Skip to main content

Μαρία Δαμηλάκου: Περονισμός: το πολιτικό φαινόμενο που άλλαξε την ιστορία της Αργεντινής

Μαρία Δαμηλάκου

Περονισμός: το πολιτικό φαινόμενο που άλλαξε την ιστορία της Αργεντινής

 

Ο περονισμός είναι το μεγάλο «αίνιγμα» της αργεντινής ιστορίας. Η πλατιά απήχησή του στην αργεντινή κοινωνία, η ανθεκτικότητα και η ικανότητά του να προσαρμόζεται σε πολύ διαφορετικές πολιτικές συγκυρίες έχουν αποτελέσει εδώ και δεκαετίες αντικείμενο στοχασμού, έρευνας και δημόσιων συζητήσεων που υπερβαίνουν τα όρια της αργεντινής κοινωνίας. Πολυάριθμες μελέτες έχουν δώσει διάφορες θεωρητικές ερμηνείες για την ανάδυσή του στη δεκαετία του 1940. Μεταξύ αυτών προβάλλονται η κρίση του ολιγαρχικού πολιτικού συστήματος που παλινορθώθηκε στην Αργεντινή τη δεκαετία του 1930, μετά την παρένθεση των προοδευτικών Ριζοσπαστικών κυβερνήσεων των ετών 1916-1930, η συσσώρευση πολλών κοινωνικών αιτημάτων τα οποία δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν στο πλαίσιο του υφιστάμενου θεσμικού συστήματος, αλλά και η αμφισβήτηση, από ορισμένα τμήματα της άρχουσας τάξης, του φιλελευθερισμού ως κινητήριας δύναμης του κοινωνικού εκσυγχρονισμού.Σε κάθε περίπτωση η βάση του περονισμού, ως γνήσιου λαϊκιστικού κινήματος, ήταν η ικανότητά του να κινητοποιεί και να ενσωματώνει στο πολιτικό σύστημα πλατιά κοινωνικά στρώματα τα οποία μέχρι τότε ήταν ελάχιστα ορατά στην πολιτική ζωή. Με κύρια χαρακτηριστικά του τον κορπορατισμό, τον πατερναλισμό, τον κρατικό παρεμβατισμό και τον εθνικισμό, ο περονισμός διαμόρφωσε στην Αργεντινή, την περίοδο 1946-1955, μια νέα τάξη πραγμάτων που άλλαξε οριστικά τον πολιτικό χάρτη της χώρας και άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στην κοινωνία.

 

Η 17η Οκτωβρίου 1945: η μέρα που γεννήθηκε ο περονισμός

Ο Χουάν Περόν, σπουδαστής στη Στρατιωτική Ακαδημία του Μπουένος Άιρες.

Ως ιδρυτικό γεγονός του περονισμού θεωρείται η λαϊκή κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου του 1945 που απαίτησε δυναμικά την απελευθέρωση του Περόν από τη φυλακή και τον οδήγησε τελικά στην εξουσία το 1946. Ο Περόν ήταν από τους πρωταγωνιστές της στρατιωτικής «Επανάστασης» του Ιουνίου του 1943, η οποία έκλεισε τον κύκλο της συντηρητικής παλινόρθωσης που ξεκίνησε στην Αργεντινή το 1930. Ο ίδιος είχε γεννηθεί το 1895 στην επαρχία του Μπουένος Άιρες, προερχόταν από οικογένεια μεσαίων κτηματιών και είχε ακολουθήσει από έφηβος τη στρατιωτική καριέρα. Στη δεκαετία του 1930 είχε συμμετάσχει στο πραξικόπημα που ανέτρεψε τον φιλολαϊκό Ριζοσπάστη πρόεδρο Ιππόλιτο Υριγκόζεν και μετά, όταν υπηρέτησε ως στρατιωτικός ακόλουθος στην πρεσβεία της Αργεντινής στη Ρώμη κατά τα έτη 1930-1941, του δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά το φασιστικό πείραμα του Μουσολίνι. Λίγο αργότερα ο πολλά υποσχόμενος και αναμφίβολα χαρισματικός συνταγματάρχης Περόν θα γινόταν από τα ιδρυτικά μέλη της μυστικής οργάνωσης που ανέλαβε την ηγεσία της στρατιωτικής «Επανάστασης» του Ιουνίου του 1943. Αυτή η μυστική οργάνωση, στην οποία συμμετείχαν συνταγματάρχες και υπαξιωματικοί, υποστήριζε την ουδετερότητα της Αργεντινής στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έβλεπε ως βασική αποστολή του στρατού την υπεράσπιση του έθνους και θεωρούσε την «Επανάσταση» του 1943 ως ιστορική ευκαιρία προκειμένου να προστατευθεί η αργεντινή κοινωνία από τον κομμουνιστικό κίνδυνο και να επανακτήσει τις παραδοσιακές και χριστιανικές αξίες της.2

Ο Περόν έγινε σιγά σιγά ο πραγματικός αρχηγός της ντε φάκτο κυβέρνησης. Ως επικεφαλής της Γραμματείας Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας προσέγγισε τη συνδικαλιστική ηγεσία και προχώρησε σε μια σειρά παραχωρήσεων προς την εργατική τάξη αποκτώντας έτσι ισχυρό λαϊκό έρεισμα. Σε αυτό το πλαίσιο οι αντιπολιτευτικές φωνές ενδυναμώθηκαν και από το 1945 οργανώθηκαν υπό την καθοδήγηση του αμερικανού πρεσβευτή στην Αργεντινή Spruille Braden. Το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων του πολιτικού φάσματος, καταγγέλλοντας την ουδέτερη στάση της Αργεντινής στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την όψιμη ρήξη των σχέσεών της με τον Άξονα, πίεζε για επάνοδο στη δημοκρατική νομιμότητα. Παράλληλα, οι επιχειρηματίες αντιμετώπιζαν με εχθρότητα τα φιλεργατικά μέτρα του Περόν ενώ ο κόσμος της διανόησης δυσπιστούσε για τις πολιτικές του που παρέπεμπαν στις ευρωπαϊκές φασιστικές εμπειρίες. Οι πιέσεις της αντιπολίτευσης, σε συνδυασμό με τις έντονες αντιπαλότητες που είχε πλέον αποκτήσει ο Περόν στο εσωτερικό του στρατού, οδήγησαν την ηγεσία της «Επανάστασης» στο να του αφαιρέσει όλα τα αξιώματά του – ήταν αντιπρόεδρος, υπουργός Πολέμου και επικεφαλής της Γραμματείας Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας – και να τον οδηγήσει στη φυλακή, στο κοντινό στο Μπουένος Άιρες νησί Martín García.

Μπουένος Άιρες, 17 Οκτωβρίου 1945. Η ανατολή του περονισμού.

Η κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου του 1945 ήταν η δυναμική απάντηση των λαϊκών στρωμάτων. Η ανασύσταση των γεγονότων εκείνης της ημέρας απέχει πολύ από το είναι ομόφωνη. Ορισμένες μαρτυρίες κάνουν λόγο για ένα εκατομμύριο άτομα, άλλες για δεκάδες χιλιάδες. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές του Περόν, οι διαδηλωτές που εκείνη τη μέρα κατέφθασαν από τα βιομηχανικά προάστια του Μπουένος Άιρες στην κεντρική Πλατεία του Μαΐου για να εκφράσουν την υποστήριξή τους στον αρχηγό τους ήταν ο «γνήσιος λαός», το «αληθινό έθνος». Άλλοι αντίθετα κάνουν λόγο για «άμορφη και άλογη μάζα» που ενσάρκωνε τη ντόπια «βαρβαρότητα» ενάντια στη φωνή της λογικής και του πολιτισμού. Ο τύπος της Αριστεράς ήταν ιδιαίτερα επικριτικός: το έντυπο του Κομμουνιστικού Κόμματος έκανε λόγο για «λούμπεν προλεταριάτο» ενώ η La Vanguardia, το όργανο του Σοσιαλιστικού Κόμματος, έκανε λόγο για «καρναβάλι» και για «δήθεν» εργάτες που λεηλατούσαν με πρόσχημα τις διεκδικήσεις τους.3

Πέρα από τις διχογνωμίες και τις αντίθετες ερμηνείες, το κρίσιμο ερώτημα του ποιες ήταν οι πραγματικές κινητήριες δυνάμεις πίσω από τα γεγονότα της 17ης Οκτωβρίου, και πιο συγκεκριμένα αν ήταν ο απλός λαός ή τα συνδικάτα, έχει μεγάλη σημασία γιατί, όπως λέει ο ιστορικός Μαριάνο Πλότκιν, αφορά την ίδια τη φύση του περονικού κινήματος.4 Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή του περονισμού, τα λαϊκά στρώματα είχαν κινηθεί αυθόρμητα προκειμένου να διασώσουν τον αρχηγό τους, ο οποίος όχι μόνο είχε υποστηρίξει τα δικαιώματά τους αλλά επιπλέον τους είχε δώσει πολιτική ύπαρξη και τα είχε καταστήσει ορατά στην κοινωνία. Πάντως, παρόλο που η πρωτοβουλία της κινητοποίησης όντως ξεκίνησε από τους απλούς εργάτες, η συνδικαλιστική ηγεσία, η «παλαιά» δηλαδή συνδικαλιστική «φρουρά», η οποία είχε κηρύξει γενική απεργία ως απάντηση στις πολιτικές εξελίξεις, έπαιξε και αυτή σημαντικό ρόλο στη διαδικασία που οδήγησε τελικά στην εργατική κινητοποίηση.5

Αυτή η διπλή διάσταση της 17ης Οκτώβρη είναι διαφωτιστική ως προς τον τρόπο διείσδυσης του περονισμού στα εργατικά στρώματα. Από τη μια πλευρά ο περονισμός αγκαλιάστηκε αυθόρμητα από τα λαϊκά εργατικά στρώματα των φτωχογειτονιών του Μπουένος Άιρες, τα οποία αποτελούνταν κυρίως από εσωτερικούς μετανάστες που εντάχθηκαν στην εκσυγχρονισμένη οικονομία κατά τη δεκαετία του 1930, κυρίως μέσω της απασχόλησής τους στον αναπτυσσόμενο βιομηχανικό τομέα. Οι περισσότεροι προέρχονταν από αγροτικές περιοχές όπου κυριαρχούσαν οι πατριαρχικές κοινωνικές δομές και οι πελατειακές σχέσεις. Αυτά τα στρώματα, τα οποία θα γίνονταν η ισχυρή συνδικαλιστική βάση, αποτέλεσαν το «καινούργιο» στοιχείο στον περονισμό, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του και ήταν η ένταξή τους στο πολιτικό σύστημα αυτή που σηματοδότησε τη ρήξη που έφερε ο περονισμός σε σχέση με προηγούμενες πολιτικές εμπειρίες.

Από την άλλη, όμως, πλευρά και ο ρόλος των παλαιών συνδικαλιστών ήταν πολύ σημαντικός τόσο στην κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου του 1945 όσο και γενικότερα στην ενσωμάτωση του περονισμού στο αργεντινό εργατικό κίνημα.6 Αυτή η παλιά συνδικαλιστική γενιά εκφράζει τον «παλαιό» παράγοντα και τη συνέχεια με το πριν. Όσο και αν ο περονισμός διακήρυττε ότι προέκυψε από το μηδέν, η ανάδυσή του συνδέεται με τις αλλαγές που είχαν συντελεστεί στην αργεντινή κοινωνία τις περασμένες δεκαετίες. Συγκεκριμένα, η πολιτική εμπειρία των Ριζοσπαστικών κυβερνήσεων των ετών 1916-1930 είχε επιφέρει σημαντικές κοινωνικές αλλαγές και είχε εξοικειώσει τα παλαιά εργατικά στρώματα με τον συνδικαλισμό και με τις στρατηγικές διεκδίκησης. Μπορούμε, λοιπόν, να πούμε ότι ο περονισμός κατόρθωσε, από τα μέσα της δεκαετίας του 1940, να ανακυκλώσει τα παλαιά και τα νέα εργατικά στρώματα δημιουργώντας τον «νέο» αργεντινό εργάτη ο οποίος έγινε ο κύριος άξονας του πολιτικού του προγράμματος.7

 

Η περίοδος 1946-1955: μια νέα τάξη πραγμάτων στην Αργεντινή

Η λαϊκή κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου 1945 άνοιξε τον δρόμο στην εκλογή του Περόν ως προέδρου το 1946 έχοντας λάβει το 53% των ψήφων. Από τον πρώτο χρόνο ξεκίνησε η οικοδόμηση της «νέας» Αργεντινής με άξονα το δόγμα της «δικαιοκρατίας». Αυτή η ιδεολογική πλατφόρμα πήγαζε από μια κορπορατιστική αντίληψη της κοινωνίας, στηριζόταν στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης Κράτους και κοινωνίας μέσω της ενίσχυσης του ρόλου του Κράτους σε όλα τα θέματα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής και έδινε έμφαση στην «αρμονία» όλων των δυνάμεων που θα συστρατεύονταν για την πρόοδο του έθνους.

Κατά τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης του Περόν επαναπροσδιορίστηκαν και οι συσχετισμοί εξουσίας: η εκτελεστική εξουσία ενισχύθηκε, το κοινοβουλευτικό σύστημα αποδυναμώθηκε και το πιο ισχυρό έρεισμα του περονισμού έγιναν τα συνδικάτα τα οποία πέρασαν σε καθεστώς κηδεμονίας παρόλο που διατήρησαν τη διαπραγματευτική τους δύναμη σε θέματα οικονομικής πολιτικής. Η σχέση του Περόν με τα συνδικάτα είναι ενδεικτική ως προς το θέμα των νέων συσχετισμών εξουσίας: μετά τη μεγάλη νίκη του στις εκλογές του 1946, διέλυσε το Εργατικό Κόμμα, το οποίο είχε σχηματιστεί από συνδικαλιστές ηγέτες με σκοπό να αποτελέσει τον κομματικό μηχανισμό στήριξης της υποψηφιότητας του Περόν, και συγκρότησε έναν νέο κομματικό μηχανισμό, το Περονικό Κόμμα, το οποίο είχε προσωποπαγή χαρακτήρα. Παρόλο που παλαιοί συνδικαλιστές ηγέτες προσπάθησαν να διαφυλάξουν την αυτονομία του εργατικού κινήματος, σύντομα επιτεύχθηκε η πλήρης υπαγωγή της Γενικής Εργατικής Συνομοσπονδίας στο περονικό Κράτος.

Σε οικονομικό επίπεδο ο Περόν επεδίωξε την οικονομική ανεξαρτησία της Αργεντινής εξισώνοντάς την με την εθνική κυριαρχία. Κύριοι άξονες της οικονομικής πολιτικής του ήταν ο κρατικός παρεμβατισμός, οι εθνικοποιήσεις, ο προγραμματισμός, και η ενίσχυση της εγχώριας αγοράς μέσω γενναίων αναδιανεμητικών πολιτικών. Η προώθηση της εθνικής βιομηχανίας κατέστη εκείνη την περίοδο εθνικό στοίχημα και σύμφωνα με το διεθνές κλίμα της εποχής έγινε συνώνυμο της ανάπτυξης. Όπως σε όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, η εκβιομηχάνιση στην Αργεντινή του Περόν στηρίχτηκε στην υποκατάσταση των εισαγωγών και στη μεταβίβαση πόρων από τον πρωτογενή τομέα.8 Σε πρώτη φάση η προώθηση της εκβιομηχάνισης κατά τη δεκαετία του 1940 πραγματοποιήθηκε σε ένα οικονομικό πλαίσιο που χαρακτηριζόταν από υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης –8% ετησίως στο διάστημα 1946-1948– και διευκολύνθηκε από τις υψηλές διεθνείς τιμές των σιτηρών και του κρέατος, οι μαζικές εξαγωγές των οποίων εξασφάλισαν στο αργεντινό κράτος μεγάλα συναλλαγματικά αποθέματα.

Προπαγανδιστικές αφίσες του περονικού καθεστώτος: “O σφυρηλάτης της Νέας Μεγάλης Αργεντινής” (αριστερά). Το δεύτερο πενταετές πρόγραμμα ανάπτυξης του 1952 (δεξιά).

Πάντως, η επιτυχία των αναπτυξιακών πολιτικής εκείνης της περιόδου ήταν σχετική. Ο Περόν, έχοντας χάσει την υποστήριξη του επιχειρηματικού κόσμου λόγω της στενής σχέσης του με τα συνδικάτα, δεν μπόρεσε να προχωρήσει στην ενεργή προώθηση των στρατηγικών κλάδων της βαριάς βιομηχανίας. Αντίθετα, προτίμησε την περαιτέρω ενίσχυση της ελαφριάς βιομηχανίας, η οποία συμβάδιζε με την προτεραιότητα που έδωσε στη διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς.9 Άλλες οικονομικές δυσκολίες πήγαζαν από τη διεθνή θέση της χώρας: η Αργεντινή του Περόν τιμωρήθηκε σκληρά για την ουδετερότητά της στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950 δεν είχε ουσιαστικά πρόσβαση στον εξωτερικό δανεισμό. Εξάλλου, πριν το τέλος της δεκαετίας του 1940 άρχισαν να φαίνονται οι δομικοί περιορισμοί του ακολουθούμενου μοντέλου ανάπτυξης το οποίο ήταν πρωταρχικά προσανατολισμένο στην εσωτερική αγορά. Το θεμελιώδες πρόβλημα ήταν οι ελλείψεις που άρχισαν να παρουσιάζονται σε συναλλαγματικά αποθέματα – λόγω της πτώσης των διεθνών τιμών των αγροτικών προϊόντων – γεγονός που επέβαλε σοβαρούς περιορισμούς στις εισαγωγές τεχνολογικού εξοπλισμού, καυσίμων και πρώτων υλών, τα οποία ήταν απαραίτητα για τη συνέχιση της εκβιομηχάνισης. Ως αποτέλεσμα, ο πληθωρισμός και το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο έγιναν μόνιμα χαρακτηριστικά της αργεντινής οικονομίας εκείνη την περίοδο.

Παρά τα μακροοικονομικά αυτά προβλήματα, η φιλολαϊκή και φιλεργατική πολιτική του Περόν μεταφράστηκε σε μια πρωτόγνωρη κινητικότητα για τη μεσαία και χαμηλά στρώματα: στο διάστημα 1943-1948 η συμμετοχή των μισθών στο εθνικό εισόδημα ανέβηκε από το 44% στο 53% ως αποτέλεσμα των γενναίων αυξήσεων των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων αλλά και της κρατικής υποστήριξης στο θέμα του καθορισμού των μισθών μέσω συλλογικών συμβάσεων. Τα λαϊκά στρώματα μπορούσαν να καταναλώνουν περισσότερο από ποτέ σε τρόφιμα, είδη ένδυσης, κατοικία, οικιακά ηλεκτρικά είδη.10 Γενικά, παρά τα όρια που έθετε η οικονομία, η αργεντινή κοινωνία την εποχή του Περόν ήταν αναμφίβολα μια κοινωνία με μεγαλύτερη ισότητα. Για τα πλήθη των εσωτερικών μεταναστών η ενσωμάτωσή τους στην αγορά της αστικής εργασίας, με ημερομίσθια υψηλότερα από τα αντίστοιχα που κέρδιζαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, σήμανε την άμεση βελτίωση της κοινωνικής τους θέσης. Ανοδικά κινήθηκε και το βιοτικό επίπεδο των παλαιότερων εργατών ενώ η επέκταση της δημόσιας διοίκησης πολλαπλασίασε τις υπαλληλικές θέσεις και τόνωσε τις προσδοκίες χιλιάδων εργαζομένων, προερχομένων από τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα, για την απόκτηση μιας θέσης εργασίας με διοικητικά καθήκοντα. Γενικά, τα πλατιά κοινωνικά στρώματα έζησαν μια νέα συλλογική εμπειρία κοινωνικής κινητικότητας, την οποία η αργεντινή κοινωνία είχε να ζήσει από τις αρχές του 20ού αιώνα.

Στον χώρο της εργατικής νομοθεσίας και της κοινωνικής πολιτικής το αποτύπωμα του περονισμού ήταν πολύ βαθύ. Κατά τον Περόν, η κατοχύρωση βασικών κοινωνικών δικαιωμάτων ήταν προϋπόθεση για τον πόλεμο ενάντια στον κομμουνισμό και για την επίτευξη της κοινωνικής αρμονίας. Ήδη από την εποχή που ήταν επικεφαλής της Γραμματείας Εργασίας και Πρόνοιας στην ντε φάκτο κυβέρνηση του 1943 η εργατική νομοθεσία έγινε προτεραιότητα για τον Περόν. Τα σημαντικότερα μέτρα εκείνης της περιόδου ήταν η κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εργατών γης καθώς και η καθιέρωση αμειβόμενων διακοπών για όλους τους εργαζομένους της χώρας, ενώ τις παραμονές των εκλογών του 1946 παραχωρήθηκε ο δέκατος τρίτος μισθός σε όλους τους εργαζομένους.11 Η αισθητή βελτίωση της διαπραγματευτικής θέσης των εργατών μεταφραζόταν σε μια σειρά δεσμεύσεων της εργοδοσίας που αποτυπώνονταν στις συλλογικές συμβάσεις. Επιπλέον οι εργάτες, μέσα από τη συμμετοχή τους στα ισχυρά συνδικάτα τους, απέκτησαν μεγάλη δύναμη που απέρρεε από τον έλεγχο που ασκούσαν στην ίδια την παραγωγική διαδικασία μέσω των εκπροσώπων τους.

Ο περονισμός στα βιβλία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Η διαδικασία εκδημοκρατισμού της κοινωνίας έγινε ορατή σε διάφορους τομείς: στον εκπαιδευτικό τομέα η πρόσβαση στο δημοτικό σχολείο επεκτάθηκε στα λαϊκά στρώματα συμβάλλοντας αισθητά στη μείωση του αναλφαβητισμού. Στον τομέα της υγείας οι νοσοκομειακές υποδομές και η προσφορά ιατρικών υπηρεσιών βελτίωσαν σημαντικά την ποιότητα ζωής των πολιτών, τουλάχιστον όσων ζούσαν στα αστικά κέντρα. Το δικαίωμα στην κατοικία επίσης προβλεπόταν από το κυβερνητικό πρόγραμμα του Περόν: οι δημόσιοι υπάλληλοι είχαν πρόσβαση σε χαμηλότοκα στεγαστικά δάνεια ενώ προωθήθηκε και η δημιουργία εργατικών κατοικιών η οποία αναζωογόνησε τον κατασκευαστικό τομέα. Ο «εκδημοκρατισμός της ευημερίας» έγινε αισθητός και στο θέμα του τουρισμού καθώς δόθηκαν κίνητρα για την κατασκευή λαϊκών ξενοδοχείων και κατασκηνώσεων. Η πόλη του Mar del Plata που είχε ξεκινήσει να αναπτύσσεται τουριστικά στα τέλη του 19ου αιώνα ως αριστοκρατικό θέρετρο, κατακλυσμένη τώρα τα καλοκαίρια από τα μέλη των συνδικάτων, έγινε ο καθρέφτης του εκδημοκρατισμού της κοινωνίας.12

Όμως, όσο τα κοινωνικά δικαιώματα επεκτείνονταν, τόσο ο πολιτικός πλουραλισμός υποχωρούσε: μετά τη δεύτερη μεγάλη νίκη του Περόν στις εκλογές του 1951 με ποσοστό 63,5%, η «περονοποίηση» των θεσμών έγινε βαθύτερη: η εγγραφή στο Περονικό Κόμμα έγινε προϋπόθεση για την πρόσληψη στη δημόσια διοίκηση, οι εικόνες του Περόν και της συζύγου του Εύας δέσποζαν στα αναγνωστικά του δημοτικού σχολείου, κυριάρχησε η λογοκρισία στον Τύπο ενώ εξαλείφθηκαν και τα τελευταία ίχνη πολιτικού διαλόγου, καθώς η περονική «δικαιοκρατία» πήρε τη μορφή εθνικού δόγματος.

Politización de la educación durante el peronismo

 

Εβίτα, η σημαιοφόρος των ταπεινών

Η παρουσία και η δημόσια δράση της Εύας Περόν έγιναν αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητας και της πολιτικής σκηνοθεσίας του περονισμού. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι σήμαινε η Εβίτα για τα πλατιά κοινωνικά στρώματα της Αργεντινής, τα οποία κατά τη δεκαετία του 1940 άρχισαν να συρρέουν από τις φτωχικές βόρειες επαρχίες της χώρας στην πρωτεύουσα για να συμβάλουν στο «θαύμα» που ανέλαβε να φέρει σε πέρας ο Περόν. Στην πυρετώδη προσπάθεια οικοδόμησης της «νέας» Αργεντινής, με βάση τις αρχές της δικαιοκρατίας, η Εβίτα έγινε η «πρώτη εργάτρια», η «πνευματική αρχηγός», η «καπετάνισσα». Με κύριο εργαλείο την πολιτική της διαίσθησης, η Εύα Περόν, ως μεσολαβήτρια μεταξύ του αρχηγού και του λαού του, κατάφερε να προσδώσει στον περονισμό ένα ύφος άμεσο και συναισθηματικό που άγγιξε τα λαϊκά στρώματα γιατί αναφερόταν σε απτές εμπειρίες του.

Σε καθημερινή βάση δεχόταν εκπροσώπους από τις συντεχνίες και τα συνδικάτα, άκουγε αιτήματα και παράπονα, εγκαινίαζε σχολεία και νοσοκομεία, ταξίδευε σε απομακρυσμένες επαρχίες και χωριά, έβγαζε πύρινους λόγους. Επισκεπτόταν τα εργοστάσια των λαϊκών συνοικιών, παρακινούσε τους εργάτες να σπάσουν τα ρεκόρ παραγωγικότητας και έστεφε σε κάθε εορτασμό της εργατικής Πρωτομαγιάς τις όμορφες βασίλισσες της εργασίας που συμβόλιζαν την καταξίωση της εργαζόμενης γυναίκας στην Αργεντινή του Περόν.13 Κυρίως, όμως, αφιέρωνε ατελείωτες ώρες στο περίφημο «Ίδρυμα» το οποίο αντικατέστησε την Φιλόπτωχο της παραδοσιακής ολιγαρχίας και έγινε το σπουδαιότερο εργαλείο για την κοινωνική πολιτική του περονισμού. Το Ίδρυμα Εύα Περόν επεκτάθηκε με ταχύτατους ρυθμούς χάρη στις υποχρεωτικές «δωρεές» που επέβαλλε στον επιχειρηματικό κόσμο. Σε σύντομο χρονικό διάστημα απέκτησε μια περίπλοκη οργάνωση σε πανεθνική κλίμακα που περιλάμβανε ένα ευρύ δίκτυο εξωτερικών ιατρείων, πολυκλινικών, σχολείων και συσσιτίων για παιδιά. Οι χιλιάδες πολίτες που πέρασαν από τους διαδρόμους του, μπόρεσαν να δουν από κοντά την Εβίτα να τους ρωτάει για τα προβλήματα, την εργασία, την υγεία, τα παιδιά τους και κατάφεραν να εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή κατοικία, τη δωρεάν μεταφορά στο εξωτερικό για λόγους υγείας, μια υποτροφία, πληρωμένες διακοπές στη θάλασσα αλλά κι ένα ζευγάρι πάνινα παπούτσια, ένα ορθοπεδικό πόδι ή μια τεχνητή οδοντοστοιχία που τόσο είχαν ανάγκη. Η Εβίτα, η «σημαιοφόρος των ταπεινών», εκπλήρωνε επιθυμίες και πραγματοποιούσε όνειρα.

Κοινωνική λειτουργός του Ιδρύματος Εύα Περόν καταγράφει τις ανάγκες των ταπεινών οικογενειών σε βασικά είδη.

Πάνω απ’ όλα, όμως, η Εβίτα δώρισε στους φτωχούς φίλους της την πίστη στον μύθο της σταχτοπούτας. Μια ολόκληρη φιλολογία έχει γραφτεί γύρω από τις ταπεινές καταβολές της, από την παιδική της ηλικία στην κωμόπολη Λος Τόλδος της επαρχίας Μπουένος Άιρες, από το γεγονός ότι ήταν νόθα κόρη του κτηματία Ντουάρτε και για το πώς πήγε στο Μπουένος Άιρες σε ηλικία δεκαπέντε χρονών για να ακολουθήσει καριέρα ηθοποιού στο ραδιόφωνο και στον κινηματογράφο. Πολλά έχουν γραφτεί και για το πώς γνώρισε τον συνταγματάρχη Περόν το 1944, σε μια φιλανθρωπική εκδήλωση στο Μπουένος Άιρες για τα θύματα που σεισμού που έπληξε την επαρχία Σαν Χουάν. Η γνωριμία τους κατέληξε σε γάμο τον επόμενο χρόνο. Αυτά, ακριβώς, τα χαρακτηριστικά της επέτρεπαν στα πλατιά στρώματα να ταυτίζονται μαζί της και να ελπίζουν σε μια καλύτερη μοίρα. Αυτά παρότρυναν τις φτωχές κοπέλες της Αργεντινής να επιδιώκουν να της μοιάσουν, να παίρνουν το όνομά της, να αντιγράφουν το χτένισμά της, να προσπαθούν να ντυθούν όπως εκείνη. Ό,τι άγγιζε η Εβίτα γινόταν φετίχ.

Εβίτα Περόν.

Έχουν μείνει στην ιστορία οι φλογεροί δημόσιοι λόγοι της στους οποίους κεντρική θέση είχε η αγάπη της για τον Περόν, η αφοσίωσή της στον λαό και η αυταπάρνηση. Αυτά τα συναισθήματά της τα εξέφρασε ανάγλυφα και στο έργο της Ο σκοπός της ζωής μου (La razón de mi vida) στο οποίο μιλά για τον πόνο που της προκαλούσε η κοινωνική αδικία.14 Με τους λόγους της δήλωνε ότι ένιωθε «στο πετσί της» τις πολιτικές θεωρίες του Περόν δείχνοντας με αυτό τον τρόπο στα λαϊκά στρώματα ότι η πολιτική ήταν πάνω απ’ όλα συναίσθημα. Ένα συναίσθημα που στηριζόταν στο δίπολο πίστη – απιστία και χώριζε την κοινωνία σε φίλους και εχθρούς, σε πιστούς και προδότες, σε πατριώτες και πατριδοκάπηλους. Οι πιστοί φίλοι ήταν αυτοί που συμμετείχαν στην «περονική αρμονία», σε μια συμφωνία συναισθημάτων που ένωνε τους εργάτες, τους εργοδότες και το κράτος σε έναν κοινό σκοπό. Σε έναν από τους ιστορικούς λόγους της που εκφωνήθηκε την 17η Οκτωβρίου 1951 στην πλατεία του Μαΐου, σε ένα έντονα πολωμένο πολιτικό κλίμα, πρόβαλλε τη σημασία της αμοιβαίας θυσίας: «Οι εχθροί του λαού», είπε, «του Περόν και της Εύας Περόν γνωρίζουν, εδώ και καιρό, ότι ο Περόν και η Εύα είναι διατεθειμένοι να πεθάνουν για αυτόν τον λαό. Τώρα γνωρίζουν επίσης ότι ο λαός είναι διατεθειμένος να πεθάνει για τον Περόν».

Ο Περόν και η Εβίτα στο κατώφλι του Προεδρικού Μεγάρου.

Τι σήμαινε, όμως, η Εβίτα για την «άλλη» Αργεντινή, αυτή που δεν συμμετείχε στην «περονική συμφωνία»; Σε αυτήν συμπεριλαμβάνονται όλοι όσοι ένιωθαν να απειλούνται από τον περονισμό: η παραδοσιακή οικονομική, κοινωνική και πολιτική ολιγαρχία, τα αστικά στρώματα, οι απόγονοι των ευρωπαίων μεταναστών που ένιωθαν την περιουσία τους να απειλείται από τους πρόσφατους εσωτερικούς μετανάστες, η αργεντινή διανόηση που θεωρούσε την πρώτη κυρία της χώρας ως την πιο ωμή έκφραση της δημαγωγίας του περονικού καθεστώτος που «υπνώτιζε» τον λαό με την προσφορά φτηνών παπουτσιών και πανηγυρικών θεαμάτων. Για όλους αυτούς η Εύα Περόν ήταν η φωνή του πλήθους, της μάζας, της ορδής. Αλλά και μέσα στον περονισμό η ισχυρή προσωπική επιρροή της στα συνδικάτα και στην κεφαλή της Εργατικής Συνομοσπονδίας δημιούργησε αντιπαλότητες. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα όταν οι στρατιωτικοί που στήριζαν τον Περόν αντέδρασαν θυελλωδώς στην υποψηφιότητα της Εύας για την αντιπροεδρία το 1951 επειδή θεωρούσαν ότι η πρώτη κυρία της χώρας επεδίωκε να δημιουργήσει σφαίρες παράλληλης εξουσίας.

Ο πρόωρος θάνατός της το 1952 από καρκίνο στα τριάντα τρία της χρόνια – έχει ειπωθεί ότι η Εβίτα δεν επινόησε μόνο την εικόνα της αλλά και τον θάνατό της – της επέτρεψε να μείνει άφθαρτη από τις δοκιμασίες που γνώρισε ο περονισμός κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970, όταν το κίνημα διχάστηκε. Μόνο η Εβίτα έμεινε αλώβητη και σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατό της εξακολουθεί να είναι μύθος για τους οπαδούς του περονισμού.

Argentina: Eva Perón

Μπουένος Άιρες, Ιούλιος 1952. Η κηδεία της Εβίτας Περόν μέσα σε κλίμα εθνικού πένθους και απόγνωσης.

 

Η ανατροπή του Περόν και η περίοδος της «περονικής αντίστασης»

Κατά τη δεύτερη προεδρία του Περόν (1952-1955) οι διαχωριστικές γραμμές που είχαν υψωθεί στο εσωτερικό της αργεντινής κοινωνίας βάθυναν ακόμη περισσότερο. Πίσω από αυτή την πόλωση κρύβονταν αντίθετα συμφέροντα, ταξικές προκαταλήψεις, διαφορετικά κοινωνικά βιώματα και αισθητικά πρότυπα, ασύμβατοι τρόποι ζωής. Η απόρριψη που προκαλούσε ο περονισμός στους αντιπάλους του επέτρεψε την προσέγγιση πολύ ετερογενών πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που είχαν ως κοινό στόχο την ανατροπή του Περόν και την αποκατάσταση της «τάξης».

Παρά τις έντονες αντιδράσεις που ξυπνούσε σε σημαντικά τμήματα της κοινωνίας ο περονισμός, το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1955 που τελικά τον ανέτρεψε δεν ήταν αναπόφευκτο: το 1954 ο Περόν διατηρούσε σχεδόν ανέπαφες τις πολιτικές συμμαχίες του και είχε καταφέρει, λόγω του ανοίγματός του προς το ξένο κεφάλαιο, να βελτιώσει αισθητά τις σχέσεις του τόσο με τους επιχειρηματικούς κύκλους όσο και με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ας σημειωθεί ότι από τα μέσα του 1953 οι σχέσεις του Περόν με τον νέο αμερικανό πρόεδρο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ είχαν μπει σε πιο πραγματιστικές βάσεις αφήνοντας πίσω τους παλιούς δογματισμούς. Η επίσκεψη μάλιστα του αδερφού του αμερικανού προέδρου, Μίλτον Αϊζενχάουερ, στο Μπουένος Άιρες τον Ιούλιο του 1953, στη διάρκεια της περιοδείας του στη Λατινική Αμερική, συνέβαλε σημαντικά στην αναθέρμανση των σχέσεων ΗΠΑ – Αργεντινής μετά από χρόνια ψυχρότητας. Σε αυτό το βελτιωμένο κλίμα ο Περόν άρχισε να εγκαταλείπει τις παλαιότερες θέσεις του περί Τρίτου Δρόμου – δηλαδή την τήρηση ίσως αποστάσεων από τον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό – και να προσανατολίζεται προς μια πιο στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ στο διεθνές πεδίο.15

Τι οδήγησε λοιπόν στην ανατροπή του Περόν το 1955; Παραδόξως η αρχή του τέλους επήλθε μέσα από ρήξη του με δύο από τις βασικές δυνάμεις που τον στήριζαν, την Εκκλησία και τον στρατό. Καταλύτης σε αυτή τη διαδικασία υπήρξε η σύγκρουση του Περόν με την ιεραρχία της καθολικής Εκκλησίας, εξαιτίας των ηγεμονικών αξιώσεων του περονικού Κράτους και των συνεχών παρεμβολών του στο κοινωνικό και εκπαιδευτικό έργο της Εκκλησίας. Η σύγκρουση οξύνθηκε όταν οι παρεμβάσεις αυτές άγγιξαν και δογματικά ζητήματα: από τους κυβερνητικούς κύκλους άρχισε να διαδίδεται όλο και περισσότερο μια «περονική» χριστιανική φιλοσοφία που κρατούσε συνεχώς μεγαλύτερες αποστάσεις από την επίσημη παράδοση του καθολικισμού. Επιπλέον οι άλλες θρησκείες άρχισαν να απολαμβάνουν μια πρωτόγνωρη ανοχή και ελευθερία ενώ η λατρεία γύρω από την Εβίτα είχε πάρει πλέον τη μορφή παράλληλης θρησκείας.16 Σε ένα πρωτοφανές κλίμα έντασης οι εκκλησίες άρχισαν να μετατρέπονται σε εργαστήρια για την οργάνωση της αντίστασης ενάντια στον περονισμό. Όταν έγινε γνωστή η ύπαρξη σχεδίου για την οργάνωση ενός Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, ο Περόν αντέδρασε έντονα αφαιρώντας από την καθολική Εκκλησία σημαντικά κατοχυρωμένα προνόμιά της: κατάργησε τη διδασκαλία των θρησκευτικών στη δημόσια εκπαίδευση, σταμάτησε τη χρηματοδότηση στα ιδιωτικά καθολικά σχολεία ενώ ταυτόχρονα επικυρώθηκε ο νόμος που επέτρεπε το διαζύγιο και απαγορεύτηκαν οι λιτανείες στους δρόμους. Κι ενώ ο αντικληρικαλισμός του φιλοκυβερνητικού Τύπου οξυνόταν, στις αρχές του 1955 προτάθηκε μια νέα συνταγματική μεταρρύθμιση για τον διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους. Σε αυτό το κλίμα η υπεράσπιση της θρησκείας έγινε η βασική αντιπολιτευτική σημαία που ένωσε παραδόξως όλο το φάσμα των φωνών της αντιπολίτευσης, από στρατευμένους καθολικούς μέχρι κομμουνιστές και σοσιαλιστές που συμμετείχαν σε θρησκευτικές λιτανείες στους δρόμους ως πράξη αντίστασης.

Ακολούθησε τον Ιούνιο του 1955 μια απόπειρα πραξικοπήματος όταν τμήματα του πολεμικού Ναυτικού και της Αεροπορίας ξεσηκώθηκαν και βομβάρδισαν το προεδρικό μέγαρο. Ο Περόν σώθηκε αλλά μεταξύ των τυχαίων περαστικών και των οπαδών του που έσπευσαν στην κεντρική πλατεία για να υπερασπιστούν τον αρχηγό τους, σκοτώθηκαν 300 άτομα και τραυματίστηκαν περίπου 600. Ακολούθησαν αντίποινα: εκείνη τη νύχτα, φανατικοί περονιστές βεβήλωσαν και έκαψαν τις σημαντικότερες εκκλησίες στο κέντρο της πρωτεύουσας. Όταν ορισμένες συμφιλιωτικές κινήσεις του Περόν δεν απέδωσαν, ο ίδιος κήρυξε τον πόλεμο στα τέλη Αυγούστου καλώντας τον λαό να αντισταθεί: «Στη βία θα απαντήσουμε με μεγαλύτερη βία. Όταν πέφτει ένας δικός μας, θα πέφτουν πέντε δικοί τους», είπε.

Αυτή η κήρυξη πολέμου έπεισε και πολλούς αναποφάσιστους ακόμη στρατιωτικούς για την αναγκαιότητα του πραξικοπήματος. Η σύγκρουση του Περόν με την Εκκλησία είχε γενικά διχάσει τον στρατό. Καθώς οι πιστοί στον Περόν στρατιωτικοί δεν έδειξαν μεγάλη διάθεση να τον υπερασπιστούν, επιβλήθηκαν οι πραξικοπηματίες. Η υπερίσχυση των εχθρικών στην κυβέρνηση στρατιωτικών κύκλων έθεσε σε κίνηση το πραξικόπημα 16ης Σεπτεμβρίου 1955 που με επικεφαλής τον στρατηγό Eduardo Lonardi ανέτρεψε τον Περόν έχοντας την υποστήριξη σύσσωμης της αντιπολίτευσης. Ο Περόν ζήτησε άσυλο στην πρεσβεία της Παραγουάης και ξεκίνησε η μακρά περίοδος της εξορίας του στην Παραγουάη, τον Παναμά, τη Νικαράγουα, τη Δομινικανή Δημοκρατία και τέλος στην Ισπανία όπου παρέμεινε από το 1960 μέχρι την επιστροφή του στην Αργεντινή το 1973.

Οι εκ των πρωτεργατών του πραξικοπήματος της 16ης Σεπτεμβρίου 1955, ναύαρχος Isaac Rojas και στρατηγός Pedro Eugenio Aramburu.

Η λεγόμενη «Απελευθερωτική Επανάσταση» ξεκίνησε αμέσως τη διαδικασία «αποπερονοποίησης» της αργεντινής κοινωνίας επιδιώκοντας την εξάλειψη κάθε ίχνους του περονισμού από τη δημόσια σφαίρα: το Περονικό Κόμμα απαγορεύτηκε και οδηγήθηκε στην παρανομία, οι επικεφαλής της Εργατικής Συνομοσπονδίας φυλακίστηκαν, απαγορεύτηκε οποιαδήποτε αναφορά του Τύπου στα ονόματα του Περόν και της Εύας και το 1956 εκτελέστηκε μια ομάδα συνωμοτών στρατιωτικών, οπαδών του Περόν. Από την άλλη πλευρά, μετά το κάλεσμα του Περόν το 1955, ξεκίνησε η μακρά περίοδος της «περονικής αντίστασης». Η αντίσταση περιλάμβανε μια σειρά αντιδράσεων, από την ατομική διαμαρτυρία μέχρι την οργάνωση συνομωσιών στο στρατό και εξεγέρσεων. Ειδικά η συνδικαλισμένη βάση του περονισμού πήρε στα χέρια της την αντίσταση στους χώρους εργασίας μετατρέποντας συχνά τα εργοστάσια σε πεδία μάχης: η δράση των εργατών στηριζόταν τόσο σε ανεπίσημες τακτικές όπως ήταν η αργόρυθμη εργασία μέχρι βίαιες απεργίες και δολιοφθορές.17

Κατά τα πρώτα χρόνια μετά το πραξικόπημα οι οπαδοί του Περόν ήταν ενωμένοι. Ωστόσο, ήδη από το 1957 άρχισαν να διαφαίνονται οι διαφορετικοί δρόμοι που επρόκειτο να ακολουθήσουν η συνδικαλιστική ηγεσία, από τη μια πλευρά, και η βάση του περονισμού από την άλλη. Για τους άλλοτε ισχυρούς συνδικαλιστές ηγέτες τέθηκε από νωρίς το δίλημμα αν θα έπρεπε να επιδιώξουν ένα είδος συμμετοχής και ενσωμάτωσης στο νέο πολιτικό σκηνικό προκειμένου να παραμείνουν παράγοντας εξουσίας ή αν θα έπρεπε να απέχουν από οποιαδήποτε διαπραγμάτευση γιατί έτσι απομακρυνόταν η δυνατότητα επιστροφής του Περόν. Παρόλο που ο συνδικαλισμός δέχτηκε μεγάλο πλήγμα από το πραξικόπημα, τα υψηλόβαθμα στελέχη του αναγνωρίστηκαν ως συνομιλητές του πολιτικού παιχνιδιού που διαμορφώθηκε μετά την ανατροπή του Περόν.18 Οι στρατηγικές τους άλλαζαν ανάλογα με τις εκάστοτε συγκυρίες: το 1958 υποστήριξαν έναντι πολιτικών ανταλλαγμάτων τον υποψήφιο των Ριζοσπαστών Arturo Frondizi, άλλοτε υποστήριζαν την πολιτική αποχή ή τη λευκή ψήφο, άλλοτε ψήφιζαν τα λεγόμενα νεοπερονικά κόμματα και όποτε τους επιτρεπόταν, κατέβαζαν υποψήφιους από τον συνδικαλιστικό χώρο. Ας σημειωθεί βέβαια ότι όλο αυτό το διάστημα ο ίδιος ο Περόν κινούσε τα νήματα από την εξορία.

Από την άλλη πλευρά κατά τη δεκαετία του 1960 ξεκίνησε η ριζοσπαστικοποίηση της περονικής νεολαίας που δεν ανεχόταν κανέναν συμβιβασμό και καταδίκαζε τη διαπραγματευτική στάση της συνδικαλιστικής ηγεσίας ως προδοσία προς το περονικό κίνημα. Οι περισσότεροι νεολαίοι ασπάστηκαν μια επαναστατική κουλτούρα, σύμφωνη και με παγκόσμιο πολιτικό κλίμα της εποχής, και πολλοί οργανώθηκαν σε ένοπλα αντάρτικα σώματα, με κυριότερο την οργάνωση Montoneros που δεν δίστασε να προχωρήσει σε εκτελέσεις πολιτικών αντιπάλων. Τον Μάιο του 1970 ο στρατηγός Aramburu, από τους πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος που ανέτρεψε τον Περόν, απήχθη από τους Montoneros και λίγες μέρες μετά δολοφονήθηκε. Σύντομα όμως ο πόλεμος μεταφέρθηκε και στο εσωτερικό του περονισμού καθώς μεταξύ των θυμάτων της ένοπλης δράσης των Montoneros ήταν τρανταχτά ονόματα περονιστών ηγετών από τον χώρο του συνδικαλισμού.

Κατά τη μεταβατική περίοδο 1971-1973, σε ένα κλίμα γενικευμένης πολιτικής βίας και εμφυλίου πολέμου στο περονικό κίνημα, ο Περόν έγινε ο κύριος διαχειριστής της κατάστασης και πρόβαλλε ως ο μόνος ικανός να επιβάλει την τάξη. Συνεχείς ζυμώσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων άνοιξαν τελικά τον δρόμο για την επιστροφή του Περόν στην Αργεντινή, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 20 Ιουνίου 1973 μετά από 18 χρόνια εξορίας. Είχαν προηγηθεί οι εκλογές του Μαρτίου του 1973 στις οποίες επικράτησε ο περονιστής υποψήφιος και κοντινός άνθρωπος του Περόν, Héctor Cámpora. Τον Σεπτέμβρη του 1973 προκηρύχθηκαν, σε ένα κλίμα ευφορίας και ενθουσιασμού, νέες εκλογές στις οποίες ο Περόν σάρωσε με ποσοστό 62%. Ωστόσο, ο εμφύλιος πόλεμος στο εσωτερικό του περονισμού εξακολουθούσε να μαίνεται.

O Χουάν Περόν και η σύζυγός του Ιζαμπέλ το 1973, έπειτα από την επιστροφή τους στην Αργεντινή.

Την 1η Ιουλίου 1974 ο Περόν πέθανε. Οι τίτλο των εφημερίδων εκείνη την ημέρα έγραψαν μόνο ένα τεράστιο «Πέθανε». Τον διαδέχτηκε η σύζυγός του Ιζαμπέλ Περόν την οποία είχε παντρευτεί το 1961. Αμέσως μετά οι Montoneros δήλωσαν ότι δεν αναγνώριζαν την εξουσία της Ιζαμπέλ Περόν και κήρυξαν ως μοναδικό διάδοχο του Περόν τον ίδιο τον λαό. Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς πέρασαν στην παρανομία και ανέλαβαν ξανά τον ένοπλο αγώνα. Από τότε επικράτησε ένα κλίμα ανεξέλεγκτης βίας ανάμεσα σε αντάρτικες ομάδες και στη παρακρατική οργάνωση Τριπλό Α. Αυτό το χρονικό βίας κατέληξε στο πραξικόπημα της 24ης Μαρτίου 1976 και στην κατάληψη της εξουσίας από μία από τις στυγνότερες χούντες στην σύγχρονη παγκόσμια ιστορία, η οποία θα άφηνε πίσω της 30.0000 αγνοούμενους. Οι περονιστές πλήρωσαν τον πιο βαρύ φόρο αίματος σε αυτή την τραγωδία.

Μπουένος Άιρες, Ιούλιος 1974. Θάνατος του Χουάν Περόν.

Παρά τις δραματικές εξελίξεις τις περιόδου 1976-1983 ο περονισμός επιβίωσε και μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1983 ανασυντάχθηκε και επανήλθε δυναμικά στην πολιτική σκηνή της Αργεντινής. Η επιστροφή του στην εξουσία κατά τις περιόδους 1989-1999 και 2003-2015, μέσα από πολύ διαφορετικά μεταξύ τους πρόσωπα και πολιτικά προγράμματα, δείχνει αναμφίβολα την ανθεκτικότητα της περονικής ταυτότητας και το ισχυρό έρεισμα του κινήματος στα λαϊκά στρώματα και στον συνδικαλιστικό χώρο. Από την άλλη πλευρά, η ετερογένειά του φανερώνει την ιδεολογική ευελιξία του, την ικανότητά του να προσαρμόζεται σε πολύ διαφορετικές συνθήκες αλλά και τη συμβιωτική σχέση του με την εξουσία.19

Η Μαρία Δαμηλάκου είναι Επίκουρη Καθηγήτρια της Ιστορίας της Αμερικανικής Ηπείρου με έμφαση στους Νεότερους Χρόνους στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Miguel Murmis – Juan Carlos Portantiero, Estudios sobre los orígenes del peronismo, Μπουένος Άιρες, Siglo XXI Editores, 1971. Federico Neiburg, Los intelectuales y la invención del peronismo, Μπουένος Άιρες, Alianza, 1998. Ernesto Laclau, La Razón Populista, Μπουένος Άιρες, FCE, 2005. Torcuato di Tella, Sociología de los procesos políticos, Μπουένος Άιρες, Grupo Editor Latinoamericano, 1985.

Juan Carlos Torre, “Introducción a los años peronistas”, στο J. C. Torre (επιμ.), Los años peronistas (1943-1955), σειρά Nueva Historia Argentina, τ. VIII, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2002, σ. 24-33.

Santiago Senén González- Gabriel Lerman, El 17 de Octubre de 1945. Antes, durante y después, Μπουένος Άιρες, Lumiere, 2005.

Mariano Plotkin, El día que se inventó el peronismo: la construcción del 17 de Octubre, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2008.

Juan Carlos Torre (επιμ.), El 17 de Octubre de 1945, Μπουένος Άιρες, Ariel, 1995.

Juan Carlos Torre, La vieja guardia sindical y Perón, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 1990. Miguel Murmis – Juan Carlos Portantiero, ό.π.

Μαρία Δαμηλάκου, Ιστορία της Λατινικής Αμερικής από το τέλος της αποικιοκρατίας μέχρι σήμερα, Αθήνα, Αιώρα, 2014, σ. 128-137.

P. Gerchunoff – D. Antúnez, “De la bonanza peronista a la crisis de desarrollo”, στο J. C. Torre (επιμ.), ό.π., σ. 145.

9 Claudio Belini, La industria peronista, Μπουένος Άιρες, Edhasa, 2009.

10 Juan Carlos Torre – Elisa Pastoriza, “La democratización del bienestar”, στο J. C. Torre (επιμ.), ό.π., σ. 282-283.

11 Juan Suriano, «Ο μακρύς δρόμος προς την κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων του πολίτη», στο Μ. Δαμηλάκου (επιμ.), Θέματα και τάσεις της σύγχρονης Λατινοαμερικανικής Ιστοριογραφίας, ΕΜΝΕ – Μνήμων, 2010, σ. 225-264.

12 Juan Carlos Torre – Elisa Pastoriza,ό.π., σ. 303-304.

13 Mirta Lobato, María Damilakou, Lizel Tornay, “Working-Class Beauty Queens under Peronism”, στο Matthew B. Karush and Oscar Chamosa (eds.), The New Cultural History of Peronism: Power and Identity in Mid Twentieth Century Argentina, Durham, Duke University Press, 2010, σ. 171-207.

14 Mirta Zaida Lobato, Eva Perón (1919-1952). Evita, Μαδρίτη, Ediciones del Orto, Biblioteca de mujeres, 2003.

15 Loris Zannata, La internacional justicialista. Auge y ocaso de los sueños imperiales de Perón, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2013, σ.358-365.

16 Juan Carlos Torre, “Introducción a los años peronistas”, στο J. C. Torre (επιμ.), Los años peronistas (1943-1955), ό.π., σ. 70-71.

17 Daniel James, Resistencia e integración. El peronismo y la clase trabajadora argentina, 1946-1976, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2η έκδοση, 1999.

18 Daniel James, “Sindicatos, burócratas y movilización”, στο Daniel James (επιμ.), Violencia, proscrición y autoritarismo (1955-1976), σειρά Nueva Historia Argentina, τόμος IX, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2003, σ. 117- 167.

19 Μαρία Δαμηλάκου, «Ο αργεντινός περονισμός. Ιδεολογία, πολιτική σκηνοθεσία και κοινωνική εμπειρία», στο: Λαϊκισμός στην ιστορία, την τέχνη, την πολιτική. Πρακτικά επιστημονικού συμποσίου, Αθήνα, Εταιρεία σπουδών νεοελληνικού πολιτισμού και γενικής παιδείας, 2016, σ. 93-102.

Γεώργιος Καλαφίκης: Αντανακλάσεις της ταραχώδους «Εποχής των Μεταναστεύσεων» (4ος – 5ος αι. μ.Χ.) στην «Epitoma rei militaris» του Βεγέτιου και στον ύστερο ρωμαϊκό στρατό

Γεώργιος Καλαφίκης    

Αντανακλάσεις της ταραχώδους «Εποχής των Μεταναστεύσεων» (4ος – 5ος αι. μ.Χ.) στην «Epitoma rei militaris» του Βεγέτιου και στον ύστερο ρωμαϊκό στρατό

 

Ι. Εισαγωγική θεώρηση

Σε προηγούμενη δημοσίευση μάς απασχόλησε το ζήτημα της χρονολόγησης καθώς και των γενικών αιτίων για τη συγγραφή της Epitoma rei militaris από τον Βεγέτιο. Χάρη στην παράθεση ποικίλων επιχειρημάτων υποστηρίξαμε πως ο συγγραφέας έγραψε την πραγματεία μάλλον προς τα τέλη της βασιλείας του Θεοδοσίου Α΄ (379-395), και πάντως πριν από την έλευση του 5ου αι. Αναφέραμε επίσης ως πιθανή αιτία για τη συγγραφή του βιβλίου γενικότερα τις βαρβαρικές εισβολές και τη διείσδυση βαρβάρων στην ενδοχώρα της αυτοκρατορίας, συγκεκριμένα όμως με αφορμή την απειλητική εμφάνιση και το ξέσπασμα του γοτθικού κινδύνου. Φαίνεται όμως ότι τέτοια σαφέστερα στοιχεία παραλείφθηκαν ή αφαιρέθηκαν (μαζί με τον αυτοκράτορα καθ’ υπόδειξη και εν ονόματι του οποίου ο Βεγέτιος συνέγραψε τη στρατιωτική του επιτομή) από επόμενο εκδότη και αναθεωρητή του αρχικού κειμένου –μάλλον από τον μυστηριώδη Φλάβιο Ευτρόπιο στην Κωνσταντινούπολη περίπου το 450– ώστε το κείμενο να καταστεί πιο «διαχρονικό» και «διδακτικό». Πάντως, ούτε τότε άλλαξε ο πυρήνας των διαπιστώσεων του Βεγέτιου: (α) τα προβλήματα στη στρατιωτική οργάνωση της αυτοκρατορίας, (β) η υπερβολική και λανθασμένη εξάρτηση σε ξένους μισθοφόρους για την επάνδρωση του στρατού (και συνακόλουθα για την άμυνα του κράτους), γενικά δε (γ) οι εισβολές και η διείσδυση των βαρβάρων εντός της επικράτειας, δημιουργούσαν καινούργια δεδομένα, έθεταν επικίνδυνες προκλήσεις και διέπλαθαν νέες απειλές για την ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Σε επιτυχή σύνοψη των αιτίων και της στόχευσης προβαίνει ο Milner στην εισαγωγή της δικής του κριτικής μετάφρασης του πρωτότυπου κειμένου. Ο μεταφραστής θεωρεί τη «Επιτομή στρατιωτικής τέχνης» του Βεγέτιου ως απόπειρα «συστηματικής θεραπείας» (systematized remedy) στρατιωτικών αστοχιών σε τομείς όπως: (α) στρατολογία και εκπαίδευση, (β) οργάνωση, τακτικές και στρατηγική, (γ) όπλα και εξοπλισμό1.

Τακτικές ιππικού και παραποτάμιων περιπολιών συνήθως παραλείπονται ως γνωστές, ήδη ανεπτυγμένες και εφαρμόσιμες, και συνεπώς ως ευκόλως εννοούμενες ενόψει της προόδου που είχε εντωμεταξύ επιτευχθεί. Δεν δίνεται επίσης ιδιαίτερη βαρύτητα σε μεθόδους πολιορκίας εχθρικών πόλεων, αφενός διότι οι κύριοι εχθροί τους οποίους ο Βεγέτιος κατονομάζει (Γότθοι, Ούννοι και Αλανοί) δεν κατοικούσαν σε πόλεις, και αφετέρου γιατί οι πολεμικές επιχειρήσεις στρέφονταν πλέον εναντίον του εκτενούς δικτύου των ελληνορωμαϊκών πόλεων εντός της επικράτειας. Γι’ αυτό άλλωστε ο Βεγέτιος αφιέρωσε συνολικά είκοσι δύο (22) από τις τριάντα ενότητες (30) περί πολιορκητικής σε αμυντικά μέτρα, ενώ αντιθέτως μόλις οκτώ (8) σε επιθετικά2. Θα τολμούσαμε, λοιπόν, να ισχυριστούμε ότι την περίοδο της ύστερης αρχαιότητας η αυτοκρατορία τελούσε πλέον συνεχώς σε «κατάσταση πολιορκίας»!

ΙΙ. Ο «γοτθικός» πόλεμος (376/7-382) και η μάχη της Αδριανούπολης (378) ως αιτία και αφορμή αντίστοιχα για τη συγγραφή της Epitoma rei militaris

Το ύστερο Ρωμαϊκό κράτος του 4ου αι. μ.Χ. δεν ήταν το ίδιο «άτρωτο» όπως παλαιότερα, δηλαδή κατά τη ρεπουμπλικανική και πρώιμη αυτοκρατορική εποχή. Τότε απολάμβανε διαρκή μεγέθυνση της έκτασης και της ισχύος του, παρά ορισμένες σοβαρές κατά καιρούς αποτυχίες. Η ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχε ασφαλώς εξέλθει με επιτυχία από τη μακροβιότερη κρίση της ιστορίας της, την περιβόητη «κρίση του 3ου αι. μ.Χ.», έχοντας όμως προηγουμένως υποστεί σε όλα τα μέτωπα απανωτά πλήγματα από πολλούς εχθρούς, τα οποία ενίοτε συνεχίστηκαν και τον 4ο αι.

Γερμανικά (λ.χ. Άγγλοι, Σάξονες) και κελτικά φύλα (λ.χ. Πικτοί, Σκώτοι) προσέβαλλαν κατά καιρούς τη Βρετανία. Διάφοροι λαοί –κυρίως γερμανικής (Φράγκοι, Αλαμανοί, Βουργουνδοί, Κουάδοι, Βάνδαλοι, Γότθοι κ.ά.), αλλά και ιρανικής (λ.χ. Σαρμάτες και Αλανοί) καταγωγής– επιτίθονταν κατά κύματα στις ευρωπαϊκές επαρχίες καθ’ όλο το μήκος των ποταμών Ρήνου και Δούναβη. Στη Μέση Ανατολή η Περσία προκαλούσε διαρκώς σε όλα τα επίπεδα –πολιτικό, διπλωματικό και βεβαίως στρατιωτικό– τη ρωμαϊκή κυριαρχία. Η Περσική αυτοκρατορία των Σασσανιδών αποτελούσε το «αντίπαλο δέος» της ύστερης Ρωμαϊκής και μετέπειτα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ήταν όντως μία εκ των δύο «υπερδυνάμεων» (superpowers) εκείνης της εποχής στην καθ’ ημάς οικουμένη, σχεδόν ισάξια και σίγουρα ισότιμη με τη Ρώμη (και το Βυζάντιο)3.

Εχθροί της Ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας: Πέρσες Σασσανίδες, Γότθοι, διάφοροι άλλοι Βάρβαροι.

Παρ’ όλα αυτά, την εποχή του Βεγέτιου, δηλαδή προς τα τέλη του 4ου με αρχές του 5ου αι., άλλο ήταν πλέον το μέγιστο και κυρίαρχο πρόβλημα. Πλήγματα μπορεί να είχε δεχτεί η αυτοκρατορία ως τότε αρκετά, ρήγματα ωστόσο ποτέ. Όταν γραφόταν η «Επιτομή στρατιωτικής τέχνης», βάρβαροι, ιδίως Γότθοι και Αλανοί, είχαν ήδη διαρρήξει τα σύνορα και είχαν εγκατασταθεί μαζικά στην ενδοχώρα της Βαλκανικής. Προσπαθούσαν να αποφύγουν τον εφιάλτη των Ούννων, οι οποίοι τούς είχαν οριστικά εκδιώξει από τις πατρογονικές τους εστίες βορείως του Δούναβη λίγο νωρίτερα. Ακόμη χειρότερα, αυτοί οι ξένοι λαοί διεκδίκησαν με τη βία και πέτυχαν το δικαίωμα όχι μόνο στη διαβίωση αλλά και σε κάποιας μορφής αυτονομία εντός του πλαισίου της αυτοκρατορίας. Αναφερόμαστε βεβαίως στον «γοτθικό» πόλεμο των ετών 376/7-382, σημείο καμπής του οποίου υπήρξε αναμφίβολα η συντριβή των ρωμαϊκών στρατευμάτων και ο θάνατος του αυτοκράτορα Βάλη στη μάχη της Αδριανούπολης τον Αύγουστο του 378.

Ως εκ τούτων, θεωρείται πιθανότερο πως ο Βεγέτιος έγραψε τη στρατιωτική του επιτομή με απώτερη αφορμή τη μάχη της Αδριανούπολης και με βαθύτερη αιτία τις επιπτώσεις της συγκεκριμένης καταστροφής και γενικότερα εκείνου του «γοτθικού» πολέμου. Επιχείρησε, επομένως, να «αποσβέσει» τις στρατιωτικές συμφορές που έπληξαν εντωμεταξύ το κράτος. Υποστήριξε, λοιπόν, την απάλειψη της εξάρτησης από ξένους μισθοφόρους και την ευρεία αναδιοργάνωση του αυτοκρατορικού στρατού, ώστε να καταστεί εκ νέου ικανός αμύντορας του κράτους και της αυτοκρατορικής εξουσίας. Σύμφωνα με τον Βεγέτιο, η στρατιωτική ανασυγκρότηση όφειλε να στηριχθεί στα αρχαιότερα «κλασικά» ρωμαϊκά πρότυπα. Αυτά συμπεριελάμβαναν ποικίλες τακτικές και διάφορα στρατηγήματα που αναλύουμε σε δύο επόμενες δημοσιεύσεις.

Ως γνωστόν βεβαίως, αυτή η αποφασιστικής σημασίας ήττα απέβη καθοριστική για τις σχέσεις της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αλλά και του αρχαίου κόσμου εν γένει, με τους ξένους λαούς –κυρίως γερμανικής καταγωγής– που συνωθούνταν και διαβιούσαν γύρω από τα αχανή ευρωπαϊκά σύνορα του κράτους κατά μήκος και πέραν της μεθοριακής γραμμής που σχημάτιζαν οι δύο μεγάλοι ποταμοί Ρήνος και Δούναβης. Ο «γοτθικός» πόλεμος (376/7-382) και ειδικά η μάχη της Αδριανούπολης (378) θεωρούνται ως απαρχή της «εποχής των Μεταναστεύσεων» (γερμ. Völkerwanderung). Κατά τη διάρκεια των επομένων δύο αιώνων πλήθη βαρβάρων εγκαταστάθηκαν σταδιακά και μαζικά στα εδάφη της αυτοκρατορίας. Μάλιστα, εξώθησαν σε τελεσίδικη διάλυση το δυτικό Ρωμαϊκό κράτος. Στη θέση του δημιουργήθηκαν ποικίλα βαρβαρικά βασίλεια (regna barbarica) κατά τον 5ο και 6ο αι. Ήδη, η συνθήκη (foedus) με τους Γότθους το 382 αποτελούσε άσχημο οιωνό για το μέλλον, αφού προέβλεπε την παραχώρηση γης για την οριστική διαμονή των τελευταίων σε βαλκανικές επαρχίες. Οι Γότθοι διατήρησαν, ωστόσο, την ιδιαίτερη φυλετική τους οργάνωση· σε αντάλλαγμα υποσχέθηκαν την αυτοτελή ένταξη γοτθικών στρατιωτικών τμημάτων στις τάξεις του αυτοκρατορικού στρατού όποτε τους ζητούνταν υπό το καθεστώς των «υπόσπονδων» συμμάχων, ευρύτερα γνωστών με την προσωνυμία «φοιδεράτοι» (foederati). Αυτό το γεγονός οδήγησε μελλοντικά στον εξοπλισμό τους με έξοδα και πόρους του κράτους.

Βάρβαροι: Οι Γότθοι. Nτοκιμαντέρ του History Channel. Barbarians – The Goths.

IIΙ. Η αριθμητική αποδυνάμωση του στρατού και προτάσεις για την αναπλήρωση των απωλειών σε ανθρώπινο δυναμικό

Πράγματι, το βιβλίο βρίθει κατά τη γνώμη μας από πάμπολλα σχόλια που μπορούν να αξιοποιηθούν ως δείκτες συγγραφής με ειδικότερη αφορμή τη συντριπτική ήττα στην Αδριανούπολη και γενικότερη αιτία τον αιματηρό «γοτθικό πόλεμο». Κατ’ αρχάς, μία σειρά προτροπών-προτάσεων που διατύπωσε ο Βεγέτιος στα αρχικά κεφάλαια του πρώτου βιβλίου αφενός υπονοούσαν αποψίλωση των μονάδων του αυτοκρατορικού στρατού (πεζικού και ιππικού), ενώ αφετέρου υποδείκνυαν γρήγορη και άμεση αναπλήρωση των απωλειών. Υπ’ αυτό το πρίσμα, ο Βεγέτιος (α) προέτρεψε εμμέσως τους ιθύνοντες να προτιμήσουν τη στρατολόγηση υπηκόων πολιτών της αυτοκρατορίας (άρα –συμπληρώνουμε– όχι ξένων και ειδικά Γερμανών, I.2). Ως εκ τούτου, ο συγγραφέας πρότεινε (β) να εντάσσονται πλέον στις τάξεις του στρατού ακόμη και αστοί (I.3), έφηβοι και γενικά νεαρής ηλικίας άρρενες (I.4), καθώς και άνδρες χαμηλότερου αναστήματος (I.5). Εισηγήθηκε ουσιαστικά (γ) την επαναφορά και εφαρμογή της υποχρεωτικής στρατολογίας και της στράτευσης πολιτών που ανήκαν σε διάφορες κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες οι οποίες ως τότε εξαιρούνταν (I.7). Κατά κανόνα, όλοι εκείνοι οι άνδρες είτε απέφευγαν τότε την κατάταξη, είτε αποκλείονταν πλέον από τον στρατό. Θεωρούνταν ασύμβατοι ή και ανίκανοι για στρατιωτική θητεία λόγω «ασθενούς κράσης» ή «ανεπαρκούς σωματικής διάπλασης». Ο Βεγέτιος έθεσε, λοιπόν, μία απολύτως λογική προϋπόθεση, ώστε αυτοί να ενσωματώνονται εκ νέου απρόσκοπτα στις τάξεις του στρατεύματος: (δ) κυρίαρχο κριτήριο για την επιλογή των στρατευσίμων όφειλε να είναι η ευρωστία και το σφρίγος, και όχι η διάπλαση ή το σωματικό μέγεθος των υποψηφίων (I.6).

Οι παραπάνω υποδείξεις λίγο απέχουν από το να θεωρηθούν ουσιαστικά ως πρόταση «γενικής κινητοποίησης και επιστράτευσης». Μάλιστα, μπορούν εύσχημα και εύστοχα να παραβληθούν με αντίστοιχη έμμεση εισήγηση του ιστορικού Αμμιανού Μαρκελλίνου με αφορμή το ξέσπασμα του γοτθικού πολέμου το 376/7 μ.Χ. Χωρίς να αποφεύγει το στερεότυπο της προϊούσας ηθικής παρακμής των συγχρόνων του σε σύγκριση με αρχαιότερες και ενδοξότερες εποχές, ο Αμμιανός ισχυρίστηκε εντούτοις ότι το Ρωμαϊκό κράτος είχε τότε ακόμη δυνατότητα επιτυχούς αντίστασης εναντίον των Γότθων και των άλλων βαρβάρων, εφόσον συγκέντρωνε ενωμένες όλες τις δυνάμεις (για την ακρίβεια, εφόσον συστρατεύονταν οι πολίτες όλων των τάξεων) εναντίον του εχθρού. Τέτοια επείγοντα μέτρα –όλα διόλου συμπτωματικά εναντίον γερμανικών λαών– σχολιάζει πως εφαρμόστηκαν παλαιότερα κατά τη διάρκεια των πολέμων του στρατηγού Μάριου εναντίον των Κίμβρων και των Τευτόνων (113-101 π.Χ.), του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου εναντίον των Μαρκομάνων (167-180 μ.Χ.), καθώς και των αυτοκρατόρων Κλαυδίου Γοτθικού και Αυρηλιανού εναντίον των Γότθων (268-271 μ.Χ.) (AmmMarcXXXI 5.10-17). Υπήρχε βεβαίως και το πρότυπο της έκτακτης επιστράτευσης και της τεράστιας κινητοποίησης που διενήργησαν οι Ρωμαίοι και οι Ιταλοί σύμμαχοί τους κατά τη διάρκεια του Β΄ Καρχηδονιακού Πολέμου (218-201 π.Χ.), αμέσως μετά από τη συντριβή τους στις Κάννες από τους Καρχηδόνιους του Αννίβα το 216 π.Χ. (Πολύβιος Ιστ. 2.24). Είναι, πάντως, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και σημαδιακή η διαπίστωση ότι περίπου την ίδια περίοδο, δηλαδή προς τα τέλη 4ου αι. μ.Χ., δύο από τους κορυφαίους τότε Λατίνους συγγραφείς κατέληξαν σε ανάλογα και αντίστοιχα συμπεράσματα σχετικά με την αντιμετώπιση και εξουδετέρωση ξένων εισβολέων.

Σε κάθε περίπτωση, η προτροπή του Βεγέτιου για συμπλήρωση του αριθμού των στρατευμένων ακόμη και με νεοσύλλεκτους κατώτερης στάθμης, υποδήλωνε με σαφήνεια τις τρομερές απώλειες που είχε εντωμεταξύ υποστεί ο στρατός τις τελευταίες δεκαετίες του 4ου αι., ως απόρροια των μαζικών βαρβαρικών εισβολών και των αλλεπάλληλων εμφυλίων πολέμων που έπληξαν την αυτοκρατορία στο σύνολό της. Ο γοτθικός πόλεμος και ειδικά η συμφορά στην Αδριανούπολη είχαν ήδη προκαλέσει βαριές απώλειες στον στρατό κρούσης-εκστρατείας (comitatenses) της υστερορωμαϊκής Ανατολής, κυρίως στα στρατεύματα του Ιλλυρικού και της Θράκης. Οι εμφύλιοι πόλεμοι στην υστερορωμαϊκή Δύση, που διενεργήθηκαν από τον Θεοδόσιο Α΄ εναντίον των σφετεριστών Μάγνου Μάξιμου (383-388) και Ευγένιου (392-394), θεωρείται επίσης βέβαιο πως αποδυνάμωσαν τις τοπικές στρατιωτικές μονάδες. Ασφαλώς, το πρόβλημα επιτάθηκε λόγω των βαρβαρικών εισβολών στη στροφή του 4ου προς τον 5ο αι. Σημειώνουμε την πρώτη εισβολή των Γότθων του Αλάριχου το 401/2 και λίγο αργότερα της βαρβαρικής ορδής του Ραδαγάισου το 405/6 στην Ιταλία, τη συνδυασμένη εισβολή διαφόρων Γερμανών στη Γαλατία το 406/7, τη δεύτερη εισβολή του Αλάριχου στην Ιταλία το 408 κ.ο.κ.

Βάρβαροι επιτιθέμενοι

Επομένως, μόνο τυχαία δεν είναι μία υπόδειξη προς το τέλος του τρίτου βιβλίου, η οποία συνιστά προέκταση και έρχεται ως επιστέγασμα όλων των παραπάνω απόψεων και προτροπών στην αρχή του πρώτου βιβλίου. Συγκεκριμένα, ο Βεγέτιος υποστήριξε ότι, παρ’ όλες τις στρατιωτικές αποτυχίες και τις απώλειες σε έμψυχο δυναμικό, η κατάσταση ήταν αναστρέψιμη, εφόσον σε πρώτη φάση το στράτευμα ανασυγκροτούνταν με όλο το διαθέσιμο και εναπομείναν προσωπικό, και ύστερα ανεφοδιαζόταν και εξοπλιζόταν κατάλληλα. Μετά από αυτά τα πρώτα και βασικά βήματα ήταν απαραίτητο να αναζητηθούν καινούργιοι στρατιώτες, ώστε να επανδρώσουν τις διάφορες μονάδες (legiones και auxilia). Έτσι, ο στρατός θα έβρισκε την ευκαιρία να ανακτήσει το ηθικό του και να αντεπιτεθεί στον εχθρό, χάρη στην ευρεία στρατολόγηση και στην ενίσχυσή του με όλους τους διαθέσιμους πόρους (III.25).

Κατά συνέπεια, η επιμονή του Βεγέτιου για τη διενέργεια εκτενούς στρατολόγησης (λατ. dilectus) συνιστά τόσο την αρχή του πρώτου όσο και το τέλος αντίστοιχα του τρίτου βιβλίου. Η τοποθέτηση του θέματος στην αρχή και στο τέλος της σχετικής με τον στρατό ξηράς διαπραγμάτευσης είναι προδήλως σκόπιμη. Για την ακρίβεια, αποτελεί κεφαλαιώδες δομικό στοιχείο των στρατιωτικών του προτάσεων, αφού τίθεται ως θεμέλιο και κορωνίδα της όλης στρατιωτικής ανασυγκρότησης. Με άλλα λόγια, η ικανή επάνδρωση των μονάδων μέσω της διενέργειας μεθοδικής στρατολογίας κρίνεται από τον συγγραφέα «ως το Α και το Ω» για τη σωστή οργάνωση ειδικά του στρατού ξηράς. Ο συγγραφέας ασχολήθηκε εκτενώς με το ζήτημα στα τρία πρώτα βιβλία της στρατιωτικής επιτομής του (στο τέταρτο και τελευταίο ασχολείται με ειδικότερα θέματα πολιορκητικής, αμυντικής και επιθετικής, καθώς και ναυτικής τέχνης).

Εντούτοις, επιστρέφοντας πάλι στο πρώτο βιβλίο, παρατηρούμε πως σε αμέσως επόμενα κεφάλαια ο Βεγέτιος προβαίνει σε πρόταση που κατ’ αρχήν φαίνεται να έρχεται σε αντιδιαστολή με τα παραπάνω. Συγκεκριμένα, πρότεινε προσεκτική επιλογή νεοσυλλέκτων, γιατί –όπως χαρακτηριστικά αναφέρει– λίγο παλαιότερα το κράτος έπαθε μεγάλα δεινά, αφότου παραμελήθηκε αυτή η διαδικασία (I.7-8). Σε αυτό το σημείο ο Βεγέτιος φαινομενικά αυτοαναιρείται ισχυριζόμενος αντικρουόμενα μεταξύ τους επιχειρήματα. Πώς είναι δυνατόν να συνδυάζεται η στράτευση ακόμη και κατώτερης ποιοτικά στάθμης ανδρών σε συνάρτηση με ενδελεχή επιλογή νεοσυλλέκτων; Πρόκειται για προτάσεις εκ πρώτης όψεως ασύμβατες και αλληλοαναιρούμενες. Κρίνω ότι μπορούμε να αποφύγουμε τον σκόπελο, εφόσον δεχτούμε πως η μεθοδική επιλογή στρατευσίμων αφορούσε κυρίως στον εξοβελισμό των ξένων από τις τάξεις του στρατεύματος από τότε και στο εξής. Εκείνοι ήταν λογικά οι υπαίτιοι για τη συσσώρευση τόσων δεινών, σύμφωνα τουλάχιστον με τη γνώμη του Βεγέτιου. Τα κενά στην επάνδρωση θα καλύπτονταν από τη θέσπιση ευρύτερων κριτηρίων για τη στράτευση υπηκόων πολιτών, ώστε δυνητικά να δημιουργηθεί μία καινούργια και πιο αξιόπιστη «δεξαμενή» στρατευσίμων.

    IV. Το πρόβλημα του «εκβαρβαρισμού» του στρατού και προτάσεις για την αντιμετώπισή του

Τα δεινά, τα οποία ο συγγραφέας ανέφερε παραπάνω, ήταν προφανώς οι βαρβαρικές εισβολές και η μαζική ενίσχυση ειδικά των αυτοκρατορικών στρατών κρούσης-εκστρατείας με ολόκληρα βαρβαρικά σώματα αποτελούμενα κυρίως από πολεμιστές γερμανικής καταγωγής. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις οι βάρβαροι μαχητές παρέμεναν ουσιαστικά υπό την άμεση ηγεσία των ίδιων των φυλάρχων τους και τυπικά μόνον ετίθεντο υπό τη διοίκηση Ρωμαίων αξιωματικών. Αυτό το φαινόμενο άρχισε να μεγεθύνεται από τον γοτθικό πόλεμο (376/7-382) και έπειτα. Καθώς φαίνεται, ο Βεγέτιος έκρινε τον στρατό της εποχής του υπερβολικά «εκβαρβαρισμένο». Κατέγραψε, λοιπόν, τις εξής επικριτικές παρατηρήσεις:

Α) Ύστερα από τη βασιλεία του Γρατιανού (375-383), οι πεζικάριοι που θήτευαν στις τάξεις του πάλαι ποτέ ένδοξου ρωμαϊκού στρατού όδευαν στη μάχη μάλλον αθωράκιστοι. Αντιθέτως, οι ιππείς ήταν επαρκώς θωρακισμένοι στα πρότυπα των Γότθων, των Αλανών και των Ούννων αντιπάλων τους (I.20). Η ρητή μνεία σε Γότθους, Αλανούς και Ούννους ιππείς αποτελεί ένα επιπλέον δεδομένο, το οποίο μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι μάλλον ο Βεγέτιος έγραφε επηρεασμένος από την άκρως επιτυχημένη δράση του βαρβαρικού ιππικού ειδικά στη μάχη της Αδριανούπολης το 378 και τη συμβολή του στον γοτθικό θρίαμβο.

Β) Παρατηρούσε επίσης κατ’ αντιδιαστολή πως βάρβαροι και όχι πλέον Ρωμαίοι παρέτασσαν ενίοτε θυρεοφόρους πεζούς (scutati) εξοπλισμένους με υσσούς (λατ. pila, bebrae· γερμ. angones), δηλαδή βαριά ακόντια ρίψης (I.20).

Γ) Ισχυριζόταν, μάλιστα, ότι οι ειδικά οι Γότθοι αποδεκάτισαν επανειλημμένως με πυκνή και εύστοχη τοξοβολία τους αθωράκιστους άνδρες του αυτοκρατορικού στρατού, επηρεασμένος καθώς φαίνεται από τις παρατεταμένες συγκρούσεις εναντίον τους. Αυτή η πληροφορία μπορεί παράλληλα να θεωρηθεί και ως δείκτης γραφής της πραγματείας έπειτα από τον σκληρό και ανηλεή «γοτθικό» πόλεμο εκείνων των ετών, ως αντίκτυπος αυτού (I.20).

Η Πολεμική Τεχνολογία των Γότθων. Deadly Barbarian Battle Tech: Documentary on the War Technology of the Goths (Full Documentary)

Δ) Επιπλέον, ο Βεγέτιος σχολίαζε πως ο στρατός της εποχής του είχε εγκαταλείψει την περιχαράκωση και οχύρωση των στρατοπέδων εκστρατείας. Αυτή η πρακτική αποτελεί βασικό παράγοντα διαφοροποίησης ενός τακτικού στρατού από άτακτες ορδές πολεμιστών. Η απουσία τέτοιας εξειδικευμένης αμυντικής πρόνοιας έκανε τον ύστερο ρωμαϊκό στρατό ευάλωτο σε αιφνιδιαστικές εχθρικές προσβολές και επιθέσεις (I.21)4. Ο συγγραφέας σημειώνει χαρακτηριστικά στο τρίτο βιβλίο: οι Πέρσες οχύρωναν στρατόπεδα εκστρατείας με αμμόσακους, βαρβαρικά φύλα σχημάτιζαν προστατευτικούς κλοιούς από άμαξες (laager), ενώ αντιθέτως οι Ρωμαίοι είχαν πια απολέσει αυτή τη χρήσιμη τέχνη, που κάποτε συνιστούσε ειδοποιό διαφορά μεταξύ Ρωμαίων και βαρβάρων (III.10).

Με άλλα λόγια, το συμπέρασμα του Βεγέτιου ήταν πως πλέον οι βάρβαροι πολεμούσαν προσεκτικά και μεθοδικά παίρνοντας τις απαραίτητες προφυλάξεις, ακριβώς όπως οι Ρωμαίοι παλαιότερα· αντιθέτως, οι Ρωμαίοι έτειναν να μάχονται απερίσκεπτα και ασύνετα χωρίς την αναγκαία προστασία, όπως άλλοτε οι βάρβαροι. Κατά τη γνώμη μας, αυτά τα επιχειρήματα, παρότι υπερβολικά ως έναν βαθμό, αποκαλύπτουν δύο σημαντικές εξελίξεις: Πρώτον, εκατέρωθεν της συνοριογραμμής (limes) «βάρβαροι» και «Ρωμαίοι» επηρέαζαν ενεργά αλλήλους στον τρόπο του μάχεσθαι μέσω των αδιάλειπτων συγκρούσεων. Αυτοί οι μαχητές ενίοτε ήταν οργανωμένοι σε παρεμφερείς στρατιωτικές δομές, διέθεταν παραπλήσιο εξοπλισμό, ενώ εφάρμοζαν κατά περίπτωση και παρόμοιες πολεμικές τακτικές. Έτσι, διαμορφωνόταν τελικά μία «κοινότητα πολεμιστών» που διέσχιζε την Ευρώπη και απλωνόταν έως τη Μέση Ανατολή.

Βεβαίως, οι Ρωμαίοι εξακολουθούσαν να απολαμβάνουν ορισμένα σημαντικά στρατιωτικά πλεονεκτήματα. Αυτά εδράζονταν κυρίως σε δύο παράγοντες: αφενός (α) παρέτασσαν μόνιμα τακτικά στρατεύματα, ενώ αφετέρου (β) η στρατιωτική τους οργάνωση παρέμενε επαρκώς δομημένη, διότι στηριζόταν σε σταθερές διαχρονικά βάσεις: κατάταξη, εκπαίδευση, πειθαρχία, επαγγελματισμός, «πνεύμα μονάδος» (esprit de corps), ιεραρχία και διοίκηση, γραμματειακή και λογιστική υποστήριξη, ιατρική φροντίδα, παροχή εξοπλισμού. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Βεγέτιο όλα αυτά τα προτερήματα τελούσαν ήδη σε ύφεση, η υπεροχή έναντι των βαρβάρων είχε υπονομευθεί, ενώ η ρωμαϊκή υπεροπλία είχε γενικά τρωθεί. Γιατί όμως;

Επειδή, δεύτερον, η υιοθέτηση «ρωμαϊκών» πρακτικών από βαρβάρους και αντιστοίχως «βαρβαρικών» από Ρωμαίους υποδήλωνε ένα δεδομένο ελάττωμα εξαιρετικά επίφοβο για την ποιότητα του ύστερου ρωμαϊκού στρατού και τελικά δυνητικά ολέθριο για τη συνοχή του ύστερου Ρωμαϊκού κράτους: τη μαζική στελέχωση του άλλοτε υπερήφανου και πανίσχυρου τακτικού αυτοκρατορικού στρατού από αλλοδαπούς οπλίτες, υπαξιωματικούς και αξιωματικούς, και από άτακτους φυλετικούς μαχητές γερμανικής ως επί το πλείστον καταγωγής, με παράλληλη αντίστοιχη ελάττωση του αριθμού, της σημασίας και της επιρροής των γηγενών.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο Milner θεωρεί τελικά ως «χαμένη υπόθεση» τις νουθεσίες του Βεγέτιου, διότι κατά τη διάρκεια του 5ου αι. οι στρατιές «πρώτης γραμμής» τόσο του ανατολικού όσο ιδιαιτέρως του δυτικού Ρωμαϊκού κράτους έτειναν πλέον να σχηματίζονται: (α) από «φοιδεράτους» (foederati) βαρβάρους –θεωρητικά υπόσπονδους, αλλά ουσιαστικά αυτόνομους και πρακτικά ανεξέλεγκτους– μαζικά στρατολογημένους en bloc, δηλαδή εν σώματι, στον στρατό, (β) από «βουκελάριους» (bucellarii) στρατιώτες, κυρίως ιππείς που υπάγονταν «προσωπικά» σε Ρωμαίους στρατηγούς ή βαρβάρους πολέμαρχους και υπηρετούσαν αποκλειστικά υπό την ηγεσία τους, οφείλοντας υπακοή πρωτίστως σε εκείνους και όχι στο κράτος, και (γ) σε μικρότερο βαθμό από άλλους «υποταγμένους» (dediticii) βαρβάρους, παραδομένους στη διάκριση των υστερορωμαϊκών αρχών5.

Βουκελάριοι ιππείς

Σε αυστηρά στρατιωτικό πλαίσιο, η αθρόα συμμετοχή βαρβάρων και η ανεξέλεγκτη συσσώρευση ολόκληρων βαρβαρικών πολεμικών σωμάτων στις τάξεις του ύστερου ρωμαϊκού στρατού ασφαλώς αλλοίωνε τη φυσιογνωμία του, υποβάθμιζε την πειθαρχία και έφθειρε τη μαχητική του αξία. Οι ξένοι μετέφεραν σε έναν πανάρχαιο και τακτικό στρατιωτικό μηχανισμό οργανωμένο με «επιστημονικό» τρόπο τη νοοτροπία ατάκτων πολεμιστών, όπως τη συνήθεια να μάχονται αθωράκιστοι, με άναρχο και απροσχεδίαστο τρόπο, χωρίς να λαμβάνουν στοιχειώδη μέτρα προφύλαξης και προστασίας. Σε τελική ανάλυση, η διαρκώς αυξανόμενη προσέλευση ξένων νεοσυλλέκτων και η εντεινόμενη επάνδρωση του ύστερου ρωμαϊκού στρατού από αλλοδαπούς μισθοφόρους υπέσκαπτε την ισορροπία και τη σταθερότητά του ως πολεμικής μηχανής. Παράλληλα, υπονόμευε την αποτελεσματικότητά του ως κατεξοχήν στηρίγματος της αυτοκρατορικής εξουσίας. Το διακύβευμα ήταν όντως κολοσσιαίο και τρομακτικό.

Γι’ αυτό, λοιπόν, ο Βεγέτιος είχε συμβουλέψει την επαναφορά της νύξης κατά τη χρήση του ξίφους με παράλληλη εγκατάλειψη της κόψης που εφάρμοζαν οι βάρβαροι (I.12). Τούτη η παραίνεση αποτελούσε έμμεση προτροπή αποφυγής «βαρβαρικών» πολεμικών μεθόδων. Σε μεταγενέστερο κεφάλαιο συνέστησε μάλιστα την επιστροφή στα δόγματα των αρχαίων προγόνων, υποστηρίζοντας χαρακτηριστικά ότι «συμφέρει οικονομικά να εκπαιδεύεις ημεδαπούς πολίτες στην (αρχαία) πολεμική τέχνη, παρά να εξαγοράζεις τις στρατιωτικές υπηρεσίες ξένων βαρβάρων μισθοφόρων (αμφίβολης νομιμοφροσύνης και ευμετάβλητης αφοσίωσης, συμπληρώνουμε)» (I.28). Τις απόψεις αυτές επανέλαβε και στο δεύτερο βιβλίο. Εκεί, πρότεινε πάλι τη στρατολόγηση αυτοχθόνων νεοσυλλέκτων και την επιστροφή στα παλαιά στρατιωτικά δόγματα ως διέξοδο από την κρίση (II.18). Τέλος, στην αρχή του τρίτου βιβλίου ανακεφαλαίωσε τα συμπεράσματά του ως εξής: δεν είναι σωστό να υπηρετούν στις ρωμαϊκές στρατιές περισσότεροι ξένοι σύμμαχοι συγκριτικά με γηγενείς πολίτες (III.1).

Επομένως, πλην της εισδοχής και κατάταξης ημεδαπών ως βασικό μέτρο αριθμητικής ενίσχυσης των στρατευμάτων, ο Βεγέτιος υπέδειξε –έστω και εμμέσως– την αποπομπή και τον αποκλεισμό αλλοδαπών από τις τάξεις του, ώστε να επέλθει αφενός διαφοροποίηση και αφετέρου εξισορρόπηση στις «πηγές ή δεξαμενές» στελέχωσης του στρατού. Εν κατακλείδι, όλες αυτές οι προτάσεις και διάφορες μέθοδοι αντιμετώπισης του φαινομένου του «εκβαρβαρισμού» συνέτειναν σε μία καίρια διαπίστωση που είχε νωρίτερα επισημανθεί από τον συγγραφέα: η σύνθεση των αυτοκρατορικών στρατευμάτων όφειλε να κυμαίνεται στην παλαιότερη, ασφαλέστερη, και επιτυχέστερη αναλογία μεταξύ «πολιτών» και «συμμάχων», δηλαδή αδρομερώς μεταξύ λεγεωνάριων (legiones, legionarii) και συμμάχων (auxilia, auxiliares). Σύμφωνα με εκείνη, οι πρώτοι ήταν πάντα περισσότεροι από τους δεύτερους (ΙΙI.2-3).

V. Προτάσεις για τη λήψη αμυντικών μέτρων με αντικειμενικό σκοπό την αντιμετώπιση βαρβαρικών ορδών στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας

Αμέσως μετά, ο Βεγέτιος ανέλυσε σειρά αμυντικών στρατιωτικών μέτρων που αφορούσαν ουσιαστικά στην αντιμετώπιση βαρβαρικών ορδών στο εσωτερικό της κράτους (III.3). Συγκεκριμένα, υποστηρίζει πως: (1) κύρια μέριμνα οφείλει να είναι η απρόσκοπτη διασφάλιση της επιμελητείας μέσω της παροχής όλων των απαραίτητων εφοδίων στα φίλια στρατεύματα, η αντίστοιχη στέρησή τους από τον εχθρό και η καταστροφή του αντιπάλου μέσω λιμοκτονίας. (2) Η συγκέντρωση εφοδίων πρέπει να γίνεται συντονισμένα στις επαρχίες πριν από την έναρξη κάθε εκστρατευτικής περιόδου. (3) Ιδιαίτερη πρόνοια επιβάλλεται να επιδεικνύουν αμυνόμενοι πολιορκημένοι ώστε να συγκεντρώνουν όλα τα χρειώδη σε ασφαλή και οχυρά σημεία. (4) Οι άμαχοι ενδείκνυται να αποσύρονται σε οχυρωμένες απρόσιτες τοποθεσίες πριν από την έλευση επιδρομέων ή εισβολέων. (5) Οι οχυρώσεις απαιτείται να βρίσκονται σε καλή κατάσταση, οι πολεμικές μηχανές να συντηρούνται επαρκώς και οι στρατιώτες να είναι ετοιμοπόλεμοι. (6) Βασικές προμήθειες –όπως νερό, τρόφιμα και σιτηρέσιο, ζωοτροφές και ξυλεία– οφείλουν απαραιτήτως να χορηγούνται αδιάκοπα στα στρατεύματα σε φάση πολεμικών επιχειρήσεων. Η λελογισμένη διανομή των εφοδίων γίνεται από τις (ενίοτε οχυρωμένες) σιταποθήκες (horrea) με χρηστή επίβλεψη. (7) Τα οχυρά και οι πόλεις αρκεί να φρουρούνται από στρατιώτες κατώτερης ποιότητας, εξοπλισμένους όμως με πλειάδα ποικίλων εκηβόλων όπλων, ώστε να προβάλουν επιτυχή άμυνα. Τότε, οι καλά προετοιμασμένοι πολιορκημένοι έχουν τη δυνατότητα να εξουδετερώσουν τον εχθρό είτε μέσω λιμού, εάν διατηρεί συγκεντρωμένες τις δυνάμεις του, είτε μέσω αιφνιδιαστικών αντεπιθέσεων, εάν οι πολιορκητές έχουν διασκορπιστεί στην ευρύτερη περιοχή. (8) Τέλος, ο Βεγέτιος εφιστούσε ιδιαίτερη προσοχή σε τυχόν προσπάθειες εξαπάτησης των αμυνομένων από τους επιτιθέμενους με πρόσχημα τη διενέργεια διαπραγματεύσεων ή τη σύναψη ανακωχής. Αυτή η τελευταία συμβουλή ίσως απηχούσε το τέχνασμα που εφάρμοσαν οι Γότθοι πριν από την έναρξη της μάχης της Αδριανούπολης. Τότε, είχαν απευθύνει έκκληση για δήθεν διαβουλεύσεις και συνεννόηση με τη ρωμαϊκή ηγεσία, στις οποίες οι Ρωμαίοι ενέδωσαν αφρόνως. Στην πραγματικότητα οι Γότθοι ηγέτες είχαν εσκεμμένα επιδιώξει να καθυστερήσουν την εκδήλωση της σύρραξης, μέχρις ότου συγκληθούν και συγκεντρωθούν όλες οι διασκορπισμένες τους δυνάμεις και ειδικά οι ιππείς, ώστε να αντιμετωπίσουν με σύντονο και μαζικό τρόπο τη μάζα του αυτοκρατορικού στρατού που πλησίαζε επικίνδυνα και απειλητικά.

Ύστεροι Ρωμαίοι αμυνόμενοι

Σε κάθε περίπτωση, όλες οι παραπάνω συστάσεις αποκάλυπταν την ύπαρξη και πολεμική δραστηριοποίηση εντός της επικράτειας αλλότριων εθνών, τα οποία μέχρι πρότινος έδρευαν έξω και μακριά από τα εδάφη της αυτοκρατορίας. Επομένως, ξένοι λαοί –με προεξάρχοντες ασφαλώς τους Γότθους– είχαν ήδη διασπάσει τον limes (τις συνοριακές γραμμές), και κινούμενοι κατά το δοκούν είχαν εγκατασταθεί σε επαρχίες του ύστερου Ρωμαϊκού κράτους, τις οποίες κατόπιν λυμαίνονταν προς όφελός τους. Κατ’ αναλογία λοιπόν, οι πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον τους είχαν μεταφερθεί πλέον intra muros, δηλαδή «εντός των τειχών». Άρα, επιβαλλόταν τροποποίηση των πολεμικών μεθόδων και η προσαρμογή τους στα νέα δεδομένα. Στο πλαίσιο αυτό, (α) η λογιστική υποστήριξη (επιμελητεία) των στρατευμάτων με παράλληλη στήριξη και προστασία των αμάχων, δηλαδή εντέλει της πληθυσμιακής βάσης της αυτοκρατορίας, καθώς και (β) η ενδελεχής συντήρηση του οπλισμού και των οχυρώσεων, προέβαλλαν ως οι δύο κύριοι αμυντικοί πυλώνες επί των οποίων όφειλε να στηριχθεί από τότε και στο εξής η πολεμική προσπάθεια. Πάντως, σε τελική ανάλυση ο Βεγέτιος θεωρούσε τη βαρβαρική διείσδυση μάλλον διαχειρίσιμη, εφόσον το κράτος έπαιρνε όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα. Με άλλα λόγια, δεν έκρινε ως αδύνατη και ατελέσφορη την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης απειλής. Συνεπώς, η διάχυση και η διασπορά των βαρβάρων δεν είχαν ακόμη πάρει τη μορφή ανεξέλεγκτης και ασταμάτητης «χιονοστιβάδας», όπως συνέβη ειδικά από τη δεύτερη δεκαετία του 5ου αι. και έπειτα στην υστερορωμαϊκή Δύση.

Χάρτες

Η εγκατάσταση βαρβάρων σε περιοχές της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας δεν ήταν βεβαίως ένα πρωτόγνωρο, αλλά μάλλον συνηθισμένο περιστατικό. Πρωτοφανείς και δυσμενείς ήταν, ωστόσο, οι συγκεκριμένοι όροι της «ένοπλης» εγκατάστασης των Γότθων σύμφωνα με το foedus του 382. Η συμφωνία προέβλεπε τη διατήρηση της αυτονομίας τους, συμπεριλαμβανομένου de facto του δικαιώματος στην αυτοάμυνα. Για πρώτη φορά στη ρωμαϊκή ιστορία, εχθροί εγκαθίστανται σε εδάφη της αυτοκρατορίας κατόπιν ένοπλης σύρραξης, όχι όμως διότι πρώτα νικήθηκαν, αιχμαλωτίστηκαν ή παραδόθηκαν εντός ή εκτός των συνόρων, αλλά επειδή το κράτος αναγκάστηκε να συμβιβαστεί μαζί τους και να υποκύψει στις απαιτήσεις τους, αποδεχόμενο έτσι σιωπηρώς την αδυναμία του να τους υποτάξει. Στο μεταξύ είχε αποτύχει παταγωδώς να περιορίσει και να εξουδετερώσει τη μεγάλη εξέγερση που εκδηλώθηκε προηγουμένως εντός της επικράτειάς του.

Γότθοι πρόσφυγες

VI. Πιθανές αντανακλάσεις συγκεκριμένων συγκρούσεων του στρατού με βαρβάρους στο κείμενο της Epitoma rei militaris

Τρεις επιπρόσθετες αναφορές στο τρίτο βιβλίο υποκρύπτουν, πιθανότατα, σχέση με τη μάχη της Αδριανούπολης το 378, καθώς και με τα επακόλουθα αυτής. Συγκεκριμένα, ο Βεγέτιος επεσήμανε ότι κατά τη διάρκεια της προσέγγισης με τον εχθρό πρέπει να λαμβάνονται στοιχειώδη μέτρα προφύλαξης. Επιμένει ιδιαίτερα στην προσεκτική σχεδίαση και χάραξη της πορείας από το επιτελείο του στρατηγού διαμέσου (α) της χρήσης χαρτών και οδοιπορικών (itineraria) και (β) της αξιοποίησης τοπικών οδηγών. Έτσι, επιτυγχάνεται αφενός (i) ορθή αξιολόγηση και επαλήθευση των σχετικών γεωμορφολογικών πληροφοριών μέσω διασταύρωσης από διάφορες πηγές και αφετέρου (ii) επιμελής αναγνώριση της περιοχής την οποία το στράτευμα διασχίζει ή επί της οποίας αναπτύσσεται. Παράλληλα συμβουλεύει τη διατήρηση πλήρους συσκότισης για τις προθέσεις της στρατιωτικής ηγεσίας, ώστε χάρη στη μυστικότητα να μην διαρρέουν πληροφορίες στον εχθρό (III.6). Ο αυτοκράτορας Βάλης είχε εμπλέξει απρογραμμάτιστα και τμηματικά, με ολέθρια ως γνωστόν αποτελέσματα, το σύνολο των στρατιωτικών του δυνάμεων στη μάχη της Αδριανούπολης, χωρίς να προηγηθεί ούτε ενδελεχής κατόπτευση του πεδίου μάχης, ούτε πλήρης αναγνώριση της διάταξης του αντιπάλου στρατού. Το αποτέλεσμα ήταν οι φίλιες δυνάμεις να αιφνιδιαστούν τόσο από το πλήθος όσο και από τις ενέδρες των εχθρών. Η πλημμελής ενημέρωση της στρατιωτικής διοίκησης για την τακτική κατάσταση, καθώς και η άτακτη εμπλοκή των διαφόρων στρατιωτικών τμημάτων οδήγησαν τελικά τους μεν Ρωμαίους σε πανωλεθρία, τους δε Γότθους στον θρίαμβο.

Ο Βεγέτιος προέτρεψε, επίσης, να αποφεύγονται οι κοπιώδεις πορείες αμέσως πριν από τη διενέργεια μάχης, επειδή προφανώς ήταν δυνατόν να οδηγήσουν σε εξάντληση τους στρατιώτες προτού έρθουν σε επαφή και συμπλακούν με τον εχθρό (III.11). Η ομοιότητα τέτοιας άστοχης και επικίνδυνης ενέργειας με τα γεγονότα ακριβώς προτού ξεσπάσει η σύγκρουση στην Αδριανούπολη κάθε άλλο παρά συμπτωματική ήταν· μάλλον δημιουργούσε εύλογο και άμεσο συνειρμό, αποτελώντας εμμέσως παράδειγμα προς αποφυγή.

Τέλος, ο συγγραφέας υποστήριξε πως εχθρός ανέτοιμος, διεσπαρμένος προς άγραν εφοδίων, εξαντλημένος λόγω κοπιώδους πορείας ή απλώς παντελώς ανυποψίαστος μπορεί να υποστεί αιφνιδιαστικές επιθέσεις εξαιτίας συνολικής τακτικής μειονεξίας (III.22). Κατ’ επέκταση, αυτές ακριβώς τις αδυναμίες οφείλουν να αποφεύγουν οι φίλιες δυνάμεις. Η συνάφεια των παραπάνω διαπιστώσεων με τα σοβαρά τακτικά λάθη και σφάλματα που διέπραξε ο στρατός εκστρατείας του Βάλη αμέσως πριν από την εκδήλωση της κρίσιμης μάχης στην Αδριανούπολη καθίσταται εκ νέου πρόδηλη. Φαίνεται, μάλιστα, πως ο Βεγέτιος –όπως άλλωστε και ο Αμμιανός Μαρκελλίνος– είχε πρόσβαση και αναπαρήγαγε στο κείμενό του επίσημες κρατικές εκθέσεις και αναφορές. Σε εκείνες αναλύονταν οι λόγοι και οι αιτίες που οδήγησαν τον στρατό στη βαριά αυτή ήττα που ολοκληρώθηκε με τον θάνατο ενός Ρωμαίου αυτοκράτορα στο πεδίο της μάχης, ένα όντως εξαιρετικά σπάνιο και ατυχές περιστατικό.

Το ξέσπασμα του «γοτθικού πολέμου» το 376/7 και η μάχη της Αδριανούπολης το 378. Δραματοποιημένη ψηφιακή αναπαράσταση. Total War History: Battle of Adrianople (Parts 1-4)

Παρ’ όλα αυτά, ο Βεγέτιος δεν τόνισε μόνο στρατιωτικές αποτυχίες και αδυναμίες ώστε με αφορμή και αιτία αυτές να συγγράψει την πραγματεία του. Προέβη σε μία διαπίστωση, που κατά τα φαινόμενα στηρίζεται σε μεγάλη στρατιωτική επιτυχία λίγο προγενέστερη της συγγραφής του κειμένου. Συγκεκριμένα, ο Βεγέτιος ολοκλήρωσε το βιβλίο κάπως απότομα σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι: «σχετικά με τα ελαφρά πλοία (naves lusoriae) που προφυλάσσουν τα φυλάκια του Δούναβη με τις καθημερινές τους περιπολίες, θεωρώ ότι πρέπει να διατηρηθεί σιγή, επειδή η πρόσφατη συχνή τους χρήση αποκάλυψε περισσότερα για τις δυνατότητες τους απ’ ό,τι είχαν επιδείξει τα παλαιά δόγματα» (IV.46). Άραγε, ποια τότε «πρόσφατη και συχνή» χρήση τόσο αποκαλυπτική για τις δυνατότητες των παραδουνάβιων πολεμικών σκαφών περιπολίας υπονοείται σε αυτήν την αναφορά του Βεγέτιου;

Πιθανότατα υποκρύπτεται νίκη του στρατηγού (magister militum) Προμώτου (Promotus) εναντίον κλάδου των Οστρογότθων στη Θράκη το έτος 386. Στη «Νέα Ιστορία» του Ζώσιμου (5ος/6ος αι.) αναλύονται τα αμυντικά μέτρα που έλαβε ο στρατηγός προκειμένου να εμποδίσει τη διάβαση του Δούναβη από Οστρογότθους. Μεταξύ άλλων τεχνασμάτων, ο Ζώσιμος ανέφερε ότι ο Πρόμωτος παρέταξε δεκάδες πλοία ακριβώς στο σημείο το οποίο επιχείρησαν να διασχίσουν οι Οστρογότθοι, χωρίς οι τελευταίοι να αντιληφθούν το στρατήγημα· έτσι, αφενός κατόρθωσε να αιφνιδιάσει πλήρως και να κατατροπώσει τους αποσβολωμένους εισβολείς, ενώ αφετέρου απέτρεψε ακόμη μία βαρβαρική εισβολή στα εδάφη της αυτοκρατορίας.

Η πανωλεθρία των Οστρογότθων στον θρακικό τομέα του Δούναβη το 386 μέσω πολεμικών σκαφών αποτέλεσε αναμφίβολα μεγάλο επίτευγμα. Εκτός από τον Ζώσιμο, μνημονεύθηκε από τον ποιητή Κλαύδιο Κλαυδιανό σε πανηγυρικό του έτους 398. Διασώζεται, επίσης, στο χρονικό του Υδάτιου και στα υπατικά κατάστιχα Consularia Constantinopolitana (5ος αι.)6. Μάλιστα, η μαχητική αξία των παραποτάμιων στολίσκων ήταν τέτοια, ώστε νομοθετική ρύθμιση του έτους 412 μεριμνούσε για τη συντήρηση και ανανέωση των εν λόγω πλοίων, επισείοντας ακόμη και χρηματικά πρόστιμα για τους στρατιωτικούς διοικητές (magistri militum) της Θράκης που τυχόν αμελούσαν τα σχετικά καθήκοντα7.

Naves lusoriae και scaphae exploratoriae

VII. Επίλογος

Στο τέλος του τρίτου βιβλίου –αμέσως μετά από την παράθεση τριάντα τριών (33) ευσύνοπτων και χρηστικών στρατιωτικών γνωμικών (regulae bellorum generales, δηλ. γενικοί κανόνες πολέμου)– ο Βεγέτιος ισχυρίστηκε ότι ο μη κατονομαζόμενος Ρωμαίος ηγεμόνας συνδύαζε αθροιστικά τις αρετές αρκετών αντιπάλων της αυτοκρατορίας. Έτσι, οι Πέρσες θαύμαζαν τις αρετές του αυτοκράτορα στην τοξοβολία, οι Ούννοι και οι Αλανοί προσπαθούσαν μάταια να μιμηθούν τις δεξιότητές του στην ιππική τέχνη, ενώ οι Άραβες ήταν κατώτεροι από αυτόν στην κυνηγετική τέχνη (III.26).

Μέσω της παραπάνω φράσης ο συγγραφέας υπέδειξε τον στρατό ως άμεση προέκταση του εκάστοτε αυτοκράτορα. Υπ’ αυτήν την έννοια –σύμφωνα πάντα με τον Βεγέτιο– ο πλήρως συγκροτημένος και σωστά οργανωμένος ρωμαϊκός στρατός συνιστούσε το κατεξοχήν όργανο προβολής ισχύος και επιβολής της αυτοκρατορικής εξουσίας, εφόσον όμως –συμπληρώνουμε– αυτός βρισκόταν υπό τον στιβαρό έλεγχο ικανών αυτοκρατόρων με την επικουρία γηγενών στρατηγών, και υπηρετούσε τη σταθερότητα του κράτους. Έτσι, η αυτοκρατορική εξουσία θα ήταν αδύνατον να αποτελέσει εφαλτήριο για την εκπλήρωση προσωπικών σκοπιμοτήτων και να μετατραπεί σε έρμαιο για τις φιλοδοξίες κάθε λογής αλλοδαπών στρατηγών (και βασιλέων), κυρίως γερμανικής καταγωγής (λ.χ. του Αρβογάστη, του Αλάριχου, του Γαϊνά, του Άσπαρος, του Ριχομέρη, του Οδόακρου, του Θεοδώριχου, κ.ά.). Ως γνωστόν άλλωστε, Γερμανοί φύλαρχοι, πολέμαρχοι και ηγεμόνες αρχικά υποκατέστησαν και τελικά αντικατέστησαν τον αυτοκρατορικό θεσμό ειδικά στο δυτικό Ρωμαϊκό κράτος, δημιουργώντας στη θέση του τα γνωστά γερμανικά βασίλεια του πρώιμου μεσαίωνα.

Η εδαφική διακύμανση του Ρωμαϊκού και Βυζαντινού κράτους (510 π.Χ. – 1453 μ.Χ.) 

Ο Γεώργιος Καλαφίκης είναι Διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας. Υπηρετεί ως Φιλόλογος (ΠΕ 02) στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Εργάζεται ως επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Γλωσσολογίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


1. Για τις επικρίσεις και τα παράπονα του Βεγέτιου όσον αφορά την άσχημη κατάσταση του στρατού βλ. Milner 1991: 146-147, 177-181. – Του ιδίου 32001: xvi.

2. Veg. IV.1-30. Αμυντικές μέθοδοι πολιορκημένων: κεφάλαια 1-12, 18-20, 22-27, 29. Επιθετικές μέθοδοι πολιορκητών: κεφάλαια 13-17, 21, 28, 30.

3. Πρβ. Elton 1996: 20-30.

4. Ο Milner (1991: 72-73) θεωρεί και αυτήν την παρατήρηση ως ενδεικτική συγγραφής με γνώμονα τη μάχη της Αδριανούπολης το 378, διότι ο Βάλης δεν είχε προνοήσει για την κατασκευή στρατοπέδου εκστρατείας προτού εμπλακεί στη μοιραία σύγκρουση.

5. Milner 32001: xliii. Μάλιστα, στη σ. xlii υποστηρίζει πως ο Βεγέτιος πρότεινε τη μεταρρύθμιση και τον «αποβαρβαρισμό» ειδικά του επίλεκτου σώματος των comitatenses, που απάρτιζαν τα κατεξοχήν εκστρατευτικά στρατεύματα κρούσης του ύστερου ρωμαϊκού στρατού.

6. Ζώσιμος 4.38-39. Επίσης Cl. Claudianus De IV Cons. Honorii 619-637. – Hydatius Chronicon 13a (386). – Consul. Constantinopol. a. 386.

7. CTh. VII.17 «De lusoriis Danuvii». Μάλιστα, ο Βεγέτιος (IV.37) αναφέρει την ύπαρξη και δράση άλλων παρόμοιων «ανιχνευτικών σκαφών» (scaphae exploratoriae), τα οποία ήταν βαμμένα με θαλασσί χρώμα. Όντως, πρόκειται για πολύ ενδιαφέρουσα πληροφορία, διότι αποκαλύπτει την εφαρμογή μεθόδων παραλλαγής (camouflage, δηλ. κάλυψης-απόκρυψης) από τους στολίσκους και τα πληρώματά τους στην ομιχλώδη Βόρεια Θάλασσα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Πηγές

Ammianus Marcellinus, with an English translation by J.C. Rolfe in three volumes, [Loeb] London–Cambridge MA 1935-1939

Chronicle of Hydatius and Consularia Constantinopolitana: Two Contemporary Accounts of the Final Years of the Roman Empire, ed. R.W. Burgess, [Oxford Classical Monographs] Oxford 1993

Claudian, with an English translation by M. Platnauer in two volumes, volume I: Panegyric on the Fourth Consulship of the Emperor Honorius (A.D. 398), [Loeb] London–New York 1922, σ. 286-335

Polybius, The Histories, with an English translation by W.R. Paton in six volumes, volume I (Books I-II), [Loeb] London–New York 1922

Theodosiani Libri XVI cum Constitutionibus Sirmondianis, vol. I, ed. Th. Mommsen, Berlin 1905

Vegetius, Flavius Renatus. Epitoma Rei Militaris, edited with an English translation by L.F. Stelten, [American University Studies, Series XVII: Classical Languages and Literature, vol. 11] New York 1990

Ζώσιμος, Νέα Ιστορία. 306-410 μ.Χ., μτφ. Γ. Αβραμίδης – Θ. Καλαϊτζάκης, [Οι Τελευταίοι Έλληνες Εθνικοί 9] Θεσσαλονίκη 2007

Β. Μελέτες

Bento Tavares, W.J. & Marques Gonçalves, Ana Teresa 2015. «Formation of a roman soldier in the fourth century a.D. and the foundation of a Military Paideia: rethinking the Vegetius Epitoma rei militaris», Acta Scientiarum 371: 15-26

Branco, Maria-João 2009. «Vegetius», στο Os Grandes Mestres da Estratégia: estudos sobre o poder da guerra e da paz, eds. Ana Paula Garcêz – G. Oliveira Martins, Coimbra, σ. 153-188

Coulston, J.C.N. 1990. «Later Roman Armour, 3rd–6th centuries A.D.», Journal of Roman Military Equipment Studies 1: 139-160

Elton, H. 1996. Warfare in Roman Europe AD 350-425, [Oxford Classical Monographs] Oxford–New York

Ferrill, A. 1991. Roman Imperial Grand Strategy, [Publications of the Association of Ancient Historians 3] Lanham MD–New York–London

Gilliver, Catherine M. 1993. The Roman Art of War: Theory and Practice. A Study of the Roman Military Writers, Ph.D. thesis, University of London

Goffart, W. 1977. «The Date and Purpose of Vegetius’ ‘De Re Militari’», Traditio 33: 64-100

Halsall, G. 2007. Barbarian Migrations and the Roman West, 376-568, [Cambridge Medieval Textbooks] Cambridge–New York

Janniard, S. 2008. «Végèce et les transformations de l’art de la guerre aux IVe et Ve siècles après J.-C.», Antiquité Tardive 16: 19-36

Lenski, N. 1997. «Initium mali Romano imperio: Contemporary Reactions to the Battle of Adrianople», Transactions of the American Philological Association 127: 129-168

Luttwak, E.N. 2009. Η Υψηλή Στρατηγική της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μτφ. Μ. Μπλέτας, [Σειρά Στρατηγικών Μελετών] Αθήνα

Mathisen, R.W. 2019. «The End of the Western Roman Empire in the Fifth Century CE: Barbarian Auxiliaries, Independent Military Contractors, and Civil Wars», στο The Fifth Century: Age of Transformation. Proceedings of the 12th Biennial Shifting Frontiers in Late Antiquity Conference, eds. J.W. Drijvers – N. Lenski et al., [Munera. Studi storici sulla Tarda Antichità 46] Bari, σ. 137-156

Milner, N.P. 1991. Vegetius and the Anonymus De Rebus Bellicis, Ph.D. thesis, University of Oxford

Milner, N.P. 32001. Vegetius: Epitome of Military Science. Translated with notes and introduction, [Translated Texts for Historians vol. 16] Liverpool University Press

Richardot, Ph. 1998. Végèce et la culture militaire au Moyen Âge (Ve–XVe siècles), Paris

Rostovtzeff, M. 1984. Ρωμαϊκή Ιστορία, μτφ. Ι. Τουλουμάκος, Αθήνα 1984

Σαμαράς, Χ.Β. 2010. Η Αμυντική Ναυτική Πολιτική των Βυζαντινών στα Ποτάμια και Θαλάσσια Σύνορα κατά την Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδο. Διδακτορική διατριβή. Α.Π.Θ. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας. Τομέας Αρχαίας Ελληνικής & Ρωμαϊκής, Βυζαντινής & Μεσαιωνικής Ιστορίας, Θεσσαλονίκη

Σαραντίδης, Ι. 2015. Η είσοδος των ξένων στο στρατό της πρώιμης βυζαντινής περιόδου (324-565) και οι επιπτώσεις στη βυζαντινή πολιτεία (κράτος, πολιτικό γίγνεσθαι, εικόνα του άλλου). Μεταπτυχιακή Διπλωματική εργασία. Α.Π.Θ. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας. Τομέας Αρχαίας Ελληνικής & Ρωμαϊκής, Βυζαντινής & Μεσαιωνικής Ιστορίας, Θεσσαλονίκη

Sarantis, A. 2013a. «Waging War in Late Antiquity», στο War and Warfare in Late Antiquity. Current Perspectives, eds. A. Sarantis – N. Christie, [Late Antique Archaeology vol. 8.1] Leiden, σ. 2-98

Sarantis, A. 2013b. «Tactics: A Bibliographic Essay», στο War and Warfare in Late Antiquity. Current Perspectives, eds. A. Sarantis – N. Christie, [Late Antique Archaeology vol. 8.1] Leiden, σ. 177-207

Southern, Pat & Dixon, Karen R. 1996. The Late Roman Army, New Haven–London

Τσερεβελάκης, Γ.Τ. 22019. Η Ρώμη & οι Γερμανοί. Οι μεγάλες συγκρούσεις, Αθήνα

Wheeler, E.L. 2012. Review on: Chr. Allmand, The De Re Militari of Vegetius: The Reception, Transmission and Legacy of a Roman Text in the Middle Ages, Cambridge 2011 (https://www.history.ac.uk/reviews/review/1293)

Ανδρέας Κούκος: Η αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας και η “δικτατορία” Καποδίστρια, 189 χρόνια μετά τη δολοφονία του

Ανδρέας Κούκος

Η αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας και η “δικτατορία” Καποδίστρια, 189 χρόνια μετά τη δολοφονία του

 

Τελευταία, στην ιστοσελίδα της Επιτροπής «Ελλάδα 2021», υπήρξαν αναφορές για την αυταρχική διακυβέρνηση του Καποδίστρια και τη δικτατορία που εγκατέστησε στο νέο ελληνικό κράτος!

Θα προσπαθήσω, λοιπόν, στο κείμενο που ακολουθεί, να απαντήσω σ’ αυτά ακριβώς τα ερωτήματα: «Ήταν τελικά ένας δικτάτορας ο Ιωάννης Καποδίστριας; Εγκατέστησε στα πλαίσια ίδρυσης του ελληνικού κράτους μία «εκσυγχρονιστική δικτατορία»;

Η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας εξέλεξε ομόφωνα εν ονόματι του Ελληνικού Έθνους Κυβερνήτη της Ελλάδος τον Ιωάννη Καποδίστρια και μεταβίβασε σ’ αυτόν τη νομοτελεστική της εξουσία για μία επταετία από 3 Απριλίου 1827. Οι Πληρεξούσιοι στη συνέχεια, υπέγραψαν την 6η Απριλίου, το προσκλητήριο γράμμα προς τον Καποδίστρια με το οποίο αναγνώριζαν ότι: «τα κακά που επήγασαν στο διάστημα του επταετούς αγώνος του Έθνους οφείλονταν στην πολυμέλεια της Νομοτελεστικής Δυνάμεως και ότι προς αποφυγή όλων αυτών των κακών, η Συνέλευση αποφάσισε τη συγκέντρωση όλης της Νομοτελεστικής Δυνάμεως σε έναν και μόνο»1. Τον προσκαλούσαν δε να επιταχύνει την άφιξή του στην Ελλάδα.

Την 2 Ιανουαρίου 1828, ύστερα από μεγάλες καθυστερήσεις που επέβαλαν η αποδοχή της επίσημης παραίτησης του Καποδίστρια από το διπλωματικό σώμα της ρωσικής αυτοκρατορίας και η επίσκεψή του στο Λονδίνο και στο Παρίσι, το Warspite, το βαρύ αγγλικό πολεμικό με τα 74 τηλεβόλα συνοδευόμενο από το γαλλικό πολεμικό Ήρα και το ρωσικό Ελένη με την ελληνική σημαία στον ιστό τους, θα συνοδεύσουν τιμητικά τον Κυβερνήτη Καποδίστρια στο ταξίδι του με τελικό προορισμό το Ναύπλιο και την Αίγινα.

Πόρος, Αίγινα, Σαλαμίνα, Ελευσίνα, Μέγαρα, Σπέτσες και Ύδρα αποτελούν την ελεύθερη Ελλάδα αυτή τη στιγμή! Ουσιαστικά παραλαμβάνει μία χώρα γεμάτη ερείπια και άδεια ταμεία, δηλαδή ένα μικρό κομμάτι γης χωρίς βιώσιμα σύνορα. Χρειάζεται οργάνωση,συνέχιση του πολέμου και γρήγορες αποφάσεις.

Ο Καποδίστριας, κατά τα κρίσιμα χρόνια της ανασυγκροτήσεως της Ευρώπης μετά την πτώση του Ναπολέοντα και ως τη στιγμή της αφίξεώς του στην Αίγινα, προσωρινή πρωτεύουσα του «υπό ίδρυση» ακόμα κράτους, υπήρξε και ήταν πάντοτε φιλελεύθερος. Ως Υπουργός των Εξωτερικών του Τσάρου κατηγορούνταν συνεχώς από τους ακραίους μοναρχικούς για τα προοδευτικά φρονήματά του, ενώ ο ίδιος διεκήρυσσε από την υψηλή θέση του την ανάγκη της παραχωρήσεως συνταγμάτων από τους ηγεμόνες προς τους λαούς τους, προς πρόληψη των επαναστατικών εκρήξεων2.

Ο Κυβερνήτης, φτάνοντας στην Αίγινα, έχει μελετήσει προσεκτικά τα προηγούμενα συντάγματα με τη διάκριση των εξουσιών και κατάλαβε ότι δημιουργούσαν πολυαρχία και αδυνάτιζαν την εξίσου πολυμελή εκτελεστική εξουσία που δεν μπορούσε να πάρει αποφάσεις. Έπρεπε να ικανοποιηθούν όλοι και αυτό οδηγούσε στην καταστροφή. Η τέλεια αναρχία που επακολούθησε και η σειρά των εμφυλίων πολέμων ήταν το θλιβερό επακόλουθο των «ανακατεμένων εξουσιών» που όριζαν τα συντάγματα. Κατάλαβε ο Καποδίστριας, ότι θα ήταν ένα διακοσμητικό όργανο που δεν θα μπορούσε να περάσει καν ένα νόμο και υποχείριο της Βουλής, αφού δεν είχε καν το δικαίωμα διάλυσής της.

Ο Καποδίστριας καταλήγει σε δυσάρεστα συμπεράσματα και πρέπει να πάρει σκληρές αποφάσεις. Αν αποδεχθεί το Σύνταγμα της Τροιζήνας τι θα συμβεί; Σε περίπτωση διαφωνίας, θα πηγαίνουν και θα έρχονται οι νόμοι και δεν θα μπορεί να λειτουργήσει η κυβέρνηση, σ’αυτή τη δύσκολη στιγμή που διαπραγματεύται και το συμβιβασμό με την Πύλη και τις Μ. Δυνάμεις.

Μόνο ένας κωμικός ηθοποιός – κατά τον Καποδίστρια – υποδυόμενος τον Κυβερνήτη, θα αποτολμούσε με το Σύνταγμα της Τροιζήνας στο χέρι να επιδιώξει να κυβερνήσει την εμπόλεμη και αναρχούμενη Ελλάδα3.

Αποστολή όμως του Καποδίστρια δεν είναι να δώσει μία κωμική παράσταση ενώπιον των Ελλήνων και της Ευρώπης. Δεν θα το έκανε αυτός σε καμμία περίπτωση! Σκέφτεται να προτείνει την προσωρινή αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας! Είναι μία πολύ δύσκολη απόφαση!

Γιατί να πάρει αυτήν την απόφαση; Γιατί παρέλαβε χάος και ερείπια! Διοίκηση στις λιγοστές ελεύθερες περιοχές δεν υπήρχε. Οι έννοιες του νόμου και της τάξης άγνωστες, το δε κενό κάλυπτε η αυθαιρεσία των κοτζαμπάσηδων και των οπλαρχηγών. Βουλή και Κυβέρνηση, πρόσφυγες στην Αίγινα, δεν τολμούν να ασκήσουν τις εξουσίες τους. Οι νησιώτες, υπακούοντες στον Κουντουριώτη, αγνοούν συστηματικά την Κυβέρνηση και κάθε κεντρική εξουσία. Η χώρα στη διάθεση των ενόπλων συμμοριών.

Ποιος ευθύνεται για όλη αυτή την τραγική κατάσταση;

Ο Γραμματέας της Οικονομίας Παναγιώτης Λιδωρίκης είχε το θάρρος -προς τιμήν του -ν’ απαντήσει ευθέως στον Κυβερνήτη: «Πρέπει να ομολογηθεί ότι θα υπήρχαν πολλές άλλες πηγές από τις οποίες η Κυβέρνηση θα μπορούσε να αντλήσει ωφέλεια. Αλλά οι διαρκείς διαφωνίες, οι παρατεινόμενες στο άπειρον συζητήσεις, η διαρκής πάλη των κομμάτων και η έκδηλη αντίθεση μεταξύ του Άγγλου Ναύαρχου Κόχραν και του Στρατηγού Τσώρτς, δημιούργησαν τα μεγαλύτερα εμπόδια. Η Κυβέρνηση λοιπόν είχε να παλαίψει εναντίον αναρίθμητων δυσχερειών, ενώ σύμφωνα προς το Σύνταγμα, δεν ήταν δυνατόν να κάνει οτιδήποτε χωρίς τη συγκατάθεση του Νομοθετικού Σώματος. Και μία φορά που το πράγμα έφθανε εκεί, έμενε εκεί για πάντα»4.

Ο Καποδίστριας όμως είχε δηλώσει εκ των προτέρων και ξεκάθαρα προς όλους ότι θα αποδεχόταν το αξίωμα του Κυβερνήτη, υπό δύο προϋποθέσεις: να εγκρίνουν οι Μ. Δυνάμεις το πρόσωπό του και να του παρασχεθούν από τους Έλληνες οι αναγκαίες κατ’ αυτόν εξουσίες για να κυβερνήσει την Ελλάδα. Ήδη ο πρώτος όρος είχε εκπληρωθεί, ενώ ο δεύτερος εξαρτόνταν από την καλή θέληση της ηγεσίας των πολιτικών και στρατιωτικών5.

Γνωρίζει καλά ο Καποδίστριας την κοινωνική σύνθεση του λαού της Ελλάδος, την πολιτική γεωγραφία της επαναστατημένης χώρας καθώς και ποιους θα βρει απέναντί του. Ο ίδιος, αισθάνεται χρέος του να συμφιλιώσει όλους τους Έλληνες. Δεν φοβάται, λοιπόν, αν συναντήσει ανυπέρβλητα εμπόδια στην αποδοχή του αιτήματός του, περί προσωρινής αναστολής του Συντάγματος της Τροιζήνας, εκ μέρους των βουλευτών. Θα επιδιώξει να έχει προς τούτο και τη συναίνεση όλου του πολιτικού κόσμου στην αποδοχή του κυβερνητικού συστήματος που έχει αυτός κατά νου, ως αναγκαίο και επιβαλλόμενο, από τις δεινές περιστάσεις της χώρας.

Έτσι λοιπόν συγκαλεί σε μυστική σύσκεψη όλα τα μέλη της Βουλής για να δηλώσει τις αποφάσεις του. Ανέλυσε τους λόγους για τους οποίους επιβαλόταν χωρίς χρονοτριβή να ανασταλεί προσωρινά το σύστημα της εκτελεστικής εξουσίας που είχε ψηφιστεί στην Τροιζήνα και να του δοθούν οι αναγκαίες εξουσίες για να κατορθώσει η Ελλάδα να συνεχίσει τον πόλεμο, εμπνέουσα εμπιστοσύνη στις συμμαχικές κυβερνήσεις. Δήλωσε στα μέλη της Βουλής ότι αδυνατεί να αναλάβει τα καθήκοντά του και να κυβερνήσει κατά το Σύνταγμα της Τροιζήνας, το οποίο στο άρθρο 150, που αναφέρεται στον όρκο του Κυβερνήτη, έλεγε ότι πρέπει να θέσει το χέρι του επί του Ιερού Ευαγγελίου, ορκιζόμενος στο όνομα του Υψίστου: «…να διατηρήσει απαρασάλευτα τους θεμελιώδεις νόμους της Ελληνικής Πολιτείας και να υπερασπίσει και να διατηρήσει με όλες του τις δυνάμεις την Ανεξαρτησία του Ελληνικού Έθνους»6.

Κώλυμα νομικό και ουσιαστικό! Η λανθάνουσα αντίθεση μεταξύ Συντάγματος και Συνθήκης του Λονδίνου δεν διέλαθε βεβαίως της προσοχής του Καποδίστρια. Το Σύνταγμα της Τροιζήνας που είχε ψηφιστεί το Μάϊο του 1827 – πριν τη Συνθήκη του Λονδίνου – μιλούσε για ανεξαρτησία και η Συνθήκη του Λονδίνου για υποτέλεια της Ελλάδος έναντι του Σουλτάνου. Η Συνθήκη λοιπόν ανέτρεπε την αρχή του Συντάγματος της Τροιζήνας.

Τι θα έπρεπε να κάνει ο Κυβερνήτης; Η ορθή νομική λύση θα ήταν η σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης των αντιπροσώπων του λαού, του μόνου δηλαδή αρμοδίου οργάνου να καταργήσει, να τροποποιήσει ή να αναστείλει για ορισμένο χρόνο το προοδευτικότερο Σύνταγμα για την εποχή εκείνη. Αυτή όμως η νομική λύση τη δεδομένη στιγμή θα προκαλούσε ατελείωτο πολιτικό σάλο με καθυστερήσεις, ατελείωτες συζητήσεις, διαμάχες, την ώρα που η Ελλάδα ψυχορραγούσε.

Η απομένουσα λύση του πολιτικού αδιεξόδου είναι η προσωρινή αναστολή του Συντάγματος για ορισμένο χρόνο. Ο Καποδίστριας όμως δεν θα έπαιρνε ποτέ μόνος του μία τέτοια απόφαση. Θα έπρεπε να συμφωνήσουν τα μέλη της Βουλής. Έτσι απευθύνει διακοίνωση προς τα μέλη της Βουλής την 17η Ιανουαρίου 1828.

Στη διακοίνωση αυτή τονίζει, ότι, λυπάται γιατί η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας δεν είχε εφοδιάσει τη Βουλή με τις δυνατότητες εκείνες που θα επέτρεπαν την κύρωση της επιβαλόμενης κατ’ αυτόν αναστολής του Συντάγματος, μόνης ικανής, κατά την πεποίθησή του «να προφυλάξει την πατρίδα μας από τους επικείμενους κινδύνους με τους οποίους η ενεστώσα κρίση την επαπειλεί»7.

Η λύπη του, αναφέρει, θα μετριαζόταν, αν οι βουλευτές που τιμήθηκαν με την εμπιστοσύνη των συμπολιτών τους, συμφωνούσαν με εκείνον στην προσωρινή αναστολή του Συντάγματος γιατί «αυτή την κρίσιμη στιγμή μπαίνουν σε κίνδυνο τα ουσιωδέστερα συμφέροντα της Ελλάδος. Επιθυμώ, ευδιάθετοι να μεθέξετε των έργων και του υπευθύνου της νέας προσωρινής κυβερνήσεως. Οι υποθέσεις επισωρεύονται. Οι στιγμές είναι κρίσιμες. Σας παρακαλώ, γι’ αυτό να σκεφθείτε το ταχύτερο δυνατόν και να μου γνωστοποιήσετε την απόφασή σας στην παρούσα επιστολή»8.

Τέλος, δήλωσε, ότι τα πάντα θα εθυσίαζε υπέρ της Ελλάδος, αλλά ποτέ την υπόληψή του και ότι εάν εκείνοι δεν ήθελαν να τον ακούσουν, αυτός θα έφευγε από την Ελλάδα με το πλοίο που τον είχε φέρει, ενώ εκείνοι θα αναλάμβαναν βαρύτατες ευθύνες απέναντι στο Θεό «γιατί σαν ψάρι στο δίχτυ σπαράζει εις πολλούς κινδύνους ακόμη και η ελληνική ελευθερία»9.

Ομόφωνα την επομένη – 18 Ιανουαρίου 1828 – η Βουλή ψήφιζε το Νόμο ΝΗ’, «Περί προσωρινής μεταβολής της Διοικήσεως», κατά το σχέδιο του Καποδίστρια, αποδεχόμενη ότι «η σωτηρία του Έθνους είναι ανώτερη από όλους τους νόμους»10.

Ο Νόμος αυτός προέβλεπε τη σύσταση ενός συμβουλευτικού σώματος που ονομάστηκε «Πανελλήνιο», αποτελούμενο από 27 μέλη που διορίζονταν από τον Καποδίστρια. Βουλή και Αντικυβερνητική Επιτροπή παρέδωσαν στους τρεις Προβούλους και στους τρεις πρώτους Γραμματείς του Πανελληνίου και αυτοδιαλύθηκαν για να παραχωρήσουν τις εξουσίες τους στον Καποδίστρια και στο συμβουλευτικό σώμα που εκείνος ίδρυσε11.

Αφού συζήτησε με τα καταλληλότερα πρόσωπα, προχώρησε στην πλήρωση των θέσεων, τοποθετώντας τους καλύτερους από τους πολιτικούς άνδρες των επαναστατικών κυβερνήσεων. Πρόβουλος Οικονομίας ο Γεώργιος Κουντουριώτης, Πρόβουλος Εσωτερικών ο Ανδρέας Ζαΐμης και Πρόβουλος Πολέμου ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Γραμματέας της Επικρατείας ο Σπυρίδων Τρικούπης12.

‘Όπως βλέπουμε στην πρώτη του κυβέρνηση ο Καποδίστριας δεν αποκλείει κανέναν, ούτε και αυτούς που αναμείχθηκαν με άσχημο τρόπο στους εμφυλίους πολέμους που προηγήθηκαν, ούτε και αυτούς που διαχειρίστηκαν πολλές φορές με σκανδαλώδη τρόπο τα «εθνικά δάνεια». Δίνει την ευκαιρία σε όλους. Πολλοί από αυτούς θα αποτελέσουν πολύ σύντομα το σκληρό πυρήνα της Αντιπολίτευσης εναντίον του!

Η αυλαία έπεσε με την Προκήρυξη του Κυβερνήτη προς τον ελληνικό λαό την 20η Ιανουαρίου 1828 η οποία ξεκινούσε με το ρητό: «Εάν ο Θεός μεθ’ ημών, ουδείς καθ’ημών». Εξηγούσε τους λόγους που καθυστέρησε τον ερχομό του στην Ελλάδα και επίσης τους λόγους που επέβαλαν την εγκαθίδρυση μίας ισχυρής Κυβέρνησης με το σκοπό να δρέψει η Ελλάδα τους καρπούς της Συνθήκης του Λονδίνου και της Ναυμαχίας του Ναβαρίνου13. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 26 Ιανουαρίου και ώρα 10.00 π.μ., ο Καποδίστριας έδινε τον όρκο εν ονόματι της Αγιωτάτης και Αδιαιρέτου Τριάδος, ενώπιον του Μητροπολίτου, των επισήμων Ελλήνων, των Αξιωματικών των συμμαχικών πολεμικών και του ενθουσιώδη λαού.

Εντός 20 ημερών λοιπόν, από της αφίξεώς του στην Ελλάδα, ο Καποδίστριας είχε λύσει το πολιτικό της πρόβλημα. Κυβερνήτης πλέον, είχε συγκεντρώσει στο πρόσωπό του προσωρινά όλες τις εξουσίες, συναινούντος όλου του συνυπεύθυνου πολιτικού κόσμου της μαχόμενης χώρας. Το Πολιτικό Σύνταγμα της Ελλάδος αναστέλονταν προσωρινά με τη σύμπραξη Κυβερνήτου και Βουλής.

Σε καμία περίπτωση λοιπόν, μελετώντας τις πράξεις του Κυβερνήτη, δεν μπορούμε να μιλάμε για επιβολή «δικτατορίας Καποδίστρια», αφού η δικτατορία έχει εντελώς άλλα χαρακτηριστικά. Ο Καποδίστριας επιβάλει με τη συναίνεση όλων προσωρινή αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας γιατί «η σωτηρία του Έθνους είναι ανώτερη από όλους τους νόμους». Ακόμα και ο Henry Kissinger, στη διδακτορική του διατριβή το 1957 στο Παν/μιο Harvard, αποκαλεί τον Καποδίστρια «συνταγματικό διαιτητή της Ευρώπης»14. Η διπλωματική του πορεία στην Ευρώπη έχει πραγματικά φιλελεύθερα χαρακτηριστικά.

Πολλές φορές για να κατηγορηθεί ο Καποδίστριας ως αυταρχικός, χρησιμοποιείται η αναφορά του ιδίου στο ξυράφι αλλά επιλεκτικά… Ας δούμε τι λέει ο Καποδίστριας για το σύνταγμα και το ξυράφι με ολοκληρωμένη την αναφορά του:

«Το Σύνταγμα ομοιάζει με ξυράφι στη χρήση του οποίου ήταν αγύμνα – στα τα χέρια των Ελλήνων», είπε κάποτε ο Καποδίστριας στον Άγγλο Πλοίαρχο και αργότερα Πρέσβη της Μ.Βρετανίας στην Αθήνα, Εδμόνδο Λάϋονς, όταν αυτός τον προέτρεπε να χορηγήσει Σύνταγμα. Στο βρέφος, όπως ήταν πολιτικά ο ελληνικός λαός, ο Καποδίστριας δεν θα έδινε ξυράφι για να κόψει το λαιμό του. «Δεν ήλθα στην Ελλάδα για να με χλευάσει η Ευρώπη. Εγώ μεν είμαι υποχρεωμένος να ξυρίζομαι μπροστά στο βρέφος, αυτό δε να μάθει πώς να μεταχειρίζεται το ξυράφι για να μην κοπεί»15.

Είναι λάθος αυτή η αναφορά του Καποδίστρια; Τελευταία αποδόθηκε επιλεκτικά, δηλαδή «ξυράφι στα χέρια μικρού παιδιού είναι το σύνταγμα κατά τον Καποδίστρια». Βλέπουμε λοιπόν πως αλλάζει το νόημα για να κατηγορηθεί ο Καποδίστριας ως αυταρχικός και δικτάτορας.

Αναφορικά, με την αυταρχική και δικτατορική διακυβέρνησή του, ειδικά από το 1829-1831 (έτος της δολοφονίας), όπως αναρτήθηκε τελευταία, από την Επιτροπή 2021, στην επίσημη ιστοσελίδα της, θα ήθελα να θέσω μερικά ερωτήματα για προβληματισμό:

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας, όταν στις αρχές του 1829 καταθέτει προς ψήφιση εκλογικό νόμο, ο οποίος καθιέρωνε το δικαίωμα ψήφου σε αυτόχθονες και ετερόχθονες, δηλαδή σε όλους τους Έλληνες; Το Πανελλήνιο και οι Πρόκριτοι αντιδρούν σφοδρά και ζητούν δικαίωμα ψήφου να έχουν μόνο οι αυτόχθονες που έχουν κτηματική περιουσία, δηλαδή οι ισχυροί Έλληνες ή αυτοί που καλλιεργούν τη γη των ισχυρών, πληρώνοντας ένα τίμημα. Όταν τελικά ψηφίστηκε ο νόμος, όπως ήθελε ο Καποδίστριας, ο Γραμματέας της Επικρατείας Σπυρίδων Τρικούπης παραιτείται16!!

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας, όταν στη Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους (Ιούλιος-Αύγουστος 1829) προσκαλεί να συμμετάσχουν πληρεξούσιοι απ’όλες τις ελληνικές περιοχές; Έχουμε τελικά συμμετοχή 236 πληρεξουσίων: 81 από την Πελοπόννησο, 56 από τη Ρούμελη, 16 από Βόρεια Ελλάδα, 41 Νησιώτες, 4 από την Εύβοια και 38 από Σάμο, Χίο και Κρήτη. Ηθελημένα δεν παρουσιάζεται κανένας πληρεξούσιος της Ύδρας17.

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας, όταν αντιδρά στη στάση της Μάνης στο τέλος του 1830 κατά της νόμιμης κυβέρνησης; Οι Μανιάτες αρπάζουν τα ταμεία με «μπροστάρηδες» την οικογένεια Μαυρομιχάλη. Συλλαμβάνεται ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και κλείνεται στη φυλακή στο Ναύπλιο18.

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας, όταν, παρ’ όλο που τα έσοδα του κράτους είναι ελάχιστα, διαπραγματεύεται με τα νησιά Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά για να τους αποζημιώσει για την προσφορά τους στον Αγώνα (αμοιβές πληρωμάτων από το 1821-1830, ζημιές πλοίων κ.λ.π.); Δηλαδή να πληρωθούν για τον ηρωισμό τους! Τελικά απαιτούν ολόκληρα τα ποσά που ζήτησαν από την αρχή, δηλαδή 18.000.000 φράγκα με την πίεση του Μαυροκορδάτου. Ο Κυβερνήτης τον Ιούνιο του 1831 τους δίνει 6.000.000. Οι Υδραίοι αποχωρούν και κηρύττουν την αυτονομία της Ύδρας, στασιάζοντας κατά της κυβέρνησης!19

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας,όταν προσπαθεί να έρθει σε συνεννόηση με τους Υδραίους και ο Μιαούλης με τη συμπαράσταση του Μαυροκορδάτου και την ανοχή των Μεγάλων Δυνάμεων, εκτός της Ρωσίας, ανατινάζει τα εθνικά πλοία στον Πόρο την 1η Αυγούστου 1831; Στάση κατά της νόμιμης κυβέρνησης και εσχάτη προδοσία. Για τις πράξεις του αυτές ο Μιαούλης δεν κατηγορήθηκε ποτέ!20 

⦁ Είναι δικτάτορας ο Καποδίστριας, όταν διαμαρτύρεται με υπόμνημά του προς τις τρεις Δυνάμεις στις 24 Αυγούστου 1831 για όσα συμβαίνουν και δεν κινείται δυναμικά για να καταπνίξει τη στάση της Αντιπολίτευσης κατά της Κυβέρνησης; Στο υπόμνημα αυτό, αναφέρει, ότι η Αντιπολίτευση κινείται, υπό την προστασία και την ανοχή των Αντιπρέσβεων Μ. Βρετανίας και Γαλλίας, ότι δεν προστατεύεται η κυβέρνησή του, ότι εδώ και πολλούς μήνες δεν έχει εισπράξει τις νόμιμες αποζημιώσεις από τις Μ. Δυνάμεις με αποτέλεσμα να μην μπορεί να πληρώσει μισθούς στο στρατό και στο δημόσιο. Οι στρατιωτικές μονάδες στασιάζουν και έχει μείνει αβοήθητος. Ζητάει πάλι τελικά το δάνειο των 60.000.000 φράγκων, το οποίο, τελικά οι Μ. Δυνάμεις το έδωσαν στον Όθωνα21.

⦁ Η Εφημερίδα «Απόλλων» που εκδίδει στην Ύδρα ο Αναστάσιος Πολυζωΐδης, στενός συνεργάτης και Γραμματέας του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, με κεφάλαια των πλοιοκτητών, είναι ένα φυλλάδιο γεμάτο ύβρεις και κατηγορίες κατά του Καποδίστρια. Τρεις ημέρες μετά τη δολοφονία του, ο Πολυζωΐδης διακόπτει την έκδοση γιατί «ο σκοπός επετεύχθη, ο Τύραννος δεν ζει πια»!! Αυτές οι ενέργειες της Αντιπολίτευσης είναι δημοκρατικές22;

Όλες όμως αυτές οι ενέργειες οδηγούν στο Γ’ Εμφύλιο Πόλεμο της Επανάστασης. Πού φαίνεται στα παραπάνω η αυταρχικότητα του Καποδίστρια; Η πρώτη του κυβέρνηση δεν αποτελούνταν, με θαυμαστή ισορροπία, από τους «ισχυρούς» που τώρα είναι οι σκληροί του αντίπαλοι; Αλλά οι ίδιοι «ισχυροί» επί 400 χρόνια δεν είχαν μάθει να πληρώνουν φόρους, αλλά να εισπράττουν φόρους, δεν είχαν μάθει να διοικούνται, αλλά να διοικούν εκτός νομικών πλαισίων. Πως ήταν δυνατόν ένας νόμιμος Κυβερνήτης, με την έγκριση της Συνθήκης του Λονδίνου να αντιμετωπίσει όλες αυτές τις τραγικές καταστάσεις εναντίον του και να μην συμπεριφερθεί και ο ίδιος με μία δόση αυταρχισμού; Είναι σκληρός με το νόμο περί τύπου, αλλά μπορεί να μην κάνει συλλήψεις όταν έχουμε στάσεις κατά της νόμιμης κρατικής εξουσίας; Υπάρχει στις παραπάνω καταστάσεις απόπειρα επιβολής δικτατορίας από τον Καποδίστρια;

Αυτά είναι ερωτήματα που θα πρέπει πιθανότατα να απασχολήσουν την επιστημονική κοινότητα με αφορμή και τους εορτασμούς για τα 200 χρόνια από την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης.

 

Επίλογος

Ο Καποδίστριας στην προσπάθεια του να ιδρύσει κράτος, έρχεται αντιμέτωπος με ισχυρές δυνάμεις, τους προύχοντες, τους πλοιοκτήτες, τους εμπόρους, τους βιοτέχνες, τους Φαναριώτες, των οποίων την επιρροή δεν ευνοεί. Προσπαθεί να ανατρέψει τις οικονομικές και κοινωνικές βάσεις της πολιτικής ισχύος των κοτζαμπάσηδων σε τοπικό επίπεδο. Επιθυμεί να τους καθυποτάξει γιατί τους θεωρεί τη βάση των εμφυλίων πολέμων και της καταστροφής. Η αναμορφωτική αυτή προσπάθεια θίγει συμφέροντα οργανωμένα επί αιώνες. Ή θα παραιτούνταν, ή θα συνέχιζε. Λίγους μήνες πριν τη δολοφονία του, είχε γράψει, ότι η Ελλάδα, σε σύγκριση με τα ευρωπαϊκά κράτη, βρισκόταν στο 12και 13αιώνα· επομένως αυτός, ως υπεύθυνος Κυβερνήτης, δεν μπορούσε να δώσει αμέσως στους Έλληνες τους θεσμούς του 19 αιώνα.

Ο Καποδίστριας αποδέχθηκε την εντολή της Γ’ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας να αναλάβει τα καθήκοντα του Πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδος γνωρίζοντας τις δυσκολίες. Ήρθε να δημιουργήσει Κράτος, λίγοι όμως από αυτούς που έκαναν την Επανάσταση γνώριζαν τι σημαίνει «Ανεξάρτητο Κράτος».

Ο ίδιος είχε μάθει να λειτουργεί χωρίς το μικρόβιο της νοσηρής αμφισβήτησης των καλών προθέσεών του. Από τη σύγκρουση με τα παραδοσιακά κοινωνικά στρώματα που επακολούθησε, εξήλθαν ενισχυμένοι οι εκπρόσωποι του τοπικισμού και του κοτζαμπασισμού που μπόρεσαν, υπό την προστασία των θεσμών που δημιούργησαν οι ίδιοι, αλλά και την κατεδάφιση του «καποδιστριακού κράτους», να διατηρήσουν τους επόμενους αιώνες τον ηγετικό τους ρόλο.

 

Παραπομπές-Πηγές

1 Ιωάννης Μαλλώσης, «Η εν Ερμιόνη Γ’ Εθνοσυνέλευσις», Αθήναι, 1930
2 Αρχείο Εξωτερικής Πολιτικής της Ρωσίας-έτος 1819, Φάκ.4177, Φύλλο 11
3 Γρηγόριος Δαφνής, «Ιωάννης Καποδίστριας:η γένεση του ελληνικού κράτους», Αθήναι, 1976
4 E.A.Betan, «Επιστολαί Ι.Α.Καποδίστρια-Κυβερνήτου της Ελλάδος»,  τόμος 3, Αθήνα, 1841
5 Δημήτριος Γατόπουλος, «Ιωάννης Καποδίστριας», Αθήνα, 1932
6,7,8,9,10,11 Νομική Σχολή Α.Π.Θ.-Εργαστήριο Συνταγματικού Δικαίου «Ιστορία Συνταγματικού Δικαίου-Τα ελληνικά συντάγματα»
12 Απόστολος Βακαλόπουλος, «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού», τόμος Η’, Αθήνα, 2007
13 E.A.Betan, «Επιστολαί Ι.Α.Καποδίστρια-Κυβερνήτου της Ελλάδος», τόμος 1, Αθήνα, 1841
14 Henry Kissinger, “A world restored”, London, 1974
15 E.A.Betan, «Επιστολαί Ι.Α.Καποδίστρια-Κυβερνήτου της Ελλάδος», τόμος 2, Αθήνα, 1841
16 Απόστολος Βακαλόπουλος, «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού», τόμος Η’, Αθήνα, 2007
17 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών, 1975
18 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,τόμος ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών, 1975
19 Κρατικά Ρωσικά Αρχεία Αγ. Πετρούπολης, Φάκ. Πρακτικά Ε’ Εθνοσυνέλευσης στο Άργος, Δεκέμβριος 1831
20 Κωστής Βάρφης, «Πόρος 1831», Αθήνα, 1986
21 E.A.Betan, «Επιστολαί Ι.Α.Καποδίστρια-Κυβερνήτου της Ελλάδος», τόμος 4, Αθήνα, 1841
22 Αναστάσιος Πολυζωΐδης, «Ο Απόλλων-Εφημερίς της Ύδρας», Ανατύπωση, Αθήνα, 1971

 

Ο Ανδρέας Κούκος είναι Νομικός, Ιστορικός Ερευνητής, Πρόεδρος Δ.Σ. Της Εταιρείας Μελέτης και Έρευνας Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας (Ε.Μ.Ε.Ν.Σ.Ι.) – πρώην Εταιρεία Μελέτης Έργου Ιωάννη Καποδίστρια

Ο μαγικός κόσμος των Κλασσικών Εικονογραφημένων

Ο μαγικός κόσμος των Κλασσικών Εικονογραφημένων

Τα Κλασσικά Εικονογραφημένα είναι σειρά κόμικς, που διασκευάζουν γνωστά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η σειρά κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 1951 από τις Εκδόσεις Πεχλιβανίδη, βασισμένη στην αντίστοιχη αμερικανική, και από τότε γνωρίζει συνεχείς ανατυπώσεις. Χαρακτηριστικό της ελληνικής έκδοσης ήταν ο εμπλουτισμός της με θέματα ελληνικού ενδιαφέροντος, για την απόδοση των οποίων δούλεψαν γνωστοί Έλληνες εικαστικοί και λογοτέχνες. Τα Κλασσικά Εικονογραφημένα αποτέλεσαν μέρος της πολιτιστικής ζωής της χώρας για περίπου δυο δεκαετίες, και σύντροφο της παιδικής και νεανικής ηλικίας χιλιάδων Ελλήνων. Σήμερα οι πρώτες εκδόσεις αποτελούν συλλεκτικά αντικείμενα.

Classics Illustrated

Η αρχική ιδέα για το εγχείρημα της διασκευής κλασσικών έργων της λογοτεχνίας σε κόμικς ανήκε στον Άλμπερτ Κάντερ (Albert Lewis Kanter). Τα αμερικανικά Κλασσικά κυκλοφόρησαν με πρώτο τεύχος τους Τρεις Σωματοφύλακες, τον Οκτώβριο του 1941, στον εκδοτικό οίκο Elliot, και με την αρχική ονομασία Classic Comics. Με το τέταρτο τεύχος, τον Τελευταίο των Μοϊκανών, ο Κάντερ μετέφερε την έκδοση σε δική του εκδοτική εταιρία, με την επωνυμία Gilberton Publishing Co. Το 1947, κι ενώ η σειρά είχε φτάσει τα 34 τεύχη, η ονομασία άλλαξε σε Classics Illustrated, ενώ τον επόμενο χρόνο μειώθηκαν και οι σελίδες σε 48 από 56 (64 πριν τον πόλεμο). Εκδόθηκε επίσης και το Classics Illustrated Junior, με παραμύθια και ιστορίες για μικρότερα παιδιά. Γνωστοί εικονογράφοι και σχεδιαστές από το χώρο των κόμικς όπως οι Λου Κάμερον, Τζακ Κέρμπυ, Άλεξ Μπλουμ, Νόρμαν Νόντελ, Τζακ Άμπελ και άλλοι ήταν οι υπεύθυνοι για την οπτική απόδοση των μυθιστορημάτων.

Το κόμικ συνέχισε να εκδίδεται μέχρι το 1962, οπότε και σταμάτησε μετά από 169 τεύχη (167 του Κάντερ και 2 από άλλο εκδότη) και 200 εκατομμύρια συνολικές πωλήσεις στις ΗΠΑ. Συνέχισε να ανατυπώνεται, και τις επόμενες δεκαετίες έγιναν κάποιες -όχι επιτυχημένες- προσπάθειες να συνεχιστεί η σειρά. Τα αμερικανικά Κλασσικά μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων, αρχής γενομένης το 1951, ήταν και η Ελλάδα.

Albert Lewis Kanter (1897-1973).
Το πρώτο τεύχος της σειράς.

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Αδελφοί Πεχλιβανίδη

Οι Μικρασιάτες αδελφοί Πεχλιβανίδη (Μιχάλης, Κώστας και Γιώργος) είχαν μακρά θητεία, από τα μέσα της δεκαετίας του ’20, στον τομέα των εκτυπώσεων (κυρίως των διαφημιστικών) αλλά και των παιδικών βιβλίων, που άρχισαν να εκδίδουν μετά και τις σπουδές, το 1936, του Κώστα Πεχλιβανίδη στη Λειψία πάνω στις σύγχρονες -τότε- τεχνικές εκτύπωσης. Έχοντας κληρονομήσει το τυπογραφείο αλλά και την εμπειρία του Βαυαρού λιθογράφου Γκρούντμαν και έχοντας δουλέψει για χρόνια την τεχνική του όφσετ, οι αδελφοί Πεχλιβανίδη, ήδη υπολογίσιμο όνομα στο χώρο των εκτυπώσεων, ίδρυσαν μετά τον πόλεμο τις εκδόσεις Ατλαντίς με σκοπό να επανέλθουν στο παιδικό βιβλίο. Στα Classics Illustrated του Κάντερ, με τα οποία γνωρίστηκαν κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Αμερική, αναγνώρισαν μια γνήσια ευκαιρία, και αποφάσισαν να τα τυπώσουν και στην Ελλάδα.

Οι Άθλιοι από την Αμερική

Το πρώτο τεύχος των Κλασσικών κυκλοφόρησε στις 1 Μαρτίου του 1951. Ήταν η διασκευή των Αθλίων του Βίκτωρα Ουγκώ, και προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις στην Ελλάδα, τόσο θετικές όσο και αρνητικές. Ήταν το πρώτο κόμικ «αμερικάνικου» τύπου που έφτανε στη χώρα (που εκείνη την περίοδο περνούσε μια φάση γενικότερης «εισβολής» αμερικανικών καταναλωτικών αγαθών), όπως και το πρώτο που έβγαινε σε τετραχρωμία όφσετ («με 336 πολύχρωμες εικόνες», όπως έγραφε το εξώφυλλο). Κόστιζε 4.000 δραχμές της τότε εποχής και η πρώτη έκδοση (90.000 αντίτυπα),που εξαντλήθηκε σε ελάχιστο χρόνο, ανατυπώθηκε δυο φορές τις επόμενες μέρες (σύμφωνα με την Ατλαντίδα, πούλησε γύρω στο ένα εκατομμύριο αντίτυπα). Η πολύ προσεγμένη τους εκτύπωση, η τετραχρωμία, αλλά και το πρωτοφανές για την Ελλάδα ενός αναγνώσματος όπου η κυρίαρχη εικονογράφηση συνδυαζόταν με λεζάντα για τα λόγια (αιχμή) ή τις σκέψεις (σειρά μικρών κύκλων) των ηρώων (κατά τις «οδηγίες χρήσης» των πρώτων τευχών), καθιέρωσαν σχεδόν αμέσως το περιοδικό στο νεανικό αλλά και μεγαλύτερο κοινό.

Η κυκλοφορία των Κλασσικών στην Ελλάδα, παρά την επιτυχία της, προκάλεσε και αντιδράσεις από ανθρώπους της τέχνης και της πολιτικής (μεταξύ άλλων ο Ε. Παπανούτσος). Πολλοί θεώρησαν «ευτελισμό» των κλασσικών έργων την ανατύπωσή τους σε κόμικς, άλλοι φοβούνταν την «αμερικανοποίηση» της παιδείας των νέων, και το θέμα προκάλεσε συζητήσεις ακόμη και μέσα στη Βουλή. Παρόλα αυτά, το κοινό αγκάλιασε την έκδοση, που έγινε μια από τις πιο επιτυχημένες στα μεταπολεμικά χρόνια.

Η είσοδος του βιβλιοπωλείου Ατλαντίς, στην οδό Κοραή αρ. 8.

Επιτυχία

Η έκδοση των Κλασσικών συνεχίστηκε για περίπου δέκα χρόνια, σε σταθερούς ρυθμούς. Κυκλοφόρησαν, στα πλαίσια της πρώτης justify, γύρω στους 180 τίτλοι, από τους οποίους περίπου εξήντα ήταν με ελληνικά θέματα. Το περιοδικό κυκλοφορούσε αρχικά κάθε δύο εβδομάδες, την 1η και 15η, του μήνα σε χιλιάδες αντίτυπα σε όλη την Ελλάδα (με μέσο όρο 200.000-300.000 πωλήσεις σε κάθε τεύχος, σύμφωνα με δηλώσεις των εκδοτών). Σαρώνοντας την αγορά, τα Κλασσικά υποχρέωσαν άλλα περιοδικά για παιδιά (όπως ο Θησαυρός των Παιδιών) να κλείσουν. Παράλληλα με τα Κλασσικά Εικονογραφημένα, κυκλοφόρησαν και τα Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα (κατά τα πρότυπα των Classics Illustrated Junior) για τους μικρότερους.

Τα σχέδια ήταν σχεδόν πιστή αντιγραφή της αμερικάνικης έκδοσης, ενώ τα κείμενα μετέφραζε συνήθως ο Βασίλης Ρώτας (που είχε και την κύρια ευθύνη της ελληνικής σειράς). Η θεματολογία της πρώτης έκδοσης, ακολουθώντας αναγκαστικά αυτή της αμερικάνικης, περιελάμβανε κυρίως μυθιστορήματα με κοινωνικό-διδακτικό χαρακτήρα (όπως Όλιβερ Τουίστ, Ο Δρ.Τζέκυλ και ο κ.Χάιντ, Μεγάλες Προσδοκίες), ρομαντικά-ιπποτικά μυθιστορήματα, αρκετά έργα του Βίκτωρα Ουγκώ και του Ιουλίου Βερν αλλά και βιογραφίες «μεγάλων ανδρών» (Καίσαρ, Αβραάμ Λίνκολν κ.α.). Ο υπότιτλος «Από τα Αριστουργήματα των Μεγαλύτερων Συγγραφέων του Κόσμου» μάλλον ήταν λίγο γενικός, μια και η σειρά έδειχνε προτίμηση σε Γάλλους και Άγγλους συγγραφείς του 19ου αιώνα. Το περιοδικό, εκτός από τα κυρίως έργα, περιελάμβανε και κάποιες σελίδες στο τέλος με την βιογραφία του συγγραφέα, βιογραφίες ιστορικών προσώπων (ακόμη και υπό την μορφήν σύντομων κόμικς), καλλιτεχνών και εφευρετών, υποθέσεις έργων όπερας, επετειακά και διδακτικά θέματα, διαφημίσεις της Ατλαντίδας αλλά και στήλη αναγνωστών για κάποιο διάστημα.

 

 

 

 

 

 

 

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Από τη μυθολογία και την ιστορία της Ελλάδος

Τον Οκτώβριο του 1953, ένα διαφορετικό Κλασσικό έκανε την εμφάνισή του στα περίπτερα: ήταν το τεύχος 43 Περσέας και Ανδρομέδα, σε σχέδιο Κώστα Γραμματόπουλου και κείμενα Βασίλη Ρώτα, που εγκαινίαζε τη σειρά των τευχών με θέματα «Από τη Μυθολογία και την Ιστορία της Ελλάδος». Εκδόθηκαν γύρω στα εξήντα τεύχη (τις επόμενες δεκαετίες θα ακολουθούσαν και μερικά ακόμη) με θέματα από τη Βυζαντινή ιστορία (Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Θεοδώρα η Ευσεβής, Ιουστινιανός ο Αυτοκράτωρ), την ελληνική επανάσταση του 1821 (Κολοκοτρώνης, Χάνι της Γραβιάς, Αθανάσιος Διάκος κ.α.) αλλά και την αρχαία μυθολογία (Ηρακλής, Ποσειδών, Δευκαλίωνας και Πύρρα κλπ).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η σειρά αυτή αποτέλεσε όχι μόνο πηγή πρόσθετης δημοτικότητας για τη σειρά των Κλασσικών, μα και μια έκδοση από την οποία πέρασαν αρκετά μεγάλα ονόματα της λογοτεχνίας και της εικαστικής. Βασική ευθύνη για τα κείμενα είχε ο Βασίλης Ρώτας, που διάλεγε και τα θέματα που θα κυκλοφορούσαν, ενώ σημαντική συνεισφορά είχαν και η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, η Γεωργία Δεληγιάννη-Αναστασιάδη και άλλοι. Όσον αφορά το σχεδιαστικό μέρος εδώ συνέβαλλαν αρκετοί γνωστοί γραφίστες και σχεδιαστές: Γιώργος Βακαλό, Μποστ (στο πρώτο του κόμικ με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο), οι Κώστας Γραμματόπουλος, Παύλος Βαλασάκης, Γεράσιμος Λιβιεράτος, Τάκης Κατσουλίδης, Γιάννης Δραγώνας, Βασίλης Ζήσης, Αλκμήνη Γραμματοπούλου, Νίκος Καστανάκης και άλλοι.

Βασίλης Ρώτας (1889-1977).
Οπισθόφυλλο τεύχους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η ελληνική σειρά, παρά τις όποιες ατέλειες λόγω της έλλειψης πείρας των ντόπιων δημιουργών στο πεδίο των κόμικς, αλλά και τους οικονομικούς και χρονικούς περιορισμούς της έκδοσης, αποτέλεσε ένα πρότυπο δείγμα γραφής για την εγχώρια σκηνή και πηγή έμπνευσης για τους δημιουργούς που θα ακολουθούσαν. Καθιέρωσε δε μια δική της αισθητική για το ελληνικό κόμικ, που ακόμη και τώρα παραμένει αυθεντική και αναγνωρίσιμη.

Μετέπειτα χρόνια

Τα Κλασσικά Εικονογραφημένα, αν και πολύ δημοφιλή στις δεκαετίες 1950-1960, άρχισαν στα επόμενα χρόνια να χάνουν σταδιακά το κοινό τους, λόγω της ολοένα μεγαλύτερης απήχησης άλλων αμερικάνικων κόμικς -των οποίων υπήρξαν προπομπός στην Ελλάδα- αλλά και της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας. Συνεχίζουν πάντως να υφίστανται και να πωλούνται ακόμη και σήμερα, περισσότερο από μισό αιώνα μετά την πρώτη τους έκδοση, τα τεύχη της οποίας έχουν γίνει συλλεκτικά αντικείμενα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 κυκλοφόρησαν λίγοι ακόμη τίτλοι, και άλλη μια σειρά τυπώθηκε τη δεκαετία του ’70, ενώ οι προηγούμενοι τίτλοι συνεχώς ανατυπώνονταν όλα αυτά τα χρόνια. Νέα ανατύπωση έγινε και στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ενώ το 2001 τα τεύχη ελληνικής θεματολογίας επανεκδόθηκαν σε θεματικούς τόμους.

Τα Κλασσικά Εικονογραφημένα επικρίθηκαν για την αμερικανική τους προέλευση και θεώρηση της κλασσικής λογοτεχνίας, αλλά και για την μονοκρατορία τους στο χώρο των ελληνικών κόμικς για περίπου είκοσι χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, αποτέλεσαν ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα αντικείμενα μαζικής κουλτούρας στις δεκαετίες 1950-1960, μια από τις απαρχές της ελληνικής σκηνής των κόμικς, και συνεχίζουν να κρατούν μια καλή θέση στις αναμνήσεις αρκετών.

Κλασσικά Εικονογραφημένα

 Κλασσικά Εικονογραφημενα Ο Θησέας και ο Μινώταυρος

Πηγές

•    Τα «Κλασσικά» των παιδικών μας χρόνων, άρθρο του Νίκου Βατόπουλου (Η Καθημερινή, 09/06/2002).

•    Τα εικονογραφημένα τριών γενεών Ελλήνων, των Κώστα Τσαούση και Μαρίλης Μαργωμένου (Το Βήμα, 25/08/1996).

•    Οι Αριστοκράτες των Κόμικς, του Άρη Μαλανδράκη (Περιοδικό Εννέα τεύχος 36).

•    Goulart, Ron. Great American Comic Books, Publications International, Ltd., 2001.

•    Malan, Dan. The Complete Guide to Classics Illustrated, Classics Central.Com, 2006.

•     Robert M.. Official Overstreet Comic Book Price Guide, House of Collectibles, 2004.

•    William B. Jones Jr., Classics Illustrated: A Cultural History, with Illustrations ,Jefferson, N.C.: McFarland & Company, Inc., 2002, Second edition, 2011.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

•    Όλα τα εξώφυλλα της ελληνικής σειράς και αρκετές εσωτερικές σελίδες, στο mycomics.gr.

•    Τσαούσης, Κώστας, “Τα εικονογραφημένα τριών γενεών Ελλήνων” ,Το Βήμα 25/08/1996.

•    Διαφήμιση της έκδοσης του πρώτου τεύχους από την εφημερίδα Εμπρός της 1ης Μαρτίου 1951 (κάτω αριστερά στη σελίδα 2),  Ψηφιακή Συλλογή Εφημερίδων Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος.

•    Αντανακλάσεις ιδεών στις σελίδες των ελληνικών κόμικς, του σκιτσογράφου Soloup, TVXS 28/10/2012.

Πηγή κειμένου: https://el.wikipedia.org/wiki/Κλασσικά_Εικονογραφημένα

Ευάνθης Χατζηβασιλείου: Ηγεσία και ηγετική ομάδα: Η περίπτωση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, 1946-1980

Ευάνθης Χατζηβασιλείου

Ηγεσία και ηγετική ομάδα:
Η περίπτωση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, 1946-1980

 

Ο ρόλος του πολιτικού ηγέτη σε ένα διοικητικό/πολιτικό σύστημα έχει εκτενώς απασχολήσει την επιστημονική κοινότητα. Αποτελεί οργανικό μέρος ενός από τα πιο ενδιαφέροντα αντικείμενα της ιστορικής και της πολιτικής επιστήμης, τη μελέτη του τρόπου λήψης αποφάσεων.

Ωστόσο, η συζήτηση για τον ρόλο του ηγέτη φαίνεται να έχει εν μέρει αλλοιωθεί στην ελληνική ιστοριογραφία και τη δημόσια συζήτηση, καθώς με τρόπο σχεδόν μόνιμο στην νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία οι πολιτικές αντιπαλότητες προσωποποιήθηκαν και εκφράστηκαν μέσω της ταύτισης ή της αντιπαλότητας με συγκεκριμένες προσωπικότητες: Τρικούπης-Δηλιγιάννης, βενιζελικοί και αντι-βενιζελικοί, οι συζητήσεις περί του Κωνσταντίνου Καραμανλή, η συχνά οριζόμενη ως «αναμέτρηση» Ανδρέα Παπανδρέου και Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στις δεκαετίες 1980 και 1990. Η ροπή του ελληνικού πολιτικού συστήματος προς τον δικομματισμό, από τη δεκαετία του 1880 έως και τις ημέρες μας, ενίσχυσε την τάση για προσωποκεντρική ανάλυση. Ειδικά κατά τον Εθνικό Διχασμό, η δαιμονοποίηση ή μυθοποίηση του Ε. Βενιζέλου και του βασιλιά Κωνσταντίνου, προσέδωσαν ακόμη πιο έντονη χροιά στο φαινόμενο, με αποτέλεσμα η ελληνική επιστημονική κοινότητα να δυσπιστεί επί μακρόν ακόμη και έναντι του είδους της βιογραφίας, που συχνά θεωρείτο, περίπου εξ ορισμού, ως προορισμένο να υπηρετήσει τέτοιες απλουστεύσεις παρά να προωθήσει την έρευνα – μια τάση που μόλις πρόσφατα φαίνεται να ξεπερνιέται με την δημοσίευση αρκετών βιογραφιών. Η συχνή χρήση ανοίκειων όρων – όπως «Εθνάρχης» – για να περιγραφούν πολιτικοί ηγέτες μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (πρωτίστως ο Βενιζέλος αλλά σε μεγάλο βαθμό και ο Καραμανλής) μιλά από μόνη της. Πρόκειται για μια, σε κάθε περίπτωση, ατυχή ορολογία: ο «Εθνάρχης» αναφέρεται στην ηγεσία ενός λαού πολιτειακά ασύντακτου – και έτσι μπορεί ορθά να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει τον ρόλο εκκλησιαστικών ηγετών σε περιόδους απώλειας της πολιτικής ανεξαρτησίας, όπως την Εκκλησία στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, την Εκκλησία της Κύπρου κατά τη μακρά διαδοχή ξένων κυριάρχων από το 1191 έως το 1960, ενώ εθναρχικά χαρακτηριστικά εντοπίζονται ακόμη και στην περίπτωση του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού κατά την Κατοχή του 1941-44 (γι’ αυτό έγινε αντιβασιλιάς αμέσως μετά). Δεν αρμόζει, ωστόσο, ο όρος τούτος στις περιπτώσεις είτε του Βενιζέλου είτε του Καραμανλή, ηγετών συντεταγμένου κράτους, οι οποίοι προσπάθησαν να δημιουργήσουν διαδικασίες διακυβέρνησης. Με άλλα λόγια, συχνά παρ’ ημίν, αντί να μελετάται ένα «σύστημα λήψης αποφάσεων», μελετάται, τελικά, ένα πρόσωπο και μάλιστα με όρους όχι πάντοτε απολύτως ακριβείς.

Το φαινόμενο, πάντως, έχει και την αντίστροφη όψη του. Ένας από τους σημαντικότερους διανοουμένους και πολιτικούς δρώντες της σύγχρονης Ελλάδας, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος – πρόσωπο με ευρύτερο ρόλο, όπως θα δειχθεί, στο πλαίσιο αυτής της μελέτης – κατέληξε σχετικά ενωρίς στο συμπέρασμα ότι η έμφαση στον ρόλο του ηγέτη είναι ένα δομικό χαρακτηριστικό του ελληνικού πολιτικού συστήματος, που οφείλεται εν πολλοίς στη σχετική υπανάπτυξή του. Από το 1952 έως και την οριστική δημοσιοποίηση των συμπερασμάτων του στο βασικό του έργο πολιτικής θεωρίας το 1965, ο Τσάτσος προέβαλε τη θέση ότι, με τα δεδομένα χαρακτηριστικά του ελληνικού πολιτικού συστήματος, ο ηγέτης – αυτός που αποκαλούσε το 1952 «βασιλικό άνδρα» και το 1965 «εξουσιαστή» – αποτελεί μια sine qua non προϋπόθεση της επιτυχούς πολιτικής δράσης. Προέβαλε, διαχρονικά, τα πρότυπα των δύο ηγετών που ο ίδιος προέκρινε, του Βενιζέλου και του Καραμανλή.Στην Αργώ του, το 1936, ο Γιώργος Θεοτοκάς περιγράφει μια πολύμορφη κοινωνία σε μετάβαση, αλλά τελικά και αυτός αναζητεί τον κατάλληλο ηγέτη που θα φέρει σε πέρας την ακριβή του μεταρρύθμιση – η εφαρμογή της οποίας, υπονοεί σαφώς ο Θεοτοκάς, δεν μπορεί να αφεθεί στους διανοουμένους που χάνονται μέσα στους λαβυρίνθους των θεωρητικών σχημάτων τους, αλλά θα πρέπει επιτέλους να συναντηθεί με έναν πρακτικά προσανατολισμένο πολιτικό, ικανό να πράξει. Ο Θεοτοκάς προέκρινε τελικά τον Γεώργιο Παπανδρέου ως το δικό του πρότυπο.Με άλλα λόγια, ακόμη και κορυφαίοι αναλυτές της ελληνικής πολιτικής ζωής αναγνώρισαν τον αναβαθμισμένο ρόλο του ηγέτη ως ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Καλώς ή κακώς, υπονόησαν, είναι μια πραγματικότητά του.

Η Αργώ του Γιώργου Θεοτοκά.

Το άρθρο αυτό θα αποπειραθεί να αποτιμήσει την ηγετική μεθοδολογία ενός από τα πλέον προβεβλημένα πρόσωπα της ελληνικής πολιτικής ιστορίας, του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Το εγχείρημα είναι ενδιαφέρον, όχι μόνον επειδή ο ρόλος του έχει αναδειχθεί στην εγχώρια δημόσια συζήτηση, αλλά και επειδή ακόμη και σε διεθνές επίπεδο έχει εξαρθεί, ειδικά σε συνάρτηση με την μετάβαση στη δημοκρατία το 1974-75. Έτσι, η αμερικανική πρεσβεία, απευθυνόμενη στο State Department στις αρχές του 1976, αναφέρθηκε στο πρόσωπό του με παρόμοιους όρους: «Caramanlis comes the closest to being a sufficient condition. In Greece today his person and the nation’s democracy are indistinguishable […] Thus Caramanlis is unique».Στη μελέτη τους για τη λειτουργία της προεδρίας της κυβέρνησης στη σύγχρονη Ελλάδα, οι Featherstone και Παπαδημητρίου χαρακτηρίζουν τον Καραμανλή ως «primus solus», επισημαίνοντας ότι το ύφος της διακυβέρνησής του ήταν «ιεραρχικό».Στο παρόν άρθρο θα διατυπωθεί μια άποψη που έχει αρχίσει να αναπτύσσεται στη συναφή βιβλιογραφία τα τελευταία χρόνια: θα επισημανθεί η πράγματι καταλυτική ηγετική λειτουργία του Καραμανλή, παράλληλα όμως θα σημειωθεί η σημασία της ηγετικής ομάδας στην οποία βασίστηκε έως το 1980. Θα υποστηριχθεί, με άλλα λόγια, ότι με το όνομα «Καραμανλής» δεν περιγράφεται μόνον ένα πρόσωπο, αλλά πολύ συχνά και μια ομάδα ηγετών.

 

Πρώιμες αναγνώσεις: η εποχή των απλουστεύσεων

Σε μια αρχική φάση, η βιβλιογραφική αντιμετώπιση του Καραμανλή απείχε πολύ από του να είναι επαρκής. Σύντομα – και αναμενόμενα σε μια χώρα όπως η Ελλάδα όταν συζητείται ένας ηγέτης τόσο επιτυχημένος, εκλογικά αν μη τι άλλο – οι σχετικοί τίτλοι διακρίθηκαν σε πλήρως επικριτικούς και σε θετικούς προς το πρόσωπό του. Στους πρώτους συγκαταλέγονταν έργα συγγραφέων, κυρίως από τον χώρο της Αριστεράς, που τον επέκριναν ως βασικό εκφραστή μιας καταπιεστικής μετεμφυλιακής Δεξιάς, οπαδό της ανεξέλεγκτης ελεύθερης οικονομίας (στοιχείο ενδιαφέρον, καθώς σήμερα η επικρατούσα άποψη τον εμφανίζει ως κρατιστή), υποταγμένο στον περιλάλητο ξένο παράγοντα και ιδίως στους Αμερικανούς.Ένα από τα πλέον προβεβλημένα έργα πολιτικής επιστήμης, του Ζ. Μεϋνώ και των συνεργατών του, τον περιέγραφε, περίπου περιφρονητικά, ως εκφραστή ενός «καραμανλικού καθεστώτος […] φασιστικών τάσεων», άνθρωπο που καλλιεργούσε μια φθηνή προσωπολατρία με μεθόδους προπαγανδιστικές. «Δώσαμε στα προηγούμενα δείγματα του λιβανωτού με τον οποίο τα επίσημα κυβερνητικά δημοσιεύματα ανεφέροντο άλλοτε στον Κ. Καραμανλή κατά ένα τρόπο που έφτανε τα όρια της προσωπολατρίας».Και για να αποδείξει την απέχθειά του προς την προσωπολατρία, αλλά και την εμμονή του στη μη εφαρμογή διπλών κριτηρίων, ο Ζ. Μεϋνώ, στο δεύτερο βιβλίο του, περιέγραφε ως εξής τον Γ. Παπανδρέου (αποκαλούμενο, εκείνη την εποχή, «Γέρο της Δημοκρατίας»), μιλώντας για τη θριαμβευτική κάθοδό του από το Καστρί στην Αθήνα, μετά την «αποστασία», στις 19 Ιουλίου 1965:

Είναι αλήθεια ότι σαν δέχθηκε και πάλι τα χτυπήματα της αντιξοότητας – ακόμη και στο μέτρο που τα χτυπήματα αυτά ήσαν καρπός των αδυναμιών του – σε ηλικία ήδη εβδομήντα επτά ετών ο πολιτικός αυτός ηγέτης δείχνει ξανά για την προάσπιση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας την ίδια θαυμαστή και ανυπέρβλητη αποφασιστικότητα. Και νάτος πάλι σε άμεση κοινωνία με αυτόν τον Λαό – ένα Λαό που ωστόσο με τόσες ατέλειες υπερασπίσθηκε όταν είχε ταυτόχρονα και την δύναμη και το χρέος.7

Σε αυτές τις ερμηνείες, αντιτάχθηκε μια σειρά άλλων έργων. Ορισμένα, γραμμένα από ξένους συγγραφείς, εφάρμοζαν στην ελληνική περίπτωση τις βασικές αρχές του επιστημονικού είδους της βιογραφίας, που είχε συστηματικά καλλιεργηθεί στο εξωτερικό· ήταν πάντως πρώιμα πονήματα, γραμμένα με τον Καραμανλή ακόμη εν ζωή, και χωρίς πρόσβαση στο αναγκαίο αρχειακό υλικό.Ακολούθησε σειρά άλλων παρουσιάσεων, από προσωπικούς του συνεργάτες, που αποτελούσαν όμως προσωπικές μαρτυρίες μάλλον, παρά πλήρως ανεπτυγμένα επιστημονικά έργα.Λίγα ήταν τα βιβλία εκείνης της εποχής που βασίζονταν σε επιστημονική μεθοδολογία – από αυτά ξεχωρίζει εκείνο του Παύλου Τζερμιά για την περίοδο της δικτατορίας.10

Δεν ήταν, βέβαια, ακόμη και τότε, όλα τα σχετικά έργα επικεντρωμένα στον ρόλο των προσώπων. Το 1961, ο Γρηγόριος Δαφνής, κορυφαίος αναλυτής που είχε πλήρη επίγνωση του ρόλου του ηγέτη (συγγραφέας της βιογραφίας του Σοφοκλή Βενιζέλου) και οπωσδήποτε πρόσωπο που δεν διακρινόταν για τη θετική του στάση έναντι του Καραμανλή, επικεντρώθηκε πάντως στο ελληνικό «πολιτικό σύστημα» στο σύνολό του, χωρίς να αλλοιώνει την ανάλυσή του με μονομερείς εμφάσεις στα πρόσωπα.11 Είναι όμως ενδιαφέρον ότι το βασικό τούτο βιβλίο έχει αγνοηθεί στην επιστημονική μνήμη της χώρας, και αντίθετα έχει προβληθεί ως πρώτο συνολικό έργο αυτό του Ζ. Μεϋνώ, με τη συνεπή του απέχθεια, όπως είδαμε, στις προσωπολατρικές ή μελοδραματικές προσεγγίσεις.

Σε κάθε περίπτωση, από τη δεκαετία του 1990 έχει εμφανιστεί μια νέα βιβλιογραφία, βασισμένη στις πολλές πηγές που έχουν πλέον καταστεί διαθέσιμες. Η νέα αυτή ιστοριογραφία, με την αυτοπεποίθηση που προσφέρει η πρόσβαση σε αρχειακές πηγές, έχει προβάλει μια αρκετά διαφορετική – σίγουρα, πληρέστερη – εικόνα. Στο παρόν άρθρο, θα χρησιμοποιηθούν έργα της νέας ιστοριογραφίας που σχετίζονται άμεσα με το ζήτημα της άσκησης ηγεσίας και της λήψης αποφάσεων· δεν θα υπάρξει, δηλαδή, μια πλήρης καταγραφή των έργων που αφορούν την περίοδο ή το συγκεκριμένο πρόσωπο.

 

Ηγετική μεθοδολογία, 1946-1980

Ας φύγουμε από τον μύθο των «εκρήξεων» ή της αγενούς συμπεριφοράς του «χωριάτη», μύθο που καλλιεργήθηκε σταθερά από την «καλή» κοινωνία η οποία δυσφορούσε για την άνοδο (και την παραμονή στην κορυφή) ενός «παρείσακτου». Εάν ο Καραμανλής ήταν απότομος στην κοινωνική του συμπεριφορά, μπορεί και τούτο βέβαια να αποτιμηθεί, αλλά δεν συνιστά σοβαρή αντανάκλαση του τρόπου με τον οποίο κυβερνούσε. Στην προσωπική του μεθοδολογία διαφαίνεται μια σειρά άλλων στοιχείων, που χαρακτήρισαν με τρόπο σταθερό την πολιτική του δράση. Για λόγους καλύτερης καταγραφής, τα στοιχεία τούτα θα διαχωριστούν – κάπως αυθαίρετα καθώς δεν υπάρχουν στεγανά σε αυτά τα πράγματα – σε προσωπικές επιλογές και προδιαθέσεις (οι οποίες, ασφαλώς, συνδέονται και με την ψυχοσύνθεσή του) και στη μέθοδο δράσης του ως επικεφαλής Υπουργείων ή κυβερνήσεων.

Ως προς την πρώτη κατηγορία,12 είναι θεμελιώδης η διαπίστωση ότι ο Καραμανλής διακατεχόταν πάντοτε – ιδίως όμως έως και την πρώτη πρωθυπουργία του – από ένα έντονο αίσθημα κοινωνικής ανασφάλειας. Μιλά από μόνη της η περιγραφή του Γιώργου Θεοτοκά για τον δικό του φαντασιακό ηγέτη, τον Σχινά της Αργώς, περιγραφή που δείχνει (και σαρκάζει) την περιφρόνηση της «καλής» κοινωνίας προς όσους δεν ανήκαν σε αυτήν: «κατάγεται πάντως από το εσωτερικό της Μακεδονίας και, κατά πάσα πιθανότητα, γεννήθηκε χωριατόπαιδο».13 Αυτό ήταν κάτι που δεν αποδεχόταν εύκολα η «καλή» αθηναϊκή κοινωνία της δεκαετίας του 1950, ειδικά σε έναν άνθρωπο ο οποίος άλλαζε τόσο ριζικά τις παραμέτρους του πολιτικού παιχνιδιού, κυρίως με την έμφασή του στην κυβερνητική σταθερότητα – δηλαδή διατηρούμενος επί μακρόν στην εξουσία, αφαιρώντας την από τους «νόμιμους» διεκδικητές της, τους ανθρώπους του Κολωνακίου. Στις αρχές του 1957, η αμερικανική πρεσβεία παρατηρούσε: «His inability to speak French and poor family background are responsible for the snobbish accusations of Athens “society”».14 Ο γράφων έχει ακούσει πολλές περιγραφές περιφρονητικές για τον Καραμανλή, από ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας, που έκαναν λόγο για τον «χωριάτη που έπινε κόκκινο κρασί με παγάκια» ή φορούσε κάλτσες που δεν ταίριαζαν με το κοστούμι του.

Αυτή όμως ήταν μια ανελέητη πραγματικότητα, και ωθούσε τον Καραμανλή να είναι εξαιρετικά προσεκτικός στις πρωτοβουλίες του. Πολλά χρόνια πριν, ο Θεόδωρος Κουλουπής, που μελέτησε τις ηγετικές λειτουργίες του Καραμανλή και του Α. Παπανδρέου,15 σε συνομιλία μας, τον περιέγραψε ως «σιγουρατζή». Ήταν πράγματι, και αυτή η ροπή του προερχόταν από την ανάγκη του να αναδειχθεί σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που δεν ήταν πάντοτε φιλικό: υπήρχαν βέβαια επιφανή μέλη της ελίτ που τον εκτιμούσαν και τον βοήθησαν, αλλά και ένα πολύ μεγαλύτερο μέρος έτοιμο να τον πλήξει. Ο ίδιος είχε πλήρη επίγνωση αυτού του στοιχείου. Κινήθηκε κάθε φορά, γνωρίζοντας ότι δεν είχε το περιθώριο του λάθους: μπορούσε να ανέλθει, με την προϋπόθεση όμως ότι ο ίδιος θα διατηρούσε την εικόνα του απρόσβλητου. Από τούτο προέκυπταν βασικά χαρακτηριστικά της δράσης του όπως η τάση του να λέει λίγα λόγια, οι μακρές σιωπές του (ιδίως το 1963-74 και το 1985-89) που αναστάτωναν ένα πολιτικό σύστημα εθισμένο στη φλυαρία, η βαθύτατη περιφρόνησή του για αυτό που αποκαλούσε πολιτικό «κουτσομπολιό» (στο οποίο συχνά ενέτασσε ακόμη και αναφορές των ξένων πρεσβειών για την ελληνική πολιτική ζωή) καθώς και – στη φάση της ανόδου του – η επιμελής αποφυγή εμπλοκής σε ενδοπαραταξιακές διαμάχες. Το τελευταίο αυτό στοιχείο ήταν καταλυτικό: γνώριζε ότι, σε περίπτωση λανθασμένης επιλογής, δεν θα επιβίωνε πολιτικά· ενώ αν είχε κοινωνική καταγωγή και περγαμηνές τούτο δεν θα ίσχυε, καθώς η ελίτ συγχωρούσε απίθανα εύκολα τα μέλη της, ακόμη και όταν αυτά έκαναν λάθη κολοσσιαίας κλίμακας.

7 Οκτωβρίου 1955. Η νέα κυβέρνηση Καραμανλή μετά την κηδεία του Αλέξανδρου Παπάγου.

Η στρατηγική αυτή επιλογή φάνηκε κυρίως κατά τον εσωκομματικό αγώνα διαδοχής του 1955, όταν είχε ασθενήσει ο Παπάγος. Ο Καραμανλής έμεινε πεισματικά εκτός της εσωκομματικής σύγκρουσης, και τούτο είχε ως αποτέλεσμα να παραμείνει άφθαρτος ενώ οι δύο διεκδικητές (Π. Κανελλόπουλος και Στ. Στεφανόπουλος) ουσιαστικά κατέστρεψαν ο ένας τον άλλον.16 Τέλος, το στοιχείο που, σε συνδυασμό με τούτη τη στάση, τον βοηθούσε να αναδειχθεί, ήταν η γνωστή εργασιομανία του. Ήταν ο άνθρωπος που έφερνε αποτέλεσμα. Η έμφασή του στην ανάγκη για αξιοπιστία ήταν ένα βασικό ψυχολογικό χαρακτηριστικό του (και θεμελιώδες πλεονέκτημά του ως ηγέτη), εν μέρει ανεξάρτητο από την παραπάνω συζήτηση, αλλά ενισχυόταν και από τις κοινωνικές προκλήσεις που ήταν υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει.

Η εικόνα του «νέου ανθρώπου» δεν σήμαινε πάντως ότι ο Καραμανλής διακατεχόταν από κάποιο σύνδρομο κατωτερότητας ή ότι σκόπευε να ανέλθει για να υποταχθεί στο σύστημα – ακριβώς το αντίθετο. Φορέας μιας σαφώς εμπροσθοβαρούς, εκσυγχρονιστικής ιδεολογίας17 (αλλά για αυτό, περισσότερα παρακάτω), διατήρησε επιμελώς τις αποστάσεις του από όλους: αυτό συχνά εκλαμβανόταν ως αλαζονεία, αλλά οφειλόταν στη μόνιμη κοινωνική ανασφάλειά του. Στόχος του ήταν να διατηρήσει την πολιτική του αυτονομία, την ελευθερία των κινήσεών του και τη δυνατότητά του να επιφέρει βαθιές αλλαγές σε εδραιωμένες πολιτικές συμπεριφορές τις οποίες αποδοκίμαζε (και όπως συχνά συμβαίνει στους ολιγόλογους ανθρώπους, τις αποδοκίμαζε έντονα). Η γνωστή συζήτηση περί του απότομου χαρακτήρα του τείνει να υποκρύψει ένα ουσιώδες στοιχείο της ηγετικής του λειτουργίας: προτιμούσε να συνθέτει τάσεις και χτυπούσε σπάνια· αλλά όταν αποφάσιζε να χτυπήσει, φρόντιζε ώστε το αποτέλεσμα να είναι συντριπτικό. Αυτό διαφάνηκε πρωτίστως στην πολιτική κρίση του 1958, όταν άλλαξε τις παραμέτρους λειτουργίας του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Συγκεκριμένα, έχοντας αντιμετωπίσει ήδη δύο φάσεις εσωκομματικής αμφισβήτησης από μέλη της παλαιότερης πολιτικής ελίτ (φθινόπωρο 1956 και καλοκαίρι 1957), στις αρχές του 1958 ανατράπηκε από μια μεγάλης κλίμακας εσωκομματική εξέγερση με αφορμή τον νέο εκλογικό νόμο. Στην εξέγερση μετείχαν και στενοί συνεργάτες του, ο Γ. Ράλλης και ο Π. Παπαληγούρας, αλλά και άλλοι που, αντίθετα με τους Ράλλη και Παπαληγούρα, βρίσκονταν σε συνεννόηση με τον Σ. Βενιζέλο και τον άνθρωπο που υπήρξε ο ικανότερος πολιτικός αντίπαλος του Καραμανλή εκείνη την εποχή, τον πρώην υπασπιστή του βασιλιά Παύλου, Χ. Ποταμιάνο. Αν και ο Καραμανλής έχασε τη δεδηλωμένη για λίγες ημέρες, σύντομα την επανέκτησε με την επιστροφή ορισμένων βουλευτών στην κοινοβουλευτική ομάδα της ΕΡΕ. Αλλά δεν μπορούσε να παραμείνει στην εξουσία με 151 βουλευτές μόνον: έπρεπε να αποδεχθεί την προσφορά της ΕΠΕΚ υπό τον Σ. Παπαπολίτη για στήριξη της κυβέρνησης. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να αποδεχθεί την έως τότε επικρατούσα πρακτική των οπορτουνιστικών συμμαχιών και συνακόλουθα την προοπτική της σχετικής κυβερνητικής αστάθειας. Δεν το δέχτηκε. Επέλεξε έναν άλλον δρόμο, που αιφνιδίασε το παλαιό σύστημα: παραιτήθηκε και προκάλεσε εκλογές τις οποίες κέρδισε με μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αφήνοντας εκτός Βουλής όλους τους αντάρτες πλην του Παπαληγούρα. Συνθλίβοντας με τρόπο ανελέητο και συντριπτικό την εξέγερση του 1958, ο Καραμανλής εδραίωσε την ηγεσία του στο κόμμα του (έκτοτε ήταν πολύ λίγες οι φορές που αμφισβητήθηκε, και αυτές εμμέσως), αλλά και την διακυβέρνηση της χώρας από συμπαγείς, σταθερές πλειοψηφίες. Ήταν μια περίπου επαναστατική πρωτοβουλία στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, που το άλλαξε μακροπρόθεσμα.18 Όπως ανέφερε μεταγενέστερα ο Ανδρέας Παπανδρέου, «ο Καραμανλής ξέρει να τιμωρεί».19 Ήταν και αυτό βασικό εργαλείο της ηγετικής του λειτουργίας, ιδιαίτερα επειδή χρησιμοποιείτο με φειδώ.

Το Κυπριακό στα Ηνωμένα Έθνη κατά τη δεκαετία του ’50: Κωνσταντίνος Καραμανλής, Γεώργιος Σεφεριάδης [Σεφέρης] και Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας.

Πέραν όμως των προσωπικών/ψυχολογικών προδιαθέσεων, υπήρχε και η δεύτερη κατηγορία της πολιτικής του μεθοδολογίας, που αφορούσε τη μέθοδο λήψης αποφάσεων. Και σε τούτο το σημείο, η εικόνα του αυταρχικού «μοναχικού λύκου» που επέβαλλε με σκληρότητα τις αποφάσεις του δεν είναι ακριβής· και δεν θα μπορούσε να είναι, όταν μιλάμε για τη διακυβέρνηση της σύγχρονης εποχής και μάλιστα μιας χώρας που επί των ημερών του επέτυχε τον εκσυγχρονισμό της. Αντίθετα, η σύγχρονη έρευνα αναδεικνύει μια μεθοδολογία πολυεπίπεδη, με έμφαση στην συνεργασία με πολλούς ανθρώπους διαφορετικών ιδιοτήτων.

Στην περίοδο των υπουργικών του θητειών, από τα χρόνια του εμφυλίου πολέμου έως το Υπουργείο Δημοσίων Έργων της κυβέρνησης Παπάγου (1946-55), όταν εδραίωσε την εικόνα του ως αποτελεσματικού διοικητή, η μέθοδός του ήταν απλή. Πρώτα συγκέντρωνε συστηματικά – σχεδόν ζηλότυπα – τις αρμοδιότητες στο υπουργείο του. Κατόπιν όμως, αφού μάζευε ο ίδιος τις αρμοδιότητες, προχωρούσε σε μια ριζική αποκέντρωση: τις διέχεε σε τοπικούς φορείς, σε επίπεδο νομαρχίας, περνώντας «πάνω από τα κεφάλια» των πρώην συναρμοδίων υπουργών. Τούτο σήμαινε ότι αφού ξεπερνούσε το γνωστό πρόβλημα της συναρμοδιότητας Υπουργείων άρα της διοικητικής στασιμότητας, είχε την τάση να εμπιστεύεται ανθρώπους πιο «κάτω» στην κλίμακα της διοίκησης, με τους οποίους μοιραζόταν την πεποίθηση ότι έπρεπε να υπάρξει πράξη και όχι αδράνεια.20 Σε μεταγενέστερη φάση, όταν ηγείτο της κυβέρνησης και ειδικά στα χρόνια μετά το 1974, σημειώνεται ότι, ενώ δεν συγκαλούσε συχνά το Υπουργικό Συμβούλιο, βασιζόταν σε ένα σύστημα διαδοχικών εντατικών συσκέψεων για τη λήψη των αποφάσεων· σε εκείνη τη φάση η απόφαση λαμβανόταν με τη συμμετοχή (λίγων) αρμόδιων υπουργών και αρκετών κορυφαίων ειδικών, και μέχρι τη λήψη της πολλές λύσεις παρέμεναν ανοικτές· μετά τη λήψη της απόφασης, ενέμενε ανυποχώρητα σε αυτήν· και στη φάση της εφαρμογής (συνήθως έναν περίπου χρόνο μετά την απόφαση) άρχιζε μια σειρά νέων συσκέψεων και αξιολογήσεων της επιτελεσθείσας προόδου, με τη συμμετοχή και των ειδικών στους οποίους είχε ανατεθεί η εργασία.21

Αυτό σήμαινε ότι ο Καραμανλής εξακολουθούσε να στηρίζεται καταλυτικά σε διάφορες κατηγορίες συνεργατών, από τους υπουργούς στους οποίους είχε αναθέσει το σχετικό πρόγραμμα έως κορυφαίους ειδικούς επιστήμονες που συνεπικουρούσαν τόσο στη φάση της μελέτης όσο και της εφαρμογής. Για να δοθούν ορισμένα μόνον ενδεικτικά παραδείγματα από την τελευταία κατηγορία (των ειδικών), στις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις του 1959 και του 1976, καταγράφεται η συμμετοχή των Ε. Παπανούτσου, Νικόλαου Λούρου και Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου (1959) ή των Ε. Παπανούτσου, του Α. Δημαρά και των πρυτάνεων των Πανεπιστημίων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και του ΕΜΠ (1976).22 Η συμμετοχή των Μανόλη Ανδρόνικου και Δημητρίου Παντερμαλή στα μεγάλα προγράμματα για την αρχαιολογική έρευνα στη Βόρεια Ελλάδα δεν συνοδεύθηκε ποτέ από «προτροπές» του πρωθυπουργού να γίνει η παραμικρή έκπτωση στο επιστημονικό έργο τους.23 Το Πενταετές Πρόγραμμα Οικονομικής Αναπτύξεως του 1959/60 συντάχθηκε με τη συνεπικουρία του Ιταλού οικονομολόγου Πασκουάλε Σαρατσένο, ειδικού στα ζητήματα οικονομικής ανάπτυξης της Νότιας Ιταλίας και σημειολογικά κομβικής μορφής στην ιταλική οικονομική ιστορία, ως του ειδικού που στόχευε στη μείωση του χάσματος μεταξύ του ιταλικού βορρά και του νότου.24 Αλλά η αναφορά είναι απλώς ενδεικτική. Δεν υπάρχει τομέας στον οποίο να μην καταγράφεται απόφαση με τη συμμετοχή κορυφαίων ειδικών. Η διαδικασία της μελέτης μπορούσε να κρατήσει αρκετό καιρό ώστε να εξεταστούν διεξοδικά τα συναφή ζητήματα και οι διαθέσιμες επιλογές. Η ανακοίνωση του Πενταετούς το 1959 ήταν το τέλος μιας διαδικασίας που είχε αρχίσει το 1956-57. Αντίστοιχα, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1959 είχε αρχίσει να σχεδιάζεται το 1957. Όταν όμως λαμβανόταν η απόφαση, η εφαρμογή ήταν αστραπιαία και πάλι όμως με τη συμμετοχή τέτοιων επιτελείων πολιτικών και ειδικών.

Βεργίνα, 26 Μαΐου 1981.Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ενημερώνεται από τον Μανόλη Ανδρόνικο για την πορεία των ανασκαφών.

Τέλος, το κοινωνικό κλίμα της εποχής σε μεγάλο βαθμό νομιμοποιούσε την πολιτική μεθοδολογία του. Ο Καραμανλής δρούσε έχοντας επίγνωση ότι εξέφραζε ένα τεράστιο τμήμα της κοινής γνώμης – πολύ μεγαλύτερο της «στενής» εκλογικής επιρροής του – το οποίο, έχοντας περάσει από την κόλαση του 1922-1949, ήταν έτοιμο να δράσει και να αλλάξει. Για τους λόγους αυτούς, ποτέ πριν και ποτέ μετά την εποχή εκείνη, το κοινωνικό κλίμα στην Ελλάδα δεν ήταν τόσο δεκτικό ή έστω ανεκτικό απέναντι στην ιδέα μιας βαθιάς μεταρρύθμισης, όπως αυτής που ήθελε ο ίδιος να επιφέρει. Αυτό, με σημερινούς όρους, αποκαλείται συχνά «ιδεολογική κυριαρχία». Για τον ίδιο λόγο, μεγάλα τμήματα της κοινής γνώμης αποδέχονταν ή ανέχονταν αυτόν τον περίεργο, εσωστρεφή, απότομο, σιωπηλό, εργασιομανή άνθρωπο που – σε αντίθεση με τη συνήθη πολιτική πρακτική – πάντοτε τους κρατούσε σε απόσταση και πολύ σπάνια τους κολάκευε. Τούτο σήμαινε ότι ο Καραμανλής μπορούσε να προσβλέπει σε μια μεγάλη κοινωνική βάση που υπερέβαινε κατά πολύ το εκλογικό ποσοστό του κόμματός του· ένα πλεονέκτημα που σε προγενέστερες εποχές διέθετε, ίσως, μόνον ο Ελευθέριος Βενιζέλος και αυτός μόνον για τα χρόνια 1910-1914.

 

Ηγετική ομάδα: το μεγάλο πλεονέκτημα του Καραμανλή

Το νέο στοιχείο που έχει εισφέρει η έρευνα αφορά, επομένως, τον μεγάλο βαθμό στήριξης του Καραμανλή σε επιτελεία. Αλλά οι πρόσφατες μελέτες πηγαίνουν ακόμη πιο πέρα. Ο γράφων ερμήνευσε τον ρόλο του Καραμανλή μέσα στο πλαίσιο ενός ευρύτερου ιδεολογικού/πολιτικού ρεύματος που άρχισε να διαμορφώνεται από τη δεκαετία του 1930, γνώρισε μεγάλες διακυμάνσεις (και απογοητεύσεις) και απέληξε στη συγκρότηση αυτού που γνωρίζουμε ως σύγχρονη ελληνική Κεντροδεξιά, δηλαδή σε μια συμπαγή και ιδεολογικά προσανατολισμένη πολιτική δύναμη – όχι απλώς σε έναν (εξ ορισμού, πρόσκαιρο) ηγέτη, όσο και αν η δική του λειτουργία ήταν βαθιά διαπλαστική.25 Ο Τάκης Παππάς περιέγραψε μια λειτουργία του Καραμανλή ως «συντονιστή» παρά ως μόνη κινητήρια δύναμη.26 Πρόσφατες έρευνες τονίζουν παρόμοια στοιχεία: η πολιτιστική διπλωματία των κυβερνήσεών του, ειδικά απέναντι στην ενοποιούμενη Ευρώπη, βασίστηκε σε ένα επιτελείο διανοουμένων και διοικητών, όπως οι Κ. Τσάτσος και Π. Κανελλόπουλος·27 στη μελέτη της εξωτερικής πολιτικής του κατά τη δεκαετία του 1970 επισημαίνεται ο καταλυτικός ρόλος και των αρμόδιων υπουργών αλλά και επιφανών στελεχών του διπλωματικού κλάδου.28 Θα μπορούσαν να αναφερθούν και άλλα παρόμοια παραδείγματα. Ποια ήταν, λοιπόν, αυτή η ηγετική ομάδα – το επιτελείο – που τον συνόδευσε σταθερά;

Η κυριότερη επιρροή πάνω στον Καραμανλή ήταν αυτή του Κωνσταντίνου Τσάτσου. Ο Τσάτσος δεν ήταν απλώς ένας συνεργάτης του: ήταν κάτι πολύ περισσότερο – ο μέντοράς του. Ο Καραμανλής κυριολεκτικά μαθήτευσε υπό τον Τσάτσο στην οργάνωση της Σοσιαλιστικής Ένωσης το 1942-44. Ο Τσάτσος έγραψε την ιδρυτική διακήρυξη της ΕΡΕ το 1956, και συνέταξε τα προσχέδια για την ιδρυτική διακήρυξη της Νέας Δημοκρατίας το 1974 – δηλαδή τα βασικά ιδεολογικά κείμενα των κομμάτων του Καραμανλή. Συνέταξε τη «βαθεία τομή» του 1963 και το Σύνταγμα του 1975, και η έρευνα έχει εντοπίσει πως και τα δύο κείμενα βασίζονταν στον σχεδιασμό του Τσάτσου από την εποχή της Σοσιαλιστικής Ένωσης του 1942-44. Ο ρόλος του ήταν διαδραστικός κατά το ότι δεν εκτελούσε απλώς τις εντολές του πρωθυπουργού αλλά και τις διαμόρφωνε. Προσωπικότητες που χαρακτηρίζονταν από τεράστιες διαφορές (χωρικός ο ένας, αστός ο άλλος· πολιτικός της πράξης ο ένας, κορυφαίος διανοούμενος ο άλλος), πάντως διακρίθηκαν για μια ασυνήθιστης ποιότητας προσωπική και πολιτική σχέση. Ο Καραμανλής εμπιστευόταν τον εαυτό του στην διανοητική δύναμη και καθοδήγηση του Τσάτσου, ο οποίος (ίσως δεν διαμόρφωσε, αλλά) επηρέασε καταλυτικά την πολιτειακή σκέψη του. Και ο Τσάτσος από την πλευρά του θαύμαζε την δύναμη της πράξης του Καραμανλή, η οποία έλειπε στον ίδιο, ως διανοούμενο. Ο Τσάτσος είναι ένα από τα ελάχιστα πρόσωπα που, κατά την αλληλογραφία τους με τον Καραμανλή στο Παρίσι το 1964-74, τού απευθυνόταν στον ενικό – ούτε ο ίδιος ο αδελφός του δεν το έκανε.29

Η σχέση του Καραμανλή με τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο είναι περίπλοκη: αρχικά ο Καραμανλής εντασσόταν στην ομάδα Κανελλοπουλου μέσα στον Ελληνικό Συναγερμό (από εκείνη την εποχή χρονολογείται και ο γάμος του Καραμανλή με την ανηψιά του Κανελλόπουλου, Αμαλία), αλλά αργότερα τον υπερκέρασε στη διεκδίκηση της πρωθυπουργίας και μάλιστα δύο φορές, το 1955 και το 1974. Από την πλευρά του, πάντως, ο Κανελλόπουλος, αν και δεν είχε τη στενή σχέση με τον Καραμανλή που διέθετε ο Τσάτσος (και το 1958 υπήρξε υποψήφιος άλλου κόμματος) αποδέχθηκε την ηγεσία του παλαιού του επιτελή, για να υπηρετήσει μεγαλύτερους στόχους. Ο Κανελλόπουλος, ως κορυφαίος διανοούμενος και ηγέτης μιας δυναμικής μεταρρυθμιστικής πολιτικής τάσης, είχε ήδη από παλαιότερα αναδείξει τη σημασία της ευρωπαϊκής επιλογής. Και για να την υπηρετήσει μπήκε στην κυβέρνηση της ΕΡΕ ως αντιπρόεδρος στις αρχές του 1959, όταν ακριβώς είχε καταστεί σαφές πως η Ελλάδα θα έπρεπε να επιδιώξει μόνη της την Σύνδεση με την ΕΟΚ. Ο Κανελλόπουλος υπέγραψε τη Συμφωνία Σύνδεσης στις 9 Ιουλίου 1961. Και άνθρωποι που είχαν αναδειχθεί δίπλα στον Κανελλόπουλο – φοιτητές δικοί του και του Τσάτσου από το Πανεπιστήμιο Αθηνών – ήταν αυτοί που διακρίθηκαν, και πάλι υπό την ηγεσία Καραμανλή, στην εφαρμογή της θεμελιώδους αυτής επιλογής. Πρώτος, ο Παναγής Παπαληγούρας, μια από τις σημαντικότερες παρουσίες στη σύγχρονη ελληνική πολιτική, συγγραφέας ενός από τα σημαντικότερα (και ευρέως αναγνωρισμένα) σε ευρωπαϊκό επίπεδο έργα για την προσέγγιση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, ο οποίος διαμόρφωσε ήδη το 1957 την πρακτική επιλογή της ελληνικής ευρωπαϊκής πολιτικής, την επιλογή της ΕΟΚ.30 Επίσης, ο Ιωάννης Πεσμαζόγλου, στέλεχος πάντως άλλου κόμματος, ο οποίος ως αντιπρόεδρος της Τραπέζης της Ελλάδος ηγήθηκε της αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις για τη Σύνδεση. Η ευρωπαϊκή επιλογή διαμορφώθηκε στη θεωρητική και στην πρακτική μορφή της από αυτούς τους ανθρώπους – Τσάτσο, Κανελλόπουλο, Παπαληγούρα, Πεσμαζόγλου, μαζί με τον Ξ. Ζολώτα και τον Ε. Αβέρωφ – από πρόσωπα δηλαδή που υπήρξαν και κορυφαίοι αναλυτές και εξαίρετοι διοικητές. Δεν τη διαμόρφωσε ο Καραμανλής σε θεωρητικό επίπεδο, ως ιδεολογικό στόχο· ήταν όμως ο άνθρωπος που συντόνισε και εκτέλεσε.

Παναγιώτης Κανελλόπουλος και Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Η σημασία του Παπαληγούρα στην οικονομική πολιτική ήταν μεγάλη, αλλά στον τομέα αυτόν θα πρέπει να επισημανθεί η καταλυτική επιρροή του Ξενοφώντα Ζολώτα, με τον οποίο ο Καραμανλής είχε επικοινωνία από την εποχή της Σοσιαλιστικής Ένωσης και που διαμόρφωσε την στρατηγική της ανάπτυξης ως διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος σε όλη τη διάρκεια των θητειών των κυβερνήσεων Καραμανλή. Η συνεπής εφαρμογή του παρεμβατικού κράτους – του κύριου δηλαδή μοντέλου διακυβέρνησης στη Δύση εκείνης της εποχής – η επιλογή των βασικών προτεραιοτήτων του Πενταετούς, αλλά και της εκβιομηχάνισης που επιτεύχθηκε μετά το 1958 στηρίζονταν σε τεράστιο βαθμό στην παρουσία του Ζολώτα.31 Τέλος, στο οικονομικό επιτελείο πρέπει να υπογραμμιστεί η επιρροή του Δημητρίου Χέλμη, με πολιτική καταγωγή από τους προοδευτικούς Λαϊκούς της προηγούμενης περιόδου. Ο Χέλμης υπηρέτησε ως υπουργός Συντονισμού έως το 1958, οπότε δεν μπόρεσε να επανεκλεγεί και κατόπιν ανέλαβε τη διοίκηση της Εθνικής Τραπέζης έως το 1964.

Στο εσωτερικό μέτωπο, καταλυτική ήταν η παρουσία του Γεωργίου Ράλλη (υπηρέτησε διαρκώς στο εσωτερικό μέτωπο έως το 1978 όταν ανέλαβε το υπουργείο Εξωτερικών μετά τη βαριά ασθένεια του Παπαληγούρα), καθώς και του Κωνσταντίνου Παπακωνσταντίνου ο οποίος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο πιο κοντινός, μαζί με τον Τσάτσο, προς τον Καραμανλή υπαρχηγός του. Κρίσιμος ήταν και ο ρόλος του Ν. Μάρτη (ενός από τους Μακεδόνες νέους πολιτικούς που ανήκαν σε ένα στενότερο κύκλο του Καραμανλή από το 1951) στο Υπουργείο Βιομηχανίας μετά το 1958, δηλαδή στη φάση της εκβιομηχάνισης. Άλλης κλίμακας ήταν ο ρόλος του Σόλωνα Γκίκα στη Δημόσια Τάξη το 1974-76, όταν απέτρεψε σειρά αποπειρών δολοφονίας του Καραμανλή από νοσταλγούς της χούντας. Στον εξωτερικό τομέα, είναι ευρύτερα γνωστός ο ρόλος του Ε. Αβέρωφ, τόσο ως υπουργού Εξωτερικών το 1956-63 όσο και ως υπουργού Εθνικής Αμύνης το 1974-80, καθώς και του Αριστείδη Πρωτοπαπαδάκη ως υπουργού Εθνικής Αμύνης έως το 1963. Ο Δημήτρης Μπίτσιος, ακόμη και πριν γίνει υπουργός Εξωτερικών το 1974-77, αλλά και οι Βύρων Θεοδωρόπουλος και Ιωάννης Τζούνης μετά το 1974 είναι ορισμένα από τα στελέχη του Υπουργείου Εξωτερικών στα οποία δινόταν ουσιαστικός, καθοδηγητικός ρόλος. Μια ακόμη μεγάλη προσωπικότητα της ελληνικής διπλωματίας, πολιτικός φίλος του Γ. Παπανδρέου παρά του Καραμανλή, που όμως έπαιξε βασικό ρόλο στη χάραξη της πολιτικής το 1956-63, ήταν ο Χρήστος Ξανθόπουλος-Παλαμάς, με την συνεπή υποστήριξή του προς τις πολιτικές ύφεσης με τον ανατολικό κόσμο.

 

Με τον Γεώργιο Ράλλη (αριστερά) και τους Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο και Παναγή Παπαληγούρα (δεξιά).

Μετά το 1974, νέα πρόσωπα θα αναλάβουν θέσεις ευθύνης στο πλαίσιο μιας αναμόρφωσης του πολιτικού χώρου της Κεντροδεξιάς. Από το Πανεπιστήμιο, οι Νικόλαος Λούρος, Δημήτριος Νιάνιας, Δημήτριος Ευρυγένης, Κωνσταντίνος Τρυπάνης. Ο Παναγιώτης Λαμπρίας ήρθε στο προσκήνιο ως υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ, ενώ ανήλθαν νέοι πολιτικοί όπως οι Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος, Μιλτιάδης Έβερτ, Ιωάννης Μπούτος, Σπύρος Δοξιάδης και ο Γεώργιος Κοντογεώργης, ο οποίος ως ανώτατος κρατικός λειτουργός είχε μετάσχει στη διαπραγμάτευση για τη Σύνδεση με την ΕΟΚ το 1959-61, αλλά μετά το 1978 ανέλαβε καθήκοντα ως υπουργός αρμόδιος για τις σχέσεις με τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Οι Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και Αθανάσιος Κανελλόπουλος προσήλθαν από το παλαιό Κέντρο. Τέλος, εντελώς ιδιαίτερος και κρίσιμος (ακόμη και στην περίοδο μετά το 1980) ήταν ο ρόλος του διπλωμάτη Πέτρου Μολυβιάτη ως ενός από τους στενότερους συνεργάτες και συμβούλους του Καραμανλή.

Η στήριξη σε ένα μεγάλο, πολύμορφο επιτελείο παρέμεινε έντονη έως το τέλος των κυβερνητικών θητειών του Καραμανλή. Η σχέση του με αυτό ήταν πολύ πιο στενή σε σύγκριση με την προγενέστερη περίπτωση του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος πάντοτε διέθετε μια πολύ μεγαλύτερη «υπεροχή» έναντι των επιτελών του, τόσο στο επίπεδο της σύλληψης της νέας πολιτικής, όσο και στο επίπεδο της εφαρμογής της. Ήταν όμως περίπλοκες οι απαιτήσεις της στρατηγικής και της διακυβέρνησης της μεταπολεμικής εποχής: ήταν αναγκαία η στήριξη σε τέτοια επιτελεία.

Ζάππειο Μέγαρο, 28 Μαΐου 1979. Η υπογραφή της συμφωνίας πλήρους ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ.

Συμπεράσματα

Η άνοδος του Καραμανλή στην εξουσία και ειδικά η πρώτη εκλογική του νίκη τον Φεβρουάριο του 1956, αποτέλεσε καμπή για την πολιτική ιστορία της χώρας. Προκάλεσε μια τεράστιας κλίμακας ανανέωση του πολιτικού προσωπικού. Άλλαξε τη δομή του πολιτικού συστήματος, με την εδραίωση των συμπαγών, μεγάλων κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών. Ο ρόλος του παρέμεινε καταλυτικός: απόδειξη, το ότι όταν ο ίδιος αποχώρησε από την ηγεσία μετά το 1963, το ίδιο επιτελείο, που είχε παραμείνει στην ΕΡΕ, δεν μπόρεσε να λειτουργήσει το ίδιο αποτελεσματικά. Η υπεροχή του Καραμανλή μέσα στο κόμμα και τις κυβερνήσεις του ήταν αδιαμφισβήτητη, και τονίστηκε τόσο με την αντίδρασή του στην κρίση του 1958 που αναφέρθηκε παραπάνω, όσο και με την απουσία του το 1963-74, και ακόμη περισσότερο με την έλευσή του ως περίπου Μεσσία το 1974.

Ωστόσο, όσο και εάν είναι αναγκαίο να τονίζεται η δική του ηγετική συμβολή, είναι αδύνατον να μελετηθεί ο Καραμανλής ξεκομμένος από το επιτελείο του. Ο Καραμανλής δεν «επινόησε» μόνος του τις πολιτικές με τις οποίες ταυτίστηκε – το τρίπτυχο ανάπτυξη, δημοκρατία, Ευρώπη. Μαζί με τον Καραμανλή ανήλθαν – όχι ως απλά μέλη του κόμματος αλλά ως μέλη της ηγετικής ομάδας – άνθρωποι μιας νέας γενιάς, της δικής του· άνθρωποι, επιπλέον, που είχαν ήδη διακριθεί (ή, εάν θέλει ο αναγνώστης, «ματώσει») στην επισήμανση της ανάγκης για υπέρβαση των παλαιών διαχωριστικών γραμμών του Εθνικού Διχασμού και της ανάγκης για μια ριζική αναμόρφωση και εκσυγχρονισμό της ελληνικής πολιτικής. Ήταν, συχνά, ειδικότεροι του ιδίου ανά τομέα (και με πολύ πιο εξειδικευμένες σπουδές σε σύγκριση με τον ίδιο, πτυχιούχο της Νομικής Αθηνών). Από τα μέλη αυτού του επιτελείου, τέσσερις έγιναν πρωθυπουργοί (Κανελλόπουλος, Ράλλης, Ζολώτας, Μητσοτάκης), δύο πρόεδροι της Δημοκρατίας (Τσάτσος, Στεφανόπουλος), και θα μπορούσαν να συγκαταλέγονται και άλλοι, εάν δεν ασθενούσε τόσο βαριά ο Παπαληγούρας, αν ο Αβέρωφ είχε άλλη τύχη στην ψηφοφορία της κοινοβουλευτικής ομάδας το 1980 και αν δεν ήταν τόσο μεγάλος σε ηλικία ο Παπακωνσταντίνου. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, με το όνομα του Καραμανλή περιγράφεται όχι μόνον ένα πρόσωπο, αλλά πολύ συχνά και μια ομάδα προσώπων. Το επιτελείο αποτελεί οργανικό στοιχείο της ηγεσίας του Καραμανλή. Και τούτο δημιουργεί μια πολύ πιο περίπλοκη, αλλά και πιο λειτουργική εικόνα της ηγεσίας του.

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ – ΣΚΑΪ – ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ – 2009 (HQ)

 

 

Ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι Καθηγητής της Ιστορίας του Μεταπολεμικού Κόσμου στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1  Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ελληνική πορεία: πολιτικά δοκίμια (Αθήναι: Ίκαρος, 1952)· του ιδίου Πολιτική: θεωρία πολιτικής δεοντολογίας (Αθήναι: Οι Εκδόσεις των φίλων, 32000)· του ιδίου, Ο άγνωστος Καραμανλής (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1984).

2 Γιώργος Θεοτοκάς, Αργώ (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 151998)· του ιδιου, Τετράδια ημερολογίου, 1939 1953, εισαγωγή-επιμέλεια Δημήτρης Τζιόβας (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 32005), εγγραφές 4 Οκτωβρίου 1941, 24 Ιανουαρίου 1942, σσ. 292-293, 321-322. Για μια αποτίμηση της Αργώς ως πολιτικού έργου, βλ. Ευάνθης  Χατζηβασιλείου, Ελληνικός φιλελευθερισμός: το ριζοσπαστικό ρεύμα, 1932-1979 (Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, 2010), κεφάλαιο 2.

Kubisch (Αθήνα) προς State Department, 1 Ιανουαρίου 1976, RG 59, Central Foreign Policy Files, 1973–79/Electronic Telegrams, National Archives and Records Administration, έγινε πρόσβαση στις 2 Φεβρουαρίου 2019 

Kevin Featherstone και Dimitris Papadimitriou, Prime Ministers in Greece: the Paradox of Power (Oxford: Oxford University Press, 2015).

Constantine Tsoucalas, The Greek Tragedy (Harmondsworth: Penguin. 1969)· J. A. Katris, Eyewitness in Greece: the Colonels Come to Power (St. Louis: New Critics Press, 1971).

J. Meynaud, με την συνεργασία Π. Μερλόπουλου και Γ. Νοταρά, Πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα (Αθήνα, Εκδόσεις Μπάυρον, χ.χ.), σσ. 244-249, 261, 272, 287.

J. Meynaud, Πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, μέρος Β΄: η βασιλική εκτροπή από τον Κοινοβουλευτισμό του Ιουλίου του 1965 (Αθήνα, Εκδόσεις Μπάυρον, χ.χ.), σ. 72

Maurice Genevoix, The Greece of Karamanlis (St Louis: Doric Publications 1973)· C. M. Woodhouse, Karamanlis: the Restorer of Greek Democracy (Oxford: Clarendon Press, 1982)· Roger Massip, Caramanlis: un grec hors de commun (Paris: Stock 1982).

Το πιο αξιόλογο είναι το Τάκης Λαμπρίας, Στη σκιά ενός μεγάλου: μελετώντας 25 χρόνια τον Καραμανλή (Αθήνα: Μορφωτική Εστία, 1989).

10 Παύλος Ν. Τζερμιάς, Ο Καραμανλής του αντιδικτατορικού αγώνα: ιστορική αποτίμηση μιας δύσκολης εποχής (1967-1974) (Αθήνα: Ροές, 1984).

11 Γρηγόριος Δαφνής, Τα ελληνικά πολιτικά κόμματα, 1821-1961 (Αθήνα:Γαλαξίας, 1961).

12 Βασικό έργο αναφοράς στη διεθνή βιβλιογραφία: Robert Jervis, How Statesmen Think: the Psychology of International Politics (Princeton: Princeton University Press, 2017).

13 Θεοτοκάς, Αργώ, τόμος Α΄, σ. 79.

14 Elting προς State Department, 9 Ιανουαρίου 1957, NARA, RG 59, 781.00/1-957.

15 Theodore A. Couloumbis, «Karamanlis and Papandreou: Style and Substance of Leadership», ELIAMEP Yearbook1988.

16 Χατζηβασιλείου, Η άνοδος του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην εξουσία, 1954-1956 (Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, 2001).

17 Παύλος Ν. Τζερμιάς, Ο «ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός» του Κωνσταντίνου Καραμανλή: μία διαλεκτική διερεύνηση με πυξίδα την Κοινωνική Δικαιοσύνη (Αθήνα: Εκδόσεις Ι. Σιδέρη, 2007).

18 Για την κρίση του 1958 και τις συνέπειές της, βλ. Χατζηβασιλείου, Ελληνικός φιλελευθερισμός, κεφάλαιο 10. Βλ. επίσης, Ηλίας Νικολακόπουλος, Η καχεκτική δημοκρατία: κόμματα και εκλογές, 1946-1967 (Αθήνα:Εκδόσεις Πατάκη, 2001), σσ. 217-224· Σωτήρης Ριζάς, Η ελληνική πολιτική μετά τον εμφύλιο πόλεμο: κοινοβουλευτισμός και δικτατορία (Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη, 2008), σσ. 192-204.

19 Αναφέρεται στο Νίκος Παπανδρέου, Ανδρέας Παπανδρέου: η ζωή σε πρώτο ενικό και η τέχνη της πολιτικής αφήγησης (Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη, 2003), σ. 83.

20 Χρήστος Χρηστίδης, «Το πρώτο δείγμα γραφής: η θητεία του Κ. Καραμανλή στο Υπουργείο Κοινωνικής Προνοίας, 1948-1950», στο Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου και Ευάνθης Χατζηβασιλείου (επιμ.), Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον εικοστό αιώνα, τόμος Α΄ (Αθήνα: Ίδρυμα Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής, 2008), σσ. 69-83.

21 Τάκης Σ. Παππάς, «Κυβερνητικά επιτελεία στη δεκαετία του ’70 και η “τέχνη της διακυβέρνησης”», στο Σβολόπουλος, Μπότσιου, Χατζηβασιλείου (επιμ.), Ο Καραμανλής στον εικοστό αιώνα, τόμος Α΄, σσ. 435-454.

22 Κωνσταντίνος Σβολόπουλος (γεν.επιμ.), Κωνσταντίνος Καραμανλής: Αρχείο, γεγονότα και κείμενα (Αθήνα: Ίδρυμα Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής και Εκδοτική Αθηνών, 1992-97), τόμος 2, σσ. 367-368, τόμος 3, σσ. 27-31 και τόμος 9, σσ. 135-136.

23 Δημήτριος Παντερμαλής, «Η πολιτική για τις ανασκαφές στη Βόρεια Ελλάδα», στο Ευάνθης Χατζηβασιλείου και Χρήστος Χρηστίδης (επιμ.), Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και η Βόρεια Ελλάδα (Αθήνα: Ίδρυμα Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής και Εκδόσεις Πατάκη, 2006), σσ. 145-149· Στέλλα Δρούγου, «Πολιτιστική πολιτική της Ελλάδος: ο ρόλος του Κ. Καραμανλή», στο Σβολόπουλος, Μπότσιου, Χατζηβασιλείου (επιμ.), Ο Καραμανλής στον εικοστό αιώνα, τόμος Γ΄, σσ. 322-327.

24 Guido Vigna, Pasquale Saraceno: l’uomo che voleva unificare l’Italia (Milano: Rusconi, 1997).

25 Χατζηβασιλείου, Ελληνικός φιλελευθερισμός.

26 Παππάς, «Κυβερνητικά επιτελεία στη δεκαετία του ’70».

27 Antigoni-Despoina Poimenidou, «La politique culturelle extérieure de la Grèce et l’Europe (1944-1979)», διδακτορική διατριβή, Sorbonne Université, 2018.

28 Athanassios Antonopoulos, «Redefining an Alliance: Greek-US Relations, 1974-1980» διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, 2016.

29 Για την σχέση των δύο προσώπων, βλ. Χατζηβασιλείου, Ελληνικός φιλελευθερισμός· του ιδίου, «Το πνευματικό υπόβαθρο των πολιτικών επιλογών: η περίπτωση του Κωνσταντίνου Τσάτσου», στο Παύλος Σούρλας (επιμ.), Κωνσταντίνος Τσάτσος (Αθήνα: Ίδρυμα της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, 2018), σσ. 85-105.

30 Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, (επιμ.), Παναγή Παπαληγούρα, ομιλίες-άρθρα (Αθήνα: Αίολος, 1996)· του ιδίου, «Ο “ρεαλιστικός φιλελευθερισμός” του Παναγή Παπαληγούρα και η οικονομική πολιτική της περιόδου 1952-67», στο Η ελληνική κοινωνία κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο (1945-1967), τόμος Α΄, (Αθήνα: Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, 1994) σσ. 376-381· Ειρήνη Χειλά, Διεθνής κοινωνία – διαχρονικές και σύγχρονες αντιλήψεις: η συμβολή του Παναγή Παπαληγούρα (Αθήνα: Ηρόδοτος, 2006).

31 Κωνσταντίνος Δρακάτος, «Η συμβολή του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην αναπτυξιακή αιχμή της ελληνικής οικονομίας (1955-1963)», στο Σβολόπουλος, Μπότσιου, Χατζηβασιλείου (επιμ.), Ο Καραμανλής στον εικοστό αιώνα, τόμος Γ΄, σσ. 17-32· Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, Ο Ξενοφών Ζολώτας και η ελληνική οικονομία (Αθήνα: Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις, 2008).

32 Για τη συμμετοχή αυτών των προσώπων βλ. και Χατζηβασιλείου, Ελληνικός φιλελευθερισμός, σσ. 328-330.

  

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Couloumbis, Theodore A., «Karamanlis and Papandreou: Style and Substance of Leadership», ELIAMEP Yearbook, 1988
Νικολακόπουλος, Ηλίας, Η καχεκτική δημοκρατία: κόμματα και εκλογές, 1946-1967 (Αθήνα:Εκδόσεις Πατάκη, 2001)
Ριζάς, Σωτήρης, Η ελληνική πολιτική μετά τον εμφύλιο πόλεμο: κοινοβουλευτισμός και δικτατορία (Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη, 2008)
Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου και Ευάνθης Χατζηβασιλείου (επιμ.), Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον εικοστό αιώνα, τρεις τόμοι (Αθήνα: Ίδρυμα Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής, 2008)
Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, Καραμανλής, 1907-1998: μια πολιτική βιογραφία (Αθήνα: Ίκαρος, 2011)
Τζερμιάς, Παύλος Ν., Ο «ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός» του Κωνσταντίνου Καραμανλή: μία διαλεκτική διερεύνηση με πυξίδα την Κοινωνική Δικαιοσύνη (Αθήνα: Εκδόσεις Ι. Σιδέρη, 2007)
Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, Ελληνικός φιλελευθερισμός: το ριζοσπαστικό ρεύμα, 1932-1979 (Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, 2010)

 

Κινηματογραφικές εκδοχές της Κλεοπάτρας

Πασχαλινό αφιέρωμα

Κινηματογραφικές εκδοχές της Κλεοπάτρας

O θάνατος της Κλεοπάτρας είναι εκείνος, που συνέβαλε τα μέγιστα στη σφυρηλάτηση του θρύλου της. Ήδη από το 1663, ο William Shakespeare έγραψε ένα από τα μεγαλύτερα έργα του: Αντώνιος και Κλεοπάτρα. Μετατρέπει την τελευταία βασίλισσα της Αιγύπτου σε τραγική ηρωΐδα, που θέτει τέλος στη ζωή της από έρωτα και όχι εξαιτίας της απώλειας του βασιλείου της. Στον 20ό αιώνα, ο κινηματογράφος ασχολήθηκε εκτενώς με αυτή τη μυθική μορφή. Το 1899, ο πρωτοπόρος  σκηνοθέτης Georges Méliès υπήρξε ο πρώτος, που εμπιστεύτηκε τον ρόλο σε μια Γαλλίδα, την Jeanne d’Alcy. Η διάρκεια της ταινίας μόλις που ξεπερνούσε τα δυο λεπτά της ώρας. Τα ίχνη της χάθηκαν μέσα στη δεκαετία του ΄30. Το 2005 ξαναβρέθηκε και αποκαταστάθηκε τεχνικά. Ωστόσο, το κινηματογραφικό έργο, όπου η μορφή της ηρωΐδας ταυτίστηκε κυριολεκτικά με εκείνη της πρωταγωνίστριας (Elisabeth Taylor), υπήρξε, το 1963, η πασίγνωστη Κλεοπάτρα του Joseph Mankiewicz. Χάρη στην ακτινοβολία της πρωταγωνίστριας, στη συνείδηση του ευρέως κοινού, η βασίλισσα είχε μαύρα μαλλιά, παρά το γεγονός ότι οι μαρτυρίες της εποχής την εμφανίζουν ως καστανόξανθη.

Η Κλεοπάτρα υπήρξε μύθος ακόμα και ενόσω ζούσε. Πέραν, ωστόσο, της ρομαντικής εκδοχής πως τα αισθήματά της για τον Μάρκο-Αντώνιο ευθύνονταν για την αυτοκτονία της, τα πραγματικά κίνητρα δεν έχουν ακόμη διελευκανθεί, με συνέπεια ένα πέπλο μυστηρίου να εξακολουθεί να την περιβάλλει. Προφανώς, για τον ίδιο λόγο αντιστάθηκε τόσο καλά στον παράγοντα χρόνο και κατάφερε να εμπνεύσει, αιώνες αργότερα, ολόκληρη σειρά από καλλιτέχνες, συγγραφείς, σκηνοθέτες, δραματουργούς και μουσικοσυνθέτες.

Faces of Cleopatra 1917-2013

Cleopatra (1912)

Αμερικανική βωβή ταινία, βασισμένη στο ομώνυμο έργο του γνωστού θεατρικού συγγραφέα και λιμπρετίστα  Victorien Sardou (Tosca, Fédora, Madame Sans-Gêne). Πρωταγωνιστεί η Helen Gardner (είναι ταυτόχρονα και παραγωγός) σε σκηνοθεσία Charles L. Gaskill. Σε μια αλληλουχία φροντισμένων για την εποχή σπονδυλωτών επεισοδίων, εξιστορούνται οι διάφορες, αισθηματικής φύσεως, περιπέτειες της βασίλισσας. Ανεξήγητη παραμένει η απουσία, από την αρκετά εκτενή κατάσταση των εραστών, του Ιουλίου Καίσαρα. Όπως είναι επόμενο, τελευταία κατά σειρά συγκαταλέγεται η περιπέτεια με τον Μάρκο-Αντώνιο.

Η Helen Gardner στις όχθες του Νείλου.

Marcantonio e Cleopatra (1913)

Προτού συμπληρωθεί ένα έτος από την προηγούμενη ταινία, κυκλοφόρησε η δεύτερη κινηματογραφική εκδοχή της Κλεοπάτρας, με προέλευση, τη φορά αυτή, την Ιταλία. Πηγή έμκπνευσης υπήρξε  το ομώνυμο θεατρικό έργο του William Shakespeare, σε…βωβή μορφή. Η πρωταγωνίστρια,  Gianna Terribili-Gonzales διέπρεψε σε ταινίες του συγκεκριμένου είδους (έχουν καταμετρηθεί άνω των σαράντα) και εξαφανίστηκε από το στερέωμα μόλις έκανε την εμφάνισή του ο ήχος. Η σκηνοθεσία ανήκει στον Enrico Guazzoni, ενώ στο πλευρό της πρωταγωνίστριας συναντάμε ως Μάρκο-Αντώνιο τον Antonio Novelli. Στις ΗΠΑ, η ταινία προβλήθηκε με τον τίτλο Mark Antony and Cleopatra. Καθώς δεν ετίθετο ζήτημα μεταγλώτισης, οι όποιες παρεμβάσεις σχετίζονταν με τον εξαμερικανισμό των ονομάτων των ηθοποιών (Jeanette Trimble και  Antony ή Anthony Novelli).

Gianna Terribili-Gonzales.

Cleopatra (1917)

Κλεοπάτρα στην περίπτωση είναι η Theda Bara. Πλαισιώνεται από τους Fritz Leiber (Ιούλιος Καίσαρ) και Thurston Hall (Μάρκος-Αντώνιος). Το σενάριο αντλεί την έμπνευσή του από το μυθιστόρημα Cleopatra του H. Rider Haggard, από τα ομώνυμα θεατρικά έργα των Émile Moreau και Victorien Sardou, καθώς καθώς και στο γνωστό Antony and Cleopatra του William Shakespeare. Η ταινία ακολουθεί ολόκληρη την πορεία της βασίλισσας, από την άνοδό της στο θρόνο της Αιγύπτου έως το τραγικό τέλος. Σκηνοθέτης είναι ο J. Gordon Edwards. Από τη βωβή αυτή ταινία σώζονται σήμερα μόνο αποσπάσματα.

Theda Bara


Cleopatra (1934)

H πρώτη Κλεοπάτρα του ομιλούντος κινηματογράφου υπήρξε η Claudette Colbert, σε μια θεαματική παραγωγή του Cecil B. DeMille, που προτάθηκε για πέντε βραβεία Όσκαρ (μεταξύ των οποίων εκείνο της καλύτερης ταινίας), αποσπώντας τελικά μόνο το ένα. “Ηταν εξαιρετικά δύσκολο να αναπνέεις τυλιγμένη μέσα σε ένα χαλί και να βγαίνεις από αυτό ευδιάθετη και σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Ευτυχώς, δεν χρειάστηκε να γυρίσουμε τη σκηνή πάνω από μια φορές” δήλωσε η πρωταγωνίστρια. Η υπόθεση δεν αποκκλίνει από την ιστορική πραγματικότητα. Το σενάριο ανήκει στους Vincent Laurence και Waldemar Young, τους οποίους εφοδίασε με ιστορικής φύσεως υλικό ο Bartlett Cormack. Σκηνοθέτης ήταν ο ίδιος ο DeMille. Παίζουν επίσης οι Warren William (Ιούλιος Καίσαρ) και Henry Wilcoxon (Μάρκος-Αντώνιος).

Claudette Colbert.

Caesar and Cleopatra (1945)

H σκυτάλη της πρώτης μεταπολεμικής παραλλαγής του πρωταγωνιστικού ρόλου πέρασε στη Vivien Leigh, έξι χρόνια έπειτα από τη μεγάλη της ερμηνεία στο Όσα παίρνει ο άνεμος. Πρόκειται για κινηματογραφική διασκευή του ομώνυμου θεατρικού έργου του George Bernard Shaw (1901), σε προσαρμογή του ιδίου του συγγραφέα. Ταυτόχρονα, είναι η πρώτη έγχρωμη απόδοση της ιστορίας της Κλεοπάτρας. Στην περίπτωση, η υπόθεση περιορίζεται χρονικά στη διαμονή του Ιουλίου Καίσαρα (Claude Rains) στην Αίγυπτο, καθώς και στο δεσμό του με τη βασίλισσα. Στην ταινία συνεργάζονται και άλλα διάσημα ονόματα σε δευτερεύοντες ρόλους: Dame Flora Robson και Stewart Granger. Τη μουσική έχει συνθέσει ο Georges Auric. Η σκηνοθεσία είναι του Gabriel Pascal.

Vivien Leigh.

Serpent of the Nile (1953)

 

Η υπόθεση του έργου ξεκινά με τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα και συνεχίζει έως τη διπλή αυτοκτονία της Κλεοπάτρας (Rhonda Fleming) και του Μάρκου-Αντωνίου (Raymond Burr). Ωστόσο, ο πρώτος ανδρικός ρόλος αναλογεί στον Λουκίλιο (William Lundigan), πρόσωπο εμπιστοσύνης του Καίσαρα, ο οποίος είχε συνοδεύσει τον τελευταίο στην Αίγυπτο και παρακολουθήσει από κοντά τον δεσμό του με την Κλεοπάτρα. Έχοντας ψυχολογήσει τη βασίλισσα, ο Λουκίλιος θεωρεί την Κλεοπάτρα αδίστακτη, σε θέση να σαγηνέψει τον Μάρκο Αντώνιο μόνο και μόνο προκειμένου ο γιος, από τη σχέση της με τον Καίσαρα, να αποκτήσει τον απόλυτο έλεγχο της Ρώμης. Σε αντίθεση με τις περισσότερες ταινίες, στην προκειμένη περίπτωση η Κλεοπάτρα δεν είναι τυφλά ερωτευμένη με τον Μάρκο-Αντώνιο. Απλώς τον χρησιμοποιεί, προκειμένου να υλοποιήσει το σχέδιό της. Κάποια στιγμή, μάλιστα, επιχειρεί, δίχως επιτυχία, να γοητεύσει και τον Λουκίλιο, με στόχο να τον προσεταιριστεί.  Σκηνοθέτης είναι ο William Castle.

Rhonda Fleming.

Due notti con Cleopatra (1954)

Πρώτη ιταλικής παραγωγής κωμωδία με το δίδυμο Sophia Loren (σε μια από τις πρώτες εμφανίσεις της, σε διπλό, μάλιστα, ρόλο) και Alberto Sordi. Tο σενάριο είναι του Ettore Scola και η σκηνοθεσία του Mario Mattoli. Παρά τον δεσμό της με τον Μάρκο-Αντώνιο, όποτε ο τελευταίος απουσιάζει, η Κλεοπάτρα συνηθίζει να περνά τις νύχτες της συντροφιά με Ρωμαίους στρατιώτες, τους οποίους την επομένη μέρα φροντίζει να δηλητηριάζει προκειμένου να μην αποκαλύψουν το μυστικό. Όταν, όμως, ο Μάρκος Αντώνιος επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια, η βασίλισσα τον επισκέπτεται κρυφά, αφήνοντας στα ανάκτορα τη σωσία της, με την οποία περνά τη νύκτα ένας ανυποψίαστος Ρωμαίος στρατιώτης, ο Cesare, που ερωτεύεται την εύθραυστη και θλιμμένη νεαρή γυναίκα πιστεύοντας πως είναι η Κλεοπάτρα. Από αυτή την κατάσταση πηγάζει μια ολόκληρη σειρά παρεξηγήσεων, κεντρικός άξονας του σεναρίου και των ανατροπών, που αυτό εμπεριέχει. Πάντως, το τέλος της ταινίας είναι ευνοϊκό για τους δυο πρωταγωνιστές.

Sophia Loren.

Le legioni di Cleopatra (1959)

Ιταλική-Γαλλική-Ισπανική συμπαραγωγή με πρωταγωνίστρια την ηθοποιό Linda Cristal. Έπειτα από μια ακρόαση, που του χορήγησε η Κλεοπάτρα, ένας ταξιδιώτης, προερχόμενος από την Ελλάδα, αποφασίζει να καταταγεί εθελοντικά στις λεγεώνες της τελευταίας, τη στιγμή της κατάκτησης της Αιγύπτου από τους Ρωμαίους. Μοναδικό σημείο άξιο μνείας σε αυτή την, κατά τα άλλα, αδιάφορη ταινία, αποτελεί το γεγονός ότι σε μια σκηνή αρματοδρομίας, η πρωταγωνίστρια αρνήθηκε να αντικατασταθεί από σωσία, προτιμώντας να οδηγήσει αυτοπροσώπως το άρμα.

Linda Cristal.

Una regina per Cesare (1962)

Δεύτερη παραγωγή με προέλευση την Ιταλία. Η υπόθεση διαδραματίζεται το 48 π.Χ. και σε αντίθεση με ανάλογα έργα, τα οποία πραγματεύονται τη συνάντηση της Κλεοπάτρας με τον Ιούλιο Καίσαρα και παρά τον (κάπως παραπλανητικό) τίτλο, το συγκεκριμένο εστιάζει αποκλειστικά στις ενδοδυναστικές έριδες της Αιγύπτου, που προηγήθηκαν της έλευσης εκεί του Καίσαρα. Χαρακτηριστικά, ο τελευταίος κάνει την εμφάνισή του μόνο στην καταληκτήρια σκηνή, όταν καταφθάνει στο ανάκτορο των Πτολεμαίων, στην Αλεξάνδρεια. Την Κλεοπάτρα ενσαρκώνει η Γαλλίδα ηθοποιός Pascale Petit, η δε σκηνοθεσία είναι των Piero Pierotti και Victor Tourjansky. Αξίζει να επισημανθεί πως γυρίστηκαν δυο εναλλακτικές εκδοχές της τελικής σκηνής (η δεύτερη κατά πολύ πιο τολμηρή ενδυματολογικά). Επίσης, χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η εταιρία 20th Century Fox έσπευσε να αγοράσει τα δικαιώματα της ταινίας, ώστε να είναι σε θέση να ελέγχει τη διακίνησή της. Την ίδια εποχή, βρίσκονταν στο τελευταίο στάδιο τα γυρίσματα της γνωστής υπερπαραγωγής και η εταιρία ουδόλως επιθυμούσε να δει ανταγωνιστικές ταινίες να προκαταλαμβάνουν το κοινό.

Pascale Petit

Cleopatra (1963)  

Η “ναυαρχίδα” των ταινιών με θέμα την Κλεοπάτρα, μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες (συνάμα όμως, και θυελλώδεις) του Χόλυγουντ. Το γύρισμά της συνοδεύτηκε από δυσβάσταχτο κόστος (η 20th Century Fox βρέθηκε στο κατώφλι της χρεοκοπίας παρόλη την εμπορική επιτυχία), αντικατάσταση σκηνοθέτη και μέρους της διανομής, αλλαγή τοποθεσιών γυρίσματος, πανάκριβα σκηνικά, τα οποία χρειάστηκε να κατασκευαστούν εις διπλούν, σκάνδαλα όσον αφορά την ιδιωτική ζωή των πρωταγωνιστών, Elisabeth Taylor και Richard Burton κλπ. Πρόκειται για την πιο δαπανηρή παραγωγή στην ιστορία του κινηματογράφου παγκοσμίως (44 εκατομ. δολάρια το 1963, το αντίστοιχο των 360 εκατομ. σήμερα). Προτάθηκε για εννέα βραβεία Όσκαρ, από τα οποία απέσπασε τελικά τα τέσσερα. Τους δυο πρωταγωνιστές πλαισιώνει ένας εξαιρετικός Rex Harrison στο ρόλο του Ιουλίου Καίσαρα. Η σκηνοθεσία ανήκει στον Joseph L. Mankiewicz, το δε σενάριο προέρχεται από μια προσαρμογή του βιβλίου του Carlo Maria Franzero The Life and Times of Cleopatra (1900) καθώς και από μαρτυρίες ιστορικών της εποχής (Πλούταρχος, Σουετώνιος, Αππιανός). Οι σκηνές της μεγαλοπρεπούς άφιξης της Κλεοπάτρας στη Ρώμη και της ναυμαχίας στο Άκτιο, εκλαμβάνονται ακόμα και σήμερα ως σημεία αναφοράς. Γενικότερα, κοντά εξήντα χρόνια αργότερα, η ταινία δεν προδίδει καθόλου την ηλικία της και εξακολουθεί να μαγνητίζει το κοινό, ακριβώς όπως όταν προβλήθηκε για πρώτη φορά.

Elisabeth Taylor.

Totò e Cleopatra (1963)

Ένα πράγμα είναι βέβαιο: ούτε κατά διάνοια η παρούσα ταινία λειτούργησε ανταγωνιστικά έναντι της προηγούμενης, παρόλη τη χρονική σύμπτωση των γυρισμάτων…Πρόκειται για αντιπροσωπευτική ανούσια και χονδροειδή ιταλική παρωδία της δεκαετίας του ΄60 σε όλα τα επίπεδα, αρχής γενομένης από το σενάριο. Σύμφωνα με αυτό, ο Μάρκος-Αντώνιος διαθέτει έναν δίδυμο αδελφό, τον Τοτόνιο, έναν διακινητή σκλάβων, ο οποίος κατά καιρούς τον αντικαθιστά κρυφά σε πολλές ιδιωτικές συναντήσεις με την Κλεοπάτρα. Η διαρκής εναλλαγή των χαρακτήρων και η συνακόλουθη σύγχυση της βασίλισσας, αποτελούν τον άξονα, γύρω από τον οποίο εκτυλίσσεται η πλοκή του έργου. Η Γαλλίδα Magali Noël ενσαρκώνει την Κλεοπάτρα, ενώ o διπλός ρόλος του Μάρκου-Αντωνίου/Τοτόνιου αναλογεί στον κωμικό ηθοποιό Τοτό.

Magali Noël.

Carry On Cleo (1964)

Δέκατο και ίσως το καλύτερο επεισόδιο της σειράς με τίτλο Carry On. Ουσιαστικά πρόκειται για παρωδία της υπερπαραγωγής του 1963, στην οποία παραπέμπει και εξαιτίας μιας άλλης συγκυρίας: χρησιμοποιήθηκαν τα σκηνικά, τα οποία προορίζονταν αρχικά γι αυτήν. Έπειτα, όμως, από τη μεταφορά των γυρισμάτων στη Ρώμη, κατασκευάστηκαν νέα, πολυδάπανα, σκηνικά, με αποτέλεσμα τα προηγούμενα να είναι, πλέον, διαθέσιμα. Επιπρόσθετα, η 20th Century Fox, κινήθηκε νομικά ενάντια στους παραγωγούς της παρούσας ταινίας, θεωρώντας ότι η διαφημιστική αφίσα προσέβαλε τα πνευματικά δικαιώματα της εταιρίας. Το δικαστήριο τη δικαίωσε και η αφίσα αποσύρθηκε. Στην περίπτωση, Κλεοπάτρα είναι η Amanda Barrie, Ιούλιος Καίσαρ ο Kenneth Williams και Μάρκος-Αντώνιος ο Sidney James. Σε γενικές γραμμές, το βρετανικό κοινό ανταποκρίθηκε στην ταινία, καθώς επρόκειτο για μια “light” εκδοχή μιας, ούτως ή άλλως, τραγικής ιστορίας.

Amanda Barrie.

Antony and Cleopatra (1972)

To 1972, η Rank Organisation γύρισε την πρώτη ομιλούσα κινηματογραφική εκδοχή του ομώνυμου θεατρικού έργου του William Shakespeare (στην πραγματικότητα πρόκειται για μια διασκευή, για τις ανάγκες της ταινίας, από τον σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή, Charlton Heston). Οι αρχικές φιλοδοξίες διαψεύστηκαν. Ο Orson Welles απέρριψε την πρόταση περί ανάληψης της σκηνοθεσίας. Από τα 2,7 εκατομ. δολάρια, ο προϋπολογισμός μειώθηκε στο 1,8 (ο Charlton Heston και ο παραγωγός Peter Schell αποποιήθηκαν την αμοιβή, η οποία τους αναλογούσε). Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στην Ισπανία. Ωστόσο, για λόγους οικονομίας, ο Heston χρησιμοποίησε σκηνές, προερχόμενες από την ταινία Ben-Hur (1959) για να αποδώσει τη ναυμαχία στο Άκτιο. Αξίζει να σημειωθεί πως ο ίδιος ηθοποιός έχει ενσαρκώσει τον Μάρκο-Αντώνιο σε δυο διασκευές του σαιξπηρικού έργου Julius Caesar (1950 και 1970). Στο ρόλο της Κλεοπάτρας συναντάμε τη Βρετανίδα Hildegard Neil, ηθοποιό που έχει εντρυφήσει στο σαιξπηρικό ρεπερτόριο.

Hildegard Neil.

Antony and Cleopatra (1974)

Πρόκειται για τηλεταινία, η οποία μεταφέρει την παράσταση του έργου του Shakespeare, ακριβώς έτσι όπως την είχε ανεβάσει η Royal Shakespeare Company σε σκηνοθεσία του Jon Scoffield. Πρωταγωνιστούν οι Richard Johnson και Janet Suzman. Αξίζει να επισημανθεί η φευγαλέα, σε δευτερεύοντα ρόλο, εμφάνιση του άγνωστου, ακόμα τότε, Ben Kingsley (Gandhi), ο οποίος είχε ξεκινήσει τη σταδιοδρομία του από τον μεγάλο αυτό σαιξπηρικό θίασο.

Janet Suzman.

Cleopatra (1999)

Πρόκειται για τρίωρη αμερικανική τηλεοπτική μίνι-σειρά, η οποία προβλήθηκε για πρώτη φορά τον Μάϊο του 1999 από το ABC Television Network, με τους ηθοποιούς Leonor Varela (Κλεοπάτρα), Timothy Dalton (Ιούλιο Καίσαρα) και Billy Zane (Μάρκο-Αντώνιο). Το σενάριο αποτελεί διασκευή του μυθιστορήματος της Margaret George The Memoirs of Cleopatra (1997). Εξιστορεί ολόκληρη τη ζωή της Κλεοπάτρας, από την πρώτη συνάντησή της με τον Ιούλιο Καίσαρα (το γνωστό επεισόδιο της μεταφοράς μέσα στο χαλί) έως την αυτοκτονία της, το  30 π.Χ.) στην Αλεξάνδρεια. Η σειρά είναι καλογυρισμένη και βλέπεται ευχάριστα, δίχως, ωστόσο, να διεκδικεί περγαμηνές.

Leonor Varela.

Astérix et Obélix: Mission Cléopâtre (2002)

Άκρως επιτυχής μεταφορά στην οθόνη ενός από τα καλύτερα άλμπουμ της δημοφιλούς σειράς κόμικς των René Goscinny και Albert Uderzo. Συνάμα, αποτελεί τη δεύτερη, και μακρόθεν πιο ευρηματική, από τις τρεις ταινίες με πραγματικούς ηθοποιούς (υπάρχει και σειρά κινουμένων σχεδίων). Ταυτόχρονα, πρόκειται για τη δεύτερη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία όλων των εποχών στη Γαλλία, έπειτα από την κλασσική κωμωδία του Gérard Oury La Grande Vadrouille (1966), με τους Bourvil και Louis de Funès. Το γεγονός αυτό οφείλεται σε δυο, κυρίως,  παραμέτρους: 1) Το σενάριο του Alain Chabat, το οποίο ακολουθεί πιστά το πρωτότυπο, με ελάχιστες αποκλίσεις, οι οποίες ουδόλως προδιδουν το πνεύμα του τελευταίου. 2) Την εξαιρετική ερμηνεία των πρωταγωνιστών (Christian Clavier, Gérard Depardieu, Claude Rich) και τη φυσική τους ομοιότητα με τους χαρακτήρες της σειράς. Η ταινία αφηγείται το, εκ πρώτης όψεως, μη πραγματοποιήσιμο στοίχημα ανάμεσα στην Κλεοπάτρα και τον Ιούλιο Καίσαρα, περί ανέγερσης ενός πολυτελούς ανακτόρου στη μέση της ερήμου, εντός μιας προθεσμίας τριών μηνών. Ευρισκόμενος σε απόγνωση, ο αρχιτέκτονας Numerobis αναγκάζεται να επιστρατεύσει τα μεγάλα μέσα, ζητώντας τη συνδρομή των γνωστών και μη εξαιρετέων Γαλατών και του αναπόφευκτου μαγικού φίλτρου, χάρη στην οποία τα έργα περατώνονται εγκαίρως. Απολαυστικοί είναι οι συνεχόμενοι αναχρονισμοί, θεμελιώδες συστατικό στοιχείο, άλλωστε, ολόκληρης της σειράς των  Goscinny και Uderzo. Τα δυο μοναδικά ιστορικά πρόσωπα του έργου (Κλεοπάτρα και Ιούλιος Καίσαρ) ενσαρκώνουν η Monica Bellucci και ο σκηνοθέτης – σεναριογράφος Alain Chabat, αυτοπροσώπως.

Monica Bellucci.

Cleopatra (2007)

H παρούσα Κλεοπάτρα μας έρχεται από τη Βραζιλία! Ταινία ανάξια μνείας (οι διάλογοι, ως αναμενόμενο, γίνονται εις άπταιστον πορτογαλικήν) με τους Alessandra Negrini (Κλεοπάτρα), Miguel Falabella (Ιούλιος Καίσαρ) και Bruno Garcia (Μάρκος-Αντώνιος). Το σενάριο και η σκηνοθεσία ανήκουν στον Júlio Bressane. Θυμίζει περισσότερο βραζιλιάνικη σαπουνόπερα και λιγότερο ιστορική ταινία εποχής.

Alessandra Negrini.

Cleopatra ya Lalla (2013)

Φαίνεται ότι στο Μαρόκο ζήλεψαν τη δόξα των Astérix και Obélix. Ειδάλλως, δεν εξηγείται η ύπαρξη της ανόητης αυτής ταινίας. Οι αποκλίσεις από την ιστορική πραγματικότητα είναι εξίσου μεγάλες και σε αυτή την περίπτωση. Μόνο, που στερούνται παντελώς ευρηματικότητας. Η Κλεοπάτρα υπόσχεται τη χείρα της, από κοινού με το βασίλειο της Αιγύπτου, σε όποιον καταφέρει να της προσκομίσει ένα θαυματουργό αυγό. Ως εκ τούτου, ξεκινά ένας αδυσώπητος ανταγωνισμός ανάμεσα στον Ιούλιο Καίσαρα, τον Antarah (επικό ήρωα της αραβικής λογοτεχνίας) και τους… Astérix και Obélix, για το έπαθλο. Κλασσικό παράδειγμα προς αποφυγή! Για την Ιστορία και μόνο, το όνομα της Μαροκινής καλλονής, που υποδύεται την Κλεοπάτρα, είναι  Ihssane Atif.

Ihssane Atif.

Cleopatra: Mother, Mistress, Murderer, Queen (2016)

Επικεντρώνοντας στον φιλόδοξο και αδίστακτο χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας, είναι βέβαιο πως η τελευταία, μέχρι στιγμής, ταινία με θέμα την Κλεοπάτρα, δεν κολακεύει την κεντρική ηρωΐδα. Ωστόσο, κινείται κοντά στην ιστορική πραγματικότητα και δεν παρασύρεται από τον μύθο. Αφηγείται τον τρόπο, με τον οποίο η τελευταία βασίλισσα της Αιγύπτου επέζησε εν μέσω μιας αιμομικτικής και αιμοσταγούς δυναστείας, διασφάλισε το μέλλον της σαγηνεύοντας τον ισχυρότερο ηγέτη της Ρώμης, τέλος, γιατί η πτώση και το τραγικό τέλος της εξασφάλισαν δια παντός μια θέση στην Ιστορία. Η Ellie Goffe είναι μια πειστική Κλεοπάτρα. Πλαισιώνεται από τους Alex Walker (Ιούλιος Καίσαρ) και Terry Scotchmer (Μάρκος-Αντώνιος). Σκηνοθέτης είναι ο Ben Reid.

Ellie Goffe.

Φήμες

Ήδη από το 2010 κυκλοφόρησαν φήμες (δεν έχουν παντελώς κοπάσει ακόμη) για μια υπερπαραγωγή, αντάξια εκείνης του 1963, από την εταιρεία Sony. Ως σενάριο έχει επιλεγεί το μυθιστόρημα του Stacy Schiff Cleopatra: A life (2010). Για τον σκοπό αυτό βολιδοσκοπήθηκαν επώνυμοι σκηνοθέτες (David Finger, James Cameron, Paul Greengrass,  Denis Villeneuve και Ang Lee). Το 2013, ο Lee θεωρούσε τον εαυτό του ως τον επικρατέστερο, δίχως να υπάρξει συνέχεια. Περισσότερο θόρυβο στα ΜΜΕ δημιούργησε το όνομα της υποψήφιας πρωταγωνίστριας. Έχοντας αποκτήσει πείρα από τον ρόλο της Ολυμπιάδος στην ταινία Alexander του Oliver Stone (2004), πιθανώς δε επιδιώκοντας να καθιερωθεί ως η νέα Elisabeth Taylor, η Angelina Jolie φάνταζε, για μεγάλο χρονικό διάστημα, ως η επικρατέστερη. Διαδόθηκε, μάλιστα, πως θα επρόκειτο για την ακροτελεύτια εμφάνιση της σταδιοδρομίας της. Η κατάσταση περιπλέχθηκε όταν αναμίχθηκε στην όλη υπόθεση ένα δεύτερο όνομα. Εκείνο της Lady Gaga. Κατόπιν τούτου, άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες, σύμφωνα με τις οποίες, η κυοφορούμενη Κλεοπάτρα πρόκειται να προσλάβει τη μορφή ενός μιούζικαλ. Προς το παρόν, η υπόθεση έχει παραμείνει μετέωρη καθώς η εταιρία παραγωγής αποφεύγει συστηματικά να αποκαλύψει τα χαρτιά της.

Όποια τροπή και αν προσλάβουν τα πράγματα, ένα είναι βέβαιο. Βρισκόμαστε πολύ μακριά από τον παλιό ποιοτικό κινηματογράφο. Όπως σε κάθε έκφανση της καθημερινότητας, έτσι και σε αυτό τον τομέα επιβεβαιώνεται πως η κοινωνία μας βρίσκεται σε τροχιά πολιτισμικής παρακμής.

 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Γιάννης Μουρέλος: Η Γαλλική παρουσία στην Αμερικανική Ήπειρο (16ος – 18ος αι.). Μέρος Β΄: Ο Επταετής Πόλεμος και η απώλεια της Νέας Γαλλίας

Γιάννης Μουρέλος

Η Γαλλική παρουσία στην Αμερικανική Ήπειρο (16ος – 18ος αι.).
Μέρος Β΄: Ο Επταετής Πόλεμος και η απώλεια της Νέας Γαλλίας

 

4. Ο Επταετής Πόλεμος: Μια αναμέτρηση παγκοσμίου βεληνεκούς

Ο Επταετής Πόλεμος (1756-1763) διαθέτει όλα τα διακριτικά γνωρίσματα ενός γενικευμένου πολέμου. Δεν έφερε μόνο αντιμέτωπες μεταξύ τους τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής εκείνης (το βασίλειο της Γαλλίας, το αρχιδουκάτο της Αυστρίας και τους συμμάχους τους, από τη μια πλευρά, το βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας, εκείνο της Πρωσίας και τους συμμάχους τους από την άλλη). Κράτη όπως η Ρωσία και η Ισπανία παρενέβησαν για καθαρά καιροσκοπικούς λόγους, που δεν ήταν άλλοι από την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους μέσα σε μια έκρυθμη και γεμάτη ανακατατάξεις διεθνή συγκυρία. Ένα επιπρόσθετο χαρακτηριστικό είναι το ότι οι πολεμικές επιχειρήσεις επεκτάθηκαν στα περιφερειακά θέατρα εκτός της ευρωπαϊκής ηπείρου (Ασία, Αφρική, Καραϊβική και Β. Αμερική). Στις περισσότερες από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις, επικράτησαν οι Βρετανοί, οδηγώντας σε ολοκληρωτικό, σχεδόν, αφανισμό τις γαλλικές αποικιακές κτήσεις. Επάξια ο πόλεμος αυτός διεκδικεί για τον εαυτό του την προσωνυμία “παγκόσμιος”. Σε καθαρά ευρωπαϊκή κλίμακα, ο Επταετής Πόλεμος ανέδειξε ως υπολογίσιμη παράμετρο το βασίλειο της Πρωσίας χάρη στις δυο νίκες του τελευταίου το 1757, ενάντια στους Γάλλους, στο Rossbach και ενάντια στους Αυστριακούς στο Leuthen. Ως επίσημη ημερομηνία έναρξης υιοθετείται η 29η Αυγούστου 1756, όταν ο Φρειδερίκος Β΄ της Πρωσίας επιτέθηκε κατά της Σαξωνίας. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, η αντιπαράθεση είχε ήδη ξεκινήσει στις αποικίες της Β. Αμερικής, με τη σύγκρουση ανάμεσα στη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία. Το διακύβευμα της αντιπαράθεσης αυτής ήταν πολυδιάστατο: 1) Ο έλεγχος της τεραστίων διαστάσεων έκτασης της Λουιζιάνας, 2) ο ανταγωνισμός ως προς το εξαιρετικά επικερδές εμπόριο της γούνας, παρά το καθεστώς των σχέσεων με τις διάφορες φυλές των Αμερινδιάνων, έτσι όπως αυτό είχε καθοριστεί έπειτα από τη Μεγάλη Ειρήνη του Μοντρεάλ (1701), 3) η ανησυχία των Βρετανών εξαιτίας της διαρκώς αυξανόμενης επιρροής της Καθολικής θρησκείας μέσω των κτήσεων της Νέας Γαλλίας, 3) το δικαίωμα αλιείας πέριξ της Νέας Γης, περιοχής εξαιρετικά πλούσιας στο συγκεκριμένο είδος. Η πλέον κρίσιμη διαφορά όμως υπήρξε, αναμφίβολα, ο έλεγχος της κοιλάδας του Οχάϊο, την οποία διεκδικούσαν ταυτόχρονα οι Βρετανοί, οι Γάλλοι, αλλά και η φυλή των Ινδιάνων Ιροκουά. Οι Γάλλοι στήριζαν τη διεκδίκησή τους στις διατάξεις της Συνθήκης της Ουτρέχτης (1713), οι οποίες προσδιόριζαν πως οι Ιροκουά δεν θεωρούνταν υπήκοοι του βρετανικού στέμματος. Καθώς το Οχάϊο είχε κατακτηθεί το 1742 από τους τελευταίους, οι Βρετανοί εμφάνιζαν τους εαυτούς τους ως κατ επέκταση νόμιμους ιδιοκτήτες της περιοχής. Με τη διαφορά πως η κοιλάδα του Οχάϊο τελούσε υπό τον πλήρη έλεγχο των Γάλλων, οι οποίοι είχαν προχωρήσει και στην κατασκευή σειράς ολόκληρης οχυρών.¹³

Ο Επταετής Πόλεμος (1756-1763). Με γραμμώσεις διαφαίνονται τα διάφορα κεντρικά και περιφερειακά επιχειρησιακά θέατρα.

Οι πρώτες αψιμαχίες έλαβαν χώρα τον Ιανουάριο του 1754 στην περιοχή του σημερινού Πίτσμπουργκ. Στις αρχικές αυτές επιχειρήσεις αναδείχτηκε η φυσιογνωμία ενός νεαρού αξιωματικού, ο οποίος μαχόταν στις τάξεις του βρετανικού τακτικού στρατού, ονόματι George Washington. Το επόμενο έτος, οι συγκρούσεις γενικεύτηκαν στην διεκδικούμενη από αμφότερες τις πλευρές κοιλάδα του Οχάϊο. Οι προσπάθειες των Βρετανών να καταλάβουν τα γαλλικά οχυρά (Fort Niagara, Fort Duquesne) απέτυχαν οικτρά, παρόλη την αριθμητική τους υπεροχή. Ως αιτία της αποτυχίας θεωρείται ο τρόπος, με τον οποίο πολεμούσαν τα δυο αντιμαχόμενα μέρη. Στους παραδοσιακούς κανόνες τακτικού πολέμου, που είχαν υιοθετήσει οι Βρετανοί, οι Γάλλοι αντέτασσαν μεθόδους ανορθόδοξου πολέμου, εμπνευσμένες από τους Ινδιάνους και εκ των πραγμάτων καλύτερα προσαρμοσμένες στις τοπογραφικές και κλιματολογικές ιδιαιτερότητες της περιοχής.¹⁴

Η κλιμάκωση των συγκρούσεων, σε συνδυασμό με την έκρηξη, το 1756, του Επταετούς Πολέμου στην Ευρώπη και την ένταξη του βορειοαμερικανικού θεάτρου στον επιχειρησιακό σχεδιασμό των εμπολέμων, οδήγησε σε περαιτέρω αναδιοργάνωση των δυνάμεών τους επιτόπου. Τη διοίκηση ανέλαβαν αντίστοιχα οι στρατηγοί Louis-Joseph de Montcalm (1712-1759) και John Campbell (1705-1782). Ωστόσο, η προοπτική των δυο πλευρών εξακολουθούσε να διαφέρει παρασάγγας. Η Γαλλία είχε εστιάσει την προσοχή της στην ευρωπαϊκή της στρατηγική. Σε αντιδιαστολή, η Μεγάλη Βρετανία αντιμετώπιζε το βορειοαμερικανικό θέατρο ως εφαλτήριο για την εδραίωση της δικής της επιρροής στο σύνολο της ηπείρου, από τον κόλπο του Χάντσον έως την Καραϊβική. Με την άφιξή του στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, ο Montcalm έθεσε ως άμεση προτεραιότητα στο πλαίσιο μιας αμυντικής στρατηγικής με επιθετικές τακτικές κινήσεις, τη διασφάλιση των επικοινωνιών ανάμεσα στον Καναδά, το νευραλγικό κέντρο της Νέας Γαλλίας, και την κοιλάδα του Οχάϊο, το επίκεντρο των πολεμικών συγκρούσεων. Στόχος ήταν ο έλεγχος των οχυρών, που δέσποζαν της ευρύτερης περιοχής. Κατά τα έτη 1756 και 1757, τα υψίστης στρατηγικής σημασίας οχυρά Fort Oswego και Fort William Henry, έπεσαν στα χέρια των Γάλλων έπειτα από πολύμηνη πολιορκία. Στη δεύτερη περίπτωση αξίζει να μνημονευτεί η ηρωική αντίσταση, που προέβαλε ο διοικητής του οχυρού, συνταγματάρχης George Monro. Το επεισόδιο έχει αποθανατιστεί στο γνωστό μυθιστόρημα του James Fenimore Cooper, Ο τελευταίος των Μοϊκανών.¹⁵

Ένας από τους λόγους, που εξηγούν τις επιτυχίες των Γάλλων στην κοιλάδα του Οχάϊο είναι το γεγονός ότι την ίδια εποχή, το ενδιαφέρον των Βρετανών μονοπωλούσε η εξίσου στρατηγικής αξίας περιοχή της Νέας Σκωτίας και των εκβολών του Αγίου Λαυρεντίου. Στο σημείο εκείνο, οι Γάλλοι είχαν αναγείρει το πανίσχυρο οχυρό του Λούισμπουργκ. Πιθανή κατάληψη του τελευταίου εγκυμονούσε θανάσιμο κίνδυνο για την κυκλοφορία κατά μήκος του ποταμού έως το Κεμπέκ και το Μοντρεάλ. Με άλλα λόγια, το Λούισμπουργκ λειτουργούσε ως σύρτης της εισόδου πρόσβασης στην καρδιά της Νέας Γαλλίας. Ο στρατηγός Campbell έστρεψε τις δυνάμεις του προς εκείνη την κατεύθυνση εν αναμονή της άφιξης του βρετανικού στόλου. Η καθυστερημένη αναχώρηση του τελευταίου από τη Μητρόπολη επέτρεψε στους Γάλλους να αναπτύξουν το δικό τους ναυτικό στα ανοικτά της Νέας Σκωτίας και να εμποδίσουν οποιοδήποτε επιθετικό εγχείρημα των αντιπάλων τους σε βάρος του οχυρού. Κατόπιν τούτου, ο Campbell προτίμησε να αποσυρθεί σε γειτονικό βρετανικό έδαφος, αναμένοντας τη λήξη του χειμώνα. Λίγο αργότερα, αντικαταστάθηκε από τον στρατηγό James Abercrombie (1706-1781).

Επάνω: η γαλλοβρετανική αντιπαράθεση στο βορειοαμερικανικό επιχειρησιακό θέατρο στη διάρκεια του Επταετούς Πολέμου. Κάτω: Άποψη του οχυρού Λούισμπουργκ από τη θάλασσα.

Η ακατάπαυστη άφιξη ενισχύσεων μέσα στο χειμώνα, καθώς και ο αποκλεισμός των ακτών της Νέας Σκωτίας, τον οποίο επέβαλε η Royal Navy, προσέφεραν στους Βρετανούς τη δυνατότητα να αναπτυχθούν μέσα στο 1758, μόλις οι κλιματολογικές συνθήκες το επέτρεψαν. Η επίθεση εκδηλώθηκε ακολουθώντας τρεις άξονες: τα οχυρά Λούισμπουργκ, Carillon (μετέπειτα Ticonderoga, στη σημερινή Πολιτεία της Νέας Υόρκης) και Duquesne (σημερινό Πίτσμπουργκ). Στο οχυρό Carillon, ο Montcalm, αν και μαχόμενος σε αναλογία 1 προς 5 εις βάρος του, κατήγαγε τον Ιούλιο, μια εντυπωσιακή νίκη επειδή οι Βρετανοί επέμεναν να προχωρούν σε πυκνό σχηματισμό, αποτελώντας ιδανικό στόχο για τους αντιπάλους τους. Στα άλλα δυο μέτωπα, ωστόσο, η πλάστιγγα άρχισε να γέρνει υπέρ των Βρετανών. Τον Αύγουστο παραδόθηκε το οχυρό Frontenac. Η κατάληψή του υπήρξε σκληρό κτύπημα για τους Γάλλους, καθώς το τελευταίο λειτουργούσε ως κέντρο ανεφοδιασμού ολόκληρης της ευρύτερης περιοχής. Τέλος Οκτωβρίου έπεσε και το οχυρό Duquesne, το οποίο μετονομάστηκε ευθύς αμέσως σε “οχυρό William Pitt”, προς τιμήν του πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρετανίας, υπέρμαχου μιας δυναμικής αποικιακής πολιτικής.¹⁶ Στο μεταξύ, από τον Ιούνιο είχε ξεκινήσει η δεύτερη πολιορκία του Λούισμπουργκ, από μια δύναμη 15.000 ανδρών, συνεπικουρούμενων από τον πολεμικό στόλο. Στις 26 Ιουλίου, η φρουρά του οχυρού αναγκάστηκε να παραδοθεί. Η δύση του 1758 βρήκε, επομένως, τους Βρετανούς σε πλεονεκτική θέση. Μπορεί να μην είχαν σημειώσει πρόοδο ως προς την κατάκτηση του Καναδά. Εξασφάλισαν, ωστόσο, τον πλήρη έλεγχο κατά μήκος των συνόρων. Επιπρόσθετα, είχαν πετύχει την αποκοπή της Νέας Γαλλίας από τον έξω κόσμο, χάρη στην κατάκτηση του Λούισμπουργκ. Η προέλαση τόσο από ξηράς όσο και από θαλάσσης εντός της μεγάλης γαλλικής αποικίας ήταν, πλέον, ζήτημα χρόνου.

Henry Alexander Ogden, The Victory of Montcalm’s Troops at Carillon, πίνακας των αρχών του 20ού αι., Fort Ticonderoga Museum, NY.

Québec History 12 – Battle of Carillon

5. Πολιορκία και πτώση της Πόλης του Κεμπέκ

Η κατάσταση ήταν λιγότερο απλή για τους Βρετανούς από όσο φαινόταν εκ πρώτης όψεως, καθώς μια παρατεταμένη εκστρατεία εντός του εδάφους της Νέας Γαλλίας κινδύνευε να προσκρούσει σε εγγενή εμπόδια. Εκείνα της συγκέντρωσης και αποστολής μιας ισχυρής αρμάδας στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, της μεγάλης απόστασης του πεδίου των εχθροπραξιών από τις βάσεις ανεφοδιασμού της Νέας Αγγλίας, του αξιόμαχου της γαλλικής πολιτοφυλακής έναντι εκείνου των Βρετανών αποίκων, της εκτενούς χρήσης μεθόδων ανορθόδοξου πολέμου εκ μέρους του αντιπάλου συχνά σε συνεργασία με τους ιθαγενείς κλπ. Παρά ταύτα, όταν το 1757 κατέλαβε εκ νέου τον πρωθυπουργικό θώκο, ο Sir William Pitt ο πρεσβύτερος (1708-1778) έκρινε πως οι συνθήκες του επέτρεπαν να προχωρήσει στην εφαρμογή του μεγαλεπήβολου και δαπανηρού προγράμματος αποικιακής επέκτασης, που είχε σχεδιάσει. Σε ό,τι αφορούσε την κατάκτηση του Καναδά, αποφασίστηκε η αποστολή μιας δύναμης 23.000 ανδρών και ενός ισχυρού στόλου, καθώς και η αναδιοργάνωση και εκπαίδευση της τοπικής πολιτοφυλακής. Το σχέδιο περιλάμβανε δυο στάδια. Μια χερσαία επίθεση στην περιοχή των μεγάλων λιμνών και του άνω Αγίου Λαυρεντίου καθώς και την κατάληψη του Λούισμπουργκ. Σε ένα δεύτερο στάδιο, επρόκειτο να ακολουθήσει μια αμφίβια επιχείρηση κατά του Κεμπέκ, τέλος, η από ξηράς κατάληψη του Μοντρεάλ.¹⁷ Με την είσοδο του 1759, το πρώτο σκέλος του προγράμματος είχε ήδη στεφθεί με επιτυχία.

Με τον πόλεμο στην Ευρώπη να βρίσκεται σε εξέλιξη, ο υπουργός Εξωτερικών του Λουδοβίκου ΙΕ΄, Étienne-François de Choiseul, είχε διαφορετική αντίληψη ως προς τα τεκταινόμενα στη Νέα Γαλλία. Δεν ήταν, μόνο, απορροφημένος από τις πολεμικές επιχειρήσεις στη Γηραιά Ήπειρο. Το βορειοαμερικανικό θέατρο κατείχε χαμηλή θέση στις προτεραιότητές του. Πέρα από το εμπόριο της γούνας, η Γαλλία δεν διέτρεχε κίνδυνο να απωλέσει κάτι σημαντικό, αρκεί να είχε εξασφαλισμένο το εμπόριο σακχάρεως με τις Αντίλλες Νήσους και το μονοπώλιο της αλιείας πέριξ της Νέας Γης. Ο Choiseul πίστευε πως είχε πράξει το καθήκον του έναντι των Γάλλων του Καναδά, έχοντας στείλει εκεί τον Montcalm, επικεφαλής μιας δύναμης 1.000 ανδρών. Άλλωστε, η Γαλλία δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στην πολυτέλεια αποστολής περαιτέρω ενισχύσεων. Η οργάνωση της άμυνας της Νέας Γαλλίας ανήκε αποκλειστικά στη δικαιοδοσία των αποίκων. Για τον λόγο αυτό, ακριβώς, ο Montcalm δεν διέθετε άλλη επιλογή πέραν της υιοθέτησης μιας αμυντικής στρατηγικής. Η αναμέτρηση με τους Βρετανούς θα λάμβανε χώρα στην κοιλάδα του Αγίου Λαυρεντίου, όπου, περιχαρακωμένες πίσω από τις κυριότερες οχυρές θέσεις, οι γαλλικές δυνάμεις θα παρέσυραν τον αντίπαλο σε έναν πόλεμο φθοράς, επενδύοντας στην ταχεία έλευση του βαρύ καναδικού χειμώνα, αποτρεπτικού για παντός είδους πολεμικές επιχειρήσεις.

Sir William Pitt ο πρεσβύτερος.
Étienne-François de Choiseul.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η βρετανική αρμάδα, επιφορτισμένη με την αποστολή της κατάληψης της Πόλης του Κεμπέκ, απέπλευσε από το Λούισμπουργκ στις 4 Ιουνίου 1759. Αντιπροσώπευε το 1/4 του συνολικού δυναμικού του βρετανικού στόλου: 49 πολεμικά σκάφη και 119 πλοία συνοδείας, που μετέφεραν ένα αποβατικό σώμα 8.500 ανδρών, μαζί με ισχυρό πυροβολικό. Πρέπει κανείς να προσθέσει και τα πληρώματα των πλοίων (άλλους 4.500 άνδρες), προκειμένου να σχηματίσει πλήρη εικόνα της εκστρατείας. Η ανώτατη διοίκηση είχε ανατεθεί στον νεοπροαχθέντα στρατηγό James Wolfe (1727-1759), ο οποίος, ένα έτος νωρίτερα, είχε δρέψει δάφνες κατά την πολιορκία και κατάληψη του Λούισμπουργκ. Άμεσος υφιστάμενός του ήταν ο στρατηγός George Townshend. Οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν κακές. Γόνος παλαιάς αριστοκρατικής οικογένειας, ο Townshend αποδεχόταν δύσκολα την τοποθέτηση ενός νεαρού αξιωματικού με εμφανείς ενδείξεις κλονισμένης υγείας (λέγεται πως ο Wolfe υπέφερε από φυματίωση σε προχωρημένο στάδιο) επικεφαλής του εκστρατευτικού σώματος.

Στις 26 Ιουνίου, η βρετανική αρμάδα έφτασε προ των πυλών της Πόλης του Κεμπέκ, έχοντας διασχίσει δίχως προβλήματα τον Άγιο Λαυρέντιο. Εν τω μεταξύ, ο Montcalm προετοίμαζε πυρετωδώς την άμυνα της πόλης, έχοντας μεταφέρει εκεί το στρατηγείο του από το Μοντρεάλ.¹⁸ Για μια καλύτερη κατανόηση των όσων συνέβησαν, είναι απαραίτητο να επισημανθεί η τοπογραφική και κλιματολογική ιδιαιτερότητα της περιοχής. Ο Άγιος Λαυρέντιος, ένας από τους φαρδύτερους ποταμούς σε ολόκληρο τον πλανήτη, στενεύει απότομα καθώς κατευθύνεται κανείς προς τις πηγές του. Σε εκείνο ακριβώς το σημείο είχε κτιστεί η Πόλη του Κεμπέκ (kebec στη διάλεκτο των Ινδιάνων Αλγκονκίνων σημαίνει: “σημείο όπου ο ποταμός στενεύει”). Η αριστερή όχθη είναι απόκρημνη, η δε πόλη είναι κτισμένη σε ένα ακρωτήρι περιλαμβάνοντας ένα φρούριο, το οποίο δεσπόζει από ψηλά. Τους μισούς μήνες του έτους ο ποταμός παγώνει, καθιστώντας αδύνατες τις όποιες επιχειρήσεις όπως και τον ανεφοδιασμό. Μια πολιορκία δεν μπορούσε, επομένως, παρά να ήταν περιορισμένης χρονικής διάρκειας, και να επενδύει σε έναν συνδυασμό τύχης και αιφνιδιασμού. Συνεπώς, όλα έδειχναν να συνηγορούν υπέρ του αμυνόμενου.

Διαγωνίως απέναντι από την πόλη βρίσκεται το νησί της Ορλεάνης, το οποίο διαμοιράζει τον ρου του ποταμού στα δύο. Το 1759, ο βόρειος δίαυλος ήταν απροσπέλαστος εξαιτίας του αβαθούς του συγκεκριμένου σημείου. Το ίδιο ίσχυε και για το νότιο πέρασμα, πλην μιας στενής λωρίδας. Η βρετανική αρμάδα κατάφερε να προσπεράσει το νησί και να αγκυροβολήσει απέναντι από την πόλη, χάρη στο αισθητήριο και την ικανότητα ενός νεαρού και πολλά υποσχόμενου πλοηγού, ονόματι… James Cook. Στο μεταξύ, στις 28 Ιουνίου, και ενώ τα βρετανικά πλοία ήταν ακόμη συγκεντρωμένα νοτίως της Νήσου της Ορλεάνης, μια πρώτη επίθεση των Γάλλων με χρήση πυρπολικών, απέτυχε οικτρά. Η φωτιά είχε ανάψει νωρίτερα από την ώρα της.¹⁹

Η πολιορκία του Κεμπέκ (26 Ιουνίου-18 Σεπτεμβρίου 1759).

Ευθύς εξαρχής ο Wolfe είχε θέσει υπό πλήρη έλεγχο το νησί, όπου είχε αποβιβάσει στρατεύματα και εγκαταστήσει το στρατηγείο του. Από τη δική τους πλευρά, οι Γάλλοι είχαν μεταφέρει από το Μοντρεάλ όσες εφεδρείες διέθεταν και ενισχύσει την άμυνα των (λίγων σε αριθμό) ακτών, οι οποίες προσφέρονταν για απόβαση του εχθρού. Ο τελευταίος Κυβερνήτης της Νέας Γαλλίας, Pierre de Rigaud de Vaudreuil (1698-1778), είχε επιπλέον διατάξει την επιστράτευση της πολιτοφυλακής. Με τη θέα της βρετανικής αρμάδας, οι εκτός των τειχών κάτοικοι άρχισαν να εισρέουν στην πόλη μαζί με τις οικογένειες, τα υπάρχοντα και τα κοπάδια τους. Στις 30 Ιουνίου, οι πύλες του Κεμπέκ έκλεισαν ερμητικά.²º

Στην εξίσου απόκρημνη απέναντι όχθη του ποταμού, στη θέση Pointe-Lévis, σε μια απόσταση 1,2 χλμ. από την πόλη, οι Βρετανοί είχαν τοποθετήσει το πυροβολικό τους. Ο βομβαρδισμός του Κεμπέκ ξεκίνησε τη νύκτα της 12ης Ιουλίου. Επί δυο μήνες, κάθε βράδι κατά καιρούς δε και εντός της ημέρας, η άνω πόλη και όχι η παραλιακή ζώνη, όπου οι Γάλλοι είχαν εγκαταστήσει το μεγαλύτερο μέρος του δικού τους πυροβολικού, υπήρξε αποδέκτης των εχθρικών πυρών. Υπολογίζεται πως μέσα σε δώδεκα, μόνο, ημέρες, πάνω από 15.000 οβίδες εξερράγησαν στη ζώνη εντός των τειχών, προκαλώντας πανικό στους 8.000 εγκλείστους της πόλης. Το γαλλικό πυροβολικό της παράκτιας περιοχής δεν απάντησε, παρά το ότι ο αντίπαλος βρισκόταν εντός του βεληνεκούς. Αιτία για την όλη αδράνεια ήταν η επιτακτική ανάγκη εξοικονόμησης πυρομαχικών. Στόχος των Γάλλων ήταν να αποφύγουν μια αναμέτρηση σε ανοικτό χώρο και να παρασύρουν τον εχθρό σε μια πολιορκία φθοράς, εν αναμονή της εισόδου του χειμώνα, που από μόνη της θα εξανάγκαζε τους Βρετανούς σε αναδίπλωση. Αντίθετα, πρόθεση του Wolfe ήταν η τρομοκράτηση των κατοίκων της πόλης μέσω ενός ανελέητου βομβαρδισμού. Με τον τρόπο αυτό πίστευε πως ήταν σε θέση να εξασφαλίσει την μια και αποφασιστική αναμέτρηση εκτός των τειχών, για την οποία διέθετε εξ ορισμού το πλεονέκτημα. Από τον βομβαρδισμό καταστράφηκε ο καθεδρικός ναός και σημαντικό τμήμα της άνω πόλης (περί τα 180 κτήρια). Γενικότερα, για τον βομβαρδισμό του Κεμπέκ, το βρετανικό πυροβολικό έκανε χρήση τριπλάσιας ποσότητας πυρομαχικών από ό,τι σε ολόκληρη τη διάρκεια της πολιορκίας του Λούισμπουργκ, ένα χρόνο νωρίτερα. Ο αριθμός των θυμάτων υπήρξε μικρός σε σχέση με την ένταση, τη χρονική διάρκεια και τη συχνότητα του βομβαρδισμού.²¹

Άποψη του βομβαρδισμένου Κεμπέκ. Δεξιά διακρίνεται το κτήριο της Αρχιεπισκοπής.

Αν εξαιρέσει κανείς τον ψυχολογικό αντίκτυπο, ο βομβαρδισμός δεν προσέφερε τίποτε στους Βρετανούς. Στα τείχη της πόλης εξακολουθούσε να κυματίζει η σημαία με το άνθος του κρίνου (το γαλλικό βασιλικό έμβλημα), η παράκτια ζώνη, ακριβώς κάτω από την πόλη, ελεγχόταν πλήρως από τους πολιορκημένους και οι δίαυλοι επικοινωνίας με το Μοντρεάλ, μέσω του ποταμού, παρέμεναν ανοικτοί. Μια προσπάθεια του Wolfe να εκδιώξει τους Γάλλους από τη θέση Beauport, τον λιμένα ανατολικά της πόλης, απέτυχε οικτρά. Γενικότερα, με την είσοδο του Σεπτεμβρίου, ο εκνευρισμός στις τάξεις των Βρετανών υπήρξε έκδηλος. Τα χρονικά περιθώρια στένευαν επικίνδυνα, ενώ άρχισε να αμφισβητείται απροκάλυπτα η ηγεσία του Wolfe. Συγκεκριμένα, μεταξύ των ανδρών του εκστρατευτικού σώματος κυκλοφόρησαν καρικατούρες, σχεδιασμένες από τους υφισταμένους του αξιωματικούς! Ο εκνευρισμός και η ανυπομονησία μεταφέρθηκαν ταχύτατα και στο Λονδίνο.

Η παράταση της πολιορκίας οδήγησε σε αναθεώρηση του αρχικού σχεδιασμού. Επιλέχθηκε η μετάβαση τμήματος του στόλου σε απόσταση 10 χλμ.προς δυσμάς της πόλης, στη θέση Cap-Rouge, η διακοπή των διαύλων ανεφοδιασμού με το Μοντρεάλ, η αποβίβαση ισχυρής στρατιωτικής δύναμης στην ξηρά και η προώθησή της προς την πόλη. Την ίδια στιγμή θα εκδηλώνονταν επιθετικές επιχειρήσεις αντιπερισπασμού στα ανατολικά, ούτως ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει στην εντέλεια το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Τη νύκτα της 3ης προς 4η Σεπτεμβρίου, για μια ακόμη φορά χάρη στην επιδεξιότητα του James Cook, σημαντικό μέρος της βρετανικής αρμάδας πέρασε εντελώς απαρατήρητο κάτω από την Πόλη του Κεμπέκ και κατευθύνθηκε προς δυσμάς. Η λαβίδα είχε κλείσει, δίχως να το αντιληφθούν οι πολιορκημένοι. Προκειμένου να ενισχύσει ακόμη περισσότερο το στοιχείο του αιφνιδιασμού, ο Wolfe επέλεξε ως σημείο απόβασης των στρατευμάτων τον κολπίσκο Φουλόν (Anse au Foulon). Επρόκειτο για μια επιλογή σε ευθεία αντιδιαστολή με τους πλέον στοιχειώδεις στρατιωτικούς κανόνες, καθώς οι άνδρες του καλούνταν να σκαρφαλώσουν μια απόκρημνη ακτή ύψους 55 μέτρων μέσα στο σκοτάδι της νύκτας τηρώντας απόλυτη σιγή. Στην κορυφή του γκρεμού απλώνονταν οι Πεδιάδες του Αβραάμ (Plaines d’ Abraham), ένας ανοικτός χώρος ακριβώς μπροστά από τα δυτικά τείχη του Κεμπέκ, όπου οι Βρετανοί υπολόγιζαν να παρασύρουν τους Γάλλους στην τόσο αναμενόμενη μια και μοναδική μάχη, που θα έκρινε τη μοίρα της πόλης αλλά και ολόκληρης της Νέας Γαλλίας.²² Το όλο σχέδιο στηριζόταν στο στοιχείο της μυστικότητας και του αιφνιδιασμού. Το αποβατικό σώμα θα ήταν ιδιαίτερα ευάλωτο κατά τη διάρκεια της δυσχερούς αναρρίχησης και τίποτα δεν προεξοφλούσε ότι θα διέθετε την αριθμητική υπεροχή μόλις έφτανε στο υψίπεδο. Το αντίθετο μάλιστα. Κινδύνευε να βρεθεί μεταξύ δυο πυρών: των πολιορκημένων και του επίλεκτου σώματος του Louis-Antoine de Bougainville, το οποίο στάθμευε στο Cap-Rouge, επιφορτισμένο με την προστασία των επικοινωνιών με το Μοντρεάλ.

Τη νύκτα της 12ης προς 13 Σεπτεμβρίου 1759, στον κολπίσκο Φουλόν, αποβιβάστηκαν οι πρώτοι Βρετανοί και ξεκίνησαν δίχως χρονοτριβή την αναρρίχηση του βράχου. Ταυτόχρονα, είχε εκδηλωθεί επιχείρηση αντιπερισπασμού στη θέση Beauport, όπου βρισκόταν ο Montcalm, πεπεισμένος πως επρόκειτο για την κύρια επιθετική ενέργεια του αντιπάλου. Ενόσω συνεχίζονταν οι συγκρούσεις στα ανατολικά, οι Βρετανοί κατάφεραν να ανεβάσουν περί τους 3.300 άνδρες και ελάχιστες μονάδες πυροβολικού στο υψίπεδο. Με το φως της ημέρας, ο αιφνιδιασμός υπήρξε πλήρης στις τάξεις των Γάλλων. Ο Montcalm μετέβη εσπευσμένα στις Πεδιάδες του Αβραάμ, όπου παρέταξε μια δύναμη 3.500 ανδρών. Αν και περισσότεροι αριθμητικά, οι Γάλλοι υστερούσαν εμφανώς σε επίπεδο εκπαίδευσης. Το στοιχείο, ωστόσο, που έκανε τη διαφορά, ήταν η σύγχυση του ιδίου του Montcalm. Γαλουχημένος, ως επαγγελματίας στρατιωτικός, με παραδοσιακές μεθόδους τακτικού πολέμου, ήταν αδύνατο να προβλέψει τον ελιγμό των Βρετανών. Επιπρόσθετα, ο καπνός των όπλων περιόριζε το οπτικό του πεδίο. Διακρίνοντας αμυδρά τα λίγα πυροβόλα που είχε απέναντί του, υπερεκτίμησε τη δύναμη, την οποία οι Βρετανοί είχαν καταφέρει, τελικά, να ανεβάσουν στο υψίπεδο. Διακατεχόμενος από αυτή την ψυχολογία, διέταξε γενική επίθεση, με σκοπό να τους εκτοπίσει από την πεδιάδα, προτού εκείνοι προλάβουν, όπως πίστευε, να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο τις γραμμές τους.

Η μάχη των Πεδιάδων του Αβραάμ (13 Σεπτεμβρίου 1759).

Επρόκειτο για την κίνηση, που τόσο πολύ προσδοκούσαν οι Βρετανοί, καθώς η επίθεση των αντιπάλων τους εξελίχθηκε σε πραγματική πανωλεθρία. Η μάχη των Πεδιάδων του Αβραάμ μόλις που ξεπέρασε σε διάρκεια δέκα λεπτά της ώρας! Έχει καταγραφεί στην Ιστορία ως η ληξιαρχική πράξη γεννήσεως του σύγχρονου Καναδά. Σχεδόν ταυτόχρονα έχασαν τη ζωή τους οι δυο επικεφαλής. Ο Wolfe ακαριαία, ο Montcalm λίγες ώρες αργότερα, αφού προηγουμένως είχε μεταφερθεί βαρειά τραυματισμένος μέσα στην πόλη. Το Κεμπέκ δεν έπεσε εκείνη τη μέρα. Οι Γάλλοι κατάφεραν να καταφύγουν εντός των τειχών.²³

Ο Κυβερνήτης Vaudreuil, απευθυνόμενος στο Παρίσι, επέρριψε την ευθύνη της ήττας στον αποθανόντα Montcalm. Οι μεταξύ τους διαξιφισμοί αποτελούσαν, άλλωστε, κοινό μυστικό. Ταυτόχρονα, διέταξε την ανασύνταξη των γαλλικών στρατευμάτων προς δυσμάς, στο δρόμο προς το Μοντρεάλ, αφήνοντας μια φρουρά για την υπεράσπιση της πόλης. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 18 Σεπτεμβρίου, υπογράφηκε το πρωτόκολλο παράδοσης του Κεμπέκ. Παρά τα φαινόμενα, τα πράγματα δεν είχαν ακόμη κριθεί επί της ουσίας. Οι εκατέρωθεν απώλειες της Μάχης των Πεδιάδων του Αβραάμ ήταν ισοδύναμες (658 Βρετανοί νεκροί έναντι 644 Γάλλων). Οι δυο πλευρές είχαν χάσει τους διοικητές τους. Στις 28 Απριλίου 1760, οι Γάλλοι ανταπέδωσαν το κτύπημα, επικρατώντας στη Μάχη της Sainte-Foy (σήμερα έχει ενταχθεί στον πολεοδομικό ιστό της Πόλης του Κεμπέκ). Τη φορά αυτή, οι Βρετανοί ήταν εκείνοι που εγκατέλειψαν πανικόβλητοι το πεδίο της μάχης, αναζητώντας καταφύγιο εντός των τειχών. Τη διαφορά θα έκανε η άφιξη της πρώτης αποστολής ανεφοδιασμού. Πρώτος έφτασε ο βρετανικός στόλος, μόλις ελευθερώθηκε ο Άγιος Λαυρέντιος από τους πάγους. Ο Λουδοβίκος ΙΕ΄ και ο Choiseul προτίμησαν να εγκαταλείψουν τους συμπατριώτες τους του Καναδά στο έλεος της μοίρας τους. Το διακύβευμα γι αυτούς διαδραματιζόταν αλλού. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1760, ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση ενός έτους από τη Μάχη των Πεδιάδων του Αβραάμ ήρθε η σειρά του Μοντρεάλ να πέσει στα χέρια των Βρετανών. Στα τρία επόμενα χρόνια (1760-1763), το μεγαλύτερο τμήμα της Νέας Γαλλίας τελούσε υπό βρετανική στρατιωτική κατοχή, εν αναμονή της υπογραφής της Συνθήκης Ειρήνης.

Benjamin West, The Death of General Wolfe, 1770, Ottawa, National Gallery of Canada.

 

Iconic: The Death of General Wolfe

 

6. Η Συνθήκη των Παρισίων και η γέννηση του σημερινού Καναδά

O Επταετής Πόλεμος τερματίστηκε επίσημα στις 3 Φεβρουαρίου 1763, με τη συνομολόγηση της Συνθήκης των Παρισίων. Μεγάλη κερδισμένη από τον πόλεμο εξήλθε η Βρετανία, η οποία στέφτηκε πρώτη δύναμη σε παγκόσμια κλίμακα. Αντίθετα, η Γαλλία, απώλεσε το σύνολο σχεδόν των αποικιακών της κτήσεων. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τη Β. Αμερική, ολόκληρος ο Καναδάς (συμπεριλαμβανομένης της λεκάνης των μεγάλων λιμνών και της αριστερής όχθης του Μισισιπή) καθώς και οι Νήσοι Saint-Jean και Île Royale στις εκβολές του Αγίου Λαυρεντίου, πέρασαν υπό πλήρη βρετανικό έλεγχο. Σε αντιδιαστολή, η Γαλλία διατήρησε το συγκρότημα των Νήσων Saint-Pierre-et-Miquelon, στα ανοικτά της Νέας Σκωτίας, καθώς και το αποκλειστικό δικαίωμα αλιείας πέριξ της Νέας Γης. Απώλειες κατέγραψε η Γαλλία και στην Καραϊβική, όπου κατάφερε, παρά ταύτα, να διατηρήσει τις, πλούσιες σε παραγωγή σακχάρεως, Νήσους Μαρτινίκα, Γουαδελούπη και Άγιο Δομήνικο. Το εμπόριο σακχάρεως ήταν πολλαπλά πιο επικερδές από εκείνο της γούνας, Ως εκ τούτου, η διασφάλιση των ερεισμάτων στην Καραϊβική, ερχόταν σε άμεση προτεραιότητα έναντι της διατήρησης του Καναδά. Το Δέλτα του Μισισιπή εκχωρήθηκε στην Ισπανία.²⁴

Εύλογα τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η Γαλλία εγκατέλειψε τους συμπατριώτες της του Καναδά και της Νέας Γαλλίας γενικότερα. Η ήττα, την οποία υπέστη στον Επταετή Πόλεμο, σε συνάρτηση με την απώλεια ολόκληρης της αποικιακής της αυτοκρατορίας (ανάλογη υπήρξε και η τύχη των γαλλικών κτήσεων της Ινδίας), κατάφερε συντριπτικό πλήγμα εις βάρος της και οδήγησε σε ανατροπή των συσχετισμών σε παγκόσμια κλίμακα προς όφελος της Μεγάλης Βρετανίας. Μέσα σε αυτό το καθ όλα ανασταλτικό πλαίσιο, ο Λουδοβίκος ΙΕ΄ και ο Choiseul δεν είχαν άλλη επιλογή από το να επιχειρήσουν να περισώσουν ό,τι ήταν δυνατό να περισωθεί. Υπό αυτή την οπτική, η μοίρα της Νέας Γαλλίας ήταν προδιαγεγραμμένη υπόθεση. Άφησε, όμως, στους 60.000 αποίκους, που παρέμειναν επί τόπου, την πικρή γεύση και το παράπονο της εγκατάλειψης. Ωστόσο, ταυτόχρονα με την αποδοχή της αποτυχίας, ο διορατικός Γάλλος υπουργός προέβη σε έναν επιδέξιο πολιτικό υπολογισμό: μέσα στην ταπεινωτική, από κάθε άποψη ήττα, διέβλεψε μια ανέλπιστη συνέπεια για το μέλλον των Γάλλων αποίκων του Καναδά. Οι δεκατρείς αποικίες της Νέας Αγγλίας θα ήταν εκείνες, που θα καλούνταν να αποπληρώσουν τα πολεμικά χρέη σε ό,τι αφορούσε το βορειοαμερικανικό επιχειρησιακό θέατρο. Μοιραία, θα έρχονταν σε αντιπαράθεση με τη Μητρόπολη. Η πρόβλεψη αποδείχθηκε πέρα ως πέρα ορθή. Το 1775, δώδεκα έτη έπειτα από τον τερματισμό του Επταετούς Πολέμου, ξέσπασε ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ. Σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί η εξάπλωση του επαναστατικού μικροβίου στους Γάλλους του Καναδά, η βρετανική διοίκηση αναγκάστηκε να προχωρήσει σε εκτεταμένης φύσεως προληπτικές παραχωρήσεις προς τους τελευταίους (παροχή ισονομίας, διατήρηση της καθολικής θρησκείας, δικαίωμα χρήσης της γαλλικής γλώσσας, αποκατάσταση, στην ευρύτερη περιοχή του Αγίου Λαυρεντίου, του καθεστώτος διοίκησης, το οποίο είχε εισαγάγει από το 1627 στη Νέα Γαλλία η Εταιρεία των Εκατό Μετόχων – το επωνομαζόμενο régime seigneurial). Χάρη σε αυτό το ημιαυτόνομο πλαίσιο διαβίωσης, απετράπη, τελικά, η πλήρης αφομοίωσή τους από τον αγγλόφωνο περίγυρο. Οι παραπάνω παραχωρήσεις αποκρυσταλλώθηκαν στις διατάξεις της ονομαζόμενης “Πράξης του Κεμπέκ” (η πλήρης ονομασία είναι British North America Quebec Act 1774), που ψήφισε στο Λονδίνο το βρετανικό Κοινοβούλιο.²⁵ Έτσι, όταν οι δεκατρείς αποικίες επιτέθηκαν κατά του Καναδά, οι Γάλλοι άποικοι απέκρουσαν την εισβολή με επιτυχία, πολεμώντας στο πλευρό των μέχρι πρότινος Βρετανών κατακτητών τους.

Άποψη των Πεδιάδων του Αβραάμ σήμερα. Στο βάθος διακρίνεται το φρούριο της Πόλης του Κεμπέκ.

Δυόμισι αιώνες αργότερα, ο Καναδάς εξακολουθεί να παραμένει υπό πλήρη αγγλοσαξωνικό έλεγχο. Νευραλγικοί τομείς, όπως η οικονομία, η εξωτερική, αμυντική και μεταναστευτική πολιτική, η αξιοποίηση των φυσικών πόρων, δεν έχουν ξεφύγει από τα χέρια των Αγγλο-Καναδών. Οι θεσμοί και τα σύμβολα του Ηνωμένου Βασιλείου είναι παρόντα τόσο σε ομοσπονδιακό όσο και σε επαρχιακό επίπεδο. Στην κορυφή της ιεραρχίας βρίσκεται πάντοτε η βασίλισσα της Αγγλίας. Στην Οττάβα, την ομοσπονδιακή πρωτεύουσα, εκπροσωπείται από έναν Γενικό Κυβερνήτη. Ωστόσο, σε δυο περιστάσεις (1980 και 1995) οι καναδικές αρχές προσέφυγαν στη λαϊκή ετυμηγορία, διοργανώνοντας δημοψήφισμα με αντικείμενο την παραμονή ή την απόσχιση της επαρχίας του Κεμπέκ από τον εθνικό κορμό. Και τις δυο φορές, πλειοψήφησαν οι οπαδοί της παραμονής (59,56% έναντι 40,44% και 50,58% έναντι 49,42% αντίστοιχα). Στα παραπάνω αποτελέσματα αποκρυσταλλώνεται μια ισχυρή τάση υπέρ της ανεξαρτησίας. Από την άλλη πλευρά, μισό αιώνα έπειτα από την επεισοδιακή επίσκεψη του Charles de Gaulle, τα πράγματα έχουν εξελιχθεί. Οι επαφές της Γαλλίας με την επαρχία του Κεμπέκ αναβαθμίστηκαν αισθητά. Ο γαλλόφωνος Καναδάς είναι ιδιαίτερα δημοφιλής, πλέον, στους κόλπους της γαλλικής κοινής γνώμης. Πάμπολλες είναι οι εκδηλώσεις, εκδόσεις, άρθρα και ανταποκρίσεις, αφιερωμένες σε αυτόν. Δεκάδες χιλιάδες Γάλλοι επιχείρησαν ένα νέο ξεκίνημα στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Σημαντικά, επίσης, είναι τα μεγέθη ανταλλαγών σε επίπεδο σπουδαστών, επιστημόνων, στελεχών, καλλιτεχνών κλπ. Έπειτα από μια μακρά περίοδο εγκατάλειψης, η Γαλλία αποκατέστησε άμεσες, πλήρεις και προνομιακές σχέσεις με τα ξαδέλφια της του Καναδά, τη μοναδική εναπομείνασα γαλλόφωνη νησίδα μέσα στους κόλπους μιας αγγλοσαξωνικής βορειοαμερικανικής ηπείρου, κατάλοιπο μιας ιστορικής παρουσίας αλλά και ενός οράματος, το οποίο δεν κατάφερε, τελικά, να ευδοκιμήσει.

La fin de la Nouvelle France – La bataille de Québec ARTE

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Β΄ ΜΕΡΟΥΣ

¹³ Για μια γενική προσέγγιση του Επταετούς Πολέμου βλ. Daniel Marston, The Seven Years’ War, London, Osprey, 2001 και Franz A.J. Szabo, The Seven Years War in Europe: 1756-1763, London, Routledge, 2007. Ειδικότερα για τις επιχειρήσεις στο θέατρο της Β. Αμερικής, βλ. Fred Anderson, Crucible of War: The Seven Years’ War and the Fate of Empire in British North America, 1754–1766, London, Faber and Faber, 2000, του ιδίου, The War That Made America: A Short History of the French and Indian War, London, Penguin Books, 2006, Christian Ayne Crouch,. Nobility Lost: French and Canadian Martial Cultures, Indians, and the End of New France. Ithaca, NY, Cornell University Press, 2014, William H. Fowler, Empires at War: The Seven Years’ War and the Struggle for North America, Vancouver, Douglas & McIntyre, 2005, Francis Jennings, Empire of Fortune: Crowns, Colonies, and Tribes in the Seven Years War in America, New York, W. W. Norton, 1990, Laurent Veyssière και Bertrand Fonck (επιμ.), La guerre de Sept Ans en Nouvelle-France, Québec, les éditions du Septentrion, 2012.

¹⁴ Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι όφειλε τις επιτυχίες του σε αυτή την παράμετρο, ως επαγγελματίας στρατιωτικός, ο Montcalm δεν έκρυβε την προτίμησή του για τις παραδοσιακές τακτικές. Αυτή υπήρξε η αιτία μιας διαρκούς διαφωνίας με τον κυβερνήτη της Νέας Γαλλίας, Vaudreuil, δεινό υποστηρικτή των μεθόδων ανορθόδοξου πολέμου και μιας εκτενούς συνεργασίας με τους Ινδιάνους.

¹⁵ Σχετικά με την κατάληψη των οχυρών Oswego και William Henry βλ. William Nester, The first global war: Britain, France and the fate of North America, 1756-1757, Westport, Connecticut, 2000, Ian K. Steele, Betrayals: Fort William Henry & the ‘Massacre‘, New York, Oxford University Press 1990.

¹⁶ Για τις μάχες των οχυρών βλ. René Chartrand, Ticonderoga 1758: Montcalm’s Victory Against All Odds, Oxford, Osprey Publishing, 2000 και του ιδίου, Tomahawk and Musket; French and Indian Raids in the Ohio Valley 1758, Oxford, Osprey Publishing, 2012.

¹⁷ Jean Hamelin (επιμ.), Histoire du Québec, Toulouse, Privat, 1976, σ. 233

¹⁸ Charles Perry Stacey, Quebec, 1759: The Siege and The Battle, Toronto, MacMillan, 1959, σ. 210.

¹⁹ Ibid., σ. 52.

²º Ibid., σ. 336, Jacques Lacourcière, Histoire populaire du Québec, t. I, Sillery, Septentrion, 1995 , σ. 299.

²¹ Guy Frégault, La Guerre de la Conquête, Montréal, Fides, 2009, σ. 341, Charles Perry Stacey, οπ.π, σσ. 64-65.

²² Ibid., σ. 104.

²³ Christopher Loyd, The Capture of Quebec, London, B.T. Batsford, 1959, σ. 139, 149, Stuart Reid, Quebec 1759: The Battle That Won Canada, Oxford, Osprey Publishing, 2003, σσ. 74-79.

²⁴ Gilles Havard-Cécile Vidal, Histoire de l’Amérique française, Paris, Flammarion, 2003, σ. 664.

²⁵ Για τη Πράξη του Κεμπέκ βλ. Henry Cavendish, Debates of the House of Commons in the Year 1774 on the Bill for Making More Effectual Provision for the Government of the Province of Quebec: Drawn Up from the Notes of the Henry Cavendish, Member for Lostwithiel, London, Ridgway, 1839 και Séraphin Marion, L’Acte de Québec, concession magnanime ou intéressée?, Montréal, Éditions des dix, 1963.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Β΄ ΜΕΡΟΥΣ

Anderson Fred, Crucible of War: The Seven Years’ War and the Fate of Empire in British North America, 1754–1766, London, Faber and Faber, 2000.

Anderson Fred, The War That Made America: A Short History of the French and Indian War, London, Penguin Books, 2006.

W.J. Eccles, France in America, Markham (Ontario), Fizhenry and Whiteside, 1990

Fortin Réal, 1760, les derniers jours de la Nouvelle-France, Québec, les éditions du Septentrion, 2010.

Fowler William H., Empires at War: The Seven Years’ War and the Struggle for North America. Vancouver, Douglas & McIntyre, 2005.

Frégault Guy, La Guerre de la Conquête, Montréal, Fides, 2009.

Havard Gilles-Vidal Cécile, Histoire de l’Amérique française, Paris, Flammarion, 2003

Jennings Francis, Empire of Fortune: Crowns, Colonies, and Tribes in the Seven Years War in America, New York, W. W. Norton, 1990.

Léger Roger (επιμ.), Le journal des campagnes du marquis de Montcalm en Canada de 1756 à 1759, Montréal, Michel Brûlé, 2007.

Parkman Francis, Montcalm and Wolfe: France and England in North America, 2 τόμοι, Boston, Little-Brown 1926.

Poussou Jean-Pierre, «Montcalm et la perte du Canada», Stratégique, n50,‎ 1991, σσ. 89-108

Pritchard James S., In Search of Empire: The French in the Americas, 1670-1730, Cambridge, Cambridge University Press, 2004.

Saint-Martin Gérard, Québec 1759-1760! Les plaines d’Abraham. L’adieu à La Nouvelle-France?, Paris, Economica, 2007

Stacey Charles Perry, Quebec, 1759: The Siege and The Battle, Toronto, MacMillan, 1959.

Veyssière Laurent και Fonck Bertrand (επιμ.), La guerre de Sept Ans en Nouvelle-France, Québec, les éditions du Septentrion, 2012.

 

 

 

Γιάννης Μουρέλος: Η Γαλλική παρουσία στην Αμερικανική Ήπειρο (16ος – 18ος αι.). Μέρος Α’: Γέννηση και απόγειο της Νέας Γαλλίας

Γιάννης Μουρέλος

Η Γαλλική παρουσία στην Αμερικανική Ήπειρο (16ος – 18ος αι.).
Μέρος Α’: Γέννηση και απόγειο της Νέας Γαλλίας

 

Αφιερώνεται στους Αντώνη Μαγγανά και Όλγα Μαγγανά-Βουγιούκα, ως έκφραση ευαρέσκειας για τη φιλία μιας ολόκληρης ζωής

 

Προοίμιο: «Vive le Québec libre!»

Στις 24 Ιουλίου 1967, δέκα μόλις ημέρες έπειτα από τον εορτασμό της επετείου της κατάληψης της Βαστίλλης, ο στρατηγός Charles de Gaulle, πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, αναφώνησε από τον εξώστη του Δημαρχιακού Μεγάρου του Μοντρεάλ, μπροστά σε ένα συγκεντρωμένο πλήθος, που παραληρούσε από ενθουσιασμό, μια φράση, η οποία πέρασε στην Ιστορία: “Ζήτω το ελεύθερο Κεμπέκ!”. Η φράση αυτή, υπήρξε η αιτία πρόκλησης διπλωματικού επεισοδίου ανάμεσα στη Γαλλία και τον Καναδά. Ο πρόεδρος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης Lester Bowles Pearson, δήλωσε δημόσια την επομένη πως “Οι Καναδοί δεν νοιώθουν την παραμικρή ανάγκη να ελευθερωθούν”. Όσο για τον ίδιο τον στρατηγό, από τη στιγμή που θεωρήθηκε από τις καναδικές αρχές ως  persona non grata, αναγκάστηκε να διακόψει εσπευσμένα την επίσκεψη και να επιστρέψει στην πατρίδα του.

Η πρωτοβουλία του de Gaulle, φέρει όλα τα διακριτικά γνωρίσματα ενός αυτοσχεδιασμού, υπό την επήρεια του παρορμητισμού και της συγκίνησης της στιγμής. Ωστόσο, εάν εξετάσει κανείς λεπτομερέστερα το όλο περιστατικό, θα διαπιστώσει την ύπαρξη ενός μεθοδευμένου σχεδιασμού και μιας αποκρυσταλλωμένης βούλησης. Η επίσκεψη στον Καναδά έλαβε χώρα σε μια στιγμή, κατά την οποία το αυτονομιστικό κίνημα υπέρ της απόσχισης της επαρχίας του Κεμπέκ από τον εθνικό κορμό βρισκόταν σε έξαρση. Κατά δεύτερο λόγο, ο πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας απέφυγε να μεταβεί αεροπορικώς στον Καναδά. Το εθιμοτυπικό πρωτόκολλο προέβλεπε πως, σε παρόμοια περίπτωση, το προεδρικό αεροσκάφος όφειλε να προσγειωθεί στο αεροδρόμιο της Οττάβας, της ομοσπονδιακής πρωτεύουσας. Αντ αυτού, επελέγη ο διάπλους δια θαλάσσης, που μετέφερε τον στρατηγό στο σημείο ακριβώς, από το οποίο επιθυμούσε να ξεκινήσει την επίσκεψη: την Πόλη του Κεμπέκ, καρδιά της ομώνυμης γαλλόφωνης επαρχίας.

Μοντρεάλ, 24 Ιουλίου 1967: «Vive le Québec libre!»

Ακόμα πιο αποκαλυπτική υπήρξε η εξομολόγηση του de Gaulle προς τον γαμπρό του, στρατηγό Alain de Boissieu, επί της φρεγάτας Colbert, που τον μετέφερε στον Καναδά: “Προτίθεμαι να καταφέρω ένα ισχυρό πλήγμα, που θα ανάψει τα αίματα. Είναι, όμως, απαραίτητο. Πρόκειται για την ύστατη ευκαιρία να εξομαλυνθεί η λιποψυχία της Γαλλίας”.¹ Καθ όλη τη διάρκεια της μετάβασης από την Πόλη του Κεμπέκ προς το Μοντρεάλ, η προεδρική αυτοκινητοπομπή αναγκάστηκε να προβεί σε συνεχείς στάσεις, εξαιτίας της ενθουσιώδους υποδοχής από το πλήθος. Σε κάθε περίπτωση, ο de Gaulle προχωρούσε σε δηλώσεις, οι οποίες προσλάμβαναν ολοένα και περισσότερο εμπρηστικό χαρακτήρα (“Βλέπω μπροστά μου τον γαλλικό Καναδά. Είστε τμήμα του γαλλικού λαού. Ως Καναδοί-Γάλλοι, Γάλλοι-Καναδοί, πρέπει να ορίζετε μόνοι σας το δικό σας πεπρωμένο”, “Ό,τι και αν συνέβη στο παρελθόν, ζούμε πλέον στην εποχή, κατά την οποία το Κεμπέκ, ο γαλλικός Καναδάς, μετατρέπεται σε κυρίαρχο του εαυτού του, προς όφελος του Καναδά ολόκληρου”).²

Όταν η πομπή έφτασε στο Δημαρχιακό Μεγαρο του Μοντρεάλ στις 19.30 μ.μ., είχαν συγκεντρωθεί ήδη επιτόπου περί τα 15.000 άτομα. Το πρόγραμμα προέβλεπε έναν χαιρετισμό του πλήθους από τον εξώστη, όχι, όμως, εκφώνηση λόγου. Ο δήμαρχος, Jean Drapeau, φοβούμενος προφανώς τα χειρότερα, είχε φροντίσει να απενεργοποιήσει όλα τα μικρόφωνα. Ωστόσο, τα άτομα της προεδρικής συνοδείας ανακάλυψαν ένα μικρόφωνο (δεν έχει εξακριβωθεί μέχρι σήμερα εάν επρόκειτο περί ευτυχούς συγκυρίας ή εάν σκοπίμως βρισκόταν παραπεταμένο εκεί), το συνέδεσαν και ο πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας απευθύνθηκε προς το πλήθος με τα εξής λόγια: “Θα σας αποκαλύψω ένα μυστικό, που δεν πρόκειται να επαναλάβετε. Απόψε, εδώ, όπως και καθ όλη τη διαδρομή νωρίτερα, βίωσα μια ατμόσφαιρα του ιδίου είδους με εκείνη της απελευθέρωσης [του 1944]. Διαπίστωσα σήμερα την τεραστίων διαστάσεων προσπάθεια προς την πρόοδο, την ανάπτυξη και, κατά συνέπεια, προς την απελευθέρωση, στην οποία έχετε προβεί. Αυτό πρέπει να το πω εδώ, στο Μοντρεάλ. Γιατί αν υφίσταται στον κόσμο μια πόλη υποδειγματική ως προς τα σύγχρονα επιτεύγματά της, αυτή είναι η δική σας! Και επιτρέψτε μου να προσθέσω: είναι και η δική μας! Η αφυπνισθείσα Γαλλία σας περιβάλλει με την εμπιστοσύνη της. Πρέπει να γνωρίζετε την αγάπη της για τους Γάλλους του Καναδά…Ιδού τι ήρθα να σας πω απόψε, προσθέτοντας πως παίρνω μαζί μου από αυτή την ανεπανάληπτη σύναξη, μια αξέχαστη ανάμνηση. Η Γαλλία γνωρίζει, βλέπει, αφουγκράζεται τα όσα συμβαίνουν εδώ. Ζήτω το Μοντρεάλ, Ζήτω το Κεμπέκ, Ζήτω το ελεύθερο Κεμπέκ, Ζήτω ο γαλλικός Καναδάς, Ζήτω η Γαλλία!”.³ O ενθουσιασμός του πλήθους υπήρξε απερίγραπτος, η δε αμηχανία των Καναδών επισήμων (ακόμα και του φίλα προσκείμενου πρωθυπουργού του Κεμπέκ, Daniel Johnson) έκδηλη. Η συνέχεια είναι γνωστή.

                   « Vive le Québec libre ! » – KarambolageARTE   

Λίγους μήνες αργότερα, στις 27 Νοεμβρίου του ιδίου έτους, στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, που παραχώρησε στο Προεδρικό Μέγαρο των Ηλυσίων, ο de Gaulle προσδιόρισε περισσότερο τη θέση του: “Οι Γάλλοι υπήρξαν εκείνοι, οι οποίοι εδώ και δυόμισι αιώνες, έως το 1763 ανακάλυψαν, κατοίκησαν και διοίκησαν τον Καναδά. Πριν από 204 χρόνια, η γαλλική κυβέρνηση, έχοντας δεχτεί ισχυρά πλήγματα [στην Ευρώπη], εξαιτίας των οποίων βρισκόταν σε αδυναμία να συνεχίσει τον πόλεμο κατά των Άγγλων στην Αμερική, θεώρησε πως έπρεπε να αποσυρθεί από εκεί, εγκαταλείποντας 60.000 συμπατριώτες της… Οι Άγγλοι, οι οποίοι έκτοτε ασκούσαν στον Καναδά την εξουσία, τη διοίκηση, την οικονομία, το εμπόριο, την εκπαίδευση και έλεγχαν τον στρατό, προέβησαν σε συνεχόμενες προσπάθειες, μέσω κολακείας ή πειθούς, με στόχο να κάνουν τους Γάλλους Καναδούς να απαρνηθούν την ταυτότητά τους… Τα πάντα έδειχναν πως οι τελευταίοι θα αφομοιώνονταν. Κι όμως, χάρη σε ένα θαύμα ζωτικότητας, ενεργητικότητας και πίστης, ένα γαλλικό έθνος, τμήμα του λαού μας, κάνει σήμερα αισθητή την παρουσία του στον Καναδά και έχει την απαίτηση να αναγνωριστεί ως τέτοιο. Οι 60.000, οι οποίοι παρέμειναν τότε επιτόπου, έχουν φτάσει σήμερα τα 6 εκατομμύρια και παραμένουν Γάλλοι όσο ποτέ άλλοτε… Ουδείς μπορεί να φανταστεί το μέγεθος του κύματος πίστης και ελπίδας, που ξεσήκωσε τον πληθυσμό ολάκερου του Κεμπέκ στο πέρασμα του προέδρου της Δημοκρατίας. Από την πόλη του Κεμπέκ έως το Μοντρεάλ, σε αυτά τα 250 χιλιόμετρα κατά μήκος του ποταμού του Αγίου Λαυρεντίου, στα οποία οι Γάλλοι του Καναδά προσέδωσαν το όνομα “Βασιλική Οδός” (“Voie Royale”), επειδή επί γενεές ολόκληρες οι πατέρες τους ήλπιζαν να δουν κάποτε έναν αρχηγό κράτους της Γαλλίας να διασχίζει, χιλιάδες άντρες, γυναίκες και παιδιά είχαν συγκεντρωθεί προκειμένου να αναφωνήσουν “Ζήτω η Γαλλία”, κουνώντας εκατοντάδες χιλιάδες τρίχρωμες [γαλλικές] σημαίες και σημαίες του Κεμπέκ με πλήρη απουσία οποιουδήποτε άλλου συμβόλου… Στο Μοντρεάλ, τη δεύτερη μεγαλύτερη γαλλική πόλη του κόσμου, καταληκτικό σημείο της περιοδείας μου, το ξέσπασμα του απελευθερωτικού πάθους ήταν τέτοιο, που η Γαλλία είχε ιερό καθήκον να ανταποκριθεί επίσημα και δίχως περισπασμούς. Αυτό ακριβώς έπραξα…”.⁴

                        Charles de Gaulle, Elysée, 27 novembre 1967 (Québec)   

 

Βρισκόμαστε, συνεπώς, μπροστά σε ένα διπλό φαινόμενο ρήξης με το πρόσφατο παρελθόν συνάμα όμως και αποκατάστασης της ιστορικής συνέχειας. Για πρώτη φορά, η κορυφή της πολιτικής ιεραρχίας της Γαλλίας επιλέγει να πάρει εκδίκηση για την ήττα του 1763, παραγκωνίζοντας τις ευαισθησίες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης της Οττάβας, καθώς και εκείνων του Λονδίνου και της Ουάσινγκτον.⁵ Από την άλλη πλευρά, είμαστε μάρτυρες μιας ενέργειας εξαγνισμού της επίσημης Γαλλίας για τη στάση, την οποία επί δυο αιώνες, είχε υιοθετήσει έναντι των ομοεθνών της του Καναδά. Τί ήταν, όμως, εκείνο, που είχε πείσει τον πρόεδρο de Gaulle να ξεπληρώσει, με αρκετά ριψοκίνδυνο τρόπο είναι αλήθεια, το ηθικό χρέος, το οποίο αισθανόταν πως είχε και να αξιοποιήσει, όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο ίδιος, την ύστατη ευκαιρία να εξομαλυνθεί η λιποψυχία της Γαλλίας; Ιδού το ιστορικό της όλης υπόθεσης.

 

1.  Οι τρεις αποστολές του Jacques Cartier και η ίδρυση της πρώτης αποικίας (1534 – 1543)

O πρώτος Ευρωπαίος, ο οποίος περιέγραψε και χαρτογράφησε τον κόλπο και τις ακτές του Αγίου Λαυρεντίου ήταν ο θαλασσοπόρος Jacques Cartier, με καταγωγή από τη γαλλική επαρχία της Βρετάνης. Το 1534, ο βασιλέας Φραγκίσκος Α΄, ανέθεσε στον Cartier την αποστολή να ανακαλύψει ένα δυτικό πέρασμα προς τις πλούσιες αγορές της Ασίας. Ο τελευταίος απέπλευσε από τη γενέτειρά του, τον λιμένα του Saint-Malo, τον Απρίλιο του ιδίου έτους. Έπειτα από έναν εικοσαήμερο διάπλου του Ατλαντικού, εξερεύνησε τμήμα της Νέας Γης και του κόλπου του Αγίου Λαυρεντίου. Ταυτόχρονα ήρθε σε επαφή με αυτόχθονες πληθυσμούς. Στις 24 Ιουλίου, στη θέση της σημερινής πόλης Gaspé, τοποθέτησε έναν σταυρό και παρουσία ενός μικρού αριθμού Ινδιάνων της φυλής Ιροκουά, κατέκτησε την περιοχή στο όνομα του βασιλέα της Γαλλίας. Tον Σεπτέμβριο επέστρεψε στην πατρίδα του, πεπεισμένος πως είχε φτάσει έως τις ακτές της Ασίας.⁶

Jacques Cartier (1491 – 1557).

 H αναφορά του κέντρισε το ενδιαφέρον του Γάλλου μονάρχη, ο οποίος τον επιφόρτισε με μια δεύτερη αποστολή για το αμέσως επόμενο έτος, διαθέτοντας αυξημένα μέσα συγκριτικά με την προηγούμενη (τρία πλοία, προσαρμοσμένα στις ανάγκες για πλου σε ποταμό και 110 άνδρες) για περαιτέρω εξερεύνηση της περιοχής. Ο Cartier έφτασε στον κόλπο του Αγίου Λαυρεντίου και εισήλθε στον ποταμό.  Στις 7 Σεπτεμβρίου του 1535, έφτασε στη θέση  Stadacona, όπου βρίσκεται σήμερα η Πόλη του Κεμπέκ. Ανεβαίνοντας τον ποταμό, συνέχισε έως τη θέση Hochelaga, την τοποθεσία του Μοντρεάλ, όπου έφτασε τον Οκτώβριο. ΄Εχοντας προηγουμένως, κληθεί να αντιμετωπίσει έναν βαρύ χειμώνα, την απώλεια του ενός τετάρτου των πληρωμάτων από σκορβούτο, τέλος, επιδείνωση των σχέσεων με τους ιθαγενείς, ο Cartier απέπλευσε τον Μάϊο του 1536 για τη Γαλλία, απαγάγοντας 12 Ινδιάνους (μεταξύ των οποίων τον αρχηγό της τοπικής φυλής, Donnacona και τους δυο γιούς του τελευταίου, Domagaya και Taignoagny), προκειμένου να εξάρουν ιδίοις στόμασι στον βασιλέα της Γαλλίας τα πλούτη και τις απεριόριστες δυνατότητες αξιοποίησης της περιοχής.

H δεύτερη αποστολή του Jacques Cartier στο Νέο Κόσμο (1535-1536).

Η τρίτη αποστολή (1541 – 1542), υπήρξε, μακρόθεν, η πλέον φιλόδοξη. Το διακύβευμα, δεν ήταν η αναζήτηση του βορειοδυτικού περάσματος, αλλά ο εποικισμός της περιοχής. Ωστόσο, παρά τις αρχικές διακηρύξεις του Φραγκίσκου Α΄, η ηγεσία της αποστολής ανατέθηκε στον Jean-François de La Roque de Roberval, έναν Ουγενότο αυλικό και προσωπικό φίλο του βασιλέα. Στον Cartier ανατέθηκαν απλώς καθήκοντα αρχιπλοηγού. Αν και βαθιά απογοητευμένος, ο τελευταίος δέχτηκε να λειτουργήσει ως προπομπός του κυρίου σώματος της αποστολής. Στις 23 Μαίου απέπλευσε από το Saint-Malo, επικεφαλής πέντε πλοίων. Φτάνοντας στη Stadacona και διαπιστώνοντας τις, μάλλον απειλητικές προθέσεις των ιθαγενών, προτίμησε να εγκαθιδρύσει την αποικία λίγο μακρύτερα, στην ευκολότερα προστατεύσιμη θέση, όπου σήμερα υφίσταται το προάστιο της πόλης του Κεμπέκ, Cap-Rouge. Οι άποικοι και τα κοπάδια, έπειτα από μια κοπιώδη τρίμηνη διαμονή επάνω στα πλοία, αποβιβάστηκαν στην ακτή όπου και εγκαταστάθηκαν. Η περιοχή οχυρώθηκε και ονομάστηκε Charlesbourg-Royal. Πρόκειται για την πρώτη αποικία στον Καναδά. Ο χειμώνας του 1541 – 1542 χαρακτηρίστηκε από περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων με τους Ινδιάνους. Πέραν από την αμοιβαία καχυποψία, εκδηλώθηκαν φαινόμενα βίας, καθώς υπολογίζεται πως 35, περίπου, άποικοι απώλεσαν τη ζωή τους από επιθέσεις των Ιροκουά. Ήταν διάχυτη η αίσθηση πως ο Cartier στερείτο δυνάμεων για την υπεράσπιση της θέσης και για την εξερεύνηση της γύρω περιοχής. Εξουθενωμένος και απογοητευμένος, πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Τον Ιούνιο του 1542, στα ανοικτά της Νέας Γης, συναντήθηκε με το κύριο σώμα της αποστολής. Παρά τις πιεστικές παροτρύνσεις να επιστρέψει στο Charlesbourg-Royal, ο Cartier αναχώρησε για τη Γαλλία. Τη διοίκηση της αποικίας ανέλαβε ο Roberval προσωπικά. Ωστόσο, ο συνδυασμός  επιδημιών, δυσμενών καιρικών συνθηκών και εχθρικής συμπεριφοράς των ιθαγενών οδήγησε στη διάλυσή της, το 1543. Χρειάστηκε να περάσουν εξήντα ολόκληρα χρόνια έως ότου ιδρυθεί νέα αποικία στον Καναδά. Τον Αύγουστο του 2006, ο πρωθυπουργός του Κεμπέκ Jean Charest, ανακοίνωσε τον εντοπισμό της ακριβούς θέσης του Charlesbourg-Royal από τους αρχαιολόγους. Τα ευρήματα μπορεί να είναι πενιχρά, δεν παύουν, ωστόσο, να αποτελούν αδειάσειστα τεκμήρια της πρώτης γνωστής αποικίας Ευρωπαίων στον Καναδά, έπειτα από εκείνη των Vikings στη Νέα Γη (περί το έτος 1000).

Η επαφή με τους Ινδιάνους Ιροκουά.

Παρά το άδοξο τέλος της αποστολής, η κληρονομιά, που άφησε πίσω του ο Cartier, πέρασε επάξια  στην Ιστορία. Έχοντας εξερευνήσει και χαρτογραφήσει τις εκβολές του Αγίου Λαυρεντίου, υπήρξε αυτός που άνοιξε τον μεγαλύτερο δίαυλο διείσδυσης σε ολόκληρη τη Βόρειο Αμερική. Ίδρυσε την πρώτη αποικία και σε αυτόν ο Καναδάς οφείλει το όνομά του. Συγκεκριμένα, η ετυμολογία προέρχεται από τη λέξη  “kanata”, η οποία στη διάλεκτο των Χιούρον και των Ιροκουά σημαίνει χωριό, συγκρότημα κατοικιών ή, απλά, έδαφος. Ο Cartier, πρώτος, ονόμασε Καναδά την ευρύτερη περιοχή της Stadacona και Καναδούς τους ιθαγενείς, που συνάντησε εκεί.

 

2.  Δημιουργία και επέκταση της Νέας Γαλλίας (1608 – 1754)

Ως Νέα Γαλλία ονομάστηκε το σύνολο των γαλλικών αποικιών της ηπειρωτικής Βορείου Αμερικής. Αρχικά συμπεριλάμβανε τις ακτές του Αγίου Λαυρεντίου, τη Νέα Γη και την Ακαδία (σημερινή Νέα Σκωτία με πρόσβαση στον Ατλαντικό Ωκεανό). Με την πάροδο του χρόνου, η Νέα Γαλλία επεκτάθηκε σταδιακά και πέρα των Απαλαχίων Ορέων μέχρι των κόλπο του Μεξικού. Το όνομα Νέα Γαλλία (Gallia Nova) πρωτοεμφανίστηκε το 1529 σε ένα χάρτη του μοναχού  Giovanni da Verrazano, ο οποίος, το 1524, δέκα χρόνια πριν από την άφιξη του Cartier, είχε εξερευνήσει για λογαριασμό της Γαλλίας τις ακτές της Βορείου Αμερικής. Ως ημερομηνία ίδρυσης υπολογίζεται η εγκατάσταση, από τον Cartier, της εφήμερης αποικίας Charlesbourg-Royal. Ουσιαστικά, ωστόσο, η Νέα Γαλλία άρχισε να υφίσταται από το 1608, όταν ένας άλλος θαλασσοπόρος, εξερευνητής, χαρτογράφος, γεωγράφος και στρατιωτικός, ο Samuel de Champlain (1567 – 1635) ίδρυσε την αποικία του Κεμπέκ στην ακριβή θέση της σημερινής ομώνυμης πόλης, εκεί όπου ο ποταμός στενεύει. Άλλωστε, ο Champlain είναι εκείνος που θεωρείται ως πατέρας της Νέας Γαλλίας. Όχι μόνο από τότε οι Γάλλοι εγκαταστάθηκαν σε μόνιμη κλίμακα στο Καναδά, αλλά με τις συνεχείς διευρύνσεις των ορίων της αποικίας τους, έφτασαν, έως τις αρχές του 18ου αιώνα, να ελέγχουν το μεγαλύτερο τμήμα του ανατολικού ημίσεως των σημερινών ΗΠΑ.

Σε ένα αρχικό στάδιο, η Νέα Γαλλία δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα άθροισμα εμπορικών σταθμών (colonies de comptoir) εφήμερης διάρκειας, που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της αλιείας και του εμπορίου της γούνας με τους ιθαγενείς. Οι προσωρινοί κάτοικοι, μόλις εξασφάλιζαν τα όσα είχαν ανάγκη, εγκατέλειπαν το έδαφος της Νέας Γαλλίας επιστρέφοντας με την πραμάτειά τους στη Μητρόπολη. Τη διοίκηση των εμπορικών αυτών σταθμών ασκούσαν οι πολυάριθμες αποικιακές εταιρείες, οι οποίες σφυρηλατήθηκαν στη Γαλλία έχοντας επιλέξει ως πρότυπο την Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών (Verenigde Oost Indische Compagnie). Το 1617, ο Louis Hébert, ένας φαρμακοποιός από το Παρίσι, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του Marie Rollet και τα τρία παιδιά τους, εγκαταστάθηκαν σε μόνιμη βάση στο Κεμπέκ. Θεωρούνται οι πρώτοι άποικοι της Νέας Γαλλίας.

JD Kelly, Champlain Arrives at Québec, 1608 (1895).

Όταν, περί το 1750, η Νέα Γαλλία γνώρισε το γεωγραφικό της απόγειο, περιλάμβανε πέντε αποικίες, κάθε μια από τις οποίες διέθετε ξεχωριστή περιφερειακή διοίκηση: Καναδάς,  Ακαδία,  Κόλπος του Χάντσον (Βaie d’ Hudson), Νέα Γη και Πλεζάνς (Terre -Neuve et Plaisance) και Λουιζιάνα. Κάλυπτε μια αχανή έκταση 8 εκατομ. τετρ. χλμ. και αριθμούσε μόλις  70.000 πληθυσμό. Με γνώμονα τα σημερινά διοικητικά δεδομένα, η Νέα Γαλλία περιλάμβανε το σύνολο ή τμήμα επτά επαρχιών του Καναδά (Manitoba, New Brunswick, New Foundland and Labrador, Nova Scotia, Québec, Ontario, Saskatchewan) και 22 πολιτειών των ΗΠΑ (Αlabama, Arkansas, Illinois, Iowa, Indianna, Kansas, Kentucky, Louisiana, Michigan, Minnesota, Mississippi, Missouri, New York, North Dakota, Ohio, Oklahoma, Pennsylvania,  South Dakota, Tennessee, Texas, West Virginia, Wisconsin). Προς ανατολάς, οι γαλλικές κτήσεις εφάπτονταν με τις 13 βρετανικές αποικίες, προς νότο με εκείνες της Νέας Ισπανίας, προς βορρά και προς δυσμάς με ανεξερεύνητες, ακόμη, εκτάσεις.

Tο 1627, ο καρδινάλιος Richelieu ίδρυσε την Εταιρεία της Νέας Γαλλίας (Compagnie de la Nouvelle-France) ή Εταιρεία των Εκατό Συνεταίρων (Compagnie des Cent-Associés). Ο καθένας από τους εκατό μετόχους (μεταξύ των οποίων ο ίδιος ο καρδινάλιος καθώς και ο ιδρυτής της Νέας Γαλλίας, Samuel de Champlain), προσκόμιζε το ποσό των 3.000 λιρών, εξασφαλίζοντας, με τον τρόπο αυτό, στην Εταιρεία ένα επαρκές αποθεματικό, προκειμένου να μπορέσει να δραστηριοποιηθεί. Η τελευταία, εισήγαγε στη Νέα Γαλλία το σώμα των νόμων (Coutume de Paris), βάσει των οποίων ασκείτο από το 1510 και κατόπιν η διοίκηση στην ευρύτερη περιοχή του Παρισιού. Ο βασιλιάς της είχε εκχωρήσει επ’ αόριστον το μονοπώλιο κάθε είδους εμπορίου, πλην εκείνου της γούνας, για το οποίο είχε οριστεί χρονικός ορίζοντας 15 ετών. Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα, η Εταιρεία φρόντισε να διεκπεραιώσει τις δεσμεύσεις της: μεταφορά και εγκατάσταση σε μόνιμη κλίμακα 4000 αποίκων, ανάληψη και άσκηση της διοίκησης, παροχή στρατιωτικής προστασίας, τέλος, καλλιέργεια καλών σχέσεων με τους ιθαγενείς.⁷

Το 1663, ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ αποφάσισε τη διάλυση της Εταιρείας, αναλαμβάνοντας ο ίδιος τη διοίκηση της Νέας Γαλλίας μέσω ενός Ύπατου Συμβουλίου (Conseil Souverain). Έκτοτε, η βασιλική εξουσία ασκήθηκε με γνώμονα το παραπάνω σχήμα, εως τη στιγμή της απώλειας της αποικίας το 1760. Το 1664, ένα έτος έπειτα από τη διάλυση της Εταιρείας, ο υπουργός Oικονομικών Jean-Baptiste Colbert, κατόπιν εντολής του μονάρχη, προχώρησε στην ίδρυση της Γαλλικής Εταιρείας Δυτικών Ινδιών (Compagnie française des Indes occidentales) με στόχο την ενίσχυση του μεταναστευτικού ρεύματος με προορισμό τη μεγάλη υπερπόντια αποικία, καθώς και τον αποτελεσματικότερο έλεγχο του εμπορίου. Βρισκόμαστε εν μέσω της εποχής του μερκαντιλισμού, ιδιαίτερα δε, του κολμπερτισμού, μιας παραλλαγής του τελευταίου. Ωστόσο, η εν λόγω Εταιρεία αποδείχτηκε εφήμερης διάρκειας, καθώς μόλις που κατάφερε να συμπληρώσει μια δεκαετία ύπαρξης και λειτουργίας προτού πάψει να υφίσταται.⁸

Χάρτης της Νέας Γαλλίας το έτος 1750. Διακρίνονται επίσης οι βρετανικές και ισπανικές κτήσεις της εποχής. Σε αυτόν αποτυπώνονται, τέλος, και τα σημερινά διοικητικά όρια των επαρχιών του Καναδά και των πολιτειών των ΗΠΑ.

Ο Καναδάς ήταν η σημαντικότερη από τις πέντε αποικίες. Η Πόλη του Κεμπέκ, η πρωτεύουσά του, ήταν συνάμα και διοικητική πρωτεύουσα ολόκληρης της Νέας Γαλλίας. Δεύτερη σε μέγεθος αποικία, τελευταία, όμως, κατά χρονολογική σειρά, ήταν η Λουιζιάνα, η οποία κάλυπτε τη λεκάνη του Μισισιππή, από τις πηγές έως τις εκβολές του τελευταίου. Εκτεινόταν από τις Μεγάλες Λίμνες έως τον κόλπο του Μεξικού και από τα Απαλάχια έως τα Βραχώδη Όρη. Ανακαλύφτηκε το 1673 από τον Louis Jolliet και κατακτήθηκε εννέα χρόνια αργότερα, το 1682 από τον Cavelier de la Salle. H αποικία της Λουιζιάνας ιδρύθηκε το 1699 από τον Pierre Le Moyne d’ Iberville και οφείλει το όνομά της στον ηγεμόνα της Γαλλίας, τον βασιλέα Λουδοβίκο ΙΔ΄. Ήταν χωρισμένη σε δυο διοικητικές περιφέρειες: την Άνω Λουιζιάνα (την κοιλάδα του Οχάϊο, όπου ευδοκιμούσε το εμπόριο της γούνας) και την Κάτω Λουιζιάνα, γνωστή από τις φυτείες ζαχαροκάλαμου και βάμβακος. Τελευταία πρωτεύουσα υπήρξε η Νέα Ορλεάνη και συγκεκριμένα η Γαλλική Συνοικία (Vieux Carrée), το σημερινό ιστορικό κέντρο της πόλης, που ιδρύθηκε το 1718.⁹  Ως αποτέλεσμα της ήττας στον Επταετή Πόλεμο, το 1763 η Γαλλία υποχρεώθηκε να παραχωρήσει το ανατολικό τμήμα των εδαφών της Λουιζιάνας στη νικήτρια Βρετανία και παράλληλα εκχώρησε με τη συνθήκη του Φονταινεμπλώ (1762) το δυτικό τμήμα στην Ισπανία. Το 1800, επανέκτησε την κυριότητα των δυτικών εδαφών. Αλλά πιεζόμενος από υποχρώσεις στην Ευρώπη, ο Ναπολέων Βοναπάρτης αποφάσισε να πουλήσει την περιοχή στις ΗΠΑ με την επονομαζόμενη “Αγορά της Λουιζιάνας” του 1803, τερματίζοντας την παρουσία των Γάλλων στην περιοχή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραχώρησαν μέρος της Αγοράς της Λουιζιάνας στη Μεγ. Βρετανία το 1818.

Χάρτης της Λουιζιάνας (π. 1720).

H Ακαδία, τρίτη σε μέγεθος αποικία της Νέας Γαλλίας, με πρωτεύουσα το Port-Royal, καταλάμβανε το σύνολο των σημερινών επαρχιών Nova Scotia και New Brunswick του Καναδά και της πολιτείας Maine των ΗΠΑ. To 1713, με βάση τις διατάξεις της συνθήκης της Ουτρέχτης, η Ακαδία παραχωρήθηκε στη Μεγ. Βρετανία. Εξαίρεση αποτέλεσαν τα δυο νησιά Isle Royale και Isle Saint-Jean στην είσοδο του κόλπου του Αγίου Λαυρεντίου, κοντά στις εκβολές του ποταμού. Το όνομα Ακαδία συνέχισε να ισχύει για τις εναπομείνασες περιοχές. Νέα πρωτεύουσα ορίστηκε η οχυρή θέση Λούισμπουργκ, έως την οριστική απώλεια της αποικίας, μετά το πέρας του Επταετούς Πολέμου. Η ιστορία της Ακαδίας και των κατοίκων της σημαδέυτηκε από ένα άλλο γεγονός: εκείνο του ομαδικού εκτοπισμού, στον οποίο προέβη η βρετανική διοίκηση το 1755. Παρά το γεγονός ότι από το 1713 ήδη, το μεγαλύτερο τμήμα της αποικίας είχε εκχωρηθεί στους Βρετανούς, ο γαλλόφωνος πληθυσμός αρνήθηκε να εγκαταλείψει τα εδάφη και να αποσυρθεί στις παρακείμενες δυο νήσους, που είχαν παραμείνει υπό γαλλικό έλεγχο. Στα σαράντα έτη που μεσολάβησαν, οι Ακαδιανοί μεγαλούργησαν, καθιστώντας καλλιεργήσιμες μεγάλες εκτάσεις, χάρη στα φράγματα, τα οποία κατασκεύασαν. Ο αιφνιδιασμός της βρετανικής διοίκησης, η οποία προσέβλεπε στην εθελούσια αποχώρηση των κατοίκων και στον εποικισμό της περιοχής από πληθυσμό, προερχόμενο από τις γειτονικές δεκατρείς βρετανικές αποικίες της Νέας Αγγλίας, υπήρξε έκδηλος. Με την πάροδο του χρόνου, η παρουσία και προκοπή των Ακαδιανών άρχισε να γίνεται ενοχλητική. Ένα επιπρόσθετο πρόβλημα προέκυψε από τους δημογραφικούς δείκτες. Μεταξύ των ετών 1714 και 1749, ο γαλλικός πληθυσμός αυξήθηκε από 2.528 σε 11.925 (οικογένειες με άνω των δεκαπέντε παιδιών αποτελούσαν συχνό φαινόμενο). Κατά συνέπεια, οι γαλλόφωνοι καθολικοί πολλαπλασιάζονταν ταχύτερα από τους αγγλόφωνους προτεστάντες. Το 1753, ο Charles Lawrence ανέλαβε διοικητής της Νέας Σκωτίας. Ευθύς εξαρχής γνωστοποίησε την πρόθεσή του να εκδιώξει τους Ακαδιανούς. Προβλέποντας πως οι τελευταίοι θα αρνούνταν, έθεσε ως προϋπόθεση για μια παραμονή επιτόπου, τον υποχρεωτικό και άνευ όρων όρκο υποταγής προς τον βασιλέα της Αγγλίας. Η επιχείρηση απέλασης υπήρξε σύντομης διάρκειας και οδήγησε, δυο χρόνια αργότερα, στον ομαδικό εκπατρισμό 10.000 ατόμων. Ο ξεριζωμός αυτός είναι γνωστότερος ως “Μεγάλη Αναστάτωση” (Grand Dérangement).¹º

Η “Μεγάλη Αναστάτωση” των Ακαδιανών το 1755.

Από τις υπόλοιπες δυο αποικίες της Νέας Γαλλίας, η πρώτη (Νέα Γη και Πλεζάνς) ήταν περισσότερο γνωστή για τις δυνατότητες που προσέφερε στον τομέα της αλιείας., ειδικότερα γύρω από τη Νέα Γη και την εναπομείνασα μέχρι σήμερα γαλλική κτήση, τo σύμπλεγμα των νήσων Saint-Pierre-et-Miquelon.  Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η Γαλλία διατήρησε το μονοπώλιο της αλιείας στην ευρύτερη περιοχή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αποποιήθηκε το αποκλειστικό αυτό δικαίωμα έναντι σημαντικής χρηματικής αποζημίωσης το 1904, στο πλαίσιο της συνομολόγησης του Συμφώνου της Εγκάρδιας Συνεννόησης με τη Μεγ. Βρετανία. Ως προς τη δεύτερη αποικία (Κόλπος του Χάντσον), γνωστή για το εμπόριο γούνας, έπειτα από μακροχρόνια  αντιπαράθεση, ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ εκχώρησε μεγάλα τμήματα στους Βρετανούς, με  την υπογραφή της Συνθήκης της Ουτρέχτης (1713).

 Les Grands Explorateurs de la Nouvelle-France (1534-1739)     

3.  Σχέσεις με τους αυτόχθονες πληθυσμούς

Κατά τα πρώτα έτη ζωής της Νέας Γαλλίας και έως το τέλος του 17ου αιώνα, η καθημερινότητα των αποίκων είχε σημαδευτεί από συνεχείς περιορισμούς: αντίξοες κλιματολογικές συνθήκες, μεγάλη απόσταση από τη Μητρόπολη, αβέβαιες εμπορικές συναλλαγές εξαιτίας της προηγούμενης παραμέτρου κλπ. Ως εκ τούτου, οι πρώτοι Γάλλοι κάτοικοι ήταν υποχρεωμένοι να αυτοσυντηρηθούν παράγοντας οι ίδιοι τα προς το ζην, προσαρμόζοντας στη βορειοαμερικανική πραγματικότητα τις μεθόδους καλλιέργειας, που είχαν προσκομίσει από τη γενέτειρά τους, τέλος, συνάπτοντας σχέσεις με τους αυτόχθονες πληθυσμούς και αφομοιώνοντας πολλές από τις συνήθειες των τελευταίων. Γρήγορα, ωστόσο, βρήκαν τον βηματισμό και τους ρυθμούς τους στο Νέο Κόσμο. Κατά τον 18ο αιώνα, το επίπεδο διαβίωσης των αποίκων εθεωρείτο υψηλότερο από εκείνο των κατοίκων της μητροπολιτικής Γαλλίας, ειδικότερα κατά την περίοδο της λεγομένης “Τριακονταετούς Ειρήνης” (1713-1744). Υπήρχε αφθονία ξυλείας για θέρμανση, κυνηγιού και ψαριού για διατροφή, τέλος, οι άποικοι ήταν ιδιοκτήτες της γης, επί της οποίας κατοικούσαν. Η σταθερή, αυτή, ανοδική πορεία ανακόπηκε από τους περισπασμούς, που προκάλεσαν πρώτα ο Πόλεμος της Αυστριακής  Διαδοχής (1740-1748)  και εν συνεχεία ο Επταετής Πόλεμος (1755-1764).¹¹

Ευθύς εξαρχής, οι Γάλλοι άποικοι της Ακαδίας και του Καναδά ήρθαν σε επαφή με τις φυλές των Αμερινδιάνων της περιοχής (Αλγκονκίνοι, Ιροκουά, Μικμάκοι, Μοχώκ και Χιούρον). Ο έλεγχος των δικτύων διακίνησης της γούνας εξελίχθηκε σε διακύβευμα αντιπαράθεσης, καθώς κάθε μια από τις παραπάνω φυλές φιλοδοξούσε να καλλιεργήσει προνομιακές σχέσεις με τους Ευρωπαίους αποίκους. Ο επονομαζόμενος “Πόλεμος της Γούνας” έφερε αντιμέτωπους τους Αλγκονκίνους και τους Χιούρον, συμμάχους των Γάλλων, με την ισχυρή Λίγκα των πέντε εθνών, ένα είδος συνομοσπονδίας που είχαν συγκροτήσει προς δικό τους όφελος οι Ιροκουά, διαθέτοντας την υποστήριξη των Ολλανδών του Νέου Αμστερνταμ (προδρόμου της Νέας Υόρκης) καθώς και των Βρετανών αποίκων της Νέας Αγγλίας. Οι όλο και περισσότερες επιδρομές των Ιροκουά προκάλεσαν την αποστολή στρατευμάτων από τη Γαλλία για την αποκατάσταση της τάξης και τη διασφάλιση της  βασιλικής εξουσίας. Το 1690 αποκρούστηκε μια επίθεση κατά της πόλης του Κεμπέκ, με τη συνδρομή των Βρετανών. Τα γαλλικά αντίποινα υπήρξαν βαρύτατα για τους Ινδιάνους. Επιπρόσθετα, η φυλή των Ιροκουά απειλήθηκε με ολοκληρωτικό αφανισμό εξαιτίας επιδημιών, με άμεσο ανασταλτικό αντίκτυπο στην εν γένει δημογραφική τους εξέλιξη. Έτσι, από το 1697 άρχισαν να υιοθετούν περισσότερο διαλακτική στάση. Ο δρόμος για μια γενικευμένη ειρήνη, επωφελή για όλες τις πλευρές, είχε πλέον ανοίξει.

Όλες οι προηγούμενες πρωτοβουλίες για συμβιβασμό είτε δεν είχαν καταφέρει να καρποφορήσουν, είτε είχαν καταλήξει σε εφήμερης διάρκειας  εύθραυστες διμερείς συμφωνίες ανάμεσα σε Γάλλους και Αμερινδιάνους ή, ακόμα, ανάμεσα σε Αμερινδιάνους μεταξύ τους. Έχοντας αυτό ακριβώς κατά νου, οι αρχές της Νέας Γαλλίας δρομολόγησαν μια διαδικασία σταδιακών προπαρασκευαστικών διαπραγματεύσεων, ικανών να καταλήξουν σε μια τελική συμφωνία ευρείας αποδοχής. Τον Μάρτιο του 1700, μια πρώτη συνδιάσκεψη έλαβε χώρα εντός του εδάφους των Ιροκουά. Λίγους μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, στο Μοντρεάλ, υπογράφηκε μια προσωρινή ειρήνη με τη Λίγκα των πέντε εθνών. Ταυτόχρονα, στάλθηκε πρόσκληση προς όλες τις φυλές, που κατοικούσαν πέριξ των Μεγάλων Λιμνών, που σήμερα (με εξαίρεση τη λίμνη Μίσιγκαν) βρίσκονται στα σύνορα μεταξύ ΗΠΑ και Καναδά, για συμμετοχή σε μια μεγάλη συνδιάσκεψη με στόχο τη συνομολόγηση μιας τελικής πράξης. Φορείς της πρόσκλησης ήταν Γάλλοι ιερείς και στρατιωτικοί, με διασυνδέσεις στον κόσμο των Αμερινδιάνων. Η συνδιάσκεψη προγραμματίστηκε για το θέρος του 1701.

Χορός των Ινδιάνων Αλγκονκίνων (χαρακτικό του John White, 1590).

Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα οι διαπραγματεύσεις με αντικείμενο την ουδετερότητα των πέντε εθνών Ιροκουά συνεχίστηκαν αδιάλειπτα. Οι πρώτες αντιπροσωπείες για τη μεγάλη συνδιάσκεψη άρχισαν να καταφθάνουν στο Μοντρεάλ στις αρχές του καλοκαιριού. Οι εργασίες πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 21 Ιουλίου και 7 Αυγούστου με τη συμμετοχή 1.300 συνέδρων σε μια πόλη, που αριθμούσε μόλις 1.200 κατοίκους! Σημαδεύτηκαν, μεταξύ άλλων, από τον θάνατο εξαιτίας υψηλού πυρετού του Kondiaronk, αρχηγού της φυλής των Χιούρον, εκ των πρωτοστατών των διαπραγματεύσεων. Η κηδεία του υπήρξε μεγαλοπρεπής με τη συμμετοχή όλων των παρευρισκομένων. Μια μικρή καθυστέρηση, που παρατηρήθηκε ως προς τη διεκπεραίωση των συζητήσεων, οφειλόταν στην υπέρμετρη σχολαστικότητα του Louis-Hector de Callière, Κυβερνήτη της Νέας Γαλλίας, διακαής επιθυμία του οποίου ήταν η συνομολόγηση μιας συμφωνίας δίχως ελαττώματα και ελλείψεις.

  Canada A People’s History: Claiming the Wilderness 1670 to 1755     

Η Μεγάλη Ειρήνη του Μοντρεάλ (Grande Paix de Montréal) υπογράφηκε στις 4 Αυγούστου 1701. Τρεις όροι αξίζουν μνείας: 1) Όλοι οι αιχμάλωτοι, αυτόχθονες και μη, απελευθερώνονταν. 2) Τα εδάφη, όπου ευδοκιμούσε το κυνήγι, συγχωνεύονταν και αξιοποιούνταν από κοινού από τους αυτόχθονες. 3) Οι φυλές των Αμερινδιάνων δεσμεύονταν να τηρήσουν στάση ουδετερότητας σε περίπτωση ένοπλης αντιπαράθεσης μεταξύ των βρετανικών και γαλλικών αποικιών της ευρύτερης περιοχής. Σε αυστηρά διπλωματικό επίπεδο, η Μεγάλη Ειρήνη του Μοντρεάλ αποτελεί σταθμό στην ιστορία της Β. Αμερικής καθώς, πέρα από την ειρήνευση με τους ντόπιους, περιλαμβάνει διατάξεις (όπως η υπ αρ. 2), οι οποίες εξακολουθούν να τελούν σε ισχύ. Άλλες, πάλι, παραβιάστηκαν στο πλαίσιο των πολέμων, που ακολούθησαν. Το εμπόριο και οι εξερευνητικές αποστολές ξαναβρήκαν το ρυθμό τους. Σε αντιδιαστολή με την πολιτική των Ισπανών στο αμερικανικό Νότο, η οποία προσέβλεπε στην υποδούλωση και αφομοίωση των ιθαγενών πληθυσμών, οι Γάλλοι επέλεξαν τη φωνή της λογικής. Εκείνη της συμβίωσης επ ωφελεία αμφοτέρων των πλευρών. Σε πολλές, μάλιστα, περιπτώσεις, οι άποικοι εντυπωσιάστηκαν από τον τρόπο ζωής των Ινδιάνων, υιοθετώντας δικές τους συνήθειες, όπως αποκαλύπτει η παράδοση των λεγομένων “δρομέων των δασών” (coureurs des bois), ένα είδος μεσαζόντων στον τομέα του εμπορίου της γούνας.¹²

Το πρωτότυπο της Μεγάλης Ειρήνης του Μοντρεάλ (Archives nationales d’outre-mer, Aix-en-Provence, Γαλλία).  Διακρίνονται τα εικονογράμματα της κάθε φυλής.

Εν κατακλείδι, από όλα τα κράτη, τα οποία επιδόθηκαν σε μια πολιτική αποικιακής εξάπλωσης, η Γαλλία υπήρξε το μόνο, που δεν προχώρησε σε εξόντωση των ιθαγενών, δεν επιχείρησε να τους καταστήσει σκλάβους ούτε και να τους εγκλωβίσει μέσα σε ρεζέρβες. Το έπραξε ακόμη και για ιδιοτελείς λόγους. Το εμπόριο της γούνας ήταν ο κινητήριος μοχλός της οικονομίας της Νέας Γαλλίας. Ο ρόλος των Αμερινδιάνων ήταν κομβικός στον τομέα αυτόν. Συνεπώς, η καλλιέργεια καλών σχέσεων μαζί τους, λειτουργούσε προς όφελος των ιδίων των Γάλλων. Μόνο έτσι, οι τελευταίοι μπορούσαν να είναι βέβαιοι για την απρόσκοπτη τροφοδοσία σε είδος των αγορών του Μοντρεάλ και του Κεμπέκ και την ασφαλή προώθηση, κατόπιν, του προϊόντος προς τη Μητρόπολη. Επί 150 ολόκληρα χρόνια, η Νέα Γαλλία ενσάρκωνε ένα όνειρο. Το όνειρο της διαβίωσης κάτω από καλύτερες συνθήκες σε ένα νέο, άγνωστο, κόσμο. Το μυστικό της επιτυχίας υπήρξε η καλλιέργεια και διατήρηση καλών σχέσεων με τους αυτόχθονες πληθυσμούς. Ως προς αυτό, συνέβαλε τα μέγιστα ο περιορισμένος αριθμός των αποίκων. Δεν προκαλούσε στους ντόπιους την αίσθηση μιας μαζικής έλευσης, με απώτερο στόχο την κατάκτηση. Αντίθετα, η άσκηση ελέγχου επάνω σε μια τεραστίων διαστάσεων περιοχή, δεν ήταν εφικτή παρά μόνο χάρη σε μια αρμονική συνύπαρξη με τους ιθαγενείς. Υπήρχαν, ωστόσο, εγγενή προβλήματα και δυσκολίες. Οι δυσμενείς κλιματολογικές συνθήκες καθιστούσαν, κατά τους χειμερινούς μήνες, αδύνατη την πρόσβαση δια θαλάσσης στον κόλπο του Αγίου Λαυρεντίου, όπως και την κυκλοφορία κατά μήκος του ομώνυμου ποταμού. Προς ανατολάς, η ύπαρξη των 13 βρετανικών αποικιών απέκλειε κάθε υπόνοια πρόσβασης στις ακτές του Ατλαντικού. Έτσι εξηγείται η επέκταση της Νέας Γαλλίας προς τη μακρινή Λουιζιάνα και τον κόλπο του Μεξικού. Αντιστρόφως ανάλογα, η μεγάλη γαλλική αποικία παρεμπόδιζε μια βρετανική επέκταση από τις ανατολικές ακτές προς την ενδοχώρα. Σε αντίθεση με τη Νέα Γαλλία, μια αραιοκατοικημένη έκταση, οι γεμάτες δυναμισμό βρετανικές αποικίες ήταν υπερπληθείς. Αριθμούσαν 1 εκατομμύριο κατοίκους έναντι 70.000 Γάλλων μόνο. Επιπρόσθετα, ήταν αδιάκοπτος ο ρυθμός έλευσης, σε αυτές, αποίκων από την Ευρώπη. Συνεπώς, η Νέα Γαλλία ήταν, στην ουσία, μια αποικία, που δεν κόστιζε ακριβά, δεν απέδιδε, ωστόσο πολλά. Σε κάποιο βαθμό λειτουργούσε εν είδει αντιπερισπασμού προς όφελος της Μητρόπολης, απασχολώντας μακριά από το έδαφος της τελευταίας ισχυρά βρετανικά στρατεύματα. Πρόκειται για μια αντίληψη, η οποία έμελλε να επηρρεάσει τα μάλλα τον σχεδιασμό της γαλλικής αποικιακής πολιτικής κατά τα έτη της εμπόλεμης αντιπαράθεσης με τη Μεγάλη Βρετανία, που επρόκειτο να ακολουθήσουν.

         Québec, Louisiane – Le Grand Tour       

 

[Συνεχίζεται]

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Α΄ ΜΕΡΟΥΣ

¹ Dale C. Thomson, Vive le Québec Libre, Toronto, Deneau Publishers, 1988, σ. 199.

² Pierre Godin, Daniel Johnson, τόμος Β΄, La difficile recherche de l’ égalité, Montréal, Les éditions de l’Homme, 1980, σ. 221-223.

³ Alain Peyrefitte, «De Gaulle: Il y aura une République française du Canada», Les cahiers d’histoire du Québec au XXe siècle, n7 (printemps 1997), σ. 13-22.

⁴  https://degaulle.fondationlionelgroulx.org/discours-31.html

⁵ Για μια γενικότερη επισκόπηση της επίσκεψης του στρατηγού De Gaulle στο Κεμπέκ, βλ. Sylvie Guillaume, “Le général de Gaulle et le Québec”, Espoir, αρ. 70, 1990.

⁶ Patricia Seed, Ceremonies of Possession in Europe’s Conquest of the New World: 1492-1640, Cambridge University Press, 1995, σ. 56. Για μια αναλυτική προσέγγιση βλ. Jacques Cartier,  [Ramsay Cook, ed.], The Voyages of Jacques Cartier, Toronto, University of Toronto Press και Fernand Braudel – Michel Mollat du Jourdin, Le monde de Jacques Cartier: l’ aventure au XVIe siècle, Paris, Berget-Levrault, 1995.

⁷ Marcel Trudel, The beginnings of New France 1524-1663, Toronto, McClelland and Stewart, 1973, σ.249.

⁸ Βλ.σχετικά, Édits, ordonnances royaux, déclarations et arrêts du Conseil d’État du roi, concernant le Canada, P.E. Desbarats, 1803

⁹ Για μια διεξοδική προσέγγιση της ιστορίας της Γαλλικής Λουιζιάνας βλ. το τετράτομο έργο του Marcel Giraud, Histoire de la Louisiane française (1698–1723), Paris, Presses Universitaires de France, 1953–1974 και Bernard Lugan, Histoire de la Louisiane française (1682–1804), Paris, Perrin,  1994.

¹º Για τον μαζικό εκτοπισμό των κατοίκων της Ακαδίας βλ. Naomi Griffiths, The Contexts of Acadian History, 1686-1784, Montréal, McGill-Queen’s University Press, 1992 και Lockerby W. Earle, «Le serment d’allégeance, le service militaire, les déportations et les Acadiens: opinions de France et de Québec aux 17et 18siècles», στο Acadiensis, vol. xxxvii, n1,‎ hiver/printemps 2008, σ. 149-171.

¹¹ Για την καθημερινή ζωή των κατοίκων της Νέας Γαλλίας βλ. Raymond Douville – Jacques Donat Casanova, La vie quotidienne en Nouvelle France. Le Canada de Champlain à Montcalm, Paris, Hachette, 1964.

¹² Σχετικά με τη Μεγάλη Ειρήνη του Μοντρεάλ βλ. Alain Beaulieu – Roland Viau, La Grande Paix: chronique d’une saga diplomatique, Montréal, Éditions Libre Εxpression, 2001.

 

EΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ  A΄ ΜΕΡΟΥΣ

Beaulieu Alain – Viau Roland, La Grande Paix: chronique d’une saga diplomatique, Québec, Éditions Libre Expression, 2001

Blashfield Jean F., Jacques Cartier in search of the Northwest Passage, MinneapolisMN,  Compass Point Books, 2002.

Braudel Fernand – Mollat du Jourdin Michel, Le monde de Jacques Cartier: l’ aventure au XVIe siècle, Paris, Berget-Levrault, 1995.

Cartier Jacques, The Voyages of Jacques Cartier, Toronto Ramsay Cook, ed., 1993.

Charbonneau Hubert, Naissance d’une population: les Français établis au Canada au XVIIe siècle, Paris et Montréal, I.N.E.D., PUF et Presses de l’Université de Montréal, 1987.

Eccles William John, The French North America 1500-1763, East Lansing, Michigan State University Press, 1998.

Frégault Guy,  La Civilisation de la Nouvelle France 1713-1744, Montréal, Éditions Pascal, 1944 (2e édition 1969, 3e édition 1990).

Giraud Marcel, Histoire de la Louisiane française (1698–1723), Paris, Presses Universitaires de France, 1953–1974.

Greene Meg, Jacques Cartier: Navigating the St. Lawrence River, New York, Rosen Central, 2004.

Havard Gilles – Vidal Cécile, Histoire de l’ Amérique française, Paris, Flammarion, 2003.

Jacquin Philippe, Les Indiens blancs: Français et Indiens en Amérique du Nord (XVI– XVIIIsiècles), Paris, Payot, 1987.

Lahaise Robert – Vallerand Noël, La Nouvelle-France 1524-1760, Outremont (Québec), Lanctôt, 1999.

Lugan Bernard, Histoire de la Louisiane française (1682–1804), Paris, Perrin,  1994.

Trudel Marcel, The beginnings of New France 1524-1663, Toronto, McClelland and Stewart, 1973.

Trudel Marcel, Histoire de la Nouvelle-France, Paris et Montréal, Fides, 1963-1999.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι βετεράνοι των Ναπολεοντείων Πολέμων φωτογραφίζονται

Οι βετεράνοι των Ναπολεοντείων Πολέμων φωτογραφίζονται

 Η Μεγάλη Στρατιά του Ναπολέοντα (Grande Armée) έφτασε στο απόγειο του δυναμικού της τον Ιούνιο 1812, τη στιγμή της εισβολής σε βάρος της Ρωσίας. Αριθμούσε τότε 1 εκατομ. άνδρες, οι 680.000 εκ των οποίων συμμετείχαν στη συγκεκριμένη εκστρατεία. Όταν, λίγους μήνες αργότερα, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το ρωσικό έδαφος, δεν είχαν απομείνει παρά 120.000 άνδρες εξαιτίας των απωλειών, των κακουχιών και του φαινομένου μιας γενικευμένης λιποταξίας. Ο Ναπολέων συγκρότησε ταχύτατα έναν νέο στρατό, που συμμετείχε στη Μάχη των Εθνών της Λειψίας, το 1813, στην άμυνα της Γαλλίας το 1814 και στην αποφασιστική αναμέτρηση του Βατερλώ, το 1815. Ουδέποτε, ωστόσο, η Μεγάλη Στρατιά κατάφερε να ανακτήσει την αίγλη εκείνης του Ιουνίου 1812.

Στο επίκεντρο του παρόντος αφιερώματος βρίσκονται οι βετεράνοι των Ναπολεοντείων Πολέμων με σάρκα και οστά, χάρη στην εμφάνιση και χρήση της φωτογραφίας, τα πρώτα βήματα της οποίας πρόλαβαν να δουν στη δύση της ζωής τους. Εμπειρίες και βιώματα ενός πλούσιου παρελθόντος  ξαναζωντανεύουν για λίγα λεπτά της ώρας, καθώς ποζάρουν ένστολοι, σε προχωρημένη ηλικία, φορώντας διακριτικά και μετάλλια και με έκδηλο στα πρόσωπά τους ένα συναίσθημα υπερηφάνειας. Ειδικότερα οι Γάλλοι, φέρουν, μεταξύ άλλων, το παράσημο της Αγίας Ελένης, το οποίο, τον Αύγουστο του 1857, απονεμήθηκε ομαδικά στους εναπομείναντες βετεράνους των Ναπολεοντείων Πολέμων.

Πρόκειται για την πρώτη και τελευταία φορά, που μάρτυρες σημαντικών ιστορικών γεγονότων αποθανατίζονται με αυτόν τον τρόπο, κληροδοτώντας το μέλλον με μια στιγμιαία καταγραφή ανεπανάληπτης αμεσότητας, συγκίνησης και ανθρωπιάς.

O Arthur Wellesley, πρώτος δούκας του Wellington (1769-1852), υπήρξε εξέχουσα πολιτική και στρατιωτική φυσιογνωμία της Βρετανίας του 19ου αιώνα. Διετέλεσε δυο φορές πρωθυπουργός (Ιανουάριος1828 – Νοέμβριος 1830 και Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1834), υπουργός Εξωτερικών (1834-1835), και τρεις φορές επικεφαλής της Βουλής των Λόρδων. Στη λαϊκή συνείδηση έχει καταγραφεί ως ο μεγαλύτερος Βρετανός στρατηλάτης, ο οποίος σε δυο περιστάσεις (εκστρατεία Ισπανίας και μάχη του Βατερλώ) κατάφερε να επικρατήσει του Ναπολέοντα. Στη δεύτερη περίπτωση, μάλιστα, έθεσε αμετάκλητα τέλος στην ηγεμονία του Γάλλου αυτοκράτορα. Ο πίνακας πάνω αριστερά, φιλοτεχνήθηκε από τον Thomas Lawrence μεταξύ των ετών 1815 και 1816, αμέσως μετά τη νίκη στο Βατερλώ. Η σπάνια φωτογραφία δεξιά (http://emperornapoleon.com/photos/duke-of-wellington.html), τραβήχτηκε το 1844, 29 χρόνια αργότερα, οπότε ο Wellington ήταν κοντά 75 ετών. Στην επιχρωματισμένη λιθογραφία εικονίζεται να ενθαρρύνει τα στρατεύματά του την ώρα της μεγάλης μάχης.

Οι τελευταίοι Βρετανοί επιζώντες της μάχης του Βατερλώ (τέσσερις από τους εικονιζόμενους πέντε τον Ιούνιο του 1880 στον περίβολο του νοσοκομείου του Chelsea, στο Λονδίνο). Η ηλικία όλων κυμαίνεται μεταξύ 80 και 90 ετών ( http://emperornapoleon.com/photos/waterloo-veterans.html).

Ο ανώνυμος Βρετανός βετεράνος, πάνω αριστερά με τη σύζυγό του, φωτογραφήθηκε το 1850 επιδεικνύοντας το παράσημο, το οποίο απόκτησε χάρη στη συμμετοχή του στην εκστρατεία της Ισπανίας (http://emperornapoleon.com/photos/british-veteran-and-wife.html). Ο αιωνόβιος Pavel Yakovlevich Tolstoguzov (δεξιά), γεννηθείς το 1798, πολέμησε στις τάξεις του ρωσικού στρατού κατά του Ναπολέοντα.

Louis-Victor Baillot (1793-1898), ο τελευταίος Γάλλος επιζών της μάχης του Βατερλώ. Γεννήθηκε στο χωριό Percey της Βουργουνδίας, δυο μήνες έπειτα από την εκτέλεση του Λουδοβίκου ΙΣΤ’ στη λαιμητόμο. Απεβίωσε σε ηλικία 104 ετών. Η φωτογραφία τραβήχτηκε το έτος του θανάτου του. Κατετάγη στη Μεγάλη Στρατιά του Ναπολέοντα το 1812, αμέσως έπειτα από την υποχώρηση από τη Ρωσία. Συμμετείχε στην πολιορκία του Αμβούργου υπό τις διαταγές του στρατάρχη Davout. Επέστρεψε στην πολιτική ζωή το 1814, την επομένη της πρώτης παραίτησης του Ναπολέοντα από τον αυτοκρατορικό θρόνο. Επανήλθε στην ενεργό υπηρεσία ένα χρόνο αργότερα και πολέμησε στη μάχη του Βατερλώ. Στις 14 Ιουνίου 1815, είδε με τα ίδια του τα μάτια τον αυτοκράτορα για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του, στην καθιερωμένη επιθεώρηση, λίγο πριν την έναρξη της μάχης. Τραυματίστηκε στο κεφάλι και μεταφέρθηκε, ως αιχμάλωτος, στις Βρετανικές Νήσους, από όπου απελευθερώθηκε το 1816. Στο μνήμα του είναι χαραγμένη η ένδειξη: “Le Dernier de Waterloo”. (https://www.newstatesman.com/culture/2015/06/mystery-waterloos-last-living-soldier)

Σε κάθε επέτειο του θανάτου του Ναπολέοντα (5 Μαΐου 1821), οι παλαίμαχοι της Μεγάλης Στρατιάς συγκεντρώνονταν στην πλατεία Vendôme του Παρισιού, στο μέσο της οποίας υψώνεται η στήλη που ο αυτοκράτορας κατασκεύασε από τα πυροβόλα-λάφυρα της μάχης του Austerlitz, προκειμένου να τιμήσουν τη μνήμη του ήρωά τους. Στην εκδήλωση αυτή, προσέρχονταν ένστολοι. Οι φωτογραφίες, οι οποίες ακολουθούν τραβήχτηκαν, χάρη σε αυτήν, ακριβώς, τη συγκυρία μεταξύ των ετών 1855 και 1858. Το όνομα του φωτογράφου παραμένει άγνωστο. Οι λιθογραφίες, που τις πλαισιώνουν, φιλοτεχνήθηκαν από τον Hippolyte Bellangé (1800-1866).

Αριστερά: Δεκανέας Lefèbre, του 2ου Συντάγματος Μηχανικού. Στo κέντρο: Γρεναδιέρος Burg του 24ου Συντάγματος της Αυτοκρατορικής Φρουράς (Garde Impériale). Δεξιά:Vitry, της Περιφερειακής Φρουράς (Garde Départementale). Άπαντες συμμετείχαν στη μάχη του Βατερλώ.
Αριστερά: Μαμελούκος της Αυτοκρατορικής Φρουράς. Δεξιά: Ducel, Μαμελούκος της Αυτοκρατορικής Φρουράς. Υπηρέτησε μεταξύ των ετών 1813 και 1815.

 

Η Αυτοκρατορική Φρουρά στο Βατερλώ.
Αριστερά: Ουσάρος του 1ου Συντάγματος. Δεξιά: Επιμελητής Fabry, του 1ου Συντάγματος Ουσάρων.
Αριστερά: Γάλλος Λογχοφόρος. Δεξιά: Verlinde, του 2ου Συντάγματος Λογχοφόρων. Υπηρέτησε το 1815.
Αριστερά: Théodore Géricault (1791-1824), Officier de chasseurs à cheval de la garde impériale chargeant, 1812, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου. Δεξιά: Moret, του 2ου Συντάγματος Κυνηγών. Υπηρέτησε τα έτη 1814-1815.
Αριστερά: Λογχοφόρος. Δεξιά: Dreuse, του 2ου Συντάγματος Ελαφρού Ιππικού. Υπηρέτησε το 1813-1814.

 

Thomas Jones Barker (1815-1882), Napoleon at Waterloo, Twickenham,  Royal Military School of Music.

 

Προέλευση φωτογραφιών: Brown University Library, Providence, Rhode Island, USA

https://mashable.com/2014/10/27/napoleonic-wars-veterans/?europe=true

Κείμενο-επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς:Η βασίλισσα της Ελλάδος Αμαλία και ο βασιλικός κήπος της Αθήνας

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς

 Η βασίλισσα της Ελλάδος Αμαλία και ο βασιλικός κήπος της Αθήνας*

Τα ανάκτορα των Αθηνών, κτισμένα για τον πρώτο βασιλέα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους Όθωνα¹ ήταν ο σημαντικότερος αρχιτεκτονικός σχεδιασμός (διάρκεια ανέγερσης 1836-1843) στη νέα πρωτεύουσα. Επανειλημμένως έχει τονισθεί η βαρύνουσα σημασία που έμελλε να παίξει το οικοδόμημα αυτό στην πολεοδομική εξέλιξη της νέας Αθήνας, καθώς και το γεγονός ότι η ανέγερσή του σηματοδότησε, όπως ανεμένετο, την ανάπτυξη μιας ιδιότυπης κλασικιστικής αρχιτεκτονικής στον ελληνικό χώρο.

Ο βασιλεύς Λουδοβίκος Α΄της Βαυαρίας για πολιτικούς λόγους, και προκειμένου να εδραιωθεί η εξουσία της δυναστείας των Wittelsbach στην Ελλάδα, επιθυμούσε την ταχύτερη δυνατή έναρξη της οικοδομήσεως των ανακτόρων. Κατά τη διάρκεια της τετραμήνου παραμονής του στην Αθήνα (από τον Δεκέμβριο του 1835 έως τον Μάρτιο του 1836) και κατόπιν επανειλημμένων γνωμοδοτήσεων σχετικά με τις κατάλληλες περιοχές χωροθετήσεως του κτηρίου, καθώς και κατόπιν συντάξεως δυο διεξοδικών αναφορών των θεραπόντων ιατρών του Όθωνος Röser και Wibmer (που τις υπέβαλαν την πρωτοχρονιά του 1836 και στις οποίες συνιστούσαν ως πλέον υγιεινή περιοχή για την ανέγερση των ανακτόρων τις ανατολικές παρυφές της πόλεως, δηλαδή την περιοχή του αρχαίου Λυκείου), ο βασιλεύς Λουδοβίκος – παρακάμπτοντας τον διστακτικό υιό του ‘Οθωνα – έκανε δεκτή την πρόταση των δυο ιατρών.

Ο Friedrich von Gaertner (1791-1845), ο αρχιτέκτων, στον οποίον ο βασιλεύς Λουδοβίκος ανέθεσε την εκπόνηση των σχεδίων των ανακτόρων, ώρισε ως ακριβή τόπο χωροθέτησής τους όχι τη νότια κλιτύ του Λυκαβηττού, αλλά μία χαμηλή έξαρση του εδάφους στις ανατολικές παρυφές της νέας πόλεως, κοντά στην πύλη του Διοχάρους του αρχαίου τείχους, από όπου απολάμβανε κανείς ανεμπόδιστα τη θέα του Σαρωνικού, της Ακροπόλεως και της παλαιάς πόλεως.

Άποψη της Αθήνας από τον Λυκαβηττό. Διακρίνεται το τείχος του βοεβόδα Χασεκή και στον ορίζοντα τα βουνά της Σαλαμίνας. Επιχρωματισμένη χαλκογραφία του Franz Heger (1792-1836).

Η επιλογή του συγκεκριμένου σημείου για τη χωροθέτηση των ανακτόρων υπήρξε πολύ επιτυχής διότι προσέφερε έναν ανοικτό περιβάλλοντα χώρο και υπερυψωμένη θέση, η οποία εξησφάλιζε άριστες οπτικές διασυνδέσεις. Ξενίζει, ωστόσο, η αδιαφορία του Gaertner για μια μελετημένη πολεοδομική ένταξη των ανακτόρων στον ιστό τόσο της παλαιάς όσο και της νέας πόλεως. Το οικοδόμημα αναγείρεται σε μια προνομιούχο θέση που γεννά αυθορμήτως την σκέψη δημιουργίας μιας εκτεταμένης περιοχής πρασίνου, η οποία θα μπορούσε να εκτείνεται από τις κλιτύες του Λυκαβηττού μέχρι τις όχθες του Ιλισσού.² Και πράγματι, αργότερα το νότιο τμήμα αυτής της περιοχής απέκτησε ενιαίο χαρακτήρα χώρου αναψυχής στο κέντρο της πόλεως, καθώς περιλαμβάνει τον Βασιλικό Κήπο, τον Κήπο του Ζαππείου, τους Στύλους του Ολυμπίου Διός, και τον αναδασωμένο Λόφο του Αρδηττού. Ο αρχιτέκτων των ανακτόρων ωστόσο αγνόησε αυτή την προοπτική. Η ενασχόλησή του με τη διαμόρφωση του τοπίου που περιβάλλει τα ανάκτορα υπήρξε μάλλον επιπόλαια, θα λέγαμε μάλιστα συμβατική. Έχει κανείς την εντύπωση πως ήθελε να αποφύγει την διευθέτηση αυτού του θέματος. Και είχε τους λόγους του: επειδή εκείνη την εποχή επικρατούσε ακόμα αβεβαιότητα όσον αφορά την εφαρμογή του αναθεωρημένου από τον Leo von Klenze πολεοδομικού σχεδίου των Αθηνών (1834), ο Gaertner, σοφά πράττοντας, προτίμησε να αποφύγει τη διατύπωση συγκεκριμένων πολεοδομικών προτάσεων διαρρυθμίσεως του περιβάλλοντος χώρου για να μη θέσει σε κίνδυνο την εφαρμογή του σχεδίου του για τα ανάκτορα.

Friedrich von Gaertner (1791-1845).

Παρ’ όλα αυτά μας είναι γνωστό ένα σχέδιο του Gaertner, στο οποίο είναι αποτυπωμένη πρότασή του για τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος τοπίου και τη διάταξη του βασιλικού κήπου.³ Ο σχηματικός χαρακτήρ αυτού του σχεδίου είναι προφανής. Απουσιάζει εντελώς η απεικόνιση των κυρίων οδών της πρωτευούσης σε σχέση με τα ανάκτορα, και της κυριοτέρας τότε οδού που είχε διανοιγεί στην παλαιά πόλη, της οδού Ερμού. Ανατολικά των ανακτόρων και σε άμεση επαφή με αυτά, ο Gaertner σχεδιάζει ένα μεγάλο ημικύκλιο, διαμέτρου 500 μ., το οποίο περιγράφει μια επιφάνεια 12 εκταρίων, ως αυστηρά γεωμετρικό κήπο των ανακτόρων με πρότυπο τους γαλλικής τεχνοτροπίας κήπους. Στο σχηματικό αυτό περίγραμμα, εκείνο που εντυπωσιάζει είναι η ψυχρή αυστηρότης της αξονικής συμμετρίας και το γεγονός ότι δεν λαμβάνεται καθόλου υπ όψιν το έδαφος που κλίνει προς νότον. Ακριβείς προτάσεις για τη διαμόρφωση του κήπου δεν γίνονται. Έτσι το σκαρίφημα υποβάλλει την ιδέα ότι πρόκειται μάλλον για διακοσμητική πλαισίωση της κατόψεως των ανακτόρων παρά για σχεδιαστική έκφραση μίας ιδέας για τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος τοπίου. Επιπλέον, εκατέρωθεν των ανακτόρων καθώς και μπροστά σε αυτά ο Gaertner σχεδιάζει υπαινικτικά δυο μικρούς διακοσμητικούς οπωρόκηπους, ενώ δεν προβλέπει ευρύχωρο προαύλιο. Αντί προαυλίου προτείνεται μια οδός περιπάτου με δενδροστοιχίες πλάτους 38 μ., η οποία εφάπτεται μετωπικά στο κτήριο χωρίς να καταλήγει πουθενά.

Η πολεοδομική ένταξη των αθηναϊκών ανακτόρων στην κάτοψη της πόλεως έγινε αργότερα, με βάση το σχέδιο του λοχαγού Hoch, ο οποίος επέβλεπε τις οικοδομικές εργασίες ανεγέρσεως των ανακτόρων. Το σχέδιό του, το οποίο εξεπόνησε επί τόπου,⁴ συνιστά μία συγκεκριμένη πολεοδομική πρόταση διευθετήσεως του χώρου περί τα ανάκτορα. Προβλέπει την μνημειακή πλατεία Όθωνος (τη σημερινή πλατεία Συντάγματος) διαστάσεων 215 Χ 150 μ., μπροστά στη δυτική κύρια πρόσοψη των ανακτόρων. Το ακριβές περίγραμμα του κήπου απουσιάζει και από αυτό το σχέδιο. Το λεγόμενο “σχέδιο Hoch”ενεκρίθη με το διάταγμα της 22.5.1837 ως οριστικό σχέδιο διαμορφώσεως της περιοχής δυτικώς των ανακτόρων, και στις κύριες γραμμές του εφηρμόσθη πιστά.

Τα ανάκτορα του Όθωνος και η πλατεία Συντάγματος σε φωτογραφία του 1865.

Το σχέδιο και η διαμόρφωση του βασιλικού κήπου των Αθηνών κατά τη διάρκεια των μετέπειτα δεκαετιών δεν ακολούθησε ωστόσο την σχηματική πρόταση του Gaertner. Αυτή η πρώτη, και μέχρι σήμερα σημαντικότερη, δημιουργία της κηποτεχνίας στην Ελλάδα οφείλεται στην Αμαλία του Ολδεμβούργου, σύζυγο του Όθωνος, πρώτου βασιλέως της Ελλάδος.

Όταν η δεκαοχτάχρονη βασίλισσα έφθασε, την άνοιξη του 1837, στην Αθήνα, έμελλε να κατοικήσει για έξι χρόνια, μέχρι δηλαδή την αποπεράτωση των υπό ανέγερση ανακτόρων, στην οικία Δεκόζη-Βούρου στην πλατεία Κλαυθμώνος. Αλλά η Αμαλία δεν έμεινε αδρανής όλο αυτό το διάστημα της διαμονής του βασιλικού ζεύγους στα προσωρινά ανάκτορα. Ενστερνίσθηκε τη ρήση του πεθερού της Λουδοβίκου Α΄: Εγώ συνηθίζω να φυτεύω πριν ακόμα κτίσω,⁵ και έδρασε αναλόγως.

Κατά τη διάρκεια της εικοσιπεντάχρονης παραμονής της Αμαλίας στην Αθήνα (1837-1862) η δημιουργία του κήπου αυτού έμελλε να γίνει το σπουδαιότερο έργο της ζωής της. Με χαρακτηριστική καλαισθησία, θεληματικότητα και πείσμα διηύθυνε προσωπικά τη διαμόρφωση, τη φύτευση, την επέκταση και τον συνεχή εμπλουτισμό του κήπου των ανακτόρων, ο οποίος έλαβε εν τέλει τη μορφή ενός πυκνοφυτεμένου, ελεύθερα διαμορφωμένου μεσογειακού κήπου, ενός κήπου sui generis σε απομίμηση των φυσικών τοπίων (Landschaftspark). Ο κήπος είχε συλληφθεί εξ αρχής ως ελεύθερος χώρος τριπλής λειτουργίας: ως κήπος των ανακτόρων, ως δημόσιο πάρκο και ως βοτανικός κήπος· και από την άποψη αυτή είναι μοναδικός στη νότια Ευρώπη.

Με πρακτικό νου η νεαρά βασίλισσα επέλεξε την καλύτερη δυνατή χωροθέτηση του κήπου, και μάλιστα σε άμεση γειτνίαση με το κτήριο των ανακτόρων. Η διαμόρφωσή του ξεκίνησε από μια μικρή επιφάνεια 2,5 εκταρίων στη δυτική πτέρυγα του κτηρίου για να καλύψει τελικά περίπου 15,5 εκτάρια (μέγιστες διαστάσεις 410 Χ 470 μ.). Αυτή η παραλληλόγραμμου σχήματος έκταση εκτείνεται μονόπλευρα – δηλαδή στα νότια και τα ανατολικά του κτηρίου των ανακτόρων – σχεδόν μέχρι την είσοδο του Παναθηναϊκού Σταδίου. Ο κήπος απέκτησε τη μέγιστη επιφάνειά του επί Όθωνος και παραμένει έτσι μέχρι τις μέρες μας, τόσο ως προς την διαμόρφωση όσο και ως προς την έκτασή του· ένα «κτήμα εσ αεί” για την πόλη των Αθηνών.

Ludwig Lange, Η πηγή της Καλλιρρόης, όπου διαμορφώθηκε ο κήπος, 1835.

Σημαντικό κριτήριο για την επιλογή της τοποθεσίας δεν ήταν μόνο ο μεσημβρινός της προσανατολισμός και η κεντρική της θέση ανάμεσα στο κτήριο των ανακτόρων, τα μεγαλόπρεπα ερείπια του ναού του Ολυμπίου Διός και το κοίλον του Παναθηναϊκού Σταδίου· σπουδαίο ρόλο έπαιξε επίσης το σχετικά επίπεδο, αλλά ελαφρά προς νότον κεκλιμένον έδαφος (υψηλότερο σημείο 104,5 μ., χαμηλότερο σημείο 83,0 μ. πάνω από την επιφάνεια της θαλάσσης, υψομετρική διαφορά 21,5 μ., μέση κλίση 4,5%) το οποίο επέτρεψε την άνετη άρδευση του κήπου, δίχως αντλίες.

Στο διάστημα μεταξύ των ετών 1836 και 1859 ηγοράσθησαν σταδιακά περισσότερα από τριάντα αγροτεμάχια για την επέκταση του κήπου, τα οποία ήταν ιδιοκτησία του δήμου των Αθηνών, της μονής Πετράκη αλλά και διαφόρων επιφανών αθηναϊκών οικογενειών.⁶ Τα έξοδα για τη διαμόρφωση, καλλιέργεια και συντήρηση του κήπου εκάλυπτε το βασιλικόν ταμείον, ενώ η αγορά γης (αγορά που ουσιαστικά είχε χαρακτήρα απαλλοτριώσεως) γινόταν με δαπάνες του κράτους. Ο Edmond About, γάλλος αρχαιολόγος που στο διάστημα 1852-1854 παρεπιδημούσε στην Αθήνα, μας άφησε μία ενδιαφέρουσα περιγραφή, διαπνεόμενη από θαυμασμό αλλά και ειρωνική διάθεση, που αναφέρεται στις πρωτοβουλίες της βασιλίσσης που είχαν σχέση με τον κήπο των ανακτόρων. Έτσι στο βιβλίο του La Grèce contemporaine, που δημοσιεύθηκε στο Παρίσι το 1854, μας δίνει συγκεκριμένα στοιχεία για τη μοναδική αυτή όαση πρασίνου στην Αθήνα, που υπέφερε από τη ζέστη το θέρος. Αναφέρει λοιπόν ότι ποσό ίσο με το 5% της ετήσιας βασιλικής χορηγίας επενδυόταν στον κήπο, στον οποίο ορισμένες ώρες καθημερινά είχε πρόσβαση και το κοινό. Επίσης αναφέρει ότι η βασίλισσα, προς μεγάλην αγανάκτησιν του πληθυσμού, ξόδευε σημαντικό μέρος του διαθεσίμου ύδατος της πόλεως για τον κήπο της⁷ και ότι στην περιοχή του είχαν βρεθεί τα λείψανα μιας ρωμαϊκής επαύλεως (1846). Επίσης τονίζει την ποιότητα της βοτανικής συλλογής του κήπου και αναφέρει τα κτυπήματα που δέχθηκε το έργο της βασιλίσσης εξ αρχής από τις κακοκαιρίες: τον χειμώνα του 1849/1850 οι θυελλώδεις άνεμοι ξερίζωσαν πολλές φοινικιές και 8.000 πορτοκαλιές και λεμονιές⁸ ενώ τη νύκτα της 14ης Οκτωβρίου του 1852 μιά άλλη ανεμοθύελλα, η οποία μάλιστα έριξε και έναν από τους στύλους του Ολυμπίου Διός, προξένησε μεγάλες ζημιές τόσο στον βασιλικό κήπο όσο και στον αιωνόβιο ελαιώνα στην πεδιάδα του Κηφισού. Παρ όλες τις αντίξοες συνθήκες, η βασίλισσα συνέχισε το έργο της, σχεδιάζοντας, προσθέτοντας φυτά και επεκτείνοντας διαρκώς τις εγκαταστάσεις του κήπου.

Ο Edmond About και η πραγματεία του La Grèce contemporaine.

Πρέπει να θυμηθούμε ότι η πεδινή έκταση στα ανατολικά της παλαιάς πόλεως ανάμεσα στον Λυκαβηττό και την όχθη του Ιλισσού, όπου εδημιουργήθη ο βασιλικός κήπος, εκείνη την εποχή ήταν μια χέρσα επιφάνεια που είχε παραμείνει χωρίς άρδευση επί αιώνες⁹ και ότι μόνο στις όχθες του Ιλισού, ευδοκιμούσε ένας μικρός ελαιών. Τα πρώτα βήματα για τη διαμόρφωση του κήπου ήταν η προσθήκη φυτικής γης, οι αρχικές εργασίες φυτεύσεως, η διάνοιξη αρτεσιανών φρεάτων και η επισκευή του παλαιού υδραγωγείου Τσακουμάκου (από την εποχή της Τουρκοκρατίας), που εμάστευε το νερό του Ιλισού για την άρδευση του κήπου.

Κατά την άφιξη της Αμαλίας στην Αθήνα το 1837, το δημοτικό συμβούλιο της Σπάρτης απεφάσισε να κάνει στην νεαρή βασίλισσα ένα συμβολικό δώρο: έστειλε 300 μοσχεύματα λεμονιάς, πορτοκαλιάς και άλλων οπωροφόρων για να φυτευθούν στον μικρό οπωρώνα, τον οποίο η βασίλισσα διαμόρφωσε στα νότια του αναγειρομένου κτηρίου των νέων ανακτόρων.

Τον ίδιο χρόνο συστήθηκε επιτροπή για τη διευθέτηση του κήπου, υπό την προεδρία του καθηγητού βοτανικής στο νεοϊδρυθέν πανεπιστήμιο Nikolaus Karl Fraas, ο οποίος είχε την ευθύνη του συντονισμού των εργασιών και της προμήθειας μεγάλης ποικιλίας φυτών, ιδίως από την κατάφυτη Εύβοια και το κρατικό φυτώριο του Βοτανικού (το πρώην κτήμα του βοεβόδα της Αθήνας Χατζή-Αλή Χασεκή).¹º 15.000 φυτά μετέφερε το ιστιοφόρο “Φοίνιξ” από τη Γένοβα¹¹ για να εμπλουτισθεί η ποικιλία των ειδών. Τον Δεκέμβριο του ιδίου χρόνου (1839) η Αμαλία γράφει ενθουσιασμένη προς τον βασιλέα Λουδοβίκο στο Μόναχο: Ο κήπος των νέων ανακτόρων έχει ανασκαφεί και είναι έτοιμος ώστε να δενδροφυτευθεί. Κατά την εκτέλεση των εργασιών βρέθηκε το χέρι, το πόδι και ένα θραύσμα του κεφαλιού ενός κολοσσιαίου αγάλματος, καθώς και τα θεμέλια ενός αρχαίου κτηρίου που ο καθηγητής Ross εικάζει, βασιζόμενος σε μία επιγραφή, πως ήταν το γυμνάσιο ή το λύκειο (δεν θυμάμαι τί ακριβώς). Βρέθηκαν επίσης τάφοι, θραύσματα γλυπτών, μία δεξαμενή, κλπ.¹²

W. Rietschel – Fr. Hanfstaengl, Η βασίλισσα Αμαλία στον κήπο της, γύρω στο 1855.

Την ευθύνη του κήπου είχε αρχικά ο βαυαρός γεωπόνος Smarat, ο οποίος είχε έλθει κατόπιν επιθυμίας της Αμαλίας από το Μόναχο. Ο Smarat είχε στο πλευρό του τον Friedrich Schmidt, που είχε γεννηθεί στο Dessau του Anhalt και ο οποίος είχε έρθει σε ηλικία 36 ετών στην Ελλάδα με το βαυαρικό σώμα εκστρατείας, ως απλός λοχίας. Ο Schmidt παρέμεινε μέχρι τα βαθιά του γηρατειά (πέθανε το 1889) στην Αθήνα στην υπηρεσία τόσο του βασιλέως Όθωνος όσο και του βασιλέως Γεωργίου Α΄, φροντίζοντας τον κήπο των ανακτόρων. Προσωπικότης της παλαιάς Αθήνας, ο Schmidt ταυτίσθηκε από τους Αθηναίους με τον βασιλικό κήπο.

Αργότερα, όταν καθωρίσθησαν από τη λεγόμενη “Επιτροπή του 1847” τα νέα διευρυμένα όρια του κήπου, ανετέθη η φύτευσή του στον γάλλο κηποτέχνη François Louis Bareaud. O Bareaud, ο οποίος ήρθε από την Κωνσταντινούπολη, έμεινε στην Ελλάδα μέχρι το 1854. Σχεδίασε οριστικά το δίκτυο δρομίσκων και καθόρισε τη μορφή και τη θέση των διακοσμητικών στοιχείων, των μικρών κτισμάτων, των υδάτινων εκτάσεων και των περιφράκτων χώρων του κήπου.

Στην ωραία μονογραφία του, Deutsche bauen in Athen (Γερμανοί κτίζουν στην Αθήνα), που δημοσιεύθηκε στο Βερολίνο το 1942, ο ιστορικός της τέχνης Hans Hermann Russack χαρακτηρίζει συνοπτικά αλλά πολύ εύστοχα τον ιδιόμορφο, έξοχο σχεδιασμό του αθηναϊκού βασιλικού κήπου. Γράφει: Στο υποτροπικό, ξηρό κλίμα της Αττικής το νερό είναι πολύτιμο αγαθό, επομένως δεν ήταν δυνατόν να ενταχθούν μεγάλης εκτάσεως στάσιμα και ρέοντα ύδατα στον κήπο. Άλλωστε εξ αρχής η ανάγκη διαρκούς ύδρευσης κατά τους θερινούς μήνες – μέσω ενός πολύ ευρηματικού συστήματος αυλακιών – είχε θέσει όρια στη χωρική έκτασή του, διότι έπρεπε να αρδευτεί με τα υπάρχοντα αποθέματα νερού. Τον επισκέπτη του κήπου αποζημιώνει μία πληθώρα των πλέον ποικίλων δέντρων και θάμνων. Εδώ συνυπάρχουν φυτά των βορείων και των μεσογειακών χωρών, ευδοκιμεί μεγάλος αριθμός φυλλοβόλων και κωνοφόρων δένδρων, όπως μόνο κάτω από τον αττικό ουρανό είναι δυνατό να υπάρξουν. Φοινικιές συναντούν βελανιδιές και φράκτες από δάφνη Απόλλωνος και γιασεμιά που ευωδιάζουν. Ένα ευφυώς μελετημένο δίκτυο περίπλοκων δρομίσκων δημιουργεί την εντύπωση ότι η επιφάνεια του κήπου είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από ότι στην πραγματικότητα. Κάτω από τον καυτό ουρανό της Αττικής η δροσιά και η σκιά είναι το δώρο το οποίο επιζητεί κανείς στους κήπους. Και γι αυτό τα πυκνοφυτεμένα δέντρα του βασιλικού κήπου της Αθήνας έχουν μεγαλύτερη αξία από τις γραφικές συστάδες δέντρων πάνω στους εκτεταμένους χλοοτάπητες των πάρκων στις χώρες του Βορρά.

Πράγματι, η διαμόρφωση του βασιλικού κήπου Αθηνών πείθει με την ιδιόμορφη, τολμηρή και επιτυχημένη σύλληψή της. Το έργο του Bareaud, το οποίο εντάσσεται στην καλύτερη παράδοση του γαλλικού τύπου αστικής κηποτεχνίας, ¹³ εκπλήσσει με την επινοητική χάραξη των δρόμων, την πολυμορφία των έργων μικροαρχιτεκτονικής, τις λιμνούλες και τις πέργκολες, καθώς και με την παράτολμη ανάμιξη των διαφόρων φυτών σε σχετικά περιορισμένο χώρο. Κατά θαυμαστό τρόπο το τελικό αποτέλεσμα δεν δίνει την εντύπωση εξεζητημένου ή άμορφου χώρου, αλλά ενός κήπου που η μορφολογία του φέρει έντονη την σφραγίδα της βούλησης του δημιουργού του. Δεν πρέπει να λησμονούμε εξ άλλου ότι ο Bareaud εξεπόνησε αργότερα και τα σχέδια του ανακτόρου Ντολμά Μπαχτσέ στην Κωνσταντινούπολη

Σχέδιο του βασιλικού κήπου, όπου αποτυπώνονται όλα τα μορφολογικά του χαρακτηριστικά: χάραξη δρόμων, μικροαρχιτεκτονική, λίμνες, πέργκολες, φυτά. Αποδίδεται στον François-Louis Bareaud.

Το πρωτότυπο σχέδιο αυτού του μοναδικού έργου παρέμεινε επί μακρό χρονικό διάστημα, δηλαδή πάνω από 150 χρόνια, ανεύρετο, ώσπου εντελώς συμπτωματικά ο καθηγητής Jan Murken στο Μόναχο ανεκάλυψε προσφάτως σε παλαιοπωλείο ένα τυπωμένο σχέδιο υπό μορφή έγχρωμης λιθογραφίας.¹⁴ Το σχέδιο αυτό με υπόμνημα στα γαλλικά είναι σε κλίμακα 1:1.000 και φέρει τον τίτλο Plan du Jardin Royal dAthènes. Δεν φέρει μεν χρονολογία, ούτε υπογραφή, είναι όμως δικαιολογημένη η υπόθεση ότι το έχει φιλοτεχνήσει ο Bareaud, επειδή στο υπόμνημα αναφέρονται, με γαλλικούς κηποτεχνικούς όρους, πάνω από εβδομήντα συστατικά στοιχεία του κήπου (δηλαδή φυτά, λίμνες, βοηθητικά κτήρια, αντλιοστάσια, κλπ.) και τα αντίστοιχα σύμβολά τους στο σχέδιο.

Το τεκμήριο αυτό είναι σπάνιας ιστορικής αξίας, διότι είναι το μόνο σωζόμενο σχέδιο από την εποχή διαμορφώσεως του κήπου, στο οποίο είναι αποτυπωμένες όλες οι μορφολογικές προθέσεις του δημιουργού του. Η χάραξη του δικτύου των δρόμων, οι διαστάσεις τους καθώς και η ακριβής τοποθεσία σημαντικών μορφολογικών χαρακτηριστικών του κήπου (λίμνες, πέργκολες, λοφώδεις εξάρσεις) ταυτίζονται ως επί το πλείστον με τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά του σημερινού κήπου.

Παρουσιάζονται, ωστόσο, και αρκετές διαφορές, από τις οποίες συνάγεται η μεταγενέστερη εξέλιξη του κήπου και κάποιες επιμέρους επεμβάσεις ή αλλαγές. Έτσι απουσιάζουν από το σχέδιο αυτό το υφιστάμενο σήμερα παρτέρι με το ηλιακό ωρολόγιο και η δεντροστοιχία με τους μεγάλους φοίνικες (ουασιγκτόνιες) στη δυτική είσοδο, η μεγάλη πέργκολα με τις γλυτσίνιες, η βόρεια και η ανατολική είσοδος, καθώς και ο περίφρακτος χώρος των ζώων και ο ορνιθών στα ανατολικά της μεγάλης λίμνης. Άλλα στοιχεία, τα οποία προβλέπονται στο σχέδιο, όπως ο μεγάλος λαβύρινθος που σχηματίζουν φυτά του είδους ευώνυμον το ιαπωνικόν ή ο χώρος για τη διαβίωση των ζώων στη βορειοανατολική γωνία του κήπου δεν υφίστανται σήμερα. Καταλήγει κανείς επομένως στο σχεδόν βέβαιο συμπέρασμα ότι το τυπωμένο σχέδιο που ανεκαλύφθη προσφάτως, και το οποίο ο Bareaud υπέβαλε στην βασίλισσα την δεκαετία του 1850, αντικατοπτρίζει τις αρχικές ιδέες του για την διαμόρφωση του βασιλικού κήπου.

Μελετώντας προσεκτικά το σχέδιο αυτό διαπιστώνει κανείς ότι: πρώτον, το υφιστάμενο, πολύ πυκνό δίκτυο των έντονα καμπύλων πεζοδρόμων με την ομαλή χάραξη, ναι μεν αποτελεί ακριβή εφαρμογή του αρχικού σχεδίου, πλην όμως αργότερα προσετέθησαν και άλλοι πεζόδρομοι, έτσι ώστε η επιφάνεια του κήπου κατετμήθη ακόμη περισσότερο,. Δεύτερον, ότι η αρχική γενική κατανομή της ολικής επιφάνειας του κήπου σε επιμέρους ζώνες διαφόρων φυτεύσεων δεν ετηρήθη κατά την μεταγενέστερη εξέλιξή του.

Στο σχέδιο του Bareaud διακρίνονται καθαρά οι ακόλουθες διατάξεις που αλλοιώθηκαν μεταγενεστέρως:

  • Η πυκνή φύτευση του τμήματος του κήπου στα βορειοανατολικά των ανακτόρων με φυλλοβόλα δένδρα, ούτως ώστε εν είδει παραπετάσματος, να προφυλάσσουν τον κήπο από τους βορείους ανέμους και από την πόλη.
  • Η διαμόρφωση ενός εκτεταμένου οπωρώνος στο κέντρο του κήπου στα νότια των ανακτόρων, ώστε να δημιουργηθεί ένα εύχαρες περιβάλλον από σχετικά χαμηλού ύψους δέντρα που δεν παρεμποδίζουν τη θέα.
  • Η δημιουργία τριών διαδρόμων θέας, τους οποίους κοσμούν χλοοτάπητες με τριανταφυλλιές και άλλα άνθη και που οι παρυφές τους οριοθετούνται γραμμικά από συμπαγείς συστάδες δέντρων. Όλοι οι διάδρομοι θέας είναι νοτιοδυτικής κατευθύνσεως, και από χαμηλές εξάρσεις του εδάφους επιτρέπουν την οπτική επαφή με τον ναό του Ολυμπίου Διός και με την Ακρόπολη.

Με τη συστηματική πύκνωση των φυτεύσεων, οι διάδρομοι αυτοί αργότερα κατηργήθησαν και διετηρήθησαν μόνο μερικές νησίδες από χλοοτάπητες. Επίσης επεδιώχθη και τελικά επεβλήθη η φύτευση περισσοτέρων ειδών φυτών καθώς και μεγαλύτερος βαθμός διαπλοκής των φυτεύσεων. Αυτές οι μερικές αλλαγές δεν αναίρεσαν μεν την αρχική διαμόρφωση, ωστόσο συνέβαλαν στο να αποκτήσει ο βασιλικός κήπος χαρακτήρα κλειστού και εσωστρεφούς κήπου.

Αλλά και άλλες μεταγενέστερες διαρρυθμίσεις ήσαν μάλλον αναπόφευκτες. Ο κήπος περιεβλήθη βαθμιαία στα ανατολικά, τα βόρεια και τα δυτικά από την πυκνή δόμηση της πόλεως. Έτσι, ο ελεύθερος φυτευμένος χώρος μπορούσε να επεκταθεί μόνο προς νότον, όπως κι έγινε όταν, αργότερα, προσετέθησαν ο κήπος του Ζαππείου (επέκταση 1888), ο χώρος πρασίνου στις όχθες του Ιλισού και επραγματοποιήθη η αναδάσωση του λόφου του Αρδηττού. Τέλος, για να προστατευθεί, ο κήπος περιεφράχθη με ένα σιδερένιο κιγκλίδωμα με μαρμάρινους πεσσούς και πυκνώθηκε η βλάστηση ακόμη περισότερο, ώστε να δημιουργηθεί ένα μικροκλίμα ευνοϊκό για την ανάπτυξη των φυτών.¹⁵

Ο βασιλικός (Εθνικός, σήμερα) Κήπος. Λήψη από αέρος.

Ο βασιλικός κήπος¹⁶ είναι μία περίφρακτη, αν και από όλες τις πλευρές προσβάσιμη, αστική όαση, η οποία κατά τη διάρκεια της ημέρας προσφέρει στους κατοίκους της Αθήνας και στους επισκέπτες της πόλεως έναν μοναδικό τόπο ανάπαυσης αλλά και αισθητικής απόλαυσης. Κατά την νύκτα ο κήπος παραμένει κλειστός.¹⁷ Αποτελείται από 80 παρτέρια – νησίδες πρασίνου – που το μικρότερο έχει έκταση 150 μ² και το μεγαλύτερο 7.500 μ², το μέσο μέγεθος δε των παρτεριών είναι περίπου 2.000 μ², πράγμα που δείχνει την έντονη κατάτμηση του χώρου. Οι πεζόδρομοι, όλοι στενοί, πλάτους 2-5 μ., είναι στρωμένοι αποκλειστικά με αμμοχάλικο, λύση που συμβάλλει στη φυσικότητα που αποπνέει το πάρκο. Το συνολικό μήκος των καμπυλογράμμων πεζοδρόμων φθάνει τα 7.500 μ., πράγμα που αποδεικνύει το πόσο πυκνό και περιπεπλεγμένο είναι το δίκτυο των δρομίσκων αυτών.

Στον Εθνικό Κήπο απαντώνται περίπου 520 είδη φυτών (420 από αυτά είναι φυτά που ευδοκιμούν στο εξωτερικό, 100 είναι γηγενή), ενώ αριθμεί περίπου 7.000 δέντρα και 40.000 θάμνους και πόες.¹⁸ Η πυκνότης φυτεύσεως και η περιπεπλεγμένη διάταξη των πεζοδρόμων προσδίδουν στον κήπο σχεδόν χαρακτήρα λαβυρίνθου, που δημιουργεί μία εξωτική και μυστηριακή ατμόσφαιρα. Τα ξέφωτα είναι σπάνια και γι αυτό ακόμα πιο εντυπωσιακά. Οι υδάτινες επιφάνειες είναι μικρές, αλλά τόσο εύστοχα διαμορφωμένες, ώστε φαίνονται σχετικά μεγάλες. Με την κατάτμησή του σε μικρούς ενιαίους χώρους και τη μεγάλη ποικιλία φυτών, ο κήπος της βασιλίσσης έχει ανεπανάληπτη χάρη και λεπτότητα.

Η βασίλισσα Αμαλία εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι παρούσα στη συνείδηση των Ελλήνων. Η σπουδαιότερη και ευρύτερη λεωφόρος της πόλεως εφάπτεται στη δυτική πλευρά του κήπου της και φέρει το όνομά της. Η γυναικεία εθνική φορεσιά – μία επινοημένη από την ίδια γυναικεία στολή, αντίστοιχη της αντρικής φουστανέλας – φέρει επίσης το όνομά της και φοριέται από νεαρές γυναίκες στις διάφορες εθνικές επετείους.

Όθων και Αμαλία, σε έναν από τους έφιππους περιπάτους τους.

Καμμία προτομή, καμμία αναμνηστική πλάκα στον Εθνικό Κήπο δεν θυμίζει, ωστόσο, στους σημερινούς επισκέπτες του ότι η αστική αυτή όαση ήταν το προσωπικότερο έργο ζωής της Αμαλίας. Εν τούτοις, ο κήπος της εξακολουθεί να υφίσταται ως τοπόσημο της Αθήνας και να κοσμεί την πόλη των εκατομμυρίων κατοίκων. Στη νοτιοανατολική γωνία του, σε ένα χαμηλό βραχώδες ύψωμα, υπάρχει μία πολυγωνική μαρμάρινη βάση, γνωστή ως “κάθισμα της Αμαλίας”. Εδώ συνήθιζε η βασίλισσα να αναπαύεται και να θαυμάζει τον κήπο της και τα μακρινά περιγράμματα της Αττικής. Ο βασιλικός κήπος της Αθήνας, έργο αφοσιώσεως και αγάπης μας υπενθυμίζει την ύστατη ευχή της βασίλισσας: Είθε η Ελλάδα να είναι εις το μέλλον ευτυχισμένη όσο το επιθυμήσαμε [ο Όθων και εγώ]. Είθε τα όνειρα των νεανικών μας χρόνων να γίνουν πραγματικότης.¹⁹

   Ο κήπος της Αμαλίας. Αλέξανδρος Παπαγεωργίου – Βενετάς. Hellenic Parliament TV

Ο καθηγητής Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς είναι Αρχιτέκτων-πολεοδόμος και ιστορικός της πολεοδομίας. Διπλωματούχος του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου το 1956. Μετεκπαίδευση στο Παρίσι στην Πολεοδομία. Διδάκτωρ μηχανικός του Πολυτεχνείου Charlottenburg του Βερολίνου 1972. Καθηγητής της Ιστορίας της Πολεοδομίας στο μεταπτυχιακό κέντρο «Raymond Lemaire» του Πανεπιστημίου της Louvain (1975-1985). Προσκεκλημένος καθηγητής των Πολυτεχνείων Στουτγάρδης (1981-1982) και Μονάχου (1996-1997). Μέλος του Συμβουλίου Ιστορικών Τοπίων και Πόλεων του Συμβουλίου της Ευρώπης (1974-1977). Εμπειρογνώμων της UNESCO και του Κέντρου HABITAT για την συντήρηση των ιστορικών πόλεων. Συγγραφέας 12 βιβλίων σε ελληνική, γαλλική, αγγλική και γερμανική γλώσσα και πλέον των 60 άρθρων με αντικείμενο την ιστορία της πολεοδομίας και την προστασία του ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

*Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε σε γερμανική γλώσσα στον συλλογικό τόμο Amalie, 1818-1875, Herzogin von Oldenburg, nigin von Griechelnand, Oldenburg, 2004, σ. 29-52.

Αναδημοσιεύθηκε στα ελληνικά με τίτλο “Η Βασίλισσα της Ελλάδος Αμαλία, Πριγκίπισσα του Ολδεμβούργου (1818-1875) και ο Βασιλικός Κήπος της Αθήνας”, Ίχνη Ελληνικά, Αθήνα, 2005, σ. 245-262.

¹ O Όθων, γόνος της βασιλικής οικογενείας των Wittelsbach, δευτερότοκος υιός του Βασιλέως Λουδοβίκου Α΄της Βαυαρίας, βασίλευσε κατά την περίοδο 1832-1862.

²  Αυτό το όραμα είχε διατυπώσει με σαφήνεια το έτος 1836 ο νεαρός γερμανός αρχιτέκτων Ludwig von Lange, σε επιστολή του με ημερομηνία 1.5.1836 που αποστέλλει από την Αθήνα στον Gaertner (αρ. 2083 της Συλλογής Moeninger του Μουσείου Αρχιτεκτονικής του Μονάχου).

³ Σχέδιο διαμόρφωσης του περιβάλλοντος τα ανάκτορα των Αθηνών χώρου σύμφωνα με την τοπογραφική αποτύπωση που μου γνωστοποιήθηκε (Projektierte Anlage der Umgebung des Königlichen Palais in Athen nach dem mitgetheilten Situationsplan), αριθμός καταλόγου 1834a της Συλλογής Moeninger του Μουσείου Αρχιτεκτονικής του Μονάχου.

⁴  Το σχέδιο φέρει τον τίτλο Plan der Umgebung des neuen Königlichen Palais, Athen, 6/18 Μαΐου, υπογραφή Hoch, αρ. Καταλόγου 1834 της Συλλογής Moeninger του Μουσείου Αρχιτεκτονικής του Μονάχου.

⁵ Ο Λουδοβίκος Α΄ γράφει το 1838 στην Αμαλία: Σκιά, πολλή σκιά χρειάζεται στην Αθήνα, σε αντίθεση με την Αγγλία όπου το φως του ηλίου είναι η εξαίρεση, γι αυτό και τα πάρκα της πρέπει να είναι διαφορετικά. Εγώ συνηθίζω να φυτεύω πριν ακόμα κτίσω (…) επιθυμώ το πάρκο να μην διαμορφωθεί με πρότυπο τους κήπους αγγλικού ρυθμού, τους τόσο φτωχούς σε σκιά, αλλά όπως οι κήποι των ιταλικών επαύλεων που έχουν πολλούς σκιερούς περιπάτους, αλλά όχι άκαμπτους, όπως των παλαιών γαλλικών πάρκων. (Από το βιβλίο nig Ludwig I von Bayern in seinen Briefen an seinen Sohn den nig Otto von Griechenland [Ο βασιλεύς Λουδοβίκος Α΄της Βαυαρίας μέσα από τις επιστολές του προς τον υιό του βασιλέα Όθωνα της Ελλάδος], Bamberg, 1891, σ. 41). Φαίνεται πως η Αμαλία εφήρμοσε ακριβώς τις οδηγίες του Λουδοβίκου.

⁶  Ο Γεώργιος Λάιος, οξυδερκής ερευνητής της πολεοδομικής ιστορίας των Αθηνών, στο έργο του Tour la Reine, Αθήνα, 1977, μας δίνει ακριβείς πληροφορίες για τους ιδιοκτήτες γης και τις τιμές αγοράς των οικοπέδων: Ιδιοκτήτες ήταν: ο δήμος Αθηναίων, η Μονή Πετράκη, ο Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος, ο Δημήτριος Καλλιφρονάς, ο Ανάργυρος Πετράκης, ο Μ. Μπενάκης, ο Δημήτριος Περούκας, ο Νικόλαος Ζαχαρίτσας, ο Γιαννούλης Αελούδης, ο Ισίδωρος Βεκούσης, ο Σπυρίδων Γιαλούρης, ο John Hill, ο George Finlay, η Κλεινώ Σουρμελή, ο David Pacificos, η Δούκισσα της Πλακεντίας, η Ελισάβετ Θεοτόκη, οι αδελφοί Δεμερτζή, οι κληρονόμοι του Τζουτζούρη, ο Παναγιώτης Κένταυρος, ο Πολυζώης Πικόπουλος, ο Σέργιος Ποστολάκας, ο Παύλος Σκουλούδης, ο Παναγής Καμπάς, οι αδελφοί Αθανάσιος και Νικόλαος Α. Μιαούλη, και άλλοι. Ο δήμος Αθηναίων προσέφερε την γη δωρεάν, ενώ άλλοι ιδιοκτήτες πούλησαν τα οικόπεδά τους προς 40 λεπτά τον πήχυ και άλλοι απήτησαν μία τιμή δέκα φορές υψηλότερη, γιατί στο μεταξύ το υπό ανέγερση κτήριο των ανακτόρων προσήλκυε σαν μαγνήτης πολλούς αγοραστές στην περιοχή και οι αξίες της γης είχαν ανέβει σημαντικά.

⁷  Παραθέτουμε τα σχετικά αποσπάσματα από το βιβλίο του Edmont About: Η βασίλισσα διαθέτει τον ασύγκριτα πιο ωραίο κήπο του βασιλείου. Ξοδεύονται [για την συντήρησή του] κάθε χρόνο πενήντα χιλιάδες δραχμές, δηλαδή το εν εικοστόν της βασιλικής χορηγίας. Εάν υπάρχει κάτι τι το αξιοζήλευτο, στο μικρό βασίλειο της Ελλάδος, είναι η ιδιοκτησία αυτού του μεγάλου κήπου. Και λέγω “μεγάλου” καθ όσον αφορά την έκτασή του και όχι την ποιότητα του σχεδίου του: πρόκειται για έναν κήπο κατά τα αγγλικά πρότυπα, όλο περιστρεφομένους δρομίσκους και χωρίς μία δενδροστοιχία υψηλών δένδρων. Ένας κηποτέχνης της εποχής του Λουδοβίκου ΙΔ΄ της Γαλλίας θα θεωρούσε έναν τέτοιο κήπο ένα σκάνδαλο και θα αναφωνούσε ότι η Μεγαλειότης της εκτίθεται περιπατώντας σε τέτειες αλέες (…) Η βασίλισσα έχει έναν πορτοκαλεώνα, που οι πορτοκαλιές του είναι δένδρα και όχι παιχνίδια. Έχει φοίνικες μεγαλύτερους από αυτούς που βρίσκουμε στον Βοτανικό Κήπο των Παρισίων, και που υψώνονται στο μέσον ενός πρασίνου χλοοτάπητος. Αυτό που κοστίζει περισσότερο είναι ο χλοοτάπης, όχι οι φοίνικες. Είναι δύσκολο να φαντασθεί κανείς το τί φροντίδες χρειάζονται και πόσο κόπος και δροσερό νερό απαιτούνται για να συντηρηθεί ένας χλοοτάπης τον Ιούλιο μήνα στην Αθήνα. Πρόκειται για αληθινά βασιλική πολυτέλεια. Για να ποτίσει τις φυτεύσεις της, η βασίλισσα κατέσχε ορισμένους αγωγούς υδρεύσεως της πόλεως. Η βασίλισσα τους οικειοποιήθηκε. Οι Αθηναίοι υποφέρουν αλλά οι χλοοτάπητες του κήπου θάλλουν (…) Ο κήπος της βασιλίσσης είναι δημόσιος: είναι δίκαιον αυτοί που τον χρηματοδότησαν να έχουν και το δικαίωμα να τον επισκέπτονται. Επειδή η βασίλισσα περιπατεί εις τον κήπο της και δεν επιθυμεί να συναντά πρόσωπον προς πρόσωπον τους υπηκόους της, το κοινόν έχει πρόσβαση εις τον κήπον μόνον από την στιγμή που αι αυτών Μεγαλειότητες εξέρχονται έφιπποι δια περίπατον μέχριν την δύσιν του ηλίου.

⁸  Πρβ. Wilhelm Erns Beaulieu, Athen im Frühjahr 1851 (Η Αθήνα την άνοιξη του 1851), σ. 16.

⁹  Ο πρίγκιψ Hermann von Pückler-Muskau, περίφημος κηποτέχνης και συγγραφεύς ταξιδιωτικών εντυπώσεων, στο βιβλίο του stlicher Bildersaal, Griechische Leiden (Νοτιοανατολική πινακοθήκη, ελληνικά πάθη), Stuttgart, 1840, περιγράφει εύγλωττα την ερήμωση που αντίκρισε στην Αθήνα την άνοιξη του 1836. Γράφει: Η θέα της Ακροπόλεως και της γύρω περιοχής από το ύψωμα πλάι στο Στάδιο, όπου υπήρχε ναός της Τύχης, είναι μία από τις ωραιότερες κοντά στην Αθήνα, και τα νεαρά σπαρτά τής έδιναν τώρα επιπλέον, εν μέρει τουλάχιστον, και λίγο από το πράσινο που συνήθως είναι απόν. Εκτός από τον γκριζωπό, άχρωμο, μακρόσυρτο ελαιώνα και το πενιχρό περιεχόμενο διαφόρων απωρώνων, δυστυχώς δεν υπάρχουν άξια λόγου δέντρα, με εξαίρεση μερικές λεύκες πέρα μακριά, καθώς και τρεις καχεκτικές φοινικιές και μερικά κυπαρίσσια μέσα στην πόλη, που παρ όλα αυτά ως σύνολο συμβάλλουν πολύ στη γραφικότητα του τοπίου. Η δροσιά απουσιάζει παντού σε αυτά τα μέρη.

¹º Γενικά Αρχεία του Κράτους, Οθωνικό Αρχείο, Γεωργία, φάκ. 262.

¹¹ Κωνσταντίνος Μπίρης, “Φρειδερίκος Σμιτ, ο αρχιτέκτων του βασιλικού κήπου”, στο Αθηναϊκαί μελέται ΙΙ, σ. 34.

¹² Επιστολή της Αμαλίας από την Αθήνα προς τον Λουδοβίκο Α΄ στο Μόναχο μεημερομηνία 12/24 Δεκεμβρίου 1839. Κατάλοιπα του βασιλέως Λουδοβίκου Α΄ († 1868) 85/2 VII, Μυστικά Αρχεία [Geheimes Hausarchiv] Μονάχου. Παραθέτουμε με την ευκαιρία τις σημαντικότερες αρχαιολογικές  εκθέσεις που αναφέρονται στις αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή του βασιλικού κήπου κατά τη διάρκεια της διαμόρφωσής του:

  • Κυρ. Πιττάκης, “Ανασκαφή στον βασιλικό κήπο”, Αρχαιολογική Εφημερίς, 1839, σ. 226.
  • Ludwig Ussing, “Bericht über Funde im königlichen Garten”, Bulletino del Instituto, 1839, σ. 226.
  • Adolph Michaelis, “Allgemeine Beschreibung der Archaeologischen Funde im königlichen Garten”, Archaeologischer Anzeiger 19/1861, s. 175-180.

¹³ Αυτή η παραλλαγή του πάρκου κατ απομίμησιν του φυσικού τοπίου, η οποία ανεπτύχθη στη Γαλλία κατά τη δεύτερη αυτοκρατορία, διετήρησε μεν την ελεύθερη, καμπυλόγραμμη χάραξη των πεζοδρόμων, καθώς και τη διάταξη των δέντρων εν είδει φυσικών συστάδων, που χαρακτηρίζει τον γερμανικού τύπου κήπο-τοπίο (Landschaftsgarten), αλλά διακριτικό της γνώρισμα ήταν οι μικρές διαστάσεις των παρτεριών και η κάπως επιτηδευμένη χάραξη του πυκνού δικτύου των πεζοδρόμων.

¹⁴ Το σχέδιο που ανεκάλυψε ο καθηγητής Jan Murken συμπεριελήφθη στη συλλογή του Μουσείου του βασιλέως Όθωνος του δήμου Ottobrunn/Βαυαρία. Ο καθηγητής Murken είχε την καλοσύνη να εμπιστευθεί στον συντάκτη του παρόντος άρθρου, προκειμένου να γνωμοδοτήσει σχετικά, αντίγραφο του σχεδίου αυτού. Το σχέδιο χαρακτηρίζεται από μεγάλη ακρίβεια και σημαντικό αριθμό πληροφοριών για την αρχική διαμόρφωση του κήπου, έτσι ώστε μελλοντικά πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διεξοδικής κριτικής ερεύνης και λεπτομερούς σχολιασμού. Εδώ θα αναφερθούν μόνο ορισμένα ουσιαστικά χαρακτηριστικά του.

¹⁵ Σε σύγκριση με τις θερμοκρασίες των περιοχών της πόλεως που γειτνιάζουν άμεσα με αυτόν, στον κήπο μετρήθησαν κατά τη διάρκεια των θερμοτέρων ημερών του θέρους θερμοκρασίες κατά πέντε βαθμούς Κελσίου χαμηλότερες. Αξιόλογη είναι, επίσης, η σχετική ησυχία στο εσωτερικό του κήπου, παρά την έντονη μηχανοκίνητη κυκλοφορία στο κέντρο της πόλεως.

¹⁶ Το 1923 μετωνομάσθη “Εθνικός Κήπος” και εκηρύχθη δημόσιος κήπος της πόλεως.

¹⁷ Λόγω της πυκνής βλαστήσεως, η περιοχή του κήπου δεν είναι ασφαλής την νύκτα. Έτσι, κλείνει τις νυκτερινές ώρες και δεν χρειάζονται φωτιστικά σώματα, τα οποία θα αναιρούσαν τη φυσικότητα του χώρου.

¹⁸ Σύμφωνα με στοιχεία του πρώην διευθυντού του Εθνικού Κήπου, Νικολάου Ταμβάκη, γεωπόνου και κηποτέχνη, 1981.

¹⁹ Διαθήκη της Αμαλίας. Παράθεμα από το βιβλίο του Ανδρέα Μιχαήλ, Ο Όθων και η Αμαλία στη Βαμβέργη, Αθήνα, 1933.

Σχετικές μονογραφίες του συγγραφέα

  • Ο κήπος της Αμαλίας, Αθήνα, Εκδόσεις Ίκαρος, 2008.
  • Τρεις κήποι, δυο οράματα και μια παρουσία στην Αττική γη, Αθήνα, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 2016.