανίας να εμπλακεί σε μια μακροχρόνια και αβέβαιη επιχείρηση που μπορεί να οδηγούσε σε αποσταθεροποίηση στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών, η χρήση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων προέβαλλε ως ιδανική λύση. Ο ελληνικός στρατός δεν ήταν καταπονημένος από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και διέθετε επαρκή οργάνωση και συνοχή. Η απόφαση για συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία ήταν μια πολιτική επιλογή του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, με στόχο την ενίσχυση του φιλοσυμμαχικού προφίλ της χώρας, σε μια περίοδο που η τύχη των ελληνικών εδαφικών διεκδικήσεων βρισκόταν υπό ανοικτή διαπραγμάτευση στο Συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι.

 

  1. Η απόφαση Βενιζέλου για συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία.

Στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η αναλογία ενεργούς συμμετοχής στη συμμαχική νίκη και μεταπολεμικών κερδών επρόκειτο να αποτελέσει τον «χρυσό κανόνα» για τη διαμόρφωση του μεταπολεμικού κόσμου.[17] Ο Ελευθέριος Βενιζέλος αναγνώριζε ότι με όρους ρεαλιστικής πολιτικής η στρατιωτική συνεισφορά της Ελλάδας στο Μακεδονικό Μέτωπο, αν και αξιόμαχη, κρινόταν ανεπαρκής, προκειμένου να στηρίξει τις εθνικές διεκδικήσεις.[18] Το επιχείρημα ότι η Ελλάδα, εισερχόμενη στον πόλεμο την «δωδεκάτην σχεδόν ώραν» και έχοντας υποστεί τις λιγότερες θυσίες, δεν δικαιούταν να εγείρει σημαντικές μεταπολεμικές αξιώσεις, αποτελούσε ένα πρόβλημα πολιτικό για την κυβέρνηση, η οποία καλούνταν άμεσα να το υπερβεί.[19]

Στις αρχές Νοεμβρίου 1918, ο Βενιζέλος είχε ελάχιστους λόγους να αισθάνεται αισιόδοξος αναφορικά με την πραγμάτωση των αλυτρωτικών οραμάτων. Ανατολική Μακεδονία, Δυτική και Ανατολική Θράκη, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Βόρεια Ήπειρος, Δωδεκάνησα, Κύπρος, όλα τα μεγάλα εθνικά μέτωπα ήταν ανοιχτά, εκκρεμή και υπό συνεχή διαπραγμάτευση. Σε αυτή την πολυσύνθετη διπλωματική συγκυρία συνέπεσε η πρόταση της Γαλλίας για συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας.[20] Η αντίδραση του Βενιζέλου στη γαλλική πρόταση ήταν δηλωτική της διπλωματικής θέσης της χώρας καθώς και της ιδιοσυγκρασίας του πολιτικού. Ως κατεξοχήν πολιτικός «διαίσθησης» και «ενστίκτου», τάχθηκε σχεδόν αυτόματα υπέρ της ελληνικής συμμετοχής, δίνοντας εντολή στον πρέσβη στο Παρίσι, Άθω Ρωμάνο να διαβιβάσει στον Clemenceau ότι: «ο ελληνικός στρατός είναι εις διάθεσιν των Συμμάχων και δύναται χρησιμοποιηθή διά κοινόν αγώνα πανταχού όπου αποστολή του ήθελε κριθή αναγκαία».[21] Στις 27 Νοεμβρίου 1918 ο Βενιζέλος συναντήθηκε στο Παρίσι με τον Clemenceau και επιδίωξε την απόσπαση εγγυήσεων για υποστήριξη της Γαλλίας στο ζήτημα της Θράκης και για, υπό προϋποθέσεις, ευμένεια στο ζήτημα της Σμύρνης. Αυτή ήταν η γαλλική προφορική «αντιπροσφορά» για την ελληνική συμμετοχή στη σχεδιαζόμενη εκστρατεία.

Ελευθέριος Βενιζέλος (1864-1936).
Georges Clemenceau (1841-1929).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Βενιζέλος, θέλοντας να ακολουθήσει την αρχή της ισομερούς συνεργασίας με τις δύο δυτικές Δυνάμεις, Βρετανία και Γαλλία, δεν σταμάτησε να προβάλλει τον «συμμαχικό» χαρακτήρα της ελληνικής συμμετοχής. Ωστόσο, η εκστρατεία της Ουκρανίας μόνο κατ’ επίφαση αποτελούσε «συμμαχική» επιχείρηση. Μπορεί να τύγχανε συμμαχικής έγκρισης, αποτελούσε, όμως, ένα σχέδιο καθαρά γαλλικής έμπνευσης, που εξυπηρετούσε πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα μέσα στη γαλλική ζώνη επιχειρήσεων στη Νότια Ρωσία. Αυτός ο απροκάλυπτα μονομερής χαρακτήρας των επιχειρήσεων αποτελούσε για τον Βενιζέλο ανεπιθύμητη εξέλιξη,[22] γεγονός που τον έκανε ιδιαίτερα επιφυλακτικό.[23] Ο Ρωμάνος, που εξελίχθηκε τελικά σε έναν από τους πλέον ένθερμους υποστηρικτές της συμμετοχής στην εκστρατεία, συνέβαλε αποφασιστικά στην οριστικοποίηση της απόφασης. Θορυβημένος από την αναποφασιστικότητα του πρωθυπουργού, σκιαγράφησε με τα μελανότερα χρώματα τον κίνδυνο διπλωματικής απομόνωσης από τη Γαλλία, σε περίπτωση άρνησης,[24] υποστηρίζοντας με έμφαση την ανάγκη προβολής στον γαλλικό Τύπο της ελληνικής εμπλοκής, με σκοπό την καλλιέργεια ευμενούς κλίματος στην κοινή γνώμη.[25] Έτσι, ήταν ξεκάθαρο πως η τελική απόφαση περνούσε αναπόφευκτα μέσα από το πρίσμα των διμερών ελληνογαλλικών σχέσεων. Ο Βενιζέλος, αναλογιζόμενος τους διπλωματικούς κινδύνους, συναίνεσε τελικά στην αποστολή δύο Μεραρχιών, συνολικής δύναμης 23.351 ανδρών. Σε αυτές συμμετείχε η αφρόκρεμα των βενιζελικών αξιωματικών, που λίγους μήνες αργότερα θα πρωταγωνιστούσαν και στη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Η κατάσταση στην Ουκρανία (Νοέμβριος 1918 – Μάρτιος 1919).

 

  1. Το γαλλικό επιχειρησιακό σχέδιο και η κατάσταση στην Οδησσό.

Το γαλλικό επιχειρησιακό σχέδιο προέβλεπε την κατάληψη της Οδησσού και της Κριμαίας και τη δημιουργία μιας ευρείας αντεπαναστατικής ζώνης στη Νότια Ρωσία, με στόχο να δοθεί στο στρατό των Εθελοντών ο απαραίτητος χώρος και χρόνος, ώστε να οργανωθεί καλύτερα και να επιδιώξει στο μέλλον κάποια αντεπίθεση. Με φανερή, όμως, την έλλειψη αξιόμαχων δυνάμεων, αυτός ο «ακήρυχτος πολέμος» κατά των Μπολσεβίκων απέκτησε χαρακτήρα αμυντικό και θνησιγενή, αφού μετατρεπόταν σε επιχείρηση μακροχρόνια, επίπονη και αβέβαιη. Η επιτυχία της προϋπέθετε ισχυρά τοπικά ερείσματα, που τόσο οι Γάλλοι όσο και ο Denikin στερούνταν. Οι πρώτοι μήνες της επέμβασης χαρακτηρίστηκαν από ατολμία και έλλειψη σαφούς σχεδίου δράσης, καθώς οι Γάλλοι δεν είχαν ξεκάθαρη απάντηση στο πολιτικό πρόβλημα της Ουκρανίας ούτε αποκρυσταλλωμένη θέση για το πώς θα διαχειρίζονταν τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ Ουκρανών και Ρώσων Αντεπαναστατών.

Παράλληλα τα προβλήματα στην πόλη της Οδησσού συνεχώς αυξάνονταν. Η οικονομική κατάσταση εντός της γαλλικής ζώνης επιχειρήσεων ήταν οικτρή. Η αγροτική παραγωγή ήταν μειωμένη στο ελάχιστο, η βιομηχανία είχε σταματήσει και φόροι δεν εισπράττονταν από πουθενά.[26] Στην Οδησσό οι τράπεζες είχαν κλείσει και κάθε εμπορική δραστηριότητα είχε παραλύσει. Βασικά είδη διατροφής, όπως το σιτάρι, και πρώτες ύλες, όπως το κάρβουνο και το πετρέλαιο, βρίσκονταν σε ανεπάρκεια.[27] Το συγκοινωνιακό δίκτυο που συνέδεε την πόλη με την αγροτική ενδοχώρα υπολειτουργούσε, εξαιτίας της έλλειψης καυσίμων. Αποτέλεσμα ήταν η εμφάνιση σοβαρού επισιτιστικού προβλήματος, μιας και η τροφοδοσία μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μέσω της θαλάσσιας οδού.

Γάλλοι στρατιώτες στους δρόμους της Οδησσού στις αρχές του 1919.

Η πόλη, άλλωστε, είχε ξεπεράσει κατά πολύ τη δημογραφική αντοχή της, καθώς είχαν συρρεύσει εκεί τους προηγούμενους μήνες χιλιάδες πρόσφυγες από διάφορα μέρη της Ρωσίας, εξαιτίας του επαναστατικού αναβρασμού, ανεβάζοντας τον αριθμό των κατοίκων σε πάνω από ένα εκατομμύριο.[28] Ολόκληρη η Ρωσία είχε πλημμυρίσει με υποτιμημένα ρούβλια και η διαφθορά κυριαρχούσε σε όλες τις συναλλαγές.[29] Απότοκο αυτής της κατάστασης ήταν η υψηλή ανεργία, ο πληθωρισμός και η ακρίβεια, με τις τιμές να εκτινάσσονται στα ύψη και τη μαύρη αγορά να οργιάζει. Συγχρόνως η εγκληματικότητα είχε αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε καθίστατο επικίνδυνη η κίνηση στη διάρκεια της ημέρας και αδύνατη τη νύχτα, εξαιτίας των ληστειών.

Μπορεί η οικονομική και εμπορική ζωή στην πόλη να είχε παραλύσει, δε συνέβαινε όμως το ίδιο και με την κοινωνική. Οι πρόσφυγες που είχαν συρρεύσει εκεί, στην πλειοψηφία τους αξιωματούχοι του πρώην τσαρικού καθεστώτος, πλούσιοι αστοί και επιχειρηματίες, δημόσιοι υπάλληλοι, αξιωματικοί διαφόρων βαθμίδων και «εκπεσόντες» αριστοκράτες δυσκολεύονταν να εγκαταλείψουν τις διασκεδάσεις τους. Άλλωστε η πόλη με τα πολυτελή θέατρα και την όπερα, τα καφέ, τα εστιατόρια και τους οίκους ανοχής παρείχε τέτοιες δυνατότητες. Έτσι η Οδησσός παρουσίαζε την εικόνα ενός περίεργου αμαλγάματος εξαθλίωσης και πολυτέλειας, με «…πολυβόλα εις τα καίρια σημεία της πόλεως και ρωσικά μπαλέτα εις τα πολυθόρυβα κέντρα της», όπως πολύ εύστοχα σημείωνε ο στρατηγός Νίδερ.[30]

 

  1. Η δράση των ελληνικών δυνάμεων (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1919) – Τα πρώτα προβλήματα.

Στα μέσα Ιανουαρίου 1919 στην Οδησσό υπήρχαν δύο γαλλικές Μεραρχίες, «σκιά της πραγματικής των δυνάμεως»,[31] ο στρατός των Εθελοντών που δεν ξεπερνούσε τις 3.000, «ανάξιος λόγου στρατιωτικά», σύμφωνα με τις αναφορές ελλήνων αξιωματικών, καθώς και η 4η πολωνική Μεραρχία, με φανερά αισθήματα αντιπάθειας προς τους Ρώσους και έκδηλη επιθυμία επαναπατρισμού. Η έλλειψη δυνάμεων έκανε επιτακτική τη μεταφορά των πρώτων ελληνικών στρατευμάτων. Από τα μέσα Ιανουαρίου μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου 1919 οι ελληνικές δυνάμεις άρχισαν να καταφθάνουν με γοργούς ρυθμούς. Οι διοικητές των Μεραρχιών και ο αρχηγός του Εκστρατευτικού Σώματος, στρατηγός Κωνσταντίνος Νίδερ, δεν ακολούθησαν τις μονάδες και παρέμειναν στη Θεσσαλονίκη. Κατά συνέπεια, για χρονικό διάστημα άνω των δύο μηνών, οι Έλληνες κλήθηκαν να πολεμήσουν χωρίς την καθοδήγηση των «φυσικών ηγητόρων» τους, γεγονός που δημιούργησε πολλά προβλήματα.[32] Η ηγεσία του εκστρατευτικού σώματος δεν είχε πρόσβαση σε καμία πληροφορία σχετικά με την κατάσταση στη Ρωσία και το γενικότερο επιχειρησιακό σχεδιασμό. Αγνοούσε ακόμη και τους λιμένες αποβίβασης, οι οποίοι καθορίζονταν εν πλω, μετά το πέρασμα από την Κωνσταντινούπολη από τις εκεί εγκατεστημένες γαλλικές αρχές. Το έλλειμμα αυτό πληροφόρησης και επικοινωνίας στιγμάτισε την ελληνική παρουσία καθ’ όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων.

Με την άφιξή τους οι ελληνικές μονάδες ανέλαβαν σχεδόν αποκλειστικά την επέκταση της γαλλικής ζώνης κατοχής στη γραμμή Χερσώνα – Νικολάιεφ – Μπερεζόφκα. Με την κατάληψη των τριών αυτών πόλεων οι συμμαχικές δυνάμεις άγγιξαν τα ακρότατα όρια της αντοχής τους, σχετικά με τις δυνατότητες επέκτασης της ζώνης επιχειρήσεων. Οποιαδήποτε άλλη σκέψη για προώθηση προς το εσωτερικό καθίστατο απαγορευτική, καθώς δεν υπήρχαν διαθέσιμες ενισχύσεις. Μια απλή ματιά στο χάρτη φανέρωνε ότι ο ελληνικός στρατός είχε αναλάβει σχεδόν αποκλειστικά την άμυνα της Οδησσού, αφού είχε διοχετευτεί στην πρώτη γραμμή όλων των επιμέρους μετώπων. Η γαλλική διοίκηση έκρινε σκόπιμο τον κατακερματισμό και τη διασπορά των ελληνικών μονάδων σε περιοχές μακριά από τη βάση της Οδησσού. Αυτό προβλημάτισε τους διοικητές των μονάδων, που έβλεπαν να καλύπτονται με κόστος ελληνικό, επιχειρησιακές ελλείψεις των Γάλλων και των Εθελοντών, οι οποίοι είχαν και την αποκλειστική ευθύνη της εκστρατείας. Κάτω από αυτούς τους όρους η δράση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος δεν ήταν απλά επικουρική, όπως προσδοκούσε ο Βενιζέλος, αλλά πρωταγωνιστική, γεγονός που εξέθετε σε κίνδυνο τον ελληνισμό της περιοχής. Πράγματι οι Έλληνες της Οδησσού είχαν υποδεχτεί τον ελληνικό στρατό ως «απελευθερωτικό», γεγονός που τους εξέθετε στα μάτια των Μπολσεβίκων.

Η συμφωνία συμμετοχής προέβλεπε την υπαγωγή των ελληνικών δυνάμεων σε γαλλική διοίκηση, εφόσον συγκροτούνταν μικτές μονάδες. Ωστόσο, η αναλογία γαλλικών και ελληνικών δυνάμεων υπήρξε ιδιαίτερα ανισομερής, με τους Έλληνες να αποτελούν τα 2/3 και προς το τέλος των επιχειρήσεων ακόμη και τα 3/4 των μικτών αποσπασμάτων.[33] Ο κατακερματισμός και η διασπορά των ελληνικών μονάδων μακριά από την Οδησσό, η έλλειψη επικοινωνίας με τις διοικήσεις και η συχνά αυταρχική συμπεριφορά των γάλλων αξιωματικών υποδαύλισε αισθήματα δυσαρέσκειας στις τάξεις των Ελλήνων, που αισθάνονταν ότι λειτουργούσαν όχι ως ισότιμοι σύμμαχοι, αλλά ως υποτελείς των Γάλλων. Χωρίς καθοδήγηση από την Ελλάδα και με έλλειμμα πληροφόρησης από την πλευρά της γαλλικής διοίκησης αναφορικά με τη σκοπιμότητα των επιχειρήσεων, η ελληνική διοίκηση γρήγορα βρέθηκε σε αδιέξοδο και οι σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Γάλλων οξύνθηκαν σε βαθμό επικίνδυνο.

Έλληνες στρατιώτες στην Μεσημβρινή Ρωσία.

Τα αισθήματα εγκατάλειψης τροφοδοτήθηκαν και από μια σειρά άλλων προβλημάτων, όπως το ζήτημα της αποστράτευσης, την έλλειψη αλληλογραφίας με την Ελλάδα και τις σκληρές κλιματολογικές συνθήκες, σε μια χώρα άγνωστη και αφιλόξενη, της οποίας η πλειοψηφία των κατοίκων αντιμετώπιζε με εχθρότητα την επέμβαση των ξένων δυνάμεων. Όλα τα παραπάνω επέδρασαν καταλυτικά στην ψυχολογία των ανδρών. Παντού κυριαρχούσε ένα αίσθημα ανασφάλειας και μια διάχυτη ματαιότητα, εξαιτίας της αδυναμίας κατανόησης της πολιτικής σκοπιμότητας που υπαγόρευε την εμπλοκή στην εκστρατεία. Οι αναφορές του διοικητή του 34ου συντάγματος πεζικού Χρήστου Τσολακόπουλου ήταν συγκλονιστικές και αποτύπωναν με τον πιο εύγλωττο τρόπο την απόγνωση των Ελλήνων:

Οι άνδρες καταπονούνται και ευρίσκονται διαρκώς εν κινδύνω. Δυσφορούν πολύ, μη βλέποντες άλλον στρατόν Συμμαχικόν ή Ελληνικόν να έρχεται και θεωρούν εαυτούς εγκαταλελειμμένους […] ουδεμία πρόνοια σοβαρά ανάλογος της καταστάσεως λαμβάνεται και τα πάντα βαίνουν μοιραίως και τυχαίως. Δεν έχω καμμίαν είδησιν περί των τμημάτων μου, άτινα διαθέτει η Γαλλική Διοίκησις εις μεγάλας εντεύθεν αποστάσεις, χωρίς να μου λέγει προς τίνα σκοπόν αποστέλλονται και δια πόσον χρόνον. Ούτε έχω πλέον καμμίαν διοίκησιν ή επικοινωνία μετ’ αυτών. […] Ουδέποτε μοι εδόθη σαφής και αληθώς στρατιωτική διαταγή, ούτε διεφωτίσθην από τους αρμοδίους περί της καταστάσεως […] Ουδέν μέτρον λαμβάνεται σοβαρόν εν τη πόλει. Πλήρης Αναρχία. Δια μίαν έτι φοράν διαμαρτύρομαι δια την κατάστασιν ταύτην και παρακαλώ θερμώς να ληφθώσι σύντονα μέτρα υπέρ του στρατού μας, όστις είνε ανάξιος τοιαύτης τύχης. Έφθασα εις το σημείον, πέραν του οποίου θα σκεφθώ, εάν πρέπη τυφλώς να υπακούω εις ασαφείς, επικινδύνους και υπόπτους διαταγάς ανθρώπων μη γνωριζόντων τι κάμνουν και τι θέλουν. Θα σκεφθώ πλέον πως θα αποθάνω και εγώ και εκείνοι, που μου ενεπιστέφθητε […] Εάν αυτό που γίνεται είνε πολιτική (που δεν το πιστεύω) είνε άτιμον και δεν θα το εννοήσω ποτέ. […] Εννοώ κάλλιστα τα εθνικά συμφέροντα, δια τα οποία τοσάκις έχυσα το αίμα μου και δια τούτο υπέμεινα μέχρι αυτού του αξιοθρηνήτου σημείου. Αλλά δεν αντέχω πλέον. Εάν δε σταλή άλλος Ελληνικός στρατός ενταύθα, παρακαλώ να με αντικαταστήσετε, διότι φοβούμαι μήπως κάμμω καμμίαν ζημίαν. Άλλως τε και η υγεία μου είνε πολύ κακή πλέον. Εδοκίμασα όλας τας πικρίας. Φθάνει![34]

 

  1. Η υποχώρηση και ο επαναπροσδιορισμός της γαλλικής πολιτικής

Μέχρι τις αρχές Μαρτίου οι σχέσεις της γαλλικής διοίκησης με τους Εθελοντές είχαν διασαλευτεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να επηρεαστεί άμεσα η εξέλιξη των δύο σημαντικότερων μαχών, της Χερσώνας και της Μπερεζόφκα. Εναντίον των συμμαχικών δυνάμεων κινήθηκε ο περιβόητος Ataman Nikifor Grigoriev. Ντόπιος παραστρατιωτικός ηγέτης, μορφή τυχοδιωκτική, με μεγάλη επιρροή στον αγροτικό πληθυσμό, δε δίσταζε να αλλάζει εύκολα στρατόπεδα στη διάρκεια του

Προπαγανδιστική αφίσα των Μπολσεβίκων. Αναπαριστά τις επιχειρήσεις κατά του Ataman Nikifor Grigoriev.

Εμφυλίου.[35] Η μορφολογία του εδάφους καθόρισε και το είδος των μαχών. Δεν υπήρξαν σταθερά «μέτωπα», αλλά συγκρούσεις που χαρακτηρίστηκαν από μεγάλη κινητικότητα των μονάδων κατά μήκος των σιδηροδρομικών γραμμών, γύρω από τεθωρακισμένες αμαξοστοιχίες. Η νέα αυτή μορφή μάχης αποτελούσε πρωτόγνωρη εμπειρία για τους έλληνες αξιωματικούς, εντελώς διαφορετική από αυτή του Μακεδονικού Μετώπου. Στη μάχη της Χερσώνας η αναλογία 1/10 των αντιμαχομένων κατέστησε ανέφικτη κάθε προσπάθεια διατήρησης της πόλης υπό συμμαχικό έλεγχο. Το μέγεθος των απωλειών αποτέλεσε πραγματικό σοκ για την ελληνική διοίκηση, που σε καμία περίπτωση δεν ήταν προετοιμασμένη για τόσο μεγάλες θυσίες. Στα γράμματά τους αξιωματικοί και οπλίτες θεωρούσαν εαυτούς ως «πουλημένο κρέας» και περιέγραφαν την αποστολή στην Ουκρανία ως «άστοχον θυσίαν».[36] Η πτώση της Χερσώνας συμπαρέσυρε αυτήν του Νικολάιεφ και της Μπερεζόφκα, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας σειράς υποχωρητικών κινήσεων προς την Οδησσό.

Μετά από τις διαδοχικές αυτές ήττες η Οδησσός αποκόπηκε πλήρως από την ενδοχώρα. Με τις δυνάμεις τους σε οργανική αποσύνθεση οι Γάλλοι ήταν αναγκασμένοι να καταβάλουν κάθε προσπάθεια, ώστε να αποφύγουν μια στρατιωτική πανωλεθρία. Στις 20 Μαρτίου αποβιβάστηκε στην πολιορκούμενη πόλη ο Franchet d’ Espérey, αντικαθιστώντας το στρατηγό Henri Berthelot. Ο d’ Espérey αναδιοργάνωσε το σχέδιο άμυνας και πήρε όλα εκείνα τα μέτρα που προοιωνίζονταν την οριστική εγκατάλειψη της εκστρατείας. Στις 25 Μαρτίου, στο συμμαχικό συμβούλιο στο Παρίσι οι ηγέτες της Entente συμφώνησαν ομόφωνα να μη σπαταλήσουν άλλες δυνάμεις για τη διατήρηση μιας τόσο επισφαλούς θέσης. Έτσι, αποφασίστηκε η εκκένωση της Οδησσού και η παροχή στήριξης στη Ρουμανία, η οποία και αναγορεύτηκε σε νέο προπύργιο της μάχης κατά του Μπολσεβικισμού.

Henri Mathias Berthelot (1861–1931).
Louis Franchet d’ Espérey (1856-1942).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Με τον τρόπο αυτό η γαλλική κυβέρνηση προσανατολίστηκε στη δημιουργία ενός αμυντικού μετώπου, μιας αλυσίδας ανεξάρτητων κρατών από τη Βαλτική έως τη Μαύρη Θάλασσα, ως μέσο για την ανάσχεση του Μπολσεβικισμού.[37] Αυτή η «ζώνη απομόνωσης» (cordon isolateur) ή αλλιώς «ζώνη υγειονομική» (cordon sanitaire) κατά του «μικροβίου του Μπολσεβικισμού» είχε στόχο την επιβολή ενός ευρύ οικονομικού και εμπορικού αποκλεισμού (εμπάργκο), προκειμένου να οδηγήσει το σοβιετικό καθεστώς στην εξουθένωση και μοιραία στην πτώση.[38] Κατά συνέπεια, προτεραιότητα έπρεπε να δοθεί στην πολιτική και οικονομική στήριξη αυτών των όμορων προς τη Ρωσία κρατών.[39]

Η μάχη της Κουμπάνκα (22-23 Μαρτίου 1919).

 

  1. Η Αποστολή Νίδερ και η εκκένωση της Οδησσού.

Η παρούσα στην Ουκρανία ελληνική διοίκηση αγνοούσε τον επαναπροσδιορισμό της συμμαχικής πολιτικής. Ο Βενιζέλος, θορυβημένος από τις εξελίξεις, έδωσε από το Παρίσι εντολή στο στρατηγό Νίδερ να μεταβεί «άνευ αναβολής» στην Οδησσό, προκειμένου να αναλάβει προσωπικά τη διοίκηση του ελληνικού στρατού, να κρίνει τον βαθμό επικινδυνότητας των επιχειρήσεων και να μειώσει το ρίσκο για τον ελληνισμό.[40] Η αποστολή Νίδερ, που σημειωτέον αποτελούσε την πρώτη αλλά καθυστερημένη παρέμβαση του Βενιζέλου στα πράγματα, επανατοποθετούσε την ελληνική συμμετοχή σε νέες βάσεις. Τον Νίδερ ακολούθησαν και οι διοικητές των Μεραρχιών, υποστράτηγοι Βλαχόπουλος και Νεγρεπόντης. Ταυτόχρονα ξεκίνησε από τη Ρουμανία και ο Δενδραμής, ως πολιτικός εκπρόσωπος της Ελλάδας, με την εντολή να προστατεύσει τον ελληνισμό. Η μετάβαση της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας στο πεδίο των μαχών εγκαινίασε την τελευταία φάση της ελληνικής συμμετοχής στην εκστρατεία, η οποία και σφραγίστηκε με την εκκένωση της Οδησσού και την προσφυγοποίηση του ελληνικού πληθυσμού της. Στις 26 Μαρτίου η αποστολή Νίδερ έφτασε στην πολιορκούμενη Οδησσό, κυριολεκτικά στο «παρά πέντε» πριν την εκκένωση. Η διασπορά των ελληνικών δυνάμεων σε απομακρυσμένα σημεία αποστερούσε από το Νίδερ τη δυνατότητα οργανικού ελέγχου των ελληνικών τμημάτων. Ως μοναδικός πλέον στόχος προέβαλλε η απεμπλοκή του ελληνικού στρατού του με το μικρότερο δυνατό κόστος.

Κωνσταντίνος Νίδερ (1865-1942).

Στις 31 Μαρτίου 1919 η γαλλική διοίκηση ενημέρωσε τους προξένους των διαφόρων εθνοτήτων για την απόφαση εγκατάλειψης της εκστρατείας. Φυσικό επακόλουθο ήταν να προκληθεί πραγματικός πανικός στους κόλπους της ελληνικής κοινότητας, που αναζητούσε κάθε μέσο διαφυγής. Έως τις 5 Απριλίου το σύνολο των συμμαχικών στρατευμάτων είχε ξεκινήσει την αργή και κοπιαστική πορεία υποχώρησης προς τη Βεσσαραβία. Ταυτόχρονα περισσότεροι από 20.000 Έλληνες της Οδησσού επιβιβάζονταν σε καράβια με προορισμό την Ελλάδα.[41] Στις 6 Απριλίου ο Grigoriev εισήλθε θριαμβευτής στην πόλη. Με τον τρόπο αυτό δόθηκε οριστικό τέλος στην τετράμηνη κατοχή της Οδησσού από τις συμμαχικές δυνάμεις. Λίγες εβδομάδες μετά αποχώρησαν οι ελληνο-γαλλικές δυνάμεις και από την Κριμαία, συμπαρασύροντας κι εκεί μεγάλο μέρος του ελληνισμού, που εγκατέλειψε τη χερσόνησο φοβούμενη πιθανά αντίποινα από τους Κόκκινους.

Πορεία Μπολσεβίκων στην Οδησσό (Απρίλιος 1919).
  1. Συμπεράσματα

Αν εξαιρέσει κανείς τη Μικρασιατική Εκστρατεία, η ελληνική συμμετοχή στη συμμαχική επέμβαση στην Ουκρανία ήταν η μεγαλύτερη σε μέγεθος αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων σε επιχειρήσεις εκτός Ελλάδας, ξεπερνώντας ακόμη και τη συμμετοχή στον πόλεμο της Κορέας, τη δεκαετία του 1950. Οι συνολικές απώλειες του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος ανήλθαν σε 398 νεκρούς και 657 τραυματίες, μέγεθος μεγάλο συγκρινόμενο με τις αντίστοιχες απώλειες του Μακεδονικού Μετώπου (834 νεκροί, 3790 τραυματίες και 671 «εξαφανισθέντες»). Δεν ήταν άλλωστε τυχαίο που ο ίδιος ο Βενιζέλος χαρακτήρισε, εκ των υστέρων, την επιχείρηση ως «ανόητη».

Η συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας συγκεντρώνει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να τη χαρακτηρίσουν ως αντιηρωική. Η περιοχή όπου διεξήχθησαν οι επιχειρήσεις βρισκόταν έξω από κάθε ιδιαίτερο γαιοστρατηγικό συμφέρον της χώρας. Οι αξιωματικοί και οπλίτες, που πήραν μέρος σε αυτήν, δεν αισθάνθηκαν ποτέ ότι πολεμούσαν για κάποιο μεγάλο «εθνικό σκοπό», παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας να συνδέσει τη συμμετοχή με το αλυτρωτικό όραμα. Η κατάληξη των επιχειρήσεων σε απόλυτο οργανωτικό και στρατιωτικό φιάσκο και η γρήγορη απόσυρση των στρατευμάτων από την Οδησσό και την Κριμαία δεν περιποιούσε τιμή για κανέναν από τους συμμετέχοντες. Οι μεταγενέστερες κρίσεις για την εκστρατεία, οι οποίες κινήθηκαν σε ένα ευρύ φάσμα, από την πλήρη δικαίωσή της μέχρι τον απόλυτο αναθεματισμό της, φανέρωναν την αμηχανία για μια συνολική αποτίμηση των γεγονότων.[42]

Το σημαντικότερο ήταν ότι η εκστρατεία στην Ουκρανία, εμβόλιμη και συμπιεσμένη ανάμεσα σε δύο κορυφαίες στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας, τη συμμετοχή στο Μακεδονικό Μέτωπο και τη Μικρασιατική Εκστρατεία, πολύ γρήγορα επισκιάστηκε από αυτές. Αποτέλεσμα ήταν η υποβάθμιση της σημασίας στην ελληνική ιστοριογραφία και ο χαρακτηρισμός της ως μεμονωμένο στρατιωτικό επεισόδιο, «πρελούδιο» της μικρασιατικής περιπέτειας, με «αντίδωρο» τη Σμύρνη.[43] Η πραγματικότητα, ωστόσο, δεν ήταν τόσο απλουστευμένη. Η εκστρατεία της Ουκρανίας σηματοδότησε την κορύφωση μιας πολύπλευρης και πολυετούς πολιτικής, που έκανε χρήση όλων των μέσων, διπλωματικών και στρατιωτικών, με τελικό στόχο την εθνική και εδαφική ολοκλήρωση, όπως αυτή υπαγορευόταν από τα οράματα της Μεγάλης Ιδέας και εκφραζόταν μέσω του δόγματος των συμπλεόντων συμφερόντων με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία. Η τραγική της κατάληξη προκάλεσε ένα ακόμα κύμα προσφύγων, αυτή τη φορά από τη Νότια Ρωσία, θύματα των ανακατατάξεων και των κλυδωνισμών που έφερε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και τα απόνερά του.

Ο Κωνσταντίνος Διώγος είναι καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση και υποψήφιος διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Διετέλεσε επιστημονικός συνεργάτης του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα. Η μεταπτυχιακή διπλωματική του εργασία στο ΑΠΘ (2005) φέρει τον τίτλο Η Ελλάδα και η συμμετοχή της στην εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (1918-1919) .

 

[1] Το άρθρο αποτελεί μέρος της μεταπτυχιακής εργασίας με τίτλο: «Η Ελλάδα και η συμμετοχή της στην εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (1918-1919)», που εγκρίθηκε από τον τομέα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του ΑΠΘ το 2005, με επιβλέποντα καθηγητή τον κ. Ιωάννη Μουρέλο.

[2] Michael Jabara Carley, Revolution and Intervention. The French Government and the Russian Civil War 1717-1919, Kingston and Montreal: McGill-Queen ’s University Press, 1983, σ. 89-104. Πρβλ. και Jean Xydias, L’ intervention francaise en Russie, 1918-1919, Paris: Editions de France 1927.

[3] Olga Crisp, “French Investement in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Business History, (Liverpool) 2, (1960), 75-90 και της ιδίας, “Some Problems of French Investment in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Slavonic and East European Review, 35.84 (1956), 223-240. Για μια ολοκληρωμένη θεώρηση των επενδύσεων Γάλλων και Βρετανών στη Ρωσία βλ. Jennifer Siegel, For Peace and Money: French and British Finance in the Service of Tsars and Commissars, Oxford: Oxford University Press, 2014.

[4] René Girault, “Problèmes de l’ impérialisme économique francais en Russie a la veille de la première guerre mondiale”, Revue du Nord, 57.225 (avril-juin 1975), 123-131.

[5] Kim Oosterlinck, The Soviet Repudiation Puzzle, Brussels: Centre Emile Bernheim, 2004, σ. 7-22.

[6] Η συμφωνία είναι γνωστή στη διεθνή βιβλιογραφία ως “Anglo-French Convention 23/11/1917”. Η γαλλική κυβέρνηση αντιπροσωπεύτηκε στη συνάντηση από τους Clemenceau, στρατάρχη Foch και Pichon (νέο υπουργό εξωτερικών) και η βρετανική από τους Lord Milner (υπουργό πολέμου) και Robert Cecil (υπουργό αποκλεισμού). Για την πολιτική των Συμμάχων απέναντι στη Ρωσική Επανάσταση, από τον Οκτώβρη του 1917 έως τη Συνθήκη του Brest-Litovsk βλ. ενδεικτικά J. F. N. Bradley, “The Allies and Russia in the Light of French Archives (7 November 1917 – 15 March 1918)”, Soviet Studies, 16.2 (Oct., 1964), 166-185.

[7] J.M. Thompson, “Lenin’s Analysis of Intervention”, American Slavic and East European Review, 17.2 (April, 1958), 151-160.

[8] David Stevenson, The First World War and International Poltics, Oxford: Clarenton Press, 1999, σ. 239-241. Τόσο ο Lloyd George όσο και ο Woodrow Wilson ενθάρρυναν τη συνδιαλλαγή μεταξύ αντεπαναστατών και Μπολσεβίκων. Αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών ήταν η πρόταση, στις 23 Ιανουαρίου 1919, για κατάπαυση των εχθροπραξιών και σύγκληση συνδιάσκεψης στα Πριγκιποννήσια, με τη συμμετοχή όλων των αντιμαχόμενων παρατάξεων του ρωσικού εμφυλίου. Γάλλοι κυβερνητικοί παράγοντες, ωστόσο, «σαμποτάρισαν» αυτές τις ενέργειες, αποδεικνύοντας την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης Clemenceau να προχωρήσει στην υλοποίηση του σχεδίου της επέμβασης στην Ουκρανία. Τελικά η συνάντηση στα Πριγκιποννήσια δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

[9] Πολλοί Γάλλοι, κάτοχοι ρωσικών χρεογράφων, άρχισαν να σχηματίζουν από τις αρχές Αυγούστου 1918 Ενώσεις για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων τους στη Ρωσία. Οι πιο γνωστές από αυτές ήταν η “Commission Générale pour la Protection des intérêts francais en Russie”, η ‘‘Comité de Défense des porteurs de Fonds d’ Etat russes, de valeurs garanties par l’ Etat russe et d’ emprunts municipaux’’ και η ‘‘Comité de Défense des porteurs francais de valeurs industrielles et bancaires russes’’: Kim Oosterlinck, The Soviet Repudiation Puzzle, σ. 21-22.

[10] Michael Jabara Carley, Silent Conflict: A Hidden History of Early Soviet-Western Relations, Rowman & Littlefield, 2014, σ. 1-28.

[11] Evan Mawdsley, “The White Armies”, στο Edward Acton – Vladimir Cherniaev – William Rosenberg (επιμ.), Critical Companion to the Russian Revolution 1914-1921, Bloomington & Indianapolis: Indiana University Press, 1997, σ. 468-478.

[12] David R. Jones, “The Officers and the October Revolution”, Soviet Studies, 28.2 (Apr., 1976), 209-214∙ Arkady Borman, “My Meetings with White Russian Generals”, Russian Review, 27.2, (Apr., 1968), 215-224.

[13] Για τη ζωή και τη δράση του στρατηγού Denikin βλ. Peter Kenez, “A. I. Denikin”, Russian Review, 33.2 (April, 1974), 139-152∙ Dimitry V. Lehovich, “Denikin´ s Offensive”, Russian Review, 32.2 (April, 1973), 173-186.

[14] Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου των Εξωτερικών (στο εξής ΙΑΥΕ) /1919/Α/5/VI (6)/ Έκθεση Δενδραμή προς Υπουργείο Εξωτερικών, Ιάσιο, 13/26 Νοεμβρίου 1918, αρ. πρ. 738. Ο γραμματέας της ελληνικής πρεσβείας στο Βουκουρέστι Δενδραμής ανέβαζε, με κάποια υπερβολή, τοn συνολικό αριθμό των Εθελοντών σε 150.000 άνδρες. Η πραγματική του δύναμη, όμως, δεν πρέπει να ξεπερνούσε τις 80.000.

[15] ΙΑΥΕ/1919/Α/5/VI (6)/ Δενδραμής προς Πολίτη, Βουκουρέστι, 20 Νοεμβρίου/3 Δεκεμβρίου 1918, αρ. πρ. 747. Ο Δενδραμής, μεταφέροντας πληροφορίες του γάλλου στρατηγού Dessort από τη Ρουμανία ανέφερε: “la nouvelle de cette expédition n’ a pas été très bien reçue dans les rangs armés francaise. Le soldat francais vainqueur, las de quatre années de guerre, se voyant ainsi obligé entrer dans nouvelle campagne au moment ou les vaincus rejoignent leur foyer”.

[16] ΙΑΥΕ/1919/Α/4/Ι-Α/5/VI/ Αδοσίδης προς Υπουργείο Εξωτερικών, Θεσσαλονίκη, αχρονολόγητο, αρ. πρ. 42844.

[17] Για μια αναλυτική ερμηνεία της πολιτικής απόφασης του Βενιζέλου για συμμετοχή στην εκστρατεία βλ. Κωνσταντίνος Διώγος, «Περί ανοήτου ταύτης εκστρατείας… Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας (Νοέμβριος 1918 – Απρίλιος 1919)», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 14-15, (Ιαν., 2004), 109-138.

[18] Στη συμμαχική επίθεση του Σεπτεμβρίου 1918 η Ελλάδα κατόρθωσε να παρατάξει δύναμη 105.000 ανδρών, 34% του συνόλου των συμμαχικών δυνάμεων. Για τις δυσκολίες που συνάντησε η κυβέρνηση Βενιζέλου κατά τη διαδικασία της επιστράτευσης βλ. Γεώργιος Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, Αθήνα: МΙЕТ, 2000, σ. 185-237. Για τη μάχη του Σκρα (30 Μαΐου 1918) βλ. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (στο εξής Γ.Ε.Σ./Δ.Ι.Σ.), Η συμμετοχή της Ελλάδος εις τον πόλεμον 1918, τόμ. 2, Αθήνα 1961, σ. 274-5.

[19] Μουσείο Μπενάκη / Αρχείο Βενιζέλου 173 / Φάκ. 17 (Υπουργείο Εξωτερικών Ιανουάριος-Απρίλιος 1919), Βενιζέλος προς Ρέπουλη, 18 Μαρτίου/1 Απριλίου 1919, χ.α.. Ο Βενιζέλος έγραφε χαρακτηριστικά: «Οι τίτλοι μας, οι εκ του πολέμου, είνε τόσο ισχνοί, ώστε επί εκάστης εθνικής διεκδικήσεώς μας, η θέσις μας να μην είνε ασφαλής μέχρις της τελευταίας στιγμής». Πρβλ. και Στέφανος Στεφάνου (επιμ.), Πολιτικοί Υποθήκαι, τόμ. 2, Αθήνα 1969, σ. 232-233.

[20] Ν. Petsalis-Diomidis, Greece at the Paris Peace Conference (1919), Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 1978, σ. 73.

[21] ΙΑΥΕ/1919/ Α/4/Ι-A/5/VI / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 16/29 Νοεμβρίου 1919, αρ. πρ. 8064.

[22] Ν. Petsalis-Diomidis, «Hellenism in Southern Russia and the Ukrainian Campaign. Their Effect on the Pontus Question», Balkan Studies 13.2 (1972), 221-258. Τη δυσαρέσκειά του για τον μονομερή γαλλικό χαρακτήρα της εκστρατείας εξέφρασε ο έλληνας πρωθυπουργός στον βρετανό πρεσβευτή στην Αθήνα Lord Granville, αμέσως μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα στις 2 Δεκεμβρίου 1918. Ήταν φανερό ότι ο Βενιζέλος προτιμούσε μια επέμβαση στη Ρωσία με ισόποση συμμετοχή γαλλικών και βρετανικών δυνάμεων, κάτι τέτοιο όμως δεν ήταν δυνατό να συμβεί.

[23] «Παρακαλώ να δηλώσητε εις Γάλλον Αρχιστράτηγον ότι φόβος μεταδόσεως πνεύματος Μπολσεβικισμού κάμνει κυβέρνησιν να ενδοιάζη ως προς αποστολήν Ελληνικού Στρατού εις Ρωσσίαν και να αναμείνη άφιξιν Προέδρου [δηλ. του Βενιζέλου], όπως συνεννοηθή μετ’ αυτού, πριν ή εγκρίνη τοιαύτην αποστολήν. Θα προσθέσετε δε ότι στρατεύματά μας είναι πάντοτε εις διάθεσιν Αρχιστρατήγου διά οιανδήποτε άλλην αποστολήν»: ΙΑΥΕ/1919/ A/4/I-A/5/VI / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 16/29 Νοεμβρίου 1919, αρ. πρ. 8063.

[24] «Λαμβάνων υπ’ όψει επικρατούσας ενταύθα αγαθάς διαθέσεις κρίνω απολύτως ασύμφορον όπως οιοσδήποτε ενδοιασμός εκφρασθή εν σχέσει προς γνωστόν υμίν ζήτημα δηλ. αποστολήν στρατού εις Ρωσσίαν»: ΙAYE/1919/ A/4/I-A/5/VI / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 17/30 Νοεμβρίου 1919 αρ. πρ. 8072.

[25] “Gouvernement devrait exiger de être mis journellement au courant des faits et gestes de nos troupes et télégraphier d’urgence ces renseignements aux Légations pour qu ‘elles puissent les communiquer à la presse lors des raisons d’ordre militaire ne l’empêche.”: ΙΑΥΕ/1919/ A/4/I-A/5/V1 / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 23 Νοεμβρίου/6 Δεκεμβρίου 1919, αρ. 8274.

[26] Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (στο εξής ΕΛΙΑ) / Αρχείο Βενιζέλου / Φακ. 9.5 / Έκθεση Σταυριδάκη προς Πολίτη, Σεβαστούπολη 7/20 Μαρτίου – Αθήνα 15/28 Μαΐου 1919, αρ. 40, σ. 4.

[27] Παναγιώτης Ι. Παναγιωτόπουλος, Αναμνήσεις Εκ Του Μακεδονικού, Ουκρανικού και Μικρασιατικού Μετώπου, Αθήνα: εκδ. Ιωλκός, 2003, σ. 51-52.

[28] Αρχείο ΔΙΣ / Φάκ. 263 / Υποφ. Ε΄ 1 / Συμπληρωματική έκθεσις της εν Ουκρανία και Βεσσαραβίας εκστρατείας της II Μεραρχίας, «Πληροφορίαι στρατηγικής και πολιτικής φύσεως» (υποστρατήγου Βλαχόπουλου), σ. 2.

[29] ΙΑΥΕ/1919/ Α/5/VI / Αδοσσίδης προς Υπουργείο Εξωτερικών, Θεσσαλονίκη, 26 Ιανουαρίου/8 Φεβρουαρίου 1919 αρ. πρ. 8690.

[30] Κωνσταντίνος Νίδερ, «Η Εκστρατεία της Ουκρανίας», Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 1, αρ. 6-36, Αθήνα, 1927-1928.

[31] Αρχείο Δ.Ι.Σ./ Φ.263Α / Υποφ. ΣΤ΄ / Η Ανατολική Στρατιά εις την Ρωσσίαν, υπό Capitaine F.J. Deygas. Οι γαλλικές δυνάμεις που έδρασαν στην Ουκρανία δεν ξεπέρασαν ποτέ τους 25.000 άνδρες.

[32] ΙΑΥΕ/1919/ Α/5/VI (18) / Δενδραμής προς Υπουργείο Εξωτερικών, Έκθεση, Γαλάζιον (Γαλάτσι Ρουμανίας), 26 Μαρτίου/ 8 Απριλίου 1919, αρ. πρ. 43, σ. 6.

[33] Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν το «μικτό» απόσπασμα της Χερσώνας, συνολικής δύναμης 1.150 ανδρών, το οποίο στην αρχική του σύνθεση αποτελούταν από 850 Έλληνες και μόλις 300 Γάλλους.

[34] Αρχείο Δ.Ι.Σ. / Φάκ. 264 / Υποφάκ. Β΄ / 34ο Σύνταγμα Πεζικού / 1. Έκθεσις πεπραγμένων μηνών Ιανουαρίου – Μαΐου 1919 / Τσολακόπουλος προς τη II Μεραρχία, εν Οδησσώ τη 8/21 Φεβρουαρίου 1919. Πράγματι, στις αρχές Μαρτίου 1919 ο συνταγματάρχης Τσολακόπουλος αντικαταστάθηκε από τον συνταγματάρχη Πέτρο Καρακασσώνη στη διοίκηση του 34ου συντάγματος. Στο σύγγραμμα του λοχαγού Jean Bujac, Les campagnes de larmée hellénique, 1918-1922, Paris: Charles-Lavauzelle, 1930, αναφέρεται ότι «ο Συνταγματάρχης Τσολακόπουλος χειροδίκησε κατά του Γάλλου Διοικητή». Η επίσημη αιτιολόγηση της ελληνικής πλευράς απέδιδε την αντικατάσταση σε λόγους υγείας. Όποια κι αν ήταν η πραγματικότητα, η εικόνα ενός έλληνα αξιωματικού σε πλήρη απόγνωση ήταν δηλωτική του κλίματος που επικρατούσε στην Ουκρανία.

[35] William Henry Chamberlin, The Russian Revolution, Princeton: Princeton University Press, 1987, σ. 214. Στις αρχές του 1919 ο Grigoriev, αφού εγκατέλειψε τον στρατό του Simon Petliura, πέρασε στο πλευρό των σοβιετικών, που εκείνη την περίοδο προωθούνταν προς το Νότο. Όταν λίγους μήνες αργότερα, την άνοιξη του 1919, ο Denikin ανέλαβε τη μεγάλη επίθεση προς Βορρά, ο Grigoriev δε δυσκολεύτηκε να εγκαταλείψει αυτή τη φορά τους σοβιετικούς και να συμμαχήσει με τον στρατό των Εθελοντών. Ο Grigoriev, εκφραστής των πόθων του αγροτικού πληθυσμού για διανομή της γης και αγροτικές μεταρρυθμίσεις, εγκατέλειψε τους Κόκκινους λόγω του προγράμματος βίαιης κολεκτιβοποίησης που προσπάθησε να εφαρμόσει η σοβιετική εξουσία.

[36] ΕΛΙΑ / Αρχείο Βενιζέλου / Φάκ. 9.5 / Έκθεση Σταυριδάκη προς Πολίτη, Σεβαστούπολη 7/20 Μαρτίου – Αθήνα 15/28 Μαΐου 1919, αρ. 40. Διαδεδομένη ήταν και η αντίληψη ότι το Α΄ Σώμα Στρατού «ετιμωρείτο», εξαιτίας της απειθαρχίας και της απροθυμίας του να συμμετάσχει στο Μακεδονικό Μέτωπο, βλ. σχετικά Γ.Ε.Σ./Δ.Ι.Σ., Η Ελλάς και ο Πόλεμος εις τα Βαλκάνια, τόμ. 1, Αθήνα: εκδ. Δ.Ι.Σ, 1958, σ. 291-299.

[37] ΙΑΥΕ/1919/ Α/5/VI / Αδοσίδης προς Πολίτη, Βουκουρέστι, 1/14 Μαρτίου 1919, αρ. 394.

[38] Ο λοχαγός Jacques Sadul, μέλος της γαλλικής στρατιωτικής αποστολής στη Μόσχα, σε γράμμα προς τον Ζαν Λογκέ, εγγονό του Καρόλου Μαρξ και επιφανή γάλλο σοσιαλιστή, έγραφε: «Αν η Αντάντ είναι υποχρεωμένη να παρατήσει κάθε ένοπλη επέμβαση, άμεση ή έμμεση, ελπίζει τουλάχιστο να νικήσει τους μπολσεβίκους με τη βιομηχανική καταστροφή και την πείνα». Ολόκληρο το γράμμα παρατίθεται στο Ζακ Σαντούλ, Η Επανάσταση των Μπολσεβίκων, Αθήνα: εκδ. Μπουκουμάνη, 1975, σ. 182-183.

[39] Η επικράτηση την ίδια περίοδο των αστικών δυνάμεων με την υποστήριξη και των δυτικών κρατών στη Ρουμανία, τη Γερμανία (κίνημα Σπαρτακιστών), την Ουγγαρία (Bela Kun), καθώς και ο ρωσο-πολωνικός πόλεμος που ακολούθησε είχαν να κάνουν με αυτή την προσπάθεια των Συμμάχων να υψώσουν ένα «ανάχωμα» στην επέκταση του μπολσεβικισμού στην Ευρώπη, μέσω της δημιουργίας μιας σειράς εξαρτώμενων από τη Δύση κρατών, βλ. Michael Jabara Carley, “The Politics of Anti-Bolshevism: The French Government and the Russo-Polish War, December 1919 to May 1920”, The Historical Journal, 19.1 (Mar., 1976), 163-189.

[40] Μουσείο Μπενάκη / Αρχείο Βενιζέλου 173 / Φακ. 17 (Υπουργείο Εξωτερικών Ιανουάριος-Απρίλιος 1919) / Βενιζέλος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Λονδίνο, 15/28 Φεβρουαρίου 1919, χ.α..

[41] Κωνσταντίνος Διώγος, «Ανεπιθύμητοι πρόσφυγες: Η πολιτική διαχείριση του προβλήματος των προσφύγων της Οδησσού και της Κριμαίας από την κυβέρνηση Βενιζέλου, μετά την εκστρατεία της Ουκρανίας το 1919», στο Ανανίας Τσιραμπίδης – Μαρία Καζαντζίδου – Ειρήνη Τελλίδου (επιμ.), Θεσσαλονίκη. Πρωτεύουσα των προσφύγων. Οι πρόσφυγες στην πόλη από το 1912 μέχρι σήμερα, Επιστημονικό Συνέδριο Ιστορικού Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού Δήμου Καλαμαριάς, 23-25 Νοεμβρίου 2012, Θεσσαλονίκη, 2013, σ. 77-88.

[42] Οι φιλοβενιζελικοί συγγραφείς έδειχναν τάσεις απόλυτης δικαιολόγησης της συμμετοχής στην εκστρατεία, βλ. ενδεικτικά Γεώργιος Βεντήρης, Η Ελλάς του 1910-1920, τόμ. 2, Αθήνα: Ίκαρος, 1931, σ. 382-383 και Σπυρίδων Β. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τόμ. 4, Αθήνα: Πάπυρος, 1966, σ. 281. Από την άλλη, οι αντιβενιζελικοί έδειχναν τάσεις αναθεματισμού, βλ. Γεώργιος Ασπρέας, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, Αθήνα: Χρήσιμα Βιβλία, 1963, σ. 466.

[43] Γιάννης Γιαννουλόπουλος, Η ευγενής μας τύφλωσις, Αθήνα: Βιβλιόραμα, 1999, σ. 253-254.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

(Ελληνόγλωσση)

Ασπρέας Γεώργιος, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, εκδ. Χρήσιμα Βιβλία, Αθήνα 1963.

Αυγητίδης Κώστας, Η Στρατιωτική Επέμβαση των Καπιταλιστικών Χωρών ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία και η Ελλάδα (1918-1920), εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1999.

Βεντήρης Γεώργιος, Η Ελλάς του 1910 – 1920, τόμ. 2, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1931.

Γ.Ε.Σ., Η Ελλάς και ο πόλεμος εις τα Βαλκάνια, τόμ. 1, εκδ. Δ.Ι.Σ., Αθήνα 1958.

Γ.Ε.Σ., Η συμμετοχή της Ελλάδος εις τον πόλεμον 1918, τόμ. 2, εκδ. Δ.Ι.Σ., Αθήνα 1961.

Γ.Ε.Σ., Το Ελληνικόν Εκστρατευτικόν Σώμα εις Μεσημβρινήν Ρωσίαν (1919), εκδ. Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1955.

Γιαννουλόπουλος Ν. Γιάννης, Η ευγενής μας τύφλωσις…Εξωτερική Πολιτική και «Εθνικά Θέματα» από την ήττα του 1897 έως της Μικρασιατική Καταστροφή, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 1999.

Γονατάς Επ. Στυλιανός, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1958.

Γρηγοριάδης N. Φοίβος, Διχασμός-Μ.Ασία (ιστορία μιας εικοσαετίας 1909-1930), τόμ. 1, εκδ. Κεδρηνος, Αθήνα 1971.

Γρηγοριάδης Νεόκοσμος, Ο Στρατός μας ΄ς τα Ξένα (Ρωσσία – Ρουμανία), Σμύρνη, 1919.

Δέλτα Π.Σ. Αρχείο Β΄ (επιμέλεια Π.Α. Ζάννας), Νικόλαος Πλαστήρας, Εκστρατεία Ουκρανίας 1919-Κίνημα 6ης Μαρτίου1933-Αλληλογραφία, Αθήνα 1979.

Δέλτα Π.Σ. Αρχείο Δ΄ (επιμέλεια Π.Α. Ζάννας), Εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία 1919, κείμενα Ιάνκος Δραγούμης – Κωνσταντίνος Μανέτας – Κωνσταντίνος Βλάχος – Νεόκοσμος Γρηγοριάδης, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1982.

Διώγος Κωνσταντίνος, Η Ελλάδα και η συμμετοχή της στην εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (1918-1919), αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία, Θεσσαλονίκη, 2005.

Διώγος Κωνσταντίνος, «Περί ανοήτου ταύτης εκστρατείας… Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας (Νοέμβριος 1918-Απρίλιος 1919)», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 14-15 (Ιαν. 2004), 109-138.

Διώγος Κωνσταντίνος, «Ανεπιθύμητοι πρόσφυγες: Η πολιτική διαχείριση του προβλήματος των προσφύγων της Οδησσού και της Κριμαίας από την κυβέρνηση Βενιζέλου, μετά την εκστρατεία της Ουκρανίας το 1919», στο Ανανίας Τσιραμπίδης – Μαρία Καζαντζίδου – Ειρήνη Τελλίδου (επιμ.), Θεσσαλονίκη. Πρωτεύουσα των προσφύγων. Οι πρόσφυγες στην πόλη από το 1912 μέχρι σήμερα, Επιστημονικό Συνέδριο Ιστορικού Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού Δήμου Καλαμαριάς, 23-25 Νοεμβρίου 2012, Θεσσαλονίκη, 2013, σ. 77-88.

Ζαπάντης H. Ανδρέας, Ελληνο-σοβιετικές σχέσεις 1917-1941, εκδ. Εστία, Αθήνα 1989.

Καραβία Μαρία, Οδησσός. Η λησμονημένη πατρίδα, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1998.

Καρακασσώνης Γ. Πέτρος (υποστρατήγου), Ιστορία της εις Ουκρανίαν και Κριμαίαν Υπερποντίου Εκστρατείας του 1919, Αθήνα 1934. 

Καρδάσης Βασίλης, Ο Ελληνισμός του Ευξείνου Πόντου (Οδησσός-Ταϊγάνιο-Ροστόφ-Μαριούπολη), εκδ. Μίλητος, Αθήνα 1997.

Καρπόζηλος Απόστολος, «Ρωσο-οντιακά», Αρχείον Πόντου, 38 (1983), 153-176.

Καψαμπέλης Εμμανουήλ, Αναμνήσεις Διπλωμάτου, Αθήνα 1940.

Καψαμπέλης Εμμανουήλ, Τι οφείλει η Ρωσσία εις την Ελλάδα, Αθήνα 1947.

Κοντογιάννης Χ. Κ., «Επιχειρήσεις με το Αντιτορπιλικόν «Λόγχη» κατά το διάστημα Οκτωβρίου 1918-Ιουλίου 1919», Ναυτική Επιθεώρηση, έτος ΙΒ΄, τόμος XV, τεύχος αριθ. 75, (Ιούνιος, 1928), εκδ. Π.Δ. Σακελλάριος, Αθήνα 1928, σ. 778-789.

Λεονταρίτης Β. Γεώργιος, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2000

Μαργαρίτης Γιώργος, Η Εμπόλεμη Ελλάδα. Βαλκανικοί Πόλεμοι, Μακεδονικό Μέτωπο, Ουκρανία, στο συλλογικό έργο, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770 – 2000, τόμ. 6, Η Εθνική Ολοκλήρωση (1909 – 1922), εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003.

Μαργαρίτης Γιώργος, Οι Πόλεμοι, στο συλλογικό έργο του Χατζηιωσήφ Χρήστου (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αι. 1900 – 1922. Οι απαρχές, τόμ. 1, Μέρος 2, κεφ. 12.

Μαρκεζίνη Σπυρίδων, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τόμ. 4, εκδ. Πάπυρος 1968.

Νίδερ Κωνσταντίνος, «Η Εκστρατεία της Ουκρανίας», Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική, τόμος 1ος, αρίθ. 6-36, Αθήνα 1927-1928.

Παναγιωτόπουλος Ι. Παναγιώτης, Αναμνήσεις Εκ Του Μακεδονικού, Ουκρανικού και Μικρασιατικού Μετώπου, εκδ. Ιωλκός, Αθήνα Απρίλιος 2003.

Παπουλίδης Κωνσταντίνος, Οι Έλληνες της Οδησσού, εκδ. αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1999.

Παπουλίδης Κωνσταντίνος, «Οι Έλληνες της Ρωσίας τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 4 (1992), 107-140.

Σαντούλ Ζακ (μτφρ. Βάσου και Λιλίκας Γεωργίου), Η Επανάσταση των Μπολσεβίκων. Τα περίφημα γράμματα από την Πετρούπολη και τη Μόσχα, εκδ. Μπουκουμάνη, Αθήνα 1975.

Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Η ελληνική εξωτερική από τις αρχές του 20ου αιώνα ως το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1983.

Στεφάνου Στέφανος (επιμ.), Πολιτικαί Υποθήκαι, τόμ. 2, Αθήνα 1969.

Φωτιάδης Κώστας, Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, εκδ. Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 1999.

Χαρατσής Ι. Στυλιανός, Η Πρώτη Επέμβαση (Η Άγνωστη Δράση του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού στην Εκστρατεία της Μεσημβρινής Ρωσίας 1918-1920, εκδ. Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος, Αθήνα 1997.

Χασιώτης Κ. Ιωάννης (επιμ.), Οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1997.

 

(Ξενόγλωσση)

Ainsworth John, “Sidney Reilly’ s Reports from South Russia, December 1918-March 1919”, Europe-Asia Studies, Vol. 50, No. 8, (Dec., 1998), 1447-1470.

Bortnevski G. Viktor, “White Administration and White Terror (The Denikin Period)”, Russian Review, Vol. 52, No. 3, (Jul., 1993), 354-366.

Bradley J. F. N., “France, Lenin and the Bolsheviks in 1917-1918”, The English Historical Review, Vol. 86, No. 341, (Oct., 1971), 783-789.

Bradley J. F. N., “The Allies and Russia in the Light of French Archives (7 November 1917 – 15 March 1918)”, Soviet Studies, Vol. 16, No. 2, (Oct., 1964), 166-185.

Bradley John, Allied Intervention in Russia, 1917-1920, London 1968.

Brinkley I. George, The Volunteer Army and Allied Intervention in South Rusia 1917-1921, Notre Dame: University of Notre Dame Press 1966.

Carley Jabara Michael, “Episodes from the early Cold War: Franco-Soviet Relations, 1917-1927”, Europe-Asia Studies, Vol. 52, No. 7, (Nov., 2000), 1275-1305.

Carley Jabara Michael, “The Origins of the French Intervention in the Russian Civil War, January-May 1918: A Reappraisal”, The Journal of  Modern  History, Vol. 48, No. 3, (Sept., 1976), 413-439.

Carley Jabara Michael, Revolution and Intervention. The French Government and the Russian Civil War 1717-1919, McGill-Queen’ s University Press, Kingston and Montreal 1983.

Carley Jabara Michael, Silent Conflict: A Hidden History of Early Soviet-Western Relations, Rowman & Littlefield, 2014.

Chamberlin William Henry, The Russian Revolution 1918-1921, Vol. 1-2, edition, Princeton University Press 1987.

Crisp Olga, “French Investemen in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Business History, (Liverpool) Vol. 2, (1960), 75-90.

Crisp Olga, “Some Problems of French Investment in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Slavonic nad East European Review, Vol. 35, no. 84 (1956), 223-240.

Figes Orlando, “The Red Army and Mass Mobilization during the Russian Civil War 1918-1920”, Past and Present, No. 129, (Nov., 1990), 168-211.

Foglesong S. David, Foreign Intervention, στο συλλογικό έργο των Acton, Cherniaev, Rosenberg (edited by), Critival Compagnion to The Russian Revolution 1914 – 1921, εκδ. Arnold 1997.

Girault René, “Problèmes de l’ impérialisme économique francais en Russie a la veille de la première guerre mondiale”, Revue du Nord, 57.225 (avril-juin 1975), 123-131.   

Kenez Peter, “A. I. Denikin”, Russian Review, Vol. 33, No. 2 (April, 1974), 139-152

Kenez Peter, “The Ideology of the White Movement”, Soviet Studies, Vol. 32, No. 1, (Jan., 1980), 58-83.

Kenez Peter, Civil War in South Russia 1919-1920, Berkeley: University of California Press 1977.

Lehovich V. Dimitry, “Denikin´ s Offensive”, Russian Review, Vol. 32, No. 2 (April, 1973), 173-186.

Mawdsley Evan, The White Armies, στο συλλογικό έργο των Acton, Cherniaev, Rosenberg (επιμ.), Critival Compagnion to The Russian Renolution 1914 – 1921, εκδ. Arnold 1997.  

Millman Brock, “The Problem with Generals: Military Observers and the Origins of the Intervention in Russia and Persia, 1917-1918”, Journal of Contemporary History, Vol.33, No. 2, (Apr., 1998), 291-320.

Munholland J. Kim, “The French Army and Intervention in Southern Russia, 1918-1919”, Cahiers du monde Russe, 22.1 (1981), 43-66.

Oosterlinck Kim, The Soviet Repudiation Puzzle, edit. Centre Emile Bernheim, Brussels 2004.

Patricia Herlihy, “The Greek Community in Odessa, 1861-1917”, Journal of Modern Greek Studies, 7.2, (Οκτ. 1989), 235-252.

Peake R. Thomas, “Jacques Sadul and the Russian Intervention Question, 1919”, Russian Review, Vol. 32, No. 1, (Jan., 1973), 54-63.

Petsalis-Diomidis N., Greece at the Paris Peace Conference (1919), Institute for Balkan Studies, Θεσσαλονίκη 1978.

Petsalis-Diomidis Ν., “Hellenism in Southern Russia and the Ukrainian Campaign. Their Effect on the Pontus Question”, Balkan Studies 13,2 (1972), 221-263.

Resheter S. John, The Ukrainian Revolution 1917-1920, Princeton University Press, Princeton 1952.

Saunders David, “Britain and the Ukrainian Question (1912-1920)”, The English Historical Review, Vol. 103, No. 406, (Jan., 1988), 40-68

Siegel Jennifer, For Peace and Money: French and British Finance in the Service of Tsars and Commissars, Oxford: Oxford University Press, 2014.

Smele D. Jonathan, Civil War in Siberia. The Ant-Bolshevik Government of Admiral Kolchak 1918-1920, Cambridge University Press 1996.

Somin Ilya, Stillborn Crusade. The Tragic Failure of Western Intervention in the Russian Civil War, Transaction Publishers, New Jersey 1996.

Thompson J. M., “Lenin’s Analysis of Intervention”, American Slavic and East European Review, Vol. 17, No. 2 (April 1958), 151-160.

Trani Eugene, “Woodrow Wilson and the Decision to Intervene in Russia: A Reconsideration”, The Journal of Modern History, Vol. 48, No. 3, (Sept., 1976), 440-461.

Wade A. Rex, The Russian Revolution 1917, Cambridge University Press 2000.

Weinstein H. R., “Land Hunger and Nationalism in the Ukraine, 1905-1917”, The Journal of Economic History, Vol. 2, No. 1, (May, 1942), 24-35.

Woodward R. David, “British Intervention in Russia during the First World War”, Military Affairs, Vol. 41, No. 4, (Dec., 1977), 171-175.

Xydias Jean, L’ intervention francaise en Russie, 1918-1919. Paris : Editions de France, 1927.

Στράτος Δορδανάς–Βάϊος Καλογρηάς: «Έχει θετική άποψη για το καθεστώς»: Οι Έλληνες της Ανατολικής Γερμανίας και η Στάζι

Στράτος Δορδανάς – Βάϊος Καλογρηάς 

«Έχει θετική άποψη για το καθεστώς»:

Οι Έλληνες της Ανατολικής Γερμανίας και η Στάζι

 

Α. Το πλαίσιο της έρευνας: το αρχείο (-α) και οι βιβλιογραφικές διαθεσιμότητες

Το παρόν κείμενο σκοπό έχει να παρουσιάσει την ταυτότητα της αρχειακής έρευνας που διενεργήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος «ΘΑΛΗΣ» (Η Ελλάδα από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στον Ψυχρό Πόλεμο. Διεθνείς σχέσεις και εσωτερικές εξελίξεις) στο αρχείο της Στάζι, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2014, καθώς και κάποια πρώτα συμπεράσματα όχι τόσο γενικότερα για τους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες στην Ανατολική Γερμανία αλλά ειδικότερα – όπως γίνεται αμέσως αντιληπτό – για όσους δραστηριοποιήθηκαν ως πληροφοριοδότες της Στάζι από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 έως και τα μέσα της δεκαετίας του ΄80.

Γενικότερα, το ζήτημα των πολιτικών προσφύγων, δηλαδή των ανθρώπων που εγκατέλειψαν μαζικά τη χώρα προς το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949) και περιπλανήθηκαν σε χώρες ανάμεσα στο Καζακστάν και την Ανατολική Γερμανία, είναι ένα ερευνητικό πεδίο που άρχισε να αναπτύσσεται από τη δεκαετία του ΄90 και άνθισε μέσα στην επόμενη δεκαετία. Επιχειρώντας μια σύντομη βιβλιογραφική επισκόπηση για την περίπτωση της Ανατολικής Γερμανίας και τους πολιτικούς πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στη χώρα αυτή, διαπιστώνεται πως ελάχιστα απασχόλησε έως σήμερα την έρευνα μάλλον γιατί ο αριθμός των προσφύγων ήταν ο μικρότερος από κάθε άλλη ανατολική χώρα (αποτελούμενος στη συντριπτική πλειοψηφία του από παιδιά).

Αν εξαιρέσει κανείς τα γενικά έργα για τους Έλληνες στην υπερορία (Τσέκου Κατερίνα, Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Ευρώπη, 1945-1989. Βουτυρά Ευτυχία-Δαλκαβούκης Βασίλης-Μαραντζίδης Νίκος-Μποντίλα Μαρία (επιμ.), Το όπλο παρά πόδα. Οι πολιτικοί πρόσφυγες του ελληνικού εμφυλίου πολέμου στην Ανατολική Ευρώπη. Boeschoten Riki Van-Danforth Loring M., Παιδιά του ελληνικού Εμφυλίου. Πρόσφυγες και πολιτική της μνήμης), ειδικότερα ανά χώρα (Τσέκου Κατερίνα, Προσωρινώς διαμένοντες…Έλληνες Πολιτικοί Πρόσφυγες στη Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας (1948-1982. Κράλοβα-Τσίβος, Στέγνωσαν τα δάκρυά μας. Έλληνες πρόσφυγες στην Τσεχοσλοβακία) ή θεματικές προσεγγίσεις (Μποντίλα Μαρία, «Πολύχρονος να ζεις, μεγάλε Στάλιν». Η εκπαίδευση των παιδιών των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στα ανατολικά κράτη (1950-1964. Ματθαίου Άννα-Πολέμη Πόπη, Η εκδοτική περιπέτεια των Ελλήνων κομμουνιστών από το βουνό στην υπερορία, 1947-1968) μετρούνται κυριολεκτικά στα δάχτυλα του ενός χεριού οι συμβολές για την Ανατολική Γερμανία. Μεταξύ των τελευταίων, κυρίως γιατί πραγματεύονται το ζήτημα στον μακρό χρόνο, δηλαδή από την άφιξη και την εγκατάσταση στην εμπλοκή τους στα γρανάζια της Στάζι, ξεχωρίζει κανείς τη δουλειά της Marias Panoussi, „Die griechischen politischen Immigranten in der DDR“ και τα άρθρα στα γερμανικά και στα ελληνικά του Stefan Troebst, «Πρόσφυγες σε μια διαιρεμένη χώρα: Ελληνόπουλα στη ΛΔΓ, 1949-1989», Λαγάνη Ειρήνη-Μποντίλα Μαρία (επιμ.), ‘Παιδομάζωμα’ ή ‘Παιδοσώσιμο’; Παιδιά του Εμφυλίου στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη.

Οι παραπάνω βιβλιογραφικές συνεισφορές δεν θα είχαν δει ενδεχομένως το φως της δημοσιότητας (σίγουρα όχι υπό τη μορφή αυτή), αν δεν είχε προηγηθεί η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ που εξασφάλισε στον ερευνητή την πρόσβαση στα αρχεία (βεβαίως όχι σε όλα) των κομμουνιστικών καθεστώτων. Στο πλαίσιο αυτό, το αρχείο της Στάζι προσελκύει πλέον εκατοντάδες ερευνητές από όλο τον κόσμο, καθώς η συγκεκριμένη υπηρεσία αποτέλεσε για δεκαετίες τον ισχυρότερο πυλώνα ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος-βιτρίνα για ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη ή διαφορετικά αντιπροσώπευσε το ίδιο το κόμμα και εξασφάλισε τη μακροημέρευσή του.

Εδώ η σύγκριση με τις πρακτικές πολιτικού ελέγχου και κοινωνικής πειθάρχησης των αντίστοιχων υπηρεσιών ασφαλείας άλλων χωρών του ανατολικού συνασπισμού (όπως της Ρουμανίας για παράδειγμα) καθίσταται εκ των πραγμάτων απαραίτητη για τη βαθύτερη κατανόηση της υφής των ίδιων των καθεστώτων. Στην περίπτωση της ΛΔΓ πίσω από το Ministerium für Staatssicherheit (MfS, υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας) κρυβόταν το κόμμα. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να μελετήσει κανείς τις σχέσεις, αλλά και τις διαφοροποιήσεις, μεταξύ SED (Sozialistische Einheitspartei Deutschlands, Σοσιαλιστικό Ενωτικό Κόμμα Γερμανίας) και MfS. Το γεγονός ακριβώς πως πίσω από τις υπηρεσίες κρατικής ασφάλειας κρυβόταν το κόμμα και όχι το κράτος, όπως αντίθετα συνέβαινε σε ορισμένες στρατιωτικές δικτατορίες, όπου το κράτος χρησιμοποίησε το κόμμα ως όργανο πολιτικής ενδυνάμωσης για τον έλεγχο της κοινωνίας, αποτελεί ένα σημαντικό προσδιοριστικό στοιχείο του τρόπου οικοδόμησης του συγκεκριμένου καθεστώτος. Γενικότερα, όπως και στις υπόλοιπες ανατολικές χώρες έτσι και εδώ δεν πρέπει να μιλάμε για ένα „Staatspartei‟ (κρατικοποιημένο κόμμα) αλλά για ένα „Parteistaat‟ (κομματικοποιημένο κράτος ή αλλιώς για ένα κράτος υπό την πλήρη κυριαρχία του κόμματος). Αυτό εντάσσεται ασφαλώς στη λογική του διεθνούς κομμουνιστικού συστήματος, όπως για παράδειγμα στην ΕΣΣΔ του Στάλιν, όπου το κράτος ενσωματώθηκε ή καλύτερα απορροφήθηκε από την κομματική γραφειοκρατία. Στο τέλος η κρατική δομή και οργάνωση αντικαταστάθηκε από τον κομματικό μηχανισμό („dupliziert‟).

Το αρχηγείο της Στάζι στο Ανατολικό Βερολίνο. Σήμερα λειτουργεί ως μουσείο.

Στο σύνολό του το αρχείο στην κεντρική υπηρεσία στο Βερολίνο (Bundesbeauftragte für die Unterlagen des Staatssicherheitsdienstes der ehemaligen Deutschen Demokratischen Republik, BStU) συγκροτείται από αρχειοθετημένους ή υπό επεξεργασία φακέλους μέχρι και το 1989/90 αλλά και από οπτικοαουστικό υλικό (φωτογραφίες, αρνητικά, βίντεο, φιλμ, ηχογραφημένες συνομιλίες). Επίσης, εκεί απόκεινται τα αρχεία των πρόδρομων οργανώσεων της Στάζι (politischen Polizei K 5 και του Amt für Nationale Sicherheit der DDR). Συνολικά το διασωθέν υλικό καταλαμβάνει έκταση 111 χιλιομέτρων ή χωρά σε περισσότερα από 1.500 γήπεδα ποδοσφαίρου (https://www.bstu.de/en/). Οι ελληνικού ενδιαφέροντος φάκελοι ανέρχονται σε περίπου εκατό, συνολικά κάπου έντεκα με δώδεκα χιλιάδες σελίδες. Ίσως να υπάρχουν και άλλοι που λανθάνουν, κυρίως εκείνοι για τους οποίους η αναζήτηση στηρίζεται στους ονομαστικούς καταλόγους βάσει των οποίων η ίδια η Στάζι αρχειοθετούσε τις υποθέσεις. Η πλήρη ταυτοποίηση του ελληνικού ονόματος με τον προς αναζήτηση φάκελο παραμένει ακόμη και σήμερα μια σχετικά απαιτητική υπόθεση για το προσωπικό του αρχείου.

Ορισμένοι από τους 16.500 σάκκους, όπου ήταν συγκεντρωμένο το αρχείο της Στάζι.

Β. Το αρχείο της Στάζι: τα ελληνικά δεδομένα

Όταν πριν από εννέα περίπου χρόνια διαμορφώνονταν τα παραδοτέα του προγράμματος, είχε κριθεί πως η συνεργασία Ελλήνων της Ανατολικής Γερμανίας – πολιτικών προσφύγων ή στελεχών του ΚΚΕ – με τη διαβόητη Στάζι ήταν δυνατόν να οδηγήσει σε μια μονογραφία, βασισμένη στις πληροφορίες που διέθετε η υπηρεσία για τις κινήσεις των στελεχών του ΚΚΕ και στο πλέγμα της μεταξύ τους συνεργασίας για ζητήματα πολιτικού, ιδεολογικού ή και στρατιωτικού ακόμη ενδιαφέροντος. Όπως όμως συχνά συμβαίνει, το αρχειακό υλικό που αναζητά και εντοπίζει ο ερευνητής, οδηγεί στη δημιουργία νέων ερωτημάτων και επαναπροσδιορίζει το αντικείμενο μελέτης. Έτσι έγινε και στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι από τους φακέλους που εντοπίστηκαν, δεν ανέκυψαν συνταρακτικά στοιχεία για τις σχέσεις μεταξύ του ΚΚΕ και των μυστικών κρατικών υπηρεσιών της Ανατολικής Γερμανίας (ειδικά της Στάζι) σε επίσημο ή ανεπίσημο επίπεδο. Ας σημειωθεί ότι το 1951 υπήρχαν 95 μέλη του ΚΚΕ, 18 από τα οποία δόκιμα, στην Ανατολική Γερμανία.

Αντιθέτως, οι φάκελοι περιέχουν πολυάριθμα στοιχεία για τη στρατολόγηση ελλήνων πολιτικών προσφύγων από τη Στάζι με σκοπό την παρακολούθηση «ύποπτων προσώπων» ή τη συλλογή πληροφοριών για τις δραστηριότητες των Ελλήνων τόσο στην Ανατολική Γερμανία όσο και στο Δυτικό Βερολίνο το οποίο, λόγω του ιδιαίτερου καθεστώτος του, θεωρήθηκε από τη Στάζι ορμητήριο ελλήνων κατασκόπων προς την Ανατολική Γερμανία. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα το Δυτικό Βερολίνο, η Στάζι επιθυμούσε να πληροφορηθεί τα ονόματα των προσώπων που συνδέονταν με την εκεί Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή και επισκέπτονταν τακτικά ομοεθνείς τους στον ανατολικό τομέα της πόλης. Για τον σκοπό αυτό επιστράτευσε Έλληνες της ΓΛΔ που, με το πρόσχημα της διεκπεραίωσης ιδιωτικών υποθέσεων ή της έκδοσης/ανανέωσης του διαβατηρίου τους, πηγαινοέρχονταν στα γραφεία της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής (γι’ αυτό και στρατολογήθηκαν κυρίως όσοι διέθεταν διαβατήριο, ώστε να έχουν τη δυνατότητα της μετάβασης στο Δυτικό Βερολίνο ή για να πραγματοποιούν ταξίδια εκτός του γερμανικού χώρου), παρακολουθώντας τις κινήσεις των επισκεπτών αλλά και καταγράφοντας στιχομυθίες μεταξύ των ελλήνων υπαλλήλων.

Επίσης, μεγάλο ενδιαφέρον υπήρξε για τις μετακινήσεις, τις οικονομικές δοσοληψίες και «άλλες» περιπέτειες του γενικού προξένου (που όπως εικάζεται τού κόστισαν μάλιστα και τη θέση του), καθώς και ορισμένων στενών συνεργατών του, όπως και για τις αντιδικτατορικές δραστηριότητες στα τέλη της δεκαετίας του ΄60 που οργανώθηκαν από έλληνες φοιτητές αλλά και αριστερές οργανώσεις (για παράδειγμα μαοϊκές). Μάλιστα, οι έλληνες συνεργάτες της Στάζι είχαν περιγράψει αναλυτικά τους χώρους των γραφείων της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής προκειμένου να συνταχθεί ειδικός χάρτης.

Στη μεγαλύτερη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η μετάβαση από τον ανατολικό τομέα του Βερολίνου στον δυτικό και αντίστραφα γινόταν με χρήση του υπογείου σιδηροδρόμου (U-Bahn). Στη φωτογραφία διασταύρωση δυο συρμών έξω από τον σταθμό της Dimitroffstrasse, στο Ανατολικό Βερολίνο, το 1980.

Γ. Οι Έλληνες πράκτορες της Στάζι

Ποια πρόσωπα, όμως, στρατολογήθηκαν από τη Στάζι και για ποιο σκοπό; Με ποιο τρόπο τα πλησίασαν οι άνθρωποί της και τι ακριβώς ανέμεναν από αυτά; Ποια υλικά ή άλλου είδους ανταλλάγματα υποσχέθηκαν για να εξασφαλίσουν τη συνεργασία τους; Τι ακριβώς περιλάμβανε το «μενού» των δραστηριοτήτων των ελλήνων πρακτόρων; Πως αντιλαμβάνονταν οι ίδιοι την υπηρεσία τους αυτή, με δεδομένο ότι η Στάζι ήταν μισητή στον πληθυσμό και οι πράκτορές της ο «φόβος και ο τρόμος» της ανατολικογερμανικής κοινωνίας; Υπήρχε η δυνατότητα να αρνηθεί κανείς την ένταξή του στο δίκτυο της Στάζι; Ποια ήταν η τύχη των ελλήνων συνεργατών μετά την πτώση του Τείχους και πως επανήλθαν σε φυσιολογικούς ρυθμούς ζωής; Αυτά είναι ορισμένα από τα ερωτήματα, τα οποία προέκυψαν από τη μελέτη των φακέλων της Στάζι και θυμίζουν, χωρίς υπερβολή, την καταπληκτική ταινία «Οι ζωές των άλλων».

Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως των κινήτρων τους οι έλληνες πράκτορες βοήθησαν τη Στάζι να διεισδύσει σε ένα άλλο κομμάτι του πληθυσμού, αυτό των ελλήνων προσφύγων. Όπως και οι υπόλοιπες μη γερμανικές εθνοτικές ομάδες, έτσι και η ελληνική βρέθηκε στο στόχαστρο της Στάζι που ήθελε να εξακριβώσει τον βαθμό της νομιμοφροσύνης της  απέναντι στο κομμουνιστικό καθεστώς και να εξουδετερώσει εγκαίρως ενδεχόμενες «απειλές» εναντίον του. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, η Στάζι δεν επιδίωξε συνεργασία με το ΚΚΕ αλλά απευθύνθηκε ξεχωριστά σε κάθε πρόσωπο που ήθελε να στρατολογήσει, χωρίς να ενημερώσει γι’ αυτό ή να λάβει την έγκριση του ΚΚΕ.

Κλασσικός εξοπλισμός αξιωματικού της Στάζι.

Με άλλα λόγια, οι έλληνες πράκτορες δεν «υπηρετούσαν δύο κυρίους» αλλά δούλευαν αποκλειστικά για λογαριασμό της Στάζι. Φυσικά, η δραστηριότητά τους αυτή έπρεπε να μείνει μυστική όχι μόνο από το ΚΚΕ αλλά και από τις οικογένειές τους. Αμέσως μετά τη στρατολόγησή του από τον αξιωματικό, ο Έλληνας πληροφοριοδότης λάμβανε έναν ειδικό τηλεφωνικό αριθμό για να επικοινωνεί με τον στρατολόγο του σε συγκεκριμένες ημέρες και ώρες, αλλά και για να κλείνει ραντεβού, συνήθως σε δημόσιους χώρους. Η ρητή εντολή που λάμβανε ήταν πως σε καμία περίπτωση δεν θα έπρεπε να χαιρετήσει τον αξιωματικό σε περίπτωση που τον συναντούσε τυχαία στον δρόμο. Υπήρχαν όμως και εξαιρέσεις. Σε μία από αυτές καταγράφεται η περίπτωση ενός πρώην αξιωματικού του «Δημοκρατικού Στρατού», ο οποίος δούλευε παράλληλα για το ΚΚΕ, αρνούμενος να διαθέσει στη Στάζι πληροφορίες γι’ αυτή του τη δραστηριότητα – επιθυμία που έγινε αποδεκτή από τη Στάζι.

Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι η στρατολόγηση Ελλήνων έγινε ακριβώς γιατί διέθεταν την αναγκαία οικειότητα με τους ομοεθνείς τους. Θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να χρησιμοποιήσει η Στάζι γερμανούς συνεργάτες που, εκτός από το πρόβλημα της γλώσσας, θα κινούσαν σίγουρα τη δυσπιστία των ελλήνων συνομιλητών τους. Βεβαίως, η ίδια τακτική εφαρμόστηκε και για τις υπόλοιπες μη γερμανικές εθνοτικές ομάδες. Ο αριθμός των ελλήνων συνεργατών δεν ήταν μεγάλος (γενικά ο αριθμός των μη Γερμανών ΙΜ πληροφοριοδοτών δεν ξεπέρασε 2%).

Οι πιο δυναμικές προσωπικότητες ήταν περίπου δέκα με δώδεκα στον αριθμό. Για καθέναν από αυτούς η Στάζι είχε συντάξει ξεχωριστό φάκελο που περιλάμβανε: α) το βιογραφικό του, συνοδευόμενο από φωτογραφία, β) τους λόγους της στρατολόγησής του, και γ) τη δράση του ως όργανο της Στάζι μέσω των αναφορών που κάθε φορά υπέβαλε και βάσει των οποίων συντάσσονταν εκθέσεις για τα «ύποπτα» πρόσωπα που ενδιέφεραν τη Στάζι. Κάθε φάκελος έφερε το ψευδώνυμο του συ-νεργάτη. Ανάμεσά τους ήταν τόσο άντρες όσο και γυναίκες, ανεξαρτήτου ηλικίας και επαγγέλματος. Ένα κοινό γενικό χαρακτηριστικό της επιλογής τους ήταν ότι έρχονταν σε επαφή, κυρίως λόγω της δουλειάς τους, με πολλούς ομοεθνείς τους. Μερικά παραδείγματα βοηθούν στην καταγραφή και ανάλυση των διαφορετικών τύπων των συνεργατών της Στάζι.

Στον εσωτερικό περίβολο του αρχηγείου.

Γ1. Ο πεπεισμένος κομμουνιστής

Η πρώτη περίπτωση είναι ο «Χρήστος» (κωδικό όνομα), πολιτικός πρόσφυγας που βρέθηκε στην Ανατολική Γερμανία. Πιο μπροστά ήταν στην Τσεχοσλοβακία. Έγινε μέλος του ΚΚΕ το 1952 και αργότερα του SED το 1954. Θεωρήθηκε διωκόμενος από τον «φασισμό» στην Ελλάδα και απασχολήθηκε στην Επιτροπή Διεθνών Διασυνδέσεων του Πολιτικού Γραφείου του SED. Επίσης, είχε αναλάβει τη φροντίδα των ελλήνων συντρόφων, διέθετε καλή πολιτική μόρφωση και η στάση του απέναντι στο ανατολικογερμανικό καθεστώς και τη Σοβιετική Ένωση ήταν απολύτως θετική. Η Ανατολική Γερμανία είχε γίνει, σύμφωνα με τα δικά του λόγια, η δεύτερη πατρίδα του. Στην ιδιωτική του ζωή ήταν φιλικός και ευγενικός, φρόντιζε επιμελώς την εμφάνισή του, είχε μια πολύ καλή σχέση με τη σύντροφό του, την οποία βοηθούσε στο νοικοκυριό και στα ψώνια. Δεν είχαν χρέη, ούτε ιδιαίτερη συμπάθεια στο αλκοόλ. Η σύντροφός του ήταν επίσης μέλος του SED και του ΚΚΕ και απασχολούταν ως επιστημονική συνεργάτης στο Ινστιτούτο Μαρξισμού-Λενινισμού του Πολιτικού Γραφείου του SED. Μάλιστα, φρόντιζε τη σύζυγο του Χαρίλαου Φλωράκη, και γνώριζε προσωπικά τον πρώην καπετάνιο του ΔΣΕ. Επιθυμούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα, το ΚΚΕ όμως – για άγνωστους λόγους – δεν έδινε τη συγκατάθεσή του.

Στρατιωτική παρέλαση στο Ανατολικό Βερολίνο κατά τη δεκαετία του 1980.

Στις εκθέσεις της Στάζι που αφορούν τη συγκεκριμένη περίπτωση, δίνεται μια πολύ καλή εικόνα των στοιχείων που την ενδιέφεραν, μερικά από τα οποία, αν και φαντάζουν ασήμαντα, τη βοηθούσαν να δημιουργήσει το ψυχολογικό προφίλ όχι μόνο των αντιπάλων αλλά και των πιθανών συνεργατών της. Αυτή η γραφειοκρατικού τύπου διαδικασία φανερώνει ουσιαστικά τον ολοκληρωτικό χαρακτήρα του καθεστώτος (εμμονή μέχρι και στις παραμικρές λεπτομέρειες για τη διαρρύθμιση και την καθαριότητα του σπιτιού – που περιλάμβανε και σχεδιάγραμμα –, φυσικά για τους ενοίκους, την οικογενειακή και κοινωνική ζωή τους, πόσο πολιτικοποιημένοι και κοινωνικοί ήταν, ακόμα και αν συμμετείχαν στις συνελεύσεις της πολυκατοικίας τους σήμαινε κάτι για τη Στάζι, πόσο μάλλον αν συμμετείχαν στις εκδηλώσεις του κόμματος).

Στη συνέχεια ο «Χρήστος» προσεγγίστηκε από ανθρώπους της Στάζι και με προθυμία συνεργάστηκε μαζί τους, δίνοντας πληροφορίες για τις μεταβάσεις Ελλήνων της Ανατολικής Γερμανίας στο Δυτικό Βερολίνο που είτε επισκέπτονταν γνώριμά τους πρόσωπα είτε τα γραφεία της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής.

Αριστερά: Πράκτορας της Στάζι μεταμφιεσμένος σε δυτικό τουρίστα.
Δεξιά: Υλικό παρακολούθησης κρυμμένο μέσα σε δίχτυ για ψώνια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γ2. Ο εγκλωβισμένος

Ο „Antana“ και έπειτα „Arno“ (κωδικό όνομα) είναι μια εντελώς διαφορετική περίπτωση από την προηγούμενη. Καταρχάς δεν ήταν πολιτικός πρόσφυγας. Το 1941, δηλαδή επί γερμανικής Κατοχής, αναζήτησε εθελοντικά στο Γ΄ Ράιχ ψωμί και εργασία αλλά και θεραπεία για την ασθένειά του. Εκεί, μετά το τέλος του πολέμου, βρέθηκε εγκλωβισμένος στην Ανατολική Γερμανία, εμπλεκόμενος σε παράνομες συναλλαγές, δηλαδή σε υποθέσεις μαυραγοριτισμού, προκειμένου να επιβιώσει. Η γερμανίδα συζυγός του, που δούλευε σε μπαρ, χαρακτηρίζεται από τη Στάζι ως «μη ηθικό στοιχείο». Επειδή ο „Arno“ λάμβανε ένα μικρό βοήθημα, ένα είδος σύνταξης, από την Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή στο Δυτικό Βερολίνο, η Στάζι τον υποψιαζόταν ως όργανο ελληνικών και βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Μετά τη σχετική ανάκριση, ο „Arno“ δήλωσε πρόθυμος να συνεργαστεί με τη Στάζι και να της παράσχει πληροφορίες, όχι αποκλειστικά για τους ομοεθνείς του αλλά και για μέλη άλλων εθνικών ομάδων. Λόγω των συναναστροφών του με κυκλώματα της νύχτας, γνώριζε αρκετά καλά πρόσωπα και πράγματα. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι και η γυναίκα του στρατολογήθηκε από τη Στάζι („Christina“), χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος.

Erich Mielke, ο πανίσχυρος διοικητής της Στάζι.

Τα προβλήματα που απασχολούσαν τον οικογενειακό τους βίο ήταν ένα από τα αντικείμενα των εκθέσεων της Στάζι. Μάλιστα, ο „Arno“ δεχόταν και συμβουλές για το πως έπρεπε να συμπεριφερθεί ή να αντιδράσει απέναντι στη γυναίκα του. Φαίνεται, πως η δραματική επιδείνωση της υγείας του συνέβαλε καθοριστικά στο να υποχρεωθεί η Στάζι να τον «απολύσει», αφού άλλωστε το μεγαλύτερο διάστημα βρισκόταν άρρωστος στο σπίτι του και δεν είχε πλέον σημαντικές επαφές. Πάντως, μετά το πέρασμά του στο Δυτικό Βερολίνο η γυναίκα του τον επισκέφθηκε, για λογαριασμό της Στάζι βεβαίως, προφανώς για να διαπιστώσει αν είχε μιλήσει σε κάποιον για τις παλιές υπηρεσίες του. Φαίνεται, πως κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί. Ο „Arno“ ήταν εξουθενωμένος, ψυχικά και σωματικά. Και σε αυτό είχαν συμβάλει αναμφισβήτητα, εκτός από τη δύσκολη οικογενειακή του κατάσταση, και οι συνεχείς ενοχλήσεις που δέχονταν εκ μέρους των ανθρώπων της Στάζι.

Ο „Arno“ συνεργάστηκε με τη Στάζι από τα μέσα της δεκαετίας του ΄50 έως τα τέλη της δεκαετίας του ΄60. Σε αυτό το διάστημα τού επιτράπηκε να ταξιδέψει στην Ελλάδα. Μετά την επιστροφή του ανέφερε σε έκθεσή του και στοιχεία για την κατάσταση των ελλήνων εργατών στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι γιατί δεν άδραξε αυτήν την ευκαιρία να εγκαταλείψει την Ανατολική Γερμανία και να παραμείνει στην Ελλάδα, ερώτημα που μάλλον βρίσκει εύκολα απάντηση αν αναλογιστεί κανείς τα «συμβόλαια» δέσμευσης των πληροφοριοδοτών με τη Στάζι.

Αναμνηστικό γραμματόσημο, το οποίο εκδόθηκε κατόπιν πρωτοβουλίας της Στάζι το 1986, με αφορμή τη συμπλήρωση 25 ετών από την ανέγερση του τείχους του Βερολίνου.

Γ3. Ο συγγραφέας-ζηλωτής

Η τρίτη περίπτωση είναι και η πιο ενδιαφέρουσα. Πρόκειται για τον φοιτητή δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας και κατοπινό συγγραφέα „Anton“ (κωδικό όνομα), ο οποίος εργάστηκε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ως πληροφοριοδότης της Στάζι, με εξαιρετική επιτυχία, όπως επιβεβαιώνουν οι εκθέσεις των ανωτέρων του. Η προσφορά και δράση του έχει περιληφθεί σε πέντε φακέλους. Από την 1η Σεπτεμβρίου 1962, την ημέρα που συμφώνησε να συνεργαστεί με τη Στάζι, διακρίθηκε στη συλλογή πληροφοριών για τους έλληνες φοιτητές του Βερολίνου και άλλων πόλεων. Όμως η δραστηριότητά του δεν σταμάτησε εκεί. Επεκτάθηκε και στη συλλογή πληροφοριών για τους φοιτητές άλλων εθνικών ομάδων, όπου είχε καλές διασυνδέσεις, για παράδειγμα από την Αφρική ή την Ινδονησία, ενώ αργότερα φαίνεται πως προστέθηκε στις αρμοδιότητές του η ενημέρωση γύρω από τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις διάφορων αντικαθεστωτικών ποιητών και συγγραφέων, για παράδειγμα του Rainer Kunzer ή του Volker Braun.

Σε αντίθεση με τις προηγούμενες περιπτώσεις, ο „Anton“ έδειξε τρομερό ζήλο για την επιτυχή κατάληξη των αποστολών που του ανατέθηκαν, κάνοντας μάλιστα προτάσεις στους ανώτερούς του για το πως έπρεπε να επιλυθούν διάφορα ζητήματα. Ο ζήλος αυτός φαίνεται πως είχε ιδεολογικά αλλά και καιροσκοπικά κίνητρα. Από τη μια πλευρά ήταν ένθερμος οπαδός του κομμουνισμού, από την άλλη επιθυμούσε σφόδρα να αναρριχηθεί στην ιεραρχία της πολιτιστικής ζωής της Ανατολικής Γερμανίας. Δεν ήταν μάλλον τυχαίο πως διακρίθηκε σε αυτό τον τομέα, μεταξύ άλλων για τις μεταφράσεις ελληνικών λογοτεχνικών έργων στα γερμανικά, αποτελώντας μια γέφυρα ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους.

Για την εκπλήρωση των αποστολών του ταξίδευε συχνά στο Δυτικό Βερολίνο, παγιδεύοντας γερμανούς πολίτες που προσπαθούσαν να διαφύγουν στη Δυτική Γερμανία. Η Στάζι φρόντιζε να τον ανταμοίβει συχνά σε δυτικά και ανατολικά μάρκα για τις υπηρεσίες που πρόσφερε. Πάντως, μερικές φορές κίνησε την υποψία των συνομιλητών του, που τον κατηγόρησαν ευθέως ως άνθρωπο της Στάζι. Ύστερα από σχετικές οδηγίες που έλαβε, αρνήθηκε έξαλλος τις κατηγορίες «διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά του». Μετά την πτώση του Τείχους επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου αναγνωρίστηκε η συνεισφορά του στη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων στη Γερμανία, μέσω των μεταφράσεων ελληνικών κειμένων. Ο θάνατός του βρήκε τον Ριζοσπάστη να θρηνεί για την απώλεια ενός άξιου Έλληνα, που είχε κρατήσει ψηλά τη σημαία της πατρίδας του όλα αυτά τα πικρά χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς.

Παρακολούθηση της πρεσβείας των ΗΠΑ στο Ανατολικό Βερολίνο από πράκτορες της Στάζι.

Δ. Επιλογικά

Ως κατακλείδα θα μπορούσε ανάμεσα σε πολλά να ειπωθεί απλώς πως η Στάζι συνιστά ένα λαμπρό ερευνητικό πεδίο για τη μελέτη και την κατανόηση των κομματικών μηχανισμών επιβολής και κυριαρχίας που στήριξαν για δεκαετίες ολοκληρωτικά καθεστώτα, καθώς και για τη θέση των υπό ασφυκτική επιτήρηση κοινωνιών μέσα σε αυτά. Από την πλευρά της Ελλάδας έχει γίνει μέχρι σήμερα πολύ περιορισμένη χρήση του αρχείου, κυρίως για ιδιωτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Και εάν στην πρώτη περίπτωση οι άμεσα ενδιαφερόμενοι έχουν αφήσει αχνά τα ίχνη της έρευνάς τους στους φακέλους, στη δεύτερη πολλοί περισσότεροι – για αλλότριους φυσικά της επιστημονικής έρευνας σκοπούς – βρέθηκαν κατά πόδας του «Ρόκου» ή «Κασκαντέρ» στην ελληνική εκδοχή του James Bond.

 

The Berlin Wall and Stasi HD (ελληνικοί υπότιτλοι)

 

Ο Στράτος Δορδανάς (αριστερά) είναι Επίκουρος Καθηγητής Ιστορίας στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Ο Βάϊος Καλογρηάς είναι Διδάκτορας Ιστορίας και επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Μάιντς.

Αγγελική Δεληκάρη–Μαρία Μητσού: Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός και η περίοδος τρομοκρατίας στη Ρωσία

Αγγελική Δεληκάρη – Μαρία Μητσού

Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός και η περίοδος τρομοκρατίας στη Ρωσία

 

Ο Ιβάν Δ΄ (1530-1584), γιος του Ρώσου ηγεμόνα Βασίλειου Γ΄ (1505-1533) και της Έλενας Glinskaja, συνέδεσε το όνομά του με μία ιδιαίτερα σκληρή και πολλές φορές βίαιη άσκηση εξουσίας και έμεινε στην Ιστορία γνωστός με το προσωνύμιο Τρομερός. Η προσωπικότητά του από πολύ νωρίς σημαδεύτηκε από τραγικές απώλειες στο στενό συγγενικό περιβάλλον του. Σε ηλικία μόλις τριών ετών έχασε τον πατέρα του (1533), ενώ πέντε χρόνια αργότερα έφυγε από τη ζωή και η μητέρα του (1538), για την οποία υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ότι δηλητηριάστηκε από τους βογιάρους. Μέχρι την ενηλικίωσή του συνέχισε να βιώνει ένα κλίμα έντονων αντιπαραθέσεων και μηχανορραφιών ανάμεσα σε δύο κυρίως αριστοκρατικές οικογένειες των Šujskij, απογόνων των ηγεμόνων του Suzdal’, και των Bel’skij, επιφανούς οικογένειας της δυτικής Ρωσίας. Συχνά ο νεαρός τσάρος χρησιμοποιήθηκε σε ίντριγκες, που ενίοτε κατέληγαν σε φόνους και εξορίες. Τα βιώματα αυτά της παιδικής ηλικίας του συντέλεσαν κατά πάσα πιθανότητα στη δυσπιστία που τον διακατείχε σε όλη την περίοδο της ζωής του σε συνδυασμό με τη συνεχή εμμονή καταδίωξης, αφού έβλεπε παντού συνομωσίες και προδότες.

Η στέψη του σε τσάρο στις 16 Ιανουαρίου του 1547 πραγματοποιήθηκε σε μια λαμπρή τελετή με βάση το βυζαντινό τυπικό. Έναν μήνα μετά την ανάληψη της εξουσίας νυμφεύτηκε την Αναστασία Romanovna, γόνο της μετέπειτα δυναστείας των Romanov. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους η Μόσχα συνταράχθηκε από μία εξέγερση των κατοίκων της με αφορμή καταστροφές που προκλήθηκαν από αλλεπάλληλες πυρκαγιές στην πόλη. Αν και ευθυνόταν γι’ αυτό μάλλον η μεγάλη ξηρασία, ο λαός απέδωσε ευθύνες στην οικογένεια των Glinskij, συγγενών του τσάρου από την πλευρά της μητέρας του. Τα δραματικά γεγονότα που εκτυλίχθηκαν τότε από τον εξαγριωμένο όχλο (λεηλασία ανακτόρων, λιθοβολισμός έως θανάτου του θείου του τσάρου, Jurij Glinskij, κ.ά.) επηρέασαν αποφασιστικά τη διαμόρφωση της πολιτικής του Ιβάν Δ΄. Συνειδητοποιώντας τη σκληρή πραγματικότητα και τη μοναξιά του ηγεμόνα, έθεσε ως πρωταρχικό στόχο την εδραίωση της τσαρικής εξουσίας με τη δημιουργία ενός ισχυρού συγκεντρωτικού κράτους και τον περιορισμό της δύναμης των βογιάρων. Σ’ αυτή την πορεία συνέβαλαν οι μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε στους τομείς της δικαιοσύνης, του στρατού και της εκκλησίας. Κεντρικό ρόλο στον σχεδιασμό των αλλαγών αυτών διαδραμάτισε το «επιλεγμένο συμβούλιο» (Izbrannaja rada), που απαρτιζόταν από νέα σχετικά σε ηλικία έμπιστα άτομα του τσάρου όπως, ο knjaz Andrej Kurbskij, ο προϊστάμενος του προσωπικού γραφείου του τσάρου, Aleksej Adašev, ο επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής, Ivan Vyskovatyj, ο ιερέας της Αυλής, Silvestr’, και ο προκαθήμενος της Ρωσικής Εκκλησίας, Μακάριος, που ταυτόχρονα αποτελούσε και πατρική μορφή για τον Ιβάν Δ΄. Το συμβούλιο αυτό λειτουργούσε άτυπα στο πλαίσιο της Bojarska duma, του ανώτερου συμβουλευτικού οργάνου του τσάρου.

Ο Ιβάν Δ΄ σε νεαρή ηλικία και η τσαρίνα Αναστασία.

Από τη μεταρρύθμιση του δικαίου προέκυψε ο νέος νομικός κώδικας, ο Sudebnik, που προέβλεπε τη δημιουργία κεντρικών υπηρεσιών του κράτους και τη μείωση των δικαστικών δικαιοδοσιών των βογιάρων-τοποτηρητών στις επαρχίες της χώρας. Όσον αφορά τον στρατό, οργάνωσε ένα επίλεκτο στρατιωτικό σώμα 3000 τουφεκιοφόρων, των Strelcy, που αποτέλεσε την προσωπική φρουρά του τσάρου. Μια άλλη μονάδα 1000 οπλιτών, οι οποίοι έλαβαν κτήματα (pomestje) κοντά στη Μόσχα, είχε ως κύριο καθήκον τους την επίλυση διπλωματικών, διοικητικών αλλά και έκτακτων στρατιωτικών προβλημάτων. Τέλος, καθορίστηκε η στρατιωτική θητεία, σύμφωνα με την οποία κάθε γαιοκτήμονας όφειλε να διαθέτει, όποτε έκρινε το κράτος, για κάθε 545 στρέμματα που κατείχε, έναν εξοπλισμένο ιππέα. Στο πλαίσιο αυτό των μεταρρυθμίσεων εντάσσεται και η ρύθμιση των σχέσεων κράτους-Εκκλησίας. Το 1551 συγκλήθηκε σύνοδος (έμεινε γνωστή ως Stoglav Sobor), προϊόν της οποίας ήταν ένας τόμος με 100 κεφάλαια σχετικά με την ανανέωση της  Εκκλησίας, αλλά και την τήρηση των ηθών του Χριστιανισμού. Θεσπίστηκαν μέτρα που καταδίκαζαν τις αυθαιρεσίες των επισκόπων, τη σιμωνία, τη διαφθορά στην Εκκλησία, την ύπαρξη μικτών μοναστηριών, κ.ά. Στόχος ήταν γενικότερα η ηθική ζωή των πολιτών, η απαγόρευση της μέθης, του όρκου, των τυχερών παιχνιδιών, της συμμετοχής σε λαϊκές εκδηλώσεις ενδεχομένως παγανιστικής προέλευσης. Στις μεταρρυθμίσεις αυτές ο τσάρος είχε ως έναν βαθμό τη συμπαράσταση του κλήρου, αφού η Ρωσική Εκκλησία δέχθηκε να συμμετέχει με την περιουσία της στις οικονομικές υποχρεώσεις του κράτους. Ταυτόχρονα απαγορεύτηκε η δωρεά γαιών προς τα εκκλησιαστικά ιδρύματα.

Μετά την ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων, που συνέβαλαν στη σταθεροποίηση της εξουσίας στο εσωτερικό της χώρας, ο τσάρος άρχισε να εκδηλώνει τα επεκτατικά σχέδιά του. Στράφηκε εναντίον των χανάτων του Καζάν και του Αστραχάν, απομεινάρια της Χρυσής Ορδής. Το 1552 κατέλαβε την πόλη του Καζάν μετά από δύο αποτυχημένες πολιορκίες, ενώ μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια ολοκλήρωσε την υποταγή ολόκληρου του χανάτου. Το 1556 προσάρτησε και το χανάτο του Αστραχάν. Αυτό σήμαινε ότι οι Ρώσοι κυριαρχούσαν πλέον κατά μήκος του Βόλγα, γεγονός που τους επέτρεπε την πρόσβαση στις αγορές της Ανατολής. Με τις κατακτήσεις αυτές η Μόσχα είχε την ευκαιρία να προχωρήσει προς τα Ουράλια αλλά και τη Σιβηρία. Αρκετά αργότερα, το 1582, το Χανάτο Σιμπίρ στη δυτική Σιβηρία περιήλθε επίσης στην κατοχή του Ιβάν Δ΄, όταν το κατέλαβαν οι Κοζάκοι και του το προσέφεραν ως «δώρο».

Η κατάληψη του Καζάν το 1552, πίνακας του Aleksey Kivshenko (1880).

Στη συνέχεια ο τσάρος έστρεψε το ενδιαφέρον του προς τη Λιβονία (τμήμα της σημερινής Λετονίας), η οποία βίωνε μία βαθιά εσωτερική κρίση. Προσπαθώντας να επωφεληθεί από την κατάσταση, ο Ιβάν Δ΄ ζήτησε την αποπληρωμή ενός μεγάλου χρηματικού ποσού ως αναδρομικό φόρο. Η αδυναμία της χώρας να ανταποκριθεί οικονομικά αποτέλεσε την αφορμή για την απαρχή ενός πολέμου που θα ξεκινήσει το 1558 και θα διαρκέσει 25 έτη. Αν και η Λιβονία δεν κατόρθωσε να αντισταθεί και διαλύθηκε, ωστόσο η Ρωσία δεν είχε ουσιαστικό όφελος, αφού τα εδάφη της διαμοιράστηκαν ανάμεσα στη Σουηδία, τη Δανία και την Πολωνία-Λιθουανία. Η εξέλιξη αυτή ανάγκασε τον Ιβάν Δ΄ να υπογράψει συνθήκη με τη Δανία και εκεχειρία με τη Σουηδία. Επόμενος στόχος του τσάρου ήταν να αποσπάσει την ηγεμονία του Πόλοτσκ από την Πολωνία-Λιθουανία. Η κατάκτηση της πόλης του Πόλοτσκ (1563) αποτέλεσε τη μεγαλύτερη στρατιωτική ρωσική επιτυχία. Ωστόσο άρχιζε μία καθοδική πορεία στις στρατιωτικές δυνάμεις της Ρωσίας που οφειλόταν κυρίως στη συμπεριφορά του τσάρου απέναντι στους στρατιωτικούς ηγέτες και διπλωμάτες. Πολλοί θα πέσουν θύματα των εκκαθαρίσεων του Ιβάν Δ΄, ενώ άλλοι θα επιλέξουν να ζητήσουν καταφύγιο στο εχθρικό στρατόπεδο. Την ίδια περίοδο οι βαριές φορολογικές υποχρεώσεις του πληθυσμού προς το κράτος αυξάνονταν εξαιτίας των επεκτατικών πολέμων της Ρωσίας. Αυτό προκάλεσε μαζική φυγή του πληθυσμού από τις κεντρικές περιοχές του κράτους προς τη στέπα, όπου υπήρχε μεγαλύτερη ασφάλεια από τους φοροεισπράκτορες του τσάρου. Την ερήμωση επιδείνωσαν επίσης οι μαζικοί διωγμοί, ο παρατεταμένος λιμός των ετών 1569-1571, αλλά και η εισβολή του Κριμαϊκού χανάτου στη Ρωσία το 1571/1572. Το τελευταίο έγινε αιτία να οδηγηθούν στην ομηρία πάνω από 100.000 Ρώσοι πολίτες. Η δημογραφική αυτή πτώση συντέλεσε στην αδυναμία καλλιέργειας των κτημάτων των στρατιωτών, με αποτέλεσμα να μείνουν χωρίς έσοδα οι στρατιωτικοί και να λιποτακτούν και αυτοί μαζικά, αποδυναμώνοντας ακόμη περισσότερο το ρωσικό στράτευμα.

Η εδαφική επέκταση της Ρωσίας (1533 – 1598).

Η εκλογή του Ούγγρου ηγεμόνα της Τρανσυλβανίας και ικανότατου στρατηγού Στέφανου Báthory ως βασιλιά της Πολωνίας-Λιθουανίας το 1578 θα επηρεάσει αρνητικά τις εξελίξεις για τη Ρωσία στο στρατιωτικό πεδίο. Ο Báthory σε συνεργασία με τους Σουηδούς κινήθηκε εναντίον της Ρωσίας και κατόρθωσε το 1579/1580 να επανακτήσει το Πόλοτσκ, ενώ η Σουηδία κατέλαβε το ρωσικό τμήμα της Καρελίας. Ο τσάρος, βλέποντας τον ρωσικό στρατό να αδυνατεί να ανταποκριθεί στα πολλά μέτωπα, αναγκάστηκε να παρακαλέσει το Βατικανό για διαμεσολάβηση, αφήνοντας ανοιχτό στον πάπα το ενδεχόμενο να συμμετάσχει η Ρωσία σε ένα αντιτουρκικό μέτωπο, αλλά και υπόνοιες για συναίνεσή του στην Ένωση των δύο Εκκλησιών. Οι συνθήκες ειρήνης που ακολούθησαν (με την Πολωνία-Λιθουανία το 1582 και με τη Σουηδία το 1583) ήταν ιδιαίτερα ταπεινωτικές για τη Ρωσία. Επιστράφηκαν στην Πολωνία-Λιθουανία όλα τα εδάφη της Λιβονίας, ενώ η Σουηδία εδραίωσε την κυριαρχία της στις κατακτημένες ρωσικές περιοχές και πόλεις. Με τον τρόπο αυτόν η Ρωσία εξακολουθούσε να βρίσκεται αποκομμένη από τη Βαλτική θάλασσα και να μαστίζεται από σημαντική οικονομική κρίση στο εσωτερικό.

Ivan le Terrible (documentaire)

Ο Ιβάν Δ΄ ήδη από το 1560 είχε αρχίσει να λαμβάνει μέτρα εναντίον συμβούλων, συνεργατών, αξιωματούχων και εκκλησιαστικών ανδρών, θεωρώντας ότι όλοι αυτοί αποσκοπούσαν να κυβερνούν τη χώρα και να παρακάμπτουν τον τσάρο. Ο θάνατος δύο προσφιλών προσώπων του, της συζύγου του Αναστασίας το 1560 και του μητροπολίτη Μακάριου το 1563 επέδρασε αρνητικά στην ψυχολογία του. Αυτό που είχε τώρα πρώτιστη σημασία για τον τσάρο ήταν η επιβολή της απόλυτης εξουσίας του με την εξουδετέρωση των αντιπάλων του. Η συμπεριφορά άλλωστε του Andrej Kurbskij, τοποτηρητή της Λιβονίας, και παράλληλα προσωπικού φίλου και συγγενή του Ιβάν Δ΄, να διαφύγει (τον Απρίλιο του 1564) στη Λιθουανία, πυροδότησε μια σειρά διώξεων και εκτελέσεων των knjazi και των βογιάρων. Προκειμένου να εξαφανίσει ο τσάρος κάθε ίχνος απειλής, δημιούργησε ένα ειδικό σώμα, την οπρίτσνινα (Oprichnina), εγκαινιάζοντας μία περίοδο τρομοκρατίας για τη χώρα. Εκτεταμένα εδάφη της βόρειας ευρωπαϊκής Ρωσίας υπήχθησαν σε ένα νέο νομικό καθεστώς και θεωρήθηκαν προσωπική ιδιοκτησία του τσάρου. Οι περιοχές αυτές λειτούργησαν ως πηγές εσόδων της οπρίτσνινα, ενώ οι ιδιοκτήτες τους εξορίστηκαν. Η κατώτερη αριστοκρατία των παραπάνω περιοχών είχε το δικαίωμα να ενταχθεί σε ένα επίλεκτο στρατιωτικό σώμα, τη σωματοφυλακή του τσάρου. Οι οπρίτσνικοι φορούσαν μαύρη στολή και έφεραν στη ζώνη ένα είδος σαρώθρου, που συμβόλιζε την αποστολή τους, δηλαδή την εκκαθάριση της χώρας από τους συνωμότες. Το σώμα αριθμούσε περί τα 5.000-6.000 μέλη και οι οικονομικές απολαβές από τα δημευμένα κτήματα αποτελούσαν για τους περισσότερους δέλεαρ για να ενταχθούν σ’ αυτό. Οι περιοχές της οπρίτσνινα διατηρούσαν τη δική τους διοίκηση και εκκλησιαστική ιεραρχία, ενώ στις υπόλοιπες περιοχές του κράτους ίσχυε ο ήδη υπάρχων διοικητικός μηχανισμός. Φυσικά ο τσάρος ήταν ο απόλυτος άρχων παντού.

Σε όλη τη διάρκεια της οπρίτσνινα κυριάρχησε στη Ρωσία καθεστώς τρόμου. Πολλοί αξιωματούχοι-ευγενείς εκτελέστηκαν, βασανίστηκαν, δηλητηριάστηκαν, μαστιγώθηκαν δημόσια, ή ακόμη υποχρεώθηκαν να γίνουν μοναχοί. Τα ίδια δεινά υπέστησαν και οι συγγενείς, οι φίλοι και οι δουλοπάροικοί τους. Όσον αφορά τις περιουσίες τους, αυτές μοιράστηκαν ανάμεσα στον τσάρο και τους καταδότες. Το 1566 αποφάσισαν 300 αριστοκράτες να στείλουν γραπτή επιστολή προς τον τσάρο με αίτημα την κατάργηση της οπρίτσνινα. Αυτός αμέσως διέταξε τη φυλάκιση όλων όσων είχαν υπογράψει την επιστολή, ενώ πενήντα από αυτούς μαστιγώθηκαν δημόσια και τρεις εκτελέστηκαν.

Η οπρίτσνινα του ζωγράφου Nikolai Nevrev (δεκαετία του 1870). Ο πίνακας αναπαριστά τα τελευταία λεπτά του βογιάρου Feodorov, τον οποίο είχαν συλλάβει για προδοσία.

Με πρόσχημα την προδοσία ο τσάρος προχώρησε στη λεηλασία και την καταστροφή πόλεων, οχυρών, μοναστηριών. Φοβούμενος ότι η ηγεμονία του Νόβγκοροντ μαζί με άλλες περιοχές της βορειοδυτικής Ρωσίας θα ζητούσαν πιθανόν να προσαρτηθούν στο βασίλειο της Πολωνίας-Λιθουανίας, οργάνωσε εκστρατεία τον Δεκέμβριο του 1569. Η επιχείρηση ξεκίνησε με μία αιφνιδιαστική επιδρομή εναντίον του Τβερ, αποκόπτοντας όλες τις προσβάσεις προς την πόλη. Ακολούθησε η κατάληψη του Τβερ και η εξόντωση των εμπόρων και των βιοτεχνών μαζί με τις οικογένειές τους, προβάλλοντας ως πρόσχημα τη λιθουανική καταγωγή τους. Την ίδια τύχη είχαν και οι 500 οικογένειες από το Πσκοβ, που είχαν εγκατασταθεί νωρίτερα εκεί κατόπιν εντολής της οπρίτσνινα. Θύμα των διώξεων αυτών έπεσε και ο μητροπολίτης Μόσχας Φίλιππος, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε έντονα για τις σφαγές αυτές. Στραγγαλίστηκε στις 28 Δεκεμβρίου του 1569 από έναν άνθρωπο του τσάρου σε μία μονή κοντά στο Τβερ. Ο θάνατός του βέβαια αποδόθηκε σε ασφυξία από τον ανθυγιεινό αέρα του κελιού. Η βιαιότητα του Ιβάν Δ΄ συνεχίστηκε δριμύτερη στο Νόβγκοροντ. Οι κάτοικοι της πόλης, αγνοώντας τις προθέσεις του τσάρου, του επεφύλασσαν μία λαμπρή υποδοχή με επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο. Ο τσάρος όμως τους κατηγόρησε για εσχάτη προδοσία, με αιτιολογία ότι αυτοί σκόπευαν να παραδώσουν το Νόβγκοροντ και την περιοχή του στον βασιλιά της Πολωνίας. Στη συνέχεια προχώρησε σε μαζική εκκαθάριση του εμπορικού κόσμου, καθώς και των συγγενών και των φίλων τους. Έστησε μάλιστα εικονικές δίκες και με βασανιστήρια ανάγκασε την ανώτερη τάξη του Νόβγκοροντ (βογιάρους, εμπόρους, υπαλλήλους, ιερείς και μοναχούς) να δηλώσουν την ενοχή τους. Στους «προδότες» επιβλήθηκε ως ποινή ο πνιγμός στα παγωμένα νερά του ποταμού Βόλχοβ. Ολόκληρες οικογένειες βρήκαν φρικτό θάνατο. Κατόπιν εντολής του Ιβάν Δ΄ λεηλατήθηκαν οι εκκλησίες και οι μονές της πόλης και των περιχώρων, ακόμη και τα οστεοφυλάκια των αγίων και τα κελιά των μοναχών. Μεγάλες καταστροφές υπέστη και ο ιστορικός ναός της Αγίας Σοφίας του Νόβγκοροντ που χρονολογούνταν από τον 11ο αιώνα (αφαιρέθηκαν το τέμπλο, τα ιερά σκεύη, εικόνες κ.ά.). Την ίδια τύχη είχαν και οι μονές. Μάλιστα εκεί επέβαλε ο τσάρος έκτακτη χρηματική εισφορά. Οι οπρίτσνικοι, όπως ήταν φυσικό, εστίασαν την καταστροφική μανία τους στις επιχειρήσεις, αρπάζοντας εμπορεύματα από τις αποθήκες, αλλά και πολύτιμα αντικείμενα από τις οικίες των πλουσίων. Από το διαταραγμένο μυαλό του τσάρου δεν γλίτωσαν ούτε οι ζητιάνοι που εκείνον τον χειμώνα αυξήθηκαν εξαιτίας του λιμού. Προκειμένου να επιβιώσουν, έφτασαν σε σημείο να τρώνε τα πτώματα των εκτελεσμένων «προδοτών». Έτσι οι επιχειρήσεις εκκαθάρισης επεκτάθηκαν και σ’ αυτούς με ομαδικούς πνιγμούς στον ποταμό του Νόβγκοροντ. Παρόμοια κατάσταση επικράτησε και σε άλλες πόλεις της βόρειας Ρωσίας. Η εισβολή των Τατάρων στη Μόσχα τον Μάιο του 1571 είχε σαν αποτέλεσμα μία μεγάλη πυρκαγιά. Οι υλικές ζημιές ήταν ανυπολόγιστες. Ο τσάρος βρήκε τότε την ευκαιρία να κατηγορήσει γι’ αυτό τα μέλη της δούμας της zemština. Η πολιτική που ακολουθούσε ο Ιβάν Δ΄ είχε αποδυναμώσει τον στρατό από τα ικανά στελέχη του, αφήνοντας παράλληλα εκτεθειμένα τα νότια σύνορα της χώρας.

Με τις λεηλασίες προσπαθούσε η οπρίτσνινα να γεμίζει τα άδεια ταμείου του κράτους. Ο τσάρος φαινομενικά ήταν ικανοποιημένος με το επίτευγμά του, να ορίζει δηλαδή αυτός και μόνο την τύχη όλων των κοινωνικών τάξεων της Ρωσίας. Η ζωή και ο θάνατος των υπηκόων εξαρτιόταν αποκλειστικά από τον ίδιο. Μετά από επτά έτη απόλυτης τρομοκρατίας αρχίζει σιγά σιγά να διαφαίνεται η αποσύνθεση της οπρίτσνινα. Η πυρκαγιά στη Μόσχα (Μάιος 1571), αλλά κυρίως ο αιφνίδιος θάνατος της τρίτης γυναίκας του Ιβάν Δ΄, Marfa Sobakina, λίγες ημέρες μετά τον γάμο τους γεννούν υποψίες στον τσάρο για συνωμοσίες στους κόλπους των οπρίτσνικοι. Ούτε αυτοί δεν μπορούσαν πια να αισθάνονται ασφαλείς από τις διαθέσεις του Ιβάν Δ΄. Το φθινόπωρο του 1571 δύο από τους καλύτερους διπλωμάτες και ταυτόχρονα επιφανή μέλη της οπρίτσνινα, ο Johann Taube και ο Elert Kruse, και οι δύο γερμανικής καταγωγής, αυτομολούν στο εχθρικό στρατόπεδο. Η πράξη αυτή αιφνιδίασε τον τσάρο, ο οποίος συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε πλέον να αισθάνεται ασφαλής. Το διάστημα των οκτώ αυτών ετών τρομοκρατίας και βίας σε συνδυασμό με τον πολυδάπανο πόλεμο με τη Λιβονία είχαν εξαντλήσει οικονομικά τη Ρωσία.

Ο Ιβάν Δ΄ με τον σκοτωμένο γιο του, Πίνακας του Ilja E. Repin (1885).

Ο Ιβάν Δ΄ παρά τη δυσπιστία και την καχυποψία που τον περιέβαλε, μπορούσε να γίνει όργανο στα χέρια κάποιων που τον έπειθαν για την αφοσίωση και την υποταγή τους. Του άρεσαν οι κολακείες, και γύρω του συγκεντρώνονταν διάφοροι ευνοούμενοι, οι οποίοι επεδίωκαν με κάθε τρόπο να ενισχύουν την αλαζονεία του. Αν και υπερβολικά θρησκόληπτος, δεν δίστασε να παντρευτεί επτά φορές (κάποιες από τις γυναίκες του δολοφονήθηκαν), αλλά και να διατηρεί πολλές εξωσυζυγικές σχέσεις. Μάλιστα τα τέκνα που προέκυπταν από αυτές τα έπνιγε με τα ίδια του τα χέρια. Αργότερα βέβαια μπορεί να μετανοούσε. Παράλληλα σκεφτόταν να ασπαστεί τον μοναχισμό, γι’ αυτό και είχε κάνει μία μεγάλη χρηματική δωρεά στη Μονή του Αγίου Κυρίλλου, για να του ετοιμάσουν ένα κελί. Όλη του τη ζωή περιστοιχιζόταν από τον θάνατο και μέχρι το τέλος ταλανιζόταν από φόβο για συνωμοσίες, μίσος και δίψα για εκδίκηση.

Σε μία έκρηξη θυμού στράφηκε και εναντίον του γιου και διαδόχου του, αφού υποψιαζόταν ότι εποφθαλμιούσε τον τσαρικό θρόνο. Τον χτύπησε ανελέητα μέχρι θανάτου. Ο φόνος του γιου του, που συνεπαγόταν και το τέλος του μοσχοβίτικου δυναστικού οίκου, στιγμάτισε τον Ρώσο ηγεμόνα. Θέλοντας να απαλλαγεί από τις τύψεις, διέταξε να δημιουργηθούν κατάλογοι με τα ονόματα των θυμάτων του, ώστε να τελούνται μνημόσυνα για τη σωτηρία της ψυχής τους.

Ο Ιβάν Δ΄ πέθανε τον Μάρτιο του 1584. Για τον θάνατό του υπάρχουν δύο εκδοχές. Σύμφωνα με την πρώτη δηλητηριάστηκε από συνωμότες του στενού περιβάλλοντός του με τη βοήθεια του προσωπικού γιατρού του. Η δεύτερη αναφέρεται σε φυσικά αίτια. Λίγο πριν φύγει από τη ζωή έλαβε τη μοναχική κουρά.

Η περίοδος που ακολούθησε χαρακτηρίστηκε από μία βαθιά πολιτική, οικονομική, κοινωνική και δυναστική κρίση του κράτους της Μόσχας. Ο γιος του Fjodor που τον διαδέχτηκε ανέλαβε την εξουσία μόνο τυπικά (1584-1598), αφού ήταν άτομο με νοητική καθυστέρηση και δεν άφησε διάδοχο. Θα ακολουθήσει η λεγόμενη «περίοδος των ταραχών (1584-1613)» έως την άνοδο στον θρόνο της δυναστείας των Romanov με την εκλογή του Michail Romanov σε τσάρο το 1613.

 

Ivan the Terrible – 1944 – Sergei Eisenstein

 

Ο Nikolay Cherkasov ως Ιβάν ο Τρομερός, στην ομώνυμη κλασσική κινηματογραφική εκδοχή του Sergei Eisenstein (1944–1946).

 

 

Η Αγγελική Δεληκάρη είναι Επίκουρη Καθηγήτρια
της Μεσαιωνικής Ιστορίας των Σλαβικών Λαών στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

 

Η Μαρία Μητσού είναι απόφοιτος του
Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

R. Payne – N. Romanoff, Ivan the Terrible, New York 22002.

I. de Madariaga, Ivan the Terrible. First Tsar of Russia, New Haven and London 2005.

Γ. Μαλιγκούδη, Η Μεσαιωνική Ρωσία, Αθήνα 2013.

L. Trepanier, Political Symbols in Russian History: Church, State, and the Quest for Order and Justice,Lexington Books 2017

Ch. Ziegler, The History of Russia, Greenwood Publishing Group 1999

N. Shields Kollmann, The Russian Empire (1450-1801), Oxford University Press 2017.