Skip to main content

Γιάννης Μουρέλος: “Noche Triste”: Η σύγκρουση δυο κόσμων

500 χρόνια από τότε

Γιάννης Μουρέλος

Noche Triste”: Η σύγκρουση δυο κόσμων

 

H Tenochtitlán είναι χτισμένη πάνω σε μια λιμνοθάλασσα…Είναι μεγάλη όσο η Σεβίλλη ή η Κόρντομπα. Ορισμένοι από τους κύριους οδικούς άξονες βρίσκονται στην ξηρά, οι υπόλοιποι, όμως, οι μικρότεροι ως επί το πλείστον, είτε είναι κατασκευασμένοι πάνω στο έδαφος, είτε πρόκειται για κανάλια, τα οποία οι κάτοικοι διασχίζουν με τις πιρόγες τους κωπηλατώντας …Σε όλες τις συνοικίες συναντά κανείς ναούς και τόπους λατρείας. Πρόκειται για πολύ όμορφες κατασκευές…Μεταξύ αυτών των ναών, βρίσκεται ειδικά ένας, ο σημαντικότερος, το μέγεθος και τη μεγαλοπρέπεια του οποίου δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψει κανείς. Ο περίβολός του, που περιστοιχίζεται από ένα ψηλό τείχος, είναι τόσο μεγάλος, που θα μπορούσε, κάλλιστα, να περικλείει πεντακόσια κτήρια. Στην εσωτερική περίμετρο του ναού, είναι χτισμένες ιδιαίτερα κομψές κατοικίες, όπου ζουν ιερείς. Υπάρχουν περί τους σαράντα ψηλοί πύργοι, ψηλότεροι ακόμα και από τον Καθεδρικό Ναό της Σεβίλλης…”.¹

Με αυτά τα λόγια ο Hernán Cortés περιέγραψε σε επιστολή του προς τον βασιλέα Κάρολο Α΄ της Ισπανίας και Ε΄ της Αγίας Ρωμαιο-γερμανικής Αυτοκρατορίας, το θέαμα, το οποίο αντίκρισε έκθαμβος στις 8 Νοεμβρίου 1519, βλέποντας για πρώτη φορά την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Αζτέκων. Οι Ισπανοί κατακτητές είχαν έρθει σε επαφή με έναν παντελώς άγνωστο πολιτισμό, ο οποίος βρισκόταν σε πλήρη άνθιση. Η γλώσσα και η θρησκεία των Αζτέκων εκτείνονταν σε μια τεράστια επικράτεια, από τις στέπες του βορρά (σημερινά σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού) έως τη Γουατεμάλα και από τον Ειρηνικό έως τον Ατλαντικό ωκεανό. Το όνομα του ηγέτη τους Motecuhzoma Β΄ προκαλούσε παντού σεβασμό και δέος. Οι έμποροι διέσχιζαν από άκρη σε άκρη την αυτοκρατορία, μεταφέροντας την πραμάτειά τους. Οι φοροεισπράκτορες εκτελούσαν αδιάλειπτα την αποστολή τους. Οι στρατιωτικές φρουρές κρατούσαν σε απόσταση όσους ανυπάκουους απειλούσαν την ηρεμία και την ευημερία του τόπου. Η Tenochtitlán, η πρωτεύουσα, αριθμώντας 200.000 κατοίκους, με εντυπωσιακή ρυμοτομία και αρχιτεκτονική, ήταν, τότε, μια από τις πολυπληθέστερες πόλεις του κόσμου ολόκληρου. Κι όμως, ο πολιτισμός των Αζτέκων ή Mexica κάθε άλλο παρά διέθετε μακρινές καταβολές. Νομάδες πληθυσμοί, βάρβαροι, φτωχοί και ακτήμονες, οι Αζτέκοι μόλις κατά τον 13ο αιώνα μετοίκησαν στο κεντρικό υψίπεδο του Μεξικού, προερχόμενοι από τις στέπες του βορρά. Τα παλαιότερα αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή όπου εγκαταστάθηκαν, χρονολογούνται από την προϊστορική εποχή. Ακολούθησε σειρά ολόκληρη από πολιτισμούς, οι οποίοι γνώρισαν περίοδο ακμής: Οι Ολμέκοι (2ος αιώνας π.Χ.-6ος αιώνας), οι Μάγια στη χερσόνησο του Yucatán (ΝΑ άκρο του σημερινού κράτους του Μεξικού), ο πολιτισμός των οποίων επιβίωσε έως την ισπανική κατάκτηση, οι Ζαποτέκοι (700 π.Χ. – 700) νοτιοδυτικά, κοντά στα σύνορα με τη Γουατεμάλα. Μεγάλες πόλεις, όπως η Monte-Albán και η Teotihuacán, με τις υπερμεγέθεις πυραμίδες που σώζονται έως σήμερα, άφησαν το στίγμα τους επάνω στη μακραίωνη ιστορία της περιοχής.

Αναπαράσταση της Tenochtitlán, όπως την αντίκρισαν το 1519 οι Ισπανοί κατακτητές.

Η Tenochtitlán ιδρύθηκε το 1325, στο σημείο ακριβώς όπου οι Αζτέκοι θεώρησαν πως είδαν έναν οιωνό, σταλθέντα από τον  Huītzilōpōchtli, θεό του Ηλίου και του πολέμου, προστάτη της εξόδου από το βορρά και της μετοίκησής τους στο κεντρικό υψίπεδο: έναν αετό καθισμένο σε έναν κάκτο να κατασπαράζει ένα φίδι. Ακολουθώντας τον οιωνό, ίδρυσαν την πόλη επάνω σε ένα νησί, στο δυτικό άκρο της λιμνοθάλασσας. Η εικόνα του αετού με το φίδι παραμένει έως σήμερα το εθνικό έμβλημα του κράτους του Μεξικού. Η γεωγραφική θέση της Tenochtitlán στην πυκνοκατοικημένη λεκάνη του Μεξικού παρείχε σημαντικές ευκαιρίες για εμπόριο. Εκτεινόμενη δε ταχύτατα, έφθασε σε καθεστώς ευημερίας. Ακριβώς έναν αιώνα αργότερα, μετεξελίχθηκε σε  πρωτεύουσα, με τον σχηματισμό της αυτοκρατορίας των Αζτέκων το 1428. Πυρήνας της αυτοκρατορίας ήταν η Τριπλή Συμμαχία, η οποία είχε συνομολογηθεί ανάμεσα σε τρεις πόλεις – κράτη:  Tenochtitlán, Texcoco (δημιούργημα επίσης των Αζτέκων στο απέναντι άκρο της λιμνοθάλασσας) και Tlacopán (στον ορεινό περίγυρο, με καταβολές στον παλαιότερο πολιτισμό των Ολμέκων).

Η ίδρυση της Tenochtitlán.

Πολύ γρήγορα, ωστόσο, η Tenochtitlán αναγορεύθηκε σε ρυθμιστή και κυρίαρχη παράμετρο της Τριπλής Συμμαχίας, χάρη στη στρατιωτική της ισχύ. Η αυτοκρατορία διεύρυνε την δύναμή της με έναν συνδυασμό εμπορίου και επεκτατικών πολέμων. Επέβαλε τον έλεγχό της στα κατακτημένα κράτη, είτε τοποθετώντας φιλικούς προς αυτή κυβερνήτες, είτε δημιουργώντας συγγενικούς δεσμούς μέσω γάμων, είτε, ακόμα, καλλιεργώντας σε όλα τα διαφορετικά φύλα την αίσθηση ότι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν υπήρχε ανάγκη για ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, που να διασφαλίζουν την τάξη στις απομακρυσμένες επαρχίες. Οι υποτελείς λαοί έφεραν την υποχρέωση να καταβάλουν τακτικά φόρο, ενώ το γεγονός ότι η επικοινωνία και το εμπόριο μεταξύ των απομακρυσμένων περιοχών της αυτοκρατορίας ήταν σχεδόν ανύπαρκτα, ανάγκαζε όλους τους λαούς να στρέφονται προς το εσωτερικό για την προμήθεια πρώτων υλών και αγαθών. Με αυτόν τον τρόπο, η Τριπλή Συμμαχία εξασφάλισε την οικονομική εξάρτηση όλων των κατακτημένων πόλεων – κρατών από την  ίδια. Η ισχύς και η έκταση της αυτοκρατορίας πολλαπλασιάστηκαν αδιάλειπτα μέχρι το 1519.

Με την έλευση των Ισπανών, η αυτοκρατορία των Αζτέκων αριθμούσε 38 πόλεις, περισσότερο οικονομικές παρά πολιτικές οντότητες, υποχρεωμένες να πληρώνουν φόρο στην κεντρική εξουσία.

 

Προλήψεις, δεισιδαιμονίες, πόλεμοι και ανθρωποθυσίες

Οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες ήταν δημιουργήματα της αμάθειας, της άγνοιας, της ανασφάλειας, του φόβου, του δέους και της αβεβαιότητας έναντι των φαινομένων της φύσης. Αν και συνυφασμένη με τον πολιτισμό των Αζτέκων, η πρακτική των ανθρωποθυσιών στην Κεντρική Αμερική ήταν στην πραγματικότητα πολύ παλαιότερη, είχε δε υιοθετηθεί από όλους όσους είχαν προηγηθεί της μετοίκησης των τελευταίων στη λεκάνη του Μεξικού. Αποτελεί το αιματηρό και βίαιο αντίβαρο στον, κατά τα άλλα, εκλεπτυσμένο τρόπο της καθημερινής ζωής. Μάλιστα, η απάνθρωπη αυτή πρακτική ενισχύθηκε παράλληλα με την εξέλιξη των ηθών. Η δεσπόζουσα θέση, την οποία οι ανθρωποθυσίες καταλαμβάνουν στην περίπτωση των Μάγια και των Αζτέκων, είναι το διακριτικό γνώρισμα που κάνει τους δυο αυτούς πολιτισμούς να ξεχωρίζουν συγκριτικά με τους υπόλοιπους. Η εμμονή, στα όρια της παραφροσύνης, για ομαδικές θυσίες πήγαζε από την ίδια την κοσμοαντίληψη των πολιτισμών αυτών. Οι Αζτέκοι ήταν πεπεισμένοι πως του δικού τους κύκλου ζωής είχαν προηγηθεί άλλοι τέσσερις (οι επονομαζόμενοι “Τέσσερις Ήλιοι”). Άπαντες είχαν άσχημο τέλος εξαιτίας κατακλυσμών και άλλου είδους φυσικών, ως επί το πλείστον, καταστροφών. Ο ισχύων κύκλος επρόκειτο, με τη σειρά του, να ολοκληρωθεί με καταστροφικούς σεισμούς (άλλωστε, ακόμα και σήμερα, η Κεντρική Αμερική, ιδιαίτερα δε το Μεξικό, είναι σεισμογενείς περιοχές υψηλού κινδύνου). Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, ο κύκλος είχε συμπληρώσει την πορεία του και η συντέλεια του κόσμου ήταν πιθανό να επέλθει ανά πάσα στιγμή. Ο Ήλιος, που εθεωρείτο θνητός, κάθε φορά που έσβηνε, αντικαθίστατο από έναν άλλον, καινούριο. Οι τέσσερις πρώτοι Ήλιοι έζησαν από 5.000 χρόνια ο καθένας, δημιουργώντας τον κόσμο και προσθέτοντας κάτι νέο κάθε φορά. Ο θεός Xolotl (θεός του φωτός και του θανάτου, που συνόδευε τον Ήλιο από τη στιγμή της δύσης έως εκείνη της ανατολής), έπλασε τον άνθρωπο και μετά θυσιάστηκε, ώστε με το αίμα του ο Ήλιος να δύναται να μεσουρανεί. Όμως, και πάλι, ο (πέμπτος κατά σειρά)  Ήλιος χρειαζόταν τροφή προκειμένου να ζήσει. Γι’ αυτό, προτού πεθάνει, ο Xolotl όρισε πως οι άνθρωποι έπρεπε να θυσιάζονται, ώστε με το αίμα τους (το επονομαζόμενο “πολύτιμο νερό”) να τρέφεται ο Ήλιος και να συνεχίζει να λάμπει. Με δεδομένα τα παραπάνω, εύκολα μπορεί να γίνουν αντιληπτές η ταραχή και η ανασφάλεια, από τις οποίες διακατεχόταν σε καθημερινή κλίμακα το σύνολο της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, από τον αυτοκράτορα έως τον τελευταίο υπήκοο, έως ότου χαράξει η επόμενη ημέρα.

Το λίθινο ημερολόγιο των Αζτέκων με τους Τέσσερις Ήλιους.

Επιπρόσθετα, οι μεσοαμερικανικές κοινωνίες ήταν “κοινωνίες θεάματος”. Το όλο  τελετουργικό καθώς και η μεγαλοπρεπής σκηνοθεσία των ανθρωποθυσιών ήταν αντανάκλαση του σύμπαντος επάνω στη γη, απόδειξη της παρουσίας των θεών ανάμεσα στους θνητούς. Ιερείς και θύματα προσλάμβαναν τη μορφή των θεών. Για την ακρίβεια, μεταλλάσονταν, προς στιγμήν, σε θεούς, καθώς παραχωρούσαν τα σώματά τους γι αυτή την απόλυτη ένωση, μπροστά στο εκστασιασμένο πλήθος. Η σημερινή κοινωνία (επίσης “κοινωνία θεάματος”) είναι σε θέση να αξιολογήσει και να κατανοήσει καλύτερα αυτούς τους πολιτισμούς, οι οποίοι, επιστρατεύοντας όλες τις δυνάμεις τους, επιδεικνύονταν ως θέαμα στον ίδιο τους τον εαυτό, προκειμένου να εξορκίσουν ανασφάλειες και υπαρξιακές αγωνίες. O πόλεμος και οι ανθρωποθυσίες, αποτελούσαν τους δυο πυλώνες ενός συστήματος, το οποίο συνέδεε την άσκηση της εξουσίας με την αναζωογόνηση του σύμπαντος.

Ο πόλεμος, έτσι όπως τον διεξήγαγαν οι Αζτέκοι, δεν είχε ως πρώτιστο στόχο την κατάκτηση νέων εδαφών. Το ζητούμενο ήταν η σύλληψη του μέγιστου δυνατού αριθμού αιχμαλώτων, οι οποίοι, κατόπιν, οδηγούνταν στον βωμό των ανθρωποθυσιών. Στο πεδίο των μαχών, η βία ήταν σχετικά περιορισμένη, καθώς αντικειμενικός σκοπός δεν ήταν η φυσική εξόντωση του αντιπάλου. Η επιτακτική ανάγκη για σύλληψη αιχμαλώτων, είχε εκ των πραγμάτων οδηγήσει την ηγεσία των Αζτέκων στην επιλογή μιας εμπόλεμης κατάστασης διαρκείας. Έτσι εξηγείται και ο λόγος, για τον οποίο οι αρχές της  Tenochtitlán ανέχονταν, εάν όχι πριμοδοτούσαν, τη διατήρηση, εντός του εδάφους τους, του εχθρικού θύλακα της Tlaxcala, ανατολικά της πρωτεύουσας, στο μέσο, περίπου, της απόστασης από τις ακτές του Ατλαντικού. Ο ρυθμός των ανθρωποθυσιών επ ουδενί έπρεπε να ελαττωθεί, η δε διασφάλιση “πολύτιμου νερού” μέσω των πολεμικών επιχειρήσεων, ήταν μια πρακτική, που συνέφερε αμφότερες τις πλευρές.

Η Μεγάλη Πυραμίδα της Tenochtitlán ( Teocalli – “κατοικία των θεών” – κατά τους Αζτέκους, Templo Mayor κατά τους Ισπανούς) με τους δίδυμους βωμούς των θεών Tlaloc και Huītzilōpōchtli στην κορυφή. Λέγεται πως το 1487, με αφορμή τα εγκαίνια, έλαβε χώρα ένα πρωτοφανές ολοκαύτωμα (80.400 θυσίες εντός τεσσάρων, μόλις, ημερών). Όσο και αν η παραπάνω εκτίμηση ηχεί υπερβολική, είναι βέβαιο πως δεκάδες χιλιάδες άτομα θανατώθηκαν τότε.

Ο πόλεμος δεν ήταν ο αποκλειστικός τροφοδότης θυμάτων για τις ανθρωποθυσίες. Υπήρχαν και οι σκλάβοι, τους οποίους οι εύπορες οικογένειες αγόραζαν ακριβώς για τον σκοπό αυτό. Πολλά θύματα επιλέγονταν και από τους ιερείς, με κριτήρια, τα οποία δεν μας είναι γνωστά. Τέλος, υπήρχαν και άτομα, τα οποία προσέφεραν οικειοθελώς τη ζωή τους. Η πιο κοινή μορφή θυσίας, ήταν εκείνη που γινόταν προς τιμήν του Huītzilōpōchtli, θεού του Ηλίου, του πολέμου και προστάτη της Tenochtitlán . Το γυμνό -εκτός από ένα περίζωμα- σώμα του θύματος βαφόταν με κατακόρυφες κόκκινες και λευκές ταινίες. Το υποψήφιο θύμα ανέβαινε το κλιμακοστάσιο στην πρόσοψη της πυραμίδας και έφτανε στην εξέδρα, μπροστά στο βωμό του θεού, φτιαγμένο από ηφαιστειακή πέτρα. Εκεί το ακινητοποιούσαν τέσσερις ιερείς. Κρατώντας ο καθένας ένα μέλος ξάπλωναν το θύμα πάνω στο βωμό. Ένας πέμπτος ιερέας, κραδαίνοντας ένα λίθινο ακονισμένο μαχαίρι, του έκανε μια τομή στο στήθος, κατά μήκος του στέρνου και των πλευρών. Αποσπούσε την καρδιά που παλλόταν ακόμα και την έτεινε ψηλά προς τον ήλιο, ενώ τα είδωλα των θεών αλείφονταν με ζεστό αίμα. Οι ιερείς τοποθετούσαν τις καρδιές σε πέτρινα αγγεία και αποκεφάλιζαν το πτώμα. Στη συνέχεια, το άφηναν να κυλήσει από τα 114 σκαλοπάτια της Μεγάλης Πυραμίδας έως τη βάση. Σούβλιζαν το κεφάλι σε ένα ξύλινο πλαίσιο, γνωστό ως «καβαλέτο των κρανίων». Το σώμα είτε αποτεφρωνόταν είτε δινόταν στον πολεμιστή που είχε αιχμαλωτίσει το θύμα. Αυτός μπορούσε να το τεμαχίσει και να το στείλει σε σημαντικά πρόσωπα ως προσφορά, ή ακόμα και να το καταναλώσει ο ίδιος (τελετουργικός κανιβαλισμός). Έως και οι σκληροτράχηλοι Ισπανοί πάγωσαν από φόβο και φρίκη, μόλις αντίκρισαν για πρώτη φορά τα αιματοβαμμένα σκαλοπάτια της πυραμίδας και εισέπνευσαν τη δυσοσμία, που ανέβλυζε από το τρομακτικό κρεματόριο.

Δυο διευκρινίσεις κρίνονται απαραίτητες για μια πληρέστερη κατανόηση του όλου φαινομένου. Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως με γνώμονα τη χριστιανική ηθική και τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής του 16ου αιώνα, όλα τα παραπάνω ήταν αποτρόπαια. Ως τέτοια, άλλωστε, εκλήφθηκαν μόλις επιτεύχθηκε επαφή με τον πολιτισμό των Αζτέκων.

Αναπαράσταση ανθρωποθυσίας σε λιθογραφία του 19ου αιώνα.

Για τις προκολομβιανές κοινωνίες όμως, κλεισμένες στον εαυτό τους και διακατεχόμενες από υπερφυσικού μεγέθους δεισιδαιμονίες, προλήψεις και υπαρξιακές αγωνίες, διέθεταν κάποια λογική βάση. Αν μη τι άλλο, ήταν ένας τρόπος επιβίωσης, εξαγνισμού, προσήλωσης στα θεία, συνακόλουθα δε, πρόσκαιρης αποτροπής της συντέλειας του κόσμου. Κατά δεύτερο λόγο, μια τόσο μοιρολατρική, ψυχοφθόρα και ηττοπαθής ψυχολογία, εξηγεί από μόνη πώς και γιατί οι κοινωνίες αυτές υποτάχθηκαν σχεδόν αμαχητί στον κατά πολύ ανώτερο, από απόψεως στρατιωτικής ισχύος, ισπανικό πολιτισμό, μέχρι σημείου ολοκληρωτικού αφανισμού.

 

Secrets in the Dust – Aztecs Sacrifice and Science

 

Ο  Hernán Cortés και η κατάκτηση του Μεξικού

Αντικρίζοντας, στις 12 Οκτωβρίου 1492 τις σημερινές Νήσους Μπαχάμες, ο Χριστόφορος Κολόμβος θεώρησε πως είχε φτάσει στις ακτές της Ασίας. Σε ένα πρώτο στάδιο, η παρουσία των Ισπανών στην Καραϊβική περιορίστηκε στον Άγιο Δομήνικο, το Πουέρτο Ρίκο και την Κούβα. Η εξερεύνηση των ακτών της Κεντρικής Αμερικής ξεκίνησε έπειτα από το γύρισμα του αιώνα. Επί είκοσι ολόκληρα χρόνια, οι καραβέλλες των Ισπανών και οι πιρόγες των ιθαγενών διασταυρώνονταν στα ανοικτά, παρατηρώντας οι μεν τις δε. Το 1511, ένα ισπανικό πλοίο εξώκειλε,  λόγω κακοκαιρίας, στη χερσόνησο του  Yucatán. Ήταν η πρώτη επαφή με τον εκεί πολιτισμό των Μάγια. Καθώς δεν επέζησαν παρά μόνο δυο άτομα από το πλήρωμα (το ένα, μάλιστα, ελευθερώθηκε αργότερα από τον Cortés), η ανακάλυψη του νοτιοανατολικού τμήματος του Μεξικού πέρασε εντελώς απαρατήρητη εν μέσω των συχνότατων ναυαγίων της εποχής εκείνης. Το 1517, μια αποστολή τριών πλοίων με προέλευση την Κούβα κατέπλευσε στην ίδια περιοχή, ερχόμενη σε ένοπλη αντιπαράθεση με τους ιθαγενείς. Οι Ισπανοί αναγκάστηκαν να επιβιβαστούν εσπευσμένα στα πλοία, εξαιτίας των μεγάλων απωλειών, που είχαν υποστεί. Ωστόσο, επιστρέφοντας στην Κούβα, περιέγραψαν με θαυμασμό τα όσα είχαν προλάβει να δουν, εκθειάζοντας τη ρυμοτομία των οικισμών των Μάγια, τον φυσικό πλούτο της περιοχής, τα ακριβά φορέματα και τα πολύτιμα κοσμήματα, τα οποία φορούσαν οι αυτόχθονες πληθυσμοί. Ένα χρόνο αργότερα, μια νέα αποστολή κινήθηκε κατά μήκος των ακτών του κόλπου του Μεξικού, ερχόμενη για πρώτη φορά σε επαφή με τους Αζτέκους. Οι τελευταίοι επεφύλαξαν θερμή υποδοχή, προσφέροντας στους έκπληκτους Ισπανούς χρυσά αντικείμενα ως δώρα.

Hernán Cortés (1485-1547).
Motecuhzoma Β΄ (1466-1520).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στις 10 Φεβρουαρίου 1519, απέπλευσε από την Κούβα, ένας στόλος 11 πλοίων, υπό τη διοίκηση του  Hernán Cortés. Μετέφερε 508 στρατιώτες, 16 άλογα και 14 πυροβόλα. Τον Απρίλιο κατέπλευσε στις ακτές του Μεξικού, στο ύψος της σημερινής πόλης Veracruz. Οι διαδοχικές εμφανίσεις των Ισπανών τα δυο τελευταία χρόνια, είχαν έντονα προβληματίσει τον αυτοκράτορα  Motecuhzoma Β΄ και τους υπηκόους του. Ο απόηχος, ο οποίος είχε φτάσει έως την  Tenochtitlán, περιέγραφε με δέος τις καραβέλλες ως “βουνά, που μετακινούνταν επάνω στη θάλασσα”. Επιπρόσθετα, το 1519 ήταν ιδιαίτερο έτος για τους Αζτέκους. Σύμφωνα με μια προφητεία, συμπληρωνόταν  τότε ο κύκλος των 52 ετών, που επρόκειτο να κλείσει με την επανεμφάνιση του Quetzalcoatl, θεού του ανέμου και της μάθησης, ο οποίος είχε καταφύγει σε έναν άγνωστο τόπο, προς τα ανατολικά. Αγαπημένος θεός των ιερέων, ο  Quetzalcoatl είχε, όσο κανένας άλλος ομόλογός του, συνδέσει το όνομά του με την έννοια του θανάτου και της αναγέννησης. Στη συνείδηση των Αζτέκων, οι μυστηριώδεις ξένοι, ερχόμενοι από τα ανατολικά, ιππεύοντας άλογα (ζώα που δεν είχε δει κανείς στο παρελθόν), φορώντας απαστράπτουσες πανοπλίες και δημιουργώντας, με τον οπλισμό τους, πραγματικούς κεραυνούς, φάνταζαν ως θεοί. Ο   Quetzalcoatl είχε επανέλθει, διεκδικώντας επάξια την κληρονομιά του! Στην πραγματικότητα, τον Motecuhzoma βασάνιζε ένα δίλημμα: να αντιμετωπίσει τους εισβολείς ως θεούς ή ως εχθρούς; Έτσι εξηγούνται, άλλωστε, οι αμφιταλαντεύσεις, που χαρακτήριζαν την εν γένει συμπεριφορά του. Η αντιπροσωπεία, την οποία έστειλε στην ακτή, τους υποδέχθηκε με τιμές, πλούσια δώρα και, φυσικά, με ανθρωποθυσίες. Γρήγορα, όμως, τα πράγματα άλλαξαν. Ο αυτοκράτορας έστειλε επιτόπου τους καλύτερους μάγους του, με αποστολή να εξορκίσουν τα κακά πνεύματα. Διαπιστώνοντας πως οι ξένοι παρέμεναν απαθείς στα μάγια, πέρασε, ανεπιτυχώς εξαιτίας της διαφοράς ισχύος, στην επίθεση. Από τις πρώτες, κιόλας, αναμετρήσεις, ο αυτοκράτορας των Αζτέκων είχε διαβλέψει το δραματικό τέλος, που επίκειτο. Γι αυτό και τα συναισθήματά του κυμαίνονταν συνεχώς ανάμεσα στην πρόθεση να παραιτηθεί από το θρόνο και την αγανάκτηση, η οποία τον προέτρεπε για παράταση των εχθροπραξιών. Από τη δική του πλευρά, ο  Cortés, έχοντας προηγουμένως καταστρέψει τον στόλο του, εξουδετερώνοντας έτσι κάθε υπόνοια για επιστροφή, και εγκαταστήσει μια φρουρά 100 ατόμων στην ακτή, ξεκίνησε, τον Αύγουστο του 1519, την πορεία προς την ενδοχώρα.

Η πορεία των Ισπανών κατακτητών προς την ενδοχώρα.

Η πρώτη αντίσταση προήλθε, μεταξύ 2 και 5 Σεπτεμβρίου, από τον ορκισμένο εχθρό των Αζτέκων, την πόλη Tlaxcala, που έλεγχε την πρόσβαση στο κεντρικό υψίπεδο. Γρήγορα, ωστόσο, οι δυο πλευρές συνειδητοποίησαν τα μεγάλα πλεονεκτήματα μιας μεταξύ τους συνεργασίας ενάντια στον κοινό αντίπαλο, την Τριπλή Συμμαχία. Τον Οκτώβριο, η μικρή δύναμη των Ισπανών, συνοδευόμενη από 1.000, περίπου, οπλισμένους άνδρες από την Tlaxcala, εισήλθε στην Cholula, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του Κεντρικού Μεξικού μετά την Tenochtitlán. Θέλοντας να στείλει ένα μήνυμα προς την πρωτεύουσα και τον αυτοκράτορα, ο  Cortés συγκέντρωσε χιλιάδες προύχοντες στην κεντρική πλατεία και τους εκτέλεσε. Κατόπιν, πυρπόλησε ένα τμήμα της πόλης. Επικεφαλής ενός υπολογίσιμου στρατού, καλά εξοπλισμένου, έφτασε, στις 8 Νοεμβρίου 1519 στις πύλες της Tenochtitlán, όπου τον ανέμενε ένας θορυβημένος και έντρομος Motecuhzoma, πλαισιωμένος από υψηλούς κρατικούς λειτουργούς, μεταξύ των οποίων και ο βασιληάς του γειτονικού Texcoco.  Το συναπάντημα δυο εντελώς διαφορετικών κόσμων πρέπει να ήταν ένα αξέχαστο θέαμα. Πεπεισμένος πως απευθυνόταν στον θεό  Quetzalcoatl, ο αυτοκράτορας εκφράστηκε ως εξής: “Καλώς ορίσατε, θεέ μας, πίσω στον τόπο σας, κοντά στο λαό σας, προκειμένου να ανεβείτε εκ νέου στο θρόνο σας, του οποίου υπήρξα προσωρινός κάτοχος”.² Οι Ισπανοί εισήλθαν αμέσως στην πόλη και εγκαταστάθηκαν στα παλαιά ανάκτορα. Πρώτη τους ενέργεια ήταν να θέσουν υπό κράτηση τον Motecuhzoma και άλλα υψηλά ιστάμενα πρόσωπα.

Επί οκτώ μήνες, ακολούθησε μια νόθος κατάσταση.  Αν και αιχμάλωτος, ο αυτοκράτορας κατέβαλε αγωνιώδεις προσπάθειες, προκειμένου να καταπραϋνει την οργή των υπηκόων του. Από τη δική τους πλευρά, οι Ισπανοί επιχειρούσαν να επιβάλλουν, μέσω του  Motecuhzoma, ένα καθεστώς προτεκτοράτου, τη στιγμή που οι σύμμαχοί τους από την Tlaxcala, δεν έχαναν ευκαιρία να αποδείξουν έμπρακτα το μίσος τους ενάντια στους Αζτέκους. Με την πάροδο του χρόνου η ένταση συσσωρεύθηκε, καθώς, ολοένα και περισσότερο, οι Ισπανοί αντιτίθεντο στις εκδηλώσεις λατρείας των τοπικών θεών και κατείσχαν μεγάλη ποσότητα αντικειμένων από χρυσό και πολύτιμους λίθους. Ακολούθησαν χειρότερες καταστάσεις, οι οποίες οδήγησαν τα πράγματα σε ευθεία αντιπαράθεση. Με αφορμή τελετή προς τιμή του θεού  Huītzilōpōchtli, οι Ισπανοί εξολόθρευσαν ολόκληρη, σχεδόν, την τάξη των ευγενών (περί τα 10.000 άτομα).

Emanuel Leutze: The Storming of the Teocalli by Cortés and His Troops, 1848, Wadsworth Atheneum, Hartford, Connecticut.

Τον Ιούνιο του 1520, ξέσπασε γενικευμένη εξέγερση. Ο Motecuhzoma έχασε τη ζωή του κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Λέγεται ότι θανατώθηκε από τους Ισπανούς, ή λιθοβολήθηκε από εξαγριωμένους υπηκόους του, όταν, κατόπιν διαταγής των κατακτητών, εξήλθε στον εξώστη των ανακτόρων σε μια προσπάθεια να εξευμενίσει τα πλήθη. Αιφνιδιασμένοι και περικυκλωμένοι από τους υπεράριθμους Αζτέκους, οι Ισπανοί επιχείρησαν ηρωϊκή έξοδο από την Tenochtitlán στις 30 Ιουνίου, εκμεταλλευόμενοι το βαθύ σκοτάδι, την ισχυρή βροχή και την απουσία σελήνης. Η φυγή έγινε αντιληπτή και οι απώλειές τους υπήρξαν βαρύτατες. O Bernal Díaz del Castillo (1490 – 1584), χρονογράφος της εκστρατείας, κάνει λόγο για 1.860 νεκρούς, συμπεριλαμβανομένων και των πολυάριθμων συμμάχων από την Tlaxcala. Οι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στον βωμό των ανθρωποθυσιών. Η νύκτα της 30ής Ιουνίου παρέμεινε γνωστή ως “Νύκτα θλίψης” (“Noche Triste”). Ο ίδιος ο  Cortés, μόλις κατάφερε να απομακρυνθεί από την πόλη, ευρισκόμενος σε κατάσταση απόγνωσης από το μέγεθος της καταστροφής, σωριάστηκε κάτω από ένα δέντρο και αναλύθηκε σε λυγμούς.  Αποσύρθηκε στην Tlaxcala, από όπου άρχισε να προετοιμάζει την ανακατάληψη της  Tenochtitlán. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, οι προσπάθειες του νέου αυτοκράτορα Cuauhtémoc (1497-1525), να αναβιώσει την Τριπλή Συμμαχία, δεν καρποφόρησαν. Οι κάτοικοι του Texcoco και της Tlacopán, επέλεξαν, τελικά, να προσχωρήσουν στο στρατόπεδο των Ισπανών. Η επιθυμία τους να αποκομίσουν οφέλη από τη διαφαινόμενη κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Αζτέκων, δεν τους επέτρεψε να διαγνώσουν, όπως, άλλωστε, και οι ομόλογοί τους της Tlaxcala, πως θα τύγχαναν ανάλογης μεταχείρισης αργότερα.

Η πολιορκία της πρωτεύουσας από τις ανασυνταχθείσες δυνάμεις του  Cortés και των συγκυριακών συμμάχων του ξεκίνησε τον Μάιο του 1521 και διήρκεσε επί τρεις μήνες. Για τον σκοπό αυτό, οι Ισπανοί είχαν ναυπηγήσει ειδικό στολίσκο από ιστιοφόρα, ο οποίος τους εξασφάλισε τον έλεγχο της λιμνοθάλασσας και του συνόλου των προσβάσεων προς την πόλη. Καταπονημένοι από την πολύμηνη πολιορκία, την πείνα, τη δίψα και αποδεκατισμένοι από μια επιδημία ευλογιάς, που είχαν μεταφέρει από την Κούβα οι εισβολείς, οι κάτοικοι της  Tenochtitlán παραδόθηκαν στις 13 Αυγούστου. Ο  Cuauhtémoc καθαιρέθηκε, τέθηκε υπό περιορισμό, βασανίστηκε και, τέλος, απαγχονίστηκε το 1525, με την ψευδή κατηγορία της προτροπής σε εξέγερση. Έτσι είχε η άδοξη και δραματική κατάληξη της αυτοκρατορίας των Αζτέκων.

Leandro Izaguirre: El suplicio de Cuauhtémoc, 1893, Museo Nacional de Arte, México D.F.

Τα αίτια της κατάρρευσης και η επιβολή της ισπανικής διοίκησης

Αζτέκοι και Ισπανοί δεν διεξήγαγαν τον ίδιο πόλεμο. Για τους πρώτους, ο πόλεμος ήταν μια αναμέτρηση, με τους θεούς σε ρόλο ανώτατου επιδιαιτητή, την οποία έφεραν εις πέρας εφαρμόζοντας σχολαστικά συγκεκριμένους παραδοσιακούς κανόνες. Στόχος ήταν η ανεύρεση αιχμαλώτων για τις ανθρωποθυσίες. Οι ηττημένοι όφειλαν να αναγνωρίζουν την εξουσία της  Tenochtitlán, να διαθέτουν τους ναούς τους στη λατρεία του Huītzilōpōchtli και να πληρώνουν φόρο υποτέλειας. Κατά τα άλλα, διατηρούσαν την πολιτιστική ή, ακόμα, και την πολιτική τους αυτονομία. Οι Ισπανοί, αντίθετα, διεξήγαγαν έναν πόλεμο ολοκληρωτικό. Στόχος ήταν η δια της βίας επιβολή της δικής τους θρησκείας, η διάλυση της αυτοκρατορίας των Αζτέκων προς όφελος εκείνης του  Καρόλου Ε΄, η λεηλασία του πλούτου και η υπαγωγή των ιθαγενών στην κατηγορία των σκλάβων. Παρά τον μικρό, συγκριτικά, αριθμό τους, διέθεταν τα μέσα εκείνα, τα οποία έκαναν τη διαφορά. Οι πανοπλίες, η χρήση της πυρίτιδας (μουσκέτα και πυροβόλα), τα ιστιοφόρα και τα άλογα τους εξασφάλιζαν μια συντριπτική υπεροχή απέναντι σε έναν πολυάριθμο στρατό, ελαφρά εξοπλισμένο με ξίφη, εύκολα διαπεράσιμες ασπίδες, τόξα και βέλη και που μετακινείτο πεζή ή με πιρόγες. Ωστόσο, η στρατιωτική ισχύς των Ισπανών θα αποδεικνυόταν παντελώς ανεπαρκής, αν δεν συστρατεύονταν, στο πλευρό τους, οι πόλεις εκείνες, οι οποίες προσδοκούσαν να αντλήσουν οφέλη από μια κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Αζτέκων. Η ευρεία συμμετοχή τους στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, προσέδωσε, τελικά, στους Ισπανούς, την αριθμητική ισορροπία στο πεδίο των εχθροπραξιών και επέτρεψε να διαφανεί η τεχνολογική και τακτική τους υπεροχή.

Καθοριστικής σημασίας υπήρξε, επίσης, η συνεισφορά του ψυχολογικού παράγοντα. Η μοιρολατρική αναμονή ενός αναπόφευκτου και κατακλυσμιαίου τέλους, προσέδωσε, στα μάτια των Αζτέκων, θεϊκές διαστάσεις στους πρωτόγνωρους εισβολείς. Χρειάστηκε να περάσουν οκτώ ολόκληροι μήνες και να μεσολαβήσει η σφαγή της Μεγάλης Πυραμίδας, ούτως ώστε να ενεργοποιηθεί, στη συνείδησή τους, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Το οριακό σημείο υπήρξε η “Noche Triste” της 30ής Ιουνίου 1520. Με μεγάλη, έστω, χρονική καθυστέρηση, η δυναμική αντίδραση των Αζτέκων έφερε τους αντιπάλους τους στο χείλος της απόλυτης καταστροφής. Οι Ισπανοί κατάφεραν να ανασυνταχθούν αποκλειστικά και μόνο χάρη στη δυνατότητα διαμονής τους, επί ένα και πλέον έτος, στο ασφαλές και φιλόξενο περιβάλλον της Tlaxcala.

Το 1522, ο  Cortés αναγορεύθηκε σε διοικητή της “Νεας Ισπανίας” (“Nueva España”). Επέβαλε τη χριστιανική θρησκεία, απαγόρευσε τις ανθρωποθυσίες, τον τελετουργικό κανιβαλισμό και την κατανάλωση παραισθησιογόνων φυτών, κατεδάφισε τους ναούς των Αζτέκων (συμπεριλαμβανομένης και της Μεγάλης Πυραμίδας), κατέστρεψε τα είδωλα, εξολόθρευσε τους ιερείς. Εν ολίγοις, η εικονοκλαστική βία υποκατέστησε εκείνη των ανθρωποθυσιών. Η έλευση, το 1525, Φραγκισκανών μοναχών, συνέπεσε με νέο γύρο βίαιου προσηλυτισμού στον Χριστιανισμό. Η κατάργηση της πολυγαμίας επέφερε μεγάλη αναστάτωση στον οικογενειακό ιστό της ντόπιας κοινωνίας, καθώς έριξε στο δρόμο πλήθος από δευτερεύουσες συζύγους με τα παιδιά τους, τα οποία, με το στίγμα του “νόθου”, βρέθηκαν δίχως όνομα και μέλλον. Οι όποιες αναφορές στο πρόσφατο παρελθόν εμφάνιζαν τους Αζτέκους ως βάρβαρους ειδωλολάτρες. Ήταν η μόνη επαφή με την Ιστορία. Τα κατηχητικά σχολεία, όπου φοιτούσαν γόνοι της παλαιάς άρχουσας τάξης, μετεξελίχθηκαν σε φυτώρια “γενιτσάρων”, σφυρηλατώντας γενιές ολόκληρες νέων ανθρώπων, που προσέφεραν, κατόπιν, τις υπηρεσίες τους στην ισπανική διοίκηση ως υπάλληλοι, πράκτορες και καταδότες. Οι όποιες υπόνοιες περί αντίστασης, εξουδετερώθηκαν ταχύτατα, δια της μεθόδου των ομαδικών εκτελέσεων. Γρήγορα έκανε την εμφάνισή του ένας νέος φυλετικός συνδυασμός, προϊόν επιμειξίας μεταξύ ιθαγενών και κατακτητών. Πρόκειται για μιγάδες (“Mestizo”), κατηγορία, στην οποία ανήκει σήμερα το σύνολο, σχεδόν, του πληθυσμού της Λατινικής Αμερικής.

Η θέση της Μεγάλης Πυραμίδας, σε κεντρικό σημείο της σημερινής Πόλης του Μεξικού.

Το χάος, το οποίο διαδέχθηκε στην καθημερινότητα αλλά και στην ψυχή των ιθαγενών τη βίαιη επιβολή και άσκηση της αποικιακής διοίκησης, δεν είναι εύκολο να περιγραφεί με λέξεις. Η συντριβή από την κατάκτηση, οι ξενόφερτες θανατηφόρες επιδημίες (με αιχμές τα έτη 1545-1548, 1581-1586 και 1629-1631), η απάνθρωπη εκμετάλλευση και ο αφανισμός παραδοσιακών αρχών και αξιών συγκροτούν το τετράπτυχο της νέας πραγματικότητας. Ο υψηλός δείκτης αυτοκτονιών από απελπισία ήρθε να συμπληρώσει την ανείπωτη αυτή ανθρώπινη τραγωδία. Ο πέμπτος κύκλος της προφητείας των Αζτέκων προσέλαβε αναπάντεχη μορφή: το πολυαναμενόμενο απότομο τέλος του κόσμου, είχε μετουσιωθεί σε μακρόσυρτο μαρτύριο. Το αγεφύρωτο πολιτισμικό χάσμα και η μετάβαση από την μια εποχή στην άλλη, αποτυπώνονται εύγλωττα, περί τα μέσα του 16ου αιώνα, στα αυθόρμητα λόγια ενός εκχριστιανισθέντος αυτόχθονα: “Η μεγάλη ελευθερία, την οποία απολαμβάνουμε τώρα, [σημ. αναφέρεται προφανώς στο χριστιανικό κήρυγμα, στο ποσοστό που το έχει κατανοήσει και αφομοιώσει] είναι ακόμα πιο τρομακτική, καθώς δεν μας εξαναγκάζει πλέον κανείς να φοβόμαστε ή να σεβόμαστε κανέναν”.³

Η δια νόμου διάκριση μεταξύ Ισπανών και Ινδιάνων (ο όρος “Ινδιάνοι” είχε υιοθετήθεί ήδη από τον 16ο αιώνα υποδεικνύοντας τους αυτόχθονες), καταργήθηκε το 1821, όταν το Μεξικό απέκτησε την ανεξαρτησία του. Θύλακες αυθεντικών απογόνων των Αζτέκων (και όχι μιγάδων) υπήρχαν στις παρυφές της Πόλης του Μεξικού, χονδρικά έως τη δεκαετία του 1940. Με την πάροδο του χρόνου απομηζύθηκαν από τη χοάνη της μεγαλούπολης των 20 και πλέον εκατομμυρίων κατοίκων.

Diego Rivera: Epopeya del pueblo mexicano, τοιχογραφία (1929-1935), Palacio Νacional de Méxicο, México D.F.

The Aztecs: The End of the Aztec Empire

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Hernán Cortés, Letters from Mexico, μετάφραση και επιμέλεια Anthony Pagden, Λονδίνο, 1972.

² Jacques Soustelle, Les Aztèques, Παρίσι, Presses Universitaires de France, 1970, σελ. 120.

³ Serge Gruzinski, The Aztecs: The Rise and Fall of an Empire, Λονδίνο, Thames and Hudson. 1992, σελ. 106.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Berdan, Frances (1982). The Aztecs of Central Mexico: An Imperial Society. Case Studies in Cultural Anthropology. Νέα Υόρκη: Holt, Rinehart & Winston.

Carrasco, David (1999). City of Sacrifice: The Aztec Empire and the Role of Violence in Civilization. Βοστώνη: Beacon Press.

Davies, Nigel (1973). The Aztecs: A History. Λονδίνο: Macmillan.

Díaz del Castillo, Bernal (1963) [1632]. Historia verdadera de la conquista de la Nueva España (Τhe Conquest of New Spain). Penguin Classics. J. M. Cohen (μετάφραση). Χάρμοντσγουορθ, Αγγλία: Penguin Books.

Gibson, Charles. (1964). The Aztecs Under Spanish Rule. Στάνφορντ: Stanford University Press.

Gruzinski, Serge (1992). The Aztecs: The Rise and Fall of an Empire. Λονδίνο: Thames and Hudson.

Soustelle, Jacques (1961). Daily Life of the Aztecs:On the Eve of the Spanish Conquest. Patrick O’Brian (Μετάφραση). Λονδίνο: Phoenix Press.

Soustelle, Jacques (1970). Les Aztèques. Παρίσι, Presses Universitaires de France.

Townsend, Richard F. (2000). The Aztecs. Λονδίνο: Thames & Hudson.

 

 

 

 

 

 

Kωνσταντίνος Διώγος: Ο πόλεμος μετά τον Πόλεμο: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην Εκστρατεία της Ουκρανίας (1918-1919).

Kωνσταντίνος Διώγος

Ο πόλεμος μετά τον Πόλεμο: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην Εκστρατεία της Ουκρανίας (1918-1919).[1]

 

  1. Τα οικονομικά συμφέροντα της Γαλλίας στην Ουκρανία και η πολιτική της έναντι του Μπολσεβικισμού.

Τα οικονομικά συμφέροντα και οι κεφαλαιακές επενδύσεις της Γαλλίας στη Ρωσία είχαν μακρύ παρελθόν και αποτελούσαν ακρογωνιαίο λίθο των διμερών σχέσεων των δύο χωρών.[2] Η ανάγκη της τσαρικής εξουσίας, στα τέλη του 19ου αιώνα, για κεφάλαια για την προώθηση ενός προγράμματος ταχείας εκβιομηχάνισης είχε οδηγήσει σε μια ιλιγγιώδη επέκταση των γαλλικών επενδύσεων στη ρωσική κεφαλαιαγορά, στη βιομηχανία, στον τραπεζικό και ασφαλιστικό τομέα.[3] Προκειμένου να ισχυροποιήσει αυτή τη σχέση, η γαλλική κυβέρνηση είχε ενθαρρύνει την επέκταση αυτών των επενδύσεων. Οι μεγαλύτερες γαλλικές τράπεζες όπως η Société Générale, η Banque de Paris et des Pays-Bas και η Banque de l’ Union Parisienne, μεγάλα βιομηχανικά συγκροτήματα και γάλλοι κεφαλαιούχοι είχαν επενδύσει τεράστια ποσά, έως το 1914, σε κάθε λογής επιχειρήσεις, σε ρωσικές τράπεζες, σε εξορυκτικές, μεταλλουργικές και βιομηχανικές μονάδες, συγκεντρωμένες οι περισσότερες στην περιοχή της Ουκρανίας και στην κοιλάδα του Δον.[4] Η γαλλική ηγεσία έκρινε τις επενδύσεις αυτές ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της πολιτικής και οικονομικής επιρροής της στη Ρωσία και επεδίωξε με κάθε μέσο την προστασία τους σε όλη τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Από την άλλη οι Μπολσεβίκοι, μετά την άνοδό τους στην εξουσία το 1917, θεώρησαν αυτές τις επενδύσεις ως μία ακόμη έκφανση του δυτικού ιμπεριαλισμού στην προσπάθειά σφετερισμού του πλούτου της Ρωσίας προς όφελος μιας μικρής ομάδας ξένων και ρώσων κεφαλαιούχων. Προχώρησαν, έτσι, το Φεβρουάριο του 1918, στην κατάργηση των τσαρικών χρεών και στη σταδιακή εθνικοποίηση του τραπεζικού και βιομηχανικού κλάδου της οικονομίας.[5] Αυτές οι ενέργειες εξάλειψαν, αυτοστιγμεί, επενδύσεις ετών και οδήγησαν εκατοντάδες γάλλους κεφαλαιούχους στην απόγνωση, μετατρέποντάς τους αυτομάτως σε ένθερμους θιασώτες της πολιτικής για βίαιη ανατροπή του σοβιετικού καθεστώτος και σε ισχυρό μοχλό πίεσης προς την κυβέρνηση.

“O σύντροφος Λένιν σκουπίζει την υδρόγειο”. Γελοιογραφία εποχής.

Από την άνοιξη του 1918, ιδιαίτερα μετά και την υπογραφή της ειρήνης του Brest – Litovsk (3 Μαρτίου), άρχισαν να επικρατούν στο γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών οι φωνές εκείνες που θεωρούσαν τους Μπολσεβίκους ως πρωτεύουσα απειλή για τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της χώρας. Προωθήθηκε έτσι σταδιακά η ιδέα της άμεσης στρατιωτικής επέμβασης με σκοπό την προστασία αυτών των συμφερόντων και τη διατήρηση της προπολεμικής γαλλικής επιρροής στη Ρωσία. Για το λόγο αυτό η γαλλική κυβέρνηση αναζήτησε ερείσματα στις αντεπαναστατικές εκείνες δυνάμεις που θα μπορούσαν να αγωνιστούν για την ανατροπή του σοβιετικού καθεστώτος και παράλληλα να εγγυηθούν, όπως και στο παρελθόν, την εξασφάλιση της προνομιούχου πολιτικής και οικονομικής της θέσης.

Παράλληλα και η Βρετανία προωθούσε τα δικά σχέδια για τη διασφάλιση των οικονομικών της συμφερόντων στις πετρελαιοφόρες περιοχές του Καυκάσου και στη Γεωργία. Άλλωστε οι δύο σύμμαχοι, ήδη από τον Οκτώβρη του 1917, είχαν χωρίσει τη Ρωσία σε «επιχειρησιακές σφαίρες», που αντιστοιχούσαν στα ιδιαίτερα γεωστρατηγικά και οικονομικά τους συμφέροντα.[6] Όσο ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του η γαλλο-βρετανική συνεργασία για τα ρωσικά θέματα ατονούσε και έδινε τη θέση της σε έναν αυξανόμενο ανταγωνισμό για την εξασφάλιση προνομιούχου θέσης στο μεταπολεμικό status quo. Η αναπάντεχα γρήγορη κατάρρευση της Γερμανίας στο Δυτικό Μέτωπο, το φθινόπωρο του 1918, το άνοιγμα των Στενών της Κωνσταντινούπολης και η πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα έθεσε τα γαλλικά σενάρια στρατιωτικής επέμβασης στη Ρωσία σε πιο ρεαλιστική βάση.

 

  1. Η οριστικοποίηση της απόφασης της Γαλλίας για επέμβαση στην Ουκρανία (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1918).

Η αποφασιστικότητα της γαλλικής κυβέρνησης να προχωρήσει στην υλοποίηση της επεμβατικής πολιτικής φάνηκε ξεκάθαρα το Νοέμβριο του 1918, όταν και αρνήθηκε ασυζητητί κάθε πρόταση συνδιαλλαγής της σοβιετικής ηγεσίας. Ο Lenin, αντιλαμβανόμενος ότι το τέλος του πολέμου θα έστρεφε τις δυνάμεις της Αντάντ κατά του σοβιετικού καθεστώτος, φάνηκε πρόθυμος να προχωρήσει σε πολιτικές και οικονομικές παραχωρήσεις, να διαπραγματευτεί ακόμη και το ζήτημα των χρεών, προκειμένου να κερδίσει πολύτιμο χρόνο ώστε να ισχυροποιήσει την εξουσία του.[7] Παρόλ’ αυτά, το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών έκρινε ότι χρονοτριβώντας άσκοπα το μόνο που κατάφερνε ήταν να διευκολύνει τους σοβιετικούς στην «εξαγωγή» της επανάστασης. Η ίδια αντίληψη επικράτησε και λίγους μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 1919, όταν η γαλλική κυβέρνηση αποθάρρυνε τις τελευταίες προσπάθειες συνδιαλλαγής μεταξύ Μπολσεβίκων και Λευκών αντεπαναστατών, «τορπιλίζοντας» την επικείμενη συνάντηση στα Πριγκιποννήσια.[8]

Προκειμένου να νομιμοποιήσει στην κοινή γνώμη την επικείμενη επέμβαση στη Ρωσία, η κυβέρνηση Clemenceau απέδωσε ιδεολογικά χαρακτηριστικά στη σύγκρουση με τους Μπολσεβίκους. Ο Μπολσεβικισμός παρουσιαζόταν στο γαλλικό κοινοβούλιο και τον Τύπο ως η μάστιγα της ανθρωπότητας και οι Γάλλοι ως υπερασπιστές της ελευθερίας του ρωσικού λαού. Ο Clemenceau δεχόταν ισχυρές πιέσεις στο εσωτερικό από κεφαλαιούχους που είχαν ενθαρρυνθεί στο παρελθόν να επενδύσουν μεγάλα ποσά στη ρωσική οικονομία.[9] Πιέσεις ασκούνταν και από τσαρικούς «εμιγκρέδες» στο Παρίσι, που προσδοκούσαν στη σύμπραξη μιας μεγάλης δύναμης για την παλινόρθωσή τους. Η γαλλική κυβέρνηση στόχευε όχι μόνο σε ανταλλάγματα για τις ζημίες που υπέστησαν οι επενδυτές της, αλλά κυρίως στο άνοιγμα νέων αγορών στη Νότια Ρωσία για τα βιομηχανικά προϊόντα της και στην εξασφάλιση μιας σίγουρης και σταθερής πηγής πρώτων υλών και σίτου, απαραίτητη για την ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης από τον πόλεμο οικονομίας.[10]

Ταυτόχρονα αναζητήθηκαν στρατιωτικά και πολιτικά ερείσματα στους Λευκούς αντεπαναστάτες, στο όνομα των οποίων θα πραγματοποιούνταν, άλλωστε, η εκστρατεία. Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, Γαλλία και Βρετανία συμφωνούσαν σε ένα: ότι η επιστροφή σε ένα αντιδραστικό τσαρικό καθεστώς δεν αποτελούσε επιλογή για τη σταθερότητα του μεταπολεμικού κόσμου. Για το λόγο αυτό προτιμούσαν την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος κοντά στα πρότυπα των δυτικών αστικών δημοκρατιών, που θα στηριζόταν οικονομικά στις Μεγάλες Δυνάμεις και θα εγγυάτο την αποπληρωμή των χρεών και την αναπαραγωγή των σχέσεων εξάρτησης με αυτές. Οι «Εθελοντές» του στρατηγού Denikin στη ΝΑ Ρωσία παρείχαν αυτές τις εγγυήσεις.[11] Ο στρατός αυτός άρχισε να συγκροτείται στις αρχές του 1918 από τσαρικούς αξιωματικούς, κάτω από τις διαταγές των στρατηγών Kornilov, Alekseyev και Denikin.[12] Ο αναπάντεχος θάνατος των δύο πρώτων ανέδειξε τον Denikin, έναν αξιωματικό από φτωχή οικογένεια που είχε περάσει όλη του τη ζωή στο στρατό και είχε γαλουχηθεί στις αξίες του μεγαλορωσικού εθνικισμού, ως αδιαμφισβήτητο ηγέτη των Λευκών.[13] Μετά από μια πορεία γεμάτη περιπέτειες και ηρωισμούς ο Denikin κατόρθωσε, έως το φθινόπωρο του 1918, να συγκροτήσει μια σχετικά αξιόμαχη δύναμη με κέντρο το Εκατερινοδάρ και το Νοβοροσίσκ στην περιοχή του Κουμπάν. Μαζί του συστρατεύτηκαν και οι Κοζάκοι της κοιλάδας του Δον, του στρατηγού Krasnov.[14]

Anton Denikin (1872 –1947).

Για να υλοποιήσει τα επεμβατικά της σχέδια η Γαλλία χρειαζόταν αξιόμαχους συμμάχους, καθώς δεν μπορούσε να φέρει μόνη της το επιχειρησιακό βάρος. Οι γάλλοι στρατιώτες, ύστερα από τέσσερα χρόνια εξαντλητικού πολέμου, παρουσιάζονταν εξαιρετικά απρόθυμοι στην προοπτική ανοίγματος ενός νέου μετώπου.[15] Ο Γενικός Διοικητής της Μακεδονίας, Κωνσταντίνος Αδοσίδης, ανέφερε σχετικά με το ηθικό των γαλλικών στρατευμάτων: «ενταύθα Γαλλικόν Στρατηγείον δεν αποβλέπει ευχαρίστως εις μελετωμένην εκστρατείαν […] έχω λόγους νομίζω ότι τοιαύτη διάθεσις δεν είναι άσχετος και προς δυσφορίαν ην εξέφρασαν γαλλικά στρατεύματα μεταβώσι Ρωσσίαν».[16]

Με τη σταθερή άρνηση της Βρετανίας να εμπλακεί σε μια μακροχρόνια και αβέβαιη επιχείρηση που μπορεί να οδηγούσε σε αποσταθεροποίηση στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών, η χρήση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων προέβαλλε ως ιδανική λύση. Ο ελληνικός στρατός δεν ήταν καταπονημένος από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και διέθετε επαρκή οργάνωση και συνοχή. Η απόφαση για συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία ήταν μια πολιτική επιλογή του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, με στόχο την ενίσχυση του φιλοσυμμαχικού προφίλ της χώρας, σε μια περίοδο που η τύχη των ελληνικών εδαφικών διεκδικήσεων βρισκόταν υπό ανοικτή διαπραγμάτευση στο Συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι.

 

  1. Η απόφαση Βενιζέλου για συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία.

Στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η αναλογία ενεργούς συμμετοχής στη συμμαχική νίκη και μεταπολεμικών κερδών επρόκειτο να αποτελέσει τον «χρυσό κανόνα» για τη διαμόρφωση του μεταπολεμικού κόσμου.[17] Ο Ελευθέριος Βενιζέλος αναγνώριζε ότι με όρους ρεαλιστικής πολιτικής η στρατιωτική συνεισφορά της Ελλάδας στο Μακεδονικό Μέτωπο, αν και αξιόμαχη, κρινόταν ανεπαρκής, προκειμένου να στηρίξει τις εθνικές διεκδικήσεις.[18] Το επιχείρημα ότι η Ελλάδα, εισερχόμενη στον πόλεμο την «δωδεκάτην σχεδόν ώραν» και έχοντας υποστεί τις λιγότερες θυσίες, δεν δικαιούταν να εγείρει σημαντικές μεταπολεμικές αξιώσεις, αποτελούσε ένα πρόβλημα πολιτικό για την κυβέρνηση, η οποία καλούνταν άμεσα να το υπερβεί.[19]

Στις αρχές Νοεμβρίου 1918, ο Βενιζέλος είχε ελάχιστους λόγους να αισθάνεται αισιόδοξος αναφορικά με την πραγμάτωση των αλυτρωτικών οραμάτων. Ανατολική Μακεδονία, Δυτική και Ανατολική Θράκη, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Βόρεια Ήπειρος, Δωδεκάνησα, Κύπρος, όλα τα μεγάλα εθνικά μέτωπα ήταν ανοιχτά, εκκρεμή και υπό συνεχή διαπραγμάτευση. Σε αυτή την πολυσύνθετη διπλωματική συγκυρία συνέπεσε η πρόταση της Γαλλίας για συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας.[20] Η αντίδραση του Βενιζέλου στη γαλλική πρόταση ήταν δηλωτική της διπλωματικής θέσης της χώρας καθώς και της ιδιοσυγκρασίας του πολιτικού. Ως κατεξοχήν πολιτικός «διαίσθησης» και «ενστίκτου», τάχθηκε σχεδόν αυτόματα υπέρ της ελληνικής συμμετοχής, δίνοντας εντολή στον πρέσβη στο Παρίσι, Άθω Ρωμάνο να διαβιβάσει στον Clemenceau ότι: «ο ελληνικός στρατός είναι εις διάθεσιν των Συμμάχων και δύναται χρησιμοποιηθή διά κοινόν αγώνα πανταχού όπου αποστολή του ήθελε κριθή αναγκαία».[21] Στις 27 Νοεμβρίου 1918 ο Βενιζέλος συναντήθηκε στο Παρίσι με τον Clemenceau και επιδίωξε την απόσπαση εγγυήσεων για υποστήριξη της Γαλλίας στο ζήτημα της Θράκης και για, υπό προϋποθέσεις, ευμένεια στο ζήτημα της Σμύρνης. Αυτή ήταν η γαλλική προφορική «αντιπροσφορά» για την ελληνική συμμετοχή στη σχεδιαζόμενη εκστρατεία.

Ελευθέριος Βενιζέλος (1864-1936).
Georges Clemenceau (1841-1929).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Βενιζέλος, θέλοντας να ακολουθήσει την αρχή της ισομερούς συνεργασίας με τις δύο δυτικές Δυνάμεις, Βρετανία και Γαλλία, δεν σταμάτησε να προβάλλει τον «συμμαχικό» χαρακτήρα της ελληνικής συμμετοχής. Ωστόσο, η εκστρατεία της Ουκρανίας μόνο κατ’ επίφαση αποτελούσε «συμμαχική» επιχείρηση. Μπορεί να τύγχανε συμμαχικής έγκρισης, αποτελούσε, όμως, ένα σχέδιο καθαρά γαλλικής έμπνευσης, που εξυπηρετούσε πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα μέσα στη γαλλική ζώνη επιχειρήσεων στη Νότια Ρωσία. Αυτός ο απροκάλυπτα μονομερής χαρακτήρας των επιχειρήσεων αποτελούσε για τον Βενιζέλο ανεπιθύμητη εξέλιξη,[22] γεγονός που τον έκανε ιδιαίτερα επιφυλακτικό.[23] Ο Ρωμάνος, που εξελίχθηκε τελικά σε έναν από τους πλέον ένθερμους υποστηρικτές της συμμετοχής στην εκστρατεία, συνέβαλε αποφασιστικά στην οριστικοποίηση της απόφασης. Θορυβημένος από την αναποφασιστικότητα του πρωθυπουργού, σκιαγράφησε με τα μελανότερα χρώματα τον κίνδυνο διπλωματικής απομόνωσης από τη Γαλλία, σε περίπτωση άρνησης,[24] υποστηρίζοντας με έμφαση την ανάγκη προβολής στον γαλλικό Τύπο της ελληνικής εμπλοκής, με σκοπό την καλλιέργεια ευμενούς κλίματος στην κοινή γνώμη.[25] Έτσι, ήταν ξεκάθαρο πως η τελική απόφαση περνούσε αναπόφευκτα μέσα από το πρίσμα των διμερών ελληνογαλλικών σχέσεων. Ο Βενιζέλος, αναλογιζόμενος τους διπλωματικούς κινδύνους, συναίνεσε τελικά στην αποστολή δύο Μεραρχιών, συνολικής δύναμης 23.351 ανδρών. Σε αυτές συμμετείχε η αφρόκρεμα των βενιζελικών αξιωματικών, που λίγους μήνες αργότερα θα πρωταγωνιστούσαν και στη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Η κατάσταση στην Ουκρανία (Νοέμβριος 1918 – Μάρτιος 1919).

 

  1. Το γαλλικό επιχειρησιακό σχέδιο και η κατάσταση στην Οδησσό.

Το γαλλικό επιχειρησιακό σχέδιο προέβλεπε την κατάληψη της Οδησσού και της Κριμαίας και τη δημιουργία μιας ευρείας αντεπαναστατικής ζώνης στη Νότια Ρωσία, με στόχο να δοθεί στο στρατό των Εθελοντών ο απαραίτητος χώρος και χρόνος, ώστε να οργανωθεί καλύτερα και να επιδιώξει στο μέλλον κάποια αντεπίθεση. Με φανερή, όμως, την έλλειψη αξιόμαχων δυνάμεων, αυτός ο «ακήρυχτος πολέμος» κατά των Μπολσεβίκων απέκτησε χαρακτήρα αμυντικό και θνησιγενή, αφού μετατρεπόταν σε επιχείρηση μακροχρόνια, επίπονη και αβέβαιη. Η επιτυχία της προϋπέθετε ισχυρά τοπικά ερείσματα, που τόσο οι Γάλλοι όσο και ο Denikin στερούνταν. Οι πρώτοι μήνες της επέμβασης χαρακτηρίστηκαν από ατολμία και έλλειψη σαφούς σχεδίου δράσης, καθώς οι Γάλλοι δεν είχαν ξεκάθαρη απάντηση στο πολιτικό πρόβλημα της Ουκρανίας ούτε αποκρυσταλλωμένη θέση για το πώς θα διαχειρίζονταν τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ Ουκρανών και Ρώσων Αντεπαναστατών.

Παράλληλα τα προβλήματα στην πόλη της Οδησσού συνεχώς αυξάνονταν. Η οικονομική κατάσταση εντός της γαλλικής ζώνης επιχειρήσεων ήταν οικτρή. Η αγροτική παραγωγή ήταν μειωμένη στο ελάχιστο, η βιομηχανία είχε σταματήσει και φόροι δεν εισπράττονταν από πουθενά.[26] Στην Οδησσό οι τράπεζες είχαν κλείσει και κάθε εμπορική δραστηριότητα είχε παραλύσει. Βασικά είδη διατροφής, όπως το σιτάρι, και πρώτες ύλες, όπως το κάρβουνο και το πετρέλαιο, βρίσκονταν σε ανεπάρκεια.[27] Το συγκοινωνιακό δίκτυο που συνέδεε την πόλη με την αγροτική ενδοχώρα υπολειτουργούσε, εξαιτίας της έλλειψης καυσίμων. Αποτέλεσμα ήταν η εμφάνιση σοβαρού επισιτιστικού προβλήματος, μιας και η τροφοδοσία μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μέσω της θαλάσσιας οδού.

Γάλλοι στρατιώτες στους δρόμους της Οδησσού στις αρχές του 1919.

Η πόλη, άλλωστε, είχε ξεπεράσει κατά πολύ τη δημογραφική αντοχή της, καθώς είχαν συρρεύσει εκεί τους προηγούμενους μήνες χιλιάδες πρόσφυγες από διάφορα μέρη της Ρωσίας, εξαιτίας του επαναστατικού αναβρασμού, ανεβάζοντας τον αριθμό των κατοίκων σε πάνω από ένα εκατομμύριο.[28] Ολόκληρη η Ρωσία είχε πλημμυρίσει με υποτιμημένα ρούβλια και η διαφθορά κυριαρχούσε σε όλες τις συναλλαγές.[29] Απότοκο αυτής της κατάστασης ήταν η υψηλή ανεργία, ο πληθωρισμός και η ακρίβεια, με τις τιμές να εκτινάσσονται στα ύψη και τη μαύρη αγορά να οργιάζει. Συγχρόνως η εγκληματικότητα είχε αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε καθίστατο επικίνδυνη η κίνηση στη διάρκεια της ημέρας και αδύνατη τη νύχτα, εξαιτίας των ληστειών.

Μπορεί η οικονομική και εμπορική ζωή στην πόλη να είχε παραλύσει, δε συνέβαινε όμως το ίδιο και με την κοινωνική. Οι πρόσφυγες που είχαν συρρεύσει εκεί, στην πλειοψηφία τους αξιωματούχοι του πρώην τσαρικού καθεστώτος, πλούσιοι αστοί και επιχειρηματίες, δημόσιοι υπάλληλοι, αξιωματικοί διαφόρων βαθμίδων και «εκπεσόντες» αριστοκράτες δυσκολεύονταν να εγκαταλείψουν τις διασκεδάσεις τους. Άλλωστε η πόλη με τα πολυτελή θέατρα και την όπερα, τα καφέ, τα εστιατόρια και τους οίκους ανοχής παρείχε τέτοιες δυνατότητες. Έτσι η Οδησσός παρουσίαζε την εικόνα ενός περίεργου αμαλγάματος εξαθλίωσης και πολυτέλειας, με «…πολυβόλα εις τα καίρια σημεία της πόλεως και ρωσικά μπαλέτα εις τα πολυθόρυβα κέντρα της», όπως πολύ εύστοχα σημείωνε ο στρατηγός Νίδερ.[30]

 

  1. Η δράση των ελληνικών δυνάμεων (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1919) – Τα πρώτα προβλήματα.

Στα μέσα Ιανουαρίου 1919 στην Οδησσό υπήρχαν δύο γαλλικές Μεραρχίες, «σκιά της πραγματικής των δυνάμεως»,[31] ο στρατός των Εθελοντών που δεν ξεπερνούσε τις 3.000, «ανάξιος λόγου στρατιωτικά», σύμφωνα με τις αναφορές ελλήνων αξιωματικών, καθώς και η 4η πολωνική Μεραρχία, με φανερά αισθήματα αντιπάθειας προς τους Ρώσους και έκδηλη επιθυμία επαναπατρισμού. Η έλλειψη δυνάμεων έκανε επιτακτική τη μεταφορά των πρώτων ελληνικών στρατευμάτων. Από τα μέσα Ιανουαρίου μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου 1919 οι ελληνικές δυνάμεις άρχισαν να καταφθάνουν με γοργούς ρυθμούς. Οι διοικητές των Μεραρχιών και ο αρχηγός του Εκστρατευτικού Σώματος, στρατηγός Κωνσταντίνος Νίδερ, δεν ακολούθησαν τις μονάδες και παρέμειναν στη Θεσσαλονίκη. Κατά συνέπεια, για χρονικό διάστημα άνω των δύο μηνών, οι Έλληνες κλήθηκαν να πολεμήσουν χωρίς την καθοδήγηση των «φυσικών ηγητόρων» τους, γεγονός που δημιούργησε πολλά προβλήματα.[32] Η ηγεσία του εκστρατευτικού σώματος δεν είχε πρόσβαση σε καμία πληροφορία σχετικά με την κατάσταση στη Ρωσία και το γενικότερο επιχειρησιακό σχεδιασμό. Αγνοούσε ακόμη και τους λιμένες αποβίβασης, οι οποίοι καθορίζονταν εν πλω, μετά το πέρασμα από την Κωνσταντινούπολη από τις εκεί εγκατεστημένες γαλλικές αρχές. Το έλλειμμα αυτό πληροφόρησης και επικοινωνίας στιγμάτισε την ελληνική παρουσία καθ’ όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων.

Με την άφιξή τους οι ελληνικές μονάδες ανέλαβαν σχεδόν αποκλειστικά την επέκταση της γαλλικής ζώνης κατοχής στη γραμμή Χερσώνα – Νικολάιεφ – Μπερεζόφκα. Με την κατάληψη των τριών αυτών πόλεων οι συμμαχικές δυνάμεις άγγιξαν τα ακρότατα όρια της αντοχής τους, σχετικά με τις δυνατότητες επέκτασης της ζώνης επιχειρήσεων. Οποιαδήποτε άλλη σκέψη για προώθηση προς το εσωτερικό καθίστατο απαγορευτική, καθώς δεν υπήρχαν διαθέσιμες ενισχύσεις. Μια απλή ματιά στο χάρτη φανέρωνε ότι ο ελληνικός στρατός είχε αναλάβει σχεδόν αποκλειστικά την άμυνα της Οδησσού, αφού είχε διοχετευτεί στην πρώτη γραμμή όλων των επιμέρους μετώπων. Η γαλλική διοίκηση έκρινε σκόπιμο τον κατακερματισμό και τη διασπορά των ελληνικών μονάδων σε περιοχές μακριά από τη βάση της Οδησσού. Αυτό προβλημάτισε τους διοικητές των μονάδων, που έβλεπαν να καλύπτονται με κόστος ελληνικό, επιχειρησιακές ελλείψεις των Γάλλων και των Εθελοντών, οι οποίοι είχαν και την αποκλειστική ευθύνη της εκστρατείας. Κάτω από αυτούς τους όρους η δράση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος δεν ήταν απλά επικουρική, όπως προσδοκούσε ο Βενιζέλος, αλλά πρωταγωνιστική, γεγονός που εξέθετε σε κίνδυνο τον ελληνισμό της περιοχής. Πράγματι οι Έλληνες της Οδησσού είχαν υποδεχτεί τον ελληνικό στρατό ως «απελευθερωτικό», γεγονός που τους εξέθετε στα μάτια των Μπολσεβίκων.

Η συμφωνία συμμετοχής προέβλεπε την υπαγωγή των ελληνικών δυνάμεων σε γαλλική διοίκηση, εφόσον συγκροτούνταν μικτές μονάδες. Ωστόσο, η αναλογία γαλλικών και ελληνικών δυνάμεων υπήρξε ιδιαίτερα ανισομερής, με τους Έλληνες να αποτελούν τα 2/3 και προς το τέλος των επιχειρήσεων ακόμη και τα 3/4 των μικτών αποσπασμάτων.[33] Ο κατακερματισμός και η διασπορά των ελληνικών μονάδων μακριά από την Οδησσό, η έλλειψη επικοινωνίας με τις διοικήσεις και η συχνά αυταρχική συμπεριφορά των γάλλων αξιωματικών υποδαύλισε αισθήματα δυσαρέσκειας στις τάξεις των Ελλήνων, που αισθάνονταν ότι λειτουργούσαν όχι ως ισότιμοι σύμμαχοι, αλλά ως υποτελείς των Γάλλων. Χωρίς καθοδήγηση από την Ελλάδα και με έλλειμμα πληροφόρησης από την πλευρά της γαλλικής διοίκησης αναφορικά με τη σκοπιμότητα των επιχειρήσεων, η ελληνική διοίκηση γρήγορα βρέθηκε σε αδιέξοδο και οι σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Γάλλων οξύνθηκαν σε βαθμό επικίνδυνο.

Έλληνες στρατιώτες στην Μεσημβρινή Ρωσία.

Τα αισθήματα εγκατάλειψης τροφοδοτήθηκαν και από μια σειρά άλλων προβλημάτων, όπως το ζήτημα της αποστράτευσης, την έλλειψη αλληλογραφίας με την Ελλάδα και τις σκληρές κλιματολογικές συνθήκες, σε μια χώρα άγνωστη και αφιλόξενη, της οποίας η πλειοψηφία των κατοίκων αντιμετώπιζε με εχθρότητα την επέμβαση των ξένων δυνάμεων. Όλα τα παραπάνω επέδρασαν καταλυτικά στην ψυχολογία των ανδρών. Παντού κυριαρχούσε ένα αίσθημα ανασφάλειας και μια διάχυτη ματαιότητα, εξαιτίας της αδυναμίας κατανόησης της πολιτικής σκοπιμότητας που υπαγόρευε την εμπλοκή στην εκστρατεία. Οι αναφορές του διοικητή του 34ου συντάγματος πεζικού Χρήστου Τσολακόπουλου ήταν συγκλονιστικές και αποτύπωναν με τον πιο εύγλωττο τρόπο την απόγνωση των Ελλήνων:

Οι άνδρες καταπονούνται και ευρίσκονται διαρκώς εν κινδύνω. Δυσφορούν πολύ, μη βλέποντες άλλον στρατόν Συμμαχικόν ή Ελληνικόν να έρχεται και θεωρούν εαυτούς εγκαταλελειμμένους […] ουδεμία πρόνοια σοβαρά ανάλογος της καταστάσεως λαμβάνεται και τα πάντα βαίνουν μοιραίως και τυχαίως. Δεν έχω καμμίαν είδησιν περί των τμημάτων μου, άτινα διαθέτει η Γαλλική Διοίκησις εις μεγάλας εντεύθεν αποστάσεις, χωρίς να μου λέγει προς τίνα σκοπόν αποστέλλονται και δια πόσον χρόνον. Ούτε έχω πλέον καμμίαν διοίκησιν ή επικοινωνία μετ’ αυτών. […] Ουδέποτε μοι εδόθη σαφής και αληθώς στρατιωτική διαταγή, ούτε διεφωτίσθην από τους αρμοδίους περί της καταστάσεως […] Ουδέν μέτρον λαμβάνεται σοβαρόν εν τη πόλει. Πλήρης Αναρχία. Δια μίαν έτι φοράν διαμαρτύρομαι δια την κατάστασιν ταύτην και παρακαλώ θερμώς να ληφθώσι σύντονα μέτρα υπέρ του στρατού μας, όστις είνε ανάξιος τοιαύτης τύχης. Έφθασα εις το σημείον, πέραν του οποίου θα σκεφθώ, εάν πρέπη τυφλώς να υπακούω εις ασαφείς, επικινδύνους και υπόπτους διαταγάς ανθρώπων μη γνωριζόντων τι κάμνουν και τι θέλουν. Θα σκεφθώ πλέον πως θα αποθάνω και εγώ και εκείνοι, που μου ενεπιστέφθητε […] Εάν αυτό που γίνεται είνε πολιτική (που δεν το πιστεύω) είνε άτιμον και δεν θα το εννοήσω ποτέ. […] Εννοώ κάλλιστα τα εθνικά συμφέροντα, δια τα οποία τοσάκις έχυσα το αίμα μου και δια τούτο υπέμεινα μέχρι αυτού του αξιοθρηνήτου σημείου. Αλλά δεν αντέχω πλέον. Εάν δε σταλή άλλος Ελληνικός στρατός ενταύθα, παρακαλώ να με αντικαταστήσετε, διότι φοβούμαι μήπως κάμμω καμμίαν ζημίαν. Άλλως τε και η υγεία μου είνε πολύ κακή πλέον. Εδοκίμασα όλας τας πικρίας. Φθάνει![34]

 

  1. Η υποχώρηση και ο επαναπροσδιορισμός της γαλλικής πολιτικής

Μέχρι τις αρχές Μαρτίου οι σχέσεις της γαλλικής διοίκησης με τους Εθελοντές είχαν διασαλευτεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να επηρεαστεί άμεσα η εξέλιξη των δύο σημαντικότερων μαχών, της Χερσώνας και της Μπερεζόφκα. Εναντίον των συμμαχικών δυνάμεων κινήθηκε ο περιβόητος Ataman Nikifor Grigoriev. Ντόπιος παραστρατιωτικός ηγέτης, μορφή τυχοδιωκτική, με μεγάλη επιρροή στον αγροτικό πληθυσμό, δε δίσταζε να αλλάζει εύκολα στρατόπεδα στη διάρκεια του

Προπαγανδιστική αφίσα των Μπολσεβίκων. Αναπαριστά τις επιχειρήσεις κατά του Ataman Nikifor Grigoriev.

Εμφυλίου.[35] Η μορφολογία του εδάφους καθόρισε και το είδος των μαχών. Δεν υπήρξαν σταθερά «μέτωπα», αλλά συγκρούσεις που χαρακτηρίστηκαν από μεγάλη κινητικότητα των μονάδων κατά μήκος των σιδηροδρομικών γραμμών, γύρω από τεθωρακισμένες αμαξοστοιχίες. Η νέα αυτή μορφή μάχης αποτελούσε πρωτόγνωρη εμπειρία για τους έλληνες αξιωματικούς, εντελώς διαφορετική από αυτή του Μακεδονικού Μετώπου. Στη μάχη της Χερσώνας η αναλογία 1/10 των αντιμαχομένων κατέστησε ανέφικτη κάθε προσπάθεια διατήρησης της πόλης υπό συμμαχικό έλεγχο. Το μέγεθος των απωλειών αποτέλεσε πραγματικό σοκ για την ελληνική διοίκηση, που σε καμία περίπτωση δεν ήταν προετοιμασμένη για τόσο μεγάλες θυσίες. Στα γράμματά τους αξιωματικοί και οπλίτες θεωρούσαν εαυτούς ως «πουλημένο κρέας» και περιέγραφαν την αποστολή στην Ουκρανία ως «άστοχον θυσίαν».[36] Η πτώση της Χερσώνας συμπαρέσυρε αυτήν του Νικολάιεφ και της Μπερεζόφκα, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας σειράς υποχωρητικών κινήσεων προς την Οδησσό.

Μετά από τις διαδοχικές αυτές ήττες η Οδησσός αποκόπηκε πλήρως από την ενδοχώρα. Με τις δυνάμεις τους σε οργανική αποσύνθεση οι Γάλλοι ήταν αναγκασμένοι να καταβάλουν κάθε προσπάθεια, ώστε να αποφύγουν μια στρατιωτική πανωλεθρία. Στις 20 Μαρτίου αποβιβάστηκε στην πολιορκούμενη πόλη ο Franchet d’ Espérey, αντικαθιστώντας το στρατηγό Henri Berthelot. Ο d’ Espérey αναδιοργάνωσε το σχέδιο άμυνας και πήρε όλα εκείνα τα μέτρα που προοιωνίζονταν την οριστική εγκατάλειψη της εκστρατείας. Στις 25 Μαρτίου, στο συμμαχικό συμβούλιο στο Παρίσι οι ηγέτες της Entente συμφώνησαν ομόφωνα να μη σπαταλήσουν άλλες δυνάμεις για τη διατήρηση μιας τόσο επισφαλούς θέσης. Έτσι, αποφασίστηκε η εκκένωση της Οδησσού και η παροχή στήριξης στη Ρουμανία, η οποία και αναγορεύτηκε σε νέο προπύργιο της μάχης κατά του Μπολσεβικισμού.

Henri Mathias Berthelot (1861–1931).
Louis Franchet d’ Espérey (1856-1942).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Με τον τρόπο αυτό η γαλλική κυβέρνηση προσανατολίστηκε στη δημιουργία ενός αμυντικού μετώπου, μιας αλυσίδας ανεξάρτητων κρατών από τη Βαλτική έως τη Μαύρη Θάλασσα, ως μέσο για την ανάσχεση του Μπολσεβικισμού.[37] Αυτή η «ζώνη απομόνωσης» (cordon isolateur) ή αλλιώς «ζώνη υγειονομική» (cordon sanitaire) κατά του «μικροβίου του Μπολσεβικισμού» είχε στόχο την επιβολή ενός ευρύ οικονομικού και εμπορικού αποκλεισμού (εμπάργκο), προκειμένου να οδηγήσει το σοβιετικό καθεστώς στην εξουθένωση και μοιραία στην πτώση.[38] Κατά συνέπεια, προτεραιότητα έπρεπε να δοθεί στην πολιτική και οικονομική στήριξη αυτών των όμορων προς τη Ρωσία κρατών.[39]

Η μάχη της Κουμπάνκα (22-23 Μαρτίου 1919).

 

  1. Η Αποστολή Νίδερ και η εκκένωση της Οδησσού.

Η παρούσα στην Ουκρανία ελληνική διοίκηση αγνοούσε τον επαναπροσδιορισμό της συμμαχικής πολιτικής. Ο Βενιζέλος, θορυβημένος από τις εξελίξεις, έδωσε από το Παρίσι εντολή στο στρατηγό Νίδερ να μεταβεί «άνευ αναβολής» στην Οδησσό, προκειμένου να αναλάβει προσωπικά τη διοίκηση του ελληνικού στρατού, να κρίνει τον βαθμό επικινδυνότητας των επιχειρήσεων και να μειώσει το ρίσκο για τον ελληνισμό.[40] Η αποστολή Νίδερ, που σημειωτέον αποτελούσε την πρώτη αλλά καθυστερημένη παρέμβαση του Βενιζέλου στα πράγματα, επανατοποθετούσε την ελληνική συμμετοχή σε νέες βάσεις. Τον Νίδερ ακολούθησαν και οι διοικητές των Μεραρχιών, υποστράτηγοι Βλαχόπουλος και Νεγρεπόντης. Ταυτόχρονα ξεκίνησε από τη Ρουμανία και ο Δενδραμής, ως πολιτικός εκπρόσωπος της Ελλάδας, με την εντολή να προστατεύσει τον ελληνισμό. Η μετάβαση της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας στο πεδίο των μαχών εγκαινίασε την τελευταία φάση της ελληνικής συμμετοχής στην εκστρατεία, η οποία και σφραγίστηκε με την εκκένωση της Οδησσού και την προσφυγοποίηση του ελληνικού πληθυσμού της. Στις 26 Μαρτίου η αποστολή Νίδερ έφτασε στην πολιορκούμενη Οδησσό, κυριολεκτικά στο «παρά πέντε» πριν την εκκένωση. Η διασπορά των ελληνικών δυνάμεων σε απομακρυσμένα σημεία αποστερούσε από το Νίδερ τη δυνατότητα οργανικού ελέγχου των ελληνικών τμημάτων. Ως μοναδικός πλέον στόχος προέβαλλε η απεμπλοκή του ελληνικού στρατού του με το μικρότερο δυνατό κόστος.

Κωνσταντίνος Νίδερ (1865-1942).

Στις 31 Μαρτίου 1919 η γαλλική διοίκηση ενημέρωσε τους προξένους των διαφόρων εθνοτήτων για την απόφαση εγκατάλειψης της εκστρατείας. Φυσικό επακόλουθο ήταν να προκληθεί πραγματικός πανικός στους κόλπους της ελληνικής κοινότητας, που αναζητούσε κάθε μέσο διαφυγής. Έως τις 5 Απριλίου το σύνολο των συμμαχικών στρατευμάτων είχε ξεκινήσει την αργή και κοπιαστική πορεία υποχώρησης προς τη Βεσσαραβία. Ταυτόχρονα περισσότεροι από 20.000 Έλληνες της Οδησσού επιβιβάζονταν σε καράβια με προορισμό την Ελλάδα.[41] Στις 6 Απριλίου ο Grigoriev εισήλθε θριαμβευτής στην πόλη. Με τον τρόπο αυτό δόθηκε οριστικό τέλος στην τετράμηνη κατοχή της Οδησσού από τις συμμαχικές δυνάμεις. Λίγες εβδομάδες μετά αποχώρησαν οι ελληνο-γαλλικές δυνάμεις και από την Κριμαία, συμπαρασύροντας κι εκεί μεγάλο μέρος του ελληνισμού, που εγκατέλειψε τη χερσόνησο φοβούμενη πιθανά αντίποινα από τους Κόκκινους.

Πορεία Μπολσεβίκων στην Οδησσό (Απρίλιος 1919).
  1. Συμπεράσματα

Αν εξαιρέσει κανείς τη Μικρασιατική Εκστρατεία, η ελληνική συμμετοχή στη συμμαχική επέμβαση στην Ουκρανία ήταν η μεγαλύτερη σε μέγεθος αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων σε επιχειρήσεις εκτός Ελλάδας, ξεπερνώντας ακόμη και τη συμμετοχή στον πόλεμο της Κορέας, τη δεκαετία του 1950. Οι συνολικές απώλειες του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος ανήλθαν σε 398 νεκρούς και 657 τραυματίες, μέγεθος μεγάλο συγκρινόμενο με τις αντίστοιχες απώλειες του Μακεδονικού Μετώπου (834 νεκροί, 3790 τραυματίες και 671 «εξαφανισθέντες»). Δεν ήταν άλλωστε τυχαίο που ο ίδιος ο Βενιζέλος χαρακτήρισε, εκ των υστέρων, την επιχείρηση ως «ανόητη».

Η συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας συγκεντρώνει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να τη χαρακτηρίσουν ως αντιηρωική. Η περιοχή όπου διεξήχθησαν οι επιχειρήσεις βρισκόταν έξω από κάθε ιδιαίτερο γαιοστρατηγικό συμφέρον της χώρας. Οι αξιωματικοί και οπλίτες, που πήραν μέρος σε αυτήν, δεν αισθάνθηκαν ποτέ ότι πολεμούσαν για κάποιο μεγάλο «εθνικό σκοπό», παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας να συνδέσει τη συμμετοχή με το αλυτρωτικό όραμα. Η κατάληξη των επιχειρήσεων σε απόλυτο οργανωτικό και στρατιωτικό φιάσκο και η γρήγορη απόσυρση των στρατευμάτων από την Οδησσό και την Κριμαία δεν περιποιούσε τιμή για κανέναν από τους συμμετέχοντες. Οι μεταγενέστερες κρίσεις για την εκστρατεία, οι οποίες κινήθηκαν σε ένα ευρύ φάσμα, από την πλήρη δικαίωσή της μέχρι τον απόλυτο αναθεματισμό της, φανέρωναν την αμηχανία για μια συνολική αποτίμηση των γεγονότων.[42]

Το σημαντικότερο ήταν ότι η εκστρατεία στην Ουκρανία, εμβόλιμη και συμπιεσμένη ανάμεσα σε δύο κορυφαίες στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας, τη συμμετοχή στο Μακεδονικό Μέτωπο και τη Μικρασιατική Εκστρατεία, πολύ γρήγορα επισκιάστηκε από αυτές. Αποτέλεσμα ήταν η υποβάθμιση της σημασίας στην ελληνική ιστοριογραφία και ο χαρακτηρισμός της ως μεμονωμένο στρατιωτικό επεισόδιο, «πρελούδιο» της μικρασιατικής περιπέτειας, με «αντίδωρο» τη Σμύρνη.[43] Η πραγματικότητα, ωστόσο, δεν ήταν τόσο απλουστευμένη. Η εκστρατεία της Ουκρανίας σηματοδότησε την κορύφωση μιας πολύπλευρης και πολυετούς πολιτικής, που έκανε χρήση όλων των μέσων, διπλωματικών και στρατιωτικών, με τελικό στόχο την εθνική και εδαφική ολοκλήρωση, όπως αυτή υπαγορευόταν από τα οράματα της Μεγάλης Ιδέας και εκφραζόταν μέσω του δόγματος των συμπλεόντων συμφερόντων με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία. Η τραγική της κατάληξη προκάλεσε ένα ακόμα κύμα προσφύγων, αυτή τη φορά από τη Νότια Ρωσία, θύματα των ανακατατάξεων και των κλυδωνισμών που έφερε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και τα απόνερά του.

Ο Κωνσταντίνος Διώγος είναι καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση και υποψήφιος διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Διετέλεσε επιστημονικός συνεργάτης του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα. Η μεταπτυχιακή διπλωματική του εργασία στο ΑΠΘ (2005) φέρει τον τίτλο Η Ελλάδα και η συμμετοχή της στην εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (1918-1919) .

 

[1] Το άρθρο αποτελεί μέρος της μεταπτυχιακής εργασίας με τίτλο: «Η Ελλάδα και η συμμετοχή της στην εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (1918-1919)», που εγκρίθηκε από τον τομέα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του ΑΠΘ το 2005, με επιβλέποντα καθηγητή τον κ. Ιωάννη Μουρέλο.

[2] Michael Jabara Carley, Revolution and Intervention. The French Government and the Russian Civil War 1717-1919, Kingston and Montreal: McGill-Queen ’s University Press, 1983, σ. 89-104. Πρβλ. και Jean Xydias, L’ intervention francaise en Russie, 1918-1919, Paris: Editions de France 1927.

[3] Olga Crisp, “French Investement in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Business History, (Liverpool) 2, (1960), 75-90 και της ιδίας, “Some Problems of French Investment in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Slavonic and East European Review, 35.84 (1956), 223-240. Για μια ολοκληρωμένη θεώρηση των επενδύσεων Γάλλων και Βρετανών στη Ρωσία βλ. Jennifer Siegel, For Peace and Money: French and British Finance in the Service of Tsars and Commissars, Oxford: Oxford University Press, 2014.

[4] René Girault, “Problèmes de l’ impérialisme économique francais en Russie a la veille de la première guerre mondiale”, Revue du Nord, 57.225 (avril-juin 1975), 123-131.

[5] Kim Oosterlinck, The Soviet Repudiation Puzzle, Brussels: Centre Emile Bernheim, 2004, σ. 7-22.

[6] Η συμφωνία είναι γνωστή στη διεθνή βιβλιογραφία ως “Anglo-French Convention 23/11/1917”. Η γαλλική κυβέρνηση αντιπροσωπεύτηκε στη συνάντηση από τους Clemenceau, στρατάρχη Foch και Pichon (νέο υπουργό εξωτερικών) και η βρετανική από τους Lord Milner (υπουργό πολέμου) και Robert Cecil (υπουργό αποκλεισμού). Για την πολιτική των Συμμάχων απέναντι στη Ρωσική Επανάσταση, από τον Οκτώβρη του 1917 έως τη Συνθήκη του Brest-Litovsk βλ. ενδεικτικά J. F. N. Bradley, “The Allies and Russia in the Light of French Archives (7 November 1917 – 15 March 1918)”, Soviet Studies, 16.2 (Oct., 1964), 166-185.

[7] J.M. Thompson, “Lenin’s Analysis of Intervention”, American Slavic and East European Review, 17.2 (April, 1958), 151-160.

[8] David Stevenson, The First World War and International Poltics, Oxford: Clarenton Press, 1999, σ. 239-241. Τόσο ο Lloyd George όσο και ο Woodrow Wilson ενθάρρυναν τη συνδιαλλαγή μεταξύ αντεπαναστατών και Μπολσεβίκων. Αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών ήταν η πρόταση, στις 23 Ιανουαρίου 1919, για κατάπαυση των εχθροπραξιών και σύγκληση συνδιάσκεψης στα Πριγκιποννήσια, με τη συμμετοχή όλων των αντιμαχόμενων παρατάξεων του ρωσικού εμφυλίου. Γάλλοι κυβερνητικοί παράγοντες, ωστόσο, «σαμποτάρισαν» αυτές τις ενέργειες, αποδεικνύοντας την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης Clemenceau να προχωρήσει στην υλοποίηση του σχεδίου της επέμβασης στην Ουκρανία. Τελικά η συνάντηση στα Πριγκιποννήσια δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

[9] Πολλοί Γάλλοι, κάτοχοι ρωσικών χρεογράφων, άρχισαν να σχηματίζουν από τις αρχές Αυγούστου 1918 Ενώσεις για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων τους στη Ρωσία. Οι πιο γνωστές από αυτές ήταν η “Commission Générale pour la Protection des intérêts francais en Russie”, η ‘‘Comité de Défense des porteurs de Fonds d’ Etat russes, de valeurs garanties par l’ Etat russe et d’ emprunts municipaux’’ και η ‘‘Comité de Défense des porteurs francais de valeurs industrielles et bancaires russes’’: Kim Oosterlinck, The Soviet Repudiation Puzzle, σ. 21-22.

[10] Michael Jabara Carley, Silent Conflict: A Hidden History of Early Soviet-Western Relations, Rowman & Littlefield, 2014, σ. 1-28.

[11] Evan Mawdsley, “The White Armies”, στο Edward Acton – Vladimir Cherniaev – William Rosenberg (επιμ.), Critical Companion to the Russian Revolution 1914-1921, Bloomington & Indianapolis: Indiana University Press, 1997, σ. 468-478.

[12] David R. Jones, “The Officers and the October Revolution”, Soviet Studies, 28.2 (Apr., 1976), 209-214∙ Arkady Borman, “My Meetings with White Russian Generals”, Russian Review, 27.2, (Apr., 1968), 215-224.

[13] Για τη ζωή και τη δράση του στρατηγού Denikin βλ. Peter Kenez, “A. I. Denikin”, Russian Review, 33.2 (April, 1974), 139-152∙ Dimitry V. Lehovich, “Denikin´ s Offensive”, Russian Review, 32.2 (April, 1973), 173-186.

[14] Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου των Εξωτερικών (στο εξής ΙΑΥΕ) /1919/Α/5/VI (6)/ Έκθεση Δενδραμή προς Υπουργείο Εξωτερικών, Ιάσιο, 13/26 Νοεμβρίου 1918, αρ. πρ. 738. Ο γραμματέας της ελληνικής πρεσβείας στο Βουκουρέστι Δενδραμής ανέβαζε, με κάποια υπερβολή, τοn συνολικό αριθμό των Εθελοντών σε 150.000 άνδρες. Η πραγματική του δύναμη, όμως, δεν πρέπει να ξεπερνούσε τις 80.000.

[15] ΙΑΥΕ/1919/Α/5/VI (6)/ Δενδραμής προς Πολίτη, Βουκουρέστι, 20 Νοεμβρίου/3 Δεκεμβρίου 1918, αρ. πρ. 747. Ο Δενδραμής, μεταφέροντας πληροφορίες του γάλλου στρατηγού Dessort από τη Ρουμανία ανέφερε: “la nouvelle de cette expédition n’ a pas été très bien reçue dans les rangs armés francaise. Le soldat francais vainqueur, las de quatre années de guerre, se voyant ainsi obligé entrer dans nouvelle campagne au moment ou les vaincus rejoignent leur foyer”.

[16] ΙΑΥΕ/1919/Α/4/Ι-Α/5/VI/ Αδοσίδης προς Υπουργείο Εξωτερικών, Θεσσαλονίκη, αχρονολόγητο, αρ. πρ. 42844.

[17] Για μια αναλυτική ερμηνεία της πολιτικής απόφασης του Βενιζέλου για συμμετοχή στην εκστρατεία βλ. Κωνσταντίνος Διώγος, «Περί ανοήτου ταύτης εκστρατείας… Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας (Νοέμβριος 1918 – Απρίλιος 1919)», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 14-15, (Ιαν., 2004), 109-138.

[18] Στη συμμαχική επίθεση του Σεπτεμβρίου 1918 η Ελλάδα κατόρθωσε να παρατάξει δύναμη 105.000 ανδρών, 34% του συνόλου των συμμαχικών δυνάμεων. Για τις δυσκολίες που συνάντησε η κυβέρνηση Βενιζέλου κατά τη διαδικασία της επιστράτευσης βλ. Γεώργιος Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, Αθήνα: МΙЕТ, 2000, σ. 185-237. Για τη μάχη του Σκρα (30 Μαΐου 1918) βλ. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (στο εξής Γ.Ε.Σ./Δ.Ι.Σ.), Η συμμετοχή της Ελλάδος εις τον πόλεμον 1918, τόμ. 2, Αθήνα 1961, σ. 274-5.

[19] Μουσείο Μπενάκη / Αρχείο Βενιζέλου 173 / Φάκ. 17 (Υπουργείο Εξωτερικών Ιανουάριος-Απρίλιος 1919), Βενιζέλος προς Ρέπουλη, 18 Μαρτίου/1 Απριλίου 1919, χ.α.. Ο Βενιζέλος έγραφε χαρακτηριστικά: «Οι τίτλοι μας, οι εκ του πολέμου, είνε τόσο ισχνοί, ώστε επί εκάστης εθνικής διεκδικήσεώς μας, η θέσις μας να μην είνε ασφαλής μέχρις της τελευταίας στιγμής». Πρβλ. και Στέφανος Στεφάνου (επιμ.), Πολιτικοί Υποθήκαι, τόμ. 2, Αθήνα 1969, σ. 232-233.

[20] Ν. Petsalis-Diomidis, Greece at the Paris Peace Conference (1919), Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 1978, σ. 73.

[21] ΙΑΥΕ/1919/ Α/4/Ι-A/5/VI / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 16/29 Νοεμβρίου 1919, αρ. πρ. 8064.

[22] Ν. Petsalis-Diomidis, «Hellenism in Southern Russia and the Ukrainian Campaign. Their Effect on the Pontus Question», Balkan Studies 13.2 (1972), 221-258. Τη δυσαρέσκειά του για τον μονομερή γαλλικό χαρακτήρα της εκστρατείας εξέφρασε ο έλληνας πρωθυπουργός στον βρετανό πρεσβευτή στην Αθήνα Lord Granville, αμέσως μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα στις 2 Δεκεμβρίου 1918. Ήταν φανερό ότι ο Βενιζέλος προτιμούσε μια επέμβαση στη Ρωσία με ισόποση συμμετοχή γαλλικών και βρετανικών δυνάμεων, κάτι τέτοιο όμως δεν ήταν δυνατό να συμβεί.

[23] «Παρακαλώ να δηλώσητε εις Γάλλον Αρχιστράτηγον ότι φόβος μεταδόσεως πνεύματος Μπολσεβικισμού κάμνει κυβέρνησιν να ενδοιάζη ως προς αποστολήν Ελληνικού Στρατού εις Ρωσσίαν και να αναμείνη άφιξιν Προέδρου [δηλ. του Βενιζέλου], όπως συνεννοηθή μετ’ αυτού, πριν ή εγκρίνη τοιαύτην αποστολήν. Θα προσθέσετε δε ότι στρατεύματά μας είναι πάντοτε εις διάθεσιν Αρχιστρατήγου διά οιανδήποτε άλλην αποστολήν»: ΙΑΥΕ/1919/ A/4/I-A/5/VI / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 16/29 Νοεμβρίου 1919, αρ. πρ. 8063.

[24] «Λαμβάνων υπ’ όψει επικρατούσας ενταύθα αγαθάς διαθέσεις κρίνω απολύτως ασύμφορον όπως οιοσδήποτε ενδοιασμός εκφρασθή εν σχέσει προς γνωστόν υμίν ζήτημα δηλ. αποστολήν στρατού εις Ρωσσίαν»: ΙAYE/1919/ A/4/I-A/5/VI / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 17/30 Νοεμβρίου 1919 αρ. πρ. 8072.

[25] “Gouvernement devrait exiger de être mis journellement au courant des faits et gestes de nos troupes et télégraphier d’urgence ces renseignements aux Légations pour qu ‘elles puissent les communiquer à la presse lors des raisons d’ordre militaire ne l’empêche.”: ΙΑΥΕ/1919/ A/4/I-A/5/V1 / Ρωμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Παρίσι, 23 Νοεμβρίου/6 Δεκεμβρίου 1919, αρ. 8274.

[26] Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (στο εξής ΕΛΙΑ) / Αρχείο Βενιζέλου / Φακ. 9.5 / Έκθεση Σταυριδάκη προς Πολίτη, Σεβαστούπολη 7/20 Μαρτίου – Αθήνα 15/28 Μαΐου 1919, αρ. 40, σ. 4.

[27] Παναγιώτης Ι. Παναγιωτόπουλος, Αναμνήσεις Εκ Του Μακεδονικού, Ουκρανικού και Μικρασιατικού Μετώπου, Αθήνα: εκδ. Ιωλκός, 2003, σ. 51-52.

[28] Αρχείο ΔΙΣ / Φάκ. 263 / Υποφ. Ε΄ 1 / Συμπληρωματική έκθεσις της εν Ουκρανία και Βεσσαραβίας εκστρατείας της II Μεραρχίας, «Πληροφορίαι στρατηγικής και πολιτικής φύσεως» (υποστρατήγου Βλαχόπουλου), σ. 2.

[29] ΙΑΥΕ/1919/ Α/5/VI / Αδοσσίδης προς Υπουργείο Εξωτερικών, Θεσσαλονίκη, 26 Ιανουαρίου/8 Φεβρουαρίου 1919 αρ. πρ. 8690.

[30] Κωνσταντίνος Νίδερ, «Η Εκστρατεία της Ουκρανίας», Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 1, αρ. 6-36, Αθήνα, 1927-1928.

[31] Αρχείο Δ.Ι.Σ./ Φ.263Α / Υποφ. ΣΤ΄ / Η Ανατολική Στρατιά εις την Ρωσσίαν, υπό Capitaine F.J. Deygas. Οι γαλλικές δυνάμεις που έδρασαν στην Ουκρανία δεν ξεπέρασαν ποτέ τους 25.000 άνδρες.

[32] ΙΑΥΕ/1919/ Α/5/VI (18) / Δενδραμής προς Υπουργείο Εξωτερικών, Έκθεση, Γαλάζιον (Γαλάτσι Ρουμανίας), 26 Μαρτίου/ 8 Απριλίου 1919, αρ. πρ. 43, σ. 6.

[33] Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν το «μικτό» απόσπασμα της Χερσώνας, συνολικής δύναμης 1.150 ανδρών, το οποίο στην αρχική του σύνθεση αποτελούταν από 850 Έλληνες και μόλις 300 Γάλλους.

[34] Αρχείο Δ.Ι.Σ. / Φάκ. 264 / Υποφάκ. Β΄ / 34ο Σύνταγμα Πεζικού / 1. Έκθεσις πεπραγμένων μηνών Ιανουαρίου – Μαΐου 1919 / Τσολακόπουλος προς τη II Μεραρχία, εν Οδησσώ τη 8/21 Φεβρουαρίου 1919. Πράγματι, στις αρχές Μαρτίου 1919 ο συνταγματάρχης Τσολακόπουλος αντικαταστάθηκε από τον συνταγματάρχη Πέτρο Καρακασσώνη στη διοίκηση του 34ου συντάγματος. Στο σύγγραμμα του λοχαγού Jean Bujac, Les campagnes de larmée hellénique, 1918-1922, Paris: Charles-Lavauzelle, 1930, αναφέρεται ότι «ο Συνταγματάρχης Τσολακόπουλος χειροδίκησε κατά του Γάλλου Διοικητή». Η επίσημη αιτιολόγηση της ελληνικής πλευράς απέδιδε την αντικατάσταση σε λόγους υγείας. Όποια κι αν ήταν η πραγματικότητα, η εικόνα ενός έλληνα αξιωματικού σε πλήρη απόγνωση ήταν δηλωτική του κλίματος που επικρατούσε στην Ουκρανία.

[35] William Henry Chamberlin, The Russian Revolution, Princeton: Princeton University Press, 1987, σ. 214. Στις αρχές του 1919 ο Grigoriev, αφού εγκατέλειψε τον στρατό του Simon Petliura, πέρασε στο πλευρό των σοβιετικών, που εκείνη την περίοδο προωθούνταν προς το Νότο. Όταν λίγους μήνες αργότερα, την άνοιξη του 1919, ο Denikin ανέλαβε τη μεγάλη επίθεση προς Βορρά, ο Grigoriev δε δυσκολεύτηκε να εγκαταλείψει αυτή τη φορά τους σοβιετικούς και να συμμαχήσει με τον στρατό των Εθελοντών. Ο Grigoriev, εκφραστής των πόθων του αγροτικού πληθυσμού για διανομή της γης και αγροτικές μεταρρυθμίσεις, εγκατέλειψε τους Κόκκινους λόγω του προγράμματος βίαιης κολεκτιβοποίησης που προσπάθησε να εφαρμόσει η σοβιετική εξουσία.

[36] ΕΛΙΑ / Αρχείο Βενιζέλου / Φάκ. 9.5 / Έκθεση Σταυριδάκη προς Πολίτη, Σεβαστούπολη 7/20 Μαρτίου – Αθήνα 15/28 Μαΐου 1919, αρ. 40. Διαδεδομένη ήταν και η αντίληψη ότι το Α΄ Σώμα Στρατού «ετιμωρείτο», εξαιτίας της απειθαρχίας και της απροθυμίας του να συμμετάσχει στο Μακεδονικό Μέτωπο, βλ. σχετικά Γ.Ε.Σ./Δ.Ι.Σ., Η Ελλάς και ο Πόλεμος εις τα Βαλκάνια, τόμ. 1, Αθήνα: εκδ. Δ.Ι.Σ, 1958, σ. 291-299.

[37] ΙΑΥΕ/1919/ Α/5/VI / Αδοσίδης προς Πολίτη, Βουκουρέστι, 1/14 Μαρτίου 1919, αρ. 394.

[38] Ο λοχαγός Jacques Sadul, μέλος της γαλλικής στρατιωτικής αποστολής στη Μόσχα, σε γράμμα προς τον Ζαν Λογκέ, εγγονό του Καρόλου Μαρξ και επιφανή γάλλο σοσιαλιστή, έγραφε: «Αν η Αντάντ είναι υποχρεωμένη να παρατήσει κάθε ένοπλη επέμβαση, άμεση ή έμμεση, ελπίζει τουλάχιστο να νικήσει τους μπολσεβίκους με τη βιομηχανική καταστροφή και την πείνα». Ολόκληρο το γράμμα παρατίθεται στο Ζακ Σαντούλ, Η Επανάσταση των Μπολσεβίκων, Αθήνα: εκδ. Μπουκουμάνη, 1975, σ. 182-183.

[39] Η επικράτηση την ίδια περίοδο των αστικών δυνάμεων με την υποστήριξη και των δυτικών κρατών στη Ρουμανία, τη Γερμανία (κίνημα Σπαρτακιστών), την Ουγγαρία (Bela Kun), καθώς και ο ρωσο-πολωνικός πόλεμος που ακολούθησε είχαν να κάνουν με αυτή την προσπάθεια των Συμμάχων να υψώσουν ένα «ανάχωμα» στην επέκταση του μπολσεβικισμού στην Ευρώπη, μέσω της δημιουργίας μιας σειράς εξαρτώμενων από τη Δύση κρατών, βλ. Michael Jabara Carley, “The Politics of Anti-Bolshevism: The French Government and the Russo-Polish War, December 1919 to May 1920”, The Historical Journal, 19.1 (Mar., 1976), 163-189.

[40] Μουσείο Μπενάκη / Αρχείο Βενιζέλου 173 / Φακ. 17 (Υπουργείο Εξωτερικών Ιανουάριος-Απρίλιος 1919) / Βενιζέλος προς Υπουργείο Εξωτερικών, Λονδίνο, 15/28 Φεβρουαρίου 1919, χ.α..

[41] Κωνσταντίνος Διώγος, «Ανεπιθύμητοι πρόσφυγες: Η πολιτική διαχείριση του προβλήματος των προσφύγων της Οδησσού και της Κριμαίας από την κυβέρνηση Βενιζέλου, μετά την εκστρατεία της Ουκρανίας το 1919», στο Ανανίας Τσιραμπίδης – Μαρία Καζαντζίδου – Ειρήνη Τελλίδου (επιμ.), Θεσσαλονίκη. Πρωτεύουσα των προσφύγων. Οι πρόσφυγες στην πόλη από το 1912 μέχρι σήμερα, Επιστημονικό Συνέδριο Ιστορικού Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού Δήμου Καλαμαριάς, 23-25 Νοεμβρίου 2012, Θεσσαλονίκη, 2013, σ. 77-88.

[42] Οι φιλοβενιζελικοί συγγραφείς έδειχναν τάσεις απόλυτης δικαιολόγησης της συμμετοχής στην εκστρατεία, βλ. ενδεικτικά Γεώργιος Βεντήρης, Η Ελλάς του 1910-1920, τόμ. 2, Αθήνα: Ίκαρος, 1931, σ. 382-383 και Σπυρίδων Β. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τόμ. 4, Αθήνα: Πάπυρος, 1966, σ. 281. Από την άλλη, οι αντιβενιζελικοί έδειχναν τάσεις αναθεματισμού, βλ. Γεώργιος Ασπρέας, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, Αθήνα: Χρήσιμα Βιβλία, 1963, σ. 466.

[43] Γιάννης Γιαννουλόπουλος, Η ευγενής μας τύφλωσις, Αθήνα: Βιβλιόραμα, 1999, σ. 253-254.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

(Ελληνόγλωσση)

Ασπρέας Γεώργιος, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, εκδ. Χρήσιμα Βιβλία, Αθήνα 1963.

Αυγητίδης Κώστας, Η Στρατιωτική Επέμβαση των Καπιταλιστικών Χωρών ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία και η Ελλάδα (1918-1920), εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1999.

Βεντήρης Γεώργιος, Η Ελλάς του 1910 – 1920, τόμ. 2, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1931.

Γ.Ε.Σ., Η Ελλάς και ο πόλεμος εις τα Βαλκάνια, τόμ. 1, εκδ. Δ.Ι.Σ., Αθήνα 1958.

Γ.Ε.Σ., Η συμμετοχή της Ελλάδος εις τον πόλεμον 1918, τόμ. 2, εκδ. Δ.Ι.Σ., Αθήνα 1961.

Γ.Ε.Σ., Το Ελληνικόν Εκστρατευτικόν Σώμα εις Μεσημβρινήν Ρωσίαν (1919), εκδ. Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1955.

Γιαννουλόπουλος Ν. Γιάννης, Η ευγενής μας τύφλωσις…Εξωτερική Πολιτική και «Εθνικά Θέματα» από την ήττα του 1897 έως της Μικρασιατική Καταστροφή, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 1999.

Γονατάς Επ. Στυλιανός, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1958.

Γρηγοριάδης N. Φοίβος, Διχασμός-Μ.Ασία (ιστορία μιας εικοσαετίας 1909-1930), τόμ. 1, εκδ. Κεδρηνος, Αθήνα 1971.

Γρηγοριάδης Νεόκοσμος, Ο Στρατός μας ΄ς τα Ξένα (Ρωσσία – Ρουμανία), Σμύρνη, 1919.

Δέλτα Π.Σ. Αρχείο Β΄ (επιμέλεια Π.Α. Ζάννας), Νικόλαος Πλαστήρας, Εκστρατεία Ουκρανίας 1919-Κίνημα 6ης Μαρτίου1933-Αλληλογραφία, Αθήνα 1979.

Δέλτα Π.Σ. Αρχείο Δ΄ (επιμέλεια Π.Α. Ζάννας), Εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία 1919, κείμενα Ιάνκος Δραγούμης – Κωνσταντίνος Μανέτας – Κωνσταντίνος Βλάχος – Νεόκοσμος Γρηγοριάδης, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1982.

Διώγος Κωνσταντίνος, Η Ελλάδα και η συμμετοχή της στην εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (1918-1919), αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία, Θεσσαλονίκη, 2005.

Διώγος Κωνσταντίνος, «Περί ανοήτου ταύτης εκστρατείας… Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας (Νοέμβριος 1918-Απρίλιος 1919)», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 14-15 (Ιαν. 2004), 109-138.

Διώγος Κωνσταντίνος, «Ανεπιθύμητοι πρόσφυγες: Η πολιτική διαχείριση του προβλήματος των προσφύγων της Οδησσού και της Κριμαίας από την κυβέρνηση Βενιζέλου, μετά την εκστρατεία της Ουκρανίας το 1919», στο Ανανίας Τσιραμπίδης – Μαρία Καζαντζίδου – Ειρήνη Τελλίδου (επιμ.), Θεσσαλονίκη. Πρωτεύουσα των προσφύγων. Οι πρόσφυγες στην πόλη από το 1912 μέχρι σήμερα, Επιστημονικό Συνέδριο Ιστορικού Αρχείου Προσφυγικού Ελληνισμού Δήμου Καλαμαριάς, 23-25 Νοεμβρίου 2012, Θεσσαλονίκη, 2013, σ. 77-88.

Ζαπάντης H. Ανδρέας, Ελληνο-σοβιετικές σχέσεις 1917-1941, εκδ. Εστία, Αθήνα 1989.

Καραβία Μαρία, Οδησσός. Η λησμονημένη πατρίδα, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1998.

Καρακασσώνης Γ. Πέτρος (υποστρατήγου), Ιστορία της εις Ουκρανίαν και Κριμαίαν Υπερποντίου Εκστρατείας του 1919, Αθήνα 1934. 

Καρδάσης Βασίλης, Ο Ελληνισμός του Ευξείνου Πόντου (Οδησσός-Ταϊγάνιο-Ροστόφ-Μαριούπολη), εκδ. Μίλητος, Αθήνα 1997.

Καρπόζηλος Απόστολος, «Ρωσο-οντιακά», Αρχείον Πόντου, 38 (1983), 153-176.

Καψαμπέλης Εμμανουήλ, Αναμνήσεις Διπλωμάτου, Αθήνα 1940.

Καψαμπέλης Εμμανουήλ, Τι οφείλει η Ρωσσία εις την Ελλάδα, Αθήνα 1947.

Κοντογιάννης Χ. Κ., «Επιχειρήσεις με το Αντιτορπιλικόν «Λόγχη» κατά το διάστημα Οκτωβρίου 1918-Ιουλίου 1919», Ναυτική Επιθεώρηση, έτος ΙΒ΄, τόμος XV, τεύχος αριθ. 75, (Ιούνιος, 1928), εκδ. Π.Δ. Σακελλάριος, Αθήνα 1928, σ. 778-789.

Λεονταρίτης Β. Γεώργιος, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2000

Μαργαρίτης Γιώργος, Η Εμπόλεμη Ελλάδα. Βαλκανικοί Πόλεμοι, Μακεδονικό Μέτωπο, Ουκρανία, στο συλλογικό έργο, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770 – 2000, τόμ. 6, Η Εθνική Ολοκλήρωση (1909 – 1922), εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003.

Μαργαρίτης Γιώργος, Οι Πόλεμοι, στο συλλογικό έργο του Χατζηιωσήφ Χρήστου (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αι. 1900 – 1922. Οι απαρχές, τόμ. 1, Μέρος 2, κεφ. 12.

Μαρκεζίνη Σπυρίδων, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τόμ. 4, εκδ. Πάπυρος 1968.

Νίδερ Κωνσταντίνος, «Η Εκστρατεία της Ουκρανίας», Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική, τόμος 1ος, αρίθ. 6-36, Αθήνα 1927-1928.

Παναγιωτόπουλος Ι. Παναγιώτης, Αναμνήσεις Εκ Του Μακεδονικού, Ουκρανικού και Μικρασιατικού Μετώπου, εκδ. Ιωλκός, Αθήνα Απρίλιος 2003.

Παπουλίδης Κωνσταντίνος, Οι Έλληνες της Οδησσού, εκδ. αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1999.

Παπουλίδης Κωνσταντίνος, «Οι Έλληνες της Ρωσίας τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 4 (1992), 107-140.

Σαντούλ Ζακ (μτφρ. Βάσου και Λιλίκας Γεωργίου), Η Επανάσταση των Μπολσεβίκων. Τα περίφημα γράμματα από την Πετρούπολη και τη Μόσχα, εκδ. Μπουκουμάνη, Αθήνα 1975.

Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Η ελληνική εξωτερική από τις αρχές του 20ου αιώνα ως το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1983.

Στεφάνου Στέφανος (επιμ.), Πολιτικαί Υποθήκαι, τόμ. 2, Αθήνα 1969.

Φωτιάδης Κώστας, Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, εκδ. Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 1999.

Χαρατσής Ι. Στυλιανός, Η Πρώτη Επέμβαση (Η Άγνωστη Δράση του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού στην Εκστρατεία της Μεσημβρινής Ρωσίας 1918-1920, εκδ. Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος, Αθήνα 1997.

Χασιώτης Κ. Ιωάννης (επιμ.), Οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1997.

 

(Ξενόγλωσση)

Ainsworth John, “Sidney Reilly’ s Reports from South Russia, December 1918-March 1919”, Europe-Asia Studies, Vol. 50, No. 8, (Dec., 1998), 1447-1470.

Bortnevski G. Viktor, “White Administration and White Terror (The Denikin Period)”, Russian Review, Vol. 52, No. 3, (Jul., 1993), 354-366.

Bradley J. F. N., “France, Lenin and the Bolsheviks in 1917-1918”, The English Historical Review, Vol. 86, No. 341, (Oct., 1971), 783-789.

Bradley J. F. N., “The Allies and Russia in the Light of French Archives (7 November 1917 – 15 March 1918)”, Soviet Studies, Vol. 16, No. 2, (Oct., 1964), 166-185.

Bradley John, Allied Intervention in Russia, 1917-1920, London 1968.

Brinkley I. George, The Volunteer Army and Allied Intervention in South Rusia 1917-1921, Notre Dame: University of Notre Dame Press 1966.

Carley Jabara Michael, “Episodes from the early Cold War: Franco-Soviet Relations, 1917-1927”, Europe-Asia Studies, Vol. 52, No. 7, (Nov., 2000), 1275-1305.

Carley Jabara Michael, “The Origins of the French Intervention in the Russian Civil War, January-May 1918: A Reappraisal”, The Journal of  Modern  History, Vol. 48, No. 3, (Sept., 1976), 413-439.

Carley Jabara Michael, Revolution and Intervention. The French Government and the Russian Civil War 1717-1919, McGill-Queen’ s University Press, Kingston and Montreal 1983.

Carley Jabara Michael, Silent Conflict: A Hidden History of Early Soviet-Western Relations, Rowman & Littlefield, 2014.

Chamberlin William Henry, The Russian Revolution 1918-1921, Vol. 1-2, edition, Princeton University Press 1987.

Crisp Olga, “French Investemen in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Business History, (Liverpool) Vol. 2, (1960), 75-90.

Crisp Olga, “Some Problems of French Investment in Russian Joint Stock Companies, 1894-1914”, Slavonic nad East European Review, Vol. 35, no. 84 (1956), 223-240.

Figes Orlando, “The Red Army and Mass Mobilization during the Russian Civil War 1918-1920”, Past and Present, No. 129, (Nov., 1990), 168-211.

Foglesong S. David, Foreign Intervention, στο συλλογικό έργο των Acton, Cherniaev, Rosenberg (edited by), Critival Compagnion to The Russian Revolution 1914 – 1921, εκδ. Arnold 1997.

Girault René, “Problèmes de l’ impérialisme économique francais en Russie a la veille de la première guerre mondiale”, Revue du Nord, 57.225 (avril-juin 1975), 123-131.   

Kenez Peter, “A. I. Denikin”, Russian Review, Vol. 33, No. 2 (April, 1974), 139-152

Kenez Peter, “The Ideology of the White Movement”, Soviet Studies, Vol. 32, No. 1, (Jan., 1980), 58-83.

Kenez Peter, Civil War in South Russia 1919-1920, Berkeley: University of California Press 1977.

Lehovich V. Dimitry, “Denikin´ s Offensive”, Russian Review, Vol. 32, No. 2 (April, 1973), 173-186.

Mawdsley Evan, The White Armies, στο συλλογικό έργο των Acton, Cherniaev, Rosenberg (επιμ.), Critival Compagnion to The Russian Renolution 1914 – 1921, εκδ. Arnold 1997.  

Millman Brock, “The Problem with Generals: Military Observers and the Origins of the Intervention in Russia and Persia, 1917-1918”, Journal of Contemporary History, Vol.33, No. 2, (Apr., 1998), 291-320.

Munholland J. Kim, “The French Army and Intervention in Southern Russia, 1918-1919”, Cahiers du monde Russe, 22.1 (1981), 43-66.

Oosterlinck Kim, The Soviet Repudiation Puzzle, edit. Centre Emile Bernheim, Brussels 2004.

Patricia Herlihy, “The Greek Community in Odessa, 1861-1917”, Journal of Modern Greek Studies, 7.2, (Οκτ. 1989), 235-252.

Peake R. Thomas, “Jacques Sadul and the Russian Intervention Question, 1919”, Russian Review, Vol. 32, No. 1, (Jan., 1973), 54-63.

Petsalis-Diomidis N., Greece at the Paris Peace Conference (1919), Institute for Balkan Studies, Θεσσαλονίκη 1978.

Petsalis-Diomidis Ν., “Hellenism in Southern Russia and the Ukrainian Campaign. Their Effect on the Pontus Question”, Balkan Studies 13,2 (1972), 221-263.

Resheter S. John, The Ukrainian Revolution 1917-1920, Princeton University Press, Princeton 1952.

Saunders David, “Britain and the Ukrainian Question (1912-1920)”, The English Historical Review, Vol. 103, No. 406, (Jan., 1988), 40-68

Siegel Jennifer, For Peace and Money: French and British Finance in the Service of Tsars and Commissars, Oxford: Oxford University Press, 2014.

Smele D. Jonathan, Civil War in Siberia. The Ant-Bolshevik Government of Admiral Kolchak 1918-1920, Cambridge University Press 1996.

Somin Ilya, Stillborn Crusade. The Tragic Failure of Western Intervention in the Russian Civil War, Transaction Publishers, New Jersey 1996.

Thompson J. M., “Lenin’s Analysis of Intervention”, American Slavic and East European Review, Vol. 17, No. 2 (April 1958), 151-160.

Trani Eugene, “Woodrow Wilson and the Decision to Intervene in Russia: A Reconsideration”, The Journal of Modern History, Vol. 48, No. 3, (Sept., 1976), 440-461.

Wade A. Rex, The Russian Revolution 1917, Cambridge University Press 2000.

Weinstein H. R., “Land Hunger and Nationalism in the Ukraine, 1905-1917”, The Journal of Economic History, Vol. 2, No. 1, (May, 1942), 24-35.

Woodward R. David, “British Intervention in Russia during the First World War”, Military Affairs, Vol. 41, No. 4, (Dec., 1977), 171-175.

Xydias Jean, L’ intervention francaise en Russie, 1918-1919. Paris : Editions de France, 1927.

Στράτος Δορδανάς–Βάϊος Καλογρηάς: «Έχει θετική άποψη για το καθεστώς»: Οι Έλληνες της Ανατολικής Γερμανίας και η Στάζι

Στράτος Δορδανάς – Βάϊος Καλογρηάς 

«Έχει θετική άποψη για το καθεστώς»:

Οι Έλληνες της Ανατολικής Γερμανίας και η Στάζι

 

Α. Το πλαίσιο της έρευνας: το αρχείο (-α) και οι βιβλιογραφικές διαθεσιμότητες

Το παρόν κείμενο σκοπό έχει να παρουσιάσει την ταυτότητα της αρχειακής έρευνας που διενεργήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος «ΘΑΛΗΣ» (Η Ελλάδα από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στον Ψυχρό Πόλεμο. Διεθνείς σχέσεις και εσωτερικές εξελίξεις) στο αρχείο της Στάζι, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2014, καθώς και κάποια πρώτα συμπεράσματα όχι τόσο γενικότερα για τους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες στην Ανατολική Γερμανία αλλά ειδικότερα – όπως γίνεται αμέσως αντιληπτό – για όσους δραστηριοποιήθηκαν ως πληροφοριοδότες της Στάζι από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 έως και τα μέσα της δεκαετίας του ΄80.

Γενικότερα, το ζήτημα των πολιτικών προσφύγων, δηλαδή των ανθρώπων που εγκατέλειψαν μαζικά τη χώρα προς το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949) και περιπλανήθηκαν σε χώρες ανάμεσα στο Καζακστάν και την Ανατολική Γερμανία, είναι ένα ερευνητικό πεδίο που άρχισε να αναπτύσσεται από τη δεκαετία του ΄90 και άνθισε μέσα στην επόμενη δεκαετία. Επιχειρώντας μια σύντομη βιβλιογραφική επισκόπηση για την περίπτωση της Ανατολικής Γερμανίας και τους πολιτικούς πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στη χώρα αυτή, διαπιστώνεται πως ελάχιστα απασχόλησε έως σήμερα την έρευνα μάλλον γιατί ο αριθμός των προσφύγων ήταν ο μικρότερος από κάθε άλλη ανατολική χώρα (αποτελούμενος στη συντριπτική πλειοψηφία του από παιδιά).

Αν εξαιρέσει κανείς τα γενικά έργα για τους Έλληνες στην υπερορία (Τσέκου Κατερίνα, Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Ευρώπη, 1945-1989. Βουτυρά Ευτυχία-Δαλκαβούκης Βασίλης-Μαραντζίδης Νίκος-Μποντίλα Μαρία (επιμ.), Το όπλο παρά πόδα. Οι πολιτικοί πρόσφυγες του ελληνικού εμφυλίου πολέμου στην Ανατολική Ευρώπη. Boeschoten Riki Van-Danforth Loring M., Παιδιά του ελληνικού Εμφυλίου. Πρόσφυγες και πολιτική της μνήμης), ειδικότερα ανά χώρα (Τσέκου Κατερίνα, Προσωρινώς διαμένοντες…Έλληνες Πολιτικοί Πρόσφυγες στη Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας (1948-1982. Κράλοβα-Τσίβος, Στέγνωσαν τα δάκρυά μας. Έλληνες πρόσφυγες στην Τσεχοσλοβακία) ή θεματικές προσεγγίσεις (Μποντίλα Μαρία, «Πολύχρονος να ζεις, μεγάλε Στάλιν». Η εκπαίδευση των παιδιών των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στα ανατολικά κράτη (1950-1964. Ματθαίου Άννα-Πολέμη Πόπη, Η εκδοτική περιπέτεια των Ελλήνων κομμουνιστών από το βουνό στην υπερορία, 1947-1968) μετρούνται κυριολεκτικά στα δάχτυλα του ενός χεριού οι συμβολές για την Ανατολική Γερμανία. Μεταξύ των τελευταίων, κυρίως γιατί πραγματεύονται το ζήτημα στον μακρό χρόνο, δηλαδή από την άφιξη και την εγκατάσταση στην εμπλοκή τους στα γρανάζια της Στάζι, ξεχωρίζει κανείς τη δουλειά της Marias Panoussi, „Die griechischen politischen Immigranten in der DDR“ και τα άρθρα στα γερμανικά και στα ελληνικά του Stefan Troebst, «Πρόσφυγες σε μια διαιρεμένη χώρα: Ελληνόπουλα στη ΛΔΓ, 1949-1989», Λαγάνη Ειρήνη-Μποντίλα Μαρία (επιμ.), ‘Παιδομάζωμα’ ή ‘Παιδοσώσιμο’; Παιδιά του Εμφυλίου στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη.

Οι παραπάνω βιβλιογραφικές συνεισφορές δεν θα είχαν δει ενδεχομένως το φως της δημοσιότητας (σίγουρα όχι υπό τη μορφή αυτή), αν δεν είχε προηγηθεί η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ που εξασφάλισε στον ερευνητή την πρόσβαση στα αρχεία (βεβαίως όχι σε όλα) των κομμουνιστικών καθεστώτων. Στο πλαίσιο αυτό, το αρχείο της Στάζι προσελκύει πλέον εκατοντάδες ερευνητές από όλο τον κόσμο, καθώς η συγκεκριμένη υπηρεσία αποτέλεσε για δεκαετίες τον ισχυρότερο πυλώνα ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος-βιτρίνα για ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη ή διαφορετικά αντιπροσώπευσε το ίδιο το κόμμα και εξασφάλισε τη μακροημέρευσή του.

Εδώ η σύγκριση με τις πρακτικές πολιτικού ελέγχου και κοινωνικής πειθάρχησης των αντίστοιχων υπηρεσιών ασφαλείας άλλων χωρών του ανατολικού συνασπισμού (όπως της Ρουμανίας για παράδειγμα) καθίσταται εκ των πραγμάτων απαραίτητη για τη βαθύτερη κατανόηση της υφής των ίδιων των καθεστώτων. Στην περίπτωση της ΛΔΓ πίσω από το Ministerium für Staatssicherheit (MfS, υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας) κρυβόταν το κόμμα. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να μελετήσει κανείς τις σχέσεις, αλλά και τις διαφοροποιήσεις, μεταξύ SED (Sozialistische Einheitspartei Deutschlands, Σοσιαλιστικό Ενωτικό Κόμμα Γερμανίας) και MfS. Το γεγονός ακριβώς πως πίσω από τις υπηρεσίες κρατικής ασφάλειας κρυβόταν το κόμμα και όχι το κράτος, όπως αντίθετα συνέβαινε σε ορισμένες στρατιωτικές δικτατορίες, όπου το κράτος χρησιμοποίησε το κόμμα ως όργανο πολιτικής ενδυνάμωσης για τον έλεγχο της κοινωνίας, αποτελεί ένα σημαντικό προσδιοριστικό στοιχείο του τρόπου οικοδόμησης του συγκεκριμένου καθεστώτος. Γενικότερα, όπως και στις υπόλοιπες ανατολικές χώρες έτσι και εδώ δεν πρέπει να μιλάμε για ένα „Staatspartei‟ (κρατικοποιημένο κόμμα) αλλά για ένα „Parteistaat‟ (κομματικοποιημένο κράτος ή αλλιώς για ένα κράτος υπό την πλήρη κυριαρχία του κόμματος). Αυτό εντάσσεται ασφαλώς στη λογική του διεθνούς κομμουνιστικού συστήματος, όπως για παράδειγμα στην ΕΣΣΔ του Στάλιν, όπου το κράτος ενσωματώθηκε ή καλύτερα απορροφήθηκε από την κομματική γραφειοκρατία. Στο τέλος η κρατική δομή και οργάνωση αντικαταστάθηκε από τον κομματικό μηχανισμό („dupliziert‟).

Το αρχηγείο της Στάζι στο Ανατολικό Βερολίνο. Σήμερα λειτουργεί ως μουσείο.

Στο σύνολό του το αρχείο στην κεντρική υπηρεσία στο Βερολίνο (Bundesbeauftragte für die Unterlagen des Staatssicherheitsdienstes der ehemaligen Deutschen Demokratischen Republik, BStU) συγκροτείται από αρχειοθετημένους ή υπό επεξεργασία φακέλους μέχρι και το 1989/90 αλλά και από οπτικοαουστικό υλικό (φωτογραφίες, αρνητικά, βίντεο, φιλμ, ηχογραφημένες συνομιλίες). Επίσης, εκεί απόκεινται τα αρχεία των πρόδρομων οργανώσεων της Στάζι (politischen Polizei K 5 και του Amt für Nationale Sicherheit der DDR). Συνολικά το διασωθέν υλικό καταλαμβάνει έκταση 111 χιλιομέτρων ή χωρά σε περισσότερα από 1.500 γήπεδα ποδοσφαίρου (https://www.bstu.de/en/). Οι ελληνικού ενδιαφέροντος φάκελοι ανέρχονται σε περίπου εκατό, συνολικά κάπου έντεκα με δώδεκα χιλιάδες σελίδες. Ίσως να υπάρχουν και άλλοι που λανθάνουν, κυρίως εκείνοι για τους οποίους η αναζήτηση στηρίζεται στους ονομαστικούς καταλόγους βάσει των οποίων η ίδια η Στάζι αρχειοθετούσε τις υποθέσεις. Η πλήρη ταυτοποίηση του ελληνικού ονόματος με τον προς αναζήτηση φάκελο παραμένει ακόμη και σήμερα μια σχετικά απαιτητική υπόθεση για το προσωπικό του αρχείου.

Ορισμένοι από τους 16.500 σάκκους, όπου ήταν συγκεντρωμένο το αρχείο της Στάζι.

Β. Το αρχείο της Στάζι: τα ελληνικά δεδομένα

Όταν πριν από εννέα περίπου χρόνια διαμορφώνονταν τα παραδοτέα του προγράμματος, είχε κριθεί πως η συνεργασία Ελλήνων της Ανατολικής Γερμανίας – πολιτικών προσφύγων ή στελεχών του ΚΚΕ – με τη διαβόητη Στάζι ήταν δυνατόν να οδηγήσει σε μια μονογραφία, βασισμένη στις πληροφορίες που διέθετε η υπηρεσία για τις κινήσεις των στελεχών του ΚΚΕ και στο πλέγμα της μεταξύ τους συνεργασίας για ζητήματα πολιτικού, ιδεολογικού ή και στρατιωτικού ακόμη ενδιαφέροντος. Όπως όμως συχνά συμβαίνει, το αρχειακό υλικό που αναζητά και εντοπίζει ο ερευνητής, οδηγεί στη δημιουργία νέων ερωτημάτων και επαναπροσδιορίζει το αντικείμενο μελέτης. Έτσι έγινε και στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι από τους φακέλους που εντοπίστηκαν, δεν ανέκυψαν συνταρακτικά στοιχεία για τις σχέσεις μεταξύ του ΚΚΕ και των μυστικών κρατικών υπηρεσιών της Ανατολικής Γερμανίας (ειδικά της Στάζι) σε επίσημο ή ανεπίσημο επίπεδο. Ας σημειωθεί ότι το 1951 υπήρχαν 95 μέλη του ΚΚΕ, 18 από τα οποία δόκιμα, στην Ανατολική Γερμανία.

Αντιθέτως, οι φάκελοι περιέχουν πολυάριθμα στοιχεία για τη στρατολόγηση ελλήνων πολιτικών προσφύγων από τη Στάζι με σκοπό την παρακολούθηση «ύποπτων προσώπων» ή τη συλλογή πληροφοριών για τις δραστηριότητες των Ελλήνων τόσο στην Ανατολική Γερμανία όσο και στο Δυτικό Βερολίνο το οποίο, λόγω του ιδιαίτερου καθεστώτος του, θεωρήθηκε από τη Στάζι ορμητήριο ελλήνων κατασκόπων προς την Ανατολική Γερμανία. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα το Δυτικό Βερολίνο, η Στάζι επιθυμούσε να πληροφορηθεί τα ονόματα των προσώπων που συνδέονταν με την εκεί Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή και επισκέπτονταν τακτικά ομοεθνείς τους στον ανατολικό τομέα της πόλης. Για τον σκοπό αυτό επιστράτευσε Έλληνες της ΓΛΔ που, με το πρόσχημα της διεκπεραίωσης ιδιωτικών υποθέσεων ή της έκδοσης/ανανέωσης του διαβατηρίου τους, πηγαινοέρχονταν στα γραφεία της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής (γι’ αυτό και στρατολογήθηκαν κυρίως όσοι διέθεταν διαβατήριο, ώστε να έχουν τη δυνατότητα της μετάβασης στο Δυτικό Βερολίνο ή για να πραγματοποιούν ταξίδια εκτός του γερμανικού χώρου), παρακολουθώντας τις κινήσεις των επισκεπτών αλλά και καταγράφοντας στιχομυθίες μεταξύ των ελλήνων υπαλλήλων.

Επίσης, μεγάλο ενδιαφέρον υπήρξε για τις μετακινήσεις, τις οικονομικές δοσοληψίες και «άλλες» περιπέτειες του γενικού προξένου (που όπως εικάζεται τού κόστισαν μάλιστα και τη θέση του), καθώς και ορισμένων στενών συνεργατών του, όπως και για τις αντιδικτατορικές δραστηριότητες στα τέλη της δεκαετίας του ΄60 που οργανώθηκαν από έλληνες φοιτητές αλλά και αριστερές οργανώσεις (για παράδειγμα μαοϊκές). Μάλιστα, οι έλληνες συνεργάτες της Στάζι είχαν περιγράψει αναλυτικά τους χώρους των γραφείων της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής προκειμένου να συνταχθεί ειδικός χάρτης.

Στη μεγαλύτερη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η μετάβαση από τον ανατολικό τομέα του Βερολίνου στον δυτικό και αντίστραφα γινόταν με χρήση του υπογείου σιδηροδρόμου (U-Bahn). Στη φωτογραφία διασταύρωση δυο συρμών έξω από τον σταθμό της Dimitroffstrasse, στο Ανατολικό Βερολίνο, το 1980.

Γ. Οι Έλληνες πράκτορες της Στάζι

Ποια πρόσωπα, όμως, στρατολογήθηκαν από τη Στάζι και για ποιο σκοπό; Με ποιο τρόπο τα πλησίασαν οι άνθρωποί της και τι ακριβώς ανέμεναν από αυτά; Ποια υλικά ή άλλου είδους ανταλλάγματα υποσχέθηκαν για να εξασφαλίσουν τη συνεργασία τους; Τι ακριβώς περιλάμβανε το «μενού» των δραστηριοτήτων των ελλήνων πρακτόρων; Πως αντιλαμβάνονταν οι ίδιοι την υπηρεσία τους αυτή, με δεδομένο ότι η Στάζι ήταν μισητή στον πληθυσμό και οι πράκτορές της ο «φόβος και ο τρόμος» της ανατολικογερμανικής κοινωνίας; Υπήρχε η δυνατότητα να αρνηθεί κανείς την ένταξή του στο δίκτυο της Στάζι; Ποια ήταν η τύχη των ελλήνων συνεργατών μετά την πτώση του Τείχους και πως επανήλθαν σε φυσιολογικούς ρυθμούς ζωής; Αυτά είναι ορισμένα από τα ερωτήματα, τα οποία προέκυψαν από τη μελέτη των φακέλων της Στάζι και θυμίζουν, χωρίς υπερβολή, την καταπληκτική ταινία «Οι ζωές των άλλων».

Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως των κινήτρων τους οι έλληνες πράκτορες βοήθησαν τη Στάζι να διεισδύσει σε ένα άλλο κομμάτι του πληθυσμού, αυτό των ελλήνων προσφύγων. Όπως και οι υπόλοιπες μη γερμανικές εθνοτικές ομάδες, έτσι και η ελληνική βρέθηκε στο στόχαστρο της Στάζι που ήθελε να εξακριβώσει τον βαθμό της νομιμοφροσύνης της  απέναντι στο κομμουνιστικό καθεστώς και να εξουδετερώσει εγκαίρως ενδεχόμενες «απειλές» εναντίον του. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, η Στάζι δεν επιδίωξε συνεργασία με το ΚΚΕ αλλά απευθύνθηκε ξεχωριστά σε κάθε πρόσωπο που ήθελε να στρατολογήσει, χωρίς να ενημερώσει γι’ αυτό ή να λάβει την έγκριση του ΚΚΕ.

Κλασσικός εξοπλισμός αξιωματικού της Στάζι.

Με άλλα λόγια, οι έλληνες πράκτορες δεν «υπηρετούσαν δύο κυρίους» αλλά δούλευαν αποκλειστικά για λογαριασμό της Στάζι. Φυσικά, η δραστηριότητά τους αυτή έπρεπε να μείνει μυστική όχι μόνο από το ΚΚΕ αλλά και από τις οικογένειές τους. Αμέσως μετά τη στρατολόγησή του από τον αξιωματικό, ο Έλληνας πληροφοριοδότης λάμβανε έναν ειδικό τηλεφωνικό αριθμό για να επικοινωνεί με τον στρατολόγο του σε συγκεκριμένες ημέρες και ώρες, αλλά και για να κλείνει ραντεβού, συνήθως σε δημόσιους χώρους. Η ρητή εντολή που λάμβανε ήταν πως σε καμία περίπτωση δεν θα έπρεπε να χαιρετήσει τον αξιωματικό σε περίπτωση που τον συναντούσε τυχαία στον δρόμο. Υπήρχαν όμως και εξαιρέσεις. Σε μία από αυτές καταγράφεται η περίπτωση ενός πρώην αξιωματικού του «Δημοκρατικού Στρατού», ο οποίος δούλευε παράλληλα για το ΚΚΕ, αρνούμενος να διαθέσει στη Στάζι πληροφορίες γι’ αυτή του τη δραστηριότητα – επιθυμία που έγινε αποδεκτή από τη Στάζι.

Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι η στρατολόγηση Ελλήνων έγινε ακριβώς γιατί διέθεταν την αναγκαία οικειότητα με τους ομοεθνείς τους. Θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να χρησιμοποιήσει η Στάζι γερμανούς συνεργάτες που, εκτός από το πρόβλημα της γλώσσας, θα κινούσαν σίγουρα τη δυσπιστία των ελλήνων συνομιλητών τους. Βεβαίως, η ίδια τακτική εφαρμόστηκε και για τις υπόλοιπες μη γερμανικές εθνοτικές ομάδες. Ο αριθμός των ελλήνων συνεργατών δεν ήταν μεγάλος (γενικά ο αριθμός των μη Γερμανών ΙΜ πληροφοριοδοτών δεν ξεπέρασε 2%).

Οι πιο δυναμικές προσωπικότητες ήταν περίπου δέκα με δώδεκα στον αριθμό. Για καθέναν από αυτούς η Στάζι είχε συντάξει ξεχωριστό φάκελο που περιλάμβανε: α) το βιογραφικό του, συνοδευόμενο από φωτογραφία, β) τους λόγους της στρατολόγησής του, και γ) τη δράση του ως όργανο της Στάζι μέσω των αναφορών που κάθε φορά υπέβαλε και βάσει των οποίων συντάσσονταν εκθέσεις για τα «ύποπτα» πρόσωπα που ενδιέφεραν τη Στάζι. Κάθε φάκελος έφερε το ψευδώνυμο του συ-νεργάτη. Ανάμεσά τους ήταν τόσο άντρες όσο και γυναίκες, ανεξαρτήτου ηλικίας και επαγγέλματος. Ένα κοινό γενικό χαρακτηριστικό της επιλογής τους ήταν ότι έρχονταν σε επαφή, κυρίως λόγω της δουλειάς τους, με πολλούς ομοεθνείς τους. Μερικά παραδείγματα βοηθούν στην καταγραφή και ανάλυση των διαφορετικών τύπων των συνεργατών της Στάζι.

Στον εσωτερικό περίβολο του αρχηγείου.

Γ1. Ο πεπεισμένος κομμουνιστής

Η πρώτη περίπτωση είναι ο «Χρήστος» (κωδικό όνομα), πολιτικός πρόσφυγας που βρέθηκε στην Ανατολική Γερμανία. Πιο μπροστά ήταν στην Τσεχοσλοβακία. Έγινε μέλος του ΚΚΕ το 1952 και αργότερα του SED το 1954. Θεωρήθηκε διωκόμενος από τον «φασισμό» στην Ελλάδα και απασχολήθηκε στην Επιτροπή Διεθνών Διασυνδέσεων του Πολιτικού Γραφείου του SED. Επίσης, είχε αναλάβει τη φροντίδα των ελλήνων συντρόφων, διέθετε καλή πολιτική μόρφωση και η στάση του απέναντι στο ανατολικογερμανικό καθεστώς και τη Σοβιετική Ένωση ήταν απολύτως θετική. Η Ανατολική Γερμανία είχε γίνει, σύμφωνα με τα δικά του λόγια, η δεύτερη πατρίδα του. Στην ιδιωτική του ζωή ήταν φιλικός και ευγενικός, φρόντιζε επιμελώς την εμφάνισή του, είχε μια πολύ καλή σχέση με τη σύντροφό του, την οποία βοηθούσε στο νοικοκυριό και στα ψώνια. Δεν είχαν χρέη, ούτε ιδιαίτερη συμπάθεια στο αλκοόλ. Η σύντροφός του ήταν επίσης μέλος του SED και του ΚΚΕ και απασχολούταν ως επιστημονική συνεργάτης στο Ινστιτούτο Μαρξισμού-Λενινισμού του Πολιτικού Γραφείου του SED. Μάλιστα, φρόντιζε τη σύζυγο του Χαρίλαου Φλωράκη, και γνώριζε προσωπικά τον πρώην καπετάνιο του ΔΣΕ. Επιθυμούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα, το ΚΚΕ όμως – για άγνωστους λόγους – δεν έδινε τη συγκατάθεσή του.

Στρατιωτική παρέλαση στο Ανατολικό Βερολίνο κατά τη δεκαετία του 1980.

Στις εκθέσεις της Στάζι που αφορούν τη συγκεκριμένη περίπτωση, δίνεται μια πολύ καλή εικόνα των στοιχείων που την ενδιέφεραν, μερικά από τα οποία, αν και φαντάζουν ασήμαντα, τη βοηθούσαν να δημιουργήσει το ψυχολογικό προφίλ όχι μόνο των αντιπάλων αλλά και των πιθανών συνεργατών της. Αυτή η γραφειοκρατικού τύπου διαδικασία φανερώνει ουσιαστικά τον ολοκληρωτικό χαρακτήρα του καθεστώτος (εμμονή μέχρι και στις παραμικρές λεπτομέρειες για τη διαρρύθμιση και την καθαριότητα του σπιτιού – που περιλάμβανε και σχεδιάγραμμα –, φυσικά για τους ενοίκους, την οικογενειακή και κοινωνική ζωή τους, πόσο πολιτικοποιημένοι και κοινωνικοί ήταν, ακόμα και αν συμμετείχαν στις συνελεύσεις της πολυκατοικίας τους σήμαινε κάτι για τη Στάζι, πόσο μάλλον αν συμμετείχαν στις εκδηλώσεις του κόμματος).

Στη συνέχεια ο «Χρήστος» προσεγγίστηκε από ανθρώπους της Στάζι και με προθυμία συνεργάστηκε μαζί τους, δίνοντας πληροφορίες για τις μεταβάσεις Ελλήνων της Ανατολικής Γερμανίας στο Δυτικό Βερολίνο που είτε επισκέπτονταν γνώριμά τους πρόσωπα είτε τα γραφεία της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής.

Αριστερά: Πράκτορας της Στάζι μεταμφιεσμένος σε δυτικό τουρίστα.
Δεξιά: Υλικό παρακολούθησης κρυμμένο μέσα σε δίχτυ για ψώνια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γ2. Ο εγκλωβισμένος

Ο „Antana“ και έπειτα „Arno“ (κωδικό όνομα) είναι μια εντελώς διαφορετική περίπτωση από την προηγούμενη. Καταρχάς δεν ήταν πολιτικός πρόσφυγας. Το 1941, δηλαδή επί γερμανικής Κατοχής, αναζήτησε εθελοντικά στο Γ΄ Ράιχ ψωμί και εργασία αλλά και θεραπεία για την ασθένειά του. Εκεί, μετά το τέλος του πολέμου, βρέθηκε εγκλωβισμένος στην Ανατολική Γερμανία, εμπλεκόμενος σε παράνομες συναλλαγές, δηλαδή σε υποθέσεις μαυραγοριτισμού, προκειμένου να επιβιώσει. Η γερμανίδα συζυγός του, που δούλευε σε μπαρ, χαρακτηρίζεται από τη Στάζι ως «μη ηθικό στοιχείο». Επειδή ο „Arno“ λάμβανε ένα μικρό βοήθημα, ένα είδος σύνταξης, από την Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή στο Δυτικό Βερολίνο, η Στάζι τον υποψιαζόταν ως όργανο ελληνικών και βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Μετά τη σχετική ανάκριση, ο „Arno“ δήλωσε πρόθυμος να συνεργαστεί με τη Στάζι και να της παράσχει πληροφορίες, όχι αποκλειστικά για τους ομοεθνείς του αλλά και για μέλη άλλων εθνικών ομάδων. Λόγω των συναναστροφών του με κυκλώματα της νύχτας, γνώριζε αρκετά καλά πρόσωπα και πράγματα. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι και η γυναίκα του στρατολογήθηκε από τη Στάζι („Christina“), χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος.

Erich Mielke, ο πανίσχυρος διοικητής της Στάζι.

Τα προβλήματα που απασχολούσαν τον οικογενειακό τους βίο ήταν ένα από τα αντικείμενα των εκθέσεων της Στάζι. Μάλιστα, ο „Arno“ δεχόταν και συμβουλές για το πως έπρεπε να συμπεριφερθεί ή να αντιδράσει απέναντι στη γυναίκα του. Φαίνεται, πως η δραματική επιδείνωση της υγείας του συνέβαλε καθοριστικά στο να υποχρεωθεί η Στάζι να τον «απολύσει», αφού άλλωστε το μεγαλύτερο διάστημα βρισκόταν άρρωστος στο σπίτι του και δεν είχε πλέον σημαντικές επαφές. Πάντως, μετά το πέρασμά του στο Δυτικό Βερολίνο η γυναίκα του τον επισκέφθηκε, για λογαριασμό της Στάζι βεβαίως, προφανώς για να διαπιστώσει αν είχε μιλήσει σε κάποιον για τις παλιές υπηρεσίες του. Φαίνεται, πως κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί. Ο „Arno“ ήταν εξουθενωμένος, ψυχικά και σωματικά. Και σε αυτό είχαν συμβάλει αναμφισβήτητα, εκτός από τη δύσκολη οικογενειακή του κατάσταση, και οι συνεχείς ενοχλήσεις που δέχονταν εκ μέρους των ανθρώπων της Στάζι.

Ο „Arno“ συνεργάστηκε με τη Στάζι από τα μέσα της δεκαετίας του ΄50 έως τα τέλη της δεκαετίας του ΄60. Σε αυτό το διάστημα τού επιτράπηκε να ταξιδέψει στην Ελλάδα. Μετά την επιστροφή του ανέφερε σε έκθεσή του και στοιχεία για την κατάσταση των ελλήνων εργατών στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι γιατί δεν άδραξε αυτήν την ευκαιρία να εγκαταλείψει την Ανατολική Γερμανία και να παραμείνει στην Ελλάδα, ερώτημα που μάλλον βρίσκει εύκολα απάντηση αν αναλογιστεί κανείς τα «συμβόλαια» δέσμευσης των πληροφοριοδοτών με τη Στάζι.

Αναμνηστικό γραμματόσημο, το οποίο εκδόθηκε κατόπιν πρωτοβουλίας της Στάζι το 1986, με αφορμή τη συμπλήρωση 25 ετών από την ανέγερση του τείχους του Βερολίνου.

Γ3. Ο συγγραφέας-ζηλωτής

Η τρίτη περίπτωση είναι και η πιο ενδιαφέρουσα. Πρόκειται για τον φοιτητή δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας και κατοπινό συγγραφέα „Anton“ (κωδικό όνομα), ο οποίος εργάστηκε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ως πληροφοριοδότης της Στάζι, με εξαιρετική επιτυχία, όπως επιβεβαιώνουν οι εκθέσεις των ανωτέρων του. Η προσφορά και δράση του έχει περιληφθεί σε πέντε φακέλους. Από την 1η Σεπτεμβρίου 1962, την ημέρα που συμφώνησε να συνεργαστεί με τη Στάζι, διακρίθηκε στη συλλογή πληροφοριών για τους έλληνες φοιτητές του Βερολίνου και άλλων πόλεων. Όμως η δραστηριότητά του δεν σταμάτησε εκεί. Επεκτάθηκε και στη συλλογή πληροφοριών για τους φοιτητές άλλων εθνικών ομάδων, όπου είχε καλές διασυνδέσεις, για παράδειγμα από την Αφρική ή την Ινδονησία, ενώ αργότερα φαίνεται πως προστέθηκε στις αρμοδιότητές του η ενημέρωση γύρω από τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις διάφορων αντικαθεστωτικών ποιητών και συγγραφέων, για παράδειγμα του Rainer Kunzer ή του Volker Braun.

Σε αντίθεση με τις προηγούμενες περιπτώσεις, ο „Anton“ έδειξε τρομερό ζήλο για την επιτυχή κατάληξη των αποστολών που του ανατέθηκαν, κάνοντας μάλιστα προτάσεις στους ανώτερούς του για το πως έπρεπε να επιλυθούν διάφορα ζητήματα. Ο ζήλος αυτός φαίνεται πως είχε ιδεολογικά αλλά και καιροσκοπικά κίνητρα. Από τη μια πλευρά ήταν ένθερμος οπαδός του κομμουνισμού, από την άλλη επιθυμούσε σφόδρα να αναρριχηθεί στην ιεραρχία της πολιτιστικής ζωής της Ανατολικής Γερμανίας. Δεν ήταν μάλλον τυχαίο πως διακρίθηκε σε αυτό τον τομέα, μεταξύ άλλων για τις μεταφράσεις ελληνικών λογοτεχνικών έργων στα γερμανικά, αποτελώντας μια γέφυρα ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους.

Για την εκπλήρωση των αποστολών του ταξίδευε συχνά στο Δυτικό Βερολίνο, παγιδεύοντας γερμανούς πολίτες που προσπαθούσαν να διαφύγουν στη Δυτική Γερμανία. Η Στάζι φρόντιζε να τον ανταμοίβει συχνά σε δυτικά και ανατολικά μάρκα για τις υπηρεσίες που πρόσφερε. Πάντως, μερικές φορές κίνησε την υποψία των συνομιλητών του, που τον κατηγόρησαν ευθέως ως άνθρωπο της Στάζι. Ύστερα από σχετικές οδηγίες που έλαβε, αρνήθηκε έξαλλος τις κατηγορίες «διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά του». Μετά την πτώση του Τείχους επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου αναγνωρίστηκε η συνεισφορά του στη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων στη Γερμανία, μέσω των μεταφράσεων ελληνικών κειμένων. Ο θάνατός του βρήκε τον Ριζοσπάστη να θρηνεί για την απώλεια ενός άξιου Έλληνα, που είχε κρατήσει ψηλά τη σημαία της πατρίδας του όλα αυτά τα πικρά χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς.

Παρακολούθηση της πρεσβείας των ΗΠΑ στο Ανατολικό Βερολίνο από πράκτορες της Στάζι.

Δ. Επιλογικά

Ως κατακλείδα θα μπορούσε ανάμεσα σε πολλά να ειπωθεί απλώς πως η Στάζι συνιστά ένα λαμπρό ερευνητικό πεδίο για τη μελέτη και την κατανόηση των κομματικών μηχανισμών επιβολής και κυριαρχίας που στήριξαν για δεκαετίες ολοκληρωτικά καθεστώτα, καθώς και για τη θέση των υπό ασφυκτική επιτήρηση κοινωνιών μέσα σε αυτά. Από την πλευρά της Ελλάδας έχει γίνει μέχρι σήμερα πολύ περιορισμένη χρήση του αρχείου, κυρίως για ιδιωτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Και εάν στην πρώτη περίπτωση οι άμεσα ενδιαφερόμενοι έχουν αφήσει αχνά τα ίχνη της έρευνάς τους στους φακέλους, στη δεύτερη πολλοί περισσότεροι – για αλλότριους φυσικά της επιστημονικής έρευνας σκοπούς – βρέθηκαν κατά πόδας του «Ρόκου» ή «Κασκαντέρ» στην ελληνική εκδοχή του James Bond.

 

The Berlin Wall and Stasi HD (ελληνικοί υπότιτλοι)

 

Ο Στράτος Δορδανάς (αριστερά) είναι Επίκουρος Καθηγητής Ιστορίας στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Ο Βάϊος Καλογρηάς είναι Διδάκτορας Ιστορίας και επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Μάιντς.

Αγγελική Δεληκάρη–Μαρία Μητσού: Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός και η περίοδος τρομοκρατίας στη Ρωσία

Αγγελική Δεληκάρη – Μαρία Μητσού

Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός και η περίοδος τρομοκρατίας στη Ρωσία

 

Ο Ιβάν Δ΄ (1530-1584), γιος του Ρώσου ηγεμόνα Βασίλειου Γ΄ (1505-1533) και της Έλενας Glinskaja, συνέδεσε το όνομά του με μία ιδιαίτερα σκληρή και πολλές φορές βίαιη άσκηση εξουσίας και έμεινε στην Ιστορία γνωστός με το προσωνύμιο Τρομερός. Η προσωπικότητά του από πολύ νωρίς σημαδεύτηκε από τραγικές απώλειες στο στενό συγγενικό περιβάλλον του. Σε ηλικία μόλις τριών ετών έχασε τον πατέρα του (1533), ενώ πέντε χρόνια αργότερα έφυγε από τη ζωή και η μητέρα του (1538), για την οποία υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ότι δηλητηριάστηκε από τους βογιάρους. Μέχρι την ενηλικίωσή του συνέχισε να βιώνει ένα κλίμα έντονων αντιπαραθέσεων και μηχανορραφιών ανάμεσα σε δύο κυρίως αριστοκρατικές οικογένειες των Šujskij, απογόνων των ηγεμόνων του Suzdal’, και των Bel’skij, επιφανούς οικογένειας της δυτικής Ρωσίας. Συχνά ο νεαρός τσάρος χρησιμοποιήθηκε σε ίντριγκες, που ενίοτε κατέληγαν σε φόνους και εξορίες. Τα βιώματα αυτά της παιδικής ηλικίας του συντέλεσαν κατά πάσα πιθανότητα στη δυσπιστία που τον διακατείχε σε όλη την περίοδο της ζωής του σε συνδυασμό με τη συνεχή εμμονή καταδίωξης, αφού έβλεπε παντού συνομωσίες και προδότες.

Η στέψη του σε τσάρο στις 16 Ιανουαρίου του 1547 πραγματοποιήθηκε σε μια λαμπρή τελετή με βάση το βυζαντινό τυπικό. Έναν μήνα μετά την ανάληψη της εξουσίας νυμφεύτηκε την Αναστασία Romanovna, γόνο της μετέπειτα δυναστείας των Romanov. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους η Μόσχα συνταράχθηκε από μία εξέγερση των κατοίκων της με αφορμή καταστροφές που προκλήθηκαν από αλλεπάλληλες πυρκαγιές στην πόλη. Αν και ευθυνόταν γι’ αυτό μάλλον η μεγάλη ξηρασία, ο λαός απέδωσε ευθύνες στην οικογένεια των Glinskij, συγγενών του τσάρου από την πλευρά της μητέρας του. Τα δραματικά γεγονότα που εκτυλίχθηκαν τότε από τον εξαγριωμένο όχλο (λεηλασία ανακτόρων, λιθοβολισμός έως θανάτου του θείου του τσάρου, Jurij Glinskij, κ.ά.) επηρέασαν αποφασιστικά τη διαμόρφωση της πολιτικής του Ιβάν Δ΄. Συνειδητοποιώντας τη σκληρή πραγματικότητα και τη μοναξιά του ηγεμόνα, έθεσε ως πρωταρχικό στόχο την εδραίωση της τσαρικής εξουσίας με τη δημιουργία ενός ισχυρού συγκεντρωτικού κράτους και τον περιορισμό της δύναμης των βογιάρων. Σ’ αυτή την πορεία συνέβαλαν οι μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε στους τομείς της δικαιοσύνης, του στρατού και της εκκλησίας. Κεντρικό ρόλο στον σχεδιασμό των αλλαγών αυτών διαδραμάτισε το «επιλεγμένο συμβούλιο» (Izbrannaja rada), που απαρτιζόταν από νέα σχετικά σε ηλικία έμπιστα άτομα του τσάρου όπως, ο knjaz Andrej Kurbskij, ο προϊστάμενος του προσωπικού γραφείου του τσάρου, Aleksej Adašev, ο επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής, Ivan Vyskovatyj, ο ιερέας της Αυλής, Silvestr’, και ο προκαθήμενος της Ρωσικής Εκκλησίας, Μακάριος, που ταυτόχρονα αποτελούσε και πατρική μορφή για τον Ιβάν Δ΄. Το συμβούλιο αυτό λειτουργούσε άτυπα στο πλαίσιο της Bojarska duma, του ανώτερου συμβουλευτικού οργάνου του τσάρου.

Ο Ιβάν Δ΄ σε νεαρή ηλικία και η τσαρίνα Αναστασία.

Από τη μεταρρύθμιση του δικαίου προέκυψε ο νέος νομικός κώδικας, ο Sudebnik, που προέβλεπε τη δημιουργία κεντρικών υπηρεσιών του κράτους και τη μείωση των δικαστικών δικαιοδοσιών των βογιάρων-τοποτηρητών στις επαρχίες της χώρας. Όσον αφορά τον στρατό, οργάνωσε ένα επίλεκτο στρατιωτικό σώμα 3000 τουφεκιοφόρων, των Strelcy, που αποτέλεσε την προσωπική φρουρά του τσάρου. Μια άλλη μονάδα 1000 οπλιτών, οι οποίοι έλαβαν κτήματα (pomestje) κοντά στη Μόσχα, είχε ως κύριο καθήκον τους την επίλυση διπλωματικών, διοικητικών αλλά και έκτακτων στρατιωτικών προβλημάτων. Τέλος, καθορίστηκε η στρατιωτική θητεία, σύμφωνα με την οποία κάθε γαιοκτήμονας όφειλε να διαθέτει, όποτε έκρινε το κράτος, για κάθε 545 στρέμματα που κατείχε, έναν εξοπλισμένο ιππέα. Στο πλαίσιο αυτό των μεταρρυθμίσεων εντάσσεται και η ρύθμιση των σχέσεων κράτους-Εκκλησίας. Το 1551 συγκλήθηκε σύνοδος (έμεινε γνωστή ως Stoglav Sobor), προϊόν της οποίας ήταν ένας τόμος με 100 κεφάλαια σχετικά με την ανανέωση της  Εκκλησίας, αλλά και την τήρηση των ηθών του Χριστιανισμού. Θεσπίστηκαν μέτρα που καταδίκαζαν τις αυθαιρεσίες των επισκόπων, τη σιμωνία, τη διαφθορά στην Εκκλησία, την ύπαρξη μικτών μοναστηριών, κ.ά. Στόχος ήταν γενικότερα η ηθική ζωή των πολιτών, η απαγόρευση της μέθης, του όρκου, των τυχερών παιχνιδιών, της συμμετοχής σε λαϊκές εκδηλώσεις ενδεχομένως παγανιστικής προέλευσης. Στις μεταρρυθμίσεις αυτές ο τσάρος είχε ως έναν βαθμό τη συμπαράσταση του κλήρου, αφού η Ρωσική Εκκλησία δέχθηκε να συμμετέχει με την περιουσία της στις οικονομικές υποχρεώσεις του κράτους. Ταυτόχρονα απαγορεύτηκε η δωρεά γαιών προς τα εκκλησιαστικά ιδρύματα.

Μετά την ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων, που συνέβαλαν στη σταθεροποίηση της εξουσίας στο εσωτερικό της χώρας, ο τσάρος άρχισε να εκδηλώνει τα επεκτατικά σχέδιά του. Στράφηκε εναντίον των χανάτων του Καζάν και του Αστραχάν, απομεινάρια της Χρυσής Ορδής. Το 1552 κατέλαβε την πόλη του Καζάν μετά από δύο αποτυχημένες πολιορκίες, ενώ μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια ολοκλήρωσε την υποταγή ολόκληρου του χανάτου. Το 1556 προσάρτησε και το χανάτο του Αστραχάν. Αυτό σήμαινε ότι οι Ρώσοι κυριαρχούσαν πλέον κατά μήκος του Βόλγα, γεγονός που τους επέτρεπε την πρόσβαση στις αγορές της Ανατολής. Με τις κατακτήσεις αυτές η Μόσχα είχε την ευκαιρία να προχωρήσει προς τα Ουράλια αλλά και τη Σιβηρία. Αρκετά αργότερα, το 1582, το Χανάτο Σιμπίρ στη δυτική Σιβηρία περιήλθε επίσης στην κατοχή του Ιβάν Δ΄, όταν το κατέλαβαν οι Κοζάκοι και του το προσέφεραν ως «δώρο».

Η κατάληψη του Καζάν το 1552, πίνακας του Aleksey Kivshenko (1880).

Στη συνέχεια ο τσάρος έστρεψε το ενδιαφέρον του προς τη Λιβονία (τμήμα της σημερινής Λετονίας), η οποία βίωνε μία βαθιά εσωτερική κρίση. Προσπαθώντας να επωφεληθεί από την κατάσταση, ο Ιβάν Δ΄ ζήτησε την αποπληρωμή ενός μεγάλου χρηματικού ποσού ως αναδρομικό φόρο. Η αδυναμία της χώρας να ανταποκριθεί οικονομικά αποτέλεσε την αφορμή για την απαρχή ενός πολέμου που θα ξεκινήσει το 1558 και θα διαρκέσει 25 έτη. Αν και η Λιβονία δεν κατόρθωσε να αντισταθεί και διαλύθηκε, ωστόσο η Ρωσία δεν είχε ουσιαστικό όφελος, αφού τα εδάφη της διαμοιράστηκαν ανάμεσα στη Σουηδία, τη Δανία και την Πολωνία-Λιθουανία. Η εξέλιξη αυτή ανάγκασε τον Ιβάν Δ΄ να υπογράψει συνθήκη με τη Δανία και εκεχειρία με τη Σουηδία. Επόμενος στόχος του τσάρου ήταν να αποσπάσει την ηγεμονία του Πόλοτσκ από την Πολωνία-Λιθουανία. Η κατάκτηση της πόλης του Πόλοτσκ (1563) αποτέλεσε τη μεγαλύτερη στρατιωτική ρωσική επιτυχία. Ωστόσο άρχιζε μία καθοδική πορεία στις στρατιωτικές δυνάμεις της Ρωσίας που οφειλόταν κυρίως στη συμπεριφορά του τσάρου απέναντι στους στρατιωτικούς ηγέτες και διπλωμάτες. Πολλοί θα πέσουν θύματα των εκκαθαρίσεων του Ιβάν Δ΄, ενώ άλλοι θα επιλέξουν να ζητήσουν καταφύγιο στο εχθρικό στρατόπεδο. Την ίδια περίοδο οι βαριές φορολογικές υποχρεώσεις του πληθυσμού προς το κράτος αυξάνονταν εξαιτίας των επεκτατικών πολέμων της Ρωσίας. Αυτό προκάλεσε μαζική φυγή του πληθυσμού από τις κεντρικές περιοχές του κράτους προς τη στέπα, όπου υπήρχε μεγαλύτερη ασφάλεια από τους φοροεισπράκτορες του τσάρου. Την ερήμωση επιδείνωσαν επίσης οι μαζικοί διωγμοί, ο παρατεταμένος λιμός των ετών 1569-1571, αλλά και η εισβολή του Κριμαϊκού χανάτου στη Ρωσία το 1571/1572. Το τελευταίο έγινε αιτία να οδηγηθούν στην ομηρία πάνω από 100.000 Ρώσοι πολίτες. Η δημογραφική αυτή πτώση συντέλεσε στην αδυναμία καλλιέργειας των κτημάτων των στρατιωτών, με αποτέλεσμα να μείνουν χωρίς έσοδα οι στρατιωτικοί και να λιποτακτούν και αυτοί μαζικά, αποδυναμώνοντας ακόμη περισσότερο το ρωσικό στράτευμα.

Η εδαφική επέκταση της Ρωσίας (1533 – 1598).

Η εκλογή του Ούγγρου ηγεμόνα της Τρανσυλβανίας και ικανότατου στρατηγού Στέφανου Báthory ως βασιλιά της Πολωνίας-Λιθουανίας το 1578 θα επηρεάσει αρνητικά τις εξελίξεις για τη Ρωσία στο στρατιωτικό πεδίο. Ο Báthory σε συνεργασία με τους Σουηδούς κινήθηκε εναντίον της Ρωσίας και κατόρθωσε το 1579/1580 να επανακτήσει το Πόλοτσκ, ενώ η Σουηδία κατέλαβε το ρωσικό τμήμα της Καρελίας. Ο τσάρος, βλέποντας τον ρωσικό στρατό να αδυνατεί να ανταποκριθεί στα πολλά μέτωπα, αναγκάστηκε να παρακαλέσει το Βατικανό για διαμεσολάβηση, αφήνοντας ανοιχτό στον πάπα το ενδεχόμενο να συμμετάσχει η Ρωσία σε ένα αντιτουρκικό μέτωπο, αλλά και υπόνοιες για συναίνεσή του στην Ένωση των δύο Εκκλησιών. Οι συνθήκες ειρήνης που ακολούθησαν (με την Πολωνία-Λιθουανία το 1582 και με τη Σουηδία το 1583) ήταν ιδιαίτερα ταπεινωτικές για τη Ρωσία. Επιστράφηκαν στην Πολωνία-Λιθουανία όλα τα εδάφη της Λιβονίας, ενώ η Σουηδία εδραίωσε την κυριαρχία της στις κατακτημένες ρωσικές περιοχές και πόλεις. Με τον τρόπο αυτόν η Ρωσία εξακολουθούσε να βρίσκεται αποκομμένη από τη Βαλτική θάλασσα και να μαστίζεται από σημαντική οικονομική κρίση στο εσωτερικό.

Ivan le Terrible (documentaire)

Ο Ιβάν Δ΄ ήδη από το 1560 είχε αρχίσει να λαμβάνει μέτρα εναντίον συμβούλων, συνεργατών, αξιωματούχων και εκκλησιαστικών ανδρών, θεωρώντας ότι όλοι αυτοί αποσκοπούσαν να κυβερνούν τη χώρα και να παρακάμπτουν τον τσάρο. Ο θάνατος δύο προσφιλών προσώπων του, της συζύγου του Αναστασίας το 1560 και του μητροπολίτη Μακάριου το 1563 επέδρασε αρνητικά στην ψυχολογία του. Αυτό που είχε τώρα πρώτιστη σημασία για τον τσάρο ήταν η επιβολή της απόλυτης εξουσίας του με την εξουδετέρωση των αντιπάλων του. Η συμπεριφορά άλλωστε του Andrej Kurbskij, τοποτηρητή της Λιβονίας, και παράλληλα προσωπικού φίλου και συγγενή του Ιβάν Δ΄, να διαφύγει (τον Απρίλιο του 1564) στη Λιθουανία, πυροδότησε μια σειρά διώξεων και εκτελέσεων των knjazi και των βογιάρων. Προκειμένου να εξαφανίσει ο τσάρος κάθε ίχνος απειλής, δημιούργησε ένα ειδικό σώμα, την οπρίτσνινα (Oprichnina), εγκαινιάζοντας μία περίοδο τρομοκρατίας για τη χώρα. Εκτεταμένα εδάφη της βόρειας ευρωπαϊκής Ρωσίας υπήχθησαν σε ένα νέο νομικό καθεστώς και θεωρήθηκαν προσωπική ιδιοκτησία του τσάρου. Οι περιοχές αυτές λειτούργησαν ως πηγές εσόδων της οπρίτσνινα, ενώ οι ιδιοκτήτες τους εξορίστηκαν. Η κατώτερη αριστοκρατία των παραπάνω περιοχών είχε το δικαίωμα να ενταχθεί σε ένα επίλεκτο στρατιωτικό σώμα, τη σωματοφυλακή του τσάρου. Οι οπρίτσνικοι φορούσαν μαύρη στολή και έφεραν στη ζώνη ένα είδος σαρώθρου, που συμβόλιζε την αποστολή τους, δηλαδή την εκκαθάριση της χώρας από τους συνωμότες. Το σώμα αριθμούσε περί τα 5.000-6.000 μέλη και οι οικονομικές απολαβές από τα δημευμένα κτήματα αποτελούσαν για τους περισσότερους δέλεαρ για να ενταχθούν σ’ αυτό. Οι περιοχές της οπρίτσνινα διατηρούσαν τη δική τους διοίκηση και εκκλησιαστική ιεραρχία, ενώ στις υπόλοιπες περιοχές του κράτους ίσχυε ο ήδη υπάρχων διοικητικός μηχανισμός. Φυσικά ο τσάρος ήταν ο απόλυτος άρχων παντού.

Σε όλη τη διάρκεια της οπρίτσνινα κυριάρχησε στη Ρωσία καθεστώς τρόμου. Πολλοί αξιωματούχοι-ευγενείς εκτελέστηκαν, βασανίστηκαν, δηλητηριάστηκαν, μαστιγώθηκαν δημόσια, ή ακόμη υποχρεώθηκαν να γίνουν μοναχοί. Τα ίδια δεινά υπέστησαν και οι συγγενείς, οι φίλοι και οι δουλοπάροικοί τους. Όσον αφορά τις περιουσίες τους, αυτές μοιράστηκαν ανάμεσα στον τσάρο και τους καταδότες. Το 1566 αποφάσισαν 300 αριστοκράτες να στείλουν γραπτή επιστολή προς τον τσάρο με αίτημα την κατάργηση της οπρίτσνινα. Αυτός αμέσως διέταξε τη φυλάκιση όλων όσων είχαν υπογράψει την επιστολή, ενώ πενήντα από αυτούς μαστιγώθηκαν δημόσια και τρεις εκτελέστηκαν.

Η οπρίτσνινα του ζωγράφου Nikolai Nevrev (δεκαετία του 1870). Ο πίνακας αναπαριστά τα τελευταία λεπτά του βογιάρου Feodorov, τον οποίο είχαν συλλάβει για προδοσία.

Με πρόσχημα την προδοσία ο τσάρος προχώρησε στη λεηλασία και την καταστροφή πόλεων, οχυρών, μοναστηριών. Φοβούμενος ότι η ηγεμονία του Νόβγκοροντ μαζί με άλλες περιοχές της βορειοδυτικής Ρωσίας θα ζητούσαν πιθανόν να προσαρτηθούν στο βασίλειο της Πολωνίας-Λιθουανίας, οργάνωσε εκστρατεία τον Δεκέμβριο του 1569. Η επιχείρηση ξεκίνησε με μία αιφνιδιαστική επιδρομή εναντίον του Τβερ, αποκόπτοντας όλες τις προσβάσεις προς την πόλη. Ακολούθησε η κατάληψη του Τβερ και η εξόντωση των εμπόρων και των βιοτεχνών μαζί με τις οικογένειές τους, προβάλλοντας ως πρόσχημα τη λιθουανική καταγωγή τους. Την ίδια τύχη είχαν και οι 500 οικογένειες από το Πσκοβ, που είχαν εγκατασταθεί νωρίτερα εκεί κατόπιν εντολής της οπρίτσνινα. Θύμα των διώξεων αυτών έπεσε και ο μητροπολίτης Μόσχας Φίλιππος, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε έντονα για τις σφαγές αυτές. Στραγγαλίστηκε στις 28 Δεκεμβρίου του 1569 από έναν άνθρωπο του τσάρου σε μία μονή κοντά στο Τβερ. Ο θάνατός του βέβαια αποδόθηκε σε ασφυξία από τον ανθυγιεινό αέρα του κελιού. Η βιαιότητα του Ιβάν Δ΄ συνεχίστηκε δριμύτερη στο Νόβγκοροντ. Οι κάτοικοι της πόλης, αγνοώντας τις προθέσεις του τσάρου, του επεφύλασσαν μία λαμπρή υποδοχή με επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο. Ο τσάρος όμως τους κατηγόρησε για εσχάτη προδοσία, με αιτιολογία ότι αυτοί σκόπευαν να παραδώσουν το Νόβγκοροντ και την περιοχή του στον βασιλιά της Πολωνίας. Στη συνέχεια προχώρησε σε μαζική εκκαθάριση του εμπορικού κόσμου, καθώς και των συγγενών και των φίλων τους. Έστησε μάλιστα εικονικές δίκες και με βασανιστήρια ανάγκασε την ανώτερη τάξη του Νόβγκοροντ (βογιάρους, εμπόρους, υπαλλήλους, ιερείς και μοναχούς) να δηλώσουν την ενοχή τους. Στους «προδότες» επιβλήθηκε ως ποινή ο πνιγμός στα παγωμένα νερά του ποταμού Βόλχοβ. Ολόκληρες οικογένειες βρήκαν φρικτό θάνατο. Κατόπιν εντολής του Ιβάν Δ΄ λεηλατήθηκαν οι εκκλησίες και οι μονές της πόλης και των περιχώρων, ακόμη και τα οστεοφυλάκια των αγίων και τα κελιά των μοναχών. Μεγάλες καταστροφές υπέστη και ο ιστορικός ναός της Αγίας Σοφίας του Νόβγκοροντ που χρονολογούνταν από τον 11ο αιώνα (αφαιρέθηκαν το τέμπλο, τα ιερά σκεύη, εικόνες κ.ά.). Την ίδια τύχη είχαν και οι μονές. Μάλιστα εκεί επέβαλε ο τσάρος έκτακτη χρηματική εισφορά. Οι οπρίτσνικοι, όπως ήταν φυσικό, εστίασαν την καταστροφική μανία τους στις επιχειρήσεις, αρπάζοντας εμπορεύματα από τις αποθήκες, αλλά και πολύτιμα αντικείμενα από τις οικίες των πλουσίων. Από το διαταραγμένο μυαλό του τσάρου δεν γλίτωσαν ούτε οι ζητιάνοι που εκείνον τον χειμώνα αυξήθηκαν εξαιτίας του λιμού. Προκειμένου να επιβιώσουν, έφτασαν σε σημείο να τρώνε τα πτώματα των εκτελεσμένων «προδοτών». Έτσι οι επιχειρήσεις εκκαθάρισης επεκτάθηκαν και σ’ αυτούς με ομαδικούς πνιγμούς στον ποταμό του Νόβγκοροντ. Παρόμοια κατάσταση επικράτησε και σε άλλες πόλεις της βόρειας Ρωσίας. Η εισβολή των Τατάρων στη Μόσχα τον Μάιο του 1571 είχε σαν αποτέλεσμα μία μεγάλη πυρκαγιά. Οι υλικές ζημιές ήταν ανυπολόγιστες. Ο τσάρος βρήκε τότε την ευκαιρία να κατηγορήσει γι’ αυτό τα μέλη της δούμας της zemština. Η πολιτική που ακολουθούσε ο Ιβάν Δ΄ είχε αποδυναμώσει τον στρατό από τα ικανά στελέχη του, αφήνοντας παράλληλα εκτεθειμένα τα νότια σύνορα της χώρας.

Με τις λεηλασίες προσπαθούσε η οπρίτσνινα να γεμίζει τα άδεια ταμείου του κράτους. Ο τσάρος φαινομενικά ήταν ικανοποιημένος με το επίτευγμά του, να ορίζει δηλαδή αυτός και μόνο την τύχη όλων των κοινωνικών τάξεων της Ρωσίας. Η ζωή και ο θάνατος των υπηκόων εξαρτιόταν αποκλειστικά από τον ίδιο. Μετά από επτά έτη απόλυτης τρομοκρατίας αρχίζει σιγά σιγά να διαφαίνεται η αποσύνθεση της οπρίτσνινα. Η πυρκαγιά στη Μόσχα (Μάιος 1571), αλλά κυρίως ο αιφνίδιος θάνατος της τρίτης γυναίκας του Ιβάν Δ΄, Marfa Sobakina, λίγες ημέρες μετά τον γάμο τους γεννούν υποψίες στον τσάρο για συνωμοσίες στους κόλπους των οπρίτσνικοι. Ούτε αυτοί δεν μπορούσαν πια να αισθάνονται ασφαλείς από τις διαθέσεις του Ιβάν Δ΄. Το φθινόπωρο του 1571 δύο από τους καλύτερους διπλωμάτες και ταυτόχρονα επιφανή μέλη της οπρίτσνινα, ο Johann Taube και ο Elert Kruse, και οι δύο γερμανικής καταγωγής, αυτομολούν στο εχθρικό στρατόπεδο. Η πράξη αυτή αιφνιδίασε τον τσάρο, ο οποίος συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε πλέον να αισθάνεται ασφαλής. Το διάστημα των οκτώ αυτών ετών τρομοκρατίας και βίας σε συνδυασμό με τον πολυδάπανο πόλεμο με τη Λιβονία είχαν εξαντλήσει οικονομικά τη Ρωσία.

Ο Ιβάν Δ΄ με τον σκοτωμένο γιο του, Πίνακας του Ilja E. Repin (1885).

Ο Ιβάν Δ΄ παρά τη δυσπιστία και την καχυποψία που τον περιέβαλε, μπορούσε να γίνει όργανο στα χέρια κάποιων που τον έπειθαν για την αφοσίωση και την υποταγή τους. Του άρεσαν οι κολακείες, και γύρω του συγκεντρώνονταν διάφοροι ευνοούμενοι, οι οποίοι επεδίωκαν με κάθε τρόπο να ενισχύουν την αλαζονεία του. Αν και υπερβολικά θρησκόληπτος, δεν δίστασε να παντρευτεί επτά φορές (κάποιες από τις γυναίκες του δολοφονήθηκαν), αλλά και να διατηρεί πολλές εξωσυζυγικές σχέσεις. Μάλιστα τα τέκνα που προέκυπταν από αυτές τα έπνιγε με τα ίδια του τα χέρια. Αργότερα βέβαια μπορεί να μετανοούσε. Παράλληλα σκεφτόταν να ασπαστεί τον μοναχισμό, γι’ αυτό και είχε κάνει μία μεγάλη χρηματική δωρεά στη Μονή του Αγίου Κυρίλλου, για να του ετοιμάσουν ένα κελί. Όλη του τη ζωή περιστοιχιζόταν από τον θάνατο και μέχρι το τέλος ταλανιζόταν από φόβο για συνωμοσίες, μίσος και δίψα για εκδίκηση.

Σε μία έκρηξη θυμού στράφηκε και εναντίον του γιου και διαδόχου του, αφού υποψιαζόταν ότι εποφθαλμιούσε τον τσαρικό θρόνο. Τον χτύπησε ανελέητα μέχρι θανάτου. Ο φόνος του γιου του, που συνεπαγόταν και το τέλος του μοσχοβίτικου δυναστικού οίκου, στιγμάτισε τον Ρώσο ηγεμόνα. Θέλοντας να απαλλαγεί από τις τύψεις, διέταξε να δημιουργηθούν κατάλογοι με τα ονόματα των θυμάτων του, ώστε να τελούνται μνημόσυνα για τη σωτηρία της ψυχής τους.

Ο Ιβάν Δ΄ πέθανε τον Μάρτιο του 1584. Για τον θάνατό του υπάρχουν δύο εκδοχές. Σύμφωνα με την πρώτη δηλητηριάστηκε από συνωμότες του στενού περιβάλλοντός του με τη βοήθεια του προσωπικού γιατρού του. Η δεύτερη αναφέρεται σε φυσικά αίτια. Λίγο πριν φύγει από τη ζωή έλαβε τη μοναχική κουρά.

Η περίοδος που ακολούθησε χαρακτηρίστηκε από μία βαθιά πολιτική, οικονομική, κοινωνική και δυναστική κρίση του κράτους της Μόσχας. Ο γιος του Fjodor που τον διαδέχτηκε ανέλαβε την εξουσία μόνο τυπικά (1584-1598), αφού ήταν άτομο με νοητική καθυστέρηση και δεν άφησε διάδοχο. Θα ακολουθήσει η λεγόμενη «περίοδος των ταραχών (1584-1613)» έως την άνοδο στον θρόνο της δυναστείας των Romanov με την εκλογή του Michail Romanov σε τσάρο το 1613.

 

Ivan the Terrible – 1944 – Sergei Eisenstein

 

Ο Nikolay Cherkasov ως Ιβάν ο Τρομερός, στην ομώνυμη κλασσική κινηματογραφική εκδοχή του Sergei Eisenstein (1944–1946).

 

 

Η Αγγελική Δεληκάρη είναι Επίκουρη Καθηγήτρια
της Μεσαιωνικής Ιστορίας των Σλαβικών Λαών στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

 

Η Μαρία Μητσού είναι απόφοιτος του
Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

R. Payne – N. Romanoff, Ivan the Terrible, New York 22002.

I. de Madariaga, Ivan the Terrible. First Tsar of Russia, New Haven and London 2005.

Γ. Μαλιγκούδη, Η Μεσαιωνική Ρωσία, Αθήνα 2013.

L. Trepanier, Political Symbols in Russian History: Church, State, and the Quest for Order and Justice,Lexington Books 2017

Ch. Ziegler, The History of Russia, Greenwood Publishing Group 1999

N. Shields Kollmann, The Russian Empire (1450-1801), Oxford University Press 2017.

Δημήτριος Σιδηρόπουλος: Η μουσουλμανική κατάκτηση της βυζαντινής Σικελίας (827-902)

Δημήτριος Σιδηρόπουλος

Η μουσουλμανική κατάκτηση της βυζαντινής Σικελίας (827-902)

 

Η Σικελία είναι το μεγαλύτερο νησί της Μεσογείου (έκταση 25.708 τ.χλμ.) και χωρίζεται από την ηπειρωτική Ιταλία από το θαλάσσιο Στενό της Μεσσήνης. Η στρατηγική της θέση την κατέστησε παραδοσιακό πεδίο αντιπαράθεσης ισχυρών δυνάμεων. Από το 210 π.Χ. η Σικελία αποτέλεσε τμήμα του Ρωμαϊκού κράτους. Στα μέσα του 5ου αι. μ.Χ. οι Γερμανοί Βάνδαλοι, με επικεφαλής τον Γιζέριχο, την κατέκτησαν πρόσκαιρα. Σύντομα ωστόσο οι Οστρογότθοι, επίσης γερμανικό φύλο, διείσδυσαν αρχικά στην ιταλική χερσόνησο και έπειτα εκδίωξαν τους Βάνδαλους από τη νήσο.

Γύρω στα μέσα του 6ου αι., μετά το πέρας των πολέμων του Ιουστινιανού Α΄ στη Δύση και την αποκατάσταση της αυτοκρατορικής εξουσίας στην Ιταλία, η Σικελία και ο εν πολλοίς ελληνόφωνος τότε πληθυσμός της πέρασαν στον έλεγχο των Βυζαντινών. Έκτοτε, το νησί βίωσε μία ειρηνική περίοδο περίπου 100 ετών. Ωστόσο, η άνοδος του Ισλάμ και οι μουσουλμανικές κατακτήσεις στο μεσογειακό κόσμο κατά τον 7ο αι. μετέβαλλαν άρδην την κατάσταση.

Η πρώτη αραβική επιδρομή στη Σικελία πραγματοποιήθηκε το 652 από πλοία του συριακού ναυτικού, το οποίο μόλις είχε ναυπηγηθεί υπό τις οδηγίες του μελλοντικού χαλίφη Μωαβία. Θα ακολουθούσαν και άλλες, με στόχο κυρίως την αποκόμιση λαφύρων και αιχμαλώτων και όχι τη μόνιμη εγκατάσταση στο νησί. Κατά το διάστημα των μεγάλων αραβικών κατακτήσεων στην Αίγυπτο και τη βόρεια Αφρική (7ος αι.) η Σικελία απέκτησε ειδικό βάρος στο στρατηγικό σχεδιασμό των Βυζαντινών. Ο αυτοκράτορας Κώνστας Β΄ ενδιαφέρθηκε για τις υποθέσεις της Δύσης και μετέφερε την αυλή του στις Συρακούσες, όπου τελικά δολοφονήθηκε τον Ιούνιο του 668. Κατά τα επόμενα χρόνια η Σικελία αποτέλεσε σημαντικό αυτοκρατορικό προπύργιο στη Δύση. Από εκεί ξεκίνησαν τα βυζαντινά στρατεύματα για την πρόσκαιρη ανακατάληψη της Καρχηδόνας το 698.

Η δημιουργία ναυτικών βάσεων στις ακτές της βόρειας Αφρικής, ειδικά στην Τύνιδα, έφερε ωστόσο τους Άραβες κοντά στη Σικελία. Κατά το α´ μισό του 8ου αι. οι επιδρομές τους συνεχίστηκαν, αλλά όχι συστηματικά, καθώς ήταν ήδη σε εξέλιξη η κατάκτηση της Ιβηρικής χερσονήσου. Η αυγή του 9ου αι. βρήκε τη Σικελία με νέους γείτονες. Η δυναστεία των Αγλαβιδών, που εγκαθιδρύθηκε το 799 στη σημερινή Τυνησία, έδωσε έμφαση κυρίως στην εδραίωση της εξουσίας της επί των τοπικών φύλων και άφησε σε δεύτερη μοίρα την επιθετική πολιτική σε βάρος της Σικελίας και των βυζαντινών εδαφών γενικότερα.

Οι Αγλαβίδες ωστόσο προχώρησαν στη σύναψη συμφωνιών ειρήνης με τους Βυζαντινούς διοικητές του νησιού, αρχικά το 803 με δεκαετή διάρκεια και έπειτα το 813 με παρόμοιους όρους. Η ενδομουσουλμανική σύγκρουση στη βόρεια Αφρική μεταξύ των Αγλαβιδών και της νεοϊδρυθείσας δυναστείας των Ιδρισίδων στο Μαρόκο δεν άφηνε πολλά περιθώρια για άλλες πολεμικές επιχειρήσεις.

Η ανέφελη περίοδος τερματίστηκε ωστόσο σύντομα. Την αφορμή θα την έδιναν οι ίδιοι οι Βυζαντινοί. Το 826 εκδηλώθηκε στη Σικελία στασιαστικό κίνημα κατά του αυτοκράτορα Μιχαήλ Β΄, οργανωμένο από τον διοικητή των ναυτικών δυνάμεων του τοπικού «θέματος», τουρμάρχη Ευφήμιο1. Ο τελευταίος εκμεταλλεύθηκε τις επιπτώσεις του μικρασιατικού κινήματος του Θωμά του Σλάβου (821-823) και προσπάθησε να γίνει κυρίαρχος του νησιού· μάλιστα κατάφερε να καταλάβει τις Συρακούσες, διοικητική έδρα της Σικελίας. Η αντεπίθεση των πιστών στον αυτοκράτορα στρατευμάτων, έλαβε χώρα υπό τον στρατηγό Παλατά και τον διοικητή της Πανόρμου Μιχαήλ. Οι συγκεκριμένοι αξιωματούχοι αποκατέστησαν γρήγορα την τάξη και εκδίωξαν τον Ευφήμιο και τους οπαδούς του από τις Συρακούσες. Ο αποστάτης κατέφυγε στην αυλή των Αγλαβιδών στο Καϊρουάν, όπου πρότεινε στον εμίρη Ζιγιαντάτ Αλλάχ Α΄ να γίνει φόρου υποτελής του, εφόσον ο τελευταίος του παρείχε υποστήριξη για να αποκτήσει εκ νέου τον έλεγχο του νησιού. Ο εμίρης ήταν διστακτικός αρχικά· ωστόσο, πείστηκε από τους συμβούλους του ότι μία εκστρατεία κατά των Βυζαντινών θα αποδυνάμωνε την εσωτερική αντιπολίτευση, η οποία τον κατηγορούσε για τρυφηλή ζωή και νωθρότητα, ιδιαίτερα ως προς το σκέλος της επέκτασης του Ιερού Πολέμου (τζιχάντ). Η εμπλοκή των Αράβων στη Σικελία επρόκειτο να αποτελέσει την απαρχή μιας σκληρής και μακροχρόνιας σύγκρουσης για την κατοχή του νησιού.

Χάρτης της Σικελίας με τα κύρια σημεία συγκρούσεων κατά την υπό εξέταση περίοδο (σχεδίαση Νάσια Γιαννούτσου / ΓΝΩΜΩΝ Εκδοτική για το άρθρο του γράφοντος στο περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία 222 [Αθήνα, Ιούλιος 2015]).

Στα μέσα του Ιουνίου του 827 αραβική εκστρατευτική δύναμη 10.000 πεζών και 700 ιππέων ξεκίνησε από τα Σούσα της Τυνησίας με προορισμό τη Σικελία. Επικεφαλής τέθηκε ο Άσαντ μπιν αλ Φουράτ, εξέχουσα προσωπικότητα του κράτους των Αγλαβιδών. Ο Ευφήμιος θα διοικούσε τις πιστές σε αυτόν δυνάμεις, που τον περίμεναν στις νότιες ακτές της Σικελίας. Η απόβαση των Αράβων πραγματοποιήθηκε κοντά στη Μάζαρα, στα νοτιοδυτικά της νήσου, αρχικά δίχως αντίσταση. Οι εισβολείς συγκρούστηκαν όμως με τους άνδρες του Ευφημίου, επειδή εξέλαβαν εσφαλμένα τους τελευταίους ως πιστά στον αυτοκράτορα στρατεύματα. Η εμπλοκή έληξε σύντομα χωρίς σοβαρές απώλειες.

Οι Βυζαντινοί συγκέντρωσαν δυνάμεις, ώστε να εκδιώξουν άμεσα τους Άραβες. Οι μνήμες της πρόσφατης μουσουλμανικής κατάκτησης της Κρήτης ήταν νωπές και οι αυτοκρατορικοί αξιωματούχοι της Σικελίας ήταν αποφασισμένοι να μην ακολουθήσει το νησί τους την ίδια μοίρα. Υπό τη διοίκηση του Παλατά οι βυζαντινές δυνάμεις προήλασαν στη Μάζαρα, όπου ενεπλάκησαν σε μάχη με τα στρατεύματα του Άσαντ και του Ευφημίου. Από τη σύγκρουση, που διήρκεσε αρκετές ώρες, αναδείχθηκαν νικητές οι εισβολείς. Οι αυτοκρατορικοί αποσύρθηκαν με σχετική τάξη στο εσωτερικό του νησιού. Κύριο μέλημά τους αποτέλεσε πλέον η ενίσχυση στρατηγικών ερεισμάτων (φρούριο Έννε, Πάνορμος, Συρακούσες, Κεφαλοίδιον). Παράλληλα, ενισχύσεις αναμένονταν από την Καλαβρία και τη Μικρά Ασία, καθώς ο Μιχαήλ Β´ είχε ειδοποιηθεί για τις εξελίξεις.

Μετά τη νίκη του ο Άσαντ κατέλαβε τη Μάζαρα. Η πόλη αποτέλεσε εφεξής ορμητήριο των Αράβων για τη σταδιακή κατάκτηση όλου του νησιού. Επόμενος στόχος τους ήταν οι Συρακούσες στην ανατολική πλευρά. Η πορεία που έπρεπε να ακολουθήσουν οι εισβολείς διερχόταν αναγκαστικά από το νότιο οδικό άξονα του νησιού. Εκεί βρίσκονταν δύο βυζαντινά οχυρά, το Μήναιον και ο Ακράγας. Με τη βοήθεια του Ευφημίου, που γνώριζε τα στρατηγικά σημεία του νησιού αλλά και τις αδυναμίες των ρωμαϊκών δυνάμεων, τα στρατεύματα του Άσαντ παρέκαμψαν τα οχυρά. Κατόπιν εμφανίστηκαν μπροστά στα τείχη των Συρακουσών (χειμώνας του 827).

Η ισχυρή φρουρά των Συρακουσών διέθετε προμήθειες, ώστε να αντέξει μακρά πολιορκία. Η έλευση του χειμώνα θα αποτελούσε επιπρόσθετο πρόβλημα για τους Άραβες, οι οποίοι όμως ήλπιζαν σε γρήγορη πτώση της πόλης, έχοντας λάβει ενισχύσεις από την Αφρική. Ο Μιχαήλ Β΄ γνώριζε ότι οι ενισχύσεις που σκόπευε να στείλει δεν θα έφθαναν εγκαίρως, ώστε να σώσουν την πόλη. Έτσι, ζήτησε βοήθεια από τον δόγη της Βενετίας Τζιουστινιάνο (825-829). Ισχυρή μοίρα του βενετικού στόλου κατέπλευσε πράγματι στη Σικελία στις αρχές του 828, αλλά δεν κατάφερε να άρει την πολιορκία των Συρακουσών. Ωστόσο, μία επιδημία έπληξε τους πολιορκητές την άνοιξη του 829, ενώ η εξάντληση των προμηθειών τους οδήγησε σε λιμό. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο Άσαντ. Ο θάνατός του καταρράκωσε το ηθικό των Αράβων. Έτσι αποφασίστηκε η εγκατάλειψη της πολιορκίας.

Έπειτα από υπόδειξη του Ευφημίου, οι Άραβες κατέλαβαν όμως το Μήναιον, το οποίο θα χρησίμευε ως προωθημένη βάση για μόνιμη παρουσία στη δυτική πλευρά του νησιού. Εκεί κατέφθασαν σύντομα ενισχύσεις από την Αφρική. Ο νέος διοικητής των αραβικών δυνάμεων Μωχάμεντ αλ Τζαράουι αποφάσισε τη συγκρότηση δύο επιθετικών σωμάτων: το πρώτο θα πολιορκούσε τον Ακράγαντα στα δυτικά, ενώ το δεύτερο (στο οποίο θα συμμετείχαν και στρατεύματα του Ευφημίου) θα κατευθυνόταν προς την ενδοχώρα του νησιού με στόχο το ισχυρό οχυρό Έννε.

Dirham του ηγεμόνα της Ιφρικίγια Ζιγιαντάτ Αλλάχ Α΄ (817-838), τρίτου εμίρη της δυναστείας των Αγλαβιδών. Στα χρόνια της αρχής του ξεκίνησε η αραβική κατάκτηση της Σικελίας.

Η πολιορκία του Ακράγαντα ήταν σύντομη, καθώς η μικρή αυτοκρατορική φρουρά του σύντομα υπέκυψε στις υπέρτερες αραβικές δυνάμεις. Ωστόσο, η περίπτωση του δυσπρόσιτου Έννε ήταν διαφορετική. Ο Ευφήμιος γνώριζε πως λόγω της μορφολογίας του εδάφους η πολιορκία θα ήταν επίπονη και μακρά. Έτσι, αποφάσισε να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με τη φρουρά. Αρχικά φάνηκε πως οι συνομιλίες βρίσκονταν σε καλό δρόμο. Οι πολιορκημένοι όμως μάλλον προσπαθούσαν να κερδίσουν χρόνο με την παράταση των διαπραγματεύσεων, ώστε να φτάσουν οι ενισχύσεις του Μιχαήλ Β΄ στα ανατολικά του νησιού (αρχές άνοιξης του 829) υπό τη διοίκηση του στρατηγού Θεόδοτου. Οι πολιορκημένοι του Έννε κατόρθωσαν μάλιστα, σε μία συνάντησή τους με αραβική αντιπροσωπεία, να δολοφονήσουν τον αποστάτη και ιθύνοντα νου της αραβικής εισβολής Ευφήμιο· ο θάνατός του ουσιαστικά προκάλεσε μάλιστα και τη διάλυση των δυνάμεών του. Από το σημείο αυτό και μετά οι Άραβες έπρεπε να διεξαγάγουν μόνοι τους τις επιχειρήσεις κατά των Βυζαντινών.

Η ανταρσία του Ευφημίου έληξε επομένως την άνοιξη του 829. Τα δεινά της δεν επρόκειτο όμως να τελειώσουν. Οι Άραβες είχαν πλέον αγκιστρωθεί γερά, ενισχυόμενοι συνεχώς από νέες ξεκούραστες δυνάμεις. Οι Βυζαντινοί δεν έμειναν πάντως άπραγοι. Ο Θεόδοτος προωθήθηκε στο Έννε για να λύσει την πολιορκία του και ενέπλεξε σε μάχη τις αραβικές δυνάμεις που είχαν περισφίξει την πόλη. Αν και οι πολιορκητές επικράτησαν στη σύγκρουση που ακολούθησε, ο Θεόδοτος κατόρθωσε να διεισδύσει στο Έννε με το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών του.

Παρά τη νίκη τους οι Άραβες δεν επιχείρησαν να καταλάβουν με έφοδο την πόλη. Συνέχισαν με υπομονή την πολιορκία επιδιώκοντας την πτώση του Έννε μέσω εξάντλησης της φρουράς ή διαπραγματεύσεων. Ο Θεόδοτος σε σύντομο χρονικό διάστημα κατάφερε να αναδιοργανώσει την άμυνα και να εμψυχώσει τους πολιορκημένους. Τους οδήγησε μάλιστα σε έξοδο, η οποία ανάγκασε τους Άραβες να κλειστούν στο στρατόπεδό τους. Οι αραβικές δυνάμεις επιχείρησαν να διασπάσουν τον αποκλεισμό με νυκτερινή έξοδο που απέτυχε όμως με μεγάλες απώλειες. Οι επιζήσαντες κατάφεραν με δυσκολία να φτάσουν έως το Μήναιον. Τους ακολούθησε όμως κατά πόδας ο Θεόδοτος και έθεσε υπό πολιορκία το οχυρό. Οι Άραβες δεν είχαν προετοιμαστεί για πολιορκία, με αποτέλεσμα σύντομα να εμφανιστούν ελλείψεις σε τρόφιμα. Η πείνα οδήγησε τους πολιορκημένους στη σφαγή των αλόγων και σε αγωνιώδη προσπάθεια εξασφάλισης τροφής από άλλα ζώα (ακόμη και σκυλιά). Η φρουρά του Ακράγαντα διαβλέποντας την επικείμενη πτώση του Μήναιου αποφάσισε να εγκαταλείψει την πόλη και υποχώρησε στη Μάζαρα.

Η κατάσταση ήταν κρίσιμη για τους Άραβες. Οι Βυζαντινοί, υπό την ικανή ηγεσία του Θεοδότου, είχαν καταφέρει σχεδόν να εκκαθαρίσουν το νησί από τη μουσουλμανική παρουσία. Την πτώση του Μήναιου, που φάνταζε επικείμενη, θα ακολουθούσε προέλαση έως τη Μάζαρα, τελευταίο ουσιαστικά προγεφύρωμα των Αράβων στη Σικελία. Σύντομα ωστόσο ένα απρόοπτο γεγονός έμελλε να αλλάξει τη ροή της σύγκρουσης.

Στα μέσα του καλοκαιριού του 829 ισχυρή ναυτική μοίρα από το Ομαϋαδικό εμιράτο της Κόρδοβας έφτασε στη Σικελία. Ο Θεόδοτος εκτίμησε πως επρόκειτο για επιχείρηση πειρατικού χαρακτήρα, δίχως απώτερο στρατηγικό στόχο. Η επιδρομή όμως ήταν πραγματικό δώρο για τους πολιορκημένους Άραβες στο Μήναιον. Παρότι γνώριζαν ότι οι Ανδαλούσιοι της Κόρδοβας δεν αντιμετώπιζαν με ιδιαίτερη θέρμη το ενδεχόμενο να πολεμήσουν για τα συμφέροντα των Αββασιδών επικυρίαρχων των Αγλαβιδών, τους πρότειναν να αναλάβουν αυτοί (ο αρχηγός τους Άσμπαγκ μπιν Ουακίλ) τη διοίκηση των επιχειρήσεων στο νησί, με αντάλλαγμα τη λύση της πολιορκίας της πόλης. Ενδεχομένη συμμαχία των μουσουλμανικών δυνάμεων θα επηρέαζε μάλλον καταλυτικά τις επιχειρήσεις. Άλλωστε, Ανδαλούσιοι ήταν και οι μουσουλμάνοι που είχαν πριν από μερικά χρόνια είχαν αποβιβαστεί και κατακτήσει την Κρήτη.

Ο Άσμπαγκ αποδέχθηκε τελικά την πρόταση των πολιορκημένων του Μήναιου. Η αύξηση της επιρροής στην κεντρική Μεσόγειο αποτελούσε πάγια επιδίωξη των εμίρηδων της Κόρδοβας, και αυτή ήταν καλή ευκαιρία για την απόκτηση προωθημένων ναυτικών βάσεων κοντά στην ιταλική χερσόνησο και τα δυτικά εδάφη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Δίχως χρονοτριβή οι Ανδαλούσιοι προήλασαν μέχρι το Μήναιον και έλυσαν την πολιορκία του. Ο Θεόδοτος διέταξε υποχώρηση προς το Έννε για να ανασυντάξει τις δυνάμεις του. Την ίδια στιγμή όμως οι συνδυασμένες αραβικές δυνάμεις υπό τον Άσμπαγκ έκαιγαν το Μήναιον και έθεταν υπό πολιορκία την Καλονιάνα. Οι Βυζαντινοί δεν κινήθηκαν για να σπάσουν τον κλοιό γύρω από την τελευταία. Προτίμησαν να χτυπήσουν τους Άραβες με μικρά τμήματα που παρενοχλούσαν τις φάλαγγες ανεφοδιασμού. Ο Άσμπαγκ όμως συνέχισε την πολιορκία της Καλονιάνα, ενώ παράλληλα οι μουσουλμανικές δυνάμεις, που βρίσκονταν στη Μάζαρα, προήλασαν στην Πάνορμο. Η τελευταία βρέθηκε πολιορκημένη από ξηρά και θάλασσα, καθώς τις επιχειρήσεις των Αράβων στη ξηρά συνεπικουρούσε ισχυρή δύναμη από εκατό και πλέον πολεμικά πλοία.

Ενώ οι Άραβες πολιορκούσαν την Καλονιάνα, ασθένεια έπληξε το στρατόπεδό τους και προκάλεσε σοβαρές απώλειες. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο Άσμπαγκ. Η πόλη όμως έπεσε στα τέλη του φθινοπώρου του 830. Η μουσουλμανική επιτυχία ήταν πρόσκαιρη, καθώς ο Θεόδοτος αντεπιτέθηκε και ανάγκασε τους εισβολείς να υποχωρήσουν στα δυτικά. Σειρά από συγκρούσεις και διαδοχικές βυζαντινές νίκες έφερε και πάλι τους Άραβες πίσω στη Μάζαρα. Στις συγκρούσεις αυτές σκοτώθηκε όμως ο Θεόδοτος, γεγονός που συνιστούσε σημαντικό πλήγμα για τους Βυζαντινούς. Ο θάνατός του αποσυντόνισε την άμυνα του νησιού, ενώ οι διάδοχοί του αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων.

Επί σχεδόν ένα έτος η Πάνορμος, στα βορειοδυτικά του νησιού, βρισκόταν υπό πολιορκία, χωρίς να λάβει κάποια βοήθεια. Η κατάσταση στην πόλη είχε γίνει αφόρητη, καθώς τα τρόφιμα λιγόστευαν. Η στρατηγική θέση της την είχε καταστήσει κύριο αντικειμενικό στόχο των Αράβων. Ο κλοιός ήταν ασφυκτικός από ξηρά και θάλασσα. Ο διοικητής της πόλης, σπαθάριος Συμεών, αφού συμβουλεύτηκε τους αξιωματικούς της φρουράς, ήλθε σε συνεννόηση με τους πολιορκητές. Συμφώνησε να παραδώσει την Πάνορμο με αντάλλαγμα την ασφαλή αποχώρηση της δύναμής του. Έτσι, το Σεπτέμβριο του 831, οι Άραβες απέκτησαν σημαντική βάση στα βόρεια του νησιού εξασφαλίζοντας παράλληλα την κυριαρχία και στο δυτικό τμήμα του. Η Πάνορμος έγινε πρωτεύουσα του αραβικού τμήματος της Σικελίας, με τους Αγλαβίδες να στέλνουν στο νησί έναν βαλή (διοικητή), έμπρακτη απόδειξη πως θεωρούσαν την περιοχή ως τμήμα του εμιράτου τους. Ο πληθυσμός της πόλης, που είχε ούτως η άλλως μειωθεί δραματικά, υπέστη τα πάνδεινα. Μέρος του σφαγιάστηκε μετά την αποχώρηση της φρουράς, ενώ πολλοί αιχμαλωτίστηκαν με την προοπτική της πώλησης στα σκλαβοπάζαρα του Καϊρουάν και σε άλλα κέντρα της μουσουλμανικής Αφρικής.

Η πτώση της Πανόρμου αποτέλεσε πρώτο σημείο καμπής στη σύγκρουση μεταξύ Αράβων και Βυζαντινών για την κυριαρχία στο νησί. Τις επιχειρήσεις της περιόδου 827-831 ακολούθησε σχετική ηρεμία. Οι Άραβες προτίμησαν να ασχοληθούν με την οργάνωση των κατακτημένων εδαφών του νησιού, ενώ οι Βυζαντινοί δεν διέθεταν τις απαραίτητες δυνάμεις για να επιχειρήσουν εκ νέου μεγάλης κλίμακας αντεπίθεση. Άλλωστε δεν αναμένονταν ενισχύσεις από την Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας Θεόφιλος έπρεπε να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη δραστηριότητα των Αββασιδών στην Ανατολή, καθώς υπό τη διοίκηση του χαλίφη αλ Μαμούν οι Άραβες διενεργούσαν συνεχείς επιδρομές. Η απατηλή αυτή ηρεμία όμως δεν επρόκειτο να κρατήσει για πολύ.

Από τον Ιανουάριο του 834 ξεκίνησαν πάλι οι πολεμικές επιχειρήσεις. Οι Άραβες με νέες δυνάμεις επιτέθηκαν κατά του Έννε. Η κατάκτησή του ήταν ζωτικής σημασίας, καθώς η στρατηγική θέση του ήλεγχε τις προσβάσεις προς το ανατολικό τμήμα της Σικελίας. Για την επίτευξη του στόχου αυτού οι Άραβες διέθεσαν σημαντικές δυνάμεις και κατάφεραν τελικά να επικρατήσουν των Βυζαντινών. Ο ικανός βαλής της Σικελίας Αμπού Φιχρ μετέβη στην περιοχή, ώστε να ασχοληθεί με την οργάνωση της πολιορκίας του οχυρού. Αφού κατάφερε την άνοιξη του 834 να αποκρούσει αιφνιδιαστική έξοδο της φρουράς του Έννε, έστειλε αναγνωριστικά αποσπάσματα στα ανατολικά. Αυτά έφτασαν μέχρι τα προάστια των Συρακουσών, δίχως να συναντήσουν σοβαρή αντίσταση.

Το επίτευγμα των Αράβων ανησύχησε τη βυζαντινή διοίκηση της Σικελίας. Ενισχύσεις ζητήθηκαν από την Κωνσταντινούπολη, αλλά ήταν αδύνατο να σταλούν άμεσα. Από το καλοκαίρι του 834 έως τις αρχές του 835 τα ρωμαϊκά στρατεύματα της Σικελίας συγκρούστηκαν επανειλημμένα με τις υπέρτερες δυνάμεις του Αμπού Φιχρ. Αν και οι Βυζαντινοί συνήθως ηττούνταν, η αντίστασή τους εμπόδισε τους Άραβες να αυξήσουν την κυριαρχία τους στο νησί. Την άνοιξη του 835 (ίσως τον Απρίλιο) ο βυζαντινός στρατηγός διοικητής αποφάσισε να αντιμετωπίσει σε ανοικτή μάχη τους Άραβες. Οι τελευταίοι αποδέχθηκαν την πρόκληση και υπό τον Αμπού Φιχρ κέρδισαν σημαντική νίκη, για την οποία οι πηγές (αραβικές και βυζαντινές) δεν παρέχουν λεπτομέρειες. Οι νικητές κατά τη λεηλασία του βυζαντινού στρατοπέδου αιχμαλώτισαν τη σύζυγο και τον γιο του Βυζαντινού στρατηγού και αποκόμισαν πλούσια λεία. Ενθαρρυμένος από τη νέα νίκη ο Αμπού Φιχρ έστειλε αποσπάσματα για να επιτεθούν στα περίχωρα του Ταυρομενίου.

Παρά τις συνεχείς επιτυχίες η κατάσταση στο μουσουλμανικό στρατόπεδο ήταν περίπλοκη. Στις νεοκατακτηθείσες περιοχές συμβίωναν με τους γηγενείς Άραβες (που συγκροτούσαν τη διοικητική και κοινωνική ελίτ) και Βέρβεροι (που αποτελούσαν την πλειονότητα των μουσουλμανικών δυνάμεων). Οι συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο τελευταίες εθνικές ομάδες, που πριν από χρόνια είχαν ταλαιπωρήσει το Αγλαβιδικό εμιράτο, ανέκυψαν και στη Σικελία. Τα θύματα ήταν πολλά, ανάμεσά τους και ο Αμπού Φιχρ. Ο δραστήριος βαλής δολοφονήθηκε από τον Βέρβερο υπηρέτη του, ο οποίος έπειτα βρήκε καταφύγιο στα εδάφη της Σικελίας που ελέγχονταν από τους Βυζαντινούς.

Η αναταραχή αποσυντόνισε το μουσουλμανικό στρατόπεδο μέχρι την άφιξη του νέου διοικητή αλ Φαντλ μπιν Γιακούμπ, ο οποίος κατέφθασε από το Καϊρουάν φέρνοντας νέα και πιστά στρατεύματα. Ο αλ Φαντλ γνώριζε ότι η συνέχιση των επιχειρήσεων ήταν ο ιδανικός τρόπος για να καταλαγιάσουν οι εσωτερικές έριδες στα αραβικά εδάφη της Σικελίας. Γι’ αυτό οδήγησε προσωπικά δύο επιδρομές κατά των Συρακουσών και του Έννε. Κατά την επιδρομή εναντίον του Έννε ο αλ Φαντλ αντιμετώπισε όμως ισχυρές βυζαντινές δυνάμεις υπό το στρατηγό της Σικελίας (τον ίδιο που είχε ηττηθεί από τον Αμπού Φιχρ). Αυτή τη φορά οι Βυζαντινοί κατάφεραν να απωθήσουν τους Άραβες και τους καταδίωξαν, αλλά οι τελευταίοι κατέφυγαν σε δυσπρόσιτη ορεινή περιοχή. Ο Βυζαντινός στρατηγός αποφάσισε να διακόψει την καταδίωξη καθώς φοβήθηκε τη μορφολογία του εδάφους, ιδιαίτερα ευνοϊκή για τη δημιουργία ενέδρας, και διέταξε υποχώρηση. Ενδεχομένως οι Βυζαντινοί πίστευαν ότι είχαν διασκορπίσει τις αραβικές δυνάμεις και δεν έλαβαν κατά την οπισθοχώρησή τους μέτρα ασφαλείας. Έτσι, αιφνιδιάστηκαν από τους Άραβες κατά τη διάρκεια της νύχτας και υπέστησαν σημαντικές απώλειες· ο στρατηγός της Σικελίας διέφυγε μετά βίας, ενώ το βυζαντινό στρατόπεδο λεηλατήθηκε.

Ενώ η μία ήττα διαδεχόταν την άλλη, στα τέλη του καλοκαιριού του 835 ο βυζαντινός στόλος εμφανίστηκε στη Σικελία. Η παρουσία του έγινε άμεσα αισθητή. Σε σειρά από μικρές ναυμαχίες κατίσχυσε έναντι των Αράβων και τους ανάγκασε να γίνουν πιο προσεκτικοί. Μάλιστα σε σύγκρουση κινδύνευσε ο Αμπού Αγκλάμπ, συγγενής του εμίρη της Αφρικής Ζιγιαντάτ Αλλάχ, που ταξίδευε προς την Πάνορμο για να αναλάβει τη διοίκηση των μουσουλμανικών δυνάμεων της Σικελίας. Αφού κατάφερε να αποβιβαστεί στο νησί, προχώρησε άμεσα στην ανασυγκρότηση των ναυτικών του δυνάμεων και ανέθεσε στον αλ Φαντλ, μέχρι πρότινος διοικητή της Σικελίας, την ηγεσία τους. Ο αλ Φαντλ αποδείχθηκε εξίσου ικανός και σε αυτόν τον τομέα, καθώς το 836 οδήγησε τις αραβικές μοίρες σε επιτυχημένες επιδρομές κατά της νήσου Παντελερία, στα νότια της Σικελίας, αλλά και κατά των Αιολίδων νήσων στα βορειοδυτικά της.

Και στην ξηρά όμως οι Αγλαβίδες δεν έμεναν αδρανείς. Την άνοιξη του 837 ισχυρό απόσπασμα υπό τον στρατηγό Αμπντ ελ Σαλάμ κινήθηκε κατά του Έννε, αλλά οι Βυζαντινοί κατάφεραν έπειτα από σκληρή μάχη να το κατανικήσουν και να αιχμαλωτίσουν τον Άραβα διοικητή. Αντί να αποθαρρυνθούν, οι αρχές της Πανόρμου έστειλαν νέες ισχυρότερες δυνάμεις που έθεσαν υπό πολιορκία το Έννε. Οι Βυζαντινοί προτίμησαν πάλι να εμπιστευθούν τις αποδεδειγμένα ισχυρές οχυρώσεις του, παρά να αντιπαρατεθούν άμεσα στον καταφανώς υπέρτερο εχθρό. Οι Άραβες δεν επιχείρησαν μετωπικές εφόδους κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου, αλλά συνέχισαν να ενισχύουν τις θέσεις τους γύρω από την πόλη. Περίμεναν την κατάλληλη ευκαιρία για να επιτεθούν· αυτή εμφανίστηκε το χειμώνα, πιθανότατα στις αρχές του Δεκέμβρη του 837, όταν ανακάλυψαν ένα κρυφό πέρασμα που οδηγούσε μέσα στην πόλη. Η νυκτερινή αραβική επίθεση αιφνιδίασε τους Βυζαντινούς, οι οποίοι όμως κατάφεραν να αποσυρθούν στη φύσει οχυρή ακρόπολη. Έτσι, οι Άραβες ήλεγχαν μεν το μεγαλύτερο μέρος της πόλης, αλλά δεν είχαν εξουδετερώσει την απειλή της φρουράς. Παράλληλα, η επιδείνωση των καιρικών συνθηκών δεν επέτρεπε την παραμονή τους σε περιοχή που δεν ήλεγχαν απόλυτα. Γι’ αυτούς τους λόγους αποφάσισαν να αποχωρήσουν, αφού πρώτα έλαβαν χρηματικό ποσό από τους Βυζαντινούς.

Οι συνεχείς ήττες ώθησαν τον αυτοκράτορα Θεόφιλο να ενισχύσει τη Σικελία. Στην ηγεσία των στρατευμάτων που εστάλησαν τέθηκε ο γαμπρός του καίσαρας Αλέξιος Μωσηλέ. Ο Θεόφιλος του εμπιστεύτηκε περίπου 4.000 στρατιώτες και αρκετά πλοία, δείγμα της πρόθεσής του να αντιστρέψει τις τύχες του πολέμου. Πράγματι, ο Μωσηλέ έφτασε εγκαίρως την άνοιξη του 838 για να λύσει την πολιορκία του οχυρού Κεφαλοιδίου, περίπου 40 χλμ. ανατολικά της Πανόρμου. Έπειτα, πέτυχε διαδοχικές νίκες επί των Αράβων ανυψώνοντας το ηθικό των βυζαντινών στρατευμάτων. Το διάλειμμα επιτυχιών όμως δεν κράτησε πολύ. Στην Κωνσταντινούπολη διαδίδονταν φήμες ότι ο Μωσηλέ σκόπευε να στασιάσει. Έτσι, στα μέσα του 839 ο Θεόφιλος τον ανακάλεσε. Ο αγώνας στη Σικελία επρόκειτο να πάρει νέα, αγριότερη μορφή, καθώς οι Άραβες συνειδητοποιούσαν ότι οι Βυζαντινοί δεν διέθεταν τα απαραίτητα μέσα για να τους αντιμετωπίσουν. Αυτό το συμπέρασμα θα τους οδηγούσε στην ανάληψη περισσότερων και πιο τολμηρών επιθετικών επιχειρήσεων.

Ο αυτοκράτωρ Θεόφιλος (829-842) με τους αυλικούς του. Κατά την περίοδο της βασιλείας του οι Άραβες επέκτειναν σημαντικά τη ζώνη επιρροής τους στη Σικελία και την ηπειρωτική Ιταλία.

Τον Ιούνιο του 838 πέθανε ο εμπνευστής της αραβικής επέμβασης στη Σικελία, εμίρης της Αφρικής Ζιγιαντάτ Αλλάχ. Αυτό το γεγονός δεν μετέβαλλε τα σχέδια των Αγλαβιδών. Ο διάδοχός του, εμίρης Αμπού Ικάλ, έστειλε νέα στρατεύματα στη Σικελία, με αποτέλεσμα οι συγκρούσεις να αναζωπυρωθούν στο νησί (839-841). Οι Βυζαντινοί μάλλον ανήμποροι παρακολούθησαν τα εναπομείναντα οχυρά τους στη δυτική πλευρά της Σικελίας να υποκύπτουν (Πλατάνι, Κορλεόνε, Γεράκι, Καρταλμπελλότα και Μαρινέο). Στα τέλη του 841 οι Άραβες ήλεγχαν πλήρως σχεδόν το μισό νησί. Μάλιστα η αυτοπεποίθησή τους ήταν τόσο ενισχυμένη, ώστε εξαπέλυσαν νέες επιθέσεις κατά του Έννε αλλά και στην ιταλική χερσόνησο, όπου κυρίευσαν και τον Τάραντα.

Ο Θεόφιλος αποφάσισε τότε να δοκιμάσει την οδό της διπλωματίας. Πρεσβείες στάλθηκαν στον Λουδοβίκο Ευσεβή, ηγεμόνα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, στον εμίρη της Κόρδοβας Αμπντελραχμάν Β΄ και στις αρχές της Βενετίας. Ωστόσο, δεν υπήρξε ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ο Λουδοβίκος πέθανε, προτού ληφθεί κάποια απόφαση (Ιούνιος 840), οι Άραβες της Ανδαλουσίας προτίμησαν να κρατήσουν ουδέτερη στάση, ενώ οι Βενετοί έστειλαν μεν μικρή βοήθεια, αλλά ηττήθηκαν σε ναυμαχία προ του Τάραντα από τον αγλαβιδικό στόλο. Ο τελευταίος βρήκε μετά την ευκαιρία να λεηλατήσει τις ακτές της Δαλματίας, την Ανκόνα και τις περιοχές κοντά στις εκβολές του ποταμού Πάδου.

Μετά το θάνατο του Θεόφιλου στις αρχές του 842 και την άνοδο στο θρόνο του ανήλικου γιου του, Μιχαήλ Γ΄ (την εξουσία ασκούσε επιτροπή υπό την χήρα αυτοκράτειρα Θεοδώρα) η κατάσταση στη Σικελία δεν βελτιώθηκε. Το 843 οι Άραβες ξεκίνησαν την πολιορκία της Μεσσήνης, στα βορειοανατολικά του νησιού, την οποία κατέλαβαν με τη βοήθεια δυνάμεων του δουκάτου της Νεάπολης. Παράλληλα, άλλο αραβικό σώμα επιτέθηκε στα νότια και κατέλαβε τη Μούτικα έπειτα από πολιορκία (το 845). Με τις ήττες να συσσωρεύονται, η Θεοδώρα αποφάσισε να στείλει στη Σικελία ισχυρό σώμα από το μικρασιατικό «θέμα» Χαρσιανού. Με τις δυνάμεις τους ενισχυμένες οι Βυζαντινοί προήλασαν στα νότια του νησιού, με σκοπό να αντιμετωπίσουν τους Άραβες σε μάχη εκ παρατάξεως. Η παρουσία των ανατολικών εμπειροπόλεμων στρατευμάτων πιστευόταν ότι θα αντέστρεφε τη φορά των πραγμάτων. Η μάχη ωστόσο, που έλαβε χώρα στην κωμόπολη Μπουτέρα, έληξε με συντριπτική ήττα των αυτοκρατορικών δυνάμεων.

Την ήττα στη Μπουτέρα διαδέχθηκε η πτώση των Λεοντίνων. Η πόλη πολιορκήθηκε επί μακρόν και τελικά έπεσε το 847. Από το 848 έως το 853 η αραβική προέλαση υπήρξε αργή αλλά σταθερή. Το 848 σχεδιάστηκε από τις βυζαντινές αρχές μια παράτολμη επιχείρηση, η οποία περιλάμβανε τη δια θαλάσσης προσβολή της Πανόρμου με παράλληλη αποβίβαση στρατευμάτων που θα καταλάμβαναν αιφνιδιαστικά την αραβική πρωτεύουσα του νησιού. Όμως το φιλόδοξο σχέδιο ναυάγησε λόγω κακοκαιρίας, με τους Βυζαντινούς να χάνουν επτά από τα δέκα πλοία τους. Το 853 οι Άραβες πολιόρκησαν επί έξι μήνες τη Μπουτέρα, από την οποία αποχώρησαν με ανταλλάγματα (χρήματα και ομήρους). Το 857 οι Βυζαντινοί υπέστησαν σημαντικό πλήγμα, όταν έπεσε το ισχυρό και έως τότε απόρθητο φρούριο του Κεφαλοιδίου.

Το αποφασιστικό πλήγμα για τη βυζαντινή παρουσία στη Σικελία σημειώθηκε όμως τον Ιανουάριο του 859. Οι Άραβες βρίσκονταν για άλλη μια φορά προ των τειχών του Έννε, δίχως να μπορούν να διασπάσουν την άμυνά του. Βυζαντινός αιχμάλωτος υπέδειξε ωστόσο στους πολιορκητές ένα αφύλαχτο πέρασμα, από το οποίο οι Άραβες εισήλθαν στην πόλη και αιφνιδίασαν τη φρουρά της. Ήταν η δεύτερη φορά που τα τείχη του Έννε παραβιάζονταν με αυτόν τον τρόπο, αλλά επρόκειτο να είναι η τελευταία. Η φρουρά προσπάθησε να αμυνθεί, αλλά τελικά υπέκυψε και η πόλη παραδόθηκε στη λεηλασία και τη σφαγή.

Η πτώση του Έννε, ακρογωνιαίου λίθου της αμυντικής διάταξης των Βυζαντινών και τότε έδρας του διοικητή της Σικελίας, περιόρισε τα εδάφη που βρίσκονταν υπό αυτοκρατορική εξουσία σε στενή λωρίδα στα ανατολικά του νησιού (μεταξύ Ταυρομενίου και Συρακουσών). Στο εξής, όπως τόνισε παραστατικά ο Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, οι ώρες της βυζαντινής παρουσίας στη Σικελία ήταν πια μετρημένες.

Η απάντηση της βυζαντινής κυβέρνησης στην πρόσφατη καταστροφή ήταν άμεση. Στις αρχές του φθινοπώρου του 859 δύναμη τριακοσίων πλοίων υπό τη διοίκηση του στρατηγού Κωνσταντίνου Κοντομύτη κατέπλευσε στις Συρακούσες. Παρά τον εντυπωσιακό αριθμό των πλοίων του, ο βυζαντινός στόλος υπέστη σειρά από ήττες σε διαδοχικές ναυμαχίες με τους Άραβες, χάνοντας περισσότερα από εκατό σκάφη, προτού αναγκαστεί να αποσυρθεί στα ανατολικά Εξίσου ατυχής ήταν όμως και η έκβαση των πολεμικών συγκρούσεων στην ξηρά. Η πιο σημαντική έλαβε χώρα στα πέριξ του Κεφαλοιδίου, με τον Κοντομύτη επικεφαλής των βυζαντινών στρατευμάτων. Οι Βυζαντινοί υπέστησαν νέα ήττα και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στις Συρακούσες. Μεταξύ των ετών 861-867 οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν, με τους Βυζαντινούς να ανακαταλαμβάνουν ορισμένα φρούρια κυρίως στα νότια, για να τα χάσουν ξανά λίγο αργότερα, υφιστάμενοι νέες απώλειες.

Η δυναστική αλλαγή του 867 στην Κωνσταντινούπολη, με την εξουσία να περνάει από τον Μιχαήλ Γ´ (του Αμορίου) στον Βασίλειο Α΄ (τον Μακεδόνα), επέφερε αλλαγή και στην ευρύτερη στρατηγική της αυτοκρατορίας. Ο Βασίλειος έδωσε μεγάλη σημασία στην ισχυροποίηση του ανατολικού συνόρου και τη σταθεροποίηση του κράτους, αλλά αποφάσισε να κρατήσει συντηρητική στάση στα θέματα της Δύσης. Σχετικά με την Ιταλία και τη Σικελία, πρωταρχικό μέλημά του ήταν η αναχαίτιση της αραβικής προέλασης και αργότερα, εφόσον το επέτρεπαν οι συνθήκες, μια γενική αντεπίθεση. Άλλωστε, οι εσωτερικές έριδες που αντιμετώπιζαν οι Αγλαβίδες στη Σικελία είχαν περιορίσει την ορμή τους, με τις κύριες πολεμικές τους προσπάθειες να εντοπίζονται σε τρεις αποτυχημένες πολιορκίες των Συρακουσών (868, 869 και 873).

Το 875 οι αρχές της Αφρικής αποφάσισαν να ενισχύσουν σημαντικά τον τότε διοικητή της Σικελίας Γκαφάρ, ώστε να επιτευχθεί η πτώση των Συρακουσών. Οι μεγάλες προετοιμασίες των Αράβων έγιναν αντιληπτές από τους Βυζαντινούς, καθώς ο στρατηγός της Σικελίας ζήτησε άμεσα ενισχύσεις από την Κωνσταντινούπολη· παράλληλα, ξεκίνησε να ενισχύει την άμυνα των Συρακουσών που από τον Αύγουστο του 877 βρέθηκαν υπό ασφυκτικά πολιορκία από ξηρά και θάλασσα. Ο αυτοκράτορας ανταποκρίθηκε, πλην όμως με αργοπορία. Ο στόλος που έστειλε προς ενίσχυση των Συρακουσών υπό τη διοίκηση του πατρικίου Αδριανού καθυστέρησε υπερβολικά να φτάσει στο νησί, με αποτέλεσμα η πόλη να πέσει στις 20 Μαϊου του 878, παρά την ηρωική άμυνα των υπερασπιστών της.

Ο ναύαρχος Αδριανός πληροφορείται την πτώση των Συρακουσών (μικρογραφία από τον κώδικα του έργου του Ιωάννη Σκυλίτζη, Εθνική Βιβλιοθήκη, Μαδρίτη)

Την πτώση των Συρακουσών ακολούθησαν λεηλασίες και καταστροφές, ενώ οι Άραβες κατέσφαξαν τα υπολείμματα της φρουράς και μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Ελάχιστοι ήταν οι αιχμάλωτοι, ενώ λίγοι κατάφεραν να διαφύγουν και να μεταφέρουν τα θλιβερά νέα στην Κωνσταντινούπολη. Το πλήγμα επηρέασε σημαντικά τον Βασίλειο, ο οποίος αποφάσισε να δράσει με μεγαλύτερο ζήλο. Το 880 έστειλε τον έμπειρο ναύαρχο Νάσαρ στη Δύση με ισχυρές ναυτικές δυνάμεις. Ο Νάσαρ κατάφερε να νικήσει τους Άραβες σε σειρά από ναυμαχίες, αρχικά με νυχτερινή αιφνιδιαστική επίθεση στα δυτικά του Ιονίου, όπου οι Αγλαβίδες υπέστησαν πανωλεθρία, και έπειτα στα ανοιχτά της Πανόρμου, τα προάστια της οποίας λεηλατήθηκαν από τα βυζαντινά στρατεύματα.

Η πτώση των Συρακουσών (21 Μαΐου 878) (μικρογραφία από τον κώδικα του έργου του Ιωάννη Σκυλίτζη, Εθνική Βιβλιοθήκη, Μαδρίτη).

Ο Νάσαρ στράφηκε κατόπιν στην ιταλική χερσόνησο, όπου σημείωσε νέες νίκες, προτού ανακληθεί στην Κωνσταντινούπολη. Η βυζαντινή αντεπίθεση αποτέλεσε όμως μικρό διάλειμμα μέσα σε καταιγισμό αραβικών επιδρομών. Οι συγκρούσεις μεταξύ 881 και 900 ήταν σκληρές, αλλά με γνώριμο αποτέλεσμα για τους Βυζαντινούς, που ηττήθηκαν σχεδόν παντού και είδαν την Κατάνη και την Ραμέττα να λεηλατούνται κατ’ επανάληψη. Κύριο σημείο στήριξης της βυζαντινής παρουσίας στο νησί ήταν πια η πόλη του Ταυρομενίου, αλλά δίχως προοπτικές ενίσχυσης και το δικό της μέλλον προδιαγραφόταν δυσοίωνο.

Ο διάδοχος του Βασιλείου, Λέων Στ΄, ασχολήθηκε αρκετά με τα της Σικελίας, τουλάχιστον στην αρχή της βασιλείας του. Ήδη από το 885 βρισκόταν στην ιταλική χερσόνησο ο στρατηγός Νικηφόρος Φωκάς ο πρεσβύτερος, ο οποίος κέρδισε αρκετές νίκες σε βάρος των Αράβων (ανακατέλαβε μεταξύ άλλων το Ταυρομένιο, που είχε πέσει για λίγο στα χέρια των Αράβων, τον Τάραντα, τη Βάρη, το Ρήγιο και την Αμαντία)· ωστόσο, ανακλήθηκε το 886. Παρότι η κατάσταση στο νησί δεν άλλαξε σημαντικά, εντούτοις η αραβική πίεση χαλάρωσε, καθώς το βάρος της σύγκρουσης μεταφέρθηκε βορειότερα.

Οι Βυζαντινοί υπό το Νικηφόρο Φωκά (πρόγονο του κατοπινού αυτοκράτορα Νικηφόρου Β΄ Φωκά) καταλαμβάνουν το φρούριο της Αμαντίας. Η δράση του Φωκά στη νότια Ιταλία και τη Σικελία θα μπορούσε ίσως να ανατρέψει τη δυσμενή πορεία των επιχειρήσεων για τους Βυζαντινούς, όμως η ανάκλησή του το 896 στην Κωνσταντινούπολη άφησε ημιτελές το έργο του (μικρογραφία από τον κώδικα του έργου του Ιωάννη Σκυλίτζη, Εθνική Βιβλιοθήκη, Μαδρίτη).

Το 888 ο αυτοκράτορας έστειλε στη Σικελία ισχυρή ναυτική δύναμη και ανατολικά στρατεύματα. Ο βυζαντινός στόλος συγκρούστηκε με αραβικά πλοία στα ανοικτά της πόλης Μύλαι, στα βορειοανατολικά του νησιού. Οι Βυζαντινοί ηττήθηκαν χάνοντας περίπου 12.000 άνδρες και μεγάλο μέρος των πλοίων τους.

Από το 889 έως και το 895 στη Σικελία σημειώθηκαν σποραδικές συγκρούσεις, αλλά οι αραβικές επιθέσεις ήταν αναιμικές. Οι Άραβες ήταν μάλλον απασχολημένοι με εσωτερικά προβλήματα, τα οποία ταλάνιζαν το εμιράτο της Αφρικής και τις κτήσεις τους στη Σικελία. Γι’ αυτό προχώρησαν στη σύναψη ειρήνης με τους Βυζαντινούς κατά το 896. Μεταξύ άλλων (και ως αντάλλαγμα για τη διακοπή των συγκρούσεων), οι τελευταίοι δεσμεύονταν να απελευθερώσουν μέσα σε διάστημα 40 μηνών τους μουσουλμάνους αιχμαλώτους τους.

Οι Βυζαντινοί προσπάθησαν ωστόσο να εκμεταλλευθούν την ένταση στο αραβικό στρατόπεδο για να αναδιοργανώσουν τις δυνάμεις τους. Άρχισαν να συγκεντρώσουν στρατό στην Καλαβρία, με σκοπό να περάσουν στη Σικελία και να επιτεθούν αιφνιδιαστικά στους Άραβες. Η πρόθεσή τους όμως έγινε αντιληπτή από τον Αμπού Αμπάς. Ο τελευταίος, αφού κατέστειλε τις εστίες αναταραχής, επιτέθηκε στο Ταυρομένιο, την Κατάνη και το Ρήγιο για να παρεμποδίσει τους Βυζαντινούς. Μάλιστα, κατά την επιστροφή του από το Ρήγιο συνάντησε βυζαντινό στόλο, που μετέφερε ενισχύσεις στη Σικελία από την Κωνσταντινούπολη, και τον καταναυμάχησε βυθίζοντας 30 από τα πλοία του.

Οι αραβικές επιχειρήσεις διακόπηκαν πρόσκαιρα το 901, όταν ο Αμπού Αμπάς επέστρεψε στο Καϊρουάν για να αναλάβει τα ηνία του εμιράτου, καθώς ο εμίρης Ιμπραήμ Β΄ είχε εξαναγκαστεί σε παραίτηση. Για τους Βυζαντινούς το διάλειμμα ήταν ευπρόσδεκτο αλλά δεν διήρκεσε πολύ, καθώς ο Ιμπραήμ μετέβη στη Σικελία με ισχυρά στρατεύματα με στόχο την ολοκλήρωση της κατάκτησης του νησιού. Η προσοχή του στράφηκε στο Ταυρομένιο, το ισχυρότερο τοπικό έρεισμα της βυζαντινής εξουσίας. Έδωσε μάχη προ των τειχών του με τη φρουρά της πόλης, την οποία και κατανίκησε. Η πολιορκία του Ταυρομενίου ήταν, όπως και στην περίπτωση των Συρακουσών παλαιότερα, ασφυκτική, αλλά η πόλη άντεξε σχεδόν έξι μήνες, πριν υποκύψει (Ιούλιος του 902). Ο βυζαντινός στόλος που είχε σταλεί για να ενισχύσει το Ταυρομένιο έφτασε μετά την πτώση της πόλης και το μόνο που κατάφερε ήταν να μεταφέρει στην πρωτεύουσα τα υπολείμματα της φρουράς.

Η απώλεια του Ταυρομενίου σφράγισε το τέλος της ουσιαστικής ρωμαϊκής εξουσίας στο νησί, καθώς σύντομα ακολούθησαν και άλλες πόλεις που έως τότε αντιστέκονταν (Ντεμόνα, Ραμέττα, Μίκους). Παρότι ορισμένα βυζαντινά οχυρά στις ανατολικές ακτές παρέμειναν για αρκετά ακόμη χρόνια ελεύθερα, οι Άραβες ήταν πια ελεύθεροι να μεταφέρουν τον πόλεμο στην ιταλική χερσόνησο και μόνο ο θάνατος του Ιμπραήμ από δυσεντερία τους απέτρεψε από το να αυξήσουν περαιτέρω τις κατακτήσεις τους. Η Σικελία επρόκειτο να μείνει υπό τον έλεγχο των Αράβων έως το 1091, οπότε η τελευταία κτήση τους, η πόλη Νότο, έπεσε στα χέρια των Νορμανδών.

Συμπερασματικά: Η σκληρή σύγκρουση μεταξύ Αράβων και Βυζαντινών για την κατοχή της Σικελίας κράτησε περίπου 75 χρόνια. Στο διάστημα αυτό υπήρξαν περίοδοι έντονων πολεμικών επιχειρήσεων σε ξηρά και θάλασσα, αλλά και περίοδοι κατά τις οποίες τα προβλήματα των δύο αντιπάλων τους ανάγκασαν να προχωρήσουν σε προσωρινές παύσεις. Για τους Βυζαντινούς η άμυνα της Σικελίας ήταν ζήτημα τιμής μετά την απώλεια της Κρήτης. Επιπρόσθετα, το νησί αποτελούσε το δυτικότερο τμήμα της αυτοκρατορία, ενώ η κατοχή του εξασφάλιζε την βυζαντινή παρουσία και στη νότια Ιταλία. Οι Άραβες ξεκίνησαν την επιχείρηση για να λύσουν εσωτερικά τους προβλήματα και βρέθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα να κατέχουν ισχυρά προπύργια στο νησί. Οι Βυζαντινοί αρχικά υποτίμησαν την αραβική επίθεση, αλλά στην πορεία συνειδητοποίησαν τον θανάσιμο κίνδυνο που διέτρεχε η Σικελία. Οι Άραβες διέθεταν δύο σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι των Βυζαντινών. Το πρώτο ήταν η απόσταση: Η Σικελία ήταν πολύ κοντά στις ακτές της Αφρικής, με αποτέλεσμα οι αραβικές δυνάμεις να ενισχύονται συνεχώς. Αντιθέτως, οι Βυζαντινοί έπρεπε να μεταφέρουν στρατό και στόλο από μακριά, επομένως ο χρόνος αντίδρασής τους ήταν αργός. Αυτό φάνηκε κατά τις πολιορκίες των Συρακουσών και του Ταυρομενίου. Το δεύτερο πλεονέκτημα των Αράβων της Αφρικής ήταν πως είχαν να ασχοληθούν με ένα μόνο μέτωπο. Οι Βυζαντινοί όμως μάχονταν παράλληλα στο ανατολικό σύνορό τους τους Αββασίδες, αντιμετώπιζαν στα Βαλκάνια τους Βούλγαρους και στο Αιγαίο το αραβικό εμιράτο της Κρήτης. Έτσι, η αποστολή στρατευμάτων στη Σικελία ήταν γι’ αυτούς συχνά ανέφικτη. Κατ’ επέκταση, οι ρωμαϊκές δυνάμεις του νησιού έπρεπε να αρκεστούν στα δικά τους μέσα για να αμυνθούν απέναντι σε έναν αντίπαλο που διέθετε καλύτερο ανεφοδιασμό, περισσότερα μέσα και συχνά πιο άξια ηγεσία.

 

Ο Δημήτριος Σιδηρόπουλος είναι υποψήφιος διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ)

Σημείωση:

  1. Ήδη από τα τέλη του 7ου αι. η Σικελία αποτελούσε αυτοκρατορική στρατιωτική – διοικητική περιφέρεια (στρατηγία και μετέπειτα θέμα) υπό τη διοίκηση ενός στρατηγού, ο οποίος την έδρα του στις Συρακούσες.

 

Βιβλιογραφία:

– H. Ahrweiler, Byzance et la mer. La marine de guerre, la politique et les institutions maritimes de Byzance aux VIIe – XVe siècles, Paris 1956.

– K. Αλεξανδρής, Η θαλασσία δύναμις εις την ιστορία της Βυζαντινής aυτοκρατορίας, Αθήνα 1957.

– J. S. Codoñer, The Εmperor Theophilos and the East, 829-842. Court and Frontier during the Last Phase of Iconoclasm, Aldershot 2014.

– E. Eickhoff, Seekrieg und Seepolitik zwischen Islam und Abendland. Das Mitelmeer unter byzantinischer und arabischer Hegemonie, Berlin 1966.

– A. M. Fahmy, Muslim Sea Power in the Eastern Mediterranean from the Seventh to the Tenth Century A.D., Cairo 1966.

– A. Metcalfe, The Muslims of Medieval Italy, Edinburgh 2009.

– Β. Βλυσίδου – Στ. Λαμπάκης – Μ. Λεοντσίνη, Τ. Λουγγής, Βυζαντινά στρατεύματα στη Δύση, Αθήνα 2008.

Θεοδόσης Καρβουναράκης: Ο Πρόεδρος Reagan και η Ευρώπη

Θεοδόσης Καρβουναράκης

Ο Πρόεδρος Reagan και η Ευρώπη

 

Στόχος του νοεκλεγέντος Αμερικανού προέδρου Ronald Reagan, που ανέλαβε τα καθήκοντά του τον Ιανουάριο του 1981, ήταν να αναστρέψει την τάση αμφισβήτησης τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στο εξωτερικό, ως προς τη δυνατότητα και ικανότητα της χώρας του να πρωταγωνιστεί στη διεθνή σκηνή και να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις προκλήσεις των Σοβιετικών. Για να το επιτύχει επανέφερε επιθετική αντικομμουνιστική ρητορική και διπλωματία περασμένων δεκαετιών, ανέλαβε δράση κατά καθεστώτων φιλικά προσκειμένων προς τη Μόσχα ή σε αντιπαράθεση με τα αμερικανικά συμφέροντα και αύξησε δραστικά τις αμυντικές δαπάνες.

Η νέα πολιτική προφανώς καθιστούσε αδιαμφισβήτητη την προσήλωση του Reagan στη Βορειοατλαντική Συμμαχία και την άμυνα της Ευρώπης, γεγονός που ικανοποιούσε τους Ευρωπαίους. Τους ανησυχούσε όμως και η ένταση της νέας αμερικανό-σοβιετικής αντιπαλότητας. Τόσο ο ίδιος o Αμερικανός πρόεδρος όσο και άλλοι υψηλά ιστάμενοι αξιωματούχοι δεν απέκλειαν τη χρήση πυρηνικών όπλων, τη διεξαγωγή δηλαδή πυρηνικού πολέμου και μάλιστα σε ευρωπαϊκό έδαφος.[1] Οι Ευρωπαίοι ήταν αντίθετοι στην αύξηση της έντασης με το ανατολικό μπλοκ και προτιμούσαν τη συνέχιση της πολιτικής της ύφεσης (détente), που είχε ενισχύσει το αίσθημα ασφάλειας στη δυτική Ευρώπη, ήταν επωφελής οικονομικά για τους ίδιους, τέλος, τη σωστή τακτική προσέγγισης, προσέλκυσης και μετασχηματισμού των ευρωπαϊκών κομμουνιστικών καθεστώτων. Αντέδρασαν έτσι αρνητικά σε μία σειρά αμερικανικών πρωτοβουλιών που κατά τη γνώμη τους επιβάρυναν επικίνδυνα τις σχέσεις των δύο στρατοπέδων και ζημίωναν της Ευρώπη.

Στην Πολωνία η κακή οικονομική κατάσταση οδήγησε σε έντονη λαϊκή αντίδραση κατά την δεκαετία του 1970 και στην ανάπτυξη ισχυρού συνδικαλιστικού κινήματος. Τα συνδικάτα του κινήματος Αλληλεγγύη (Solidarność), υπό την ηγεσία του Lech Wałęsa  αμφισβήτησαν αποτελεσματικά και έφεραν σε δύσκολη θέση την κομμουνιστική ηγεσία της χώρας. Η αντιπαράθεση κορυφώθηκε τον Δεκέμβριο του 1981, όταν ο πρόεδρος της χώρας στρατηγός Jaruzelski, υπό την πίεση της Μόσχας[2] κήρυξε στρατιωτικό νόμο και συνέλαβε χιλιάδες μέλη της Αλληλεγγύης. Φοβούμενοι να διακινδυνεύσουν τα πολιτικά και οικονομικά οφέλη της détente, οι Ευρωπαίοι αντέδρασαν με περιορισμένο τρόπο, αρνούμενοι νέες πιστώσεις στην πολωνική κυβέρνηση.

Πολύ πιο έντονη ήταν η αμερικανική αντίδραση, που θέλησε να επεκτείνει τις συνέπειες για το ανατολικό μπλοκ με κυρώσεις και κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Έχοντας σαν ευρύτερο στόχο την άσκηση μεγάλης οικονομικής πίεσης σε βάρος της τελευταίας, ο πρόεδρος Reagan απαγόρευσε την εξαγωγή τεχνολογίας που θα χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή μεγάλου αγωγού για τη μεταφορά φυσικού αερίου από την Σιβηρία στη Δυτική Ευρώπη. Τον Ιούνιο του 1982 απαγόρευσε επίσης και την πώληση εξοπλισμού που κατασκευάζονταν από θυγατρικές αμερικανικές εταιρίες ή με ειδική άδεια εκτός Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ πίεσε τους Ευρωπαίους να μη συμμετάσχουν στο έργο. Η κατασκευή όμως του αγωγού είχε πολύ μεγάλη οικονομική σημασία για τους Ευρωπαίους, που αντέδρασαν έντονα και αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με τις επιθυμίες της Ουάσινγκτον. Η ευρωπαϊκή αντίδραση επιτάθηκε από τη στάση του Reagan που, εκπληρώνοντας προεκλογικές υποσχέσεις, υπέγραψε νέα συμφωνία πώλησης αμερικανικών δημητριακών στη Σοβιετική Ένωση, δημιουργώντας έτσι την εντύπωση ότι δεν ήταν διατεθειμένος να μοιραστεί με την Ευρώπη το κόστος των κυρώσεων. Η ένταση εκτονώθηκε με την υποχώρηση των Αμερικανών και την άρση των κυρώσεων μερικούς μήνες αργότερα.

Τον Μάρτιο του 1983 ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε στον αμερικανικό λαό την Πρωτοβουλία Στρατηγικής Άμυνας, SDI, πρόγραμμα έρευνας και κατασκευής αμυντικής ασπίδας, που με τη βοήθεια ακτινών λέιζερ θα κατέστρεφε τους σοβιετικούς βαλλιστικούς πυραύλους προτού εκείνοι πλήξουν το αμερικανικό έδαφος. Οι Ευρωπαίοι, τους οποίους ο Reagan δεν είχε ενημερώσει, ανησύχησαν γιατί το πρόγραμμα θα διατάρασσε την πυρηνική ισορροπία, καθώς αντέβαινε σε σχετική συμφωνία των υπερδυνάμεων και θα οδηγούσε σε αύξηση του πυρηνικού οπλοστασίου των Σοβιετικών. Αν ήταν επιτυχές –πράγμα που έντονα αμφισβητούσε μεγάλο μέρος της επιστημονικής κοινότητας- θα μπορούσε να ενθαρρύνει την απεμπλοκή των Αμερικανών από την Ευρώπη, καθώς η σημασία της για την άμυνα των Ηνωμένων Πολιτειών (ως ενδιάμεσο στάδιο κλιμάκωσης της πυρηνικής αντιπαράθεσης) θα μειώνονταν. Επιφυλακτική ήταν και η πρωθυπουργός της Βρετανίας Margaret Thatcher, ο πιο πιστός Ευρωπαίος σύμμαχος αλλά και με στενή προσωπική σχέση με τον πρόεδρο Reagan.

Σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο, η Σοβιετική Ένωση είχε εκμεταλλευτεί αδυναμίες και σφάλματα του δυτικού στρατοπέδου τα  προηγούμενα χρόνια, με αποτέλεσμα να διαθέτει υπεροπλία έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών αλλά και να έχει οδηγήσει σε διατάραξη της πυρηνικής ισορροπίας, κάτι που έπρεπε να αποκατασταθεί. Γι’ αυτό και η κυβέρνησή του δεν εκδήλωσε ενδιαφέρον για τη διαδικασία περιορισμού των πυρηνικών όπλων, την οποία είχαν ξεκινήσει οι προκάτοχοί της. Οι προτάσεις της για την αντικατάσταση της σχετικής συμφωνίας SALT II που δεν είχε κυρωθεί από τη Γερουσία, φαίνοταν να ευνοούν μονομερώς τις Ηνωμένες Πολιτείες  και απορρίφθηκαν ως μη σοβαρές από τους Σοβιετικούς.

Παρόμοιος ήταν και ο χειρισμός του θέματος των πυραύλων μέσου βεληνεκούς SS20 που οι Σοβιετικοί είχαν εγκαταστήσει στην ανατολική Ευρώπη. Το 1981, στα πλαίσια της πολιτικής “dual track” οι Αμερικανοί πρότειναν την απόσυρση των σοβιετικών πυραύλων με αντάλλαγμα την μη εγκατάσταση στη δυτική Ευρώπη των αμερικανικών Pershing και Cruise. Όπως και ο ίδιος ο υπουργός Εξωτερικών του Reagan, Alexander Haig επισήμανε στα απομνημονεύματά του: «ήταν παράλογο να περιμένουμε οι Σοβιετικοί να αποσύρουν μία δύναμη 1100 πυρηνικών κεφαλών που είχαν ήδη εγκαταστήσει στο πεδίο των πιθανών συγκρούσεων…με αντάλλαγμα μία υπόσχεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες να μην εγκαταστήσουν πυραύλους που ακόμη δεν είχαμε αρχίσει να κατασκευάζουμε και που είχαν προκαλέσει τέτοια βίαιη αντιπαράθεση στη δυτική Ευρώπη»[3]. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν χωρίς επιτυχία και κάθε σχετική επαφή των δύο πλευρών διακόπηκε το Νοέμβριο του 1983, όταν οι πρώτοι αμερικανικοί πύραυλοι άρχισαν να φθάνουν στην Ευρώπη.

Το διάγραμμα του Προγράμματος Strategic Defense Initiative (SDI), γνωστότερο ως Star Wars.

Η εγκατάσταση των πυραύλων ήταν επιθυμία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων για να αντιμετωπιστούν σοβιετικές πιέσεις αλλά και για να εξασφαλιστεί η δέσμευση των Αμερικανών ως προς την άμυνα της Ευρώπης, σε περίπτωση σοβιετικής απειλής. Δημιουργήθηκε όμως μεγάλη λαϊκή αντίδραση που έφερε τους Ευρωπαίους ηγέτες σε δύσκολη θέση. Το κίνημα κατά της εγκατάστασης των νέων πυραύλων υποστήριζε πως επρόκειτο για επιθετικά όπλα και θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για έναν πυρηνικό πόλεμο που θα περιορίζονταν στην Ευρώπη, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προστατεύονταν από το SDI. Στη Γερμανία, μέσα σε 18 μήνες από το Νοέμβριο του 1980, το κίνημα ειρήνης συγκέντρωσε 2,5 εκατομμύρια υπογραφές κατά των πυρηνικών με το σύνθημα «πυρηνικός πόλεμος μας απειλεί όλους- όχι πυρηνικά όπλα στην Ευρώπη». Στη Βρετανία ο αριθμός των μελών της Εκστρατείας για Πυρηνικό Αφοπλισμό (CND) έφθασε τις 100.000 το 1985 από 5.000 που ήταν το 1979. Στα τέλη του 1982, 750.000 διαδηλωτές στο Central Park της Νέας Υόρκης απαίτησαν το «πάγωμα» του αριθμού των πυρηνικών όπλων, ενώ το Νοέμβριο του 1983 οι διαδηλωτές σε Βόννη και Ρώμη έφτασαν τις 500.000.

Το κίνημα ειρήνης υποστηρίζονταν αλλά δεν ελέγχονταν από τη Μόσχα. Συμμετείχαν άνθρωποι με διάφορες πεποιθήσεις, κοινωνική και επαγγελματική προέλευση, ειρηνιστές αλλά και φεμινίστριες, ιερείς, οικολόγοι, νοικοκυρές, φοιτητές και καλλιτέχνες. Το κίνημα ειρήνης είχε σημαντική πολιτική επιρροή. Στις εκλογές του 1983 το βρετανικό εργατικό κόμμα πρότεινε την αποπυρηνικοποίηση της Βρετανίας και την κατάργηση του βρετανικού πυρηνικού οπλοστασίου. Στη Γερμανία το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα στράφηκε εναντίον του ηγέτη του Helmut Schmidt και αρνήθηκε να υποστηρίξει την εγκατάσταση των πυραύλων στη Γερμανία. Οι κυβερνήσεις της Ευρώπης όμως δεν υπέκυψαν στις πιέσεις του αντιπυρηνικού στρατοπέδου. Τόσο ο κεντροδεξιός Γερμανός καγκελάριος Helmut Kohl που διαδέχτηκε στην εξουσία τον Schmidt το 1983, όσο και η Βρετανή νεοφιλελεύθερη Margaret Thatcher, ήταν πεπεισμένοι πως η εγκατάσταση των πυρηνικών ήταν επωφελής για τις χώρες τους και την Ευρώπη. Την ίδια άποψη είχαν και οι σοσιαλιστές, François Mitterrand και Bettino Craxi, πρόεδρος της Γαλλίας και πρωθυπουργός της Ιταλίας αντίστοιχα. Από το τέλος του 1983 οι αμερικανικοί πύραυλοι άρχισαν να εγκαθίστανται στη Γερμανία.

Σημαντικές διαφωνίες επίσης υπήρξαν μεταξύ Ευρωπαίων και Αμερικανών όσον αφορά την πολιτική των τελευταίων στον Τρίτο Κόσμο. Ο πρόεδρος Reagan ήθελε να αναγκάσει σε υποχώρηση τους Σοβιετικούς. Οι τελευταίοι είχαν αποκτήσει επιρροή σε διάφορες χώρες, υποστηρίζοντας κομμουνιστικά ή φιλοκομμουνιστικά κινήματα. Έθεσε έτσι ως στόχο του την ανατροπή των μαρξιστικών κυβερνήσεων σε χώρες όπως το Αφγανιστάν, η Νικαράγουα, η Αγκόλα και η Καμπότζη, ενισχύοντας ένοπλες ομάδες αντιφρονούντων. Παράλληλα ανέμενε την έμπρακτη συμπαράσταση των Ευρωπαίων. Μόνο η Βρετανία φαίνεται να ενίσχυσε στρατιωτικά τους Μουτζαχεντίν στο Αφγανιστάν, ενώ ακόμα και η Margaret Thatcher υπήρξε επιφυλακτική ως προς τις άλλες πρωτοβουλίες του προέδρου. Και ήταν ιδιαίτερα έντονη η κριτική της όταν, το φθινόπωρο του 1983, δίχως να την ενημερώσει, ο πρόεδρος Reagan διέταξε εισβολή στο μικροσκοπικό νησί της Καραϊβικής Grenada, μέλος της βρετανικής Κοινοπολιτείας, προκειμένου να ανατρέψει τη εκεί μαρξιστική κυβέρνηση. Γενικά οι Ευρωπαίοι ήταν αντίθετοι στις επεμβάσεις των Αμερικανών επειδή αντέβαιναν στο απαράβατο της εθνικής κυριαρχίας που θεμελιώνει το διεθνές δίκαιο, αλλά και γιατί δεν μπορούσαν να έχουν αποτέλεσμα, καθότι οι δυνάμεις που υποστήριζαν οι Αμερικανοί ήταν στρατιωτικά ανεπαρκείς, ενώ σε πολλές περιπτώσεις και ένοχες για μείζονες παραβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επιπρόσθετα, ήταν διάχυτος ο φόβος μήπως αυτή η προκλητική έναντι της Σοβιετικής Ένωσης πολιτική απειλούσε με  υπονόμευση την ύφεση στις ευρω-σοβιετικές σχέσεις. Τέλος, πίστευαν πως η πίεση που ασκούσαν οι Αμερικανοί στα φιλοσοβιετικά καθεστώτα με την ενίσχυση αντιπάλων κινημάτων, αντί να τα απομακρύνει, τα έφερνε πλησιέστερα και ενίσχυε την εξάρτησή τους από τη Μόσχα. Οι Ευρωπαίοι υποστήριξαν διπλωματικά τον Παλαιστίνιο ηγέτη Yasser Arafat, τον οποίο οι Αμερικανοί είχαν χαρακτηρίσει ως τρομοκράτη. Τον Απρίλιο του 1986, η Ισπανία και η Γαλλία απαγόρευσαν τη χρήση του εναέριου χώρου τους σε αμερικανικά αεροσκάφη, που βομβάρδισαν ως αντίποινα τη Λιβύη, ως επακόλουθο βομβιστικής επίθεσης εναντίον Αμερικανών στρατιωτών στο Βερολίνο και την πεποίθηση που κυριαρχούσε στην Ουάσινγκτον πως η Λιβύη ενίσχυε τρομοκράτες.[4]

Το Νοέμβριο του 1986, τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης αποκάλυψαν ένα μυστικό πρόγραμμα πώλησης όπλων από την κυβέρνηση των ΗΠΑ στο Ιράν, με αντάλλαγμα την απελευθέρωση Αμερικανών ομήρων στο Λίβανο. Τα κέρδη από τις πωλήσεις των όπλων διοχετεύονταν παράνομα στους Contras, τους αντικαθεστωτικούς αντάρτες της Νικαράγουας, κατά παράβαση νόμου ψηφισμένου από το αμερικανικό Κογκρέσο που απαγόρευε την ενίσχυσή τους.[5] Για τους Ευρωπαίους ήταν μια δυσάρεστη έκπληξη. Οι σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ισλαμικό καθεστώς του Ιράν ήταν κακές, ενώ μεγάλη πίεση είχε ασκηθεί επί των Ευρωπαίων από τους Αμερικανούς για την επιβολή εμπάργκο στην πώληση όπλων στο Ιράν, με αποτέλεσμα δραστική μείωση των ευρωπαϊκών πωλήσεων. Η αξιοπιστία του Αμερικανού προέδρου και της κυβέρνησής του δέχθηκε σοβαρό πλήγμα.

Το εξώφυλλο του περιοδικού Time της 17/11/1986.
Ο συν/ρχης Oliver North, κομβικό πρόσωπο στο σκάνδαλο Irangate.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Από το 1984 η πολιτική του προέδρου Reagan έναντι της Σοβιετικής Ένωσης εμφανίζει ενδείξεις ριζικής μεταβολής. Σταδιακά ο Αμερικανός πρόεδρος προχωρεί σε στενή προσέγγιση και συνεννόηση με τον Ρώσο ηγέτη Mikhail Gorbachev, που καταλήγει σε δραστική μείωση τόσο των πυρηνικών όπλων όσο και των εντάσεων μεταξύ των δύο πλευρών, ανοίγοντας τον δρόμο για τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου. Σε σημαντική ομιλία του τον Ιανουάριο του 1984, αναφερόμενος στις σχέσεις της χώρας του με τη Σοβιετική Ένωση, ο Reagan μίλησε για «…κοινά συμφέροντα. Και το πιο σημαντικό απ’ αυτά είναι να αποφύγουμε τον πόλεμο και να περιορίσουμε το επίπεδο των εξοπλισμών…οι χώρες μας δεν πολέμησαν ποτέ η μία την άλλη. Δεν υπάρχει κανείς λόγος να το πράξουν».[6] Ποιοι ήταν όμως οι λόγοι αυτής της ριζικής αλλαγής; Ο Reagan απεχθάνονταν τα πυρηνικά όπλα με την ολέθρια, καταστροφική τους ισχύ και είχε εκφράσει την επιθυμία του να τα εξαλείψει.  Όμως, προτού διαπραγματευτεί με τη Σοβιετική Ένωση, επεδίωκε να αναβαθμίσει το κύρος, την πολιτική, στρατιωτική και οικονομική ισχύ της χώρας του, πράγμα που θεώρησε πως είχε επιτύχει μέχρι το 1984. Δεχόταν επίσης πιέσεις για μια πιο διαλλακτική πολιτική τόσο από τους Ευρωπαίους συμμάχους όσο και από την αμερικανική κοινή γνώμη, το δεύτερο με ιδιαίτερη σημασία, καθώς το 1984 ήταν έτος προεδρικών εκλογών. Προς την ίδια κατεύθυνση πίεζε και η Nancy Reagan, σύζυγος του προέδρου, με μεγάλη επιρροή πάνω του, που ήθελε η υστεροφημία του συζύγου της να περιλαμβάνει κάτι σημαντικότερο από μια μεγάλη αύξηση των εξοπλισμών. Δύο επίσης γεγονότα, το φθινόπωρο το 1983, απέδειξαν στον Αμερικανό πρόεδρο πόσο επικίνδυνη ήταν η ένταση στις σχέσεις των υπερδυνάμεων που είχε δημιουργήσει η πολιτική του. Τον Σεπτέμβριο του 1983, επιβατηγό αεροσκάφος της Korean Airlines καταρρίφθηκε από τους Σοβιετικούς όταν από λάθος εισήλθε στον εναέριο χώρο της ΕΣΣΔ. Διακόσια εξήντα-εννέα άτομα έχασαν τη ζωή τους, μεταξύ των οποίων 60 Αμερικανοί. Το Νοέμβριο, μεγάλη άσκηση του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη με την ονομασία Able Archer, που περιλάμβανε προσομοίωση πυρηνικής επίθεσης κατά της Σοβιετικής Ένωσης, εκλήφθηκε από τους Σοβιετικούς ως αρχή πραγματικού πολέμου με αποτέλεσμα να αρχίσουν να ετοιμάζονται για ανάλογη απάντηση. Οι σοβιετικοί ιθύνοντες είχαν πραγματικά θορυβηθεί από τα έργα και τα λόγια του Reagan και από το 1981 διερευνούσαν σοβαρά την πιθανότητα μιας αιφνιδιαστικής αμερικανικής πυρηνικής επίθεσης.[7]

Αρχικά οι διακηρύξεις του προέδρου Reagan έγιναν δεκτές με δυσπιστία, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς έρχονταν σε αντίθεση με τη συνεχιζόμενη προσήλωσή του στο SDI και τις δραστηριότητες του στον Τρίτο Κόσμο. Πολλοί θεώρησαν ότι ήταν ένα τέχνασμα για να ενισχύσει τη θέση του στις επερχόμενες εκλογές. Πέρασε επίσης αρκετός καιρός έως ότου  γνωρίσουν ανταπόκριση στη Σοβιετική Ένωση, η οποία βρισκόταν σε μεγάλη πολιτική αναταραχή εξαιτίας του θανάτου τριών ηγετών της χώρας σε διάστημα μικρότερο των δυόμισι ετών.

Η κατάσταση άλλαξε όταν τον Μάρτιο του 1985 την εξουσία ανέλαβε ο Mikhail Gorbachev. Ο νέος Σοβιετικός ηγέτης ήθελε να αναμορφώσει ριζικά το καθεστώς της χώρας του μέσω του εκσυγχρονισμού των θεσμών και της χρηστής διοίκησης, για να γίνει βιώσιμο και τελικά να ξεπεράσει σε επιρροή τις δυτικές δημοκρατίες. Γι’ αυτό θεωρούσε αναγκαίο τον τερματισμό της αντιπαράθεσης με τη Δύση, που θα του επέτρεπε να συγκεντρωθεί στις εσωτερικές αλλαγές αλλά και να εξασφαλίσει την απαραίτητη για την οικονομική πρόοδο δυτική τεχνολογία.

Συμφωνούσε επίσης με τον Reagan ως προς την ανάγκη εξάλειψης των πυρηνικών όπλων, άποψη που περαιτέρω ενισχύθηκε μετά την μεγάλη καταστροφή που προκάλεσε το ατύχημα στο πυρηνικό εργοστάσιο ηλεκτρικής ενέργειας του Chernobyl, τον Απρίλιο του 1986. Η πρώτη συνάντηση Reagan και Gorbachev στη Γενεύη τον Νοέμβριο του 1985 δεν είχε ουσιαστικά αποτελέσματα, φάνηκε όμως η καλή διάθεση αμφοτέρων των πλευρών να συνεχίσουν την προσπάθεια για τον περιορισμό των πυρηνικών όπλων. Στην επόμενη συνάντησή τους στο Ρέικιαβικ της Ισλανδίας τον Οκτώβριο του 1986, οι δύο ηγέτες κατέπληξαν τον κόσμο, όταν σχεδόν συμφώνησαν πρώτα να αποδεχθούν την «μηδενική επιλογή», την απόσυρση δηλαδή όλων των πυραύλων μέσου βεληνεκούς από την Ευρώπη αλλά, στην εξέλιξη της συζήτησης, και την εξάλειψη όλων των πυρηνικών όπλων μέσα σε μια δεκαετία. Συμφωνία δεν επιτεύχθηκε γιατί ο πρόεδρος Reagan αρνήθηκε να εγκαταλείψει το SDI, κίνηση που ο Gorbachev θεωρούσε ως απαραίτητη προϋπόθεση.[8]

Τα γεγονότα στο Ρέικιαβικ θορύβησαν ιδιαίτερα τους Ευρωπαίους. Ο Αμερικανός πρόεδρος ήταν διατεθειμένος να πάρει κοσμοϊστορικές αποφάσεις που θα επηρέαζαν άμεσα την ευρωπαϊκή άμυνα χωρίς να ζητήσει τη γνώμη τους. Τα πυρηνικά όπλα στην Ευρώπη θεωρούνταν αναγκαία για να αντισταθμίσουν την υπεροπλία των Σοβιετικών σε συμβατικές δυνάμεις. Η πλήρης απόσυρση των αμερικανικών πυραύλων από την Ευρώπη μπορούσε επίσης να υπονοεί την πρόθεση των Αμερικανών να αποδεσμευτούν από τις συμμαχικές τους υποχρεώσεις. Επιπλέον η Βρετανία και η Γαλλία ανησυχούσαν για την τύχη των δικών τους πυρηνικών οπλοστασίων, που φαινόταν πιθανόν οι Αμερικανοί να θελήσουν να θυσιάσουν χάριν μιας ευρύτερης συμφωνίας πυρηνικού αφοπλισμού. Στην τρίτη συνάντησή τους στην Ουάσινγκτον τον Δεκέμβριο του 1987, οι δύο ηγέτες κατέληξαν σε μία συμφωνία ιστορικής σημασίας: την εξάλειψη όλων των πυρηνικών πυραύλων εδάφους με βεληνεκές από 500 έως 5.500 χιλιόμετρα. Ήταν η πρώτη φορά που μια συμφωνία προχωρούσε σε μείωση και όχι απλά περιορισμό της αύξησης των πυρηνικών όπλων. Οι Ευρωπαίοι είδαν επιφυλακτικά τη συμφωνία INF, όπως ονομάστηκε, καθότι διατάρασσε τα ευρωπαϊκά αμυντικά δεδομένα. Όμως τόσο η αποφασιστικότητα του Reagan όσο και το κίνημα ειρήνης δεν τους άφηναν πολλά περιθώρια αντίδρασης, Εν πάση περιπτώσει οι Αμερικανοί ιθύνοντες είχαν συνεργαστεί με τους Ευρωπαίους ομολόγους τους κατά την προετοιμασία της συμφωνίας.

Η συνάντηση κορυφής Reagan-Gorbachev στο Ρέικιαβικ της Ισλανδίας (11-12 Οκτωβρίου 1986).

 

President Reagan at Reykjavik Summit with Mikhail Gorbachev on October 11-12, 1986

 

Μέχρι και το 1987 οι Ευρωπαίοι δεν ήταν απόλυτα πεπεισμένοι για την ειλικρίνεια των προθέσεων του Gorbachev. Υποπτεύονταν πως η στάση του ήταν ένα τέχνασμα για να υπονομεύσει την ενότητα και την άμυνα του δυτικού στρατοπέδου. Σταδιακά όμως άλλαξαν γνώμη. Ο Gorbachev προώθησε δραστικές αλλαγές στη Σοβιετική Ένωση και επιδίωξε να προσεγγίσει τους Ευρωπαίους ηγέτες με επανειλημμένες συναντήσεις. Τον Φεβρουάριο του 1988 ανακοίνωσε την αποχώρηση των Σοβιετικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν εντός του επομένου έτους, ενώ λίγους μήνες αργότερα, τον Δεκέμβριο, με ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, εξήγγειλε τον μονομερή περιορισμό των ενόπλων δυνάμεων της χώρας του κατά 500 χιλιάδες και σημαντική μείωση της σοβιετικής στρατιωτικής παρουσίας στην ανατολική Ευρώπη. Τον Ιούνιο του 1988 ξεκίνησε οικονομική συνεργασία μεταξύ Ευρωπαϊκής Κοινότητας (η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί μετεξέλιξή της) και COMECON, αντίστοιχου οργανισμού του ανατολικού μπλοκ. Η αλλαγή πολιτικής του προέδρου Reagan και η σύγκλιση απόψεων μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών για τις προθέσεις και τις πολιτικές του Gorbachev, είχε επίσης ευεργετική επιρροή στις μεταξύ τους σχέσεις και οδήγησε στην μείωση των εντάσεων.

Προβλήματα στις ευρώ-ατλαντικές σχέσεις δημιούργησε και η οικονομική πολιτική του προέδρου Reagan. Η ταυτόχρονη μείωση των φόρων και αύξηση των αμυντικών δαπανών πολλαπλασίασε το έλλειμμα του προϋπολογισμού, που καλύφθηκε με δανεισμό μέσω υψηλότοκων κρατικών ομολόγων. Η μεγάλη στροφή ευρωπαϊκών κεφαλαίων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες που ακολούθησε, ενόχλησε τους Ευρωπαίους και τους ανάγκασε να αυξήσουν κι αυτοί τους τόκους, με αποτέλεσμα να πληγεί η οικονομική ανάπτυξη στην Ευρώπη. Δυσαρέσκεια επίσης προκάλεσε η τεχνητά υψηλή τιμή του δολαρίου, αλλά και η δημιουργία εμπορικού ελλείμματος, που ενίσχυε τάσεις προστατευτισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ένας από τους λόγους που οδήγησαν στην κατάργηση όλων των περιορισμών και τη δημιουργία της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη το 1986, ήταν η βούληση να προστατευτεί η Ευρώπη από μονομερείς αμερικανικές πολιτικές που την έθιγαν[9].

Λουξεμβούργο, 17 Φεβρουαρίου 1986: Υπογραφή της  Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης.

Κατά τη δεκαετία του 1980, η ενοποιητική διαδικασία στην Ευρώπη ανέκαμψε, με πολύ σημαντικά αποτελέσματα. Κατά την προηγούμενη δεκαετία λόγοι, όπως η μεγάλη αύξηση των τιμών του πετρελαίου, στασιμότητα στην ανάπτυξη και εργατικές διεκδικήσεις, είχαν οδηγήσει σε σχετική αδράνεια τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, «ευρωσκλήρωση» όπως είχε τότε χαρακτηριστεί. Μετά το 1984 και τη διευθέτηση των οικονομικών διεκδικήσεων της Margaret Thatcher σε σχέση με την βρετανική οικονομική συνεισφορά, τα δεδομένα άλλαξαν. Η νέα παγκόσμια οικονομική κατάσταση οδήγησε τους Eυρωπαίους ηγέτες να παραδεχθούν την ανάγκη μεγαλύτερης συνεργασίας και φιλελευθεροποίησης της οικονομίας, άποψη που αποδέχθηκε και ο Γάλλος πρόεδρος François Mitterrand, μετά από δύο χρόνια σοσιαλιστικών πειραματισμών που ζημίωσαν τη γαλλική οικονομία. Υπό την καθοδήγηση του νέου προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jacques  Delors, τα δώδεκα μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας υπέγραψαν την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη του 1986, συμφωνώντας να άρουν κάθε είδους περιορισμό και να διασφαλίσουν την ελεύθερη διακίνηση αγαθών, εργατικού δυναμικού, κεφαλαίου και υπηρεσιών, με κατάργηση ουσιαστικά των μεταξύ τους συνόρων και στόχο τη δημιουργία μιας μεγάλης ενιαίας αγοράς. Δεσμεύθηκαν επίσης να προσπαθήσουν από κοινού για τη διαμόρφωση και υλοποίηση μιας Ευρωπαϊκής Εξωτερικής Πολιτικής.

Κατά τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης του ο πρόεδρος Reagan εξακολούθησε, όπως και ο προκάτοχος του  Carter, να στηρίζει με τυπικό τρόπο και χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον την ευρωπαϊκή ενοποιητική διαδικασία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ανταποκρίθηκαν θετικά στην υπογραφή της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης κρίνοντάς την περισσότερο σαν μία επιπλέον διακήρυξη χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα. Όμως, όταν άρχισαν να εμφανίζονται στον αμερικανικό τύπο τίτλοι όπως «οχυρό Ευρώπη» και να ακούγεται το σύνθημα «η Ευρώπη για τους Ευρωπαίους», η κατάσταση άλλαξε. Οι Αμερικανοί φοβήθηκαν πως οι Ενιαία Ευρωπαϊκή Αγορά θα οδηγούσε σε δυσμενή μεταχείριση αμερικανικών προϊόντων, πλήττοντας το αμερικανικό εμπόριο. Οι οικονομικές διαφωνίες μεταξύ των δύο πλευρών πολλαπλασιάστηκαν και σε πολλές από αυτές αναμείχθηκε προσωπικά ο πρόεδρος Regan.

Η οικονομική αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών-Ευρώπης οφείλονταν και στην ευρύτερη αλλαγή των οικονομικών δεδομένων. Μέχρι το τέλος της διακυβέρνησης Reagan, η οικονομική ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών είχε υποστεί σοβαρό πλήγμα. Μεταξύ του 1950 και του 1987 το αμερικανικό ποσοστό στο Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα των επτά πλέον ανεπτυγμένων χωρών (που περιλαμβάνουν και τις μείζονες ευρωπαϊκές χώρες) μειώθηκε από 70% σε 43%. Μεταξύ του 1981 και του 1987 οι Ηνωμένες Πολιτείες έφτασαν να είναι, από μεγαλύτερος δανειστής ο μεγαλύτερος οφειλέτης σε παγκόσμιο επίπεδο. Το 1987 οι ευρωπαϊκές επενδύσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες ξεπερνούσαν εκείνες των Αμερικανών στην Ευρώπη.

Τα προβλήματα της αμερικανικής οικονομίας και η άνοδος της οικονομικής ισχύος της Ευρώπης ενδυνάμωσαν απόψεις για την αλλαγή των ευρώ-ατλαντικών αμυντικών δεδομένων. Οι Ευρωπαίοι θα μπορούσαν να συνεισφέρουν το μεγαλύτερο μέρος των συμβατικών δυνάμεων για την άμυνα της ηπείρου, ενώ οι Αμερικανοί θα περιόριζαν το ρόλο τους κυρίως στην παροχή πυρηνικής προστασίας. Το 1987 άρθρο στον Economist σχολίασε: «μια Αμερική που δεν είναι πλέον πολύ πλουσιότερη από την Ευρώπη δεν είναι δυνατόν να συνεχίσει για πάντα να ξοδεύει το 7% του ΑΕΠ της για την άμυνα, από το οποίο χρησιμοποιεί το 1/3 ή και περισσότερο προς όφελος της Ευρώπης, όταν οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες ξοδεύουν μόνο 3 έως 4% από το δικό τους[10].

Εν τω μεταξύ, οι Ευρωπαίοι, ανησυχώντας για τις οικονομικές εξελίξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και τις προθέσεις του Reagan σε σχέση με την ευρωπαϊκή άμυνα, ανέλαβαν πρωτοβουλίες για να προωθήσουν τη μεταξύ τους αμυντική συνεργασία. Το 1984 αναβίωσε η Δυτικό-Ευρωπαϊκή Ένωση (West European Union) που είχε ιδρυθεί το 1954 με σκοπό να διευκολύνει τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας και την ένταξή της στο ΝΑΤΟ, αλλά με την πάροδο των ετών η λειτουργία της είχε ατονήσει. Τον Οκτώβριο του 1984 οι εκπρόσωποι των επτά κρατών-μελών διακήρυξαν την πρότασή τους να χρησιμοποιήσουν το θεσμικό πλαίσιο του οργανισμού με στόχο τη στενότερη συνεργασία σε θέματα ευρωπαϊκής ασφάλειας. Ο πρόεδρος Reagan επικρότησε την ευρωπαϊκή πρωτοβουλία ως ένα θετικό βήμα προς την κατεύθυνση ανάληψης μεγαλύτερων αμυντικών βαρών από τους Ευρωπαίους. Παράλληλα όμως, τον Μάρτιο του 1985, ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών για ευρωπαϊκά και καναδικά θέματα προειδοποίησε τις κυβερνήσεις των επτά κρατών-μελών να μην «κάνουν ομαδούλα» εις βάρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι διαδικασίες της Δυτικό-Ευρωπαϊκής Ένωσης χρησιμοποιήθηκαν από τους Ευρωπαίους το 1987 για τον συντονισμό της επιχείρησης περιφρούρησης της ναυσιπλοΐας στην περιοχή του Περσικού Κόλπου κατά τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ, γιατί ήταν αντίθετοι στη διεξαγωγή επιχειρήσεων από το ΝΑΤΟ εκτός της Ευρώ-ατλαντικής περιοχής ευθύνης της συμμαχίας.

Βερολίνο, 12 Ιουνίου 1987.O Ronald Reagan εκφωνεί λόγο μπροστά από την Πύλη του Βρανδεμβούργου.

Ronald Reagan and the Fall of the Berlin Wall

Η προσπάθεια του προέδρου Reagan να αποκαταστήσει την ηγεμονική θέση της χώρας του στο διεθνές στερέωμα ενέτεινε τις Ευρώ-Αμερικανικές διαφωνίες. Η επιθετικότητα, που αρχικά ο Αμερικανός πρόεδρος επέδειξε σε σχέση με τη Σοβιετική Ένωση, φαινόταν να θέτει σε κίνδυνο τη διαδικασία της ύφεσης, την οποία οι Ευρωπαίοι θεωρούσαν επωφελή και επιθυμούσαν διακαώς να συνεχιστεί. Παράλληλα, άρχισαν να αμφισβητούν τις προθέσεις του Reagan σε σχέση με την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Τους ενοχλούσε ιδιαίτερα η τακτική του Αμερικανού προέδρου να λαμβάνει αποφάσεις για θέματα που τους αφορούσαν άμεσα δίχως προηγουμένως να τους ρωτά. Από τη δική του πλευρά, ο Αμερικανός πρόεδρος δυσανασχετούσε με τους ενδοιασμούς των Ευρωπαίων και την άρνησή τους να στηρίξουν αδιαμαρτύρητα τις πολιτικές του. Ακόμη και η πλέον αφοσιωμένη σύμμαχός του, Margaret Thatcher, εξέφραζε για πολλά θέματα τις αντιρρήσεις της.

Η προσέγγιση Reagan-Gorbachev ανησύχησε επίσης τους Ευρωπαίους, επειδή εγκυμονούσε διακανονισμούς, ικανούς να τους αφήσουν εκτεθειμένους. Τέλος, θεωρούσαν επισφαλή, ιδιοτελή και ανεύθυνη την οικονομική πολιτική του Reagan, που δημιουργούσε και στους ίδιου προβλήματα. Ταυτόχρονα οι Αμερικανοί ανησυχούσαν για την ευνοϊκή εξέλιξη της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η οποία  φαινόταν να οδηγεί σε μια ισχυρή οικονομικά, ανταγωνιστική Ευρώπη προκαλώντας ανωμαλίες στο αμερικανικό εμπόριο. Ωστόσο, τα θετικά αποτελέσματα της Αμερικανό-Σοβιετικής προσέγγισης και η ειλικρίνεια των προθέσεων του Gorbachev, άμβλυναν τις ευρωπαϊκές αντιδράσεις, ενώ και οι Αμερικανοί, παρά τις σοβαρές επιφυλάξεις τους[11], αντιλήφθηκαν πως η ενωμένη και οικονομικά εύρωστη Ευρώπη ενίσχυε τη δυτική άμυνα και αποτελούσε πόλο έλξης (άρα και όπλο προς όφελος της Δυτικής πολιτικής) για τους λαούς της Ανατολικής Ευρώπης.

Εν πάση περιπτώσει και οι δύο πλευρές είχαν κοινά πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα ενώ η συνεργασία τους ήταν απαραίτητη στις σχέσεις τους με τον ανατολικό συνασπισμό. Οι Ευρωπαίοι επίσης ήταν απολύτως εν γνώσει του κομβικού ρόλου των Αμερικανών στην άμυνά τους αλλά και ως προς την ανάληψη πρωτοβουλιών για την αντιμετώπιση των διαμορφούμενων καταστάσεων. Κατά συνέπεια, οι όποιες διαφωνίες και αντιρρήσεις τους παρέμειναν  εντός συγκεκριμένων ορίων. Παράλληλα υπέβοσκε η δυσαρέσκεια των Ευρωπαίων, οι οποίοι, λόγω αύξησης της οικονομικής και πολιτικής τους ισχύος και μείωσης των εντάσεων με τη Σοβιετική Ένωση, διεκδικούσαν μεγαλύτερη ανεξαρτησία κινήσεων και σημαντικότερο ρόλο στη διαχείριση των υποθέσεων της Συμμαχίας, αλλά και εκείνη των Αμερικανών, που αντιδρούσαν αρνητικά σε μια τέτοια προοπτική, προσδοκώντας,  ταυτόχρονα, μεγαλύτερη ευρωπαϊκή συμμετοχή στα βάρη της Συμμαχίας.

Ο Θεοδόσης Καρβουναράκης είναι Καθηγητής της Διπλωματικής Ιστορίας της Ευρώπης και των ΗΠΑ στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

 

Υποσημειώσεις

[1] Το 1983 σε δημόσιες δηλώσεις του ο Reagan χαρακτήρισε τη Σοβιετική Ένωση «αυτοκρατορία του κακού» και «εστία κακού στο σύγχρονο κόσμο». Hanhimaki Jussi M.,Transatlantic Relations since 1945”, Routledge, New York, 2012

[2] Το Δεκέμβριο του 1980 στρατιωτικές δυνάμεις της Σοβιετικής Ένωσης και άλλων μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας συγκεντρώθηκαν στα πολωνικά σύνορα. Είναι όμως αμφίβολο αν οι Ρώσοι θα επιχειρούσαν άλλη μία εισβολή, μετά τη γενικευμένη διεθνή κατακραυγή που είχε ακολουθήσει εκείνη του Αφγανιστάν το 1979.

[3]Leffler Melvyn and Westad Arne (eds), The Cambridge History of the Cold War, Volume 3,  Cambridge University Press, Cambridge, 2011, σ. 271

[4] Παράλληλα βέβαια, Βρετανοί, Γάλλοι και Ιταλοί, μαζί με τους Αμερικανούς συμμετείχαν σε διεθνή στρατιωτική δύναμη που παρενέβη στον εμφύλιο πόλεμο του Λιβάνου το 1982, ενώ το 1986 οι Γάλλοι έστειλαν στρατό στο Τσαντ για να σταματήσουν την παρέμβαση του Λίβυου ηγέτη Μουαμάρ Καντάφι στα εσωτερικά πράγματα της χώρας.

[5] Η Γαλλία είχε στείλει βοήθεια στην μαρξιστική κυβέρνηση των Sandinistas, ενώ ως πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς τους υποστήριζε και ο πρώην Γερμανός καγκελάριος Willy Brandt.

[6] Hanhimaki,σ. 105

[7] Σύμφωνα με το Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας Robert McFarlane και ο Reagan ανησυχούσε σοβαρά για τον κίνδυνο τυχαίας πυρηνικής ανάφλεξης, The Cambridge History of the Cold War, Volume 3, σ.278

[8] Kyvig David (ed), Reagan and the World , Praeger, New York, 1990, σσ. 30-31

[9] Larres Klaus, The United States and European Integration, 1945-1990 στο Larres Klaus (ed), A Companion to Europe since 1945, Blackwell, Oxford, 2014, σ. 166

[10] Powaski Ronald, The entangling alliance., The United States and European Security, 1950-1993, Greenwood Press, London, 1994, σ. 160

[11] Την άποψη του  Αμερικανού προέδρου για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα επηρέαζε αρνητικά η Margaret Thatcher που κατηγορούσε τον François Mitterrand για κρατικό παρεμβατισμό.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

1) Thatcher Margaret, The Downing Street Years, Harper Collins, New York, 1993

2) Johns Andrew (ed), A Companion to Ronald Reagan, Blackwell, Oxford, 2015

3) Larres Klaus (ed), A Companion to Europe since 1945, Blackwell, Oxford, 2014

4) Reynolds David, One World Divisible, Norton, London, 2001

5) Leffler Melvyn and Westad Arne (eds), The Cambridge History of the Cold War, Volume3, Cambridge University Press, Cambridge, 2011

6) Hanhimaki Jussi M., Transatlantic Relations since 1945, Routledge, New York, 2012

7) Powaski Ronald, The entangling alliance. The United States and European Security, 1950-1993, Greenwood Press, London, 1994

8) Lundestad Geir, The United States and Western Europe since 1945, Oxford University Press, Oxford, 2005

9) Lundestad Geir, “Empire” by Integration. The United States and European Integration, 1945-1997, Oxford University Press, New York, 1998

10) Kyvig David (ed), Reagan and the World, Praeger, New York, 1990

11) McGuire Steven and Smith Michael, The European Union and the United States. Competition and Convergence in the Global Arena, Macmillan, New York, 2008

12) Allin Dana, Cold War Illusions. America, Europe and Soviet Power, 1969-1989, St. Martin’s Press, New York, 1994

Φωκίων Κοτζαγεώργης: Η συγκρότηση των κοινωνιών στα πρώιμα οθωμανικά Βαλκάνια

Φωκίων Κοτζαγεώργης

Η συγκρότηση των κοινωνιών στα πρώιμα οθωμανικά Βαλκάνια

 

Τα Βαλκάνια είναι η δεύτερη χρονικά περιοχή, στην οποία επεκτάθηκε χρησιμοποιώντας πολεμικά μέσα το νεότευκτο οθωμανικό κράτος κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Παρ’ όλο που προηγήθηκε η Βιθυνία, ήταν η βαλκανική χερσόνησος, στην οποία οι Οθωμανοί αντιμετώπισαν με μαζικό τρόπο προβλήματα κατάκτησης και διακυβέρνησης που σε μικρογραφία είχαν αντιμετωπίσει στη Βιθυνία λίγες δεκαετίες νωρίτερα. Η κατάκτησή τους δεν έγινε μονομιάς, αλλά μέσα από μια μακρόχρονη και πολυσύνθετη διαδικασία.

Η σημασία της περιοχής για την πρώιμη οθωμανική ιστορία και ειδικότερα για τον τρόπο διαμόρφωσης του οθωμανικού κράτους μπορεί να συνοψιστεί στους παρακάτω λόγους:

1) Η περιοχή αποτέλεσε εξαρχής και μέχρι τον 19ο αιώνα το ένα από τα δύο γεωγραφικά τμήματα που αποτελούσαν τις λεγόμενες «κεντρικές επαρχίες» (core provinces) της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Με άλλα λόγια αποτελούσε το διοικητικό και φορολογικό κορμό της. Εδώ εφαρμόστηκε πλήρως το τιμαριωτικό σύστημα, ένα σύστημα που συνιστούσε τη ραχοκοκαλιά του στρατιωτικο-διοικητικού και δημοσιονομικού μηχανισμού της αυτοκρατορίας.

Τα Βαλκάνια, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία και οι Οθωμανοί Τούρκοι το 1355.

2) Το αμιγώς χριστιανικό πληθυσμιακό υπόστρωμά της συνιστούσε μια ‘πρόκληση’ για τους μουσουλμάνους Οθωμανούς. Το διακύβευμα γι’ αυτούς ήταν πώς θα ενσωματωθεί χωρίς πολιτικές ή οικονομικές αναταράξεις – άρα με ομαλό τρόπο – ο πολυπληθής χριστιανικός πληθυσμός. Το εγχείρημα ήταν δυσκολότερο από πρώτη άποψη, γιατί αφενός ο πληθυσμός δεν διακρινόταν από εθνοτική, ή πολιτιστική ομοιογένεια, παρ’ όλο το κοινό θρήσκευμά του και αφετέρου δεν υπήρχαν ενιαία ή έστω μεγάλα πολιτικά μορφώματα – και μάλιστα με αξιόλογο χρονικό βάθος ύπαρξης – τα οποία θα πρόσφεραν μια πολιτική ταυτότητα σε σημαντικό τμήμα του πληθυσμού και άρα η ενσωμάτωση σε έναν νέο κρατικό σχήμα θα γινόταν, ενδεχομένως, ομαλότερα.

3) Η πρωιμότητα της κατάκτησης οδήγησε στην ταυτόχρονα εξελισσόμενη ανάπτυξη δύο φαινομένων: από τη μια πλευρά του φαινομένου της διαδικασίας κρατικής συγκρότησης του οθωμανικού κράτους και από την άλλη της διαχείρισης και διοίκησης μιας ξένης πολιτισμικά γι’ αυτούς και εκτεταμένης γεωγραφικά περιοχής. Έτσι, κάποια στοιχεία που αποτέλεσαν πυλώνες της λειτουργίας του οθωμανικού κρατικού συστήματος την εποχή της ακμής προήλθαν μέσα από την εμπειρία διοίκησης (και ενσωμάτωσης) των βαλκανικών λαών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο θεσμός του παιδομαζώματος.

Ύστερα από τα παραπάνω προκαλεί ενδιαφέρον να διακριβωθούν οι μέθοδοι και οι μηχανισμοί που χρησιμοποίησαν οι Οθωμανοί σουλτάνοι για να καταστήσουν αυτή την περιοχή οργανικό τμήμα της επικράτειάς τους. Ασφαλώς βασικές αρχές της πολιτικής τους έναντι των κατακτημένων πληθυσμών, ακόμη κι αν εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά στα Βαλκάνια, συνόδευσαν το κράτος σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της ύπαρξής του. Ωστόσο, η συγκρότηση των οθωμανικών κοινωνιών στα Βαλκάνια διατηρεί, λόγω των παραπάνω παραγόντων, έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα.

Βασική αρχή της οθωμανικής πολιτικής ήταν η οικοδόμηση πάνω στο υπάρχον υπόστρωμα. Αυτή η αρχή αφορούσε εξίσου άψυχα αντικείμενα και έμψυχα όντα. Η επέμβαση των Οθωμανών ήταν συντηρητική, με την έννοια ότι άφηναν να συνεχίζει να λειτουργεί ό,τι δεν ζημίωνε τη εύρυθμη λειτουργία του κράτους τους και δεν απειλούσε την κυριαρχία τους. Έτσι, ενσωμάτωσαν δημιουργικά πλήθος στοιχείων που βρήκαν κατά την περίοδο της κατάκτησης.

Μέσα από αυτή την οπτική θα πρέπει να ιδωθεί το θέμα της συγκρότησης κοινωνιών στα οθωμανικά Βαλκάνια. (Προεξαγγελτικά θα πρέπει να υπομνησθεί ότι όταν αναφερόμαστε σε κοινωνία προνεωτερικών κρατών – και δη αυτοκρατοριών, δεν χρησιμοποιούμε ενικό αριθμό για την κοινωνία αλλά πληθυντικό, λόγω ακριβώς της πληθυντικής μορφής που λάμβανε η ανθρώπινη συσσωμάτωση εντός τέτοιων κρατών). Η κοινωνική συγκρότηση, δηλαδή, ήταν η συνισταμένη ενός μείγματος συνεχειών και ρήξεων με το προ-οθωμανικό παρελθόν.

Στα Βαλκάνια οι Οθωμανοί βρήκαν ένα αναπτυγμένο δίκτυο πόλεων, οι οποίες συνδέονταν μεταξύ τους με δρόμους, εμπορικούς σε περίοδο ειρήνης και στρατιωτικούς σε περίοδο πολέμων. Χωρίς να προχωρήσουν σε έργα υποδομής ή μεγάλης κλίμακας ανακαινιστικές εργασίες, οι Οθωμανοί διατήρησαν και εν μέρει ανάπτυξαν αυτό το δίκτυο. Κληρονομώντας μια αστική παράδοση από το μεσαιωνικό Ισλάμ και τους Σελτζούκους, οι Οθωμανοί ενδιαφέρθηκαν για τις πόλεις. Η στάση της νέας πολιτικής εξουσίας έναντι των πόλεων είναι διδακτική για την εν γένει πολιτική ενσωμάτωσης (istimalet) που εφάρμοσε. Ενδιαφέρθηκαν να μεταφράσουν το ιδίωμα της κάθε πόλης, ώστε αυτό να είναι αντιληπτό από τους υπηκόους του νέου κράτους. Η πληθυσμιακή και κτιριακή κατάσταση που συναντούσαν κατά την είσοδό τους σε μια πόλη και ο τρόπος κατάκτησής της ήταν οι βασικές παράμετροι για την άσκηση αστικής πολιτικής από τους Οθωμανούς. Η κατάκτηση με έφοδο σήμαινε μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το ισλαμικό δίκαιο, την εκδίωξη από το κάστρο (δηλ. την περιτειχισμένη πόλη) – σταθερό πολεοδομικό στοιχείο και στρατιωτικο-διοικητικός πυρήνας όλων των μεσαιωνικών πόλεων – των γηγενών χριστιανικών πληθυσμών.

Ο Λευκός Πύργος της Θεσσαλονίκης. Οχυρωματικό έργο οθωμανικής κατασκευής (κτίστηκε μεταξύ των ετών 1450-1470).

Αυτό το μέτρο οδηγούσε σε ευρύτερη αλλαγή του πολεοδομικού σχεδίου, καθώς οι χριστιανοί θα έπρεπε να εγκατασταθούν σε κάποιο/α άλλο/α σημείο/α της πόλης. Επιπλέον, αυτή η μέθοδος κατάκτησης σήμαινε την κατεδάφιση ή – συχνότερα – τη μετατροπή των χριστιανικών ναών σε μουσουλμανικά τεμένη. Αυτό το μέτρο αποτελούσε βασικό στοιχείο για τη μετατροπή του αστικού ιδιώματος από χριστιανικό (βυζαντινό, σλαβικό) σε οθωμανικό.

Η εμπέδωση μέσω των κτιρίων της πολιτικής πρωτοκαθεδρίας του νέου κυριάρχου («η οθωμανοποίηση του χώρου», όπως έχει ονομαστεί) δεν αφορούσε μόνο τεμένη ή άλλα θρησκευτικού χαρακτήρα κτίσματα, αλλά και μια σειρά από ευαγή κοινωφελή ιδρύματα (πτωχοκομεία, εκπαιδευτήρια, λουτρά).

Μπέη χαμάμ Θεσσαλονίκης (1444) σε φωτογραφία του 1913.

Η κατάκτηση μιας πόλης με συνθηκολόγηση δε διέσωζε αυτόχρημα τα χριστιανικά μνημεία της, αφού, προϊόντος του χρόνου και σύμφωνα με τις κατά καιρούς δημιουργούμενες ανάγκες (θρησκευτικές, πολιτικές κτλ) μπορούσαν επίσης να μετατραπούν χριστιανικοί ναοί σε ισλαμικά τεμένη.

Εκτός από τον τρόπο κατάκτησης που υπαγόρευε μια ανάλογη νομικά μεταχείριση της πόλης και του πληθυσμού της, οι Οθωμανοί προχωρούσαν σε άλλα επιπλέον μέτρα με βάση την πληθυσμιακή, οικονομική και πολιτική κατάσταση που συναντούσαν σε κάθε πόλη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ad hoc ασκηθείσας πολιτικής αποτελεί η Θεσσαλονίκη. Ενώ κατακτήθηκε με έφοδο, ο σουλτάνος έδειξε ιδιαίτερη μέριμνα και για την απελευθέρωση των κατά το νόμο εξανδραποδισθέντων χριστιανών και για την προσέλκυση άλλου χριστιανικού πληθυσμού στην πόλη τα πρώτα χρόνια μετά την κατάκτηση. Από τους δε ναούς μόνο δύο κατ’ αρχήν μετατράπηκαν σε τεμένη, ενώ η μετατροπή των υπολοίπων μεγάλων ναών συνέβη σταδιακά και με ποικίλες αφορμές σε διάστημα πλέον του ενάμιση αιώνα.

Θεσσαλονίκη. Ο ναός της Αγίας Σοφίας σε καρτ ποστάλ εποχής.

Οι κοινωνίες των πόλεων δεν συγκροτήθηκαν ούτε μόνο ως αποτέλεσμα κρατικής παρέμβασης, αλλά ούτε και ως αποτέλεσμα αυθόρμητων ενεργειών. Οι σουλτάνοι εφάρμοσαν τόσο στις πόλεις, όσο και στην ύπαιθρο των Βαλκανίων την πολιτική των μαζικών υποχρεωτικών εποικισμών, γνωστών ως sürgün. Η πολιτική αυτή είχε ως αποτέλεσμα να εμφανιστεί στις βαλκανικές κοινωνίες για πρώτη φορά το μουσουλμανικό στοιχείο. Όσον αφορά ειδικά τις πόλεις, παρ’ όλο που η ερμηνεία του φαινομένου δεν υποστηρίζεται από κάποια πηγή, τα στοιχεία μας δείχνουν ότι αυτές εποικίστηκαν – ακούσια ή εκούσια – από τουρκικής καταγωγής μουσουλμάνους της Μικράς Ασίας. Οι πληθυσμοί αυτοί προέρχονταν από αντίστοιχα αστικά περιβάλλοντα του τόπου προέλευσής τους, είτε του οθωμανικού εμιράτου είτε των άλλων τουρκομανικών. Οι βιοτεχνικές ειδικότητές τους αποσκοπούσαν στο να τονώσουν ή έστω στο να μη διακόψουν την οικονομική ζωή των νεοκατακτημένων πόλεων. Η έλευσή τους δεν έγινε μόνο ως αποτέλεσμα κρατικής πολιτικής, αλλά και αυθόρμητα, λόγω των νέων ευκαιριών που διανοίγονταν γι’ αυτούς στα οθωμανικά Βαλκάνια. Η εγκατάσταση σε αξιόλογους αριθμούς έγινε κυρίως στα οικονομικά ή και διοικητικά κέντρα των περιοχών, όταν αυτά δεν ταυτίζονταν. Έκτοτε αποτελούσαν ένα σταθερό πληθυσμιακό στοιχείο των αστικών κοινωνιών των Βαλκανίων.

Οι μουσουλμανικές κοινωνίες στις πόλεις συγκροτούνταν και από το διοικητικό προσωπικό. Ως τέτοιο θα πρέπει να εννοηθούν όχι μόνο – ή τόσο – οι γραφειοκράτες, αλλά κυρίως τα στρατιωτικά σώματα που επάνδρωναν τη φρουρά του κάστρου και οι υπάλληλοι που ασκούσαν τη δικαστική εξουσία και μεριμνούσαν για την ικανοποίηση των θρησκευτικών αναγκών των μουσουλμάνων. Εφόσον η διοίκηση την εποχή αυτή δεν ασκούταν χωριστά από τη στρατιωτική οργάνωση και εφόσον στο Ισλάμ νόμος και θρησκεία συνυπάρχουν, οι κρατικοί υπάλληλοι που συνιστούσαν ένα τμήμα του μουσουλμανικού πληθυσμού τους, ανήκαν στις δύο μεγάλες ομάδες της αυτοκρατορίας, τους στρατιωτικούς (askeri) και τους δικαστές-θεολόγους (ulema). Από την πρώτη ομάδα προέρχονταν και οι υπάλληλοι με δημοσιονομικές αρμοδιότητες (π.χ. επόπτες τελωνείων, αγορανόμοι, ενοικιαστές φόρων).

Στρατιωτικό-διοικητικό προσωπικό (ασκερί).
Δικαστικό-θεολογικό προσωπικό (ουλεμά).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τέλος, μέρος των μουσουλμάνων των πόλεων αποτελούσαν οι εξισλαμισμένοι και οι επίσης εξισλαμισμένοι δούλοι. Οι πρώτοι, συνήθως προερχόμενοι από την ευρύτερη περιφέρεια, από τα ως τώρα διαθέσιμα στοιχεία, φαίνεται να μην αποτελούσαν αξιόλογο τμήμα των μουσουλμάνων, καθώς η μαζική έλευσή τους στις πόλεις συνιστά φαινόμενο κυρίως του 16ου αιώνα και αργότερα. Οι δεύτεροι, αντίστροφα, συγκροτούσαν αρχικά αξιόλογο τμήμα των πόλεων και έβαιναν μειούμενοι, αφενός λόγω της σταδιακής μείωσης των πολέμων και αφετέρου λόγω της συχνής απελευθέρωσής τους.

Οι μουσουλμάνοι, πέρα από την αποκλειστικότητά τους στις κρατικές υπηρεσίες, κατείχαν αξιόλογο μερίδιο της βιοτεχνικής και εμπορικής δραστηριότητας των πόλεων. Η παρουσία τους σε μια πόλη δεν σήμαινε αυτόχρημα την αδιάλειπτη συνέχειά τους σ’ αυτή, αν και λίγες είναι οι περιπτώσεις πλήρους απώλειας του αρχικού μουσουλμανικού πληθυσμού μιας πόλης.

Εν τέλει, ενδιαφέρον και αδιερεύνητο ακόμη στοιχείο είναι οι παράγοντες ή τα κριτήρια που έπαιζαν κάθε φορά ρόλο στην εμφάνιση μουσουλμάνων στις πρώιμες οθωμανικές πόλεις των Βαλκανίων, όταν οι τελευταίες δεν είχαν ιδρυθεί από Οθωμανούς. Η θέση των πόλεων στη διοικητική ιεραρχία δεν φαίνεται να αποτελεί αξιόπιστο ερμηνευτικό σχήμα, όπως δείχνει το παράδειγμα των συντριπτικά χριστιανικών Ιωαννίνων, που ήταν εξαρχής έδρα μεγάλης διοικητικής περιφέρειας (sancak). Ίσως ο συνδυασμός διοικητικής θέσης και οικονομικής σημασίας μαζί με την παρουσία μουσουλμανικού πληθυσμού στην άμεση περιφέρεια να αποτελεί ικανοποιητικό ερμηνευτικό εργαλείο.

Σε αντίθεση με την παλαιότερη ελληνική βιβλιογραφία, σήμερα είναι γενικά αποδεκτό ότι οι χριστιανοί δεν εκκένωσαν τις πόλεις, αλλά, αντίθετα, εξαρχής αποτελούσαν σταθερό πληθυσμιακά στοιχείο των πρώιμων αστικών κοινωνιών των Βαλκανίων, αν και όχι πάντα σε μεγάλα ποσοστά. Όπως σημειώθηκε για τη Θεσσαλονίκη, ακόμη κι όταν οι συνθήκες της κατάκτησης δεν το επέτρεπαν, οι χριστιανοί παρέμεναν στις πόλεις. Η διατήρηση, μάλιστα, της βυζαντινής ονοματολογίας των κατοίκων υποδηλώνει τη διατήρηση του βυζαντινού ή γενικότερα προ-οθωμανικού υποστρώματος στις κοινωνίες των οθωμανικών πλέον πόλεων. Η συσπείρωση γύρω από την τοπική εκκλησία και η προσπάθεια διατήρησης των εμπορικών δικτύων που είχαν αναπτυχθεί πριν την οθωμανική κατάκτηση αποτελούσαν χαρακτηριστικά της δραστηριότητας και των προτεραιοτήτων των χριστιανών. Χωρίς να μπορούμε ακόμη να υποστηρίξουμε μια αδιάλειπτη συνέχεια των μεσαιωνικών χριστιανικών ελίτ και υπό τους Οθωμανούς, η ύπαρξη, πάντως, μιας ελίτ, είτε ως απογόνων μεσαιωνικών αριστοκρατικών οικογενειών, είτε ως νέων προσώπων αναδειχθέντων μέσα σε οθωμανικό πλαίσιο, θεωρείται αναμφισβήτητη. Η κοινωνική διαστρωμάτωση, συνεπώς, εντός των χριστιανικών κοινωνιών των πόλεων ήταν ορατή, μέσα στις οικονομικές και πολιτικές δυνατότητες που τις επιτράπηκαν από το νέο κρατικό σύστημα. Η ελληνοφωνία φαίνεται να κυριαρχεί στους χριστιανούς των νότιων βαλκανικών πόλεων, ακόμη και σε ζώνες που η ύπαιθρος δεν ελληνοφωνούσε σε συντριπτικό βαθμό, όπως για παράδειγμα στην Καστοριά. Η πληθυσμιακή παρουσία χριστιανών μέσα στις πόλεις εξαρτιόταν από ποικίλους παράγοντες, τους οποίους η έρευνα, όπως και με τους μουσουλμάνους, δεν αποσαφήνισε ακόμη. Σε αντίθεση, πάντως, με τους μουσουλμάνους, οι χριστιανοί επέδειξαν μεγαλύτερη κινητικότητα και συχνότερα από τους μουσουλμάνους εμφανίζονταν, αυξάνονταν, μειώνονταν ή και εξαφανίζονταν από μια πόλη. Η εμπειρική αυτή παρατήρηση αναζητά ακόμη ερμηνεία, καθώς το εξισλαμιστικό ρεύμα δεν αποτελεί ικανοποιητικό εργαλείο για τις πληθυσμιακές αλλαγές στις πρώιμες οθωμανικές πόλεις λόγω του μικρού δημογραφικού βάρους. Η θρησκευτική σύνθεση της άμεσης ή ευρύτερης περιφέρειας φαίνεται να αποτελεί ικανοποιητικότερο ερμηνευτικό εργαλείο, καθώς από αυτήν τροφοδοτούταν κυρίως ο χριστιανικός πληθυσμός των πόλεων. Δεν θα πρέπει να λησμονείται, εξάλλου, το γεγονός ότι το γηγενές στοιχείο των Βαλκανίων ήταν οι χριστιανοί.

Το τρίτο θρησκευτικό στοιχείο που απαντάται στις πόλεις των Βαλκανίων ήταν οι Εβραίοι. Ίσως λόγω του μικρού αριθμού τους και της προβλέψιμης ιστορικής διαδρομής τους στην οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά και της πλούσιας ερευνητικής παραγωγής κυρίως Εβραίων ιστορικών, μπορούμε να διαμορφώσουμε ευκολότερα ένα διάγραμμα της παρουσίας τους στις πρώιμες οθωμανικές πόλεις. Το μεσαιωνικό εβραϊκό υπόστρωμα των Ρωμανιωτών διατηρήθηκε αλώβητο στις βαλκανικές πόλεις μέχρι την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Από τα διαθέσιμα στοιχεία για κάποιες εβραϊκές κοινότητες, μπορεί να υποστηριχθεί ότι σχεδόν το σύνολό τους μετακινήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ως αποτέλεσμα της οθωμανικής πολιτικής επανοικισμού της νέας οθωμανικής πρωτεύουσας. Τα Βαλκάνια, όμως, δεν έμειναν κενά εβραϊκής παρουσίας, καθώς αρχικά με την σταδιακή έλευση «Ασκεναζίμ» Εβραίων από την Ανατολική Ευρώπη κυρίως από τη δεκαετία του 1470 και εξής και στη συνέχεια με τη μαζική μετανάστευση των «Σεφαραδίμ» Εβραίων από την ιβηρική χερσόνησο και τα υπόλοιπα εδάφη του ισπανικού στέμματος από το 1492 και εξής, συγκροτήθηκαν νέες εβραϊκές κοινότητες, αποκλειστικά σε πόλεις υψηλού οικονομικού ενδιαφέροντος. Πέραν της Θεσσαλονίκης, οι Σέρρες, η Αδριανούπολη, τα Τρίκαλα ήταν μερικές από τις βαλκανικές πόλεις που διέθεταν μια σταθερή, ολιγομελή ή όχι, εβραϊκή κοινότητα. Το πληθυσμιακό μέγεθός τους ποίκιλε και γνώριζε αυξομειώσεις, όπως και των άλλων δύο θρησκευτικών ομάδων. Οι οικονομικές ασχολίες τους αφορούσαν κυρίως το εμπόριο και η κοινωνική διαστρωμάτωσή τους εξαρτιόταν από το πληθυσμιακό μέγεθός τους: όσο περισσότεροι Εβραίοι υπήρχαν σε μια πόλη, τόσο η άτυπη κοινωνική πυραμίδα αναπτυσσόταν με πληρότητα, έχοντας εξίσου μεγιστάνες του πλούτου και πάμφτωχους μεροκαματιάρηδες.

Κατά την προ-νεωτερική περίοδο, ο διαχωρισμός των κοινωνιών των πόλεων από αυτές της υπαίθρου δεν ήταν ποτέ αυστηρός. Ως εκ τούτου, στοιχεία εξαγροτισμού των πόλεων συναντούμε και στα πρώιμα οθωμανικά Βαλκάνια, όπως και αλλού στην Ευρώπη. Παρ’ όλο που οι πρώιμες οθωμανικές κοινωνίες της βαλκανικής υπαίθρου συγκροτήθηκαν με όχι ιδιαίτερα διαφορετικό τρόπο από τις αντίστοιχες των πόλεων, υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις πρώτες σε σχέση με τις δεύτερες.

Σπαχήδες.

Στο μεταίχμιο αστικών και αγροτικών κοινωνιών εντάσσονται οι μουσουλμάνοι αξιωματούχοι, των οποίων η οικονομική βάση βρισκόταν στην ύπαιθρο. Πρόκειται για την ομάδα των Οθωμανών ιππέων (sipahi), οι οποίοι μισθοδοτούνταν εισπράττοντας με την άδεια του κράτους τους φόρους των χωριών. Συνήθως διέμεναν στα χωριά ή έστω στην κοντινή κωμόπολη και τουλάχιστον κατά την πρώιμη περίοδο συνιστούσαν ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της. Η προέλευσή τους δεν ήταν αυτονόητα μικρασιατική τουρκική, αλλά υπήρχαν ήδη από τον 15ο αιώνα εξισλαμισμένοι, ή παιδιά του παιδομαζώματος ή απελεύθεροι, οι οποίοι είχαν εισέλθει στο στρατιωτικό σώμα. Οι σπαχήδες δεν συνιστούσαν μια φεουδαλική αριστοκρατία κατά το πρότυπο των δυτικών μεσαιωνικών κοινωνιών. Η θέση τους βρισκόταν χαμηλά στην οθωμανική κρατική υπαλληλία και οι ίδιοι συχνά διαφοροποιούνταν οικονομικά κατά τι μόνο από τους φορολογούμενους αγροτικούς πληθυσμούς. Η κοινωνική και πολιτική ισχύς τους προερχόταν από τη θέση τους στην οθωμανική κρατική ιεραρχία και όχι από τον πλούτο τους.

Αν στις πόλεις η οθωμανική εξουσία εγκατέστησε (ή ενθάρρυνε την εγκατάσταση) βιοτεχνών και επαγγελματιών, η βαλκανική ύπαιθρος δέχτηκε νομαδικούς τουρκομανικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας, οι οποίοι ονομάστηκαν «Γιουρούκοι». Η έλευσή τους έγινε σταδιακά από τα τέλη του 14ου αιώνα μέχρι τα μέσα περίπου του 16ου. Εγκαταστάθηκαν μόνιμα, καθώς απώλεσαν αρκετά νωρίς το νομαδικό χαρακτήρα τους, κατά κύριο λόγο στις εύφορες πεδιάδες της Θράκης, της Βορειοανατολικής Βουλγαρίας, της Κεντρικής Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, δημιουργώντας οιονεί οικιστικούς θύλακες. Η βοηθητικού χαρακτήρα στρατιωτική οργάνωση, στην οποία τους ενέταξε το οθωμανικό κράτος, προσφέρει για τον ερευνητή και την αρχική αιτιολογία για τη μετακίνησή τους στα Βαλκάνια. Με άλλα λόγια, λόγοι ασφάλειας της νεοκατακτημένης υπαίθρου αποτέλεσαν τον αρχικό ερμηνευτικό πυρήνα του μαζικού εποικισμού των βαλκανικών πεδιάδων από Γιουρούκους. Παράλληλα, η οικονομική αναζωογόνηση εγκαταλειμμένων περιοχών συνιστούσε έναν δεύτερο βασικό λόγο γι’ αυτή την πολιτική. Οι πληθυσμοί αυτοί με τις συγκεκριμένες οικονομικές ασχολίες τους (κτηνοτροφία και γεωργία) συνιστούσαν σταθερή εικόνα της βαλκανικής υπαίθρου μέχρι και την κατάλυση της οθωμανικής κυριαρχίας στις αρχές του 20ού αιώνα.

Εγκαταστάσεις Γιουρούκων στη Μακεδονία το 1530.

Εξίσου αναγνωρίσιμη ομάδα της βαλκανικής υπαίθρου, αν και πολύ περισσότερο ολιγομελή, συνιστούσαν οι μοναχοί του Ισλάμ, γνωστοί ως «δερβίσηδες». Όπως και με τους Γιουρούκους, η οθωμανική εξουσία τους χρησιμοποίησε διττώς: α) για να προπαγανδίσουν τη νέα θρησκεία και να προσηλυτίσουν ή να διαδώσουν μια θρησκευτική ανεκτικότητα μεταξύ των αλλόθρησκων ντόπιων πληθυσμών και β) για να βοηθήσουν στον εποικισμό εγκαταλειμμένων περιοχών. Το τελευταίο επιτυγχανόταν μέσω της ίδρυσης μοναστηριών (τεκέδων) πάνω σε οδικές αρτηρίες, γύρω από τα οποία συγκροτούνταν οικιστικές μονάδες. Η υιοθέτηση ενός ευπροσάρμοστου Ισλάμ – που συχνά άγγιζε τα όρια της ετεροδοξίας, οδήγησε αυτούς τους δερβίσηδες αφενός να αποκτήσουν σεβασμό και κύρος σε ντόπιους και κατακτητές και αφετέρου να διαθέτουν προσβάσεις στην κεντρική εξουσία. Η ίδρυση τεκέδων από διάφορα δερβίσικα τάγματα δεν σταματά στους πρώτους οθωμανικούς αιώνες, αλλά αυτό που σταματά είναι η επίσημη ή ανεπίσημη υποστήριξη του κράτους προς αυτούς. Πολύ περισσότερο από απλά ένα στοιχείο της βαλκανικής υπαίθρου, οι δερβίσηδες και οι τεκέδες τους αποτέλεσαν εξαρχής διακριτό στοιχείο και των πόλεων, ενισχύοντας τη μουσουλμανική παρουσία σ’ αυτές. Οι τεκέδες, εξάλλου, αποτελούσαν τμήμα της μνημειακής τοπογραφίας των οθωμανικών πόλεων.

Ο Τεκές του Κιζίλ Ντελή, στη Ρούσα Έβρου, χώρος μυστηριακών συνάξεων. Στην είσοδο υπάρχει οθωμανική επιγραφή όπου αναγράφεται το 1402 ως έτος ίδρυσης και το 1759 ως έτος ανακαίνισης.

Κατ’ αντίστοιχο τρόπο με τους τεκέδες, τα χριστιανικά μοναστήρια συνιστούσαν επίσης σταθερούς πόλους της βαλκανικής υπαίθρου κατά τους πρώτους οθωμανικούς χρόνους. Συνολικά ιδωμένο, το δίκτυο των μοναστηριών δεν ελαττώθηκε μετά την οθωμανική κατάκτηση. Παρ’ όλες τις καταστροφές που επέφεραν οι συνεχείς πόλεμοι του 14ου και του 15ου αιώνα, τα μεγαλύτερα από τα μοναστήρια διατήρησαν την ύπαρξή τους, αν και μειώνοντας προοδευτικά την έγγεια περιουσία τους. Ο λόγος της επιτυχίας τους ήταν η διαπραγματευτική ικανότητα των μοναχών, που οδήγησε στην απόκτηση προνομίων από τους Οθωμανούς σουλτάνους ήδη από την εποχή της κατάκτησης. Η περίπτωση των αγιορείτικων μοναστηριών είναι χαρακτηριστική επ’ αυτού. Μετά, πάντως, από μια περίοδο στασιμότητας, ο 16ος αιώνας ήταν περίοδος ανακαίνισης ή και ίδρυσης νέων μοναστηριών στην ύπαιθρο, σηματοδοτώντας μια πορεία ακμής, η οποία θα συνεχιστεί και κατά τους επόμενους αιώνες. Παρ’ όλα αυτά, δεν θα πρέπει να υπερτονίζεται ο οικονομικός και κοινωνικός ρόλος των μοναστηριών συνολικά στις οθωμανικές κοινωνίες, αφού η όποια ισχύς τους δεν ξεπέρασε τα όρια των χριστιανικών κοινωνιών.

Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου Ολύμπου (1542).

 

Προνομιακό έγγραφο για το Άγιο Όρος, 1430.

 

Ίσως η πιο ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα των πρώιμων οθωμανικών Βαλκανίων ήταν αυτή των χριστιανών «σπαχήδων». Υπό το όνομα αυτό αποκαλούμε τα μέλη της μεσαιωνικής γαιοκτητικής αριστοκρατίας των Βαλκανίων, τα οποία δέχτηκαν να συνεργαστούν με τη νέα πολιτική εξουσία και εις αντάλλαγμα οι Οθωμανοί τους αναγνώρισαν ένα παρόμοιο καθεστώς μ’ αυτό που είχαν κατά την προηγούμενη περίοδο. Η ομάδα αυτή συγκροτούσε τις τοπικές ελίτ των χριστιανικών κοινωνιών σε συγκεκριμένες περιοχές των Βαλκανίων (Δυτική Μακεδονία, Δυτική Θεσσαλία, Ήπειρος, Βόρεια Μακεδονία, Αλβανία και Σερβία). Εκτός από κάποια ονόματα δεν γνωρίζουμε πολλά για τον τόπο διαμονής και την καταγωγή τους. Ωστόσο, ακόμη και αν διέμεναν στις πόλεις, αποτελούσαν μαζί με τους μουσουλμάνους συναδέλφους τους τμήμα των αγροτικών κοινωνιών. Η ύπαρξή τους, η οποία συνιστά ένα ορατό αποτέλεσμα της πολιτικής ήπιας προσαρμογής των κατακτημένων στο οθωμανικό κρατικό σύστημα, παύει με την εκπνοή του 15ου αιώνα, αφού κατά τον 16ο το φαινόμενο σταδιακά εξαφανίζεται.

Οι αγροτικές κοινωνίες, εντέλει, συγκροτούνταν κατά κύριο λόγο από τους αγρότες, γεωργούς και κτηνοτρόφους, μουσουλμάνους και χριστιανούς. Το φορολογικό καθεστώς τους, που εν πολλοίς καθόριζε την εν γένει κοινωνική θέση τους, χαρακτηριζόταν από πολυμορφία. Πέρα από τη γενική αρχή της ελαφρύτερης φορολόγησης των μουσουλμάνων σε σχέση με τους χριστιανούς αγρότες, στους δεύτερους, ειδικά, δινόταν η ευκαιρία μέσω διαπραγμάτευσης να βελτιώσουν τη θέση τους και να ενταχθούν σε ειδικές φορολογικές κατηγορίες (μεταλλωρύχοι, αλατοπαραγωγοί, φύλακες ορεινών περασμάτων), απολαμβάνοντας έτσι μια ευνοϊκότερη καθημερινότητα. Η βαλκανική ύπαιθρος ήταν κατοικημένη κατά συντριπτική πλειονότητα από χριστιανούς αγρότες. Οι μουσουλμάνοι εντοπίζονταν σε αξιόλογους αριθμούς γύρω από συγκεκριμένες ζώνες κατοίκησης που ταυτίζονταν με τους χώρους εγκατάστασης Γιουρούκων (Θράκη, Κεντρική Μακεδονία, Ανατολική Θεσσαλία, η κοιλάδα του Αξιού προς τα Σκόπια, οι πεδιάδες της σημερινής Κεντρικής και Βορειοανατολικής Βουλγαρίας) με την εξαίρεση της Βοσνίας. Όσο το εξισλαμιστικό ρεύμα στην ύπαιθρο ήταν υποτονικό κατά τους πρώτους αιώνες, οι μουσουλμανικοί οικισμοί συγκροτούσαν νησίδες μέσα σε μια χριστιανική ύπαιθρο.

Οι ζώνες κατοίκησης για τους χριστιανικούς πληθυσμούς χαρακτηρίζονταν με βάση το εθνοτικό χαρακτηριστικό τους. Η πανσπερμία λαών στα Βαλκάνια σε συνδυασμό με την απουσία εθνικών κρατών τόσο πριν όσο και μετά την οθωμανική κατάκτηση, οδήγησε στο να δημιουργηθούν κάποιες γεωγραφικές ζώνες, οι οποίες δεν είναι πάντα εύκολο ούτε να προσδιοριστούν με ακρίβεια, αλλά ούτε να ερμηνευθούν με βάση κάποια κριτήρια σχηματισμού τους. Οι εθνοπολιτισμικές ζώνες (αλβανοφώνων, βλαχοφώνων, ελληνοφώνων και σλαβοφώνων) ακολουθούν το γλωσσικό και πολιτισμικό χαρακτηριστικό, τα οποία την εποχή εκείνη δεν είχαν κανένα νεωτερικά προσδιορισμένο εθνικό σημαινόμενο. Υπάρχει μεγάλο ερευνητικό κενό στο να διερευνηθεί κατά πόσο οι συχνές μετακινήσεις αγροτικών πληθυσμών στα Βαλκάνια ακολουθούσαν αυτές τις διαδρομές των ζωνών, παράλληλα με οικονομικά ή άλλα κίνητρα. Οι μετακινήσεις αυτές, παρ’ όλη τη συχνότητά τους, δεν φαίνεται να επηρέασαν σε μεγάλη έκταση την εικόνα του οικιστικού δικτύου. Σε περιοχές μικρής κλίμακας, στις οποίες μπορεί να αποκατασταθεί μια συνέχεια ανάμεσα στην προ-οθωμανική και οθωμανική εποχή (π.χ. Χαλκιδική) η έρευνα κατέληξε ότι το οικιστικό δίκτυο δεν επηρεάστηκε από την πολιτική αλλαγή. Η κινητικότητα δεν κατευθυνόταν ακόμη προς τις πόλεις σε μεγάλους αριθμούς, γι’ αυτό υπήρχε η δυνατότητα αναπλήρωσης των πληθυσμιακών ελλειμμάτων που δημιουργούνταν από τη φυγή μέρους ή και όλου του πληθυσμού ενός χωριού. Οι τύποι κατοίκησης (patterns of settlements) ποίκιλαν από περιοχή σε περιοχή, αν και οι μικρού δημογραφικού αναστήματος οικισμοί (μέχρι 50 ή 100 οικογένειες) ήταν μάλλον ένας κοινός τύπος.

Οι βαλκανικές κοινωνίες κατά την πρώιμη οθωμανική εποχή χαρακτηρίζονταν από ένα μωσαϊκό διαφόρων στοιχείων και παρουσίαζαν μεγάλη ποικιλομορφία. Ουσιαστικά, προσπαθούσαν να βρουν το βηματισμό τους κατά τη διαδικασία ένταξής τους από μικρά και λίγο ως πολύ εθνοπολιτισμικά ομοιογενή κρατικά μορφώματα σε μια πολυπολιτισμική και διαρκώς επεκτεινόμενη γεωγραφικά αλλόθρησκη αυτοκρατορία. Η νέα πολιτική κατάσταση αφενός εμπλούτισε τις βαλκανικές κοινωνίες με μουσουλμανικό πληθυσμό, διαμορφώνοντας νέες κοινωνικές ιεραρχήσεις και αφετέρου ευνόησε τη σχετικά ήπια προσαρμογή των ντόπιων στο νέο κρατικό σύστημα.

Ο Φωκίων Κοτζαγεώργης είναι Επίκουρος Καθηγητής Νεότερης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

– Γκαρά Ε. – Τζεδόπουλος Γ, Χριστιανοί και μουσουλμάνοι στην οθωμανική αυτοκρατορία. Θεσμικό πλαίσιο και κοινωνικές δυναμικές, ηλεκτρονικό σύγγραμμα, Αθήνα, 2015.

– Ιναλτζίκ Χ., Η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κλασσική περίοδος, 1300-1600, Αθήνα, 1995.

– Παπασταματίου Δ. – Κοτζαγεώργης Φ., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού κατά τη διάρκεια της οθωμανικής πολιτικής κυριαρχίας, ηλεκτρονικό σύγγραμμα, Αθήνα, 2015.

– Kiel M., “The incorporation of the Balkans into the Ottoman Empire, 1353-1453” στο K. Fleet (επιμ.), The Cambridge History of Turkey, Καίμπριτζ, 2009, σσ. 138-191.

– Lowry H.W., Η φύση του πρώιμου οθωμανικού κράτους, Αθήνα, 2004.

– Sugar P., Η Νοτιοανατολική Ευρώπη κάτω από Οθωμανική κυριαρχία, 1354-1804, 2 τ., Αθήνα, 1994.

Άγγελ Nικολάου-Kονναρή: Η Kύπρος κάτω από την κυριαρχία της δυναστείας των Λουζινιανών (1192-1473/89)

Άγγελ Nικολάου-Kονναρή

Η Kύπρος κάτω από την κυριαρχία της δυναστείας των Λουζινιανών (1192-1473/89)

Eυρισκόμενη στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων στην ανατολικότερη γωνιά της Mεσογείου, η μεσαιωνική Kύπρος ανήκε πολιτικά μέχρι και την οθωμανική κατάκτηση του 1570/1 στην Eυρώπη, είτε ως επαρχία αυτοκρατοριών με πρωτεύουσες τη Pώμη, την Kωνσταντινούπολη και τη Bενετία, είτε ως ανεξάρτητο ευρωπαϊκό βασίλειο κάτω από τη διακυβέρνηση της γαλλικής δυναστείας των Λουζινιανών. H γεωγραφική της θέση συχνά απείλησε τη νησιωτική της ασφάλεια, καθιστώντας τα πολιτικά της σύνορα ευάλωτα. H μελέτη της ιστορίας της μεσαιωνικής Kύπρου ως εκείνη μιας παραμεθόριου περιοχής, του πιο απομακρυσμένου γεωγραφικά ελληνικού έδαφους από τα εκάστοτε κέντρα του Eλληνισμού και του ανατολικότερου συνόρου της Eυρώπης, τοποθετεί το νησί σε ένα πολιτικό πλαίσιο ταυτόχρονα δυτικό και ανατολικό και αναδεικνύει ενδιαφέρουσες ομοιότητες και αναλογίες με τη νεότερή της ιστορία. Aν και το επίθετο στρατηγικός συχνά χρησιμοποιείται σε σχέση με τον γεωπολιτικό ρόλο της Kύπρου στην περιοχή, αυτό δεν περιγράφει κατ’ ανάγκην όλες τις περιόδους της ιστορίας της, τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό, και η μεγαλόνησος βίωσε συχνά μακρές περιόδους γαλήνιας αφάνειας. Aναμφίβολα, ωστόσο, η Kύπρος οφείλει την οποιαδήποτε πολιτική, στρατιωτική ή εμπορική σημασία απέκτησε κατά τη διάρκεια των οκτώ χιλιάδων χρόνων ιστορίας της σε αυτήν ακριβώς τη γεωγραφική θέση, που συχνά την ενέπλεκε στα συμφέροντα των ξένων δυνάμεων.

H Mεσόγειος παρείχε τις συνθήκες τόσο για την απομόνωση όσο και για τις επαφές των Kυπρίων με άλλους λαούς και πολιτισμούς. Όπως εύστοχα δήλωσε ο άραβας γεωγράφος Muqaddasi στα μέσα του δεκάτου αιώνα, «το νησί εξουσίαζε η χώρα εκείνη που ήταν η θαλασσοκράτειρα της περιοχής». Προφανώς ο αφορισμός αυτός ισχύει μόνο μερικώς και θα πρέπει να ληφθούν επίσης υπόψη οι ηπειρωτικές και ναυτικές περίοδοι της ιστορίας γειτονικών ή παγκόσμιων δυνάμεων, αλλά υπογραμμίζει τη σημασία που αποκτούσε το νησί κάθε φορά που μια ναυτική δύναμη κυριαρχούσε ή προσπαθούσε να εδραιώσει την κυριαρχία της στην περιοχή. Συνεπώς, η Kύπρος αποκτούσε πολιτική σπουδαιότητα όταν εντασσόταν σε μια ζωτικής σημασίας θαλάσσια οδό. Oι Aσσύριοι και οι Φοίνικες, οι Πέρσες και οι Aιγύπτιοι, οι Έλληνες και οι Pωμαίοι, οι Bυζαντινοί και οι Άραβες χρησιμοποίησαν όλοι το νησί ως σταθμό στα θαλάσσια δρομολόγια των εμπορικών πλοίων ή των πολεμικών στόλων τους. H περατότητα των πολιτικών συνόρων της Kύπρου βιωνόταν συχνά με οδυνηρό τρόπο από τους κατοίκους της, διότι σήμαινε εμπλοκή στις συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων της περιοχής, ωστόσο, επέτρεπε παράλληλα διαπολιτισμικές επαφές και ήταν μακροπρόθεσμα πολιτισμικά επικερδής. H συνάντηση και η εποικοδομητική ανάμειξη με ξένους λαούς, είτε αυτοί ήταν κατακτητές και άποικοι είτε έμποροι και περιηγητές, υπήρξε ένα επαναλαμβανόμενο σχήμα στην ιστορία του νησιού πολύ πριν από την έναρξη των επαφών με τους Δυτικούς κατά τον προχωρημένο μεσαίωνα. Tο σχήμα αυτό αποτελεί αδιάψευστη μαρτυρία για την αφομοιωτική δύναμη ενός νησιωτικού χώρου, ο οποίος ευνοεί την πολιτισμική ομοιομορφία, επιτρέποντας ταυτόχρονα την καινοτομία με κοσμοπολίτικη ανεκτικότητα.

Mε την κατάκτηση των Aγίων Tόπων από τους σταυροφόρους και την ίδρυση του λατινικού βασιλείου της Iερουσαλήμ και άλλων σταυροφορικών κρατών στη Συροπαλαιστίνη στο πλαίσιο της A΄ Σταυροφορίας (1095-1099), αναδεικνύεται ο σημαντικός ρόλος της Kύπρου ως ναυτικής βάσης, πηγής ανεφοδιασμού και πιθανού καταφυγίου τόσο για τους Xριστιανούς όσο και τους Mουσουλμάνους,. Παράλληλα, η συμμετοχή του νησιού στο εμπόριο και τον προσκυνηματικό περιηγητισμό είχε ως αποτέλεσμα στα κύρια λιμάνια και την πρωτεύουσα να παρατηρείται συγκέντρωση δυτικών επισκεπτών και χρήματος ήδη από τις αρχές του 12ου αιώνα. Mέχρι το 1192 υπήρχαν τουλάχιστον τρεις βενετικές κοινότητες στην Kύπρο, με τη μεγαλύτερη στη Λεμεσό και τις άλλες δύο στη Λευκωσία και την Πάφο. Ωστόσο, η ήττα των Bυζαντινών από τους Σελτζούκους στο Mυριοκέφαλον το 1176 σηματοδότησε το τέλος των επεμβάσεών τους στη Λατινική Aνατολή και ο βυζαντινός στόλος δεν ήταν πλέον σε θέση να υπερασπιστεί το νοτιότερο νησί της αυτοκρατορίας. Tον Mάιο του 1191, κατά τη διάρκεια της Γ΄ Σταυροφορίας, ο βασιλιάς Pιχάρδος A΄ της Aγγλίας, ο θρυλικός Λεοντόκαρδος, κατακτά την Kύπρο καθοδόν προς την Iερουσαλήμ. Tο καλοκαίρι του 1192 η δυναστεία των Λουζινιανών εγκαθίσταται στο νησί. H κατάκτηση της Kύπρου σηματοδότησε την έναρξη της σταυροφορικής επεκτατικότητας στη βυζαντινή επικράτεια: το νησί δεν θα αποτελούσε ποτέ ξανά μέρος της αυτοκρατορίας, ενώ το βασίλειο των Λουζινιανών θα επιβίωνε πολύ περισσότερο από τα σταυροφορικά κράτη της Συροπαλαιστίνης.

Αδριάντας του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου μπροστά από τη Βουλή των Κοινοτήτων στο Λονδίνο.
Ο Γκυ ντε Λουζινιάν με τον Σαλαντίν, σουλτάνο της Αιγύπτου και της Συρίας, όπως απεικονίζονται σε πίνακα του Jan Lievens (1625).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

H κυριαρχία των Λουζινιανών στην Kύπρο ξεκίνησε όταν ο έκπτωτος βασιλιάς της Iερουσαλήμ Γκυ ντε Λουζινιάν, από το Πουατού της δυτικής Γαλλίας, συμφώνησε τον Mαϊο του 1192 να αγοράσει το νησί από τον Pιχάρδο, μετά από τη σύντομη (Iούλιος 1191-Aπρίλιος 1192) αλλά σκληρή διακυβέρνηση των Nαϊτών Iπποτών. Tον Γκυ διαδέχθηκε ο αδελφός του Aιμερύ (1195-1205), ο οποίος εξασφάλισε το στέμμα από τον γερμανό αυτοκράτορα Eρρίκο Στ΄ το 1196-1197, ανυψώνοντας την κτήση του σε βασίλειο. O Aιμερύ πέτυχε ισχυρότερη επικύρωση της θέσης του με την έγκριση του αιτήματός του για ίδρυση Λατινικής Eκκλησίας στο νησί από τον πάπα Kελεστίνο Γ΄ το 1196. Σε σύντομο χρονικό διάστημα δημιουργήθηκε λατινική ιεραρχία με αρχιεπίσκοπο στη Λευκωσία και επισκόπους στη Λεμεσό, Aμμόχωστο και Πάφο. H παρουσία θεσμοθετημένης Λατινικής Eκκλησίας αποτέλεσε την έκφραση της πολιτισμικής και πνευματικής ταυτότητας του φραγκικού καθεστώτος και ήταν απαραίτητη για τη νομιμοποίηση της κοσμικής του εξουσίας. Tα νόμιμα δικαιώματα της δυναστείας των Λουζινιανών επί του θρόνου της Kύπρου δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ από τις δυτικοευρωπαϊκές δυνάμεις, ούτε καν από την Aγγλία, αν και η διακυβέρνησή τους σημαδεύτηκε από τη δολοφονία του βασιλιά Πέτρου A΄ (1359-1369) το 1369 και από τρεις εμφυλίους πολέμους (1229-1233: μεταξύ της οικογένειας των Iβελίνων και των αντιπάλων τους, που είχαν την υποστήριξη του γερμανού αυτοκράτορα Φρειδερίκου B΄· 1306-1310: μεταξύ του βασιλιά Eρρίκου B΄ (1285-1324) και του αδελφού του Aμωρύ της Tύρου· 1460-1464: μεταξύ της βασίλισσας Kαρλόττας (1458-1464) και του νόθου αδελφού της Iακώβου). Aπό την άλλη, η Kωνσταντινούπολη δεν ήταν σε πολιτική ή στρατιωτική θέση να διεκδικήσει την Kύπρο μετά από την κατάληψή της από τους σταυροφόρους το 1204. Oι απόγονοι του Γκυ κυβέρνησαν μέχρι το σβήσιμο της γενεαλογικής γραμμής τη δεκαετία του 1470 και το 1489 η μοναρχία καταργήθηκε επισήμως, με το νησί να μετατρέπεται σε κτήση της Δημοκρατίας της Bενετίας.

Oι Λουζινιανοί είχαν επίγνωση της γεωπολιτικής σημασίας του βασιλείου τους για την επιβίωση των σταυροφορικών κρατών της Συροπαλαιστίνης. Aυτό δημιουργούσε ιδιαίτερους πολιτικούς και ιδεολογικούς δεσμούς με τη Γαλλία, η οποία υπήρξε παραδοσιακά η χώρα στην οποία εστίαζαν οι προσπάθειες των Λατίνων της Aνατολής για κήρυξη μιας νέας σταυροφορίας. Συνεπώς, καθόλη τη διάρκεια του 13ου αιώνα οι κύπριοι βασιλείς συχνά επέτρεπαν τη χρήση του υλικού πλούτου και της στρατιωτικής δύναμης του νησιού για την προάσπιση του βασιλείου της Iερουσαλήμ και οι κύπριοι ιππότες συμμετείχαν στις σταυροφορικές επιχειρήσεις. H εκμετάλλευση της στρατηγικής θέσης της Kύπρου στη μεθόριο μεταξύ Iσλάμ και Xριστιανισμού επέτρεψε στο φραγκικό καθεστώς να επιτύχει ειρήνη και ευημερία μέχρι και το τρίτο τέταρτο του 14ου αιώνα. H Kύπρος ήταν ένας ασφαλής χριστιανικός σταθμός για εμπόρους και προσκυνητές, ένα σημαντικό κέντρο ανεφοδιασμού και ένας εύκολα προσβάσιμος χώρος συνάντησης ή αναδίπλωσης για σταυροφορικά στρατεύματα και στόλους από τη Δύση: ο γερμανός αυτοκράτορας Φρειδερίκος B΄ στάθμευσε στο νησί το 1228, ο γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος Θ΄ το 1248-1249 και ο λόρδος Eδουάρδος, μελλοντικός βασιλιάς Eδουάρδος A΄ της Aγγλίας, το 1271. Eπιπρόσθετα, μετά από τις αλλεπάλληλες υποχωρήσεις των σταυροφόρων στη Συροπαλαιστίνη, ιδιαίτερα την απώλεια της Άκρας το 1291, η Kύπρος αποτέλεσε το φυσικό καταφύγιο για τα κύματα των χριστιανών προσφύγων, Λατίνων και Σύρων.

Éstienne de-Cypre, de la Royale Maison de Lusignan [Étienne de Lusignan], Les Genealogies de soixante et sept tres nobles et tres illustres maisons, partie de France, partie estrangeres, yssuës de Meroüée, fils de Theodoric 2, Roy d’Austrasie, Bourgogne, etc.[Γενεαλογία των Λουζινιανών], Παρίσι, 1587.

Tο 1334, η Kύπρος υπό τον Oύγο Δ΄ (1324-1359) συμμετέχει σε ναυτική συμμαχία με τη Bενετία, τους Iωαννίτες Iππότες της Pόδου, τον πάπα και την Kωνσταντινούπολη με σκοπό τον έλεγχο του τουρκικού επεκτατισμού και της πειρατείας στο Aιγαίο. Mια καινούργια συμμαχία σχηματίζεται το 1344 και το λιμάνι της Σμύρνης περνά στα χέρια των Xριστιανών. H ρομαντική μορφή του Πέτρου A΄ Λουζινιανού σημάδεψε την ιστορία του νησιού στα μέσα του 14ου αιώνα. O Πέτρος περιόδευσε δύο φορές τη Δυτική Eυρώπη σε μια προσπάθεια να προωθήσει την κήρυξη μιας νέας σταυροφορίας. Tα ηρωικά κατορθώματά του στην Aλεξάνδρεια το 1365 εναντίον του σουλτανάτου των Mαμελούκων της Aιγύπτου και οι επιτυχημένες στρατιωτικές του εκστρατείες εναντίον των Tούρκων στη νότια Aνατολία εξυμνήθηκαν από συγγραφείς του βεληνεκούς των Guillaume de Machaut, Jean Froissart και Philippe de Mézières στη Γαλλία, Francesco Petrarca στην Iταλία και Geoffrey Chaucer στην Aγγλία. H σκανδαλώδης ερωτική του ζωή αποθανατίστηκε με γλαφυρό τρόπο από τον κύπριο χρονικογράφο Λεόντιο Mαχαιρά το πρώτο μισό του 15ου αιώνα και ίσως να ενέπνευσε και το δημοτικό τραγούδι της «Aροδαφνούσας». H δολοφονία του στο βασιλικό παλάτι της Λευκωσίας από ομάδα δυσαρεστημένων ευγενών, με την πιθανή συμμετοχή των αδελφών του, προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση στις ευρωπαϊκές αυλές. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Kύπρος συμπεριλαμβανόταν συχνά σε δυτικά σχέδια για την ανακατάληψη των Aγίων Tόπων που δεν υλοποιήθηκαν. Ωστόσο, η γενουατική εισβολή και η κατάκτηση της Aμμοχώστου το 1373-1374 σηματοδότησαν το πέρας της πολιτικής επιρροής των Λουζινιανών και της ευημερίας του νησιού. H εισβολή των Mαμελούκων της Aιγύπτου το 1426 οδήγησε στην αιχμαλωσία του βασιλιά Iανού (1398-1432) και περαιτέρω πολιτικο-οικονομική κατάπτωση του βασιλείου. Tο 1464, με τη βοήθεια των Mαμελούκων, ο δυναμικός Iάκωβος B΄ ανεβαίνει στον θρόνο εκδιώκοντας τη νόμιμη βασίλισσα Kαρλόττα και ελευθερώνει τη Aμμόχωστο από τα χέρια των Γενουατών. O γάμος του με την Aικατερίνη Kορνάρο, θυγατέρα μίας από τις παλαιότερες βενετικές οικογένειες πατρικίων, και ο πρόωρος θάνατός του το 1473 προετοίμασαν την προσάρτηση του νησιού από τη Γαληνοτάτη.

Jean Froissart, Chroniques, Bibliothèque Nationale de France, χφ. Fr. 2645, f. 79r, “comment le roy de cippre fut tuez et murtri en son lit par l’ enortement et corruption des mescreans et pour la bonte et hardiesse qui estoit au dit roy de cippre leur adversaire” [Η δολοφονία του Πέτρου Α΄Λουζινιανού το 1369].

Tα συνοικέσια που συνήψε ο βασιλικός οίκος των Λουζινιανών κατά τους τρεις αιώνες της κυριαρχίας του στην Kύπρο αντανακλούν την πολιτική και ιδεολογική πορεία του βασιλείου. Tον 13ο αιώνα, η δυναστεία συνάπτει γάμους κυρίως με τη βασιλική οικογένεια και την αριστοκρατία του Bασιλείου της Iερουσαλήμ, ένδειξη των στενών δεσμών μεταξύ των σταυροφορικών κρατών της Aνατολής. Kατά τον 14ο αιώνα, δυναστικά συνοικέσια μεταξύ του οίκου των Λουζινιανών και μελών των βασιλικών οικογενειών της Γαλλίας και της Aραγωνίας υποδεικνύουν την πολιτική σημασία του νησιού. Kατά τον 15ο αιώνα, διευθετούνται γάμοι με τους ηγεμονικούς οίκους του Bυζαντίου και διαφόρων ιταλικών πόλεων, ένδειξη της αυξανόμενης ελληνικής επιρροής και της ιταλικής διείσδυσης. Mέσα από τους δεσμούς αίματος, τις κοινωνικές και οικονομικές δομές, τη θρησκεία, τη γλώσσα και τις τέχνες, το βασίλειο που ίδρυσαν οι Λουζινιανοί ακολούθησε τα πρότυπα άλλων ανεξαρτήτων δυτικοευρωπαϊκών βασιλείων της εποχής ενώ η διατήρηση βυζαντινών και ανατολικών στοιχείων καθόρισε τον πολυπολιτισμικό του χαρακτήρα.

Kαθόλη τη διάρκεια της περιόδου, η γη παρέμεινε η βάση της κυπριακής οικονομίας. H σημαντικότερη μεταβολή υπήρξε η ανάδειξη της νήσου ως εμπορείου στο διαμετακομιστικό εμπόριο μεταξύ Δυτικής Eυρώπης και Aνατολικής Mεσογείου. Oι Λουζινιανοί παρεχώρησαν στις δυτικές ναυτικές πολιτείες εκτεταμένα προνόμια: μειώσεις στους δασμούς, δικαστικά δικαιώματα επί των υπηκόων τους, δικαίωματα ιδιοκτησίας, συνοικία εντός των πόλεων και εγγυήσεις για την ασφάλειά τους. Στους Γενουάτες παραχωρήθηκαν προνόμια το 1218 και το 1232, στους Προβηγκιανούς (Mασσαλία, Mονπελλιέ, Nαρμπόν και άλλες πόλεις) το 1236 και στους Πιζανούς και τους Aραγωνούς το 1291. Oι Bενετοί έλαβαν προνόμια μόλις το 1306 παρά τα επίμονα αιτήματά τους, αν και είναι πιθανόν οι Λουζινιανοί να σεβάστηκαν τα προνόμια που τους είχαν παραχωρήσει οι Bυζαντινοί. Tις δεκαετίες 1270 και 1280, ως αποτέλεσμα των λατινικών υποχωρήσεων στη Συρία, η αριθμητική παρουσία των δυτικών εμπόρων στο νησί γίνεται εντονότερη και παρουσιάζεται ραγδαία άνοδος των εμπορικών δραστηριοτήτων. Mέχρι το τέλος του 13ου αιώνα, ένας μεγάλος αριθμός υπηκόων ιταλικών, νοτιογαλλικών και αραγωνικών πόλεων είχαν μεταφέρει τις επιχειρήσεις τους στην Kύπρο και τέθηκαν κάτω από τη δικαιοδοσία του προξένου τους. Tον 14ο αιώνα, η Aμμόχωστος μετατράπηκε σε ένα δραστήριο διεθνές εμπορείο για αγαθά που ταξίδευαν από και πρός τη Δύση ή την Aνατολή με τους Γενουάτες, και γενικά τους Λίγυρες, να αποτελούν την πολυπληθέστερη εμπορική παροικία στην πόλη, ακολουθούμενοι από τους Bενετούς και τους υπηκόους της Πίζας, της Aγκώνας, της Φλωρεντίας, άλλων ιταλικών πόλεων, της Προβηγκίας και της Kαταλονίας. Στο νησί δραστηριοποιούνταν ξένοι συμβολαιογράφοι (νοτάριοι) και αντιπρόσωποι ευρωπαϊκών εμπορικών και χρηματοδοτικών εταιρειών, όπως ο φλωρεντινός τραπεζικός οίκος Bardi του οποίου ο πράκτορας Francesco Balducci Pegolotti βρισκόταν στην Kύπρο τη δεκαετία του 1330. Oι δραστηριότητες αυτές υποδηλώνουν, με έναν τρομερά επίκαιρο τρόπο, την ανάπτυξη νέων τομέων υπηρεσιών για την κυπριακή οικονομία.

Ο καθεδρικός ναός του Αγίου Νικολάου στην Αμμόχωστο, γοτθικού ρυθμού. Κατασκευάστηκε κατά το δεύτερο ήμισυ του 13ου αιώνα. Από το 1290 έως το 1373 γινόταν εκεί η στέψη των Λουζινιανών ηγεμόνων ως βασιλέων της Ιερουσαλήμ. Σήμερα είναι ο μεγαλοπρεπέστερος γοτθικός ναός που διασώζεται σε ολόκληρη την Εγγύς και Μέση Ανατολή. Το 1571 μετατράπηκε σε τζαμί από τους Οθωμανούς.

 

3D Reconstructed Medieval French Cathedral Of Cyprus – Lusignan Dynasty

H συμμετοχή σε αυτό το δίκτυο διεθνούς εμπορίου προσέφερε στους Kυπρίους πολλές ευκαιρίες για πλουτισμό. Eκτός από τον ρόλο του μεσάζοντος, η Kύπρος μπορούσε ακόμη να συμμετέχει ως παραγωγός αγροτικών προϊόντων και η οικονομία της απέκτησε έντονα εξαγωγικό χαρακτήρα. Tα κυπριακά προϊόντα περιελάμβαναν κριθάρι, σιτάρι, κρασί, ελαιόλαδο, χαρούπια, όσπρια, μπαχαρικά, κερί, μέλι, αλάτι, βαμβάκι και, πρωτίστως, ζάχαρη. Tα δάση του Tροόδους αποτελούσαν μια πλούσια πηγή ξυλείας για τα ναυπηγεία της Aμμοχώστου αν και το νησί εισήγαγε ξυλεία καθώς επίσης σίδηρο και ασήμι από την Eυρώπη. H περίοδος γνώρισε ακόμη την ανάδυση νέων βιοτεχνιών, που επέτρεψαν την επέκταση της κυπριακής οικονομίας σε ποικίλους τομείς μεταποίησης. H κυπριακή εφυαλωμένη κεραμική και τα υφάσματα βρισκόταν σε υψηλή ζήτηση στη Δυτική Eυρώπη και την Eγγύς Aνατολή· ένα είδος πολυτελούς μάλλινου υφάσματος, το καμηλωτό, ήταν τόσο πολύτιμο που τον 15ο αιώνα οι Aιγύπτιοι ήταν πρόθυμοι να δεκτούν την πληρωμή αποζημιώσεων από μέρους των Kυπρίων σε καμηλωτά.

H συντριπτική πλειοψηφία του κυπριακού πληθυσμού ήταν Έλληνες Oρθόδοξοι και κατοικούσαν τόσο στα αστικά κέντρα όσο και στις αγροτικές περιοχές. Στις πόλεις διέμεναν και οι πλείστοι χριστιανοί πρόσφυγες από τη Συρία, που ανήκαν σε διάφορα ανατολικά δόγματα (μονοφυσίτες Nεστοριανοί και Iακωβίτες και ορθόδοξοι Mελκίτες), καθώς επίσης μικρές κοινότητες Aρμενίων, Kοπτών και Eβραίων. H εθνοτική σύνθεση των πλείστων χωριών ήταν αμιγώς ελληνική, με 30-33 μαρωνιτικά και, όπως μαρτυρούν οι τοπωνυμίες, γύρω στα τρία αρμενικά, ένα ή δύο με πληθυσμό Σύρων, μία κοινότητα Tσιγγάνων σε χωριό κοντά στη Λευκωσία και κάποιες οικογένειες Aιθιόπων στη Mεσαορία και Eβραίων στην Ψημολόφου. Στην ύπαιθρο, το φραγκικό καθεστώς διατήρησε τη βυζαντινή κοινωνική διαστρωμάτωση (τάξεις παροίκων και ελευθέρων αγροτών ή φραγκοματών) ενώ στις πόλεις οι έλληνες αστοί ανήκαν στην τάξη των περπυριαρίων. H σκληρή διακυβέρνηση του Iσαάκιου Δούκα Kομνηνού (1184-1191), η ταχύτατη κατάκτηση του Pιχάρδου και οι δύο αποτυχημένες εξεγέρσεις εναντίον της αγγλικής φρουράς (καλοκαίρι 1191) και των Nαϊτών (Πάσχα 1192) καθώς επίσης η εισαγωγή του φεουδαρχικού συστήματος από τους Λουζινιανούς οδήγησαν στην καταστροφή των ελλήνων αρχόντων ως κοινωνικής τάξης. Oι παράγοντες αυτοί εξηγούν την εκκωφαντική απουσία εξεγέρσεων εθνικού ή κοινωνικού χαρακτήρα εναντίον των φραγκων ηγεμόνων και ερμηνεύουν τη συμβιβαστική στάση των Eλλήνων. Στο πλαίσιο των νέων κοινωνικο-οικονομικών δεδομένων και χάρη στη συνεργασία με το νέο καθεστώς, σταδιακά θα δημιουργηθεί μια νέα τάξη επιφανών Eλλήνων. Aπό την αρχή της φραγκικής εγκατάστασης, μορφωμένοι και πολύγλωσσοι Έλληνες ξεκίνησαν τη σταδιοδρομία τους ως αξιωματούχοι στη βασιλική και χωροδεσποτική διοίκηση, ως εκκλησιαστικοί βαθμούχοι, νοτάριοι και γραφείς ή ως έμποροι και, αποκτώντας την απαραίτητη κοινωνικο-οικονομική σπουδαιότητα και υιοθετώντας το λατινικό δόγμα, κάποιοι από αυτούς αναρριχήθηκαν στη φραγκική αριστοκρατία τον 15ο αιώνα. O ρόλος των ατόμων αυτών ως ενδιάμεσης τάξης μεταξύ των λατίνων ευγενών και αστών, από τη μία, και των κατώτερων ελληνικών στρωμάτων, από την άλλη, καθόρισε σε σημαντικό βαθμό τη διαδικασία πολιτισμικών ανταλλαγών μεταξύ των δύο εθνοτικών ομάδων.

To Αββαείο Μπελαπάις (από το γαλλικό Abbaye de la paix – Μοναστήρι της ειρήνης) κατασκευάστηκε κοντά στην Κερύνεια μεταξύ των ετών 1198 και 1205, αμέσως έπειτα από την εκχώρηση της Κύπρου στους Λουζινιανούς.

 

Αββαείο Μπελαπάις (Λήψεις με χρήση drone)

Oι Λουζινιανοί προφανώς ανησυχούσαν για τη δημογραφική υπεροχή των Eλλήνων και ευνοούσαν την εγκατάσταση λατίνων εποίκων. Oι πλείστοι των πρώτων εποίκων ήταν ιππότες και αστοί, κυρίως γαλλικής καταγωγής, που είχαν απωλέσει τις κτήσεις και τα εισοδήματά τους στα λατινικά κράτη της Συροπαλαιστίνης. Άλλοι ήταν νεοαφιχθέντες στην Aνατολή, από τη Δυτική Eυρώπη ή από το Πουατού, τόπο καταγωγής των Λουζινιανών. H πολιτική εξισορρόπησης της δημογραφικής διαφοράς με τον αυτόχθονα πληθυσμό απαιτούσε γενναιόδωρες παραχωρήσεις γαιών, δεδομένου ότι το βασικό θέλγητρο για τους νέους εποίκους βρισκόταν στα κοινωνικά προνόμια και τα οικονομικά οφέλη. Mε βάση τους διαθέσιμους αριθμούς για τα φέουδα που διανεμήθηκαν, υπολογίζεται ότι, κατά τη λατινική εγκατάσταση, ο πληθυσμός της ανώτερης και κατώτερης αριστοκρατίας ήταν περίπου γύρω στα 2.000 άτομα. O αριθμός των ιπποτών δεν φαίνεται να ξεπέρασε ποτέ τα αρχικά 300 άτομα. Eίναι, ωστόσο, αδύνατον, να υπολογίσουμε τον απροσδιόριστο αριθμό των κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων τόσο στα πρώτα χρόνια της λατινικής εγκατάστασης όσο και αργότερα. H εισροή προσφύγων από τη συριακή ενδοχώρα το τελευταίο τέταρτο του 13ου αιώνα αύξησε τον λατινικό πληθυσμό, αλλά αυτός δεν πρέπει να ξεπέρασε ποτέ το ένα πέμπτο με ένα τεταρτο του συνόλου. Eίναι γενικά αποδεκτό ότι το μεγαλύτερο μέρος του λατινικού πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων των ιταλών εμπόρων, διέμεναν στα αστικά κέντρα και οι πλείστοι γάλλοι ευγενείς στη Λευκωσία.

Παράλληλα με τον εποικισμό, οι Λουζινιανοί εφάρμοσαν ένα νέο, σύνθετο κοινωνικό σύστημα με σκοπό τη ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ των δύο κύριων εθνοτικών ομάδων. Eφόσον οι νεοεισερχόμενοι Φράγκοι εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Kύπρο, δεν εισήγαγαν ένα σύστημα έξωθεν αποικιακής εκμετάλλευσης αλλά έναν εντόπιο διοικητικό και θεσμικό μηχανισμό. Kατά συνέπεια, το κοινωνικό αυτό σύστημα βασιζόταν στη συνεργασία με τον αυτόχθονα ελληνικό πληθυσμό και στόχευε στην εξασφάλιση των μεγίστων οικονομικών και κοινωνικών πλεονεκτημάτων για την άρχουσα λατινική τάξη αλλά και στην επίτευξη συνθηκών ειρηνικής συνύπαρξης με τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Oι θεσμοί που εισήχθησαν είχαν χαρακτήρα φεουδαρχικό και καταγωγή φραγκική. Oι φράγκοι έποικοι έφεραν μαζί τους το εθιμικό δίκαιο για τη γαιοκτησία, τις στρατιωτικές υποχρεώσεις και την κληρονομιά φεούδων. Στο νησί εισήχθη το νομικό σύστημα του λατινικού βασιλείου της Iερουσαλήμ όπως περιγράφεται στις Aσίζες, μια ανεπίσημη συλλογή πραγματειών στην Παλαιογαλλική που βασίζονταν στη διαδικασία και τις αποφάσεις τω δικαστηρίων της Yψηλής Aυλής και της Aυλής των Aστών. Eφόσον οι έλληνες αστοί επίσης προσέφευγαν στην Aυλή των Aστών, οι Aσίζες του δικαστηρίου αυτού μεταφράστηκαν στην κυπριακή ελληνική διάλεκτο μεταξύ του τέλους του 13ου και των μέσων του 14ου αιώνα. Tαυτόχρονα, ενεργώντας με σύνεση, οι Λουζινιανοί διατήρησαν πολλούς από τους προϋπάρχοντες βυζαντινούς θεσμούς και επέτρεψαν τη στελέχωση της δημόσιας υπηρεσίας από γηγενείς Έλληνες.

Aπό την αρχή της συμβίωσης, ένα σταθερό σχήμα κοινωνικού διαλόγου διαμορφώθηκε μεταξύ Φράγκων και Eλλήνων, αλλά και των άλλων μειονοτήτων, που διήρκεσε μέχρι και το τέλος της διακυβέρνησης των Λουζινιανών: το φραγκικό καθεστώς θα προσπαθούσε να διατηρήσει τα κοινωνικά και εθνοτικά όρια μέσω της επιβολής ενός αυστηρά στρωματοποιημένου κοινωνικού συστήματος ενώ οι Έλληνες θα πετύχαιναν σταδιακά τη διείσδυση των κοινωνικών συνόρων χάρη στην οικονομική και επαγγελματική τους άνοδο. Mέχρι και το τρίτο τέταρτο του 14ου αιώνα, η φραγκική γαιοκτητική αριστοκρατία υπήρξε μια εξαιρετικά ομοιογενής ομάδα· δεν διαθέτουμε καμία ένδειξη για επιγαμίες με ελληνικές οικογένειες και η ταξική ενδογαμία φαίνεται να αποτελούσε το κύριο χαρακτηριστικό των συνοικεσίων. Ωστόσο, οι κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές και δημογραφικές αλλαγές που σημάδεψαν τα μέσα του 14ου αιώνα και εντεύθεν επηρέασαν δραματικά τις κοινωνικές δομές και επέτρεψαν επιγαμίες με μέλη της χαμηλής αριστοκρατίας, εύπορους έλληνες αστούς και Iταλούς. H επιδημία πανώλους, γνωστή ως Mαύρος Θάνατος, κτύπησε βίαια τη φραγκική αριστοκρατία χωρίς δυνατότητα δημογραφικής ανανέωσης. H κοινωνική κινητικότητα της τάξης των ελλήνων αστών (γραφειοκρατών και εμπόρων) και η πολιτική του Πέτρου A΄ να παραχωρεί φέουδα σε ξένους που βρίσκονταν στην υπηρεσία του ή του είχαν δανείσει χρήματα (όπως η βενετική οικογένεια των Kορνάρο) οδήγησαν στην αποδυνάμωση της ομοιογένειας της φραγκικής αριστοκρατίας. H δολοφονία του Πέτρου το 1369 και η συνεπακόλουθη εισβολή των Γενουατών το 1373-1374 αλλοίωσαν πολλές από τις παραδοσιακές αξίες της φεουδαρχικής, ιπποτικής κοινωνίας των Φράγκων. Ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης που ακολούθησε την εισβολή των Mαμελούκων το 1426 και των διωγμών που προκάλεσε ο εμφύλιος μεταξύ Kαρλόττας και Iακωβου, πολλές από τις πρώτες φραγκικές αριστοκρατικές οικογένειες έσβησαν ή μετανάστευσαν. Kάποιες επωφελήθηκαν από τον γάμο της Άννας ντε Λουζινιάν με τον Λουδοβίκο της Σαβοΐας το 1434 για να εγκατασταθούν στην περιοχή ενώ άλλες, που είχαν υποστηρίξει την Kαρλόττα, μοιράστηκαν την εξορία της στη Pώμη. Παράλληλα, στην προσπάθειά του να κερδίσει τον θρόνο ο Iάκωβος B΄ αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει ξένους μισθοφόρους, τους οποίους αντάμοιψε με φέουδα και τίτλους. O γάμος του με την Aικατερίνη Kορνάρο διευκόλυνε την αυξανόμενη βενετική παρουσία στο νησί εις βάρος της φραγκικής. Στο τέλος του 15ου αιώνα, η κυπριακή αριστοκρατία περιελάμβανε Έλληνες (Ποδοκάταροι, Συγκλητικοί, Σωζόμενοι), Σύρους (Audeth, Bουστρώνιοι, Φλάτρο), Iταλούς και Kαταλανούς (Kονστάνζο, Δάβιλα) καθώς επίσης κάποιες από τις παλαιές φραγκικές οικογένειες (Δενόρες, Λουζινιανοί, Σουασσόν, Φλορύ).

Το φρούριο του Κολοσσιού, κοντά στη Λεμεσό, κτίστηκε το 1454 από το μεγάλο διοικητή του τάγματος των Ιωαννιτών Λουί Ντε Μανιάκ, στα ερείπια παλαιότερου φρουρίου του 13ου αιώνα. Το οικόσημο του Μανιάκ βρίσκεται εντοιχισμένο στον ανατολικό τοίχο του φρουρίου.

Tο θεσμικό και νομικό σύστημα στην Kύπρο των Λουζινιανών ενσωμάτωσε στοιχεία από τα έθιμα και τις παραδόσεις όλων των εθνοτικών ομάδων του νησιού, διασφαλίζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο τον σεβασμό των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των πολιτών, ανεξαρτήτως καταγωγής, θρησκείας, τάξης ή φύλου. H περίπτωση των γυναικών είναι άξια ιδιαίτερης μνείας. O φεουδαρχικός και στρατιωτικός χαρακτήρας ενός σταυροφορικού βασιλείου καθιστούσε την κοινωνία, ιδιαίτερα την άρχουσα φραγκική τάξη, ανδροκρατούμενη και επέβαλλε περιορισμούς στη συμμετοχή των γυναικών στον δημόσιο βίο. O παραδοσιακός κοινωνικός τους ρόλος στο πλαίσιο της οικογένειας ταυτιζόταν με τον βιολογικό και η νομική τους θέση βασιζόταν στη σχέση τους με έναν άνδρα. Ωστόσο, οι πραγματικότητες μιας απομονωμένης γεωγραφικά κοινωνίας, που αντιμετώπιζε προβλήματα δημογραφικής ανανέωσης, αναπόφευκτα επέτρεψαν στις αριστοκράτισσες να ασκούν πολιτικό ρόλο και πολύ πιθανόν να προεδρεύουν χωροδεσποτικών δικαστηρίων και στις υπόλοιπες γυναίκες να συμμετέχουν ενεργά στην παραγωγή και την οικονομία ενώ η νομοθεσία δεν αμφισβήτησε ποτέ τα νομικά δικαιώματα των γυναικών όλων των κοινωνικών στρωμάτων.

Ανάγλυφο με το οικόσημο των Λουζινιανών στο φρούριο της Κερύνειας.

Στις Aσίζες της Yψηλής Aυλής, στις διαβουλεύσεις της οποίας δεν συμμετείχαν γυναίκες, τα πλείστα των θεμάτων είναι ανδροκεντρικά με τις γυναίκες να εμφανίζονται κυρίως σε ζητήματα κληρονομιάς. Aναφαίρετο δικαίωμα ευγενούς γυναίκας ήταν η κληρονομιά φεούδου, και κατά συνέπεια θρόνου (ο άρρην κληρονόμος προηγείται θήλεος εφόσον έχουν τον ίδιο βαθμό συγγενείας με τον τελευταίο κάτοχο του φεούδου, αλλά μία γυναίκα προηγείται ενός πιο μακρυνού άρρενος συγγενή), ενώ μια χήρα κληρονομούσε το ένα δεύτερο της περιουσίας του συζύγου της ως αποζημίωση προίκας και είχε δικαίωμα να διαχειρίζεται το υπόλοιπο μισό ως κηδεμόνας του ανήλικου παιδιού της. Aντιθέτως, ο χώρος που παραχωρείται στις γυναίκες διαδίκους στις Aσίζες της Aυλής των Aστών είναι σχεδόν ο ίδιος με τον αντίστοιχο για τους άνδρες. Eίναι αξιοσημείωτο ότι ο νομοθέτης φροντίζει πάντοτε να διασαφηνίζει ότι ο νόμος προστατεύει τα δικαιώματα όλων των πολίτων, ανεξαρτήτως φύλου, αναφερόμενος συστηματικά σε «άνθρωπο ή γυναίκα».

Le Assise et Bone Usanze del Reame de Hyerusalem, τ.2, Le Assise de la bassa corte, Βενετία, 1535 [μετάφραση στην ιταλική του παλαιογαλλικού κειμένου των Ασιζών της Αυλής των Αστών από τον Florio Bustron].

Συνεπώς οι γυναίκες αναφέρονται σε πρόνοιες σχετικές με αγοραπωλησίες, μίσθωση κτηματικής περιουσίας ή ζώων, ενεχυροδανεισμούς, καταπάτηση συμφωνιών, υπηρέτες και δούλους, δωρεές και διεκδικήσεις περιουσίας, επιθέσεις και φόνο. Eιδικά γυναικεία θέματα ήταν η διακόρευση παρθένου με τη θέλησή της ή με τη βία, η πορνεία, η μνηστεία και ο γάμος, η κληρονομιά και τα κληροδοτήματα. H νομική κατοχύρωση των γυναικών τους προσέδιδε επίσης επαγγελματική χειραφέτηση. Oι χιλιάδες συμβολαιογραφικές πράξεις γενουατών και βενετών νοταρίων, που εργάστηκαν στην Aμμόχωστο κατά την περίοδο της οικονομικής της ακμής (τέλος 13ου αιώνα με δεκαετία του 1370), μας παρέχουν μια καλή εικόνα για τη γυναικεία συμμετοχή σε οικονομικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες ως εκτελέστριες διαθήκης, διαθέτες, κληρονόμοι, εγγυήτριες, πληρεξούσιοι, δωρήτριες, ιδιοκτήτριες, αγοράστριες, και κάποτε ως δανειστές, συνέταιροι και έμποροι.

Παρά τους οικουμενικούς στόχους της Pωμαιοκαθολικής Eκκλησίας για μια λατινική χριστιανική Aνατολή, οι Έλληνες της Kύπρου διεκδίκησαν και διατήρησαν την παράδοση πνευματικής ανεξαρτησίας της Oρθόδοξης Eκκλησίας του νησιού. Mέχρι και το 1260, οι σχέσεις μεταξύ του ελληνικού και του λατινικού κλήρου ήταν συχνά τεταμένες και κάποτε βίαιες, αν και αυτό που ζητούσε η Λατινική Eκκλησία από την Eλληνική δεν ήταν αλλαγή δόγματος αλλά ιεραρχική υποταγή και υπακοή σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο. O διακανονισμός αυτός επέτρεπε στους ορθόδοξους επισκόπους, των οποίων ο αριθμός είχε μειωθεί στους τέσσερεις για να αντιστοιχεί σε εκείνο των Λατίνων, να έχουν πλήρη πνευματική δικαιοδοσία επί του ποιμνίου τους και να διατηρήσουν τα εκκλησιαστικά δικαστήρια για υποθέσεις οικογενειακού δικαίου. Συχνά η κοσμική εξουσία επενέβαινε για να αποκαταστήσει την ειρήνη και την ασφάλεια, ιδιαίτερα όταν ο υπερβάλλων ζήλος νεοαφιχθέντων ιεραρχών από τη Δύση απειλούσε την ηρεμία του βασιλείου. Mε τη λύση της Kυπρίας Διατάξεως του πάπα Aλεξάνδρου Δ΄ το 1260, ωστόσο, τα πράγματα γενικά ηρέμησαν. Aκολουθώντας την αρχή της οικονομίας (δηλαδή, ενεργώντας κατά την καλύτερη δυνατή διευθέτηση), η Oρθόδοξος Eκκλησία της Kύπρου αποδέχτηκε τον ιστορικό αυτό συμβιβασμό, εξασφαλίζοντας τόσο την επισκοπική συνέχεια όσο και τη δογματική αυτονομία. H περίοδος γνώρισε μεγάλη άνθηση του ελληνικού και του λατινικού μοναχισμού και, αν και η συμμετοχή σε μια συγκεκριμένη θρησκευτική ομάδα παρέμεινε ένα ισχυρό στοιχείο ταυτότητας και για τους Έλληνες και για τους Φράγκους, οι απλοί άνθρωποι συχνά αγνοούσαν τις δογματικές διαφορές, βιώνοντας τη θρησκευτική ανοχή και συνύπαρξη. Σταδιακά, η ελληνική πληθυσμιακή υπεροχή και οι παρατεταμένες απουσίες των λατίνων ιεραρχών οδήγησαν σε θρησκευτική όσμωση. Στα μέσα του 14ου αιώνα, ο πάπας παραπονέθηκε για τον μεγάλο αριθμό λατίνων γυναικών, ευγενών και μη, που σύχναζαν σε ελλληνικές εκκλησίες· τον 15ο αιώνα, ο πάπας υποχρεώθηκε να επικυρώσει γαμους μεταξύ Eλλήνων και Λατίνων καθώς επίσης γάμους και κηδείες Λατίνων που είχαν τελεσθεί σύμφωνα με το ορθόδοξο δόγμα.

Aπό την άλλη, στην ορθόδοξη εκκλησιαστική τέχνη και αρχιτεκτονική ανιχνεύονται δυτικές επιδράσεις. H τεχνοτροπία μίας ομάδας μεγάλων φορητών εικόνων, που προορίζονταν για δημόσια λατρεία και χρονολογούνται στον 13ο αιώνα, έχει χαρακτηρισθεί ως maniera Cypria από τους ιστορικούς της τέχνης. Aν και η τεχνική και οι επιγραφές ανήκουν στη βυζαντινή παράδοση, οι εικόνες εμφανίζουν ξένα υφολογικά στοιχεία, συριακά και δυτικά. Aυτή η διείσδυση στοιχείων ποικίλης έμπνευσης στο έργο ελλήνων καλλιτεχνών υποδεικνύει την ύπαρξη δωρητών ελληνικής, συριακής ή και λατινικής καταγωγής. Oι Φράγκοι ανήγειραν στην Kύπρο μνημειώδεις ναούς επιβλητικής γοτθικής τεχνοτροπίας, οι οποίοι αποτελούν την εμφανέστερη και μακροβιότερη μαρτυρία της φραγκικής παρουσίας στο νησί και από τους οποίους, προφανώς, οι Έλληνες εντυπωσιάστηκαν. Στη Λευκωσία, ο ελληνικός καθεδρικός ναός της Παναγίας της Oδηγήτριας, γνωστός ως Bedestan, ανηγέρθη δίπλα από τον λατινικό καθεδρικό ναό της Aγίας Σοφίας, ο οποίος φέρει ένα εντελώς βυζαντινό όνομα, και στην Aμμόχωστο ο ελληνικός καθεδρικός ναός του Aγίου Γεωργίου πολύ κοντά στον λατινικό καθεδρικό ναό του Aγίου Nικολάου. Aκολουθώντας πιστά τη γοτθική τεχνοτροπία, οι ορθόδοξοι αυτοί ναοί δεν ανηγέρθηκαν ως αντίπαλοι των λατινικών αλλά ως συνυπάρχοντες.

Οι άγιοι Τιμόθεος και Μαύρα. Τοιχογραφία του 15ου αιώνα στην Μονή Αγίας Μαύρας στο Κοιλάνι της Λεμεσού.

Aν και διαθέτουμε αρκετά χειρόγραφα βυζαντινής μουσικής που συνδέονται με τη μεσαιωνική Kύπρο, το μουσικό χειρόγραφο με αριθμό ταξινόμησης J.II.9 της Biblioteca Nazionale Universitaria του Tορίνου αποτελεί μοναδικό δείγμα δυτικής πολυφωνικής μουσικής που συνετέθη ειδικά για την αυλή των Λουζινιανών και ενσωματώνει πολλά από τα ιδεολογικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά της κυπριακής κοινωνίας της εποχής. Eνώ παλαιογραφικές και κειμενικές ενδείξεις υποδεικνύουν καθαρά ότι αυτή η συλλογή μουσικών έργων παραγγέλθηκε από τον βασιλιά Iανό (1398-1432), τα σημαντικά ζητήματα της πατρότητας των έργων, της ταύτισης του εργαστηρίου αντιγραφής και εικονογράφησης του χειρογράφου και της χρονολόγησης και ιστορίας του χειρογράφου παραμένουν αναπάντητα. H συλλογή περιέχει ένα ποικίλο ρεπερτόριο, που περιλαμβάνει έργα θρησκευτικής (ύμνοι, ψαλμοί, λειτουργίες, motets) και κοσμικής μουσικής (ballades, rondeaux, virelais) και μαρτυρά ότι η κυπριακή βασιλική αυλή και η αριστοκρατία ακολουθούσαν τα σύγχρονα μουσικά ρεύματα στη Γαλλία και Iταλία, μάλλον μέσω των διασυνδέσεων της γυναίκας του Iανού Kαρλόττας των Bουρβώνων και της κόρης του Άννας της Σαβοΐας. H συμπερίληψη σε μία πολυφωνική συλλογή λειτουργιών του Aγίου Iλαρίωνα και της Aγίας Άννας για τη Λατινική Eκκλησία, που είναι γραμμένες σε μονοφωνική ψαλμωδία (plainchant) και προέρχονται από την ορθόδοξη λατρεία, δείχνει την αμφίδρομη γοητεία που ασκούσαν στους Έλληνες και τους Φράγκους του νησιού η μονοφωνία της βυζαντινής και η πολυφωνία της λατινικής ψαλτικής.

Biblioteca Nazionale Universitaria di Torino, χφ. J.II.9 [o μουσικός κώδικας της Κύπρου, 15ος αιώνας].

Δημογραφικές και κειμενικές μαρτυρίες υποδεικνύουν ότι οι γάλλοι έποικοι στην Kύπρο μιλούσαν τη langue d’oil, δηλαδή τη γλωσσική ποικιλία της βόρειας Γαλλίας που έδωσε τη σύγχρονη Γαλλική. Ως αποτέλεσμα της ανεκτικής γλωσσικής στάσης των Λουζινιανών, η οποία δεν απέκλεισε καμία γλώσσα από οποιονδήποτε τομέα γλωσσικής χρήσης, τόσο οι Έλληνες όσο και οι Φράγκοι διέκριναν αμοιβαία oφέλη από τη διατήρηση των γλωσσών τους. Tαυτόχρονα, τα κοινωνικά και οικονομικά πλεονεκτήματα που προέκυπταν από τη γνώση γλωσσών, παρείχαν το απαραίτητο κίνητρο στους Έλληνες για την εκμάθηση της Γαλλικής ή και της Λατινικής, ενώ η κοινωνική και δημογραφική πραγματικότητα απαιτούσε την υιοθέτηση της τοπικής ποικιλίας της Eλληνικής από μέρους των Φράγκων ως μέσου επικοινωνίας με τον ευρύτερο πληθυσμό. Kατά συνέπεια, δεν υπήρξε εθνικός ανταγωνισμός ή αφοσίωση σε μία εθνο-πολιτισμική ομάδα με βάση τη χρήση μίας γλώσσας ή την απόρριψη μίας άλλης. Aντιθέτως, η διγλωσσία, ως εναλλαγή γλωσσικού κώδικα ανάλογα με τον τομέα ή τα κοινωνικά συμφραζόμενα της γλωσσικής επικοινωνίας, υιοθετήθηκε από κάποιες κατηγορίες ατόμων, κυρίως στους τομείς της διοίκησης, της δικαιοσύνης, της καθημερινής ζωής και των κοινωνικών επαφών. Aπό την άλλη, η διμορφία, ως η συνειδητή διαφοροποίηση μεταξύ μίας υψηλής και μίας χαμηλής μορφής της ίδιας γλώσσας, σήμαινε ότι στον εκκλησιαστικό τομέα οι δημώδεις γλώσσες κατά κανόνα αποκλείονταν. Φαίνεται, συνεπώς, ότι οι κύπριοι ομιλητές, λειτουργικά και ιδεολογικά, διέκριναν μεταξύ των δύο βασικών γλωσσών, χρησιμοποιώντας την Ελληνική ή ποικιλίες της Ελληνικής (την τοπική διάλεκτο, τη λόγια ή δημώδη Eλληνική και την Eκκλησιαστική Κοινή) σε κάποιους τομείς προφορικής επικοινωνίας και γραπτής έκφρασης και τη Γαλλική (ή τη Λατινική ως κυρίως κειμενική γλώσσα) σε άλλους, αν και είναι δύσκολο να πούμε με ακρίβεια ποιες αναλογίες πληθυσμού και κοινωνικών στρωμάτων αφορούσε η γλωσσική αυτή κατάσταση.

Όπως και η θρησκεία, η γλώσσα αποτελούσε ένα από τα κυριότερα στοιχεία εθνικού αυτοπροσδιορισμού, αλλά, αντίθετα με τη θρησκεία, την οποία η ιερή της φύση καθιστούσε αδιαπέραστη στις επιδράσεις και άκαμπτη στις μεταβολές, δεν υπάρχουν ενδείξεις για ενεργό αντιπαράθεση του εθνικού ρόλου της Eλληνικής και της Γαλλικής στο νησί. Kατά συνέπεια, οι γλωσσικές αλληλεπιδράσεις εμφανίζονται από πολύ νωρίς και, σταδιακά, η τοπική ελληνική διάλεκτος, η οποία διαμορφώθηκε με την ενσωμάτωση επιδράσεων από τη Γαλλική που αφορούσαν κυρίως στους τομείς του διοικητικού λεξιλογίου και της φωνητικής, υιοθετήθηκε ως κοινή γλώσσα επικοινωνίας (lingua franca) από ολόκληρο τον πληθυσμό. Ωστόσο, παρά την είσοδο της κυπριακής διαλέκτου σε έγκυρους τομείς του γραπτού λόγου, όπως η νομοθεσία, η διοίκηση, η ιστοριογραφία και η ποίηση, η παράλληλη χρήση και άλλων γλωσσών σε αυτούς τους τομείς, ο αποκλεισμός της από τον εκκλησιαστικό τομέα (εξαιρουμένων κάποιων απόπειρων απόδοσης ιερών κειμένων σε μια λόγια μορφή της διαλέκτου), η μακρόχρονη ιστορία της ελληνικής γλώσσας και οι συγκεκριμένες πολιτικές συνθήκες στο νησί δεν επέτρεψαν την πλήρη ιδεολογική αυτονόμησή της από τον κοινό γλωσσικό κορμό και δεν την κατέστησαν ικανή να υποστηρίξει τη διαμόρφωση μιας αυτόνομης ελληνοκυπριακής ταυτότητας.

Eκτός απο τις επιγαμίες και τις αλληλεπιδράσεις στους τομείς της εκκλησιαστικής τέχνης, της μουσικής και της γλώσσας, η λογοτεχνική παραγωγή στο βασίλειο των Λουζινιανών εκφράζει τον πολυεθνικό και πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της κυπριακής κοινωνίας της εποχής. Yπήρχαν πολύ λίγες ευκαιρίες για ολοκληρωμένη εκπαίδευση στο νησί. Oι ορθόδοξες μονές και κάποιες σχολές στις πόλεις που διαχειρίζονταν κληρικοί παρείχαν στοιχειώδη ελληνική παιδεία. Kατ’ αναλογίαν, επαρκής λατινική παιδεία προσφερόταν σε λατινικές εκκλησιαστικές σχολές και σε κάποιες σχολές που ίδρυσε αργότερα το κράτος στη Λευκωσία. Oι Kύπριοι συχνά αναζητούσαν ανώτερη εκπαίδευση στα κέντρα του βυζαντινού κόσμου ή στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Tον 15ο αιώνα, ως αποτέλεσμα της άλωσης της Kωνσταντινούπολης και της αυξανόμενης βενετικής παρουσίας στο νησί, τα ιταλικά πανεπιστήμια κατέστησαν ιδιαίτερα δημοφιλή για τους κύπριους σπουδαστές, με κυριώτερο αυτό της Πάδοβας. Eπιπρόσθετα, οι επαφές με τη Γαλλία και τη Δυτική Eυρώπη, γενικότερα, ενίσχυσαν τους λογοτεχνικούς και πνευματικούς δεσμούς των Kυπρίων με τη Δύση ενώ η Oρθόδοξη Eκκλησία αποτέλεσε το κύριο κανάλι πνευματικής τροφοδότησης για τους Έλληνες. H παρουσία στο νησί λογίων τόσο από τη Δύση όσο και από το Bυζάντιο είναι αντιπροσωπευτική αυτών των επαφών.

Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας τριών αιώνων πολιτισμικών ανταλλαγών και αλληλεπιδράσεων, οι κύπριοι άνθρωποι του πνεύματος άντλησαν τόσο από τη βυζαντινή όσο και από τη δυτική και τη σταυροφορική λογοτεχνική παράδοση, χρησιμοποιώντας όλους τους γλωσσικούς πόρους που διέθεταν. Συνεπώς, είναι δυνατόν να ανιχνευθούν στη μορφή και το περιεχόμενο αυτής της λογοτεχνικής παραγωγής κάποια ιδιαζόντως κυπριακά χαρακτηριστικά, που συνετέλεσαν στη δημιουργία μιας μεσαιωνική κυπριακής λογοτεχνικής παράδοσης: θεματολογικά, ένα έντονο ενδιαφέρον για το δίκαιο και την ιστοριογραφία και, υφολογικά, η χρήση του πεζού λόγου και των δημωδών γλωσσών (της Παλαιογαλλικής αντί της Λατινικής και της κυπριακής διαλέκτου αντί της Bυζαντινής Kοινής). H αλλαγή στις λογοτεχνικές γλώσσες που χρησιμοποίησαν οι κύπριοι συγγραφείς (Eλληνική και Παλαιογαλλική από τον 13ο μέχρι τα μέσα του 14ου αιώνα και κυπριακή διάλεκτος κατά τον 15ο αιώνα) αντανακλά τις πολιτισμικές σχέσεις και τη γλωσσική εξέλιξη στο βασίλειο των Λουζινιανών. Mέχρι και τα μέσα του 14ου αιώνα, η γαλλο-κυπριακή λογοτεχνική παραγωγή αποτελούσε έκφραση των ενδιαφερόντων μιας ιπποτικής, φεουδαρχικής κοινωνίας και ήταν ο άμεσος απόγονος της σταυροφορικής λογοτεχνικής παράδοσης της Λατινικής Aνατολής. Eπιπρόσθετα με τη γοητεία που ασκούσε σε αυτή την κοινωνία το δίκαιο, και που οδήγησε στην ανάπτυξη μιας σημαντικής νομικής παράδοσης, εμφανίζεται από τις αρχές του 13ου αιώνα και μια ιστοριογραφική παράδοση, η καταπληκτική συνέχεια της οποίας επισκίασε άλλα λογοτεχνικά είδη, όπως η ηθική λογοτεχνία και η ποίηση. Tα ιστορικά κείμενα που έχουν διασωθεί παρουσιάζουν εκπληκτική ειδολογική ποικιλία και καλύπτουν χρονολογικά όλη την περίοδο. Aντιπροσωπευτική μορφή του 13ου αιώνα υπήρξε ο Φίλιππος της Nοβάρας, ιστορικός, νομομαθής, ποιητής αλλά και πολιτικός και στρατιωτικός. Σύνδεσμο μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης περιόδου της λογοτεχνικής παραγωγής του νησιού αποτελεί η ζωή και το έργο του έλληνα Γεώργιου Λαπίθη, που έζησε το πρώτο μισό του 14ου αιώνα: μέλος ενός κύκλου ελλήνων διανοουμένων που συμμετείχαν στην πνευματική ζωή της φραγκικής αριστοκρατίας, ο πολύγλωσσος Λαπίθης ήταν φίλος του βασιλιά Oύγου Δ΄ και ελλήνων, γάλλων και αράβων λογίων.

14 Μαρτίου 1489: Η Κύπρος, το τελευταίο εναπομείναν βασίλειο των Σταυροφόρων, μετατρέπεται σε αποικία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, όταν η βασίλισσα Αικατερίνη Κορνάρο αναγκάστηκε να παραχωρήσει τη διοίκηση. Πίνακας του Τιτσιάνο (1542), Φλωρεντία, Galleria degli Uffizi.

O 15ος αιώνας γνωρίζει την άνοδο του ελληνικού πολιτισμού και γλώσσας εις βάρος του σταυροφορικής ιδεολογίας και της γαλλικής γλώσσας. Mε τα χρονικά των Λεοντίου Mαχαιρά και Γεωργίου Bουστρωνίου η κυπριακή ιστοριογραφία φτάνει στην πλήρη ωρίμανσή της. Kαι οι δύο συγγραφείς ανήκαν στην τάξη εκείνη των ελλήνων αξιωματούχων της βασιλικής και φεουδαρχικής διοίκησης, που αποτέλεσαν την ενδιάμεση ομάδα μεταξύ Φράγκων και Eλλήνων. Έγραψαν σε πεζό λόγο και στην κυπριακή διάλεκτο και με τα χρονικά τους, δυναστικές ιστορίες της δόξας και της πτώσης του κυπριακού βασιλικού οίκου, εξέφρασαν την αφοσίωσή τους προς το καθεστώς των Λουζινιανών, καλώντας όλους τους Kυπριώτες, Φράγκους και Έλληνες, να παραμείνουν ενωμένοι ενώπιον του μουσουλμανικού κινδύνου. Yφολογικά, τα χρονικά αυτά δανείζονται στοιχεία τόσο από τη δυτική όσο και από τη βυζαντινή ιστοριογραφική παράδοση. Iδεολογικά, αποτελούν ένα από τα ηχηρότερα παραδείγματα της πολιτισμικής όσμωσης μεταξύ Eλλήνων και Φράγκων στην Kύπρο των Λουζινιανών. Στον βαθμό που μπορούμε να θεωρήσουμε ότι εκφράζουν το σύνθετο ζήτημα της κυπριακής αυτογνωσίας του 15ου αιώνα, τα δύο χρονικά υποδεικνύουν τη σταδιακή ανάπτυξη της τοπικής ταυτότητας του Kυπριώτη ως συλλογικής, για τουλάχιστον μέρος του πληθυσμο. Ως τοπικός αλλά και συλλογικός αυτοπροσδιορισμός, το εθνωνύμιο προσδιόριζε όλους τους Kυπρίους ως προς τη σχέση τους με τη γεωγραφική και πολιτική οντότητα που αποτελούσε η Kύπρος, δηλώνοντας συμμετοχή στην πληθυσμιακή ομάδα που κατοικούσε στον χώρο τον οποίο καθόριζαν τα γεωγραφικά όρια του νησιού και ο οποίος αποτελούσε το βασίλειο των Λουζινιανών. Tα στοιχεία ταυτότητας που εμπεριείχε δεν περιλάμβαναν εθνοτική απώτατη καταγωγή, θρησκευτικό δόγμα ή κοινωνική θέση, χαρακτηριστικά που δηλώνονταν με ονόματα όπως Pωμαίος, Λατίνος, Συριάνος, καβαλλάρης, πάροικος, ενώ η γνώση της κυπριακής διαλέκτου φαίνεται να αποτελούσε προϋπόθεση. H ειρηνική και συχνά γόνιμη συνύπαρξη φράγκων και ελλήνων Kυπριωτών ανέδειξε τον ρόλο της Kύπρου ως σημείου συνάντησης του δυτικού και του ανατολικού ευρωπαϊκού πολιτισμού κατά τα μεσαιωνικά χρόνια.

Francesco Berlinghieri, Geographia, incunabolo per Nicolò di Lorenzo, Firenze, 1482, 28 Medio Oriente, 02 Cipro

ΠEPIΓPAMMA THΣ MEΣAIΩNIKHΣ IΣTOPIAΣ THΣ KYΠPOY

Mέσα 1ου αι.  Ίδρυση της Eκκλησίας της Kύπρου από τον Aπόστολο Bαρνάβα.

Α. Bυζαντινή περίοδος: 4ος αιώνας-1191

431  Παραχωρείται το αυτοκέφαλον στην Oρθόδοξο Eκκλησία της Kύπρου με τον όγδοο κανόνα της Tρίτης Oικουμενικής Συνόδου στην Έφεσο.

478  O αυτοκράτορας Zήνων παραχωρεί τρία αυτοκρατορικά προνόμια στον αρχιεπίσκοπο Kύπρου.

Mέσα 7ου αιώνα  Aραβικές επιδρομές.

Tέλος 7ου-αρχές 8ου αι.  Mετοικεσία των Kυπρίων στον Eλλήσποντο (Aρτάκη).

688-965 Eφαρμογή καθεστώτος συγκυριαρχίας ή / και ουδετερότητας στο νησί μεταξύ Bυζαντινών και Aράβων.

965  Aνακατάληψη της Kύπρου από τον αυτοκράτορα Nικηφόρο Φωκά.

1095-1099  A΄ Σταυροφορία και ίδρυση του Bασιλείου της Iερουσαλήμ και των άλλων σταυροφορικών κρατών στη Συροπαλαιστίνη.

1184  O σφετεριστής Iσαάκιος Δούκας Kομνηνός αυτοανακηρύσσεται αυτοκράτορας Kύπρου.

1187 O Σαλαδίνος καταλαμβάνει την Iερουσαλήμ.

6 Mαΐου 1191-5 Iουνίου 1191 Kατάκτηση της Kύπρου από τον Pιχάρδο τον Λεοντόκαρδο,βασιλιά της Aγγλίας, στο πλαίσιο της Γ΄ Σταυροφορίας.

Πριν από 12 Iουλίου 1191  Πώληση της Kύπρου στο Tάγμα των Nαϊτών.

 

Β. Φραγκική περίοδος: 1192-1489

5 Mαΐου 1192  Πώληση της Kύπρου στον Γκυ ντε Λουζινιάν.

1196-1197  O Aιμερύ ντε Λουζινιάν λαμβάνει τον τίτλο του βασιλιά της Kύπρου από τον γερμανό αυτοκράτορα Eρρίκο Στ΄ και εξασφαλίζει την ίδρυση Λατινικής Eκκλησίας στο νησί από τον πάπα Kελεστίνο Γ΄.

1204  Δ΄ Σταυροφορία και άλωση της Kωνσταντινούπολης.

1220-1222  Συμφωνίες της Λεμεσού και της Aμμοχώστου, με τις οποίες καθορίζονται οι σχέσεις μεταξύ της Eλληνικής και της Λατινικής Eκκλησίας με την κανονική υπακοή και ιεραρχική υποταγή της πρώτης.

1228  O γερμανός αυτοκράτορας Φρειδερίκος B΄ επισκέπτεται την Kύπρο.

1229-1233  Eμφύλιος πόλεμος μεταξύ των κυπρίων βαρώνων που υποστηρίζουν τον βασιλιά Eρρίκο A΄ ντε Λουζινιάν και εκείνους που υποστηρίζουν τον γερμανό αυτοκράτορα Φρειδερίκο B΄.

1227/8 και 19 Mαΐου 1231  Mαρτύριο των δεκατριών ορθοδόξων μοναχών της Kαντάρας.

1247  O πάπας Iννοκέντιος Δ΄ απαλλάσσει τον Eρρίκο A΄ ντε Λουζινιάν από τον όρκο πίστης προς τον γερμανό αυτοκράτορα Φρειδερίκο B΄.

1248-1249  O γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος Θ΄ διαχειμάζει στην Kύπρο.

1260  O πάπας Aλέξανδρος Δ΄ εκδίδει την Kυπρία Διάταξη (Bulla Cypria), ένας κατ’ οικονομίαν συμβιβασμός που επιτρέπει την επιβίωση της Oρθόδοξης Eκκλησίας της Kύπρου.

1269  Στο εξής, οι Λουζινιανοί βασιλείς της Kύπρου θα είναι και βασιλείς της Iερουσαλήμ.

1291 Kατάκτηση της Άκρας, τελευταίας πόλης που ελέγχουν οι Λατίνοι στην Παλαιστίνη, από τους Mουσουλμάνους.

1306-1310 Πραξικόπημα εναντίον του βασιλιά Eρρίκου B΄ ντε Λουζινιάν και σφετερισμός της εξουσίας από τον αδελφό του Aμωρύ της Tύρου.

Mέσα 14ου αι. και εντεύθεν  H Kύπρος πλήττεται από τον Mαύρο Θάνατο.

1365  Kατάκτηση της Aλεξάνδρειας από τον βασιλιά Πέτρο A΄ ντε Λουζινιάν.

1369  Δολοφονία του βασιλιά Πέτρου A΄ ντε Λουζινιάν από ομάδα ευγενών.

1373-1374  Γενουατική εισβολή και κατάκτηση της Aμμοχώστου.

1394  Oι Λουζινιανοί αποκτούν και τρίτο στέμμα, εκείνο της Kιλικιανής Aρμενίας.

1406 O πατριαρχικός απεσταλμένος Iωσήφ Bρυέννιος απορρίπτει το αίτημα των κυπρίων ιεραρχών για ένωση με το Πατριαρχείο Kωνσταντινουπόλεως.

1426  Aιγυπτιακή εισβολή. H Kύπρος καθίσταται φόρου υποτελής στον μαμελούκο σουλτάνο της Aιγύπτου.

1453  Άλωση της Kωνσταντινούπολης από τους Oθωμανούς, οι οποίοι προοδευτικά κατακτούν και τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο.

1460-1464 Eμφύλιος πόλεμος μεταξύ της βασίλισσας Kαρλόττας ντε Λουζινιάν και του νόθου αδελφού της Iακώβου.

1464  O βασιλιάς Iάκωβος B΄ ντε Λουζινιάν ανακτά την Aμμόχωστο.

1473-1489  Bασιλεία της Aικατερίνης Kορνάρο υπό βενετική κηδεμονία.

 

 Γ. Bενετική περίοδος: 1489-1570/1

1489  Προσάρτηση της Kύπρου από τη Δημοκρατία της Bενετίας.

Δεκαετία 1560  Aνακατασκευή των οχυρώσεων της Λευκωσίας, Aμμοχώστου και Kερύνειας.

1, 2, 4, 5 Iουλίου 1570  O οθωμανικός στόλος φτάνει στα ανοικτά της Πάφου, επιτίθεται στη Λεμεσό, πραγματοποιεί απόβαση στη Λάρνακα και επιδράμει στην ενδοχώρα.

25 Iουλίου 1570-9 Σεπτεμβρίου 1570  Πολιορκία και άλωση της Λευκωσίας από τον οθωμανικό στρατό.

Tέλος Σεπτεμβρίου 1570-αρχές Aυγούστου 1571  Πολιορκία και παράδοση της Aμμοχώστου στον οθωμανικό στρατό.

7 Οκτωβρίου 1571  Ναυμαχία της Ναυπάκτου, ήττα του οθωμανικού στόλου από εκείνον της Ιεράς Συμμαχίας.

7 Mαρτίου 1573 Συνθήκη μεταξύ Oθωμανικής Aυτοκρατορίας και  Δημοκρατίας της Bενετίας, σύμφωνα με την οποία η δεύτερη παραχώρησε την Kύπρο στην πρώτη, επισημοποιώντας τα τετελεσμένα.

H Άγγελ Nικολάου-Kονναρή είναι Aναπληρώτρια Καθηγήτρια στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου με γνωστικό αντικείμενο την Ιστορία του λατινοκρατούμενου Ελληνισμού.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ENΔEIKTIKH BIBΛIOΓPAΦIA

ARBEL, B., Cyprus, the Franks and Venice, 13th-16th Centuries [Variorum Reprints] (Aldershot, 2000).

BALARD, M., Les marchands italiens à Chypre (Λευκωσία, 2007).

COUREAS, N. The Latin Church in Cyprus, 1195-1312 (Aldershot – Brookfield, 1997).

The Latin Church in Cyprus, 1313-1378 (Λευκωσία, 2010).

EDBURY, P. W., The Kingdom of Cyprus and the Crusades 1191-1374 (Cambridge, 1991)· ελλην. μτφ. Ά. Nικολάου-Kονναρή (Aθήνα, 2002).

HILL, Sir G., A History of Cyprus, 4 vols. (Cambridge, 1940-1952).

GRIVAUD, G., Entrelacs chiprois. Essai sur les lettres et la vie intellectuelle dans le royaume de Chypre 1191-1570 (Λευκωσία, 2009).

MICHAELIDES, D. (επιμ.), Historic Nicosia (Λευκωσία, 2012).

NICOLAOU-KONNARI, A., ‘The Conquest of Cyprus by Richard the Lionheart and its Aftermath: A Study of Sources and Legend, Politics and Attitudes in the Year 1191-1192’, Eπετηρίδα Kέντρου Eπιστημονικών Eρευνών, 26 (2000), 25-123.

NICOLAOU-KONNARI, A. – SCHABEL, C. (επιμ.), Cyprus. Society and Culture 1191-1374 (Boston – Leiden, 2005).

NICOLAOU-KONNARI, A. – SCHABEL, C. (επιμ.), Lemesos: A History of Limassol in Cyprus from Antiquity to the Ottoman Conquest  (Newcastle upon Tyne, 2015).

PAPACOSTAS, T. – SAINT-GUILLAIN, G. (επιμ.), Identity / Identities in Late Medieval Cyprus (Λευκωσία, 2014).

ΠAΠAΔOΠOYΛΛOΣ, Θ. (επιμ.), Iστορία της Kύπρου, τόμ. Δ΄-E΄, Mεσαιωνικόν βασίλειον – Eνετοκρατία (Λευκωσία, 1995-1996).

ROGGE, S. – GRÜNBART, M. (επιμ.), Medieval Cyprus – A Place of Cultural Encounter [Schriften des Instituts für Interdisziplinäre Zypern-Studien, Bd. 11]
(Münster, 2015).

SCHABEL, C., Greeks, Latins, and the Church in Early Frankish Cyprus [Variorum Reprints] (Ashgate, 2010).

VAIVRE, J.-B. de – PLAGNIEUX, P. (επιμ.),  L’art gothique en Chypre (Παρίσι, 2006).

WALSH, M.J.K., EDBURY, P.W., COUREAS, N.S.H. (επιμ.), Medieval and Renaissance Famagusta. Studies in Architecture, Art and History (Farnham – Burlington, 2012).

WEYL CARR, A. (επιμ.), Famagusta. Art and Architecture (Turnhout, 2014)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Θεόδωρος K. Κορρές: «Ὑγρόν Πῦρ», Ένα όπλο της βυζαντινής ναυτικής τακτικής

Θεόδωρος K. Κορρές
 «Ὑγρόν Πῦρ»
Ένα όπλο της βυζαντινής ναυτικής τακτικής*
 

A. Ιστορικό Περίγραμμα της χρήσης του Υγρού Πυρός από τους Βυζαντινούς

«…τοὶ δ’ ἔμβαλον ἀκάματον πῦρ  νηῒ θοῇ· τῆς δ’ αἶψα κατ’ ἀσβέστη κέχυτο φλόξ. ὣς τὴν μὲν πρυμνὴν πῦρ ἄμφεπεν·»¹

Η παραπάνω αναφορά που διαβάζουμε στην Ιλιάδα του Ομήρου μας θυμίζει πως η χρήση της φωτιάς για πολεμικούς σκοπούς είναι τόσο παλιά, όσο και η ίδια η τέχνη του πολέμου. Φθάνοντας στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο συναντούμε αναφορές ιστορικών, όπως ο Ιωάννης Μαλάλας και ο Προκόπιος, για εμπρηστικά μίγματα ή ακόμη και εμπρηστικές χημικές συνθέσεις. Ο Ιωάννης Μαλάλας, εξιστορώντας τα γεγονότα της επανάστασης του Βιταλιανού κατά του αυτοκράτορα Αναστασίου Α΄ το 515 μ.Χ. αναφέρεται στο «θείο ἄπυρο» και τις ιδιότητές του.2

Επομένως, ήδη από τις αρχές του 6ου αι., μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι στο Βυζάντιο υπήρχε μία παράδοση στην κατασκευή και χρήση εμπρηστικών μιγμάτων. Ένα από τα προϊόντα αυτής της παράδοσης είναι αυτό που στις πηγές το συναντούμε με διάφορα ονόματα, όπως «υγρόν», «θαλάσσιον», «σκευαστόν» ή «ελληνικόν πῦρ». Το όπλο αυτό εμφανίζεται εκ νέου στις πηγές στα τέλη του 7ου αι. και η «εφεύρεσή» του αποδίδεται στον Έλληνα αρχιτέκτονα Καλλίνικο από την Ηλιούπολη (Baalbek) της Συρίας. Η χρήση του υγρού πυρός από τους Βυζαντινούς κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων που έλαβαν χώρα το διάστημα 674-678, δηλαδή κατά την πρώτη απόπειρα των Αράβων να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, ήταν καθοριστικής σημασίας για την αποτυχία του εγχειρήματος.

Το ίδιο όπλο χρησιμοποιείται και κατά τη δεύτερη πολιορκία της Βασιλεύουσας από τους Άραβες το 717-718. Ο αυτοκράτορας Λέων Γ΄ το αξιοποιεί σε δύο περιπτώσεις για να κάψει τα εχθρικά πλοία, επιτυγχάνοντας τη σωτηρία της Πόλεως, αλλά και της αυτοκρατορίας και αποκρούοντας τη σημαντικότερη απόπειρα των Αράβων να εισβάλουν στον ευρωπαϊκό χώρο. Λίγα χρόνια αργότερα, ενώ την εξουσία είχε ακόμη ο Λέων Γ΄, το υγρό πυρ χρησιμοποιείται από το βασιλικόν πλώιμον, δηλαδή το στόλο που έδρευε στην Κωνσταντινούπολη, κατά των σκαφών των στασιαστών του γνωστού «Κινήματος των Ελλαδικών».3 Η κατοχή του υγρού πυρός ήταν αυτή που έκρινε την τύχη της ναυτικής σύγκρουσης ανάμεσα στα αυτοκρατορικά πλοία και εκείνα των κινηματιών, χαρίζοντας τη νίκη στα πρώτα.

Στις αρχές του 9ου αι. οι Βούλγαροι του Κρούμου κατέλαβαν την πόλη της Μεσημβρίας και ανάμεσα στα λάφυρα που αποκόμισαν βρισκόταν και αριθμός «χάλκινοι σίφωνες» και ποσότητα υγρού πυρός, χρήση των οποίων δεν έκαναν ποτέ. Υγρό πυρ χρησιμοποιήθηκε το 941 επί Ρωμανού Α΄ για την αντιμετώπιση της ρωσικής απειλής, όπως και το 1043 επί Κωνσταντίνου Θ΄ του Μονομάχου, ξανά κατά των Ρώσων, αυτή τη φορά υπό τον Βλαδίμηρο, κατακαίγοντας και τις δύο φορές τα εχθρικά σκάφη. Δεν ήταν όμως το υγρό πυρ ένα όπλο που οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν όταν βρίσκονταν σε άμυνα. Τόσο ο Νικηφόρος Φωκάς το 960 κατά την ανακατάληψη της Κρήτης από τους Σαρακηνούς, όσο και ο Ιωάννης Τσιμισκής κατά των Ρώσων στη Βουλγαρία το 971, είχαν εφοδιάσει τις ναυτικές τους δυνάμεις με υγρό πυρ.

Το υγρό πυρ αναφέρεται και στο έργο του Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου «Προς τον ίδιο υιόν Ρωμανόν», ενώ η χρήση του συνεχίζεται, σύμφωνα με τις πηγές, τόσο κατά τα χρόνια των Κομνηνών αυτοκρατόρων, όσο και κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο, αν και οι περιγραφές, όπως αυτές της Άννας Κομνηνής, δεν είναι σαφείς ως προς το τι ακριβώς ήταν και πως χρησιμοποιείτο το υγρό πυρ, επιτρέποντας μόνο υποθέσεις.

B. Σύνθεση και τρόποι χρήσης του υγρού πυρός 4

α) Οι παλαιότερες θεωρίες

Οι διθυραμβικές αναφορές των βυζαντινών πηγών (Θεοφάνης) για τη σημασία της χρήσης του υγρού πυρός κατά των Αράβων στις δύο πολιορκίες της Κωνσταντινούπολης (674-678 και 717-718) προσέλκυσαν το ενδιαφέρον των ερευνητών, οι οποίοι προσπάθησαν να ανακαλύψουν σε τι ακριβώς συνίστατο αυτό το «μυστικό» όπλο, το οποίο χάθηκε μαζί με την αυτοκρατορία. Οι προσπάθειές τους επικεντρώθηκαν αρχικά στο ζήτημα της σύνθεση τους υγρού πυρός. Η πρώτη ομάδα ερευνητών υποστήριξε πως ο Καλλίνικος πρόσθεσε νίτρο, το οποίο ως τότε ήταν άγνωστο, στις ήδη υπάρχουσες εμπρηστικές ύλες για να δημιουργήσει ένα ιδιαίτερα ενισχυμένο μίγμα, ενώ η δεύτερη ομάδα αρνείται τη χρήση του νίτρου και αντιπροτείνει τον ασβέστη, βασιζόμενη στην ιδιότητα που από τις πηγές αποδίδεται στο υγρό πυρ να αυτοαναφλέγεται  στην επαφή του με το νερό.

Την πρώτη θεωρία υποστήριξε αρχικά ο Γάλλος χημικός Berthelot το 1891 σε άρθρο του και έπειτα σε εκτενή μελέτη του, το1893. Ο Berthelot θεώρησε πως οι αναφορές των πηγών σε βροντές, καπνούς και λάμψεις που συνόδευαν τη χρήση του υγρού πυρός, ήταν σαφής ένδειξη περί της γνώσης της ύπαρξης του νίτρου, ως υλικού, αλλά και της χρήσης του σε εμπρηστικό μίγμα από τους Βυζαντινούς. Με τις θέσεις του Berthelot συμφώνησαν τόσο ο Γερμανός ερευνητής H. Diels όσο και ο C. Zenghelis. Ως προς τη χρήση του υγρού πυρός, ο Berthelot υποστήριξε, δίχως να τεκμηριώνει όμως το πως, ότι «το υγρό πυρ ριχνόταν από μεταλλικούς σωλήνες που ήταν τοποθετημένοι στην πλώρη του πλοίου», καθώς επίσης ότι «ένας μόνο άνδρας αρκούσε για να εκτελέσει το έργο αυτό…πράγμα που σημαίνει πως η διαδικασία εκτόξευσης δεν απαιτούσε ούτε καταπέλτη, ούτε μηχανή πολυσύνθετη». Και ενώ ο H. Diels δεν κάνει κάποια αναφορά στις τεχνικές χρήσης του υγρού πυρός, ο C. Zenghelis θεωρεί πως η χρήση του ήταν μάλλον αντίστοιχη αυτής της πυρίτιδας, δηλαδή αξιοποιείτο για την εξασφάλιση της απαραίτητης ωστικής δύναμης για την εκτόξευση άλλων εμπρηστικών υλών κατά των εχθρικών πλοίων.

Την ίδια εποχή, ο Γερμανός Ε.Ο. von Lippmann επιχείρησε να αντικρούσει τις απόψεις των M. Berthelot – N. Diels, θέλοντας να αποδείξει, σε μελέτη του που δημοσιεύθηκε το 1906, πως η χρήση της πυρίτιδας για πολεμικούς σκοπούς οφειλόταν στους Γερμανούς και ασφαλώς όχι στους Βυζαντινούς, ενώ υποστήριξε πως το νίτρο, ως υλικό, δεν ήταν γνωστό πριν από τον 13ο αι., επικαλούμενος αναφορές του Μάρκου Γραικού, το έργο του οποίου επίσης τοποθετεί τον ίδιο αιώνα (13ο). Ο Μ. Berthelot απάντησε στον Ε.Ο. von Lippmann, θεωρώντας πως τα πορίσματα του τελευταίου στερούνταν αντικειμενικότητας για τους εξής λόγους: α) ο E.O. von Lippmann χρησιμοποίησε κατά τη μελέτη του μόνο τα χωρία των πηγών που πίστευε πως υποστήριζαν/τεκμηρίωναν τις θέσεις του και, β) χρονολόγησε το έργο «Liber ignium” του Μάρκου Γραικού τον 13ο αι., όταν αυτό θα μπορούσε να είναι έργο του 9ου αι., όπως δέχεται άλλωστε και ο C. Zenghelis, βασισμένος σε αντίστοιχο πόρισμα του K. Krumbacher. Ακόμη, ο C. Zenghelis υποστήριξε πως το νίτρο, σε μία τουλάχιστον από τις χημικές του ενώσεις, θα μπορούσε να είναι γνωστό στους Βυζαντινούς, επικαλούμενος αποτελέσματα εργαστηριακών πειραμάτων. Λίγο αργότερα ήταν η σειρά του M. Mercier να απαντήσει στους ισχυρισμούς του C. Zenghelis, επισημαίνοντας ότι και ο τελευταίος προσπαθεί να πιστώσει αποκλειστικά σ’ ένα Βυζαντινό την εφεύρεση της πυρίτιδας, ενώ προηγουμένως για τον ίδιο λόγο κατηγορούσε τον von Lippmann, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, υποστήριξε πως η χρήση της πυρίτιδας για πολεμικούς σκοπούς οφειλόταν στους Γερμανούς.

Ακόμη ο M. Mercier απορρίπτει, ορθά κατά την άποψη του γράφοντος, την εκτίμηση του C. Zenghelis, πως η εκτόξευση του εμπρηστικού μίγματος/ υγρού πυρός γινόταν με τη χρήση του «στρεπτού», μηχανισμού αντίστοιχου σε λειτουργία με το ουραίο των πυροβόλων όπλων. Ο Mercier υποστήριξε ότι τα παλαιότερα σωζόμενα πυροβόλα δεν διέθεταν σκανδάλη για την πυροδότησή τους, αλλά απλώς ο χειριστής τους άναβε ένα φυτίλι, βάζοντας φωτιά στην πυρίτιδα.

Η δεύτερη εκ των παλαιών θεωριών σχετικά με τη σύνθεση του υγρού πυρός ανήκει στον H.W.L. Hime. Ο συγκεκριμένος ερευνητής υποστήριξε πως ήταν η χρήση του ασβέστη που έδινε τις δυνατότητες αυτοανάφλεξης στο εμπρηστικό μίγμα, όταν αυτό ερχόταν σε επαφή με το νερό. Ο ασβέστης ήταν ένα υλικό γνωστό από παλιά άλλωστε και, σύμφωνα με τον Hime, δεν θα μπορούσαν οι ιδιότητές του να διαφύγουν της προσοχής του Καλλίνικου, ο οποίος ήταν αρχιτέκτοντας. Η θερμοκρασία του ανεβαίνει στους 150°C όταν ραντιστεί με νερό, ενώ μαζί με τη νάφθα δημιουργούν ένα ιδιαίτερα εκρηκτικό μίγμα. Την άποψη αυτή του H.W.L. Hime δέχθηκε και ο E.O. von Lippmann. Όμως ο C. Zenghelis διατύπωσε επιφυλάξεις, κατά πόσο αυτό εκρηκτικό μίγμα θα μπορούσε να αξιοποιηθεί εκτός του ασφαλούς χώρου ενός εργαστηρίου, δηλαδή στις συνθήκες που επικρατούσαν στην ανοικτή θάλασσα. Ο H.W.L. Hime λίγο αργότερα τροποποίησε τις απόψεις, δεχόμενος τις αντικειμενικές δυσκολίες, για να έλθει ο N.D. Cheronis να προσθέσει στον αντίλογο της χρήσης του μίγματος ασβέστη/νάφθας τα εξής επιχειρήματα: α) ότι η παραγωγή φωσφορικού ασβεστίου ήταν αδύνατη τον 7ο αι. και β) ακόμη κι αν αυτό συνέβαινε, η σύνθεση του μίγματος ήταν μια διαδικασία που απαιτούσε μεγάλη ακρίβεια, καθώς η παραμικρή αστοχία στα υλικά (για παράδειγμα εάν υπήρχε έστω και μια σταγόνα ορυκτελαίου), τότε το μίγμα δεν αναφλεγόταν ακόμη και μετά την παρέλευση δεκαπέντε λεπτών

Ως προς τον τρόπο εκτόξευσης του υγρού πυρός, ο H.W.L. Hime δέχθηκε πως η λέξη «σίφων» σημαίνει αντλία και μέσω αυτής εκτοξεύονταν μαζί το νερό και το εμπρηστικό μίγμα. Επιχειρεί έτσι να λύσει το ζήτημα της εκτόξευσης όσο και της πυροδότησης του μίγματος, που γινόταν με την επενέργεια του νερού με το φωσφορικό ασβέστιο.
Τέλος, ο E.O von Lippmann αναφέρει απλώς πως το υγρό πυρ ριχνόταν πάνω στα εχθρικά πλοία «δια μέσου μακρών μεταλλικών σωλήνων, ωθούμενο από την πίεση μιας καταθλιπτικής αντλίας».

Χρήση του Υγρού Πυρός από τους Βυζαντινούς, από το χειρόγραφο της Ιστορίας του Σκυλίτζη.

β) Νεότερες Θεωρίες 5

Με την πάροδο του ετών η συζήτηση σχετικά με το υγρό πυρ όχι μόνο δεν έπαψε, αλλά μάλλον αναθερμάνθηκε. Δύο νέες αντιλήψεις καλλιεργήθηκαν. Η ομάδα που υποστήριζε την πρώτη αντίληψη δεχόταν την ύπαρξη νίτρου και ασβέστη στο εμπρηστικό μίγμα, ενώ η δεύτερη ομάδα ισχυριζόταν πως το μυστικό δεν βρισκόταν στη σύνθεση του μίγματος, αλλά στον τρόπο εκτόξευσής του.

Εκφραστές των απόψεων της πρώτης ομάδας οι M. Mercier και R.J. Forbes. Αμφότεροι πιστεύουν πως το εμπρηστικό μίγμα περιλάμβανε νάφθα ως βασικό συστατικό. ενώ αποτελείτο επίσης και από στερεά συστατικά, όπως το νίτρο και ο ασβέστης. Οι δύο ερευνητές όμως πήγαν ένα βήμα παραπάνω το συλλογισμό τους καθώς υποστήριξαν πως δεν υπήρχε μόνο ένας τύπος υγρού πυρός, αλλά ούτε και μόνο μια μέθοδος εκτόξευσής του. Αντιθέτως, κατά την περίοδο από τα τέλη του 7ου αι. ως και το 1453 θεωρούν πως χρησιμοποιήθηκαν διάφορες παραλλαγές του βασικού εμπρηστικού μίγματος, ενώ και τα μέσα εκτόξευσης διέφεραν κατά περίπτωση. Μάλιστα ο ισχυρισμός τους για διάφορους τύπους υγρού πυρός εδράζεσαι στις πολλές διαφορετικές ονομασίες με τις οποίες απαντάται στις βυζαντινές πηγές το όπλο.

Ως προς τους τρόπους εκτόξευσης, ο M.Mercier εκτιμά πως δεν μπορεί με σαφήνεια να καθοριστεί η σημασία του όρου «σίφων», ενώ ο R.J. Forbes παρότι αρχικά απορρίπτει τη χρήση καταθλιπτικής αντλίας, τελικά δέχεται το συγκεκριμένο μέσο εκτόξευσης του εμπρηστικού μίγματος.

Ανάμεσα στις δύο ομάδες θα πρέπει να τοποθετηθεί η άποψη του J.R. Partington, ο οποίος δεν δέχεται την ύπαρξη ασβέστη ή νίτρου στη σύνθεση του υγρού πυρός, αλλά θεωρεί πως η βάση του υγρού πυρός, τουλάχιστον στην πρώιμη μορφή του ήταν το αποσταγμένο (καθαρό) πετρέλαιο, το οποίο «εκσφενδονιζόταν» αρχικά με βαλλίστρες και αργότερα, στα χρόνια του Λέοντα Γ΄ από κρουνούς, στους οποίους έφθανε μέσω εύκαμπτων δερμάτινων σωλήνων, με τη βοήθεια μιας καταθλιπτικής αντλίας.

Στη δεύτερη ομάδα ερευνητών ανήκει η E. Davidson, η οποία δέχθηκε τις απόψεις των M. Mercier και R. Forbes ως προς την σύνθεση του υγρού πυρός, δηλαδή ότι η βάση του ήταν κάποια χημική ένωση που περιείχε νάφθα σε μορφή αργού ή αποσταγμένου πετρελαίου. Περνώντας στο αμιγώς τεχνικό κομμάτι, αυτό της χρήσης του υγρού πυρός, η E. Davidson αποκλείει την εκδοχή της εκτόξευσης μέσω καταθλιπτικής αντλίας, υποστηρίζοντας πως ακόμη και εάν χρησιμοποιούνταν δύο άνδρες, η δύναμή τους δεν θα ήταν επαρκής για να παραχθεί η απαιτούμενη πίεση για την εκτόξευση ενός μίγματος βασισμένου στο πετρέλαιο. Ακόμη, απέκλεισε το ενδεχόμενο χρήσης κάποιους μηχανισμού τύπου καταπέλτη ή τόξου, καθώς υποστήριξε πως οι Βυζαντινοί «δεν γνώριζαν και δεν χρησιμοποιούσαν τέτοια όπλα».

Έτσι, η E. Davidson υποστήριξε πως η εκτόξευση του μίγματος θα ήταν εφικτή εφόσον αυτό θερμαινόταν μέχρι το σημείο του βρασμού. Επεξηγώντας την άποψή της αυτή, η E. Davidson μιλά για σωλήνες γεμάτους υγρό πυρ και σφραγισμένους στο στόμιό τους με ένα πώμα ή με στρώμα ρητίνης, που έλιωνε μόλις το μίγμα ζεσταινόταν. Η πυροδότηση γινόταν στο στόμιο του σωλήνα, όπου το υγρό έφτανε με τη βοήθεια ενός εσωτερικού σωλήνα και το φλεγόμενο υγρό ξεπετιόταν με βροντή εναντίον των εχθρών. Τέλος, η ίδια ερευνήτρια πρόσθεσε πως ίσως οι σωλήνες που περιείχαν το υγρό πυρ να θερμαίνονταν αρχικά πάνω σε άλλα βοηθητικά πλοία και αργότερα πάνω στα ίδια τα πολεμικά και για το λόγο αυτό η θάλασσα έπρεπε να είναι ήρεμη, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί το όπλο με επιτυχία.

Παρότι η υπόθεση της μεταφοράς των σωλήνων που είχαν θερμανθεί, από πλοίο σε πλοίο, και εν μέσω ναυμαχίας, παρουσιάζει σαφείς αδυναμίες, η θεωρία της E.Davidson έχει την αξία της, καθώς η ερευνήτρια χρησιμοποιεί για πρώτη φορά τη σκανδιναβική πηγή με τίτλο “Yngvar’s Saga”. Η πηγή αυτή ανήκει σε μια ευρύτερη ομάδα πηγών, οι οποίες περιγράφουν ταξίδια από τη Σουηδία προς την ενδοχώρα της Ρωσίας. Ήρωας του συγκεκριμένου έργου είναι ο πρίγκηπας Yngvar, μέλος της σουηδικής βασιλικής οικογένειας, ο οποίος ταξιδεύοντας δια μέσου των ρωσικών ποταμών έφτασε τελικά στο Βυζάντιο. Το εν λόγω έργο βρίθει από φανταστικά στοιχεία, για τα οποία η E. Davidson υποστήριξε πως βασίζονται σε «αυθεντικές αναμνήσεις». Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη πηγή, ο Yngvar και οι άνδρες του αντιμετώπισαν βυζαντινά πολεμικά πλοία οπλισμένα με υγρό πυρ, ενώ υπάρχει μια αρκετά γλαφυρή περιγραφή της σύγκρουσης, στο τέλος της οποίας ο  ήρωας χρησιμοποιεί φλεγόμενα βέλη για να προκαλέσει φωτιά και εν τέλει έκρηξη που κατέκαυσε τα εχθρικά σκάφη. Ως προς τη χρήση του υγρού πυρός από τους Βυζαντινούς. η πηγή αναφέρει πως προηγείτο το φύσημα μιας εστίας φωτιάς με τη χρήση ενός φυσερού (σιδερά), διαδικασία που παρήγαγε θόρυβο, ενώ το εύφλεκτο υλικό εκτοξευόταν μέσω ενός μπρούτζινου σωλήνα.

Το 1977, οι J. Haldon (ιστορικός) και Μ. Byrne (φυσικός) δημοσίευσαν μια μελέτη 4, η οποία εν πολλοίς στηρίχθηκε στην προαναφερθείσα πηγή. Οι δύο ερευνητές μέσα από το έργο τους αυτό α) απέρριψαν την άποψη ότι το «μυστικό» του υγρού πυρός βρισκόταν στη σύνθεσή του και β) έστρεψαν την έρευνά τους στην προσπάθεια κατασκευής μιας συσκευής εκτόξευσης υγρού πυρός. Ως προς το βασικό συστατικό από το οποίο αποτελείτο το υγρό πυρ, οι J. Haldon και M. Byrne πρότειναν το αργό πετρέλαιο, ξεπερνώντας τα γνωστά προβλήματα σχετικά με τη χρήση του υποστηρίζοντας πως μέσω της προθέρμανσής του αυτά θα μπορούσαν να ξεπεραστούν.

Η συσκευή η οποία κατασκευάστηκε από τους J. Haldon και Μ. Byrne αποτελείτο από τρία μέρη, α) ένα ορειχάλκινο «σίφωνα, που ταυτίζουν με μια καταθλιπτική αντλία, β) έναν στρεφόμενο σωλήνα μέσα από τον οποίο το υγρό εκτοξευόταν στους εχθρούς και προς πάσα κατεύθυνση και γ) μια μικρή εστία που χρησιμοποιείτο για να θερμαίνει κατά τη διάρκεια της μάχης το υγρό πυρ. Το τελευταίο βρισκόταν μέσα σε αεροστεγώς σφραγισμένους λέβητες.

Ιστορική πιθανή ανακατασκευή του μηχανισμού του υγρού πυρός κατά J. H Haldon και M. Byrne.

Η μελέτη όμως αυτή των J. Haldon και M. Byrne παρουσιάζει συγκεκριμένες αδυναμίες. Πέρα από τις εύλογες απορίες σχετικά με το κατά πόσο ήταν εφικτή η κατασκευή ενός αεροστεγούς συστήματος, με τις δυνατότητες της εποχής, ικανού να αντέξει στις πιέσεις που απαιτούσε η εκτόξευση του αργού πετρελαίου, ακόμη και θερμού, η ίδια η χρήση της συσκευής και οι δυσκολίες αποτελεσματικής αξιοποίησής της εν μέσω μάχης και με δυσχερείς καιρικές συνθήκες, ήταν δυνατό να προκαλέσουν συχνά ατυχήματα τα οποία θα απέβαιναν μοιραία για τους χειριστές των συσκευών/μηχανισμών, με προφανή αποτελέσματα ως προς την ίδια την υπονόμευση της σημασίας του όπλου.

Ακόμη, η ερμηνεία που δίνουν οι J. Haldon και M. Byrne στον όρο «σίφων» είναι μάλλον αυθαίρετη, καθώς μέσα από τις πηγές, όπως για παράδειγμα από το «Βίο του Στεφάνου του Νέου» δεν αποδεικνύεται πως σήμαινε πάντοτε αντλία. Στο συγκεκριμένο χωρίο μάλιστα ο όρος «σίφων» αφορά πιθανότατα δοχεία γεμάτα νερό, τα οποία ήταν τοποθετημένα σε διάφορα σημεία του πλοίου  για την άμεση αντιμετώπιση πυρκαγιάς.

Byzantine Superweapons: Naval Flamethrower with Greek Fire (ελληνικοί υπότιτλοι)

Γ. Επανεκτιμήσεις και Συμπεράσματα 6

Σύμφωνα με τα στοιχεία που ήδη παρατέθηκαν, οι διάφοροι ερευνητές που ασχολήθηκαν με τη μελέτη του υγρού πυρός εστίασαν τις μελέτες τους σε δύο άξονες.

  1. Τη σύνθεση του υγρού πυρός
  2. Τον τρόπο χρήσης – εκτόξευσης του μείγματος

Ως προς το πρώτο σκέλος, διατυπώθηκαν αρκετές απόψεις, όπως για παράδειγμα πως το νίτρο ή ο ασβέστης ήταν εκείνα τα υλικά που έδιναν στο υγρό πυρ τις «μαγικές» για την εποχή ιδιότητες, δηλαδή της αυτοανάφλεξης/έκρηξης μόλις ερχόταν σε επαφή με το νερό. Βέβαια οι θέσεις αυτές αναθεωρήθηκαν από νεότερους ερευνητές στη συνέχεια, ή ακόμη και από τους ίδιους που τις διατύπωσαν αρχικά και έπειτα ανασκεύασαν με νέες διορθωτικές μελέτες.

Θα πρέπει να τονιστεί με τα δεδομένα του 7ου αι. οι Βυζαντινοί δε διέθεταν υλικά με υψηλό βαθμό χημικής καθαρότητας, τα οποία θα τους επέτρεπαν να σταθεροποιήσουν μια συγκεκριμένη χημική ένωση με αυστηρά συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, επιτρέποντάς τους να την επαναλαμβάνουν με ακρίβεια. Συνεπώς δεν μπορούμε να μιλάμε για μια «συνταγή» του υγρού πυρός, αλλά για πολλές.

Σχετικά με το δεύτερο σκέλος, μια άλλη ομάδα ερευνητών προσπάθησε να αποσυνδέσει εν πολλοίς το πρόβλημα της εκτόξευσης του υγρού πυρός από την ίδια του τη σύνθεση. Και πάλι όμως, παρά τις προσπάθειες αυτές, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι οι κατασκευές που προτάθηκαν είναι αρκετά πιο σύνθετες απ’ αυτές που οι Βυζαντινοί θα μπορούσαν να κατασκευάσουν με τα τεχνικά μέσα του 7ου αι..

Ακόμη, σε στενή συνάφεια με το αμέσως παραπάνω είναι και ο τρόπος εκτόξευσης του υγρού πυρός:

α) ο M. Berthelot, και όσοι τον ακολούθησαν, πρότειναν την ύπαρξη του νίτρου στη σύνθεση του υγρού πυρός και υποστήριξαν, δίχως όμως με μεγάλη σαφήνεια, την υπόθεση της εκτόξευσης ως αποτέλεσμα των εκρηκτικών ιδιοτήτων του νίτρου.

β) Μια δεύτερη ομάδα ερευνητών (H.W.L. Hime, N.D. Cheronis, Κ. Αλεξανδρής, R.J. Forbes) δέχεται ότι η εκτόξευση γινόταν με τη βοήθεια αντλίας.

γ) Μια τρίτη μέθοδος είναι αυτή που προτάθηκε από τους E. Davidson και J. Haldon – M. Byrne. Σύμφωνα μ’ αυτή τη μέθοδο η εκτόξευση γινόταν μέσω θερμαινόμενων σωλήνων ή από μία συσκευή στην οποία συνδυαζόταν η πίεση αντλίας και η θερμότητα.

Μετά την παράθεση των απόψεων που αφορούν τη σύνθεση και την εκτόξευση του υγρού πυρός κατέστη σαφές πως ότι καμιά απ’ αυτές δε δίνει μια απολύτως πειστική απάντηση ειδικά ως προς το ζήτημα της εκτόξευσης.

Ο μόνος τρόπος σχετικά με την αναζήτηση απαντήσεων είναι η επιστροφή στις πηγές, στις οποίες οι υπάρχουσες περί του υγρού πυρός μνείες είναι λίγες και αρκετά ασαφείς, επιτρέποντας έτσι την ύπαρξη αντιφατικών ερμηνειών.

Η μελέτη των διαθέσιμων πηγών μας επιτρέπει να προχωρήσουμε στις παρακάτω γενικές παρατηρήσεις:

α) Το υγρό πυρ ριχνόταν «μετά ή δια των σιφώνων» που ήταν τοποθετημένοι στα πολεμικά πλοία

β) Οι σίφωνες ήταν τοποθετημένοι στην πλώρη και «ἔμπροσθεν χαλκῷ ἠμφιεσμένοι».

γ) Η εκτόξευση του υγρού πυρός συνοδευόταν από βροντή και καπνό.

δ) Το υγρό πυρ μπορούσε να εκτοξεύεται κατά των εχθρικών πλοίων και μέσα σε δοχεία που έσπαζαν.

ε) Μπορούσε να ριχθεί ακόμη και με το χέρι, δηλαδή με τους «χειροσίφωνες».

ζ) Οι Βυζαντινοί μπορούσαν τέλος να ελέγχουν το υγρό πυρ και να το εκτοξεύουν «κατά τε τό πρανές πολλάκις και ἐφ’ἑκάτερα».

Σχετικά με τον όρο «σίφων» έχουν δοθεί δύο διαφορετικές ερμηνείες. Σύμφωνα με την πρώτη ερμηνεία σίφων=αντλία, άποψη που υποστήριξαν πολλοί ερευνητές, μεταξύ των οποίων οι N.D. Cheronis, J.R. Partington και J. Haldon – M. Byrne. Η άποψή τους αυτή στηρίχθηκε σε χωρίο του Βίου του Αγίου Στεφάνου του Νέου, που μιλά για σίφωνα.

Η δεύτερη ομάδα των ερευνητών που εκπροσωπούν οι M. Mercier, R.J. Forbes και E. Davidson, υποστηρίζει ότι σίφων = σωλήνας, δεχόμενοι στη σημασία που δίνουν στον όρο τα λεξικά. Την ίδια ερμηνεία δίνουν βέβαια στον όρο «σίφων» και όσοι δέχονται την ύπαρξη νίτρου στη σύνθεση του υγρού πυρός.

Θεωρούμε όμως πως τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη ερμηνεία του όρου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, γιατί και στις δύο περιπτώσεις δεν λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο όρος «σίφων» και η σημασία του μπορεί να διαφέρει ριζικά από τη εκείνη της καθημερινής λέξης σίφων.

Εξάλλου και οι δύο ομάδες ερευνητών αντιμετωπίζουν δυσκολία ερμηνείας του όρου «χειροσίφων», μια ερμηνεία που όμως είναι απαραίτητη για την αποκάλυψη της αληθινής σημασίας του τεχνικού όρου «σίφων».

Η προσεκτική μελέτη των πηγών οδηγεί αναπόφευκτα σε συγκεκριμένα ερωτήματα:

α) Τη δυνατότητα ρίψης μιας εύφλεκτης ύλης από τους πυρφόρους δρόμωνες σε μια λογική απόσταση.

β) Τη δυνατότητα ρίψης αυτής της εύφλεκτης ύλης από τα βυζαντινά πλοία με σχετικά υψηλό βαθμό επιτυχίας.

γ) Τους τρόπους πυροδότησης και ανάφλεξης της εμπρηστικής ύλης.

Επανεξετάζοντας λοιπόν το πρόβλημα, θα πρέπει να γίνει σαφές, πως έχοντας ήδη αποδεχθεί την άποψη ότι κάτω από τη γενική ονομασία «υγρόν πυρ» κρύβονται πολλές «συνταγές» εμπρηστικών μιγμάτων, συμφωνώντας κατ’ αρχήν με την επικρατούσα άποψη, όπως αυτή εκφράστηκε από τους M. Mercier, R.J. Forbes, E. Davidson, J. Haldon – M. Byrne, οι οποίοι δέχονται ότι το υγρό πυρ ήταν κατά βάση αργό πετρέλαιο στο οποίο οι Βυζαντινοί πρόσθετα διάφορα εύφλεκτα υλικά.

Ως προς το πρόβλημα της εκτόξευσης του εμπρηστικού μίγματος. Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί είναι αυτό που αφορά στη δυνατότητα ρίψης, όπως ήδη αναφέρθηκε, από τους πυρφόρους δρόμωνες σε λογική απόσταση. Το ερώτημα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί η απάντηση που θα γίνει αποδεκτή, θα καθορίσει την πορεία της επιχειρηματολογίας που θα ακολουθήσει.

Σχετικά με το ζήτημα του βεληνεκούς και της απόστασης εκτόξευσης του υγρού πυρός, ο Κ. Αλεξανδρής υποστήριξε πως οι Βυζαντινοί θα άρχιζαν να το χρησιμοποιούν σε μια σύγκρουση, όταν απόσταση μεταξύ αυτών και των αντιπάλων τους έπεφτε στα 50-70 μέτρα.

Εάν δεχθούμε την άποψη του Κ. Αλεξανδρή, τότε θα πρέπει να αναζητηθεί μια λύση διαφορετική από αυτήν της χειροκίνητης αντλίας που προτείνουν οι Haldon-Byrne και όσοι πιστεύουν πως το υγρό πυρ εκτοξευόταν μ’ αυτόν τον τρόπο, καθώς είναι αδύνατο το προαναφερθέν βεληνεκές να επιτευχθεί μέσω μιας χειροκίνητης αντλίας. Έπειτα, όπως σωστά παρατηρεί ο J.R. Partington, «το πετρέλαιο μόνο του δεν προσφέρεται για χρήση σε φλογοβόλες μηχανές γιατί η εκτοξευόμενη δέσμη διασκορπίζεται γρήγορα και δεν εκτινάσσεται αρκετά μακριά. Πρέπει να γίνει πυκνότερο ή εντελώς πολτώδες, με την προσθήκη ρητινωδών υλών». Βέβαια, εάν όμως προστεθούν οι ρητινώδεις ύλες που προτείνει ο J.R. Partington, ή αν αντί καθαρού πετρελαίου χρησιμοποιηθεί αργό πετρέλαιο, όπως προτείνουν οι J. Haldon – M.Byrne, τότε αντιμετωπίζουμε οξύτερο το πρόβλημα της πίεσης, που εξετάστηκε προηγουμένως.

Βαλλίστρα με τις προτεινόμενες μετατροπές ώστε να είναι εφικτή η χρήση υγρού πυρός.

Την άποψη πως το υγρό πυρ έπρεπε να εκτοξευόταν σε κάποια απόσταση μεγαλύτερη από αυτή που θα μπορούσαν να το προωθήσουν οι Βυζαντινοί με τη βοήθεια μιας χειροκίνητης καταθλιπτικής αντλίας, δέχονται άμεσα ή έμμεσα, στην πλειονότητά τους οι ερευνητές που ασχολήθηκαν με το πρόβλημα. Μεταξύ αυτών ο Γάλλος χημικός M. Berthelot, που υποστήριξε την ύπαρξη νίτρου στη σύνθεση του Καλλίνικου, όπως επίσης και όλοι όσοι δέχθηκαν την άποψή του (H.Diehls, C. Zenghelis κ.α.). Οι ερευνητές αυτοί πιστεύουν ότι η εκτόξευση γινόταν μέσα από μεταλλικούς σωλήνες ενώ την ωστική δύναμη έδινε μια έκρηξη που απέδιδαν στο νίτρο. Έτσι, κι αν ακόμη δεχθούμε, όπως υποστηρίζουν οι ερευνητές αυτοί, ότι η έκρηξη ήταν το προϊόν μιας έστω και πρωτόγονης μορφής πυρίτιδας, είναι και πάλι προφανές ότι η έκρηξη αυτή θα έπρεπε να εκτόξευε το μίγμα σε μια κάποια ικανή απόσταση.

Ως προς το ερώτημα, για το πως θα μπορούσαν οι Βυζαντινοί να εκτοξεύσουν σε ικανή απόσταση τις εύφλεκτες και εμπρηστικές ύλες, που στις πηγές παραδίδονται με τη γενική ονομασία «υγρό πυρ», η απάντηση είναι, κατά την άποψή μας, απλή και την υπαινίσσεται ο C.W.C. Oman στο κλασικό έργο του The Art of War in the Middle Ages, όπου σημειώνει τα εξής: «Θα παρατηρηθεί ότι δεν αναφέρθηκα εκτενώς στο υγρό πυρ… Αυτή η παράλειψη προέρχεται από την πεποίθηση ότι, παρόλο που η σπουδαιότητά του… στις ναυμαχίες υπήρξε σημαντική, ήταν, όπως και να το κάνουμε, μία πολεμική μηχανή λιγότερο σημαντική και δεν μπορούσε να συγκριθεί ως παράγοντας της επιτυχίας των Βυζαντινών, με το περίφημο στρατηγικό και τακτικό τους σύστημα. Το ίδιο περίπου συμπέρασμα προκύπτει κι από τη μελέτη των άλλων καθαρά μηχανικών κατασκευασμάτων που βρίσκονταν στη διάθεση των στρατηγών του αυτοκράτορα. Η παλιά τέχνη των ρωμαίων μηχανικών είχε διατηρηθεί σχεδόν ακέραια και τα οπλοστάσια της Κωνσταντινούπολης ήταν γεμάτα με πολεμικές μηχανές των οποίων η θανάσιμη αποτελεσματικότητα ενέπνεε στους λιγότερο πολιτισμένους λαούς της Δύσης και της Ανατολής ένα μυστηριώδες αίσθημα τρόμου…Ο καταπέλτης, ο όναγρος και η βαλλίστρα ήταν πολύ γνωστά τόσο στον 10ο αι. όσο και στον 1ο . Σίγουρα χρησιμοποιούνταν και μάλιστα με αποτελεσματικότητα, σε κάθε πολιορκία.»7

Επομένως, η απάντηση στο ερώτημα του πως πετύχαιναν οι Βυζαντινοί να εκτοξεύουν το εμπρηστικό υλικό τους, θα πρέπει να αναζητηθεί στη ρωμαϊκή στρατιωτική παράδοση, η οποία συνεχίστηκε ασφαλώς και στο Βυζάντιο.

Γίνεται έτσι φανερό ότι θα πρέπει να στραφούμε σε έναν πιο απλό και δοκιμασμένο τρόπο εκτόξευσης του πυρός. Οι Ρωμαίοι διέθεταν μια πλειάδα βλητικών μηχανών, βαλλίστρες, καταπέλτες κτλ. που μπορούσαν να ρίξουν εύκολα βλήματα και εμπρηστικές ύλες σε ικανές αποστάσεις και με μεγάλη ακρίβεια, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιούνταν βαλλίστρες. Η ακρίβεια στόχευσης είναι πολύ σημαντική, ειδικά όταν ο στόχος που πρόκειται να βληθεί δεν είναι πολύ μεγάλος και προπάντων σταθερός (τείχος ή πύργος), αλλά μικρός, κινούμενος και ευέλικτος (πλοίο).

Για τους λόγους που αναφέρθηκαν, πιστεύουμε πως αυτός ακριβώς ο συνδυασμός ρωμαϊκής παράδοσης και πείρας στις πολεμικές μηχανές με την καινοτομία του Καλλίνικου σ’ ό,τι αφορά τη βελτίωση της σύνθεσης του εμπρηστικού υλικού, αποτελούν το «μυστικό» του υγρού πυρός των Βυζαντινών.

Πως λειτουργούσε όμως αυτή η μηχανή εκτόξευσης του υγρού πυρός; Κατά βάση ήταν μια από τις γνωστές ρωμαϊκές βαλλίστρες τοποθετημένη στην πλώρη των βυζαντινών πολεμικών πλοίων. Κατά μήκος του κύριου άξονα της βαλλίστρας κινείτο ένα έμβολο που στην μπροστινή του άκρη είχε προσαρμοσμένη μια υποδοχή μέσα στην οποία τοποθετούσαν το «ἐσκευασμένον» ή «σκευαστόν» πυρ. Το έμβολο αυτό κινείτο πάνω σε μια βάση που προεκτεινόταν και εξείχε από την πλώρη του πλοίου και καθόριζε το επίπεδο και το διάστημα της πορείας του εμβόλου. Το έμβολο, συρόταν προς τα πίσω μαζί με τη χορδή της βαλλίστρας και στη συνέχεια απελευθερωνόταν και εκτόξευε το εμπρηστικό υλικό πάνω στα εχθρικά πλοία, με τη συνηθισμένη για τις βαλλίστρες ακρίβεια. Το μέγεθος της βαλλίστρας μπορούσε να ποικίλει, ανάλογα με τον τύπου του πλοίου πάνω στο οποίο θα χρησιμοποιείτο, ενώ βρισκόταν πάνω σε μια βάση που επέτρεπε στο χειριστή να τη στρέφει προς διάφορες κατευθύνσεις και να ακοντίζει το πυρ «κατά τε το πρανές πολλάκις και ἐφ’ ἑκάτερα».

Η σπουδαιότητα του όπλου σαφώς και συνίστατο στη δυνατότητα ακριβούς σκόπευσης, παράγοντας κρίσιμος ως προς την αποτελεσματικότητά του. Η χρήση του όμως υπόκειτο σε συγκεκριμένους περιορισμούς, όπως για παράδειγμα οι καιρικές συνθήκες, αφού η θαλασσοταραχή μπορούσε να επιδράσει αρνητικά.

Η χρήση της βαλλίστρας, σε κάθε περίπτωση, δίνει θετικές απαντήσεις στα ερωτήματα που τέθηκαν νωρίτερα μέσα στα πλαίσια των όσων αναφέρθηκαν και εξετάστηκαν στη σύντομη αυτή μελέτη.

α) Μπορεί να ρίξει μια εύφλεκτη και εμπρηστική ύλη σε ικανή απόσταση και να τη ρίξει με σχετικά υψηλό βαθμό επιτυχίας, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό σε ναυτικές συγκρούσεις.

β) Ταιριάζει και με τις περιγραφές των πηγών. Το υγρό πυρ εκτοξεύεται με τη μηχανή που προτείνεται, «διά ή μετά των σιφώνων», που στην προκειμένη περίπτωση σίφων = δοχείο. Οι σίφωνες ήταν οστράκινοι, φαίνεται όμως ότι χρησιμοποιήθηκαν και χάλκινοι, πιθανώς σε περιπτώσεις που χρειάστηκε να είναι μεγαλύτεροι.

Στην άποψη ότι σίφων = δοχειο οδηγούμαστε αφ’ ενός γιατί οι μαρτυρίες των πηγών μιλούν, όπως είδαμε για υγρό πυρ που βρισκόταν μέσα σε δοχεία και αφ’ ετέρου γιατί παρόμοιες μεθόδους ρίψης εμπρηστικών υλών χρησιμοποιούσαν και οι Άραβες.

Εκείνο όμως που πείθει πράγματι ότι οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν σκεύη για την εκτόξευση του υγρού πυρός, είναι η πληροφορία που σώζεται στα «Ναυμαχικά» και αναφέρεται στη χρήση μικρών σιφώνων.

Χρήση χειροκίνητου σίφωνα σε χερσαίες επιχειρήσεις μεταξύ 9ου και 11ου αι.. Λεπτομέρεια από το μεσαιωνικό χειρόγραφο Codex Vaticanus Graecus, 1605.

Byzantine Superweapons: The Flamethrower (ελληνικοί υπότιτλοι)

Δ. Πόσο αποτελεσματικό ήταν το υγρό πυρ; 8

Ήταν όμως το υγρό πυρ ένα όπλο τόσο φοβερό και αποτελεσματικό, όσο υπαινίσσονται ορισμένες από τις πηγές; Μέχρι ποιου σημείου οι πηγές είναι αντικειμενικές και πότε ή γιατί υπερβάλλουν;

Ως προς τη δραστικότητα και την αποτελεσματικότητα, θα πρέπει να παρατηρήσουμε τα εξής: οι πηγές που μιλούν με θαυμασμό και δέος για το υγρό πυρ ανήκουν σε δύο κατηγορίες. Ή είναι περιγραφές ξένων που υπέστησαν καταστροφή λόγω του υγρού πυρός ή απηχούν την έπαρση των Βυζαντινών για τις νίκες που κατήγαγαν κατά των βαρβάρων.

Βέβαια ούτε η πρώτη, αλλά ούτε και η δεύτερη κατηγορία των πηγών αυτών μπορούν να είναι ιδιαίτερα πειστικές για ευνόητους λόγους. Οι μεν ηττημένοι έχουν κάθε λόγο να μεγαλοποιούν τα αίτια που αυτοί νομίζουν πως προκάλεσαν την καταστροφή τους, ενώ οι νικητές έχουν κάθε λόγο να επιχειρούν ακριβώς το αντίθετο.

Επομένως, θα πρέπει να θέσουμε κάποια ερωτήματα, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη λυδία λίθο στην προκειμένη περίπτωση:

Γιατί οι Βυζαντινοί δεν το χρησιμοποιούσαν συχνότερα, αλλά κυρίως σε περιπτώσεις ανάγκης; Γιατί δεν το χρησιμοποιούσε και ο στρατός ξηράς και μάλιστα όταν πολιορκούνταν βυζαντινές πόλεις; Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της Μεσημβρίας, της οποίας οι Βυζαντινοί υπερασπιστές είχαν στην κατοχή τους 36 σίφωνες και τις αντίστοιχες ποσότητες υγρού πυρός, αλλά δεν τους χρησιμοποίησαν και τελικά η πόλη έπεσε στα χέρια των Βουλγάρων του Κρούμου το Νοέμβριο του 812.

Εδώ βέβαια να προσθέσουμε πως ούτε ο Κρούμος χρησιμοποίησε αυτό το αναπάντεχο «δώρο» το οποίο η τύχη του πρόσφερε. Αυτό ασφαλώς δεν οφείλεται στο ότι ήταν ένα καλά φυλαγμένο αυτοκρατορικό μυστικό, όπως γράφει ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος «προς τον ἴδιον υἱόν Ρωμανόν», καθώς μέσα στους αιχμαλώτους Βυζαντινούς που συνέλαβε ο Κρούμος στη Μεσημβρία θα υπήρχαν σίγουρα και ορισμένοι που θα γνώριζαν τον τρόπο χρήσης του υγρού πυρός.

Τέλος, γιατί οι Βυζαντινοί δεν χρησιμοποίησαν το υγρό πυρ, όταν κινδύνευε η ίδια η Βασιλεύουσα τον έσχατο των κινδύνων από τους Σταυροφόρους το 1204;

Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα δεν μπορεί παρά να είναι μία: ότι το υγρό πυρ των Βυζαντινών δεν είχε ούτε τη δραστικότητα ούτε την αποτελεσματικότητα που του αποδίδουν οι σχετικά λίγες και πάντως ασαφείς πληροφορίες των πηγών.

Στη θάλασσα ασφαλώς και μπορούσε να αποτελέσει ένα σημαντικό όπλο, υπό συγκεκριμένες πάντοτε συνθήκες, όμως στην ξηρά η αποτελεσματικότητά του ήταν περιορισμένη και σίγουρα δεν μπορούσε να συναγωνιστεί εκείνη των άλλων πολεμικών μηχανών που η ρωμαϊκή παράδοση κληροδότησε στο Βυζάντιο. Η σκέψη αυτή θα μπορούσε ως ένα βαθμό να εξηγήσει την αλλιώς ανεξήγητη μη χρησιμοποίηση του υγρού πυρός σε χερσαίες επιχειρήσεις.

Ο Ed. Gibbon, όμως, στο έργο του History of the Decline and Fall of the Roman Empire θεωρεί το υγρό πυρ ως το θείο δώρο που επέτρεψε στην «ανίκανη» αυτοκρατορία να συνεχίσει να υπάρχει και το ονομάζει palladium του Βυζαντίου.

Στο σημείο αυτό, και ως κλείσιμο αυτής της σύντομης παρουσίασης*, ας μου επιτραπεί να διορθώσω τον Ed. Gibbon παρατηρώντας ότι palladium του Βυζαντίου δεν ήταν το υγρό πυρ, αλλά η άριστη διοικητική και στρατιωτική παράδοση, κληρονομιά ρωμαϊκή που διατήρησε ζωντανή η αυτοκρατορία, μια παράδοση που συνυφασμένη με την ελληνική ναυτική αρετή, της επέτρεπε να παρατάσσει στόλους και άνδρες ικανούς να δημιουργούν θαύματα και θρύλους.

Ο Θεόδωρος Κ. Κορρές είναι Ομότιμος Καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας του Α.Π.Θ.

*Το παρόν άρθρο αποτελεί εκτενή περίληψη του βιβλίου του γράφοντος, «Υγρόν Πυρ. Ένα όπλο της βυζαντινής ναυτικής τακτικής» Γ΄ Έκδοση, Θεσσαλονίκη 1995, όπου και παρατίθεται αναλυτική βιβλιογραφία.

Σημειώσεις

¹ Ιλιάδα, Ραψωδία Π 122-124.

² Ιωάννης Μαλάλας, 403.16-21.

³ Για το Κίνημα των Ελλαδικών βλ. Θ. Κορρές, Το κίνημα των «Ελλαδικών», Βυζαντιακά τ.1 (1981), 37-50.

⁴ Θ.Κ.Κορρές, Υγρόν Πυρ,43-46.

⁵ Θ.Κ.Κορρές, Υγρόν Πυρ, 41-54.

⁶ Θ.Κ.Κορρές, Υγρόν Πυρ, 109-133.

⁷ Θ.Κ.Κορρές, Υγρόν Πυρ, 115. βλ. επίσης C.W.C. Oman, Art of War, 55.

⁸ Θ.Κ.Κορρές, Υγρόν Πυρ, 121-129.

John Horne: H κληρονομιά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

Αφιέρωμα στα  100 χρόνια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

John Horne

H κληρονομιά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου¹

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε η πρώτη συλλογική δοκιμασία του 20ού αιώνα. Ο θάνατος άνω των 10 εκατομμυρίων μαχητών, ως επί το πλείστον Ευρωπαίων, βύθισε ολόκληρες κοινωνίες στο πένθος. Χιλιάδες άτομα, προερχόμενα από τις ανά τον κόσμο αποικίες, πολέμησαν ή εργάστηκαν στην Ευρώπη αλλά και σε ολόκληρο το αποικιακό στερέωμα. Οι Αμερικανοί αντέστρεψαν τη ροή του μεταναστευτικού ρεύματος, καταφθάνοντας συλλογικά, ως στρατιώτες, στην Ευρώπη. Δεν μετακινήθηκαν μόνο οι άνθρωποι. Μπορεί μεν ο πόλεμος να μην προκάλεσε τη γρίππη του 1918-1919, ωστόσο συνέβαλε στην εξάπλωση του ιού Η1Ν1, αναβαθμίζοντας, ως εκ τούτου, την πανδημία σε παγκόσμιο φαινόμενο. 

Από πολιτικής απόψεως, ο πόλεμος άλλαξε τη φυσιογνωμία της Ευρώπης. Η ήττα εμπόδισε την επιβολή της κυριαρχίας της Γερμανίας επί της Γηραιάς Ηπείρου δίχως, ωστόσο, να λύσει το πρόβλημα.

Οι μέχρι πρότινος πολυεθνικές αυτοκρατορίες (τσαρική Ρωσία, Αυστροουγγαρία, Οθωμανική Αυτοκρατορία) υποκαταστάθηκαν από νεοπαγή κράτη-έθνη. Πρόκειται για κράτη, που αγωνίστηκαν, εν συνεχεία, στους κόλπους του εθνικά ποικιλόμορφου ανατολικού τμήματος της Ευρώπης και του Καυκάσου, με σκοπό να συμφιλιώσουν τους λαούς και να αναπροσαρμόσουν τα σύνορα, ανάγοντας σε κυρίαρχο διακύβευμα την έννοια της εθνότητας και της εθνικής κυριαρχίας.

Η Ευρώπη την επομένη της λήξης του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Χάρη στον πόλεμο, οι ΗΠΑ,για πρώτη φορά στην ιστορία τους, διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο σε παγκόσμια κλίμακα. Η προοπτική αποστολής στα επιχειρησιακά θέατρα ενός απεριόριστου αριθμού στρατιωτών και όχι τόσο η πολεμική τους ισχύς, υπήρξε, τελικά, η παράμετρος εκείνη που, το 1918 , σηματοδότησε το τέλος των στρατιωτικών φιλοδοξιών της Γερμανίας. Γεγονός, το οποίο, με τη σειρά του, επέτρεψε στον πρόεδρο των ΗΠΑ, Woodrow Wilson, να ηγηθεί της προσπάθειας ανοικοδόμησης της Ευρώπης από τους νικητές στο πλαίσιο του Συνεδρίου της Ειρήνης του Παρισιού. Το νέο ξεκίνημα δεν σφραγίστηκε μόνο από το εγερτήριο σάλπισμα περί αυτοδιάθεσης αλλά, κυρίως, από την πρώτη απόπειρα συγκρότησης μιας μορφής υπερεθνικής διακυβέρνησης υπό τη σκέπη της Κοινωνίας των Εθνών. Παρόλο που η αμερικανική κοινή γνώμη (σε αντίθεση με ό,τι συνέβη μετά το 1945) δεν συμμερίστηκε την ιδέα της ενεργού συμμετοχής της χώρας στην όλη ανοικοδόμηση της μεταπολεμικής πραγματικότητας, οι ΗΠΑ ουδέποτε εγκατέλειψαν ολοσχερώς το διεθνές στερέωμα, παραμένοντας δραστήριες στους τομείς της οικονομίας και της διπλωματίας.

Ο πόλεμος ριζοσπαστικοποίησε πνευματικά και ιδεολογικά τα πολιτικά δεδομένα. Η τσαρική Ρωσία δεν κατέρρευσε απλά μέσω μιας επαναστατικής διαδικασίας. Η ανάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους τον Νοέμβριο του 1917, η συνακόλουθη αντεπανάσταση και ο εμφύλιος πόλεμος, αντανακλούν, στις αρχές της δεκαετίας του 1920, ένα εγχείρημα επιβολής σε ευρεία κλίμακα, μιας σοσιαλιστικής εμπνεύσεως παραλλαγής στο χώρο της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ένας άνεμος αντι-μπολσεβικικής υστερίας άρχισε να διαπερνά, ταυτόχρονα, τους συντηρητικούς κύκλους της Ευρώπης και της Βορείου Αμερικής. Στην πραγματικότητα, παρόλες τις διακηρύξεις περί διεθνούς επανάστασης, η Σοβιετική Ένωση καλείτο, πρωτίστως, να διασφαλίσει τον σοσιαλισμό εντός των γεωγραφικών ορίων της ίδιας της χώρας. Η ταξική ιδεολογία, της επέτρεπε να διατηρήσει πολλές από τις παρακαταθήκες της τσαρικής αυτοκρατορίας, προσδίδοντάς τους, παρά ταύτα, νέα υπόσταση. Εξακολούθησε να παραμένει μια ισχυρή δύναμη. Ιδεολογικά, ωστόσο, δεν διέθετε τις απαραίτητες προδιαγραφές, που θα της επέτρεπαν να προβάλλει ως αξιόπιστος διπλωματικός εταίρος, με τον ίδιο τρόπο, που το έπραττε παλαιότερα η  τσαρική Ρωσία.

Διαδήλωση στους δρόμους της Πετρούπολης το 1917.

Ο αντι-μπολσεβικισμός συνέβαλε στην ενδυνάμωση μιας άλλης ιδεολογίας, επίσης προϊόντος της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Πρόκειται για μια αυταρχική και διαπνεόμενη από άκρατο λαϊκισμό εκδοχή του εθνικισμού, που επαγγελόταν μια νέα κοσμοαντίληψη σε επίπεδο δομής του κράτους και άσκησης της εξουσίας, σε ευθεία αντιπαράθεση τόσο με τη φιλελεύθερη δημοκρατία όσο και με τον κομμουνισμό. Ενόσω η παλαιά τάξη πραγμάτων κατέρρεε, νέα πρόσωπα αναδείχθηκαν στην εξουσία, χάρη σε ένα συνδυασμό πολιτικού χαρίσματος, στρατιωτικής μυθολογίας και παρακρατικής βίας. Στην Ιταλία πέτυχαν τους στόχους τους το 1922, με την επιβολή του φασισμού. Στην Αυστρία και στη Γερμανία προσχώρησαν στις τάξεις των αντεπαναστατικών παραστρατιωτικών Ελευθέρων Σωμάτων (Freikorps) των αρχών του Μεσοπολέμου και σε εκείνες της άκρας Δεξιάς, που, μια δεκαετία αργότερα, θριάμβευσε με την άνοδο των Ναζί στα πράγματα.

Ένοπλο Ελεύθερο Σώμα στo Μόναχο, τον Μάϊο του 1919.

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος επαναπροσδιόρισε τον συσχετισμό των ισορροπιών ανάμεσα στις Ευρωπαϊκές Δυνάμεις και τον υπόλοιπο κόσμο. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στη ανάδειξη των ΗΠΑ ως παγκόσμιας δύναμης, ούτε στη διαρκώς διογκούμενη αυτοπροβολή της Ιαπωνίας στο σύμπλεγμα Ανατολικής Ασίας και Ειρηνικού Ωκεανού. Το φαινόμενο προέκυψε και δια μέσου επιμέρους μεταβολών, οι οποίες εκδηλώθηκαν στον τομέα της αποικιακής πολιτικής. Εκ πρώτης όψεως, η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία ενεπλάκησαν στη διαδικασία του επεκτατικού ανταγωνισμού, διαμοιραζόμενες τις μέχρι πρότινος γερμανικές αποικίες της Αφρικής και της Ασίας. Συμμετείχαν επίσης ενεργά στον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε σφαίρες επιρροής και οικονομικής εκμετάλλευσης. Στο χώρο, που σήμερα ονομάζουμε Μέση Ανατολή, οι Βρετανοί προέβησαν στη γνωστή Διακήρυξη περί εγκαθίδρυσης μιας “εβραϊκής πατρίδας” στην Παλαιστίνη. Θεωρητικά, οι δυο μεγαλύτερες, σε παγκόσμια κλίμακα, αποικιακές αυτοκρατορίες, ουδέποτε άλλοτε υπήρξαν τόσο ισχυρές όσο μετά το πέρας του πολέμου. Ωστόσο, ο τελευταίος λειτούργησε ως έναυσμα για τα πρώτα σκιρτήματα προς την κατεύθυνση της αντιαποικιακής ανεξαρτησίας. Θα χρειαστεί άλλος ένας παγκόσμιος πόλεμος, έως ότου το φαινόμενο αυτό προσλάβει διαστάσεις αποαποικιοποίησης. Οι Μπολσεβίκοι, από τη δική τους πλευρά, φρόντισαν να εντάξουν τις διάφορες αντιαποικιακές εξεγέρσεις στο δικό τους πρόγραμμα περί παγκόσμιας επανάστασης.

Τέλος, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε η ταφόπλακα του οικονομικού φιλελευθερισμού του 19ου αιώνα και μιας οικονομίας, η οποία στηριζόταν επάνω στην μετατρεψιμότητα του χρυσού και σε ένα ελεύθερο, λίγο έως πολύ, εμπόριο. Οι πληθωριστικές συνέπειες της εν γένει πολεμικής προσπάθειας, η οποία είχε στηριχθεί σε ευρείας κλίμακας δανεισμό, λειτούργησαν αποσταθεροποιητικά (όπως, άλλωστε, κάθε πληθωριστικό φαινόμενο) σε βάρος καθιερωμένων κοινωνικών ιεραρχιών. Συγκεκριμένες μορφές πλούτου (οικογενειακά αποθέματα, συντάξεις) παραχώρησαν σημαντικό χώρο σε άλλες (κέρδη και μισθοί στον κλάδο της βιομηχανίας). Τα υπέρογκα πολεμικά χρέη, ειδικότερα εκείνα της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας έναντι των ΗΠΑ, σε συνδυασμό με την πληρωμή των γερμανικών αποζημιώσεων στους νικητές του πολέμου, αποσυντόνισαν τη μεταπολεμική παγκόσμια οικονομία, έστω και αν η Γερμανία κατάφερε, εν τέλει, να απεμπλακεί από το μεγαλύτερο μέρος των οικονομικών της υποχρεώσεων. Ευρισκόμενη ανάμεσα σε μια προπολεμική πραγματικότητα (πριν από το 1914) βασισμένη στην αγγλική λίρα και σε μια μεταπολεμική (το 1945 πλέον), βασισμένη στο αμερικανικό δολάριο, η οικονομία του Μεσοπολέμου κλονίστηκε άσχημα από την κρίση του 1929, προκαλώντας περεταίρω αναστάτωση, κοινωνική αδικία και πολιτικές αναταράξεις, οι οποίες ήρθαν να προστεθούν στα ήδη υφιστάμενα επακόλουθα του  πολέμου.

Το κραχ στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης (γνωστό και ως “Μαύρη Πέμπτη”), στις 24 Οκτωβρίου 1929, οπότε η αγορά έχασε το 11% της αξίας της μέσα σε λίγες ώρες.

Επομένως, είναι εμφανές πως ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος είχε διαβρωτικές επιπτώσεις σε βάρος της Ευρώπης και του κόσμου ολόκληρου. Οι διάφορες απόψεις σχετικά με τον τρόπο, με τον οποίο αυτό συνέβη, χαρακτηρίζονται από σημαντικές αποκλίσεις ανάλογα με τον χρόνο και τον τόπο. Σε ένα πρώτο στάδιο, οι επιπτώσεις του πολέμου ενσωματώθηκαν σε μεταγενέστερα γεγονότα (Παγκόσμια Οικονομική Ύφεση, Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, Ψυχρός Πόλεμος), τα οποία προκλήθηκαν, εν μέρει, από αυτόν. Μετά το 1939, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έπαψε να είναι “τρέχουσα ιστορία”. Το κομβικό σημείο, η απαρχή της “σύγχρονης ιστορίας”, ήταν πια το 1945. Μιάς “σύγχρονης ιστορίας”, που είχε αναδυθεί από τις νίκες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και σχηματοποιηθεί μέσα στο καλούπι του Ψυχρού Πολέμου.

Κατά δεύτερο λόγο, η διαχείριση της ιστορικής μνήμης και η πρόσληψη του γεγονότος από τους ιστορικούς δεν ακολουθούν ευθύγραμμη πορεία. Αμφότερες αντανακλούν τις συγκυρίες και τις έγνοιες που συνέβαλαν στη δημιουργία τους. Παρόλο που υπήρξε ένα γενικευμένο φαινόμενο, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος καταχωρίστηκε στη συλλογική μνήμη και μελετήθηκε ανέκαθεν μέσα στο πλαίσιο της διαμόρφωσης των εθνών-κρατών, στην τελική επικράτηση των οποίων, τουλάχιστον σε ευρωπαϊκή κλίμακα, συνέβαλε αποφασιστικά. Στο αποικιακό στερέωμα όμως, η εμπειρία του πολέμου και η διατήρηση της μνήμης, εξέφραζαν την ψυχολογία του αποικιοκράτη, επισκιάζοντας την έννοια του έθνους. Χώρες όπως η Αλγερία και η Ινδία, εκδήλωσαν περιορισμένο ενδιαφέρον έναντι του πολέμου, αν και συμμετείχαν ενεργά και με βαρειές απώλειες σε αυτόν. Το ίδιο ισχύει και για ορισμένα νεοπαγή κράτη της περιόδου του Μεσοπολέμου, όπως η Αυστρία και η Πολωνία, οι λαοί των οποίων συμμετείχαν στον πόλεμο στους κόλπους πολυεθνικών σχηματισμών. Ειδικότερα οι Πολωνοί, πολέμησαν στις τάξεις τριών αυτοκρατοριών: Ρωσικής, Γερμανικής και Αυστροουγγρικής. Παρά ταύτα, και εδώ το ενδιαφέρον υπήρξε περιορισμένο. Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης ενός αιώνα από το 1914, οι Αυστριακοί άρχισαν να ανακαλύπτουν το ύστερο Αψβουργικό τους παρελθόν και οι Πολωνοί να επιδεικνύουν μεγαλύτερη προσοχή έναντι του πολέμου. Αξίζει να σημειωθεί πως ο άγνωστος στρατιώτης, που αναπαύεται στο ομώνυμο μνημείο της Βαρσοβίας, δεν υπήρξε θύμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά της αντιπαράθεσης με την Ουκρανία, μέσω της οποίας ολοκληρώθηκε η διαδικασία της πολωνικής ανεξαρτησίας το 1919.

Αλλά και μεταξύ των κυρίων πρωταγωνιστών, η μνήμη των οποίων είναι αμιγώς εθνική, το ενδιαφέρον εκδηλώνεται εντονότερα στις περιπτώσεις της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας (συμπεριλαμβανομένων και των πρώην κτήσεων της Αυστραλίας, της Νέας Ζηλανδίας και του Καναδά) από ό,τι σε εκείνη της Γερμανίας. Συνέβαλε σε αυτό και το γεγονός πως οι επιχειρήσεις του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στα ευρωπαϊκά θέατρα, διεξήχθησαν πρωτίστως στο Ανατολικό μέτωπο. Ως εκ τούτου, οι γαλλικές και βρετανικές απώλειες υπήρξαν χαμηλότερες σε σύγκριση με εκείνες της τετραετίας 1914-1918, οπότε το Δυτικό μέτωπο υπήρξε από τα σημαντικότερα του πολέμου.  Η πρόσληψη του “Μεγάλου Πολέμου” παραμένει αναλογικά ισχυρή στις παραπάνω χώρες. Αντίθετα, το τραύμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου είναι βαθύτερο για τη Γερμανία (στρατιωτική ήττα, διαχωρισμός σε δυο κράτη, μεγαλύτερες απώλειες, για να μην αναφέρει κανείς το στίγμα του Ολοκαυτώματος). Από το 1945 και κατόπιν, στη χώρα αυτή ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν αντιμετωπίζεται παρά μόνο ως προθάλαμος της επακολουθήσασας πραγματικής τραγωδίας. Χαρακτηρίζοντας τον πόλεμο ως “ιμπεριαλιστικό”, η Σοβιετική Ένωση τον απέρριψε ουσιαστικά. Τον αντιμετώπισε ως σημαδιακό γεγονός, στο ποσοστό που ο συγκεκριμένος πόλεμος δρομολόγησε τις διαδικασίες για την εκδήλωση και επιβολή της επανάστασης, έστω και αν στα μάτια των ιθυνόντων υστερούσε εμφανώς έναντι του κομβικής συμβολικής σημασίας “Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου” των ετών 1941-1945. Τέλος, στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, στις ΗΠΑ, η χαμηλών τόνων πρόσληψη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου χρήζει ερμηνείας. Αφενός, το μέγεθος των ανθρωπίνων απωλειών επισκιάστηκε από εκείνα του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Αφετέρου, η μνήμη του αμαυρώθηκε, κατά κάποιο τρόπο, από την πολιτική του απομονωτισμού της περιόδου του Μεσοπολέμου.

Ένα μεγάλο μέρος από τις τελετές των τελευταίων ετών με αφορμή τη συμπλήρωση ενός αιώνα, δύναται να κατανοηθεί με όρους εθνικής μνήμης και επίδειξης ενδιαφέροντος έναντι του ιδίου του πολέμου. Η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία, από κοινού με την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, τίμησαν όσο καμιά άλλη χώρα τη μνήμη των πεσόντων, εκπέμποντας, ταυτόχρονα, ένα μήνυμα ειρήνης και πατριωτισμού, κάπως ανώδυνο εάν λάβει κανείς υπόψη τον στρόβιλο του πολέμου και την τελική του έκβαση. Ο δείκτης ενδιαφέροντος εντός της Γερμανίας πραγματικά εκπλήσσει. Οφείλεται, ωστόσο, στην ευρεία κυκλοφορία, το 2012, στη συγκεκριμένη χώρα, εν είδει εξόδου διαφυγής, της μελέτης του Christopher Clark The Sleepwalkers (Οι Υπνοβάτες). Μέσω μιας διεξοδικής ανάλυσης των αιτιών του πολέμου, ο συγγραφέας απαλλάσσει τη Γερμανία από κάθε είδους ευθύνες σχετικά με τη διολίσθηση προς τη σύρραξη.

1η Ιουλίου 2016: Η επέτειος της εκατονταετίας της μάχης του Somme, στο βρετανικό μνημείο του Thiepval, καταμεσίς του πεδίου των εχθροπραξιών.

Με την κίνηση αυτή, κατάφερε να περιορίσει το βάρος της ιστορικής ενοχής των Γερμανών, με χρήση και προβολή ηθικών κριτηρίων, οι καταβολές πολλών εκ των οποίων ανέρχονται στην εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Αντίθετα, θα έλεγε κανείς πως η Ρωσία του Vladimir Putin ανακάλυψε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ως έκφραση ειλικρινούς πατριωτισμού.

The Long Shadow: Europe After World War One (WW1 Documentary) | Timeline

 

Tίποτα από όλα αυτά δεν πρέπει να μας ξενίζει. Οι επετειακές τελετές οργανώνονται τόσο για το παρόν όσο και για το παρελθόν. Η ίδια η συγγραφή της Ιστορίας εμπλέκεται με τους ρυθμούς και τα βιώματα της εποχής του ιστορικού μελετητή. Τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια, η γνώση γύρω από τον πόλεμο υπέστη ένα είδος επανάστασης. Ως εκ τούτου, διανοίχθηκαν νέες προοπτικές τόσο για τον ίδιο τον πόλεμο όσο και για την εκτίμηση και αξιολόγηση της κληρονομιάς του. Μάλιστα, δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις εκείνες, όπου οι νέες αυτές προοπτικές ήρθαν σε ευθεία αντιπαράθεση με το εθνικό φρόνημα και μήνυμα των οργανωτών.

Παραδόξως, η επέτειος των εβδομηνταπέντε ετών πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Η προσοχή του κόσμου ήταν εκ των πραγμάτων αποσπασμένη από τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου. Παρά ταύτα, το 1989 αποδείχθηκε κομβικό έτος. Πρόκειται για τη στιγμή, που το 1945 έπαψε πλέον να λειτουργεί ως σημείο εκκίνησης της σύγχρονης περιόδου της Ιστορίας. Μετεξελίχθηκε σε ένα είδος ενδιάμεσου σημείου του, σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του Eric Hobsbawm, “λειψού 20ού αιώνα”, ενός αιώνα έχοντος ως αφετηρία το έτος 1914. Δεν είναι μόνο ο κύκλος της βίας στα Βαλκάνια, που επανήλθε στην πρώην Γιουγκοσλαβία προσλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, τη μορφή ενός κτηνώδους  βομβαρδισμού σε βάρος του Σεράγεβου (1992-1996) και επαναφέροντας τα πράγματα, κατά κάποιο τρόπο, στο αρχικό τους σημείο, εκείνο της δολοφονίας του Ιουνίου 1914 στην ίδια πόλη. Κοντά στο γύρισμα του αιώνα και της χιλιετίας, οι Ευρωπαίοι προχώρησαν σε μια ανασύσταση της ηπείρου τους. Έτσι, αναδύθηκε στην επιφάνεια μια χαμένη προ πολλού Κεντρική Ευρώπη (Mitteleuropa) και μαζί με αυτή, η Ευρώπη των αρχών του 20ού αιώνα. Από τη δική τους πλευρά, η Κίνα και η Ινδία, μέσα σε ένα πλαίσιο ανανεωμένης παγκοσμιοποίησης, άρχισαν να φαντάζουν ως ισχυροί οικονομικοί παράγοντες, στρέφοντας τους προβολείς μακριά από την Ευρώπη. Στην προκειμένη περίπτωση είμαστε επίσης  μάρτυρες μιας διαδικασίας, οι καταβολές της οποίας δύνανται να ανιχνευτούν στην εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Πώς μπορούμε, επομένως, να αποτιμήσουμε τη μακροπρόθεσμη κληρονομιά του πολέμου, από τη στιγμή, που οι άμεσες συνέπειες του τελευταίου δείχνουν να έχουν διασκορπιστεί μέσα στον λαβύρινθο της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας ιστορίας; Η απάντηση, με τέσσερις, τουλάχιστον, διαφορετικούς τρόπους, είναι συνυφασμένη με τη βία και τη φρίκη του συγκεκριμένου πολέμου.

Κατά πρώτο λόγο, η μνήμη του πολέμου στις μέρες μας, κυριαρχείται από τα βιώματα του απλού στρατιώτη και από την κλίμακα του διατεταγμένου θανάτου. Όμως, σε όλες τις εμπλεκόμενες χώρες, οι τελευταίοι εναπομείναντες βετεράνοι έχουν φύγει από τη ζωή μέσα στην τελευταία δεκαετία. Ως εκ τούτου, έπαψε να υφίσταται ο ζωντανός σύνδεσμος με τα γεγονότα και άρχισε να τίθεται μετ επιτάσεως το ζήτημα του μηνύματος του πολέμου, καθώς ο τελευταίος μετεξελίχθηκε σε ένα αμιγώς ιστορικό φαινόμενο. Με τον τρόπο αυτό, μπόρεσε να σφυρηλατηθεί ένα πλαίσιο εθνικής μνήμης, επικεντρωμένο επάνω στην έννοια της θυσίας του πολεμιστή. Από τη στιγμή που η έκβαση και το νόημα του πολέμου ανήκουν, πλέον, στο παρελθόν, η περισσότερο χειροπιαστή κληρονομιά εξακολουθεί να παραμένει η αφήγηση του πολεμιστή και η διατήρηση της μνήμης της από εκατομμύρια οικογένειες. Η ύπαρξη και παρουσία τόσο πολλών μνημείων αντικατοπτρίζει εύλογα την παραπάνω διαπίστωση.

Υφίστανται, επομένως, πειστικοί ιστορικοί λόγοι, προκειμένου να μπορέσει εκ νέου να αναδειχθεί ο πόλεμος του απλού μαχητή. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν υπήρξε η πρώτη, κατά σειρά εμφάνισης, αντιπαράθεση της βιομηχανικής εποχής. Το θλιβερό αυτό προνόμιο διεκδικεί επάξια ο Αμερικανικός Εμφύλιος. Όμως, κατά τα έτη 1914-1918 έλαβε χώρα μια πρώτη συλλογική εμπειρία ενός πολυδιάστατου πολέμου, ο οποίος μετέφερε στα πεδία των εχθροπραξιών ολόκληρη την τεχνολογία της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης (χάλυβας, χημικά αέρια, ισχυρά εκρηκτικά, μηχανή εσωτερικής καύσης κ.ο.κ.). Αυτό συνέβη με όρους στατικού πολέμου, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του οποίου επιστρατεύτηκαν ολόκληρα έθνη που περικαρακώθηκαν πίσω από αμυντικές γραμμές προκειμένου να καταφέρουν να επικρατήσουν σε βάρος του αντιπάλου. Συνέβη επίσης με όρους ανανεωμένου επιθετικού πολέμου ή, ακόμα, με όρους σταδιακής φθοράς της βούλησης του εχθρού να πολεμήσει. Τα συστήματα των χαρακωμάτων καθώς και οι αποτυχημένες επιθετικές πρωτοβουλίες των Συμμάχων κατά τις τελευταίες εκατό ημέρες έχουν αποτυπώσει τα ίχνη τους μέχρι σήμερα στα αντίστοιχα επιχειρησιακά θέατρα. Αν και βιαιότερος, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν άφησε πίσω του συμβατικά πεδία εχθροπραξιών περισσότερο καταστροφικά από όσο εκείνα του Verdun ή του Somme.

Otto Dix, Shock Troops Advance under Gas, 1924, Museum of Modern Art (MoMA), Nέα Υόρκη.

Σήμερα εξακολουθούμε να παραμένουμε έκθαμβοι μπροστά στην έκταση της πρωτοφανούς αυτής ανθρωποσφαγής.  Χαρακτηριστική της αντίδρασης στον μαζικό διατεταγμένο θάνατο ήταν, παλαιότερα, η εμμονή αναφοράς στα ονόματα των θυμάτων (δίχως να ακολουθείται η οποιαδήποτε ιεραρχία), σε μια ολοένα και περισσότερο διευρυμένη, εξαιτίας της συνεχόμενης ανέγερσης μνημείων, γεωγραφία πένθους. Επινοήθηκαν νέοι τρόποι (κενοτάφια, μνημεία Αγνώστου Στρατιώτη) για όσους δεν διέθεταν επιβεβαιωμένους τόπους ανάπαυσης. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς πως η ανωνυμία της ομαδικής σφαγής απαιτούσε την συγκεκριμενοποίηση όσων είχαν σκοτωθεί, κάτι, το οποίο ίσχυε ήδη από την εποχή του Αμερικανικού Εμφυλίου, αλλά που συναντάμε συχνότερα σε μικρότερες ή μεγαλύτερες συμφορές μετά το 1914, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης της γενοκτονίας.

Παρά το γεγονός ότι οι τελετές και οι επέτειοι αποτελούν, πλέον, έκφανση της δικής μας συλλογικής εξοικείωσης και συμφιλίωσης με το φαινόμενο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η κλιμακα του θανάτου (όπως, άλλωστε και στην περίπτωση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου), σε αντιπαραβολή με μεταγενέστερες κρίσεις, εξακολουθεί να μας θορυβεί. Ο Ψυχρός Πόλεμος καλλιέργησε την ιδέα της εθνικής κινητοποίησης και την προοπτική μιας ολομέτωπης σύγκρουσης στην Ευρώπη (αλλού, βέβαια, επρόκειτο για θερμό πόλεμο). Η μακρόσυρτη αντιπαράθεση των ετών 1980-1988 μεταξύ Ιράν και Ιράκ, υπήρξε η τελευταία, που μας παραπέμπει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ως προς τον τρόπο διεξαγωγής. Σήμερα, όμως, εποχή ασύμμετρων απειλών, κινούμενων μεταξύ τρομοκρατίας και ανορθόδοξου πολέμου από τη μια πλευρά, υψηλής πολεμικής τεχνολογίας από την άλλη, ευρισκομένης στα χέρια επαγγελματιών στρατιωτικών, η στρατικοποίηση των δυτικών κοινωνιών του πρώτου ημίσεως του 20ού αιώνα έχει ανατραπεί πλήρως. Ακόμα και η Γαλλία, υπέρμαχη, κάποτε, της έννοιας του “ενόπλου έθνους”, έχει εγκαταλείψει προ πολλού την πρακτική της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας.  Κατά συνέπεια, οι απώλειες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου καθίστανται ετεροχρονισμένες, η δε αυτοθυσία των τότε μαχητών δυσνόητη.

Το αντίθετο ακριβώς ισχύει για μια δεύτερη κληρονομιά του πολέμου. Εκείνη των δοκιμασιών, που υπέστησαν οι άμαχοι πληθυσμοί. Πουθενά αλλού, η απόσταση από τους επετειακούς εορτασμούς σε εθνική κλίμακα δεν είναι τόσο μεγάλη όσο στην περίπτωση ιστορικών μελετών, οι οποίες εστιάζουν σε φαινόμενα όπως τα εγκλήματα πολέμου, οι προσφυγικές ροές, η στρατιωτική κατοχή και οι ομαδικές δολοφονίες. Εδώ, η οπτική είναι υπερεθνική. Προκύπτει από μιας διαφορετικής υφής “μνήμη”, όπου οι γενοκτονίες και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας προσδίδουν μια αναδρομική διάσταση, η οποία μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πληρέστερα τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (του Ολοκαυτώματος συμπεριλαμβανομένου) καθώς και μια γεύση από το διεθνές δίκαιο. Έχοντας παραμείνει στο περιθώριο του Ψυχρού Πολέμου, η παραπάνω οπτική ενεργοποιήθηκε εκ νέου μετά το 1989. Τότε συνοδεύτηκε από ένα “δεύτερο κύμα” φεμινισμού, το οποίο προσέγγιζε τον πόλεμο υπό το πρίσμα του φύλου, αρχής γενομένης από τους βιασμούς, στους οποίους προέβησαν οι Σερβο-Βόσνιοι στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Η αλήθεια είναι πως τα δεινά των αμάχων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ήταν γνωστά προ πολλού. Το επιβεβαιώνουν οι καταγγελίες περί γερμανικών ακροτήτων και βιαιοπραγιών στο κατεχόμενο Βέλγιο και στις γερμανοκρατούμενες επαρχίες της βορείου και ανατολικής Γαλλίας το 1914.

Γερμανικές θηριωδίες στο Βέλγιο και στη Γαλλία, όπως αποτυπώνονται σε αφίσες και έντυπα προπαγανδιστικού περιεχομένου.

Σε αυτές θα πρέπει να προστεθούν οι κατηγορίες των Γερμανών για τον εμπορικό αποκλεισμό και τη συνακόλουθη λιμοκτονία των κατοίκων των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, ή ακόμα και η καταδίκη, εκ μέρους των Συμμάχων, του μέχρις εσχάτων υποβρυχίου πολέμου, στον οποίο είχε επιδωθεί η Γερμανία σε βάρος “αθώων” αμάχων. Όλα αυτά συγκροτούν το ηθικό κατηγορητήριο του πολέμου και, όπως ήταν αναμενόμενο, τροφοδότησαν δεόντως τον τομέα της προπαγάνδας. Μεγάλο μέρος της εν λόγω βίας ασκήθηκε στο περιθώριο του πολέμου, συγκεκριμένα στα κατεχόμενα εδάφη, στις αποικίες, σε στρατωτικές φυλακές και στρατόπεδα αμάχων, τέλος, στις τάξεις των εθνικών μειονοτήτων. Δεν συγκροτεί κάποια εθνική μνήμη, στηριζόμενη στη θυσία του πολεμιστή.

Όπως συνέβη στην περίπτωση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και των μετέπειτα συγκρούσεων, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος υπονόμευσε τη διάκριση μεταξύ μαχομένων και αμάχων. Από τη στιγμή, κατά την οποία ο κάθε συμμαχικός συνασπισμός επιστράτευσε το σύνολο του πληθυσμού που του αναλογεί, με σκοπό την αποδυνάμωση του αντιπάλου, επόμενο ήταν να προσφύγει στη βία σε βάρος των αμάχων. Η ίδια η λογική του πολέμου φθοράς στοχοποιούσε εκ των πραγμάτων τους τελευταίους. Ο ναυτικός αποκλεισμός, τον οποίο επέβαλλαν οι Σύμμαχοι, προσέβλεπε στη στέρηση σε τρόφιμα και πυρομαχικά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Αντίστοιχα, ο υποβρύχιος πόλεμος μέχρις εσχάτων, που εξαπέλυσε η Γερμανία εναντίον των Συμμάχων, υπαγορευόταν από ανάλογες προθέσεις. Υπολογίζεται πως άνω των 500.000 Γερμανοί πολίτες έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας της πείνας, ειδικότερα κατά το δεύτερο ήμισυ του πολέμου. Περιορισμοί τεχνικής φύσεως ελαχιστοποίησαν τελικά τις περιπτώσεις αεροπορικών βομβαρδισμών σε βάρος των αμάχων. Η πρόθεση, ωστόσο, υπήρχε από τις απαρχές του πολέμου και συνοδεύτηκε από αισθητή πρόοδο στον συγκεκριμένο τομέα κατά το τελευταίο έτος. Εικόνες, όπως εκείνες του βομβαρδισμένου Κόβεντρυ (1941) ή της ισοπεδωμένης Δρέσδης (1945), κέντριζαν ήδη τις φαντασίες των εμπολέμων τριάντα χρόνια νωρίτερα. Το μόνο που απουσίαζε ακόμη για κάτι τέτοιο ήταν τα αναγκαία τεχνικά μέσα.

Ουρά για προμήθεια τροφίμων στη Γερμανία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Στοχοποίηση του αντιπάλου στο εσωτερικό μέτωπο σήμαινε επίσης διώξεις εντός των τειχών, συνήθως σε βάρος εθνικών ή θρησκευτικών μειονοτήτων. Μια έμφυτη τάση σε εποχές πολεμικής κινητοποίησης, που είναι ο βαθμός απελευθέρωσης φυσικής βίας, βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εμπλεκομένων κοινωνιών καθώς και από τη σχέση των τελευταίων με την πρόσφατη ιστορία τους. Όλα τα κράτη έθεσαν υπό περιορισμό σε στρατόπεδα συγκέντρωσης (ο όρος προσέλαβε αργότερα άλλου είδους διαστάσεις) μειονοτικούς πληθυσμούς, που διέφεραν από τη γενική εικόνα. Οι Βρετανοί συνήθιζαν να αποκαλούν τους πληθυσμούς αυτούς “αλλοδαπούς εχθρούς” (“ennemy aliens”). Συχνά ο εγκλεισμός μετατρεπόταν σε ωμή βία. Εκκενώνοντας την Γαλικία το 1915, ο ρωσικός στρατός χρησιμοποίησε εκτεταμένη βία εναντίον εθνικών μειονοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των Εβραίων, τρία εκατομμύρια εκ των οποίων εκτοπίστηκαν στη ρωσική ενδοχώρα. Σε διαφορετική κλίμακα μέσα στο ίδιο πάντοτε έτος, το εθνικιστικό καθεστώς των Νεοτούρκων, όταν βρέθηκε αντιμέτωπο με εχθρικές εισβολές στα μέτωπα του Καυκάσου και της Καλλίπολης, αφάνισε εσκεμμένα τα δυο τρίτα του αρμενικού πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, συνολικού ύψους 1,8 εκατομμυρίου ατόμων. Τα θύματα προέκυψαν από ομαδικές εκτελέσεις, εκτοπίσεις και συνακόλουθους θανάτους στην έρημο της Συρίας, με μαρτυρίες για πάμπολλες περιπτώσεις βιασμού γυναικών και αναγκαστικούς προσηλυτισμούς στο Ισλάμ. Το φαινόμενο, στο οποίο η συντριπτική πλειοψηφία των ιστορικών αποδίδει τον χαρακτηρισμό της γενοκτονίας, προέκυψε εν μέσω της τουρκικής πολεμικής προσπάθειας. Η ευαισθησία μας έναντι των αθώων αμάχων θυμάτων, καθιστά αυτού του είδους τις πτυχές του πολέμου προσιτές σε εμάς, όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν.

Η Γενοκτονία των Αρμενίων.

Το τρίτο, κατά σειρά, διακύβευμα, σχετίζεται με τη διάχυση της βίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στις μεταπολεμικές κοινωνίες. Ορισμένοι ιστορικοί κάνουν λόγο περί ενός νέου Τριακονταετούς Πολέμου ή περί ενός Ευρωπαϊκού Εμφυλίου Πολέμου, καλύπτοντος τη χρονική περίοδο μεταξύ των ετών 1914 και 1945. Πέραν του ευρωκεντρικού περιορισμού έναντι ενός γενικευμένου σε παγκόσμια κλίμακα πολέμου, προσεγγίσεις του είδους αυτού δεν λαμβάνουν καθόλου υπόψη τον παράγοντα της ειρήνης μεταξύ των δυο πολέμων. Άλλη ομάδα ιστορικών υποστηρίζει πως η πολεμική αντιπαράθεση εκβαρβάρωσε τις μεταπολεμικές κοινωνίες. Κι όμως, η πολεμική αντιπαράθεση υπήρξε γενικευμένη. Αντίθετα, η μεταπολεμική βία εκδηλώθηκε σε τοπική κλίμακα και αφορούσε μεμονωμένες περιοχές και χώρες.

Μια περισσότερο καρποφόρα προσέγγιση παρουσιάζει τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ως επίκεντρο ενός ευρύτερου κύκλου βίας, ο οποίος καλύπτει ολόκληρη την περίοδο από το 1911 έως το 1923. Ο κύκλος αυτός εγκαινιάζεται με την ιταλική εισβολή στην υπό οθωμανική διοίκηση Λιβύη, γεγονός που σχεδόν αμέσως πυροδότησε τον πόλεμο ανάμεσα στο συνασπισμό των Βαλκανικών κρατών  και τα υπολείμματα της τουρκικής κυριαρχίας στην Ευρώπη. Πόλεμος, που με τη σειρά του ενδυνάμωσε το βασίλειο της Σερβίας, μεταλλάσσοντας το τελευταίο σε απειλή για την Αυστροουγγαρία, η οποία συμπεριλάμβανε κι άλλους νοτιοσλαβικούς πληθυσμούς μέσα στο πολυεθνικό της μίγμα. Η αναμέτρηση ανάμεσα σε αυτοκρατορίες και εθνικισμούς εξαπλώθηκε μέχρι την άλλη άκρη της ευρωπαϊκής ηπείρου. Το παράδειγμα της Ιρλανδίας είναι χαρακτηριστικό. Με γνώμονα την παραπάνω ανάγνωση, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος πυροδοτήθηκε από την αναπόφευκτη αλληλεπίδραση ανάμεσα στους τοπικούς εθνικισμούς και τον συσχετισμό των ισορροπιών μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η Αυστρία, υποστηριζόμενη από τη Γερμανία, αποφάσισε να συντρίψει τη Σερβία, διακινδυνεύοντας την έκρηξη ενός Ευρωπαϊκού πολέμου.

Ωστόσο, ο μέγας επιταχυντής των εξελίξεων υπήρξε ο ίδιος ο πόλεμος, τη φύση του οποίου ελάχιστοι είχαν καταφέρει να διαβλέψουν. Όλες οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις τον αντιμετώπισαν ως διακύβευμα επιβίωσης. Η κινητοποίηση ενός έθνους ή μιας αυτοκρατορίας ενάντια σε έναν δαιμονοποιημένο εχθρό, έθεσε σε πολλές περιπτώσεις σε δοκιμασία την κοινωνική συνοχή και την πολιτική νομιμοποίηση, ειδικότερα ενόσω ο στατικός πόλεμος εξαπλωνόταν και αύξανε ο δείκτης των απωλειών. Το 1918, η Ρωσία και η Ανατολική Ευρώπη είχαν πλέον αποσυντεθεί και αναλωθεί σε εθνικές συγκρούσεις και σε εμφύλιο πόλεμο. Ο τελευταίος υπερτροφοδοτήθηκε από τη βία των Μπολσεβίκων. Η ήττα στην περίπτωση της Γερμανίας και της Αυστρίας και αυτό που εκλήφθηκε ως ήττα σε εκείνη της Ιταλίας, ενεργοποίησε ολόκληρη σειρά συνοριακών αντιπαραθέσεων και εσωτερικών κοινωνικών συγκρούσεων, στις οποίες ήρθε να προστεθεί η παραστρατιωτική βία των εθνικοσοσιαλιστών. Οι νικήτριες δυνάμεις έπεισαν τον εαυτό τους πως ο πόλεμος είχε τερματιστεί τον Νοέμβριο του 1918. Στην πραγματικότητα, αυτός είχε μετεξελιχθεί σε εθνικιστική και ταξική βία δια μέσου της ήττας και της διάσπασης των κρατών, αργότερα δε, σε πόλεμο ανάμεσα στα διάδοχα κράτη. Η όλη κατάσταση διατηρήθηκε έως το 1923, προσθέτοντας στις ήδη βαρύτατες απώλειες του πολέμου πολλά εκατομμύρια επιπλέον θανάτων.

Ο “μέγιστος των πολέμων”, κληροδότησε μια δυσβάσταχτη κληρονομιά στη μεσοπολεμική Ευρώπη, σφυρηλατώντας μια ήπειρο εθνών-κρατών. Ειδικότερα στην Ανατολή, αλλά και στην Ιρλανδία, όπου εθνικές και θρησκευτικές οντότητες διαπλέκονταν μεταξύ τους, η κατάσταση αυτή άφησε πίσω της πικρές διαμάχες, που με τη σειρά τους έθεσαν υπό αμφισβήτηση την αρχή της εθνικής κυριαρχίας και της αυτοδιάθεσης των λαών. Ο ανταγωνισμός μεταξύ φιλελεύθερης δημοκρατίας, φασισμού και κομμουνισμού πολλαπλασίασε τις εντάσεις, την ίδια στιγμή, κατά την οποία η αυξανόμενη γερμανική στρατιωτική ισχύς και η ιδεολογική απομόνωση της Σοβιετικής Ένωσης αποσταθεροποιούσαν τον συσχετισμό των ισορροπιών.

Επομένως, τα πάντα στρέφονταν γύρω από τον τρόπο, με τον οποίο όλες αυτές οι εκκρεμότητες και όλα αυτά τα άλυτα ζητήματα θα μεταφράζονταν με όρους πολιτικούς. Αυτά διαμόρφωσαν, τελικά, την ατζέντα των Ευρωπαϊκών δημοκρατιών και της Κοινωνίας των Εθνών κατά τη δεκαετία του 1920. Αυτά ριζοσπαστικοποίησαν τα πολιτικά πράγματα της δεκαετίας του 1930, δρομολογώντας τις εξελίξεις προς την κατεύθυνση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτά ενέπνευσαν, ως ένα ποσοστό, το υπερεθνικό όραμα της Ευρώπης της δεκαετίας του 1950 και οδήγησαν στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας τη δεκαετία του 1990. Χρειάστηκε να περάσει ένας ολόκληρος αιώνας, προκειμένου να διευθετηθούν οι εκκρεμότητες του “μεγίστου των πολέμων”, με τίμημα μεγαλύτερη, ακόμη, βία. Ωστόσο, από την οδυνηρή αυτή εμπειρία αναδείχθηκε μια ήπειρος, διασφαλισμένη, εκ πρώτης όψεως, από τον κίνδυνο επίλυσης των επιμέρους διαφορών με δυναμικό τρόπο.

Μετά το 1989, οι ιστορικοί, αναφερόμενοι στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, επισήμαναν με έμφαση την ευρύτερη σημασία του ως πολέμου, ο οποίος σηματοδότησε το τέλος ενός ευρωκεντρικού πλανήτη. Στην περίπτωση, η ανατροπή της προοπτικής εκδηλώνεται σε κλίμακα χώρου και χρόνου. Χρειάστηκε να περάσει πολύς καιρός έως ότου οι περισσότεροι Ευρωπαίοι συνειδητοποιήσουν πως η ήπειρός τους είχε πάψει, πλέον, να είναι το κέντρο του κόσμου, παρά το γεγονός ότι το κύρος της Γηραιάς Ηπείρου, ως φορέα πολιτισμού, είχε υποστεί θανάσιμο πλήγμα. Αδυνατούσαν, επίσης, να εκλάβουν ως παγκοσμίου βεληνεκούς έναν πόλεμο, ο οποίος είχε ως επί το πλείστον διαδραματιστεί επί του Ευρωπαϊκού εδάφους. Η παρανόηση οφείλεται, εν μέρει, σε πρόβλημα παράλλαξης. Χώρες και περιοχές, οι οποίες, με γνώμονα μια ευρωκεντρική οπτική, είχαν παραμείνει στην περιφέρεια του πολέμου, δεν μπορούσαν παρά να έχουν περιφερειακή συμμετοχή σε αυτόν. Κι όμως, είτε η Οθωμανική Τουρκία διαδραμάτισε περιφερειακό ρόλο είτε όχι, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος επέδρασε καταλυτικά επάνω σε αυτήν. Χάρη στον πόλεμο κατάφερε να μεταλλαχθεί, με βίαιο τρόπο είναι αλήθεια, από πολυεθνική αυτοκρατορία σε μια σύγχρονη δημοκρατία. Το ίδιο ισχύει και για την Αφρική, οι εύθραυστες οικονομίες της οποίας καταστράφηκαν εξαιτίας της κινητοποίησης προς όφελος των αναγκών του Ευρωπαϊκού πολέμου, για να μην αναφερθεί κανείς στις πολύνεκρες εκστρατείες της Ανατολικής Αφρικής, που κόστισαν τη ζωή εκατοντάδων χιλιάδων ιθαγενών,  ενσωματωμένων στις τάξεις Βρετανών και Γερμανών. Κι όμως, η συμβολή της Αφρικής στον πόλεμο εξακολουθεί να φαντάζει ως αποικιακή παράμετρος μιας Ευρωπαϊκής ιστορίας.

Το Μνημείο των Πεσόντων στο Ντακάρ της Σενεγάλης.

Διόρθωση της παράλλαξης συνεπάγεται ποικίλες προσεγγίσεις του πολέμου μέσω της προοπτικής των εν λόγω περιοχών. Σημαίνει, επίσης, εκτίμηση και αξιολόγηση των συνεπειών και της εν γένει κληρονομιάς του με δεδομένα, που αποκλίνουν ριζικά από την Ευρωπαϊκή πρόσληψη. Δυο παραδείγματα αρκούν για να το επιβεβαιώσουν. To πρώτο από αυτά αναφέρεται στην Ιαπωνία, το πρώτο σύγχρονο Ασιατικό έθνος. Ο ρωσο-ιαπωνικός πόλεμος του 1904-1905, ήταν, εν πολλοίς για την Ιαπωνία, ο δικός της Παγκόσμιος Πόλεμος. Βέβαια, αυτό δεν την εμπόδισε να συμμετάσχει και στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο με την ιδιότητα του εμπολέμου κράτους, αν και αρνήθηκε κατηγορηματικά  να στείλει στρατεύματα στην Ευρώπη. Κι όμως, η Ιαπωνία μελέτησε από κοντά τον συγκεκριμένο πόλεμο και άντλησε από αυτόν διδάγματα (αν μη τι άλλο, την απώλεια του κύρους της Ευρώπης και την εξασθένιση της εν γένει επιρροής και παρουσίας της στον Ασιατικό χώρο), τα οποία συνέβαλαν στη ριζοσπαστικοποίηση του δικού της ιμπεριαλισμού. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έδρασε αποφασιστικά, από πολιτισμικής απόψεως, στην τροχιά προς το Περλ Χάρμπορ.

Tο δεύτερο παράδειγμα ανάγεται στις αποικίες, οι οποίες, με εξαίρεση τις Βρετανικές κτήσεις, δεν έχαιραν αντίστοιχης αυτονομίας κινήσεων και ελιγμών. Οι διανοούμενοι και οι ακτιβιστές, που βρίσκονταν μεταξύ των πολλών κατοίκων, οι οποίοι αναγκάστηκαν να μεταβούν για πρώτη φορά στη ζωή τους στην Ευρώπη, δανείστηκαν τον λόγο και τα επιχειρήματα του Ευρωπαϊκού εθνικισμού, προκειμένου να θέσουν ζήτημα αυτοδιάθεσης για την γενέτειρά τους. Συχνά το έπραξαν επικαλούμενοι λόγους ηθικής τάξεως και αμοιβαία δικαιώματα στο όνομα της δικής τους συνεισφοράς στη συλλογική  πολεμική προσπάθεια. Δεν εισακούστηκαν. Απουσίαζε η βούληση, προκειμένου το «Διάγγελμα των 14 σημείων» του προέδρου Woodrow Wilson να γνωρίσει εφαρμογή πέραν της Γηραιάς Ηπείρου.

O Mohandas Karamchand Gandhi και η κίνηση για την αποτίναξη του Βρετανικού ζυγού από την Ινδία

Tην φαινομενική αντίφαση, βάσει της οποίας η σύσσωμη κινητοποίηση της αυτοκρατορίας παράγει από μόνη της αιτήματα για αλλαγή, δεν κατάφεραν να χαλιναγωγήσουν ούτε οι ίδιοι οι αποικιοκράτες, οι οποίοι επέμεναν να διοικούν προσφεύγοντας σε ακόμη πιο αυθαίρετες μεθόδους από ό,τι στο παρελθόν. Όλες αυτές οι πρώϊμες εκφάνσεις του εθνικού αισθήματος αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της κληρονομιάς του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στην ίδια κλίμακα με τη θεωρία περί Ευρωπαϊκού ή Αμερικανικού επικέντρου της τελευταίας. Όμως, χρειάστηκε να περάσει πάνω από ένας αιώνας, προκειμένου να εξιστορηθούν διεξοδικά.

 

¹ Το κείμενο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά σε ειδική έκδοση του περιοδικού Current History με γενικό τίτλο The Global Legacies of World War 1 (τεύχος αρ. 113, Νέα Υόρκη, 2014, σσ. 291-303).

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

How the First World War was Fought: John Horne

Historians on Commemoration: John Horne

  

O John Horne είναι Ομότιμος Καθηγητής Νεώτερης Ευρωπαϊκής Ιστορίας του Trinity College του Πανεπιστημίου του Δουβλίνου, μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας της Ιρλανδίας και μέλος της επιστημονικής επιτροπής του Historial de la Grande Guerre. Θεωρείται από τους μεγαλύτερους ειδικούς της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου σε διεθνή κλίμακα.