Skip to main content

Κωνσταντίνος Σ. Σωτηρίου: Πτυχές από την πολεμική δράση του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ (L67) Μέρος Α΄: Η πρόσκρουση σε νάρκη και η προσάραξη στα Μικρασιατικά παράλια

Κωνσταντίνος Σ. Σωτηρίου

Πτυχές από την πολεμική δράση του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ (L67)
Μέρος Α΄: Η πρόσκρουση σε νάρκη και η προσάραξη στα Μικρασιατικά παράλια

To ανέκδοτο κείμενο που ακολουθεί, είναι μια ομιλία του αντιναυάρχου Κωνσταντίνου Σ. Σωτηρίου (Καβάλα 1918 – Αθήνα 2008), ο οποίος, το 1943, υπηρέτησε με τον βαθμό του ανθυποπλοιάρχου στο Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ, βιώνοντας από κοντά μια απίστευτη περιπέτεια, από τις πλέον ένδοξες της ιστορίας του ελληνικού πολεμικού ναυτικού. Η ομιλία έλαβε χώρα τον Μάρτιο του 2004 στην Αθήνα. Ο προφορικός λόγος, η γλώσσα, η στίξη, ο τονισμός και η ορθογραφία του πρωτοτύπου διατηρήθηκαν στο ακέραιο. Η Clio Turbata δημοσιεύει σήμερα για πρώτη φορά τη σημαντική αυτή μαρτυρία στο σύνολό της, ως ελάχιστο φόρο τιμής στη μνήμη όσων συμμετείχαν σε αυτή την ηρωϊκή επιχείρηση.

Κυρίες και Kύριοι,

Ακόμη διερωτώμαι πού με θυμήθηκε ο κ. Μπελώνιας και μπήκε στον κόπο να μ’ εντοπίση, για να μου απευθύνη αυτή την τόσον τιμητικήν πρόσκλησιν. Ομολογώ ότι κατ’ αρχάς εδίστασα, αφού αμέσως εσκέφθην ότι η αποδοχή της θα εσήμαινε την διαταραχή της νιρβάνας που απορρέει από το προνόμιον της αφανείας που δικαιούται να απολαμβάνη ο κοινός πρεσβύτης. Μετά όμως μ΄εκυρίευσεν η ιδέα ότι ίσως να ήταν σκόπιμον να την αποδεχθώ, γιατί έτσι θα μου εδίδετο η ευκαιρία να εκπληρώσω ένα μεγάλο χρέος. Να γίνω δηλαδή για λίγο η φωνή των αγαπημένων μου φίλων και συμπολεμιστών που χάθηκαν σε τόσον νεαράν ηλικίαν και στα 86 μου χρόνια – ίσως για τελευταία φορά δημοσίως – να θυμίσω την ιστορία τους και να τους τιμήσω για την μεγάλη τους προσφορά στην πατρίδα.
Σε μία ηλικία που οι άνθρωποι συνήθως γλεντούν την ανεμελειά της νιότης, εμείς οι ολοένα απερχόμενοι επιζώντες του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου ζήσαμε εμπειρίες δύσκολες και σκληρές, απ’ αυτές που σημαδεύουν για πάντα την ψυχήν του ανθρώπου. Τότε, η κάθε μας ημέρα θα μπορούσε να ήταν η τελευταία και στην πορεία εκείνου του μακροχρόνιου αγώνος, εβιώσαμε τις πλέον ακραίες εκδηλώσεις της ανθρωπίνης φύσεως.

Αν και πάντα απεύχομαι την πιθανότητα να εκτεθούν σε παρόμοιες καταστάσεις οι νεώτερες γενιές, θεωρώ ότι κάποια χρήσιμα διδάγματα που εμείς απεκομίσαμεν από τον πόλεμον ίσως δεν θα έπρεπε να τα πάρουμε μαζί μας ησύχως. Αυτό, για να μην χάνεται ποτέ από τις συνειδήσεις των νεωτέρων η επαφή με την φρίκην του πράγματος, σαν ένα μήνυμα αποτρεπτικόν ώστε να μην γίνονται πόλεμοι ελαφρά τη καρδία, σαν αυτούς που δυστυχώς βλέπομεν τελευταία. Επίσης, αλλά εξ ίσου σημαντικόν, για να μην λησμονείται από τις νέες γενιές μας η δικαιολογημένη υπερηφάνεια που θα πρέπει να διατηρούν στην ψυχή τους για το πως συμπεριεφέρθησαν τότε οι Έλληνες.

Βρέθηκα λοιπόν σήμερα εδώ για να θυμηθούμε μαζί τον ΑΔΡΙΑ, επί του οποίου είχα την τιμή σαν νεαρός Ανθυποπλοίαρχος, πριν από 60 ολόκληρα χρόνια, να υπηρετήσω στην θέσιν του Αξιωματικού Πυροβολικού. Η ομιλία μου κυρίως θα επικεντρωθή σε γεγονότα, καθώς θα σας αφηγηθώ μιά από τις πολλές ιστορίες, που σαν περιπεπλεγμένες ίνες συνθέτουν το ύφασμα της όλης εμπειρίας ενός πολέμου. Όμως, πίσω από τα ψυχρά ίσως δεδομένα της αφήγησης μου, θα πρέπει και σείς να ταξειδέψετε για λίγο μέσα στον χρόνο. Να προσπαθήσετε δηλαδή “να μπείτε στο πετσι” των ανθρώπων που ζούσαν εκείνη την εποχή και να φαντασθήτε – πράγμα σχεδόν αδύνατον σήμερα – μιαν Ελλάδα υπό Γερμανικήν και Ιταλικήν κατοχήν και ένα τότε Β.Ν. – μαζί με κάποια διαφυγόντα τμήματα του Ελληνικού Στρατού – να εξακολουθούν μίαν ένδοξον δράσιν από την Αίγυπτον.

Το Ναυτικό μας, προκειμένου να μεγιστοποιηθή η επιχειρησιακή του συμβολή, είχε προσαρτηθεί οργανικώς στον Αγγλικόν Στόλον και κάτω από την Διοίκησιν του συνέχισε να συμμετέχη σημαντικώς στον όλον συμμαχικόν αγώνα κατά του Άξονα. Έτσι, εκτός από επιχειρήσεις σ’ όλην την Μεσόγειον, Ελληνικά πολεμικά πλοία ευρέθησαν να επιχειρούν και σε πολύ μακρυνές περιοχές στον Ατλαντικό, Ειρηνικό και Ινδικό Ωκεανούς, σα αποστολές ακόμη και κατά των Ιαπώνων.

Όλα τα πλοία του ναυτικού και ιδιαιτέρως τα αντιτορπιλλικά – που οι Άγγλοι συνήθιζαν ν’ αποκαλούν και τσοπανόσκυλα του στόλου – ανελάμβαναν πλήθος αποστολών. Ήταν σύνηθες κατά την εκτέλεσιν των αποστολών των αυτών να υπάρχουν εμπλοκαί με εχθρικά πλοία, αλλά και να δέχονται επιθέσεις από αέρος ή ακόμη και από ξηράς, σε περιπτώσεις υποστηρίξεως αποβατικών ή επιδρομικών επιχειρήσεων.

Άν και με τον ΑΔΡΙΑ εβίωσα πολλές και επικίνδυνες αποστολές, για την σημερινή μου ομιλία επέλεξα ένα εξέχον επεισόδιο από την δράσιν του που έχει χαραχθεί πολύ βαθειά στην μνήμη μου. Ήταν η περιπέτεια του βαρύτατου τραυματισμού του πλοίου στις επιχειρήσεις των Δωδεκανήσων και ο εν συνεχεία αγωνιώδης πλούς μας προς Αλεξάνδρειαν.

Κυρίες και Kύριοι,

Ένα πολεμικό πλοίο, εκτός από την τεχνολογία που το απαρτίζει, μεταφέρει και μίαν ομάδα ανθρώπων που επιδιώκουν έναν κοινόν σκοπόν. Για να επιτευχθή όμως ο κοινός αυτός σκοπός, χρειάζεται ένας ηγέτης με την ικανότητα να προάγη ένα επίπεδο συλλειτουργίας και οργανώσεως τέτοιο, ώστε και η συνεργασία μεταξύ ανθρώπων, αλλά και η εμπλοκή μεταξύ ανθρώπων και τεχνολογίας ν’ αξιοποιούνται στο έπακρον της αποδόσεως των. Είναι επίσης ευθύνη του ηγέτου αυτού να εμπνέη την ομόνοιαν ως προς την εμμονήν στον σκοπόν, αλλά και την ομοψυχίαν ακόμη και στις πλέον κρίσιμες και χαλεπές στιγμές. Το πλήρωμα του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ είχε την τύχην να έχη έναν τέτοιον ηγέτην στον τότε Αντιπλοίαρχον Ιωάννην Ν. Τούμπαν, μετέπειτα Ναύαρχον.

Αντιπλοίαρχος Ιωάννης Τούμπας, κυβερνήτης του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ.

Στην συνέχειαν της ομιλίας μου δεν θ’ αναφερθώ σ’ άλλα ονόματα, γιατί θα ήταν άδικο να προβάλλω μόνον την δράσιν των ανδρών του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ ή να μνημονεύσω μόνον τους νεκρούς του και έτσι να κάμω μίαν ασεβήν διάκρισιν προς όλους τους άλλους άνδρες του Ναυτικού μας που εξ ίσου προσέφεραν πολλά στην πατρίδα και βέβαια, πολλοί εξ αυτών, ακόμη και την ζωήν τους.

Το στρατηγικό υπόβαθρο του επεισοδίου που θα σας αφηγηθώ είχεν ως εξής. Τον Σεπτέμβριον του 1943 η Ιταλία κατέρρευσεν, το δε Συμμαχικόν Στρατηγείον του Καϊρου – που επίστευεν στην πιθανότητα της Τουρκικής βοηθείας – εκ των πραγμάτων διεψεύσθη και θα έπρεπε στο εξής να βασιστή μόνον στις δικές του δυνάμεις για τις επιχειρήσεις του στο Αιγαίον. Δεδομένων λοιπόν όλων αυτών, ο Στρατηγός Ουϊλσων διέταξεν την άμεσον κατάληψιν των νήσων Λέρου, Κώ και Σάμου, διαβλέπων μίαν ευνοϊκήν συγκυρίαν στο εκεί υπεράριθμον των Ιταλικών Φρουρών, έναντι των Γερμανικών. Τότε, πολλές Ιταλικές μονάδες εστασίαζαν ή παρεδίδοντο και επικρατούσε μία γενική ανωμαλία στις φρουρές κατοχής που αποσπούσε την προσοχήν των Γερμανικών δυνάμεων.

Παρά ταύτα, στο σχέδιον Ουϊλσων αντέδρασεν ζωηρώς η Ναυτική ηγεσία, καθώς οι στόχοι του ήσαν εκτός ακτίνος δράσεως των συμμαχικών καταδιωκτικών Α/Φ και τα πολεμικά πλοία θα ήναγκάζοντο να επιχειρήσουν άνευ καλύψεως σε μία περιοχή πλήρους από αέρος κυριαρχίας του εχθρού. Η ανησυχία της Ναυτικής ηγεσίας δεν διεψεύσθη, αφού σ’ ένα διάστημα μόλις 2 μηνών εβυθίσθησαν 6 Α/Τ, μεταξύ των οποίων και το ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ, δυστυχώς με βαρειές απώλειες. Επίσης, υπέστησαν σοβαρές ζημίες 4 καταδρομικά και 3 Α/Τ, μεταξύ των οποίων και ο ΑΔΡΙΑΣ.

Το σήμα βύθισης του Α/Τ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ.

Ούτως έχόντων των πραγμάτων, την 20ην Οκτωβρίου 1943 ο ΑΔΡΙΑΣ κατέπλευσεν στην Αλεξάνδρειαν. Εκεί αμέσως παρεβάλαν φορτιγίδες και ήρχισεν φόρτωσις πυρομαχικών και άλλων υλικών, όπως π.χ. συρματοπλεγμάτων, προφανώς για τον ανεφοδιασμόν Αγγλικών χερσαίων δυνάμεων που συμμετείχαν στην εν εξελίξει επιχείρησιν καταλήψεως των νήσων που προανέφερα. Παρ’ όλον που δεν είχαμε ακόμη επισήμως ενημερωθεί, όλο το πλήρωμα του ΑΔΡΙΑ είχεν αντιληφθεί ότι η επόμένη αποστολή μας θα ήταν στα Δωδεκάνησα, εκεί όπου προ ολίγων ημερών χάθηκε το Α/Τ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ.

Τα χαράματα της 21ης Οκτωβρίου, τέσσαρα Α/Τ, δηλαδή τα Α/Τ Στόλου ΤΖΕΡΒΙΣ και ΠΑΘΦΑΪΝΤΕΡ και τα Α/Τ/ Συνοδείας ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ και ΑΔΡΙΑΣ, απέπλευσαν από την Αλεξάνδρεια. Επί του ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ επέβαινε ο Άγγλος Διοικητής του 22ου Στολίσκου Α/Τ, στον οποίον ανήκε ο ΑΔΡΙΑΣ. Ο Κυβερνήτης εκάλεσεν τους Αξιωματικούς για να τους ενημερώσει σχετικώς με το σχέδιον ενεργείας, που είχεν ως εξής:

Η πρώτη ομάς – με τα δύο Α/Τ Στόλου – θα επιχειρούσε να εισέλθη στον όρμον Λάκη της Λέρου, για να εφοδιάση την εκεί Αγγλικήν Φρουράν. Για να προσελκύσουν την προσοχήν του εχθρού μακρυά από την ενέργειαν αυτήν, τα άλλα δύο Α/Τ θα εξετέλουν παραπλανητικήν επιχείρησιν στην Κάλυμνον. Την επομένη νύκτα θα αντηλλάσσοντο οι ρόλοι, οπότε τα δύο Α/Τ Συνοδείας θα απεβίβαζαν τα δικά τους εφόδια στη Λέρο, ενώ η πρώτη ομάς θα ανελάμβανεν την παραπλάνησιν του εχθρού.

Με το σκότος της νυκτός της 21ης Οκτωβρίου είχαμε πλέον καταπλεύσει στην περιοχή των Δωδεκανήσων και οι δύο ομάδες απεχωρίσθησαν, η μεν πρώτη με κατεύθυνσιν προς Λέρον, η δε δευτέρα – με τον ΑΔΡΙΑ – προς τον όρμον του Βαθέως Καλύμνου. Οι πληροφορίες μας ανέφερον ότι στον όρμον αυτόν ήσαν 4 εμπορικά πλοία, που θα έπρεπε να βυθίσωμεν. Επί μιάμισυ ώρα ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ και ΑΔΡΙΑΣ ηρεύνουν την περιοχή με τους μεγάλους προβολείς τους αναμμένους, αλλά δεν ευρέθη τίποτε και ούτε υπήρξεν αντίδρασις εκ μέρους του εχθρού.

Περί την 3ην πρωϊνήν ώραν ο Διοικητής μας απεφάσισεν ν’ αποσυρθούμε και να κινηθούμε προς το προκαθορισμένον σημείον συναντήσεως με την πρώτη ομάδα. Τότε ακριβώς είδαμε φώτα στο αεροδρόμιον της Κώ, πράγμα που εσήμαινεν απογείωσιν Α/Φ και επικείμενην αεροπορικήν επίθεσιν. Σχεδόν αμέσως ηκολούθησεν βόμβος Α/Φ και το ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ εδέχθη την πρώτην επίθεσιν. Εν συνεχεία, η συμπάθεια των αεροπόρων επεκεντρώθη στον ΑΔΡΙΑ και μιά δέσμη βομβών περιέβαλεν το πλοίον μας. Στήλαι θαλασσίου ύδατος κατέπεσαν στην πρώραν μας, αλλά καμμία άλλη ζημία δεν υπέστημεν πλην τριών ελαφρώς τραυματιών που επλήγησαν από το βάρος της πτώσεως του ύδατος.

Επί 30 λεπτά βομβαρδιζόμεθα αδιακόπως από αέρος, μαζί και με πυροβολισμούς, ευτυχώς όμως άνευ αποτελέσματος. Πλέοντες με ελιγμούς δεξιά και αριστερά καταφέραμε να δυσχεράνωμεν κατά πολύ την σκόπευσιν των αεροπόρων, αλλά στην ασφαλή διαφυγήν μας συνέβαλεν πολύ η φαεινή ιδέα του Διοικητού μας να ρίψη στην θάλασσαν έναν καπνογόνο κάδο. Εν μέσω νυκτός οι Γερμανοί πιλότοι εύλογα θεώρησαν ότι ο καπνός προήρχετο από βληθέν πλοίον και ήρχισαν να επιτίθενται λυσσωδώς κατά του κάδου, με αποτέλεσμα ν’ απωλέσουν εμάς.

Διαφυγόντες λοιπόν ασφαλώς από εκεί, λίγο αργότερα συνηντήθημεν με τ’ άλλα δύο Α/Τ και με το φως της ημέρας αγκυροβολήσαμεν στο εσωτερικόν του όρμου της ομάδος νήσων ΓΕΝΤΙ ΑΤΑΛΑ, όπου παρεμείναμεν όλην την ημέραν χωρίς ενοχλήσεις από Γερμανούς ή Τούρκους. Μετά από μιά τέτοιαν ολονύκτιον διασκέδασιν, ήταν λογικόν να επιζητηθή ολίγος χρόνος αναπαύσεως.

Το ηθικόν του πληρώματος ήταν άριστο και οι άνδρες ενεθυμήθησαν το παλαιό τραγούδι: “Δεν ξαναπάω στην Κάλυμνο”, που ετραγουδούσαν όμως σε παράφρασιν με τα λόγια: “Άλλη μια βραδυά στην Κάλυμνο”. Αυτό γιατί λόγω εχθρικής πιέσεως η πρώτη ομάς δεν είχεν καταφέρει να εισέλθη στη Λέρο την προηγούμενη νύκτα και η επιχείρησις θα έπρεπε οπωσδήποτε να επαναληφθή εξ αρχής. Τα πυρομαχικά της Αγγλικής Φρουράς της Λέρου εξηντλούντο και έπρεπε πάσει θυσία εκείνην την νύκτα να εφοδιασθούν επιτυχώς.

Εχθρικά αεροδρόμια στο νοτιο-ανατολικό Αιγαίο.

Ο Διοικητής εσήμανε τις προθέσεις του, που συνίσταντο στο αναμενόμενον ότι εμείς θα εκινούμεθα πάλι στην περιοχήν της Καλύμνου – επαληθεύοντας το τραγούδι των ναυτών μας – και μάλιστα αυτή τη φορά θα έπρεπε να προκαλέσουμε ακόμη περισσότερον θόρυβον, ώστε να προσελκύσωμεν την προσοχήν του εχθρού καθ’ ολοκληρίαν. Στο σήμα αυτό ο Κυβερνήτης μας απήντησεν προς τον Άγγλον Διοικητήν να μην ανησυχή διόλου όσον αφορά την παραγωγή θορύβου, γιατί αν είναι κάτι για το οποίον φημιζόμεθα εμείς οι Έλληνες είναι ότι είμεθα θορυβώδεις.

Πρό του απόπλου εκλήθησαν οι αξιωματικοί του ΑΔΡΙΑ. Ο Κυβερνήτης έδωσεν τις τελευταίες του οδηγίες και αποχωρών μας είπε: “Κύριοι, σας εξήγησα ότι έχουμε ν’ αντιμετωπίσωμεν εχθρικά πλοία, Τ/Κ, αεροπλάνα, πυροβολεία και ναρκοπέδια. Ειλικρινώς λυπούμαι που δεν έχω να σας προσφέρω τίποτε περισσότερον”.

Με την δύσιν του ηλίου απεπλεύσαμεν και στις 22:00 ακριβώς θα ήρχιζε η διαδικασία της δημιουργίας θορύβου με βομβαρδισμούς άνευ στόχου, ρίψεις βομβών βυθού, κλπ. Όμως ο ΑΔΡΙΑΣ δεν επρόλαβεν, γιατί στις 21:56 ακριβώς και καθώς έπλεεν προς την αποστολήν του, συνεκλονίσθη από ισχυροτάτην διπλήν δόνησην. Μέσα σε ολίγα δευτερόλεπτα πραγματικής φρίκης η πρώρα του πλοίου μας απεκόπη πλήρως και ο πρώτος πύργος των πυροβόλων εξετινάχθη, προσκρούοντας βιαίως επί της γεφύρας. Παντού υπήρχαν πολλοί νεκροί και τραυματίαι, μερικοί δε εξ αυτών σε θανάσιμο εναγκαλισμό με παραμορφωμένα ελάσματα.

Σύντομα αντελήφθημεν ότι επρόκειτο περί νάρκης. Ο Κυβερνήτης, παρά τον καταιγισμό καταπιπτόντων ελασμάτων και την πρόσκρουσιν των δυο πυροβόλων του εκτιναχθέντος πύργου επι της ανοικτής γεφύρας, είχεν εκ θαύματος τραυματισθεί μάλλον ελαφρώς και μετεκινήθη ταχέως στην πρυμναίαν θέσιν διευθύνσεως. Επί του πλοίου επεκράτη απόλυτος σιγή, καθώς όλοι συνειδητοποιούσαν ότι τα πάντα εξηρτώντο από την ταχεία και ακριβή εκτέλεσιν διαταγών που θα έπρεπε να ηκούγοντο ευκρινώς. Όταν όμως η ησυχία διεκόπη από κάποια αναπόφευκτα βογγητά πόνου, ο Κυβερνήτης ανεφώνησεν: “Μην ξεχνάτε ότι είσθε Έλληνες!” και οι δυστυχείς τραυματίαι ηρωϊκώς εσίγησαν.

Εκείνην την στιγμήν ο οπτήρ αναφέρει Τ/Κ δεξιά! Αμέσως δίδεται η διαταγή στον πρυμναίο πύργο “έτοιμοι δια βολήν” και διαβιβάζεται η αναφορά του οπτήρος στο ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ, που αμέσως κινείται προς τον στόχον. Δεν επρόκειτο όμως περί Τ/Κ, αλλά περί του μόλις επιπλέοντος τμήματος της αποκοπείσας πρώρας του ΑΔΡΙΑ. Εάν αντί της διαταγής “έτοιμοι δια βολήν” είχε δοθεί “αρχίσατε πυρ”, τότε θα είχε συμβή το πρωτοφανές στα παγκόσμια ναυτικά χρονικά φαινόμενο τα πρυμναία πυροβόλα να βυθίσουν την πρώραν του ιδίου πλοίου.

Με την ισχυροτάτην έκρηξιν της προσκρούσεως στην νάρκη εξετινάχθησαν στην θάλασσαν και τρεις ναύται μας, εκ των οποίων περισυνελέγησαν μόνον οι δύο και εν συνεχεία ερρίφθησαν μία σχεδία και σωσίβια για τυχόν άλλους εκτιναχθέντας. Στην περιπέτειαν του τρίτου – ο οποίος δεν περισυνελέγη – θα αναφερθώ παρακάτω.

Ο Διοικητής επί του ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ είδεν αμέσως την κακήν κατάστασιν του πλοίου μας και εσήμανε δύο φοράς: “παραβάλω δια να παραλάβω το προσωπικόν και εν συνεχεία το πλοίον θα βυθισθή”. Το σήμα όμως που έλαβεν από τον ΑΔΡΙΑ ήταν: “Να παραλάβετε τους τραυματίες, το πλοίο δεν θα βυθισθή, θα πλεύση προς τα Τουρκικά παράλια”. Τότε, καθώς το ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ εκινείτο προς τον ΑΔΡΙΑ για να παραβάλη, μία εκτυφλωτική λάμψις εφάνη προς το μέρος του και ύστερα από έναν ανατριχιαστικό συριγμό – κάτι σαν να ξεφυσούσε ένα τεράστιο κήτος – ήρθε να μας συγκλονίση μία εκκωφαντική έκρηξις. Το ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ είχεν ανατιναχθεί και στην συνέχεια βυθισθεί σχεδόν αύτανδρο…Προφανώς είμεθα παγιδευμένοι μέσα σε ναρκοπέδιον.

Το αντιτορπιλικό συνοδείας HMS Hurworth αποπλέει από το λιμάνι της Αλεξανδρείας.

Με μεγάλον κίνδυνο προσκρούσεως και σ’ άλλην νάρκην, ο κολοβός από πρώρας ΑΔΡΙΑΣ εκινήθη με μεγάλη δυσκολία προς το σημείον ανατινάξεως του ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ, για την περισυλλογή τυχόν επιζώντων. Όμως, συντόμως κατέστη αδύνατον να παραμείνωμεν άλλο στην περιοχήν, καθώς το πλοίον ελάμβανε μεγάλην κλίσιν προς τα δεξιά και η πλοήγησις του ήταν άκρως δυσχερής λόγω παραμορφώσεως ελασμάτων στο πρωραίον τμήμα του. Βεβαίως, πάλι ερρίφθησαν σχεδίαι και σωσίβια για τους Άγγλους ναυαγούς, εάν υπήρχαν.

Προσκλητήριο νεκρών του HMS Hurworth, από το πλήρωμα του ομώνυμου πλοίου, στο Ναυτικό Μνημείο του Southsea.

Καθώς απομακρυνόμεθα η κατάστασις του πλοίου μας ολοένα επεδεινούτο, με τα ύδατα να εισρέουν ζωντανά από το χάσμα που είχε δημιουργηθεί από την αποκοπήν της πρώρας. Η μόνη φρακτή που αντιστέκετο ήταν του λεβητοστασίου, η οποία εάν υπεχώρει τα ύδατα θα κατέκλυζαν το λεβητοστάσιον και θ’ ανετινάσσοντο οι λέβητες. Ο ΑΔΡΙΑΣ έπρεπε να πλεύση τάχιστα προς τα Τουρκικά παράλια, για να προσαράξη. Πού όμως;

Με την έκρηξιν, το γραφείον χαρτών διελύθη και χάρτες δεν υπήρχον. Επίσης η γυροσκοπική πυξίς είχεν καταστραφεί, οι μαγνητικές πυξίδες είχαν διαλυθεί, ακόμη και η μικρή επιλέμβιος πυξίς στην πρυμναίαν θέσιν διευθύνσεως είχε κατακερματιστεί. Ευτυχώς ήταν μία νύκτα σκοτεινή και έναστρος, οπότε δίδοντας μίαν απόκλισιν πορείας 90 μοιρών από του Πολικού Αστέρος εκινήθημεν με μικράν ταχύτηταν Ανατολικώς.

Αναγκαστικώς η διεύθυνσις του πλοίου εγένετο μόνον με τις μηχανές του, οπότε αυτό εκινείτο με σαρωτικούς ελιγμούς δεξιά και αριστερά, πράγμα που ενίσχυεν ανησυχητικώς την πιθανότητα να προσκρούσωμεν και σε άλλην νάρκην. Καθώς επλέαμε εναγωνίως προς την ακτήν ελπίζοντες στην ταχείαν εξεύρεσιν ασφαλούς σημείου προσαράξεως, η κλίσις του πλοίου ηύξανε με άμεσον πλέον τον κίνδυνον ανατροπής.

Μέσα στο βαθύ σκότος της νυκτός εκείνης, αίφνης παρετηρήθησαν – ως πυγολαμπίδες – κάποια μικρά φωτάκια που υπεδείκνυαν ίσως κάποιο ψαροχώρι όπου μάλλον θα υπήρχεν ομαλός αιγιαλός. Ο ΑΔΡΙΑΣ αμέσως κατευθύνθη προς τα φωτάκια αυτά και παρ’ όλο που κανείς μας δεν εγνώριζε πού ευρισκόμεθα, τελικώς προσηράξαμεν σε ομαλό αιγιαλό την πρωϊαν της 23ης Οκτωβρίου – 1:10 για την ακρίβειαν – και το πλοίον προσωρινώς εσώθη.

Όμως, ο βαρύτατα τραυματισμένος ΑΔΡΙΑΣ δεν θα εσώζετο εάν άπαντες οι μη τραυματίες και οι ελαφρώς τραυματισμένοι δεν ελειτούργουν με εντυπωσιακήν εντέλειαν και μίαν ψυχραιμίαν, σχεδόν σαν να ήταν απλό γυμνάσιο. Τα παρακάτω δύο μικρά παραδείγματα δίδουν μίαν πραγματικήν αίσθησιν αυτών που λέγω. Το ένα ήταν το επισκευαστικό θαύμα που επέτυχεν κάτω από φοβερήν πίεσιν το άγημα αντιμετωπίσεως βλαβών, με την στερέωσιν και στεγανοποίησιν της φρακτής του λεβητοστασίου. Το άλλο αφορά την εμμονή στο καθήκον του διόπου ηλεκτρολόγου υπηρεσίας. Ο άνδρας αυτός παρέμεινεν στο ηλεκτροστάσιον μέχρις ότου τα ύδατα έφθασαν στο στόμα του και έτσι το πλοίον μας δεν εστερήθη ηλεκτρικού ρεύματος μέχρι της προσαράξεως του. Μόνον τότε ο αξιοθαύμαστος αυτός δίοπος εγκατέλειψε την υγράν θέσιν του.

Κυρίες και Κύριοι,

Από το σημείον αυτό ας μου επιτρέψετε ν’ αρχίσω με τον αφορισμόν “από Θεού άρξασθαι”. Η απίστευτος συρροή ευνοϊκών συγκυριών που επηκολούθησαν δεν πιστεύω ότι ήσαν απλώς τυχαίαι και η συνέχεια της διηγήσεως μου θα σας επιβεβαιώση του λόγου μου το αληθές.

Κατόπιν λοιπόν μιάς αγωνιώδους νύκτας, το πλοίο δυσκυβέρνητο και έτοιμο ν’ ανατραπή, επλεύσαμε σχεδόν στα τυφλά μέσα από ναρκοπέδιο και βρεθήκαμε προσηραγμένοι σε ομαλό αιγιαλό. Είμεθα μεν για την ώρα σώοι, αλλά χωρίς ναυτιλιακά βοηθήματα – όπως προανέφερα – η ακριβής θέσις μας ήταν άγνωστος και υπήρχε πολύ μεγάλη πιθανότης να είμεθα τραγικώς καθηλωμένοι στην παραλία μίας εκ των πολλών Γερμανοκρατούμενων νήσων της περιοχής. Ευτυχώς η πρόσθετος αυτή αγωνία δεν εκράτησεν πολύ, καθώς σύντομα ήρχισαν να συγκεντρώνωνται κάτοικοι στην ακτήν και με ανακούφισιν διεπιστώσαμεν ότι ωμιλούσαν Τουρκικά. Δεν γνωρίζω άν ήταν θαύμα, πάντως είμασταν επί ουδετέρου Τουρκικού εδάφους.

Ένας από τους ναύτες μας ωμιλούσε Τουρκικά και έτσι έγινε η πρώτη επικοινωνία μας με τους ντόπιους. Επληροφορήθημεν ότι ευρισκόμεθα στο χωριό ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ και μόλις δύο ώρας οδικώς από την πλησιεστέραν επαρχιακήν πόλιν, δηλαδή το ΜΠΟΝΤΡΟΥΜ ή για μας την αρχαία Αλικαρνασσό. Επίσης για την ιστορία, το ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ ευρίσκεται στην θέσιν της αρχαίας ΜΥΝΔΟΥ, γνωστής μέχρι και τούς Βυζαντινούς χρόνους για τα πλούσια μεταλλεία αργύρου που είχε, εξ ού και το όνομα του χωριού που σημαίνει στα Τουρκικά ΑΣΗΜΟΛΙΜΑΝΟ.

Καθώς η επαφή μας με τους ντόπιους προόδευε, σύντομα ανεκαλύψαμεν ότι πολλοί ωμιλούσαν καλά Ελληνικά και ήταν ιδιαιτέρως φιλικοί. Ήταν Τουρκοκρήτες που ευρέθησαν εκεί ύστερα από την τραγικήν ανταλλαγήν πληθυσμών που επηκολούθησε της Μικρασιατικής Καταστροφής του ’22. Αυτοί οι άνθρωποι, για όσους δεν γνωρίζουν, έτρεφαν μεγάλην συμπάθειαν προς τους Έλληνες και ενοσταλγούσαν πολύ την πατρίδα τους, δηλαδή την Κρήτην. Με μεγάλην προθυμίαν μας είπαν πολλά και χρήσιμα και έτσι εμάθαμεν ότι υπήρχεν Άγγλος Προξενικός υπάλληλος στο ΜΠΟΝΤΡΟΥΜ, με τον οποίον βεβαίως άμεσα επικοινωνήσαμεν τηλεφωνικώς. Αυτός μας επληροφόρησεν ότι στο ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ ευρίσκετο Έλλην έφεδρος αξιωματικός που υπηρετούσε ως Άγγλος πράκτωρ.

Επί του πλοίου, από την στιγμήν της προσαράξεως όλοι οι εκτός υπηρεσίας άνδρες, με επικεφαλής τον Ύπαρχον και τους Αξιωματικούς, είχαν επιληφθεί του δυσκόλου και ανατριχιαστικού έργου απεγκλωβισμού των τραυματιών που είχαν την ατυχίαν να ευρεθούν παγιδευμένοι ανάμεσα σε μάζες παραμορφωμένων ελασμάτων. Δεν θα υπεισέλθω σε λεπτομέρειες, γιατί ούτε εγώ αντέχω να τις φέρω στο μυαλό μου ξανά, αρκεί όμως να σας πώ ότι δυστυχώς υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις όπου ο απεγκλωβισμός δεν κατέστη δυνατός. Επίσης, το ιατρείον και το φαρμακείον του πλοίου είχαν πλήρως καταστραφεί και έτσι ο ιατρός μας, μαζί με έναν νοσοκόμον και μερικούς αυτόκλητους ναύτες-νοσοκόμους, ηναγκάσθη να εκτελέση σειράν από επείγουσας επεμβάσεις και ακρωτηριασμούς σ’ ένα πρόχειρο χειρουργείον και δυστυχώς άνευ ναρκώσεως. Φαντασθείτε, το μόνον αντισηπτικόν που υπήρχε ήσαν κάποιες κολώνιες ξυρίσματος.

Καθ’ ον χρόνον εκείνη την νύκτα ο Κυβερνήτης επεσκέπτετο τους τραυματίες, έτυχεν η στιγμή όπου ο ιατρός ετοιμάζετο ν’ ακρωτηριάση το χέρι ενός Υπαξιωματικού Μηχανικού. Όταν ησθάνθη την ανάγκην να ενθαρρύνη τον εν λόγω Μηχανικόν, αυτός αμέσως του απήντησεν: “Τόσοι νεκροί Κύριε Κυβερνήτα, τι είναι ένα χέρι γιά την πατρίδα”.

Εν μέσω όλων αυτών, ήρθεν και κάποια στιγμή το φώς της ημέρας. Ενωρίς εκείνην την πρωϊαν μας επεσκέφθη ο ΧΑΣΑΝ ΜΠΕΗΣ, ο οποίος δεν ήταν άλλος παρά ο Έλλην συμμαχικός πράκτωρ. Μέσω αυτού απεκατεστάθη η επικοινωνία μας με την Αλεξάνδρειαν, όπου αμέσως αναφέραμεν την τραγικήν απώλειαν του ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ, την ακριβήν θέσιν του ναρκοπεδίου και την δικήν μας τύχην.

Ύστερα από μίαν τόσον δραματικήν νύκτα και παρά το αντίξοον της όλης καταστάσεως στην οποίαν ευρισκόμεθα, η λειτουργία επί του πλοίου μας έμοιαζεν εκπληκτικώς με μίαν κανονικήν εν όρμω υπηρεσίαν. Ακόμη και σήμερα διερωτώμαι για αυτήν την απίστευτον ψυχραιμίαν που επεκράτει μέσα σε τόσο δύσκολες, τραγικές, αλλά και πολύ αβέβαιες συνθήκες.

Επίσης, καθώς ανακαλώ όλα αυτά τα γεγονότα ξανά στην μνήμη μου για να σας τα αφηγηθώ, εξακολουθώ να εκπλήσσωμαι για το πόση καλή τύχην είχαμε μέσα στην φοβερήν μας ατυχίαν. Από το σημείον της προσκρούσεως στην νάρκην επετύχαμε το σχεδόν ακατόρθωτο να διανύσωμεν 16 ναυτικά μίλια και να προσαράξωμεν, εντελώς συμπτωματικώς, στην πλέον ιδανικήν – δια τα τότε δεδομένα – ακτήν. Όχι μόνον δεν επέσαμε επάνω σε μία από τις παραπλήσιες υπό Γερμανικήν κατοχήν νήσους, αλλά στο “μέσον του πουθενά” όπου ευρέθημεν έτυχε να υπήρχουν ένας Έλληνας συμμαχικός πράκτωρ και Ελληνόφωνοι κάτοικοι που ήσαν πρόθυμοι να μας βοηθήσουν. Τέλος, εξ ίσου θαυμαστόν είναι το γεγονός ότι παρ’ όλες τις πολλές και σοβαρές ιατρικές επεμβάσεις που έγιναν χωρίς στοιχειώδη ιατρικά εφόδια, ούτε ένας τραυματίας μας δεν υπέφερεν την παραμικράν επιπλοκήν. Ήσαν όλα αυτά τυχαία; Και έπεται συνέχεια…

Αργότερον την ιδίαν ημέραν μας επεσκέφθη Τούρκος Υπολοχαγός, ο οποίος μας ανέφερεν ότι εάν εντός 24 ωρών δεν αποπλεύσομεν, συμφώνως προς το Διεθνές Δίκαιον το πλοίον θα παροπλισθή. Ο Κυβερνήτης μας του απήντησεν ότι κατα το αυτόν Δίκαιον θα πρέπει να αποπλεύσωμεν όταν το πλοίον καταστή πλόϊμον. Βεβαίως η δήλωσις του αυτή δεν ήτο απολύτως ακριβής, αλλά διεμήνυεν υπαινικτικώς ότι οιαδήποτε κίνησις παροπλισμού εκ μέρους των Τούρκων θ’ αντιμετωπίζετο δι’ όλων των μέσων που διέθετεν ακόμη το πλοίον.

Η ουδετερότης της Τουρκίας και οι λεπτές γραμμές νομιμότητος της παρουσίας μας εκεί είναι μία ολόκληρος ιστορία στην οποίαν δεν θα εισέλθω για την οικονομίαν του χρόνου. Ίσως κάποιοι δισταγμοί των τοπικών αρχών, προερχόμενοι από τις πολυσύνθετες διακρατικές σχέσεις της Τουρκίας με τις εμπλεκόμενες δυνάμεις, να ήταν αυτό που μας εχάρισε τον πολύτιμον χρόνον που τελικώς απολαύσαμε με σχετικήν ηρεμίαν στο ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ. Βεβαίως η πίεσις των αρχών για να φύγουμε δεν ήταν ποτέ πολύ μακρυά, ενώ παράλληλα ο εχθρός – με την γνωστήν Γερμανικήν του συνέπειαν – μας έστελνε καθημερινώς το αναγνωριστικόν Α/Φ του, στις 12:00 και στις 16:00 ακριβώς. Έτσι επιβεβαίωνε την θέσιν μας, καθώς μας “περίμενε στη γωνία” μόλις τολμήσουμε να εγκαταλείψουμε την ουδέτερη αγκαλιά του όρμου. Μία περίεργη και δυσάρεστη αίσθηση οπωσδήποτε…

Ο όρμος Gümüslük σήμερα.

Την επομένην της προσαράξεως ενοικιάσαμεν έναν μικρόν χώρον στο ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ, όπου έγινεν η ταφή των νεκρών μας σε κοινόν τάφον και με λεπτομερές σχέδιον ταφής για την μελλοντικήν αναγνώρισιν των οστών. Επίσης απεδόθησαν όλες οι τιμές, με τους γνωστούς ναυτικούς συριγμούς και την ανάγνωσιν του προσκλητηρίου νεκρών.

Όλων οι καρδιές ήσαν σφιγμένες από το πένθος, αλλά καθώς ο πόλεμος χαρακτηρίζεται από έναν καταιγισμό αντικρουωμένων συγκινήσεων και συναισθημάτων, αργότερα την ιδίαν ημέραν ήρθαν και κάποιες ευχάριστες εκπλήξεις για να μας απαλύνουν τον ψυχικόν μας φόρτον. Είδαμε την βενζινάκατον του ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ να μας πλευρίζη με επιζώντες και στη συνέχεια, ένα καϊκι να μας φέρνη σώους τον τραυματία Άγγλον Διοικητήν και τον τρίτον ναύτη μας που δεν είχεν περισυλλεγεί την νύκταν της προσκρούσεως.

Καθώς ενωρίτερον σας υπεσχέθην την αφήγησιν της περιπέτειας του, ο ναύτης αυτός περιπλανόμενος εν μέσω σκότους με μίαν σχεδίαν, είχεν εντοπίσει τον τραυματία Διοικητήν και τον είχε μεταφέρει σώον στην παραλία κάποιας νησίδος, όπου όμως συνετρίβη η σχεδία. Έτσι ηναγκάσθη να τον αφήσει προσωρινώς εκεί. Στην συνέχειαν εκολύμβησεν μόνος όλην την νύκτα και σχεδόν όλην την επομένην ημέραν από ακτής σε ακτήν γιά να εξεύρη βοήθειαν. Ύστερα από πολλές απογοητεύσεις ανάμεσα στις ερημικές βραχονησίδες της περιοχής, επι τέλους συνήντησε ένα Ελληνικό καϊκι που προσεφέρθη να τον βοηθήση με την κάλυψιν της νυκτός. Όταν ήρθεν το σκότος, τότε ο ναύτης μας ωδήγησεν το καϊκι στο σημείον όπου ο Διοικητής – με σοβαρά κατάγματα στην σπονδυλικήν στήλην – ανέμενε στωϊκώς επί 44 ώρες. Μία συγκινητική ιστορία ανθρωπιάς, αλλά και ένας πραγματικός κολυμβητικός άθλος…

Επανερχόμενος στην τρέχουσαν αφήγησιν, ο Κυβερνήτης διέταξεν τους Αξιωματικούς, μ’ επικεφαλής τον Πρώτον Μηχανικόν, να εκπονήσουν σχέδιον επισκευών που θα καθιστούσε τον ΑΔΡΙΑ και πάλιν πλόϊμον. Εντός ολίγων ημερών το σχέδιον είχεν καταρτιστεί και απεστάλη – μέσω ΧΑΣΑΝ ΜΠΕΗ – στην Αλεξάνδρειαν, προς τελικήν έγκρισιν. Όταν ήρθε η έγκρισις, ο Κυβερνήτης ενήργησε δραστηρίως μέσω του Άγγλου Ναυτικού Ακολούθου που ευρίσκετο στην Σμύρνη και επετεύχθη η διάθεσις ενός ναυαγοσωστικού πλοίου. Εδώ πρέπει να διακόψω πάλι τον ειρμόν και να σας πώ δύο λόγια για τις κύριες ζημίες του πλοίου, μαζί με μία ακόμη μικρή ανθρώπινη ιστορία ανεκδοτικώς, σαν πινελιά της εποχής εκείνης.

Το πλοίον λοιπόν, εκτός από τις συνέπειες της αποκοπής της πρώρας του, είχε και ένα σοβαρό πρόβλημα με τα πυροβόλα του πρωραίου πύργου που είχαν εκτιναχθεί όρθια και κυριολεκτικώς εφάπτοντο επί της γεφύρας.

Η γέφυρα του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ μετά την πρόσκρουση (Αρχείο Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος).

Εκτός λοιπόν από την στεγανοποίησιν και την ενίσχυσιν που θα έπρεπε να γίνει στο χάσμα του πρωραίου μέρους – μαζί με ένα εκτενές “μάζεμα” παραμορφωμένων ελασμάτων – θα έπρεπε επίσης να ευρεθή λύσις για τους 22 τόνους των δύο πυροβόλων μετά της βάσεως των, που όρθια σε μεγάλο ύψος συνέβαλαν πολύ στην αστάθειαν του πλοίου.

Καθώς λοιπόν εμελετάτο η όλη κατάστασις, εναυλώθη ένα καϊκι για να μεταφέρη τους Πρώτον Μηχανικόν, Αξιωματικόν Πυροβολικού και Άγγλον Σύνδεσμον του ΑΔΡΙΑ στην Σμύρνη, για να συζητήσουν τις λεπτομέριες της επισκευής με τον εκεί Άγγλον Ναυτικόν Ακόλουθον και έναν επίσης Άγγλον ναυπηγόν.

Όμως, καθ’ ον χρόνον έπλεαν προς την Σμύρνην το καϊκι εβλήθη από Τουρκικό φυλάκιο και παρεδόθη, με αποτέλεσμα η φρουρά να συλλάβη τους τρείς αξιωματικούς του ΑΔΡΙΑ και να τους παραδώση στην τοπική Χωροφυλακή. Εκεί ερρίφθησαν σ’ ένα βρωμερότατο κελί όπου οι χωροφύλακες τους συμπεριεφέρθησαν βαναύσως και τους αφήρεσαν και όλα τους τα τιμαλφή. Μπορείτε μόνοι σας να φαντασθήτε τις συνθήκες που επικρατούσαν σε μία Τουρκική φυλακή το 1943. Ευτυχώς, σε μερικές ημέρες και ύστερα από περιπεπλεγμένες διαδικασίες και απιθάνους συμπτώσεις, οι τρείς Αξιωματικοί εξηγοράσθησαν μέσω της διπλωματικής οδού και συνέχισαν την αποστολήν των στην Σμύρνη και κατόπιν στον ΑΔΡΙΑ.

Όμως το πραγματικόν ενδιαφέρον της ανεκδότου αυτής ιστορίας δεν είναι όλα τα παραπάνω, αλλά το τι συνέβη όταν τελικώς επέστρεψαν με τον ΑΔΡΙΑ στην Αλεξάνδρειαν. Εκεί όλοι μας εφθάσαμεν χωρίς χρήματα, αφού το ταμείο του πλοίου είχεν ακολουθήσει την πρώραν στον βυθόν, μαζί και με το μεγαλύτερο μέρος της ενδιαίτησης πληρώματος και Αξιωματικών. Καθώς λοιπόν οι δύο Έλληνες Αξιωματικοί της μικρής ιστορίας μας έπρεπε να πληρώσουν για την αναγκαστικήν διαμονήν τους σε ξενοδοχείο και για να ξανα-αγοράσουν τις στολές που έχασαν όταν βυθίστηκαν οι καμπίνες τους, επήγαν επειγόντως για να εισπράξουν μισθούς από το ανάλογο γραφείο του Ναυαρχείου. Τότε έμαθαν με μεγάλην έκπληξιν ότι ήσαν χρεωμένοι 1000 λίρες έκαστος και αυτό, όταν ο μισθός τους ήταν τότε περίπου 30 λίρες το μήνα. Είχαν προφανώς χρεωθή τα χρήματα της εξαγοράς τους από τους Τούρκους…

Επανέρχομαι στο ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ…Με την βοήθειαν του ναυαγοσωστικού πλοίου επετεύχθη τελικώς η αποκοπή των περισσοτέρων παραμορφωμένων ελασμάτων, η ενίσχυσις των κρισιμοτέρων αδυνάμων σημείων και ο εγκιβωτισμός του χάσματος του πρωραίου τμήματος μ’ ενισχυμένο τσιμέντο ταχείας πήξεως. Όσο για τα πυροβόλα, άν και παρέμειναν όρθια, καταφέραμεν να τα χαμηλώσωμεν τόσον, ώστε να μειωθή σημαντικώς το πρόβλημα ευσταθείας που προεκάλουν. Ο τρόπος που αυτό επετεύχθη δεν έχει αξίαν ν’ αναφερθή καθώς είναι αρκετά περίπλοκος στην εξήγησιν του. Τέλος, κατεσκευάσθη και ένα μικρόν μνημείον με σταυρόν για την σήμανσιν του κοινού τάφου των νεκρών μας, στην βάσιν του οποίου ανεγράφη:

ΑΝΔΡΩΝ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΠΑΣΑ ΓΗ ΤΑΦΟΣ
Πεσόντες υπέρ πατρίδος εκ του πληρώματος του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ
22α Οκτωβρίου 1943

Το μνημείο του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ στο Λακκί της Λέρου.

[ Συνεχίζεται ]

Ο αντιναυάρχος Κωνσταντίνος Σ. Σωτηρίου (Καβάλα 1918 – Αθήνα 2008) υπηρέτησε σε πλοία επιφανείας καθώς και σε επιτελικές και διοικητικές θέσεις. Μεταξύ άλλων, διετέλεσε κυβερνήτης της κορβέτας ΤΟΜΠΑΖΗΣ (1949), του ζεύγους αντιτορπιλικών ΙΕΡΑΞ και ΠΑΝΘΗΡ (1956-1957), ΚΡΗΤΗ (1967), Διοικητής της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων (1964-1967), Υπαρχηγός ΓΕΝ (1968-1970). Στις 15.01.1944, τιμήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό Γ΄Τάξης, “για την εξαιρετικήν ψυχραιμίαν, απτόητον και ατάραχον εμφάνισίν του, αναλαβών με πλήρη ηρεμίαν και ακρίβειαν, αν και τραυματισθείς, την διεύθυνσιν του απομείναντος οπλισμού του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ, κατά την πρόσκρουσιν σε νάρκη στις 22.10.1943”.

Iωάννης Σ. Παπαφλωράτος «ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ, Πολιτική Βιογραφία (1915-1964)»

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Εκδόσεων Λειμών, Νικηταρά 2-4, Αθήνα

Iωάννης Σ. Παπαφλωράτος

«ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ, Πολιτική Βιογραφία (1915-1964)

Το βιβλίο του Δρος Ιωάννη Σ. Παπαφλωράτου «Γεώργιος Παπανδρέου, Πολιτική Βιογραφία (1915-1964)» εμπλουτίζει την ελληνική ιστοριογραφία, αναφερόμενο σε γεγονότα που καλύπτουν μία κρίσιμη περίοδο της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδας. Ο βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών συγγραφέας βιογραφεί με νηφαλιότητα και αντικειμενικότητα τον Αχαιό πολιτικό. Το έργο αυτό φωτίζει όλες τις πτυχές του βίου του αρχηγού της «Ενώσεως Κέντρου» και προσφέρει, βάσει πλούσιας αρχειακής ερεύνης και πλήθους μαρτυριών, νέα στοιχεία για τον βίο και την πολιτική του σταδιοδρομία. Επίσης, στο βιβλίο αναδεικνύεται με επιστημονικό τρόπο το κοινωνικό πλαίσιο όλης της σχετικής εποχής που πραγματεύεται ο συγγραφέας.

Το έργο συμπληρώνεται με ένα εκτεταμένο παράρτημα, στο οποίο εμπεριέχονται πολλά κείμενα του Γεωργίου Παπανδρέου, που καταδεικνύουν την θέση του σε μείζονα ζητήματα, όπως αυτό υπό τον τίτλο «Ο Βασιλεύς και το Έθνος» του 1921, η προκήρυξή του προς τις Ένοπλες Δυνάμεις του Απριλίου 1944, «Ο λόγος της απελευθερώσεως» του Οκτωβρίου 1944 κ.α. Επιπλέον, παρατίθενται κείμενα και ντοκουμέντα που σημάδεψαν την πορεία του νεότερου ελληνικού κράτους όπως «Το Δημοκρατικό μανιφέστο» του 1922, το τηλεγράφημα του Churchill προς τον Άγγλο Αντιστράτηγο Scobie της 7ης Δεκεμβρίου 1944, το πόρισμα του Αντιστρατήγου Λουκάκη για το σχέδιο «Περικλής» κ.α.. Τέλος, στο βιβλίο υπάρχουν αφίσες, σπάνια φυλλάδια και φωτογραφίες της εποχής.

MEXICO ’68. Η Ολυμπιάδα της αμφισβήτησης και των άκρων

Πενήντα χρόνια από τότε

MEXICO ’68. Η Ολυμπιάδα της αμφισβήτησης και των άκρων

 Tον Οκτώβριο του 1963, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή, η οποία συνήλθε στο Baden-Baden της Δυτικής Γερμανίας, επέλεξε με άνετη πλειοψηφία την Πόλη του Μεξικού ως τόπο τέλεσης των αγώνων της 19ης  Ολυμπιάδας, προγραμματισμένων για το έτος 1968. Η σειρά κατάταξης των υποψηφίων πόλεων πέραν της νικήτριας ήταν: Ντητρόϊτ, Λυών και Μπουένος  Άϊρες. Για πρώτη φορά στην ιστορία τους, οι αγώνες θα πραγματοποιούνταν σε χώρα της Λατινικής Αμερικής. Για τρίτη φορά (είχαν προηγηθεί οι περιπτώσεις της Μελβούρνης το 1956 και του Τόκιο το 1964), επελέγη ως ημερομηνία διεξαγωγής το τελευταίο τρίμηνο του έτους και συγκεκριμένα ο μήνας Οκτώβριος. Ο λόγος ήταν η κλιματολογική ιδιαιτερότητα των παραπάνω πόλεων σε σύγκριση με τις συνθήκες, που επικρατούσαν στην Ευρώπη και στη Βόρειο Αμερική.

Η επιλογή της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως. Η Πόλη του Μεξικού επρόκειτο να λειτουργήσει ως πειραματικό εργαστήριο για το μέλλον, καθώς για πρώτη φορά οι αγώνες διεξάγονταν σε τόσο μεγάλο υψόμετρο (2.240 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας). Επιπρόσθετα, αποφασίστηκε η χρήση  χυτού συνθετικού τάπητα (το επονομαζόμενο ταρτάν στίβου) για τα αγωνίσματα ταχύτητας, αντοχής, σκυταλοδρομίας και αλμάτων. Επρόκειτο για ένα μίγμα ελαστικών σε μορφή κόκκων, το οποίο καθιστούσε αντιολισθηρή την επιφάνεια του τάπητα. Ουδείς ήταν σε θέση να εκτιμήσει τις συνέπειες των δυο παραπάνων παραμέτρων στις επιδόσεις των αθλητών. Ο συνθετικός τάπητας χρησιμοποιήθηκε για δεύτερη συνεχή φορά τον Σεπτέμβριο του 1969, στο στάδιο Καραϊσκάκη, στο πλαίσιο της διεξαγωγής του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Αθλητισμού.

Το ολυμπιακό στάδιο της Πόλης του Μεξικού και το λογότυπο των αγώνων.

Ο μεγαλύτερος, ωστόσο, ανασταλτικός παράγοντας ήταν η πολιτική κατάσταση στο εσωτερικό μιας χώρας, η οποία δεν φημιζόταν για την υποδειγματική λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών. Ειδικότερα η πενταετία, που μεσολάβησε ανάμεσα στην ανάθεση της οργάνωσης και την τέλεση των αγώνων λειτούργησε ως εστία έντασης και συγκρουσιακών καταστάσεων. Η κυβέρνηση του προέδρου Gustavo Diaz Ortaz είχε επενδύσει το μεγάλο, για την εποχή εκείνη, ποσό των 150 εκατομ. αμερικανικών δολαρίων (με γνώμονα τα σημερινά δεδομένα, το ποσό αυτό ισοδυναμεί με 11 δισεκατομμύρια δολάρια) για τα κατασκευαστικά έργα και για την εν γένει προετοιμασία των αγώνων. Επιλέγοντας προληπτικά τη μέθοδο της καταστολής, οι αρχές επιχείρησαν να θέσουν υπό έλεγχο το συνδικαλιστικό και το φοιτητικό κίνημα. Η κατάσταση αποδείχθηκε λιγότερο διαχειρίσιμη στη δεύτερη περίπτωση. Μεταξύ των φοιτητών ήταν διάχυτη η δυσφορία και η κατακραυγή ενάντια στις αυθαιρεσίες της εξουσίας. Στους κόλπους της αστυνομίας είχε ιδρυθεί ένα ειδικό σώμα (granaderos), άρτια εκπαιδευμένο, με αρμοδιότητα την αντιμετώπιση τυχόν ταραχών. Το καλοκαίρι του 1968, καθώς πλησίαζε η έναρξη των αγώνων, και με νωπές τις μνήμες από τον γαλλικό Μάη, καταγράφηκαν συγκρούσεις ανάμεσα σε φοιτητές και την αστυνομία στο κέντρο της πρωτεύουσας. Συγκεκριμένα, την 1η Αυγούστου, μια μεγάλη πορεία 50.000 φοιτητών ενάντια στις κυβερνητικές μεθόδους καταστολής και στην παραβίαση του πανεπιστημιακού ασύλου, έληξε ομαλά.  Οι διαδηλώσεις, οργανωμένες απότο ονομαζόμενο Εθνικό Συμβούλιο Απεργιών (Consejo 

Φοιτητική διαδήλωση στο κέντρο της Πόλης του Μεξικού τον Αύγουστο του 1968.

Nacional de Huelga ή CNH), έναν αυτοσχέδιο φορέα, συνεχίστηκαν κλιμακούμενες, καθώς το CNH, έκανε συνεχώς εκκλήσεις για μαζική συμμετοχή σε αυτές φοιτητών, εργατών, αγροτών και σύσσωμου του μεξικανικού λαού. Με τους αγώνες επί θύραις, η κυβέρνηση Ortaz θέλησε να θέσει τέλος στην έκρυθμη αυτή κατάσταση, διατάσσοντας τον στρατό να εισβάλλει στις εγκαταστάσεις του  Εθνικού Αυτόνομου Πανεπιστημίου του Μεξικού (UNAM), κοιτίδα της αμφισβήτησης. Η κατάληψη έλαβε χώρα δίχως επεισόδια. Ωστόσο, οι φοιτητές περιχαρακώθηκαν σε άλλες σχολές, σε μια προσπάθεια αποτροπής ανάλογων καταστάσεων. Επί δώδεκα ολόκληρες ώρες, μεταξύ 23 και 24 Σεπτεμβρίου, διεξήχθησαν πραγματικές μάχες ανάμεσα σε οπλισμένους φοιτητές και επίλεκτες μονάδες του στρατού στους χώρους της Πολυτεχνικής Σχολής (IPN). O απολογισμός ήταν βαρύς: 15 νεκροί (3 σύμφωνα με τις επίσημες κυβερνητικές ανακοινώσεις) και 45 τραυματίες, όλοι φοιτητές. Όμως, τα χειρότερα έπονταν.

Η σφαγή στο Τλατελόλκο

Στις 2 Οκτωβρίου το απόγευμα έλαβε χώρα μια συγκέντρωση 10.000 περίπου ατόμων στην Plaza de las Tres Culturas , στη συνοικία Τλατελόλκο της πόλης του Μεξικού. Το CNH είχε επιλέξει ως κεντρικό σύνθημα της συγκέντρωσης την αντίθεση στην τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων (“Δεν θέλουμε τους αγώνες. Θέλουμε επανάσταση!” – “¡No queremos olimpiadas, queremos revolución! “). Ενώ τα πράγματα έδειχναν να εξελίσσονται ομαλά, περί τις 18.00 μ.μ. άρχισαν να υπερίπτανται του χώρου της συγκέντρωσης ελικόπτερα της αστυνομίας. Την ίδια στιγμή, η περιοχή αποκλείστηκε από μονάδες του στρατού και από τεθωρακισμένα, που εισήλθαν στην πλατεία. Οι πρώτοι πυροβολισμοί αιφνιδίασαν το ανυποψίαστο πλήθος. Προέρχονταν από ελεύθερους σκοπευτές, οι οποίοι είχαν

Λήψη από αέρος της Plaza de las Tres Culturas του Τλατελόλκο. Ο χώρος προσφέρεται για τον εγκλωβισμό του πλήθους.

ακροβολιστεί στα παρακείμενα κτήρια, ειδικότερα δε σε εκείνο του υπουργείου Εξωτερικών. Άλλες πληροφορίες υποστηρίζουν πως το σύνθημα δόθηκε από τα ελικόπτερα με ρίψη φωτοβολίδων, καθώς το σκοτάδι είχε αρχίσει να πέφτει. Η αρχική έκπληξη μετεξελίχθηκε σε πανικό, όταν ο στρατός έβαλε αδιάκριτα, σε έναν χώρο, ιδανικό για ενέδρα (η πλατεία περιβαλλεται από ψηλές κατασκευές).  Η σφαγή διήρκησε ολόκληρη τη νύκτα, με συνεχείς εφόδους στα γειτονικά κτήρια. Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων εξακολουθεί να παραμένει έως σήμερα άγνωστος. Οι εφημερίδες της επομένης μέρας έκαναν λόγο για 20 έως 28 νεκρούς. Το 1998, με αφορμή τη συμπλήρωση 30 ετών, οι μεξικανικές αρχές δημοσιοποίησαν τα επίσημα κρατικά έγγραφα, από τα οποία αποδείχθηκε πως την πλήρη ευθύνη έφερε ο στρατός, και πως ο αριθμός των νεκρών κυμαινόταν μεταξύ 300 και 400 ατόμων. Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν και άλλοι 1.300 περίπου, που συνελήφθησαν και υπέστησαν βάναυση μεταχείρηση στα κρατητήρια. Ως ηθικός αυτουργός κατηγορήθηκε ο τότε υπουργός Εσωτερικών και μετέπειτα πρόεδρος της χώρας (1970-1976) Luis Echeverría. Το 2009 η Δικαιοσύνη τον απάλλαξε από την κατηγορία. Παρά τον αποτροπιασμό της διεθνούς κοινότητας, η ΔΟΕ αποφάσισε την τέλεση των αγώνων όπως ακριβώς αυτοί είχαν προγραμματιστεί.

Masacre en Tlatelolco, 2 De octubre 1968 (αγγλικοί υπότιτλοι)

Ο στρατός επί το έργον.
Η εκκένωση των σορών.
Ταπεινωτική μεταχείριση των συλληφθέντων.
Οι ολυμπιακές εγκαταστάσεις φυλάσσονται από ειδικές μονάδες του στρατού.

Οι αγώνες με τις εξωπραγματικές επιδόσεις

Το μεγάλο υψόμετρο και ο αραιός σε πυκνότητα αέρας ευνόησαν ορισμένα αθλήματα (δρόμοι μικρών και μεσαίων αποστάσεων, άλματα) λειτούργησαν, ωστόσο, ανασταλτικά σε ορισμένα άλλα (δρόμοι ημιαντοχής και αντοχής, με εξαίρεση τους αθλητές προερχόμενους από χώρες με υψόμετρο, όπως η Αιθιοπία και η Κένυα). Στον κλασσικό αθλητισμό ανδρών και γυναικών καταρρίφθηκαν συνολικά 14 παγκόσμια και 12 ολυμπιακά ρεκόρ. Τα αθλήματα κλειστού χώρου ουδόλως επηρρεάστηκαν από τις κλιματολογικές συνθήκες. Οι αγώνες της  19ης  Ολυμπιάδας έχουν να επιδείξουν και ορισμένες καινοτομίες. Για πρώτη φορά η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας εκπροσωπήθηκαν με ξεχωριστές αποστολές. Για πρώτη φορά επίσης, οι αγώνες μεταδόθηκαν τηλεοπτικά έγχρωμα. Στο Μεξικό εισήχθη το μέτρο του ελέγχου ντόπινγκ. Τέλος, για πρώτη φορά στην ιστορία των αγώνων, η πολιτική διάσταση, με τη μορφή της αμφισβήτησης, έκανε την εμφάνισή της εντός του χώρου τέλεσης των αθλημάτων.

12 Οκτωβρίου 1968. Η Enriqueta Basilio υπήρξε η πρώτη γυναίκα αθλήτρια στην ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων που άναψε τη φλόγα κατά την τελετή έναρξης.
Ο εντυπωσιακός δρόμος των 100 μέτρων με τους οκτώ νέγρους αθλητές και τον ολυμπιονίκη  Jim Hines από τις ΗΠΑ να σπάει για πρώτη φορά στα παγκόσμια χρονικά το φράγμα των 10 δευτερολέπτων (9.95).

Οι πρώτος και τρίτος ολυμπιονίκες του δρόμου των 200 μέτρων Tommie Smith και John Carlos, φορώντας μαύρα γάντια, υψώνουν τη γροθιά τους κατά την ανάκρουση του εθνικού ύμνου των ΗΠΑ (χαιρετισμός της ριζοσπαστικής οργάνωσης “Μαύρη Δύναμη” – Black Power), ως ένδειξη διαμαρτυρίας κατά των φυλετικών διακρίσεων στη χώρα τους. Ο δεύτερος ολυμπιονίκης, Peter Norman από την Αυστραλία, υπήρξε ο εισηγητής της ιδέας. Αμφότεροι οι αθλητές τιμωρήθηκαν από τις ομοσπονδίες των χωρών τους γι αυτή την ενέργεια.
Το απίστευτο άλμα του Bob Beamon στο άλμα εις μήκος με 8 μέτρα και 90 εκατοστά. Η έως τότε καλύτερη επίδοση στον κόσμο βελτιώθηκε κατά 55 εκατοστά. Το ρεκόρ έσπασε το 1991, έχοντας αντέξει επί 23 ολόκληρα χρόνια.
Το άλμα τριπλούν υπήρξε το πλέον δραματικό άθλημα των αγώνων, καθώς το παγκόσμιο ρεκόρ καταρρίφθηκε πέντε φορές κατά την τελική φάση από τους τρεις ολυμπιονίκες, συμπεριλαμβανομένου και του τελευταίου νικηφόρου άλματος. Πρωταγωνιστές ήταν ο Viktor Saneyev από την ΕΣΣΔ, ο Nelson Prudêncio από την Βραζιλία και ο Giuseppe Gentile από την Ιταλία.
Το ανορθόδοξο για την εποχή στυλ του Αμερικανού Dick Fosbury στο άλμα εις ύψος. Με την πάροδο του χρόνου καθιερώθηκε ως “Fosbury Flop”.
Το παγκόσμιο ρεκόρ  (48.12΄΄) του Βρετανού David Hemery στον δρόμο 400 μέτρων μετ εμποδίων.

Η Věra Čáslavská (αριστερά) από την Τσεχοσλοβακία, χαμηλώνει το κεφάλι της κατά την ανάκρουση του εθνικού ύμνου της ΕΣΣΔ, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την εισβολή των σοβιετικών στρατευμάτων στην πατρίδα της, δυο μήνες νωρίτερα. Ως αντίποινα, η Ομοσπονδία Γυμναστικής της Τσεχοσλοβακίας την εξανάγκασε σε υποβολή παραίτησης. ¨Επειτα από την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού το 1989, η Čáslavská ανέλαβε ειδική σύμβουλος του Προέδρου της Δημοκρατίας Václav Havel για θέματα αθλητισμού. Αργότερα εκλέχθηκε πρόεδρος της Ολυμπιακής Επιτροπής της Τσεχίας και μέλος της ΔΟΕ.

Mexico City 1968 Olympic Games

Μισό αιώνα έπειτα από την τέλεσή τους, τι έχει, άραγε, απομείνει ως κατάλοιπο των αγώνων της 19ης Ολυμπιάδας; Σε αμιγώς αθλητικό επίπεδο, το διακριτικό γνώρισμα είναι αναμφίβολα ο αριθμός και η ποιότητα των επιδόσεων, ορισμένες εκ των οποίων (Beamon, Hines) έχουν αφήσει το στίγμα τους στην Ιστορία. Όμως, οι αγώνες του Μεξικού είναι εκείνοι, που άνοιξαν διάπλατα το δρόμο για την πολιτικοποίηση του θεσμού (είχε προηγηθεί, βέβαια, η Ολυμπιάδα του Βερολίνου το 1936, ιδανική συγκυρία, που η ναζιστική προπαγάνδα αξιοποίησε στο έπακρο). Σε αυτό συνέβαλε και η απευθείας τηλεοπτική μετάδοση, η οποία, έκτοτε, χάρη της εκ των πραγμάτων προσφερόμενης μεγάλης ακροαματικότητας σε παγκόσμια κλίμακα, μετέτρεψε τους Ολυμπιακούς Αγώνες σε εφαλτήριο προβολής και δημοσιοποίησης των ανά τον κόσμο προβλημάτων και αντιπαραθέσεων. Παρά το γεγονός ότι τα αναρίθμητα θύματα της σφαγής του Τλατελόλκο κατέστησαν τους αγώνες του 1968 τους πλέον αιματηρούς της Ιστορίας, εντός των αθλητικών εγκαταστάσεων, το προαναφερόμενο γνώρισμα θα έλεγε κανείς πως εκδηλώθηκε με την αμηχανία του πρωτόπειρου. Παίρνοντας τη σκυτάλη τέσσερα χρόνια αργότερα, το Μόναχο και η παλαιστινιακή οργάνωση “Μαύρος Σεπτέμβρης”, έμελλαν να προσδώσουν μια επιπρόσθετη διάσταση στην πολιτικοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων: εκείνη της τρομοκρατίας.

Μόναχο, 1972. Η σκυτάλη.

Κείμενο-επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Ευάνθης Χατζηβασιλείου: Μια λησμονημένη άγρια Κατοχή

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1918 η βουλγαρική συνθηκολόγηση επέφερε και την απελευθέρωση της Ανατολικής Μακεδονίας, την οποία τα γερμανοβουλγαρικά στρατεύματα είχαν καταλάβει τον Αύγουστο του 1916. Αυτή ήταν η δεύτερη από τις τρεις βουλγαρικές κατοχές της περιοχής (πρώτη το 1912-13, τρίτη το 1941-44). Παρά το γεγονός ότι, αντίθετα με τις άλλες δύο, κατά την κατοχή του 1916-18 δεν έγιναν μαζικές εκτελέσεις άμαχου πληθυσμού, επρόκειτο, με μεγάλη διαφορά, για τη σκληρότερη από τις τρεις. Το 14% του πληθυσμού των 300.000 κατοίκων (Ελλήνων, μουσουλμάνων, Εβραίων) πέθανε από πείνα, αρρώστιες ή κακομεταχείριση. Περισσότερα από 500 παιδιά Ελλήνων απήχθησαν και πολλά από αυτά δεν επιστράφηκαν ακόμη και μετά το τέλος του πολέμου. Επιπλέον, αμέσως μετά την απελευθέρωση του 1918, έντρομες οι ελληνικές και συμμαχικές αρχές ανακάλυψαν ότι σε όλη την περιοχή, οι κατακτητές είχαν αφαιρέσει τη σοδειά, τους σπόρους, τα αροτριώντα κτήνη, τα οικόσιτα ζώα και τα γεωργικά εργαλεία. Ο πληθυσμός στερείτο κάθε μέσου διατροφής και επίκειτο τρομερός λιμός, ικανός να αφανίσει όλους όσοι είχαν απομείνει. Η εφιαλτική αυτή προοπτική απετράπη μόνον χάρη στη γιγαντιαία προσπάθεια του ελληνικού κράτους, των Συμμάχων και της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού, με κρίσιμη τη δράση του βρετανικού Ερυθρού Σταυρού πρωτίστως στις Σέρρες και του αμερικανικού στη Δράμα και κυρίως στην Καβάλα. Επειτα από ελληνικό αίτημα, η κατοχή έγινε αντικείμενο εξέτασης από διασυμμαχική επιτροπή.

Χιλιάδες θύματα μεταξύ των αμάχων

Η άφιξη των γερμανοβουλγαρικών δυνάμεων τον Αύγουστο του 1916 αποτέλεσε μια νέα τραυματική εμπειρία – ιδίως για όσες πόλεις της περιοχής (Σέρρες, Νιγρίτα, Δεμίρ Χισάρ/Σιδηρόκαστρο, Δοξάτο, Σαρή Σαμπάν/Χρυσούπολη) είχαν καταστραφεί από τον βουλγαρικό στρατό κατά τη διάρκεια του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου το 1913, και είχαν πρόσφατες τρομερές μνήμες. Από την αρχή της κατοχής αναπτύχθηκε ένα μοτίβο: καταστροφή των ελληνικών κρατικών αρχείων και αφαίρεση των κειμηλίων των μονών (κυρίως των Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου στις Σέρρες και Παναγίας Εικοσιφοινίσσης στο Παγγαίο)· λεηλασία οικιών και καταστημάτων των Ελλήνων· πείνα, σε βαθμό ώστε να κείτονται ετοιμοθάνατοι στους δρόμους· συνακόλουθη μαύρη αγορά, στις συνθήκες της οποίας οι πιο ευκατάστατοι έχαναν τις περιουσίες τους και οι φτωχότεροι τη ζωή τους· αγγαρείες και ξυλοδαρμοί· και σειρά βιασμών ή σεξουαλικών εξαναγκασμών, κυρίως φτωχών γυναικών που δεν μπορούσαν να διαθρέψουν τα μικρά τους, ιδιαίτερα αφότου οι άνδρες τους μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία το 1917 ως όμηροι.

Οι περιοχές που υπέφεραν περισσότερο ήταν αυτές που βρίσκονταν κοντά σε εδάφη ελεγχόμενα από τους Συμμάχους. Εκεί, οι κάτοικοι αντιμετωπίστηκαν ως «πράκτορες» των Αγγλογάλλων. Ετσι, οι Σέρρες (με πληθυσμό 35.000 πριν από τον πόλεμο), μετά τη φυγή πολλών, τον θάνατο και την ομηρία άλλων, αριθμούσαν κατά την απελευθέρωση μόλις 5.793 κατοίκους: τόσοι λάμβαναν συσσίτιο από τις ελληνικές Αρχές. Συγκλονιστικές είναι οι μαρτυρίες του Ακήλ μπέη, του μουσουλμάνου δημάρχου Σερρών το 1916, ο οποίος απομακρύνθηκε από τους Βουλγάρους τον Ιούνιο του 1917 και επανεγκαταστάθηκε στη δημαρχία από την κυβέρνηση Βενιζέλου το 1918: αναφέρει ότι στην πόλη έθαβαν 40-50 νεκρούς από την πείνα κάθε ημέρα. Τα χωριά του Παγγαίου – Ροδολείβος, Σέμαλτο (Μικρό Σούλι), Κιούπκοϊ (Πρώτη), Πραβίστα, Μουσθένη, Πράβι (Ελευθερούπολη, της οποίας ο μητροπολίτης συνελήφθη ως πράκτορας των Συμμάχων) κ.ά. – υπέστησαν τεράστιες καταστροφές και απώλειες, τις οποίες κατέγραψε σε ειδική αποστολή του, τον Δεκέμβριο 1918, ένας από τους σημαντικότερους αρχαιολόγους της παγκόσμιας ιστορίας, ο Καρλ Μπλέγκεν, που (όπως και άλλοι επιστήμονες της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα) άφησε την έρευνά του για να υπηρετήσει ως εθελοντής του αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού στην Ανατολική Μακεδονία.

Δράμα, τέλη 1918: Ομηροι που επιστρέφουν από τη Βουλγαρία, σε καταυλισμό κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό.

Η μεγαλύτερη ανθρωπιστική καταστροφή έγινε στην Καβάλα, την παράκτια πόλη της περιοχής, η οποία βρισκόταν απέναντι από το νησί της Θάσου που ελεγχόταν από τους Συμμάχους. Λόγω της μαζικής φυγής κατοίκων όσο κατέβαινε ο βουλγαρικός στρατός, ο πληθυσμός αριθμούσε μόλις 32.000 τον Δεκέμβριο του 1916 (προφανώς, όχι όλοι Ελληνες). Οι Ελληνες κάτοικοι της Καβάλας αντιμετωπίστηκαν ως πράκτορες των Συμμάχων: τους απαγορεύθηκε να προσεγγίζουν τη θάλασσα και να μετακινούνται στην ενδοχώρα, ενώ χρησιμοποιήθηκαν σε οχυρωματικά έργα που χτίστηκαν προς αντιμετώπιση μιας συμμαχικής ενέργειας, με αποτέλεσμα να τους λείπουν τα αναγκαία για την επιβίωσή τους. Αλλεπάλληλες σχετικές καταγραφές αναφέρονται σε 12-14.000 θανάτους από πείνα και αρρώστιες στην Καβάλα – πολλοί έμειναν άταφοι και φαγώθηκαν από τους αρουραίους οι οποίοι πολλαπλασιάστηκαν και εν μέρει ευθύνονται για το ξέσπασμα επιδημίας εξανθηματικού τύφου κατά την Κατοχή. Οι αριθμοί αυτοί παραπέμπουν σε ένα εφιαλτικό ποσοστό απωλειών σχεδόν ενός στους δύο Ελληνες κατοίκους το 1916-18: την ώρα της απελευθέρωσης στην πόλη είχαν απομείνει μόλις 8.500 άνθρωποι. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αρουραίοι κατά την απελευθέρωση ήταν τόσο πολλοί, ώστε τμήμα της ανθρωπιστικής βοήθειας προς την Καβάλα ήταν η άφιξη τριών καραβιών με γάτες (!) από τα νησιά του Αιγαίου. Αλλά οι αρουραίοι εξόντωσαν τις γάτες, και τελικά εξοντώθηκαν οι ίδιοι χάρη σε φάρμακα που έφεραν οι Σύμμαχοι…

«Ομηροι» σε καταναγκαστικά έργα επί 16 μήνες

Από το τρίτο δεκαήμερο του Ιουνίου 1917, δηλαδή αμέσως μετά την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, όλοι οι Ελληνες άνδρες ηλικίας από 15 έως 70 ετών μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία ή στη βουλγαροκρατούμενη σερβική Μακεδονία σε καταναγκαστικά έργα

Οι «όμηροι» μεταφέρονταν με τρένα στους τόπους συγκέντρωσης στη Βουλγαρία, τα περιβόητα «λάγκερ», όπου διαβίωναν με ελάχιστη τροφή, σε καλύβες με χορτάρινες σκεπές που δεν κρατούσαν έξω τη βροχή. Ανάλογες ήταν οι συνθήκες κράτησης στους τελικούς προορισμούς, όπου εξαναγκάζονταν να εργαστούν από τα ξημερώματα έως το βράδυ σε κατασκευή δρόμων, σιδηροδρομικών γραμμών έως και στο ξεφόρτωμα πλοίων στον Δούναβη. Σε τέτοιες συνθήκες οι αρρώστιες και ειδικά ο τύφος έκαναν θραύση. Καταγράφονται τρομακτικές απώλειες: π.χ. ο πρώην νομάρχης Δράμας (ο ίδιος κρατούμενος) ανέφερε μετά την απελευθέρωση ότι από τους 96 ομήρους από το Σουμπάσκιοϊ (Νέο Σούλι, στους πρόποδες του Μενοικίου), μόνον τρεις επέζησαν… Από τα στρατόπεδα, διαβόητο έχει μείνει στην ανατολικομακεδονική μνήμη αυτό του Κίτσεβο, στη βουλγαροκρατούμενη σερβική Μακεδονία, όπου το εγερτήριο γινόταν με ξυλοδαρμό, ενώ σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες ξυλοκοπούνταν ακόμη και όσους είχαν πεθάνει στη διάρκεια της νύχτας… Η διασυμμαχική επιτροπή υπολόγισε σε 12.000 τους Ελληνες που απεβίωσαν ως όμηροι σε καταναγκαστικά έργα. Αλλά ο πόνος της ομηρίας ήταν τεράστιος και για όσους έμειναν πίσω. Οπως αναφέρει ένα τραγούδι από τη Χωριστή Δράμας, που καταχωρίζεται από τη Χρυσούλα Καραντζή, στο Κέντρον Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών: «Της Βουλγαρίας τα βουνά/ Θεέ μ’ χαμήλωσέ τα/ Να δω τα ελληνόπουλα/ Και πάλι ψήλωσέ τα».

Οκτώβριος 1918: Τα σημάδια της αιχμαλωσίας είναι εμφανή στον 35χρονο όμηρο Θ. Λιούσα.

Μια νέα φάση του μακεδονικού ζητήματος

Το ελληνικό κράτος παρασημοφόρησε τους ξένους ανθρωπιστές –όπως τους καθηγητές της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα – που έφτασαν εθελοντικά στη δοκιμαζόμενη περιοχή και, με διανομές τροφίμων για ένα περίπου έτος, απέτρεψαν μια καταστροφή ανείπωτων διαστάσεων. Παρέμειναν εκεί ακόμη και όταν ξέσπασε μια νέα επιδημία τύφου: πολλοί αρρώστησαν, ένας πέθανε, αλλά δεν έφυγαν. Μια κεντρική οδός της Καβάλας ονομάστηκε «Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού», μνημονεύοντας τους ανθρώπους που με απεγνωσμένη προσπάθεια κυριολεκτικά κράτησαν την πόλη στη ζωή. Ομως, τελικά, η δεύτερη κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας περίπου ξεχάστηκε: οι εντάσεις του Εθνικού Διχασμού κατέφαγαν τα πάντα και κυριάρχησαν στην εθνική μνήμη. Και η οδός Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού στην Καβάλα μετονομάστηκε (σε «Νυρεμβέργης»). Πάντως, σήμερα, σειρά εξαίρετων ιστορικών, στις Σέρρες, στη Δράμα και στην Καβάλα, προωθεί τη σχετική έρευνα για την εποχή.

Ο βασιλιάς Φερδινάνδος της Βουλγαρίας (κέντρο), μαζί με τους επιτελείς του, στο Φρούριο της Καβάλας

Η δεύτερη Κατοχή δεν ήταν απλώς ένα επεισόδιο του «Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου». Δεν ήταν μια Κατοχή που αποσκοπούσε μόνον στον στρατηγικό έλεγχο της περιοχής για τη διεξαγωγή πολέμου – όπως π.χ. η γερμανική κατοχή στο Βέλγιο και στη Βόρεια Γαλλία. Επρόκειτο για μια νέα φάση του μακεδονικού ζητήματος, η οποία «κρύφθηκε» μέσα στο παγκόσμιο ιστορικό γεγονός. Η Βουλγαρία έκανε μια αποφασισμένη προσπάθεια όχι απλώς να ελέγξει, αλλά να εθνοκαθάρει την περιοχή. Ωστόσο, οι βουλγαρικές αρχές αντιμετώπιζαν ένα αξιέξοδο: αντίθετα με το 1941-44 (οπότε μπορούσαν να «σπρώξουν» τον ελληνικό πληθυσμό πέραν του Στρυμόνα), το 1916-18 αυτό ήταν αδύνατον, καθώς εκεί υπήρχε ενεργό στρατιωτικό μέτωπο. Ετσι, προσπάθησαν συστηματικά να διαχύσουν τον ελληνικό πληθυσμό, ιδίως τους άνδρες, σε μια ευρύτερη περιοχή μέσα σε δικούς τους πληθυσμούς. Η ιδιάζουσα σκληρότητα προερχόταν από τις λειτουργίες του μακεδονικού ζητήματος, όχι του Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν ήταν η πρώτη, και δεν θα ήταν η τελευταία φορά…

Ελληνικό άγημα παρουσιάζει όπλα, καθώς οι συμμαχικές Αρχές εισέρχονται στις απελευθερωμένες Σέρρες, 21.9.1918 (π. ημ.), μετά την άνευ όρων παράδοση της Βουλγαρίας.

Είναι όμως σημαντικό να επισημανθεί ότι αυτή η κληρονομιά του αγώνα ζωής και θανάτου τελικά ξεπεράστηκε από τις δύο χώρες, Ελλάδα και Βουλγαρία. Ξεπεράστηκε στη μεταπολεμική εποχή, όταν και οι δύο αναγνώρισαν οριστικά τα υφιστάμενα σύνορα και οριοθέτησαν ξεκάθαρα την ταυτότητά τους στον μακεδονικό χώρο. Οι σοβαρές, ακριβείς και έντιμες λύσεις, αυτές που μπορούν να αποτελέσουν την εδραία βάση της συμφιλίωσης, απαιτούν αυτά ακριβώς τα στοιχεία.

* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: Καθημερινή

Μίλτος Λογιάδης: Μουσική και πολιτική

Μίλτος Λογιάδης

Μουσική και πολιτική

Το ότι η μουσική, όπως και όλες οι μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης, μπορεί να αποτελέσει φορέα πολιτικών απόψεων και μηνυμάτων, είναι προφανές ακόμα και στους λιγότερο μυημένους ακροατές. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι κάθε μουσική δημιουργία επιτελεί αυτό το σκοπό.Tις περισσότερες φορές το αν η μουσική έχει και πολιτικό περιεχόμενο εξαρτάται από την πρόθεση του δημιουργού της, αν και πολλές φορές αυτό μπορεί να συμβεί υποσυνείδητα, χωρίς την πρόθεσή του. Συμβαίνει όμως και η πιο «απολιτικοποιημένη»  μουσική σύνθεση να υποδηλώνει εμμέσως μια πολιτική θέση από τη μεριά του συνθέτη  ακόμα και αν αυτή είναι, η μουσική να μην διαθέτει πολιτικό περιεχόμενο. Γιατί πάντα μπορούμε να ανιχνεύουμε  πολιτικές αποχρώσεις σε όλα τα δημιουργήματα του ανθρώπου, αφού «ο άνθρωπος από τη φύση του είναι ον πολιτικό».¹

Η σχέση της μουσικής με την πολιτική μπορεί να αναλυθεί με δύο προσεγγίσεις. Αυτές έχουν να κάνουν με το ξεχωριστό τρόπο με τον οποίο η μουσική μπορεί να σχετίζεται με την πολιτική. Η πρώτη αφορά στο λειτουργικό ρόλο που μπορεί να έχει αυτή όταν χρησιμοποιείται για πολιτικούς σκοπούς ( πολλές φορές και εν αγνοία του συνθέτη ) και η δεύτερη αφορά στο  συνειδητό από τη μεριά του συνθέτη πολιτικό περιεχόμενο που προσδίδει στο μουσικό του δημιούργημα. Ένα γνωστό παράδειγμα στην πρώτη περίπτωση είναι η χρήση της μουσικής του L.v.Beethoven από τους οπαδούς του ναζισμού ως ιδεολογικά ταυτόσημης με αυτούς , χωρίς ούτε η πρόθεση του συνθέτη, ούτε το περιεχόμενο των έργων του να έχουν την οποιαδήποτε σχέση μ’αυτούς ,ενώ χρονικά τους χωρίζει περισσότερο από ένας αιώνας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για τη δεύτερη περίπτωση είναι ο Βάγκνερ και το καλλιτεχνικό του «μανιφέστο» με συνειδητό πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο.

Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε τη σχέση ανάμεσα στη μουσική και την πολιτική αναλύοντάς  την παράλληλα και σε ότι αφορά στη χρήση της για πολιτικούς σκοπούς αλλά και σε ότι αφορά το ίδιο το πολιτικό της περιεχόμενο. Θα εξετάσουμε διαχρονικά τη σχέση αυτή  μελετώντας ενδεικτικές περιπτώσεις από την ιστορική μουσική εξέλιξη οι οποίες έχουν πολιτικό ενδιαφέρον.

Ο «υβριστής» Μαρσύας

Η ικανότητα της μουσικής να επηρεάζει την πολιτική και κοινωνική εξέλιξη μιάς κοινωνίας αναγνωρίστηκε από τα πρώτα κιόλας χρόνια της εμφάνισης του ανθρώπινου πολιτισμού. Πολλοί στοχαστές του αρχαίου κόσμου αναφέρονται σε αυτήν την επίδραση, όπως ο Πλάτων, όπου στην «Πολιτεία» (Βιβλίο 4 : 424) αναφέρει πως « οι μουσικοί τρόποι²  δεν αλλοιώνονται ποτέ δίχως να διαταράξουν τις πιο βασικές πολιτικές και κοινωνικές συμβάσεις».

Τι είναι όμως αυτό που δίνει τέτοια δύναμη στους μουσικούς τρόπους  να διαταράσσουν πολιτικές και κοινωνικές συμβάσεις σύμφωνα με τον Πλάτωνα; Είναι κάποια μεταφυσική ιδιότητα που έχουν αυτοί ή μήπως είναι «το κοινά αποδεκτό» που αντιπροσωπεύουν; Μήπως δηλαδή αυτές οι μουσικές κλίμακες και οι μελωδικές και αρμονικές διαστάσεις τους αποτελούν μέρος μιας κοινά αποδεκτής παράδοσης και στοιχεία κοινωνικής συνοχής ή ακόμα  περισσότερο, πολιτικοκοινωνικά θέσφατα που ορίζουν και διατηρούν την ενότητα και τα χαρακτηριστικά ενός λαού; Αν συμβαίνει αυτό τότε οποιοσδήποτε νεωτερισμός στη τέχνη της μουσικής, διαταράσσοντας τις κοινωνικές και πολιτικές συμβάσεις, αποκτά και πολιτική σημασία και αναπότρεπτα θα βρεθεί αντιμέτωπος με την καθεστηκυία κατάσταση. Είναι χαρακτηριστικός γι αυτό ο μύθος του Μαρσύα.

Στην ελληνική μυθολογία ο Μαρσύας ήταν ένας Σάτυρος από τη Φρυγία και δεξιοτέχνης στον Αυλό, που προκάλεσε τον Θεό Απόλλωνα σε σύγκριση της μουσικής τους τέχνης. Ο Απόλλωνας έπαιξε Λύρα και οι Μούσες και ο Μίδας³ , που ήταν κριτές της μονομαχίας, ανέδειξαν νικητή τον θεό. Ο Μαρσύας γδάρθηκε ζωντανός, ως τιμωρία για την Ύβρη που διέπραξε, να προκαλέσει τον Απόλλωνα.

Απόλλων και Μαρσύας, σαρκοφάγος του 3ου αι. μ.Χ., Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Ο μύθος του Μαρσύα δείχνει πέρα από τη διαμάχη ανάμεσα στη Λύρα και στο δωρικό τρόπο έναντι του  Αυλού και του φρυγίου τρόπου, την πολιτική και κοινωνική σημασία του νεωτερισμού στη μουσική. Ο υβριστής Μαρσύας αμφισβήτησε τα μουσικά θέσφατα (μουσικούς τρόπους) και ακόμα περισσότερο αμφισβήτησε την απόλυτη εξουσία ,τον ίδιο το θεό. Η πράξη του είχε σαφές πολιτικό περιεχόμενο και ο μύθος του είναι χαρακτηριστικός της πολιτικής διάστασης του νεωτερισμού στη μουσική.

Ο  «διαφωτιστής»  Ludwig van Beethoven

Ο  Beethoven αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση στην ιστορία της μουσικής. Χαρακτηρίζεται συχνά ως  ο πρώτος ρομαντικός συνθέτης και η μουσική του ιδιαίτερα την τελευταία περίοδο της ζωής του  έχει όλα τα χαρακτηριστικά του ρομαντισμού, όπως η έμφαση στην πρόκληση ισχυρής συγκίνησης καθώς και η μεγαλύτερη ελευθερία στη φόρμα. Στον «όψιμο» Beethoven, όπως και στον ρομαντισμό, κυρίαρχο στοιχείο είναι το συναίσθημα αντί της λογικής. Ο  Beethoven, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των συνθετών της εποχής, δεν ανήκε στην Αυλή ούτε εργάστηκε για την εκκλησία, αλλά διατήρησε την ανεξαρτησία του ως συνθέτης. Κατόρθωνε να συντηρείται είτε με έσοδα από τις δημόσιες συναυλίες του, είτε παράγοντας μουσικά έργα κατά παραγγελία. Η δυνατότητα αυτή, του να απευθύνεται ένας μουσικός δημιουργός απευθείας στο λαό μέσω συναυλιών δόθηκε για πρώτη φορά την χρονική περίοδο των αρχών του 19ου αιώνα, με τη δημιουργία των πρώτων συναυλιακών θεάτρων (Concert Halls). Προηγούμενα η μουσική επικοινωνία του δημιουργού με τον κόσμο  πέρναγε από τον έλεγχο και τις ανάγκες τις αυλής ή της εκκλησίας. Είναι αυτονόητο ότι οι επαναστατικές ή καινοτόμες ιδέες δύσκολα θα πέρναγαν από το φίλτρο τους.  Η επιλογή του Beethoven να μη συνδεθεί μαζί τους και η «νέα εποχή» που έφερναν τα συναυλιακά θέατρα, του έδωσαν τη διέξοδο επικοινωνίας που χρειαζόταν. Σε ότι αφορά στο πολιτικό περιεχόμενο του έργο του, βρίσκουμε σ’αυτό πολλά στοιχεία που φανερώνουν το πνεύμα του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, παρόλο που ο ίδιος δεν εξέφρασε ποτέ δημόσια σαφείς πολιτικές απόψεις εν είδει μανιφέστου, αλλά περιορίστηκε, ίσως συνειδητά, να τις εκφράσει μόνο μέσα από τη μουσική του. Μια ένδειξη για αυτές του τις απόψεις είναι η αρχική του πρόθεση να αφιερώσει την 3η Συμφωνία του στον Ναπολέοντα Βοναπάρτη και η διαγραφή της αφιέρωσης ύστερα από την αυτοκρατορική στέψη του Ναπολέοντα. Άλλο παράδειγμα είναι η θεματική της μοναδικής  όπερας του Beethoven  Fidelio. Κεντρικός χαρακτήρας της είναι η Λεονόρα, η οποία μεταμφιεσμένη σε άνδρα σώζει τον σύζυγο της από τη φυλακή, ρόλος που ενσαρκώνει τα ιδανικά της Γαλλικής Επανάστασης και του Διαφωτισμού.

Παράσταση του Fidelio από την Κρατική Όπερα της Βιέννης.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτικού περιεχομένου στο έργο του όμως, αποτελεί η 9η Συμφωνία, όπου η χρήση των στίχων από την Ωδή προς την Ελευθερία του Schiller και γενικότερα τα κείμενα του 4ου μέρους της Συμφωνίας που προτρέπουν τους λαούς να ενωθούν και να πάρουν τη μοίρα τους στα χέρια τους, εκφράζει ξεκάθαρα τα πολιτικά πιστεύω ενός «πολιτικοποιημένου» καλλιτέχνη. Είναι χαρακτηριστικός άλλωστε ο αντίκτυπος που είχε η πρώτη εκτέλεση της Συμφωνίας του, όπου οι αρχές αναγκάστηκαν να ηρεμήσουν με τη βία τους θεατές και όπως αναφέρουν οι Dennis (1996,σελ.31) και  Solomon (1977, σελ.256) θα συλλάμβαναν και τον ίδιο, αν δεν φοβόντουσαν τον αντίκτυπο που θα είχε κάτι τέτοιο λόγω της φήμης του.

Ο Beethoven ως οπαδός του Διαφωτισμού δεν θα μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του αν έβλεπε τη χρήση της μουσικής του και του ονόματός του στα χέρια της ναζιστικής προπαγάνδας την εποχή της ανόδου του Hitler στην εξουσία. O Beethoven και ο Wagner υπήρξαν χαρακτηριστικές περιπτώσεις διαμόρφωσης μιας ψεύτικης ταυτότητας και για τους δύο από το ναζιστικό καθεστώς, σα να ήταν ανέκαθεν και αυτοί οπαδοί του εθνικοσοσιαλιστικού ιδεώδους και της γερμανικής ανωτερότητας. Στην περίπτωση του Beethoven μάλιστα «κατασκεύασαν» ένα ψεύτικο οικογενειακό περιβάλλον μέσα στο οποίο δήθεν μεγάλωσε, με ένα στοργικό πατέρα όλο αφοσίωση και φροντίδα, κάτι που απέχει βέβαια πολύ από την πραγματικότητα του μέθυσου πατέρα που και ο ίδιος ο Beethoven απεχθανόταν. Ακόμα πέρα από την ευρεία χρήση της μουσικής του σε ομιλίες και συγκεντρώσεις του ναζιστικού κόμματος, έγινε προσπάθεια και από τον Joseph Goebbels⁴ προσωπικά να εμφανίσουν τον Hitler σε παραλληλισμό με τον ηρωικό χαρακτήρα του Fidelio, όπως και να ενθαρρύνουν τους μουσικολόγους να υποστηρίξουν τη σύνδεση του συνθέτη με την ναζιστική ιδεολογία γενικότερα. (βλ. Dennis 1996)

Ο Daniel Barenboim αφηγείται τη συναυλία με έργα Beethoven, που διηύθηνε στο Βερολίνο τον Νοέμβριο του 1989, την επομένη της πτώσης  του τείχους.
                                     

Ο «αναρχικός» Richard Wagner

Οι πολιτικές πεποιθήσεις του R. Wagner μας είναι γνωστές μέσα από τα κείμενά του όπως το: Das Judenthum in der Musik (1850) όπου εκφράζει ένα βαθύ αντισημιτισμό, κάτι που αργότερα έπαιξε σημαντικό ρόλο στην καθιέρωσή του από το χιτλερικό καθεστώς ως του κατεξοχήν συνθέτη εκφραστή του γερμανισμού και της ναζιστικής ιδεολογίας. Πέρα όμως από τα αντισημιτικά κείμενα του συνθέτη υπάρχουν άραγε πολιτικές απόψεις μέσα στα ίδια του τα έργα που να φανερώνουν αντισημιτισμό ή ίσως και κάποια άλλη πολιτική κατεύθυνση ή ιδεολογία; Την απάντηση σ’αυτό το ερώτημα θα την βρούμε εξετάζοντας το κυριώτερο μουσικό έργο του Wagner, την επική τετραλογία του Το Δαχτυλίδι του Νιμπελούνγκεν. Ο ίδιος ο συνθέτης έγραψε το λιμπρέτο και για τις τέσσερις όπερες του «Δακτυλιδιού» και στην αυτοβιογραφία του περιγράφει τις επιρροές του από τις απόψεις του φιλοσόφου και στοχαστή Ludwich Feuerbach τις οποίες και ενέταξε στο λιμπρέτο (βλ. Magee 2000 Κεφάλαιο 4). Ο Feuerbach και κατ’επέκταση και ο Wagner έβλεπαν τη θρησκεία και το Θεό σαν έναν τρόπο προσωποποίησης των διεξόδων στα προβλήματα που αφορούν στην ανθρώπινη φύση, έναν τρόπο δημιουργίας τάξης στο χάος και την αβεβαιότητα της ανθρώπινης υπόστασης. Το θρησκευτικό περιεχόμενο του «Δακτυλιδιού» αντανακλά την πολιτική και κοινωνική σημασία της θρησκείας ως μέσο οργάνωσης τάξης και εξουσίας. Έτσι οι θεοί στις όπερες του Wagner έχουν λιγότερο «θεϊκή» υπόσταση αλλά αντανακλούν περισσότερο την ίδια την ανθρώπινη φύση. Ο θεός Wotan θα μπορούσε άνετα να συγκριθεί με τον «κακό» νάνο Alberich. Παρόλο που οι μέθοδοι του δεύτερου διαφέρουν σε «κακία» από τον πρώτο, στο τέλος και οι δυό είναι διεφθαρμένοι και πρέπει να ηττηθούν, γιατί και οι δύο αντιπροσωπεύουν την παρέκκλιση από αυτό που ο Wagner  αποκαλούσε φυσικό Νόμο.

Για το Wagner ο φυσικός αυτός Νόμος δεν αφορά μια χαώδη επισφαλή κατάσταση, όπου κανείς χρειάζεται την εξουσία για να αποτρέψει την επερχόμενη καταστροφή, αλλά ένα περιβάλλον που θα παρέχει εξασφάλιση όλων των φυσικών και πνευματικών αναγκών των ανθρώπων υπό την προϋπόθεση ότι οι άνθρωποι θα ζούν με αρμονία μέσα σ’αυτό το φυσικό πλαίσιο με οδηγό την αγάπη. Αυτή η άποψη του Wagner που προσεγγίζει τη διδασκαλία του Χριστού αλλά και αναρχικές απόψεις τις εποχής του, φαίνεται ξεκάθαρα στις επιστολές του προς τον τενόρο August Roeckel, όπου αναφέρει πως «η εξουσία στην τέλεια πολιτεία της Φύσης δεν είναι ο Νόμος της επιβολής των κανόνων αλλά ο Νόμος της αγάπης». Ο κύριος εκφραστής αυτού του Νόμου στις όπερες του  Wagner  είναι ο αναρχικός χαρακτήρας του Siegfried. Ο ήρωας αυτός δε γνωρίζει φόβο, κάτι που για το Wagner είναι ταυτόσημο της «φυσικής» του υπόστασης και είναι ακριβώς αυτό που του προσδίδει τέτοια δύναμη. Ωστόσο, η φυσική δύναμη του Siegfried τον κάνει αφελή, εξαπατάται και θανατώνεται από τους δόλιους εχθρούς του «γιατί η φυσική δύναμη χρειάζεται τη σοφία σε ανθρώπινη μορφή για να πολεμήσουν μαζί την καταπίεση. Αυτή εμφανίζεται με τη μορφή της αγαπημένης του Brunnhilde, η οποία χρησιμοποιεί τις δυνάμεις της φύσης, μέσα από την αγάπη της προς το Siegfried και την ανθρώπινη σοφία, για να αντιμετωπίσει τελικά τους εχθρούς της». (βλ. Brown 2008, σελ.52)

Η τελική σκηνή από το “Λυκόφως των Θεών” στην πολιτικοποιημένη εκδοχή του σκηνοθέτη Patrice Chéreau (φεστιβάλ του Bayreuth, 1980).

Η πίστη του Wagner στους φυσικούς νόμους με οδηγό την αγάπη δεν εκφράζεται μόνο στα μουσικά του δημιουργήματα, αλλά και στις πολιτικές του δραστηριότητες. Η γνωριμία του με τον ρώσο επαναστάτη Mikhail Bakunin και η συμμετοχή του στην επανάσταση της Δρέσδης το Μάιο του 1849, που οδήγησε στην εξορία του στην Ελβετία, είναι χαρακτηριστικές ενός πολιτικά ενεργού καλλιτέχνη. Πέρα από τον αντισημιτισμό του για τον οποίο είναι ευρύτερα γνωστός, ο Wagner ταιριάζει περισσότερο πολιτικά με τον αριστερό αναρχικό χώρο της εποχής του παρά με τον δεξιό φασιστικό χώρο στον οποίο συνήθως εμφανίζονται αντισημιτικές ή ρατσιστικές απόψεις. Ο αντισημιτισμός του έχει περισσότερο ταξικές και λιγότερο ρατσιστικές καταβολές. Για αυτόν οι Εβραίοι αντιπροσωπεύουν τους διαχειριστές της εξουσίας και του χρήματος, οι οποίοι δεν αφήνουν τους νόμους της φύσης να λειτουργήσουν προς όφελος του ανθρώπου. Αυτό φυσικά δεν παύει να αποτελεί προκατάληψη, αλλά δεν ταυτίζεται σε καμμία περίπτωση με τη ναζιστική ιδεολογία περί φυλετικής κατωτερότητας των Εβραίων, όπως χρησιμοποιήθηκε αργότερα από την ναζιστική προπαγάνδα.

Richard Wagner.
Mikhail Bakunin.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο «αντιφατικός» Dmitri Shostakovich

Η περίπτωση του Shostakovich είναι ασφαλώς ιδιαίτερη. Σ’αυτόν έχει σημασία όχι μόνο να δεί κανείς πως εκφράζονται (ή είναι καλά κρυμμένες) πολιτικές απόψεις μέσα στη μουσική του, αλλά και πως το πολιτικό καθεστώς επηρέασε ή και καθόρισε την καλλιτεχνική του δημιουργία. Η ζωή του Shostakovich σημαδεύτηκε από μια σύνθετη και αντιφατική σχέση με το σοβιετικό καθεστώς, το οποίο δυο φορές αποκήρυξε τη μουσική του, το 1936 και το 1948, και κατά καιρούς απαγόρευε έργα του. Ταυτόχρονα, υπήρξε ο δημοφιλέστερος Σοβιετικός συνθέτης της γενιάς του και παρέλαβε πολυάριθμες τιμητικές διακρίσεις και κρατικά βραβεία, ενώ επίσης θήτευσε και στο «Ανώτατο Σοβιέτ». Το πρώτο έργο του με ενδεχόμενο πολιτικό περιεχόμενο, ο Shostakovich το έγραψε σε ηλικία 12, μόλις, ετών. Πρόκειται για το Πένθιμο Εμβατήριο στη μνήμη των δύο ηγετών του κόμματος Καντέτ, που δολοφονήθηκαν από Μποσελβίκους ναύτες. Αντίθετα, 9 χρόνια αργότερα, συνέθεσε τη Δεύτερη Συμφωνία του (με υπότιτλο: Στον Οκτώβρη), έπειτα από παραγγελία για τις εκδηλώσεις εορτασμού της δέκατης επετείου της Οκτωβριανής Επανάστασης. Παράλληλα με αυτό το έργο ξεκίνησε την όπερα Η Μύτη, η οποία βασιζόταν στην ομώνυμη ιστορία του Nikolai Gogol και σατίριζε την σοβιετική γραφειοκρατία. Αυτές οι πολιτικές παλινδρομήσεις χαρακτηρίζουν το μεγαλύτερο μέρος του έργου του συνθέτη ενώ και η σχέση του με το σοβιετικό καθεστώς είναι εξίσου παλινδρομική. Η πρώτη εκτέλεση της όπερας Η λαίδη Μάκμπεθ του Μτσενσκ πραγματοποιήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1934 στο Λένινγκραντ και δύο μέρες μετά στη Μόσχα και γνώρισε αμέσως επιτυχία, από άποψη λαϊκής, αλλά και επίσημης, αποδοχής. Ειπώθηκε ότι υπήρξε «αποτέλεσμα της γενικότερης επιτυχίας του Σοσιαλιστικού οικοδομήματος, της σωστής πολιτικής του Κόμματος» και ότι μια τέτοια όπερα «θα μπορούσε να έχει γραφτεί μόνο από Σοβιετικό συνθέτη, μεγαλωμένο μέσα στο καλύτερο κομμάτι της παράδοσης της Σοβιετικής κουλτούρας». (βλ. Dmitrii Shostakovich, 1981)

Κατά τα δύο επόμενα χρόνια η φήμη και η δημοτικότητα του συνθέτη αυξάνονταν και το έργο του δεχόταν επαίνους από κριτικούς και κοινό. Το 1936 ο Shostakovich όμως έχασε την εύνοια του καθεστώτος. Αφορμή ήταν η επίσκεψη του Stalin στο θέατρο όπου παρουσιαζόταν η Λαίδη Μάκμπεθ στις 26 Ιανουαρίου. Λέγεται ότι ο ηγέτης παρακολούθησε το έργο κάτω από αυστηρά μέτρα ασφαλείας , κρυμμένος πίσω από μια κουρτίνα, για την αποφυγή ενδεχόμενης απόπειρας δολοφονίας και ότι εγκατέλειψε το θέατρο κατά την διάρκεια της παράστασης. Αυτό το γεγονός έμοιαζε με καταστροφή, μέσα στο κλίμα των εκκαθαρίσεων, των νυχτερινών συλλήψεων και του διαρκούς φόβου της δυσμένειας από το κόμμα. Το αν ο Stalin ενοχλήθηκε από τις φιλελεύθερες θέσεις της όπερας, από τον πρωτοποριακό χαρακτήρα της μουσικής ή από την αυξανόμενη δημοτικότητα του Shostakovich, παραμένει αδιευκρίνιστο. Η εκστρατεία δυσφήμισης, που ήταν υποκινούμενη από τον ίδιο τον Stalin, ξεκίνησε με μια σειρά επιθέσεων εναντίον του συνθέτη στην εφημερίδα Πράβδα και συγκεκριμένα στις 28 Ιανουαρίου με ένα άρθρο υπό τον τίτλο Σύγχυση αντί Μουσικής, που καταδίκαζε το έργο ως φορμαλιστικό. Οι παραστάσεις διακόπηκαν αμέσως και ο συνθέτης τους επόμενους μήνες κοιμόταν ντυμένος, με μια βαλίτσα κάτω από το κρεβάτι, για να είναι έτοιμος σε περίπτωση σύλληψής του από την αστυνομία. Η απάντηση του Shostakovich στην απαξίωσή του ήταν η 5η Συμφωνία του 1937, η οποία συνθετικά ήταν συντηρητικότερη από τα προηγούμενα έργα του και δεν διέθετε ανοιχτά πολιτικό περιεχόμενο. Μετά την πρεμιέρα το έργο παρουσιαζόταν ως επιστροφή του συνθέτη στην επίσημη «γραμμή» του κόμματος.

H  Λαίδη Μάκμπεθ του Μτσενσκ από την Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης.

Με το ξέσπασμα του πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Γερμανίας το 1941, ο Shostakovich αρχικά παρέμεινε στο Λένινγκραντ στη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης, διάστημα κατά το οποίο έγραψε τα τρία πρώτα μέρη της 7ης Συμφωνίας του (της επονομαζόμενης Συμφωνίας του Λένινγκραντ). Συνεισέφερε επίσης στην κρατική εκστρατεία εμψύχωσης, εκφωνώντας μεταξύ άλλων ραδιοφωνικό διάγγελμα προς τον ρωσικό λαό. Τον Οκτώβριο του 1941, ο συνθέτης και η οικογένειά του μεταφέρθηκαν στο Kyubishev (σημερινό Samara), όπου η συμφωνία ολοκληρώθηκε και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 5 Μαρτίου 1942. Η πρεμιέρα του έργου στη Μόσχα, στις 27 Μαρτίου, έγινε κάτω από επικίνδυνες συνθήκες, όμως οι θεατές δεν εγκατέλειψαν τις θέσεις ούτε και έπειτα από συναγερμό αεροπορικής επιδρομής. Ο Stalin ήθελε να κάνει το έργο γνωστό και εκτός Σοβιετικής Ένωσης: τον Ιούνιο και τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς το έργο παρουσιάστηκε στο Λονδίνο και στη Νέα Υόρκη και έγινε σύμβολο της ρωσικής αντίστασης τόσο στην Ε.Σ.Σ.Δ. όσο και στη Δύση. Η επιθυμία του Shostakovich να γίνει συναυλία και στο Λένινγκραντ εκπληρώθηκε αργότερα όταν ένα αεροσκάφος έσπασε τον αεροπορικό αποκλεισμό και μετέφερε τις παρτιτούρες στην πόλη. Η συναυλία έλαβε χώρα στις 8 Αυγούστου και μεταδόθηκε από όλους τους ραδιοφωνικούς σταθμούς της Σοβιετικής Ένωσης.

Το 1948 ο Shostakovich καταγγέλθηκε και πάλι για φορμαλισμό στο πλαίσιο του “δόγματος Ζντάνοφ” (η απάντηση της ΕΣΣΔ στο δόγμα Τρούμαν). Τα περισσότερα από τα έργα του απαγορεύτηκαν, πιέστηκε να μετανοήσει δημόσια και η οικογένειά του στερήθηκε τα προνόμιά της. Οι περιορισμοί στη μουσική και την ιδιωτική ζωή του Shostakovich χαλάρωσαν το 1949, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμετοχή του σε μια αντιπροσωπεία επιφανών σοβιετικών στις Η.Π.Α.. Εκείνη τη χρονιά έγραψε και την καντάτα Το τραγούδι των δασών, το οποίο εγκωμίαζε τον Stalin σαν «μεγάλο κηπουρό». Το 1951 ο συνθέτης ορίστηκε αντιπρόσωπος στο «Ανώτατο Σοβιέτ». Ο θάνατος του Stalin το 1953 αποδείχτηκε το σημαντικότερο βήμα για την επίσημη αποκατάσταση του Shostakovich, η οποία επισφραγίστηκε με την 10η Συμφωνία του. Το έργο περιλαμβάνει μια σειρά από μουσικές «αναφορές» και κωδικούς, το νόημα των οποίων είναι ακόμα αντικείμενο συζητήσεων, ενώ το άγριο και δραματικό δεύτερο μέρος θεωρείται ότι είναι μουσικό πορτρέτο του ίδιου του Stalin.

Το δεύτερο μέρος της Συμφωνίας αρ.10

Το έτος 1960 σηματοδότησε άλλη μια κρίσιμη καμπή στη πολιτική ζωή του Shostakovich: την προσχώρησή του στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Το γεγονός αυτό έχει ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως, είτε ως ένδειξη συμμόρφωσης και αφοσίωσης, είτε ως σημάδι δειλίας, είτε ως αποτέλεσμα πολιτικής πίεσης. Όποιος και να ήταν ο λόγος, η σχέση του Shostakovich με το σοβιετικό καθεστώς λειτούργησε καταλυτικά και επηρέασε την καλλιτεχνική δραστηριότητα του συνθέτη σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είμαστε σε θέση σήμερα να μιλούμε με σιγουριά για τις πολιτικές προθέσεις των έργων του, αλλά και για το ποιά μορφή θα είχαν αυτά, αν ο ίδιος αφηνόταν να δημιουργήσει μέσα σε ένα πιό φιλελεύθερο πολιτικό περιβάλλον.

Η avant garde και η «απολιτική μουσική» της σχολής του Darmstadt

Στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και μέσα απ’τα συντρίμια του πολέμου οι ελπίδες μιας ευρώπης για ένα νέο ξεκίνημα επηρεάζουν και τα μουσικά δόγματα της εποχής. Το μεγάλο κίνημα πειραματισμού και αλλαγής των δομών και του τρόπου σύνθεσης και αντίληψης της μουσικής δεν είχε προηγούμενο στην ιστορία της την περίοδο αυτή. Πέρα όμως από τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις των δημιουργών και του κοινού τους υπήρξε και μια σαφής πολιτική και ιδεολογική απόχρωση στο κίνημα αυτό, μερικές φορές υποσυνείδητη, μέσα και στο γενικό πλαίσιο μιας ιστορικής περιόδου γεμάτης αμφισβήτηση. Αρκετοί συνθέτες από την μεταπολεμική γενιά ασχολήθηκαν στο έργο τους συνειδητά με  πολιτικά ζητήματα, όπως ο Hans Werner Henze και ο Luigi Nono. Ο τελευταίος στο έργο του La Fabbrica Illuminata (1964) επεξεργάστηκε ήχους από εργοστάσια για να δείξει την αποξένωση και τη δυστυχία των Ιταλών εργατών, ενώ στο Musica Manifesto No 1 (1968-69) εκφράζει την υποστήριξή του στο φοιτητικό κίνημα του Μαίου του 1968. Άλλοι πάλι συνθέτες όπως ο Pierre Boulez ή ο Karlheinz Stockhausen αλλά και ο ίδιος ο  Luigi Nono γράφοντας τη μουσική τους αμέσως μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, δημιούργησαν τη «σχολή του Darmstadt». Σκοπός της ήταν, η μουσική να κρατηθεί «καθαρή», μακριά από πολιτικές σκοπιμότητες και από οποιασδήποτε μορφής εξουσία (κάτι που δεν συνέβη σε συνθέτες όπως ο Beethoven o Wagner ή ο Richard Strauss από τους Ναζί). Η «σχολή» αυτή ήταν μια χαλαρή ομάδα από συνθέτες που συμμετείχαν στα Διεθνή Σεμινάρια Σύγχρονης Μουσικής του Darmstadt και που πίστευαν  στο δωδεκαφθογγικό συνθετικό τρόπο μουσικής σύνθεσης, αναζητώντας την «απόλυτη» μουσική τέχνη πέρα από εθνικές και πολιτικές επιρροές. Ήδη από το ξεκίνημά της η «σχολή του Darmstadt» αντιμετώπισε έντονη κριτική λόγω του δογματισμού της και της εμμονής της με τον δωδεκαφθογγισμό, με αποτέλεσμα στο τέλος να μην εξελιχθεί έτσι όπως πίστευαν οι ιδρυτές της. Ίσως ο λόγος που η προσπάθεια να κρατηθεί η μουσική μακριά από οποιαδήποτε πολιτική απόχρωση έμελλε να αποτύχει, είναι ότι προσέκρουε στην ίδια την

Από αριστερά προς δεξιά: οι Pierre Boulez, Bruno Maderna και  Karlheinz Stockhausen στο Darmsadt το 1955.

αναγκαιότητα της τέχνης να εκφράζει ελεύθερα τη ζωή και τον άνθρωπο. Έτσι όλο και περισσότερο η avant garde της περιόδου αυτής συνδέθηκε με πολιτικά γεγονότα με αποκορύφωμα το Μάη του ‘68 στο Παρίσι. Οι πειραματικές και σχεδόν προβοκατόρικες δημιουργίες των συνθετών τις εποχής εκείνης είχαν πλέον και πολιτική διάσταση, αυτή της αμφισβήτησης και προέρχονταν από τον αριστερό κυρίως ιδεολογικό χώρο. Αυτό δεν αφορούσε όμως μόνο τους δημιουργούς, αλλά και το κοινό. Οι αμφισβητίες του πολιτικού κατεστημένου από οποιαδήποτε πολιτική πτέρυγα και αν προέρχονταν, επεδίωκαν να παρακολουθούν τέτοιους πειραματισμούς, θεωρώντας ότι έτσι εκφράζουν την αντίθεσή τους με το συντηρητικό δυτικοευρωπαικό κατεστημένο καθώς και τη διάθεσή τους για πολιτικές αλλαγές γενικότερα. Για παράδειγμα, στις συναυλίες «σύγχρονης» μουσικής την περίοδο της δικτατορίας στην Ελλάδα το κοινό κατέκλυζε της αίθουσες συναυλιών όχι μόνο για να ακούσει την μουσική του Ιάνη Ξενάκη ή του Γιάννη Χρήστου και άλλων  που χαρακτήριζαν την ελληνική avant garde, αλλά και για να δείξει έτσι την αντίθεσή του στο κατεστημένο της χούντας των συνταγματαρχών.

Ο «ακτιβιστής» Μίκης Θεοδωράκης

Ο Μίκης Θεοδωράκης αποτελεί έναν από τους πιο πολιτικοποιημένους συνθέτες τις εποχής μας. Το μουσικό και το πολιτικό του έργο αποτελούν μια αδιαίρετη ενότητα αφού και τα δύο θεωρούνται αναπόσπαστα τμήματα της προσωπικότητάς του. Ο Μίκης Θεοδωράκης  είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες μουσικοσυνθέτες ενώ παράλληλα διετέλεσε 4 φορές βουλευτής του ελληνικού κοινοβουλίου και ακτιβιστής, τιμημένος με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν (1983). Ο Μίκης Θεοδωράκης, ήδη σε ηλικία 17 ετών, δίνει την πρώτη του πολιτική συναυλία παρουσιάζοντας το έργο του Κασσιανή και παίρνει μέρος στην αντίσταση κατά των κατακτητών. Στη μεγάλη διαδήλωση της 25ης Μαρτίου 1943 συλλαμβάνεται για πρώτη φορά από τους Ιταλούς και βασανίζεται. Διαφεύγει στην Αθήνα, όπου οργανώνεται στο ΕΑΜ και αγωνίζεται κατά των Γερμανών κατακτητών. Μετά την απελευθέρωση και τον εμφύλιο ο Θεοδωράκης, λόγω των προοδευτικών του ιδεών, συλλαμβάνεται και στέλνεται εξορία στην αρχή στην Ικαρία και στη συνέχεια στη Μακρόνησο. Επιστρέφοντας από τις σπουδές του στο Παρίσι και μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη ιδρύει τη «Νεολαία Λαμπράκη» και εκλέγεται βουλευτής της ΕΔΑ. Την 21η Απριλίου του 1967 με το πραξικόπημα των συνταγματαρχών περνά στην παρανομία και τον επόμενο μήνα ιδρύει την πρώτη αντιστασιακή οργάνωση κατά της Δικτατορίας, το ΠΑΜ. Συλλαμβάνεται τον Αύγουστο του 1967 και ακολουθεί η κράτησή του στην οδό Μπουμπουλίνας, η απομόνωση, οι φυλακές Αβέρωφ, η μεγάλη απεργία πείνας, το νοσοκομείο, η αποφυλάκιση και ο κατ’ οίκον περιορισμός, η εκτόπιση με την οικογένειά του στη Ζάτουνα Αρκαδίας, και τέλος το στρατόπεδο Ωρωπού.

Μίκης Θεοδωράκης, Πέτρος Πανδής και Pablo Neruda (στιχουργός του Canto General), Παρίσι, Αύγουστος 1972.

Πολλά από τα καινούργια έργα του κατορθώνει με διάφορους τρόπους να τα στείλει στο εκτός συνόρων, όπου τραγουδιούνται από τη Μαρία Φαραντούρη και τη Μελίνα Μερκούρη. Στο εξωτερικό, έπειτα από την αποφυλάκισή του, αφιερώνει όλο το χρόνο του σε περιοδείες ανά τον κόσμο με συναυλίες, συναντήσεις με αρχηγούς κρατών και προσωπικότητες, συνεντεύξεις, δηλώσεις για την πτώση της δικτατορίας και την επαναφορά της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Οι συναυλίες του γίνονται βήμα διαμαρτυρίας και διεκδίκησης και για τους άλλους λαούς που αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα: Ισπανούς, Πορτογάλους, Ιρανούς, Κούρδους, Τούρκους, Χιλιανούς, Παλαιστίνιους. Το 1974 μετά την πτώση της Δικτατορίας γυρίζει στην Ελλάδα. Ενώ συνεχίζει να συνθέτει μουσική, παράλληλα συμμετέχει και στα κοινά είτε ως απλός πολίτης, είτε ως βουλευτής (τις περιόδους 1981-86 και 1989-92) είτε ως υπουργός Επικρατείας (1990-92). Το 2010 και σε ηλικία 85 ετών ιδρύει την κίνηση πολιτών «Σπίθα» και εμπλέκεται ενεργά στην αντιμνημονιακή πολιτική για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης που χτύπησε την Ελλάδα.

Είναι φανερό ότι θα ήταν λάθος αν ο Μίκης Θεοδωράκης χαρακτηριζόταν απλά ως ένας μουσικός δημιουργός με πολιτικές ανησυχίες. Αποτελεί διεθνώς το σύμβολο του μουσικού δημιουργού και ακτιβιστή σε μια περίοδο της διεθνούς πολιτικής ιστορίας με έντονες αντιπαραθέσεις ανάμεσα στο καπιταλιστικό και στο κομμουνιστικό ιδεώδες, χαρακτηριστική του ψυχρού πολέμου. Το μουσικό και το πολιτικό του έργο ως αδιαίρετη οντότητα αποτελούν το πιο εύγλωττο παράδειγμα προσέγγισης της πολιτικής με τη μουσική δημιουργία.

         Άξιον Εστί , 1977. “Ένα το χελιδόνι” (Μίκης Θεοδωράκης – Γρηγόρης Μπιθικώτσης)

Επίλογος

Η διερεύνηση της σχέσης της μουσικής με την πολιτική δεν μπορεί να εξαντληθεί ασφαλώς στα περιορισμένα πλαίσια του παρόντος άρθρου. Ασφαλώς προκύπτουν αναπάντητα ερωτήματα που αφορούν στις ενδεικτικές περιπτώσεις που αναφέρθησαν, αλλά υπάρχει και πληθώρα άλλων τόσων, άξιων αναφοράς, σε μουσικές κατευθύνσεις πέραν του «κλασσικού» χώρου της μουσικής, οι οποίες παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τέτοιες είναι για παράδειγμα ο πολιτικός ρόλος της δημοτικής μουσικής, τα μουσικά κινήματα διαμαρτυρίας του 60-70, οι μουσικές των υπόδουλων λαών, το Hip-hop, οι μουσικές  των πολιτικών κινημάτων κ.α.

Η σχέση της μουσικής με την πολιτική είναι βαθειά και διαχρονική και θα αποτελεί πάντα ενδιαφέρον πεδίο έρευνας και δράσης τόσο για τους πολιτικούς, όσο και για τους καλλιτέχνες, γιατί η μουσική όπως και η πολιτική ανταποκρίνεται πάντα στις ανάγκες μιας βαθύτερης ένωσης και επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους, αποτελώντας, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, μια αδιαίρετη ενότητα έκφρασης του ανθρώπινου πολιτισμού.

Ο Μίλτος Λογιάδης είναι Αρχιμουσικός, Καθηγητής Διεύθυνσης Ορχήστρας του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου και Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών

Μουσικές Μορφές «Μίλτος Λογιάδης, Αρχιμουσικός» (05/06/2016)

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹  Αριστοτέλης.

²   Μουσικοί τρόποι= μουσικές κλίμακες τις αρχαιότητας.

³   Ο Μίδας ήταν μυθικός βασιλιάς της Φρυγίας.

⁴   Ο Joseph Goebbels ήταν υπουργός προπαγάνδας στην κυβέρνηση του Α. Hitler.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πλάτων, Πολιτεία, βιβλίο IV, 1982. Loeb Classical Library, Plato, Republic I, Great Britain 1982

Brown, Courtney. 2008. Politics in Music.  Farsihgt Press, Atlanda, Georgia

Dennis, David. B. 1996. Beethoven in German Politics, 1870-1989. New Haven, Conn.: Yale University Press.

Dmitrii Shostakovich, Shostakovich: About Himself and His Times, compiled by L. Grigoryev and Ya. Platek, trans. Angus and Neilian Roxburgh (Moscow: Progress Publishers, 1981)

Magee, Bryan. 2000. The Tristan Chord: Wagner and Philosophy. New York: Metropolitan Books.

Solomon, Maynard. 1968. “Beethoven and Napoleon” Music Review 29:96-105

Δημήτρης Τσινικόπουλος: Οι αυταπάτες του Δαρβίνου

Δημήτρης Τσινικόπουλος

Οι αυταπάτες του Δαρβίνου

Ο φετινός εορτασμός των 200 χρόνων από τη γέννηση του Κάρολου Δαρβίνου (1809-1882)*, του ανθρώπου που θεωρήθηκε ως ο «Κοπέρνικος της Βιολογίας» και 150 χρόνων από τη δημοσίευση της Καταγωγής των ειδών (1859), βρήκε πολλούς απροετοίμαστους και απρόθυμους να επανασκεφτούν κατά πόσο ο επαναστάτης αυτός, χωρίς ειδικότητα ερευνητής της φύσης, είπε μεγάλες αλήθειες ή περιέπεσε σε μεγάλες ανακολουθίες, αυταπάτες και πλάνες, ως προς το θέμα που ολόκληρη η ζωή τον απασχόλησε. Το θέμα, δηλαδή, της καταγωγής των ειδών… από μία, ή λίγες μόνο αρχικές μορφές ζωής, που εξελισσόμενες (μεταβαλλόμενες) μέσα σε (δισ)εκατομμύρια χρόνια, έφθασαν να παραγάγουν το «ένδοξο καύχημα του σύμπαντος, τον άνθρωπο», κατά την έκφρασή του.

Ενώ η διεθνής επιστημονική κοινότητα έχει αποδεχτεί τον Δαρβινισμό σχεδόν σαν άρθρο πίστεως, σαν τη μόνη δυνατή εξήγηση της ύπαρξης και της ποικιλομορφίας της ζωής, μια προσεχτική διερεύνηση των ισχυρισμών του Δαρβίνου και στη συνέχεια των ισχυρισμών των Νεο-δαρβινιστών, μπορεί να αποκαλύψει μεγάλα κενά και ανεπαρκή γνώση σε πολλά θέματα, ώστε βάσιμα να οδηγήσει κάποιον στο συμπέρασμα, ότι ο Δαρβίνος γενικοποίησε ορισμένες παρατηρήσεις του στα νησιά Γκαλαπάγκος και κατέληξε στη βασική θεωρία του ότι όλα τα είδη και όλα τα έμβια όντα προήλθαν από έναν αρχέγονο οργανισμό με μηχανιστικό τρόπο, χωρίς όμως κάποια παρατήρηση μεταβολής ενός είδους σε άλλο, και χωρίς κάποιο πείραμα, που να επιβεβαιώνει τον παράτολμο αυτόν ισχυρισμό.

Εν πρώτοις, εκείνο το οποίο πρέπει να επισημανθεί ευθύς εξ αρχής, είναι ότι όπως είναι γνωστό, ο Δαρβίνος δεν εφηύρε την ιδέα του μεταμορφισμού ο ίδιος, ούτε την ιδέα της φυσικής επιλογής. Την πήρε από άλλους προγενέστερους. Από τον Robert Chambers που έγραψε στο βιβλίο του Ίχνη (1844), και από τον παππού του τον Έρασμο Δαρβίνο, που είχε υποστηρίξει τον αγώνα περί υπάρξεως στο βιβλίο του Ο Ναός της φύσεως. Πολύ περισσότερο πρέπει να τονιστεί ότι, ο Δαρβίνος είχε την περίεργη-αφελή άποψη, ότι πρέπει πρώτα να έχεις μια θεωρία και μετά να ψάχνεις να βρεις στοιχεία που να την υποστηρίζουν… Όπως έγραψε στον φίλο του Charles Lyell «χωρίς τη δημιουργία θεωριών, είμαι πεπεισμένος ότι δεν θα υπήρχαν παρατηρήσεις(!) Γι’ αυτό χρησιμοποιούσε πυκνά-συχνά τις λέξεις, ίσως, πιθανόν, πιστεύω ή θα πρέπει κ.λπ. Αναγνώριζε, λοιπόν, ότι καθαρά επαγωγικές παρατηρήσεις είναι ανύπαρκτες, γιατί αν ο παρατηρητής δεν είχε ήδη στο μυαλό του μια ιδέα για το τι αναζητούσε, τότε δεν θα παρατηρούσε απολύτως τίποτα. Ο Δαρβίνος, έτσι αποκαλύπτεται, προϊδεασμένος να παρατηρεί οτιδήποτε ήθελε αυτός και με μια υποθετική επαγωγική μέθοδο, να καταλήγει εκεί που αυτός ήθελε.

Σε μια επιστολή του στον Φ. Γ. Χιούτον (20 Απριλίου 1861), έλεγε: «Πραγματικά… δεν ισχυρίζομαι ότι προβάλλω άμεσα επιχειρήματα της μεταβολής του ενός είδους σε άλλο, πιστεύω όμως, ότι η θεωρία αυτή είναι στη βάση της σωστή γιατί έτσι πολλά φαινόμενα μπορούν να ομαδοποιηθούν και να εξηγηθούν». Η αρχική σύλληψη λοιπόν της περίφημης θεωρίας του, έγινε κατά τις περιοδείες του στα νησιά Γκαλαπάγκος, αλλά έχοντας ήδη μέσα του το σκουλήκι, από προγενέστερους, και από τους αρχαίους Έλληνες Αναξαγόρα, Εμπεδοκλή και άλλους, που υποστήριζαν την καταγωγή του ανθρώπου από τα ζώα.

Είναι ενδιαφέρον, να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της δαρβίνειας σκέψης, και να δούμε ποιοι είναι οι ακρογωνιαίοι λίθοι της.

Θεωρία και υπο-θεωρίες

Οι περισσότεροι ίσως γνωρίζουν τη θεωρία της εξέλιξης των ειδών του Δαρβίνου, αλλά αγνοούν ότι για να στηρίξει τη θεωρία του ο Δαρβίνος, στηρίχτηκε σε διάφορες βοηθητικές υπο-θεωρίες, και προϋποθέσεις, που αν αποδεικνύονταν εσφαλμένες ή ανεπαρκείς τότε κι ολόκληρη η θεωρία του θα κατέρρεε… Ποιες είναι αυτές, οι προϋποθέσεις; Ας δούμε μερικές.

  • Η φυσική επιλογή, η θεωρία που λέει ότι η φύση επιλέγει τους καλύτερους και ικανότερους εκπροσώπους ενός είδους, είναι μια έννοια που περικλείει βεβαίως μιαν αλήθεια, η οποία όμως στην ουσία της, είναι μία ταυτολογία. Η θεωρία λέγει, ότι, στον αγώνα της ζωής επιβιώνει το πιο ικανό και προσαρμοσμένο άτομο· και στην ερώτησή μας, γιατί επιβιώνει, δίνεται η απάντηση: γιατί ακριβώς είναι αυτό που επιβιώνει στις δύσκολες συνθήκες… Προσαρμοσμένο άτομο και επιβίωση είναι ταυτόσημες έννοιες, κι αυτό είναι κάτι που δεν το ανέλυσε επαρκώς ο Δαρβίνος.

Επί πλέον η έκφραση φυσική επιλογή, περιέχει μια ενδογενή αντίφαση. Διότι, η επιλογή προϋποθέτει νόηση και βούληση, ενώ η φύση δεν διαθέτει ούτε νόηση ούτε βούληση! Η επιλογή αποκλείει την τύχη! «Η φυσική επιλογή είναι τυφλή, ασυνείδητη, αυτόματη διαδικασία» (R. Dawkins). «Επιλογή σημαίνει χρήση κριτηρίων για πραγματοποίηση επιδιωκόμενου σκοπού… Τύχη και επιλογή είναι έννοιες ασυμβίβαστες και δεν πρέπει να συγχέεται (όπως έκανε ο Δαρβίνος) η φυσική επιλογή με την τεχνητή» (Θ. Διαννελίδης).

  • Εν πάση περιπτώσει, η έκφραση παρά την ποιητικότητά της (ο Δαρβίνος έγραψε ότι η φύση είναι ένα είδος μυστηριώδους προσωπικότητας), επικράτησε· αλλά το ζήτημα, είναι, ότι ο Δαρβίνος εμπνεύστηκε την θεωρία του από την τεχνητή επιλογή και κατ’ αναλογίαν. Είδε ότι οι καλλιεργητές και οι κτηνοτρόφοι κατόρθωσαν να πετύχουν με διασταυρώσεις κατευθυνόμενες, νέες ράτσες, και φαντάστηκε ότι το ίδιο θα πετύχαινε και η φύση. Όπως αποκαλύπτει ο ίδιος, «αφού ο άνθρωπος μπορεί να πετύχει, και ασφαλώς πέτυχε σπουδαία αποτελέσματα με τα μεθοδικά και ασύνειδα μέσα επιλογής, σκεφτείτε τι θα μπορούσε να πραγματοποιήσει η φυσική επιλογή» (Η καταγωγή των ειδών, σελ. 91).

Αλλά, βέβαια, όπως μπορεί ν’ αποδειχτεί, η ενέργεια του ανθρώπου για κατασκευή, επιλογή ρατσών, με διασταύρωση, δεν είναι ανάλογη με την ενέργεια της φύσης και της φυσικής επιλογής, αλλά εκ διαμέτρου αντίθετη! Διότι ο άνθρωπος, έχει υπόψη του ένα σκοπό: την παραγωγή μιας βελτιωμένης ράτσας για ειδικούς λόγους, ενώ η φύση δεν έχει κανέναν! Η κατευθυνόμενη διασταύρωση του ανθρώπου, γίνεται ακριβώς για να προστατευθούν είδη από την αλόγιστη φυσική επιλογή! Επιπλέον, ο παραπάνω ισχυρισμός του Δαρβίνου είναι αντιφατικός, διότι τα μεθοδικά μέσα του ανθρώπου δεν είναι ασύνειδα. Τα μέσα επιλογής του είναι αναφανδόν συνειδητά! Ο ίδιος ο Δαρβίνος αναγνώρισε ότι η αναλογία, δεν οδηγεί πάντα σε επιθυμητά αποτελέσματα και πρέπει κάποιος να είναι επιφυλακτικός.

Ακόμα αναγνώρισε, τελικά, ότι η φυσική επιλογή έχει παρεξηγηθεί, διότι «μερικοί φτάσανε να φανταστούν (!) πως η φυσική επιλογή προκαλεί μεταβλητότητα, ενώ συνεπάγεται μονάχα τη διατήρηση των ποικιλιών εκείνων που εμφανίζονται και που είναι ευεργετικές στο ον στις συνθήκες ζωής του» (σελ. 89).

Έτσι φαίνεται καθαρά, ότι η υποβοηθητική θεωρία της αναλογίας που οδήγησε στην έννοια της φυσικής επιλογής, και είναι από τους κεντρικούς στύλους και πυλώνες της δαρβίνειας θεωρίας, είναι μια δαρβίνεια αυταπάτη. Συντελεστής της φυσικής επιλογής κατά τον Δαρβίνο είναι ο αγώνας για την ύπαρξη (struggle for existence) αλλά αυτός, εν μέρει, ενώ λειτουργεί στη φύση, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι εμπνευσμένος από τον Τ. Malthus, που μίλησε για τον υπερπληθυσμό ως αιτία των ανταγωνισμών, και ο Δαρβίνος το εφήρμοσε αυτό στη φύση με τον δικό του τρόπο.

  • Άλλη μια βασική προϋπόθεση/υπο-θεωρία του Δαρβίνου, είναι η θεωρία της παγγένεσης ή της κληρονομικότητας των επίκτητων χρήσιμων μεταβολών. Ο Δαρβίνος πίστευε ότι μικρά μόρια από ολόκληρο το σώμα μετακινούνταν στα κύτταρα του ωαρίου και του σπέρματος, τροποποιώντας τα, σύμφωνα με τις συνήθειες που είχαν αποκτήσει οι οργανισμοί. Η θεωρία αυτή του Δαρβίνου, βέβαια, διατυπώθηκε πριν γίνουν γνωστοί οι νόμοι της κληρονομικότητας του Mendel. Ο Δαρβίνος καθ’ ομολογίαν του, διατύπωσε τη θεωρία του καθ’ ην στιγμήν «οι νόμοι που κατευθύνουν την κληρονομικότητα είναι εξ ολοκλήρου άγνωστοι (Η καταγωγή των ειδών, σελ. 169). Το ερώτημα όμως είναι: Πως, αφού αγνοούνταν οι νόμοι της κληρονομικότητας, μπορούσε να διατυπώσει κάποιος επιτυχώς, μια θεωρία περί μεταβολής των ειδών; Η δυσκολία, ή καλύτερα το άτοπον της θεωρίας του Δαρβίνου, φάνηκε, λίγο αργότερα, όταν διατυπώθηκαν από τον μοναχό Gregor Mendel το 1865 οι νόμοι της κληρονομικότητας, επί των οποίων στηρίζεται η σύγχρονη Γενετική, και στη συνέχεια αποδείχτηκε από τον Γερμανό August Weismann, και τα πειράματά του, ότι οι επίκτητες ιδιότητες δεν κληρονομούνται. Γύρω στα 1900, ερευνητές όπως ο Hugo de Vries, κατέδειξαν την αδυναμία της φυσικής επιλογής για τη δημιουργία νέων ειδών, δίνοντας έμφαση στις απότομες και αιφνίδιες αλλαγές των χρωμοσωμάτων, τις περίφημες μεταλλάξεις (άλματα) που προκαλούν μικροεξέλιξη αλλά υποτίθεται ότι προκαλούν και τη μακροεξέλιξη. Στις μεταλλάξεις και στην τύχη, στηρίζεται περισσότερο ο σύγχρονος Νεοδαρβινισμός, παρά στη συσσώρευση μικρών μεταβολών, που πίστευε, ως παράγοντα εξέλιξης, ο Δαρβίνος. Ακόμα μια αυταπάτη του Δαρβίνου, παραμερίστηκε και ρετουσαρίστηκε, ώστε το όνομά του, να φιγουράρει… ενώ η αντίληψή του περί κληρονομικότητας ήταν πλανεμένη, και συνεπώς, η θεωρία του περί φυσικής επιλογής έπαθε έκλειψη… (Reymond Rogar).
  • Βοηθητική της φυσικής επιλογής θεωρία, υπήρξε και η άλλη δαρβίνεια θεωρία της σεξουαλικής επιλογής (sexual Selection). Σύμφωνα μ’ αυτήν, πρέπει να δοθεί διαφορετική εξήγηση από τη φυσική επιλογή σε αρκετές περιπτώσεις. Όπως η περίπτωση πολύχρωμων φτερών σε πουλιά, που δεν τους ωφελούν για τον αγώνα τους στην επιβίωση, αλλά μπορεί μάλλον να την βλάψουν. Για να εξηγήσει την αντίφαση αυτή ο Δαρβίνος, υποστήριξε τη σεξουαλική επιλογή, κατά την οποία, άτομα ενός φύλου (τα αρσενικά) ανταγωνίζονται μεταξύ τους, για την κατοχή του άλλου φύλου, τα θηλυκά. Τα ικανότερα, αποκτούν απογόνους. Εδώ υπεισέρχονται παράγοντες, όπως πονηριά, δύναμη και ομορφιά. Αλλά και η θεωρία αυτή παρουσίασε πολλές δυσκολίες. Πρώτα, πρώτα, δεν εμφανίζεται στα φυτά, όπου δεν έχουμε διαπάλη επικράτησης μέσω της σεξουαλικής προτίμησης. Δεύτερον, ο Δαρβίνος δεν ήταν σίγουρος αν εφαρμοζόταν η σεξουαλική επιλογή στα πτηνά και ιδιαίτερα σε μεγάλο μέρος του ζωικού βασιλείου. Τελικά, μόνο σε ένα μικρό μέρος ατόμων θα μπορούσε να ισχύσει αυτή η παρατήρηση, η οποία όμως, και πάλι δεν μπορούσε να οδηγήσει στην ερμηνεία παραγωγής νέων ειδών, αφού η διασταύρωση στα ζώα ατόμων ετεροειδών, είναι σπάνια. Υπάρχουν και άλλες βοηθητικές υπο-θεωρίες, όπως η επίδραση του περιβάλλοντος και η συσχέτιση οργάνων μεταξύ τους, αλλά κι αυτές κατέληξαν σε αδιέξοδο ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Όπως παρατηρεί ο ιστορικός της επιστήμης John R. Thuillier, «μερικές φορές διαβάζοντας τη θεωρία του Δαρβίνου, έχεις την εντύπωση ότι ο Δαρβίνος προσπαθεί με αυθαίρετες παρεμβάσεις και με κάθε θυσία να προστατεύσει τη φημισμένη θεωρία του». Αυτό άλλωστε το αναγνώρισε και ο ίδιος ο Δαρβίνος γράφοντας ότι «πολλές ιδέες που εκφράστηκαν εδώ είναι θεωρητικής τάξεως και αναμφίβολα θα βρεθεί ποιες θ’ αναγνωριστούν ανακριβείς» (Η καταγωγή του ανθρώπου).

Ασάφεια ως προς την έννοια του είδους

Όλη η προσπάθεια του Δαρβίνου έγινε από μέρους του, για να εξηγήσει την καταγωγή των ειδών από άλλα είδη και από πιο πρωτόγονες μορφές ζωής που διαρκώς εξελίσσονταν σε συνθετότερες. Το κρίσιμο όμως ερώτημα ήταν: Tι είναι είδος; Μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς; Διότι, η κατάταξη κάποιων όντων σε ένα είδος, γίνονταν με βάση συνήθως την εξωτερική ομοιότητά τους, με καθαρά μορφολογικά στοιχεία. Αλλά το κριτήριο αυτό, αποδείχτηκε πολύ εύθραυστο κι επισφαλές. Ο Δαρβίνος αναγνώρισε τη δυσκολία, γράφοντας ότι «είναι αφάνταστα δύσκολο ν’ αποφασίσει κανείς αν πρέπει να κατατάξει μια μορφή σαν ποικιλία της άλλης, ακόμα κι όταν είναι στενά συνδεδεμένη μ’ ενδιάμεσους κρίκους… Κατά συνέπεια για να καθορίσουμε αν μια μορφή πρέπει να ταξινομηθεί σαν είδος ή ποικιλία, μας φαίνεται πως ο μόνος οδηγός είναι η γνώμη των φυσιοδιφών που έχουν γερή κρίση και μεγάλη πείρα. Αλλά σε πολλές περιπτώσεις πρέπει ν’ αποφασίσουμε σύμφωνα με την πλειοψηφία των φυσιοδιφών…» Σ’ άλλο σημείο του βιβλίου του (σελ. 171) διερωτάται: «Αν τα είδη κατάγονται από άλλα με ανεπαίσθητες διαβαθμίσεις, γιατί να μη βλέπουμε παντού μεταβατικές μορφές και να μην επικρατεί στη φύση σύγχυση αντί να είναι είδη όπως τα βλέπουμε τώρα σαφώς καθορισμένα;» Στο άλλο βιβλίο του, πάλι, Η καταγωγή του ανθρώπου λέει ότι ο «όρος είδος είναι «αυθαίρετος» (σελ. 201) και «δεν είναι δυνατόν να σύρουμε μια σαφή διαχωριστική γραμμή στα είδη» (σελ. 488).

Ολόκληρα βουνά από θεωρίες και υποθέσεις, λοιπόν, για να εξηγηθεί κάτι, που δεν είναι σαφές και γνωστό, και το πως εξελίχτηκε μία μορφή σ’ άλλη μορφή, και που για να πούμε αν παρήχθη νέο είδος, πρέπει να στηριχτούμε στη γνώμη κάποιων φυσιοδιφών…

Η ασάφεια της έννοιας είδους, είναι κάτι που καταταλαιπώρησε και μπέρδεψε το Δαρβίνο σ’ όλη του τη ζωή αλλά ακόμη και τους επίγονούς του. Γι’ αυτό ο επιστήθιος φίλος του ο Thomas Huxley, παραδέχτηκε ότι μετά από επτά αναγνώσεις του βιβλίου του Δαρβίνου, κατενόησε, ότι αυτό είναι ένα πολύ δύσκολο βιβλίο… Ο Ernst Mayr, αναγνώρισε, ότι ο Δαρβίνος ατυχώς μπερδεύτηκε και δεν κατάφερε να απαντήσει στο ερώτημα πολλαπλασιασμού των ειδών, ούτε της ειδογένεσης. Και ο νέο-δαρβινιστής καθηγητής George Simpson, διαβεβαιώνει, ότι παρά τον τίτλο του, το βιβλίο του Δαρβίνου, δεν καταφέρνει να εξηγήσει την καταγωγή των ειδών. Επίσης ο παλαιοντολόγος Colin Patterson, παραδέχεται ότι δεν μας λέει τίποτα για την προέλευση των ειδών!

Αλλά η σύγχυση εξακολουθεί σαφώς μέχρι σήμερα. Γιατί, ακόμα και σήμερα οι φυσιοδίφες, δεν έχουν κατά την ομολογία του Δαρβίνου του 20ού αιώνα, του Ernst Mayr, καταλήξει σε γενική ομοφωνία για τον ορισμό του είδους (Τι είναι εξέλιξη, σελ. 203, 204). Οι βιολόγοι, τείνουν, απλά να δεχθούν ως κριτήριο την ικανότητα διασταύρωσης με γόνιμο αποτέλεσμα. Κάθε ομοιότητα πρέπει να οφείλεται σε ομοιότητα γόνων, σε ομοιότητα κληρονομικού υλικού και μόνο. Εδώ, όμως, μπαίνει αυτόματα το φράγμα της μη αναπαραγωγής, ως φράγμα αξεπέραστο μεταξύ των διαφορετικών ειδών που συνηγορούν για την σταθερότητά τους. Γι’ αυτό έγραψε ο διάσημος εξελικτικός R. Goldsmith, «… πουθενά δεν (φαίνεται παλαιοντολογικά) να παραβιάστηκαν τα όρια των ειδών, τα δε όρια αυτά είναι χωρισμένα από τα όρια των επόμενων καλών ειδών, με το αγεφύρωτο χάσμα, που κι αυτό εμπερικλείει στειρότητα». (The Material basis of Evolution, σελ. 165, 168).

Το πρόβλημα λοιπόν, του τι είναι είδος, κι αν και πως εξελίσσεται ώστε να παραχθεί, νέο, κλπ. υπήρξε η μεγαλύτερη δυσκολία, ο μεγαλύτερος σκόπελος όπου ναυάγησε ο Δαρβίνος, παρά τις όποιες φιλότιμες προσπάθειές του, να ερμηνεύσει με το δικό του τρόπο, τη φύση και να εξηγήσει κάποια άγνωστα ή περίεργα φαινόμενα. Γι’ αυτό και έγραφε: «Αν η θεωρία μου είναι σωστή…» (σελ. 177). Ατυχώς, και σήμερα, η έννοια είδος είναι συγκεχυμένη, αφού οι Νεοδαρβινιστές μιλούν για ειδογένεση μέσω μεταλλάξεων, που στην πραγματικότητα είναι δημιουργία γενετικής ποικιλομορφίας υποειδών ή ρατσών, μέσα στα πλαίσια ενός είδους τα μέλη του οποίου μπορούν και διασταυρώνονται με γόνιμο αποτέλεσμα. Η γονιμότης ή αγονία, είναι το τελικό κριτήριο.

Οι περίφημες σπίζες (σπίνοι) του Δαρβίνου, που παρατήρησε στα νησιά Γκαλαμπάγκος με την ποικιλομορφία των ραμφών, στην καλύτερη περίπτωση δείχνουν ότι ένα είδος μπορεί να προσαρμοστεί σε μεταβαλλόμενες συνθήκες για επιβίωση, αλλά δεν δημιουργούν την περίφημη μακροεξέλιξη, το μεγάλο όνειρο του Δαρβίνου και των Νεο-δαρβινιστών.

Δυσκολίες και διαψεύσεις

Σ’ ένα κεφάλαιο ολόκληρο, το έκτο, του βιβλίου του, ο Δαρβίνος αναφέρεται στις δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει ο ίδιος προκειμένου να πείσει με τη θεωρία του. Τις αναφέρει και τις ταξινομεί. Και ενώ ομολογεί, ότι μερικές απ’ αυτές, όπως η έλλειψη ή σπανιότητα των μεταβατικών ποικιλιών, ή τα όργανα εξαιρετικής τελειότητας κ.ά., είναι τόσο σοβαρές, που «ως αυτή τη στιγμή δε μπορώ να τις σκεφτώ χωρίς να κλονιστώ κάπως», νομίζει τελικά, πως με τη θεά του, τη φυσική επιλογή, τις ξεπερνά, ή ότι ο χρόνος με νέες ανακαλύψεις θα τον δικαιώσει αργότερα. Για το μάτι π.χ. γράφει: «Ομολογώ πως φαίνεται ολότελα παράλογη η υπόθεση ότι η φυσική επιλογή κατόρθωσε να σχηματίσει τον οφθαλμό με όλες της άφθαστης τελειότητας ικανότητες…» αλλά ενώ δίνει κάποιες υποθετικές εξηγήσεις («πρέπει να υποθέσουμε», γράφει ξανά και ξανά), αναγνωρίζει ότι είναι απαραίτητο η λογική να επιβληθεί στη φαντασία… Και ακόμη, ότι «αν θα μπορούσε ν’ αποδειχτεί πως υπήρξε οποιοδήποτε πολύπλοκο όργανο, που να μην είναι δυνατό να ’χει σχηματιστεί από μία σειρά πολυάριθμες, διαδοχικές και ελαφρές μεταβολές, η θεωρία μου θα κατέρρεε εντελώς…» Τις ίδιες δυσκολίες αναγνωρίζει και για τα ένστικτα των ζώων και κυρίως τις ικανότητές της μέλισσας (σελ. 271). Ο Δαρβίνος ξεπερνάει με το μυαλό του τις δυσκολίες, ομολογώντας σε πολλά άγνοια, και χρησιμοποιώντας πάνω από 800 φορές εκφράσεις όπως, ίσως, πιθανόν, θα πρέπει, υποθέτω, τείνω να πιστέψω, είμαι διατεθειμένος να πιστέψω, κ.ά (βλ. ενδεικτικά σελ. 17, 20, 203, 342 και 482). Σε πολλές περιπτώσεις, επικαλείται άλλους σαν αυθεντίες, με την έκφραση «ο τάδε απόδειξε», ή «ο τάδε με διαβεβαίωσε…»

Η κύρια διάψευση όμως της θεωρίας του, έρχεται καθ’ ομολογίαν του από την Παλαιοντολογία, που ενέχει εν προκειμένω θέσιν αυτοψίας.

Πως προήλθε η ζωή; Ένα πολύ δύσκολο ερώτημα για τους εξελικτικούς μέχρι σήμερα. Αναπάντητο. Κατά τον R. Jastrow, ένα θαύμα! Ο Δαρβίνος στην Καταγωγή του ξεπερνάει τον σκόπελο, υποστηρίζοντας ότι η ζωή εμφυσήθηκε σε μια μορφή ή σε λίγες από το Δημιουργό (σελ. 507). Άρα, έτσι, πάμε στο θαύμα… Σ’ άλλη περίπτωση όμως, υποστήριξε, ότι μπορούσε η ζωή να παραχθεί αυτομάτως, αν υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες μέσα σε μια μικρή θερμή λιμνούλα ως αποτέλεσμα χημικών ενώσεων. Από κει και πέρα, ο δρόμος ήταν εύκολος. Αν όμως έγινε αυτόματη γένεση, τι αποδείξεις υπήρχαν στα απολιθώματα; Τι έχει να μας πει η παλαιοντολογία; Για τους περισσότερους, ίσως, είναι άγνωστο το περίφημο αίνιγμα των Κάμβριων απολιθωμάτων, όπως ονομάστηκε, το αίνιγμα, που ενοχλεί τον λαλίστατο Richard Dawkins και τον κάνει να το σχολιάσει με δύο αράδες όλο κι όλο. Κι αυτό είναι το εξής:

Στα προ-κάμβρια πετρώματα, δεν υπάρχουν ζωικά απολιθώματα. Αλλά στα Καμβριανά λεγόμενα απολιθώματα που βρίσκονται ακριβώς από πάνω, υπάρχει πλήθος απολιθωμάτων (π.χ. τριλοβίτες, βρυόζωα κ.λπ.) γιατί ζούσαν τόσο πολύπλοκοι οργανισμοί, όσο είναι οι σύγχρονοι συγγενείς τους. Αυτό σημαίνει ότι η ζωή, εμφανίσθηκε ξαφνικά, με «εξελιγμένες» ζωικές πολυκυτταρικές μορφές και όχι βαθμιαία από απλούστερες κατώτερες, σε ανώτερες. Δεν υπάρχουν ούτε ίχνη προγόνων των ζώων αυτών, ούτε ενδιάμεσες μορφές. Αυτό συνηγορεί για πράξη δημιουργίας μάλλον, παρά για εξέλιξη ζωής από τα απλούστερα μονοκύτταρα σε συνθετότερα πολυκύτταρα. Τη δυσκολία την αναγνώρισε ο ίδιος Δαρβίνος. Έγραψε: «Δεν μπορώ να δώσω ικανοποιητική απάντηση». Δικαιολόγησε την αδυναμία, με το σκεπτικό πως ένα μόνο μικρό τμήμα της υδρογείου είναι γνωστό με ακρίβεια.

Αυτή όμως η δυσκολία που προκύπτει από την παλαιοντολογία δεν είναι η μοναδική. Υπάρχουν και άλλες μεγαλύτερες. Αν η εξέλιξη των όντων, από ένα κύτταρο στον άνθρωπο, ήταν γεγονός, θα έπρεπε να βρίσκαμε εκατοντάδες χιλιάδες συνδετικούς, μεταβατικούς ενδιάμεσους τύπους (κρίκους) μεταξύ των ειδών, γενών, οικογενειών και τάξεων του ζωικού και φυτικού βασιλείου. Θα έπρεπε να βρίσκαμε στα απολιθώματα τέτοιους συνδετικούς κρίκους, που να δείχνουν πώς κάποια ψάρια έγιναν αμφίβια, πώς το πτερύγιο μετατράπηκε σε πόδι, πώς τα ερπετά έγιναν πουλιά, πώς εμφανίστηκαν τα θηλαστικά, μερικά απ’ τα οποία έγιναν κήτη κ.λπ. Κάτι τέτοιο όμως, δεν αποκαλύπτουν τα γεωλογικά στρώματα, ούτε το αρχείο των βράχων, ούτε τα απολιθώματα. Έτσι η θεωρία της εξέλιξης εμφανίζεται σαν υπόθεση χωρίς τεκμηρίωση, χωρίς απόδειξη. Σπίτι χωρίς θεμέλιο. Ή, για ν’ αλλάξουμε την παρομοίωση, μιλούμε για ανθρωποκτονία, χωρίς να έχει βρεθεί πτώμα, ούτε το θανατηφόρο όπλο… Τη δυσκολία αναγνώρισε και πάλι ο ίδιος ο Δαρβίνος λέγοντας ότι «ο αριθμός των ενδιαμέσων ποικιλιών που υπήρξαν άλλοτε θα πρέπει να ’ναι πραγματικά τεράστιος. Γιατί λοιπόν η κάθε γεωλογική διάπλαση και το κάθε στρώμα να μην είναι γεμάτα από τέτοιους ενδιάμεσους κρίκους; Η Γεωλογία ασφαλώς δεν αποκαλύπτει καμία τέτοια ανεπαίσθητα διαβαθμισμένη αλυσίδα ενόργανων όντων. Κι αυτό ίσως είναι η πιο λογική και σοβαρή αντίρρηση που μπορεί να διατυπωθεί εναντία στη θεωρία μας». (σελ. 323, 324).

Ο Δαρβίνος προσπάθησε να ξεπεράσει τις δυσκολίες λέγοντας ότι το αρχείο ήταν ατελές και στο μέλλον θα αποκαλύπτονταν περισσότερα επ’ αυτού. Δεν έφταιγε η θεωρία του δηλαδή, αλλά τα γεωλογικά στρώματα και τα ελάχιστα απολιθώματα.

Ωστόσο, 150 χρόνια μετά τον Δαρβίνο σήμερα που είναι γνωστά 200.000.000 απολιθώματα και πλέον σ’ ολόκληρο τον κόσμο, η κατάσταση παραμένει απελπιστικά η ίδια. Ιδού μερικές συγκλονιστικές ομολογίες εξελικτών.

«Κάθε σύμπλεγμα, τάξη ή οικογένεια, φαίνεται πως γεννήθηκε ξαφνικά και δύσκολα βρίσκουμε τις μορφές που τις συνδέουν με το προηγούμενο γένος… όχι μόνο δε βρίσκουμε καθόλου σχεδόν μεταβατικές μορφές, αλλά εν γένει είναι αδύνατον να συνδέσουμε αυθεντικά ένα νέο σύμπλεγμα μ’ ένα παλιό» (Pierre Lecomte du Noüy). «Οι κρίκοι λείπουν ακριβώς, εκεί που πολύ ζωηρά τους επιθυμούμε» (Alfred Romer). «Το γνωστό αρχείο των απολιθωμάτων ούτε τώρα ούτε ποτέ άλλοτε δεν συμφωνούσε με τη βραδεία εξέλιξη» (Steven M. Stanley). «Το να ψάχνομε για ενδιάμεσες βαθμίδες για να περάσουμε τα χάσματα είναι σαν να ψάχνουμε μάταια για πάντα» (John N. Thompson).

Αυτές οι ανυπέρβλητες δυσκολίες, οδήγησαν πολλούς εξελικτές ασπασθούν τη θεωρία του Stephen Jay Gould και Niles Eldredge, γνωστή ως θεωρία της διακεκομμένης ισορροπίας (punctuated equilibrium) σύμφωνα με την οποία, τα νέα είδη αναδύονται όχι με βαθμιαίες αλλαγές, αλλά με ξαφνικές εξελικτικές εκρήξεις, με σταθεροποίηση των ειδών για εκατομμύρια χρόνια. Έτσι, ενώ αυτή η θεωρία έρχεται σε άμεση ρήξη με την παραδοσιακή και με την βασική αρχή του Δαρβίνου «η φύση δεν κάνει άλματα», και περιμένει την επιβεβαίωσή της, στην πραγματικότητα», δεν υπάρχει ούτε η ελάχιστη απόδειξη ότι μια από τις μεγαλύτερες συνομοταξίες ξεπήδησε από κάποια άλλη και οι θιασώτες της δημιουργίας φαίνεται να έχουν καλύτερα επιχειρήματα (Austin H. Clark). «Οι αποδείξεις των απολιθωμάτων θα μπορούσαν να είναι συνεπείς με την ιδέα ενός Μεγάλου σχεδιαστή (Carl Sagan, Cosmos, 1980, σελ. 19).

Ο Charles Lyell και ο ομοιομορφισμός

Η ασάφεια, η άγνοια και οι επιφυλάξεις διαυλακώνουν απ’ άκρη σ’ άκρη το βιβλίο Η καταγωγή των ειδών. Ωστόσο, είναι περίεργο και εκπληκτικό, ότι ο Δαρβίνος βάσισε ένα μεγάλο, το μεγαλύτερο, μέρος της θεωρίας του, σε κάτι που ο ίδιος ονόμασε βεβαιότητα. Γράφει: «Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, πως η αλυσίδα των γενεών, δεν έσπασε ούτε μια φορά και πως κανένας κατακλυσμός δεν κατέστρεψε ολόκληρο τον κόσμο» (σελ. 506). Και αλλού, στο 10ο κεφάλαιο, δείχνει πως υιοθέτησε τη θεωρία του ομοιομορφισμού του γεωλόγου Charles Lyell. Σύμφωνα μ’ αυτήν, τα γεωλογικά στρώματα διαμορφώθηκαν σε διάρκεια εκατομμυρίων ετών, βαθμιαία και ανεπαίσθητα από τη δύναμη της φύσης (χείμαρροι, ποτάμια, παλίρροιες, βροχή, αέρα) και ότι καμία αιφνίδια αλλαγή ή καταστροφή δεν συνέβη στο παρελθόν, γιατί το «παρόν είναι το κλειδί κατανόησης του παρελθόντος». Μάλιστα, γράφει, ότι όποιος δεν παραδέχεται αυτή τη γεωλογική θεωρία του Lyell, καλά θα κάνει να κλείσει το βιβλίο του. Ε, λοιπόν, η ειρωνεία είναι ότι κυρίως μετά τη συγγραφή του βιβλίου του Δαρβίνου και του Charles Lyell, Αρχές της Γεωλογίας, ανακαλύφτηκε ότι έχουν γίνει στο παρελθόν τόσες μεγάλες καταστροφές από γνωστές και άγνωστες αιτίες, ώστε, να μιλάμε για εξαφάνιση μεγάλων αριθμών ζώων κάθε είδους (και κυρίως των δεινοσαύρων) από επανειλημμένες μεγάλες έως παγκόσμιες καταστροφές (μετακίνηση ηπείρων, έκρηξη ηφαιστείων, εισβολή θαλασσών, πιθανή πτώση μεγάλων μετεωριτών κ.ά.). Οι δεινόσαυροι γενικά, θεωρείται ότι εξαφανίστηκαν μαζικά πριν από 65.000.000 χρόνια (υπάρχουν διάφορες θεωρίες για το γιατί, με επικρατούσα την πτώση γιγαντιαίου μετεωρίτη), αλλά τα μαμούθ της Σιβηρίας, σε σχετικά πρόσφατα χρόνια, ενώ ζούσαν κατά κοπάδια, πέθαναν ξαφνικά την ώρα που βοσκούσαν. Ένα μαμούθ μάλιστα, βρέθηκε στην Σιβηρία, με αμάσητο χορτάρι στα κλειστά δόντια του, γεγονός που επιμαρτυρεί το βίαιο του θανάτου του από φυσική καταστροφή, όπως το ίδιο υποστηρίζει και το γεγονός ότι βρέθηκαν σκόρπια κόκκαλα πολλών ζώων, ρινοκέρων, βισώνων, μαμούθ κ.λπ. σε μεγάλη έκταση. Σε επιστολή του στον Henry Howorth, ο Δαρβίνος παραδέχτηκε την ανικανότητά του να εξηγήσει την εξαφάνιση του μαμούθ, ενός τόσο καλά προσαρμοσμένου ζώου. Πολλά απολιθώματα που μαρτυρούν ομαδικές καταστροφές, έχουν ανακαλυφθεί παντού, σ’ όλα τα μέρη της γης, και πολλά μιλούν για αλλαγή κλίματος στο τέλος της εποχής των πάγων (Immanuel Velikovsky, Η γη σ’ αναταραχή, σελ. 228 επ.). Τώρα, αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι ολόκληρος ο φλοιός της γης αναποδογύρισε πριν από 1,8 δισεκατομμύρια χρόνια (εφημ. Τα Νέα 8/6/04) τότε, τα σχόλια περιττεύουν… Πρέπει να μιλάμε για την επιβίωση του τυχαιότερου και όχι του ικανότερου. Επί πλέον: «Η εξήγηση της προέλευσης των απολιθωμάτων με τη θεωρία του ομοιομορφισμού, έρχεται σε σύγκρουση με τη θεμελιώδη αρχή των θεωριών. Τίποτε δεν έχει γίνει στο παρελθόν που να μη γίνεται και στο παρόν. Ωστόσο, σήμερα δεν σχηματίζονται απολιθώματα…» Άλλη μια αυταπάτη του Δαρβίνου…

Η προέλευση του ανθρώπου—Ο ρατσισμός του Δαρβίνου

Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα για τον Δαρβίνο, υπήρξε ο ίδιος ο άνθρωπος και η προέλευσή του. Στο πρώτο του βιβλίο, δεν τόλμησε να μιλήσει καθαρά για την ζωώδη καταγωγή του ανθρώπου σκεπτόμενος την αναταραχή που θα δημιουργούνταν και ίσως τη γενική κατακραυγή των θρησκευόμενων. Ωστόσο, στο δεύτερο βιβλίο του, Η καταγωγή του ανθρώπου, μίλησε για την προέλευση του ανθρώπου από μακρινούς ζωόμορφους προγόνους, συγγενείς με τους σημερινούς χιμπατζήδες, κάπου στην Αφρική, και σε κάποια εποχή, σε κάποια περιοχή, ο άνθρωπος έχασε το τριχωτό του κάλυμμα! Ήταν μια τολμηρή εικασία… Τα προβλήματα που είχε ν’ αντιμετωπίσει, βέβαια, με μια τέτοια υπόθεση, ή εικοτολογία, ήταν τεράστια. Πρώτα έπρεπε να υποστηριχτεί η θεωρία παλαιοντολογικά, να βρεθούν δηλαδή, οι ενδιάμεσοι τύποι-κρίκοι, που θα συνέδεαν τον homo sapiens με τους απώτερους προγόνους του. Αλλά τέτοιοι κρίκοι, παρά το θόρυβο που δημιουργήθηκε από τους Δαρβινιστές μετά το Δαρβίνο, με ευρήματα, σαν τον πιθηκάνθρωπο της Ιάβας του Ντυμπουά, σαν τον άνθρωπο του Piltdown (που αποδείχτηκε απάτη), τον Εσπεροπίθηκο (που ανακατασκευάστηκε από ένα δόντι χοίρου τελικά!!!), την περίφημη Lucy που ανακάλυψε ο Ρ. Λήκυ, τους Αυστραλοπιθήκους, το homo erectus και τους Νεαντερτάλιους κ.λπ., αποδείχτηκε και συνεχώς αποδεικνύεται ότι προσφέρουν ελάχιστα, προς αυτή την κατεύθυνση, και τελικά, δημιουργούν περισσότερα ερωτήματα, απ’ αυτά που προσπαθούν να επιλύσουν! Και τούτο, διότι καθ’ ομολογίαν των εξελικτικών, «το ανθρώπινο είδος και όλα τα είδη θα παραμείνουν… σαν ορφανά, με την ταυτότητα των γονέων τους χαμένη στο παρελθόν» (James Gorman) και, «δεν μπορεί να υπήρξε ανθρωποπίθηκος» αλλά από την πρώτη στιγμή που σχηματίστηκε ο άνθρωπος ήταν στην κυριολεξία άνθρωπος (Νικήτας Λιανέρης, σελ. 74). Ο διάσημος εξελικτής Niles Eldredge αναγνωρίζει ότι «οι έρευνες του ανθρώπου για τους προγόνους του είναι μάταιες». Για όποιους εξακολουθούν ν’ αμφιβάλλουν, δεν έχουν παρά να διαβάσουν την ομολογία του διάσημου αθεϊστή Richard Dawkins: «Τα απολιθώματα, τα οποία ανακαλύφτηκαν όλα μετά την έκδοση της Καταγωγής, μας παρέχουν μια σποραδική εικόνα για ορισμένα πιθανά ενδιάμεσα είδη, τα οποία μας συνδέουν με τον κοινό πρόγονο που μοιραζόμαστε με τους χιμπατζήδες… Οι ορθόδοξες απόψεις μας κλονίζονται από καιρού εις καιρόν—δεν είναι καθόλου κακό. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί όταν υποθέτουμε ότι αυτή η σειρά απολιθωμάτων αναπαριστά τη σειρά προγόνων/απογόνων. Είναι πάντα πιο ασφαλές να υποθέτουμε ότι τα απολιθώματα είναι συγγενείς παρά πρόγονοί μας…» (Richard Dawkins, Ο εφημέριος του Διαβόλου, σελ. 120).Κατά δεύτερο λόγο, έπρεπε να δοθεί ικανοποιητική εξήγηση για την εμφάνιση των εκπληκτικών δυνατοτήτων της ανθρώπινης διάνοιας. Από που προήλθε η καταπληκτική ικανότητα συσσώρευσης γνώσης του ανθρώπινου εγκεφάλου, που σύμφωνα με τον Carl Sagan θα μπορούσε να διαφυλάξει πληροφορίες που θα γέμιζαν περίπου 20.000.000 τόμους, ενώ κάποιοι άλλοι υπολογισμοί έδειξαν ότι μπορεί να αναλάβει φορτίο μάθησης και μνήμης 1.000.000 φορές, καθώς και η λειτουργία της γλώσσας, της φαντασίας, της εφεύρεσης μαθηματικών, της μουσικής, της αναζήτησης του ωραίου κ.λπ., προήλθε, από ένα όργανο που εξελίχθηκε μέσω της φυσικής επιλογής για να προσφέρει απλά και μόνο καλύτερη άμεση επιβίωση στον πρώτο αρχάνθρωπο; Ο σύντροφος και ομοϊδεάτης του Δαρβίνου, Alfred Wallace, είχε εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη απ’ αυτήν του Δαρβίνου, και διεχώρισε ευθύς εξ αρχής τη θέση του. Όταν τού επεσήμανε τα προηγούμενα, και κυρίως, ότι υπάρχει τεράστιο και αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ του ανθρώπινου εγκεφάλου και του εγκεφάλου των πρωτευόντων, ο Δαρβίνος θορυβημένος του απάντησε να προσέχει για τις απόψεις του… Επί λέξει: «Ελπίζω ότι δεν έχεις σκοτώσει τελείως το παιδί σου και το παιδί μου» (δηλαδή τη θεωρία τους).

Το ερώτημα που δημιουργήθηκε με το πέρασμα του χρόνου από την εποχή του Δαρβίνου και ίσαμε σήμερα, είναι: Αν ο ανθρώπινος εγκέφαλος εξελίχθηκε από εγκεφάλους κατωτέρων ζώων, διαρκώς αυξανόμενος, γιατί η φυσική επιλογή (ή οι τυχαίες μεταλλάξεις) τον εφοδίασαν με ένα τέτοιο φοβερό όργανο, το τελειότερο σ’ ολόκληρο το ηλιακό μας σύστημα (Jean Rostand), και το μόνο που προσπαθεί να κατανοήσει τον εαυτό του, που ευθύς εξ αρχής υπερέβαινε τις άμεσες ανάγκες του, αλλά ακόμα δεν έμαθε όλες τις δυνατότητές του και την πλήρη χρήση του, ενώ στα αμέσως πριν πρωτεύοντα, τα εφοδίασε με εγκέφαλο που δεν μπορεί καν να σκέφτεται; Το ερώτημα παραμένει αμείλικτο και προκλητικό για τους Δαρβινιστές. Είναι σα να λέμε, για να απλοποιήσουμε, μ’ ένα παράδειγμα: Σε κάποιον δωρίζεται ένα αεροπλάνο, ενώ αυτός δεν ξέρει καν να πιλοτάρει… και θα χρειαστεί χρόνια και χρόνια να μάθει την χρήση του αφού, ο ανθρώπινος εγκέφαλος αποτελείται από 100.000.000.000 νευρώνες, με δυνατότητες συνάψεων που φθάνει τις 100.000.000.000! Σ’ ολόκληρη τη ζωή του των 80–100 ετών, είναι ζήτημα να μπορεί να χρησιμοποιήσει το 1/10 της λειτουργίας του εγκεφάλου, του πιο πολύπλοκου «αντικειμένου» του σύμπαντος (Δ. Νανόπουλος).

Τελικά, ο Δαρβίνος, παρασυρμένος από τη θεωρία του της εξέλιξης του ανθρώπου μέσω της φυσικής επιλογής, έφθασε στο σημείο, άλλοτε να παραμένει σκεπτικιστής ως προς την ορθότητα της θεωρίας του, αφού ο εγκέφαλος του ανθρώπου είναι ατελής… προερχόμενος από τον εγκέφαλο των πρωτευόντων και δεν ήταν καθόλου σίγουρος, αν μπορούσε ν’ ανακαλύψει την αλήθεια. Και άλλοτε, να υποστηρίζει ότι η γυναίκα ήταν κατώτερη από τον άντρα, λιγότερο ευφυής, λιγότερη θαρραλέα, λιγότερο εφευρετική. Καθώς επίσης, ότι υπήρχαν και άνθρωποι που ήταν φυσικά ανώτεροι πνευματικά και διέφεραν από τους πνευματικά κατώτερους. Ακόμη, ότι υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες φυλές, και οι ανώτερες, οι πολιτισμένες, οι λευκοί (Ευρωπαίοι), μια μέρα στο προσεχές μέλλον, θα έχουν εξοντώσει και αντικαταστήσει τις άγριες φυλές (Αφρικανούς, Ινδιάνους) σ’ ολόκληρο τον κόσμο (σελ. 179). Συνεπές συμπέρασμα, του αγώνα περί υπάρξεως και επικράτησης του ισχυροτέρου-ικανοτέρου. Ο φυλετισμός (ρατσισμός) και ο σεξισμός σ’ όλο του το μεγαλείο! Από κει και πέρα, ήταν δουλειά του F. Galton και του H. Spencer, του Nietzsche και του Χίτλερ, να προχωρήσουν ένα βήμα περισσότερο μέσω ευγονικής για τη δημιουργία υπερανθρώπων.

Ο Δαρβίνος και οι επίγονοί του

Ίσως, αντιτείνει κανείς, ότι, ο Δαρβίνος είχε ανεπαρκείς γνώσεις και ότι η σύγχρονη συνθετική θεωρία του Νεο-δαρβινισμού των Simpson, Dobzhansky, Mayr, που συμπεριέλαβε τις προόδους της γενετικής κ.ά. επιστημών, δίνουν ικανοποιητική απάντηση στο πως και το γιατί της εξέλιξης. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Νέο-νέο-δαρβινισμός, έκανε ένα ωραίο τέχνασμα. Ονομάστηκε έτσι, προς τιμήν του Δαρβίνου, ενώ ουσιαστικά έχει ελάχιστη σχέση μ’ αυτόν και τη θεωρία του. Κράτησε απ’ αυτόν μόνο την έννοια της φυσικής επιλογής (που προϋπήρξε σαν έννοια και σύλληψη απ’ αυτόν) και τον μπόλιασε με τον Μεντελισμό, τη διδασκαλία του Mendel και των νόμων του, που επαληθεύονται, με παρατήρηση και πείραμα, σε αντίθεση με τον Δαρβινισμό και τη θεωρία της μακρο-εξέλιξης, που δεν επαληθεύονται ούτε με πείραμα ούτε με παρατήρηση. Αυτό το ομολογούν και οι ίδιοι οι εξελικτικοί. Διαβάζουμε: «Ισχυρίζομαι ότι κάθε πειραματισμός είναι αδύνατος στη μακρο-εξέλιξη (Boris Mednikov). «Δεν μπορείς να ισχυριστείς ότι έχεις διαπιστώσει τη γένεση των θηλαστικών από τα μη θηλαστικά. Δεν ήσουν παρών» (R. Lewontin). «Η πραγματικότητα των μεταμορφώσεων δεν μπορεί να αποδειχτεί θετικά γιατί πρόκειται για γεγονότα στα οποία κανένας άνθρωπος δεν παραβρέθηκε και η φύση δεν μας δίνει πια παραδείγματα τους» (Jean Rostand). Ακόμη: «Παρ’ όλα τα δεδομένα από διάφορους χώρους των βιολογικών επιστημών, τα οποία στηρίζουν την μακροεξέλιξη, αυτή εξακολουθεί να παραμένει μια αναπόδεικτη βιολογική διαδικασία» (Γιάννης Αργύρης). Εξ άλλου, οι περίφημες μεταλλάξεις, οι απότομες μεταβολές των γονιδίων που επικαλούνται οι νέο-δαρβινιστές, δεν παράγουν νέα χαρακτηριστικά, αλλά μεταβάλλουν τα ήδη γνωστά. Κατά τον γενετιστή Goldschmidt, και χίλιες μεταλλάξεις μαζί σ’ ένα είδος, δεν μπορούν να δημιουργήσουν νέο είδος!

Η κύρια αδυναμία του νεοδαρβινισμού, ο οποίος στηρίζεται, στις μεταλλάξεις, στην τύχη και στη φυσική επιλογή, είναι ότι, «οι νεοδαρβινιστές πιστεύουν ότι ολόκληρο το φάσμα της ζωής… ερμηνεύεται από τη σταθερή συσσώρευση απομίμησης σφαλμάτων και τη συνακόλουθη ανάπτυξη ποικιλιών καθώς ένα πρωτόγονο σύστημα ζωής αναπαράγεται επί δισεκατομμύρια φορές. Σύμφωνα με αυτήν τη θεωρία, η επισώρευση των αναπαραγωγικών σφαλμάτων, η οποία ταξινομείται με τη διαδικασία της φυσικής επιλογής, της επιβίωσης του πιο ικανού, εξηγεί τόσο την πλούσια ποικιλία ζωής όσο και τη σταθερή ανοδική εξέλιξη από το βακτηρίδιο στον άνθρωπο… Στο τελευταίο μας βιβλίο ο Sir Fred Hoyle και εγώ, προσκομίζουμε ισχυρά επιχειρήματα εναντίον αυτής της πρότασης… Είναι γελοίο να υποθέτουμε ότι τα στοιχεία τα οποία μας παρέχει ένα μεμονωμένο πρωτόγονο βακτηρίδιο μπορούμε με την αναπαραγωγή να φτάσουν στο σημείο να δημιουργήσουν τον άνθρωπο και όλους τους άλλους ζώντες οργανισμούς, οι οποίοι υπάρχουν στον πλανήτη μας». (Chandra Wickramasinghe). Ο Pierre Thuillier επικυρώνει: «Η ανάπτυξη των εξελικτικών θεωριών είναι μία ωραία επιστημονική περιπέτεια… μην ξεχνάμε όμως, ότι οι θεωρίες δεν είναι παρά ανθρώπινα κατασκευάσματα».

Αλλά για να επανέλθουμε στον πρώτο διδάξαντα, το Δαρβίνο και να συνοψίσουμε το έργο του, καθ’ ομολογίαν ενός απ’ τους μεγαλύτερους σύγχρονους εξελικτικούς του R. Lewontin, «είναι γεμάτο ασάφειες, αντιφάσεις και θεωρητικές αναθεωρήσεις… διαδοχικές εκδόσεις της καταγωγής περιέχουν σοβαρές αλλαγές (σελ. 74, 75). Ο Δαρβίνος δημοσίευσε τα «περί της καταγωγής», χωρίς εμπιστοσύνη στις ίδιες του τις ενδείξεις (Barry Gale), κάτω από την πίεση του χρόνου, για να μη χάσει τη δόξα του από τον Wallace, που είχε καταλήξει σε παρόμοιες απόψεις με τις δικές του. Έσπευσε να τις δημοσιεύσει, παρά τα κενά, την άγνοια και τις σοβαρές ασάφειες και επιφυλάξεις του. Το 1858 έγραψε στο φίλο του Hooker: «Πρέπει να καταλήξω σε κάποιο τελικό συμπέρασμα, είτε να εγκαταλείψω το φάντασμα της θεωρίας μου». Ένα μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας του, είχε υπόψη του τον Κάρολο Λιναίο που υποστήριζε την σταθερότητα των ειδών. Αυτόν και άλλους ήθελε να καταπολεμήσει ο Δαρβίνος, αλλά ταυτόχρονα, αναγνώριζε ότι οι μεγαλύτεροι παλαιοντολόγοι της εποχής του (Cuvier, Agassiz, Forbes, κ.ά.) αναγνώριζαν τη σταθερότητα των ειδών. Ο Δαρβίνος, παρά το ήπιο και άτολμο του χαρακτήρα του, ήταν πεισματάρης και φιλόδοξος. Διότι όπως αποκαλύπτει στην αυτοβιογραφία του, επιζητούσε «μια αξιόλογη θέση μεταξύ των ανθρώπων της επιστήμης». Για να το επιτύχει αυτό, δαπανούσε 1-2 ώρες καθημερινά για την αλληλογραφία του που αριθμεί εκατοντάδες επιστολές με ηγετικά ή αμφιλεγόμενα άτομα της επιστήμης!

Το 1956 γράφονται για την εκατοστή επέτειο της Καταγωγής, ο βιολόγος W. R. Thompson στον πρόλογό του, έγραφε μεταξύ άλλων τα εξής αποκαλυπτικά: «Για την καθιέρωση της συνέχειας που απαιτείται από τη θεωρία, επικαλούνται ιστορικά επιχειρήματα, παρ’ όλο που τα στοιχεία λείπουν. Ως εκ τούτου γεννιούνται αυτοί οι εύθραυστοι πύργοι των υποθέσεων που βασίζονται σε υποθέσεις, όπου η πραγματικότητα και η φαντασία αναμειγνύονται σε μια αδιέξοδη σύγχυση».

Το τι απέμεινε, ουσιαστικά, από το θόρυβο της πολύκροτης θεωρίας του, σήμερα, μας το λέει επιγραμματικά και απέριττα ο πανεπιστημιακός Νικήτας Λιανέρης: «Λέγεται ότι στη μάχη του ο Δαρβίνος για να καταστρέψει τη θεωρία των ειδικών δημιουργιών, χρησιμοποίησε τρία πολεμικά άλογα: την φυσική επιλογή, τον αγώνα για τη ζωή, και την κληρονομικότητα των αποκτημένων χαρακτήρων (θεωρία της παγγένεσης). Απ’ αυτά τα δύο σήμερα έχουν ψοφήσει, ενώ το τρίτο έχει μεταμορφωθεί σε ένα πράο γαϊδουράκι» (σελ. 61). Αλλά «κάθε φορά που γίνεται προσπάθεια στη «σούπα» του Mendel να ριχτεί το αλάτι του Δαρβίνου, το αποτέλεσμα ήταν να χαλάσει η σούπα, αντί να διατηρηθεί και να γίνει εύγεστη». Και να δώσουμε το λόγο και στον Α. Κάισλερ: «Για μια άλλη φορά η δαρβινική θεωρία, παρά την τονωτική ένεση του Μεντελισμού, έχει φθάσει σε αδιέξοδο».

 * Το παρόν κείμενο κυκλοφόρησε το 2009, με αφορμή τη συμπλήρωση, τότε, 200 ετών από τη γέννηση του Δαρβίνου.

Βιβλιογραφία

  • Blanc, Marcel. Οι κληρονόμοι του Δαρβίνου. Αθήνα: Στάχυ, 1995.
  • Denton, Michael. Evolution: a theory in crisis. Bethesda, Md.: Adler & Adler, 1986.
  • Lewontin, Richard C. Δεν είναι απαραίτητα έτσι. Αθήνα: Κάτοπτρο, 2002.
  • Macbeth, Norman. Darwin Retried: a carefully documented repudiation of classical Darwinism. New York: Dell Publishing Co., Inc., 1971.
  • Milton, Richard. Ο μύθος του δαρβινισμού. Αθήνα: Δίαυλος, 1996.
  • Δαρβίνος, Κάρολος. Αυτοβιογραφία. Αθήνα: Εκδόσεις Γκοβόστη, 2007.
  • —. Η καταγωγή των ειδών. Αθήνα: Εκδόσεις Γκοβόστη, 1974.
  • Λιανέρης, Νικήτας Ν. Η καταγωγή και η εξέλιξη του ανθρώπου. Αθήνα: Καρδαμίτσα, 1987.
  • Chandra Wickramasinghe, Ένας αστρονόμος συλλογίζεται: Έκανε λάθος ο Δαρβίνος;, στο Courrier της Ουνέσκο, DARWIN, Μάρτιος, 1983.
  • Pierre Thuillier, Η εξέλιξη της εξέλιξης, στο Courrier της Ουνέσκο, Μάιος, 1983.

Το πρωτότυπο pdf: https://tsinikopoulos.org/sites/default//files/pdf/Autapates_Darvinou.pdf

 

 

Δάφνη Μουρέλου: West Side Story: Ιδεολογική προσέγγιση και κοινωνικές προεκτάσεις

100 χρόνια από τη γέννηση του Leonard Bernstein

Δάφνη Μουρέλου

West Side Story: Ιδεολογική προσέγγιση και κοινωνικές προεκτάσεις

Στις 25 Αυγούστου 1918, στην κωμόπολη Lawrence της Πολιτείας της Μασαχουσέτης γεννήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους μουσικοσυνθέτες και αρχιμουσικούς του δευτέρου ημίσεως του 20ού αιώνα, ο Leonard Bernstein. Το συνθετικό του έργο καλύπτει μια ευρεία κλίμακα, από μιούζικαλ του Broadway έως όπερες και συμφωνικά έργα. Γνωστότερα είναι η τριλογία με θεματικό άξονα τη Νέα Υόρκη (On the Town -1944, Wonderful Town-1954, West Side Story-1957), οι τρεις συμφωνίες (αρ. 1 Jeremiah-1942, αρ.2 The Age of Anxiety-1949, αρ.3 Kaddish-1963), οι όπερες Trouble in Tahiti-1952, Candide-1973, A Quite Place-1983, τα μπαλέτα Fancy Free-1944 και Dybbuk-1974, τα χορωδιακά Chichester  Psalms-1965 και Missa Brevis-1988 καθώς και έργα μουσικής δωματίου. Το 1957, διαδέχθηκε τον Δημήτρη Μητρόπουλο ως διευθυντής της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Νέας Υόρκης, όπου παρέμεινε ως το 1969. Κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980 συνεργάστηκε με τις μεγαλύτερες ορχήστρες των ΗΠΑ και της Ευρώπης, γεγονός που έχει αποθανατιστεί σε πλήθος ποιοτικών ηχογραφήσεων.  Η Clio Turbata τιμά, σήμερα, τη μνήμη μιας από τις πλέον χαρισματικές καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες της μεταπολεμικής εποχής, με ένα αφιέρωμα στο συγκεκριμένο εκείνο έργο, το οποίο κατέστησε τον Leonard Bernstein ιδιαίτερα δημοφιλή στο διεθνές στερέωμα και στo ευρύ κοινό.

Leonard Bernstein (1918 – 1990).

A. ΤΟ ΕΡΓΟ ΚΑΙ Η ΔΟΜΗ ΤΟΥ

Η ταινία West Side Story προβλήθηκε για πρώτη φορά στους κινηματογράφους στις 18 Οκτωβρίου του 1961, και αποτελεί κινηματογραφική διασκευή του ομώνυμου μιούζικαλ, το οποίο είχε ανεβεί με αξιομνημόνευτη επιτυχία σε σκηνή του Broadway στις 26 Σεπτεμβρίου του 1957. Οι διαφορές ανάμεσα στο μιούζικαλ και την κινηματογραφική διασκευή είναι αμελητέες και είχαν να κάνουν  κυρίως με την σειρά εναλλαγής των σκηνών και των τραγουδιών.¹ Την ομάδα δημιουργίας του μιούζικαλ συν-υπέγραφαν οι Arthur Laurents (σενάριο), Stephen Sodnheim (στιχουργία), Leonard Bernstein (μουσική επένδυση), Jerome Robbins (χορογραφία-σκηνοθεσία), Robert E. Griffith και Harold Prince (παραγωγή). Στην κινηματογραφική εκδοχή του έργου την σκηνοθεσία συνυπέγραψαν οι Jerome Robbins και Robert Wise. Ο τελευταίος υπήρξε ταυτόχρονα και παραγωγός της ταινίας. Την διανομή ανέλαβε η εταιρία United Artists

Ορισμένοι ηθοποιοί συμμετείχαν και στις δυο διανομές. Μεταξύ άλλων, ο ελληνικής καταγωγής George Chakiris, ο οποίος πριν από την συμμετοχή του στην ταινία, είχε αναλάβει τον ρόλο του Riff στις παραστάσεις του West End.³ Αρχικά, ο πρωταγωνιστικός ρόλος του Tony προορίζονταν για τον Elvis Presley, εν τέλει όμως δεν επιτεύχθηκε συμφωνία ανάμεσα στον δημοφιλή καλλιτέχνη και τους δημιουργούς της ταινίας. Ο ρόλος της Anita είναι ο μοναδικός δεύτερος ρόλος, ο οποίος ερμηνεύθηκε από ηθοποιούς πορτορικανικής καταγωγής και στις δυο περιπτώσεις. Τόσο στο αρχικό μιούζικαλ όσο και στη μεταγενέστερη κινηματογραφική ταινία, υπάρχουν ελάχιστοι ηθοποιοί πορτορικανικής καταγωγής. Οι τελευταίοι, ανέλαβαν δευτερεύοντες ρόλους στην συμμορία των Sharks.⁴ Η βιομηχανία του Hollywood ακολουθούσε πολιτική φυλετικών διακρίσεων σε ό,τι αφορά στην επιλογή Λατινοαμερικανών και Αφροαμερικανών ηθοποιών σε διανομές ταινιών, ειδικότερα εφόσον επρόκειτο για πρωταγωνιστικούς ρόλους.⁵ Σε γενικές γραμμές, οι ηθοποιοί λατινοαμερικανικής καταγωγής  συμπεριλαμβάνονταν σε ελάσσονες, μόνο, ρόλους. Στο χολιγουντιανό φαντασιακό, η αμερικανική ταυτότητα εξισώνονταν με την λευκή επιδερμίδα. Ως εκ τούτου, η ιδέα της “λευκότητας” αποτελεί κοινό τόπο στις κινηματογραφικές ταινίες της εποχής.⁶ Χαρακτηριστικοί είναι οι στερεοτυπικοί ρόλοι που δημιουργούνταν για τις ηθοποιούς λατινοαμερικανικής προέλευσης: η υπηρέτρια, το αντικείμενο του πόθου και της σεξουαλικής επιθυμίας, η οξύθυμη και αντιδραστική λατίνα. Με βάση τον τελευταίο, σκιαγραφείται και η προσωπικότητα της Anita στο West Side Story.

Οι συντελεστές του West Side Story στην παράσταση του Brodway. Από αριστερά προς τα δεξιά: Stephen Sondheim(στιχουργός),  Arthur Laurents (σεναριογράφος),  Harold Prince (συμπαραγωγός), Robert Griffith (συμπαραγωγός, καθιστός),  Leonard Bernstein (συνθέτης) και Jerome Robbins (χορογράφος).

H κινηματογραφική εκδοχή απέσπασε συνολικά εννέα βραβεία Όσκαρ, μεταξύ των οποίων εκείνα της καλύτερης ταινίας, της καλύτερης σκηνοθεσίας και της καλύτερης χορογραφίας. Η ταινία έχει καταγραφεί στην ιστορία του κινηματογράφου ως μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες όλων των εποχών.

Οι αφίσες του της κινηματογραφικής ταινίας (1961)και του μιούζικαλ (1957).

Η πλοκή του έργου διαδραματίζεται στην δυτική πλευρά του Μανχάταν. Πρόκειται για μια ιστορία διαμάχης μεταξύ συμμοριών διαφορετικής καταγωγής. Οι Αμερικανοί Jets και οι Πορτορικανοί Sharks συγκρούονται για την κυριαρχία και τον έλεγχο της περιοχής, ενώ βρίσκονται υπό συνεχή καταδίωξη από τις αστυνομικές αρχές. Οι Jets αποζητούν την βοήθεια ενός πρώην συμμορίτη, του Tony. Σε έναν χορό που διεξάγεται στον “ουδέτερο” χώρο του γυμναστηρίου, ο Tony γνωρίζει την Maria, την αδελφή του αρχηγού των Sharks (Bernardo) και την ερωτεύεται. Το ζευγάρι κάνει σχέδια γάμου, ενώ ταυτόχρονα εντείνεται η διαμάχη μεταξύ των συμμοριών. Σε ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών χάνουν τη ζωή τους οι αρχηγοί των δύο ομάδων. Λίγο αργότερα δολοφονείται και ο Tony από τον “επίσημο” αγαπημένο της Maria σε μια προσπάθεια απόδοσης αντιποίνων, αλλά και λόγω ζήλιας, δίνοντας έτσι τραγικό τέλος στην ιστορία.⁸

Το West Side Story αποτελεί μια σύγχρονη εκδοχή του σεξπηρικού έργου Ρωμαίος και Ιουλιέτα. Σε ένα αρχικό στάδιο, οι Laurents, Robbins και Bernstein είχαν κατά νου μια ιστορία αγάπης ανάμεσα σε έναν Ιταλοαμερικανό ρωμαιοκαθολικό και μια κοπέλα εβραϊκής καταγωγής. Ο τίτλος που προτάθηκε τότε για το έργο, ήταν East Side Story. Ωστόσο, η σκέψη αυτή εγκαταλείφθηκε σύντομα, καθώς παρόμοιο θέμα πραγματευόταν το δημοφιλές μιούζικαλ της Anne Nichols Abie’s Irish Rose. Ως εναλλακτική, προτάθηκε από τους Bernstein και Laurents μια ιστορία διαμάχης μεταξύ δυο αντιπάλων συμμοριών πορτορικανικής και αμερικανικής καταγωγής. Το θέμα αυτό ήταν ιδιαίτερα επίκαιρο, καθώς η εισροή μεταναστών από την Καραϊβική είχε γνωρίσει έξαρση  κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950. Επιπλέον, την εποχή εκείνη μαίνονταν οι συγκρούσεις μεταξύ συμμοριών μέσα στην πόλη της Νέας Υόρκης. Ο Bernstein αναφέρει πως η ιδέα της ανάδειξης αντιπαραθέσεων μεταξύ συμμοριών ως θεμελιώδες στοιχείο της πλοκής, προήλθε από την ανάγνωση κεντρικών τίτλων μιας εφημερίδας της εποχής, όπου αναγραφόταν “Συγκρούσεις μεταξύ συμμοριών.”

Όταν γυρίστηκε το West Side Story βρισκόταν υπό ισχύ στις Η.Π.Α. ο κώδικας λογοκρισίας (1930-1968), ο οποίος όριζε τί ήταν θεμιτό και τί όχι στις κινηματογραφικές αναπαραστάσεις. Ανάμεσα στους γενικούς κανόνες του κώδικα συμπεριλαμβάνονταν η απαγόρευση της αναπαράστασης διαφυλετικών σχέσεων και γάμων, όπως επίσης και η απαγόρευση της αναπαράστασης ομοφυλοφιλικών σχέσεων. Επιπλέον, απαραίτητη θεωρούταν η επίδειξη σεβασμού προς την αμερικανική σημαία και κουλτούρα.¹º

Το West Side Story ανήκει στην κατηγορία του θεατρικού μιούζικαλ. Το είδος αυτό ακολουθεί την ιδέα του ευρωπαϊκού οπερατικού κανόνα περί ενότητας πλοκής, μουσικής και κίνησης, σε μια αρμονικά δομημένη ολότητα.¹¹ Το έργο έχει δεχτεί διάφορες προσαρμογές κατά καιρούς καθώς, πέραν από μιούζικαλ, έχει ανεβεί και υπό μορφή όπερας. Η ταινία αποτελεί μια ακόμη προσαρμογή του συγκεκριμένου έργου σε κινηματογραφικά δεδομένα. Παρόμοιες περιπτώσεις αποτελούν τα έργα The Sound of Music, My Fair Lady, Chicago κ.α..¹²

Η αφήγηση ακολουθεί γραμμική πορεία. Καθώς η ταινία αποτελεί προσαρμογή θεατρικού μιούζικαλ, παρατηρείται η ύπαρξη ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, όπως είναι ο διάλογος ή ο μονόλογος υπό μορφή τραγουδιού, η πάλη και το αθλητικό παιχνίδι υπό μορφή χορού κ.ο.κ.. Τα χαρακτηριστικά αυτά βρίσκονται σε συνεχή εναλλαγή με πιο συμβατικά γνωρίσματα της κινηματογραφικής αφήγησης.

Επιπλέον, ακολουθείται ένας αντικειμενικός τύπος αφήγησης, καθώς ο αφηγητής δεν φαίνεται να προσκολλάται σε κάποιον από τους χαρακτήρες. Επίσης, οι πληροφορίες για τους κεντρικούς χαρακτήρες προκύπτουν με έναν γραμμικό τρόπο, ανάλογα με την εξέλιξη της πλοκής.¹³

Παρατηρείται ακόμη η χρήση τραγουδιών ως προάγγελων των επερχόμενων εξελίξεων. Τέτοιου είδους παραδείγματα αποτελούν τα τραγούδια Something’s coming και Tonight Quintet & Chorus. Στην πρώτη περίπτωση προοικονομείται η γνωριμία του Tony και της Maria (“Κάτι θα συμβεί”), και στην δεύτερη περίπτωση ο θάνατος των δύο αρχηγών (“Απόψε δεν θα βγει αυγερινός”). Επίσης, κατά την διάρκεια του Tonight Quintet & Chorus παρατηρείται η μοναδική ταυτοχρονία του έργου, κατά την οποία εναλλάσσονται πλάνα των Tony, Maria, Anita, Jets και Sharks,  με σκοπό την κλιμάκωση της έντασης, η οποία θα έχει ως κατάληξη τον ταυτόχρονο θάνατο των δύο αρχηγών, Bernardo και Riff.

West Side Story -Tonight Quintet & Chorus (1961)

Oι Leonard Bernstein, Kiri Te Kanawa και José Carreras ηχογραφούν το Tonight Quintet &  Chorus το 1988 στη Νέα Υόρκη, δυο χρόνια πριν από το θάνατο του συνθέτη

Συχνή επίσης είναι η χρήση ψευδωνύμων, καθώς η πρακτική αυτή είναι συνήθης μεταξύ των συμμοριών. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα ψευδώνυμα είναι δηλωτικά των βασικών ιδιοτήτων των χαρακτήρων (ενδεικτικά : Action, Ice, Baby John, Big Deal, Snowboy). Γενικότερα, πρακτική της ονοματοδότησης συνδέεται με την πρόθεση ανάδειξης συγκεκριμένων νοημάτων στην εν λόγω ταινία.                       

Σε αυτό το πλαίσιο, παρουσιάζει ενδιαφέρον ο χαρακτήρας του αγοροκόριτσου Anybodys. Η Anybodys είναι ένας χαρακτήρας με αμφισεξουαλικά χαρακτηριστικά.¹⁴ Θα μπορούσε να ενδεχομένως να θεωρηθεί πως η ονοματοδότηση του χαρακτήρα παραπέμπει σε μια φροϋδικού τύπου θεώρηση,  σύμφωνα με την οποία κάθε υποκείμενο-σώμα (anybody) διαθέτει από την φύση του διπλή σεξουαλικότητα.¹⁵ Από την άλλη, θα μπορούσε επίσης να υποδηλώνει ότι ο καθένας και η καθεμία μπορεί δυνητικά να εμφανίσει τάσεις απόκλισης από τους συμβατικούς ρόλους με τους οποίους επενδύεται η πατριαρχική θεώρηση των φύλων.

Με ανάλογο τρόπο, η ονομασία του Baby John παραπέμπει στην μαλθακότητα και στην έλλειψη της παραδοσιακής αρρενωπότητας, η οποία αποτελεί τον κανόνα για τα υπόλοιπα μέλη των συμμοριών (συμμετοχή σε καβγάδες κ.ο.κ.).¹⁶ Tο όνομα της Maria υποδηλώνει αγνότητα και θρησκευτικότητα, κάτι το οποίο ενισχύεται από την λευκή ενδυμασία της, όπως επίσης και από τους στίχους του ομώνυμου τραγουδιού “Πες το αργά (το όνομα Maria) και ακούγεται σαν προσευχή.” Αναλόγως, η ονομασία του Doc, ιδιοκτήτη του τοπικού καφενείου, ενός προσώπου που επιχειρεί μάταια να λειτουργήσει μεσολαβητικά, συνδέει τον συγκεκριμένο χαρακτήρα με τις βασικές ιδιότητες ενός γιατρού, ο οποίος, μέσω της ορθολογικής επιστήμης, επιχειρεί την ίαση των ασθενειών. Εν προκειμένω, πρόκειται για την “κοινωνική ασθένεια” της ανήλικης εγκληματικότητας.

Γύρω από μια ανάλογη φιλοσοφία κινούνται οι ονομασίες των συμμοριών Jets και Sharks. Μέσω της ονομασίας των Αμερικανών Jets υποδηλώνεται συνεχής, δυναμική κίνηση και τεχνολογική εξέλιξη. Στην ίδια φιλοσοφία, η ονομασία των Πορτορικανών Sharks μπορεί να συνδεθεί με χαρακτηριστικά αγριότητας, πρωτογονισμού, κανιβαλισμού και βίας. Σύμφωνα με την Negron-Muntaner, ο διαχωρισμός των ονομασιών Jets / Sharks συγκροτεί περαιτέρω εννοιολογικές διχοτομήσεις όπως: τεχνολογία  / πρωτογονισμός, Δύση / μη-Δύση, λευκότητα / μη-λευκότητα.¹⁷

O ίδιος ο τίτλος του έργου (West Side Story) κινείται γύρω από έναν άξονα διπλής σημασιοδότησης. Αφενός, το επίθετο West αναφέρεται στην περιοχή του Δυτικού Μανχάταν, στην οποία εξελίσσεται η πλοκή. Αφετέρου, στο πλαίσιο μιας πιο διευρυμένης σημασιοδότησης, ενδέχεται να παραπέμπει στον δυτικό πολιτισμό γενικότερα, εφόσον ο τίτλος δεν περιλαμβάνει ξεκάθαρη αναγωγή της πλευράς (Side) σε κάποιο μέρος ή κάποια συγκεκριμένη περιοχή.

Sharks (αριστερά) και Jets (1961).

Ήδη αναφέρθηκε πως οι ηθοποιοί λατινοαμερικάνικης καταγωγής αντιμετωπίζονταν από την βιομηχανία του Hollywood κατά τρόπο που ενίσχυε περαιτέρω φυλετικές διακρίσεις (τυποποίηση ρόλων, μη συμπερίληψη σε διανομές κ.ο.κ.). Σε αυτό το πλαίσιο, η χρήση συγκεκριμένων τεχνασμάτων για την αναπαράσταση γηγενών Αμερικανών και Πορτορικανών μεταναστών είναι χαρακτηριστική. Το σκούρο χρώμα της επιδερμίδας του Bernardo είναι τεχνητό, καθώς ο Chakiris  είναι ελληνικής καταγωγής. Άλλωστε, ο ίδιος ηθοποιός εναλλασσόταν μεταξύ εκ διαμέτρου αντίθετων ρόλων, καθώς είχε αναλάβει την ερμηνεία του ρόλου του Riff, αρχηγού των Jets, στις παραστάσεις του West End. Επιπλέον, τα τεχνητά, υπέρξανθα μαλλιά των περισσότερων Jets λειτουργούν ενισχυτικά προς την παγίωση διχοτομιών σε ένα αρχικό, οπτικό, επίπεδο καθώς με την βοήθεια του μακιγιάζ γίνεται εφικτή μια επιτηδευμένη αναπαράσταση του εννοιολογικού διπόλου λευκότητας / μη-λευκότητας.                                                                                                                          

Η τεχνητή λατινοαμερικανική προφορά των George Chakiris και Natalie Wood λειτουργεί συμπληρωματικά προς μια μη ρεαλιστική αναπαράσταση των Πορτορικανών στην συγκεκριμένη ταινία.¹⁸ Επίσης, κατά την εξέλιξη της πλοκής δεν γίνεται χρήση της ισπανικής γλώσσας από τους Πορτορικανούς χαρακτήρες, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όπως ο σύντομος διάλογος της Maria με τον πατέρα της, η σκηνή στο γυμναστήριο, και η χρήση κάποιων εκφράσεων (“Buenas Noches”, “Por Favor”).

Η ταινία δέχτηκε εξαιρετικές κριτικές. H New York Herald Tribune εξήρε την ενότητα πλοκής και χορογραφίας και η New York Daily News το χαρακτήρισε ως ένα “εξαιρετικό και υπέρ-μοντέρνο μουσικό δράμα” το οποίο αποτελούσε σημαντική συμβολή στην εξέλιξη του αμερικανικού μουσικού θεάτρου. Επίσης, το Time Magazine επαίνεσε το έργο για την απόφαση να θίξει τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα της μετανάστευσης και της ανήλικης εγκληματικότητας, όπως επίσης και για την διάθεση να αναδειχτεί η δυναμική της νεολαίας.¹⁹

Ωστόσο, υπήρξαν και λιγότερο καλές κριτικές οι οποίες μιλούσαν για εξιδανικευμένη απόδοση της ανήλικης εγκληματικότητας, όπως επίσης και για στερεοτυπική αναπαράσταση των Πορτορικανών. Επιπλέον, το έργο δέχτηκε κακή κριτική σε ότι αφορά την μη συμπερίληψη Πορτορικανών ηθοποιών στη διανομή πέραν της Moreno και ορισμένων άλλων στους οποίους εναποτέθηκε η ερμηνεία δευτερευόντων ρόλων.²º Ακόμη, το τραγούδι America δέχτηκε επανειλημμένα κριτικές ως προς το ιδεολογικό του περιεχόμενο καθώς θεωρήθηκε ότι διχάζει πολιτικά και ιδεολογικά τους Πορτορικανούς ανάμεσα σε εθνικιστές και αφομοιωμένους από την αμερικανική κουλτούρα.²¹

B. Ο ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ Η ΧΡΟΝΙΚΗ – ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ

1)  Η “Κουζίνα του Διαβόλου”

Η πλοκή της ταινίας διαδραματίζεται στη Νέα Υόρκη, στην δυτική πλευρά του Μανχάταν – γνωστή και ως “ Κουζίνα του Διαβόλου” (“Hell’s Kitchen”). Πρόκειται για μια υποβαθμισμένη και κακόφημη περιοχή, ανάμεσα στην 34η και 57η οδό, που εκτείνεται από την 8η λεωφόρο μέχρι τον ποταμό Hudson. Η διαμόρφωση της περιοχής ξεκίνησε στα μέσα του 19ου αιώνα με την προσέλευση μεταναστών κυρίως από την Ιρλανδία. Μετά την λήξη του Αμερικανικού Εμφυλίου (1865), ο πληθυσμός αυξήθηκε δραματικά με αποτέλεσμα τη δημιουργία πραγματικού συνωστισμού. Οι εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες διαβίωσης και η φτώχεια είχαν ως αποτέλεσμα τη σύσταση πολλαπλών συμμοριών που ανταγωνίζονταν για τον έλεγχο της περιοχής. Από τις αρχές του 20ου αιώνα, η δυτική πλευρά του Μανχάταν είχε αποκτήσει την φήμη της “πιο επικίνδυνης περιοχής της Αμερικανικής Ηπείρου”. Η βία κλιμακώθηκε κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1920 με την επιβολή της ποτοαπαγόρευσης, καθώς οι αποθήκες της δυτικής πλευράς μετατράπηκαν σε κέντρα παράνομης διακίνησης αλκοόλ. Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1950, ένα μεγάλο κύμα Πορτορικανών μεταναστών εγκαταστάθηκε στην περιοχή. Η σύγκρουση με τους ντόπιους κατοίκους αποτελεί το κεντρικό θέμα της ταινίας. Η κακή φήμη της δυτικής πλευράς διατηρήθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα. Ωστόσο, κατά τις τελευταίες δεκαετίες η περιοχή ακολουθεί μια σταδιακή πορεία αναβάθμισης, καθώς, λόγω εγγύτητας με το κέντρο της πόλης και τα θέατρα του Broadway αποτελεί πλέον έναν αρκετά δημοφιλή τόπο διαβίωσης.²²

West Side Story – Hell’s Kitchen (1961)    

2) Η αμερικανική επικυριαρχία επί του Πουέρτο Ρίκο και η μετανάστευση στη Νέα Υόρκη

Κεντρικό διακύβευμα του έργου είναι το θέμα της μετανάστευσης των Πορτορικανών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και συγκεκριμένα, προς την πόλη της Νέας Υόρκης. Μετά το τέλος του ισπανο-αμερικανικού πολέμου (1898) έως και σήμερα, το Πουέρτο Ρίκο βρίσκεται υπό το καθεστώς αμερικανικής επικυριαρχίας.²³ Σύντομα συγκροτήθηκε ο αποικιοκρατικός λόγος, σύμφωνα με τον οποίο ο Πορτορικανικός λαός, στερούνταν ικανοτήτων αυτοδιαχείρισης και αυτοκυβέρνησης. Στο αμερικανικό φαντασιακό, οι Πορτορικανοί αντιμετωπίζονταν ως οι πολιτισμικά κατώτεροι “άλλοι”. Κατά συνέπεια, από πολύ νωρίς διαμορφώθηκε ένα δόγμα εξαμερικανισμού του Πουέρτο Ρίκο, σύμφωνα με το οποίο, μέσω του νέου αποικιακού καθεστώτος, θα επιτυγχάνονταν οικονομική ευμάρεια και “ανοδική” πολιτισμική πορεία.²⁴

Το 1917 οι κάτοικοι του νησιού έλαβαν την αμερικανική υπηκοότητα και κατ επέκταση, τη δυνατότητα ελεύθερης μετεγκατάστασης στις Η.Π.Α..²⁵ Κατά τη δεκαετία του 1920, ένας μικρός, σχετικά, αριθμός έκανε χρήση του παραπάνω δικαιώματος. Το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα μετακινήθηκε προς την ενδοχώρα έπειτα από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η κορύφωση του φαινομένου σημειώθηκε κατά την δεκαετία του 1950.²⁶ Οι μετανάστες εγκαταστάθηκαν στα μεγάλα αστικά κέντρα  προσβλέποντας σε καλύτερες συνθήκες διαβίωσης.²⁷ Η πρακτική της μετανάστευσης αντιμετωπίζονταν ως μέσο επίλυσης των σοβαρών προβλημάτων, τα οποία μάστιζαν το νησί του Πουέρτο Ρίκο. Τα σημαντικότερα από αυτά ήταν ο υπερπληθυσμός, η περιορισμένη αγορά εργασίας, οι ανεπαρκείς επαγγελματικές ευκαιρίες και οι μεγάλες ανισότητες ως προς την διανομή του πλούτου.²⁸

Η φορά του μεταναστευτικού ρεύματος.
Ομάδα Πορτορικανών μεταναστών αποβιβάζεται το 1947 στο αεροδρόμιο Newark της Νέας Υόρκης.

Οι Πορτορικανοί ευελπιστούσαν στην είσοδό τους στην αγορά εργασίας ως ανειδίκευτοι ή ημι-ειδικευμένοι εργάτες, καθώς οι περισσότεροι προέρχονταν από χαμηλά κοινωνικά στρώματα. Η πλειοψηφία των μεταναστών κατά την πενταετία 1955-1960 εγκαταστάθηκε στην Νέα Υόρκη. Η ιδιαίτερη προτίμηση των Πορτορικανών προς τη συγκεκριμένη πόλη σχετίζεται με το γεγονός ότι υπήρχε  μεγάλη προσφορά τέτοιου είδους θέσεων εργασίας.

Επιιλέον, τα φτηνά αεροπορικά εισιτήρια με προορισμό τη Νέα Υόρκη, διευκόλυναν ιδιαίτερα την εκροή προς τη μεγαλούπολη.²⁹ Χαρακτηριστικά, το 1953, μέσα σε ένα μόνο έτος, προσήλθαν 75.000  μετανάστες, ενώ το 1964 η πορτορικανική κοινότητα της μητρόπολης ισοδυναμούσε με το 9,3% του συνολικού πληθυσμού της.³º Οι μετανάστες εγκαταστάθηκαν στα ήδη διαμορφωμένα γκέτο των έγχρωμων της πόλης (Χάρλεμ, Μπρονξ, Μπρούκλιν, ανατολική πλευρά του Μανχάταν).³¹ Ο μεγαλύτερος αριθμός εγκαταστάθηκε στο Ανατολικό Χάρλεμ, διαφορετικά γνωστό και ως “Ισπανικό Χάρλεμ” εξ αιτίας της εισροής αυτής. Στο πλαίσιο της προσπάθειας να εδραιώσουν και να αναπτύξουν τις νεοσύστατες κοινότητες, οι Πορτορικανοί άνοιξαν μικρές επιχειρήσεις. Επιπλέον,  ιδιαίτερη άνθιση γνώρισε η μουσική του Πουέρτο Ρίκο από καλλιτέχνες όπως οι Rafael Hernandez και Pedro Flore, οι οποίοι διαμόρφωσαν το δημοφιλές “Trio boricano”. Ωστόσο, υπήρχαν και περιπτώσεις παραβατικών συμπεριφορών.³² Ενδεικτική είναι η περίπτωση του δεκαεξάχρονου συμμορίτη Salvador Argon, ο οποίος διέπραξε διπλή δολοφονία στο πλαίσιο ενός καβγά μεταξύ συμμοριών στην περιοχή του Δυτικού Μανχάταν το 1959. Στα αμερικανικά δικαστικά χρονικά, έχει καταχωριστεί ως το νεότερο σε ηλικία άτομο, στο οποίο επιβλήθηκε θανατική καταδίκη.³³ Η ποινή μετατράπηκε αργότερα σε ισόβια κάθειρξη. Το 1998 ανέβηκε στο Broadway ένα μιούζικαλ των Paul Simon και Derek Walcott με τίτλο The Capeman, εμπνευσμένο από τη ζωή και την παραβατική δραστηριότητα του Salvador Argon.

O ρατσισμός σε βάρος των Πορτορικανών μεταναστών ήταν έντονος και η απαγόρευση εισόδου σε δημόσιους χώρους συχνή. Χαρακτηριστική είναι η σχετική επιγραφή στις εισόδους ορισμένων χώρων εστίασης όπου αναγραφόταν ότι “Δεν επιτρέπονται σκύλοι και Πορτορικανοί”. Κατά την δεκαετία του 1950, με την ίδρυση του Εθνικού Κόμματος του Πουέρτο Ρίκο και την απόπειρα δολοφονίας του προέδρου των Η.Π.Α. Harry Truman από Πορτορικανούς εθνικιστές (Νοέμβριος 1950), οξύνθηκαν ακόμη περισσότερο ο ρατσισμός και οι διακρίσεις.³⁴

Anthony Krzesinski, ένα από τα θύματα του διπλού φονικού του 1959, με δράστη τον Salvador Argon. Ο παραλληλισμός  με το West Side Story (η πορτορικανική καταγωγή του θύτη, η αντίστοιχη πολωνική και το όνομα του θύματος) είναι αναπόφευκτος.

3) Πορτορικανοί μετανάστες και εθνική ταυτότητα

Σύμφωνα με τον Duany, στις αρχές του 20ου αιώνα ξεκίνησε η συγκρότηση ενός έντονου εθνικιστικού λόγου με κυρίαρχα χαρακτηριστικά την ισπανοφιλία και την αναγωγή της πορτορικανικής κουλτούρας σε ισπανικές ρίζες, τον αντιαμερικανισμό, τον ανδροκεντρισμό και την πατριαρχία, την ξενοφοβία, την ομοφοβία και τον ρατσισμό απέναντι στους έγχρωμους. Ως εκ τούτου, οι εθνικιστές εξήραν κομβικές πτυχές της ισπανικής κληρονομιάς, όπως η ισπανική γλώσσα και ο καθολικισμός. Τα χαρακτηριστικά αυτά θεωρούνται καθοριστικά για την διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας των Πορτορικανών.³⁵

Ωστόσο, φαίνεται πως οι μετανάστες ή αλλιώς “Νεο-ρικανοί” έχουν διαμορφώσει μια υβριδική ταυτότητα, καθώς στην πλειοψηφία τους υιοθετούν διπλή γλώσσα και κουλτούρα. Οι μετανάστες, ιδιαίτερα από την δεύτερη γενιά κι έπειτα, μιλούν τόσο την αγγλική, όσο και την ισπανική γλώσσα, έχοντας δημιουργήσει ένα ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα, τα ισπανο-αγγλικά (spanglish). Επιπλέον,  από νωρίς συνδύαζαν τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά της κουλτούρας τους με εκέινα της αμερικανικής. Η ιδιαιτερότητα της εθνικής ταυτότητας των Νεο-ρικανών φαίνεται πως προέκυψε εξαιτίας των συνεχών μετακινήσεων προς τις Η.Π.Α. ήδη από την δεκαετία του 1960, αν όχι και νωρίτερα. Οι μετακινήσεις αυτές πραγματοποιούνταν με αρκετή ευκολία λόγω της έλλειψης γραφειοκρατικών διαδικασιών. Οι Πορτορικανοί διέθεταν αμερικανική υπηκοότητα και επομένως η έκδοση βίζας ή ανάλογων εγγράφων δεν ήταν απαραίτητη. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι οι Πορτορικανοί περιγράφονται ως ένα “έθνος υπό κίνηση”. Έτσι, τα όρια της εθνικής και πολιτισμικής ταυτότητας των Νέο-Ρικανών είναι δυσδιάκριτα, καθώς συγκροτούνται με βάση ένα συνονθύλευμα επιρροών από δυο διαφορετικές κουλτούρες.³⁶

4) Ρατσισμός, Επιμειξία, Ενδογαμία

Οι έννοιες του ρατσισμού, της επιμειξίας και της ενδογαμίας αποτελούν θεμελιώδη διακυβεύματα, τα οποία τίθενται υπό πραγμάτευση στο West Side Story. Πέραν του ρατσισμού, τον οποίο υφίσταντο οι Νεο-ρικανοί από τους γηγενείς Αμερικανούς, υπήρχε ιδιαίτερα έντονος ρατσισμός μεταξύ των ίδιων των Πορτορικανών ανάμεσα σε λευκούς και εγχρώμους. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στο νησί του Πουέρτο Ρίκο υφίσταντο ταξινομήσεις με γνώμονα τις διάφορες διαβαθμίσεις των χρωμάτων της επιδερμίδας.³⁷

Σε ό,τι αφορά την ενδογαμία, φαίνεται πως δεν αποτελεί ιδιαίτερα διαδεδομένη πρακτική ανάμεσα στους Πορτορικανούς. Αντιθέτως, οι διαφυλετικοί γάμοι είναι αρκετά διαδεδομένοι, κυρίως ανάμεσα σε ανθρώπους, οι οποίοι προέρχονται από χαμηλά κοινωνικά στρώματα. Σύμφωνα με την Gordon, η πρακτική της επιμειξίας αποτελεί ένα είδος παράδοσης, αφού πάνω από το 85% του πληθυσμού του Πουέρτο Ρίκο είναι, στην ουσία, ένα “μείγμα” φυλών.³⁸ Επιπλέον, ο διαφυλετικός γάμος εθεωρείτο ως μέσο για το προοδευτικό άνοιγμα του χρώματος του δέρματος λόγω του έντονου ρατσισμού έναντι των Πορτορικανών με σκουρόχρωμη επιδερμίδα. Η λευκή επιδερμίδα αποτελούσε ένα ιδανικό για τους κατοίκους του Πουέρτο Ρίκο, καθώς ταυτιζόταν με κοινωνική καταξίωση.³⁹

5) Παραδοσιακή πορτορικανική μουσική και προσμίξεις

Η μουσική επένδυση του έργου από τον Leonard Bernstein διακρίνεται από έναν συνδυασμό λατινοαμερικανικών ρυθμών και στοιχείων εμπνευσμένων από την jazz. Το είδος latin-jazz διαμορφώθηκε κατά τις δεκαετίες 1930-1950 στην Νέα Υόρκη. Την εποχή εκείνη η jazz αποτελούσε μια ιδιαίτερα δημοφιλή μουσική μορφή στις Η.Π.Α. καθώς η παρουσία Κουβανών και Πορτορικανών μουσικών στην μητρόπολη ευνοούσε τέτοιου είδους πειραματισμούς.⁴º Οι δυο βασικές μουσικές φόρμες, που αναδεικνύονται ανάγλυφα στην μουσική επένδυση της ταινίας, είναι το mambo και το chacha. Οι φόρμες αυτές, θεωρούνται ως μετεξέλιξη των παραδοσιακών κουβανέζικων και πορτορικανικών son και danzón.⁴¹ Τα mambo και chacha αποτελούν μουσικές φόρμες, οι οποίες αναπτύχθηκαν μέσω προσμίξεων στη Νέα Υόρκη κυρίως από Λατινοαμερικανούς μουσικούς (Waxer, 1994). Παρά το γεγονός ότι η αυθεντικότητα του “λατινοαμερικανικού ήχου” συχνά τέθηκε υπό αμφισβήτηση, σταδιακά οι φόρμες αυτές έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς και ανάμεσα στους Λατινοαμερικανούς.⁴²

West Side Story – At the Gym (1961)

6) Πολωνοί μετανάστες στις Η.Π.Α.

Οι πρώτοι Πολωνοί μετανάστες κατέφθασαν στις Η.Π.Α. το 1608. Σε γενικές γραμμές, δεν αντιμετώπιζαν τις Η.Π.Α. ως  τόπο μόνιμης διαμονής. Αντιθέτως, στην πλειοψηφία τους επιθυμούσαν να αποκτήσουν μια πιο εύρωστη οικονομική κατάσταση με απώτερο σκοπό να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να κατακτήσουν μια υψηλότερη κοινωνική θέση. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αρκετοί Πολωνοί επέλεξαν το δρόμο της επιστροφής, ενώ ένας μεγάλος αριθμός αποφάσισε να παραμείνει μόνιμα στις Η.Π.Α..⁴³

Όπως οι περισσότεροι μετανάστες, οι Πολωνοί, στράφηκαν προς τα μεγάλα αστικά κέντρα. Οι κυριότερες πόλεις, στις οποίες αναπτύχθηκαν πολωνικές κοινότητες, είναι το Σικάγο, η Νέα Υόρκη, η Βοστόνη, το Σαν Φρανσίσκο κ.α.. Στην πόλη της Νέας Υόρκης, η πολυπληθέστερη πολωνική κοινότητα διαμορφώθηκε στη συνοικία του Μπρούκλιν.⁴⁴

Η εθνική ταυτότητα των Πολωνών μεταναστών συγκροτείται κυρίως βάσει της πίστης στην Ρωμαιοκαθολική εκκλησία. Σύμφωνα με τον Green, οι Πολωνοί διαμόρφωσαν την εθνική τους ταυτότητα μέσω της θρησκευτικής τους προσαρμογής στη χώρα υποδοχής. Η Ρωμαιοκαθολική πίστη λειτούργησε ως ο κυριότερος πολιτισμικός δεσμός των μεταναστών με το παρελθόν.⁴⁵ Πέραν τούτου, μέχρι και σήμερα οι Πολωνοί διατηρούν την πολιτισμική τους ταυτότητα μέσω συστηματικών συνεστιάσεων με παραδοσιακή μουσική, φαγητό και χορούς.⁴⁶

Εδώ πρέπει να σημειωθεί πως η καταγωγή ενός εκ των πρωταγωνιστών (Tony) είναι πολωνική και οι Sharks τον αποκαλούν Polack”. Ο όρος αυτός έχει ρατσιστικές συνδηλώσεις, καθώς χρησιμοποιείται με προσβλητική και υβριστική διάθεση έναντι ατόμων πολωνικής καταγωγής.⁴⁷

Γ. ΘΕΜΑΤΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

1) Επιμειξία και ενδογαμία

Στο έργο τίθεται το ζήτημα της επιμειξίας μεταξύ Αμερικανών και Πορτορικανών, όπως επίσης και το θέμα της ενδογαμίας μέσα στους κύκλους των μεταναστών. Ο κεντρικός άξονας της πλοκής περιστρέφεται γύρω από την δυνατότητα σύζευξης των δύο κεντρικών χαρακτήρων, οι οποίοι είναι διαφορετικής φυλετικής προέλευσης. Ο Tony είναι Aμερικανός πολωνικής καταγωγής και η Maria είναι Πορτορικανή μετανάστρια πρώτης γενιάς, καθώς, όπως η ίδια αναφέρει, βρίσκεται μόλις ένα μήνα στις Η.Π.Α.

Κατά την διάρκεια της πλοκής εκφράζονται απόπειρες διαφυλετικής συμφιλίωσης. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή του γυμναστηρίου όπου ο εκφωνητής παροτρύνει, εις μάτην, τις δυο πλευρές να συμφιλιωθούν μέσω του χορού. Επίσης, ο χαρακτήρας του Doc επιχειρεί διαρκείς απόπειρες συμφιλίωσης μεταξύ των δυο ομάδων. Επιπλέον, στους στίχους του τραγουδιού A boy like that / I Have a love, στο οποίο έρχονται σε αντιπαράθεση η Maria και η Anita, διαφαίνεται η άποψη ότι ο έρωτας είναι σε θέση να υπερνικήσει τόσο ηθικούς, όσο και φυλετικούς φραγμούς.

Στο ίδιο τραγούδι γίνεται αντιληπτή η ενδογαμική διάθεση των Πορτορικανών, καθώς η Anita παρακινεί την Maria να “παραμείνει στο είδος της” (“Stick to your own kind”). Παρόμοια άποψη εκφράζει ο Bernardo στην σκηνή του χορού, όπου χωρίζει απότομα την Maria από τον Tony, φωνάζοντας ότι δεν είναι “δικός” τους. Τόσο ο χαρακτήρας του Bernardo όσο και εκείνος της Anita αναπαρίστανται ως προκατειλημμένοι έναντι των Αμερικανών. Συχνά εκφράζουν την άποψη πως οι Αμερικανοί επιζητούν μονάχα την σεξουαλική εκμετάλλευση ενός κοριτσιού πορτορικανικής καταγωγής.

2) Ανήλικη εγκληματικότητα

Το θέμα της ανήλικης παραβατικής συμπεριφοράς είναι κεντρικής σημασίας στο West Side Story, καθώς οι Jets και Sharks αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα συγκρουσιακά προσανατολισμένων υποκουλτούρων.⁴⁸ Πρόκειται για ομάδες, οι οποίες είναι συνδεδεμένες με συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές δράσης και μέσω αυτών συγκροτούν την εδαφική τους ταυτότητα. Με τον όρο εδαφική ταυτότητα ή “αίσθηση εδαφικότητας”, εννοείται η εδαφική κατοχή, η άμυνα καθώς και η ιδεολογικοποίηση της περιοχής από τις υποκουλτούρες που κατοικούν εκεί. Η εδαφική ταυτότητα θεωρείται ως μια εκ των κυρίαρχων αιτιών της μη-κινητικότητας των ομάδων, καθώς συνήθως έχει ως αποτέλεσμα την γκετοποίησή τους και τη δημιουργία συνεκτικών ταυτοτήτων.⁴⁹

Συμμορίες ανηλίκων στους δρόμους της Νέας Υόρκης το 1955.

Οι Jets και Sharks βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση για τη διεκδίκηση της δυτικής περιοχής, ενώ υπάρχουν και “ουδέτεροι” χώροι μέσα στην περιοχή αυτή, όπως το γυμναστήριο. Η συμμετοχή σε αυτές τις συμμορίες λειτουργεί καθοριστικά για την διαμόρφωση ταυτότητας, καθώς σφυρηλατούνται διαχρονικοί οικογενειακοί δεσμοί, όπως αναφέρεται στο τραγούδι των Jets (Jet Song). Επίσης, φαίνεται πως οι συμμορίες διεξάγουν τις συγκρούσεις τους σύμφωνα με προκαθορισμένους όρους, οι οποίοι προκύπτουν κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας μεταξύ των αντιμαχομένων πλευρών (Fair Fight).

Στο τραγούδι “Gee, Officer Krupkeγίνεται λόγος σχετικά με τα αίτια της ανήλικης παραβατικής συμπεριφοράς. Επρόκειτο για ένα κοινωνικό φαινόμενο, το οποίο βρισκόταν σε έξαρση γενικότερα, αλλά και ειδικότερα στην περιοχή του Δυτικού Μανχάταν.  Μέσα από τους στίχους του τραγουδιού διαφαίνεται η άποψη ότι η εμφάνιση της ανήλικης εγκληματικότητας τροφοδοτείται από έναν συνδυασμό παραγόντων. Πρόκειται για ένα φαινόμενο, το οποίο ανάγεται σε προβληματικά οικογενειακά περιβάλλοντα, όπως επίσης και στην αναποτελεσματικότητα των κοινωνικών φορέων και των μέσων καταστολής. Δεν είναι τυχαίο ότι η αναπαράσταση της αστυνομίας στην ταινία γίνεται με πολύ αρνητικούς όρους. Εν κατακλείδι, η ανήλικη εγκληματικότητα εξισώνεται με κοινωνική αρρώστια (“Είμαστε κοινωνικά ασθενείς”).

West Side Story – Gee Officer Krupke!(1961)

3) Μετανάστευση και αμερικανικό όνειρο

Το τραγούδι America πραγματεύεται τα ζητήματα της μετανάστευσης και του αμερικανικού ονείρου. Στο εν λόγω τραγούδι, οι Πορτορικανοί λογομαχούν μεταξύ τους σχετικά με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της μετανάστευσης προς τις Η.Π.Α.. Το συγκεκριμένο τραγούδι υπήρξε αντικείμενο αρνητικών σχολίων ως προς το ιδεολογικό του υπόβαθρο, καθώς θεωρήθηκε ότι διακρίνει τους Πορτορικανούς ανάμεσα σε εθνικιστές και αφομοιωμένους από την αμερικανική κουλτούρα.

Κατά την διάρκεια του τραγουδιού, οι γυναικείοι χαρακτήρες με επικεφαλής την Anita φαίνεται να εξαίρουν τα υλικά πλεονεκτήματα του αμερικανικού ονείρου (ακριβά αυτοκίνητα, τηλεόραση, τηλέφωνο, air conditioning κλπ.). Αντίθετα, οι άντρες καταφέρονται ενάντια στην ψευδαίσθηση του αμερικανικού ονείρου και αναδεικνύουν τις πραγματικές συνθήκες, μέσα στις οποίες αγωνίζονται να επιβιώσουν. Συγκεκριμένα, αναφέρονται στον ρατσισμό, στην φτώχεια, στο οργανωμένο έγκλημα και στην επίφαση ελευθερίας και ισότητας.

Ο χαρακτήρας της Anita συγκροτείται μέσα από πολλαπλές αντιθέσεις. Αφενός φαίνεται να εκφράζει ορισμένα χαρακτηριστικά του εθνικιστικού λόγου των Πορτορικανών, αφετέρου, εξαίρει την χειραφέτηση του γυναικείου φύλου στη νέα χώρα, ενώ φαίνεται να χλευάζει την μετανάστευση ως νοοτροπία. Χαρακτηριστική είναι η φράση, την οποία απευθύνει υποτιμητικά στον Bernardo :“Once an immigrant, always an immigrant. Επιπλέον, σε μεταγενέστερο σημείο της ταινίας, τον αποκαλεί, εκ νέου με υποτιμητική διάθεση, immigrantκαι τον επικρίνει για την άρνησή του να ενσωματωθεί στην καινούργια κουλτούρα. Με ανάλογη διάθεση, του απευθύνει σε προγενέστερο σημείο της ταινίας τον λόγο λέγοντας “Δεν ξέρω τι είναι χειρότερο, το μυαλό σου ή η προφορά σου”. Σε γενικές γραμμές, φαίνεται να επικροτεί τη δυναμική του αμερικανικού ονείρου.

Μέσω του χαρακτήρα της Anita διαφαίνεται μια υποτιμητική στάση απέναντι στην παραδοσιακή κουλτούρα και την εθνική ταυτότητα των Πορτορικανών. Ταυτόχρονα, υιοθετείται μια εξιδανικευμένη εικόνα του αμερικανικού ονείρου. Ως εκ τούτου, μπορεί να θεωρηθεί πως μέσω του χαρακτήρα αυτού συγκροτείται το παρακάτω εννοιολογικό δίπολο:

μετανάστευση-αφομοίωση από την κυρίαρχη κουλτούρα-ευημερία

/

μετανάστευση-διατήρηση της εθνικής ταυτότητας-δυσπραγία

West Side Story – America (1961)


4) Ρατσισμός

 Στην ταινία γίνεται λόγος για τον ρατσισμό έναντι των μεταναστών, όπως επίσης και για τον ρατσισμό έναντι των παραβατικών ανηλίκων. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η προκατάληψη των μέσων καταστολής, έτσι όπως αποδίδεται, φαίνεται πως διαδραματίζει κομβικό ρόλο για την κλιμάκωση του φαινομένου.

Καθαρές αναφορές πάνω στο θέμα αυτό γίνονται στα τραγούδια Gee, Officer Krupke και America. Το ίδιο ισχύει στην σκηνή, όπου η Anita προσφεύγει στους Jets για βοήθεια. Όταν εισέρχεται στο καφενείο, αντιμετωπίζει συμπεριφορές εξευτελισμού και  ρήσεις του τύπου: “She is too dark to pass”. Στο σημείο αυτό μπορεί να γίνει άμεση σύνδεση με την απαγόρευση εισόδου, την οποία αντιμετώπιζαν οι Πορτορικανοί σε ορισμένους δημόσιους χώρους.  Ανάλογους συνειρμούς προκαλεί η σκηνή, στην οποία ο αστυφύλακας διώχνει τους Sharks από το καφενείο.

Νεαροί μετανάστες στους δρόμους του Δυτικού Μανχάταν στη διάρκεια της δεκαετίας του 1960.

Ωστόσο, ο ρατσισμός απέναντι στους μετανάστες δεν αναπαρίσταται μονόπλευρα. Οι Πορτορικανοί  υιοθετούν, από τη δική τους πλευρά, αντιαμερικανικές αντιλήψεις και συμπεριφορές. Ενδεικτικός είναι  ο, καθ όλα υποτιμητικός, χαρακτηρισμός του Tony από τους Sharks ως “Polack. Αυτές ακριβώς οι αντιαμερικανικές διαθέσεις παραπέμπουν ευθέως στον εθνικιστικό λόγο των Πορτορικανών.

5) Πατριαρχία

Η έννοια της πατριαρχίας συνδέεται κυρίως με την σκιαγράφηση των Πορτορικανών. Μέσω της σύνδεσης αυτής, για μια ακόμη φορά γίνεται παραπομπή στον εθνικιστικό  λόγο, όπως στην περίπτωση των εννοιών της ενδογαμίας και του ρατσισμού. Παρά το γεγονός ότι δεν γίνεται αναπαράσταση της οικογένειας, η έννοια της πατριαρχίας υποβόσκει στις σχέσεις μεταξύ αδελφών αντιθέτου φύλου, καθώς επίσης και  στις ετεροφυλοφιλικές σχέσεις.

Σε ό,τι αφορά  την πρώτη περίπτωση, χαρακτηριστική είναι η υπερπροστατευτικότητα του μεγάλου αδελφού Bernardo απέναντι στην Maria, καθώς δεν της επιτρέπει να ντύνεται προκλητικά, ενώ διεκδικεί λόγο σε οτιδήποτε σχετίζεται με τη συναισθηματική ζωή της αδελφής του. Ο Bernardo  εκφέρει την άποψη πως οι γυναίκες αποκτούν ουσιαστικό λόγο μετά την ένταξή τους σε κατάσταση γάμου και οικογένειας. Την θέση αυτή ενισχύει η τοποθέτηση των γυναικείων χαρακτήρων σε σχετικό χώρο εργασίας, δηλαδή, σε μαγαζί νυφικών.

Ο υποδεέστερος ρόλος του γυναικείου φύλου διαφαίνεται και στην πρόσληψη της ερωτικής σχέσης εκ μέρους της Maria, καθώς στο τραγούδι A boy like that / I Have a love φαίνεται να θεωρεί τον εαυτό της ως κτήμα του άντρα, με τον οποίο προτίθεται να συνάψει σχέση (“Τον αγαπάω, είμαι δική του.”). Επιπλέον, σύμφωνα με την Negron-Muntaner, στο τραγούδι I Feel Pretty  η Maria  φαίνεται να αποκτά συνείδηση του εαυτού της ως υποκειμένου μέσα από την προσοχή ενός λευκού, Αμερικανού άντρα (“Αισθάνομαι όμορφη, χαρούμενη, έξυπνη(….) γιατί με αγαπάει ένα υπέροχο αγόρι”).⁵º

Δ. ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ

Θεμελιώδης, στο σημείο αυτό, είναι η έννοια της ιδεολογίας, όπως αναδεικνύεται μέσα από την διερεύνηση θεματικών που αποτελούν εξουσιαστικά διακυβεύματα. Το ενδιαφέρον εδώ στρέφεται προς την αναζήτηση θεματικών, γύρω από τις οποίες “παίζεται κάποιο παιχνίδι ανταγωνισμού με στόχο την άσκηση εξουσίας (προς πάσα κατεύθυνση) ή την αντίσταση σε αυτήν”.⁵¹

Η αναπαράσταση των Πορτορικανών συγκροτεί ορισμένα χαρακτηριστικά του εθνικιστικού λόγου καθώς αποδίδονται ως ενδογαμικοί και φοβούμενοι τις διαφυλετικές προσμίξεις. Στο σημείο αυτό παρατηρείται μια ασυνέχεια σε σχέση με την ισχύουσα πραγματικότητα, καθώς όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι διαφυλετικοί γάμοι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της πορτορικανικής κουλτούρας. Επιπλέον, η διαφυλετική ένωση ήταν ιδιαίτερα επιθυμητή  στους κύκλους των Πορτορικανών, ιδίως όταν επρόκειτο να αποδώσει απόγονους με λευκότερη επιδερμίδα.

Όπως σημειώνει η Negron-Muntaner, παρά το γεγονός ότι η Maria και ο Tony είναι πρόθυμοι να παντρευτούν, ο θάνατος του τελευταίου εμποδίζει τη σύζευξη από το να γίνει πραγματικότητα. Κατ αυτόν τον τρόπο, δίνεται στο κοινό η ευκαιρία να “απολαύσει” το διαφυλετικό ειδύλλιο, χωρίς το τελευταίο να έχει επίφοβη κατάληξη, δηλαδή, γάμο και τη συνακόλουθη δημιουργία απογόνων. Γύρω από την ίδια λογική κινείται η μη επιλογή Πορτορικανών ηθοποιών, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τις παρεμβάσεις του μακιγιάζ σε ό,τι αφορά το χρώμα της επιδερμίδας και των μαλλιών.⁵² Επομένως,  το έργο συμμορφώνεται με τις οδηγίες του κώδικα λογοκρισίας, σύμφωνα με τις οποίες απαγορεύονταν αναπαραστάσεις διαφυλετικών γάμων.

Ο μύθος του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας μεταφερμένος στις φτωχογειτονιές της Νέας Υόρκης. Η σκηνή του μπαλκονιού με τους Richard Beymer (Tony) και Natalie Wood (Maria) στην κινηματογραφική εκδοχή του 1961.

Με την πλασματική εναπόθεση διαφυλετικών ανησυχιών στους Πορτορικανούς χαρακτήρες, δημιουργείται μια ιδεολογική συνέχεια, σύμφωνα με την οποία οι Aμερικανοί, ως λαός, είναι δεκτικοί απέναντι σε τέτοιου είδους πρακτικές. Η παραπάνω θέση προκύπτει από την στάση του Tony, αλλά και των περισσοτέρων Αμερικανών, οι οποίοι δεν δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα στην εθνικότητα της Maria. Επομένως, συγκροτείται ιδεολογικά η θέση ότι η πρακτική του διαφυλετικού γάμου αποτελεί προκατάληψη των Πορτορικανών ενώ, αντίθετα, οι Αμερικανοί δείχνουν κατανόηση έναντι του συγκεκριμένου, αυτού, ζητήματος. Στην πραγματικότητα, ισχύει το ακριβώς αντίθετο.

Σχετικά με την αναπαράσταση της εθνικής ταυτότητας των Πορτορικανών, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως παρατηρούνται συνέχειες σε ό,τι αφορά ορισμένα χαρακτηριστικά του εθνικιστικού λόγου. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται μια επιπλέον συνέχεια, η οποία σχετίζεται με την πίστη στην καθολική εκκλησία. Πέραν, τούτων παρατηρούνται ασυνέχειες σε ό,τι αφορά τα χαρακτηριστικά της ισπανικής γλώσσας και της γενικότερης πολιτισμικής ταυτότητας των Νεο-ρικανών.

Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός οτι δεν ακούγονται ισπανικά πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Άπαντες χειρίζονται με χαρακτηριστική ευχέρεια και άνεση την αμερικανική γλώσσα, παρά το γεγονός ότι ορισμένοι, όπως η Maria, βρίσκονται μόλις ένα μήνα στις Η.Π.Α.. Η ισπανική προφορά των Bernardo και Maria είναι ανεπαίσθητη, ενώ έχει επικριθεί ως τεχνητή. Επιπλέον, είναι ουσιώδης η παρατήρηση που έγινε σχετικά με την σύσταση του βασικού εννοιολογικού δίπολου μέσα από την προσωπικότητα της Anita (μετανάστευση-αφομοίωση από την κυρίαρχη κουλτούρα-ευημερία / μετανάστευση-διατήρηση της εθνικής ταυτότητας-δυσπραγία). Η εναπόθεση της εξιδανικευμένης πρόσληψης της αμερικανικής κουλτούρας και του αμερικανικού ονείρου στον μοναδικό χαρακτήρα που ενσαρκώνεται από ηθοποιό πορτορικανικής καταγωγής, λειτουργεί ως μοχλός για την ισχυροποίηση της ιδεολογικής συνέχειας, η οποία σφυρηλατείται στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η συγκρότηση της εθνικής και πολιτισμικής ταυτότητας των Νεο-ρικανών χαρακτηρίζεται από μια συνθετότητα, καθώς διαμορφώθηκε μέσα από ένα συνονθύλευμα επιρροών, προερχομένων τόσο από την πορτορικανική, όσο και από την αμερικανική κουλτούρα. Αντίθετα, μέσα από τον μοναδικό “αυθεντικό” πορτορικανό χαρακτήρα της Αnita, συγκροτείται μια διάθεση αποκήρυξης κάθε ίχνους της πορτορικανικής κουλτούρας και συγχρόνως, εξιδανίκευσης του αμερικανικού ονείρου.

Μια ουσιώδης ανακολουθία μπορεί επίσης να παρατηρηθεί στην σκηνή όπου η Anita αναζητά τον Tony στο καφενείο του Doc. Με την είσοδό της στο καφενείο έρχεται αντιμέτωπη με την ρατσιστική συμπεριφορά των Jets. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για μια βίαιη σκηνή, η μουσική υπόκρουση χρησιμοποιεί θέματα από τα δυο πιο χαρούμενα και χορευτικά κομμάτια του έργου (Mambo, America).

West Side Story – Αnita Taunting Scene(1961)

Σε ό,τι αφορά τον τρόπο απόδοσης των Πολωνών μεταναστών, επίσης παρατηρούνται ανακολουθίες σε σχέση με την ιστορική πραγματικότητα. Η εθνική και πολιτισμική ταυτότητα των Πολωνών μεταναστών διατηρείται μέχρι σήμερα με κυρίαρχο χαρακτηριστικό συγκρότησης την ισχυρή θρησκευτική ταυτότητα.

Η αναπαράσταση του Tony δεν συνάδει με κανένα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Σε ολόκληρο το έργο γίνεται μια μόνο αναφορά στην σχέση του με την θρησκεία, μέσα από την οποία πληροφορούμαστε πως εκκλησιάζεται. Ωστόσο, δεν τον βλέπουμε ποτέ σε κατάσταση προσευχής, όπως βλέπουμε π.χ. την Maria. Σε γενικές γραμμές, πρόκειται για ένα αγόρι, το οποίο, παρά την κεντροευρωπαϊκή καταγωγή του, φαίνεται να έχει ενσωματωθεί στην αμερικανική κουλτούρα. Χαρακτηριστική, άλλωστε, είναι η ευρεία κατανάλωση coca-cola από τον ίδιο, καθώς το συγκεκριμένο, αυτό, προϊόν συνδέεται σε συμβολικό επίπεδο με την κουλτούρα των Η.Π.Α.. Σε ανάλογη φιλοσοφία κινείται η αλλαγή του ονόματός από το σλαβικό Anton στο εξαμερικαρισμένο Tony. Επιπλέον, η αρχική απόπειρα της ανάληψης του ρόλου από τον Elvis Presley, αποκαλύπτει την διάθεση των δημιουργών να υπάρχει μια σύνδεση και μια συνέχεια μεταξύ του χαρακτήρα του Tony και της αμερικανικής κουλτούρας, καθώς ο Presley αποτελούσε και εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πλέον εμβληματικά σύμβολα.

Επομένως, με την μη αναπαράσταση των βασικών χαρακτηριστικών της ταυτότητας των Πολωνών μεταναστών, σφυρηλατείται η ιδεολογική συνέχεια μιας Αμερικής ως ομοιογενούς έθνους πριν από την έλευση των Πορτορικανών μεταναστών. Παρά το γεγονός ότι γίνονται αναφορές σχετικά με την πραγματική ανομοιογένεια του έθνους, η συγκρότηση των Αμερικανών χαρακτήρων και ιδιαίτερα του Tony, δομεί έναν διαφορετικό λόγο. Επιπλέον, η συστηματική σύνδεση του προϊόντος της coca-cola με την συμμορία των Jets λειτουργεί σε συμβολικό επίπεδο ως αναφορά σε μια ενιαία, ισχυρή εθνική κουλτούρα.

Με μια ενδεικτική συχνότητα κατά την διάρκεια της ταινίας, το προϊόν της coca-cola εμφανίζεται κατ εξακολούθηση αποκλειστικά σε σκηνές των Jets και του Tony. Το προϊόν αυτό επενδύεται με ιδιαίτερες συμβολικές και πολιτικές διαστάσεις καθώς αποτελεί μια ιδιάζουσα περίπτωση καταναλωτικού προϊόντος ταυτισμένου με την αμερικανική κουλτούρα. Από τις αρχές του 20ου αιώνα το προϊόν άρχισε να επεκτείνεται στις αγορές της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής, ενώ από την δεκαετία του 1940 κι έπειτα αποτελεί ένα αμερικάνικο προϊόν με παγκόσμια εμβέλεια.⁵³  Ωστόσο, η μεταπολεμική Ευρώπη αντιμετώπισε με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα την είσοδο της coca-cola στις εγχώριες αγορές καθώς εγείρονταν ανησυχίες σχετικά με μια επικείμενη “αμερικανοποίηση” της ηπείρου. Η ιδιαιτερότητα του προϊόντος και η ισχυρή αντίσταση, την οποία συνάντησε, έγκειτο στο γεγονός ότι περιέκλειε πολλαπλά πολιτισμικά, συμβολικά και πολιτικά νοήματα. Η coca-cola συνδέθηκε επιπλέον με τις αποικιοκρατικές πρακτικές των Η.Π.Α.. Χαρακτηριστικός είναι ο όροςcoca-colonizationως λογοπαίγνιο μεταξύ των λέξεων coca-cola και colonization (αποικιοκρατία). Ο Kuisel αναφέρει το παράδειγμα της μεταπολεμικής Γαλλίας, όπου το προϊόν αντιμετωπίζονταν ως συνώνυμο μιας  επικείμενης αποικιοκρατίας της Γαλλίας από την Αμερική. Η είσοδός του προϊόντος στην εγχώρια αγορά συνάντησε μεγάλη αντίσταση, ιδιαίτερα από το Γαλλικό Κομουνιστικό Κόμμα.⁵⁴

Σχετικά με τις σχέσεις εξουσίας και τους ρόλους μεταξύ των δύο φύλων, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, παρατηρείται συνέχεια ανάμεσα στην πατριαρχική αναπαράσταση των Πορτορικανών και τον εθνικιστικό λόγο. Σχετικά με την αναπαράσταση των Αμερικανών, παρουσιάζει ενδιαφέρον η περίπτωση των χαρακτήρων Anybodys και Baby John. Όπως αναφέρθηκε ήδη, οι ονομασίες των δυο χαρακτήρων είναι δηλωτικές της παρέκκλισης από τους συμβατικούς ρόλους που εναποτίθενται στα δύο φύλα στο πλαίσιο του πατριαρχικού λόγου. Αμφότεροι αποτελούν αντικείμενο χλευασμού από τους Jets. H Anybodys επιχειρεί να αποτινάξει κάθε χαρακτηριστικό του φύλου της, με στόχο να συμπεριληφθεί στην ανδροκρατούμενη συμμορία, ενώ ο Baby John προσπαθεί να αποκρύψει κάθε εκδήλωση συναισθημάτων. Όπως δηλώνουν οι Jets στο τραγούδι Cool, η ιδιότητα της ψυχραιμίας και της απόκρυψης των πραγματικών συναισθημάτων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση ενός άντρα.

West Side Story – Cool (1961)

Επομένως, και στην αναπαράσταση των Αμερικανών, το αντρικό φύλο συνδέεται με στερεοτυπικά πατριαρχικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο, μέσω των δύο παρεκκλινόντων χαρακτήρων, συγκροτείται με έμμεσο τρόπο μια κριτική προς την πατριαρχική δομή της κοινωνίας. Και οι δύο, σε γενικές γραμμές, εμπνέουν συμπάθεια στον θεατή. Επομένως, μπορεί να υποστηριχτεί πως διαφαίνεται μια έμμεση κριτική προς τους δεδομένους ρόλους των δυο φύλων Η μη άμεση φύση των σχετικών αναφορών, προφανώς αποτελεί απόρροια των απαγορεύσεων του κώδικα λογοκρισίας.

Σχετικά με την έννοια της ανήλικης εγκληματικότητας, εκφράζεται ξεκάθαρα η άποψη πως το φαινόμενο αυτό συνιστά ένα είδος κοινωνικής ασθένειας. Επιπλέον, μέσα από την τακτική της ονοματοδότησης, η ονομασία του Doc λειτουργεί συμπληρωματικά στην όλη πρόσληψη της ανήλικης παραβατικότητας ως φαινομένου, το οποίο χρήζει ίασης. Ασκείται άμεση κριτική προς μια κατάσταση,   ευρισκόμενη σε έξαρση την εποχή δημιουργίας του έργου. Η εγκληματικότητα, γενικότερα, αποτελούσε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της περιοχής του Δυτικού Μανχάταν. Ωστόσο, δεν φαίνεται να δαιμονοποιούνται τα παραβατικά υποκείμενα. Αντιθέτως, ασκείται κριτική προς τις κοινωνικές δομές οι οποίες φέρουν ευθύνες για την διαμόρφωση και για την εξέλιξή τους. Στοχοποιούνται τα προβληματικά οικογενειακά περιβάλλοντα, η αναποτελεσματική δράση των κοινωνικών φορέων, και τέλος, η βιαιότητα και η προκατάληψη των μέσων καταστολής.

West Side StoryThe fight (1961)

                                            

Ε. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

To West Side Story είναι δομημένο πάνω σε πολλαπλές αντιθέσεις.  Σε μια πρώτη ανάγνωση, δίνεται η εντύπωση ότι η ταινία υπεραμύνεται της διαφυλετικής ισότητας και της άρσης των ρατσιστικών διακρίσεων καθώς οικοδομείται ένας κεντρικός άξονας γύρω από την υπεράσπιση του διαφυλετικού έρωτα μεταξύ του Tony και της Maria. Συγχρόνως, τίθενται από την πλευρά των μεταναστών τα κεντρικά προβλήματα, τα οποία αντιμετωπίζουν στη νέα χώρα. Ωστόσο, εντοπίζονται βασικές ανακολουθίες, οι οποίες παρεισφρέουν στον κεντρικό άξονα, με αποτέλεσμα να τον αποδυναμώνουν ιδεολογικά.

Οι χαρακτήρες της Anita και του Tony λειτουργούν ως μέσα ισχυροποίησης της αμερικανικής κουλτούρας και ομοιογένειας. Σε αυτό το πλαίσιο, οι διαφυλετικές ανησυχίες αναλογούν, κατά ανακριβή τρόπο, στους Πορτορικανούς. Επιπλέον, ο ίδιος ο τίτλος του έργου προϊδεάζει για μια θέαση της ιστορίας υπό αμερικανική οπτική (West Side – Δύση – Η.Π.Α.). Η αλλαγή τίτλου από East Side Story σε West Side Story συνηγορεί υπέρ της παραπάνω θέσης (βλ. παραπάνω). Προς ανάλογη κατεύθυνση λειτουργεί η επιλογή του Δυτικού Μανχάταν ως τόπου διεξαγωγής της πλοκής. Στο σημείο αυτό παρατηρείται μια ακόμη ανακολουθία, καθώς στην πραγματικότητα η πολυπληθέστερη κοινότητα Πορτορικανών ήταν εγκατεστημένη στο Ανατολικό Χάρλεμ και η αντίστοιχη των Πολωνών στη συνοικία του Μπρούκλιν.

Η γοητευτική, κατά γενική ομολογία, μουσική επένδυση από τον Leonard Bernstein, παραπέμπει σε μια εξαμερικανισμένη εκδοχή των Πορτορικανών. Oι λατινογενείς μουσικές φόρμες, οι οποίες χρησιμοποιούνται, προέκυψαν από προσμίξεις λατινοαμερικανικών και νεοϋρκέζικων επιδράσεων μέσα στη χοάνη της μεγαλούπολης.

Ως προς την έννοια του ρατσισμού, είναι ουσιώδης η ανακολουθία σχετικά με την “χαρούμενη” μουσική υπόκρουση πίσω από τις ρατσιστικές συμπεριφορές σε βάρος της Anita. Η παραπάνω ασυνέχεια είναι ενδεικτική για την ανάγνωση του έργου σε ένα δεύτερο επίπεδο, λαμβάνοντας υπ όψιν το γεγονός ότι η Rita Moreno υπήρξε η μοναδική ηθοποιός πορτορικανικής καταγωγής, στην οποία είχε ανατεθεί κεντρικός ρόλος (την ίδια χρονιά βραβεύτηκε με το Όσκαρ καλύτερου δεύτερου γυναικείου ρόλου).

Σε επίπεδο πλοκής οι δύο από τους τρεις θανάτους αποτελούν αμερικανική απώλεια. Ακόμη, στο ξεκαθάρισμα λογαριασμών γίνεται σαφές πως κάθε προσπάθεια κατευνασμού από μέρους του Tony δεν έχει κανένα αποτέλεσμα απέναντι στον Bernardo (Sharks), ο οποίος φαίνεται αποφασισμένος να εξωθήσει την κατάσταση στα όρια. Ουσιαστικά, η σύγκρουση στην συγκεκριμένη σκηνή πυροδοτείται εξαιτίας της εμμονής του τελευταίου.

Οι παραπάνω παρατηρήσεις σε συνδυασμό με την επιταγή της ενσάρκωσης πορτορικανών χαρακτήρων από μη πορτορικανούς ηθοποιούς, ως απόρροια της κεντρικής ιδέας περί “λευκότητας”  οδηγούν στο ακόλουθο συμπέρασμα: σε μια δεύτερη ανάγνωση, μπορεί να θεωρηθεί πως η πλοκή του West Side Story κινείται γύρω από μια επιφατική υπεράσπιση της διαφυλετικής ισότητας και της άρσης των ρατσιστικών διακρίσεων, ενώ ταυτόχρονα με υπόγειους τρόπους εκθειάζεται η υπεροχή της αμερικανικής κουλτούρας και η δυναμική του αμερικανικού ονείρου. Όπως επισημάνθηκε ήδη, είναι ιδιαίτερη η σημασία που δίνεται σε επίπεδο ονοματοδότησης. Η ονομασία των Jets παραπέμπει σε συνειρμούς δύναμης, κίνησης και τεχνολογικής εξέλιξης, ενώ η ονομασία των Sharks υποδηλώνει πρωτογονισμό, κανιβαλισμό και βία. Ως εκ τούτου, συγκροτούνται οι βασικές εννοιολογικές διχοτομήσεις με κυρίαρχο το δίπολο Δύση / μη-Δύση. Η σύσταση των παραπάνω διπόλων ισοδυναμεί με την κάλυψη ανακολουθιών, καθώς  μέσα από αυτήν την διαδικασία ανάγονται διαφορές, οι οποίες κατά κανόνα είναι μη αναγώγιμες, σε συμμετρικά και ισοδύναμα αντιθετικά σχήματα.⁵⁵

Γενικότερα, στο δυτικό φαντασιακό η έννοια της “πρωτόγονης” κοινωνίας λαμβάνει  μειονεκτικές διαστάσεις, καθώς συνδέθηκε κατά κόρον με την ανικανότητα απόκτησης θεμελιωδών ποιοτικών χαρακτηριστικών του  Δυτικού πολιτισμού, όπως η οργάνωση, ο εξευγενισμός και τα τεχνολογικά επιτεύγματα.⁵⁶ Στην σκέψη του Διαφωτισμού, οι πρωτόγονες κοινωνίες αντιμετωπίστηκαν ως το απαραίτητο “παιδικό στάδιο” από το οποίο όλες οι κοινωνίες έπρεπε να περάσουν.⁵⁷ Πίσω από πολλές ανθρωπολογικές και κοινωνιολογικές ερμηνείες της έννοιας του “πρωτόγονου” κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα, ελλοχεύει μια θεώρηση του πολιτισμού στενά συνδεδεμένη με την έννοια της εξέλιξης των ειδών έτσι όπως διατυπώθηκε από τον Δαρβίνο. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο του κοινωνικού Δαρβινισμού η ερμηνεία της φυσικής επιλογής συνδέθηκε με την αντίληψη ότι οι ανθρώπινες ομάδες εξελίσσονται με διαφορετικές ταχύτητες. Στο συλλογικό φαντασιακό εντυπώθηκε η ιδέα ότι η Δύση αποτελεί το υψηλότερο παράδειγμα της εξέλιξης αυτής, κάτι το οποίο μπορούσε να αποδειχτεί και μέσω της κατάκτησης και ελέγχου αποικιών.⁵⁸  Η έννοια του “πρωτόγονου” συνδέθηκε κυρίως με τις κοινωνίες της Αφρικής, της Αμερικής (προ εποικισμού) και της Ωκεανίας, με τους χωρικούς, και με κάθε είδους παρεκκλίνοντες από το κοινωνικά αποδεκτό όπως σχιζοφρενείς, εγκληματίες, ομοφυλόφιλοι,  εκδιδόμενες γυναίκες κ.ο.κ..⁵⁹

Οι παραπάνω αντιλήψεις ενσωματώνονται στην πλειοψηφία των αποικιοκρατικών λόγων, και η αμερικανική περίπτωση δεν αποτελεί εξαίρεση. Με βάση τα παραπάνω, μπορεί να θεωρηθεί πως αντανακλώνται οι αποικιοκρατικές διαθέσεις των Η.Π.Α. με γνώμονα το κριτήριο της πολιτισμικής υπεροχής. Σύμφωνα με αυτό, οι πιο “πρωτόγονες” κουλτούρες οφείλουν να μπουν σε μια διαδικασία εκπολιτισμού, επιλέγοντας ως πρότυπο την υπερέχουσα κουλτούρα. Σε αντίθετη περίπτωση, αντιμετωπίζονται ως απειλή.

Συμπερασματικά, το West Side Story είναι μια ταινία, στην οποία εκθειάζεται με έντεχνα έμμεσο τρόπο η υπεροχή της αμερικανικής κουλτούρας απέναντι σε πιο παραδοσιακές, όπως η πορτορικανική. Κατ αυτόν τον τρόπο, τεκμηριώνεται και επικυρώνεται ο αποικιοκρατικός λόγος των Η.Π.Α. στην βάση της δυτικής πολιτισμικής ανωτερότητας. Το έργο φαίνεται να διατηρεί κριτική στάση απέναντι στα αίτια της ανήλικης εγκληματικότητας, μιας κοινωνικής πραγματικότητας με μεγάλες διαστάσεις την εποχή εκείνη. Οι αιτίες της παραβατικότητας εντοπίζονται σε προβληματικές και αναποτελεσματικές κοινωνικές δομές (οικογένεια, κοινωνικοί λειτουργοί, μέσα καταστολής). Το έργο φαίνεται επίσης να εκφράζει μια έμμεσα ριζοσπαστική διάθεση αναφορικά με τις σχέσεις εξουσίας και τους ρόλους μεταξύ των δυο φύλων, καθώς διακρίνεται μια κριτική στάση απέναντι στην ακαμψία των ρόλων, επάνω στους οποίους δομείται το πατριαρχικό μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας.

Η κληρονομιά του West Side Story σήμερα. “Μambo” με τον Gustavo Dudamel

H Δάφνη Μουρέλου είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, διπλωματούχος καθηγήτρια χορού (Α.Ε.Σ.Χ. “Ραλλού Μάνου”) και συντονίστρια του προγράμματος χορού (Dance Program Coordinator)  στο  Αμερικανικό Κολέγιο Ελλάδος (Deree – The American College of Greece).

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹  http: // en.wikipedia.org/wiki/West_Side_Story_(film)

² http: // en.wikipedia.org/wiki/West_Side_Story_(film)

³  http: // en.wikipedia.org/wiki/George_Tsakiris

  Frances Negron-Muntaner (2000), “Feeling Pretty, West Side Story and Puerto Rican Identity Discourses”, Social Text 63 Vol. 18 No 2, Duke University Press, σσ. 90-92.

Mary Caudle Beltran (2002), Bronze Seduction: The Shaping of Latina Stardom in Hollywood Film and Star Publicity, Αδημοσίευτη Διδακτορική Διατριβή, The University of Texas at Austin, σσ. 128-131.

 Mary Caudle Beltran (2002), ο.π. σσ. 133-139.

Mary Caudle Beltran (2002), ο.π. σ. 161.

  http: // en.wikipedia.org/wiki/West_Side_Story_(film)

  Frances Negron-Muntaner (2000), ο.π., σσ.89-90.

¹º http: // en.wikipedia.org/wiki/Production_Code

¹¹ Geoffrey Block (1993), “The Broadway Canon from Show Boat to West Side Story and the European Operatic Ideal”, The Journal of Musicology Vol. 11 No 4, University of California Press, σσ. 541-542.

¹² http: // en.wikipedia.org/wiki/Musicals

¹³ Σχετικά με την τυπολογία της αφήγησης βλ. στο Κύρκος Δοξιάδης (1993), Ιδεολογία και Τηλεόραση, για την διασκευή ενός μυθιστορήματος, Αθήνα,  Πλέθρον, σ. 67

¹ Frances Negron-Muntaner (2000), ο.π.,  σ. 99

¹⁵  Sigmund Freud (1994), Ο Πολιτισμός Πηγή Δυστυχίας, Αθήνα, Επίκουρος, σ. 68

¹⁶ Frances Negron-Muntaner (2000), ο.π., σ. 99.

¹⁷ Frances Negron-Muntaner (2000), ο.π., σσ. 94-96.

¹ Frances Negron-Muntaner (2000), ο.π., σ. 91.

¹⁹ http: // en.wikipedia.org/wiki/West_Side_Story_(film)

²º http: // en.wikipedia.org/wiki/West_Side_Story_(film)

²¹ Frances Negron-Muntaner (2000), ο.π.,  σ. 93

²² http: // en.wikipedia.org/wiki/Hell%27s_Kitchen_Manhattan

²³ http: // en.wikipedia.org/wiki/Puerto_Rican_migration_to_New_York

² Jorje Duany (1996), “Imagining the Puerto Rican Nation: Recent Works on Cultural Identity”, Latin American Research Review Vol. 31, The Latin  American Studies Association,  σσ. 252-254.

²  http: // en.wikipedia.org/wiki/Puerto_Rican_migration_to_New_York

² Vilma Ortiz (1986), “Changes in the Characteristics of Puerto Rican Migrants from 1955 to 1980”, International Migration Review Vol. 20, The Center of  Migration  Studies of New York,  σσ. 612-613.

² Jorje Duany (1984), “Popular Music in Puerto Rico: Towards an Anthropology of “Salsa” ”, Latin America Music Review Vol. 5, University of Texas  Press, σ. 196

² Vilma Ortiz (1986), ο.π.,  σσ. 625-626.

²⁹  Jorje Duany (1984), ο.π., σσ. 612-613

³º  http: // en.wikipedia.org/wiki/Puerto_Rican_migration_to_New_York

³¹  Jorje Duany (1984), ο.π., σσ. 196-197

³²  http: // en.wikipedia.org/wiki/Puerto_Rican_migration_to_New_York

³³  http: // en.wikipedia.org/wiki/Salvador_Argon

³  http: // en.wikipedia.org/wiki/Puerto_Rican_migration_to_New_York

³ Jorje Duany (2000), “Nation on the Move: The Construction of Cultural Identities in Puerto Rico and the Diaspora”, American Ethnologist Vol. 27 No. 1, Blackwell  Publishing, σσ. 10-14.

³ Jorje Duany (2000), ο.π.,  σσ. 16-23.

³ Maxine W. Gordon (1949), “Race Patterns and Prejudice in Puerto Rico”, American Sociological Review Vol. 14, σ.298

³  Maxine W. Gordon (1949), ο.π.,  σσ. 299-300.

³ Jorje Duany (2000), ο.π., σ. 14.

⁴º Lise Waxer (1994), “Of Mambo Kings and Songs of Love: Dance Music in Havana and New York  from the 1930s to the 1950s”, Latin American Music Review  Vol. 15, University of Texas Press, σσ. 163-164.

¹ Για μια επεξήγηση των συνθηκών υπό τις οποίες οι βασικές κουβανέζικες μουσικές φόρμες υιοθετήθηκαν από την πορτορικάνικη παράδοση βλ. στο: Lise Waxer (1994), ο.π.,  σσ. 167-168.

⁴² Lise Waxer (1994), ο.π.,  σ. 163.

³  http: // en.wikipedia.org/wiki/Polish_American

⁴⁴ http: // en.wikipedia.org/wiki/Polish_American

⁴⁵ Victor R Greene (1966), “The Origins of Slavic Catholic Self-Consciousness in America”, Church History Vol. 35 No 4, Cambridge University Press,  σσ. 446-448.

⁴⁶ http: // en.wikipedia.org/wiki/Polish_American

⁴⁷ http: // en.wikipedia.org/wiki/Polack

⁴⁸ Aντώνης Ε. Αστρινάκης (1991), Νεανικές Υποκουλτούρες, παρεκκλίνουσες υποκουλτούρες της νεολαίας της εργατικής τάξης. Η βρετανική θεώρηση και η ελληνική εμπειρία, Αθήνα, Εκδόσεις Παπαζήση, σ. 15.

⁴⁹  Aντώνης Ε. Αστρινάκης (1991), ο.π., σσ. 26-30.

º Frances Negron-Muntaner (2000), ο.π., σ. 95.

¹ Για μια αναλυτική προσέγγιση της συγκεκριμένης μεθοδολογίας ανάλυσης λόγου βλ. στο: Κύρκος Δοξιάδης (2008), Ανάλυση Λόγου, κοινωνικό-φιλοσοφική θεμελίωση, Αθήνα, Πλέθρον.                                                   

² Frances Negron-Muntaner (2000), ο.π., σσ. 91-92.

³ Richard F. Kuisel (1991),“Coca-Cola and the Cold War: The French Face Americanization 1948-1953”, French Historical Studies Vol. 17, Duke University Press, σ. 97

⁵⁴ Richard F. Kuisel (1991) ο.π.,, σ. 101

⁵⁵ Κύρκος Δοξιάδης (2008), οπ.π., σ. 299.

⁵⁶ Colin Rhodes (2005), Primitivism and Modern Art, London, Thames and Hudson, σ. 13.

⁵⁷ Frances S. Connelly (1995), The Sleep of Reason: Primitivism in Modern European Art and Aesthetics, 1725-1907, Pennsylvania, The Pennsylvania State University Press, σ. 5.

⁵⁸ Colin Rhodes (2005), ο.π., σσ. 15-17.

⁵⁹ Colin Rhodes (2005), ο.π., σ. 23

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Αστρινάκης Αντώνης Ε. (1991), Νεανικές Υποκουλτούρες, παρεκκλίνουσες υποκουλτούρες της νεολαίας της εργατικής τάξης. Η βρετανική θεώρηση και η ελληνική εμπειρία., Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση
  • Δοξιάδης Κύρκος (1993), Ιδεολογία και Τηλεόραση, για την διασκευή ενός μυθιστορήματος, Αθήνα: Πλέθρον
  • Δοξιάδης Κύρκος (2008), Ανάλυση Λόγου, κοινωνικό-φιλοσοφική θεμελίωση, Αθήνα: Πλέθρον
  • Beltran Mary Caudle (2002), Bronze Seduction: The Shaping of Latina Stardom in Hollywood Film and Star Publicity, Αδημοσίευτη Διδακτορική Διατριβή, The University of Texas at Austin
  • Block Geoffrey (1993), “The Broadway Canon from Show Boat to West Side Story and the European Operatic Ideal”, The Journal of Musicology 11, University of California Press, σσ. 525-544
  • Connelly Frances S. (1995), The Sleep of Reason: Primitivism in Modern European Art and Aesthetics 1725-1907, Pennsylvania: The Pennsylvania State University Press
  • Duany Jorje (1984), “Popular Music in Puerto Rico: Toward an Anthropology of “Salsa” ”, Latin America Music Review 5 No 2, University of Texas Press, σσ. 186-216
  • Duany Jorje (1996), “Imagining the Puerto Rican Nation: Recent Works on Cultural Identity”, Latin American Research Review 31, The Latin American Studies Association, σσ. 248-267
  • Duany Jorje (2000), “Nation on the Move: The Construction of Cultural Identities in Puerto Rico and the Diaspora”, American Ethnologist 27, Blackwell Publishing, σσ. 5-30
  • Freud Sigmound (1994), Ο Πολιτισμός Πηγή Δυστυχίας, Αθήνα: Επίκουρος
  • Gordon Maxine W. (1949), “Race Patterns and Prejudice in Puerto Rico”, American Sociological Review 14, American Sociological Association, σσ. 294-301
  • Greene Victor R. (1966), “The Origins of Slavic Catholic Self-Consciousness in America”, Church History 35, Cambridge University Press, σσ. 446-460
  • Kuisel Richard F. (1991),“Coca-Cola and the Cold War: The French Face Americanization 1948-1953”, French Historical Studies 17, Duke University Press, σσ. 96-116
  • Negron-Muntaner Frances (2000), “Feeling Pretty, West Side Story and Puerto Rican Identity Discourses”, Social Text 63 18, Duke University Press, σσ. 83-106
  • Ortiz Vilma (1986), “Changes in the Characteristics of Puerto Rican Migrants from 1955 to 1980”, International Migration Review 20, The Center of Migration Studies of New York, σσ. 612-628
  • Rhodes Colin (2005), Primitivism and Modern Art, London: Thames and Hudson
  • Waxer Lise (1994), “Of Mambo Kings and Songs of Love: Dance Music in Havana and New York from the 1930s to the 1950s”, Latin American Music Review 15, University of Texas Press,  σσ. 139-176

Κώστας Τσίβος: Άνοιξη της Πράγας: από τη μεταρρυθμιστική ευφορία στη βίαιη καταστολή

Πριν από πενήντα χρόνια

Κώστας Τσίβος

 Άνοιξη της Πράγας: από τη μεταρρυθμιστική ευφορία στη βίαιη καταστολή

Το 1968 επρόκειτο να αποτελέσει για την Τσεχοσλοβακία μια χρονιά η οποία χαρακτηρίστηκε από πυκνά γεγονότα που οδήγησαν σε θυελλώδεις ανατροπές προσθέτοντας έτσι άλλο ένα «οχτάρι» στους μέχρι τότε ιστορικούς σταθμούς της χώρας: 1648 υποταγή της χώρας στους Αψβούργους, 1918 ανεξαρτησία της Τσεχοσλοβακίας, 1938 υπογραφή του συμφώνου του Μονάχου, 1948 έναρξη της μονοπωλιακής άσκησης της εξουσίας από το Κομμουνιστικό Κόμμα Τσεχοσλοβακίας.

Η Άνοιξη της Πράγας, ή κατά την κομμουνιστική ορολογία της εποχής, το αναγεννησιακό προτσές προέκυψε μεν απρόσμενα, αποτελεί όμως αναμφίβολα καρπό της γενικότερης χαλάρωσης του ψυχροπολεμικού κλίμακος που συνοδεύτηκε από μια χωρίς προηγούμενο φιλελευθεροποίηση της κοινωνίας, τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή. Στην περίπτωση της Τσεχοσλοβακίας αυτή η φιλελευθεροποίηση εκφράστηκε κυρίως στον τομέα της τέχνης, με την εμφάνιση λογοτεχνικών βιβλίων και κινηματογραφικών ταινιών που άσκησαν άμεσα ή έμμεσα κριτική στο καθεστώς, αλλά και στην καθημερινότητα των Τσεχοσλοβάκων πολιτών. Είναι η εποχή που το καθεστώς αποκαθιστά εν ζωή ή μετά θάνατο ορισμένα από τα θύματα  – στην πλειονότητά τους «αιρετικούς» κομμουνιστές –  της «αμαρτωλής» δεκαετίας του ΄50. Η άκαμπτη λογοκρισία χαλαρώνει και επιτρέπεται η κυκλοφορία βιβλίων, η προβολή ταινιών, ντόπιων και ξένων, που νωρίτερα είχαν απαγορευτεί. Η καθημερινότητα των Τσέχων και των Σλοβάκων εμφανίζει ορισμένα δείγματα «καταναλωτισμού», απελευθέρωσης ή και γενικότερης χειραφέτησης των γυναικών, με την κυκλοφορία περιοδικών ελαφρού περιεχομένου και τη διοργάνωση των πρώτων καλλιστείων σε εργασιακούς χώρους (βλέπε π.χ. την ταινία «Ο χορός των πυροσβεστών» του πρόσφατα αποβιώσαντος Μίλος Φόρμαν). Δίνονται επίσης οι πρώτες άδειες, κυρίως σε επιστήμονες και καλλιτέχνες, για ολιγοήμερες επισκέψεις σε δυτικά κράτη.

Με την άρση της αυστηρής απομόνωσης ορισμένοι Τσεχοσλοβάκοι διανοούμενοι και στελέχη της διοίκησης αντιλήφθηκαν την υστέρηση της χώρας σε σχέση με την ανάπτυξη που την ίδια περίοδο κατέγραφαν οι γειτονικές καπιταλιστικές κοινωνίες, ειδικότερα η δυτικογερμανική και η αυστριακή. Η γενικευμένη δυσαρέσκεια για την καθυστέρηση της χώρας όχι μόνο στην οικονομία, ιδιαίτερα στον τομέα παραγωγής καταναλωτικών προϊόντων, αλλά και σε ότι αφορά τους ασφυκτικούς περιορισμούς στον τομέα των προσωπικών ελευθεριών, ενισχύθηκε, ιδιαίτερα μεταξύ της νεολαίας και των διανοουμένων. Όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα δείγματα δημόσιας ανυπακοής (συνέδριο συγγραφέων, διαμαρτυρίες φοιτητών στην Πράγα) το καθεστώς παρενέβη κατασταλτικά, αν και όχι με τη βιαιότητα της προηγούμενης δεκαετίας. Γενικότερος αναβρασμός επικράτησε και στην ηγεσία του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας.

Πράγα, 1963. Το συνέδριο, αφιερωμένο στον Κάφκα, οι εργασίες του οποίου πραγματοποιήθηκαν στον πύργο Liblice, εκτός του ότι οδήγησε στην αποκατάσταση του Τσέχου συγγραφέα, θεωρείται από πολλούς ως η απαρχή της Άνοιξης της Πράγας.

Μια εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα του 1967 συνήλθε στην Πράγα μια από τις τακτικές Ολομέλειες της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, δηλαδή του ανώτατου καθοδηγητικού οργάνου του κόμματος μεταξύ δύο συνεδρίων, το οποίο αριθμούσε περί τα εκατό μέλη. Κατά τη διάρκειά του ο οικονομολόγος Ότα Σικ, αφού χαρακτήρισε «κρίσιμη» την κατάσταση της οικονομίας, επέρριψε ευθύνες στον κομματικό ηγέτη Αντονίν Νόβοτνι. Μεταξύ άλλων ζήτησε τον διαχωρισμό του αξιώματος του Α΄ γραμματέα του κόμματος και του Προέδρου της χώρας, αξιώματα που ασκούσε ο Νόβοτνι από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60. Στην πορεία της συζήτησης μεταξύ των επικριτών προστέθηκαν και τα κομματικά στελέχη της Σλοβακίας, επικεφαλής των οποίων ήταν ο μέχρι τότε άγνωστος Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ. Ενώ οι επικρίσεις του Ότα Σικ και ορισμένων ρεφορμιστών στελεχών αφορούσαν την οικονομική πολιτική, η κριτική των Σλοβάκων συντρόφων τους είχε να κάνει με την απροθυμία του Νόβοτνι να προχωρήσει σε ομοσπονδιακή διευθέτηση της χώρας. Οι μαρτυρίες κάνουν λόγο για μια άνευ προηγουμένου ζωηρή αντιπαράθεση στο ανώτατο κομματικό όργανο. Ο Νόβοτνι προκειμένου να εκτονώσει την ένταση που επικρατούσε, υποσχέθηκε ότι θα παραιτηθεί από το κομματικό αξίωμα, πρότεινε ωστόσο διακοπή της συνεδρίασης προκειμένου «οι συντρόφισσες να ψήσουν τους χριστουγεννιάτικους κουραμπιέδες». Οι εργασίες της Ολομέλειας επαναλήφθηκαν μετά την Πρωτοχρονιά. Το επικριτικό πνεύμα κυριάρχησε και πάλι καθώς ρεφορμιστές, Σλοβάκοι αλλά και ορισμένοι σκληροπυρηνικοί, δυσαρεστημένοι από την πολιτική του Νόβοτνι, συσπειρώθηκαν ζητώντας την παραίτησή του. Έτσι, στις 5 Ιανουαρίου οι Τσεχοσλοβάκοι πολίτες αλλά και οι ηγεσίες των σοσιαλιστικών χωρών πληροφορούνται την απρόσμενη εκλογή του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ στο αξίωμα του κομματικού ηγέτη, καθώς και την αλλαγή ορισμένων στελεχών στο Πολιτικό Γραφείο του κόμματος.

Alexander Dubček.
Antonín Novotný

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Σοβιετικός ηγέτης Λεονίντ Μπρέζνιεφ δέχτηκε μάλλον με ανακούφιση την είδηση της εκλογής του Ντούμπτσεκ επιλέγοντας, ωστόσο, την τακτική της μη ανάμιξης. Ο ίδιος δεν έκρυβε την αντιπάθειά του προς τον Νόβοτνι, καθώς ο τελευταίος είχε ταχθεί εναντίον του στην εσωκομματική διαμάχη που είχε προ τετραετίας ξεσπάσει στην ηγεσία του σοβιετικού κόμματος. Τότε, μετά την καθαίρεση του Νικήτα Χρουστσόφ, ο Νόβοτνι είχε ταχθεί στο πλευρό του ηττημένου Αλεξάντερ Κοσύγκιν. Η εκλογή Ντούμπτσεκ προκάλεσε ερωτηματικά στους σκληροπυρηνικούς ηγέτες της Πολωνίας και της Ανατολικής Γερμανίας, Βλάντισλαβ Γκομούλκα και Βάλτερ Ούλμπριχτ αντίστοιχα, καθώς δεν διέθεταν επαρκείς πληροφορίες για το ποιόν του νέου Τσεχοσλοβάκου ηγέτη, ο οποίος εκλέχτηκε χωρίς τις πρωθύστερες ευλογίες της σοβιετικής ηγεσίας. Οι δύο ηγέτες, όπως και ο Βούλγαρος ηγέτης Τόντορ Ζίβκοφ, παρέμειναν στη συνέχεια ιδιαίτερα αρνητικοί ως προς το πρόσωπο και τις επιλογές του Ντούμπτσεκ, σε αντίθεση με την αρκετά μετριοπαθή στάση που επέδειξε ο Ούγγρος ηγέτης Γιάνος Κάνταρ.

Η ξαφνική απομάκρυνση του Νόβοτνι από την κομματική ηγεσία προκάλεσε σειρά ερωτηματικών και σε ένα μεγάλο τμήμα Τσεχοσλοβάκων πολιτών που εξακολουθούσε να παρακολουθεί τις δημόσιες εξελίξεις. Ζητούσαν ενημέρωση για τους λόγους που οδήγησαν στην επιλογή του Ντούμπτσεκ. Από τον Φεβρουάριο άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες διαρροές στα ΜΜΕ οι οποίες μετέφεραν, διστακτικά στην αρχή, το κλίμα που επικράτησε στην Ολομέλεια της ΚΕ. Την ίδια περίοδο ο Ντούμπτσεκ επέδωσε τα διαπιστευτήρια του στη Μόσχα ενημερώνοντας σε γενικές γραμμές τον Μπρέζνιεφ για τα μεταρρυθμιστικά του σχέδια. Όταν τον Φεβρουάριο του 1968 προέβη στις πρώτες αντικαταστάσεις σκληροπυρηνικών στελεχών στον κομματικό μηχανισμό, ο σοβιετικός πρέσβης στην Πράγα Στιέπαν Τσερβονιένκο άρχισε σε εκθέσεις του προς τη Μόσχα να αναφέρει ότι στην ηγεσία του τσεχοσλοβακικού κόμματος κερδίζουν έδαφος «οι αντισοβιετικές, αντισοσιαλιστικές δεξιές δυνάμεις». Ο Τσερβονιένκο, αντλώντας πληροφορίες από τα παροπλισμένα σκληροπυρηνικά στελέχη και τους σοβιετικούς πράκτορες, άρχισε από τον Μάρτιο να βομβαρδίζει τη Μόσχα με τηλεγραφήματα περί «δεξιάς αντισοσιαλιστικής στροφής» στην τσεχοσλοβακική ηγεσία καλώντας σε εγρήγορση. Λίγο αργότερα, ο ίδιος αλλά και όλοι οι Τσεχοσλοβάκοι πολίτες έμειναν έκπληκτοι από τις διαστάσεις που προσέλαβε η ελευθερία έκφρασης λίγο μετά την ανεπίσημη, ωστόσο ουσιαστική, κατάργηση της λογοκρισίας.

Σημαντικό ρόλο στην κατάργηση της λογοκρισίας και στην οριστική απομάκρυνση του Νόβοτνι και από το αξίωμα του Προέδρου της Τσεχοσλοβακίας διαδραμάτισε η φυγή του στρατηγού Γιαν Σέϊνα, προσωπικού φίλου του Νόβοτνι, ο οποίος στις 25 Φεβρουαρίου ζήτησε άσυλο στη Δύση. Ο Σέϊνα κατέφυγε στη Δύση λίγο πριν αποκαλυφθούν διάφορες περιπτώσεις διασπάθισης δημοσίου χρήματος στις οποίες πρωταγωνιστούσε ο ίδιος. Το σκάνδαλο που προκάλεσε τη φυγή του Σέϊνα έδωσε το έναυσμα για την άρση κάθε μέτρου λογοκρισίας και στις 30 Μαρτίου οδήγησε στην παραίτηση του Αντονίν Νόβοτνι από το προεδρικό αξίωμα. Στη θέση του εκλέχτηκε ο δημοφιλής, και μέχρι τότε παραγκωνισμένος, στρατηγός Λούντβικ Σβόμποντα, ενώ ακολούθησαν κι άλλες αντικαταστάσεις σκληροπυρηνικών στελεχών στον κομματικό και στον κρατικό μηχανισμό.

Ο Alexander Dubček σε “ανθρώπινo” στιγμιότυπο: βουτιά σε δημόσιο κολυμβητήριο.

Η κατάργηση της λογοκρισίας επέφερε μια άνευ προηγουμένου άνθιση της πληροφόρησης καθώς οι εφημερίδες και τα περιοδικά άρχισαν να αναφέρονται σε θέματα απαγορευμένα μέχρι εκείνη την περίοδο. Φοιτητές και πολίτες συμμετείχαν μαζικά σε ανοιχτές συγκεντρώσεις στις οποίες για πρώτη φορά συζητούσαν με στελέχη του κόμματος και άλλους γνωστούς διανοούμενους για τα προβλήματα και τις προοπτικές της τσεχοσλοβακικής κοινωνίας. Η νέα ρεφορμιστική ηγεσία αγκαλιάστηκε από την πλειονότητα των πολιτών. Ο ίδιος ο Ντούμπτσεκ, κι άλλα κορυφαία στελέχη, βγήκαν από τα γραφεία τους και άρχισαν να εμφανίζονται σε δημόσιους χώρους. Βρέθηκαν αντιμέτωποι με συγκινητικές χειρονομίες αναγνώρισης, οι οποίες ασφαλώς τους κολάκευαν και ενίσχυαν την αυτοπεποίθησή τους. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα κατέρρευσε το κλίμα της γενικευμένης απάθειας και της ληθαργίας. Γίνεται λόγος για επανεμφάνιση της κοινωνίας των πολιτών. Η πλειονότητα των Τσεχοσλοβάκων υποστήριζε τις μεταρρυθμίσεις σε ένα πλαίσιο δημοκρατικού σοσιαλισμού, ενώ λίγοι ήταν αυτοί που αμφισβητούσαν το ρόλο των κομμουνιστών ή απέβλεπαν σε αλλαγή του καθεστώτος.

Από τις αρχές Μαρτίου του ΄68 ο Ντούμπτσεκ άρχισε να κάνει λόγο για την οικοδόμηση ενός ιδιαίτερου τσεχοσλοβακικού δρόμου προς έναν «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο». Το πρόγραμμα των τσεχοσλοβάκων ρεφορμιστών αποτυπώθηκε στο «Πρόγραμμα δράσης» που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 1968. Συγγραφέας του «Προγράμματος» ήταν ο συνταγματολόγος Ζντένιεκ Μλύναρζ, συμφοιτητής του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στην Νομική Σχολή της Μόσχας στα μέσα της δεκαετίας του ΄50. Το «Πρόγραμμα δράσης» χωρίς να αμφισβητεί την συνταγματικά κατοχυρωμένη πρωτοκαθεδρία του Κομμουνιστικού Κόμματος πρότεινε σειρά μέτρων που θα οδηγούσαν στην καθιέρωση δημοκρατικών διαδικασιών κατά την εκλογή εκπροσώπων στο Κοινοβούλιο, στα όργανα Τοπικής Αυτοδιοίκησης και στις διοικήσεις των επιχειρήσεων. Ο Μλύναρζ απέκλεισε μεν την εμφάνιση άλλων πολιτικών κομμάτων, ανταγωνιστικών ως προς το Εθνικό Μέτωπο που λειτουργούσε υπό την καθοδήγηση των κομμουνιστών, υποστήριξε ωστόσο τη δημιουργία τάσεων και ιδεολογικών πλατφορμών εντός του ίδιου του Κομμουνιστικού Κόμματος. Μολονότι την ίδια περίοδο εμφανίστηκαν δυο πολιτικές οργανώσεις (ΚΑΝ, Κ231), οι οποίες δεν είχαν σχέση με τους κομμουνιστές, η επιρροή τους παρέμεινε καθ΄ όλη τη διάρκεια του 1968 εντελώς περιθωριακή. Το «Πρόγραμμα δράσης» πρότεινε την μεταφορά εξουσιών από τον κομματικό μηχανισμό στα αρμόδια κυβερνητικά όργανα. Το κοινοβούλιο επρόκειτο να αποκτήσει ουσιαστικό νομοθετικό ρόλο και όχι απλώς ρόλο επικυρωτικό των κομματικών αποφάσεων. Παράλληλα, το «Πρόγραμμα δράσης» απέβλεπε στη δρομολόγηση μεταρρυθμίσεων στην οικονομία, στην ουσιαστική κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων και της ελεύθερης έκφρασης, στην παραχώρηση θρησκευτικών ελευθεριών καθώς και στην αποκατάσταση όσων είχαν φυλακιστεί ή καταδιωχτεί την δεκαετία του ΄50. Οι μεταρρυθμίσεις άγγιζαν όλο το φάσμα λειτουργίας της τσεχοσλοβακικής κοινωνίας καθώς περιλάμβαναν μέτρα που οδηγούσαν στην ομοσπονδοποίηση της χώρας στη βάση δημιουργίας δύο ισότιμων κρατών (Τσεχία και Σλοβακία), αλλά και μέτρα που άγγιζαν την καθημερινότητα των πολιτών, όπως π.χ. την καθιέρωση αξιοκρατικών εισαγωγικών εξετάσεων στα τριτοβάθμια ιδρύματα και την κατάργηση επιλογής φοιτητών βάσει κομματικών ή ταξικών κριτηρίων.

Η δρομολόγηση των μεταρρυθμίσεων στην Πράγα μπορεί να προκάλεσε κύματα ενθουσιασμού, στις ηγεσίες όμως των γειτονικών κομμουνιστικών καθεστώτων προκάλεσε σοβαρές ανησυχίες για την περαιτέρω πορεία της Τσεχοσλοβακίας. Οι ανησυχίες προβλήθηκαν επισήμως και με ιδιαίτερα έντονο τρόπο στην σύνοδο των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Δρέσδη στις 23 Μαρτίου του 1968. Σ΄ αυτή οι ηγέτες της Πολωνίας και της Ανατολικής Γερμανίας χαρακτήρισαν τις δρομολογούμενες μεταρρυθμίσεις ως «αντεπανάσταση», καθότι θεωρούσαν ότι υπονομεύουν τα σοσιαλιστικά θεμέλια της χώρας, υποσκάπτουν την πρωτοκαθεδρία του ΚΚ και εξασθενούν τους συμμαχικούς δεσμούς της Τσεχοσλοβακίας με τα άλλα σοσιαλιστικά κράτη. Ο Ντούμπτσεκ εμφανίστηκε στη σύνοδο αρκετά συναινετικός και ήπιος, διαβεβαιώνοντας τον Μπρέζνιεφ και τους άλλους ηγέτες ότι έχει την κατάσταση υπό έλεγχο. Μετά την επιστροφή του στην Πράγα ο Ντούμπτσεκ δεν ενημέρωσε την κομματική ηγεσία, ούτε την κοινή γνώμη της χώρας για τις επικρίσεις που δέχτηκε κατά τη διάρκεια της συνόδου. Η αντίφαση αυτή παρέμεινε χαρακτηριστική για τη συμπεριφορά του Ντούμπτσεκ καθ΄όλη τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου: Ενώ οι επικρίσεις της Μόσχας και των δορυφόρων της ενισχύονταν, αυτός εξακολουθούσε να διαβεβαιώνει ότι έχει τον έλεγχο της κατάστασης και ότι δεν προτίθεται να αμφισβητήσει τις υποχρεώσεις της Τσεχοσλοβακίας στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Από την άλλη μεριά, αρνούνταν να ενημερώσει την κοινή γνώμη της χώρας του για το εύρος της κριτικής που δεχόταν, όπως και για το ρίσκο που αναλάμβανε ο ίδιος σχετικά με την περαιτέρω πορεία της Τσεχοσλοβακίας.

H Πράγα το 1967: Καθημερινά στιγμιότυπα μιας ανορθόδοξης κομμουνιστικής πρωτεύουσας (Πηγή: Brtitish Pathé)

Η διχοτόμηση ανάμεσα στις επιδιώξεις της τσεχοσλοβακικής ηγεσίας στο εσωτερικό και η αρνητική πρόσληψη αυτών των πρωτοβουλιών από τη Μόσχα και τους συμμάχους της, απέβη καθοριστική για το μέλλον της Άνοιξης της Πράγας. Η δρομολόγηση των μεταρρυθμίσεων δημιουργούσε μια μεθυστική ατμόσφαιρα στην Τσεχοσλοβακία και απογείωνε την αποδοχή του Ντούμπτσεκ και των συνεργατών του, ενισχύοντας την πεποίθησή τους ότι βρίσκονται σε καλό δρόμο. Όπως ήταν φυσικό δεν ήθελαν να αυτοκτονήσουν πολιτικά εισακούοντας τις συστάσεις ή τις απειλητικές προειδοποιήσεις της Μόσχας και των δορυφόρων της για ακύρωση της μεταρρυθμιστικής πορείας και επιστροφή στο απρόσωπο και γκρίζο μπρεζνιεφικό μοντέλο. Αυτή η διχοτόμηση στη συνέχεια εκφράστηκε και σε επίπεδο ηγεσίας του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας με τη δημιουργία μια μειοψηφικής ομάδας στελεχών με επικεφαλής τον Βασίλ Μπίλακ που άρχισε να απαιτεί συμμόρφωση με τις επιταγές της Μόσχας και επιστροφή στον ενδεδειγμένο δρόμο του σοβιετικού μοντέλου.

Brezhnev και Dubček. Το φιλί του Ιούδα.

Η ένταση μεταξύ των ρεφορμιστών και της Μόσχας κορυφώθηκε τους θερινούς μήνες του 1968. Αφορμή αποτέλεσε η δημοσίευση στις 27 Ιουνίου του κειμένου «Δυο χιλιάδες λέξεις», το οποίο συνέταξε ο συγγραφέας Λούντβικ Βάτσουλικ. Με το «μανιφέστο» αυτό εκατοντάδες επιστήμονες και καλλιτέχνες ζητούσαν επιτάχυνση και διεύρυνση των μεταρρυθμίσεων καθώς και παραίτηση του ΚΚ από το συνταγματικά κατοχυρωμένο μονοπώλιο της εξουσίας. Παράλληλα άρχισαν οι συνεδριάσεις των κομματικών οργανώσεων ενόψει του 13ου συνεδρίου του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, το οποίο επρόκειτο να πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις το συνέδριο θα οδηγούσε σε περαιτέρω ενίσχυση των ρεφορμιστών. Ενόψει αυτής της προοπτικής, ο μέχρι τότε μετριοπαθής Μπρέζνιεφ άρχισε να εγκαταλείπει τα σχέδια συναινετικής επίλυσης του «τσεχοσλοβακικού ζητήματος» και υπό την ασφυκτική πίεση των σκληροπυρηνικών στελεχών άρχισε να υιοθετεί σταδιακά την επιλογή της στρατιωτικής επέμβασης. Η κοινή στρατιωτική άσκηση 24 χιλιάδων στρατιωτών του Συμφώνου της Βαρσοβίας κοντά στο τσεχο-δυτικογερμανικά σύνορα τον Ιούνιο του ΄68 έμελλε να λειτουργήσει ως ύστατη προειδοποίηση προς τους Τσεχοσλοβάκους ρεφορμιστές για το ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης.

Οι ηγέτες των πέντε κρατών-μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας έτοιμοι να μαχαιρώσουν ύπουλα τη μικρή Τσεχοσλοβακία (γελοιογραφία εποχής).

Στις αρχές Ιουλίου το Πολιτικό Γραφείου του ΚΚ Σοβιετικής Ένωσης απηύθυνε επιστολή στην τσεχοσλοβακική ηγεσία με την οποία εκτιμούσε ότι οι εξελίξεις στην Τσεχοσλοβακία θα οδηγήσουν σε «αντεπαναστατικό πραξικόπημα», σημειώνοντας σαφώς ότι η Μόσχα δεν προτίθεται να παρακολουθήσει αδρανής τις εξελίξεις. Το Κρεμλίνο κάλεσε στα μέσα Ιουλίου σε μυστική σύσκεψη στη Βαρσοβία τις υπόλοιπες τέσσερις χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας, αποκλείοντας απ΄ αυτή την Τσεχοσλοβακία και τη Ρουμανία, καθώς η τελευταία είχε επιλέξει να υποστηρίξει διακριτικά την Πράγα.  Ο Σοβιετικός ηγέτης στην Βαρσοβία χαρακτήρισε την κατάσταση στην Πράγα ως «ανοιχτή αντεπαναστατική επίθεση», η οποία θα επέφερε την έξοδο της Τσεχοσλοβακίας από το σοσιαλιστικό στρατόπεδο, παρέχοντας την συγκατάθεσή του για την έναρξη των προετοιμασιών της στρατιωτικής παρέμβασης. Παράλληλα η σοβιετική ηγεσία επιχείρησε μια τελευταία προσπάθεια «συνετισμού» της τσεχοσλοβακικής ηγεσίας λαμβάνοντας την πρωτοβουλία για συνάντηση αντιπροσωπειών των δυο χωρών στη μεθοριακή πόλη Τσιέρνα ναντ Νίσοου στα σλοβακικο-σοβιετικά σύνορα. Όταν οι Σοβιετικοί κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι επιχειρήσεις συνετισμού δεν αποφέρουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα προσανατολίστηκαν αποκλειστικά στην προετοιμασία της στρατιωτικής επέμβασης.

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα της 20ης Αυγούστου 1968, και ενόσω η τσεχοσλοβακική κομματική ηγεσία συνεδρίαζε στην Πράγα, ο υπουργός Άμυνας Μάρτιν Ντζουρ κλήθηκε να απαντήσει σε τηλεφωνική κλήση του σοβιετικού ομολόγου του Αντρέϊ Γκρέτσκο ο οποίος τον ενημέρωσε ότι άρχισε η επιχείρηση κατάληψης της Τσεχοσλοβακίας. Παράλληλα, τον προειδοποίησε να εκδώσει διαταγή μη προβολής αντίστασης προκειμένου να αποφευχθεί η αιματοχυσία μεταξύ στρατιωτών συμμαχικών κρατών. Λίγη ώρα αργότερα, σοβιετικοί αλεξιπτωτιστές εισέβαλαν στην έδρα του τσεχοσλοβακικού κόμματος, συνέλαβαν όλους τους παρόντες και τους οδήγησαν αεροπορικώς στη Μόσχα. Στην στρατιωτική επιχείρηση έλαβαν μέρος 160.000 στρατιώτες και 4.600 τανκς από τη Σοβιετική Ένωση, την Ανατολική Γερμανία, την Πολωνία, την Ουγγαρία και την Βουλγαρία. Οι τσεχοσλοβακικές ένοπλες δυνάμεις δεν αντέταξαν αντίσταση στους εισβολείς. Διαφορετική ήταν η κατάσταση την επόμενη μέρα στις πόλεις και τα χωριά της Τσεχοσλοβακίας, όταν οι πολίτες με προφανή έκπληξη διαπίστωσαν ότι η χώρα τους είχε καταλειφθεί από στρατιωτικές δυνάμεις. Εκδηλώθηκαν διαδηλώσεις και ενέργειες απείθειας με επίκεντρο την Πράγα, ειδικότερα την περιοχή του ραδιοφωνικού σταθμού, στην οποία είχαν καταγραφεί αιματηρές συγκρούσεις και κατά την περίοδο της επιχείρησης απελευθέρωσης της πρωτεύουσας από τους ναζί, με την διαφορά ότι τότε τα σοβιετικά στρατεύματα είχαν έρθει ως απελευθερωτές ενώ τώρα ως εισβολείς. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων καταστολής των διαμαρτυριών αλλά και από άλλες μεμονωμένες ενέργειες των εισβολέων προκλήθηκαν 130 θύματα, στο σύνολό τους άοπλοι πολίτες.

Η είσοδος των σοβιετικών αρμάτων μάχης στην Πράγα.
Τα σοβιετικά τεθωρακισμένα σε θέση μάχης στην πλατεία Wenceslas (Václavské náměstí) .
Αυθόρμητες αντιδράσεις του πλήθους.

Οι πολίτες της Πράγας παρεμποδίζουν με κάθε μέσο την προέλαση των τεθωρακισμένων.

Οι εισβολείς αμέσως μετά την κατάληψη νευραλγικών σημείων της χώρας ανακοίνωσαν τη σύσταση «εργατο-αγροτικής κυβέρνησης» χωρίς να αναφέρουν οτιδήποτε σχετικά με την σύνθεσή της. Σύντομα, οι Σοβιετικοί αντιλήφθησαν ότι οι ντόπιοι σκληροπυρηνικοί συνεργάτες τους στερούνταν οποιουδήποτε λαϊκού ερείσματος. Απέσυραν το εγχείρημα της «εργατο-αγροτικής κυβέρνησης» και επιχείρησαν να μεταπείσουν τους συλληφθέντες τσεχοσλοβάκους ηγέτες να συναινέσουν με την εισβολή, εγκρίνοντας την «προσωρινή» παραμονή των στρατευμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας και παρέχοντας εγγυήσεις για λήψη μέτρων που θα οδηγούσαν στην ακύρωση των μεταρρυθμίσεων της Άνοιξης της Πράγας. Η επιχείρηση συνετισμού των Τσεχοσλοβάκων διήρκησε ένα τριήμερο. Τελικά ο Ντούμπτσεκ και οι σύντροφοί του υπό το βάρος της εισβολής και των ψυχολογικών πιέσεων που τους ασκήθηκαν υποχρεώθηκαν να υπογράψουν το προτεινόμενο «Πρωτόκολλο της Μόσχας», βάσει του οποίου συμφωνούσαν ρητά με την εισβολή, ενώ καλούσαν τους πολίτες της χώρας τους να μην προβάλλουν αντίσταση. Η ταπεινωτική παράδοση της τσεχοσλοβακικής ηγεσίας αποτέλεσε βαρύ πλήγμα για τους τσεχοσλοβάκους πολίτες που μέχρι εκείνη τη στιγμή παρέμειναν πιστοί στο πνεύμα της Άνοιξης της Πράγας, εκφράζοντας ποικιλότροπα την αμέριστη υποστήριξή τους προς τη νόμιμη κυβέρνηση της χώρας. Ας σημειωθεί ότι το ταπεινωτικό σύμφωνο από την τσεχοσλοβακική αντιπροσωπεία δεν υπέγραψε μόνο ο Φράντισεκ Κρίγκελ, ηγέτης του Εθνικού Μετώπου.

“Θα μπορούσε να εισβάλλει και στη χώρα μας”

Στη συνέχεια, η τσεχοσλοβακική ηγεσία διασπάστηκε. Ορισμένα στελέχη αντιλαμβανόμενα ότι η σοβιετική εισβολή θα οδηγούσε σε σταδιακό «ξεδόντιασμα» της Άνοιξης της Πράγας, προτίμησαν να παραιτηθούν από τα αξιώματά τους αποσυρόμενοι από την πολιτική ζωή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Ζντένιεκ Μλύναρζ, ο οποίος αποσύρθηκε στο Εντομολογικό Ινστιτούτο του Εθνικού Μουσείου της Πράγας. Άλλοι πάλι, όπως ο γνωστός συγγραφέας Μίλαν Κούντερα, προτίμησαν να εγκαταλείψουν την Τσεχοσλοβακία ζητώντας πολιτικό άσυλο στη Δύση. Από το 1968 έως τις αρχές του 1970 περίπου 100.000 Τσεχοσλοβάκοι, στην πλειονότητά τους επιστήμονες και διανοούμενοι, κατέφυγαν στη Δύση. Τα ηγετικά στελέχη των ρεφορμιστών, που θεώρησαν ότι συναινώντας «προσωρινά» με τους όρους των εισβολέων θα μπορούσαν να σώσουν «κάτι» από το πνεύμα της Άνοιξης της Πράγας διαψεύστηκαν οικτρά. Ο Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ αφού έκανε την «βρώμικη δουλειά» απαλλάχτηκε τον Απρίλιο του 1969 από τα κομματικά του καθήκοντα και για έναν χρόνο διορίστηκε πρέσβης της Τσεχοσλοβακίας στην Άγκυρα. Στη συνέχεια μετακλήθηκε στην Πράγα, διαγράφτηκε από το Κόμμα και διορίστηκε δασοφύλακας σε μια απομονωμένη περιοχή της Σλοβακίας. Αντίστοιχη μεταχείριση γνώρισαν όχι μόνο τα ρεφορμιστικά στελέχη της τσεχοσλοβακικής ηγεσίας αλλά και εκατοντάδες χιλιάδες μέλη του τσεχοσλοβακικού κόμματος που δεν συντάχθηκαν ανοιχτά με τους εισβολείς. Περίπου μισό εκατομμύριο ρεφορμιστές κομμουνιστές διαγράφτηκαν εντός του 1969 από το κόμμα. Οι πλέον δραστήριοι απ΄ αυτούς, όπως και οι απόγονοί τους, αποκλείστηκαν από τη δημόσια ζωή, οι περισσότεροι υποχρεώθηκαν να ασκούν χειρονακτικές εργασίες ή επαγγέλματα που δεν είχαν σχέση με την ειδίκευσή τους ή δεν απαιτούσαν επαφή με άλλους ανθρώπους. Κορυφαίο γεγονός διαμαρτυρίας όσον αφορά την καταστολή της Άνοιξης της Πράγας και την επιβολή του καθεστώτος «ομαλοποίησης» που επέβαλαν οι Σοβιετικοί αποτέλεσε η αυτοπυρπόληση του εικοσάχρονου φοιτητή της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Καρόλου Γιαν Πάλαχ, τον Ιανουάριο του 1969 μπροστά από το κτίριο του Εθνικού Μουσείου της Πράγας. Από τον Απρίλιο του 1969 την ηγεσία της χώρας ανέλαβε, με τις ευλογίες των Σοβιετικών, μια σκληροπυρηνική ομάδα υπό τον Γκούσταβ Χούζακ, η οποία με την ίδια περίπου σύνθεση παρέμεινε στην ηγεσία της χώρας μέχρι τον Νοέμβριο του 1989, όταν παρασύρθηκε οριστικά από  τη βελούδινη επανάσταση.

Occupation – Prague Spring

Ο Κώστας Τσίβος είναι Επίκουρος Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας και επικεφαλής του Τμήματος Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Καρόλου της Πράγας

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • SKILLING H. Gordon (1976): Czechoslovakia’s Interrupted Revolution, Princeton University Press.
  • WILLIAMS, Kieran (1997): The Prague Spring and its Aftermath: Czechoslovak Politics, 1968-1970. Cambridge University Press.
  • MLYNÁŘ, Zdeněk:  Nightfrost in Prague: The end of humane socialism (Mráz přichází z Kremlu), London, C. Hurst.
  • ΧΑΓΕΚ, Ίρζι (1978): Δέκα χρόνια μετά. Πράγα 1968/1978 Αθήνα, Εκδόσεις Θεμέλιο.
  • ΚΟΥΝΤΕΡΑ, Μίλαν (2016): Η αβάσταχτη ελαφρότητα του Eίναι (Nesnesitelná lehkost bytí) – μυθιστόρημα, Αθήνα, Εστία

Θεοδόσης Τσιρώνης: Η επίκληση των εθνικών σκοπιμοτήτων για τη λειτουργία της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1942)

Θεοδόσης Τσιρώνης

Η  επίκληση των εθνικών σκοπιμοτήτων για τη λειτουργία της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1942)*

Στις 7 Φεβρουαρίου 1942, λίγους μόλις μήνες μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τις Δυνάμεις του Άξονα, η κατοχική κυβέρνηση του Γεωργίου Τσολάκογλου δημοσίευσε το Νομοθετικό Διάταγμα που όριζε ως χρόνο έναρξης της λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το πανεπιστημιακό έτος 1941-1942. Η απόφαση είχε ληφθεί από το κατοχικό Υπουργικό Συμβούλιο, στις 10 Ιανουαρίου του ίδιου έτους.[1]

Η αρχική απορία μας για τη χρονική συγκυρία της έναρξης λειτουργίας αυτής της πανεπιστιμιακής Σχολής έστρεψε την προσοχή μας για την εύρεση των σχετικών απαντήσεων στην ίδια τη Σχολή. Στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις των δύο Τμημάτων της, της Θεολογίας και της Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας, καθώς και στους οδηγούς σπουδών, οι σχετικές αναφορές είναι ισχνές.[2] Εκεί που παρέχονται περισσότερες πληροφορίες είναι στην ηλεκτρονική διεύθυνση της Κοσμητείας της Σχολής. Εκεί υπάρχουν ψηφιοποιημένα ντοκουμέντα που αφορούν στην ίδρυση, τους πτυχιούχους και τους διατελέσαντες καθηγητές της.[3] Τα στοιχεία αυτά αποτελούν ένα μικρό μόνο τμήμα της σχετικής εργασίας που έχει συντελεστεί τα τελευταία έτη. Πραγματικά, επί Κοσμητείας του καθηγητή Ιωάννη Κογκούλη (2007-2010) ξεκίνησε και προχώρησε σε μεγάλο βαθμό το έργο της θεματικής και χρονολογικής ταξινόμησης και ψηφιοποίησης του Αρχείου της Σχολής και της Κοσμητείας της.[4] Πρόκειται για μία προσπάθεια ανεκτίμητης ιστορικής αξίας, που διασώζει και αναδεικνύει σημαντικές πτυχές της πανεπιστημιακής ζωής της Θεσσαλονίκης. Παρόμοιο έργο στην πόλη μας έχει συντελεστεί μονάχα στη Φιλοσοφική Σχολή, με πρωτοβουλία του Κοσμήτορά της, κ. Φοίβου Γκικόπουλου και υπό την επιστημονική εποπτεία των καθηγητών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, κ. Βασίλη Γούναρη, Άρτεμης Ξανθοπούλου-Κυριακού και Αγγελικής Σφήκας-Θεοδοσίου.

Οι πρώτες εγγραφές των φοιτητών της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κατά το πανεπιστημιακό έτος 1941-1942. Πηγή: Αρχείο Θεολογικής Σχολής (στο εξής: ΑΘΣ), Βιβλίο Ειδικού Μητρώου.

Στο Αρχείο της Θεολογικής Σχολής και στο περιοδικό της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, Γρηγόριος ο Παλαμάς, που έχει συνεχή παρουσία από το 1917, το έτος ίδρυσής του δηλαδή, ανατρέξαμε για να λάβουμε τις απαντήσεις τις οποίες τόσο φειδωλά μας παρείχε η βιβλιογραφία. Πραγματικά, οι σχετικές αναφορές σχετικά με την έναρξη της λειτουργίας της Σχολής είναι αποσπασματικές και ελάχιστα διαφωτιστικές. Ακόμα και στο ‘κλασικό’ για το περιεχόμενό του, έργο του συγγραφέα  Γιώργου Καφταντζή, Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης τον καιρό της Κατοχής,[5] υπάρχει μία μόνο αναφορά στο θέμα που μας απασχολεί δίχως καμία περαιτέρω διευκρίνηση. Μεμονωμένες, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο διαφωτιστικές αναφορές, γίνονται και σε πονήματα που εκδόθηκαν με αφορμή τη συμπλήρωση κάποιων επετείων από την ίδρυση της Σχολής ή του Πανεπιστημίου.[6]

Δήλωση και φωτογραφία του Ιβηρίτη Παγκράτιου, πρώτου εγγεγραμμένου φοιτητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Πηγή: ΑΘΣ.

Ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στον χαιρετισμό που απηύθυνε, τόνισε πως η Θεολογική ήταν η πρώτη Σχολή που θα έπρεπε να είχε ιδρυθεί στο Πανεπιστήμιο, λόγω της στρατηγικής γεωγραφικής θέσης της πόλης της Θεσσαλονίκης: αυτή αποτελούσε το κέντρο της Ορθοδοξίας και των Βαλκανίων, μπορούσε δε να προσελκύσει την είσοδο φοιτητών από τα Βαλκάνια και βρισκόταν εγγύτερα σε σχέση με την Αθήνα, στο Άγιον Όρος.[7]  Το σίγουρο είναι ότι η απόφαση για την έναρξη λειτουργίας της Σχολής λήφθηκε εσπευσμένα. Ενδεικτικά αναφέρουμε πως η πρώτη συνεδρίαση των καθηγητών της πραγματοποιήθηκε στις 16 Απριλίου 1942, λίγο δηλαδή πριν εκπνεύσει το ακαδημαϊκό έτος. Αν ανατρέξει δε κανείς στα Πρακτικά της Κοσμητείας της Σχολής του έτους 1942,[8] θα διαπιστώσει πως υπήρχαν αρκετές εκκρεμότητες που έπρεπε να διευθετηθούν, προκειμένου να δρομολογηθεί η ομαλή λειτουργία της. Τον επόμενο μήνα τέθηκε από το Υπουργείο της Παιδείας το ενδεχόμενο της μεταφοράς της Σχολής στη Μονή της Αγίας Αναστασίας  στο Νομό της Θεσσαλονίκης και της παράτασης των μαθημάτων κατά τους θερινούς μήνες. Οι καθηγητές αντέδρασαν και στις δύο προτάσεις, επικαλούμενοι ως επιχείρημα για πρώτη φορά τους λόγους εθνικής σκοπιμότητας, που εξυπηρετούσε η λειτουργία της Σχολής. Συγκεκριμένα, θεωρούσαν πως βασικός προορισμός της ήταν πνευματική και θρησκευτική επίδραση στην πόλη και η τόνωση της εθνικής συνείδησης των κατοίκων της, ιδιαίτερα κατά τις κρίσιμες κατοχικές συνθήκες. Οι ίδιοι παραδέχονταν για πρώτη φορά επίσημα πως αυτή η εθνική και κοινωνική αποστολή της Σχολής υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες για την ίδρυσή της στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας.[9]

Συμπληρωματικά, φάινεται ότι καταλυτικός για τη ενίσχυση του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης μέσω της λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής[10] υπήρξε και ένας άλλος παράγοντας, αν και δεν κατονομαζόταν∙ αυτός ήταν η βουλγαρική εκπαιδευτική παρουσία στη Θεσσαλονίκη και κατ’ επέκταση, η βουλγαρική προπαγάνδα. Οι βουλγαρικές πολιτικές Αρχές είχαν λάβει την άδεια από τους Γερμανούς να ιδρύσουν στη Θεσσαλονίκη δύο Γυμνάσια με τρόφιμους που είχαν μεταφερθεί από βορειότερες σλαβόφωνες περιοχές, ενώ παράλληλα φέρονταν να πίεζαν για την ίδρυση Βουλγαρικού Πανεπιστημίου στην πόλη.[11] Ο κίνδυνος δεν αξιολογείτο ως αβάσιμος, καθώς είχαν επιτύχει ήδη να ιδρύσουν Πανεπιστήμιο στα γιουγκοσλαβικά Σκόπια. Η εξέλιξη αυτή τελικά αποτράπηκε χάρη στην έντονη συμπαράσταση των τοπικών ελληνικών Αρχών στις ενέργειες του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.[12]

Αν όμως ο βουλγαρικός παράγοντας και οι εθνικές σκοπιμότητες ή αναγκαιότητες είχαν ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο και βαρύτητα στην απόφαση για τη λειτουργία της Σχολής τους πρώτους κατοχικούς μήνες, δεν σημαίνει ότι κυριαρχούσαν και την προπολεμική περίοδο στη σχετική επιχειρηματολογία. Το σημείο αυτό είναι κομβικό, δεν πρέπει δηλαδή να εκληφθεί ότι πρόκειται για μία στατική, αλλά για μία δυναμική και εξελισσόμενη κατάσταση, καθώς τα σχετικά επιχειρήματα επανέρχονταν ανά διαστήματα, προσαρμοζόμενα στην εκάστοτε πολιτική και ιδεολογική συγκυρία. Άλλωστε, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι από τη νομοθετική κατοχύρωση της ίδρυσης της Θεολογικής Σχολής έως την επίτευξη της λειτουργίας της μεσολάβησαν δεκαεπτά έτη, με επαναλαμβανόμενες απόπειρες της εκκλησιατικής ηγεσίας να πείσει και να πιέσει την πολιτική εξουσία προς την κατεύθυνση αυτή.

Συγκεκριμένα, ο ιδρυτικός Νόμος του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο Νόμος 3341 της 14ης Ιουνίου 1925, προέβλεπε την ίδρυση της Σχολής, αναφέροντάς την μάλιστα πρώτη στη σειρά.[13] Η Εκλησία της Ελλάδος και η τοπική Μητρόπολη όχι μόνο δεν έμεναν ασυγκίνητες στην εξέλιξη αυτή, αλλά πίεσαν προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης πρωταγωνίστησε στην προσπάθεια αυτή, ήδη πριν τη ψήφιση του Νόμου για την ίδρυση του Πανεπιστημίου. Από το Σεπτέμβριο ήδη του 1924, όταν εφημολογείτο πως η αρμόδια Επιτροπή του Υπουργείου της Παιδείας δεν προέκρινε τη Θεολογική Σχολή στις υπό ίδρυση Σχολές,[14] ο Γεννάδιος απευθύνθηκε στον Πρόεδρο της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ζερβό, επικαλούμενος τη μακραίωνα ιστορία και τη θέση της πόλης. Ο τελευταίος απάντησε πως θα λάμβανε υπόψη τους εθνικούς και ιστορικούς λόγους που συνηγορούσαν υπέρ της ίδρυσης της Σχολής. Όταν όμως ιδρύθηκε μεν το Πανεπιστήμιο, αλλά δεν λειτουργούσε ακόμα η Θεολογική, ο Γεννάδιος με επιστολή του στον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων της Οικουμενικής κυβέρνησης του Αλέξανδρου Ζαΐμη, Αθανάσιο Αργυρό, προσπάθησε να εκμαιεύσει τη συναίνεσή του, κάνοντας λόγο για την «εις τα πάτρια προσήλωσίν» του.[15] Το Μάιο του 1927, συνεδρίασε η Ενοριακή Αντιπροσωπεία υπό την προεδρία του Γεννάδιου και εκτίμησε πως έπρεπε να εντείνει τις προσπάθειές της, καθώς «παρίσταται δ’ επιτακτική ανάγκη να παρασκευάσωμεν εγκαίρως μεμορφωμένον Κλήρον προς αντιμετώπισιν των μαλλιαροκομμουνιστικών τάσεων και της λυπής εκλύσεως της κοινωνίας».[16] Επομένως, από το 1927, εμπλουτίζεται το ιδεολογικό ‘οπλοστάσιο’ της εκκλησιαστικής ρητορικής με τον ‘αγώνα’ που θα διεξήγαγαν οι κληρικοί πλέον ως φορείς υπεράσπισης του υφιστάμενου κοινωνικού καθεστώτος, εναντίον των δημοτικιστών και των κομμουνιστών, στους οποίους αποδιδόταν η ευθύνη για την κοινωνική παρακμή.

Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης (1912-1951). Πηγή: http://athosphotoarchive.blogspot.gr/search?q=%CE%93%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%82

Είχε προηγηθεί η υποβολή υπομνήματος εκ μέρους της Κοινοτικής Αντιπροσωπείας Θεσσαλονίκης στον Υπουργό της Παιδείας της δικτατορικής κυβέρνησης του Θεόδωρου Πάγκαλου. Εκεί αναπτύχθηκαν εννέα συνολικά επιχειρήματα, αλλά τα δύο από αυτά παρουσίαζαν την ιδιαιτερότητα ότι χρησιμοποιήθηκαν μόνο σε εκείνη τη συγκυρία∙ συγκεκριμένα, διαπυπωνόταν η εκτίμηση πως η λειτουργία του Πανεπιστημίου θα λειτουργούσε ως εγγύηση της συναδέλφωσης του ελληνικού και εβραϊκού πληθυσμού, καθώς πολλοί από τους τελευταίους θα φοιτούσαν σ’ αυτό και θα απέβαιναν φορείς του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας και επίσης, η λειτουργία των θεωρητικών ειδικά Σχολών του θα περιόριζε τη δράση των ξένων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στη Θεσσαλονίκη.[17]

Από το 1927, αναδεικνύεται ακόμα ένας παράγοντας που, σύφωνα με τους υπερασπιστές της λειτουργίας της Σχολής, ενισχύει τις θέσεις τους∙ αυτός είναι η Φιλοσοφική Σχολή του ίδιου Πανεπιστημίου, η οποία, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαος Λούβαρις, «όπως συνεκροτήθη είναι πραγματικός κίνδυνος».[18]

Κατά τη διάρκεια της τετραετούς Βενιζελικής διακυβέρνησης, παρατηρήθηκε μία σχετική κάμψη στην ανάληψη πρωτοβουλιών εκ μέρους της Εκκλησίας, με εξαίρεση τους θερινούς μήνες της, οπότε και συζητήθηκε σοβαρά το ενδεχόμενο της άμεσης λειτουργίας της Σχολής από το επόμενο ακαδημαϊκό έτος. Το αμέσως προσεχές διάστημα ωστόσο, μετά την ανάληψη της εξουσίας από τις αντιβενιζελικές πολιτικές δυνάμεις, οι συνθήκες φαίνεται να ευνοούσαν τη δυναμικότερη προβολή του σχετικού αιτήματος. Από το 1932 και μετά, προβάλλονταν έντονα ο κομμουνισμός σε συνάρτηση με τις ξένες προπαγάνδες στη Μακεδονία και γενικότερα στη Βόρεια Ελλάδα,[19] που απαιτούσαν την ύπαρξη αποτελεσματικών θεσμών που θα λειτουργούσαν ως ανάχωμα απέναντί τους και συγκεκριμένα, η ύπαρξη μορφωμένων κληρικών, ιεροκηρύκων και καθηγητών-θεολόγων. Την ίδια περίοδο, διατυπώθηκε η προσδοκία προσέλκυσης φοιτητών από τη Σερβία και τη Ρουμανία, ενώ και η οικονομική κρίση αξιολογείται ως κίνητρο για την επίσπευση της λειτουργίας, καθώς θα διευκολύνονταν στη φοίτησή τους όσοι κατάγονταν από τη Μακεδονία, τη Θράκη και την Ήπειρο και αναγκάζονταν ως τότε να φοιτούν στην Αθήνα.[20]

Ο Γενάδιος πύκνωσε τις επαφές του με τους αντιβενιζελικούς κυβερνητικούς παράγοντες. Το καλοκαίρι του 1933, συνατήθηκε με τον αρμόδιο Υπουργό και του εξέθεσε την εκτίμησή του πως η Θεολογική Σχολή θα μπορούσε να έρθη «εις αντίρροπον της εν μέρει ελευθεριαζούσης Φιλοσοφικής Σχολής, θα στηρίξη τα Εθνικά, Θρησκευτικά και ηθικά φρονήματα της Ακαδημαϊκής νεολαίας και εν γένει του λαού της Βορείου Ελλάδος περιστοιχιζομένου υπό ποικίλων αντεθνικών και αντικοινωνικών προπαγανδών».[21] Το επόμενο έτος ξανασυναντήθηκε με τον ίδιο Υπουργό και του πρόβαλλε το φάσμα της επικράτησης των υλιστικών και ανατρεπτικών ιδεών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και των ποικίλων προπαγανδών στη Μακεδονία. Απέναντι στους κινδύνους αυτούς, μπορούσε να στηθεί ως ανάχωμα η Θεολογική Σχολή.[22] Η Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, μέσα από το περιοδικό της, έκανε ένα βήμα παραπέρα στη συλλογιστική της, ανεβάζοντας τους τόνους της αντιπαράθεσης με όσους διαφωνούσαν με την έναρξη της λειτουργίας της Σχολής, κατατάσσοντάς τους στους εχθρούς του έθνους και τους υπονομευτές της εθνικής υπόστασης της Μακεδονίας.[23] Με τον τρόπο αυτό ωστόσο, φανέρωνε την εξάντληση της υπομονής της για μία απόφαση που διαρκώς αναβαλλόταν και ‘διαμονοποιούσε’ την εκφορά της αντίθετης άποψης και δεν άφηνε περιθώρια στο δημόσιο διάλογο που είχε αναπτυχθεί.

ΙΜΘ, φ. 59, Θεσσαλονίκης Γεννάδιος προς Υπουργό Θρησκευμάτων και Παιδείας, Θεσσαλονίκη, 15 Σεπτεμβρίου 1933.

Τα δεδομένα διαφοροποιήθηκαν ολοκληρωτικά με την κατάλυση του Κοινοβουλευτισμού από τη μεταξική δικτατορία. Το νέο καθεστώς δεν είχε τους ενδοιασμούς του καταλυθέντος ‘κομματικού κράτους’ και τάχθηκε ανεπιφύλακτα υπέρ της ανάγκης λειτουργίας της Σχολής: «Αν ελειτούργει ευθύς εξ αρχής η Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου, δεν θα εισεπήδων εις αυτό υλισταί, άθεοι, αριστεροί, αντίσοφοι, εχθροί των ηθικών και πνευματικών αξιών, διδάσκαλοι της ηθικής αποκαλούντες την ηθικήν ‘παραφροσύνην’». Ο υποθετικός αυτός συλλογισμός συσχετιζόταν και με τη σφοδρή και μακροχρόνια ιδεολογική αντιπαράθεση που είχε εν τω μεταξύ ξεσπάσει ανάμεσα σε ορισμένους πανεπιστημιακούς καθηγητές και την Εκκλησία της Ελλάδος από τη μια, και τον Καθηγητή της Κοινωνιολογίας στη Νομική Σχολή Αβροτέλη Ελευθερόπουλο από την άλλη.[24] Η νέα κυβερνητική θεώρηση στον τομέα της εκπαιδευτικής πολιτικής συνίστατο στον συνδυασμό της ‘εξυγίανσης’ και της συμπλήρωσης του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Οι δύο αυτοί άξονες, σύμφωνα με τον Υπουργό της Παιδείας, θα καθιστούσαν τη Θεσσαλονίκη και τη Βόρεια Ελλάδα γενικότερα, το κέντρο και την αφετηρία «του εθνικού παλμού και του εθνικού φρονήματος και τον άξονα των ιδανικών και των εθνικών παραδόσεων της αναγεννωμένης και αναδημιουργημένης Ελλάδος».[25]

Το 1937, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδας και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος απευθύνθηκαν για το ίδιο θέμα στον αρμόδιο Υπουργό, προσθέτοντας την πληροφορία πως η λειτουργία της Θεολογικής θα επάνδρωνε με ικανά στελέχη τις Μητροπόλεις της Βόρειας Ελλάδας, καθώς τα υπάρχοντα, με επιστημονική κατάρτιση στελέχη, όχι μόνο δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες της Παλαιάς Ελλάδας, αλλά δεν δέχονται καν τον διορισμό τους στις Νέες Χώρες.[26] Στα αιτήματα της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης στάθηκε αρωγός και η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου, που ζήτησε να λειτουργήσει η Σχολή από το ακαδημαϊκό έτος 1939-1940.[27] Οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας παρουσιάστηκαν για ακόμα μία φορά αρκετά ‘ευέλικτοι’: εμφάνισαν δηλαδή τα αιτήματά τους ως άκρως εξυπηρετικά για το «αναδημιουργικόν και εθνοσωτήριον έργον της Εθνικής ημών Κυβερνήσεως».[28] Με την τακτική τους αυτή ωστόσο ταυτίστηκαν με το δικτατορικό καθεστώς και τις πολιτικές και ιδεολογικές του στοχεύσεις. Η κυβέρνηση δεν ανταποκρίθηκε θετικά, όχι από έλλειψη πολιτικής βούλησης,[29] αλλά εξαιτίας των απειλητικών συγκυριών, στις παραμονές του επερχόμενου Παγόσμιου Πόλεμου, που έθεταν σε άμεση προτεραιότητα την άμυνα της χώρας και όχι τη διευθέτηση των εκπαιδευτικών εκκρεμοτήτων.

Η Κατοχή της χώρας από τις Δυνάμεις του Άξονα διαφοροποίησε εντελώς τα δεδομένα. Η προσπάθεια όχι μόνο δεν ανεστάλη, αλλά τέθηκε σε νέες βάσεις. Η νέα κυβέρνηση φαίνεται πως από το καλοκαίρι άρχισε να εξετάζει τις προϋποθέσεις για την έναρξη λειτουργίας της Σχολής. Το Σεπτέμβριο δε του 1941, συνεδρίασε η Ανωτέρα Ενοριακή Αντιπροσωπεία της Θεσσαλονίκης, υπό την προεδρία του Γεννάδιου και απέστειλε υπόμνημα στον πρωθυπουργό Γιώργο Τσολάκογλου, ενώ την οριστική απόφαση της κυβέρνησης υπέρ της θέσης της Εκκλησίας, ανακοίνωσε στον Γεννάδιο, ο Υπουργός της Παιδείας Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος.[30]

Στις 19 Απριλίου 1942 τελέστηκε από τον Γεννάδιο ο αγιασμός για την έναρξη των μαθημάτων. Οι επίσημοι που απηύθυναν χαιρετισμούς εστίασαν στην εθνική αποστολή που είχε να επιτελέσει η Σχολή στη Θεσσαλονίκη και τη Βόρεια Ελλάδα και χαρακτήρισαν τη λειτουργία της εθνική ανάγκη, ειδικά στις τραγικές συνθήκες της Κατοχής. Ο Πρύτανης δε του Πανεπιστημίου, σε ένα συγκινησιακά φορτισμένο λόγο του, συνέδεσε τη Θεολογική Σχολή με ευοίωνους οιωνούς για το μέλλον της πατρίδας: «είνε η απαρχή ενός ευτυχισμένου για τον τόπο μας μέλλοντος και ενισχύουν την κρυφή μου ελπίδα και τη χαρά πως όλες οι συμφορές που περνάει τώρα η πατρίδα μας, δεν είνε παρά μία προσωρινή νεροποντή που μας έφερε ένας ξαφνικός σίφουνας, που γρήγορα θα περάση, για να γλυκοχαράξη ολοκάθαρος ο ουρανός της ευτυχίας».[31]

Η προσπάθεια για την υλοποίηση του ιδρυτικού Νόμου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ήταν πολυετής. Το γράμμα του Νόμου έμενε κενό για πάνω από δεκαέξι έτη, εξαιτίας των κομματικών συγκυριών, της πολιτικής αστάθειας, της οικονομικής καχεξίας, των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων και των δια-επιστημονικών ανταγωνισμών. Όλο αυτό το διάστημα, η Εκκλησία της Ελλάδος και ιδιαίτερα, ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης επανέρχονταν στο πάγιο αίτημά τους. Ο ρόλος δε του τελαυταίου ήταν καθοριστικός.[32] Η αναγνώριση της προσφοράς του ήλθε σύντομα, όταν αποφασίστηκε από τους Καθηγητές της Σχολής να τον αναγορεύσουν σε πρώτο επίτιμο Διδάκτορά της, με το πρόσθετο επιχείρημα της συνολικής εθνικής, ποιμαντικής και κοινωνικής του δράσης.[33]

ΑΘΣ, Ψήφισμα της Θεολογικής Σχολής, με το οποίο αποφασίστηκε η αναγόρευση του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης σε Διδάκτορά της, «τιμής ένεκεν». Θεσσαλονίκη, 30 Μαΐου 1942.

Η Θεολογική Σχολή, μετά την Απελευθέρωση, ‘ανασυγκροτήθηκε’, καθώς απολύθηκαν οι καθηγητές της επειδή είχαν διοριστεί επί Κατοχής και νομοθετήθηκε η πλήρωση των κενών πλέον πανεπιστημιακών εδρών με νέα διαδικασία.[34] Ένας από τους προσωρινά, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, απομακρυθέντες καθηγητές της ήταν ο Βασίλειος Έξαρχος, ο οποίος την περίοδο της Κατοχής ανέπτυξε πλούσια προπαγανδιστική δράση υπέρ των Γερμανών.[35] Στο έργο της ‘ανασυγκρότησης’ της Σχολής ενεπλάκη και ο Δαμασκηνός, υπό τη διπλή ιδιότητα του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, όσο και του Αντιβασιλέα. Οι καθηγητές της Θεολογικής τον ευχαρίστησαν, διαβεβαιώνοντάς τον πως θα εξακολουθούσαν να επιτελούν το εθνικό τους έργο. Ο δε Δαμασκηνός τους απάντησε, επιδοκιμάζοντας τη μέχρι τότε συνεισφρορά τους και εκθέτοντας το ‘όραμά’ του για την επαναθεμελίωση της ελληνικής κοινωνίας στις χριστιανικές αρχές, με πρωτεργάτη την Εκκλησία:

«ολόκληρον το Έθνος παρακολουθεί, μετ’ ενδιαφέροντος, και θα εκτιμήση προσηκόντως το έργον, το οποίον επιτελείτε εις τα βόρεια διαμερίσματα της Ελληνικής Πατρίδος επ’ ωφελεία και των εθνικών συμφερόντων και της όλης χριστιανικής διαπαιδαγωγήσεως της ελληνικής πανεπιστημιακής νεότητος, η οποία θα ηγηθή, εις το εγγύς μέλλον, της ανασυνθέσεως του Εληνικού Οίκου επί τη βάσει των Αληθειών και των Αρχών της Αγίας ημών Θρησκείας. Διότι ουδενός, νομίζομεν, την προσοχήν διαφεύγει το γεγονός, ότι μόνον η οργάνωσις των ανθρωπίνων κοινωνιών συμφώνως προς τα ηθικά και κοινωνικά παραγγέλματα του Χριστιανισμού δύναται να εξασφαλίση γόνιμον ειρήνην και νήφουσαν ευημερίαν εις την τόσον δεινώς χειμασθείσαν ανθρωπότητα. Από ελληνικής δε πλευράς το τοιούτο επίτευγμα δύναται να πραγματοποιηθή, εάν η όλη εθνική δράσις τεθή υπό την καθοδήγησιν της Αγίας ημών Εκκλησίας, βοηθουμένης υπό της Επιστήμης».[36]

ΑΘΣ, Επιστολή του Κοσμητεύοντα Δημ. Μωραΐτη προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Αντιβασιλέα Δαμασκηνό, Θεσσαλονίκη, 19 Νοεμβρίου 1945.

Κύριο χαρακτηριστικό της επιχειρηματολογίας των εκκλησιαστικών παραγόντων ήταν η ικανότητα να την προσαρμόζουν στις εναλασσόμενες συγκυρίες, αλλά και η σταθερότητα στην επίκληση της εθνικής αναγκαιότητας και σκοπιμότητας[37] που εξυπηρετούσε, σύμφωνα μ’ αυτούς, η λειτουργία της ιδρυμένης, αλλά μη υφιστάμενης Θεολογικής Σχολής. Ό,τι δεν είχε επιτευχθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια, συντελέστηκε εντέλει μέσα στους πρώτους μήνες της Κατοχής∙ εξέλιξη που μαρτυρά και την έμφαση την οποία απέδιδε η νέα κυβέρνηση στην αντιμετώπιση των εθνικών κινδύνων, όπως τους αντιλαμβανόταν και τους αναπτύξαμε στην αρχή της εισήγησής μας.

Η θεμελίωση του κτηρίου της Θεολογικής Σχολής στη Θεσσαλονίκη, παρουσία του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου, το 1964. Η συγκεκριμένη φωτογραφία παρουσιάστηκε στην έκθεση «Η ιστορία του ΑΠΘ μέσα από τις φωτογραφίες» που πραγματοποιήθηκε, από τις 5 Ιουλίου 2016 έως τις 15 Οκτωβρίου 2016, στο γυάλινο περίπτερο του Κήπου του Απογευματινού Ήλιου, στη Νέα Παραλία Θεσσαλονίκης, με αφορμή τη συμπλήρωση 90 χρόνων από την ίδρυση του ΑΠΘ. Πηγή: https://i2.wp.com/parallaximag.gr/wp-content/uploads/themeliosi_ktirioy_theologikis_sholis_apo_ton_g._papandreoy1964.jpg?resize=696%2C521
Ο Θεοδόσης Τσιρώνης είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ.

Υποσημειώσεις

*Η παρούσα μελέτη αποτελεί επεξεργασμένη μορφή παλαιότερης εισήγησης, που δεν έχει δημοσιευθεί

[1] ΦΕΚ 21/7 Φεβρουαρίου 1942, τχ. 1ο, Ν.Δ. 964/1942.

[2] Βλ. http://www.theo.auth.gr/theo/gr/Documents/Student%20Guide%202011%20-%202012.pdf και http://www.past.auth.gr.

[3] http://www.theosch.auth.gr/digital_archive.htm.

[4] Ιωάννης Β. Κογκούλης, Διακονώντας ως Κοσμήτορας τη Θεολογική Σχολή του Αριστοτερλείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Πεπραγμένα Κοσμητείας 2006-2010, Θεσσλονίκη 2010, σσ. 215-230.

[5] Γιώργος Καφταντζής, Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης τον καιρό της Κατοχής, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 14.

[6] Βλ. Χρίστος Κρικώνης, «Σύντομη Ιστορία της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Με την ευκαιρία συμπληρώσεως 50 ετών λειτουργίας από την ίδρυσή της (1942-1992)», Εκκλησία, (1), 1/15 Ιανουαρίου 1993, 29-30. Θεόδωρος Ζήσης, Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης. Η πρόσφορά της (1942-1992), Θεσσαλονίκη 1999. Βασίλειος Δ. Κυριαζόπουλος, Αριστοτέλειον Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης (1926-1960), Θεσσαλονίκη 1960,  σσ. 25-26. Του ιδίου, Τα πενήντα χρόνια του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1926-1976), Θεσσαλονίκη 1976, σσ. 47-48.

[7] Αρχείο Θεολογικής Σχολής (στο εξής: ΑΘΣ), Βιβλίο Πρακτικών, Τόμος 1ος, 1η Συνεδρία, 16 Απριλίου 1942.

[8] ΑΘΣ, Βιβλίο Πρακτικών, Τόμος 1ος .

[9] ΑΘΣ, Βιβλίο Πρακτικών, Τόμος 1ος, 6η Συνεδρία, 23 Μαΐου 1942.

[10] Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η απόφαση, λίγες μόλις ημέρες αργότερα, για την ίδρυση της Ιατρικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, βλ. ΦΕΚ 28/18 Φεβρουαρίου 1942, τχ. 1ο, Ν.Δ. 1021/1942.

[11] Κρικώνης, ό.π., σ. 29

[12] Κυριαζόπουλος, Τα πενήντα χρόνια, σ. 48.

[13] ΦΕΚ 154/22 Ιουνίου 1925, τχ. 1ο, Νόμος 3341/1925.

[14] Η Μητρόπολη Θεσσαλονίκης εκτιμούσε πως μετά την πτώση της κυβέρνησης Παπαναστασίου, επικράτησαν στο Υπουργείο της Παιδείας «αριστερίζουσαι αντιλήψεις», βλ. Γρηγόριος ο Παλαμάς (στο εξής: ΓΠ), 198-199 (Ιούλιος-Αύγουστος 1932), 266-267.

[15] Ιστορικό Αρχείο Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης (στο εξής: ΙΜΘ), φ. 48, Θεσσαλονίκης Γεννάδιος προς Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Θεσσαλονίκη, 17 Φεβρουαρίου 1927.

[16] ΓΠ, 203 (Δεκέμβριος 1932), 392. Η Ανωτέρα Ενοριακή Αντιπροσωπεία απέστειλε επιστολή στον Υπουργό της Παιδείας, ο οποίος της απάντησε πως θα λάμβανε υπόψη τις απόψεις της, αλλά απέφευγε να δεσμευτεί για τις μελλοντικές του δράσεις.

[17] ΓΠ, 121 (Ιανουάριος 1926), 47.

[18] ΓΠ, 203 (Δεκέμβριος 1932), 394.

[19] Συγκεκριμένα, στον ΓΠ, 198-199 (Ιούλιος-Αύγουστος 1932), 266 υποστηριζόταν πως: «οργιάζουν οι παντοειδείς ξενικαί προπαγάνδαι, ο δε κομμουνισμός και ο κοινωνικός και ο ηθικός αριστερισμός απειλούν αποσύνθεσιν της οικογενειακής, της εθνικής και αυτής της κρταικής ζωής».

[20] ΓΠ, 202 (Νοέμβριος 1932), 356-357.

[21] ΙΜΘ, φ. 59, Θεσσαλονίκης Γεννάδιος προς Υπουργό Θρησκευμάτων και Παιδείας, Θεσσαλονίκη, 15 Σεπτεμβρίου 1933.

[22] ΓΠ, 221 (Ιούνιος 1934), 227-228.

[23] ΓΠ, 222-223 (Ιούλιος-Αύγουστος 1934), 270-271.

[24] ΓΠ, 262 (Ιανουάριος 1937), 47-48. Για το ζήτημα αυτό, βλ. Θεοδόσης Αθ. Τσιρώνης, «Εγνωσμένων αριστερών θεωριών και αλλοπροσάλων φρονημάτων: Ο Καθηγητής Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αβροτέλης Ελευθερόπουλος και τα όρια ανοχής στην ελευθερία της ακαδημαϊκής έκφρασης» στο συλλογικό έργο, Βασίλης Κ. Γούναρης (επίμ.), Έθνος, Κράτος και Πολιτική, Θεσσαλονίκη 2009, σσ. 303-328.

[25] ΓΠ, 264 (Μάρτιος 1937), 181.

[26] ΓΠ, 271 (Οκτώβριος 1937), 348-349. Τα ίδια επιχειρήματα επανέλαβε η Ιερά Σύνοδος δύο έτη αργότερα, βλ. ΙΜΘ, φ. 89/9, η Ιερά Σύνοδος προς το Υπουργείο Θρησκευμάτων, Αθήνα, 16 Μαρτίου 1939.

[27] ΙΜΘ, φ. 89/9, ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης προς το Υπουργείο Θρησκευμάτων,  Θεσσαλονίκη, 10 Μαΐου 1939.

[28] ΙΜΘ,  φ. 8/3, Επιστολή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρύσανθου προς το Υπουργείο Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, Αθήνα, 23 Αυγούστου 1939.

[29] Ο Υφυπουργός της Παιδείας, σε συνάντησή του με το Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, τον διαβεβαίωσε πως υιοθετούσε πλήρως την επιχειρηματολογλια της Εκκλησίας, βλ. ΙΜΘ, φ. 89/9, Θεσσαλονίκης Γεννάδιος προς Ιερά Σύνοδο, Θεσσαλονίκη, 16 Μαΐου 1939.

[30] ΓΠ, 209-211 και ΓΠ, 319 (Οκτώβριος-Νοέμβριος 1941), 200.

[31] ΓΠ, 326-327 (Μάιος-Ιούνιος 1942), 78.

[32] Ζήσης, ό.π., σ. 20, υποσημ. 4.

[33] ΑΘΣ, Βιβλίο Πρακτικών, Τόμος 1ος, 7η Συνεδρία, 30 Μαΐου 1942. Η επίδοση του τιμητικού διπλώματος στον Γεννάδιο, αναβλήθηκε εξαιτίας των ανωμάλων συνθηκών για «ευθετώτερον χρόνον», ώστε η τελετή να λάβει όσο το δυνατό επισημώτερο και πιο πανηγυρικό χαρακτήρα.

[34] Βλ. ΦΕΚ 150/13 Ιουνίου 1945, τχ. 1ο, Α.Ν. 361/1945.

[35] Στράτος Ν. Δορδανάς, Έλληνες ενατίον Ελλήνων, Θεσσαλονίκη 2006.

[36] ΑΘΣ, φ. 121, ο Κοσμητεύων της Θεολογικής Σχολής προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, Θεσσαλονίκη, 19 Νοεμβρίου 1945 και Αρχιεπίσκοπος Αθηνών προς Κοσμήτορα Θεολογικής Σχολής, Αθήνα, 1 Δεκεμβρίου 1945, από όπου και το απόσπασμα.

[37] Στα πονήματα με επετειακούς απολογισμούς της προσφοράς της Θεολογικής Σχολής, τονίζεται και το εθνικό της έργο. Βλ. Ενδεικτικά, Ζήσης, ό.π., σσ. 24-25.

Η κόλαση των Σίντι και Ρομά στο Άουσβιτς

4.000 Σίντι και Ρομά εξοντώθηκαν τη νύχτα της 2ης Αυγούστου 1944 στο ναζιστικό στρατόπεδο Άουσβιτς-Μπίρκεναου. Ο 10χρονος τότε Μάνο Χέλενραϊνερ από καθαρή τύχη δεν είχε την ίδια μοίρα με πολλούς συγγενείς του.

Ο Μάνο Χέλενραϊνερ είναι σήμερα 84 ετών. Στο σπίτι του, στο Μέτενχαϊμ της Βαυαρίας, κρέμονται φωτογραφίες του με τους πρώην γερμανούς προέδρους Κρίστιαν Βουλφ και Γιόαχιμ Γκάουκ. Στο χέρι του διακρίνεται το νούμερο κρατουμένου που του είχαν τυπώσει στο Άουσβιτς: Ζ 3526. Το Ζ σημαίνει «τσιγγάνος», από το αρχικό της αντίστοιχης λέξης στα γερμανικά. Ανήκε και αυτός στο μειονότητα των Σίντι και Ρομά που εκδιώχθηκαν και εξοντώθηκαν με κτηνώδη τρόπο από το ναζιστικό καθεστώς.

Η καθημερινότητα στο ναζιστικό στρατόπεδο ήταν απάνθρωπη και τραυματική. «Μας έβγαζαν έξω στις 4 τα ξημερώματα, ακόμη και το χειμώνα με πολύ χιόνι. Οι ηλικιωμένες κυρίες πάγωναν και έπεφταν νεκρές έξω ή μέσα στις τουαλέτες. Δεν υπήρχαν κανονικές τουαλέτες, ήταν κουβάδες, ήταν τραγικό. Είναι θαύμα το ότι είμαστε ακόμη ζωντανοί», λέει ο Μάνο Χέλενραϊνερ.

Λίγο πριν διαλυθεί ο αποκαλούμενος «καταυλισμός των τσιγγάνων» εντός του Άουσβιτς-Μπίρκεναου, όπου 4.000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά Σίντι και Ρομά οδηγήθηκαν στους θαλάμους αερίων και στη συνέχεια ρίχτηκαν στην πυρά, ο Μάνο Χέλεραϊνερ με τους γονείς του και την αδερφή του μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ράβενσμπρουκ. Στο Άουσβιτς έχασε πολλούς συγγενείς -36 μέλη της οικογένειας Χέλενραϊνερ άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή. Σκληρές εικόνες, με παιδιά να πεθαίνουν και μάνες να ουρλιάζουν και να θρηνούν ξαναζωντανεύουν ακόμη και σήμερα στο μυαλό του. Ο ίδιος ευγνωμονεί τη σύζυγό του, η οποία τον βοήθησε να αντεπεξέλθει απέναντι στους διαρκείς εφιάλτες του.

Η διατήρηση της μνήμης και οι σύγχρονοι τιμητές των ναζί

Ο Μάνο Χέλενραϊνερ με τη σύζυγό του Έλσα

Στο στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ χωρίστηκαν άνδρες και γυναίκες. Αργότερα ο Μάνο και ο πατέρας του μεταφέρθηκαν από το Ράβεσνμπρουκ στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ζαξενχάουζεν, κοντά στο Βερολίνο. Ο πατέρας του και άλλοι πρώην στρατιώτες στάλθηκαν ξανά στο μέτωπο του πολέμου. Ο Μάνο και οι υπόλοιποι κρατούμενοι εξωθήθηκαν σε πορεία θανάτου προς τα δυτικά. Όποιος δεν άντεχε να προχωρήσει, εκτελούνταν άμεσα από άνδρες των SS. Όταν πλησίασαν τα προελαύνοντα ρωσικά στρατεύματα και οι μάχες μεταξύ Γερμανών και Ρώσων γίνονταν ολοένα σκληρότερες, ο μικρός Μάνο μαζί με άλλα παιδιά κατόρθωσαν να δραπετεύσουν. Με τη βοήθεια γάλλων στρατιωτών έφτασε στη Γαλλία. Μετά από κάποιο διάστημα σε μια οικογένεια στην Αλσατία, επέστρεψε τον Δεκέμβριο του 1946 στην οικογένειά του στο Μόναχο, η οποία τον αναζητούσε.

Ο Μάνο Χέλεραϊνερ θέλει σήμερα να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη των τραγικών γεγονότων που έζησε στα χέρια των ναζί –μεταξύ άλλων δίνει διαλέξεις σε σχολεία. «Για να ξέρουν οι νεαροί Γερμανοί τι περάσαμε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και ότι το καθεστώς του Χίτλερ ήταν εγκληματικό. Και σήμερα υπάρχουν διάδοχοι που τιμούν τους ναζί και αυτό με φοβίζει. Κάτι τέτοιο δεν πρέπει να ξανασυμβεί», τονίζει.

Αντρέα Γκρούναου Άρης Καλτιριμτζής

Πηγή: Deutsche Welle