Skip to main content

Jean Ganiage: Το Κρητικό Ζήτημα (1895 – 1899)

Jean Ganiage

Το Κρητικό Ζήτημα
(1895 – 1899)*

 

Όπως συνέβαινε με τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου περί τα τέλη του 19ου αιώνα, έτσι και η Κρήτη αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι συνοριακές αναπροσαρμογές, οι οποίες είχαν αποφασιστεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις στο πλαίσιο των εργασιών του Συνεδρίου του Βερολίνου, επέφεραν το 1881 την εδαφική αύξηση του ελληνικού βασιλείου με την προσάρτηση της Θεσσαλίας και ενός τμήματος της Ηπείρου. Στο Αρχιπέλαγος, ωστόσο, η κατάσταση είχε παραμείνει αμετάβλητη. Η Εύβοια, οι Κυκλάδες και οι Σποράδες ανήκαν στην Ελλάδα. Η Κρήτη, η Ρόδος και όλα τα υπόλοιπα νησιά παρέμεναν κτήσεις του σουλτάνου, παρά το γεγονός ότι κατοικούνταν σε μεγάλο ποσοστό από ελληνορθόδοξους πληθυσμούς.

 

Η Κρήτη περί τα τέλη του 19ου αιώνα

H Κρήτη, η οποία δεσπόζει στο νότιο άκρο του Αιγαίου, είναι το μεγαλύτερο από τα ελληνικά νησιά, με εξαίρεση την Κύπρο. Η έκτασή της (8.600 τετραγ. χλμ.), ορεινή ως επί το πλείστον, είναι ανάλογη με εκείνη της Κορσικής. Το μήκος , από δυσμάς προς ανατολάς, δεν ξεπερνά τα 260 χλμ., το δε πλάτος κυμαίνεται, ανάλογα με την περιοχή, μεταξύ 12 και 60 χλμ. Η βόρεια ακτογραμμή απαρτίζεται από μια διαδοχή ακρωτηρίων (Σπάθα, Ακρωτήρι Χανίων, Σίδερο), με συνακόλουθη την ύπαρξη μεγάλων κόλπων (κόλποι Κισσάμου, Χανίων, Μιραμπέλου), αλλά και μικρότερων, όπως εκείνος της Σούδας, το πλέον προστατευμένο, ίσως, φυσικό αγκυροβόλι της ανατολικής Μεσογείου.

Χάρτης του 1861 από τον A. J. Johnson.

Το έδαφος μπορεί να μην είναι ιδιαίτερα εύφορο, δεν υπολείπεται, ωστόσο, έναντι εκείνων της Εύβοιας ή της Πελοποννήσου. Καλύπτεται κατά τα τρία τέταρτα από όρεινούς όγκους (Λευκά Όρη δυτικά, Ίδη ή Ψηλορείτης – υψόμετρο 2.465 μέτρα – στο κέντρο και Δίκτη ή Λασιθιώτικα Όρη ανατολικά). Οι νότιες ακτές είναι απόκρημνες. Στο βορρά, όμως, κατά μήκος των ακτών του Αιγαίου, υπάρχει θέση για στενές παραθαλάσσιες πεδιάδες. Η μεγάλη εσωτερική πεδιάδα, η Μεσσαρά, υπήρξε το κέντρο της Κρήτης κατά την Αρχαιότητα. Ωστόσο, κοντά στο γύρισμα του αιώνα, έχει περιέλθει σε κατάσταση εγκατάλειψης, όπως άλλωστε κι άλλες περιοχές. Το οδικό δίκτυο είναι ανύπαρκτο. Το υποτυπώδες αρδευτικό σύστημα αδυνατεί να προστατεύσει τις καλλιέργειες από την ξηρασία ή από τις πλημμύρες, ανάλογα με την εποχή. Οι παράλιες πεδιάδες, ελώδεις εκτάσεις ως επί το πλείστον, έχουν μετατραπεί σε εστίες ελονοσίας. Οι ορεινοί όγκοι της ενδοχώρας προσφέρονται ως καταφύγιο σε παράνομους και σε ληστές. Ελιές, αμπέλια και εσπεριδοειδή κυριαρχούν στον τομέα της αγροτικής καλλιέργειας, ενώ η σηροτροφία γνωρίζει περίοδο ύφεσης. Η Κρήτη, προκειμένου μπορέσει να καλύψει τις ανάγκες της, εξαρτάται άμεσα από τα σιτηρά της Ουκρανίας.

Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη απογραφή, εκείνη του 1887, ο συνολικός πληθυσμός ανερχόταν σε 294.000 κατοίκους. Οκτώ χρόνια αργότερα, το 1895, υπολογίζεται πως είχε ξεπεράσει τους 320.000. Παρά το γεγονός ότι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο αναλογούσαν μόνο 35 κάτοικοι, η Κρήτη εθεωρείτο ως πυκνοκατοικημένη περιοχή, εξαιτίας της ορεινής μορφολογίας του εδάφους σε συνδυασμό με τις πενιχρές δυνατότητες που ήταν σε θέση να προσφέρει. Η μετανάστευση ήταν σύνηθες φαινόμενο από την αρχαία εποχή. Περί τα τέλη του 19ου αιώνα, οι Κρήτες, οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει το νησί και εγκατασταθεί στην Ελλάδα ή στη Μικρά Ασία, υπολογίζονταν μεταξύ 35 και 40.000 άτομα.

Τα αστικά κέντρα δεν είχαν να επιδείξουν κάτι το ιδιαίτερο. Στο μεγαλύτερο ποσοστό ήταν ψαράδικα λιμάνια, που εξυπηρετούνταν από περιορισμένο αριθμό ναυτιλιακών εταιριών και τα οποία φιλοξενούσαν ορισμένες βιοτεχνικής κλίμακας μονάδες παραγωγής (ελαιοτριβεία, βυρσοδεψεία, αλευρόμυλοι). Διοικητική πρωτεύουσα της νήσου ήταν τα Χανιά (22.000 κάτοικοι, εκ των οποίων πολλοί Μουσουλμάνοι, μαζί με τα περίχωρα). Στο κομψό και αριστοκρατικό προάστιο της Χαλέπας, προς ανατολάς, χτισμένο στις πλαγιές του Ακρωτηρίου, ήταν συγκεντρωμένα τα ξένα προξενεία.

Το λιμάνι των Χανίων το 1868.

Το Ηράκλειο, η παλιά πρωτεύουσα της εποχής της Βενετοκρατίας, προσπαθούσε ακόμα να απαλλαγεί από μια μακραίωνη περίοδο παρακμής. Αριθμούσε 25.000 κατοίκους περίπου, κατά πλειοψηφία Μουσουλμάνους και εθεωρείτο το οικονομικό επίκεντρο της Κρήτης. Από τις υπόλοιπες κωμοπόλεις, μόνο το Ρέθυμνο (8.000 κάτοικοι) είχε να επιδείξει χαρακτηριστικά αστικού κέντρου. Η Σητεία, τα Σφακιά και η Ιεράπετρα δεν ήταν παρά απλοί οικισμοί της τάξεως των 2.000 -3.000 κατοίκων έκαστος.

Λίγο πριν από το γύρισμα του αιώνα, το μείζον πρόβλημα ήταν εκείνο της συνύπαρξης των δυο διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων, χριστιανικής και μουσουλμανικής. Η πρώτη από αυτές, αριθμούσε 205.000 άτομα, σύμφωνα, πάντοτε, με τα δεδομένα της απογραφής του 1887. Ήταν όλοι ορθόδοξοι, πλην 250 καθολικών. Οι Μουσουλμάνοι (88.500) εκπροσωπούσαν το 30% του συνολικού πληθυσμού. Ωστόσο, ασκούσαν την εξουσία. Οι Χριστιανοί τους κατήγγειλαν για κατάχρηση. Οι πιο μετριοπαθείς απαιτούσαν την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων προς την κατεύθυνση ενός αυτόνομου καθεστώτος υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων. Οι πιο ακραίοι τάσσονταν υπέρ της ένωσης του νησιού με το ελληνικό βασίλειο. Οφείλουμε να επισημάνουμε, πως άπαντες είχαν κοινή καταγωγή. Η αντιπαλότητα, η οποία εκδηλώθηκε ανάμεσα στις δυο θρησκευτικές κοινότητες ήταν απλά η συνέπεια ενός χρονικά αργοπορημένου εξισλαμισμού τμήματος του πληθυσμού. Αν εξαιρέσει κανείς έναν περιορισμένο αριθμό διοικητικών υπαλλήλων και αξιωματικών σταλθέντων από την Κωνσταντινούπολη, καθώς και μια μικρή παροικία μεταναστών από τη Βεγγάζη, η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων της Κρήτης ήταν αυτόχθονες και μιλούσαν ελληνικά.

Η κατανομή του πληθυσμού ήταν τέτοια, που απέκλειε εκ προοιμίου έναν γεωγραφικό διαχωρισμό ανάμεσα στις δυο κοινότητες. Η συμβίωση στην ύπαιθρο δεν προκαλούσε προβλήματα. Όμως, η κατάσταση ήταν περισσότερο λεπτή στα αστικά κέντρα, όπου υπερτερούσαν αριθμητικά οι Μουσουλμάνοι. Συσπειρωμένοι, οι Χριστιανοί ζούσαν σε δικές τους, ξεχωριστές, συνοικίες. Στα Χανιά και στο Ρέθυμνο, αποτελούσαν το ένα τέταρτο του πληθυσμού. Στο Ηράκλειο, το 30% (17.000 Μουσουλμάνοι, 7.500 Χριστιανοί, 50 Ισραηλίτες). Αντίθετα, τα Σφακιά ήταν αμιγώς χριστιανικά. Όσο για τους κατοίκους της υπαίθρου, αυτοί ήταν κατά τα τέσσερα πέμπτα Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Όμως, ακόμα κι εκεί, η κατανομή ήταν άνιση. Στην ενδοχώρα και στο νότο του νησιού, δεν συναντούσε κανείς παρά μόνο Χριστιανούς. Κατά μήκος της βόρειας ακτογραμμής, τα αριθμητικά ποσοστά ήταν σχεδόν ισοδύναμα. Πρόκειται για τη δημογραφική συνέπεια δυόμισι αιώνων οθωμανικής κατοχής. Η Κρήτη είχε περιέλθει στους Τούρκους κατά τον 17ο αιώνα, έπειτα από την περίφημη πολιορκία του Χάνδακα (1648-1669), η οποία και σηματοδότησε το τέλος της παρουσίας των Βενετών στο νησί. Για τους Κρήτες, επρόκειτο για απλή αλλαγή δυνάστη, καθώς δεν άργησαν να συνειδητοποιήσουν πως η κυριαρχία του σουλτάνου ήταν ακόμα πιο επώδυνη από εκείνη της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας.

Γκραβούρα ανώνυμου Γερμανού με θέμα την πολιορκία του Χάνδακα (1648-1669) .

Η Υψηλή Πύλη διατήρησε το προϋπάρχον διοικητικό σύστημα, με μια ειδοποιό διαφορά. Οι Τούρκοι μπέηδες περιορίστηκαν στο να ασκούν τη διοίκηση μέσω επιβολής φόρων και καταναγκαστικών εργασιών. Αντίθετα, επί Βενετοκρατίας, ο πληθυσμός απολάμβανε, έστω και με τρόπο σχετικό, τα πλεονεκτήματα, που προσέφερε η εμπορική δραστηριότητα.

Η στυγνή άσκηση της διοίκησης, εξανάγκασε πολλούς κατοίκους του νησιού να ασπασθούν, έστω φαινομενικά, τη μουσουλμανική θρησκεία. Το φαινόμενο περιορίστηκε αρχικά στα αστικά κέντρα, όπου ήταν εμφανής η παρουσία της τουρκικής φρουράς. Αργότερα επεκτάθηκε στην ύπαιθρο, στα σημεία εκείνα, όπου η γεωμορφολογική ιδιαιτερότητα καθιστούσε εφικτή την αιφνίδια επιδρομή του οθωμανικού ιππικού. Οι ρυθμοί αυξήθηκαν κατά τον 18ο αιώνα και στις αρχές του 19ου. Ωστόσο, πάμπολλες ήταν οι περιπτώσεις εξισλαμισθέντων, οι οποίοι βαπτίζονταν κρυφά, ενώ στα περισσότερα χωριά, η ορθόδοξη πίστη καλλιεργείτο παρασκηνιακά.Έκτοτε, οι μεταπτώσεις, σε επίπεδο καθημερινής διαβίωσης, διαδέχθηκαν, η μια την άλλη. Το 1821, η Κρήτη εξεγέρθηκε, δίχως αποτέλεσμα. Η Υψηλή Πύλη απάντησε με διενέργεια ομαδικών σφαγών. Η ανάθεση της διοίκησης, αμέσως έπειτα από την ελληνική Επανάσταση, στον πασά της Αιγύπτου, Μωχάμετ Άλι, επέφερε καλύτερες συνθήκες ζωής για τους κατοίκους της νήσου. Η επάνοδος, όμως, της τουρκικής διοίκησης, το 1840, ξαναζωντάνεψε μνήμες και σύνδρομα του παρελθόντος. Ευτυχώς για τους Κρήτες, η κατάσταση αυτή αποδείχθηκε εφήμερης διάρκειας. Η πολιτική των μεταρρυθμίσεων (Tanzimat) τους εξασφάλισε εμφανή βελτίωση.

Με το Αυτοκρατορικό Διάταγμα (Ηatt-i humayoun) του 1856, εκχωρήθηκε στις κοινότητες το δικαίωμα προσδιορισμού και κατανομής των άμεσων φόρων. Παράλληλα, επετράπη η δυνατότητα μεταβολής του θρησκεύματος, γεγονός, το οποίο οδήγησε πολλούς εξισλαμισθέντες Κρήτες στο να ασπασθούν εκ νέου τον Χριστιανισμό και να ξαναθέσουν σε λειτουργία τις εκκλησίες τους. Το Φιρμάνι της 10ης Ιανουαρίου 1868, εισήγαγε ένα υποτυπώδες σύνταγμα. Στο εξής, τον σουλτάνο εκπροσωπούσαν ένας γενικός διοικητής (βαλής) και ένας αξιωματικός, επικεφαλής της στρατιωτικής δύναμης, η οποία έδρευε επιτόπου. Τον γενικό διοικητή πλαισίωναν δυο σύμβουλοι αξιωματούχοι, ένας Χριστιανός και ένας Μουσουλμάνος. Αμφότεροι, όπως άλλωστε και ο βαλής, επιλέγονταν και ορίζονταν από την Κωνσταντινούπολη. Στην άσκηση της διοίκησης συμμετείχε και ένα Γενικό Συμβούλιο, απαρτιζόμενο από 80 αιρετούς τοπικούς προύχοντες: 42 Χριστιανούς και 38 Μουσουλμάνους. Για το σκοπό αυτό, η Κρήτη χωρίστηκε σε 20 εκλογικές περιφέρειες, η καθε μια εκ των οποίων εξέλεγε 4 εκπροσώπους. Χωρίστηκε, επίσης, σε 5 διαμερίσματα (σαντζάκια), επικεφαλής των οποίων τοποθετήθηκε από ένας τοπικός διοικητής (μουτεσαρίφης). Ως επίσημες γλώσσες αναγνωρίζονταν ισότιμα η ελληνική και η τουρκική.

Δέκα χρόνια αργότερα, στις 30 Σεπτεμβρίου 1878, τα παραπάνω πλεονεκτήματα διευρύνθηκαν χάρη στην υπογραφή της Σύμβασης της Χαλέπας. Η θητεία του γενικού διοικητή ορίστηκε στα πέντε έτη. Στο πλευρό του τοποθετήθηκε ένας αναπληρωτής γενικός διοικητής. Γενικός διοικητής και αναπληρωτής διοικητής έπρεπε, απαραιτήτως, να ανήκουν σε διαφορετικό θρήσκευμα. Στους κόλπους του Γενικού Συμβουλίου, ο αριθμός των Χριστιανών εκπροσώπων αυξήθηκε κατά επτά άτομα (49 έναντι 42). Οι αρμοδιότητες του ιδίου οργάνου (αποκλειστικά συμβουλευτικές έως τότε) πολλαπλασιάστηκαν. Συγκεκριμένα, στη δικαιοδοσία του περνούσε στο εξής ο προϋπολογισμός του νησιού, το δικαίωμα εισαγωγής φορολογικών και δικαστικών μεταρρυθμίσεων, καθώς και η εν γένει άσκηση ελέγχου στη διοίκηση του βαλή. Αυξήθηκε ο αριθμός των Χριστιανών κρατικών λειτουργών και υπήρξε μέριμνα για τη συγκρότηση μιας μεικτής χωροφυλακής.¹

Η διοίκηση ασκήθηκε απερίσπαστα επί μια επταετία. Σε αυτό συνέβαλε και η επιλογή, εκ μέρους της Υψηλής Πύλης, για το αξίωμα του γενικού διοικητή, του Φωτιάδη μπέη, ενός μετριοπαθούς, ικανού και έξυπνου ατόμου, γόνου επώνυμης οικογένειας Φαναριωτών της Κωνσταντινούπολης. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, οι αντιπαραθέσεις στους κόλπους του Γενικού Συμβουλίου, υπαγορεύονταν περισσότερο από κοινωνικούς παράγοντες και λίγότερο από θρησκευτικές αντιπαλότητες. Από τις δυο πολιτικές παρατάξεις της εποχής, η μεν φιλελεύθερη απαρτιζόταν σχεδόν αποκλειστικά από Χριστιανούς, ενώ η συντηρητική αντλούσε τους οπαδούς της από Χριστιανούς και Μουσουλμάνους των αστικών κέντρων και των παραθαλάσσιων περιοχών του βορρά. Μεταξύ των ετών 1880 και 1886, ο Φωτιάδης μπέης κυβέρνησε στηριζόμενος στη φιλελεύθερη παράταξη, η οποία και διέθετε την πλειοψηφία. Ταυτόχρονα με τη λήξη της θητείας του, όμως, η κατάσταση επιδεινώθηκε. Μέσα σε χρονικό διάστημα τριών, μόλις, ετών, ο σουλτάνος διόρισε απανωτά τέσσερεις γενικούς διοικητές, ενώ οι σχέσεις μεταξύ των δυο παρατάξεων έφτασαν σε ανοικτή ρήξη. Η ένταση των ετών 1888-1889 προσέφερε στον σουλτάνο το πρόσχημα, προκειμένου να παρέμβει προσωπικά στα εσωτερικά πράγματα της Κρήτης.

Αβδούλ Χαμίτ Β΄ (1842-1918).

Ο Αβδούλ Χαμίτ Β΄, αποφασίζοντας να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, κατήργησε πολλές από τις εκχωρήσεις, στις οποίες είχε νωρίτερα προβεί προς τους κατοίκους της Κρήτης. Έστειλε επιτόπου στρατεύματα και με το φιρμάνι της 26ης Οκτωβρίου 1889, κατήργησε τη Σύμβαση της Χαλέπας, αποκαθιστώντας την απόλυτη εξουσία του γενικού διοικητή. Οι έδρες του Συμβουλίου μειώθηκαν στον αριθμό των 57 (έναντι των αρχικών 80), με την κατανομή ανάμεσα στις δυο κοινότητες να παραμένει αμετάβλητη (3/5 Χριστιανοί, 2/5 Μουσουλμάνοι). Οι αρμοδιότητες του οργάνου αποκτούσαν εκ νέου χαρακτήρα αυστηρά συμβουλευτικό, ενώ η εκλογή των μελών με καθολική ψηφοφορία υπακαταστάθηκε από ένα σύστημα επιλεκτικού δικαιώματος ψηφοφορίας, ανάλογα με την οικονομική επιφάνεια του καθενός. Στο εξής, προϋπόθεση για την επιλογή των κρατικών λειτουργών ήταν η καλή γνώση της τουρκικής γλώσσας. Με το μέτρο αυτό, πολλοί Χριστιανοί αποκλείονταν εξ ορισμού από κάθε είδους δημόσιο αξίωμα. Η χωροφυλακή επρόκειτο να στελεχώνεται από άτομα προερχόμενα από τις υπόλοιπες επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το φιρμάνι του Οκτωβρίου 1889 υπήρξε, ουσιαστικά, η ταφόπλακα του ημι-αυτόνομου καθεστώτος. Με την ενέργεια αυτή, ο σουλτάνος επιφύλαξε στην Κρήτη την ίδια μοίρα με όλες τις άλλες περιοχές της επικράτειας. Στην πραγματικότητα, το νησί βρέθηκε ξαφνικά στο έλεος μπέηδων με ληστρικές διαθέσεις με τη συνέργια μιας χωροφυλακής, απαρτιζόμενης από Αλβανούς και Μαυροβούνιους. Οι συνέπειες δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Το απάνθρωπο φοροεισπρακτικό σύστημα οδήγησε σε φοροδιαφυγή, ξέσπασαν ταραχές, τη στιγμή που οι Μουσουλμάνοι, θεωρώντας την ατιμωρησία ως δεδομένη, προέβησαν σε έκτροπα σε βάρος του χριστιανικού πληθυσμού. Κατά τους θερινούς μήνες του 1895, η όλη κατάσταση επιδεινώθηκε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ήταν διάχυτος ο κίνδυνος ότι η Κρήτη επρόκειτο να υποστεί ανάλογη μοίρα με εκείνη της Αρμενίας.

 

Το ξέσπασμα των ταραχών και η παρέμβαση του διεθνούς παράγοντα (1895-1897)

Από τον Σεπτέμβριο του 1895 και κατόπιν, ξεκίνησε ένας κύκλος καθημερινών, σχεδόν, βιαιοπραγιών σε βάρος των Χριστιανών κατοίκων των Χανίων και του Ρεθύμνου. Η χωροφυλακή απέφυγε συστηματικά να εμπλακεί, αφήνοντας την κατάσταση να εξελιχθεί από μόνη. Εξαίρεση αποτέλεσε μόνο το Ηράκλειο, χάρη στις ενέργειες ενός δυναμικού μουτεσαρίφη, που προστάτευσαν τους Χριστιανούς κατοίκους της πόλης. Οι Κρήτες δεν ήταν διατεθειμένοι να υποστούν τη μοίρα των Αρμενίων. Ατίθασοι και πολεμοχαρείς, οργανώθηκαν σε ένοπλες ομάδες, οι οποίες κατέφυγαν στις δυσπρόσιτες ορεινές περιοχές, υπό την αρχηγία σκληροτράχηλων ατόμων, όπως ο καπετάν Μιχάλης, βετεράνος δυο παλαιοτέρων εξεγέρσεων. Πολύ γρήγορα συστάθηκε και μια επαναστατική Επιτροπή, στελεχωμένη από προύχοντες του νησιού. Ως αντίποινα στα έκτροπα των Μουσουλμάνων, οι Χριστιανοί απάντησαν με χρήση βίας, με αποτέλεσμα να προκύψει μέγας κίνδυνος για γενικευμένες σφαγές στις πόλεις, όπου την αριθμητική πλειοψηφία διέθεταν οι Μουσουλμάνοι. Ο πλήρης αφανισμός της χριστιανικής συνοικίας των Χανίων αποτράπηκε τον Σεπτέμβριο του 1895 χάρη τον συγκυριακό κατάπλου ενός ρωσικού καταδρομικού.

Η Υψηλή Πύλη, σε μια προσπάθεια να επανακτήσει τον έλεγχο, έστειλε επιτόπου στρατιωτική δύναμη ύψους τεσσάρων ταγμάτων (2.300 άνδρες). Η ένταση αναζωπυρώθηκε σποραδικά τον Φεβρουάριο του επομένου έτους στην επαρχία Αποκορώνου, όπου τα στρατεύματα κακοδιοικούμενα και μη έχοντας γνώση της περιοχής, υπέστησαν διαδοχικές αποτυχίες στην προσπάθειά τους να καταστείλουν τη δραστηριότητα χριστιανικών ενόπλων ομάδων. Περί τα τέλη Μαίου, οι ανταλλαγές πυροβολισμών ήταν καθημερινή πραγματικότητα μέσα στους δρόμους των Χανίων. Η μισή Κρήτη βρισκόταν υπό καθεστώς εξέγερσης. Μόνο στον κεντρικό τομέα (Ηράκλειο και ευρύτερη περιοχή) εξακολουθούσε να επικρατεί σχετική ηρεμία.²

Κρήτες εξεγερθέντες, φέροντες την ελληνική σημαία.

Υπακούοντας στις προτροπές των προξένων τους, οι Μεγάλες Δυνάμεις έστειλαν μονάδες του πολεμικού ναυτικού για την προστασία των υπηκόων τους: ένα θωρηκτό η Μεγάλη Βρετανία και από ένα καταδρομικό η Γαλλία, η Ιταλία, η Ρωσία και η Αυστροουγγαρία. Στις 28 Μαίου, στην Κωνσταντινούπολη, συνεδρίασαν οι πρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Στην ημερήσια διάταξη της συνάντησης κυριαρχούσε η αξιολόγηση της όλης κατάστασης και η ανάγκη συντονισμού των μελλοντικών πρωτοβουλιών. Από τη δική του πλευρά, ο σουλτάνος γνωστοποίησε την τοποθέτηση ενός νέου βαλή και την αποστολή ενισχύσεων ύψους 6.000 ανδρών. Την ίδια στιγμή, στην Κρήτη, απετράπησαν τα χειρότερα χάρη στις επαφές, που διαμείφθηκαν ανάμεσα στους προξένους και τους επικεφαλής της Επιτροπής. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1896, το πρόβλημα επικεντρώθηκε στο ήρεμο, μέχρι τότε, Ηράκλειο, όπου άρχισαν να εκδηλώνονται ταραχές. Στο μεταξύ, ένας στολίσκος από ιστιοφόρα δεν έπαψε να μεταφέρει από την Ελλάδα οπλισμό αλλά και εθελοντές, οι οποίοι προσχωρούσαν στις τάξεις των εξεγερθέντων.

Τα αιτήματα της Επιτροπής διαβιβάστηκαν μέσω των προξένων και περιλάμβαναν επάνοδο στο καθεστώς της Σύμβασης της Χαλέπας, διορισμό Χριστιανού βαλή και εγγυήσεις για αναδιοργάνωση στους τομείς της χωροφυλακής και της δικαιοσύνης.³ Στην Κωνσταντινούπολη, οι πρέσβεις ανέλαβαν να συντάξουν ένα σχέδιο μετάβασης στην ομαλότητα, το οποίο, έως τον Σεπτέμβριο, εγκρίθηκε από την Υψηλή Πύλη, την Επιτροπή και τους Κρήτες οπλαρχηγούς. Υπό την εγγύηση των έξι Μεγάλων Δυνάμεων, ο Αβδούλ Χαμίτ Β΄ εκχωρούσε στην Κρήτη ένα καθεστώς αυτονομίας αντίστοιχο με εκείνο της διατελούσης, από το 1832, εν πλήρει ηρεμία Σάμου. Ως υπόβαθρο του νέου καθεστώτος λειτούργησαν οι διατάξεις της Σύμβασης της Χαλέπας. Η θητεία του βαλή επρόκειτο να είναι πενταετής, ο αριθμός των μελών του Συμβουλίου αυξήθηκε εκ νέου στους 80, με τα 2/3 των εδρών να αναλογούν στους Χριστιανούς. Οι Μεγάλες Δυνάμεις αναλάμβαναν τη διεκπεραίωση του κρίσιμου ζητήματος των μεταρρυθμίσεων. Τις ουσιαστικές αρμοδιότητες ως προς τη χωροφυλακή και τη Δικαιοσύνη θα επωμίζονταν αλλοδαποί αξιωματούχοι, ενώ τα διάφορα όργανα θα στελεχώνονταν από ντόπιους Χριστιανούς σε ποσοστό 2/3. Κατόπιν τούτων, από πολιτικής απόψεως η κρίση έδειχνε να βαίνει προς εκτόνωση. Ωστόσο, με την είσοδο του 1897 ξέσπασαν νέες ταραχές εξαιτίας της εμπλοκής εξωγενών παραγόντων.

Τη φορά αυτή, ανησυχία ως προς το μέλλον τους εξέφρασαν οι Μουσουλμάνοι, οι οποίοι και υστερούσαν αριθμητικά. Υποκινούνταν και από απεσταλμένους της Υψηλής Πύλης, που είχαν σταλεί κρυφά στην Κρήτη για τον σκοπό αυτό. Όμως, το γεγονός εκείνο, το οποίο με ιδιαίτερη βαρύτητα επηρρέασε τις μετέπειτα εξελίξεις υπήρξε η στάση των εθνικιστικών κύκλων της Ελλάδας. Η κυβέρνηση, υπό τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη, είχε εκφράσει την ικανοποίησή της πληροφορούμενη τον συμβιβασμό, που είχε μόλις επέλθει στο νησί και τις εγγυήσεις, οι οποίες είχαν δοθεί στους Κρήτες.

Το έμβλημα της “Εθνικής Εταιρείας”.

Ωστόσο, οι οπαδοί της “Μεγάλης Ιδέας”, δηλαδή του αλυτρωτικού οράματος, που προσέβλεπε στην απελευθέρωση όλων των Ελλήνων, διασκορπισμένων εντός και πέριξ του Αιγαίου Πελάγους, κρίνοντες και με αφορμή τη Σάμο, η οποία δεν είχε διεκδικήσει την ενσωμάτωσή της στο ελληνικό βασίλειο, φοβήθηκαν ότι συνέτρεχε μέγας κίνδυνος οι Κρήτες να ακολουθήσουν και αυτοί το ίδιο παράδειγμα. Η “Εθνική Εταιρεία”, η οποία είχε συγκροτηθεί το 1894 με αφορμή τις εξελίξεις του Μακεδονικού, εξαπέλυσε μια σθεναρή εκστρατεία εντός του ελληνικού βασιλείου αλλά και στην ίδια την Κρήτη. Πολλά από τα μέλη της ήταν αξιωματικοί του στρατού. Η Εταιρεία προχώρησε στη συγκρότηση επιτροπών στήριξης του αγώνα των Κρητών με συγκέντρωση χρημάτων και οπλισμού, στρατολόγηση εθελοντών. Αξιομνημόνευτη υπήρξε και η ανταπόκριση των ελληνικών παροικιών της Αιγύπτου, της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης. Παράλληλα, η Εταιρεία παρότρυνε την κοινή γνώμη να ασκήσει πίεση στην κυβέρνηση και στα Ανάκτορα. Ο αρχηγός της αντιπολίτευσης, Χαρίλαος Τρικούπης, άρχισε να επιτίθεται κατά της κυβέρνησης από τα έδρανα του Κοινοβουλίου, κατηγορώντας την τελευταία για επίδειξη αδράνειας.

Κατά βάθος, ο πρωθυπουργός Δηλιγιάννης και ο Γεώργιος Α΄ τάσσονταν υπέρ μιας εκτόνωσης της έντασης. Γρήγορα, όμως, αναγκάστηκαν να υπολογίζουν σε ένα ρεύμα, το οποίο παρέσυρε τη χώρα ολόκληρη. Η δυναστεία ήταν ξενόφερτη. Ο ίδιος ο Γεώργιος, που ανέβηκε στο θρόνο το 1863 σε ηλικία 18 ετών, ήταν γυιός του βασιλέα Χριστιανού ΙΧ της Δανίας και παντρεμένος με την πριγκίπισσα Όλγα, κόρη του Μεγάλου Δουκός Κωνσταντίνου και ανηψιά του τσάρου Αλεξάνδρου Β΄ της Ρωσίας. Τα 23 έτη της έως τότε παραμονής του στο θρόνο, τον είχαν πείσει πως δεν διέθετε άλλη επιλογή από το να ευθυγραμμιστεί με το δημόσιο αίσθημα, έστω με βαριά καρδιά, ακόμα και ενάντια στη βούληση των Μεγάλων Δυνάμεων.

Οι ταραχές, οι οποίες ξέσπασαν με την είσοδο του 1897 στην Κρήτη, δεν ήταν χειρότερες από τις προηγούμενες. Προσέλαβαν, όμως, διαστάσεις, εξαιτίας της εκστρατείας, στην οποία είχε επιδοθεί η Εθνική Εταιρεία. Ο γενικός πρόξενος της Ελλάδας στα Χανιά, Γερμάδης, μέλος ο ίδιος της Εταιρείας, υποκινούσε τους ντόπιους οπλαρχηγούς, υποσχόμενος την έμπρακτη συνδρομή της Ελλάδας και της Μεγάλης Βρετανίας. Έπειτα από ένα μεμονωμένο επεισόδιο στα Χανιά, στις 3 Ιανουαρίου, που είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό δυο Μουσουλμάνων, τα χριστιανικά χωριά της περιοχής δέχθηκαν επίθεση από ομάδες ατάκτων. Αμέσως προσέτρεξε σε βοήθεια δύναμη 2.000 ενόπλων ανδρών, προερχομένων από ολόκληρο το νησί, για την προστασία του απειλούμενου χριστιανικού πληθυσμού της πόλης. Έπειτα από μεγάλη προσπάθεια, οι οπλαρχηγοί πείστηκαν να μη δώσουν συνέχεια κι έτσι αποτράπηκε το χειρότερο. Στο τέλος Ιανουαρίου, το Ηράκλειο υπήρξε, με τη σειρά του, θέατρο ταραχών. Βρετανοί, Γάλλοι και Ιταλοί αναγκάστηκαν να στείλουν επιτόπου πλοία του πολεμικού ναυτικού για την προστασία των υπηκόων τους. Μόλις επικράτησε ηρεμία, τη σκυτάλη των ταραχών παρέλαβε εκ νέου η πρωτεύουσα: συμπλοκές εντός της πόλης και επιχειρήσεις, εν είδει αντιποίνων στα γύρω χωριά με λεηλασίες και εμπρησμούς. Στις 4 Φεβρουρίου, τα Χανιά τελούσαν υπό καθεστώς πλήρους εξέγερσης. Οι Μουσουλμάνοι επιτέθηκαν με πρωτοφανή βία κατά της χριστιανικής συνοικίας της Χαλέπας, σκοτώνοντας και πυρπολώντας. Στα παραπάνω έκτροπα πρωτοστατούσαν άτομα, προερχόμενα από τη Βεγγάζη, μαύροι και μιγάδες, κοινωνικά υποβαθμισμένοι και που ασκούσαν επαγγέλματα, τα οποία ενέπνεαν γενική περιφρόνηση: αμαξάδες, κρεοπώλες, φορτοεκφορτωτές κλπ.

Η παρέμβαση του διεθνούς στόλου διέσωσε τους Χριστιανούς των Χανίων από πλήρη αφανισμό, καθώς εκκενώθηκαν στη Σμύρνη και στα νησιά του Αιγαίου. Τα πληρώματα των πλοίων, με τη συνδρομή της τουρκικής φρουράς της πόλης, κατάφεραν να δαμάσουν τις πάμπολλες πυρκαγιές. Ωστόσο, οι ζημιές ήταν ανυπολόγιστες. Τα δυο τρίτα της χριστιανικής συνοικίας (συμπεριλαμβανομένης και της Αρχιεπισκοπής) είχαν υποστεί ολική καταστροφή. Όσα κτήρια κατάφεραν να διασωθούν, είχαν υποστεί λεηλασία. Υπήρχε ενδεχόμενο το παράδειγμα των Χανίων να λειτουργήσει ως προηγούμενο σε βάρος των Χριστιανών κατοίκων του Ηρακλείου και του Ρεθύμνου. Από την άλλη πλευρά, τα έκτροπα του Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 1897 υπήρξαν το έναυσμα για γενικευμένη εξέγερση των Χριστιανών της νήσου. Στο δυτικό τμήμα, πολλοί από αυτούς συγκεντρώθηκαν στο Ακρωτήρι, εν αναμονή μιας εφόδου εναντίον της πόλης των Χανίων. Τον όλο σχεδιασμό και συντονισμό είχε αναλάβει η Επιτροπή, την οποία στελέχωναν εκπρόσωποι της αστικής τάξης. Μεταξύ των μελών της συγκαταλεγόταν και ένας 33χρονος δικηγόρος, ονόματι Ελευθέριος Βενιζέλος. Πρώτος στόχος υπήρξαν τα μουσουλμανικά χωριά της πεδιάδας, πολλά εκ των οποίων πυρπολήθηκαν. Ανάλογη κατάσταση επικράτησε στις κεντρικές και ανατολικές περιοχές της Κρήτης, όπου το όνομα ενός σκληροτράχηλου οπλαρχηγού, του καπετάν Κόρακα, άφησε εποχή. Τα ένοπλα σώματα άφηναν παντού πίσω τους παραμορφωμένα πτώματα, βιασμένες γυναίκες και καμμένα ερείπια. Υπολογίζεται πως μέσα σε λίγες, μόνο, ημέρες, περί τους χιλίους Μουσουλμάνους έχασαν τη ζωή τους στην ύπαιθρο.⁴

Οι Μεγάλες Δυνάμεις αντέδρασαν ακαριαία, στέλνοντας ενισχύσεις. Η Γαλλία και η Ρωσία από μια μοίρα θωρηκτών, υπό τη διοίκηση των ναυάρχων Pottier και Alexeieff, η Αυστρουγγαρία ολόκληρο το στόλο που ναυλοχούσε στη ναυτική βάση της Πόλα, στην Αδριατική, η Γερμανία ένα καταδρομικό. Περί τα μέσα Φεβρουαρίου 1897, εντός των κρητικών υδάτων είχαν συγκεντρωθεί 72 μονάδες επιφανείας, εκ των οποίων 20 βρετανικές υπό τον ναύαρχο Harris και 19 ιταλικές, υπό τον ναύαρχο Canevaro.

Απόσπασμα της διεθνούς δύναμης κατοχής στα κατεστραμμένα από την πυρπόληση Χανιά (Απρίλιος 1897).

Η συγκίνηση στην Ελλάδα είχε φτάσει στο έπακρο. Η κυβέρνηση Δηληγιάννη είχε στείλει στην Κρήτη τα πολεμικά πλοία “Ύδρα” και “Μιαούλης” για την εκκένωση προσφύγων. Οι Αθηναίοι διαδήλωναν έξω από το Κοινοβούλιο, ζητώντας τη λήψη δραστικότερων μέτρων. Ξεπερασμένη από εξελίξεις, ικανές να οδηγήσουν ακόμα και σε γενικό ξεσηκωμό και σε ανατροπή της δυναστείας, η κυβέρνηση ευθυγραμμίστηκε με το κοινό αίσθημα, επενδύοντας σε μια παρέμβαση της τελευταίας στιγμής εκ μέρους του διεθνούς παράγοντα. Παντού συγκροτούνταν επιτροπές υποστήριξης προς τον αγώνα των Κρητών με συλλογή χρηματικών ποσών, συγκέντρωση όπλων, στρατολόγηση εθελοντών και μίσθωση πλοίων για τη μεταφορά τους. Ανήμπορες να αντιδράσουν, οι αρχές άφηναν την κατάσταση να εξελιχθεί. Από τη δική της πλευρά, η Εθνική Εταιρεία εξακολουθούσε να διαδίδει πως η Ελλάδα μπορούσε να υπολογίζει στην αμέριστη υποστήριξη της Μεγάλης Βρετανίας. Έριχνε λάδι στη φωτιά, με την ελπίδα ότι η κρίση θα ολοκληρωνόταν με την προσάρτηση της Κρήτης στο ελληνικό βασίλειο. Όσο για την πιεσμένη πανταχόθεν κυβέρνηση, αναγκάστηκε να υιοθετήσει επιθετική πολιτική έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πληροφορούμενη φήμες, σύμφωνα με τις οποίες ο σουλτάνος σχεδίαζε να στείλει ενισχύσεις στο νησί για την καταστολή της εξέγερσης, ο Δηληγιάννης διέταξε, στις 11 Φεβρουαρίου, έναν στολίσκο έξι τορπιλοβόλων, υπό τη διοίκηση του δευτερότοκου πρίγκιπα Γεωργίου, να αναλάβει περιπολία στα ανοικτά της Κρήτης, με διαταγή να βυθίσει τα τουρκικά μεταγωγικά. Δυο μέρες αργότερα, ο υπασπιστής του βασιλέα, συνταγματάρχης Τιμολέων Βάσσος, επικεφαλής ενός σώματος 2.000 εθελοντών, αναχώρησε από τον Πειραιά με σκοπό να καταλάβει το νησί στο όνομα του Γεωργίου Α΄. Υποκύπτοντας στον γενικό παροξυσμό, η ελληνική κυβέρνηση ενεργοποίησε τη διαδικασία της επιστράτευσης και άρχισε να συγκεντρώνει στρατεύματα κατά μήκος των συνόρων της Θεσσαλίας.

Ο συνταγματάρχης Τιμολέων Βάσσος στο αρχηγείο του στον Κίσσαμο.
Ο πρίγκιπας Γεώργιος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Στην ίδια την Κρήτη, η κατάσταση ανατράπηκε πλήρως μέσα σε λίγες ημέρες. Ήταν η σειρά των Μουσουλμάνων να προσφύγουν σε έκκληση για βοήθεια. Η Υψηλή Πύλη απάντησε με διενέργεια επιστράτευσης και με απειλές για παρέμβαση του ναυτικού της στην Κρήτη και του στρατού της στη Θεσσαλία. Οι Μεγάλες Δυνάμεις επιθυμούσαν την εκτόνωση της έντασης και δεν ήταν διατεθειμένες να τεθούν προ τετελεσμένου γεγονότος από την Ελλάδα. Ωστόσο, ανέκυψε διχογνωμία ως προς την ακολουθητέα πορεία. Η Μεγάλη Βρετανία και η Ιταλία διάκεινταν θετικά προς την Ελλάδα. Αντίθετα, η Ρωσία, κυρίως δε, η Γερμανία, η οποία διατηρούσε σημαντικά συμφέροντα εντός της οθωμανικής επικράτειας, τάχθηκαν αρνητικά. Το Βερολίνο κατήγγειλε την προσβλητική και προκλητική, όπως χαρακτήρισε, συμπεριφορά της Ελλάδας και εκστόμισε και εκείνο απειλές για διενέργεια αντιποίνων. Η πιστή σύμμαχός του στους κόλπους του συνασπισμού της Τριπλής Συμμαχίας, Αυστροουγγαρία, κινήθηκε σε ανάλογο μήκος κύματος. Από όλες τις Μεγάλες Δυνάμεις, η Γαλλία υπήρξε εκείνη που βρέθηκε στην πιο λεπτή θέση. Από παράδοση, η συμπάθειά της στρεφόταν προς την Ελλάδα. Έπρεπε, όμως, να συνυπολογίσει τη συμμαχία, που είχε πρόσφατα συνομολογήσει με τη Ρωσία. Πόσο μάλλον, που η παραπάνω διακρατική πράξη συμβόλιζε την έξοδο της χώρας από μια διπλωματική απομόνωση είκοσι και πλέον ετών, στην οποία την είχε καταδικάσει η πολιτική του Bismarck. Ο πρωθυπουργός Jules Méline και ο υπουργός Εξωτερικών Gabriel Hanotaux ήταν υποχρεωμένοι να κινούνται μεταξύ ρεαλισμού και συναισθήματος. Η διστακτικότητα της Γαλλίας και η εν γένει έλλειψη ομοφωνίας μεταξύ των Δυνάμεων, κόστισε στις τελευταίες δυο πολύτιμες εβδομάδες, κατά τη διάρκεια των οποίων η κατάσταση στην Κρήτη επιδεινώθηκε ταχύτατα.⁵

Οι εξεγερθέντες Χριστιανοί, με το ηθικό τους αναπτερωμένο έπειτα από την άφιξη των εθελοντών από την Ελλάδα στον κόλπο του Κισσάμου, επέδειξαν ακόμη μεγαλύτερη τόλμη. Οι ναύαρχοι των Μεγάλων Δυνάμεων αποφάσισαν την κατάληψη των Χανίων από ένα σώμα 540 ναυτών από πέντε διαφορετικές εθνότητες. Έπειτα από σχετικό αίτημα της Υψηλής Πύλης, η κατοχή στρατηγικής σημασίας θέσεων επεκτάθηκε σε ολόκληρο το νησί. Οι Αυστριακοί εγκαταστάθηκαν στον Κίσσαμο, οι Ρώσοι στο Ρέθυμνο, οι Βρετανοί στο Ηράκλειο, οι Γάλλοι στη Σητεία και στη Σπιναλόγκα, οι Ιταλοί στην Ιεράπετρα. Ναυτικά αγήματα στάλθηκαν στην ενδοχώρα για παροχή υποστήριξης στους Μουσουλμάνους. Τελικά, κατάφεραν να μεταφέρουν στις παράκτιες περιοχές εκατοντάδες πολίτες και στρατιώτες, οι οποίοι τελούσαν υπό καθεστώς πολιορκίας και απειλούνταν με φυσική εξόντωση. Οι ναύαρχοι έδειχναν αποφασισμένοι να υπερασπιστούν με την ισχύ των όπλων τις θέσεις που είχαν υπό τον έλεγχό τους. Από τον Κίσσαμο, ο Βάσσος δίσταζε να περάσει στην επίθεση. Όχι όμως και οι εξεγερθέντες του Ακρωτηρίου, οι οποίοι άρχισαν να βάλλουν εναντίον των πλοίων των Δυνάμεων που ήταν αγκυροβολημένα εντός του κόλπου της Σούδας. Στα σποραδικά τους πυρά, οι ναύαρχοι απάντησαν με κανονικό βομβαρδισμό. Έτσι, προέκυψε η ακόλουθη παράδοξη κατάσταση: ο στόλος των Δυνάμεων, ο οποίος είχε καταπλέυσει στην Κρήτη για παροχή προστασίας προς τους Χριστιανούς, αναγκάστηκε να παρέμβει για τη σωτηρία των Μουσουλμάνων.

Πληροφορούμενη τις εξελίξεις, η κοινή γνώμη στην Ευρώπη ευαισθητοποιήθηκε. Οι αντιδράσεις διέφεραν ανάλογα με τη χώρα. Εάν η Ελλάδα βρισκόταν στο στόχαστρο του αυστριακού και του γερμανικού Τύπου, στη Γαλλία, στην Ιταλία και ιδιαίτερα στη Μεγάλη Βρετανία, όπου συγκροτούνταν επιτροπές στήριξης του αγώνα των Κρητών, η κατάσταση ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη. Στο Παρίσι έλαβαν χώρα διαδηλώσεις. Στην Ιταλία δημιουργήθηκε μια λεγεώνα γαριβαλδινών εθελοντών έτοιμη να αναχωρήσει για το νησί. Στο Λονδίνο, ο πρώην πρωθυπουργός William Gladstone ηγήθηκε μιας κίνησης υπέρ των Κρητών. Στη Βουλή των Κοινοτήτων, μόλις έγινε γνωστή η είδηση του βομβαρδισμού του Ακρωτηρίου, η φιλελεύθερη αντιπολίτευση προσήψε στη συντηρητική κυβέρνηση πως είχε μετατραπεί σε χωροφύλακα της Υψηλής Πύλης. Ανάλογη στάση υιοθέτησε στο γαλλικό Κοινοβούλιο ο Jean Jaurès.⁶

Η αμηχανία και η έλλειψη ομοφωνίας μεταξύ των κυβερνήσεων ήταν έκδηλες. Το Βερολίνο και η Αγία Πετρούπολη απαιτούσαν κυρώσεις σε βάρος της Ελλάδας με την επιβολή ενός ναυτικού αποκλεισμού, που θα εξανάγκαζε την κυβέρνηση να προχωρήσει στην ανάκληση του σώματος των εθελοντών και του στόλου, ο οποίος εξακολουθούσε να περιπολεί στα ανοικτά της Κρήτης. Ο Βρετανός πρωθυπουργός, λόρδος Salisbury, πρότεινε την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος αυτονομίας υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Σε δημόσια δήλωση υποστήριξε πως ουδέποτε η κοινή γνώμη στη χώρα του επρόκειτο να αποδεχθεί μια παρέμβαση στην υπόθεση της Κρήτης, έχουσα ως απώτερο στόχο την επιστροφή της νήσου στο παλαιό καθεστώς. Περί τα τέλη Φεβρουαρίου, οι Δυνάμεις καταστάλλαξαν επιτέλους σε ένα κοινό σχήμα. Σε κοινό διάβημα προς την Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη (2 Μαρτίου 1897) αποσαφήνιζαν ότι “υπό τις παρούσες συνθήκες είναι αδύνατη μια προσάρτηση της Κρήτης στο ελληνικό βασίλειο”. Το νησί θα απολάμβανε ενός καθεστώτος αυτονομίας υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Το κείμενο, το οποίο προσλάμβανε διαστάσεις τελεσιγράφου διευκρίνιζε ότι “εάν, εντός προθεσμίας έξι ημερών, η ελληνική κυβέρνηση δεν προχωρούσε στην ανάκληση των εθελοντών και του στόλου από την Κρήτη, επιφυλάσσονταν να προσφύγουν σε οποιοδήποτε μέτρο έκριναν σκόπιμο”.

Η Υψηλή Πύλη έσπευσε να αποδεχθεί τις παραπάνω προτάσεις. Αντίθετα, στην Αθήνα, όπου ο παροξυσμός είχε φτάσει στο έπακρο, η κυβέρνηση έθεσε ζήτημα διενέργειας δημοψηφίσματος. Ο ίδιος ο λαός της Κρήτης έπρεπε να αποφανθεί για το μέλλον του. Επιπρόσθετα, έκανε λόγο για μερική, μόνο, ανάκληση του στόλου. Οι εθελοντές θα παρέμεναν στο νησί. Πρόκειται για μια απάντηση, η οποία έδειξε να αιφνιδιάζει τις ευρωπαϊκές καγκελαρίες. Οι τελευταίες δεν τόλμησαν να μετατρέψουν σε πράξη τις απειλές τους, πέραν της επιβολής ενός χαλαρού ναυτικού αποκλεισμού των ακτών της Κρήτης και της αποστολής περεταίρω ενισχύσεων επιτόπου.

Βρετανικό πυροβολικό παρατεταγμένο στο τείχος του Ηρακλείου.

Δυστυχώς, τα παραπάνω μέτρα αποδείχθηκαν ανεπαρκή, καθώς δεν κατάφεραν, τελικά, να αποσοβήσουν τον πόλεμο. Ο σουλτάνος, απέφυγε να διακινδυνεύσει μια έξοδο του στόλου του στο Αιγαίο. Το οθωμανικό πολεμικό ναυτικό βρισκόταν σε τραγική κατάσταση. Από τις εννέα μονάδες, οι οποίες ναυλοχούσαν στον Κεράτειο κόλπο, οι τρεις δεν απείχαν από την κατάσταση του ναυαγίου. Οι υπόλοιπες έξι, θα αποτελούσαν ιδανικό στόχο για τα ελληνικά τορπιλοβόλα σε περίπτωση που εγκατέλειπαν τα Στενά. Από τη στιγμή, που δεν μπορούσε να υπολογίζει παρά μόνο σε δυο μονάδες, ικανές να πλεύσουν με αξιώσεις, ο σουλτάνος απέκλεισε κάθε προοπτική ναυτικών επιχειρήσεων. Ο αποκλεισμός των ακτών της Κρήτης από τις Μεγάλες Δυνάμεις, αποτελούσε, υπό τις συνθήκες αυτές, πλεονέκτημα για την Υψηλή Πύλη. Στη στεριά, αντίθετα, οι Τούρκοι είχαν συγκεντρώσει στα σύνορα της Θεσσαλίας δύναμη 120.000 ανδρών υπό τη διοίκηση του Eτέμ πασά. Στόχος τους ήταν η ανακατάληψη της επαρχίας, την οποία, 16 χρόνια νωρίτερα, είχαν εκχωρήσει στην Ελλάδα. Με αυτό τον τρόπο ήλπιζαν να εξαναγκάσουν τους Έλληνες κα αποχωρήσουν από την Κρήτη. Σημειωτέον ότι δέχονταν παρασκηνιακές παραινέσεις από τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία προς την κατεύθυνση της ανάληψης πολεμικής δράσης. Αντίθετα, Βρετανοί, Γάλλοι και Ιταλοί συμβούλευαν επίδειξη μετριοπάθειας. Για τον Αβδούλ Χαμίτ, η πλάστιγγα έκλινε προς την προοπτική μιας εμπόλεμης αναμέτρησης σύντομης διάρκειας. Διαφορετικά, διέτρεχε άμεσο κίνδυνο να βρεθεί αντιμέτωπος με έναν συνασπισμό μεταξύ των βαλκανικών κρατών. Στις 13 Μαρτίου 1897, η Ελλάδα κήρυξε επιστράτευση. Η διαμεσολάβηση των Δυνάμεων στερείτο, πλέον, κάθε νοήματος. Διακατεχόμενοι από έναν ξέφρενο παρορμητισμό, οι Έλληνες δεν ήταν επιρρεπείς σε κανενός είδους συμβουλές. Οι Τούρκοι, από τη δική τους πλευρά, έκριναν πως είχε φθάσει η στιγμή να παραδώσουν ένα μάθημα στους ατίθασους γείτονές τους. Έπειτα από μια αλληλουχία προκλήσεων, ο σουλτάνος κήρυξε τον πόλεμο στις 18 Απριλίου.

 

Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος (Απρίλιος – Μάιος 1897)

Ο συσχετισμός των ισορροπιών στο πεδίο των εχθροπραξιών έκλινε πολύ γρήγορα εις βάρος των Ελλήνων. Παρά τις προειδοποιήσεις των Δυνάμεων, η κυβέρνηση της Αθήνας αγνόησε το γεγονός ότι σε περίπτωση πολέμου κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βρισκόταν σε θέση διπλωματικής απομόνωσης. Στις αρχές Απριλίου, κατέστη σαφές προς την Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη πως ουδενός είδους επιθετική πρωτοβουλία επρόκειτο να γίνει αποδεκτή από τη διεθνή κοινότητα. Ωστόσο, η ελληνική πλευρά είχε υπερβεί κάθε όριο λογικής. Αν και διαισθανόμενη πως οδεύει προς εθνική καταστροφή, η κυβέρνηση Δηλιγιάννη αποδείχθηκε παντελώς ανήμπορη να την αποτρέψει.

Η επιστράτευση διενεργήθηκε εν μέσω γενικευμένης αταξίας. Πολλοί προτίμησαν να επανδρώσουν σώματα ατάκτων αντί να παρουσιαστούν στις μονάδες τους. Η Αθήνα βίωνε καταστάσεις πατριωτικού παροξυσμού. Ο Τύπος πληροφορούσε για την φιλελληνική εκστρατεία, η οποία είχε εκδηλωθεί στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και προανήγγειλε την έλευση ενός διεθνούς σώματος εθελοντών. Πρώτη κατέφθασε μια μικρή ομάδα γαριβαλδινών, στην οποία επιφυλάχθηκε υποδοχή ηρώων, προτού η τελευταία προβεί σε συντεταγμένη έφοδο κατά των οίκων ανοχής του Πειραιά και της πρωτεύουσας. Παρά ταύτα, ορισμένοι από τους εθελοντές κατάφεραν να προωθηθούν στην πρώτη γραμμή, στη Θεσσαλία, όπου διακρίθηκαν από έλλειψη πειθαρχίας.

Η Εθνική Εταιρεία είχε επινοήσει ένα σχέδιο αντιπερισπασμού μέσω της δημιουργίας ενός είδους “πέμπτης φάλαγγας”, προορισμένης να δραστηριοποιηθεί στη Μακεδονία, με τη συνδρομή του ντόπιου πληθυσμού. Ήταν κοινή η πεποίθηση πως έτσι ήταν εφικτό να δρομολογηθεί μια γενικευμένη εξέγερση των χριστιανικών πληθυσμών της επαρχίας ενάντια στην οθωμανική διοίκηση. Δεν θα απέμενε στον τακτικό ελληνικό στρατό παρά να σπεύσει προς βοήθεια των εξεγερθέντων, μαζί με την υποστήριξη των υπολοίπων βαλκανικών κρατών. Στο παραπάνω σχέδιο δεν λαμβάνονταν καθόλου υπόψη αντιπαραθέσεις και ανταγωνισμοί μεταξύ Ελλήνων, Σέρβων και Βουλγάρων αλλά και μεταξύ των κυβερνήσεών τους. Η κυβέρνηση Δηλιγιάννη απεμπόλησε με χαρακτηριστική επιπολαιότητα την ύστατη ευκαιρία, που της είχε προσφερθεί. Συγκεκριμένα, μια αντιπροσωπεία του σουλτάνου επισκέφθηκε την Αθήνα, προτείνοντας έναν έντιμο συμβιβασμό: την αμοιβαία απόσυρση των στρατευμάτων από τα σύνορα και την έναρξη διαπραγματεύσεων για την επίλυση του Κρητικού Ζητήματος, με γνώμονα την αυτονομία. Η Υψηλή Πύλη έφτασε μέχρι σημείου να προτείνει την επιλογή του πρίγκιπα Γεωργίου ως διοικητού της νήσου. Φοβούμενη μήπως υποκατασταθεί από την Εθνική Εταιρεία, η ελληνική κυβέρνηση απέφυγε να δώσει συνέχεια.

Συνειδητά ή ασυνείδητα, οι Έλληνες έβαιναν προς μια ένοπλη αναμέτρηση, την οποία οι ίδιοι είχαν καταστήσει αναπόφευκτη. “Είναι γεγονός πως τα ευρωπαϊκά κράτη είναι ισχυρά και ανίκητα”, ανέφερε μια αθηναϊκή εφημερίδα.⁷ “Εξίσου, όμως, μια μικρή χώρα οφείλει να πράξει αυτό που της υπαγορεύει το χρέος έναντι ενός αδελφού λαού. Η Αντιγόνη γνώριζε κάλλιστα πως ο θάνατος καιροφυλακτούσε για όποιον απέδιδε νεκρικές τιμές στον Πολυνείκη, παραβιάζοντας τη διαταγή του Κρέοντα. Ωστόσο, δεν δίστασε…Η Ελλάδα γνωρίζει πως διατρέχει θανάσιμο κίνδυνο παραβιάζοντας τις διαταγές των Μεγάλων Δυνάμεων. Δεν της επιτρέπεται, όμως, να υποχωρήσει. Οφείλει να τιμήσει τις δεσμεύσεις της έναντι της Κρήτης”. Άλλες εφημερίδες, όπως η γαλλόφωνη Messager d’ Athènes, χαρακτήριζε τον επικείμενο πόλεμο ως “αναπόφευκτη συμφορά, επιβεβλημένη από το ίδιο το πεπρωμένο”.

Τα στρατεύματα των δυο χωρών είχαν παραταχθεί κατά μήκος των συνόρων, όταν, στις αρχές Απριλίου 1897, δύναμη 3.000 περίπου ατάκτων εισέβαλε στη Μακεδονία με αποστολή να προκαλέσει γενικευμένη εξέγερση. Πέντε ημέρες αργότερα, μπροστά στη γενική αδιαφορία του αυτόχθονα πληθυσμού, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Στις 18 Απριλίου, Κυριακή του Πάσχα, ο σουλτάνος, ορμώμενος από μια αλληλουχία μεθοριακών επεισοδίων, κήρυξε τον πόλεμο. Ταυτόχρονα, έδωσε δεκαπενθήμερη διορία σε όσους Έλληνες επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν την οθωμανική επικράτεια. Όσοι αποφάσιζαν να παραμείνουν, όφειλαν να αποκτήσουν την τουρκική υπηκοότητα. Η Κρήτη και η Αίγυπτος εξαιρέθηκαν από αυτό το μέτρο. Όμως, η εξαγγελία του τελευταίου προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη και κατά μήκος των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας.

Χάρτης των πολεμικών επιχειρήσεων.

Ο συσχετισμός των δυνάμεων ήταν άνισος. Ο ακριβής υπολογισμός τους στάθηκε αδύνατος, καθώς αμφότερα τα επιτελεία είχαν διογκώσει το μέγεθος που τους αναλογούσε για λόγους εντυπωσιασμού. Ο Ετέμ πασάς διέθετε, θεωρητικά τουλάχιστον, 170.000 άνδρες και 474 πυροβόλα. Έχοντας επιλέξει αμυντική τακτική στο ορεινό μέτωπο της Ηπείρου, συγκέντρωσε το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών του (120.000 άνδρες περίπου) στο μέτωπο της Θεσσαλίας. Απέναντί του είχαν αναπτυχθεί 47.000 Έλληνες υπό τη διοίκηση του διαδόχου Κωνσταντίνου. Οι Τούρκοι ήταν καλογυμνασμένοι. Υστερούσαν στον τομέα της επιμελητείας και του υγειονομικού. Οι Έλληνες δεν είχαν να επιδείξουν περγαμηνές στους δυο παραπάνω τομείς. Διακρίνονταν, όμως, γενικότερα από μεγάλη έλλειψη πειθαρχίας. Σε επιχειρησιακό επίπεδο οι εξελίξεις υπήρξαν ταχύτατες. Ο οθωμανικός στρατός πέρασε αμέσως στην επίθεση διασπώντας την ελληνική άμυνα. Εννέα, μόλις, ημέρες έπειτα από την έναρξη των επιχειρήσεων, η κυβέρνηση της Αθήνας αναγκάστηκε να ζητήσει τη διαμεσολάβηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Η Υψηλή Πύλη, θέλοντας να εξασφαλίσει πολύτιμο χρόνο, ικανό να της επιτρέψει επιτυχίες στο πεδίο των εχθροπραξιών και, συνακόλουθα, υπεροχή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, κωλυσιεργούσε σκοπίμως. Σχεδιασμένη από τον Γερμανό στρατηγό von der Goltz, η τουρκική επίθεση στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Το μέτωπο κατέρρευσε βορείως της Λάρισας και πολύ γρήγορα ολόκληρος ο θεσσαλικός κάμπος έπεσε στα χέρια των Οθωμανών.

Η Μάχη των Φαρσάλων”, ελαιογραφία του Γεωργίου Ροϊλού, Μέτσοβο, Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ.

Οι στρατιώτες του σουλτάνου επιδώθηκαν σε ένα πρωτοφανές όργιο βιαιοπραγιών και ασελγειών, αφήνοντας πίσω τους, από όπου περνούσαν, γυναίκες βιασμένες, οικίες κατεστραμμένες, εκκλησίες λεηλατημένες ή καμμένες. Σύμφωνα με τους ξένους ανταποκριτές, η αγαπημένη τους ψυχαγωγία ήταν να καίνε ζωντανούς τους ορθόδοξους ιερωμένους. “Οι στρατιώτες μας μάχονται γενναία”, αναγνώριζαν οι Τούρκοι αξιωματικοί, “αλλά κατόπιν καταστρέφουν τα πάντα”. Κατά τόπους, τραυματίες και αιχμάλωτοι τύγχαναν ευπρεπούς μεταχείρισης. Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις, όπως σε κάποιο χωριό, όπου σουβλίστηκαν σαν οβελίες.⁸ Στη βία των στρατιωτών, ήρθαν να προστεθούν και οι ακρότητες των ληστών, που συνόδευαν τα στρατεύματα. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ένας Αθηναίος δημοσιογράφος, “Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης όρμησαν στη Θεσσαλία όπως οι ακρίδες στην Αλγερία. Αυτοί, ακριβώς, οι Εβραίοι, ορμώμενοι από τη μανία του κέρδους, ενθάρρυναν ή συνέδραμαν τους Αλβανούς στις λεηλασίες, στις οποίες οι τελευταίοι επιδίδονταν. Το ανήθικο εμπόριό τους ξεπερνά κάθε περιγραφή…”. ⁹

Στις 3 Ιουνίου, ο Αβδούλ Χαμίτ συναίνεσε στην υπογραφή ανακωχής. Ως αντάλλαγμα, ζήτησε την επάνοδο στην προ του 1881 συνοριακή γραμμή και την επιβολή, στην Ελλάδα, πολεμικής αποζημίωσης ύψους 10 εκατομμυρίων τουρκικών λιρών. Η Γερμανία και η Αυστροουγγαρία έσπευσαν να υποστηρίξουν τις απαιτήσεις της Υψηλής Πύλης. Η Βρετανία αντιτάχθηκε σε οποιουδήποτε είδους εδαφική εκχώρηση. Ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Gabriel Hanotaux πρότεινε μια συμβιβαστική λύση: μια συμβολική αναπροσαρμογή των συνόρων. Πρόκειται για τη λύση εκείνη, που τελικά επικράτησε. Οι πρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη επέλεξαν τη φόρμουλα της επιστροφής στην Τουρκία ορισμένων παραμεθορίων χωριών. Πέρα από αυτόν τον περιορισμένης κλίμακας ακρωτηριασμό, η Θεσσαλία παρέμεινε επαρχία του ελληνικού βασιλείου. Ως προς το Κρητικό Ζήτημα, δεν γινόταν πλέον λόγος για ένωση. Ωστόσο, το νησί θα αποκτούσε καθεστώς αυτονομίας, υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Τέλος, η Ελλάδα θα κατέβαλε, υπό μορφή πολεμικής αποζημίωσης, χρηματικό ποσό ύψους 100 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων. Η συνθήκη ειρήνης υπογράφηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 4 Δεκεμβρίου 1897.

 

Ο διακανονισμός του Κρητικού Ζητήματος (1898-1899)

Τη στιγμή που η ηττημένη και ταπεινωμένη Ελλάδα ήταν απασχολημένη με οικονομικής φύσεως προβλήματα, τα οποία σύντομα θα την οδηγούσαν σε πτώχευση, στην Κρήτη, η κατάσταση έδειχνε να εξομαλύνεται με αργούς, διακεκομμένους ρυθμούς, εξαιτίας ορισμένων ξεσπασμάτων, λίγο έως πολύ βίαιων. Ο ναυτικός αποκλεισμός είχε θέσει τέλος στον ανεφοδιασμό των εξεγερθέντων με οπλισμό. Η κυβέρνηση της Αθήνας είχε προχωρήσει στην ανάκληση του στολίσκου των τορπιλοβόλων ενόψει μιας πιθανής ελληνοτουρκικής ναυτικής αναμέτρησης στο Αιγαίο. Τον Μάιο, όταν η ήττα φάνταζε βεβαία, απέσυρε και τη δύναμη του συνταγματάρχη Βάσσου από το νησί. Όμως, στο Ακρωτήρι όπως και σε πολλά σημεία της ενδοχώρας, οι εξεγερθέντες είχαν διατηρήσει τις θέσεις τους, ενώ τα ναυτικά αγήματα των Μεγάλων Δυνάμεων είχαν αναλάβει, πλέον, την προστασία των πόλεων, όπου συνέρρεαν χιλιάδες Μουσουλμάνοι πρόσφυγες. Πρόθεση των Δυνάμεων ήταν η εγκαθίδρυση ενός αυτόνομου καθεστώτος με βάση τις αρχές του Συμφώνου της 25ης Αυγούστου 1896. Επ αυτού, παρατηρήθηκε διάσταση απόψεων: Η Γερμανία, θεωρώντας πως η προτεινόμενη λύση ευνοούσε τους Έλληνες ορθόδοξους, ανακάλεσε το μοναδικό πλοίο της δηλώνοντας ότι δεν ήταν, πλέον, διατεθειμένη να ασχοληθεί με το Κρητικό Ζήτημα. Το παράδειγμά της ακολούθησε σχεδόν αμέσως και η Αυστροουγγαρία. Επιτόπου, με τη δύση του 1897, είχαν παραμείνει η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία, η Ιταλία και η Ρωσία. Σε αυτές αναλογούσε η διαμόρφωση του μελλοντικού καθεστώτος της νήσου. Απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η αποκατάσταση της ηρεμίας και της τάξης. Επρόκειτο για μια δύσκολη αποστολή, έπειτα από δυόμισυ έτη διαρκών ταραχών και σφαγών. Μέσα στις πυκνοκατοικημένες πόλεις, οι πρόσφυγες οργανώνονταν και κινητοποιούνταν. Μια στάση της κακοπληρωμένης τουρκικής φρουράς (13.000 άνδρες) ήταν ενδεχόμενη. Από την άλλη πλευρά, στα χέρια των εξεγερθέντων, στις ορεινές και απρόσιτες περιοχές, βρίσκονταν 80.000 όπλα.

Τον Απρίλιο του 1898, οι ναύαρχοι των Δυνάμεων χώρισαν την Κρήτη σε πέντε τομείς, οι οποίοι συνέπιπταν, σχεδόν, με την ισχύουσα διοικητική διαίρεση. Οι Ρώσοι εγκαταστάθηκαν στο Ρέθυμνο, οι Βρετανοί στο Ηράκλειο, οι Γάλλοι στη Σητεία, οι Ιταλοί στα Σφακιά. Ο έλεγχος των Χανίων διεκπεραιώθηκε από κοινού. Ωστόσο, ο συνολικός αριθμός των 5.000 ναυτών δεν αρκούσε, προκειμένου να μπορέσει να ασκηθεί έλεγχος επί της νήσου. Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1898, σημειώθηκε στο Ηράκλειο γενικευμένη σύρραξη ανάμεσα σε Μουσουλμάνους πρόσφυγες και Βρετανούς ναύτες. Αφού προηγουμένως εξανάγκασε τους τελευταίους να αναζητήσουν καταφύγιο στα πλοία του στόλου, ο εξαγριωμένος όχλος στράφηκε ενάντια στη χριστιανική συνοικία, την οποία πυρπόλησε και λεηλάτησε. Υπολογίζεται πως περί τους πεντακόσιους Χριστιανοί έχασαν τότε τη ζωή τους, μεταξύ των οποίων και ο Βρετανός πρόξενος. Κατά τις τραγικές εκείνες ημέρες, η τουρκική φρουρά της πόλης (4.000 άνδρες) αρκέστηκε σε ρόλο απλού παρατηρητή, επιτρέποντας στον όχλο να δρα ανεξέλεγκτα.

Τα έκτροπα του Ηρακλείου προκάλεσαν την έντονη αντίδραση των Δυνάμεων, οι οποίες, με διάβημα προς την Υψηλή Πύλη, αξίωσαν την απόσυρση της τουρκικής φρουράς από την Κρήτη. Ταυτόχρονα, έστειλαν επιτόπου πέντε τάγματα για ενίσχυση. Μέσα στις πόλεις, οι ξένοι αξιωματικοί ανέλαβαν τον αφοπλισμό των πολιτών, αρχής γενομένης από τους Μουσουλμάνους.

Τα έκτροπα του Ηρακλείου, όπως αποτυπώθηκαν στο περιοδικό “The Graphic” στις 17 Δεκεμβρίου 1898.

Τα μέτρα αυτά συνέβαλαν στην αποχώρηση της μουσουλμανικής μειονότητας από την Κρήτη. Πρώτοι εγκατέλειψαν το νησί, συνοδεύοντας την απόσυρση της τουρκικής φρουράς, οι πρόσφυγες, που είχαν συγκεντρωθεί στα Χανιά και στο Ηράκλειο. Γρήγορα τους μιμήθηκαν και οι υπόλοιποι.

Λίγες μέρες πριν από τις σφαγές του Ηρακλείου, είχε προηγηθεί η σύναψη ενός συμφώνου ανάμεσα στους εκπροσώπους των Δυνάμεων και τους εξεγερθέντες του Ακρωτηρίου. Έφερε τις υπογραφές των τεσσάρων προξένων και των εντεταλμένων της ονομαζομένης Κρητικής Εκτελεστικής Επιτροπής και αφορούσε στο μελλοντικό διοικητικό καθεστώς της νήσου. Στο μακροσκελές αυτό κείμενο (περιείχε 188 άρθρα) υπήρχε πρόνοια για εισαγωγή μεταρρυθμίσεων στους ευαίσθητους τομείς της απονομής δικαιοσύνης και της τήρησης της τάξης. Στις 21 Δεκεμβρίου 1898, κατέφθασε ο Ύπατος Αρμοστής της Κρητικής Πολιτείας. Επρόκειτο για τον πρίγκιπα Γεώργιο της Ελλάδος, επιλογή εξολοκλήρου των τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων. Το νέο Σύνταγμα, το οποίο υιοθετήθηκε στις 27 Απριλίου 1899, καθιστούσε την Κρήτη σχεδόν ανεξάρτητη, καθώς είχε στο εξής το δικαίωμα να αναρτά δική της σημαία, να εκδίδει δικό της νόμισμα και να τυπώνει δικά της γραμματόσημα. Οι κάτοικοί της απολάμβαναν μιας ιδιόμορφης υπηκοότητας καθώς θεωρούνταν “Κρητικής προέλευσης”. Ο Ύπατος Αρμοστής, ασκούσε την εξουσία του με τη συνδρομή ενός πενταμελούς Συμβουλίου (τέσσερεις Χριστιανοί-ένας Μουσουλμάνος), που διόριζε ο ίδιος, και οι οποίοι λογοδοτούσαν ενώπιον μιας αιρετής Συνέλευσης.

Η Ύπατη Αρμοστεία του πρίγκιπα Γεωργίου (πάνω). Η σημαία της Κρητικής Πολιτείας και ο συμβολισμός της (κάτω).

Πρώτος πρόεδρος της Κρητικής Συνελεύσεως αναδείχθηκε ο Ιωάννης Σφακιανάκης. Η πιο χαρισματική παρουσία, ωστόσο, ήταν εκείνη ενός δικηγόρου, ονόματι Ελευθέριος Βενιζέλος, από τους πρωτεργάτες της εξέγερσης του Ακρωτηρίου, ο οποίος υιοθέτησε το σχήμα της αυτονομίας, αφού, προηγουμένως, είχε αγωνιστεί με θέρμη υπέρ της ένωσης με την Ελλάδα. Το μειονοτικό πρόβλημα έφθινε με την πάροδο του χρόνου, χάρη στην εθελούσια ή μη αναχώρηση των Μουσουλμάνων από το νησί. Το πρώτο κύμα (Μουσουλμάνοι της υπαίθρου, που είχαν διαφύγει στις πόλεις έχοντας χάσει τις περιουσίες τους) διαδέχθηκαν οι ομόθρησκοί τους μόνιμοι κάτοικοι των πόλεων, καθώς άρχισε να επιστρέφει ο χριστιανικός αστικός πληθυσμός, ο οποίος είχε εγκαταλείψει την Κρήτη εν μέσω των σφαγών του 1897 και του 1898. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα μιας γενικής απογραφής, το 1900, ο συνολικός πληθυσμός της Κρήτης δεν είχε γνωρίσει αξιόλογη αύξηση (301.577 κάτοικοι έναντι 294.192 το 1887). Όμως, ο αριθμός των Μουσουλμάνων δεν ξεπερνούσε τους 33.000 (11% του συνολικού πληθυσμού). Δεκατρία χρόνια νωρίτερα τα δεδομένα ήταν εκ διαμέτρου διαφορετικά (85.000 Μουσουλμάνοι, ποσοστό 30%).¹º Με άλλα λόγια, περί τα δυο τρίτα του Μουσουλμανικού πληθυσμού είχαν εγκαταλείψει το νησί αναζητώντας καταφύγιο στη Μικρά Ασία. Το φαινόμενο έμελλε να διατηρηθεί έως την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα το 1913. Σε τελευταία ανάλυση, το καθεστώς της αυτονομίας συνιστούσε εφήμερη πολιτική λύση εν αναμονή της φυσιολογικής εξέλιξης των πραγμάτων, δηλαδή της ένωσης. Συνέβαλε στην αποκατάσταση της ηρεμίας, χάρη στην αποχώρηση της Μουσουλμανικής μειονότητας. Η μια μετά την άλλη, οι Δυνάμεις απέσυραν τα ναυτικά τους αγήματα. Ωστόσο, ο πρίγκιπας Γεώργιος κλήθηκε να αντιμετωπίσει ένα ισχυρό ενωτικό κίνημα, το οποίο οδήγησε, το 1905, σε νέα διεθνή παρέμβαση. Το Κρητικό Ζήτημα λύθηκε οριστικά την επομένη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου. Ήδη, τα τρία προηγούμενα χρόνια, τα ηνία του ελληνικού βασιλείου βρίσκονταν στα χέρια του πιο διάσημου Κρητικού, του Ελευθερίου Βενιζέλου.

 

O Jean Ganiage (Mesnil-Théribus, 1923 – Παρίσι, 2012) υπήρξε ο νεώτερος σε ηλικία ακαδημαϊκός δάσκαλος της Φιλοσοφικής Σχολής του Παρισιού (αργότερα Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και Πανεπιστήμιο Παρισιού-Σορβόννης IV), όταν, τον Σεπτέμβριο του 1961, εκλέχθηκε στη βαθμίδα του τακτικού καθηγητή στον τομέα της Σύγχρονης Ιστορίας, όπου υπηρέτησε έως τη συνταξιοδότησή του, το 1985. Είχε, επίσης, μακρά συνεργασία με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών της Γαλλίας (CNRS) καθώς και με το Εθνικό Ίδρυμα Δημογραφικών Ερευνών (INED) σε επίπεδο έρευνας και δημοσιεύσεων. Ειδικεύθηκε στον χώρο της Ιστορίας της Αποικιοκρατίας και σε εκείνον της Ιστορικής Δημογραφίας. Οι μελέτες του για την αποικιακή εξάπλωση της Γαλλίας επί καθεστώτος της Γ΄ Δημοκρατίας και για τις καταβολές του γαλλικού προτεκτοράτου στην Τυνησία, υπήρξαν πρωτοποριακές για την εποχή τους και θεωρούνται, ακόμα και σήμερα, ως θεμελιώδη σημεία αναφοράς.

 

Εργογραφία του συγγραφέα

 

1.  Les Origines du Protectorat français en Tunisie (1861-1881), Presses universitaires de France, 1959, 776 pages. Réédité en Tunisie par la M.T.E en 1968.

2.  La population européenne de Tunis au milieu du 19è siècle, Etude démographique, Préface de Marcel Reihnard, P.U.F, 1960, 101 pages.

3.  Une entreprise italienne de Tunisie au milieu du 19è siècle, correspondance inédite de la thonaire de Sidi Daoud, Paris, Presses universitaires de France, 1960, 171 pages.

4. Trois villages d’Ile-de-France au XVIIIe siècle, Etude démographique, I.N.E.D, Paris, Presses Universitaires de France, 1963, 143 pages.

5. L’Afrique au XXe siècle (avec la collaboration de H. Deschamps et O. Guitard),  Paris, Sirey, 1966, 908 pages.

6. L’Expansion coloniale de la France sous la IIIe République, Payot, 1968, 434 pages, avec cartes. (ouvrage couronné par l’Académie française). En cours de réédition.

7. Les affaires d’Afrique du Nord de 1930 à 1964, (1ère partie), Paris, Centre de Documentation Universitaire, 1972, 113 pages

8. Les relations internationales de 1890 à 1914, Paris, Centre de Documentation Universitaire, 1974, 214 pages, Rééditions du CNRS, Paris 1999.

9. Le Beauvaisis au XVIIIe siècle, T 1, La Campagne,  Paris, INED, «Travaux et documents», Paris, P.U.F, 1988, VI- 278 pages avec cartes.

10. Histoire contemporaine du Maghreb, Paris, Fayard, 1994, 822 pages avec cartes (ouvrage honoré d’un prix décerné par l’Académie des Sciences d’Outre-mer).

11. Beauvais au XVIIIe siècle: Cadre urbain et population, Paris, Editions du Centre National de la Recherche Scientifique, 1999, 285 pages avec cartes. (Ouvrage couronné par l’Académie des Science morales et politiques).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Υποσημειώσεις

*Το παρόν άρθρο, με τίτλο “Les Affaires de Crète (1895-1899)” δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Revue d’ Histoire diplomatique, Ιανουάριος-Ιούνιος 1974, αρ. 1 και 2, Παρίσι, 1974, σελ.1-26. Στηρίχθηκε σε ενδελεχή έρευνα του συγγραφέα στα αρχεία του υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας (Σειρά: Τουρκία για τα έτη 1895-1896, και τους φακέλους της Νέας Σειράς – Nouvelle série – με τίτλο : Crète, établissement de l’ autonomie, guerre gréco-turque, αρ. 1 – 32, για την περίοδο από 1.1.1897 έως 31.12.1898, και Politique intérieure, αρ. 1 – 2 για τα έτη 1899-1904). Μια σύντομη αναδίφηση στα Βρετανικά Κρατικά Αρχεία επιβεβαίωσε την οπτική του γαλλικού υλικού. Ο πλέον δραστήριος και καλύτερα ενημερωμένος από τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων στα Χανιά, όπως προκύπτει από την διπλωματική αλληλογραφία, ήταν, αναμφίβολα, ο Γάλλος Paul Blanc. Ο ρόλος, τον οποίο διαδραμάτισε κατά τη διάρκεια της κρίσης, αποτελεί περίτρανη απόδειξη. Συμπληρωματικά αναφέρουμε τις ακόλουθες πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές: 1) την γαλλική Κίτρινη Βίβλο (Livre Jaune: Affaires de Crète, juin 1894-février 1897), απογοητευτική σε σύγκριση με τα αρχεία, 2) Τέσσερα άρθρα του Νικολάου Πολίτη, τα οποία δημοσιεύθηκαν μεταξύ των ετών 1897 και 1898 στο περιοδικό Revue générale de droit international public υπό τον γενικό τίτλο “La guerre gréco-turque au pont de vue du droit international”, 3) την πραγματεία του Victor Bérard, Les affaires de Crète, Παρίσι, 1898. Τα ελληνικά και τα οθωμανικά αρχεία ασφαλώς θα είναι σε θέση να συμπληρώσουν με πρωτότυπα στοιχεία την προσέγγιση του Κρητικού Ζητήματος. Στόχος του παρόντος άρθρου είναι να προσφέρει μια πρώτη γεύση στο γαλλικό κοινό, για μια υπόθεση, η οποία δεν είναι δίχως αναλογίες με το σημερινό Κυπριακό Ζήτημα (σημ. μεταφρ. Το άρθρο δημοσιεύθηκε το καλοκαίρι του 1974, μεσούσης της Κυπριακής κρίσης).

¹ Το κείμενο της Σύμβασης της Χαλέπας καθώς και εκείνο του Αυτοκρατορικού Διατάγματος είναι καταχωρισμένα στη Γαλλική Κίτρινη Βίβλο ( Livre Jaune: Affaires de Crète, juin 1894- février 1897, Παρίσι, Εθνικό Τυπογραφείο, 1897).

² Τα συμβάντα περιγράφονται αναλυτικά στην αλληλογραφία του Γάλλου προξένου στα Χανιά Paul Blanc (Affaires Étrangères, Turquie 1895-1896, passim.).

³ A.E., Turquie, Tηλεγρ. Paul Blanc, Χανιά, 17 Ιουλίου 1896 (συνημμένο της 15ης Ιουλίου).

⁴ Α.Ε., Nouvelle série, Crète, vol.1, Blanc προς Hanotaux, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1897, passim.

⁵ Α.Ε., Nouvelle série, Crète, vol.1, Συνομιλίες Hanotaux με Monson και Tornelli, αντίστοιχα πρέσβεις της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιταλίας στο Παρίσι. Αλληλογραφία με Marshall, Mouraviev και Goluchowski (Φεβρουάριος 1897).

⁶ Journal Officiel, Ολομέλεια του Γαλλικού Κοινοβουλίου, 15 Μαρτίου 1897.

Παλιγγενεσία, 5/17 Μαρτίου 1897. Αναφέρεται στο N. Politis, La guerre gréco-turque…,σελ. 9.

⁸ Politis, οπ.π., σελ. 49. Μαρτυρία ανταποκριτή της εφημερίδας Daily Telegraph.

⁹ Ibid., σελ. 53.

¹º Α.Ε. Crète, Politique intérieure, αρ. 1, Blanc προς Delcassé, Χανιά, 8 Ιουλίου 1900.

 

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Ζήσης Φωτάκης: Το κίνημα του Πολεμικού Ναυτικού

Ζήσης Φωτάκης

Το κίνημα του Πολεμικού Ναυτικού

 

Η συμπλήρωση 46 ετών από το κίνημα του Ναυτικού, τον Μάιο του 1973, επαναφέρει στην επικαιρότητα την προσφορά του κλάδου αυτού στην αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Μια προσφορά πολύτιμη και πολυσήμαντη, που εξιστορείται ευσύνοπτα στις ακόλουθες γραμμές.

Η κατάληψη της εξουσίας από τους συνταγματάρχες τον Απρίλιο του 1967 δεν έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία. Η μετεμφυλιακή ελληνική κοινοβουλευτική δημοκρατία αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα και κινδύνους. Η ισχυρή μεσογειακή θέση των ΗΠΑ, όμως, και η κυριαρχία της αμερικανόφιλης συντηρητικής παράταξης στην Ελλάδα κατέστησαν, μέχρι το 1964, περιττή την προσφυγή σε «ακραίες λύσεις».

Το 1964, βέβαια, αποτέλεσε ορόσημο για τη διεθνή ισορροπία ισχύος και για την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα. Τη χρονιά εκείνη η Σοβιετική Ενωση υιοθέτησε ένα ταχύρρυθμο πρόγραμμα εξοπλισμών, με το οποίο ξεπέρασε σε πυρηνικούς εξοπλισμούς τις ΗΠΑ. Συνάμα εκμεταλλεύθηκε τις αρνητικές εντυπώσεις που είχαν δημιουργηθεί από τις δυσκολίες των ΗΠΑ στο Βιετνάμ και στην Καμπότζη και από την αμερικανοϊσραηλινή συνεργασία εναντίον των Αράβων και προώθησε σημαντικά τις θέσεις της στη Μεσόγειο.

Το αποτέλεσμα ήταν να μειωθούν οι έως τότε παρεχόμενες διευκολύνσεις στις αεροναυτικές δυνάμεις των ΗΠΑ στη θάλασσα αυτή. Το ενδεχόμενο της περαιτέρω μείωσης των διευκολύνσεων αυτών από την άνοδο της Κεντροαριστεράς στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετίας του 1960 δεν μπορούσε να γίνει ανεκτό από τις ΗΠΑ. Γι’ αυτό και, εν πολλοίς, δεν αντέδρασαν εναντίον του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967.

 

Επαφές με πολιτικούς και προετοιμασίες

Η επικράτηση των Απριλιανών δεν έλαβε χώρα απρόσκοπτα. Από την πρώτη κιόλας στιγμή, ο ναύαρχος Κωνσταντίνος Εγκολφόπουλος, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, αντέδρασε σθεναρά εναντίον του δικτατορικού καθεστώτος, με αποτέλεσμα την αποστράτευσή του. Λίγους μήνες αργότερα, το σύνολο σχεδόν του Πολεμικού Ναυτικού ακολούθησε το παράδειγμα του Εγκολφόπουλου συμμετέχοντας στο κίνημα της 13ης Δεκεμβρίου 1967. Παρά την αποτυχία του κινήματος αυτού, τα στελέχη του Ναυτικού δεν εγκατέλειψαν τον αντιδικτατορικό αγώνα. Και πώς θα μπορούσαν, άλλωστε, να τον εγκαταλείψουν τη στιγμή που η Ελλάδα βυθιζόταν σε διεθνή απομόνωση και ανυποληψία, ενώ οι ποικίλοι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από το δικτατορικό καθεστώς τελμάτωναν πνευματικά το έθνος. Επιπλέον, οι εκκαθαρίσεις αξιωματικών, ο διαχωρισμός τους σε φιλικά ή μη προσκείμενους στο καθεστώς, αλλά και η φθορά που υπέστη το επαγγελματικό τους κύρος, μέσω της σύνδεσης αξιωματικών με πράξεις που δεν συνάδουν προς ελεύθερους πολίτες, επέδρασαν διαλυτικά στην ενότητα του στρατεύματος και δημιούργησαν ψυχολογικό χάσμα μεταξύ της νεολαίας και των Ενόπλων Δυνάμεων, υπονομεύοντας έτσι τη μαχητική ικανότητα της Ελλάδας. Επακόλουθο αυτής της κατάστασης ήταν και η υποχωρητική στάση έναντι των τουρκικών διεκδικήσεων στην Κύπρο, που οδήγησε στην απώλεια τμήματος του νησιού στον Τούρκο εισβολέα.

Η διαφυγή του αντιτορπιλικού Βέλος με κυβερνήτη τον αντιπλοίαρχο Νίκο Παππά αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα για τη χούντα.

Οι αξιωματικοί του Ναυτικού συνέχισαν λοιπόν να προετοιμάζουν νέο κίνημα ερχόμενοι σε επαφή με αξιωματικούς του Στρατού και της Αεροπορίας, με πολιτικούς (Κων/νος Καραμανλής, Γ. Ράλλης, Ευ. Αβέρωφ, ο οποίος λειτούργησε συμβουλευτικά ως προς το κίνημα), επιχειρηματίες (Νικήτας Βενιζέλος, αδελφοί Βαρδινογιάννη), αλλά και απλούς πολίτες, επιθυμώντας την εξασφάλιση της διακλαδικής στήριξης του σχεδιαζόμενου κινήματος, της διοικητικής του μέριμνας και της σύμπραξης σε αυτό των φοιτητών.

 

Υπεραισιόδοξο το σχέδιο δράσης

Οι επαφές των στελεχών του ελληνικού Ναυτικού με εξωναυτικά στοιχεία είχαν περιορισμένη επιτυχία, η ιδέα, όμως, ενός Ναυτικού Κινήματος κέρδισε εύκολα έδαφος στις τάξεις των αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού. Ξεκινώντας από ένα πυρήνα πέντε συμμαθητών από την τάξη του 1948 της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, οι μυημένοι τις παραμονές του Κινήματος υπερέβησαν τους εκατό. Ανάμεσά τους συγκαταλέγονταν οι κυβερνήτες της πλειοψηφίας των πλοίων του ελληνικού στόλου, καθώς και σημαίνοντα επιτελικά στελέχη όπως οι Σταθόπουλος και Δεμέστιχας που μπορούσαν να επηρεάζουν τη συγκρότηση των επιτελείων των πλοίων αλλά και τις κινήσεις τους επ’ ωφελεία του σκοπούμενου Κινήματος.

Το σχέδιο δράσης του Κινήματος οριστικοποιήθηκε έπειτα από συζητήσεις που κράτησαν πάνω από χρόνο και, σε γενικές γραμμές, αποτέλεσε επανάληψη των ναυτικών επιδείξεων που πραγματοποίησαν οι Αγγλογάλλοι στα ελληνικά παράλια κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Προβλεπόταν δηλαδή ο αποκλεισμός του Λεκανοπεδίου της Αττικής μέσω του κλεισίματος του λιμένος Πειραιά και μέσω της απειλής πλήγματος του αεροδρομίου του Ελληνικού. Θα απειλούνταν επίσης οι γέφυρες των εθνικών οδών Αθηνών – Κορίνθου, Αθηνών – Λαμίας και του αντίστοιχου σιδηροδρομικού δικτύου, καθώς και οι κεραίες των ηλεκτρονικών ΜΜΕ στο Λεκανοπέδιο. Στη συνέχεια, θα επιδιδόταν τελεσίγραφο στους δικτάτορες με το οποίο θα ζητούσαν την ανάληψη της εξουσίας από προσωρινή οικουμενική κυβέρνηση και τη διενέργεια εκλογών. Σε περίπτωση που το τελεσίγραφο αυτό δεν γινόταν αποδεκτό ή έμενε αναπάντητο, θα καταλαμβανόταν η Σύρος και θα αποκλειόταν το λιμάνι της Θεσσαλονίκης αλλά και άλλα λιμάνια ώστε να καταστεί εντονότερη η πίεση στους δικτάτορες.

Οι εκδότες της Βραδυνής Τζώρτζης και Πάνος Αθανασιάδης περνούν από δίκη για τη δημοσίευση δηλώσεων του Καραμανλή, ο οποίος ήταν ενήμερος για το Κίνημα του Ναυτικού.

Το σχέδιο αυτό ήταν μάλλον αισιόδοξο. Η εμπειρία του Πρώτου και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και οι ορθές επισημάνσεις των Εγκολφόπουλου και Τζεβελέκη συνέτειναν στο ότι χωρίς την εξασφάλιση της συνεργασίας τμημάτων πεζικού και του απυρόβλητου του στόλου από την αεροπορία, η έκβαση του Κινήματος θα ήταν άδηλη. Φαίνεται, όμως, ότι οι πρωτεργάτες του επιδίωκαν περισσότερο την πρόκληση ζωηρής ηθικής εντύπωσης παρά την πολεμική τους αναμέτρηση με τη χούντα. Ως προς αυτό, η μαρτυρία του Π. Μάλλιαρη ότι: «Μια από τις δυσκολίες μας ήταν ότι δεν είμαστε έτοιμοι να χύσουμε αίμα. Πιστεύω ότι ήταν καλύτερα που μας πιάσανε», καθρεφτίζει τον ειρηνικό χαρακτήρα του Κινήματος και την ομοιότητά του με την ένοπλη μα ειρηνική διαμαρτυρία του Κινήματος στο Γουδί το 1909.

 

Η στάση του αντιτορπιλικού «Βέλος»

Ανεξαρτήτως πάντως της πιθανότητας επιτυχίας του σχεδίου αυτού, τελικά δεν πρόλαβε να εφαρμοσθεί, καθώς ειδοποιήθηκαν εγκαίρως οι πραξικοπηματίες και συνέλαβαν τους επίδοξους κινηματίες. Μολαταύτα, η επιδιωκόμενη ζωηρή ηθική εντύπωση και ο συνακόλουθος κλονισμός του δικτατορικού καθεστώτος επιτεύχθηκαν μέσω της διαφυγής του Α/Τ «Βέλος» στην Ιταλία με πρωτεργάτη τον αντιπλοίαρχο Νικόλαο Παππά. Οι επιπτώσεις αυτής της ενέργειας υπήρξαν σοβαρές, καθώς εμφανίστηκε στον υπόλοιπο κόσμο και ιδιαίτερα στις χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ ότι ο έλεγχος των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων από τη δικτατορία αλλά και η συμμαχική τους αξιοπιστία ήταν προβληματικά. Η εντύπωση αυτή ενισχύθηκε από την αποψίλωση της ελληνικής μεθορίου από σημαντικές στρατιωτικές μονάδες, που μεταστάθμευσαν στην περίμετρο μεγάλων αστικών κέντρων ώστε να «αστυνομεύσουν» άλλες μονάδες που είχαν ως διοικητές αξιωματικούς που δεν ήταν ένθερμοι οπαδοί της δικτατορίας.

Συνέντευξη Τύπου του κυβερνήτη του Α/Τ Βέλος και μελών του πληρώματος στην Ιταλία.

Η διαφυγή του Α/Τ «Βέλος» στην Ιταλία επιτάχυνε επίσης και τη διαδικασία εκδημοκρατισμού στο εσωτερικό της χώρας. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος αυτοανακηρύχθηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας ελπίζοντας ότι θα διατηρούσε τη συμπάθεια πολλών στελεχών του στρατού ξηράς, που είχε ρεπουμπλικανική παράδοση. Παραχώρησε επίσης γενική αμνηστία και συναίνεσε στην άρση του στρατιωτικού νόμου, δίνοντας έτσι ώθηση στον αγώνα για τη Δημοκρατία, αφού η εκδίκαση πολιτικών αδικημάτων ξαναπέρασε στα χέρια της ελληνικής πολιτικής δικαιοσύνης. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο λαός ανέκτησε το θάρρος του και ενέτεινε την αντίστασή του ενάντια στη δικτατορία.

Οι επιτυχίες, όμως, αυτές δεν ήταν δίχως κόστος για τους συλληφθέντες κινηματίες και τους συναδέλφους τους που διέφυγαν στην Ιταλία. Αντιθέτως, δεκάδες αξιωματικοί του Ναυτικού βασανίστηκαν και αποτάχθηκαν. Με την πτώση, όμως, της δικτατορίας, και την επάνοδο στο δημοκρατικό πολίτευμα, η ελληνική πολιτεία τούς αντέμειψε επαναφέροντάς τους στο Ναυτικό και εμπιστευόμενή τους ύπατα αξιώματα. Η χειρονομία αυτή αποτέλεσε αναγνώριση των επαγγελματικών τους προσόντων, της αντιστασιακής δράσης τους και ένδειξη ευγνωμοσύνης καθώς επιφορτίσθηκαν από το υπουργείο Δημοσίας Τάξεως, αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση, με την ειδική και επικίνδυνη αποστολή της περιφρούρησης της Δημοκρατίας «με πλήρη ελευθερία κινήσεων και πρωτοβουλιών σε όλους τους τομείς και προς κάθε πλευρά και ανεξάρτητα από επίσημες κρατικές ενέργειες». Την αποστολή αυτή έφεραν σε πέρας, ολοκληρώνοντας αναίμακτα αυτό που με θυσίες είχαν ξεκινήσει την άνοιξη του 1973, την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα.

Γελοιογραφία του Αυστριακού Ρούντολφ Ντιρ αποτυπώνει το πλήγμα που δέχθηκε η χούντα από τη διαφυγή του Α/Τ Βέλος.

 

Ο Ζήσης Φωτάκης είναι επίκουρος καθηγητής Ναυτικής Ιστορίας στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων.

Πηγή: Καθημερινή – Έντυπη έκδοση

 

Το Αντιτορπιλικό «Βέλος» στη Θεσσαλονίκη

Από τα μέσα Σεπτεμβρίου έως τα μέσα Νοεμβρίου 2019, το Α/Τ “Βέλος” βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη. Το εμβληματικό σκάφος, το οποίο παροπλίστηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1991, έχει χαρακτηριστεί ως Μουσείο Αντιδικτατορικού Αγώνα και είναι αγκυροβολημένο στη Νέα Παραλία, στο ύψος του Μεγάρου Μουσικής. Το κοινό, μπορεί να το επισκεφθεί καθημερινά, πλην της Δευτέρας, μεταξύ των ωρών 09.00-13.00 και 17.00-19.00.

 

Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός: Πολωνία, 1987-1990. Η διαδικασία εκδημοκρατισμού: Μια ανεπανάληπτη εμπειρία

Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός

Πολωνία, 1987-1990.
Η διαδικασία εκδημοκρατισμού.
Μια ανεπανάληπτη εμπειρία

Το 2019 συμπληρώνονται 30 χρόνια από τις καταλυτικές πολιτικές εξελίξεις στην Πολωνία, που μετέτρεψαν ριζικά τα πολιτικά δεδομένα στην Ευρώπη. Έτσι, καθίσταται επίκαιρο να ανατρέξει κανείς στις τότε εξελίξεις στη χώρα αυτή και να προβεί σε μια επανεκτίμηση των γεγονότων της εποχής εκείνης, ιδίως τώρα που σύννεφα συγκεντρώνονται πάνω από την Ευρώπη, στην οποία, προσβλέπαμε με τόση αισιοδοξία, καθώς εξελίσσετο προς μία άλλη πραγματικότητα.

Όταν μου έγινε η τιμή να μου προτείνει η Υπηρεσία την ονομασία μου ως πρέσβεως στην Πολωνία, τον Απρίλιο 1987, την οποία και απεδέχθην, ούτε με την πιο καλπάζουσα φαντασία δεν ήταν δυνατόν να σκεφθώ την εμπειρία που θα απεκόμιζα από την θητεία μου στην Βαρσοβία. Η κατάσταση στην χώρα, λίγα χρόνια μετά την άρση του στρατιωτικού νόμου, τίποτε δεν προοιώνιζε τις εξελίξεις που εκκολάπτοντο, με την συγκυριακή συμβολή και των διεθνών συνθηκών. Ουσιαστικά, έζησα από πολύ κοντά την μεθόδευση της μεταπτώσεως ενός κομμουνιστικού καθεστώτος, σε μια δυτικού τύπου δημοκρατία. Η προνομιακές επαφές μου τόσο με τον κρατικό μηχανισμό – λόγω της, ‘προκλητικής’ για την Δύση, πολιτικής ‘φιλίας’ του Ανδρέα Παπανδρέου¹ (του οποίου η μητέρα ήταν Πολωνίδα), με τον στρατηγό Jaruzelski – όσο και με την αντιπολίτευση, την Αλληλεγγύη, μετά την επισημοποίηση των σχέσεων της Ελλάδος με αυτήν, μου επέτρεψαν να παρακολουθήσω εκ του σύνεγγυς την όλη διαδικασία εκδημοκρατισμού της χώρας.

Ας σημειωθεί ότι οι ‘οδηγίες’ που είχαμε οι Έλληνες πρέσβεις στην Βαρσοβία ήταν να αποφεύγονται επαφές με την Αλληλεγγύη ώστε να μην ‘παρενοχλούμε’ τις επίσημες αρχές. Ήμουν ο μόνος πρέσβυς στην Πολωνική πρωτεύουσα σ’ αυτήν την οιωνεί ‘απομόνωση’. Εν πάση περιπτώσει, είχα το ‘προνόμιο’ σε κάθε επίσημη εκδήλωση, να με χαιρετά ιδιαιτέρως ο στρατηγός, ζητώντας νέα του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, προς μεγάλη «ζήλεια» των συναδέλφων μου! Έναντι του περιορισμού αυτού, μία μικρή ομάδα πρέσβεων – ο Αυστριακός, ο Γιουγκοσλάβος, ο Ισραηλινός, οι του Συμφώνου της Βαρσοβίας – είχαμε το προνόμιο μιάς ιδιαίτερης κυβερνητικής μεταχειρίσεως, με τακτικές ενημερώσεις εκ μέρους του Ενωμένου Εργατικού Κόμματος Πολωνίας, όπως απεκαλείτο το κόμμα της εξουσίας, αλλέως το κομμουνιστικό κόμμα. ‘Μοιραζόταν’ την εξουσία με το Αγροτικό Κόμμα, από το οποίο προήρχετο ο εκάστοτε Πρόεδρος της Βουλής, και με το καλούμενο Δημοκρατικό.

1980-1981: Απεργιακές κινητοποιήσεις στα Ναυπηγεία του Gdansk. Η γέννηση του συνδικάτου Αλληλεγγύη.

Λίγο μετά την επίδοση των διαπιστευτηρίων μου, έλαβα πρόσκληση σε δείπνο από τον Αμερικανό Πρέσβυ, παλαίμαχο περί τα πολωνικά πράγματα! Το ενδιαφέρον ήταν ότι οι λοιποί προσκεκλημένοι, πέραν μερικών συναδέλφων, ήσαν διαπρεπή στελέχη της Αλληλεγγύης. Απέκτησα, με τον τρόπο αυτόν, όπως προφανώς επεδίωξε ο αμερικανός συνάδελφος, μια πρώτη επικοινωνία με την ‘αντιπολίτευση’, χρήσιμη για ό,τι επηκολούθησε.

Διετήρησα επαφή κυρίως με ένα καθηγητή φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας, με τον οποίο άρχισα να συναντώμαι με πρόσχημα συζητήσεις για τους αρxαίους Έλληνες φιλοσόφους. Ουσιαστικά για να με ενημερώνει για την Solidarnosc.

Ο χρόνος περνούσε ενώ είχαν σημειωθεί τα πρώτα δείγματα του ενδο-πολωνικού διαλόγου. Με την ευκαιρία, όμως, της επετείου από την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Πρόεδρος της Βουλής συνεκάλεσε, για την 1η Σεπτεμβρίου 1988 στην Βαρσοβία τους ομολόγους του από τις εμπόλεμες χώρες. Μεταξύ αυτών και τον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων, Γιάννη Αλευρά. Αρκετά προ της εκδηλώσεως έλαβα τηλεφώνημα από τον Γενικό Γραμματέα της Βουλής, τον καθηγητή Κων. Μπέη, ότι ο Πρόεδρος θα ήθελε να συναντήσει τον στρατηγό Jaruzelski αλλά και τον Lech Walesa. Αντέδρασα λέγοντας ότι το πρώτο αίτημα δεν δημιουργούσε πρόβλημα, για την δεύτερη, όμως, συνάντηση, για την οποία, οπωσδήποτε, πλειοδοτούσα, για την τάξη θα ήθελα το πράσινο φως του Υπ. Εξωτερικών. Δεν άργησε το τηλεφώνημα από την Αθήνα, με το οποίο μου δόθηκε η σχετική έγκριση. Αφού ενημέρωσα τις πολωνικές αρχές για τις οδηγίες που είχα – οι οποίες ουδέν μου αντέταξαν -, μέσω του καθηγητού που προανέφερα ήρθα σε επαφή με τον καθηγητή Bronislav Geremek, τον πολιτικό μέντορα του Walesa, με τον οποίο ρυθμίσαμε την πρώτη συνάντηση Έλληνος αξιωματούχου με τον αρχηγό του Συνδικάτου, ένα γεύμα στην πρεσβευτική κατοικία. Ουσιαστικά, η εξέλιξη αυτή μου άνοιξε διάπλατες τις πόρτες της Αλληλεγγύης! Η συστηματική, πλέον, επικοινωνία με το Συνδικάτο, όπως παράλληλα οι σχέσεις μου με τις αρχές, μου έδωσαν την ευχέρεια να παρακολουθήσω από προνομιούχο θέση τις πολιτικές εξελίξεις που σημειώθηκαν ραγδαίες και που κατέληξαν στον «ιστορικό συμβιβασμό» και στην επιτυχία της δημοκρατικής μεταμορφώσεως της Πολωνίας. Ας σημειωθή ότι για την ηγεσία της χώρας δεν ετίθετο μόνον θέμα εκδημοκρατισμού, δεν υπήρχε μόνον η εσωτερική διάσταση. Υπήρχε και η διεθνής, η ανάκτηση δηλ. της πλήρους κυριαρχίας της, η εξουδετέρωση των ιστορικών πιέσεων από Ανατολή και Δύση, η ακύρωση διεθνών πράξεων που ρύθμιζαν ερήμην της, ζητήματα που την αφορούσαν.

Το γεύμα στην πρεσβευτική κατοικία της Βαρσοβίας. Διακρίνονται οι Lech Walesa και Γιάννης Αλευράς. Πλαισιώνονται
από τους Κωνσταντίνο Αιλιανό, Tadeusz Mazowiecki, Bronislav Geremek, Κωνσταντίνο Μπέη και Γεώργιο Βλάχο
(συλλογή Κ. Αιλιανού).

Στην γενικότερη ενημέρωσή μου βοήθησε και ένα περίεργο τρίγωνο επικοινωνίας με δύο άλλους συναδέλφους, τον Αυστριακό, και τον Γιουγκοσλάβο!

Σημειωτέον ότι όσα συνέβησαν στην Πολωνία δεν αποτελούσαν αποκλειστικότητα της Βαρσοβίας. Η διαδικασία εκδημοκρατισμού, με την συνυπογραφή της Σοβιετικής Ενώσεως, εξαπλώνετο σταδιακά και σε άλλες χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Όχι σε όλες. Όμως, το προβάδισμα το είχε η Πολωνία. Με κύριους πρωταγωνιστές τον στρατηγό Wojcιech Jaruzelski και τον Lech Walesa. Αυτή αποτελούσε το πρόκριμα για την έκβαση του ‘πειράματος’ στις άλλες χώρες και για τις νέες εκκολαπτόμενες ισορροπίες στην Ευρώπη.

Το πείραμα «Πολωνία» όχι μόνον επέτυχε να ανατρέψει την καθεστηκυία τάξη σε μία χώρα του «Σιδηρού Παραπετάσματος», εξουδετερώνοντας τα αποτελέσματα της Γιάλτας, αλλά τούτο κατέστη δυνατόν αναίμακτα και χωρίς ευρύτερους κοινωνικούς κραδασμούς. Οι συνθήκες ήταν ώριμες ώστε να απορριφθή το παρωχημένο εν ισχυί δείγμα διακυβερνήσεως. Η επιτυχία, όμως, ωφείλετο και στην ψυχραιμία και την σύνεση των δύο πρωταγωνιστών που προανέφερα και των συνοδοιπόρων τους. Οι δύο πρωταγωνισταί αποτελούσαν την ικανή και αναγκαία προϋπόθεση για την μεταμόρφωση αυτή, την επίτευξη του ιστορικού συμβιβασμού, αναγκαίου για την χώρα τους.

Τρίτο καταλύτη του ’πειράματος’ αποτελούσε η Καθολική Εκκλησία. Αρκετά χρόνια πριν, όχι χωρίς υστερόβουλες σκέψεις από την Δύση, το 1978, είχε εκλεγή Πάπας ο αρχιεπίσκοπος Κρακοβίας καρδινάλιος Carol Vojtyla, με την ονομασία Ιωάννης-Παύλος Β΄. Το γεγονός τούτο προσέδωσε ιδιαίτερη νομιμοποίηση στην Πολωνική Καθολική Εκκλησία. Συγχρόνως ο νέος Πάπας, με την ισχυρή προσωπικότητά του και τον μηχανισμό του Βατικανού, υπήρξε αποφασιστικός συμπαίκτης τόσο για την χώρα του όσο και ευρύτερα. Ωστόσο, παράλληλα, καίριο ρόλο διεδραμάτισε και ο πριμάτος Glemp, ο οποίος στήριζε διακριτικά την Αλληλεγγύη και παρασκηνιακά βοήθησε με τις σταθμισμένες ενέργειές του τις κινήσεις των κυρίων παικτών.

O Πάπας Ιωάννης-Παύλος Β΄ και ο Αρχιεπίσκοπος Βαρσοβίας Josef Glemp.

Πέραν, όμως, της παρουσίας στο προσκήνιο των τριών προαναφερθέντων πόλων, χρειαζόταν και μία άλλη «σταθερά»: η προσωπικότης του σοβιετικού ηγέτη Michael Gorbachev, με το δικό του όραμα, της περεστρόικα και της γκλάσνοστ.

Ας σημειώσω ότι η εικόνα που είχαμε τότε για τον απόκοσμο κάπως στρατηγό, με τα μαύρα γυαλιά και την αγέρωχη στάση, ιδίως μετά την επιβολή το 1981 του στρατιωτικού νόμου, ήταν πολύ αρνητική. Πάρα ταύτα, ο ίδιος, γόνος αριστοκρατικής πολωνικής οικογένειας, καθολικός, έχοντας ιησουϊτική παιδεία, εθεωρείτο γνήσιος πατριώτης, κηδόμενος πρωτίστως των συμφερόντων της πατρίδας του. Οι σοβιετικοί τον είχαν μεταχειρισθή πολύ άσχημα κατά τον πόλεμο, και τον είχαν εκτοπίσει στην Σιβηρία. Ο Hans Dietrich Genscher ανεγνώριζε ότι ήταν περισσότερο Πολωνός παρά κομμουνιστής.

Στην όλη αυτή διαδικασία, η Δύση δεν αποτελούσε απλώς ένα παρατηρητή. Πέραν του αμέσου, έστω διακριτικού, ρόλου της Ουάσιγκτων, η Δύση συνέβαλε με τον δικό της τρόπο σε ό,τι επετεύχθη, μέσω μιας μακρόπνοης στρατηγικής και τακτικής.

Την όλη διαδικασία στην Πολωνία διευκόλυνε, ασφαλώς, η πτώση του τείχους στο Βερολίνο. Οι σχέσεις Πολωνίας-Δυτ. Γερμανίας ήταν πάντα ιδιαιτέρως ευαίσθητες. Αν και η Ανατολική Γερμανία – για την οποία (ακόμη και γι’ αυτήν) η Βαρσοβία έτρεφε αισθήματα καχυποψίας – είχε τυπικά αποδεχθή τα σύνορα με την ανατολική γείτονα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τους ποταμούς Oder-Neiße, η Δυτική πάντα άφηνε να πλανάται μία αοριστία. Αυτό, ήταν φυσικό, αποτελούσε ένα διαρκές αγκάθι στις διμερείς σχέσεις και ζήτημα ιδιαίτερης ευαισθησίας για τους Πολωνούς.

Τα προεόρτια. Ουσιαστικά, το έναυσμα των όσων φάνηκαν να ξεκινούν το 1987, πρέπει να αναζητηθούν στην οικονομική κρίση που είχε ξεσπάσει το 1971 και συνεχιζόταν αμείωτη ακόμη το 1980.² Η κρίση είχε ως συνέπεια την εσωτερική αστάθεια του Κόμματος και επανειλημμένες αλλαγές στην ηγεσία του. Η δυσπραγία του κόσμου, των εργατών, η σπάνις ειδών στην αγορά, οδήγησε στην ίδρυση, του παν-πολωνικού εργατικού συνδικάτου της Αλληλεγγύης/Solidarnosc, τον Σεπτέμβριο του 1980, στο Γκντάνσκ. Σταδιακά, η στάση του Συνδικάτου σκλήρυνε. Μετά την επιτυχή γενική απεργία της 28ης Οκτωβρίου 1981, προγραμμάτιζε νέα γενική απεργία για τις 12 Δεκεμβρίου με αίτημα την προκήρυξη δημοψηφίσματος συναφώς με την νομιμότητα του Κόμματος ενώ, συγχρόνως, καλούσε σε μεγάλη συγκέντρωση, για τις 17 Δεκεμβρίου, ημέρα μνήμης των αιματηρών γεγονότων του 1970. Υπό την πίεση των κινητοποιήσεων αυτών, την εξέλιξη των οποίων παρακολουθούσε με ανησυχία όλο το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, ο στρατηγός Jaruzelski, πρωθυπουργός και υπουργός Αμύνης τότε, ο οποίος τον Οκτώβριο του 1981 είχε εκλεγή Α΄ Γραμματεύς του Ε.Ε.Κ.Π., ανέλαβε την σημαντική πρωτοβουλία να καλέσει την 4η Νοεμβρίου τον Πριμάτο Glemp και τον αρχηγό της Αλληλεγγύης, Lech Walesa σε διαβούλευση, για να αντιμετωπισθή η κρίσιμη κατάσταση. Σκοπός του ήταν η διαμόρφωση μιας βάσεως για «εθνική συνεννόηση». Η πρωτοβουλία δεν καρποφόρησε. Δεν υπήρξε δεύτερη συνάντηση κατόπιν υπαναχωρήσεως του Walesa.Ήδη, η επιβολή στρατιωτικού νόμου αντιμετωπιζόταν στα παρασκήνια. Όμως, ως φαίνεται κατά την συνάντηση αυτή ο στρατηγός άρθρωσε την ιδέα μιας «στρογγυλής τραπέζης» και με την ιδέα αυτή κατά νου διαχειρίστηκε την κατάσταση μέχρι το 1988.

Ο στρατιωτικός νόμος κηρύχθηκε στις 12 προς 13 Δεκεμβρίου 1981. Διήρκεσε μέχρι τις 22 Ιουλίου 1983. Σημειώθηκαν θύματα. Κατά τον στρατηγό, η απόφαση ελήφθη την τελευταία στιγμή, όταν οι πληροφορίες έφεραν τις δυνάμεις του Συμφώνου να είναι έτοιμες να επέμβουν στις 14 Δεκεμβρίου. Ουδείς, ακόμη, μπορεί να το διαβεβαιώσει ή να το διαψεύσει επισήμως. Ο Jaruzelski σημειώνει ότι του το επεβεβαίωσαν αργότερα ο Shevardnadze και ο ίδιος ο Gorbachev. Στον στρατηγό είχαν περιέλθη και πληροφορίες ότι το Κρεμλίνο είχε την πρόθεση δημιουργίας «εναλλακτικής» κυβερνήσεως στην Βαρσοβία. Αλλά και στέλεχος της Αλληλεγγύης επεβεβαίωσε αργότερα τα των προθέσεων του Συμφώνου. Ο στρατιωτικός νόμος δεν εφαρμόσθηκε σκληρά. Δεν παρατηρήθηκε βία για την βία. Η καταστολή υπήρξε επιλεκτική, έστω και αν σημειώθηκαν υπερβολές από ορισμένα όργανα του κράτους.

Δεκέμβριος 1981: Η επιβολή του στρατιωτικού νόμου.

Κατά μία άλλη εκδοχή το Κόμμα είχε εξασθενήσει σημαντικά τόσο ώστε να μην διαθέτει άλλα μέσα προς ανόρθωση της καταστάσεως. Ο στρατιωτικός νόμος ήταν η διέξοδος.

Όμως, πρακτικά, κατά την περίοδο αυτή εκκολάφθηκαν οι κατοπινές εξελίξεις. Ανεφέρθη η πρωτοβουλία του στρατηγού για ένα τριμερή διάλογο. Υπήρξε προσπάθεια δημιουργίας Συμβουλίου Εθνικής Ενότητος όπως και μιας Επιτροπής Πρωτοβουλίας. Το Συνδικάτο εν τούτοις απέκρουε οποιονδήποτε διάλογο με το καθεστώς. Πιθανόν, ορθώς η Αλληλεγγύη να απέφευγε να ανταποκριθή τότε στην πρόκληση. Οι όροι για την υπέρβαση δεν επληρούντο ακόμη!

Από την άλλη πλευρά, η άρση του στρατιωτικού νόμου το 1983, βρήκε την κοινωνία και την οικονομία σε δεινή κατάσταση. Η εμπιστοσύνη του λαού στις κρατικές δομές είχε φθάσει στο ναδίρ. Τουναντίον, το Συνδικάτο νομιμοποιείτο ολοένα και περισσότερο στην συνείδηση του κόσμου. Η απονομή στον Walesa του Νόμπελ Ειρήνης, το 1983, συνέτεινε ακόμη περισσότερο στην νομιμοποίηση της Αλληλεγγύης.

Από το 1984 μέχρι το 1987, έτος αναλήψεως των καθηκόντων μου στην Βαρσοβία, δεν σημειώθηκε κάποια ουσιώδης κινητικότης. Τον λαό τον χαρακτήριζε αδιαφορία. Σημειολογικά μόνον, τον Οκτώβριο 1985 ο Jaruzelski εξελέγη στην υπάτη θέση του αρχηγού του κράτους, του Πρόεδρου του Κρατικού Συμβουλίου. Αντίστοιχα, στην Μόσχα, λίγο νωρίτερα είχε εκλεγή Α΄ Γραμματεύς της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Σ.Ε. ο Michael Gorbachev. Η στενή σχέση που ανεπτύχθη μεταξύ των δύο αυτών ανδρών θα επέτεινε την δυναμική προς την καθεστωτική υπέρβαση! Παρουσιάσθηκε ένα φαινόμενο ανατροφοδοτήσεως των διαδικασιών στην Μόσχα και στην Βαρσοβία. Έστω και αν οι δύο πρωταγωνισταί δεν φαίνεται, τότε ακόμη, να συνειδητοποιούσαν που θα οδηγούντο….

Σε επιβεβαίωση ενός αναδυομένου μεταρρυθμιστικού πνεύματος, το καθεστώς τάραξε κάπως τα νερά με νέα πρωτοβουλία του, το 1986, δημιουργίας ενός Συμβουλευτικού Συμβουλίου με σκοπό την ειλικρινή ανταλλαγή απόψεων. Η Αλληλεγγύη απείχε. Έστω και αν δεν παρουσίασε κάποιο απτό έργο, το Συμβούλιο αυτό απετέλεσε ενθαρρυντικό βήμα ανταλλαγής απόψεων. Η κυβέρνηση προχώρησε σε ορισμένα μέτρα ‘φιλευθεροποιήσεως’. Τέλος, για να προκληθή κάπως το ενδιαφέρον της απαθούς κοινωνίας απεφασίσθη η διενέργεια ενός δημοψηφίσματος, στις 29 Νοεμβρίου 1987, πρωτοποριακή ιδέα για ένα κομμουνιστικό καθεστώς.

Στις 13 Ιουλίου 1987 επέδωσα τα διαπιστευτήριά μου. Άρχισα να παρακολουθώ πλέον υπό την νέα μου ιδιότητα όσα συνέβαιναν στην Πολωνία. Αλλά ακόμη ήταν νωρίς να διαισθανθεί κανείς τις προαλειφόμενες εξελίξεις.

Το δημοψήφισμα απετέλεσε καταστροφή για αυτούς που το ενεπνεύσθησαν!³ Άλλα υπελόγιζαν οι τεχνοκράτες του κόμματος. Η ηγεσία παρεδέχθη την ήττα της. Όμως, η δημοκρατική διεξαγωγή του έδωσε κάποια πλεονεκτήματα στο Κόμμα και απετέλεσε ένα μήνυμα προς τον λαό: οι μεταρρυθμιστές έδωσαν ένα δείγμα των προθέσεών τους.

Η Αλληλεγγύη μποϋκόταρε την διαδικασία, αποφεύγοντας να περιέλθη σε θέση ενδο-συστημικής αντιπολιτεύσεως. Ενεθάρρυνε την αποχή, συμπλέοντας με την γενική απροθυμία του λαού.

Η Εκκλησία κινήθηκε πιο ευέλικτα. Βγήκε κερδισμένη σε αξιοπιστία. Με ανακοίνωσή της ανεγνώρισε την ανάγκη βαθειάς οικονομικής τομής σε συνδυασμό με κοινωνικό-πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Οι κρατικές προσπάθειες δεν αρκούσαν. Απητείτο η σύμπραξη ατόμων και ανεξαρτήτων οργανώσεων – βλ. Αλληλεγγύη – Ο Πριμάτος μιλούσε για κάποια επιτυχία του δημοψηφίσματος. Με τον τρόπο αυτό η Εκκλησία στήριζε την εξουσία και απεδοκίμαζε, διακριτικά, την στάση του Συνδικάτου.

Οι ισορροπίες που διαμορφώθηκαν έδωσαν κάποια ικανοποίηση στο Κόμμα και, κυρίως, ανέστειλαν την λήψη των σκληρών μέτρων που ετοίμαζαν οι απαράτσνικ. Και οι δύο πόλοι, αποδυναμωμένοι, φαινόντουσαν βραχυκυκλωμένοι και αποπροσανατολισμένοι. Ακόμη και ο Walesa, με συμβουλές από δυτικές δυνάμεις, υπήρξε ήπιος στην κριτική του. Αντίστοιχα, στο παιχνίδι των εντυπώσεων, και η κυβέρνηση προέβη σε κάποιες χειρονομίες προς το Συνδικάτο, με τις διακριτικές πιέσεις του αμερικανικού παράγοντα, σε παρασκηνιακή επικοινωνία με το καθεστώς.

Ωστόσο, το όλο εγχείρημα έδωσε ευκαιρία σε ζυμώσεις. Ήταν κατανοητό και στους τρεις παίκτες ότι ένα λάθος, πέραν των επιπτώσεων σ’ αυτόν που το διέπραττε, θα έθετε υπό αμφισβήτηση την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Η αναβολή λήψεως των αναγκαίων οικονομικών μέτρων ήταν μικρή μέχρι την 1η Φεβρουαρίου 1988. Τα μέτρα υπήρξαν, όντως, σκληρά. Όμως, ούτε ο κόσμος ούτε η Αλληλεγγύη αντέδρασαν ιδιαιτέρως έντονα. Υποστηρίζοντας την ανάγκη των μεταρρυθμίσεων, το Συνδικάτο, με ικανή αυτοσυγκράτηση, ζήτησε την μείωση των αυξήσεων των τιμών των αγαθών. Ο ίδιος ο Walesa, σε πνεύμα ρεαλισμού και μετριοπάθειας, προέτρεπε να μην υπάρξουν επιθέσεις κατά των αρχών, πιθανόν με την υστεροβουλία να μην παρενοχληθή ο Gorbachev στους δικούς του χειρισμούς.

Ευχετήρια κάρτα της Αλληλεγγύης για το έτος 1987.

Οι αποχρώσες ενδείξεις μαρτυρούσαν ένα είδος αμεσώτερης επικοινωνίας μεταξύ Αλληλεγγύης και Κόμματος. Γεγονός είναι ότι η αποσύνθεση του κρατικού μηχανισμού γινόταν καθημερινά πιο αισθητή. Καθ’ όν χρόνο το εξωτερικό χρέος καθίστατο βρόγχος για τον εξορθολογισμό της οικονομίας, τα κρατικά στελέχη δεν μπορούσαν να παρακολουθήσουν την ηγεσία.

Εν μέσω αυτής της αοριστίας, η Εκκλησία αναλαμβάνει πρωτοβουλία: προτείνει την οργάνωση «στρογγυλής τραπέζης» με θέμα την έξοδο από την οικονομική κρίση. Και πάλι η ιδέα δεν καρποφορεί. Οι απεργιακές κινητοποιήσεις εξουδετέρωσαν την προσπάθεια. Άλλωστε, το οικονομικό-κοινωνικό κλίμα επεδεινούτο με υπαιτιότητα της ηγεσίας καθ’ ον χρόνο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ηρνείτο την περαιτέρω οικονομική βοήθεια. Η πρωτομαγιά που πλησίαζε δεν αποτελούσε παράγοντα εφησυχασμού για το Κόμμα. Η κατάσταση βρισκόταν επί ξυρού ακμής. Στις απεργιακές κινητοποιήσεις παρενέβησαν οι δυνάμεις ασφαλείας, χωρίς, εντούτοις, θύματα. Με την επιδείνωση της καταστάσεως, δυτικές κυβερνήσεις αισθάνθηκαν την ανάγκη να παρέμβουν κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου. Η Ουάσιγκτων, με τον φόβο ότι η κρίση μπορεί να ναρκοθετούσε την προσπάθεια προσεγγίσεως Jaruzelski-Walesa αναστέλλοντας την διαδικασία εκδημοκρατισμού της χώρας, πέραν των παροτρύνσεων για την συνέχιση των οικονομικών μεταρρυθμίσεων, επέμενε στην ανάγκη ενάρξεως ενός ειλικρινούς διαλόγου με στόχο την ελευθερία του Πολωνικού Λαού.

Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, από την πλευράς της εξέδωσε μία δήλωση, ήπια, έστω την τελευταία στιγμή, όταν με την μεσολάβηση της Εκκλησίας τα ναυπηγεία του Γκντανσκ εκκενούντο ειρηνικά, χωρίς περαιτέρω συνέπειες.

Τα χειρότερα απεφεύχθησαν, ενώ άλλα σημάδια υπεδείκνυαν το πνεύμα φιλελευθεροποιήσεως που γινόταν πιο αισθητό. Θεωρήθηκε ότι δεν ήταν συμπτωματικό ότι τον χειμώνα 1988 κεντρικό θέατρο της πρωτεύουσας, διευθυντής του οποίου ήταν γνωστό κομματικό στέλεχος, παρουσίασε έργο για την ανεξαρτησία της Πολωνίας μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην σκηνή ενεφανίζετο ο στρατηγός Josef Pilsudski, ο ηγέτης της Δεύτερης Πολωνικής Δημοκρατίας, προκαλώντας τον ενθουσιασμό του κοινού. Παρηκολούθησα με τη σύζυγό μου μια παράσταση, προσπαθώντας να καταλάβουμε, με τα λίγα πολωνικά που είχαμε μάθη, τα όσα διεδραματίζοντο επί σκηνής. Ήταν εκπληκτικό ότι το κοινό, όρθιο, τραγουδούσε με τους ηθοποιούς, παλιούς, εθνικούς θούριους. Στο θέατρο κυριαρχούσε μια περίεργη ατμόσφαιρα εθνικιστικής εξάρσεως! Θεωρήθηκε ότι και η περιορισμένης εμβέλειας αυτή χειρονομία απέβλεπε ακριβώς στην αφύπνιση της Πολωνικής κοινωνίας.

Ενώ αποφάσεις των διαφόρων κομματικών plenums επανείρχοντο στην ιδέα διευρύνσεως του διαλόγου, οι εκλογές για την ανάδειξη τοπικών αρχών προσέκοψαν πάλι στην αδιαφορία του κόσμου, με 44% αποχή, υποδεικνύοντας ότι οι Πολωνοί δεν ήσαν, πάντα, ικανοποιημένοι από τις χειρονομίες της ηγεσίας. Τον Αύγουστο του 1988 οι μαζικές διαδηλώσεις διαμαρτυρίας για την επιδείνωση της οικονομικής καταστάσεως είχαν ως μόνιμη επωδό την νομιμοποίηση της Αλληλεγγύης. Διαισθανόταν κανείς την κοινωνική ένταση και την επώαση εξελίξεων.

H επίσημη επίσκεψη του Mikhail Gorbachev στη Βαρσοβία (Ιούλιος 1988).

Γεγονός απετέλεσε η πρώτη επίσκεψη του Α’ Γραμματέως του Κ.Κ.Σ.Ε, του συντρόφου Michael Gorbachev, τον Ιούλιο του 1988. Η επίσκεψη ναι μεν δεν απέδωσε τα αναμενόμενα από πολωνικής πλευράς. Οι δηλώσεις του σοβιετικού ηγέτη δεν απετέλεσαν την χειρονομία που ανεμένετο. Ακόμη και για την περεστρόικα και την γκλάσνοστ οι αναφορές υπήρξαν υποτονικές. Μόνο στοιχείο άξιο αναφοράς υπήρξε η συνάντησή του με τμήμα της αντιπολιτευτικής intelligentsia, όχι όμως της Αλληλεγγύης. Ούτε για τα «λευκά σημεία» της ιστορίας μεταξύ των δύο χωρών προέβη σε κάποια αναφορά. Τουναντίον, ήταν σαφές ότι η επίσκεψη συνέβαλε στην τόνωση του προσωπικού γοήτρου του Πολωνού ηγέτη. Ουσιαστικά, αν στα λόγια σημειώθηκε υστέρηση, η ενθάρρυνση προς τις μεταρρυθμίσεις υπεδηλώθη από την έμμεση αλλά σαφή υποστήριξη προς τον στρατηγό.⁴ Ας σημειώσω την ιδιαιτερότητα ότι ο Ρώσος πρέσβυς στην Βαρσοβία, μέλος, κατά το σύνηθες, του Σοβιετικού Πολιτμπυρό, σκληροπυρηνικός κομμουνιστής, μιλούσε ανοικτά στους συναδέλφους του πρέσβεις, και σε μένα, με πύρινες εκφράσεις κατά του Α’ Γραμματέως του Κ.Κ.Σ.Ε. και της πολιτικής που προωθούσε στην Μόσχα, ένδειξη των εκεί ιδεολογικών συγκρούσεων.

Γενικώς, η εποικοδομητική χημεία των δύο ανδρών επέτρεπε την καλόπιστη αντιμετώπιση πολλών ακανθωδών ζητημάτων. Στο κλίμα αυτό, λίγο αργότερα, το 1990, ο σοβιετικός ηγέτης έκανε στον στρατηγό ένα πολύτιμο δώρο για την Πολωνία: παρεδέχθη, κατόπιν αιτήματος του Πολωνού ηγέτη, ότι η ειδεχθής δολοφονία των 14.000 αξιωματικών, αλλά και διανοουμένων, συνολικά 22.000 Πολωνών, στο δάσος του Κατύν, δεν είχε διαπραχθή από τα γερμανικά στρατεύματα το 1941, αλλά τον Μάρτιο/Ἄπρίλιο του 1940 από τις μυστικές υπηρεσίες της Σοβιετικής Ενώσεως! Έτσι εκαλύφθη ένα μεγάλο συναισθηματικό κενό των Πολωνών. Η πεποίθηση, αναπόδεικτη, ήταν εδραιωμένη στον λαό ότι το έγκλημα είχαν διαπράξει οι Ρώσοι. Η παραδοχή αυτή δεν ήταν, βέβαια, αρκετή ώστε να επουλώσει τις ψυχολογικές ουλές της Πολωνίας έναντι του ανατολικού γείτονα. Οι ουλές αυτές συνεχίζουν να χρωματίζουν έντονα τις διμερείς σχέσεις των δύο χωρών, επηρεάζοντας το γενικώτερο ισοζύγιο μεταξύ Ανατολής και Δύσεως.

Ας προσθέσω κάτι το προσωπικό: το τραγικό συναίσθημα που ένοιωσα όταν, το 1989, μετέβην και εγώ στο ετήσιο προσκύνημα του Πολωνικού λαού στο μνημείο του Κατύν, στο κεντρικό νεκροταφείο της Βαρσοβίας…. Μία μακριά, σιωπηρή, πορεία με αναμμένα καντηλάκια, για τα θύματα της σοβιετικής θηριωδίας.

Τα μηνύματα, εκατέρωθεν, πλήθαιναν, υποδηλώνοντας ότι οι ζυμώσεις προχωρούσαν. Η Εκκλησία παρέμενε ενεργός συμπαραστάτης των δύο μερών ως ηθικός εγγυητής.

Η πρώτη επίσημη επαφή Κόμματος-Αλληλεγγύης, μετά τον στρατιωτικό νόμο, πραγματοποιήθηε σε ένα κλίμα φορτισμένης αναμονής, στις 31 Αυγούστου 1988. Η συνάντηση, επιτυχής, κατέληξε στην συμφωνία πραγματοποιήσεως της «Στρογγυλής Τραπέζης». Σκοπός: η ριζοσπαστική αναθεώρηση του πολιτικού συστήματος! Συνέπεια: η νομιμοποίηση της Solidarnosc. Το καθεστώς απεδέχετο την πρόκληση! Οι δύο πόλοι, μετά πολλές, μακρές και επίπονες διαπραγματεύσεις στα παρασκήνια, με την υπευθυνότητα που απαιτούσαν οι συνθήκες συνεφώνησαν να προχωρήσουν στο αναγκαίο συμβιβασμό, για την σωτηρία της χώρας.

Στο τέλος του 1988, το κοινωνικό κλίμα ήταν βαρύ. Ο στρατηγός, με το στενό επιτελείο των ομοϊδεατών του, προσπαθούσε να βρη στηρίγματα για να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις. Ο νέος (Σεπτέμβριος 1988- Αύγουστος 1989) πρωθυπουργός φέρελπις – κομμουνιστής – πολιτικός Mieczyslaw Rakowski, που διατηρούσε έντονες επιφυλάξεις σε ό,τι αφορούσε την Αλληλεγγύη, δεν ήταν σε θέση να συμβάλη στην ομαλοποίηση της καταστάσεως. Με τα βαρίδια του σκληροπυρηνικού Κόμματος, η ηγεσία έπρεπε να κάνει την υπέρβαση! Αυτή προέκυψε τον Ιανουάριο του 1989, όταν ο Jaruzelski απείλησε, κατά τις εργασίες του plenum ότι θα παραιτηθή εάν το Κόμμα δεν στήριζε την σύγκληση «στρογγυλής τραπέζης» και την νομιμοποίηση της Αλληλεγγύης! Το plenum αυτό απετέλεσε πράξη ηρωισμού για την Πολωνία και αυτοακρωτηριασμού για το Κόμμα!

Τον Φεβρουάριο του 1989, ένδειξη της συγκλίσεως των εκατέρωθεν θέσεων απετέλεσε άρθρο, σε καθεστωτικό περιοδικό, του καθηγητού Geremek, κεντρικής πολιτικής προσωπικότητος του Συνδικάτου, στο οποίο υπεγράμμιζε τους λόγους για τους οποίους η κατάσταση ήταν ώριμη για την έναρξη του διαλόγου.

Δύο γεγονότα σημάδεψαν θετικά την περίοδο αυτή, από πλευράς της αντιπολιτεύσεως. Ο τηλεοπτικός διάλογος (30 Νοεμβρίου 1988) τον οποίο επέτρεψε το καθεστώς, του Walesa με τον με τον «ομόλογό του» του επισήμου εργατικού συνδικάτου και κύριου μέλους του Ενιαίου Εργατικού Κόμματος, διάλογος ο οποίος απετέλεσε μια απίστευτη επιτυχία για τον ηλεκτρολόγο του Γκντανσκ. Όπως επίσης, τον Ιανουάριο του 1989, η επίσκεψη του ηγέτου της Αλληλεγγύης στο Παρίσι, κατόπιν προσκλήσεως του προέδρου Mitterrand. Έγινε δεκτός σχεδόν με τιμές αρχηγού κράτους, αποκτώντας, με τον τρόπο αυτόν, το χρίσμα ενός αποδεκτού πολιτικού αρχηγού. Δείγμα της γαλλικής διπλωματικής ευελιξίας.

Εν τέλει, στις 17 Σεπτεμβρίου 1988, άρχισε η διαδικασία της «Στρογγυλής Τραπέζης» σε ένα προάστιο της Βαρσοβίας, την Magdalenka. Η δυστοκία εντός του Κόμματος ήταν γνωστή. Η κατάσταση είχε σχεδόν ξεφύγει του ελέγχου του στρατηγού, ο οποίος, όπως προανέφερα, απείλησε με παραίτηση στο plenum του Δεκεμβρίου-Iανουαρίου. Μία δεύτερη συνάντηση, τέλη Ιανουαρίου 1989, ολοκλήρωσε τα προδικαστικά των συνομιλιών. Η ουσιαστική φάση θα άρχιζε στις 6 Φεβρουαρίου. Τα ερωτηματικά, ο φόβος μήπως οι πρωταγωνισταί παρεσύροντο σε ακρότητες, ήταν έκδηλος. Ακόμη καίριο ήταν το ερώτημα που επλανάτο στα παρασκήνια: ποια θα ήταν, τελικώς, η στάση του στρατού (έστω και αν ηλέγχετο από τον αδιαμφισβήτητο ηγέτη του, τον στρατηγό Jaruzelski), εφ’ όσον αυτός θα εκαλείτο να παραχωρήσει ουσιαστικό τμήμα της εξουσίας του!

Ο Ιανουάριος υπήρξε μήνας προετοιμασίας αλλά και αγωνίας. Τα δύο στρατόπεδα επεξεργαζόντο τις θέσεις τους στην πρωτόγνωρη αυτή διαδικασία. Υπελόγιζαν τις αντιδρασεις των αντιπάλων, εξεπαίδευαν τα στελέχη τους στις νέες συνθήκες και τους όρους των συνομιλιών, των διαπραγματεύσεων, αντιμετώπιζαν κάθε δυνατή παγίδα εκ μέρους της άλλης πλευράς. Συνεφωνήθη η δημιουργία τριών επιτροπών: για πολιτικά/κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα, για την μετάλλαξη του πολιτικού συστήματος, για τα συνδικάτα και την νομιμοποίηση της Solidarnosc. Τουναντίον, δεν προεβλέπετο συζήτηση για εξωτερική πολιτική. Από πλευράς Αλληλεγγύης, προΐστατο ο ίδιος ο Walesa.Τουναντίον, ο Jaruzelski έκρινε ότι δεν έπρεπε να συμμετάσχη, ως ρυθμιστής της διαδικασίας και εγγυητής του κύρους του κράτους. Τέλος, η Εκκλησία, αν και δεν θα συμμετείχε ως μέλος της Τραπέζης, θα εξεπροσωπείτο από δύο παρατηρητές.

Όλο αυτό το διάστημα έντονης αναμονής, παρακολουθούσα την διαδικασία μέσω φίλων, πλέον, υψηλόβαθμων στελεχών της Αλληλεγγύης. Μερικοί ερχόντουσαν στην πρεσβεία, μετά τις συναντήσεις στην Magdalenka, για να με ενημερώσουν επί των τελευταίων εξελίξεων! Με άλλους, όπως τον καθηγητή Geremek, είχαμε συχνά διευρυμένα δείπνα, στην όμορφη ατμόσφαιρα της πρεσβευτικής κατοικίας. Με ιδιαίτερη χαρά φέρνω πάλι στο νου μου τις σπουδαίες εκείνες στιγμές επικοινωνίας με τους εξαιρετικούς Πολωνούς φίλους, οι οποίοι πλέον έχουν φύγει από την ζωή….

Η Πολωνική “Στρογγυλή Τράπεζα” (Φεβρουάριος – Απρίλιος 1989).

Η «Στρογγυλή Τράπεζα» διήρκεσε δύο μήνες, μέχρι την 4η Απριλίου. Οι διαπραγματεύσεις δεν ήταν εύκολες, τόσο μάλλον που το Κόμμα υπαναχωρούσε συχνά από θέσεις που είχε αποδεχθή. Όμως, η ατμόσφαιρα ήταν θετική, διαπνεόμενη από διάθεση εξευρέσεως λύσεων. Κατέληξε να είναι φιλική! Με το πέρας των εργασιών της, άνοιξε η διαδικασία αναγνωρίσεως και πάλι της Solidarnosc. Ουσιαστικά, τα αποτελέσματα της Στρογγυλής Τράπεζας απετέλεσαν το σύμβολο του τέλους του κομμουνισμού στην Πολωνία! Όπως ανεγνωρίσθη, νικητής δεν υπήρξε ούτε η μία ούτε η άλλη πλευρά. Νικητής ήταν ο Πολωνικός λαός.

Αίσθηση προκάλεσε η αιφνίδια πρόταση του κυρίου εκπροσώπου του Κόμματος να δημιουργηθεί θέση Προέδρου της Δημοκρατίας, με ευρείες αρμοδιότητες. Μετά την αρχική άρνηση της Αλληλεγγύης, το καθεστώς επανήλθε με την διευρυμένη πρόταση δημιουργίας και Γερουσίας. Στην άρνηση και πάλι του Συνδικάτου, ο ανερχόμενος νέος πολιτικός (και μετέπειτα Πρόεδρος της Δημοκρατίας), Alexander Kwasnievski, επέτυχε ώστε να γίνη δεκτή η πρόταση για τον Προέδρο Δημοκρατίας έναντι μιάς ελεύθερα εκλεγόμενης Γερουσίας! Το άμεσο μέλλον απέδειξε πόσο σωστή ήταν η απόφαση του Συνδικάτου να δεχθή την πρόκληση: από τα 100 μέλη της Γερουσίας τα 99 προήρχοντο από την Αλληλεγγύη!⁵

Άλλο καίριο ζήτημα, ήταν το εκλογικό σύστημα. Θεσπίστηκε, τελικώς, ένα δύσκαμπτο σύστημα που έκρυβε παγίδες για το Κόμμα, αν και δικής του εμπνεύσεως: 65% από τον καθεστωτικό συνασπισμό, δηλ. τα τρία κόμματα της εξουσίας (Εργατικό, Αγροτικό, Δημοκρατικό), 35% προερχόμενο από ανεξαρτήτους υποψηφίους, που θα υπεδεικνύοντο από την Αλληλεγγύη, δείγμα δημοκρατικού πλουραλισμού με την κατάργηση του κομμουνιστικού προτύπου διακυβερνήσεως. Ο ηγέτης της Αλληλεγγύης δεν θέλησε να είναι υποψήφιος, ούτε για την Βουλή ούτε για την Γερουσία, διατηρώντας την υπερκομματική του φυσιογνωμία.

Λίγες ημέρες προ των εκλογών, έδωσε το παρόν και η Ορθόδοξη Εκκλησία της Πολωνίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, μειοψηφική, εξ ανάγκης που εύκολα γίνεται κατανοητή, συνέπλεε με την εξουσία. Η δήλωσή της ήταν υποστηρικτική του Κόμματος.

Σε διάγγελμά του την προτεραία των εκλογών, ο στρατηγός, με ιδιαίτερη μετριοπάθεια έκανε θετικά σχόλια για την «Στρογγυλή Τράπεζα», τα αποτελέσματα της οποίας χαρακτήρισε ως σοφό και χρήσιμο συμβιβασμό.

Οι εκλογές που διεξήχθησαν στις 4 και 18 Ιουνίου, με μεγάλη αποχή και πάλι, απέδειξαν τις πλάνες και τις ψευδαισθήσεις της κρατικής ηγεσίας. Τα αποτελέσματα υπήρξαν καταιγιστικά εις βάρος της. Προεκλογικά παρουσιάστηκε ασυντόνιστο και χωρίς πυγμή, ενώ το σκληροπυρηνικό κατεστημένο δυσχέραινε τους χειρισμούς. Τελικώς, όπως ανεμένετο, οι «ανεξάρτητοι» υποψήφιοι εξελέγησαν όλοι – πλην ενός – από την Αλληλεγγύη. Όμως, η έκπληξη ήταν οι «κομματικοί»! Μόνον ένας εξελέγη στον πρώτο γύρω. Η παλαιά νομενκλατούρα έμεινε εκτός Βουλής: από τους 15 υποψηφίους που θα εξελέγοντο αν ελάμβαναν άνω του 50% ουδείς εξελέγη. Στον δεύτερο προέκυψαν άλλες ανατρεπτικές εκπλήξεις, εφ’ όσον το Συνδικάτο είχε φροντίσει πολλοί από τους υποψηφίους των δύο μικρών κυβερνητικών κομμάτων να είναι συμπαθούντες προς αυτό. Αποτέλεσμα ήταν ότι το Κόμμα δεν κατάφερε να εξασφαλίση μια πραγματική πλειοψηφία!

Οι βουλευτικές εκλογές του 1989.

Από την πλευρά της η Solidarnosc δεν επεδίωξε να κατατροπώσει το Κόμμα, δεν επεδίωξε την ολοκληρωτική ήττα του στον δεύτερο γύρο. Κάτι τέτοιο μπορεί να είχε αντίθετα αποτελέσματα. Όπως προσφυώς είχε λεχθή από στέλεχος του Συνδικάτου, «δεν είναι σωστό να αποτελειώσει κανείς κάποιον που πνέει τα λοίσθια»!

Όπως προανέφερα, τα κύρια στελέχη του Κόμματος έμειναν εκτός Βουλής! Αν και οι εσωτερικές αντιδράσεις υπήρξαν έντονες και ακούστηκαν φωνές να ακυρωθούν οι εκλογές εφ’ όσον δεν ετηρήθησαν τα συμπεφωνημένα, επεδείχθη ψυχραιμία και απεφεύχθησαν ατοπήματα. Τα τραγικά αυτά αποτελέσματα έδωσαν την ευκαιρία σε μία ειλικρινή ενδοσκόπηση. Το Κόμμα απεδέχθη τα λάθη του. Τα αποτελέσματα θεωρήθηκαν ένα plebiscitum ιδιαιτέρης βαρύτητος. Και τα στελέχη συνειδητοποίησαν, εκ των υστέρων βέβαια, ότι οι ψηφοφόροι της Αλληλεγγύης ψήφιζαν πρωτίστως ένα σύμβολο, όχι πρόσωπα, ένα σύμβολο που ασκούσε ιδιαίτερη έλξη στον λαό.

Γενικώς, και από τις δύο πλευρές επεδείχθη πνεύμα κατανοήσεως, ανάλογο με την σοβαρότητα του συνολικού εγχειρήματος. Συμπερασματικά, το Κόμμα, σε κάθε νέο βήμα εκδημοκρατισμού, απογυμνωνόταν από το κύρος του και την νομιμότητά του. Η νέα αυτή «ανατροπή» επεσφράγισε τις εξελίξεις.

Η Δύση, στην φάση αυτή έδωσε ένα ηχηρό παρόν στηρίξεως των εξελίξεων στην Πολωνία. Ο στρατηγός, ως πρωτεργάτης, έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές στο Λονδίνο και τις Βρυξέλλες. Ο Γάλλος πρόεδρος Mitterrand επεσκέφθη επισήμως την Βαρσοβία μεταξύ των δύο γύρων, με έκδηλη την σημασία της επισκέψεως αυτής. Λίγο αργότερα, τον Ιούλιο, η Βαρσοβία εδέχθη τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, George Bush, ο οποίος σημειωτέον – ιδιαίτερη χειρονομία εκ μέρους του – επεσκέφθη τους δύο Πολωνούς ηγέτες στην κατοικία τους, τον Walesa στο Gdansk!

Η αντίστοιχη χειρονομία από Γερμανικής πλευράς σημειώθηκε, λίγο αργότερα, με επίσκεψη του καγκελλαρίου Helmut Kohl στην Βαρσοβία, αρχές Νοεμβρίου 1989, που συνέπεσε με τα γεγονότα του τείχους στο Βερολίνο.

Από πλευράς Μόσχας, τέλος, τα μηνύματα ήταν καθησυχαστικά, τόσο μάλλον που, από την Βαρσοβία, ήταν σαφές ότι δεν επεδιώκετο η παρενόχληση της περεστρόϊκα. Αποτέλεσμα ήταν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες της Μόσχας, όπως η πρόσκληση του γνωστού μαρξιστή της Αλληλεγγύης Adam Michnik, αλλά, λίγο αργότερα και του Walesa, κατόπιν διακριτικής προτροπής του ιδίου του Jaruzelski.

Επόμενο βήμα προς την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας ήταν η εκλογή Προέδρου της χώρας. Ήδη, από καιρό ψιθυριζόταν μία άτυπη συμφωνία στο πρόσωπο του στρατηγού. Σκοπός: η εγγύηση της ομαλής περαιτέρω διαδικασίας. Όμως, ο ίδιος ο στρατηγός κλυδωνιζόταν στην απόφασή του. Στις 2 Ιουλίου δήλωσε στο κομματικό plenum, ότι δεν θα έθετε υποψηφιότητα. Κεραυνός εν αιθρία! Εν τέλει, με την προτροπή των κομμάτων, της Μόσχας, της Ουάσιγκτων αλλά και την απόφαση, στα παρασκήνια, της Αλληλεγγύης να επιτρέψει σε στελέχη του να ψηφίσουν υπέρ αυτού, ο Jaruzelski επείσθη. Ήταν ο μόνος υποψήφιος.

Η ημέρα της εκλογής χαρακτηρίσθηκε από έκδηλο εκνευρισμό. Δεν έπρεπε η διαδικασία να διαταραχθή με ένα λάθος αποτέλεσμα και να χαθή το momentum των μεταρρυθμίσεων. Ο στρατηγός, για το καλό της Πολωνίας, έπρεπε να εκλεγή. Ο ίδιος απέβλεπε σε μια άνετη υπερψήφιση, ως ψήφο εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του. Το Συνδικάτο πάλι, επεδίωκε μεν την εκλογή του, όμως με την μικρότερη δυνατή πλειοψηφία, όχι ως λαοπρόβλητο ηγέτη, ώστε να μεταδοθή το κατάλληλο μήνυμα. Το εγχείρημα, εν τούτοις, δεν ήταν εύκολο. Αν θεωρητικά, η πλειοψηφία στο εκλεκτορικό σώμα – Βουλή και Γερουσία – μπορούσε να επιτευχθή, στην πράξη, δοσομετρικά, ήταν δύσκολα προσδιορίσιμη.

Έζησα την διαδικασία στο αμφιθέατρο της Βουλής, όπου έγινε η ψηφοφορία (19 Ιουλίου 1989). Μαζί με δύο-τρεις άλλους πρέσβεις. Έγιναν τρεις καταμετρήσεις. Η απαιτούμενη απόλυτη πλειοψηφία ήταν 270 ψήφοι. Η πρώτη καταμέτρηση απέδωσε ακριβώς 270 θετικά ψηφοδέλτια! Έγινε νέα καταμέτρηση: 269! Στην τρίτη πάλι καταμετρήθηκαν 270. Η εφορευτική επιτροπή επεκύρωσε το αποτέλεσμα και η εκλογή του στρατηγού ως Προέδρου της Πολωνίας επεσφραγίσθη. Η ανακούφιση ήταν μεγάλη.

Η εκλογή του Wojcιech Jaruzelski στο ύπατο αξίωμα της χώρας (19 Ιουλίου 1989).

Οι υπολογισμοί από πλευράς της Αλληλεγγύης ήταν χειρισμοί μικρο-χειρουργικής! Με υπερψηφίσεις από κάποιους, με αποχές από άλλους, σε συνεννόηση με τα άλλα δύο κόμματα της συμπολιτεύσεως. Την επομένη με επεσκέφθη στο γραφείο φίλος, στέλεχος της Solidarnosc. Μου ενεπιστεύθη ότι η μεθόδευση και η επιτυχία της εκλογής «απετέλεσε την συμβολή της Αλληλεγγύης στην ομαλή εξέλιξη των πραγμάτων στην Πολωνία»!

Η κατάσταση στην Βαρσοβία έβαινε προς την ομαλοποίηση. Απέμενε ο σχηματισμός κυβερνήσεως. Και τούτο δεν ήταν εύκολο. Ο πρωθυπουργός έπρεπε, κατά τα συμφωνηθέντα, να προέρχεται από το Κόμμα. Ο Μichnik ήταν αυτός που έλυσε τον γόρδιο δεσμό: Δικός σας Πρόεδρος, είπε, δικός μας πρωθυπουργός! Το αξίωμα περιήλθε στον γνωστό συντηρητικό Tadeusz Mazowiecki , μετά τον αποκλεισμό δύο άλλων υποψηφίων. Οι κύριοι υπουργοί προήρχοντο από το Συνδικάτο. Τρεις ήσαν από το Κόμμα, ώστε να ληφθούν υπ’ όψιν οι επιθυμίες της Μόσχας: των Εσωτερικών, της Αμύνης και των Μεταφορών.Υπουργός Εξωτερικών ονομάσθηκε ο σεβάσμιος καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο τoυ Πόζναν, Krzysztof Skubiszewski, του περιβάλλοντος του Πριμάτου Glemp. Λίγο γνωστός στην πρωτεύουσα, αλλά με σημαντικές διεθνείς περγαμηνές.

Στις 12 Σεπτεμβρίου η κυβέρνηση Mazowiecki ελάμβανε ψήφο εμπιστοσύνης σχεδόν με ομοφωνία. Άλλη μία ορθή πράξη προς την ομαλοποίηση του καθεστώτος. Το τιτάνιο, πλέον, έργο διασώσεως της οικονομίας άρχιζε με την ψήφιση του προγράμματος Balcerowicz, υπουργού Oικονομικών! Περί τα τέλη του έτους ο πρωθυπουργός προσεκλήθη στην Μόσχα. Οι διμερείς σχέσεις ελάμβαναν την φυσιολογική πορεία τους. Έκπληξη προκάλεσε στην Βαρσοβία η γεμάτη συμβολισμό επίσκεψη στον νέο πρωθυπουργό του αρχηγού της K.G.B. για να τον ενημερώσει επισήμως.

Στις προγραμματικές δηλώσεις του, επικεντρωμένες στην οικονομία, ο πρωθυπουργός, αυστηρός και λιτός, υπεγράμμισε ότι η Πολωνία θα τηρούσε με εμμονή τις διεθνείς υποχρεώσεις της, όχι σαν τακτικό ελιγμό αλλά ως πεποίθηση.

Tadeusz Mazowiecki, πρωθυπουργός της Πολωνίας (1989-1991).

Αν από πλευράς Μόσχας τα τεκταινόμενα στην Πολωνία δεν αντιμετωπίζοντο αρνητικά, δεν συνέβαινε το ίδιο στα αδελφά κομμουνιστικά κόμματα της Ανατολικής Ευρώπης. Η Ρουμανία του Ceaușescu ετάσσετο αναφανδόν κατά του «πολωνικού πειράματος». Επίσης τα μηνύματα από την Τσεχοσλοβακία και την Ανατολική Γερμανία ήσαν μη φιλικά. Εθεωρείτο, μεταξύ άλλων, ότι μία κυβέρνηση της Αλληλεγγύης, υπερέβαινε τα όρια ανοχής. Θυμούμαι την ένταση που διεγράφετο στην πολωνική πρωτεύουσα.

Στοιχείο της εξισώσεως αποτελούσε και ο Στρατός. Οι ένοπλες δυνάμεις δεν αποτελούσαν κομματικό όργανο. Ήσαν πιστές, κατ’ αρχήν, στην ηγεσία, υπό τον έλεγχο του φυσικού ηγέτη του, του στρατηγού Jaruzelski. Μερικές σειρήνες αντετάσσοντο στις μεταρρυθμίσεις, εφ’ όσον, πρόδηλα, μετά την ομαλή εξέλιξη, ο ρόλος τους εκμηδενιζόταν. Εξαναγκάσθηκαν να συμπλεύσουν. Λίγο αργότερα η μυστική αστυνομία κατηργήθη. Παράλληλα παραιτήθηκε ο στρατηγός υπουργός Εσωτερικών καθώς και ο υπουργός Αμύνης. Αντεκατεστάθησαν από μη μέλη του Κόμματος.

Σε όλη αυτή την περίοδο, η Εκκλησία διεδραμάτιζε τον ρόλο που της είχε αναγνωρισθή, στηρίζοντας εναλλακτικά κάθε πόλο. Είχε σχηματίσει στα πλαίσια των νομοθετικών σωμάτων τον δικό της κύκλο, ξεχωριστό από αυτόν της Αλληλεγγύης, μέσω του οποίου παρακολουθούσε και επηρέαζε τις εξελίξεις. Ο Πριμάτος, πάντως, μετά την ομαλοποίηση της καταστάσεως ήθελε να επαναφέρει την Εκκλησία στην καθαρά πνευματική της διάσταση, μακράν της πολιτικής.

Ουσιαστικά, η περίοδος αστάθειας για την Πολωνία είχε τερματισθή. Η Τρίτη Δημοκρατία είχε εγκαθιδρυθή! Η χώρα ονομάζετο πλέον «Δημοκρατία της Πολωνίας», έχοντας απαλείψη το «Λαϊκή»! Τα βλέμματα ήταν πλέον στραμμένα προς το μέλλον. Αυτό που χρειαζόταν ακόμη ήταν η συνέχιση της πολιτικής ισορροπιών. Για κάποιο διάστημα αυτές ετηρήθησαν. Μία συνέπεια θα ήταν η διάλυση του αποσαθρωμένου, πλέον, Ενωμένου Εργατικού Κόμματος, και η διαμόρφωση νέων κομματικών θεσμών, της Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης του μεταρρυθμιστού κομμουνιστού Aleksander Kwasniewski, και του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος του τέως πρωθυπουργού Mieczyslaw Rakowski.

Όμως, οι εξελίξεις δεν άφησαν ανεπηρέαστη ούτε την Αλληλεγγύη. Άρχισε, γρήγορα, να γίνεται έκδηλη η διάσταση Walesa-Mazowiecki. Έναυσμα απετέλεσε η άρνηση του πρωθυπουργού να δεχθή την ονομασία υπουργών που του υπέδειξε ο ηγέτης του Συνδικάτου. Ουσιαστικά, υπέβοσκε ένας ανταγωνισμός εκ μέρους του πρώτου, ο οποίος πλέον, εκ των πραγμάτων δεν διαδραμάτιζε κανένα θεσμικό, ουσιαστικό, ρόλο. Παρέμενε εκτός κεντρικού προσκηνίου. Αυταρχικές θέσεις που προέβαλλε προκαλούσαν δυσμενή σχόλια αξιωματούχων που τον πλησίαζαν. Η προσεχής επίσκεψή του στην Ουάσιγκτων επέτεινε τις ανησυχίες και τον προβληματισμό των στελεχών της Solidarnosc. Η εμφανής ρήξη δεν θα αργούσε.

Οι βάσεις του νέου καθεστώτος είχαν τεθή. Ο εκδημοκρατισμός παρουσίασε μια δυναμική εξέλιξη. Δρομολογήθηκαν νέες εκλογές τοπικής αυτοδιοικήσεως, προχώρησε η εκπόνηση νέου συντάγματος, έληφθησαν τα αναγκαία μέτρα για την οικονομία. Αυτή άρχισε να ανακάμπτει ικανοποιητικά. Νέοι επενδυταί συνέρρεαν, μεταξύ αυτών και Έλληνες.

Η αποστολή μου στην Βαρσοβία έληξε τον Απρίλιο του 1990, με την επιστροφή μου στην Κεντρική Υπηρεσία. Αξίζει, ωστόσο, να ολοκληρώσω την περιγραφή με μερικές ουσιαστικές πτυχές των μετέπειτα εξελίξεων.

Λίγο αργότερα ολοκληρώθηκαν οι εργασίες εκπονήσεως νέου Συντάγματος. Το νέο αυτό Σύνταγμα, με την έγκριση του Προέδρου του κράτους, υπήρξε ανατρεπτικό ως προς το παρελθόν. Μεταξύ άλλων εισήχθη και η άμεση εκλογή του Προέδρου από τον λαό. Ο στρατηγός Jaruzelski εδέχθη να παραιτήθη. Ένα μόλις χρόνο μετά την εκλογή του! Ο ρόλος του ως εγγυητού είχε ολοκληρωθή. Επιτυχώς. Αλλά, ούτε τον λαό εξέφραζε πλέον, ούτε την νέα πολιτική τάξη εκπροσωπούσε. Η νέα εκλογή Προέδρου έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο (1990). Εκεί, όμως, υπεκρύπτετο η έκπληξη! Μεταξύ άλλων, υποψηφιότητα έθεσε παρά τις αντίθετες απόψεις πολλών από τους παλαιούς συνοδοιπόρους του, και ο Lech Walesa. Πίστευε ότι την εκλογή του τού την όφειλε ο Πολωνικός λαός! Όμως, δεν εξελέγη με τον πρώτο γύρο. Χρειάστηκε και δεύτερος. Με αντίπαλο, ούτε καν τον πρωθυπουργό Mazowiecki, αλλά έναν άγνωστο, κατά τα άλλα, πλούσιο Πολωνό επιχειρηματία της διασποράς!

Για να κλείσει το κεφάλαιο του παρελθόντος, έμενε μία «λεπτομέρεια»: η πλήρης εθνική κυριαρχία, με την απομάκρυνση των σοβιετικών στρατευμάτων. Το ζήτημα είχε θέση ήδη ο Mazowiecki στην σοβιετική πλευρά από τον Μάρτιο 1990. Η συμφωνία επετεύχθη και η αποχώρηση των στρατευμάτων ολοκληρώθηκε εντός του 1993. Το Σύμφωνο της Βαρσοβίας είχε διαλυθή, σημειωτέον, τον Ιούλιο του 1991.

Τον Οκτώβριο 1991 έγιναν κοινοβουλευτικές εκλογές, πλήρως δημοκρατικές, με το καινούργιο καλειδοσκόπιο κομμάτων. Όμως, ο λαός δεν ετίμησε, όπως θα ενεμένετο τα διάδοχα σχήματα του Συνδικάτου. Στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, το 1993, εκάλεσε στην εξουσία την Δημοκρατική Αριστερή Συμμαχία, σε συνασπισμό με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα του Kwasniewski. Οι βεβαιότητες ανετράπησαν ριζικά, αλλά δημοκρατικά. Σε σημείο που ο τελευταίος ανεδείχθη Πρόεδρος της Πολωνίας το 1995, νικώντας με μικρή διαφορά τον ίδιο τον Walesa.

Η νέα δημοκρατική χώρα, έγινε μέλος των Ευρωπαϊκών δομών: του Συμβουλίου της Ευρώπης, τον Νοέμβριο 1991, της Ε.Ο.Κ., με την Συμφωνία Συνδέσεως να υπογράφεται τον Δεκέμβριο του 1991. Έγινε πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, μαζύ με 9 άλλα κράτη, μεταξύ των οποίων και την Κύπρο, τον Μάιο του 2004. Ακούστηκαν πολλές επικρίσεις για την ομαδική και πρόωρη αυτή απόφαση. Το 1996 έγινε μέλος του Ο.Ο.Σ.Α. ενώ στο ΝΑΤΟ ενετάχθη το 1999. Η αντίδραση της Ρωσσίας στην διεύρυνση της συμμαχίας προς ανατολάς δεν ελήφθη υπ’ όψιν από τις Δυτικές Δυνάμεις.

Το «επεισόδιο» Πολωνία, στο γενικώτερο πλαίσιο της αποσταθεροποιήσεως του Ανατολικού Συνασπισμού δεν δημιουργήθηκε ερήμην της Δύσεως. Η στρατηγική της από χρόνια επηρέασε αποφασιστικά την ωρίμανση της καταστάσεως. Η πίεση του ΝΑΤΟ, η Ostpolitik της Δυτ. Γερμανίας, οι εκπομπές του Radio Free Europe, αργότερα η έναρξη των διαπραγματεύσεων MBFR (Mutual Balanced Force Reduction) και της CSCE (Conference for the Security and the Cooperation in Europe) με την τελική πράξη του Ελσίνκι (1977) αποτελούσαν φάσεις της στρατηγικής αυτής. Χωρίς βέβαια να είναι προκαθορισμένο το αποτέλεσμα κάθε μιας. Οι ικανές και αναγκαίες συνθήκες συνέκλιναν στην Πολωνία, όπου όλα αυτά τα χρόνια, είχε αναπτυχθή ένα έντονο εθνικιστικό αίσθημα, σε ολόκληρο το φάσμα της κοινωνίας. Οι τρεις πόλοι, συνεπικουρούμενοι από τον τέταρτο, την Μόσχα, συναισθανόμενοι τα αδιέξοδα, προχώρησαν στην ανατροπή. Το αίσθημα αυτό κατηύθυνε ως οδηγός σε πολλές αποφάσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι ο στρατηγός Jaruzelski ανελίχθηκε σε όλες τις βαθμίδες της πολιτικής ιεραρχίας. Αυτό συνέβη μεταξύ άλλων και διότι εξέφραζε το εθνικό Πολωνικό αίσθημα.

Αθήνα, 1η Μαΐου 2004. Η πράξη προσχώρησης της Πολωνίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπογράφεται από τους Leszek Miller, πρωθυπουργό και Włodzimierz Cimoszewicz, υπουργό Εξωτερικών.

Προς επίτευξη της απαιτουμένης συμπτώσεως στην Πολωνική σκηνή των επιδιώξεων των πρωταγωνιστών απαιτήθηκε ο συντονισμός των προθέσεων, των οραμάτων αλλά και των συμφερόντων των δύο πλευρών, με την συμπαράσταση της Καθολικής Εκκλησίας και την σύμπλευση της Μόσχας, με την προσωπικότητα του Gorbachev. Οι εξελίξεις στην Ανατολική Ευρώπη επέτρεψαν στην ήπειρό μας να ξαναβρή την χαμένη ενότητά της και να επιτύχει την ανατροπή αποφάσεων που είχαν ληφθή στο παρελθόν υπό την πίεση δραματικών γεγονότων.

Έκτοτε παρακολουθούμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα τεκταινόμενα στην μεγάλη αυτή χώρα. Τελευταίως, παρουσιάσθηκαν πολλές ακραίες τάσεις προκαλώντας σκεπτικισμό για την μακρόπνοη διατήρηση του πνεύματος της Στρογγυλής Τράπεζας.

Προτού περατώσω την ιστορία για τον εκδημοκρατισμό της Πολωνίας, θεωρώ αναγκαίο να αναφερθώ, δι’ ολίγων και στην εξωτερική πολιτική της νέας Δημοκρατίας, και ιδίως στις σχέσεις Πολωνίας-Γερμανίας, όπως διαμορφώθηκαν το 1989, καίριες για την ειρήνη της Ευρώπης.

Η ιστορία της Πολωνίας με τους διαδοχικούς διαμελισμούς της στο διάβα των αιώνων, αποτελεί πάντοτε ένα συναισθηματικό βάρος για τον λαό της. Έπρεπε με την νέα κατάσταση να διαμορφωθούν νέες σχέσεις ασφαλείας και ισοτιμίας με τους δύο γείτονές της, την Ρωσσία και την Γερμανία, κερδίζοντας την απόλυτη κυριαρχία της. Σε αυτό εστιαζόταν το νέο δόγμα εξωτερικής πολιτικής της δημοκρατικής Πολωνίας. Στόχο αποτελούσε η ακύρωση δύο επώδυνων πράξεων, της Συμφωνίας της Γιάλτας και του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ. Κατάλληλο πρόσωπο για να επιτύχει τα ανωτέρω ήταν η καθηγητής Skubiszewski, ο νέος υπουργός Εξωτερικών, βαθύς γνώστης του Γερμανικού προβλήματος. Αν στην Δύση η ονομασία του προκάλεσε κάποια έκπληξη, στην Μόσχα δημιούργησε έντονα ερωτηματικά: πώς θα ήταν συμβατός με τους άλλους υπουργούς Εξωτερικών στο πλαίσιο του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Οι πρώτες δηλώσεις του καθηγητού περί σχέσεων ισοτιμίας και καταβολής αποζημιώσεων στους Πολωνούς θύματα διώξεων στην Σοβιετική Ένωση, δεν ήσαν φύσεως να ηρεμήσουν τα πνεύματα στην Μόσχα. Γρήγορα, παρά ταύτα τα σύννεφα διελύθησαν, και οι αμφιβολίες για το πρόσωπο του νέου υπουργού ήρθησαν.

Σύντομα καθορίστηκαν οι παράμετροι της εξωτερικής πολιτικής, τις οποίες ανεκοίνωσε ο ίδιος ο πρωθυπουργός στους διαπιστευμένους πρέσβεις: συνεργασία προς πάσα κατεύθυνση, Ανατολή και Δύση, αποκατασταση της εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας της χώρας, συμβάλλοντας στην διαμόρφωση της νέας ευρωπαϊκής τάξεως πραγμάτων, σεβασμός του απαραβιάστου των συνόρων και τηρήσεως των συμφωνιών, αφοπλισμός. Ο υπουργός Εξωτερικών, διευκρινιστικά προσέθεσε την «από-ιδεολογικοποίηση» των επαφών με το εξωτερικό και διαμόρφωση των σχέσεων με την Μόσχα σε σχέσεις εταιρικής ισότητος. Από πλευρά της η Μόσχα δέχθηκε, με το κοινό ανακοινωθέν που εξεδόθη κατά την επίσκεψη του Schewarnadze στην Βαρσοβία, την αρχή της μη αναμίξεως στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών.

Ένα πρόσθετο ουσιαστικό βήμα στην αποδέσμευση από τα βάρη του παρελθόντος και την ισότιμη ανέλιξη των διμερών σχέσεων απετέλεσε και η επίσκεψη του Πολωνού πρωθυπουργού στην Σοβιετική Ένωση, στα τέλη του 1990.

Όμως, ο φόβος εγκλωβισμού της Πολωνίας μεταξύ Ρωσσίας και Γερμανίας, δημιούργησε μια άλλη διάσταση: την ανάγκη δημιουργίας ενός αξόνων βορρά-νότου, προς την Βαλτική και την Κεντρική Ευρώπη. Αν οι πρώτες προσπάθειες δεν ευοδώθηκαν, εν συνεχεία, η δημιουργία της ομάδος του Βίσεγκραντ στήριξε την πολωνική επιδίωξη.

Έμενε η διευθέτηση των σχέσεων με την Γερμανία και η οριστική αποδοχή εκ μέρους της δυτικής γείτονος των μεταπολεμικών συνόρων Oder-Neisse. Η μη οριστικοποίηση της γραμμής αυτής επέτρεπε, θεωρητικά, στην Γερμανία να διατηρεί διεκδικήσεις στα παλαιά εδάφη της, τώρα πολωνικά. Από πλευράς Βόννης, η αποδοχή της διευθετήσεως δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Οι σχέσεις μεταξύ της Δυτικής, ακόμη, Γερμανίας, και της Πολωνίας χαρακτηρίζοντο από ψυχρότητα και επιφυλακτικότητα. Όσο δε αφορούσε την Ανατολική Γερμανία, αν και είχε αναγνωρίσει τα σύνορα, οι σχέσεις ήσαν σχέσεις καχυποψίας. Άλλωστε η Πάνκοφ δεν συνέπλεε με τις μεταρρυθμιστικές τάσεις της Βαρσοβίας.

Και από αυτήν την πλευρά, κανείς δεν φανταζόταν τις ταχύτατες εξελίξεις. Οι Πολωνοί αξιωματούχοι ανεγνώριζαν από καιρό ότι η ένωση της Γερμανίας ήταν ζήτημα χρόνου. Δεν είχαν συνειδητοποιήσει όμως, πόσο γρήγορα θα συνετελείτο αυτή.

Ο Willy Brandt ήταν ο μόνος Γερμανός καγκελλάριος που είχε επισκεφθή, το 1970, την Βαρσοβία. Ο Helmut Kohl ανεμέτο τον Νοέμβριο του 1989, αρκετά μετά την έναρξη των εξελίξεων στην Βαρσοβία. Αλλά και οι επισκέψεις των υπουργών Εξωτερικών ήταν σπάνιες. Η επίσκεψη του καγκελλαρίου είχε προετοιμασθή με μεγάλη προσοχή, είχαν ορισθή ειδικοί διαπραγματευταί από τις δύο πλευρές, τα κείμενα ήσαν έτοιμα.

Η έκπληξη ήρθε κατά την διάρκεια της επισκέψεως του καγκελλαρίου Kohl, στις 8 Νοεμβρίου 1989. Ἠδη το πρώτο βράδυ της επισκέψεως, συμβαίνουν στο Βερολίνο τα γνωστά επεισόδια στο τείχος! Κατά την διάρκεια της δεξιώσεως που παρέθεσε ο Kohl – ήταν παρόντες οι πρέσβεις της Ε.Ε. – αιφνιδιασμένος ο ίδιος, αφού εξήγησε τι συνέβαινε στην Γερμανία, ανεκοίνωσε ότι ήταν υποχρεωμένος να δόση το παρόν στο τείχος αλλά ότι θα επέστρεφε την επομένη! Υπό το φως των γεγονότων αμφιβάλλαμε κατά πόσον θα του ήταν δυνατόν να επιστρέψει. Παρά ταύτα επανήλθε προς μεγάλη ικανοποίηση των Πολωνών. Τα δύο τμήματα της επισκέψεως τα χώριζε ουσιαστικά ένας νέος κόσμος: η επανενωμένη Γερμανία!

H υποδοχή του Helmut Kohl στο αεροδρόμιο της Βαρσοβίας λίγες ώρες, μόλις, πριν από την πτώση του τείχους
του Βερολίνου (8 Νοεμβρίου 1989).

Η πτώση του τείχους του Βερολίνου, σηματοδότησε την έναρξη της διαδικασίας επανενώσεως της Γερμανίας! Αν και η επίσκεψη υπήρξε επιτυχής, τα αποτελέσματα όσον αφορά την αναγνώριση των συνόρων δεν ήταν φύσεως να καθησυχάσει τους Πολωνούς. Δεν υπήρξε, κατά την επίσκεψη, σαφής τοποθέτηση εκ μέρους των Γερμανών αξιωματούχων. Και στην Βαρσοβία υπήρχε η αίσθηση, όχι αβάσιμα, ότι η Βόννη είχε αναστολές ως προς την απερίφραστη αναφορά στα εν λόγω σύνορα. Γι’ αυτό, όταν, λίγο αργότερα (2 Φεβρουαρίου 1990), άρχισαν οι διαβουλεύσεις 2+4 για την ενοποίηση της Γερμανίας, η Βαρσοβία απήτησε την συμμετοχή της στις συνομιλίες. Φοβόντουσαν ότι το κενό επιρροής που άφηνε σταδιακά η Μόσχα στην Ανατολική Ευρώπη, θα εκαλείτο να πληρώσει η ενωμένη και ισχυρή Γερμανία. Οι σκέψεις δεν ήσαν εκτός πραγματικότητος! Η ηγεσία της χώρας κινητοποιήθηκε πολύ δραστήρια. Εν τέλει, ικανοποιήθηκε εν μέρει, με την στήριξη της Γαλλίας –η οποία προβληματιζόταν ζωηρά με την προοπτική ενώσεως της Γερμανίας – και της Βρεταννίας: θα εκαλείτο να παρακαθίσει στις διαβουλεύσεις όταν οι 6 θα συζητούσαν το ζήτημα των συνόρων της ενιαίας Γερμανίας. Η υπόθεση εν τούτοις είχε πολλές άλλες σημαντικές παραμέτρους, οι οποίες δεν είναι της στιγμής να αναπτυχθούν.

Η συνθήκη μεταξύ των δύο χωρών για την αναγνώριση των συνόρων υπεγράφη στην Βαρσοβία στις 14 Νοεμβρίου 1990. Η Πολωνία αποκτούσε σύνορα με την Δυτική Ευρώπη και την Ε.Ο.Κ.

Είναι σημαντική η τελευταία λεπτομέρεια της διαδικασίας. Η Βαρσοβία ήθελε μια πανηγυρική υπογραφή της πράξεως με την παρουσία των πρέσβεων των 4 Μεγ. Δυνάμεων, εν είδη εγγυητών. Όπως, όμως, ο Genscher υπεγράμμισε,  η αποδοχή της συμφωνίας αποτελούσε μια μείζονα παραχώρηση του Βερολίνου για την ειρήνη στην Ευρώπη. Όμως, η συνθήκη άφηνε εκτός Γερμανίας μεγάλες περιοχές από τις οποίες κατήγετο σημαντικός αριθμός Γερμανών υπηκόων (μεταξύ άλλων και η σύζυγός του). Ουσιαστικά τα άτομα αυτά έχαναν την πατρίδα τους, εξανεμίζοντο οι ελπίδες τους να την ξαναβρούν. Ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατόν στον υπουργό Εξωτερικών της Γερμανίας, να παρευρεθή σε εορταστικές εκδηλώσεις με την ευκαιρία αυτή. Έτσι, οι προετοιμασίες των εορτασμών ακυρώθηκαν! Η εξωτερίκευση αυτή του Genscher υπήρξε αποκαλυπτική. Κατεδείκνυε ότι έναντι των δικαίων αιτημάτων της Πολωνίας, με όλες τις ουλές που είχε αφήσει η ιστορία, υπήρχε ο αντίλογος μιάς πραγματικότητος που πονούσε!

Στις 17 Ιουνίου 1991 θα υπεγράφετο στην Βόννη η Συνθήκη Καλής Γειτονίας και Φιλικής Συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών. Ένα σημαντικό κεφάλαιο της μεταπολεμικής Ευρωπαϊκής ιστορίας ρυθμιζόταν οριστικά.

Η αποστολή μου στην Βαρσοβία έληξε τον Απρίλιο του 1990. Εκλήθην στην Αθήνα, Διευθυντής του Διπλωματικού Γραφείο του Αναπληρωτού Υπ. Εξωτερικών. Λίγο αργότερα, ο υπουργός Αντώνης Σαμαράς μου ενεπιστεύθη την Διεύθυνση Βαλκανίων και Ανατολικής Ευρώπης. Άλλες προκλήσεις με περίμεναν στην διεύθυνση αυτή, εφ΄ όσον η θητεία μου στην Δ/ση συνέπεσε με την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και το «Μακεδονικό». Από την Βαρσοβία μου έμεινε η πολύτιμη εμπειρία του εκδημοκρατισμού της Ευρώπης, και η φιλία με πολλά πρόσωπα της πολωνικής intelligentsia. Όπως και με τον μετέπειτα Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Aleksander Kwasniewski. Ας προσθέσω, ως επίλογο, ότι όταν το 2007, συμμετέσχον, ως Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, σε ένα συνέδριο της Frontex στην πολωνική πρωτεύουσα, ζήτησα να επισκεφθώ τον στρατηγό Jaruzelski, τελευταία χειρονομία μου προς τον άνθρωπον αυτόν που συνέβαλε τόσο αποφασιστικά στις εξελίξεις της Ηπείρου μας. Με δέχθηκε πολύ θερμά. Ήταν μια ικανοποίηση για εμένα.

Polish Transformation

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής τον Σεπτέμβριο 1987, ο στρατηγός Jaruzelski πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στην Ελλάδα.

² Η Πολωνία είχε το υψηλότερο ποσοστό εξωτερικού χρέους στην Ευρώπη.

³ Ο λαός δεν πίστεψε στην ειλικρίνεια του Κόμματος. Για την εγκυρότητα του αποτελέσματος απητείτο η απόλυτη πλειοψηφία των εγγεγραμμένων. Τελικώς η συμμετοχή και οι θετικές ψήφοι περιορίσθηκαν κάτω του νόμιμου.

⁴ Ας σημειωθεί ότι, όπως  συνηθίζετο στην Βαρσοβία, όλο το διπλωματικό σώμα προσεκλήθη στην άφιξη και την αναχώρηση του Ρώσου ηγέτη. Αυτό που μπορέσαμε να διαισθανθούμε ήταν μία καλοπροαίρετη διάθεσή του. Τουναντίον, η αντίστοιχη παρουσία του Γάλλου προέδρου Mitterrand, υπέδειξε μια μάλλον δύσπεπτη προσωπικότητα.

⁵ Ο 100στός ήταν ένας ανεξάρτητος, Πολωνός της διασποράς.

6 Κατόπιν αιτήματος της Μόσχας για στρατηγικούς λόγους, μεταφοράς δηλ. στρατευμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας.

 

Ο Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός είναι Πρέσβυς ε.τ. Διετέλεσε, μεταξύ άλλων, επικεφαλής των πρεσβειών της Βαρσοβίας, του Νέου Δελχί και της Βόννης, Υπηρεσιακός Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Εξωτερικών (1999-2000), Γενικός Γραμματεύς της Προεδρίας της Δημοκρατίας (2000-2005), Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως (2006-2007). Διετέλεσε πρόεδρος της “Εταιρείας Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας” και είναι μέλος του ΔΣ του Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.

To IX Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Αθλητισμού (Αθήνα, 16 – 21 Σεπτεμβρίου 1969)

50 χρόνια από τότε

To IX Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Αθλητισμού
(Αθήνα, 16 – 21 Σεπτεμβρίου 1969)

Α. Προετοιμασία και οργάνωση

Το 1966, ένα χρόνο πριν από την επιβολή της δικτατορίας, η οργάνωση του ΙΧ Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Αθλητισμού ανατέθηκε στην Ελλάδα. Επρόκειτο για την πρώτη μεγάλη διεθνή αθλητική οργάνωση, που θα φιλοξενούσε η χώρα μας έπειτα από τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 και τους ενδιάμεσους Ολυμπιακούς του 1906. Η πρόκληση ήταν πολλαπλή, τόσο σε επίπεδο οργάνωσης, όπου η Ελλάδα δεν είχε να επιδείξει ιδιαίτερες περγαμηνές, όσο και σε επίπεδο υποδομών. Για τις ανάγκες των αγώνων ανακατασκευάστηκε το “Καραϊσκάκης”, το οποίο, από Ποδηλατοδρόμιο μετατράπηκε σε Στάδιο. Πέρα από τις εργασίες, αποφασίστηκε η τοποθέτηση χυτού συνθετικού τάπητα (το επονομαζόμενο ταρτάν στίβου) για τα αγωνίσματα ταχύτητας, αντοχής, σκυταλοδρομίας και αλμάτων. Επρόκειτο για ένα μίγμα ελαστικών σε μορφή κόκκων, το οποίο καθιστούσε αντιολισθηρή την επιφάνεια του τάπητα. Για πρώτη φορά είχε χρησιμοποιηθεί ένα χρόνο νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 1968, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικού, με αποτέλεσμα να μην έχουν απολύτως αξιολογηθεί οι συνέπειές του (θετικές είτε αρνητικές) πάνω στις επιδόσεις των αθλητών.

Ταυτόχρονα με την κατασκευή σταδίου συγκεκριμένων προδιαγραφών, οι οργανωτές είχαν αναλάβει και τη δέσμευση για την τηλεοπτική κάλυψη των αγώνων. Εδώ, η κατάσταση ήταν άκρως σοβαρή, καθώς η τηλεόραση στην Ελλάδα βρισκόταν ακόμη σε εμβρυακό στάδιο, με αποτέλεσμα τεράστιες ελλείψεις σε κομβικούς τομείς. Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Γυμναστικών Αθλητικών Σωματείων (ΣΕΓΑΣ), με την ιδιότητα του οργανωτικού φορέα των αγώνων, κατέβαλε το σεβαστό, για την εποχή εκείνη, ποσό των 60 εκατομ. δραχμών, για την αγορά τεσσάρων συνεργείων Εξωτερικών Μεταδόσεων από τη Μεγάλη Βρετανία (τόσο το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας -ΕΙΡ- όσο και η Υπηρεσία Ενημερώσεως Ενόπλων Δυνάμεων -ΥΕΝΕΔ- δεν διέθεταν ούτε ένα).

Το Στάδιο Καραϊσκάκη, έπειτα από την ολοκλήρωση των έργων ανακατασκευής.

Αμέσως μετά, πούλησε έναντι 34 εκατομ. τρία από αυτά στο ΕΙΡ και ένα στην ΥΕΝΕΔ. Το καθένα από τα τέσσερα παραπάνω συνεργεία τοποθετήθηκαν στο Στάδιο Καραϊσκάκη, στον Μαραθώνα (εκκίνηση του Μαραθωνίου δρόμου), στο Παναθηναϊκό Στάδιο (τερματισμό του Μαραθωνίου), τέλος, το τέταρτο ακολουθούσε τη διαδρομή των δρομέων του Μαραθωνίου. Την παραγωγή στο Στάδιο Καραϊσκάκη είχαν αναλάβει Ιταλοί της RAI. Δεν τα πήγαν και τόσο καλά, αφού, όπως διαβάζουμε στο τύπο της εποχής, το BBC διαμαρτυρήθηκε για δύο παγκόσμια ρεκόρ που δεν καταγράφηκαν από τις κάμερες. Την παραγωγή του Μαραθωνίου είχαν αναλάβει Γάλλοι τεχνικοί. Οι Έλληνες τηλεθεατές πάντως, που δεν είχαν ξαναδεί αθλητική διοργάνωση σε απ’ ευθείας σύνδεση, καθηλώθηκαν μπροστά από τους δέκτες και τη μαυρόασπρη αναμετάδοση. Για λίγες μέρες, χάρη ακριβώς σε αυτή την τηλεοπτική μετάδοση, απόκτησαν μια, στοιχειώδη έστω, επαφή με τον έξω κόσμο, έπειτα από άνω των δυο ετών στυγνής δικτατορίας, διαρκούς στρατιωτικού νόμου και ασφυκτικής λογοκρισίας. Τις περιγραφές στο ΕΙΡ έκανε ο κορυφαίος Γιάννης Διακογιάννης με τον Νίκο Γεωργόπουλο, παλιό Βαλκανιονίκη. Στην ΥΕΝΕΔ τον γενικό συντονισμό ανέλαβε ο Κώστας Σισμάνης και τις περιγραφές οι Μανώλης Βασιλαράς, Βασίλης Γεωργίου και Στάθης Γαβάκης. Το στρατιωτικό κανάλι, επειδή έπαιρνε την εικόνα του ΕΙΡ που έδινε και στην Eurovision, έστησε ένα μικρό στούντιο, μέσω του οποίου εξέπεμπε συνεντεύξεις των πρωταγωνιστών αθλητών. Οι αγώνες αποτέλεσαν μια καλή ευκαιρία για να διαφημίσουν τα καταστήματα ηλεκτρικών ειδών τις τηλεοράσεις τους, καθώς οι αγορές αυξήθηκαν ενόψει της τέλεσης των αγώνων.

Χαρακτηριστική διαφήμιση εταιρίας ηλεκτρικών ειδών.

Όπως ήταν επόμενο, η χούντα, πιστή στην αφειδώλευτη παροχή άρτου και θεάματος, επιχείρησε να εκμεταλλευτεί προς όφελός της την τέλεση των αγώνων. Οι εννέα μήνες του 1969, οι οποίοι είχαν προηγηθεί, δεν ευνοούσαν τη διεθνή εικόνα του καθεστώτος, αλλά ούτε και εκείνη, την οποία αυτό εξέπεμπε προς το εσωτερικό. Τον Ιούνιο, είχε αποδράσει από τις φυλακές του Μπογιατίου, με τη συνδρομή του δεσμοφύλακά του, ο θανατοποινίτης Αλέξανδρος Παναγούλης, ο οποίος, ένα χρόνο νωρίτερα, είχε αποπειραθεί να δολοφονήσει τον Γεώργιο Παπαδόπουλο. Παρά το γεγονός ότι οι δυο καταζητούμενοι συνελήφθησαν λίγες μέρες αργότερα, η απόδραση υπήρξε πλήγμα για το καθεστώς. Στις 30 Σεπτεμβρίου, δηλαδή μόλις εννέα ημέρες έπειτα από τη λήξη των αγώνων, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, σε συνέντευξη, την οποία παραχώρησε σε ελβετική εφημερίδα, κατηγόρησε τη χούντα για “τυραννική πολιτική”, εξανεμίζοντας τα όποια οφέλη το καθεστώς θεωρούσε πως είχε αποκομίσει από την τέλεση των αγώνων. Ήδη από την άνοιξη του 1969, η Ευρωπαϊκή Υποεπιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης είχε ξεκινήσει έρευνα στην Αθήνα, για καταγγελίες, που είχαν διατυπωθεί σχετικά με διενέργεια βασανιστηρίων. Το δικτατορικό καθεστώς παρεμπόδιζε με κάθε τρόπο τη διενέργεια της έρευνας, με αποτέλεσμα η τελευταία να διακοπεί. Προ του κινδύνου να αποβληθεί η Ελλάδα από το Συμβούλιο της Ευρώπης, η δικτατορία διά του υπουργού της των Εξωτερικών, Παναγιώτη Πιπινέλη, υπέβαλε στις 25 Αυγούστου (δηλ. τρεις εβδομάδες πριν από την έναρξη των αγώνων) χρονοδιάγραμμα, με το οποίο υποσχέθηκε τη συγκρότηση εκλεγμένου κοινοβουλίου ως τα μέσα του 1971, δηλαδή δύο χρόνια αργότερα. Ακόμη, το χρονοδιάγραμμα προέβλεπε αποκατάσταση της ελευθερίας του Τύπου το Νοέμβριο του 1969 και άρση της επιβολής του στρατιωτικού νόμου τον Σεπτέμβριο του 1970. Επρόκειτο για κινήσεις αποπροσανατολισμού της διεθνούς κοινότητας. Τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους, η Ελλάδα αποβλήθηκε από μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης (το καθεστώς προσέδωσε στο γεγονός διαστάσεις ηρωϊκής εθελούσιας αποχώρησης, δίχως, όπως ήταν επόμενο, να καταφέρει να πείσει κανέναν).

Επιχειρώντας, με την αδεξιότητα που τους χαρακτήριζε, να αντιστρέψουν την παραπάνω καθόλα αρνητική εικόνα, οι Συνταγματάρχες επιδόθηκαν σε μια ανόητη επιχείρηση αυτοδιαφήμισης, με κεντρικό σύνθημα την “αναγέννηση του ελληνικού αθλητισμού”. Λίγο πριν από την έναρξη των αγώνων, οι υπηρεσίες προπαγάνδας της χούντας κυκλοφόρησαν ένα μήνυμα του πρωθυπουργού της αυτοαποκαλούμενης “Εθνικής Κυβερνήσεως” Γεωργίου Παπαδόπουλου, ενώ στην τελετή έναρξης παρέστη σύσσωμο το υπουργικό συμβούλιο, τα μέλη του οποίου καμάρωναν και επαίρονταν για τα επιτεύγματά τους. Στο λόγο, τον οποίον εκφώνησε, ο πρόεδρος του ΣΕΓΑΣ καλωσόρισε τους αθλητές “στην Ελλάδα, την πιο δημοκρατική χώρα στον κόσμο”…Εύλογο είναι το ερώτημα, για ποιό λόγο, μετά τον Απρίλιο του 1967, η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Αθλητισμού δεν αφαίρεσε από την Ελλάδα την οργάνωση των αγώνων, ως ένδειξη διαμαρτυρίας και καταδίκης του καθεστώτος. Όλες οι ελληνικές αντιστασιακές οργανώσεις ενάντια στη χούντα, μήνες πριν, είχαν ξεκινήσει μια εκστρατεία, κάνοντας δραματική έκκληση στους Ευρωπαίους αθλητές να μποϋκοτάρουν τους αγώνες. Απάντηση στο ερώτημα δεν υπάρχει. Ωστόσο, η εκ νέου ανάθεση στην Ελλάδα του ΙΓ΄ Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Αθλητισμού για το 1982, οκτώ, μόλις, χρόνια έπειτα από τη μεταπολίτευση, δύναται να εκληφθεί ως χειρονομία συγγνώμης για τη μη αφαίρεση των αγώνων του 1969.

Το μήνυμα του Γεωργίου Παπαδόπουλου.

Β. Το αγωνιστικό μέρος

Στο καθαρά αγωνιστικό μέρος κυριάρχησαν τα επτά παγκόσμια ρεκόρ, τα οποία σημειώθηκαν (έξι στις γυναίκες και ένα, μόνο, στους άνδρες), η αποχώρηση της ομάδας της Ομοσπονδιακής Γερμανίας, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τον αποκλεισμό, από τη Διεθνή Ένωση Ομοσπονδιών Κλασσικού Αθλητισμού, του πρώην Ανατολικογερμανού αθλητή Jürgen May, που είχε αυτομολήσει στη Δύση και συμπεριληφθεί στην ομάδα της Δυτικής Γερμανίας ενάντια στους κανονισμούς (οι Δυτικογερμανοί συμμετείχαν μόνο στις τέσσερις σκυταλοδρομίες), η πρώτη, στα παγκόσμια χρονικά, τιμωρία αθλητή για χρήση αναβολικών ουσιών έπειτα από έλεγχο ντόπινγκ (πρόκειται για τον Ολλανδο δεκαθλητή Edward de Noorlander), ο γαλλοβρετανικός ανταγωνισμός στη σκυταλοδρομία των 4X400 μέτρων γυναικών, ο ενδογαλλικός αντίστοιχος στο δρόμο 400 μέτρων γυναικών, η απαρχή της λαμπρής σταδιοδρομίας του σπουδαίου Σοβιετικού σπρίντερ Valeriy Borzov και, βέβαια, η αποτυχία του επικοντιστή Χρήστου Παπανικολάου να ανεβεί στο βάθρο των νικητών, γεγονός, το οποίο προσέλαβε διαστάσεις εθνικής συντριβής. Η ΕΣΣΔ και η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ) έδωσαν τη μάχη των μεταλλίων. Στους άνδρες νίκησαν οι Σοβιετικοί (7-5-6), έναντι 7-4-5 της ΛΔΓ και 4-4-4 των Βρετανών. Όμως, οι Γερμανίδες ξεπέρασαν τις Σοβιετικές (4-3-2, έναντι 2-2-2). Και εδώ η Μεγάλη Βρετανία αναδείχθηκε τρίτη, με 2-0-3.

European Athletics In Athens (1969) [Πηγή: British Pathé: ID 3321.14]

Πιο συγκεκριμένα, η Σοβιετική Nadezhda Chizhova, ανέβασε το παγκόσμιο ρεκόρ της σφαιροβολίας στα 20,43 μέτρα. Η Ανατολικογερμανίδα Karin Balzer νίκησε στα 100 μ. με εμπόδια με ρεκόρ κόσμου (13.29). Παγκόσμιο ρεκόρ σημείωσαν, επίσης, η Τσεχοσλοβάκα Jaroslava Jehličková στα 1.500 μ. με 4.10.7 και η Αυστριακή Liese Prokop στο πένταθλο με 5.030 βαθμούς. Τα άλλα δύο παγκόσμια ρεκόρ γυναικών σηματοδοτούν και το δράμα της Γαλλίδας Colette Besson. Έφτασε κοντά σε δύο χρυσά μετάλλια, αλλά απέτυχε για εκατοστά του δευτερολέπτου. Στα 400 μ. έχασε πάνω στο νήμα από την συμπατριώτισσά της Nicole Duclos. Επιδόσεις: 51.72 για την Duclos, 51.74 για την Besson. Και οι δύο ανώτερες από το παγκόσμιο ρεκόρ. Το ίδιο συνέβη στα 4×400 μ. Πάνω στον τερματισμό, η Βρετανή Lillian Board, που δυο χρόνια αργότερα έχασε τη ζωή της σε ηλικία 22 ετών από καρκίνο, νικήτρια των 800 μ., ξεπέρασε την Besson (οι δυο αθλήτριες είχαν ανοικτούς λογαριασμούς από την εποχή της Ολυμπιάδας του Μεξικού, οπότε είχε επικρατήσει η Besson). Με τη νίκη της, χάρη στην εκπληκτική τελευταία κούρσα της Board, η ομάδα της Μεγάλης Βρετανίας, με 3.30.82 βελτίωσε το ρεκόρ κόσμου στα 4X400 γυναικών.

Η επική μονομαχία Board – Besson στον τελευταίο γύρο της σκυταλοδρομίας 4Χ400 μ. Γυναικών

Άξια μνείας είναι και τα τρία χρυσά μετάλια, τα οποία κέρδισε η Ανατολικογερμανίδα Petra Vogt στα 100 μ., 200 μ. και 4Χ100 μ.

Μόνο ένα παγκόσμιο ρεκόρ καταρρίφθηκε στους άνδρες. Σημειώθηκε από τον Σοβιετικό σφυροβόλο Anatoliy Bondarchuk, που έριξε βολή στα 74,68 μ. Το δράμα των Γάλλων δεν περιορίστηκε στα αθλήματα γυναικών. Ο Alain Sarteur τερμάτισε στα 100 μ. και πανηγύρισε. Όλοι πίστευαν πως αυτός ήταν ο νικητής. Το φωτο-φίνις, όμως, έδωσε το χρυσό μετάλλιο στον Valeriy Borzov. Ήταν το πρώτο για τον μετέπειτα κορυφαίο λευκό σπρίντερ όλων των εποχών. Οι Γάλλοι αποζημιώθηκαν με την κατάκτηση των χρυσών μεταλλίων στις δυο σκυταλοδρομίες (4Χ100 και 4Χ400) των ανδρών.

Η επικράτηση του Valeriy Borzov στο φωτο-φίνις του δρόμου 100 μ. Ανδρών

Μεγάλα ονόματα διατήρησαν το κύρος τους, δίχως, ωστόσο, να βελτιώσουν τις ατομικές τους επιδόσεις. Πρόκειται για τους Σοβιετικούς Jānis Lūsis στον ακοντισμό, Igor Ter-Ovanesyan στο μήκος, Valentin Gavrilov στο ύψος και, φυσικά, τον επεισοδιακό χρυσό Ολυμπιονίκη του Μεξικού, Viktor Saneyev. Το ίδιο ισχύει για τον Ιταλό Eddy Ottoz στα 110 μ. με εμπόδια και για τον Ανατολικογερμανό Jürgen Haase στα 10 000 μ. Τρεις Ανατολικογερμανοί (Dieter Hoffmann, Heinz-Joachim Rothenburg και Hans-Peter Gies) σάρωσαν τα μετάλλια της σφαιροβολίας. Εντυπωσίασε ο συμπατριώτης τους Joachim Kirst, ο οποίος, κατά τη διάρκεια του δεκάθλου, πέρασε στο ύψος τα 2,13 μ. (ο νικητής του άλματος εις ύψος, Σοβιετικός Gavrilov, πήδηξε 2,17 μ. μόλις 4 εκατοστά ψηλότερα). Στα 5 000 μ. επικράτησε ο Βρετανός Ian Stewart. Ο Μαραθώνιος κρίθηκε μέσα στην Αθήνα, στο ύψος του Χίλτον! Σε ολόκληρη, σχεδόν, τη διαδρομή από τον Μαραθώνα, προηγείτο ο Βέλγος Gaston Roelants, για να χάσει, τελικά, την πρώτη θέση από τον Βρετανό Ron Hill.

Οι Πανευρωπαϊκοί Αγώνες στα πρωτοσέλιδα του Γαλλικού Τύπου. Αριστερά: οι προσδοκίες για τον Alain Sarteur στα 100 μ. Ανδρών. Δεξιά: η θριαμβολογία για το διπλό παγκόσμιο ρεκόρ των Duclos και Besson στα 400 μ. Γυναικών.

Το μεγάλο δράμα για την Ελλάδα και τους Έλληνες έλαβε χώρα στο τελικό αγώνισμα του άλματος επί κοντώ, όταν μια ολόκληρη χώρα και ένας ολόκληρος λαός κρέμονταν κυριολεκτικά από το κοντάρι ενός αθλητή, του Χρήστου Παπανικολάου. Οι έως τότε επιδόσεις του, άφηναν βάσιμες ελπίδες για την κατάκτηση ενός μεταλλίου, ακόμη και του χρυσού. Στους προηγούμενους Πανευρωπαϊκούς της Βουδαπέστης (1966) είχε κατακτήσει τη δεύτερη θέση. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικού (1968) είχε καταταγεί τέταρτος, καταρρίπτοντας, ωστόσο, το ρεκόρ Ευρώπης με ένα άλμα 5.30μ. Στους Βαλκανικούς Αγώνες της Σόφιας (1969) κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο με 5.25μ. Ήταν η αιχμή του δόρατος της ελληνικής ομάδας (αυτόν είχε επιλέξει ο ΣΕΓΑΣ για τον όρκο των αθλητών κατά την τελετή έναρξης), γεγονός, το οποίο τον φόρτωσε με άγχος. Έχοντας στοχεύσει το χρυσό μετάλλιο, ακολούθησε λάθος τακτική, αφήνοντας άλματα, τα οποία μπορούσαν να του είχαν εξασφαλίσει θέση στο βάθρο. Απέτυχε να ξεπεράσει ένα εύκολο για την κλάση του ύψος (5.20μ.) και κατετάγη τέταρτος, με επίδοση μόλις 5.00μ., με τον μεγάλο αντίπαλό του, Ανατολικογερμανό Wolfgang Nordwig, να κατακτά την πρώτη θέση με 5.30μ. και ν’ αποτυγχάνει δύο φορές να καταρρίψει το παγκόσμιο ρεκόρ, βάζοντας τον πήχη στο 5.45μ. Μέσα στο στάδιο επικράτησε γενικό πάγωμα (αν και οι θεατές παρότρυναν τον Nordwig στην προσπάθειά του να καταρρίψει το παγκόσμιο ρεκόρ) και η Ελλάδα ολάκερη βυθίστηκε σε πένθος. Στις 24 Οκτωβρίου 1970, δεκατρείς μήνες αργότερα, ο Χρήστος Παπανικολάου, με ένα άλμα 5.49μ. κατέρριψε το παγκόσμιο ρεκόρ, μέσα στο ίδιο στάδιο, αποδεικνύοντας πως ήταν πρωταθλητής επιδόσεων και όχι πρωταθλητής μεγάλων αγώνων. Το ρεκόρ του άντεξε επί 531 ημέρες, έως ότου καταρριφθεί, με τη σειρά του, στις 8 Απριλίου 1972 από τον Σουηδό Kjell Gunnar Isaksson.

Ο καταποντισμός του Χρήστου Παπανικολάου στον ελληνικό ημερήσιο αθλητικό Τύπο.
Η πλήρης σειρά αναμνηστικών γραμματοσήμων, που κυκλοφόρησε με αφορμή την τέλεση των αγώνων.

European Athletics Finals (1969) [Πηγή: British Pathé: ID 3321.15]

Στον καθαρά αγωνιστικό τομέα, υπήρξαν μονομαχίες, οι οποίες καθήλωσαν τους θεατές, προσδίδοντας ρυθμό και ένταση στους αγώνες. Οργανωτικά, αν και το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να κριθεί οριακά ικανοποιητικό, αναδείχθηκε ανάγλυφα η έλλειψη πείρας και υποδομών της χώρας μας σε αυτό το επίπεδο. Πάντως, το ελληνικό κοινό (θεατές και τηλεθεατές) ξέφυγε για λίγες ημέρες από τους ψυχοφθόρους περιορισμούς της χούντας και ανακάλυψε πως υπήρχε κόσμος και εκτός ελληνικών συνόρων (η συχνή ανάκρουση εθνικών ύμνων “εχθρικών”, ιδεολογικά, καθεστώτων, όπως το Σοβιετικό και το Ανατολικογερμανικό, σχολιάστηκε με αρκετή δόση ειρωνείας από τον μέσο Έλληνα). Παρόλες τις άκομψες και αδέξιες προσπάθειές τους, οι Συνταγματάρχες απέτυχαν να πιστωθούν τη διεξαγωγή των αγώνων. Δεκατρία χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1982, το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Αθλητισμού επανήλθε στην Αθήνα, κάτω από μια εκ διαμέτρου διαφορετική συγκυρία: σε μια Ελλάδα ελεύθερη και μέσα σε ένα νεόκτιστο Ολυμπιακό Στάδιο.

Σεπτέμβριος 1982. Στον ηλεκτρονικό πίνακα ανακοινώνονται τα τελικά αποτελέσματα του ακοντισμού, με την Άννα Βερούλη στην πρώτη θέση και τη Σοφία Σακοράφα στην τρίτη.

 

Κείμενο-Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση-Επιμέλεια έκδοσης: Βαγγέλης Κανσίζογλου

 

Νικολέττα Γιαντσή: Μεσαιωνική πόλη και φιλανθρωπία. Το παράδειγμα των ευρωπαϊκών πόλεων

Νικολέττα Γιαντσή

Μεσαιωνική πόλη και φιλανθρωπία.
Το παράδειγμα των ευρωπαϊκών πόλεων

Η ιστορία της φιλανθρωπικής συμπεριφοράς, των θεωρητικών προϋποθέσεών της και των πρακτικών της μέσα στη μεσαιωνική κοινωνική πραγματικότητα της Δυτικής Ευρώπης εμφανίζεται ως αποτέλεσμα ενός συγκερασμού ανάμεσα στις αρχαίες ελληνικές και ρωμαϊκές πρακτικές, τις χριστιανικές θεολογικές επεξεργασίες που προήλθαν από το κήρυγμα του Ευαγγελίου και την οδυνηρή πραγματικότητα της επιλογής να είναι κάποιος χριστιανός την εποχή των διωγμών, την εποχή των βαρβαρικών επιδρομών και της κατάρρευσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στη Δύση.

Η φιλανθρωπία κατά την πρώτη περίοδο του Μεσαίωνα ανέδειξε έναν πρωταγωνιστή, έναν συντονιστή και έναν οργανωτή, την Εκκλησία. Οι επίσκοποί της ανέλαβαν να καλύψουν το κενό της κοινωνικής πολιτικής μετά την κατάρρευση των ρωμαϊκών πόλεων· τα μοναστήρια της να ανακουφίσουν τους πληθυσμούς που υπέφεραν μέσα στην αχανή ευρωπαϊκή ύπαιθρο· οι θεολόγοι της να εκλαϊκεύσουν και να στηρίξουν με επιχειρηματολογίες – δυσκολότερες ή ευκολότερες κατά περίσταση – την εικόνα του φτωχού Χριστού. Ο Χριστός που ταυτίζεται με τον πένητα, τον πάσχοντα, τον πλάνητα συνιστά το ιδανικό του ίδιου του καταναγκασμένου, πεινασμένου, διψασμένου, άρρωστου και κατατρεγμένου μεσαιωνικού ανθρώπου. Και όταν οι εποχές άλλάζουν και αναδύονται οι νέοι τόποι της κοινωνικότητας – οι μεσαιωνικές πόλεις – πάλι η Εκκλησία βρίσκει τα μέσα και τους τρόπους να ανανεώσει τη θεολογία της φιλανθρωπίας και την ίδια στιγμή να τη μοιραστεί με τους νέους άρχοντες –τις δημοτικές αρχές. Οι τελευταίοι με τη σειρά τους, όσο δείχνουν να σέβονται και να συνεχίζουν αυτή την εκσυγχρονισμένη εκκλησιαστική παράδοση, άλλο τόσο επιχειρούν να την αξιοποιήσουν στο πλαίσιο των δικών τους επιδιώξεων, στο πλαίσιο του δικού τους προγράμματος ανάπτυξης και εκσχυγχρονισμού της οικονομικής ζωής. Οι φτωχοί, οι άρρωστοι, οι εγκαταλειμμένοι δεν λιγόστεψαν στις μεσαιωνικές πόλεις· απλώς, η ένταξή τους στην κοινωνική ζωή ή η καταβαράθρωσή τους στο περιθώριο έγινε πιο εμφανής και οι φιλανθρωπικές πρακτικές αποκάλυψαν τα όριά τους στο ζήτημα της διασφάλισης της κοινωνικής συνοχής: δεν απέτρεψαν τις κοινωνικές εξεγέρσεις του 14ου αιώνα, μολονότι κάποτε τις αντιλαμβανόμαστε ως εκτονωτικές ρυθμίσεις απέναντι στη σοβούσα κοινωνική κρίση· μολονότι κάποτε τις βλέπουμε να αλλάζουν μετά από μια εξέγερση και να εμφανίζονται ως πρακτικές και συγκεκριμένες εκφράσεις των κοινωνικών αναρρυθμίσεων.

Χειρόγραφο του 1320 – 1342, με σκηνές από τον βίο του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης.

Κατά τον 20ό αιώνα η βιβλιογραφία σχετικά με τη φτώχεια ως οικονομικοκοινωνικό φαινόμενο – με ποικίλες διαστάσεις, απολήξεις και εκβλαστήσεις – έχει πολλαπλασιαστεί. Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει τον εκτατικό τρόπο προσέγγισης του φαινομένου της φτώχειας στις μέρες μας και συνάμα υποδεικνύει ότι οι τρόποι με τους οποίους θεωρούμε τη φτώχεια είναι πολλαπλά χρήσιμοι για τη χάραξη κοινωνικών πολιτικών και για την ενίσχυση της συνείδησής μας σχετικά με την κοινωνική αλληλεγγύη (solidarité sociale).

Histoire de la pauvreté

Οι απόπειρες ορισμού του φαινομένου της φτώχειας απέδωσαν μια σειρά από διατυπώσεις που προσέγγιζαν νοηματικά το περιεχόμενό της. Μέσα στο πλαίσιο μιας κοινωνικής και πολιτικής προσέγγισης η φτώχεια ορίστηκε – με κυρίαρχο το οικονομικό κριτήριο – ως «στέρηση των μέσων για την απόκτηση α) του είδους της διατροφής, β) της συμμετοχής στις δραστηριότητες και γ) των ίδιων συνθηκών διαβίωσης και ευκολιών που είναι συνήθως ή τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό αποδεκτές από τις κοινωνίες στις οποίες ανήκουν τα πρόσωπα».[1] Εισάγοντας επιπλέον το κριτήριο της εκπαίδευσης και του επαγγέλματος: «σε κατάσταση φτώχειας βρίσκονται τα άτομα και οι οικογένειες που τα χρηματικά εισοδήματα ή άλλοι πόροι, μεταξύ των οποίων και η εκπαιδευτική και επαγγελματική τους μόρφωση, οι συνθήκες ύπαρξης και η υλική τους περιουσία είναι σαφώς χαμηλότερα από το μέσο επίπεδο της κοινωνίας στην οποία ζουν».[2] Σε μία προσπάθεια, τέλος, να περιληφθούν όλα τα πιθανά κριτήρια ένταξης ενός ατόμου σε καθεστώς φτώχειας, ορίστηκε πως «να είναι κάποιος φτωχός δεν σημαίνει να έχει απλώς εισόδημα σημαντικά χαμηλότερο από αυτό των συμπολιτών του· σημαίνει ακόμη να κατοικεί σε χειρότερες από εκείνους κατοικίες, συχνά να είναι ασθενής, και λόγω του είδους των απασχολήσεών του πιο επιρρεπής σε ατυχήματα· να έχει αισθητά χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο, να κινδυνεύει πολύ συχνότερα να μένει άνεργος και για πολύ περισσότερο χρόνο· να του είναι πολύ δύσκολο να ξεπεράσει την κατάστασή του αυτή, όντας σχεδόν σίγουρος ότι και τα παιδιά του θα ζήσουν στις κατώτερες βαθμίδες της κοινωνίας».[3] Οι παραπάνω ορισμοί έχουν ασφαλώς ως κεντρικό στοιχείο προσδιορισμού της κατάστασης της φτώχειας την οικονομική θέση του ατόμου, στην οποία προστίθενται άλλα στοιχεία, τα οποία οι παλαιότερες οικονομικές θεωρίες αντιμετώπιζαν ως περιφερειακά: η μόρφωση, η υγεία, η ικανότητα εργασίας, η δυνατότητα άρθρωσης κοινωνικής έκφρασης και κοινωνικής κινητικότητας, καθώς και η δυνατότητα «απόδρασης» από τη μοίρα αυτή. Μια τέτοια προσέγγιση προϋποθέτει δύο παράγοντες, οι οποίοι θεωρείται ότι χαρακτήριζαν τις σύγχρονες κοινωνίες μας πριν από τις αλλαγές στην εργασία που επέφεραν η παγκοσμιοποίηση και η έκρηξη στην πληροφορική: την εκχρηματισμένη οικονομία τους και την ιεραρχική δομή τους.

Το Λονδίνο της εποχής του Dickens.

Αρχίζοντας, ωστόσο, να μιλούμε για τη φτώχεια, οφείλουμε να διατυπώσουμε μία γενική αρχή: υπάρχουν πολλοί τρόποι για να την προσεγγίσουμε, αλλά ένας μόνον για να την κατανοήσουμε. Και ο τρόπος αυτός είναι να την αντιμετωπίσουμε στην ανθρώπινή της διάσταση. Αυτό κατά τη γνώμη μου σημαίνει πως, ανεξάρτητα από τις εποχές, ο φτωχός παραμένει μια ανθρώπινη ύπαρξη που είναι εκτεθειμένη σε φυσικούς και κοινωνικούς καταναγκασμούς περισσότερο από εκείνον που δεν χαρακτηρίζεται ως φτωχός. Και το γεγονός αυτό ισχύει, επειδή η ένδεια δεν αποτελεί φαινόμενο μίας μόνον εποχής, δεν χαρακτηρίζει ορισμένες μόνον ιστορικές συνθήκες, δεν περιορίζεται σε μία μόνον κοινωνική ομάδα, δεν πλήττει μία ορισμένη μόνον κοινωνική τάξη, όπως συνήθως υπονοούμε κάνοντας την απαραίτητη, αλλά απλουστευτική, διάκριση «πλούσιος-φτωχός». Η φτώχεια δεν εδράζεται παρά μόνον θεωρητικά και λεξιλογικά στην αντίθεση αυτή. Στην απόλυτη και έσχατη ουσία της αγγίζει τα βάθη τόσο της ανθρώπινης ιστορίας, όσο και της ανθρώπινης ύπαρξης. Γιατί, ποιος μπορεί άραγε να ορίσει με απόλυτη ακρίβεια και διαχρονικά ποιος είναι ο ελλειμματικός, εκείνος που στερείται κάτι και, αντίστοιχα, τι είναι αυτό το απαραίτητο που του λείπει και που είναι τόσο ουσιαστικό, ώστε να δημιουργεί την ανάγκη για την κάλυψή του και από ποιον; Ποιος μπορεί να ορίσει με ακρίβεια το όριο που χωρίζει τον κοινωνικό ξεπεσμό από τη δυνατότητα να ζει κάποιος, έστω και με ταπεινό τρόπο; Ποιο είναι το ελάχιστο εκείνο σημείο που, ξεπερνώντας το, μετακινείται κάποιος προς τον κόσμο των αποκλεισμένων ή και των απόβλητων μιας κοινωνίας; Η φτώχεια είναι ένδεια και πενία: καλύπτει με τον τρόπο αυτόν ένα ευρύ φάσμα ποικίλων συνθηκών και είναι δυνατόν να περιλαμβάνει καταστάσεις που κινούνται μεταξύ της έλλειψης ορισμένων από τα αγαθά που θεμελιώνονται και βιώνονται ως βασικά από την εκάστοτε κοινωνική πραγματικότητα και της έσχατης ένδειας που απειλεί την ανθρώπινη ύπαρξη. Η ένδεια, επομένως, είναι έλλειψη αγαθών και η έλλειψη αυτή μπορεί να είναι διαφορετική σε κάθε εποχή: έλλειψη τροφής, στέγης, χρημάτων, υγείας, ηθικών αρετών ή αρχών. Έλλειψη είναι η μιζέρια και η αθλιότητα, η δυστυχία και η κακομοιριά. Έλλειψη είναι η φτώχεια και η φιλαργυρία, η αδιαφορία και ο εγωισμός.

Η δυναμική, όμως, της ένδειας και των ενδεών βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι ο άνθρωπος, ενώ κινείται σε ένα επίπεδο έλλειψης, κινητοποιεί δυνάμεις που μπορούν να τον οδηγήσουν στο επίπεδο της πλήρωσης ή ακόμη και της πλησμονής. Οι άνθρωποι, για διαφορετικούς σε κάθε εποχή λόγους, επιλέγουν να συμπαρασταθούν σε εκείνους που έχουν την ανάγκη τους και η επιθυμία τους αυτή, είτε εκφράζει το πολιτικό ιδεώδες της «φιλάνθρωπης ευεργεσίας» είτε συνδέεται με μία σωτηριολογική διδασκαλία θεολογικής προέλευσης, κατατείνει στην προσπάθεια θεραπείας, αν όχι αποκατάστασης, μιας θεωρούμενης κοινωνικής αδικίας· με τον τρόπο αυτόν η ένδεια ως έκφραση αδικίας μεταπίπτει τον λόγον περι αὐτῆς εἰς ἕτερον γένος, γίνεται πρόβλημα ηθικής, ενώ, συγχρόνως, η προσπάθεια αυτή, στην αρχή από την πλευρά του φορέα της – του ευεργέτη – και στη συνέχεια από το κοινωνικό σύνολο, χαρακτηρίζεται από την επένθεση στοιχείων ηθικού χαρακτήρα: εκείνος που προσφέρει «με τη θέλησή του κάτι που του ανήκει σε κάποιον που θεωρεί ότι δεν μπορεί να μην το δεχθεί»[4] τοποθετείται συμπληρωματικά απέναντι από τον ενδεή, ταυτίζεται μαζί του και συγχρόνως, χάρη σε αυτόν, διεκδικεί και εξασφαλίζει μια διακριτή θέση σε σχέση με τους υπόλοιπους, εκείνους που δεν συμπαραστέκονται και δεν ελεούν. Με την έννοια αυτή, ο «έχων και κατέχων» από άποψη ηθική αναγνωρίζει πως ορισμένα αγαθά αποτελούν δικαίωμα όλων των ανθρώπων και επιδιώκει να εξισορροπήσει τη διαφορά ανάμεσα στον ίδιο που τα έχει και σε εκείνους που δεν τα έχουν με την προσφορά ενός μέρους από τα δικά του. Στο σημείο αυτό υφίσταται, ανάλογα με τις εποχές, η ποσοτική και η ποιοτική διάκριση και διευκρίνιση σχετικά με το είδος της προσφοράς: άραγε, δίνει κανείς από το πλεόνασμα ή από το υστέρημά του;

Από την άλλη μεριά, η παραπάνω διαδικασία διαθέτει ένα βάρος κοινωνικό: εγκαθιστά και εδραιώνει αναγκαστικά μια σχέση αμοιβαιότητας και αλληλεγγύης ανάμεσα στα δύο πρόσωπα που συμμετέχουν. Ωστόσο, από αυτή την ίδια αμοιβαιότητα και αλληλεγγύη προκύπτουν και τα αντίθετά τους, η διαφορά και η ανισότητα. Με δυο λόγια, η φιλανθρωπία λειτουργεί κοινωνικά με ελκτικό τρόπο, όπως οι βαρυτικές δυνάμεις, αλλά συγχρόνως προκαλεί κοινωνικές απώσεις, λειτουργώντας όπως οι ηλεκτρικές δυνάμεις. Κάνει τους ανθρώπους να προσεγγίζουν ο ένας τον άλλον και την ίδια στιγμή τους τοποθετεί σε απόσταση.[5] Μέσα στο πλαίσιο αυτής της λειτουργίας της συντείνει στην ανάδειξη ιεραρχικών δεσμών και σχέσεων και συνεισφέρει στη νομιμοποίησή τους ενεργώντας ως ένα στοιχείο όχι μόνον διατήρησης, αλλά και ανάδειξης και συνδιαμόρφωσης του κοινωνικού προσώπου του ευεργέτη. Επομένως, η άσκηση της φιλανθρωπίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ένα από τα στοιχεία πάνω στα οποία μία ορισμένη ομάδα ανθρώπων οικοδομεί την κοινωνική εξουσιαστική της ταυτότητα και ασκεί την κυριαρχική της επιρροή.

Αν όλες οι προηγούμενες διατυπώσεις συνείρονται με τους συλλογισμούς και τις αποφάνσεις που γεννά ένας σύγχρονος προβληματισμός σχετικά με τις πραγματικές διαστάσεις των εννοιών της ένδειας και της φιλανθρωπίας, οι πρόδρομες και ατελείς μορφές τους ή οι ανταγωνιστικές και διαφορετικές ως προς αυτές θεωρήσεις, που εντοπίζονται σε παλαιότερες εποχές, διαμορφώνουν έναν καμβά πάνω στον οποίον αναδύεται και αποτυπώνεται διαχρονικά ο άνθρωπος και τα ποιοτικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς του. Οι συνθήκες – προφανώς – παίζουν ρόλο και αφήνουν το ευδιάκριτο ίχνος τους πάνω στην ανθρώπινη συμπεριφορά· κοντά, όμως, σε αυτές, οι εντελώς ατομικές αντιλήψεις για την ευημερία, την ωφελιμότητα και την οικονομική αποδοτικότητα συνιστούν κάθε άλλο παρά αμελητέες μεταβλητές για ορισμένους σύγχρονους οικονομολόγους (λαμπρό παράδειγμα αποτελεί το έργο του Αμάρτυα Σεν[6]), προκειμένου να αναδείξουν  τον κοινωνικό τους χαρακτήρα και να επαναφέρουν τους ηθικούς κανόνες στην οικονομική πρακτική.

Ο εσωτερικός αυλόγυρος του Hôtel-Dieu στο Beaune της Βουργουνδίας. Το συγκρότημα κατασκευάστηκε το 1452 και λειτούργησε ως Νοσοκομείο.

Η ιστορία των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, μέσα στα οποία εντάσσονται και τα νοσοκομειακά ιδρύματα, αποτελεί ένα θέμα που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για τη μεσαιωνική ιστορία της Ευρώπης. Η φιλανθρωπία με τις πρακτικές της εκφράσεις – ευαγή ιδρύματα (θεσμικό πλαίσιο, διοίκηση, οικονομικά κ.τ.λ.), ελεημοσύνη, κοινωνική διαστρωμάτωση των ευεργετών, κοινωνική θέση των ευεργετούμενων – έχει την ιδιαίτερη σημασία της για την κοινωνική ιστορία, την ιστορία των θεσμών και του δικαίου· με τις θεωρίες και τους προβληματισμούς που προκαλεί, συνδέεται στενά με τη θρησκευτική ιστορία, την ιστορία της φιλοσοφίας και τη λογοτεχνία· εξαιτίας της ευρύτατης διάδοσης της φιλανθρωπικής πρακτικής στον ευρωπαϊκό χώρο, παρουσιάζονται διασυνδέσεις με τις διερευνήσεις της ιστορικής γεωγραφίας, της αρχαιολογίας, της πολεοδομίας και της αρχιτεκτονικής.

Η ανάδειξη της φιλανθρωπίας ως αντικειμένου των ιστορικών επιστημών δεν είναι τίποτα άλλο παρά η εξιστόρηση των προσπαθειών για επιβίωση μιας κοινωνίας σε μια δεδομένη χρονική περίοδο. Η εξιστόρηση σχετικά με τις φιλανθρωπικές δραστηριότητες γίνεται με τον τρόπο αυτόν ένας εσωτερικός διάλογος, μια αφήγηση από τα μέσα, από την πλευρά δηλαδή των συλλογικοτήτων ή των ατόμων με την οικονομική τους λειτουργία, το πολιτισμικό τους έθος, στο κέντρο ή στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, την ώρα που ανακαλύπτουν ότι η συνοχή τους αποτελεί δική τους υπόθεση και ενεργούν συνειδητά προς όφελός της. Από την άποψη της ιστορικής προσέγγισης, η μελέτη της φιλανθρωπίας στις μεσαιωνικές κοινωνίες της Δυτικής Ευρώπης δεν αποτελεί παρά συστατικό στοιχείο που διευκολύνει τις ανθρωπολογικού τύπου γενικεύσεις στη μεσαιωνική κοινωνική ιστορία και αποδίδει στην καθαρή οικονομική ιστορία τη θέση που της αναλογεί δίπλα στην πολιτισμική ιστορία και στη μελέτη των νοοτροπιών της περιόδου από τον 11ο έως τον 13ο ακόμη και τον 14ο αιώνα.

Όσοι απαρτίζουν, λόγου χάρη, τους νέους αστικούς πληθυσμούς που εμφανίζονται στο προσκήνιο της ευρωπαϊκής ιστορίας ελπίζουν, αλλά η ελπίδα τους είναι ακόμη ισχνή, μόλις θρεμμένη από την ηρωική έξοδο από την ύπαιθρο χωρίς ακόμη γνώση, μόνον με δεξιότητα χειροτεχνική και υπομονή. Η κοινωνική κινητικότητα στη Δυτική Ευρώπη σε αντίθεση με το Βυζάντιο είναι μικρή. Οι πλούσιοι στις πόλεις είναι πολύ λίγοι, στη Ντουαί οκτώ, στην Αρράς ένδεκα και επτά μόνον οικογένειες στις Βρυξέλλες τον 13ο αιώνα, και τα μέλη τους από τότε έως σήμερα γεμίζουν μόλις δύο τόμους ενός εραλδικού συγγράμματος.

Η φιλανθρωπία, βέβαια, δεν είναι μόνον των πλουσίων· σαν κλωστή διατρέχει ολόκληρη την κοινωνία και αποκτά χαρακτηριστικά αλληλεγγύης ανάμεσα στα μέλη της ίδιας κοινωνικής ομάδας, για παράδειγμα της συντεχνίας· ή αλληλεγγύης αδιαφοροποίητης που σφραγίζεται από τη χριστιανική παράδοση και ενισχύεται από την ακμαία θωμιστική θεολογία της εποχής. Υπάρχει πάντοτε, όμως, μια σειρά για την πρακτική και συγκεκριμένη έκφραση της αλληλεγγύης και της φιλανθρωπικής δραστηριότητας: πρώτα προς τους έκπτωτους δικούς μας, τις χήρες, τα ορφανά, τους ξεπεσμένους· ιδίως στους αρρώστους· μετά στους άλλους, αλλά όχι όλους, παρά μόνον στους δικούς μας, δηλαδή στους συμπολίτες μας. Και πάλι οι όροι της περίθαλψης είναι η καλύτερη ένδειξη για το πού ανήκει ο άρρωστος. Μπορεί να αναλάβει τα έξοδα της φροντίδας του; Μπορεί να μεταβιβάσει την περιουσία του στο νοσοκομείο που τον στεγάζει; Μπορεί να διαθέτει πρόσωπα που τον υπηρετούν αυτές τις δύσκολες ώρες; Μπορεί να μετακινηθεί από τον τόπο του σε άλλον κοντινό ή απομακρυσμένο;

Η ελεημοσύνη προς τους φτωχούς, χειρόγραφο του 1330-1340,  Παρίσι, Εθνική Βιβλιοθήκη.

Τέτοιου τύπου ερωτήσεις υποδεικνύουν έναν πρώιμο ορθολογικό τρόπο διαχείρισης, ο οποίος θα συντελέσει αργότερα στη μετάβαση της Ευρώπης σε κοινωνικές δομές κεφαλαιοκρατικού τύπου. Η Ευρώπη ξυπνάει και το ξύπνημα αυτό συνδέεται στο οικονομικό πεδίο με την αναβίωση της εμπορικής και βιοτεχνικής της δραστηριότητας και την ανάπτυξη των πόλεων· στο πολιτικό πεδίο με την εξέλιξη και ανάπτυξη των θεσμών της διοίκησης και της άσκησης της εξουσίας, που θα προκύψει μέσα από την αντιπαράθεση και σύγκρουση των φορέων που τη διεκδικούν και οι οποίοι προκύπτουν από τις αλλαγές στο οικονομικό επίπεδο· στο διανοητικό και πολιτισμικό πεδίο με την αλλαγή στις νοοτροπίες που συνόδευαν τον μεσαιωνικό άνθρωπο μέχρι εκείνη την εποχή και οι οποίες συνδέονταν με τη θέση που κατείχε στη σκέψη του και τη συγκρότηση των αντιλήψεών του η Εκκλησία, θέση που σταδιακά αλλάζει, παρασυρόμενη από τις τεράστιες αλλαγές στο οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.

Τα ευαγή ιδρύματα παρουσιάζουν ανάγλυφη την πορεία αυτή της Ευρώπης. Αντλώντας την καταγωγή τους από τη χριστιανική αντίληψη για την άσκηση της φιλανθρωπίας – η οποία βέβαια με τη σειρά της στηρίζεται στις αντιλήψεις της Αρχαιότητας για τη φιλαλληλία, το Πρόσωπο και τον Άλλο, όπως διαμορφώθηκε μέσα στις φιλοσοφικές αντιλήψεις του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και ιδίως κατά την Ελληνιστική εποχή – θα αποτελέσουν αρχικά το κύριο μέσο για την επικράτηση του χριστιανισμού και στη συνέχεια το πεδίο άσκησης της πεμπτουσίας του, που είναι η αγάπη προς τον πλησίον, με αποτέλεσμα την πλήρη υπαγωγή των ιδρυμάτων πρόνοιας στη δικαιοδοσία των εκκλησιαστικών φορέων. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζει την πρώτη μεσαιωνική εποχή και αντιστοιχεί σε ένα επίπεδο επικράτησης των χαρακτηριστικών της αγροτικής και φεουδαρχικής οικονομίας.

Στη συνέχεια, όμως, καθώς οι άνθρωποι στρέφονται σε οικονομικές δραστηριότητες που συνδέονται με την ανάπτυξη των πόλεων και την απομάκρυνσή τους από την ύπαιθρο – η οποία, ωστόσο, συνεχίζει να παίζει έναν σημαντικό ρόλο στην οικονομική δραστηριότητα – η παλαιά διοικητική οργάνωση της Εκκλησίας σε ευρύτερα ή στενότερα σχήματα, τις ενορίες, αρχίζει να μην είναι επαρκής για δύο λόγους: α) επειδή αλλάζει ο δημογραφικός χάρτης της Ευρώπης, με αποτέλεσμα άλλες περιοχές να ερημώνονται και να ελαχιστοποιείται το ποίμνιό τους, ενώ άλλες να αποκτούν έναν πολλαπλάσιο πληθυσμό από εκείνον που είχαν αρχικά και β) επειδή η εγκατάσταση των ανθρώπων στις πόλεις μετακινεί συγχρόνως προς τα εκεί και σε βάρος της Εκκλησίας την ικανοποίηση της ανάγκης τους για ανακούφιση από τα πάθη και για συνδρομή στη φτώχεια και την αδυναμία τους. Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή έπαιξε βέβαια η κατάσταση της ίδιας της Καθολικής Εκκλησίας, η οποία από τα μέσα του 11ου αιώνα επιδίωξε να αναδειχθεί σε κυρίαρχο πολιτικό παράγοντα.

Η φροντίδα των αδύναμων μελών της κοινωνίας αρχίζει να μετατίθεται σταδιακά στη δικαιοδοσία των πόλεων, οι οποίες αντιλαμβάνονται το έργο αυτό με διαφορετικό τρόπο. Ο αδύναμος, ο φτωχός, ο επαίτης, ο ασθενής δεν αποτελούν απλώς την εικόνα του «πάσχοντος Χριστού», προς τον οποίον η χριστιανική ηθική επέβαλλε τη συμπάθεια και παραμυθία, αλλά ένα μέλος του κοινωνικού συνόλου, το οποίο, αν δεν θεραπευθεί, είναι πιθανόν να μολύνει και τα υπόλοιπα, αν δεν βοηθηθεί στη φτώχεια του, είναι πιθανόν να στραφεί εναντίον των υπολοίπων, αν δεν τον συνδράμουν στην ανάγκη του, δεν μπορεί να είναι εν τέλει παραγωγικό.

Φραγκισκανοί μοναχοί περιθάλπτουν θύματα λέπρας. Aπόσπασμα από το χειρόγραφο La Franceschina (π. 1474).

Στο τελευταίο αυτό σημείο επικεντρώνεται, κατά τη γνώμη μου, η διαφορά του νοήματος της φιλανθρωπίας που διακρίνει τις δύο αυτές εποχές, καθώς η φιλανθρωπία της δεύτερης περιόδου, η οποία συνδέεται με την ανάπτυξη των πόλεων, χωρίς να έχει απωλέσει τα χριστιανικά της χαρακτηριστικά, γίνεται στην ουσία μία φιλανθρωπία των παραγωγικών ομάδων της πόλης, οι οποίες ενδιαφέρονται για την εξασφάλιση των μελών τους, και για τον λόγο αυτόν αφενός ιδρύουν νέα φιλανθρωπικά καταστήματα και αφετέρου αναλαμβάνουν να διαχειριστούν με διαφορετικό τρόπο τα ήδη υπάρχοντα.

Το αρχικό, λοιπόν, ζήτημα που τίθεται είναι η ίδια η έννοια της φιλανθρωπίας. Ο Μεσαίωνας αποτελεί μία εποχή, κατά τη διάρκεια της οποίας έχει ιδιαίτερη βαρύτητα η παρουσία της Εκκλησίας. Οι πρώτες αναγνώσεις τόσο των πηγών όσο και των έργων που έχουν γραφεί για τον Μεσαίωνα μπορούν εύκολα να προσανατολίσουν τον ερευνητή προς τη διαμόρφωση μιας εκκλησιοκεντρικής αντίληψης για την εποχή. Έτσι, είναι εύκολο να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι η φιλανθρωπία αποτέλεσε μία αποκλειστικά εκκλησιαστική μέριμνα. Μια πιο προσεκτική ανάγνωση, εμπλουτισμένη και με ανθρωπολογικά στοιχεία, θα μπορούσε να προχωρήσει ένα επιπλέον βήμα και να αντιμετωπίσει τη φιλανθρωπία ως προϊόν θρησκευτικής μέριμνας, θεωρώντας τη θρησκεία ως μία πιο εξειδικευμένη έκφραση του κοινωνικού αισθήματος των ανθρώπων, όπως και είναι. Με τον τρόπο αυτόν, οδηγούμαστε αναπόφευκτα και στη διερεύνηση των κοινωνικών απολήξεων της έννοιας της θρησκευτικότητας, επομένως όχι αποκλειστικά συνδεδεμένης με την Εκκλησία ως θεσμό.

 

Τραυματίας μεταφέρεται από μοναχούς  (π. 1480), Παρίσι, Εθνική Βιβλιοθήκη.

Στη συνέχεια, ωστόσο, τοποθετώντας αυτή τη νέα παράμετρο, την παράμετρο της κοινωνικότητας, το θέμα της φιλανθρωπίας οδηγεί σε μία άλλου είδους ανάγνωση των πηγών, όπου το ζητούμενο είναι πλέον η διακρίβωση του σημείου εκείνου, στο οποίο ο κοινωνικός χαρακτήρας της φιλανθρωπίας υπερβαίνει το εκκλησιαστικό θεσμικό πλαίσιο και αποκτά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, γεγονός που προϋποθέτει μία ανάγνωση περισσότερο λεπτομερή ως προς τις αποχρώσεις του νοήματος που βρίσκονται στα κείμενα των πηγών, όπου πολύ συχνά ο συγγραφέας είτε συνειδητά είτε υποσυνείδητα τοποθετούσε τις πληροφορίες που μας έδινε μέσα στο κοινά αποδεκτό κοινωνικό πλαίσιο. Στις περιπτώσεις, λοιπόν, αυτές έπρεπε να γνωρίζει κανείς το ευρύτερο, αλλά συγχρόνως και το ιδιαίτερο ιστορικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο εντάσσονται και αναπτύσσονται αυτές οι απόψεις. Έτσι, αναπόφευκτα και σχεδόν αναγκαστικά, τίθεται το ζήτημα της ανάπτυξης των πόλεων στη μεσαιωνική Ευρώπη. Στο σημείο αυτό διαμορφώνεται μία νέα οπτική προσέγγισης της έννοιας της φιλανθρωπίας, όχι απλώς για να τοποθετηθεί ένα όριο τομής ανάμεσα σε μια προγενέστερη εποχή, κατά την οποία η φιλανθρωπία αποτελούσε αποκλειστικά έργο της Εκκλησίας, αλλά και σε μια μεταγενέστερη, κατά την οποία το έργο αυτό ανατέθηκε στους εξουσιαστικούς φορείς των πόλεων. Τέτοιες τομές στην ιστορία, το ξέρουμε, δεν αποτελούν παρά συμβάσεις. Το ουσιαστικό ζήτημα ήταν η εκ νέου διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης της φιλανθρωπίας, η οποία συμβαδίζει με τη διαμόρφωση μιας νέας αντίληψης την οποία απέκτησαν, όταν άρχισαν να συνειδητοποιούν το δικαίωμα να σκέφτονται και να ενεργούν ελεύθερα και προσωπικά.

Η Νικολέττα Γιαντσή είναι Aναπληρώτρια Καθηγήτρια Ευρωπαϊκής Ιστορίας στο Τμήμα  Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

     ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] J. Brown, «Σκέψεις πάνω στις εθνικές εισηγήσεις για τη φτώχεια», Επιθεώρηση Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 4/2-3 (1983), σ. 236˙ πρβλ. Ν. Πατινιώτης, «Η φτώχεια ως πρόβλημα: Ιστορική διάσταση, αναλυτικές προσεγγίσεις», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 66 (1987), σ. 211.

[2] H. Bartoli, «Η φτώχεια και η γέννησή της», Επιθεώρηση Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 4/2-3 (1983), σ. 219 κ.ε.

[3] R. Draperie, «Η φτώχεια στην Ευρώπη», Επιθεώρηση Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 4/2-3 (1983), σ. 207 κ.ε.

[4] Αν και έχουν περάσει αρκετά χρόνια από την εποχή που ο Μ. Μως ή ο Κλ. Λεβί Στρως πραγματοποιούσαν τις ανθρωπολογικές ή κοινωνιολογικές τους αναλύσεις σχετικά με την έννοια της προσφοράς, ωστόσο, από τον διάλογό τους μπορούμε να κρατήσουμε το συμπέρασμα, που αποτελεί και τον κλασικό ορισμό της φιλανθρωπίας, πως ο όρος αυτός περιγράφει την «εκούσια μεταβίβαση κάποιου πράγματος που μας ανήκει σε κάποιον που θεωρούμε ότι δεν μπορεί να μην το δεχθεί». Βλ. M. Godellier, Το αίνιγμα του δώρου, μτφρ. Αλίκη Αγγελίδου, Αθήνα 2003, σ. 31.

[5] Σημειώνω εδώ τη διαδεδομένη ανάμεσα στους ανθρωπολόγους άποψη για τον ιδιαίτερο ρόλο που διαδραματίζει στις συλλογικές συμπεριφορές του γύρω από τη Μεσόγειο κόσμου το αίσθημα της ντροπής. Βλ. σχετικά το άρθρο του J. Pitt-Rivers, «Honour and Social Status» και του J. Caro Barola, «Honour and Shame: a Historical Account of Several Conflicts» δημοσιευμένα και τα δύο στο Honour and Shame. The Values of Mediterranean Society, εκδ. J.C. Peristiany, Λονδίνο 1965, σ. 19-77 και 79-137 αντίστοιχα. Η σύναψη ένδεια – ντροπή εμφανίζεται επίσης στο E. LeRoy Ladurie, Montaillou, village occitan de 1294 à 1321, Παρίσι 1975, σ. 547.

[6] Sen Am., Poverty and Famines. An Essay on Entitlement and Deprivation, Νέα Υόρκη 1981, σ. 9 κ.ε.

Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης: Το τραγικό τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας

Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης

Το τραγικό τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας

Οι μάχες του Σαγγαρίου (Αύγ. 1921) δεν έφεραν την προσδοκώμενη νίκη και η Ελληνική Στρατιά αποχώρησε δυτικά του Σαγγαρίου, με το Βόρειο Συγκρότημα, με έδρα το Εσκί Σεχήρ, και το Νότιο με έδρα το Αφιόν Καραχισάρ. Συνολικό ανάπτυγμα 700 χιλιόμ. από τον κόλπο της Κίου ως την κοιλάδα του Μαιάνδρου. Οι άνδρες της Στρατιάς επί ένα έτος Αύγ. 1921 – Αύγ. 1922 παρέμειναν σε απραξία, ενώ, από την άλλη, ο Κεμάλ οργάνωνε μεθοδικά τον στρατό του, έχοντας και την σιωπηρή ή φανερή στήριξη Γάλλων, Ιταλών, Σοβιετικών. Οι ελληνικές κυβερνήσεις της περιόδου αυτής αδυνατούσαν να βρουν διπλωματικά και οικονομικά στηρίγματα στην Ευρώπη μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920. Επιπλέον, η Στρατιά παραμέλησε την αμυντική οργάνωση, τις επικοινωνίες, τις οδεύσεις και δεν είχε αντιληφθεί ότι είχε απωλέσει το 50% της μάχιμης δύναμής της, καθόσον εκατοντάδες οπλιτών και έμπειρων αξιωματικών είχαν σκοτωθεί στις μάχες του Σαγγαρίου. Και ακόμη ότι η Στρατιά είχε διαβρωθεί από τον κομματισμό και την κομμουνιστική προπαγάνδα στο μέτωπο.

Στις 5 το πρωί της 13ης Αυγούστου 1922 άρχισε η τουρκική επίθεση που πρώτη δέχθηκε η Ι Μεραρχία Φράγκου στο μέτωπο του Αφιόν Καραχισάρ και η γειτονική της IV του Δημαρά. Ο ελληνικός στρατός πρώτη φορά αντιμετώπιζε τέτοιας έκτασης βομβαρδισμό και νωρίς τα τμήματα των Μεραρχιών αυτών άρχισαν να υποχωρούν σχεδόν διαλυμένα. Οι Τούρκοι είχαν καταλάβει τις στρατηγικές θέσεις Τιλκί Κιρί Μπελ και Καγιαντιμπί. Οι υποχωρήσαντες Μέραρχοι της Ι Φράγκου και VII Κουρουσόπουλου αποφάσισαν την ενίσχυση του αγώνα στο Χασάν Μπελ και την κάλυψη του κενού Τσάι Χισάρ, από το οποίο εισέδυε το τουρκικό ιππικό και κτυπούσε από τα νώτα τις ελληνικές δυνάμεις. Το βράδυ της 13 Αυγούστου βρήκε τις Ι και VII Μεραρχίες με σοβαρές απώλειες και τους άνδρες καταπονημένους από το συνεχές εχθρικό σφυροκόπημα και τον αφόρητο καύσωνα. Στην καίρια στρατηγική θέση Τουμπλού Μπουνάρ οι Τούρκοι ιππείς είχαν διασκορπίσει τα φυλάκια του σιδηροδρομικού σταθμού και διακόψει την τηλεγραφική επικοινωνία. Το παράδοξο είναι ότι η Ελληνική Στρατιά στην Σμύρνη πληροφορήθηκε την έναρξη της τουρκικής επίθεσης τρεις ώρες αργότερα.

Στις 14 Αυγούστου η Ι Μεραρχία βρισκόταν σε δύσκολη θέση και περί το μεσημέρι οι I, IV, VII, XII Μεραρχίες άρχισαν να συμπτύσσονται δυτικά στην γραμμή Αϊβαλί – Μπαλ Μαχμούτ – Κιοπρουλού. Ήδη οι ελληνικές δυνάμεις και ο χριστιανικός πληθυσμός εγκατέλειπαν το Αφιόν Καραχισάρ. Ο ασύρματος, που αντί να μεταφερθεί στο Γκιόλ Χαμάμ, όπου το στρατηγείο του Α΄Σ.Σ., μεταφέρθηκε στο Εσκί Σεχήρ δημιούργησε, με την έλλειψή του, τραγικά προβλήματα επικοινωνίας.  Από τότε δεν υφίστατο επικοινωνία μεταξύ των ελληνικών δυνάμεων.

Η εχθρική πίεση εξακολουθούσε όλη την μέρα στις Ι και IV Μεραρχίες στο Μπαλ Μαχμούτ. Εκείνες τις ώρες παρατηρούνταν συνεχής διαρροή οπλιτών στις γύρω πλαγιές. Οι II, V και XII Μεραρχίες δεν είχαν υποστεί ως το βράδυ της 14 Αυγούστου σοβαρή πίεση. –Είχαν περάσει 36 ώρες από το πρωί της 13 Αυγούστου. Μεσάνυχτα της 14  Αυγούστου οι ελληνικές δυνάμεις είχαν υποχωρήσει στην περιοχή του Αφιόν – Ακάρ Νταγ.

Η Ι Μεραρχία την 15 Αυγούστου βρισκόταν σε πλήρη αταξία στο Μπασκιμσέ, 10 χιλιόμετρα ΒΔ του Αφιόν και 20 περίπου από το Τουμπλού Μπουνάρ. Η IV υποχωρούσε άτακτα και ακάλυπτη. Ο Πλαστήρας ήταν στο Μπαλ Μαχμούτ. Η IX Μεραρχία στις 5 το πρωί κατευθύνθηκε προς Ουλουτζάκ, περί τα 40 χιλιόμετρα Β. του Αφιόν και στις 7.15 δέχθηκε επίθεση από την 2η Μεραρχία του Τουρκικού Ιππικού. Η IV Μεραρχία στις 4-5 το πρωί κατευθύνθηκε προς το Ουλουτζάκ δεχόμενη σφοδρές εχθρικές επιθέσεις που προκάλεσαν φυγή οπλιτών προς βορράν. Δεν είχε καλυφθεί από το απόσπασμα Πλαστήρα που δεν φρόντισε να βρίσκεται στα υψώματα Κιοπρουλού, και από το απόσπασμα Λούφα που είχε αποχωρήσει από τα υψώματα βόρεια του Μπαλ Μαχμούτ.

Στις 2 το μεσημέρι, στο μοιραίο Ουλουτζάκ είχαν φθάσει οι Διοικητές του Α΄Σ.Σ. Ν. Τρικούπης και Β΄Σ.Σ. Κίμων Διγενής, όπου πληροφηρήθηκαν ότι οι IV και VII Μεραρχίες συμπτύσσονταν προς Τουμπλού Μπουνάρ. Ο Διοικητής της IX Μεραρχίας Π. Γαρδίκας που έφθασε και αυτός εκεί, τους πρότεινε να κινηθούν προς Τουμπλού Μπουνάρ, προκειμένου με άλλες Μεραρχίες να αποκτήσουν αμυντικές θέσεις. Οι δύο σωματάρχες απέρριψαν την πρόταση Γαρδίκα αποφασίζοντας να παραμείνουν στο Ουλουτζάκ. Το λάθος τους ήταν μοιραίο και οδήγησε στην αιχμαλωσία τους.

Ήδη είχε συγκροτηθεί το Νότιο Συγκρότημα δηλ. η Ομάδα Φράγκου με την I, II, IV (5 τάγματα), VI, του Καλλιδόπουλου με την XII, το απόσπασμα Πλαστήρα, την Μεραρχία Ιππικού και μονάδος Πυροβολικού. Το Βόρειο Συγκρότημα του Τρικούπη αποτελούνταν από την IV, V, τμήματα της IX, τμήματα της XII και της IX.

Η Μεραρχία Φράγκου, η VII του Κουρουσόπουλου και το απόσπασμα Πλαστήρα έφθασαν στο Τουμπλού Μπουνάρ το βράδυ της 15 Αυγούστου. Στο Ουλουτζάκ το βράδυ της 15 Αυγούστου οι Τρικούπης και Διγενής ήσαν απομονωμένοι χωρίς σύνδεσμο με I και II Μεραρχία, αγνοούσαν την τύχη του μεγαλύτερου μέρους της IV του Δημαρά. Στο Ουλουτζάκ είχαν φθάσει η ΙΧ του Γαρδίκα, υπολείμματα της V και την επομένη η ΧΙΙΙ του Μιλτιάδη Καϊμπαλή. Δυστυχώς, ο Τρικούπης δίσταζε να κινηθεί προς το Τουμπλού Μπουνάρ, ενώ θα μπορούσε να το κάμει από τις 4.30 το απόγευμα. Αργότερα, σε έκθεσή του δικαιολογήθηκε ότι δεν είχε οδηγούς, καθώς οι χωρικοί είχαν εγκαταλείψει τα χωριά τους, έκρινε ως πολύ δύσκολη την μετακίνηση πυροβόλων την νύκτα, των νοσοκομειακών κ.λπ.

Στις 16 Αυγούστου η ΙΧ του Γαρδίκα έδωσε σκληρή μάχη με τουρκικό ιππικό στο Χαμούρκιοϊ και η ΧΙΙ του Καλλιδόπουλου στο Ιλμπουλούκ, που επέτρεψε στην V του Ρόκα να διαρρεύσει δυτικά και να αποφύγει την αιχμαλωσία. Στο Ουλουτζάκ φθάνοντας ο Διοικητής της ΧΙΙΙ Καϊμπαλής παρέδωσε στον Τρικούπη ερματισμένο φάκελο ελληνικού αεροπλάνου, όπου αναφερόταν ότι τουρκικές δυνάμεις κατευθύνονταν προς εκεί. Τούτο σήμαινε ότι το συγκρότημα Τρικούπη, γνωστό ως Βόρειο, ήταν περικυκλωμένο. Την 16 Αυγούστου οι IX, V, XII, XIII έδιναν συνεχείς αγώνες στο Κιουτσούκιοϊ, με ελάχιστα πυρομαχικά. Πολύ αργά πια, ο Τρικούπης διέταξε την πορεία των XII, V, XIII, IV προς Τουμπλού Μπουνάρ. Στις 4 το απόγευμα στο Ουλουτζάκ οι στρατηγοί Τρικούπης, Διγενής και ο συνταγματάρχης Καλλιδόπουλος είχαν συνειδητοποιήσει την περικύκλωσή τους. Η κατάσταση ήταν πέρα για πέρα τραγική από τον συνεχή βομβαρδισμό, την αταξία, τον συνωστισμό των Μεραρχιών σε περιορισμένο χώρο. Με το τελευταίο φως της 16ης Αυγούστου ο Τρικούπης και οι λοιποί ανώτατοι αξιωματικοί αποφάσισαν να κινηθούν προς Τουμπλού Μπουνάρ μέσω Σάλκιοϊ, εγκαταλείποντας τα βαρέα πυροβόλα και καταστρέφοντας τον ασύρματο του Β΄Σ.Σ. που ήταν το μοναδικό μεσό επικοινωνίας. Στις 11 το βράδυ της 16 Αυγούστου η ομάδα Τρικούπη άρχισε να κινείται άτακτα και κατά το δοκούν, με τα τμήματά της χωρίς οργανικό δεσμό, πειθαρχία, καταπονημένα από την πείνα, την αγρυπνία, τις συνεχείς μάχες. Λίγο πριν από την αυγή της 17 Αυγούστου το Συγκρότημα Τρικούπη έφθασε στο Σάλκιοϊ σε άθλια κατάσταση, με κάποια εξαίρεση την ΧΙΙΙ Μεραρχία Καλλιδόπουλου. Για μιαν ακόμη φορά ο Τρικούπης απέρριψε πρόταση συνέχισης της πορείας προς Τουμπλού Μπουνάρ και μόνον προς το μεσημέρι αποφάσισε να κινηθεί προς το Ουσάκ δια μέσου της κοιλάδας Ουσάκ. Ήταν, όμως, αργά. Όλη την 17 Αυγούστου κατέφθασαν στο Σάλκιοϊ 10-15.000 στρατιώτες διαφόρων διαλυμένων μονάδων. Δεν υπήρχαν πυρομαχικά, τρόφιμα, νερό και φυσικά επικοινωνία. Το κακό επέτεινε η διαρροή οπλιτών σε χαράδρες του Σάλκιοϊ και η φυγή προς το χωριό Αλή Βεράν.

Την ίδια μέρα στην μάχη του Αλή Βεράν ο Τρικούπης είχε παρατακτή δύναμη 7.000 πεζούς, 180 ιππείς, 116 πυροβόλα. Προς το μεσημέρι της 17 Αυγούστου η Ομάδα Τρικούπη κινήθηκε προς Τουμπλού Μπουνάρ, Μπανάζ, Ουσάκ, σε δρόμους στενούς και δύσβατους πάνω στο βουνό Μουράτ Νταγ. Καθ’ οδόν έφθασε στον Τρικούπη ο απεσταλμένος του Ν. Πλαστήρα ανθυπολοχαγός Καραμάνος και του πρότεινε να τους οδηγήσει στο Χασάν Ντεπέ που κατείχε ο ίδιος με το 5/42 Σύνταγμά του. Στις 4 το απόγευμα ο Τρικούπης αποφάσισε να κινηθεί προς Μπανάζ διά μέσου της οδού Σάλκιοϊ-Αλή Βεράν, που λίγο πριν είχε απορρίψει. Ήταν αργά, γιατί είχαν χαθεί πολύτιμες ώρες. Η μάχη του Αλή Βεράν, που από τουρκικής πλευράς διηύθυνε ο ίδιος ο Κεμάλ με έξη Μεραρχίες Πεζικού και μιας Ιππικού απέναντι σε μικρή δύναμη 7.000 Ελλήνων μαχητών που έδειξαν πρωτοφανή ανδρεία. Επρόκειτο για μια μάχη που αδυνατεί να συλλάβει ανθρώπινος νους. Ο Χρ. Σπανομανώλης, Σμυρναίος την καταγωγή, που έλαβε μέρος σ’ αυτήν, στο βιβλίο του Αιχμάλωτος των Τούρκων έδωσε συγκλονιστική περιγραφή της.

Το βράδυ της 17 Αυγούστου, μετά την μεγάλη καταστροφή, η Ομάδα Τρικούπη, έχοντας αφήσει στο πεδίο της μάχης όλους τους τραυματίες, υλικά, 250 υγειονομικά και μεταγωγικά αυτοκίνητα, πυροβόλα, συνέχισε την πορεία της προς το Ουσάκ. Στο Συγκρότημά του περιλαμβάνονταν η IV Μεραρχία Δημαρά, η ΧΙΙ Καλλιδόπουλου, η ΧΙΙΙ του Καϊμπαλή, ενώ η ΙΧ του Γαρδίκα ακολούθησε διαφορετικό ημερολόγιο και βοηθούμενη από την V του Ρόκα απέφυγε την αιχμαλωσία. Κάθε Μεραρχία ακολούθησε δική της πορεία. Η φάλαγγα των στρατηγών Δημαρά – Καλλιδόπουλου που κινήθηκε όλη την νύκτα της 17ης Αυγούστου στο Μουράτ Νταγ, απώλεσε τον προσανατολισμό της. Την επομένη 18 και πάλι κινούνταν άσκοπα ώσπου στις 8 το βράδυ της 19 Αυγούστου παραδόθηκε στους Τούρκους. Οι αιχμάλωτοι ανέρχονταν σε 84 αξιωματικούς και 1.600 οπλίτες. Σημειωτέον, πάντως, ότι ο επιτελάρχης της IV Μεραρχίας ταγματάρχης Γ. Τσολάκογλου, ο κατοπινός κατοχικός Πρωθυπουργός, διαφώνησε  με το δρομολόγιο της Μεραρχίας και μαζί με αξιωματικούς και οπλίτες που τον ακολούθησαν, εφθασαν στο Ουσάκ την 19 Αυγούστου και ενώθηκαν με την Ομάδα Φράγκου.

Η Ομάδα Τρικούπη κινούνταν δυτικά, αναζητώντας μάταια οδηγούς για να φθάσει στο Ουσάκ δια μέσου Μπανάζ. Πρόθεσή του ήταν να παρακάμψει το Ουσάκ, που, ομως,  ήδη είχε καταληφθεί από τους Τούρκους. Η εξάντληση, η πείνα, η απογοήτευση, κυριαρχούσαν στην φάλαγγα του Τρικούπη. Έτσι, το απόγευμα της 20ης Αυγούστου στις 5 μ.μ. παραδόθηκε λίγα χιλιόμετρα βόρεια του Ουσάκ. Το τέλος της Ομάδας: αιχμάλωτοι οι στρατηγοί Ν. Τρικούπης Διοικητής του Α΄Σ.Σ., Κίμων Διγενής Διοικητής του Β΄Σ.Σ., ο Διοικητής της ΧΙΙΙ Μιλτιάδης Καϊμπαλής μαζί και 190 αξιωματικοί και 4.400 οπλίτες. Για πρώτη φορά Έλληνας αρχιστράτηγος αιχμαλωτίζεται από τον εχθρό. Ο Τρικούπης είχε ανακηρυχθεί στον βαθμό αυτό από την ελληνική κυβέρνηση σε αντικατάσταση του Χατζηανέστη. Το πληροφορήθηκε από τον ίδιο τον Κεμάλ, που υπηρεσίες του είχαν αποκρυπτογραφήσει τα σήματα της ελληνικής κυβέρνησης.

Οι Δημαράς (διοικητής της IVης Μεραρχίας), Τρικούπης (διοικητής Α’ ΣΣ) και Διγενής (διοικητής Β’ ΣΣ) σε τουρκικό στρατόπεδο αιχμαλώτων.

Η Ομάδα Φράγκου υποχώρησε και βρέθηκε το μεσημέρι της 15 Αυγούστου στο Μπασκιμσέ, όπου ανέμενε την V Μεραρχία, το απόσπασμα Λούφα και το 5/42 του Πλαστήρα. Στις 4 το απόγευμα ξεκίνησε για το Τουμπλού Μπουνάρ, όπου έφθασε το πρωί της 16 Αυγούστου, μαζί και η VΙΙ του Κουρουσόπουλου. Την νύκτα στάθμευσε μεταξύ σιδηροδρομικού σταθμού Τουμπλού Μπουνάρ  και Οτουράκ Τσιφλίκ. Απέναντι τουρκικές δυνάμεις, που μπορούσε να αντιμετωπίσει, αλλά την τελευταία στιγμή ματαίωσε την επίθεσή του και έτσι άφηνε ακάλυπτη την Ομάδα Τρικούπη, που οδηγήθηκε στην αιχμαλωσία, σε συνδυασμό με την επιμονή του να παραμένει στο Ολουτζάκ. Η αποχώρηση του 1/38 του Ιω. Ζήρα από το Καραγκιοζελί και του 4ου Σ.Π. επεδείνωσαν την θέση του Τρικούπη. Κατόπιν τούτων, ο Φράγκου υποχώρησε προς το Τσορούμ Νταγ, καθ’ ον χρόνον ο Πλαστήρας κατείχε το Χασάν Τεπέ. Ο Φράγκου, στο μεταξύ, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τουρκική επίθεση στο Τσορούμ Νταγ που δέσποζε στην κοιλάδα του Μπανάζ και αυτό έσβηνε κάθε ελπίδα επαφής με την Ομάδα Τρικούπη. Σημειωτέον ότι Εύζωνοι του Φράγκου στην κρίσιμη στιγμή δεν κινήθηκαν να ανακαταλάβουν το Τσορούμ, που ανακατέλαβαν, για λίγο, η IV και VII Μεραρχία. Η Ομάδα Φράγκου αναγκάσθηκε να συμπτυχθεί δυτικότερα με σκοπό την κατάληψη του Ουσάκ. Είχε συμπτυχθεί στην γραμμή Κιζίλ Νταγ – Ελμά Νταγ – Καπακλάρ, ποταμός Μπανάζ Τσάι (18 – 19 Αυγ.). Η Ι Μεραρχία του Φράγκου, όμως, βρισκόταν σχεδόν σε πλήρη διάλυση, μολονότι διατασσόταν από την Στρατιά να συντρίψει τον εχθρό(!). Ήδη είχε απωλεσθεί η γραμμή Καπακλάρ, που ανακατέλαβε ο Πλαστήρας, που τέθηκε επικεφαλής του παραπαίοντος 4ου Σ.Π. Το μεσημέρι της 19 Αυγούστου οι Τούρκοι εισήλθαν στο Ουσάκ, όπου βρήκαν στις αποθήκες του ελληνικού στρατού άφθονο πολεμικό υλικό. Δυστυχώς, η ΙΙ Μεραρχία δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τις θέσεις της. Η εγκατάλειψη του Ουσάκ σήμαινε πια την βέβαιη αιχμαλωσία της Ομάδας Τρικούπη. Από το βράδυ της 19 ως τις 21  Αυγούστου η Ομάδα Φράγκου κατευθυνόταν προς Κούλα – Φιλαδέλφεια, με διαταγή να φράξει την διάβαση Κούλων, ώσπου να περάσουν οι φάλαγγες. Οι Τούρκοι σκόπευαν να καταλάβουν το Σαλιχλί, γι’ αυτό και η Στρατιά διέταξε το πρωί της 22 Αυγούστου την ΧΙΙΙ Μεραρχία –τα υπολείμματά της δηλαδή- να κινηθεί προς Σαλιχλί, όπου θα συναντούσε την Μεραρχία Ιππικού. Η ΧΙΙΙ Μεραρχία φθάνοντας στο Σαλιχλί επέβαλε την τάξη στην σύγχυση που επικρατούσε στον σιδηροδρομικό σταθμό και φρόντισε την επομένη για την επιβίβαση προσφύγων σε έξη συρμούς, στους οποίους επιβιβάσθηκε και η ίδια. Το απόσπασμα Λούφα στις 22 Αυγούστου νοτιοδυτικά των Κούλων δέχθηκε επιθέσεις του Τουρκικού Ιππικού, που κατέληξαν σε πεζομαχία. Στην συνέχεια κινήθηκε προς Φιλαδέλφεια. Την 22 Αυγούστου η Στρατιά διέταξε την ΙΙ Μεραρχία Γονατά να κατευθυνθεί προς Τουρμπαλί και Οδεμίσι και να αναλάβει την στρατιωτική διοίκηση Οδεμισίου. Την ίδια μέρα διέτασσε την επιβίβαση στα ελλιμενισμένα πλοία όλου του προσωπικού και των κτηνών των μη μάχιμων σχηματισμών (υπηρεσίες, νοσηλευτικά κέντρα, στρατιωτικά καταστήματα κ.ά.). Στις 2.30 της 22 Αυγούστου διέταξε τον Φράγκου να συμπτυχθούν στον χώρο Μαγνησία – Κασαμπά.

Η μάχη του Σαλιχλί στις 23 Αυγούστου ήταν η τελευταία νικηφόρα του ελληνικού στρατού στην Μ. Ασία, όπου το απόσπασμα Πλαστήρα και η Μεραρχία Ιππικού απέκρουσαν δύο τουρκικές επιθέσεις το πρωί και το μεσημέρι της ίδιας μέρας. Την επομένη η Ομάδα Φράγκου κινήθηκε προς Αχμετλί με την Μεραρχία Ιππικού, η ΙΙ Μεραρχία προς Οδεμίσι και το 2ο Σ.Π. της Ι Μεραρχίας διατέθηκε στο Α΄Σ.Σ. που, μαζί με το απόσπασμα Λούφα, θα κάλυπταν τις ελληνικές δυνάμεις από τα βόρεια.

Η μάχη του Σαλιχλί (23 Αυγούστου 1922).

Την νύκτα της 23 Αυγούστου το Β΄Σ.Σ. στάθμευε με την V Μεραρχία στο Αχμετλί, η ΧΙΙ στον σιδηροδρομικό σταθμό Σάρδεων και η ΙΧ στον Κασαμπά.

Το πρωί της 25 Αυγούστου στον Κασαμπά βρισκόταν το Α΄Σ.Σ. και στην Μαγνησία το Β΄Σ.Σ. με φροντίδα του Φράγκου, κατά διαταγήν της Στρατιάς το βράδυ της 23 Αυγούστου. Πάντως, στις 24 Αυγούστου ο νέος Διοικητής της Στρατιάς Πολυμενάκος διέταξε την ΙΙ Μεραρχία να κινηθεί προς Τουρμπαλί για να καλύψει την Σμύρνη και την Χερσόνησο της Ερυθραίας. Άσχετα με τις διαταγές Πολυμενάκου το Συγκρότημα Φράγκου κινήθηκε προς τις διόδους του Νυμφαίου και της Σαπάντζας.

Στις 26 Αυγούστου το πρωί οι Μεραρχίες των Α΄ και Β΄ Σ.Σ. κινήθηκαν προς τις νέες θέσεις τους. Η VII Μεραρχία απέκρουσε τουρκική μεραρχία που επιχείρησε να αποκόψει την πορεία της προς την Σμύρνη, στην οποία έφθασε το πρωί της 27ης Αυγούστου και απ’ εκεί γρήγορα τράβηξε προς τον Τσεσμέ. Στις 11 το πρωί εισήλθαν στην ιωνική πρωτεύουσα 400 τσέτες. Η Μεραρχία Ιππικού έφθασε στην Μαινεμένη στις 6 το πρωί και το μεσημέρι βιαστικά έφυγε για το Μερσινλί, αφήνοντας ελεύθερη την οδό προς την Σμύρνη στην τουρκική 14η Μεραρχία Ιππικού, που κατέλαβε την στενωπό της Μαγνησίας το βράδυ της 26 Αυγούστου. Ο έγκυρος δημοσιογράφος Ροδής, αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων γράφει ότι την 25 Αυγούστου 1922 πέρασε από τη Σμύρνη με καλπασμό η Μεραρχία Ιππικού με τον μέραρχον Καλλίνσκην, άθικτος και πάνοπλος…με την σημαίαν διπλωμένην, με τους άνδρας σιωπηλούς μέχρι θανάτου…Ήτο η Μεραρχία του Ιππικού άθικτος και πάνοπλος…και κατευθύνεται όχι προς τον  πόλεμον και την θυσίαν, αλλά προς την παραλίαν του Τσεσμέ…άθικτος και πάνοπλος. Λίγες μέρες αργότερα, ο αιχμάλωτος στρατηγός Τρικούπης έλεγε σε Τούρκο συνάδελφό του ότι στην τραγική μάχη του Αλή Βεράν, η Μεραρχία Ιππικού έβοσκε χορταράκι στο Ουσάκ.

Έλληνες στρατιώτες στο Σαλιχλί το καλοκαίρι του 1922.

Η Ομάδα Φράγκου την νύκτα της 26 προς 27 Αυγούστου πέρασε έξω από την Σμύρνη, ενώ τα Α΄ και Β΄ Σ.Σ. έφθασαν στο Ναρλί Ντερέ και Άγιο Γεώργιο της Χερσονήσου της Ερυθραίας. Το Β΄Σ.Σ. πέρασε στις 8.30 το Γκιούλ Μπαξέ, το Α΄Σ.Σ. έφθασε στα Βουρλά στις 9 το πρωί, η Μεραρχία Ιππικού στην Σκάλα Βρυούλων στις 7μ.μ. της 28 Αυγούστου. Απόσταση Σμύρνη –Βουρλά 90 χιλιόμετρα. Ο στρατηγός Ανδρέας Πλατής είχε αναλάβει την άμυνα της Ερυθραίας, που υποστήριζαν το θωρηκτό Κιλκίς, το καταδρομικό Έλλη, τα αντιτορπιλλικά Νίκη και Σφενδόνα και το εύδρομο Νάξος. Το Β΄Σ.Σ. και το Α΄Σ.Σ.  έφθασαν στα Αλάτσατα το μεσημέρι της 29 Αυγούστου. Η απόσταση Βουρλών – Αλατσάτων περί τα 80 χιλιόμετρα.

Την αμυντική γραμμή ενίσχυαν οι I, II, VII Μεραρχίες. Η Μεραρχία Ιππικού κατευθύνθηκε από την Σκάλα Βρυούλων προς το λιμάνι του Τσεσμέ. Το Β΄Σ.Σ. την αυγή της 30 Αυγούστου έφθασε στην γραμμή Λίντζα – κόλπος Αγριελιάς και στις 2 το μεσημέρι της 31 Αυγούστου κινήθηκε προς τον Τσεσμέ. Ο κόλπος της Αγριελιάς βρίσκεται περί τα 10 χιλιόμετρα από τα Αλάτσατα και άλλα τόσα προς τον Τσεσμέ. Η ΧΙΙΙ Μεραρχία τα μεσάνυκτα της 31 Αυγούστου κινήθηκε προς Αλάτσατα και στις 2.30 μ.μ. της 1 Σεπτεμβρίου έφθασε δυτικά του Ζεϊντελί, ενώ το Α΄Σ.Σ. συμπτύχθηκε και εγκαταστάθηκε στα Αλάτσατα την 1 μ.μ. της 1 Σεπτεμβρίου. Το Β΄Σ.Σ. είχε ήδη φθάσει στον Τσεσμέ. Η απόσταση Αλατσάτων – Τσεσμέ είναι περί τα 20 χιλιόμετρα. Το Ζεϊτενλί είναι στο μέσο της αποστάσεως Βουρλών – Τσεσμέ.

Δύο τμήματα της στρατιωτικής διοικήσεως Οδεμισίου, το πρώτο του Τάγματος Ηλία Βαμβακόπουλου με 25 αξιωματικούς και 800 οπλίτες, από το Τζιμόβασι έφθασε στο Ντεμιρτζαλή και επιβιβάσθηκε στο εξοπλισμένο εμπορικό Νάξος στις 30 Αυγούστου. Το δεύτερο με 7 αξιωματικούς και 70 οπλίτες έφθασε στην Σκάλα Βρυούλων και επιβιβάσθηκε στο Κιλκίς στις 29 Αυγούστου. Ο γηραιός διοικητής στο Οδεμίσι Ζεγγίνης αντί να στραφεί προς Τσεσμέ, ξεκίνησε από το Οδεμίσι, έφθασε έξω από την Σμύρνη και παραδόθηκε στους Τούρκους!

Το πρωί της 3 Σεπτεμβρίου απέπλευσαν από τον Τσεσμέ τα τελευταία τμήματα του Νοτίου Συγκροτήματος, καλυπτόμενα από τον Διοικητή του 1ου Σ.Π. αντισυνταγματάρχη Π.Ζ. Οδυσσέα Μιαούλη. Το ίδιο πρωί έφθασε στον Τσεσμέ ο τουρκικός στρατός. Πέρα μακριά η Σμύρνη καιγόταν ακόμη!

Οι ελληνικές δυνάμεις που μεταφέρθηκαν στην Χίο και την Μυτιλήνη ανέρχονταν κατά Μεραρχίες ως εξής:

IV Μεραρχία: Αξιωματικοί 200, οπλίτες 3300, κτήνη 450

V Μεραρχία:  Αξιωματικοί 204, οπλίτες 3000, κτήνη 1212

VII Μεραρχία: Αξιωματικοί 240, οπλίτες 6500, κτήνη 2800, πυροβόλα 11

ΧΙΙ Μεραρχία: Αξιωματικοί 1500, οπλίτες 2200, κτήνη 1010, πυροβόλα 8

Δεν υπάρχουν στοιχεία για Ι, ΙΙ, ΙΧ, ΧΙΙΙ και Μεραρχία Ιππικού.

Ο εμπρησμός της Σμύρνης.

Η σύμπτυξη του Γ΄Σ.Σ.

Το Γ΄Σ.Σ. με διοικητή τον Γ. Σουμίλα, είχε την ευθύνη του Βορείου Συγκροτήματος της Στρατιάς, δηλ. από την Κίο ως το Σεϊντή Γαζή και Ακ ιν. Συνολικό άνοιγμα 300 χιλιόμ. Έδρα του το Εσκί Σεχήρ και στην δύναμή του συμπεριλαμβάνονταν οι ΙΙΙ, Χ, ΧΙ και η Ανεξάρτητη Μεραρχία, δώδεκα αεροπλάνα αναγνώρισης και δύο καταδιωκτικά. Το Γ΄Σ.Σ. είχε πολύ καλή αμυντική οργάνωση. Την 13 Αυγούστου 1922, με την έναρξη της τουρκικής επίθεσης, διατάχθηκε από την Στρατιά να καλύψει την σιδηροδρομική γραμμή προς Προύσα και η Ανεξάρτητη Μεραρχία να κατευθυνθεί προς Τουμπλού Μπουνάρ. Το Γ΄Σ.Σ. δέχθηκε την μικρότερη σε έκταση τουρκική επίθεση, αφού οι Τούρκοι έρριψαν το βάρος της επίθεσής τους στο Νότιο Συγκρότημα. Από την 15 Αυγούστου άρχισε η εκκένωση του Εσκί Σεχήρ, η καταστροφή της σιδηροδρομικής γραμμής προς Αφιόν και η προετοιμασία φόρτωσης υλικών προς Προύσα και Κιουτάχεια. Στις 17 Αυγούστου ο στρατιωτικός διοικητής Κιουτάχειας, συγκέντρωσε την φρουρά της Κιουτάχειας, προώθησε τους Χριστιανούς στην Προύσα και κινήθηκε προς το Ουσάκ. Είχε 1.400 άνδρες που δέχθηκαν τουρκική επίθεση και διαλύθηκαν αφήνοντας πολλούς νεκρούς. Σώθηκαν 7 αξιωματικοί και 250 οπλίτες που συνάντησε η Ανεξάρτητη Μεραρχία και τους ενέταξε πανικοβλημένους σε μη μάχιμο τμήμα. Ο ταγματάρχης Σωτ. Σακελλαρίου με 900 οπλίτες που συγκέντρωσε, έφθασε στο Ουσάκ και στις 19 Αυγούστου αναχώρησε σιδηροδρομικώς για την Σμύρνη.

Το πρωί της 18 Αυγούστου το Γ΄Σ.Σ. διατάχθηκε να συμπτυχθεί προς Προύσα και να μεταφέρει μεγάλη ποσότητα υλικών στο Καράκιοϊ. Τα υλικά και οι πρόσφυγες του Εσκί Σεχήρ μεταφέρθηκαν στην Προύσα με 1.000 σιδηροδρομικά οχήματα και 300 αυτοκίνητα. Η μεταφορά χαρακτηρίσθηκε αρίστη. Στην συνέχεια, το στρατηγείο μεταφέρθηκε στο Ινονού, 75 χιλιόμετρα από την Κιουτάχεια. Στις 21 και 22 Αυγούστου έλαβαν χώραν οι μάχες Κοβαλίτσας και Καράκιοϊ, όπου είχε μεταφερθεί η έδρα του στρατηγείου. Στις 22 και 23 Αυγούστου μεγάλα τμήματα της Στρατιάς είχαν καταλάβει την αμυντική τοποθεσία της Προύσας. Η ΧΙ, βοηθούμενη από συντάγματα που ήλθαν από την Ραιδεστό και τα πυρά των αντιτορπιλλικών Πάνθηρ και Λέων, που ήσαν ελλιμενισμένα στην Κίο, πέτυχε να διατηρήσει τις θέσεις της. Στις 23 Αυγούστου το απόσπασμα Ζήρα έφθασε τα μεσάνυκτα στην Κίο και την ίδια μέρα το Γ΄Σ.Σ. διατάχθηκε να εξασφαλίσει τα λιμάνια Πανόρμου και Αρτάκης. Τούτο σήμαινε συνεχή σύμπτυξή του προς αυτά, όπου θα φορτώνονταν τα πάσης φύσεως υλικά. Από τις 24 – 27 Αυγούστου η ΧΙ Μεραρχία συνέχισε αμυνόμενη ανατολικά της Προύσας, ενώ το απόσπασμα Ζήρα και τα 47ο και 55ο Σ.Π. μάχονταν στον τομέα της Κίου. Στην Κίο βρίσκονταν αγωνιζόμενες και οι ΧΙ, Χ και ΙΙΙ Μεραρχίες. Στις 28 Αυγούστου είχε εκκενωθεί η Κίος, χάρη στην πρωτοβουλία του Ζήρα που είχε καταλάβει την κορυφογραμμή της Κίου και το στρατηγείο είχε μεταφερθεί στο Δεμιρτάς, περί τα 30 χιλιόμετρα από τα Μουδανιά. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας παρουσιάσθηκε στον στρατηγό Σουμίλα επιτροπή τριών αξιωματικών, από Βρεττανό, Γάλλο και Ιταλό και του ανήγγειλε ότι ήταν επιφορτισμένη για την ασφάλεια των τεμενών της Προύσας και ότι στο λιμάνι των Μουδανιών βρίσκονταν δύο συμμαχικά πλοία. Ο στρατηγός τους απάντησε ότι, εφ’ όσον υπήρχε ελληνικός στρατός, η Προύσα θα ήταν ασφαλής. Από την επιτροπή ο Σουμίλας πληροφορήθηκε την κατάληψη της Σμύρνης που καιγόταν και ότι το Α΄ και Β΄Σ.Σ. είχαν διαλυθεί. Τα 47ο και 55ο Σ.Π. είχαν διασκορπισθεί, άλλα τμήματά τους κινήθηκαν προς τα Μουδανιά και άλλα συνέχισαν μαχόμενα. Το κενό μεταξύ Χ και ΧΙ Μεραρχίας εξακολουθούσε να υφίσταται. Στις 9 το πρωί της 29 Αυγούστου αποβιβάσθηκαν στα Μουδανιά γαλλικά τμήματα για την τήρηση της τάξης. Το απόσπασμα Ζήρα έφθασε στα Μουδανιά έχοντας μαζί του και υπολείμματα μονάδων που είχαν διαλυθεί, τα άλλα είχαν παραδοθεί στους Γάλλους, τους άνδρες των οποίων παρέδωσαν στους Τούρκους. Οι Γάλλοι ζήτησαν και από τον Ζήρα να παραδοθεί κι αυτός τους απάντησε περήφανα διασπώντας τον γαλλικό κλοιό με τους άνδρες με εφ’ όπλου λόγχη. Ακολούθως, στράφηκε προς το Μιχαλίτσι. Στο μεταξύ, η ΧΙ Μεραρχία Κλαδά αγνοούνταν, λίγο μετά το Γ΄Σ.Σ. θα πληροφορηθεί ότι είχε αιχμαλωτισθεί την 30 Αυγούστου. Στις 31 Αυγούστου άρχισε η επιβίβαση μη μεραρχικών μονάδων στα πολεμικά πλοία τα ελλιμενισμένα στην Πάνορμο και Αρτάκη. Την 1 Σεπτεμβρίου συνεχιζόταν η σύμπτυξη προς την Πάνορμο, ενώ στην Ραιδεστό είχε αφιχθεί ο στρατιωτικός διοικητής Πανόρμου, με εντολή να φροντίζει για την υποδοχή των αφικομένων τμημάτων, αρχικά των μη μεραρχικών μονάδων του Γ΄Σ.Σ. και των μεταγωγικών της ΧΙ Μεραρχίας, που είχαν διασωθεί, την τήρηση της τάξης και πειθαρχίας κ.λπ. Στις 2 και 3 Σεπτεμβρίου επιβιβάσθηκαν οι υγειονομικοί, οι σχηματισμοί Μηχανικού, το απόσπασμα Ζήρα και στρατιωτικές υπηρεσίες. Οι υπόλοιπες δυνάμεις θα επιβιβασθούν στις 3, 4, 5 Σεπτεμβρίου στα λιμάνια της Πανόρμου και Αρτάκης. Το Γ΄Σ.Σ. επικοινωνούσε με την Στρατιά δια μέσου του ασυρμάτου του Στόλου. Αυτές τις μέρες η ΙΙΙ Μεραρχία και το 27ο Σ.Π., με την βοήθεια των αντιτορπιλλικών Βέλος και Αετός, έδωσαν σκληρές μάχες στην Πάνορμο. Λίγο μετά, βρέθηκαν στην Αρτάκη και κάλυπταν την γραμμή Αρτάκη – Πάνορμος για την ασφαλή επιβίβαση των τμημάτων. Στις 6 το πρωί της 4 Σεπτεμβρίου τα 12ο και 30ο Σ.Π. απέκρουσαν τουρκικές επιθέσεις που παρακολούθησε ο Αρχιστράτηγος Πολυμενάκος και ο οποίος έφθασε εκεί ατμοπλοϊκώς. Το μεσημέρι της 5 Σεπτεμβρίου ολοκληρώθηκε η επιβίβαση του Γ΄Σ.Σ. που έφθασε στην Ραιδεστό έχοντας απώλειες 12 αξιωματικούς και  84 οπλίτες νεκρούς, 45 αξιωματικούς και 446 οπλίτες τραυματίες και 119 οπλίτες αγνοούμενους. Δυστυχώς, είχε αιχμαλωτισθεί η ΧΙ Μεραρχία Κλαδά. Στην Ραιδεστό αποβιβάσθηκαν 60.000 άνδρες.

Η αποβίβαση του Γ’ Σ.Σ. στο λιμάνι της Ραιδεστού.

Η αιχμαλωσία της ΧΙ Μεραρχίας Κλαδά. Η ΧΙ Μεραρχία Κλαδά είχε απωλέσει την επικοινωνία με το Γ΄Σ.Σ., κατευθύνθηκε προς τα Μουδανιά, πορευόμενη σε άγνωστο και δύσβατο έδαφος, έχοντας χάσει τον προσανατολισμό της. Την κρίσιμη στιγμή δεν την κάλυπτε το απόσπασμα Ζήρα, που είχε φθάσει στα Μουδανιά. Την πορεία προς Μουδανιά δυσχέραινε, πλην του δύσβατου του εδάφους, και το δυσκίνητο πεδινό πυροβολικό που αρνούνταν να εγκαταλείψει ο Κλαδάς. Αν το εγκατέλειπε, θα έφθανε 6 – 7 ώρες νωρίτερα στα Μουδανιά και θα απέφευγε την αιχμαλωσία. Στις 7 το πρωί της 30 Σεπτεμβρίου η Μεραρχία πλησίαζε στα Μουδανιά, που είχαν καταληφθεί από τους Τούρκους, που της επιτέθηκαν,  με το 17ο Σ.Π. να αμύνεται απεγνωσμένα, ενώ η διαρροή οπλιτών αποδυνάμωνε την άμυνά της. Την ίδια άμυνα προέβαλλε το 47ο Σ.Π. Την 1 μ.μ. ο Κλαδάς αντιλήφθηκε ότι είχε περικυκλωθεί και παραδόθηκε,  ενώ το 47ο Σ.Π. εξακολουθούσε μαχόμενο, ώσπου παραδόθηκε και αυτό. Σύνολο αιχμαλωτισθέντων ανδρών 4.500 και 36 πυροβόλα.

Ο άθλος της Ανεξάρτητης Μεραρχίας (Α.Μ.). Το πρωί της 16 Αυγούστου η Α.Μ. κινήθηκε προς Τουμπλού Μπουνάρ, χωρίς, ωστόσο, να έχει επικοινωνία με καμμία μονάδα. Το βράδυ πληροφορήθηκε ότι είχε καταληφθεί η Κιουτάχεια την 15 Αυγούστου. Την 18 Αυγούστου εξακολουθούσε κινούμενη προς Ουσάκ. Κατά την πορεία της βόρεια βρέθηκε μπροστά στο φρικιαστικό θέαμα και την έκταση των απωλειών της στρατιωτικής δύναμης Κιουτάχειας. Τους διασωθέντες περισυνέλεξε η Α.Μ., όπως είδαμε παραπάνω. Την ίδια  μέρα, δέχθηκε εχθρική επίθεση, όπου διακρίθηκε το 53ο Σ.Π. Από ερματισμένο φάκελο ο Μέραρχος Θεοτόκης πληροφορήθηκε την κατάληψη από τους Τούρκους τόσο της Κιουτάχειας, όσο και του Ουσάκ (19 Αυγ.). Έτσι, αποφάσισε να ακολουθήσει τον ελεύθερο δρόμο Σιμάβ προς Σαλιχλί. Στο Σιμάβ έφθασε στις 22 Αυγούστου και δια μέσου Σιντιρτζί κινήθηκε προς Αξάριο, πάντα ελπίζοντας να ενωθεί με το Νότιο Συγκρότημα. Στις 24 Αυγούστου η Α.Μ. έφθασε στο Σιντιρτζί και στις 27 στο Κιρκαγάτς, όπου Έλληνες και Τούρκοι πρόκριτοι, μετά από απειλές του Μεράρχου για βομβαρδισμό της πόλης, συγκέντρωσαν ποσότητες ψωμιού, τροφίμων και νομής. Το απόγευμα της 28 Αυγούστου η Α.Μ. στάθμευσε στο Κινίκ, όπου τον Διοικητή της επισκέφθηκαν Έλληνες, Αρμένιοι και Τούρκοι πρόκριτοι και του ζήτησαν να μην περάσει από την Πέργαμο και σε αντάλλαγμα του προσέφεραν τρόφιμα κ.λπ. Στις 29 Αυγούστου η Α.Μ. με τμήματά της επέβαλε την τάξη στο Ντικελί, όπου είχε συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός προσφύγων. Στις 30 Αυγούστου η Α.Μ. έφθασε στο Ντικελί και στις 31 Αυγούστου άρχισε η επιβίβαση προσφύγων, επιλεγμένων κτηνών και όλων των τμημάτων της Α.Μ. Την 1 Σεπτεμβρίου το πρωί είχε συντελεσθεί η αποβίβασή τους στην Μυτιλήνη και απ’ εκεί στην Θεσσαλονίκη, όπου ανασυγκροτήθηκε και μεταφέρθηκε στην Θράκη.

Η σύμπτυξη της Ανεξάρτητης Μεραρχίας.

Η σύμπτυξη της Α.Μ. υπήρξε υποδειγματική. Από τις 16 – 31 Αυγούστου η Α.Μ. διήνυσε 600 χιλιόμετρα μέσα σε δύσβατες περιοχές, χωρίς τρόφιμα, χωρίς πληροφορίες, χωρίς κανένα σύνδεσμο. Εκτός από την μάχη της Κιουτάχειας, δεν ενεπλάκη σε άλλη μεγάλη μάχη. Κατά την πορεία της δεχόταν συνεχείς προσβολές, παρενοχλήσεις και αιφνιδιασμούς τουρκικών τμημάτων και άτακτων. Η Α.Μ. με τον Διοικητή, τους αξιωματικούς, τους οπλίτες, πέτυχε αυτόν τον άθλο, χάρη στην συνοχή και την πειθαρχία της. Στο Ντικελί επιβίβασε πρώτα 6.000 Έλληνες και Αρμένιους πρόσφυγες και όλους τους Χριστιανούς της κωμόπολης και κατόπιν επιβιβάσθηκαν οι άνδρες της.

Συμπερασματικά: Η Μικρασιατική Καταστροφή οφείλεται σε πολλές αιτίες και αυτές ήσαν α. Το ανάπτυγμα της Στρατιάς που ήταν μεγαλύτερο από 700 χιλιόμετρα και που δεν μπορούσε να καλύψει. β. Τις πρώτες μέρες της τουρκικής επίθεσης υπήρχε κενό στο αριστερό της Ι Μεραρχίας και στο δεξιό της ΙV (Καλεντζίκ – Καγιαντιπί), που εκμεταλλεύθηκαν οι Τούρκοι, διεισδύοντας και καταλαμβάνοντας το στρατηγικό Τιλκί Κιρί Μπελ. γ. Το κενό στο Τσάι Χισάρ μεταξύ 1/38 Συντ. Ευζώνων και 5ου Συντ. της Ι Μεραρχίας, απ’ όπου εισήλθαν τέσσερις Μεραρχίες Τουρκικού Ιππικού και βρέθηκαν στα νώτα του Α΄Σ.Σ. δ. Η λανθασμένη εκτίμηση, που δεν έδωσε σημασία στο παραπάνω γεγονός, αφού η Στρατιά ενδιαφερόταν για την άμεση σύμπτυξη του Ελληνικού Στρατού προς τον Τσεσμέ. ε. Η εμμονή του Τρικούπη να παραμείνει στο Ουλουτζάκ και να μην κινηθεί εγκαίρως προς Τουμπλού Μπουνάρ, όπου με την Ομάδα Φράγκου θα μπορούσε να δώσει την τελική μάχη. στ. Το απόσπασμα Πλαστήρα αποχώρησε πρόωρα από το Μπαλ Μαχμούτ και έτσι διαλύθηκε η IV Μεραρχία. ζ. Η αποχώρηση του Φράγκου από το Τουμπλού Μπουνάρ. η. Η ανικανότητα του Χατζανέστη και ορισμένων διοικητών μονάδων που αντικατέστησαν εμπειροπόλεμους συναδέλφους τους μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, και τέλος η εγκατάλειψη της Ελλάδας από τους Γάλλους και Ιταλούς και η απροκάλυπτη βοήθειά τους στον Κεμάλ.

Η Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922, μέσα από μαρτυρίες Ελλήνων στρατιωτών | Media Education Project

Ο   Αθανάσιος  Ε.  Καραθανάσης είναι Ομότιμος Καθηγητής του ΑΠΘ και Καθηγητής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας

Ενδεικτική  βιβλιογραφία

Ακτζόγλου Ιάκ., Χρονικό Μικρασιατικού Πολέμου 1919-1922, Αθήνα,1998.

Κονδύλης Γεώργ. [επιμ. Θεμ. Γ. Ζαφειρόπουλος], Ο δρόμος προς την Καταστροφήν, Αθήνα, 1979.

Μπουλαλάς Κλ., Η Μικρασιατική Εκστρατεία, Αθήνα, 1957.

Μπουντούρης  Δημ., Η Ανεξάρτητος Μεραρχία, Λαμία, 1928

Πανταζής Κωνστ., Συμβολή εις την ιστορίαν της Μικρασιατικής Εκστρατείας, Αθήνα, 1966.

Ρόδας Μιχ., Η Ελλάδα στην Μικρά Ασία, Αθήνα, 1950.

Σπυρίδωνος Γ., Πόλεμος και Ελευθερία. Η Μικρασιατικη Εκστρατεία όπως την είδα, Αθήνα 1929.

ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη ιστορία της εκστρατείας στη Μικρά Ασία, Αθήνα 2001.

Γεώργιος Καλαφίκης: Η «Epitoma rei militaris» του Βεγέτιου και ο ύστερος ρωμαϊκός στρατός στο μεταίχμιο μεταξύ αρχαιότητας και μεσαίωνα

Γεώργιος  Καλαφίκης

Η «Epitoma rei militaris» του Βεγέτιου και ο ύστερος ρωμαϊκός στρατός στο μεταίχμιο μεταξύ αρχαιότητας και μεσαίωνα

Ι. Γενική εισαγωγή στο έργο

Η «Epitoma rei militaris» του Λατίνου συγγραφέα Φλάβιου (ή Πόπλιου) Βεγέτιου Ρενάτου (Flavius ή Publius Vegetius Renatus) κατέχει διαχρονικά περίοπτη θέση μεταξύ των στρατιωτικών εγχειριδίων και τακτικών σε παγκόσμιο επίπεδο. Γραμμένη στη λατινική γλώσσα, η «Στρατιωτική επιτομή» δημοσιεύτηκε κατά την εποχή της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (ca. 284-476). Συνέχισε, ωστόσο, να ασκεί σημαντικότατη επίδραση ειδικά στη δυτική Ευρώπη καθ’ όλη τη διάρκεια του μεσαίωνα μέχρι και την έλευση των νεότερων χρόνων. Παρέμεινε εξαιρετικά δημοφιλές κείμενο, αφού γνώρισε μέσω της χειρόγραφης αντιγραφής αλλεπάλληλες επανεκδόσεις1.

Ο Βεγέτιος (I.8, I.27, II.Praef., II.3) ομολογεί ότι η συγγραφή της επίτομης μελέτης του στηρίχθηκε σε κείμενα προγενέστερων Λατίνων συγγραφέων και σε στρατιωτικές ρυθμίσεις (constitutiones) σπουδαίων Ρωμαίων αυτοκρατόρων, συγκεκριμένα του Οκταβιανού Αυγούστου (27 π.Χ. – 14 μ.Χ.), του Τραϊανού (98-117) και του Αδριανού (117-138). Όπως έχει διαπιστωθεί, η συγκεκριμένη στρατιωτική πραγματεία αποτελεί προπαντός σύνθετο μωσαϊκό αρκετών άμεσων και έμμεσων επιρροών, αμάλγαμα από παλαιότερα τακτικά. Βασίζεται μεν κυρίως σε αρχαιότερα ελληνορωμαϊκά τακτικά εγχειρίδια, εκ των οποίων ορισμένα έχουν χαθεί, αλλά πλαισιώνεται από πρόσθετο σχετικό υλικό, του οποίου η προέλευση και σύνθεση οφείλεται στον ίδιο τον Βεγέτιο. Ο τελευταίος αναφέρει ονομαστικά τους συγγραφείς Κάτωνα πρεσβύτερο (M. Porcius Cato “censorius” ή “maior”, 3ος – 2ος αι. π.Χ.), συγκλητικό και τιμητή, Κορνήλιο Κέλσο (A. Cornelius Celsus, 1ος αι. π.Χ. – 1ος αι. μ.Χ.), εγκυκλοπαιδιστή, Φροντίνο (Sextus Iulius Frontinus, 1ος – 2ος αι. μ.Χ.), μηχανικό και πολιτικό, και Πατέρνο (P. Taruttienus ή Tar[r]untenus Paternus, 2ος αι. μ.Χ.), νομικό και έπαρχο πραιτωρίων. Τα στρατιωτικά κείμενα των προαναφερθέντων μάλλον συνόψισε ο Βεγέτιος με δική του πρωτοβουλία, επιχειρώντας να ανταποκριθεί –όπως ο ίδιος σχολιάζει και παραδέχεται– στις απαιτήσεις του μη κατονομαζόμενου αυτοκράτορα και εντολέα του (I.8, II.Praef.). Εκτός των άλλων, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ή έστω πιθανόν ότι εγχειρίδια αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, όπως το «Στρατηγικόν» του Ονάσανδρου (μέσα 1ου αι. μ.Χ., επί Κλαυδίου Α΄) και η «Τακτική θεωρία» του Αιλιανού του Τακτικού (επί Αδριανού), καθώς και η λατινική πραγματεία «Περί της οχύρωσης στρατοπέδων» (De munitionibus castrorum, ίσως 3ος αι. μ.Χ.), που είχε παλαιότερα αποδοθεί λανθασμένα στον Λατίνο τοπογράφο των αρχών του 2ου αι. μ.Χ. Υγίνο τον «Γεωμέτρη» (Hyginus Gromaticus), οφείλουν επιπρόσθετα να συνυπολογιστούν ως έμμεσες επιρροές.

Δυστυχώς, στις μέρες μας διασώζονται αυτούσια μόνον τα «Στρατηγήματα» (Strategemata) του Φροντίνου. Σπαράγματα από τα γραπτά του Κάτωνα έχουν συμπεριληφθεί από τον Λατίνο λεξικογράφο Φήστο (Sextus Pompeius Festus, β΄ μισό 2ου αι. μ.Χ.) στην εγκυκλοπαιδική πραγματεία «Περί της σημασίας των λέξεων» (De verborum significatu)2· πρόκειται για επιτομή του ομώνυμου λεξικού που είχε συνταχθεί από τον φιλόλογο Βέρριο Φλάκκο (M. Verrius Flaccus, ca. 55 π.Χ. – 20 μ.Χ.).

Εικόνες από χειρόγραφα και εκδόσεις

 

Η σπουδαία αξία της «Στρατιωτικής επιτομής» του Βεγέτιου έγκειται στο ότι συνιστά επιτυχή σύνοψη παλαιοτέρων τακτικών, αφού παραδίδει με ικανοποιητικό τρόπο την εικόνα του «κλασικού» ρωμαϊκού στρατού, αλλά παράλληλα διαθέτει στοιχεία πρωτοτυπίας, καθώς συνδυάζει εύστοχα τη θεωρία με την πράξη. Επιπλέον, ο Βεγέτιος επιχείρησε συνάμα να μπολιάσει το παρόν και το μέλλον του αυτοκρατορικού στρατού με το ένδοξο παρελθόν. Γι’ αυτούς τους λόγους αξίζει να αποσαφηνίσουμε ορισμένα ζητήματα που προκύπτουν από τη μελέτη του έργου. Πιο συγκεκριμένα, αμέσως παρακάτω ασχολούμαστε με το πρόβλημα της ακριβούς χρονολόγησης της πραγματείας. Επιπλέον, εξετάζουμε το περιεχόμενο, τη στόχευση καθώς και τη σημασία του συγκεκριμένου έργου στο πλαίσιο της γραμματείας της ύστερης αρχαιότητας. Πέραν αυτών, ευελπιστούμε να αναλύσουμε εκτενώς –σε άλλες σχετικές δημοσιεύσεις– τους πιθανούς λόγους που οδήγησαν στη σύνταξή του καθώς και τις συμβουλές που το ίδιο πόνημα παρέχει σε επίπεδο τακτικών, σχηματισμών και παρατάξεων μάχης (του πεζικού, του ιππικού ή συνδυαστικά και των δύο όπλων από κοινού).

ΙΙ. Το ζήτημα της χρονολόγησης

Η χρονολόγηση της «Στρατιωτικής επιτομής» του Βεγέτιου αποτελεί ιδιαίτερο ερευνητικό πρόβλημα, το οποίο εξακολουθεί να ταλανίζει τους νεότερους και σύγχρονους ιστορικούς και μελετητές, και προφανώς συνδέεται με τις αφορμές και τα αίτια που οδήγησαν στη συγγραφή της πραγματείας. Η τελευταία ανάγεται κατά τη διάρκεια της βασιλείας διαφόρων Ρωμαίων αυτοκρατόρων από τα τέλη του 4ου μέχρι τα μέσα του 5ου αι. Οι περίοδοι δεσποτικής αρχής του Βαλεντινιανού Β΄ (375-392), του Θεοδοσίου Α΄ (379-395), του Ονωρίου (395-423), του Θεοδοσίου Β΄ (408-450) και του Βαλεντινιανού Γ΄ (425-455) έχουν λ.χ. υποστηριχθεί ως βέβαιες ή πιθανές. Ορισμένοι πάλι θεωρούν ότι η επιτομή συντάχθηκε γύρω στα τέλη του 4ου με αρχές του 5ου αι. «ακροβατώντας» μεταξύ της βασιλείας των τριών προαναφερθέντων αυτοκρατόρων3. Κατά κανόνα, τα σχετικά επιχειρήματα στηρίζονται τόσο σε «εσωτερικά» δομικά στοιχεία, βάσει της γραπτής παράδοσης του κειμένου, όσο και σε «εξωτερικά» δεδομένα, σχετικά με τη ζωή και τη δράση του συγγραφέα. Οι βασικές ωστόσο προτάσεις χρονολόγησης ήταν και παραμένουν δύο: είτε επί Θεοδοσίου Α΄, μεταξύ 385-390, είτε επί Βαλεντινιανού Γ΄, μεταξύ 425-450. Έως τις μέρες μας οι περισσότεροι μελετητές εξακολουθούν να συντάσσονται συνήθως υπέρ της πρώτης ή της δεύτερης άποψης. Οι τελευταίες διαθέτουν την πληρέστερη επιχειρηματολογία, λόγω της πληθώρας των ισχυρισμών που διατυπώθηκαν από τους πολυάριθμους υποστηρικτές τους.

Αν και ακούγεται οξύμωρο, όλες οι διαφορετικές χρονολογικές απόψεις και εκτιμήσεις εδράζονται κατ’ αρχήν σε πειστικά επιχειρήματα και παρατηρήσεις, επί των οποίων έχουν εξάλλου διαμορφωθεί και διατυπωθεί. Σαφείς πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του Βεγέτιου δεν διαθέτουμε. Από την άλλη, και τα δύο ασφαλή χρονικά termina που διαθέτουμε περιορίζουν μεν το χρονικό εύρος σύνθεσης και συγγραφής σε επτά περίπου δεκαετίες (383-450), αλλά είναι μάλλον ασαφή· ως εκ τούτου, είναι παράλληλα ευεπίφορα σε αποκλίνουσες ερμηνείες και αντικρουόμενες απόψεις.

Υπάρχει, λοιπόν, η τάση να τοποθετείται η σύνταξη της Epitoma rei militaris επί της δεσποτικής αρχής ορισμένων Ρωμαίων αυτοκρατόρων, οι οποίοι συνήθως κυβέρνησαν το δυτικό τμήμα του ύστερου Ρωμαϊκού κράτους. Δυστυχώς, ο συγγραφέας παρέλειψε να μνημονεύσει ρητά το όνομα της «αυτοκρατορικής μεγαλειότητας» που του έδωσε την εντολή να συντάξει τη συγκεκριμένη ανακεφαλαιωτική πραγματεία περί των στρατιωτικών ζητημάτων.

Publius  Flavius Vegetius Renatus

Η πραγματεία του Βεγέτιου γράφτηκε χωρίς αμφιβολία μετά το θάνατο του αυτοκράτορα Γρατιανού το έτος 383 (terminus post quem), διότι στο πρώτο βιβλίο (I.20) ο Γρατιανός αναφέρεται ως divus, δηλαδή «θεοποιημένος», παλαιός ειδωλολατρικός προσδιορισμός για τους αποθανόντες ηγεμόνες. Πάντως, η ιδιαίτερη μνεία και ρητή αναφορά σε μόνον εκείνο τον αυτοκράτορα ίσως υποδηλώνει ότι το έργο συντάχθηκε στη Δύση, πιθανώς στην Ιταλία, έχοντας υπόψη το «ακροατήριο» ή για την ακρίβεια το αναγνωστικό κοινό του δυτικού τμήματος της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Από την άλλη πλευρά, γνωρίζουμε σήμερα πως το αρχικό κείμενο του Βεγέτιου υπέστη δεκαετίες αργότερα βέβαιη τροποποίηση: ορισμένα από τα σωζόμενα χειρόγραφα περιλαμβάνουν τη σημείωση (subscriptio) πως κάποιος Φλάβιος Ευτρόπιος από την Κωνσταντινούπολη προέβη σε κριτική αναθεώρηση του σχετικού έργου «επί υπατείας Βαλεντινιανού (Γ΄) εβδόμης και Αβιηνού», δηλαδή το έτος 450. Συνεπώς, κατέχουμε δύο σταθερές και αναμφισβήτητες χρονολογίες, μεταξύ των οποίων συντάχθηκε με πάσα βεβαιότητα η πραγματεία: πλην του terminus post quem (το 383, δηλαδή το έτος μετά το οποίο γράφτηκε το βιβλίο), διαθέτουμε και τον terminus ante quem (το 450, δηλαδή το έτος πριν από το οποίο γράφτηκε το βιβλίο).

Οι αυτοκράτορες της ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Στην πραγματικότητα λοιπόν η σύγχρονη έρευνα δεν έχει ακόμη αποφανθεί με τελεσίδικο και κατηγορηματικό τρόπο ως προς την ακριβή χρονολόγηση του έργου. Πάντως, κλίνουμε για πολλούς και διάφορους λόγους προς την κατώτερη χρονολογία, δηλαδή προς τα τέλη του 4ου αι. (επί Θεοδοσίου Α΄) και πάντως πριν από την έναρξη των βίαιων και αλλεπάλληλων βαρβαρικών εισβολών εναντίον του δυτικού Ρωμαϊκού κράτους, παρά προς την ανώτερη, δηλαδή προς τα μέσα του 5ου αι. Τα δύο κομβικά ιστορικά γεγονότα που ενδεχομένως οριοθετούν τη συγγραφή της πραγματείας είναι η μάχη της Αδριανούπολης το 378 και η άλωση της Ρώμης από τον Αλάριχο το 410· και τα δύο παραπάνω γεγονότα διέθεταν σημαδιακά (;) κοινούς πρωταγωνιστές τους Βησιγότθους. Κρίνουμε ιδιαίτερα πιθανό να έχουν παρεισφρήσει στο αρχικό κείμενο μεταγενέστερες προσθήκες μέχρι τα μέσα του 5ου αι.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε ωστόσο δύο ακόμη σημαντικές αναφορές: η πρώτη απαντά πάλι στο πρώτο βιβλίο (I.20) κάνοντας λόγο για Γότθους, Αλανούς και Ούννους ιππείς, λίγο πριν από τη μνημόνευση του δολοφονημένου Γρατιανού, ενώ η δεύτερη βρίσκεται στο τρίτο βιβλίο (III.26) και προσδιορίζει τους Πέρσες, Ούννους, Αλανούς, Σαρακηνούς (σκηνίτες Άραβες) και «Ινδούς» (Άραβες της «Ευδαίμονος» Αραβίας στα παράλια της Ερυθράς Θάλασσας) ως βασικούς εχθρούς της αυτοκρατορίας. Τα συγκεκριμένα στοιχεία υποδηλώνουν ότι μάλλον το βιβλίο απευθυνόταν ειδικά σε κάποιον αυτοκράτορα του ανατολικού τμήματος του (τυπικά ενιαίου) Ρωμαϊκού κράτους, μάλλον εξοικειωμένο με τους προερχόμενους εξ Ανατολών αντιπάλους, αν και συντάχθηκε από συγγραφέα ορμώμενο από τη Δύση, στο αναγνωστικό κοινό της οποίας αρχικά απευθυνόταν. Άραγε, πώς είναι δυνατόν να συνδυαστούν αυτά τα εκ πρώτης όψεως αντιφατικά και αντικρουόμενα στοιχεία; Ας πάρουμε, λοιπόν, τα πράγματα από την αρχή.

Όπως σημειώθηκε ήδη, οι περισσότεροι σύγχρονοι ερευνητές (ιστορικοί, φιλόλογοι, λεξικογράφοι) τείνουν να χρονολογούν το έργο του Βεγέτιου στη βασιλεία του Θεοδοσίου Α΄ και να απορρίπτουν για πολλούς και διαφόρους λόγους απόπειρες μεταγενέστερης χρονολόγησης. Πράγματι, η αναφορά στον εκλιπόντα –και σύγχρονο με τον Θεοδόσιο Α΄– Γρατιανό (367-383) δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαία. Αντιθέτως, η σαφής μνεία στον ηγεμόνα που επέλεξε ως συναυτοκράτορα τον Θεοδόσιο Α΄, για να τον αποστείλει αμέσως μετά να κυβερνήσει τις χειμαζόμενες από τον γοτθικό πόλεμο (376-382) ανατολικές επαρχίες, εκτιμούμε πως συνιστά βασικό και καθοριστικό παράγοντα χρονολόγησης per se, δηλαδή αυτό καθ’ αυτό, όχι όμως το μοναδικό.

Στην ίδια ακριβώς παράγραφο (I.20) θεωρούμε ως εξίσου ενδεικτικά τα σχόλια του Βεγέτιου για τους Γότθους, Αλανούς και Ούννους ιππείς και τη θωράκισή τους. Ως γνωστόν, εκείνοι οι ιππείς διακρίθηκαν ιδιαιτέρως το 378 στη μάχη της Αδριανούπολης. Η διαπρεπής συμμετοχή τους έγειρε τότε αποφασιστικά την πλάστιγγα της νίκης προς την πλευρά των Γότθων και των υπολοίπων βαρβάρων συμμάχων τους. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, ο συγγραφέας να κατονόμασε ρητά αυτούς τους ιππείς επηρεασμένος από τη δράση τους σε εκείνη τη μάχη. Άλλωστε, ο κύριος λόγος για τον οποίο ο Γρατιανός έπεσε στη δυσμένεια των στρατιωτικών χάνοντας το θρόνο και τη ζωή του, ήταν η υπερβολική εύνοιά του ειδικά στους Αλανούς μισθοφόρους ιππείς. Ο ίδιος αυτοκράτορας μάλιστα, με τη σύμφωνη γνώμη του συναυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄, είχε επιτρέψει γύρω στο 380 μια πρώιμη εγκατάσταση Αλανών και Γότθων προσφύγων στη δυτική Παννονία.

Η Μεγάλη σαρκοφάγος Λουντοβίζι του 3ου αιώνα απεικονίζει μάχη μεταξύ Γότθων και Ρωμαίων.

Επιπροσθέτως, διάφοροι μελετητές με προεξάρχοντα τον Miller, στηρίζουν τα επιχειρήματά τους σε ορισμένους ακόμη δείκτες που είτε απουσιάζουν είτε οφείλουν να ληφθούν υπόψη. Εκθέτουμε τους σημαντικότερους από αυτούς: (Α) Απουσιάζει στο έργο κάθε αναφορά ή έστω νύξη στο συγκλονιστικό –όντως– γεγονός της άλωσης της Ρώμης από τους Γότθους του Αλάριχου το 4104. (Β) Παρομοίως, ούτε μαρτυρούνται, ούτε επαληθεύονται οι ευρύτατες μετακινήσεις, εισβολές και μετεγκαταστάσεις διάφορων λαών στη δυτική Ευρώπη καθ’ όλη τη διάρκεια του 5ου αι., που οδήγησαν σωρευτικά το δυτικό Ρωμαϊκό κράτος σε σταδιακό ακρωτηριασμό και οριστική κατάρρευση. Το μόνο συμπέρασμα που ενδεχομένως μπορεί να συναχθεί είναι ότι η πραγματεία συντάχθηκε στην απαρχή αυτής της «βαρβαρικής» διάχυσης, όταν η διασπορά Γότθων και άλλων βαρβάρων στη Βαλκανική φαινόταν ακόμη διαχειρίσιμη και αντιμετωπίσιμη, όπως θα υποστηρίξουμε σε μελλοντικό μας κείμενο. (Γ) Επιπροσθέτως, οφείλει να ληφθεί υπόψη η απουσία στο κείμενο άλλων γερμανικών λαών της δυτικής Ευρώπης. Αλαμανοί, Βάνδαλοι, Φράγκοι, Σάξονες κ.ά. δεν καταγράφονται πουθενά, παρότι συχνά εμπλέκονταν σε συγκρούσεις με το ύστερο Ρωμαϊκό κράτος. Αυτό σημαίνει ότι η πραγματεία του Βεγέτιου γράφτηκε πιθανώς υπό την επίδραση και το βάρος της μάλλον τότε σύγχρονης απειλής που συνιστούσαν πρωτίστως οι –αναφερόμενοι στο κείμενο– Γότθοι και Ούννοι.

Η Άλωση της Ρώμης από τους Γότθους, Αυγ. 410. Ντοκιμαντέρ του History Channel. Barbarians Rising: Alaric and the Sack of Rome | History


Αν και τα παραπάνω συναπαρτίζουν argumenta ex silentio, μας ωθούν στη διατύπωση του εξής συμπεράσματος: όλες αυτές οι οδυνηρές για τη δυτική αυτοκρατορία εξελίξεις ήταν πάρα πολλές και σοβαρές, ώστε να μην αναφερθούν ή να υπονοηθούν καθόλου. Αντιθέτως, ο Βεγέτιος θα είχε λογικά συμπεριλάβει ορισμένες τουλάχιστον από αυτές υπό τη μορφή έστω συγκαλυμμένων υποδείξεων και συμβουλών στρατιωτικής αντιμετώπισής τους. Ειδάλλως, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι η «Στρατιωτική επιτομή» του συνιστούσε εντέλει απλή «ουτοπία», ενταγμένη στο κλίμα μιας παραπαίουσας και παρακμάζουσας αυτοκρατορίας σε φάση κατακερματισμού και πλήρους αποσύνθεσης, στην οποία είχε όντως «βυθιστεί» το δυτικό τμήμα του κράτους κατά τον 5ο αι. Σε αυτήν την περίπτωση, οι προτάσεις του Βεγέτιου επί των στρατιωτικών θεμάτων θα είχαν καταστεί εκ των πραγμάτων ουτοπικές και ανεδαφικές, λόγω του πανίσχυρου και αναπόδραστου «αποτυπώματος» των βαρβαρικών εισβολών. Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν διαφαίνεται καθόλου στα γραπτά του, όπως θα διαπιστώσουμε ευθύς αμέσως στην επόμενη ενότητα. Αντιθέτως, ο συγγραφέας φέρεται να συντηρεί τις ελπίδες του για ταχεία και εύκολη ανασυγκρότηση ενός στρατού ακόμη κραταιού και ανθεκτικού και σαφώς όχι αποσυντεθειμένου. Εμφανίζεται, επίσης, να διατηρεί την πίστη του στο σφρίγος, στην αλκή και στη συνολική ισχύ της –θεωρουμένης από τον ίδιο ως ακμάζουσας καίτοι απειλούμενης– ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

W. Waterhouse: The Favorites of the Emperor Honorius, 1883. Αλληγορικός ζωγραφικός πίνακας, συμβολικός της «Παρακμής και Πτώσης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας» (Decline and Fall of the Roman Empire). (https://en.wikipedia.org/)

Ο Βεγέτιος ομολογεί ότι η πραγματεία του βασίζεται κατά κόρον σε αρχαιότερα τακτικά (I.8) και αναλύει κατά βάση τη δομή του παλαιότερου, «κλασικού» ρωμαϊκού στρατού. Ο ίδιος εντούτοις παρέχει αρκετές ακόμη διαπιστώσεις, υποδείξεις και συμβουλές για ποικίλα στρατιωτικά ζητήματα· αυτά αποτελούν δείκτες ότι συνέγραψε την επιτομή υπό το βάρος σύγχρονων, ή λίγο προγενέστερων, αρνητικών εξελίξεων. Αναφερόμαστε στην παντοειδή επιρροή και πολυπλόκαμη διείσδυση των βαρβάρων εντός της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Θεωρείται, λοιπόν, πιθανότερη η εκτίμηση πως ο Βεγέτιος έγραψε και δημοσίευσε το έργο επηρεασμένος –μεταξύ των άλλων– από τον αντίκτυπο της πανωλεθρίας του αυτοκρατορικού στρατού στην Αδριανούπολη (378) και ευρύτερα εμπνευσμένος από το «γοτθικό πόλεμο» των ετών 376/7-382.

Η Μάχη της Αδριανούπολης, Αυγ. 378. Ντοκιμαντέρ του History Channel.  Barbarians Rising: Fritigern and the Battle of Adrianople | History

Συμφωνώντας, λοιπόν, πλήρως με τον Milner, και προωθώντας και επαυξάνοντας τη συλλογιστική του, πιστεύουμε ότι ο Βεγέτιος αφιέρωσε το έργο του πιθανότατα στον Θεοδόσιο Α΄ σε περίοδο ειρηνικής ανάπαυλας, κατά την οποία είχε προσωρινά κατευναστεί το οξύ «γοτθικό» πρόβλημα· ειδάλλως, λογικά θα συμπεριελάμβανε ονομαστικά και τους Γότθους στον κατάλογο των βασικών εχθρών της αυτοκρατορίας (III.26) μαζί με τους Πέρσες, τους Ούννους, τους Αλανούς και τους Άραβες. Επομένως, η «Στρατιωτική επιτομή» ίσως συντάχθηκε και δημοσιεύτηκε προς το τέλος της βασιλείας του Θεοδόσιου Α΄, εποχή κατά την οποία ο τελευταίος κυβερνούσε πλέον ουσιαστικά ολόκληρο το ύστερο Ρωμαϊκό κράτος. Άλλωστε, ο Milner επεσήμανε και αυτός σε τεχνικό επίπεδο ότι το βιβλίο γράφτηκε μάλλον σε δύο περιόδους: το πρώτο βιβλίο του αποτελούσε το αρχικό και παλαιότερο τμήμα, αφού συχνά αντανακλά και υπογραμμίζει έντονα τις στρατιωτικές πανωλεθρίες του πρόσφατου παρελθόντος, που δεν έπρεπε να επαναληφθούν· τα τρία υπόλοιπα μάλλον γράφτηκαν λίγο αργότερα, όταν οι αρνητικές εξελίξεις είχαν προσωρινά έστω κοπάσει και φάνταζαν αντιμετωπίσιμες, οπότε θα μπορούσε να εφαρμοστεί –θεωρητικά και δυνητικά– το προτεινόμενο πρόγραμμα στρατιωτικής ανασυγκρότησης5.

III. Το περιεχόμενο και η στόχευση του έργου

Η «Στρατιωτική επιτομή» του Βεγέτιου ίσως κρύβει αρκετά στρώματα επεξεργασίας στη χειρόγραφη παράδοση, τα οποία δεν μας επιτρέπουν βέβαιη χρονολόγηση, καθώς έχουν παραλλάξει το αρχικό κείμενο σε άγνωστο βαθμό, μη διαγνώσιμο πλέον με ασφάλεια και άρα μη αναγνωρίσιμο με ευκολία. Ενδεχομένως μάλιστα να είναι ακριβώς αυτές οι άδηλες προσθήκες στο αρχικό κείμενο, σε συνδυασμό με την πιθανή απάλειψη του ονόματος του αυτοκράτορα, που τελικά προσέδωσαν έναν αέρα «διαχρονικότητας» στην πραγματεία. Έτσι, αυτή ελίσσεται με άνεση και ευκολία μεταξύ ύστερης αρχαιότητας και μέσων χρόνων και μεσουράνησε κατόπιν για εκατοντάδες χρόνια (ειδικά στα γράμματα της μεσαιωνικής δυτικής Ευρώπης).

Τμήμα από τη στήλη του Μάρκου Αυρηλίου (2oς αι.) στο κέντρο της Piazza Colonna της Ρώμης.

Προηγουμένως, επιχειρήσαμε να χρονολογήσουμε την πραγματεία βασισμένοι σε ορισμένους δείκτες που προσφέρονται για κάποια πρώιμα συμπεράσματα ή έστω πρωτόλειες εικασίες. Κατά τη γνώμη μας, περισσότερη προσοχή οφείλει να δοθεί στους σκοπούς συγγραφής της πραγματείας. Με άλλα λόγια, τελικά η μέγιστη σημασία και ουσία της έρευνας μάλλον έγκειται στο να διερευνηθεί ΓΙΑΤΙ γράφτηκε το βιβλίο, αναζήτηση που δύναται να βοηθήσει και στο να εξακριβωθεί ΠΟΤΕ συντάχθηκε. Ποιες είναι, λοιπόν, οι βεβαιότητες σχετικά με την Epitoma rei militaris; Δια της μελέτης της πρωτογενούς πηγής αλλά και της εκτενούς σύγχρονης σχετικής βιβλιογραφίας καταλήξαμε στα κάτωθι συμπεράσματα:

  1. Καταρχάς διαθέτουμε δύο βέβαια και ασφαλή termina χρονολόγησης (383 και 450).

  2. Το κείμενο αποτελεί κυρίως συμπίλημα, ακόμη και μέσω αντιγραφής και επικόλλησης (Milner 21996: xvixvii), διαφόρων παλαιοτέρων τακτικών αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων.

  3. Το έργο μεταδίδει την εικόνα ενός στρατιωτικού οργανισμού μάλλον «εκτός τόπου και χρόνου» για την εποχή του· συνεπώς δεν μας βοηθά ιδιαίτερα ούτε στην αποσαφήνιση της εικόνας ούτε στην αποκατάσταση του ύστερου ρωμαϊκού στρατού.

  4. Δεν υπάρχουν παρά ελάχιστες ή έστω αραιές και σκόρπιες αναφορές στη σύγχρονη πραγματικότητα, διάσπαρτες σε διάφορα επιμέρους κεφάλαια (Γρατιανός, ορισμένοι εχθρικοί λαοί, mattiobarbuli χειριστές βλημάτων επί Διοκλητιανού, Χριστιανισμός).

  5. Η γλώσσα του κειμένου έχει σκοπίμως (;) ή μέσω προσθηκών και τροποποιήσεων καταστεί αόριστη και ασαφής. Συνεπώς, δεν παρέχει ασφαλείς δείκτες, ενώ το καθαυτό κείμενο είναι εν πολλοίς άχρονο και γι’ αυτό συνάμα περιέργως και διαχρονικό.

  6. Μολαταύτα, η δομή της πραγματείας είναι ξεκάθαρη και συγκροτημένη: στο 1ο βιβλίο περιέχονται θέματα και συμβουλές για ορθή στρατολογία και μεθοδική στρατιωτική εκπαίδευση, ενώ παράλληλα καταγράφεται επιμελώς ο απαραίτητος και βασικός (επιθετικός και αμυντικός) στρατιωτικός εξοπλισμός. Στο 2ο βιβλίο παρουσιάζεται η βασική στρατιωτική οργάνωση με κύριο άξονα και σημείο αναφοράς την κλασική ρωμαϊκή λεγεώνα, την περίφημη «antiqua legio», που όμως έχει δυσεπίλυτα προβλήματα ειδικά ως προς τη σύνθεση και αναλογία του ιππικού. Στο 3ο βιβλίο αναλύονται ποικίλα θέματα και παρέχονται υποδείξεις για την υγιεινή, την επιμελητεία και την πειθαρχία, για τη δράση του μηχανικού, για την αξιοποίηση του πεζικού και του ιππικού, για τη στρατιωτική τακτική και στρατηγική, για σχηματισμούς και για παρατάξεις μάχης, ενώ παρατίθενται γενικοί κανόνες πολέμου, ώστε το βιβλίο αυτό να συνιστά το πιο πρακτικό μέρος όλου του έργου. Τέλος, το 4ο βιβλίο αναφέρεται σε θέματα οχυρωματικής και πολιορκητικής, ναυτικής τέχνης και τεχνολογίας, τα οποία είναι μεν ειδικά αλλά εξίσου ενδιαφέροντα.

Εικόνες μαχών από χειρόγραφα

 

  1. Η Epitoma rei militaris δεν αποτελούσε, προφανώς, μόνον ένα κλασικό στρατιωτικό τακτικό, αλλά επίσης ένα κείμενο προπαγάνδας, γεμάτο ιδεαλισμό και εξιδανίκευση για την (ένδοξη) αρχαιότητα. Συνιστούσε, επομένως, ένα στρατιωτικό μανιφέστο με κυρίαρχο σύνθημα το «όπισθεν ολοταχώς» και με σαφείς πολιτικές προεκτάσεις, εφόσον αναλογιστούμε και λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι ο ανώτατος πολιτειακός άρχων, δηλαδή ο αυτοκράτορας, παρέμενε –ουσιαστικά ή έστω τυπικά– πρωτίστως και πάνω απ’ όλα ο ανώτατος στρατιωτικός ηγέτης, δηλαδή imperator.

  2. Κύρια επιδίωξη του Βεγέτιου ήταν η στρατιωτική ανασυγκρότηση και μέσω αυτής η αναγέννηση της φοβερής και τρομερής στο παρελθόν ισχύος των αυτοκρατορικών στρατευμάτων· μόνο χάρη σε αυτήν, πίστευε ο συγγραφέας, ότι ήταν εφικτή η συνολική ανανέωση της αυτοκρατορίας.

  3. Ο Βεγέτιος διέκρινε μεγάλο πρόβλημα στη σύνθεση, στην εκπαίδευση καθώς και στην οργάνωση του σύγχρονού του ρωμαϊκού στρατού.

  4. Πάνω απ’ όλα, ο Βεγέτιος κατήγγειλε την ένοπλη εξάρτηση της Ρώμης από ξένους και βαρβάρους· στηλίτευσε δηλαδή τον τότε στρατιωτικό «εκβαρβαρισμό». Ο ίδιος θεωρούσε ότι ο τελευταίος σχετιζόταν άμεσα με την πτώση της ποιότητας σε όλους τους τομείς, π.χ. στην εκπαίδευση και στις ασκήσεις, στην καθαυτό δομή των δυνάμεων (δηλαδή την οργάνωση σε μονάδες), στη μαχητική ικανότητα (τακτικές, διεξαγωγή πολιορκιών, άμυνα/αποτροπή), στις υπόλοιπες βασικές υποστηρικτικές δομές (επιμελητεία, γραμματειακή υποστήριξη, δραστηριότητες μηχανικού, όπως λ.χ. περιχαράκωση στρατοπέδων κ.ά.), στη χρήση αμυντικού και επιθετικού εξοπλισμού ή ακόμη και στην παροχή σχετικού πολεμικού / στρατιωτικού υλικού.

Από τα ανωτέρω δεδομένα, προκύπτει ότι οι βασικοί πυλώνες επί των οποίων δομήθηκε η «Στρατιωτική επιτομή» ήταν οι εξής: (α) η αναχαίτιση της αυξανόμενης βαρβαρικής επιρροής και διείσδυσης εντός της αυτοκρατορίας· (β) η ανάταξη της πολεμικής ισχύος του κράτους μέσω της ευρείας στρατιωτικής αναδιοργάνωσης και ανασυγκρότησης στη βάση παλαιότερων, «κλασικών» (και κατά τον Βεγέτιο σαφώς πιο αποτελεσματικών) προτύπων. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, οι δύο αυτοί στόχοι θα μπορούσαν να διασφαλίσουν ολιστικά την ποιότητα του ύστερου ρωμαϊκού στρατού στους τομείς της στελέχωσης, της εκπαίδευσης, της οργάνωσης, της διεξαγωγής πολεμικών επιχειρήσεων, του εξοπλισμού και της επιμελητείας εξασφαλίζοντας έτσι τη διατήρηση υψηλού επιπέδου επαγγελματισμού και ετοιμότητας. Συνοψίζοντας, η επήρεια των ανωτέρω παραγόντων είναι ιδιαιτέρως εμφανής και πρόδηλη, καθώς διατρέχει ολόκληρο το κείμενο.

Σε κάθε περίπτωση, τα βασικά σημεία που συνιστούν την ειδοποιό διαφορά της συγκεκριμένης στρατιωτικής πραγματείας συγκριτικά με όλα τα παλαιότερα παρόμοια κείμενα είναι τα εξής: (α) Η ανάγνωση των ελαττωμάτων και η αναγνώριση των ελλείψεων σε όλους τους τομείς της στρατιωτικής οργάνωσης καθώς και η αναφανδόν έκπτωση της ποιότητας του στρατεύματος. Αυτά τα προβλήματα συνοδεύονται (β) από επικριτικές διαπιστώσεις και συμπεράσματα και κυρίως (γ) από πλήθος προτάσεων επί πολλών και διαφόρων στρατιωτικών θεμάτων, με απώτερο στόχο την αντιμετώπιση, επιδιόρθωση και επίλυση των διαπιστωμένων και επαληθευμένων προβλημάτων.

Οι τρεις αυτές κρίσιμες διαφοροποιήσεις καθιστούν σε τελική ανάλυση το έργο εξαιρετικά ενδιαφέρον και πρωτότυπο σε σύγκριση με τα υπόλοιπα ομοειδή. Παρότι, δηλαδή, η πραγματεία αντέγραφε παλαιότερα σχετικά εγχειρίδια, συνάμα διέθετε αξιόλογη πρωτοτυπία. Παράλληλα, η συλλογιστική πορεία που εφάρμοσε ο Βεγέτιος είναι ακραιφνώς αναλυτική και, συνεπώς, ο συλλογισμός που αναπτύσσει είναι κατεξοχήν παραγωγικός: εντοπισμός και διάγνωση προβλημάτων (παρατήρηση), σχολιασμός των κακών κειμένων (αρνητική κριτική) και υπόδειξη της λύσης με παράλληλη μέγιστη κατά το δυνατόν θεωρητική και πρακτική υποστήριξη σε θέματα εν γένει στρατιωτικής οργάνωσης, πολεμικής τακτικής και στρατηγικής (θετική / εποικοδομητική προσέγγιση).

Théodore Chassériau, Battle Between Romans And Barbarians, (ca.1850-1855), The Nelson-Atkins Museum of Art, Kansas City.

Επικουρικώς, ο Χριστοδούλου προέβη στην εξής εύστοχη παρατήρηση ως προς τη διαφορά μεταξύ αρχαιοτέρων ελληνικών τακτικών και ανάλογων λατινικών εγχειριδίων της περιόδου: «σε αντίθεση με την ελληνόγλωσση παράδοση που τείνει στους πρώτους τρεις μεταχριστιανικούς αιώνες να περιχαρακωθεί στην τακτική θεωρία των ελληνιστικών χρόνων, τα λατινικά εγχειρίδια που εκδίδονται εκείνη την εποχή είναι αρκετά πραγματιστικά και αναφέρονται σε σύγχρονες πολεμικές συνθήκες, στοχεύοντας στην επίλυση πραγματικών τακτικών προβλημάτων». Ο ίδιος διαπιστώνει μάλιστα ότι «ένας κοινός τόπος στις περισσότερες στρατιωτικές ιστορίες είναι η αναζήτηση των αιτίων «της παρακμής» της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στη στρατιωτική της ανεπάρκεια, ειδικότερα δε στην αδυναμία του παραδοσιακού βαρέως πεζικού έναντι των εφίππων βαρβάρων, είτε αυτοί ήσαν Γερμανοί είτε νομάδες»6.

Την ίδια στιγμή και αντιθέτως με τα προγενέστερα στρατιωτικά κείμενα, ενυπάρχει στη «Στρατιωτική επιτομή» έντονη ροπή προς την άμυνα. Αυτή είναι εντελώς δικαιολογημένη, εφόσον ληφθεί υπόψη ότι οι αντίπαλοι και εχθροί της αυτοκρατορίας δεν την απειλούσαν μόνον από το εξωτερικό αλλά (ακόμη χειρότερα) και από το εσωτερικό της επικράτειάς της. Συνεπώς, ήταν απολύτως φυσιολογικό και αναμενόμενο το κράτος, οι συνοριακές γραμμές του οποίου είχαν τότε παραβιαστεί από τις εχθρικές προσβολές, να υποπέσει πλήρως σε κατάσταση αμύνης. Σε τέτοια δυσχερή και επικίνδυνη κατάσταση, ακόμη και οι επιθετικές ενέργειες που στρέφονταν εναντίον αντιπάλων, οι οποίοι περιφέρονταν και κινούνταν βαθιά μέσα στα εδάφη του απειλούμενου κράτους, θεωρούνταν ως υποχώρηση σε αμυντικό αγώνα και προπάντων ως προβολή άμυνας. Αυτό ακριβώς συνέβη με τις βαρβαρικές ορδές που μετακινούνταν κατά το δοκούν και μάλλον ανεξέλεγκτα στην ενδοχώρα της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, προπαντός στο δυτικό της τμήμα, το οποίο μετατράπηκε ήδη από την πρώτη δεκαετία του 5ου αι. σε «κέντρο διερχομένων» λαών και φυλών, προτού καν προλάβει «να στεγνώσει το μελάνι» της γραφίδας του Βεγέτιου.

Χάρτες

Εντούτοις, τα σχετικά στοιχεία που υποδεικνύουν συγγραφή του έργου υπό το βάρος της τότε πρόσφατης και απρόοπτης εμφάνισης του «γοτθικού» ζητήματος, εξέλιξη που οδήγησε σε αλυσιδωτή μετακίνηση και άλλων φύλων και πληθυσμών στην Ευρώπη και σε αλλεπάλληλες εισβολές στα εδάφη της αυτοκρατορίας, είναι τόσο πολλά και συνάμα εξαιρετικά ενδιαφέροντα, ώστε αξίζει να αναλυθούν σε ξεχωριστή δημοσίευση. Αμέσως μετά παραθέτουμε όμως ένα ακόμη επιχείρημα που μας επιτρέπει να χρονολογήσουμε τη «Στρατιωτική επιτομή» προς τα τέλη του 4ου αι., ενισχύοντας τη φαρέτρα των υποστηρικτών της πρώτης, χρονολογικά, σχολής. Πρόκειται για γενικότερη αιτιολογία, η οποία βασίζεται περισσότερο σε ειδολογικά σχόλια και διαπιστώσεις, διαμορφωμένα ως φιλολογική κριτική υπό ευρύτερο ιστορικό πρίσμα, παρά για αυστηρά δεδομένα υπό τη στενή έννοια.

IV. Η «Στρατιωτική επιτομή» στα τέλη του 4ου αι.

Μία περισσότερο γενική, όχι τόσο ειδική αλλά θεωρούμε εξίσου πειστική, συνολική θεώρηση είναι επίσης δυνατόν να δοθεί ως εξήγηση αφενός για τη χρονολόγηση και αφετέρου για τους σκοπούς συγγραφής της πραγματείας. Σύμφωνα με αυτήν, η «Στρατιωτική επιτομή» μπορεί και πρέπει να ενταχθεί σε συγκεκριμένη χορεία ποικίλων κειμένων, τα οποία προωθούσαν και υπηρετούσαν ιδεολογικά ή εξυμνούσαν και προπαγάνδιζαν την «ασφάλεια και τη σωτηρία της (Ρωμαϊκής) πολιτείας» (securitassalus rei publicae) καθώς και την «αποκατάσταση των ευτυχισμένων χρόνων, δηλαδή την επάνοδο σε εποχές ακμής» (felicitas temporum reparatio). Αυτές επιτεύχθηκαν από πλειάδα άξιων αυτοκρατόρων, οι οποίοι χάρη στην «ανδρεία του Ρωμαϊκού στρατού» (virtus exercitus Romanorum) χαιρετίστηκαν ως «επανορθωτές της (Ρωμαϊκής) οικουμένης ή πολιτείας» (restitutor orbis/rei publicae).

Αυτοκρατορική κρατική προπαγάνδα σε νομίσματα

 

Αρχής γενομένης από τους έντεκα «Λατινικούς Πανηγυρικούς» (Panegyrici Latini, 289-389), πολλοί συγγραφείς (ειδωλολάτρες και χριστιανοί, Λατίνοι και Έλληνες) συμπαρατάχθηκαν και «συστρατεύθηκαν» για την προβολή της ανανεωμένης ισχύος και σταθερότητας της αυτοκρατορίας καθ’ όλο τον 4ο αι. Τα κείμενα του Ευσέβιου Καισαρείας (ή Παμφίλου), αρκετοί λόγοι του καίσαρα και αυτοκράτορα Ιουλιανού (355-363), πολλοί άλλοι λόγοι σπουδαίων ρητόρων του δεύτερου μισού του αιώνα (λ.χ. του Λιβάνιου, του Θεμίστιου και του Συνέσιου στην Ανατολή, του Αυρήλιου Σύμμαχου, του Αυσόνιου και του Κλαύδιου Κλαυδιανού στη Δύση) εντάσσονται σαφώς σε αυτό το κλίμα. Οι συγγραφείς τους κατορθώνουν να εκφράσουν και να συμπυκνώσουν το (όντως επιτυχές και σπουδαίο) έργο που συντελέστηκε στον τομέα της επανόρθωσης του κράτους. Επομένως, ο 4ος αι., μολονότι περίοδος μεταρρυθμίσεων και άλλων καίριων αλλαγών που προοιωνίζονταν το μεσαίωνα (λ.χ. καθιέρωση της χριστιανικής θρησκείας και ίδρυση της Κωνσταντινούπολης), παρέμενε αιώνας συνεχιζόμενου (ρωμαϊκού) μεγαλείου. Η αίγλη αποδείχτηκε όμως εύθραυστη, ευμετάβλητη και ευεπίφορη σε αστάθεια.

Στο πλαίσιο αυτό, το έργο του Βεγέτιου δύναται να ιδωθεί ως καταληκτική απόληψη της παραπάνω γόνιμης περιόδου, χρονικού διαστήματος ακμής και ανάκαμψης του (αρχαίου αυτοκρατορικού) ρωμαϊκού μεγαλείου. Τότε καλλιεργήθηκε συγκροτημένα η ιδεολογία της επανόρθωσης, η πίστη στις δυνάμεις και στη σταθερότητα του συστήματος εξουσίας, όπως αυτό επιβλήθηκε μέσω της εγκαθίδρυσης και θεσμοθέτησης του Dominatus (Δεσποτείας, δηλαδή της απόλυτης μοναρχίας) στη θέση του Principatus (της Ηγεμονίας που διατηρούσε πολιτειακά ψήγματα της ρεπουμπλικανικής περιόδου), καθώς και η εμπιστοσύνη στο (λαμπρό) μέλλον της αυτοκρατορίας.

Παράλληλα όμως, η πραγματεία του Βεγέτιου αποτελεί τρόπον τινά και «κύκνειο άσμα» εκείνης της εποχής, αφού περιλαμβάνει τα πρώτα ψήγματα και τα πρώιμα σημάδια ενός ζοφερού μέλλοντος. Η στρατιωτική αποδυνάμωση της αυτοκρατορίας, κυρίως μέσω των βαρβαρικών εισβολών και της μαζικής εισδοχής ξένων στις τάξεις του στρατεύματος, συνιστούσε ήδη πραγματικότητα. Ο Βεγέτιος εύστοχα επεσήμανε και προσπάθησε να αποτρέψει την τάση αυτή συγγράφοντας τη μελέτη του· η τελευταία, πέραν και εκτός των άλλων τακτικών και οργανωτικών στρατιωτικών συμβουλών, φιλοδοξούσε επιπλέον να αποτελέσει εναλλακτική συνεκτική πρόταση σε στρατηγικό και πολιτικό επίπεδο για τη μακροημέρευση της αυτοκρατορίας, τη διαφύλαξη της ενότητας και τη διατήρηση της επιρροής της μέσω της συντήρησης ειδικά της στρατιωτικής ισχύος. Ωστόσο, τελικά η πτώση αποδείχτηκε αναπόφευκτη γι’ αυτό ακριβώς το τμήμα του ύστερου Ρωμαϊκού κράτους στο οποίο ο Βεγέτιος μάλλον έζησε και έδρασε δημοσιεύοντας μεταξύ των άλλων και τούτο το σημαντικό σύγγραμμα. Αν μη τι άλλο, αυτό συνιστά μία κατεξοχήν τραγική ειρωνεία, ένα όντως περίεργο «παιχνίδι της μοίρας».

Πράγματι, κατά τη διάρκεια του 5ου αι., πολλοί και διάφοροι βαρβαρικοί λαοί εισέβαλαν και εγκαταστάθηκαν στη δυτική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Αυτή σταδιακά «εθίστηκε» στην καταναγκαστική ύπαρξη τόσων βαρβάρων στα εδάφη της, ώστε δεν μπόρεσε τελικά ποτέ να «απεξαρτηθεί» από αυτούς, ούτε να τους «αποβάλει», εις βάρος αρχικά της ακεραιότητας και τελικά της υπόστασής της. Τουναντίον, ξένες ορδές στρατολογήθηκαν μαζικά ή συμπεριελήφθησαν αναγκαστικά ως «σύμμαχοι» στην τάξη των (μόνον κατ’ όνομα πλέον) ρωμαϊκών στρατευμάτων. Ολόκληρες φυλές εισέβαλαν και εγκαταστάθηκαν συνήθως με τη βία σε διάφορες περιφέρειες, παρά τη βούληση του ίδιου του κράτους και τη θέληση των κατοίκων του. Παράλληλα, πολλοί Γερμανοί και άλλοι βάρβαροι ηγεμόνες, φύλαρχοι και πολέμαρχοι κατέλαβαν ύπατα στρατιωτικά αξιώματα. Έτσι, κατέκτησαν τον κύριο πόλο και διαχρονικό φορέα της βασιλικής εξουσίας μετατρέποντάς τον σε εφαλτήριο για την επίτευξη των σκοπιμοτήτων τους, θανάσιμα επικίνδυνων για τα αυτοκρατορικά συμφέροντα.

Στο προαναφερθέν πλαίσιο οι ξένοι στρατιωτικοί αρχηγοί ανέβασαν σκόπιμα στον θρόνο «αυτοκράτορες – μαριονέτες». Επίσης, απέσπασαν και αφαίρεσαν από τον κεντρικό έλεγχο ολόκληρες επαρχίες και περιφέρειες, κατακτώντας τις τυπικά ή και ουσιαστικά προς όφελος των ιδίων και των φυλών ή ορδών που εξουσίαζαν. Παράλληλα, οδήγησαν σε πλήρη παρακμή και απαξίωση τον τακτικό στρατό, οι μονάδες του οποίου εξαϋλώθηκαν σταδιακά προς όφελος της πρόσληψης και ένταξης βαρβαρικών στρατιωτικών σωμάτων, των φοιδεράτων (foederati). Έτσι, οι ξένοι ηγήτορες ουσιαστικά υποκατέστησαν τον ήδη ξεπεσμένο αυτοκρατορικό θεσμό, από τον οποίο στο τέλος απαλλάχθηκαν, αφού όμως πρώτα τον αντικατέστησαν πλήρως (de facto και de jure) δημιουργώντας στη θέση του διάφορα (γερμανικά) βασίλεια μέχρι και το 476.

Παρακμή και Πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Παράλληλα όμως, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι προτάσεις του Βεγέτιου βρήκαν –έστω και εμμέσως– ευήκοα ώτα στους ιθύνοντες και στους ηγεμόνες του αντίστοιχου ανατολικού τμήματος της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (Ρωμανία ή Ρωμαίων πολιτεία, συμβατικά γνωστή στους νεότερους χρόνους ως Βυζαντινή αυτοκρατορία). Εκεί, το κράτος αντιστάθηκε με επιτυχία στη βάναυση βαρβαρική εισβολή, όπως αυτή επιχειρήθηκε είτε στο εσωτερικό από αλλοδαπούς στρατηγούς (λ.χ. Γαϊνάς, Άσπαρ), είτε προήλθε από το εξωτερικό, δηλαδή από βαρβάρους ηγεμόνες και έθνη (λ.χ. από τους Βησιγότθους του Αλάριχου, τους Ούννους του Αττίλα, από τους Οστρογότθους του Θεοδώριχου κ.ά.). Ο εθισμός στους βαρβάρους αποδείχτηκε εκεί εφήμερος και είτε αποβλήθηκε πλήρως ως ξένο σώμα παθογόνο και επικίνδυνο για την ευρωστία του κρατικού οργανισμού, είτε χαλιναγωγήθηκε επιτυχώς και κατέστη αντικείμενο δημιουργικής εκμετάλλευσης εις βάρος άλλων βαρβάρων (πρβ. λ.χ. την εκτεταμένη και επιτυχημένη συμμετοχή Ερούλων και Ούννων στους στρατούς του Ιουστινιανού Α΄ και την αξιοποίησή τους σε όλους τους πολέμους του, αμυντικούς και επιθετικούς). Η ανατολική αυτοκρατορία σύντομα μετατράπηκε στην εξελληνισμένη μεσαιωνική Ρωμανία (ευρέως γνωστή σήμερα ως Βυζάντιο), καθώς αναδιοργανώθηκε –εξ ανάγκης– σε εντελώς καινούριες βάσεις κατά τους 7ο και 8ο αι.· παρά τις κοινωνικές και θεσμικές μεταβολές της, διατήρησε ωστόσο τη ρωμαϊκή πολιτική κληρονομιά της και παρέμεινε πολιτισμένο και οργανωμένο κράτος. Έτσι, κατέστη ορόσημο και σταθερός πυλώνας αναφοράς για πολλούς ακόμη αιώνες, σε έναν κόσμο που τότε διαρκώς μεταλλασσόταν και αενάως μετασχηματιζόταν μέχρι την έλευση των νεοτέρων χρόνων και το σχηματισμό των πρώτων σύγχρονων κρατών και αυτοκρατοριών.

Κινούμενος χάρτης με την εδαφική διακύμανση της Ύστερης Ρωμαϊκής και της Βυζαντινής αυτοκρατορίας από το 300 έως το 1453 https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Byzantine_Empire_map.gif#/media/File:Byzantine_Empire_map.gif

Το παραπάνω επίτευγμα θα ήταν όμως αδύνατο χωρίς την ύπαρξη και αξιοποίηση του πρότερου υποβάθρου, δηλαδή της ανασυγκρότησης του κράτους σε όλους τους τομείς, στρατιωτικό, πολιτικό και διοικητικό, οικονομικό και κοινωνικό, όπως αποτυπώθηκε και επενδύθηκε σε ιδεολογικό επίπεδο στα προαναφερθέντα επιδραστικά συγγράμματα του 4ου αι. Μεταξύ αυτών, η Epitoma rei militaris του Βεγέτιου κατέχει δεσπόζουσα θέση, ως κορωνίδα συγκεκριμένων πολιτικο-στρατιωτικών προτάσεων που είχαν εκκινήσει να διαμορφώνονται ήδη από την εποχή της Τετραρχίας στα τέλη του 3ου αι., απέκτησαν συγκροτημένη δομή και ολοκληρωμένη υφή κατά τον 4ο αι. και συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της ύστερης ρωμαϊκής και πρώιμης βυζαντινής περιόδου μέχρι τον 6ο και 7ο αι. Τότε, η αραβική λαίλαπα (μέσα 7ου αι.) και οι λοιπές εξελίξεις στη Βαλκανική (εμφάνιση Σλάβων κ.ά.) συμπαρέσυραν ό,τι είχε απομείνει από την ύστερη αρχαιότητα οδηγώντας την καθ’ ημάς ελληνορωμαϊκή οικουμένη (ανατολική Μεσόγειο, Εγγύς και Μέση Ανατολή) οριστικά και αμετάκλητα στους μέσους χρόνους, στους οποίους είχε ήδη εισέλθει νωρίτερα η δυτική Ευρώπη (5ος αι.).

V. Συμπεράσματα

Έχοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, συμφωνούμε τελικά πλήρως με τον Milner (21996: xxxi), ο οποίος σχολίασε ότι παρά τις όποιες αδυναμίες της Epitoma rei militaris, η κρίση και οι εκτιμήσεις του Βεγέτιου για το μέλλον αποδείχτηκαν εξαιρετικά οξυδερκείς, μεστές από ορθές βασικά στρατηγικές παρατηρήσεις: ο συγγραφέας επεσήμανε πλειστάκις τους πολυπλόκαμους κινδύνους που έθεταν για την αυτοκρατορία η συνεχής και αδιατάρακτη εισβολή και εγκατάσταση τόσων βαρβάρων στην επικράτειά της, καθώς και ο παραγκωνισμός των γηγενών και η στελέχωση του κρατικού μηχανισμού (και ειδικά η επάνδρωση του στρατού) από ξένους. Επομένως, ο Βεγέτιος, παρότι μάλλον απλός πολίτης και όχι έμπειρος στρατιωτικός, υπήρξε εντούτοις έξοχος στρατηγικός αναλυτής, πολύ καλά ενημερωμένος για μεγάλο εύρος εξελίξεων κατά τη μεταβατική και πολύπλοκη περίοδο της ύστερης αρχαιότητας, η «Στρατιωτική επιτομή» του οποίου συνιστά τελικά τη «γέφυρα» στον τομέα της μεταξύ των αντίστοιχων κειμένων της κλασικής αρχαιότητας (από τη μία πλευρά) και του μεσαίωνα (από την άλλη).

Ο Γεώργιος Καλαφίκης είναι Διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας. Υπηρετεί ως Φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (ΠΕ 02). Εργάζεται ως επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Γλωσσολογίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας στη Θεσσαλονίκη (με απόσπαση).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Εκτενέστατος θεματικός κατάλογος με όλες τις σχετικές με την Epitoma rei militaris και τον Vegetius Renatus δημοσιεύσεις (κριτικές εκδόσεις, μεταφράσεις, δευτερεύουσα βιβλιογραφία) μεταξύ των ετών 1981-2015 περιέχεται στο άρθρο του Famerie, É. 2015. «Bibliographie sur l’Epitoma rei militaris de Végèce (1981-2015)», Revue Internationale des Droits de l’Antiquité 62: 207-221.
  2. Χρήσιμη ενίοτε για την αποσαφήνιση δυσνόητων όρων που απαντούν στην επιτομή του Βεγέτιου, όπως π.χ. του πολεμικού σχηματισμού «serra» (δηλ. «πριόνι»), όπως θα διαπιστώσουμε σε επόμενη δημοσίευση.
  3. Κυριότεροι εκπρόσωποι κάθε θεωρίας: Επί Θεοδοσίου Α΄, περί το 385-390: Schenk 1930: 4. – Barnes 1979: 254-257. – Milner 1991: 71-104, 146 κ.ε. – Του ιδίου 21996: xxix, xxxix-xli. – Richardot 1998a: 136-147. Επί Βαλεντινιανού Β΄, στα μέσα της δεκαετίας του 380: Zuckerman 1994: 67-74. Επί Ονωρίου, περ. 400-410: Giuffrida Manmana 1981: 25-56. Επί Θεοδοσίου Β΄, περ. 445-450: Colombo 2012: 278-288. Επί Βαλεντινιανού Γ΄, πριν από το 450: Seeck 1876: 69. – Grosse 1920: 259 κ.ε. – Goffart 1977: 69-88. – Birley 1985: 57-67. – Charles 2007: 55-65. Τέλη 4ου / αρχές 5ου αι.: Allmand 2009: 101, 112. – Branco 2009: 155, 166, 168. – Heuser 2010: 40, 42, 101.
  4. Αντιθέτως η Ρώμη εμφανίζεται σε τρεις περιπτώσεις ακόμη ως απόρθητη. Πρβ. Veg. IV.Praef., 9 και 26. Βλ. Milner 1991: 76-77.
  5. Βλ. αναλυτικά Milner 1991: 71-96, 146 κ.ε. – Του ιδίου 21996: xxxviii-xli.
  6. Χριστοδούλου 2004: 326 και 327 αντίστοιχα. Όπως όμως –ορθά πάλι– συμπεραίνει, η ίδια ανεπάρκεια διαπιστώνεται και στα τακτικά του 6ου αι., μολονότι εντελώς ανεστραμμένη: τότε ήταν οι κάθε είδους αντίπαλοι του Βυζαντινού στρατού που αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τον έφιππο Βυζαντινό πολεμιστή (σ. 327), ο οποίος ήταν άρτια εξοπλισμένος και βαρύτατα θωρακισμένος για τα δεδομένα της εποχής (σ. 328).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Εκδόσεις και μεταφράσεις Bεγέτιου

Stelten, L.F. 1990. Flavius Vegetius Renatus, Epitoma Rei Militaris. Edited with an English translation [American University Studies, Series XVII: Classical Languages and Literature 11], New York

Milner, N.P. 21996. Vegetius: Epitome of Military Science. Translated with notes and introduction [Translated Texts for Historians 16], Liverpool

Β. Μελέτες

Allmand, Chr. 2009. «The De Re Militari of Vegetius. How did the Middle Ages treat a Late Roman Text on War», Revista de História das Ideias 30: 101-117

Barnes, T.D. 1979. «The Date of Vegetius», Phoenix 33: 254-257

Birley, E. 1985. «The Dating of Vegetius and the Historia Augusta», στο Bonner Historia Augusta Colloquium (BHAC) 1982-83, Bonn, σ. 57-67 = idem, The Roman Army Papers (1929-1986) [MAVORS IV], Amsterdam 1988, σ. 58-68

Branco, Maria-João 2009. «Vegetius», στο Os Grandes Mestres da Estratégia: estudos sobre o poder da guerra e da paz, eds. Ana Paula Garcêz – G. Oliveira Martins, Coimbra, σ. 153-188

Carley, L.K. 1962. The Anglo-Norman Vegetius. A Thirteenth Century Translation of the “De Re Militari” of Flavius Vegetius Renatus, ed. with Introduction, Notes, and Glossary, Ph.D. thesis, University of Nottingham

Charles, M.B. 2007. Vegetius in Context: Establishing the Date of the Epitoma Rei Militaris [Historia Einzelschriften 194], Stuttgart

Χριστοδούλου, Δ.Ν. 2004. «Τα Βυζαντινά Τακτικά κατά τον 6ο αι. μ.Χ. Θεωρία και Πράξη», Εγνατία 8: 323-338

Colombo, Μ. 2012. «La datazione dell’Epitoma Rei Militaris e le genesi dell’esercito tardoromano. La politica militare di Teodosio I, Veg. R. Mil. 1.20.2-5 e Teodosio II», Ancient Society 42: 255-292

Giuffrida Manmana, C. 1981. «Per una datazione dell’Epitoma rei militaris di Vegezio: politica e propaganda nell età di Onorio», Siculorum Gymnasium XXXIV: 25-56

Goffart, W. 1977. «The Date and Purpose of Vegetius’ ‘De Re Militari’», Traditio 33: 64-100

Gordon, C.D. 1974. «Vegetius and His Proposed Reforms of the Army», στο Polis and Imperium. Studies in Honour of E. T. Salmon, Toronto, σ. 35-58

Grosse, R. 1920. Römische Militärgeschichte von Gallienus bis zum Beginn der byzantinischen Themenverfassung, Berlin

Heuser, Beatrice 2010. The Evolution of Strategy. Thinking War from Antiquity to the Present, Cambridge

Milner, N.P. 1991. Vegetius and the Anonymus De Rebus Bellicis, Ph.D. thesis, University of Oxford

Reeve, M.D. 2000. «Τhe Transmission of Vegetius’s Epitoma Rei Militaris», Aevum 74: 243-354

Richardot, Ph. 1998a. «La datation du Re Militari de Végèce», Latomus 571: 136-147

Richardot, Ph. 1998b. Végèce et la culture militaire au Moyen Âge (Ve-XVe siècles), Paris

Richardot, Ph. 2003. «La tradition moderne du De re militari de Végèce (XVe-XVIIIe siècles)», στο Hommages à Carl Deroux, V: Christianisme et Moyen Âge, Néo-latin et survivance de la latinité, éd. P. Defosse, Brussels, σ. 537-544

Sander, E. 1932. «Die Hauptquellen der Bücher I-III der Epitoma rei militaris des Vegetius», Philologus 87: 369-375

Schenk, D. 1930. Flavius Vegetius Renatus: Die Quellen der Epitoma rei militaris [Klio: Beiträge zur alten Geschichte 22], Leipzig

Seeck, O. 1876. «Die Zeit des Vegetius», Hermes XI1: 61-83

Shrader, C.R. 1979. «Handlist of Extant Manuscripts Containing the De Re Militari of Flavius Vegetius Renatus», Scriptorium 332: 280-305

Whately, C. 2013. «War in Late Antiquity: Secondary Works, Literary Sources and Material Evidence», στο War and Warfare in Late Antiquity. Current Perspectives, eds. A. Sarantis – N. Christie [Late Antique Archaeology 8.1], Leiden, σ. 101-151

Zuckerman, C. 1994. «Sur la date du traité militaire de Végèce et son destinataire Valentinien II», Scripta Classica Israelica 13 : 67-74

 

Νικόλαος Ιντζεσίλογλου: Οικουμενικός Πατριάρχης και Οθωμανική Αυτοκρατορία: Τρία προς συζήτηση θέματα

Νικόλαος Ιντζεσίλογλου

Οικουμενικός Πατριάρχης και Οθωμανική Αυτοκρατορία:

Τρία προς συζήτηση θέματα

 

Στο άρθρο αυτό γίνεται προσπάθεια σκιαγράφησης των τρόπων με τους οποίους πολιτεύθηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σχετικά με τρία θέματα που προκάλεσαν συζητήσεις και πάνω στα οποία διατυπώθηκαν αποκλίνουσες απόψεις. Η προσπάθεια αυτή περιλαμβάνει τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος γίνεται αναφορά στη σχέση μεταξύ Μεχμέτ Β΄ του Πορθητή και του Γεώργιου Σχολάριου-Γενάδιου, πρώτου Οικουμενικού Πατριάρχη μετά την κατάληψη της Πόλης από τους Οθωμανούς. Στο δεύτερο μέρος δίνεται μια εξήγηση της στάσης του εθνομάρτυρα Γρηγορίου Ε΄ απέναντι στην ελληνική επανάσταση του 1821. Τέλος, στο τρίτο μέρος γίνεται αναφορά σε τρία διαφορετικά σχέδια Ανάστασης του Γένους κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με ιδιαίτερη έμφαση στο σχέδιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η σχέση του Γ. Σχολάριου-Γεννάδιου με τον Μεχμέτ B΄ τον Πορθητή

Κάποιοι θεωρώ ότι παρερμηνεύουν μια φράση που αποδίδεται στον Γεώργιο Γεννάδιο-Σχολάριο (περίπου 1400 – 1473), και επαναλαμβάνουν κάποιες κριτικές και ανυπόστατες κατηγορίες ενάντια σ’ αυτόν που υπήρξε ο πρώτος Πατριάρχης μετά την Άλωση.

Κατ’ αρχήν και προς αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, πρέπει να δώσουμε με συντομία το ιστορικό περίγραμμα της εποχής λίγο πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Εκατό περίπου χρόνια πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης, οι Οθωμανοί είχαν περάσει στην Ευρώπη και έκαναν εν τω μεταξύ πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας τους την Αδριανούπολη, ενώ η Κωνσταντινούπολη ήταν μια απομονωμένη πόλη, τουλάχιστον από την ξηρά.

Ο Πατριάρχης Γεώργιος Σχολάριος-Γεννάδιος.

Η επιρροή που ασκούσε ο Γεννάδιος πάνω στον Μεχμέτ Β΄τον Πορθητή (Φατίχ Σουλτάν Μεχμέτ, 1432 – 1481) είχε αρχίσει πολύ πριν την άλωση. Ο Γεννάδιος και ο Μεχμέτ, που παρά το νεαρό της ηλικίας του (μόλις σε ηλικία 21 ετών κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη) ήταν πολύ μορφωμένος, ιδιαίτερα ευφυής, πολύγλωσσος και γνώστης των ομηρικών επών, και ιδιαίτερα της Ιλιάδας (θαύμαζε από την Ιλιάδα κυρίως τον Αχιλλέα και εκτός Ιλιάδας τον Μεγαλέξανδρο), είχαν πριν την άλωση αλληλογραφία επί θεολογικών και φιλοσοφικών θεμάτων.

Αυτές οι σχέσεις και ανταλλαγές απόψεων επί θεολογικών και φιλοσοφικών θεμάτων ήταν κάτι το συνηθισμένο μεταξύ διανοουμένων την εποχή εκείνη. Ειρήσθω μάλιστα εν παρόδω ότι ο μεγάλος Έλληνας πλατωνιστής φιλόσοφος Γεώργιος Πλήθων-Γεμιστός (φιλοσοφικός αντίπαλος του Γενναδίου, ο οποίος ήταν αριστοτελιστής) είχε μεταβεί για «μεταπτυχιακές» πλατωνικές σπουδές από την Κωνσταντινούπολη στο Πανεπιστήμιο της Αδριανουπόλεως, που ήταν τότε η πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Όσον αφορά τη σχέση Γενναδίου και Μεχμέτ,  λέγεται ότι ο Μεχμέτ (του οποίου η τροφός του ήταν χριστιανή) ζήτησε από τον Γεννάδιο να τον βαπτίσει χριστιανό, αλλά ο Γεννάδιος αρνήθηκε, διότι ο Μεχμέτ δεν θεωρούσε ως αμάρτημα την παιδεραστία, αλλά ως μια φυσιολογική έκφραση και ικανοποίηση της σεξουαλικής επιθυμίας.

Μετά την άλωση, ο Μεχμέτ έψαξε να βρει τον Γεννάδιο, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε γίνει μοναχός, για να τον κάνει Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Ο Γεννάδιος όμως κρυβόταν και απόφευγε να συναντήσει τον Μεχμέτ. Τελικά, ο Γεννάδιος-Σχολάριος συνελήφθη και οδηγήθηκε στον Μεχμέτ Β΄τον Πορθητή. Και βέβαια ο Μεχμέτ δεν ήθελε να κάνει Πατριάρχη τον Γεννάδιο μόνο και μόνο διότι τελούσε υπό την πνευματική επιρροή αυτού του τελευταίου, αλλά και διότι αυτό συνέφερε και στον ίδιο τον Μεχμέτ, από πολιτική άποψη. Πράγματι, προκειμένου να αποκλεισθεί κάθε διάθεση ή πρόθεση του Πάπα να οργανώσει τυχόν επέμβαση στην Κωνσταντινούπολη εκ μέρους της δυτικής Ευρώπης, προφανώς συνέφερε από πολιτική άποψη στον Μεχμέτ να καταργήσει τον παπικό πατριάρχη που είχαν εγκαταστήσει οι Παλαιολόγοι (και τον οποίο δεν τον ήθελε ούτε ο λαός της Κωνσταντινούπολης, που ήταν καθολικά ανθενωτικός και αντι-Παπικός) και να εγκαταστήσει έναν Πατριάρχη ανθενωτικό, όπως ο Γεννάδιος, που ήταν φημισμένος διανοούμενος και ηγετική μορφή των ανθενωτικών, την εποχή εκείνη (είχε διαδεχθεί τον Μάρκο τον Ευγενικό στο κίνημα των ανθενωτικών, μετά τον θάνατο αυτού του τελευταίου).

Μεχμέτ Β΄ ο Πορθητής.

Το θέμα των προνομίων, που δόθηκαν στον Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης και στην Εκκλησία σχετίζεται με τη δομή της οργάνωσης της Αυτοκρατορίας σε Μιλλέτ που εμπνεύστηκε και εφάρμοσε με επιτυχία ο Μεχμέτ. Αυτά τα προνόμια της Εκκλησίας (και όχι μόνο βέβαια) συνέβαλαν αποφασιστικά στην επιβίωση και διατήρηση της ταυτότητας του γένους στα δύσκολα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Τέλος, όσον αφορά τη φράση που αποδίδεται στον Γεννάδιο «Είμαι Χριστιανός. Δεν είμαι Έλλην» δεν πρέπει να την παρερμηνεύουμε και να διαστρέφουμε το νόημά της. Το Έλλην σε αντιπαράθεση προς το Χριστιανός σημαίνει παγανιστής εθνικός, και ο Γεννάδιος με τη φράση αυτή ασκεί κριτική στον πλατωνιστή Γεώργιο Πλήθωνα-Γεμιστό όχι ως εθνικά Έλληνα στο γένος, αλλ’ ως νεοπαγανιστή (περίπου κάτι σαν τον αυτοκράτορα Ιουλιανό τον λεγόμενο και παραβάτη). Έτσι η φράση: «Είμαι Χριστιανός. Δεν είμαι Έλλην», ορθά εννοούμενη, σημαίνει: «Είμαι Χριστιανός. Δεν είμαι νεοπαγανιστής όπως ο Γεώργιος Πλήθων-Γεμιστός».

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος Ε΄ και η ελληνική επανάσταση του 1821.

Όταν ο Σουλτάνος πληροφορήθηκε ότι στη Μολδοβλαχία ξέσπασε επανάσταση από Έλληνες με αρχηγό έναν αξιωματικό του Ρωσικού στρατού (τον Αλέξανδρο Υψηλάντη) και μάλιστα της προσωπικής φρουράς του Τσάρου, εξοργίστηκε σφόδρα, διότι θεώρησε την όλη κατάσταση ως προδοσία κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Χαλιφάτου, υποκινούμενη από μια εχθρική δύναμη (τη Ρωσία). Για τον λόγο τούτο θέλησε να κηρύξει το μικρό Τζιχάντ (ιερό πόλεμο), δηλαδή να σφάξει όλους τους «απίστους». Προκειμένου όμως να εφαρμόσει μια τέτοια φοβερή απόφαση, έπρεπε ο Σουλτάνος να έχει και τη σύμφωνη γνώμη του Σελιχουλισλάμ (θρησκευτικού ηγέτη των Μουσουλμάνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Χαλιφάτου). Κάλεσε, λοιπόν, ο Σουλτάνος τον Σελιχουλισλάμ, του ανάγγειλε την απόφασή του και ζήτησε τη σύμφωνη γνώμη του. Ο Σελιχουλισλάμ ζήτησε μια διορία για να σκεφτεί και ειδοποίησε αμέσως τον Πατριάρχη για το τι πρόκειται να συμβεί, στέλνοντας το μήνυμα: «κάνε κάτι γιατί θα σας σφάξει όλους».

Ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄.

Ο Πατριάρχης, προκειμένου να σώσει το ποίμνιό του αποκήρυξε την επανάσταση και αφόρισε τους επαναστάτες. Έτσι ο Πατριάρχης έδωσε τη δυνατότητα στον Σελιχουλισλάμ να μη δώσει τη σύμφωνη γνώμη που απαιτούσε ο Σουλτάνος. Κι έτσι δεν κηρύχθηκε Τζιχάντ (ιερός πόλεμος) και αποτράπηκε η σφαγή των Χριστιανών. Ο Σουλτάνος, όμως, που αντιλήφθηκε τη συμπαιγνία των δύο θρησκευτικών ηγετών, τους σκότωσε και τους δύο. Και τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ και τον Σελιχουλισλάμ. Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια!

Δικαίως, επομένως, ο Γρηγόριος Ε΄, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, αναγνωρίστηκε ως εθνομάρτυρας, και πολύ σωστά η Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο τιμώντας την μνήμη του στις 10 Απριλίου, ημέρα του απαγχονισμού του.

Και οι δύσκολοι καιροί για Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως παραμένουν διαχρονικά (λιγότερο ή περισσότερο) δύσκολοι. Και για τον πρόσθετο τούτο λόγο απαιτείται διαχρονικά η προς αυτούς αμέριστη συμπαράστασή μας, ανεξαρτήτως προσώπων και πολιτικών τοποθετήσεων και επιλογών!

Τα σχέδια για την Ανάσταση του Γένους

Για την Ανάσταση του Γένους υπήρχαν διάφορες προτάσεις και σχέδια κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Υπήρχε, π.χ., το σχέδιο του Ρήγα, το σχέδιο του Πατριαρχείου και το σχέδιο, αργότερα, της Φιλικής Εταιρείας. Τα δύο πρώτα σχέδια δεν προέβλεπαν διάσπαση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και επομένως δεν προέβλεπαν δημιουργία εθνικών Κρατών, αλλά εκ των έσω μετάλλαξη της συνολικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ρήγας Βελεστινλής.

Ειδικότερα το Πατριαρχικό σχέδιο προέβλεπε, κατ’ αναλογία της μετατροπής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από λατινο-ειδωλολατρική σε ελληνο-χριστιανική (βλέπε Βυζαντινή) Αυτοκρατορία, την αντίστοιχη μετατροπή-μετάλλαξη ολόκληρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μέσω της διαρκούς και προοδευτικής (με υπομονή και επιμονή) βελτίωσης της κοινωνικής θέσης των χριστιανών Ρωμιών και προώθησής τους σε καίριες θέσεις με κοινωνική επιρροή. Το σχέδιο αυτό γνώρισε σχετική επιτυχία όσον αφορά τους τομείς της οικονομίας, της εκπαίδευσης και εν μέρει της διοίκησης. Δεν επιτεύχθηκε η διείσδυση στο στρατό, όπου τελικώς επικράτησαν οι εθνικιστέςΝεότουρκοι.

Το πανευρωπαϊκό και παναμερικανικό κύμα της εθνικής ιδεολογίας που χαρακτηρίζει κυρίως τον 19ο αιώνα και του εθνικισμού στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, σάρωσε και εξουδετέρωσε κάθε πολυεθνικό αυτοκρατορικό σχεδιασμό. Έτσι, το σχέδιο που πραγματοποιήθηκε ήταν εκείνο της Φιλικής Εταιρείας, που ανταποκρινόταν στο αίτημα του σχηματισμού εθνικού Κράτους. Βέβαια για να κερδηθεί η υπόθεση της δημιουργίας εθνικού Κράτους, χρειάστηκαν όχι μόνο το σχέδιο της Φιλικής Εταιρείας και οι αγώνες και ηρωικές θυσίες των Ελλήνων, αλλά και η στρατιωτική επέμβαση των τριών μεγάλων δυνάμεων της εποχής (Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας) ιδίως με τη ναυμαχία του Ναυαρίνου και τη νίκη επί του Αιγυπτο-οθωμανικού στόλου, καθώς επίσης και με την αποβίβαση για εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο χιλιάδων Γάλλων στρατιωτών υπό τον στρατηγό Maison.  Επρόκειτο για μια στρατιωτική νίκη, που έκανε τον σπουδαίο ήρωα του απελευθερωτικού αγώνα  και διορατικότατο πολιτικά Θεόδωρο Κολοκοτρώνη να πει μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου¨ «Κερδίσαμε τον πόλεμο και χάσαμε την ανεξαρτησία!»

Πάντως, ακόμη και στις αρχές του 20ου αιώνα δεν είχε σβήσει εντελώς, σε ορισμένους ελληνικούς κύκλους (βλέπε, π.χ., τη συνωμοτική οργάνωση Κωνσταντινούπολης των Ίωνα Δραγούμη και Σουλιώτη) η ιδέα της κυριαρχίας της Ρωμιοσύνης εντός μιας πολυεθνικής αυτοκρατορικής δομής (κυρίως εντός του μικρασιατικού υπόλοιπου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), ως μόνης ικανής να αντιπαρατεθεί δια της ισχύος στον ιμπεριαλισμό κυρίως των Γάλλων και των Βρετανών, οι οποίοι διψούσαν για επικράτηση και κυριαρχία στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή (βλέπε γεωστρατηγικά σημαντικές θέσεις και πλούσιες ενεργειακές πηγές).

Ο Νικόλαος Ιντζεσίλογλου είναι Ομότιμος Καθηγητής Κοινωνιολογίας του Δικαίου, ΑΠΘ

Καμένα Βούρλα: νοσταλγικές μνήμες μεγαλείου και δόξας

Καμένα Βούρλα: νοσταλγικές μνήμες μεγαλείου και δόξας

H είδηση έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία εκείνο το αυγουστιάτικο πρωϊνό του 1961: “Παίδες, τρέξτε! Στην πλαζ γυρίζουν ταινία. Είναι εκεί ο Αυλωνίτης, η Βασιλειάδου και ο Ρίζος”. Στην αρχή, νομίζαμε πως επρόκειτο για φάρσα. Κάτι τέτοιο φάνταζε εξωπραγματικό. Αληθινή κοσμογονία στη νωχελική καθημερινότητά μας. Όταν, όμως, είδαμε να συγκεντρώνεται πλήθος, αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε το αδιανόητο. Παρατήσαμε το πρόγευμα και την προετοιμασία για το θαλάσσιο μπάνιο και τρέξαμε πάραυτα στην πλαζ του ΕΟΤ. Δυο πράγματα θυμάμαι σαν χθες: 1) το σπρώξιμο, για να εξασφαλίσω θέση με θέα, έξω από την περίφραξη, στο ύψος, σχεδόν, της δημοσίας οδού, που τότε περνούσε μέσα από τον οικισμό και 2) την εικόνα των πρωταγωνιστών, καθισμένων στις γνωστές πάνινες κινηματογραφικές πολυθρόνες, πάνω στην άμμο.

Αργότερα, οι εξελίξεις προσέλαβαν ακόμα πιο συγκλονιστική τροπή. Μαγεμένοι, παρακολουθούσαμε εκ του σύνεγγυς το γύρισμα μιας βωβής σκηνής, ακριβώς μπροστά από το ξενοδοχείο Ράδιον, όπου ο Γιώργος Τσιτσόπουλος κρυβόταν πίσω από ένα αυτοκίνητο, προκειμένου να αποφύγει τη χυμώδη Πόπη Λάζου. Θέλοντας, προφανώς, να δώσει περισσότερη φυσικότητα και κίνηση, ο σκηνοθέτης της ταινίας, Νίκος Τσιφόρος, ζήτησε από δυο νεαρές παριστάμενες, να περάσουν, δήθεν αμέριμνες, μπροστά από τον φακό. Εκείνες, θεώρησαν σκόπιμο να το πράξουν τραγουδώντας. “Σκ… κυρίες μου”, ήταν η οργισμένη αντίδραση. Η σκηνή έπρεπε να ξαναγυριστεί και ο σκηνοθέτης άρχισε να ψάχνει για νέους εθελοντές. Όταν το βλέμμα του καρφώθηκε στη δική μας παρέα (περί τους 5-6 μπόμπιρες), αισθανθήκαμε την ανάσα μας να κόβεται και την καρδιά μας να παίζει ταμπούρλο. “Για ελάτε, εσείς παιδιά. Θα περάσετε από αυτό εδώ το σημείο, αλλά δεν θα βγάλετε τσιμουδιά. Σύμφωνοι;”. Και να θέλαμε, άλλωστε, αδυνατούσαμε από συγκίνηση! Τη φορά αυτή, η σκηνή κλείδωσε. Τρέχοντας πίσω στο ξενοδοχείο, φώναξα στη μητέρα μου θριαμβευτικά: “Έπαιξα στο σινεμά!”. Ήταν η πρώτη δημόσια εμφάνιση της ζωής μου, σε ηλικία εννέα, μόλις, ετών. Τελικά, δεν αξιώθηκα ποτέ να δω τη σκηνή.  Κόπηκε στο μοντάζ…

Την επομένη, ανακατεύτηκα με το πλήθος, που περιέβαλε τους πρωταγωνιστές στην περίφημη σκηνή, όπου ο Νίκος Ρίζος πετάει τραπέζια και καθίσματα στη θάλασσα φωνάζοντας: “Εγώ σήμερα σκίζω Μαρίνες!”. Σήμερα, 58 χρόνια αργότερα, προσπάθησα κατ επανάληψη να εντοπίσω τον εαυτό μου, παγώνοντας το συγκεκριμένο σημείο στο DVD. Ακόμη δεν το έχω καταφέρει.

Κατά τα άλλα, το πρόγραμμα της ημέρας ήταν σταθερό. Περιλάμβανε μαθήματα γαλλικών αμέσως μετά το πρόγευμα (η πιο επαχθής στιγμή), μπάνιο στην πλαζ, μεσημεριανή κατάκλιση (συνήθως την κοπανούσαμε από το δωμάτιο εν αγνοία των μεγάλων και παίζαμε επιτραπέζια στο σαλόνι του ξενοδοχείου), ποδόσφαιρο δίπλα στο ρέμα το απόγευμα, ομαδική προσέλευση στους δυο υπαίθριους κινηματογράφους (Αττική και Ράδιον) το βράδυ, σταυροπόδι στα χαλίκια οσάκις είχε κόσμο. Το ρεπερτόριο περιλάμβανε επιμορφωτικές ταινίες, όπως Ο Γολγοθάς μιας ορφανής, Το Νησί των Γενναίων, Ο λουστράκος κ.ο.κ.. Εναλλακτικά, προσφερόταν πιο πέρα και παράσταση Καραγκιόζη σε μια αυτοσχέδια εγκατάσταση, με έντονη την τσίκνα από τα σουβλάκια και το ψητό καλαμπόκι, προερχόμενη από τον προαύλιο χώρο. Κάποτε, έφτασε στα Καμένα Βούρλα και ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής. Κατέλυσε στο ξενοδοχείο Γαλήνη. Παρά τις απέλπιδες προσπάθειές μας, δεν καταφέραμε να τον δούμε, έστω και από μακριά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο Κοντός (1961)

“Εγώ σήμερα σκίζω Μαρίνες”

Στις πλαγιές του Καλλίδρομου και της Κνημίδας, τα Καμένα Βούρλα οφείλουν την ονομασία τους στο ακόλουθο περιστατικό: αρχικά, ήταν γνωστά ως «Παλιοχώρι». Κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας, στο πλαίσιο μιας τουρκικής επιδρομής, οι κάτοικοι, σύμφωνα με μια παράδοση, αναζήτησαν καταφύγιο σωτηρίας μέσα στα βούρλα (η περιοχή ήταν ελώδης). Όταν πέρασε ο κίνδυνος, έγινε πολύς λόγος για τη σωτηρία τους και πάνω στη συζήτηση κάποιος είπε τη φράση «ας είναι καλά τα καημένα τα βούρλα». Πρώτη επίσημη ονομασία ως «Καϋμένα Βούρλα» συναντάται στο βασιλικό διάταγμα του Γεωργίου Α΄ στις 29 Αυγούστου 1912,Περί αναγνωρίσεως των Δήμων και Κοινοτήτων του Νομού Φθιώτιδος”.

Οι ιαματικές πηγές έγιναν γνωστές περί το 1926. Ο χημικός Μιχαήλ Περτέσης ανακάλυψε, τότε, τις ευεργετικές, για τον άνθρωπο, θεραπευτικές ιδιότητες των πηγών της ευρυτερης περιοχής (Θερμοπύλες, Καμένα Βούρλα, Υπάτη). Συγκεκριμένα, διαπίστωσε πως η περιεκτικότητα των υδάτων σε ραδόνιο ήταν μοναδική και ανώτερη των περισσοτέρων αντίστοιχων ευρωπαϊκών. Οι ιαματικές πηγές δημιουργήθηκαν από τις γεωλογικές μεταβολές του Μαλιακού Κόλπου και του ορεινού όγκου Καλλιδρόμου – Κνημίδος, και έγιναν γνωστές λόγω της σπάνιας σύστασής τους σε φυσικά μέταλλα, άλατα και ραδόνιο. Αναβλύζουν στους πρόποδες του βουνού Κνημίς, ανατολικής απόληξης του Καλλιδρόμου, και έχουν διαφορετική θερμοκρασία και ραδιενέργεια. Υπάρχουν οι ραδιενεργές πηγές, μια υδρόθειο-χλωρονατριούχος, μια άλλη σιδηρούχος, τέλος, η καλλυντική πηγή της Αφροδίτης, που περιέχει καλλοειδές θείον. Η θερμοκρασία των πηγών είναι 35 – 36οC και τα νερά τους ενδείκνυνται για πολλές και διάφορες παθήσεις.

Άποψη των Καμένων Βούρλων το 1930.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’30,ξεκίνησε η αξιοποίηση των πηγών με την κατασκευή σύγχρονων, για την εποχή, πολυτελών ξενοδοχειακών μονάδων που, εκτός απο την παροχή υπηρεσιών σχετικών με τα ιαματικά λουτρά, προσέφεραν ξενοιαστες και ξεκούραστες διακοπές στους παραθεριστές. Σταδιακά, τα Καμένα Βούρλα απέκτησαν μεγάλη φήμη, προσελκύοντας επώνυμους και ανώνυμους. Μεταπολεμικά, ειδικότερα δε στις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70, υπήρξαν προνομιακός τόπος προορισμού των Αθηναίων (και όχι μόνο) για τους θερινούς μήνες.

Ανέγερση των λουτρικών εγκαταστάσεων το 1938.
Γενική άποψη της λουτρόπολης από το όρος Καλλίδρομο, το 1940. Σε πρώτο πλάνο διακρίνεται το υδροθεραπευτήριο και στο βάθος, τα ξενοδοχεία Θρόνιον και Ράδιον
Θέα από τη θάλασσα στις αρχές της δεκαετίας του ΄60. Διακρίνονται το ξενοδοχείο Ράδιον και στο δεξιό άκρο της φωτογραφίας το ομώνυμο εστιατόριο (κατεδαφίστηκε την ίδια περίπου εποχή).
Η συνοικία Αττική, στο ΝΑ άκρο του οικισμού.
Μπροστά από το υδροθεραπευτήριο Ασκληπιός.
Η είσοδος από την πλευρά της Αθήνας.
Η κεντρική αρτηρία, στις αρχές της δεκαετίας του ΄60.
Η ακτή του ΕΟΤ. Στο βάθος, διακρίνεται το τρεχαντήρι Χαράλαμπος, το οποίο απέπλεε καθημερινά με προορισμό την Αιδηψό. Ο διάπλους του Ευβοϊκού διαρκούσε, τότε, περί τις τρείς ώρες!
Το ξενοδοχείο Ράδιον, σήμα κατατεθέν της λουτρόπολης.
Στον περίβολο του ξενοδοχείου Γαλήνη.
Το ξενοδοχειακό συγκρότημα Φλοίσβος, στην έξοδο του οικισμού προς τη Λαμία.
Το ξενοδοχείο Αργώ, στις αρχές της δεκαετίας του ΄60.

Καμένα Βούρλα (1961 – 1962)

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο βασιληάς Idris της Λιβύης, στη Γαλήνη.
O Δημήτρης Μητροπάνος, νέος τραγουδιστής με τους Idols, το καλοκαίρι του 1965 στο κέντρο Corfu. Δίπλα του διακρίνεται ο Ντέμης Ρούσσος.
Η Ρένα Παγκράτη στα Καμένα  Βούρλα.
Το μνημείο του Λεωνίδα, στις γειτονικές Θερμοπύλες.
Το Μοτέλ Λεβέντη, στον Άγιο Κωνσταντίνο.
Mitsis Galini Wellness Spa & Resort. Η εξέλιξη του ξενοδοχείου Γαλήνη, σήμερα.

Το υδροθεραπευτήριο (επάνω) και το ξενοδοχείο Ράδιον (κάτω), σήμερα. Σπαρακτικά κατάλοιπα μιας νοσταλγικής εποχής, που έχει φύγει ανεπιστρεπτί.

TimeTravel – Παλιά Λουτρόπολη των Καμένων Βούρλων


 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Χαράλαμπος Παπασωτηρίου: Έναρξη του σκανδάλου Ουότεργκεϊτ

9 Αυγούστου 1974: Η παραίτηση του Richard Nixon από το προεδρικό αξίωμα

Χαράλαμπος Παπασωτηρίου

Έναρξη του σκανδάλου Ουότεργκεϊτ

Το εκπληκτικό με το σκάνδαλο Ουότεργκεϊτ είναι ότι μια μάλλον συνηθισμένη και «μπανάλ» υπόθεση πολιτικής κατασκοπείας οδήγησε στην πτώση ενός από τους πιο ισχυρούς προέδρους των μεταπολεμικών ΗΠΑ. Σε αυτό συνέβαλαν καθοριστικά δύο παράγοντες: Πρώτον, λόγω της μακρόσυρτης εμπλοκής των ΗΠΑ στο Βιετνάμ είχε κλονιστεί η εμπιστοσύνη πολλών Αμερικανών στην πολιτική ηγεσία τους, με αποτέλεσμα να υπάρχει ιδιαίτερα αυξημένη ευαισθησία στην αμερικανική κοινωνία όσον αφορά ζητήματα κατάχρησης εξουσίας. Δεύτερον, με το Ουότεργκεϊτ βγήκαν στη φόρα σοβαρότερες καταχρήσεις εξουσίας στελεχών του Λευκού Οίκου, που είχαν προκύψει μέσα στο νοσηρό κλίμα των διαρροών στον Τύπο από αξιωματούχους που διαφωνούσαν με τη συνεχιζόμενη εμπλοκή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ.

Το σκάνδαλο ξεκίνησε με τη σύλληψη στις 17 Ιουνίου 1972 πέντε ανδρών, που είχαν διαρρήξει τα γραφεία της δημοκρατικής εθνικής επιτροπής (Δημοκρατικό Κόμμα) στο εντυπωσιακό κτιριακό σύμπλεγμα Ουότεργκεϊτ στις όχθες του ποταμού Ποτόμακ στην πρωτεύουσα των ΗΠΑ, με σκοπό να βάλουν κοριούς και να συλλέξουν άλλες πληροφορίες. Επικεφαλής των πέντε ήταν ο υπεύθυνος ασφάλειας της προεκλογικής εκστρατείας του προέδρου Νίξον.

Το χειρότερο όμως ήταν ότι η αστυνομία βρήκε επάνω στους πέντε στοιχεία που τους συνέδεαν με τους Γκόρντον Λίντι και Χάουαρτντ Χαντ, στελέχη της προεκλογικής εκστρατείας του Νίξον που προηγουμένως είχαν υπηρετήσει στον Λευκό Οίκο. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους στον Λευκό Οίκο οι Λίντι και Χαντ είχαν εμπλακεί σε σοβαρές καταχρήσεις εξουσίας υπό τις εντολές μερικών από τους στενότερους συνεργάτες του προέδρου Νίξον.

Οι δημοσιογράφοι Μπομπ Γούντγουορντ (δεξιά) και Καρλ Μπέρνστιν (εδώ στο γραφείο τους στην εφημερίδα Washington Post, τον Μάιο του 1973) τιμήθηκαν για την αποκάλυψη του σκανδάλου Ουότεργκεϊτ με το βραβείο Πούλιτζερ (ASSOCIATED PRESS).

Η «μονάδα υδραυλικών» του Λευκού Οίκου

Οι καταχρήσεις εξουσίας από στελέχη του Λευκού Οίκου προέκυψαν από την άρνηση του διευθυντή του FBI Τζέι Εντγκαρ Χούβερ να συνεχίσει παράνομες πρακτικές του παρελθόντος ενάντια στο αντιπολεμικό κίνημα και σε άλλους αντιφρονούντες. Το 1970, ο Χούβερ δήλωσε σε διυπηρεσιακή επιτροπή: «Για πολλά χρόνια ενέκρινα το άνοιγμα της αλληλογραφίας και άλλες παρόμοιες ενέργειες, αλλά όχι τώρα. Γίνεται ολοένα πιο επικίνδυνο και είναι πιθανό να μας ανακαλύψουν. […] Δεν εναντιώνομαι στο να συνεχίσουμε τις διαρρήξεις και το άνοιγμα της αλληλογραφίας και άλλες παρόμοιες ενέργειες, αρκεί κάποιος ανώτερος από εμένα να τις εγκρίνει. […] Δεν αναλαμβάνω πλέον ο ίδιος την ευθύνη, αν και το έκανα για πολλά χρόνια».

Το κρίσιμο βήμα για την άμεση εμπλοκή του Λευκού Οίκου σε παράνομες δραστηριότητες, μετά την άρνηση του Χούβερ να τις αναλάβει ο ίδιος, έγινε ύστερα από τη μαζική διαρροή στους New York Times τον Ιούνιο του 1971 των λεγόμενων «Εγγράφων του Πενταγώνου», μιας μεγάλης μελέτης του υπουργείου Αμυνας για την εμπλοκή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ που περιείχε χιλιάδες απόρρητα έγγραφα. Ο Νίξον διέταξε τη δημιουργία άτυπης «μονάδας υδραυλικών» στο επιτελείο του Λευκού Οίκου με σκοπό την καταπολέμηση των διαρροών απόρρητων πληροφοριών στον Τύπο, με επικεφαλής τους Λίντι και Χαντ. Μία από τις πρώτες ενέργειές τους ήταν, με εντολή του συμβούλου Εσωτερικής Πολιτικής Τζον Ερλιχμαν, ενός από τους στενότερους συνεργάτες του Νίξον, να διαρρήξουν το γραφείο του ψυχιάτρου του πρώην αξιωματούχου που είχε διαρρεύσει τα «Εγγραφα του Πενταγώνου», ελπίζοντας να βρουν στοιχεία για τον δημόσιο κλονισμό της αξιοπιστίας του.

Επομένως, η σύλληψη των Λίντι και Χαντ λόγω της διάρρηξης από τους πέντε συνεργάτες τους στο Ουότεργκεϊτ απειλούσε να οδηγήσει στην αποκάλυψη αυτής της προγενέστερης παράνομης ενέργειας, στην οποία εμπλεκόταν ένας ιδιαίτερα στενός σύμβουλος του Νίξον.

Ως εκ τούτου, ο Νίξον, ο σύμβουλος Εσωτερικής Πολιτικής Τζον Ερλιχμαν, ο επιτελάρχης του Λευκού Οίκου Μπομπ Χάλντεμαν και ο συνήγορος του προέδρου Τζον Ντιν προσπάθησαν να περιορίσουν τη ζημιά συγκαλύπτοντας την πλευρά του εγκλήματος που αφορούσε τους ηθικούς αυτουργούς, δηλαδή τον επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας και πρώην υπουργό Δικαιοσύνης Τζον Μίτσελ και άλλα ηγετικά στελέχη της προεκλογικής οργάνωσης. Αλλωστε, δεν είχαν άλλη επιλογή από τη συγκάλυψη, καθώς η αποκάλυψη των ηθικών αυτουργών θα οδηγούσε τις διωκτικές αρχές στις προγενέστερες παρανομίες της «μονάδας των υδραυλικών» μέσα από τον ίδιο τον Λευκό Οίκο. Οι πολιτικά φυσιολογικές ενέργειες συγκάλυψης όμως συνιστούσαν ποινικά κολάσιμα αδικήματα –εξαγορά μαρτύρων, παρεμπόδιση της Δικαιοσύνης– που αποτέλεσαν ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της προεδρίας Νίξον.

Το κτίριο Ουότεργκεϊτ στις όχθες του ποταμού Ποτόμακ, στο οποίο στεγάζονταν τα γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος στην Ουάσιγκτον (ASSOCIATED PRESS).

Η δημοσιογραφική έρευνα και το «βαθύ λαρύγγι»

Με την παροχή πλουσιοπάροχης χρηματικής υποστήριξης στους επτά κατηγορουμένους από το μυστικό κονδύλιο για το Ουότεργκεϊτ που έστησε ο Νίξον και οι συνεργάτες του, το σκάνδαλο καταλάγιασε μερικές εβδομάδες μετά τη σύλληψη των διαρρηκτών. Παρέμεινε ωστόσο στην επικαιρότητα στις σελίδες της Washington Post λόγω του ρεπορτάζ των δημοσιογράφων Μπομπ Γούντγουορντ και Καρλ Μπέρνστιν, με τον πρώτο να καθοδηγείται από έναν αξιωματούχο τον οποίο στο βιβλίο τους «All the President’s Men» ονόμασε «βαθύ λαρύγγι». Ο αξιωματούχος αυτός οδήγησε τους δύο δημοσιογράφους σε έρευνες για την αποκάλυψη των πηγών του μυστικού κονδυλίου για το Ουότεργκεϊτ («Follow the money»).

Για δεκαετίες η ταυτότητα του «βαθιού λαρυγγιού» παρέμεινε μυστική, καθώς ο Γούντγουορντ αρνήθηκε να την αποκαλύψει, επικαλούμενος το δημοσιογραφικό απόρρητο. Πολλοί πανεπιστημιακοί και άλλοι ερευνητές αφιέρωσαν χρόνια σε άκαρπες προσπάθειες να λύσουν τον γρίφο. Το 2005, ο Μαρκ Φελτ, υποδιοικητής του FBI το διάστημα 1972-1973, αποκάλυψε ότι αυτός ήταν το «βαθύ λαρύγγι». Οταν πέθανε ο θρυλικός διευθυντής του FBI Τζέι Εντγκαρ Χούβερ, τον Μάιο 1972, έπειτα από περίπου μισό αιώνα στο πόστο αυτό, οι ανώτεροι συνεργάτες του, συμπεριλαμβανομένου του Μαρκ Φελτ, ήλπιζαν ένας τους να τον αντικαταστήσει. Αντ’ αυτών, ο Νίξον διόρισε ως νέο διοικητή του FBI τον Πάτρικ Γκρέι, που δεν προερχόταν από το FBI, προκαλώντας την μήνιν του Μαρκ Φελτ.

Πιο πρόσφατα αποκαλύφθηκε ότι ο επιτελάρχης του Λευκού Οίκου Μπομπ Χάλντεμαν είχε ενημερώσει τον Νίξον στις 19 Οκτωβρίου 1972 ότι ο Μαρκ Φελτ διέρρεε πληροφορίες στον Τύπο. Ο Νίξον δεν τόλμησε να κινηθεί ενάντια στον Φελτ, φοβούμενος μην προβεί σε χειρότερες αποκαλύψεις.

Το σκάνδαλο Ουότεργκεϊτ απέκτησε απότομα νέα δυναμική τον Απρίλιο 1973, όταν οι προσπάθειες συγκάλυψης των ηθικών αυτουργών της διάρρηξης κατέρρευσαν. Ο Τύπος και το Κογκρέσο στράφηκαν στη συνέχεια στην ίδια τη συγκάλυψη, που ενέπλεκε άμεσα κορυφαία στελέχη του Λευκού Οίκου. Στις 30 Απριλίου, ο Νίξον αναγκάσθηκε να απολύσει τον επιτελάρχη του Λευκού Οίκου Μπομπ Χάλντεμαν, τον σύμβουλο Εσωτερικής Πολιτικής Τζον Ερλιχμαν και τον συνήγορό του Τζον Ντιν.

Αριστερά: Ο συνήγορος του προέδρου Νίξον, Τζον Ντιν καταθέτει στην Επιτροπή της Γερουσίας (ASSOCIATED PRESS). Δεξιά: Ο σύμβουλος Εσωτερικής Πολιτικής Τζον Ερλιχμαν καταθέτει στην Επιτροπή της Γερουσίας (ASSOCIATED PRESS).

 Ο Νίξον αρνείται να δώσει τις μαγνητοταινίες

Ακολούθησε η διαφοροποίηση του Τζον Ντιν από τους υπόλοιπους εμπλεκομένους στη συγκάλυψη. Ο Ντιν είχε βάσιμες υποψίες ότι οι υπόλοιποι θα επιδίωκαν να του φορτώσουν όλη την ευθύνη για τη συγκάλυψη. Για να μην καταλήξει αποδιοπομπαίος τράγος, αποφάσισε να συνεργαστεί με τη δικαιοσύνη και την εξεταστική επιτροπή της Γερουσίας. Μεταξύ άλλων, ο Ντιν κατέθεσε στη Γερουσία τον Ιούνιο του 1973 ότι είχε κατ’ επανάληψιν συζητήσει με τον Νίξον τις μεθόδους της συγκάλυψης, συμπεριλαμβανομένης της πλουσιοπάροχης χρηματοδότησης ενός από τα δύο πρώην στελέχη της «μονάδας των υδραυλικών» που είχαν οργανώσει τη διάρρηξη (εξαγορά μαρτύρων).

Καθώς ο Νίξον αρνήθηκε την κατηγορία, το όλο ζήτημα αφορούσε πλέον την αξιοπιστία του προέδρου έναντι της αξιοπιστίας ενός πρώην συμβούλου του. Αν και βαριά τραυματισμένος από τις αποκαλύψεις και τις ποινικές διώξεις που ασκήθηκαν κατά των πρώην συνεργατών του, ο Νίξον είχε κάποιες ελπίδες να διασώσει την προεδρία του έστω και αποδυναμωμένη, εφόσον δεν προέκυπτε κάποιο ακλόνητο στοιχείο, πέρα από την κατάθεση του Ντιν, που να τον ενοχοποιεί ποινικά.

Τον Ιούλιο του 1973, ένας άλλος συνεργάτης του Νίξον ρωτήθηκε αν ο πρόεδρος μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες του στα γραφεία του. «Ηλπιζα να μου κάνατε αυτή την ερώτηση», απάντησε ο αξιωματούχος και αποκάλυψε ότι όντως ο Νίξον, από τις αρχές του 1971, μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες στα γραφεία του. Επομένως, υπήρχε τρόπος να διαπιστωθεί αν ο Ντιν είχε πει την αλήθεια για τις συνομιλίες του με τον Νίξον για τη συγκάλυψη. Καθώς ο Νίξον αρνήθηκε να παραδώσει τις μαγνητοταινίες των σχετικών συνομιλιών επικαλούμενος το απόρρητό τους, το ζήτημα κατέληξε για το επόμενο δωδεκάμηνο στη δικαιοσύνη. Τώρα, η υπόθεση θα λάμβανε δραματική τροπή.

Ο Χαράλαμπος Παπασωτηρίου είναι καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, πρόεδρος του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

Πηγή: Καθημερινή – έντυπη έκδοση