Skip to main content

Ιωάννης Χάλκος: Η εξωτερική πολιτική των κυβερνήσεων Καραμανλή και η ελληνική διπλωματία, 1974-1980. Διαδικασία λήψης αποφάσεων, ανάλυση και χάραξη πολιτικής

Ιωάννης Χάλκος

Η εξωτερική πολιτική των κυβερνήσεων Καραμανλή και η ελληνική διπλωματία, 1974-1980. 

Διαδικασία λήψης αποφάσεων, ανάλυση και χάραξη πολιτικής

 

Οι στρατηγικές επιλογές των μεταδικτατορικών κυβερνήσεων Καραμανλή σφράγισαν την πορεία της σύγχρονης Ελλάδας με τρόπο τόσο βαθύ ώστε όχι μόνο να είναι ορατές μέχρι σήμερα αλλά να καθορίζουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τη σύγχρονη ελληνική εσωτερική κι εξωτερική πραγματικότητα. Η αποκατάσταση και παγίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος, η ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, η αποτροπή της τουρκικής απειλής σε Κύπρο και Αιγαίο αλλά και η εξισορρόπηση των σχέσεων με τους ΝΑΤΟϊκούς συμμάχους υπήρξαν επιτεύγματα που διαμορφώνουν τις σταθερές της διεθνούς θέσης της χώρας μέχρι τις μέρες μας. Στην αντοχή των πολιτικών αυτών στον χρόνο συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό και η ιστορική συγκυρία της δεκαετίας του 1970. Η ύφεση στις σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων, οι αλλαγές στο διεθνές οικονομικό σύστημα, η ένταξη της παγκοσμιοποίησης, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του περιβάλλοντος στη διεθνή ατζέντα αποτέλεσαν εξελίξεις που σήμαναν  τελικά την απαρχή «της δική μας νεωτερικότητας».[1] Έτσι, οι καραμανλικές κυβερνήσεις δεν είχαν να διαχειριστούν μόνο τη μετάβαση στη δημοκρατία αλλά και τη μετάβαση της χώρας συνολικά σε μια νέα εποχή, τη δική μας εποχή κατά κάποιον τρόπο. Στην πολιτική σκέψη του Καραμανλή και του επιτελείου του τα εσωτερικά ζητήματα βρίσκονταν σε άμεση διασύνδεση με την διεθνή θέση της χώρας. Η εξωτερική του πολιτική, όπως έλεγε ο ίδιος, ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της συνολικής του πολιτικής με βασική ιδέα την οργανική ένταξη της Ελλάδας στην Ευρώπη, μια εξέλιξη που θα εξασφάλιζε την κοινωνική και πολιτική σταθερότητα, την οικονομική ευημερία αλλά και την ασφάλεια της χώρας.[2]

Η πρόσοψη του Υπουργείου Εξωτερικών στην Αθήνα.

Η ιστορική έρευνα έχει αρχίσει τα τελευταία χρόνια να φωτίζει διάφορες πτυχές της πολιτικής αυτής όπως η ένταξη στην ΕΟΚ και η εξέλιξη των ελληνοτουρκικών και ελληνοαμερικανικών σχέσεων.[3] Οι άνθρωποι όμως που κλήθηκαν να εκτελέσουν τις αποφάσεις της κυβέρνησης και έφεραν εις πέρας τις διαδοχικές διαπραγματεύσεις σε πολλαπλά κρίσιμα μέτωπα δεν έχουν μέχρι στιγμής προσελκύσει το ενδιαφέρον των ερευνητών της περιόδου. Αν και οι διεθνείς εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών, η τεχνολογική πρόοδος και η ανάγκη για περισσότερη εξειδίκευση εν όψει μιας διαρκώς διευρυνόμενης διεθνούς ατζέντας τείνουν να υποβαθμίζουν τον ρόλο των διπλωματών σε πιο τεχνοκρατικά καθήκοντα, είναι σαφές ότι στην ελληνική περίπτωση η συνεισφορά τους υπήρξε αποφασιστική. Σε αυτό το άρθρο θα υποστηριχθεί ότι οι αξιωματούχοι του Υπουργείου Εξωτερικών που τοποθετήθηκαν στις πιο νευραλγικές θέσεις όχι μόνο άσκησαν με επιτυχία τον εκτελεστικό ρόλο που τους ανατέθηκε αλλά συμμετείχαν ενεργά και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων ως αποτέλεσμα της κυβερνητικής τακτικής του Καραμανλή. Επίσης, μια από τις βασικές διαπιστώσεις που το άρθρο αυτό θέτει προς συζήτηση είναι ότι εξετάζοντας το υπόβαθρο και τις απόψεις των ανθρώπων αυτών για τα λεγόμενα εθνικά θέματα προκύπτει μια εντυπωσιακή κοινότητα αντιλήψεων η οποία στοιχειοθετεί την ύπαρξη μιας ελληνικής «διπλωματικής σχολής» που έφτασε στην ακμή της στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970. Απαρτιζόμενη από επαγγελματίες που εισήλθαν στο διπλωματικό σώμα στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και με κοινές ιστορικές εμπειρίες και βιώματα, η ομάδα αυτή λειτούργησε με πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα συνοχή και αποτελεσματικότητα. Οι προσωπικότητες που εξετάζονται εδώ επιλέχθηκαν με βάση την επιρροή που διέθεταν στην κυβέρνηση και δεν εκφράζουν το σύνολο του διπλωματικού σώματος, στο οποίο περιλαμβάνονταν και άτομα με διαφορετικές απόψεις και αναφορές.

Πολιτική ηγεσία και διαδικασία λήψης αποφάσεων

Την περίοδο της χούντας των συνταγματαρχών ο ρόλος της διπλωματικής υπηρεσίας υποβαθμίστηκε αισθητά. Ειδικά μετά την ανατροπή του Γ. Παπαδόπουλου από τον «αόρατο δικτάτορα» Δ. Ιωαννίδη τον Νοέμβριο του 1973, ήταν φανερό ότι η εξωτερική πολιτική της χώρας ασκείτο υπογείως και όχι από την επίσημη κυβέρνηση Ανδρουτσόπουλου, η οποία μόνο διακοσμητικό ρόλο είχε. Κάθε δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ διπλωματικού σώματος και πραγματικής κυβέρνησης είχε διακοπεί ενώ παρά το γεγονός ότι η επίσημη πολιτική της χώρας δεν εμφάνισε κάποια αλλαγή, η χούντα απεργαζόταν σχέδια ανατροπής του Μακαρίου στην Κύπρο και ένωσης της νήσου με την Ελλάδα. Οι προειδοποιήσεις της ηγεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών για τις καταστροφικές συνέπειες που θα είχε μια μονομερής ενέργεια στην Κύπρο δεν εισακούστηκαν και η δυσαρέσκεια του διπλωματικού κόσμου εκφράστηκε με την παραίτηση του υπουργού Εξωτερικών και πρώην διπλωμάτη Σπύρου Τετενέ ενώ και ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Άγγελος Βλάχος και ο γενικός διευθυντής πολιτικών υποθέσεων Ιωάννης Τζούνης ζήτησαν να απαλλαγούν από τα καθήκοντά τους και τις ευθύνες “τις οποίες δημιουργούν ανεξέλεγκτες ενέργειες στοιχείων άσχετων με τα όργανα ασκήσεως της επίσημης εξωτερικής πολιτικής του κράτους”.[4] Όπως έγραφε στα απομνημονεύματα του ο Έλληνας πρέσβης στην Άγκυρα Δημήτρης Κοσμαδόπουλος, ο οποίος υπέβαλε κι αυτός την παραίτηση του στο άκουσμα του πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου, “ποτέ δεν αισθάνθηκα τόσο αχρηστευμένος, ανήμπορος κι εγώ να συμβάλω το παραμικρό για την προκοπή του τόπου μας”.[5]

Η πανηγυρική επιστροφή του Καραμανλή τα ξημερώματα της 24ης Ιουλίου 1974 δεν κατάφερε να αναστρέψει την κατάσταση στην Κύπρο αλλά έφερε ένα κύμα αισιοδοξίας σε ολόκληρη την χώρα. Αντιμέτωπος πρωτίστως με μια εθνική κρίση και διαβλέποντας ότι η εξωτερική του πολιτική θα αποτελούσε τη βάση της στρατηγικής του για τη μετάβαση στη δημοκρατία, ο πρωθυπουργός προσπάθησε αμέσως να αποκαταστήσει το κύρος και την λειτουργικότητα της ελληνικής διπλωματίας που είχαν κλονισθεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες, τοποθετώντας σε θέσεις κλειδιά ανθρώπους με τους οποίους είχε συνεργαστεί στο παρελθόν και εμπιστευόταν. Στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας το Υπουργείο Εξωτερικών ανέλαβε για λόγους ισορροπίας ο ηγέτης του Κέντρου Γ. Μαύρος αλλά υφυπουργός ορίστηκε ο πρώην διπλωμάτης Δημήτρης Μπίτσιος, ο οποίος και αναβαθμίστηκε σε υπουργό όταν ο Μαύρος παραιτήθηκε για να αφοσιωθεί στην προεκλογική του εκστρατεία τον Οκτώβριο του 1974. Έχοντας υπηρετήσει περίπου μια δεκαετία ως μόνιμος αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ και με βαθιά γνώση του Κυπριακού, ο Μπίτσιος παρέμεινε στο τιμόνι της ελληνικής διπλωματίας ως τις εκλογές του 1977. Μάλιστα, η επιλογή ενός μη πολιτικού προσώπου στο υπουργείο σχολιάστηκε ως έκπληξη από την αμερικανική πρεσβεία, η οποία θεώρησε ότι έτσι ο Καραμανλής προσπαθούσε να επιτύχει μια υπερκομματική στρατηγική στα μείζονα εξωτερικά θέματα και κυρίως στο Κυπριακό.[6]  Ο έμπειρος Άγγελος Βλάχος επανήλθε στη θέση του γενικού γραμματέα και διαχειρίστηκε ουσιαστικά εκείνος την κυπριακή κρίση, ειδικά τις κρίσιμες ημέρες που ο Μαύρος βρισκόταν στη Γενεύη για την τριμερή διάσκεψη Ελλάδας, Τουρκίας και Βρετανίας. Όταν ο Βλάχος έπρεπε να απομακρυνθεί λόγω επιμονής του Μαύρου, ανέλαβε την διεύθυνση του πολιτικού γραφείου του πρωθυπουργού, ένα πόστο κρίσιμο για την λειτουργία της κυβέρνησης αλλά και με ισχυρή επιρροή στον ίδιο τον Καραμανλή.[7]

Ο Δημήτρης Μπίτσιος και ο Βύρων Θεοδωρόπουλος στα Ηνωμένα Έθνη.

Από τον Νοέμβριο του 1974 τη διεύθυνση του πρωθυπουργικού γραφείου ανέλαβε ο διπλωμάτης καριέρας κι έμπιστος του Καραμανλή Πέτρος Μολυβιάτης. Ο Μολυβιάτης λειτουργούσε ως σύνδεσμος μεταξύ του πρωθυπουργού και του Υπουργείου Εξωτερικών ενώ συνόδευε τον Καραμανλή σε όλες τις συναντήσεις του με ξένους ηγέτες και εκτελούσε και χρέη διερμηνέα. Πέρα από τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, άνηκε στο στενό επιτελείο του Καραμανλή, ο οποίος βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στις συμβουλές του για τα εξωτερικά – και όχι μόνο – θέματα.[8] Στην κορυφή του Υπουργείου Εξωτερικών παρέμεινε ο Ιωάννης Τζούνης, βαθύς γνώστης των ελληνοτουρκικών ζητημάτων και με εμπειρία στην πρεσβεία Άγκυρας και στο Τμήμα Κύπρου του υπουργείου. Τέλος, o Βύρων Θεοδωρόπουλος, που θεωρούνταν από την αμερικανική πρεσβεία ως «ένας από τους τρεις-τέσσερις ικανότερους ανθρώπους στην ελληνική διπλωματική υπηρεσία» και απολάμβανε την εκτίμηση των Ελλήνων και ξένων συναδέλφων του, ανέλαβε μόνιμος αντιπρόσωπος στο ΝΑΤΟ, μια θέση που απέκτησε ιδιαίτερη σημασία μετά την αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος της συμμαχίας και απαιτούσε ιδιαίτερα διπλωματικά προσόντα από τον κάτοχό της.[9] Το 1976 ο Θεοδωρόπουλος ανέλαβε τη νεοσυσταθείσα θέση του μόνιμου γενικού γραμματέα του υπουργείου και ταυτόχρονα υπηρέτησε ως πρόεδρος της Επιτροπής Διαπραγματεύσεων με την ΕΟΚ φέροντας ουσιαστικά μαζί με τον Γ. Κοντογεώργη το κύριο βάρος των διαπραγματεύσεων ένταξης που ολοκληρώθηκαν επιτυχώς τον Μάϊο του 1979.

28 Μαΐου 1979. Η υπογραφή της Συμφωνίας ένταξης στο Ζάππειο Μέγαρο.

Παρά το γεγονός ότι ο Καραμανλής θεωρείται συχνά ένας συγκεντρωτικός ηγέτης, η έρευνα δείχνει ότι δεν δίσταζε να αναθέτει σημαντικές εξουσίες – και άρα μεγάλο μέρος της κυβερνητικής ευθύνης – σε άτομα που εκτιμούσε. Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να αναφερθούν μερικά στοιχεία για τη μέθοδο διακυβέρνησης του Μακεδόνα ηγέτη. Ο Καραμανλής δεν συνήθιζε να εμπλέκει σύσσωμο το υπουργικό συμβούλιο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Λειτουργούσε κυρίως με κλειστές συσκέψεις που περιλάμβαναν τον αρμόδιο υπουργό για το θέμα συζήτησης, μερικούς συμβούλους και σχετικούς εμπειρογνώμονες ή συγκαλούσε Κυβερνητικές Επιτροπές με παρόμοια αλλά λίγο πιο διευρυμένη σύνθεση.[10] Για τις αποφάσεις του στηριζόταν στο ολιγάριθμο επιτελείο του το οποίο αποτελούνταν από παλαιούς του συνεργάτες (Ε. Αβέρωφ, Γ. Ράλλης, Κ. Παπακωνσταντίνου), ορισμένους υπουργούς και τεχνοκράτες. Επίσης, όπως παρατηρεί ο Τάκης Παππάς, τα μέλη του κυβερνητικού επιτελείου που επιλέγονταν προσεκτικά από τον Καραμανλή παρουσίαζαν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά που το καθιστούσαν ένα ομοιογενές σύνολο, όπως εθνική εξωστρέφεια, εκφρασμένη κυρίως με την επιθυμία ένταξης της χώρας στο δυτικό κόσμο, σημαντική παιδεία, αφοσίωση στον κοινοβουλευτισμό, βούληση θεσμικού εκσυγχρονισμού του κράτους και πολιτικό ρεαλισμό.[11] Παρά το γεγονός ότι ο Καραμανλής χρησιμοποίησε το εργαλείο των επιτελικών συσκέψεων περισσότερο από κάθε Έλληνα πρωθυπουργό, εντύπωση προκαλεί ο σχετικά μικρός αριθμός συσκέψεων αφιερωμένων σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.[12] Το παράδοξο αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι τα εξωτερικά θέματα χειριζόταν προσωπικά ο πρωθυπουργός με μια πολύ μικρή ομάδα εμπίστων (Αβέρωφ, Μπίτσιος, Τζούνης, Θεοδωρόπουλος). Ενδεικτικό της νοοτροπίας του Καραμανλή είναι ότι το πρωθυπουργικό γραφείο ήταν αποσυνδεδεμένο από το κόμμα και αποτελούνταν από πέντε-έξι συμβούλους με βασικό κριτήριο την αποτελεσματικότητα, κάτι που έρχεται σε άμεση αντίθεση με τη μετέπειτα συνήθη ελληνική πρακτική όπου τα πρωθυπουργικά γραφεία απαρτίζονται ακόμα και από εκατοντάδες στελέχη. Έτσι, μέσω του Μολυβιάτη η επικοινωνία με το Υπουργείο Εξωτερικών ήταν συνεχής ενώ και ο ίδιος ο Καραμανλής επικοινωνούσε συχνά με υπηρεσιακούς παράγοντες αφήνοντας τους σημαντικά περιθώρια σκέψης και έκφρασης. Κομβικός ήταν ο ρόλος των Τζούνη και Θεοδωρόπουλου σε αυτήν την διαδικασία με τον δεύτερο να αποκτά ηγετικό ρόλο στο υπουργείο μετά το τέλος της θητείας του Μπίτσιου. Όπως γράφει ο πρέσβης Κωνσταντίνος Λυμπερόπουλος για τον Θεοδωρόπουλο: “Aκούραστος, απτόητος, ατάραχος, απρόβλεπτος άλλες φορές, ήταν για όλους ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης που ενέπνεε σιγουριά”.[13] Επίσης, η απόλυτη αφοσίωση των διπλωματών στον Καραμανλή και το γεγονός ότι οι περισσότεροι από αυτούς διατηρούσαν και φιλικές σχέσεις μεταξύ τους ενίσχυε την συνοχή της ομάδας.

Αξίζει εδώ να παραθέσουμε τις εντυπώσεις του Κοσμαδόπουλου από τη συνεργασία του με τους προϊσταμένους του: “Πάνω απ’ αυτήν την επιτυχέστατη δυάδα [Μπίτσιο, Τζούνη] και σε σύμπνοια μαζί της, η άγρυπνη και αδιάκοπη προσωπική παρουσία του πρωθυπουργού, με τις σαφείς κατευθυντήριες γραμμές για εκτέλεση. Στη σταδιοδρομία μου στο εξωτερικό δεν είχα ποτέ αισθανθεί τόσο αρμονικά ενταγμένος σε σφιχτοδεμένη ομάδα. Ένας πρέσβης με ασφαλή τα μετόπισθέν του πατάει σε γερές σανίδες και μπορεί να αφοσιωθεί απόλυτα στη δουλειά του. Ανεκτίμητο είναι να νιώθω σίγουρα τα νώτα μου. […] Με τον Μπίτσιο και τους συνεργάτες του στα ελληνοτουρκικά, το υπουργείο δουλεύει σαν καλολαδωμένη μηχανή: Δεν έτυχε καμιά φορά που να ζήτησα οδηγίες και να μην τις πήρα, ξεκάθαρες, μέσα σε έξι ώρες το πολύ, νύχτα-μέρα”.[14]

Το γεγονός ότι η συγκυρία ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκή επιβεβαιώνεται από το ότι το επίπεδο συνοχής και αρμονίας που επιτεύχθηκε την περίοδο 1974-1981 στο Υπουργείο Εξωτερικών δεν είχε συνέχεια. Αφ’ ενός τα περισσότερα από τα μέλη αυτής της ομάδας σταδιακά συνταξιοδοτήθηκαν και αφ’ ετέρου η μέθοδος διακυβέρνησης και ο τρόπος άσκησης της εξωτερικής πολιτικής από το ΠΑΣΟΚ διέφερε ριζικά από τους προκατόχους του οδηγώντας στον παραγκωνισμό της διπλωματικής υπηρεσίας από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Η ελληνική αντιπροσωπεία στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών το 1978. Στην πρώτη σειρά διακρίνονται ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Ράλλης, ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος στα Ηνωμένα Έθνη Γεώργιος Παπούλιας. Στη δεύτερη σειρά οι Πέτρος Μολυβιάτης και Ιωάννης Τζούνης, πρέσβης στην Ουάσιγκτον (Πηγή: Ίδρυμα Κωνσταντίνου Καραμανλή).

Μια εξωτερική πολιτική σε νέα θεμέλια

Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο υπήρξε ορόσημο για την ελληνική αμυντική και εξωτερική πολιτική. Αφ’ ενός έδειξε στους Έλληνες ιθύνοντες ότι η Άγκυρα δεν δίσταζε να ασκήσει βία για να επιτύχει πολιτικούς στόχους και αφ’ ετέρου σε συνδυασμό με τις διεκδικήσεις στο Αιγαίο που η Τουρκία άρχισε να προβάλλει έντονα ακριβώς αυτήν την εποχή φάνηκε ότι η Αθήνα είχε να αντιμετωπίσει έναν επεκτατικό γείτονα που απειλούσε την εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Όπως διαπιστώνει ο Αθανάσιος Πλατιάς, την περίοδο 1945-1974, η Ελλάδα, όπως και άλλα μικρά κράτη, εντάχθηκε στο δυτικό στρατόπεδο παραχωρώντας ένα κομμάτι της αυτονομίας της ώστε να εξασφαλίσει ως αντάλλαγμα ασφάλεια έναντι της απειλής που αντιπροσώπευε το Σύμφωνο της Βαρσοβίας· το 1974 η χώρα βρέθηκε και απροστάτευτη και εξαρτημένη.[15] Αυτό σήμαινε ότι το ελληνικό στρατηγικό δόγμα που ήταν προσανατολισμένο στην αντιμετώπιση του «από βορρά κινδύνου»[16] έπρεπε να συμπεριλάβει και να επικεντρωθεί στον «κίνδυνο εξ ανατολών» που ήταν και ο πιο άμεσος. Για τους Έλληνες ιθύνοντες όμως, όσο ο Ψυχρός Πόλεμος αποτελούσε διεθνή πραγματικότητα, η απειλή από βορρά θεωρούνταν μόνιμη και επέβαλε την διατήρηση των δεσμών με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.[17] Οι δεσμοί αυτοί δέχτηκαν σοβαρό πλήγμα από την παθητική στάση των συμμάχων και ειδικά της Ουάσιγκτον κατά την κρίση της Κύπρου, μια στάση που ερμηνεύθηκε ως εγκατάλειψη της χώρας από τη Δύση την ύστατη στιγμή. Αν εξετάσει κανείς τα κείμενα των Ελλήνων ηγετών και διπλωματών θα διαπιστώσει ότι η λέξη «ταπείνωση» είναι αυτή που κυριαρχεί για να περιγράψει τα γεγονότα της Κύπρου. Δεν ήταν δηλαδή μόνο ότι η Ελλάδα είχε ηττηθεί από την Τουρκία στην Κύπρο αλλά, όπως περιγράφει ο Βλάχος “Διαπιστώναμε όλο και περισσότερο με αύξουσα αγανάκτηση και πικρία ότι καμιά από τις δυνάμεις που μπορούσαν να συγκρατήσουν την Τουρκία δεν είχε την παραμικρή διάθεση να το κάνει. […] η Ελλάς υφίστατο μια άσκημη ταπείνωση, αφού την άφηναν στο έλεος της Τουρκίας”.[18] Σε αυτό το κλίμα πάρθηκε και η απόφαση για την αποχώρηση της Αθήνας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Το Βήμα της 15ης Αυγούστου 1974.

Στα πλαίσια αυτά, οι δύο βασικές προτεραιότητες του Καραμανλή και του επιτελείου του στο εξωτερικό μέτωπο, το οποίο βρισκόταν πάντα σε άμεση διασύνδεση με το εσωτερικό και τη διαδικασία μετάβασης στη δημοκρατία, ήταν η αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής και η μακροπρόθεσμη εξισορρόπηση των σχέσεων με τους δυτικούς συμμάχους καθιστώντας την χώρα πιο αυτόνομη αλλά ταυτόχρονα και πιο στέρεα προσδεδεμένη στον δυτικό κόσμο. Όπως ανέφερε και ο ίδιος ο Καραμανλής σε σημείωμά του, αυτό ήταν το δράμα της Ελλάδας και το δικό του τα τελευταία 25 χρόνια, «ότι δηλαδή οφείλαμε να δίνουμε τη μάχη κατά της Τουρκίας στους κόλπους της Συμμαχίας -δεδομένου ότι ήταν αδιανόητη εκτός αυτής – η οποία όμως για λόγους στρατηγικού συμφέροντος ακολουθούσε πολιτική ίσης φιλίας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας».[19] Πράγματι, μια ενδεχόμενη απομάκρυνση της Ελλάδας από τη Δύση θεωρούνταν αδιανόητη από το καραμανλικό επιτελείο. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο όχι μόνο η Τουρκία θα πολλαπλασίαζε την ισχύ της απέναντι στην Ελλάδα αφού θα λάμβανε όλα τα οικονομικά και στρατιωτικά οφέλη της συμμαχίας αλλά η Αθήνα, πλήρως απομονωμένη, δεν θα είχε καμιά στρατιωτική και πολιτική συμπαράσταση σε ώρα ανάγκης.[20] Το κίνημα των Αδεσμεύτων, μέλος του οποίου ήταν η Κύπρος που πρόσφατα είχε δεχθεί επίθεση από τρίτη χώρα, φυσικά, δεν εξετάστηκε ποτέ ως εναλλακτική από τους Έλληνες ιθύνοντες για ευνόητους λόγους.[21] Τα γεωπολιτικά δεδομένα για την Ελλάδα ήταν αδυσώπητα, παρατηρούσε ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα Jack Kubisch: “Η πραγματική επιλογή για την Ελλάδα είναι είτε συνεχόμενη ευθυγράμμιση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους δυτικοευρωπαίους συμμάχους της ή συμπαράταξη με την Σοβιετική Ένωση και τις ανατολικοευρωπαϊκές της κτήσεις”.[22]

Έχοντας λοιπόν ως βασικό αξίωμα την παραμονή της χώρας στη Δύση, ο Καραμανλής και οι συνεργάτες του στήριξαν την στρατηγική τους σε δύο πυλώνες. Ο πρώτος ήταν φυσικά η αμυντική θωράκιση της χώρας στοχεύοντας στην αποτροπή της Άγκυρας αλλά και στην ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης της Αθήνας. Σύμφωνα με τον Μπίτσιο, “Δεν έχει πειστική φωνή ο διαπραγματευτής όταν η χώρα του είναι στρατιωτικά αδύναμη και τον απειλεί το δίλημμα ή να ενδώσει στις αξιώσεις του αντιπάλου ή ν’ αφήσει τα πράγματα να οδηγηθούν σε μια ένοπλη αναμέτρηση της οποίας το αποτέλεσμα μπορεί να προεξοφληθεί”.[23] Σε αυτήν την συλλογιστική, η αμυντική ετοιμότητα της χώρας θα εξασφάλιζε την ισορροπία ισχύος στο Αιγαίο και έτσι θα αποτελούσε την βάση για ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ των δύο λαών. Ο δεύτερος πυλώνας για την αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής και την εξισορρόπηση των ευρύτερων γεωπολιτικών πιέσεων που δεχόταν η Ελλάδα ήταν η αναζήτηση πολλαπλών στηριγμάτων στη διεθνή σκηνή. Εξετάζοντας τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε ιστορική προοπτική στο βιβλίο του Οι Τούρκοι και εμείς, ο Θεοδωρόπουλος παρατηρεί ότι όποτε η Ελλάδα μονομάχησε στρατιωτικά με την Τουρκία ηττήθηκε (1897, Μ. Ασία) ενώ όποτε αξιοποίησε τη διπλωματία εξασφάλισε σημαντικές επιτυχίες. Ένα από τα βασικά συμπεράσματα του βιβλίου είναι ότι λόγω του μεγέθους της Τουρκίας έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα να αναζητά όσο το δυνατόν περισσότερα ερείσματα στο χώρο των διεθνών σχέσεων: “Η διπλωματία μας κοστίζει ένα πολλοστημόριο απ’ ότι μας κοστίζει η στρατιωτική προπαρασκευή. Ιστορικά έχει αποδώσει περισσότερα”.[24] Αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «δόγμα Θεοδωρόπουλου» αποτέλεσε βασικό αξίωμα των κυβερνήσεων Καραμανλή. Σε υπηρεσιακό του σημείωμα ο Θεοδωρόπουλος έγραφε ότι η ελληνική διπλωματία έχοντας να αντιμετωπίσει την τουρκική απειλή πρέπει: “να κινείται παράλληλα και ταυτόχρονα προς όλες τις κατευθύνσεις, να μην αφήση να μονοπωληθή η προσοχή μας από τα άμεσα και φλέγοντα προβλήματα της Κύπρου και του Αιγαίου και να εξαντλήση σ’ αυτά τας δυνάμεις της αλλά τουναντίον να ξανανοίξη τις πόρτες που έκλεισε η δικτατορία, να δημιουργήση νέες ευκαρίες και να εκμεταλλευθή καινούργιες δυνατότητες, να αναπτύξη δραστηριότητα σε όλα τα μέτωπα για να χτίση έτσι μια πλατειά και σταθερή διπλωματική βάση πάνω στην οποίαν να στερεώνονται πιο σταθερά τα εθνικά συμφέροντα”.[25]

Μελέτες του Βύρωνα Θεοδωρόπουλου.

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι και ο Μπίτσιος περιέγραφε με παρόμοιο τρόπο την βασική αποστολή της ελληνικής διπλωματίας στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης:  “Πέρα από τα σύνορα, πρόβαλε επιτακτική, επείγουσα η ανάγκη ν’ αναληφθεί μια πολύπλευρη προσπάθεια. Έπρεπε το γρηγορότερο ν’ αναθερμάνουμε τις παραδοσιακές φιλίες μας, ν’ αποκτήσουμε νέες, να δώσουμε στην εξωτερική πολιτικής μας τις πιο πλατιές διαστάσεις, να δημιουργήσουμε νέα γερά στηρίγματα, ώστε στη δύσκολη, την επικίνδυνη περίοδο που είχε ανοίξει για την Κύπρο, αλλά και την ίδια την ασφάλειά μας, να μας συνοδεύει η συμπαράσταση του έξω κόσμου”.[26]

Η πολυδιάστατη πολιτική της κυβέρνησης εκδηλώθηκε σε διάφορους τομείς όπως με ανοίγματα στους Άραβες και στις χώρες του ανατολικού συνασπισμού, προσπάθεια για βαλκανική συνεργασία αλλά και συμμετοχή στις ευρύτερες διεθνείς διεργασίες που συντελούνταν στο διεθνές σύστημα εκείνη την περίοδο. Παρ’ όλα αυτά υπάρχει ένα στοιχείο της πολιτικής του καραμανλικού επιτελείου το οποίο μπορεί να ιδωθεί ως κομμάτι αυτής της στρατηγικής αλλά και ως θεμελιώδες, αυτόνομο κεφάλαιο της συνολικής πολιτικής Καραμανλή. Αυτό δεν είναι άλλο από την προσπάθεια ένταξης στην ΕΟΚ, η οποία και αποτέλεσε την κορυφαία προτεραιότητα του Μακεδόνα πολιτικού. Για τους Έλληνες ιθύνοντες, η παγίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος δεν ήταν δυνατή χωρίς κοινωνική σταθερότητα και οικονομική ανάπτυξη, οι οποίες θα μπορούσαν να επιτευχθούν μόνο μέσω της στενής αλληλεξάρτησης με τις ανεπτυγμένες χώρες της Δυτικής Ευρώπης στην οποία η χώρα προσδοκούσε να ενταχθεί οργανικά.[27] Επίσης, η ένταξη στην ΕΟΚ θα εξυπηρετούσε και τις πολιτικο-στρατηγικές στοχεύσεις του ελληνικού κράτους. Συχνά ο Καραμανλής τόνιζε η είσοδος της χώρας στην ΕΟΚ θα ενίσχυε την ασφάλειά της αλλά θα την απάλλασσε και από την ανάγκη να ψάχνει διαρκώς για προστάτες.[28] Αφ’ ενός, η συμπερίληψη της Ελλάδας σε έναν αυτόνομο πόλο εξουσίας μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων θα λειτουργούσε σαν πρόσθετη εγγύηση για το δημοκρατικό πολίτευμα το οποίο πολλές φορές στο πρόσφατο παρελθόν είχε διαβρωθεί από εξωτερικές παρεμβάσεις που απέρρεαν από την δομική αδυναμία της χώρας να προστατέψει μόνη της τα συμφέροντά της. Αφ’ ετέρου, για πρώτη φορά στην ιστορία της η Αθήνα θα συμμετείχε ισότιμα σε ένα διεθνές κέντρο αποφάσεων προσφέροντάς της έτσι τη δυνατότητα να αξιοποιήσει την ενισχυμένη της διεθνή θέση και να εξισορροπήσει τελικά τις τουρκικές πιέσεις. Σύμφωνα με τον Θεοδωρόπουλο, αυτό ήταν μια χρυσή ευκαιρία, «μια αλλαγή πιο ουσιαστική από οποιαδήποτε άλλη».[29] Στην πραγματικότητα, ο βασικός στρατηγικός στόχος, όπως τονίζουν στο βιβλίο τους Σκέψεις και προβληματισμοί για την εξωτερική μας πολιτική οι πρέσβεις Θεοδωρόπουλος, Λαγάκος, Παπούλιας και Τζούνης, ήταν (και είναι) «η εξασφάλιση των συνόρων μας στη γη, στον αέρα και στη θάλασσα ως συνόρων της Ένωσης».[30] Μπορεί το βιβλίο να γράφτηκε το 1995 αλλά εκφράζει μια διαχρονική στόχευση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, τα θεμέλια της οποίας τέθηκαν με τη αίτηση ένταξης στην ΕΟΚ τον Ιούνιο του 1975. Ωστόσο, οι Έλληνες ιθύνοντες δεν είχαν αυταπάτες για τον ρόλο και τις δυνατότητες της ΕΟΚ την δεκαετία του 1970. Ο στρατηγικός αυτός στόχος θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μακροπρόθεσμα και μόνο όσο προχωρούσε η ευρωπαϊκή ενοποίηση, στην πρόοδο της οποίας η Ελλάδα θα έπρεπε να παίξει ενεργό ρόλο, ειδικά στον αμυντικό και πολιτικό τομέα. Άλλωστε, η ΕΟΚ δεν έγινε ποτέ αντιληπτή ως εναλλακτική της στρατηγικής σχέσης με τις ΗΠΑ. Αναγνωριζόταν ότι παρά τις κατά καιρούς διαφωνίες, η στρατηγική σχέση με την Αμερική αποτελούσε σταθερό σημείο του προσανατολισμού των δυτικοευρωπαϊκών κρατών. Αναμφίβολα, η ελληνική διπλωματία είχε «αυτήν την πραγματικότητα υπόψη όταν αποφάσισε να πάρει το δρόμο των Βρυξελλών».[31] Σε ένα υπόμνημά του τον Οκτώβριο του 1974, ο Θεοδωρόπουλος εφιστούσε την προσοχή στα όρια των πολιτικών δυνατοτήτων της ΕΟΚ: “[…] δεν πρέπει να τρέφωμεν υπερμέτρους ελπίδας – ακόμη δ’ ολιγώτερον ψευδαισθήσεις – περί των δυνατοτήτων ας μας διανοίγει η αναθέρμανσις των σχέσεων μας με την Ευρώπην. […] Αλλά δεν πρέπει να παρασυρθώμεν εις το να ελπίζωμεν ότι η Ευρώπη των Εννέα μόνη θα μας δώση λύσιν εις τα πολλαπλά προβλήματά μας, οικονομικά, αμυντικά, πολιτικά. Η καλή διάθεσις αναμφιβόλως υπάρχει εκ μέρους των Ευρωπαίων. Αλλά αι δυνατότητές των είναι περιωρισμέναι. Και εις δυσχερείς στιγμάς αι καλαί προθέσεις των σταματούν εκεί όπου θίγονται τα ιδικά των, έστω και περιωρισμένα, συμφέροντα. […] ως πολιτικόν στήριγμα η Ευρώπη μόνη δεν είναι επαρκής δια την Ελλάδα. Είναι στήριγμα απαραίτητον, ασφαλώς. Αλλ’ όχι αρκετόν. Θα ήτο επικίνδυνον να θελήσωμεν να επαναπαυθώμεν επ’ αυτού και μόνον”.[32]

Η ΕΟΚ ήταν ο βασικός αλλά όχι ο μόνος πυλώνας στον οποίο βασιζόταν η ελληνική στρατηγική. Η αναδιάρθρωση ολόκληρου του φάσματος των σχέσεων με τη Δύση και κυρίως η εξισορρόπηση της ανισοβαρούς σχέσης με τις ΗΠΑ αναδείχθηκε σε βασική προτεραιότητα των κυβερνήσεων Καραμανλή. Εδώ πρέπει να αναφερθεί και ότι η στήριξη του στρατιωτικού καθεστώτος από την Ουάσιγκτον και η ανεπάρκειά της να δράσει κατά την κυπριακή κρίση είχαν δημιουργήσει ένα δυναμικό αντιαμερικανικό κλίμα στην ελληνική κοινωνία, τάση που θα παρέμενε βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής -εσωτερικής- πολιτικής καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου της Μεταπολίτευσης. Παρ’ όλα αυτά, οι Έλληνες ιθύνοντες, αν και δυσανασχετούσαν με την ανεκτική στάση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στην Τουρκία, δεν μπορούσαν να μην αναγνωρίσουν την γεωπολιτική πραγματικότητα. Στους υπολογισμούς της Ουάσιγκτον που καθορίζονταν από την αντιπαράθεση με τη Σοβιετική Ένωση η Τουρκία είχε μεγαλύτερο βάρος ως στρατηγικός εταίρος από την Ελλάδα.[33] Έτσι, βασική επιδίωξη του Καραμανλή και των συνεργατών του ήταν να καταστήσουν σαφές στην Ουάσιγκτον ότι η συνεισφορά της Ελλάδας στην δυτική άμυνα θα εξαρτάτο από την στήριξη που θα λάμβανε στην αντιπαράθεση της με την Τουρκία. Εκμεταλλευόμενη, λοιπόν, τις ψυχροπολεμικές ανησυχίες των Αμερικανών, η ελληνική διπλωματία έκανε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις να περνάνε μέσα από την Ουάσιγκτον, όπου έπρεπε να διασφαλιστεί ότι Ελλάδα και Τουρκία θα λάμβαναν ανάλογης μεταχείρισης. Με αυτήν την τακτική κατάφερε η ελληνική πλευρά να καθιερώσει την αναλογία 7 προς 10 για τη στρατιωτική βοήθεια που θα λάμβαναν Ελλάδα και Τουρκία αντίστοιχα, εξασφαλίζοντας την ισορροπία ισχύος στο Αιγαίο, αλλά και να αποσπάσει από τον Κίσινγκερ έγγραφη δήλωση ότι οι ΗΠΑ θα «αντετάσσοντο ενεργώς και ανεπιφυλάκτως» σε ενέργειες που θα απειλούσαν την ειρήνη στο Αιγαίο.[34]

Η συμφωνία Μπίτσιου – Κίσινγκερ 7 προς 10 για τετραετή παροχή βοήθειας ύψους 700 εκατομμυρίων δολαρίων (Φωτ. ASSOCIATED PRESS).

Η σύνδεση του θέματος της επανένταξης της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ με την παραμονή των αμερικανικών βάσεων στη χώρα επίσης εδραζόταν στη λογική της εξυπηρέτησης του στενώς νοουμένου εθνικού συμφέροντος μέσα από την ελληνοαμερικανική στρατηγική σχέση.[35] Σε ευρύτερο πλάνο, αυτό σήμαινε ότι η σχέση με τις ΗΠΑ απογαλακτιζόταν από το ψυχροπολεμικό πλαίσιο, το οποίο την είχε διαμορφώσει, και λειτουργούσε ως μέρος της ελληνικής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της Άγκυρας. Σε έκθεσή του προς τον Μπίτσιο, ο Έλληνας πρέσβης στην Ουάσιγκτον Μενέλαος Αλεξανδράκης τόνιζε: “Αξίζει να επιχειρηθεί εκ νέου με πολιτικά μέσα η αντιμετώπιση της Τουρκικής απειλής. Ακόμη και αν δεν επιτευχθούν όλα τα επιδιωκόμενα, η προσπάθεια θα έκανε για άλλη μια φορά ανάγλυφη την φιλειρηνική μας πολιτική”.[36]

Η δήλωση του Αλεξανδράκη είναι σημαντική γιατί περιγράφει την ελληνική στρατηγική με ακρίβεια. Οι περισσότερες ενέργειες της Ελλάδας στο διεθνές στερέωμα στόχευαν στην ανάσχεση της Τουρκίας με πολιτικά μέσα και μέσω αυτού του πρίσματος πρέπει να γίνει αντιληπτή η εξωτερική πολιτική των κυβερνήσεων Καραμανλή.

Βάσεις ανάλυσης της εξωτερικής πολιτικής: ιστορία και γεωγραφία

Μετά την σκιαγράφηση της στρατηγικής του καραμανλικού επιτελείου απέναντι στα σημαντικότερα εξωτερικά προβλήματα της χώρας, θα γίνει μια προσπάθεια ανάλυσης των βασικών διανοητικών εργαλείων μέσα από τα οποία οι Έλληνες ιθύνοντες προσέγγιζαν τα προβλήματα αυτά και αντιλαμβάνονταν το κόσμο γύρω τους. Για την περίοδο 1952-1967, τη βάση ανάλυσης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και αντίληψης του «από βορρά κινδύνου» αποτελούσε το τρίπτυχο: γεωγραφία, ιστορία, Ψυχρός Πόλεμος. Ωστόσο, το καραμανλικό επιτελείο της προδικτατορικής περιόδου (1955-1963) έδινε ιδιαίτερη έμφαση στον γεωγραφικό παράγοντα αντιμετωπίζοντας το ελληνικό πρόβλημα ασφαλείας σαν ένα πρόβλημα γεωγραφίας που απέρρεε από την έλλειψη στρατηγικού βάθους σε συνδυασμό με το μακρύ βόρειο σύνορο της χώρας, την απόσταση που χώριζε την Ελλάδα από τους δυτικούς της συμμάχους αλλά και τις μόνιμες διεκδικήσεις των βαλκανικών χωρών (τώρα πια κομμουνιστικών και υποστηριζόμενων από μια υπερδύναμη) σε βάρος του εθνικού χώρου. Ως απάντηση σε αυτό το άλυτο πρακτικά πρόβλημα θα προτασσόταν η υπέρβασή του με την ένταξη της Ελλάδας στο δυτικό κόσμο, στον οποίο αν και δεν άνηκε γεωγραφικά θα μπορούσε να ενταχθεί πολιτικά.[37]

Στη μεταδικτατορική περίοδο που η φύση της απειλής μεταφέρθηκε από τον βορρά στην ανατολή, ο στόχος της οργανικής ένταξης στη Δύση δεν άλλαξε -αντιθέτως ενισχύθηκε –αλλά το κέντρο βάρους της ελληνικής ανάλυσης φαίνεται να μετατοπίζεται από τη γεωγραφία στην ιστορία. Φυσικά, η γεωγραφία συνέχιζε να παίζει κεντρικό ρόλο στους υπολογισμούς των Ελλήνων ιθυνόντων, κυρίως ως ένας αντικειμενικός παράγοντας που λειτουργούσε μόνιμα σε βάρος της ελληνικής ασφάλειας. Σύμφωνα με τον Μπίτσιο, η ανάγκη της Ελλάδας να εντάσσεται σε συνασπισμούς και να συνάπτει συμμαχίες απέρρεε σε μεγάλο βαθμό από τη γεωγραφική της θέση: “Και είναι τούτο απαραίτητο για μια χώρα σαν την Ελλάδα που η γεωγραφία έταξε σ’ ένα σταυροδρόμι όπου συναντώνται και αλληλοσυγκρούονται συμφέροντα, ιδεολογίες και βλέψεις και η ιστορία απέδειξε ότι δεν μπόρεσε -και όταν το θέλησε – να μείνει έξω από θύελλες από τις οποίες δοκιμάζεται περιοδικά η περιοχή μας. Αυτή η ανάγκη, αυτό το συμφέρον ώθησε τον ελληνικό λαό να προσχωρήσει στον έναν από τους δύο στρατιωτικούς συνασπισμούς”.[38]

Μελέτες του Δημήτρη Μπίτσιου.

Ταυτόχρονα, στη σκέψη των Ελλήνων ιθυνόντων η γεωγραφία έφερνε πρόσθετες δυσκολίες και όσον αφορά την αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής. Αφ’ ενός η γεωγραφική απόσταση μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου έδινε το στρατιωτικό πλεονέκτημα στην Τουρκία και αφ’ ετέρου η ανάγκη υπεράσπισης των χιλιάδων ελληνικών νησιών δεν απέκλειε τον κίνδυνο άμεσης κατάληψης κάποιων από αυτά -κυρίως μικρών- μέχρι την κινητοποίηση της ελληνικής άμυνας. Αυτή η «γεωγραφική πραγματικότητα», όπως την περιγράφει ο Θεοδωρόπουλος, οδηγούσε σε ένα βασικό συμπέρασμα: “ότι εφ’ όσον στον κυπριακό χώρο η γεωγραφία δίνει τέτοιο στρατιωτικό πλεονέκτημα στην Τουρκία, η ελληνική πλευρά, Αθήνα και Λευκωσία, πρέπει να αντισταθμίζουν το πλεονέκτημα αυτό με πρόσφορα αντίβαρα στο διεθνή πολιτικό χώρο”.[39] Όπως αναπτύχθηκε παραπάνω και σε συνέχεια της καραμανλικής πολιτικής της περιόδου 1955-1963, η ένταξη στην ενωμένη Ευρώπη θεωρήθηκε ως το αντίδοτο στο γεωγραφικό/αμυντικό πρόβλημα της χώρας. Σε ομιλία του προς το υπουργικό συμβούλιο, ο Καραμανλής τόνιζε:

“Η Ελλάς λόγω της γεωγραφικής της θέσεως ήτο υποχρεωμένη πάντοτε να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο τοπικού πολέμου. Διότι πέραν του γενικού πολέμου, που αντιμετωπίζει όλος ο κόσμος, η Ελλάς λόγω της γεωγραφικής της θέσεως είχε πάντοτε το άγχος ενός τοπικού πολέμου. Και τούτο το αποδεικνύει η Ιστορία. […] όπως ξέρετε, με την Τουρκία ευρισκόμεθα από πενήντα-εκατό ετών σε εμπόλεμη κατάστασιν. Και οι άλλες Βαλκανικές χώρες είχαν πάντοτε διαφόρους επιδιώξεις. Θέλω να πω με αυτό ότι στο χώρο που ζούμε, δεν είμαστε ποτέ ασφαλείς. Αυτός ήτο και ο λόγος για τον οποίο η Ελλάς ήταν πάντοτε υποχρεωμένη να ζητεί προστάτες. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάς είχε πάντοτε και επεκαλείτο τις Προστάτιδες Δυνάμεις. Το 1918 ο πανίσχυρος Βενιζέλος παρέστη ανάγκη να ζητήση την βοήθεια των Προστατίδων Δυνάμεων. Από το άγχος λοιπόν αυτό, από την αγωνία αυτή θα απαλλαγούμε, εάν η Ελλάς ενταχθή στην Ηνωμένη Ευρώπη, οπότε θα αποτελέσει μια επαρχία της Ηνωμένης Ευρώπης και δεν θα μπορεί κανείς να σκεφθή να την προσβάλη. Αυτό είναι το μυστικό της επιδιώξεως αυτής”.[40]

Το παραπάνω απόσπασμα αναδεικνύει την σημασία που είχε η γεωγραφία στη σκέψη του Καραμανλή. Η γεωγραφική θέση της χώρας αναγνωρίζεται ως ένας μόνιμος παράγοντας που ασκεί καταλυτική επιρροή στην ελληνική εξωτερική πολιτική αλλά κατά βάση η ανάλυση του πρωθυπουργού είναι ιστορική. Φαίνεται λοιπόν ότι από το 1974 και μετά η ιστορία γίνεται το βασικό πρίσμα μέσα από το οποίο οι Έλληνες ιθύνοντες βλέπουν και αποφασίζουν για τη διεθνή θέση της χώρας. Αυτό συμβαίνει για τρεις λόγους. Πρώτον, η ύφεση στις σχέσεις των δύο ψυχροπολεμικών συνασπισμών απομάκρυνε το ενδεχόμενο άμεσης απειλής από τους βόρειους γείτονες της χώρας. Δεύτερον, η αναζωπύρωση της αντιπαλότητας με την Τουρκία, μιας δύναμης με την οποία ο Ελληνισμός είχε σχέσεις που πήγαιναν αιώνες πίσω και διακυμαίνονταν από την συνύπαρξη στην ανοιχτή εχθρότητα αναπόφευκτα άνοιξε ένα πεδίο ευρύτερου ιστορικού προβληματισμού. Τρίτον, η κρίση ταυτότητας που καθόρισε τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια και εκφράστηκε μέσω της αντιπαράθεσης του καραμανλικού δόγματος του «ανήκομεν εις την Δύσιν» και της παπανδρεϊκής αντιπρότασης – «προτιμούμε να ανήκομεν εις τους Έλληνες» – ανέδειξε την ανάγκη ιστορικής τεκμηρίωσης και νομιμοποίησης των δύο εναλλακτικών. Οι εξελίξεις αυτές έκαναν τους Έλληνες ιθύνοντες να αναστοχαστούν πάνω στην ιστορία όχι μόνο του πρόσφατου παρελθόντος όπως γινόταν μέχρι τότε (δηλαδή από το 1912 και μετά) αλλά να ψάξουν απαντήσεις στην διαχρονική πορεία του Ελληνισμού από την αρχαιότητα. Ο ίδιος ο Καραμανλής ήταν βαθύς γνώστης της ιστορίας, όχι με την έννοια ότι ασχολήθηκε ποτέ ακαδημαϊκά με αυτήν άλλα κυρίως επιζητούσε να αντλεί διδάγματα που στήριζαν την πολιτική του δράση. Ιδίως κατά τη διάρκεια της αυτοεξορίας του στο Παρίσι ήρθε σε επαφή με την αρχαία ελληνική γραμματεία, αποφθέγματα από την οποία χρησιμοποιούσε συχνά για να θεμελιώνει τις κρίσεις του και τις διαπιστώσεις του όσον αφορά τις παθογένειες που μάστιζαν την Ελλάδα διαχρονικά.[41] Αλλά και στα κείμενα των ανθρώπων που χειρίστηκαν τα ελληνικά εξωτερικά θέματα είτε από πολιτικές είτε υπηρεσιακές θέσεις ο ιστορικός προβληματισμός είναι έντονος και επαναλαμβάνεται διαρκώς η φράση ότι «η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται αλλά διδάσκει».[42] Αυτή η διδακτική λειτουργία της ιστορίας είναι που θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την αντίληψη των Ελλήνων ιθυνόντων για τα εξωτερικά προβλήματα της χώρας.

Δημοσιεύσεις του Άγγελου Σ. Βλάχου με ιστορικό περιεχόμενο.

Μια από τις βασικές διαπιστώσεις που αντλείται από την ιστορική εμπειρία είναι η τάση των Ελλήνων να διχάζονται και ειδικότερα να μετατρέπουν την εξωτερική πολιτική σε πεδίο προσωπικών και κομματικών ανταγωνισμών θρέφοντας έτσι τον λαϊκισμό και καταλήγοντας σε καταστροφικά αποτελέσματα για τα εθνικά συμφέροντα. Επηρεασμένος από τα πρόσφατα γεγονότα της δικτατορίας αλλά και από την ελληνική ιστορία στο σύνολό της, ο Καραμανλής επεδίωξε συστηματικά την καλλιέργεια «ήπιου πολιτικού κλίματος» και «σύνεσης», φράσεις που θα επαναλαμβάνονταν διαρκώς από τον Μακεδόνα πολιτικό. Δεν είναι τυχαίο ότι στην πρώτη του ομιλία στην Αθήνα πριν τις εκλογές του 1974 ξεκίνησε τον λόγο του αναφερόμενος ακριβώς σε αυτά τα διαχρονικά ελαττώματα των Ελλήνων:

Είναι γνωστόν ότι εμείς οι Έλληνες έχομεν την αδυναμία να λησμονούμε γρήγορα τους κινδύνους. Και να επιδιδώμεθα, πριν καλά-καλά παρέλθουν, στην ικανοποίηση των κομματικών ή προσωπικών μας αδυναμιών. Έχομεν επίσης την κακήν συνήθειαν να καταστρέφωμεν με τα ίδια μας τα χέρια όσα με κόπους και θυσίες δημιουργούμε. […] Την οδυνηρή αυτήν αλήθεια την επιβεβαιώνει η μακρά μας ιστορία. Και θα μπορούσε κανείς να μνημονεύση το 1920, το 1940 και, κατά ένα τρόπο το 1963. Όταν μετά την Επανάσταση του 1821 ξεσπούσε ο εμφύλιος πόλεμος, ο Δεριγνύ έγραφε στην Κυβέρνησή του: “Οι Έλληνες επιδίδονται στην αυτοκαταστροφή, όταν ακριβώς η τύχη τους μειδιάσει”. Θα είναι μεγάλη συμφορά, αν η ιστορική αυτή διαπίστωση επαναληφθή και σήμερα”.[43]

Στο βιβλίο του Ο λαϊκισμός στα εθνικά μας θέματα, ο πρέσβης Ευστάθιος Λαγάκος κάνει μια αναδρομή στην εξωτερική πολιτική του νεοελληνικού κράτους από τη γένεσή του και διαπιστώνει ότι όποτε κυριάρχησε ο λαϊκισμός και η συνθηματολογία, αντί του υπεύθυνου πολιτικού λόγου, το αποτέλεσμα ήταν εθνική καταστροφή.[44] Στη δική του ανασκόπηση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ο Θεοδωρόπουλος συμπεραίνει ότι το βασικό δίδαγμα που προσφέρει η ιστορία είναι ότι οι συναισθηματισμοί και οι συνθηματολογίες δεν ωφέλησαν ποτέ ενώ παρατηρεί ότι καλό θα ήταν οι πολιτικές ηγεσίες να μην αυτοεγκλωβίζονται σε συνθήματα που μόνο σκοπό έχουν να προσπορίσουν κάποιο κομματικό όφελος ή να αποφύγουν κάποιο πολιτικό κόστος: “Αν οι πολιτικές ηγεσίες συμφωνήσουν ότι η εξωτερική πολιτική είναι “εν ού παικτοίς” και την εξαιρέσουν από το γήπεδο των κομματικών/προσωπικών ανταγωνισμών, η προοπτική για την ελληνική εξωτερική πολιτική θα είναι καλύτερη”.[45] Στα ιστορικά τους πονήματα, οι πρέσβεις προβληματίζονται έντονα και για τα χαρακτηριστικά της κατάλληλης πολιτικής ηγεσίας. Κοινό τόπο αποτελεί ότι ηγέτες όπως ο Τρικούπης ή ο Βενιζέλος ξεχώρισαν από τους υπόλοιπους φροντίζοντας να μην συρθούν από δημαγωγικές υποσχέσεις ή να λάβουν αποφάσεις με βάση το πολιτικό κόστος. Αντίθετα, ασκώντας υπεύθυνη ηγεσία και φροντίζοντας να εξασφαλίσουν διπλωματικά στηρίγματα στο διεθνή χώρο πέτυχαν να διασφαλίσουν τα εθνικά συμφέροντα. Θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε ότι πραγματευόμενοι αυτά τα ζητήματα οι Έλληνες διπλωμάτες είχαν στο πίσω μέρος του μυαλού τους τα σύγχρονά τους γεγονότα. Αναμφίβολα, με βάση τα κριτήρια τους, ο Καραμανλής θα θεωρούνταν ως συνεχιστής της διπλωματικής παράδοσης του Τρικούπη και του Βενιζέλου.

Ταυτόχρονα το Κυπριακό και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εξετάζονται σε ιστορική προοπτική. Στο βιβλίο τους Το Κυπριακό, μια ενδοσκόπηση, οι πρέσβεις Αλεξανδράκης, Θεοδωρόπουλος και Λαγάκος προχωρούν σε μια σκληρή αυτοκριτική και αναζητούν τις “συλλογικές μας αδυναμίες” που οδήγησαν στα γεγονότα του Αττίλα.[46] Η στάση των διπλωματών απέναντι στο Κυπριακό επικεντρώνεται στην αδυναμία της Αθήνας να αναλάβει και να προστατεύσει τον Ελληνισμό στην ολότητά του, γεγονός που οδήγησε στην “μεγάλη θυσία του Ελληνισμού της Τουρκίας στο βωμό του Κυπριακού”.[47] Η έξοδος των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και της Αιγύπτου την προηγούμενη δεκαετία και τώρα η τουρκική εισβολή στην Κύπρο έφερναν τους Έλληνες ιθύνοντες απέναντι σε ένα υπαρξιακό πρόβλημα: θα μπορούσε η Αθήνα να διατηρήσει τον Ελληνισμό στις ιστορικές του εστίες; Οι διεκδικήσεις της Άγκυρας στο Αιγαίο έκαναν το πρόβλημα πιο πιεστικό και ενίσχυαν την εικόνα ενός Ελληνισμού σε υποχώρηση, μαχόμενου σε ένα ευρύ μέτωπο από την Κύπρο ως τη Θράκη.[48] Σε επιστολή του προς τον υπουργό Εξωτερικών Μαύρο ο Κοσμαδόπουλος έθετε ακριβώς αυτό το πρόβλημα: “Ως κατά 1923, Ελλάς ευρίσκεται εις καμπήν ιστορίας της. Χρειάζεται αναστοχασμός επί όλου πελωρίου προβλήματος θέσεως ελληνισμού και πεπρωμένων του. Ως κατά παρελθόν, έργον τούτο ανήκει εις άπασας δυνάμεις σκέψεως και δράσεως έθνους μας. Εξ αυτού θα εκπηδήσουν μεγάλοι προσανατολισμοί εθνικής πορείας. […] Αν ανωτέρω εντάσσονται εις σφαίραν ερχομένων μεγάλων αναθεωρήσεων, υπάρχει πεδίον όπου ελληνική διπλωματία δεν έχει να χάση ώραν και οφείλει προετοιμάση, εν συνόλω, ζωτικάς δια χώραν θέσεις αγώνος ον βλέπω ενταύθα καθ’ ημέραν αδυσωπήτως πλησιάζοντα. Εννοώ, βεβαίως, θέματα Αιγαίου.[49]

Έχοντας να αντιμετωπίσουν την τουρκική απειλή σε πολλαπλά μέτωπα, οι Έλληνες ιθύνοντες προσπάθησαν να την κατανοήσουν καλύτερα ανατρέχοντας στην ιστορία των σχέσεων με τους Τούρκους από την εποχή που τα πρώτα τουρκικά φύλα έφτασαν στις παρυφές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Στο βιβλίο του Οι Τούρκοι και εμείς, ο Θεοδωρόπουλος επιχειρεί μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια με στόχο να ανακαλύψει πως η ιστορική εμπειρία συμβάλλει στην διαμόρφωση της σύγχρονης πολιτικής, στην εικόνα που έχει το ένα έθνος για το άλλο και στα χαρακτηριστικά που απέκτησαν οι δύο λαοί στο πέρασμα τον αιώνων.[50] Ταυτόχρονα, ευρύτεροι ιστορικοί προβληματισμοί εκφράζονταν για να κατανοηθεί καλύτερα το σήμερα. Ο Κοσμαδόπουλος εύλογα αναρωτιόταν αν η ελληνική εξωτερική πολιτική και η Δύση γενικότερα έπρεπε να αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο αντιστροφής του Ανατολικού Ζητήματος: “Σήμερον, μετά τρεις αιώνας οπισθοχωρήσεων η Τουρκία ευρίσκεται δια πρώτην φοράν πάλιν εις άλλην θέσιν. Μήπως πρόκειται περί απαρχής νέας φάσεως του Ανατολικού Ζητήματος υπό μορφήν εφεξής επεκτατικήν; Εις το ερώτημα δεν χωρεί ευχερής απάντησις. Πάντως και η απλή θέσις του ερωτήματος είναι, δια την Ελλάδα θεμελιώδους σημασίας. Παρέχει όμως συνάμα, τολμώ να πιστεύω, και την μοναδικήν ίσως ευκαιρίαν προλήψεως ολεθρίων περιπετειών”.[51]

Η συνολική φύση της τουρκικής απειλής δεν επέβαλλε μόνο την μεταβολή του αμυντικού δόγματος της χώρας αλλά και την αναθεώρηση των διανοητικών εργαλείων που οι Έλληνες ιθύνοντες θα χρησιμοποιούσαν για να την κατανοήσουν και τελικά να την αντιμετωπίσουν. Έτσι, αν για την αντιμετώπιση του από βορρά κινδύνου η ελληνική ηγεσία θεώρησε ότι αντιμετώπιζε ένα κλασικό γεωπολιτικό πρόβλημα όπου η Ελλάδα «έλεγχε τις στενές παράκτιες περιοχές και αντιμετώπιζε την πίεση των “μαζών” του εσωτερικού, που αναζητούσαν διέξοδο προς τη θάλασσα»[52], στην περίπτωση της Τουρκίας, η χώρα αντιμετώπιζε μια απειλή κατά βάση πάλι γεωπολιτική, η οποία όμως γινόταν αντιληπτή με ιστορικούς όρους λόγω του πλούσιου παρελθόντος μεταξύ των δύο εθνών. Εντασσόταν έτσι στην ευρύτερη ελληνική ιστορική εμπειρία που θέλει τον Ελληνισμό να αμύνεται έναντι μιας ανατολικής/ασιατικής απειλής (με βάση το σχήμα: Περσικοί Πόλεμοι, Οθωμανική κατάκτηση, ελληνοτουρκική αντιπαράθεση).  Άλλωστε και η στρατηγική που επιλέχθηκε για την αντιμετώπιση της απειλής, η πολιτική ανάσχεση της Άγκυρας, ήταν βασισμένη στα διδάγματα του παρελθόντος.      

Συμπεράσματα

Η σύμπνοια πολιτικής ηγεσίας και υπηρεσιακών παραγόντων, η κοινότητα αντιλήψεων για την εξωτερική πολιτική μεταξύ των Ελλήνων ιθυνόντων αλλά και η χρήση κοινών διανοητικών εργαλείων για την κατανόηση και αντιμετώπιση των εξωτερικών προβλημάτων της χώρας οδηγούν στη διαπίστωση της ύπαρξης μιας ξεχωριστής «διπλωματικής σχολής» που υπό την ηγεσία του Καραμανλή έφτασε στην ωριμότητά της στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ομάδας αυτής υπήρξαν η εμπιστοσύνη στην πολιτική ηγεσία, η κοινή πεποίθηση για την ανάγκη διατήρησης της Ελλάδας στο δυτικό κόσμο και ειδικά της ένταξής της στην Ενωμένη Ευρώπη αλλά και η συνεκτικότητα και η αποτελεσματικότητά της. Η ανάλυσή τους βασιζόταν αφ’ ενός στη μόνιμη επίδραση που ασκούσε η βαθύτερη δύναμη της γεωγραφίας στην ελληνική εξωτερική πολιτική, από την οποία πήγαζε και ο ήπιος ρεαλισμός τους και αφ’ ετέρου στην εργαλειακή χρήση της ιστορίας ως «δασκάλας», η οποία τους προσέφερε τα εφόδια για να κατανοήσουν τα προβλήματα του Ελληνισμού στο σύνολό του και να απαντήσουν τελικά στο ερώτημα που έθετε η κρίση ταυτότητας που χαρακτήρισε την Μεταπολίτευση: πού ανήκει η Ελλάδα και πού πάει. Η κρίση αυτή λύθηκε τελικά με την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, η οποία από τη φύση της έκρυβε μια βαθιά ιστορική διάσταση, την επανένταξη της Ελλάδας στον πολιτικο-πολιτιστικό χώρο που είχε δημιουργηθεί από την ελληνορωμαϊκή πολιτιστική κληρονομιά και τον Χριστιανισμό, σχέση η οποία είχε διακοπεί «όταν το σιδηρούν παραπέτασμα των Οθωμανών έπεσε πάνω στην ανατολική αυτοκρατορία».[53]

Βασικός στόχος του παρόντος άρθρου δεν ήταν να εξάρει τις επιλογές της εξεταζόμενης περιόδου. Άλλωστε, όλες οι μεγάλες αποφάσεις των κρίσιμων αυτών χρόνων έχουν υπάρξει αντικείμενο έντονης αυτοκριτικής και κριτικής. Αυτό που επιχειρήθηκε εδώ ήταν μια προσπάθεια ιστορικοποίησης και συστηματοποίησης της σκέψης και δράσης των Ελλήνων ιθυνόντων, μια εξερεύνηση στις διανοητικές και ιδεολογικές τους αποσκευές. Είναι παράδοξο ότι σε μια χώρα που βρέθηκε αρκετές φορές στην πρώτη γραμμή των διεθνών εξελίξεων δεν υπάρχει συστηματική έρευνα πάνω στην ανάλυση της ελληνικής διπλωματικής/στρατηγικής παράδοσης και σκέψης. Το άρθρο αυτό γράφτηκε με την ελπίδα να συμβάλει προς αυτήν την κατεύθυνση.

Ο Ιωάννης Χάλκος είναι υποψήφιος διδάκτωρ Ιστορίας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο  Φλωρεντίας (EUI).

 

Σημειώσεις

[1] Philippe Chassaigne, Les années 1970: fin d’un monde et origine de notre modernité (Paris: Armand Colin, 2008).

[2] Γεώργιος Ράλλης, Πολιτικές Εκμυστηρεύσεις: αποκαλυπτικές μαρτυρίες για κρίσιμες στιγμές της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής ζωής (Αθήνα, Προσκήνιο 1990), 195.

[3] Eirini Karamouzi, Greece, the EEC and the Cold War, 1974-1979, The Second Enlargement (Basingstoke, Hampshire: Palgrave Macmillan, 2014)· Athanasios Antonopoulos, Redefining Greek–US Relations, 1974–1980: National Security and Domestic Politics (Palgrave Macmillan, 2020)· Σωτήρης Ριζάς, Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Αιγαίο (Αθήνα: Σιδέρης 2006).

[4] Δημήτρης Κοσμαδόπουλος, Οδοιπορικό ενός πρέσβη στην Άγκυρα, 1974-1976 (Αθήνα: Ελληνική Ευρωεκδοτική 1988), 106.

[5] Ό.π., 93.

[6] National Archives and Record Administration AAD (NARA-AAD), Kubisch προς Secretary of State, 22 Νοεμβρίου 1974.

[7] Για τις δυσκολίες στη συνεργασία Μαύρου-Βλάχου και την επιμονή του Καραμανλή να κρατήσει τον Βλάχο στο επιτελείο του βλ. Άγγελος Βλάχος, Αποφοίτηση 1974, 25 Ιουλίου-17 Νοεμβρίου (Αθήνα: Ωκεανίδα 2001).

[8] National Archives, Kew, London, FCO 9/2957, «Leading Personalities in Greece. 1980», 68.

[9] NARA-AAD, Kissinger προς Αντιπροσωπεία NATO (212137), 26 Σεπτεμβρίου 1974· Kubisch προς Αντιπροσωπεία ΝΑΤΟ (30184), 30 Σεπτεμβρίου 1974.

[10] Evanthis Hatzivassiliou, «Constantine Karamanlis», επιμ. Kevin Featherstone & Dimitri A. Sotiropoulos, The Oxford Handbook of Modern Greek Politics (Oxford: Oxford University Press, 2020).

[11] Τάκης Σ. Παππάς, «Κυβερνητικά επιτελεία στη δεκαετία του ΄70 και η τέχνη της διακυβέρνησης», Κ. Σβολόπουλος, Κ. Μπότσιου και Ε. Χατζηβασιλείου (επιμ.), Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον 20ό αιώνα, τ. Ι (Αθήνα: Ίδρυμα Κωνσταντίνος Καραμανλής 2009), 442.

[12] Σε σύνολο 259 συσκέψεων μόνο οι 29 αφορούσαν την εξωτερική πολιτική. Για τα στοιχεία αναλυτικά βλ. Παππάς, ό.π., 443-9.

[13] Κωνσταντίνος Λυμπερόπουλος, «Ο Βύρων Θεοδωρόπουλος και η πορεία προς την Ευρώπη», Σωτήρης Ντάλης (επιμ.), Βύρων Θεοδωρόπουλος, ο διπλωμάτης και δάσκαλος, Κείμενα στα χνάρια της σκέψης του (Αθήνα: Παπαζήση 2010), 47.

[14] Κοσμαδόπουλος, ό.π., 220-21.

[15] Athanasios Platias, “Greece’s Strategic Doctrine: in Search of Autonomy and Deterrence”, Dimitri Constas (επιμ.), The Greek-Turkish Conflict in the 1990s, Domestic and External Influences (London: Macmillan, 1991), 98.

[16] Όπως έχει δείξει ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου, η αντίληψη του «από βορρά κινδύνου» συνδύαζε τις νέες ψυχροπολεμικές πιέσεις που ασκούνταν στην περιοχή με τις παραδοσιακές εθνικιστικές αντιπαλότητες των Βαλκανίων. Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Στα σύνορα των κόσμων, η Ελλάδα και ο Ψυχρός Πόλεμος, 1952-1967 (Αθήνα: Πατάκης 2009).

[17] Για τις απόψεις αυτές βλ. το μνημόνιο που συνέταξε για τον Καραμανλή τον Νοέμβριο του 1974 ο υπουργός Άμυνας Ευάγγελος Αβέρωφ όπου σκιαγραφούσε τη φύση της απειλής κατά τη χώρας. Δύο φορές αναφέρει ο Αβέρωφ ότι η απειλή από βορρά είναι «παγία» αλλά «αι πρόσφατοι βάναυσοι εξελίξεις μας επιβάλλουν ν’ αντιμετωπίσουμε πρωτίστως την εκ Τουρκίας απειλή». Αβέρωφ προς Καραμνλή, 30 Νοεμβρίου 1974, Κωνσταντίνος Σβολόπουλος (επιμ.), Κωνσταντίνος Καραμανλής, Αρχείο, γεγονότα και κείμενα (Αθήνα: Ίδρυμα Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής, 1997) (στο εξής Καραμανλής), τ.8.

[18] Βλάχος, ό.π., 64.

[19] Αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή (στο εξής ΑΚΚ), Β72, Καραμανλής, Σημείωμα, Φεβρουάριος 1982.

[20] Δημήτρης Μπίτσιος, Φύλλα από ένα ημερολόγιο (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1978), 101.

[21] Βλ. τον λόγο του Καραμανλή στη Βουλή, Περίοδος Α, Σύνοδος Β, Συνεδρίασις ΡΙΘ, 17 Απριλίου 1976.

[22] AAD-NARA, Kubisch προς State Department, “Annual policy assessment – Greece”, 28 Μαρτίου 1975.

[23] Δημήτρης Μπίτσιος, Πέρα από τα σύνορα, 1974-1977 (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1982), 104.

[24] Βύρων Θεοδωρόπουλος, Οι Τούρκοι και εμείς (Αθήνα : Φυτράκης ο Τύπος, 1990), 339-40.

[25] ΑΚΚ, 46Β, Θεοδωρόπουλος, Σημείωμα, 1 Οκτωβρίου 1977.

[26] Μπίτσιος, Πέρα από τα σύνορα, ό.π., 7.

[27] Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου, «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο: η ευρωπαϊκή τροχιά της Μεταπολίτευσης», Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, Μαριλένα Κοππά (επιμ.), Τριάντα χρόνια ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, 1974-2004 (Αθήνα: Λιβάνη 2005), 99-121.

[28] Καραμανλής, τ. 8, Ομιλία στο Σύνταγμα, 15 Νοεμβρίου 1974, 214-19.

[29] Vyron Theodoropoulos, «Aspects of Accession», παρατίθεται στο Λυμπερόπουλος, ό.π, 51.

[30]Βύρων Θεοδωρόπουλος, Ευστάθιος Λαγάκος, Γεώργιος Παπούλιας, Ιωάννης Τζούνης, Σκέψεις και προβληματισμοί για την εξωτερική μας πολιτική (Αθήνα: Σιδέρης 1995), 58.

[31] Μπίτσιος, Πέρα από τα σύνορα, ό.π., 243.

[32] ΑΚΚ, Α230, Θεοδωρόπουλος προς Υπ. Εξωτερικών, 2 Οκτωβρίου 1974.

[33] Μπίτσιος, Πέρα από τα σύνορα, ό.π., 16-17.

[34] Για τις επιστολές Κίσιγκερ-Μπίτσιου και το κείμενο που καθόριζε τις βασικές αρχές της ελληνο-αμερικανικής συνεργασίας βλ. Καραμανλής, τ. 9, 184-9.

[35] Ράλλης, ό.π., 198.

[36] ΑΚΚ, Β25, Αλεξανδράκης προς ΥΠΕΞ, 30 Νοεμβρίου 1976.

[37] Χατζηβασιλείου, ό.π., 153-161.

[38] Μπίτσιος, Φύλλα από ένα ημερολόγιο, ό.π., 102. Σχεδόν παρόμοια είναι και η ανάλυση του Αβέρωφ όπως την αναπτύσσει στον Αμερικανό υπουργό Άμυνας D. Rumsfeld: «ανεξαρτήτως των διαφορών μας με την Τουρκίαν δεν ξεχνούμε την κρισιμότητα της γεωγραφικής μας θέσεως, συνεπεία της οποίας η χώρα αυτή υπέστη πλήθος επιδρομών εις κάθε ένοπλον σύγκρουσιν ευρείας κλίμακος κατά την ροήν του χρόνου». ΑΚΚ, Β19, «Μνημόνιον Συνομιλίας Υπουργών Εθνικής Αμύνης ΗΠΑ-Ελλάδος», 15 Ιουνίου 1976.

[39] Θεοδωρόπουλος, Οι Τούρκοι, ό.π., 265.

[40] ΑΚΚ, Β75, «Πρακτικά Συνεδριάσεως Υπουργικού Συμβουλίου», 11 Σεπτεμβρίου 1976.

[41] Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, «Κωνσταντίνος Καραμανλής: από την πράξη στις πολιτικές ιδέες», Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον 20ό αιώνα, ό.π., τ. Ι, 169.

[42] Θεοδωρόπουλος, Λαγάκος, Τζούνης, Σκέψεις, ό.π., 12· Βύρων Θεοδωρόπουλος, Ανασκόπηση, Η εξωτερική πολιτική της νεότερης Ελλάδας (Αθήνα: Σιδέρης 1996), 11.

[43] Καραμανλής, τ. 8, Ομιλία στην Πλατεία Συντάγματος, 15 Νοεμβρίου 1974.

[44] Ευστάθιος Λαγάκος, Ο λαϊκισμός στα εθνικά μας θέματα, Ανασκόπηση (Αθήνα: Σιδέρης 1996).

[45] Θοδωρόπουλος, Ανασκόπηση, ό.π., 135.

[46] Μενέλαος Αλεξανδράκης, Βύρων Θεοδωρόπουλος, Ευστάθιος Λαγάκος, Το Κυπριακό, 1950-1974, Μια ενδοσκόπηση (Αθήνα: Ελληνική Ευρωεκδοτική 1987).

[47] Θεοδωρόπουλος, Οι Τούρκοι, 306.

[48] Μιχάλης Δούντας, Είναι ανεξάρτητη η Ελλάς; Συγκρουσιακή συνύπαρξη, Η σχέση Ελλάδος – Τουρκίας, (Αθήνα: Κάκτος, 2006), 576.. Θεοδωρόπουλος, Οι Τούρκοι, ό.π., 264.

[49]Κ οσμαδόπουλος προς ΥΠΕΞ, 18 Αυγούστου 1974, στο Κοσμαδόπουλος, ό.π, 150-1.

[50] Θεοδωρόπουλος, Οι Τούρκοι, όπ.

[51] Κοσμαδόπουλος προς Μαύρο, 11 Σεπτεμβρίου 1974, στο Κοσμαδόπουλος, ό.π., 159.

[52] Χατζηβασιλείου, ό.π., 153.

[53] Vyron Theodoropoulos, «Aspects of Accession», ό.π., 52.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Ελληνική:

-Αλεξανδράκης, Μενέλαος, Θεοδωρόπουλος, Βύρων, Λαγάκος, Ευστάθιος, Το Κυπριακό, 1950-1974, Μια ενδοσκόπηση (Αθήνα: Ελληνική Ευρωεκδοτική 1987).

-Βλάχος, Άγγελος, Αποφοίτηση 1974, 25 Ιουλίου-17 Νοεμβρίου (Αθήνα: Ωκεανίδα 2001).

-Δούντας, Μιχάλης, Είναι ανεξάρτητη η Ελλάς; Συγκρουσιακή συνύπαρξη, Η σχέση Ελλάδος – Τουρκίας (Αθήνα: Κάκτος, 2006).

-Θεοδωρόπουλος, Βύρων, Ανασκόπηση, Η εξωτερική πολιτική της νεότερης Ελλάδας (Αθήνα: Σιδέρης 1996).

-Θεοδωρόπουλος, Βύρων, Λαγάκος, Ευστάθιος, Παπούλιας, Γεώργιος, Τζούνης, Ιωάννης, Σκέψεις και προβληματισμοί για την εξωτερική μας πολιτική (Αθήνα: Σιδέρης 1995).

-Θεοδωρόπουλος, Βύρων, Οι Τούρκοι και εμείς (Αθήνα : Φυτράκης ο Τύπος, 1990)

-Κοσμαδόπουλος, Δημήτρης, Οδοιπορικό ενός πρέσβη στην Άγκυρα, 1974-1976 (Αθήνα: Ελληνική Ευρωεκδοτική 1988).

-Λαγάκος, Ευστάθιος, Ο λαϊκισμός στα εθνικά μας θέματα, Ανασκόπηση (Αθήνα: Σιδέρης 1996).

-Μπίτσιος, Δημήτρης, Πέρα από τα σύνορα, 1974-1977 (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1982).

-Μπίτσιος, Δημήτρης, Φύλλα από ένα ημερολόγιο (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1978).

-Μπότσιου, Κωνσταντίνα Ε., «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο: η ευρωπαϊκή τροχιά της Μεταπολίτευσης», Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, Μαριλένα Κοππά (επιμ.), Τριάντα χρόνια ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, 1974-2004 (Αθήνα: Λιβάνη 2005), 99-121.

-Παππάς, Τάκης Σ.,  «Κυβερνητικά επιτελεία στη δεκαετία του ΄70 και η τέχνη της διακυβέρνησης», Κ. Σβολόπουλος, Κ. Μπότσιου και Ε. Χατζηβασιλείου (επιμ.), Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον 20ό αιώνα, τ. Ι (Αθήνα: Ίδρυμά Κωνσταντίνος Καραμανλής 2009), 435-454.

-Ράλλης, Γεώργιος, Πολιτικές Εκμυστηρεύσεις: αποκαλυπτικές μαρτυρίες για κρίσιμες στιγμές της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής ζωής (Αθήνα, Προσκήνιο 1990).

-Ριζάς, Σωτήρης, Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Αιγαίο (Αθήνα: Σιδέρης 2006).

-Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, Στα σύνορα των κόσμων, η Ελλάδα και ο Ψυχρός Πόλεμος, 1952-1967 (Αθήνα: Πατάκης 2009).

 

Ξενόγλωσση:

-Antonopoulos, Athanasios, Redefining Greek–US Relations, 1974–1980: National Security and Domestic Politics (Palgrave Macmillan, 2020).

-Chassaigne, Philippe, Les années 1970: fin d’un monde et origine de notre modernité (Paris: Armand Colin, 2008).

-Hatzivassiliou, Evanthis, «Constantine Karamanlis», επιμ. Kevin Featherstone & Dimitri A. Sotiropoulos, The Oxford Handbook of Modern Greek Politics (Oxford: Oxford University Press, 2020).

-Karamouzi, Eirini, Greece, the EEC and the Cold War, 1974-1979, The Second Enlargement (Basingstoke, Hampshire: Palgrave Macmillan, 2014).

-Platias, Athanasios, “Greece’s Strategic Doctrine: in Search of Autonomy and Deterrence”, Dimitri Constas (επιμ.), The Greek-Turkish Conflict in the 1990s, Domestic and External Influences (London: Macmillan, 1991) 91-108.

Άρτεμις Ξανθοπούλου-Κυριακού: Η κρίση του Ανατολικού Ζητήματος του 1875-1878 και ο απόηχός της στον Πόντο

Άρτεμις Ξανθοπούλου – Κυριακού

Η κρίση του Ανατολικού Ζητήματος του 1875-1878

και ο απόηχός της στον Πόντο

Η εξέγερση των χριστιανών στην Ερζεγοβίνη τον Ιούλιο του 1875, που απλώθηκε σύντομα και στη γειτονική Βοσνία, αποτέλεσε την αφορμή για το ξέσπασμα μιας νέας κρίσης του Ανατολικού Ζητήματος, που θα πάρει σύντομα πανευρωπαϊκές διαστάσεις[1]. Η υποστήριξη των ευρωπαϊκών δυνάμεων (της Αυστροουγγαρίας και περισσότερο της Ρωσίας) προς τους επαναστάτες απέκτησε χαρακτήρα σταυροφορίας, προπάντων όταν άρχισε η συρροή χριστιανών προσφύγων από τις αναστατωμένες περιοχές, στο Μαυροβούνιο, τη Σερβία και την Αυστρία, και, ακόμα περισσότερο, μετά τη σφαγή –το καλοκαίρι του 1876— χιλιάδων Bουλγάρων χωρικών στο Παναγιούριστε (Mπατάκ)[2].

Από την άλλη πλευρά, στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επικρατούσε αναβρασμός που οξυνόταν από τις ειδήσεις για την υποχωρητικότητα της Υψηλής Πύλης στις εξωτερικές παρεμβάσεις υπέρ των χριστιανών και από την παραγνώριση των θυμάτων μεταξύ του μουσουλμανικού πληθυσμού στις επαναστατημένες περιοχές. Οι αντιδράσεις αυτές έγιναν αναπόφευκτα οξύτερες όταν, τον Ιούνιο του 1876, ξέσπασε ο πρώτος πόλεμος των Σέρβων και Μαυροβουνιωτών με τους Οθωμανούς[3]. Η ανάληψη της ηγεσίας των σερβομαυροβουνιώτικων δυνάμεων από τον Ρώσο στρατηγό Μιχαήλ Τσερνιάγιεφ, μολονότι έγινε χωρίς την έγκριση του τσάρου, προμήνυε αμεσότερη σύνδεση της Ρωσίας στα ζητήματα των Βαλκανίων και συνεπώς διεθνοποίηση της κρίσης[4].

Αλληγορικός χάρτης της Ευρώπης (1877).

Έχοντας λοιπόν υπόψη το πλαίσιο αυτό, θα επιχειρήσουμε να καταγράψουμε τον αντίκτυπο που είχε στους κατοίκους –μουσουλμάνους και χριστιανούς– της βορειοανατολικής εσχατιάς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η κρίση του 1875-1878. Η έρευνά μας επικεντρώθηκε στο βιλαέτι της Τραπεζούντας και γενικά στην περιοχή που ταυτίζεται με τον ιστορικό Πόντο.

Το βιλαέτι της Τραπεζούντας.

Παρά τη γεωγραφική απόσταση, οι εξεγέρσεις της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και όσα επακολούθησαν δεν άφησαν ανεπηρέαστες  τις ανατολικότερες επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούσε στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, που ζούσαν κοντά στη ρωσοτουρκική μεθόριο, η απροκάλυπτη ανάμιξη της Ρωσίας. Άλλωστε ο ευρύτερος χώρος του Καυκάσου αποτέλεσε το σημαντικότερο ίσως πολεμικό μέτωπο κατά τις ρωσοτουρκικές συρράξεις του 19ου αιώνα[5]. Στα 1876 μάλιστα είχε αρχίσει η προώθηση υπολογίσιμων τσαρικών δυνάμεων από τις βόρειες προς τις νοτιότερες ρωσικές προφυλακές της Υπερκαυκασίας[6]. Το φάσμα λοιπόν της ρωσικής παρέμβασης αποκτούσε εκεί αμεσότερο χαρακτήρα. Εξάλλου, στις ανατολικές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι αντιδράσεις των τοπικών μουσουλμανικών πληθυσμών (των Λαζών και των Κούρδων  ιδιαίτερα στην περιοχή του Πόντου) στις απόπειρες για τον εκσυγχρονισμό της οθωμανικής διοίκησης και γενικά για την επιβολή δυτικόφερτων θεσμών και κοινωνικών προτύπων  ήταν σφοδρότερες,  όταν μάλιστα αυτές γίνονταν κάτω από εξωτερικές πιέσεις και σε περιόδους πολεμικών αναμετρήσεων. Όλα τα παραπάνω επιδείνωναν τις ευαίσθητες ισορροπίες στις σχέσεις του μουσουλμανικού στοιχείου με το χριστιανικό, προσφέροντας αφορμές για εντάσεις ή και σφοδρές αντιπαραθέσεις.

Ένας ακόμα σημαντικός παράγοντας που συντελούσε στη συχνότητα και τη σφοδρότητα των εντάσεων στην περιοχή ήταν τα προβλήματα που δημιουργούσε η μαζική εγκατάσταση χιλιάδων εξαθλιωμένων μουσουλμάνων προσφύγων (κυρίως Κιρκασίων), οι οποίοι, από τα μέσα του 19ου αιώνα και εξής, αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τις κατακτημένες από τους Ρώσους πατρίδες τους στον Καύκασο και να καταφύγουν στην οθωμανική επικράτεια. Ένα τμήμα των ανθρώπων αυτών διοχετεύθηκε σκόπιμα από τις οθωμανικές αρχές σε «ευαίσθητες» περιοχές της Βαλκανικής· η πλειονότητά τους, ωστόσο, αναζητούσε στέγη ή περιφερόταν ανεξέλεγκτη στην ενδοχώρα της βορειοανατολικής Μικράς Ασίας, προκαλώντας σοβαρά ζητήματα υγείας και ασφάλειας[7].

Τραπεζούντα: o δρόμος προς το Μποζ Τεπέ με τα ξένα προξενεία

Το ενδεχόμενο μιας ρωσικής παρέμβασης στην ίδια περιοχή προκαλούσε ιδιαίτερα τις ανησυχίες της Μ. Βρετανίας, που έβλεπε να διακυβεύονται, εκτός από τα στρατηγικά, και τα οικονομικά της συμφέροντα, ιδιαίτερα στον εμπορικό άξονα Τραπεζούντας-Ταυρίδας[8]. Είναι ευεξήγητη λοιπόν η επιμέλεια με την οποία ο Βρετανός πρόξενος στην Τραπεζούντα Alfred Biliotti (1873-1885) διοχέτευε στις προϊστάμενές του αρχές όλες τις πληροφορίες που συγκέντρωνε για την απήχηση που είχαν στο σύνολο του πληθυσμού, κατά κύριο λόγο, οι αλυσιδωτές αναστατώσεις και ανατροπές που προκλήθηκαν με αφορμή την επανάσταση στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, αλλά και οι φήμες για ρωσικές πρωτοβουλίες. Αυξημένο ήταν επίσης και το ενδιαφέρον του Έλληνα προξένου στην ποντιακή πρωτεύουσα Ναπολέοντα Μπέτσου (1876-1881), ο οποίος στις δικές του αναφορές έριχνε βέβαια το βάρος των παρατηρήσεών του στην τύχη του ελληνορθόδοξου στοιχείου και στις σχέσεις του με τους άλλους συνοίκους λαούς της περιοχής[9].

Sir Alfred Biliotti, πρόξενος της Μεγάλης Βρετανίας στην Τραπεζούντα (1873-1885).

Στο βεβαρυμένο λοιπόν αυτό κλίμα ήρθαν να προστεθούν οι πρώτες πληροφορίες για τα δραματικά γεγονότα της Βαλκανικής και τις αντιδράσεις του μουσουλμανικού πληθυσμού της αυτοκρατορίας: Η φήμη (που αποδείχτηκε λανθασμένη) για μαζικές σφαγές χριστιανών στη Θεσσαλονίκη (Iανουάριος 1876), η είδηση για την αιματηρή κατάληξη της βουλγαρικής εξέγερσης στο Μπατάκ (Aπρίλιος-Μάιος), η γνωστοποίηση του λυντσαρίσματος των προξένων της Γαλλίας και της Γερμανίας στη Θεσσαλονίκη (6 Μαΐου) και η σύντομη περιγραφή των συλλαλητηρίων στην Κωνσταντινούπολη (11 Μαΐου), τα οποία είχαν οργανωθεί από τους τροφίμους των εκκλησιαστικών σχολείων (σοφτάδες) με στόχο να αναγκάσουν την Πύλη να φανεί σκληρότερη έναντι των επαναστατών κ.ά.[10]

Στην Tραπεζούντα ιδιαίτερα αναστάτωση προκάλεσε η προσπάθεια εφαρμογής των διοικητικών ρυθμίσεων που αφορούσαν τη στρατιωτική θητεία, σε περίοδο μάλιστα που βρίσκονταν ακόμα σε εξέλιξη οι συγκρούσεις στη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη. Τα «νέα» μέτρα , ενταγμένα στα σχέδια για τον εκσυγχρονισμό του οθωμανικού στρατού, αλλά και για την αποκατάσταση της ισοπολιτείας και ισονομίας ανάμεσα σε μουσουλμάνους και χριστιανούς[11], δίχασαν, για διαφορετικούς λόγους, και τις δύο μεγάλες θρησκευτικές ομάδες: Οι μουσουλμάνοι, παρ’ όλο που αρχικά φάνηκαν ικανοποιημένοι από τη μείωση του φόρου εξαγοράς της θητείας τους (το περιβόητο bedel) από τις 100 στις 50 λίρες ή στα 5.000 «kurus», ποσό αρκετά σοβαρό, ενοχλήθηκαν φανερά από το γεγονός ότι την ίδια μεταχείριση είχαν και οι χριστιανοί, στο όνομα της ισότητας [12]. Oι χριστιανοί, από την πλευρά τους, ένιωσαν να θίγονται από την εξατομίκευση των χρηματικών τους υποχρεώσεων απέναντι στην Πύλη σε σχέση με τη στρατιωτική θητεία. Με τις νέες ρυθμίσεις ανατρεπόταν το από παράδοση αιώνων ισχύον σύστημα του αλληλέγγυου των μελών της χριστιανικής κοινότητας σε ό,τι αφορούσε τις φορολογικές τους υποχρεώσεις προς την οθωμανική εξουσία. Όσοι ήταν μεταξύ 20-40 ετών (δηλαδή στην τότε στρατεύσιμη ηλικία) αρνούνταν να σηκώσουν μόνοι τους το φορολογικό βάρος που μέχρι τότε αντιμετωπιζόταν συλλογικά από την κοινότητα. Eκείνοι πάλι που απαλλάσσονταν, γιατί ήταν κάτω των 20 και άνω των 40 ετών, στρέφονταν εναντίον των ομοθρήσκων τους, που αγωνίζονταν να τους υποχρεώσουν να συμμετάσχουν στα βάρη της εξαγοράς. Mέσα στο κλίμα αυτό των αντιδικιών και της γενικευμένης δυσαρέσκειας απλώθηκε και η φήμη για προετοιμαζόμενες σφαγές κατά των χριστιανών της περιοχής. Επρόκειτο για φημολογία που εκτρεφόταν από την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, ανάλογη με εκείνη που, όπως αναφέρθηκε, ήταν διάχυτη και στη Θεσσαλονίκη την ίδια ακριβώς περίοδο[13].

Η αποβάθρα του λιμανιού της Τραπεζούντας, τέλη 19 ου αιώνα.

H κατάσταση χειροτέρεψε μετά την έκρηξη του σερβοτουρκικού πολέμου και την κήρυξη επιστράτευσης, οπότε και εκδηλώθηκε φανερά η απροθυμία των μουσουλμάνων να καταταγούν. Κατά τον Biliotti, όλοι έσπευδαν να εξαγοράσουν την υποχρέωση της στράτευσής τους, αλλά με περιορισμένη επιτυχία, σε αντίθεση με τους χριστιανούς που κατάφερναν να την αποφύγουν[14]. Πάντως, η απαλλαγή των χριστιανών διευκολυνόταν και από τις ίδιες τις οθωμανικές αρχές, οι οποίες για πολλούς λόγους (ψυχολογικούς, αλλά και οργανωτικούς) δεν έστεργαν ακόμα στην ιδέα τού εξοπλισμού των «απίστων»[15]. Τελικά, στις αρχές Mαΐου απέπλευσε από το λιμάνι της Tραπεζούντας το πρώτο πλοίο με στρατιώτες για το βαλκανικό μέτωπο μέσα σε αισθήματα γενικευμένης πικρίας των οικογενειών τους.

Η δυσαρέσκεια των μουσουλμάνων για τη στρατολόγησή τους εκφράστηκε καταρχήν με κατηγορίες, που εκτοξεύθηκαν κατά του διοικητή του βιλαετιού Κασίμ πασά, αλλά που ουσιαστικά στρέφονταν εναντίον των Ελλήνων: Σε πλακάτ, που υψώθηκαν σε κεντρικούς δρόμους της Τραπεζούντας, οι διαμαρτυρόμενοι κατηγορούσαν τον πασά, ότι χαριζόταν στους χριστιανούς.  Ως επιχείρημα προέβαλλαν τον ορισμό ενός Έλληνα, του Καρβουνίδη, για την εκπροσώπηση της πόλης τους στην υπό συγκρότηση οθωμανική Βουλή. Η εύνοια αυτή προς τους Έλληνες είχε ως αποτέλεσμα, όπως υποστήριζαν, να αποθρασύνονται και να γελοιοποιούν ακόμα και τους μουλάδες σε θεατρικές τους παραστάσεις. Προειδοποιούσαν μάλιστα τον Κασίμ, ότι θα ήταν ο ίδιος υπεύθυνος για όσα θα επακολουθούσαν. Ο καλά πληροφορημένος Βρετανός πρόξενος, που μας αφηγείται το επεισόδιο, διευκρινίζει ότι η καταγγελία των μουσουλμάνων ήταν βέβαια ανεδαφική, αφού στηριζόταν σε μια σχολική θεατρική παράσταση του έργου Χίος δούλη, το οποίο όμως δεν είχε καμιά σχέση με τους Οθωμανούς, αφού αναφερόταν στην περίοδο της γενουατικής κατοχής του νησιού[16]. Η διαστρέβλωση ήταν μάλλον σκόπιμη και στόχευε στην υποδαύλιση της μουσουλμανικής ευαισθησίας. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι το αρχικά ποιητικό αυτό έργο του Θεόδωρου Ορφανίδη (1817-1886), που εκδόθηκε ως θεατρικό για πρώτη φορά το 1871, είχε ήδη παιχτεί  με μεγάλη επιτυχία στην Κωνσταντινούπολη χωρίς να προκαλέσει καμιά αντίδραση[17]. O Kασίμ πασάς, από την άλλη μεριά, εκτιμούσε ότι πίσω από τις διαμαρτυρίες εκείνες κρύβονταν Έλληνες αντίπαλοι του Kαρβουνίδη, που προσπαθούσαν να τον πλήξουν στις εσωκοινοτικές διενέξεις[18], ενώ ο Βρετανός, πρόξενος απέδιδε την ένταση στις σχέσεις χριστιανών-μουσουλμάνων στα γεγονότα των Βαλκανίων. Ταυτόχρονα υπογράμμιζε τους κινδύνους για σοβαρές επιπλοκές, τις οποίες εγκυμονούσε η κατάσταση εκείνη: «Facts show», γράφει στην αναφορά του, «that both races live in a state of excitement so great, that the smallest incident may create serious complications»[19].

Eνισχυτικό των προβλέψεων αυτών του Biliotti ήταν ένα επεισόδιο που ακολούθησε μετά τους πρώτους κανονιοβολισμούς, με τους οποίους η Tραπεζούντα πανηγύρισε την άνοδο στο θρόνο του σουλτάνου Mουράτ E΄ (31 Mαΐου 1876): Μουσουλμάνοι από τη γύρω περιοχή έσπευσαν πάνοπλοι στην πόλη, νομίζοντας ότι οι ομόθρησκοί τους συγκρούονταν με τους χριστιανούς και ότι η πόλη δέχτηκε επίθεση από τους Pώσους. Όταν διαπίστωσαν τον πραγματικό λόγο των κανονιοβολισμών, άλλοι επέστρεψαν στα χωριά τους και άλλοι παρέμειναν στην πόλη, για να πανηγυρίσουν την ενθρόνιση του νέου σουλτάνου[20]. Πάντως, οι ένοπλοι εκείνοι θα αντιδρούσαν ίσως δυναμικότερα, αν ήταν ενήμεροι για τον ανώμαλο τρόπο με τον οποίο έγινε η εκθρόνιση του Αβδούλ Αζίζ (1861-1876) και η πραξικοπηματική αντικατάστασή του από τον δυτικοθρεμμένο και ένθερμο οπαδό των μεταρρυθμίσεων Μουράτ[21].

Η ανακούφιση των χριστιανών για την αναίμακτη λύση εκείνης της παρεξήγησης δεν κράτησε πολύ: Στις 18 Ιουνίου, για λόγους που δεν έγιναν γνωστοί, ένοπλοι μουσουλμάνοι επιβιβάστηκαν σε βάρκες και, παραπλέοντας κατά μήκος της παραλίας της Τραπεζούντας, πυροβολούσαν στον αέρα. Τους συνόδευαν και άλλοι ομόθρησκοί τους από τη στεριά, δημιουργώντας μεγάλη ταραχή στον πληθυσμό, η οποία μετατράπηκε σε τρόμο, όταν τα ξημερώματα της επομένης μέρας, βρέθηκαν στους δρόμους της πόλης δολοφονημένοι τρεις χριστιανοί, ενώ μια τριμελής χριστιανική οικογένεια δέχτηκε στο σπίτι της δολοφονική επίθεση. Ως ύποπτοι θεωρήθηκαν κάποιοι ένοπλοι Κούρδοι, οι οποίοι θεωρούνταν από καιρό υπεύθυνοι και για άλλες εγκληματικές πράξεις στην ύπαιθρο. Οι δράστες των φόνων παρέμειναν ασύλληπτοι. Όλα αυτά δημιούργησαν εύλογα στους Έλληνες την υπόνοια ότι τα επεισόδια εντάσσονταν σε ένα ευρύτερο σχέδιο εκφοβισμού ή και εξόντωσής τους. Για να τους καθησυχάσει ο  διοικητής της Τραπεζούντας απαγόρευσε στους μουσουλμάνους να κυκλοφορούν ένοπλοι μέσα στην πόλη. Από την πλευρά τους οι τελευταίοι, σε αντιπερισπασμό, διέδιδαν ότι οι χριστιανοί συγκέντρωναν όπλα σε δύο ορθόδοξα μοναστήρια[22].

Η Τραπεζούντα σε επιστολικό δελτάριο των αρχών του 19ου αιώνα. Ανατύπωση παλαιότερης γκραβούρας.

Η κατάσταση στην ενδοχώρα ήταν χειρότερη. Εκεί τα κρούσματα επιθέσεων των Κούρδων ανεξέλεγκτων ομάδων Καυκασίων προσφύγων εναντίον των αρμενικών κυρίως πληθυσμών ήταν συχνότερα και βιαιότερα[23]. Τα επεισόδια, που είχαν αρχίσει στη δεκαετία του 1860, εντάθηκαν στα επόμενα χρόνια, με αποκορύφωμα τη λεηλασία και την πυρπόληση από τους Κούρδους ατάκτους στις αρχές Δεκεμβρίου 1876 της αρμενικής συνοικίας της πόλης Βαν[24]. Η  εκκλησιαστική ηγεσία των Αρμενίων προσπάθησε, με αλλεπάλληλα υπομνήματα και παραστάσεις διαμαρτυρίας, να συγκινήσει αρχικά τις οθωμανικές αρχές και στη συνέχεια τους εκπροσώπους των Δυνάμεων στη Συνδιάσκεψη της Κωνσταντινούπολης, αλλά χωρίς κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα[25].

Στις 20 Ιουνίου, λίγες δηλαδή μέρες πριν από την κήρυξη από τη Σερβία του πολέμου εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πολεμική υστερία είχε καταλάβει τους πολίτες της Tραπεζούντας: χριστιανοί και μουσουλμάνοι επιδιόρθωναν τα παλιά τους όπλα ή ζητούσαν να αγοράσουν καινούργια. Oι στρατιωτικές ενισχύσεις, που ζήτησε –και έλαβε (25-27 Iουνίου)– ο Kασίμ πασάς, μείωσαν προσωρινά την ένταση, αλλά χωρίς να την εξουδετερώσουν, καθώς όχι μόνον παρατεινόταν η περίοδος επιστράτευσης των μουσουλμάνων, αλλά καλούνταν και νέοι στρατιώτες στα όπλα. Όσοι από αυτούς είχαν χρήματα, πλήρωναν για να πάει κάποιος άλλος στη θέση τους· άλλοι προτιμούσαν την λιποταξία[26]. Τον θρησκευτικό πατριωτισμό των μουσουλμάνων προσπάθησαν να εξάψουν και 120 μουλάδες από τη Ριζούντα χωρίς εντυπωσιακά αποτελέσματα: Στο δρόμο τους για το βαλκανικό μέτωπο κατάφεραν να επιστρατεύσουν 30 μόνο εθελοντές από την Τραπεζούντα[27].

James Bryce.

Στο φόβο που διακατείχε τους χριστιανούς του Πόντου, Έλληνες και Aρμένιους, αναφέρεται και μια σημαντική προσωπικότητα της εποχής, ο πολυταξιδεμένος βρετανός ιστορικός, πολιτικός και διπλωμάτης James Bryce (1838-1922). Ο Bryce, κλείνοντας το μεγάλο ταξίδι που έκανε το 1876 στις περιοχές του Καυκάσου και της Υπερκαυκασίας, επισκέφθηκε την Tραπεζούντα το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, λίγες μέρες μετά την κάθοδό του από το όρος Αραράτ[28]. Εκεί ο Bryce έγινε μάρτυρας των βιαιοπραγιών στις οποίες προέβαιναν εναντίον των χριστιανικών πληθυσμών της υπαίθρου, ιδιαίτερα των Αρμενίων, τόσο τα μετακινούμενα οθωμανικά στρατεύματα όσο και οι μουσουλμάνοι λιποτάκτες. Περισσότερο ευάλωτα ήταν τα χριστιανικά χωριά κατά μήκος των οδικών αρτηριών. Αλλά και μέσα στην πόλη της Tραπεζούντας προκλήθηκε αναστάτωση κατά τη διέλευση σώματος Λαζών εθελοντών που κατευθύνονταν προς τη Σερβία και το Mαυροβούνιο[29]. Οι δυσάρεστες αυτές εμπειρίες έπεισαν από τότε τον Bryce να μετατραπεί σε έναν από τους πιο ένθερμους συνηγόρους των Αρμενίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[30].

Mέσα στο κλίμα εκείνο η συνωμοτική καθαίρεση του σουλτάνου Mουράτ τον Αύγουστο του 1876 και η ενθρόνιση (1 Σεπτεμβρίου 1876) του Αβδούλ Χαμίτ Β΄ (1876-1909) άφησε μάλλον αδιάφορους τους κατοίκους του Πόντου[31], οι οποίοι παράλληλα υποδέχτηκαν με σκεπτικισμό την ανακήρυξη (στις 23 Δεκεμβρίου 1876) του πρώτου Οθωμανικού Συντάγματος[32]. Το γεγονός έγινε γνωστό στον διοικητή της Τραπεζούντας μια μόλις μέρα μετά τη μελοδραματική ανακοίνωσή του στην οθωμανική πρωτεύουσα και, όταν η είδηση διαδόθηκε στον πληθυσμό, προκάλεσε, όπως σημείωνε ο υποπρόξενος Μπέτσος, καχυποψία στους μουσουλμάνους και σκεπτικισμό στους χριστιανούς. Οι πρώτοι θεωρούσαν την παραχώρηση Συντάγματος «ως ασυμβίβαστον με την θρησκείαν, τα έθιμα και τας παραδόσεις των και σχεδόν ακατανόητον δι’ αυτούς»[33]. Οι Aρμένιοι έκριναν ότι η προηγούμενη κατάσταση ήταν μάλλον προτιμότερη, αφού οι νεωτερισμοί υποδαύλιζαν τη μουσουλμανική εχθρότητα προς τους χριστιανούς. Τέλος, «The educated Greeks alone understand thoroughly the meaning of Costitution, and would be perfectly satisfied if they could be convinced that it will be seriously put into practice[34]. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντίθετα, καθώς και οι εκπρόσωποι των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων των ευρωπαϊκών επαρχιών του σουλτάνου έβλεπαν στις εξελίξεις αυτές μια τελευταία δυνατότητα για την ανατροπή των δυσμενών για τον μακεδονικό και θρακικό Ελληνισμό αποφάσεων της Συνδιάσκεψης της Κωνσταντινούπολης. Τελικά, η διατήρηση της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας φαινόταν προτιμότερη από τον διαμελισμό της, από τον οποίο κατά την περίοδο εκείνη θα επωφελούνταν ουσιαστικά μόνον οι Σλάβοι και ιδιαίτερα οι Βούλγαροι[35]. Εξάλλου, με την εφαρμογή του Συντάγματος υπήρχαν κάποιες ελπίδες ότι θα κατοχυρώνονταν και τα δικαιώματα του ελληνορθόδοξου πληθυσμού της αυτοκρατορίας, ενώ η συμμετοχή των εκπροσώπων του στην οθωμανική Βουλή δημιουργούσε βάσιμες ελπίδες ότι θα μπορούσαν να παρεμβαίνουν στη διαμόρφωση των αποφάσεών της[36]. Ανάλογες ήταν και οι εκτιμήσεις της αρμενικής εκκλησιαστικής ηγεσίας και της κοινωνικής «élite» της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης. Με επίσημη δήλωσή του της 26 Aπριλίου/8 Μαΐου 1877 στον Βρετανό πρεσβευτή στην Kωνσταντινούπολη ο ίδιος ο πατριάρχης των Αρμενίων Nερσής Βαρζαμπετιάν  υποστήριξε ότι το αρμενικό έθνος προτιμούσε οπωσδήποτε την οθωμανική κυριαρχία από την υπαγωγή του στη ρωσική δεσποτεία[37].

Στην πρώτη περίοδο της σύντομης ζωής της οθωμανικής Βουλής (20 Μαρτίου-20 Ιουνίου 1877) εκλέχτηκαν για να συμμετάσχουν 19 εκπρόσωποι ελληνικής καταγωγής, από τους οποίους ένας μόνο, ο Γεωργάκης Καρβουνίδης, προερχόταν από τον Πόντο[38]. Ωστόσο, τόσο ο Καρβουνίδης όσο και οι δύο άλλοι μουσουλμάνοι εκπρόσωποι από το βιλαέτι της Τραπεζούντας δεν βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη κατά την έναρξη των εργασιών της Βουλής: η αναχώρησή τους από την Τραπεζούντα, που είχε καθυστερήσει εξαιτίας των παρατυπιών που συνόδευσαν την εκλογή τους προγραμματίστηκε για τον Απρίλιο του 1877, για να αναβληθεί τελικά για άλλη μια φορά[39].

Όπως και αν είχαν τα πράγματα, οι μουσουλμάνοι του Πόντου, που ούτως ή άλλως είχαν ανεπτυγμένο το αίσθημα του τοπικισμού, αισθάνονταν ότι πολλά από όσα συνέβαιναν στην πρωτεύουσα δεν τους αντιπροσώπευαν και συνεπώς δεν τους αφορούσαν[40]. Οι διαθέσιμες πηγές μας τουλάχιστον  δεν αφήνουν να διαφανεί καμιά συμμετοχή των κατοίκων της Τραπεζούντας και άλλων αστικών κέντρων του βιλαετιού στις φιλελεύθερες κινήσεις των «Nέων Oθωμανών» ή έστω για την εμφάνιση των πολιτικών ιδεολογιών που κυοφορούνταν τότε μεταξύ των μουσουλμάνων διανοούμενων της Kωνσταντινούπολης[41]. Εκείνο, άλλωστε, που απασχολούσε τον πληθυσμό της περιοχής, μουσουλμανικό και χριστιανικό, ήταν το επαπειλούμενο άνοιγμα ενός νέου πολεμικού μετώπου στην γειτονική Υπερκαυκασία. Τα μηνύματα μάλιστα για ένα τέτοιο ενδεχόμενο ήταν από τις αρχές κιόλας του 1877 αρκετά. Ήδη στη συνοριακή γραμμή Bατούμ-Kαρς είχαν συγκεντρωθεί οθωμανικές στρατιωτικές δυνάμεις, που υπολογίζονταν σε 70-80.000 άνδρες. Ανάλογες μετακινήσεις είχαν γίνει και από την άλλη πλευρά των συνόρων. Παράλληλα, είχε γίνει γνωστό ότι Βρετανοί μηχανικοί είχαν αναλάβει και την οχύρωση του λιμανιού του Bατούμ[42].

Oι επιπτώσεις από τις πολεμικές προετοιμασίες έγιναν άμεσα αισθητές σε περιοχές με συμπαγείς χριστιανικούς πληθυσμούς: Στο Eρζερούμ, όπου πλειοψηφούσε το αρμενικό στοιχείο, σχεδιαζόταν, σύμφωνα με φήμες, η πυρπόληση της κεντρικής αγοράς (κατά το προηγούμενο του 1876 στο Bαν), ενώ διάχυτοι ήταν και οι φόβοι (που δεν θα αργούσαν να γίνουν πραγματικότητα) και για μαζικές σφαγές των Aρμενίων της περιοχής. Aλλά και οι Έλληνες είχαν ανάλογους φόβους. Όπως σημειώνει ανήσυχος ο Έλληνας υποπρόξενος, ακόμα και στην περιοχή των Σουρμένων, σε μια περιοχή δηλαδή πολύ κοντά στην Tραπεζούντα, το ελληνικό στοιχείο «τα πάνδεινα υποφέρει, ως εκ του φανατισμού και της αγριότητος των Tούρκων των μερών εκείνων»[43].

Τα μέτωπα του ρωσοτουρκικού πολέμου (1877-1878).

Η κήρυξη του νέου ρωσοτουρκικού πολέμου (12/24 Aπριλίου 1877) επιδείνωσε αυτή τη ζοφερή εικόνα. Στην πλευρά, πάντως, των μουσουλμάνων η παλιά απροθυμία να καταταγούν στο στρατό έδωσε τη θέση της σε ένα φιλοπόλεμο πνεύμα, που ευνοούσε τώρα τη στρατολόγηση και περιόριζε τις λιποταξίες. Η προσέλευση μάλιστα των μουσουλμάνων της περιοχής του Πόντου στα στρατιωτικά κέντρα ήταν αθρόα και πανηγυρική (συχνά συνοδευόταν με μουσική), ένα γεγονός που έδειχνε, κατά την έκφραση του Βiliotti, «γνήσιο πατριωτισμό, θρησκευτικό ενθουσιασμό και μίσος κατά των Pώσων». Ο πόλεμος επίσης επανέφερε στο προσκήνιο το πρόβλημα επιστράτευσης των Kρωμλήδων, τους οποίους, παρά τον επανεκχριστιανισμό τους, οι οθωμανικές αρχές δεν επέτρεπαν ακόμα να ενταχθούν στο ελληνορθόδοξο μιλλέτ[44]. Κυρίως όμως η πολεμική ατμόσφαιρα υποδαύλισε νέες και σφοδρότερες βιαιότητες κατά των άοπλων χριστιανών, σε αντίθεση με τους μουσουλμάνους, που, όταν δέχονταν επιθέσεις ληστρικών ομάδων, ήταν σε θέση να αμυνθούν[45]. Το μεγαλύτερο φόρο του αίματος τον κατέβαλαν οι αρμενικοί πληθυσμοί της περιοχής, στους οποίους οι Οθωμανοί απέδιδαν την ευκολία με την οποία οι Ρώσοι προέλασαν στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας κατά την πρώτη φάση του πολέμου. Ουσιαστικά οι πληθυσμοί αυτοί έγιναν θύματα των τουρκικών αντιποίνων για τη συστράτευση με τους Ρώσους των ομοεθνών τους της ρωσοκρατούμενης Ανατολικής Αρμενίας[46].

Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος δίχασε και την ελληνορθόδοξη κοινότητα της Τραπεζούντας. Ορισμένα μέλη της συμμερίζονταν τους φόβους των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και της Θράκης για τα σχέδια των Ρώσων, θεωρώντας τα μεροληπτικά υπέρ των Σλάβων και βλαπτικά για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα. Άλλοι πάλι δεν μπορούσαν να μην επηρεαστούν από τον αγώνα μιας ομόδοξης δύναμης εναντίον των Οθωμανών. Μερικοί Έλληνες, εξάλλου, του Πόντου είχαν αποκτήσει ρωσική υπηκοότητα και ήταν υποχρεωμένοι –αμέσως μετά την κήρυξη του πολέμου– να ακολουθήσουν το προσωπικό του ρωσικού προξενείου και να καταφύγουν στη Ρωσία. Όσοι δεν το έκαναν, εξαναγκάζονταν από τους Οθωμανούς να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους ως το τέλος του έτους, όπως και μερικοί Έλληνες επιχειρηματίες που είχαν οικονομικές συναλλαγές με τη Pωσία[47]. Τέλος, ορισμένοι, που προέρχονταν από το ελληνικό βασίλειο και είχαν αποκτήσει τη ρωσική υπηκοότητα, υποχρεώθηκαν και αυτοί να φύγουν για την Eλλάδα[48].

O πόλεμος με τις ποικίλες του όψεις έκανε αισθητή την παρουσία του στην Tραπεζούντα και στις ανατολικές της επαρχίες: Αρκετοί κάτοικοι, μουσουλμάνοι και χριστιανοί, οι οποίοι δεν είχαν επιστρατευθεί, πήραν μέρος υποχρεωτικά στη μεταφορά πολεμοφοδίων στο μέτωπο. Η εργασία αυτή ήταν εξαιρετικά επίπονη, λόγω της έλλειψης μέσων, αλλά και των άθλιων συνθηκών στις οποίες ζούσαν οι  άνθρωποι αυτοί. Tην ίδια περίοδο παύθηκε ο διοικητής της Tραπεζούντας Kασίμ πασάς με το επειχείρημα ότι δεν έδειξε τον αναμενόμενο ζήλο για τη μεταφορά των στρατευμάτων και των πολεμοφοδίων στο Eρζερούμ. Αντικαταστάθηκε από τον Iμπραΐμ Mόραλι πασά, διοικητή ως τότε στο βιλαέτι του Aρχιπελάγους[49].

Ρώσοι αξιωματικοί στο μέτωπο του Καυκάσου.

H κατάσταση για τον χριστιανικό πληθυσμό επιδεινώθηκε μετά την προσωρινή ανακοπή της προέλασης των Pώσων. Δεκάδες χριστιανικά χωριά (ελληνικά, αλλά κυρίως αρμενικά) καταστράφηκαν από τις επιδρομές ατάκτων Kούρδων και Kιρκασίων, αλλά και από τα μετακινούμενα στη ρωσοτουρκική μεθόριο στρατεύματα[50]. Η βιαιότητα των επιδρομών αυτών προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις όχι μόνο στο εξωτερικό (ακόμα και στη Μ. Βρετανία), αλλά και στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας, με σημαντικότερη ίσως τη γενναία διαμαρτυρία των Ελλήνων και Αρμενίων βουλευτών στην Οθωμανική Βουλή στις 14/26 Ιουνίου 1877[51].

Προβλήματα αντιμετώπισαν και οι χριστιανοί κάτοικοι (Έλληνες, Ρώσοι, Βούλγαροι κ.ά.) της ρωσοκρατούμενης Αμπχαζίας: Η επιχείρηση του οθωμανικού στόλου στα δυτικά παράλια της Γεωργίας τον Mάιο του 1877 που συνοδεύτηκε από την φιλοτουρκική εξέγερση των μουσουλμάνων Aμπχαζίων, τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν τις σχετικά πρόσφατα αποκτημένες πατρίδες τους και να καταφύγουν πανικόβλητοι στην ενδοχώρα[52]. Μερικοί μάλιστα από τους Έλληνες της Αμπχαζίας, οι οποίοι  είχαν εγκατασταθεί στην πόλη Πιτσούντα, στα βόρεια του Σοχούμ, μεταφέρθηκαν στον Πόντο, μαζί με χιλιάδες άλλους πρόσφυγες, χριστιανούς και μουσουλμάνους, που από τον Iούνιο του 1877 άρχισαν να καταφθάνουν από τα διάφορα πολεμικά μέτωπα του Kαυκάσου. Mέχρι τις 3 Σεπτεμβρίου είχαν μεταφερθεί στην Τραπεζούντα με πλοία 30.828 άνθρωποι και 19.954 ζώα· μαζί τους και οι τραυματίες του οθωμανικού στρατού[53]. Στην περίθαλψη των τραυματιών που διοχετεύθηκαν σε τρία στρατιωτικά νοσοκομεία που στήθηκαν έξω από την ποντιακή πρωτεύουσα, συνέβαλε και η ορθόδοξη κοινότητα, η οποία επίσης δραστηριοποιήθηκε και για τη στήριξη –οικονομική και ηθική—των χριστιανών της Aμπχαζίας. Η στήριξη αυτή, πέρα από τα προβλήματα επιβίωσης, επιβαλλόταν για έναν πρόσθετο λόγο: Οι πρόσφυγες δέχονταν συνεχώς πιέσεις να εξισλαμιστούν. Οι Έλληνες βέβαια της Τραπεζούντας βοήθησαν καταρχήν τους συμπατριώτες τους, τους οποίους στέγασαν πρόχειρα σε μία εκκλησία, αναλαμβάνοντας και την συντήρησή τους[54]. Φαίνεται, πάντως, ότι οι χριστιανοί της Αμπχαζίας αντιστέκονταν σθεναρά στις πιέσεις των οθωμανικών αρχών, μη διστάζοντας να ζητούν την επιστροφή τους στη ρωσική επικράτεια, από την οποία, όπως υποστήριζαν, απομακρύνθηκαν χωρίς τη θέλησή τους. Για να εξουδετερώσουν μάλιστα τις πιέσεις των μουσουλμάνων, προσέτρεξαν στη βοήθεια του Βρετανού και του Γερμανού προξένου της Τραπεζούντας, οι οποίοι με τη σειρά τους ειδοποίησαν τις πρεσβείες τους στην Κωνσταντινούπολη για να παρέμβουν στην Υψηλή Πύλη. Οι Οθωμανοί, ωστόσο,  προσπάθησαν να παρακάμψουν τις ενέργειες αυτές μεταφέροντας τους πρόσφυγες από την Τραπεζούντα στην Ποντοηράκλεια, «ένθα το οχληρόν των χριστιανών προξένων όμμα δεν θα παρακωλύει το εκπολιτιστικόν έργον του εξισλαμισμού», κατά την ειρωνική έκφραση του Έλληνα υποπρόξενου. Αλλά και στην ίδια την Τραπεζούντα φέρεται και ο διοικητής να πιέζει τους πρόσφυγες, υποκύπτοντας σε πιέσεις επιτροπής «εκ Τούρκων φανατικών». Στη Σαμψούντα πάλι οι ίδιες οι οθωμανικές αρχές «εργάζονται προς αλλαξοπιστίαν των εν τη πόλει εκείνη Αβασγών (Αμπχαζίων)»[55].

Όλες αυτές οι απόπειρες έπεσαν στο κενό, επειδή στο μεταξύ οι Ρώσοι, ύστερα από μια πρόσκαιρη ανακοπή και μερικές αποτυχίες, άρχισαν και πάλι να προελαύνουν κυριεύοντας το Καρς, αποκόπτοντας την Tραπεζούντα και φτάνοντας ως τα πρόθυρα του Ερζερούμ και του Βατούμ (Νοέμβριος 1877-Ιανουάριος 1878)[56]. Τελικά, με την υπογραφή αρχικά της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου (Μάρτιος 1878) και στη συνέχεια του Βερολίνου (Ιούλιος 1878) οι επαρχίες του Αρνταχάν, του Καρς και του Λαζιστάν με το Βατούμ πέρασαν στη ρωσική κυριαρχία.

Γεωργιανοί πολιτοφύλακες στις τάξεις του ρωσικού στρατού.

Οι αντιδράσεις των μουσουλμάνων κατοίκων των περιοχών αυτών –και ιδιαίτερα των Λαζών για το Βατούμ[57]— δεν απέτρεψαν την αλλαγή των συνόρων. Εξάλλου, με το διμερές (ρωσοτουρκικό) Πρωτόκολλο της Kωνσταντινούπολης (27 Iαν./8 Φεβρ. 1879) νομιμοποιήθηκε η εθελούσια έξοδος των πληθυσμών εκατέρωθεν των συνόρων, με την προϋπόθεση της ρευστοποίησης των περιουσιακών τους στοιχείων μέσα σε τρία χρόνια. Το γεγονός αυτό, αλλά και η ανατροπή στο συνέδριο του Βερολίνου των όρων της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου που μεριμνούσαν για την εγγύηση (με τα ρωσικά όπλα) της ασφάλειας των χριστιανών (των Αρμενίων ονομαστικά) κατοίκων των ανατολικών επαρχιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[58], είχε ως αποτέλεσμα αθρόες μετοικεσίες Ελλήνων και Αρμενίων από την περιοχή του Πόντου στις νέες κτήσεις των Ρώσων. Ένα μέρος άλλωστε των χριστιανών ακολούθησε –με βάση το ίδιο πρωτόκολλο– τα ρωσικά στρατεύματα κατά την αποχώρησή τους από τα οθωμανικά εδάφη[59]. Όλα αυτά είχαν σοβαρές συνέπειες στη δημογραφική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη και στην τύχη γενικότερα του ελληνικού και αρμενικού πληθυσμού της ευρύτερης περιοχής. ΄Ετσι, όσα συνέβησαν στη διάρκεια της κρίσης του 1876-1878, θα αποτελέσουν απλό «πρόλογο» σε ακόμα πιο δραματικά κεφάλαια της ιστορίας των βορειοανατολικών επαρχιών της Μικράς Ασίας: Στη δεκαετία του 1890 και κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι Έλληνες και οι Αρμένιοι κάτοικοι του Πόντου θα ξαναζήσουν νέες δοκιμασίες και ανατροπές καταστάσεων, οι οποίες όμως θα οδηγήσουν αυτή τη φορά στο οριστικό τέλος της εκεί ιστορικής τους παρουσίας[60].

 

Η Άρτεμις Ξανθοπούλου-Κυριακού είναι Ομότιμη Καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ και Πρόεδρος του ΔΣ του Κέντρου Ποντιακών Ερευνών.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Η βιβλιογραφία είναι μεγάλη. Εισαγωγή στις διπλωματικές επιπλοκές της εξέγερσης αποτελεί το εγχειρίδιο του M. S. Anderson, The Eastern Question, 1774-1923. A Study in International Relations, Nέα Yόρκη, Macmillan/St. Martin’s P., 1966, σ. 178 κ.ε. Για τις σερβικές αντιδράσεις, που έπαιξαν το σημαντικότερο ρόλο κατά την πρώτη φάση της κρίσης, βλ. Δ. Β. Τζώρτζεβιτς, Ιστορία της Σερβίας, 1800-1918, μετάφρ. Ν. Παπαρρόδου, Θεσσαλονίκη, IMXA, 1970, σ. 185 κ.ε., 192 κ.ε. Τις ελληνικές αναλύει ο Ευ. Κωφός, Η Ελλάδα και το Ανατολικό Ζήτημα, 1875-1881. Από τις επαναστάσεις Βοσνίας-Ερζεγοβίνης στην ενσωμάτωση της Θεσσαλίας, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 2001, σ. 42 κ.ε. (η πρωτότυπη αγγλική έκδοση: E. Kofos, Greece and the Eastern Crisis, 1875-1878, Θεσσαλονίκη, ΙΜΧΑ, 1975).

[2] Η κοινή γνώμη, πάντως, αλλά και ο διπλωματικός κόσμος της Μ. Βρετανίας διχάστηκαν ως προς τη στάση τους έναντι των γεγονότων, τουλάχιστον ως τις βουλγαρικές σφαγές· βλ. Richard Millman, Britain and the Eastern Question, 1875-1878,  Oξφόρδη, Clarendon Press, Oxford University Press, 1979, σ. 176 κ.ε., 240 κ.ε. Πρβλ. John P. Rossi, «Catholic Opinion on the Eastern Question, 1876-1878», Church History, 51/1 (1982), σ. 54-70.

[3] Τζώρτζεβιτς, ό.π., σ. 191-196. Για τις αντιδράσεις της Ελλάδας: Κωφός, Η Ελλάδα…, σ. 58 κ.ε.

[4] Για την αμφιλεγόμενη ευθύνη του στην αρνητική για τους Σέρβους έκβαση του πολέμου, βλ. David MacKenzie, «Panslavism in Practice: Cherniaev in Serbia (1876)», The Journal of Modern History, 36/3 (1964), σ. 279-297.

[5] Για τα μέτωπα αυτά βλ. W. E. D. Allen – Paul Muratoff, Caucasian Battlefields: A History of the Wars on the Turco-Caucasian Border, 1828-1921, Cambridge Univ. Press, 1953, σ. 23 κ.ε.

[6] Allen – Muratoff, ό.π., σ. 110-111.

[7] Την τουρκόφωνη βιβλιογραφία για τις άλλοτε υποχρεωτικές και άλλοτε εθελούσιες εκείνες μετοικεσίες κατέγραψε ο Paul Dumont, «L’émigration des musulmans de Russie vers l’Empire ottoman au XIXe siècle. Aperçu bibliographique des travaux en langue turque», Les migrations internationales de la fin du xviiie siècle à nos jours (International Commission for the History of Social Movements and Structures), Παρίσι, CNRS, 1980, σ. 212-218. Για τους πρόσφυγες που διοχετεύθηκαν στις ευρωπαϊκές επαρχίες της αυτοκρατορίας βλ. Marc Pinson, «Ottoman Colonization of the Circassians in Rumili after the Crimean War», Études balkaniques 8/3, 1972, p. 71-85, Alan W. Fisher, «Emigration of Muslims from the Russian Empire in the Years after the Crimean War», Jahnbücher für Geschichte Osteuropas, 35 (1987), σ. 356-71, και Aγγελική Σφήκα-Θεοδοσίου, «Aπόπειρες εποικισμού Kιρκασίων στη Θεσσαλία (1874-1876)», Eγνατία. Eπιστ. Eπετ. Tμήματος Iστορίας και Aρχαιολογίας A.Π.Θ., 1 (1989), σ. 261-274. Για βιαιοπραγίες και καταστροφές σε ελληνικά χωριά του Πόντου και την Παναγία Σουμελά, βλ. Anthony Bryer, «The Pontic Revival and the New Greece», στο Hellenism and the First Greek War of Liberation (1821-1830): Continuity and Change, Θεσσαλονίκη, IMXA, 1976, σ. 183, ενώ στα αντίστοιχα παθήματα των Αρμενίων (που ήταν πολλαπλάσια και προκάλεσαν σοβαρά διπλωματικά ζητήματα) αναφέρεται ο A. O. Sarkissian, History of the Armenian Question to 1885,  Urbana Ill., 1938, σ. 57-59.

[8] Το βρετανικό ενδιαφέρον της για την περιοχή είχε εκδηλωθεί ήδη από την προ του Κριμαϊκού Πολέμου περίοδο, όπως φαίνεται από τη δράση διαφόρων Βρετανών πρακτόρων, όπως π.χ. του William Gifford Palgrave, για τον οποίο βλ. Anth. Bryer, «The Crypto-Christians of the Pontos and Consul William Gifford Palgrave», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 4 (1983), σ. 13-68. Στον αγγλικό παράγοντα σε σχέση με τις εμπορικές δραστηριότηντες ατην περιοχή εξετάζει ο Üner A. Turgay, «Ottoman-British Τrade through Southeastern Black Sea Ports during the Nineteenth Century”, στο Economie et societes dans l’empire ottoman (fin du XVIIIe-début du XXe siècle),  επιμ. Jean-Louis Bacque-Grammont – Paul Dumont, Παρίσι, CNRS, 1983, σ. 297-315.

[9] Στην εργασία θα προσπαθήσουμε να αξιοποιήσουμε καταρχήν το πληροφοριακό υλικό των εκθέσεων των Biliotti  και Μπέτσου –με αποδέκτες τις αντίστοιχες πρεσβείες τους στην Κωνσταντινούπολη.

[10] Όταν οι ημερομηνίες είναι διαθέσιμες με το παλιό και νέο ημερολόγιο αναγράφονται και οι δύο. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις αναφέρονται με βάση το νέο ημερολόγιο. Τα αναφερόμενα γεγονότα της Θεσσαλονίκης αναλύει ο Απ. Ε. Bακαλόπουλος, «Tα δραματικά γεγονότα της Θεσσαλονίκης κατά το Mάιο 1876 και οι επιδράσεις τους στο Aνατολικό Zήτημα», Mακεδονικά, 2 (1953), σ. 193-262 (=Παγκαρπία μακεδονικής γης. Mελέτες Aποστόλου E. Bακαλοπούλου, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 101-169). Για το συλλαλητήριο των σοφτάδων στην Κωνσταντινούπολη, που ανάγκασε τον σουλτάνο να απολύσει μερικούς υπουργούς, αλλά και σε άλλα δραματικά επεισόδια που ακολούθησαν (δολοφονίες κλπ.), βλ. Bernard Lewis, The Emergence of Modern Turkey, Λονδίνο, Oxford Univ. Press, 1968, σ. 160 κ.ε. Πρβλ. και Paul Dumont, “La période des Tanzîmat (1839-1878”, Histoire de l’ Empire Ottoman, επιμ. Robert Mantran, Παρίσι 1989 σ. 514.

[11] Για το ζήτημα: Roderic H. Davison, «Turkish Attitudes concerning Christian-Muslim Equality in the Nineteenth Century», American Historical Review, 59 (1953-54), σ. 844-864.

[12] PRO/FO (Public Record Office 195,  1100 (1876), 12 Iανουαρίου 1876 . Οι αλλαγές στο ζήτημα της στράτευσης είχαν αρχίσει από την επόμενη του Κριμαϊκού Πολέμου, αλλά έμεναν ανενεργές για δεκαετίες. Ουσιαστικά, η καθιέρωση κοινών υποχρεώσεων στρατιωτικής θητείας για μουσουλμάνους και χριστιανούς νομοθετήθηκε το 1871, αλλά εφαρμόστηκε στην πράξη μόνο μετά την επικράτηση των Νεοτούρκων στα 1908· βλ. τη σχετική βιβλιογραφία στου Erik-Jan Zürcher, «The Ottoman Conscription System in Theory and Practice, 1844-1918», International Review of Social History, 43/3 (1998), σ. 437-449· πρβλ. Lewis, The Emergence…, σ. 116, 337-338.

[13] PRO/FO 195, 1100 (1876), 20 και 31 Iανουαρίου 1876.

[14] PRO/FO 195, 1100 (1876), 10 Mαΐου 1876.

[15] Πρβλ. Zürcher, ό.π., σ. 446-447, όπου επισημαίνεται ότι στο νομοθέτημα του 1871 δεν γίνεται καμιά αναφορά σε υποχρέωση στράτευσης των μη μουσουλμάνων υπηκόων του σουλτάνου.

[16] PRO/FO 195, 1100 (1876), 10 Mαΐου 1876. Τελικά, το πρώτο οθωμανικό «Κοινοβούλιο» συνήλθε το Φεβρουάριο του 1877 (Lewis, ό.π., σ. 167-169, και Ziya Karal Enver, «Non-Muslim Representatives in the First Constitutional Assembly, 1876-1877», Christians and Jews in the Ottoman Empire, επιμ. Benj. Braude – Bern. Lewis, τόμ. 1, Λονδίνο, 1982, σ. 394-400, όπου και αναφορά στην αναλογία εκπροσώπησης μουσουλμάνων-χριστιανών. Τα ονόματα των έκλεγμενων Ελλήνων εκπροσώπων, ανάμεσά τους και του εκπροσώπου Τραπεζούντας «Γιωργάκη Καρβουνίδη»  βλ. Αλέξης Αλεξανδρής, «Οι Έλληνες στην υπηρεσία της οθωμανικής αυτοκρατορίας 1850-1922»,ΔΙΕΕ 23(1980) 378, σημ. 38. Η οικογένεια του  Γεώργιου Καρβουνίδη είχε ισχυρά ερείσματα στην ελληνική κοινότητα. Ο πατέρας του, προφανώς, Δημήτριος Καρβουνίδης (ή επί το λογιότερον Καρβωνίδης) είχε ενεργό ανάμιξη στα κοινά της πόλης από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα: Επαμεινώνδας Θ. Κυριακίδης, Βιογραφίαι των εκ Τραπεζούντος και της περί αυτήν χώρας από της Αλώσεως μέχρις ημών ακμασάντων λογίων μετά Σχεδιάσματος ιστορικού περί του ελληνικού Φροντιστηρίου των Τραπεζουντίων, Αθήνα 1897, σ. 237-240· πρβλ. Σ. Α. Χατζησαββίδης, Ελληνική εκπαίδευση και πνευματική ζωή στην Τραπεζούντα του Πόντου (1461-1922), Θεσσαλονίκη, Αφοί Κυριακίδη, 1993, σ. 80.

[17] Το έργο παρουσιάστηκε σε διασκευή Αλέξανδρου Σταµατιάδη. Χρ. Σταµατοπούλου-Βασιλάκου, Το ελληνικό θέατρο στην Κωνσταντινούπολη το 19ο αιώνα, τόμ. 1, Αθήνα, 1994, σ. 155-156.

[18] Στις διενέξεις αυτές, που δεν έχουν ακόμα μελετηθεί συστηματικά, αναφέρεται ο Στάθης Πελαγίδης, «Η κρίση της δεκαετίας του 1870 στη Μητρόπολη Τραπεζούντας: Νέα στοιχεία. Ο άγνωστος ρόλος του ελληνικού υποπροξενείου Τραπεζούντας», ΣΤ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 79-89, όπου και η παλαιότερη βιβλιογραφία.

[19] PRO/FO 195, 1100 (1876), ό.π.

[20] PRO/FO 195, 1100 (1876), 1 και 12 Iουνίου 1876.

[21] Για τα γεγονότα αυτά βλ. Roderic Davison, Reform in the Ottoman Empire, 1856-1876,  Princeton, Princeton University Press, 1963, σ. 327 κ.ε.

[22] PRO/FO 195, 1100 (1876), 21 Αυγούστου 1876, όπου μνεία ποικίλων εγκληματικών ενεργειών κατά των χριστιανών στα περίχωρα της Τραπεζούντας.

[23] Βλ. σύντομη απαρίθμηση των επιθέσεων εναντίον αρμενικών οικισμών μεταξύ των ετών 1870-1874 στου Sarkissian, History, σ. 35-40.

[24] British Parliamentary Reports, Turkey, 1877, αριθ. 15, σ. 8· πρβλ. Sarkissian, ό.π., σ. 55 και σημ. 56-57.

[25] Sarkissian, History, σ. 51-54.

[26] PRO/FO 195, 1100 (1876), 23 Iουνίου, 1, 13 και 31 Iουλίου 1876. Για την αντικατάσταση με πληρωμή ενός στρατευσίμου (που είχε καθιερωθεί ήδη από το 1848 και ανανεώθηκε το 1871 ως bedel-i ahsî), βλ. Zürcher, ό.π., σ. 445.

[27] PRO/FO 195, 1100 (1876), 31 Αυγούστου 1876.

[28] Την επίσκεψή του στην Αρμενία και την ανάβασή του στο Αραράτ την αφηγείται ο ίδιος James Bryce, «On Armenia and Mount Ararat», Proceedings of the Royal Geographical Society of London, 22/3 (1877-1878), σ. 169-186, όπου και οι παρατηρήσεις άλλων μελών της Γεωγραφικής Εταιρείας του Λονδίνου.

[29] James Bryce, Transcaucasia and Ararat, being Notes of a Vacation Tour in the Autumn of 1876, α΄ έκδ., Λονδίνο, 1877, σ. 365-388, 400-406.

[30] Ο Bryce σύνδεσε το όνομά του με τη πρώτη σημαντική συλλογή αρχειακών τεκμηρίων και προφορικών μαρτυριών για την αρμενική γενοκτονία του 1915-1916· πρόκειται για τη «Γαλάζια Βίβλο» (Blue Book), που ετοιμάστηκε με εντολή της βρετανικής κυβέρνησης και με την ουσιαστική βοήθεια του νεαρού τότε Arnold Toynbee: The Treatment of Armenians in the Ottoman Empire, 1915-1916. Documents presented to Viscount Grey of Fallodon, Secretary of State for Foreign Affairs, Λονδίνο, HMSO, 1916. Γενικά για την φιλοαρμενική δραστηριότητά του βλ. H. A. L. Fisher, James Bryce (Viscount Bryce of Dechmont, O.M.), Νέα Υόρκη 1972, passim.

[31] PRO/FO 195, 1100 (1876), 2 Σεπτεμβρίου 1876.

[32] Niyazi Berkes, The Development of Secularism in Turkey, Montreal 1964, σ. 223 κ.ε. Πρβλ. Lewis, ό.π., σ. 164-169.

[33] Aρχείο Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών [στο εξής: ΑYE], 1877, 77/1, 3, Προξενικά, 6 Iανουαρίου 1877. Η ανακήρυξη άλλωστε του οθωμανικού Συντάγματος δεν είχε πείσει ούτε τους εκπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων που είχαν συμμετάσχει στη Συνδιάσκεψη της Κωνσταντινούπολης (5 Δεκ.-20 Ιαν. 1877): Μ. Θ. Λάσκαρις, Το Ανατολικόν Ζήτημα, 1800-1923, Θεσσαλονίκη 1948, σ. 282-284.

[34] PRO/FO 195, 1100 (1876), 27 Δεκεμβρίου 1876.

[35] Τις αντιδράσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου και γενικά των Ελλήνων στις αποφάσεις της Συνδιάσκεψης αναλύει ο Κωφός, ό.π., σ. 69-80.

[36] Aλέξης Aλεξανδρής, «Oι ‘Eλληνες…», ό.π., σ. 376-377, όπου και στοιχεία για τα μέλη της Συνταγματικής Επιτροπής, τα οποία υπέβαλαν στον Αβδούλ Χαμίτ τις προτάσεις τους στις 20 Νοεμβρίου 1876. Ανάμεσά τους και οι Έλληνες Αλέξανδρος Καραθεοδωρή και Ιωάννης. Πρβλ. Και όσα στην υποσημ. 16 της παρούσας εργασίας.

[37] Sarkissian, History, σ. 58-59. Πρβλ. B. H. Sumner, Russia and the Balkans, 1870-1880, Λονδίνο, Clarendon Press, 1937 (ανατ. 1962), σ. 243-244, 416-417.

[38] Σε σύνολο 70 μουσουλμάνων και 50 μη μουσουλμάνων εκπροσώπων: Aλεξανδρής, ό.π., σ. 378 και σημ. 38 (όπου και τα ονόματα των Eλλήνων συνέδρων).

[39] PRO/FO 195,1141 (1877), 26 Aπριλίου 1877.

[40] «…The Turks of Trebizond consider themselves like something more than Turks in general;they are Trebizonlees before anything else…the general circumstances of the Empire produce less impression, than elsewhere in  Turkey…” (PRO/FO 195  1100 (1876), 31 Iανουαρίου 1876).

[41] Το ιδεολογικό υπόβαθρο των «Νέων Οθωμανών» αναλύει ο  ??erif Mardin, The Genesis of Young Ottoman Thought: A Study in the Modernization of Turkish Political Ideas, Princeton, Princeton Univ. Press, 1962 (β΄ έκδ., Syracuse University Press, 2000· βλ. κυρίως, σ. 10-80).

[42] AYE 1877, 77/1, 3 Προξενικά, 6 Iαν. 1877. Άλλοι υπολογισμοί ανέβαζαν τη συνολική δύναμη των Οθωμανών στην περιοχή σε 90.000 άνδρες: Allan-Muratoff, Caucasian Battlefields, σ. 112 κ.ε., 124, όπου στοιχεία για τη διοίκηση και τον εξοπλισμό τους, για την περιφερειακή οχύρωση του Βατούμ από τον Ούγγρο αρνησίθρησκο Kolman (Feyzi πασά), αλλά και για τη διάταξη των ρωσικών στρατευμάτων της Υπερκαυκασίας.

[43] AYE 1877, 77/1, 3 Προξενικά, 6 Iαν. 1877.

[44] PRO/FO 195, 1141 (1876) 22 Iανουαρίου και 17 Φεβρουαρίου 1877. Γενική θεώρηση του προβλήματος προσφέρει ο Στάθης Πελαγίδης, Tο κρυπτοχριστιανικό ζήτημα στον Πόντο, Θεσσαλονίκη, Kυριακίδης, 1996 (βλ. κυρίως σ. 149-154).

[45] PRO/FO 195 , 1141 (1877) 20 και 30 Μαρτίου, 2 Απριλίου, 15 , 17, 23 και 25 Mαΐου 1877. Στα δεινοπαθήματα των κατοίκων του Eρζερούμ και του Kαρς κατά τον πόλεμο και τις περιπέτειες των κατοίκων στις εκκλησιαστικές επαρχίες Θεοδοσιουπόλεως, Xαλδίας, Kολωνείας, Nεοκαισαρείας και Aγκύρας αναφέρεται ο Πανάρετος Tοπαλίδης (Bαζελιώτης), «Oι Έλληνες του Kαυκάσου», Eκκλησιαστική Αλήθεια, 30 (1910), σ.  249-251, 295-297, 360-362, 377-378. Γενικά για τις επιπτώσεις του πολέμου στους χριστιανικούς πληθυσμούς του Πόντου,  Έλληνες και Aρμενίους, βλ. A. Ξανθοπούλου-Kυριακού, «Mεταναστεύσεις των Eλλήνων στον Kαύκασο κατά τον 19ο αιώνα», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 10 (1993-1994), σ. 119-121.

[46] Sarkissian, ό.π., σ. 57. Για την προέλαση των Ρώσων στην περιοχή του Αρνταχάν (τέλη Απριλίου-αρχές Μαΐου 1877), βλ. Allan-Muratoff, ό.π., σ. 116-119, όπου η υποχώρηση των Οθωμανών αποδίδεται κυρίως στην κακή οργάνωση της άμυνάς τους.

[47] PRO/FO 195, 1141 (1877) 19 Aπριλίου.

[48] PRO/FO 195, 1141 (1877) 30 Aπριλίου, 27 Oκτωβρίου, 17 Δεκεμβρίου.

[49] PRO/FO 195 , 1141 (1877) 15 , 17, 23 και 25 Mαΐου 1877. Για τα δεινοπαθήματα των κατοίκων του Eρζερούμ και του Kαρς κατά τον πόλεμο και τις περιπέτειες των κατοίκων στις εκκλησιαστικές επαρχίες Θεοδοσιουπόλεως, Xαλδίας, Kολωνείας, Nεοκαισαρείας και Aγκύρας βλ. Πανάρετος Tοπαλίδης (Bαζελιώτης), «Oι Έλληνες του Kαυκάσου», EA 30 (1910), σ. 249-251, 295-297, 360-362, 377-378. Σύντομη αναφορά στα γεγονότα που ακολούθησαν με την έκρηξη του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1877-1878 και τις επιπτώσεις τους στους χριστιανικού πληθυσμούς Έλληνες και Aρμενίους βλ. A. Ξανθοπούλου-Kυριακού, «Mεταναστεύσεις των Eλλήνων στον Kαύκασο κατά τον 19ο αιώνα», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 10 (1993-1994), σ. 119-121, όπου και η προηγούμενη βιβλιογραφία.

[50]  Σύμφωνα με περιγραφές Άγγλου αυτόπτη μάρτυρα, μέσα σε δύο περίπου μήνες, το καλοκαίρι του 1877, αφανίσθηκαν στο οροπέδιο του Aλασκέρτ από τις κουρδικές επιδρομές και τις αλλεπάλληλες αναγκαστικές μετακινήσεις αμάχων και στρατευμάτων πάνω από εκατόν δέκα χωριά, όλα σχεδόν χριστιανικά: Charles B. Norman, Armenia and the Campaign of 1877, Λονδίνο 1878, σ. 247, 260, 263, 267, 273, 299· πρβλ. Walker Christopher J. Walker, Armenia. The Survival of a Nation, Λονδίνο, Croom Helm, 1980, σ. 110. Πρβλ. και όσα εξιστορεί ο Πανάρετος Tοπαλίδης (Bαζελιώτης), «Oι Έλληνες», σ. 360-361 για τον κατατρεγμό των κατοίκων του Kαρς και του Eρζερούμ, αλλά και των χριστιανών που υπάγονταν στις υπόλοιπες ορθόδοξες μητροπόλεις του Πόντου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει σχετική έκθεση του Έλληνα υποπρόξενου της Τραπεζούντας Ναπολέοντα Μπέτσου (Α.Υ.Ε. 1877, 76/ 1, 2, Περί καταστάσεως της εκκλησίας εν Τραπεζούντι, αρ. 291, 26 Μα΄ϊου 1877), όπου κρίσεις για την τουρκική στρατηγική και την ψυχολογική κατάσταση του τακτικού στρατού, αλλά και τη συμπεριφορά των ατάκτων Κιρκασίων. Για την κακή φήμη των Κιρκασίων και τα προβλήματα που δημιουργούσαν κατά το πέρασμά τους από τις πόλεις και την ύπαιθρο του Πόντου με προορισμό το μέτωπο του Καυκάσου πρβλ. και όσα σημειώνει ο Biliotti σε έκθεσή του της 6 Ιουνίου (PRO/FO 195, /1141 (1877).

[51]  Η διαμαρτυρία εκείνη αποτέλεσε και την πρώτη επίσημη προβολή του Αρμενικού Ζητήματος: I. K. Hassiotis, «Grecija i Armjanski Vopros», Armjanski Vopros Ensiklopedija, επιμ. K. S. Houdaverdian, Eριβάν 1991, σ. 152-153· πρβλ. Sarkissian, ό.π., σ. 59, και Robert F. Zeidner, «Britain and the Launching of the Armenian Question», International Journal of Middle East Studies, 7 (1976), σ. 470-471.

[52]  Για τις απροσδόκητες για τους Ρώσους επιτυχίες των Οθωμανών στο Σοχούμ και σε άλλες παράλιες περιοχές της Αμπχαζίας, αλλά και για τη φυγή των χριστιανών εποίκων, βλ. Allan-Muratoff, ό.π., σ. 126-129. Για τις ελληνικές εγκαταστάσεις στην Αμπχαζία στα τέλη της δεκαετίας του 1860, βλ. A. Ξανθοπούλου-Kυριακού, «Mετοικεσίες των Eλλήνων του Πόντου προς τις χώρες του Kαυκάσου (1829-αρχές 20ού αι.)», Oι Έλληνες της Pωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης: Mετοικεσίες και εκτοπισμοί, οργάνωση και ιδεολογία, επιμ. I. K. Xασιώτης, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 1997, σ. 85-104, όπου και πληροφορίες για τα αίτια και τους όρους της μετανάστευσης, αλλά και τις περιοχές εγκατάστασης στο ρωσικό Καύκασο και στην Αμπχαζία ειδικότερα.

[53] PRO/FO 195 , 1141 (1877) 14 Iουλίου, 8, 15 και 23 Aυγούστου, 3 Σεπτεμβρίου 1877, όπου και η πληροφορία ότι μέσα σε δύο περίπου μήνες στα νοσοκομεία εκείνα είχαν νοσηλευθεί 4.518 στρατιώτες, από τους οποίους πέθαναν οι 277.

[54] PRO/FO 195 , 1141 (1877) 12 Iουνίου.

[55] ΑΥΕ, 1877, 76/1, 2: Περί της καταστάσεως της Εκκλησίας εν Τραπεζούντι, 31 Αυγούστου. Πρβλ. και αναφορά της 1 Σεπτεμβρίου 1877.

[56] Αναλυτικότατη έκθεση των πολεμικών γεγονότων στους Allan-Muratoff, ό.π., σ. 133 κ.ε., 211-217. Αναφορές στη δραστηριοποίηση των μουσουλμάνων κυρίως κατοίκων της Τραπεζούντας, προκειμένου να αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο κατάληψης της πόλης από τους Ρώσους στο PRO/FO 195, 1187 (1878): εκθέσεις της 14, 15, 18 και κυρίως της 22 και 29 Iανουαρίου. 1878. Μνεία των γεγονότων και των λύσεων που υιοθετήθηκαν για την περιοχή στην Ξανθοπούλου-Κυριακού, «Μεταναστεύσεις», ΔΚΜΣ 10(1993-1994), σ. 120-122, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[57] PRO/FO 195, 1187 (1878), 26 Απριλίου 1878, όπου για την αποστολή στον Υψηλή Πύλη εκμέρους 943 επιφανών μελών μουσουλμανικών και των χριστιανικών κοινοτήτων έκκλησης για την παραμονή των πατρίδων τους στην οθωμανική επικράτεια.

[58] Για τους όρους αυτούς και την εξουδετέρωσή τους στο Βερολίνο, η βιβλιογραφία είναι μεγάλη· βλ. ενδεικτικά Sarkissian, History, σ. 64-65, 73-86, και Walker, Armenia, σ. 111-120.

[59] Gabriel Noradounghian, Recueil d’actes internationaux de l’empire ottoman, τόμ. 4 (1878-1902), Παρίσι 1903, σ. 194, 207-208. Λεπτομέρειες για την επίδραση των ρυθμίσεων αυτών στον ελληνικό πληθυσμό του Πόντου, βλ. Ξανθοπούλου-Kυριακού,  «Μεταναστεύσεις», ΔΚΜΣ 10(1993-1994), σ. 122-123.

[60] Βλ. σχετικά I. K. Hassiotis, «The Greeks and the Armenian Massacres, 1890-1896», Neo-hellenica, 4 (Austin, Texas, 1981), σ. 69-109, και του ίδιου, «Shared Illusions: Greek-Armenian Co-operation in Asia Minor and the Caucasus (1919-1922)», Greece and Great Britain during World War I,  Θεσσαλονίκη, IMXA, 1985, σ. 139-192.

Έφυγε από τη ζωή ο Σπύρος Σφέτας

Έφυγε από τη ζωή ο Σπύρος Σφέτας

 

Το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, οι συνάδελφοι και φίλοι του, οι μαθητές του και η επιστημονική κοινότητα θρηνούν την απώλεια του Σπύρου Σφέτα, Καθηγητή Βαλκανικής Ιστορίας. Ο Σπύρος Σφέτας έφυγε από τη ζωή την Κυριακή 21/11/2021 έπειτα από μια σύντομης διάρκειας περιπέτεια υγείας. Γεννήθηκε στο χωριό Κοιλάδα Λαρίσης το 1960. Το 1978 αποφοίτησε από το Α΄ Λύκειο Αρρένων Λαρίσης και εισήχθηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ. Το 1983 αποφοίτησε από το Ιστορικό Τμήμα της Σχολής. Με υποτροφία αρχικά του Ι.Κ.Υ. και αργότερα του γερμανικού κράτους πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στην ιστορία της Ανατολικής και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και στη Σλαβολογία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου (1985-1991). Το 1991 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Μονάχου με διατριβή σχετικά με το Μακεδονικό. Επέστρεψε στην Ελλάδα και εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία ως διερμηνέας της γερμανικής και βουλγαρικής στο Δεύτερο και Έβδομο Γραφείο του Τρίτου Σώματος Στρατού. Το 1993 διορίστηκε επιστημονικός συνεργάτης στο Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ). Το 1999 εκλέχτηκε Λέκτορας Νεώτερης και Σύγχρονης Βαλκανικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ και έκτοτε εξελίχθηκε σε όλες τις βαθμίδες έως και εκείνη του Καθηγητή. Αφήνει πίσω του πολλές μελέτες και άρθρα για την Ιστορία των Βαλκανίων, αλλά και για τις τρέχουσες εξελίξεις. Τιμώντας τη μνήμη του, η Clio Turbata αναδημοσιεύει μια παλαιότερη συνέντευξη, την οποία είχε παραχωρήσει το 2016.

Σπυρίδων Σφέτας: Η ευρωπαϊκή “πυριτιδαποθήκη” και το βαλκανικό φιτίλι

Γιάννης Μουρέλος: Οι σχέσεις της Γαλλίας με την Κεμαλική Τουρκία. Οι επιπτώσεις τους στην έκβαση του Μικρασιατικού Ζητήματος

100 χρόνια από τότε

Γιάννης Μουρέλος

Οι σχέσεις της Γαλλίας με την Κεμαλική Τουρκία. Οι επιπτώσεις

τους στην έκβαση του Μικρασιατικού Ζητήματος

 

Έχοντας ως επίκεντρο το Σύμφωνο Franklin-Bouillon ή Συμφωνία της Άγκυρας όπως ονομάζεται συχνότερα (20 Οκτωβρίου 1921), στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρείται μια ευρύτερη ανασκόπηση των σχέσεων ανάμεσα στη Γαλλία και το εθνικιστικό κίνημα της Τουρκίας μεταξύ των ετών 1919-1922. Το υλικό το οποίο χρησιμοποιήθηκε είναι αποκλειστικά αρχειακό και ανήκει στα υπουργεία Εξωτερικών της Γαλλίας, της Μεγάλης Βρετανίας και της Ελλάδας.¹ Άφθονο και αποκαλυπτικό, προσδίδει τις διαστάσεις που του αναλογούν σε ένα πρόβλημα, το οποίο θεωρείται ως μια από τις βαθύτερες αιτίες του άδοξου τέλους της ελληνικής εμπλοκής στη Μικρά Ασία. Εκ πρώτης όψεως, η ανάμειξη της Ελλάδας στην όλη υπόθεση φαίνεται περιορισμένη καθώς η χώρα μας τηρεί στάση παρατηρητή. Ωστόσο, το καθένα από τα ζητήματα που πρόκειται να αναπτυχθούν παρακάτω επηρεάζει άμεσα την όλη εξέλιξη της ελληνικής εκστρατείας στη Μικρά Ασία. Η Γαλλοκεμαλική προσέγγιση δεν αποτελεί απλή λεπτομέρεια του Μικρασιατικού Ζητήματος. Άπτεται της ίδιας της δομής του φαινομένου και των διεθνών προεκτάσεων του τελευταίου, που αποδίδουν την τελική Καταστροφή στην επικάλυψη των συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή της Εγγύς Ανατολής την επαύριο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ενός διεθνούς πλαισίου το οποίο, τώρα που είναι διαθέσιμες πλέον στην έρευνα όλες οι πρωτογενείς πηγές, αποτελεί σημαντικό κλειδί για την κατανόηση και ερμηνεία του Μικρασιατικού Ζητήματος.

Το παρόν κείμενο θα κινηθεί γύρω από τρεις άξονες.  Ο πρώτος (από το φθινόπωρο του 1919 έως την άνοιξη του 1921), περιλαμβάνει τις επαφές της γαλλικής κυβέρνησης με το κεμαλικό κίνημα από την απαρχή τους έως την υπογραφή, στο Λονδίνο, μιας πρώτης διμερούς συμφωνίας, η οποία ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ. Ο δεύτερος άξονας, περισσότερο σημαντικός, στρέφεται γύρω από τον δεύτερο κύκλο διαπραγματεύσεων που κατέληξε, το φθινόπωρο του 1921 στην υπογραφή  οριστικής συμφωνίας. Ο τρίτος άξονας αναφέρεται στην εφαρμογή και τις επιπτώσεις της τελευταίας, εστιάζοντας στο κρίσιμο ζήτμα της παραχώρησης του γαλλικού οπλισμού της Κιλικίας στους Τούρκους.

 

Η απαρχή (Δεκέμβριος 1919 – Μάρτιος 1921)

Οι επεκτατικές βλέψεις της Γαλλίας στην ευρύτερη οθωμανική επικράτεια ανάγονται στον ΙΣΤ΄αιώνα. Ωστόσο, ουδέποτε προσέλαβαν μορφή κλασσικής αποικιακής πολιτικής, κάτι που συνέβαινε αργότερα στη βόρειο Αφρική ή στη νοτιοανατολική Ασία. Στόχος ήταν η διασφάλιση σημαντικών οικονομικής και πολιτιστικής φύσεως συμφερόντων. Η μετεξέλιξη ως προς την όλη πρόσληψη από πλευράς Παρισιού, προέκυψε από μια αλληλουχία πολέμων (ιταλοτουρκικός του 1911-1912, Βαλκανικοί του 1912-1913, Α΄ Παγκόσμιος), που κατέδειξαν σε πόσο προχωρημένο στάδιο εσωτερικής σήψης βρισκόταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι βλέψεις του γαλλικού επεκτατισμού ενισχύθηκαν το 1918 με αφορμή την ήττα της Γερμανίας, του πιο επικίνδυνου ανταγωνιστή στο χώρο της Μέσης και της Εγγύς Ανατολής. Ταυτόχρονα όμως έκανε την εμφάνισή του ένας απρόσμενος αντίπαλος, στην ουσία ένας άσπονδος φίλος, η Μεγ. Βρετανία. Ήδη από το 1916 οι κυβερνήσεις του Λονδίνου και του Παρισιού, με την υπογραφή του Συμφώνου Sykes-Picot, είχαν συμφωνήσει ως προς τον διαμελισμό της μεταπολεμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε σφαίρες επιρροής και οικονομικής εκμετάλλευσης.

Το Σύμφωνο Sykes-Picot δεν ικανοποίησε απόλυτα τους Γάλλους. Τα νότια όρια της δικής τους ζώνης αντί να φτάνουν μέχρι το Σινάι, σταματούσαν στο λιμάνι της Άκρας. Το θέμα του ελέγχου της Παλαιστίνης παρέμενε σε εκκρεμότητα. Το 1917, βρετανικά στρατεύματα προερχόμενα από την Αίγυπτο κατέλαβαν όλα τα εδάφη τα οποία, βάσει του συμφώνου, αναλογούσαν στη Γαλλία, δημιουργώντας μια νέα de facto κατάσταση. Στη Συρία (γαλλική ζώνη επιρροής με γνώμονα πάντοτε το σύμφωνο Sykes-Picot), οι Βρετανοί έδρασαν με έμμεσο τρόπο, εγκαθιστώντας στη Δαμασκό μια αραβική κυβέρνηση υπό τον έλεγχό τους. Τον Δεκέμβριο του 1918 η κυβέρνηση Clemenceau δέχθηκε να αποσπάσει από τη Συρία και να εκχωρήσει στους Βρετανούς την περιοχή της Μοσούλης. Σαν αντάλλαγμα, οι Βρετανοί αναγνώρισαν τα δικαιώματα της Γαλλίας στη Συρία, την Κιλικία (ΝΔ Τουρκία) και τον Λίβανο. Επρόκειτο για ολέθριο ολίσθημα της γαλλικής διπλωματίας. Δεχόταν διαβεβαιώσεις για μια κατάσταση η οποία είχε ήδη κατοχυρωθεί από τις διατάξεις του Συμφώνου Sykes-Picot, ανεξάρτητα εάν στο μεταξύ τα εδάφη αυτά είχαν καταληφθεί από βρετανικά στρατεύματα. Το τίμημα ήταν βαρύ: η απώλεια μιας πετρελαιοφόρου περιοχής, η  αξία της οποίας ήταν ανεκτίμητη. Όταν η κυβέρνηση του Παρισιού συνειδητοποίησε το μέγεθος του ατοπήματος ήταν πλέον αργά. Ορισμένες προσπάθειες για επανατοποθέτηση του προβλήματος στο πλαίσιο του Συνεδρίου της Ειρήνης απέβησαν άκαρπες. Επομένως, μέσα στο 1919 η βρετανική επιρροή στην περιοχή κατάφερε να υπερφαλαγγίσει τη θέση των Γάλλων προκαλώντας στο Παρίσι μια αίσθηση πικρίας αλλά και ανταπόδοσης, ευκαιρίας δοθείσης, του πλήγματος, κάτι που εξηγεί προκαταβολικά τη μετέπειτα προσέγγιση με το κεμαλικό κίνημα.

Τα σχέδια διαμελισμού της μεταπολεμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1915-1917).

Βέβαια, μέσα στο 1919 δεν διαγράφονταν προοπτικές αυτού του είδους. Την άνοιξη του 1920 οι Γάλλοι έλαβαν από το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο την εντολή για τη διοίκηση της Συρίας και της Κιλικίας όπου είχαν εγκαταστήσει στρατό κατοχής και βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τους κεμαλικούς. Παρά ταύτα, επαφές ανάμεσα στις δυο πλευρές είχαν ήδη σημειωθεί και διατηρήθηκαν ενόσω η κρίση της Κιλικίας βρισκόταν σε φάση κλιμάκωσης. Από τις επαφές αυτές είχαν προκύψει δυο σημαντικά στοιχεία για τις μεταγενέστερες εξελίξεις: 1) η επιθυμία των Γάλλων για επίτευξη εκεχειρίας στην Κιλικία και 2) η εμμονή του Μουσταφά Κεμάλ για επίσημη αναγνώριση του εθνικιστικού κινήματος της Τουρκίας από μια Μεγάλη Δύναμη της Δύσης. Η ευνοϊκή μεταστροφή του όλου κλίματος ενισχύθηκε και από την ευθυγράμμιση σημαντικών γαλλικών επιχειρηματικών κύκλων (συγκεκριμένα των εμπορικών επιμελητηρίων της Λυών και της Μασσαλίας) για οικονομική διείσδυση σε ολόκληρη την επικράτεια που τελούσε υπό τον έλεγχο του κεμαλικού κινήματος.

Ένας δεύτερος παράγοντας ο οποίος συνέβαλε στην αναβάθμιση των διμερών γαλλοκεμαλικών σχέσεων ήταν η κυβερνητική μεταβολή που έλαβε χώρα στη Γαλλία στις αρχές του 1920. Με την αποχώρηση του Clemenceau από το πολιτικό στερέωμα τερματίστηκε μια περίοδος σχετικής αδράνειας ως προς τα θέματα της Εγγύς Ανατολής. Ο Εθνικός Συνασπισμός, ο οποίος ανέβηκε στην εξουσία, προσέβλεπε στην προσάρτηση όλων των εδαφών που το Σύμφωνο Sykes-Picot εκχωρούσε στη Γαλλία, συμπεριλαμβανομένης και της πετρελαιοφόρου περιοχής της Μοσούλης. To καλοκαίρι του 1920, ταυτόχρονα με τη συνομολόγηση της Συνθήκης των Σεβρών², υπογράφηκε ένα Τριμερές Σύμφωνο ανάμεσα στη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία και την Ιταλία, βάσει του οποίου επικυρώθηκε η γαλλική εντολή για τη διοίκηση της Συρίας και της Κιλικίας και η βρετανική εντολή για εκείνη της Μεσοποταμίας και της Παλαιστίνης. Το εθνικιστικό κίνημα της Τουρκίας αρνήθηκε να αναγνωρίσει τη Συνθήκη και το Τριμερές Σύμφωνο. Υπό αυτές τις συνθήκες εισήλθε το 1921, καθοριστικό έτος για την εν γένει εξέλιξη των γαλλοκεμαλικών σχέσεων.

Η είσοδος του 1921 συμπίπτει με μια κλιμάκωση της φιλοκεμαλικής προπαγάνδας στη Γαλλία. Ένας από τους κύριους συντελεστές υπήρξε το πρόσωπο που επρόκειτο να αναλάβει αργότερα τον ρόλο του διαμεσολαβητή: ο φραγκολεβαντίνος βουλευτής, πρώην υπουργός Προπαγάνδας και πρώην πρόεδρος της επιτροπής εξωτερικών υποθέσεων του Κοινοβουλίου, Henri Franklin-Bouillon.

Αριστερά: Henri Franklin-Bouillon.
Δεξιά: Aristide Briand πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας.
(Πηγή: Gallica.fr/Bibliothèque Nationale de France).

Στο σημείο αυτό αξίζει να αξιολογηθούν οι παράμετροι εκείνες, που συνηγορούν υπέρ της μεταστροφής του όλου κλίματος. Πρώτη και καλύτερη είναι οι σχέσεις, τις οποίες το κεμαλικό κίνημα καλλιεργούσε τους τελευταίους έξι μήνες με τη Μόσχα. Η κομμουνιστική κοσμοαντίληψη είχε διεισδύσει στους κόλπους του κινήματος και η προσκείμενη προς αυτή μερίδα μπορούσε κάλλιστα εν καιρώ να παρεμποδίσει μια ενδεχόμενη προσέγγιση με τη Γαλλία για ιδεολογικούς και μόνο σκοπούς. Το Παρίσι κινδύνευε να απωλέσει την προνομιούχο θέση της πρώτης ευρωπαϊκής δύναμης που θα συνθηκολογούσε με τον Κεμάλ, με συνακόλουθη την απώλεια των σημαντικών οικονομικών πλεονεκτημάτων που κάτι τέτοιο συνεπαγόταν. Συνεπώς, η γαλλική κυβέρνηση όφειλε να ενεργήσει ταχύτατα εάν πράγματι επιθυμούσε μια προσέγγιση αυτού του είδους. Μια δεύτερη παράμετρος ήταν η ανάγκη τερματισμού των εχθροπραξιών με τους Τούρκους εθνικιστές στην Κιλικία, για την οποία η κυβέρνηση είχε γίνει αποδέκτης πιέσεων.³ Χαρακτηριστικές ήταν οι δηλώσεις του νέου πρωθυπουργού και υπουργού Εξωτερικών Aristide Briand τον Ιανουάριο του 1921. Με την ευκαιρία της ανάληψης των καθηκόντων του επέλεξε ως προτεραιότητα της εξωτερικής του πολιτικής την αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών και τη σύναψη διμερούς συμφωνίας με τον Κεμάλ.

Την αφορμή την οποία τόσο επίμονα αποζητούσε η Γαλλία προσέφεραν οι ελληνικές εκλογές του Νοεμβρίου 1920 που προκάλεσαν την πτώση του Ελευθερίου Βενιζέλου και την άνοδο της παράταξης των βασιλοφρόνων στην εξουσία. Η επάνοδος στο πολιτικό προσκήνιο της Αθήνας στελεχών που είχαν εκφράσει παλαιότερα γερμανόφιλα αισθήματα ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τη γαλλική κυβέρνηση να απεμπλακεί από τους ενοχλητικούς περιορισμούς που της επέβαλε το καθεστώς των Σεβρών.⁴ Οι πρώτες επαφές με τους κεμαλικούς σημειώθηκαν τον Μάρτιο του 1921 στο Λονδίνο, στο περιθώριο διεθνούς συνδιάσκεψης για τα προβλήματα της Ανατολής, όπου το εθνικιστικό κίνημα κλήθηκε να στείλει παρατηρητές. Οι συνομιλίες καρποφόρησαν στις 11 του μήνα  με την υπογραφή ενός συμφώνου, το οποίο προέβλεπε: 1) την άμεση κατάπαυση των εχθροπραξιών, 2) την απόσυρση από την Κιλικία του συνόλου των γαλλικών και τουρκικών στρατευμάτων εντός τριάντα ημερών, υπό την προϋπόθεση του έγκαιρου αφοπλισμού των συμμοριών των ατάκτων, 3) την ανταλλαγή των αιχμαλώτων πολέμου, 4) διαβεβαιώσεις για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων, 5) την γαλλοτουρκική οικονομική συνεργασία με την εξασφάλιση προτεραιότητας στις γαλλικές επιχειρήσεις⁵, 6) τη συνεργασία του οθωμανικού κεφαλαίου με το αντίστοιχο γαλλικό για την ανάπτυξη της Κιλικίας. Το σύμφωνο θα είχε προσωρινή διάρκεια εφαρμογής μέχρι τη σύναψη, από τις δυο πλευρές, μιας συνθήκης με ευρύτερη εμβέλεια.⁶ “Σήμερα, 11 Μαρτίου στις 21.30΄ υπογράψαμε ειρήνη με τον Κεμάλ κάτω από όρους που εξυπηρετούν περισσότερο τα δικά του συμφέροντα αφού προϋποθέτουν την αναγνώριση της εθνικιστικής κυβέρνησης της Τουρκίας (…). Σε τελευταία ανάλυση δεν είμαστε δυσαρεστημένοι. Πετύχαμε επιτέλους την ειρήνη στα σύνορα της Συρίας, γεγονός που μας επιτρέπει να περιορίσουμε τις δαπάνες και τις στρατιωτικές μας δυνάμεις θέτοντας τέλος σε άσκοπες απώλειες (…). Έχουμε την αίσθηση ότι κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν μπορούσαμε να πετύχουμε περισσότερα. Δεν μετανιώνουμε που οι Τούρκοι κέρδισαν περισσότερα. Η ατμόσφαιρα υπήρξε φιλική και πιστεύουμε πως μελλοντικά θα καλλιεργήσουμε μαζί τους σχέσεις δίχως προκαταλήψεις ή απώτερους σκοπούς” επεσήμαινε σε τηλεγράφημα προς το Παρίσι ο Albert Kammerer, προϊστάμενος της διεύθυνσης Ασίας και Ωκεανίας του υπουργείου Εξωτερικών και εξέχον μέλος της γαλλικής αντιπροσωπείας στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου.

Η συνομολόγηση του συμφώνου του Λονδίνου αποτελεί το πρώτο σκέλος της γαλλοκεμαλικής προσέγγισης. Χρειάστηκε να περάσουν επτά ολόκληροι μήνες έως ότου τεθεί, έπειτα από επίπονες προσπάθειες, σε εφαρμογή.

Γαλλικά αποικιακά στρατεύματα παρελαύνουν σε κεντρικό δρόμο των Αδάνων, πρωτεύουσας της Κιλικίας.

Η αποστολή FranklinBouillon και η Συμφωνία της Άγκυρας (Μάρτιος – Οκτώβριος 1921)

Τρεις είναι οι παράγοντες εκείνοι, οι οποίοι επέδρασαν επάνω στις μετέπειτα εξελίξεις: 1) η αντίδραση των ενδιαφερομένων δυνάμεων, μεγάλων και μη, 2) οι συσχετισμοί των ισορροπιών στους κόλπους του κεμαλικού κινήματος και 3) η ανάληψη ιδιωτικών πρωτοβουλιών που έμελλαν να οδηγήσουν τις γαλλοκεμαλικές σχέσεις σε αίσιον πέρας.

Τα άμεσα ενδιαφερόμενα κράτη χωρίστηκαν σε δυο κατηγορίες: εκείνα που επέκριναν τη γαλλοκεμαλική συμφωνία του Λονδίνου (Μεγ. Βρετανία και Ελλάδα) και εκείνα, τα οποία ακολουθώντας τα ίχνη της Γαλλίας, επεδίωξαν προσέγγιση με τον Κεμάλ (Ιταλία και μπολσεβικική Ρωσία). Κυρίως όμως, αξίζει να μνημονευθεί η κάθετη έξαρση της έντασης που παρατηρήθηκε στις σχέσεις μεταξύ Λονδίνου και Παρισιού, καθώς αναβίωσε ο μεταξύ τους παραδοσιακός ανταγωνισμός. Όλη αυτή η διεθνοποίηση του ζητήματος, δηλαδή η αιφνίδια μετατροπή του κεμαλικού κινήματος από κομπάρσο σε ρυθμιστή, δεν μπορούσε παρά να βλάψει τις γαλλοκεμαλικές σχέσεις. Πρώτον γιατί η αντίδραση των Βρετανών αποκάλυψε ότι η Γαλλία δεν είχε επιδιώξει, όπως δημόσια διακήρυττε, έναν τοπικό διακανονισμό στην Κιλικία, αλλά μια παρασκηνιακή αναθεώρηση του Ανατολικού Ζητήματος προς όφελός της. Κατόπιν, επειδή το κεμαλικό κίνημα απέκτησε συνείδηση των δυνατοτήτων του και άρχισε να εκμεταλλεύεται την κατάσταση παίζοντας ταυτόχρονα σε πολλά μέτωπα.

David Lloyd-George, πρωθυπουργός της Μεγ. Βρετανίας
George Nathaniel Curzon, υπουργός Εξωτερικών.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σε ένα αρχικό στάδιο, η βρετανική κυβέρνηση απέφυγε να αντιδράσει. Η επίσημη θέση της είχε ως εξής: η Μεγάλη Βρετανία ήταν της άποψης ότι η έναρξη διαπραγματεύσεων ανάμεσα στις αντιπροσωπείες της Γαλλίας και της εθνικιστικής Τουρκίας ήταν απόλυτα φυσιολογικές όσο περιορίζονταν σε αποκλειστικά διμερή ζητήματα (εκκένωση της Κιλικίας, ανταλλαγή αιχμαλώτων πολέμου, οργάνωση μεικτής χωροφυλακής). Η εμμονή, όμως, των Γάλλων να μην ενημερώνουν τους Συμμάχους για την εξέλιξη των συνομιλιών σε συνδυασμό με σχόλια των γαλλικών εφημερίδων ότι η εν λόγω συμφωνία έθετε ζήτημα αναθεώρησης της Συνθήκης των Σεβρών, προκάλεσαν έντονη ανησυχία στην αντίπερα όχθη της Μάγχης. Στις 4 Απριλίου 1921, ο λόρδος Hardinge, πρέσβης της A.M. στο Παρίσι, υποστήριξε πως η ενέργεια της Γαλλίας είχε υπονομεύσει τη διασυμμαχική ενότητα. Η κυβέρνηση του Παρισιού προσπάθησε να δικαιολογήσει την προσέγγιση με τους κεμαλικούς υποστηρίζοντας ότι το θέμα που την ενδιέφερε ήταν η κατάπαυση των εχθροπραξιών στο μέτωπο της Κιλικίας. Στις 19 Απριλίου, ο λόρδος Curzon, υπουργός Εξωτερικών, επανέλαβε τους ενδοιασμούς της κυβέρνησής του. Δυο σημεία τον είχαν ανησυχήσει ιδιαίτερα: 1) η χωριστή σύναψη συμφώνου με μια εχθρική δύναμη, με αντάλλαγμα την επέκταση της γαλλικής οικονομικής ζώνης παρά τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις του Briand και 2) η αναπροσαρμογή των συνόρων Τουρκίας-Συρίας με όρους που δεν συμπεριλαμβάνονταν στο Τριμερές Σύμφωνο⁸ .

Ένας επιπρόσθετος λόγος που είχε προκαλέσει την εύλογη ανησυχία των Βρετανών ήταν η συνομολόγηση, επίσης στα παρασκήνια της συνδιάσκεψης του Λονδίνου, ενός δεύτερου συμφώνου, τη φορά αυτή ανάμεσα στους Ιταλούς και την κεμαλική αντιπροσωπεία. Το εν λόγω σύμφωνο, το οποίο υπογράφηκε στις 13 Μαρτίου, προέβλεπε μια μελλοντική απόσυρση των ιταλικών στρατευμάτων από το οθωμανικό έδαφος. Ως αντάλλαγμα, η εθνικιστική κυβέρνηση της Άγκυρας υποσχέθηκε οικονομική προτεραιότητα για τα ιταλικά συμφέροντα στα σαντζάκια της Αττάλειας, του Μπουλντούρ και της Μούγλας καθώς και σε τμήματα των σαντζακίων του Αφιόν Καραχισάρ, της Κιουτάχειας, του Αϊδινίου και του Ικονίου. Μια ιταλική εταιρεία επρόκειτο επίσης να αναλάβει την εκμετάλλευση των μεταλλείων  της Ηράκλειας. Η ζώνη των οικονομικών εκχωρήσεων ανταποκρινόταν απόλυτα στους όρους του Τριμερούς Συμφώνου. Το ιταλοτουρκικό σύμφωνο δεν αποτελούσε, συνεπώς, πράξη ξεχωριστής πρωτοβουλίας ούτε και πλήγμα σε βάρος της διασυμμαχικής αλληλεγγύης. Εκείνο, ωστόσο, που προκάλεσε την ανησυχία των Βρετανών, ήταν η υπόσχεση της Ρώμης περί μελλοντικής στήριξης των αξιώσεων των κεμαλικών σε θέματα ευρύτερης εξωτερικής πολιτικής. Μεταξύ των θεμάτων αυτών συγκαταλέγονταν η επιστροφή της ανατολικής Θράκης και της Σμύρνης στην Τουρκία. Με τη σύναψη, μέσα σε διάστημα πέντε ημερών, διμερών πράξεων με τη Γαλλία, την Ιταλία και την μπολσεβικική Ρωσία⁹, ο Κεμάλ είχε εξέλθει από την απομόνωση έχοντας πετύχει αξιοσημείωτη πρόοδο στο ζήτημα της επίσημης αναγνώρισης του εθνικιστικού κινήματος.

Η ενδυνάμωση της θέσης των κεμαλικών προσέδωσε νέες διαστάσεις στον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων στην Εγγύς Ανατολή. Μια αναγεννημένη εθνικιστική Τουρκία, διαθέτοντας την υποστήριξη της Γαλλίας και της Ιταλίας ήταν ικανή να προκαλέσει μια αναζωπύρωση του φαινομένου του πανισλαμισμού. Μπορούσε επίσης να συσχετισθεί και με την εξάπλωση του αραβικού επεκτατισμού που ήδη εγκυμονούσε κινδύνους σε βάρος των βρετανικών κτήσεων της Μεσοποταμίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου. Από την άλλη πλευρά, το τουρκοσοβιετικό σύμφωνο της Μόσχας προέβλεπε μια ρωσική εξάπλωση στην Περσία και στο Αφγανιστάν. Με μια ισχυρή εθνικιστική Τουρκία και με την παρουσία των μπολσεβίκων στις παρυφές της Ινδίας, ο κίνδυνος διαγραφόταν μεγάλος για την Βρετανική Αυτοκρατορία. Δικαιολογημένα η κυβέρνηση του Λονδίνου υποψιαζόταν πως οι Σύμμαχοί της, προκειμένου να διασφαλίσουν τα δικά τους συμφέροντα, προσπαθούσαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση τόσο τη Συνθήκη των Σεβρών όσο και το Τριμερές Σύμφωνο.¹º

Δυσκολίες, όμως, προέκυψαν και μέσα στους κόλπους του εθνικιστικού κινήματος μεταξύ των οπαδών της στροφής προς τη Μόσχα και εκείνων της προσέγγισης με τη Δύση. Στις 10 Μαΐου 1921, η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Άγκυρας καταψήφισε κατά πλειοψηφία το γαλλοκεμαλικό σύμφωνο του Λονδίνου, με αποτέλεσμα το τελευταίο να μη καταφέρει να τεθεί  σε ισχύ. Μια επίσημη δέσμευση των εθνικιστών έναντι της Γαλλίας θα είχε ως αποτέλεσμα την εκμηδένιση των σχέσεων που το κίνημα καλλιεργούσε με τη Μόσχα. Κατά συνέπεια, η γαλλοτουρκική προσέγγιση βρέθηκε ξαφνικά σε άμεση εξάρτηση από ζυμώσεις, οι οποίες είχαν ανακύψει εντός του εθνικιστικού κινήματος. Η κυβέρνηση της Άγκυρας προσπαθούσε να εξασφαλίσει πολύτιμο χρόνο, ο οποίος θα της επέτρεπε να αξιολογήσει ασφαλέστερα τα πλεονεκτήματα που προσέφεραν αντίστοιχα η γαλλική και η σοβιετική λύση. Στις αρχές Απριλίου οι γαλλοκεμαλικές σχέσεις εισήλθαν σε μια περίοδο εκνευριστικής στασιμότητας. Στο μέτωπο της Κιλικίας επικρατούσε σχετική ηρεμία με εξαίρεση σποραδικές επιθέσεις συμμοριών ατάκτων. Ο τουρκικός στρατός είχε σχεδόν εξαφανιστεί. Ωστόσο, τις ενέργειες των ατάκτων, οι οποίες είχαν επεκταθεί μέχρι το εσωτερικό της Συρίας, καθοδηγούσαν αξιωματικοί του κεμαλικού στρατού. Η στάση αυτή επέτρεπε στην κυβέρνηση της Άγκυρας να συνεχίζει τις εχθροπραξίες με τους Γάλλους χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο να κατηγορηθεί ότι παραβίαζε τη συμφωνία του Λονδίνου. Από την επομένη, όμως, της απόρριψης της τελευταίας από τη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Άγκυρας, στο αρχηγείο της Βηρυτού άρχισαν να καταφθάνουν πληροφορίες περί συγκέντρωσης σημαντικών δυνάμεων του κεμαλικού στρατού κοντά στο Μαράς. Ο στρατηγός Gouraud, Ύπατος Αρμοστής της Γαλλίας στη Συρία, έσπευσε να ζητήσει την άδεια από το Παρίσι να επιτεθεί ούτως ώστε να εμποδίσει τους Τούρκους να αναπτυχθούν. Ο Briand όμως τον απέτρεψε από ενέργειες ικανές να πλήξουν ανεπανόρθωτα τις διμερείς σχέσεις.¹¹

Το κτήριο της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Άγκυρας (Πηγή: Musée Albert Kahn).

Ως εκ τούτου, δρομολογήθηκαν ιδιωτικές πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση μιας αναθέρμανσης των γαλλοκεμαλικών σχέσεων. Η διάθεση του ιδίου του Κεμάλ και της μετριοπαθούς πτέρυγας του εθνικιστικού κινήματος να προχωρήσουν σε σύναψη συμφωνίας με τη Γαλλία είχαν πείσει τον Γάλλο πρωθυπουργό να μεθοδεύσει στα παρασκήνια μια εναλλακτική λύση. Το σχέδιο του Briand περιλάμβανε την αποστολή στην Άγκυρα ενός ανεπίσημου εκπροσώπου, επιφορτισμένου με την εντολή να αξιολογήσει σε ένα πρώτο στάδιο τις πιθανότητες επίτευξης ενός συμβιβασμού με γνώμονα τις διατάξεις του γαλλοκεμαλικού συμφώνου του Λονδίνου. Η αποστολή αυτή θα προσλάμβανε τη μορφή αυθόρμητης πρωτοβουλίας εκ μέρους του προσώπου εκείνου, το οποίο θα επιφορτιζόταν με τη διεκπεραίωσή της. Επρόκειτο για μια απαραίτητη κίνηση προκειμένου να αποφευχθούν ενδεχόμενες αντιδράσεις τόσο από την πλευρά της υπολογίσιμης σοβιετόφιλης πτέρυγας του εθνικιστικού κινήματος όσο και από εκείνη των Βρετανών.¹² Η αποστολή ανατέθηκε στον Henri Franklin-Bouillon, άτομο εμπιστοσύνης του Briand και πρωτεργάτη μιας προσέγγισης με τους Τούρκους. Ο Γάλλος απεσταλμένος εγκατέλειψε το Παρίσι τις τελευταίες ημέρες του Μαΐου και λίγο αργότερα τηλεγραφούσε από την Κωνσταντινούπολη συνοψίζοντας τις δυσκολίες της αποστολής του: “Αναχωρώ σήμερα για την Άγκυρα όπου ευελπιστώ να φτάσω στις 9 Ιουνίου. Προκειμένου να ξεγελάσω τους πράκτορες των Άγγλων και των Ελλήνων σκοπεύω να επιβιβαστώ σε ένα αντιτορπιλικό που θα με αφήσει στην Ινέπολη (…). Με τους κεμαλικούς έχω ήδη έρθει σε επαφή μέσω τεσσάρων διαφορετικών διαύλων. Θα τους αποδείξω ότι η συνέχιση της πολιτικής τους αποτελεί ένα σφάλμα που μπορεί να δυσαρεστήσει τη γαλλική κοινή γνώμη (…) Γνωρίζω ότι επηρεάζονται εύκολα (…). Ο Κεμάλ εξακολουθεί να επιθυμεί τη συνεννόηση με την Γαλλία. Είναι όμως δύσκολο να επιβάλει τη γνώμη του στην Εθνοσυνέλευση (…). Το μίσος κατά των Άγγλων έχει φτάσει σε απίστευτο βαθμό. Αντίθετα, η πολιτική σας έχει τοποθετήσει την Γαλλία στην πρώτη θέση. Έτσι μπορούμε να ελπίζουμε σε μια μεταστροφή της Άγκυρας προς τη λογική”.¹³

H διεκπεραίωση των διαπραγματεύσεων οφείλεται αποκλειστικά στη βούληση δυο ανθρώπων. Του ιδίου του Franklin-Bouillon και του Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος επιθυμούσε διακαώς την επίσημη αναγνώριση του κινήματος από μια μεγάλη δύναμη της Δύσης. Η όλη συμπεριφορά του Franklin-Bouillon θύμιζε περισσότερο έναν φανατικό συνήγορο των Τούρκων παρά έναν διαμεσολαβητή. Βέβαια, κατάφερε να αποσπάσει γρήγορα την υπόσχεση περί τερματισμού των εχθροπραξιών στην Κιλικία. Το τίμημα όμως ήταν βαρύ: ο Κεμάλ ζήτησε την αναγνώριση από πλευράς Γαλλίας όλων των αξιώσεων των εθνικιστών σε ζητήματα γενικότερης εξωτερικής πολιτικής. Αποδεχόμενη κάτι τέτοιο, η κυβέρνηση του Παρισιού κινδύνευε να εκτεθεί άσχημα έναντι των υπολοίπων Συμμάχων της. Έχοντας απόλυτη συναίσθηση του κινδύνου, ο Briand επεδίωκε τη διευθέτηση του προβλήματος της Κιλικίας και τη διασφάλιση των οικονομικών ανταλλαγμάτων με τον πιο αθόρυβο και ανώδυνο δυνατό τρόπο. Αντίθετα, όσα πρότεινε ο Franklin-Bouillon και κατ’ επέκταση ο Κεμάλ, αρκούσαν για να ρίξουν λάδι στη φωτιά. Ο Franklin-Bouillon προχώρησε ακόμη μακρύτερα. Υποσχέθηκε την παραχώρηση ολόκληρου του γαλλικού οπλισμού της Κιλικίας, δίχως να διαθέτει την παραμικρή εντολή από την κυβέρνησή του προκειμένου να το πράξει.

Οι συνομιλίες διατήρησαν μέχρι τέλους τον χαρακτήρα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Η συγκατάθεση των δυο κυβερνήσεων ήταν απαραίτητη για την προώθηση του σχεδίου το οποίο είχε δρομολογηθεί. Πολλά από τα σημεία όπου είχε επέλθει σύγκλιση αποτελούσαν υποχώρηση σε σχέση με τις επίσημες αρχικές αξιώσεις της κάθε πλευράς. Ο Franklin-Bouillon διέκοψε τη διαμονή του στην Άγκυρα και επέστρεψε στο Παρίσι, πεπεισμένος πως εκεί επρόκειτο να αποφασιστούν τα πάντα. Έφτασε στη Βηρυτό στις αρχές Ιουλίου αφού είχε προηγουμένως επισκεφθεί με τη συνοδεία του Κεμάλ το ελληνοτουρκικό μέτωπο στο ύψος του Εσκί-Σεχίρ.

Την ίδια στιγμή, στη γαλλική πρωτεύουσα κυριαρχούσε μια διαφορετική αντίληψη. Παρά την ενθαρρυντική έκβαση της αποστολής του Franklin-Bouillon στην Άγκυρα, ο Briand ανησυχούσε με τον σοβιετόφιλο προσανατολισμό της ακραίας παράταξης του εθνικιστικού κινήματος. Έπειτα από μια σειρά συνομιλιών που είχε με τον λόρδο Curzon, υποστήριξε δημόσια τη σύσφιξη των διασυμμαχικών δεσμών και την ανάγκη υιοθέτησης κοινής πολιτικής ως προς τα ζητήματα της Εγγύς Ανατολής. Σε οδηγίες που απέστειλε προς τον Franklin-Bouillon απέφυγε να υποσχεθεί τη στήριξη της Γαλλίας στις αρχές του αγώνα των κεμαλικών. Η όποια γαλλοτουρκική συμφωνία όφειλε να έχει ειδικό χαρακτήρα και να περιορίζεται στη διευθέτηση της εκκρεμότητας της Κιλικίας.¹⁴

Η κυριότερη πηγή επιφυλάξεων του Γάλλου πρωθυπουργού ήταν η επίθεση του ελληνικού στρατού στο μικρασιατικό μέτωπο που εκδηλώθηκε στις αρχές Ιουλίου με εντυπωσιακά αποτελέσματα. Στις 17 έπεσε η Κιουτάχεια και στις 21 το Εσκί-Σεχίρ. Μια προσέγγιση με τους εθνικιστές κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν μπορούσε παρά να εκθέσει την κυβέρνηση του Παρισιού. Η γενικότερη εντύπωση στη γαλλική πρωτεύουσα συνηγορούσε υπέρ του ότι ο Franklin-Bouillon δεν είχε εκτιμήσει δεόντως την ισχύ του ελληνικού στρατού.¹⁵ Την ίδια στιγμή, ο στρατηγός Gouraud, διαπίστωνε πως η κυβέρνηση της Άγκυρας είχε για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες αποσύρει όλες σχεδόν τις εφεδρείες που στάθμευαν στην Κιλικία προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει στο ελληνοτουρκικό μέτωπο. Παρουσιαζόταν έτσι στα γαλλικά στρατεύματα μοναδική ευκαιρία να εξαπολύσουν μια νικηφόρο επίθεση κατά των Τούρκων επιλύοντας την εκκρεμότητα της Κιλικίας με δυναμικό τρόπο.¹⁶ Στις 14 Αυγούστου ο ελληνικός στρατός εξαπέλυσε νέα γενική επίθεση. Αντικειμενικός στόχος τη φορά αυτή ήταν η ίδια η Άγκυρα. Στις 23, ήρθε σε επαφή με τον εχθρό στο ύψος του ποταμού Σαγγάριου. Οι ενδοιασμοί του Briand πολλαπλασιάστηκαν: “Μου είναι αδύνατο να αποφασίσω ποια θα είναι η πολιτική που πρέπει να ακολουθήσουμε έναντι των κεμαλικών” τηλεγραφούσε προς τον Gouraud μια ημέρα αργότερα.¹⁷.

Η διάβαση της Αλμυράς Ερήμου από τον ελληνικό στρατό.

Η μάχη του Σαγγάριου και η σταθεροποίηση του μετώπου που τη διαδέχθηκε έπεισαν τον Γάλλο πρωθυπουργό να συνεχίσει την πολιτική της προσέγγισης. Στις 8 Σεπτεμβρίου, την ημέρα ακριβώς που ο κεμαλικός στρατός πέρασε στην αντεπίθεση, ο Franklin-Bouillon εγκατέλειψε το Παρίσι ως επίσημος, πλέον, εκπρόσωπος της γαλλικής κυβέρνησης με εξουσίες για την υπογραφή της συμφωνίας.¹⁸ Ο Γάλλος απεσταλμένος έφτασε στην Άγκυρα στις 25 Σεπτεμβρίου και άρχισε αμέσως διαπραγματεύσεις μέσα σε κλίμα γενικής ευφορίας που είχε προκαλέσει η επικράτηση επί του ελληνικού στρατού. Κι ενώ, από εδώ και στο εξής, ενεργώντας ως εκπρόσωπος της κυβέρνησης, είχε περιορίσει αισθητά τους αυτοσχεδιασμούς του, ένα δεύτερο πρόσωπο, με τις παρεμβάσεις του, συνέβαλε τα μέγιστα στην ευόδωση των διαπραγματεύσεων. Και το πρόσωπο αυτό δεν ήταν άλλο από τον Μουσταφά Κεμάλ. Αρχικά, ο αρχηγός του εθνικιστικού κινήματος παρέμεινε διακριτικά στο περιθώριο. Μόλις όμως διαπίστωσε την προσπάθεια της εξτρεμιστικής πτέρυγας να βραχυκυκλώσει τις συνομιλίες, με προσωπική παρέμβαση και ενισχυμένος με ψήφο της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης, απομάκρυνε από την επιτροπή διαπραγματεύσεων τους οπαδούς της στροφής προς τη Μόσχα. Κατόπιν τούτου, οι τελευταίες εξελίχθηκαν ομαλά και κατέληξαν στην υπογραφή της συμφωνίας στις 20 Οκτωβρίου 1921. Η εκκρεμότητα της Κιλικίας διευθετήθηκε με την εκχώρηση της επαρχίας από τη Γαλλία στην Τουρκία. Θα προηγείτο μια μεταβατική περίοδος δυο μηνών για τη μεταβίβαση της εξουσίας και την απόσυρση των γαλλικών στρατευμάτων. Τα οικονομικά ανταλλάγματα ήταν πλούσια. Επρόκειτο για την παραχώρηση της εκμετάλλευσης του σιδηροδρόμου της Βαγδάτης (τμήμα Ποζαντί – Νουσεϊμπίν) σε γαλλική εταιρεία, η οποία θα αναλάμβανε επίσης την κατασκευή διακλαδώσεων εντός του βιλαετίου των Αδάνων. Τουρκία και Γαλλία διατηρούσαν το δικαίωμα χρήσης του δικτύου για τη μεταφορά στρατευμάτων κατά μήκος των συνόρων Κιλικίας-Συρίας. Η κυβέρνηση της Άγκυρας εκχωρούσε για χρονικό διάστημα 99 ετών την εκμετάλλευση των μεταλλείων σιδήρου, χρωμίου και αργύρου της κοιλάδας του ποταμού Χαρσιώτη, με συμμετοχή τουρκικών κεφαλαίων σε ποσοστό 50%. Αναλάμβανε επίσης την μελέτη παρόμοιων εκχωρήσεων και σε άλλες περιοχές, ανάλογα με προτάσεις που θα υπέβαλαν γαλλικές εταιρείες. Τέλος, αποφασίστηκε η παραχώρηση των βαμβακοπαραγωγών εκτάσεων της Κιλικίας στον οίκο Vendeuvre de Lesseps. Το κυριότερο, όμως, σημείο της συμφωνίας ήταν πολιτικής φύσεως. Επρόκειτο για την χάραξη συνοριακής γραμμής ανάμεσα στην Τουρκία και τη Συρία, η οποία εξακολουθούσε να τελεί υπό γαλλική εντολή. Με την ενέργεια αυτή, η Γαλλία άνοιγε διάλογο με την κεμαλική Τουρκία αντιμετωπίζοντας την τελευταία ως ισότιμο συνομιλητή. Με άλλα λόγια, προχωρούσε και τυπικά πλέον στην πολιτική αναγνώριση του εθνικιστικού κινήματος. Χαρακτηριστικό είναι το περιεχόμενο επιστολής, την οποία απηύθυνε προς τον Franklin-Bouillon ο Γιουσούφ Κεμάλ μπέης, υπουργός Εξωτερικών του εθνικιστικού κινήματος: “Εξοχώτατε, ελπίζω ότι το σύμφωνο που υπέγραψαν οι κυβερνήσεις της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας για μια οριστική και διαρκή ειρήνη θα έχει σαν συνέπεια τη σύσφιγξη των στενών δεσμών του παρελθόντος και την προσπάθεια της γαλλικής κυβέρνησης να λύσει με πνεύμα εγκάρδιας συνεννόησης όλες τις υποθέσεις που αφορούν την ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της Τουρκίας (…)”.¹⁹

Σημειωτέον ότι η πιο επείγουσα από αυτές τις υποθέσεις ήταν η άνευ όρων αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Μικρά Ασία. Η κυβέρνηση της Άγκυρας πέτυχε να ξεφύγει από τα περιορισμένα πλαίσια του τοπικού διακανονισμού και να παρασύρει τη Γαλλία σε επικίνδυνα εδάφη. Το πόσο επικίνδυνα ήταν τα εδάφη αυτά, αποδεικνύεται στην τρίτη και τελευταία ενότητα με επίκεντρο το επίμαχο ζήτημα της παραχώρησης του γαλλικού οπλισμού της Κιλικίας.

                   

Η παραχώρηση του γαλλικού οπλισμού της Κιλικίας στους Τούρκους

(Νοέμβριος 1921 – Ιανουάριος 1922)

Από τα διπλωματικά και στρατιωτικά αρχεία της Γαλλίας προκύπτει πως, με δική του πρωτοβουλία, ο Franklin-Bouillon, λίγο πριν από την υπογραφή της συμφωνίας του Οκτωβρίου, είχε προβεί προφορικά σε αυτή την υπόσχεση. Σημειωτέον πως με απόφαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου του Αυγούστου του 1921 είχε ρητά απαγορευθεί η χορήγηση πολεμικού υλικού ή οικονομικής βοήθειας από τις Μεγάλες Δυνάμεις είτε προς τους Έλληνες είτε προς τους Τούρκους. Επομένως, εάν η γαλλική κυβέρνηση προχωρούσε σε μια παραχώρηση αυτού του είδους θα ήταν υπόλογη έναντι των υπολοίπων Συμμάχων.

Όταν, περί τα τέλη Οκτωβρίου, ο Franklin-Bouillon επέστρεψε στο Παρίσι, κατέθεσε στο υπουργείο Στρατιωτικών μια κατάσταση με το πολεμικό υλικό που πίστευε πως έπρεπε να παραχωρηθεί στους Τούρκους. Επωφελήθηκε, μάλιστα, της απουσίας του Briand στην Ουάσινγκτον, επιχειρώντας να προσηλυτίσει στις απόψεις του τα ανώτερα στελέχη του Quai dOrsay.²¹ Στο σημείο αυτό παρενέβησαν οι Βρετανοί, οι οποίοι άρχισαν να αντιλαμβάνονται όσα διαμοίβονταν στα παρασκήνια, αλλά και οι Τούρκοι, που πίεζαν για παραχώρηση αεροπλάνων, πυροβόλων, αυτοκινήτων, αλόγων και  υλικού τηλεπικοινωνιών.²²  Μεσολαβητής και σε αυτόν το διάλογο μεταξύ Γάλλων και Τούρκων ήταν εκ νέου ο Franklin-Bouillon, ο οποίος είχε στο μεταξύ μεταβεί στην Κιλικία προκειμένου να επιβλέψει την πιστή εφαρμογή των διατάξεων της συμφωνίας. Για κακή του τύχη, την ίδια στιγμή η γαλλική κυβέρνηση, έχοντας διασφαλίσει πλέον τα οικονομικά της συμφέροντα στην περιοχή, αποζητούσε την αποκλιμάκωση της έντασης στις σχέσεις της με τη Μεγάλη Βρετανία. Άσχημα εκτεθειμένος, ο Franklin-Bouillon επέστρεψε εσπευσμένα στο Παρίσι, όπου κατάφερε τελικά να μεταπείσει τους ανωτέρους του. Το κύριο επιχείρημά του ήταν ο φόβος μιας ολοκληρωτικής εξάρτησης του κεμαλικού κινήματος από την μπολσεβικική Ρωσία. Αν και κάπως υπερβολικό, το επιχείρημα δεν στερείτο λογικής βάσης. Σχεδόν ταυτόχρονα με τη συμφωνία της Άγκυρας, οι κεμαλικοί είχαν υπογράψει συμφωνίες με τις Σοβιετικές Δημοκρατίες του Καυκάσου και βρίσκονταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις για τον ίδιο σκοπό με τη Δημοκρατία της Ουκρανίας. Επιπλέον, οι Ρώσοι τροφοδοτούσαν ακατάπαυστα τους Τούρκους με οπλισμό από τα λιμάνια του Εύξεινου Πόντου. Η Τουρκία είχε ενεργοποιήσει την παραδοσιακή της τακτική να συναλλάσσεται ταυτόχρονα με όλες τις πλευρές. Με κάθε δε ευκαιρία, φρόντιζε να επαναλαμβάνει εμφατικά προς το Παρίσι την πρόθεσή της να καταγγείλει μονομερώς τη συμφωνία της Άγκυρας σε περίπτωση που δεν αποκτούσε το πολεμικό υλικό της Κιλικίας.²²

Το γεγονός εκείνο που απαγκίστρωσε τους Γάλλους από τη δεινή θέση στην οποία είχαν περιέλθει, ήταν η είδηση περί έγκρισης δανείου ύψους 15 εκατ. λιρών Αγγλίας από τη Μεγάλη Βρετανία προς την Ελλάδα. Το Λονδίνο παραβίαζε την απόφαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου που απαγόρευε τη χορήγηση βοήθειας προς τους εμπολέμους, δημιουργώντας, έτσι, ένα προηγούμενο, έστω και εάν το δάνειο αυτό ουδέποτε χορηγήθηκε τελικά. Η γαλλική κυβέρνηση, απελευθερωμένη ως δια μαγείας από τους ενδοιασμούς της, ενέκρινε, τον Ιανουάριο του 1922 την παραχώρηση του οπλισμού.²³

Εάν πιστέψουμε τις ελληνικές εκτιμήσεις, η ποσότητα και το είδος του υλικού ήταν, όντως, σε θέση να ανατρέψει τους συσχετισμούς στο ελληνοτουρκικό μέτωπο. Συγκεκριμένα, γίνεται λόγος για 80.000 όπλα, 50 πυροβόλα, 250 μυδραλιοβόλα και 2 εκατ. φυσίγγια.Οι εμπιστευτικές εκθέσεις που βρίσκονται στα αρχεία των υπουργείων Εξωτερικών και Άμυνας της Γαλλίας μιλούν για 10.000 όπλα, για 10.000 στολές εκστρατείας, για 2.000 άλογα και για ολόκληρο το υλικό τηλεπικοινωνιών. Γίνεται επίσης μνεία για χορήγηση 10 αεροσκαφών με τα ανταλλακτικά τους. Διαφορά υπάρχει και ως προς την εκτίμηση των γαλλικών δυνάμεων κατοχής της Κιλικίας, κάτι που σχετίζεται άμεσα με το μέγεθος του παραχωρηθέντος υλικού. Οι ελληνικές εκτιμήσεις ανεβάζουν τις γαλλικές δυνάμεις σε 80.000 (80.000 όπλα, 80.000 άνδρες – ο συλλογισμός είναι απλοϊκός). Στην πραγματικότητα, ο ανώτατος αριθμός ουδέποτε ξεπέρασε τους 34.000 άνδρες, κατά τη δε στιγμή της εκκένωσης, είχαν απομείνει επιτόπου 18.000, αριθμός που αντιστοιχεί και με το μέγεθος του οπλισμού. Όσο για τις δυνάμεις που ο Κεμάλ διατηρούσε εκεί, σε μια μόνο στιγμή τα γαλλικά αρχεία μας δίνουν μια εκτίμηση: 9.000. Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθεί και ένας απροσδιόριστος αριθμός ατάκτων που πλαισιώνονταν από αξιωματικούς του τουρκικού στρατού. Αυτή, άκρες-μέσες, υπήρξε η δύναμη, η οποία αποδεσμεύτηκε και μεταφέρθηκε κατόπιν στο ελληνοτουρκικό μέτωπο.²⁴

Όπως και να έχει πάντως το ζήτημα, ούτε η αποδέσμευση 9.000 ανδρών, ούτε η παραχώρηση 10.000 όπλων και 10 αεροπλάνων ήταν ικανή να ανατρέψει ριζικά τον συσχετισμό των δυνάμεων στο ελληνοτουρκικό μέτωπο. Έναν συσχετισμό, ο οποίος είχε προ πολλού ανατραπεί εξαιτίας της διενέργειας λαθρεμπορίου όπλων προς τον Κεμάλ από τους Ιταλούς, αλλά και της συστηματικής στρατιωτικής ενίσχυσης από τους Σοβιετικούς.

Μουσταφά Κεμάλ και Henri Franklin-Bouillon σε στιγμιότυπο εγκάρδιου εναγκαλισμού.

Συνεπώς, και αυτό είναι το δια ταύτα του παρόντος κειμένου, η γαλλοκεμαλική προσέγγιση δεν προσδιόρισε την έκβαση της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης σε επιχειρησιακό επίπεδο. Διεκδικεί όμως μεγάλο μερίδιο από την πολιτική πτυχή της Μικρασιατικής Καταστροφής. Με την επίσημη αναγνώριση του κεμαλικού κινήματος από μια μεγάλη ευρωπαϊκή Δύναμη αφενός και με τη διάσπαση της ενδοσυμμαχικής ενότητας αφετέρου (ρήξη Βρετανίας-Γαλλίας), δημιουργήθηκαν πολιτικές και ψυχολογικές προϋποθέσεις τέτοιες, που συνέβαλαν στην χαλύβδωση της πεποίθησης των Τούρκων για τελική επικράτηση.

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Ministère Français des Affaires Étrangères, Archives Diplomatiques (συντομογραφία MΑΕ), Série E: Levant 1918-1929 (Syrie-Cilicie-Liban, Turquie). Série Z: Europe 1918-1929 (Grèce). Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου (συντομογραφία ΥΔΙΑ), Αρχείο Κεντρικής Υπηρεσίας (1921-1922), Αρχείο Υπάτης Αρμοστείας Σμύρνης, Αρχείο Υπάτης Αρμοστείας Κωνσταντινουπόλεως. Documents on British Foreign Policy (συντομογραφία DBFP), First Series: Greece and Turkey (1921-1922), Vol. XVII (January 1, 1921 – September 2, 1922), Edited by W.N. Medlicott, Douglas Dakin, M.E. Lambert, London, Her Majesty’s Stationery Office, 1970.

² Χαρακτηριστικό της μεταστροφής του κλίματος στη Γαλλία αποτελεί το κρυπτογράφημα, το οποίο απέστειλε στο Παρίσι ο Ύπατος Αρμοστής στη Συρία και στην Κιλικία, στρατηγός Henri Gouraud στις 3 Ιουνίου 1920, δυο μήνες προτού υπογραφεί η Συνθήκη των Σεβρών: “Το σχέδιο συνθήκης ειρήνης με την Τουρκία ευνοεί τόσο πολύ την Ελλάδα (…) ώστε είναι αδύνατο να αποτραπεί μια αιματηρή σύγκρουση μεταξύ τους. Γι’ αυτό, καλό είναι να μην καθυστερούμε (…). Θα ήταν προς όφελός μας εάν το υπουργείο των Εξωτερικών έθετε τα θεμέλια για μια συνεννόηση με τους κεμαλικούς, απόρροια της οποίας θα ήταν η οριστική κατάπαυση των εχθροπραξιών με τις γαλλικές δυνάμεις στην Κιλικία”. Δυο μέρες αργότερα, ο ομόλογός του στην Κωνσταντινούπολη Jules Defrance κινήθηκε μέσα στο ίδιο πνεύμα: “Είναι καιρός που είχα προτείνει τη σύναψη ενός τέτοιου συμφώνου με τη μετριοπαθή πτέρυγα των εθνικιστών. Προϋπόθεση όμως είναι η υπογραφή μιας γενικής συνθήκης ειρήνης, οι όροι της οποίας θα γίνονται αποδεκτοί από τους Τούρκους (…). Αποτέλεσμα της διαγραφόμενης συνθήκης σήμερα είναι ότι οι περισσότεροι Τούρκοι έχουν ακολουθήσει το εθνικιστικό κίνημα. Αν δεν επιφέρουμε ουσιαστικές τροποποιήσεις στο τελικό κείμενο της συνθήκης δεν έχουμε ελπίδες για μια έναρξη διαπραγματεύσεων μαζί τους”. Βλ. σχετικά ΜΑΕ 170, Gouraud προς Millerand, αρ. 1150-1151, 3.6.1920, Defrance προς Millerand, αρ. 916-917, 5.6.1920.

³ Στους γαλλικούς κυβερνητικούς κύκλους επικρατούσε η άποψη πως έπρεπε σύντομα να δοθεί κάποια λύση στο ζήτημα της Κιλικίας. Οι στρατιωτικές δυνάμεις κατοχής ήταν επαρκείς προκειμένου να αναχαιτίσουν τις συμμορίες των ατάκτων που δρούσαν εκεί και κατά μήκος των βορείων συνόρων της Συρίας. Ήταν όμως αμφίβολο εάν θα ήταν σε θέση να εμποδίσουν μια καλύτερα οργανωμένη επίθεση των κεμαλικών, κάτι που αναμενόταν με την είσοδο της άνοιξης του 1921. Σε διάστημα ενός έτους οι γαλλικές δυνάμεις κατοχής της Κιλικίας είχαν αυξηθεί από 22.000 σε 34.000 άνδρες. Οι απώλειες ανέρχονταν σε 6.500 νεκρούς και τραυματίες, οι δε στρατιωτικές επιχειρήσεις είχαν κοστίσει στο γαλλικό κράτος 324.623.000 γαλλικά φράγκα. Βλ. σχετικά ΜΑΕ 114, Barthou προς Leygues, έκθεση αρ. 24, 11.1.1921, προς Briand, έκθεση αρ. 913, 18.2.1921.

⁴ ΜΑΕ 73, Billy προς Briand, αρ. 47, 23.1.1920.

⁵ Η προτεραιότητα αυτή αφορούσε οικονομικές παραχωρήσεις που επεκτείνονταν στα βιλαέτια του Ντιαρμπεκίρ, της Σεβάστειας και του Μαμουρέτ-Ελ-Αζίζ.

⁶ ΜΑΕ 170, Κείμενο του γαλλοκεμαλικού συμφώνου της 11.3.1920. ΥΔΙΑ/1921/Α 2  και Α 18, Καλογερόπουλος προς Μπαλτατζή, αρ. 152 της 2.3.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Μελάς προς Αρχηγείο Στρατιάς Μικράς Ασίας, αρ. 44, 6.3.1921 (π.ημ.).

⁷ ΜΑΕ 171, Kammerer προς de Caix, επιστολή της 11.3.1921.

⁸ ΜΑΕ 171, Briand προς Saint-Aulaire, αρ. 1149-1153, προς Pellé, αρ. 786-790, προς Barrère, αρ. 931-935, 4.4.1921. DBFP (56, 60, 63, 76, 84), Curzon προς Rumbold, αρ. 172, 19.3.1921, αρ. 181, 22.3.1921. Hardinge προς Curzon, αρ. 160, 23.3.1921, αρ. 178, 2.4.1921. Curzon προς Hardinge, αρ. 138, 29.3.1921.

⁹ Στις 16 Μαρτίου 1921 στη Μόσχα.

¹º MAE 171, Montille προς Briand, αρ. 181, 14.4.1921. Saint-Aulaire προς Briand, αρ. 297, 19.4.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Π. Μεταξάς προς Μπαλτατζή, αρ. 511, 13.4.1921. DBFP (69, 75, 81, 107, 114, 121, 201), Buchanan προς Curzon, αρ. 84, 24.3.1921, αρ.102, 2.4.1921, αρ.127,  16.4.1921. Curzon προς Buchanan, αρ. 96, 29.3.1921, αρ. 135-136, 15.4.1921, προς Hardinge, αρ. 1132, 19.4.1921. Υπόμνημα Crowe σχετικά με την ελληνοτουρκική διένεξη, 30.5.1921.

¹¹ MAE 114, Gouraud προς Briand, αρ. 840-843, 7.6.1921. Briand προς Gouraud, 593-594, 8.6.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Άννινος προς Μπαλτατζή, αρ. 184, 23.5.1921.Π. Μεταξάς προς Μπαλτατζή, 2178, 5.7.1921. DBFP (203), Περίληψη συνομιλίας Leeper-Ραγκαβή στο Foreign Office, 31.5.1921.

¹² MAE 175, Υπόμνημα της γαλλικής κυβέρνησης προς το Foreign Office, 15.11.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Παπούλας προς Θεοτόκη, αρ. 10142/3891/2 και 10143/4201/2, 28.5.1921.

¹³ ΜΑΕ 172, Franklin-Bouillon προς Briand, αρ. 976-979, 2.6.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Βότσης προς Μπαλτατζή, αρ. 3795, 6.6.1921. DBFP (228), Rattigan προς Curzon, αρ. 425, 14.6.1921.

¹⁴ ΜΑΕ 173, Briand προς Franklin-Bouillon, αρ. 685-694, 15.7.1921. DBFP (218,223, 226, 228, 229, 232, 255, 256, 298, 309), Rattigan προς Curzon, αρ. 570, 8.6.1921, αρ. 579, 11.6.1921, αρ. 425, 14.6.1921. Hardinge προς Curzon, αρ. 377, 15.6.1921, αρ.406 και 411, 23.6.1921. Cheetam προς Curzon, αρ. 491, 6.7.1921, προς Briand, επιστολή, 10.7.1921.

¹⁵ ΜΑΕ 173, Gouraud προς Briand, αρ. 1059, 28.7.1921.

¹⁶ ΜΑΕ 114 – ΜΑΕ 173, Gouraud προς Briand, αρ. 1106-1108, 9.8.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Π. Μεταξάς προς Μπαλτατζή, αρ. 2740, 14.8.1921.

¹⁷ ΜΑΕ 173, Briand προς Gouraud, αρ. 771, 24.8.1921.  ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Π. Μεταξάς προς Μπαλτατζή, 2552, 1.8.1921.

¹⁸  ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Π. Μεταξάς προς Μπαλτατζή, αρ. 3167, 24.9.1921.

¹⁹  ΜΑΕ 174 – ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4) – DBFP (502), Κείμενο του γαλλοτουρκικού συμφώνου. ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Βότσης προς Μπαλτατζή, χωρίς αριθμό, 23.9.1921. Π. Μεταξάς προς Καρτάλη, αρ. 3544, 22.10.1921. DBFP (422), Rumbold προς Curzon, αρ. 986, 25.10.1921. Χαρακτηριστικό της διγλωσσίας της γαλλικής διπλωματίας είναι το κείμενο τηλεγραφήματος του πρεσβευτή της Ελλάδας στο Παρίσι, Πέτρου Μεταξά, προς το υπουργείο Εξωτερικών: “Διευθυντής Πολιτικών Υποθέσεων ενταύθα Υπουργείου των Εξωτερικών μεθ’ ου συνωμίλησα σήμερον περί γαλλοτουρκικής συμφωνίας (…) μοι επανέλαβεν προτέρας κατηγορηματικάς δηλώσεις του ότι συμφωνία ούσα ειδική, ουδαμώς θίγει ζητήματα γενικής φύσεως, ως κυριαρχίας επί Θράκης και Σμύρνης ή αναγνώρισιν εκ μέρους Γαλλίας αξιώσεων Εθνοσυνελεύσεως Αγκύρας γνωστών υπό το όνομα Εθνικός Όρκος”  ( ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Π. Μεταξάς προς Καρτάλη, αρ. 3258, 15.10.1921 παλαιό ημερολόγιο)

²º  ΜΑΕ 138, Barthou προς Peretti, αρ. 4070, 10.11.1921. Briand προς Peretti, αρ. 1011, 13.11.1921. Peretti προς Gouraud, αρ. 996, 17.11.1921, προς Barthou, αρ. 2325, 18.11.1921.

²¹  ΜΑΕ 140, Briand προς Franklin-Bouillon, αρ. 18-21, 14.12.1921. Franklin-Bouillon προς Briand, αρ. 29, 17.12.1921. De Caix προς Briand, αρ. 1637, 21.12.1921. Peretti προς Franklin-Bouillon, αρ. 24, 21.12.1952. Laporte προς Briand, αρ. 8, 24.12.1921. ΜΑΕ 142, Μεικτή επιτροπή για την εκκένωση της Κιλικίας, έκθεση της 5.3.1922. ΥΔΙΑ/1921-1922/Φάκ. ΑΑΚ, Ραγκαβής προς Καρτάλη, αρ. 5356, 28.12.1921.

²² ΜΑΕ 141, Franklin-Bouillon προς Briand, αρ. 2126, 27.12.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α 5-VI(3), Π. Μεταξάς προς Καρτάλη, αρ. 3992, 25.11.1921. ΥΔΙΑ/1922/Α 4, Π. Μεταξάς προς Καρτάλη, αρ. 4488, 7.1.1922, χωρις αριθμό, 8.1.1922. DBFP (454, 501), Rumbold προς Curzon, αρ. 1061, 22.11.1921, αρ. 13, 6.1.1922.

²³ ΥΔΙΑ/1921/Θ 230, Γούναρης προς Καρτάλη, αρ. 357, 23.12.1922, αρ. 362, 24.12.1921. Ραγκαβής προς Καρτάλη, αρ. 5631, 30.12.1921. ΥΔΙΑ/1921-1922/Φάκ. ΑΑΚ, Ραγκαβής προς Καρτάλη, αρ. 5408, 29.12.1921, αρ. 611, 28.2.1922, αρ. 621, 1.3.1922, αρ. 631, 2.3.1922, αρ. 711, 10.3.1922. DBFP (499), Curzon προς Bentinck, αρ. 2, 3.1.1922.

²⁴  ΜΑΕ 141, Briand προς Peretti, αρ. 17-18, 8.1.1922. Franklin-Bouillon προς Γιουσούφ Κεμάλ, αρ. 62-65, 25.1.1922. ΥΔΙΑ/1921/Α 5-VI(8), Επιτελική Υπηρεσία Στρατού, Γραφείον ΙΙ, ΄Εκθεσις περί εφοδιασμού Κεμαλικού Στρατού και ενισχύσεως αυτού παρ’ ουδετέρων, 18.9.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α 5-VI(9), Βότσης προς Μπαλτατζή, αρ. 9, 26.9.1921.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού: Μαρία Πολυδούρη-Η ιέρεια του Έρωτα και του Πόνου. Μέρος Β΄: Τραγουδώντας τον Έρωτα…

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού

 

Μαρία Πολυδούρη- Η ιέρεια του Έρωτα και του Πόνου

Μέρος Β΄: Τραγουδώντας τον Έρωτα…

 

Ο νέος που πρόσμενε (ς) να ‘ρθει…

Το μεγάλο κεφάλαιο του Έρωτα και του Πόνου ανοίγει στη ζωή της Μαρίας Πολυδούρη τον Δεκέμβρη του 1921, όταν ο Κώστας Καρυωτάκης θα μετατεθεί στη Νομαρχία Αττικής και Βοιωτίας (28-12-1921),  ως Γραμματέας Α’ Τάξεως, αφού προηγουμένως, μετά τον πρώτο του διορισμό στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης (9-11-1919), θα έχει περάσει με διαδοχικές μεταθέσεις από τη Νομαρχία Άρτας (23-11-1920) και Κυκλάδων (31-8-1921). Η συνάντησή του με τη Μαρία Πολυδούρη, κάπου στις αρχές της άνοιξης του 1922, θα είναι η απαρχή ενός μοιραίου, δραματικού, αυτοκαταστροφικού έρωτα. Ήταν ως να τον περίμενε να ‘ρθει. Όλα τα προηγούμενα σκιρτήματα της ψυχής της τα βλέπει σαν μια ψυχική προετοιμασία για να δεχτεί τον αληθινό έρωτα61: «Η ψυχή μου και η αγάπη γεννήθηκαν την ίδια μέρα. Αυτό το νοιώθω μέσα μου κι όμως δεν πιστεύω ότι θα υπάρξει μέρα που θα μου αποδείξει ότι αγαπώ αληθινά. Δεν είναι αγάπη ό,τι έχω δοκιμάσει μέχρι τώρα. Μια τρέλα της στιγμής που με θαμπώνει με την ορμητική λάμψι κι έπειτα φεύγει και με αφήνει έκπληκτον!», γράφει στο Ημερολόγιό της στις 28 Νοεμβρίου 192162. Πέντε περίπου μήνες αργότερα, φαίνεται ότι έχει αρχίσει να την πολιορκεί τυραννικά το  ηφαιστειακό αίσθημα-όπως η ίδια το βιώνει- με τον Καρυωτάκη.

Την πρώτη «κλινική» συμπτωματολογία του έρωτά της προς τον Καρυωτάκη περιγράφει στις ημερολογιακές της  σημειώσεις στις 27 Απριλίου 1922: «Δύο ώρες μετά το μεσονύχτι. Το αίμα μου όλο ανεβασμένο στο κεφάλι μου κάνει να χτυπούν φριχτά οι φλέβες και να νοιώθω μια βουή στ’αυτιά μου σαν να πήρα 30 κόκκους κινίνο. Τι λοιπόν; Είναι αυτό ίσως το πάθος που δεν εγνώρισα;… Γιατί έτσι πάλι ανηλεής ποιητή μου…»63 Στις 3 Μαΐου είναι σε θέση πια να απαντήσει στον εαυτό της με σιγουριά: «Τον αγαπώ…Τον αγαπώ καμιά αμφιβολία πια. Ό,τι νοιώθω σιμά του κι ό,τι δοκιμάζω μακριά του το γνωρίζω για πρώτη φορά…»64 Όλες, στο εξής, οι σημειώσεις του ημερολογίου της δεν είναι παρά η παραληρηματική έκφραση ενός μεγάλου έρωτα, που τον συνοδεύουν τα ερωτικά ψυχοσύνδρομα της εκρηκτικής ψυχής της. Πάσχει αθεράπευτα: πάθος, αγωνία, πόνος, ανασφάλεια, ερωτική ζηλοτυπία, εξιδανίκευση, κτητικότητα, αλλά και αυταπάρνηση και αυτοταπείνωση. Η υπερηφάνεια και η φεμινιστική, εξεγερμένη συνείδηση της ποιήτριας υποτάσσονται στον απόλυτο έρωτα: «Ρίχνω τη ζωή μου στα πόδια σου…»65

Απέναντι στην ορμητική έκφραση αυτής της «ερωτικής παθολογίας» της Πολυδούρη, ο Καρυωτάκης ρίχνει στη μάχη τού έρωτα τη δική του ιδιοσυγκρασιακή ερωτική απόκριση: πότε τη σιωπηλή, μυστηριακή του σιωπή, τις λιτές του εξομολογήσεις αγάπης, κάποτε τη δυσερμήνευτη νευρικότητα και περίσκεψη, αλλά και τις ζεστές ερωτικές του περιπτύξεις66. Οι ιδιαίτερες χειρονομίες της αγάπης του δεν είναι ωστόσο ικανές να καταλαγιάσουν την ερωτική βάσανο της Μαρίας.  «Σας αγαπούσα τόσο πολύ. Δεν είχατε καταλάβει τίποτα; Δεν είχατε πιστέψει; Δεν μ’αγαπούσατε; Δεν ξέρω τι ήταν απ’όλα ίσως τίποτε κι ίσως όλα μαζί… Η ευτυχία μου με εξαΰλωσε, δεν αγαπούσα παρά την αγάπη σας, δεν σκεφτόμουνα παρά αυτή67», σημειώνει μετά το άδοξο τέλος αυτής της παράφορα τραυματικής σχέσης, στις σελίδες αυτοβιογραφίας, που αποπειράται να γράψει χωρίς ωστόσο να προλάβει…

Κώστας Καρυωτάκης.

Βραχείας διάρκειας-από την άνοιξη του 1922 μέχρι τον Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς, ένα εξάμηνο περίπου-θα είναι η θυελλώδης σχέση τους, και αμφίβολο αν θα ολοκληρωθεί ερωτικά. Μέσα στο καλοκαίρι ίσως, ο Καρυωτάκης θα δεχτεί το μοιραίο –και για τους δύο- χτύπημα. Νοσεί από σύφιλη. Μαζί με την αφιέρωση του ποιήματός του Δέντρα μου, δέντρα ξέφυλλα68 αποκαλύπτει με αντρίκια εντιμότητα στη Μαρία και την αρρώστια του, που αποκρύπτει απ’όλους και από την οικογένειά του, φοβούμενος το στίγμα και τον κοινωνικό αποκλεισμό69. Με την οδύνη της απρόσμενης αποκάλυψης η Πολυδούρη του προτείνει με επιστολή της να παντρευτούν κι ας μην αποχτήσουν ποτέ παιδιά. Το ανδρικό φιλότιμο και η ηθική του ανωτερότητα δεν του επιτρέπουν να δεχτεί παρόμοια πρόταση. Η Πολυδούρη ωστόσο, γνωρίζοντας τις προγενέστερες ερωτικές του συνήθειες, τον εφηβικό του έρωτα προς την Άννα Σκορδύλη70 αλλά και τη φοίτησή του-συνήθεια των νέων της εποχής- σε χαμαιτυπεία71 πιστεύει πως όλα είναι επινοήματα για να την απομακρύνει από κοντά του.

Στα χρόνια που ακολουθούν ο δεσμός του Καρυωτάκη με την Πολυδούρη έχει πάρει τη μορφή μιας στοργικής φιλίας, που θα διατηρείται χαλαρά με αραιές συναντήσεις και ανταλλαγή σκέψεων πάνω στην ποίηση και στα καθημερινά της ζωής τους. Το 1923 εκδηλώνονται και τα πρώτα συμπτώματα της αρρώστιας της Πολυδούρη. Αρρωσταίνει από αδενοπάθεια, προστάδιο της φυματίωσης. Μεταβαίνει στο Μαρούσι να ξεκουραστεί. Εκτός από τον μόνιμο φίλο της και αιώνια ερωτευμένο μαζί της ποιητή Κώστα Παπαδάκη, την επισκέπτεται εκεί ο Καρυωτάκης και της προσφέρει το ποίημα «Ένα σπιτάκι»72. Η κατάστασή της επιδεινώνεται από το υγρό κλίμα της περιοχής και σύμφωνα με τις συστάσεις των γιατρών, θα μετακινηθεί το καλοκαίρι του 1923 στο Χαλάνδρι. Γράφει  «Τα σονέτα του κυνηγού», δέχεται τις τελευταίες επισκέψεις του Καρυωτάκη, καθώς προς το τέλος της χρονιάς η ψυχολογία της γνωρίζει συνεχείς μεταπτώσεις.

Τότε (αρχές του 1924) θα γνωρίσει τον νεαρό, ευπαρουσίαστο και εύπορο αστό δικηγόρο Αριστοτέλη Γεωργίου, ο οποίος μόλις έχει φτάσει στην Αθήνα από το Παρίσι. Θα την ερωτευτεί βαθιά και θα ζητήσει άμεσα να επισημοποιήσει τη σχέση του μαζί της. Απρόθυμη στον έρωτά του αρχικά εκείνη, θα προχωρήσει σε αρραβώνα το 1925, ενώ παραμένει με τη σκέψη προσκολλημένη δραματικά στον ποιητή. «Εδώ είμαι και καρτερώ να στρέψεις την όψη σου σε μένα…ρέει το δάκρυ απ’τα φτωχά μου μάτια νύχτα και μέρα…Τριγύρω μου φαρμακερά θ’ανθίσουν λουλούδια…θα υψωθούν να με ζώσουν και θα πνιγώ απ’αυτά, πέρα κρυμμένη πάντα κι απ’τα δικά σου μάτια…μείνε!» , τον εκλιπαρεί σε ανεπίδοτη επιστολή της με ημερομηνία 15-6-192573.

Το ενδιαφέρον της για τις νομικές σπουδές έχει υποχωρήσει. Ασκεί πλημμελώς τα υπηρεσιακά της καθήκοντα στο γραφείο- αν και οι πρώτες υπηρεσιακές της εκθέσεις μαρτυρούν την αξιοσύνη και την υπευθυνότητά της. Απουσιάζει διαρκώς με αποτέλεσμα να χάσει τη δουλειά της. Προσωρινά θα ζωντανέψει ένα παλιό ενδιαφέρον της για το θέατρο και για μικρό χρονικό διάστημα (1925) θα φοιτήσει στη Δραματική Σχολή του Εθνικού-με δασκάλους τον Φώτο Πολίτη και τη Μαρίκα Κοτοπούλη-, και στη Σχολή Κουνελάκη. Την επόμενη χρονιά (1926) θα παίξει στο Κουρελάκι του Dario Niccodemi. Το καλοκαίρι, προσβεβλημένη από τυφοειδή πυρετό, παραθερίζει στη Φτέρη του Αιγίου και ασχολείται με τη συγγραφή μυθιστορήματος, το οποίο θα παραδώσει -μέσω του Κώστα Παπαδάκη-στον εκδότη Χρυσόστομο Γανιάρη προς έκδοση.

Η πρώτη επιστολή της, παραμονή Χριστουγέννων της ίδιας χρονιάς, έρχεται από το Παρίσι (24 Δεκεμβρίου 1926)74, στον Κώστα Παπαδάκη. Έχει ήδη διαλύσει από το καλοκαίρι του 1926 τον αρραβώνα της με τον Αριστοτέλη Γεωργίου και με την αυθορμησία τού διαρκώς εξεγερμένου ψυχισμού της βρίσκεται στο Παρίσι: μια απόλυτη ανατροπή στη ζωή της, μια αντισυμβατική χειρονομία μοιραίας απελευθέρωσης, που θα την βυθίσει σταδιακά στη φτώχεια και στην αρρώστια. Γιατί; «Έπληττα στην Αθήνα αυτόν τον τελευταίο καιρό, έπληττα φοβερά…», γράφει στον Βασίλη Γεντέκο, τον επίσης αφοσιωμένο και ιώβεια ερωτευμένο μαζί της, στις 27 Ιανουαρίου του 192775.

Στους μήνες παραμονής της στο Παρίσι, και μέσα στις ατελέσφορες προσπάθειες να πραγματοποιήσει κάποιο από τα καλλιτεχνικά της όνειρα θα αλληλογραφεί με τον Βασίλη Γεντέκο, για την εκδοτική τύχη του μυθιστορήματός της. Σχεδόν απομονωμένη, βασανιστικά αδύναμη οικονομικά ώστε να γνωρίσει τη συναρπαστική πολιτιστική ζωή της «πόλης του φωτός», και έξω από τις συσπειρώσεις Ελλήνων του Παρισιού,  που δεν της ταιριάζουν καθόλου. Τους περιγράφει σε επιστολές της απαξιωτικά, με σαρκαστικά σχόλια: «Στη γειτονιά μου είναι ένα καφενείο όπου συχνάζουν κάμποσοι Έλληνες, μα κάτι τύποι. Ένας κι ένας. Γι’αυτό οι Γάλλοι το’χουν το grec ίσον με το λωποδύτης, δεν έχουνε άδικο…»76 Με αφορμή κάποιον Δεϊμέζη77, που έχει επιβληθεί ως προσωπικότητα στο Παρίσι, σχολιάζει ειρωνικά τον «διανοούμενο κόσμο»: «Μα είναι τόσο ακατανόητος ο διανοούμενος κόσμος, ο ελληνικός εννοείται, που θα τους έλεγε κανείς πολύ εύκολα σπείρα υπόπτων προσώπων…» 78

Επιστολή της Μαρίας Πολυδούρη προς τον Βασίλη  Γεντέκο.

Επίμονη, αγωνιστική και εξακολουθητικά φτωχή. Τα χρήματα που είχε πάρει στο μερίδιό της μετά την εκποίηση της πατρικής περιουσίας, εξανεμίστηκαν. Λίγες ευκαιριακές δουλειές, δεν της εξασφαλίζουν ούτε το φαγητό. Αποφασίζει να φοιτήσει στη σχολή ραπτικής Pigier, απ’όπου και παίρνει δίπλωμα. Όμως στο Παρίσι την «επισκέπτεται», επώδυνα τώρα, η μοιραία ασθένεια, που θα την οδηγήσει αργά και βασανιστικά στον θάνατο. Μια λιποθυμία σε δρόμο του Παρισιού, μεταφορά στο νοσοκομείο Hôpital de la Charité, νοσηλεία της εκεί για ένα μήνα (από την 1η Φεβρουαρίου μέχρι την 1η Μαρτίου του 1928), θα είναι η απαρχή της πιο οδυνηρής φάσης της ζωής της. Η διάγνωση είναι φυματίωση.

Η πρόσοψη του νοσοκομείο Hôpital de la Charité στο Παρίσι.

Με σύσταση των γιατρών επιστρέφει στην Ελλάδα. Την «υποδέχεται» το Κρατικό Θεραπευτήριο Σωτηρία στις 4 Απριλίου 1928. Εκεί θα συναντηθεί με τον νεαρό ποιητή Γιάννη Ρίτσο, που έχει εισαχθεί από τον Φεβρουάριο του 1927, μετά από βραχεία θεραπεία στην Κλινική Παπαδημητρίου. «Στην πτέρυγα της Πολυδούρη, στο ισόγειο», αφηγείται δεκαετίες μετά ο Ρίτσος στον Κώστα Σταματίου, «υπήρχε μια μεγάλη «αίθουσα υποδοχής» με το μοναδικό πιάνο με ουρά σ’ όλη τη Σωτηρία. Τ’ απογέματα, πήγαινα εκεί κι έπαιζα αναζητώντας κάποια παρηγοριά στη μουσική. Ακούγοντας το πιάνο, η Πολυδούρη κατέβαινε από το δωμάτιό της και έτσι γνωριστήκαμε… «Ούτε καν εικοσάχρονος εγώ, τελείως άγνωστος…, άγνωστη κι αυτή, αφού δεν είχε τυπώσει καμιά συλλογή… Βλεπόμαστε τακτικά, ανταλλάσσαμε βιβλία για διάβασμα. Γίναμε φίλοι… Ήταν μια νέα γυναίκα εκπληκτικής ακτινοβολίας και ομορφιάς»79.

Ο Γιάννης Ρίτσος διαβάζει Μαρία Πολυδούρη («Βαριά καρδιά»)

Το ποίημα «Βαριά καρδιά» το έγραψε η Μαρία Πολυδούρη για τον νεαρό, τότε, Γιάννη Ρίτσο, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους.

<

Το καλοκαίρι του 1928 γράφεται η τελευταία πράξη της ολιγόζωης αλλά μοιραίας σχέσης του Καρυωτάκη και της Μαρίας Πολυδούρη. Ο ίδιος θα την επισκεφτεί στη Σωτηρία, λίγο πριν αναχωρήσει για την Πρέβεζα, μετά την τιμωρητική του -καταληκτική- μετάθεση80. Έχει προηγηθεί η τιμωρητική του επίσης απόσπαση στην Πάτρα, απ’όπου θα γράψει στους οικείους του, στις 23 Μαρτίου 1928: «Η υπομονή μου εξηντλήθη, και βλέπω ότι δεν εξαρτάται από μένα να μείνω σ’αυτό το Υπουργείο, στο οποίο για να σταθεί κανείς, πρέπει να είναι αρκετά παλιάνθρωπος»81. Ένα ταξίδι του στο Παρίσι, με μηνιαία κανονική άδεια, στις 13 Μαΐου 1928 –τι τραγική ειρωνεία!-συμπίπτει χρονικά με την ημερομηνία επιστροφής της άρρωστης Μαρίας Πολυδούρη στην Αθήνα. Ήδη η ενασχόλησή του με τον συνδικαλισμό από τα τέλη του 1927, η μαχητική του παρουσία στις δημοσιοϋπαλληλικές απεργιακές κινητοποιήσεις82 αλλά και η μετωπική του σύγκρουση με το Υπουργείο Υγιεινής και τον υπουργό Μ. Κύρκο83, έχουν δεινώσει τη σχέση του με την υπηρεσία, σε βαθμό αμοιβαίας δυσανεξίας. Το άρθρο του Ανάγκη χρηστότητος: Το Δημοσιοϋπαλληλικόν Ζήτημα84, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελληνική στις 8 Φεβρουαρίου 1928, δεν είναι απλώς ένα καταγγελτικό κείμενο «γραφειοκρατικού ρεαλισμού» αλλά περισσότερο μια ηθική καταγγελία της σήψης και της διαφθοράς της κρατικής γραφειοκρατίας.

Αμήχανη, ενώπιον κι άλλων επισκεπτών, όπως μαρτυρεί ο Ρίτσος, θα είναι η τελευταία εκείνη συνάντηση στη Σωτηρία, σε κλίμα γνήσιου ανθρώπινου ενδιαφέροντος και συζητήσεων μεταξύ ομοτέχνων. Ο Καρυωτάκης θα της δωρίσει την τελευταία του ποιητική συλλογή Ελεγεία και σάτιρες, με τσακισμένη τη σελίδα στο ποίημα-αφιερωμένο στην ίδια-Ένα ξερό δαφνόφυλλο. Στην τελευταία επιστολή του, τέλη του ίδιου μήνα, στοργική και συμβουλευτική, σε τυπικό πληθυντικό, τής συνιστά-με ενσυναίσθηση προς την απείθαρχη φύση της- υπακοή στις συμβουλές των γιατρών85.

Η επόμενη πράξη του δράματος θα είναι ο ήχος του οπλισμένου θυμού του. Λεπτομέρειες και αναπαραστάσεις της τελευταίας διαυγούς επιλογής και των χειρισμών της έχουν γραφεί επανειλημμένως. και επανέρχονται με τα ίδια στοιχεία ή με προσαρμογές και «εκσυγχρονισμένες» εικασίες86. Ο Καρυωτάκης μένει αμέτοχος, μειδιώντας ειρωνικά σε όλους και όλα, σαρκαστικά στον εαυτό του. Η σημειολογική ανάλυση ωστόσο της Ωχράς σπειροχαίτης87 θα καταθέτει στο ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου του τα κλινικά δεδομένα της απέλπιδος επιλογής88, όχι μόνον ως βιωμένο παρόν αλλά και ως το μελλοντικό εφιαλτικό φάσμα της ασθένειας, που δεν θα μπορούσε η αξιοπρέπειά του να δεχτεί.

Υπάρχουν και τα ποιήματα και τα πεζά κείμενα για την ασφυξία της δημοσιοϋπαλληλικής εμπειρίας, για «το συναίσθημα του πνιγμού και της αισθητικής ανίας»89, που το βίωσε επιθετικά ως γενναία, ανυπότακτη, μαχόμενη υπαλληλική και συνδικαλιστική φωνή-ένας κοινωνικός ποιητής- και τραυματικά ως δονούμενη, ευπαθής και ευάλωτη ποιητική φύση90.

Υπάρχει και η αποχαιρετιστήρια επιστολή91, το τελευταίο επιμελημένο κείμενο του ποιητή, λίγο πριν η σθεναρή απόφαση οπλίσει το χέρι του. Επεξεργασμένος λόγος, φροντισμένος ίσως από καιρό να φιλοξενήσει τις σκέψεις και τις ύστατες υποθήκες του- τεκμήριο περισσότερο της υφολογίας του –ποιητικής και ανθρώπινης-κατάλληλα αρμοσμένος για να υποσημειώσει ανεξίτηλα με τον δικό του αυθεντικό τρόπο το γεγονός. Πραγματιστικό, υπαρξιακό, δραματικά ειρωνικό το αποχαιρετιστήριο μήνυμα-απαγορεύει το δάκρυ κι ανασταίνει τον μελαγχολικό στοχασμό πάνω στα ανθρώπινα της εποχής του, της κάθε εποχής. Ο Καρυωτάκης επιλέγει να τελειώσει με τη δική του βούληση ως ποιητής και περισσότερο ως αξιοπρεπής και γενναίος άνθρωπος. «Επέταξε τη ζωή του στο πρόσωπο των προϊσταμένων του-ή μάλλον στο πρόσωπον όλης της Ζωής»92.

Πρέβεζα, 21 Ιουλίου 1928. Ο Κώστας Καρυωτάκης νεκρός (φωτογραφία της Χωροφυλακής).

Κάπως έτσι θα πορευτεί και η Μαρία Πολυδούρη το μικρό διάστημα των δύο χρόνων  που ακολούθησαν μέχρι τον δικό της θάνατο, σχεδόν αυτοκτονικά, αν και πάνω στο ζήτημα ξεκαθαρίζει τις απόψεις της: «Αυτός που αυτοκτονεί γιατί του ήρθε μια μεγάλη λύπη στη ζωή, αυτός είνε ένας ανάξιος της ζωής… Είνε ένας μικρόψυχος. Εξαιρώ όσους αυτοκτονούν  γιατί είνε άρρωστοι, είτε σωματικά, είτε ψυχικά…»93 Θα μπορούσε να είναι ένα σχόλιο, μια συγχώρεση για τον ποιητή, ή και ένας προϊδεασμός για το επιδιωκόμενο δικό της τέλος;  Απείθαρχη,  ριψοκίνδυνη, παράφορα πληγωμένη, δεινώνει εκούσια την κατάσταση της υγείας της. Νυχτερινές έξοδοι, ποτό, κάπνισμα, ακόμα και -τα απαγορευμένα από τους γιατρούς της- μπάνια στη θάλασσα. «Σπιτικό» της έχει γίνει -σύμφωνα με δικό της αίτημα- το απομονωτήριο των μελλοθάνατων, ώστε να μπορεί να ηρεμεί και να γράφει. Τότε αρχίζει την Αυτοβιογραφία της94, έναν τρόπο να συνομιλεί-να ζει με  τον νεκρό πια ποιητή της. «10 Αυγούστου 1928 … Καθώς απλώνω τα χέρια μου στο κενό, εντελώς κενό, σε κείνον που πέρασε χωρίς να μπορέσω να τον κρατήσω με όλη την αγάπη μου, μου φαίνεται πως δεν είμαι πια τίποτε άλλο από έρωτας. Η σκέψη μου είναι τόσο γεμάτη από ό,τι μου είπε, ό,τι του είπα, ό,τι μου έγραψε…»95 Και σε κατάσταση συγκινησιακού παροξυσμού: «…Απευθύνομαι σε σας αγαπητέ μου… γιατί μονάχα για σας γράφω τις σελίδες αυτές… ήσασταν στη ζωή μου ένα συγκλονιστικό γεγονός… Σαν ένας μεγάλος σεισμός, σαν ένας κυκλώνας που φέρνει κάτι στο φως…»96

 

Ιδεατό υποκατάστατο…

To καμαράκι της στη Σωτηρία γεμίζει κόσμο. Η μοιραία ποιήτρια έχει γίνει αξιοθέατο. Η αυτοκτονία του Καρυωτάκη, η δική της ασθένεια, η μποέμ, σκανδαλώδης και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά της, και μαζί η έκδοση της πρώτης ποιητικής της συλλογής97, την φέρνουν στο προσκήνιο μιας δραματικής υπερβολής, που αφενός προκαλεί τη συστράτευση αγάπης αφοσιωμένων φίλων. και αφετέρου την αναιδή περιέργεια αυτής της κοσμικότητας, που θέλει να τραβήξει το παραβάν και να δει… Στους πρώτους ανήκουν η αγαπημένη της Μυρτιώτισσα98, η Γαλάτεια Καζαντζάκη99, η Αθηνά Γαϊτάνου-Γιαννιού100 και κάποιες φεμινίστριες από τον κύκλο του περιοδικού Ελληνίς, η Ίρις Σκαραβαίου101… Και βέβαια πολλοί από τους νέους, άγνωστους ποιητές-όλοι σχεδόν ερωτευμένοι μαζί της: ο Κώστας Παπαδάκης, ο Μίνως Ζώτος, ο Γιώργος Κοτζιούλας, ο Μανώλης Κανελλής…

Στη σκέψη της έχει εγκατασταθεί όμως τώρα ο Κερκυραίος ποιητής Γιάννης Χονδρογιάννης102, που θα μετεξελιχτεί στον τελευταίο λιγόζωο έρωτα της ζωής της.… Τη γνωριμία του, από τον Ιανουάριο του 1929, οφείλει στον Κώστα Παπαδάκη, από τον οποίο θα λάβει στο νοσοκομείο τα Λυπημένα λουλούδια του Χονδρογιάννη, ποιητική του συλλογή, που έχει κυκλοφορήσει από το 1926. Μια πρώτη συνάντηση των τριών στο Ζάππειο θα είναι η απαρχή ερωτικού σκιρτήματος, που θα ζωντανέψει στη συνέχεια και θα συνεπάρει τη Μαρία στη φαντασίωση μιας αισθηματικής αναγέννησης. Ο ψυχικός και πνευματικός τους συντονισμός, η κοινότητα των ενδιαφερόντων, η ποιητική τους φύση, οι νομικές σπουδές και η γαλλική τους παιδεία, η νεότητά τους τέλος, ασκούν μιαν αμοιβαία έλξη, που θα αναθερμάνει προσωρινά τον αποστραγγισμένη, τρωμένη ψυχή της Πολυδούρη. Είναι ως η πυρωμένη πάντοτε ψυχή της να αναζητά εναγώνια το υποκατάστατο έστω του χαμένου ποιητή της. Τον Δεκέμβρη του 1928, που εκδίδεται η πρώτη της ποιητική συλλογή, Οι τρίλλιες που σβήνουν, ο Χονδρογιάννης θα την υποδεχτεί με μια ενθουσιώδη κριτική στο περιοδικό Πνοή-κάποιοι τη χαρακτήρισαν ερωτική επιστολή103.

Γιάννης Χονδρογιάννης.

Την τρυφερή τους επικοινωνία ενδυναμώνουν δύο εκδρομές που θα πραγματοποιήσουν την άνοιξη του 1929. Η πρώτη τον Απρίλιο του 1929 στον Πόρο μαζί με τον αχώριστο φίλο Κώστα Παπαδάκη. «Το ότι, ένα δειλινό του Απρίλη, βρισκόμαστε τρεις άνθρωποι, δυο ονειροπαρμένοι νέοι και μια νέα, ωραία γυναίκα, μόνοι κοντά στη θάλασσα , σ’ένα νησάκι μακρυνό, μέσα σ’ένα δωμάτιο , έφτανε για να γεμίσει την ύπαρξή μας με την ακαθόριστη εκείνη ευφροσύνη κάποιων ωρών που το βάρος του υλικού κόσμου γίνεται αλαφρότερο κι από ένα φτερό, διαλύεται όλο σε φως και αέρα», σημειώνει ο Χονδρογιάννης στο βιβλίο του Η Πολυδούρη μετά τον Καρυωτάκη104.

Και για τη δεύτερη, μοναχική εκδρομή τους, αρχές Μαΐου στην Κηφισιά, παρά την ανυποχώρητη απειλή της αρρώστιας της: «… γυρίζοντας από μικρόν περίπατον, αντίκρυσα στο κατώφλι του ξενοδοχείου από μακρυά τ’ωραίο κι αψηλό κορμί της και τα εξαϋλωμένα μάτια της, τα αιθέρια, να ανυψώνονται ανυπόμονα και γνώριμα να μου χαμογελούν…  χαμένη μές στα σύσκια δένδρα, σαν πεταλούδα παιγνιδιάρα κι αλαφρή, γύριζε με μια παπαρούνα στο χέρι, που την έκανε να λάμπει με ξωτικό ένα φως!»105. Μετά από δυο μήνες σιωπής θα της στείλει επιστολή (24 Ιουνίου 1929) και θα της ορίζει ερωτική συνάντηση για το  Σάββατο 29 Ιουνίου. Αντί για την ίδια, ο Χονδρογιάννης θα λάβει την επιστολική της απάντηση από τη Σωτηρία. «Αγαπητέ κ. Χονδρογιάννη. Δυστυχώς δεν μπορώ να έρθω στο ραντεβού σας είμαι πολύ άρρωστη δε θα μπορούσα καν να κατεβώ απ’το κρεββάτι μου. Βλέπετε… πρέπει: να με λησμονήσετε, όπως τόσο φρόνιμα εκάματε έως τώρα. Είμαι μια αλυσσίδα από κόκκαλα, δεν πιστεύω να νομίζετε πως θα’μουν ένα ωραίο στολίδι για την αγάπη σας!». Σε δεύτερη, επίμονη για τη συνάντηση, επιστολή του, λίγες μέρες μετά (1η Ιουλίου 1929), που δείχνει ότι ο Χονδρογιάννης «αναγιγνώσκει» σωστά την προσχηματική άρνησή της, και πάλι θα ακολουθήσει η πείσμων άρνηση της ποιήτριας. Έτσι θα περάσουν στη φάση της ερωτικής αλληλογραφίας, μέχρι τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς, όταν ο ποιητής θα παραθερίζει στην ιδιαίτερη πατρίδα του και κείνη, αιχμάλωτη της αρρώστιας της, θα «κείτεται» στη Σωτηρία. Την εικόνα της αποτυπώνει στην τελευταία τους συνάντηση, πριν αναχωρήσει για το χωριό του, το Σωκράκι της Κέρκυρας: «Την είχα ειδοποιήσει από την προηγούμενη πως θα πήγαινα το πρωί, γιατί το απόγευμα έφευγε το βαπόρι. Τη βρήκα ντυμένη στα ολόασπρα, στο κρεββάτι της αρρώστειάς της και η μοναχική κάμαρά της να ευωδιάζει από τ’άνθη. Κάθησα αντικρύ της, σε μια πολυθρόνα. Σηκώθηκα από την πολυθρόνα αυτή μετά επτά ώρες. Μόλις πρόφθασα το βαπόρι που έφευγε»106.

Στην πραγματικότητα επρόκειτο για πλατωνικό έρωτα, που οι αναβαθμοί του εκτυλίσσονται στην επιστολογραφία τους. όπως και η υφολογία της επικοινωνίας τους, δείγμα της διαφορετικότητας των εκδηλώσεων και της έκφρασης του συναισθηματικού τους κόσμου. Εκείνη είναι -όπως η φύση την έπλασε-παθιασμένη, αυθόρμητη, ανυπόμονη, εριστική, αβέβαιη, γνήσια ερωτική. « Γιατί με βγάλατε από τη γαλήνη μου, ήταν τόσο καλά καθώς δεν περίμενα τίποτα. Και για μένα δεν έχει μεσαίο βαθμό. Ή η γαλήνη του νεκρού, ή η αγωνία».  Εκείνος δειλός, συνεσταλμένος, άτολμος, συγκρατημένος μέσα στις λυρικές του ποιητικές εξομολογήσεις, που δεν έχουν όμως την προσδοκώμενη, από κείνη, ερωτική ένταση. Ιδιαίτερα η επίμονη χρήση του πληθυντικού, εξοργίζει αφάνταστα τη Μαρία: «Οι πληθυντικοί σου μου φαίνονται καραγκιοζιλίκια, προσποιήσεις, ψεύτικα πράμματα και μ’αηδιάζουν».

Η τελευταία επίσκεψή του στη Μαρία, θα είναι τον Μάρτιο του 1930, στην ύστατη φάση της αρρώστιας της, όταν έχει μεταφερθεί στην ιδιωτική κλινική του Χρηστομάνου. Κάποιες επιστολές-περισσότερο φιλολογικού χαρακτήρα- έχουν ανταλλάξει τον Ιανουάριο του 1930, με την έκδοση της δεύτερης ποιητικής της συλλογής Ηχώ στο χάος107, για την οποία θα γράψει ξανά ενθουσιαστικά σχόλια. Τα ίδια σχόλια θα καταθέσει και στην κριτική του για το έργο της, στο περιοδικό Ελληνική Επιθεώρησις.

Τι ήταν ωστόσο εκείνο που δηλητηρίασε τη βραχύβια εκ των πραγμάτων σχέση τους; Πέρα από τις παραξενιές των ερωτευμένων και τις ιδιαιτερότητες των χαρακτήρων τους και πάνω απ’όλα, την τραγικότητα της ασθένειας, μια δικαιολογημένη απόλυτα παρεξήγηση της ποιήτριας με αφορμή ποίημα της δεύτερης συλλογής του Χονδρογιάννη, που κυκλοφορεί στα τέλη του 1929, με τον τίτλο: Μυστικές μέρες108. «Στο τέλος, ανέσυρε κάτου από το μαξιλάρι της το τελευταίο βιβλίο μου, τις Μυστικές Ημέρες, μου τις έδειξε και μου είπε: «Εγώ ξαίρω, ότι εκτός από τα ποιήματα που φαίνονται πως είναι γραμμένα για μένα, υπάρχουν και άλλα πολλά109, που είναι χωρίς να φαίνονται, αλλά εγώ τα ξαίρω κι αυτά» και χαμογέλασε πικρά, πετώντας το βιβλίο στο κρεββάτι της», μεταφέρει στις σημειώσεις του ο Χονδρογιάννης τη σκηνή από την τελευταία του επίσκεψη στη Μαρία. Τα δυο γράμματα που πρόλαβε να της στείλει στη συνέχεια, το λίγο διάστημα μέχρι τον θάνατό της, ήταν ίσως ανάμεσα σε ό,τι κατέστρεψε εκείνη λίγο πριν χαθεί110.

 

«Σ’αναμονή θανάτου»

Μετά την έκδοση της δεύτερης ποιητικής της συλλογής Ηχώ στο χάος (Δεκέμβριος 1929), η φήμη της Μαρίας Πολυδούρη θα απλωθεί ηχηρά σε όλους τους λογοτεχνικούς κύκλους. Λίγους μήνες πριν από το τέλος οι επισκέψεις λογοτεχνών και καλλιτεχνών της εποχής πληθαίνουν. Ανάμεσά τους, ο δάσκαλός της Φώτος Πολίτης και η Μαρίκα Κοτοπούλη, ο Σωτήρης Σκίπης και ο Κώστας Ουράνης μαζί με τη σύζυγό του Ελένη, ο σκιτσογράφος Φωκίων Δημητριάδης. Ο Άγγελος Σικελιανός: «Χρωστώ στη Μυρτιώτισσα τη γνωριμία μου με την Πολυδούρη. Ήτανε τους τελευταίους μήνες του 1929 και τους πρώτους του 1930, σ’έναν από τους πιο ζοφερούς τότε κύκλους της Νεοελληνικής κόλασης, στο φθισιατρείο η Σωτηρία. Της χρωστώ πως δεν μ’έμπασε  από την πόρτα της κοινής εισόδου που την μισάνοιγαν τότε κάποιοι «θαυμαστές» βάνοντας το κεφάλι τους ανάμεσα στη χαραμάδα μόνο από το φόβο των μικρόβιων, για να ιδούνε καθηλωμένη σ’ένα απλό κλινάρι, μια νέα περήφανη μορφή που τήκονταν ώρα την ώρα  και που την παράστεκε ο αόρατος αρχαγγελικός θάνατος»111. Η συγκίνησή του στο θέαμα της χλωμής ποιήτριας γίνεται ακόμα μεγαλύτερη καθώς οι συνειρμοί τον οδηγούν στις επώδυνες μνήμες του θανάτου της αδελφής του Πηνελόπης στο Νταβός της Ελβετίας, από την ίδια ασθένεια. «Από τα τραγούδια της Μαρίας δεν ήξερα κι’ ακόμα δεν καλοξέρω παρά μόνο ένα τραγούδι, εκείνο που καθιέρωνε τον έρωτά της στον αγαπημένο της που δεν υπήρχε πια, αυτό που λέγεται «Γιατί μ’ αγάπησες» και πούφτανε για την ψυχή μου, γιατί η λυρική γυναικεία της φωνή ανέβαινε σε τούτο το τραγούδι με την καθαρότητα ενός αηδονήσιου τραγουδιού μέσα στη νύχτα… ό,τι μ’ είχε φέρει αντίκρυ στην ψυχή της, είταν η φλόγα πούκαιγε σε κείνο το τραγούδι και που φαίνονταν στα μάτια της να καίει τόσο πολύ, όπου ώρες-ώρες έλεγα πως θα την σώριαζε ήσυχα καθώς με κοίταζαν, απάνω στο προσκέφαλο, όπως πέφτει σε μια στια πάνω στη στάχτη ένα δαυλί, που αναλαμπάδιασεν ολόκληρο μεμιάς…»112

Η Μαρία Πολυδούρη στο κρεββάτι του πόνου, σκίτσο του Φωκίωνα Δημητριάδη.

Τα δημοσιεύματα στον τύπο –άλλα καλοπροαίρετα και ειλικρινή ώστε να προκληθεί ένα ευρύτερο και ουσιαστικό ενδιαφέρον για την υποστήριξη, με κάθε τρόπο, της ποιήτριας-και άλλα ηχηρά και δακρύβρεχτα ή σκληρά και αήθη, που σπιλώνουν ηθικά το ψυχικό μεγαλείο και την αήττητη αξιοπρέπειά της. Στα πρώτα, το άρθρο του Κώστα Ουράνη113, με το οποίο θα ζητήσει τη διενέργεια εράνου για τη φτωχή ποιήτρια,  μας προσφέρει και την εικονοποιΐα του δεινού εγκλεισμού της: «Ένα μικρό φτωχικό δωμάτιο… Ένα κοινότατο μικροσκοπικό τραπέζι και δυο μονά σιδερένια κρεβάτια, στρωμένα με στρατιωτικές κουβέρτες-αυτό ήταν όλο. Από το ανοιχτό παράθυρο, το χειμωνιάτικο κρύο πάγωνε τους τοίχους, και τα κρεβάτια, και τις πλάκες του δαπέδου. Και σ’ένα από τα δυο κρεβάτια, με τους ώμους ανασηκωμένους από ένα πλήθος μικρών μαξιλαριών, συγυρισμένη για μια αναμονή, μια νέα κόρη, που θα είταν άλλοτε ένα άνθος ομορφιάς, ακίνητη τώρα σε μια βαθειά εξάντληση, μας κοίταζε με δυο μεγάλα μαύρα μάτια που, μέσα στην κέρινη χλωμάδα του προσώπου της, έλαμπαν από τον πυρετό σαν δυο κάρβουνα…»114  Μια ύστατη έκκληση  από την Αθηνά Γαϊτάνου-Γιαννιού προς τις αναγνώστριες του περιοδικού «Ελληνίς» για την οικονομική υποστήριξη της ποιήτριας, χειρονομία αρμόζουσα  στο ήθος και στην αξιοπρέπειά της: «…να περάσουν από τα γραφεία μας και να αγοράσουν το βιβλίο της που τιμάται με 20 δραχμάς. Να είναι βέβαιες, πως δεν θα το μετανιώσουν, θ’απολαύσουν βαθειές ποιητικές συγκινήσεις  διαβάζοντάς το και θα συντελέσουν ίσως να σωθεί  μια ωραία και ευγενικιά ζωή»115.

Για το «υποκριτικό», όψιμο ενδιαφέρον του διανοούμενου κόσμου και την κίβδηλη κοσμική παρουσία του θα δημοσιεύσει, μετά το άρθρο του Ουράνη, ο Παύλος Κριναίος το σαρκαστικό του σχόλιο: «Τα αυτοκίνητα πηγαινοέρχονται με κοσμικούς κυρίους και ντεμουαζελίτσες, η Σωτηρία γίνεται το κοινόν ραντεβού όλων. Η ποιήτρια-Θέαμα, ο Πόνος της επιφυλλίς και ανάγνωσμα. Μονυελοφορούντες και μη, κριτικοί και επιφυλλιδογράφοι, εκάνατε μεγάλον κακόν, εδώσατε πραγματικήν συμφοράν εις την ποιήτριαν. Εξυπνήσατε πολύ αργά για να την ζημιώσετε ηθικά, ψυχικά, ανεπανόρθωτα. Οι φίλοι της, οι σύντροφοί της που φώναζαν τόσον καιρόν της φτάνουν. Δεν είχεν ανάγκη από τον όψιμον οίκτον σας, και την φιλανθρωπίαν σας…»116.

Είναι γεγονός -που τεκμηριώνουν όχι μόνον οι μαρτυρίες των πολύ δικών της ανθρώπων αλλά και οι ίδιοι οι ανυπόταχτοι στίχοι της- ότι η περηφάνια της δεν επέτρεπε καμιά χειρονομία οίκτου. Πριν καμφθούν απόλυτα οι δυνάμεις της και -καθώς μας πληροφορεί η Αθηνά Γαϊτάνου-Γιαννιού-όταν μαθαίνει για τις κριτικές των ποιημάτων της ή τις διάφορες κινήσεις υποστήριξης και τα σχετικά δημοσιεύματα εντύπων, εξεγείρεται η περήφανη ψυχή της: «Να κρίνουν το τραγούδι μου, να το χτυπήσουν! Μα τι τους ενδιαφέρει η φτώχεια κι η αρρώστεια μου; Ποιος γύρεψε τον οίκτο τους;»117 Και σε αχρονολόγητη επιστολή της προς τον Γιάννη Χονδρογιάννη, λίγο πριν το τέλος: «Γιατί τι ενδιαφέρον θέλεις να έχει για μένα η κρίση του ενός και του άλλου εφημεριδομπακάλη ή αριστοκράτη των γραμμάτων που δεν έχει καμμιά θέση στην καρδιά μου;»118.

Σπαρακτικοί οι στίχοι της – διαθήκη ως για την αιωνιότητα: «Την περηφάνια μου μην ταπεινώσεις/κοίτα, μη μου λερώσεις τα φτερά»119. Αντικατοπτρισμοί της μεγάλης αλήθειας της, που σε μια συνεπή διαλεκτική με τη ζωή της, τις ενσυνείδητες επιλογές και τα παιχνίδια της μοίρας, προσφέρουν το συνολικό ψυχικό και συναισθηματικό ανάπτυγμα της ζωής και της σκέψης της-της ποίησής της. Όπως το εκφράζει με την εύστοχη παρατήρησή του ο Τέλλος Άγρας «ιχνογραφώντας» και τους δύο ποιητές, την Πολυδούρη και τον Καρυωτάκη: «Για έναν αληθινό ποιητή, το έργο του, σαρξ εκ της σαρκός του και οστούν εκ των οστών του, δεν είν’άλλο παρά τυχαία –και μοιραία- έκφραση της ζωής του, όμοια μ’όλες τις άλλες, σε τρόπο που η τέχνη του να είναι η ζωή του και η ζωή του να είναι η τέχνη του, μαζί ν’αρχίζουν , μαζί να προχωρούν και μαζί να τελειώνουν»120.

Από τον Ιανουάριο του 1930 η κατάσταση της υγείας της γνωρίζει ραγδαία επιδείνωση. Λίγους μήνες μετά, ξημερώνοντας η 29η Απρίλη, θ’αφήσει την τελευταία της πνοή στην ιδιωτική κλινική Χρηστομάνου121, στην οποία έχει φροντίσει, με δικές του δαπάνες, να μεταφερθεί, ο πρώην αρραβωνιαστικός της Αριστοτέλης Γεωργίου, χωρίς η ίδια να το μάθει ποτέ. Οι μόνοι άνθρωποι κοντά της εκείνη τη νύχτα-όπως και σε όλο το διάστημα της τυραννίας της-, ο επιστήθιος φίλος της Βασίλης Γεντέκος122, και η αφοσιωμένη αδελφή της Βιργινία. Η κηδεία της θα γίνει την ίδια μέρα. «Μια μικρή νεανική κουστωδία», όπως γράφει ο Άγγελος Τερζάκης, σφιγμένοι στη βουβαμάρα της λύπης, ξεκίνησαν εκείνο το πρωινό να πάνε στην ιδιωτική κλινική στα Κάτω Πατήσια για να συναντήσουν τη νεκρή πια ποιήτρια: «… Όταν φτάσαμε κι ανεβήκαμε στο απάνω πάτωμα, στο μακρύ, γυαλιστερό διάδρομο, μας είπαν να περιμένουμε, να μη μπούμε στο δωμάτιο της νεκρής. Η πόρτα του άνοιξε, βγήκε ένα φορείο. Απάνω, τυλιγμένο από κορφή σε νύχια μέσα σ΄ασπρο σεντόνι, ένα κορμί κοριτσιού ταλαντευόταν μαλακά, ίσως ακόμα ζεστό, και που τόνιωθες τρυφερό. Πέρασε αργά μπροστά μας. Σκύψαμε τα κεφάλια μας. Και την ξαναβλέπω κάτω στο μικροσκοπικό εκκλησάκι της κλινικής, ύστερα στην εκκλησία του Α’ Νεκροταφείου. Ακολουθήσαμε το δρόμο για τον τάφο λιγοστοί πάντα, μια κηδεία σχεδόν οικογενειακή, όπου εμείς, οι νέοι, οι ολότελα ξένοι στην οικογένεια, είχαμε το αίσθημα πως κηδεύουμε κάποιον, που, κρυφά, ανήκει μόνο σ’ εμάς… την ώρα εκείνη που πορευόταν προς τον τάφο το λείψανο της Μαρίας Πολυδούρη, ακούγαμε σκοτεινά μέσα μας ν’ανακρούεται το επικό εμβατήριο μιας εποχής»123.

Πολλά έχουν γραφεί και πολλά εξακολουθούν να γράφονται επιχειρώντας να αιχμαλωτίσουν μέσα σε λογικές εικασίες και πιθανότητες την άδοξη κατάληξη ενός μοναδικού ερωτικού δεσμού και τις δραματικές του διασταυρώσεις με τον θάνατο. Η μοιραία συνάντηση του Κώστα Καρυωτάκη και της Μαρίας Πολυδούρη- συνοδοιπορία έρωτα και  θανάτου- υπήρξε πάνω απ’όλους τους ερμηνευτικούς σχολιασμούς- μια εκδοχή της «ποιητικής» τους, μια ιδιοσυγκρασιακή ποιητική, η ποιητική μιας επιλέγουσας άσφαλτα τα θύματά της «μοίρας» ή η «αντι-ποιητική» μιας πραγματικότητας, που, άχρωμη και απαθής, εκδιώκει απηνώς τους ποιητές. Η συνανάγνωση και η συνεκτίμηση των παραπάνω θα οδηγεί ενδεχομένως προς μια μερική έστω πάντα αλήθεια, όπως άλλωστε συμβαίνει με το λογικά παράλογο πολλών καταστάσεων και δη της φύσης των ποιητών.

 

Υπάρχει (;) και η ποίηση

Στην περίπτωση της Μαρίας Πολυδούρη (όπως και του Καρυωτάκη) η κριτική παρασύρεται σε μια χρόνια διολίσθηση προς τη δραματικότητα της ζωής τους, την οποία προσπαθεί να ιχνηλατήσει και μέσα στην ποίησή τους, χρησιμοποιώντας την ως έναν εγκιβωτισμένο εκεί μυστικό οδηγό διττής κατανόησης-από τη ζωή στο έργο τους και από το έργο στη ζωή τους. «Λίγα ονόματα είναι ενωμένα μέσα στη λογοτεχνική μας ζωή, όσο του Καρυωτάκη με την Πολυδούρη. Επλάσαμε γύρω στο δεσμό τους ένα μύθο που μας διευκολύνει ίσως και στην προσέγγιση του έργου. Πέρα όμως από το μύθο υπάρχει μια πραγματικότητα, που μπορεί να ξεπερνάει τη δύναμη του μύθου», θα γράψει ο Γιάννης Χατζίνης124.

Η Χριστίνα Ντουνιά εκφέρει τη δική της άποψη σχετικά με το ζήτημα πρόταξης της ζωής της ποιήτριας σε βάρος του έργου της: «Το ερώτημα που θέτει συνήθως η κριτική όταν εκφράζει τον σκεπτικισμό της για την περίπτωση της Πολυδούρη είναι το εξής: «Θα ενδιαφερόμασταν τόσο πολύ για την ποιήτρια, αν δεν μας συγκινούσε η ιστορία της; Έχω τη γνώμη ότι το ερώτημα πρέπει να αντιστραφεί: θα μας απασχολούσε η ζωή της Πολυδούρη, αν δεν ήταν καλή ποιήτρια;» Και επικαλούμενη την περίπτωση και των δύο ποιητών Πολυδούρη και Καρυωτάκη, αναγνωρίζει ότι ανήκουν στους δημιουργούς που η ζωή τους έχει ταυτιστεί σε τέτοιο βαθμό με το έργο τους, ώστε  τα συμβάντα του βίου τους να μετατρέπονται σε «λογοτεχνικό γεγονός»125.

Το γεγονός ωστόσο αυτής της ταύτισης εξακολουθεί να αδικεί και να οδηγεί σε υστερήσεις, μονομέρειες και μεροληψίες τη σοβαρή και ανανεούμενη -όπως οι μεταμορφώσεις και οι μεταλλαγές των εποχών απαιτούν- κρίση για το έργο της126. Αν και δεν είναι πρόθεση της παρούσας μελέτης η φιλολογική παρουσίαση μιας κριτικής επισκόπησης πάνω στο έργο της Μαρίας Πολυδούρη, εντούτοις είναι αναγκαίο να κατατεθούν κάποιες, συναφείς με το έργο της, σκέψεις. Η συνολική εργασία και αποκατάστασή του από την καθηγήτρια Χριστίνα Ντουνιά, προσφέρει το στέρεο, πρωτογενές (και ερμηνευτικό) υλικό για τις όποιες μελλοντικές κριτικές «αναγνώσεις» και αναθεωρήσεις.

Το έργο της Μαρίας Πολυδούρη αποτελείται από δύο ποιητικές συλλογές, ένα μυθιστόρημα, ένα σπάραγμα Αυτοβιογραφίας, επιστολές, ημερολόγια, δύο μαθητικά της κείμενα και διάσπαρτη σε έντυπα της εποχής ποίηση. Στην ολιγόζωη πορεία της φαίνεται να πέρασε από περιόδους που αισθανόταν πιο έντονες τις δυνάμεις που την οδηγούσαν στην πεζογραφία, για να κατασταλάξει οριστικά στην ποίηση και να περάσει στη νεοελληνική γραμματεία ως η πιο ποιοτική, λυρική γυναικεία φωνή της μεσοπολεμικής δεκαετίας του 1920. Πρόλαβε να δει την έκδοση των ποιητικών της συλλογών: Οι τρίλλιες που σβήνουν (τέλη του 1928), λίγους μήνες μετά την αυτοκτονία του ποιητή της και ένα χρόνο μετά, την έκδοση της συλλογής: Ηχώ στο χάος (τέλη του 1929). Στο μεταξύ ποιήματά της δημοσιεύει στα χρόνια της πρώιμης ποιητικής της ωρίμανσης, στα περιοδικά: Πολιτισμός του Φώτου Γιοφύλλη, Η Παιδική Χαρά127, Ημερολόγιο Πανδώρα, Πνοή, Ελληνίς, Ελληνική Επιθεώρησις, εφημερίδα Πρωΐα. Θερμή υποδοχή θα επιφυλάξουν στα ποιήματά της οι νέοι τότε ποιητές -και θαυμαστές της- και τα φεμινιστικά έντυπα, που αναγνωρίζουν στο πρόσωπό της τη γνήσια εκπρόσωπο της γυναικείας χειραφέτησης στην πράξη αλλά και την ποιήτρια που διακρίνεται για το «στοχαστικό» της «Πνεύμα»128.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τη στοχαστική διάθεση της ποίησής της θα σημειώσει και ο Σωτήρης Σκίπης129 και θα  εξάρει ο Γιάννης Χονδρογιάννης: «Απορεί κανείς, μα την αλήθεια, πώς είναι δυνατόν να βρίσκεται μέσα σε μια γυναικεία καρδιά τόση θαυμαστή απλότης και τόσος στοχασμός»130. Αλλά και στις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν, η κριτική δεν θα μετακινηθεί από τα γνωστά, ενώ στις πολύ σύντομες131 γραμματολογικές αναφορές η Πολυδούρη θα αναφέρεται απλώς ως η σημαντικότερη γυναικεία φωνή της γενιάς της με όλα τα ψεγάδια όμως και τις «κοινοτοπίες» της ποίησής της. Και χωρίς να μεταβάλλεται η ουσία της  κριτικής αποτίμησης, συχνά αναφέρεται ο πρόωρος θάνατός της ως εμπόδιο στην εξέλιξη της ποιητικής της γραφής. αλλά και η επήρεια της αρρώστιας στη μορφοποίηση της «κλαυθμηράς διαθέσεως», όπως καταθέτει στη δική του κριτική ο Τέλλος Άγρας, υπερασπιζόμενος και τη «φυσικότητα» των στίχων της, παρά την ποικιλία «των ευχερώς χρησιμοποιηθέντων ρυθμών»132.

Οι αιτιάσεις που της απευθύνονται προέρχονται από δύο κυρίως πεδία: α. το μορφικό-η ποιήτρια θυσιάζει στο όνομα της ποιητικής της αυθορμησίας και της πηγαίας εκτόνωσης του συναισθήματος τη μορφική αρτιότητα της ποίησής της. και β. την αποκλειστική πρόταξη του προσωπικού-υποκειμενικού βιώματος σε βάρος της συλλογικότητας και των κοινωνικών αγώνων της εποχής133, τους οποίους ωστόσο με τη συμπεριφορά, το εξεγερμένο ήθος και την ανυπόταχτη προσωπικότητά της υπηρετούσε χωρίς συμβιβασμούς και μικροαστικές συμβατικότητες.

Είναι άραγε αποτετελεσμένη η κριτική για την ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη; Και σε ποιο βαθμό και με ποια στοιχεία-μετά από τις ανακατατάξεις στη θεώρηση της ποίησης και της ποιητικής γραφής από τη δεκετία του ’30 και μετά-μπορούμε να κρατάμε την ποίησή της «αιχμάλωτη» της τραυματικής ζωής και της συγχρονικής της κριτικής; Μήπως οι κεραίες μιας ανοιχτής συζήτησης για την ποίηση γενικότερα, τα περιεχόμενα και τις τεχνικές, την αναζήτηση του έσω ανθρώπου, τη διαλεκτική ποίησης και πρόζας και όσα άλλα προκύπτουν στην ιστορική αναθεώρηση των ποιητικών έργων, θα μπορούσε να συμπεριλάβουν και την Πολυδούρη; Αρκετά νωρίς, ο Κώστας Σταματίου επισημαίνει την ανάγκη επανεξέτασης του έργου της: «Προσωπικά πιστεύω πως μια νέα ανάλυση και τοποθέτηση ήταν απαραίτητες. Ιδιαίτερα γιατί, με την εξαίρεση του Τέλλου Άγρα, η παλιότερη κριτική είχε δει πολύ περιορισμένα το έργο της Πολυδούρη, συρρικνώνοντάς το στο πρωτογενές ερωτικό στοιχείο»134.

Η Χριστίνα Ντουνιά-που άνοιξε το δρόμο και συστηματικά τον υπηρετεί-, για την επιστροφή στα «χρωστούμενα» προς τη μεσοπολεμική γενιά, και ιδιαίτερα στην Πολυδούρη- αποφαίνεται: «Πράγματι η Μαρία  Πολυδούρη δεν αρκείται στην αυθόρμητη μεταφορά του βιώματος στους στίχους της. Διαθέτει την οξύνοια και την καλλιτεχνική ωριμότητα που της επιτρέπουν να στοχαστεί πάνω στα γεγονότα της ζωής και στις προσωπικές της επιλογές, να διεκδικήσει τον έλεγχο της μοίρας της και των εκφραστικών της μέσων… Όλα αυτά ακόμα και αν δεν φαίνονται καθαρά, δεν θεματοποιούνται δηλαδή στην ποίησή της, τη διατρέχουν όμως υπόγεια, γεγονός που της δίνει την δυνατότητα να μεταβάλει τον ορίζοντα προσδοκιών της εποχής της και να στοιχειοθετήσει νέα κριτήρια πρόσληψης της γυναικείας γραφής»135.

Η Μαρία Πολυδούρη ήταν στη ζωή και στην ποίηση αυτό που ένιωσε για κείνη, με την τιτάνια ψυχή του, ο Σικελιανός στο λίγο που την έζησε όντας στο κρεβάτι του πόνου. Είναι γεγονός ότι δεν διέθεσε απόλυτα τη φλεγόμενη ψυχή της πουθενά αλλού,  παρά μονάχα στην ποίηση και στον έρωτα- τη βαθιά επαφή της με την «ουσία». Στην ποίησή της  προσέδωσε τις τονικότητες όλων των ήχων του έρωτα και της ζωής, σε μιαν ευαίσθητη και ευπαθή μουσική «υπερχορδή», που η απόλυτη δοτικότητα της φωνής της ακούστηκε ως αυτοκαταστροφική ενσυναίσθηση του ιδεατού. Κοιτώντας το πρόσωπό της, είναι ίσως καιρός να σμιλέψουμε το πορτρέτο του ανθρώπου που φέρει την τόλμη της επανάστασης στον ίδιο βαθμό με το «θάρρος των δακρύων»136. Το έχει τόσο ανάγκη η στερεμένη και από τα δύο εποχή μας! Όσο για την ποίησή της, ό,τι είπε για τον Καρυωτάκη ο Φώτης Κόντογλους εκείνες τις παγερές μέρες: ας αφήσει πίσω της η κριτική τη «νεκροψία» πάνω στο κορμιά της κι ας αφουγκραστεί απελεύθερο από τους «επιστημονικούς κυνισμούς» τη φωνή των στίχων της137.

Η Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού είναι διδάκτωρ Κοινωνικής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Λευκάδας. Είναι επίσης μέλος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, της Ελληνικής Εταιρείας Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού. Συνεργάζεται με τον εκδοτικό οίκο Γρηγόρη ως διευθύντρια της σειράς «Η Ελληνική Σκέψη της Διασποράς». Είναι συγγραφέας του θεατρικού έργου Μαρία Πολυδούρη (Βακχικόν, 2019). Το έργο παραστάθηκε (χειμερινή σεζόν 2018-2019 και 2019-2020) από τον «Οργανισμό Ελληνικού Θεάτρου ΑΙΧΜΗ».

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Β΄ ΜΕΡΟΥΣ

61. Ο έρωτάς της για τον Σπύρο Μαρκέτο φαίνεται να εκπνέει όταν μετά την επιστροφή του από την Σμύρνη θα τοποθετηθεί ως Διευθυντής στη Νομαρχία Αττικής – όπου υπηρετεί και η Πολυδούρη.

62. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…, (Ημερολόγιο), ό.π., σ. 186.

63. Ό.π., σ. 190.

64. Ό.π., σ. 190.

65. “Ημερολόγιο”, 12 Μαΐου (1922) Μεσάνυχτα. Ό.π., σ. 192.

66. Ό.π., σ. 192.

67. Ό.π., σ. 212.

68. Το ποίημα είχε αρχικά αφιέρωση «Μ». Βλ. Κ. Γ. Καρυωτάκης, επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδης, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1980, σ. 70.

69. Για τις στιγματιστικές επιπτώσεις της φυματίωσης, βλ. Κωνσταντίνος Τσιάμης, Μαρία Μάνδυλα – Κουσουνή, Δημήτριος Ανωγιάτης – Pele, “Ιατρικές και κοινωνικές αντιλήψεις περί φυματιώσεως την εποχή του Μεσοπολέμου”, Ιατρικά Χρονικά Βορειοδυτικής Ελλάδας 2014, τόμος 10, Τεύχος 1, σ. 56-60.

70. Ο πρώτος εφηβικός έρωτας του Καρυωτάκη. Τη Χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη θα ερωτευτεί το 1913, σε ηλικία 17 χρονών. Η σχέση τους θα συνεχιστεί με διαλείμματα ακόμα και μετά τον γάμο της Άννας (1915, σε ηλικία 19 χρονών), τουλάχιστον μέχρι το 1922. (Βλ. περιοδικό Η Λέξη, ειδικό αφιέρωμα για τα 60 χρόνια από τον θάνατο του ποιητή, τεύχος 79-80, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1988, σ. 804-807).

71. Ο Γ. Π. Σαββίδης, που έχει το ταλέντο να κοιτάζει από την… παραφιλολογική “κλειδαρότρυπα“, προσπαθώντας να ερμηνεύσει σημείο από την “Αποχαιρετιστήρια Επιστολή“ του Καρυωτάκη, γράφει: «Βεβαίως, ο ποιητής μας – όπως όλοι δα οι “υγιώς σκεπτόμενοι“  Έλληνες άνδρες – εσύχναζε σε μπορντέλα και είχε επισκεφθεί το “Moulin Rouge“στο Παρίσι. Επίσης είχε δεσμούς με κοπέλες, ύπανδρες γυναίκες και ποιήτριες ελευθέρων ηθών…»(Γ.Π. Σαββίδης, Στα χνάρια του Καρυωτάκη, Κείμενα 1966-88, Νεφέλη, Αθήνα 1989, σ. 109).

72. Και αυτό το ποίημα φέρει την αφιέρωση «Μ. Π.».

73. Μ. Πολυδούρη, Τα ποιήματα…, (Στοιχεία βιογραφίας), σ. 397.

 74. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο… , ό.π., (Γράμματα από το Παρίσι), σ. 237-238.

75. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο… , ό.π., σ.239.

76. Επιστολή προς τον Βασίλη Γεντέκο, με ημερομηνία 10 Απριλίου (1927).  (Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…, ό.π.), σ. 241.

77. Πρόκειται για τον Αδάμ Δεϊμέζη, θαυμαστή και φίλο της αδερφής της Βιργινίας, τον οποίο φαίνεται να μην εκτιμά διόλου η Μαρία. Ο Δεϊμέζης είχε γράψει το βιβλίο: Η σύγχρονος Σουηδία και ο σουηδικός πολιτισμός, Paris,εκδ. οίκος Jean Budry & Cie,1928.

78. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…, ό.π. , σ. 242.

79. Βλ. Κώστας Σταματίου, “Εξόριστη στην εποχή της”. Τα (σχεδόν πλήρη) Άπαντα της Πολυδούρη, εφ. Τα Νέα, 3 Απριλίου 1982, και Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…, ό.π., σ. 273. Για τον Γιάννη Ρίτσο η Πολυδούρη θα γράψει το ποίημα “Βαριά καρδιά“ (Οι τρίλλιες που σβήνουν). Και με αφιέρωση «Στον κ. Γιάννη Ρίτσο» το ποίημα «Θυσία» (Οι τρίλλιες που σβήνουν).

80. Στις 21 Απριλίου εκδίδεται η απόφαση μετάθεσης του Καρυωτάκη στην Πρέβεζα. Στις 18 Ιουνίου 1928 θα φτάσει στην Πρέβεζα με καράβι. Θα τοποθετηθεί στη Νομαρχία Πρέβεζας, στο “Γραφείο Εποικισμού κα Αποκαταστάσεως Προσφύγων“. Νομάρχης ήταν τότε ο Γεώργιος Π. Γεωργιάδης.

81. Αλεξάνδρα Κωστάκη – Μέξη, Κώστας Καρυωτάκης – Μαρία Πολυδούρη, εκδ. Άπειρος Χώρα, Αθήνα 2014.

82. Βλ. Ζήση Καπούλα, Τα συλλογικά δικαιώματα της απεργίας και του συνεταιρίζεσθαι των δημοσίων υπαλλήλων, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2002. Για την περίοδο του Μεσοπολέμου, βλ. τρίτο κεφάλαιο, με τίτλο: Σελίδες από την Ιστορία του δημοσιοϋπαλληλικού κινήματος (1920-1931), σ. 291 κ.ε.

83. Γεωργία Δάλκου, Κ. Γ. Καρυωτάκης, Δημόσιος υπάλληλος εξ Αθηνών…,ό.π. και Γιάννης Παπακώστας, Ο πολιτικός Καρυωτάκης, Βιβλιοπωλείον της “Εστίας“, Αθήνα 1992.

84. Ανάγκη χρηστότητος, Ένα λανθάνον κείμενο κοινωνικής πολιτικής – Επιμέλεια – Σημειώσεις – Σχόλια: Γιάννης Παπακώστας, Φιλιππότης, Αθήνα 1986. Το άρθρο δημοσίευσε ο Καρυωτάκης ως Γενικός Γραμματέας της Ένωσης Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών, λίγο πριν αρχίσουν οι διαδοχικές, δυσμενείς υπηρεσιακές του μετακινήσεις. Βλ. Γ. Ρομποτής, Η διοίκηση την ελληνική λογοτεχνία…, ό.π., σ. 130-132, Γ. Παπακώστας, ό.π., σ. 84 κ.ε. Το κείμενο υπερβαίνει την απλή παρουσίαση της κατάστασης των δημοσίων υπαλλήλων και τα δικαιολογημένα αιτήματά τους, και προχωρεί σε δριμεία κριτική όλου του σαθρού πολιτικού και διοικητικού κατεστημένου. Το άρθρο χρησιμοποιήθηκε συχνά – αν και δημοσιεύτηκε σε αντιβενιζελική εφημερίδα – ως τεκμήριο αριστερών ιδεών του ποιητή. Ο ίδιος, προερχόμενος από φιλοβασιλική οικογένεια, παρέμενε αντιβενιζελικός, χωρίς ωστόσο να εκδηλώνει ανοιχτά την ιδεολογκή του τοποθέτηση. (Βλ. και Ζωή Γεωργιάδου, Αναπαράσταση του νεοελληνικού κράτους στο έργο του Κώστα Καρυωτάκη, Τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας, Φιλολογική Σχολή, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Κομοτηνή 2013, σ. 8.

85. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…, ό.π. , σ. 273.

86. Βλ. σχετικά, Γ.Π. Σαββίδης, Στα χνάρια του Καρυωτάκη, ό.π.. Βαγγέλης Αυδίκος, “Η αυτοκτονία του Καρυωτάκη, η Πρέβεζα της εποχής και ο τύπος”, στο: Συμπόσιο για τον Κ.Γ. Καρυωτάκη, Πρακτικά, Πρέβεζα 1990, σ. 353-363. Στο ίδιο, Γ.Π. Σαββίδης, “Η αποχαιρετιστήρια επιστολή του Κ.Γ. Καρυωτάκη”,σ. 365-375. Αλεξάνδρα Κωστάκη – Μέξη, Κώστας Καρυωτάκης – Μαρία Πολυδούρη, ό.π.

87. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1923 με τον τίτλο: “Τραγούδι παραφροσύνης”. Βλ. Κ.Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, επιμέλεια: Γ.Π. Σαββίδης, Ερμής 1980, σ. 107.

88. Μια εκδοχή του θανάτου του, βλ. Ελένη Κουρμαντζή, Κ.Γ. Καρυωτάκης: Ένας πρακτικός θάνατος στην Πρέβεζα (file:///C:/Users/%CE%92%CE%99%CE%92%CE%97/Downloads/4893%20(2).pdf)

89. Βλ. Γ. Ρομποτής, Η διοίκηση την ελληνική λογοτεχνία…, ό.π., σ. 120.

90. Γ. Ρομποτής, ό.π., σ. 130-131 και σημείωση 388. Θα γράψει ο Βύρων Λεοντάρης: «Κοινωνικός ποιητής ο Καρυωτάκης και συγχρόνως ποιητής της εσωτερικής, προσωπικής περιπέτειας, ένωσε τις άκρες των δύο τάσεων, προκαλώντας την τρομερή ηλεκτρική κένωση στο σώμα της λογοτεχνίας μας…». (Δοκίμια για την ποίηση, Έρασμος, Αθήνα 1985, σ. 18).

91. Γ.Π. Σαββίδης, Στα χνάρια του Καρυωτάκη, ό.π., σ. 101-115. και Χριστίνα Ντουνιά, “Η αποχαιρετιστήρια επιστολή του Καρυωτάκη: μια νέα απόπειρα αποκρυπτογράφησης”, Ανάτυπο από το περιοδικό Κονδυλοφόρος, 4/2005, σ. 139-147.

92. Τέλλος Άγρας, “Ο Καρυωτάκης και οι Σάτιρες”, στο Κ.Γ. Καρυωτάκη, Άπαντα, 1938, σ. LXXXIX-CXXIX).

93. Το κείμενο γράφτηκε στις 24-7-1929, ένα χρόνο μετά την αυτοκτονία του Καρυωτάκη. Βλ. Γ.Π. Σαββίδης, ό.π., σ. 170-171.

94. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…, ό.π., σ. 219-227. Και στο ίδιο, Σχόλια (Χριστίνα Ντουνιά), σ. 259.

95. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…, (Ημερολόγιο) , ό.π., σ .219.

96. Από το αχρονολόγητο κείμενο της Πολυδούρη “Στον ποιητή Φίλιππο Κλεωνά”. Η Χριστίνα Ντουνιά υποθέτει ότι θα πρέπει να γράφτηκε το καλοκαίρι του 1925 και το θεωρεί μια απόπειρα αυτοβιογραφήματος. Τη συγγραφή του η Πολυδούρη εγκαταλείπει για να αφιερωθεί στην απόπειρα συγγραφής τού – άτιτλου – μυθιστορήματος, που η Ντουνιά δημοσιεύει με τον τίτλο “Ρομάντσο“. Βλ. σχετικά, Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…, ό.π., σ. 29-156, 207-215 και 258.

97.  Οι τρίλλιες που σβήνουν δημοσιεύεται στα τέλη του 1928. Τα ποιήματα γίνονται με ενθουσιασμό δεκτά από τους νέους. Ο Κερκυραίος ποιητής Γιάννης Χονδρογιάννης, (1903-1987) θα δημοσιεύσει διθυραμβική κριτική, που θα γίνει αφορμή να αρχίσουν αλληλογραφία και στη συνέχεια να γνωριστούν μέσω του κοινού τους φίλου ποιητή Κώστα Παπαδάκη .

98. Στη Μυρτιώτισσα (Θεώνη Δρακοπούλου, 1885-1968), με την οποία συνδέθηκε από τον Αύγουστο του 1928 με στενή φιλία, παρέδωσε – λίγο πριν πεθάνει – όλα της τα γραπτά.

99. Η Γαλάτεια Καζαντζάκη (1881-1962), η πρώτη σύζυγος του Νίκου Καζαντζάκη, αδελφή της Έλλης Αλεξίου, φεμινίστρια της εποχής, στρατευμένη στο ΚΚΕ, μετέπειτα σύζυγος του Μάρκου Αυγέρη.

100.  Αθηνά Γαϊτάνου – Γιαννιού (1880-1952), από τις πρώτες Ελληνίδες φεμινίστριες, σύζυγος του σοσιαλιστή πολιτικού Νικολάου Γιαννιού. Ιδρυτικό μέλος του Σοσιαλιστικού Ομίλου των Γυναικών και διευθύντρια των περιοδικών Ελληνίς και Σοσιαλιστική Ζωή. Στην Πολυδούρη συμπαραστάθηκε έμπρακτα μέχρι την τελευταία στιγμή.

101. Η πρώτη ελληνίδα κινηματογραφική κριτικός (1900-1992).

102. Βλ. Σωτήρης Τριβιζάς, Ελάσσονες ποιητές του Μεσοπολέμου, ό.π.

103. Σωτήρης Τριβιζάς, “Ο τελευταίος έρωτας της Μαρίας Πολυδούρη”, Literature.gr. 

(https://www.literature.gr/otelefteoserotastismariaspolidouritousotiritriviza/)

104. Βλ. Γιάννης Χονδρογιάννης, Η Μαρία Πολυδούρη μετά τον Καρυωτάκη, εκδ. Δίφρος, Αθήνα 1975, σ. 75.

105.Ό.π., σ. 76.

106. Ό.π., σ. 102.

107. Εκδίδεται στα τέλη του 1929. Η κριτική αυτή τη φορά είναι πολύ θερμή

108. Κριτική της ποιητικής συλλογής Μυστικές Ημέρες δημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία, τεύχος 77, σ. 274-275.

109. Το άτιτλο ποίημα του Γιάννη Χονδρογιάννη: “ Ήσουν το ρόδο της αυγής / κ’ ήσουν το κρίνο της εσπέρας. / Εφύσηξε κακός αγέρας / και σ’ έχει ρίξει καταγής. /  Ήσουν νεράκι της πηγής / κ’ ήσουν λαμπρός στη φύση αιθέρας … / Τώρα τ’ ανείπωτο είσαι τέρας. / Και να πεθάνεις πόσο αργείς!”.

110. Βλ. Μαρία Πολυδούρη, Τα ποιήματα (στο: Στοιχεία βιογραφίας – Χ. Ντουνιά), ό.π., σ. 401-402. Η πρώτη μελέτη που γράφτηκε για τη Μαρία Πολυδούρη και στηρίζεται στο αρχείο και το ημερολόγιό της, όπως και σε μαρτυρίες της αδελφής της Βιργινίας και της Μυρτιώτισσας, είναι της Βασιλικής Μπόμπου. Επρόκειτο για τη διπλωματική της εργασία, την οποία ο καθηγητής της Γ. Ζώρας  φρόντισε να δημοσιευτεί στο περιοδικό Ελληνική Δημιουργία του Σπύρου Μελά, (έτος Ζ΄, τόμος 14, Αθήνα 15 Μαΐου 1954).

111. Άγγελος Σικελιανός, “Ελληνικόν Ημερολόγιον”,Ορίζοντες, τ.Β. 1945. Μαρία Πολυδούρη, Ζωή με παραφορά, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2005, σ. 350-351.

112. Ό.π., σ. 351. Στη Μαρία Πολυδούρη ο Σικελιανός αφιέρωσε ένα ποίημα γραμμένο μετά από μια επίσκεψή του στο νοσοκομείο, όταν εκείνη του παραπονέθηκε πως άργησε να την δεί.

113. Κώστας Ουράνης, «Μια ποιήτρια του έρωτος και του θανάτου», Ελεύθερον Βήμα, 26 και 27 Ιανουαρίου 1930.

114. Μ. Πολυδούρη, Τα ποιήματα (Χ. Ντουνιά, “Ο ματωμένος λυρισμός…”), σ. 315-316.

115. Μ. Πολυδούρη, Τα ποιήματα, ό.π., σ.319.

116. Μ. Πολυδούρη, Τα ποιήματα, ό.π., σ.315.

117. Αθηνά Γαϊτάνου-Γιαννιού, «Μαρία Πολυδούρη», Ελληνίς, τχ. 5, 1930, σ. 119.

118. Γ. Χονδρογιάννης, Η Πολυδούρη μετά τον Καρυωτάκη, ό.π., σ.114.

119. Από το ποίημα «Σ’αναμονή θανάτου».

120. Τέλλος Άγρας, «Ο Καρυωτάκης και οι Σάτιρες». Περιλαμβάνεται στο: Κ.Γ.Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, επιμέλεια: Γ.Π.Σαββίδης, Ερμής, Αθήνα 1980, σ. 194-195.

121. Στα Πατήσια βρίσκονταν πολλά θεραπευτήρια της Αθήνας. Ανάμεσά τους και η “Νέα Κλινική“ των καθηγητών Αντωνίου Χρηστομάνου – Ν. Οικονομοπούλου. Βλ. Ευγενία Μπουρνόβα, Οι κάτοικοι των Αθηνών , 1990-1960. Δημογραφία, Τμήμα Οικονομικών Επιστημών – ΕΚΠΑ, Αθήνα 2016, σ. 38.

122. Έχει γραφεί ότι ο Βασίλης Γεντέκος, υπακούοντας στην από καιρό αποσπασμένη υπόσχεσή του προς την ποιήτρια, διευκολύνει το βασανιστικό της τέλος εκείνο το βράδυ με μια ένεση μορφίνης. (Βλ. Λιλή Ζωγράφου, Κώστας Καρυωτάκης-Μαρία Πολυδούρη και η αρχή της αμφισβήτησης, Παπαζήσης, Αθήνα χ.χ., σ. 108-109).

123. Άγγελος Τερζάκης, «Ο ματωμένος λυρισμός», Το Βήμα, 19 Απριλίου 1961.

124. Εφ. Η Καθημερινή, 22 Σεπτεμβρίου 1954.

125. Μ. Πολυδούρη, Τα ποιήματα, (Χ. Ντουνιά, “Το «θέμα» και ο «τρόπος»: Ζητήματα πρόσληψης”), ό.π., σ. 334.

126. Την υποτίμηση της Πολυδούρη από την κριτική (Δημαράς, Κορδάτος, Vitti, Λ. Πολίτης, Αργυρίου…), παρά τη θετική πρόσληψή της από έγκυρους κριτικούς του Μεσοπολέμου (Κλέων Παράσχος, Τέλλος Άγρας, Ανδρέας Καραντώνης, Κώστας Ουράνης), συνδέει εν μέρει η Χριστίνα Ντουνιά «με τους όρους πρόσληψης της ποίησης μετά τη δεκαετία του ’30, και την επικράτηση του μοντερνισμού». Η ίδια ωστόσο ανιχνεύει στοιχεία πρώιμου μοντερνισμού στην ποίηση της Πολυδούρη. Βλ. Μ. Πολυδούρη, Τα ποιήματα, (Χ. Ντουνιά, “Μελωδίες παλιές και «ξεχαρβαλωμένες κιθάρες»”, ό.π., σ. 356.

127. Βλ. Αικατερίνη Χρυσαφάκη, Η συγκρότηση του παιδικού προτύπου στο Μεσοπόλεμο μέσα από το περιοδικό “Η Παιδική Χαρά” κατά τα έτη 1921-1931 και 1935-1936, διδακτορική διατριβή, ΕΚΠΑ, Αθήνα 1999.

128. Καίτη Ζέγγελη, «Τρεις γυναίκες-τρία έργα», Ελληνίς, τεύχ. 2, 1930, σ. 35. και Μ.Πολυδούρη, Τα ποιήματα, (Χ. Ντουνιά, “Αναστοχασμός του βιώματος:»Μια διανοούμενη που την κυβερνά το ένστικτο”, ό.π., σ. 363.

129. Σωτήρης Σκίπης, «Μαρίας Πολυδούρη, Ηχώ στο Χάος», Εστία, 19-1-1930, σ. 2.

130. Γ. Χονδρογιάννης, «Μαρία Πολυδούρη», Ελληνική Επιθεώρηση, τεύχ. 23 (1930), σ. 53.

131. Η λακωνικότητα των ιστορικών της λογοτεχνίας λύεται από την εκτεταμένη κριτική αναφορά του Bruno Lavagnini  στην Ιστορία του της νεοελληνικής λογοτεχνίας (1955).

132. Τέλλος Άγρας, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Και Κ. Ουράνης: «Δυο βιβλία που περιέχουν περισσότερο θάνατο από σελίδες…» (Κ. Ουράνης, «Μια ποιήτρια του έρωτα και του θανάτου», Ελεύθερο Βήμα, , τ. 2, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1955, σ. 239-240.

133. Μ. Πολυδούρη, Τα ποιήματα, (Χ. Ντουνιά, “Το «θέμα» και ο «τρόπος»: Ζητήματα πρόσληψης”), ό.π., σ. 330.

134. Κώστας Σταματίου, «Εξόριστη στην εποχή της. Τα (σχεδόν πλήρη) Άπαντα της Πολυδούρη», Τα Νέα, 3-4-1982.

135. Βλ. Μ. Πολυδούρη, Τα ποιήματα, (Χ. Ντουνιά, “Μελωδίες παλιές και «ξεχαρβαλωμένες κιθάρες»”, ό.π., σ. 366.

136. Έκφραση της Ζέφης Δαράκη σε ομιλία της για το βιβλίο της Χριστίνας Ντουνιά Μαρία Πολυδούρη, Τα ποιήματα, Εστία 2014.

137. Φώτης Κόντογλους, Νεοελληνικά Γράμματα, 75, 23 Απριλίου 1938.

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού: Μαρία Πολυδούρη-Η ιέρεια του Έρωτα και του Πόνου. Μέρος Α΄: Περίπατοι στα φαιόχρωμα τοπία της γενιάς της

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού

 

Μαρία Πολυδούρη- Η ιέρεια του Έρωτα και του Πόνου

Μέρος Α΄: Περίπατοι στα φαιόχρωμα τοπία της γενιάς της

 

Η ζωή της Μαρίας Πολυδούρη (1902-1930) καλύπτει δημιουργικά τη δεύτερη δεκαετία του εικοστού αιώνα και την πρώτη μεσοπολεμική δεκαετία. Είναι επομένως η σύνθεση της περισσότερο δραματικής-επώδυνης, θα λέγαμε- για την ιστορία του τόπου, δεκαετίας, καθώς θρυμματίζεται κυριολεκτικά μια μεγαλοφάνταστη εθνική φαντασίωση, που διατήρησε ζωντανό το μεγάλο όραμα από την Άλωση και μετά και που τώρα οριακά προδιαγράφει τις ορίζουσες μιας νέας εποχής: τον μακρόχρονο μετεωρισμό ανάμεσα στη θρηνωδία –πάνω στις πικρές παρενέργειες της καταστροφής- και στην κυοφορία μιας αναγεννημένης πραγματικότητας¹.

Έχει τονιστεί, τόσο στην ιστορία του μεσοπολέμου όσο και στη θεώρηση της λογοτεχνικής παραγωγής-της ποίησης κυρίως-, το κλίμα μιας απαισιόδοξης, εσωτερικής εστίασης δημιουργίας, της οποίας οι λυρικοί τόνοι και η έμπνευση κατάγονται από τα ρεύματα της γαλλικής ποίησης, ως μια εγκλιματισμένη στο ελληνικό μεσοπολεμικό περιβάλλον νεορομαντική-νεοσυμβολιστική ενδοψυχική έκφραση απόγνωσης και παραίτησης από τη ζωή και τη νεανική της ακμή2. Δεν πρόκειται απλώς για τη μετακένωση και τη φιλόξενη δεξίωση μιας πρωτογενούς ευρωπαϊκής τάσης. Καθώς σχηματοποιούμε την εγκατάλειψη της παλαμικής επικής παράδοσης, που συγκροτεί-μέχρι την επερχόμενη βίαιη ρήξη- την ανασύνθεση των πολλαπλών μεταμορφώσεων του ελληνισμού και τη συγκρότηση της ενιαίας πορείας του μέσα στο χρόνο, βρισκόμαστε αίφνης αντιμέτωποι-και μετά από ένα παγκόσμιο πόλεμο- με μιαν οριακή εθνική τραγωδία- τόσο σε πραγματικό όσο και σε συμβολικό επίπεδο. Η Μικρασιατική Καταστροφή θα διαταράξει βίαια τις πολιτικοοικονομικές, τις δημογραφικές και κυρίως τις ιδεολογικές συνιστώσες, εκθεμελιώνοντας εθνικές βεβαιότητες και μακροχρόνιες προσδοκίες. Είναι μια «νόσος» της «προσωποποιημένης» ιστορίας, που βυθίζει το άτομο, κερματισμένο κι αποκομμένο από τα ερείσματά του με την κοινωνία, στο πένθος και στη θρηνωδία3, στο φλερτ με τον θάνατο και την ασθένεια, αλλά και στον αντίδοτο έρωτα-λυρική ενατένιση της ομορφιάς πέρα από της ιστορίας τα παθήματα.

Αυτές τις στιγμές του συλλογικού δράματος, της ήττας μετά από ένα όραμα αιώνων, οι άνθρωποι που δημιουργούν στρέφονται προς τον εσωτερικό τους κόσμο, σε μιαν ενδοσκοπική διαδικασία αυτολύτρωσης ή, κατά την αριστοτελική έννοια, λυτρωτικής κάθαρσης. Ο «Πόνος»4 ενοχοποιείται για την παραίτηση, το αίσθημα ματαίωσης και τις συν-αισθηματικές τονικότητες του κλειστού, ενδοψυχικού περιβάλλοντος. Η έννοια της decadence και των εκπροσώπων της ευρωπαίων ποιητών (decadents), μεταγλωττίζεται στην εθνική μας λογοτεχνία του μεσοπολέμου ως «παρακμή» και οι ποιητές που εκφράζουν αυτό το κλίμα χαρακτηρίζονται ως «παρακμιακοί»5.  Η ιστορία εκβάλλει στη λογοτεχνία- τα πράγματα μετατοπίζονται από την προγενέστερη  βίωση μιας επικής αίσθησης της ιστορίας στη λυρική, προσωπική-υποκειμενική, ενδοψυχική κατάδυση στην ποιητική μοναξιά. Έτσι, οι μείζονες επικοί τόνοι της παλαμικής ποίησης6 παραδίνονται πια στη συνείδηση μιας έκπτωσης, ηθικής και κοινωνικής υφής, με αισθήματα που κυμαίνονται από την ανήμπορη για πράξη μελαγχολία και νοσηρή απόδραση, μέχρι τη σατιρική-σαρκαστική (και αυτοσαρκαστική) αποδόμηση της κατεστημένης πραγματικότητας και τη βίαιη κοινωνική κριτική.

Για πολλές δεκαετίες προβλήθηκε-υπό την επήρεια και της θεώρησης του Γερμανοεβραίου γιατρού Max Nordeau-7  και ερμηνεύτηκε κριτικά, το παθολογικό στοιχείο που έφερε η μεσοπολεμική ποίηση, καθώς πολλοί από τους ευρωπαίους και τους Έλληνες, στη συνέχεια, εκπροσώπους της αποτελούσαν επίσης ένα είδος σπουδής για το πώς η «νοσηρότητα» διολισθαίνει διαδοχικά από τον δημιουργό στο έργο του και εκβάλλει στην κοινότητα, προσδιορίζοντας την ιστορικότητα του βιώματος, των συναισθηματικών και αισθητικών προβολών του.

Η ιστορία ωστόσο αυτής της περιόδου στον τόπο μας έρχεται να τεκμηριώσει την «παθολογία» της ίδιας της εποχής, που αν δεν είναι η αποκλειστική ικανή συνθήκη, συνιστά όμως έναν σοβαρό αντικειμενικό παράγοντα, που διαπλέκεται με τον λογοτεχνικό (τις ευρωπαϊκές επιδράσεις) και μορφοποιεί δημιουργικά τη στροφή στον υποκειμενικό λυρισμό. Ο Εθνικός Διχασμός8, απότοκος προηγούμενων εσωτερικών συγκρούσεων της εξουσίας, που φαίνεται ότι θα συνεχιστεί για δεκαετίες -με άλλες γεγονοτολογικές εκδοχές- και θα οξύνεται παρά την καταλυτική επήρεια παγκόσμιων γεγονότων. οι ιδεολογικές αντιθέσεις που μετασχηματίζονται ολοένα και με τη δημιουργία του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδος (1918-δύο χρόνια μετά την τραγωδία του Μικρασιατικού πολέμου θα μετονομαστεί σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας), θα εγκαταστήσουν τη νέα ιδεολογική πόλωση9 (που θα εκβάλει και στη λογοτεχνία και στη λογοτεχνική κριτική)10– με τις δραματικές κορυφώσεις του Εμφυλίου Πολέμου και την μεταπολεμική, τραυματική διάβρωση της κοινωνικής και πνευματικής ζωής.

 

Μακρά πορεία εγκλιματισμού…

Η εθνική τραγωδία: στις πιο οικτρές της εκφάνσεις επρόκειτο για την τραγωδία 1,5 εκατομμυρίων νοικοκυραίων ανθρώπων που αφήνοντας πίσω τους αποτρόπαια σφαγιασμένους δικούς τους ανθρώπους κι έναν ακμαίο, ανθηρό αστικό πολιτισμό σε προαιώνιες ελληνικές κοιτίδες, και με σπαράγματα ζωής11 έρχονταν τώρα, σε μια χώρα εντελώς απροετοίμαστη για τα στοιχειώδη, να μετεγκατασταθούν στον εθνικό κορμό, ξεκινώντας από την αρχή το χτίσιμο της ζωής τους με το βαρύ φορτίο του πρόσφυγα12.

Τα «big data» του προσφυγικού ζητήματος έχουν πολλά ακόμα να αφηγηθούν και πολλές πτυχές της δημογραφίας, της οικονομίας, της λογοτεχνίας και της τέχνης, των πολιτισμικών συγκράσεων και της ανθρώπινης περιπέτειας να ερευνήσουν κατασκευάζοντας, όσο δυνατόν, τη χαρτογραφημένη πραγματικότητα της φύσης της καταστροφής και των ψυχικών της αποτυπώσεων13, όπως και την πιο ρεαλιστική και μετρήσιμη πραγματικότητα του εγκλιματισμού, της ανάπτυξης, της αστικής επιτάχυνσης της χώρας –το μερικό ισοζύγιο καταστροφής και ανόρθωσης14.

Καταυλισμός Μικρασιατών προσφύγων έξω από τον αρχαίο ναό του Ηφαίστου στο Θησείο.

Η λογοτεχνία της μεσοπολεμικής περιόδου θα ακουμπήσει τη συγκίνησή της σ’αυτό το  τραυματικό έως και νοσογόνο περιβάλλον της εποχής, που θα τροφοδοτεί την ελεγειακή ατμόσφαιρα, τους ερωτικούς πεισιθάνατους στίχους, την απαισιόδοξη στοχαστικότητα και τον εγκλεισμό στο εσώτερο, τραυματισμένο εγώ.

«Δεν ξέρω ως ποιο βαθμό παίζουν το ρόλο τους οι ιστορικοί παράγοντες», θα γράψει ο Άγγελος Τερζάκης, «δεν θέλω, δεν μ’ αρέσει να τους υπερτιμώ. Πιστεύω πως -όχι κάθε γενιά, όπως συχνά λέγεται- αλλά κάθε συνομοταξία ανθρώπων έρχεται μ’ ένα δικό της αστέρι στη ζωή, στρατεύεται κάτω από το σημείο του. Όσοι πίστεψαν, αργότερα, πως η απαισιοδοξία μας, ο «ρομαντισμός» μας, ήταν πόζες ή απομιμήσεις δεν αδικούν εμάς, αδικούν τον εαυτό τους: Αυτοκαταγγέλλονται ως ηθικά αδιαπέραστοι. Η νεολαία εκείνη που θερίστηκε γύρω μου τότε, που την ήπιε σαν σταγόνα νερό ένας θανάσιμος ήλιος, η επαρχία, η φτώχεια, η καταδίωξη, η εξορία, η αρρώστια, η αστοχία των άλλων είχε ένα δράμα εσωτερικό …»15

Μ’αυτά τα δεδομένα θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι τουλάχιστον για την ελληνική πραγματικότητα, η ποιητική αίσθηση της παρακμής, η επικράτηση του νεορομαντισμού-όρου αμφιλεγόμενου στη μεσοπολεμική ποίηση και το κλίμα των decadents- προσδιορίζεται και κατανοείται εναργώς μέσα στα όρια της ιστορικότητάς του. Ο Roderick Beaton θεωρεί ότι στη μεσοπολεμική ποιητική παραγωγή έχουμε δύο βασικές κατευθύνσεις, που προσδιορίζουν την απαξιωτική και απαξιωμένη στάση των δημιουργών απέναντι στην εποχή τους: την παθητική λυρική θρηνωδία αφενός –σ’αυτήν εντάσσονται ποιητές όπως ο Κώστας Ουράνης, η Μαρία Πολυδούρη, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης…-. και αφετέρου τον αμείλικτο σαρκασμό16-μέχρι τη νιτσεϊκή διάλυση- μαζί με την ακραία αυτοειρωνεία, στοιχεία που καθιστά ο Κώστας Καρυωτάκης ποιητική του «ιδιόλεκτο», προσδίδοντας στη μοντερνιστική ειρωνεία του τη σκληρή φωνή του αξιολογικού κριτηρίου της ζωής και της τέχνης.

 

Μια ανατρεπτική, κοσμοπολίτικη φωνή

Διαφορετική ωστόσο αίσθηση-και βίωση- των πραγμάτων δημιουργεί η απομάκρυνση από τον «τύπον των ήλων» της εθνικής ταπείνωσης, το άνοιγμα της δημιουργικής διανόησης σε ένα κοσμοπολίτικο, ανοιχτό περιβάλλον ευρωπαϊκών αναζητήσεων και εμπειριών.

Απότοκο αυτού του εξωστρεφούς προσανατολισμού και της κηρυγμένης άρνησης του «επαρχιακού» εγκλεισμού, που επηρεάζει όλες τις μορφές λογοτεχνικής έκφρασης, είναι το Ελεύθερο Πνεύμα17 του Γιώργου Θεοτοκά, που πρώτος ο Louis Roussel το είχε χαρακτηρίσει «μανιφέστο». Γύρω από τις ανατρεπτικές, της κατεστημένης λογοτεχνικής πραγματικότητας, ιδέες του θα συνασπιστούν όλοι οι νεωτερικοί ποιητές και μυθιστοριογράφοι, που συνεργάζονται για την έκδοση του περιοδικού Τα Νέα Γράμματα (1935-1944)18. Το μακρόβιο περιοδικό, υπό τη διεύθυνση του Ανδρέα Καραντώνη και την ένθερμη υποστήριξη του Γιώργου Κατσίμπαλη, θα στεγάσει και θα προωθήσει τη φιλελεύθερη αστική ιδεολογία και το φιλελεύθερο πνεύμα των λογοτεχνών και διανοητών εκπροσώπων του, που μέχρι το καθεστώς της 4ης Αυγούστου θα συνηχεί με τη μαρξιστική και σοσιαλιστική διανόηση, την οποία θα υπηρετούν, με διάφορες ιδεολογικές αποχρώσεις, τα δικά της περιοδικά (Νέοι Βωμοί (1924), Νέα Επιθεώρηση (1928-’29), Οι Πρωτοπόροι (1930,1931) κ.ά.)19

Ο Γιώργος Θεοτοκάς, με νομικές σπουδές στην Αθήνα και στο Παρίσι, και ολοκληρώνοντας τις μεταπτυχιακές νομικές του σπουδές στο Λονδίνο, θα βιώσει την περιθωριακότητα της ελληνικής παρουσίας στη σύγχρονη σκέψη και τον ανύπαρκτο ρόλο των Ελλήνων δημιουργών στον ευρωπαϊκό χώρο. «Το αισθανόμαστε βαθιά πως μόλις περάσομε τα σύνορά μας δεν αντιπροσωπεύομε τίποτα, κανείς δε μας λογαριάζει στα σοβαρά… πως είμαστε στα μάτια των ξένων μονάχα χρηματομεσίτες, βαπορτζήδες και μικρομπακάληδες και τίποτα περισσότερο»20. Με πνεύμα κριτικής διαλεκτικής θα οργανώσει το πρώτο σάλπισμα της εθνικής πνευματικής-δημιουργικής αφύπνισης προς την ευρωπαϊκή συνοδοιπορία με όρους οικουμενικότητας πλέον. «…Η χειραφέτηση της μεταπολεμικής γενεάς είναι μια υπόθεση που επείγει»21, θα γράψει στο εισαγωγικό κείμενο του δοκιμίου του, το οποίο θα  υπογράψει και θα τυπώσει με το ψευδώνυμο «Ορέστης Διγενής» το 1929, σε ηλικία μόλις 24 χρόνων. Η κριτική του σε μια μη δημιουργική, αποστραγγισμένη πανεπιστημιακή διανόηση, παρά την ευγένεια της γλώσσας που χρησιμοποιεί, είναι αμείλικτη. Χωρίς να αρνείται τη σημαντικότητα μεγάλων εθνικών λογοτεχνών-εκπροσώπων της παράδοσης-, θεωρεί ότι «λείπουν από τους Έλληνες οι πνευματικοί ορίζοντες, η παράδοση μιας ανώτερης πνευματικής ζωής, η ελεύθερη σκέψη… Δεν έχουν ακόμα οι ελληνικοί εγκέφαλοι τη δύναμη ν’απλωθούν ελεύθερα στον κόσμο των ιδεών και σε κάθε βήμα, στη φιλοσοφία, στην αισθητική, στην ιστορία, στις κοινωνικές επιστήμες, ακόμα και στη γλωσσολογία, γυρεύουν την απόλυτη Αλήθεια, δηλαδή μια φυλακή…»22 Απόλυτες βεβαιότητες μόνον η επιδερμική θεώρηση των ζητημάτων της τέχνης παράγει. Ο στοχασμός ανακαλύπτει την πολυπλοκότητα των συναφών ζητημάτων και οδηγεί τον σκεπτόμενο άνθρωπο στη συνείδηση της πνευματικής ατέλειας και στη διανοητική μετριοφροσύνη. Η βαθιά και βασανιστική σκέψη είναι εκείνη που απομακρύνει από τον δογματισμό, τις κοσμοθεωρίες και τις απόλυτες αρχές23. «Αλίμονο στην Ελλάδα αν στηρίζει το μέλλον της μονάχα στις άμορφες μάζες των φρόνιμων παιδιών»24, θα αποφανθεί ζυμωμένος με τα μανιφέστα τέχνης των πρώτων ευρωπαϊκών δεκαετιών.

Η αστική του προέλευση και η κοσμοπολίτικη κουλτούρα του τον βοηθούν να υπερκεράσει τη στατική θλίψη των εγκλωβισμένων στην περίκλειστη, εντός των εθνικών ορίων25, μοίρα των δημιουργών, που μαστίζονται από την αρρώστια, τη φτώχεια, την εθνική ταπείνωση. Αναφέρεται στη «θυσιασμένη γενιά» λογοτεχνών, θυμάτων της ιστορικής συγκυρίας, που «δεν τους έμεινε καιρός να συγκεντρωθούν, να σκεφθούν, να συνθέσουν». Την παραίτησή τους δικαιολογεί όχι τόσο εξαιτίας αντίξοων υλικών συνθηκών αλλά προπάντων εξαιτίας της ψυχικής τους κάμψης. «Τέτοιες γενικές μεταβολές του ρυθμού μιας κοινωνίας μονάχα πολύ δυνατές ιδιοσυγκρασίες είναι ικανές να τις υποστούν ψύχραιμα. Ένα λεπτό τάλαντο, γεννημένο για να εκφράζει ήρεμα συναισθήματα μέσα σε μιαν ήρεμη ατμόσφαιρα, απελπίζεται εύκολα όταν  ξεσπάσουν τέτοιες τρικυμίες»26.

Γιώργος Θεοτοκάς.


σβήνουμε όλοι, φεύγουμ’ έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!

Οι στίχοι του Καρυωτάκη27 ηχούν ως η λυρική πύκνωση της μοίρας των ποιητών που δεν επέπρωτο να ζήσουν. μια καίρια, στη δωρική της ακρίβεια, «αυτο-βιογραφία», ένα ομαδικό πορτρέτο, που ενοποιεί τις όποιες διαφορές και περιχαρακώνει το πεπρωμένο τους σε δύο μόνον ασύμβατα –και γι’αυτό τραγικά- λεκτικά συμβάντα: νεότητα-έρωτας/ θάνατος. Η ζωή τους, όχι μόνο του Καρυωτάκη και της Πολυδούρη αλλά και πολλών από τους λιγότερο γνωστούς ή και άγνωστους ποιητές αυτής της «γενιάς»,28φαίνεται να παίζει σε πικρή παράσταση την άρρητη αλήθεια της ιστορίας, καθώς η γεγονοτολογία της δεν κατορθώνει  να αποτυπώσει τα ψυχικά συμφραζόμενα των οδυρόμενων, μέσα στη δίνη της, ανθρώπων.

Συνηθίζουμε, για λόγους ιστορικούς, φιλολογικούς-και γενικότερα ερμηνευτικούς-, να χρησιμοποιούμε ομαδοποιήσεις που σχετίζονται με το έργο των δημιουργών, την ηλικία, τις επιδράσεις, τους εκφραστικούς τρόπους, την αντίληψή τους για τη λογοτεχνία ή την τέχνη, τις ανησυχίες τους για τα κοινωνικά και πολιτισμικά προβλήματα της εποχής τους. Στην περίπτωση των «ελασσόνων» κυρίως μεσοπολεμικών ποιητών της δεύτερης δεκαετίας του εικοστού αιώνα, το στοιχείο που ενοποιεί δραματικά τη βραχύβια βιολογικά παρουσία τους είναι η αρρώστια και ο θάνατος29. Λαθρεπιβάτες της ζωής, πριν συμπληρώσουν την τρίτη δεκαετία της ζωής τους θα πεθάνουν από φυματίωση (κάποιοι και φτώχεια): η Μαρία Πολυδούρη (1902-1930), η Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου (1908-1935), ο Μίνως Ζώτος (1905-1932), ο Γιάννης Αηδονόπουλος (1916-1944), ο Γιώργος Κοτζιούλας (1909-1956), (θα νοσηλευτεί στα σανατόρια της Πεντέλης και της Πάρνηθας, αλλά πιο «τυχερός», θα πεθάνει μια εικοσαετία αργότερα, στα 47 του χρόνια). Ενώ τα ναρκωτικά θα εξοντώσουν τον Γ. Μ. Μυλωνογιαννάκη (1909-1954) σε ηλικία 45 χρόνων και τον Γιώργο Καρατζά (1912-1948), φιλάσθενο φίλο και μαθητή του Τέλλου Άγρα, στην ηλικία των 35 χρόνων. Αντι-ηρωικό ρίγος διαπερνά τη ζωή και την τέχνη τους, με εξαίρεση τον αντιστασιακό Φώτο Πασχαλινό (1913-1943), που θα εκτελεστεί από τους Γερμανούς στα τριάντα του χρόνια.

Ποικίλες αποχρώσεις θανάτου-ατελεύτητη παρέλαση εικόνων- κεντούν τη νεότητα των ποιητών και περνούν σαν δυσοίωνες προφητείες από την ποίησή τους: Η «Σωτηρία» της Μαρίας Πολυδούρη, η «Θυσία» της ίδιας για τον «συγκρατούμενό» της στη Σωτηρία νεαρό ποιητή Γιάννη Ρίτσο. «Ο Ποιητής» για τον Ιωσήφ Ραφτόπουλο (1890-1923), που θα νοσηλευτεί κι αυτός στη Σωτηρία και θα χαθεί από φυματίωση σε ηλικία 26 χρονών . «Η μπαλλάντα των φθισικών» της Ανθούλας Σταθοπούλου-Βαφοπούλου, ο «Τάφος» του Μίνου Ζώτου (Αφιερωμένο στους κατάκοιτους φυματικούς του κόσμου), η «Ωχρά σπειροχαίτη» του Καρυωτάκη-τονικότητες και αναβαθμοί μιας προδιαγεγραμμένης πορείας προς τον θάνατο, όπου η ποίηση απλώς χρονογραφεί τη βιολογία. και η βιολογία μορφοποιεί το ατομικό δραματικό βίωμα σε ποίηση.

 

Μαρία Πολυδούρη

Η Μαρία Πολυδούρη είναι η επιτομή της τραγικότητας όλων των άτυχων ποιητών της γενιάς της. Στη σύντομη ζωή της συναντώνται -και τη δραματοποιούν σε ισόποσες δόσεις- ο έρωτας, η αρρώστια, η φτώχεια, ο πρόωρος θάνατος. Αλλά και η διαρκής εξέγερση, η ανυποταξία, που την ακολουθεί -ουσιώδες στοιχείο της ψυχικής και συν-αισθηματικής της ζωής- από την παιδική της ακόμα ηλικία κι ως το τέλος. κι ενώ τίποτα δεν προμήνυε στο ξεκίνημά της τις δραματικές περιπλοκές που ακολούθησαν. «Ναι γεννήθηκα για να ζήσω με μια πλούσια ξεχειλισμένη ζωή. Γεμάτη όνειρα και περηφάνια. Στο σπίτι μου με καμάρωναν σαν κάτι ωραίο και δυνατό…Κι έτσι, γιατί ήμουν δυνατή, γιατί δεν αφέθηκα στη ζωή, κέρδισα τη δυσμένειά της…», θα γράψει στην Αυτοβιογραφία της30.

Συχνά, προσπαθεί να κατανοήσει τις τροπές που όρισαν τη μοίρα της-παλεύει ανάμεσα στη δύναμη τη δική της και τη δύναμη των εξωτερικών πραγμάτων-στην ψευδαίσθηση πως μπορούμε να αρθούμε πάνω από τα πράγματα και τις συντυχίες. Κι αυτή η αίσθηση ανατροφοδοτεί διαρκώς-και αντίθετα από τις εξωτερικές συγκυρίες και τη μελαγχολία τής ποιητικής της έκφρασης- την αγωνιστική διάθεση, το ίδιο το πείσμα της για ζωή: « Όλα αυτά που τα ονομάζουμε μοιραίο, όλες οι μεταβολές που οι ίδιοι εμείς γενήκαμε το όργανο χωρίς καν να έχουμε συναίσθηση και φέρνουμε το βάρος των αμαρτημάτων μας που δε διαπράξαμε, έρχεται μια εποχή και τα βλέπουμε ξάστερα, πώς αρχίνησαν και πώς τελείωσαν, τι εκάναμε και τι έπρεπε να κάνουμε31.

Μαρία Πολυδούρη.

Γεννημένη στην Καλαμάτα, Πρωταπριλιά του 1902 και-τι τραγική ειρωνεία!- σαν ψέμα η ζωή της ολόκληρη θα γνωρίζει τις δραματικές της κορυφώσεις πάντα μέσα στον ανοιξιάτικο μήνα Απρίλη32. Στα εικοστά της γενέθλια, Πρωταπριλιά του 1921, θα γράψει στο ημερολόγιό της για τα βιώματα της απριλιάτικης άνοιξης που την έφερε στον κόσμο: «Ο μήνας που μου έδωκε τη ζωή κι ο μήνας που όταν μπει μου παίρνει κάθε ίχνος ζωής!»33

Η Μαρία ήταν η τρίτη κόρη του φιλόλογου καθηγητή Ευγένιου Πολυδούρη, από τη Μικρομάνη της Μεσσηνίας, και της Κυριακής Μαρκάτου, γυναίκας πεπαιδευμένης, με ιδέες προοδευτικές γύρω από το φεμινιστικό κίνημα και τις ριζοσπαστικές αντιλήψεις για τη θέση της γυναίκας στον κοινωνικό χώρο. Οι δύο μεγαλύτερες αδελφές της ήταν η Πέπη και η Βιργινία-η τελευταία θα σταθεί δίπλα της σε όλη την επώδυνη φάση της αρρώστιας και μέχρι τον θάνατό της. Αργότερα θα γεννηθούν και τα δύο αγόρια της οικογένειας, ο Κώστας, και τελευταίος (το 1915), ο Ευάγγελος, ο χαϊδεμένος της Λίλης. Γι’αυτόν η Μαρία, είχε γεμίσει ένα ολόκληρο τετράδιο με νανουρίσματα, που αργότερα το ανακάλυψαν οι γονείς της, σύμφωνα με μαρτυρία της Βιργινίας. Γι’αυτόν και το ποίημα Λίλης Π…34. Τρυφερές εικόνες από τη «μητρική», παιδική της σχέση με τον μικρό της αδελφό, μας παραδίνει η συμπατριώτισσα και στενή της φίλη, ποιήτρια Τίλλα Μπαλή35: «Τη θυμάμαι τη Μαρία, με μια πλεξούδα που της κατέβαινε κάτω από τη μέση-γιατί είχε πλούσια μαύρα ίσια μαλλιά-κι ένα κοντό φορεματάκι λεπτό πάνω από τα γόνατα… Τις περισσότερες φορές κρατούσε στην αγκαλιά της ένα μικρό αδερφάκι και το ντάντευε στοργικά. Κι όμως, ήταν σοβαρή, λιγομίλητη και δεν είχε την παιδικότητα της ηλικίας της. Ονειροπαρμένη κοίταζε το φεγγάρι με μια μελαγχολική σχεδόν ρέμβη, κι άλλοτε την άκουγα να τραγουδάει»36.

Οι συχνές μεταθέσεις του πατέρα της ήδη από την πολύ παιδική της ηλικία και η γνωριμία των ελληνικών παραδοσιακών τόπων, θα εγκαθιστούν στην ψυχή της βιώματα-από τη φύση και τους ανθρώπους, κυρίως τους λαϊκούς ανθρώπους και τα ήθη τους- ανεπεξέργαστα αρχικά κι αργότερα σμιλεμένα σε στίχους. Η πρώτη μετακίνηση στο Γύθειο το 1905, όταν η Μαρία ήταν μόλις τριών χρονών. Εκεί θα τελειώσει το δημοτικό σχολείο και θα εγγραφεί στην πρώτη τάξη του Ελληνικού Σχολείου. Και τότε θ’αρχίσουν να ξετυλίγονται «οι ιστορίες της ζωής της», όπως θα γράψει η ίδια: «Όλες οι ιστορίες αρχίζουν απ’την αρχή και οι ιστορίες της ζωής αρχίζουν από την παιδική ηλικία»37.

Έχει σίγουρα μια ασυνήθιστα ώριμη πρόσληψη των πραγμάτων γύρω της και των συμβάντων. Κυρίως του θανάτου. Ο θάνατος φαίνεται να την συγκλονίζει τόσο ως πραγματικότητα όσο και ως πολιτισμικό δεδομένο. Τρυπώνει στα μανιάτικα σπίτια και παρακολουθεί τελετουργικά του θανάτου, τις μοιρολογίστρες, που πάλλονται και δονούνται ολόκληρες με γοερή εκφραστικότητα,  και καταγράφει τα τραγούδια τους. Όμως ο θάνατος την επισκέπτεται νωρίς και θα σημαδέψει την άγουρη παιδική της ηλικία, όταν θα χάσει δύο αδέλφια της σε νηπιακή ηλικία. Στις αυτοβιογραφικές της σημειώσεις μέσα στη Σωτηρία, αναθυμάται: «…Όταν είδα να πεθαίνουν δύο αδελφάκια μου κάτι όμορφα κι έξυπνα παιδάκια κατάλαβα πως το τραγικώτερο πράμμα στη ζωή ήταν ο θάνατος… «Ώστε έτσι είναι; Θα πεθάνω;» αυτό ήταν ένα τραγικό ερώτημα»38.

Ακόμα και το πρώτο της δημοσιευμένο λυρικό κείμενο στο περιοδικό Οικογενειακός Αστήρ, με τίτλο: «Δυστυχής μήτηρ»39, θα είναι εμπνευσμένο από το τραγικό γεγονός του πνιγμού ενός νέου, του οποίου το πτώμα θα ξεβράσει η θάλασσα.

Η επόμενη μετάθεση του πατέρα της στα Φιλιατρά το 1914. Εκεί η Μαρία θα φοιτήσει στην πρώτη και δευτέρα τάξη του γυμνασίου. Στις αυτοβιογραφικές της σελίδες ανακαλεί τα συναισθήματα και τη βουή της ταραγμένης εφηβείας της, το ανοίκειο του κόσμου μέσα στον οποίο καλούνταν να ζήσει: «Πήγαινα τώρα πια στο Γυμνάσιο, έμπαινα στην εφηβική ηλικία κι άρχιζε μια σκοτεινή εποχή  πάλης χωρίς αρχή και χωρίς τέλος. Όλες μου οι αντιθέσεις οι πιο βίαιες. Ένα μίσος για κάθε πράξη μου, για με την ίδια, για τον εαυτό μου που μου ξέφευγε. Το αυθόρμητο, η καλοσύνη μου, ο έρωτας για όλα, ξεχείλιζαν, μού φεύγαν για έναν κόσμο, ένα περιβάλλον ανίδεο, σχεδόν εχθρικό για μένα… Μια περηφάνεια ωραία και σκληρή…»40

Το 1917, η επόμενη μετάθεση του καθηγητή Πολυδούρη πάλι στην Καλαμάτα, όπου η Μαρία θα φοιτήσει στην τρίτη γυμνασίου. (Από το ίδιο γυμνάσιο θα αποφοιτήσει τον Ιούνιο του 1918, με βαθμό «πάνυ καλώς» και διαγωγή «κοσμιωτάτη»). Ήδη από τα πρώιμα σχολικά της χρόνια διακρίνεται η ιδιαίτερη κλίση της προς την ποίηση. Τώρα, στην Καλαμάτα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα δείξει για τη λυρική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων λυρικών, κυρίως για τη Σαπφώ, της οποίας στίχους μεταφράζει. Τα πρώτα δικά της ποιήματα, θα συγκεντρώσει σε τετράδιο, και θα δώσει στην πρωτόλεια ποιητική της συλλογή-που δεν θα διασωθεί-τον τίτλο: «Μαργαρίτες».

Άποψη της Καλαμάτας περί τα τέλη της δεκαετίας 1910-1920.
Ιδιόχειρο ποίημα της Μαρίας Πολυδούρη.

Η μαθητική της ζωή δεν είναι η συνήθης. Ευφυής, «καλή», με τους δικούς της όρους, μαθήτρια, με σοβαρότητα που, παρά την ατίθαση αλλά ευπρεπή στάση της, την καθιστά αξιοσέβαστη ως προσωπικότητα στους καθηγητές της. «Στο σχολείο ήμουν μια καλή μαθήτρια όμως όχι αγαπητή στους Καθηγητές μου. Με σέβονταν δεν ξέρω γιατί, εξαναγκαστικά όμως, δε μ’αγαπούσαν. Δεν ήμουν επιμελής, δε σηκωνόμουν να πω μάθημα παρά όταν ήθελα εγώ και συχνά έλειπα απ’το μάθημα κατεβαίνοντας στην παραλία. Δε μου ζητούσαν ούτε εξηγήσεις.  Μα όταν τα διαγωνίσματα έρχονταν ήταν γνωστό από πριν τι βαθμό θα έπαιρνα.  Οι εκθέσεις μου διαβάζονταν και στις άλλες τάξεις.  Όταν με ρωτούσαν για το μέλλον μου τους έλεγα ότι θα γινόμουν Υπουργός και με κοίταζαν παράξενα!»41

Στο οικογενειακό της περιβάλλον-φυτώριο προοδευτικών ιδεών- μυείται στις φιλελεύθερες ιδέες που εκφράζονται τότε μέσω του φεμινιστικού κινήματος για την απελευθέρωση των γυναικών και τη δυναμική διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους στην εκπαίδευση και στην εργασία42. Και που αργότερα θα τις εγγράψει στους δικούς της αγώνες και στα δικά της σχήματα ζωής. Στο σπίτι τους κυκλοφορεί ανελλιπώς η «Εφημερίς των κυριών»43, που εξέδιδε η Καλλιρόη Παρρέν, την οποία η μητέρα της θαύμαζε.

Στις αρχές των γυμνασιακών της χρόνων, όταν κάποτε ο πατέρας της, ευγενής και πράος χαρακτήρας, είχε ρωτήσει τον Σχολάρχη στα Φιλιατρά για τη συμπεριφορά της κόρης του, εκείνος: «Στη Μαρία διακρίνω σατανικό μυαλό, να μη σας λείψουν από τα χέρια σας ούτε στιγμή τα γκέμια, κύριε Πολυδούρη, γιατί θ’αφηνιάσει και θα χαθεί»44. Ο ίδιος, ωστόσο, «κρατούσε μια ηρεμία επιβλητική απέναντί μου», σημειώνει στην αυτοβιογραφία της η Μαρία, προσπαθώντας να ερμηνεύσει τη σιωπηλή ανεκτικότητα του πατέρα της απέναντι στην ανυπόταχτη, εξεγερμένη κόρη του. «Είχε μια φανερή ανησυχία στο βλέμμα όταν τον κοίταζα μ’ένα βλέμμα τόσο απομακρυσμένο σα να μην τον γνώριζα. Πολλές φορές είδα το βλέμμα του θολωμένο κι αυτό το δάκρυ μέσα στα γαλάζια στοργικά μάτια ήταν το πιο γλυκό πράμμα στη ζωή μου. Τίποτε δε θυμάμαι με περισσότερη  ευγνωμοσύνη, σχεδόν με ταπεινοσύνη. Θα ήθελα να γονατίσω και να κρύψω την όψη μου μέσα στα χέρια του…»45

Ήταν μόνο 16 χρονών με το απολυτήριο γυμνασίου στο χέρι, όταν αμέσως δίνει επιτυχώς εξετάσεις σε διαγωνισμό της Νομαρχίας για πρόσληψη υπαλλήλου. Τον Ιούλιο του 1918 διορίζεται στη Νομαρχία Μεσσηνίας. Ένα χρόνο αργότερα, το φθινόπωρο του 1919 θα κάμει εγγραφή στη Νομική Σχολή Αθηνών. Βαρύ, διπλό χτύπημα επέπρωτο να τη βυθίσει σε πένθος και να εγκαταστήσει μέσα της το φάσμα του θανάτου-μαζί με κείνο του έρωτα- το δίπολο της ζωής και του ποιητικού της λυρισμού: το 1920 πεθαίνει από πνευμονία ο πατέρας της και σαράντα μέρες αργότερα, εξασθενημένη από αδενοπάθεια, η μητέρα της. Στο ποίημα Της Μητέρας μου46, η Μαρία αποθέτει στη νεκρή πια μητέρα της σπαρακτικά τη μεταμέλειά της για όσα την πίκραναν τις τελευταίες ώρες της, στην αδυναμία της να καταλάβει πόσο φριχτά κοντά ήταν το τέλος… Ήταν τότε η πρώτη της δυνατή ερωτική «φαντασίωση» με τον Σπύρο Μαρκέτο (τον Πίπη του Ημερολογίου της), επίδοξο πολιτικό, για χάρη του οποίου θα φύγει παρορμητικά για την Αθήνα, ενώ η μητέρα της νοσηλευόταν βαριά στο νοσοκομείο. «…Είχα τη σκληρότητα να της ειπώ ότι δεν μπορούσα να την ακούσω και ότι θα έφευγα. Καημένη Μαμά μου δεν θα ξεχάσω τα δάκρυά Σου της προηγούμενης ημέρας πριν αφήσεις τον Κόσμο… Δεν πρόφθασα να πέσω στα γόνατά της να της ζητήσω συγγνώμη…»47, θα γράψει, με πικρή μεταμέλεια, στο Ημερολόγιό της (18 Ιουλίου 1921).

Από τον Δεκέμβριο του 1920 η Μαρία Πολυδούρη βρίσκεται με μετάθεση στη Νομαρχία Αττικής και Βοιωτίας «προς πλήρωσιν κενής θέσεως». «Ευρίσκομαι εδώ στην Αθήνα, την πόλι των ονείρων μου για να ιδώ πραγματοποιουμένη κάθε σκέψι μου. Ο Θεός να με βοηθήσει…»48, γράφει με ψυχική αβεβαιότητα και δικαιολογημένο φόβο στο ημερολόγιό της την 1η Φεβρουαρίου 1921. Δειλή και αδέξια αρχικά στη μεγάλη πόλη αισθάνεται τη μειονεξία της επαρχιακής της εμφάνισης-τη σκέτη καλογερική της ποδιά, το τριμμένο της παλτό, το μεταποιημένο από την ίδια καπέλο-και νομίζει πως όλοι στο δρόμο τής ρίχνουν ειρωνικά βλέμματα49. Άλλωστε είναι πολύ νωπό το πένθος της και η αίσθηση του ανερμάτιστου προσθέτει στη γενικότερα ανασφαλή της φύση, την οποία επιμελώς η άλλη, η εξεγερμένη φύση της, κρύβει και μεταμορφώνει σε περηφάνια και αλαζονική ειρωνεία.

Η πρώτη μέρα στο γραφείο, όταν στις 15 Φεβρουαρίου παρουσιάζεται για να αναλάβει τα καθήκοντά της, θα την «υποδεχτεί» η δημοσιοϋπαλληλική άπνοια, η καχεκτική, απισχνασμένη νόηση των ανθρώπων που θα γίνουν συνάδελφοι και συνεργάτες της. Το φύσει γερασμένο, παρακμιακό περιβάλλον εγείρει την αυθόρμητη άσκηση της ειρωνικής της διάθεσης μέχρι τα όρια του ανελέητου σαρκασμού-στοιχείο κοινό ως βίωμα στην ψυχή και στην ποίηση του Καρυωτάκη50. «…Μου παρουσίασαν καμπόσους από τους και τας συναδέλφους. Τι έκπληξις! παρ’ολίγο θα γελούσα μπρος τους. Κάτι νέοι σκυθρωποί και ανάπηροι. Ολίγοι γέροι με κακόβουλο ύφος. Κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι και υπερφίαλοι. Θεός φυλάξοι μην είναι όλοι οι συνάδελφοι στον ίδιο τύπο! Ή θα αηδιάζω ή θα πεθαίνω στα γέλια βλέποντάς τους!»51

Αντίδοτο στην καχεξία και τη μιζέρια του γραφείου, το Πανεπιστήμιο. Ενθαρρυντική η πρώτη της εμφάνιση εκεί, πολλαπλασιάζει με τον νεανικό ενθουσιασμό που τη χαρακτηρίζει -καταλυτικό στοιχείο της προσωπικότητάς της- τη συμπάθεια και την εύνοια του φοιτητικού περιβάλλοντος και των νεαρών συμφοιτητών της. «Να ‘μαι και στο Πανεπιστήμιο στην αίθουσα της Νομικής. Με μια ζωηρή συγκίνηση ανέβαινα ένα-ένα τα ιερά σκαλιά του. Δεν είχα πλέον την καταραμένη δειλία, μια υπερηφάνεια όγκωνε την ψυχή μου και ανύψωνε το πνεύμα μου. Την υποδοχή που μου έκαναν οι συμφοιτηταί μου θα την θυμούμαι πάντα. Χειροκροτήματα συνεχή… Κάποιος με ρώτησε κρυφά αν είμαι χήρα σαν φορούσα μαύρα βαριά… Αν μάντεψε την ψυχή μου, καλά την ονόμασε χήρα…»52

Αριστερά φωτογραφία του διαβατηρίου της Μαρίας Πολυδούρη και δεξιά το φοιτητικό της πάσο.

Η Αθήνα ωστόσο απλώνεται με την αλήθεια της πέρα από την αρχική φαντασίωση της Μαρίας Πολυδούρη. Το όνειρο προσγειώνεται στην καθημερινή της πραγματικότητα: στο ύφος της ποιητικής μελαγχολίας, που ωστόσο δεν είναι αναίτια: Το κρύο-του χειμώνα και το μέσα της κρύο. Ένα πιάτο φαγητό σε μια θεία της, που γρήγορα, μέσ’στο χειμώνα, θα το αφήσει για μια ταπεινή, ανεξάρτητη στέγη στα Εξάρχεια.  Και προπάντων η φτώχεια, η ψυχική ερημιά, η ασφυξία του γραφείου (μοναδική φίλη, συνάδελφος στο γραφείο, πρόσφυξ εκ Φιλιππουπόλεως, ερωτευμένη με νεαρό στρατιώτη  που υπηρετεί στο μέτωπο). οι ανεκπλήρωτοι-περαστικοί- έρωτες. Σε ημερολογιακή σημείωσή της, την 1η Ιουνίου 1921, αποτυπώνει τη θλιβερή της οικονομική κατάσταση ενδεδυμένη με την εξεγερμένη ομολογία μιας απελπισμένης ιδεολογικής συνειδητότητας. «Είδα και έπαθα έως ότου να περάσω το μισό Μάη. Θεέ παντοδύναμε! και έπειτα να μην είσαι μπολσεβίκος!…»53 Τα βιβλία είναι το μόνο της καταφύγιο. «Τίποτε δεν θα μπορούσε σ’αυτήν την εποχή να με παρηγορήσει όπως αυτά. Κλείνουν μια δύναμη απεριόριστη μέσα τους που τη νοιώθω ακόμα πιο μεγάλη…»54 

 

Η «ανθρωπολογία» του έρωτα: μεταξύ φαντασίωσης και πραγματικότητας

Το στοιχείο ωστόσο που υπερτερεί και αναστατώνει –ως καθ’ημέραν εμπειρία-την ψυχική της ερημιά, μέχρι τη μοιραία συνάντησή της με τον Καρυωτάκη, είναι η αισθηματική της δεκτικότητα, οι ευαίσθητες στο ερωτικό κάλεσμα κεραίες της- πλασματική, ιδανικευμένη εικονοποιΐα, που προσεγγίζει την «εμμονή», μια ατελέσφορη σύγκρουση μεταξύ φαντασιωσικού και πραγματικού κόσμου. Η ιδέα του έρωτα μοιάζει να την καταπονεί ψυχικά από την παιδική της ηλικία και να αποτελεί την πιο ουσιαστική «μονοθεματική» βιογραφία της. Γύρω από τον «έρωτα» της Πολυδούρη πλέκεται η παρερμηνευμένη μυθολογία της ερωτικής της παραφοράς, της παρεξηγημένης ερωτικής της συμπεριφοράς, της ελευθέριας ηθικής, της υπέρβασης των ορίων της εποχής της. (Είναι ενδιαφέρουσα υπόθεση τόσο για τη φιλολογία όσο και –περισσότερο- για την ψυχολογία, η αποκλειστική θεώρηση της ζωής και της ποίησης της Πολυδούρη και η κατανόηση της ποιητικής ανθρωπολογίας της κάτω από την οπτική του «έρωτα» και των σημασιοδοτήσεών του με βάση τα προσωπικά, εξομολογητικά της κείμενα και τα ποιήματά της).

Ο «έρωτας» είναι η αυτοαναγνώριση της ταυτότητάς της, η πρώτη ομολογία στην αρχή της «Αυτοβιογραφίας» της (10 Αυγούστου 1928): «… εγώ υπήρξα μια ερωτευμένη σ’όλη μου τη ζωή… Ο έρωτας! Ε λοιπόν ναι είμαι μια ερωτευμένη. Αυτή η κοινοτυπία μ’ενθουσιάζει, μου δείχνει πόσο ήμουν ένα σωστό ανθρώπινο πλάσμα και όχι εξαθρωμένο…»55 Διαποτίζει κάθε της κύτταρο από την παιδική της ακόμα ηλικία και συνέχει τον πληθωρικό, συναισθηματικό της κόσμο με τη μυθολογία του: ο έρωτας γενεσιουργός της ζωής, ο έρωτας- ομορφιά, ο έρωτας-φύση,  ο έρωτας-στοργή, ο έρωτας- εφηβικό παιχνίδι, ο έρωτας συντροφικότητα, ο έρωτας-αφοσίωση, ο έρωτας-ανθρωπιά, ο έρωτας πάθος, ο έρωτας-δηλητήριο, ο έρωτας-τρέλα, ο έρωτας-θάνατος, ο έρωτας-επανάσταση, ο έρωτας-αυτοθυσία… όψεις και τονικότητες, από την κοσμολογική του καταγωγή μέχρι το απόλυτο ερωτικό βίωμα και την ερωτική πράξη-προϊόν καθολικής κοσμικής εμπειρίας.

Η δραματικότητα του έρωτα πλάθεται από τις διαρκείς αντιθέσεις: υποφέρει για κείνους που δεν ανταποκρίνονται, συμμερίζεται με οίκτο εκείνους που την θέλουν και την αγαπούν πραγματικά ενώ η ίδια τούς αρνείται. Παραδομένη στην αιχμαλωσία του «πόνου» με τους πρώτους, σκληρή και ανυποχώρητη με τους δεύτερους. Παρά την εσωτερικευμένη της ανάγκη για εκδηλώσεις ερωτικής αγάπης, και ένα διαρκές φλερτ –κάτι σαν παιχνίδι δοκιμής και απόρριψης, ποινικοποιημένη αντίδραση της φεμινιστικής της συνείδησης- συναισθάνεται και αναγνωρίζει την επιδερμικότητα πολλών επίδοξων εραστών και τους διαχειρίζεται ανάλογα. Θα σχολιάσει στο ημερολόγιό της για έναν απ’αυτούς: «Ο τρόπος του μου έδινε την ιδέα ότι δεν με είχε εκτιμήσει πραγματικά. Αυτοί που ζούνε ζωή έκλυτο παθαίνουν ένα είδος μυωπίας προκειμένου να διακρίνουν την ηθική θέσι μιας γυναίκας. Πριν ακόμα καταλάβουν με ποιον έχουν να κάνουν, αρχίζουν την συνηθισμένη τους τροχιά μέχρις ότου πάρουν το κονζέ τους!»56

Εκδρομή με την σχολή θεάτρου στις 1.5.1925. Η Μαρία Πολυδούρη διακρίνεται δεύτερη από τα αριστερά.

Όταν εγώ δεν αγαπώ…

Οι έννοιες της μελαγχολίας, του πόνου και της πλήξης-το εγκλιματισμένο στον ψυχισμό της  μπωντλαιρικό spleen- αποτυπώνονται τόσο στα ποιήματα όσο και στις προσωπικές της καταθέσεις. «Νιώθω την άνοιξι σιμά μου, ο αιώνιος πόνος μου ξαναρχίζει, η καταραμένη πλήξις με επισκέπτεται πλέον ανεπιφύλακτα… Ας φανερωθεί μπρος μου ο άνθρωπος που θα μπορέσω να τον αγαπήσω αληθινά, με τρέλα, και ας μη με αγαπήσει, δε με μέλει. Θα ζω με την ευτυχία του να αγαπώ και θα πεθάνω έτσι…» Και επαναλαμβάνοντας, ως κορυφαία αποφθεγματική πύκνωση της σοφόκλειας Αντιγόνης την δραματική ομολογία: «Γεννήθηκα για ν’αγαπώ είν’αλήθεια και δεν αρκεί να μ’αγαπούν. Όταν εγώ δεν αγαπώ είμαι δυστυχής κι ας με αγαπούν»57.

Μίνως Ζώτος.

Έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε την άρνηση -ενός ακόμα- σφοδρού έρωτα για την ποιήτρια, του συγκαιρινού της ποιητή Μίνου Ζώτου (1905-1932), που τελικά θα ακολουθήσει την ίδια με την Πολυδούρη πορεία προς τον θάνατο από φυματίωση, δυο χρόνια μετά απ’αυτή58. Ευκρινή σκιαγραφία της όψης και της έντονης, χαρισματικής προσωπικότητας του Ζώτου μας προσφέρει ο στενός του φίλος ποιητής, Γιώργος Κοτζιούλας: «Κοντό ανάστημα, πρόσωπο μελαχρινό, ωραία μαλλιά. Το μάτι τού γλύκαινε πιο πολύ την ήμερη όψη, μα κι’ έκοβε μαζί, διαπεραστικό… Είχε κέφι σχεδόν αδιάκοπο, μιλούσε και χαριτολογούσε ολωσδιόλου αβίαστα, κι’ όσο γι’ απαγγελία ποτέ δεν κουραζόταν να λέει ποιήματα, κουβέντιαζε μ’ ευκολία και χάρη, σωστός τεχνίτης του λόγου, κι’ ήταν ευχαρίστηση να τον ακούς… Σύχναζε ταχτικά στα καφενεία. Μαγερειό δεν άλλαζε – ήταν ανοικονόμητος, και με όλο το μισθό που έπαιρνε έμενε ολοένα χρεωμένος. Δεν πήγαινε σε διαλέξεις, ούτε σ’ εκδρομές. Προτιμούσε τα φιλολογικά κέντρα των νέων –όταν υπήρχαν– και τις λέσχες των καλλιτεχνών, όπου βρίσκονται το περισσότερο κυρίες […]. Η ποίηση όμως τον είχε  αφοσιωμένο της πιστό…»59

Γενναίος στο αντίκρισμα του θανάτου ο Μίνως Ζώτος (Θα μ’εύρει σαν τον άτρομο, καλό καραβοκύρη-ποίημα Σιγά-σιγά) και παρά τον ανεκπλήρωτο έρωτα προς την ποιήτρια, θα επιμένει με τους στίχους του μέχρι τέλους: «Όλα τα ωραία βιβλία για σένα λένε/κι όλα τα παραμύθια τα πουλιά. Τ’ άνθη, Μαρία, την άνοιξη σε κλαίνε,/Μαρία, πικρά σε κλαίνε τα πουλιά…»60

 

[Συνεχίζεται]

Η Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού είναι διδάκτωρ Κοινωνικής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Λευκάδας. Είναι επίσης μέλος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, της Ελληνικής Εταιρείας Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού. Συνεργάζεται με τον εκδοτικό οίκο Γρηγόρη ως διευθύντρια της σειράς «Η Ελληνική Σκέψη της Διασποράς». Είναι συγγραφέας του θεατρικού έργου Μαρία Πολυδούρη (Βακχικόν, 2019). Το έργο παραστάθηκε (χειμερινή σεζόν 2018-2019 και 2019-2020) από τον «Οργανισμό Ελληνικού Θεάτρου ΑΙΧΜΗ».


 
 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Α΄ ΜΕΡΟΥΣ

1. Όλως ενδεικτικά, βλ. Κώστας Κωστής, Αγροτική οικονομία και Γεωργική Τράπεζα. Όψεις της ελληνικής οικονομίας στο Μεσοπόλεμο (1919-1928), Αθήνα 1987. του ίδιου, “Η Ιδεολογία της οικονομικής ανάπτυξης: Οι πρόσφυγες στο μεσοπόλεμο”, Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 9, 31-46. Γιώργος Μαυρογορδάτος, Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμέλεια), Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Ηράκλειο 1988.

2. Βλ. σύντομα, Χριστίνα Ντουνιά, “Η δεκαετία του 1920 – Από την ποίηση της παρακμής στην κοινωνική αμφισβήτηση”, στον τόμο: Για μια ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα. Προτάσεις ανασυγκρότησης, θέματα και ρεύματα, επιμέλεια: Αγγέλα Καστρινάκη, Αλέξης Πολίτης, Δημήτρης Τζιόβας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης – Μουσείο Μπενάκη, Ηράκλειο 2012, σ. 61-82 .

3. Βλ. ενδεικτικά, Λίζυ Τσιριμώκου, “«Μόνο δυο στίχους μου σκληρούς να πω και να χαθώ…» – Η αυτοσυνειδησία των ποιητών στον ελληνικό μεσοπόλεμο”, στον τόμο:Για μια ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα…ό.π., σ. 121-130.

4. Είναι η κυρίαρχη λέξη – βίωμα σε όλη την ποίηση της μεσοπολεμικής περιόδου. Η Γεωργία Λαδογιάννη γράφει χαρακτηριστικά: «Ο λυρισμός γι’ αυτούς τους νέους του ’20 είναι το βίωμα με όλη του την ειλικρίνεια και το βάρος που λυγίζει τις ψυχές. Οι προτιμήσεις τους, στο μεταξύ, ανοίγουν πιο πολύ τον κύκλο της λογοτεχνικής παράδοσης του πόνου και οι αναζητήσεις τους φτάνουν στους ποιητές του περασμένου αιώνα …». (Γεωργία Λαδογιάννη, Σκοτεινή ρίζα- Ανθολογία λυρισμού Α΄ 1900-1940, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2014 σ. 14.

5. Καθώς παρατηρεί ο Philippe Winn, «…η παρακμή είναι η καλλιτεχνική έκφραση της αισθητικής, η οποία γεννημένη από ένα πεσιμισμό, αναπτύσσεται στα τελευταία είκοσι χρόνια του 19ου αιώνα και της οποίας οι βασικές αρχές περιλαμβάνουν κυρίως:άρνηση των κατεστημένων αξιών, αντίθεση στις παραδοσιακές αντιλήψεις για τη γυναίκα, την υγεία, την φύση, εξύμνηση της νευροπάθειας, των ναρκωτικών, του ανδρόγυνου και κυρίως της τέχνης» (Sexualites decadents chez Jean Lorrain. Le heros fin de sexe, Άμστερναμ, Rodopi 1997, σ.32). Η Χριστίνα Ντουνιά επίσης παρατηρεί ότι το ζήτημα δεν είναι να αρνηθούμε τη σχέση των ποιητών του Μεσοπολέμου με ένα υπαρκτό ιδεολογικό- αισθητικό ρεύμα, αλλά το πώς θα ερμηνεύσουμε τη δυναμική αυτής της σχέσης. Από την πλευρά του μαρξιστικού χώρου, ο Μανόλης Λαμπρίδης, στην Επιθεώρηση Τέχνης, το 1955 ανοίγει ένα γόνιμο δρόμο στην ελληνική κριτική σκέψη. Βλ. Χ. Ντουνιά, Η δεκαετία του 1920… , ό.π., σ. 67.

6. Από τον Παλαμά θα κρατήσουν τους ελάσσονες, εξομολογητικά μελαγχολικούς στίχους του, τον αυτοβιογραφικό λυρισμό του. «Διαλέγουν την ποίηση που ψάχνει σε θαμπό τοπίο, την ποίηση που σκύβει για να ακούσει και όχι για να μιλήσει. Αυτόν τον Παλαμά, τον αντιρρητορικό και της ελάσσονος πνοής του λυρικού επιγράμματος, τον βρίσκουν στους »Πεντασύλλαβους » και στα »Παθητικά κρυφομιλήματα». (Γεωργία Λαδογιάννη, Σκοτεινή ρίζα, ό.π., σ. 15).

7. Βλ. Χριστίνα Ντουνιά, Η δεκαετία του 1920, ό.π., σ. 64.

8. Βλ. σχετικά, Γιάννης Μουρέλος, Τα Νοεμβριανά του 1916, Πατάκης, Αθήνα 2007. Άλκης Ρήγος, Η Β΄ Ελληνική Δημοκρατία 1924- 1935. Κοινωνικές διαστάσεις της πολιτικής σκηνής, 3η έκδοση, Πρόλογος Νίκου Σβορώνου, Θεμέλιο, Αθήνα 1999. Του ίδιου: Οι επιπτώσεις του Εθνικού Διχασμού στον Μεσοπόλεμο, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, https://argolikivivliothiki.gr/2018/06/10/national-division-8/ και: Η περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού και η στάση του πνευματικού κόσμου της εποχής, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού,https://argolikivivliothiki.gr/2018/04/27/national-division-4/. Επίσης, Γ.Θ. Μαυρογορδάτος, Μελέτες και κείμενα για την περίοδο 1909 – 1940, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 1982. “Συζήτηση“ πάνω σε βασικά ερωτήματα της εμφύλιας αντιπαράθεσης, αρχομένης με τα “Νοεμβριανά“ του 1916, στο : Η κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης – Η κορύφωση της σύγκρουσης δύο κόσμων – Η ιστορική αποτίμηση 100 χρόνια μετά, Πρακτικά Συμποσίου, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων – Ίδρυμα Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος»,  Χανιά 2017, σ. 82-87 . Του ίδιου, “Ο εθνικός Διχασμός, στο: Η Ελλάδα τον 20ό αιώνα 1910-1920”,  7 Ημέρες, Η Καθημερινή, Αθήνα 1999.

9. Για τα συναφή ζητήματα, βλ. ενδεικτικά στον συλλογικό τόμο: Η Ελλάδα 1936 – 1949. Συνέχειες και ασυνέχειες, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2003. Επίσης, σχετικά με τη συγκρότηση του αντικομμουνιστικού κράτους, βλ. Mark Mazower, “Η συγκρότηση του αντικομμουνιστικού κράτους”, Ίστωρ 3, 1991, σ. 65–84. Και για το ίδιο θέμα: Αναστασία Ι. Μητσοπούλου, Ο ελληνικός αντικομμουνισμός στο «σύντομο 20ό αιώνα»: Όψεις του δημόσιου λόγου στην πολιτική, στην εκπαίδευση και στη λογοτεχνία, Θεσσαλονίκη 2013. και Χ. Χατζηιωσήφ (επιμέλεια), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, Ο Μεσοπόλεμος 1922-1940, τ. Α’ και Β’, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2003.

10. Για την επήρεια που ασκείται στη λογοτεχνία και στην κριτική της θεώρηση, βλ. Βασίλης Βασιλειάδης, Η ιδεολογία της λογοτεχνικής κριτικής του μεσοπολέμου για τη “γυναικεία” και την “ανδρική“ λογοτεχνία (διδακτορική διατριβή), Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης – Φιλοσοφική Σχολή – Τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας, Θεσσαλονίκη 2006. Και Χριστίνα Ντουνιά, Λογοτεχνία και πολιτική. Τα περιοδικά της Αριστεράς στο Μεσοπόλεμο, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 1996.

11. Βλ. Γιάννης Μουρέλος (επιμέλεια), Η Έξοδος – Μαρτυρίες από τις επαρχίες της Κεντρικής και Νότιας Μικρασίας, εισαγωγή – εποπτεία: Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, Αθήνα 2004 (ανατύπωση / 1η έκδοση 1982). Και, Άννα Παναγιωταρέα, Όταν οι αστοί έγιναν πρόσφυγες, Παρατηρητής, 1994.

12. Σχετικά με την εισροή και εγκατάσταση των προσφύγων στον Ελλαδικό χώρο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, βλ. ενδεικτικά, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Ο ξεριζωμός και η άλλη πατρίδα. Οι προσφυγουπόλεις στην Ελλάδα, Αθήνα 1999.  Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Πέρα από την καταστροφή. Μικρασιάτες πρόσφυγες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, Αθήνα 2003. Επίσης, Ευστάθιος Πελαγίδης, Η ανθρωπογεωγραφία του προσφυγικού ζητήματος (1913 -1930), στον τόμο (όπου και άλλες ενδιαφέρουσες , σχετικά με το προσφυγικό ζήτημα, μελέτες): Οι πρόσφυγες στη Μακεδονία – Από την τραγωδία στην εποποιΐα, επιμέλεια: Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος – Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης, Αθήνα 2009.. Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, Το έγκλημα και οι κοινωνικοί του προσδιορισμοί, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1998.

13. Η Μικρασιατική καταστροφή και η συμπαρακόλουθη προσφυγιά θα επηρεάσουν δραματικά τη συλλογική μνήμη, κατατεθειμένη τόσο σε αφηγήσεις ανθρώπων – θυμάτων που τη βίωσαν όσο και στη λογοτεχνία. Συγκλονιστικές είναι οι μαρτυρίες που έχουν συγκεντρωθεί από το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών. Βλ. Γιάννης Μουρέλος (επιμέλεια), Η Έξοδος…, ό.π. Ενδιαφέρουσα η διαφορετική πρόσληψη και αποτύπωση στη συλλογική μνήμη του γεγονότος της προσφυγιάς, μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων. Βλ. Damla Demirozu,“Το 1922 και η προσφυγιά στην ελληνική και την τουρκική αφήγηση”, Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 17, 2011, σ. 123-149. Από το 2017 ωστόσο έχει αρχίσει μια νέα προσπάθεια συγκέντρωσης σε βάση δεδομένων, όλων των στοιχείων και πληροφοριών που συνδέονται με το προσφυγικό ζήτημα μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Η βάση περιλαμβάνει: Πολεοδομικούς χάρτες του 1930, απογραφές, κατάλογο αγροτών προσφύγων, κατάλογο 350.000 αστών προσφύγων, στοιχεία του Υπουργείου Εσωτερικών για την εκλογική συμπεριφορά των προσφύγων, μαρτυρίες από το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών και από ποικίλες αρχειακές πηγές. Το εγχείρημα ξεκίνησε από τον Στέλιο Μιχαλόπουλο, αναπληρωτή καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Brown των Η.Π.Α, σε συνεργασία με τον Θανάση Σταυρακούδη, αναπληρωτή καθηγητή Υπολογιστικής Προσομοίωσης, στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και την επικουρία φοιτητών του ιδίου Πανεπιστημίου. Βλ. σχετικά, Νικόλας Ζώης, “Τα big data των προσφύγων της Μικράς Ασίας,” εφ. Η Καθημερινή, 20-6-2020.

14. Για τα συναφή ζητήματα, βλ. Ιστορία του Νέου ελληνισμού 1770-2000, Ο Μεσοπόλεμος 1922-1940, 7ος τόμος, Τα Νέα. Δ.Ι. Λοΐζος, Οι Μεγάλες Δυνάμεις. Η Μικρασιατική Καταστροφή και η εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα, Αθήνα, αυτοέκδοση, 1994. Ε. Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923-1930), Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη, 1994. Κώστας Κατσάπης , “Η αποκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου: Το γενικό περίγραμμα“, στο: Γεώργιος Τζεδόπουλος (επιμ.), Πέρα από την καταστροφή. Μικρασιάτες Πρόσφυγες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, Β’ έκδοση, Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Αθήνα 2007, και του ίδιου, “Το προσφυγικό ζήτημα” , στο: Αντώνης Λιάκος (επιμ.), Το 1922 και οι πρόσφυγες. Μια νέα ματιά, Νεφέλη, Αθήνα 2011.

15. Άγγελος Τερζάκης, «Ο ματωμένος λυρισμός», στο: Προσανατολισμός στον αιώνα, Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1963.

16. Roderick Beaton, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, Νεφέλη, Αθήνα 1996, σ. 169.

17. Με νέα ματιά εξετάζει το “Ελεύθερο Πνεύμα“ ο Δημήτρης Τζιόβας, χαρακτηρίζοντάς το ως την πιο “ολοκληρωμένη και δυναμική εκδήλωση του ατομικισμού στην Ελλάδα“. (Δημήτρης Τζιόβας, “Το ατομικιστικό μανιφέστο του Γ. Θεοτοκά”, εφ. Το Βήμα – Γνώμες, 24 Νοεμβρίου 2008. Βλ. και Παναγιώτης Μουλλάς, “Οι σιωπές του Ελεύθερου Πνεύματος”, Νέα Εστία, τόμ. 158, τεύχ. 1784, Δεκέμβριος 2005, σ. 975. Επίσης, Νάσος Βαγενάς, «Γιώργος Θεοτοκάς. Ένα ελεύθερο πνεύμα», στο: Κινούμενος στόχος, κριτικά κείμενα, εκδ. Πόλις , Αθήνα 2011, σ. 188. Για το “μανιφέστο“ και τους στόχους του συγγραφέα του: Mario Vitti, Η γενιά του τριάντα, Ερμής, Αθήνα 1989, σ. 20 κ.ε. Για την πρόσληψή του από την κριτική: Μαριάνθη Βουρτσάκη, Η υποδοχή του Ελεύθερου Πνεύματος του Γ. Θεοτοκά από την κριτική (1929-1931), Θεσσαλονίκη 2012.

18. Βλ. Σάββας Καράμπελας, Το περιοδικό “Τα Νέα Γράμματα” (1935-1940, 1944-1945), διδακτορική διατριβή, Ιωάννινα 2009.

19. Βλ. Σάββας Καράμπελας, ό.π., σ. 19. Χριστίνα Ντουνιά, Λογοτεχνία και πολιτική. Τα περιοδικά της Αριστεράς στο Μεσοπόλεμο, ό.π., σ. 62 κ.ε. Επίσης,Roderick Beaton,ό.π., σ. 177-179.

20. Ορέστη Διγενή, Ελεύθερο πνεύμα, εκδότης Α.Ι. Ράλλης, Αθήνα 1929, σ. 10.

21. Ό.π., σ. 3.

22. Ό.π., σ. 20.

23. Ό.π., σ. 28.

24. Ό.π., σ. 35.

25. Για το διαφορετικό πνεύμα που διέπει τους “γηγενείς“ και τους κοσμοπολίτες δημιουργούς, Μ. Vitti ,ό.π., σ. 21-24.

26. Ό.π., σ. 63.

27. Aπό το ποίημα του Καρυωτάκη [Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ…] (Συλλογή Ελεγεία και σάτιρες (1927).

28. Σωτήρης Τριβιζάς, Ελάσσονες ποιητές του μεσοπολέμου, Καστανιώτης, Αθήνα 2015.

29. Για την προβολή αυτών των δραματικών περιελίξεων στην ποίησή τους, βλ. σύντομα τα άρθρα: Θάλεια Ιερωνυμάκη, “Η ξαφνική χορδή μιας αστραπής, που εχάθηκε στων ουρανών τα βάθη“, Ο Αναγνώστης (https://www.oanagnostis.gr/h-%CE%BE%CE%B1%CF%86%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%87%CE%BF%CF%81%CE%B4%CE%AE-%CE%BC%CE%B9%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%AE%CF%82-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CF%87%CE%AC%CE%B8%CE%B7/). και Θανάση Νιάρχου, Φθισικοί, Τοξικομανείς, Αισθηματίες: ποιητές σχεδόν “καταραμένοι“, 22-1-2016, (https://www.tanea.gr/2016/01/22/lifearts/fthisikoi-toksikomaneis-aisthimaties-poiites-sxedon-kataramenoi/). Για την κατάσταση της δημόσιας υγείας στον Μεσοπόλεμο γενικά, βλ. Κωσταντίνος Κατσάπης, “Δημόσια Υγεία και Πρόσφυγες στην Ελλάδα κατά τον Μεσοπόλεμο”, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος ελληνισμού, Μ. Ασία, 2003.

30. Χριστίνα Ντουνιά (εισαγωγή – επιμέλεια), Μαρία Πολυδούρη, Ρομάντσο και άλλα πεζά, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2014, σ. 219.

31. Ό. π., σ. 210.

32. Παρασκευή Κοψιδά – Βρεττού, Μαρία Πολυδούρη – Μονωδία πικρού Απριλίου, εκδ. Βακχικόν, Αθήνα 2019 , σ. 13-14.

33. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…,ό.π, σ.163.

34. Μαρία Πολυδούρη, Τα ποιήματα, φιλολογική επιμέλεια – επίμετρο: Χριστίνα Ντουνιά, Νέα συμπληρωμένη έκδοση, Βιβλιοπωλείον της “Εστίας“, Αθήνα 2017, σ. 161-162.

35. Πάνου Παναγιωτούνη, «Δυο εκλεκτές Ελληνίδες ποιήτριες: Μαρία Πολυδούρη-Τίλλα Μπαλή, μελέτη», Νέα Πορεία, τόμ. 4, τ.χ. 37 (Μάρτιος 1958), σ. 94-95. και Τίλλα Μπαλή, Η απεσταλμένη των αιώνων, Ανθολόγηση – εισαγωγή: Γιάννης Σ. Βιτσαράς, εκδ. Φαρφουλάς, Αθήνα 2016 .

36. Μαρία Πολυδούρη, Τα ποιήματα…, ό.π., σ. 392-393 καιΡομάντσο…, ό.π ., σ. 266-267. Η Τίλλα Μπαλή (1905-1971) αφιέρωσε στη Μαρία Πολυδούρη, μετά τον θάνατο της τελευταίας, το ποίημα: “Της Μαρίας Πολυδούρη – Μνημόσυνο.” (Ειρμοί , 1940) , ενώ η Μαρία Πολυδούρη είχε αφιερώσει στην Τίλλα Μπαλή το ποίημά της “Η ευχή μου“ (Φιλολογική Πρωτοχρονιά, 1954) .

37. Μαρία Πολυδούρη, Τα ποιήματα…, ό.π., σ. 266.

38. Το περιοδικό κυκλοφορεί από το 1906 με την ονομασία Οικογενειακός Αστήρ και από το 1928-1931 με την ονομασία Νέος Οικογενειακός Αστήρ. Ήταν εβδομαδιαίο – αργότερα μηνιαίο- εικονογραφημένο οικογενειακό περιοδικό (Φιλολογικόν περιοδικόν μετ’ εργοχείρων ). Το κείμενό της αυτό, όπως και το δεύτερο “Αποχωρισμός φίλων“ συμπεριλαμβάνονται στο: Μαρία Πολυδούρη, Ρομάντσο…, ό.π., σ. 231-232 και 233-234.

39. Περιλαμβάνεται στην “Αυτοβιογραφία“ της. Βλ. Μαρία Πολυδούρη, Ρομάντσο…, ό.π, σ. 224.

40. Μαρία Πολυδούρη, Ρομάντσο …, ό.π., σ. 260.

41. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…, ό.π., σ. 25 και 267.

42. Από την πλούσια σχετική βιβλιογραφία, όλως ενδεικτικά: Αλεξάνδρα Μπακαλάκη – Ελένη Ελεγμίτου, Η εκπαίδευση“ εις τα του οίκου “και τα γυναικεία καθήκοντα, Αθήνα 1987. σχετικές δημοσιεύσεις στο: Γ. Μαυρογορδάτος- Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Ηράκλειο 1988. Δήμητρα Σαμίου, “Οι Ελληνίδες 1922-1940- κοινωνικά ζητήματα και φεμινιστικές διεκδικήσεις”, στο: Ιστορία του Νέου ελληνισμού 1770-2000, 7ος τόμος, Ελληνικά Γράμματα – Τα Νέα, 2003.

43. Η πρώτη εφημερίδα στην Ελλάδα που δημιουργήθηκε από γυναικεία συντακτική ομάδα με διευθύντρια την Καλλιρόη Παρρέν και απευθυνόταν αποκλειστικά σε γυναίκες. Βλ. Λουκία Ευθυμίου, “Δυτικά πρότυπα και ελληνικότητα: Η “Εφημερίς των Κυριών“ της Καλλιρόης Παρρέν και τα διλήμματα του ελληνικού φεμινιστικού κινήματος” στο: Ελληνικότητα και ετερότητα. Πολιτισμικές διαμεσολαβήσεις και εθνικός χαρακτήρας τον 19ο αιώνα, Πρακτικά Συμποσίου, επιμέλεια: Άννα Ταμπάκη – Ουρανία Πολυκανδριώτη, ΕΚΠΑ – Τμήμα Θεατρικών Σπουδών / Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών – Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Β’ τόμος, Αθήνα 2016, σ. 329-342.

44. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο …,ό.π., σ. 225.

45. Βλ. Μ. Πολυδούρη,Τα ποιήματα, ό.π., σ. 63.

46. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο …,ό.π., σ. 171.

47. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…, ό.π., σ. 159.

48. Από το «Ημερολόγιο» της, με ημερομηνία 10 Φεβρουαρίου 1921, ό.π., σ. 160.

49. Τα δημοσιοϋπαλληλικά του βιώματα καταθέτει με την ανελέητη ειρωνεία του, στα ποιήματα: “Γραφιάς“, “Μίσθια δουλειά“ και “Δημόσιοι Υπάλληλοι“ και σε δύο πεζά του: “Καλός Υπάλληλος“ και “Κάθαρσις“. Βλ. σχετικά, Γεωργία Δάλκου, Δημόσιος Υπάλληλος εξ Αθηνών, μετατεθείς εις Πρέβεζαν εσχάτως, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1986, και Γεράσιμος Ρομποτής, Η διοίκηση στην ελληνική λογοτεχνία, ΕΚΠΑ, Αθήνα 2017, σ. 128 κ.ε. Και σύντομα, του ίδιου: Η λογοτεχνία ως πηγή για τη διοικητική ιστορία και τη διοικητική επιστήμη: η εικόνα του υπαλλήλου στην ελληνική πεζογραφία του 20ού αιώνα, https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/el/browse/1013398

50. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…, στις ημερολογιακές της σημειώσεις, σ. 160.

51. Ό.π.,σ. 160-161.

52. Ό.π., σ. 167. Για τη σχέση λογοτεχνίας και πολιτικής, όπως αποτυπώνεται στα περιοδικά του μεσοπολέμου, βλ. Χριστίνα Ντουνιά, Λογοτεχνία και πολιτική, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1999.

53. Ό.π., σ. 163.

54. Βλ. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο… (Αυτοβιογραφία), σ. 220 κ.ε.

55. Ό.π., σ. 219.

56. Ό.π., σ. 185.

57. Από το “Ημερολόγιο”, με ημερομηνία 21 Φεβρουαρίου 1922 (Δευτέρα βράδυ), βλ. Μ. Πολυδούρη, Ρομάντσο…,ό.π., σ. 189-190.

58. Ο έρωτάς του προς την Πολυδούρη ήταν ένας από τους χωρίς ανταπόκριση έρωτες του Ζώτου. Οι λίγες επιστολές που αντάλλαξαν δημοσιεύονται στον τόμο των Απάντων του . Βλ. Μίνως Ζώτος, Άπαντα – Ποιήματα αλληλογραφία, εργοκριτικά, Ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2016. και Σωτήρης Τριβιζάς, Ελάσσονες ποιητές του Μεσοπολέμου, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2015. του ίδιου: Ο ποιητής με τη θλιμμένη φάτσα, https://www.literature.gr/o-piitis-me-ti-thlimmeni-fatsa-tou-sotiri-triviza-apanta-minos-zotos/

59. Βλ. σχετικά Σωτήρης Τριβιζάς, Ο ποιητής με τη θλιμμένη φάτσα, ό.π. και Θ. Μ. Πολίτης, «Μίνως Ζώτος: Ένας άξιος και ξεχασμένος Νιοχωρίτης ποιητής», περ. Επίκαιρα Αιτωλοακαρνανίας,τεύχ. 40, Δεκέμβριος 1998.

60. Κ. Σ. Κώνστας, Άπαντα: Όσα βρέθηκαν φιλολογικά κείμενα δημοσιευμένα από 1η Αυγούστου 1947 ως 1η Μαρτίου 1967, εκδ. Μαυρίδη, Αθήνα 1991.

Ιωάννης Κ. Χασιώτης: Η ελληνική κοινότητα της Νεάπολης. Σύνοψη της 500χρονης ιστορικής διαδρομής της

Ιωάννης Κ. Χασιώτης:

Η ελληνική κοινότητα της Νεάπολης.

Σύνοψη της 500χρονης ιστορικής διαδρομής της *

 

Η ελληνική παρουσία στη Νεάπολη και την ευρύτερη νότια Ιταλία έχει βέβαια πανάρχαιες ρίζες: από τα αρχαϊκά χρόνια της ίδρυσης της ίδιας της πρωτεύουσας της Καμπανίας ως Παρθενόπης και στη συνέχεια ως Νεάπολης μέχρι την επί πέντε αιώνες ενσωμάτωσή της στη βυζαντινή επικράτεια. Το δεδομένο αυτό πρέπει να το έχουμε υπόψη, για να κατανοήσουμε και τη διαφορετική προέλευση του ελληνικού στοιχείου του ιταλικού Mezzogiorno, όπου ακόμα και σήμερα μπορούμε να μιλούμε για μιαν ιδιόμορφη –πολιτιστικά τουλάχιστον– διαστρωμάτωση, και του ανθρώπινου δυναμικού στον μικρόκοσμο της ελληνικής κοινότητας: Πάνω στο υπόστρωμα των ελληνοφώνων των αρχαίων εποικισμών προστέθηκαν οι μέτοικοι της βυζαντινής περιόδου, τους οποίους ήρθαν να επικαλύψουν αιώνες αργότερα (από τα μέσα του 15ου αιώνα και εξής) οι φυγάδες και πρόσφυγες της τουρκοκρατούμενης Ανατολής και, βέβαια, να εμβολιαστούν στη συνέχεια με τους εφήμερους και μονίμους μετανάστες της σύγχρονης ελληνικής Διασποράς. Θα πρέπει πάντως να διευκρινιστεί ότι, αντίθετα με ό,τι αντιλαμβανόμαστε στην Ελλάδα (ομαδοποιώντας μερικές φορές τα παλαιότερα και τα νεότερα στρώματα), η εθνοτική, κοινωνική και πολιτιστική διαστρωμάτωση του ιταλικού Νότου εξακολουθεί και σήμερα να επιβιώνει (εξασθενημένη βέβαια) και σε επίπεδο γλωσσικό (προς τέρψιν των γλωσσολόγων), αλλά και σε εκκλησιαστικό (προς δοκιμασίαν των θεολογούντων ιστορικών). Και σαν να μην έφταναν αυτά τα παιχνίδια της Ιστορίας, ήρθε να προστεθεί από το τέλος του Μεσαίωνα ως και τον 17ο αιώνα τουλάχιστον και ένας ακόμα παράγοντας: η διγλωσσία (ελληνικά και αρβανίτικα/arbëresh) ενός σημαντικού τμήματος των ομόθρησκων και ομόδοξων Ελληνορθόδοξων κατοίκων, οι οποίοι διαπεραιώνονταν από την τουρκοκρατούμενη νότια βαλκανική στην ιταλική χερσόνησο, αναζητώντας απελπισμένα ασφάλεια και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης σε χριστιανικό κρατικό περιβάλλον. Από το φαινόμενο αυτό (που μπορεί να ελκύει τους ανθρωπολόγους, αλλά επηρεάζει σοβαρά και τους εθνικιστές) προήλθε σε μεγάλο βαθμό, νομίζω, και η εθνοτική ισοπέδωση των «Italo-greci» και των «Italo-albanesi», η οποία, σε μιαν εποχή κατά την οποία η εθνική ταυτότητα ήταν ακόμα ρευστή, υπήγαγε στην ίδια εθνική κατηγορία το σύνολο σχεδόν των ελληνορθόδοξων πληθυσμών, είτε αυτοί προέρχονταν από τη νότια Aλβανία είτε από την Ήπειρο (βόρεια και νότια) και την Πελοπόννησο είτε –ακόμα– από τα Επτάνησα, την Κρήτη και την Κύπρο.

Αφήνοντας κατά μέρος τις αναλύσεις αυτές (που περιπλέκουν την εικόνα στους μη ενημερωμένους με την ιστορική πολυσημία των λαών της Μεσογείου), ας περάσουμε στα καθαυτό χρονολογικά δεδομένα: Η νεότερη περίοδος της μικρής πια (αλλά δυναμικής, όπως θα δούμε) ελληνικής παρουσίας στη Νεάπολη και την ενδοχώρα της ξεκινά με σποραδικές εγκαταστάσεις Ελλήνων φυγάδων (στρατιωτικών και αριστοκρατών κυρίως) λίγο πριν και αμέσως μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453). Ήδη στη δεκαετία του 1460 είχε παραχωρηθεί η επικαρπία βαρονειών, χωριών, οικισμών ή φρουρίων σε μερικούς από αυτούς: στον Μανουήλ Παλαιολόγο στο San Pietro in Galatina, στους Παύλο, Γεώργιο και Ανδρόνικο Ράλλη στον Τάραντα, στον Ιωάννη Ράλλη στην Troia και στον Θωμά Ασάνη Παλαιολόγο στην Καλαβρία. Μερικά χρόνια αργότερα μεταφέρεται από την Πελοπόννησο στην Απουλία από τον Αραγονέζο βασιλιά της Νεάπολης Φερδινάνδο Α΄ (Ferrante, 1458-1494) η πρώτη οργανωμένη στρατιωτική δύναμη, οι πασίγνωστοι στη στρατιωτική ιστορία «stradioti» («estradiotes” στα ισπανικά), οι οποίοι όχι μόνο θα αποτελέσουν τον πρώτο πυρήνα της ελληνορθόδοξης παροικίας της Νεάπολης, αλλά θα της προσδώσουν, ως τον  αρχόμενο 19ο αιώνα, και τα κύρια κοινωνικά της χαρακτηριστικά. Στα 1518 ο Θωμάς Ασάνης Παλαιολόγος, ηγετική πλέον φυσιογνωμία της νεαπολιτανικής κοινωνίας –«tenuto sempre fra primi del Regno», κατά τον Νεαπολιτανό χρονικογράφο του 17ου αιώνα Carlo de Lellis (†πριν από το 1691)– θα συνδεθεί με την επίσημη έναρξη της νεότερης ιστορίας της ελληνικής κοινότητας, οικοδομώντας την πρώτη μικρή ελληνική εκκλησία. Η κληρονομική κατοχύρωση ωστόσο στα 1526 της ιδιοκτησίας της εκκλησίας (jus patronatus) στην οικογένεια του Ασάνη Παλαιολόγου αποτέλεσε, όπως θα δούμε, αφορμή για όχι λίγες περιπέτειες και της εκκλησίας και της κοινότητας. Οπωσδήποτε το ναΐδριο εκείνο (που ανακαινίστηκε και επανοικοδομήθηκε εκ βάθρων αρκετές φορές στα επόμενα χρόνια ως ναός πλέον των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου) έμελλε να είναι η πρώτη χρονολογικά ελληνική εκκλησία στην ιστορία της νεοελληνικής Διασποράς (η οικοδόμηση του περίβλεπτου ναού του Αγίου Γεωργίου της Βενετίας άρχισε δέκα χρόνια αργότερα και ολοκληρώθηκε στα 1573).

Οι μετοικεσίες των Ελλήνων στην Κάτω Ιταλία και την εποχή εκείνη, αλλά και στους επόμενους αιώνες, πραγματοποιούνταν παρά τις εναλλαγές της κρατικής κυριαρχίας στο «Reame» (όπως αποκαλούνταν διαχρονικά το βασίλειο της Νεάπολης)· και η κυριαρχία αυτή θα παραμείνει ξένη ως την ανάδυση του ενοποιημένου πλέον από τα 1861 ιταλικού κράτους: εννοώ την κατάκτησή της διαδοχικά από τους Γάλλους, τους Αραγονέζους, τους Ισπανούς (για πάνω από τρεις αιώνες), τους Αυστριακούς και πάλι τους Γάλλους, υπό το σκήπτρο διαφόρων δυναστικών οίκων: Anjou/Ανδηγαυών, Valois, Trastámara και Αραγόνας, Αψβούργων, Βουρβόνων, των ναπολεόντειων εκβλαστήσεων και της Σαβοΐας. Η συχνή εναλλαγή του κυριαρχικού καθεστώτος, που ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό και για τις αποκλίνουσες κοινωνικές συνθήκες που επικράτησαν επί αιώνες στον ιταλικό Νότο, δεν ευνόησε την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη του ελληνικού στοιχείου της περιοχής. Στην ύπαιθρο ιδιαίτερα, όπου εγκαταστάθηκε το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων προσφύγων της περιόδου της Τουρκοκρατίας, η κοινωνική ανέλιξή τους αγκιστρώθηκε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο φεουδαλικό κατεστημένο των τοπικών βαρόνων, με αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό τους (όπως άλλωστε και του υπόλοιπου ιταλικού πληθυσμού) είτε στον αγροτικό τομέα (κάτω από άθλιες συνθήκες) είτε στον στρατιωτικό (με καλύτερες προοπτικές). Και μόνον στην πόλη της Νεάπολης και, σε μικρότερο βαθμό, σε μερικά ακόμη αστικά κέντρα της κεντρο-νότιας ιταλικής χερσονήσου και της Σικελίας (Αγκώνα, Μπαρλέτα, Μεσσήνη, Παλέρμο) έχουμε ήδη από τις αρχές του 16ου αιώνα κάποια δείγματα οικονομικής και πολιτιστικής δραστηριότητας.

Η Νεάπολη στα τέλη του 16ου αιώνα (χαρακτικό του Mario Cartaro, 1579).

Αλλά η μεγάλη ανατροπή στην ιστορία της κοινότητας έγινε στα 1533-1534 με τη μαζική μεταφορά με τον ισπανικό και γενουατικό στόλο στην Κάτω Ιταλία και τη Σικελία τεσσάρων περίπου χιλιάδων κατοίκων της Κορώνης (αλλά και της Μεθώνης, της Πάτρας και άλλων περιοχών της Πελοποννήσου,). Η μετοικεσία εκείνη έγινε αναπόφευκτη, όταν ο Αψβούργος αυτοκράτορας Κάρολος Ε΄ (1519-1558), που είχε καταλάβει την Κορώνη το 1532, αποφάσισε να την εγκαταλείψει, ανοίγοντας έτσι το δρόμο στην ανάκτησή της από τους Οθωμανούς. Ακολούθησαν μικρότερες σε μέγεθος μετοικεσίες ως συνέχεια σε αλυσιδωτούς οικογενειακούς κυρίως εκπατρισμούς από την Πελοπόννησο και τα Επτάνησα. Αλλά το επόμενο μεγάλο κύμα σημειώθηκε σαράντα χρόνια αργότερα, μετά την αποτυχία των εξεγέρσεων στην ελληνική χερσόνησο, τις οποίες είχε προκαλέσει η προσδοκία της χριστιανικής επέμβασης στη διάρκεια των επιχειρήσεων του Ιερού Συνασπισμού (Sacra Lega), λίγο πρίν και μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου τον Οκτώβριο του 1571. Η κατάληψη επίσης της Κύπρου από τους Οθωμανούς στα 1570-1571 ανάγκασε ένα τμήμα του πληθυσμού του νησιού να καταφύγει στην Ιταλία, το μεγαλύτερο στη Βενετία και μεμονωμένα άτομα στη Νεάπολη και τη Σικελία.

Η έλευση των προσφύγων, ιδίως του 1533-1534 –που αποκαλούνταν γενικά «Κορωναίοι» (Coronenses, Coronei, Coroneos) άσχετα από τις ιδιαίτερες πατρίδες τους– προκάλεσε τη δημογραφική κοι κοινωνική αναγέννηση των ελληνικών εστιών της Κάτω Ιταλίας. Σε αντίθεση με τους πρόσφυγες και φυγάδες των προηγούμενων μετοικεσιών (που ήταν γενικά αγρότες, κτηνοτρόφοι και κατά κανόνα αναλφάβητοι στρατιωτικοί), οι νεοφερμένοι θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως “αστοί” (με τα μέτρα βέβαια της εποχής). Ανάμεσά τους συμπεριλαμβάνονταν και αρκετοί λόγιοι, κωδικογράφοι, ποιητές, εγγράμματοι κληρικοί κλπ. Επιπλέον, κατά τα πρώτα δέκα χρόνια μετά την άφιξή τους στην Ιταλία οι «Κορωναίοι» ευνοήθηκαν από τον αυτοκράτορα Κάρολο με φορολογικές απαλλαγές, επιδόματα, διορισμούς κατ’ εξαίρεση στον στρατό και τον στόλο κλπ. Γι’ αυτό και επικράτησαν κοινωνικά έναντι των άλλων συμπατριωτών τους των προγενέστερων περιόδων. Ανάλογη ήταν και η εξέλιξη, σε μικρότερο βαθμό, και στους πρόσφυγες της δεκαετίας του 1570. Δεν ήταν τυχαίο λοιπόν που πολλοί από τους νεήλυδες (ιδίως οι “Κορωναίοι”, αλλά και όσοι ακολούθησαν ως τον 17ο αιώνα) προέβαλλαν με επιμονή αρκετές γενιές την ελληνικότητά τους (την «grecità» τους), ενισχύοντας έτσι στη Νεάπολη και στην ενδοχώρα το νεότερο εθνοτικό περιεχόμενο του όρου «greco» έναντι του μεσαιωνικού θρησκευτικο-δογματικού “graecus”. Φαίνεται ότι οι «Κορωναίοι», στην προσπάθειά τους να επιτύχουν κοινωνική αναβάθμιση σε ένα ημιφεουδαλικό περιβάλλον τίτλους ευγενείας, εμφάνιζαν συχνά στις τοπικές αρχές πλαστά έγγραφα της αριστοκρατικής τους προέλευσης· την τακτική αυτή καταγγέλλει ο Κορωναίος ποιητής Ιωάννης Ατζαγιώλης Πρωτοκόμης στο γνωστό στιχούργημά του για τα ανδραγαθήματα του Καρόλου Ε΄, όταν του συνιστά:

                   καλέσαι μείζονας πόλεων πρεσβυτέρους,

                   ξεταζομένους ἀκριβῶς, μεθ’ ὅρκον ἀπό μέρους

                   καί εἰς θανάτου κίνδυνον καί τῆς περιουσίας,

                   ἵνα τά γινωσκόμενα πάντα μετ’ ἀληθείας

                   ἀπαραιτήτως δείξωσιν…….

                   Καί ταῦτα πάντα τάς γραφάς καλῶς ἐξετασθῆναι,

                   μήποτε ἐκ παραδρομῆς ἄλλος ἀδικηθῆναι.

Ο ναός των Αγίων Πέτρου και Παύλου της Νεάπολης (εξωτερικό).
Επιγραφή του 1617 στην είσοδο του ναού των Αγίων Πέτρου και Παύλου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η τάση αυτή αποτυπώθηκε στις επιτύμβιες επιγραφές που σώθηκαν (μερικές μόνο σε παλαιά χρονικά, κάποιες ακόμα και σήμερα στον χώρο της εκκλησίας) και που εξυμνούσαν στα λατινικά, ιταλικά και, σπανιότερα, στα αρχαία ελληνικά τα κατορθώματα και την “αριστοκρατική” καταγωγή των θανόντων και των οικογενειών τους (τα επιτύμβια τα διακοσμούσαν, ήδη από την εποχή του Θωμά Ασάνη Παλαιολόγου, με οικόσημα, θυρεούς και ανάλογα εμβληματικά σήματα).  Αλλά βέβαια η “grecità” της κοινότητας ανανεωνόταν κυρίως με τα επόμενα κύματα των φυγάδων και προσφύγων, που κατέφθαναν από την Κρήτη και τη Μάνη κατά τον 17ο αιώνα, και από την Ήπειρο, τα Επτάνησα και άλλες ελληνικές περιοχές (ακόμα και από τη Μικρά Ασία) κατά τον 18ο και τις αρχές του 19ου αιώνα.

Στην εμπέδωση του ελληνικού χαρακτήρα της κοινότητας συντέλεσε και η οργάνωσή της. Δυο μόλις χρόνια μετά την εγκατάστασή τους στη Νεάπολη, οι “Κορωναίοι” εξασφάλισαν (με τη στήριξη των ισπανικών αρχών, που τους χρειάζονταν για τον στρατό και το ναυτικό τους), αλλά και τη συγκατάθεση της Αγίας Έδρας, την άδεια να συστήσουν δική τους ελληνορθόδοξη Αδελφότητα (Phratria ή Confraternita). Το νομικό καθεστώς αυτής της Αδελφότητας αποτυπώθηκε το 1561 σε ειδικό καταστατικό (Statuto), το οποίο συνέταξαν, όπως γράφουν οι ίδιοι, με βάση αυτοκρατορική απόφαση του 1535 και με αρκετά στοιχεία από την ανάλογη κοινοτική οργάνωση που είχαν στην Κορώνη στο όνομα του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.  Το δεδομένο αυτό είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον (αν σκεφθεί κανείς ότι τα σωζόμενα καταστατικά κοινοτικής οργάνωσης στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα είναι μεταγενέστερα). Είναι πάντως πιθανόν ότι αρκετές από τις διατάξεις του Statuto του 1561, ιδιαίτερα εκείνες που θεσμοθετούσαν την πρωτοκαθεδρία των λαϊκών έναντι των κληρικών, αποτελούσαν συγκερασμό των κοινοτικών θεσμίων της Κορώνης και των ειδικών κανόνων που ίσχυαν αναγκαστικά στις χώρες υποδοχής για τη λειτουργία των θρησκευτικών, φιλανθρωπικών, επαγγελματικών και συντεχνιακών συσσωματώσεων. Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, το καταστατικό αυτό, με τις μεταγενέστερες βελτιώσεις του (κυρίως με τη θεμελιώδη αναθεώρησή του στα 1593 από εκπροσώπους της δεύτερης γενιάς των Πελοποννησίων μετοίκων), θα αποτελέσει τη βάση όχι μόνο για τη συλλογική οργάνωση των Ελλήνων της Νεάπολης, αλλά και το βασικό νομικό τους όπλο στους πολλούς δικαστικούς αγώνες που θα χρειαστεί να δώσουν στους επόμενους αιώνες εναντίον των πολλών αμφισβητιών τού θρησκευτικού χαρακτήρα (όχι απλώς του ελληνόρρυθμου και ουνιτικού rito greco, αλλά του αμετακίνητου ortodosso) της κοινότητας· θα τη διασφαλίσει επίσης από τις απαιτήσεις των απογόνων του Θωμά Ασάνη Παλαιολόγου και άλλων διεκδικητών τής ακίνητης περιουσίας της, η οποία, χάρη στα κληροδοτήματα των φιλογενών μελών της παροικίας, είχε ήδη αρχίσει από τα μέσα του 16ου αιώνα να γίνεται δελεαστική. Αλλά το σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μου, επίτευγμα εκείνης της μικρής Confraternita ήταν η σταθερή προσήλωσή της στην «grecità» της· την προστάτεψε χάρη στα διατάγματα των ισπανικών αρχών και τις βούλλες της Αγίας Έδρας, που μετέτρεπαν και de jure την Universitas Graecorum σε πολιτική οντότητα, όχι απλώς «εθνοτική», αλλά «εθνική» (nazionale), με τα μέτρα πάντοτε της εποχής. Και παρά τις αναπόφευτες αναταράξεις, η κοινότητα θα κατορθώσει να διατηρήσει την ταυτότητα αυτή και στους επόμενους αιώνες, χωρίς τις τεράστιες απώλειες που υπέστησαν οι μικρότερες και αδύναμες ελληνορθόδοξες εστίες της ενδοχώρας (όπου στο δίγλωσσο περιβάλλον επικράτησε σταδιακά το αλβανόφωνο στοιχείο έναντι του ελληνόφωνου, πολύ πριν από την ανάδυση του αλβανικού εθνικού κινήματος).

Όλα αυτά βέβαια δεν σημαίνουν ότι μέσα στον μικρόκοσμο της κοινότητας έλειψαν οι έριδες· και δεν εννοώ μόνο τις εκκλησιαστικές (ενωτικοί έναντι ακραιφνών ορθοδόξων), αλλά και ανάμεσα στα παλαιότερα μέλη (που είχαν στο μεταξύ ενταχθεί στο κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον του ιταλικού περιγύρου) και τα νεότερα, που εξακολουθούσαν να έρχονται είτε από τις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές (όσες είχαν απομείνει) είτε από τις τουρκοκρατούμενες.  Τελικά οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στους Italo-Greci, τους Greci-Veneti και τους Greci-Ottomani και Greci Orientali επέβαλλαν την εκπόνηση στα 1764, νέου καταστατικού, με το οποίο οι νεότεροι επέβαλαν τις εθνικές προτεραιότητές τους έναντι των παλαιότερων. Η αλλαγή πραγματοποιήθηκε με τη στήριξη των νέων κυριάρχων, των Βουρβόνων, που είχαν κι αυτοί ανάγκη, όπως και οι Ισπανοί, των στρατιωτικών κυρίως υπηρεσιών των Ελλήνων της Νεάπολης. Ήταν η εποχή που άνθησε στο Reame η νέα ελληνική μισθοφορία, τη φορά αυτή με πρωτοβουλία στελεχών της κοινότητας: του βετεράνου Xιμαριώτη στρατιωτικού Στρατή Γκίκα και του Hπειρώτη εμπόρου Aθανασίου Γλυκή. Στα 1735-1738 λοιπόν οργανώθηκε η πρώτη στρατιωτική μονάδα ως τάγμα (battaglione) και στη συνέχεια (στα 1754) –με πρωτοστάτη τον λόγιο Kεφαλλονίτη κόμη Γεώργιο Xωραφά (1692-1775)– ως πλήρες Σύνταγμα, αυτό που έμεινε στην ιστορία ως «Βασιλικό Μακεδονικό Σύνταγμα» (Reggimento Real Macedone). Ας σημειωθεί ότι το «Macedone» δεν αντιστοιχούσε μόνο –και τόσο– στην ιστορική Μακεδονία, αλλά σε έναν ευρύτερο γεωγραφικό χώρο, που, κατά την αντίληψη της εποχής, περιελάμβανε και τη σημερινή Αλβανία και μέρος του Μαυροβουλίου και της Δαλματίας. O Xωραφάς μάλιστα επιχειρηματολόγησε τη συμμετοχή και άλλων “nazioni” με αναφορές στον πολυεθνικό στρατό του Mεγάλου Aλεξάνδρου, αλλά και στη θρησκευτική και πολιτιστική συγγένεια των Ελλήνων με τους «Iλλυριούς». Tελικά στο «Reggimento» οι «Ιλλυριοί» (Αλβανοί και Δαλματοί) ήταν ελάχιστοι: την απόλυτη πλειονότητα τη συγκροτούσαν Χειμαριώτες, Ηπειρώτες, Επτανήσιοι και Έλληνες από άλλες περιοχές της Ανατολής, ακόμα και από την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη.

Το τέμπλο του ναού των Αγίων Πέτρου και Παύλου (με εικόνες του Βελισσαρίου Κορενσίου).

Με τη δύναμη των βετεράνων του «Reggimento Real Macedone» η κοινότητα κατάφερε και πάλι να εξουδετερώσει τις απειλές για την εκκλησιαστική και εθνική της αυτονομία μετά την παλινόρθωση στα 1815 του απολυταρχικού καθεστώτος του Φερδινάνδου Α΄ των Βουρβόνων (1815-1825) στο λεγόμενο πλέον Βασίλειο των Δύο Σικελιών. Στο μεταξύ η ανάδυση του ελληνικού κράτους, ενώ από το ένα μέρος επηρέασε αρνητικά τη δημογραφική εξέλιξη της παροικίας (όπως άλλωστε το σύνολο της ελληνικής Διασποράς, από όπου αρκετοί ομογενείς «επέστρεφαν» στην Ελλάδα), από το άλλο έδωσε τη δυνατότητα κάποιων παρεμβάσεων της Αθήνας (ασθενών οπωσδήποτε και περιορισμένων στο καίριο ζήτημα των εφημερίων του ελληνικού ναού). Και στην περίπτωση αυτή η παρέμβαση των Ελλήνων παλαίμαχων αξιωματικών του Βασιλείου των Δύο Σικελιών (όπως π.χ. του Χειμαριώτη Δημητρίου Λέκα (1779-1862) διευκόλυνε την επικράτηση της ελληνικής πλευράς. Οπωσδήποτε, η ενοποίηση της Ιταλίας στα 1861 άνοιξε μια νέα εποχή στη μετέπειτα τύχη της ελληνικής παροικίας της Νεάπολης. Ωστόσο, παρά την υπογραφή ελληνο-ιταλικών διακρατικών συμφωνιών, η κοινότητα θα εξακολουθήσει να αντιμετωπίζει προβλήματα από τους κατά περιόδους εμφανιζόμενους διεκδικητές της θρησκευτικής της αυτονομίας και περιουσίας (με την επίκληση παλαιών κληρονομικών δικαιωμάτων και ετεροχρονισμένα επιχειρήματα αμφίβολης ιστορικής εγκυρότητας) ως τα τέλη του 19ου αιώνα.

Η επόμενη βέβαια μεγάλη –και τελευταία, αλλά μακρόχρονη– δοκιμασία ήταν εκείνη που της προξένησε το φασιστικό καθεστώς, προπάντων μετά τα επεισόδια Tellini και Κέρκυρας και, φυσικά, κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1940. Τότε λεηλατήθηκαν αρκετά από τα σωζόμενα περιουσιακά στοιχεία της παροικίας και της εκκλησίας. Πάντως ένα τμήμα των λεηλατηθέντων ανακτήθηκε στα μεταπολεμικά χρόνια χάρη στην επιμονή της κοινότητας (διευρυμένης πλέον από το 1992 ως «Comunità ellenica di Napoli e Campania»), αλλά και στην συναντίληψη των τοπικών αρχών της Νεάπολης. Μέσα στο κλίμα αυτό της συναδέλφωσης Ιταλών και Ελλήνων επανήλθε και το αίτημα για την αποκατάσταση της προαιώνιας ιστορικής ονομασίας της οδού (και της συνοικίας) των Ελλήνων της πόλης (rua e vico dei Greci). Τον Δεκέμβριο του 2009 ο δήμος της Νεάπολης τοποθέτησε στον εξωτερικό τοίχο της ελληνικής εκκλησίας, στην οδό Tommaso d’Aquino (τη νεότερη ονομασία τής οδού από το ομώνυμο πολεοδομικό συγκρότημα), αναμνηστική πλάκα με την επιγραφή: «Via San Tommaso d’Aquino già Vico dei Greci». Είναι προφανές ότι οι παλιές πληγές –ευεξήγητες ίσως ιστορικά με τα πάθη του παρελθόντος– έχουν πια επουλωθεί.

Η σύντομη αυτή αναδρομή στη συγκρότηση και τα επιτεύγματα (παρά τα εμπόδια) της ελληνικής κοινότητας της Νεάπολης ίσως δίνει την εντύπωση ότι η παροικία ήταν αριθμητικά μεγάλη. Η εντύπωση αυτή ήταν διάχυτη και στην ίδια τη Νεάπολη στις αρχές του 17ου αιώνα. Σε ένα από τα χρονικά της εποχής, το διαλογικό Il Forastiero του 1634, του ιστορικού Giulio Cesare Capaccio (1550-1634), δίνεται η εξής υπερβολική εικόνα των Ελλήνων της πόλης:

       Forastiero. Mi han riferito che in Napoli siano infiniti habitatori greci.

       Cittadino. Han riferito quel ch’è. E vi dovea commemorar prima la Rua di Greci.

Ωστόσο η εκτίμηση για τους «αμέτρητους» Έλληνες (infiniti habitatori greci) της Νεάπολης –η οποία, ας σημειωθεί, ήταν τότε μια από τις πολυανθρωπότερες πόλεις της Ευρώπης, με κάπου 200 χιλ. κατοίκους– είναι το λιγότερο υπερβολική. Δεν διαθέτουμε ακριβή στοιχεία· αλλά ξεκινώντας από τα επώνυμα στελέχη της κοινότητας στα σωζόμενα πρακτικά της, μπορούμε να υπολογίσουμε τον αριθμό των εγγεγραμμένων μελών της (δηλαδή των ενεργών στελεχών) κατά τον όψιμο 16ο και τον αρχόμενο 17ο αιώνα στα 30-40 άτομα (τα οποία βέβαια εκπροσωπούσαν ισάριθμες περίπου οικογένειες, που αποδίδουν ένα σύνολο 130-140 ατόμων). Το μέγεθος αυτό παραμένει, με μικρές αυξομειώσεις, ως τα μέσα του 18ου αιώνα, οπότε με τις στρατολογίες τού «Reggimento Real Macedone» τριπλασιάζεται: φτάνει τα 400 άτομα, για να ξαναπέσει όμως στο κλείσιμο του αιώνα στα 200. Με τη δημιουργία του ελληνικού κράτους (που απορρόφησε, όπως αναφέρθηκε, τμήματα της συνολικής ελληνικής Διασποράς), ο αριθμός των μελών της κοινότητας επανήλθε στα παλαιότερα επίπεδα (κάπου στις 130-140 ψυχές και στο κλείσιμο του 19ου αιώνα στις 100).

Ωστόσο στον αριθμό αυτόν θα πρέπει ασφαλώς να συνυπολογιστούν και τα μη μετρήσιμα, ανενεργά μέλη της παροικίας και οι επίσης μη μόνιμοι Έλληνες κάτοικοι της Νεάπολης. Αυτοί ίσως εμφάνιζαν το Vico dei Greci σαν έναν πολύβουο ανθρώπινο μικρόκοσμο. Ας μην ξεχνούμε ότι ως τα μέσα σχεδόν του 17ου αιώνα η Νεάπολη αποτελούσε τον πρώτο προορισμό (και το εφαλτήριο) σε όσους κατευθύνονταν προς την Ισπανία και τις ευρωπαϊκές και υπερπόντιες κτήσεις της. Αποτελούσε επίσης ενδιάμεσο σταθμό για τους πρόσφυγες και μετανάστες της ελληνικής Ανατολής, που αναζητούσαν νέες πατρίδες σε διάφορες περιοχές είτε της νότιας Ιταλίας είτε της Τοσκάνης, της Κορσικής, της Σαρδηνίας και των Βαλεαρίδων. Μετά τη δημιουργία τού ελληνικού κράτους άρχισαν να περνούν από το λιμάνι της Νεάπολης και το γειτονικό Castellamare di Stabia χιλιάδες Ελλήνων ναυτικών, οι οποίοι δεν εντάσσονταν βέβαια στην κοινότητα, άσχετα αν για ένα διάστημα φιλοξενούνταν σε δικά της καταλύματα.

Όπως και να το κάνουμε, η ελληνική εστία της Νεάπολης δεν εμφάνισε τα εντυπωσιακά μεγέθη της αντίστοιχης παροικίας της Βενετίας, στη συνέχεια της Τεργέστης και στις αρχές του 19ου αιώνα της Βιέννης (όπου οι πάροικοι μετρούνταν σε ορισμένες περιόδους σε κάποιες –λίγες πάντως– χιλιάδες). Η ανάγκη επίσης των Ελλήνων της Νεάπολης να διαφυλάξουν τη θρησκευτική και εθνική τους ιδιοπροσωπία, επέβαλλε και κάποιας μορφής περιχαράκωση έναντι του περιγύρου (του καθολικού ιταλικού, του ουνιτικού ιταλο-ελληνικού και του ορθοδόξου ιταλο-αλβανικού). Οι μικτοί γάμοι βέβαια δεν έλειπαν· προκαλούσαν μάλιστα προβλήματα στην κοινότητα, επειδή άνοιγαν την όρεξη σε νέους διεκδικητές της ακίνητης περιουσίας της. Ορισμένα επίσης από τα επίλεκτα μέλη τής παροικίας θέλησαν να επιτύχουν αντίστροφα –και πάλι με μικτούς γάμους– την κοινωνική τους άνοδο, εντασσόμενα στην ιταλική (και την ισπανική) élite της νότιας Ιταλίας. Πάντως αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι, μολονότι η ένταξή τους αυτή άνοιγε τον δρόμο στον εξιταλισμό και γενικά στην πολιτιστική και θρησκευτική τους αλλοτρίωση, δεν συνοδεύτηκε πάντοτε και με την άρνηση της ελληνικότητας (grecità): Έχουμε δείγματα ελληνικών οικογενειών της Νεάπολης (από την Κορώνη, τη Μονεμβασία και τα Επτάνησα), οι οποίες, έχοντας καταφέρει να συγγενέψουν με σημαντικές οικογενειακές δυναστείες της Κάτω Ιταλίας, δεν έπαψαν να προβάλλουν επί αρκετές γενιές με υπερηφάνεια την ελληνική τους προέλευση (συχνά επικαλούμενοι, όπως είπαμε, και την αμφισβητήσιμη καταγωγή τους από αριστοκρατικούς οίκους του Βυζαντίου).

Έγγραφο του αρχείου της κοινότητας (πρακτικά του 16ου και 17ου αι.).

Ιστορικοί λόγοι επηρέασαν και τις κοινωνικές και επαγγελματικές προτεραιότητες των μελών της παροικίας. Χωρίς να λείπουν οι ασχολούμενοι με τη βιοτεχνία και το εμπόριο, η πλειονότητά τους στράφηκε, όπως αναφέρθηκε, στη στρατιωτική σταδιοδρομία. Είδαμε εξάλλου ότι ο πρώτος πυρήνας της παροικίας είχε σχηματιστεί τον 15ο αιώνα από stradioti/estradiotes, τους οποίους “διαδέχτηκαν”, κατά κάποιο τρόπο, κατά τον 18ο και 19ο οι άνδρες του «Reggimento Real Macedone» και του διαδοχικού «Battaglione dei Cacciatori Macedoni». Το φαινόμενο, που συνεχίστηκε ως την έκρηξη της ελληνικής Επανάστασης, οφείλεται στο γεγονός ότι το βασίλειο της Νεάπολης (άσχετα από τους κατά περιόδους κυριάρχους του) είχε μετατραπεί για αιώνες (ως τα μέσα τουλάχιστον του 18ου αιώνα) σε προχωρημένο ανάχωμα (ένα πραγματικό “antemurale”) της χριστιανικής Δύσης απέναντι στην οθωμανική επεκτακτικότητα στην κεντρική και τη δυτική Μεσόγειο. Ήταν επίσης και το σταθερό ορμητήριο σε όλες σχεδόν τις ναυτικές εξορμήσεις των Ισπανών, των Φλωρεντινών και των Μαλτέζων στην ελληνική Ανατολή. Γι’ αυτό άλλωστε και οι Έλληνες του Reame συνδύαζαν την έμμισθη στρατιωτική υπηρεσία με τις προσδοκίες τους για την εθνική τους αποκατάσταση, θεωρώντας την ανάμιξή τους σε αντιτουρκικά κινήματα κοινή υποχρέωση και έναντι της υπόδουλης Ελλάδας και έναντι της δεύτερης πατρίδας τους, της Νεάπολης. Δεν είναι τυχαίο ότι στο Vico dei Greci εξυφαίνονταν τα περισσότερα από τα επαναστατικά κινήματα που πραγματοποιούνταν (ή απλώς σχεδιάζονταν) κατά τον 16ο και 17ο αιώνα. Ενδεικτικά μόνο αναφέρω ότι η διπλή εξέγερση του μητροπολίτη Λαρίσης Διονυσίου του Φιλοσόφου στη δυτική Θεσσαλία το 1601 και στην Ήπειρο στα 1611 (η σημαντικότερη που σημειώθηκε στον ελληνικό χώρο, από την εποχή της Άλωσης ως τα Ορλοφικά του 1768), οργανώθηκε αποκλειστικά από επώνυμα μέλη της ελληνικής κοινότητας της Νεάπολης.

Το οικόσημο της οικογένειας Κοντόσταυλου σε κάλυμμα οικογενειακού τάφου του 16ου αιώνα (εξωτερικό εκκλησίας).
Το ταφικό μνημείο του Δημητρίου Λέκκα (εξωτερικό εκκλησίας).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Από την άποψη λοιπόν αυτή η παροικία έπαιξε, παρά το μικρό της μέγεθος, σημαντικό ρόλο στη διαρκή αναζωπύρωση (παρά τις απογοητεύσεις) του επαναστατικού πνεύματος των Ελλήνων, από τα τέλη του 15ου αιώνα ως τις παραμονές της Επανάστασης του 1821. Ακόμα και μετά την προσέγγιση των Βουρβόνων της Νεάπολης με τους Οθωμανούς στα 1740, οι Έλληνες του Reame δεν έπαψαν να αναθερμαίνουν τα ασίγαστα απελευθερωτικά τους οράματα, με πιο γνωστά τα παραδείγματα του Χωραφά, του ιδρυτή του «Reggimento Macedone», και του Aντωνίου Γκίκα, γιου του διοικητή του Συντάγματος Στρατή: Και αν ο πρώτος περιορίστηκε σε εκκλήσεις (μερικές καθαρά φιλολογικές) προς τη Ρωσία για την απελευθέρωση της Ελλάδας, ο δεύτερος, ο Αντώνιος Γκίκας θα περάσει στη δράση, εντασσόμενος στην υπηρεσία των Ρώσων πριν και μετά τις επιχειρήσεις τους στις ελληνικές χώρες στα 1768-1770. Το ίδιο αφορά και δεκάδες άλλα στελέχη, επώνυμα και ανώνυμα, των ελληνικών στρατιωτικών σωμάτων της Νεάπολης στα τέλη του 18ου και στην πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα.

Οι εναλλασσόμενοι κυρίαρχοι της Νεάπολης (Ισπανοί, Αυστριακοί, ακόμα και οι επαναστατικοί Γάλλοι) χρησιμοποίησαν τους Έλληνες μισθοφόρους και σε επιχειρήσεις στο εσωτερικό του βασιλείου: αρχικά για την εξουδετέρωση των γαλλόφιλων βαρόνων, στη συνέχεια, στα 1647, της αντι-ισπανικής επανάστασης του Massanielo (Tommaso Aniello, 1620-1647), της λαϊκής εξέγερσης στο Παλέρμο στα 1733, των αντιδράσεων στη βραχύβια Παρθενόπεια Δημοκρατία (1799) και, τέλος, για την καταστολή της ενδημικής ληστείας του ιταλικού Νότου. Τελικά με την έκρηξη της ελληνικής Eπανάστασης του 1821 οι περισότεροι Έλληνες βετεράνοι των νεαπολιτανικών στρατιωτικών μονάδων που προαναφέρθηκαν –ακόμα και μετά την αναδιοργάνωσή τους το 1817 από τον Richard Church (1784-1873), τον μετέπειτα αρχιστράτηγο των Ελλήνων επαναστατών–, έσπευσαν στην Eλλάδα, πραγματοποιώντας επιτέλους ένα όνειρο που είχαν και αυτοί, όπως και οι προγενέστεροι Έλληνες ομότεχνοί τους: να διαθέσουν δηλαδή την πολεμική τους εμπειρία και τη ζωή τους όχι υπηρετώντας ξένους ηγεμόνες, αλλά τη δική τους πατρίδα. Σε αυτούς υπολόγιζαν και οι συντάκτες του γενικού επιτελικού σχεδίου τής Φιλικής Εταιρείας, όταν σημειώνουν ότι:

Εἰς Νεάπολιν…. εὑρισκεται ἕν σῶμα ἑλληνικοῦ στρατοῦ, οί όποῖοι [sic] μέ τό νά ἠξεύρωσι καλῶς τήν τακτικήν, συμφέρει νά εὑρεθῶσιν εἰς τήν Ἑλλάδα κατά ταύτην τήν περίπτωσιν, ὄχι μόνον διά νά
συνεργήσουν, ἀλλά καί νά διδάξουν τούς ἡμετέρους τά τακτικά.

Το ταφικό μνημείο του Δημητρίου Λέκκα (λεπτομέρεια).

Ο στρατοκρατικός προσανατολισμός ενός μεγάλου τμήματος των παροίκων τής Νεάπολης δεν εμπόδισε το “αστικότερο” στοιχείο της να στραφεί σε ειρηνικότερους τομείς. Αναφέρθηκε ήδη λακωνικά η ενασχόλησή τους με τη βιοτεχνία και το εμπόριο. Αλλά περισσότερο ενδιαφέρον ίσως παρουσιάζουν τα δείγματα των Ελλήνων της πόλης, που καλλιέργησαν τα γράμματα και τις τέχνες. Για ενάμιση αιώνα περίπου αρκετοί εφημέριοι της εκκλησίας ήταν απόφοιτοι του Ελληνικού Κολλεγίου της Ρώμης (κατά κανόνα ουνίτες, που προκαλούσαν και αρκετές αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της κοινότητας). Κάποιοι επίσης καταγράφονται ως διδάσκαλοι της (αρχαίας) ελληνικής στο Studio Pubblico της Νεάπολης, άλλοι ως μέλη φιλολογικών και καλλιτεχνικών «Ακαδημιών» της πόλης. Αλλά το όνομα που λάμπρυνε την ιστορία τού νεαπολιτανικού μπαρόκ είναι βέβαια του καταγόμενου από την Κυπαρισσία της Πελοποννήσου ζωγράφου Βελισσαρίου Κορενσίου (1558-1643). Ο Κορένσιος δεν εργάστηκε μόνο σε ρωμαιοκαθολικές εκκλησίες και μοναστήρια της περιφέρειας της Νεάπολης, αλλά και στην εικονογράφηση (με ανάμικτο βυζαντινότροπο και δυτικό ύφος) της ελληνικής εκκλησίας της πόλης· εξάλλου συμμετείχε επανειλημμένα και στη διοίκηση της Αδελφότητας (Confraternita). Έναν αιώνα αργότερα (από το 1756 και εξής) εργάστηκε στην παροικία και ένας λιγότερο γνωστός καλλιτέχνης, αλλά με ενεργό κι αυτός συμμετοχή στα πράγματα της κοινότητας, ο Κεφαλονίτης λόγιος, ποιητής και ζωγράφος Ευστάθιος Καρούσος (1750-1818).

Με το πέρασμα στον 19ο αιώνα έζησαν στη Νεάπολη για μικρά ή μεγάλα χρονικά διαστήματα αρκετοί Έλληνες λόγιοι και καλλιτέχνες, που ανανέωσαν, κάτω από νέους όρους, το πολιτιστικό κλίμα της μικρής ελληνικής εστίας.  Ανάμεσά τους συγκαταλέγονταν άλλοτε μερικά μόνιμα μέλη της κοινότητας, όπως π.χ. ο σημαντικός φιλόλογος και καθηγητής για μια εικοσαετία της νεοελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο Istituto Orientale της πόλης Κωνσταντίνος Τριανταφύλλης (1832-1912), και άλλοτε περιστασιακά, όπως π.χ. ο Ιάκωβος Πολυλάς (1825-1896), ο εκδότης των έργων του Διονυσίου Σολωμού. Ιδιαίτερος λόγος θα πρέπει να γίνει για την παρουσία στη Νεάπολη των Επτανησίων μουσικών· ανάμεσά τους ο Νικόλαος Χαλικιόπουλος-Μάντζαρος (1795-1872), ο Σπυρίδων Ξύνδας (1812-1896), οι αδελφοί Ναπολέων (1864-1932) και Γεώργιος Λαμπελέτ (1875-1945) κ.ά., όλοι σπουδαστές και συνεργάτες διάσημων μουσικών της παρθενόπειας πολιτείας. Πρόκειται, σε τελευταία ανάλυση, για τους καλλιτέχνες εκείνους (συνθέτες και διδασκάλους της μουσικής), που ουσιαστικά μετακένωσαν τη δυτική έντεχνη μουσική (και ιδιαίτερα το ιταλικό μελόδραμα) στον νεοελληνικό κόσμο.

Αναστοχαζόμενοι σήμερα τη μακρά διαδρομή μιας μικρής, αλλά δυναμικής ελληνικής εστίας της νεοελληνικής Διασποράς, μπορούμε να καταλήξουμε σε κάποια πολύ γενικά συμπεράσματα: Καταρχήν η ελληνική κοινότητα της Νεάπολης συνδέθηκε στενά –ίσως «στενότερα» σε σχέση με άλλες ελληνικές παροικίες της Δύσης– με τον κοινωνικό περίγυρό της τής νότιας ιταλικής χερσονήσου και της Σικελίας (άσχετα από τις δογματικές διαφορές και τις αντιπαραθέσεις). Αποτέλεσε επίσης ενδιάμεσο σταθμό στις ελληνικές μετοικεσίες από την ανατολική προς τη δυτική Μεσόγειο. Εκείνο που επίσης την ξεχώρισε ήταν η ενεργός και πρώιμη ανάμιξη των μελών της στο πολιτικό πρόβλημα της τουρκοκρατούμενης Ανατολής, όχι στην ιδεολογία (όπου άλλες εστίες της Ιταλίας έπαιξαν σημαντικότερο ρόλο), αλλά στην επαναστατική πράξη. Όλα αυτά έχουν κάπως μελετηθεί. Αλλά τα desiderata παραμένουν, όπως π.χ. η θέση της κοινότητας στην πολιτιστική ιστορία της Νεάπολης, τόσο της πρώιμης νεότερης περιόδου (ιδιαίτερα κατά τον γόνιμο νεαπολιτανικό 17ο αιώνα), όσο –κυρίως–της όψιμης και σύγχρονης, από το τέλος του 18ου ως τον 19ο ή και τον 20ό αιώνα. Εξάλλου από το τέλος του 18ου και κατά τον 19ο αιώνα η ιδεολογική επιρροή άλλων, άλλοτε ένδοξων ελληνικών παροικών της Ιταλίας (π.χ. της Βενετίας) είχε περάσει στη φάση της κάμψης αν όχι της αδράνειας. Αντίθετα στη Νεάπολη έχουμε αρκετά ενδιαφέροντα δείγματα, ιδιαίτερα στον πολιτιστικό τομέα. Μερικά από τα δείγματα αυτά έχουν ήδη καταγραφεί. Ωστόσο το τεράστιο σωζόμενο αρχειακό υλικό για τον 18ο και 19ο αιώνα στη Νεάπολη, αλλά και σε άλλα ιταλικά και ευρωπαϊκά αρχεία, περιμένει ακόμα τη σκαπάνη των νεότερων ερευνητών. Και είναι ευοίωνο το γεγονός ότι εδώ και μερικά χρόνια, δίπλα στους ιταλομαθείς Έλληνες, ήρθαν να προστεθούν και οι αυξανόμενοι σε αριθμό ελληνομαθείς Ιταλοί ιστορικοί, από τους οποίος πολλοί μας έδωσαν ήδη ενδιαφέροντες ερευνητικούς καρπούς. Σ’ αυτούς λοιπόν εναπόκειται πλέον η ιστοριογραφική καταξίωση των ερευνητικών εκκρεμοτήτων που αναφέρθηκαν δειγματοληπτικά, αλλά και η διεύρυνση των επιστημονικών και γενικά των ανθρώπινων γεφυρών ανάμεσα στους δυο αδελφικούς –ή, αν θέλετε, εξαδελφικούς– λαούς της Μεσογείου.  Σε τελευταία ανάλυση αυτό θα αποτελέσει και την εκ των υστέρων δικαίωση των «Κορωναίων» του 16ου αιώνα («ὧν καί τήν μνήμην ἐπιτελοῦμεν»), που κατάφεραν να στήσουν στον χώρο της αρχαίας Μεγάλης Ελλάδας τη δική τους ταπεινή νεότερη Μικρή Ελλάδα, η οποία όμως ξεπέρασε ήδη τη μισή της χιλιετία.

 

Ο Ιωάννης Κ. Χασιώτης είναι Ομότιμος Καθηγητής Νεότερης Ιστορίας, ΑΠΘ

Ενδεικτική βιβλιογραφία

 

Gian V. Meola, Delle istorie della chiesa greca in Napoli existente, Νεάπολη, Vincenzo Mazzola-Vocola, 1790.

Domenico Ambrasi, “In margine all’immigrazione greca nell’Italia meridionale nei secoli XV e XVI. La comunità greca di Napoli e la sua chiesa”, Asprenas, 8 (1961), 156-185.

K. Hassiotis, “La comunità greca di Napoli e i moti insurrezionali nella penisola balcanica meridionale durante la seconda metà del XVI secolo”, Balkan Studies, 10 (1969), 279-288.

Alberto Rizzi, “Le icone postbizantine della Chiesa greco-ortodossa dei SS. Pietro e Paolo in Napoli”, Θησαυρίσματα, 11 (1974), 136-163.

K. Hassiotis, “Sull’organizzazione, integrazione e ideologia politica dei Greci a Napoli (XV-XIX sec.)”, Eπιστ. Eπετ. Φιλοσ. Σχ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης, 20 (1981), 411-452.

Nicholas Charles Pappas, “Balkan Foreign Legions in the 18th Century Italy: The ‘Reggimento Real Macedone’ and its Successors”, Nation and Ideology. Essays in Honor of Wayne S. Vucinich,  επιμ. Ivo Banac. John G. Ackerman and Roman Szporluk, East European Monographs, Boulder, Columbia Univ. Press, New York 1981, σ. 35-59.

Constantino Nikas, Per la storia dell’insegnamento del greco moderno a Napoli”, Ιταλοελληνικά, 1  (1988), 37-47.

Γιάννης Κορίνθιος,  “Tο Bασίλειο των Δύο Σικελιών και η Eλληνική Eπανάσταση, Iταλοελληνικά,  3 (1990), 183-194.

Filippo D’Oria, “Cultura napoletana e diaspora greca nell’età dei Riformatori», Ιταλοελληνικά,  6 (1997-8), 331-348.

Jannis Korinthios,  I Greci di Napoli e del meridione d’Italia dal XV al XX secolo, Κάλιαρι, AM&D Edizioni, 2012.

 

 

* Κείμενο διάλεξης που δόθηκε στην Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας στις 9 Νοεμβρίου 2018, στο πλαίσιο της επετείου των 500 χρόνων της ελληνικής παροικίας της Νεάπολης.

Ίνα Μουλλάι: «Συστήματα». Οι βυζαντινές συντεχνίες και το «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» (τέλη 9ου – 12ος αι.)

Ίνα Μουλλάι

 

«Συστήματα».

Οι βυζαντινές συντεχνίες και το «Ἐπαρχικόν Βιβλίον»

(τέλη 9ου – 12ος αι.)

 

Το Βυζάντιο κληρονόμησε από τη ρωμαϊκή οικονομική παράδοση και πρακτική τις κοινότητες όμοιων επαγγελματιών, τα ρωμαϊκά δηλαδή collegia ή corpora (ελλην. σύλλογοι ή ἑταιρεῖαι ή σωματεῖα). Επρόκειτο ουσιαστικά για συνεταιριστικούς δεσμούς, οι οποίοι μπορούν καταχρηστικά να ονομαστούν και συντεχνίες. Στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» του 10ου αι. (βλ. σχετικά παρακάτω) η έννοια της συντεχνίας προσδιορίζεται ωστόσο με τους τεχνικούς όρους σύστημα /-ήματα ή κοινότης τοῦ συστήματος. Η αλήθεια είναι ότι παρατηρείται κάποια ασάφεια ως προς την ειδική ορολογία που χρησιμοποιούν οι σύγχρονοι ερευνητές για να προσδιορίσουν τις διάφορες βυζαντινές συντεχνίες· αυτό συμβαίνει διότι οι τελευταίοι ενίοτε δεν υιοθετούν στις δημοσιεύσεις τους την αυστηρή ορολογία των μεσαιωνικών ελληνικών κειμένων, αλλά «παρασύρονται» τρόπον τινά από τον σύγχρονο γενικό αγγλικό όρο guilds. Αξιοσημείωτη ως προς αυτό είναι ωστόσο η διαφοροποίηση του G. C. Maniatis: O συγκεκριμένος μελετητής επισημαίνει (ορθά κατά τη γνώμη μας) ότι οι έννοιες / όροι collegia, σύλλογοι, ἑταιρεῖαι, σωματεῖα / corpora, συστήματα, ἐργαστηριακοί και οι αποκαλούμενοι οἱ τῶν βαναύσων τεχνῶν δεν θα πρέπει να συγχέονται και να ταυτίζονται με τις συντεχνίες και το συντεχνιακό σύστημα της Κωνσταντινούπολης, δηλαδή με τα αποκαλούμενα συστήματα. Ο ίδιος ερευνητής διακρίνει δυο ξεχωριστές ομάδες συντεχνιών, τις κρατικές – υποχρεωτικές (συστήματα) και τις εθελοντικές συνενώσεις (σωματεῖα και σύλλογοι). Η διάκρισή τους στηριζόταν κυρίως στο ενδιαφέρον ή όχι που έδειχνε το κράτος για αυτά τα επαγγέλματα και τους ασκούντες τους ¹.

Όλες οι συντεχνίες υπόκειντο στον έλεγχο του ἐπάρχου τῆς (Κωνσταντινου)πόλεως. Η συμμετοχή των επαγγελματιών στις διάφορες βυζαντινές συντεχνίες ήταν υποχρεωτική μόνο για τις περιπτώσεις που αναφέρονται ρητά στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον». Η αλήθεια είναι ότι έχουν διατυπωθεί πολλές θεωρίες σχετικά με τη χρονολόγηση και το περιεχόμενο του συγκεκριμένου έργου, το οποίο απευθυνόταν από τον αυτοκράτορα στον ἔπαρχον τῆς πόλεως, αξιωματούχο επόπτη και ρυθμιστή των επαγγελματικών δραστηριοτήτων και συναλλαγών στην ιδιαίτερη οικονομική και φορολογική ζώνη της βυζαντινής πρωτεύουσας (περί αυτής, βλ. τις σχετικές μελέτες του Ν. Oικονομίδη). Ωστόσο, οι περισσότεροι ερευνητές αποδέχονται πλέον ότι επρόκειτο μάλλον για συμπίλημα του 10ου αι. (τμήματά του ανάγονται από τη βασιλεία του Λέοντος Στ´ «Σοφού» [κυρίως] έως και την εποχή του Νικηφόρου Β´ Φωκά). Το «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» αποτελούσε επαγγελματικό και αγορανομικό κώδικα, δηλαδή βασιλικό εγχειρίδιο εμπορικής δραστηριότητας με σαφή νομική και πρακτική εφαρμογή. Συμπεριέλαβε νέες (δηλαδή του τέλους του 9ου και των αρχών του 10ου αι.) αλλά και παλαιότερες κρατικές διατάξεις, οι οποίες διευθετούσαν ζητήματα σχετικά με τη δράση των λεγόμενων συστημάτων, δηλαδή των συντεχνιακά οργανωμένων επαγγελματιών της Κωνσταντινούπολης². Σύμφωνα με αυτές τις διατάξεις, ο εκάστοτε επαγγελματίας ασκούσε μια μόνο τέχνη και εντασσόταν στο αντίστοιχο σύστημα. Σε περίπτωση που κάποιος επιθυμούσε να αλλάξει τέχνη, αρκούσε η εγκατάλειψή της και η υιοθέτηση της νέας, με την παράλληλη βεβαίως είσοδό του στο ανάλογο σύστημα.

Απεικόνιση του ἐπάρχου τῆς πόλεως.

Η οργάνωση των επαγγελματιών σε συστήματα στόχευε σε ποικίλους σκοπούς: στη βέλτιστη άσκηση των επαγγελμάτων, στην ορθολογική κατανομή της εργασίας μεταξύ των συστημάτων, στη μετάδοση των γνώσεων μέσω της μαθητείας, στην εκπροσώπηση των επαγγελματιών έναντι των δημοσίων αρχών, στην εξασφάλιση προμηθειών σε λογικές τιμές από τις επαρχίες και το εξωτερικό, στη διατήρηση της ποιότητας των προϊόντων, στη δημιουργία μιας συγκεκριμένης επαγγελματικής συμπεριφοράς, ώστε να αποτραπεί ο αθέμιτος ανταγωνισμός και η απόκρυψη αγαθών σε κρίσιμες περιόδους, στην απαγόρευση της παραγωγής και εξαγωγής απαγορευμένων προϊόντων (όπως επίσης και τεχνιτών) και –τέλος– στη διευκόλυνση του κράτους στον αποτελεσματικό έλεγχο και στη συλλογή των φόρων. Ορισμένοι ερευνητές, βασιζόμενοι στις αναφορές στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» περί μέτρων και σταθμών, ελέγχου της παραγωγής από τον ἔπαρχο και καθορισμού του κέρδους των επαγγελματιών, θεώρησαν πως τα συστήματα αποσκοπούσαν επίσης στην αποτροπή του ανταγωνισμού μεταξύ των μελών τους και στη δημιουργία μονοπωλίου στις τιμές. Κατά την άποψη του G. C. Maniatis, η αποφυγή ανταγωνισμού μεταξύ των ίδιων των μελών και το μονοπώλιο στις τιμές προϋπόθεταν ισχυρές αγορανομικές δομές, συνεργασία των μελών για τον καθορισμό και επιβολή των τιμών, επιλεκτική είσοδο νέων μελών, προστασία από τον εξωτερικό ανταγωνισμό αλλά και κρατική προστασία μέσω της νομοθεσίας.

Υπήρχαν πολλά επαγγέλματα και στην Κωνσταντινούπολη, τα οποία δεν ήταν οργανωμένα σε συντεχνίες και –πιο συγκεκριμένα– σε συστήματα. Οι δραστηριότητές τους ρυθμίζονταν ωστόσο από την καθαυτό αυτοκρατορική νομοθεσία και ορισμένα νομοκανονικά κείμενα. Το κράτος επέβαλλε την οργάνωση σε συστήματα των επαγγελματιών, οι δραστηριότητες των οποίων ενείχαν ιδιάζουσα οικονομική, κοινωνική και πολιτική σημασία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δικαιολογείται και η επιλογή της σειράς των αναφερόμενων συστημάτων στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον». Σε ό,τι αφορά την ύπαρξη ή μη άλλων συστημάτων, που δεν αναφέρονται στο τελευταίο, οι A. Stöckle και Α. Χριστοφιλόπουλος θεωρούσαν πως το ζήτημα αυτό σχετίζεται με την ακριβή μορφή διάσωσης του συγκεκριμένου κειμένου. Όπως σημειώσαμε ήδη, το «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» αποτελεί συμπιληματικό έργο· περιλαμβάνει διατάξεις για την επίλυση προβλημάτων που είχαν προκύψει κατά τις περιόδους σύνταξής του και για τα επαγγέλματα που είχαν σημασία για το κράτος. Συνεπώς, ακόμη και εάν υπήρχαν επιπρόσθετα συστήματα, δεν ήταν αναγκαίο να συμπεριλαμβάνονται στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον». Ο Σπ. Βρυώνης υποστήριξε την άποψη της συντεχνιακής οργάνωσης όλων των επαγγελμάτων³. Ο G. C. Maniatis θεωρεί αντιθέτως ότι ορισμένες τέχνες δεν οργανώθηκαν σε συστήματα, καθώς ο μεγάλος αριθμός επαγγελματιών, οι οποίοι ασκούσαν την αντίστοιχη τέχνη, οι ποικίλες δραστηριότητες τους και οι μικρής κλίμακας επιχειρήσεις τους, αποτέλεσαν μερικούς από τους αποτρεπτικούς λόγους για την ένταξή τους⁴.

 

Κλίβανος εργαστηρίου κεραμικών δομικών υλικών από παράσταση εικονογραφημένου (ιστορημένου) χειρογράφου κώδικα (Biblioteca Apostolica Vaticana, Ms gr. 746, fol. 61r.).

Οι επικεφαλής των συστημάτων διορίζονταν από τον ἔπαρχο τῆς πόλεως, με μοναδική εξαίρεση τον προϊστάμενο του συστήματος των ταβουλλαρίων, δηλαδή των συμβολαιογράφων, εξαιτίας της ιδιαιτερότητας του επαγγέλματος αυτού. Θα πρέπει να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στους εκλεγμένους από τα μέλη των συστημάτων προϊσταμένους (ἐξάρχους, προστάτας, πρωτοστάτας ή προστατεύοντας), οι οποίοι εγκρίνονταν κατόπιν από τον ἔπαρχο τῆς πόλεως, και τους αξιωματούχους της υπηρεσίας του τελευταίου (λεγατάριος, σύμπονοι, βουλλωτὴς, μιττωτής και ἐπαρχικοί). Στα μέσα του 11ουαι. ο Μιχαήλ Ατταλειάτης αναφέρει επίσης τους τῆς ἀγορᾶς προεξάρχοντας⁵, ενώ ο ελαφρά μεταγενέστερος Γεώργιος Κεδρηνός τους λεγόμενους φροντιστάς⁶. Τα σχετιζόμενα με τον επισιτισμό της πόλεως συστήματα διέθεταν παραπάνω από έναν αντιπρόσωπο, με εξαίρεση τους σαλδαμαρίους (παντοπώλες) και μάγκιπας (φουρνάρηδες)⁷. Η ποικιλία των τίτλων αποδεικνύει την ύπαρξη μιας σαφούς εσωτερικής οργάνωσης των συστημάτων, η οποία αντικατόπτριζε τις κοινωνικές και οικονομικές διαφορές ανάμεσα στα μέλη αλλά και στα καθαυτό συστήματα. Γεγονός πάντως είναι ότι προϊστάμενοι των συστημάτων ήταν κρατικοί υπάλληλοι, οι οποίοι προάσπιζαν πρωτίστως τα δημόσια οικονομικά και όχι τα επαγγελματικά συμφέροντα των μελών των πρώτων. Οι ίδιοι λειτουργούσαν τρόπον τινά ως συνδετικοί κρίκοι μεταξύ του ἐπάρχου τῆς πόλεως και των μελών των συστημάτων αναφέροντας στον πρώτο τυχόν παραβάσεις των κανονισμών, αλλά δεν προέβαιναν σε λύση των εσωτερικών ζητημάτων των μελών.

Ήδη από τον 3ο αι. μ.Χ. οι ρωμαϊκές συντεχνίες χρησιμοποιήθηκαν ως όργανα της τότε κρατικής μηχανής για την εφαρμογή της εκάστοτε κεντρικής οικονομικής πολιτικής. Ενίοτε ελάμβαναν τη μορφή ομάδων πιέσεως σε στιγμές αναταραχών, χωρίς να μπορούν να διακριθούν από τις φατρίες του Ιπποδρόμου⁸. Ένα ανάλογο περιστατικό αναφέρεται στη χρονογραφία του Ιωάννη Μαλάλα μεταξύ των αθλητικών (και όχι μόνο) σωματείων (δήμων) των Πρασίνων και Βενέτων: οι τελευταίοι δωροδόκησαν τους λεγόμενους ἐργαστηριακούς, με σκοπό να συνεχίσουν τις συγκρούσεις κατά την πασίγνωστη λαϊκή Στάση του Νίκα στη βυζαντινή πρωτεύουσα (a. 532): « … ἐτοξεύετο ἐκ τῶν τοῦ Βενέτου μέρους· εἶχον γὰρ τῶν αὐτῶν ἐργαστηριακῶν διαφόρους ἀμοιβάς. καὶ τῇ ἔριδι συσχεθέντες … ». Χαρακτηριστική είναι όμως και η παλαιά σχετική αναφορά του Διόδωρου Σικελιώτη (1ος αι. π.Χ.), την οποία διασώζει και επαναλαμβάνει ο λόγιος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος (μέσα 10ου αι.): « … ὥστε μὴ μόνον τοὺς ἐργαστηριακοὺς καὶ τὸν ἄλλον ὄχλον συντρέχειν, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄρχοντας καὶ τὴν σύγκλητον ὑπερθέσθαι τοὺς χρηματισμούς … ». Από το πρώτο τέταρτο του 7ου έως και το 10ο αι., οι επαγγελματικές ενώσεις δεν απαντούν στις πηγές. Σποραδικές αναφορές εντοπίζουμε μόνο σε ἐργαστηριακούς, χωρίς ωστόσο να μπορούμε να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με τη συνέχεια των συστημάτων.

 

O πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης διαμαρτύρεται στον έπαρχο πόλεως. Μικρογραφία χειρογράφου κώδικα του 12ου αι., Μονή Αγίου Παντελεήμονος (Άγιον Όρος), Κωδ. 6, fol. 140b. Βλ. Π. Κ. Χρήστου – Χ. Μαυροπούλου-Τσιούμη – Σ. Ν. Καδάς, Οι θησαυροί του Αγίου Όρους. Εικονογραφημένα χειρόγραφα, Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1973, σ. 182, εικ. 308.

Αν και τα συστήματα ανέπτυσσαν πολυσχιδή δράση στην Κωνσταντινούπολη και διέπονταν από πολλούς κανονισμούς, υπολείπονταν στην εσωτερική οργάνωση. Τα μέλη τους δεν διέθεταν λ.χ. κανόνες για την άσκηση της τέχνης τους, ενώ παράλληλα δεν συμμετείχαν στη διαχείριση των εσωτερικών τους υποθέσεων· γενικά, δεν προωθείτο η ατομική πρωτοβουλία. Εντούτοις, τα μέλη των συστημάτων, ως ανήκοντα σε ενώσεις, επιτελούσαν και κοινωνικό έργο: αναλάμβαναν λ.χ. έξοδα νεκρώσιμων τελετών, προστάτευαν κοινωνικά τα αδύνατα μέλη των συστημάτων, ενώ προωθούσαν ακόμη και τη λατρεία. Κάθε σύστημα διέθετε κοινό ταμείο, το οποίο ενισχυόταν από τις εγγραφές των νέων του μελών. Τα έσοδα του ταμείου χρησιμοποιούνταν για το φιλανθρωπικό έργο που επιτελούσε το εκάστοτε σύστημα αλλά και για τις θρησκευτικές και δημόσιες εορτές που διοργανώνονταν από τις συγκεκριμένες ενώσεις⁹.

Τα συστήματα δεν αποτελούσαν νομικά πρόσωπα· συνακόλουθα, ήταν αδύνατη η κατοχή ιδιοκτησίας αλλά και η προσφυγή τους στα κρατικά δικαιοδοτικά όργανα. Βεβαίως, τα μέλη τους –ως ατομικές προσωπικότητες– διέθεταν ανάλογες δυνατότητες. Η εισαγωγή στα συστήματα πραγματοποιείτο δια εκλογής, εφόσον οι υποψήφιοι πληρούσαν τις απαραίτητες προϋποθέσεις· αντιθέτως, στα παλαιά ρωμαϊκά collegia η είσοδος ήταν κληρονομική. Η τελική έγκριση, όπως αντίστοιχα και η απομάκρυνση των παραβατών, αποφασιζόταν μόνο από τον ἔπαρχο τῆς πόλεως, καθώς τα ήδη ενταγμένα μέλη δεν συνεδρίαζαν¹º. Σε κάθε σύστημα, ανάλογα με την επαγγελματική φύση και δραστηριότητά του, οι προϋποθέσεις ένταξης νέου μέλους ήταν διαφορετικές. Έτσι, για την εισαγωγή μεταξοπρατῶν και καταρταρίων απαιτούνταν εγγυήσεις για το επαγγελματικό ήθος των υποψηφίων από αξιόπιστους άνδρες και η καταβολή δύο (χρυσών) νομισμάτων στο ταμείο του συστήματος. Για τους σηρικαρίους και βεστιοπράτας, οι αξιόπιστοι μάρτυρες ήταν πέντε, ενώ στο ταμείο του συστήματος κατέβαλλαν οι πρώτοι τρία και οι δεύτεροι έξι νομίσματα. Μόνο στα συστήματα των τραπεζιτῶν και χοιρεμπόρων δεν συνιστούσε προϋπόθεση η καταβολή χρημάτων παρά μόνο η προσέλευση μαρτύρων. Οι σαπωνοπράται αντίθετα, πέραν των εγγυήσεων από αξιόπιστους μάρτυρες, κατέβαλλαν στο δημόσιο ταμείο και το βασιλικό βεστιάριο από έξι νομίσματα. Για το σύστημα των ἰχθυοπρατῶν, αν και δεν αναφέρονται προϋποθέσεις στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον», ο G. C. Maniatis υποθέτει την καταβολή δύο νομισμάτων και τις απαραίτητες εγγυήσεις από μάρτυρες. Ανάλογα με το επάγγελμα, τα νέα μέλη υποβάλλονταν σε ειδική εκπαίδευση ή απλή μαθητεία Διαθέτουμε για παράδειγμα αναφορές σε «παιδοδιδάσκαλο νομικὸ καὶ διδάσκαλο ἐν νομῇ» για το σύλλογο των ταβουλλαρίων, ενώ για τα συστήματα των κηρουλαρίων και των σαπωνοπρατῶν αναφέρονται μαθητευόμενοι κοντά στους ασκούντες της τέχνης: « … Τοὺς τὴν κηρουλαρικἠν μεταχειριζομένους τένην χρεὼν ἰδικῶς ἐν τοῖς ἑαυτῶν ἐργαστηρίοις ποιεῖσθαι τὰς πραγματείας καὶ μὴ παροδικῶς ἐν τοῖς ἀνεπιτηδείοις τόποις εἴτε δι’ οἰκετῶν μἢ καὶ μαθητῶν συνιστᾶν πρατήρια … », « … ὁ ἄνευ εἰδήσεως τοῦ ἐπάρχου καὶ τοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν προστάτου ἓτερον πρόσωπον μὴ ὂν ἐκ τοῦ συστήματος ἐκδιδάσκων τὴν τοιαύτην τέχνην … » ¹¹.

 

Εικόνες από την καθημερινή ζωή του Βυζαντίου. Στα λιμάνια λειτουργούσαν τα ιχθυοπωλεία, όπου οι ψαράδες πουλούσαν τα προϊόντα τους και τα καπηλειά για να φάνε, να πιούν ή και να διανυκτερεύσουν.

Τα νέα μέλη καταγράφονταν στο κατάστιχο του ἐπάρχου τῆς πόλεως και ελάμβαναν τη βούλλα του. Η τελευταία ισοδυναμούσε ουσιαστικά με άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος αλλά και ένταξη στο ευρύτερο συντεχνιακό καθεστώς, το οποίο τελούσε υπό τον έλεγχο του ἐπάρχου. Οι ποινές για όσους δεν τηρούσαν τους κανόνες ήταν σκληρές και ταπεινωτικές, όπως σωματικός κολασμός, χρηματικά πρόστιμα, αποβολή από το σύστημα (ισοδύναμη με απώλεια άδειας άσκησης επαγγέλματος), διαπόμπευση μόνο για το σύστημα των μαγκίπων, εξορία από την Πόλη ακόμη και θανάτωση (ειδικά στην περίπτωση των σαπωνοπρατῶν). Οι ποινές επιβάλλονταν συνδυαστικά: συνήθως ο σωματικός κολασμός συνοδευόταν με τις υπόλοιπες ποινές¹². Κάποτε για το ίδιο παράπτωμα μνημονεύεται διαφορετική ποινή. Αυτό αποδίδεται στο συμπιληματικό χαρακτήρα του «Ἐπαρχικοῦ Βιβλίου», στη χρονική απόσταση του χειρογράφου κώδικα –δια του οποίου έχει διασωθεί το έργο (14ος αι.)– από τον αρχικό χρόνο σύνταξης του τελευταίου (10ος αι.) αλλά και στη διαφορετική οικονομική κατάσταση των μελών των συστημάτων. Οι υφιστάμενοι του ἐπάρχου φρόντιζαν για την άμεση εφαρμογή των ανωτέρω.

Υπήρχε δυνατότητα ένταξης ακόμη και δούλων σε ορισμένα συστήματα, με εγγυητές τους κυρίους των πρώτων. Οι μη ελεύθεροι δεν εμπλέκονταν μεν άμεσα στην παραγωγή και πώληση των προϊόντων, αλλά αναλάμβαναν τις οικιακές εργασίες. Υπήρχαν ωστόσο και δούλοι, έμπιστοι των κυριών τους, που αναλάμβαναν τη διαχείριση των ἐργαστηρίων, ανάλογα με το μορφωτικό επίπεδο και τις τεχνικές γνώσεις τους. Πιο συγκεκριμένα, με βάση και πάλι το «Ἐπαρχικόν Βιβλίον», διακρίνουμε δυο κατηγορίες δούλων: αυτούς που προΐσταντο των ἐργαστηρίων, αφού ο κύριός τους είχε διαθέσει τα απαραίτητα κεφάλαια προς επένδυση, και εκείνους που ασκούσαν ορισμένες οικονομικές λειτουργίες υπό την επίβλεψη των ἐργαστηριακῶν. Μια αντίστοιχη πληροφορία αντλούμε δυο αιώνες αργότερα από σχετικό σχόλιο του κανονολόγου (αλλά και διακεκριμένου χρονογράφου) Ιωάννη Ζωναρά, με τη διαφορά πως στη δεύτερη κατηγορία ο τελευταίος εντάσσει τους οικιακούς δούλους¹³. Μέσω των δούλων δινόταν η δυνατότητα στους ευκατάστατους πολίτες να ασχοληθούν με το εμπόριο, σε περίπτωση που επιθυμούσαν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους ή δεν επιθυμούσαν να εμπλακούν οι ίδιοι προσωπικά.

 

Εργοτάξιο της βυζαντινής εποχής. Μικρογραφία χειρογράφου.
Χρονικό Ιωάννη Σκυλίτζη (κώδ. Vitr. 26 – 2, φ. 141ˇα) 13ος αι. Ισπανία, Μαδρίτη, Biblioteca Nacional.

Σχετικά με τη συμμετοχή των γυναικών στα συστήματα, μαρτυρείται η ισότιμη συμμετοχή τους στο σύστημα των λεγόμενων καταρταρίων: « … οἱ μὴ ἐν τῇ ἀπογραφῇ ὄντες, εἴτε ἄνδρες εἴτε γυναῖκες, μὴ δυνάμενοι ἐκ τῆς ἔξωθεν μετάξης ἐξωνεῖσθαι καὶ ἀπὸ τῶν μεταξοπρατῶν ἐξωνούμενοι … ». Πιθανότατα και οι συμμετέχουσες στο πανηγύρι της Αγίας Αγάθης, κλώστριες και υφάντριες μάλλινων ενδυμάτων, να εντάσσονταν σε σύστημα ή τουλάχιστον να συγκροτούσαν σωματείο¹⁴. Η συμμετοχή των γυναικών στα συστήματα των ἀργυροπρατῶν και τραπεζιτῶν απαγορευόταν ήδη από την πρωτοβυζαντινή περίοδο. Στο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» αναφέρεται πως σε περίπτωση έκθεσης προς πώληση πολύτιμων μετάλλων και λίθων από γυναίκες, απαιτείτο η γνωστοποίησή της στον ἔπαρχο τῆς πόλεως, για να αποφευχθεί η εξαγωγή των αγαθών σε ξένους λαούς. Η συμμετοχή κληρικών και Εβραίων απαγορευόταν.

Ενασχόληση των γυναικών με την υφαντουργία.

Πολλοί ερευνητές έχουν υποστηρίξει την πιθανότητα οργάνωσης των επαγγελματιών σε συστήματα και στις επαρχίες της αυτοκρατορίας, τουλάχιστον στις μεσοβυζαντινές πόλεις που διέθεταν αναπτυγμένη βιοτεχνία (π.χ. Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Κόρινθο Θήβα, Εύριπος και Άνδρος) από το 10ο έως και το 12ο αι. Η σχετική επιχειρηματολογία τους στηρίζεται βασικά στην τεκμηριωμένη ύπαρξη βυζαντινής καλλιέργειας μουριών και βιοτεχνίας παραγωγής μεταξιού στις ανωτέρω περιοχές. Κατά τους ίδιους, εφόσον την παραγωγή και διανομή του τελευταίου πραγματοποιούσαν ἐργαστήρια, τα οποία λειτουργούσαν με βάση τους κανόνες του «Ἐπαρχικοῦ Βιβλίου», ήταν πιθανό το ίδιο να συνέβαινε και στα μεγάλα αστικά κέντρα παραγωγής των βυζαντινών επαρχιών. Οι ερευνητές τονίζουν τη λειτουργία συστημάτων ψαράδων κογχυλιών πορφύρας στη Θήβα, στην Αθήνα και στην Πελοπόννησο (10ος αι.). Αν και στις πηγές δεν αναφέρεται παρόμοιο σύστημα, η πορφύρα συνιστούσε πολύ σημαντικό συστατικό για τη βαφή μεταξωτών υφασμάτων και δεν νοείτο η λειτουργία του έξω από το πλαίσιο κάποιου συστήματος.

 

Σκηνή από το βυζαντινό αγροτικό βίο από βίβλο του 11ου αι., Παρίσι, Bibliothèque Nationale de France.

O G. C. Maniatis αντικρούει ωστόσο την εικασία περί ύπαρξης συστημάτων και σε άλλες αυτοκρατορικές πόλεις πέραν της Κωνσταντινούπολης. Ο ίδιος θεωρεί ότι η τελευταία προϋπόθετε την ύπαρξη ευρείας διοικητικής μηχανής με συγκεκριμένη νομική μορφή, στοιχεία της οποίας στις επαρχίες δεν μας έχουν διασωθεί, όπως σε προγενέστερες περιόδους. Εξάλλου, η ποικιλομορφία της περιφερειακής οικονομικής δραστηριότητας, η επινόηση νέων φόρων και αγγαρειών και η αδυναμία πραγματικού ελέγχου της επαρχιακής οικονομικής δραστηριότητας καθιστούσαν αδύνατη τη δημιουργία ενός εθνικού συντεχνιακού δικτύου. Σχετικά με το σύστημα των ναυτικών στη Θεσσαλονίκη του 14ου αι., την αναφορά του οποίου χρησιμοποίησαν ως επιχείρημα υπέρ της ύπαρξης συστημάτων στις επαρχιακές βυζαντινές πόλεις οι O. Tafrali, Α. Χριστοφιλόπουλος, P. Charanis και Ν. Οικονομίδης¹⁵, πιθανότατα επρόκειτο για σωματείο μη υπαγόμενο σε κρατικό έλεγχο. Κατά τη γνώμη μας δεν υπήρξε κανένα σύστημα, τουλάχιστον οργανωμένο όπως εκείνα της Kωνσταντινούπολης, στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Τέλος, ο περιορισμός των συστημάτων αποκλειστικά στη βυζαντινή πρωτεύουσα καταδεικνύεται και από διάταγμα του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1259-1282), με το οποίο ο τελευταίος πρόσταζε τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές του κράτους να διασφαλίσουν τις εμπορικές συναλλαγές¹⁶.

Εργασία βυζαντινών τεχνιτών σε εργαστήριο.

Η προοδευτική επικράτηση των Λατίνων εμπόρων στην εμπορική ζωή της Κωνσταντινούπολης μετά τον 11ο αι., η αδυναμία της κεντρικής εξουσίας μπροστά στην διαρκή πάλη μεταξύ δυναμικών ανταγωνιστικών ομάδων, η πολιτική αβεβαιότητα με την ταυτόχρονη αδυναμία ελέγχου των συστημάτων είχαν ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση των τελευταίων στα τέλη του 12ου αι. Όπως τονίζει ο G. C. Maniatis, oι σποραδικές αναφορές ορισμένων όρων, όπως πρωτομαΐστωρ, πρωτομακελλάριος και ἔξαρχος, δεν αποτελούν απόδειξη της συνέχειας των συστημάτων, καθώς οι τελευταίοι προσδιόριζαν τους επικεφαλής διαφόρων επαγγελμάτων και όχι συστημάτων. Επίσης, υπήρχαν και οι επικεφαλής των επαγγελματικών συνεταιρισμών (συντροφίαι), όπως ο λεγόμενος πρωταλυκάριος, ο οποίος ήταν επικεφαλής μιας επαγγελματικής επιχείρησης και όχι προϊστάμενος ενός αντίστοιχου συστήματος. Προφανώς από το προγενέστερο «Ἐπαρχικόν Βιβλίον» δεν μπορεί να διαπιστωθεί η διατήρηση ή μη των συστημάτων από τα τέλη του 12ου αι. και εξής. Είναι αλήθεια ότι η απαγόρευση εισόδου κάποιου στο επάγγελμα ενός τρίτου, που απαντά στο τελευταίο κείμενο, αναπαράγεται πολύ αργότερα στη λεγόμενη «Ἑξάβιβλο» (νομική πραγματεία του 14ου αι. που συντάχθηκε από τον Κωνσταντίνο Αρμενόπουλο)¹⁷· αυτό ωστόσο από μόνο του δεν αποτελεί επαρκή απόδειξη για τη συνέχεια των επαγγελματικών ενώσεων. Με την ουσιαστική απάλειψη των συστημάτων, έπαυσε έκτοτε και ο λόγος ύπαρξης, εφαρμογής και εποπτείας των κανονισμών του «Ἐπαρχικοῦ Βιβλίου».

 

Η  Ίνα Μουλλάι είναι υποψήφια Διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ).  Το ερευνητικό θέμα της διατριβής της αφορά το δευτερογενή τομέα παραγωγής στη μεσοβυζαντινή Μικρά Ασία.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

¹ Maniatis, Economy 339-345. Για τους επαγγελματίες της πρωτεύουσας, βλ. Dimitroukas, «Guilds». Για τα ἐργαστήρια και τους ἐργαστηριακούς, βλ. Μουλλάι, Εργαστήρια.

² Χριστοφιλόπουλος, Συντεχνίες 5. – Τρωιάνος, Πηγές 136-137. – Maniatis, «System» 542.

³ Βρυώνης, «Δημοκρατία» 297 (κείμ. και σημ. 26).

⁴ Maniatis, «System» 536.

Ατταλειάτης, Ἱστορία 12. Πρβλ. Vryonis, «Δημοκρατία» 313 και σημ. 116.

⁶ Κεδρηνός 2. 641. Πρβλ. Vryonis, «Δημοκρατία» 313 και σημ. 116.

⁷ Βλ. ειδικά το σύστημα των λεγόμενων λωροτόμων αλλά και εκείνα των καπήλων και των ἰχθυοπρατῶν. Ο αριθμός των επικεφαλής των συστημάτων καθοριζόταν από τα μέλη τους. Βλ. Ἐπαρχικόν Βιβλίον 17.1, 19.1, 20.1. Πρβλ. Dagron, «Οικονομία» 66-67. – Maniatis, «System» 538.

⁸ Μαλάλας 491. 2-5. – Πορφυρογέννητος, Excerpta 285.15-17. Πρβλ. Vryonis, «Δημοκρατία» 290.

⁹ Dagron, «Οικονομία» 64.

¹º Stöckle, Zünfte 138, 140. – Maniatis, «System» 532.

¹¹ Ἐπαρχικόν Βιβλίον 1.13, 11.1, 12.1. Πρβλ. Dagron, «Οικονομία» 79 (κείμ. και σημ. 140). – Koder, «Authority» 87.

¹² Ἐπαρχικόν Βιβλίον 8.3, 10. 3, 12.3, 16.2: « … τυπτέσθω καὶ κουρευέσθω … ». Πρβλ. Koder, «Delikt und Strafe» 118. – Νεράντζη-Βαρμάζη, Σχόλια 1171-1172.

¹³  Σύνταγμα 2. 106. Πρβλ. Παπαγιάννη, Πρόβλημα 411-412.

¹  Laiou, Agathe 120.

¹⁵ Καντακουζηνός 575.8-13. Πρβλ. Χριστοφιλόπουλος, «Συντεχνίες» 4. – Oikonomidès, «Hommes» 78, 112-113.

¹⁶ Burgmann – Magdalino, «Michael» 382. – Maniatis, «Economy» 352-357. – Του ιδίου, «System» 537.

¹⁷ Ἐπαρχικόν Βιβλίον 2.1, 4.1, 4.7, 5.1, 6.14-15, 8.6, 9.6, 10.1, 10.5, 10.6, 11.2, 12.4, 12.6, 13.1, 14.2, 15.1, 21.7. – Αρμενόπουλος, Ἑξάβιβλος (H) 6.14.12. Πρβλ. Maniatis, «Economy» 360-361.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Πηγές

Αρμενόπουλος Κωνσταντίνος, Πρόχειρον Νόμων ἢ Ἐξάβιβλος, έκδ. Κ. Πιτσάκης [Βυζαντινά και Νεοελληνικά Κείμενα 1], Αθήνα 1971 (ανατ. 2006)

Ατταλειάτης Μιχαήλ, Ἱστορία, έκδ. Εύδ. Θ. Τσολάκης [CFHB 50], Athens 2011.

Burgmann, L. – Magdalino, P. (έκδ.), «Michael VIII on Maladministration», Fontes minores 6 (1976) 377-390.

Ἐπαρχικὸν Βιβλίον, έκδ. J. Koder, Das Eparchenbuch Leons des Weisen [CFHB 33], Wien 1991.

Καντακουζηνός Ιωάννης, Ἱστορία, έκδ. L. Schopen, Ioannis Cantacuzeni ex imperatoris historiarum [CB], Bonnae 1828-1832.

Κεδρηνός Γεώργιος, Σύνοψις Ἱστοριῶν, έκδ. I. Bekker, Georgius Cedrenus. Ioannis Scylitzae ope [CB], Bonnae 1838.

Κόλιας, Τ. Κ. – Χρόνη, Μ., Το Επαρχικόν Βιβλίον Λέοντος Στ´ του Σοφού, Αθήνα 2010.

Μαλάλας Iωάννης, Χρονογραφία, έκδ. I. Thurn, Ioannis Malalae chronographia [CFHB 35], Berlin 2000.

Πορφυρογέννητος Κωνσταντίνος, έκδ. T. R. Büttner – A.G. Wobst, Excerpta historica iussu imp. Constantini Porphyrogeniti confecta. 1: Excerpta de insidiis, Berlin 1903, 2: Excerpta de virtutibus et vitiis, Berlin 1906, 1910, 3: Excerpta de insiidis, έκδ. C. de Boor, Berlin 1905, 4: Excerpta de sententiis, έκδ. U. P. Boissevain, Berlin 1906.

Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων τῶν τὲ ἁγίων καὶ πανευφήμων ἀποστόλων καὶ τῶν ἱερῶν καὶ οἰκουμενικῶν καὶ τοπικῶν Συνόδων, καὶ τῶν κατὰ μέρος ἁγίων πατέρων, έκδ. Γ. Α. Ράλλης – Μ. Ποτλής, τ. 1-6, Ἀθῆναι 1852-1859 (ανατ. 1966, 1982).

Βασιλικά, έκδ. H. J. Scheltema – N. van der Wal, Basilicorum Libri LX, τ.1-8 (κείμενο), Groningen 1955 κ.ε. και H. J. Scheltema – D. Holwerda, τ. 1-11 (σχόλια), Groningen 1953 κ.ε.

 

Β. Μελέτες

Χριστοφιλόπουλος, Α.Π., Τὸ Ἐπαρχικὸν Βιβλίον Λέοντος τοῦ Σοφοῦ καὶ αἱ συντεχνίαι ἐν Βυζαντίῳ, Ἀθῆναι 1935 (φωτ. ανατ. Θεσσαλονίκη 2000).

Dagron, G., «Η αστική οικονομία από τον 7ο έως τον 12ο αιώνα», Οικονομική ιστορία του Βυζαντίου από τον 7ο έως τον 15ο αιώνα. Τόμος Β´, γεν. εποπτ. Α. Λαΐου, επιστ. επιτρ. C. Morrisson – Χ. Μπούρας – Ν. Οικονομίδης – Κ. Πιτσάκης, Αθήνα 2006, σσ. 43-140.

Dimitroukas, Ι., «Craft Guilds in Constantinople», Encyclopaedia of the Hellenic World, Constantinople (2007), ιστοσ. http://www.ehw.gr/l.aspx?id=11681.

Koder, J., «Delikt und Strafe im Eparchenbuch», Jahrbuch der Österreichischen Byzantinistik 41 (1991) 113-131.

Koder, J., «The Authority of the “Eparchos” in the Markets of Constantinople (according to the Book of the Eparch)», Authority in Byzantium, επιμ. P. Amstrong, Abingdon, Oxon – New York 2013, σσ. 83-108.

Laiou, A. E., «The Festival of “Agathe”: Comments on the Life of Constantinopolitan Women», Bυζάντιον. Αφιέρωμα στὸν Ανδρέα Ν. Στράτο, επιμ. N. Στράτου, Αθήνα 1986, σσ. 111-123.

Maniatis, G. C., «The Domain of Private Guilds in the Byzantine Economy, Tenth to Fifteenth Centuries», Dumbarton Oaks Papers 55 (2001) 339-369.

Maniatis, G. C., «The Guild System in Byzantium and Medieval Western Europe: A Comparative Analysis of Organizational Structures, Regulatory Mechanisms, and Behavioral Patterns», Byzantion 76 (2006) 463-570.

Μουλλάι, Ί., Τα βυζαντινά εργαστήρια (9ος – 15ος αιώνας). Είδη, λειτουργία και συμβολή στην αστική οικονομία [Διπλωματική μεταπτυχιακή εργασία], ΑΠΘ 2018.

Νεράντζη-Βαρμάζη, B., «Σχόλια γύρω από τις ποινές στο Επαρχικό Βιβλίο του Λέοντα Στ΄ του Σοφού», Αντικήνσωρ: Τιμητικός τόμος Σπύρου Ν. Τρωιάνου για τα ογδοηκοστά γενέθλια του, επιμ. Β. Α. Λεονταρίτου – Κ. Α. Μπουρδάρα – Ε. Σ. Παπαγιάννη, Αθήνα 2013, σσ. 1167-1176.

Παπαγιάννη, E., «Τὸ πρόβλημα τῶν δούλων στὸ ἔργο τῶν κανονολόγων τοῦ 12ου αι.», Τὸ Βυζάντιο κατὰ τὸν 12ο αἰώνα. Κανονικό δίκαιο, κράτος καὶ κοινωνία, επιμ. Ν. Οικονομίδης, Ἀθήνα 1991, σσ. 405-445.

Stöckle, Α., Spätrömische und Byzantinische Zünfte. Untersuchungen zum Sogenannten Ἐπαρχικόν Βιβλίον Leos des Weisen, Leipzig 1911 (ανατ. 1963).

Τρωιάνος, Σ. Ν., Οι πηγές του βυζαντινού δικαίου, Αθήνα 32011.

Vryonis, S., «Byzantine “Δημοκρατία” and the Guilds in the Eleventh Century», Dumbarton Oaks Papers 17 (1963) 287-314.

Βασίλης Ν. Κολλάρος: Ο τορπιλισμός της «Έλλης». Ο φασισμός σε ρόλο πειρατή

Βασίλης Ν. Κολλάρος

Ο τορπιλισμός της «Έλλης». Ο φασισμός σε ρόλο πειρατή

 

Ο τορπιλισμός της «Έλλης» από ιταλικό υποβρύχιο, ανοικτά του λιμανιού της Τήνου, τον Δεκαπενταύγουστο του 1940, είναι γεγονός «μοναδικόν εις τα ναυτικά χρονικά του κόσμου».[i] Επρόκειτο για καθαρά «πειρατικήν ενέργειαν» με σκοπό να ασκήσει πίεση στο καθεστώς Μεταξά, για να μεταβάλλει τη διπλωματική του θέση (αυστηρή ουδετερότητα) μεταξύ των εμπόλεμων, Άγγλων και Ιταλών, στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Μπορεί, όμως, να εκληφθεί και ως «τιμωρία» για την αγγλόφιλη, κατά τους Ιταλούς, στάση της Ελλάδας. Υπό μια άλλη οπτική, αποτελούσε προμήνυμα της καθυπόταξης της Ελλάδας, που τόσο επεδίωκε ο Ιταλός δικτάτορας Μπενίτο Μουσολίνι.[ii]

Το φασιστικό καθεστώς της Ρώμης δεν έκρυψε ποτέ τις επεκτατικές εδαφικές βλέψεις του, σε βάρος των γειτόνων της Ιταλίας, με σκοπό τη δημιουργία του ιταλικού mare nostrum. Το επεισόδιο της Κέρκυρας (Αύγουστος του 1923), η απόσπαση του Φιούμε από τη Γιουγκοσλαβία,[iii] η κατάκτηση της Αιθιοπίας (Αβησσυνία) το 1936[iv] και η κατάληψη της Αλβανίας (Απρίλιος του 1939),[v] αποτέλεσαν όψεις του ίδιου στρατηγικού σχεδίου.[vi]

 

Η διεθνής (εμπόλεμη) πραγματικότητα

Καθ’ όλη τη διάρκεια του Αυγούστου του 1940, πάνω από τη Θάλασσα της Μάγχης και τις νότιες ακτές της Βρετανίας διεξαγόταν ένας αγώνας μέχρι εσχάτων, με τη γερμανική πολεμική αεροπορία να επιτίθεται και την αντίστοιχη βρετανική να προσπαθεί να απωθήσει τους εναέριους εισβολείς. Επρόκειτο για τη «Μάχη της Αγγλίας», μια από τις σημαντικότερες σελίδες της ιστορίας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Να σημειώσουμε, ότι η πιο δραστήρια μέρα της «Μάχης της Αγγλίας», αναφορικά με τις εξόδους της γερμανικής αεροπορίας, ήταν η 15η Αυγούστου.[vii]

Είχε προηγηθεί, βέβαια, η ήττα και συνθηκολόγηση της Γαλλίας, γεγονός που κατέστησε τον Χίτλερ κυρίαρχο της Ευρώπης. Στις 10 Ιουνίου του 1940, όταν η γαλλική αντίσταση είχε καμφθεί μπροστά στη γερμανική επέλαση, ο Ιταλός δικτάτορας κήρυξε και αυτός τον πόλεμο τόσο κατά της Γαλλίας όσο και κατά της Βρετανίας. Η Ιταλία δραστηριοποιήθηκε έντονα στην περιοχή της Βόρειας Αφρικής,[viii] σχεδιάζοντας να εισβάλει στη βρετανική Αίγυπτο και εξαπολύοντας σειρά επιθέσεων από τις βάσεις της στη Λιβύη με απώτερο σκοπό την κατάληψη του Σουέζ,[ix] ενώ για να πετύχουν τα ιταλικά όπλα μια εύκολη νίκη, αρχές Αυγούστου του 1940, εισέβαλλαν στη Σομαλία, η οποία αποτελούσε αγγλικό προτεκτοράτο.[x]

Η εξασθένιση της παρουσίας των ναυτικών δυνάμεων της Μεγάλης Βρετανίας σε όλους τους θαλάσσιους δρόμους του Ατλαντικού, της Μεσογείου, της Ερυθράς Θάλασσας και του Ινδικού ωκεανού, υπήρξε πρωταρχικός στόχος του Άξονα. Η Ιταλία ήταν αυτή που προσπάθησε να απονευρώσει τους Βρετανούς στη Μεσόγειο. Ωστόσο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Βρετανών, οι ναυτικές δυνάμεις τους στη περιοχή  αυτή παρουσίαζαν αριθμητική υπεροχή έναντι των Ιταλών, ενώ, σύμφωνα με την ίδια πηγή, οι τελευταίοι απέφευγαν τις κατά θάλασσαν συγκρούσεις με τους Βρετανούς, ρίχνοντας το βάρος στην ιταλική πολεμική αεροπορία.[xi]

H Regia Marina, σημαιοστολισμένη και παρατεταγμένη στο Ναύσταθμο του Τάραντα

 

Ανησυχητικά σημάδια και ελληνική «αντίδραση»

Πριν, όμως, φτάσουμε στα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στις 15 Αυγούστου 1940, έξω από το λιμάνι της Τήνου, θεωρούμε απαραίτητο να αναφερθούμε σε μια σειρά από εχθρικές ενέργειες της Ιταλίας σε βάρος της χώρας μας το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα, γεγονός που προμήνυε ότι ο πόλεμος ήταν κοντά, παρ’ όλο που ο Μεταξάς ήθελε να τον αποφύγει με κάθε τρόπο.

Η σημαντικότερη από αυτές ήταν ο βομβαρδισμός, στις 12 Ιουλίου,  εν καιρώ ειρήνης, του πλοίου φάρων του ελληνικού πολεμικού ναυτικού «Ωρίων», εντός του κόλπου του Κισσάμου στη Κρήτη. Νέες επιθέσεις κατά πλοίων του ελληνικού στόλου διενεργήθηκαν την 30η Ιουλίου, όταν ιταλικά αεροπλάνα βομβάρδισαν τα αντιτορπιλικά «Βασιλεύς Γεώργιος» και «Βασίλισσα Όλγα», καθώς και δυο ελληνικά υποβρύχια, τα οποία ήταν προσορμισμένα στο λιμάνι της Ναυπάκτου. Στις 2 Αυγούστου, ιταλικό αεροσκάφος έριξε βόμβες κατά του πλοιαρίου Α6, το οποίο ήταν καταδιωκτικό λαθρεμπορίου της οικονομικής αστυνομίας, μεταξύ Αίγινας και Σαλαμίνας. Παράλληλα με τους βομβαρδισμούς των πλοίων, οι Ιταλοί πραγματοποιούσαν και συχνές παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου, ενώ στις 11 Αυγούστου 1940 Ιταλία σκηνοθέτησε δύο ελληνοαλβανικά επεισόδια στην περιοχή της Θεσπρωτίας (Τσαμουριάς).[xii]

Το καθεστώς Μεταξά, με συνεχείς ρηματικές διακοινώσεις, διαμαρτυρόταν για τις επιθέσεις κατά των μονάδων του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού και διατράνωνε την αυστηρή ουδετερότητα της χώρας έναντι των εμπόλεμων.[xiii] Ο ίδιος υιοθέτησε πολιτική κατευνασμού έναντι των επιθετικών ενεργειών της φασιστικής Ιταλίας με αποκορύφωμα τον τορπιλισμό της «Έλλης».[xiv] Είτε τις υποβάθμιζε, είτε τις απέκρυπτε από τον ελληνικό λαό. Απόδειξη αποτελούν τα δημοσιεύματα του λογοκριμένου Τύπου της περιόδου, που ασχολούνταν με τις προετοιμασίες για τον εορτασμό της πρώτης τετραετίας της «ιστορικής» επετείου της 4ης Αυγούστου, χωρίς καμία αναφορά στις επιθετικές ενέργειες της Ιταλίας.[xv]

Είναι γεγονός ότι η ιταλική προκλητικότητα είχε αποθρασυνθεί μετά τη συνθηκολόγηση της Γαλλίας (22.6.1940). Οι σπασμωδικές κινήσεις της Ρώμης είχαν σκοπό η Ελλάδα να εγκαταλείψει την ουδετερότητα. Επίσης, ο Μουσολίνι επιθυμούσε τον έλεγχο των ναυτικών κινήσεων των Άγγλων στο Αιγαίο, ενώ πίστευε ότι ο Μεταξάς προσέφερε κάλυψη, υποστήριξη και διευκολύνσεις στα πλοία και υποβρύχια του βρετανικού στόλου της Μεσογείου.[xvi]

Ο Μεταξάς, από την άλλη πλευρά, προσπάθησε να εξισορροπήσει την ιταλική επιθετικότητα, αναπτύσσοντας στενότερες σχέσεις με την Αγγλία, της οποίας τα συμφέροντα στην ανατολική Μεσόγειο πλήττονταν καίρια από τα ιταλικά επεκτατικά οράματα. Σύμφωνος με τις κινήσεις του, ήταν και ο αγγλόφιλος βασιλιάς Γεώργιος Β΄. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των στενών σχέσεων, που υπήρχαν μεταξύ των δύο κυβερνήσεων, είναι το γεγονός ότι ο Μεταξάς πρότεινε το 1938 στην αγγλική κυβέρνηση τη σύναψη αμυντικής συμμαχίας, την οποία όμως το Λονδίνο απέρριψε. Παρ’ όλα αυτά, η εισβολή του ιταλικού στρατού στην Αλβανία, οδήγησε τη Γαλλία και τη Βρετανία να παράσχουν εγγυήσεις για την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας.[xvii]

Αναφορικά με τα εμπορικά πλοία των ουδέτερων κρατών, όπως η Ελλάδα, η ιταλική κυβέρνηση, με διακοίνωσή της στις 15 Ιουνίου 1940, κατέστησε γνωστό στις κυβερνήσεις των ουδέτερων κρατών ότι «συνεπεία των μέτρων αποκλεισμού  τα οποία εχθρικαί χώραι έλαβον απέναντι της Ιταλίας, είνε αύτη υποχρεωμένη να δηλώση ότι τα εμπορικά ατμόπλοια τα κατευθυνόμενα εις εχθρικούς λιμένας θα εταξείδευον υπό ιδίαν των ευθύνην διά τους κινδύνους τους οποίους θα διέτρεχον εφ’ όσον θα ευρίσκοντο εντός ζώνης τριάκοντα μιλίων από των εχθρικών ακτών».[xviii]

Το γεγονός αυτό ανάγκασε το ελληνικό Γενικό Επιτελείο Ναυτικών να εκδώσει με τη σειρά του  ανακοίνωση. με την οποία καλούσε όλα τα ελληνικά εμπορικά σκάφη να πλέουν με προσοχή στις εμπόλεμες ζώνες, διότι σημειώνονταν συχνά τορπιλισμοί ακόμα και ουδέτερων πλοίων, ενώ στην ίδια ανακοίνωση γινόταν λόγος ότι όλοι οι μεσογειακοί λιμένες των εμπολέμων ήταν επικίνδυνοι και συνεπώς έπρεπε να αποφεύγονται.[xix] Επιπλέον, τα ελληνικά πλοία είχαν ζωγραφισμένη την ελληνική σημαία στα πλευρά τους, ώστε να αποδεικνύουν την εθνικότητά τους.

Ακόμα, η ιταλική επιθετικότητα ανάγκασε το ελληνικό Υπουργείο των Ναυτικών να διατάξει την αποκέντρωση των δυνάμεων του ελληνικού στόλου (Ναύπακτος, Μήλος, Ναύσταθμος).[xx] Μη ξεχνάμε, ότι τα Δωδεκάνησα τελούσαν υπό ιταλική κυριαρχία και η κίνηση των Ιταλών στο κεντρικό και νότιο Αιγαίο ήταν αμείωτη. Ο τότε Αρχηγός Στόλου, Επαμεινώνδας Καββαδίας, διαφωνούσε κάθετα με την απόφαση για διασπορά των πλοίων, διότι, κατά τον ίδιο, «το μέτρον της αγκυροβολίας πολεμικών εις ανοικτούς, απροασπίστους όρμους», τα καθιστούσε εύκολους στόχους, ενώ δεν απέκλειε και αιφνιδιαστική επίθεση, δίχως να έχει κηρυχθεί πόλεμος.[xxi]

Ο Αρχηγός Στόλου, υποναύαρχος Επαμεινώνδας Καββαδίας.

Έφτασε μάλιστα μέχρι τον ίδιο τον Μεταξά σε μια προσπάθεια να τον μεταπείσει, ώστε τα πολεμικά πλοία να αποσυρθούν από τη Ναύπακτο και την Μήλο, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Πέτυχε, όμως, να αντικατασταθούν τα νεότερα πολεμικά, που στάθμευαν στις συγκεκριμένες περιοχές, με παλαιότερα.[xxii] Ως εκ τούτου, η μεγαλύτερη σε ηλικία «Έλλη», μαζί με τον «Αετό», απέπλευσαν για τη Μήλο για να αντικαταστήσουν τα νεότερα πλοία, που αγκυροβολούσαν στο συγκεκριμένο λιμάνι.[xxiii]

Ωστόσο, η παραμονή της «Έλλης» και του «Αετού» στη Μήλο αποτέλεσε μόνιμο πονοκέφαλο για τον Καββαδία. Διέταξε, λοιπόν, για όσο διάστημα τα δυο πολεμικά θα βρίσκονταν εκεί, να παραμένουν σε κατάσταση ετοιμότητας και σε απόσταση το ένα από το άλλο. Γενικώς, η Μήλος είχε τραβήξει την προσοχή των Ιταλών, καθώς πίστευαν ότι αποτελούσε αγκυροβόλιο αγγλικών πλοίων, με συνέπεια να εκτοξεύουν απειλές κατά της Ελλάδας.[xxiv] Η κατάσταση είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο καχυποψίας, που ο Έλληνας Αρχηγός Στόλου ενημέρωνε τον Ναυτικό Ακόλουθο της ιταλικής πρεσβείας στην Αθήνα για κάθε κίνηση του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού,[xxv] ούτως ώστε να αποφεύγονται οι παρεξηγήσεις.

Το ζήτημα της θρησκευτικής παράδοσης

Από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας της χώρας, η ελληνική κυβέρνηση ενέκρινε την αποστολή τμήματος στρατού και πολεμικού πλοίου στη Τήνο κατά την εορτή του Ευαγγελισμού, αλλά και τον Δεκαπενταύγουστο, για την απόδοση τιμών στη Μεγαλόχαρη. Τον Αύγουστο, όμως, του 1940 τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Οι ανώτατοι αξιωματικοί του Ναυτικού ήταν κατηγορηματικά αντίθετοι με την αποστολή πλοίου, από τη στιγμή που οι Ιταλοί «αλώνιζαν» στο Αιγαίο και είχαν προκαλέσει τόσα επεισόδια. Η κατάσταση αυτή, είχε θέσει τον στόλο σε κατάσταση αυξημένης επαγρύπνησης.

Ο Καββαδίας πρότεινε να αποσταλεί το «Βασιλεύς Γεώργιος», ως πιο σύγχρονο από το γερασμένο «Έλλη», κατασκευής του 1912. Τελικά, σε ειδική σύσκεψη, στην οποία δεν συμμετείχε ο Αρχηγός Στόλου, αποφασίστηκε να σταλεί το «εύδρομον Έλλη», ενώ η σκέψη για αποστολή και άλλων δυο πλοίων εγκαταλείφθηκε λόγω των επιχειρησιακών σχεδίων του Πολεμικού Ναυτικού. Να σημειώσουμε εδώ, ότι το Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου, ήδη από την 1η Αυγούστου, είχε ζητήσει με αίτημά του προς το Υπουργείο Ναυτικών, την αποστολή πολεμικού πλοίου.[xxvi]

Η απάντηση του Υπουργείου Ναυτικών προς το Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου σχετικά με την αποστολή της «Έλλης».

Το «Έλλη», εκτελώντας διαταγές του Υπουργείου Ναυτικών, αναχώρησε από το λιμάνι του Αδάμαντα της Μήλου στην 01.00 τα μεσάνυχτα της 14ης προς 15ης Αυγούστου, προφανώς προκειμένου να πραγματοποιήσει το ταξίδι με την ασφάλεια της νύκτας.[xxvii] Οι οδηγίες του Καββαδία προς τον κυβερνήτη του πλοίου Άγγελο Χατζόπουλο ήταν αυστηρές, αναφορικά με την επικινδυνότητα της αποστολής. Ήταν ξεκάθαρο ότι περίμεναν ιταλική επίθεση, δεδομένου ότι τα στεγανά διαμερίσματα ήταν συνεχώς κλειστά σε όλη τη διάρκεια του πλου.[xxviii] Το πλήρωμα δεν έπαψε να επαγρυπνά, διότι το πλοίο δεν διέθετε συστήματα παρακολούθησης του περιβάλλοντα χώρου.

 

Το πρωινό της 15ης Αυγούστου 1940

Στις 06.25 το πρωί της Πέμπτης 15 Αυγούστου, η «Έλλη» αγκυροβόλησε γύρω στα 550 μέτρα από τον πράσινο φανό του λιμενοβραχίονα του λιμανιού της Τήνου. Δεν εισήλθε εντός του λιμένα, όπου θα ήταν σαφώς καλύτερα προστατευμένο, διότι ήταν αβαθή τα νερά.[xxix]

Από τη στιγμή που το πλοίο ήταν αγκυροβολημένο, και μάλιστα χωρίς την προστασία κάποιου όρμου, αν δέχονταν επίθεση από αέρος διέθετε τουλάχιστον τα αντιαεροπορικά του όπλα. Ωστόσο, ήταν εντελώς ανίσχυρο να αντιδράσει και να κινηθεί σε περίπτωση επίθεσης υποβρυχίου. Η «Έλλη» δεν έφερε βόμβες, οι οποίες άλλωστε «εν όρμω ήσαν άχρησται»,  καθότι το Πολεμικό Ναυτικό δεν είχε εφοδιαστεί με «βομβοβόλα» μεγάλου βεληνεκούς.[xxx]

Μόλις το πλοίο κατέπλευσε στην Τήνο, μετέβη σε αυτό λιμενικός για να συγκεκριμενοποιηθούν οι λεπτομέρειες της ώρας εξόδου του αγήματος, που ορίστηκε  περί τις 10:30. Οι υπόλοιποι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί αποσύρθηκαν στα διαμερίσματά τους προς ανάπαυση.[xxxi]

Το εύδρομο «Έλλη».

Περί τις 07.00 εμφανίστηκε στον ορίζοντα ένα αεροπλάνο, το οποίο, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των αξιωματικών που βρίσκονταν στο κατάστρωμα τη στιγμή εκείνη, αναγνωρίστηκε ως ιταλικό. Οι ίδιες μαρτυρίες μας δίνουν την πληροφορία, ότι το συγκεκριμένο αεροπλάνο κατόπτευσε για αρκετή ώρα το αγκυροβόλιο της «Έλλης». Ωστόσο, δεν μπορούσε να βληθεί από την «Έλλη», αν πρώτα αυτό δεν άνοιγε πυρ κατά του ελληνικού πολεμικού.

Στις 08.00 ακριβώς έγινε η έπαρση της σημαίας του πλοίου και ταυτόχρονα μεγάλος σημαιοστολισμός του λόγω της εορτής.[xxxii] Μισή σχεδόν ώρα αργότερα, στις 08.25, «ισχυροτάτη δόνησις ετάραξε το πλοίον».[xxxiii] Η «Έλλη» είχε δεχθεί τορπίλη στα δεξιά ύφαλά της, στο ύψος του δευτέρου λεβητοστασίου, με αποτέλεσμα να προσκληθεί έκρηξη του λέβητα, ο οποίος εκείνη τη στιγμή βρισκόταν σε λειτουργία. «Από το προκληθέν εκ της τορπίλλης τεράστιον ρήγμα εισήλθον ακατασχέτως εις τα ύφαλά της άφθονα ύδατα, τα οποία και τα κατέκλυσαν».[xxxiv] Ευτύχημα ήταν το γεγονός ότι δεν ανατινάχθηκαν οι αποθήκες των πυρομαχικών του σκάφους, οπότε εκεί η τραγωδία θα λάμβανε διαστάσεις «ανατριχιαστικάς».[xxxv]

Όταν ακούστηκε ο κρότος, πολλοί που βρίσκονταν στον Ιερό Ναό της Μεγαλόχαρης και γύρω από αυτόν, πίστευαν ότι το πολεμικό ρίχνει τιμητικές βολές.[xxxvi] Ωστόσο, στο κατάστρωμα του πλοίου επικράτησαν σκηνές αλλοφροσύνης. Τα πάντα είχαν καλυφθεί από ατμό και συντρίμμια, ενώ στη δεξιά πλευρά του πλοίου μέχρι την ίσαλο γραμμή υπήρχε μια κάθετη ρωγμή. Πολλοί τραυματίες ήταν κατάμαυροι από το πετρέλαιο που χύθηκε από τα σπλάχνα του πλοίου, ενώ άλλοι βρίσκονταν στη θάλασσα από την έκρηξη. Οι περισσότεροι από το πλήρωμα είχαν την αίσθηση, ότι η δόνηση που δέχτηκε το πλοίο προέρχονταν είτε από έκρηξη των πυρομαχικών είτε από βόμβες αεροσκάφους.[xxxvii]

Όταν ο κυβερνήτης και το πλήρωμα της «Έλλης» αντιλήφθηκαν τι είχε συμβεί πραγματικά, ξεκίνησαν αμέσως οι προσπάθειες διάσωσης του πλοίου. Ο Χατζόπουλος διέταξε την τοποθέτηση ρίπου (καραβόπανο), στο σημείο που είχε δημιουργηθεί άνοιγμα, με σκοπό να σταματήσει η εισροή υδάτων στο πλοίο, αλλά ο ύπαρχος του ανέφερε ότι ο ρίπος είχε εκτιναχθεί στη θάλασσα.[xxxviii]  Όσον αφορά την κίνηση των μηχανών, ο πρώτος μηχανικός ενημέρωσε τον κυβερνήτη ότι αν και οι μηχανές ήταν άθικτες, ο εν λειτουργία λέβητας είχε ανατιναχθεί. Επιπλέον, υπήρχαν διαρροές στο δεύτερο και στο τρίτο λεβητοστάσιο, ενώ είχαν σπάσει και όλες οι ατμοσωλήνες. Επομένως, ούτε κίνηση μηχανών υπήρχε, αλλά ούτε και ηλεκτρικές αντλίες μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν γιατί δεν υπήρχε ρεύμα. Επίσης, ο κυβερνήτης αρνήθηκε να επιτρέψει «κατάκλιση» πυριτιδαποθηκών (πλημμύρισμα με θαλασσινό νερό, ώστε να αχρηστευτεί η γόμωση των πυρομαχικών), διότι δεν επιθυμούσε, και πολύ σωστά, να βαρύνει επιπλέον το σκάφος.[xxxix]

Ο Κυβερνήτης Άγγελος Χατζόπουλος.
Το ρήγμα στα δεξιά ύφαλα του σκάφους.

 

 

Δεν απέμεινε, λοιπόν, τίποτα άλλο παρά από την προσάραξη στα αβαθή για την οποία υπήρχαν ελπίδες, διότι παραδόξως το πλοίο βυθιζόταν αργά. Ο Χατζόπουλος διέταξε να αποκοπεί η άγκυρα του πλοίου, αλλά αυτό στάθηκε αδύνατο παρ’ όλες τις προσπάθειες των αξιωματικών, διότι δεν είχαν τα κατάλληλα εργαλεία, αλλά ούτε και ήταν δυνατό να βρεθούν μέσα στα συντρίμμια. Όπως, επίσης, ήταν αδύνατη η «αποκρίκωσις» (αποδέσμευση)  της αλυσίδας του πλοίου, που το τραβούσε προς το βυθό.[xl] Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, ο Χατζόπουλος ζήτησε ρυμούλκηση από τα επιβατικά ατμόπλοια που βρίσκονταν εντός του λιμανιού της Τήνου. Παράλληλα, λέμβοι και καΐκια περισυνέλλεγαν τους ναυαγούς και τους τραυματίες.[xli]

Καθόσον γίνονταν αυτά, δέκα λεπτά περίπου μετά την πρώτη έκρηξη ακούστηκαν άλλες δύο διαδοχικές εκρήξεις, αυτή τη φορά προς την κατεύθυνση της ξηράς. Στις 08.35 δεύτερη τορπίλη εξερράγη στο κέντρο του λιμενοβραχίονα και ένα λεπτό αργότερα (08.36) μια τρίτη χτύπησε σε ύφαλο («προς το μέρος της εξωτερικής αμμώδους παραλίας του λιμένος»),[xlii] μπροστά από την είσοδο του λιμανιού. Σύμφωνα με το επίσημο πόρισμα του Καββαδία, που θα αναλύσουμε παρακάτω, οι τορπίλες αυτές «ως εκ της διευθύνσεως, φαίνεται ερρίφθησαν ουχί κατά της «ΕΛΛΗΣ», αλλά κατά του εσωτερικού του λιμένος». Στόχος τους, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν τα επιβατικά που αποβίβαζαν προσκυνητές, με αφορμή την θρησκευτική εορτή.[xliii]

Εν τω μεταξύ, το πλοίο βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο και η κλήση του αύξανε. Ο κυβερνήτης αποφάσισε τη βαθμιαία εγκατάλειψή του, επιβιβάζοντας σε λέμβους το μεγαλύτερο μέρος του πληρώματος και παραμένοντας ο ίδιος με τους αξιωματικούς και μερικούς ναύτες πάνω στο κατάστρωμα. Η ομάδα που έμεινε πάνω στο πλοίο, προσπάθησε με δύο συρματόσχοινα και ένα κάβο να το ρυμουλκήσει από την πρύμνη. Ζητήθηκε για αυτό, η βοήθεια του πλοιάρχου της «Έλσης», που ήταν το μεγαλύτερο από τα ατμόπλοια, που βρίσκονταν εντός του λιμανιού, αλλά ο πλοίαρχος του απάντησε ότι «δεν έχει ατμόν».

Σκαριφήματα του λιμανιού της Τήνου, την ημέρα του τορπιλισμού, Ακρόπολις (18.8.1940).

Τότε, ζητήθηκε η συνδρομή του «Έσπερου», ο οποίος εκείνη τη στιγμή αποβίβαζε πλήθος επιβατών. Ο πλοίαρχός του έπλευσε προς την «Έλλη» και την προσέγγισε στις 09.10 περίπου. Ωστόσο, το κύριο κατάστρωμα του πολεμικού πλοίου απείχε ελάχιστα εκατοστά από την επιφάνεια της θάλασσας. Είχαν ήδη γίνει κάποιες απόπειρες ρυμούλκησης με την άκατο (μεγάλη λέμβος πολεμικού πλοίου) της «Έλλης», χωρίς κανένα αποτέλεσμα.[xliv] Τότε, ο Χατζόπουλος διέταξε την εκκένωση του πλοίου. Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος αρνούνταν να το εγκαταλείψει. Μπροστά σε αυτή την άρνηση, ο ανθυποπλοίαρχος Λεβαντίνος, με εντολή του υπάρχου, «δια της βίας σχεδόν κατέβασε» τον κυβερνήτη εντός της ακάτου.[xlv]Από εκεί, οι αξιωματικοί της «Έλλης» θα παρακολουθούσαν την τελευταία απόπειρα ρυμούλκησης του πλοίου.

Μόλις, όμως, ο πλοίαρχος του «Έσπερου» πλησίασε αρκετά για να πάρει τα ρυμούλκια (κάβους), παρατήρησε πυκνό μαύρο καπνό να εξέρχεται από την πρύμνη της «Έλλης». Παρ’ όλα αυτά, η ρυμούλκηση ξεκίνησε, αλλά ο μαύρος καπνός αυξανόταν και άρχισαν να φαίνονται και φλόγες. Είτε αυτό ανάγκασε τον κυβερνήτη του «Έσπερου» σε κάπως απότομες κινήσεις, είτε διότι το πλοίο συγκρατούνταν από την άγκυρα του και ήταν πολύ βαρύ, γεγονός είναι ότι και τα δύο ρυμούλκια κόπηκαν.[xlvi]

Επειδή όμως η πυρκαγιά όλο και μεγάλωνε και το πλοίο έκλινε «επικινδύνως», ο Χατζόπουλος διέταξε τον «Έσπερο» να εγκαταλείψει κάθε απόπειρα ρυμούλκησης και να απομακρυνθεί από την «Έλλη», η οποία ημιβυθισμένη, μέσα στις φλόγες, και «κρατουμένη δια της άγκυρας»,  δεν μπορούσε πλέον να σωθεί. Βυθίστηκε με την πρύμνη 1 ώρα και 55 λεπτά περίπου μετά τον τορπιλισμό της, στις 10.20.[xlvii]

Παράλληλα, η παραλία εκκενώθηκε από τα πλήθη των προσκυνητών που απομακρύνονταν από την προκυμαία προς τα γύρω υψώματα της πόλης υπό το φόβο μήπως τα θραύσματα, από μια πιθανή έκρηξη των πυρομαχικών της «Έλλης», φτάσουν μέχρι την παραλία. Ταυτόχρονα, πραγματοποιήθηκε ομαδική εκκένωση της πόλης για τον ίδιο λόγο.[xlviii]

Η στιγμή της έκρηξης μιας εκ των τορπιλών στην προβλήτα
του λιμανιού της Τηνου, στις 15 Αυγούστου 1940. Η «Έλλη» διακρίνεται στην δεξιά πλευρά του στύλου.
Πορτραίτο μέλους του πληρώματος της «Έλλης». Φωτογραφία Ε. Αντωνάτου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο τορπιλισμός της ‘Έλλης”

 

Τα νέα μεταδίδονται στην πρωτεύουσα

Τα πρωτοσέλιδα των αθηναϊκών εφημερίδων της 16ης και 17ης Αυγούστου, καθώς και των επόμενων ημερών, ασχολήθηκαν διεξοδικά με τον τορπιλισμό της «Έλλης», με αναφορές σε «αγνώστου εθνικότητος» υποβρύχιο που έπληξε θανάσιμα το ελληνικό σκάφος. Οι απεσταλμένοι των εφημερίδων, που βρίσκονταν στην Τήνο, λόγω του εορτασμού του Δεκαπενταύγουστου, μετέδιδαν τις λεπτομέρειες του πρωτοφανούς αυτού γεγονότος.[xlix] Την είδηση, όμως, μετέδωσε πρώτος ο Ραδιοφωνικός Σταθμός των Αθηνών με τους ακροατές του να ακούνε κατάπληκτοι τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο λιμάνι της Τήνου.

Η αγανάκτηση του Τύπου συνίστατο στο γεγονός ότι το «Έλλη» τορπιλίστηκε ενόσω ήταν «αγκυροβολημένον, ανύποπτον και εν μεγάλω σημαιοστολισμώ, μετέχον εις την μεγάλην θρησκευτικήν πανήγυριν της Τήνου».[l] Παρ’ όλα αυτά, ο Τύπος συνιστούσε ψυχραιμία για την αποφυγή «γεγονότων», τονίζοντας παράλληλα ότι το ελληνικό έθνος έπρεπε να δώσει δείγματα πολιτικής ωριμότητας και ψυχραιμίας.[li]

Ο Μεταξάς, στο άκουσμα της είδησης, έσπευσε να ενημερώσει τον βασιλιά και να αποστείλει στις αρχές της Τήνου το παρακάτω τηλεγράφημα: «Είμαι βέβαιος, ότι θα έχετε ενθαρρύνει τους προσκυνητάς και ότι και αυτοί, ως αληθινοί Έλληνες, δεν θα έχουν ανάγκην ενθαρρύνσεως. Είμαι βέβαιος επίσης, ότι η λιτανεία θα γίνη. Δια την επιστροφήν των πλοίων με τους προσκυνητάς,  θα απαντήσω συντόμως και θα φροντίσω διά την προστασίαν των».[lii] Πράγματι, η λιτανεία συνεχίστηκε μετά τις 11:30 το πρωί.

Από την πλευρά του, ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ απηύθυνε προς τον Μεταξά επιστολή με την οποία εξέφραζε την οδύνη του για την «όλως απροσδόκητο»  είδηση του τορπιλισμού και βύθισης της «Έλλης», συμμεριζόμενος τη θλίψη που δοκίμαζε το βασιλικό Πολεμικό Ναυτικό για την απώλεια αυτή, χωρίς καμία αναφορά στο «άγνωστο» υποβρύχιο.[liii] Ο Μεταξάς, σε ημερήσια διαταγή του προς το Βασιλικό Ναυτικό, εξέφραζε και αυτός τη βαθιά οδύνη του για την απώλεια του «ευδρόμου Έλλη», σημειώνοντας ότι «εβλήθη δια τορπιλλών αγνώστου εθνικότητος υποβρυχίου».[liv] Παράλληλα, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, με εγκύκλιό του ζητούσε από τις τοπικές αρχές να απαγορεύσουν οποιαδήποτε δημοσίευση, περί της εθνικότητας του υποβρυχίου, σε εφημερίδες. Διαφορετικά, αν αποκαλυπτόταν η ταυτότητα του δράστη, η χώρα ήταν υποχρεωμένη να κηρύξει τον πόλεμο στην Ιταλία.[lv]

Τα πρωτοσέλιδα των Αθηναϊκών εφημερίδων.

Σχετικά με το τελευταίο, ήδη από τις 11:00 το πρωί της 15ης Αυγούστου, όταν ο Μεταξάς έλαβε τηλεγράφημα από τον ύπαρχο της «Έλλης», που του περιέγραφε τα γεγονότα, εκείνος του απάντησε ότι «ουδεμία, εκ μέρους ουδενός να εκφρασθή σκέψις ή υπόνοια της εθνικότητος του υποβρυχίου που σας ετορπίλλισε»,[lvi] ενώ σε συνάντηση, το βράδυ της 15ης Αυγούστου, στην οποία συμμετείχε και ο υφυπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας Αμβρόσιος Τζίφος, κατέστησε σαφές στους συνομιλητές του ότι «όποιος από εμάς μιλήση, θα τουφεκισθή. Δεν θα φεισθώ ουδενός».[lvii] Την ίδια απάντηση έδωσε και στον Καββαδία, που βρέθηκε στην Τήνο το πρωινό της  16ης Αυγούστου για να συντονίσει την επιστροφή των προσκυνητών και του πληρώματος της «Έλλης» στον Πειραιά. Ο Αρχηγός Στόλου μόλις είδε τα θραύσματα της δεύτερης τορπίλης, που έφεραν ιταλικά διακριτικά, ενημέρωσε τον Μεταξά και εκείνος του συνέστησε «απόλυτον εχεμύθειαν» για την εθνικότητα του υποβρυχίου.[lviii]

Το Υπουργείο Ναυτικών κήρυξε, λόγω της απώλειας της «Έλλης», διήμερο πένθος με τις σημαίες να κυματίζουν μεσίστιες σε όλα ελληνικά πολεμικά πλοία.[lix] Ωστόσο, μόλις έγινε γνωστή η είδηση στο Γενικό Επιτελείο Ναυτικού, ο Αρχηγός Στόλου διέταξε όλα τα πολεμικά πλοία να βρίσκονται σε συναγερμό, ειδικά τα αντιτορπιλικά να είναι «υπ’ ατμόν». Μεγάλη ανησυχία υπήρχε για το αντιτορπιλικό «Αετός», το οποίο βρισκόταν αγκυροβολημένο στη Μήλο. Κανείς δεν ήξερε αν η επίθεση κατά της «Έλλης» ήταν το προοίμιο ενός αιφνιδιαστικού πόλεμου.[lx]

Το πανελλήνιο πένθος για την απώλεια της «Έλλης» εκδηλώθηκε ποικιλοτρόπως. Πλείστα επαγγελματικά σωματεία και ενώσεις, καθώς και ιδιώτες,  προσέφεραν χρηματικές δωρεές για την όσο το δυνατόν ταχύτερη αντικατάσταση της «Έλλης».[lxi] Ο Μεταξάς, όμως, με δήλωσή του έκανε γνωστό ότι δεν επιθυμούσε να επιβαρύνει τον ελληνικό λαό με νέες θυσίες και ότι η αντικατάσταση του πολεμικού πλοίου θα γινόταν μέσω του κρατικού προϋπολογισμού.[lxii]

 

Οι διεθνείς αντιδράσεις

Τα ξένα πρακτορεία ειδήσεων, καθώς και οι διπλωματικοί κύκλοι βοούσαν ότι το υποβρύχιο που πραγματοποίησε την επίθεση κατά της «Έλλης» ήταν ιταλικό.[lxiii] Στον αγγλικό τύπο, και λόγω της εμπόλεμης κατάστασης μεταξύ των δυο κρατών, διατυπωνόταν ξεκάθαρες υπόνοιες περί της ιταλικής εθνικότητας του υποβρύχιου,[lxiv] ενώ το Βρετανικό Ναυαρχείο ανακοίνωσε ότι κανένα βρετανικό υποβρύχιο δεν ευρίσκονταν στα ύδατα του Αιγαίου την ημέρα εκείνη.[lxv] Η ιταλική ενοχή ενισχυόταν και από το γεγονός, ότι οι ιταλικές εφημερίδες που κυκλοφόρησαν την 16η Αυγούστου δεν ανέφεραν τίποτα για το γεγονός.[lxvi] Αλλά και ο τότε Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα Εμμανουέλε Γκράτσι στα απομνημονεύματά του δηλώνει ότι από τις 18 Αυγούστου ήταν γενική η πεποίθηση του ελληνικού λαού, καθώς και των διεθνών κύκλων, ότι το υποβρύχιο ήταν ιταλικό.[lxvii]

Από την άλλη πλευρά, σε ανακοίνωση του ιταλικού πρακτορείου «Στέφανι», που προπαγάνδιζε τις επίσημες απόψεις της Ρώμης, γινόταν λόγος για συκοφαντικά δημοσιεύματα του αγγλικού τύπου, που άφηναν υπαινιγμούς για την ευθύνη της Ιταλίας. Ακόμα, τα ίδια δημοσιεύματα προσπαθούσαν να επιρρίψουν στην Αγγλία την ευθύνη για τον τορπιλισμό της «Έλλης».[lxviii] Ισχυρίζονταν δε, ότι κανένα ιταλικό υποβρύχιο δεν βρίσκονταν πλησίον της θέσης της «Έλλης» τις τελευταίες ημέρες.[lxix] Οι Ιταλοί έφτασαν μέχρι του σημείου να διαμαρτυρηθούν στην Αθήνα για τις φήμες που κυκλοφορούσαν σχετικά με την ιταλική εμπλοκή στον τορπιλισμό του ελληνικού πλοίου.[lxx] Ο Ιταλός ναυτικός ακόλουθος της πρεσβείας στην Αθήνα ρωτούσε κατ’ επανάληψη το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού αν είχε αποκαλυφθεί κάποιο στοιχείο, σχετικά με την εθνικότητα του υποβρυχίου. Ωστόσο, οι Έλληνες επιτελείς, αν και γνώριζαν, απαντούσαν ότι δεν διέθεταν ακόμη στοιχεία.[lxxi]

Για όσους γνώριζαν πράγματα και καταστάσεις, ο τορπιλισμός της «Έλλης» δεν ήταν παρά ένα σκηνοθετημένο γεγονός, προκειμένου να δικαιολογηθεί η ήδη προαποφασισμένη επίθεση κατά της Ελλάδας.[lxxii] Σύμφωνα με τον Έλληνα πρεσβευτή στη Ρώμη, Ιωάννη Πολίτη, η φασιστική Ιταλία τορπίλισε την «Έλλη» σε μία προσπάθεια να τρομοκρατήσει την Ελλάδα, ώστε να αποσπάσει από αυτήν στρατηγικά πλεονεκτήματα στον θαλάσσιο αγώνα της έναντι της Αγγλίας.[lxxiii] Η άλλη όψη του νομίσματος ήταν ότι οι Ιταλοί προσπαθούσαν να προκαλέσουν κάποια σπασμωδική ενέργεια της Ελλάδας, που θα δικαιολογούσε την κήρυξη πολέμου εναντίον της. Ταυτόχρονα με τον τορπιλισμό της «Έλλης», στην ιταλοκρατούμενη Αλβανία υπήρχε κινητοποίηση δυνάμεων προς  τα ελληνοαλβανικά σύνορα με σκοπό την εισβολή στην Ελλάδα.[lxxiv] Ωστόσο, η γερμανική παρέμβαση στον Μουσολίνι ανέβαλε την ιταλική επίθεση.[lxxv]

 

Το ιταλικό υποβρύχιο «Ντελφίνο», το οποίο βύθισε την «Έλλη».

 

Η επισφαλής επιστροφή των προσκυνητών

Ο τορπιλισμός της ««Έλλης»» θορύβησε τις αρχές, γεγονός που αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το ατμόπλοιο «Αθήναι», που εστάλη κενό επιβατών για να συνδράμει στην εκκένωση του νησιού από τους προσκυνητές, έφερε μόνο εκατοντάδες σωσίβια και μερικούς δύτες για την αναζήτηση των αγνοουμένων, καθώς και των θραυσμάτων από τις τορπίλες.[lxxvi] Δεν ήταν, επίσης, καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο Μεταξάς έστειλε τον υποναύαρχο Α. Σακελλαρίου να ενημερώσει τους ναυτικούς ακολούθους της Αγγλίας και της Ιταλίας για την επικείμενη μετάβαση στην Τήνο των αντιτορπιλικών «Βασιλεύς Γεώργιος» και «Βασίλισσα Όλγα», που θα συνόδευαν τα ατμόπλοια που θα παραλάμβαναν τους προσκυνητές.[lxxvii] Ήθελε να προλάβει μεγαλύτερη τραγωδία από εκείνη της «Έλλης».

Στις 06:00 το πρωί της 16ης Αυγούστου, τα αντιτορπιλικά απέπλευσαν από την Ελευσίνα, όπου ήταν το αγκυροβόλιό τους, για την Τήνο. Επί του «Βασίλισσα Όλγα» βρισκόταν ο Αρχηγός Στόλου και επί του «Βασιλέως Γεωργίου» ο Ανώτατος Διοικητής των αντιτορπιλικών. Όταν τα δυο πλοία έφτασαν στο ύψος της Γυάρου, και ενώ έπλεαν με μεγάλη ταχύτητα, δέχτηκαν επίθεση με βόμβες από δύο αεροσκάφη από μεγάλο ύψος. Τα ελληνικά πολεμικά ανταπάντησαν, χωρίς όμως να τα πετύχουν, λόγω του μεγάλου ύψους που πετούσαν. Εντέλει, χωρίς άλλες επιθέσεις εναντίον τους, τα δύο αντιτορπιλικά κατέπλευσαν, περί τις 10.00, στην Τήνο.[lxxviii]

Το «Βασιλεύς Γεώργιος» δεν αγκυροβόλησε. Έκανε συνεχείς περιπολίες όσο διαρκούσε η επιβίβαση των προσκυνητών και του πληρώματος της ««Έλλης»» στα επιβατικά ατμόπλοια. Από τον ασύρματο του αντιτορπιλικού «Βασίλισσα Όλγα», ο Καββαδίας έδωσε τις τελευταίες εντολές για τον σχηματισμό της νηοπομπής και τις υποχρεώσεις των κυβερνητών.[lxxix] Όλα τα επιβατηγά θα έπλεαν με ταχύτητα 9 μιλίων και δεν επιτρεπόταν καμία παρέκκλιση από τις διαταγές του.[lxxx]

Στις 13:30 περίπου τα ατμόπλοια «Σοφία», «Έσπερος», «Αντέννα», «Αθήναι» και «Έλση» ξεκίνησαν για τον Πειραιά. Μετά από λίγο στη νηοπομπή προστέθηκε το επιβατικό «Σάμος», το οποίο είχε αποπλεύσει από τη Σύρο.[lxxxi] Τα ατμόπλοια πήραν θέση το ένα πίσω από το άλλο, σχηματίζοντας μια γραμμή με τα αντιτορπιλικά να κάνουν συνεχείς κύκλους γύρω τους. Ο ανταποκριτής της εφημερίδας Ασύρματος μας δίνει μια παραστατική διήγηση της νηοπομπής που σχηματίσθηκε. Συγκεκριμένα, «τα δυο πολεμικά πλέοντα με κατεύθυνσιν αντίθετον το ένα προς το άλλο, διέγραφαν τους περιπολικούς κύκλους των γύρω από την αρμάδα των επιβατικών, άγρυπνοι φρουροί των χιλιάδων ψυχών που επέβαινον».  Αργότερα, η νηοπομπή χωρίστηκε σε δύο σκέλη με τρία επιβατικά το καθένα και τα πολεμικά να περιπολούν στα πλάγια.[lxxxii] Ο Καββαδίας, ιδιαίτερα μετά την αεροπορική επίθεση σε βάρος των δυο αντιτορπιλικών στη Γυάρο, ζήτησε αεροπορική προστασία κατά την επιστροφή στον Πειραιά. Μολαταύτα, το αίτημά του δεν ικανοποιήθηκε.[lxxxiii]

Αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας, η νηοπομπή εισήλθε στο λιμάνι του Πειραιά, ενώ πλήθη κόσμου στην προκυμαία ανέμεναν την επιστροφή των προσκυνητών, καθώς και των τραυματιών της «Έλλης».[lxxxiv]

 

Το πόρισμα Καββαδία

Στις 21 Αυγούστου 1940, ειδική επιτροπή, αποτελούμενη από τον υποναύαρχο και Αρχηγό Στόλου, Ε.  Καββαδία, τον κυβερνήτη της «Έλλης»,  Α.  Χατζόπουλο, τον πλωτάρχη – ύπαρχο της «Έλλης» Κ. Δούση,  τον υποπλοίαρχο Α. Στερίοπουλο και τον ανθυποπλοίαρχο Χ. Λεβαντίνο,  συνέταξε έκθεση – πόρισμα, αφού πρώτα εξέτασε τα ανελκυσθέντα θραύσματα από τις τορπίλες ΙΙ και ΙΙΙ.[lxxxv] Στο πόρισμα αυτό, αποφάνθηκαν ότι τα ανευρεθέντα τεμάχια ανήκαν σε δύο ειδών τορπίλες. Μια διαμέτρου 45 εκ. και μια 53 εκ.  Τα τεμάχια των 45 εκ. (τορπίλη ΙΙ) βρέθηκαν δίπλα στο ρήγμα του λιμενοβραχίονα, ενώ εκείνα των 53 εκ. (τορπίλη ΙΙΙ) εντοπίστηκαν σε μεγαλύτερη απόσταση. Όσον αφορά την πρώτη τορπίλη, δεν έγινε έρευνα για τον εντοπισμό των θραυσμάτων της, διότι αυτά θα βρίσκονταν εντός του βυθισμένου σκάφους ή γύρω από αυτό, σε μεγάλο βάθος, και δεν υπήρχαν τα μέσα για την ανέλκυσή τους, αλλά ούτε και ο χρόνος.[lxxxvi] Αμφότερες οι τορπίλες έφεραν διακριτικά, καθώς και γράμματα, που αποδείκνυαν ότι ήταν ιταλικής κατασκευής.

Τμήμα της τορπίλης ΙΙ, το οποίο βρίσκεται στο Μαυσωλείο της «Έλλης» εντός του Ιερού Ναού της Μεγαλόχαρης

Στο πόρισμα του ο Καββαδίας αναφέρει ότι τον τορπιλισμό της «Έλλης» εκτέλεσε άγνωστο υποβρύχιο, ενώ ορισμένοι από το πλήρωμα ισχυρίστηκαν ότι είδαν την κηλίδα «εκσφενδονίσεως» της τορπίλης. Σύμφωνα με το πόρισμα, «το αυτό κατά πάσα πιθανότητα υποβρύχιον έβαλε και τας δυο άλλας τορπίλλας…». Αυτές προορίζονταν για τα εντός του λιμένα ατμόπλοια.[lxxxvii] Δεν μπορεί να έριξε το υποβρύχιο τρεις τορπίλες για να πετύχει ένα μεγάλο αντιτορπιλικό μήκους 105 μέτρων, το οποίο ήταν αγκυροβολημένο και ανύποπτο.[lxxxviii]

Όσον αφορά τη δικαιολογία, που μπορούσε να ειπωθεί από αυτόν που το τορπίλισε, περί σύγχυσης της «Έλλης» με κάποιο από αυτά των εμπόλεμων κρατών, αυτή δεν ευσταθούσε, διότι κανένας εμπόλεμος ή κάποιος που πίστευε ότι διατρέχει κίνδυνο δεν θα αγκυροβολούσε σε ανοικτό όρμο, ούτε θα ήταν σημαιοστολισμένος. Επίσης, το ιδιαίτερο σκαρίφημα της «Έλλης» ήταν μοναδικό στην Ευρώπη και δεν υπήρχε μεταξύ των εμπολέμων. Επομένως, σύμφωνα με τον Καββαδία, «εν γνώσει και εκ προθέσεως» τορπιλίστηκε το ελληνικό πολεμικό από το υποβρύχιο, το οποίο βρισκόταν εντός της αιγιαλίτιδας ζώνης, πιθανότατα σε συνεννόηση με το αεροπλάνο, το οποίο κατόπτευσε την «Έλλη» μιάμιση ώρα πριν από τον τορπιλισμό.[lxxxix]

Όσον αφορά τις ευθύνες του πληρώματος, ο Καββαδίας θεωρούσε ότι δεν έφερε καμία ευθύνη, καθώς το πλοίο βρισκόταν εκεί σε εκτέλεση διαταγής. Συν τοις άλλοις, όπως προαναφέρθηκε, το ελληνικό πολεμικό επειδή ήταν αγκυροβολημένο ήταν ανίσχυρο εναντίον υποβρυχίου, παρ’ όλα αυτά διατήρησε τον λέβητα σε λειτουργία, ώστε να μπορεί να τεθεί εν κινήσει σχεδόν αμέσως. Ακόμα, τα στεγανά του ήταν κλειστά εν πλω, τα αντιαεροπορικά του όπλα ήταν έτοιμα και εξοπλισμένα, ενώ υπήρχε αυστηρή επαγρύπνηση στη γέφυρα του πλοίου.[xc] Σε γενικές γραμμές, σύμφωνα με το πόρισμα, ο πλοίαρχος της «Έλλης» είχε λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα.[xci]

Ωστόσο, από τη στιγμή που το πλοίο χτυπήθηκε στο μέσο και προκλήθηκε έκρηξη στον λέβητα, η τύχη του είχε προδιαγραφεί. Η «Έλλη» βρέθηκε χωρίς μηχανές, χωρίς αντλίες, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα και φωτισμό, ενώ δεν λειτουργούσε και ο μηχανισμός ανέλκυσης της άγκυρας. Κατά τον Καββαδία, η σημαντικότερη αιτία της αποτυχίας της ρυμούλκησης ήταν ότι δεν κατέστη δυνατή η «αποκρίκωσις»  της άγκυρας, το βάρος της οποίας επιβάρυνε το ήδη πληγωμένο σκαρί.  Από την άλλη, ο Καββαδίας εξέφρασε επιφυλάξεις αν κατά πόσο η ρυμούλκηση του σκάφους στα αβαθή, πλησίον της πόλης της Τήνου, δεν θα γινόταν πρόξενος μεγαλύτερης συμφοράς, από τη στιγμή που το πλοίο άρχισε να φλέγεται, καθώς δεν υπήρχαν μέσα κατάσβεσης, οι πυριτιδαποθήκες, κατά πάσα πιθανότητα, δεν είχαν κατακλυστεί και τα μέσα κατάκλισης δεν λειτουργούσαν. Τα δε αίτια της πυρκαγιάς θεωρήθηκαν ανεξήγητα, διότι ουδείς την είχε αντιληφθεί επί μια και πλέον ώρα από τον τορπιλισμό.[xcii]

Το πλοίο, αν και παλαιότατο (κατασκευής 1912), ήταν σύμφωνα με τον Καββαδία απαραίτητο για το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό, καθώς είχε αναβαθμιστεί ο οπλισμός του, αλλά ήταν και η μοναδική πολεμική «ναρκοθέτις».[xciii] Ο ίδιος πίστευε ότι το ελληνικό πολεμικό ναυτικό υπέστη «ζημίαν», μοναδική στα χρονικά του.[xciv]

Αναφορικά με τα θύματα της ««Έλλης»» ήταν συνολικά 9 σε σύνολο 210 ανδρών πληρώματος.  Ο Υποκελευστής Ι. Μαντούβαλος και τρεις ναύτες θερμαστές (Ι. Μπόνος, Ι Ανατσελόπουλος, Γ. Γρίβας) που είχαν βάρδια στο λεβητοστάσιο, σκοτώθηκαν ακαριαία. Αγνοούμενοι θεωρήθηκαν οι δύο θερμαστές, Δ. Καλλίας και Δ. Τομαράς, οι οποίοι πιθανότατα βρίσκονταν κοντά στο λεβητοστάσιο. Επίσης, κατέληξαν αργότερα στο νοσοκομείο της Τήνου ο αρχικελευστής Π. Κατσαΐτης, ο  κελευστής Ν. Παπανικολάου και ο ναύτης – αρμενιστής Μ. Πέτας.[xcv] Οι τραυματίες ανέρχονταν σε 29 άνδρες.[xcvi] Στα θύματα της ημέρας εκείνης πρέπει να συμπεριλάβουμε και το θάνατο μιας γυναίκας, αρμενικής καταγωγής, που βρισκόταν στην παραλία της Τήνου, από ανακοπή καρδιάς.[xcvii]

 

Η ώρα της αποκάλυψης του «αναίσχυντου τορπιλητή»

Η κυβέρνηση για «γενικωτέρους»  λόγους θεώρησε ότι δεν έπρεπε να φέρει το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης στη δημοσιότητα. Οι ελληνικές ναυτικές αρχές από την πρώτη στιγμή είχαν στα χέρια τους αδιάψευστα πειστήρια του εγκλήματος, δηλαδή τα υπολείμματα της τορπίλης που χτύπησε τον λιμενοβραχίονα της Τήνου.  Ωστόσο, η κήρυξη του πολέμου σε βάρος της Ελλάδας από τη φασιστική Ιταλία, τον Οκτώβριο του 1940, δημιούργησε νέα δεδομένα στην υπόθεση της «Έλλης». Σε ανακοίνωση του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, με ημερομηνία 29 Οκτωβρίου 1940, γινόταν λόγος ότι η «Έλλη» τορπιλίστηκε από ιταλικό υποβρύχιο.

Πάνω στις τορπίλες αναγράφονταν τα εργοστάσια κατασκευής τους (Τορίνο), ο αριθμός μητρώου τους, καθώς και χαρακτηριστικά σύμβολα της προέλευσής τους. Από τα παραπάνω, λοιπόν, εξήχθη το συμπέρασμα ότι οι τορπίλες ήταν κατασκευής ιταλικών εργοστασίων, ενώ δεν είχαν πουληθεί σε κανένα άλλο κράτος. Θεωρήθηκε, λοιπόν, βέβαιο ότι με αυτό τον τύπο τορπιλών είχαν εφοδιαστεί τα ιταλικά υποβρύχια.[xcviii]

Στον Τύπο των ημερών εκείνων αποκαλύφθηκε και η επίθεση που δέχτηκε το ακτοπλοϊκό ατμόπλοιο «Φρίντων», το απόγευμα της 15ης Αυγούστου, λίγες ώρες μετά τον τορπιλισμό της «Έλλης». Το συγκεκριμένο πλοίο εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιά – Χανίων, όταν δέχτηκε την επίθεση τριών ιταλικών βομβαρδιστικών, χωρίς όμως να το βυθίσουν.[xcix]

 

Το ατμόπλοιο «Φρίντων», με ζωγραφισμένη την ελληνική σημαία στα πλευρά της γέφυρας.

Ποιος έδωσε την εντολή τορπιλισμού της «Έλλης»;

Ο Γκαλεάτσο Τσιάνο, υπουργός Εξωτερικών του φασιστικού καθεστώτος και γαμπρός του Μουσολίνι, στο ημερολόγιο του αποδίδει τον τορπιλισμό της «Έλλης» στον Ιταλό Γενικό Διοικητή Δωδεκανήσων Τσέζαρε Μαρία Ντε Βέκκι.[c] Ο συγκεκριμένος ήταν ένας από τους παλαιότερους συντρόφους του Μουσολίνι, συνοδοιπόρος του στη φασιστική πορεία προς τη Ρώμη το 1922, και μέλος της Φασιστικής Τετρανδρίας.[ci] Ο ίδιος ο Τσιάνο, στο ημερολόγιό του, που δημοσιεύτηκε μετά τον πόλεμο, έγραφε ότι δεν γνώριζε ποιος τορπίλισε την «Έλλη».

Ωστόσο, ο Ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα Γκράτσι σε άρθρο του, που δημοσιεύτηκε στις 19 Αυγούστου του 1945, έκανε λόγο ότι η ενέργεια αυτή δεν μπορούσε να αποδοθεί σε πρωτοβουλία του Ντε Βέκκι. Ο τελευταίος, αν και κατείχε υψηλή θέση στο μηχανισμό του φασιστικού καθεστώς, δεν μπορούσε να εκδώσει μόνος του διαταγή καταβύθισης ενός ελληνικού πολεμικού πλοίου. Για τον Γκράτσι, η διαταγή καταβύθισης της «Έλλης» ήρθε από τη Ρώμη (Τσιάνο ή Μουσολίνι).[cii]

Την εικασία αυτή, ο  Γκράτσι τη στήριζε στο γεγονός ότι ο Μεταξάς την 13η Αυγούστου συνομίλησε με τον Γερμανό πρεσβευτή στην Αθήνα και έκανε λόγο για κυριαρχία της Αγγλίας στη Μεσόγειο.[ciii] Το περιεχόμενο της συνάντησης αυτής μεταφέρθηκε στον Γκράτσι, ο οποίος με τη σειρά του ενημέρωσε τη Ρώμη. Επομένως, σύμφωνα με τον Ιταλό πρεσβευτή στην Αθήνα, η καταβύθιση της «Έλλης» αποτελούσε μια απάντηση του Μουσολίνι στα λόγια του Μεταξά.[civ]

Στα απομνημονεύματα του γενικού διοικητή Δωδεκανήσων Ντε Βέκκι, τα οποία δημοσιεύτηκαν με τον τίτλο «Ο αληθινός Μουσολίνι», τον Μάρτιο του 1960, αποκαλύπτονταν ότι το υποβρύχιο που τορπίλισε την «Έλλη» ήταν το ιταλικό «Ντελφίνο» με κυβερνήτη τον πλωτάρχη Τζουζέπε Αϊκάρντι. Η δημοσίευση αυτή προκάλεσε την αντίδραση του τελευταίου, καθώς ο Ντε Βέκκι παρουσίαζε τον τορπιλισμό της «Έλλης», ως πρωτοβουλία του κυβερνήτη του ιταλικού υποβρυχίου. Μετά την εξέλιξη αυτή, ο Αϊκάρντι υπέβαλε μήνυση κατά του Ντε Βέκκι, ενώ δημοσίευσε στον ιταλικό Τύπο τη δική του άποψη για τον τορπιλισμό της «Έλλης».[cv]

O Τσέζαρε Μαρία Ντε Βέκκι, Γενικός Διοικητής Δωδεκανήσων.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Αϊκάρντι, στις 14 Αυγούστου ο Ντε Βέκκι, που μόλις είχε φτάσει στη Λέρο (βάση των ιταλικών υποβρυχίων στα Δωδεκάνησα), προερχόμενος από τη Ρόδο, έφερε μαζί του ένα πολύ σημαντικό έγγραφο του ιταλικού Γενικού Επιτελείου Ναυτικού. Στο έγγραφο αυτό γινόταν λόγος για έντονη κίνηση εμπορικών σκαφών από τα Δαρδανέλια προς το Αιγαίο, τα οποία σε μεγάλο βαθμό εξυπηρετούσαν τους Άγγλους. Επί πλέον, τα ουδέτερα σκάφη, που έπλεαν στην ίδια περιοχή, εξυπηρετούσαν μόνο τον ανεφοδιασμό του εχθρού.[cvi]

Για την αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής, ο Μουσολίνι ζήτησε από τα ιταλικά υποβρύχια να αναπτύξουν έντονη πολεμική δραστηριότητα «μέχρις εσχάτων» κατά των μεταφορών του εχθρού στα ύδατα του Αιγαίου. Τα υποβρύχια είχαν διαταγές να βυθίσουν χωρίς προειδοποίηση όλα τα πλοία, τα οποία θεωρούσαν ότι ενεργούσαν μεταφορές του «εχθρού», ακόμη κι αν καλύπτονταν από ουδέτερη σημαία. Η ενέργεια αυτή έπρεπε να γίνει με τέτοιο τρόπο, ώστε η ταυτότητα και η εθνικότητα του υποβρυχίου να μην αποκαλυφθούν. Η αποστολή θα εκτελούνταν μεταξύ 20-25 Αυγούστου.

Στο ίδιο έγγραφο γινόταν λόγος να κρατηθεί απόλυτη και πλήρης ραδιοτηλεγραφική σιγή από και προς το υποβρύχιο, καθ’ όλη τη διάρκεια της αποστολής. Επίσης, ο Αϊκάρντι ισχυρίστηκε ότι ο Ντε Βέκκι του έδωσε ένα μικρό φύλλο χαρτιού, στο οποίο ήταν σημειωμένα τα νησιά ΤΗΝΟΣ και ΣΥΡΟΣ, καθώς εκεί είχε παρατηρηθεί έντονη ναυτική κίνηση.

Επομένως, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Αϊκάρντι, η αποστολή του συνδεόταν με την καταβύθιση εμπορικών και επιβατικών ατμόπλοϊων, που βρίσκονταν στα δύο παραπάνω νησιά, ενώ ο ίδιος τα σκάφη αυτά, τα χαρακτήρισε ως οπλιταγωγά! Βέβαια, τα ατμόπλοια που βρίσκονταν στην Τήνο, εκείνη την ημέρα, δεν μετέφεραν παρά μόνο προσκυνητές. Απορίας άξιο είναι, επίσης, πώς οι Ιταλοί δεν γνώριζαν ότι την ημέρα εκείνη εορτάζει η Μεγαλόχαρη, μια από τις μεγαλύτερες εορτές της Ορθοδοξίας, συνεπώς ήταν απόλυτα δικαιολογημένη η αυξημένη κίνηση των ατμόπλοιων στο λιμάνι της Τήνου.

Μετά το πέρας της επιχείρησης, στις 18 Αυγούστου 1940 (και όχι μεταξύ 20-25 Αυγούστου), ο Αϊκάρντι έστειλε αναφορά στον Ντε Βέκκι, στην οποία ανέφερε τα εξής:

«Αναχώρησα από τη Λέρο στις 14 Αυγούστου, στις 20:30. Στις 04:30 της 15ης Αυγούστου φτάνοντας κοντά στο λιμάνι της Τήνου, καταδύθηκα. Προχώρησα σε βάθος περισκοπίου και κατευθύνθηκα προς το στόμιο του λιμανιού. Φτάνοντας σε απόσταση περίπου 4.000 μ. από το στόμιο του λιμανιού, είδα να βγαίνει ένα ατμόπλοιο που κατευθύνθηκε αμέσως προς τα βόρεια, ξεφεύγοντας έτσι από επίθεσή μου. Φτάνοντας μπροστά από το στόμιο, είδα ευδιάκριτα στο εσωτερικό του λιμανιού δύο μεγάλα ατμόπλοια… Ενώ ετοιμαζόμουν να λάβω κατάλληλη θέση, ώστε να εκτοξεύσω διαμέσου του στενού ανοίγματος μεταξύ των δύο λιμενοβραχιόνων, είδα ένα πολεμικό πλοίο (Έλλη) να κατευθύνεται προς το λιμάνι με μικρή ταχύτητα. Επειδή η πορεία του θα το έφερνε να περάσει ακριβώς από πάνω μου, θεώρησα σκόπιμο να καταδυθώ στα 4 μέτρα, παρακολουθώντας το με τα υδρόφωνα. Λίγο αργότερα, μην ακούγοντας πλέον τον ήχο των ελίκων αναδύθηκα σε βάθος περισκοπίου και είδα το ΕΛΛΗ αγκυροβολημένο μπροστά από τη μεγαλύτερη προβλήτα.

Αποφάσισα να τορπιλίσω πρώτο το πολεμικό πλοίο και στη συνέχεια τα ατμόπλοια.  Η απόφαση ήταν αποτέλεσμα του κάτωθι συλλογισμού:

1) Η πεποίθηση πως τα δύο εμπορικά πλοία βρίσκονται στην υπηρεσία του εχθρού. Διαφορετικά δεν εξηγείται η παρουσία των δύο αυτών μεγάλων πλοίων σε ένα λιμάνι που μόλις τα χωρούσε, ούτε μπορούμε να καταλάβουμε σε τι είδους μεγάλη διακίνηση εμπλέκονταν.

2) Η παρουσία του πολεμικού πλοίου, έτοιμο να προστατεύσει και να συνοδεύσει τα πλοία καθιστούσε την υπόθεση ύποπτη και μαρτυρούσε την ελληνική συνενοχή.

3) Ο τορπιλισμός των πλοίων εντός του λιμένα με παρουσία πολεμικού πλοίου σήμαινε κατάφωρη παραβίαση, ίδια με αυτή του τορπιλισμού του ίδιου του πολεμικού πλοίου. Από την άλλη πλευρά, αντί να αντιμετωπιστεί κατόπιν η αναπόφευκτη αντίδραση του πολεμικού πλοίου, ήταν καλύτερα να απαλλαγούμε από αυτό πριν».[cvii]

Οι απαντήσεις του Αϊκάρντι έχουν αρκετά θολά σημεία – ανακρίβειες, έκρυβαν εμπάθεια για την Ελλάδα και επιχείρησαν να μετριάσουν τις δικές του ευθύνες, αν όχι πρωτοβουλίες. Μη ξεχνάμε, ότι πάντα επεκρέματο πάνω από το κεφάλι του ο φόβος να κατηγορηθεί για εγκληματίας πολέμου.  Επίσης, στην αναφορά του έκανε λόγο ότι ο τορπιλισμός έβγαζε από τη μέση το μόνο σκάφος, το οποίο θα μπορούσε να παρενοχλήσει τις ιταλικές δυνάμεις του Αιγαίου.[cviii] Ωστόσο, η αποστολή του Ιταλού κυβερνήτη διεκόπη απότομα, πιθανότητα για να μην προκαλέσει μεγαλύτερες τραγωδίες, όπως η προσπάθεια να χτυπήσει τη νηοπομπή που απέπλευσε από την Τήνο την επομένη του τορπιλισμού.

Αρκετά χρόνια αργότερα, όταν ο Αϊκάρντι ερωτήθη για την «Έλλη» συνέχιζε να υποστηρίζει ότι «Μου έδωσαν τη διαταγή και εγώ την εκτέλεσα», ενώ δεν δίστασε να κατηγορήσει την Ελλάδα ότι το καλοκαίρι του 1940 έπαιζε με τους Άγγλους ένα πολύ «βρώμικο παιχνίδι».[cix]Μολαταύτα, οι διαταγές που είχε λάβει από τη Ρόδο δεν έκαναν λόγο για προσβολή ελληνικών πολεμικών πλοίων. Ακόμα, εγείρονται σοβαρές αμφιβολίες για την αξιοπιστία του ιταλικού μηχανισμού εκτέλεσης των διαταγών, καθώς ο καθείς τις ερμήνευε, όπως τον βόλευε.

Πρωτοσέλιδο της 30ής Οκτωβρίου 1940, έπειτα από την έκρηξη του ελληνοϊταλικού πολέμου

Υπάρχει, βέβαια, και η πληροφορία, ότι στην επιχείρηση κατά της «Έλλης» συμμετείχε και δεύτερο ιταλικό υποβρύχιο. Η πληροφορία αυτή προέκυψε από τον Ιταλό Ντίνο Μπαλντασίνι,  που υπηρετούσε ως ηλεκτρολόγος στο υποβρύχιο «Ασιάγκι», το οποίο, κατά τα λεγόμενά του, συνόδευε το «Ντελφίνο» στη συγκεκριμένη περιπολία στο Αιγαίο.[cx] Ο ίδιος ο Αϊκάρντι, όταν ρωτήθηκε για την ύπαρξη δεύτερου υποβρύχιου, απάντησε ότι δεν μπορεί να πει περισσότερα, εκτός και αν του έδινε την άδεια το ιταλικό αρχηγείο των ενόπλων δυνάμεων. Η απάντηση του ήταν μια έμμεση παραδοχή της ύπαρξης δεύτερου υποβρυχίου στην επιχείρηση της Τήνου. Επιπλέον, υπάρχει φωτογραφικό υλικό, που απεικονίζει τα πληρώματα των δύο υποβρυχίων να γιορτάζουν από κοινού τον τορπιλισμό της «Έλλης».[cxi]

Υπάρχουν ερωτήματα, γύρω από τον τορπιλισμό της «Έλλης», που παραμένουν αναπάντητα. Για παράδειγμα, γιατί το «Ντελφίνο» δεν χτύπησε νωρίτερα; Το υποβρύχιο ήταν έξω από το λιμάνι της Τήνου δυο ώρες πριν καταπλεύσει το ελληνικό καταδρομικό. Τι μεσολάβησε μεταξύ 06.25 και 08.25; Συνδέεται η πτήση αεροπλάνου, που πραγματοποιήθηκε κατά τις 07.00, με τον τορπιλισμό; Έσπασε ο Αϊκάρντι τη σιγή ασυρμάτου για να ζητήσει επιβεβαίωση από την ιταλική διοίκηση της Ρόδου για τον στόχο που είχε μπροστά του ή έδρασε μόνος; Εύλογα ερωτήματα, τα οποία η ιστορική έρευνα οφείλει να απαντήσει.

Το μνημείο ηρώων στον εσωτερικό λιμενοβραχίονα της Τήνου.

 

Ο Βασίλης Ν. Κολλάρος είναι Διδάκτωρ Διπλωματικής Ιστορίας του Τμήματος Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[i]Ο Τύπος,  16.8.1940.

[ii]Ελληνικόν Μέλλον, 18.8.1940.

[iii]Παναγιώτης Ι. Φαναριώτης, Η Ελλάδα στις φλόγες του πολέμου, 1940-1944, Εκδ. Σταμούλη, Αθήνα 2012, σ. 91.

[iv]Ό.π.,

[v]Γενικό Επιτελείο Στρατού, Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου 1940-1941 (Επιχειρήσεις του Στρατού Ξηράς), Έκδ. Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1985, σ. 7.

[vi]Γενικό Επιτελείο Στρατού, Αιτίαι και αφορμαί Ελληνοϊταλικού πολέμου 1940-1941, Εκδ. Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, Αθήναι 1959, σσ. 11-18.

[vii]Ό.π., σ. 71 ̇  Ακρόπολις, 17.8.1940.

[viii]Ακρόπολις,  8.8.1940.

[ix]Φαναριώτης, ό.π., σ. 75 ̇  Έθνος, 9.8.1940.

[x]Ακρόπολις, 7.8.1940.

[xi]Έθνος, 27, 30.7.1940 ̇ Ελληνικόν μέλλον, 15.6.1940.

[xii]Ηλίας Ρουμάνης, Ο τορπιλισμός της «Έλλης» και το έπος του 1940-41, Συγκριτική Ιστορική Μελέτη, Εκδ. Τήνος, Αθήνα 2002, σσ. 30-31.

[xiii]Ό.π., σ. 27.

[xiv]Ελληνικόν  μέλλον, 15.7.1940.

[xv]Ακρόπολις,  4.8.1940.

[xvi]Ρουμάνης, ό.π., σ. 25.

[xvii]ΓΕΣ, Αιτίαι και αφορμαί Ελληνοϊταλικού πολέμου…, σσ. 18-22.

[xviii]Ελληνικόν Μέλλον, 14, 21.8.1940.

[xix]Ελληνικόν μέλλον,  12, 15, 29.6.1940.

[xx]Ρουμάνης, ό.π., σ. 40.

[xxi]Επαμεινώνδα Π. Καββαδία, Ο ναυτικός πόλεμος του 1940, όπως τον έζησα, Αναμνήσεις 2 Μαρτίου 1935 – 25 Μαρτίου 1943, Εκδ. Πυρσός, Αθήναι 1950, σ.  138.

[xxii]Ό.π., σ. 143.

[xxiii]Καρόλου Επ. Μωραΐτη, Έλλη, η τορπίλη της ντροπής, Εκδ. Βασδέκης, 1998 σ. 15.

[xxiv]Βασιλικόν Υπουργείον Εξωτερικών, Διπλωματικά Έγγραφα, Η ιταλική επίθεσις κατά της Ελλάδος, Αθήναι 1940, έγγραφο 87, σ. 93 και έγγραφο 89, σ. 96. (στο εξής Ελληνική Λευκή Βίβλος)

[xxv]Εμμ. Γκράτσι, Η αρχή του τέλους, Η επιχείρηση κατά της Ελλάδος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1980, σσ. 147, 162.

[xxvi]Αλέκος Φλωράκης, Η Παναγία της Τήνου στον Αγώνα του ̓40, Έκδ. ΠΙΙΕΤ, Αθήνα 1990, σ. 32.

[xxvii]Πόρισμα της δυνάμει της υπ’ αριθ. Ε/1256 17.8.1940 διαταγής Αρχηγού Στόλου διενεργηθείσης ανακρίσεως επί των συνθηκών του τορπιλισμού του ευδρόμου «Έλλη». Αντίγραφο του πορίσματος βρίσκεται στην Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού, Αρχείο Καββαδία, Περίοδος 1940- 1941, φάκελος 10, υποφάκελος 12, σσ. 37-48 (στο εξής Πόρισμα Καββαδία).

[xxviii]Ό.π.,

[xxix]Έθνος, 18.8.1940.

[xxx]Πόρισμα Καββαδία, ό.π.,

[xxxi]Ό.π.,

[xxxii]Ό.π.,

[xxxiii]Ό.π.,

[xxxiv]Έθνος, 16, 18.8.1940 ̇ Ακρόπολις, 17.8.1940.

[xxxv]Ασύρματος, 18.8.1940.

[xxxvi]Ακρόπολις, 17.8.1940.

[xxxvii]Πόρισμα Καββαδία, ό.π.,

[xxxviii]Θερμές ευχαριστίες στον Ναύαρχο ε.α. Ιωάννη Παλούμπη για την εξήγηση του όρου.

[xxxix]Ό.π.,

[xl]Ό.π.,

[xli]Ό.π.,

[xlii]Κώστας Δανούσης, «Ο τορπιλισμός του «Έλλη». Η αξιοπιστία και τα προβλήματα της μνήμης», Τηνιακά Σύμμεικτα, τχ. 9, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2008, σ. 14.

[xliii]Πόρισμα Καββαδία, ό.π.,

[xliv]Ό.π.,

[xlv]Ελληνικόν Μέλλον, 17.8.1940.

[xlvi]Ασύρματος, 16.8.1940.

[xlvii]Πόρισμα Καββαδία, ό.π.,

[xlviii]Δανούσης, ό.π., σ. 7,10.

[xlix]Ό.π.,

[l]Ασύρματος, 19.8.1940  ̇ Έθνος, 16.8.1940.

[li]Ελληνικόν Μέλλον, 22.8.1940.

[lii]Ακρόπολις, 17.8.1940

[liii]Ό.π.,

[liv]Ό.π.,

[lv]Ελληνική Λευκή Βίβλος, έγγραφο 109, σσ. 82-83.

[lvi]Ρουμάνης, ό.π.,  σσ. 126-127.

[lvii]Ό.π.,

[lviii]Ό.π., σ. 128 ̇  Καββαδίας, ό.π., σ. 147.

[lix]Ελληνικόν Μέλλον, 17.8.1940.

[lx]Καββαδίας, ό.π., σ. 146.

[lxi]Ακρόπολις, 21.8.1940.

[lxii]Ακρόπολις, 18.8.1940.

[lxiii]Ελληνική Λευκή Βίβλος, έγγραφο 121, σ. 132.

[lxiv]Ό.π., έγγραφο 140, σ. 156.

[lxv]Έθνος, 16.8.1940.

[lxvi]Ελληνική Λευκή Βίβλος, έγγραφο 140, σ. 156.

[lxvii]Γκράτσι, ό.π., σ. 207.

[lxviii]Ελληνική Λευκή Βίβλος, ό.π.,

[lxix]Ακρόπολις,  17.9.1940.

[lxx]Ρουμάνης, ό.π., σ. 137.

[lxxi]Γκράτσι, ό.π., σσ. 206-207.

[lxxii]Ρουμάνης, ό.π.,  σ. 26.

[lxxiii]Ελληνική Λευκή Βίβλος, έγγραφο 121, σ. 132.

[lxxiv]The Ciano Diaries, 1939-1943, the complete, unabridged diaries of count Galeazzo Ciano Italian Minister for foreign Affairs 1936-1943, Edited by Hugh Gibson, New York 1946, σσ. 283-284. Ακόμα, A. I. Κοραντή, Διπλωματική Ιστορία της Ευρώπης (1919-1956), τόμ. Γ΄ – μέρος Α΄, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1979, σσ. 377-378. Επίσης, Ελληνική Λευκή Βίβλος, έγγραφο 140, σ. 163.

[lxxv]Κοραντής, ό.π.,  σ. 379 ̇ Ελληνική Λευκή Βίβλος, έγγραφο 127, σ. 135, καθώς και Αλέξης Κύρου, Ελληνική εξωτερική πολιτική, Εκδ. Εστία, Αθήνα 1984,  σσ. 116-117.

[lxxvi]Ασύρματος, 17.8.1940.

[lxxvii]Ρουμάνης, ό.π.,  σσ. 104-105.

[lxxviii]Καββαδίας, ό.π., σ. 147.

[lxxix]Ελληνικόν Μέλλον, 17.8.1940.

[lxxx]Ασύρματος, 18.8.1940.

[lxxxi]Έθνος, 18.8.1940.

[lxxxii]Ασύρματος, 18.8.1940.

[lxxxiii]Καββαδίας, ό.π., σ. 48.

[lxxxiv]Ελληνικόν Μέλλον, 17.8.1940.

[lxxxv]Πόρισμα Καββαδία, ό.π.,

[lxxxvi]Ό.π.,

[lxxxvii]Ακρόπολις, 17-18.8.1940 ̇ Ασύρματος, 17,19.8.1940.

[lxxxviii]Ασύρματος, 19.8.1940.

[lxxxix]Πόρισμα Καββαδία, ό.π.,

[xc]Ό.π.,

[xci]Ό.π.,

[xcii]Ό.π.,

[xciii]Η Έλλη μπορούσε να μεταφέρει και να ποντήσει 110 νάρκες. Ό.π.,

[xciv]Ό.π.,

[xcv]Ρουμάνης, ό.π., σσ. 114-116. Επίσης, Ελληνικόν Μέλλον, 17.8.1940.

[xcvi]Πόρισμα Καββαδία, ό.π.,

 

[xcvii]Ακρόπολις, 17.8.1940.

[xcviii]Ακρόπολις, 30.10.1940.

[xcix]Ακρόπολις, 31.10.1940.

[c]The Ciano Diaries, 1939-1945, ό.π., σ. 284.

[ci]Ρουμάνης, ό.π., σσ. 169-173.

[cii]Ό.π., σ. 160.

[ciii]Ό.π., σ. 162.

[civ]Ό.π., σ. 201.

[cv]Ό.π., σ. 161.

[cvi]Ό.π.,

[cvii]Αναφορά πλωτάρχη Τζουζέπε Αϊκάρντι, Ρόδος, 18.8.1940.

[cviii]Ρουμάνης, ό.π., σ. 169.

[cix]Γκράτσι, ό.π.,  σ. 204 ̇ Ρουμάνης, ό.π., σσ. 167- 168.

[cx]Ό.π., σσ. 181-184.

[cxi]Περιοδ. Ταχυδρόμος, τχ. 42, 30.10.1980, σ. 54, 57, 62.

 

 

Στράτος Ν. Δορδανάς: Ο εμπνευστής της ιδέας; Ο Γερμανός στρατιωτικός ακόλουθος και ο ελληνικός Διχασμός

Αφιέρωμα στον Εθνικό Διχασμό

 

 

Στράτος Ν. Δορδανάς

Ο εμπνευστής της ιδέας;

Ο Γερμανός στρατιωτικός ακόλουθος και ο ελληνικός Διχασμός[1]

 

 

Εισαγωγικά: Η πρώτη και τελευταία άδεια

 Η 13η Σεπτεμβρίου 1915 είχε ξεκινήσει με τον καλύτερο τρόπο για τον Ernst von Falkenhausen, τον Γερμανό στρατιωτικό ακόλουθο στην πρεσβεία Αθηνών: Γύρω στις 09:30 έλαβε τα πρώτα ευχάριστα νέα ότι η αίτησή του για άδεια είχε εγκριθεί και έτσι μετά από ακριβώς δεκατέσσερις μήνες θα επέστρεφε στο αγαπημένο του Βερολίνο και στις αγκάλες της οικογένειάς του που τόσο είχε επιθυμήσει και στερηθεί εξαιτίας του πολέμου. Η ημέρα συνεχίστηκε εξίσου ευχάριστα και κατά το μεσημέρι έπαιρνε πρωινό με τη βασίλισσα στο Τατόι, συζητώντας για μία ώρα οι δύο τους, όπως συνήθιζαν άλλωστε να κάνουν όλο το προηγούμενο διάστημα, γύρω από τις τρέχουσες εξελίξεις. Όλα έβαιναν καλώς και ήσυχα μέχρι που έφτασε στα χέρια του η αναμενόμενη απάντηση από το υπουργείο Εξωτερικών σχετικά με τις γερμανικές εγγυήσεις που εναγωνίως περίμενε ο βασιλιάς για να συγκατανεύσει στη βουλγαρική στρατιωτική εμπλοκή (και να παραμείνει αδρανής) ενόψει της δεύτερης επίθεσης στη Σερβία.

Από εκείνη τη στιγμή ο Falkenhausen έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια του και εξεμάνη –για πολλοστή φορά εναντίον των διπλωματών– γιατί δεν ζητούνταν μόνο η επαναβεβαίωση της ουδετερότητας εκ μέρους του βασιλιά, αλλά και από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης, δηλαδή από τον Βενιζέλο, τοποθετώντας στη σχετική ημερολογιακή σημείωσή του και δύο θαυμαστικά δίπλα στο όνομα του πρωθυπουργού. Για τον ίδιο, το γεγονός αυτό ήταν μία ακόμα ατράνταχτη απόδειξη ότι η Wilhelmstraße απείχε παρασάγγας από την κατανόηση της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας: «[…] Εμείς με τον βασιλιά και ορισμένους εμπίστους κάνουμε πολιτική εναντίον της κυβέρνησης Βενιζέλου· αυτό σημαίνει ότι όσο ο Βενιζέλος παραμένει στην εξουσία, δεν μπορούμε να έχουμε απτά αποτελέσματα της πολιτικής μας αυτής με τον βασιλιά Κωνσταντίνο». Η οργή του Falkenhausen δεν καταλάγιασε ούτε την επομένη, όταν ένας μαινόμενος βασιλιάς έστειλε τον Ιωάννη Μεταξά για να ζητήσει τον λόγο. Απέναντι στον καλό και πιστό φίλο του επανέλαβε όσα είχε πει πρώτα στον εαυτό του και μετά στον πρέσβη, ότι δηλαδή το υπουργείο Εξωτερικών έδειχνε να μην γνωρίζει ή να μην κατανοεί ότι στην Ελλάδα υφίστατο δυαρχία μεταξύ πρωθυπουργού και βασιλιά, με τον τελευταίο να έχει επανειλημμένως μέχρι τότε αποδείξει ότι κρατούσε τον λόγο του, κρατώντας την Ελλάδα ουδέτερη.

Στις 15 Σεπτεμβρίου άφησε προσωρινά τα προβλήματα πίσω του για να ξεκινήσει ως αδειούχος το μακρύ ταξίδι της επιστροφής στην πατρίδα. Μέσω Λάρισας-Αμυνταίου-Θεσσαλονίκης πέρασε στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (Δράμα-Αλεξανδρούπολη) και από εκεί συνέχισε για Σόφια-Βουκουρέστι-Βουδαπέστη για να αφιχθεί τις πρώτες πρωινές ώρες της 27ης στο Βερολίνο και να σφίξει τα παιδιά του στην αγκαλιά του. Όμως, οι προσωπικές-ανέμελες στιγμές δεν κράτησαν παρά λίγες ώρες γιατί μέσα στην ίδια ημέρα συναντήθηκε με τον Έλληνα πρέσβη Νικόλαο Θεοτόκη για να συμφωνήσουν αμέσως ότι επέκειτο η νέα πτώση Βενιζέλου. Δεν υπήρξε ημέρα για τον ίδιο που να μην έχει «άρωμα» Ελλάδας, σε βαθμό που έδινε την εντύπωση ότι δεν είχε απομακρυνθεί ποτέ από την Αθήνα. Αυτό δεν ήταν πρωτόγνωρο για τον εργασιομανή Falkenhausen, που πέρασε σχεδόν όλο το διάστημα της άδειάς του διαβουλευόμενος με την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία γύρω από το ελληνικό ζήτημα.

Βερολίνο, Ιούνιος 1915. Η συμβολή της λεωφόρου Unter den Linden με την Friedrichstrasse.

Στα τέλη του μήνα συναντήθηκε με τον Erich von Falkenhayn, έγινε δεκτός από τον ίδιο τον Kaiser και στις 4 Οκτωβρίου βρέθηκε με τον Θεοτόκη στο Γενικό Επιτελείο για να διευθετήσουν τις τελευταίες λεπτομέρειες της επανορθωτικής γερμανικής απάντησης που αυτή τη φορά θα άφηνε απόλυτα ικανοποιημένο τον Κωνσταντίνο. Τα νέα της αποβίβασης της Αντάντ στη Θεσσαλονίκη οδήγησαν αργότερα τα βήματά του στο υπουργείο Εξωτερικών για ανταλλαγή απόψεων με τον υπεύθυνο επί των βαλκανικών θεμάτων Frederic Hans von Rosenberg. Κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους υποστήριξε αμέσως την άποψη ότι η σημαντική αυτή εξέλιξη συνιστούσε μία ακόμα «μπλόφα» του Βενιζέλου με σκοπό την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, αλλά και έδινε μία ακόμα αφορμή στον βασιλιά να εκδιώξει τον πρωθυπουργό. Ταυτόχρονα, άρχισε να επεξεργάζεται ενδεδειγμένους τρόπους αντίδρασης, αναγνωρίζοντας ότι επί του παρόντος δεν ήταν ρεαλιστική η ενεργή (στρατιωτική) αντίσταση στα σχέδια Βενιζέλου-Αντάντ. Αυτό θα μπορούσε να εξεταστεί υπό προϋποθέσεις και μόνο με τη γερμανική υποστήριξη, όταν και υπολογιζόταν ότι η επερχόμενη σερβική ήττα θα άνοιγε τον δρόμο για την άμεση (εδαφική) επικοινωνία με την Ελλάδα. Τότε θα άνοιγε επίσης ο δρόμος της στρατιωτικής αναμέτρησης του Κωνσταντίνου με την Αντάντ και στην περίπτωση αυτή χρειαζόταν: α) να αποτελέσουν οι Βουλγαρία-Ρουμανία τον ελληνικό σιτοβολώνα για να αντιμετωπίσει η χώρα τον συμμαχικό αποκλεισμό και να απαλλαγεί από τον εφιάλτη του λιμού, β) τα γερμανικά υποβρύχια στη νοτιοανατολική Μεσόγειο να τεθούν στη διάθεση του βασιλιά, γ) να προβλεφθούν αποζημιώσεις για τις ζημιές που θα προκαλούνταν σε περίπτωση βομβαρδισμού παραθαλάσσιων πόλεων από την Αντάντ. Η εκπλήρωση των παραπάνω προϋποθέσεων θα άναβε αυτομάτως το «πράσινο φως» για τη σύγκρουση στον κατάλληλο χρόνο, κατά τη διάρκεια της οποίας οι ελληνικές στρατιωτικές αποθήκες θα συνέχιζαν να τροφοδοτούνται με γερμανικό πολεμικό υλικό και κυρίως οβίδες πυροβολικού. Αφού το σχέδιό του έτυχε της επιδοκιμασίας τόσο του Rosenberg όσο και στη συνέχεια του γραμματέα του υπουργείου Εξωτερικών Gottlieb Jagow, ενημέρωσε το Γενικό Επιτελείο και προσωπικά τον Falkenhayn, από τον οποίο έλαβε τη διαβεβαίωση ότι θα ασχολούνταν ο ίδιος με τις προοπτικές και τις παραμέτρους υλοποίησής του.

Gottlieb von Jagow.
Frederic Hans von Rosenberg.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Είχε πλήρη επίγνωση ο Falkenhausen ότι οι προτάσεις του ήταν ικανές να αλλάξουν τον ρου των ελληνικών εσωτερικών εξελίξεων και να επιλύσουν τον γόρδιο δεσμό του δυϊσμού, αποκόπτοντας μια δια παντός τη βενιζελική κεφαλή από το πολιτικοκοινωνικό σώμα της. Παίρνοντας πρωινό με τον Θεοτόκη πληροφορήθηκαν από γαλλικές πηγές για την πτώση του υπουργείου Βενιζέλου και αγαλλίασαν με τη διαπίστωση ότι «όσα είχαν ευχηθεί, γίνονταν τώρα πραγματικότητα». Και δεν θα ήταν το μόνο που θα εκπληρωνόταν από τον γερμανικό κατάλογο των ευχών, αλλά και των σχεδιασμών επί χάρτου: Την ίδια ακριβώς ημέρα που τα πρώτα συμμαχικά τμήματα πατούσαν στο έδαφος της Θεσσαλονίκης και εγκαινίαζαν τη διάνοιξη ενός νέου μετώπου στην Ευρώπη, ετίθετο ο θεμέλιος λίθος όσων επρόκειτο να λάβουν χώρα κατά τη διάρκεια των Νοεμβριανών έναν και πλέον χρόνο αργότερα.

 

Προετοιμάζοντας τη σύγκρουση με όπλα τις λέξεις

Δύο μήνες μετά την έκρηξη του πολέμου ο Γερμανός πρέσβης στην Αθήνα Arco von Quadt (Graf/v. Quadt zu Wykradt und Isny) ήταν έτοιμος να προβεί στην πρώτη δυναμική δημόσια παρέμβασή του για να ζητήσει την ισότιμη μεταχείριση των εμπολέμων από την πλευρά των ελληνικών εφημερίδων. Μέχρι τότε είχε διαμαρτυρηθεί επανειλημμένως στον Βενιζέλο αλλά και (τυπικά) στον Κωνσταντίνο για τη μεροληπτική κάλυψη των γεγονότων από τον Τύπο, που συνέβαλε αποφασιστικά στο να γέρνει η πλάστιγγα της κοινωνικής συμπάθειας και των φιλικών αισθημάτων καταφανώς υπέρ των Αγγλογάλλων.

Δεν έτρεφε αυταπάτες η γερμανική πλευρά ότι η Ελλάδα θα αγνοούσε τους παραδοσιακούς συμμαχικούς δεσμούς της με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία και θα τηρούσε αυστηρή ουδετερότητα έναντι των εμπολέμων ή ότι η περιχαρακωμένη σε συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα γερμανοφιλία ήταν σε θέση να ανταγωνιστεί τα εδραιωμένα πολιτικοοικονομικά ερείσματα των Εγγυητριών Δυνάμεων. Χρειαζόταν επομένως να μετατραπεί ο ελληνικός χώρος σε προπαγανδιστικό πεδίο μάχης και να καλυφθεί με κάθε πρόσφορο τρόπο το αγγλογγαλικό προβάδισμα στην ψυχή και το μυαλό των Ελλήνων. Επιπλέον, έναντι της «γριάς αλεπούς», του Βενιζέλου κατά τον Falkenhausen, έπρεπε να θωρακιστεί ο βασιλιάς και οι άνθρωποί του και να ενισχυθεί η ουδετερόφιλη πολιτική ως κόρη οφθαλμού, τις στιγμές κυρίως που ο αδύναμος εκ χαρακτήρα Κωνσταντίνος θα κινδύνευε να παρασυρθεί από τον γητευτή της πολιτικής πρωθυπουργό του. Η διπλή αυτή αποστολή ανατέθηκε στον πρώην αντιπρόσωπο της Krupp στην Αθήνα Carl Freiherrn Schenck von Schweinsberg, γνωστότερο ως βαρόνο Schenck, που γρήγορα έχτισε τον δικό μου μύθο μέχρι την απομάκρυνσή του από τη χώρα τον Σεπτέμβριο του 1916.

Την έφερε ομολογουμένως σε πέρας με μεγάλη επιτυχία ο επικεφαλής της γερμανικής προπαγάνδας στην Ελλάδα, ασχέτως αν άξιζε τελικά το Βερολίνο να δαπανήσει για τον σκοπό αυτόν συνολικά 6.000.000 μάρκα. Αν και έχουν διατυπωθεί αντικρουόμενες απόψεις αναφορικά με την αξιολόγηση της δράσης του βαρόνου, εκείνο που συνήθως δεν λαμβάνεται υπόψη είναι η πραγματική συμβολή του στη διάνοιξη και στη συνεχή τροφοδότηση του χάσματος μεταξύ των βασιλικών θέσεων και των πρωθυπουργικών επιδιώξεων. Άλλωστε, η πρώτη παραίτηση Βενιζέλου τον Μάρτιο του 1915 αποτέλεσε αποκλειστικό έργο των εντατικών προσπαθειών του δίπτυχου Schenck-Falkenhausen, που έδρασαν υπό την επίσημη κάλυψη του νέου πρέσβη Mirbach-Harff (Wilhelm Graf von), και χαιρετίστηκε (πανηγυρίστηκε για την ακρίβεια) ως μία μεγάλη γερμανική νίκη. Και παρά τις ισχυρές συγκρούσεις στο εσωτερικό της πρεσβείας, οι τρεις άνδρες ήταν πραγματικά άκρως αποτελεσματικοί: ο πρέσβης ως ο θεσμικός προασπιστής των γερμανικών συμφερόντων στην Ελλάδα και χρηματοδότης των μηχανισμών προπαγάνδας και κατασκοπείας, ο Schenck ως ο ανεπίσημος συνεργάτης της πρεσβείας και διαμορφωτής του προπαγανδιστικού και κατασκοπευτικού έργου, αλλά κυρίως ως ο ακλόνητος ενισχυτής της θέσης και στάσης του Κωνσταντίνου και μηχανικός της ψυχολογίας του, με τη σειρά του ο στρατιωτικός ακόλουθος επισήμως ως το αντίπαλο δέος των ομοτέχνων του στην Αθήνα και εξόχως παρασκηνιακά ως ο έμπιστος της Σοφίας και πρωταγωνιστής πίσω από τις μεγάλες μηχανορραφίες εναντίον του Βενιζέλου, με αποκορύφωμα το σχέδιο της δολοφονίας του.

Wilhelm Graf von  Mirbach-Harff.
Εφημερίδα Πατρίς, 11 Ιουλίου 1915.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Συχνά υποστηρίζεται ότι η δυναμική της γερμανικής προπαγάνδας διογκώθηκε ανέλπιστα και τα όποια κέρδη της επί του πεδίου πολλαπλασιάστηκαν εξαιτίας της συμμαχικής αντίδρασης, που αργοπορημένα αντιλήφθηκε τους κινδύνους και στην προσπάθειά της να καλύψει το χαμένο έδαφος προέταξε περίσσια βιαιότητα, καταπατώντας το κύρος ενός ουδέτερου κράτους και προσβάλλοντας τις ελληνικές ευαισθησίες. Δεν απέχουν αυτές οι επισημάνσεις από την πραγματικότητα, κάτι άλλωστε που αναγνώριζαν με ικανοποίηση και οι Γερμανοί. Η παρατηρούμενη μεταστροφή του κλίματος, που παρακολούθησε τη σταδιακή επιδείνωση των σχέσεων των φιλοβασιλικών κυβερνήσεων με την Αντάντ, δεν οφειλόταν ωστόσο αποκλειστικά στην πολιτική της κανονιοφόρου και στη συμπεριφορά έναντι της χώρας ως προτεκτοράτου· αποτελούσε σοβαρό απότοκο της γερμανικής εισχώρησης σε καίριους θεσμικούς οργανισμούς, όπως ήταν το Γενικό Επιτελείο και οι υπηρεσίες τήρησης της τάξης, όπως και στη προσβασιμότητα σε όλα τα τύποις στεγανά του κρατικού μηχανισμού. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα κατέστη «άντρο» των κάθε λογής πρακτόρων και κατασκόπων (εδώ ενδιαφέρει η γερμανική εμπλοκή) αφενός γιατί διατέθηκαν τα απαραίτητα ποσά για τη στρατολόγησή τους και αφετέρου γιατί υποστηρίχθηκαν σκανδαλωδώς από τον κρατικό μηχανισμό, ακόμα και με τη βασιλική προσωπική παρέμβαση όταν χρειάστηκε. Αν απουσίαζε η κρατική υποστήριξη των φιλοβασιλικών κυβερνήσεων, είναι αμφίβολο κατά πόσο θα ήταν σε θέση τα μίσθαρνα όργανα των Schenck-Falkenhausen να φέρουν σε πέρας στοιχειωδώς την αποστολή τους, ιδιαίτερα στην αφιλόξενη Μακεδονία λόγω της παρουσίας των στρατευμάτων της Αντάντ.

Ο Falkenhausen (πρώτη σειρά δεύτερος από δεξιά) με συναδέλφους του στη Δράμα τον Αύγουστο 1918 [Πηγή: BArch, N 2068/38].

Αντίστοιχα, δεν αρκούσε από μόνη της η εξαγορά εφημερίδων και μεμονωμένων δημοσιογράφων και η αλλαγή της πολιτικής πλεύσης τους, οι αργυρώνητοι κατά τον Βενιζέλο, αν δεν συνοδεύονταν από την ενίσχυση και τη διάσωση, όποτε κρίθηκε επιβεβλημένο, του σώματος των αντιβενιζελικών πολιτικών· από τη διάσωση κατά κύριο λόγο του ίδιου του Θρόνου που ήταν η ισχυρότερη συγκολλητική ουσία του μαχόμενου αντιβενιζελισμού και διέθετε τον αρτιότερο προπαγανδιστικό δημόσιο λόγο για τον επηρεασμό της κοινής γνώμης και τη μετατροπή του στρατού σε πολιτικό παρεμβατικό μηχανισμό. Σε μία διψασμένη για χρήματα αγορά και σε μία ούτως ή άλλως κατακερματισμένη κοινωνία, το Βερολίνο μέσω των οργάνων του χρησιμοποίησε αρχικά ως όπλα τις λέξεις και στη συνέχεια επίλεξε να καταφύγει στα όπλα εξοπλίζοντας τους Επιστράτους και παρακινώντας/πείθοντας τον Κωνσταντίνο να πολεμήσει για την μακροημέρευση της δυναστείας του. Κληρονομημένες από το παρελθόν πολιτικοκοινωνικές αντιπαραθέσεις και υφιστάμενα ακόμα δομημένα αδιέξοδα στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής επρόκειτο να βρουν προσωρινή διέξοδο στις εμφύλιες συγκρούσεις υπό την σκέπη του παγκοσμίου πολέμου και με τις «ευλογίες» του Βερολίνου.

 

Από τον πόλεμο της προπαγάνδας στην αντίσταση διά των όπλων

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1916 και ενώ είχαν προηγηθεί τα δραματικά γεγονότα στην Ανατολική Μακεδονία, ο Falkenhausen εμφανίστηκε για πρώτη φορά απογοητευμένος από την εξέλιξη των πραγμάτων, κολλώντας λίγο από τον πεσιμισμό που κατέβαλε τις ημέρες εκείνες όλους τους σημαίνοντες αντιβενιζελικούς. Στρεφόμενος προς τον βασιλιά, φοβόταν για τα χειρότερα, ότι δηλαδή υπήρχε κίνδυνος να εγκαταλείψει και να παραδοθεί στα συμμαχικά τελεσίγραφα. Στην απευκταία αυτή περίπτωση δεν θα διέφερε, σημείωνε χαρακτηριστικά, σε τίποτε από τον πατέρα του που συνήθιζε να εγκαταλείπει εύκολα. Η απαισιοδοξία του στρατιωτικού ακόλουθου εξαιτίας των τελευταίων δυσμενών εξελίξεων εναλλασσόταν με τον φόβο ότι η «παράσταση» που εκτυλίσσονταν μπροστά στα μάτια τους ανά πάσα στιγμή μπορούσε να μετατραπεί σε τραγωδία και να επιφέρει την τέλεια καταστροφή της γερμανικής παρουσίας.

Ξαφνικά όλες οι μαύρες σκέψεις διαλύθηκαν και οι ελπίδες του αναζωπυρώθηκαν, καθώς οι αμυδρώς διαφαινόμενες πιθανότητες για την αναστροφή του κλίματος έδιναν ξανά νόημα στη συνέχιση του αγώνα. Ο καταλυτικός παράγοντας για τη ραγδαία αυτή αλλαγή στα συναισθήματα και την ψυχολογία του ήταν η μακρά συνομιλία με τον καλύτερο φίλο του και τον πιο έμπιστο άνθρωπό του, τον Ιωάννη Μεταξά. Από τον ίδιο πληροφορήθηκε ότι νωρίτερα είχε συναντηθεί με τον Κωνσταντίνο, από τον οποίο ζήτησε μετά επιτάσεως να επιλέξει την ένοπλη αντίσταση στην περίπτωση που οι απαιτήσεις της Αντάντ καθίσταντο υπερβολικές, σχεδόν ταπεινωτικές για να γίνουν αποδεκτές. Στην ερώτηση του Μεταξά αν στην περίπτωση αυτή η Ελλάδα θα μπορούσε να υπολογίζει στη γερμανική βοήθεια, ο Falkenhausen απάντησε με έμφαση καταφατικά και όταν έμεινε μόνος σημείωσε στο ημερολόγιό του: «Το παλιό μου σχέδιο!». Όσα είχε εμπνευστεί, οραματιστεί και προτείνει ενόσω ήταν αδειούχος στο Βερολίνο (σχεδόν έναν χρόνο νωρίτερα), έβλεπε τώρα να επανέρχονται στο τραπέζι των συζητήσεων και να τίθενται ως σοβαρό ενδεχόμενο και πιθανή επιλογή όχι από κανέναν ανάξιο λόγου αλλά από τον Μεταξά. Ο εμπνευστής του σχεδίου ενός πολέμου μεταξύ Ελλάδας και Αντάντ εύρισκε τώρα σοβαρό συμπαραστάτη στο πρόσωπο του Μεταξά για να δικαιωθεί για μία ακόμα φορά σε παλαιότερη επισήμανσή του ότι οι δύο τους συνέπλεαν σε όλα και αλληλοσυμπληρώνονταν τέλεια.

Ο Ιωάννης Μεταξάς (δεξιά) την εποχή των σπουδών του στη Στρατιωτική Ακαδημία του  Βερολίνου.
Ο Κωνσταντίνος ως σύγχρονος Ζίγκφρηντ αποκρούει  τον δράκο του συνασπισμού της Συνεννοήσεως.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήνοντας τον Μεταξά να αφοσιωθεί στην οργάνωση και τον εξοπλισμό των Επιστράτων, πύκνωσε έκτοτε τις επαφές του με τη Σοφία, που με τη σειρά της είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην αποτροπή της λήψης επώδυνων αποφάσεων, όταν το σώμα του βασιλιά υπέφερε και η ψυχολογία του είχε καταρρεύσει. Με την επικοινωνία μεταξύ ανακτόρων και Βερολίνου σταδιακά να αποκαθίσταται, η Σοφία ήταν εκείνη που στην πραγματικότητα ανέλαβε να συνομιλήσει με τον αδελφό της, χαράσσοντας τη βασιλική πολιτική, για να διασφαλίσει ότι τη στιγμή που τα ελληνικά χέρια θα σήκωναν τελικά τα όπλα, δεν θα αφήνονταν μόνα τους στο πεδίο της μάχης.

Η βασίλισσα Σοφία σε πρωτοσέλιδο γερμανικού  περιοδικού.
Ο Κωνσταντίνος και ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄ σε στρατιωτικά γυμνάσια του 1913.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Υπαγορεύοντας ο Falkenhausen στη Σοφία το περιεχόμενο του τηλεγραφήματος προς τον Κάιζερ, εγκαινιάστηκε από τις αρχές Οκτωβρίου μία περίοδος ανταλλαγής τηλεγραφημάτων που κατέληξε με την «παράδοση», την αποδοχή των όρων της Αντάντ και την απογοήτευση. Κι όμως από τις πρώτες επαφές είχαν τεθεί τα θεμέλια για τον συντονισμό των κινήσεων με σκοπό την εκδήλωση μίας κοινής επίθεσης που θα εξανάγκαζε τους Αγγλογάλλους σε διμέτωπο πόλεμο και τελικά θα τους οδηγούσε στην εξόντωση. Πολύ γρήγορα αποδείχθηκε ότι η αυτοκρατορική κατάφαση για την ενίσχυση των γερμανικών δυνάμεων στο Μακεδονικό Μέτωπο δεν ήταν στρατιωτικά υλοποιήσιμη και επομένως ο στρατηλάτης Κωνσταντίνος είχε αφεθεί στην πραγματικότητα στην τύχη του, αφού προηγουμένως είχε εξωθηθεί στη σύγκρουση των Νοεμβριανών.

Πεπεισμένος για την τελευταία αυτή εξέλιξη εγκατέλειψε ο Falkenhausen το ελληνικό έδαφος μετά την αναστολή λειτουργίας της γερμανικής πρεσβείας, αλλά λίγο αργότερα επέστρεψε στο Μακεδονικό Μέτωπο για να οργανώσει τη συνέχιση του ανένδοτου κατά της Αντάντ με άλλα μέσα. Μετά την αναγκαστική υποστολή της πολεμικής σημαίας από τον Κωνσταντίνο και τη Σοφία (τον Μεταξά και τους Επιστράτους του), όλες οι ελπίδες εναποτέθηκαν σε όσα ο πρώην στρατιωτικός ακόλουθος ήταν ικανός να αποδείξει ότι μπορούσε πλέον να πράξει στο πεδίο της μάχης.

Τα “Νοεμβριανά” στον βρετανικό Τύπο.

Ο πρόσκαιρος κλονισμός της εμπιστοσύνης των φιλοβασιλικών έναντι της Γερμανίας για τη στρατιωτική απουσία της κατά τη διάρκεια των Νοεμβριανών (εξαιρουμένης της οικονομικής βοήθειας) γρήγορα επουλώθηκε γιατί δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Αμέσως οι χίμαιρες των αντιβενιζελικών ελίτ ταυτίστηκαν με τις γερμανικές χίμαιρες πως ο στρατός των ατάκτων του Falkenhausen θα μπορούσε ίσως να διασώσει κάτι από την τιμή των όπλων και να προσφέρει έστω μία προσωρινή ανακούφιση στα βάσανα των πιστών Ελλήνων βασιλέων και πρωτίστως στο δράμα που βίωνε (μονίμως) η Σοφία. Η διαφορά εδώ έγκειτο στο γεγονός ότι οι Γερμανοί γρήγορα ανέκαμψαν και αναγνώρισαν την σκληρή πραγματικότητα, ενώ απεναντίας ο Κωνσταντίνος, η Σοφία και η στενή αυλή τους (με ελάχιστες εξαιρέσεις) θα συνέχιζαν μέχρι το τέλος του πολέμου να βυθίζονται ολοένα και βαθύτερα στον κόσμο με τις αυταπάτες.

 

Το απονενοημένο διάβημα: Με τους αντάρτες στα βουνά

Ο Κάιζερ είχε υποσχεθεί στην αδελφή του ότι δεν θα την άφηνε μόνη και αβοήθητη και ότι θα της έστελνε πίσω τον Falkenhausen, κρατώντας τουλάχιστον στην περίπτωση αυτή την υπόσχεσή του. Επιστρέφοντας στα γνώριμα μέρη, φρόντισε από τη Λάρισα να επικοινωνήσει με το Παλάτι και προσωπικά να μιλήσει με τη Σοφία. Και παρότι δεν κατάφερε να μεταβεί στην Αθήνα για να συναντήσει τον Μεταξά, κυβέρνηση και βασιλείς κρέμονταν πλέον από την επιτυχία της αποστολής του. Με τον Γεώργιο Τσόντο (Βάρδα) ιθύνοντα νου της κίνησης άλλων σημαινόντων Μακεδονομάχων πέτυχε σε ένα πρώτο στάδιο να οργανώσει ομάδες ατάκτων και να τις κατανείμει σε πεδία δράσης εντός της ουδετέρας ζώνης. Το πρόβλημα εδώ δεν ήταν η στρατολόγηση, καθώς έφεδροι και σποραδικά μόνιμοι έσπευσαν να καταταγούν, αλλά ο εφοδιασμός των ομάδων αυτών με πυρομαχικά και τρόφιμα για να επιβιώσουν αρχικά μέσα στις αντίξοες συνθήκες του χειμώνα στις ορεινές περιοχές και ακολούθως       να είναι σε θέση να διεξάγουν πόλεμο φθοράς στους Αγγλογάλλους, αποτελώντας το τελευταίο ανάχωμα αντίστασης μεταξύ των δύο «κρατών» της διχοτομημένης Ελλάδας. Οι «φιλότιμες» προσπάθειες μέσω των κατά τόπους στρατιωτικών διοικητών και σχηματισμών να προωθηθούν πολεμοφόδια στους αντάρτες της «αντιβενιζελικής νομιμότητας» και η χρηματοδότηση που διασφαλίστηκε από γερμανικής πλευράς συμπλήρωναν εμπράκτως όσα παρασκηνιακά έπραττε το κράτος των Αθηνών για να μη σπάσει το ανάχωμα αυτό μπροστά στη βενιζελική πλημμυρίδα της Θεσσαλονίκης.

Ο Falkenhausen εγκατέλειψε πρώτος την εξαρχής διαφαινόμενη ως καταδικασμένη σε αποτυχία προσπάθεια στα τέλη Ιανουαρίου του 1917, για να ασχοληθεί στη συνέχεια με τους πολλά υποσχόμενους αλβανούς ατάκτους του, και σταδιακά ένας ένας από τους μάχιμους νέους Μακεδονομάχους αναγκάστηκαν να κηρύξουν αποστράτευση και να επιστρέψουν στην ατομική παρανομία τους. Με το τέλος της άνοιξης εξανεμίστηκαν και οι τελευταίες (φρούδες) ελπίδες ότι η συνάντηση των ατάκτων θα μπορούσε να μετεξελιχθεί σε αξιόμαχο στρατό που θα συμπαρέσυρε στο διάβα του και την κοινωνία για να απελευθερώσουν από κοινού για λογαριασμό του βασιλιά τη σκλαβωμένη στους ξένους (Αντάντ) Μακεδονία και να την προσφέρουν ξανά στη νόμιμη (βασιλική) εξουσία. Πριν και ο ίδιος ο Κωνσταντίνος αποδεχθεί τις συμμαχικές αποφάσεις και πάρει τον δρόμο της εξορίας, για να συνεχίσει από την Ελβετία πλέον να ονειρεύεται/μηχανεύεται την επιστροφή του, πρόλαβε να ασκήσει πιέσεις για να μην λογοδοτήσουν οι υπεύθυνοι, παρουσιάζοντας την ανταρσία στα μακεδονικά βουνά ως αυθόρμητη λαϊκή αντίδραση που δεν ετύγχανε της κυβερνητικής συγκατάθεσης και άρα υποστήριξης.

Ιούνιος 1917. Η εκθρόνιση του  Κωνσταντίνου και η εξορία της βασιλικής οικογένειας στην Ελβετία.

Αν μέχρι τον Ιούνιο του 1917 το Βερολίνο είχε μετέλθει κάθε μέσο (δια της επίσημης πολιτικής, της κρυφής διπλωματίας, του πειθαναγκασμού αλλά και των ωμών εκβιασμών, της εξαγοράς εντύπων και συνειδήσεων, της προπαγάνδας, της συγκρότησης και χρηματικής ενίσχυσης του αντιβενιζελικού μετώπου, της διπλής εκδίωξης του Βενιζέλου, μέχρι και της οργάνωσης της δολοφονίας του, της πρόκλησης εμφυλίου πολέμου και της σύγκρουσης με την Αντάντ κ.λπ.) για να αποσπάσει την Ελλάδα από τον συμμαχικό έλεγχο, μετά την έξωση του βασιλιά και των υποστηρικτών του αγωνίστηκε να τους τιθασεύσει στον βαθμό που δεν θα έθεταν σε κίνδυνο τους βαλκανικούς σχεδιασμούς και κατ’ επέκταση τη συμμαχία του με τη Βουλγαρία.

 

Αντί επιλόγου: «Άνω σχώμεν τας καρδίας»

Ο στενότερος συνεργάτης και σταθερός συνομιλητής των Schenck-Falkenhausen, η πιο αξιόπιστη πηγή πληροφοριών για τη γερμανική πρεσβεία, ο συνδιαμορφωτής σε ορισμένες περιπτώσεις καίριων κατευθύνσεων της προπαγάνδας και ποδηγέτησης της κοινής γνώμης, έμεινε άφωνος στο άκουσμα της είδησης για τη λήξη του πολέμου και τη γερμανική ήττα. Πώς θα δικαιολογούσε στον εαυτό του τις βεβαιότητες που κόμιζε κάθε φορά που έβλεπε τους βασιλείς για να τους μεταφέρει τις ειδήσεις των γερμανικών νικών ή να φιλτράρει τις ήττες, ώστε να μην κλονιστεί το υψηλό ηθικό; Ο Ιωάννης Μεταξάς είδε τον κόσμο του να θρυμματίζεται μονομιάς μπροστά στα πόδια του και τον Βενιζέλο (δίπλα στους συμμάχους του) να εξέρχεται νικητής και λίαν συντόμως εδαφικός τροπαιούχος. Τουλάχιστον μπορούσε να παρηγορηθεί με την ιδέα ότι η μεγάλη χώρα στην οποία είχε εναποθέσει τις ελπίδες του κατά τη διάρκεια του πολέμου για την επικράτηση στον πολιτικό στίβο μάχης έναντι του βενιζελισμού, κάποια στιγμή θα αναγεννιόταν ως άλλος Φοίνικας από τις στάχτες της. Εκείνο που τη δεδομένη στιγμή δεν μπορούσε ακόμα να δει, ήταν τον εαυτό του δύο και πλέον δεκαετίες αργότερα να δηλώνει με βεβαιότητα ενώπιον των ιδιοκτητών των αθηναϊκών εφημερίδων στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία (Γενικό Στρατηγείο) ότι ούτε «τη φορά αυτή η Γερμανία θα εξέλθει νικήτρια του παγκοσμίου πολέμου». Όσο για τον Falkenhausen, ο θάνατος τον βρήκε το 1944 και από αυτή την άποψη τον προφύλαξε από τη βιωμένη επόμενη μεγάλη ήττα…

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

[1] Το παρόν κείμενο βασίζεται στην πρόσφατα εκδοθείσα μονογραφία του γράφοντος Οι αργυρώνητοι. Η γερμανική προπαγάνδα στην Ελλάδα κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2020 (Οκτώβριος). Επιπλέον, αντλεί πολύτιμες πληροφορίες από το ανέκδοτο ημερολόγιο του στρατιωτικού ακόλουθου, που απόκειται στο Ομοσπονδιακό Στρατιωτικό Αρχείο του Φράιμπουργκ (Bundesarchiv-Militärarchiv Freiburg [BArch], N 2068, Nachlass Ernst von Falkenhausen), η μεταγραφή και ο κριτικός υπομνηματισμός του οποίου βρίσκονται σε εξέλιξη από τους Heinz Richter, Βάιο Καλογρηά, Wilma Gilbert-Winnes, Στράτο Δορδανά.

Ο Στράτος Ν. Δορδανάς είναι Επίκουρος Καθηγητής Ιστορίας στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας