Μαρία Δαμηλάκου: Έλληνες Μετανάστες στη Λατινική Αμερική

Μαρία Δαμηλάκου

Έλληνες Μετανάστες στη Λατινική Αμερική

 

Από την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα οι χώρες της Λατινικής Αμερικής έγιναν πατρίδες για πολλούς Έλληνες μετανάστες που δοκίμαζαν την τύχη τους σε υπερατλαντικούς προορισμούς. Κυριότεροι πόλοι έλξης των Ελλήνων κατά το πρώτο υπερατλαντικό ρεύμα υπήρξαν πρωτίστως η Αργεντινή και δευτερευόντως η Ουρουγουάη, η Βραζιλία και η Χιλή. Κατά τη μεταπολεμική περίοδο τα πιο σημαντικά ελληνικά μεταναστευτικά ρεύματα κατευθύνθηκαν στη Βραζιλία ενώ σημειώθηκε και μια αξιόλογη κίνηση προς τη Βενεζουέλα. Βέβαια, από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, διάσπαρτες ελληνικές εστίες διαμορφώθηκαν σε αρκετές χώρες της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής.

Οι αφίξεις των πρώτων Ελλήνων στη Λατινική Αμερική τοποθετούνται στην εποχή των μεγάλων εξερευνήσεων και στην αποικιακή περίοδο, κάπου μεταξύ ιστορίας και μύθου: υπάρχουν μαρτυρίες για τολμηρούς Έλληνες ναυτικούς που συμμετείχαν στις εξερευνητικές αποστολές των Ισπανών καθώς και στους αγώνες για την ανεξαρτησία των λαών της Νοτίου Αμερικής στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Οι ελληνικές παροικίες της Λατινικής Αμερικής συμπεριλαμβάνουν στη γενεαλογία τους μια σειρά Ελλήνων, προερχόμενων κυρίως από νησιά που βρίσκονταν υπό βενετική και γενοβέζικη κυριαρχία, οι οποίοι συμμετείχαν στις πρώτες εξερευνήσεις της περιοχής από τους Ισπανούς ποντοπόρους τον 15ο και 16ο αιώνα: ο Γεώργιος Χανιώτης, για παράδειγμα, θεωρείται ότι έφτασε στην Παραγουάη το 1544 με την αποστολή του Cabeza de Vaca στην οποία συμμετείχαν επίσης οι Μιχάλης Χανιώτης, Στέφανος Σταματίου ή Χανιώτης, Μιχαλάκης Γραικός και Πόλος Γραικός. Ο Κορνάρος Γραικός ήταν πιθανώς μέλος του πληρώματος του Μαγγελάνου το 1519 ενώ ο Ιωάννης Γεωργίου από την Σάμο φαίνεται ότι πήρε μέρος στα εξερευνητικά ταξίδια της Παταγονίας κατά το διάστημα 1859-1880.1

Στην Αργεντινή τιμώνται ιδιαίτερα δύο Έλληνες ναυτικοί που συμμετείχαν στους αγώνες για την ανεξαρτησία του Ρίο ντε λα Πλάτα (της μετέπειτα Αργεντινής) από την ισπανική αυτοκρατορία. Πρόκειται για τον Νικόλαο Κολμανιάτη από την Ύδρα, που έφτασε στην Αργεντινή το 1811 και έλαβε μέρος σε σειρά ναυμαχιών και για τον Μιχαήλ Σ. Σπύρου, πιθανώς από την Μυτιλήνη, ο οποίος το 1814 ανατίναξε ηρωικά το πλοιάριό του για να μην παραδοθεί στους Ισπανούς. Προς τιμήν τους η αργεντινή κυβέρνηση βάφτισε δύο από τα πολεμικά της πλοία με τα ονόματα Nicolás Jorge και Miguel Spiro.2 Άλλοι Έλληνες ναυτικοί συμμετείχαν στους μακροχρόνιους εμφύλιους πολέμους του Ρίο ντε λα Πλάτα κατά τον 19ο αιώνα. Στην Κεντρική Αμερική ιδιαίτερη μνεία αξίζει η παρουσία του Πλωτίνου Ροδοκανάκη στο Μεξικό όπου έγινε γνωστός ως Plotino Rhodokanaty. Γεννημένος το 1828 στην Αθήνα σπούδασε στη Βιέννη, το Βερολίνο και το Παρίσι όπου ασπάστηκε τις ιδέες του Φουριέ και του Προυντόν. Νιώθοντας πολίτης του κόσμου, εγκαταστάθηκε στο Μεξικό το 1861 όπου έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές του πρώιμου εργατικού κινήματος και των μεγάλων αγροτικών αγώνων. Την ίδια χρονιά δημοσίευσε το φυλλάδιο Cartilla Socialista που τον καθιέρωσε ως έναν από τους ιδρυτές του μεξικανικού αναρχισμού.3

Η μεταναστευτική κίνηση προς τη Νότιο κυρίως Αμερική αυξήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και στη στροφή του 20ού. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα οι χώρες της Νοτίου Αμερικής εφάρμοσαν ενεργητική πολιτική προσέλκυσης της ευρωπαϊκής μετανάστευσης ως μόνιμης λύσης για τη χαμηλή πληθυσμιακή τους πυκνότητα και για τον εποικισμό της υπαίθρου. Η ανάγκη εποικισμού των εκτενών εδαφών της Νοτίου Αμερικής συνοδευόταν και από την αντιμετώπιση του ευρωπαίου μετανάστη ως «φορέα του πολιτισμού». Τη μεγαλύτερη μετανάστευση σε αυτή τη φάση δέχτηκε η Αργεντινή: στις αρχές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου βρίσκονταν ήδη εγκατεστημένοι στη χώρα περίπου 2,5 εκατομμύρια μετανάστες, κυρίως Ιταλοί και Ισπανοί. Σε σημαντικό πόλο έλξης Ευρωπαίων μεταναστών αναδείχτηκε και η Βραζιλία που πρόσφερε δυνατότητες τόσο στην ύπαιθρο όσο και στα αστικά κέντρα της ενώ σημαντικά ρεύματα από την Ευρώπη κατευθύνθηκαν και στη μικρή Ουρουγουάη αλλά και στη βόρειο Χιλή.

Αποβίβαση μεταναστών με προέλευση την Ευρώπη στο λιμάνι του Μπουένος Άιρες.

Από το Μπουένος Άιρες ως την Παταγονία και τα σύνορα με τη Βολιβία

Στην Αργεντινή η ελληνική παρουσία άρχισε να γίνεται αισθητή κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, όταν ομάδες ναυτικών εγκαταστάθηκαν γύρω από το λιμάνι του Μπουένος Άιρες και στη γειτονική εργατική συνοικία της Λα Μπόκα. Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν φτάσει στη χώρα ως ναυτικά πληρώματα και αποφάσιζαν να εγκατασταθούν εκεί όταν οι πλοιοκτήτες πωλούσαν τα καράβια τους μαζί με τα εμπορεύματα που μετέφεραν από την Ευρώπη. Σύμφωνα με την εθνική απογραφή της Αργεντινής του έτους 1895, οι περισσότεροι από τους περίπου τριακόσιους Έλληνες που ζούσαν τότε στη χώρα, ασχολούνταν με διάφορες ναυτικές δραστηριότητες. Στην πλειονότητά τους ήταν πιλότοι που οδηγούσαν τα μεγάλα καράβια μέσα στο λιμάνι του Μπουένος Άιρες.4 Η αύξηση των Eλλήνων πιλότων άρχισε το 1889 όταν ο καπετάνιος Εμμανουήλ Χατζηδάκης από την Κάσο ορίστηκε επικεφαλής του σώματος των πιλότων στο λιμάνι του Μπουένος Άιρες. Ο Χατζηδάκης είχε ξεκινήσει τη διαδρομή του στην Αργεντινή ως πλοίαρχος του πολεμικού ναυτικού και υπεύθυνος για τη δίωξη του λαθρεμπορίου. Ως βοηθούς του προσέλαβε αρκετούς ναυτικούς που προέρχονταν από την Κάσο, την Κρήτη και την Κεφαλονιά.5

Στις αρχές του 20ού αιώνα η ελληνική μεταναστευτική κίνηση προς την Αργεντινή άρχισε να αυξάνεται σταθερά. Σύμφωνα με τις ετήσιες στατιστικές της Υπηρεσίας Μετανάστευσης της Αργεντινής, το 1914 είχαν φτάσει στη χώρα περίπου 12.000 Έλληνες μετανάστες. Ο πραγματικός αριθμός τους ήταν μεγαλύτερος αφού πολλοί μετανάστες προερχόμενοι από περιοχές που παρέμεναν στην Οθωμανική αυτοκρατορία, καταγράφονταν ως Τούρκοι ή Οθωμανοί. Ήταν βέβαια εποχές μεγάλης κινητικότητας και μόνο ένα τμήμα των αφιχθέντων μεταναστών παρέμεινε στη χώρα: στην εθνική απογραφή του 1914 καταγράφτηκαν 5.907 Έλληνες, δηλαδή οι μισοί από όσους είχαν φτάσει στο Μπουένος Άιρες. Οι περισσότερες αφίξεις σημειώθηκαν το 1910, με 3.289 Έλληνες να φτάνουν στη χώρα, και το 1912 που καταγράφτηκαν 3.375 αφίξεις Eλλήνων μεταναστών.6 Οι αριθμοί αυτοί, αν και πολύ χαμηλότεροι των αντίστοιχων στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθιστούν την Αργεντινή τον δεύτερο σε σημασία υπερατλαντικό προορισμό των Eλλήνων μεταναστών κατά την εποχή της μαζικής μετανάστευσης.

Σιταποθήκες (σιλό) στο Puerto Madero του Μπουένος Άιρες, π.1920.

Η Πελοπόννησος, βασική κοιτίδα της πρώτης υπερατλαντικής μετανάστευσης από την Ελλάδα, εν μέρει μόνο τροφοδότησε το μεταναστευτικό ρεύμα προς την Αργεντινή αφού οι Πελοποννήσιοι αντιστοιχούσαν περίπου στο ένα πέμπτο του συνόλου των μεταναστών της περιόδου 1900-1930. Αντίθετα παρατηρείται υψηλός αναλογικά αριθμός μεταναστών προερχομένων από τα νησιά του Βόρειου και Ανατολικού Αιγαίου – κυρίως από τη Χίο, τη Σάμο και τη Λέσβο –, από τα Δωδεκάνησα – βασικά από τη Σύμη, την Κάλυμνο και τη Ρόδο – και λίγο αργότερα από τη Μακεδονία (κυρίως από τη Θεσσαλονίκη) και την ευρύτερη περιοχή της Αθήνας και του Πειραιά.7 Η μεταναστευτική δυναμική από τα νησιά του Βόρειου και Ανατολικού Αιγαίου ενισχύθηκε την περίοδο 1908- 1912, κυρίως ως αποτέλεσμα της ισχυρής πίεσης που ασκούσε το κίνημα των Νεότουρκων. Από την άλλη, η μεταναστευτική κίνηση από τα αστικά κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης τη δεκαετία του 1920 θα πρέπει να συνδεθεί με την προσφυγική κρίση μετά το 1922. Τέλος, ένα αξιόλογο μεταναστευτικό ρεύμα από τη Λευκάδα στις αρχές του 20ού αιώνα σχετίζεται με τη σταφιδική κρίση που έπληξε και τα νησιά του νότιου Ιονίου.

Η ενίσχυση της ελληνικής μετανάστευσης στην Αργεντινή κατά τη δεκαετία του 1910 σημειώθηκε σε μια περίοδο που η χρυσή εποχή του εποικισμού της υπαίθρου είχε παρέλθει. Ως αποτέλεσμα, οι περισσότεροι μετανάστες παρέμειναν στα αστικά κέντρα επιδιδόμενοι, στην αρχή της μεταναστευτικής εμπειρίας τους, στην ανειδίκευτη εργασία και στο πλανόδιο εμπόριο. Στο Μπουένος Άιρες, η πρώτη ελληνική εστία στη γειτονιά της Λα Μπόκα ενισχύθηκε με νέες ομάδες μεταναστών που εργάζονταν ως ναυτικοί, λιμενεργάτες, δύτες ή εργάτες σε ναυπηγεία και στην κατασκευή των νέων λιμενικών εγκαταστάσεων. Άλλες ομάδες εγκαταστάθηκαν στα λαϊκά περίχωρα στο νότιο τμήμα του Μπουένος Άιρες όπου υπήρχαν πολλές βιοτεχνίες και βιομηχανικές μονάδες. Πάντως, από νωρίς το κέντρο της παροικιακής ζωής έγινε η συνοικία Παλέρμο της πρωτεύουσας όπου εγκαταστάθηκαν επίσης πολλοί Αρμένιοι, Σύριοι και Λιβανέζοι που έφτασαν στην Αργεντινή την ίδια περίοδο με τους Έλληνες. Εκεί δημιουργήθηκαν από το 1908 οι πρώτοι ελληνικοί σύλλογοι από τους οποίους ξεχωρίζει ο Αλληλοβοηθητικός Σύλλογος «Άγιος Δημήτριος» του 1918 ενώ δεκάδες ελληνικά καταστήματα και καφενεία σε γειτονικούς δρόμους έγιναν χώροι συνεύρεσης των συμπατριωτών.

Οι Έλληνες δεν μπορούσαν να λείπουν από το Μπερίσσο, τη λεγόμενη «πρωτεύουσα του μετανάστη» στην Αργεντινή. Σε απόσταση περίπου 60 χιλιομέτρων από το Μπουένος Άιρες, το Μπερίσσο έγινε η καρδιά της βιομηχανίας κατάψυξης βόειου κρέατος. Στις αρχές του 20ού αιώνα εγκαταστάθηκαν στην περιοχή οι αμερικανικοί κολοσσοί του κλάδου, τα «φριγκορίφικο» Armour & Swift που απασχολούσαν χιλιάδες μετανάστες, μεταξύ των οποίων και εκατοντάδες Έλληνες προερχόμενους κυρίως από τη Χίο. Στα νότια της επαρχίας Μουένος Άιρες, στη Μπαΐα Μπλάνκα, δημιουργήθηκε μια ακόμη ελληνική εστία αποτελούμενη κυρίως από ναυτικούς και λιμενεργάτες που εργάζονταν στο σημαντικό λιμάνι της περιοχής.8 Τη δεκαετία του 1910 πολλές δεκάδες Έλληνες μετανάστες εγκαταστάθηκαν επίσης στο Κομοδόρο Ριβαντάβια της Παταγονίας για να εργαστούν στις μεγάλες πετρελαιοβιομηχανίες της περιοχής. Από τη δεκαετία του 1920 διάσπαρτες ελληνικές εστίες άρχισαν να διαμορφώνονται και σε ορισμένα αστικά κέντρα του βορρά της Αργεντινής όπως η Κόρδοβα και η Μεντόσα, ακόμα και σε κωμοπόλεις απομακρυσμένων επαρχιών, κοντά στα σύνορα με τη Βολιβία, οι οποίες πρόσφεραν ευκαιρίες για εμπορικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες. Τέλος, τη δεκαετία του 1930 στη βόρεια επαρχία Σάλτα δημιουργήθηκε και η μοναδική αγροτική εγκατάσταση Eλλήνων μεταναστών, όταν ορισμένες οικογένειες απέκτησαν κτήματα και άρχισαν να ζουν μέσα στον αγροτικό οικισμό Σάντα Ρόσα.

 

Από την «Κοσμόπολη» του Μοντεβιδέο στην έρημο Ατακάμα της Χιλής

Αρκετοί μετανάστες που δεν μπόρεσαν να απορροφηθούν στην αγορά εργασίας της Αργεντινής πέρασαν στη μικρή γειτονική Ουρουγουάη η οποία λειτούργησε ως συμπληρωματικός μεταναστευτικός προορισμός στην περιοχή του Λα Πλάτα. Οι περισσότεροι μετανάστες εγκαταστάθηκαν στην πρωτεύουσα Μοντεβιδέο κατά τη δεκαετία του 1920. Ένα σημαντικό μέρος τους ήταν εργάτες προερχόμενοι από διάφορα μέρη της Ελλάδας, αν και η Εύβοια, η Λήμνος και ο Δομοκός στη Φθιώτιδα ξεχωρίζουν μεταξύ των περιοχών προέλευσης των εργατών. Στην πλειονότητά τους εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Cerro (σημαίνει λόφος στα ισπανικά), στις πλαγιές του λόφου του Μοντεβιδέο, που ήταν η γειτονιά με τους περισσότερους μετανάστες. Η συνοικία Cerro που αρχικά λεγόταν Villa Cosmópolis, δημιουργήθηκε με προεδρικό διάταγμα το 1834 με στόχο, όπως δηλώνει και το αρχικό της όνομα, την προσέλκυση μεταναστών. Οι περισσότεροι Έλληνες μετανάστες εργάζονταν στα πολυάριθμα εργοστάσια κατάψυξης κρέατος που λειτουργούσαν στην περιοχή. Ήδη από το 1895 στη συνοικία υπήρχαν έντεκα εργοστάσια παστοποίησης κρέατος ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα ξεκίνησαν εκεί τις εργασίες τους τα μεγάλα «φριγκορίφικο» όπως το Swift. Εκτός από τους εργάτες, στη συνοικία κατοικούσαν μικροεπιχειρηματίες όπως αρτοποιοί, κουρείς, μαραγκοί, μικροπωλητές, κρεοπώλες και μηχανικοί. Ένα άλλο τμήμα των Ελλήνων μεταναστών κατοικούσε και εργαζόταν στην περιοχή του λιμανιού του Μοντεβιδέο.

Έκδοση αναμνηστικού γραμματοσήμου το 2016 με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών της Ελληνικής Κοινότητας Ουρουγουάης.

Αντίθετα με τη μικρή Ουρουγουάη, στη Βραζιλία καθυστέρησαν σχετικά να διαμορφωθούν σταθερές ελληνικές εστίες. Μια μεταναστευτική κίνηση πεντακοσίων περίπου Ελλήνων που σημειώθηκε προς τη Βραζιλία στα πρώτα έτη του 20ού αιώνα, προερχόμενη κυρίως από την Πελοπόννησο, ανακόπηκε γρήγορα λόγω των δύσκολων οικονομικών και κλιματικών συνθηκών της χώρας. Στην διακοπή της μετανάστευσης προς τη Βραζιλία συνέβαλε και η προσωρινή απαγόρευση το 1905 της μετανάστευσης από την Ελλάδα προς τη χώρα, μετά τις ειδήσεις για επιδημία κίτρινου πυρετού στο έδαφός της.9 Γενικά η ελληνική μετανάστευση στη Βραζιλία άργησε να σταθεροποιηθεί: στο διάστημα 1909-1923 έφτασαν στη Βραζιλία περίπου 2.500 Έλληνες, πολλοί από τους οποίους την εγκατέλειψαν σε σύντομο διάστημα αναζητώντας άλλους ελκυστικότερους προορισμούς.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η εγκατάσταση Eλλήνων μεταναστών στον πλούσιο σε ορυκτά και μεταλλεύματα βορρά της Χιλής. Από τα αρχεία του Ληξιαρχείου της πόλης Αντοφαγάστα προκύπτει ότι μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1920, πεντακόσιοι περίπου Έλληνες είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή. Οι επαρχίες Αντοφαγκάστα και Ταραπακά της βόρειας Χιλής κατακλύστηκαν, από τα τέλη του 19ου αιώνα, από δεκάδες ξένες μεταλλευτικές εταιρείες που επιδόθηκαν στην εξόρυξη νιτρικών αλάτων, τα οποία ήταν περιζήτητα στην Ευρώπη καθώς χρησιμοποιούνταν ως φυσικό λίπασμα στην αναπτυσσόμενη γεωργία. Το 1912 μόνο στην επαρχία Αντοφαγκάστα υπήρχαν 120 μεταλλευτικές εγκαταστάσεις όπου απασχολούνταν σχεδόν 50.000 εργάτες. Ο πυρετός του «λευκού χρυσού», όπως λεγόταν το νίτρο, προσέλκυσε από την Ευρώπη χιλιάδες μετανάστες, μεταξύ των οποίων και Έλληνες. Προέρχονταν από συγκεκριμένες περιοχές όπως η Φωκίδα, η Νεάπολη Λακωνίας, τα Αντικύθηρα, η Κύμη Ευβοίας αλλά και η Προύσα της Μικράς Ασίας. Οι περισσότεροι Έλληνες μετανάστες σχετίστηκαν με έμμεσο τρόπο με τη βιομηχανία νιτρικών αλάτων εκμεταλλευόμενοι τις εμπορικές ανάγκες που δημιουργήθηκαν στους πάνω από διακόσιους βιομηχανικούς οικισμούς που διαμόρφωσαν το κοινωνικό τοπίο της λεγόμενης «πάμπας του νίτρου».10

Ελληνικό μνημείο στην πόλη Αντοφαγκάστα.

Στην πλειονότητά τους ανέπτυξαν την εμπορική τους δραστηριότητα έξω από τα όρια αυτών των οικισμών, ως πλανόδιοι έμποροι, καθώς και στα μικρά χωριά που ξεπήδησαν στην ευρύτερη περιοχή. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ήταν το χωριό Πάμπα Ουνιόν, η σύντομη ζωή του οποίου δέθηκε άρρηκτα με τον οικονομικό κύκλο του νίτρου. Το νότιο τμήμα του ήταν γνωστό ως «ελληνική συνοικία» γιατί εκεί βρίσκονταν τα περισσότερα ελληνικά καταστήματα που ήταν κυρίως αρτοπωλεία και γαλακτοπωλεία. Αξίζει να σημειωθεί ότι η σχέση αυτών των μικρεμπόρων με τις μεταλλευτικές εταιρείες που λειτουργούσαν στην περιοχή ως κράτος εν κράτει, ήταν συγκρουσιακή, καθώς αυτές προσπαθούσαν να προστατέψουν το εμπορικό μονοπώλιο που ασκούσαν μέσω του Γενικού καταστήματος που υπήρχε σε κάθε οικισμό. Παρά τους περιορισμούς που επέβαλλαν οι εταιρείες, το ελεύθερο εμπόριο που ασκούσαν οι μετανάστες κατάφερε να επιβιώσει.

Φάκελος του Έλληνα μετανάστη Γαβριήλ Πολίτη στο Ληξιαρχείο της Αντοφαγκάστα. Έτος εγγραφής 1919 ( Πηγή: Archivo de Extranjería del Registro Civil e Identificación της Αντοφαγκάστα – Προσωπικό αρχείο Μ. Δαμηλάκου.

Ωστόσο, η κρίση που έπληξε εντονότατα τον κλάδο του νίτρου τη δεκαετία του 1930, η αποχώρηση πολλών εξορυκτικών εταιρειών και η συνακόλουθη διάλυση των καταυλισμών τους δημιούργησαν μεγάλη γεωγραφική κινητικότητα. Οι περισσότεροι Έλληνες  μετανάστες έφυγαν από την «πάμπα του νίτρου» και εγκαταστάθηκαν στα αστικά κέντρα της βόρειας Χιλής, κυρίως στην Αντοφαγκάστα και την Τοκοπίγια, όπου συνέχισαν την εμπορική δραστηριότητα που ασκούσαν στα περίχωρα των βιομηχανικών οικισμών.

 

Ο Μεσοπόλεμος: σε τροχιά κοινωνικής ανόδου

Την περίοδο του Μεσοπολέμου οι ελληνικές κοινότητες απέκτησαν μόνιμο και πιο σταθερό χαρακτήρα, ενσωματώθηκαν στις χώρες υποδοχής, αυξήθηκαν οι πολιτογραφήσεις και πολλά μέλη τους πέτυχαν σημαντική κοινωνική και οικονομική άνοδο αφήνοντας πίσω τους το ημερομίσθιο και περνώντας στην επιχειρηματική δραστηριότητα. Να σημειωθεί ότι κατά τη δεκαετία του 1920 οι χώρες της Νοτίου Αμερικής λειτούργησαν ως εναλλακτικός μεταναστευτικός προορισμός, όταν η πρόσβαση στις Η.Π.Α. έγινε σχεδόν αδύνατη μετά την ψήφιση του δεύτερου νόμου των ποσοστώσεων το 1924.

Αριστοτέλης Ωνάσης

Στην ενίσχυση των ελληνικών κοινοτήτων σε ορισμένες χώρες της Λατινικής Αμερικής αναμφίβολα συνέβαλε η Μικρασιατική Καταστροφή, η ανταλλαγή των πληθυσμών και η μαζική άφιξη προσφύγων στην Ελλάδα. Στην Αργεντινή, που σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου παρέμεινε ο σημαντικότερος ελληνικός προορισμός στη Λατινική Αμερική, κατά το διάστημα 1922-1927 έφτασαν 2.894 Έλληνες μετανάστες, πολλοί από τους οποίους ήταν μικρασιατικής καταγωγής. Ένας από αυτούς ήταν και ο Αριστοτέλης Ωνάσης που εγκαταστάθηκε το 1924 στο Μπουένος Άιρες. Αφού εργάστηκε ως υπάλληλος της Τηλεφωνικής Εταιρείας, ασχολήθηκε, μαζί με τον ξάδερφό του Νικόλαο Κονιαλίδη, με την εισαγωγή καπνών και την παραγωγή τσιγάρων, για να επιδοθούν αργότερα στην εφοπλιστική δραστηριότητα. Την ίδια περίοδο μετανάστευσαν στη Βραζιλία αρκετές οικογένειες Μικρασιατών προερχόμενες κυρίως από τα Άδανα, οι οποίες ενίσχυσαν τους αρχικούς ελληνικούς πυρήνες που είχαν σχηματιστεί στη χώρα.

Ιδιαίτερη ήταν η περίπτωση του Μεξικού: κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930 στο Μεξικό έφτασε στη χώρα αξιόλογος αριθμός Ελλήνων που είχαν βασικά ως στόχο την εγκατάστασή τους στις Η.Π.Α., αφού κατορθώσουν να παρακάμψουν τους αυστηρούς μεταναστευτικούς περιορισμούς που είχε θέσει η αμερικανική πολιτική ηγεσία. Η ελληνική παρουσία ενισχύθηκε και στον Παναμά όπου ορισμένοι Έλληνες εργάστηκαν αρχικά στα έργα για τη διάνοιξη της διώρυγας και στη συνέχεια παρέμειναν στη χώρα.

Την περίοδο του Μεσοπολέμου οι ελληνικές κοινότητες στα αστικά κέντρα της Λατινικής Αμερικής διήλθαν από μια διαδικασία κοινωνικής ανόδου. Ήδη από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, είχαν φτάσει στη Νότιο Αμερική ορισμένοι Έλληνες των οποίων η μόρφωση, η κοινωνική θέση και οι οικονομικές δυνατότητες τους έκαναν να ξεχωρίζουν. Οι περισσότεροι ασχολούνταν με το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο και ορισμένοι δημιούργησαν μεγάλες επιχειρήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Δημήτριος Δάνδολος από την Σμύρνη ο οποίος έφτασε το 1910 στο Μπουένος Άιρες. Έχοντας πραγματοποιήσει εμπορικές σπουδές, στάλθηκε από την εταιρεία ταπήτων Oriental Carpet Company ως διευθυντικό στέλεχος για να αναλάβει την επέκταση των εργασιών της στην Νότιο Αμερική. Στην δεκαετία του 1920 αγόρασε με συνεταίρους του τα δικαιώματά της στην Αργεντινή και δημιούργησε ένα από τα μεγαλύτερα εργοστάσια ταπητουργίας.11

Παράλληλα με τους μεγαλεμπόρους που ασχολούνταν με το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο, την εποχή του Μεσοπολέμου πολλαπλασιάστηκαν οι μικρέμποροι και οι ελεύθεροι επαγγελματίες και άρχισαν να διαμορφώνονται «εθνοτικοί» εμπορικοί κλάδοι. Στο Μπουένος Άιρες, για παράδειγμα, η κατεξοχήν «ελληνική» εμπορική παράδοση δημιουργήθηκε, από τη δεκαετία του 1930, γύρω από το εμπόριο των τυποποιημένων ζαχαροειδών. Οι Έλληνες έφτασαν να ελέγχουν όλη την αλυσίδα του κλάδου, από τα περίπτερα μέχρι τα μεγάλα πρατήρια χονδρικής πώλησης.12 Επιπλέον, οι αδερφοί Γεωργάλου από τη Χίο και ο Δημήτριος Ηλιάδης δημιούργησαν δύο από τις μεγαλύτερες και πιο σημαντικές βιομηχανίες ζαχαροειδών. Το «μαντεκόλ» (ένα είδος χαλβά από φιστίκι) των αδερφών Γεωργάλου και τα «αλφαχόρ» (ένα είδος διπλών μπισκότων με γέμιση) «Αβάνα» της εταιρείας «HAVANNA S.A.» που ίδρυσε ο Ηλιάδης, εξακολουθούν μέχρι και σήμερα που οι αρχικές εταιρείες τους έχουν πλέον πωληθεί σε πολυεθνικές, να είναι από τα πιο αγαπητά γλυκίσματα στην Αργεντινή.

Διαφημίσεις των προϊόντων Mantecol της εταιρείας Georgalos και Alfajores της εταιρείας Havanna S.A του Δ. Ηλιάδη.

Στη Βραζιλία αρκετοί έμποροι αυτή την περίοδο ασχολήθηκαν με την εισαγωγή ελληνικών προϊόντων και την εξαγωγή καφέ, κακάο και ρυζιού. Στο Σάο Πάολο το 1938 υπήρχαν επίσης περίπου 25 ελληνικές επιχειρήσεις που ασχολούνταν με την κατασκευή ρούχων και την παραγωγή οικοδομικών υλικών και μωσαϊκών.13 Στην Ουρουγουάη αρκετοί Έλληνες διακρίθηκαν στον κλάδο των παντοπωλείων ενώ ορισμένοι μετανάστες απέκτησαν ξενοδοχεία στο τουριστικό θέρετρο Πιριάπολις. Τέλος, υπήρξαν περιπτώσεις Ελλήνων μεταναστών οι οποίοι δοκίμασαν την επιχειρηματική τύχη τους στον χώρο των μεταλλείων στη Χιλή, τη Βολιβία και τον Ισημερινό.

Ξεχωριστή θέση στην επαγγελματική δραστηριότητα των Eλλήνων μεταναστών είχε ο χώρος του λιμανιού. Οι επιχειρήσεις που δημιούργησαν αρκετοί μετανάστες συνδέθηκαν με την ισχυρή παρουσία της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας στα λιμάνια της Λατινικής Αμερικής. Είναι γνωστό ότι κατά τη δεκαετία του 1920 η ελληνική ναυτιλία ενίσχυσε τη θέση της στη μεταφορά εμπορευμάτων και κατάφερε να διεισδύσει σε όλο και σε περισσότερες αγορές όπως αυτή της Λατινικής Αμερικής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο μεγαλοεφοπλιστής Μανώλης Κουλουκουντής ο οποίος ξεχώρισε, σε όλη τη δύσκολη δεκαετία του 1930, στη μεταφορά σιτοφορτίων από τον Λα Πλάτα και από άλλα λιμάνια της Αργεντινής. Γύρω από τη δυναμική παρουσία της ελληνικής ναυτιλίας στα λιμάνια της Αργεντινής και της Ουρουγουάης, και σε μικρότερο βαθμό στο Βαλπαραΐσο της Χιλής, διαμορφώθηκε ένα πλέγμα επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που αφορούσαν την αντιπροσώπευση ναυτιλιακών εταιρειών, την τροφοδοσία πλοίων, την αποθήκευση τροφίμων και προϊόντων, την εστίαση, την ψυχαγωγία ή την ένδυση των ναυτικών. Εκείνη την εποχή ξεκίνησαν άλλωστε την εφοπλιστική τους δραστηριότητα ο Ωνάσης και ο Κονιαλίδης ενώ το 1940 εγκαταστάθηκε στο Μπουένος Άιρες και ο εφοπλιστής Ευγένιος Ευγενίδης που ανέπτυξε τις επιχειρήσεις του στη Νότιο Αμερική.

Διαφημίσεις ελληνικών οίκων.

Παροικιακοί θεσμοί και οργανώσεις

Την εποχή του Μεσοπολέμου προχώρησε και η θεσμική οργάνωση των ελληνικών κοινοτήτων στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Στις περιοχές όπου δημιουργήθηκαν ελληνικές εστίες δημιουργήθηκε από τις αρχές του 20ού αιώνα ένας αρκετά μεγάλος αριθμός συλλόγων ποικίλου χαρακτήρα, μάλλον δυσανάλογος του μεγέθους των ελληνικών παροικιών, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν εφήμερο χαρακτήρα. Οι πρώτοι σύλλογοι που άντεξαν στο χρόνο ήταν οι λεγόμενοι «Αλληλοβοηθητικοί» που είχαν ως στόχο την οικονομική στήριξη των μελών τους, την εξασφάλιση ιατρικής περίθαλψης και γενικότερα την παροχή βοήθειας για την προσαρμογή των μεταναστών στη χώρα υποδοχής. Κάποιοι από τους αλληλοβοηθητικούς συλλόγους είχαν εθνοτοπικό χαρακτήρα και στόχευαν και στην αποστολή βοήθειας στην ιδιαίτερη πατρίδα των μελών τους.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 και κυρίως κατά τη δεκαετία του 1930, παράλληλα με τους «λαϊκούς» αλληλοβοηθητικούς συλλόγους, σχηματίστηκε, με πρωτοβουλία της ελίτ των ελληνικών παροικιών, μια σειρά οργανώσεων που επεδίωκαν να ξεφύγουν από το τοπικιστικό πνεύμα και να αναλάβουν τη συνολική εκπροσώπηση των Ελλήνων, να συντηρήσουν θεσμούς όπως εκκλησία και σχολείο, και να καλλιεργήσουν δεσμούς με τις τοπικές κοινωνίες. Είναι η περίοδος που στο Μπουένος Άιρες ιδρύονται σύλλογοι όπως η Ελληνική Λέσχη, ο Ελληνικός Σύνδεσμος, το Ελληνικό Εμπορικό Επιμελητήριο και κυρίως η Ελληνική Κοινότης Μπουένος Άιρες του 1928 που διατηρείται μέχρι σήμερα. Στη Βραζιλία το 1937 ιδρύθηκε η σημαντική οργάνωση «Ελληνική Κοινότητα Αγίου Παύλου». Στο Μεξικό η Ελληνική Κοινότητα Μεξικού δημιουργήθηκε το 1934 αφού διαδέχτηκε τον αλληλοβοηθητικό σύλλογο Σωκράτης που είχε συσταθεί τη δεκαετία του 1920.

Θα πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι οι προσπάθειες συγκεντρωτικής εκπροσώπησης των ελληνικών κοινοτήτων, μέσα από ορισμένες κεντρικές οργανώσεις, συνάντησαν αντιστάσεις από τους προϋπάρχοντες αλληλοβοηθητικούς και εθνοτοπικούς συλλόγους που επεδίωκαν να διατηρήσουν το μερίδιό τους στην εκπροσώπηση του ελληνικού στοιχείου. Το τοπίο των ελληνικών οργανώσεων στη Λατινική Αμερική συμπληρώνουν μορφωτικοί σύλλογοι, οργανώσεις της νεολαίας και σύνδεσμοι που κατά καιρούς εξυπηρέτησαν συγκεκριμένους στόχους και κυρίως εθνικά θέματα, όπως το ζήτημα των Δωδεκανήσων, της Βορείου Ηπείρου, της Κύπρου ή την αποστολή βοήθειας στην Ελλάδα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σημαντικό ρόλο στα παροικιακά πράγματα έπαιξε εκείνη την περίοδο ο Τύπος της διασποράς που εξέφρασε τις ζυμώσεις, τις ανησυχίες αλλά και τις διαιρέσεις που αναπτύχθηκαν στο εσωτερικό των ελληνικών κοινοτήτων. Από τις πιο σημαντικές εφημερίδες υπήρξε η Πατρίς του Μπουένος Άιρες που έκανε την εμφάνισή της το 1924. Ιδρυτής της ήταν ο Γεώργιος Μαυρίδης, βιομήχανος ελληνικών τσιγάρων. Υπό διαφορετικές διευθύνσεις επιβίωσε μέχρι τη δεκαετία του 1970 ασκώντας σημαντική επιρροή στην ελληνική κοινότητα της Αργεντινής ενώ είχε επίσης σημεία πώλησης και ανταποκριτές σε όλες τις νοτιοαμερικανικές χώρες. Στην πρώτη φάση της, υπό τη διεύθυνση μορφωμένων Μικρασιατών όπως ο Νεοκλής Τριανταφυλλίδης και ο Γεώργιος Παρασκευαϊδης, ακολουθούσε μια μετριοπαθή βενιζελική γραμμή και προωθούσε την ενσωμάτωση των μεταναστών στην αργεντινή κοινωνία. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 σημειώθηκε μεγάλη στροφή στην πολιτική γραμμή της καθώς μετά την αγορά της το 1935 από τον Αθανάσιο Βαϊρακλιώτη, άρχισε να υποστηρίζει το Μεταξικό καθεστώς, όπως έκαναν άλλωστε και άλλες ελληνικές εφημερίδες της διασποράς.14

Ετήσιο Λεύκωμα της εφημερίδας Πατρίς του Μπουένος Άιρες, 1926.

Οι ελληνικές διπλωματικές αρχές και οι ομογενειακές πολιτικές που προσπάθησαν να εφαρμόσουν είχαν επίσης αντίκτυπο στις ισορροπίες των ελληνικών κοινοτήτων. Μετά από μια σειρά άμισθων γενικών προξένων που ορίζονταν μεταξύ των εύπορων ομογενών, ιδρύθηκε το 1936 στην Αργεντινή ελληνική πρεσβεία με δικαιοδοσία σε όλη τη Νότιο Αμερική. Ο αρχικός ενθουσιασμός για την αναβάθμιση της ελληνικής αντιπροσωπείας γρήγορα υποχώρησε όταν ο πρώτος πρέσβης Βασίλειος Δενδραμής κατηγορήθηκε από μεγάλο μέρος της ελληνικής παροικίας του Μπουένος Άιρες για αυταρχισμό και προσπάθεια άσκησης κηδεμονίας στην οργάνωση Ελληνική Κοινότητα την οποία ήθελε να καταστήσει το κεντρικό όργανο εκπροσώπησης του ελληνισμού της Αργεντινής.

Ήταν άλλωστε η εποχή που βάθαιναν οι πολιτικές διαφορές στο εσωτερικό των ελληνικών παροικιών. Μετά τη μεταφορά του Διχασμού στις ελληνικές κοινότητες, η εγκαθίδρυση της Μεταξικής δικτατορίας επέφερε νέα πόλωση και διαιρέσεις τη δεκαετία του 1930. Σε συνδυασμό με το αυταρχικό κλίμα που κυριαρχούσε στις περισσότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής, οι απελάσεις αριστερών μεταναστών, μεταξύ των οποίων πολλών απεργούντων ναυτικών, ήταν σύνηθες φαινόμενο εκείνη την εποχή. H άφιξη στο Μπουένος Άιρες το 1941 του Κωνσταντίνου Μανιαδάκη, Υπουργού Δημόσιας Τάξης του Μεταξικού καθεστώτος, ενίσχυσε τις προϋπάρχουσες διαιρέσεις. Με δική του προτροπή και κατόπιν καταγγελιών στην αστυνομία του τότε Περονικού καθεστώτος, απελάθηκαν τη δεκαετία του 1940 από την Αργεντινή δεκάδες κομμουνιστές ομογενείς. Γενικά, το εμφυλιοπολεμικό κλίμα που κυριαρχούσε στην Ελλάδα μεταφέρθηκε με ένταση στις ελληνικές κοινότητες της Νότιας Αμερικής ενώ τις επόμενες δεκαετίες αποκλείονταν συστηματικά από οργανώσεις και συλλόγους οι ομογενείς αριστερών φρονημάτων.15 

Αυτό το φαινόμενο διευκολύνθηκε από τον πολιτικό αυταρχισμό που χαρακτήριζε εκείνη την περίοδο σχεδόν όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, με αποκορύφωμα τις τρομερές δικτατορίες των δεκαετιών 1970 και 1980. Πρέπει να σημειωθεί ότι φόρο αίματος στη στυγνή χούντα του Βιντέλα στην Αργεντινή και στην αντίστοιχη του Πινοτσέτ στη Χιλή πλήρωσαν και οι ελληνικές κοινότητες καθώς εκείνη την περίοδο δεκάδες απόγονοι μεταναστών εξαφανίστηκαν, δολοφονήθηκαν και βασανίστηκαν.

 Η μεταπολεμική μετανάστευση (1950-1970)

Με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου επανέκαμψαν τα ευρωπαϊκά μεταναστευτικά ρεύματα προς τη Λατινική Αμερική. Η βιομηχανική ανάπτυξη της Βραζιλίας και της Αργεντινής κατά τα μεταπολεμικά χρόνια τις κατέστησε για άλλη μια φορά επιθυμητό προορισμό για χιλιάδες Eυρωπαίους, οι οποίοι εγκατέλειπαν τις χώρες τους ωθούμενοι από την οικονομική κρίση και τους πολιτικούς κλυδωνισμούς που ακολούθησαν τον πόλεμο. Στην Αργεντινή η κυβέρνηση του Περόν που από το 1946 έθεσε ως στόχο τη βιομηχανική απογείωση της χώρας του, ακολούθησε μια πολιτική προσέλκυσης της ευρωπαϊκής μετανάστευσης με επιλεκτικά κριτήρια. Οι μεταναστευτικές συμφωνίες που υπέγραψε το 1948 ο Περόν με την Ιταλία και την Ισπανία, είχαν σαν αποτέλεσμα την αύξηση της έλευσης εξειδικευμένων τεχνιτών και εργατών στη χώρα. Γενικά στο διάστημα 1945-1960 εισήλθαν στην Αργεντινή περίπου 900 χιλιάδες μετανάστες.

Στη Βραζιλία η ευρωπαϊκή μετανάστευση προς τη χώρα ενισχύθηκε κυρίως κατά τα έτη 1955-1962 που έχουν μείνει γνωστά ως «τα χρυσά χρόνια». Ο τότε πρόεδρος Ζουσελίνο Κουμπιτσέκ ακολούθησε ένα επιτυχημένο αναπτυξιακό πρόγραμμα που περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τους τομείς της μεταλλουργίας, της ηλεκτρικής ενέργειας, της χημικής βιομηχανίας και της αυτοκινητοβιομηχανίας, δημιουργώντας έτσι σημαντική ζήτηση εργατικών χεριών. Αξιόλογα μεταναστευτικά ρεύματα από την Ευρώπη κατευθύνθηκαν αυτή την περίοδο και στη Βενεζουέλα όπου το δικτατορικό καθεστώς του Πέρες Χιμένες (1952-1958) προώθησε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα δημοσίων έργων και ενίσχυσης της πετρελαιοβιομηχανίας και της σιδηρουργίας.

Σε αυτό το πλαίσιο σημειώθηκε και η αξιόλογη μεταναστευτική κίνηση από την Ελλάδα προς τη Λατινική Αμερική. Πολλοί από τους μετανάστες αυτής της περιόδου προέρχονταν από την Πελοπόννησο. Στην Αργεντινή στο διάστημα 1947-1960 έφτασαν περίπου 4.500 άτομα, από τα οποία τα 3.300 δηλώθηκαν ως μόνιμοι μετανάστες. Από το 1952 ομάδες Ελλήνων μετανάστευσαν οργανωμένα στη Λατινική Αμερική μέσω της ΔΕΜΕ, της Διακυβερνητικής Επιτροπής που ανέλαβε τη ρύθμιση και διαχείριση της μετανάστευσης από την Ευρώπη. Στη δράση της συμπεριλαμβάνονταν προγράμματα επανασύνδεσης των οικογενειών των μεταναστών και μετακίνησης εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού. Οι περισσότεροι Έλληνες που μετανάστευσαν οργανωμένα στη Λατινική Αμερική τη δεκαετία του 1950 κατευθύνθηκαν στη Βραζιλία: συγκεκριμένα στο διάστημα 1952-1961, 7.314 μετανάστες από την Ελλάδα εγκαταστάθηκαν στη χώρα μέσω των προγραμμάτων της ΔΕΜΕ.16 Αντίστοιχα στην Αργεντινή κατά τα έτη 1952-1962 μεταφέρθηκαν μέσω της ΔΕΜΕ 954 μετανάστες.17 Τέλος, στη Βενεζουέλα, την περίοδο 1955-1968, εγκαταστάθηκαν 1.265 Έλληνες, με τους περισσότερους να φτάνουν το 1956. Από αυτούς 202 μετανάστες μεταφέρθηκαν στη χώρα μέσω οργανωμένων προγραμμάτων. Τέλος, την περίοδο 1952-1961, η ΔΕΜΕ μετέφερε 77 μετανάστες στη Χιλή, 50 στην Ουρουγουάη και 44 στην Κολομβία.18

Οι περισσότεροι Έλληνες που μετανάστευσαν ως ειδικευμένο εργατικό δυναμικό, ήταν δηλωμένοι ως μηχανικοί, εφαρμοστές, τορναδόροι και ηλεκτρολόγοι. Για ορισμένοι χρόνια, σύμφωνα και με τις σχετικές συμβάσεις, απασχολήθηκαν σε βιομηχανικές μονάδες. Στην Αργεντινή οι περισσότεροι διαμοιράστηκαν σε επαρχιακά βιομηχανικά κέντρα όπως το Κομοδόρο Ριβαντάβια στην Παταγονία όπου υπήρχαν πολλές πετρελαιοπαραγωγές εταιρείες, και η πόλη Κόρδοβα που μεταπολεμικά έγινε η καρδιά της αυτοκινητοβιομηχανίας στη χώρα. Πάντως, μετά το πέρας του προβλεπόμενου από τις συμβάσεις χρονικού διαστήματος, οι περισσότεροι μετανάστες, έχοντας συγκεντρώσει και το απαραίτητο κεφάλαιο, ασχολήθηκαν με το εμπόριο. Να σημειωθεί ότι οι έντονες οικονομικές διακυμάνσεις που χαρακτήρισαν τις χώρες της Λατινικής Αμερικής κατά τις δεκαετίες 1950-1970, συνοδευόμενες από νομισματική αστάθεια, υποτιμήσεις και πληθωρισμό, ευνόησαν συγκυριακά την οικονομική κατάσταση ορισμένων επιχειρηματιών ενώ άλλοι έχασαν περιουσίες και δυσκολεύτηκαν να ορθοποδήσουν ξανά.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 η ελληνική μεταναστευτική ροή προς τις χώρες της Λατινικής Αμερικής άρχισε να μειώνεται σημαντικά, ενώ ενισχύθηκε σημαντικά ο δείκτης παλιννόστησης. Η επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών σε πολλές χώρες της περιοχής, η χαλάρωση των μεταναστευτικών όρων στις ΗΠΑ από το 1965, οι ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες στον Καναδά και την Αυστραλία και κυρίως οι μεταναστευτικές συμφωνίες που υπέγραψε η Ελλάδα το 1955 με τη Γαλλία, το 1959 με το Βέλγιο και κυρίως το 1960 με τη Γερμανία, κατηύθυναν την ελληνική μετανάστευση προς άλλους προορισμούς που θεωρούνταν πιο κατάλληλοι. Από τις αρχές του 21ου αιώνα παρατηρείται ρεύμα παλιννόστησης από ορισμένες χώρες της Λατινικής Αμερικής οι οποίες αντιμετωπίζουν μεγάλα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα, όπως η Βενεζουέλα που τα τελευταία χρόνια γνωρίζει σοβαρή πολιτική και οικονομική κρίση.

Διασπορικές κοινότητες, υβριδικές ταυτότητες

 Η σημερινή δύναμη των ελληνικών παροικιών της Λατινικής Αμερικής είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια επειδή σπανίως εφαρμόζεται ένα ομοιόμορφο κριτήριο για τον υπολογισμό των απογόνων των μεταναστών. Το βέβαιο είναι ότι ο αριθμός των μεταναστών είχε μειωθεί πολύ λόγω της φυσικής φθοράς και της μη ανανέωσης των μεταναστευτικών ρευμάτων κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών οι μεγαλύτερες ελληνικές κοινότητες βρίσκονται σήμερα στη Βραζιλία και στην Αργεντινή, όπου υπολογίζεται ότι ζουν 25.000 και 20.000 Έλληνες αντίστοιχα. Αντίθετα, η αριθμητική δύναμη των Ελλήνων στην Ουρουγουάη και στη Χιλή είναι πλέον μικρή αφού υπολογίζεται ότι δεν ξεπερνά τα 1000 άτομα στην καθεμιά. Στη Βενεζουέλα διαμένουν μόνιμα πλέον περίπου 2.000 Έλληνες ενώ στο Μεξικό η ελληνική παροικία εκτιμάται ότι έχει περίπου 1000 μέλη. Αντίστοιχο είναι το μέγεθος της ελληνικής κοινότητας του Παναμά, ενώ στις υπόλοιπες χώρες της Κεντρικής Αμερικής (Γουατεμάλα, Κόστα Ρίκα) οι κάτοικοι ελληνικής καταγωγής είναι μόλις 100 άτομα.

Στις περισσότερες λατινοαμερικανικές χώρες εξακολουθεί να υπάρχει ένας αξιόλογος αριθμός ελληνικών συλλόγων και οργανώσεων: εκτός από τις κεντρικές «Κοινότητες», ελληνικοί σύλλογοι υπάρχουν σε πολλές επαρχιακές πόλεις καθώς και σε συγκεκριμένες συνοικίες αστικών κέντρων όπου δημιουργήθηκαν σημαντικές ελληνικές εστίες. Επίσης σε ορισμένες χώρες έχουν συσταθεί τα τελευταία χρόνια Ομοσπονδίες των Ελληνικών Κοινοτήτων ώστε να συντονίζεται καλύτερα η δραστηριότητά τους. Οι ελληνικές κοινότητες της Λατινικής Αμερικής υπάγονται σήμερα εκκλησιαστικά σε δύο μητροπόλεις, τη Μητρόπολη Μπουένος Άιρες και Νότιας Αμερικής με έδρα το Μπουένος Άιρες και τη Μητρόπολη Μεξικού και Κεντρικής Αμερικής με έδρα την Πόλη του Μεξικού. Να σημειωθεί ότι οι περισσότερες ελληνικές «Κοινότητες» της Λατινικής Αμερικής διατήρησαν ως οργανώσεις τον λαϊκό χαρακτήρα τους και δεν απέκτησαν το καθεστώς ενορίας. Το μεγάλο αυτό ζήτημα γύρω από τον χαρακτήρα των οργανώσεων της ομογένειας τέθηκε με έμφαση το 1960: η τότε Αρχιεπισκοπή Βορείου και Νοτίου Αμερικής έστειλε προς όλες τις ελληνικές κοινότητες της αμερικανικής ηπείρου ένα Καταστατικό που προέβλεπε, μεταξύ άλλων, την αλλαγή της ονομασίας των «Κοινοτήτων» με την προσθήκη του επιθέτου «ορθόδοξος» και την μετατροπή των οργανώσεων σε ενορίες υπαγόμενες στην Αρχιεπισκοπή. Αυτή η πρόταση δίχασε σε κάποιο βαθμό τις ελληνικές παροικίες αλλά τελικά απορρίφθηκε από τις ιστορικές και από παλιά εδραιωμένες κοινότητες.19

Εντοιχισμένη πινακίδα στην είσοδο του κτηρίου της Ελληνικής Κοινότητας του Σαντιάγο. Έτος ίδρυσης 1945.

Όσον αφορά την ελληνική εκπαίδευση, στις περισσότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής αυτή έχει εναποτεθεί κυρίως στις «Κοινότητες» που διοργανώνουν απογευματινά μαθήματα γλώσσας μία ή δύο φορές την εβδομάδα. Στο Μπουένος Άιρες ιδρύθηκε, ωστόσο, το 1984, δίγλωσσο ελληνοαργεντινό ημερήσιο δημοτικό σχολείο. Η ίδρυσή του έγινε με κληροδότημα του Ιδρύματος Ωνάση και το Ελληνικό Υπουργείο Παιδείας αποστέλλει εκπαιδευτικό προσωπικό. Κατά τον ίδιο τρόπο λειτουργεί από το 1990 το γυμνάσιο και λύκειο Αθηναγόρας που υπάγεται στη Μητρόπολη. Στο Σάο Πάολο ιδρύθηκε επίσης τη δεκαετία του 1980 το Αθηναϊκό Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο στο οποίο στέλνονται αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί, όπως και στο κοινοτικό σχολείο στη Μπραζίλια. Ιδιαίτερη μνεία αξίζουν και ορισμένα ιδρύματα και πολιτιστικά κέντρα που προωθούν τον ελληνικό πολιτισμό στις χώρες όπου δραστηριοποιούνται. Στον πανεπιστημιακό χώρο ξεχωρίζει η δραστηριότητα του Κέντρου Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών Φώτιος Μαλλέρος που λειτουργεί στο πλαίσιο του Εθνικού Πανεπιστημίου του Σαντιάγκο της Χιλής. Από το 1968 αυτό το Κέντρο, υπό τη διεύθυνση του ελληνιστή καθηγητή Μιγκέλ Καστίγιο Ντιντιέ, ασχολείται με την έκδοση ελληνικών έργων στην ισπανική γλώσσα και γενικότερα με τη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού στη Λατινική Αμερική. Αξιόλογη είναι επίσης η πολιτιστική και εκπαιδευτική δράση του Ιδρύματος Μαρία Τσάκος στο Μοντεβιδέο, ενώ στην Αργεντινή οι πολιτιστικοί σύλλογοι Καρυάτιδες και Νόστος αναπτύσσουν δράσεις που απευθύνονται σε Αργεντινούς που αγαπούν την Ελλάδα και τον πολιτισμό της.

Η κοινωνική ενσωμάτωση των Eλλήνων μεταναστών που εξακολουθούν να ζουν στις χώρες της Λατινικής Αμερικής είναι γενικά πολύ υψηλή. Ακόμα και οι μετανάστες των πρώτων μεταναστευτικών ρευμάτων ενσωματώθηκαν σχετικά εύκολα στις χώρες της περιοχής λόγω του ανοιχτού γενικά χαρακτήρα των κοινωνιών τους και του φιλικού κλίματος απέναντι στους ευρωπαίους μετανάστες. Αυτό ισχύει κυρίως για τις χώρες εκείνες όπου οι ευρωπαίοι μετανάστες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των δημογραφικών κοινωνικών και πολιτισμικών χαρακτηριστικών τους (κυρίως στην Αργεντινή, την Ουρουγουάη, τη νότια Βραζιλία και εν μέρει στη Χιλή) και υιοθέτησαν γενικά το δυτικό πνεύμα ως βάση του πολιτισμού τους. Αντίθετα, σε άλλες κοινωνίες με πολυπληθές ιθαγενές και έγχρωμο στοιχείο οι ελληνικές παροικίες απέκτησαν πιο κλειστό χαρακτήρα, τουλάχιστον για όσο διάστημα επικρατούσαν οι μετανάστες πρώτης γενιάς.

Σε κάθε περίπτωση σήμερα στις ελληνικές κοινότητες κυριαρχούν οι απόγονοι των μεταναστών που αποτελούν τμήμα της ελληνικής διασποράς και ερμηνεύουν ποικιλοτρόπως τη σχέση τους με την Ελλάδα. Το συγγραφικό και καλλιτεχνικό έργο ορισμένων από αυτούς έχει γίνει πολιτισμική γέφυρα ανάμεσα στην Ελλάδα και στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Μεταξύ αυτών η Λιμπερτάδ Δεμιτρόπουλος (1922-1998), γεννημένη σε μια μικρή κωμόπολη στην απομακρυσμένη επαρχία Χουχούη στον βορρά της Αργεντινής, αφηγήθηκε στα μυθιστορήματά της πτυχές της αργεντινής ιστορίας μέσα από τη ματιά των «από κάτω».20

Εξώφυλλα βιβλίων της Libertad Demitrópulos.

O γεννημένος στο Κοντεμπέκ του Μεξικού Ομέρο Αριτζίς (1940 – ) ζωντανεύει στο έργο του ιστορικές μνήμες της οικογένειάς του και τον ξεριζωμό της πατρικής οικογένειας από τη Μικρά Ασία.21 Οι υβριδικές διασπορικές ταυτότητες ανιχνεύονται και σε καλλιτεχνικές μουσικοχορευτικές εκφράσεις όπως το «Τάνγκο Χασάπικο» του ελληνοαργεντινού Χόρχε Δερμιτζάκις ή τη συλλογή τραγουδιών Tangos griegos της επίσης γεννημένης στο Μπουένος Άιρες Άνα Μοραΐτις. Πτυχές αυτής της ταυτότητας διακρίνονται όμως και στις καθημερινές επιλογές εκατοντάδων απογόνων των μεταναστών που μαθαίνουν την ελληνική γλώσσα στα κοινοτικά σχολεία, συχνάζουν στις ελληνικές «καντίνες» ή «ταβέρνες», αγαπούν την ελληνική κουζίνα, επισκέπτονται όποτε μπορούν τα χωριά των παππούδων τους και μέσα από τη μουσική και τον χορό αισθάνονται τη σχέση τους με τη μακρινή Ελλάδα, ταυτισμένη στη συνείδησή τους με τον ήλιο, τη θάλασσα και την ιστορία.

 

Tango-Hasapiko, dance of the ports

https://vimeo.com/145712310?

fbclid+IwAROKsrbbW1tsL7wVnM1aT26fn7wMWTkISVQVHc1U1h8p_hqRmrOL85gBCwM

Η Μαρία Δαμηλάκου είναι Επίκουρη Καθηγήτρια της Ιστορίας της Αμερικανικής Ηπείρου με έμφαση στους Νεότερους Χρόνους στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Β. Κατσόμαλος, Η Αργεντινή, η Χιλή, η Ουρουγουάη, η Βραζιλία και οι Έλληνες, Μπουένος Άιρες, 1972, σ. 24-28.

[2] Α. Μελάς, Los griegos en la Argentina/Οι έλληνες της Αργεντινής, Μπουένος Άιρες,

[3] Ρόμβος, Πλωτίνος Ροδοκανάκης. Ένας έλληνας αναρχικός, Θεσσαλονίκη, Πανοπτικόν, 2017.

[4] Damilakou, “Estrategias de supervivencia en un mundo laboral conflictivo: los prácticos del puerto de Buenos Aires, 1856-1924”, Revista de Estudios Marítimos y Sociales, No 5/6 (Νοv. 2012-2013) 69-78.

[5] Β. Κατσόμαλος, ό.π., σ. 28-29.

[6] Μ. Δαμηλάκου, Έλληνες μετανάστες στην Αργεντινή (1900-1970). Διαδικασίες συγκρότησης και μετασχηματισμοί μιας μεταναστευτικής κοινότητας, Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο Εμπορικής Τράπεζας, 2004, σ. 58-66.

[7] Ό.π., σ. 72-79.

[8] M. A. Ritacco, Los griegos de Ingeniero White y Bahía Blanca, Bahía Blanca, 1992.

[9] Α. Κιτροέφ, «Η υπερατλαντική μετανάστευση», στο Χ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Οι απαρχές (1900-1922), Τόμος Α΄, Μέρος 1, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2000, σ. 130.

[10] Μ. Δαμηλάκου, «Αναζητώντας ίχνη ελλήνων μεταναστών στη Βόρειο Χιλή: τεκμήρια ελληνικής μετανάστευσης στους βιομηχανικούς οικισμούς του νίτρου (1900-1940)», Ιόνιος Λόγος, τόμος Ζ΄ (2019/2020) 79-90.

[11] Πλ. Φιλιππίδης, Εμπορικός και Κοινωνικός Οδηγός των Ελλήνων της Νοτίου Αμερικής, Μπουένος Άιρες, 1938, σ. 58-68.

[12] Damilakou, “Inmigrantes griegos en Buenos Aires: el caso de los golosineros”, Estudios Migratorios Latinoamericanos, 48 (2001) 329-368.

[13] Πλ. Φιλιππίδης, ό.π., σ. 238-273.

[14] Μ. Δαμηλάκου, Έλληνες μετανάστες στην Αργεντινή, ό.π., σ. 284-288.

[15] Ό.π., σ. 309-325.

[16] Tourgeli – L. Venturas, “Guiding the Migration Apparatus in Peripheral States of the ‘Free World’, in L. Venturas (ed.), International “Migration Management” in the Early Cold War. The Intergovernmental Committee for European Migration, Corinth, University of the Peloponnese, 2015, p. 237.

[17] Inmigración, ετήσιο έντυπο της Dirección Nacional de Migraciones, 1959-1963.

[18] ICEM Handbook 1962, 42.

[19] Εφ. Ελλάς (Μπουένος Άιρες), 21 Απριλίου 1960 και έντυπο Παροικιακά Θέματα (Μπουένος Άιρες), τεύχος 1, 1960, σ. 7-8.

[20] Αναφέρω, μεταξύ άλλων, τα εξής έργα της Libertad Demitrópulos: Río de las congojas, Buenos Aires, Sudameri- cana, 1981 και Sabotaje en el álbum familiar, Buenos Aires, Sudamericana, 1984.

[21] Ομέρο Αριτζίς, Η Σμύρνη στις φλόγες, μτφ. Χρ. Θεοδωροπούλου, Αθήνα, Πατάκης, 2016.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 Αγαπητίδης Σωτήριος, «Ελληνική μετανάστευση στη Λατινική Αμερική», Αρχείον Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών, 44, 1964, σ. 595-607.

ΓΓΑΕ (έκδ.), Ο Απόδημος Ελληνισμός. Φάκελος: Λατινική Αμερική, Αθήνα, 1994.

Δαμηλάκου Μαρία, Έλληνες μετανάστες στην Αργεντινή. Διαδικασίες συγκρότησης και μετασχηματισμοί μιας μεταναστευτικής κοινότητας, 1900-1970, Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο Εμπορικής Τράπεζας, 2004.

Δαμηλάκου Μαρία, «Μικρασιάτες πρόσφυγες στην Αργεντινή: μεταναστευτικές διαδρομές και στοιχεία ταυτότητας», Ιστορικά 42 (Ιούλιος 2005) 177-202.

Δαμηλάκου Μαρία, «Ο Ελληνισμός της Κεντρικής και Νοτίου Αμερικής», στο: Ι. Χασιώτης – Ο. Κατσιαρδή – Ευρ. Αμπατζή (επιμ.) Οι Έλληνες στη Διασπορά, 15ος – 21ος αιώνας, Αθήνα, Βουλή των Ελλήνων, 2006, σ. 291- 300.

Δαμηλάκου Μαρία, «Ανάμεσα στον Μανιαδάκη και στον Περόν: οργανώσεις νεολαίας της ελληνικής παροικίας στο Μπουένος Άιρες», στο: Β. Καραμανωλάκης – Ε. Ολυμπίτου – Ι. Παπαθανασίου (επιμ.) Η ελληνική νεολαία στον 20ό αιώνα. Πολιτικές διαδρομές, κοινωνικές πρακτικές και πολιτιστικές εκφράσεις, Αθήνα, Θεμέλιο, 2010, σ. 274-280.

Δαμηλάκου Μαρία, «Αναζητώντας ίχνη ελλήνων μεταναστών στη Βόρειο Χιλή: τεκμήρια ελληνικής μετανάστευσης στους βιομηχανικούς οικισμούς του νίτρου (1900-1940)», Ιόνιος Λόγος, Τόμος Ζ΄ (2019/2020) 79-90.

Κατσόμαλος Βασίλειος, Η Αργεντινή, η Χιλή, η Ουρουγουάη, η Βραζιλία και οι Έλληνες, Μπουένος Άιρες, 1972.

Kιτροέφ Aλέξανδρος, «Η Υπερατλαντική μετανάστευση», στο Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Οι απαρχές 1900-1922, Α΄ Τόμος, Μέρος 1ο, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2000, σ. 123-171.

Μελάς Aνδρέας, Los griegos en la Argentina/Οι έλληνες της Αργεντινής, Μπουένος Άιρες, 1954.

Υπουργείο Εξωτερικών/Διεύθυνση Αποδήμων (έκδ.), Ο Ελληνισμός του Εξωτερικού, β΄ έκδοση, Αθήνα, 1992.

Φιλιππίδης Πλάτων, Εμπορικός και Κοινωνικός Οδηγός των Ελλήνων της Λατινικής Αμερικής, Μπουένος Άιρες, 1938.

Χασιώτης Iωάννης, Επισκόπηση της ιστορίας της νεοελληνικής διασποράς, Θεσσαλονίκη, Βάνιας, 1993.

Ξενόγλωσση

Damilakou, María, “Inmigrantes griegos en Buenos Aires: el caso de los golosineros”, Estudios Migratorios Latinoamericanos, 48 (2001) 329-368.

Damilakou, María, “Estrategias de supervivencia en un mundo laboral conflictivo: los prácticos del puerto de Buenos Aires, 1856-1924”, Revista de Estudios Marítimos y Sociales 5/6 (Νοέμβριος 2012-2013) 69-78.

Kitroeff, Alexander, Griegos en América, Mαδρίτη, MAPFRE América, 1992.

Politis Jaramí, Miguel, Grecia y los griegos en “El Mercurio” de Antofagasta, Αντοφαγκάστα, Universidad del Norte, 1989

Ritacco, Mario A., Los griegos de Ingeniero White y Bahía Blanca, Bahía Blanca, 1992.

Venturas, Lina (ed.), International “Migration Management” in the Early Cold War. The Intergovernmental Committee for European Migration, Corinth, University of the Peloponnese, 2015.

Μόσχος Μορφακίδης- Φυλακτός: Η ιστορία στο θέατρο: η κατάκτηση της Κύπρου και η ναυμαχία της Ναυπάκτου στο έργο «Ο Ιερός Συνασπισμός» του Λόπε ντε Βέγκα (Μέρος Β’: Τα πρόσωπα του έργου)

450 χρόνια από τότε

Μόσχος Μορφακίδης-Φυλακτός

Η ιστορία στο θέατρο: η κατάκτηση της Κύπρου και η ναυμαχία της Ναυπάκτου στο έργο “Ο Ιερός Συνασπισμός” του Λόπε ντε Βέγκα
(Μέρος Β΄: Τα πρόσωπα του έργου)

 

Το έργο αρχίζει στην Αυλή των σουλτάνων της Κωνσταντινούπολης, όπου η ανατολίτικη χλιδή κεντρίζει τη φαντασία του αναγνώστη, όπως φαίνεται από κάποιους διαλόγους:

Τα άνθη και οι πηγές του κήπου αυτού 111
στ’ άρωμα και στη ροή τους σας καλούν  
κοπιάστε λοιπόν, να σας τα δώσουν,  
και τα χείλη σας κάντε να ζητήσουν  
διάφορα ακατόρθωτα να γίνουν. 115

Μια σειρά από πραγματικά δραματικά πρόσωπα εισάγουν τον αναγνώστη/θεατή στο ιστορικό πλαίσιο της υπόθεσης. Στη αρχή, όπως είναι φυσικό, από τη δομή του έργου, παρελαύνουν οι Τούρκοι πρωταγωνιστές της ιστορίας:

Σελίμ

Ο σουλτάνος Σελίμ Β΄ (Sultan İkinci Selim 1566-1574),1 γιος του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς και της Χουρρέμ, περισσότερο γνωστής ως Ροξελάνα. Πρόκειται για τον πρώτο σουλτάνο που έδειξε αδιαφορία για τις στρατιωτικές και διοικητικές υποθέσεις του κράτους προκειμένου να επιδοθεί στην οινοποσία και στις γυναίκες. Γίνεται, γενικά, αποδεκτό ότι η βασιλεία του σηματοδοτεί την αρχή της οθωμανικής παρακμής. Γνωστός επίσης με το προσωνύμιο «Μέθυσος», θεωρήθηκε άτομο με αδύναμο και ανίκανο χαρακτήρα, που άφησε την εξουσία στον μεγάλο βεζύρη Σοκολού Μεχμέτ Πασά, ο οποίος άσκησε μια αποτελεσματική εξωτερική πολιτική με στρατιωτικές και διπλωματικές επιτυχίες στην Ευρώπη, τη Ρωσία και την Ανατολική Μεσόγειο. Η κατάληψη, όμως, της Κύπρου (1570), προκάλεσε την αντίδραση των χριστιανικών δυνάμεων της Μεσογείου, που είχε ως αποτέλεσμα την ήττα του οθωμανικού στόλου στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571) και συνακόλουθα την περιστολή του τουρκικού επεκτατισμού στο χώρο της Μεσογείου.

 

Nigari Reis Haydar, Ο σουλτάνος Σελίμ Β΄, Μουσείο Topkapi, Κωνσταντινούπολη.

Ο Σελίμ Β΄ ήρθε σε νόμιμο γάμο με την οδαλίσκη Νουρμπανού Σουλτάνα (ή Kale Katenou), που λέγεται ότι ήταν βενετικής καταγωγής (ονόματι Cecilia ή Rachel Venier Baffo), μητέρα του διαδόχου του, Μουράτ Γ΄.

Στην αρχή του έργου, παρουσιάζεται ως κακός ηγεμόνας που αδιαφορεί τελείως για τα θέματα του κράτους και επιδίδεται αποκλειστικά στις αισθησιακές απολαύσεις του παλατιού: το χαμάμ, τη μουσική, τον χορό και τις τριακόσιες γυναίκες του χαρεμιού.

Κυρίως, όμως, τον χαρακτηρίζει ο τυφλός έρωτας για την Ρόσα Σολιμάνα (δηλ. την περίφημη Ροξελάνα η οποία, για λόγους εντυπωσιασμού στο έργο, αντικαθιστά την Νουρμπανού Σουλτάνα),2 όπου τον ωθεί μέχρι την ταπείνωση, αναγκάζοντάς τον να γονατίσει μπροστά της και να της προσφέρει τα πάντα:

 

Τον ήλιο ζητήστε, κι αν μετά 121
ο ήλιος δεν αλλάξει θέση,  
εγώ στα πόδια σας τον φέρνω,  

Εξοργίζεται με τις συμβουλές των πασάδων του (Mustafá, Pialí και Ουτσαλί, σε σημείο που τους απειλεί με θάνατο.

Σελίμ      ΄Ατιμο σκυλί,  
                  ακριβώς γι’ αυτό που λες    
                  θα χυθεί το βρωμερό σου αίμα! 395

 

Το φάντασμα του πατέρα του, που τον επιπλήττει για την οκνηρία του και την έλλειψη αρεϊκού φρονήματος, του προκαλεί πανικό και, στη συνέχεια, αλλαγή στάσης που με τη σειρά της εγκαινιάζει μια περίοδο πολεμικών συγκρούσεων:

 

Σελίμ        Μπρος, στρατιώτες, να βγουν τα λάβαρά μου!  
                  Όχι, όχι άλλη απραξία· τρέμε, χριστιανέ, 580
                  τρέμετε γιε του Πέμπτου και Πίε Πέμπτε,  
                  Ούγγαρε και Βενετσιάνε επίσης,  
                  τη δύναμή μου σήμερα θα δει ο κόσμος·  

Η στάση του αλλάζει ακόμη και απέναντι στη Ρόσα Σολιμάνα, την οποία κάποια στιγμή αποπέμπει, ενώ αργότερα φέρνει και άλλη ερωτική σύντροφο (Φάτιμα) με πρόθεση να απολαμβάνει ταυτόχρονα και τις δύο. Οι στρατηγοί του κατακρίνουν έντονα το γεγονός ότι η πολιτική του καθορίζεται από δύο γυναίκες.

Αρνητικά παρουσιάζεται επίσης η αθέτηση του λόγου του για ειρήνη με τη Βενετία, στην οποία αποστέλλει τελεσίγραφο για να του παραδοθεί η Κύπρος και, στη συνέχεια, διατάζει την κατάληψη του νησιού.

Στην Τρίτη Πράξη, η παρουσία του είναι ελάχιστη, όμως αρκετή για να τονίσει και πάλι τον αδύναμο χαρακτήρα του:

Σελίμ           Σολιμάνα, η τιμή μου  
                     κρέμεται από μία μέρα 2065
                     που κάποια συμφορά θα φέρει·  
                     και αφού η τύχη είναι τροχός,  
                    κανείς εμπιστοσύνη δεν της έχει.  

Όταν πρέπει να αποφασίσει για τη ναυμαχία στη Ναύπακτο, για μια ακόμη φορά προσφεύγει στη συμβουλή των δύο γυναικών του, οι οποίες του λένε ανεπιφύλακτα να δώσει τη μάχη.

Σε αντιπαράθεση με τη χριστιανική αρετή του Δον Χουάν του Αυστριακού και την αγάπη του για τον Θεό, ο Σελίμ παρουσιάζεται ως ένας απόλυτος σκλάβος του χυδαίου έρωτα (της venus vulgaris), που λατρεύει την οδαλίσκη του φτάνοντας σε σημείο να γονατίζει μπροστά της και να λέει:

Σελίμ   Λέει ένας φίλος αχλ αλ-χαντίθ 104
             πως ο Αλλάχ είναι παντού,  
            και εγώ δεν αντιλέγω·  
            αφού ο δικός μου είστε ο Αλλάχ,  
            όπου κι αν πάω μαζί μου είστε.  

Ο έρωτας ριζώνει «στο μέρος της ψυχής όπου, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, βρίσκονται η μνήμη και η φαντασία, δηλαδή στην αισθητική ψυχή». Ο σουλτάνος δεν μπορεί να περάσει από την venus vulgaris στην ουράνια και, συνεπώς, είναι ανίκανος για οποιαδήποτε λογική πράξη, γεγονός που αποβαίνει μοιραίο για τα τουρκικά όπλα.3

Ρόσα Σολιμάνα

Ο Σελίμ ήρθε σε νόμιμο γάμο με την οδαλίσκη, Νουρμπανού Σουλτάν, που λέγεται ότι ήταν βενετικής καταγωγής και ονομαζόταν Cecilia Venier Baffo, ή Rachel (ή Kale Katenou). Ο Λόπε ντε Βέγκα υποκαθιστά το όνομά της με αυτό της Ρόσα Σολιμάνα, που παραπέμπει ευθέως στην περίφημη Ροξελάνα,4 η οποία ήταν μητέρα του και σύζυγος του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. Η επικρατέστερη θεωρία υποστηρίζει ότι ήταν πολωνικής καταγωγής και θυγατέρα ορθόδοξου ιερέα, που από σκλάβα έφτασε να γίνει σουλτάνα.

Η αιτία αυτής της αλλαγής του ονόματος είναι διπλή:

α) Η θρυλική μορφή της Ροξελάνας, για την οποία ο Σουλεϊμάν έτρεφε έναν παράφορο έρωτα και πάθος, τον σημάδεψε σε όλη του τη ζωή. Το πάθος αυτό συνετέλεσε ώστε, επί 30 έτη, να καταστεί απόλυτη κυρία του χαρεμιού και μία από τις γυναίκες με τη μεγαλύτερη εξουσία στην ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επενέβαινε στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική του κράτους και έκρινε τη τύχη των ανθρώπων που περιέβαλλαν τον σουλτάνο. Η εποχή της έμεινε στη συλλογική μνήμη ως «το σουλτανάτο των γυναικών».5΄Ένα από τα πέντε παιδιά της ήταν ο μετέπειτα σουλτάνος Σελίμ Β΄.

β) Η φήμη της ομορφιάς της σε όλη την Ευρώπη, γεγονός στο οποίο συνέβαλε η λογοτεχνία,6 η μουσική,7 τα θεατρικά έργα και τα διάφορα μυθιστορήματα στα ουκρανικά, τα αγγλικά και τα γαλλικά. Στην Ισπανία αναφέρεται σε διάφορα έργα, όπως του Λόπε ντε Βέγκα.8

O περίφημος πίνακας του Τιτσιάνο ο οποίος, κατόπιν αιτήματος του Σουλεϊμάν, στάλθηκε από τη Βενετία για να απαθανατίσει την μορφή της, γνώρισε πολλαπλά αντίγραφα που συνέτειναν να κορυφωθεί η φήμη της Ροξελάνας σε όλη την Ευρώπη. Ο Λόπε ντε Βέγκα εντυπωσιάστηκε τόσο από αυτόν, που στον Ιερό Συνασπισμό εντάσσει μια ολόκληρη σκηνή στη Σύγκλητο της Βενετίας, η οποία δέχεται τον ζωγράφο για να τον συγχαρεί για το έργο.9 Ο συγγραφέας δείχνει να είναι μαγεμένος με το πορτραίτο της Ροξελάνας, που ζωγράφισε ο Τιτσιάνο, γεγονός που αντανακλάται και σε άλλα έργα του. Ο ερωτικός της χαρακτήρας και η ομορφιά της, περίφημη σε όλη την Ευρώπη, είναι ο λόγος που ο Λόπε ντε Βέγκα επιλέγει να υποκαταστήσει την πραγματική σύζυγο του Σελίμ προκαλώντας, με αυτόν τον τρόπο, μεγαλύτερη αίσθηση στον θεατή, ο οποίος απλά έχει ακούσει για την ιστορία της περίφημης σουλτάνας.

Τιτσιάνο, Η σουλτάνα Ρόσα (1550), Μουσείο Ringling της Sarasota.

Στο Ο Ιερός Συνασπισμός, η Ρόσα Σολιμάνα παρουσιάζεται ως άτομο έξυπνο και ρεαλιστικό που ζητά από τον Σελίμ να μετριάσει το πάθος του και να μην παραμελεί τις υποχρεώσεις του ως μονάρχης. ΄Οταν ο Σελίμ επιπλήττει τους στρατηγούς του η ίδια βάζει φρένο στην οργή του, διότι αντιλαμβάνεται πως οι τελευταίοι του μιλούν σαν πιστοί υπήκοοι.

Σελίμ                     Αχ, σκύλε, φύγε·    
                    γιατί τη φαρμακόγλωσσά σου θα πω    
                    σʼ αυτές τις πόρτες να καρφώσουν!    
                    Πώς σου φαίνεται αυτό;    
Ρόσα           Μη θυμώνεις, κάν’ το για μένα!    
Σελίμ          Γαλήνη έβαλες στο θυμό μου. 305  
   
Ρόσα           Πολύ σʼ ευγνωμονώ    
                    που το θυμό συγκράτησες.    
                    Καλόπιστα σου μίλησαν.    
Σελίμ           Ξέρεις εσύ πόσο σε θέλω;    
Ρόσα           Ήρεμη την αγάπη σου τη θέλω, 310  
                    για να ρυθμίζεις πρώτα απʼ όλα    
                    του κράτους σου τις υποθέσεις.    

Όταν ο Σελίμ βλέπει το φάντασμα του πατέρα του και αλλάζει στάση, η Ρόσα αντιδρά. Αντιδρά ακόμη περισσότερο, όταν εμφανίζεται η νέα του ερωμένη, γιατί νιώθει ότι χάνει την επιρροή της επάνω του.

Ρόσα     ΄Οταν οι άνδρες στο κρεβάτι  
               έχουν ό,τι πια δεν θέλουν  
               κι ό,τι πια τους νευριάζει, 615
               σαν τους αρρώστους κάνουν,  
               και σκιές και θανάτους βλέπουν.  
         ………  
               Χθες ο Μέγας Κύρης ήσουν,  
               όχι γιατί όλη την Ασία,  
               μα γιατί τον έρωτά μου είχες. 630
               Πόσο καλά βολεύεται ο Σελίμ,  
               απορρίπτοντας τόση αγάπη!  

 

Μουσταφά

Ο Λάλα Καρά Μουσταφά Πασάς (περίπου 1500-1580) ήταν ο αρχιστράτηγος του οθωμανικού στρατού της ξηράς στην εισβολή της Κύπρου.

Λάλα Καρά Μουσταφά Πασάς.

Είναι ο πρώτος που βγαίνει στη σκηνή και συμβουλεύει το σουλτάνο να συνεχίσει τους πολέμους εναντίον των Χριστιανών, προκαλώντας την οργή του. Στη συνέχεια, όμως, ο Σελίμ τον στέλνει πρέσβη στη Βενετία για να απαιτήσει την παράδοση της νήσου.

Ο Αλή τον διαβάλλει στον Σελίμ ότι δήθεν δεν έδρασε δυναμικά, επειδή έγινε μαλθακός εξαιτίας της αγάπης του για την Κωνσταντία.

Αλή             Με τόση δειλία  
                    μίλησε στη Βενετιά,  
                    που απʼ τη Γερουσία έφυγε 1170
                    ντροπιασμένος, άσχημα κι αργά.  
                    ………….  
                    Έχασε τον μπούσουλά του  
                    κι έπεσε τόσο χαμηλά· 1195
                    γιατί όντας στρατηγός  
                    ασήμαντος είναι εραστής  
                    με μια σκλάβα ερωτευμένος,  
                   αφέντης της και γητευτής.  

Ο συγγραφέας μεταφέρει εδώ την πραγματική αντιπαλότητά μεταξύ των δυο αξιωματούχων, στο πλαίσιο της διαμάχης τους για την όμορφη Κύπρια, την οποία αμφότεροι διεκδικούν. Η επέμβαση του Ουλούτς Αλή θα φέρει την ομόνοια μεταξύ τους, ενώ ο Σελίμ, για να αμβλύνει την αντιπαλότητα, μοιράζει τις αρμοδιότητες με σολομώντειο τρόπο:

Σελίμ      Αλή, παρʼ τον στόλο μου και φύγε, 1269
               αμιράλη στη θάλασσα σε κάνω.  
               …………  
               Ετσι θέλω να μονιάσουν:  
               να ʼναι κι Μουσταφά επίσης  
               στρατηγός στον πόλεμο αυτόν· 1325
               στη θάλασσα εσύ και στη ξηρά αυτός.  

Μετά την άλωση της Λευκωσίας, ο Μουσταφά αρχίζει την πολιορκία της καλά οχυρωμένης Αμμοχώστου. Στη συνέχεια, παρουσιάζεται ως επιεικής και γενναιόδωρος. Εντυπωσιασμένος από το θάρρος και το ήθος της Κωνσταντίας και του Λεονάρδου, τους αφήνει ελεύθερους μαζί με το παιδί τους. Στην πραγματικότητα, όμως, έμεινε γνωστός για τις θηριωδίες του μετά την κατάληψη της πόλης, και ιδιαίτερα στο πρόσωπο του διοικητή της, Μαρκαντώνιο Μπραγαδίνο. Στην περίπτωση αυτή ο Λόπε ντε Βέγκα δεν σιωπά τον άδικο και οικτρό θάνατο που έδωσε στον ανδρείο υπερασπιστή της πόλης:

Κρουθ     Τον Βραγαδίνο, των πολιορκημένων αρχηγό, 2311
                 ζωντανό τον έγδαρε σαν τον Βαρθολομαίο,  
                 και κρέμασε το τομάρι του σε ένα στύλο.  
 Σότο      Αχ, βάρβαρε, σκληρέ φονιά!  
               Μα γιατί τόσο αργεί εκδίκηση 2315
              να πάρει του Ισπανού το χέρι;  

Τα πενήντα χρόνια που μεσολάβησαν από τα ιστορικά γεγονότα, επιτρέπουν στον Λόπε ντε Βέγκα να παρουσιάσει τον αιμοσταγή κατακτητή της Αμμοχώστου ως κωμικό πρόσωπο, θολωμένο από τον έρωτα για την Κωνσταντία, της οποίας τα φρονήματα και την χριστιανική αρετή δεν κατάφερε τελικά να κάμψει. Πρόκειται για ένα μοτίβο που παρουσιάζεται συχνά στη θεματική της αιχμαλωσίας όσον αφορά τη λογοτεχνία του Χρυσού Αιώνα.

Στην τρίτη Πράξη, ο Μουσταφά φαίνεται αποφασισμένος να συγκρουστεί με τον χριστιανικό στόλο στη Ναύπακτο, διότι διαφορετικά η προσβολή θα έπεφτε στο πρόσωπο του κυρίου του, όπως είχε συμβεί και με τον πατέρα του στο παρελθόν:

Σαν υποχώρησε κάποτε στη Βιέννη εκεί  
ο Σελίμ, του Μέγα Κύρη ο κραταιός πατέρας,  
στην Ιταλία και στην Ισπανία ακόμη λεν  
πως από φόβο το ʼκανε, κι έμεινε ντροπιασμένος. 2250

Εδώ πρόκειται για αναχρονισμό του Λόπε του Βέγκα που αποδίδει την πολιορκία της Βιέννης στον Σελίμ Α΄, ενώ στην πραγματικότητα ήταν έργο του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή.

Πιαλί

Ο Πιαλί Πασάς (1515-1578), γνωστός στη Δύση ως Piyale Pasha, Piale Pasha, υπήρξε ένας από τους πλέον επιφανείς στρατιωτικούς στη ναυτική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

 

Προτομή του Πιαλί Πασά. Κωνσταντινούπολη.

Το 1554 εισέβαλε στα νησιά ΄Ελβα και Κορσική και το 1555, συνέδραμε τον γαλλικό στόλο για να αποκρούσει την εισβολή του ισπανικού στη Γαλλία. Κατά τη διάρκεια του 1558 υπήρξε ο τρόμος των χριστιανικών ακτών της δυτικής Μεσογείου (κυρίως της Ιταλίας και της Ισπανίας). Ο Φίλιππος Β΄ της Ισπανίας αντέδρασε συστήνοντας μια συμμαχία των χριστιανικών ναυτικών δυνάμεων, ο στόλος της οποίας καταστράφηκε από τον Πιαλί Πασά, στη ναυμαχία της Djerba (1560) στα βόρεια παράλια της Αφρικής. Επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη ο Πιαλί έγινε δεκτός με τιμές και παντρεύτηκε μία κόρη του μετέπειτα σουλτάνου Σελίμ Β΄.

Το 1563 κατέλαβε προσωρινά τη Νάπολη και το 1565 ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Α΄, του ανέθεσε μαζί με τους Λάλα Μουσταφά Πασά και Τουργκούτ Ρέις, την επιχείρηση για την κατάληψη της Μάλτας, που όμως κατέληξε σε αποτυχία. Το 1566 κατέκτησε τη Χίο και πραγματοποίησε επιθέσεις στην Απουλία. Το 1568 κατέλαβε το αξίωμα του βεζύρη.

Το 1570-1571 έλαβε μέρος στην κατάκτηση της Κύπρου. Μετά την ήττα στη Ναύπακτο, κλήθηκε να αναλάβει την αναδιοργάνωση του οθωμανικού στόλου, την οποία και έφερε σε πέρας εντός ενός έτους.

Η παρουσία στο έργο είναι μικρή και περιορίζεται στο να συμβουλέψει, ανεπιτυχώς, τον Σελίμ να αφήσει την τρυφηλή του ζωή που ευνοεί τους Χριστιανούς.

Πιαλί      Ράθυμο πολύ σε βλέπω, 255
                αφέντη εσέ που κυβερνάς  
                μεγάλο μέρος του κόσμου  
               απʼ το Νείλο ως τον Γάγγη  
                  ……  
               Στην αγκαλιά της Σολιμάνας, 271
               ξέγνοιαστος, αφέντη, κείσαι,  
               επιτρέποντας με τη ραστώνη  
               τους χριστιανούς να ησυχάζουν.  
             ………  
                Στρέψε, αφέντη, τη ματιά σου 291
                στις αείμνηστες τις πράξεις  
                που ʼκαναν οι πρόγονοί σου.  
   
Σελίμ      Αχ, σκύλε, φύγε· 300
               γιατί τη φαρμακόγλωσσά σου θα πω  
               σʼ αυτές τις πόρτες να καρφώσουν!  

Ο Σελίμ του ανέθεσε να λεηλατήσει τα παράλια των χριστιανικών ακτών και στη ναυμαχία της Ναυπάκτου πήρε μέρος υπό τις διαταγές του Αλή Πασά.

Σελίμ      Ξεκίνα λοιπόν. Κι εσύ, Πιαλή, 700
               με την καλοκαιριά του θέρους,  
              τρέξε σ’ εκείνες τις ακτές· να με τρέμει ο χριστιανός.  
               Η αρμάδα μου, στο πλατύ το πέλαγος στρωμένη,  
               φόβος να γίνει τ’ ουρανού και τʼ άστρα να αγγίξει ·  
                με νέα εφόδια και καλά εξοπλισμένη, 705
                να κάνει τις άλλες να κρυφτούν·  
                κόλπους, κανάλια κι όρμους να διαβεί  
                κι ο κίνδυνος παντού να ξεπροβάλει.  
Πιαλί       Ω, λόγια βασιλικά και ηρωικά,  
                με το μεγαλείο της ψυχής σου ίσα 710
                προάγγελοι εκλεκτοί για νίκες.  

Αλή

Γνωστός με το όνομα Αλή Πασάς (Müezzinzade Ali Paşa) ήταν αξιωματικός του οθωμανικού στόλου και έλαβε μέρος σε διάφορες ναυμαχίες (Djerba και Μάλτας). Κατόρθωσε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Σελίμ Β΄, ο οποίος τον πάντρεψε με μία από τις θυγατέρες του και του περιέβαλε με σημαντικό ρόλο στην εκστρατεία κατάκτησης της Κύπρου.

Διετέλεσε αρχιναύαρχος του οθωμανικού στόλου στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, όπου έφερε το τεράστιο πράσινο λάβαρο που του έδωσε ο σουλτάνος (γνωστό ως «Σημαία των χαλίφηδων»). Η ναυαρχίδα του, Σουλτάνα, συγκρούστηκε μετωπικά με αυτή του Δον Χουάν του Αυστριακού. Στη μάχη που επακολούθησε, δέχθηκε μια σφαίρα στο κεφάλι, το οποίο στη συνέχεια καρφώθηκε σε ένα κοντάρι, γεγονός που συνέβαλε στην αποκαρδίωση των Τούρκων στρατιωτών, ενώ φαίνεται πως προκάλεσε και τη μεγάλη δυσαρέσκεια του Δον Χουάν του Αυστριακού.10

Ζωγραφιά με εικόνα του Αλή Πασά. Στο βάθος διακρίνεται το κεφάλι στου καρφωμένο στο δόρι.

Δεν εμφανίζεται στη σκηνή μέχρι τη δεύτερη Πράξη, όπου αποκαλεί δειλό και αδύναμο χαρακτήρα τον Μουσταφά, επειδή απέτυχε να αναγκάσει τη Βενετία να παραδώσει την Κύπρο στον σουλτάνο εξαιτίας της προσοχής του, περισσότερο στραμμένης στην όμορφη Κωνσταντία.

Ουλούτς Αλή11

Ο Uluç Ali Paşa ή Kiliç Ali Paşa, γεννήθηκε στην Καλαβρία, όπου πιάστηκε αιχμάλωτος από τουρκο-βερβερίνους κουρσάρους. Απέκτησε την ελευθερία του αλλαξοπιστώντας στο Ισλάμ. έλαβε μέρος στην εκστρατεία της Djerba (1560) εναντίον των Ισπανών και στην αποτυχημένη πολιορκία της Μάλτας (1565). Κατέκτησε το Τούνεσι από τους Ισπανούς (1570), εκμεταλλευόμενος την εξέγερση των Αράβων της Γρανάδας και της Αλπουχάρρα. Επέζησε στη ναυμαχία της Ναυπάκτου, όπου διακρίθηκε στη μάχη και έφερε στον Σελίμ, ως τρόπαιο, το λάβαρο του Τάγματος των Ιπποτών της Μάλτας, που απέσπασε από την ναυαρχίδα τους. Έλαβε στη συνέχεια το αξίωμα του αρχιναυάρχου (καπουδάν πασά) και επανάκτησε το Τούνεσι από τους Ισπανούς το 1574. Είχε φήμη ηθικού και δίκαιου ανθρώπου που συμπεριφερόταν με ανθρωπιά στους αιχμαλώτους.

Γκραβούρα του Ουλούτς Αλή, αντιβασιλέα στο Αλγέρι.

Στο έργο, ο Ουλούτς Αλή υπενθυμίζει στον Σελίμ τον κίνδυνο που παρουσιάζουν για τα συμφέροντά του η Βενετία και ο Πάπας Πίος Ε΄.

Ουλούτς Αλή      Αφέντη,  
                     που στην αμέτρητη παλληκαριά σου  
                     γονατίζει ο κόσμος όλος, άδικο είναι 340
                     με δυσαρέσκεια να ακούς  
                    αυτόν που μιλάει με τόση αγάπη.  
             .      ………  
                    Με τη Βενετιά, πριν ένα χρόνο,  
                   ορκίστηκες ειρήνη για να ζήσεις  
                   μια ζωή που την τιμή σου ατιμώνει· 350
                   και την αλήθεια για να πω,  
                   δειλή και άμυαλη ειρήνη ήταν.  
                   Γιατί έτσι οι Βενετσιάνοι,  
                   σίγουροι για την ισχύ τους,  
                   με ακόπιαστα τα χέρια, 355
                   ξέρουν, αφέντη, πως θα γίνουν  
                   συμμορίες χριστιανών.  
                   Ο Πάπας, ο Πίος ο Πέμπτος,  
                  τους κινεί, και κατάδηλο είναι  
                  πως κάποιο κακό θα κρύβει, 360
                  κοίτα λοιπόν μη σου ξεφύγει  
                  η κατάσταση μέσα απʼ τα χέρια.  

Παρεμβαίνει στη διαμάχη του Μουσταφά και του Αλή για την Κωνσταντία και προσπαθεί να πείσει τον λοχαγό Λεονάρδο να παραδώσει την πόλη της Λευκωσίας και σε αντάλλαγμα να πάρει τη γυναίκα του και το παιδί του. Μπρος στην άρνηση του τελευταίου, αποφασίζει να τους σκοτώσει, όμως, ο Μουσταφά επαινεί την ανδρεία και τον πατριωτισμό του και απελευθερώνει την Κωνσταντία και το παιδί.

Ο Ουλούτς Αλή διαβλέπει τον κίνδυνο που εγκυμονεί η σύγκρουση με τον χριστιανικό στόλο και προσπαθεί, χωρίς επιτυχία, να μεταπείσει τους υπόλοιπους αρχηγούς οι οποίοι τον κατηγορούν για δειλό και φιλικό προς τους χριστιανούς εξαιτίας της καταγωγής του.

Μουσταφά      Αλή, αφού ο Ουτσαλή χριστιανός ήταν πρώτα, 2240
                          πρέπει να ʼχει ακόμη ψυχή χριστιανική·  
                         τον χριστιανό κοιτάζει, που αν και ηττημένο,  
                         αυτός του προσφέρει το χέρι και τη νίκη.  

Υποτιμητικά αντιμετωπίζεται επίσης από τους πολιορκημένους στη Λευκωσία:

Στρατιώτης        Τι ζητάει ο σκύλος  
                              που αρνήθηκε τον βασιλιά του;  
   
Ουλούτς Αλή     Αν γι’ αμάρτημα σού μοιάζει,  
                           στο Θεό θα δώσω λόγο.  
                           Φώναξε τον λοχαγό Λεονάρδο.  

Μετά από τη μάχη, όπου πολέμησε με ανδρεία, οπισθοχωρεί και τώρα ο συγγραφέας τον βάζει να καταφέρεται σκληρά ενάντια στο Ισλάμ.

Ουλούτς Αλή  Εκτός απʼ τον Μωάμεθ, με τι πρόσωπο  
                         θα εμφανιστούμε μπρος στον Μέγα Κύρη;  
                         Πως ο Θεός τον Φίλιππο φυλάει θα πούμε  
                         ή πως ο Πίος ο Πέμπτος άγιος είναι.  
                        Κι η γη ακόμη ακριβά πουλιέται εδώ· 2765
                        Τα πανιά ανοίξτε και χτυπήστε τα κουπιά,  
                        τον Μωάμεθ απαρνούμαι, στο Αλγέρι να με πάτε,  
                        ή στη Μέκκα, τα κόκκαλά του για να βρω εκεί.  

Σε γενικές γραμμές, και παρά την διακωμώδηση των μουσουλμάνων αρχηγών, ο Λόπε ντε Βέγκα δείχνει σεβασμό στο πρόσωπο του Ουλούτς Αλή, τον οποίο αποκαλεί «βασιλιά στο Αλγέρι» και αποφεύγοντας τους χαρακτηρισμούς «πειρατής» και «εξωμότης». Στα σημεία όπου επεμβαίνει ο Ουλούτς Αλή, ο συγγραφέας παραμερίζει τη χριστιανική προπαγάνδα και, παραδόξως, παρουσιάζει ένα πρόσωπο που, αν και αρνησίθρησκος, είναι ένας καλός μουσουλμάνος πολεμιστής που ταυτόχρονα διατηρεί χριστιανικές αρετές. Παρά τις θηριωδίες ενάντια στους χριστιανούς, που διάφοροι συγγραφείς της εποχής περιγράφουν για τον Ουτσαλή,12 ο Λόπε τον παρουσιάζει ως ευγενή μορφή, γεγονός που πιθανότατα οφείλεται στην εκτίμηση που έτρεφε γι΄ αυτόν ο Φίλιππος Β΄, ο οποίος μια δεκαετία πριν τη ναυμαχία της Ναυπάκτου του είχε προτείνει να προσχωρήσει στην υπηρεσία του.

Δον Χουάν13

Ο Δον Χουάν ο Αυστριακός (1547-1578), ετεροθαλής αδελφός του Φίλιππου Β΄, υπήρξε το υπόδειγμα του χριστιανού πρίγκιπα στην Ισπανία. Στη σύντομη ζωή του επέδειξε την πίστη του στον αδελφό του και συμμετείχε σε δύσκολες εκστρατείες: Ιταλία (1572), Τούνεσι (1573), Κάτω Χώρες (1576-1578), εξέγερση των Αράβων της Γρανάδας και της Αλπουχάρρα (1567-1570). Η τελευταία, της οποίας ηγήθηκε, τον προετοίμασε να αναλάβει την αρχηγία του συμμαχικού χριστιανικού στόλου στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου.

Juan Pantoja de La Cruz, Δον Χουάν ο Αυστριακός (1567), Monasterio de las Descalzas Reales de Madrid.

Στον Δον Χουάν συγκλίνουν όλοι οι παράγοντες που προέρχονται από την λόγια επική παράδοση της Αναγέννησης: ο χριστιανός ήρωας που οφείλει αγάπη πρώτα στον Θεό και στην θεϊκή αποστολή, και που είναι ικανός για τα μεγαλύτερα κατορθώματα. Η μορφή του, συνεπώς, είναι η εμφανής αντίθεση με τους Τούρκους, βυθισμένους σε σαρκικές απολαύσεις που τους εκθηλύνουν. Στις αρετές του βρίσκονται το θάρρος (φυσικό, ηθικό και νοητικό), η αριστεία, το κάλλος, η δύναμη, η επιδεξιότητα. ΄Εχει το χάρισμα του λόγου, που τον καθιστά ικανό να ενώσει όλα τα έθνη που απαρτίζουν τον συμμαχικό στόλο.

Στη σκηνή εμφανίζεται στην Τρίτη Πράξη, περιτριγυρισμένος από τους αρχηγούς των δυνάμεων των διαφορετικών κρατών που συμμετέχουν στην εκστρατεία. Πρώτα υπερασπιζόμενος το δικαίωμα της Ισπανίας να έχει το γενικό πρόσταγμα στον συμμαχικό στόλο και την αφοσίωσή του στον αδελφό του:

Σουριάνο       Δεν είναι λογικό τον στρατηγό να ορίσει  
                       εκείνη που τον πόλεμο της κάνει ο Τούρκος,  
                      κι από την γη της ο στρατηγός να είναι; 1415
                     Σημαντικός και πειστικός ο λόγος είναι.  
   
Δον Χουάν      Στο εγχείρημα αυτό πιο πολλά βάζει ο Βασιλιάς.  
   
Ροζάλες           (Πως ο Συνασπισμός διαλύεται σκέφτομαι τώρα.)  
   
Μάρκο              Η Εκκλησία προηγείται.  
   
Δον Χουάν      Απʼ άλλα έθνη  
                          καλύτερα γνωρίζει ο Ισπανός 1420
                          πως μόνο εδώ το κοσμικό προέχει.  
   
Μάρκο            Ο Πάπας πρέπει να ηγείται.  
   
Δον Χουάν      Δυο λόγοι  
                        μόνο με κινούν.  
   
Σουριάνο         Ποιοι είναι;  
   
Δον Χουάν      Πως υπακοή του δίνω,  
                αν στην υπακοή το εγχείρημα βασίζεις.  
   
Σουριάνο         Και ποιός είν’ ο άλλος; 1425
   
Δον Χουάν      Πως δεν κάνω κάτι  
                     που ο Φίλιππος δεν το προστάζει.  

Πριν τη μάχη, γονατιστός και κρατώντας τη σημαία του Πάπα Πίου Ε΄ παρακαλεί τον Χριστό, ωσάν να πρόκειται για έναν επικό χριστιανό ήρωα:

Δον Χουάν   Το όνομά σας, κύριε, τον Τούρκο τον σκιάζει, 1395
                       και το αίμα σας καθάριο και θείο είναι,  
                      στον ήλιο σας μπροστά, σκιές φαντάζουν τʼ άλλα.  
                      Στου οικοσήμου σας το άκουσμα,  
                     ο κόσμος υποκλίνεται και διαλαλεί  
                    πως είναι η ουράνια και σεπτή φωνή. 1400
                    Γνωρίζω πως ο καθολικός μονάρχης,  
                   που τον οίκο των Κολόνα συμπαθεί,  
                  ξέρει πως Κολώνα για την Εκκλησία είστε·  
                  μα για τον ηγεμόνα ο πρέπων σεβασμός  
                  που η Εκκλησία για το στέμμα έχει τώρα, 1405
                  θέλει να κάνει στρατηγό όποιον αυτός ορίσει.  

Ο Δον Χουάν είναι η εκ διαμέτρου αντίθεση του σουλτάνου: η επιβολή του Άρη επί της Αφροδίτης (Venus Vulgaris), γεγονός που θα του δώσει τη δύναμη και το σθένος για να νικήσει τις δυνάμεις του σουλτάνου. Η φήμη του καλού κ΄αγαθού νέου προκαλεί την προσοχή ακόμη και της Ροξελάνας, η οποία ζητάει να της φέρουν ένα πορτραίτο του χριστιανού στρατηγού.

Ρόζα       Πες, 2170
               διακρίνονται όλα αυτά στον Δον Χουάν;  
   
Mαμί      Αυτά είδα στο πορτραίτο  
               κι αυτά για τη φήμη ξέρω.  
   
Ρόζα     ΄Οταν γυρίσεις, δεν μας φέρνεις  
                του Δον Χουάν κανένα πορτραίτο; 2175
   
Mαμί      ΄Οχι! Εκτός κι αν μπαξίσι δίνεις…  
   
Ρόζα        Το στήθος μου άδικο δεν θα ʼναι.  
   
Mαμί       Και τι το θέλεις;  
   
Ρόζα        Να το δω, τίποτα άλλο.  
   
Φατίμα    Παράξενες είναι οι πεθυμιές σου.  
   
Ρόζα        Φατίμα, λύπηση μου προκαλεί 2180
                να μη μπορώ να δω ό,τι παινεύουν.  
   
Φατίμα     Και πού θες να το βάλεις σκέφτεσαι;  
   
Ρόζα        Στις κόρες των ματιών μου.  

Πάπας Πίος Ε΄14

Ο κατά κόσμον Antonio Michele Ghislieri (1504-1572), φόρεσε τα άμφια του μοναχού σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, στο Τάγμα των Δομινικανών. Το 1528 χρίστηκε ιερέας και εγκαταστάθηκε στην Παβία. Σύντομα ασχολήθηκε με θεολογικά θέματα ενάντια στους αιρετικούς της εποχής του και εισχώρησε στην Ιερά Εξέταση στο Κόμο. Στη συνέχεια εξελέγη επίσκοπος του Σούτρι και Νέπι και Γενικός Κομισάριος της Ιεράς Εξέτασης της Ρώμης.

Bartolomeo Passarotti, Πορτραίτο του Πάπα Πίου Ε΄, c. 1566, Walters Art Museum, Βαλτιμόρη, ΗΠΑ.

Το 1566 διαδέχθηκε τον Πάπα Πίο Δ΄ και συνεκάλεσε την Δίαιτα του Άουγκσμπουργκ, με σκοπό να επιβάλει τις αποφάσεις της Συνόδου του Τρέντο στα καθολικά κρατίδια της Γερμανίας, σηματοδοτώντας έτσι την καθολική αντιμεταρρύθμιση και την ηθική και πνευματική ανανέωση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, αλλά και των κοσμικών καθολικών, όπου προσπάθησε να βελτιώσει τα ήθη και να εξυγιάνει τη ζωή των ανθρώπων των αστικών κέντρων.

Το 1567 αναγόρευσε σε άγιο τον Θωμά τον Ακινάτη, επέβαλε ως μοναδική την γρηγοριανή λειτουργία (που επιβίωσε μέχρι τις μέρες μας) και ανασυγκρότησε την Ιερά Εξέταση.

Ανακήρυξε την επικράτηση της Εκκλησίας της Ρώμης και του Πάπα επί των πολιτικών αρχών και όσων τις κατείχαν. Το 1570 ήρθε σε ανοιχτή ρήξη με την Ελισάβετ Α΄ της Αγγλίας (1558-1603), την οποία ανακήρυξε αιρετική και απάλλαξε τους υπηκόους της από την απαιτούμενη υπακοή. Ενέπλεξε άμεσα την Εκκλησία στους ιερούς πολέμους της Γαλλίας ενάντια στους Ουγενότους.

Υπήρξε ο πραγματικός δημιουργός του Ιερού συνασπισμού ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, δίνοντας στην επιχείρηση έναν καθαρά θρησκευτικό χαρακτήρα. Για να αποφευχθούν παρεκκλίσεις από τα συμφωνηθέντα, όρισε την ποινή του αφορισμού για όσους παραβαίνουν τους όρους, την αμφισβήτηση των περιουσιών τους και την απαλλαγή του όρκου υπακοής στους υπηκόους τους.

Στο θέμα του εποικισμού της Αμερικής από τα ευρωπαϊκά κράτη, επέτρεψε την χρήση βίας σε βάρος των ιθαγενών με σκοπό να καταπολεμήσει πρακτικές ενάντια στο φυσικό δίκαιο: φόνος, ανθρωποφαγία, ειδωλολατρία, μαγεία, μέθη.

Στη Ρώμη ανέθεσε στον ζωγράφο Daniele da Volterra να καλύψει μερικώς τις γυμνές μορφές που ζωγράφισε ο Μιχαήλ Άγγελος στην Καπέλα Σιστίνα.

Πέθανε από καρκίνο το 1572 λίγους μήνες μετά τη νίκη των χριστιανικών δυνάμεων στη Ναύπακτο.

Παρά τα σκληρά μέτρα που έλαβε, είχε φήμη ανθρώπου καλοσυνάτου και καλόκαρδου, ενώ παράλληλα προκαλούσε τον θαυμασμό για την έντονη πνευματική του ζωή και τον ελεήμονα χαρακτήρα του. Το 1712 ο Πάπας Κλήμης ΙΑ΄ τον ανακήρυξε όσιο.

Στο έργο του Λόπε παρουσιάζεται ως άγιος άνθρωπος και ως ο καλύτερος ποντίφικας που είχε ποτέ η Εκκλησία. Αναφέρονται κάποια πραγματικά στοιχεία για τη ζωή του, κυρίως ως ιεροεξεταστή (γεγονός που τον έφερνε κοντά στον Φίλιππο Β΄, προστάτη της Ιεράς Εξέτασης), ενώ φαίνεται μόνο μια φορά στη σκηνή, αμέσως πριν τη ναυμαχία, προσευχόμενος γονατιστός για την θεϊκή παρέμβαση στη μάχη.

Juan de Toledo, Θεία αποκάλυψη στον άγιο Πίο Ε΄ για τη νίκη του Ιερού Συνασπισμού στη Ναύπακτο.

Βασιλιάς Φίλιππος

Ο Φίλιππος Β΄ (1527-1598) γιος του αυτοκράτορα Καρόλου Ε΄ (και Α΄ της Ισπανίας), βασίλεψε από το 1558 ως τον θάνατό του το 1598. Από το θάνατό του και μετά η ιστορία τον αντιμετώπισε διττά: α) ως πρότυπο αρετής και β) ως φανατικό και δεσποτικό χαρακτήρα, γεγονός που υποβοηθήθηκε από την άρνησή του να γραφούν βιογραφίες του εν ζωή του, ενώ διέταξε και την καταστροφή της αλληλογραφίας του. Κατά τη βασιλεία του η ισπανική Αυτοκρατορία γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή της, δεδομένου ότι οι κτήσεις της απλώθηκαν σε όλες τις ηπείρους.15 Στη πραγματικότητα υπήρξε η ισχυρότερη δύναμη στον κόσμο. Στο εσωτερικό της χώρας χρειάστηκε να αντιμετωπίσει την εξέγερση των Αράβων και της Αλπουχάρρα (1567-1570) και την πολιτική κρίση στην Αραγωνία (1590-1591). Στο εξωτερικό, μακροχρόνια ήταν η σύγκρουσή του με τον Ερρίκο Δ΄ της Γαλλίας, το αιώνιο πρόβλημα των Κάτω Χωρών που ανάλωσε μεγάλο μέρος της ενέργειας της Ισπανίας, και οι συγκρούσεις με την Αγγλία για τη θαλάσσια ηγεμονία. Μεγάλο, επίσης, μέρος των πολεμικών συγκρούσεων είχαν ως αιτία τον οθωμανικό επεκτατισμό στη Μεσόγειο.

Τιτσιάνο, Πορτραίτο του Φίλιππου Β΄ της Ισπανίας, 1549-1550, Museo Nacional del Prado, Μαδρίτη.

Ο Φίλιππος Β΄ δεν βγαίνει στη σκηνή του έργου, όμως η παρουσία του γίνεται αισθητή με την επιστολή που στέλνει στον Δον Χουάν τον Αυστριακό και με τις συνεχείς αναφορές στο πρόσωπό του, κυρίως για να δείξουν την ισχύ της ισπανικής Αυτοκρατορίας και τον χριστιανικό του ζήλο:

Κρούθ         Κι αν ακόμη ηττηθούμε,
                    ο Σελίμ δεν θα ʼχει διαλύσει
                    του Συνασπισμού μας την αξία·
                    στρατιώτες μας μένουνε στη Φλάνδρα.
                     Ο Φίλιππος κι άλλες δυνάμεις έχει                             2495
                     κι άλλους στρατούς διατηρεί,
                     κι άλλο αίμα η ευγενής η Ισπανία
                     προσφέρει σε Θεό και Εκκλησία·
                     να τους νικήσουν δεν μπορούν
                     χωρίς πολύ στρατό να έχουν.                                     2500
                 ……………
Μουσταφά   Δεν ξέρεις πως η Βενετιά
                      την Κύπρο σου αρνείται, κι ο Φίλιππος                    1245
                      που χίλιους βασιλιάδες πίσω βάζει,
                      σε διασύρει, σε προσβάλλει και περιφρονεί;
                 ……………
Ροσάλες       Αν κι όλους τους καλεί ο Πίος ο Πέμπτος,
                      στον Φίλιππο τον Καθολικό υπολογίζει μόνο,
                      που ο θείος ζήλος πάντα τον κινεί.
                     Υπόδειγμα και πρότυπο θρησκείας είναι,
                     και στον δίκαιο ζήλο στον Πίο μοιάζει τόσο,           1345
                     που απʼ το μοιάσιμο τον προλαβαίνει.
                     Την Ιερά Εξέταση ίδρυσε ο παππούς του
                     και, επειδή κι ο Πάπας εξεταστής υπήρξε,
                     αγαπάει πιότερο από έναν απλό ηγέτη.
                       ……………..
Δον Χουάν    Αδελφός του Φίλιππου, βασιλέα της Ισπανίας,
                       που Σολομώντα ονομάζουν τόσα έθνη                    1980
                     όσα ο ήλιος τα ζεσταίνει κι η θάλασσα τα βρέχει.
                      έστησε τα λάβαρά του ως την Κίνα·
                      τη Φλάνδρα με αίμα Ισπανών ποτίζει,
                      μόνο για να γλυκαίνει τις καρδιές τους.

Μαρκήσιος του Τιμίου Σταυρού16

Ο Álvaro de Bazán Μarqués de Santa Cruz, υπήρξε ο άνθρωπος κλειδί για τη νίκη των χριστιανικών δυνάμεων σε τρεις κρίσιμες περιπτώσεις, επεμβαίνοντας στην κατάλληλη στιγμή και αξιοποιώντας στο μέγιστο τις δυνάμεις του.

Γεννήθηκε το 1526 στη Γρανάδα και ήταν ένας από τους ονομαζόμενους «Μεγάλους της Ισπανίας» (Grandes de España). Η οικογένειά του από τον 14ο αιώνα υπηρέτησε τους βασιλείς της Καστίλλης, ενώ ο παππούς και ο πατέρας του, κατέλαβαν τα πιο σημαντικά στρατιωτικά αξιώματα. Υπήρξε μέλος του Βασιλικού Συμβουλίου του Φίλιππου Β΄, αρχιστράτηγος του Ωκεανού και ναύαρχος του ισπανικού στόλου, φημισμένος για τις καινοτομίες του, διότι δεν έχασε καμία από τις μάχες στις οποίες έλαβε μέρος. Έλαβε μια βαθειά ουμανιστική παιδεία, που αργότερα συνέβαλε στο να καταστεί μαικήνας των γραμμάτων.

Από την ηλικία των εννέα ετών κατατάχθηκε στο πολεμικό ναυτικό και μαθήτευσε στη ναυτική τέχνη κοντά στον πατέρα του, αρχιναύαρχο του ισπανικού στόλου. Ο ίδιος κατέλαβε το αξίωμα του ναυάρχου στην ηλικία των είκοσι τεσσάρων ετών. ΄Ελαβε μέρος σε πολλαπλές ναυμαχίες και η επέμβασή του υπήρξε καταλυτική για την αποτυχία της τουρκικής πολιορκίας της Μάλτας το 1565. Το 1566 ορίστηκε αρχιναύαρχος του στόλου του ισπανικού βασιλείου της Νάπολης, όπου κατόρθωσε να περιορίσει σημαντικά τις επιδρομές των τουρκοβερβερίνων κουρσάρων. Το 1569 ο Φίλιππος Β΄ του απένειμε, για τις υπηρεσίες του, τον τίτλο του Μαρκησίου της Σάντα Κρουθ της Μουδέλα.

Álvaro de Bazán, Μaρκήσιος της Santa Cruz.

Υπήρξε ένας από τους πιο αποτελεσματικούς συνεργάτες του Δον Χουάν του Αυστριακού, τον οποίο συμβούλεψε να προκαλέσει χωρίς χρονοτριβή τη σύγκρουση με τους Οθωμανούς διαβλέποντας τον κίνδυνο της διάσπασης του χριστιανικού στόλου εξαιτίας των διαφωνιών των αρχηγών του.

Ορίστηκε υπεύθυνος της οπισθοφυλακής του συμμαχικού στόλου με την αποστολή να συντρέχει τα μέρη που βρισκόταν σε μεγαλύτερο κίνδυνο, πράγμα που έπραξε με εκπληκτική αποτελεσματικότητα: στην αριστερή πτέρυγα απέτρεψε την περικύκλωση του Αγκοστίνο Μπαρμπαρίγο, από τον Μοχαμέτ Σιρόκκο· στο κέντρο της μάχης, στην πλέον δύσκολη στιγμή, έστειλε ενισχύσεις που συνέβαλαν στην αιχμαλωσία της τουρκικής ναυαρχίδας και στη διάλυση του κέντρου του οθωμανικού στόλου· στη δυτική πτέρυγα, μετά από μια αδεξιότητα του Giovanni Andrea Doria, απέτρεψε τον Ουλούτς Αλή να κατευθυνθεί προς το κέντρο της μάχης και τον ανάγκασε να οπισθοχωρήσει.

Μετά τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου έλαβε μέρος στην επιτυχή εκστρατεία του Δον Χουάν του αυστριακού στο Τούνεσι και το 1576 του απενεμήθη ο τίτλος του αρχιναυάρχου στις ισπανικές γαλέρες.

Το 1580 συνέβαλε αποφασιστικά στην επιχείρηση της προσάρτησης της Πορτογαλίας στο ισπανικό στέμμα και το 1582 ανέλαβε με επιτυχία την κατάκτηση του στρατηγικού νησιού Terceira στο νησιώτικο σύμπλεγμα των Αζορών. Τέλος, το 1585 πήρε ενεργό μέρος στις ετοιμασίες για την εισβολή στην Αγγλία, αν και τον πρόλαβε ο θάνατος το 1588 προτού ξεκινήσει η εκστρατεία. Τη μορφή του ύμνησαν οι μεγαλύτεροι εκπρόσωποι της ισπανικής λογοτεχνίας της εποχής: Μιγκέλ ντε Θερβάντες, Λόπε ντε Βέγκα, Λουίς ντε Γκόγκορα κ.ά.

Λουίς ντε Ρεκεσένς

Ο Luis de Requesens y Zúñiga (1528-1576) από την παιδική ηλικία μπήκε στην βασιλική αυλή, ως σύντροφος του μελλοντικού Φίλιππου Β΄, τον οποίο συνόδεψε επί χρόνια σε διάφορες περιπτώσεις και υπήρξε άνθρωπος της απόλυτης εμπιστοσύνης του. Το 1552 ακολούθησε τον αυτοκράτορα Κάρολο Ε΄ στις επιχειρήσεις ενάντια των Λουθηρανών στην πολιορκία του Metz (βορειοδυτική Γαλλία). Το 1563, ως πρέσβης της Ισπανίας στην Αγία ΄Εδρα της Ρώμης, μετά το θάνατο του Πάπα Πίου Δ΄, υπήρξε ένας από εκείνους που συνέβαλαν στην εκλογή του Πίου Ε΄, οραματιστή και δημιουργού του Ιερού Συνασπισμού. Το 1568 διορίστηκε βοηθός, με ευρεία εξουσία, του νεαρού πρίγκιπα Δον Χουάν του Αυστριακού που έλαβε τον τίτλο του αντιβασιλέα του βασιλείου της Νάπολης. Για τις καλές του υπηρεσίες και ικανότητες, ο Φίλιππος τον ονόμασε αρχιναύαρχο, αξίωμα με το οποίο ανέλαβε με αρκετή επιτυχία να περιορίσει τις εισβολές των αδελφών Μπαρμπαρόσα στα χριστιανικά παράλια της Μεσογείου.

Francisco Jover y Casanova. Πορτραίτο του Luis de Requesens y Zúñiga (1884), Museo Nacional del Prado,
Μαδρίτη.

Το 1561, όταν ξέσπασε η εξέγερση των Αράβων της Γρανάδας και της Αλπουχάρα, ο Φίλιππος τον ονόμασε μέντορα του νεαρού πρίγκιπα Δον Χουάν του Αυστριακού, ο οποίος και ορίστηκε υπεύθυνος για την καταστολή της. Με το τέλος των μαχών ανέλαβε τη συγκρότηση του στόλου και των στρατευμάτων που θα λάμβαναν μέρος στον Ιερό Συνασπισμό. Με εντολή του βασιλέα, ανέλαβε χρέη του υποδιοικητή των ισπανικών δυνάμεων, ως μέντορας του πρίγκιπα. Στη ναυμαχία της Ναυπάκτου επέδειξε μεγάλη ανδρεία και οι διαταγές του συνέβαλαν σημαντικά στην επιτυχία του χριστιανικού στόλου.

Στη συνέχεια, διορίστηκε κυβερνήτης του κράτους του Μιλάνου (1572). Το επόμενο έτος διορίστηκε κυβερνήτης των Κάτω Χωρών, όπου προσπάθησε χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία να επιβάλει τον καθολικισμό. Απεβίωσε στις Βρυξέλες το 1576.

Λόπε ντε Φιγκερόα17

Ο Lope de Figueroa υπήρξε η προσωποποίηση του ήρωα και ένας αυθεντικός θρύλος στους πολέμους που διεξήγαγε η Ισπανία στη Μεσόγειο, στη Φλάνδρα και στην Πορτογαλία.

Από επιφανή οικογένεια στρατιωτικών του Guadix (Granada), δεκαέξι ήδη ετών κατατάχθηκε στα ισπανικά στρατεύματα της Λομβαρδίας και επί 27 έτη υπηρέτησε τα βασιλικά στρατεύματα της Ισπανίας. Αν και έλαβε μέρος σε διάφορες μάχες στις ισπανικές κτήσεις της Φλάνδρας, η κλίση του για τον πόλεμο ενάντια στους Μουσουλμάνους τον ώθησε προς τη Μεσόγειο. Το 1560, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Τρίπολης, αιχμαλωτίστηκε και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έμεινε φυλακισμένος στον Μαύρο Πύργο μέχρι που απελευθερώθηκε μετά από καταβολή λύτρων το 1562. Συνέχισε, όμως, να μάχεται τους Τούρκους στην Οράν, Γκομέρα, και διακρίθηκε στην άμυνα της Μάλτας κατά τη διάρκεια της τουρκικής πολιορκίας (1565). Το 1568 έλαβε για λίγο διάστημα και πάλι μέρος στις μάχες της Φλάνδρας, αλλά προτίμησε να συμμετάσχει στις επιχειρήσεις με στόχο την καταστολή της εξέγερσης των μουσουλμάνων της Γρανάδας, υπό τις διαταγές του Δον Χουάν του Αυστριακού. Εκεί τραυματίστηκε στο πόδι.

Lope de Figueroa. Λεπτομέρεια από το γλυπτό Juan Figueras y Vila (1876) στην πλατεία της Santa Anna στη Μαδρίτη.

Στη συνέχεια ακολούθησε τον Δον Χουάν στην ναυτική εκστρατεία του Ιερού Συνασπισμού. Στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου βρισκόταν στη ναυαρχίδα (La Real) με τον Δον Χουάν, όπου πολέμησε σώμα με σώμα με τον εχθρό. Στο τέλος της μάχης εστάλη στη Μαδρίτη για να μεταφέρει τη χαρμόσυνη είδηση στον Φίλιππο Β΄.

Συνέχισε να υπηρετεί τον Δον Χουάν στον πόλεμο της Φλάνδρας από το 1578.

Τέλος έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις για την προσάρτηση της Πορτογαλίας στο στέμμα της Ισπανίας και ιδιαίτερα στην κατάληψη του νησιού Terceira στις Αζόρες (1582) υπό τις διαταγές του Άλβαρο ντε Μπαθάν.

Ο κόμης του Πριέγκο18

Ο Fernando Carrillo de Mendoza y Villarreal (? – 1579), έβδομος κόμης του Priego, ήταν γόνος ευγενούς οικογένειας της Ισπανίας και από το 1548 ως το 1574 υπήρξε αυλικός του Φιλίππου Β΄. Χρημάτισε επίσης πρέσβης στην Πορτογαλία, αρχιστράτηγος στη Σεβίλλη και Μέγας Μαγιορδόμος του Δον Χουάν του Αυστριακού. Ο τελευταίος του ανέθεσε να μεταφέρει στον Πάπα Πίο Ε΄ την είδηση της νίκης στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Στη συνέχεια, του ανατέθηκαν επίσης διάφορα αξιώματα τόσο στην Ιβηρική Χερσόνησο όσο και στην Αμερική (Περού).

Χουάν ντε Σότο

Ο Juan de Soto διετέλεσε επί έτη προσωπικός γραμματέας και άνθρωπος της απόλυτης εμπιστοσύνης του Δον Χουάν του Αυστριακού. Μετά τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου (το 1574) αντικαταστάθηκε από ανθρώπους του Φίλιππου Β΄, που ήθελε να έχει γνώση του περιεχομένου της αλληλογραφίας του ετεροθαλούς αδελφού του, για τα σχέδια του οποίου πάντα δυσπιστούσε.

Σουριάνο

Πρόκειται για τον Pedro Soriano Bujalance (1515 –1588),19 πρώτο αρχηγό της Αδελφότητας και μετέπειτα Τάγματος του Νοσοκομείου του Αγίου Ιωάννη του Θεού (Orden de San Juan de Dios) στη Γρανάδα, όπου εισήλθε το 1555 και συνεργάστηκε στην νοσοκομειακή περίθαλψη των ισπανικών στρατευμάτων στην εξέγερση της Γρανάδας και της Αλπουχάρρα.

Προτομή του Pedro Soriano Bujalance.

Η δράση του εντυπωσίασε τον Δον Χουάν τον Αυστριακό και συνετέλεσε ώστε, μετά από παρέμβαση του Φίλιππου Β΄, η Αδελφότητα να αναγνωριστεί από το Πάπα Πίο Ε΄, ο οποίος προσέβλεπε στη βοήθειά του στον πόλεμο ενάντια στους μουσουλμάνους στη Μεσόγειο. Η δράση του στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου υπήρξε τόσο δυναμική, που ο Πάπας τον έχρισε Καρδινάλιο. Στη συνέχεια ορίστηκε πρώτος αρχηγός του Τάγματος του Νοσοκομείου του Αγίου Ιωάννη του Θεού. Στη δράση του συγκαταλέγεται η ίδρυση διαφόρων νοσοκομείων στην Ιταλία.

Αγκοστίνο Μπαρμπαρίγκο20

O Agostino Barbarigo (1518-1571) ήταν γόνος της αριστοκρατικής οικογένειας των Δάνδολο της Βενετίας. Κατέλαβε διάφορα πολιτικά και στρατιωτικά αξιώματα της Γαληνοτάτης. Υπήρξε πρέσβης της Βενετίας στη Γαλλία (1554-1557) και το 1560 συνόδεψε τον Andrea Biagio Badoer στην πρεσβεία που έστειλε η Βενετία στον Φίλιππο Β΄. Από το 1564 ως το 1566 ήταν διοικητής της Πάδοβα και το 1567 διορίστηκε διοικητής της Κύπρου, όμως δεν μπόρεσε να αναλάβει, διότι μερικούς μήνες αργότερα διορίστηκε επίσης επιθεωρητής των συνόρων Βενετίας-Τιρόλου. Χάρη στην αποτελεσματικότητά του ως στρατιωτικού διοικητή, στα τέλη του 1570 του ανατέθηκε η Γενική Διοίκηση της Θαλάσσης και στις αρχές του 1571 ανέλαβε την αναδιοργάνωση και την επιβολή της πειθαρχίας στα βενετικά στρατεύματα.

Paolo Veronese, Πορτραίτο του Αγκοστίνο Μπαρμαρίγο,(1571–72), Museum of Art, Cleveland, ΗΠΑ.

Στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου ήταν ο ναύαρχος του βενετικού στόλου και ο υπεύθυνος της αριστερής πτέρυγας. Σκοτώθηκε στη μάχη μαζί με τον αντίπαλό του Mehmed Siroco.

Μάρκο Αντώνιο21

Marco Antonio Colonna (1535 – 1584) ήταν ο τρίτος δούκας και ο πρώτος πρίγκιπας του Παλιάνο. Η ρωμαϊκή οικογένεια των Colonna διατηρούσε στενούς φιλικούς και οικογενειακούς δεσμούς με τον βασιλικό οίκο της Ισπανίας (ο πατέρας του Ascanio παντρεύτηκε την Ιωάννα της Αραγωνίας), τον οποίο υπηρέτησε ήδη από την εποχή του Καρόλου Ε΄. Μετά τον χωρισμό των γονέων του, η μητέρα του τον μετέφερε στην Ισπανία, όπου το 1548 εισήλθε στη συνοδεία του τότε πρίγκιπα Φιλίππου. Με τη στήριξη του Πάπα κατέλαβε την αρχηγία του οίκου των Colonna και τις κτήσεις του πατέρα του. Είχε μια λαμπρή στρατιωτική σταδιοδρομία, η οποία συνδυάστηκε με τις καλές του σχέσεις, τόσο με την Αγία Ρώμη όσο και με το στέμμα της Ισπανίας.

Scipione Pulzone., Πορτραίτο του Marco Antonio Colonna, Palazzo Colonna, Ρώμη.

Το 1570 έπαιξε σημαντικό ρόλο για την επίτευξη της συμφωνίας των χριστιανικών κρατών και παραιτήθηκε από την αξίωση να ηγηθεί των στρατιωτικών δυνάμεων, προκειμένου να αναλάβει την αρχηγία ο Δον Χουάν ο Αυστριακός. Σημαντική υπήρξε επίσης η προσφορά του προς την κατεύθυνση του εξευμενισμού των διαφωνιών μεταξύ των διαφόρων αρχηγών του συμμαχικού στόλου. Το 1577 ο Φίλιππος Β΄ τον διόρισε αντιβασιλέα στη Σικελία, όπου διακρίθηκε για την μεταρρυθμιστική του πολιτική. Το 1584 ανακλήθηκε στην Ισπανία, όπου πέθανε το ίδιο έτος υπό μυστηριώδης συνθήκες.

Αντρέα Ντόρια22

Ο Γενουάτης Giovanni Andrea Doria (1540–1606) ορίστηκε το 1560 κληρονόμος του στόλου της οικογένειας Ντόρια και του πριγκιπάτου του Melfi. Τέθηκε στην υπηρεσία του ισπανικού στέμματος κατά τη βασιλεία του Φίλιππου Β΄ επί πενήντα σχεδόν έτη. Διακρίθηκε στους αγώνες για την καταστολή της δράσης των τουρκο-βερβερίνων κουρσάρων και στους αγώνες ενάντια στον οθωμανικό στόλο. Το 1565 συνέδραμε στην υπεράσπιση της Μάλτας κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης από τυς Τούρκους. Πήρε μέρος στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου ως επικεφαλής του δεύτερου σώματος του συμμαχικού στόλου με πενήντα γαλέρες. Εμπόδισε την κυκλωτική κίνηση του Ουλούτς Αλή παρατάσσοντας μια ισχυρή άμυνα που δεν επέτρεψε να διαρραγούν οι γραμμές της παράταξής του. Το 1583, ο Φίλιππος Β΄ του εμπιστεύθηκε την ανώτατη αρχηγία του στόλου της Μεσογείου και το 1594 τον ονόμασε μέλος του Συμβουλίου του Κράτους του Στέμματος της Ισπανίας.

William Henry Furse, Andrea Doria (μέσα 19ου αι.), National Maritime Museum, Greenwich.

΄Εκτωρ Σπίνολα

Επικεφαλής της μικρής μοίρας πλοίων που έστειλε η Δημοκρατία της Γένοβας για να ενισχύσει τον στόλο του Ιερού Συνασπισμού. Επέβαινε στην ναυαρχίδα του στολίσκου του και στη μάχη τέθηκε στο αριστερό μέρος της ναυαρχίδας (La Real) επί της οποίας επέβαινε ο Δον Χουάν ο Αυστριακός.

Τιτσιάνο

Το έργο του περίφημου Βενετού ζωγράφου, Tiziano Vecellio di Gregorio (1490-1576), εκτός από τα θρησκευτικά και μυθολογικά του θέματα, συμπεριέλαβε και πρόσωπα και γεγονότα συνδεδεμένα με την Ανατολική Μεσόγειο. Στενές υπήρξαν επίσης οι σχέσεις του με την Ισπανία και τη βασιλική της οικογένεια. Ο ίδιος ο Φίλιππος Β΄ του παρήγγειλε τον πίνακα Αλληγορία της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου, που εκφράζει την ευχαριστία του Iσπανού μονάρχη για τη νίκη στη Ναύπακτο, που συνέπεσε με τη γέννηση του διαδόχου του θρόνου Φερδινάνδου. Το έργο του εντυπωσίασε τον Λόπε ντε Βέγκα. Ο τελευταίος του αφιερώνει μία ολόκληρη σκηνή στο έργο, κυρίως όμως σχετικά με τον περίφημο πίνακα της Ροξελάνας.23

Τιτσιάνο, Αλληγορία της ναυμαχίας της Ναυπάκτου (1575). Νέα Βασιλικά Ανάκτορα Μαδρίτης.

 

Τιτσιάνο. Η βοήθεια της Ισπανίας στη θρησκεία (1572-1575), Museo Nacional del Prado, Μαδρίτη.

Μη υπαρκτά πρόσωπα:

Στο έργο παρεμβαίνουν επίσης διάφορα μη υπαρκτά πρόσωπα που συμπληρώνουν τη δράση και τον δραματικό του χαρακτήρα:

α) σχετικά με τον σουλτάνο Σελίμ: η Φατίμα που έρχεται ως δεύτερη ερωμένη του, οι υπηρέτες Αρνταΐν και Μαμί (Mamí), άλλοι υπηρέτες του παλατιού και οι αιχμάλωτοι Ισπανοί μουσικοί που τον διασκεδάζουν,

β) η όμορφη αιχμάλωτη Κωνσταντία από τη Λευκωσία, η οποία γίνεται αντικείμενο διαμάχης των πασάδων, ο μικρός της γιος Μαρτσέλο και ο ηρωικός σύζυγός της, λοχαγός Λεονάρδο, υπερασπιστής της πολιορκημένης Λευκωσίας,

γ) οι τρεις αιχμάλωτοι Ισπανοί που περιμένουν να απελευθερωθούν, ο Ισπανός έμπορος που έρχεται για να τους μεταφέρει με το πλοίο του,

δ) άλλοι Ισπανοί αξιωματικοί και οι δύο αιχμάλωτοι Ισπανοί στρατιώτες που δίνουν πληροφορίες για την σύσταση του Ιερού Συνασπισμού και τις κινήσεις του,

ε) τέσσερις Βενετοί συγκλητικοί (Cuatro senadores),

στ) οι δύο γελωτοποιοί (Alosillo και Chuzón) που εκπροσωπούν τις γιορτές οι οποίες έλαβαν χώρα στη Δύση για την νίκη των χριστιανικών δυνάμεων στη Ναύπακτο.

ζ) Οι τρεις αλληγορικές μορφές της Ισπανίας, Ρώμης και Βενετίας. Μέσω του διαλόγου τους, ο Λόπε ντε Βέγκα περιγράφει με τρόπο δυναμικό και με ζωντάνια τις λεπτομέρειες της ναυμαχίας.

Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Ανώνυμο βασισμένο στο έργο του Tintoretto που καταστράφηκε στην πυρκαγιά του
Palazzo Ducale της Βενετίας.

 

Βενετία         Ποιος είνʼ αυτός που αντιμάχεται    
                      της Βενετιάς τη ναυαρχίδα;    
     
Ρώμη             Ο Μεμέμπεης της Χαλκίδας 2635  
                      και της Αλεξάνδρειας ο Σιρόκκο.    
     
Ισπανία         Ο Ουτσαλί στο αριστερό πλευρό.    
     
Ρώμη            Ο Καρίμπεης τον συνοδεύει.    
     
Ισπανία        Είν’ ο γιος του;    
     
Βενετία        Ναι, και ο Αλή    
                    στη μέση δίνει τη μάχη. 2640  
                    ……………    
Ρώμη          Να οι αρμάδες συναντιώνται    
                    να τώρα χτυπιούνται, μάχονται τώρα·    
                    του Δον Χουάν και του Αλή    
                    κι οι καπιτάνες τους γαλέρες    
                    φοβερά πυρά εκτοξεύουν, 2665  
                    μανιασμένα τα κανόνια τους ξερνούν,    
                    φωτιές που τους άντρες κατακαίουν,    
                    και καπνό που θαμπό κάνει τον αέρα.    
                    Τι πρώρες και κατάρτια    
                    σκορπίζουν και συντρίβουν, 2670  
                    διαλύουν και καταστρέφουν    
                    τα έμβολα τα τοξωτά!    
                    «΄Αγιε Ιάκωβε ―φωνάζει ο Δον Χουάν―,    
           όρμα, όρμα Ισπανία!»    
     
Βενετία        «Μωάμεθ! ―του απαντά ο Αλή. 2675  
     
Ισπανία         Τι καλός ο άγγελος προστάτης!    
     
Βενετία            Πρόσεχε, Ρώμη, κι έρχονται    
                        έξι αφρικανικές γαλέρες    
                        τον Αλή να ενισχύσουν.    
     
Ρώμη              Τι πειράζει, αφού τις πλευρίζουν 2680  
                        οι άλλες του Πάπα και της Βενετιάς;    
     
Ισπανία           Κι η προστάτιδα της Ισπανίας.    
                        Ω, με πόση μανία ο πρίγκιπας    
                        της Πάρμας έρχεται να τις εμβολίσει!    
                        …………….    
Ισπανία           Πλευρίζουν τώρα οι γαλέρες,    
                        σμίγουν, κλείνουν και κολλάνε· 2690  
                        τώρα αφήνουν τα μουσκέτα·    
                        τώρα τα σπαθιά τους βγάζουν·    
                        τον απαίσιο ήχο σταματούν    
                        οι κουλεβρίνες κι οι βομβάρδες,    
                        που στον άγριο ρυθμό τους 2695  
                        κορμιά χορεύουν στον αέρα.    
   
Ρώμη               Στις εχθρικές γαλέρες τώρα    
                        από τα άκρια τους γλιστρούν    
                        πέφτουν στη θάλασσα στρατιώτες    
                        και κολυμπούν με τα σπαθιά τους. 2700  
                       ΄Αλλος τον σπασμένο ιστό    
                        ή κομμάτι από κουπί πετάει·    
                        άλλος τον γρίλο για να ρίξει    
                        τους πασσάλους ξεκαρφώνει·    
                        ξυλοκάγκελα και στόμια, 2705  
                        πάγκοι, πίκια και  βαρέλια,    
                        δοκάρια, άξονες σπασμένοι    
                        όλα για να τα πετάνε κάνουν·    
                        κατράμι, φωσφίνι και ρετσίνι,    
                        τυλιγμένο από φωτιά, σφηνώνει 2710  
                        μέσ’ στο ξηραμένο το ξύλο,    
                        κι απʼ το νερό πετιούνται φλόγες.    

Η χρήση αλληγορικών προσώπων είναι ένα λόγιο λογοτεχνικό μέσο, που ο Θερβάντες διεκδικούσε ως δική του επινόηση, για να περιγραφούν δράσεις που δεν είναι δυνατόν να συμπεριληφθούν στη σκηνή. Ο Λόπε ντε Βέγκα το χρησιμοποίησε σε διάφορα από τα έργα του.

Οι νικητές της Ναυπάκτου, Ιωάννης της Αυστρίας, Marcantonio Colonna και Sebastiano Venier. Ανώνυμο (c. 1575),
Kunsthistorisches Museum, Βιέννη.

 


Ο Καθηγητής Μόσχος Μορφακίδης-Φυλακτός είναι πρόεδρος του Κέντρου Βυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών («Centro de Estudios Bizantinos, Neogriegos y Chipriotas de Granada»/ C.E.B.N.Ch.) του Πανεπιστημίου της Γρανάδας.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Β’ ΜΕΡΟΥΣ

1. Bosworth, Clifford Edmund, The New Islamic Dynasties. A Chronological and Genealogical Manual,  New York, Columpia University Press, 1996, σσ. 239-242.

2. Βλ. παρακάτω το σχετικό κείμενο για τη Ροξελάνα.

3. Udaondo Αlegre, Juan, “Venus y Marte en Lepanto…, ό.π.

4. Στη Δύση ήταν γνωστή με διάφορες παραλλαγές του ονόματος: Rojelana, Roxelana, Rosselana, Roxelane, Roxolana Rossa και Fortunata. Για τη ζωή της βλ. Yermolenko, Galina (abril de). Roxolana: The Greatest Empresse of the East., Pennsylvania, De Sales University, Center Valley 2005.

5. Peirce, Leslie P., The Imperial Harem: women and sovereignty in the Ottoman Empire Archived, Oxford University Press, 1993.

6. Το 1561, τρία χρόνια μετά τον θάνατό της, ο γάλλος συγγραφέας Gabriel Bounin δημοσίευσε μια τραγωδία με τίτλο La Soltane που πραγματεύεται τον ρόλο της στον  θάνατο του Μουσταφά, γιου του Σουλτάνου.

7. Συντέθηκαν διάφορα έργα, όπως η Συμφωνία nº 63 Franz Joseph Haydn, μια όπερα του Denys Sichynsky και ένα μπαλέτο,

8. Pinto-Muñoz, Ana, “Roxelana in the Spanish Golden Age”, eHumanista 19 (2011), σσ. 376-389.

9. DE ARMAS, Frederick A., “The Allure of the Oriental Other: Titian’s Rossa Sultana and Lope de Vega’s Santa Liga, στο E. H. Friedman and C. Larson (επιμ.), Brave New Words. Studies in Spanish Golden Age Literature., New Orleans. 1996, σσ. 191-208.

10. Διάφορες εκδοχές έφτασαν μέχρι σήμερα για το συγκεκριμένο συμβάν. Βλ σχετικά: Crowly, Roger, Ιmperios del mar: La batalla final por el Mediterráneo, 1521-1580, Barcelona, Ático de los TLibros, 2018 και Hopkins, T. C. F., Confrontation at Lepanto: Christendom Vs. Islam, Ohio, Wesleyan University, 2007.

11. Για τη ζωή του Ουλούτς Αλή βλ. Sola Castaño, Emilio, Uchalí. El Calabres Tiñoso, o el mito del corsario muladí en la frontera, Barcelona, Edicions Bellaterra (Alborán), 2010· Valente, Gustavo, Vita di Occhialí, Milano, Ceschina, 1960 και Teti, Vito (2009), “Gian Giacomo Martini e Uluccialì alias Kiliç Alì Pasha: aspetti della costruzione dell’identità calabrese tra XVI e XVII secolo”, στο A. Anselmi (επιμ.), La Calabria del Viceregno Spagnolo. Storia arte architettura, Roma, Gangemi Editore, σσ. 139-169.

12. MORABITO, Maria Teresa & Tobar, María Luisa, La legendaria vida del renegado calabrés Uchalí que de esclavo llega a ser rey en la historia y en la literatura, Millars, Espai i Història, 2020, σσ. 47, 75-116.

13. BENASSAR, Bartolomé, Don Juan de Austria, Madrid, Temas de Hoy, 2000· Udaondo Alegre, Juan, “Don Juan de Austria, héroe del Siglo de Oro. El águila del agua de Vélez de Guevara», στο Héroes y Villanos en la Historia, Cádiz, Ubi Sunt, 2011 και Vega Carpio, Lope de, “El príncipe perfecto”, έκδοση του J. Farré Vidal, στο L. Fernández y G. Pontón (επιμ.), Comedias de Lope de Vega. Parte XI, Madrid, Gredos, 2012, τ. 1, σσ. 919-1074.

14. FUENMAYOR, Antonio de,  Vida y hechos de San Pio V … [Texto impreso] : con algunos notables secessos de la christiandad del tiempo de su Pontificado, Madrid, Luis Sanchez, 1595 (στο http://www.cervantesvirtual.com/obra/vida-y-hechos-de-pio-v-pontifice-romano-diuidida-en-seis-libros-con-algunos-notables-sucessos-de-la-christiandad-del-tiempo-de-su-pontificado).

15. Τεράστια είναι η υπάρχουσα βιβλιογραφία για τον Φίλιππο Β΄, βλ. ενδεικτικά: LYNCH JOHN, Spain 1516-1598. From Nation State to World Empire, Londres, Wiley-Blackwell, 1994· Kamen, Henry A., Felipe de España, Madrid, Siglo XXI, 199710· ESCUDERO LOPEZ, José Antonio, Felipe II: el rey en el despacho, Madrid, Universidad Complutense, 2002· PEREZ, Joseph, La España de Felipe II. Barcelona, Crítica, 2007· PARKER, Geoffrey, Felipe II. La biografía definitiva, Barcelona, Planeta, 20105.

16. Υπάρχει εκτενής βιβλιογραφία για τον ΄Αλβαρο ντε Λούνα. Βλέπε ενδεικτικά: Rodríguez González, Agustín Ramón, Álvaro de Bazán. Capitán General del Mar Océano, Madrid, EDAF, 2017.

17. HENDRIKS, Victorinus, “Don Lope de Figueroa, figura histórica e imagen literaria”, στο A.D. Kossoff, J. Amor y Vázquez, R.H. Kossoff, C.W. Ribbans, Actas del VIII Congreso de la Asociación Internacional de Hispanistas (Brown University, 22-27 agosto 1983), Madrid, Istmo, 1986, τ. 1, σσ. 703-708· Orti Pérez, Juan Manuel, El maestre de campo Lope de Figueroa, Roquetas de Mar: Círculo Rojo. 20173· Leonardi, Salvatore, “Para una biografía de Lope de Figueroa: Notas críticas y nuevas aportaciones. Parte primera: Hasta la jornada de Djerba y el final de su cautiverio por los turcos”, Revista de Historia Militar 114 (2013), σσ. 273-284.

18. PRIEGO SANCHEZ -MORATE, H. & SILVA HERRANZ, J. A., Diccionario de personajes con­quenses (nacidos antes del año 1900), Cuenca, Diputación Pro­vincial de Cuenca, 2002, σσ. 87-88 και J. Martínez Millán y S. Fernández Conti (dirs.), La monarquía de Felipe II: la Casa del rey, vol. II, Madrid, Fundación Mapfre Tavera, 2005, pág. 94.

19. S. Clavijo y Clavijo, La Orden Hospitalaria de San Juan de Dios en la Marina de Guerra, Madrid, Tip. Artística, Alameda, 12, 1950; J. C. Gómez Bueno, Historia de la Orden Hospitalaria de San Juan de Dios, Granada, Archivo Casa de los Pisas, 1963;

20. Stella, Aldo. Dizionario Biografico degli Italiani . Istituto dell’Enciclopedia Italiana. 1964. Vol. 6.

21. Για περισσότερα στοιχεία βλ. Stagno,  Laura, Giovanni Andrea Doria (1540-1606). Immagini, committenze, rapporti politici e culturali tra Genova e la Spagna (Arti visive e patrimonio culturale), Genova, Genova University Press, 2018.

22. BRACCO, Raffaele, Il principe Giannandrea Doriα, patriae libertatis conservator, Conte di Loano, fondatore di S. Agostino, Génova, Scuola Grafica Opera SS. Vergine di Ponpei, 1960 και VARGAS-HIDALGO, R., La batalla de Lepanto según cartas inéditas de Felipe II, Don Juan de Austria y Juan Andrea Doria e informes de embajadores y espías, Santiago de Chile, Ediciones ChileAmérica, 1998.

23. Για την επίδραση που άσκησε ο Τιτσιάνο στον Λόπε ντε Βέγκα βλ. ARMAS, Frederick de, “Lope de Vega and Titian”, Comparative Literature, 4 (1978), σσ. 338-352 και ιδιαίτερα σ. 345, και SANCHEZ JIMENEZ, Antonio, El Pincel y el Fénix: Pintura y literatura en la obra de Lope de Vega Carpio, Madrid, Iberoamericana / Vervuert, 2011.

 

Μόσχος Μορφακίδης-Φυλακτός: Η ιστορία στο θέατρο: η κατάκτηση της Κύπρου και η ναυμαχία της Ναυπάκτου στο έργο “Ο Ιερός Συνασπισμός” του Λόπε ντε Βέγκα (Μέρος Α΄: Ιστορικό περίγραμμα)

450 χρόνια από τότε

Μόσχος Μορφακίδης-Φυλακτός

Η ιστορία στο θέατρο: η κατάκτηση της Κύπρου και η ναυμαχία της Ναυπάκτου στο έργο “Ο Ιερός Συνασπισμός” του Λόπε ντε Βέγκα
(Μέρος Α΄: Ιστορικό περίγραμμα)

 

Η ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571), ένας από τους σημαντικότερους σταθμούς στην ιστορία της Μεσογείου,1 προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, το ενδιαφέρον των συγχρόνων της, τόσο για τα προηγηθέντα γεγονότα όσο και για τις λεπτομέρειες της ίδιας της μάχης, αλλά και για τις συνέπειές της. Η περιγραφή τους είναι πλούσια σε ιστορικές πηγές της εποχής, ταυτόχρονα όμως υπήρξε και πηγή λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής έμπνευσης.

Για την Ισπανία, που υπήρξε ο κύριος μέτοχος του χριστιανικού συνασπισμού, αποτέλεσε την σημαντικότερη εποποιία, μαζί με την ανακάλυψη και κατάκτηση της Αμερικής, και αποτυπώθηκε σε όλα τα είδη της γραμματείας του λεγόμενου ισπανικού Χρυσού Αιώνα. Αποτέλεσε σημαντικό μέρος του λογοτεχνικού ρεύματος, γνωστού ως Turquería,2 που επικεντρώνεται στην, επί αιώνες, προβληματική κατάσταση που δημιούργησαν στη Μεσόγειο οι τουρκο-βερβερινές επιδρομές και στην θεματική της αιχμαλωσίας Χριστιανών από Τούρκους και Βερβερίνους κουρσάρους. Γνωστή είναι η περίπτωση του Θερβάντες, ο οποίος έλαβε μέρος στη συγκεκριμένη ναυμαχία, ενώ αργότερα πέρασε πέντε χρόνια αιχμαλωσίας στο Αλγέρι, γεγονότα που τον σημάδεψαν και άφησαν βαθύ αποτύπωμα σε διάφορα από τα έργα του.

Ως γνωστόν, η κατάκτηση της Κύπρου από τους Οθωμανούς και οι σφαγές, που επακολούθησαν, κυριολεκτικά υποχρέωσαν τα χριστιανικά κράτη της Μεσογείου να αντιμετωπίσουν από κοινού τον τουρκικό κίνδυνο που απειλούσε πλέον άμεσα την Ιταλική Χερσόνησο και, συνεπώς, τις κτήσεις του ισπανικού στέμματος στην Σικελία και στο βασίλειο της Νάπολης.3 Για πρώτη φορά η χριστιανοσύνη είδε κατάματα τον κίνδυνο του οθωμανικού επεκτατισμού σε ολόκληρη την Μεσόγειο και έφερε, ως αποτέλεσμα τη δύσκολη, ως τότε, συνεννόηση των χριστιανικών δυνάμεων για να αντιμετωπίσουν με επιτυχία την απειλή.4

Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ναυμαχία καταγράφηκε ως γεγονός στενά συνδεδεμένο με την οθωμανική κατάκτηση της Κύπρου,5 που υπήρξε και η κύρια αιτία της δημιουργίας του Ιερού Συνασπισμού. Ο τελευταίος συσπείρωσε τις σημαντικότερες ναυτικές χριστιανικές δυνάμεις (Ισπανία, Βενετία, Ρώμη, Μάλτα, Γένοβα) ενάντια στον τουρκικό κίνδυνο.

Αν και τα περισσότερα ιστορικά6 και μη έργα7 γράφτηκαν μέσα στα αμέσως επόμενα χρόνια της περίφημης πλέον ναυμαχίας, το συγκεκριμένο γεγονός υπήρξε πηγή έμπνευσης στη λογοτεχνία μέχρι το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.8 Ένας σχετικά σύγχρονος της ναυμαχίας υπήρξε ο Λόπε ντε Βέγκα, ο κορυφαίος, αναμφίβολα, θεατρικός συγγραφέας του Χρυσού Αιώνα της Ισπανίας. Στην τεράστια εργογραφία του συμπεριλαμβάνεται η τραγικωμωδία με τίτλο La Santa Liga (Ο Ιερός Συνασπισμός),9 η πλοκή της οποίας ακολουθεί τα ιστορικά γεγονότα της κατάκτησης της Κύπρου και της επακόλουθης Ναυμαχίας της Ναυπάκτου. Το έργο εκδόθηκε το 1621, δηλαδή πενήντα ακριβώς χρόνια μετά τη ναυμαχία,10 δεν αποτελεί θεματική παρένθεση στην τεράστια θεατρική του εργογραφία, δεδομένου ότι ο πολυτάραχος βίος του, που συμπεριλαμβάνει και στρατιωτικές εμπειρίες, συνετέλεσε ώστε τα πολεμικά γεγονότα να έχουν ένα σημαντικό μέρος στο ρεπερτόριό του, ενώ είναι γνωστή και η έλξη που άσκησε στον ίδιο η δραματοποίηση της ιστορίας.

Λόπε ντε Βέγκα, Προτραίτο που αποδίδεται στον Eugenio Cajés (c. 1627), Μουσείο Lázaro Galdiano, Μαδρίτη.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το έργο συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί και ως ιστορικό δράμα:11

  • Η δράση εκτυλίσσεται σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο (έτη 1570-1571), στο οποίο λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα της οθωμανικής κατάκτησης της Κύπρου, της σύστασης του Ιερού Συνασπισμού των χριστιανικών δυνάμεων της Μεσογείου και η ναυμαχία της Ναυπάκτου.
  • Τα ιστορικά αυτά γεγονότα καθορίζουν το σύνολο σχεδόν του έργου, ενώ η προσωπική δράση εντάσσεται πλήρως στην ιστορική εξέλιξη.12
  • Η πρόθεση του συγγραφέα είναι όχι μόνο να τοποθετήσει τη δράση σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, αλλά να δραματοποιήσει τα ίδια τα γεγονότα.
  • Οι κυριότεροι πρωταγωνιστές της ιστορίας έχουν στο έργο ρόλους πρωταγωνιστή, συμπρωταγωνιστή, δευτεραγωνιστή ή ανταγωνιστή. Τα φανταστικά πρόσωπα εντάσσονται πλήρως στην ιστορικότητα του έργου.

Στο σύνολο της παραγωγής του Λόπε ντε Βέγκα,13 το τόσο διαδεδομένο στην εποχή του υποείδος της Turquería,14 δηλαδή έργα που αναφέρονται στις προβληματικές σχέσεις της χριστιανοσύνης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία (συγκρούσεις, πειρατεία, αιχμαλωσίες, εξωμοσίες κ.ά.), καταμετρά πενήντα περίπου ολόκληρα έργα. ΄Εχει επισημανθεί όμως, ότι τα περισσότερα από τα ιστορικά δράματα που έγραψε,15 αποτελούν πραγματικά μαθήματα ιστορίας, όπου το κοινό συμμετέχει στις ευαισθησίες του συγγραφέα βλέποντας να διαδραματίζονται επί σκηνής γνωστά φημισμένα ιστορικά γεγονότα.16 Στους παρακάτω στίχους ο Μουσταφά, ως πρέσβης του σουλτάνου στη Σύγκλητο της Βενετίας αιτιολογεί την απαίτηση να του παραδοθεί η Κύπρος:

Έμαθε πως το νησί της Κύπρου
βίαια το κατακρατείτε,
της Κύπρου, στη Μεσόγειο θάλασσα,
ανάμεσα σε επαρχίες δικές του,   845
αυτήν που σε ίση απόσταση είναι    
απʼ την Αίγυπτο στο νότιο μέρος,    
απʼ το νησί της Ρόδου δυτικά,    
της Ρόδο με τους άσπρους σταυρούς·    
και απʼ τη Συρία στην Ανατολή,   850
και πιο κοντά ακόμη στην Καραμανία    
που των αρχαίων Αιγυπτίων ήταν,    
και που την έχασαν οι πρίγκιπές τους.    
Απʼ αυτούς την απόσπασε βίαια    
η Ρώμη και γιʼ αυτό στο τέλος έμεινε   855
στην αυτοκρατορία των Ελλήνων,    
που τότε στην Ιταλία ανήκε.    
Με τα όπλα μετά την πήραν    
από τους ΄Ελληνες οι ΄Αγγλοι,    
και απʼ αυτούς ύστερα πέρασε   860
στης Γαλλίας τους Λουσινιάν.    
Μετά, στης Αιγύπτου τον σουλτάνο,17    
κι απʼ αυτούς την κερδίζει ο Χουάν,    
που τα δυο παιδιά του, ο Ιάκωβος    
και η ΄Αννα, γνωστά σάς είναι.   865
Με τον Λουή, δούκα της Σαβοΐας,    
η ΄Αννα σε νόμιμο γάμο ήρθε.    
Γιʼ αυτό, οι Βασιλείς της Κύπρου    
λέγονται δούκες της Σαβοΐας·    
τους την πήρε όμως ο Σουλτάνος   870
και τον Ιάκωβο, τον νόθο, έβαλε    
στο βασίλειο που του αναλογούσε,    
και εχθρεύτηκε αυτούς της Σαβοΐας.    
Ο Ιάκωβος στη Βενετιά παντρεύτηκε    
με μια δική σας κόρη, υιοθετημένη 875  
απ’ τη Δημοκρατία· και σαν πέθαναν,    
η Βενετιά την Κύπρο δική της κάνει.    
ο Σελίμ, του Σελίμ αυτού ο παππούς,    
την Αίγυπτο κατέκτησε, και, έτσι,    
την Κύπρο ως κτήση του θεώρησε· 880  
δείτε πως ξεκάθαρο το δίκιο είναι.    
Η Σαβοΐα δικαιώματα θα έχει,    
αν των χριστιανών οι νόμοι    
συμφωνούν με τους δικούς μας,    
γιατί μπάσταρδη είναι η κληρονομιά· 885  
όμως τους Ιάσονες και Μπάλδους,    
που με μελάνι γράφουν η Ιταλία    
κι η Ισπανία, με αίμα καθαρό    
τους γράφουμε εμείς στην Ασία.    
Δεν γίνεται η Βενετιά την Κύπρο 890  
να κατέχει· γι’ αυτό κι ο Μέγας Κύρης    
του οίκου του την κληρονομιά αυτή    
να του την επιστρέψετε προστάζει. 18  
Lope de Vega Carpio, La Sancta Liga (Πηγή: Biblioteca Virtual Miguel de Cervantes).

Εξάλλου, την ίδια εποχή, η ιστορία εισβάλλει κυριολεκτικά στο ισπανικό θέατρο.19 Κάποια ερωτηματικά που μπορεί να προκαλέσει η όψιμη συγγραφή του έργου Ο Ιερός Συνασπισμός, λύνονται σε μια προσεκτική εξέταση που αποδεικνύει ότι η ημερομηνία, η θεματική και η δραματική του ροή, ανταποκρίνονται πλήρως στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής και στις αντιλήψεις περί θεάτρου του συγγραφέα.20

Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η θεματική των Τούρκων είναι η πρόφαση για την επίτευξη των σκοπών του Λόπε ντε Βέγκα και, πρωτίστως, για τη σφυρηλάτηση του εθνικού φρονήματος των Ισπανών, που άρχισε να αναπτύσσεται από τo πρώτο μισό του 16ου αιώνα, μετά τη συνένωση των βασιλείων της Καστίλλης και της Αραγωνίας μέσω βασιλικών γάμων και την κατάκτηση της Γρανάδας (1492), τελευταίου αραβικού βασιλείου της Ιβηρικής. Το ίδιο έτος ακολούθησε η ανακάλυψη της Αμερικής από τον Χριστόφορο Κολόμβο και η επακόλουθη εποποιία της κατάκτησης και της ενσωμάτωσής της στις κτήσεις του ισπανικού στέμματος. Στο εξής, τα ενδιαφέροντα της ισπανικής πολιτικής προσανατολίζονται, κάθε φορά περισσότερο, προς την Αμερική, χωρίς όμως να παραβλέπεται ο εξ ανατολών τουρκικός παράγοντας που απειλούσε να μετατραπεί σε απόλυτο κυρίαρχο της Μεσογείου. Εξάλλου, ο οθωμανικός επεκτατισμός υπήρξε ένα από τα κυριότερα προβλήματα του οίκου των Αψβούργων της Ισπανίας, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Καρόλου του Ε΄ (και Α΄της Ισπανίας).21Σε μεγάλο μέρος της βασιλείας του υπήρξε το αντίπαλο δέος του ισπανικού επεκτατισμού τόσο στην κεντρική Ευρώπη όσο και στη Μεσόγειο.΄Ενας, όμως, από τους λόγους που, πιθανότατα, επηρέασε τον Λόπε δε Βέγκα, όπως και πολλούς άλλους θεατρικούς συγγραφείς, ήταν η αρχή της μακράς περιόδου παρακμής στην οποία εισερχόταν σταδιακά η ισπανική Αυτοκρατορία, γεγονός που καθιστούσε επιτακτική την ανάγκη της ενδυνάμωσης μιας «εθνικής συνείδησης» σε όλα τα κοινωνικά στρώματα.22

Παράλληλα, όμως, έχει επισημανθεί ότι η πρόθεσή του, όπως και πολλών συγχρόνων, είναι να θέσει τα θεμέλια της πολιτικής θεωρίας για την σπουδαιότητα της θέσης του βασιλικού θεσμού και του προσώπου του βασιλέα ειδικότερα ως προς τη σύσταση του κράτους. Για το συγκεκριμένο θέμα εκφράστηκαν διάφορες γνώμες που συνοψίζονται στις εξής ενότητες: α) Οι κωμωδίες του περικλείουν μια ολόκληρη πολιτική θεωρία που βασίζεται στα έργα των θεολόγων και των θεωρητικών του Δικαίου της εποχής. Βρισκόμαστε επομένως μπροστά σε ένα ολόκληρο corpus πολιτικής λογοτεχνίας που έγινε γνωστή στα λαϊκά θέατρα (corrales de comedias) και συνέβαλε στην οικοδόμηση της   απολυταρχικής ιδεολογίας της μοναρχίας των Αψβούργων.23 β) Πρόκειται για τον θεατρικό συγγραφέα της ισπανικής ιστορίας, με την έννοια ότι υιοθετεί το ρόλο του μη επίσημου χρονικογράφου του στέμματος, ξαναγράφοντας τη μυθολογία της ισπανικής Αυτοκρατορίας για να «περάσει» στη συνέχεια στο λαό μέσω του λαϊκού θεάτρου, διασκεδάζοντας και μορφώνοντάς τον πολιτικά.24 γ) Παράλληλα, όμως, τα ιστορικά του έργα συμβάλλουν στην προώθηση του ίδιου του συγγραφέα, ο οποίος σε όλη του τη ζωή φιλοδοξούσε να του δοθεί η θέση του επίσημου χρονικογράφου του παλατιού.25 Πρόκειται σε τελική ανάλυση για την προφορική διάχυση της γραπτής κουλτούρας μέσω της σκηνής, για την δραματοποιημένη ιστορία, για μια ιστορικού χαρακτήρα διαπαιδαγώγηση26 και για τη συμβολή του θεάτρου στην πολιτική προπαγάνδα της ισπανικής μοναρχίας.27 Από την άλλη πλευρά, είναι εμφανές ότι στη συγκεκριμένη εποχή, η ιστορία και η ποίηση βρίσκονται τόσο κοντά που αλληλοδανείζονται τεχνικές: η ιστορία γράφεται με τρόπο που καθιστά σαφές ότι οι ιστορικοί διαβάζουν ποίηση και επηρεάζονται από αυτήν στην περιγραφή των γεγονότων.28 Ταυτόχρονα οι ποιητές, κυρίως στην επική ποίηση, και κατ’ επέκταση οι θεατρικοί συγγραφείς, στα ιστορικά δράματα, ακόμη κι αν πρόκειται για κωμωδίες ή τραγικωμωδίες έχουν μπροστά τους τα ιστορικά κείμενα. Το γεγονός αντανακλάται εμφανώς και στο Ο Ιερός Συνασπισμός του Λόπε ντε Βέγκα.29

Στην Ισπανία του 17ου αιώνα, τόσο η μοναρχία όσο και οι κοινοτικές αρχές της χώρας είχαν συνειδητοποιήσει τη διδακτική δύναμη της ιστορίας που περιέκλειε το θέατρο και την ανωτερότητα του προφορικού λόγου επί του γραπτού. Ο Λόπε ντε Βέγκα, λοιπόν, γνωρίζοντας ότι το μήνυμα έφτανε καλύτερα με τον προφορικό λόγο απ΄ό,τι με τον γραπτό, έγραφε τις κωμωδίες του τόσο για τον απλό και αγράμματο λαό, όσο και για τους εγγράμματους.30 Δεν πρέπει εξάλλου να μας διαφεύγει το γεγονός ότι ήταν επίσης ένας από τους συγγραφείς που μπορούσαν να ζήσουν από την πώληση των βιβλίων τους, τις εκδοτικές παραγγελίες και το ανέβασμα των έργων τους στη σκηνή. Η αγάπη, η υπακοή και η υπηρεσία ως πολιτική αρετή είναι το κεντρικό σημείο της πρόθεσης του Λόπε στα ιστορικά και μη έργα της λογοτεχνίας της εποχής του ισπανικού μπαρόκ,31 για το οποίο, όμως, ο βασιλέας απαιτείται να αποτελεί υπόδειγμα καλοσύνης και ομορφιάς, και να αντικατοπτρίζει την θεϊκή τελειότητα σε αντίθεση με τους υπηκόους του, που λυγίζουν υποκύπτουν στους πειρασμούς.32.

Ταυτόχρονα, μετά την νίκη στη ναυμαχία της Ναυπάκτου και την έκδοση του Gerusalemme liberata του Torquato Tasso,33 οι καλλιτέχνες και οι συγγραφείς του Μπαρόκ καλλιεργούν το πνεύμα της σταυροφορίας για την, έστω και την εκ των πραγμάτων, μη εφικτή ανακατάληψη της Ιερουσαλήμ.34

Ο Λόπε ντε Βέγκα υποκινεί εδώ την πατριωτική υπερηφάνεια ταυτίζοντας τα κατορθώματα του ήρωα με βασιλικό αίμα (Δον Χουάν ο Αυστριακός) με την ιστορία της Ισπανίας, αλλά και του αδελφού του Φιλίππου Β΄ μέσω του επαίνου και της εξύμνησής τους. Η υπηρεσία που προσφέρει έχει τρεις όψεις: ο ηγεμόνας κυβερνά και αποδίδει δικαιοσύνη, ενσαρκώνοντάς την μέσα από την σοφία του.35 Επίσης ασκεί την εξουσία του που έχει οικουμενικό χαρακτήρα (κτήσεις σε όλη την υδρόγειο),36 είναι θρησκευτικό πρόσωπο και προστάτης της χριστιανοσύνης. Για το λόγο αυτό, εμφυσεί το πνεύμα της σταυροφορίας ενάντια στους άπιστους μουσουλμάνους σε μια Ισπανία που έχει τη συνείδηση του υπερασπιστή της χριστιανικής πίστης και που πολεμά τον Τούρκο για να επικρατήσει στη Μεσόγειο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο χριστιανός βασιλέας της Ισπανίας φέρει επίσης τον τίτλο του «Βασιλέα της Ιερουσαλήμ» και επικρατεί στη ναυμαχία της Ναυπάκτου ως σημαιοφόρος της χριστιανικής συμμαχίας.

Alonso Sánchez Coello, Δον Χουάν ο Αυστριακός (1567), Monasterio de las Descalzas Reales de Madrid
Sofonisba Anguissola, Πορτραίτο του Φίλιππου B΄ της Ισπανίας (1573), Museo Nacional del Prado,Μαδρίτη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Χαρακτηριστικός είναι ο μονόλογος του ηττημένου Ουλούτς Αλή (Κιλίτζ Αλή Πασάς) μετά τη ναυμαχία:

Δίκαια σας φοβήθηκα, λάβαρα ισπανικά,

 
την ανδρεία, την τύχη και τη δύναμή σας ξέρω.
Δεν με πίστεψε ο Αλή· γι΄αυτό και σʼ ένα
κοντάρι έβαλε το κεφάλι του ο Δον Χουάν. 2760
Εκτός απʼ τον Μωάμεθ, με τι πρόσωπο  
θα εμφανιστούμε μπρος στον Μέγα Κύρη;  
Πως ο Θεός τον Φίλιππο φυλάει θα πούμε  
ή πως ο Πίος ο Πέμπτος άγιος είναι.  
Κι η γη ακόμη ακριβά πουλιέται εδώ· 2765
Τα πανιά ανοίξτε και χτυπήστε τα κουπιά,  
τον Μωάμεθ απαρνούμαι, στο Αλγέρι να με πάτε,  
ή στη Μέκκα, τα κόκκαλά του για να βρω εκεί.  

Στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει επίσης και το επικό στοιχείο που παραπέμπει σε συγκρούσεις επιφανών ηρώων: η προσωπική σύγκρουση του νόθου υιού του αυτοκράτορα Καρόλου Ε΄ (και αδελφού του Φιλίππου Β΄) και του Αλή Πασά, γαμπρού του Σελίμ Β΄, όπου μετά από σκληρή μάχη, τη νίκη κερδίζει ο χριστιανός πρίγκιπας.

Έχει επισημανθεί ότι εδώ ο Λόπε ντε Βέγκα κινείται μεταξύ της βασικής ιστορικής του πηγής που είναι Ο βίος και το έργο του Πάπα Πίου Ε΄ του Antonio de Fuenmayor37 και La Araucana, το λογοτεχνικό μοντέλο της ισπανικής επικής ποίησης που δημοσίευσε το 1569 ο Alonso de Ercillaγια με αφορμή την κατάκτηση της Αμερικής.38 Φαίνεται επίσης ότι, για τη σύνθεση της περιγραφής της ναυμαχίας, ανέτρεξε σε ένα ευρύ ρεπερτόριο από αφηγηματικές τεχνικές της λόγιας επικής παράδοσης: το romancero και τη νεοπλατωνική φιλοσoφία.39

Ας δούμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά:

α) Στον ίδιο τον τίτλο του έργου (Ο Ιερός Συνασπισμός), γίνεται σαφής η πρόθεση του συγγραφέα να δηλώσει ότι πρόκειται για έργο ιστορικού χαρακτήρα και μάλιστα ενός γεγονότος που είναι ακόμη νωπό στη μνήμη των αναγνωστών/θεατών.

β) Το συγκεκριμένο έργο υπάγεται στην κατηγορία της τραγικωμωδίας, όπου ο συγγραφέας αντιπαραθέτει τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών: τον σουλτάνο Σελίμ Β΄, τον επονομαζόμενο «Μέθυσο» (1566-1574), ο οποίος ζει μια τρυφηλή ζωή στον χώρο του χαρεμιού, δίχως να ενδιαφέρεται να αυξήσει τις κτήσεις που του παρέδωσε ο ένδοξος πατέρας του, Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής (1520-1566), μέχρι τη στιγμή που ο τελευταίος εμφανίζεται στον ύπνο του και του προκαλεί ένα δέος, το οποίο αλλάζει τελείως την συμπεριφορά του.

Τεράστια είναι η αντίθεση με τον Δον Χουάν τον Αυστριακό, αρχιναύαρχο του χριστιανικού στόλου, αλλά και του αδελφού του, του βασιλιά Φιλίππου Β΄ (1556-1598), γνωστού για τον μοναστικό του βίο και το πάθος του για τις εκκλησιαστικές υποθέσεις. Το ίδιο συμβαίνει και με την αγιοσύνη του Πάπα Πίου Ε΄ (1566-1572), εμπνευστή και πραγματικού δημιουργού του Ιερού Συνασπισμού.

Στον χαρακτήρα, όμως, του Σελίμ και της διαμάχης των Τούρκων πασάδων για την όμορφη αιχμάλωτη Κύπρια Κωνσταντία, ολοκληρώνεται και το όποιο κωμικό στοιχείο του έργου. Οι υπόλοιπες αντιθέσεις μεταξύ Χριστιανών (κυρίως Ισπανών) και Μουσουλμάνων δεν ενέχουν καμία ένδειξη κωμικότητας. Στην πραγματικότητα, ο συγγραφέας συνδυάζει σε ένα μόνο έργο όλα με όσα η εποχή του ύμνησε την μεγαλειώδη αυτή νίκη: την επική ποίηση, το romancero, τα χρονικά, τη ζωγραφική, τη φιλοσοφία του έρωτα (χυδαίο και χριστιανικό).

Μικρογραφία του σουλτάνου Σελίμ Β’.

γ) Το έργο είναι δομημένο σε τρεις πράξεις που περιέχουν διαφορετικές σκηνές και εικόνες, με κριτήρια τα οποία σχετίζονται με την εξέλιξη της πλοκής: είσοδος και έξοδος δραματικών προσώπων, ειδικές στιγμές, πλάνα κλπ. Στον χωροχρόνο και στην εξέλιξη των δραματικών σκηνικών δρωμένων, διακρίνεται μια καλά δομημένη οργάνωση των επιμέρους ενοτήτων του κειμένου που δίνει την αίσθηση της συνέχειας στην εξέλιξη της δράσης. Πρόκειται για μια ευθύγραμμη εξέλιξη της πλοκής με αρχή, μέση και τέλος και με αρκετά χαλαρή αυτονομία των επιμέρους σκηνών, οι οποίες συνδέονται αιτιοκρατικά.

δ) Οι διάλογοι και οι (ελάχιστοι) μονόλογοι γίνονται σε έμμετρο λόγο και διατηρούν μια καλή «ποσοτική» ισορροπία. Λιγοστές είναι οι σκηνικές οδηγίες του συγγραφέα για τον σκηνοθέτη, τους ηθοποιούς και τον αναγνώστη: διευκρινιστικές παρατηρήσεις για την υπόθεση και την ανάπτυξή της, σκηνικές οδηγίες που αναφέρονται στον χώρο, την εμφάνιση, την κίνηση και τις χειρονομίες των προσώπων, τον φωτισμό και τα σκηνικά αντικείμενα. Οι σκηνικές οδηγίες ανιχνεύονται μέσα από τον λόγο των προσώπων.

Ο δραματικός μύθος (υπόθεση) αρχίζει παρουσιάζοντας την τρυφηλή ζωή του Σελίμ Β΄ στο χαρέμι, για το οποίο και παραμελεί τις υποχρεώσεις του ως μονάρχης και μέλος μιας ένδοξης δυναστείας κατακτητών. Οι πολεμοχαρείς αρχηγοί των στρατευμάτων του, αλλά ακόμη και οι άνθρωποι της υπηρεσίας του τον μέμφονται για τη ζωή του και προσπαθούν να τον πείσουν να ακολουθήσει το παράδειγμα των προγόνων του.

Η στάση του Σελίμ αλλάζει ριζικά με την παρουσίαση του φαντάσματος του πατέρα του, ο οποίος τον επικρίνει για τη ζωή του. Στη συνέχεια ακολουθεί πιστά τα γεγονότα που έλαβαν χώρα αρχής γενομένης από την παραβίαση της συνθήκης που υπέγραψε με τη Βενετία και την απόφαση να κατακτήσει την Κύπρο.

Σε αντιπαράθεση με τη ζωή στο παλάτι, ο συγγραφέας εναλλάσσει σκηνές με τη ζωή της αιχμαλωσίας των Χριστιανών στο Αλγέρι, όπου βρίσκεται επίσης αιχμάλωτη η όμορφη Κωνσταντία από την Κύπρο με το μικρό της παιδί. Η αγάπη της για την Κύπρο και τον σύζυγό της, τον λοχαγό Λεονάρδο, που υπερασπίζεται τη Λευκωσία, την αποτρέπει να μεταβεί στην Ισπανία με το ισπανικό πλοίο που ήρθε για να εξαγοράσει χριστιανούς αιχμαλώτους και δέχεται την πρόταση του Τούρκου ναυάρχου Μουσταφά Πασά, ο οποίος προσφέρεται να την μεταφέρει στην Κύπρο.

Όμως, ο Μουσταφά, θαμπωμένος από την ομορφιά της, την μεταφέρει στην Κωνσταντινούπολη όπου προσπαθεί να την πείσει να τον παντρευτεί. Παράλληλα έρχεται σε σύγκρουση με τον Πιλαή Πασά, ο οποίος διεκδικεί επίσης την Κωνσταντία.40 Η επανένωση της Κωνσταντίας με τον Λεονάρδο γίνεται χάρη στη μεγαλοψυχία του Μουσταφά, ο οποίος κάνει προηγουμένως μια αποτυχημένη προσπάθεια να τον πείσει να παραδώσει την πόλη αμαχητί.

Η παρεμβολή της αιχμαλωσίας και του ερωτικού στοιχείου, αποτελούν το κύριο δραματικό μέρος του έργου. Επιπρόσθετα, το στοιχείο της αιχμαλωσίας προβάλλει ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χριστιανοσύνη στη Μεσόγειο εξ αιτίας της δράσης των τουρκο- βερβερίνων κουρσάρων,41 ενώ το ερωτικό μέρος προβάλλει την ακεραιότητα της χριστιανής, η οποία αρνείται να αλλαξοπιστήσει και να ζήσει μια πλούσια και χωρίς προβλήματα ζωή.

Το δεύτερο μισό του έργου επικεντρώνεται κυρίως σε πολεμικά γεγονότα: α) την επιθετικότητα των Τούρκων στη Μεσόγειο που αρχίζει με την απαίτηση από τους Βενετούς να παραδώσουν αμαχητί το νησί ˑ β) την εισβολή στην Κύπροˑ γ) την αντίδραση των χριστιανικών κρατών της Μεσογείου με τη σύσταση του Ιερού Συνασπισμούˑ δ) τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου.

Χαρακτηριστικό του έργου είναι ότι δεν υπάρχει αποκοπή της δράσης των προσώπων από την ιστορική ροή, πράγμα που διευκολύνει τον συγγραφέα να εκθέσει τα ιστορικά γεγονότα μέσω της δράσης του καθενός, δηλαδή των διαλόγων.

Σε γενικές, λοιπόν, γραμμές, ο δραματικός μύθος είναι βασισμένος σε τρεις άξονες:

α) την προσωπική ζωή του σουλτάνου Σελίμ,

β) την προσωπική ζωή της Κωνσταντίας, του γιού της και του συζύγου της,

γ) τον χαρακτήρα και τις πράξεις των Τούρκων αρχηγών του οθωμανικού στρατού,

δ) τον χαρακτήρα και τη δράση των αρχηγών του χριστιανικού συνασπισμού.

ε) τις πολεμικές συγκρούσεις στο πλαίσιο της πολιορκίας της Λευκωσίας και της ναυμαχίας της Ναυπάκτου.

Η πλοκή του έργου εκτυλίσσεται ως εξής:

Α΄ Πράξη:

Παρουσιάζεται η τρυφηλή και εκθηλυμένη ζωή του σουλτάνου Σελίμ Β΄ στο χαρέμι και η εξάρτησή του από την Ρόζα Σολιμάνα, που τον κρατά μακριά από τους πολέμους.

Οι τρεις αρχηγοί του οθωμανικού στρατού (Μουσταφά, Πιαλή και Ουτσαλή) προσπαθούν να τον πείσουν να αλλάξει ζωή και να τιμήσει την ένδοξη οικογενειακή του παράδοση, αρχίζοντας και πάλι τον πόλεμο με τους χριστιανούς με την κατάληψη της Κύπρου.

Σκηνές αιχμαλωσίας χριστιανών, πιθανότατα στο Αλγέρι, όπου καταφτάνουν ένας φραγκισκανός μοναχός για να εξαγοράσει αιχμαλώτους και ένας έμπορος με το καράβι του, που πρόκειται να τους μεταφέρει στην Ισπανία. Μεταξύ των αιχμαλώτων συμπεριλαμβάνεται η Κωνσταντία από την Λευκωσία και ο μικρός της γιος. Ακολουθούν σκηνές πατριωτικού και θρησκευτικού χαρακτήρα. Η Κωνσταντία αποφασίζει να μην επιβιβαστεί στο ισπανικό πλοίο και αποδέχεται την πρόταση που της κάνει ο Μουσταφά να την μεταφέρει στην Κύπρο.

Ο Σελίμ βλέπει το φάντασμα του πατέρα του και αλλάζει ριζικά τακτική: αποφασίζει την ανοιχτή ρήξη με τους χριστιανούς και απαιτεί την παράδοση της Κύπρου από τη Βενετία.

Σκηνή όπου συνεδριάζει η Γερουσία της Βενετίας και επιβραβεύει τον Τιτσιάνο για τον πίνακα της σουλτάνας που συνέβαλε στη διατήρηση καλών σχέσεων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εμφανίζεται όμως ο Μουσταφά, ως απεσταλμένος του Σελίμ, για να απαιτήσει με απειλές την παράδοση της Κύπρου. Οι συγκλητικοί ειρωνεύονται την αλαζονεία του και τον αποπέμπουν εξευτελιστικά.

Β΄ Πράξη:

Η Κωνσταντία ανακαλύπτει ότι ο, ερωτευμένος μαζί της, Μουσταφά την εξαπάτησε και αντί για την Κύπρο την έφερε στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Σελίμ με δεύτερη ερωμένη, την Φατίμα. Διαμάχη μεταξύ Αλή και Μουσταφά για την Κωνσταντία, αλλά και για προσωπικές φιλοδοξίες. Ο Σελίμ τους διατάζει να κατακτήσουν την Κύπρο χωρίς χρονοτριβές.

Ο Μουσταφά παραδίδει την Κωνσταντία στον σύζυγό της, Λεονάρδο, τον οποίο προσπαθεί μάταια να πείσει να του παραδώσει την Λευκωσία. Σκηνές πατριωτισμού και θρησκευτικής πίστης.

Οι Τούρκοι επιτίθενται στη Λευκωσία. Ο Λεονάρδο αιχμαλωτίζεται. Γενναιότητα της Κωνσταντίας που πολεμά σαν άντρας. Σκηνές γενναιότητας και του παιδιού της. Ο Μουσταφά αποδεικνύεται γενναιόδωρος και απελευθερώνει τους αιχμαλωτισμένους Λεονάρδο, Κωνσταντία και παιδί.

Γ΄ Πράξη:

Διεργασίες για τη σύσταση του Ιερού Συνασπισμού και τον ορισμό του αρχιναυάρχου. Λαμβάνουν μέρος εκπρόσωποι των κρατών που πρόκειται να τον στελεχώσουν. Δυσαρέσκεια της Βενετίας για την επιλογή μη Βενετού αρχιναυάρχου. Εκθειασμός του Πάπα Πίου Ε΄, του Φίλιππου Β΄ της Ισπανίας και του Δον Χουάν του Αυστριακού.

Ο Σελίμ μεταξύ δύο γυναικών. Η Φατίμα τον ωθεί προς τον πόλεμο. Θυμός της Ρόζας Σολιμάνας, που εξοργίζει τον Σελίμ.

Οι Τούρκοι αρχηγοί ενημερώνονται για τη σύσταση του Ιερού Συνασπισμού. Μετά από διαφωνίες αποφασίζουν να προχωρήσουν σε σύγκρουση με τον χριστιανικό συμμαχικό στόλο.

Συζήτηση των αρχηγών του χριστιανικού συμμαχικού στόλου.

Οι προσωποποιημένες Ισπανία, Βενετία και Ρώμη, περιγράφουν τις λεπτομέρειες της ναυμαχίας.

Θρίαμβος των χριστιανών, αιχμαλωσία του Αλή και οπισθοχώρηση του Ουτσαλί. Εορτασμοί των χριστιανών για τη νίκη.

Είναι εμφανές ότι, σε γενικές γραμμές, ο μηχανισμός της πλοκής του έργου που υποστηρίζει την υπόθεση (δραματικός μύθος) βασίζεται στη κλασική δομή της αιτιοκρατικής σύνδεσης των επιμέρους γεγονότων, που παρουσιάζονται σε διαφορετικές σκηνές συγκρούσεων και οι οποίες οδηγούν στην τελική επίλυσή τους. Στις πολλαπλές σκηνές και χώρους όπου διαδραματίζεται το έργο, οι έρωτες των Τούρκων εναλλάσσονται με διπλωματικά και πολεμικά επεισόδια, τα οποία ενεργοποιούν τη σύσταση του Ιερού Συνασπισμού και καταλήγουν στην τελική ήττα των Οθωμανών στα ανοικτά της Ναυπάκτου.

Το μείγμα στοιχείων της κωμωδίας (ερωτικές πλοκές) με άλλα της τραγωδίας είναι χαρακτηριστικά της αρχικής φάσης της Comedia Nueva, όπου δοκιμάζονται νέες φόρμουλες, δίχως να τηρούνται αυστηρά τα οριοθετημένα δομικά στοιχεία των δύο θεατρικών ειδών. Σε γενικές γραμμές, όμως, Ο Ιερός Συνασπισμός ανταποκρίνεται στα κύρια χαρακτηριστικά του θεατρικού αυτού είδους:42

Είναι τρίπρακτο έργο.

Αναμιγνύει το τραγικό με το κωμικό για να εκφράσει ρεαλιστικά την διαφορετικότητα που υπάρχει στην ζωή, μέσω προσώπων διαφορετικών προελεύσεων και τάξεων. Παρεμβάλλεται επίσης το αστείο έως και το γελοίο.

Γράφεται σε έμμετρο λόγο και με διαφορετικές στροφές.

Παρά τις τραγικωμικές σκηνές του παλατιού του Σελίμ, περιγράφεται επακριβώς η ιστορική εξέλιξη, ενώ η τρίτη Πράξη, αφιερωμένη η Ναυμαχία της Ναυπάκτου, αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα έπους. Παράλληλα, μέσω διαλόγων παραδίδονται πραγματικά μαθήματα ιστορίας και γεωγραφίας.

Ο χρόνος ακολουθεί μια ευθύγραμμη ανάπτυξη της πλοκής με διαδοχή των γεγονότων, συμπύκνωση, αλλά και παράλληλη παρουσίασή τους. Σε λιγοστές περιπτώσεις η πλοκή βασίζεται και στην υποκειμενική αντίληψη ή εμπειρία του χρόνου που έχουν τα δραματικά πρόσωπα. Το έργο καλύπτει επομένως τα γεγονότα που έλαβαν χώρα το 1570-71 και έχουν ως εξής:

Μάρτιος του 1570: ο σουλτάνος Σελίμ Β΄ απαιτεί με τελεσίγραφο από τη Βενετία την παράδοση της Κύπρου. Οθωμανικά στρατεύματα, με αρχιστράτηγο τον Λάλα Μουσταφά Πασά, αποβιβάζονται στο νησί. Στην εκστρατεία λαμβάνουν μέρος 350-400 πλοία και μεταξύ των 60.000 και 100.000 ανδρών. Οι Βενετοί, ευρισκόμενοι ενώπιον της τουρκικής ναυτικής υπεροχής, αποφασίζουν να προβάλουν αντίσταση στις οχυρωμένες πόλεις, έως ότου φτάσουν ενισχύσεις. Η Βενετία ζητεί τη βοήθεια των χριστιανικών δυνάμεων. Ο Πάπας Πίος Ε΄ πείθει τον Φίλιππο Β΄ της Ισπανίας να συνδράμει. Ο συμμαχικός στόλος συγκροτείται στο λιμάνι της Σούδας, υπό τις διαταγές του Βενετού ναυάρχου Marco Antonio Colonna.43

 

Scipione Pulzone, Πορτραίτο του Πάπα Πίου Ε΄.
Scipione Pulzone, Πορτραίτο του Marco Antonio Colonna, Palazzo Colonna, Ρώμη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

9 Σεπτεμβρίου 1570: οι Τούρκοι, εκμεταλλευόμενοι την ασυμφωνία των χριστιανών αρχηγών να αποφασίσουν για τον τρόπο, με τον οποίο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί η κατάσταση, καταλαμβάνουν τη Λευκωσία έπειτα από πολιορκία επτά εβδομάδων. Σφαγή 20.000 κατοίκων της πόλης και αιχμαλωσία των γυναικόπαιδων.

 

Giacomo Franco, Χάρτης των οχυρώσεων της Λευκωσίας (1597).

5 Οκτωβρίου 1570: ο Ισπανός ναύαρχος, Juan Andrea Doria, επιστρέφει στη Σικελία, ενώ ο Πάπας και η Βενετία του χρεώνουν την αποτυχία της εκστρατείας. Ο βενετικός και παπικός στόλος, στην επιστροφή χάνει 14 γαλέρες σε μια καταιγίδα.

Ο Πάπας Πίος Ε΄ πιέζει τις χριστιανικές δυνάμεις της Μεσογείου (πλην Γαλλίας) να συστήσουν έναν συνασπισμό για να σταματήσουν την τουρκική εξάπλωση στη Μεσόγειο. Οι διαπραγματεύσεις διαρκούν αρκετούς μήνες, εξ αιτίας των συγκρουόμενων συμφερόντων της Ισπανίας και της Βενετίας.

25 Μαΐου 1571: σύσταση του Ιερού Συνασπισμού με τη συμμετοχή της Ισπανίας, Βενετίας, παπικών δυνάμεων, Μάλτας, Γένοβας και των δουκάτων της Σαβοΐας, Ουρμπίνο και Τοσκάνης, με αρχιναύαρχο τον Δον Χουάν τον Αυστριακό, νόθο αδελφό του Φίλιππου Β΄.44 Ο στόλος απαριθμεί 325 πλοία45 και περίπου 30.000 στρατιώτες.46 Ο Πάπας, δίνει στους μαχητές σταυροφορική άφεση αμαρτιών.

1 Αυγούστου 1571: μετά από πολιορκία εννέα μηνών, ο διοικητής της Αμμοχώστου παραδίδει την πόλη στους Τούρκους.

 

Τα ενετικά τείχη (Bastioni San Luca) της Αμμοχώστου.

14 Αυγούστου 1571: ο συμμαχικός στόλος συγκεντρώνεται στη Νάπολη, όπου ορίζεται αρχιναύαρχος ο Δον Χουάν ο Αυστριακός μετά από εκτενείς διαφωνίες μεταξύ των συμμάχων.

26 Σεπτεμβρίου 1571: ο συμμαχικός στόλος προσαράζει στην Κέρκυρα και στις 6 Οκτωβρίου στην Κεφαλονιά, όπου φτάνουν οι ειδήσεις για την άλωση της Αμμοχώστου και τις τουρκικές βαρβαρότητες σε βάρος του πληθυσμού και του διοικητή της, Marco Antonio Bragadinο.

7 Οκτωβρίου 1571: Σύγκρουση του συμμαχικού στόλου με τον οθωμανικό στον ευρύτερο κόλπο της Πάτρας (γνωστό στην εποχή ως κόλπο της Ναυπάκτου). Τον οθωμανικό στόλο, με αρχιναύαρχο (καπουδάν πασά) τον Αλή Πασά, υποβοηθούμενο από τους κουρσάρους Μεχμέτ Σιρόκκο (Mehmed Şuluk) της Αλεξάνδρειας και Ουλούτς Αλή, αποτελούσαν 222 γαλέρες, 56 γαλέτες και μερικά ακόμη πλοιάρια με 13.000 έμπειρους και 34.000 στρατιώτες. Στη μάχη καταβυθίστηκαν 50 πλοία του οθωμανικού στόλου, και αιχμαλωτίστηκαν 117 γαλέρες και 20 γαλέτες, ενώ σκοτώθηκαν 30.000 Τούρκοι (συμπεριλαμβανομένου και του Αλή Πασά). Τέλος, αιχμαλωτίστηκαν άλλοι10.000. Από τη χριστιανική πλευρά οι απώλειες ανήλθαν σε 7.500 νεκρούς.

 

Juan de Toledo και Mateo Gilarte, La batalla de Lepanto (1663-1665), Iglesia de Santo Domingo de Lorca, Μούρθια.

[Συνεχίζεται]

 

 

Ο Καθηγητής Μόσχος Μορφακίδης-Φυλακτός είναι πρόεδρος του Κέντρου Βυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών («Centro de Estudios Bizantinos, Neogriegos y Chipriotas de Granada»/ C.E.B.N.Ch.) του Πανεπιστημίου της Γρανάδας.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Α΄ ΜΕΡΟΥΣ

 

1.Υπάρχει μια εκτεταμένη βιβλιογραφία για το θέμα. Βλ. ενδεικτικά: HESS, Andrew C., “The Battle of Lepanto and Its Place in Mediterranean History”, Past and Present, LVII (1972), σσ. 53-73· KONSTAM, Angus, Lepanto 1571. The greatest naval battle of the Renaissance, Leeds, Osprey, 2003 και MUÑOZ BOLAÑOS, Roberto, La batalla de Lepanto, 1571, Madrid, Almena, 2003.

2. Ο SENER, Mehmet Sait, El tema turco en el teatro español de los siglos XVI-XVII (Διδακτορική Διατριβή), Universidad Complutense de Madrid, 2018, σσ. 14-28, αντιπροτείνει τον όρο “turquesco”, προσπαθώντας να διαχωρίσει τον γενικότροπο ορισμό Turquería, που κατά τη γνώμη του δεν ανταποκρίνεται επακριβώς εθνοτικά και χωροταξικά στους Τούρκους, διότι συμπεριλαμβάνει όλους τους μουσουλμάνους της βόρειας Αφρικής. Σε κάθε περίπτωση, όμως, αν και ο όρος Turquería μπορεί να εκλαμβάνεται ως μειωτικός, ανταποκρίνεται στη γενική εικόνα που είχαν οι Ισπανοί της εποχής για τους μουσουλμάνους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (https://eprints.ucm.es/id/eprint/46900/1/T39724.pdf).

3. VATIN, Nicolas, Les Ottomans et l´Occident (XVe- XVIe siècles),Istanbul, Isis, 2001.

4. HASSIOTIS, I. K., “Hacia una re-evaluación de Lepanto”, στο A. Bernat Vistarini (επιμ.), Volver a Cervantes. Actas del IV congreso de la Asociación de Cervantistas, Palma de Mallorca, Universitat de les Illes Ballears, 2001, τ. 1, σσ. 37-45 και RIVERO RODRÍGUEZ, Manuel., La batalla de Lepanto. Cruzada, Guerra santa e identidad confesional, Madrid, Sílex, 2008.

5. Βλέπε σχετικά την κριτική έκδοση του έργου του Fernando de Herrera, Relación de la guerra de Chipre y suceso de la batalla Naval de Lepanto (από τον Carlos Martínez Carrasco), Granada, Centro de Estudios Bizantinos, Neogriegos y Chipriotas, 2020.

6. HASSIOTIS, Ioannis K., “El mundo neogriego en el espejo de los autores del Siglo de Oro”, LEMYR 24 (2020), σσ. 147-207 και ειδικά στις σσ. 181-182 και του ιδίου, “Ιδεολογικές επιβιώσεις της ναυμαχίας της Ναυπάκτου στον ισπανικό κόσμο”, Fr. Morcillo Ibáñez, Actas del V Congreso de Neohelenistas de Iberoamérica: Mundo Neogriego y Europa: contactos, diálogos culturales (Valencia 25-26 de octubre de 2013), Granada, Sociedad Hispánica de Estudios Neogriegos, 2015, σσ. 13-42.

7. LÓPEZ DE TORO, J., Los poetas de Lepanto, Madrid, Instituto Histórico de la Marina, 1950καιGARCÍA CÁRCEL, R., “La psicosis del turco en la España del Siglo de Oro”,στο F. Pedraza & R. González Cañal (επιμ.), Los imperios orientales en el teatro del Siglo de Oro, Almagro, Universidad de Castilla-La Mancha 1994, σσ. 15-28.

8. Βλ. Σχετικά MAS, Albert, Les Turcs dans la littérature espagnole du siècle d’or, Paris, 1967, τ. 1, σσ. 189-221, 238- 241, 394-403, τ. 2, σσ. 47-52.

9. VEGA CAPRIO, Lope de, La Santa Liga [έκδοση του Miguel Renuncio Roba], Association for Hispanic Classical Theater, 2007 (http://artelope.uv.es/biblioteca/textosAL/AL0863_LaSantaLiga.php).

10. VEGA CARPIO, Lope de, La Santa Liga, στο Decima quinta parte de las Comedias de Lope de Vega Carpio, Madrid, Fernando Correa de Montenegro, 1621, ff. 91r-121v. Tο έργο συνέγραψε πιθανότατα μεταξύ του 1598 και 1600. Βλ. MORLEY, Sylvanus Griswold & BRUERTON Courtney, Cronología de las comedias de Lope de Vega, con un examen de las atribuciones dudosas, basado todo ello en un estudio de su versificación estrófica [Revisado por S. Griswold Morley], Versión española de María Rosa Cartes, Madrid, Gredos, 1968.

11. OLEZA, Joan, “Variaciones del drama historial en Lope de Vega”, Anuario Lope de Vega. Texto, literatura, cultura, 19 (2013), σσ. 151-187.

12. OLEZA, Joan, “Historical Dramas of Private Events, by Lope de Vega: a Requirement of Subjects”, στο From Ancient Classical to Modern Classical: Lope de Vega and the New Challenges of Spanish Theatre, Νew York, IDEA (Instituto de Estudios Auriseculares), 2012, σσ. 61-102.

13. Οι τρεις κύριες θεματικές ενότητες του έργου του Λόπε ντε Βέγκα είναι: α) έργα θρησκευτικού περιεχομένου (βίοι αγίων, μεσαιωνικοί θρύλοι, ιστορίες βγαλμένες από τη Βίβλο)· β) κωμωδίες ιστορικού χαρακτήρα (βασισμένες σε χρονικά, θρύλους, ποίηση της Ισπανίας)· γ) κοινωνικά δράματα (βασισμένα σε συγκρούσεις μεταξύ ευγενών και λαού εξ αιτίας της άδικης συμπεριφοράς των τελευταίων· δ) κωμωδίες ερωτικού χαρακτήρα.

14. RENUNCIO ROBA, Miguel, “El mundo islámico en La Santa Liga de Lope de Vega”, Anaquel de Estudios Árabes 16 (2005), σσ. 205-217. Αν και μερικά από τα έργα του εντάσσονται στη θεματική της αιχμαλωσίας χριστιανών από τουρκοβερβερίνους κουρσάρους, ο τρόπος αντιμετώπισης τουθέματος είναι διαφορετικός δεδομένου ότι δεν παρουσιάζεται με τον δραματικό τρόπο που βλέπουμε στον Θερβάντες κ.ά. Βλ. σχετικά FERNÁNDEZ RODRÍGUEZ, Daniel, “Moros, cautivos, raptos y naufragios: las comedias bizantinas de Lope de Vega” en G. Vega, H. Urzáiz, P. Conde (eds.), El patrimonio en el teatro clásico español: actualidad y perspectivas. Actas del Congreso de TC/12 (Olmedo, 22-25 de 2013), Valladolid, Ediciones de la Universidad de Valladolid, 2015, σσ. 331-338.

15. ACEDO CASTILLA, José Francisco, “Los dramas históricos de Lope de Vega”, Minervae Baeticae. Boletín de la Real Αcademia Sevillana de Buenas Letras, 14(1986), σσ. 15-36.

16. GILMAN, Stephen, “Lope, dramaturgo de la historia”, στο A. Sánchez Romeralo (επιμ.), Lope de Vega: el teatro, Madrid, Taurus («El escritor y la crítica»),1989, τ. 1, σσ. 181-192 και OLEZA, Joan, “Del primer Lope al Arte Nuevo”, στο D. McGrady (επιμ.), Lope de Vega, Peribáñez y el Comendador de Ocaña, Barcelona, Crítica, 1997, σ: xli.

17. Κυριαρχία των Μαμελούκων στην Κύπρο (http://www.polignosi.com/cgibin/hweb?-A=12504&-V=limmata).

18. Τα αποσπάσματα του έργου που παρεμβάλλονται στο κείμενο προέρχονται από το βιβλίο: Λόπε ντε Βέγκα, Ο Ιερός Συνασπισμός (εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια: Μόσχος Μορφακίδης-Φυλακτός), Γρανάδα, Κέντρο Βυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών, 2021.

19. CALVO, Florencia, Los itinerarios del imperio. La dramatización de la historia en el barroco español , Buenos Aires, Eudeba, 2007 καιUSANDIZAGA, Guillem, La representación de la historia contemporánea en el teatro de Lope de Vega, Madrid, Iberoamericana, Frankfurt am Main, Vervuert, 2014,σσ. 111-151.

20. KIRSCHNER, Teresa J. & CLAVERO, Dolores, Mito e historia en el teatro de Lope de Vega, Alicante Universidad de Alicante, 2009 και DÍEZ BORQUE, J. M.,Sociedad y teatro en la España de Lope de Vega, Barcelona, Antoni Bosch, 1978.

21. Στο στέμμα του συνενώθηκαν το δουκάτο της Βουργουνδίας και το αρχιδουκάτο της Αυστρίας από πλευρά του πατέρα του, και από την πλευρά της μητέρας του τα βασίλεια της Καστίλλης, της Ναβάρρας και της Αραγωνίας, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν το βασίλειο της Νάπολης, Σικελίας και Σαρδηνίας και οι κτήσεις στην Αμερική. Υπήρξε ο πρώτος βασιλιάς ης Ισπανίας με το όνομα Κάρολος Α΄ (1516-1556), και αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού ΄Εθνους με το όνομα Κάρολος Ε΄ (1519-1558). Το 1556 μεταβίβασε τον θρόνο της Αυτοκρατορίας στον αδελφό του Φερδινάνδο Α΄ (1558-1564) και το θρόνο της Ισπανίας στον γιο του Φίλιππο Β΄ (1556-1598).

22. RYJIK, Verónica, Lope de Vega en la invención de España: El drama histórico y la formación de la conciencia nacional, Woodbridge, Boydell & Brewer, 2011, pp. 216 y ss. καιCARREÑO-RODRÍGUEZ, Antonio, Alegorías del poder. Crisis imperial y comedia nueva (1598- 1659), Woodbridge, Boydell &Brewer, 2009, σσ. 217-226.

23. MARAVALL, José Antonio & ABAT NEVOT, Francisco, Teatro y literatura en la sociedad barroca, Barcelona, Editorial Crítica, D.L., 1990, y BERMEJO CABRERO, José Luis, Derecho y pensamiento político en la literatura española, Madrid, 1980, σσ. 161-186.

24. KIRSCHNER, Teresa J. &CLAVERO, Dolores, Mito e historia…, ό.π., σσ. 282 κ.έ.

25. FERRER VALLS, Teresa, “Lope de Vega y la dramatización de la materia genealógica (I)”, στο J. Mª Díez Borquez (επιμ.),Teatro cortesano en la España de los Austrias, Madrid (Cuadernos de Teatro Clásico 10) 1998, σσ. 215-231 και TRAMBAIOLI, M., “Lope de Vega y el poder monárquico: una puesta al día”, Impossibilia 3 (abril 2012), σσ. 16-36.

26. GARCÍA MARTÍN, P., “El arte nuevo de hacer España. Acerca de la difusión de la Historia en el teatro de Lope de Vega”, στο J. I. Ruíz Rodríguez& I. Sosa Mayor (επιμ.), Construyendo identidades. Del protonacionalismo a la nación, Alcalá de Henares, Universidad de Alcalá, 2013, σσ. 163-188 και R. Castilla Pérez & M. González Dengra (επιμ.), La teatralización de la historia del Siglo de Oro Español. Actas del III Coloquio del Aula-Biblioteca Mira de Amescua, celebrado en Granada, del 5 al 7 de noviembre de 1999 y cuatro estudios clásicos sobre el tema, Granada, Universidad de Granada, 2001, σσ. 371-402.

27. GARCÍA MARTÍN, Pedro, “El imaginario monárquico en el teatro histórico de Lope de Vega”, στο A. Rey Hazas, M. de la Campa Gutiérrez, E. Jiménez Pablo (επιμ.), La corte del barroco: Textos literarios, avisos, manuales de corte, etiqueta y oratoria, Madrid, Polifemo, 2016, σσ. 393-416 και GALVÁN ΜORENO, Luis, “Educación, propaganda, resistencia. Literatura y poder en teorías, tópicos y controversias de los siglos XVI y XVII”, στο I. Arellano, Ch. Strosetzkim & E. Williamson (επιμ.), Autoridad y poder en el Siglo de Oro, Madrid / Frankfurt am Main, Iberoamericana / Vervuert, 2009, σσ. 52-69.

28. MONTERO, Juan, “Poesía e Historia en torno a Lepanto: el ejemplo de Fernando de Herrera”, στοActas del II Congreso de Historia de Andalucía (Córdoba 1991), Sevilla, Junta de Andalucía, Consejería de Cultura, Cajastur, 1994-5, σσ. 283-289.

29. BLANCO, Mercedes, “La batalla de Lepanto y la cuestión del poema heróico”, Calíope 19, nº 1(2014), σσ. 23-53.

30. GARCÍA MARTÍN, Pedro, “El imaginario monárquico en el teatro histórico de Lope de Vega”, στο A. Rey Hazas, M. de la Campa Gutiérrez, E. Jiménez Pablo (επιμ.), La Corte del Barroco: Textos literarios, avisos, manuales de corte, etiqueta y oratoria, Madrid, Ediciones Polifemo, 2016, σσ. 409-411.

31. CALVO, Florencia, Los itinerarios del imperio. La dramatización…, ό.π.

32. RODRÍGUEZ, Leandro, “La función del monarca en Lope de Vega”, στο M. Criado del Val (επιμ.), Lope de Vega y los orígenes del teatro español. Actas del I Congreso Internacional sobre Lope de Vega, Madrid, Edi-6, 1981, σσ. 799- 804.

33. GARIOLO, Joseph, Lope de Vega’s Jerusalén conquistada and Torquato Tasso’s Gerusalemme liberata. Faceto Face, Kassel, Edition Reichenberger, 2005.

34. GARCÍA MARTÍN, Pεδρο.,La péñola y el acero. La idea de Cruzada en la España del Siglo de Oro, Sevilla S & C Ediciones, D.L., 2004, σσ. 57-78 και του ιδίου Historia visual de las Cruzadas modernas. De la Jerusalén liberada a la guerra global, Madrid, Antonio Machado Libros, 2010, σσ. 252κ.έ.

35. MARTÍNEZ MARTÍNEZ, Faustino, “El derecho común en la obra de Lope de Vega: unos breves apuntamientos”, Opinión Jurídica 4, nº 8 (2005), σσ. 131-144.

36. GARCÍA MARTÍN, Pedro, “El imaginario monárquico en el teatro histórico de Lope de Vega”, στο A. Rey Hazas, M. de la Campa Gutiérrez, E. Jiménez Pablo (επιμ.), La corte del barroco: Textos literarios, avisos, manuales de corte, etiqueta y oratoria, Madrid, Polifemo, 2016, σσ. 393-416 και YOUNG, Richard A. La figura del rey y la institución real en la comedia lopesca, Madrid 1979, Madrid, José Porrúa Turanzas, 1979.

37. FUENMAYOR, Antonio de, Vida y Hechos de Pío Quinto Pontifice Romano, dividida en seis libros; con algunos notable sucessos de la Christiandad del tiempo de su Pontificado, Madrid, Imprenta de Luis Sánchez, 1595.

38. ERCILLA, Alonso de, La Araucana, Madrid, Cátedra, 20095. Βλ. επίσης COROMΙNAS, Juan Μ., “Las fuentes literarias del Arauco domado, de Lope de Vega”, στο M. Criado de Val (επιμ.), Lope de Vega y los orígenes del teatro español. Actas del I Congreso internacional sobre Lope de Vega, Εdi-6, Μadrid, 1981, σσ. 161-170 και Díaz Balsera, Viviana, “Araucanian Alterity in Alonso de Ercilla and Lope de Vega”, στο B. Μujica, Sh. Voros & Μ. D. Stroud (επιμ.), Looking at the Comedia in the Year of the Quincentennial, Lanham, University Πress of Αmerica, 1993, σσ. 23-36.

39. HEATHCOTE, Anthony A., “La Araucana: ercilla and Lope de Vega”,   στο J.   Εngland Hispanic Studies in Honour of Frank Pierce, Sheffield, Department of Hispanic Studies, 1980, σσ. 77-89 και UDAONDO ΑLEGRE, Juan, “Venus y Marte en Lepanto. Amor vulgar frente a virtud cristiana en La Santa Liga de Lope de Vega”, στο IX Congreso de la Asociación Internacional «Siglo de Oro», Université de Poitiers, 11-15 (julio de 2011). Cfr. στο R. WRIGHT, Elizabeth, “Enredos historiográficos: Lope ante Lepanto”, Anuario Lope de Vega. Texto, Literatura, Cultura 18 (2012), σσ. 150 κ.έ.

40. Για το θέμα του χυδαίου έρωτα των Τούρκων στην ισπανική λογοτεχνία του Χρυσού Αιώνα βλ. PLAGNARD, Aude, “Cautivas cristianas y enamorados turcos: el tratamiento épico de unos infortunios náuticos en la guerra de Chipre”, Criticón, 115 (2012), σσ. 125-145· UDAONDO ALEGRE, Juan, Venus y Marte en Lepanto. Amor vulgar frente a virtud cristiana en La Santa Liga de Lope de Vega, στοA. Bègue, E. Herrán Alonso (επιμ.), Pictavia aurea: actas del IX Congreso de la Asociación Internacional Siglo de Oro (Poitiers, 11-15 de julio de 2011),Asociación Internacional Siglo de Oro, 2013, σσ. 1157-1166 και PLAGNARD, Aude, “Cautivas cristianas y enamorados turcos: el tratamiento épico de unos infοrtunios náuticos en la guerra de Chipre”, Criticón 115 (2012), σσ. 125-145.

41. DAVIS, Robert, Christian slaves, muslin masters: white slavery in the Mediterranean, the Barbary Coast, and Italy, 1500-1800, London, Palgrave Macmillan, 2004 και CAMAMIS, George, Estudios sobre el cautiverioen el Siglo de Oro, Madrid. Gredos, 1977.

42. ROZAS LÓPEZ, Juan Manuel, Significado y doctrina del Arte Nuevo de Lope de Vega, Madrid, Sociedad General Española de Librería, 1976.

43. Συνολικά απαριθμεί 223 πλοία, κυρίως γαλέρες, και 48.000 άνδρες, από τους οποίους μόνο 16.000 είναι στρατιωτικοί (Βενετία: 136 γαλέρεςˑ παπικές δυνάμεις: 12 γαλέρεςˑ Ισπανία: 50 γαλέρες).

44. Επικεφαλής του βενετικού στόλου ήταν ο Sebastián Veniero και του παπικού ο Marco Antonio Colonna.

45. 164 ισπανικά (90 γαλέρες, 50 φρεγάτες και μπεργανδίνια και 24 πλοία), 134 βενετικά (6 μεγάλες γαλέρες/galeazzas, 106 γαλέρες, 20 φρεγάτες και 2 πλοία), γενοβέζικα (17 γαλέρες), 18 παπικά (12 γαλέρες και 6 φρεγάτες) και 9 γαλέρες της Μάλτας.

46. 20.000 Ισπανούς στρατιώτες, 8.000 Βενετούς, 2.000 παπικούς και ένα μικρό αριθμό ιπποτών της Μάλτας.

Γιάννης Γκλαβίνας: Η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Πολιτικών Αρχών των ελληνικών κατοχικών κυβερνήσεων: αρχειακό υλικό στην Κεντρική Υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους

Γιάννης Γκλαβίνας

Η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Πολιτικών Αρχών των ελληνικών κατοχικών κυβερνήσεων: Αρχειακό υλικό στην Κεντρική Υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους1

 

Τα τελευταία χρόνια η δεκαετία του ‘40 αποτελεί το επίκεντρο της ιστορικής έρευνας, ιδίως των νέων ιστορικών, ενώ, παράλληλα, κυριαρχεί στις συζητήσεις και στις δράσεις της δημόσιας Ιστορίας. Το έντονο αυτό ενδιαφέρον για την ιστορία της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου προκαλεί αναπόφευκτα και τη συνεχή αναζήτηση νέων αρχειακών πηγών από ιστορικούς, φορείς, ομάδες προφορικής ιστορίας, πολίτες που θέλουν να βρουν στοιχεία για την ιστορία της οικογένειάς τους ή της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

Στο πλαίσιο αυτό, το παρόν άρθρο παρουσιάζει ένα αρχειακό υλικό της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ) που αφορά την περίοδο της Κατοχής και είναι σχετικά άγνωστο στην έρευνα. Πρόκειται για τμήμα του αρχείου της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών του Πολιτικού Γραφείου του Πρωθυπουργού της ελληνικής κατοχικής κυβέρνησης, που, για έναν ανεξήγητο λόγο, βρέθηκε ενταγμένο στο αρχείο της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης στη Μέση Ανατολή. Πάντως τα ανεξήγητα αρχειακά μυστήρια, όπως το παραπάνω, δεν είναι σπάνια στις μεγάλες αρχειακές υπηρεσίες και στην ταξινόμηση μεγάλων σε όγκο αρχείων, όπως αυτό της ελληνικής κυβέρνησης της Μέσης Ανατολής που αριθμεί 2.072 φακέλους2. Το μεγαλύτερο μέρος του αρχείου της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων βρίσκεται στην Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών. Το αρχειακό υλικό της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων έρχεται να προστεθεί στις σημαντικές αρχειακές πηγές για την περίοδο της Κατοχής που διαθέτουν τα ΓΑΚ και, ειδικότερα, η Κεντρική Υπηρεσία3. Αν εξαιρέσουμε τη γερμανική, ιταλική και βουλγαρική διοίκηση, για την Ελλάδα έριζαν τρεις φορείς εξουσίας: η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής ως συνέχεια των πριν από την συνθηκολόγηση κυβερνήσεων, η κυβέρνηση της Αθήνας των συνεργατών με τις κατοχικές δυνάμεις και μία νέα μορφή εξουσίας αυτή των ομάδων αντίστασης και των πολιτικών τους φορέων με κυρίαρχο και πρωταγωνιστικό τον ρόλο του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ που είχαν υπό τον έλεγχό τους μεγάλο τμήμα της ελληνικής επικράτειας. Η Κεντρική Υπηρεσία των ΓΑΚ διαθέτει αρχειακό υλικό και των τριών αυτών φορέων εξουσίας. Τα αρχεία των κυβερνήσεων της Μέσης Ανατολής, των Βασιλικών Ανακτόρων και αυτό του Εμμανουήλ Τσουδερού φωτίζουν την πολιτική των εξόριστων ελληνικών κυβερνήσεων και, από την άλλη, πλήθος αρχείων υπουργείων και υπηρεσιών της περιόδου 1941 – 1944 σκιαγραφούν το πεδίο δράσης των κατοχικών κυβερνήσεων της Αθήνας. Ενδεικτικά αναφέρω τα αρχεία του Υπουργείου Επισιτισμού και της Νομαρχίας Αττικοβοιωτίας. Αρχειακό υλικό που παρήγαγαν οι ίδιες οι αντιστασιακές ομάδες και οι πολιτικοί τους φορείς εντοπίζεται στα ΓΑΚ στις ιδιωτικές συλλογές, όπως αυτή του Ηρακλή Πετιμεζά, του Ναπολέοντα Ζέρβα και του Μιχαήλ Μυριδάκη. Παράλληλα, τα ΓΑΚ διασώζουν και σημαντικά αρχεία που αφορούν τη νομική αντιμετώπιση από την πλευρά του επίσημου ελληνικού κράτους των γεγονότων της περιόδου 1941-1944, όπως τα αρχεία των Ειδικών Δικαστηρίων Δωσιλόγων, Εγκληματιών Πολέμου και του δικαστηρίου ακύρωσης των αγοραπωλησιών της κατοχικής περιόδου. Πρόσφατες, σημαντικές προσθήκες για την ιστορία της Κατοχής αποτελούν οι εισαγωγές των αρχείων της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας και των φυλακών Κορυδαλλού που περιλαμβάνει για την περίοδο της Κατοχής, έστω και αποσπασματικά, βιβλία κρατουμένων και άλλων φυλακών, όπως της Καλλιθέας, της Αίγινας, των φυλακών Αβέρωφ κ.ά.

Το αναγνωστήριο της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους.

Η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών

Στοιχεία για τις αρμοδιότητες, τη στελέχωση και τον τρόπο λειτουργίας της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών παρέχει η έκθεση πεπραγμένων του διευθυντή της υπηρεσίας Γ. Φαρμακίδη, διπλωματικού υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών που είχε υπηρετήσει πριν από τον πόλεμο σε πρεσβεία της Κεντρικής Ευρώπης και είχε σπουδάσει σε γερμανικό πανεπιστήμιο4. Η κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου για να αντιμετωπίσει την ανάγκη επικοινωνίας με τις ξένες κατοχικές δυνάμεις συγκρότησε δύο ειδικές δημόσιες υπηρεσίες που ενέταξε στο Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού: την Επιτροπή Συνδέσμου μετά της Ιταλικής Διοικήσεως και την Επιτροπή Συνδέσμου μετά των Γερμανικών Αρχών Κατοχής. Οι δύο υπηρεσίες στελεχώθηκαν με γερμανομαθείς και ιταλομαθείς Έλληνες αξιωματικούς και αποσπασμένους δημοσίους υπαλλήλους. Υπενθυμίζεται εδώ το παράδοξο για κατεχόμενη χώρα να διατηρεί Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Πολύ γρήγορα η κυβέρνηση Τσολάκογλου συνειδητοποίησε ότι οι αξιωματικοί δεν θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν ζητήματα που προέκυπταν στις σχέσεις με τις κατοχικές δυνάμεις και απαιτούσαν γνώσεις κανόνων διεθνούς δικαίου, όπως, για παράδειγμα, στο ζήτημα της βουλγαρικής κατοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και Δυτικής Θράκης. Έτσι, τον Οκτώβριο του 1941 συγκροτήθηκε στο Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού η Υπηρεσία Ανταποκρίσεων μετά των Πολιτικών Γερμανικών Αρχών Κατοχής με αρμοδιότητα, σύμφωνα με την απόφαση, τη διενέργεια «ανταποκρίσεων και διαπραγματεύσεων μετά της Υπηρεσίας του Πληρεξουσίου του Ράιχ δια την Ελλάδα διά πάντα τα μεταξύ των Ελληνικών Αρχών και της υπηρεσίας ταύτης ζητήματα»5. Με σχετική εγκύκλιο καθορίστηκε ότι όλες οι δημόσιες υπηρεσίες θα προωθούσαν τα ζητήματα που ανάγονται στις σχέσεις με τις δυνάμεις Κατοχής στην Υπηρεσία Ανταποκρίσεων. Ανάλογη υπηρεσία συγκροτήθηκε και για την επικοινωνία με τις ιταλικές αρχές Κατοχής. Οι Επιτροπές Συνδέσμων από Έλληνες αξιωματικούς διατηρήθηκαν έχοντας αρμοδιότητα την επικοινωνία με τις στρατιωτικές αρχές των δυνάμεων Κατοχής. Η Υπηρεσία Ανταποκρίσεων στελεχώθηκε από υπαλλήλους του καταργημένου Υπουργείου Εξωτερικών, αν και πολλοί δεν ήταν και ιδιαίτερα πρόθυμοι να ενταχθούν στη νέα υπηρεσία. Με την αντικατάσταση του Τσολάκογλου από τον Λογοθετόπουλο στην πρωθυπουργία της κατοχικής κυβέρνησης, οι Επιτροπές Συνδέσμων από Έλληνες αξιωματικούς καταργήθηκαν και οι αρμοδιότητες τους μεταβιβάστηκαν στην Υπηρεσία Ανταποκρίσεων που αναβαθμίστηκε σε Διεύθυνση, αναλαμβάνοντας, πλέον, όλο το φάσμα των συνεννοήσεων της κατοχικής κυβέρνησης με τις πολιτικές και στρατιωτικές κατοχικές δυνάμεις. Πρώτος επικεφαλής της Υπηρεσίας και μετέπειτα Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών ήταν ο υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών Πολύβιος Σαραντόπουλος, που αντικαταστάθηκε, για ένα μικρό διάστημα, από τον Κ. Ματθόπουλο, ενώ από τις αρχές, περίπου, του 1942 τη διεύθυνση αναλαμβάνει ο Γ. Φαρμακίδης.

Γεώργιος Τσολάκογλου, πρόεδρος της πρώτης κατοχικής κυβέρνησης.

Η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων, σύμφωνα πάντα με τον διευθυντή της, αναλάμβανε τη σύνταξη υπομνημάτων, τη διακίνηση αλληλογραφίας, τη μετάφραση εγγράφων, αλλά και τις διά ζώσης επαφές με τις γερμανικές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές για όλα τα ζητήματα που μπορεί να προέκυπταν στις σχέσεις της κατοχικής κυβέρνησης και των γερμανικών κατοχικών αρχών. Τέτοια ζητήματα ήταν οι διαμαρτυρίες για τις προσπάθειες εκβουλγαρισμού της Μακεδονίας από τις βουλγαρικές κατοχικές δυνάμεις, για τη δράση των μουσουλμάνων της Τσαμουριάς εναντίον του ελληνικού στοιχείου και για τη ρουμανική προπαγάνδα στους Κουτσόβλαχους, οι συνεννοήσεις για τα έξοδα Κατοχής, τις απαιτήσεις αποζημιώσεων από τις γερμανικές δυνάμεις, τη μεταφορά των εξόριστων κομμουνιστών από τον Άγιο Ευστράτιο και άλλα νησιά στην Κέα, την επιβολή προσωπικής εργασίας στον ελληνικό πληθυσμό, την αναζήτηση αιχμαλώτων και τον επαναπατρισμό τους κ.ά. Ο κύριος όγκος, όμως, των εγγράφων που παρήγαγε η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων ήταν η σύνταξη διαβημάτων διαμαρτυρίας για τις μαζικές εκτελέσεις, τις καταστροφές χωριών, τη δίωξη των Εβραίων και τις άλλες ωμότητες που διέπραξαν οι Γερμανοί στην Ελλάδα. Παράλληλα, βασική αρμοδιότητα της υπηρεσίας ήταν η παραλαβή αιτήσεων ή η ακρόαση πολιτών, επιτροπών, δημάρχων, ιερωμένων κ.ά. που ζητούσαν την απελευθέρωση καταδικασμένων από τα γερμανικά στρατοδικεία ή ομήρων που συνελήφθησαν από τους Γερμανούς ως αντίποινα για τη δράση των ανταρτών. Για την προώθηση των αιτημάτων αυτών η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων συνέτασσε έγγραφα προς τις γερμανικές αρχές για την απονομή χάριτος, τη μείωση της ποινής ή την απελευθέρωση των καταδικασθέντων, ενώ, πολλές φορές, εκπρόσωποι της Διεύθυνσης μετέβαιναν αυτοπροσώπως σε στρατιωτικές, πολιτικές και αστυνομικές γερμανικές υπηρεσίες για υποβάλουν τα σχετικά αιτήματα.

Βέβαια η εικόνα που δίνει ο Φαρμακίδης για το έργο της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων εντάσσεται στην προσπάθειά του, όπως και άλλων μελών των κατοχικών κυβερνήσεων, να αναδείξει τον «πατριωτικό» της χαρακτήρα ανασκευάζοντας την κατηγορία της συνεργασίας με τον κατακτητή 6. Για τον Φαρμακίδη «πατριωτισμός» δεν ήταν μόνο η σύνταξη διαβημάτων διαμαρτυρίας για τις ωμότητες των Γερμανών, που είχαν αμφίβολη αποτελεσματικότητα, αλλά η αντιμετώπιση του ολοένα και αυξανόμενου κομμουνιστικού κινδύνου, του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ δηλαδή. Για την επίτευξη του «ανώτερου αυτού σκοπού» δικαιολογούνταν, μάλλον, και η συνεργασία με τον κατακτητή της χώρας.

 

Το περιεχόμενο του αρχείου της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων που στα βρίσκεται στα ΓΑΚ

Το αρχείο της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών αμέσως μετά την απελευθέρωση της Αθήνας παραδόθηκε στα αρχεία της Βουλής και μετά τα «Δεκεμβριανά» στο αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών, όπου και παραμένει μέχρι σήμερα. Στην Κεντρική Υπηρεσία των ΓΑΚ διασώζεται στο αρχείο της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης της Μέσης Ανατολής ένας φάκελος της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων που έχει τίτλο «Διώξεις, συλλήψεις, καταδίκαι, σαμποτάζ, αντιδραστικοί, προκηρύξεις, εκκενώσεις χωρίων» και περιλαμβάνει έγγραφα του 1943 και ελάχιστα του τέλους του 1942.

Τα έγγραφα του φακέλου ομαδοποιούνται σε δύο κατηγορίες: η πρώτη περιλαμβάνει αναφορές νομαρχών, επάρχων, διευθύνσεων και υποδιευθύνσεων Χωροφυλακής σχετικά με τη δράση των ανταρτών, τα αντίποινα και τις εκτελέσεις που διενεργούνταν από τις δυνάμεις Κατοχής, αναφορές που αποστέλλονταν, κατά κύριο λόγο, στη Διεύθυνση Ασφάλειας του Υπουργείου Εσωτερικών, το οποίο τις διαβίβαζε προς ενημέρωση στη Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών του Πολιτικού Γραφείου Πρωθυπουργού των κατοχικών κυβερνήσεων. Στις διευθύνσεις χωροφυλακής οι γερμανικές αρχές κοινοποιούσαν τα ονόματα των εκτελεσθέντων, όπως προκύπτει και από αλληλογραφία που διασώζεται στον φάκελο της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων ανάμεσα στην Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση Θεσσαλονίκης – Αιγαίου και στη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας, με την τελευταία να απαντά σε ερώτημα της Στρατιωτικής Διοίκησης ότι τα ονόματα των εκτελεσθέντων θα έπρεπε να δηλώνονται στη Διεύθυνση Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης7. Οι διευθύνσεις χωροφυλακής ενημέρωναν το Υπουργείο Εσωτερικών που με τη σειρά του ενημέρωνε το Γραφείο Πρωθυπουργού και τη Διεύθυνση Ανταποκρίσεων. Η δεύτερη ομάδα εγγράφων αποτελείται από αιτήσεις συγγενών καταδικασθέντων σε θάνατο ή σε φυλάκιση από τα γερμανικά και ιταλικά στρατοδικεία ή συλληφθέντων ως ομήρων κατά την επιβολή αντιποίνων για αντιστασιακές ενέργειες. Και για αυτές τις δύο ομάδες εγγράφων η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων αλληλογραφούσε, κυρίως, με το Γραφείο του Πληρεξουσίου του Ράιχ στην Ελλάδα Γκύντερ Άλτενμπουργκ, αλλά και με τον Γερμανό Στρατιωτικό Διοικητή Νοτίου Ελλάδος Βίλχεμ Σπάιντελ ζητώντας την απονομή χάριτος, μείωση ποινών, απελευθέρωση ομήρων ή την αποφυγή σκληρών αντιποίνων εις βάρος του άμαχου πληθυσμού. Στον φάκελο, εκτός από τα εξερχόμενα έγγραφα της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων, περιλαμβάνονται και απαντήσεις των γερμανικών αρχών. Εκτός από τις δύο αυτές μεγάλες ομάδες εγγράφων, στον φάκελο εντοπίζεται υλικό σχετικά με την κατάσταση των εκτοπισμένων από το μεταξικό καθεστώς κομμουνιστών στα νησιά του Αιγαίου και τα σχέδια μεταφοράς τους, το αίτημα των γερμανικών αρχών να κηρυχθεί έκπτωτος της έδρας του ο Μητροπολίτης Κοζάνης Ιωακείμ εφόσον είχε καταφύγει στους αντάρτες κ.ά. Το υλικό αφορά όλη την ελληνική επικράτεια εκτός από τη βουλγαρική ζώνη κατοχής, όπου οι ελληνικές πολιτικές αρχές είχαν καταργηθεί από τους Βούλγαρους.

Ο φάκελος της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων, παρά την αποσπασματικότητά του, παρέχει, υπό συγκεκριμένη βέβαια οπτική, από πληθώρα πληροφοριών μέχρι έμμεσες αναφορές και νύξεις για όλες σχεδόν τις εξελίξεις στην κατεχόμενη Ελλάδα το 1943: από την καταιγιστική επέκταση του αντάρτικου του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στην ύπαιθρο, την αντίσταση και τις μαζικές κινητοποιήσεις στα αστικά κέντρα, τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και τα αντίποινα Γερμανών και Ιταλών, τον αντικομμουνιστικό χαρακτήρα των δωσιλογικών κυβερνήσεων και τη συγκρότηση των ταγμάτων ασφαλείας μέχρι και την κατάσταση των εκτοπισμένων κομμουνιστών, το ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων και τις συγκρούσεις μεταξύ των ανταρτικών οργανώσεων. Παράλληλα, ο φάκελος διασώζει εκατοντάδες τραγικές ατομικές ιστορίες της Κατοχής, εκατοντάδες μικροϊστορίες της ίδιας περιόδου.

Οι αναφορές των νομαρχιών και διευθύνσεων Χωροφυλακής της χώρας δίνουν μια εικόνα της έκρηξης της ένοπλης αντίστασης στην ύπαιθρο και της ραγδαίας ενίσχυσης του ΕΛΑΣ από την οπτική βέβαια των ελληνικών αρχών κατοχής. Τα έγγραφα βρίθουν περιγραφών συγκρούσεων ανταρτών με Ιταλούς και Γερμανούς, σαμποτάζ σε σιδηροδρομικές γραμμές και γέφυρες, εισόδου ανταρτών σε χωριά όπου καταργούσαν τις κυβερνητικές αρχές, συλλήψεων και εκτελέσεων συνεργατών των εχθρών, αφοπλισμού χωροφυλάκων και αναγκαστικής σύμπτυξης των σταθμών Χωροφυλακής, απαλλοτρίωσης συγκεντρωμένων τροφίμων κ.ά. Μέχρι το φθινόπωρο του 1943 η ύπαιθρος ήταν η επικράτεια της ελεύθερης Ελλάδας όπου οι εκπρόσωποι των Αθηνών δεν είχαν καμία εξουσία. Ο Νομάρχης Κοζάνης σε έκθεσή του τον Φεβρουάριο του 1943 αναφέρει ότι η ύπαιθρος, ιδίως αυτή των Γρεβενών, βρισκόταν στα χέρια των ενόπλων που δρούσαν ανενόχλητοι «κηρύττοντες την αναρχίαν», όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, ενώ οι αρχές αδυνατούσαν να τηρήσουν την τάξη και να συνεχίσουν τα καθήκοντά τους8. Αλλά και ο Νομάρχης Αχαΐας περιγράφει παρόμοια κατάσταση τον Ιούνιο τονίζοντας ότι οι διάφορες κυβερνητικές αρχές λειτουργούσαν μόνο στο παραλιακό τμήμα του Νομού, ενώ ο Νομάρχης Βοιωτίας στις πολυάριθμες εκθέσεις του δίνει λεπτομερή εικόνα της δράσης των ανταρτών και των επιδρομών τους στην πεδιάδα της Κωπαΐδας με στόχο τα συγκεντρωμένα σιτηρά και κοπάδια9.

Αντάρτες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στο Μαυρολιθάρι Φωκίδας τον Μάϊο του 1943.

Τα έγγραφα του φακέλου παρέχουν, παράλληλα, πληροφορίες για τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις Γερμανών και Ιταλών, ιδίως στην περιοχή της ορεινής Βοιωτίας και της Πίνδου το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1943, αλλά και για τα αντίποινα που ακολουθούσαν κάθε ενέργεια των ανταρτών ή την υπόνοια παροχής στήριξης τους, δίνοντας, έτσι, περιγραφές για πυρπολήσεις και λεηλασίες χωριών, εκτελέσεις κατοίκων, συλλήψεις ομήρων και εγκλεισμό τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και φυλακές ή την αποστολή τους σε καταναγκαστικά έργα. Τα ναζιστικά στρατεύματα εφάρμοσαν και στην Ελλάδα τη λογική του ολοκληρωτικού πολέμου που δεν έκανε διάκριση ενόπλων και αμάχων, ενώ οι πράξεις αντιποίνων για επιθέσεις εναντίον Γερμανών πλαισιώνονταν συχνά και από θεωρίες φυλετικής κατωτερότητας. Σε στρατιωτικό επίπεδο οι καταστροφές των χωριών αποσκοπούσαν να στερήσουν από τους αντάρτες τις βάσεις ανεφοδιασμού τους και στρατολόγησής νέων δυνάμεων.

Από τις πάμπολλες αυτές περιπτώσεις βαρβαρότητας των στρατευμάτων κατοχής που διασώζονται στον φάκελο θα αναφερθώ στις πιο χαρακτηριστικές. Δυστυχώς δεν εντοπίζονται αναφορές για την καταστροφή του Κομμένου και των Καλαβρύτων. Η διαταγή της 1ης Γερμανικής Ορεινής Μεραρχίας που αποστέλλεται στη Γενική Διοίκηση Ηπείρου τον Σεπτέμβριο του 1943 δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας του ναζιστικού ολοκληρωτικού πολέμου. Για κάθε απώλεια Γερμανού στρατιώτη η Μεραρχία θα εκτελούσε δέκα Έλληνες, ενώ σε διαταγή του διοικητή των γερμανικών στρατευμάτων στην Πελοπόννησο, που αποστέλλεται στον Νομάρχη Αρκαδίας τον Ιούλιο, υπογραμμίζεται ότι οποιαδήποτε αντίσταση κατά των κατοχικών δυνάμεων, η υπόθαλψη ανταρτών ή και η μη αναφορά διαμονής ξένων ατόμων σε χωριά θα επέφεραν αυστηρή τιμωρία που θα εφαρμοζόταν σε ολόκληρο τον πληθυσμό10. Στο πλαίσιο αυτό, σε έγγραφο της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής Ιεράπετρας προς το Υπουργείο Εσωτερικών τον Σεπτέμβριο του 1943, περιγράφεται το ολοκαύτωμα της επαρχίας Βιάννου στην Κρήτη. Ως αντίποινα για την επίθεση σε Γερμανούς στρατιώτες οι Γερμανοί πυρπόλησαν πάνω από 20 χωριά και εκτέλεσαν, περίπου, 500 κατοίκους.

Μνημείο ολοκαυτώματος της Βιάννου.

Στο έγγραφο του μοιράρχου περιγράφονται τα γεγονότα στην περιφέρεια των σταθμών Μήτρου και Μαλλών Λασιθίου, η πυρπόληση των χωριών Μύρτου, Μαλλών, Γδοχίου και Ριζών, ο ξεριζωμός 2.000 κατοίκων που αναζητούσαν καταφύγιο στα αστικά κέντρα, αφού η περιοχή κηρύχθηκε απαγορευμένη ζώνη, ενώ συνημμένα υπάρχει και ένας κατάλογος με τα ονόματα 83 εκτελεσθέντων11. Τον Φεβρουάριο του 1943 η Ανώτερη Διοίκηση Χωροφυλακής Κεντρικής Μακεδονίας πληροφορεί το Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού ότι η αιχμαλωσία δύο Γερμανών μετά από επίθεση ανταρτών σε μεταλλείο στον Άγιο Δημήτριο Πιερίας είχε αποτέλεσμα τη σύλληψη 39 χωρικών και την εκτέλεσή τους από τους Γερμανούς στον σιδηροδρομικό σταθμό Κατερίνης, αφού ο πρόεδρος της κοινότητας δεν κατάφερε στη σύντομη διορία που του τέθηκε να απελευθερώσει τους Γερμανούς αιχμαλώτους12. Στη Λιβαδειά τον Σεπτέμβριο η ανεύρεση πτώματος Γερμανού στρατιώτη κοντά στην πόλη προκάλεσε τα σκληρά αντίποινα των Γερμανών. Ο νομάρχης περιγράφει ότι η έξοδος από την πόλη απαγορεύτηκε, πέντε κάτοικοι εκτελέστηκαν σε οικίσκο με χειροβομβίδες, ενώ 200 κάτοικοι συνελήφθησαν όμηροι και δέκα από αυτούς απαγχονίστηκαν στην κεντρική πλατεία της πόλης. Τα αντίποινα των Γερμανών, εκτός από τον νεκρό Γερμανό στρατιώτη, σχετίζονταν με την αναζήτηση ιταλικών όπλων μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας και τη διευκόλυνση Ιταλών στρατιωτών να καταφύγουν στους αντάρτες. Στην ίδια περιοχή, ο Νομάρχης περιγράφει τον Νοέμβριο τη σύλληψη 136 κατοίκων της Αράχοβας με την κατηγορία ότι ήταν τα μέλη του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ, όμηροι που οδηγήθηκαν στα καταναγκαστικά έργα του σιδηροδρόμου Θηβών. Οι συγγενείς των ομήρων κατέκλυζαν τα γραφεία της Νομαρχίας στη Λιβαδειά τα οποία, όπως σημειώνει ο Νομάρχης, «δονούνται από τας ικεσίας και τας κραυγάς απογνώσεως». Και όχι άδικα, αφού τον επόμενο μήνα οκτώ από τους ομήρους εκτελέστηκαν ως αντίποινα για τη δολοφονία από τους αντάρτες της συζύγου του διευθυντή της Γεωργικής Υπηρεσίας Κωπαΐδας13.

Οι περιπτώσεις καταστροφής χωριών και των συνακόλουθων βιαιοτήτων Γερμανών και Ιταλών που αναφέρονται είναι πάρα πολλές, όπως η καταστροφή της Δόμβραινας, των Χωστίων, της Θίσβης, της Δαύλειας στη Βοιωτία, του Αιγιτίου και της Βραΐλας στη Φωκίδα, των Σοφάδων στη Καρδίτσα, της Καλαμπάκας και των γύρω χωριών στα Τρίκαλα, του Γερακίου στην Αμαλιάδα, των χωριών Ματαράγκα, Γαβαλού, Ριζά, Μυρτιά, Κάτω Μακρινού στην Αιτωλοακαρνανία, της Καλλιθέας και του Λιβαδίου στη Λάρισα κ.ά. Οι πυρπολήσεις των χωριών δημιουργούσαν παράλληλα ένα κύμα προσφύγων που περιφέρονταν στα ορεινά έχοντας άμεση ανάγκη σίτισης και στέγασης. Για παράδειγμα, ο Νομάρχης Τρικάλων πληροφορεί τον Οκτώβριο του 1943 το Υπουργείο Εσωτερικών ότι χιλιάδες κάτοικοι των χωριών της Επαρχίας Καλαμπάκας περιφέρονταν στα ορεινά «γυμνοί, ανέστιοι και πεινώντες», ενώ οι γερμανικές αρχές απαγόρευσαν την αποστολή επισιτιστικής βοήθειας από τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό, αφού η περιοχή χαρακτηρίστηκε ζώνη επιχειρήσεων14. Στον Δήμο Μακρυνείας Αιτωλοακαρνανίας τον Αύγουστο του 1943 η πυρπόληση χωριών από τους Γερμανούς και η διαταγή εκκένωσης των χωριών από τους κατοίκους τους δημιούργησαν 25.000 άστεγους15. Η επιτροπή των κατοίκων του Αλμυρού που κατέφυγε στην Αθήνα, από την άλλη, σε αίτησή της προς το Γραφείο Πρωθυπουργού περιγράφει την καταστροφή της κωμόπολης από τους Ιταλούς ως αντίποινα για την επίθεση ανταρτών τον Αύγουστο του 1943. Ο Αλμυρός πυρπολήθηκε και λεηλατήθηκε, όπως και τα γύρω χωριά, 255 άρρενες συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Λάρισα, 36 εκτελέστηκαν, ενώ οι κάτοικοι διατάχθηκαν να εκκενώσουν τα σπίτια τους και περίπου 20.000 άτομα περιφέρονταν άστεγοι αναζητώντας καταφύγιο στον Βόλο, την Αθήνα ή τη γύρω από τον Αλμυρό ύπαιθρο16.

Γυναίκες στον Πύργο Εορδαίας Κοζάνης, έχοντας περισυλλέξει ό,τι απέμεινε από τους νεκρούς του χωριού.

Επιπλέον, τα γερμανικά στρατεύματα προέβαιναν συχνά σε προληπτικές μαζικές συλλήψεις ομήρων για να διασφαλίσουν τη διατήρηση της τάξης ή για να εξασφαλίσουν εργατικό δυναμικό σε οχυρωματικά και άλλα έργα. Τον Οκτώβριο, για παράδειγμα, σύμφωνα με έκθεση του Νομάρχη Μεσσηνίας, το δυτικό τμήμα της πόλης της Καλαμάτας περικυκλώθηκε από τους Γερμανούς που συνέλαβαν όλους τους άρρενες από 16 έως 60 χρονών και τους οδήγησαν στις φυλακές της Τρίπολης με σκοπό τη διατήρηση της τάξης στην πόλη, ενώ συνελήφθησαν βάσει καταλόγου μέλη του ΕΑΜ και συνεργάτες του, ανάμεσά τους και ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Καλαμάτας. Τον επόμενο μήνα δέκα από τους ομήρους οδηγήθηκαν στην Καλαμάτα για εκτέλεση ως αντίποινα για τον τραυματισμό ενός Γερμανού στρατιώτη, με επιτροπή κατοίκων να επισκέπτεται το Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού ζητώντας την παρέμβαση του Ράλλη για να αποτραπούν οι εκτελέσεις17. Τον Μάιο στον Πόρο Γερμανοί διάλεξαν 35 τυχαία άτομα τα οποία εξανάγκασαν σε εκτέλεση χειρωνακτικής εργασίας18.

ΓΑΚ, Κ.Υ., Αρχείο Κυβέρνησης Μέσης Ανατολής, φ. 1882, απόφαση εκτέλεσης πέντε Ελλήνων από τη Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση Θεσσαλονίκης – Αιγαίου, Φεβρουάριος 1943.

Κάποιες φορές για τους Γερμανούς οι εκτελέσεις ομήρων δεν ήταν αρκετές για να παραδειγματίσουν τον πληθυσμό. Στη Λακωνία η επίθεση ανταρτών σε γερμανική αυτοκινητοπομπή τον Νοέμβριο προκάλεσε ως αντίποινα την εκτέλεση 100 ομήρων, κυρίως από τη Σπάρτη, που κρατούνταν στις φυλακές της Τρίπολης. Ο Νομάρχης Λακωνίας ενημερώνει το Υπουργείο Εσωτερικών ότι τα πτώματα έμειναν άταφα για δύο ημέρες προς παραδειγματισμό και επιτράπηκε η μεταφορά και ο ενταφιασμός τους στη Σπάρτη μετά από παρέμβασή του. Στο ίδιο έγγραφο ο Νομάρχης αναφέρεται και στην καταστροφή των Μονών των Αγίων Τεσσαράκοντα και Φανερωμένης κατά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών19. Στην Ποντοκώμη της Κοζάνης, σύμφωνα με έγγραφο της Διεύθυνσης Χωροφυλακής Κοζάνης, συνελήφθη από Γερμανούς χωρικός με αντάρτικη εφημερίδα ο οποίος καταδικάστηκε σε θάνατο επί εσχάτη προδοσία και εκτελέστηκε. Την επομένη της εκτέλεσης Γερμανοί στρατιώτες επέστρεψαν στο χωριό, έκαψαν το σπίτι του, κατάσχεσαν την περιουσία του, συνέλαβαν την οικογένειά του που οδηγήθηκε στον Νομάρχη Κοζάνης για διοικητική εκτόπιση20.

Εκτός από τις μαζικές εκτελέσεις και συλλήψεις, τα έγγραφα του φακέλου αποκαλύπτουν πληθώρα μεμονωμένων εκτελέσεων, εν ψυχρώ δολοφονιών, συλλήψεων και φυλακίσεων από τις ιταλικές και γερμανικές αρχές συνθέτοντας μια εικόνα της κατοχικής πραγματικότητας στην Ελλάδα όπου ο θάνατος παραμόνευε ανά πάσα στιγμή. Εκτός από την ύπαιθρο, στην οποία αναφέρθηκα, τα διοικητικά έγγραφα των εκπροσώπων της κατοχικής κυβέρνησης, αλλά και οι αιτήσεις των συγγενών των καταδικασθέντων και φυλακισθέντων αποκαλύπτουν και τις δυναμικές αντιστασιακές ενέργειες, με πρωταγωνιστή το ΕΑΜ, στα αστικά κέντρα και ιδίως στην Αθήνα, ενέργειες που είχαν άλλη μορφή σε σχέση με την ύπαιθρο, όπως απεργίες και διαδηλώσεις, διανομή προκηρύξεων, ενέργειες σαμποτάζ. Στην Αθήνα φοιτητής του Πολυτεχνείου καταδικάστηκε από ιταλικό στρατοδικείο σε δώδεκα χρόνια φυλακή για συμμετοχή σε συγκέντρωση κοντά στο Υπουργείο Εργασίας τον Μάρτιο του 1943, ενώ σε δέκα χρόνια φυλακή καταδικάστηκε Αθηναίος για συμμετοχή σε διαδήλωση στην οδό Ομήρου τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς21. Καταδίκες βέβαια που σχετίζονται με τις μεγάλες διαδηλώσεις των κατοίκων της Αθήνας κατά της πολιτικής επιστράτευσης τον Μάρτιο του 1943 και κατά της επέκτασης της βουλγαρικής ζώνης κατοχής τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς που πνίγεται στο αίμα στην οδό Ομήρου. Υπάλληλος της Εταιρείας Υδάτων, από την άλλη, καταδικάστηκε σε θάνατο για υποκίνηση συναδέλφων του σε απεργία, ενώ την ίδια τύχη είχαν τον Φεβρουάριο του 1943 και υπάλληλοι της Ηλεκτρικής που μοίραζαν προκηρύξεις που παρακινούσαν σε απεργία22. Όσοι συμμετείχαν σε ενέργειες σαμποτάζ καταδικάζονταν σε θάνατο. Σαμποτάζ, όμως, χαρακτηρίζονταν από τα γερμανικά στρατοδικεία ενέργειες όπως η κλοπή ελαστικών από έναν 17χρονο, η κλοπή χάλκινου σωλήνα των ναυπηγείων Σαλαμίνας από δύο 18χρονους ή η κλοπή βενζίνης23. Η διανομή ή κατοχή αντιστασιακών προκηρύξεων επιφέρει και αυτή την ποινή θανάτου, όπως στην περίπτωση ενός 25χρονου φοιτητή της Ανωτάτης Εμπορικής ή έξι εργατών του εργοστασίου Σταυριανού στον Πειραιά24. Με θάνατο πάλι τιμωρούνταν όσοι κατείχαν όπλα, όσοι έκλεβαν ιματισμό του γερμανικού στρατού, όπως ένας ιερέας στην Ελασσόνα, όσοι προσπαθούσαν να διαφύγουν στο εξωτερικό και βεβαίως όσοι συμμετείχαν σε αναρχικές, κομμουνιστικές ή αντιαξονικές οργανώσεις, σύμφωνα με την φρασεολογία των εγγράφων.

Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος (δεύτερος από αριστερά), πρόεδρος της δεύτερης κατοχικής κυβέρνησης.

Κάποιες άλλες συλλήψεις που έγιναν στη Θεσσαλονίκη αποκαλύπτουν την τύχη των Εβραίων της πόλης. Σε έγγραφο της Διεύθυνσης Ασφάλειας προς το Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού γίνεται αναφορά σε συλλήψεις από τους Γερμανούς 40, περίπου, Εβραίων της Θεσσαλονίκης στις αρχές Φεβρουαρίου για άγνωστη αιτία ή για παράνομη κυκλοφορία. Είναι γνωστό ότι τον Φεβρουάριο του 1943 ξεκινά η τελική λύση για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης. Πολύ πιο σαφές για τις αιτίες συλλήψεων των Εβραίων είναι ένα άλλο έγγραφο της Διεύθυνσης Δημόσιας Ασφάλειας με το οποίο πληροφορείται το Πολιτικό Γραφείο ότι ύστερα από εντολή των γερμανικών αρχών συνελήφθησαν τον Μάιο από την τοπική χωροφυλακή τέσσερις Εβραίοι στο Κασσανδρινό Χαλκιδικής «ως Ισραηλίται το θρήσκευμα και την καταγωγή» και οι οποίοι οδηγήθηκαν στη Θεσσαλονίκη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ισραηλιτών Βαρόνου Χιρς25.

Οι αναφορές της χωροφυλακής αποκαλύπτουν και πολλούς θανάτους πολιτών που δεν περνάνε από τη διαδικασία των στρατοδικείων των κατοχικών δυνάμεων. Υπάρχουν πολλές αναφορές για πολίτες που παρασύρθηκαν από γερμανικά αυτοκίνητα και τεθωρακισμένα και τραυματίστηκαν θανάσιμα, όπως ένας 11χρονος τον Ιούνιο του 1943 στην Ιερά Οδό στην Αθήνα, μια γυναίκα τον Σεπτέμβριο στο Άργος κ.λπ.26 Μάλιστα ο Γενικός Επιθεωρητής Νομαρχών Πελοποννήσου σημειώνει τα πολλά τέτοια περιστατικά λόγω της εσπευσμένης καθόδου των Γερμανών στην Πελοπόννησο και προσπαθεί να εκδώσει διαταγή μέσω των γερμανικών αρχών για να αποφευχθούν παρόμοια γεγονότα27. Σε άλλες περιπτώσεις Έλληνες σκοτώθηκαν από Γερμανούς γιατί δεν σταμάτησαν σε σήματα ελέγχου, όπως μία γυναίκα που κουβαλούσε καυσόξυλα στην Εκάλη ή ένας εργάτης στο αεροδρόμιο του Χασανίου28 ή γιατί προσπάθησαν να αποτρέψουν την κλοπή της περιουσίας τους, όπως μια γυναίκα στο Αγρίνιο που πήγε να σώσει τον οικόσιτο χοίρο της με αποτέλεσμα να εκτελεστεί με περίστροφο από τους Γερμανούς στρατιώτες που τον είχαν κλέψει ή όπως ένας αγρότης στο Ψαροφάι Αχαΐας που αντιλαμβανόμενος Ιταλούς στρατιώτες να κλέβουν πατάτες από το χωράφι του τους ακολούθησε με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να τον σκοτώσουν29. Θάνατοι και τραυματισμοί αμάχων προκαλούνταν ακόμη από πυροβολισμούς γερμανικών περιπόλων εναντίον σπιτιών που δεν εφάρμοσαν σωστά τις διαταγές συσκότισης, από ασκήσεις του γερμανικού πυροβολικού, από νάρκες ή από αδέσποτες σφαίρες μεθυσμένων Γερμανών στρατιωτών.

Για τις κατοχικές αρχές μια βολική δεξαμενή ομήρων για εκτελέσεις ήταν οι φυλακισμένοι και εκτοπισμένοι κομμουνιστές της δικτατορίας του Μεταξά που παραδόθηκαν σε Γερμανούς και Ιταλούς. Ο φάκελος της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων περιέχει συγκλονιστικά ντοκουμέντα για την τύχη των ανθρώπων αυτών. Σε έγγραφο της Ειδικής Ασφάλειας προς το Πολιτικό Γραφείο τον Σεπτέμβριο του 1942 αναφέρεται ότι πριν από τον πόλεμο κρατούνταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στα νησιά 1275 κομμουνιστές. Τον Σεπτέμβριο του 1942 είτε λόγω απόλυσής τους από τις κατοχικές αρχές, είτε επειδή υπέγραψαν δήλωση μετανοίας ή επειδή απέδρασαν ή επειδή πέθαναν από ασιτία ο αριθμός τους μειώθηκε σε 752 από τους οποίους οι 525 κρατούνταν στην Ακροναυπλία, 80 στην Ανάφη και 74 στον Άγιο Ευστράτιο. Ο χειμώνας του 1941 – 1942 ήταν τραγικός για τους εκτοπισμένους ιδίως στην Ανάφη και τον Άγιο Ευστράτιο, αφού η αποστολή επισιτιστικής βοήθειας και η επικοινωνία με την ενδοχώρα ήταν σχεδόν αδύνατη. 31 άτομα πέθαναν από ασιτία στον Άγιο Ευστράτιο και 10 στην Ανάφη30. Η έκθεση του γιατρού του Ερυθρού Σταυρού που έφτασε στον Άγιο Ευστράτιο τον Οκτώβριο του 1942 είναι αποκαλυπτική. Στο νησί υπήρχαν 74 εξόριστοι, 31 είχαν πεθάνει τον χειμώνα από ασιτία. Οι ζωντανοί ζύγιζαν 30 με 40 οκάδες, υπέφεραν από δυσεντερία επειδή έτρωγαν «θνησιμαία», πολλοί ήταν φυματικοί, κινούνταν με δυσκολία και με τη βοήθεια μπαστουνιών, ενώ άλλοι εξαντλημένοι, σύμφωνα με τον γιατρό, «περίμεναν κατακεκλιμμένοι βέβαιον θάνατον»31. Η όλη αλληλογραφία για τους εκτοπισμένους ήταν το αποτέλεσμα υπομνήματος των εξορίστων και των συγγενών τους στον Ερυθρό Σταυρό τον Μάρτιο του 1942 που τη διαβίβασε στις γερμανικές πολιτικές αρχές οι οποίες με τη σειρά τους αλληλογραφούσαν με την κατοχική κυβέρνηση των Αθηνών. Τελικά, ως λύση προκρίθηκε η μεταφορά των εξορίστων στην Κέα και των βαριά ασθενών σε σανατόρια32. Ακόμη όμως και έτσι οι εκτοπισμένοι αυτοί κομμουνιστές δεν απέφυγαν τα εκτελεστικά αποσπάσματα. Σε έγγραφο της Ειδικής Ασφάλειας αναφέρεται ότι τον Ιανουάριο του 1943 εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς στη Θεσσαλονίκη, επειδή κυκλοφόρησαν στην πόλη κομμουνιστικές προκηρύξεις, 38 κομμουνιστές που κρατούνταν στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά. Οι εκτελεσμένοι συνελήφθησαν στο σανατόριο της Πέτρας Ολύμπου όπου είχαν μεταφερθεί για νοσηλεία από την Ακροναυπλία, την Ανάφη, τη Φολέγανδρο και τον Άγιο Ευστράτιο. Σε υπόμνημα των συγγενών των εκτοπισμένων αναφέρονται και άλλες περιπτώσεις εκτελέσεων, αφού «αι Αρχαί Κατοχής εισέρχονται κάθε τόσον εις τα στρατόπεδα και τας φυλακάς των πολιτικών κρατουμένων ως εις μάνδραν προβάτων προς σφαγήν, διαλέγουν τυχαίως και τα εκτελούν»33.

ΓΑΚ, Κ.Υ., Αρχείο Κυβέρνησης Μέσης Ανατολής, φ. 1882, ρηματική διακοίνωση του Πληρεξουσίου του Γερμανικού Ράιχ για την Ελλάδα σχετικά με τους εξόριστους κομμουνιστές στον Άγιο Ευστράτιο, Απρίλιος 1942.

Ο χαρακτήρας των εγγράφων και της υπηρεσίας που διαβιβάζονται, της Διεύθυνσης, δηλαδή, Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών, θέτει το ερώτημα κατά πόσο οι κατοχικές κυβερνήσεις είχαν τη δυνατότητα παρέμβασης στις γερμανικές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές ώστε να διασώσουν από τα εκτελεστικά αποσπάσματα και τις φυλακές Έλληνες πολίτες. Πολλές φορές στις αιτήσεις των συγγενών ή στις ρηματικές διακοινώσεις του Πολιτικού Γραφείου επισυνάπτεται η απάντηση των γερμανικών αρχών ή σημειώνεται στο περιθώριο του εγγράφου το αποτέλεσμα της παρέμβασης. Συνεπώς είναι δυνατόν να βγουν κάποια συμπεράσματα για την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων, παρεμβάσεις που δεν γίνονταν μόνο από το Πολιτικό Γραφείο αλλά και από τους νομάρχες ή την εκκλησία. Διαπιστώνεται ότι αρκετές φορές οι παρεμβάσεις του Πολιτικού Γραφείου ή των νομαρχών είχαν αποτέλεσμα. Για να μείνουμε στα παραδείγματα που ανέφερα παραπάνω, η ποινή θανάτου που επιβλήθηκε σε 17χρονο για κλοπή ελαστικών μετατράπηκε μετά από παρέμβαση του Πολιτικού Γραφείου σε 10 χρόνια φυλακή, ενώ από τους έξι εργάτες του εργοστασίου Σταυριανού διασώθηκαν από το εκτελεστικό απόσπασμα οι δύο. Στην μετά θάνατον απολογία του Ράλλη περιλαμβάνεται στο παράρτημα η πληροφορία ότι η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων την περίοδο 20 Οκτωβρίου 1943 έως 17 Αυγούστου 1944 απηύθυνε στις γερμανικές αρχές κατοχής 219 έγγραφα που αφορούσαν την απελευθέρωση και μείωση ποινών 247 ατόμων, με το 67% των παρεμβάσεων να έχει επιτυχές αποτέλεσμα34. Η δυνατότητα της παρέμβασης και της επίσημης αλληλογραφίας των κατοχικών ελληνικών κυβερνήσεων με τις κατοχικές δυνάμεις και η πιθανότητα σωτηρίας καταδικασθέντων πολιτών εκλαμβάνονταν από την κυβέρνηση των Αθηνών ως ένα είδος νομιμοποίησης και ενίσχυσης του κύρους της ενώπιον του ελληνικού λαού. Ο Ράλλης, για παράδειγμα, ζητούσε τον Απρίλιο του 1943 να δοθεί χάρη σε τρεις εργάτες της Ηλεκτρικής που καταδικάστηκαν σε θάνατο κάτι που θα ενίσχυε τη θέση της κυβέρνησης στην αρχή της θητείας της35. Για τον διευθυντή της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων Φαρμακίδη, η υπηρεσία μπορούσε να παρέμβει σωτήρια σε περιπτώσεις που οι ποινές και οι συλλήψεις είχαν γίνει από τις γερμανικές στρατιωτικές υπηρεσίες και τη γερμανική στρατιωτική δικαιοσύνη, ενώ, αντίθετα, δεν υπήρχε σχεδόν κανένα περιθώριο παρέμβασης σε κρατούμενους των SS και S.D. (Sicherheitsdienst, υπηρεσία ασφαλείας των SS) . Προς το τέλος της Κατοχής ο Φαρμακίδης δεν γινόταν δεκτός στα κρατητήρια των SS στη Σέκερη, ενώ ο αξιωματικός των SS και διοικητής των κρατητηρίων Βάλτερ Μπλούμε δεν δεχόταν καν τα έγγραφα της Διεύθυνσης  Ανταποκρίσεων36.

Ιωάννης Ράλλης (δεξιά), πρόεδρος της τρίτης κατοχικής κυβέρνησης.

Βεβαίως οι παρεμβάσεις των κατοχικών κυβερνήσεων εντάσσονταν σε ένα σαφέστατο πλαίσιο συνεργασίας με τις γερμανικές κατοχικές δυνάμεις. Το πλαίσιο αυτό ήταν η αντιμετώπιση του ΕΑΜ και ο αντικομμουνισμός που, ιδίως μετά την ήττα στο Στάλινγκραντ, κυριαρχούσε στη ναζιστική προπαγάνδα. Τα έγγραφα του φακέλου στοιχειοθετούν αυτό το πλαίσιο. Για παράδειγμα, τον Δεκέμβριο του 1943, με αφορμή την καταδίκη του αντιπροέδρου της ενώσεως εφέδρων, το Πολιτικό Γραφείο σε ρηματική του διακοίνωση στις γερμανικές αρχές σημειώνει ότι ο καταδικασθείς ανήκει στο υγιές συντηρητικό κομμάτι του ελληνικού λαού που σχημάτισε αμυντικές οργανώσεις για να αντιταχθεί στην ανατρεπτική προσπάθεια του κομμουνισμού και ότι δεν θα έπρεπε οι γερμανικές αρχές να εξομοιώνουν τις ενέργειες αυτών των οργανώσεων με αυτές των κομμουνιστών, ενώ η επιείκεια του γερμανικού στρατοδικείου θα είχε θετικό αντίκτυπο «εις την υγιώς σκεπτομένην συντηρητικήν και νομιμόφρονα μερίδα του Ελληνικού λαού»37. Σε άλλο έγγραφο του φακέλου, τον Ιούλιο του 1943, ο Γενικός Διοικητής Μακεδονίας και ο πρωθυπουργός Ράλλης πρότειναν στον πληρεξούσιο του Ράιχ στην Ελλάδα μέτρα για την αντιμετώπιση των κομμουνιστικών ενόπλων ομάδων, ανάμεσα στα οποία ήταν η δημιουργία πολιτοφυλακής από Έλληνες εγνωσμένων εθνικιστικών και αντικομμουνιστικών φρονημάτων και η συνεργασία τους με τις δυνάμεις της Χωροφυλακής. Ο Ράλλης επανέρχεται στο ίδιο θέμα με επιστολή στον Γερμανό στρατιωτικό διοικητή Νοτίου Ελλάδας ζητώντας από τους Γερμανούς να μην ακολουθήσουν την πολιτική των Ιταλών και να ενισχύσουν την κυβέρνηση στην προσπάθεια αντιμετώπισης των «επαναστατικών στοιχείων»38. Σημειώνεται ότι το 1943 είναι η χρονιά συγκρότησης των Ταγμάτων Ασφαλείας. Μπορεί οι παρεμβάσεις του Πολιτικού Γραφείου να ήταν σε ένα βαθμό πετυχημένες σε μεμονωμένες περιπτώσεις καταδικασθέντων, ωστόσο τα διαβήματα διαμαρτυρίας της κυβέρνησης των Αθηνών για την κατάσταση, για παράδειγμα, στην Θεσπρωτία ή για τα εκτεταμένα αντίποινα κατά του άμαχου πληθυσμού στην περιοχή των Ιωαννίνων έπεφταν στο κενό, έστω και αν τόνιζαν ότι η πολιτική της συλλογικής ευθύνης επέφερε τελικά την πύκνωση των δυνάμεων των «αναρχικών στοιχείων», ενώ η εκτέλεση εύπορων χωρικών χαροποιούσε, όπως σημείωνε ο Νομάρχης Βοιωτίας, τους αντάρτες και ευνοούσε «το πρόγραμμα της κοινωνικής αποσυνθέσεως»39.

ΓΑΚ, Κ.Υ., Αρχείο Κυβέρνησης Μέσης Ανατολής, φ. 1882, έγγραφο στα γερμανικά και ελληνικά του γερμανικού στρατοδικείου σχετικά με την απόρριψη απονομής χάριτος και την εκτέλεση της θανατικής ποινής καταδικασμένου, Οκτώβριος 1943.

Στους συγγενείς των καταδικασθέντων ήταν γνωστό το πλαίσιο αυτό συνεργασίας της κατοχικής κυβέρνησης με τους Γερμανούς και έτσι φρόντιζαν να συνυποβάλλουν με την αίτηση απονομής χάριτος ή μείωσης της ποινής πιστοποιητικά της Ειδικής Ασφάλειας ή άλλων υπηρεσιών με τα οποία αποδεικνυόταν ότι ο οικείος τους ήταν υγειών κοινωνικών φρονημάτων και δεν είχε σχέση με κομμουνιστικές και αναρχικές ομάδες. Σε άλλες περιπτώσεις οι συγγενείς επικαλούνταν την οικονομική τους κατάσταση για να αποδείξουν ότι δεν μπορεί να είχαν σχέση με τον κομμουνισμό. Ένας πατέρας που ζητούσε την αποφυλάκιση του γιου του που συνελήφθη από την Γκεστάπο τονίζει ότι ο γιος του και η οικογένειά του δεν μπορεί να ήταν κομμουνιστές αφού έχουν μεγάλη κτηματική περιουσία στο Χαλάνδρι, ενώ το γεγονός ότι ένας άλλος συλληφθείς ήταν γιος δικαστή τον κατατάσσει αυτομάτως στη συντηρητική πλευρά της κοινωνίας και απέκλειε τη συνταύτισή του με τον κομμουνισμό. Η μητέρα του φοιτητή του Πολυτεχνείου που είχε καταδικαστεί σε δεκαετή φυλάκιση για συμμετοχή σε διαδήλωση, από την άλλη, χρησιμοποιεί ως επιχείρημα για την αθωότητα του γιού της το γεγονός ότι ο πατέρας του εκτελέστηκε από του Μπολσεβίκους το 192240. Η παρέμβαση του Πολιτικού Γραφείου ήταν εξαιρετικά δύσκολη εάν η κατηγορία είχε να κάνει με συμμετοχή στο ΕΑΜ, όπως για παράδειγμα για έναν πατέρα και τον γιο του από τις Αχαρνές που στην αίτηση της μητέρας σημειώνεται από το Πολιτικό Γραφείο ότι η παρέμβαση ήταν δύσκολη, αφού η κατηγορία αφορούσε τη συμμετοχή στο ΕΑΜ. Βέβαια ακόμη και η απόδειξη ότι ο συγγενής τους δεν ήταν κομμουνιστής δεν σήμαινε ότι θα τον γλίτωνε από το εκτελεστικό απόσπασμα. Ο φοιτητής της Ανωτάτης Εμπορικής Σχολής που μοίραζε παράνομα φυλλάδια εκτελέστηκε παρά τη διαβεβαίωση του Πολιτικού Γραφείου ότι πρόκειται για «νέο εμπνεόμενου από αντικομμουνιστικά φρονήματα». Είναι αυτονόητο και ανθρώπινο ότι οι συγγενείς για να γλιτώσουν τα προσφιλή τους πρόσωπα από τον θάνατο θα επικαλούνταν τα πάντα. Στις αιτήσεις τους, εκτός από τον αντικομμουνισμό των καταδικασθέντων, αναφέρονται στην κακή κατάσταση της υγείας τους, στο νεαρό της ηλικίας τους και στη συνακόλουθη επιπολαιότητά τους, ότι έπεσαν θύματα σκευωριών και συκοφαντιών και υπογραμμίζουν ότι είναι τα μοναδικά στηρίγματα της οικογένειας και ότι χωρίς αυτούς τα απροστάτευτα μέλη της οικογένειας οδηγούνταν στον θάνατο, ενώ κάνουν επίκληση στην ανθρώπινη ευσπλαχνία και – εις μάτην – στη «γενναιοφροσύνη της γερμανικής ψυχής». Τρεις μητέρες, που τα παιδιά τους είχαν καταδικαστεί σε θάνατο από το Γερμανικό Στρατοδικείο επειδή προσπάθησαν να διαφύγουν στην Αίγυπτο, σημειώνουν στην αίτησή τους για την απονομή χάριτος: «Η μητρική καρδιά, αιμάσσουσα και βαρυαλγούσα, επικαλείται ομού με την θείαν βοήθειαν και την ανθρώπινην ευσπλαχνίαν υπέρ των λατρευτών της τέκνων»41. Και εδώ, νομίζω, έγκειται και η σημασία του φακέλου, στην τεράστια συναισθηματική του φόρτιση, αφού συγκεντρώνει αιτήσεις στις οποίες μητέρες, πατέρες, σύζυγοι εναποθέτουν, ίσως, την τελευταία τους ελπίδα για τη σωτηρία των αγαπημένων τους προσώπων.

Ο Γιάννης Γκλαβίνας είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ. και Αρχειονόμος της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Το κείμενο, με διαφορετική και πιο σύντομη μορφή, παρουσιάστηκε με τίτλο «Ιστορίες Κατοχής μέσα από έγγραφα του Πολιτικού Γραφείου Πρωθυπουργού των Κατοχικών Κυβερνήσεων της Αθήνας» στις εκδηλώσεις του «12 Οκτωβρίου Η Αθήνα ελεύθερη» το 2017.

[2] Μαρία Παπαδάκη-Τζαβάρα, «Αρχείο Κυβέρνησης Μέσης Ανατολής, Υπηρεσίας οικονομικού ελέγχου (1941-1966). Μέθοδος καταγραφής: Με τη μάτια στην ταξινόμηση» στο Μαρία Χ. Βακαλοπούλου – Ν. Ε. Καραπιδάκης (επιμ.), Αρχειονομία. Η πρακτική των Γενικών Αρχείων του Κράτους, [Βιβλιοθήκη Γενικών Αρχείων του Κράτους 37], Αθήνα 2012, σ. 251 – 262.

[3] Για το αρχειακό υλικό της περιόδου της Κατοχής στην Κεντρική Υπηρεσία των ΓΑΚ βλ. Βάσω Ψιμούλη – Αμαλία Παππά, «Σχετικά με τη δεκαετία του ΄40. Δημόσια αρχεία και ιδιωτικές συλλογές των Γενικών Αρχείων του Κράτους», Αρχειοτάξιο 7 (2005) 146 – 165.

[4] Γ. Α. Φαρμακίδης, Πεπραγμένα της παρά τω Πρωθυπουργώ Υπηρεσίας Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών κατά την Κατοχήν, Αθήνα 1957.

[5] Νομοθετικό Διάταγμα 2221/1943 «περί συστάσεως και λειτουργίας υπηρεσίας Ανταποκρίσεως μετά των Γερμανικών Πολιτικών Αρχών Κατοχής», ΦΕΚ τχ Α΄/72/31.3.1943.

[6] Για τον «πατριωτικό» και αντικομμουνιστικό χαρακτήρα των κατοχικών κυβερνήσεων και την παρέμβασή τους για τη σωτηρία καταδικασμένων σε θάνατο από Γερμανούς και Ιταλούς βλ. και Κ. Λογοθετόπουλος, Ιδού η αλήθεια, Αθήνα 1948, σ. 138-142 όπου σημειώνονται περιπτώσεις καταδικασμένων σε θάνατο ή συλληφθέντων για τις οποίες η παρέμβαση του κατοχικού πρωθυπουργού Λογοθετόπουλου συνέβαλε στην απελευθέρωσή τους. Ανάλογη επιχειρηματολογία και από τον Ιωάννη Ράλλη και τον Γεώργιο Τσολάκογλου: Γ. Ι. Ράλλης, Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου, Αθήνα 1947, σ. 17, 41-45, 114-115 και Γ. Τσολάκογλου, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1959, σ. 248.

[7] ΓΑΚ, Κ.Υ., Αρχείο Κυβέρνησης Μέσης Ανατολής, φ. 1882, Γενική Διοίκηση Μακεδονίας προς Διοικητή Θεσσαλονίκης Αιγαίου, Θεσσαλονίκη 2 Φεβρουαρίου 1943 «πιστοποίησιν θανάτων». Στο εξής οι παραπομπές αφορούν τον παραπάνω φάκελο.

[8] Υπουργείο Εσωτερικών προς Γραφείο Πρωθυπουργού – Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Πολιτικών Αρχών, Αθήνα 25 Μαρτίου 1943, όπου συνημμένη η έκθεση.

[9] Υπουργείο Εσωτερικών προς Γραφείο Πρωθυπουργού – Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Πολιτικών Αρχών, Αθήνα 25 Μαρτίου 1943, όπου συνημμένη η έκθεση και Νομαρχία Βοιωτίας προς Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Χωροφυλακής, Λιβαδειά 6 Σεπτεμβρίου 1943.

[10] Γραφείο Πρωθυπουργού προς Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Πολιτικών Αρχών, Αθήνα 15 Οκτωβρίου 1943, όπου συνημμένο έγγραφο της Γενικής Διοίκησης Ηπείρου προς Διοίκηση της Ι Ορεινής Γερμανικής Μεραρχίας, Ιωάννινα 15 Σεπτεμβρίου 1943.

[11] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 25 Οκτωβρίου 1943 με την οποίο διαβιβάζονται δύο έγγραφα της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής Ιεράπετρας.

[12] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 26 Μαρτίου 1943 όπου συνημμένο έγγραφο της Ανώτερης Διοίκησης Χωροφυλακής Κεντρικής Μακεδονίας προς την Γενική Διοίκηση Μακεδονίας.

[13] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 19 Οκτωβρίου 1943 με το οποίο διαβιβάζεται έκθεση της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής Βοιωτίας και Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 22, 16 και 11 Νοεμβρίου,2 και 16 Δεκεμβρίου 1943 με τα οποία διαβιβάζονται εκθέσεις του Νομάρχη Βοιωτίας «περί της εν τω Νομώ Βοιωτίας Καταστάσεως».

[14] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 19 Νοεμβρίου 1943 με το οποίο διαβιβάζεται έκθεση της Νομαρχίας Τρικάλων.

[15] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 14 Αυγούστου 1943 και σχετική ρηματική διακοίνωση του Γραφείου Πρωθυπουργού προς το Γραφείο Πληρεξουσίου του Ράιχ διά την Ελλάδα, Αθήνα 7 Αυγούστου 1943.

[16] Αίτηση της εν Αθήναις Επιτροπής πυρροπαθών Επαρχίας Αλμυρού Θεσσαλίας προς Πρόεδρον της Κυβερνήσεως, Αθήνα 2 Σεπτεμβρίου 1943.

[17] Υπουργείο Δικαιοσύνης προς Πρόεδρο Κυβερνήσεως, Αθήνα 11 Νοεμβρίου 1943 όπου συνημμένη έκθεση Νομάρχη Μεσσηνίας προς Υπουργείο Εσωτερικών και επιστολή Προέδρου Κυβερνήσεως προς Στρατιωτικό Διοικητή Νοτίου Ελλάδας Στρατηγό Αεροπορίας Speidel, Αθήνα 25 Νοεμβρίου 1943.

[18] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 14 Μαΐου 1943 όπου συνημμένη αναφορά της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής Πόρου.

[19] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 11 Δεκεμβρίου 1943 όπου συνημμένη έκθεση του Νομάρχη Λακωνίας και ονομαστική κατάσταση εκτελεσθέντων.

[20] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 7 Ιουνίου 1943 όπου συνημμένη αναφορά της Διεύθυνσης Χωροφυλακής Κοζάνης.

[21] Αίτηση της Όλγας Κ. προς το Πολιτικό Γραφείο του Προέδρου της Κυβερνήσεως, Αθήνα 1 Νοεμβρίου 1943 «περί του κρατουμένου υιού της Αντωνίου» και έγγραφο της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεως μετά των Γερμανικών Αρχών προς τον Στρατιωτικό Διοικητή Νοτίου Ελλάδας, Αθήνα 10 Αυγούστου 1943.

[22] Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο – Γραφείο Συγκλήτου προς Υπουργείο Εσωτερικών, Αθήνα 18 Νοεμβρίου 1942 «διαβιβάζονται υπομνήματα εγκαθείρκτων φυματικών κ.λπ.» και Γραφείο Προέδρου Κυβερνήσεως προς Στρατιωτικό Διοικητή Νοτίου Ελλάδας Στρατηγό Αεροπορίας Speidel, Αθήνα 17 Απριλίου 1943.

[23] Γραφείο Προέδρου Κυβερνήσεως προς Στρατιωτικό Διοικητή Νοτίου Ελλάδας Στρατηγό Αεροπορίας Speidel, Αθήνα 10 Ιουλίου 1943 και αίτηση Αλεξάνδρου Β. και Κυριακής Κ. προς τον Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβερνήσεως, Αθήνα 4 Μαρτίου 1943.

[24] Ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεως μετά των Γερμανικών Αρχών προς την Υπηρεσία του Στρατιωτικού Διοικητή Νοτίου Ελλάδας, Αθήνα 13 Οκτωβρίου 1943 και προς την Ένωση Ελλήνων Σιδηροβιομηχάνων, Αθήνα 6 Σεπτεμβρίου 1943.

[25] Υπουργείου Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας προς το Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 26 Μαρτίου 1943, «συλλήψεις ατόμων παρά των Γερμανικών Αρχών» και Αθήνα 3 Ιουνίου 1943 «συλλήψεις ενεργούμεναι υπό των Γερμανικών Αρχών Κατοχής».

[26] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας προς το Γραφείο του Πρωθυπουργού, Αθήνα 26 Ιουνίου 1943, «Φόνος Ε.Φ. υπό Γερμανικού Στρατιωτικού Αυτοκινήτου» και Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 4 Οκτωβρίου 1943.

[27] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 28 Ιουνίου 1943 όπου συνημμένο έγγραφο του Γενικού Επιθεωρητή Νομαρχιών Πελοποννήσου.

[28] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 10 Αυγούστου 1943 και Αθήνα 2 Μαΐου 1943.

[29] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 17 Σεπτεμβρίου 1943 όπου συνημμένη αναφορά του Α.Τ. Αγρινίου και Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 28 Ιουλίου 1943 όπου συνημμένη έκθεση του Νομάρχη Αχαΐας.

[30] Υπουργείο Εσωτερικών – Τμήμα Ειδικής Ασφάλειας προς Γραφείο Πρωθυπουργού – Επιτροπή Συνδέσμου μετά της Ιταλικής Διοικήσεως, Αθήνα 5 Σεπτεμβρίου 1942 «περί των όρων διαβιώσεως των εξορίστων κομμουνιστών».

[31] Διεθνές Κομιτάτο Ερυθρού Σταυρού – Αντιπροσωπεία εν Ελλάδι προς Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας – Τμήμα Ειδικής Ασφάλειας, Αθήνα 25 Νοεμβρίου 1942 όπου συνημμένη έκθεση «επί της υγειονολογικής και επισιτιστικής καταστάσεως των πολιτικών κρατουμένων εις Άγιον Ευστράτιον».

[32] Ρηματική Διακοίνωση του Πληρεξουσίου του Ράιχ δια την Ελλάδα προς Γραφείο Προέδρου Κυβερνήσεως, Αθήνα 9 Μαρτίου 1942 και Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας – Τμήμα Ειδικής Ασφαλείας προς το Στρατόπεδον Συγκεντρώσεως Κομμουνιστών Ακροναυπλίας και Σταθμούς Χωροφυλακής Αγίου Ευστρατίου, Ανάφης, Φολεγάνδρου και Κιμώλου, Αθήνα 26 Νοεμβρίου 1942 «περί υποβολής προτάσεως απολύσεως εξορίστων κομμουνιστών».

[33] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας – Τμήμα Ειδικής Ασφαλείας προς διάφορες Αστυνομικές Διευθύνσεις και Διευθύνσεις Χωροφυλακής, Αθήνα 2 Απριλίου 1943, «εκτέλεσις κομμουνιστών υπό Γερμανικών αρχών» και Γραφείο Πρωθυπουργού προς Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών Κατοχής, Αθήνα 13 Μαΐου 1943 όπου συνημμένο υπόμνημα συγγενών πολιτικών κρατουμένων.

[34] Γ. Ι. Ράλλης, ό.π., σ. 129.

[35] Πρόεδρος Κυβερνήσεως προς Στρατιωτικό Διοικητή Νοτίου Ελλάδας Στρατηγό Αεροπορίας Speidel, Αθήνα 17 Απριλίου 1943.

[36] Γ. Φαρμακίδης, ό.π., σ. 15.

[37] Πρόεδρος Κυβερνήσεως προς Πληρεξούσιο του Ράιχ δια την Ελλάδα, Αθήνα 6 Δεκεμβρίου 1943.

[38] Ρηματική διακοίνωση Προέδρου Κυβερνήσεως προς Πληρεξούσιο του Ράιχ δια την Ελλάδα, Αθήνα 3 Ιουνίου 1943 και Πρόεδρος Κυβερνήσεως προς Στρατιωτικό Διοικητή Νοτίου Ελλάδας Στρατηγό Αεροπορίας Speidel, Αθήνα 23 Οκτωβρίου 1943.

[39] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 30 Σεπτεμβρίου 1943 όπου συνημμένη έκθεση του Νομάρχη Βοιωτίας.

[40] Αίτηση Θ. Μ. προς το Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού, Χαλάνδρι 8 Ιουνίου 1943. Σημείωμα του Γραφείου Πρωθυπουργού προς Γερμανό αξιωματικό (όνομα δυσανάγνωστο) για την απονομή χάριτος στον καταδικασθέντα σε θάνατο Π. Μ. για συμμετοχή σε απαγορευμένη οργάνωση. Αίτηση της Όλγας Κ. προς το Πολιτικό Γραφείο του Προέδρου της Κυβερνήσεως, Αθήνα 1 Νοεμβρίου 1943 «περί του κρατουμένου υιού της Αντωνίου».

[41] Αίτηση Β. Χ., Μ. Π. και Ε. Κ. μητέρων καταδικασθέντων εις θάνατον τέκνων των προς το Υπουργείον Εθνικής Αμύνης – Γενική Διεύθυνση Ναυτικού, Αθήνα 26 Ιανουαρίου 1943.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΓΑΚ, Κ.Υ., Αρχείο Κυβέρνησης Μέσης Ανατολής, φ. 1882 «Διώξεις, συλλήψεις, καταδίκαι, σαμποτάζ, αντιδραστικοί, προκηρύξεις, εκκενώσεις χωρίων».

Μαρία Παπαδάκη-Τζαβάρα, «Αρχείο Κυβέρνησης Μέσης Ανατολής, Υπηρεσίας οικονομικού ελέγχου (1941-1966). Μέθοδος καταγραφής: Με τη μάτια στην ταξινόμηση» στο Μαρία Χ. Βακαλοπούλου – Ν. Ε. Καραπιδάκης (επιμ.), Αρχειονομία. Η πρακτική των Γενικών Αρχείων του Κράτους, [Βιβλιοθήκη Γενικών Αρχείων του Κράτους 37], Αθήνα 2012, σ. 251 – 262.

Βάσω Ψιμούλη – Αμαλία Παππά, «Σχετικά με τη δεκαετία του ΄40. Δημόσια αρχεία και ιδιωτικές συλλογές των Γενικών Αρχείων του Κράτους», Αρχειοτάξιο 7 (2005) 146 – 165.

Γ. Α. Φαρμακίδης, Πεπραγμένα της παρά τω Πρωθυπουργώ Υπηρεσίας Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών κατά την Κατοχήν, Αθήνα 1957.

Κ. Λογοθετόπουλος, Ιδού η αλήθεια, Αθήνα 1948.

Γ. Ι. Ράλλης, Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου, Αθήνα 1947.

Γ. Τσολάκογλου, Απομνημονεύματα, Αθήνα, Έκδοσις Ακροπόλεως, 1959.

Μ. Χαραλαμπίδης, Η εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2012.

Στρ. Δορδανάς, Το αίμα των αθώων. Αντίποινα γερμανικών αρχών κατοχής στη Μακεδονία, 1941 – 1944, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2007.

Στρ. Δορδανάς, «Κατοχικές δυνάμεις και αντίποινα στην Αιτωλοακαρνανία» στο Κωνσταντίνα Μπάδα (επιμ.), Κατοχή, αντίσταση, εμφύλιος: η Αιτωλοκαρνανία στη δεκαετία του 1940-1950, Αθήνα, Παρασκήνιο, 2010, σ. 67-78.

Π. Μούτουλας, Πελοπόννησος 1940-1945. Η περιπέτεια της επιβίωσης, του διχασμού και της απελευθέρωσης, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2004.

Κ. Μπόσης, ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941, Αθήνα, Ιστορικές Εκδόσεις, 1977.

Χ. Φλάισερ, Στέμμα και σβάστικα. Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης, 1941-1944, 2 τ., Αθήνα, Παπαζήσης, 1989-1995.

Λ. Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, 2 τ., Λάρισα, ΕΛΛΑ, 1999.

Ν. Καζαντζάκης, Ι. Καλιτσουνάκης, Ι. Κακριδής, Κ. Κουτουλάκης, Έκθεσις της Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων εν Κρήτη, Ηράκλειο, Δήμος Ηρακλείου, 1983.

Χέρμαν Φράνκ Μάγερ, Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα. Τα αιματηρά ίχνη της 117ης μεραρχίας στη Σερβία και την Ελλάδα, μτφρ. Γ. Μυλωνόπουλος, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2003.

Ι. Χανδρινός, «Γερμανική κατοχή, αντίσταση και εμφύλιος πόλεμος στη Βοιωτία (1941-1949)», 2012, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Βοιωτία URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=12768> [τελευταία επίσκεψη: 3/6/2020].

 

Βαγγέλης Κανσίζογλου: 26 Οκτωβρίου 1912: όταν ο πασάς παρέδωσε τη Νύμφη στον κουμπάρο. Η συνθηκολόγηση μέσα από τα μάτια του ηττημένου

Βαγγέλης Κανσίζογλου

26 Οκτωβρίου 1912: όταν ο πασάς παρέδωσε τη Νύμφη στον κουμπάρο

Η συνθηκολόγηση μέσα από τα μάτια του ηττημένου

 

Εισαγωγή

Η ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στον εθνικό κορμό, για λόγους ιστορικού δικαίου και με την ασφάλεια της a posteriori γνώσης, εύκολα μπορεί να εκλαμβάνεται σήμερα ως αυτονόητη. Το χάσμα είναι μεγάλο, αν σκεφτεί κανείς πως η επικράτηση στα πεδία των μαχών μόνο εγγυημένη δεν ήταν. Και η πρόσφατη, τότε, πολεμική εμπειρία «έδειχνε» μάλλον προς δυσοίωνες προβλέψεις. Γιατί πώς ήταν δυνατόν το Ελληνικό Βασίλειο, μία δεκαπενταετία μετά τον όλεθρο του 1897, να αποτολμήσει εκ νέου δυναμική εμπλοκή στο χρονίζον Κρητικό Ζήτημα και να αξιώνει με κάποιο κύρος επέκταση στην Ήπειρο, τη Μακεδονία και τα νησιά του Αιγαίου;

Όμως, οι ταχύτατες διεθνείς εξελίξεις υπαγόρευαν άμεσες οργανωτικές και στρατηγικές τομές. Και το 1912 σηματοδοτεί πράγματι μια επανάσταση στις διπλωματικές σχέσεις των βαλκανικών κρατών, καθότι για πρώτη φορά, χωρίς σαφή ποδηγέτηση από κάποια Μ. Δύναμη, αυτά κινήθηκαν από κοινού προς την κατεύθυνση της ανοικτής σύγκρουσης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.[1] Πληθώρα μελετών έχει αναλύσει τις συνθήκες που ευνόησαν τη βαλκανική συνεννόηση η οποία ανέτρεψε το επιβεβλημένο status quo στην ευρωπαϊκή Τουρκία.[2]

Βεβαίως, το βάρος του πολέμου, το οποίο κλήθηκε να επωμιστεί η Βουλγαρία, ρίχτηκε στη Θράκη,[3] μολονότι διόλου αμελητέα υπήρξε η συμβολή του ελληνικού στόλου. Το μοναδικό βαλκανικό κράτος με αξιόλογη παρουσία στη θάλασσα δεν ήταν δυνατόν να αποκλειστεί από τη εξυφαινόμενη συμμαχία. Το ναυτικό αποτέλεσε τη βάση της ελληνο-βουλγαρικής συνεννόησης, γεγονός που αποτυπώθηκε και στη σχετική στρατιωτική σύμβαση, με το Ελληνικό Βασίλειο να αναλαμβάνει τη δέσμευση για πλήρη κυριαρχία στο Αιγαίο. Αυτή εξασφάλισε την ανακούφιση του ανατολικού μετώπου –και κατ’ επέκταση των Συμμάχων συλλήβδην– από εκατοντάδες χιλιάδες οθωμανικών εφεδρειών της ασιατικής ενδοχώρας.[4]

Στρατιωτικές στολές των εμπολέμων.

Όπως επίσης, είναι προφανές πως οι δυνάμεις των Οθωμανών στα δυτικά Βαλκάνια ήταν υπονομευμένες, εξαιτίας της υποστελέχωσης που συνεπάγετο η έμφαση στην αντιμετώπιση της Βουλγαρίας και η απόσπαση μονάδων στα απομακρυσμένα μέτωπα της Λιβύης και της Υεμένης. Ταυτόχρονα, τα δυτικά βιλαέτια συνταράσσονταν από τις αλβανικές εξεγέρσεις που έφτασαν μέχρι και την κατάληψη των Σκοπίων (14 Αυγούστου, ν.η.). Οπωσδήποτε, οι Οθωμανοί ήταν απροετοίμαστοι για έναν διμέτωπο αγώνα σε Βορρά και Νότο, γι’ αυτό και την τελευταία στιγμή επέδειξαν διάθεση διακανονισμού με την Ελλάδα στην υπόθεση της Κρήτης, εις μάτην βέβαια, καθώς οι πολεμικές εξελίξεις είχαν δρομολογηθεί.

Στο υπόλοιπο του αφιερώματος θα εκτεθεί η εμπειρία του μοιραίου στρατηγού που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ευθύς εξαρχής το κύριο όγκο των ελληνικών δυνάμεων, από την ελληνο-οθωμανική μεθόριο στη Θεσσαλία μέχρι την καρδιά του βιλαετιού της Θεσσαλονίκης, σε συνέπεια, πάντοτε, με τις διαπιστώσεις της διεθνούς ιστοριογραφίας για τους Βαλκανικούς Πολέμους.

 

Οι «αναμνήσεις» του Χασάν Ταχσίν πασά και η αξιοπιστία τους

Η παράδοση της Θεσσαλονίκης δεν αποτελεί παρά σταθμό μιας συστηματικής προώθησης του ελληνικού στρατού στη Μακεδονία. Αντίστοιχα, για τους Οθωμανούς συνεπάγετο μια μακρά πορεία τακτικής, ως επί το πλείστον, υποχώρησης. Αυτή η αγωνιώδης πορεία αποτυπώνεται στα Απομνημονεύματα του οθωμανού στρατηγού Χασάν Ταχσίν πασά. Σε μια προσπάθεια να υπερασπιστεί τον εαυτό του και προκειμένου να διαφυλάξει την υστεροφημία του, ο εξόριστος Ταχσίν, από τη Γενεύη της Ελβετίας, άρχισε να καταγράφει τις προσωπικές του εκτιμήσεις για τα γεγονότα που τον σημάδεψαν. Το ξέσπασμα του «Μεγάλου Πολέμου», ωστόσο, ανέτρεψε τα σχέδια για άμεση δημοσίευσή τους.

Αποσπάσματα στα γαλλικά κυκλοφόρησαν χάρη στη συμβολή του φίλου του και πρώην αρχισυντάκτη της Journal de Salonique, Σαμ Λεβή, ενώ μέρος της γαλλικής μετάφρασης έχει εντοπιστεί στο Αρχείο του εκδότη της εφημερίδας Messager d’ Athènes, Αντώνιου Στεφανόπολι. Στην ολότητά του το γαλλικό κείμενο εκτέθηκε τμηματικά στο συλλεκτικό περιοδικό Collectio την περίοδο 1991-1993. Σήμερα, η σειρά του Collectio διασώζεται στο Αρχείο του συλλέκτη Γιάννη Μέγα, το οποίο ενεχείρισε στη Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης του ΑΠΘ.

Η ελληνική εκδοχή των αναμνήσεων οφείλεται στην επιμέλεια του Κενάν Μεσαρέ, γιού του Ταχσίν, ο οποίος αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα του (1918) και συγκεκριμένα κατά τη δεκαετία του 1950 μετέφρασε στα ελληνικά και δακτυλογράφησε τις σημειώσεις που είχε στη διάθεσή του. Τις εξέδωσε τμηματικά δια της εφημερίδας Ελληνικός Βορράς το φθινόπωρο του 1961.[5] Το κείμενό του είναι εκτενέστερο σε σχέση με εκείνο της γαλλικής μετάφρασης, εμπεριέχει περισσότερα στρατιωτικά έγγραφα και αποκτά ιδιαίτερη αξία χάρη στην προσθήκη ενός ευσύνοπτου πρόλογου, όπου παρατίθενται ακροθιγώς στοιχεία από τη ζωή του Ταχσίν. Επιπλέον, περιλαμβάνει τρία παραρτήματα που αφορούν περιστατικά από τις κρίσιμές εκείνες μέρες για τη Θεσσαλονίκη, αλλά και την οικογένεια Μεσαρέ η οποία διέμενε στην πόλη.

Το δακτυλογραφημένο κείμενο των απομνημονευμάτων με τις εξόχως ενδιαφέρουσες συμπληρώσεις του Κενάν παρέδωσαν με τη σειρά τους οι γιοί του επιμελητή στον ιστοριοδίφη συνταγματάρχη Βασίλη Νικόλτσιο,[6] ως ανέκδοτο κείμενο, αγνοώντας προφανώς την παλαιότερη δημοσίευση στον Ελληνικό Βορρά. Το κείμενο του Κενάν γνώρισε μια απλή ανατύπωση από το Γ΄ Σώμα Στρατού (2001), αλλά και μια πλούσια σε πραγματολογικά στοιχεία κριτική έκδοση υπό την ερευνητική επιμέλεια του Βασίλειου Κ. Γούναρη (2002). Η έκδοση αυτή θεωρείται η πληρέστερη και αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για τον πρόσθετο λόγο ότι ο επιμελητής της, έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της σειράς του Collectio, προέβη σε μια συγκριτική μελέτη της γαλλικής και της ελληνικής παραλλαγής. Ως εκ τούτου, η εν λόγω συμβολή καθίσταται ιδανικό ερευνητικό βοήθημα.[7]

Χασάν Ταχσίν πασάς (1845-1918).

Βέβαια, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η εικόνα των πρωτόγραφων απομνημονευμάτων που παρέλαβε ο Κενάν θα πρέπει να ήταν αυτή των σκόρπιων σημειώσεων, γεμάτων με επαναλήψεις και «δύσβατα» σημεία. Το τελικό κείμενο το οποίο παραδόθηκε, μοιραία σημαδεύτηκε από την προσπάθεια προσαρμογής στα ελληνικά δεδομένα (τοπωνύμια, ημερολόγιο, ώρα) και οπωσδήποτε στο πνεύμα της διατήρησης του κύρους του Ταχσίν στα μάτια των Ελλήνων. Έτσι, η ρητορική είναι ανέλπιστα «ήπια» όταν γίνεται αναφορά στους Έλληνες. Εκεί προτιμάται ο όρος «αντίπαλος» αντί του «εχθρός», όπως επίσης το «χάρη» αντί του «εξαιτίας». Επίσης, εντύπωση προκαλεί η παρουσίαση του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 ως «ατυχήματος», η μνημόνευση «Μακεδονικού Αγώνα», αλλά και η κολακευτική διάθεση έναντι των ελληνικών ένοπλων δυνάμεων. Έτι πιο απροκάλυπτα, οι δεκαοκτώ αναφορές στον πρίγκιπα-διάδοχο Κωνσταντίνο, σύμφωνα με τον Γούναρη, απουσιάζουν πλήρως από την εκδοχή της γαλλικής μετάφρασης. Βεβαίως, η φερόμενη εκτίμηση του Ταχσίν στο πρόσωπο των πριγκίπων και δη του Κωνσταντίνου είναι εκπεφρασμένη σε συνεντεύξεις που είχε παραχωρήσει και ο ίδιος.[8] Εντούτοις, με βάση τις εκθέσεις του ελληνικού, τουλάχιστον, ΓΕΣ είναι γνωστό πως η στρατιωτική τάξη υπαγορεύει αφενός τη γενικευτική μνεία σε «εχθρό» και αφετέρου την αποφυγή προσωπικών αναφορών. Σημαντικές επεμβάσεις έχουν συντελεστεί και στο περιεχόμενο των στρατιωτικών εγγράφων, ιδιαίτερα στο ζήτημα της κριτικής που ασκήθηκε στον Ταχσίν από τον διοικητή της Δυτικής Στρατιάς, Αλή Ριζά πασά, για την καταστρατήγηση του επιτελικού σχεδίου στις φάσεις υποχώρησής του, ενώ ενδεικτική παραμένει η χρήση της καθαρεύουσας κατά την απόδοση του περιεχομένου των εγγράφων, παραπέμποντας στο ύφος των αντίστοιχων ελληνικών κατά τη δεκαετία του 1950. Σε κάθε περίπτωση, κρίνεται σκόπιμο να τονιστεί ότι οι επεμβάσεις του Κενάν δεν αλλοιώνουν τον πυρήνα της σκέψης του συγγραφέα.[9]

 

Η πολεμική πραγματικότητα κατά τον Ταχσίν

Ο αλβανικής καταγωγής Χασάν Ταχσίν πασάς ήταν ένας ευσυνείδητος, πλην όμως προχωρημένης ηλικίας, στρατιωτικός αξιωματούχος, ο οποίος ξεκίνησε ουσιαστικά τη σταδιοδρομία του στη χωροφυλακή των Ιωαννίνων το 1881.[10] Έκτοτε μετατέθηκε σε διάφορες περιοχές και πόστα. Ιδιαίτερα επιτυχημένο θεωρείται το πέρασμά του από την Κρήτη (1899-1896), μολονότι ο πλέον εντυπωσιακός, ίσως, σταθμός στην καριέρα του υπήρξε ο διορισμός του σε βαλή της ακριτικής Υεμένης (1908-1910). Λίγους μήνες πριν το ξέσπασμα του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου και παρά το γεγονός ότι κατά την στρατιωτική τάξη όφειλε να αποστρατευτεί λόγω ηλικίας, διορίστηκε βαλής Ιωαννίνων, προφανώς με τη σκοπιμότητα της τοποθέτησης αλβανού διοικητή στην περιοχή προς ικανοποίηση των ομοφύλων του εθνικιστών.[11]

Υπό αντίστοιχα πιεστικές συνθήκες, στο ξέσπασα του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου δύο μήνες αργότερα, του έλαχε η διοίκηση του Η΄ Σώματος Στρατού στη Θεσσαλία. Προς υπεράσπισή του, στα Απομνημονεύματα ο Ταχσίν υπερθεματίζει ως προς τη γενικευμένη απροθυμία επιφανέστερων αξιωματούχων να εμπλακούν στο ελληνο-οθωμανικό μέτωπο εξαιτίας της επιχειρησιακής ανεπάρκειας του εκεί συγκροτηθέντος στρατεύματος, καθιστώντας σαφές πως εν γνώσει του αποδέχτηκε μια αποστολή a priori υπονομευμένη.[12] Αυτή του η απόφαση και η σύνδεση, εντέλει, με τη Θεσσαλονίκη σημάδεψε ανεπιστρεπτί τα τελευταία χρόνια της ζωής, αλλά και τη μετά θάνατον πρόσληψη του Ταχσίν. Η επιλογή της παράδοσης στους Έλληνες ήταν αρκετή για τον εξιλεώσει στα μάτια τους και ταυτόχρονα να τον καταβαραθρώσει στο βουλγαρικό και τουρκικό αφήγημα. Όμως, συχνά λησμονείται ότι ο Ταχσίν βρέθηκε συστηματικά απέναντι από τον ελληνικό στρατό, στις μάχες του Σαρανταπόρου (9 Οκτωβρίου) και των Γιαννιτσών (19-20 Οκτωβρίου), ενώ μέχρι και την τελευταία στιγμή απέρριπτε τη συνθηκολόγηση.

Γι’ αυτό και οι «αναμνήσεις» του Ταχσίν επικεντρώνουν ακριβώς στους λόγους για τους οποίους α) αδυνατούσε να αντιμετωπίσει τον εχθρό στο πεδίο της μάχης και β) εξωθήθηκε σε συνθηκολόγηση, όταν τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο. Για το μεν πρώτο, έστω και μεταθανάτια, φαίνεται πως βρήκε δικαίωση, καθότι η έκθεσή του διασταυρώνεται με τα δεδομένα της έρευνας. Ως προς το δεύτερο, γίνεται μεν παραδεκτή η επίκληση της σκοπιμότητας να αποφευχθεί η αιματοχυσία στη Θεσσαλονίκη, εντούτοις θα παραμείνουν διφορούμενες οι προθέσεις του, εφόσον προτίμησε να μην εμπλέξει καθόλου τους Βούλγαρους και να παραδοθεί στους Έλληνες.

Αναφορικά με το πρώτο σκέλος, όλες οι παραλείψεις και αστοχίες του οθωμανικού κράτους ενόψει της παμβαλκανική σύρραξης, τις οποίες προλογίζοντας θίγει ο συγγραφέας, επιβεβαιώνονται από τους μελετητές. Μεγαλύτερη, ίσως, βαρύτητα έχει η αδυναμία διαχρονικά των Οθωμανών να αντιληφθούν τους χριστιανούς γείτονές τους ως αυθύπαρκτες πολιτικά οντότητες. Στον αντίποδα, τα όμορα κράτη –πρώην οθωμανικές επαρχίες– εκλαμβάνονταν πάντοτε σε συνάρτηση και υπό την κηδεμονία κάποιας ευρωπαϊκής δύναμης.[13]

Η μάχη του Σαρανταπόρου.

Έτσι, η εμπλοκή σε βαλκανικό πόλεμο, εκτός του ότι κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη εξαπίνης, ερχόταν ως επιστέγασμα χρόνιων προβλημάτων, τα οποία απορροφούσαν συστηματικά δυνάμεις και πόρους ιδιαίτερα στο ευρωπαϊκό τμήμα. Πέρα από τα διαρκή δημοσιονομικά ελλείμματα και τη μόνιμη αναστάτωση εξαιτίας των αλβανικών εξεγέρσεων και του ανορθόδοξου αγώνα σε Μακεδονία και Υεμένη, ο ιταλο-οθωμανικός πόλεμος στη Λιβύη και την Ανατολική Μεσόγειο (Σεπτέμβριος 1911-Οκτώβριος 1912) απέβη και αυτός σε μια μακροπρόθεσμη αντιπαράθεση φθοράς που δεν έδειχνε να συντελεί σε οριστική έκβαση.[14] Ως εκ τούτου, για τα βαλκανικά μέτωπα οι Οθωμανοί βασίστηκαν εν πολλοίς στα τοπικά σώματα εφέδρων (redif), τουτέστι σε πρεσβύτερους και ελλιπώς εξοπλισμένους άνδρες, οι οποίοι κατά μεγάλο μέρος συνιστούσαν απείθαρχα, μη τουρκικά και μη μουσουλμανικά στοιχεία με μειωμένη αφοσίωση.[15] Εν ολίγοις, το βαλκανικό θέατρο επιχειρήσεων στερήθηκε πολύτιμους ανθρώπινους και υλικούς πόρους με δεδομένη την ελληνική επικράτηση στο Αιγαίο και το ανεπαρκές του σιδηροδρομικού δικτύου.[16] Σα να μην έφταναν αυτά, η συνοχή της οθωμανικής ελίτ και του στρατεύματος δοκιμαζόταν έντονα από την εποχή της Νεοτουρκικής Επανάστασης (1908).[17]

Η απουσία σαφούς επιτελικού σχεδίου για την αντιμετώπιση των βαλκανικών κρατών υπήρξε εξίσου καθοριστικός παράγοντας για τη μείωση της αποτελεσματικότητας των Οθωμανών και την υιοθέτηση αμυντικής στάσης. Κατά την αμήχανη είσοδο στον πόλεμο προκρίθηκε το 5ο αμυντικό σχέδιο σύμφωνα με το οποίο το ευρωπαϊκό τμήμα διακρίθηκε στα δύο πολεμικά πεδία της Μακεδονίας και της Θράκης. Αντίστοιχα, ο οθωμανικός στρατός χωρίστηκε σε δύο στρατηγεία: το Ανατολικό, που θα υπερασπιζόταν τη Θράκη και το Δυτικό, αυτό της Μακεδονίας, υπό τον Αλή Ριζά πασά. Μάλιστα, το στρατηγείο της Μακεδονίας χωρίστηκε στις περιφέρειες της Άνω και της κάτω Μακεδονίας (κατά των Σέρβων και των Ελλήνων αντίστοιχα). «Η εκτίμηση του Γενικού Αρχηγείου Τουρκίας ήταν ότι την έκβαση θα κρίνει οριστικά η νίκη κατά των Βουλγάρων στη Θράκη. Γι’ αυτό και όλα τα πολεμικά μέσα και εφόδια είχαν διατεθεί για τα στρατεύματα των συνόρων της Βουλγαρίας». Στα λοιπά μέτωπα τηρήθηκε αμυντική στάση.[18]

Επομένως, γίνεται σαφές πως «η σαρωτική ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο ήταν αποτέλεσμα αιτιών πολύ συνθετότερων από τις αδυναμίες ενός γηραιού στρατηγού […], ωστόσο το κείμενό του επιτρέπει να του καταλογιστούν ορισμένες ευθύνες σε θέματα στρατηγικής».[19]

Γιατί μπορεί τα οθωμανικά αρχεία να επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του Ταχσίν, πως είχε στη διάθεσή του μια κατ’ επίφαση, μόνο, ισχυρή δύναμη, που στην πραγματικότητα συγκροτείτο κυρίως από εφέδρους (redif), με σοβαρές ελλείψεις και απουσία του πολύτιμου για τις πρώτες επιχειρήσεις ορεινού πυροβολικού, ακόμα και με ελαττωματικά, σε ορισμένες περιπτώσεις, βλήματα, γεγονός, πάντως, είναι ότι στην παρθενική αντιπαράθεση στο Σαραντάπορο και ενώ «η κατάσταση ήταν ρευστή […,] η απόφαση του Ταχσίν [για απόσυρση] έδωσε στους Έλληνες τη βεβαιότητα της νίκης τη στιγμή ακριβώς που τη χρειάζονταν», επιδρώντας καθοριστικά στο ηθικό των δύο παρατάξεων.[20]

Γιατί παραμένει εντυπωσιακή η συγκυρία κατά την οποία ο Ταχσίν διέταξε υποχώρηση, τη στιγμή που ανέμενε ακόμα εφεδρείες.[21] Οπωσδήποτε, το προβληματικό σύστημα επικοινωνίας ήταν που τήρησε τον σωματάρχη πασά σε κακή εκτίμηση της κατάστασης, καθ’ ομολογία του οποίου δημιουργήθηκε η αίσθηση επικείμενης κύκλωσης και αποκλεισμού των Οθωμανών από τις προωθούμενες εκ παραλλήλου –ανατολικά (Λιβάδι) και κυρίως δυτικά (Λαζαράδες) του Σαρανταπόρου– ελληνικές δυνάμεις. Προς στιγμήν, μάλιστα, θεωρήθηκε εκτεθειμένο το ίδιο το στρατηγείο στα μετόπισθεν (Σέρβια). Γενικότερα, η εξιστόρηση του Ταχσίν αντανακλά περιορισμένες προσδοκίες και ένα αίσθημα μειονεκτικότητας. Σε τελική ανάλυση, όμως, η αριθμητική υπεροπλία του αντίπαλου ήταν τέτοια που αργά ή γρήγορα οι Οθωμανοί θα αναγκάζονταν να υπαναχωρήσουν.

Δεν έχει εξηγηθεί επαρκώς ο λόγος που το Οθωμανικό Επιτελείο διέθετε τόσο εσφαλμένες πληροφορίες για τις ελληνικές προθέσεις, ώστε να διανείμει σχεδόν ισόρροπα τις δυνάμεις του ανάμεσα στο ανεξάρτητο σώμα Ιωαννίνων και το Η΄ Σώμα Στρατού στη Θεσσαλία. Αυτό, όμως, υπήρξε και το καθοριστικό στοιχείο που υπονόμευσε την προάσπιση της Μακεδονίας, καθώς το Ελληνικό Επιτελείο έριξε όλο το βάρος της επίθεσης εκεί. Γι’ αυτό και είναι κατανοητό ότι, μπροστά στις συντριπτικά επικρατέστερες ελληνικές δυνάμεις, ο Ταχσίν δεν ήταν σε θέση να διεξαγάγει επιθετικό πόλεμο, παρά αποσκοπούσε εξαρχής στο να καθυστερήσει την προέλαση του εχθρού.[22]

Παρά ταύτα, η εγκατάλειψη των φύσει οχυρών θέσεων στο Σαραντάπορο κόστισε τελικά μια σημαντική ποσότητα σε πυρομαχικά, άνδρες και μεταφορικά οχήματα, αλλά και 21 πυροβόλα, απώλεια δυσβάσταχτη κατά παραδοχή του ίδιου του πασά. Η δε οργανωμένη, αρχικά, υποχώρηση εξελίχθηκε άτακτα, λόγω της ταυτόχρονης φυγής των αμάχων προς Κοζάνη διαμέσου της γέφυρας του Αλιάκμονα (της μόνης ασφαλούς διεξόδου!), όπου επικράτησε συνωστισμός.[23] Έκτοτε, ο Ταχσίν επιδόθηκε σε μια μακρά πορεία ταχείας υποχώρησης, παραγνωρίζοντας καίριες θέσεις, οι οποίες επιτελικά είχαν προβλεφθεί ως γραμμές άμυνας. Γι’ αυτό και δέχτηκε την κριτική του ανωτέρου του, Ριζά πασά, αλλά και ορισμένων μελετητών. Εφεξής, κάθε φάση υποχώρησης συνοδευόταν από αθρόες λιποταξίες κυρίως από τις τάξεις των εφέδρων.[24]

Εντούτοις, κατόπιν μιας ολιστικής προσέγγισης, γίνεται αντιληπτός ο συνεπής προσανατολισμός του Ταχσίν στον συντηρητικό πόλεμο προς εξοικονόμηση δυνάμεων, δικαιολογημένα ενόψει ενός υπέρτερου αντίπαλου, όπου η τακτική της φθοράς και της «εξαγοράς» χρόνου μέχρι την εξασφάλιση ευνοϊκότερων όρων για μετωπική σύγκρουση ήταν η ενδεδειγμένη. Και ακριβώς εκεί φαίνεται να υπολόγιζε ο πασάς, προσδοκώντας στην άφιξη περαιτέρω ενισχύσεων. Βέβαια, μέσα από τις σημειώσεις του γίνεται σαφές πως οι απώλειες που υφίστατο και ο ίδιος, εξαιτίας των εφέδρων, δεν ήταν αμελητέες. Γι’ αυτό και όταν έφτασε σε ικανοποιητικό βαθμό ισχύος –στην πρώτη και μοναδική ευκαιρία του ουσιαστικά– αποφάσισε να αναμετρηθεί ανοιχτά με τους Έλληνες λίγο έξω από τα Γιαννιτσά. Εκεί θα πρέπει να κριθεί το πολεμικό του αισθητήριο.[25]

Όσον αφορά την επιλογή της θέσης, ιστοριογραφικά ο πασάς βρίσκεται εκτεθειμένος, γιατί δεν προέκρινε ως γραμμή άμυνας τον δυσκολοδιάβατο Αξιό, αρκετά ανατολικότερα. Παρά ταύτα, τουλάχιστον από το αφήγημά του, προκύπτει πως η άμεση εμπλοκή με τους Έλληνες, και μάλιστα αρκετά δυτικότερα, εξυπηρετούσε την αποφυγή διεξαγωγής ενός πολέμου «διμέτωπης φθοράς». Γιατί την ίδια στιγμή το Σώμα Στρυμόνα ερχόταν προς ενίσχυση του Ταχσίν, αφήνοντας εκτεθειμένα τα νώτα του στους προελαύνοντες Βούλγαρους. Εν ολίγοις, ο οθωμανός διοικητής φέρεται να επεδίωξε την ανάσχεση των ελληνικών δυνάμεων προτού φτάσουν στο σημείο να συμπράξουν με βουλγαρικές μονάδες. Επιπλέον, η προτεραιοποίηση στην προάσπιση μιας ιερής μουσουλμανικής πόλης δε θα πρέπει να θεωρηθεί άνευ σημασίας.

Ο Ταχσίν σωστά αντιλήφθηκε τον ελληνικό σχεδιασμό για κυκλωτική κίνηση από Βορρά και, έχοντας γνώση του ελώδους εδάφους στον Νότο, ανέμενε τον κύριο όγκο των ελληνικών δυνάμεων βορείως της λίμνης των Γιαννιτσών (19 Οκτωβρίου). Για την επιλογή του αυτή ο Erickson του πιστώνει ορθό σχεδιασμό και άρτια αξιοποίηση των πληροφοριών που είχε στη διάθεσή του. Τελικά, η μάχη, αν και ξεκίνησε με ευνοϊκές προδιαγραφές και παρά το γεγονός ότι στο κλείσιμο της ημέρας έδειχνε αμφίρροπη, φέρεται να σημαδεύτηκε από αθρόες λιποταξίες των εφέδρων κατά τη διάρκεια της νύχτας, οι οποίες υπονόμευσαν την πολεμική προσπάθεια της επόμενης μέρας. Πάντως, οι μελετητές δεν κάνουν καμία αναφορά στον αρνητικό ρόλο των εφέδρων, στον οποίο ενέμεινε τόσο ο πασάς. Αντίθετα, επανέρχονται στο θέμα της χρήσης προβληματικών πυρομαχικών.[26]

Η μάχη των Γιαννιτσών και η προέλαση προς τη Θεσσαλονίκη.

Από κει και πέρα, ο συγγραφέας των Απομνημονευμάτων προετοιμάζει το έδαφος για να απαντήσει στο δεύτερο σκέλος, αυτό της επιλογής του να παραδοθεί στους Έλληνες. Η δυσμενή εξέλιξη στα Γιαννιτσά συνιστά το σημείο καμπής που έπεισε τον Ταχσίν πως η κατάσταση όδευε προς το αναπόφευκτο. Άμεσα, μετέφερε το στρατηγείο του στο Τόψιν (21-22 Οκτωβρίου). Παράλληλα, η Θεσσαλονίκη δεχόταν χιλιάδες προσφύγων, υποχωρούντων στρατιωτών και χωρικών, οι οποίοι συνέρρεαν ενόψει της καθόδου των βαλκανικών δυνάμεων από όλες τις κατευθύνσεις. Εντούτοις, η «καθοριστική βολή» για τον Ταχσίν επήλθε από την ενημέρωση του Μ. Βεζίρη, Κιαμήλ πασά, πως η συνέχιση του αγώνα κρινόταν «αδύνατη» και πως η οθωμανική κυβέρνηση αναζητούσε πλέον ανοιχτά τη διπλωματική οδό, αιτούμενη ανακωχή με τη μεσολάβηση των Μ. Δυνάμεων. Το σχετικό τηλεγράφημα αποτέλεσε για τον γράφοντα ισχυρότατο «άλλοθι».[27] Άλλωστε, η φυγάδευση του εξόριστου σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ για την Κωνσταντινούπολη (17 Οκτωβρίου) επιβεβαίωνε πως για την κυβέρνηση ο πόλεμος είχε κριθεί. Και ο τορπιλισμός του παλαιού θωρηκτού «Φέτχι Μπουλέντ» (18 Οκτωβρίου) σε απόσταση αναπνοής από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, μια συμβολική ενέργεια άνευ ουσίας, προκάλεσε ψυχρολουσία στους παράγοντες και τους κατοίκους της πόλης. Ο κλοιός γύρω από τη Θεσσαλονίκη περιεσφίγγετο ολοένα, ιδιαίτερα μετά την απώλεια του Πολύγυρου Χαλκιδικής υπέρ των Ελλήνων. Στις προτροπές των προξένων ήρθαν να προστεθούν οι παραινέσεις των μελών του επαρχιακού και του δημοτικού συμβουλίου της πόλης, μετά των ταγών των θρησκευτικών κοινοτήτων, για την αποφυγή αιματοχυσίας με ολέθριες συνέπειες για την πόλη.[28]

Η διάβαση του Αξιού από τον ελληνικό στρατό (24 Οκτωβρίου 1912).

Οι έντονες αμφιταλαντεύσεις συνεχίστηκαν και κατά την 23η Οκτωβρίου. Πάντως, το αφήγημα του Ταχσίν δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης της αποφασιστικότητάς του να υπερασπιστεί τη Θεσσαλονίκη μέχρις εσχάτων.[29] Στις 24 του μηνός ο ελληνικός στρατός, με καθυστέρηση ημερών την οποία χρεώθηκε ο προσωπικά ο Κωνσταντίνος, διέβη τελικά τον Βαρδάρη (Αξιό). Στα Απομνημονεύματά του ο Ταχσίν δε διευκρινίζει αν διενεργήθηκαν αψιμαχίες, σε κάθε περίπτωση πάντως, δήλωσε πως αναγκάστηκε να εκκενώσει την περιοχή ανατολικά του Αξιού, εξαιτίας  –για άλλη μια φορά– της εκτεταμένης «αποσύνθεσης των εφέδρων», αφήνοντας ανεκμετάλλευτα τα φυσικά αμυντικά πλεονεκτήματα της περιοχής και ανυπεράσπιστες τις ελάχιστες διαβάσεις, τις οποίες ο ελληνικός στρατός είχε προλάβει να αποκαταστήσει προκειμένου να διαπεραιωθεί. Για την παθητικότητά του αυτή ο Hall αδυνατεί να βρει οποιοδήποτε ελαφρυντικό. Ως εκ τούτου, «το απόγευμα της 25ης Οκτωβρίου [ο ελληνικός στρατός] βρέθηκε στο ύψος της γραμμής» Σίνδος-Βαθύλακκος-Ξηροχώρι, με τις εμπροσθοφυλακές να προωθούνται περαιτέρω. Από αυτό το σημείο καμία έξοδος διαφυγής δε θα ήταν ασφαλής. Η ανησυχία στη Θεσσαλονίκη κορυφώθηκε, αν και η παρουσία ευρωπαϊκών ναυτικών μονάδων στον Θερμαϊκό κόλπο ήταν αρκετή για να καθησυχάσει τους ξένους υπηκόους. Ο Ταχσίν, αφού εγκατέστησε το στρατηγείο του στο Ωραιόκαστρο, κίνησε να επισκεφτεί τον βαλή της Θεσσαλονίκης, Ναζίμ πασά, αποσκοπώντας, κατά τους ισχυρισμούς του, να λάβει ενημέρωση για την κατάσταση στην πόλη. Η απουσία του φαίνεται πως ενθάρρυνε τις φυγόστρατες τάσεις μεταξύ των εφέδρων. Φυσικά, οι ενέργειες αυτές δεν ήταν άσχετες με τη φημολογούμενη πρόθεσή του για συνθηκολόγηση. Πράγματι, σύμφωνα και με τον ίδιο, αυθημερόν υπέκυψε στα αιτήματα σύμπασας της κοινοτικής ηγεσίας και των προξένων και απέστειλε εκπρόσωπο στο Τόψιν, όπου είχε εγκατασταθεί το ελληνικό στρατηγείο, προκειμένου να διαπραγματευτεί τους όρους παράδοσης. Τούτες τις ώρες επιθυμούσε να διασφαλίσει άθικτο το στράτευμα, διατηρώντας, παράλληλα, τα πολύτιμα οχυρά του Καραμπουρνού.[30] Εντούτοις, ο Κωνσταντίνος αξίωνε την άνευ όρων παράδοση των Οθωμανών, γεγονός που περιέπλεξε τα πράγματα.[31]

Στο σημείο αυτό, ως συγγραφέας ο Ταχσίν αποκάλυψε τα διαπραγματευτικά του χαρτιά προσβλέποντας σε ικανοποίηση των δικών του όρων. Ειδικότερα, καθώς οι πληροφορίες έκαναν λόγο για προέλαση των βουλγαρικών δυνάμεων προς Λαγκαδά και έχοντας επίγνωση του υφέρποντος ελληνοβουλγαρικού ανταγωνισμού, ισχυρίστηκε πως θα μπορούσε να προσφέρει στους Έλληνες μια άμεση λύση που θα καθιστούσε αδιαμφισβήτητη την κυριαρχία τους στη Θεσσαλονίκη. Πάντως, οι διαπραγματευτικές προσπάθειες του εντεταλμένου του, Σεφήκ πασά, μετά των προξένων, οι οποίοι απηύθυναν έκκληση για την κατάπαυση του πυρός μέχρι τη συνομολόγηση των όρων παράδοσης, έπεσαν στο κενό (βράδυ της 25ης Οκτωβρίου). Στο αντίποδα, ο διάδοχος του ελληνικού θρόνου έδωσε εντολή για συνέχιση των επιχειρήσεων.

Το πρωτόκολλο παράδοσης.

Την επομένη, ο Ταχσίν απευθύνθηκε σε όλους τους διοικητές μονάδων που υπερασπίζονταν διάφορες θέσεις σε κοντινή ακτίνα γύρω από τη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να εξετάσει κάθε περιθώριο ένοπλης αντίστασης. Οι απαντήσεις ήταν απογοητευτικές. Αν επέλεγε τη σύγκρουση δεν θα υπήρχε ασφαλές πέρασμα διαφυγής. Οι σύμμαχοι σε μεταξύ τους συνεννόηση είχαν αποκόψει την τηλεγραφική επικοινωνία και ο ελληνικός στόλος είχε αποκλείσει κάθε θαλάσσια δίοδο. Η Θεσσαλονίκη, αν και πλήρως οχυρωμένη και εξοπλισμένη σε τρόφιμα και πολεμοφόδια, εντούτοις δεν είχε αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο χερσαίας επίθεσης. Επιπλέον, στερείτο φυσικών αμυντικών βοηθημάτων. Επί της ουσίας, ήταν περικυκλωμένη και οι συνέπειες μιας ενδεχόμενης ήττας θα συμπαρέσυρε τους αμάχους της. Ως εκ τούτου, κατόπιν έντονων πιέσεων, ο Ταχσίν δέχτηκε τους όρους του Κωνσταντίνου, ο οποίος απέστειλε τον Βίκτωρα Δούσμανη και τον Ιωάννη Μεταξά προκειμένου να συνομολογήσουν το πρωτόκολλο παράδοσης.[32] Πράγματι, στις 9 τη νύχτα της 26ης Οκτωβρίου οι έλληνες αξιωματικοί που μετέβησαν στη Θεσσαλονίκη άρχισαν τις συνεννοήσεις με τον Ταχσίν. Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία του Δούσμανη, στην πραγματικότητα «η σύνταξις της συμβάσεως και η υπογραφή αυτής επερατώθη περί την 1.30 μετά μεσονύκτιον, εσυμφωνήσαμεν όμως να θέσωμεν ως ημερομηνίαν την 26ην Οκτωβρίου, διότι εξ υπαιτιότητος των Τούρκων εβραδύναμεν να συναντηθώμεν και ν’ αρχίσωμεν την συζήτησιν και την σύνταξιν αυτής».[33] Ο Κενάν Μεσαρέ, ως υπασπιστής του πατέρα του, έγραψε στα γαλλικά από κοινού με τον Μεταξά και τον Δούσμανη, τους δέκα όρους για την παράδοση της Θεσσαλονίκης.

Πέρα από τις πιέσεις, γνώμονας στην απόφαση της συνθηκολόγησης για τον Ταχσίν φαίνεται πως ήταν η τιμή των όπλων και η διάσωση του στρατεύματος, όπως αποκαλύπτουν οι όροι, οι οποίοι αποτυπώθηκαν και στο πρωτόκολλο παράδοσης.[34] Αλλά και ο φόβος για δηώσεις και καταστροφές στην Θεσσαλονίκη έπαιξε τον ρόλο της. Ας μη λησμονείται ότι, τουλάχιστον από το 1911, ο Ταχσίν ήταν μόνιμα εγκατεστημένος με την οικογένειά του στην πόλη και ως εκ τούτου διέθετε ισχυρούς δεσμούς με τη ρωμαίικη κοινότητά της (π.χ. με την οικογένεια Ζάννα). Κατά τη βουλγαρική εκδοχή, μάλιστα, ο Ταχσίν διενήργησε χωριστές διαπραγματεύσεις και απλά οι Έλληνες προσέφεραν ευνοϊκότερους όρους παράδοσης, καθώς και χρηματικές απολαβές προς τον πασά, ενώ έχει τεθεί η υπόνοια ότι κινήθηκε υστερόβουλα για τη διαφύλαξη της ακίνητης περιουσίας του στη Θεσσαλονίκη. Επί της ουσίας, τη φιλελληνική σκοπιμότητα, που χρεώνεται από Βούλγαρους και Νεότουρκους, εξέθρεψε και η ελληνική ρητορική των επόμενων δεκαετιών. Παρά ταύτα, οι προσωπικές αντιστάσεις του Ταχσίν για συνθηκολόγηση δεν αποτελούν αποκύημα των «αναμνήσεών» του, παρά αποτυπώθηκαν και στον σύγχρονο των γεγονότων ελληνικό Τύπο, ανεξάρτητα από το αν η μεταπολεμικά θετική αποτίμηση της προσωπικότητάς του συνέβαλε, ώστε η πτυχή αυτή, προϊόντος του χρόνου, να υποπέσει στη λήθη.[35]

Η παράδοση της Θεσσαλονίκης.

Κατά τον Γούναρη, πάντως, οι στρατηγικές επιλογές του Ταχσίν αντανακλούν την έγνοια του να καταστεί ρυθμιστής της διάδοχης κατάστασης στη Θεσσαλονίκη, έχοντας επίγνωση του αναπόδραστου της απώλειάς της. Ακόμα κι αν γίνει δεκτό κάτι τέτοιο, σαφώς και ο Ταχσίν δε μπορεί να κατηγορηθεί για τις προσωπικές του προτιμήσεις ή αντιπάθειες κατά τη διαχείριση της ήττας του. Εξάλλου, για τους Οθωμανούς το διακύβευμα ήταν η διαιώνιση της παρουσίας τους στη Βαλκανική και μόνο για τους συμμάχους η μετα-οθωμανική πραγματικότητα. Ο ίδιος ο Ταχσίν ομολογούσε: «Παρόλους τους συμμαχικούς δεσμούς και τον κοινό σκοπό οι Έλληνες ουδέποτε θα επιθυμούσαν μια συνδυασμένη σύμπραξη και συγκάλυψη της πόλης […]. Οι Έλληνες προπορεύονταν και είχαν όλα τα δικαιώματα. Ένας από τους δύο έπρεπε να παραμερισθεί και να παρεμποδιστεί με κάθε τρόπο […]». Συνεπώς, καθίσταται έκδηλη η εμπιστοσύνη του στην ελληνική –αντιπαραβολικά προς τη βουλγαρική– διοίκηση για την τήρηση της τάξης και τον σεβασμό των αιχμαλώτων. Επιπλέον, ακριβώς λόγω του γεγονότος ότι οι Έλληνες διεκδικούσαν ιστορικώ δικαίω τη Θεσσαλονίκη αναμενόταν να είναι προσεκτικότεροι. Μετέπειτα περιστατικά σε βάρος της οικογένειας Μεσαρέ από τους Βούλγαρους δικαίωσαν, κατά τον Κενάν, την επιλογή του πατέρα του.[36]

 

Η τύχη του πασά

Ο πασάς θεωρείται πως έχαιρε ειδικής μεταχείρισης από την ελληνική κυβέρνηση λόγω και της γνωριμίας του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο από την εποχή της υπηρέτησής του στην Κρήτη, ενώ δεν έκρυβε την εκτίμησή του προς τους πρίγκιπες, Κωνσταντίνο και Νικόλαο. Για την «αναίμακτη» παράδοση της Θεσσαλονίκης η ελληνική κυβέρνηση του επεφύλαξε ορισμένα προνόμια και διευκολύνσεις: χρηματική επιχορήγηση, ελληνική ιθαγένεια και διατήρηση της ιδιοκτησίας σε όλα τα μέλη της οικογένειάς του, εφόσον επιθυμούσαν την παραμονή τους στην Ελλάδα και ελληνική προστασία επί της Μεσαριάς.[37]

Μετά τη συνθηκολόγηση ο Ταχσίν παρέμεινε για ένα διάστημα στη Θεσσαλονίκη,[38] προκειμένου να επιβλέψει τον αφοπλισμό του στρατού του, κυρίως όμως για να ελέγξει την εφαρμογή των όρων παράδοσης από τις ελληνικές αρχές, οι οποίοι εντέλει παραβιάστηκαν. Πρώτα, αφοπλίστηκαν τα σώματα της αστυνομίας και της χωροφυλακής, ενώ πολύ σύντομα παραβιάστηκε και ο όρος που προέβλεπε την παραμονή των στρατιωτών στο Καραμπουρνού και στους στρατώνες του πυροβολικού, σύμφωνα με το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου παράδοσης. Παρά ταύτα, o Ταχσίν κράτησε χαμηλούς τόνους, υπερασπιζόμενος ωστόσο τα δίκαια των στρατιωτών του. Παράλληλα, αντιμετώπισε προβλήματα με ορισμένους Βούλγαρους, κομιτατζήδες και στρατιώτες.[39] Οι σχέσεις του μαζί τους ήταν οξυμμένες εξαιτίας της προτίμησής του να παραδώσει τη Θεσσαλονίκη στους Έλληνες. Μάλιστα, ο Ταχσίν μνημονεύει τις πιέσεις που δέχτηκε προκειμένου να υπογράψει νέο πρωτόκολλο με αποδέκτες τους Βούλγαρους, ώστε να φανεί ότι η πόλη παραδόθηκε στους δύο συμμάχους ταυτόχρονα, υπαινισσόμενος ακόμα και απόπειρα δωροδοκίας. Σα να μην έφταναν όλα αυτά, στις αρχές του 1913 πραγματοποιήθηκε απόπειρα δολοφονίας σε βάρος του.[40] Σύντομα, οδηγήθηκε μαζί και με άλλους οθωμανούς αξιωματικούς στο Ξενοδοχείο «Ακταίον», στο Φάληρο Αττικής. Τελικά, για λόγους υγείας και προστασίας του επιτράπηκε η μετάβαση στο εξωτερικό. Ο Χασάν Ταχσίν πασάς καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο από στρατοδικείο της Κωνσταντινούπολης. Απεβίωσε στη Λωζάνη της Ελβετίας το 1918.

Το οστεοφυλάκιο των Χασάν Ταχσίν πασά και Κενάν Μεσαρέ στο Στρατιωτικό Νεκροταφείο των Βαλκανικών Πολέμων στο χωριό Γέφυρα Αξιού (πρώην Τοψίν). Μεταφέρθηκαν εκεί το 2002.

 

Ο Βαγγέλης Κανσίζογλου είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Η διπλωματική του εργασία, στην οποία το παρόν άρθρο στηρίζεται, φέρει τον τίτλο «Η Προσωπικότητα του Χασάν Ταχσίν πασά» και υποστηρίχθηκε τον Ιούνιο του 2020.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Είναι αλήθεια ότι η σερβο-βουλγαρική προσέγγιση έλαβε χώρα χάρη σε ρωσικές διπλωματικές ενέργειες. Αυτή, ωστόσο, αποσκοπούσε στη δημιουργία μετώπου κατά της Αυστρο-ουγγαρίας.

[2] Για τις συνθήκες που οδήγησαν στη βαλκανική συνεννόηση ενδεικτικά βλ. Richard C. Hall, The Balkan Wars: 1912-1913: Prelude to the First World War, London-N. York: Routledge 2000. – Barbara Jelavich, History of the Balkans: Twentieth Century, vol. 2, New York: Cambridge University Press 1983. – Σπυρίδων Σφέτας, Εισαγωγή στη Βαλκανική Ιστορία: από την οθωμανική κατάκτηση των Βαλκανίων μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1354-1918), τομ. Α΄, Θεσσαλονίκη: Βάνιας 2009.

[3] Είναι χαρακτηριστικό ότι η βουλγαρική ιστοριογραφία των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα περιέγραφε τον Α΄ Βαλκανικό ως τον «πόλεμο ανάμεσα στη Βουλγαρία και την Τουρκία, 1912-1913», βλ. Svetlozar Eldarovand, Bisser Petrov, “Bulgarian Historiography on the Balkan Wars 1912-13” in: Katrin Boeckh, Sabine Rutar(eds.), The Balkan Wars from Contemporary Perception to Historic Memory, London: Palgrave Macmillan 2017, σ. 224.

[4] Ευπραξία Σ. Πασχαλίδου, «Στρατηγική σχεδίαση και επιχειρησιακή εφαρμογή στους βαλκανικούς πολέμους» στο: ΓΕΣ/ΔΙΣ, 100 Χρόνια από τη διεξαγωγή των Βαλκανικών Πολέμων: Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου, 7-8 Φεβρουαρίου 2013, Αθήνα 2013, σ. 66, 70. Για τη σημασία του ελληνικού ναυτικού βλ. Zisis Fotakis, Greek Naval Strategy and Policy, 1910-1919, London-N. York: Routledge 2005.

[5] Ελληνικός Βορράς, 8 Οκτωβρίου-2 Νοεμβρίου 1961.

[6] Έχει κατατεθεί στο Κέντρο Έρευνας Μακεδονικής Ιστορίας και Τεκμηρίωσης (KEMIT) στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα Θεσσαλονίκης (IMMA).

[7] Βασίλειος Νικόλτσιος Βασίλης Κ Γούναρης, Από το Σαραντάπορο στη Θεσσαλονίκη: η ελληνοτουρκική αναμέτρηση του 1912 μέσα από τις αναμνήσεις του στρατηγού Χασάν Ταχσίν Πασά, Θεσσαλονίκη: Gallery Collector ‘s 2002, σ. 11.

[8] Εμπρός, 7 Νοεμβρίου 1912. – Μακεδονία, 15 Αυγούστου 1913.

[9]  Στο ίδιο, σ. 13, 15-16.

[10] Γενέτειρα του Ταχσίν ήταν η Μεσαριά, ένα χωριό του βιλαετιού Ιωαννίνων, κοντά στη σημερινή ελληνο-αλβανική μεθόριο. Από το εν λόγω τοπωνύμιο προκύπτει και το οικογενειακό επίθετο Μεσαρέ. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Ευάγγελος Κανσίζογλου, Η προσωπικότητα του Χασάν Ταχσίν πασά, Θεσσαλονίκη: ΑΠΘ 2020, σ. 22-23.

[11] Η απόφαση διορισμού του Ταχσίν έγινε γνωστή στον ελληνικό Τύπο στις 4 Αυγούστου του 1912. Στις 15 του μήνα οργανώθηκε συλλαλητήριο στην πλατεία του Δημοτικού Θεάτρου Αθηνών (σημ. πλατεία Κοτζιά) από Έλληνες Ηπειρώτες της Αθήνας και του Πειραιά, με τη συμπαράσταση πολλών Ελλαδιτών, στρεφόμενο μεταξύ άλλων «κατά του διορισμού Αλβανού βαλή εν Ιωαννίνοις, καθότι τούτο αποτελεί κίνδυνον των συμφερόντων της ημετέρας φυλής και προσπάθειαν προς διαστροφήν της Ελληνικής εθνολογικής χροιάς του βιλαετιού Ιωαννίνων». Η συγκεκριμένη διατύπωση αποκαλύπτει πως η αντίθεση στην τοποθέτηση του Ταχσίν δεν αφορούσε προσωπικά τον ίδιο αλλά στόχευε τον πυρήνα της κυβερνητικής απόφασης, που συνεπάγετο παραχώρηση αυτονομίας και «αλβανοποίηση» της Ηπείρου. Σε άλλο σημείο, άλλωστε, οι διαδηλωτές εξέφρασαν την εκτίμησή τους προς το πρόσωπο του Ταχσίν. Το συνταχθέν ψήφισμα επιδόθηκε στην ελληνική κυβέρνηση και τον ελληνικό Τύπο, στους πρέσβεις των Μ. Δυνάμεων και στον οθωμανό πρέσβη. Για τα σχετικά δημοσιεύματα βλ. Μακεδονία, 4 Αυγούστου 1912. – Παμμακεδονική, 7 Σεπτεμβρίου 1912. – Σκρίπ, 17 Αυγούστου 1912. – Χρίστος Χριστοδούλου, Οι τρείς Ταφές του Χασάν Ταχσίν Πασά, Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο 2012. σ. 156.

[12] Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 19, 21-22.

[13] Ebru Boyar, Ottoman, Turks and the Balkans: Empire Lost, Relations Altered, London-New York: Tauris Academic Studies 2007, σ. 77-78. – Αναστάσιος Κ. Ιορδάνογλου, «Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος από την πλευρά των Οθωμανών και η Αφήγηση του Χασάν Ταχσίν Πασά», στο: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Όψεις 100 Ετών: Θεσσαλονίκη 1912-2012: 8 σημεία καμπής: διαλέξεις, Θεσσαλονίκη: ΕΜΣ 2014, σ. 85-86.

[14] Τελικώς, τον τερματισμό του πολέμου εκζήτησε η οθωμανική πλευρά στον απόηχο της βαλκανικής εμπλοκής.

[15] Redif καλούνταν οι εφεδρικές δυνάμεις του οθωμανικού στρατού στις τάξεις των οποίων υπηρετούσαν για επτά χρόνια οι τακτικοί στρατιώτες μετά το πέρας της τριετούς στρατιωτικής τους θητείας. Στα Δυτικά Βαλκάνια το αρχηγείο των εφεδρικών αυτών δυνάμεων εδραζόταν το Μοναστήρι και άρα από εκεί θα πρέπει να προήλθε ο πυρήνας του Η΄ Σώματος Στρατού τη διοίκηση του οποίου ανέλαβε ο Ταχσίν, βλ. Stanford Shaw-Ezel, History of the Ottoman Empire and Modern Turkey. Vol. II: Reform, Revolution and Republic: The Rise of Modern Turkey, 1808- 1975, N. York: Cambridge University Press 1977, σ. 85-86.

[16] Ryan Gingeras, Fall of the Sultanate: The Great War and the End of the Ottoman Empire, 1908-1922, N. York: Oxford University Press 2016, σ. 80-81. – Richard C. Hall, The Balkan Wars: 1912-1913: Prelude to the First World War, London-N. York: Routledge 2000, σ. 19-20.

[17] Οι ένοπλες δυνάμεις υπονομεύτηκαν εξαιτίας των αποστρατεύσεων σκοπιμότητας και της διάστασης των αξιωματικών ανάμεσα στους θιασώτες και τους πολέμιους της Επιτροπής Ένωσης και Προόδου. Μάλιστα, οι διαδοχικές κυβερνήσεις των Μουχτάρ και Κιαμήλ (Ιούλιος 1912-Ιανουάριος 1913), οι οποίες κλήθηκαν να διαχειριστούν τη βαλκανική κρίση, εκπροσωπούσαν το ρεύμα που επεδίωκε την περιθωριοποίηση -αν όχι εξουδετέρωση- της Επιτροπής. Αναμενόμενα και παρά την φερόμενη εκεχειρία, τα πολιτικά πάθη δεν εξαλείφθηκαν ούτε κατά τη διάρκεια του πολέμου.

[18] Ιορδάνογλου, ό.π., σ. 85-87.

[19] Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 5.

[20] Στο ίδιο, σ. 5, 36-37.

[21] Ο κίνδυνος περικύκλωσης αποτελούσε για τον Ταχσίν μόνιμη έγνοια. Αντίθετα από τον πόλεμο του 1897, ο οθωμανικός στρατός δεν φέρεται να διέθετε επαρκείς δυνάμεις για να υποστηρίξει τα άκρα του, ώστε να αποφύγει την κύκλωση. Συνεπώς, όταν πλέον τα πράγματα έδειχναν να οδεύουν προς τα εκεί, και εκμεταλλευόμενος την περιορισμένη ορατότητα λόγω της έντονης βροχόπτωσης και την κάλυψη της νύχτας, ο πασάς σήμανε οπισθοχώρηση, βλ. Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 27, 30-32.

[22] Erickson, ό.π., σ. 214-215. – Hall, ό.π., σ. 59. – Ιορδάνογλου, ό.π., σ. 86.

[23] Erickson, ό.π., σ. 215-216, 218. – Ιορδάνογλου, ό.π., σ. 88. – Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 32-35.

[24] Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 26-27, 29. Όπως αναφέρθηκε, πολλοί εκ των εφέδρων ήσαν οικογενειάρχες και κριτήριο στράτευσης γι’ αυτούς ήταν η υπεράσπιση των οίκων τους. Εφόσον ο παραπάνω στόχος δεν πληρούνταν, εγκατέλειπαν τις θέσεις τους. Αυτή η συνθήκη αφορούσε φυσικά και τους Αλβανούς, οι οποίοι όταν πλέον το Η΄ Σώμα έπαψε να εξυπηρετεί την υπεράσπιση των «αλβανικών» περιοχών δεν είχαν λόγο παραμονής στο στράτευμα. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Çağdaş Sümer, “What did the Albanians Do?”, στο: M. Hakan Yavuz-Isa Bumi, War & Nationalism: The Balkan Wars, 1912-1913, and their sociopolitical Implications, Michigan: The University of Utah Press 2013, 727-738. – Hall, ό.π., σ. 59.

[25] Κάνοντας μια γενικότερη αποτίμηση, με την εμπλοκή του σε μια κατάσταση η οποία πόρρω απείχε από την μέχρι τότε εμπειρία διοίκησης και το συνηθισμένο επίπεδο επαγγελματισμού, αποτιμάται θετικά η ικανότητά του να επιδεικνύει ρεαλισμό και ευελιξία, παρότι αδιαμφισβήτητα την ίδια στιγμή αντιμετώπιζε και την προσωπική του δυσκολία στη διαχείριση ενός οριακά επαγγελματικού στρατού.

[26] Erickson, ό.π., σ. 214-216, 218-223. – Hall, ό.π., σ. 59. – Ιορδάνογλου, ό.π., σ. 79, 86, 88-91.  – Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 5, 32-35, 46, 48, 51.

[27] Είναι σκόπιμο να σημειωθεί πως οι ενέργειες της κυβέρνησης Κιαμήλ για διαπραγματεύσεις έβρισκε αντίθετα τα μέλη της Επιτροπής Ένωσης και Προόδου, με εξελίξεις όπως η απώλεια της Θεσσαλονίκης να πυροδοτήσουν την πραξικοπηματική απομάκρυνση του Μ. Βεζίρη στο «άνοιγμα» του νέου έτους. Πρόδηλα, η ανατροπή της κυβέρνησης Κιαμήλ συνέβαλε στην επανεκτίμηση και του ρόλου του Ταχσίν. Εύλογα, ο στρατηγός, στο πλαίσιο της πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης, ταυτίστηκε από τους Νεότουρκους με την χρεωκοπημένη παράταξη των «μεγάλων» πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων, την οποία άλλωστε είχε διαχρονικά υπηρετήσει. Το νεοτουρκικό αφήγημα τον καταδίκασε σε μια σύγχρονη damnatio memoriae. Αφετέρου, φωνές ανεξάρτητες από την Επιτροπή απέδωσαν την «προδοτική» στάση του Ταχσίν στην καταγωγή του, σε συνάρτηση με τη διακήρυξη της αλβανικής ανεξαρτησίας (28 Νοεμβρίου 1912), είτε του καταλόγισαν χρηματισμό από τους Έλληνες, βλ. Gingeras, ό.π., σ. 82-83, 86. – Sümer, ό.π., 732-733.

[28] Σπύρος Κουζινόπουλος, Το Μεγάλο Άλμα: η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, Αθήνα: Καστανιώτης 1997, σ. 338-339. – Μεσσαρέ, Κενάν(επιμ.), Τα Απομνημονεύματα του Τούρκου Αρχιστράτηγου Χασάν Ταξίν Πασά, Θεσσαλονίκη: Γ΄ Σώμα Στρατού 2001, σ. 1-6 (Παραρτήματα Ι-ΙΙ). – Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., 55-57, 59, 60.

[29] Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., 62-64.

[30] Αυτή ήταν και η επιτελική εντολή του Αλή Ριζά.

[31] Στο ίδιο, 64-67.

[32] Στο ίδιο, 67-68.

[33] Κουζινόπουλος, ό.π., σ. 119-121.

[34] Μεταξύ αυτών ήταν: η διατήρηση άθικτου του στρατεύματος, των οχυρών του Καραμπουρνού και έστω πέντε χιλιάδων όπλων για «την εκπαίδευση νεοσυλλέκτων», τήρηση των όπλων στους αξιωματικούς, την αστυνομία και τη χωροφυλακή και παραμονή του οθωμανικού στρατού στο Καραμπουρνού και στους στρατώνες πυροβολικού, με ευθύνη σίτισης από της ελληνική διοίκηση.

[35] Dalibor Jovanovski, “Greek Historiography and the Balkan Wars – in the Interest of the Nation”, στο: Jim Hlavac-Victor Friedman (επιμ.), On Macedonian Matters: From the Partition and Annexation of Macedonia in 1913 to the Present: Α Collection of Essays on Language, Culture and History, München-Berlin-Leipzig-Washington D.C.: SLCCEE 2015, 36. – Nedim İpek, “The Balkan Wars and Migration”, στο: M. Hakan Yavuz-Isa Bumi, War & Nationalism: The Balkan Wars, 1912-1913, and their sociopolitical Implications, Michigan: The University of Utah Press 2013, 646. – Μακεδονία, 12 Οκτωβρίου 1912.

[36] Μεσσαρέ, ό.π., σ. 7-14 (Παράρτημα ΙΙΙ). – Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 5, 67.

[37] Ιωάννης Γ. Αλεξάκης, «Χασάν Ταξίν Πασάς», Αμάλθεια, 18-19 (Ιανουάριος-Ιούνιος, 1974), 248. – Κωνσταντίνος Ι. Κουλίδας, Τα Γιάννινα που έφυγαν, Ιωάννινα 2010, σ. 246-247. – Χριστοδούλου, ό.π., σ. 221-237.

[38] Μνημονεύεται να παρακολουθεί τη θριαμβευτική είσοδο του ελληνικού στρατού από τα κλειστά παράθυρα του γραφείου του, στο Διοικητήριο της πόλης. Βλ Χαρίλαος Χαρίσης, Ιστορικαί αναμνήσεις επί τη πεντηκονταετηρήδι της απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 1962, σ. 25-26.

[39] Ως γνωστόν, βουλγαρικές δυνάμεις είχαν εγκατασταθεί στην πόλη με άδεια του Κωνσταντίνου.

[40] Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 76-78. – Μεσσαρέ, ό.π., σ. 7-11 (Παράρτημα ΙΙΙ). – Χριστοδούλου, ό.π., σ. 228-229, 233.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Δημοσιευμένες Πηγές

Δούσμανης, Βίκτωρ(στρατηγός), Απομνημονεύματα: ιστορικαί σελίδες τις οποίες έζησα, Αθήνα 1946.

Μεσσαρέ, Κενάν(επιμ.), Τα Απομνημονεύματα του Τούρκου Αρχιστράτηγου Χασάν Ταξίν Πασά, Θεσσαλονίκη: Γ΄ Σώμα Στρατού 2001.

Χαρίσης, Χαρίλαος, Ιστορικαί αναμνήσεις επί τη πεντηκονταετηρήδι της απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1962.

 

Βοηθήματα

Αλεξάκης, Ιωάννης, Γ., «Χασάν Ταξίν Πασάς», Αμάλθεια, 18-19 (Ιανουάριος-Ιούνιος, 1974), 247-248.

Boyar, Ebru, Ottoman, Turks and the Balkans: Empire Lost, Relations Altered, London-New York: Tauris Academic Studies 2007.

Erickson, Edward J., Defeat in Detail: The Ottoman Army in the Balkans: 1912-1913, Westport, Connecticut-London: Greenwood Publishing Group 2003.

Gingeras, Ryan, Fall of the Sultanate: The Great War and the End of the Ottoman Empire, 1908-1922, N. York: Oxford University Press 2016.

Ιορδάνογλου, Αναστάσιος K., «Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος από την πλευρά των Οθωμανών και η Αφήγηση του Χασάν Ταχσίν Πασά», στο: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Όψεις 100 Ετών: Θεσσαλονίκη 1912-2012: 8 σημεία καμπής: διαλέξεις, Θεσσαλονίκη: ΕΜΣ 2014.

İpek, Nedim, “The Balkan Wars and Migration”, στο: M. Hakan Yavuz-Isa Bumi, War & Nationalism: The Balkan Wars, 1912-1913, and their sociopolitical Implications, Michigan: The University of Utah Press 2013, 621-664.

Jelavich, Barbara, History of the Balkans: Twentieth Century, vol. 2, New York: Cambridge University Press 1983.

Jovanovski, Dalibor, “Greek Historiography and the Balkan Wars – in the Interest of the Nation”, στο: Jim Hlavac-Victor Friedman(επιμ.), On Macedonian Matters: From the Partition and Annexation of Macedonia in 1913 to the Present: Α Collection of Essays on Language, Culture and History, München-Berlin-Leipzig-Washington D.C.: SLCCEE 2015, 31-46.

Κουζινόπουλος, Σπύρος, Το Μεγάλο Άλμα: Η Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, Αθήνα: Καστανιώτης 1997.

Κουλίδας, Κωνσταντίνος Ι., Τα Γιάννινα που έφυγαν, Ιωάννινα 2010.

Macfie, A.L., The End of the Ottoman Empire: 1908-1923, London-N. York: Routledge 1998.

Μέγας, Γιάννης, Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης 1912-1913, Θεσσαλονίκη: University Studio Press 2011.

Νικόλτσιος, Βασίλειος – Γούναρης, Βασίλης, Κ., Από το Σαραντάπορο στη Θεσσαλονίκη: η ελληνοτουρκική αναμέτρηση του 1912 μέσα από τις αναμνήσεις του στρατηγού Χασάν Ταχσίν Πασά, Θεσσαλονίκη: Gallery Collector ‘s 2002.

Shaw, Stanford J. – Shaw, Ezel Kural, History of the Ottoman Empire and Modern Turkey. Vol. II: Reform, Revolution and Republic: The Rise of Modern Turkey, 1808- 1975, N. York: Cambridge University Press 1977.

Hall, Richard C., The Balkan Wars: 1912-1913: Prelude to the First World War, London-N. York: Routledge 2000.

Hanioğlu, M. Şükrü, A Brief History of the Late Ottoman Empire, Princeton-Oxford: Princeton University Press 2008.

Χριστοδούλου, Χρίστος Κ., Οι τρείς Ταφές του Χασάν Ταχσίν Πασά, Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο 2012.

Zürcher, Erick J., Turkey: A Modern History, London: I.B. Tauris 2004.

 

Εφημερίδες

Ελληνικός Βορράς (Θεσσαλονίκη), 1961.

Εμπρός (Αθήνα), 1912.

Μακεδονία (Θεσσαλονίκη), 1912-1913, 1962.

Παμμακεδονική (Θεσσαλονίκη), 1912.

Σκρίπ (Αθήνα), 1912.

 

Jean-Claude Allain: Ο Otto von Bismarck και η αναδιάταξη των συσχετισμών στην Ευρώπη (1870 – 1890)

Jean-Claude Allain

Ο Otto von Bismarck και η αναδιάταξη των συσχετισμών στην Ευρώπη (1870 – 1890)

 

Στις 10 Μαΐου 1871, η στρατιωτική ήττα της Γαλλίας επισημοποιήθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης της Φρανκφούρτης. Συνοδεύτηκε από μια καθεστωτική μεταβολή, την οποία η ίδια η ήττα προκάλεσε πολύ περισσότερο παρά της προσέφερε ελεύθερη διέξοδο, προκειμένου να εκδηλωθεί. Την εξουσία αναλαμβάνει πλέον μια προσωρινή κυβέρνηση, αυτοαποκαλούμενη “Κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας”. Αποστολή της είναι η διαχείριση των κρατικών υποθέσεων κατά την κρίσιμη μεταβατική περίοδο ανάμεσα στο μόλις καταρρεύσαν αυτοκρατορικό καθεστώς και το απόλυτο άγνωστο. Ο επαναστατικός χαρακτήρας της τελευταίας, σε συνδυασμό με τον δημοκρατικό λόγο, τον οποίον εκφέρει, κάθε άλλο παρά συνεισφέρουν στην ενδυνάμωση του διεθνούς κύρους της χώρας. Στην πραγματικότητα, οι αντιδράσεις στο ευρωπαϊκό στερέωμα είναι αρνητικές, στη δε καλύτερη περίπτωση, ιδιαίτερα επιφυλακτικές. Παρά ταύτα, η προσωρινή κυβέρνηση είναι ευρύτερα αποδεκτή ως εφήμερος εκπρόσωπος της Γαλλίας, η οποία εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως ένας διπλωματικός εταίρος. Απόδειξη αποτελεί η συμμετοχή της χώρας στη διεθνή συνδιάσκεψη του Φεβρουαρίου 1871 στο Λονδίνο, με αντικείμενο τη μεταβολή του καθεστώτος λειτουργίας των Στενών (Δαρδανέλια-Βόσπορος). Φυσικά, επρόκειτο για κάτι παραπάνω από μια απλή παρουσία και συμμετοχή, σε τελική ανάλυση δε, για μια αποφασιστική συνεισφορά στις εργασίες της συνδιάσκεψης.¹ Μπορεί μεν η Γαλλία να διένυε μια περίοδο μεγάλης δοκιμασίας, ωστόσο, παρά την στρατιωτική ήττα, την οποία είχε μόλις υποστεί, εξακολουθούσε να παραμένει ένας υπολογίσιμος παράγων στο διπλωματικό στερέωμα, συμμετέχοντας ενεργά στις πολιτικές και στρατηγικές ανακατατάξεις.

Νικητές και ηττημένοι: o καγκελάριος της Πρωσίας και πολύ σύντομα της ενοποιημένης Γερμανίας Otto von Bismarck (αριστερά). Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Εθνικής Άμυνας και υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας Jules Favre (στο μέσο). Ο μετέπειτα πρώτος πρόεδρος της Γ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας Adolphe Thiers (δεξιά) στις αρχές του 1871 στις Βερσαλλίες, προσωρινή έδρα της γαλλικής κυβέρνησης.

Η θεαματική αλλαγή της ευρωπαϊκής εικόνας της Γαλλίας σε σχέση με την πριν τον πόλεμο του 1870-1871 κατάσταση, έμελλε να αποτελέσει μια νέα παράμετρο στην εν γένει αποτίμηση των συσχετισμών μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Η συρρίκνωση (όχι, όμως εξαφάνιση) της Γαλλίας δεν αιφνιδίασε. Ήταν αναμενόμενη, από τη στιγμή, κατά την οποία ο κυρίαρχος ρόλος της τελευταίας ακολουθούσε φθίνουσα πορεία ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1860. Απλούστατα, η στρατιωτική ήττα του 1870 επικύρωσε στο πεδίο των μαχών αδυναμίες, που μέχρι τότε καταλογίζονταν σε άστοχους χειρισμούς της διπλωματικής δραστηριότητας. Επρόκειτο για μια ανατροπή των δεδομένων. Έστω και πιθανολογούμενη ως προσωρινή, η ανατροπή αυτή έπρεπε να ληφθεί σοβαρά υπόψη, καθότι αποτελούσε καινοτομία στην Ευρώπη.

Ο γαλλοπρωσικός πόλεμος του 1870-1871 και η τελική του έκβαση, δεν οδήγησαν σε μια απλή συγκυριακή μεταβολή των συσχετισμών. Σηματοδοτούν μια δομική αλλαγή, την οποία η αυτοκρατορική Γαλλία του Ναπολέοντα Γ΄ δεν τολμούσε να επιφέρει, παρά το γεγονός ότι συνέβαλε στη δημιουργία της. Η συρρίκνωση της γαλλικής ισχύος και η υποβάθμιση του διεθνούς ρόλου της χώρας δεν συνιστούσαν μια ανάκληση στην τάξη, την οποία η ίδια είχε φροντίσει να διασαλεύσει. Αποτελούσαν την έκφραση μιας νέας τάξης, που άρχισε να επιβάλλεται γεωγραφικά και διπλωματικά διαμέσου μιας θεαματικής στρατιωτικής ήττας. Δεν προκλήθηκε από αυτή, αλλά μέσω της παραπάνω ήττας, τής παρασχέθηκε η δυνατότητα να κάνει την ύπαρξή της αισθητή. Στην περίπτωση, η Γαλλία επωμίστηκε τον ρόλο του υπαιτίου για μια διαδικασία ενεργούς μετάλλαξης, η οποία, το καλοκαίρι του 1870, είχε ήδη συμπληρώσει μια δεκαετία ζωής. Ταυτόχρονα, ασκεί ανάλογο ρόλο, πρωτοπόρο τη φορά αυτή, στην ανασυγκρότηση του διπλωματικού τοπίου μετά το 1871. Στα είκοσι χρόνια που ακολούθησαν, έμελλε να υποστεί τις συνέπειες, τη στιγμή, μάλιστα, κατά την οποία είχαν δρομολογηθεί σταδιακά οι νέοι κανόνες της ευρωπαϊκής ισορροπίας και στρατηγικής οργάνωσης.

Anton von Werner, Die Proklamierung des deutschen Kaiserreiches (18. Januar 1871), 1885, Otto-von-Bismarck-Stiftung, Friedrichsruh.

 

Ο επαναπροσδιορισμός της έννοιας της εθνικής κυριαρχίας

Η στρατιωτική ήττα της Γαλλίας προσέφερε τη δυνατότητα στο βασίλειο της Ιταλίας να προσαρτήσει τη Ρώμη και την ευρύτερη περιοχή της (Σεπτέμβριος 1870), στη γερμανική ομοσπονδία να διευρυνθεί με την ενσωμάτωση των κρατιδίων του νότου (Ιανουάριος 1871), στη νεότευκτη Γερμανική Αυτοκρατορία να αποσπάσει από τον γαλλικό εθνικό κορμό την Αλσατία και τμήμα του διαμερίσματος της Λωρραίνης (Μάιος 1871). Από τις τρεις παραπάνω περιπτώσεις εδαφικών προσαρτήσεων, μόνο η πρώτη υπήρξε αποκύημα προσφυγής στη λαϊκή ετυμηγορία μέσω διενέργειας δημοψηφίσματος. Οι υπόλοιπες δυο, σημαντικότερες ως προς τα μεγέθη εδαφικής έκτασης και πληθυσμού, προέκυψαν από σχετικές κρατικές αποφάσεις, οι οποίες, είτε επιβλήθηκαν άνωθεν, είτε αντικατοπτρίζουν το απόσταγμα διαπραγματεύσεων ανάμεσα στα ενδιαφερόμενα μέρη. Καμία, ωστόσο, δεν επικυρώθηκε από τους ιδίους τους κατοίκους, εφόσον δεν τους αναγνωρίστηκε το στοιχειώδες δικαίωμα να τοποθετηθούν αναφορικά με το μέλλον τους.

Η επικύρωση της Συνθήκης της Φρανκφούρτης από τις αιρετές αρχές, ήταν γενικού περιεχομένου, δίχως να υπάρχει ειδική μέριμνα για τους εκπροσώπους των γεωγραφικών διαμερισμάτων εκείνων, τα οποία είχαν μόλις εκχωρηθεί στο γερμανικό Ράιχ. Πρόκειται για μια θεμελιώδη τομή σε σχέση με την πρακτική που εφαρμοζόταν μέχρι τότε και κινείτο στα χνάρια της Γαλλικής Επανάστασης. Από το 1848 και μετά, είμαστε μάρτυρες πολλών εκφάνσεων της παραπάνω μεθόδου. Συγκεκριμένα, τον Μάιο του έτους εκείνου, η ένωση της Λομβαρδίας με το βασίλειο της Σαρδηνίας προέκυψε κατόπιν διενέργειας δημοψηφίσματος. Δυο μήνες αργότερα, μια συνέλευση προκρίτων τοποθετήθηκε υπέρ της προσχώρησης της Βενετίας στο ίδιο βασίλειο. Αν και σε μικρότερη κλίμακα συγκριτικά με το προηγούμενο παράδειγμα, εξακολουθεί να λειτουργεί η αρχή του σεβασμού της επιθυμίας των κατοίκων των εν λόγω περιοχών. Η ίδια διαδικασία επαναλήφθηκε τα έτη 1859 και 1860, με αφορμή την ενσωμάτωση στο βασίλειο της Ιταλίας των πριγκιπάτων της Πάρμας και της Μοδένας, του βασιλείου της Τοσκάνης, των Παπικών κρατιδίων, τέλος, του βασιλείου των Δύο Σικελιών. To 1866, η διαδικασία της ενοποίησης συμπεριέλαβε την επαρχία της Βενετίας και το 1870 την προσάρτηση της Ρώμης.

Τα στάδια της ιταλικής ενοποίησης.

Με ανάλογο τρόπο η Νίκαια και η Σαβοΐα περιήλθαν στη Γαλλία (1860), τα Ιόνια Νησιά στην Ελλάδα (1863) και οι Δανέζικες Δυτικές Ινδίες (νήσοι Αγίου Θωμά και Αγίου Ιωάννη) στις ΗΠΑ (1868).²

Δίπλα, όμως, σε αυτή την πρακτική, που προεκτείνει με δημοκρατικό τρόπο την αρχή των εθνοτήτων, υπάρχει μια δεύτερη, η οποία συναντάται την ίδια εποχή στην ηπειρωτική Ευρώπη και συγκεκριμένα στη Γερμανία και στη Ρωσία. Η εν λόγω πρακτική διαχειρίζεται με εκ διαμέτρου αντίθετο τρόπο την αρχή των εθνοτήτων: την εφαρμόζει σε επίπεδο κρατικής εξουσίας. Σχετίζεται ευθέως με την αρχή της “νομιμότητας”, την οποία είχε σθεναρά υποστηρίξει ο Talleyrand στο πλαίσιο του Συνεδρίου της Βιέννης και που πρέσβευε ότι πάσης φύσεως μεταφορά εδαφικής κυριαρχίας συνεπαγόταν την σύμφωνη γνώμη του τοπικού πρίγκιπα, πόσο μάλλον από τη στιγμή που ο τελευταίος δεν αντλούσε την κληρονομική του εξουσία από τον λαό. Βέβαια, η παραπάνω συγκατάβαση μπορούσε να αποσπαστεί είτε δια της βίας, είτε μέσω διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, εξαρτάτο αποκλειστικά και μόνο από εκείνον. Στην περίπτωση, η λαϊκή κυριαρχία υπερφαλαγγίζεται από την κρατική. Η Πρωσία υιοθέτησε την εν λόγω μέθοδο, προκειμένου να προσδώσει μεγαλύτερη ευελιξία στην όλη διαδικασία της ενοποίησης των γερμανικών κρατιδίων. Επιπρόσθετα, η ίδια πρακτική παρουσίαζε ένα ακόμη πλεονέκτημα. Ήταν σε θέση να επιβληθεί απερίφραστα, δίχως αποχρώσεις και αμφισβητήσεις, ανάλογα με τον υφιστάμενο συσχετισμό των ισορροπιών. Συνεπώς, ουδείς εκπλήσσεται από το γεγονός ότι με αυτόν ακριβώς τον τρόπο συντελέστηκε η προσχώρηση των γερμανικών κρατιδίων του νότου στο Ράιχ (αρκεί να φέρουμε στο νου τον γνωστό ζωγραφικό πίνακα του Anton von Werner, ο οποίος απεικονίζει τη στέψη του Γουλιέλμου Α΄ της Πρωσίας ως πρώτου αυτοκράτορα της ενοποιημένης Γερμανίας στις 18 Ιανουαρίου 1871 στην αίθουσα των κατόπτρων των ανακτόρων των Βερσαλλιών) ή ακόμα και η απόσπαση από τη Γαλλία των δυο γεωγραφικών διαμερισμάτων της Αλσατίας και της Λωρραίνης.

Τα γεωγραφικά διαμερίσματα της Αλσατίας και της Λωρραίνης σε γερμανικό χάρτη εποχής.

Μεταξύ άλλων πολλών, η στρατιωτική ήττα της Γαλλίας του 1870-1871 σηματοδότησε και την εμπέδωση μιας νέας πολιτικής γεωγραφίας, υπαγορευόμενης από την νικήτρια Γερμανία. Η αρχή της αυτοδιάθεσης εξαφανίζεται από μια Ευρώπη, εντός της οποίας είχε νωρίτερα σφυρηλατηθεί. Η κτυπητή αντίθεση, ως προς το συγκεκριμένο αυτό σημείο, ανάμεσα στη δεκαετία του 1850 και εκείνη του 1870, αντανακλά μια ριζική μεταβολή του συσχετισμού των ισορροπιών, η οποία είχε επέλθει στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα εντός των ορίων της Γηραιάς Ηπείρου.

 

Η αναδιάταξη της ιεραρχίας των Μεγάλων Δυνάμεων

Είναι γνωστό πως από το 1815, οι Μεγάλες Δυνάμεις λειτουργούν ως άτυπο διευθυντήριο, το οποίο αναζητεί λύσεις σε διενέξεις τοπικής κλίμακας, που όμως έχουν προσλάβει βίαιη μορφή (εμπόλεμες καταστάσεις, ένοπλες εξεγέρσεις κλπ.). Συνδιασκέψεις και συνέδρια διαδέχονται και συμπληρώνουν συνήθως διάφορες προκαταρκτικές διμερείς διαπραγματεύσεις, εναλλάσσονται δε ανάλογα με τους ρυθμούς και τη συχνότητα των τοπικών κρίσεων. Η αμοιβαία αναγνώριση μιας Δύναμης πρώτου μεγέθους, δεν συνεπάγεται απαραίτητα μια σχέση ισοτιμίας ούτε και μια επ’ αόριστον καθαγίαση. Μια Μεγάλη Δύναμη διαθέτει εξ ορισμού μια υπεροχή μέσα στους κόλπους της πενταρχίας (Μεγ. Βρετανία, Γαλλία, Αυστρία, Πρωσία, Ρωσία), η οποία είχε προκύψει από το Συνέδριο της Βιέννης. Υπεροχή, όχι ηγεμονία δίχως όρια και συμβιβασμούς. Η Γαλλία του Ναπολέοντα Γ΄ ασκούσε την εν λόγω υπεροχή από το 1856 και τη διενέργεια, τότε, του Συνεδρίου των Παρισίων. Όμως, την απώλεσε το 1871, προς όφελος του νικητή, που μετεξελίχθηκε σε αυτοκρατορία. Η συρρίκνωση της γαλλικής ισχύος, αντανάκλαση της στρατιωτικής της κατωτερότητας αλλά και της εύθραυστης πολιτικής της κατάστασης, που διαδέχθηκαν τον πόλεμο του 1870-1871, παρουσιάζει, παρά ταύτα, ορισμένα πλεονεκτήματα, τα οποία δεν θα έπρεπε να διογκωθούν, προκειμένου να μη λειτουργήσουν αποσταθεροποιητικά σε βάρος του συσχετισμού των ισορροπιών.

Αν και ηττημένη, με άλλα λόγια εκ των πραγμάτων υποβαθμισμένη, η Γαλλία δεν έχει απωλέσει τις ικανότητές της ως Μεγάλης Δύναμης. Ο Bismarck απέφυγε να την μειώσει παραπάνω. Την ίδια ακριβώς στάση είχε υιοθετήσει νωρίτερα και έναντι της Αυστρίας, την επομένη της μάχης της Sadowa (1866). Πέραν από την υφαρπαγή της Αλσατίας και της Λωρραίνης, που από μόνη της εγείρει αντιδράσεις συναισθηματικής φύσεως, θα πρέπει κανείς να αναγνωρίσει σήμερα την μετριοπάθεια των διατάξεων της Συνθήκης της Φρανκφούρτης. Η Γαλλία, αν και υπαίτια για την κήρυξη του πολέμου, δεν υπεβλήθη σε κάποιο καθεστώς μονομερούς ή συλλογικής κηδεμονίας, δεν υπέστη συρρίκνωση της κυριαρχίας της. Με την ολοκλήρωση της αποπληρωμής των πολεμικών επανορθώσεων, που της επιβλήθηκαν ακολουθώντας την παράδοση νικητών-ηττημένων εντός και εκτός Ευρώπης, ήταν ελεύθερη να ανακτήσει το κύρος της στο στρατιωτικό, ναυτικό, αποικιακό και οικονομικό επίπεδο. Με άλλα λόγια, υπό αυτές τις συνθήκες η Γαλλία εξακολουθεί να ανήκει στην κατηγορία των Μεγάλων Δυνάμεων και να τρέφει βάσιμες προσδοκίες για μια μελλοντική αποκατάσταση της χαμένης της αίγλης. Βέβαια, την επομένη του γαλλοπρωσικού πολέμου των ετών 1870-1871, περιορίζεται σε έναν περισσότερο διακριτικό ρόλο σε σχέση με το άμεσο παρελθόν. Αυτό δεν οφείλεται τόσο στη στρατιωτική ήττα στο πεδίο των μαχών, όσο στην καθεστωτική μεταβολή, η οποία την διαδέχθηκε καθώς και στη συνακόλουθη αναζήτηση μιας νέας, πρωτόγνωρης, πολιτικής οργάνωσης κάτω από ένα αβασίλευτο καθεστώς. Η αναγκαστική στροφή της προς μια εποχή ανασύνταξης και εσωστρέφειας, υπήρξε τελικά εκείνη, η οποία επέτρεψε την σφυρηλάτηση μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής στρατηγικής αναδιοργάνωσης,

Η παρισινή Κομμούνα του 1871.

Ένα πράγμα είναι, πάντως, γεγονός. Η συγκυριακή αναδίπλωση της Γαλλίας κατά κανένα τρόπο δεν υποβαθμίζει επί της ουσίας την τελευταία σε δευτερεύουσα δύναμη. Απλούστατα, την εξαναγκάζει προσωρινά και επί μια δεκαετία να επωμιστεί έναν ελάσσονα ρόλο στο διεθνές διπλωματικό στερέωμα. Σημαντικά ενισχυμένη από αυτήν ακριβώς την κατάσταση εξήλθε η νεότευκτη Γερμανική Αυτοκρατορία, σε συνδυασμό με τη διεύρυνση των συνόρων προς δυσμάς, με την προσάρτηση της Αλσατίας και της Λωρραίνης, την οποίαν αποδέχτηκαν οι υπόλοιπες Μεγάλες Δυνάμεις. Το Βερολίνο είχε επομένως κάθε λόγο να παγιώσει την πρωτοκαθεδρία αυτή στην Ευρώπη, μια προνομιακή θέση, την οποία είχε εξασφαλίσει χάρη στην πρόσφατη επικράτηση σε βάρος της Γαλλίας.

 

Το στρατηγικό πάγωμα στην Ευρώπη

H σταδιακή σφυρηλάτηση, περισσότερο εμπειρική παρά συστηματική, αυτού που ονομάζεται σύστημα συμμαχιών του Bismarck μεταξύ των ετών 1873 και 1890, προκάλεσε ένα γενικό στρατηγικό πάγωμα όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Οι τελευταίες, βρέθηκαν προ της ανάγκης να εγκαταλείψουν τις ευέλικτες διπλωματικές μεθόδους, τις οποίες ασκούσαν μέχρι πρότινος η κάθε μια για δικό της λογαριασμό. Ο λόγος ήταν οι αντιφάσεις και οι επικαλύψεις, που είχαν προκύψει εξαιτίας των δεσμεύσεων, οι οποίες πήγαζαν από τη συμμετοχή τους σε ένα νέο σύστημα συμμαχιών. Η παραπάνω μετεξέλιξη οφειλόταν σε δυο καινοτομίες, τις οποίες είχε επιφέρει η γερμανική πολιτική.

Κατά πρώτο λόγο, ο Bismarck είχε περάσει από μια στρατηγική ενοποίησης του γερμανικού χώρου σε μια πολιτική εσωτερικής συγχώνευσης του νεότευκτου Ράιχ και μεθοδικής σταθεροποίησης του γεωπολιτικού περιβάλλοντος του τελευταίου.³ Επρόκειτο για μια αλλαγή πλεύσης έναντι του έξω κόσμου, η οποία εξυπηρετούσε ταυτόχρονα το γερμανικό ενωτικό ζήτημα και την πρωσική ισχύ, ένα διπλό διακύβευμα που εξασφάλιζε στον Γερμανό καγκελάριο χρονική συνέχεια και στρατηγική προοπτική. Κατά δεύτερο λόγο, ο Bismarck ενεργοποίησε την αρχή της μόνιμης συμμαχίας μέσω διαδοχικών ανανεώσεων σε περίοδο ειρήνης. Μάλιστα, σε αυτόν ακριβώς τον νέο τρόπο άσκησης της διπλωματίας, οι μετά τον πόλεμο του 1870-1871 δυο δεκαετίες οφείλουν τον χαρακτηρισμό της “ένοπλης ειρήνης” ο οποίος τους αποδόθηκε. Ουσιαστικά, ο Γερμανός καγκελάριος διαφοροποιείται από την πρακτική του παρελθόντος, που απέβλεπε σε συμμαχίες εφήμερης διάρκειας, δηλαδή μέχρι τον τερματισμό της κρίσης, για την αντιμετώπιση της οποίας οι τελευταίες είχαν συνομολογηθεί. Στο εξής, η σύναψη αμυντικής φύσεως συμμαχιών εν καιρώ ειρήνης, χαλυβδώνει ακόμα περισσότερο τις διακρατικές σχέσεις χάρη στις συμβατικές δεσμεύσεις που απορρέουν από αυτές, καθιστούν δυσκολότερη τη μονομερή καταγγελία από την πλευρά κάποιου από τα συμβαλλόμενα μέρη, τέλος, διασφαλίζουν ένα μίνιμουμ διπλωματίας, το οποίο τους ανήκει δικαιωματικά. Για τη δομή και την πλαισίωση της πολιτικής του, ο Bismarck, τόσο σε επίπεδο πρωτοβουλιών όσο και σε επίπεδο αξιοποίησης των εκάστοτε συγκυριών, σφυρηλατεί ένα σύστημα συμμαχιών, του οποίου αξίζει να μνημονευθούν τα κυριότερα στάδια.

Η πρώτη Λίγκα των Τριών Αυτοκρατόρων (DreiKaiserAbkommen) του 1873, απαρτίζεται από τρεις ανισοβαρείς διακρατικές πράξεις: α) Μια στρατιωτική συμμαχία μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας β) μια υπόσχεση για διμερείς διαβουλεύσεις μεταξύ Αυστροουγγαρίας και Ρωσίας και γ) μια δήλωση προσχώρησης της Γερμανίας στην παραπάνω υπόσχεση. Σε καμία από τις τρεις αυτές πράξεις δεν αναφέρεται χρονική διάρκεια ισχύος. Πρόκειται για ένα οικοδόμημα, το οποίο εξασφαλίζει στη Γερμανία, παρούσα και στα δυο επίπεδα του τελευταίου, ρόλο διαμεσολαβητή (Ρωσία και Αυστροουγγαρία τρέφουν αντικρουόμενα συμφέροντα στα Βαλκάνια), συνεπώς και ουσιαστικού ρυθμιστή του συστήματος. Η βαλκανική κρίση των ετών 1875-1876, ο ρωσοτουρκικός πόλεμος των ετών 1877-1878, το πρόβλημα της αναθεώρησης της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, καθιστούν εκ των πραγμάτων το Βερολίνο επίκεντρο των εξελίξεων και οικοδεσπότη της μεγάλης διεθνούς συνδιάσκεψης, την ημερήσια διάταξη της οποίας μονοπωλούσε η αλλαγή του καθεστώτος των ευρωπαϊκών κτήσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ταυτόχρονα όμως, η ίδια βαλκανική κρίση, λειτούργησε ως ταφόπλακα της πρώτης Λίγκας των Τριών Αυτοκρατόρων, εξαιτίας ακριβώς των αντικρουομένων συμφερόντων των δυο εταίρων της Γερμανίας στον συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο.

Το Συνέδριο του Βερολίνου (Ιούνιος-Ιούλιος 1878). Ο Bismarck εικονίζεται στο κέντρο της εικόνας. Πλαισιώνεται από πρωθυπουργούς και υπουργούς Εξωτερικών των Μεγάλων Δυνάμεων, μεταξύ των οποίων διακρίνονται ο Βρετανός Disraeli, ο Ούγγρος Andrassy, ο Ρώσος Gortchakoff, ο Γάλλος Waddington και οι εκπρόσωποι της Υψηλής Πύλης.

Κατόπιν τούτου, ο Bismarck προέβη σε μια αποφασιστική, για το μέλλον, απόφαση. Αναγκασμένος εκ των πραγμάτων να επιλέξει μια εκ των Αυστροουγγαρίας και Ρωσίας, έπεισε τον Γερμανό αυτοκράτορα Γουλιέλμο Α΄ να επικυρώσει το αυστρογερμανικό Σύμφωνο Συμμαχίας (Zweibund) του 1879, πενταετούς ισχύος, το οποίο ανανεώθηκε το 1883 με δυνατότητα περαιτέρω σιωπηρών ανανεώσεων. Μυστική στην αρχή, η ύπαρξη του αυστρογερμανικού συμφώνου συμμαχίας διέρρευσε το 1888. Όμως, ήδη από το 1881, ο Bismarck είχε επιδοθεί σε μια προσπάθεια προσεταιρισμού της Ρωσίας, έχοντας κατά νου την αναβίωση της Λίγκας των Τριών Αυτοκρατόρων. Η όλη επιχείρηση καρποφόρησε τον Ιούνιο του ιδίου έτους, με τον σχηματισμό της Συνθήκης των Τριών Αυτοκρατόρων (Dreikaiserbund ). Η τελευταία εξασφαλίζει απόλυτη ισοτιμία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών (Γερμανία – Αυστροουγγαρία – Ρωσία): τήρηση ουδετερότητας σε περίπτωση επίθεσης σε βάρος του ενός εκ μέρους κάποιας τετάρτης Μεγάλης Δύναμης (στην περίπτωση υπονοούνται δίχως να κατονομάζονται η Γαλλία σε βάρος της Γερμανίας και η Μεγ. Βρετανία σε βάρος της Ρωσίας). Ήταν τριετούς διάρκειας με δυνατότητα ανανέωσης.

Στα παραπάνω, ήρθε να προστεθεί ένα χρόνο αργότερα, τον Μάιο του 1882, η Τριπλή Συμμαχία (Dreibund) ανάμεσα στις Γερμανία, Αυστροουγγαρία και Ιταλία. Πρόκειται για την μακροβιότερη από όλες τις πράξεις, οι οποίες συγκροτούν το σύστημα συμμαχιών του Bismarck, εφόσον αποτελεί το ένα από δυο αντιμαχόμενα στρατόπεδα, τα οποία το καλοκαίρι του 1914 ήρθαν σε μεταξύ τους ρήξη (το δεύτερο ήταν η κατά πολύ μεταγενέστερη Τριπλή Συνεννόηση μεταξύ Γαλλίας, Μεγ. Βρετανίας και Ρωσίας). Η Τριπλή Συμμαχία, πενταετούς διάρκειας και ανανεώσιμη, προκαθόριζε συνδρομή των συμβαλλομένων μερών με το σύνολο των στρατιωτικών τους δυνάμεων σε περίπτωση προσβολής σε βάρος του ενός ή δυο εξ αυτών από μια τέταρτη Δύναμη. Ως τέτοια, την φορά αυτή, κατονομάζεται η Γαλλία σε βάρος της Γερμανίας ή της Ιταλίας. Σε διαφορετική περίπτωση, προβλεπόταν η τήρηση στάσης ουδετερότητας.

Η υπέρθεση τριών τύπων διακρατικών πράξεων, κάθε μια εκ των οποίων διατηρεί τη δική της αυτονομία, συγκροτεί τον άξονα του συστήματος συμμαχιών του Bismarck των ετών 1882-1887. Ο κεντρικός πυλώνας είναι αυστρογερμανικός (αυστρογερμανικό Σύμφωνο Συμμαχίας – Συνθήκη των Τριών Αυτοκρατόρων – Τριπλή Συμμαχία). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Γερμανία διαδραματίζει εξέχοντα ρόλο. Το ερώτημα είναι κατά πόσο καταφέρνει να υπερκεράσει τα συχνά αντικρουόμενα συμφέροντα των εταίρων της (Αυστροουγγαρία, Ρωσία, Ιταλία) και να διαφυλάξει την εσωτερική συνοχή του όλου συστήματος, υλοποιώντας παράλληλα τον πρωταρχικό αντικειμενικό στόχο, που δεν είναι άλλος από την διπλωματική απομόνωση της Γαλλίας. Πρόκειται για ένα ερώτημα, το οποίο στην πραγματικότητα ευσταθεί μόνο για την περίπτωση της Ρωσίας.

Το σύστημα συμμαχιών του Bismarck και η διπλωματική απομόνωση της Γαλλίας (1873-1890).

Ένα μήνα προτού υπογραφεί η Συνθήκη των Τριών Αυτοκρατόρων, ο Bismarck εκμαίευσε μια κοινή δήλωση των αυτοκρατόρων της Γερμανίας Γουλιέλμου Α΄ και της Αυστροουγγαρίας Φραγκίσκου Ιωσήφ, βάσει της οποίας, η διμερής αυστρογερμανική Συνθήκη Συμμαχίας του 1879 διατηρείτο στο έπακρο, έχοντας, μάλιστα, ανώτερη τυπική ισχύ έναντι της Συνθήκης των Τριών Αυτοκρατόρων.⁴ Μεταξύ των πιθανών αιτίων ενεργοποίησης, η διμερής Συνθήκη του 1879 συμπεριλάμβανε μια επίθεση εκ μέρους της Ρωσίας (άρθρο 1) ή εκ μέρους κάποιου τρίτου διαθέτοντος την υποστήριξη της Ρωσίας (άρθρο 2.2). Η συγκεκριμένη διακρατική πράξη διαθέτει αμυντική και όχι επιθετική προοπτική. Παρέχει, επομένως, κάλυψη στα δυο συμβαλλόμενα μέρη σε περίπτωση επιθετικής πρωτοβουλίας από την πλευρά της Ρωσίας. Οι δυο καγκελάριοι Andrassy και Bismarck, σε μεταξύ τους συνάντηση στη Βιέννη στις 24 Σεπτεμβρίου 1879, υπέθεσαν πως και η ρωσική κυβέρνηση διακατεχόταν από ανάλογο αμυντικό πνεύμα. Επομένως, δεν ετίθετο ζήτημα ενεργοποίησης της διμερούς αυστρογερμανικής Συνθήκης Συμμαχίας. Τον Ιούνιο του 1881, η συνομολόγηση της Συνθήκης των Τριών Αυτοκρατόρων ήρθε να επιβεβαιώσει την υπόθεση των Andrassy και Bismarck. H τριμερής αυτή πράξη πρέσβευε αμοιβαία ουδετερότητα σε περίπτωση ένοπλης αντιπαράθεσης ενός συμβαλλομένου μέρους με κάποιο άλλο κράτος. Συνεπώς, καθιστά, ουσιαστικά, ανενεργό το άρθρο 2.2 της αυστρογερμανικής Συνθήκης Συμμαχίας. Πόσο μάλλον που αποκλείει κάθε πιθανότητα πολεμικής εμπλοκής ανάμεσα στους τρεις εταίρους.

Η Τριπλή Συμμαχία του 1881 (Γερμανία – Αυστροουγγαρία – Ιταλία) επανέρχεται στην αρχή της ουδετερότητας σε περίπτωση διμερούς πολέμου, με εξαίρεση, βέβαια, το ενδεχόμενο επιθετικής ενέργειας εκ μέρους της Γαλλίας μόνης, ή υποστηριζόμενης από κάποια άλλη Μεγάλη Δύναμη πλην των τριών συμβαλλομένων. Ποια, όμως, μπορούσε να είναι αυτή η άλλη Δύναμη; Η Μεγάλη Βρετανία; Οι προοπτικές για κάτι τέτοιο ήταν πενιχρές το 1882. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία; Δεν πρόκειται για Μεγάλη, αλλά για Μεσαία Δύναμη σε κατάσταση αποσύνθεσης την ίδια εποχή. Απομένει η Ρωσία. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο ήδη αποκλείεται, όμως, από τη Συνθήκη των Τριών Αυτοκρατόρων, η οποία επιτάσσει. όπως είδαμε, στη Ρωσία την τήρηση ουδέτερης στάσης.

Δεν μπορεί κανείς παρά να θαυμάσει την σταθεροποιητική λογική ενός ολόκληρου οικοδομήματος, απαρτιζόμενου από ξεχωριστές διακρατικές πράξεις. Παράλληλα, όμως, να διαπιστώσει τον επισφαλή και εύθραυστο χαρακτήρα του τελευταίου.⁵ Συμπληρώνεται από ένα αυστριακό υποσύστημα, το οποίο περιλαμβάνει δυο σκέλη: α) μια Συνθήκη Συμμαχίας ανάμεσα στην Αυστροουγγαρία και την Σερβία (Ιούνιος 1881) δεκαετούς ισχύος, η οποία, υπό τη μορφή φιλίας, ειρήνης και καλής γειτονίας, προσφέρει τη δυνατότητα στην κυβέρνηση της Βιέννης να θέσει υπό την προστασία της (δηλαδή υπό τον έλεγχό της) τις αλυτρωτικές φιλοδοξίες και οράματα του Βελιγραδίου και β) μια Συνθήκη Συμμαχίας ανάμεσα στην Αυστροουγγαρία και την Ρουμανία (Οκτώβριος 1883), πενταετούς διάρκειας (ανανεώθηκε ανελλιπώς έως το 1912), άμεσα ενεργοποιήσιμη σε περίπτωση επίθεσης σε βάρος του ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη. Η Γερμανία προσχώρησε αυθημερόν στην παραπάνω Συνθήκη καθώς και σε όλες τις ανανεώσεις, που έμελλαν να ακολουθήσουν. Πρόκειται για ένα τριμερές (τετραμερές έπειτα και από την προσχώρηση της Ιταλίας τον Μάιο του 1888) σχήμα, το οποίο συμπληρώνει κατά τρόπο ιδανικό την Τριπλή Συμμαχία του 1882.

Συνεπώς, μεταξύ των ετών 1879 και 1883, με πρωτοβουλία και συμμετοχή της Γερμανίας, συντελείται κατά στάδια ένα στρατηγικό πάγωμα της κεντρικής Ευρώπης, από τη Βαλτική έως την Αδριατική. Χάρη στο Βερολίνο, αναπτύσσονται όλα τα συμβατικά μέσα εκείνα, τα οποία εμπόδισαν τη Ρωσία και την Γαλλία να αποτελέσουν απειλή. Η πρώτη ενσωματώθηκε στο σύστημα, η δεύτερη καταδικάστηκε σε διπλωματική απομόνωση, η οποία διήρκεσε επί μια περίπου ολόκληρη εικοσαετία. Η Γερμανία και κατά δεύτερο λόγο η Αυστροουγγαρία λειτούργησαν ως γεωγραφικοί και στρατιωτικοί πυλώνες του συστήματος συμμαχιών. Άραγε, το ηπειρωτικό αυτό κλείδωμα ήταν δυνατό να διευρυνθεί προς την κατεύθυνση της Ιταλίας και με πόση αξιοπιστία; Οι εξελίξεις απέδειξαν πως η απομάκρυνση από το κεντροευρωπαϊκό κέντρο βάρους εξασθένισε την αποτελεσματικότητα του παραπάνω συστήματος συμμαχιών. Οι διακρατικές σχέσεις διαμορφώνονταν πλέον με γνώμονα διαφορετικά δεδομένα.

 

Ο συντονισμένος έλεγχος της αποικιακής εξάπλωσης

Η επίκληση του γαλλικού κινδύνου σε βάρος της διατήρησης της ειρήνης στην Ευρώπη χάνει σιγά- σιγά την διπλωματική της αξιοπιστία. Βραχυπρόθεσμα, η Γ’ Γαλλική Δημοκρατία δεν ενστερνίστηκε κάποιον μεσσιανικό ή εκδικητικό, σε βάρος της Γερμανίας, ρόλο. Δεν πράττει τίποτε το ουσιαστικό, προκειμένου να ανακτήσει τις Αλσατία και Λωρραίνη. Το όλο ζήτημα εξακολουθεί, βέβαια, να βασανίζει τις συνειδήσεις, ουδέποτε, ωστόσο, αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεων με τη Γερμανία. Το 1880, στο γύρισμα της δεκαετίας, το Ράιχ δεν καλείται να αντιμετωπίσει φαινόμενα εξεγέρσεων ή παθητικής αντίστασης. Απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι κανένα σημείο της επικράτειας δεν τελεί υπό καθεστώς στρατιωτικού νόμου. Η πολιτική του Bismarck των ετών 1873-1877, την οποία οι Γάλλοι αποκαλούσαν “πολιτική των συναγερμών” είχε παρέλθει. Συνίστατο στη δημιουργία “μη γεγονότων”, διατηρώντας σε κατάσταση συναγερμού το Παρίσι και προσφέροντάς του την πολυτέλεια να εμφανίζεται ως εν δυνάμει θύμα της Γερμανίας. Από ένα σημείο και έπειτα, ωστόσο, η πολιτική αυτή προκάλεσε τη δυσαρέσκεια Βρετανών και Ρώσων, με αποτέλεσμα ο Bismarck να αναγκαστεί να την εγκαταλείψει το 1877. Την αντικατέστησε με μια επίθεση φιλίας προς τη Γαλλία, με αντίτιμο τη λήθη του πρόσφατου ακόμα γαλλοπρωσικού πολέμου και την αποδοχή του status quo, έτσι όπως αυτό είχε διαμορφωθεί στην Ευρώπη το 1871. Μεταξύ των ετών 1878 και 1885, ενθαρρύνει συνεχώς την κυβέρνηση του Παρισιού να στραφεί προς την κατεύθυνση της αποικιακής εξάπλωσης εκτός Ευρώπης, πεπεισμένος πως με αυτόν τον τρόπο, η Γαλλία θα εξόρκιζε τις ανασφάλειές της και θα έβρισκε ελεύθερο χώρο για να αναπτύξει την ισχύ της μακριά από την “καυτή” εκκρεμότητα της Αλσατίας και της Λωρραίνης.

Η τακτική αυτή κίνηση του Γερμανού καγκελαρίου υπαγορεύεται και από άλλου είδους υστεροβουλίες. Μια μεταστροφή της Γαλλίας προς την αποικιακή εξάπλωση, αργά ή γρήγορα θα έφερνε την τελευταία αντιμέτωπη με την μοναδική Μεγάλη Δύναμη, η οποία είχε παραμείνει εκτός του συστήματος συμμαχιών, τη Μεγ. Βρετανία. Με τον τρόπο αυτό εξουδετερωνόταν κάθε προοπτική προσέγγισης ανάμεσα στο Λονδίνο και το Παρίσι. Οι Γάλλοι ιθύνοντες είχαν απόλυτη συναίσθηση του κινδύνου, γι αυτό και υπήρξαν ιδιαίτερα προσεκτικοί στις επιλογές και κινήσεις τους. Το ελεύθερο παρέμβασης στην Τυνησία, το οποίο παραχωρήθηκε στους Γάλλους στο πλαίσιο των εργασιών του Συνεδρίου του Βερολίνου το 1878, δεν αξιοποιήθηκε παρά μόνο το 1881 κι έπειτα από πολλή σκέψη. Παρά ταύτα, η ενέργεια αυτή έσπρωξε την Ιταλία στις αγκάλες του Βερολίνου, κάτι που είχε επίσης διαβλέψει ο πανούργος Γερμανός καγκελάριος. Η έλλειψη αποφασιστικότητας που επέδειξε η Γαλλία στο ζήτημα της Αιγύπτου, στέρησε τελικά από τη χώρα την δυνατότητα να μετατρέψει σε πολιτική συγκυριαρχία τον έλεγχο, τον οποίο ασκούσε από κοινού με τη Μεγ. Βρετανία στον οικονομικό τομέα, αφήνοντας, τον Ιούλιο του 1882, το πεδίο ελεύθερο στην διείσδυση της βρετανικής επιρροής.⁶

Οι Βρετανοί στην Αίγυπτο.

Επομένως, στο αποικιακό στερέωμα, η Γαλλία όχι μόνο είναι αποδεκτή, αλλά αντιμετωπίζεται ως ισότιμος εταίρος είτε σε διμερή είτε σε πολυμερή κλίμακα. Την ίδια εποχή, στην ανατολική Ασία και στον Ειρηνικό Ωκεανό οι Μεγάλες Δυνάμεις (των ΗΠΑ συμπεριλαμβανομένων) παρεμβαίνουν αυτοδύναμα. Αντίθετα, η αφρικανική ήπειρος, πεδίο, όπου διακυβεύονται αντικρουόμενα συμφέροντα, υπαγορεύει κωδικοποιημένο τρόπο παρέμβασης. Δυο είναι οι ζώνες, οι οποίες ξεχωρίζουν: α) εκείνες, οι οποίες υπάγονται είτε κυρίαρχα είτε υπό καθεστώς υψηλής επικυριαρχίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και β) εκείνες, οι οποίες δεν ανήκουν κατά κανένα τρόπο στην τελευταία. Στη δεύτερη περίπτωση, ο κίνδυνος αντιπαραθέσεων είναι μικρότερος, καθώς προσφέρεται η δυνατότητα ανεύρεσης λύσης μεταξύ των ανταγωνιστών (της Γαλλίας συμπεριλαμβανομένης) μέσω πολυμερών διαπραγματεύσεων. Είναι η περίπτωση του Μαρόκου, ανεξάρτητου κράτους, στην κυβέρνηση του οποίου όφειλε κανείς να υπολογίζει. Κατόπιν αιτήματος της τελευταίας συνήλθε το 1880 η συνδιάσκεψη της Μαδρίτης με τη συμμετοχή δώδεκα κρατών. Αντικείμενο των εργασιών ήταν ο προσδιορισμός του αριθμού καθώς και του νομικού καθεστώτος των Μαροκινών εμπορικών πρακτόρων, οι οποίοι απασχολούνταν από ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στα σημαντικότερα λιμάνια της χώρας. Ένας κοινός κανόνας για όλους εξομοιώνει μεταξύ τους τα εμπλεκόμενα κράτη ως προς τη δυνατότητα πρόσβασης στην εγχώρια αγορά, αναγνωρίζοντας παράλληλα στους αλλοδαπούς το δικαίωμα απόκτησης γης. Με τον τρόπο αυτό σφυρηλατείται ένα modus vivendi μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων, ένας κώδικας ισότιμης παρέμβασης στα εσωτερικά πράγματα του Μαρόκου για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους.⁷

Από ανάλογο πνεύμα διαπνέεται και η συνδιάσκεψη για τις υποθέσεις της κεντρικής Αφρικής, η οποία συνήλθε στο Βερολίνο το 1884-1885 με τη συμμετοχή δεκατεσσάρων κρατών. Η τελική πράξη εγγυάται την ελεύθερη διακίνηση εμπορίου στις λεκάνες των ποταμών Νίγηρα και Κονγκό. Κυρίως, όμως, ορίζονται οι διαδικασίες μελλοντικών παρεμβάσεων στις αχαρτογράφητες, ακόμη, περιοχές της μαύρης Αφρικής. Η συνδιάσκεψη κατέληξε στην υιοθέτηση, εκ μέρους όλων των συμβαλλομένων μερών, ενός κώδικα καλής συμπεριφοράς, ικανού να αποτρέψει αιχμηρές αντιπαραθέσεις ανάμεσα στις αποικιακές δυνάμεις, που με τη σειρά τους, ενδέχετο να διαχυθούν σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Με άλλα λόγια, ο συντονισμένος έλεγχος της αποικιακής εξάπλωσης λειτουργεί προληπτικά, εξουδετερώνοντας εν τη γενέσει τους κάθε μορφής περιφερειακούς κινδύνους σε βάρος της ειρήνης στη Γηραιά Ήπειρο.⁸

Αποικιακές κτήσεις στην Αφρικανική Ήπειρο.

Το μεσογειακό περίγραμμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας παρουσιάζει μεγαλύτερες δυσκολίες. Αιτία είναι η συνήθης κρισιμότητα και ιδιαιτερότητα του χώρου και η επικάλυψη των γεωγραφικών του ορίων με τα διάφορα διακυβεύματα του στρατηγικού συστήματος, το οποίο διαμορφώθηκε κατά τη διετία 1881-1883. Οι μεσογειακές βλέψεις της Ιταλίας, οι οποίες περιεστάλησαν εξαιτίας του ζητήματος της Τυνησίας, οδήγησαν το 1887 στην ανανέωση και στην έμμεση διεύρυνση της Τριπλής Συμμαχίας. Η μοναδική παρουσία της Γαλλίας μέσα σε αυτό το πλαίσιο συνίσταται στο ότι κατονομάζεται ως εν δυνάμει εχθρός. Η βουλγαρική κρίση (1886-1887), η έξαρση του εθνικιστικού κλίματος στη Γαλλία (1887), οι κλιμακούμενες εκδηλώσεις αμφισβήτησης και διαμαρτυρίας εντός του Ράιχ, καθιστούν αναγκαία την ενδυνάμωση της Τριπλής Συμμαχίας στην Ευρώπη, με την προσθήκη, μάλιστα, μιας μεσογειακής προέκτασης. Ο Bismarck, θεωρεί απαραίτητη μια στρατιωτική συνδρομή της Ιταλίας κατά της Γαλλίας, σε περίπτωση έκρηξης γαλλογερμανικού πολέμου. Γι αυτό και κρίνει αναγκαία την διατήρηση της χώρας αυτής στους κόλπους του τριμερούς συνασπισμού. Άλλο τόσο ενδιαφέρεται και ο τρίτος εταίρος, η Αυστροουγγαρία. Η Βιέννη επιχειρεί να αποφύγει πάση θυσία μια προσέγγιση ανάμεσα στη Ρώμη και την Αγία Πετρούπολη για τις βαλκανικές υποθέσεις. Μια τέτοιου είδους εξέλιξη θα την έφερνε σε εξαιρετικά δυσχερή θέση σε περίπτωση ρήξης των σχέσεών της με τη Ρωσία. Συνεπώς, ήταν προτιμότερο να ληφθούν υπόψη και να εξυπηρετηθούν στο μέτρο του δυνατού οι επιθυμίες της Ιταλίας. Η συμπληρωματική αυστροϊταλική σύμβαση του 1887 σχετικά με τη διατήρηση του status quo στα Βαλκάνια προβλέπει συνεργασία ανάμεσα στα δυο μέρη επάνω στη βάση αμοιβαίων ικανοποιήσεων (οικονομικών, ενδεχομένως και εδαφικών), γεγονός, το οποίο καθιστά την Ιταλία διεκδικήτρια δύναμη στον συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Η συμπληρωματική ιταλογερμανική σύμβαση του ιδίου έτους επανέρχεται στην αρχή της διατήρησης και προστασίας του status quo διευρύνοντας το casus foederis σε βάρος της Γαλλίας στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία η Ιταλία, στην προσπάθειά της να αποτρέψει ενδεχόμενη γαλλική παρέμβαση στην Τριπολίτιδα ή στο Μαρόκο, μετέφερε κατόπιν δικής της πρωτοβουλίας τον πόλεμο εντός του μητροπολιτικού εδάφους της Γαλλίας.⁹

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι δυο παραπάνω συμβάσεις, οι οποίες ήρθαν να συμπληρώσουν το κείμενο της Τριπλής Συμμαχίας, ανοίγουν προοπτικές για εδαφικές ανακατατάξεις στην Ευρώπη. Ωστόσο, εκείνο, το οποίο προέχει, παραμένει η διατήρηση του status quo, έστω και για λόγους επιβίωσης της ίδιας της συμμαχίας. Για μια ακόμη φορά ο Bismarck καταφέρνει να προτάξει την σταθερότητα των διακρατικών σχέσεων στην κεντρική Ευρώπη. Το σύστημα συμμαχιών, που σφυρηλάτησε μεταξύ των ετών 1879-1882, εξέρχεται από τη δύσκολη ανανέωση του 1887 ενισχυμένο ως προς την βορειοδυτική και νοτιοδυτική του πτέρυγα. Αντίθετα, χωλαίνει στο βορειοανατολικό του πλευρό, εξαιτίας της μη ανανέωσης της Συνθήκης των Τριών Αυτοκρατόρων, αποκύημα της διπλωματικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στην Ρωσία και την Αυστροουγγαρία με αφορμή την βουλγαρική κρίση του 1886-1887. Κατά συνέπεια, ελλοχεύει εκ νέου ο κίνδυνος μιας ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ των δυο χωρών. Πρόκειται για μια ρωγμή, ικανή από μόνη της να καταστήσει το σύστημα συμμαχιών ανενεργό στο σύνολό του.

H διαγραφόμενη απειλή είναι ιδιαίτερα μεγάλη για την Γερμανία λόγω της γεωγραφικής της ιδιαιτερότητας αλλά και εξαιτίας του ρυθμιστικού ρόλου, τον οποίον επί μια σχεδόν δεκαπενταετία είχε αυτοβούλως επωμιστεί στη Γηραιά Ήπειρο, σε μια στιγμή, μάλιστα, που οι πολεμικές ιαχές, με προέλευση την Γαλλία, ακούγονται μέχρι το Βερολίνο. Η προοπτική διενέργειας ενός διμέτωπου αγώνα, με άλλα λόγια ο σχηματισμός ενός γαλλορωσικού συνασπισμού, εισέρχεται για μια ακόμη φορά στην ημερήσια διάταξη προκαλώντας ρίγη ανησυχίας στη γερμανική πρωτεύουσα. Βέβαια, μια εξέλιξη του είδους αυτού συνιστά casus foederis με βάση τις διατάξεις της διμερούς αυστρογερμανικής Συνθήκης Συμμαχίας του 1879 αλλά και της ίδιας της Τριπλής Συμμαχίας, με τους όρους, με τους οποίους η τελευταία ανανεώθηκε το 1887. Με τη διαφορά του ότι ο Bismarck δεν έτρεφε παρά ελάχιστη εκτίμηση για το αξιόμαχο του ιταλικού στρατού, πόσο μάλλον στο πλαίσιο ενός γενικευμένου πολέμου, ικανού να επιφέρει σημαντικές αλλαγές στην πολιτική γεωγραφία της Ευρώπης, της βαλκανικής χερσονήσου συμπεριλαμβανομένης. Αυτήν ακριβώς την κατάσταση επιχείρησε να αποτρέψει συνομολογώντας με τη Ρωσία το Σύμφωνο Επαναβεβαίωσης (Rückversicherungsvertrag), έστω και αν η πρωτοβουλία αυτή υστερεί ως προς τις δεσμεύσεις, τις οποίες υπαγορεύει, έναντι της παλαιότερης Συνθήκης των Τριών Αυτοκρατόρων.

Το Σύμφωνο Επαναβεβαίωσης της 18ης Ιουνίου 1887 τηρήθηκε μυστικό. Είχε τριετή διάρκεια ισχύος και προέβλεπε τήρηση στάσης ουδετερότητας εκ μέρους της Ρωσίας σε περίπτωση έκρηξης γαλλογερμανικού πολέμου έπειτα από πρωτοβουλία της Γαλλίας, ανάλογη στάση εκ μέρους του Βερολίνου σε περίπτωση εμπλοκής της Ρωσίας σε έναν αμυντικό πόλεμο (βλ. προκληθέντα από την Αυστροουγγαρία). Άραγε το περιεχόμενο του νέου συμφώνου έρχεται σε αντιδιαστολή με τις δεσμεύσεις της Γερμανίας έναντι της Αυστροουγγαρίας, έτσι όπως αυτές ορίζονται από την διμερή Συνθήκη Συμμαχίας του 1879 και από το κείμενο της Τριπλής Συμμαχίας; Η απάντηση είναι όχι. Μια εμπλοκή του ενός εκ των τριών εταίρων της Τριπλής Συμμαχίας σε πόλεμο, υπαγορεύει την ουδετερότητα των υπολοίπων δυο, η δε Συνθήκη του 1879 δεν είναι ενεργοποιήσιμη παρά μόνο σε περίπτωση επίθεσης της Ρωσίας σε βάρος της Αυστροουγγαρίας κι όχι αντιστρόφως. Ο Bismarck δεν υπόσχεται στην Αγία Πετρούπολη κάτι υπεράνω των συμβατικών του υποχρεώσεων έναντι της Βιέννης. Το ερώτημα συνίσταται στο κατά πόσο ο μυστικός χαρακτήρας του Συμφώνου Επαναβεβαίωσης απομακρύνει ουσιαστικά την προοπτική ενός αυστρορωσικού πολέμου. Η ανανέωση της Τριπλής Συμμαχίας το 1887 δημοσιοποιήθηκε (μυστική τηρήθηκε μόνο η διάρκεια ισχύος). Για τη Ρωσία, η υποσχεθείσα ουδετερότητα της Γερμανίας μέσω του Συμφώνου Επαναβεβαίωσης του ιδίου έτους δεν είναι εφικτή παρά μόνο εάν η πρώτη έπεφτε θύμα επίθεσης εκ μέρους της Αυστροουγγαρίας. Στην αντίθετη, όμως, περίπτωση, η Γερμανία θα συνέδραμε την Αυστροουγγαρία στρατιωτικά με το σύνολο των δυνάμεών της. Με τον τρόπο αυτό, ο συνδυασμός των περιεχομένων της Τριπλής Συμμαχίας και του Συμφώνου Επαναβεβαίωσης συγκρατεί την Ρωσία από το να διακινδυνέψει την καταφορά ενός πλήγματος κατά της Αυστροουγγαρίας.

18th June 1887: Germany and Russia sign the secret Reinsurance Treaty

Ανάλογες υπήρξαν και οι επιπτώσεις της πρωτοβουλίας του Bismarck και έναντι της Βιέννης, η οποία αγνοεί την ύπαρξη του Συμφώνου Επαναβεβαίωσης. Σε ολόκληρη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, οι οποίες είχαν προηγηθεί της ανανέωσης της Τριπλής Συμμαχίας, η Γερμανία αγωνίστηκε για τη διατήρηση του status quo και για μια ειρηνική διευθέτηση των διαφορών με τη Ρωσία. Μάλιστα, στις 12 Ιανουαρίου του 1887, ο Bismarck είχε δηλώσει ενώπιον του Κοινοβουλίου ότι το Ανατολικό Ζήτημα δεν άξιζε τον κόπο, προκειμένου να προκαλέσει πόλεμο και πως εν πάση περιπτώσει, η Γερμανία δεν ήταν διατεθειμένη να επιτρέψει στον οποιονδήποτε “να της περάσει τη θηλειά στον λαιμό διαταράσσοντας τις σχέσεις της με τη Ρωσία”. Υπενθύμισε ταυτόχρονα τον αυστηρά αμυντικό χαρακτήρα της Τριπλής Συμμαχίας, επισημαίνοντας πως θα παρεμπόδιζε διολίσθηση πέραν του συγκεκριμένου αυτού ορίου. Επρόκειτο για μια προληπτική δημόσια καταδίκη ενός αυστρορωσικού πολέμου με αυστριακή υπαιτιότητα. Βεβαίως, εναπόκειτο στη Βιέννη να επιλέξει το είδος των ενεργειών της. Ωστόσο, στην πράξη, η παραπάνω τοποθέτηση του Γερμανού καγκελαρίου την συγκρατεί από το να παρέμβει μόνη. Όπως και με την περίπτωση της Ρωσίας νωρίτερα, έτσι και εδώ, με εκείνη της Αυστροουγγαρίας, το ειδικό βάρος της γερμανικής ισχύος λειτουργεί αποτρεπτικά.

Ο Bismarck κατόρθωσε να διατηρήσει τον έλεγχο του όλου ηπειρωτικού συστήματος και να επεκτείνει την επιρροή του τελευταίου, χάρη σε έναν επιπρόσθετο, περισσότερο αβέβαιο ωστόσο, μηχανισμό σε ολόκληρο τον μεσογειακό χώρο. Καθοριστικός υπήρξε, στην περίπτωση, ο ρόλος, τον οποίον διαδραμάτισε η Ιταλία. Από κοινού με την Αυστροουγγαρία, η τελευταία επεξεργάζεται ένα υποσύστημα μεσογειακού βεληνεκούς. Σε αυτό προσχωρούν η Μεγ. Βρετανία και η Ισπανία. Στόχος πάντοτε είναι η διατήρηση του stαtus quo.

Η εμβέλεια του Μεσογειακού Συμφώνου του 1887 είναι μάλλον περιορισμένη. Όμως, το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη στιγμή τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται για μεταξύ τους διαβουλεύσεις σχετικά με την ισχύουσα, τότε, τάξη πραγμάτων στο Αιγαίο, στην Αδριατική και στα παράλια της βορείου Αφρικής, ενισχύει την συγκυριακή σταθερότητα του συστήματος συμμαχιών του Bismarck, εφόσον απομακρύνει, προσωρινά έστω, τον κίνδυνο εμπόλεμων αναφλέξεων σε μια περιοχή, την Μεσόγειο, όπου διακυβεύονται κρίσιμα συμφέροντα. Φοβούμενο μήπως παραμείνει στο περιθώριο των εξελίξεων, το Λονδίνο αποδέχεται την ανταλλαγή επιστολών με την Ιταλία σχετικά με τα παραπάνω. Αποφεύγει, παρά ταύτα την πρόταση της Ρώμης περί αμοιβαίας διπλωματικής συνδρομής για την παρέμβαση και εγκατάσταση της Ιταλίας στην Τριπολίτιδα και της Μεγ. Βρετανίας στην Αίγυπτο. Ας μη ξεχνάμε πως, αν και τελούσα υπό την υψηλή επικυριαρχία του σουλτάνου της Κωνσταντινούπολης, η Αίγυπτος έχει περάσει ολοκληρωτικά, εδώ και μια πενταετία, κάτω από τον έλεγχο των Βρετανών. Η Ισπανία, από τη δική της πλευρά, υπόσχεται να μην προβεί σε οποιουδήποτε είδους πρωτοβουλία στο Μαγκρέμπ, δίχως προηγουμένως να έχει προηγηθεί συνεννόηση με την Ιταλία, όχι όμως με τη Γαλλία. Στα παραπάνω διμερή πρωτόκολλα των Μαρτίου και Μαΐου 1887 προσχωρεί και η Αυστροουγγαρία. Τέλος, τον μήνα Δεκέμβριο, λαμβάνει χώρα νέα (τριμερής τη φορά αυτή) ανταλλαγή επιστολών, η οποία προβλέπει ακόμα και παροχή στρατιωτικής συνδρομής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, σε περίπτωση, κατά την οποία μια τρίτη δύναμη (βλ. Ρωσία) επιχειρούσε να πλήξει την ακεραιότητα της τελευταίας ή να μεταβάλει το διεθνές καθεστώς των Στενών.

Με την προσχώρηση, το 1888, της Ιταλίας στη συμμαχία Γερμανίας – Αυστροουγγαρίας – Ρουμανίας, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι τα έτη 1887-1888 κλειδώνει ένα σύστημα συμμαχιών, η σφυρηλάτηση του οποίου είχε ξεκινήσει μεθοδικά τουλάχιστον εννέα χρόνια νωρίτερα, με έναν και μοναδικό στόχο: την διπλωματική απομόνωση της Γαλλίας, σε ελάσσονα δε κλίμακα, και εκείνη της Ρωσίας. Ταυτόχρονα, η Γερμανία καταφέρνει να εδραιώσει την πρωτοκαθεδρία της στην Ευρώπη για τρία ακόμη χρόνια, έως το 1890 και τον εξαναγκασμό του Bismarck σε υποβολή παραίτησης από τον νέο αυτοκράτορα Γουλιέλμο Β΄.

Αριστερά: ο Otto von Bismarck με τον αυτοκράτορα Γουλιέλμο Β΄. Δεξιά: το πρώτο ρήγμα σε βάρος του συστήματος συμμαχιών του Bismarck: η γαλλορωσική συμμαχία του 1894 και η έξοδος της Γαλλίας από μια εικοσαετή περίοδο διπλωματικής απομόνωσης.

Δεκαέξι χρόνια έπειτα από την ήττα της Γαλλίας, η στρατηγική οργάνωση της Ευρώπης αγγίζει το 1887 το απόγειό της, τόσο ως προς την πολυπλοκότητα των διακρατικών πράξεων που περικλείει, όσο και σε επίπεδο διεύρυνσης προς τον μεσογειακό χώρο. Επιπρόσθετα, πρέπει να προσμετρηθεί και η πρόνοια για ασφάλεια του συστήματος σε περίπτωση περιπλοκών στην Αφρική, την πλησιέστερη προς τον ευρωμεσογειακό χώρο ζώνη, όπου επεκτείνονται οι σχέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών και διακυβεύονται σημαντικά συμφέροντα. Αυτή ακριβώς η γεωγραφική και περιπτωσιολογική διαστολή αποτελεί συνάμα και την αδυναμία του όλου συστήματος λιγότερο λόγω φθοράς και περισσότερο εξαιτίας των αντικρουόμενων συμφερόντων και των εκπτώσεων φιλοδοξίας, που το ίδιο το σύστημα υπαγορεύει για την εσωτερική του συνοχή και επιβίωση. Μια λογική, η οποία πηγάζει από την προαναφερόμενη πλειάδα κρατών και προδικάζει την μελλοντική εξέλιξη του όλου συστήματος, όσο απομακρυνόμαστε από τους αρχικούς λόγους, οι οποίοι οδήγησαν στον σχηματισμό του, δηλαδή την στρατιωτική ήττα της Γαλλίας το 1870-1871 και το τέλος της γαλλικής πρωτοκαθεδρίας στην Ευρώπη.

Η δυναμική του διπλωματικού της αποκλεισμού στην Ευρώπη, ανάγκασε τελικά την Γαλλία στο να επεκτείνει την κυριαρχία της σε υπερπόντια κλίμακα, με αποτέλεσμα την ενδυνάμωση της ισχύος της στον κόσμο και κατ’ επέκταση στην ίδια την Γηραιά Ήπειρο. Καταδικάζοντάς την σε απομόνωση, ο Bismarck φρόντισε να εξαλείψει τις προϋποθέσεις εκείνες, που θα της επέτρεπαν να αναζητήσει τη φιλία της Ιταλίας, της Ρωσίας ή της Μεγ. Βρετανίας. Ωστόσο, η Ρωσία, παρ’ όλες τις προσπάθειες του Γερμανού καγκελαρίου, κατάφερε να γλυστρίσει εκτός ενός συστήματος, που ολοένα και περισσότερο έτεινε να στραφεί εναντίον της. Το 1887, η κυβέρνηση του τσάρου προχώρησε στην παραγγελία 100.000 όπλων από την Γαλλία. Ένα έτος αργότερα, στη σύναψη ενός πρώτου δανείου από την τελευταία. Πρόκειται για τις πρώτες ενδείξεις περί αλλαγής πλεύσης της ρωσικής διπλωματίας, μια διαδικασία, η οποία έμελλε να καρποφορήσει στις αρχές του 1894, με τη συνομολόγηση της γαλλορωσικής συμμαχίας, πρώτου βήματος προς την αποδόμηση του συστήματος συμμαχιών του Bismarck.

 

Ο Jean-Claude Allain (Λίλλη 1934 – Παρίσι 2008), ειδικός της Σύγχρονης Ιστορίας, διετέλεσε Καθηγητής στα πανεπιστήμια του Maine (Le Mans – 1978-1989) και του Παρισιού (Université de Paris III – Sorbonne Nouvelle, 1989-2000), όπου διηύθηνε το ερευνητικό κέντρο Défense et diplomatie dans le monde contemporain (DDMC). Διετέλεσε μέλος της Γαλλικής και της Διεθνούς Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας (2000-2005). Κατά τα έτη 1984-1988 δίδαξε στην Ανώτατη Στρατιωτική Ακαδημία Saint-Cyr – Coëtquidan. Από το 1989 έως τον θάνατό του υπήρξε αρχισυντάκτης των επιστημονικών περιοδικών Guerres mondiales et Conflits contemporains και Relations internationales.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το παρόν άρθρο, με τίτλο “Les conséquences de la défaite sur les relations intereuropéennes” δημοσιεύτηκε στον (επιμ. Philippe Levillain και Rainer Riemenschneider) τόμο των Πρακτικών του 20ού γαλλο-γερμανικού Επιστημονικού Συμποσίου (οργανωτικοί φορείς: Deutsches Historisches Institut Paris και Centre de Recherches Adolphe Thiers), οι εργασίες του οποίου πραγματοποιήθηκαν στις 10-12 Οκτωβρίου 1984 και 14-15 Οκτωβρίου 1985 στο Παρίσι. Σχετικά βλ. (επιμ. Philippe Levillain και Rainer Riemenschneider), La guerre de 1870/71 et ses conséquences, Βόννη, Bouvier Verlag, 1990, σ. 323-338.

¹ Βλ. σχετικά J. Favre, Le gouvernement de la Défense nationale, T.2, Παρίσι, 1873, κεφ.4. Πρωτόκολα και τελικό κείμενο στο NRGT (Nouveau Recueil Général des Traités, εκδ. Martens), 1ère série, T, 18, σ. 273-303.

² Βλ. σχετικά, E. Rouard De Card, Les annexions et les plébiscites de l’ histoire contemporaine, Παρίσι, Thorin, 1880 και S. Wambaugh, La pratique des plébiscites internationaux, Παρίσι, Hachette, 1928. Στα ήδη μνημονευθέντα παραδείγματα δύνανται να προστεθούν οι γαλλικές προτάσεις για την επίλυση του Κρητικού Ζητήματος (1867) καθώς και η πιθανολογούμενη προσάρτηση του Βελγίου (1867).

³ E. Eyck, Bismarck, T. 3, Ζυρίχη, Eugen Rentsch Verlag, 1944, ειδικότερα το κεφ. 2, σ. 29-30.

⁴ A.F. Pribram, Les traités politiques secrets de l’ Autriche-Hongrie, T. 1, Παρίσι, Alfred Costes, 1923, σ. 16. Η σχετική διατύπωση έχει ως ακολούθως: “H Συμμαχία θα παραμείνει σε ισχύ ωσάν το υπό διαπραγμάτευση Σύμφωνο με την Ρωσία να μην υφίσταται” (“wie wenn [dieses] nicht existiert”).

Ibid. Βλ. επίσης NRGT, Σειρά 2, Τ. 15 και Σειρά 3, Τ.10. E Lancer, European Alliances and Alignements 1871-1891, 2η έκδοση, Νέα Υόρκη, Knopf, 1966.

⁶ Ch. De Freycinet, La question d’ Égypte, Παρίσι, Calmann-Lévy, 1905, κεφ. 3.

⁷ J.-C. Allain, Agadir, 1911, Παρίσι, Publications de la Sorbonne, 1976, σ. 16-17.

⁸ J.-C. Allain, “La conférence de Berlin sur l’ Afrique”, L’ Afrique noire depuis la conférence de Berlin, Colloque international organisé par le Centre de Hautes Études sur l’ Afrique et l’ Asie Modernes, Berlin 13-16 mars 1985, Παρίσι, 1985, σ. 19-25.

⁹ Οι δύο συμπληρωματικές συμβάσεις ενσωματώθηκαν ως άρθρα 6 και 11 στο κείμενο της Τριπλής Συμμαχίας κατά την ανανέωση του 1891. Μοναδικό σημείο, το οποίο δεν ενσωματώθηκε υπήρξε η διάταξη περί Μαρόκου.

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

 

Tο υπερωκεάνιο S/S Normandie και ο διάπλους του Ατλαντικού στη δεκαετία του ’30

Tο υπερωκεάνιο S/S Normandie και ο διάπλους του Ατλαντικού στη δεκαετία του ’30

 

Σε ολόκληρο το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1930, το υπερωκεάνιο S/S Normandie των Γαλλικών Ακτοπλοϊκών Γραμμών ήταν το μεγαλύτερο πλοίο στον κόσμο. Από κοινού με τα ομόλογά του, τα βρετανικά RMS Majestic και RMS Queen Mary και το γερμανικό S/S Bremen αποτελούσαν ουσιαστικά τον ομφάλιο λώρο ανάμεσα στη Γηραιά Ήπειρο και τον Νέο Κόσμο, καθώς οι εναέριες μετακινήσεις με αερόπλοια (Zeppelin) την ίδια εποχή πάνω από τον Ατλαντικό Ωκεανό, εξυπηρετούσαν αναλογικά πολύ μικρότερο αριθμό ταξιδιωτών και απευθύνονταν στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Το S/S Normandie υπήρξε το πρώτο πλοίο γραμμής, το μήκος του οποίου ξεπέρασε τα 1.000 πόδια/305 μέτρα (1029 πόδια/313,6 μέτρα) και το εκτόπισμα τους 60.000 τόνους (79.280 – αργότερα ανήλθε στους 83.423). Το πλάτος του έφτανε τα 35,9 μέτρα, το ύψος του τα 56 μέτρα και είχε βύθισμα 17,6 μέτρων. Διέθετε 12 καταστρώματα και μπορούσε να φιλοξενήσει 1.972 ταξιδιώτες (848 στην Α΄ θέση, 670 στην τουριστική και 454 στη Γ΄θέση). Διέθετε πλήρωμα 1.345 ατόμων. Οι τέσσερις ηλεκτρικές τουρμπίνες συνολικής ιπποδύναμης 160.000 ίππων, του επέτρεπε να αναπτύσσει ταχύτητα 29 κόμβων (ωστόσο, η μέγιστη ταχύτητα, την οποία κατέγραψε στην ιστορία του έφτασε τους 32,2 κόμβους). Σε πέντε περιπτώσεις (δυο φορές με προορισμό τη Νέα Υόρκη και τρεις με προορισμό τη Χάβρη) έσπασε το ρεκόρ χρόνου ως προς τον διάπλου του Ατλαντικού. Μνημειώδης υπήρξε στον τομέα αυτό ο ανταγωνισμός του με το RMS Queen Mary.

Το S/S Normandie ναυπηγήθηκε στο λιμάνι Saint-Nazaire της Βρετάνης. Καθελκύστηκε το 1932 και το παρθενικό ταξίδι (Χάβρη – Νέα Υόρκη) πραγματοποιήθηκε μεταξύ 29 Μαΐου και 3 Ιουνίου 1935. Η σταδιοδρομία του υπερωκεανίου ως επιβατικού πλοίου υπήρξε σύντομης, σχετικά, διάρκειας. Ολοκληρώνοντας τον 139 διάπλου του Ατλαντικού, κατέπλευσε στη Νέα Υόρκη στις 28 Αυγούστου 1939, λίγες, μόνο, ημέρες προτού ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Παραμένοντας αγκυροβολημένο στην αποβάθρα αρ. 88 των Γαλλικών Ακτοπλοϊκών Γραμμών επί δέκα μήνες, κατασχέθηκε από τις αμερικανικές αρχές τον Ιούνιο του 1940, την επομένη της συνθηκολόγησης της Γαλλίας. Τον Δεκέμβριο του 1941, μια, μόλις, εβδομάδα έπειτα από την ιαπωνική αεροπορική επιδρομή κατά του Pearl Harbor και την παρέμβαση των ΗΠΑ στον πόλεμο, το S/S Normandie υπάχθηκε στη δικαιοδοσία της Αμερικανικής Ναυτικής Επιτροπής (U.S. Maritime Commission), η οποία αποφάσισε να το μεταποιήσει σε μεταγωγικό για τη μεταφορά στρατευμάτων, μετονομάζοντάς το σε USS Lafayette (από το όνομα του Γάλλου στρατηγού, ο οποίος συνέδραμε στον πόλεμο ανεξαρτησίας των ΗΠΑ). Στις 9 Φεβρουαρίου 1942, και ενώ οι εργασίες μεταποίησης βρίσκονταν στην τελική τους φάση, ξέσπασε πυρκαγιά πάνω στο πλοίο. Η φωτιά επεκτάθηκε ταχύτατα. Πολύ γρήγορα, το S/S Normandie – USS Lafayette πήρε κλίση. Σε αυτό συνέβαλε και μια σειρά από λανθασμένους χειρισμούς εκ μέρους του πληρώματος και των πυροσβεστών. Ανελκύστηκε τον Σεπτέμβριο του 1943. Το κουφάρι του πλοίου μεταφέρθηκε στο γειτονικό Brooklyn Navy Yard. Σχέδια μεταποίησής του σε αεροπλανοφόρο εγκαταλείφθηκαν γρήγορα εξαιτίας του υψηλού κόστους. Παρέμεινε στο Brooklyn έως το πέρας του πολέμου. Τεμαχίστηκε μεταξύ των ετών 1946 και 1947. Έτσι, τερματίστηκε άδοξα η ιστορία ενός υπερωκεανίου, το οποίο υπήρξε κάποτε το μεγαλύτερο και ταχύτερο πλοίο στον κόσμο.

Ναυπήγηση και καθέλκυση

 

Η κατασκευή του σκελετού του πλοίου.

Η καθέλκυση στα Chantiers et Ateliers de Saint-Nazaire.

Διαφημιστική αφίσα για την καθέλκυση.

Η πρόοδος των έργων ναυπήγησης.

5 Μαΐου 1935. Το S/S Normandie αναχωρεί από τα ναυπηγεία του Saint-Nazaire με προορισμό τη βάση του, το λιμάνι της Χάβρης.

Το παρθενικό ταξίδι (29 Μαΐου – 3 Ιουνίου 1935)

 

Ο απόπλους από τη Χάβρη.

Καρτ-ποστάλ τυπωμένη ειδικά για χρήση από τους επιβάτες του παρθενικού διάπλου του Ατλαντικού.

Διαφημιστικές αφίσες του 1935.

Νέα Υόρκη 3 Ιουνίου 1935. Το S/S Normandie πλησιάζει στην αποβάθρα αρ. 88 του North River.

Διαφημιστικό φυλλάδιο.

Οι εσωτερικοί χώροι. Χλιδή και λειτουργικότητα

 

Travel aboard the S.S Normandie, from Paris to New York City, 1939.

 

Τομή του πλοίου.

Όψεις των εσωτερικών χώρων.

Τραπεζαρία Α΄ θέσης.

Σαλόνι Α΄ θέσης.
Το κινηματοθέατρo
Το κολυμβητήριο της Α΄θέσης.

Σουίτα πολυτελείας “Rouen”.

Το μηχανοστάσιο (φωτογραφίες επάνω και κάτω).

 

 

Διακόσμηση από τον Jean Dupas. Αφαιρέθηκε από το πλοίο και εκτίθεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης.

Διασημότητες και καθημερινότητα πάνω στο υπερωκεάνιο

 

Η πρώτη κυρία της Γαλλίας, σύζυγος του Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας Albert Lebrun, απευθύνει χαιρετισμό μέσω του NBC πάνω από το πλοίο, αμέσως έπειτα από το πέρας του παρθενικού ταξιδιού του τελευταίου.

Ο Cary Grant και η Marlene Dietrich σε κάποιο από τα ταξίδια.

Ο Γάλλος ηθοποιός Charles Boyer και η σύζυγός του πάνω στο κατάστρωμα.

Ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Fiorello La Guardia (δεξιά) μπροστά από το υπερωκεάνιο.

Φωτογραφίες επάνω και κάτω: Στις 22 Ιουνίου 1936, στο πλαίσιο ασκήσεων, ένα αεροπλάνο τύπου Blackburn B-5 Baffin της Βρετανικής Βασιλικής Αεροπορίας συνετρίβη στο κατάστρωμα του πλοίου. O πιλότος Guy Horsey δικάστηκε και καταδικάστηκε από το αεροδικείο. Τα συντρίμμια του αεροσκάφους παρέμειναν για αρκετές μέρες πάνω στο S/S Normandie.

Ο παροπλισμός και το άδοξο τέλος

 

Τα τρία υπερωκεάνια (από αριστερά προς δεξιά) S/S Normandie, RMS Queen Mary και RMS Queen Elisabeth παροπλισμένα στις αποβάθρες αρ. 88 και 90 του Δυτικού Μανχάτταν.

 

Διαφήμιση λιπαντικών, με αφορμή τη συγκυριακή γειτνίαση των τριών μεγαλυτέρων υπερωκεανίων της εποχής.
Η καταστροφική πυρκαγιά της 9ης Φεβρουαρίου 1942.

Οι άκαρπες προσπάθειες κατάσβεσης της φωτιάς.
Η κλίση του πλοίου.

Το ναυάγιο του S/S Normandie στην αποβάθρα αρ. 88 της Νέας Υόρκης.

 

Speed Machines Great Oceans Liners (Engineering Documentary)

Η διάδοχος κατάσταση: S/S France

 

 

S/S FRANCE (NORWAY): La Dernière Reine Française | The Last French Queen (1962)

 

Louis de Funès : Le Gendarme à New York (1965)

Η μεταπολεμική ελληνική εκδοχή

 

S/S Queen Frederica

Το «Βασίλισσα Φρειδερίκη» (επάνω) άρχισε να ταξιδεύει με ελληνική σημαία το 1955, οπότε μετονομάσθηκε από Αtlantic σε Βασίλισσα Φρειδερίκη. Το πρώτο ταξίδι Πειραιάς-Νέα Υόρκη πραγματοποιήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 1955. Ήταν λαμπρό και διάσημο πλοίο. Υπέστη γενναία μετασκευή και από το 1961 εθεωρείτο «πλωτό ανάκτορο». Το 1965 η εταιρεία Εθνική Γραμμή Βορείου Αμερικής πέρασε στον όμιλο Χανδρή και παρέμεινε με το ίδιο όνομα στη γραμμή της Αμερικής, με κάποια ταξίδια και προς την Αυστραλία. Παροπλίσθηκε το 1971, επανέκαμψε για κρουαζιέρες το 1973 και διαλύθηκε το 1977 στην Ελευσίνα.

Η εταιρεία Γουλανδρή Greek Line από τις 19/4/1939 απόκτησε το αγγλικό επιβατηγό Tuscania και το μετονόμασε σε Νέα Ελλάς (ναυπηγήσεως 1922). Το πλοίο είχε δυνατότητα φιλοξενίας για 179 επιβάτες Α΄ θέσης, 404 Β΄ θέσης και 1399 τουριστικής θέσης. Η λειτουργία διακόπηκε εξαιτίας του πολέμου, οπότε το Νέα Ελλάς μετατράπηκε σε βρετανικό αγγλικό οπλιταγωγό. Επέζησε του πολέμου και παραδόθηκε εκ νέου στην εταιρεία τον Ιούνιο του 1947.

 

Nea Hellas: A Piece of Greek American History

 

Το S/S Νέα Ελλάς, έπειτα από το πέρας του πολέμου.

Αργότερα, η ίδια εταιρεία καθέλκυσε στη Γλασκόβη το Ολυμπία (ταχύτητας 22 κόμβων με 138 καμπίνες Α΄ θέσης και 1.169 τουριστικής) το παρθενικό ταξίδι του οποίου έλαβε χώρα στις 20/10/1953. Το 1964 η εταιρεία παρέλαβε το πλοίο Empress of Britain και το μετονόμασε σε Βασίλισσα Άννα-Μαρία (21 κόμβων) που λειτούργησε στην γραμμή της Νέας Υόρκης.

Tss Olympia και Tss Queen Anna Maria.

Ocean Voyage: TSS Olympia – Greek Line – 1955

 

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Θωμάς Δημόπουλος

 

Ουρανία Φωτοπούλου: Μικρασιατική εκστρατεία: το ζήτημα των Ελλήνων αιχμαλώτων πολέμου

Ουρανία Φωτοπούλου

Μικρασιατική εκστρατεία: το ζήτημα των Ελλήνων αιχμαλώτων πολέμου

Στη δεκαετία 1912-1922, η Ελλάδα συμμετείχε σε στρατιωτικές συγκρούσεις καθοριστικής σημασίας για την πορεία του Ελληνισμού, από συστάσεως του Νεοελληνικού Κράτους. Ξεκινούν με τους Βαλκανικούς Πολέμους, οι οποίοι είχαν ως αποτέλεσμα τον υπερδιπλασιασμό του εδάφους της επικράτειας, και ολοκληρώνονται με μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες που γνώρισε αυτό το έθνος, τη συρρίκνωση και τον εγκλωβισμό του στα στενά όρια του ελληνικού κράτους, με την καταστροφή του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

Μέσα σε όλες αυτές τις πολεμικές περιπέτειες, ο ελληνικός στρατός υπήρξε θύτης, αλλά και θύμα της κοινής πολεμικής πρακτικής, δηλαδή της επιδίωξης ο αντίπαλος, εκτός από το να φονευτεί, να καταστεί αιχμάλωτος, να αφοπλιστεί και να χάσει εν γένει τη μαχητική του αξία. Ο ρόλος λοιπόν που διαδραμάτισε η Ελλάδα κατά την πολυτάραχη αυτή δεκαετία είχε ως λογική συνέπεια να κατέχει αιχμαλώτους, αλλά και να προσπαθεί να απελευθερώσει τους δικούς της που βρίσκονταν στα χέρια των εχθρών.

Σαφώς, τη μεγαλύτερη πρόκληση ως προς τη διαχείριση της δυσάρεστης κατάστασης στρατιωτικών σε αιχμαλωσία ο ελληνικός στρατός τη δέχτηκε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Έτσι, σε αντίθεση με τον μικρό αριθμό Ελλήνων αιχμαλώτων των προηγούμενων πολεμικών αναμετρήσεων μεταξύ της Ελλάδος και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η μικρασιατική τραγωδία συνίστατο όχι μόνο στον αφανισμό και την εκρίζωση του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, αλλά και στη μεγαλύτερη καταστροφή που υπέστη ο ελληνικός στρατός στην ιστορία του, καταμετρώντας μεγάλο αριθμό απωλειών, τόσο σε νεκρούς, όσο και σε αιχμαλώτους.

Πριν την τελική Καταστροφή, στο πλαίσιο της Μικρασιατικής Εκστρατείας, οι Έλληνες στρατιωτικοί αιχμάλωτοι των Τούρκων δεν ξεπερνούσαν τους 400 άνδρες. Ο αριθμός τους προσέλαβε πρωτόγνωρα δραματικές διαστάσεις, μετά τη διάρρηξη του ελληνικού μετώπου από τις κεμαλικές δυνάμεις το καλοκαίρι του 1922.

Τις πρώτες μέρες μετά την ολοκλήρωση της τουρκικής επίθεσης και πριν ακόμη διεκπεραιωθούν τα υπολείμματα του ελληνικού στρατού στην νησιωτική και ηπειρωτική Ελλάδα, η σύγχυση των ελληνικών αρχών για το μέγεθος των απωλειών ήταν τεράστια. Το Υπουργείο Στρατιωτικών δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιοι και πόσοι είχαν σωθεί, ποιοι είχαν σκοτωθεί και ποιοι είχαν περιαχθεί σε καθεστώς αιχμαλωσίας.¹

Η υποχώρηση του ελληνικού στρατού (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1922).

Ως εκ τούτου, οι συνθήκες αιχμαλωσίας, λόγω του αιφνιδιαστικού τρόπου με τον οποίο εκδηλώθηκε η τουρκική αντεπίθεση, είχαν ως αποτέλεσμα να μην είναι δυνατός – ούτε κατά προσέγγιση – ο αριθμητικός προσδιορισμός των Ελλήνων αιχμαλώτων. Σχετικά με αυτό, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχουν τα επίσημα στοιχεία του τουρκικού Υπουργείου Στρατιωτικών. Σύμφωνα με το επίσημο τουρκικό κράτος, οι Τούρκοι είχαν αιχμαλωτίσει κατά την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου 30.000 στρατιωτικούς. Ο αριθμός αυτός όμως, σε λίγους μήνες, όταν άρχισαν οι ανταλλαγές των αιχμαλώτων, έγινε δραματικά μικρότερος και πάντως όχι σαφής ως προς το σύνολο των Ελλήνων αιχμαλώτων στρατιωτικών.

Για αυτή την αριθμητική ανακολουθία, η Τουρκία λογοδότησε ενώπιον της διεθνούς κοινότητας, ισχυριζόμενη ότι υπερέβαλε στις αρχικές εκτιμήσεις και ότι στην πραγματικότητα αυτοί που αιχμαλωτίστηκαν δεν ξεπερνούσαν τις 17.000.² Η διαφορά είναι σαφώς τεράστια και σε συνδυασμό με τις μαρτυρίες περί μεγάλης έκτασης βιαιοπραγιών εκ μέρους των τουρκικών αρχών, οδηγεί στη βάσιμη υποψία ότι εξοντώθηκαν περίπου οι μισοί από τους Έλληνες που αιχμαλωτίστηκαν, ήδη από τις πρώτες μέρες μετά την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου, πριν ακόμη αυτοί διαμοιραστούν και εγκατασταθούν σε στρατόπεδα αιχμαλώτων.³

Υπάρχει βέβαια το ενδεχόμενο η αριθμητική διαφορά – ως ένα σημείο – να προέκυπτε και για δύο άλλους λόγους: α) όχι σημαντικός, αλλά υπαρκτός αριθμός Ελλήνων αιχμαλώτων ήταν βουλγαρόφωνοι. Αυτοί αφέθηκαν ελεύθεροι σχεδόν άμεσα, με την προϋπόθεση να κατευθυνθούν στη Βουλγαρία, καθώς δήλωσαν Βούλγαροι στην καταγωγή και το φρόνημα⁴ και β) στις τάξεις του ελληνικού στρατού ενσωματώθηκαν, σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την αποβίβασή του στη Σμύρνη το Μάιο του 1919, και εθελοντές Μικρασιάτες. Πιθανόν, κατά τη σύλληψή τους, αρχικά προσμετρήθηκαν από τις τουρκικές αρχές, μεταξύ των Ελλήνων στρατιωτών, όταν ταυτοποιήθηκαν όμως, οι Τούρκοι τους ενέταξαν στην κατηγορία των Τούρκων υπηκόων, κατηγορουμένων για εσχάτη προδοσία,⁵ οπότε και θανατώθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες.

Η ασυγκράτητη ορμή του τουρκικού εθνικισμού – έτσι όπως αυτή εκδηλώθηκε με την τουρκική αντεπίθεση – σε συνδυασμό με εμπρηστικά δημοσιεύματα του τουρκικού Τύπου περί παραδειγματικής τιμωρίας των «δυναστών του τουρκικού λαού» – αλλά και οι φήμες που διαδίδονταν⁶ για μαζικές σφαγές Ελλήνων στρατιωτικών και αμάχων, οδήγησαν την ελληνική κυβέρνηση να προβεί σχετικά άμεσα σε κινήσεις για την προστασία των Ελλήνων αιχμαλώτων. Στο πλαίσιο αυτό απευθύνθηκε στις κυβερνήσεις της Γαλλίας και τις Ιταλίας, οι οποίες είχαν εξαιρετικές σχέσεις με τους κεμαλικούς τη δεδομένη χρονική περίοδο, αλλά και στην Ερυθρά Ημισέληνο, που είχε δηλώσει ότι θα ενεργούσε σε κάθε περίπτωση ως θεματοφύλακας των διεθνών κανόνων περί αιχμαλώτων,⁷ ρόλος που επωμίζονταν άλλωστε, βάσει σχετικών διατάξεων της IVης Σύμβασης της Χάγης του 1907 περί αιχμαλώτων πολέμου.⁸ Παρόλα αυτά, οι αιχμάλωτοι στρατιωτικοί υπέστησαν την πιο απάνθρωπη μεταχείριση και την απόλυτη ευτέλεια. Η απαρίθμηση των βασανιστηρίων μπορεί να καλύψει όλο το εύρος κάθε νοσηρής φαντασίας. Εκατοντάδες είναι οι μαρτυρίες για τη βάναυση συμπεριφορά των Τούρκων, την κακοποίηση μέχρι θανάτου, τις εν ψυχρώ δολοφονίες και γενικά τις φρικαλεότητες εις βάρος των Ελλήνων αξιωματικών και στρατιωτών που συνελήφθησαν.

Οι στρατηγοί Δημαράς (διοικητής IVης Μεραρχίας), Τρικούπης (διοικητής Α’ ΣΣ) και Διγενής (διοικητής Β’ ΣΣ) στο τουρκικό στρατόπεδο αιχμαλώτων του Κισεχίρ.

Ο παραπάνω ισχυρισμός ενισχύεται από το ότι, κατά παράβαση των διεθνών κανόνων, καταμετρήθηκαν για πρώτη φορά περίπου δύο εβδομάδες μετά τη σύλληψή τους. Η αργοπορημένη καταμέτρηση των αιχμαλώτων αποδεικνύει ότι η εξόντωσή τους ήταν μέρος οργανωμένου σχεδίου, καθώς ο αιχμάλωτος αποκτά οντότητα και γίνεται άτομο που έχει δικαιώματα και χρήζει προστασίας, μόνο αφότου ταυτοποιηθεί και καταγραφεί σε καταλόγους, στους οποίους δύνανται να έχουν πρόσβαση οι ανθρωπιστικές οργανώσεις. Έτσι, οι χιλιάδες αιχμαλώτων, πολιτικών και στρατιωτικών που είχαν εντωμεταξύ σφαγιαστεί, ήταν σαν να μην υπήρξαν ποτέ· η τουρκική πλευρά δεν τους χρεώθηκε ως αποθανόντες εν αιχμαλωσία, αντιθέτως συμπεριλήφθηκαν στην κατηγορία των αγνοουμένων, η ύπαρξη της οποίας στοίχειωνε για πολλά χρόνια τις οικογένειες όσων είχαν την ατυχία να συμπεριληφθούν σε αυτή.

Επίσης, κατά παρέκκλιση από τη διεθνή νομιμότητα, η τουρκική ηγεσία δεν έκανε τη διάκριση αξιωματικών – στρατιωτών, από την πρώτη στιγμή της σύλληψης τους, προκειμένου αυτοί να μισθοδοτούνται, αλλά και για να τηρείται η στρατιωτική ιεραρχία στα στρατόπεδα αιχμαλώτων. Μόλις το Νοέμβριο του 1922 διαχώρισαν βαθμοφόρους από απλούς οπλίτες με σαφή στόχο την εξόντωση των αξιωματικών: μετά τη διαφοροποίηση των αξιωματικών από τους απλούς στρατιώτες, συγκέντρωσαν όλους τους αξιωματικούς στη Σεβάστεια και τους φωτογράφησαν. Οι φωτογραφίες τους απεστάλησαν σε όλη τη Μικρά Ασία, για να επιδεικνύονται στους κατοίκους, με σκοπό αφενός την ηθική ικανοποίηση των Τούρκων, αφετέρου για να υποδειχθούν όσοι αδίκησαν ή κακοποίησαν πληθυσμούς και να τιμωρηθούν καταλλήλως. Μέσα σε τρεις μήνες τουφεκίστηκαν χωρίς να δικαστούν, για δήθεν παρανομίες εις βάρος Τούρκων αμάχων, 150 αξιωματικοί διαφόρων βαθμών.

Όσο για τους οπλίτες, μετά το διαχωρισμό τους από τους βαθμοφόρους, αυτοί σχημάτισαν ένα ιδιαίτερο σώμα, το σώμα των εργατών, το οποίο διαιρέθηκε σε επιμέρους τμήματα που διασκορπίστηκαν σε διάφορα σημεία της τουρκικής επικράτειας, σε μία αρκετά εκτεταμένη περιοχή, έως και τα σύνορα με τη Συρία. Τα σώματα αυτά μετακινούνταν συνεχώς, τόσο για λόγους ασφαλείας, όσο και γιατί υποβάλλονταν σε καταναγκαστική εργασία υπό καθεστώς δουλείας, οπουδήποτε εξυπηρετούνταν οι σκοπιμότητες της τουρκικής ηγεσίας.⁹

Μετά την εκτόνωση του τουρκικού εθνικισμού – και σε «δεύτερη ανάγνωση» – η ύπαρξη πολλών Ελλήνων αιχμαλώτων ήταν ένα καλό διαπραγματευτικό χαρτί για την τουρκική ηγεσία. Έτσι, η κράτησή τους πλαισιώθηκε από κανόνες –όπως η σύσταση Κανονισμού σε κάθε στρατόπεδο αιχμαλώτων που συνιστούσε στοιχειώδες θεωρητικό πλαίσιο της λειτουργίας του – που τυπικά ταυτίζονταν με το διεθνώς αποδεκτό νομικό πλαίσιο περί μεταχείρισης αιχμαλώτων πολέμου. Στην πράξη βέβαια τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Τα δικαιώματα των κρατουμένων στρατιωτικών επαφίονταν στη διάθεση του εκάστοτε δεσμoφύλακα, είτε αυτός ήταν ο απλός Τούρκος φαντάρος, είτε ο διοικητής του στρατοπέδου. Η χαλαρότητα τήρησης των κανόνων περί αιχμαλώτων ήταν τόσο μεγάλη, ώστε να μπορεί να ισχυριστεί κανείς με βεβαιότητα ότι οι αιχμάλωτοι ήταν απόλυτα τρωτοί και έρμαια της ασυδοσίας κάθε Τούρκου, ακόμα και ενός απλού χωρικού.

Σε διεθνές επίπεδο, η Τουρκία προσπαθούσε να άρει κάθε εντύπωση κακομεταχείρισης των αιχμαλώτων πολέμου, κυρίως μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1920, όταν άρχισε να διεκδικεί μία θέση μεταξύ των πολιτισμένων κρατών της Δύσης και επιδίωκε να αποσείσει το βαρβαρικό προφίλ που της είχαν αποδώσει πολλοί Ευρωπαίοι. Η επιδίωξη αυτή ερμηνεύει και τις παλινδρομήσεις που παρατηρούνται στη συμπεριφορά απέναντι στους αιχμαλώτους: περιστατικά ακραίας κακοποίησης έληγαν με νοσοκομειακή περίθαλψη του κακοποιημένου ή η στέρηση του ρουχισμού των αιχμαλώτων και οι συνακόλουθες συνέπειες (πνευμονία, κρυολογήματα) συνοδεύονταν από ιατροφαρμακευτική φροντίδα. Φαίνεται ότι η τουρκική ηγεσία ισορροπούσε μεταξύ της εμπάθειας που είχε προκαλέσει ο πόλεμος μεταξύ των δύο λαών και της χρηστικής αξίας των αιχμαλώτων ως εργατικών χεριών, αλλά και ως μέσο πίεσης προς την Ελλάδα.

Η ελληνική κυβέρνηση κατέβαλε από την πρώτη στιγμή προσπάθειες απεγκλωβισμού των Ελλήνων αιχμαλώτων στην Τουρκία, οι οποίες εντατικοποιήθηκαν κατά τις διαπραγματεύσεις ειρήνης στη Λωζάννη,¹º στο πλαίσιο των οποίων υπογράφηκε Πρωτόκολλο περί Ανταλλαγής υγειών και αρτιμελών αιχμαλώτων πολέμου, πολιτών και στρατιωτικών στις 30 Ιανουαρίου 1923.¹¹

Η υπογραφή της Συμφωνίας έγινε υπό την αιγίδα της Διεθνούς Επιτροπής Ερυθρού Σταυρού και της Ερυθράς Ημισελήνου οι οποίες προσπάθησαν να άρουν κάθε είδους πολιτική σκοπιμότητα και να θέσουν ως γνώμονα την εφαρμογή των ανθρωπιστικών ιδεωδών στους χιλιάδες πολίτες και στρατιωτικούς που επλήγησαν από την πολεμική σύρραξη· παρόλα αυτά, η Συμφωνία σκιαζόταν κατά κάποιο τρόπο από τη θριαμβευτική νίκη της Τουρκίας επί της Ελλάδος. Βασικός άξονάς της ήταν η Ελλάδα να αποδώσει απευθείας το σύνολο των Τούρκων αιχμαλώτων πολέμου. Αμέσως μετά τον επαναπατρισμό τους, η Τουρκία όφειλε να αποδώσει ίσο αριθμό Ελλήνων αιχμαλώτων, με αναλογία στρατιώτη με στρατιώτη και αξιωματικού με αξιωματικό.¹² Η απελευθέρωση των Ελλήνων και η συγκέντρωσή τους στο λιμάνι της Σμύρνης έπρεπε να συγχρονιστεί με την άφιξη των Τούρκων στην πατρίδα τους, ούτως ώστε την μεταγωγή των Τούρκων από την Ελλάδα να ακολουθήσει άμεσα αυτή των ισάριθμων Ελλήνων. Οι υπόλοιποι Έλληνες θα επαναπατρίζονταν, με έξοδα της Τουρκίας, μέσα σε τρεις βδομάδες το αργότερο από την υπογραφή του τελικού κειμένου της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης.¹³

Πράξεις υπογραφείσες στη Λωζάννη στις 30 Ιανουαρίου και 24 Ιουλίου 1923.

Για την εφαρμογή της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου συστήθηκε Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής Αιχμαλώτων¹⁴ η οποία άρχισε τις εργασίες της στις 15 Φεβρουαρίου 1923¹⁵ και προσχεδίασε την έναρξη εφαρμογής της Συμφωνίας, δηλαδή τις πρώτες αναχωρήσεις των Τούρκων αιχμαλώτων από την Ελλάδα, στις 27 και 28 Φεβρουαρίου, υπό τη συνοδεία μελών της ελβετικής κοινότητας στην Αθήνα.¹⁶ Γρήγορα όμως κλήθηκε να αντιμετωπίσει μία σειρά από δυσκολίες που ως επί το πλείστον προέκυπταν από τον έντονο ανταγωνισμό και την καχυποψία που υπήρχε μεταξύ των δύο κρατών.¹⁷

Παρά ταύτα, η Επιτροπή μέσα σε περίπου τρεις μήνες από τη σύστασή της, κατάφερε να επιστρέψουν στην Ελλάδα συνολικά 10.098 στρατιωτικοί αιχμάλωτοι,¹⁸ ενώ υπολογίζονταν ότι στην Τουρκία βρίσκονταν ακόμη 6 – 8.000 Έλληνες στρατιωτικοί, εκ των οποίων 400 αξιωματικοί.¹⁹ Συνέχισε τις εργασίες της ως τα τέλη Μαΐου, προσπαθώντας να συστηματοποιήσει την αναζήτηση αιχμαλώτων βάσει ονομαστικών καταλόγων που της είχαν υποβάλει οι δύο χώρες. Μετά το πέρας των εργασιών της Επιτροπής²º, την παλιννόστηση των υπολειπομένων στρατιωτικών αιχμαλώτων ανέλαβε η Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής Πληθυσμών.²¹

Το έργο της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής έχει αποτυπωθεί στα πρακτικά των Συνεδριάσεών της.²² Επρόκειτο σαφώς για το εκτελεστικό όργανο των αποφάσεων που είχαν ληφθεί στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης της Λωζάννης· παράλληλα όμως είχε επωμιστεί την επίλυση δευτερευούσης σημασίας ζητημάτων που ανέκυπταν από την πρακτική εφαρμογή της ανταλλαγής των αιχμαλώτων. Από τη θεώρηση των ζητημάτων αυτών διαφαίνεται η πολυπλοκότητα της διαδικασίας ανταλλαγής και το δύσκολο έργο της Επιτροπής. Όφειλε να τακτοποιήσει ποικίλες λεπτομέρειες και συνεχώς αναφυόμενα προβλήματα που προέκυπταν τόσο από την αντιπαλότητα μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας²³, όσο και από την ίδια τη φύση του έργου της Επιτροπής. Ως παράδειγμα του εύρους και της διαφορετικότητας των προβλημάτων που έπρεπε να αντιμετωπίσει η Επιτροπή, αναφέρεται ότι όφειλε: να μεριμνήσει τόσο για τη συγκέντρωση, όσο και για την ταυτοποίηση και την αναζήτηση αιχμαλώτων· να σχεδιάσει με ακρίβεια τα δρομολόγια των πλοίων και να συγχρονίσει απόλυτα τους κρατικούς μηχανισμούς των δύο χωρών μεταξύ τους και με τη Διεθνή Επιτροπή Ερυθρού Σταυρού, για να μην προκληθεί συσσώρευση μεγάλου αριθμού αιχμαλώτων σε ελληνικά ή τουρκικά λιμάνια, να επιλέξει τους καταλληλότερους συνοδούς και να ορίσει τα πλοία που θα τους μετέφεραν· να σχεδιάσει τις συνθήκες μεταφοράς των αιχμαλώτων, να λάβει μέριμνα για την απολύμανσή τους, το σωστό και συχνό καθαρισμό των πλοίων, προκειμένου να προληφθούν προβλήματα υγιεινής και μολύνσεων.

Ο Eduard Wildbolz, πρόεδρος της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής Αιχμαλώτων, σε παλαιότερη φωτογραφία με την ιδιότητα του διοικητή της 3ης Μεραρχίας του ελβετικού στρατού (1912-1917).

Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το ότι η Επιτροπή στερούνταν μηχανισμών επιβολής, την ανάγκαζε να περιοριστεί στη χρήση διπλωματικών κυρίως μέσων και να επαφίεται στην καλή προαίρεση των συμβαλλομένων για να επιτύχει όσο το δυνατόν καλύτερο αποτέλεσμα.

Επειδή ακριβώς επένδυε στην καλή διάθεση των δύο χωρών, στο πλαίσιο λειτουργίας της έλαβε χώρα και ένας ανταγωνισμός Ελλάδας – Τουρκίας για το ποιο από τα δύο κράτη θα κέρδιζε τις εντυπώσεις ως το πλέον συνεργάσιμο και διαλλακτικό. Οι συνεδριάσεις της λοιπόν αποτέλεσαν πολλές φορές και το πεδίο αντιπαραθέσεων και αντεκδίκησης των δύο χωρών. Κατά κάποιο τρόπο εκλαμβάνονταν από τις δύο χώρες ως ένα δευτερεύoν διπλωματικό μέτωπο που υπήρχε εκ παραλλήλου με αυτό της Λωζάννης, παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ήταν τίποτε περισσότερο από εντολοδόχος της Συνδιάσκεψης.

Σαφώς η Επιτροπή αποτέλεσε έκφραση των ανθρωπιστικών ιδεωδών και προσπάθησε να διατηρήσει πολύτιμες ισορροπίες μεταξύ δύο χωρών που ήταν προαιώνιοι εχθροί και είχαν αναμετρηθεί πολεμικά πολλάκις κατά το πρόσφατο παρελθόν. Παράλληλα, πρέπει να της αναγνωριστεί η προσπάθεια να εξασφαλίσει την ακριβή εφαρμογή των αποφάσεων της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου,²⁴ χωρίς καμία παρέκκλιση, σε πλαίσιο αυστηρής ουδετερότητας και δικαιοσύνης.²⁵ Επίσης αναμφισβήτητο είναι το κύρος και η φερεγγυότητα που της προσέδιδε η υποχρέωσή της να λογοδοτεί στη Διεθνή Επιτροπή Ερυθρού Σταυρού, υπόψιν της οποίας ήταν υποχρεωμένη να υποβάλλει εκτενή αναφορά των πεπραγμένων της, μετά τη λήξη των εργασιών της.

Παρόλα αυτά, είχε περιορισμένη επαφή με την πραγματικότητα. Διέπονταν από υπερβάλλοντα ρομαντισμό που δεν επέτρεπε την ρεαλιστική αντιμετώπιση των προβλημάτων που ανέκυψαν κατά την ανταλλαγή· ενίοτε μάλιστα απεικόνιζε τις αποχρώσεις των πολιτικών σκοπιμοτήτων και των διπλωματικών μεθοδεύσεων που μπορούν να ευδοκιμήσουν σε διεθνείς οργανισμούς και επιτροπές.

Παράλληλα, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι εργασίες της Επιτροπής αποτέλεσαν μία εφαρμογή της συνεργασίας του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, της Ερυθράς Ημισελήνου και της ΚτΕ για την επίτευξη ενός ανθρωπιστικού στόχου· από αυτή την άποψη, η δράση και τα αποτελέσματα της Επιτροπής έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη διεθνή κοινότητα καθώς αποτελούσαν ένα από τα πρώτα εγχειρήματα πραγματοποίησης των ιδεωδών που επικράτησαν μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

                      Τα μέλη της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής των Αιχμαλώτων

https://avarchives.icrc.org/Film/5443

[Πηγή: ICRC Audiovisual Archives, Ref. V-F-CR-H-00001-5]

Έτσι, γίνεται αντιληπτό ότι οι εμπλεκόμενοι διεθνείς φορείς δεν θα επέτρεπαν την αποτυχία της Επιτροπής. Ίσως για αυτό το λόγο, ο πρόεδρός της στον απολογισμό του έργου της τοποθετήθηκε με λεπτότητα και επιτηδειότητα στο θέμα της εξαφάνισης μεγάλου αριθμού Ελλήνων, αλλά και της άθλιας κατάστασης των περισσοτέρων από όσους διαβιούσαν σε στρατόπεδα αιχμαλώτων, ερμηνεύοντας αυτή την ιδιαιτέρως παράταιρη με τα ανθρωπιστικά ιδανικά εικόνα των Ελλήνων αιχμαλώτων, χωρίς να αποδίδει ευθύνη στην επίσημη Τουρκία για αυτό· τουναντίον υπερθεμάτισε υπέρ αυτής²⁶ και μετέθεσε το βάρος των ευθυνών σε επουσιώδεις αιτίες όπως: στις άσχημες κλιματολογικές συνθήκες στα υψίπεδα της Ανατολίας, στις λοιμώδεις ασθένειες που είχαν ενσκύψει κατά τη διάρκεια του χειμώνα και είχαν προκαλέσει πολλούς θανάτους και τέλος στις ιδιαιτερότητες της Τουρκίας, μιας χώρας με αχανείς εκτάσεις, χωρίς υποδομές και πρωτόγονες συνθήκες διαβίωσης. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή οδηγούνταν στο συμπέρασμα ότι ο πόλεμος που μόλις είχε τελειώσει, δυσκόλεψε κατά πολύ την ήδη δύσκολη ζωή των κατοίκων της Ανατολίας, οι οποίοι αναπόφευκτα πήραν ενεργό μέρος σε αυτόν. Ταυτόχρονα έφερε στην επιφάνεια τα στοιχεία διαφοροποίησης των δύο λαών, όπως αυτά της καταγωγής του πολιτισμού και της θρησκείας. Επομένως η υποχώρηση των Ελλήνων εύλογα προξένησε έκρηξη φανατισμού και θυμού στον άμαχο πληθυσμό που εκδηλώθηκε με τον χειρότερο τρόπο εναντίον των αιχμαλώτων στρατιωτικών και των Ελλήνων Μικρασιατών.

Υπό αυτό το πρίσμα μπορεί να εξηγηθεί και το οξύμωρο αφενός της απόδοσης ευσήμων προς την Τουρκία για τη «φροντίδα» που είχε προσφέρει στους Έλληνες αιχμαλώτους και αφετέρου την ταυτόχρονη έκκληση της Επιτροπής προς το Διεθνή Ερυθρό Σταυρό και την Ερυθρά Ημισέληνο για άμεση παρέμβαση, λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης των Ελλήνων που συνέχιζαν να βρίσκονται σε αιχμαλωσία. Μπορεί λοιπόν η εξαθλίωση των αιχμαλώτων να ήταν κάτι που δε μπορούσε να παραβλεφθεί, ταυτόχρονα όμως δεν τολμούσε κανείς να αναγνωρίσει μεθόδευση οργανωμένου σχεδίου εξόντωσης, παρά μόνο αδυναμία της Τουρκίας να ξεπεράσει αντικειμενικές δυσκολίες ως προς τη φροντίδα, αλλά και γενικότερα τη διαχείριση τόσο μεγάλου αριθμού αιχμαλώτων.

Το οξύμωρο του πορίσματος της Επιτροπής θα μπορούσε να εκληφθεί ως άκρως προκλητικό και ως επίδειξη ανερυθρίαστου εθελοτυφλισμού, όμως εύλογα μπορεί να σκεφτεί κανείς πόσο δύσκολο θα ήταν η ανθρωπότητα και οι ρομαντικοί των ανθρωπιστικών οργανώσεων να αποδεχθούν τόσο σύντομα μια αποτυχία της νεοσύστατης ΚτΕ, ή το «ναυάγιο» των ελπίδων που διέσπειρε στoν κόσμο το ιδεολογικό πλαίσιο της Συνθήκης των Βερσαλλιών.

Εφημερίδα Εμπρός 6 Ιανουαρίου 1923.

Η αξιοθρήνητη κατάσταση των πρώτων αιχμαλώτων που απελευθερώθηκαν υπό την αιγίδα της Επιτροπής Ανταλλαγής Αιχμαλώτων κλόνισε εκ νέου την ελληνική κυβέρνηση²⁷ και την ελληνική κοινή γνώμη.²⁸ Από τους περίπου 10.000 που απελευθερώθηκαν, κάποιοι πέθαναν στο δρόμο της επιστροφής – μαρτυρείται ότι, μόνο κατά την πρώτη ανταλλαγή, 21 άνδρες ξεψύχησαν εν πλω-. 620 από αυτούς, αφού απολυμάνθηκαν, στάλθηκαν για νοσηλεία στα νοσοκομεία των Αθηνών και του Πειραιά.²⁹ Οι στρατιωτικοί γιατροί που τους εξέτασαν πιστοποίησαν την κάκιστη κατάσταση της υγείας όλων σχεδόν, αλλά και το γεγονός ότι είχαν υποστεί επαναλαμβανόμενη κακοποίηση.³º Οι υπόλοιποι τέθηκαν σε καραντίνα από το φόβο τύφου.³¹

Η παραβίαση του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου³² από την Τουρκία, ήταν περισσότερο από εμφανής. Η εκτροπή από κάθε ανθρωπιστικό νόμο και κάθε νόμο περί πολέμου, δεν άφηνε άλλα περιθώρια στην Ελλάδα από την άσκηση πολυμέτωπης πίεσης προς την Τουρκία με άμεσο στόχο τη μείωση της θνησιμότητας, όσων ακόμη δεν είχαν παλιννοστήσει,³³ καθώς οι φόβοι ότι, αν δεν επιβάλλονταν το συντομότερο έλεγχος στην Τουρκία, κανείς αιχμάλωτος δε θα κατάφερνε να επιβιώσει, ήταν παραπάνω από βάσιμοι.³⁴

Η κατ΄ επανάληψη πιστοποίηση της τουρκικής παραβατικότητας³⁵ έδινε ένα διπλωματικό πλεονέκτημα στην Ελλάδα, η οποία, ούσα η παταγωδώς ηττημένη του πολέμου στη Μ. Ασία, δεν είχε και πολλά περιθώρια χειρισμών στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων Ειρήνης στη Λωζάννη. Οι προς κάθε κατεύθυνση καταγγελίες για τις τουρκικές μεθοδεύσεις ήταν από τα ελάχιστα εργαλεία της ελληνικής διπλωματίας, ούτως ώστε η Τουρκία να πιεστεί να αποδώσει το σύνολο των αιχμαλώτων που διατηρούσε υπό κράτηση. Ταυτοχρόνως χρησιμοποιήθηκαν ποικιλοτρόπως για να ενισχυθούν γενικότερα οι θέσεις της Ελλάδος στις ελληνοτουρκικές διαπραγματεύσεις.³⁶ Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις, αποτέλεσαν το ανάχωμα της Ελλάδος στις αιτιάσεις των Τούρκων περί διωγμών των τουρκικών πληθυσμών στη Δυτική Θράκη. Η τουρκική αντιπροσωπεία στη Λωζάννη, προσπαθώντας να καλύψει τις εκτεταμένες βιαιοπραγίες και τις ωμότητες εναντίον των αιχμαλώτων και των χριστιανικών πληθυσμών, υπερμεγένθυνε μεμονωμένα επεισόδια στη Θράκη μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων.³⁷

Λωζάννη, Palais de Rumine, 24 Ιουλίου 1923. Η ημέρα υπογραφής της τελικής πράξης.

Βάσει της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου περί Ανταλλαγής Αιχμαλώτων, άρθρο 5, η τουρκική κυβέρνηση είχε δεσμευτεί να ελευθερώσει τους υπόλοιπους Έλληνες στρατιωτικούς εντός τριών εβδομάδων από την υπογραφή της Ειρήνης μεταξύ των δύο χωρών. Για την ελληνική λοιπόν πλευρά, η υπογραφή της, αποτελούσε το ορόσημο της παλιννόστησης των αιχμαλώτων.³⁸ Σε αντίθεση με τα συμφωνηθέντα όμως, η Τουρκία απέβλεπε σε παράταση του χρόνου, χρησιμοποιώντας τους αιχμαλώτους ως μέσο πίεσης για την επίτευξη όσο γίνεται περισσότερων από τους στόχους που είχε θέσει στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης Ειρήνης.³⁹ Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ασκούσε πιέσεις σε προσωπικό επίπεδο προς τον Ισμέτ Ινονού, ο οποίος όμως προεξοφλούσε ότι οι πιθανότητες ολοκλήρωσης της παλιννόστησης των αιχμαλώτων ταυτόχρονα με την υπογραφή της Συνθήκης ήταν ελάχιστες.

Το σημείο στο οποίο βρισκόταν τόσο οι σχέσεις των δύο χωρών, όσο και η διαδικασία ανταλλαγής, δεν άφηνε περιθώρια για αισιόδοξες προβλέψεις. Για το λόγο αυτό, αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης στις 24 Ιουλίου 1923, ο Βενιζέλος ζήτησε από τη τουρκική αντιπροσωπεία την υπογραφή ειδικής συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας όπου θα προσδιοριζόταν επακριβώς η προθεσμία επιστροφής των αιχμαλώτων στις πατρίδες τους. Η τουρκική πλευρά συμφώνησε με την πρόταση, υπό τον όρο η Ελλάδα να αναλάβει εξ ολοκλήρου τη μεταφορά των αιχμαλώτων, σε αντίθεση με τον όρο της Συνθήκης που προέβλεπε τον επαναπατρισμό των αιχμαλώτων με τη φροντίδα της Τουρκίας.⁴º

Η Τουρκία, θέτοντας προϋποθέσεις, ουσιαστικά υποδείκνυε παράταση της διαδικασίας ανταλλαγής των αιχμαλώτων, εξέλιξη που υπερέβαινε τον προκαθορισμένο χρόνο λειτουργίας της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής των Αιχμαλώτων.⁴¹

Εφημερίδα Εμπρός 6 Απριλίου 1923.

Η ελληνική γραμματεία στη Διεθνή Επιτροπή Ερυθρού Σταυρού, ύστερα από κοπιώδεις διαπραγματεύσεις με τη διοίκηση του Οργανισμού, αλλά και την τουρκική κυβέρνηση, πέτυχε την παράταση των εργασιών της Επιτροπής, έως τις 15 Σεπτεμβρίου, οπότε και τερματίστηκε επίσημα η ανταλλαγή των στρατιωτικών αιχμαλώτων,⁴² δίχως όμως να έχει ολοκληρωθεί πλήρως η παλιννόστησή τους. Στρατιωτικοί συνέχισαν να κρατούνται σε διάφορα στρατόπεδα της τουρκικής επικράτειας Όλοι τους συνέχισαν να διάγουν ζωή αιχμαλώτου και να είναι οργανωμένοι σε τάγματα εργασίας.⁴³ Η μέριμνα για τον επαναπατρισμό τους ανατέθηκε στην Επιτροπή Ανταλλαγής Πληθυσμών.

Ο απολογισμός της ανταλλαγής των στρατιωτικών ήταν η πληθώρα των αγνοουμένων και οι πολυάριθμοι ανάπηροι και ασθενείς. Από τη θεώρηση των αρχείων, κανένας από τους επαναπατρισθέντες δεν βίωσε την αιχμαλωσία έχοντας διατηρήσει συγκροτημένο τον ψυχισμό του και ρωμαλέο το σώμα του.⁴⁴ Το αποτέλεσμα ήταν οι περισσότεροι από αυτούς να είναι ανίκανοι για εργασία και να εκλιπαρούν, προκειμένου να ζήσουν, τη μέριμνα του Κράτους.

Εξυπακούεται λοιπόν ότι οι άνθρωποι αυτοί αποτέλεσαν προβληματικό κοινωνικό «απόθεμα», για το οποίο η Πολιτεία έπρεπε να λάβει ιδιαίτερη μέριμνα, για να μην εξοβελιστούν παντελώς από το κοινωνικό σώμα. Σε μία εποχή, όμως, που το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα ήταν ανύπαρκτο και λαμβάνοντας υπόψη ότι το δράμα των αιχμαλώτων επισκιάστηκε από αυτό των προσφύγων,⁴⁵ οι αιχμάλωτοι έπρεπε να πάρουν μόνοι τους πρωτοβουλία για να διεκδικήσουν μεταχείριση συμβατή με τις επιδιώξεις τους. Έτσι οργανώθηκαν σε πανελλήνιες ή τοπικές ενώσεις οι οποίες διεκδικούσαν – εκ μέρους όλων των πρώην αιχμαλώτων – ιδιαίτερη μεταχείριση, καθώς η υπηρεσία προς την πατρίδα τούς είχε καταστήσει τα πλέον αδύναμα μέλη της κοινωνίας. Τα αιτήματά τους διαγράφουν ανάγλυφα και τη φύση των προβλημάτων τους. Τα βασικότερα από αυτά τα αιτήματα μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: α) περίθαλψη στα στρατιωτικά νοσοκομεία όσων είχαν προβλήματα υγείας που αποκτήθηκαν κατά την αιχμαλωσία, β) παντελής φοροαπαλλαγή των απόρων αιχμαλώτων, γ) σύσταση ειδικής υγειονομικής επιτροπής προς εξέταση των αιχμαλώτων, ούτως ώστε να δικαιούνται σύνταξης οι ανίκανοι για εργασία, δ) απόδοση των μισθών που κατακρατήθηκαν, ενόσω βρισκόταν στην αιχμαλωσία, ε) προτεραιότητα των αιχμαλώτων στην πρόσληψή τους στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, στ) μείωση στο μισό των δικαστικών εξόδων των πολιτικών και ποινικών δικών των απόρων, αιχμαλώτων και ζ) έκπτωση 50% σε όλα τα δημόσια μέσα μαζικής μεταφοράς.⁴⁶

Παράλληλα, συνιστούσαν μοχλό πίεσης προς την Πολιτεία, σχετικά με το ζήτημα των αγνοούμενων συναδέλφων τους στη Μικρά Ασία, καθώς είχαν την πεποίθηση ότι οι Τούρκοι συνέχιζαν να παρακρατούν Έλληνες αιχμαλώτους. Φαίνεται μάλιστα να θεωρούσαν ηθική υποχρέωση την αναζήτηση των αγνοουμένων συναδέλφων τους, καθώς σε κάθε οργανωμένη διεκδίκησή τους, το αίτημα της αναζήτησης και επαναφοράς των Ελλήνων αιχμαλώτων από την Τουρκία ήταν πρωτεύον.⁴⁷

Η σύσταση συλλόγων αιχμαλώτων αναδεικνύει επίσης την ένταση της εμπειρίας που είχαν βιώσει οι άνθρωποι αυτοί. Η σκληρότητα των συνθηκών κάτω από τις οποίες ήταν δέσμιοι είχε διαμορφώσει σε αυτούς την ψυχολογία μιας διάφορης από το υπόλοιπο κοινωνικό σώμα κοινωνικής ομάδας, χαρακτηριζόμενης μάλιστα από τους ίδιους ως πολύπαθης και αναξιοπαθούσας, στους κόλπους της οποίας μπορούσαν να βρουν αλληλοκατανόηση και, ίσως, παρηγοριά.⁴⁸

Εκτός από την επανενσωμάτωση των πρώην αιχμαλώτων στην ελληνική κοινωνία, η Ελληνική κυβέρνηση έπρεπε να διαχειριστεί μεταξύ άλλων και την αναπόδραστη πραγματικότητα των χιλιάδων αγνοουμένων στρατιωτικών, οι οποίοι (με κάποιες επιφυλάξεις, λόγω των συνεχώς αλληλοαναιρούμενων αριθμητικών δεδομένων), υπολογίζονταν περισσότεροι από 18.000 άτομα, εκ των οποίων 500 περίπου αξιωματικοί.

Η αναζήτηση των αγνοουμένων καθίστατο εξόχως επιτακτική λόγω των ισχυρών πιέσεων που ασκούσε προς αυτή την κατεύθυνση η κοινή γνώμη⁴⁹, που σε μεγάλο ποσοστό αποτελούνταν από πρόσφυγες, οικογένειες αγνοουμένων στρατιωτών⁵º, βετεράνους της Στρατιάς Μικράς Ασίας και επανελθόντες από την αιχμαλωσία, οι οποίοι, πρέσβευαν με ιδιαίτερη ζέση την άποψη ότι συνέχιζαν να διαβιούν υπό απάνθρωπες συνθήκες Έλληνες αιχμάλωτοι στην Τουρκία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, η κοινή γνώμη εγέρθηκε εκ νέου για το ζήτημα των αιχμαλώτων. Ιδιαίτερα οι προσφυγικές οργανώσεις ανά την Ελλάδα, με έντονα υπομνήματά τους απαιτούσαν την επιστροφή όσων υποτίθεται ότι κρατούνταν ακόμη στην Τουρκία, στρατιωτικών και πολιτών. Η έξαψη αυτή, που συνοδευόταν και από την ανάλογη αρθρογραφία, σχετίζονταν με τις διαπραγματεύσεις και την υπογραφή του ελληνοτουρκικού συμφώνου του 1930.⁵¹

Οι ίδιοι έκριναν ως ανεπαρκείς τις πιέσεις της ελληνικής κυβέρνησης προς την αντίστοιχη τουρκική στο θέμα αυτό και ξεκάθαρα μέμφονταν το σύνολο του πολιτικού κόσμου για ακηδία⁵² και αμέλεια της εφαρμογής των σχετικών περί αιχμαλώτων αποφάσεων στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στη Λωζάννη.⁵³

Πιέσεις για το θέμα των εξαφανισμένων στη Μ. Ασία δεχόταν οι ελληνικές κυβερνήσεις και εκ των έσω: από τον στρατό που δεν είχε συμφιλιωθεί με την πραγματικότητα του μικρασιατικού ολέθρου⁵⁴ και από ελληνικές διπλωματικές υπηρεσίες του εξωτερικού, με πιο ενεργητική την ελληνική πρεσβεία του Βερολίνου. Εκεί ακριβώς έδρευε ο πολύ δραστήριος σύνδεσμος Γερμανών πρώην αιχμαλώτων πολέμου που, μεταξύ άλλων επιδίωκε τη δημιουργία και κωδικοποίηση νέου δικαίου περί αιχμαλώτων πολέμου. Ο εν λόγω σύνδεσμος πληροφόρησε την ελληνική πρεσβεία για την ύπαρξη περίπου 1500 Ελλήνων στρατιωτικών αιχμαλώτων στη Μικρά Ασία, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν ως ανδράποδα από Τούρκους γαιοκτήμονες, υπό αφόρητες συνθήκες. Οι πληροφορίες αυτές παρουσιάστηκαν από την ελληνική πρεσβεία ως εξακριβωμένες, λόγω της εγκυρότητας από την οποία διέπονταν ο σύνδεσμος. Για το λόγο αυτό η πρεσβεία παρακινούσε την ελληνική κυβέρνηση να ανακινήσει το ζήτημα των αιχμαλώτων, κρίνοντας το «σκόπιμο και επίκαιρο», πιθανότατα λόγω της επικείμενης διάσκεψης για τη σύσταση νέου Δικαίου περί αιχμαλώτων στη Γενεύη εντός του 1929. Ο σύνδεσμος μάλιστα θα παρίστατο αρωγός στην ανακίνηση του ζητήματος.⁵⁵

Το ζήτημα συντηρούσε ανοικτό και η κατά καιρούς εμφάνιση κάποιων που διατείνονταν ότι ήταν δραπέτες αιχμάλωτοι, άρτι αφιχθέντες από τη Μικρά Ασία. Οι ειδήσεις για τυχόν όψιμες παλιννοστήσεις διοχετεύονταν συνήθως από τον Τύπο (π.χ, η εφημερίδα Ρουμελιώτης με άρθρο της στις 12. 5. 1928 υπό τον τίτλο Χαρμόσυνα Νέα ανέφερε: «Αιχμάλωτοι που θρηνούνταν ως νεκροί, είναι ζωντανοί στην Καισάρεια. Κάποιοι επέστρεψαν και δίνουν κατάλογο ονομάτων») και μέριμνα των ελληνικών αρχών ήταν να αναζητήσουν και να εξετάσουν ένορκα τους παλιννοστούντες.⁵⁶

Οι πληροφορίες που κατά καιρούς προέκυπταν δεν εξακριβώνονται, ούτε και διασταυρώνονται από κάποια επίσημη πηγή, θεωρούνται αναξιόπιστες, αποδιδόμενες στο πλαίσιο της μυθοπλασίας που άνθησε τα χρόνια που ακολούθησαν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ενδεικτικά αναφέρεται απόσπασμα μαρτυρικής καταθέσεως του επανελθόντος από την αιχμαλωσία πρόσφυγα Αλ. Πετρόπουλου ή Κορακάκη, στις 14. 7. 1930: « Στην Τουρκία υπάρχουν πολλοί Έλληνες αιχμάλωτοι και αξιωματικοί εξισλαμισθέντες, στους οποίους χορηγήθηκε υπό του Κεμάλ το ποσό των 20.000 λιρών και από ένα τσιφλίκι. Αυτοί βρήκαν συζύγους Τουρκάλες και κρατούν από 5 έως 10 αιχμαλώτους Έλληνες που εργάζονται στα χορηγηθέντα τσιφλίκια για την τροφή τους».⁵⁷

Οι φήμες περί ύπαρξης Ελλήνων αιχμαλώτων ευδοκίμησαν αφενός λόγω της μεγάλης ανάγκης των συγγενών των αγνοουμένων να ελπίζουν και αφετέρου της εξαθλίωσης κάποιων κοινωνικών ομάδων, μέρος των οποίων μετέρχονταν κάθε μέσου για να κερδίσουν χρήματα, εν προκειμένω την εκμετάλλευση των οικογενειών όσων δεν είχαν επιστρέψει από το μέτωπο.⁵⁸ Η θέση αυτή ενισχύεται αν αναλογιστεί κανείς τις προσφορές των οικογενειών αυτών, με αντάλλαγμα την παραμικρή πληροφορία για τον αγνοούμενο συγγενή τους.⁵⁹

Για την αναξιοπιστία αυτών των μαρτυριών ήταν πεπεισμένη και η επίσημη ελληνική ηγεσία,⁶º όφειλε όμως να τις λάβει υπόψη και να εξαντλήσει κάθε πιθανότητα ύπαρξης Ελλήνων αιχμαλώτων στην Τουρκία. Όμως η συχνότητα εμφάνισης αναξιοπαθούντων εκ Μικράς Ασίας που διέδιδαν φήμες για ταλανιζόμενους Έλληνες, η αναστάτωση που αυτοί επέφεραν στην ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα στους συγγενείς των αγνοουμένων, ο διασυρμός των ελληνικών αρχών στα μάτια της κοινής γνώμης και, τέλος, οι επιπτώσεις στην εξωτερική πολιτική της χώρας, σε μία περίοδο που αυτή επεδίωκε εξομάλυνση των σχέσεων της με το όμορο κράτος, ανάγκασε την ελληνική Πολιτεία να λάβει δραστικά μέτρα προς όλους όσους ανακύκλωναν το ζήτημα, είτε επρόκειτο για εφημερίδες, είτε για άτομα που διέδιδαν ότι γνωρίζουν σχετικά με το θέμα. Τα μέτρα αυτά συνίστατο στην προσαγωγή των ατόμων αυτών στις αστυνομικές αρχές, όπου ανακρίνονταν, παρουσία εισαγγελέα. Αν όσα έγραφαν ή ισχυρίζονταν αποδεικνύονταν αναληθή, όπως άλλωστε συνέβαινε σχεδόν πάντοτε⁶¹, παραπέμπονταν σε δίκη με την κατηγορία του κοινού απατεώνα.⁶²

Μάλιστα, υπήρξαν περιπτώσεις που οι αρχές, όχι απλά διέγνωσαν απάτη,⁶³ αλλά εξήγαν το συμπέρασμα ότι επρόκειτο περί οργανωμένης σπείρας κακοποιών που βάσει σχεδίου, στόχευαν στην εξαπάτηση των οικογενειών των αγνοουμένων. Το «μοτίβο» της εξαπάτησης ήταν αρχικά η διάδοση σχετικής είδησης στον Τύπο, για να δημιουργηθεί στις ενδιαφερόμενες οικογένειες η δέουσα συγκίνηση· στη συνέχεια ανέμεναν προσέγγισή τους από τις οικογένειες· όποιες δεν ανταποκρινόταν στο «κάλεσμα» τις προσέγγιζαν οι ίδιοι. Όταν επιτυγχάνονταν η επαφή, με επιδεξιότητα αποσπούσαν χρηματικά ποσά, παρέχοντας ψευδείς και παραπλανητικές πληροφορίες.⁶⁴

Σχετικά με την ύπαρξη αγνοουμένων, το επίσημο ελληνικό κράτος φαίνεται να ισορροπούσε ανάμεσα στην πεποίθηση του ασκόπου της αναζήτησης Ελλήνων αιχμαλώτων⁶⁵ και στην ελπίδα που εξέπεμπε με ιδιαίτερη έμφαση η κοινή γνώμη ότι, αν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να βρεθεί έστω και ένας από αυτούς, άξιζε τον κόπο η αναζήτησή τους.

Οι προαναφερθείσες εσωτερικές πιέσεις επέφεραν τέτοια ένταση στην πολιτική ζωή της χώρας, ώστε η ελληνική κυβέρνηση να επιδιώξει επανειλημμένως να κλείσει αυτό το κεφάλαιο δια παντός, διαλύοντας κάθε αμφιβολία. Επιπλέον, η λήξη της υπόθεσης θα εξομάλυνε τις σχέσεις της με την Τουρκία. Η Ελλάδα λοιπόν, επί μια περίπου δεκαετία μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, δεν εφείσθη ούτε προσώπων, ούτε χρημάτων, ούτε προσπαθειών προκειμένου να επιβεβαιώσει την παρακράτηση ή μη Ελλήνων αιχμαλώτων στη Μικρά Ασία. Έγινε προσπάθεια να προωθεί το ζήτημα χωρίς να προκαλεί την Τουρκία, ανακινώντας το κάθε φορά που το επέτρεπαν οι συνθήκες, με προσεκτικές και μεθοδευμένες κινήσεις, αντιμετωπίζοντας με ρεαλισμό τις δυνατότητες έρευνας.⁶⁶

Ελλάδα, 1922. Παροχή βοήθειας σε αιχμαλώτους [Πηγή: CRC / hist-02493-14a].

Παρά τις άοκνες προσπάθειες του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών⁶⁷ -σημειώνεται ενδεικτικά ότι οι έρευνες έφτασαν έως και το Ιράκ, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες στη Μεσοποταμία είχαν καταφύγει Έλληνες στρατιώτες που είχαν δραπετεύσει από στρατόπεδα αιχμαλώτων στην Τουρκία.-, κάθε αναζήτηση είχε αποβεί άκαρπη.⁶⁸ Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι τρία περίπου χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και αφού είχαν μεσολαβήσει χιλιάδες διαβήματα προς τις τουρκικές αρχές για αναζήτηση αγνοουμένων αιχμαλώτων, το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακά απογοητευτικό. Πιστοποιήθηκε μόνο ο θάνατος δύο αιχμαλώτων από διάρροια και φυματίωση αντιστοίχως στο νοσοκομείο της Καισάρειας. Έτσι με το πέρασμα των ετών, οι ελληνικές αρχές έτειναν να ευθυγραμμιστούν με τη θέση της τουρκικής πλευράς,⁶⁹ η οποία ήδη από το 1927, με έγγραφό της προσπάθησε να «κλείσει» την υπόθεση δια παντός, αρνούμενη κατηγορηματικά την ύπαρξη στρατιωτικών αιχμαλώτων και πολιτικών ομήρων στην τουρκική επικράτεια.⁷º

Στην ουσία της η υπόθεση των αγνοουμένων από την πρώτη στιγμή ήταν ατελέσφορη. Σε όλες τις προσπάθειες που κατέβαλε η Ελλάδα προς αυτή την κατεύθυνση, επανέρχονταν τα ίδια προβλήματα: α) ετεροχρονισμένες⁷¹ ή αβάσιμες συνήθως πληροφορίες και ελλιπή στοιχεία⁷² β) αλλαγή ονομάτων, καθώς πολλοί στρατιωτικοί απέφυγαν την αιχμαλωσία προσκολλούμενοι σε οικογένειες ομογενών, αλλά και άλλων εθνοτήτων, όπως Αρμενίων. Αυτοί διαβιούσαν εργαζόμενοι με άλλα ονόματα και περίμεναν να επωφεληθούν από την ανταλλαγή των πληθυσμών, γ) η αναποτελεσματικότητα του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με τους αγνοούμενους αιχμαλώτους,⁷³ αλλά και η εύλογη απροθυμία των Τούρκων να ασχοληθούν με αυτό θέμα, ιδιαίτερα όσο απομακρυνόμαστε χρονικά από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την επανάληψη στερεότυπων αρνητικών απαντήσεων από την Τουρκία, δ) η αδυναμία των διπλωματικών υπηρεσιών της Ελλάδος να δραστηριοποιηθούν ελεύθερα σε μία χώρα σαν την Τουρκία, λόγω της αυστηρότατης επιτήρησης από τους Τούρκους επί των ελληνικών διπλωματικών αντιπροσωπειών, γεγονός που σήμαινε ότι η ελληνική πλευρά είχε περιορισμένη δυνατότητα ενεργειών. Το πρόβλημα μάλιστα εντείνονταν από την παντελή έλλειψη εχεγγύων στο εσωτερικό, εχέγγυα που θα συνέβαλαν στην ευόδωση των ερευνών, π.χ. χριστιανικό στοιχείο,⁷⁴ ε) τα ελάχιστα χρήματα που διέθετε η Ελλάδα για τη διενέργεια ερευνών, στ) οι απέραντες εκτάσεις της μικρασιατικής Τουρκίας. Αν υπήρχαν ακόμη αιχμάλωτοι, εγκλωβισμένοι σε κτήματα μεγαλοκτηματιών, δεν μπορούσαν να υπόκεινται στον αποτελεσματικό έλεγχο οποιασδήποτε διοίκησης, ιδιαίτερα αυτά που βρίσκονταν στις ανατολικές επαρχίες, τα οποία απολάμβαναν προνόμια φεουδαρχικού τύπου. Σε αυτές τις περιοχές περιορίζονταν η δυνατότητα ελέγχου ακόμη και των τουρκικών αρχών. Έτσι, η ανεύρεση δια της διοικητικής τουρκικής οδού ήταν μάλλον καταδικασμένη σε αποτυχία και ζ) η έλλειψη οργάνωσης των υπευθύνων υπηρεσιών, οι οποίες είτε δεν ενημέρωναν εγκαίρως τις προξενικές αρχές και τις ανθρωπιστικές οργανώσεις που «όργωναν» την Τουρκία εις αναζήτηση αιχμαλώτων, είτε δεν φρόντιζαν ούτε να διαγράφουν από τους καταλόγους αυτών που αναζητούνταν, τα ονόματα όσων επαναπατρίζονταν, με αποτέλεσμα να διεκδικούνται ως ανταλλάξιμοι ακόμη και αυτοί που είχαν προ πολλού αποδοθεί.⁷⁵

 

1923: Επαναπατρισμός Ελλήνων αιχμαλώτων

https://avarchives.icrc.org/Film/5432

[Πηγή: ICRC Audiovisual Archives, Ref. V-F-CR-H-00001-13]

Έτσι, παρ’ όλες τις προσπάθειες, το αποτέλεσμα ήταν πενιχρό και συνίστατο στην «ανακάλυψη», κατά τα πρώτα κυρίως χρόνια, 10 με 15 στρατιωτικών αιχμαλώτων, η πλειοψηφία των οποίων ψευδώς είχαν ισχυριστεί ότι ήταν βιαίως κρατούμενοι, ενώ επρόκειτο, όπως αποδείχθηκε, για λιποτάκτες ή για άτομα που για προσωπικούς λόγους, είχαν οικιοθελώς επιλέξει να μην επιστρέψουν στην Ελλάδα, μαζί με το υπόλοιπο στράτευμα.⁷⁶

Αντιμετωπίζοντας λοιπόν με ρεαλισμό την ύπαρξη χιλιάδων αγνοουμένων, μπορούμε να οδηγηθούμε στις εξής διαπιστώσεις:

1)Όσοι από τους στρατιωτικούς δεν αποδόθηκαν στο πλαίσιο της ανταλλαγής τους ή στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε αμέσως μετά, κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών, υπήρξαν θύματα των γενικευμένων σφαγών από τις πρώτες κιόλας μέρες της εκκένωσης της Μ. Ασίας από τον ελληνικό στρατό ή πέθαναν από τις κακουχίες· η θέση αυτή ενισχύεται, αν λάβει κανείς υπόψη την μεγίστης κλίμακας φθορά που είχαν υποστεί αυτοί που κατάφεραν να επιστρέψουν.

2)Η υπόνοια ότι οι τουρκικές αρχές αποκρύπτουν τόσο μεγάλο αριθμό ανθρώπων δεν αποδεικνύεται αρχειακά· αντιθέτως η Τουρκία επέδειξε πολλές φορές διάθεση συνεργασίας. Οι σχετικές φήμες εμπεδώθηκαν περισσότερο από την ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας να ελπίζει ότι ο θάνατος της Μεγάλης Ιδέας δεν κόστισε τόσο μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.

3)Ελάχιστοι αιχμάλωτοι βρέθηκαν στα χέρια ιδιωτών. Αυτούς τους αναζήτησε η ελληνική κυβέρνηση διά μέσου ξένων υπηκόων και πρεσβειών και ομολογουμένως είχε κάποιες επιτυχίες.

4)Δεν αποκλείστηκε ποτέ η ύπαρξη ολιγάριθμων περιπτώσεων, εκουσίως παραμενόντων που ίσως ζούσαν στις εσχατιές της Ανατολής και κατά πάσα πιθανότητα είχαν ευθυγραμμιστεί με τις τοπικές κοινωνίες.⁷⁷

Εκ των υστέρων αντιλαμβάνεται κανείς ότι η αναζήτηση αιχμαλώτων υπήρξε ένα μεγάλο κεφάλαιο της διαδρομής της χώρας τα πρώτα χρόνια μετά το τέλος της μικρασιατικής περιπέτειας και καταδεικνύει για άλλη μία φορά το έντονο ίχνος που άφησε στην ελληνική κοινωνία η περιπέτεια του ελληνικού στρατού στη Μ. Ασία.

Δεν μπορεί κανείς παρά να συσχετίσει την περίπτωση των αγνοουμένων του μικρασιατικού πολέμου με τους αγνοούμενους ως αποτέλεσμα κάθε πολεμικής αναμέτρησης, όπου η ελπίδα των οικογενειών τους ότι είναι κάπου ζωντανοί συμπορεύεται με την αναπόδραστη συνήθως πραγματικότητα ότι είναι ήδη προ πολλού νεκροί.

Μετά την Καταστροφή, η διαχείριση των Ελλήνων στρατιωτικών αιχμαλώτων αποτέλεσε μεγάλη πρόκληση για τις ελληνικές κυβερνήσεις της δεκαετίας του 1920· το δράμα τους όμως επισκιάστηκε από την ακόμη μεγαλύτερη τραγωδία των προσφύγων.

Η δυνατότητα της χώρας να αποκαταστήσει τους αιχμαλώτους δεν εκπορεύονταν από την ισχύ της, σε επίπεδο στρατιωτικής ετοιμότητας ή προεξέχουσας θέσης σε διεθνές διπλωματικό επίπεδο· συνιστούσε χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας χώρας η οποία εξαρτιόταν απόλυτα και μπορούσε να επωφεληθεί μόνο από το ανθρωποκεντρικό στην ουσία του νομικό πλαίσιο, το σχετικό με τη μεταχείριση των αιχμαλώτων.

Κατά συνέπεια εκμεταλλεύτηκε, όσο της επιτρεπόταν, τους μηχανισμούς που πλαισίωναν το δικαϊκό πλέγμα προστασίας των αιχμαλώτων, με την επιδίωξη σύστασης μικτών επιτροπών ελέγχου των συνθηκών διαβίωσης των αιχμαλώτων και την έκκληση για παρέμβαση φορέων προάσπισης και προαγωγής του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου, τη Διεθνή Επιτροπή Ερυθρού Σταυρού και την ΚτΕ.⁷⁸

Παράλληλα προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τη διπλωματική δεινότητα και τις προσωπικές σχέσεις των Ελλήνων αντιπροσώπων στη Συνδιάσκεψη της Λωζάννης, προτάσσοντας πολλές φορές την πολιτιστική ταύτιση της Ελλάδας με την υπόλοιπη Ευρώπη, σε αντιδιαστολή με την πολιτιστική ετερότητα της Τουρκίας.

Ενώ λοιπόν το πλαίσιο δράσης της ελληνικής διπλωματίας οριοθετούνταν από τα διεθνή νόμιμα περί αιχμαλώτων, η Τουρκία, έχοντας το πλεονέκτημα του νικητή, τολμούσε και επιτύγχανε τις περισσότερες φορές να παρακάμπτει την εφαρμογή των αποφάσεων των διεθνών οργάνων και των Συνθηκών των σχετικών με τους αιχμαλώτους: Άλλοτε επιδεικνύοντας αναβλητικότητα, άλλοτε κωλυσιεργία, προσδιόριζε το ρυθμό των διαπραγματεύσεων κατά το επιθυμητό, απενεργοποιώντας ταυτόχρονα κάθε ελεγκτικό μηχανισμό που επιχειρούσε να της επιβάλλει την εφαρμογή του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου περί αιχμαλώτων.

 

Η Ουρανία Φωτοπούλου είναι Διδάκτωρ Νεότερης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ και Καθηγήτρια της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Ν. Κλαδάς για τον οποίο δε γνώριζαν αν είχε φονευτεί κατά την παράδοση της Μεραρχίας του ή όχι, αλλά και το γεγονός ότι μόλις στις αρχές του 1923 η ελληνική κυβέρνηση πληροφορήθηκε ότι οι υποστράτηγοι βρισκόταν εν ζωή και ήταν υγιείς, ύστερα από παρέμβαση της ουδέτερης Ολλανδίας. Πρβ. ΓΕΣ/ ΔΙΣ, Φακ. 246, Β, 1, τηλεγράφημα ελληνικής στρατιωτικής αποστολής στην Κων/πολη προς υπουργείο Στρατιωτικών, αρ. πρωτ. 1423, 3. 9. 1922(π.η), και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1922/ Φακ. 10, 1, ρηματική διακοίνωση ολλανδικής πρεσβείας στην Αθήνα προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 22. 12. 1922(π.η) και τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς οικογένειες Τρικούπη, Δημαρά και Διγενή, αρ.πρωτ. 311339/ 7734, 22. 12. 1922(π.η).

2. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, επιστολή αντιπροσωπείας ΕΕΣ στην Κων/πολη προς υπουργείο Εξωτερικών, 21. 7. 1923.

3. Ενδεικτικά από μαρτυρία αιχμαλώτου, ενώ ήταν περίπου 6.000 αιχμάλωτοι, μέσα σε μία βδομάδα από την αιχμαλωσία τους, μεταφερόμενοι από τη Σμύρνη στη Μαγνησία, έχασαν τη ζωή τους, με διάφορες αφορμές 3.000 άνδρες. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 19, 4, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς α) ελληνική διαρκή αντιπροσωπεία στη Λωζάνη, β) ελληνική αντιπροσωπεία στην ΚτΕ και γ) ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο και το Παρίσι, α.α.π, 8. 12. 1922(π.η). Ίδια στοιχεία παρατίθενται και στο ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 20, 2, όπου μαρτυρικές καταθέσεις αιχμαλώτων οπλιτών για τουρκικές βιαιοπραγίες, ενώπιον του πρωτοδίκη Σάμου, 12. 11. 1923(π.η).

4. Κάποιοι από αυτούς, φτάνοντας στη Σόφια επισκέφτηκαν την εκεί ελληνική πρεσβεία, για να τους βοηθήσει να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Ενώ όμως είχαν προμηθευτεί διαβατήρια και οδοιπορικά έξοδα, ουδέποτε έφυγαν από τη Βουλγαρία. Για το λόγο αυτό και με δεδομένη την καχυποψία απέναντι στους βουλγαρόφωνους εν γένει, η πρεσβεία διέκοψε κάθε μορφής βοήθεια προς όσους διατείνονταν ότι ήταν Έλληνες στρατιωτικοί, πρώην αιχμάλωτοι των Τούρκων. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα Γενικού Στρατηγείου προς υπουργείο Εξωτερικών και υπουργείο Στρατιωτικών, α.α.π, 26. 1. 1923, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στη Σόφια προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 10. 3. 1923 και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική πρεσβεία στη Σόφια, α.α.π, 29. 3. 1923.

5. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1922/ Φακ. 10, 1, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς Γενική Επιθεώρηση Αιχμαλώτων, α.α.π, χ.η, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 78, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 670, 24. 2. 1924 και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ, 47, όπου πληθώρα σχετικών μαρτυριών.

6. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1922/ Φακ. 90, 1, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 16033, 29. 9. 1922(π.η) και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι, αρ.πρωτ.10580, 5/ 18. 10. 1922.

7. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1922/ Φακ. 90, 1, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 16033, 29. 9. 1922(π.η), τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς υπουργείο Στρατιωτικών, αρ.πρωτ. 10134, 24. 9. 1922(π.η) και ρηματική διακοίνωση γαλλικής πρεσβείας στην Αθήνα προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 25. 9. 1922.

8. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 6, 5, Résolutions et voeux de la Xme Conférence internationale de la Croix-Rouge, άρθρο 12 της ΙVης Σύμβασης της Χάγης του 1907

9. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 19, 4, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς α) ελληνική διαρκή αντιπροσωπεία στη Λωζάνη, β) ελληνική αντιπροσωπεία στην ΚτΕ και γ) ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο και το Παρίσι, α.α.π, 8. 12. 1922(π.η), ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1923/ Φακ. 9, 1, επιστολή αρχηγού ΓΕΣ προς υπουργείο Εξωτερικών, τμήμα ΚτΕ, α.α.π, 20. 11. 1923 και έκθεση λοχ. πυρ/κου Δημ. Ξένου από τη Σμύρνη προς υπουργείο Εξωτερικών, τμήμα ΚτΕ, 25. 10. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, υποβολή μαρτυρικής κατάθεσης αιχμαλώτου από τη Νομαρχία Καβάλας προς το υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 59, 16. 7. 1930 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 20, 2, όπου μαρτυρικές καταθέσεις αιχμαλώτων οπλιτών για τουρκικές βιαιοπραγίες, ενώπιον του πρωτοδίκη Σάμου, 12. 11. 1923(π.η).

10. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 20, 6, όπου πολυάριθμα σχετικά έγγραφα.

11. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1923/ Φακ. 9, 1, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, Επ. 3675/ 30, 24.1. 1923(π.η) και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς λοχ. πυρ/κου Δημ. Ξένο, αρ. Πρωτ. 31343, 8. 10. 1923.

12. Άρθρα 1 έως 4 της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου 1923. Στη συνεδρίαση της 13ης Μαρτίου 1923 της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής διευκρινίστηκε ότι οι αξιωματικοί που θα ανταλλάσονταν θα ήταν όσο το δυνατόν του ιδίου βαθμού. Λόγω των ευάριθμων Τούρκων αιχμαλώτων αξιωματικών, αποφασίστηκε η αποστολή στην Ελλάδα Τούρκου αξιωματούχου ο οποίος θα κατέγραφε τους Τούρκους βαθμοφόρους, προκειμένου να απελευθερωθούν αντιστοίχως οι Έλληνες αξιωματικοί.

13. Άρθρο 4 της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου 1923.

14. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, telegramme de Comite Grec de la Croix Rouge a monsieur Baron de Reading-Biberegg, délégué de Comité International de la Croix Rouge à Athènes, 5. 4. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1923/ Φακ. 9, 1, ρηματική διακοίνωση προέδρου της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής, συντ/χη Wildbolz προς υπουργείο Εξωτερικών, χ.η. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, 8, τηλεγράφημα ΕΕΣ προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 368, 20. 3. 1924 και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1925/ Φακ. Α/ 48, rapport du colonel – commandant de corps Wildbolz, président de la Commission pour l’ échange des prisonniers turcs et grecs, Genève, le 14 Mai 1923. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, διαταγή υπουργείου Εξωτερικών προς τμήμα εκκαθαρίσεως δαπανών ιδίου υπουργείου, α.α.π, 9. 3. 1923.

15. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1925/ Φακ. Α/ 48, rapport du colonel – commandant de corps Wildbolz, président de la Commission pour l’ échange des prisonniers turcs et grecs, Genève, le 14 Mai 1923.

16. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 12. 2. 1923(π.η) και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1925/ Φακ. Α/ 48, rapport du colonel – commandant de corps Wildbolz, président de la Commission pour l’ échange des prisonniers turcs et grecs, Genève, le 14 Mai 1923.

17. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, Séance de 2. 4. 1923 de la Comission pour l’ échange de PG civils et militaires en Grèce et en Turquie και Séance de 3. 4. 1923 de la Comission pour l’ échange de PG civils et militaires en Grèce et en Turquie, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στο Παρίσι προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 30. 1. 1923(π.η) και κοινοποίηση του προέδρου της Επιτροπής Ανταλλαγής αιχμαλώτων, συντ/χη Wildbolz προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 17. 4. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1923/ Φακ. 9, 1, ρηματική διακοίνωση προέδρου της Επιτροπής Ανταλλαγής αιχμαλώτων, συντ/χη Wildbolz προς υπουργείο Εξωτερικών.

18. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, Séance de 19. 4. 1923 de la Comission pour l’ échange de PG civils et militaires en Grèce et en Turquie, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ 17, 3, διαβιβαστικό έγγραφο επιστολής ΔΕΕΣ προς τον πρόεδρο της Συνδιάσκεψης της Λωζάνης από την ελληνική αντιπροσωπεία στη Λωζάνη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1205, 1. 5. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ταγμ/χη Ιωα. Κωττάκη, μέλους της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής αιχμαλώτων από τη Σμύρνη προς Επιτελική Υπηρεσία Στρατού, Γραφείο ΙΙ, α.α.π, 3. 4. 1923.

19. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική αντιπροσωπεία στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης, α.α.π, 26. 4. 1923.

20. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1925/ Φακ. Α/ 48, rapport complémentaire sur l’ activité de la Commission d’ échange du 15 mai au 15 septembre 1923, du colonel – commandant de corps Wildbolz, président de la Commission pour l’ échange des prisonniers turcs et grecs, Genève, Octobre 1923.

21. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 31, όπου μεγάλος αριθμός εγγράφων σχετικών με περισυλλογή εναπομεινάντων στρατιωτικών από την Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής πληθυσμών και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 10659/ 651, 28. 3. 1924.

22. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, όπου τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής.

23. Τα παραδείγματα συνεχών αντεγκλήσεων μεταξύ των δύο χωρών είναι πολλά, κυρίως όμως αφορούν στην αμοιβαιότητα των αποδόσεων αιχμαλώτων και στην εφαρμογή του συνόλου των συμφωνηθέντων. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1923/ Φακ. 9, 1, ρηματική διακοίνωση υπουργείου Εξωτερικών προς ΔΕΕΣ, α.α.π, 11. 6. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ταγμ/χη Ιωα. Κωττάκη, από τη Σμύρνη προς Légation de sa Majestic Catholique, 5. 6. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς κυβερνήσεις Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας, ΔΕΕΣ και ΚτΕ, α.α.π, 20. 6. 1923.

24. Οι όροι της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου στο σύνολο τους θα τίθονταν σε ισχύ μετά την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφορά γίνεται στις αποφάσεις της Συμφωνίας τις σχετικές με την ανταλλαγή των αιχμαλώτων οι οποίες είχαν αρχίσει να εφαρμόζονται από την επομένη της υπογραφής της Συμφωνίας.

25. Για παράδειγμα, καθόσο η Επιτροπή βρίσκονταν στη Σμύρνη, αρκετοί αιχμάλωτοι δραπέτευσαν και κατέφευγαν στα ουδέτερα μέλη της ζητώντας άσυλο· λόγω δεοντολογίας, οι δραπέτες δεν βοηθήθηκαν. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, έκθεση Biquel, μέλους της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής προς τον πρόεδρο της επιτροπης, συντ/ρχη Wildbolz, χ.η.

26. Η Επιτροπή χαρακτήρισε μάλιστα αξιέπαινη τη συμπεριφορά των Τούρκων απέναντι στους αιχμαλώτους, ιδιαίτερα απέναντι στους αξιωματικούς και κυρίως στους τρεις στρατηγούς.

27. Ταυτόχρονα με την επιβίβαση των πρώτων απελευθερωθέντων στο πλοίο «Πολικός», ο Έλληνας αντιπρόσωπος συνειδητοποίησε την τραγικότητα της κατάστασης των αιχμαλώτων: Νηστικοί, ρακένδυτοι, εξαντλημένοι και κακοποιημένοι. Τραγικότερες ήταν όμως οι διηγήσεις των ίδιων των αιχμαλώτων σχετικά με τις συνθήκες διαβίωσής τους. Όσοι ήλθαν σε επαφή μαζί τους αναφέρουν ότι δύσκολα θύμιζαν ζωντανούς ανθρώπους· περισσότερο παρέπεμπαν σε φοβισμένο ζώο, καθώς όταν τους απηύθυναν το λόγο, λούφαζαν φοβούμενοι μην κακοποιηθούν. Επίσης εξόχως αρνητική εντύπωση έκανε και η γύμνιά τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και για τις κουρελιασμένες στολές που φορούσαν, όταν έφτασαν στην Ελλάδα, δήλωσαν ότι τους τις είχαν δώσει οι Τούρκοι, λίγο πριν επιβιβαστούν στο πλοίο, ενώ κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους ήταν σχεδόν γυμνοί. Και μόνο το γεγονός ότι πολλοί αιχμάλωτοι είχαν πεθάνει στο δρόμο της επιστροφής – μαρτυρείται ότι, μόνο κατά την πρώτη ανταλλαγή, 21 άνδρες ξεψύχησαν εν πλω, – αποτελεί απόδειξη ότι είχαν φτάσει στα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, επιστολές διαμαρτυρίας του ΕΕΣ προς την ΚτΕ και τη ΔΕΕΣ, 14. 4. 1923, έκθεση του βαρώνου de Reading- Biberegg προς τη ΔΕΕΣ, 6. 4. 1923 και rapport du lieutenant colonel Durmeyer, chef d’ Etat Major de la mission militaire francaise et du medicine principal de 2eme classe, Eybert, de la mission militaire francaise, aux sujet de la visite de PG grecs a l’ ile St George, 14. 4. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, έκθεση Biquel, μέλους της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής προς τον πρόεδρο της επιτροπης, συντ/ρχη Wildbolz, χ.η.

28. Σε ορισμένες περιοχές έλαβαν χώρα εκδικητικές ενέργειες εις βάρος Τούρκων κατοίκων. Αν και το φαινόμενο ήταν περιορισμένης κλίμακας, η εκδήλωσή του και μόνο προκαλούσε ανησυχία στις ελληνικές αρχές, με αποτέλεσμα τη λήψη μέτρων από το υπουργείο Στρατιωτικών. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 19, 1, τηλεγράφημα στρατιωτικής διοίκησης Κρήτης προς υπουργείο Στρατιωτικών, α.α.π, 7. 4. 1923 και τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς γενικό στρατηγείο, α.α.π, 20. 4. 1923.

29. Χαρακτηριστικό της άθλιας κατάστασης των περισσοτέρων από αυτούς είναι ότι περίπου ένα μήνα μετά την άφιξή τους, συνέχιζαν να νοσηλεύονται 1363αιχμάλωτοι. Αν και έχρηζαν στοιχειώδους περιθάλψεως οι παραπάνω από τους μισούς απ΄ όσους επέστρεψαν, λόγω της ηπιότητας της κατάστασής τους, αλλά και εξαιτίας της έλλειψης υποδομών, προκρίθηκε αυτή να τους παρασχεθεί από την οικογένειά τους.Τα ποιό κοινά νοσήματα από τα οποία έπασχαν οι αιχμάλωτοι ήταν δυσεντερία, διάρροια, σκορβούτο, κρυοπαγήματα, πνευμονία, τύφο, πλευρίτιδα, εξάντληση, κ.α.

30. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, επιστολή διαμαρτυρίας του ΕΕΣ προς την ΚτΕ και τη ΔΕΕΣ, 14. 4. 1923.

31. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, rapport du lieutenant colonel Durmeyer, chef d’ Etat Major de la mission militaire francaise et du medicine principal de 2eme classe, Eybert, de la mission militaire francaise, aux sujet de la visit de PG grecs a l’ ile St George, 14. 4. 1923.

32. Επρόκειτο για κατάφωρη παραβίαση του άρθρου 9 της Συνθήκης της Γενεύης του 1906, και του άρθρου 12 της Συνθήκης της Χάγης του 1907. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 6, 5, Résolutions et voeux de la Xme Conférence internationale de la Croix-Rouge.

33. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, αναφορά υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 14. 4. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, ρηματική διακοίνωση υπουργείου Εξωτερικών προς διάφορες ξένες πρεσβείες στην Αθήνα, α.α.π, 5. 4. 1923, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική αντιπροσωπεία στην ΚτΕ, α.α.π, 28. 4. 1923 και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνικές πρεσβείες στις ΗΠΑ, το Λονδίνο, το Παρίσι, τη Στοκχόλμη και τη Ρώμη, α.α.π, 20. 4. 1923.

34. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, αναφορά υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 14. 4. 1923.

35. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1922/ Φακ. 10, 1, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 19627/ 2697, 18. 11. 1922(π.η), τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 19709/ 2740, 23. 11. 1922(π.η) και τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 21297, 17. 12. 1922(π.η), ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, διαταγή υπουργείου Στρατιωτικών προς Α΄ Σώμα Στρατού, α.α.π, 25. 1. 1923(π.η) και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς πρόεδρο Επιτροπής επί των τουρκικών ωμοτήτων, α.α.π, 9. 4. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, κατάθεση Γεω. Σουργιεδάκη, εφέδρου υπιάτρου, λοιμοκαθαρτήριο Αγ. Γεωργίου, 19. 4. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, αναφορά υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 14. 4. 1923.

36. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ 17, 3, declaration du Gouvernement de la Grande Assemble Nationale de Turquie a la Conference de la Paix, Lausanne, le 30. 5. 1923, διαβιβαστικό έγγραφο επιστολής της ΔΕΕΣ προς τον πρόεδρο της Συνδιάσκεψης της Λωζάνης από την ελληνική αντιπροσωπεία στη Λωζάνη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1205, 1. 5. 1923, επιστολή διαμαρτυρίας του ΕΕΣ προς την ΚτΕ και τη ΔΕΕΣ, 14. 4. 1923 και τηλεγράφημα ΕΕΣ προς υπουργείο Εξωτερικών, 6. 4. 1923, télégramme de Comité Grec de la Croix Rouge a monsieur le Baron de Reading-Biberegg, délégué de Comité International de la Croix Rouge à Athènes, α.α.π, 5. 4. 1923, έκθεση του βαρώνου de Reading- Biberegg προς την ΔΕΕΣ, 6. 4. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στη Ρώμη προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 3. 5. 1923, τηλεγράφημα Ιωα. Πολίτη, διευθύνοντα της διαρκούς ελληνικής γραμματείας στην ΚτΕ προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 10. 6. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, τηλεγράφημα του προέδρου της ΔΕΕΣ προς την Ερυθρά Ημισέληνο, αρ. Πρωτ. 6484, 20. 4. 1923.

37. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα Ιωα. Πολίτη, διευθύνοντα της διαρκούς ελληνικής γραμματείας στην ΚτΕ προς υπουργείο Εξωτερικών, 10. 6. 1923.

38. Ήδη από την άνοιξη του 1923 πολλοί Έλληνες αξιωματούχοι και κάποιοι Τούρκοι εξέφραζαν την άποψη ότι η ανταλλαγή των αιχμαλώτων έπρεπε να ολοκληρωθεί πριν την υπογραφή της Ειρήνης, από φόβο μήπως μετά το τέλος της Συνδιάσκεψης επέρχονταν δυσκαμψία στις διαπραγματεύσεις και στις επαφές μεταξύ των δύο χωρών, η οποία θα επιβράδυνε τον επαναπατρισμό των αιχμαλώτων. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, κατάθεση υπολοχ. Κων/νου Λαζαρίδη προς υπουργείο Στρατιωτικών, Έμπεδον Τμήμα Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού, Αθήνα, α.α.π, 12. 4. 1923.

39. Ο Βενιζέλος ασκούσε επάλληλες πιέσεις σε προσωπικό επίπεδο προς τον Ισμέτ, ο οποίος όμως προεξοφλούσε ότι οι πιθανότητες ολοκλήρωσης της παλιννόστησης των αιχμαλώτων ταυτόχρονα με την υπογραφή της Συνθήκης ήταν ελάχιστες: “Vu les circonstances actuels, ne croit pas possible de songer le rapatriement des PG grecs”. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα ελληνικής αποστολής στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 4. 6. 1923. Αντιπρόταση της Ελλάδος για έστω συγκέντρωση των αιχμαλώτων στα παράλια, προκειμένου να είναι έτοιμοι για επιστροφή στην Ελλάδα, απορρίφθηκε επίσης με το επιχείρημα της αδυναμίας επισιτισμού τους για όσο χρόνο θα παρέμεναν εκεί, αλλά και με τη διαβεβαίωση ότι οι Έλληνες αιχμάλωτοι διήγαν καλώς, γεγονός που θα αποδείκνυαν και οι επιτροπές που θα επισκέπτονταν για το λόγο αυτό τα στρατόπεδα αιχμαλώτων. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα ελληνικής αποστολής στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 4. 6. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 6. 7. 1923.

40. Άρθρο 4 της ελληνοτουρκικής Συμφωνίας περί αποδόσεως αιχμαλώτων της 30ης Ιανουαρίου 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ελληνικής αντιπροσωπείας στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στη Λωζάνη προς υπουργείο Εξωτερικών, 30. 7. 1923.

41. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ελληνικής αντιπροσωπείας στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 23. 6. 1923.

42. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, επιστολή διευθυντή ελληνικής γραμματείας στη ΔΕΕΣ, Ιωα Πάλλη προς υπουργείο Εξωτερικών, 24. 8. 1923, τηλεγράφημα Ιωα. Πολίτη, διευθύνοντα της διαρκούς ελληνικής γραμματείας στην ΚτΕ προς υπουργείο Εξωτερικών, 23. 8. 1923, τηλεγράφημα ΔΕΕΣ προς Ιωα. Πολίτη, διευθύνοντα της διαρκούς ελληνικής γραμματείας στην ΚτΕ, 24. 8. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1924/ Φακ. Α, 15, αναφορά Ιωα. Μπακόπουλου, πρόσφυγα από τη Μ. Ασία προς τον Αρχηγό της Επαναστάσεως, 12. 11. 1923.

43. Στρατιωτικοί συνέχισαν να κρατούνται στο Αϊδίνιο. Αιχμάλωτοι υπήρχαν επίσης στα Άδανα, στο Αχμετλί, στα περίχωρα της Σμύρνης, στο Αφιόν Καραχισάρ και αλλού. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 31, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 254969/ 2150, 29. 12. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 88, όπου αντίγραφο έκθεσης εξετάσεως Αν. Τριανταφύλλου, χωροφύλακα εκ Σμύρνης, 4. 1. 1924, τηλεγράφημα ελληνικού προξενείου στη Συρία προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1356, 7. 12. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ / 15. 92, κατάλογοι του 11ου εργατικού τάγματος, 2ου λόχου αιχμαλώτων Μαγνησίας.

44. Όσοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να επαναπατριστούν επανήλθαν σε αξιοθρήνητη κατάσταση: άλλοι με όχι σώας τας φρένας, άλλοι παραμορφωμένοι στο σώμα ή στο πρόσωπο, άλλοι ακρωτηριασμένοι και άλλοι έχοντας νοσήσει από διάφορες αθεράπευτες ασθένειες.

45. Όπως ήταν αναμενόμενο, το βάρος της κρατικής μέριμνας, αλλά και οποιαδήποτε ιδιωτική ή άλλη συνεισφορά την απορρόφησαν οι μεγάλες ανάγκες των προσφύγων. Ελάχιστες οι συνδρομές υπέρ αιχμαλώτων. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα Επαναστατικής Επιτροπής προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 19. 5. 1923 και ευχαριστήριο τηλεγράφημα ελληνικής κυβέρνησης προς σουηδική πρεσβεία στην Αθήνα, α.α.π, 6. 4. 1923.

46. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1934, Β, 1, ΧΙ, ψήφισμα συλλόγου αιχμαλώτων Μ. Ασίας από τη Λακωνία προς Π. Τσαλδάρη, Πρωθυπουργό της Ελλάδος, 1. 6. 1934.

47. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933, Β, Ι ΧΙ, επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς γραφείο Πρωθυπουργού, αρ. πρωτ. 30693Β/ 1/ ΧΙ, 2. 8. 1933, υπόμνημα του εν Ηρακλείω συλλόγου στρατιωτικών αιχμαλώτων Τουρκίας προς τη σεβαστή κυβέρνηση, αρ. πρωτ. 226, 10. 7. 1933 και υπόμνημα πανελληνίας ενώσεως αιχμαλώτων πολέμου Μικράς Ασίας προς Πρόεδρο Δημοκρατίας, Πρωθυπουργό, Υπουργό Εξωτερικών, Υπουργό Στρατιωτικών, αρχηγούς κομμάτων και Τύπο, 30. 8. 1933. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1934, Β, 1, ΧΙ, ψήφισμα συλλόγου Λακωνίας αιχμαλώτων Μικράς Ασίας προς τον Κο Τσαλδάρη, Πρωθυπουργό της Ελλάδος, 1. 6. 1934.

48. ΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933, Β, Ι ΧΙ, υπόμνημα πανελληνίας ενώσεως αιχμαλώτων πολέμου Μικράς Ασίας προς Πρόεδρο Δημοκρατίας, Πρωθυπουργό, Υπουργό Εξωτερικών, Υπουργό Στρατιωτικών, Αρχηγούς κομμάτων και Τύπο, 30. 8. 1933.

49. Στο ιστορικό αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών διαγράφεται ξεκάθαρα το δράμα και η αγωνία χιλιάδων οικογενειών που αναζητούσαν μεταξύ των αιχμαλώτων τους συγγενείς τους, από την πρώτη στιγμή της υποχώρησης του ελληνικού στρατού και για πολλά χρόνια μετά την ανταλλαγή των αιχμαλώτων: επάλληλες αιτήσεις προς αναζήτηση στρατιωτικών, οι οποίες συνοδεύονταν από φωτογραφίες του αγνοούμενου, λεπτομερείς πληροφορίες για στοιχεία ταυτότητας, φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία χαρακτήρα, πληροφορίες από την προσωπική του ζωή και οτιδήποτε μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι θα βοηθούσε στην ανεύρεση του αγνοούμενου, προς οποιαδήποτε κατεύθυνση (τοπικές αρχές, διεθνείς ανθρωπιστικούς οργανισμούς, το ίδιο το υπουργείο, κλπ). Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ / 15. 92, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 33, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 78, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 1, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 3, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 1, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 5, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 7, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 10, 1, 3, 2, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 11, 5, 1, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 11, 7, 1, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 1, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 2, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 86. 4, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1928/ Φακ. 77. 1. 2, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931/ Φακ, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933/ Φακ, Β, Ι ΧΙ και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1934/ Φακ, Β, 1, ΧΙ, όπου χιλιάδες αιτήσεις για την αναζήτηση Ελλήνων στρατιωτικών.

50. Κάποιες οικογένειες στήριζαν την ελπίδα ότι το προσφιλές τους πρόσωπο βρίσκεται στη ζωή, λόγω των επιστολών που λάμβαναν από αυτό κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας ή και μετά την επίσημη ανταλλαγή των αιχμαλώτων. Με δεδομένο ότι η αλληλογραφία των αιχμαλώτων με τους συγγενείς τους αποτελούσε δικαίωμά τους και ότι πολλές φορές αυτοί έστελναν και χρήματα για να διευκολύνουν κατά τι τη ζωή στην αιχμαλωσία, εκτιμάται ότι οι περισσότερες από τις επιστολές όσων τελικά δεν επέστρεψαν ήταν πλαστογραφία, για να μπορούν αυτοί που τις λάμβαναν να αποκομίζουν τα οφέλη από τυχόν δέματα ή εμβάσματα που συνόδευαν τις επιστολές αυτές. Αυτή η θέση ενισχύεται και από το γεγονός ότι η αναζήτηση αιχμαλώτων με γνώμονα της επιστολές που υποτίθεται ότι είχαν στείλει ή συνέχιζαν να στέλνουν στους δικούς του, απέβησαν όλες άκαρπες. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, επιστολή Κου Τζανή προς το υπουργείο Εξωτερικών εις αναζήτηση του υιού του Ανδρέα Τζανή, 20. 12. 1929 και επιστολή του υπουργείου Εξωτερικών προς τον Κο Τζανή, αρ. Πρωτ. 11822, 30. 9. 1930.

51. Χαρακτηριστικό είναι απόσπασμα ανώνυμου τηλεγραφήματος που στάλθηκε από τη Μυτιλήνη προς το υπουργείο Εξωτερικών, τη Βουλή, διάφορους βουλευτές, σε εφημερίδες και αλλού: «Επ΄ ευκαιρία συναφθείσης επιζημίου για ελληνικά συμφέροντα ελληνοτουρκικής οικονομικής συμφωνίας και μέλλοντος συναφθεί συμφώνου φιλίας και άλλων παρόμοιων τοιούτων μετά Τουρκίας, ας μη λησμονεί η Ελλάδα ότι υπάρχουν ακόμη στην Τουρκία συμπολίτες μας, λευκοί δούλοι, τους οποίους δεν επιτρέπεται να παραγνωρίσει η κυβέρνηση εν ονόματι της εθνικής κρατικής φιλοτιμίας και του ανθρωπισμού». Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931/ Φακ, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, τηλεγράφημα από Μυτιλήνη προς υπουργείο Εξωτερικών, χ.η.

52. Πολλοί, απλοί πολίτες κυρίως, συνέχεαν την Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής αιχμαλώτων με αυτή της Ανταλλαγής πληθυσμών, με αποτέλεσμα, μετά τη λήξη της Ανταλλαγής των στρατιωτικών αιχμαλώτων, να πιστεύουν ότι η ανταλλαγή αιχμαλώτων θεωρητικά ήταν ανοικτή, αλλά αδρανούσε, λόγω της κρατικής αδιαφορίας. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, 8, τηλεγράφημα ΕΕΣ προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 368, 20. 3. 1924.

53. Αρκετοί πρώην αιχμάλωτοι προσφέρονταν μάλιστα να πλαισιώσουν τις εκάστοτε ελληνικές αντιπροσωπείες προς την Τουρκία, για να διευκολυνθεί ο εντοπισμός των εναπομεινάντων στρατιωτικών, εκμεταλλευόμενοι τη γνώση του χώρου, του τόπου και των ανθρώπων, γνώση που είχαν αποκτήσει κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 3, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4,όπου πληθώρα αιτήσεων ιδιωτών, προσφυγικών ενώσεων, αλλά και συλλόγων όπως αυτός των πολεμιστών του Αϊδινίου, της ομοσπονδίας παλαιών πολεμιστών, της πανηπειρωτικής ένωσης εφέδρων Ιωαννίνων και άλλων, που απαιτούσαν σύσταση επιτροπών επιφορτισμένων με τον επαναπατρισμό των εναπομεινάντων και συμμετοχή τους σε αυτές με ενεργό ρόλο. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, τηλεγράφημα του συλλόγου αιχμαλώτων Σπάρτης προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Θ. Πάγκαλο, 17. 7. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933, Β, Ι ΧΙ, υπόμνημα πανελληνίας ενώσεως αιχμαλώτων πολέμου Μικράς Ασίας προς Πρόεδρο Δημοκρατίας, Πρωθυπουργό, Υπουργό Εξωτερικών, Υπουργό Στρατιωτικών, Αρχηγούς κομμάτων και Τύπο, 30. 8. 1933.

54. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 13, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 3059/1954, 5. 10. 1925.

55. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1928/ Φακ. 77. 1. 2, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στο Βερολίνο προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1385, 7. 6. 1928 και τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στο Βερολίνο προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 1881, 7. 8. 1928.

56. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1928/ Φακ. 77. 1. 2, τηλεγράφημα υπουργείου Εσωτερικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 26421, 22. 9. 1928, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, υποβολή μαρτυρικής κατάθεσης αιχμαλώτου από τη Νομαρχία Καβάλας προς το υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 59, 16. 7. 1930, αλλά και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933, Β, Ι ΧΙ, όπου αρκετές περιπτώσεις «επανελθόντων» που ισχυρίζονταν ότι υπήρχαν ακόμη αιχμάλωτοι στρατιωτικοί στην Τουρκία.

57. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, υποβολή μαρτυρικής κατάθεσης αιχμαλώτου από τη Νομαρχία Καβάλας προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 59, 16. 7. 1930.

58. ΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 12, 4, επιστολή ελληνικού προξενείου στη Μερσίνα προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 15. 4. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, επιστολή υπουργείου Στρατιωτικών προς νομαρχία Μεσσηνίας, αρ. πρωτ. 67859, 14. 8. 1930 και επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς νομαρχία Λέσβου, αρ. πρωτ. 10133, χ.η.

59. Για παράδειγμα, οικογένεια αγνοουμένου προσέφερε 50.000δρχ σε πρόσφυγα που ισχυριζόταν ότι συνάντησε ζωντανό το παιδί της, αν κατόρθωνε να το ελευθερώσει, και 20.000δρχ, αν κατάφερνε τουλάχιστον να τους φέρει ιδιόχειρη επιστολή του υιού που να επιβεβαίωνε ότι ήταν ζωντανός. Πρβ, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, αίτηση Μαρίας Πειράκη από τα Χανιά προς το υπουργείο Εξωτερικών, εις αναζήτηση του αγνοούμενου υιού της, Αύγουστος 1929.

60. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 2, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 19089, 23. 10. 1926, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 18480, 1. 10. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 5, διαβιβαστικό έγγραφο έκθεσης εξετάσεως αιχμάλωτου επιλοχία Υγειονομικού Σώματος, Ν. Λέκκα από τη γενική διοίκηση Θεσσαλονίκης προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 26151, 19. 5. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 6, όπου πολυάριθμα έγγραφα που αφορούν σε ισχυρισμούς στρατιωτών περί αιχμαλωσίας τα οποία δεν λαμβάνονται σοβαρά υπόψιν, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 13, τηλεγράφημα από το γραφείο του πρωθυπουργού προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 36, 31. 8. 1925, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 1 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 1,όπου προσπάθειες αναζήτησης δήθεν επανελθόντων από την αιχμαλωσία και εξακρίβωσης των ισχυρισμών τους, χωρίς αποτέλεσμα και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς υπουργείο Εσωτερικών, αρ. πρωτ. 177958, 8. 6. 1931, τηλεγράφημα υπουργείου Εσωτερικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 57793, 11. 9. 1931, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνικό προξενείο Κων/πολης, αρ. πρωτ. 13870, 2. 11. 1931 και αναφορά υποδιοίκησης χωροφυλακής Καρδίτσας προς υπουργείο Εσωτερικών, α.α.π, χ.η.

61. Εξαίρεση αποτελούσαν οι περιπτώσεις αποδεδειγμένης παραπληροφόρησης από τρίτο.

62. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, τηλεγράφημα γενικής διοίκησης Θεσσαλονίκης προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 12. 7. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς υπουργείο Εσωτερικών, αρ. πρωτ. 8062, 9. 8. 1931, επιστολή υπουργείου Εσωτερικών προς γενική διοίκηση Μακεδονίας, αρ. πρωτ. 11991, 4. 10. 1930 και επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς υπουργείο Εσωτερικών, αρ. πρωτ. 11991, 11. 11. 1930.

63. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1928/ Φακ. 77. 1. 2, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική πρεσβεία στο Βερολίνο, αρ Πρωτ. 6811, 19. 6. 1928 και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο, αρ. πρωτ. 5718, 23. 5. 1928, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς πολιτικό τμήμα του ιδίου υπουργείου, αρ. πρωτ. 53812, 20. 12. 1930, όπου αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι « είναι γνωστό ότι πάντες οι εκάστοτε εμφανιζόμενοι ως παλιννοστήσαντες εκ Τουρκίας αιχμάλωτοι, τυγχάνουσι εκμεταλλευτές της ευπιστίας των απλοϊκών, με μοναδικό σκοπό το χρηματισμό» και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, επιστολή υπουργείου Εσωτερικών προς Νομαρχία Λέσβου, αρ. πρωτ. 10133 και επιστολή υπουργείου Στρατιωτικών προς Νομαρχία Μεσσηνίας, αρ. Πρωτ. 67859, 14. 8. 1930.

64. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 2, επιστολή υπουργείου Στρατιωτικών προς δ/ση Δημοσίας Ασφάλειας, αρ.πρωτ. 1015/ 2105, 12. 10. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/  1926/ Φακ. 13, 3, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 4134, 22. 12. 1925.

65. Οι ελληνικές αρχές φαίνεται να είχαν διαμορφώσει από πολύ νωρίς ισχυρή άποψη για το ζήτημα των στρατιωτικών αιχμαλώτων, σύμφωνα με την οποία, αυτοί είχαν επιστρέψει προ καιρού. Η τυχόν ύπαρξη ευάριθμων Ελλήνων σε καθεστώς αιχμαλωσίας, συνίστατο σε πολίτες Μικρασιάτες που εργαζόταν σε απομακρυσμένα αγροκτήματα της Ανατολής. Πρέπει να επισημανθεί ότι από το 1924, η αναζήτηση των στρατιωτικών που ήταν αγνοούμενοι ευθυγραμμίστηκε απόλυτα με αυτή των πολιτικών ομήρων. Έτσι, αν και αντικείμενο της παρούσας έρευνας είναι οι στρατιωτικοί αιχμάλωτοι, οι ενέργειες της επίσημης Ελλάδας που διαγράφονται στις επόμενες σελίδες αφορούν και στις δύο κατηγορίες, και ίσως περισσότερο στους πολιτικούς, λόγω του μεγαλύτερου αριθμού τους. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 109, 9. 2. 1930 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 1331, 8. 7. 1931.

66. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1541, 25. 5. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 2, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 233, 9. 2. 1927.

67. Σημειώνεται ενδεικτικά ότι οι έρευνες έφτασαν έως και το Ιράκ, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες στη Μεσοποταμία είχαν καταφύγει Έλληνες στρατιώτες που είχαν δραπετεύσει από στρατόπεδα αιχμαλώτων στην Τουρκία. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 1, ρηματική διακοίνωση βρεττανικής πρεσβείας στην Αθήνα προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 14. 5. 1925.

68. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 26. 6. 1925. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1924/ Φακ. Α, 15, τηλεγράφημα ΕΕΣ προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 14. 3. 1924, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα, αρ. πρωτ. 9214, 17. 3. 1924, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1125, 8. 4. 1924, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1428, 5. 5. 1924, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 31, τηλεγράφημα πρόεδρου της ελληνικής αποστολής παρά τη Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής πληθυσμών προς το υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 25. 7. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 3, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 2417, 3. 8. 1926, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στη Μόσχα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1612, 2. 8. 1926, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 2695, 14. 9. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, αναφορά χωροφυλακής Αθηνών προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 24. 7. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 1 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 2, όπου πληθώρα παραδειγμάτων άτελεσφορων ερευνών.

69. Από την τουρκική πλευρά επανερχόταν στερεότυπη η απάντηση ότι δεν υπήρχε κανείς Έλληνας αιχμάλωτος στην Τουρκία. Όμως η εμμονή της Ελλάδας εξώθησε από ένα σημείο και μετά την Τουρκία, σε κάθε σχετική «επίθεση» να αμύνεται αντιπαραβάλλοντας ισχυρισμούς περί βασανιστηρίων των Τούρκων αιχμαλώτων από τις ελληνικες αρχές και καταπιέσεις επί του τουρκικού στοιχείου που διαβιούσε στην Ελλάδα. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931/ Φακ,, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, επιστολή υπουργείου Εσωτερικών προς γενική διοίκηση Μακεδονίας, αρ. πρωτ. 11991, 4. 10. 1930, επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς Νομαρχία Λέσβου, αρ. πρωτ. 10133, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 78, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στο Βουκουρέστι προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 107, 31. 1. 1924 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1929/ Φακ. Β/ 67, διαβιβαστικό έγγραφο υπουργείου Εξωτερικών, τμήμα Τύπου προς τη δ/ση πολιτικών υποθέσεων του ιδίου υπουργείου, αρ. πρωτ. 35755, 7. 9. 1929. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933/ Φακ, Β, Ι ΧΙ, τηλεγράφημα ελληνικής αντιπροσωπείας στην Τουρκία προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 30. 5. 1931, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ / 15. 92, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 2154, 6. 8. 1924 και τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 2309, 28. 8. 1924, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 3, επιστολή ελληνικού προξενείου στη Σμύρνη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 702, 23. 6. 1925, επιστολή   ελληνικού προξενείου στη Σμύρνη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 1055, 23. 12. 1924, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 2, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 11980 & 2854, 16. 10. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 6868 & 1604, 4. 6. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 86, 4, επιστολή ΓΕΣ προς στρατιωτικό ακόλουθο της ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη, αρ. πρωτ. 518, 17. 3. 1927. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, 8, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1928/ Φακ. 77. 1. 2, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933, Β, Ι ΧΙ, όπου πολυάριθμες περιπτώσεις άκαρπων αναζητήσεων.

70. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 2, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 233, 9. 2. 1927.

71. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου παρεχόμενες πληροφορίες από καιρού εις καιρό ήταν αληθείς, αλλά αφορούσαν σε πρότερη χρονική περίοδο και δεν ίσχυαν, όταν διενεργούνταν η έρευνα. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 10, 1, 3, 2, επιστολή ελληνικού προξενείου στη Μερσίνα προς ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα, αρ.πρωτ. 258, 12. 11. 1925.

72. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 78, ρηματική διακοίνωση τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 24. 5. 1925 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 65/ 3/ 2, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη προς υπουργείο Γεωργίας, δ/ση Ανταλλαγής, αρ. Πρωτ. 6943, 12. 9. 1925 .

73. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 78, ρηματική διακοίνωση τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 24. 5. 1925 και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ / 15. 92, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 1922, 8. 7. 1924.

74. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 10, 1, 3, 2, επιστολή ελληνικού γενικού προξενείου στη Σμύρνη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 148, 5. 2. 1926.

75. Ειδικότερα αυτή η αιτία επέβαλε τη μεθόδευση της αναζήτησης, προκειμένου να διασφαλιστεί το κύρος των ελληνικών αρχών και για να μην προκαλείται μάταια σύγκρουση με την Τουρκία. Έτσι προκρίθηκε αφενός η άμεση διεκπεραίωση και αποστολή των αιτήσεων και καταλόγων αναζήτησης διαμέσου της κοινής ταχυδρομικής οδού στην ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα και αφετέρου την ενημέρωση για οποιαδήποτε αλλαγή στους υφιστάμενους καταλόγους τηλεγραφικώς. Επιπλέον κρίθηκε απαραίτητο να επέλθει συντονισμός μεταξύ των ελληνικών διπλωματικών υπηρεσιών που βρίσκονταν στην Τουρκία, με επίκεντρο την ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 12, 3, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 7137 & 672, 26. 2. 1924 επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 734, 27. 2. 1924.

76. Όπως η περίπτωση του στρατιώτη Σαράντη Κουρκουρή, ο οποίος, ύστερα από αναζήτηση, εντοπίστηκε στα Άδανα, όπου έμενε οικειοθελώς με το όνομα Μεχμέτ Εμίν. Επρόκειτο περί απατεώνα, που χρησιμοποιούσε διάφορα ψευδώνυμα και επιδίδονταν συστηματικά σε παράνομες δραστηριότητες. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931/ Φακ. Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνικό προξενείο Μερσίνης, α.α.π, 25. 6. 1931. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 3, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στο Χαλέπι προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ.175, 10. 6. 1925, όπου αναφέρονται διάφορες περιπτώσεις Ελλήνων στρατιωτών που είχαν φτιάξει μία νεα ζωή στην Τουρκία και δεν επεδίωκαν επιστροφή στην Ελλάδα και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 13, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 4082, 31. 12. 1925.

77. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 13, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 4082, 31. 12. 1925, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ / 15. 92, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1922, 8. 7. 1924 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1541, 25. 5. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 2, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 233, 9. 2. 1927 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931/ Φακ, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, επιστολή υπουργείου Στρατιωτικών προς Νομαρχία Μεσσηνίας, αρ. πρωτ. 67859, 14. 8. 1930 και επιστολή υπουργείου Εσωτερικών προς γενική διοίκηση Μακεδονίας, αρ. Πρωτ. 11991, 4. 10. 1930.

78. Ιδιαίτερα για την ΚτΕ, η Ελλάδα επιχείρησε ποικιλοτρόπως να εκμεταλλευτεί το γεγονός ότι η ίδια αποτελούσε μέλος του οργανισμού, σε αντιπαραβολή με την Τουρκία που ως χώρα ηττημένη στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, δεν της δόθηκε το δικαίωμα να συμμετάσχει στον Οργανισμό.

Κωνσταντίνος Δ. Βλάσσης: Ο Νόμος 2870/1922 «Περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής»

Κωνσταντίνος Δ. Βλάσσης

Ο Νόμος 2870/1922 «Περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής»

 

Ένα μήνα πριν τα τραγικά γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής τον Αύγουστο του 1922, δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθ. 119 Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως ο Νόμος 2870 «Περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής». Σύμφωνα με το Άρθρο 1 του νόμου:

«Απαγορεύεται η εν Ελλάδι αποβίβασις προσώπων ομαδόν αφικνουμένων εξ αλλοδαπής, εφ’ όσον ούτοι δεν είναι εφωδιασμένοι διά τακτικών διαβατηρίων νομίμως τεθεωρημένων ή διά των εγγράφων των εκάστοτε οριζομένων διά Β. διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει των επί των Εσωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και Περιθάλψεως Υπουργών».

Τα επόμενα χρόνια εντοπίζονται σποραδικά σε εφημερίδες της βενιζελικής παράταξης, άρθρα που συνδέουν τον συγκεκριμένο νόμο με γενικότερο σχέδιο της κυβέρνησης Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη για εσκεμμένη παρεμπόδιση διαφυγής των Μικρασιατών στην Ελλάδα. Το 1962, ο Μικρασιάτης διευθυντής της εφημερίδας Έθνος Γιάννης Π. Καψής, εκδίδει το βιβλίο Χαμένες Πατρίδες –που αποτελεί συρραφή προηγούμενης αρθρογραφίας στην εφημερίδα για τη Μικρασιατική Εκστρατεία και Καταστροφή– στο οποίο για πρώτη φορά καταγράφεται βιβλιογραφικώς η άποψη ότι ο νόμος προέβλεπε: «την σε μαρτυρικό θάνατο καταδίκη του μικρασιατικού Λαού», ενώ μετά την αναφορά στις πρόνοιές του, ο συγγραφέας καταλήγει:

«Η σκηνοθεσία του μεγάλου δράματος είχε συμπληρωθεί. Η εκκένωση της Μικράς Ασίας αποφασισμένη –δεν έμενε παρά η εκτέλεση, που είχε ανατεθεί στον Χατζηανέστη. Και την τελευταία στιγμή οι κυβερνήτες της Αθήνας απαγορεύουν τη μετανάστευση των Μικρασιατών. Είναι εξοργιστικό ψέμα, ότι ήθελαν ν’ αποφύγουν τη δημιουργία προσφυγικού ζητήματος. Εκείνοι, που θα μετανάστευαν πρώτοι και υπό ομαλές συνθήκες, ήταν οι εύποροι Μικρασιάτες. [. . .] Άλλος ήταν ο λόγος, που οδήγησε στην απαγόρευση της μετανάστευσης: οι Μικρασιάτες είχαν το μίασμα του Βενιζελισμού – ήταν προτιμότερο να σφαγούν από τους διψασμένους για αίμα τσέτες, παρά να μεταφέρουν τις επαναστατικές ιδέες τους στην Ελλάδα. Ήταν τόσο ανόητοι. Πίστευαν, ότι έτσι θα μπορούσαν να σωθούν».

Έκτοτε, η συγκεκριμένη θεωρία έχει διαδοθεί και αναπαράγεται ευρέως ως αναπόσπαστο κομμάτι της Μικρασιατικής Καταστροφής. Είναι όμως φανερό, ότι τα παραπάνω δεν αποτελούν προϊόν στοιχειοθετημένης έρευνας, αλλά απλά μια προσωπική άποψη/σκέψη του συγγραφέα. Πρόσφατη αρχειακή έρευνα ανατρέπει πλήρως αυτήν την εκδοχή και αποκαλύπτει ότι ο νόμος δεν αποσκοπούσε σε οποιαδήποτε αποτροπή φυγής των Μικρασιατών, επειδή δήθεν η τότε κυβέρνηση γνώριζε ότι θα ακολουθούσε η εκκένωση της Μικράς Ασίας. Άλλη ήταν η αφετηρία σε μία υπόθεση που ξεκινά από το 1919!

 

Μεταπολεμική Παλιννόστηση

Με την λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι ελληνικοί πληθυσμοί που είχαν αναγκαστεί σε προσφυγοποίηση ή βίαιη μετακίνηση, ήταν Θράκες και Μικρασιάτες που από το 1914 είχαν καταφύγει στην Ελλάδα, Μικρασιάτες που είχαν εκτοπισθεί στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Μικρασιάτες Πόντιοι που από το 1917 άρχισαν να μετακινούνται προς τα ρωσσικά εδάφη του Καυκάσου. Όλοι αυτοί οι πληθυσμοί, μετά την Ανακωχή του Μούδρου το 1918, επιζητούσαν την επιστροφή στις εστίες τους.

Στην Κωνσταντινούπολη, διάφοροι επιφανείς Έλληνες και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ανέλαβαν τον συντονισμό ενός γιγαντιαίου έργου, το οποίο αποσκοπούσε στην διευκόλυνση της επιστροφής όλων των προσφύγων στις εστίες τους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά και την παροχή επικουρίας για την πρώτη φάση της εγκατάστασής τους. Εκτός της βοήθειας που ζητήθηκε από τον Ύπατο Αρμοστής της Μεγάλης Βρετανίας στην Κωνσταντινούπολη, ανάλογη κρούση έγινε και στην ελληνική κυβέρνηση, η οποία έσπευσε να ανταποκριθεί. Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος σημείωνε σχετικά:

«Ανάγκη έλθωμεν παντοιοτρόπως αρωγοί εις δεινοπαθήσαντες ομογενείς όχι μόνον εκ καθήκοντος αλλά και εκ (συμφέροντος) απέναντι πολιτισμένου κόσμου. [. . .] Β. Κυβέρνησις εγκρίνουσα πάσαν ενέργειαν υπέρ δυστυχών ομογενών θέλει πάση δυνάμει συνδράμη τα εν Κων/πόλει αρξάμενα φιλανθρωπικά έργα».

Λίγους μήνες αργότερα και με επικείμενη την μεταφορά στρατευμάτων στην περιοχή της Σμύρνης, ανέφερε ειδικότερα:

«Είμεθα διατεθειμένοι επικουρήσωμεν παλιννοστούντας ομογενείς υποβαλλόμενοι εις πάσας αναγκαίας οικονομικάς θυσίας. [. . .] επικουρία ημών θα αποβλέπει κυρίως εις αγοράν ζώων, εργαλείων και σπόρων και συντήρησιν παλιννοστούντων μέχρι προσεχούς εσοδείας. Κυρίως διά παλιννοστούντας Θράκην επιβάλλεται όπως μεριμνήσωμεν γενναιότερον περί αποκαταστάσεώς των, προκειμένου περί πληθυσμών οίτινες επανέρχονται εις μητρικούς κόλπους. Το αυτό θα πράξωμεν και διά πρόσφυγας εκ Δ[υτικής]. Μ. Ασίας, αλλά ως προς αυτούς παλιννόστησις δεν πρέπει να γίνη πριν ή καταληφθή στρατιωτικώς τουλάχιστον χώρα παρ’ ημών και ασφαλισθή Τάξις. Ως προς πρόσφυγας ετέρων περιφερειών Τουρκίας δεν θα αδιαφορήσωμεν βεβαίως, αλλά επικουρία ημών έσται πολύ μετριωτέρα και ως προς αυτούς δέον επιδιώξωμεν επικουρίαν Αμερικανών».

H ελληνική κυβέρνηση σε αυτήν την προσπάθειά της, εναπόθεσε μεγάλες ελπίδες οικονομικής αρωγής από το Ανώτατο Οικονομικό Συμβούλιο των Συμμάχων με έδρα το Παρίσι, το οποίο διοχέτευσε κονδύλια για την αποκατάσταση προσφύγων και την ανοικοδόμηση στην Ευρώπη. Όπως είχε αρχικά υπολογισθεί, για την αποκατάσταση περίπου 38.000 ελληνικών οικογενειών που είχαν εκτοπισθεί από την Μικρά Ασία και Θράκη, απαιτείτο ένα κονδύλι περίπου 100 εκατομμυρίων δραχμών (4 εκατομμύρια λίρες Αγγλίας), εκ των οποίων η ελληνική συνεισφορά θα ανερχόταν σε 12,5 εκατομμύρια δραχμές (0,5 εκατομμύριο λίρες Αγγλίες). Ωστόσο, αν και αρχικά υπήρξαν σχετικές διαβεβαιώσεις, έως τον Αύγουστο του 1919 έγινε αντιληπτό ότι δεν υπήρχε περίπτωση Συμμαχικής συνεισφοράς καθώς οι πόροι είχαν εξαντληθεί αφιερώμενοι σε Ρουμανία και Τσεχοσλοβακία!

 

Εκστρατεία Μεσημβρινής Ρωσσίας

Αμέσως σχεδόν μετά την λήξη του Μεγάλου Πολέμου, τέθηκε από γαλλικής πλευράς στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο το ζήτημα της συμμετοχής στην Συμμαχική εκστρατεία στην Μεσημβρινή Ρωσσία, προκειμένου να κατασταλεί το μπολσεβικικό κίνημα. Ως αντάλλαγμα η Γαλλία θα αναλάμβανε πρωτοβουλία για την απόδοση της Θράκης στην Ελλάδα και θα ήταν θετική αν ετίθετο θέμα παραχώρησης εδαφών στην Δυτική Μικρά Ασία. Τον Ιανουάριο του 1919 τα πρώτα ελληνικά στρατιωτικά τμήματα κατέφθασαν στην περιοχή, αλλά σύντομα η εξέλιξη των επιχειρήσεων άρχισε να λαμβάνει αρνητική τροπή για τους Συμμάχους. Ήδη δε, από τον Φεβρουάριο οι ελληνικές προξενικές Αρχές άρχισαν να μεταδίδουν τα πρώτα ανησυχητικά μηνύματα των ελληνικών παροικιακών πληθυσμών που διαβιούσαν επί χρόνια στην Ρωσσία και τα οποία απηύθυναν εκκλήσεις βοηθείας απέναντι στην επερχόμενη απειλή των μπολσεβίκων. To αποκορύφωμα ήταν η πληροφορία που μεταδόθηκε στις 6 Μαρτίου, σύμφωνα με την οποία: «Άπαντες Έλληνες κάτοικοι Χερσώνος κατακρεουργήθησαν».

Συμμαχικά μεταγωγικά πλοία στον Βόσπορο το 1919, κατά την εκκένωση της Κριμαίας.

Καθώς δεν είχε ακόμη γίνει αντιληπτή η γενική κατάρρευση της Συμμαχικής προσπάθειας, η ελληνική πλευρά βλέποντας την προέλαση των μπολσεβίκων προς την Οδησσό, στην οποία διαβιούσε σημαντικός αριθμός Ελλήνων, επιχείρησε να πείσει τους Συμμάχους για την μεταφορά τους στην χερσόνησο της Κριμαίας που θεωρείτο ασφαλής. Το επόμενο διάστημα έως τα τέλη Μαρτίου, μάταια επιχείρησε να επιτύχει την μεταφορά των ελληνικών κοινοτήτων που θεωρείτο ότι κινδύνευαν περισσότερο, διαδοχικά σε Βεσσαραβία και Κωνσταντινούπολη. Οι Σύμμαχοι επεδίωκαν την μεταφορά των ελληνικών πληθυσμών στην Ελλάδα και ειδικότερα στην Θεσσαλονίκη, που θεωρούσαν και ως φυσιολογική επιλογή.

Η δυσχέρεια της ελληνικής κυβέρνησης σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο εκπορευόταν τόσο από πρακτικούς οικονομικούς περιορισμούς, όσο και σκέψεις αναγόμενες στο πολιτικό κόστος μιας τέτοιας εξέλιξης. Αφ’ ενός μεν στην Θεσσαλονίκη δεν υπήρχαν υποδομές έστω και για την προσωρινή στέγαση των προσφύγων, αφ’ ετέρου δε, σε δεύτερο στάδιο, θα έπρεπε να εκπονηθεί ένα ακόμη πιο απαιτητικό πρόγραμμα μόνιμης εγκατάστασης/αποκατάστασης. Ως εκ τούτου ζητούσε την εγκατάσταση των Ελλήνων σε περιοχές όσο το δυνατόν πλησιέστερα στις εστίες τους και δήλωνε διατεθειμένη να αναλάβει η ίδια την συστηματική διατροφή τους. Από την άλλη πλευρά όμως, η άφιξη χιλιάδων προσφύγων θα εκλαμβάνετο ως αποτέλεσμα αποτυχίας της κυβερνητικής πολιτικής για αποστολή ελληνικού Στρατού στην Ρωσσία. Επιπλέον, ο αντίκτυπος δεν θα περιοριζόταν μόνο σε αυτό το σημείο, αλλά θεωρείτο ότι υπήρχε κίνδυνος διάδοσης μπολσεβικικών ιδεών στο εσωτερικό της Ελλάδας, με φορείς ορισμένους ακριβώς από τους ομογενείς που θα κατέφθαναν. Την ίδια περίοδο, υπήρχαν και έντονες υποψίες για ανάπτυξη ενός έντονου αισθήματος δυσαρέσκειας και εξέγερσης εντός των τάξεων των στρατευσίμων που είχαν αποσταλεί στην εκστρατεία.

Εν τέλει μεταφέρθηκαν από την Οδησσό περίπου 10.000 Έλληνες στην Θεσσαλονίκη, ενώ και οι Βρετανοί δέχθηκαν και πώλησαν στην ελληνική κυβέρνηση τα από την εποχή του πολέμου αναπτυχθέντα 28ο και 50ό Στρατιωτικά Νοσοκομεία στον συνοικισμό Χαρμάν Κιόι και Καλαμαριάς αντίστοιχα, τα οποία παραχωρήθηκαν για την φιλοξενία των ομογενών. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι τόσο κυβερνητικοί απεσταλμένοι, όσο και ο Υποναύαρχος Κακουλίδης επικεφαλής των ναυτικών δυνάμεων που εστάλησαν στον Εύξεινο Πόντο, κατάφεραν να εξασφαλίσουν διαβεβαιώσεις από τις επαναστατικές μπολσεβικικές Αρχές, ότι ο Ελληνισμός της περιοχής δεν επρόκειτο να υποστεί διώξεις και διακρίσεις.

 

Νότια Ρωσσία – Καύκασος

Εν τω μεταξύ, το καλοκαίρι του 1919, οργανώθηκε από την Αθήνα η αποστολή αρμοδίων παραγόντων του Υπουργείου Περιθάλψεως, προκειμένου να εξετάσουν την κατάσταση στην περιοχή του Καυκάσου. Καθώς τα ρωσικά στρατεύματα αποχωρούσαν το 1917 από τα εδάφη του Πόντου, περίπου 85.300 Πόντιοι αποφάσισαν να βρουν καταφύγιο στην Νότιο Ρωσία. Από αυτούς οι 8.000 είχαν ήδη επιστρέψει το 1919 στην πατρίδα τους, άνω του 10% είχε αποβιώσει, οπότε απέμεναν 65.000 στα ρωσικά εδάφη για τους οποίους θα έπρεπε να ληφθεί μέριμνα.

Το Υπουργείο Περιθάλψεως αποφάσισε να επέμβει βοηθώντας στην παλιννόστηση αυτών των Ποντίων, ενώ παράλληλα θα παρείχε επί 6 μήνες περίθαλψη στους 35.000 εξ αυτών που ήσαν άποροι. Έγινε, επίσης, αντιληπτό ότι μεταξύ αυτών αλλά και του ποντιακού στοιχείου που είχε εγκατασταθεί στην Ρωσική Αυτοκρατορία χρόνια πριν, υπήρχε μια κρίσιμη μάζα τουλάχιστον 100.000, οι οποίοι είχαν εκφράσει ενδιαφέρον προκειμένου να μεταφερθούν στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση Βενιζέλου σκέφθηκε πως μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε ένα ιδανικό τρόπο για να αναπληρώσει τους Θράκες και Μικρασιάτες πρόσφυγες που είχαν εγκατασταθεί στην Μακεδονία από το 1914 και οι οποίοι είχαν συμβάλει στην πύκνωση του εκεί ελληνικού στοιχείου, αλλά πλέον επιθυμούσαν την επιστροφή στις ρίζες τους.

Επιστολή του Υπουργού Περιθάλψεως Νίκου Καζαντζάκη προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Σε αυτό το πλαίσιο, τον Αύγουστο του 1919 το Υπουργικό Συμβούλιο ανέθεσε τον συντονισμό της προσπάθειας στον αναπληρούντα τον Υπουργό Εξωτερικών Αλέξανδρο Διομήδη, ενώ καταρτίστηκε ειδική υπηρεσία στο Υπουργείο Περιθάλψεως υπό τον Νικόλαο Καζαντζάκη. Τα προβλήματα όμως που παρουσιάστηκαν περιέπλεξαν την κατάσταση. Η διαδικασία παλιννόστησης των προσφύγων που είχαν καταφύγει στην Ελλάδα προς Θράκη και Μικρά Ασία, αντιμετώπιζε την άρνηση της οθωμανικής κυβέρνησης να τους επιτρέψει την επάνοδο. Συγκεκριμένα η Υψηλή Πύλη θεωρούσε μονομερώς, ότι βάσει των συνομιλιών του 1914, είχε τελεσίδικα αποφασισθεί ότι οι εκδιωχθέντες Έλληνες, δεν μπορούσαν να εγκατασταθούν σε οθωμανικό έδαφος, ως οριστικά απερχόμενοι. Παράλληλα, Οθωμανοί πρόσφυγες από τα Βαλκάνια είχαν εγκατασταθεί στις εγκαταληφθείσες από Έλληνες περιουσίες, συνεπώς, έπρεπε πρώτα να απομακρυνθούν για να επιστρέψουν οι νόμιμοι ιδιοκτήτες.

Στον Πόντο, ήδη από τα μέσα του 1919 η παλιννόστηση ήταν δυνατή μόνο στα παράλια, καθώς στην ενδοχώρα επικρατούσε αναρχία και η ελληνική κυβέρνηση μάταια προσδοκούσε ότι οι Σύμμαχοι θα επενέβαιναν μεταφέροντας στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή, προκειμένου να επιτευχθεί εκεί η ειρήνευση και να αναπτυχθούν οι συνθήκες για ανεμπόδιστη επιστροφή των προσφύγων. Την ίδια περίοδο στην Ελλάδα, η οικονομική κατάσταση σταδιακά άρχισε να επιδεινώνεται. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να καταφύγει σε ευρύ εσωτερικό δανεισμό, περιλαμβανομένης και της έκδοσης πληθωριστικού χρήματος, ενώ η στρατιωτική παρουσία στην Μικρά Ασία απαιτούσε την αφιέρωση σημαντικών πόρων από το κράτος. Καθ’ όλη την διάρκεια του 1920, το ελληνικό Δημόσιο δανείσθηκε άνω του 1 δισεκατομμυρίου δραχμών, ενώ ταυτόχρονα ρευστοποιήθηκε και μέρος των πιστώσεων που μεταξύ 1918–1919 είχε συμφωνηθεί να παράσχουν Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και ΗΠΑ, ώστε να χρηματοδοτηθεί η ελληνική πολεμική προσπάθεια στο Μακεδονικό Μέτωπο.

Την άνοιξη του 1920, το όλο πρόγραμμα κρατικής υποστήριξης στους ομογενείς της Νοτίου Ρωσσίας και του Καυκάσου, άρχισε να παρουσιάζει σημάδια αρρυθμίας, περιπλοκών, αλλά κυρίως έλλειψης πόρων. Η οικονομική δυστοκία, δεν διευκόλυνε στην άμβλυνση των προβλημάτων στέγασης που αντιμετώπιζε η Μακεδονία (η Θεσσαλονίκη μετά την πυρκαγιά του 1917, ακόμη ανοικοδομείτο), ενώ δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής το γεγονός ότι οι πρόσφυγες του 1914 δεν είχαν στην ολότητά τους εκκενώσει τους χώρους που είχαν φιλοξενηθεί, καθώς εξακολουθούσαν να υφίστανται κολλήματα στην επιστροφή τους.

Στα πλαίσια αυτά, οι αποστολές του Υπουργείου Περιθάλψεως και οι διπλωματικές Αρχές που ευρίσκοντο σε ρωσσικό έδαφος, τον Μάρτιο του 1920 ζητούσαν από την Αθήνα να πληροφορηθούν πότε προβλεπόταν να καταστεί δυνατή η μεταφορά γεωργικών πληθυσμών από τον Καύκασο και υπογράμμιζαν χαρακτηριστικά:

«Εξ όλων των χωρίων κατέρχονται καθ’ εκάστην εις την πόλιν αντιπρόσωποι των χωρικών, ζητούντες να διευκολύνωμεν την αναχώρησιν αυτών εις Ελλάδα. Εις ουδέν ισχύουν οι συστάσεις,

τας οποίας τόσον εγώ, όσον και ο πρόξενος, απευθύνομεν προς τους χωρικούς περί αναμονής μέχρι νεωτέρων διαταγών παρά της κυβερνήσεως. Αυτοί πωλούσι τα οικιακά των σκεύη, τα ζώα των, τα ολίγα αποθέματα καπνού τα οποία έχουν, τα ξύλα των οικιών των ακόμη και συλλέγουν τα χρήματα, τα οποία τοις είναι αναγκαία διά την ναύλωσιν ατμοπλοίων προς αναχώρησιν. Υπάρχουσιν ήδη πολλαί ομάδες χωρικών, διαθέτουσαι από 200 χιλιάδας μέχρι 3 εκατομμυρίων ρουβλίων προς ναύλωσιν ατμ., ζητούσι δε παρ’ ημών μόνον μίαν μικράν διευκόλυνσιν εις το ζήτημα της αδείας, διά της εκδόσεως προσωρινώς διαβατηρίων ή άλλων πιστοποιητικών επί τη βάσει των οποίων να δύνανται να επιβιβασθώσιν ελευθέρως».

Η άνευ προηγουμένης προπαρασκευής έναρξη αποστολής ατμοπλοίων και άφιξη προσφύγων στην Ελλάδα, προκάλεσε την αντίδραση του Γενικού Διοικητή Θεσσαλονίκης Αδοσίδη, ο οποίος μετέδιδε:

«. . . ατμόπλοιον ΚΑΛΟΥΤΑΣ διευθυνθέν Πειραιά εστάλη κατόπιν εδώ πολλών επιβατών πασχόντων εξ εξανθηματικού τύφου. Ήδη με συσσώρευσιν ενταύθα προσφύγων επισταθμία εν Θεσσαλονίκη ολονέν αφικνουμένων καθίσταται προβληματική μέσα δε γεωργικής των εγκαταστάσεως εις εσωτερικόν τόσον γλισχρά ώστε αν ρεύμα δεν ανασταλή αμέσως έποικοι ευρεθώσιν εκτεθειμένοι ενταύθα θέλει δε δημιουργηθή και ζήτημα δημοσίας Τάξεως. Σήμερον λαμβάνω επιστολήν εκ Νοβορωσσίσκης αντιπροσώπου Περιθάλψεως Ζέρβου αγγέλοντος δύο νέας αποστολάς. Επειδή πάντες ούτοι αμέσως ή εμμέσως κατευθύνονται εις Θεσσαλονίκην θεωρώ αναγκαίον τονίσω ευθύνην εκείνων οίτινες ανέλαβον και συνεχίζουν τοιαύτας αποστολάς χωρίς ζητήσωσι γνώμην αρμοδίας Αρχής».

Ο Διευθυντής Περιθάλψεως Καζαντζάκης θεωρώντας, ότι υπήρχε άδεια αποστολής απεριορίστου αριθμού ομογενών και έχοντας ο ίδιος σχηματίσει την γνώμη ότι η μεταφορά των ομογενών στην Μακεδονία ήταν επωφελής και επιτακτική, τηλεγραφούσε και πίεζε για την άρση οποιουδήποτε εμποδίου στην συστηματική μετανάστευση ακόμα και αυτών που επιθυμούσαν να μεταφερθούν στην Ελλάδα με δικά τους έξοδα. Από την πλευρά της, όμως, η Ύπατη Αρμοστεία Κωνσταντινουπόλεως, απαντώντας, εφιστούσε την προσοχή από τα αντικρουόμενα μηνύματα που ελαμβάνοντο και επιχειρούσε να διαγράψει μια ρεαλιστική προσέγγιση στην επικρατούσα κατάσταση με την παύση –τουλάχιστον προσωρινή– της υποδοχής ομογενών, εξαιτίας των εγγενών περιορισμών που ετίθεντο στο ελληνικό κράτος:

«. . . παρακαλώ ανακοινώσατε Υπ. Περιθάλψεως ότι αν ημέτεραι Αρχαί εν Αντικαυκάσω επιτρέψουσιν απεριορίστως μετανάστευσιν βουλομένων ιδίαις δαπάναις έλθωσιν Ελλάδα υπό ιδιότητα πρόσφυγος τοιούτον μέτρον θα ισοδυναμεί με το να αφήσωμεν άπαντα τον πληθυσμόν ελεύθερον να μεταναστεύση διότι σχεδόν άπαντες οι χωρικοί εκποιήσαντες περιουσίας των είναι εις θέσιν και πρόθυμοι να απέλθωσιν έστω και ιδίαις δαπάναις. Πραγματικώς άποροι τυγχάνουσι ιδίως οι πλείστοι των εκ της περιφερείας Καρς φευγόντων των οποίων ακριβώς ενδείκνυται η μεταφορά δαπάναις ημών, διά την απορίαν και τους κινδύνους εις ους είναι εκτεθειμένοι. Οι τοιούτοι όμως χωρικοί αφικνούμενοι εις Ελλάδα θα γίνωσιν αμέσως βάρος εις το κράτος καθόσον εξαντλουμένων ταχέως των πόρων των θα απαιτούσι άμεσον γεωργικήν εγκατάστασιν ην κράτος προφανώς δεν είναι εις θέσιν παρέξη αυτοίς επί του παρόντος. Διά λόγους τούτους ειδοποίησα απάσας υπηρεσίας εν Αντικαυκάσω μη επιτρέψωσιν αναχώρησιν γεωργικού πληθυσμού μέχρι νεωτέρας ειδοποιήσεως. Εάν επιθυμείτε άρω διαταγήν αυτήν παρακαλώ μοι δοθώσι σαφείς και κατηγορηματικαί οδηγίαι. Παρακαλώ όμως όπως έχητε υπ’ όψιν ότι μετά αποστολήν ΚΑΛΟΥΤΑΣ παρά τηλ/μά μου υπ’ αριθμόν 1764 εις Θεσσαλονίκην κ. Αδοσίδης μοι τηλεγραφεί διαμαρτυρόμενος εντόνως δι’ αποστολήν αυτού δι’ ην δεν ευθυνόμεθα και λέγει ότι θεωρεί αναγκαίον τονίση ευθύνην εκείνων οίτινες ανέλαβον και ενεργούσι τοιαύτας αποστολάς χωρίς να ζητήσωσι γνώμην αρμοδίας Αρχής».

 

Κρυπτογράφημα του Ύπατου Αρμοστή της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη προς το Υπουργείο Εξωτερικών με αντικείμενο την παλινόστηση των Ελλήνων του Πόντου (πηγή: Αρχείο Μουσείου Μπενάκη).

Αντιθέτως, στην Ελλάδα, το Υπουργείο Γεωργίας ζητούσε από την Διεύθυνση Δημοσίων Κτημάτων να εντείνει τις προσπάθειες, παρ’ όλες τις γνωστές ελλείψεις και δυσχέρειες και ενημέρωνε πως είχε ζητήσει από το Υπουργείο Περιθάλψεως να μην ανασταλεί η αποστολή προσφύγων στην Μακεδονία:

«. . . παρακαλούμεν υμάς, όπως συνεχίσητε το έργον της γεωργικής εγκαταστάσεως των προσφύγων εν τη καθ’ υμάς περιφερεία, συμφώνως και προς τας δοθείσας υμάς οδηγίας [. . .] με τα διατιθέμενα επί του παρόντος τεχνικά και οικονομικά μέσα, της ανεπαρκείας των οποίων διατελούντες εν γνώσει, θέλομεν επιδιώξει συν τω χρόνω βελτιουμένων και των περιστάσεων να καταστήσωμεν ταύτα επαρκέστερα. Βεβαίως αι επιπροσθούσαι δυσχέρειαι ως εκ της ελλείψεως ιδία οικημάτων και ζώων είναι σοβαραί και μεγάλαι, αλλ’ όχι και τοιαύται ώστε λιποψυχούντες και αποθαρρυνόμενοι να χαλαρώσωμεν την εποικιστικήν εργασίαν και ν’ αναστείλωμεν πάσαν αποστολήν προσφύγων γεωργών διακόπτοντες ούτο το αρξάμενον με πολλάς ελπίδας έργον της γεωργικής συγκροτήσεως της χώρας. Τουναντίον με τα υπάρχοντα και πενιχρά ακόμη μέσα οφείλομεν να τείνομεν τας προσπαθείας ημών, όπως επιτύχωμεν το μέγιστον δυνατόν αποτέλεσμα και εγκαταστήσωμεν πάσει δυνάμει όσον το δυνατόν περισσοτέρους γεωργούς έστω και προσωρινώς, δεν θα παύση η υπηρεσία να παρακολουθή και να μεριμνά διά τους εγκαθισταμένους, ώστε να συμπληρώση βαθμηδόν τας ελλείψεις των είτε εις ζώα, είτε εις γεωργικά εφόδια επ’ ωφελεία και τούτων και του Δημοσίου. Κατόπιν δε των ανωτέρω διά ταυταρίθμου προς Υπουργείον Περιθάλψεως εγγράφου μας, παρεκαλέσαμεν όπως μη ανασταλή εις Μακεδονίαν αποστολή προσφύγων, αλλά, όπως συνεννοήται μεθ’ ημών προ πάσης αποστολής ή μετακινήσεως προσφύγων γεωργών οσωνδήποτε, ως μελέτην και προπαρασκευήν της εγκαταστάσεώς των και αποφευχθή ούτω συγκέντρωσις μεγάλου αριθμού αυτών εν Θεσ/νίκη».

Ωστόσο, ήταν φανερό, ότι δεν αρκούσε μόνο η καλή θέληση και ένα αισιόδοξο πνεύμα προκειμένου να υλοποιηθεί ένα τόσο πολύπλοκο σχέδιο. Συνεπώς, η Γενική Διοίκηση Θεσσαλονίκης, στις υποδομές της οποίας μεταφέρονταν σε πρώτο στάδιο όλοι οι πρόσφυγες/μετανάστες, ζητούσε στις 20 Μαρτίου εκ νέου την αναστολή άφιξης νέων, για τους γνωστούς λόγους:

«προέχει επί του παρόντος το ζήτημα της στεγάσεως των ενταύθα Καυκασίων εποίκων, οίτινες ανήρχοντο περί τας 3.000, ήδη όμως με την άφιξιν του ατμοπλοίου ΚΑΛΟΥΤΑΣ δι’ ου απεστάλησαν ενταύθα και έτεροι 1.500 τοιούτοι, επληθύνθησαν εις τον τρόπον ώστε καθίσταται αυτόχρημα προβληματική η εν Θεσ/νίκη επισταθμία αυτών ελλείψει μέσων στεγάσεως, καθόσον ναι μεν διαθέτομεν το αγορασθέν υφ’ ημών 28ον Αγγλικόν Νοσοκομείον, αλλ’ αυτό μόλις θα επαρκέση διά τους ήδη εν τω 18ω Γαλλ. Νοσοκομείω εγκατεστημένους, όπερ, πιεζόμενοι υπό των γαλλικών Αρχών αίτινες το εξεποίησαν, είναι ανάγκη να παραδώσωμεν άνευ βραδύτητος. Αλλά και εάν υποτεθή ότι εξοικονομείτο η εν Θεσ/νίκη επισταθμία των εποίκων τούτων, θα συμβή ώστε το κράτος να επιβαρυνθή με τας ακάρπους δαπάνας της επί μακρόν ενταύθα διατροφής των, διότι η Γεωργική Υπηρεσία του Εποικισμού δεν δύναται ευκόλως να τους εγκαταστήση γεωργικώς εις την ύπαιθρον, προβαίνουσα εις τούτο κατά μικρόν, τούτο δε διότι και γενικώς στερείται επαρκών πιστώσεων διά τον προς γεωργικήν εγκατάστασιν εφοδιασμόν των, δεν υπάρχουν δε εξ άλλου εις τας γαίας έστω και πρόχειρα οικήματα. Προς τούτοις και όπου εγκατεστάθησαν ήδη οι ως άνω εκ ΚΑΥΚΑΣΟΥ πρόσφυγες προέκυψαν σοβαρά ζητήματα δημοσίας Τάξεως. Πάντως πληρουμένου του 28ου Νοσοκομείου, δεν υπάρχει ενταύθα άλλο μέρος προς στέγασιν τυχόν αφιχθησομένων νέων προσφύγων, ους εν τοιαύτη περιπτώσει θα ευρεθώ εις την ανάγκην να διευθύνω εις ΠΕΙΡΑΙΑ».

Συνεπώς, τον Απρίλιο, ο πρωθυπουργός Βενιζέλος ανέθεσε στον διπλωμάτη Κωνσταντίνο Ρέντη να περιοδεύσει σε εκείνες τις περιοχές, προκειμένου να εισηγηθεί την μελλοντική πολιτική σε σχέση με τους ποντιακούς πληθυσμούς. Ήδη στις αρχές Μαΐου, το Υπουργείο Περιθάλψεως συνόψιζε την υφιστάμενη κατάσταση και την πρόκληση που αντιπροσώπευε το θέμα των Καυκασίων Ποντίων για το κράτος:

«Η ελληνική κυβέρνησις είναι υποχρεωμένη ν’ αντικρύση τα εξής τέσσαρα προβλήματα και να επιζητήση την εύστοχον λύσιν των, εάν θέλη να σωθούν εκατοντάδες χιλιάδων Ελλήνων:

  • Κατεπείγουσαν μετανάστευσιν εις την Ελλάδα των κινδυνευόντων εις τας ακτάς ταύτας Ελλήνων.
  • Ρύθμισιν συγχρόνως της μεταναστεύσεως προς εποικισμόν εν Μακεδονία εκατόν χιλιάδων γεωργών Καρσίων κ.λπ.
  • Εντός ολίγων μηνών παλιννόστησιν εις τα κατεστραμμένα ελληνικά χωρία του Πόντου των εναπομεινάντων εκ των προσφυγόντων εις την Ρωσσίαν 000 Ποντίων και
  • Πρόνοιαν περί εγκαταστάσεως, ιδίως εν Ελλάδι όσον δυνατόν περισσότερων εκ των υπερπεντακοσίων χιλιάδων Ελλήνων των εκδιωκομένων νυν, ως εκ της επελθούσης πολιτικής ανατροπής, εκ Ρωσσίας και Αντικαυκάσου.
    Εάν αφεθή εις την τύχην του ο Ελληνισμός ούτος θα καταστραφή».
Κωνσταντίνος Ρέντης.

Ο Ρέντης επέστρεψε στην Ελλάδα στα τέλη Μαΐου και κατέθεσε τα συμπεράσματα της περιοδείας του. Σε γενικές γραμμές, οι εξελίξεις δεν επέβαλλαν την λήψη εξαιρετικά δραστικών μέτρων, καθώς δεν υπήρχε άμεσος κίνδυνος για το σύνολο των Ελλήνων στην περιοχή, πέραν ορισμένων εξαιρέσεων:

«Ελληνικοί πληθυσμοί δεν κινδυνεύουσιν εξ επιθέσεων άλλων λαών, πλην εν μέρει των Καρσίων. Κινδυνεύουσιν όμως εκ του ότι δεν έσπειρον και πωλήσαντες ή εγκαταλείψαντες περιουσίας των κατήλθον εις τας ακτάς. Υπάρξασα πρότερον η δημιουργηθείσα λόγω ανωμαλιών εν Ρωσσία και (μεγεθύνσεως) Ελλάδος τάσις προς μετανάστευσιν φοβούμαι ότι ενισχύθη εκ παρουσίας και ενδιαφέροντος Αποστολής Περιθάλψεως. [. . .] Εν τη μπολσεβικική Ρωσσία Έλληνες προστατεύονται αλλά ελλείπουσι τρόφιμα. Αποστολή τοιούτων αποκλείεται διότι Σοβιέτ θα διανείμωσι αυτά μεταξύ όλου πληθυσμού. Εξευρέθη τρόπος αποστολής χρημάτων. Φρονώ ότι δυνάμεθα αναβάλλωμεν επί του παρόντος μεταφοράν αυτών εις Ελλάδα. Εν περιφερεία Σοχούμ (ημέτεροι) πληθυσμοί άνευ ευλόγου αιτίας ήρξαντο από δύο μηνών πωλούντες υπάρχοντά των αντί ευτελών τιμών και κατήρχοντο Σοχούμ προς επιβίβασιν. Συνεκεντρώθησαν ούτω υπέρ τας 6.000 και διαμένουσι εν υπαίθρω. Κύριος Σκέφερης από της αφίξεώς του προσεπάθησε ανακόψη ρεύμα και διένειμε σπόρον και εις αυτούς τους Καρσίους ακόμη. Ίνα ανακοπή τάσις διέταξα δύο ιστιοφόρα μεταφέροντα μετανάστας εις Βατούμ εκ Σοχούμ να επιστρέψωσι εις Σοχούμ ωμίλησα διά μακρών εις μετανάστας οίτινες εν τέλει παρεδέχθησαν αποχωρήσωσι εις χωρία των εάν προστατευθώσιν υπό γεωργιανών Αρχών. Κύριος Άψης θα φροντίση περί αυτού, περιέρχεται δε χωρία ανακόπτων περαιτέρω κάθοδον Ελλήνων ων αριθμός υπερβαίνει 30.000. Θα γίνη κατάλογος των μη δυναμένων επιστρέψωσι χωρία των. Παρακαλώ να μου τηλ/σητε εάν εγκρίνητε μεταφοράν τούτων».

Οι οριστικές αποφάσεις ελήφθησαν σε συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου στις 26 Μαΐου, το οποίο εξετάζοντας την ακριβή πολιτική που θα έπρεπε να εφαρμοσθεί για την λύση του θέματος, κατέληξε στα εξής σημεία:

α) Σε σχέση με τους Έλληνες του Σοχούμ θα μεταφέρονταν περί τους 25.000 και από αυτούς του Καρς μόνο περί τους 2.000 από του απορώτερους γεωργούς. Αυτοί που επιθυμούσαν με δικά τους έξοδα να κατέλθουν στην Ελλάδα θα μπορούσαν να λάβουν θεώρηση στα διαβατήριά τους, εφ’ όσον εκτιμάτο ότι είχαν τα μέσα για την συντήρησή τους στην Ελλάδα επί 3μηνο και με ρητώς διατυπωμένη δήλωση επί του διαβατηρίου «ότι ουδεμίαν περί συντηρήσεως ή εγκαταστάσεώς των ευθύνην φέρει η κυβέρνησις».

β) Η περίθαλψη που παρείχετο επί τόπου (παροχή τροφίμων, ιατρική φροντίδα), θα περιοριζόταν στο ελάχιστο στοχεύοντας στις περιπτώσεις όπου υπήρχε απόλυτη ανάγκη. Σε κάθε περίπτωση αυτή θα έπαυε μετά την παρέλεση 3μήνου.

γ) Από καμμία άλλη περιοχή δεν θα μεταφέρονταν άλλοι ομογενείς.

Συνεπώς, στους 12.000 ήδη αφιχθέντες στην Μακεδονία Καυκάσιους Ποντίους θα προστίθεντο τουλάχιστον 27.000 που είχαν απόλυτη ανάγκη και θα επιτρεπόταν επιπλέον η μετανάστευση μόνο σε αυτούς που μπορούσαν με δική τους ευθύνη και μέσα να διαβιώσουν στην Ελλάδα. Όπως ο ίδιος ο Ρέντης τηλεγράφησε στον Βενιζέλο, ενημερώνοντας για την ανάγκη λήψης μέτρων:

«Τα μέτρα ταύτα είναι απαραίτητα όπως ανακοπή το μεταναστευτικόν ρεύμα το τείνον να μεταβάλη μέγιστον μέρος των εν Ρωσσία Ελλήνων εις πρόσφυγας. Διότι το ζήτημα των εν Ν. Ρωσσία Ελλήνων, εν τη κυρίως βάσει του, υπήρξεν ελάχιστα προσφυγικόν και τα μέγιστα μεταναστευτικόν. Ο Ελληνισμός δεν καταδιώκεται και αν δυσφορή λόγω της καταστάσεως, βεβαίως υποφέρει ολιγώτερον ή κατά την διάρκειαν του πολέμου».

Επιπλέον, ο Ρέντης συμπέραινε, ότι η παρουσία των ελληνικών Αποστολών Περιθάλψεως ερέθιζε τους εκεί πληθυσμούς για μετανάστευση, ενώ αντίθετα σημείωνε ότι σε περιπτώσεις όπου τα εδάφη κατελήφθησαν από τους μπολσεβίκους και συνεπώς δεν υπήρχε δυνατότητα αποστολής πλοίων:

«Αποδεικνύει δε τούτο ότι η έλλειψις πολλού ενδιαφέροντος συγκρατεί τους Έλληνας της Ρωσσίας εις τας εστίας των». Τέλος, υπέβαλε την πρόταση, οι εναπομείναντες από τους 85.000 Ποντίους που από το 1917 είχαν εγκαταλείψει το Βιλαέτιο Τραπεζούντας καταφεύγοντας στην Ρωσσία, αλλά και οι υπόλοιποι που επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν την χώρα, να μεταφερθούν στον Πόντο, στον οποίο όμως ήταν γνωστό ότι δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εγκατάστασης, εξαιτίας της από το καλοκαίρι του 1919 επικράτησης εκεί του κεμαλικού κινήματος.

Παρά την κυβερνητική αλλαγή τον Νοέμβριο του 1920, η μεταφορά Καυκασίων ομογενών στην Ελλάδα συνεχίστηκε. Τον Μάρτιο του 1921, όμως και μετά την επιστράτευση εφέδρων για τις κλιμακούμενες επιχειρήσεις στην Μικρά Ασία, μοιραία διεκόπη η διαδικασία. Συνεπώς, μεταξύ των ετών 1920–1921, είχαν μεταφερθεί συνολικά περίπου 70.000 Καυκάσιοι Πόντιοι γεωργοί, που εγκαταστάθηκαν κυρίως στην Μακεδονία.

Το Λοιμοκαθαρτήριο της Μίκρας.

Η στρατιωτική αποτυχία του Ελληνικού Στρατού για καθυπόταξη του Κεμάλ και η δεινή οικονομική κατάσταση που επικράτησε στην χώρα, δεν άφηναν περιθώρια για επανάληψη στο εγγύς μέλλον μιας παρόμοιας επιχείρησης αιμοδότησης του ελληνικού στοιχείου στην Μακεδονία. Το Αναγκαστικό Δάνειο του Μαρτίου 1922 διοχετεύθηκε στην διατήρηση του επιστρατευμένου Στρατού στην Μικρά Ασία και Θράκη, σε τμήματα των οποίων οι πληθυσμοί κινδύνευαν εξαιτίας του κεμαλικού κινήματος και κατά προτεραιότητα απασχολούσαν την ελληνική κυβέρνηση.

Πέραν των πολεμικών όμως επιχειρήσεων, μετά τον Νοέμβριο του 1920 και έως την λήξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας, οι ελληνικές κυβερνήσεις κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν και έκτακτες προσφυγικές κρίσεις με κυριότερες αυτήν της Νικομήδειας (Μάρτιος 1921), της Κιλικίας (Νοέμβριος 1921) και των Σωκίων (Απρίλιος 1922), που αφορούσαν κυρίως ελληνικούς πληθυσμούς, αλλά με σημαντικό στοιχείο Αρμενίων και αντικεμαλικών (κυρίως Κιρκασίους).

 

Το κρίσιμο 1922

Από τον Απρίλιο του 1922 διεφάνη μια ευκαιρία συνεννόησης με την σοβιετική ρωσική κυβέρνηση για την αποκατάσταση των ελληνικών πληθυσμών της Ρωσσίας. Παράλληλα, η ελληνική κυβέρνηση ενήμερη για την άθλια κατάσταση μέρους των εκεί ελληνικών πληθυσμών, αποφάσισε να επέμβει με την αποστολή υγειονομικής αποστολής του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού και επιτόπου μεταφορά τροφίμων. Ωστόσο, στην Νότιο Ρωσσία, το επισιτιστικό πρόβλημα που επικρατούσε, η απελπιστική κατάσταση που αντιμετώπιζαν όσοι δεν μεταφέρθηκαν τελικά στην Ελλάδα και οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από το μπολσεβικικό καθεστώς, ώθησαν τους εκεί ομογενείς σε αναζήτηση λύσεων απελπισίας. Απροειδοποίητα και πριν προλάβει να αποσταλεί η κυβερνητική βοήθεια, άρχισε η άφιξη στην Θεσσαλονίκη χιλιάδων Ποντίων. Οι ίδιοι είχαν ναυλώσει ατμόπλοια, των οποίων οι κυβερνήτες επιδιώκοντας το εύκολο κέρδος δεν δίσταζαν να τους μεταφέρουν δίχως τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα που θα είχαν επικυρωθεί από τις ελληνικές ή Συμμαχικές προξενικές Αρχές.

Παρόλες τις εγκυκλίους διαταγές που εξέδωσαν οι αρμόδιες υπηρεσίες για απαγόρευση κατάπλου στους ελληνικούς λιμένες ατμοπλοίων που μετέφεραν Καυκασίους, το β’ δεκαήμερο του Μαΐου 1922 σημειώθηκαν νέες αφίξεις χιλιάδων προσφύγων. Όπως είναι φυσικό, δεν υπήρχε περίπτωση επιστροφής των ατμοπλοίων και των ομογενών στην Ρωσία. Το πρόβλημα ήταν οξύτατο καθώς εκτός των προβλημάτων στέγασης και περίθαλψης που υφίσταντο, μεταξύ των επιβατών οι οποίοι μεταφέρονταν υπό άθλιες συνθήκες, είχαν αναπτυχθεί μεταδοτικές ασθένειες, που θα απειλούσαν και την δημόσια υγεία. Οι χιλιάδες πρόσφυγες θα έπρεπε πρώτα να απολυμανθούν, να αναρρώσουν ανακτώντας τις δυνάμεις τους, ώστε αργότερα να εξεταστούν οι δυνατότητες αποκατάστασής τους. Δεδομένης της ανεπάρκειας του Λοιμοκαθαρτηρίου στην Μίκρα, το σύνολο των αφιχθέντων προσφύγων κατευθύνετο στο Λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου στην Σαλαμίνα.

Το Λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου στη Σαλαμίνα σήμερα.

Στις 31 Μαΐου η κυβέρνηση υπέβαλε επείγον νομοσχέδιο. Στις 11 Ιουνίου ψηφίσθηκε από την Γ΄ Συντακτική Συνέλευση ομοφώνως ο Νόμος 2870 που δημοσιεύθηκε στις 20 Ιουλίου 1922. Κατά την διαδικασία δεν σημειώθηκε αντίδραση των Φιλελευθέρων πολιτικών εντός ή εκτός του κοινοβουλίου. Σε ορισμένες αντιπολιτευόμενες εφημερίδες δημοσιεύθηκαν μεμονωμένα και δίχως συνέχεια επικριτικά άρθρα. Πάντως ήταν ξεκάθαρο πως ο νόμος ψηφίσθηκε ως έσχατο μέτρο για την άναρχη έλευση προσφύγων από τον Καύκασο.

Εντός του κοινοβουλίου διεξήχθη συζήτηση για τις απαράδεκτες συνθήκες που επικρατούσαν στο Λοιμοκαθαρτήριο, οι οποίες όμως οφείλονταν αποκλειστικά στην συσσώρευση υπερβολικά μεγάλου αριθμού που ξεπερνούσε τις δυνατότητες υποδοχής και μάλιστα βραχυπρόθεσμης, ώστε να καταστεί δυνατή η σύντομη απολύμανσή του. Στις 22 Ιουνίου, η Εθνοσυνέλευση συζήτησε εκτεταμένως το θέμα. Τον λόγο έλαβε ο πληρεξούσιος Λυκούργος Τσουκαλάς, ο οποίος ανέφερε τα παράπονα των περιοίκων της Σαλαμίνας, περιέγραψε την οικτρή κατάσταση των προσφύγων και ζήτησε από τον υπουργό Εσωτερικών να ενημερώσει για τα μέτρα που έχουν ληφθεί από την κυβέρνηση. Εν συνεχεία, ο πληρεξούσιος Γ. Αναστασόπουλος ζήτησε την επίσπευση των μέτρων, ώστε να καθησυχασθούν οι κάτοικοι και επεσήμανε την διάσταση της πρόληψης για την προστασία της δημόσιας υγείας.

Απαντώντας, ο υπουργός Εσωτερικών Νικόλαος Στράτος, έκανε λόγο για αιφνιδιασμό της κυβέρνησης. «Ούτω προ ημερών ήλθον εκ Νοβορωσσίσκης 2.555 πρόσφυγες ευρισκόμενοι εις αξιοθρήνητον κατάστασιν, μετεφέρθησαν δε ενταύθα κατά τρόπον αξιοκατάκριτον διά τον πλοίαρχον του ατμοπλοίου. Εστιβάχθησαν εις τα αμπάρια και χολεριώντες και υγιείς έγιναν ένα και το αυτό. Το ατμόπλοιον όπερ τους μετέφερεν είχε προσεγγίσει εις την Θεσσαλονίκην, αλλ’ εκεί δεν ήτο δυνατόν να αποβιβασθούν λόγω μη υπάρξεως λοιμοκαθαρτηρίου διά την κάθαρσιν και μετεφέρθησαν εδώ όπου υπάρχει τοιούτον». Με την έλευση άλλων 2 ατμοπλοίων, ο αριθμός των προσφύγων ξεπέρασε τις 8.000 ψυχές, εκ των οποίων το 80% ήσαν Έλληνες και οι υπόλοιποι Αρμένιοι και Ρώσσοι. Εξαιτίας της ταλαιπωρίας που υπέστησαν κατά τον πλου, είχαν προσβληθεί από διάφορες ασθένειες και το πρόβλημα ήταν ακόμα οξύτερο: «διότι επρόκειτο ου μόνον περί διατροφής, αλλά και περί εξοικονομήσεως αυτών, ευρισκομένων εις οικτροτάτην κατάστασιν από πάσης απόψεως, και δη από υγιεινής». Υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν ήταν δυνατή η άμεση εγκατάστασή τους σε μόνιμες εστίες, οπότε τα ατμόπλοια που αρχικά είχαν καταπλεύσει στην Θεσσαλονίκη, εξαιτίας έλλειψης υποδομών, κατέπλευσαν εν συνεχεία στο Λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου στην Σαλαμίνα. Και εκεί όμως τα μέσα και οι υποδομές ήσαν ανεπαρκή (ελλείψεις σε απολυμαντικούς κλιβάνους, μαγειρεία), οπότε απαιτήθηκε η ανάπτυξη έκτακτης δραστηριότητας του προσωπικού, ενώ παρασχέθηκε και η αρωγή του Ναυστάθμου.

Σε κάθε περίπτωση, στις 16 Ιουνίου οι ασθενείς ανέρχονταν σε 466, εκ των οποίων: «136 εκ δυσεντερίας, 80 ύποπτοι χολέρας, 12 εξανθηματικού, 10 υποστρόφου πυρετού, 17 κοιλιακού τύφου, 10 ιλαράς, 8 εντερίτιδος, 7 φυματιώσεως, 10 ελονοσίας και οι υπόλοιποι εξ αυτών εξ άλλων νοσημάτων». Όπως εξήγησε ο υπουργός, τα πιο επικίνδυνα νοσήματα ήταν η χολέρα και ο εξανθηματικός τύφος στα οποία δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή, με τον αριθμό των πασχόντων από χολέρα να είναι σοβαρός, εν τέλει όμως, οι φόβοι μετάδοσης διαδοχικά στην Σαλαμίνα, τον Πειραιά και την Αθήνα, δεν επαληθεύθηκαν. Οι περίοικοι, βλέποντας το σύνολο των προσφύγων να καταφεύγει στο Λοιμοκαθαρτήριο, σχημάτισαν την εντύπωση ότι το σύνολο αυτών έπασχαν από χολέρα, όμως αυτό δεν ίσχυε και εν τέλει καμία μετάδοση νόσου δεν σημειώθηκε. Κατά τα άλλα, ελήφθησαν μέτρα για την ανακούφιση των υπολοίπων προσφύγων, οι οποίοι ταλαιπωρούμενοι από τον 12ήμερο πλου, δίχως τροφή και στοιβαγμένοι στα αμπάρια, είχαν πλήρως εξαντληθεί –πέραν της υφισταμένης εξάντλησής τους από τις προηγηθείσες στερήσεις στην Ρωσσία.

Μικρασιάτες πρόσφυγες έξω από το μετέπειτα κτήριο της Βουλής (Παλαιά Ανάκτορα), 1922-23.

Μεταξύ Μαΐου–Αυγούστου 1922, οι κρατικές υπηρεσίες ανέλαβαν το απαιτητικό έργο της απολύμανσης των προσφύγων, στις τάξεις των οποίων σημειώθηκαν πολλοί θάνατοι. Όμως από τις αρχές Αυγούστου, η κατάσταση φάνηκε να σταθεροποιείται καθώς αφ’ ενός μεν ολοκληρωνόταν η διαδικασία απολύμανσης/αποθεραπείας και άρχιζε η σταδιακή προώθηση προς αποκατάσταση σε περιοχές όπου εξευρέθησαν κατάλληλοι χώροι, όπως το Αίγιο και το Αγρίνιο. Στο β΄ δεκαήμερο του Αυγούστου όμως, η κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου, προκάλεσε μια νέα ασυλλήπτου μεγέθους ανθρωπιστική κρίση, με την έλευση σταδιακά περίπου 1.400.000 προσφύγων από την Θράκη και Μικρά Ασία. Η νέα αυτή τραγωδία του Ελληνισμού, άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην Ιστορία, που μοιραίως επισκίασε όλες τις προηγούμενες προσφυγικές εμπειρίες.

 

O Κωνσταντίνος Δ. Βλάσσης είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Σπουδών του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών & Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

 

 

 

ΠΗΓΕΣ

 

Αδημοσίευτες αρχειακές συλλογές

Υπουργείο Εξωτερικών/Υπηρεσία Διπλωματικού & Ιστορικού Αρχείου.

Κεντρική Υπηρεσία 1919, 1920, 1921, 1922, 1923.
Αρχείο Δημητρίου Γούναρη.

Γενικά Αρχεία του Κράτους.

Αρχείο Ύπατης Αρμοστείας Σμύρνης.
Αρχείο Πολιτικού Γραφείου Πρωθυπουργού 1917–1928.
Αρχείο Υπουργείου Υγείας.

Μουσείο Μπενάκη.

Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου.
Αρχείο Γεωργίου Μπαλτατζή.

Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης/Ελληνικό Λογοτεχνικό & Ιστορικό Αρχείο.

Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου.

Ακαδημία Αθηνών/Κέντρο Έρευνας Ιστορίας Νεότερου Ελληνισμού.

Αρχείο Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή.

The National Archives.

Cabinet Series.

National Archives.

Decimal Files.

Αρχείο Βουλής.

1921, 1922.

 

Άλλες πρωτογενείς πηγές

Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Γ΄ εν Αθήναις Συντακτικής των Ελλήνων Συνελεύ- σεως 1920–1921–1922. Τεύχος Δ΄, Ε΄ (Μάιος–Ιούλιος 1922).
Φύλλο Εφημερίδας Κυβερνήσεως.
Τεύχος Α΄, 1836, 1917, 1918, 1919, 1920, 1921, 1922.

 

Ημερήσιος Τύπος

Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 1922.
Εφημερίδα ΕΣΠΕΡΙΝΗ, 1922.
Εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, 1922.
Εφημερίδα ΣΦΑΙΡΑ, 1922.
Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ, 1922.
Εφημερίδα ΝΕΑ ΗΜΕΡΑ ΤΕΡΓΕΣΤΗΣ, 1922.
Εφημερίδα ΕΣΤΙΑ, 1922.
Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, 1922.
Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 1930.
Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ, 1922, 1930.
Εφημερίδα ΝΕΟΝ ΚΡΑΤΟΣ, 1932.
Εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝ, 1934.

 

Κύρια Βιβλιογραφία (κατά χρονολογική σειρά)

  • Υπουργείον Περιθάλψεως, Το Έργον των Αποστολών του Υπουργείου Περιθάλψεως – Πόντος, Κωνσταντινούπολις, Σμύρνη, Μακεδονία, εν Αθήναις εκ του τυπογραφείου Κων. Θεοδωροπούλου, 1920.
  • Μιχ. Χρ. Αιλιανού, Το έργον της ελληνικής περιθάλψεως, Υπουργείον Περιθάλψεως, εν Αθήναις, έκδοσις Γραφείου Τύπου Υπουργείου Εξωτερικών, 1921.
  • Θέμηδος Κώδιξ Εκατονδεκαετίας ήτοι Γενική Κωδικοποίησις ολοκλήρου της ελληνικής νομοθεσίας από της συστάσεως του Ελληνικού Κράτους μέχρι σήμερον, υπό τον τίτλον Κώδηξ Θέμιδος 1821–1931, επιμέλεια Αντωνίου Ν. Μαλαγαρδή, Τόμος Δ΄, Τόμος ΙΒ΄, εκδοτικός οίκος Ι. Ν. Ζαχαροπούλου, Αθήναι, 1933.
  • Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Η Εκστρατεία εις Μικράν Ασίαν 1919–1922, τόμος τέταρτος, Επιχειρήσεις Ιουνίου – Ιουλίου 1921, Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, Αθήναι, 1962.
  • ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν (1919–1922), τόμος έβδομος, Το τέλος της εκστρατείας 1922 – μέρος δεύτερον, Σύμπτυξις του Γ΄ Σώματος Στρατού, έκδοση Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, Αθήνα, 1987 – ανατύπωση αρχικής 1962.
  • Petsalis-Diomidis N., “Hellenism in Southern Russia and the Ukranian Campaign: Τheir Effect on the Pontus Question (1919)”, Balkan Studies, 13.2, 1972.
  • Γιάννης Γ. Μουρέλος, «Η γαλλοτουρκική προσέγγιση του 1921: Το Σύμφωνο Franklin- Bouillon και η εκκένωση της Κιλικίας», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, τόμος 4, 1983.
  • Ανδρέα Η. Ζαπάντη, Ελληνοσοβιετικές Σχέσεις 1917–1941, Μετ.: Αγγέλου Σ. Βλάχου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1989.

Jasmina Tomašević: Οι Σερβο-ελληνικές σχέσεις από τους απελευθερωτικούς αγώνες μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα

Jasmina Tomašević

 Οι Σερβο-ελληνικές σχέσεις από τους απελευθερωτικούς αγώνες μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα

 

Η Σερβία και η Ελλάδα απέκτησαν διπλωματικές σχέσεις μόλις το 1868. Μάλιστα, η γεωγραφική εγγύτητα των δύο χωρών, η κοινή θρησκεία και η αιώνια υπαγωγή τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά και πάνω απ’ όλα οι παρόμοιες ιστορικές συνθήκες κατά της μακροχρόνιας τούρκικης κυριαρχίας, έφεραν τους δύο λαούς πιο κοντά. Τον πρώτο καιρό, η αλληλεγγύη και συνεργασία των δύο χωρών αντικατοπτρίστηκαν στη ροή εθελοντών στη διάρκεια των εξεγέρσεων έναντι των Οθωμανών, κατά την Πρώτη σερβική εξέγερση (1804-1813) και την Επανάσταση του 1821.Η σερβική εξέγερση το 1804, που ήταν – τυπικά τουλάχιστον – ο πρώτος απελευθερωτικός αγώνας σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, βοήθησε τους Σέρβους να αποκτήσουν κύρος στα Βαλκάνια και μια καλύτερη εικόνα στη Δύση, όπου, για πολλούς, η χώρα ήταν σχεδόν ή πλήρως άγνωστη. Όμως, η εξέγερση αυτή, παρόλο που δεν κατέληξε στην πλήρη απελευθέρωση της Σερβίας, είχε απήχηση στις τουρκοκρατούμενες περιοχές των Βαλκανίων. Ταυτόχρονα διαδόθηκε και η φήμη των Σέρβων ως καλών πολεμιστών, γεγονός που αναγνωρίστηκε και από τους Έλληνες, δημιουργώντας εξ’ αρχής μια προνομιακή σχέση σε σύγκριση προς τους άλλους βαλκανικούς λαούς. Εν τέλει, με τους απελευθερωτικούς αγώνες και την ανεξαρτησία τους, η Σερβία και η Ελλάδα αναδείχθηκαν σε σημαντικούς πολιτικούς παράγοντες στα Βαλκάνια.2

Λαμβάνοντας υπόψη τους εξωτερικούς παράγοντες, μπορούν να διακριθούν τρεις διαφορετικές φάσεις στις σερβο-ελληνικές σχέσεις, από τις αρχικές αμοιβαίες εξεγέρσεις για την ανεξαρτησία μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η πρώτη φάση διήρκεσε μέχρι τη Συνθήκη του Βερολίνου. Πρόκειται για την εποχή που οι σχέσεις των δύο κρατών διαμορφώθηκαν γύρω από την ιδέα μιας βαλκανικής συμμαχίας εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης φάσης, η Ανατολική Κρίση (1875-1878) και οι αποφάσεις της Συνθήκης του Βερολίνου, ψύχραναν τις σχέσεις Σερβίας-Ελλάδας, εφόσον η πρώτη «αναγκάστηκε» να κατευθυνθεί προς το Νότο, διεκδικώντας περιοχές της λεγόμενης σερβικής Μακεδονίας και ακόμη νοτιότερες. Στη φάση αυτή η ιδέα της κοινής μάχης κατά των Οθωμανών πήρε τη μορφή της από κοινού αντιμετώπισης της βουλγαρικής επιρροής στη Μακεδονία και διήρκεσε μέχρι το 1903, όταν στη Σερβία δολοφονήθηκε το βασιλικό ζεύγος των Ομπρένοβιτς.Μετά από αυτό το γεγονός που απομόνωσε τη Σερβία από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες η εικόνα της αμαυρώθηκε, το Βελιγράδι έστρεψε τη ματιά του προς την Αθήνα, προσπαθώντας να αποκαταστήσει τις «παλιές, καλές» σχέσεις. Ο κοινός αγώνας έγινε εκ νέου πραγματικότητα κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, ενώ η σερβο- ελληνική συνεργασία και φιλία κορυφώθηκαν λίγους μήνες αργότερα – στον Β΄ Βαλκανικό.

 

Ηλίας Γκαράσανιν (πηγή: Βικιπαίδεια).
Ιωάννης Κωλέττης (πηγή: Βικιπαίδεια).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η πρώτη φάση των σερβο-ελληνικών σχέσεων, μέχρι τη Συνθήκη του Βερολίνου, απέπνεε το ρομαντικό πνεύμα μιας εποχής, γεμάτης με εθνικά προγράμματα, στη σκιά του βαλκανικού οράματος του Ρήγα Φεραίου. Την ίδια περίοδο της «Μεγάλης Ιδέας» του Κωλέττη, ο Σέρβος υπουργός Εξωτερικών Ηλίας Γκαράσανιν συνέταξε το 1844 το εθνικό πρόγραμμα «Νατσερτάνιε», που χρησιμοποιήθηκε ως βάση της σερβικής εξωτερικής πολιτικής μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.Από την άλλη, ο Φεραίος – που δολοφονήθηκε στο Βελιγράδι το 1798 – είχε κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές την ιδέα μιας βαλκανικής ομοσπονδίας με κυρίαρχη την ελληνική κουλτούρα και προσανατολισμένης στις αρχές της γαλλικής επανάστασης.Όμως, προσδιόρισε την Ορθοδοξία ως την κυρίαρχη θρησκεία του κράτους, δίνοντας έτσι έναν ιδιαίτερο ρόλο στους λαούς του ορθόδοξου μιλλέτ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εμπνευσμένοι από τις επαναστατικές ιδέες του Φεραίου, οι Έλληνες έδωσαν στην ορθόδοξη και πατριαρχική Σερβία ιδιαίτερη σημασία, από τη στιγμή που ήταν ενσωματωμένη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο μέχρι το 1879.6

Εξάλλου, το όραμα του Φεραίου για τη συμφιλίωση των Βαλκανίων και την απαλλαγή από τον τούρκικο ζυγό, για πολλά χρόνια ακόμα έμεινε ζωντανό στη μνήμη των βαλκανικών κρατών, ειδικά στη Σερβία, όπου ο Έλληνας επαναστάτης και συγγραφέας άφησε την τελευταία του πνοή.7 Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης μεταφράστηκε συμβολικά στη σερβική γλώσσα ο Θούριος. Προς τιμήν του, ο ρομαντικός ποιητής Βόισλαβ Ίλιτς – γνωστότερος ως ο Σέρβος Πούσκιν – έγραψε το 1892 το ποίημα Glasnik slobode (Μαντατοφόρος της Ελευθερίας), υποστηρίζοντας σθεναρά τις ιδέες του και εκφράζοντας την οδύνη για το θάνατο  «του μεγάλου γιου της Ελλάδος», «απογόνου των θαρραλέων Ελλήνων των μαχών του Μαραθώνα και των Πλαταιών».8

Ο Πύργος Νεμπόισα στο Βελιγράδι όπου οι Τούρκοι βασάνισαν και σκότωσαν τον Ρήγα Φεραίο μαζί με τους συνεργάτες του (πηγή: Εθνική Βιβλιοθήκη της Σερβίας).

Η ίδια φάση, μέχρι το 1878, αποτελεί την περίοδο των πρώτων γνωριμιών και προσεγγίσεων μεταξύ των δύο χωρών. Με την καθιέρωση των διπλωματικών και προξενικών αρχών επισημάνθηκαν οι διμερείς σχέσεις του Βελιγραδίου και της Αθήνας.Από τη στιγμή που η θεμελιώδης ιδέα της σερβο-ελληνικής συνεργασίας ήταν η κοινή δράση εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υπογράφτηκε η Συνθήκη του Φεσλάου τον Αύγουστο του 1867, με την οποία προβλεπόταν η στρατιωτική συνεργασία των δύο κρατών σε περίπτωση σύγκρουσης με αυτή την χώρα και ο διαμοιρασμός των βαλκανικών της εδαφών.

Με στόχο τη μεταξύ τους προσέγγιση, τα δυο μέρη έκαναν προσπάθειες και στα πεδία της εκπαίδευσης και του πολιτισμού. Κυκλοφόρησαν μεταφράσεις έργων με θέμα την ιστορία, τη λογοτεχνία και την παράδοση της γειτονικής χώρας, αλλά και εκδόσεις διάφορων άλλων πραγματειών και άρθρων με συντάκτες πολιτικούς και διανοούμενους της εποχής. Το έργο της προσέγγισης διευκόλυνε επίσης η παρουσία των Ελλήνων (σε μεγάλο βαθμό ελληνόφωνων Βλάχων) στη Σερβία, οι οποίοι πρωτοεγκαταστάθηκαν εκεί τον 16ο αιώνα. Οι εμπορευόμενοι εκπρόσωποι αυτών των παροικιών στην τουρκοκρατούμενη Σερβία και την αυστροκρατούμενη Βοϊβοντίνα λειτούργησαν ως φορείς του ελληνικού πολιτισμού. Μέσω των οικονομικών τους δραστηριοτήτων, κατάφεραν να αποκτήσουν σημαντικές περιουσίες και ανάλογο κοινωνικό και πολιτισμικό κύρος στη σερβική κοινωνία. «Οι Έλληνες-Βλάχοι κυριάρχησαν στην κύρια αγορά και στο Ζέρεκ (δήμος Παλιάς Πόλης), επισκιάζοντας τα σερβικά μαγαζιά που βρίσκονταν στην περιφέρεια του Βελιγραδίου», σημείωσε στο ιστορικό του μυθιστόρημα ο πρώτος Σέρβος συγγραφέας της επιστημονικής φαντασίας.10 Παρόλο που κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα το ελληνικό στοιχείο της Σερβίας αφομοιώθηκε για διάφορους λόγους, εξακολουθούσαν να παραμένουν φανερά τα ίχνη του.11

Το φρούριο του Βελιγραδίου σε λιθογραφία εποχής (πηγή: Βικιπαίδεια).

Με την ίδρυση των ελληνικών δημοτικών σχολείων στη Σερβία και την Αυτοκρατορία των Αψβούργων (Βελιγράδι το 1718, Νόβι Σαντ το 1730, Σάμπατς γύρω στα 1760, Σέμλινο το 1794 κ.ά.), που μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα έφτασαν τα 23, ακολούθησε η εισαγωγή της ελληνικής γλώσσας στη σερβική εκπαίδευση σε κάποια γυμνάσια, πολλά δημοτικά σχολεία, όπως και στην Εμπορική Σχολή του Βελιγραδίου.12 Αξίζει να σημειωθεί πως η ελληνική γλώσσα θεωρούνταν ως απαραίτητο προσόν για όσους ανήκαν στα ανώτερα στρώματα της κοινωνίας. Γι’ αυτό το λόγο, τα ελληνικά κατείχαν τα παιδιά του κνιάζ Μίλος, του πρωθυπουργού Πετρονίγιεβιτς και διάφορων εξεχουσών προσωπικοτήτων της εποχής.13 Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του βαφτιστικού του Μίλος και του προσωπικού γραμματέα της ηγεμόνισσας, Σρέτεν Πόποβιτς, που επισήμανε πως η γλώσσα αυτή αποτελούσε αδιαχώριστο μέρος της κατάλληλης μόρφωσης στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα: «(Μετά από το σερβικό σχολείο), όποιος ήθελε να συνεχίσει την μόρφωσή του πήγαινε στο ελληνικό… Όλοι οι διανοούμενοι του Βελιγραδίου έκλιναν προς την ελληνική μόρφωση».14 Σύμφωνα με μια άλλη μαρτυρία, όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα την προσέγγιση των Σέρβων – «εκείνων που δεν είχαν ούτε μια σταγόνα αίματος των προγόνων από τις Θερμοπύλες» – προς τους Έλληνες και Ρωμαίους φιλοσόφους.15 

Ταυτόχρονα με τη διδασκαλία, άρχισαν οι πρώτες μεταφράσεις στη σερβική γλώσσα με σκοπό να διευκολυνθεί η εκμάθηση της ελληνικής ως ξένης. Το έργο των δασκάλων – που ήταν και οι πρώτοι μεταφραστές – δεν περιορίστηκε μόνο στη μετάφραση των γραμματικών και λεξικών, αλλά περιέλαβε και τη συγγραφή βιβλίων με θέμα την Ελλάδα και τον πληθυσμό της, ώστε να έρθουν οι δύο λαοί πιο κοντά.16 Κατά την περίοδο αυτή, στη Σερβία κυκλοφόρησαν οι μεταφράσεις του Δημήτριου Δάρβαρη – του δασκάλου στο ελληνικό σχολείο του Σεμλίνου – η Χρηστοήθεια του Αντωνίου Βυζαντίου (1786), ο Πίνακας του Κέβητος και το Εγχειρίδιον του Επίκτητου (1799). Πέραν από αυτά τα έργα φιλοσοφικού χαρακτήρα, ο Δάρβαρης μετέφρασε και τον Καθρέφτη του Χριστιανισμού (1801), μια συλλογή διάφορων κειμένων Πατέρων της Εκκλησίας, με στόχο – όπως επισήμανε ο ίδιος – να μεταφέρει στο σερβικό λαό «ηθικά τους διδάγματα».17 Διδάσκοντας για πολλά χρόνια συνεισέφερε και με τη Γραμματική της απλής ελληνικής γλώσσας το 1806.18 Για τις μεταφράσεις του «στη σλαβενο-σερβική γλώσσα», έγραψε και ο πολιτικός Δημήτριος Νταβίντοβιτς, ιδρυτής της εφημερίδας Novine serbske, τονίζοντας τη συνεισφορά του στη σερβική λογοτεχνία.19 

Ακολούθησαν το Λεξικόν Ρωμαϊκοσλαβωνικόν (1803) και η Γραμματική Ελληνική περιέχουσα το ετυμολογικόν και συντακτικόν (1816) σε συγγραφή και μετάφραση του Γεωργίου Ζαχαριάδη από τον Τύρναβο, που δίδασκε επίσης στο ελληνικό σχολείο του Σεμλίνου από το Σεπτέμβριο του 1799.20 Ο Ζαχαριάδης υπήρξε και ο πρώτος μεταφραστής των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων στη Σερβία, ενώ κατά τις προηγούμενες δεκαετίες μεταφράζονταν μόνο τα βιβλία εκκλησιαστικού περιεχομένου.21 Το έργο του Ζαχαριάδη συνέχισε ο γιατρός και καθηγητής της ελληνικής γλώσσας στο Πρώτο Γυμνάσιο του Βελιγραδίου, ο Παναγιώτης Παπακωστόπουλος. Μετέφρασε την Αντιγόνη του Σοφοκλέους (1873), την Παραίνεσιν προς Δημόνικον του Ισοκράτη (1874), τους Νεκρικούς διαλόγους του Λουκιανού (1874), την Βατραχομυομαχία του Ομήρου (1877)22 και τέλος την Οδύσσεια (1881), η οποία απέσπασε τις θετικές κριτικές των σερβικών λογοτεχνικών κύκλων.23 Επιθυμώντας να διευκολύνει τους μαθητές του την εκμάθηση της ελληνικής γραμματικής, ο Παπακωστόπουλος συνέταξε και δημοσίευσε το 1878 το εγχειρίδιο Jelinski jezik (Ελληνική γλώσσα). 24

Το Λεξικόν Ρωμαϊκοσλαβωνικόν (1803) του Γ. Ζαχαριάδη (πηγή: Βιβλιοθήκη της Μάτιτσα Σρπσκα).
Η Ελληνική γλώσσα (1878) του Π. Παπακωστόπουλου (πηγή: Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Βελιγραδίου).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όσον αφορά την έκδοση ιστορικών βιβλίων, ικανών να προσεγγίσουν το ευρύτερο κοινό στη γειτονική χώρα, η παραγωγή τους ήταν μικρότερη, όχι όμως ανύπαρκτη. Δεν πέρασε απαρατήρητο σε αμφότερες τις πλευρές το έργο του πάροικου του Σεμλίνου, Τριαντάφυλλου Δούκα, η Ιστορία των Σλαβενο-Σέρβων (1807) που είχε ως έμπνευση την Πρώτη σερβική εξέγερση. Στη σερβική γλώσσα μεταφράστηκε μόλις το 1883, παρόλο που το έργο ήταν ήδη γνωστό για πολλές δεκαετίες στη Σερβία όπου είχαν μεταφραστεί κάποια αποσπάσματά του.25 Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η εξέγερση των Σέρβων είχε μεγάλη απήχηση στην Ελλάδα, όπως προκύπτει και από την ελληνική μετάφραση το 1862 του βιβλίου του Λεοπόλντ φον Ράνκε, Επανάστασις της Σερβίας συγγραφείσα κατά σερβικάς πηγάς και έγγραφα. Επίσης, ο ελληνικός Τύπος της εποχής, ειδικά κατά τη δεκαετία του 1860 – αλλά και γενικότερα κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα – έβρισκε τα θέματα της Πρώτης και της Δεύτερης σερβικής εξέγερσης ενδιαφέροντα και δημοσίευε άρθρα για τις μάχες, όπως και για τις προσωπικότητες του Καραγιώργη Πέτροβιτς και του Μίλος Ομπρένοβιτς.26

Ταυτόχρονα εκδίδονταν μελέτες που αφορούσαν το σέρβικο στρατό και τον εξοπλισμό του, θίγονταν διάφορα θέματα από την ιστορία και τη γεωγραφία της Σερβίας προβάλλοντας μια θετική εικόνα της χώρας – «αδελφήν της Ελλάδος, αδελφήν ου μόνον ομόθρησκον και ομοιοπαθή».27

Παρόμοια κατάσταση επικρατούσε επίσης στη σερβική δημοσιογραφία της εποχής, αλλά και γενικότερα στην εκδοτική παραγωγή της χώρας. Χρειάζεται όμως να τονιστεί πως η Σερβία σε σύγκριση με την Ελλάδα ακόμα δεν είχε αποκτήσει την ανεξαρτησία της. Για αυτό το λόγο, τέτοιες εκδόσεις που δημοσιεύονταν αποκλειστικά στο αυστριακό έδαφος ήταν λιγότερες αριθμητικά. Το Επτάκλωνο ανθοκλάδι αφιερωμένο στους αγωνιζόμενους Έλληνες του αναφερόμενου Πόποβιτς που γράφτηκε τη στιγμή της Ελληνικής Επανάστασης, «από την αγάπη προς τους πατριώτες Έλληνες, που για πολλούς αιώνες έδειχναν πως είναι άξιοι θαυμασμού», δεν είχε δημοσιευτεί ποτέ λόγω της αυστηρής αυστριακής λογοκρισίας.28 Δεν παραλείφθηκαν όμως εντελώς κάποια έργα, στα οποία εκθειάζονταν τα ελληνικά πολεμικά επιτεύγματα. Στη σερβική γλώσσα μεταφράστηκε το βιβλίο Ναυμαχία του Ναυαρίνου το 1829, όπου ο μεταφραστής εξέφρασε τη λύπη του για την «αιώνια σκλαβιά της αδερφικής χώρας», αλλά και τη χαρά του για την τελική συντριβή των Οθωμανών.29 Λίγες δεκαετίες αργότερα ακολούθησε και η μετάφραση της πραγματείας Ελληνική Επανάσταση: από την αρχή (1821) έως τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου (1827). Στην αρχή του προλόγου, ο μεταφραστής τόνιζε την εγγύτητα των δύο λαών που «είχαν την ίδια μοίρα».30 Επίσης, στις σερβόγλωσσες εφημερίδες31 μπορούσε ένας αναγνώστης να πληροφορηθεί για τον πληθυσμό, το κλίμα και τη γεωγραφία της Ελλάδας. Τα περισσότερα, όμως, άρθρα αφορούσαν τα ιστορικά θέματα, ειδικά την Επανάσταση του ‘21, «που μαζί με τις σερβικές εξεγέρσεις έμεινε στην ιστορία ως η θρυλική εποποιία».32

Η μετάφραση της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου (1829) στη σερβική γλώσσα (πηγή: Βιβλιοθήκη της Μάτιτσα Σρπσκα).

Την ίδια περίοδο ο ταγματάρχης του ελληνικού στρατού και αγωνιστής του ’21, Λάμπρος Κουτσονίκας, στο έργο του Γενική ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως (1863-1864), πρότεινε την ομοσπονδία των δύο αδελφών χωρών στον αγώνα ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.33 Όμως, ήταν πλέον αργά. Τα εθνικά προγράμματα της Ελλάδας, της Σερβίας και κατόπιν της Βουλγαρίας δεν μπορούσαν να συνυπάρξουν. Με λίγα λόγια, τα Βαλκάνια δεν ήταν αρκετά μεγάλα για να συμπεριλάβουν ταυτόχρονα μια Μεγάλη Σερβία του Γκαράσανιν, μια Μεγάλη Ελλάδα του Κωλέττη και μια Μεγάλη Βουλγαρία της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου. Σε αυτό το ρομαντικό και εν μέρει ουτοπιστικό πνεύμα της εποχής, η Σερβία και η Ελλάδα ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις, οι οποίες κατέληξαν στην υπογραφή της Συνθήκης του Φεσλάου, που όμως δεν έτυχε ποτέ βασιλικής επικύρωσης. Προέβλεπε τις περιοχές, που θα ενσωμάτωναν αμφότερες οι χώρες μετά την απελευθέρωση: η Ελλάδα τη Θεσσαλία, την Ήπειρο, τη Θράκη και τα νησιά του Αιγαίου, η Σερβία τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, τη βόρεια ζώνη της Αλβανίας και το Μαυροβούνιο, σε περίπτωση που το τελευταίο δεν θα επιθυμούσε να γίνει ανεξάρτητο κράτος.34 Είναι ασαφές σε τι είδους συμφωνία κατέληξαν οι δύο χώρες όσον αφορά τη Μακεδονία, γιατί το σερβικό εθνικό πρόγραμμα του Γκαράσανιν είχε διαφορετική αντίληψη για τα όριά της από την ελληνική πλευρά. Το συγκεκριμένο αυτό το ζήτημα παρέμεινε σε αφάνεια για λίγες ακόμη δεκαετίες. Η Σερβία του κνιάζ Μιχαήλ Ομπρένοβιτς (1860-1868), είχε ακόμη στραμμένο το βλέμμα προς τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η οποία θα της εξασφάλιζε τη διέξοδο στην Αδριατική.

Μόνο μια δεκαετία μετά την ηγεμονία του, η Σερβία κατευθύνθηκε προς τη Μακεδονία με αποτέλεσμα να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στις σερβο-ελληνικές σχέσεις. Με τη Συνθήκη του Βερολίνου, η Σερβία και το Μαυροβούνιο απέκτησαν την ανεξαρτησία τους, αλλά η διοίκηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης ανατέθηκε έστω και προσωρινά στην Αυστροουγγαρία. Η de facto αυτή προσάρτηση σήμαινε πως ένα μεγάλο μέρος των Σέρβων θα συνέχιζε να παραμένει υπό ξένη κυριαρχία και ταυτόχρονα ματαιώνονταν τα σχέδια του Βελιγραδίου για έξοδο στην Αδριατική. Έκτοτε η Σερβία άρχισε ενεργά να διεκδικεί περιοχές της βόρειας Μακεδονίας,35 καταπολεμώντας το έργο της βουλγαρικής Εξαρχίας, μέσω των διαφόρων απεσταλμένων, εκπαιδευτικών και κληρικών.36

Ταυτόχρονα η σερβική και η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησαν να βρουν μια συμβιβαστική λύση. Ο πολιτικός Στόγιαν Νοβάκοβιτς, μέλος της Επιτροπής για τα σερβικά σχολεία και τους Σέρβους δασκάλους στην Παλαιά Σερβία και τη Μακεδονία – που εφάρμοσε τη σερβική εθνική πολιτική στις εν λόγω περιοχές – και πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη (1886-1891) ανέπτυξε πρόγραμμα συνεργασίας με την ελληνική κυβέρνηση για την κατανομή της Μακεδονίας σε σφαίρες επιρροής. Ο Νοβάκοβιτς, που ήταν υποστηρικτής μιας συναινετικής σερβο-ελληνικής συμφωνίας,37 συζήτησε με τον Έλληνα πρεσβευτή Νικόλαο Μαυροκορδάτο με γνώμονα μια τέτοια προοπτική και την κατανομή της Μακεδονίας σε ελληνική και σερβική σφαίρα επιρροής. Συμφώνησαν να επιδικαστεί η βόρεια ζώνη στη Σερβία και η νότια στην Ελλάδα, αλλά υπήρξε διαφωνία για τη μεσαία ζώνη. Και οι δύο πλευρές διεκδικούσαν τη Στρώμνιτσα, το Μοναστήρι, το Κρούσοβο και την Αχρίδα. Ούτε οι νέες διαπραγματεύσεις, που ξεκίνησαν δύο χρόνια αργότερα, το 1892, καρποφόρησαν. Ο πολιτικός Βλάνταν Τζόρτεβιτς, απεσταλμένος του σερβικού κράτους στην Αθήνα, με πρωτοβουλία του Νοβάκοβιτς άρχισε διαπραγματεύσεις με τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών, Στέφανο Δραγούμη. Η σερβική πλευρά φάνηκε πρόθυμη για κοινή δράση των δύο κρατών εναντίον της Βουλγαρίας, αλλά δεν υποχωρούσε βορειότερα από το Μοναστήρι, το Κρούσοβο και τον Περλεπέ. Και η τελευταία προσπάθεια, το 1899, ανάμεσα στον αντιπρόσωπο της Σερβίας, τον Αλέξανδρο Μιλίτσεβιτς και τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Άθω Ρωμάνο, απέβη άκαρπη.38 Παρόλο που οι διαπραγματεύσεις δεν ευοδώθηκαν με συμφωνία για τη μεσαία ζώνη, μετεξελιχθηκαν σε βασική αρχή της διανομής της Μακεδονίας, απόφαση που απέκλειε τη Βουλγαρία, τον κοινό εχθρό των δύο χωρών.39

Οι οθωμανικές κτήσεις στα Βαλκάνια στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα (πηγή: Βικιπαίδεια).

Όμως, οι αντικρουόμενες βλέψεις για τη μεσαία ζώνη της Μακεδονίας οδήγησαν αναπόφευκτα σε ψύχρανση των διμερών σχέσεων. Τις επαφές δυσκόλεψε επιπρόσθετα η ουδέτερη στάση της σερβικής πλευράς στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, όταν μάλιστα παραχωρήθηκαν στη Σερβία – ως αντάλλαγμα από την Υψηλή Πύλη – εκπαιδευτικά και θρησκευτικά προνόμια στα βιλαέτια του Μοναστηρίου και της Θεσσαλονίκης.40 Εκδηλώθηκαν, ωστόσο, κάποιες προσπάθειες προσέγγισης κατόπιν πρωτοβουλίας και των δυο πλευρών. Το χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο εορτασμός της επετείου της μάχης του Κοσόβου στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου του 1889. Τρία χρόνια αργότερα, ένας άλλος Σέρβος πολιτικός, υποστηρικτής της διατήρησης των καλών σερβο- ελληνικών σχέσεων, ο Τσέντομιλ Μιγιάτοβιτς, έγραψε το έργο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Η τελευταία νύχτα της Πόλης. Σε αυτό τόνιζε το ηθικό δίκαιο και την ιστορική συνέχεια των Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη, επισημαίνοντας στην εισαγωγή πως «υπάρχει στον κόσμο μια αίσθηση ότι η Πόλη μπορεί σύντομα να αλλάξει και πάλι χέρια».41 Ο μύθος της μάχης του Κοσόβου ήταν αναπόσπαστο στοιχείο της εξέλιξης της σερβικής εθνικής ταυτότητας. Η «κοιτίδα των Σέρβων» ήταν ό,τι για τους Έλληνες η Κωνσταντινούπολη. Οι δύο λαοί, υποστηρίζοντας αλλήλους στον αγώνα για την απελευθέρωση των «πατρώων εδαφών», καμούφλαραν το επίκαιρο Μακεδονικό Ζήτημα. Μια ακόμη προσέγγιση ήταν η ανέγερση αγάλματος προς τιμήν του Φεραίου στο Βελιγράδι το 1889, με την επιγραφή «Στον Ρήγα Φεραίο. Ο σερβικός και ο ελληνικός λαός».42

Ο αδριάντας του Ρήγα Φεραίου στο Βελιγράδι (πηγή: Βικιπαίδεια).

Ωστόσο, αυτές οι προσπάθειες των δύο πλευρών, όπως ήταν και η επίσκεψη του Τρικούπη στο Βελιγράδι τον Ιούνιο του 1891, οι προετοιμασίες για υποδοχή Σέρβων φοιτητών στην Αθήνα, η οργάνωση συναυλιών για φιλανθρωπικούς σκοπούς στο Βελιγράδι για να στηριχθεί η Θεσσαλονίκη μετά από το σεισμό του 190243 και τα λογοτεχνικά άρθρα του πολιτικού και απεσταλμένου του σερβικού κράτους στην Αθήνα, του Βλάνταν Τζόρτζεβιτς44 δεν μπορούσαν να καλύψουν τη σοβαρότητα της διάστασης του Μακεδονικού Ζητήματος. Ακόμη και οι ειδήσεις ότι η ελληνική γλώσσα θα διδασκόταν υποχρεωτικά στα σερβικά γυμνάσια πέρασε σχεδόν ασχολίαστη στον ελληνικό Τύπο.45 Κατά τη διάρκεια αυτής της δεύτερης φάσης και οι δύο χώρες προσπαθούσαν να συμφιλιώσουν τις αντικρουόμενες βλέψεις για τα τουρκικά εδάφη στα Βαλκάνια, που «περίμεναν τους απελευθερωτές». Με το Μακεδονικό Ζήτημα, η «παραδοσιακή» σερβο-ελληνική φιλία τέθηκε σε δοκιμασία. Δεν αρκούσαν άλλο οι συνθήκες φιλίας και συμμαχίας γραμμένες σ’ ένα απλό χαρτί, οι αναφορές μιας βαλκανικής ομοσπονδίας του Ρήγα και τα άρθρα προς τιμήν της άλλης χώρας. Είχε φτάσει η στιγμή των αποφάσεων και των διπλωματικών συμπράξεων.46 Η αυξανόμενη παρουσία των Βουλγάρων στη Μακεδονία συνέβαλε στο να αναστείλουν προς στιγμή οι δύο πλευρές τις διαφωνίες τους και να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις για την καταπολέμηση της βουλγαρικής προπαγάνδας.

Η δολοφονία του βασιλιά Αλεξάνδρου Ομπρένοβιτς και της βασίλισσας Ντράγκα το Μάιο του 1903 διέκοψε πρόωρα τη φάση αυτή. Ουσιαστικά ήταν ένα πραξικόπημα που έφερε στο προσκήνιο την αντιπαράθεση μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών. Με τη βασιλοκτονία η Σερβία εγγράφηκε ως έθνος βαρβάρων στη μαύρη λίστα της Ευρώπης, όπου και παρέμεινε μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.47 Η αρνητική εικόνα, ως «πρωτόγονης, βαρβαρικής χώρας»,48 την οδήγησε σε ακόμη πιο μεγάλη απομόνωση. Δίχως Ευρωπαίους υποστηρικτές, έτσι απομονωμένη όπως ήταν, η Σερβία επιχείρησε εκ νέου προσέγγιση με τη Ελλάδα. Η Αθήνα δεν την απέρριψε, γνωρίζοντας πως οι Σέρβοι αποτελούσαν πλέον μικρότερο κίνδυνο στη Μακεδονία από τους Βουλγάρους και όσο αυτή η απομόνωση της Σερβίας γινόταν μεγαλύτερη, τόσο οι σερβο-ελληνικές σχέσεις παρουσίαζαν δυνατότητες βελτίωσης.49 Εξάλλου, παρ’ όλες τις προσπάθειες, η σερβική επιρροή στη Μακεδονία μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, ουδέποτε προσέλαβε απειλητικές για τους Έλληνες διαστάσεις.50 Ο πολιτικός Μιγιάτοβιτς, που είχε ήδη εκφράσει τη θετική του γνώμη για τους Έλληνες στο βιβλίο του, επανήλθε το 1910 με την ιδέα της βαλκανικής συμμαχίας. Συνεισέφερε έτσι στην αποκατάσταση των διμερών σχέσεων. Στα σχέδιά του περιέλαβε ακόμη και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, γιατί πίστευε πως έτσι μόνον θα ήταν εφικτή η αντιμετώπιση της Αυστροουγγαρίας.51

Η δολοφονία του βασιλιά Αλεξάνδρου και της βασίλισσας Ντράγκα στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Le Petit Parisien (πηγή: Βικιπαίδεια).

Όμως, και η Σερβία και η Ελλάδα έπρεπε να απαλλαγούν προηγουμένως από τον αιώνιο τους εχθρό, του οποίου η διάλυση «ήταν γραμμένη από πολύ καιρό στο βιβλίο της μοίρας».52 Τον Οκτώβριο του 1912, χωρίς να έχουν υπογράψει προηγουμένως συνθήκη συμμαχίας, οι δύο χώρες ενωμένες με τις δυνάμεις της Βουλγαρίας και του Μαυροβουνίου, κήρυξαν τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη συνέτριψαν σε σύντομο χρονικό διάστημα.53 Ως γνωστόν, η Συνθήκη του Λονδίνου, υπογεγραμμένη στις 30 Μαΐου του 1913, δεν ικανοποίησε τους συμμάχους και άφησε απροσδιόριστη τη μοίρα της Μακεδονίας. Η δυσαρέσκεια των χωρών για το διαγραφόμενο μέλλον των μακεδονικών εδαφών, ο αποκλεισμός της Σερβίας από την Αδριατική λόγω της δημιουργίας του ανεξάρτητου αλβανικού κράτους και η βουλγαρική παρουσία στη Θεσσαλονίκη, ώθησαν το Βελιγράδι και την Αθήνα στην υπογραφή Μυστικού Προκαταρκτικού Πρωτοκόλλου.54 Η σημασία της σερβο-ελληνικής συμμαχίας αποδείχθηκε γρήγορα στην πράξη. Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, στις 10 Αυγούστου, η Σερβία και η Ελλάδα απέκτησαν νέα εδάφη εις βάρος της Βουλγαρίας και, για πρώτη φορά στην ιστορία τους, κοινά σύνορα.

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι ήταν σημαντικοί ιστορικοί σταθμοί της τρίτης φάσης των σερβο-ελληνικών σχέσεων. Οι δύο πλευρές λησμόνησαν τις διαφωνίες τους για τη μεσαία ζώνη της Μακεδονίας. Έμεινε όμως μια θλίψη από ελληνικής πλευράς για το Μοναστήρι, το οποίο ο σερβικός στρατός κατέλαβε στις 19 Νοεμβρίου του 1912.55 Και οι τρεις φάσεις των σερβο-ελληνικών σχέσεων μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επηρεάστηκαν από την ιδέα της συμμαχίας και φιλίας, που είχε τις ρίζες της στο όραμα της βαλκανικής ομοσπονδίας του Φεραίου και στις πρώτες εξεγέρσεις των δύο κρατών εναντίον του οθωμανικού καθεστώτος. Η ιδέα αυτή δεν άλλαζε, παρά μόνο οι εχθροί. Ο πρώτος στη σειρά ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο αιώνιος κατακτητής των Βαλκανίων, ο οποίος, εγκαταλείποντας σταδιακά τα ευρωπαϊκά εδάφη πολλαπλασίασε τα περιθώρια συγκρούσεων ανάμεσα στα βαλκανικά κράτη. Η Σερβία, που μέχρι τη Συνθήκη του Βερολίνου, πρόβαλλε ως σωτήρας όχι μόνο του σερβικού λαού, αλλά και όλων των Νοτίων Σλάβων στα Βαλκάνια, απέτυχε στην αποστολή της, λόγω της αυστριακής προσάρτησης της Βοσνίας- Ερζεγοβίνης. Στρεφόμενη εκ των πραγμάτων προς τη Μακεδονία, την «προίκα» των Οθωμανών, άρχισε να βλέπει το σύμμαχό της στον αγώνα εναντίον του Σουλτάνου – την Ελλάδα – με διαφορετικό, περισσότερο ανταγωνιστικό μάτι. Ας τονιστεί πάντως ότι κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και των ανταγωνισμών για τη κατανομή της Μακεδονίας, το – ιδιαίτερα ελληνικά διατεθειμένο – Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν ήταν σύμμαχος του Βελιγραδίου. Το αντίθετο. Η Σερβική Εκκλησία δεν μπορούσε να συγκρουστεί με το «μητρικό» της Πατριαρχείο, ούτε όμως και να το εγκαταλείψει.56

Παρ’ όλες τις διαταραχές στις σερβο-ελληνικές σχέσεις, η ιδέα της συμμαχίας συνεχίστηκε, και η βασική ιδέα των Σέρβων πολιτικών να βρεθεί μια συναινετική λύση με την ελληνική πλευρά για τη διανομή της Μακεδονίας τελικά ευοδώθηκε. Μάλιστα, πριν από τη συντριβή του βουλγαρικού στρατού στη Μακεδονία, έκανε την εμφάνισή της και η ιδέα μιας συμμαχίας εναντίον της Αυστροουγγαρίας, η οποία όμως δεν προχώρησε. Η σερβο-ελληνική συνθήκη συμμαχίας του 1913 προέβλεπε την αμυντική σύμπραξη σε περίπτωση επίθεσης τρίτης χώρας, αλλά ο βασιλιάς Κωνσταντίνος δεν τη θεώρησε δεσμευτική ένα χρόνο αργότερα, όταν ο Μεγάλος Πόλεμος απέκτησε παγκόσμιο χαρακτήρα. Εξάλλου, ούτε το Βελιγράδι ήταν διατεθειμένο να υποστηρίξει με τα όπλα την Αθήνα στο ζήτημα των νησιών του Βορείου Αιγαίου. Αν σκεφτεί όμως κανείς, θα ήταν πράγματι παράλογη – για τα γεωπολιτικά δεδομένα της εποχής – η παρέμβαση της Ελλάδας σε έναν περιφερειακό αυστρο-σερβικό πόλεμο, όπως και η σερβική ανάμειξη σε μια τοπική ελληνο- τουρκική σύγκρουση για το ζήτημα των νησιών που δεν ανήκαν στη δική της σφαίρα συμφερόντων57 και επί των οποίων η Σερβία δεν ασκούσε κανένα απολύτως δικαίωμα.

Αν θα κάναμε την υποθετική ερώτηση ποια από αυτές τις δύο χώρες είχε μεγαλύτερη ανάγκη για να πλησιάσει την άλλη, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως αυτή ήταν η Σερβία.58 Η Αθήνα ζήτησε τη σερβική χείρα βοήθειας μόνο μια φορά, εκείνο το καλοκαίρι του 1913, όταν στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας ήταν παρούσες βουλγαρικές μονάδες. Σε σύγκριση με την Ελλάδα, η Σερβία δεν είχε θαυμαστές στη Δύση. Ήταν μια αγροτική χώρα των Βαλκανίων ελάχιστα αναγνωρίσιμη και μετά από τη βασιλοκτονία ακόμη λιγότερο δημοφιλής. Ειδικά μετά από το 1903, η Σερβία προσπαθούσε με διάφορους τρόπους να προσεγγίσει την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό. Από την άλλη, η «κοιτίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού», διέθετε τη μακροχρόνια παράδοση του δυτικού φιλελληνισμού ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα, θεωρητικού αλλά και έμπρακτου.59 Οι Σέρβοι διανοούμενοι, όπως ο Νοβάκοβιτς, ο φιλόλογος Βουκ Στεφάνοβιτς Κάρατζιτς και ο ιστορικός Γιόβαν Ράγιτς, αντιλαμβάνονταν τη διαφορετική απήχηση της Πρώτης σερβικής εξέγερσης και της Ελληνικής Επανάστασης στην Ευρώπη. Ο Ράγιτς έγραψε: «Έτσι η Ελλάδα απέκτησε τη μισή Θεσσαλία το 1878, χωρίς όπλα και χωρίς ούτε μια ανθρώπινη ζωή χαμένη».60

Μήπως ο σερβικός λαός, κυρίως λόγω του μύθου της σερβο-ελληνικής φιλίας, που για δεκαετίες προωθούσαν οι πολιτικοί των δύο κρατών, περίμενε κάποιες πράξεις από τους Έλληνες «εκ φύσεως»; Σε ερώτηση για την Ανατολική Ομοσπονδία, ο βασιλιάς Νικόλαος του Μαυροβουνίου δήλωσε στο Παρίσι το 1883 πως δεν υπήρχε συμφωνία των κρατών του Αίμου, επρόκειτο απλώς για μια «φυσική σχέση».61 Τα ίδια είχε δηλώσει και ο βασιλιάς Μίλαν στη Βιέννη, λίγους μήνες πριν από τη δήλωση του Τρικούπη πως η χώρα του δεν έδειχνε ενδιαφέρον για τέτοιες συνεργασίες. Από αυτές τις βασιλικές δηλώσεις φαίνονται οι πεποιθήσεις τους για μια «αδελφότητα» των βαλκανικών κρατών, η οποία πιθανότατα να μην υπήρχε. Ίσως λόγω αυτής της «φυσικής σχέσης», η Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Ελλάδα ήταν οι μοναδικές χώρες που δεν υπέγραψαν τη συνθήκη συμμαχίας στις παραμονές του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου; Ούτε οι σερβικοί, αλλά ούτε οι ελληνικοί διπλωματικοί κύκλοι έδειχναν κάποια ιδιαίτερη ανησυχία γι΄ αυτό το ζήτημα.62 Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο εορτασμός του Γεωργίου Α΄ της Ελλάδας στις 6 Μαΐου του 1912 στη Σερβία. Ο σερβικός λαός, που γιόρταζε πανηγυρικά στους δρόμους του Βελιγραδίου την εορτή του τελευταίου, προκάλεσε στην Ελλάδα μεγάλη έκπληξη. Ένας Έλληνας ανταποκριτής έγραψε: «Ουδείς ανέμενε και κανείς δεν θα θελήση να πιστεύση εις την αυθόρμητον εκδήλωσιν εκ μέρους των Σέρβων τοσούτης παροχής φιλελληνικών συναισθημάτων».63

Η Ελλάς και η Σερβία συμφωνούν επί χάρτου στη μεταξύ τους διανομή των κερδών του πολέμου τους κατά της Τουρκίας (πηγή: Τίτος Ι. Αθανασιάδης, Οι μεγάλοι πόλεμοι της Ελλάδος, 1912 – 1913 / 1940 – 1941, Αθήνα: 1995).

Παρ’ όλες τις συγκρούσεις των προηγουμένων δεκαετιών λόγω του Μακεδονικού, οι Σέρβοι, μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο παρέμειναν στα μάτια των Ελλήνων οι πιο αγαπημένοι τους Σλάβοι, οι πιο χρήσιμοι και οι πιο έξυπνοι. Ο λαός τους ήταν «θαρραλέος», «περήφανος», «εργατικός» και «θιασώτης της ελευθερίας». Οι Έλληνες στα μάτια των Σέρβων αποτελούσαν έναν «αδελφικό» λαό και η χώρα τους μια «αδελφική» χώρα, που ήταν φορέας του Χριστιανισμού μαζί με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπου η σερβική εκκλησία έμεινε ενταγμένη για αιώνες. Ο κοινός εχθρός στα Βαλκάνια – πρώτον η Οθωμανική Αυτοκρατορία και κατόπιν η Βουλγαρία – έφερνε τους δύο λαούς πιο κοντά. Οι Έλληνες περιγράφηκαν ως άνθρωποι «περήφανοι» λόγω της καταγωγής τους και της κληρονομιάς του αρχαίου πολιτισμού τους. Αυτοί, όπως και οι Σέρβοι, ήταν οι λαοί με πνεύμα ανεξαρτησίας και περιγράφηκαν ως πολεμιστές της εθνικής ιδέας και ως άτομα με εθνική αυτοσυνειδησία.64 Παρόλο που ο μύθος της σερβο-ελληνικής φιλίας δεν ήταν πάντα η αντανάκλαση της πραγματικότητας – όπου δεν συμβάδιζαν πολύ συχνά οι «πολιτικές αντιπαλότητες»65 και τα συναισθήματα των δύο λαών – έβρισκε τον τρόπο να επιβιώσει μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και, εξάλλου, μέχρι τις ημέρες μας. Η σερβο-ελληνική συνεργασία και φιλία, όσο και να ακούστηκε κατά περιόδους σαν μια «κενή φράση», αποτέλεσε αναπόσπαστο στοιχείο της σερβικής και ελληνικής εθνικής συνείδησης.66

Η Jasmina Tomašević είναι κάτοχος τίτλου μεταπτυχιακών σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 1. Για τη συνεργασία των Σέρβων και των Ελλήνων κατά τη διάρκεια των απελευθερωτικών τους αγώνων, βλ. Μιχαήλ Θ. Λάσκαρις, Έλληνες και Σέρβοι κατά τους απελευθερωτικούς των αγώνας 1804-1830, Αθήνα, 1936, σ. 13-88.ֹ Σπύρος Λουκάτος, Σχέσεις Ελλήνων μετά Σέρβων και Μαυροβουνίων κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν,   1823-1826,  Θεσσαλονίκη, 1970, σ. 27-162.ֹ Σπύρος Λουκάτος, «Σέρβοι, Μαυροβούνιοι και Βόσνιοι, μαχητές της ελληνικής ανεξαρτησίας, 1821- 1829», Ίδρυμα  Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 187 (1979), 101-151. ֹΑνώνυμος, Συνεργασία Ελλήνων και Σέρβων κατά τους απελευθερωτικούς αγώνες, 1804-1830: 1ο  Ελληνοσερβικό  Συμπόσιο, Θεσσαλονίκη,  1979, σ. 9-260. Ιωάννης  Παπαδριανός, Η ελληνική παλιγγενεσία του 1821 και η βαλκανική της διάσταση, Κομοτηνή, 1996, σ. 23-47. ֹΙωάννης Παπαδριανός, «Μαυροβούνιοι εθελοντές στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων στα 1821», Ελληνομαυροβουνιώτικο Συνέδριο 1, Θεσσαλονίκη, 2000, σ. 160-178. Barbara Jelavich,«The Balkan Nations and the Greek War of Independence», Balkan Studies Θεσσαλονίκη, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 156 (1976), 157-169.ֹ Barbara Jelavich, History of the Balkans. Eighteen and Nighteen Centuries, τόμ. Α΄, Cambridge, 1983, σ. 171-234.ֹ Dimitrije Đorđević, Nacionalne revolucije balkanskih naroda 1804–1914, Beograd, 1995, σ. 23-25, 34-35.ֹ Kliment Džambazovski, «Grci u Prvom srpskom ustanku», Balkan Studies, Θεσσαλονίκη, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 187 (1979), 185-195.ֹ Lazar Tomanović, Bokelji u ratu za oslobođenje gr ko, Zadar, 1873, σ. 5-43.ֹ Dušan Kašić, «Grčki ustanak i Srbi: povodom proslave 150-godišnjice ustanka grčkog naroda», Teološki pogledi: dvomesečni versko naučni časopis, IV/2 (1971), 143- 154.ֹ Nebojša Ozimić, «Melentijeva buna: doprinos niškog sveštenstva Grčkom ustanku 1821. godine», Crkvene studije: godišnjak Centra za crkvene studije, III/3 (2006), 389-394.

2. Υπάρχουν μόνο δύο μελέτες γραμμένες στη σερβική γλώσσα για τις σερβο-ελληνικές σχέσεις πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, βλ. Slavenko Terzić, Srbija i Grka (1856-1903): borba za Balkan, Beograd, ֹ Vladan Đorđević, Srbija i Grčka 1891-1893: prilog za istoriju srpske diplomatije pri kraju XIX veka, Beograd, 1923.

3. Terzić, ό.π., σ. 410.

4. Περισσότερο για το σερβικό εθνικό πρόγραμμα «Νατσερτάνιε», βλ. Dragoslav Stranjaković, Kako je postalo Garašaninovo „Na ertanije“, Beograd, 1939.ֹ Μελπομένη Κατσαροπούλου, Η προγραμματική βάση της σερβικής εθνικής πολιτικής τον 19ο και 20ό αι. Το «Naertanije» του Ηλία Γκαράσανιν, Θεσσαλονίκη, 2003.

5. Mark Mazower, Τα Βαλκάνια, Κώστας Κουρεμένος (μτφρ.), Αθήνα, 2003, σ. 27-28.

6. Radoslav Grujić – Sava Vuković, Pravoslavna srpska crkva: kulturno-istorijska baština, Kragujevac, 1989, σ. 151.

7. Το παρόμοιο όραμα για την απαλλαγή από τον τουρκικό ζυγό μοίραζε ένας άλλος έλληνας επαναστάτης, που άφησε επίσης την τελευταία του πνοή στο σερβικό έδαφος. Ο αγωνιστής του ΄21 από την περιοχή της Νάουσας, ο Δημήτριος Καρατάσος ήταν υποστηρικτής της σερβο-ελληνικής συνεργασίας για την οποία πίστευε πως ήταν η μόνη που μπορούσε να δώσει τέλος στην οθωμανική κυριαρχία στα Βαλκάνια. Με αυτή την ιδέα έφτασε στη Σερβία το 1861, αλλά είχε πεθάνει πριν να υπογράψει τη συμφωνία με τη σερβική πλευρά. Θάφτηκε με όλες τις τιμές κατά τη διαταγή του κνιάζ Μιχαήλ Ομπρένοβιτς, που του αφιέρωσε αυτούς τους στίχους γραμμένους στον τάφο του: «Περαστικέ, ενθάδε κείται ο ήρωας από το πεδίο μάχης μεγάλο και ιερό, από που πηγάζει η χαρά της Ελλάδος… Αν πας ποτέ σ΄ εκείνα τα μακρινά μέρη όπου μένουν οι Έλληνες, τα αδέρφια μας, πες τους πως εμείς ξέρουμε να εκτιμάμε τα πλήγματα, πες τους πως και αυτή η χώρα είχε απελευθερωθεί με αίμα», βλ. Milan Grol, Iz predratne Srbije, Beograd, 1939, σ. Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι φιλέλληνες κατά την Επανάστασιν του 1821. Διπλωματικαί διαπραγματεύσεις-πολεμικός αγών», Συνεργασία Ελλήνων και Σέρβων κατά τους απελευθερωτικούς αγώνες, σ. 71.

8. Για το Φεραίο έγραψαν και οι άλλοι σέρβοι συγγραφείς και ποιητές του 19ου αιώνα: ο Γιόβαν Στέριγια Πόποβιτς το έργο Rigine ode i himne Grcima (Ωδαί και ύμνοι του Ρήγα προς τους Έλληνας) το 1821 και το Sedmograno cvetno drvo posvećeno borbenim Grcima (Επτάκλωνο ανθοκλάδι αφιερωμένο στους αγωνιζόμενους Έλληνες) που παρέμεινε αδημοσίευτο, ο Σβέτομιρ Νικολάγιεβιτς το έργο Riga od Fere, pesnik i patriota (Ο Ρήγας Φεραίος, ποιητής και πατριώτης) το 1889, ο Πέρα Τοντόροβιτς το έργο Misterija Beograda (Το μυστήριο του Βελιγραδίου) το 1889 κ.ά.

9. Από το 1868 έως το 1903, η Ελλάδα διατηρούσε στο Βελιγράδι έναν επιτετραμμένο – με εξαίρεση την περίοδο 1868-1880 όταν διέθετε και γενικό πρόξενο. Ταυτόχρονα, η Σερβία διατηρούσε επιτετραμμένους στην Αθήνα κατά τις συγκεκριμένες περιόδους (1876, 1882-1885, 1886-1889 και 1891-1903), βλ. Lukijanos Hasiotis, Srpsko-gr ki odnosi 1913-1918. Savezni ke prednosti i politika rivalstva, Jasmina Tomašević (μτφρ.), Novi Sad, 2017, σ. 26

10. Στο μυθιστόρημα παρουσιάστηκε η ζωή των σημαντικών ελληνικών και βλάχικων οικογενειών του Βελιγραδίου, αλλά και η προσπάθεια των σέρβων εμπόρων να ενταχθούν στους εμπορικούς τους κύκλους, βλ. Dragutin J. Ilić, Hadži-Diša: roman iz života starog Beograda, Beograd, 1908, σ. 7.

11. Για τις εγκαταστάσεις των Ελλήνων στη Σερβία, τις οικονομικές, εκκλησιαστικές και εκπαιδευτικές τους δραστηριότητες, όπως και την κοινωνική τους θέση στη σερβική κοινωνία βλ. κυρίως Ιωάννης Α. Παπαδριανός, Οι Έλληνες της Σερβίας (18ος-20ος αι.), Αλεξανδρούπολη, 2001, σ. 7-114.ֹ Ιωάννης Α. Παπαδριανός, Οι Έλληνες πάροικοι του Σεμλίνου, 18-19ος αι. Διαμόρφωση της παροικίας, δημογραφικά στοιχεία, διοικητικό σύστημα, πνευματική και πολιτιστική δραστηριότητα, Θεσσαλονίκη, 1988, σ. 9-260.ֹ Joanis Papadrianos, «Grčka škola u Zemunu i Srbi (XVIII i XIX vek)», Balcanica, 22 (1991), 281-291.ֹ Jovanka Đorđević-Jovanović, «Grci u Beogradu. Skrivene manjine na Balkanu», Posebna izdanja Balkanološkog Instituta, 82 (2004), 157-175.

12. Περισσότερο για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία της Σερβίας, βλ. Jovanka Đorđević-Jovanović, «Η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στο Βελιγράδι. Από τον 18ο αιώνα μέχρι το 1921», Διαβαλκανικό Συνέδριο 2, Κομοτηνή, 2002, σ. 165-171.

13. Ο δάσκαλος ονόματι Κωνσταντίνος Ράνος βρέθηκε στην υπηρεσία του κνιάζ Μίλος και δίδασκε ελληνικά στα παιδιά του, βλ. Mita Petrović, Finansije i ustanove obnovljene Srbije do S jednim pogledom na raniji istorijski razvoj finansijskog uređenja u Srbiji: po originalnim dokumentima, τόμ. Α΄, Beograd, 1897, σ. 751, 754-756. Επίσης, ορισμένοι Σέρβοι όπως ο ποιητής Σίμα Μιλουτίνοβιτς Σαραγίλια και οι πολιτικοί Ηλίας Γκαράσανιν και Βλάνταν Τζόρτζεβιτς πήγαιναν και στο ελληνικό σχολείο στο Σέμλινο και το Βελιγράδι, βλ. Milan Đ. Milićević, Pomenik, Beograd, 1971, σ. 172.ֹ Dušan J. Popović, O Cincarima: prilozi pitanju postanka naše čaršije, Beograd, [b.g.], σ. 221, 239.

14. Sreten Popović, Putovanje po novoj Srbiji: (1878 i 1880), Beograd, 1950, σ. 434.

15. Ilić, ό.π., σ. 15.

16. Πέραν από τη γλώσσα, στα ελληνικά σχολεία διδάσκονταν και η ελληνική ιστορία, βλ. Popović, ό.π., σ. 242.

17. Dimitrije Nikolajević Darvar (επιμ. και μτφρ.), Zercalo Hristianskoe, Budim, 1801, σ. 7.

18. Vladan Đorđević, Grčka i srpska prosveta, Beograd, 1896, σ. 223.

19. Popović, ό.π., σ. 219.

20. Εκτός από τα βιβλία του Ζαχαριάδη που ήταν και τα πρώτα που χρησιμοποιήθηκαν στην εκπαίδευση, για τον ίδιο σκοπό κυκλοφόρησαν στη Σερβία διάφορα λεξικά και γραμματικές: τα λογοτεχνικά αποσπάσματα με σύντομο λεξικό της ελληνικής γλώσσας σε συγγραφή του δασκάλου στο ελληνικό σχολείο του Σεμλίνου και του μεταφραστή του Κοραή στη σερβική γλώσσα, του Βουκάσιν Ράδισιτς (1837), το λεξικό με καθημερινές εκφράσεις στην ελληνική και τουρκική γλώσσα του Ράντοβ Πέντσο (1845), η γραμματική της σερβικής και ελληνικής γλώσσας (1845) και το διδακτικό εγχειρίδιο για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στην Εμπορική Σχολή του παιδαγωγού Ευθυμίου Αμπράμοβιτς (1846, 1855), το μικρό σερβο-ελληνικό λεξικό του Ρίστα Γιοβάνοβιτς (1855), η γραμματική της σερβικής και ελληνικής γλώσσας του δασκάλου στο ελληνικό σχολείο του Νόβι Σαντ, του Νικόλαου Γιαννακίδη (1863) κ.ά.

21. Ο Ζαχαριάδης μετέφρασε στη σερβική ή σλαβοσερβική γλώσσα τα εξής έργα των αρχαίων Ελλήνων: H Περί παίδων αγωγής του Πλουτάρχου του Χαιρωνέως (1807), όπως και τα Γαμικά παραγγέλματα του ίδιου συγγραφέα (1808), η Παραίνεσιν προς Δημόνικον του Ισοκράτη (1807), Η δίκη των φωνηέντων του Λουκιανού του Σαμοσατέως (1834) που την υπέγραψε με το ψευδώνυμο «Φιλοσέρβος Κρίτων» και το έργο Hranilište iliti amajlija (Βιότοπος ή φυλαχτό) (1837), που ήταν η συλλογή διάφορων αποφθεγμάτων και σκέψεων των σοφών ανθρώπων της αρχαίας Ελλάδας, βλ. Žarko Vojnović (επιμ.), Srpska bibliografija: knjige: 1801-1867, τόμ. Α΄, Beograd, 2019, σ. 88, 115, 123, 176, 294, 316, 345, 385.

22. Ο Παπακωστόπουλος υποστήριξε τη λανθασμένη άποψη της ελληνιστικής εποχής ότι ο Όμηρος ήταν συγγραφέας του έπους Βατραχομυομαχία.

23. Jovanka Đorđević-Jovanović, «Ο ιατροφιλόσοφος Παναγιώτης Παπακωστόπουλος, απόδημος στη Σερβία από το Βελβενδό Δυτικής Μακεδονίας», Η Δυτική Μακεδονία κατά τους χρόνους της τουρκικής κυριαρχίας με έμφαση στους Δυτικομακεδόνες απόδημους στις βαλκανικές χώρες (15 ος αιώνας έως το 1912), Σιάτιστα, 2003, σ. 2-5.

24. Εκτός από το έργο των τριών ελλήνων δασκάλων και καθηγητών, μέχρι τη Συνθήκη του Βερολίνου στη Σερβία δημοσιεύτηκαν ελληνικά βιβλία και μεταφράσεις από την ελληνική γλώσσα, που συνήθως είχαν ως θέμα τη θρησκεία. Ο σέρβος λογοτέχνης και ιερέας Βιτσέντιε Ράκιτς, που είχε γράψει και τη συλλογή ποιημάτων για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1854), ήταν ιδιαίτερα παραγωγικός μεταφραστής: το κρητικό θρησκευτικό δράμα Η θυσία του Αβραάμ (1799), το Φυλακτήριον της ψυχής του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου (1800), το Άνθος Χαρίτων του Τομμάσο Γκοτζαντίνι (1800), τα ηθικά διδάγματα του Αγίου Σπυρίδωνα του Θαυματουργού (1802), η συλλογή προσευχών στον Χριστό και την Παναγία (1808), τα Θαυμάσια της υπεραγίας Θεοτόκου του Αγαπίου Λάνδου (1808), η συλλογή ποιημάτων του ιατροφιλοσόφου από τη Κοζάνη, του Γεωργίου Σακελλαρίου (Plač Đorđa Saćelarija, na smrt ljubezne svoje supruge Naste Karakase, 1821) κ.ά., βλ. Vojnović, ό.π., σ. 84, 119, 122, 134, 146.

25. Gordana Blagojević, «Τριαντάφυλλος Δούκας, Ιστορία των Σλαβενοσέρβων», Balcanica, 35 (2004), 357.

26. Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, στα σερβικά αναγνωστήρια μπορούσε να διαβάσει κανείς πάνω από 230 εφημερίδες σε 14 ξένες γλώσσες. Κάποιες απ’ αυτές ήταν και στην ελληνική γλώσσα που έφταναν τακτικά από την Ελλάδα, όπως οι Αιών, Αθήνα, Αμάλθεια, Ελλάδα, Ημέρα, Θεολόγος, Ισοκράτης, Τηλέγραφος και Χρόνος, βλ. Desanka Stamatović, «Strani i domaći časopisi i novine u srpskim čitalištima druge polovine XIX veka», Nauka i tehnika u Srbiji druge polovine XIX veka (1854-1904), Todor I. Podgorac (επιμ.), Kragujevac, 1998, σ. 714.ֹ Đorđević-Jovanović, «Grci u Beogradu», 165.

27. Βασίλης Κ. Γούναρης, Τα Βαλκάνια των Ελλήνων: Από το Διαφωτισμό έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Αθήνα, 2007, σ. 321-323.

28. Στην προσπάθεια να εκδώσει το βιβλίο του, ζήτησε τη βοήθεια του φιλολόγου και μεταρρυθμιστή της σερβικής γλώσσας, του Βουκ Στεφάνοβιτς Κάρατζιτς, «να βρει έλληνες και σέρβους συνδρομητές» που θα στήριζαν οικονομικά την έκδοσή του. Από τη στιγμή που το έργο παρέμεινε αδημοσίευτο μέχρι τις μέρες μας, γνωρίζουμε πως ο Κάρατζιτς απέτυχε στην αποστολή αυτή, βλ. Vuk Stefanović Karadžić, Prepiska III, 1826–1828, Golub Dobrašinović (επιμ.), Beograd, 1989, σ. 64-65.ֹ Kosta Milunović, «Grčki ustanci u srpskoj književnosti», Braničevo: časopis za književnost, kulturna i društvena pitanja, 2-3 (Μάρτιος-Ιούνιος 1967), 10.

29. Ανώνυμος, Boj kod Navarina ili razorenje turske flote, Avram Branković (μτφρ.), Budim, 1829, σ. VII-XII.

30. Karl Heinrich Hermes, Ustanak grčki: od početka (1821), do bitke pod Navarinom (1827 god.), Đorđe Protić (μτφρ.), Novi Sad, 1829, σ. I.

31. Χρειάζεται να τονιστεί πως η κυκλοφορία των πρώτων καθημερινών εφημερίδων στη Σερβία αργοπορούσε σε σύγκριση με την Ελλάδα. Μόλις το 1878, μετά τη Συνθήκη του Βερολίνου, άρχισαν να δημοσιεύονται οι πρώτες εφημερίδες στη σερβική γλώσσα, που αποτέλεσαν ουσιαστικά τα επίσημα όργανα των πολιτικών κομμάτων. Τέτοιες ήταν οι Samouprava (Αυτοδιοίκηση), Videlo (Φως) και Srpska nezavisnost (Σερβική ανεξαρτησία). Όσον αφορά εκείνες που κυκλοφορούσαν στο αυστριακό έδαφος ήταν η Zastava (Σημαία) από το Νόβι Σαντ και η Srbobran (Υπερασπιστής των Σέρβων) από το Ζάγκρεμπ. Οι εφημερίδες αυτές ενημέρωναν το σερβικό κοινό για τα γεγονότα στην Ελλάδα, όπως εκείνα της Κρητικής Επανάστασης (1895-1898) και του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897, ενώ καμιά φορά άγγιζαν και τα ιστορικά θέματα της προγενέστερου περιόδου, βλ. Nemanja M. Kalezić – Jasmina I. Tomašević, «The Struggle for Independence: Serbia and Greece as Mirrored in the Press During the Last Decades of the 19th Century», αδημοσίευτη εισήγηση στο συνέδριο «New Tendencies in Ottoman Researches (INOCTE 2019)», Belgrade, 2019, σ. 8-12.

32. Otadžbina: književnost, nauka, društveni život, «Posle bombardovanja Beograda», 8/29 (1881), 1-34, «Stara i nova Grčka», 18/70 (1888), 381-392.ֹ Službeni vojni list: organ i izdanje Vojnog ministarstva, «Grčka vojska», 16 (1881), 333-334, 24 (1881), 533-536.ֹ Srpska nezavisnost, 1 Μαΐου 1882, αριθ. 67, σ. 2.ֹ Delo: list za nauku, književnost i društveni život, «Istočno pitanje», 1 (1894), 496-508, 2 (1894), 448-466, «Intervencija u međunarodnom pravu s obzirom na Tursku», 30 (1904), 386-394, «Odnosi Karađorđevi i Miloševi sa Grcima. Prevod grčkih dokumenata iz Filomonove istorije Grčkog ustanka», 1-3 (1907), 9-10, 174-175.ֹ Prosvetni glasnik: službeni list Ministarstva prosvete i crkvenih poslova Kraljevine Srbije, «Opšta istorija», 6 (1894), 44-103.ֹ Srpski književni glasnik, «Pogled na ulogu Rusije i Austrije u Isto nom pitanju», 10/8 (1903), 584-605.

33. «Ἐάν ὅμως ἡ τῆς Ἐλλάδος αὕτή ἀδελφή, ἤτις καὶ θρησκευτικῷς ἀναποστάσεως ὑπάρχει συνδεδεμένη μετ’ αὐτῆς, ἑνωθῆ καὶ πολιτικῷς δι’ ἀγῷνα τὸν ἅπαντα, διὰ φιλικῆς καὶ ἀνασπάστου ὁμοσπονδίας, θέλει ἰσχυροποιηθῆ μεγάλως, ἀποκαθισταμένη σεβαστὴ παντοῦ», βλ. Λάμπρος Κουτσονίκας, Γενική ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα, 1863-1864, σ. 121.

34. Σταμάτιος Θ. Λάσκαρις, Διπλωματική ιστορία της Ελλάδος, 1821-1914, Αθήνα, 1947, σ. 117. Μιχαήλ Λάσκαρης, Το Ανατολικόν Ζήτημα, 1800-1923, τόμ. Α΄: 1800-1878, Θεσσαλονίκη, 1948, σ. 225.

35. Στο σερβικό εθνικό πρόγραμμα του Γκαράσανιν, που καθόρισε τη σερβική εξωτερική πολιτική μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν αναφέρονταν τα ονόματα των περιοχών της Παλαιάς Σερβίας (Ράσκα, Κοσσυφοπέδιο, Σκόπια), όπως και της Μακεδονίας (κάποιες περιοχές των βιλαετιών του Μοναστηρίου και της Θεσσαλονίκης). Όμως, εφόσον ο σέρβος πολιτικός ανέφερε στο πρόγραμμά του την Αυτοκρατορία του Δουσάν, θέτοντάς την ως βάση του νέου σερβικού κράτους, συμπεραίνεται πως αυτές οι περιοχές ήταν αυτονόητα εντός. Το μεσαιωνικό σερβικό κράτος νομιμοποιούσε το ιστορικό δίκαιο του σερβικού έθνους για τις περιοχές αυτές, βλ. Κατσαροπούλου, ό.π., σ. 172-179.

36. Για τη σερβική πολιτική στη Μακεδονία από την ίδρυση της βουλγαρικής εξαρχίας και τη σερβική αντιμετώπιση του Μακεδονικού Ζητήματος, βλ. Κωνσταντίνος Κατσάνος, «Η Μακεδονία των Σέρβων 1870-1941: από την Παλαιά στη Νότια Σερβία», Μακεδονικές ταυτότητες το χρόνο: διεπιστημονικές προσεγγίσεις, Ιωάννης Στεφανίδης (επιμ.), Αθήνα, 2008, σ. 212-234.ֹ Ljubiša Doklestić, Kroz historiju Makedonije: izabrani izvori, Zagreb, 1964, σ. 52-194. tojan Novaković, Najnovija balkanska kriza i srpsko pitanje: beleške, razmišljanja, razgovori i politiki članci iz 1908-1909, Beograd, 1910, σ. 2-100. Stojan Novaković, S’ Morave na Vardar, Beograd, 1892, σ. 3-109. ֹ  Stojan  Novaković,  Balkanska  pitanja  i  manje  istorijsko-politike  beleške  o  Balkanskom poluostrvu  1886-1905,  Beograd,  1906,  σ.  7-549. ֹ Stojan  Protić,  O  Makedoniji  i  Makedoncima, Beograd, 1928, σ. 4-107.ֹ Marko P. Cemović, Makedonski problem i Makedonci, Beograd, 1913, σ. 21-106.ֹ Jovan Cvijić, Balkansko poluostrvo i južnoslovenske zemlje: osnovi antropogeografije, Borivoje Drobnjaković (επιμ.), Beograd, 1931, τόμ. Β΄, σ. 73-171.ֹ Jovan Cvijić, Nekolika promatranja o etnografiji Makedonskih Slovena, Beograd, 1906, σ. 2-67.ֹ Jovan Cvijić, O balkanskim psihikim tipovima, Ivo Andrić (επιμ.), Beograd, 1988, σ. 15-113.ֹ Jovan Cvijić, Sabrana dela, knjiga 3. Govori i članci, Radomir Lukić (επιμ.), Beograd, 1987, σ. 34-61.ֹ Jovan Cvijić, Sabrana dela, knjiga 8. Osnovi za geografiju i geologiju Makedonije i Stare Srbije, Beograd, 1995, σ. 53-57, 437-464.ֹ Pavle Orlović – Svetislav Simić, «Maćedonija i maćedonsko pitanje», Srpski književni glasnik, 8 (Ιούνιος, 1902), 1264-1269.ֹ Pavle Orlović – Svetislav Simić, «Maćedonsko pitanje i turkofilstvo», Srpski književni glasnik, 6 (Αύγουστος, 1902), 459-467.

37. Ο Νοβάκοβιτς θεωρούσε πως η συνεργασία των δύο χωρών ήταν απαραίτητη για την καταπολέμηση της βουλγαρικής Εξαρχίας. Ήταν σίγουρα ο μοναδικός Σέρβος της εποχής που γνώριζε τόσα πολλά για το ελληνικό εθνικό πρόγραμμα και την ελληνική εθνική ιδεολογία. Έχοντας ευκαιρία να γνωρίσει τους ελληνικούς κύκλους της Κωνσταντινούπολης κατά τη διάρκεια της θητείας του, ενδιαφέρθηκε για την καθημερινή ζωή τους και τον ελληνικό πολιτισμό. Προσπάθησε να φέρει τους Έλληνες πιο κοντά στο σερβικό λαό, μεταφράζοντας και συγγράφοντας διάφορα εγχειρίδια ελληνικής ιστορίας και συλλογές ποιημάτων. Στη Σερβία έγιναν γνωστά τα έργα του: Jelada i Jelini (Η Ελλάς και οι Έλληνες, 1874), Grčke misli o etnografiji Balkanskog poluostrva (Ελληνικές σκέψεις περί της εθνογραφίας της Βαλκανικής Χερσονήσου, 1890), Carigradska patrijaršija i pravoslavlje u evropskoj Turskoj (Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Ορθοδοξία στην ευρωπαϊκή Τουρκία, 1895), όπως και οι μεταφράσεις των ελληνικών δημοτικών ποιημάτων από την τσεχική γλώσσα στο λογοτεχνικό περιοδικό Vila (Νεράιδα).

38. Hasiotis, ό.π., σ. 306.

39. Σπυρίδων Σφέτας, Η διαμόρφωση της σλαβομακεδονικής ταυτότητας. Μια επώδυνη διαδικασία, Θεσσαλονίκη, 2003, σ. 58.

40. Đorđević, Srbija i Grčka, σ. 263.

41. Čedomilj Mijatović, Constantine, the Last Emperor of the Greeks, or, the Conquest of Constantinople by the Turks (A.D. 1453). After the Last Historical Researches, London, 1892, σ. XII.

42. Male novine, 24 Ιουνίου 1889, αριθ. 184, σ. 2, 30 Ιουνίου 1889, αριθ. 190, σ. 2-3. Ιουλίου 1889, αριθ. 2569, σ. 1-2, 7 Ιουλίου 1889, αριθ. 2571, σ. 1-2.

43. Jovanka Đorđević-Jovanović, «Greece in Serbian periodicals (first half of 20th century)», Balkan Studies, 45/1-2 (2004), 166.

44. Μετέφρασε τα θεατρικά έργα του Άγγελου Βλάχου Βραδινό γλέντι στου κυρίου Σουζαμάτη το 1890 και του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή Του Κοντρούλη ο γάμος το Ταυτόχρονα συνεισέφερε στην προσέγγιση των δύο πλευρών με συγγραφή βιβλίων και άρθρων όπως «Εικόνες από την Αθήνα και κοντινές περιοχές» το 189?, «Ο Σέρβος ποιητής Λ.Κ. Λαζάρεβιτς» το 1892, Η ελληνική και η σερβική παιδεία το 1896 κ.ά.

45. Γούναρης, ό.π., σ. 195.

46. Στο ίδιο, σ. 327.

47. Έλλη Σκοπετέα, «Οι Έλληνες και οι εχθροί τους. Η κατάσταση του έθνους στις αρχές του 20ού αιώνα», Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Οι Απαρχές 1900-1922, Χρήστος Χατζηιώσηφ (επιμ.), τόμος Α΄, Αθήνα, 1999, σ. 23.

48. Slobodan Marković, «British Perceptions of the Salonika Front», The Salonica Theatre of Operations and the Outcome of the Great War: Proceedings of the International Conference, Thessaloniki, 16-18 April 2002, Θεσσαλονίκη, 2005, σ. 410.

49. Basil C. Gounaris, «‘A Mysterious Bond forged by History’: The Making of Greek-Serbian Traditional Friendship in 19th Century Greece», Balkan Studies, 45/1-2 (2004), 18.

50. Περισσότερο για τους λόγους αποτυχίας της σερβικής δράσης στη Μακεδονία, βλ. Σοφία Βούρη, Εκπαίδευση και Εθνικισμός στα Βαλκάνια. Η περίπτωση της βορειοδυτικής Μακεδονίας (1870- 1904), Αθήνα, 1992, σ. 30-34.

51. Ακρόπολις, 13 Ιανουαρίου 1910, αριθ. 6730, σ. 1, 14 Ιανουαρίου 1910, αριθ. 6731, σ. 1.

52. Jacob Gold Schurman, The Balkan Wars, 1912-1913, London, 1914, σ. 3.

53. Λευτέρης Σταυριανός, Τα Βαλκάνια από το 1453 και μετά, Ελένη Δελιβάνη (μτφρ.), Θεσσαλονίκη, 2007, σ. 534.

54. Hasiotis, ό.π., σ. 43-47.

55. Γούναρης, ό.π., σ. 219-220.

56 Terzić, ό.π., σ. 371, 411-412.

57. Hasiotis, ό.π., σ. 461.

58. Έλλη Σκοπετέα, Το «πρότυπο Βασίλειο» και η Μεγάλη ιδέα. Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Αθήνα, 1988, σ. 416-420.

59. Στέφανος Παπαγεωργίου, Από το γένος στο έθνος. Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους 1821- 1862, Αθήνα, 2005, σ. 116-117.

60. Terzić, ό.π., σ. 305.

61. Περισσότερο για την Ανατολική Ομοσπονδία, βλ. Λουκιανός Χασιώτης, «Η Ανατολική Ομοσπονδία»: Δύο ελληνικές φεντεραλιστικές κινήσεις του 19ου αιώνα, Θεσσαλονίκη, 2001, σ. 12-61.

62. Γούναρης, ό.π., σ. 177, 218.

63. Pravda, 24 Απριλίου 1912, αριθ. 113, σ. ֹ Ακρόπολις, 7 Μαΐου 1912, αριθ. 6984, σ. 3.

64. Κωνσταντίνος Μητσόπουλος, Γεωγραφία της Ευρώπης και ιδίως της Ευρωπαϊκής Τουρκίας προς χρήσιν της πρώτης τάξεως των Γυμνασίων, Αθήνα, 1892, σ. 190.ֹ Σπύριδων Σφέτας, Εισαγωγή στη Βαλκανική Ιστορία, από την οθωμανική κατάκτηση των Βαλκανίων μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1354-1918), τόμ. Α΄, Θεσσαλονίκη, 2009, σ. ֹ Stojan Novaković, Jelada i Jelini: putopis, statistika, administracija, Beograd, 1874, σ. 50-63.ֹ Σκοπετέα, «Οι Έλληνες και οι εχθροί τους», σ. 23. Terzić, ό.π., σ. 411.

65. Hasiotis, ό.π., σ. 18.

66. Terzić, ό.π., σ. 419.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Δημοσιευμένες πηγές

Ανώνυμος, Boj kod Navarina ili razorenje turske flote [Ναυμαχία του Ναυαρίνου ή συντριβή του τουρκικού στόλου], Avram Branković (μτφρ.), Budim: Pismeni Kr. Vseučilišta Peštanskog 1829.

Grol, Milan, Iz predratne Srbije [Από την προπολεμική Σερβία], Beograd: Srpska književna zadruga 1939.

Darvar, Nikolajević Dimitrije (επιμ. και μτφρ.), Zercalo Hristianskoe [Καθρέφτης του Χριστιανισμού], Budim: Slaveno-srbska pečatnja Kraljevskago vseučilišta vengerskago 1801.

Ilić, Dragutin J., Hadži-Diša: roman iz života starog Beograda [Ο Χατζή-Ντίσα: μυθιστόρημα περί της ζωής του παλιού Βελιγραδίου], Beograd: Srpska književna zadruga 1908.

Popović, Sreten L., Putovanje po novoj Srbiji: (1878 i 1880) [Ταξιδεύοντας στη νέα Σερβία: (1878 και 1880)], Beograd: Srpska književna zadruga 1950.

Hermes, Heinrich Karl, Ustanak grčki: od početka (1821), do bitke pod Navarinom (1827 god.) [Ελληνική Επανάσταση: από την έναρξη (1821) μέχρι τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου (1827)], Đorđe Protić (μτφρ.), Novi Sad: Nar. knjigopečatnja Dan. Medakovića 1829.

 

Βοηθήματα

Ανώνυμος, Συνεργασία Ελλήνων και Σέρβων κατά τους απελευθερωτικούς αγώνες, 1804-1830: 1ο Ελληνοσερβικό Συμπόσιο, Θεσσαλονίκη: Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών 1979.

Blagojević, Gordana, «Τριαντάφυλλος Δούκας, Ιστορία των Σλαβενοσέρβων», Balcanica, 35 (2004), 357-358.

Vojnović, Žarko (επιμ.), Srpska bibliografija: knjige: 1801-1867 [Σερβική βιβλιογραφία: βιβλία: 1801-1867], τόμ. Α΄, Beograd: Narodna biblioteka Srbije 2019.

Gounaris, Basil C., «‘A Mysterious Bond forged by History’: The Making of Greek-Serbian Traditional Friendship in 19th Century Greece», Balkan Studies, 45/1-2 (2004), 5-22.

Γούναρης, Βασίλης Κ., Τα Βαλκάνια των Ελλήνων: Από το Διαφωτισμό έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Αθήνα: Επίκεντρο 2007.

Grujić, Radoslav – Vuković, Sava, Pravoslavna srpska crkva: kulturno-istorijska baština [Η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία: πολιτιστική και ιστορική κληρονομιά], Kragujevac: Svetlost 1989.

Đorđević-Jovanović, Jovanka, «Greece in Serbian periodicals (first half of 20th century)», Balkan Studies, 45/1-2 (2004), 157-167.

Đorđević-Jovanović, Jovanka, «Grci u Beogradu. Skrivene manjine na Balkanu» [Έλληνες του Βελιγραδίου. Κρυμμένες μειονότητες στα Βαλκάνια], Posebna izdanja Balkanološkog Instituta, 82 (2004), 157-175.

Đorđević-Jovanović, Jovanka, «Ο ιατροφιλόσοφος Παναγιώτης Παπακωστόπουλος, απόδημος στη Σερβία από το Βελβενδό Δυτικής Μακεδονίας», Η Δυτική Μακεδονία κατά τους χρόνους της τουρκικής κυριαρχίας με έμφαση στους Δυτικομακεδόνες απόδημους στις βαλκανικές χώρες (15ος αιώνας έως το 1912), Σιάτιστα: Μανούσεια Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη 2003, σ. 1- 6.

Đorđević, Vladan, Grčka i srpska prosveta [Η ελληνική και η σερβική παιδεία], Beograd: Srpska kraljevska akademija 1896.

Đorđević, Vladan, Srbija i Grčka 1891-1893: prilog za istoriju srpske diplomatije pri kraju XIX veka [Η Σερβία και η Ελλάδα 1891-1893: συμβολή στην ιστορία της σερβικής διπλωματίας στα τέλη του 19ου αιώνα], Beograd: Srpska kraljevska akademija 1923.

Kalezić, Nemanja M. – Tomašević, Jasmina I., «The Struggle for Independence: Serbia and Greece as Mirrored in the Press During the Last Decades of the 19th Century», αδημοσίευτη εισήγηση στο συνέδριο «New Tendencies in Ottoman Researches (INOCTE 2019)», Belgrade: University of Belgrade 2019.

Karadžić, Stefanović Vuk, Prepiska III, 1826–1828 [Αλληλογραφία ΙΙΙ, 1826-1828], Golub Dobrašinović (επιμ.), Beograd: Prosveta 1989.

Κατσαροπούλου, Μελπομένη, Η προγραμματική βάση της σερβικής εθνικής πολιτικής τον 19ο και 20ό αι. Το «Načertanije» του Ηλία Γκαράσανιν, Θεσσαλονίκη: Βάνιας 2003.

Κουτσονίκας, Λάμπρος, Γενική ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα: Τύποις του Ευαγγελισμού 1863-1864.

Λάσκαρης, Μιχαήλ, Το Ανατολικόν Ζήτημα, 1800-1923, τόμ. Α΄: 1800-1878, Θεσσαλονίκη: [χ.ό.] 1948.

Λάσκαρις, Σταμάτιος Θ., Διπλωματική ιστορία της Ελλάδος, 1821-1914, Αθήνα: Τζάκας- Δελαγραμμάτικας 1947.

Mazower, Mark, Τα Βαλκάνια, Κώστας Κουρεμένος (μτφρ.), Αθήνα: Πατάκης 2003.

Marković, Slobodan, «British Perceptions of the Salonika Front and the Belligerent Balkan Countries», The Salonica Theatre of Operations and the Outcome of the Great War: Proceedings of the International Conference, Thessaloniki, 16-18 April 2002, Θεσσαλονίκη: IMXA 2005, σ. 409-429.

Μητσόπουλος, Κωνσταντίνος, Γεωγραφία της Ευρώπης και ιδίως της Ευρωπαϊκής Τουρκίας προς χρήσιν της πρώτης τάξεως των Γυμνασίων, Αθήνα: Σ.Κ. Βλαστώ 1892.

Mijatović, Čedomilj, Constantine, the Last Emperor of the Greeks, or, the Conquest of Constantinople by the Turks (A.D. 1453). After the Last Historical Researches, London: Sampson Low, Marston & company 1892.

Milićević, Milan Đ., Pomenik [Μνημόνευση], Beograd: Srpska književna zadruga 1971.

Milunović, Kosta, «Grčki ustanci u srpskoj književnosti» [Ελληνικές εξεγέρσεις στη σερβική λογοτεχνία], Braničevo: časopis za književnost, kulturna i društvena pitanja, 2-3 (Μάρτιος- Ιούνιος 1967), 3-19.

Novaković, Stojan, Jelada i Jelini: putopis, statistika, administracija [Η Ελλάς και οι Έλληνες: οδοιπορικό, στατιστική, διοίκηση], Beograd: štamparija N. Stefanovića i družine 1874.

Παπαγεωργίου, Στέφανος, Από το γένος στο έθνος. Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους 1821-1862, Αθήνα: Παπαζήσης 2005.

Παπαδριανός, Ιωάννης Α., Οι Έλληνες πάροικοι του Σεμλίνου, 18-19ος αι. Διαμόρφωση της παροικίας, δημογραφικά στοιχεία, διοικητικό σύστημα, πνευματική και πολιτιστική δραστηριότητα, Θεσσαλονίκη: ΙΜΧΑ 1988.

Petrović, Mita, Finansije i ustanove obnovljene Srbije do 1842. S jednim pogledom na raniji istorijski razvoj finansijskog uređenja u Srbiji: po originalnim dokumentima [Οικονομία και θεσμοί της ανανεωμένης Σερβίας μέχρι το 1842. Με μια ματιά στην προηγούμενη ιστορική εξέλιξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος στη Σερβία: κατά τα πρωτότυπα έγγραφα], τόμ. Α΄, Beograd: Ministarstvo finansija 1897.

Popović, Dušan J., O Cincarima: prilozi pitanju postanka naše čaršije [Περί των Αρμάνων: συνεισφορά στο ζήτημα της προέλευσης της πόλης μας], Beograd: Grafički institut Narodna misao [b.g.].

Σκοπετέα, Έλλη, «Οι Έλληνες και οι εχθροί τους. Η κατάσταση του έθνους στις αρχές του 20 ού αιώνα», Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Οι Απαρχές 1900-1922, Χρήστος Χατζηιώσηφ (επιμ.), τόμος Α΄, Αθήνα: Βιβλιόραμα 1999.

Σκοπετέα, Έλλη, Το «πρότυπο Βασίλειο» και η Μεγάλη ιδέα. Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Αθήνα: Πολύτυπο 1988.

Stamatović, Desanka, «Strani i domaći časopisi i novine u srpskim čitalištima druge polovine XIX veka» [Ξένες και εγχώριες εφημερίδες και περιοδικά στα σερβικά αναγνωστήρια στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα], Nauka i tehnika u Srbiji druge polovine XIX veka (1854- 1904), Todor I. Podgorac (επιμ.), Kragujevac: Univerzitet, 1998, σ. 711-725.

Σταυριανός, Λευτέρης, Τα Βαλκάνια από το 1453 και μετά, Ελένη Δελιβάνη (μτφρ.), Θεσσαλονίκη: Βάνιας 2007.

Σφέτας, Σπύριδων, Εισαγωγή στη Βαλκανική Ιστορία, από την οθωμανική κατάκτηση των Βαλκανίων μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1354-1918), τόμ. Α΄, Θεσσαλονίκη: Βάνιας 2009.

Σφέτας, Σπυρίδων, Η διαμόρφωση της σλαβομακεδονικής ταυτότητας. Μια επώδυνη διαδικασία, Θεσσαλονίκη: Βάνιας 2003.