Skip to main content

Μασσαλία, 9 Οκτωβρίου 1934. H ανατομία μιας πολιτικής δολοφονίας

Μασσαλία, 9 Οκτωβρίου 1934. H ανατομία μιας πολιτικής δολοφονίας

Η δολοφονία, σε κεντρικό σημείο της Μασσαλίας, του βασιλέα Αλέξανδρου Α΄ της Γιουγκοσλαβίας στις 9 Οκτωβρίου 1934, στο πλαίσιο επίσημης επίσκεψης στη Γαλλία, έχει να επιδείξει μια ιδιαιτερότητα. Πρόκειται για την πρώτη πολιτική δολοφονία στην Ιστορία, η οποία απαθανατίστηκε από τον κινηματογραφικό φακό. Υπό αυτή την έννοια διεκδικεί περίοπτη θέση δίπλα σε ανάλογες περιπτώσεις, όπως είναι η δολοφονία του John Fitzgerald Kennedy τον Νοέμβριο του 1963 στο  Ντάλας του Τέξας (η ερασιτεχνική λήψη του Abraham Zapruder αποκάλυψε πως ο πρόεδρος των ΗΠΑ είχε παρασυρθεί σε ενέδρα διασταυρωμένων πυρών) ή εκείνη του προέδρου της Αιγύπτου Anwar el-Sadat τον Οκτώβριο 1981 στο Κάιρο, στη διάρκεια στρατιωτικής παρέλασης. H κινηματογραφική κάλυψη της επίσκεψης του Αλέξανδρου Α΄ ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία για το ευρύ κοινό. Έως τότε, εφικτή μέθοδος ήταν μόνο η φωτογραφική κάλυψη. Μάλιστα, οι γαλλικές αρχές ανέχθηκαν τελικά προς όφελος του θεάματος πρωτοβουλίες, οι οποίες παραβίαζαν τους στοιχειώδεις κανόνες ασφαλείας (π.χ. χρήση ανοικτού αυτοκινήτου, κατεβασμένα τζάμια, διακριτική συνοδεία από έφιππους αξιωματικούς πίσω από το αυτοκίνητο και όχι πέριξ αυτού προκειμένου να μην παρεμποδιστεί η οπτική γωνία των εικονοληπτών, χαμηλή ταχύτητα του οχήματος – 8 χλμ., κλπ.) παρά το γεγονός ότι υπήρχαν πληροφορίες για επικείμενη απόπειρα δολοφονίας. Ο εικονολήπτης έτυχε να βρίσκεται λίγα μέτρα μόνο μακριά από το σημείο του συμβάντος. Η ίδια η στιγμή της δολοφονίας του διέφυγε. Απαθανάτισε τα όσα ακολούθησαν: τη σύλληψη και το λιντσάρισμα του δολοφόνου, τον πανικό του πλήθους, την αγωνία του βασιλέα της Γιουγκοσλαβίας κατά τις ύστατες στιγμές της ζωής του. Πρόκειται για την κινηματογραφική απαθανάτιση ενός δραματικού και απρόσμενου γεγονότος με ό,τι συνεπάγεται κάτι τέτοιο σε επίπεδο ψυχολογικού κλονισμού του κοινού που βλέπει τα στιγμιότυπα, αλλά και ανεκτίμητης ιστορικής μαρτυρίας για τους ειδικούς.

Ο Αλέξανδρος Α΄ αγνόησε το γεγονός ότι τρεις πρόγονοί του, ανήκοντες στη δυναστεία των Καραγεώργηδων, είχαν δολοφονηθεί ημέρα Τρίτη. Την Τρίτη 9 Οκτωβρίου 1934, αποβιβάστηκε στο λιμάνι της Μασσαλίας, καθ οδόν προς το Παρίσι. Σκοπός της επίσκεψης στη Γαλλία ήταν η ενδυνάμωση των διμερών σχέσεων στους κόλπους του συνασπισμού της Μικρής Συνεννοήσεως σε μια κρίσιμη διεθνή συγκυρία. Το πρόγραμμα προέβλεπε μια τρίωρη στάση στην πόλη των Φωκέων, η οποία περιλάμβανε κατάθεση στεφάνου στο μνημείο των πεσόντων της Στρατιάς της Ανατολής, σύντομη συνάντηση με τις αρχές της πόλης στο Νομαρχιακό Μέγαρο και μετάβαση στον σιδηροδρομικό σταθμό του Αγίου Καρόλου (Gare Saint-Charles), όπου ο Γιουγκοσλάβος μονάρχης θα επιβιβαζόταν σε αμαξοστοιχία με τελικό προορισμό το Παρίσι. Η διάρκεια της παραμονής του στη Μασσαλία μόλις και μετά βίας επρόκειτο να ξεπεράσει τις τρεις ώρες, σύμφωνα με το επίσημο τελετουργικό.

Μόλις αποβιβάστηκε από το καταδρομικό JRM Dubrovnik στην προκυμαία των Βέλγων (Quai des Belges) νωρίς το απόγευμα, έγινε δεκτός από τις επίσημες αρχές: τον υπουργό Εξωτερικών Louis Barthou, τον υπουργό Ναυτικών François Piétri και τον στρατηγό Alphonse Georges, μέλος του Ανωτάτου Συμβουλίου Πολέμου της Γαλλίας, προσωπικό γνωστό του Αλέξανδρου από την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η πομπή ξεκίνησε από το παλιό λιμάνι με προορισμό το μνημείο των πεσόντων, με πλήθος κόσμου να έχει κατακλύσει δρόμους, εξώστες και ταράτσες των κτηρίων, παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για εργάσιμη ημέρα. Δεν πρόλαβε, ωστόσο, να διανύσει 250 μέτρα. Στο ύψος του Χρηματιστηρίου, ένας άντρας ξεχώρισε από το πλήθος, ανέβηκε στον αναβατήρα του αυτοκινήτου από την πλευρά όπου καθόταν ο βασιλέας και άδειασε το περίστροφό του επάνω στον τελευταίο σχεδόν εξ επαφής.

Η σκηνή εκτυλίχθηκε ταχύτατα αιφνιδιάζοντας τους πάντες. Ο 37χρονος δολοφόνος, Vlado Chernozemski, αρχικά συγκρατήθηκε από τον οδηγό, ο οποίος προς στιγμή άφησε από τα χέρια του το τιμόνι, προτού εξουδετερωθεί από το ξίφος ενός από τους παρακείμενους έφιππους αξιωματικούς. Στη συνέχεια λιντσαρίστηκε από το αγριεμένο πλήθος και εξέπνευσε αιμόφυρτος και άγρια παραμορφωμένος στο πεζοδρόμιο. Ο θάνατος του Αλέξανδρου επήλθε 45 λεπτά έπειτα από την επίθεση, στον αστυνομικό σταθμό της περιοχής, όπου μέσα στο γενικό πανδαιμόνιο μεταφέρθηκε αντί του νοσοκομείου. Ωστόσο, είχε πέσει σε κώμα ευρισκόμενος ακόμη εντός του αυτοκινήτου. Ο Louis Barthou εξήλθε του οχήματος τραυματισμένος στο χέρι. Καθώς ουδείς ασχολήθηκε μαζί του, σταμάτησε με δική του πρωτοβουλία ένα αυτοκίνητο και ζήτησε να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο.  Υπέκυψε στα τραύματά του από ακατάσχετη αιμορραγία και αφού προηγουμένως οι γιατροί αναγκάστηκαν να του ακρωτηριάσουν το χέρι. Ο στρατηγός Georges, βαριά τραυματισμένος στο στήθος, χαροπάλευε επί πολλές ημέρες. Τελικά επέζησε, ωστόσο ουδέποτε κατάφερε να ξεπεράσει τον κλονισμό, τον οποίον είχε υποστεί. Από αδέσποτες σφαίρες του δολοφόνου και των αστυνομικών τραυματίστηκαν περί τα δεκαπέντε άτομα από το πανικόβλητο πλήθος.

Η τρίλεπτη κινηματογραφική απαθανάτιση του συμβάντος από τον Georges Méjat προκάλεσε τεράστια αίσθηση όταν προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες. Έστω και αν ο εικονολήπτης έχασε για λίγα δευτερόλεπτα το ίδιο το στιγμιότυπο της δολοφονίας, το κοινό ανακάλυπτε με δέος την αμεσότητα με το γεγονός, κάτι που μπορούσε πλέον να προσφέρει απλόχερα μια νέα μορφή τέχνης. Εκείνη της κινούμενης εικόνας.

Η υποδοχή από τον υπουργό Εξωτερικών της Γαλλίας Louis Barthou στο λιμάνι της Μασσαλίας. Δεξιά διακρίνεται ο στρατηγός Alphonse Georges.

 

H  επιθεώρηση του τιμητικού αγήματος.

 

 

Δευτερόλεπτα πριν από τη δολοφονία. Οι τελευταίες φωτογραφίες εν ζωῄ του βασιλέα Αλέξανδρου και του Louis Barthou.

 

Το χρονικό της δολοφονίας.

 

H δολοφονία δευτερόλεπτο προς δευτερόλεπτο


 

Η σύλληψη του δράστη.

 

Το ψυχορράγημα του θύματος.

 

Το σημείο της δολοφονίας στη λεωφόρο Canebière, στο ύψος της πλατείας του Χρηματιστηρίου.
Ο δράστης Vlado Chernozemski και η σορός του έπειτα από το λυντσάρισμα του πλήθους.

 

Αναμνηστική στήλη στο σημείο της δολοφονίας.

 

Η ανακοίνωση του συμβάντος στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.

 

Μασσαλία, 10 Οκτωβρίου 1934. Η σορός μεταφέρεται από το κτήριο της Νομαρχίας προς το λιμάνι, συνοδευόμενη από τον Πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας, Albert Lebrun.

 

 

Η αποβίβαση από το καταδρομικό Dubrovnik στο λιμάνι του Σπλιτ στις 14 Οκτωβρίου 1934.

 

Βελιγράδι, 18 Οκτωβρίου 1934. Η χήρα, βασίλισσα Μαρία, και ο νεαρός βασιλέας Πέτρος Β΄έπειτα από το πέρας της επιμνημόσυνης ακολουθίας. Στη δεύτερη σειρά διακρίνεται ο αντιβασιλέας Παύλος, εξάδελφος του δολοφονηθέντος και τοποτηρητής του θρόνου της Γιουγκοσλαβίας έως την ενηλικίωση του ανεψιού του. Η σορός του Αλέξανδρου Α΄ μεταφέρθηκε κατόπιν σιδηροδρομικώς στην κωμόπολη Topola της κεντρικής Σερβίας για την ταφή, εκεί όπου, το 1804, ο ιδρυτής της δυναστείας των Karađorđe είχε αναλάβει την ηγεσία της εξέγερσης κατά των Οθωμανών.

 

The Funeral Of Alexander I Of Jugoslavia At Belgrade (Πηγή: British Pathé FILM ID:799.38)

 

Πέτρος Β΄, βασιλέας της Γιουγκοσλαβίας.

 

Παρίσι, 13 Οκτωβρίου 1934. Η νεκρική πομπή του Louis Barthou περνά έξω από το κτήριο του υπουργείου Εξωτερικών.

 

Τα νεκρικά εκμαγεία των Αλέξανδρου Α΄ και Louis Barthou, όπως εκτίθενται στο Ιστορικό Μουσείο της Μασσαλίας.

 

MARSELJSKI ATENTAT

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

 

Θεόδωρος K. Κορρές: Η εικονομαχική έριδα στο Βυζάντιο: Σύντομη επισκόπηση ενός πολιτικο-θρησκευτικού ζητήματος

Θεόδωρος K. Κορρές

Η εικονομαχική έριδα στο Βυζάντιο:
Σύντομη επισκόπηση ενός πολιτικο-θρησκευτικού ζητήματος

 

Για το ζήτημα της Εικονομαχίας που ταλαιπώρησε το βυζαντινό κράτος για περισσότερο από έναν αιώνα (ca. 726 – 842) έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες. Η βιβλιογραφία συνεχώς εμπλουτίζεται με νέα πονήματα που καλύπτουν την ιστορική-πολιτική και θεολογική-φιλοσοφική διάσταση του φαινομένου. Το παρόν κείμενο θα επιχειρήσει μια αδρομερή παρουσίαση των κύριων γεγονότων της περιόδου, ως έναυσμα για την πρόκληση περαιτέρω συζήτησης και μελέτης.¹

 

Α’ Περίοδος της Εικονομαχίας (ca. 730-787)

Η αρχή της Εικονομαχικής περιόδου μπορεί να τοποθετηθεί χρονικά στην εποχή της βασιλείας του Λέοντα Γ΄, ιδρυτή της δυναστείας των Ισαύρων. Ο Λέων, δεσπόζουσα φυσιογνωμία ανάμεσα στους αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης, ανήλθε στον θρόνο στις 25 Μαρτίου του 717, κι αφότου ο Θεοδόσιος Γ΄ (715-717) είχε εξαναγκαστεί σε παραίτηση, λίγο πριν την έναρξη της β΄ πολιορκίας της Βασιλεύουσας από τους Άραβες (Αύγουστος 717).²

Η επιτυχής αντιμετώπιση της αραβικής επίθεσης κατά το κρίσιμο έτος 717/718 εξασφάλισε σε μεγάλο βαθμό την επιβίωση της αυτοκρατορίας. Αυτό επέτρεψε στον Λέοντα να προχωρήσει με ευρύτερες μεταρρυθμίσεις σε διάφορους τομείς, στοχεύοντας στην αναμόρφωση του κράτους, παρότι παράλληλα έπρεπε να ασχοληθεί και με ορισμένες ταραχές στο εσωτερικό, όπως το στασιαστικό κίνημα του πρώην αυτοκράτορα Αναστασίου Β΄ (713-715), το οποίο και κατεστάλη το 719. Σημαντικές ήταν οι πρωτοβουλίες του στο νομοθετικό επίπεδο, με σειρά παρεμβάσεων στο οικογενειακό, το θαλάσσιο και το ποινικό δίκαιο, που αποτέλεσαν και την Εκλογή, το νομοθετικό κώδικα του 726. Η θρησκευτική του πολιτική έναντι των μη χριστιανών της αυτοκρατορίας ήταν αυστηρή, αφού επέβαλε το βάπτισμα των Εβραίων και των Μοντανιστών που κατοικούσαν στα εδάφη της.

Η βασική πρωτοβουλία του όμως στο θρησκευτικό επίπεδο αφορούσε την απαγόρευση της προσκύνησης των εικόνων. Η εικόνα αποτελούσε σημαντικό τμήμα της λειτουργικής ζωής των Χριστιανών, με αυξημένη σημασία, όπως και η προσκύνηση των ιερών λειψάνων. Για τον Λέοντα και τον κύκλο του όμως οι πράξεις αυτές, με την υπερβολική προσήλωση στη λατρεία των εικόνων, φάνταζαν ως οιωνεί ειδωλολατρικές. Μια σειρά από γεγονότα, με κύριο την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας, εκλήφθηκαν ως οργή του Θεού, απόδειξη πως έπρεπε να αναληφθεί δράση για την επαναφορά των πιστών στον ορθό δρόμο. Η περιγραφή³ του Θεοφάνη στη «Χρονογραφία» του είναι εναργής:

Ἐν αὐτῷ δὲ τῷ ἔτει, ἰνδικτιῶνος θʹ, ὥρᾳ θέρους, ἀτμὶς ὡς ἐκ
καμίνου πυρὸς ἀνέβρασεν ἀναμέσον Θήρας καὶ Θηρασίας τῶν νήσων
ἐκ τοῦ βυθοῦ τῆς θαλάσσης ἐπὶ ἡμέρας τινάς, καὶ κατὰ βραχὺ
παχυνομένη καὶ ἀπολιθουμένη τῇ ἐξάψει τῆς πυρώδους ἐκκαύσεως,
ὅλος ὁ καπνὸς πυροφανὴς ἐδείκνυτο. τῇ δὲ παχύτητι τῆς γεώδους
οὐσίας πετροκισσήρους μεγάλους ὡς λόφους τινὰς ἀνέπεμψε καθ’
ὅλης τῆς μικρᾶς Ἀσίας καὶ Λέσβου καὶ Ἀβύδου καὶ τῆς πρὸς θά-
λασσαν Μακεδονίας, ὡς ἅπαν τὸ πρόσωπον τῆς θαλάσσης ταύτης
κισσήρων ἐπιπολαζόντων γέμειν· μέσον δὲ τοῦ τηλικούτου πυρὸς
νῆσος ἀπογεωθεῖσα τῇ λεγομένῃ Ἱερᾷ νήσῳ συνήφθη, μήπω τὸ πρὶν
οὖσα, ἀλλ’ ὡς αἱ προρρηθεῖσαι νῆσοι, Θήρα τε καὶ Θηρασία ποτὲ
ἐξεβράσθησαν, οὕτω καὶ αὕτη νῦν ἐπὶ τῶν χρόνων τοῦ θεομάχου
Λέοντος. ὃς τὴν κατ’ αὐτοῦ θείαν ὀργὴν ὑπὲρ ἑαυτοῦ λογισάμενος
ἀναιδέστερον κατὰ τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν εἰκόνων ἤγειρε πόλεμον […]

Η πρώτη εμβληματική πράξη στον αγώνα κατά της λατρείας των εικόνων ήταν η αποκαθήλωση της εικόνας του Χριστού που βρισκόταν στην Χαλκή Πύλη. Σύμφωνα με τον Θεοφάνη το πλήθος το οποίο είχε συγκεντρωθεί στην περιοχή επιτέθηκε κατά των στρατιωτών του αυτοκράτορα που είχαν επιφορτιστεί με την συγκεκριμένη αποστολή και σκότωσαν ορισμένους εξ αυτών. Η οργή του Λέοντα οδήγησε σε εξορίες, μαστιγώσεις και ακόμη πιο αυστηρές σωματικές ποινές (ακρωτηριασμούς).⁴

Χαλκή Πύλη του Ιερού Παλατίου της Κωνσταντινούπολης. Η αποκαθήλωση της εικόνας του Χριστού από τους στρατιώτες του Λέοντα Γ΄ αποτέλεσε, σύμφωνα με τις πηγές, αφορμή για επεισόδια στην πρωτεύουσα, και ήταν η πρώτη πράξη ως προς την εφαρμογή της εικονομαχικής πολιτικής του αυτοκράτορα. (Πηγή: byzantium1200 project / internet).

Πρόσφατες έρευνες έχουν ασχοληθεί με το πως ξεκίνησε η Εικονομαχία στο Βυζάντιο, αμφισβητώντας το κατά πόσο για όλα ευθύνεται ο αυτοκράτορας. Γνωρίζουμε πως το 830 ο Λέοντας απαγόρευσε την προσκύνηση των εικόνων, αλλά αυτό δεν σήμαινε ταυτόχρονη απαγόρευση για άλλα σύμβολα, όπως ο Σταυρός. Η διαμάχη του αυτοκράτορα με τον πατριάρχη Γερμανό σχετικά με τη δυνατότητα του πρώτου να παρεμβαίνει σε ζητήματα πίστης και δόγματος δίχως να έχει προηγηθεί κάποια Σύνοδος (Οικουμενική, Τοπική ή έστω Ενδημούσα) είναι βέβαια γνωστή και οδήγησε στην παραίτηση του τελευταίου. Μια νέα προσέγγιση πάνω στις διαθέσιμες πηγές όμως δείχνει πως στη περιφέρεια της αυτοκρατορίας υπήρχαν εντάσεις και αμφιβολίες ως προς την προσκύνηση των εικόνων. Αλληλογραφία του πατριάρχη Γερμανού με τους επισκόπους Νακώλειας Κωνσταντίνο και Κλαυδιουπόλεως Θωμά ανάμεσα στα έτη 720-730 είναι αποκαλυπτική για προβλήματα που είχαν ανακύψει στις συγκεκριμένες περιοχές. Οι δύο ιεράρχες πιθανότατα εξέφραζαν την ανησυχία τους για τα γεγονότα, υιοθετώντας τις απόψεις των πιστών των περιφερειών τους. Αντιθέτως, ο πατριάρχης Γερμανός ήταν σαφώς εικονόφιλος. Έτσι, καθίσταται σαφές πως η έριδα ως προς την προσκύνηση των εικόνων δεν αποτελούσε μια διαμάχη των «ελίτ» της Κωνσταντινούπολης, αλλά είχε υπόβαθρο και δημιουργούσε αντιπαραθέσεις εκτός της πρωτεύουσας.

Εικονομάχοι αποκαθηλώνουν την εικόνα του Χριστού. Λεπτομέρεια μικρογραφίας από το ψαλτήρι του Chludov.

Αντιδράσεις υπήρξαν και στη Δύση, με τον Πάπα της Ρώμης Γρηγόριο Γ΄ να συγκαλεί δύο συνόδους που καταδίκασαν τις πρωτοβουλίες του αυτοκράτορα, στηρίζοντας επί της ουσίας τον πατριάρχη Γερμανό. Η απάντηση του Λέοντα Γ΄ ήταν άμεση: αφαίρεσε από τη δικαιοδοσία του Πάπα τις περιοχές της Καλαβρίας και της Σικελίας, καθώς και το Ιλλυρικό, και τα μετέφερε στη δικαιοδοσία του πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης.

Την ίδια περίπου περίοδο (ca. 721) ο χαλίφης Γιαζίντ Β΄ άρχισε να λαμβάνει αντίστοιχα μέτρα κατά της προσκύνησης των εικόνων εκ μέρους των χριστιανών υπηκόων του. Έχει υποστηριχθεί βέβαια πως ίσως υπήρξε κάποιου είδους συνεννόηση ανάμεσα στους ηγεμόνες της Δαμασκού και της Κωνσταντινούπολης.⁵

Παράλληλα, στο εσωτερικό του Βυζαντίου, το 727 οι δυνάμεις του θέματος (στρατιωτικοδιοικητικής περιφέρειας) των Ελλαδικών στασίασαν κατά του αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ και κινήθηκαν εναντίον της Βασιλεύουσας. Η κίνησή τους αυτή μπορεί να ερμηνευθεί ως αντίδραση τόσο απέναντι στην θρησκευτική όσο και στην γενικότερη πολιτική του αυτοκράτορα. Σε κάθε περίπτωση οι κινηματίες απέτυχαν να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, αφού οι δυνάμεις τους ηττήθηκαν σε ναυμαχία από τις πιστές στον Λέοντα αυτοκρατορικές δυνάμεις (το κεντρικό στόλο που βρισκόταν ελλιμενισμένος στην πρωτεύουσα, το «αυτοκρατορικό πλώϊμο») και οι ηγέτες τους βρήκαν το θάνατο.⁶

Χάρτης της μεσοβυζαντινής Κωνσταντινούπολης.

Για τα γεγονότα της βασιλείας του Λέοντα Γ΄ και την εξέλιξη της εικονομαχικής έριδας από το 730 ως και το θάνατό του το 741 δεν έχουμε επαρκή στοιχεία. Οι πηγές όμως είναι αρκετά γλαφυρές και αναλυτικές για όσα ακολούθησαν στα χρόνια του υιού και διαδόχου του, Κωνσταντίνου Ε΄.

O Κωνσταντίνος Ε΄ θεωρείται ως ο πλέον σκληρός και συνεπής εικονομάχος αυτοκράτορας.⁷ Ενστερνιζόταν πλήρως τις πολιτικές του πατέρα του, έχοντας γαλουχηθεί από νεαρή ηλικία στο εικονομαχικό δόγμα. Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του κύλησαν με την εμφύλια σύγκρουση για το θρόνο στην οποία ενεπλάκη κατά του κουνιάδου του Αρτάβασδου.⁸ Ο Αρτάβασδος στασίασε το 741 κατά του Κωνσταντίνου και κατάφερε να θέσει υπό τον έλεγχό του την Βασιλεύουσα. Ο Κωνσταντίνος, όχι μόνον κατάφερε τελικά να σωθεί καταφεύγοντας στο θέμα Ανατολικών, αλλά σταδιακά συγκέντρωσε γύρω του τις πιστές σ’ εκείνον δυνάμεις και δημιούργησε μια σταθερή βάση στη Μικρά Ασία, νικώντας κατ’ επανάληψη τα στρατεύματα του Αρτάβασδου, ο οποίος τελικά περιορίστηκε στην Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της. Ο στασιαστής εμφανιζόταν ως υπερασπιστής των εικόνων, παίρνοντας με το μέρος του σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της πρωτεύουσας που ήταν δυσαρεστημένο τόσο με τον Λέοντα Γ΄ όσο και με τον Κωνσταντίνο Ε΄.

Όταν όμως οι δυνάμεις του Κωνσταντίνου έφτασαν προ της Κωνσταντινούπολης, θέτοντάς την υπό πολιορκία, ο Αρτάβασδος αντιλήφθηκε πόσο δύσκολη ήταν η θέση του και κατέφυγε με πλοίο στη Μικρά Ασία. Τελικά συνελήφθη από τα στρατεύματα του αυτοκράτορα και αφού τυφλώθηκε οδηγήθηκε στη Μονή της Χώρας.

Η νίκη του Κωνσταντίνου κατά του Αρτάβασδου και των υποστηρικτών του ήταν το γεγονός που εξασφάλισε την στερέωσή του στο θρόνο. Πλέον μπορούσε να στραφεί απερίσπαστος στην προώθηση των πολιτικών που ο ίδιος ήθελε. Ένα σημαντικό μέρος της βασιλείας του αναλώθηκε σε εκστρατείες στη Μικρά Ασία κατά των Αράβων, αλλά και στα Βαλκάνια κατά των Βουλγάρων. Παρά τις σημαντικές νίκες που πέτυχε και στα δύο μέτωπα, οι πρωτοβουλίες που ανέλαβε κατά των εικονολατρών ήταν αυτές που σημάδεψαν τη διακυβέρνησή του και αμαύρωσαν την υστεροφημία του. Ο Κωνσταντίνος Ε΄ είχε στο περιβάλλον του πλειάδα πιστών αξιωματούχων, όπως ο στρατηγός των Θρακησίων Μιχαήλ Λαχανοδράκοντας, οι οποίοι εκτελούσαν πιστά τις εντολές του. Μοναστήρια άλλαζαν χρήση για να μετατραπούν σε στρατώνες ή σταύλους, μοναχοί βασανίζονταν, εκτελούνταν ή εξαναγκάζονταν σε αποσχηματισμό. Ιερά λείψανα και εικόνες ρίπτονταν στη φωτιά. Η ιστορία και το μαρτύριο του αγίου Στεφάνου του Νέου είναι χαρακτηριστική των συνθηκών που επικρατούσαν στην Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Κωνσταντίνου Ε΄.

Σόλιδος (χρυσό νόμισμα) με τις μορφές του Λέοντα Γ ΄ (εμπροσθότυπος) και Κωνσταντίνου Ε΄ (οπισθότυπος).

Ο αυτοκράτορας δεν αρκέστηκε σ’ αυτές τις διώξεις. Έπρεπε να δώσει στην πολιτική του και μιαν επίφαση θεολογικής «νομιμοποίησης» γι’ αυτό και το 754 συγκάλεσε Σύνοδο στο ανάκτορο της Ιέρειας. Παρότι η Σύνοδος προβλήθηκε ως Οικουμενική, σχεδόν σίγουρα δεν περιλάμβανε αντιπροσώπους της Εκκλησίας της Ρώμης, ενώ είναι αμφίβολο το πόσοι αντιπρόσωποι από Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια και Ιερουσαλήμ πήραν μέρος. Οι ιεράρχες του πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης που παρέστησαν ήταν στην συντριπτική πλειοψηφία τους οπαδοί των απόψεων του αυτοκράτορα, μέλη της εικονομαχικής μερίδας. Η Σύνοδος της Ιέρειας μπορεί να επικύρωσε τις αποφάσεις του Κωνσταντίνου, αλλά καταδικάστηκε αργότερα από τη Σύνοδο του Λατερανού (769) και οι αποφάσεις της ανατράπηκαν πλήρως από την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο που πραγματοποιήθηκε στη Νίκαια το 787.

Σε κάθε περίπτωση, οι πηγές της περιόδου είναι ξεκάθαρα εχθρικές προς τον Κωνσταντίνο Ε΄, αποδίδοντάς σειρά περιστατικών που σήμερα μπορεί να γεννούν αποτροπιασμό, θα πρέπει όμως να αντιμετωπίζονται με κάποια επιφύλαξη, καθώς ορισμένες υπερβολές είναι αδύνατο να αποκλειστούν με βεβαιότητα. Ο Κωνσταντίνος άλλωστε έμεινε γνωστός με το προσωνύμιο «Κοπρώνυμος», ξεκάθαρα απηχώντας τις εικονόφιλες πηγές της εποχής που είναι άλλωστε και οι μόνες που μας έχουν διασωθεί και καλύπτουν την περίοδο. Φυσικά δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε τη συνέπεια της εικονομαχικής πολιτικής του Κωνσταντίνου Ε΄, αλλά μπορούμε σαφώς να αναζητήσουμε τα όρια ανάμεσα στην υπερβολή και την πραγματικότητα.

Ο θάνατος του Κωνσταντίνου Ε΄ έφερε στο θρόνο τον Λέοντα Δ΄, του οποίου η σύντομη βασιλεία (775-780) δεν σημαδεύτηκε με κάποια περαιτέρω έξαρση της εικονομαχικής έριδας. Οι πηγές μας δίνουν ελάχιστες πληροφορίες για την πενταετία αυτή, σε αντίθεση με τα όσα επρόκειτο να ακολουθήσουν. Όταν το 780 πεθαίνει πρόωρα και ίσως μυστηριωδώς ο Λέοντας, η σύζυγός του αυτοκράτειρα Ειρήνη αναλαμβάνει την επιτροπεία του ανήλικου Κωνσταντίνου Στ΄. Παρότι κατά τα πρώτα χρόνια της επιτροπείας υπάρχει σχετική αδράνεια σχετικά με το ζήτημα των ιερών εικόνων, η Ειρήνη που είναι μάλλον θετικά διακείμενη προς την επαναφορά της προσκύνησης των εικόνων και του τέλος των διώξεων, προωθεί την ιδέα μιας Οικουμενικής Συνόδου, η οποία και συγκλήθηκε τελικά το 786 στην Κωνσταντινούπολη. Οι εργασίες της Συνόδου όμως είχαν άδοξο τέλος, καθώς τα τάγματα, οι επίλεκτες δυνάμεις της αυτοκρατορικής φρουράς που έδρευαν στην πρωτεύουσα επενέβησαν και διέκοψαν τη Σύνοδο. Φαίνεται πως επικεφαλής των ταγμάτων ήταν αξιωματικοί οι οποίοι ήταν πιστοί στην εικονομαχική ιδεολογία του Κωνσταντίνου Ε΄, με αποτέλεσμα να είναι διαμετρικά αντίθετοι με το ενδεχόμενο αλλαγής ή χαλάρωσης της ισχύουσας πολιτικής.

Τα σχέδια της Ειρήνης προς στιγμήν ματαιώθηκαν, αλλά η αυτοκράτειρα ήταν αποφασισμένη να επανέλθει. Μετά από την ανεπιτυχή προσπάθεια για σύγκληση της συνόδου τον Ιούλιο του 786 στο ναό των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη, η σύνοδος συνήλθε τελικά στη Νίκαια, όπου ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε συγκαλέσει και την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο.

Περισσότεροι από 350 επίσκοποι και μεγάλος αριθμός μοναχών μετείχαν στις εργασίες της συνόδου, οι οποίες διήρκεσαν από τις 24 Σεπτεμβρίου ως τις 13 Οκτωβρίου. Εφαρμόζοντας συνετή και μετριοπαθή πολιτική δέχτηκαν στους κόλπους της Εκκλησίας και τους επισκόπους που κατά το παρελθόν είχαν αναπτύξει εικονοκλαστική δραστηριότητα, μετά από προηγούμενη αποκήρυξη της «αίρεσης» και «πλάνης» τους. Σε αυτό αντέδρασαν πολλοί σκληροπυρηνικοί μοναχοί, με αποτέλεσμα την πρόκληση συγκρούσεων: από τη μια πλευρά βρίσκονταν οι εκπρόσωποι της συντηρητικής μετριοπαθούς παρατάξεως και από την άλλη οι αποκαλούμενοι ζηλωτές, οι προσηλωμένοι στην αυστηρή μοναστηριακή παράδοση. Στη σύνοδο της Νικαίας επικράτησαν οι πρώτοι, μια πρόσκαιρη ίσως νίκη της μετριοπάθειας.

Διάκοσμος του ναού της Αγίας Ειρήνης, Κωνσταντινούπολη. Ο σταυρός ήταν χαρακτηριστικό γνώρισμα της εικονομαχικής περιόδου

Ως προς τα θέματα πίστεως, αντίθετα, επικράτησε απόλυτη ομοφωνία στην ορθόδοξη πλειοψηφία της συνόδου. Η σύνοδος καταδίκασε ως αίρεση την Εικονομαχία, αποφάσισε την καταστροφή των εικονοκλαστικών συγγραμμάτων και αναστήλωσε τις εικόνες επιτρέποντας την προσκύνησή τους, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Ιωάννη Δαμασκηνού ότι η προσκύνηση δεν αποδίδεται στην εικόνα άλλα στο εικονιζόμενο ιερό πρόσωπο και δεν έχει σχέση με τη λατρεία, που αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στο Θεό. Σε πανηγυρική συνεδρία στις 23 Οκτωβρίου 787 στο ανάκτορο της Μαγναύρας επικυρώθηκαν οι αποφάσεις της συνόδου και υπογράφτηκαν από την Ειρήνη και τον γιο της Κωνσταντίνο Στ’. «Kαὶ εἰρήνευσεν ἡ τοῦ Θεοῦ ἐκκλησία, εἰ καὶ ὁ ἐχθρὸς τὰ ἑαυτοῦ ζιζάνια ἐν τοῖς ἰδίοις ἐργάταις σπείρειν οὐ παύεται· ἀλλ’ ἡ τοῦ Θεοῦ ἐκκλησία πάντοτε πολεμουμένη νικᾷ».⁹

Η ανατροπή της Ειρήνης το 802 και η άνοδος στο θρόνο του λογοθέτη του γενικού Νικηφόρου δεν επέφερε κάποια αξιοσημείωτη αλλαγή σε σχέση με την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί ως προς το ζήτημα της προσκύνησης και λατρείας των εικόνων. Ο νέος αυτοκράτορας ήταν περισσότερο απασχολημένος με τα οικονομικά προβλήματα και την αντιμετώπιση των εξωτερικών εχθρών που απειλούσαν το κράτος, παρά με ζητήματα εκκλησιαστικής φύσεως. Ο θάνατος του Νικηφόρου το 811 κατά τη διάρκεια της καταστροφικής εκστρατείας κατά των Βουλγάρων, αλλά και ο θάνατος του γιου και διαδόχου του Σταυρακίου, που υπέκυψε στα τραύματα που είχε υποστεί κατά την ίδια εκστρατεία μερικούς μήνες αργότερα, έφεραν στο θρόνο τον Μιχαήλ Α΄, ο οποίος ήταν ένθερμος εικονόφιλος – άλλωστε χάρη στην υποστήριξη της συγκεκριμένης μερίδας μπόρεσε να εξασφαλίσει ως ένα βαθμό και την εξουσία. Ο Μιχαήλ Α΄ για να κερδίσει την εύνοια της Εκκλησίας αντέστρεψε την φορολογική πολιτική του πεθερού του, Νικηφόρου Α΄, ενώ ενεπλάκη και στην διαμάχη ανάμεσα στον πατριάρχη Νικηφόρο και τον Θεόδωρο Στουδίτη προσπαθώντας να λειτουργήσει κατευναστικά. Στα υπόλοιπα ζητήματα του κράτους όμως, και κυρίως στην αντιμετώπιση των εξωτερικών απειλών, ο Μιχαήλ ήταν λιγότερο επιτυχημένος. Η ήττα από τους Βούλγαρους στη μάχη της Βερσινικίας τον Ιούνιο του 813 και η επακόλουθη αδυναμία διαχείρισης της κατάστασης οδήγησαν στην παραίτησή του. Η άνοδος στο θρόνο του Λέοντα, που μέχρι τότε ήταν στρατηγός του θέματος των Ανατολικών, τερμάτισε την επιφανειακή ηρεμία που επικρατούσε ως προς το ζήτημα της λατρείας των εικόνων και οδήγησε στην αναθέρμανση της εικονομαχικής έριδος.

 

Β’ Περίοδος της Εικονομαχίας (c.815-842)

Για τον Λέοντα Ε΄ οι ήττες στα πεδία των μαχών που υπέστη η αυτοκρατορία κατά τα προηγούμενα χρόνια, δηλαδή από την περίοδο της Ειρήνης ως και την παραίτηση του Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβέ οφείλονταν και στην εικονόφιλη στάση των προκατόχων του. Δεν βιάστηκε όμως να λάβει κάποιο μέτρο, σχετικά με την λατρεία των εικόνων, καθώς προείχε η απόκρουση της βουλγαρικής απειλής. Ο αιφνίδιος θάνατος του ηγεμόνα των Βουλγάρων Κρούμου και η ανακατάληψη των εδαφών που είχαν χαθεί κατά το διάστημα 811-813 έδωσε στον Λέοντα την απαραίτητη σταθερότητα, τουλάχιστον στα ευρωπαϊκά εδάφη της αυτοκρατορίας.

Εξασφαλίζοντας λοιπόν την αυτοκρατορία από τον εξωτερικό κίνδυνο, ο Λέων Ε’ άρχισε να εφαρμόζει το μεταρρυθμιστικό και εικονομαχικό πρόγραμμα των Ισαύρων, γνωρίζοντας ότι πολλοί πίστευαν ότι η εικονομαχία ήταν συνδεδεμένη με την επιτυχία του στρατού και την βελτίωση της εσωτερικής κατάστασης και ανασυγκρότησης του κράτους. Αποφάσισε λοιπόν να επαναφέρει το ζήτημα της εικονομαχίας προκαλώντας την αντίδραση του Πατριάρχη Νικηφόρου, ο οποίος επέμενε ότι η εικονομαχία είχε καταδικαστεί με την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Η διαμάχη, οξυνόμενη από την δράση του εικονόφιλου μοναχού Θεόδωρου Στουδίτη προκάλεσε ατμόσφαιρα μίσους και αδιαλλαξίας που οδήγησε στην απομάκρυνση του Νικηφόρου και την τοποθέτηση το 815, του Θεόδοτου στον πατριαρχικό Θρόνο. Ο νέος Πατριάρχης κάλεσε αμέσως Εκκλησιαστική Σύνοδο στην Αγία Σοφία η οποία επανέφερε πάλι τις εικονομαχικές αποφάσεις της Συνόδου του 754 και καταδίκασε την εικονολατρεία. Οι εικόνες έπρεπε και πάλι να απομακρυνθούν από τις εκκλησίες. Η αναζωπύρωση της εικονομαχίας οδήγησε σε διωγμούς και φυλακίσεις των εικονόφιλων. Ο Θεόδωρος Στουδίτης, εμβληματική μορφή της εικονόφιλης παράταξης εξορίστηκε και οι επίσκοποι που διαφωνούσαν αφορίστηκαν.

Χάλκινο νόμισμα του αυτοκράτορα Λέοντα Ε΄ του Αρμένιου (815-820).

Από το 815 ως το 820 ο Λέων ακολούθησε μια συνεπή εικονομαχική πολιτική, αν και η ένταση δεν ήταν αντίστοιχη της εποχής του Κωνσταντίνου, με τις διώξεις να περιορίζονται κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, όπου άλλωστε και η επιβολή του νόμου του αυτοκράτορα και ο έλεγχος της εφαρμογής των μέτρων κατά των εικόνων ήταν πιο εύκολος.¹º

Τα χαράματα των Χριστουγέννων του 820 ο Λέοντας δολοφονήθηκε από τους οπαδούς και φίλους του πάλαι ποτέ συμπολεμιστή του Μιχαήλ Τραυλού, που ήταν έγκλειστος στις φυλακές του Ιερού Παλατίου περιμένοντας την εκτέλεσή του. Ο θάνατος του Λέοντα αποτέλεσε για τους αφορμή για να θεωρήσουν πως επίκειτο αναίρεση της εικονομαχικής πολιτικής του. Όμως σύντομα διαψεύστηκαν. Ο νέος αυτοκράτορας δεν ήταν ιδιαίτερα πρόθυμος να διαταράξει την καθεστηκυία τάξη. Παρότι επανέφερε από την εξορία τόσο τον πρώην πατριάρχη Νικηφόρο, όσο και τον Θεόδωρο Στουδίτη, διακήρυξε πως δεν τον ενδιέφερε να έχει άλλη συμμετοχή στη διαμάχη περί των εικόνων.

           “ἀλλ’ οὔτε καινουργήσων […]τῶν περί πίστεώς τι δογμάτων ἐξελήλυθα, οὔτε μήν τῶν ἤδη παραδοθέντων καί ἀνομολογηθέντων καταδρομήν τινα ἐργάσασθαι κα καθαίρεσιν. ἕκαστος οὖν τό δοκοῦν αὐτῷ ποιείτω κί ἐφετόν, ἀμαθής πόνων καί ἄγευστος λύπης διατελῶν.

Αυτό σήμαινε βέβαια ότι θα εξακολουθούσε να ισχύει το εκκλησιαστικό καθεστώς του Λέοντα Ε΄. Οι εικονομάχοι θεώρησαν ότι πέτυχαν μισή νίκη, οι εικονόφιλοι ότι υπέστησαν ήττα και θέλησαν ν’ αντιδράσουν. Ο Μιχαήλ όμως κατέπνιξε κάθε αντίδραση.

Αεροφωτογραφία των ερειπίων της Μονής Στουδίου, η οποία ήταν το κέντρο της εικονόφιλης κοινότητας της
Κωνσταντινούπολης.

Η εκκλησιαστική του πολιτική ήταν μάλλον επαμφοτερίζουσα και ασαφής. Καταδίωξε τους μαχητικούς εικονόφιλους, έλεγε ότι δεν είναι εικονομάχος, απλώς ήθελε να περιορίσει τις «υπερβολές» κατά την άποψή του, διακήρυξε πως δεν αναγνωρίζει καμιά σύνοδο μετά την ΣΤ΄ Οικουμενική, είτε υπέρ είτε κατά των εικόνων και τέλος αναγνώρισε όλες τις συνόδους με τον όρο να μη διαταράσσεται η ειρήνη του κράτους. Συνέπεια όλων αυτών ήταν πλήρης ασάφεια και εκκρεμότητα στο θέμα των εικόνων. Ο ίδιος ήταν θρησκευτικά αδιάφορος και, κατά τα λεγόμενα των χρονογράφων, «άπιστος».

Η εννεαετής βασιλεία του έληξε το 829 με το θάνατό του και την άνοδο στο θρόνο του γιου του Θεόφιλου, ο οποίος ήταν ήδη συναυτοκράτορας και επρόκειτο να τηρήσει μια σκληρή εικονομαχική πολιτική.

Ο Θεόφιλος δεν αδιαφορούσε για τα θρησκευτικά ζητήματα όπως ο πατέρας του και δεν ακολούθησε την επαμφοτερίζουσα και ασαφή πολιτική του. Ήταν πιστός Χριστιανός και θερμός εικονομάχος. Το 832 απαγόρευσε την λατρεία των εικόνων, δηλαδή την προσκύνησή και τον ασπασμό τους. Το 833 αναγόρευσε πατριάρχη τον δάσκαλό του Ιωάννη Γραμματικό, λόγιο και υπέρμαχο της θρησκευτικής μεταρρύθμισης, ο οποίος έπεισε τον αυτοκράτορα ότι έπρεπε να δοθεί οριστική λύση στο πρόβλημα.¹¹

Έτσι, η σύνοδος που συγκροτήθηκε στην εκκλησία των Βλαχερνών αναθεμάτισε τους εικονόφιλους, επικύρωσε τα θεσπίσματα της εικονομαχικής συνόδου της Ιέρειας (της κατά τους εικονομάχους Ζ΄ οικουμενικής) και αποκήρυξε την Ζ΄ οικουμενική σύνοδο της Νίκαιας. Με βασιλικό διάταγμα απαγορεύθηκαν οι εικόνες και διατάχθηκε η αφαίρεσή τους από όλες τις εκκλησίες. Οι μοναχοί όσων μοναστηριών βρίσκονταν μέσα σε πόλεις ή σε χωριά διατάχθηκαν να τα εγκαταλείψουν, ενώ στους μοναχούς των μοναστηριών της υπαίθρου απαγορεύτηκε η είσοδος σε κατοικημένα μέρη.

Οι χρονογράφοι αναφέρουν ορισμένα μαρτύρια των ανυπότακτων μοναχών επί Θεόφιλου, του βάρβαρου, του νέου Βαλτάσαρ, του παραβάτη, του βέβηλου –αλλά ήταν όλοι εικονόφιλοι και οι διηγήσεις ενδεχομένως τους να μην μπορούν θεωρηθούν απόλυτα δίκαιες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και κάποιοι που υπέφεραν. Άλλωστε ο Θεόφιλος είχε μαζί του στο παλάτι τον εικονόφιλο μοναχό Μεθόδιο -που έγινε μετά πατριάρχης και πρωτοστάτησε στην αναστήλωση των εικόνων- ο οποίος, κατά τους χρονογράφους, είχε υποβληθεί προηγουμένως σε φρικτά βασανιστήρια.

Όταν το 842 ο Θεόφιλος πέθανε τη διοίκηση του κράτους ανέλαβε επιτροπή που αποτελείτο από τη σύζυγό του Θεοδώρα, τον αδελφό της καίσαρα Βάρδα και άλλους, για το διάστημα της ανηλικότητας του διαδόχου Μιχαήλ Γ΄. Η δραστήρια Θεοδώρα, η οποία ήταν εικονόφιλη εργάστηκε για την αναίρεση της θρησκευτικής πολιτικής του Θεοφίλου. Απομάκρυνε τον φανατικό εικονομάχο πατριάρχη Ιωάννη Γραμματικό και συγκάλεσε Σύνοδο που αποφάσισε την επαναφορά της προσκύνησης των εικόνων. Ήταν ουσιαστικά το τέλος της Εικονομαχίας, της έριδας που ταλάνισε για έναν και πλέον αιώνα το Βυζάντιο.

Η αναστήλωση των εικόνων.

 

Συμπεράσματα – Επίλογος

Η Εικονομαχία δεν ήταν ένα αμιγώς θρησκευτικό ζήτημα. Μπορεί να ήταν ίσως η πιο προβεβλημένη πτυχή του η συγκεκριμένη, διότι η προσεκτική μελέτη της περιόδου αποκαλύπτει και τις υπόλοιπες παραμέτρους, όπως την ιδεολογία πίσω από τις πολιτικές, την διάσταση ανάμεσα στην κοινωνία της Κωνσταντινούπολης και τις επαρχίες της αυτοκρατορίας, ενώ μπορεί να μελετηθεί και μέσα από το πρίσμα της αραβο-βυζαντινής αντιπαράθεσης. Δεν είχε πάντοτε την ίδια ένταση, καθώς οι διώξεις και τα υπόλοιπα μέτρα κατά των εικονολατρών εξαρτιόνταν από τη διάθεση του εκάστοτε εικονομάχου αυτοκράτορα. Πρόκειται ασφαλώς για ένα πολυδιάστατο θέμα, που εξακολουθεί να απασχολεί την έρευνα, καθώς η μελέτη των πηγών (φιλολογικών, θεολογικών, αρχαιολογικών) επιτρέπει την εξαγωγή νέων συμπερασμάτων.

 

 

Ο Θεόδωρος Κ. Κορρές είναι Ομότιμος Καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας του Α.Π.Θ.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹Βλ. βιβλιογραφία παρακάτω.

²Για την ταραχώδη περίοδο πριν την ανάρρηση του Λέοντα στο θρόνο βλ. G. Sumner, Philippicus, Anastasius II and Theodosius III, Greek, Roman and Byzantine Studies (GRBS) 17 (1976) σ. 287-294 και W. Treadgold, Seven Byzantine revolutions and the chronology of Theophanes, GRBS 31 (1990) σ. 203-227, παράλληλα με τις γενικές Ιστορίες του Βυζαντίου, ενδεικτικά αναφέρω: Ι. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, τ. Β: Ιστορία Μέσης Βυζαντινής Περιόδου (565-1081), Ε΄ ανατύπωση, Θεσσαλονίκη 1993 σ.116-118. Εξόχως χρήσιμα και τα αντίστοιχα λήμματα της Προσωπογραφίας της Μέσης Βυζαντινής Περιόδου (Prosopographie der mittelbyzantinischen Zeit) – online στο https://www.degruyter.com/view/PMBZ : λήμματα #7793 (Θεοδόσιος Γ΄), #4242 (Λέων Γ΄), με εξαιρετική αποδελτίωση πρωτογενών πηγών και σύγχρονης βιβλιογραφίας.

³Θεοφάνους, Χρονογραφία 404.18-405.2

⁴Θεοφάνους, Χρονογραφία 405.6-11.

⁵Το ζήτημα της απαγόρευσης των εικόνων στον μουσουλμανικό κόσμο επί Γιαζίντ Β΄ έχει προσφάτως αναλυθεί στην εκτενή μελέτη του Christian Sahner με τίτλο «The First Iconoclasm in Islam: A New History of the Edict of Yazīd II (AH 104/AD 723)”, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Der Islam” τ.94.1 (2017) σελ. 5-56. Βλ. επίσης: A.A. Vasiliev, “The Iconoclastic Edict of the Caliph Yazid II, A. D. 721”, DOP 9/10 (1956) σελ.23-47.- L.W. Barnard, The Graeco-Roman an Oriental Background of the Iconoclastic Controversy, Leiden 1974 και ιδιαίτερα σελ. 10-33.

⁶Για το στασιαστικό κίνημα του θέματος Ελλαδικών βλ. Θ. Κορρές, Το Κίνημα των Ελλαδικών, Βυζαντιακά τ.1 (1981) σελ.37-49.

⁷Για τη βασιλεία του Κωνσταντίνου Ε΄ με έμφαση στην εικονομαχική πολιτική του βλ. Ilse Rochow: Kaiser Konstantin V. (741–775). Materialien zu seinem Leben und Nachleben (= Berliner byzantinistische Studien. Bd. 1). Mit einem prosopographischen Anhang von Claudia Ludwig, Ilse Rochow und Ralph-Johannes Lilie Frankfurt am Main u. a. 1994, και Paul Speck, Ich bin’s nicht, Kaiser Konstantin ist es gewesen : die Legenden vom Einfluss des Teufels, des Juden und des Moslem auf den Ikonoklasmus, [Ποικίλα Βυζαντινά 10] Bonn 1990.

⁸Για τον Αρτάβασδο βλ. Paul Speck, Artabasdos. Der rechtgläubige Vorkämpfer der göttlichen Lehren. Untersuchungen zur Revolte des Artabasdos und ihrer Darstellung in der byzantinischen Historiographie (= Poikila byzantina. Bd. 2). Bonn 1981.

⁹Για την βασιλεία της Ειρήνης βλ. Dominique Βarbe. Irène de Byzance: La femme empereur, Paris, 1990.- . Judith Herrin, Women in Purple: Rulers of Medieval Byzantium, London 2001.- Lynda Garland, Byzantine Empresses: Women and Power in Byzantium, AD 527–1204, New York/London 1999.

¹ºΓια μια επισκόπηση της βασιλείας του Λέοντα Ε΄ βλ. Θ.Κ. Κορρές, Λέων Ε ο Αρμένιος Και Η Εποχή Του: Μια κρίσιμη δεκαετία για το Βυζάντιο (811-820), Θεσσαλονίκη 1990.

¹¹Για τη βασιλεία του Θεοφίλου (829-842) βλ. τις παρακάτω μονογραφίες που καλύπτουν σημαντικές πτυχές και της εσωτερικής του πολιτικής: John Rosser, Theophilus «The Unlucky» (829 to 842) A study of the tragic and brilliant reign of Byzantium’s last iconoclastic emperor, New Brunwick (N.J.) 1972 και Juan Signes Codoñer, The Emperor Theophilos and the East, 829-842 : court and frontier in Byzantium during the last phase of iconoclasm, London/New York 2016 (όπου ενσωματώνεται και η πλέον σύγχρονη βιβλιογραφία πάνω στην υπό εξέταση περίοδο).

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Auzepy, M-F.: L’Hagiographie et l’Iconoclasme Byzantin : le cas de la Vie d’Etienne le jeune, Oxford 2016.

Brubaker, L.: Inventing Byzantine Iconoclasm, London 2012

Brubaker, L. – Haldon, J.: Byzantium in the Iconoclast Era c.680-850: the sources: an annotated survey, Aldershot 2001.

Brubaker, L. – Haldon, J.: Byzantium in the Iconoclast Era c. 680-850: a history, Cambridge 2011.

Gerö, St.: Byzantine Iconoclasm during the Reign of Leo III, Corpus Scriptorum Christianorum Orientalium vol. 346 / Subsidia vol. 41, Louvain 1973.

Gerö, St.: Byzantine Iconoclasm during the Reign of Constantine V, Corpus Scriptorum Christianorum Orientalium vol. 384 / Subsidia vol. 52, Louvain 1977.

Gwynn, D.: From Iconoclasm to Arianism: The Construction of Christian Tradition in the Iconoclast Controversy, Greek, Roman and Byzantine Studies 47 (2007) pp. 226-251.

Humphries, M.T.G. (ed.): Law, Power, and Imperial Ideology in the Iconoclast Era, c.680-850, Oxford 2014.

Κορρές, Θ.: Ο Λέοντας Ε΄ ο Αρμένιος και η εποχή του. Μια κρίσιμη πενταετία για το Βυζάντιο (815-820), Θεσσαλονίκη 1990.

Wortley, J.: Iconoclasm and Leipsanoclasm: Leo III, Constantine V and the relics, BF 8 (1982) 253-279.

(αρχιμ.) Τσορμπατζόγλου Π.: Εικονομαχία και κοινωνία στα χρόνια του Λέοντος Γ ́ Ίσαυρου, Συμβολή στην διερεύνηση των αιτίων, Κατερίνη 2002.

Ευάνθης Χατζηβασιλείου: Ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών

Ευάνθης Χατζηβασιλείου

Ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών

Το πρόβλημα των ναρκωτικών δεν ήταν μια νέα υπόθεση στη διεθνή σκηνή. Στα μέσα του 19ου αιώνα, οι αγγλοκινεζικοί «πόλεμοι του οπίου» είχαν αποτελέσει τον μοχλό για την επιβολή της ξένης επιρροής στη μεγάλη χώρα. Κατά τον 20ό αιώνα διεφάνη ο κίνδυνος της μεγάλης διάδοσής τους στη Δύση. Τον Ιούλιο του 1931 συνήφθη η Σύμβαση για τον περιορισμό της παραγωγής και τη διευθέτηση της κυκλοφορίας των ναρκωτικών ουσιών που παράγονταν από το όπιο και την κόκα. Ωστόσο, η ανάπτυξη μεγάλης γκάμας νέων οπιούχων προϊόντων οδήγησε, στη μεταπολεμική εποχή, σε μια περισσότερο συγκροτημένη προσπάθεια. Το 1961, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, συνήφθη η Single Convention on Narcotic Drugs, η οποία αποσκοπούσε να καταπολεμήσει την παραγωγή και διακίνηση παλαιότερων και νεότερων ναρκωτικών ουσιών, για τις οποίες θα απαιτείτο ειδική άδεια που αφορούσε την ιατρική τους χρήση.

Εως τα τέλη της δεκαετίας του 1960, σειρά διεθνών υπηρεσιών ασχολείτο με το πρόβλημα: η UN Commission on Narcotic Drugs, το International Narcotics Control Board, και η επιτροπή ειδικών του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO). Ωστόσο, το σύστημα δεν αποδεικνυόταν ιδιαίτερα αποτελεσματικό: τα διάφορα κράτη μπορούσαν να αντισταθούν στις πιέσεις του, ενώ αδυνατούσε να αντιμετωπίσει αυτό που οι Αμερικανοί αποκαλούσαν «εγκληματικό υπόστρωμα».

Αλλά και η Ιντερπόλ δεν ήταν πάντοτε αποτελεσματική, καθώς υπέφερε από το γεγονός ότι η Σοβιετική Ενωση ήταν ένας από τους σημαντικότερους παραγωγούς οπίου, ενώ οι ανατολικοευρωπαϊκές χώρες δεν μετείχαν στις διαδικασίες της.

Αμερικανοί στρατιώτες σε βάση κοντά στη Σαϊγκόν δίνουν ούρα για εξετάσεις ανίχνευσης ηρωίνης πριν επιστρέψουν στην πατρίδα τους.

Στο πλαίσιο αυτό, οι συνεργασίες σε διμερή βάση αποκτούσαν ιδιαίτερη βαρύτητα. Οι αμερικανοτουρκικές κοινές επιχειρήσεις για παράδειγμα εναντίον της κυκλοφορίας ναρκωτικών, από τη δεκαετία του 1950, αποτελούσαν βασικό τμήμα της συνεργασίας των δύο χωρών στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, και επεκτείνονταν στο πεδίο των μυστικών υπηρεσιών.

Η τεχνολογική εξέλιξη που επέτρεπε τη δημιουργία νέων συνθετικών ναρκωτικών ουσιών, π.χ. το LSD, σύντομα κατέστησε το πλαίσιο της Σύμβασης του 1961 ξεπερασμένο. Παράλληλα, η αναστάτωση στις νεανικές κοινότητες της Δύσης –πρωτίστως, των ΗΠΑ– συνδυαζόταν με τις τρομερές ψυχολογικές πιέσεις του πολέμου του Βιετνάμ. Το 1970-72 ξέσπασε η λεγόμενη «επιδημία της ηρωίνης» στις τάξεις του αμερικανικού στρατού στο Βιετνάμ, ενώ επηρεάστηκαν και άλλες αμερικανικές μονάδες, π.χ. στη Δυτική Γερμανία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, το πρόβλημα εμφανιζόταν με μεγάλη ένταση στις ΗΠΑ (υπολογιζόταν ότι υπήρχαν εκεί 300.000 εθισμένοι, ενώ ο αριθμός στην Ευρώπη δεν ξεπερνούσε τις 100.000), αλλά οι Αμερικανοί αξιωματούχοι προειδοποιούσαν τους Ευρωπαίους πως θα επεκτεινόταν και θα εξελισσόταν σε παγκόσμιας κλίμακας ζήτημα στα επόμενα χρόνια.

Διαβλέποντας μεγάλους κινδύνους για την κοινωνική συνοχή, η κυβέρνηση του Ρίτσαρντ Νίξον κήρυξε το 1970 τον «πόλεμο κατά των ναρκωτικών» (war on drugs). Σε επίσημο μήνυμά του προς το Κογκρέσο το 1971, ο Νίξον διακήρυξε ότι τα ναρκωτικά ήταν ο «υπ’ αριθμόν 1 δημόσιος εχθρός των ΗΠΑ». Η προσπάθεια αφορούσε την απαγόρευση της παραγωγής και διακίνησης ουσιών στις ίδιες τις ΗΠΑ, μέσω της υιοθέτησης σχετικής αυστηρής νομοθεσίας και κατασταλτικών μέτρων, αλλά και την άσκηση πιέσεων προς τρίτες χώρες ώστε να περιορίσουν την παραγωγή τους. Οι ΗΠΑ ήταν διατεθειμένες να διακόψουν τη βοήθεια προς χώρες που δεν συμμορφώνονταν στο ζήτημα της παραγωγής ναρκωτικών, αλλά και να προσφέρουν αυξημένη βοήθεια σε όσες το έκαναν. Ο ίδιος ο Νίξον τόνισε ότι οποιαδήποτε χώρα «που διευκολύνει ή συνεισφέρει με οποιονδήποτε τρόπο στη διεθνή διακίνηση ηρωίνης, διαπράττει εχθρική πράξη εναντίον των ΗΠΑ».

Ο σύμβουλός του, ο περίφημος φιλελεύθερος καθηγητής Ντάνιελ Πάτρικ Μόινιχαν, ζήτησε μια έντονη προσπάθεια για να «σακατέψουμε [cripple] τη διακίνηση ηρωίνης στα επόμενα δύο χρόνια». Μιλώντας στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τον Οκτώβριο του 1970, ο Νίξον έκανε μια δραματική έκκληση για σύσφιγξη της διεθνούς συνεργασίας με σκοπό την αντιμετώπιση του θέματος.

Ο Πρόεδρος Νίξον στρέφεται προς τον γενικό εισαγγελέα Τζον Μίτσελ μετά την υπογραφή του νόμου για την καταπολέμηση των ναρκωτικών, Οκτώβριος 1970.

Διεθνή προβλήματα στην καταπολέμηση της διακίνησης

Αυτή η προσπάθεια έτεινε να υπερβεί τις διαχωριστικές γραμμές του Ψυχρού Πολέμου και να προκαλεί εντάσεις ακόμη και μεταξύ δυτικών συμμάχων. Από το 1966, οι Αμερικανοί πίεζαν την Τουρκία να σταματήσει την παραγωγή οπίου, αλλά η Αγκυρα αντιστεκόταν, λόγω της μεγάλης οικονομικής σημασίας της για ορισμένες περιοχές της χώρας. Αντίστοιχα, οι Αμερικανοί προσπαθούσαν να σταματήσουν την επεξεργασία του τουρκικού οπίου σε παράνομα εργαστήρια στη νότια Γαλλία, η ύπαρξη των οποίων προκαλούσε –όπως διαμήνυσαν στο Παρίσι– «μεγάλο βάρος στις γαλλοαμερικανικές σχέσεις».

Το ζήτημα προκάλεσε μεγάλες εντάσεις με την Αγκυρα, και ο ίδιος ο Χένρι Κίσινγκερ παρενέβη προσπαθώντας να αποτρέψει αυτό που έβλεπε ως διακύβευση της σχέσης με έναν ψυχροπολεμικό σύμμαχο, από ιδεαλιστές, όπως ο Μόινιχαν (ή ο Ελληνοαμερικανός αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Ευγένιος Ρωσίδης) που έθεταν ένα «άσχετο» ζήτημα. Τελικά, το 1971, οι Τούρκοι δέχθηκαν να σταματήσουν τη δική τους παραγωγή, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα αυξημένη αμερικανική βοήθεια. Αντίστοιχη συμφωνία για μείωση της παραγωγής πέτυχαν οι Αμερικανοί και με το Μεξικό.

Αλλά αυτό σήμαινε ότι οι διακινητές θα αναζητούσαν πρόσθετες πηγές, πιθανόν στη νοτιοανατολική Ασία, π.χ. στη Βιρμανία. Οι Αμερικανοί ήθελαν να χρησιμοποιήσουν τις διαδικασίες του ΟΗΕ για να αγοραστεί και εκείνη η σοδειά, καθώς μια ευθεία αμερικανική αγορά θα λειτουργούσε ως κίνητρο για πολλές χώρες να αυξήσουν αντί να μειώσουν τη δική τους παραγωγή. Με άλλα λόγια, η προσπάθεια έπρεπε να είναι παγκόσμιας κλίμακας, καθώς η καταπολέμηση της παραγωγής σε ένα σημείο του πλανήτη έτεινε να εξισορροπηθεί από την αύξησή της κάπου αλλού. Το πρόβλημα των ναρκωτικών προσφέρει μια πολύ ενδεικτική εικόνα αυτής της πρώιμης εποχής της παγκοσμιοποίησης. Στο πλαίσιο αυτό, ήταν δύσκολο να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα στην πηγή του. Είναι άλλωστε ενδεικτικό ότι η Τουρκία ξανάρχισε την παραγωγή οπίου μόλις το 1974.

Ο Νίξον με τον σύμβουλό του Ντάνιελ Μόινιχαν.

Η άρνηση των Δυτικοευρωπαίων να συμμεριστούν τις αμερικανικές ανησυχίες προβλημάτιζε την Ουάσιγκτον. Οι Δυτικοευρωπαίοι υιοθέτησαν μια ιδιαίτερα μυωπική στάση: ενοχλημένοι από τις πολλές μονομερείς πρωτοβουλίες της κυβέρνησης Νίξον, θεώρησαν ότι επρόκειτο για ένα αποκλειστικά αμερικανικό πρόβλημα που δεν τους αφορούσε. Αυτή ήταν η στάση και μεγάλων κρατών, όπως η Βρετανία, αλλά και των σκανδιναβικών μελών του ΝΑΤΟ, που θα αντιμετώπιζαν ένα γιγάντιο πρόβλημα διάδοσης των ναρκωτικών μόλις στα τέλη της ίδιας δεκαετίας. Από τις ευρωπαϊκές χώρες, μόνον η Δυτική Γερμανία συμμερίστηκε τον αμερικανικό προβληματισμό: από το 1970 συγκροτήθηκε ειδική διμερής συνεργασία για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα στις αμερικανικές στρατιωτικές μονάδες στη χώρα.

Πάντως, από τα τέλη του 1970 και οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες, έπειτα από πρόταση του Γάλλου προέδρου, Ζορζ Πομπιντού, εξέτασαν το ενδεχόμενο μιας κοινής αντίδρασης των μελών τους.

 

Το πολυμερές σχέδιο συνεργασίας στο πλαίσιο του ΟΗΕ και η σύμβαση του 1971

Ο ΟΗΕ εθεωρείτο το πλέον αρμόζον διεθνές φόρουμ για το ζήτημα. Μια πρώτη πρωτοβουλία αφορούσε τη δημιουργία του Special UN Fund for Drug Abuse Control, έπειτα από αμερικανική πρόταση στην Narcotics Commission τον Οκτώβριο του 1970. Στην περίπτωση αυτή, οι Σοβιετικοί ήγειραν διαδικαστικά προβλήματα – π.χ. αντέτειναν ότι η πρόταση έπρεπε να είχε υποβληθεί στο Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο και όχι στην Επιτροπή Ναρκωτικών.

Τελικά η αμερικανική πρόταση εγκρίθηκε, έστω με δυσκολία, αλλά πολλές χώρες, όπως η Ινδία, το Μεξικό, η Γιουγκοσλαβία, δήλωσαν ότι δεν θα συνεισέφεραν πόρους. Τελικά, τα δύο τρίτα των πόρων του Ταμείου διατέθηκαν από τις ΗΠΑ.

Πιο εύκολα ήταν τα πράγματα όταν δεν ετίθετο θέμα χρηματικών εισφορών. Η σημαντικότερη πολυμερής διεθνής συμφωνία αυτής της περιόδου ήταν η Convention on Psychotropic Substances που συνήφθη υπό την αιγίδα του ΟΗΕ τον Φεβρουάριο του 1971 και αναβάθμιζε σημαντικά τις προβλέψεις της προγενέστερης συμφωνίας του 1961, επεκτείνοντας τις ρυθμίσεις της και στα νέου τύπου ναρκωτικά. Η νέα σύμβαση τέθηκε σε ισχύ το 1976.

Τραυματίας περιμένει τη μεταφορά του με ελικόπτερο. Εκτός από τις απώλειες των μαχών, ο πόλεμος του Βιετνάμ είχε πολλά θύματα από ναρκωτικά.

Επιπλέον, τον Μάρτιο του 1972, και πάλι έπειτα από αμερικανική πρόταση, μια διεθνής διάσκεψη στη Γενεύη, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, με τη συμμετοχή 47 κρατών, του WHO καθώς και παρατηρητών από αρκετούς διεθνείς οργανισμούς όπως την Ιντερπόλ και τον Ερυθρό Σταυρό, υιοθέτησε ένα πρωτόκολλο που επέφερε σημαντικές τροποποιήσεις και στη σύμβαση του 1961.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, το πρόβλημα δεν είχε ακόμη παγκοίνως αναγνωριστεί. Οι περισσότερες χώρες θεωρούσαν ότι ήταν ένα αποκλειστικά αμερικανικό ζήτημα, που δεν τις αφορούσε. Ωστόσο, τόσο οι κοινωνικές διαστάσεις του, όσο και οι μεγάλες διεθνείς περιπλοκές που αποκάλυπτε –την ανάγκη για διεθνή συνεργασία, ακόμη και τάσεις παγκοσμιοποίησης των προβλημάτων– ήταν πρόσθετες ενδείξεις της εισόδου σε μια νέα, μεταβιομηχανική εποχή.

Ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι Καθηγητής Ιστορίας του Μεταπολεμικού Κόσμου στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Πηγή: Η Καθημερινή

Francine Saint-Ramond: Charles-Denis-Sauter Bourbaki. Ένας στρατηγός ελληνικής καταγωγής στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870-1871

150 χρόνια από τότε

Francine Saint-Ramond

CharlesDenisSauter Bourbaki.

Ένας στρατηγός ελληνικής καταγωγής στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870-1871

Ο Charles-Denis-Sauter Bourbaki γεννήθηκε στις 22 Απριλίου 1816 στην πόλη Pau, στους πρόποδες των Πυρηναίων. Ο κηδεμόνας του, ο οποίος κατείχε το αξίωμα του συνταγματάρχη, τον έστειλε να σπουδάσει στο Παρίσι και στη Μαδρίτη, προτού τον εισαγάγει στις τάξεις του στρατεύματος. Ο Bourbaki υπηρέτησε τη Γαλλία επί 47 συναπτά έτη φθάνοντας έως τον βαθμό του στρατηγού.

 

Το χρονικό μιας ελληνικής οικογένειας που μετοίκησε στη Γαλλία

Προκειμένου να κατανοήσει κανείς καλύτερα την προσωπικότητα του Bourbaki, πρέπει να γυρίσει πίσω τον χρόνο στο έτος 1798. Η Ευρώπη ολόκληρη διακατεχόταν τότε από ανησυχία εξαιτίας της εκστρατείας του Βοναπάρτη στην Αίγυπτο. Ο επαναπατρισμός του εκστρατευτικού σώματος στη Γαλλία φάνταζε επιτακτικός, εξαιτίας ταραχών, οι οποίες είχαν εκδηλωθεί εντός του μητροπολιτικού  εδάφους.¹

Η οικογένεια του στρατηγού Βοναπάρτη καταμετρούσε συγγενείς και φίλους στη Γένοβα, στο Λιβόρνο και στην Κορσική. Χάρη σε αυτό το δίκτυο οργανώθηκε μια υπηρεσία επικοινωνίας με τον στρατηγό, ο οποίος εξακολουθούσε να βρίσκεται στην Αίγυπτο. Η όλη επιχείρηση ήταν λεπτή και επικίνδυνη. Χρειάζονταν άτομα εξοικειωμένα με τη ναυσιπλοΐα, καλοί γνώστες της Μεσογείου και των μυστικών της, ικανοί να διαφύγουν από την προσοχή του βρετανικού και του οθωμανικού στόλου που περιπολούσαν στα ανοικτά των ακρωτηρίων Ταινάρου και Μαλέα. Κατοικούσε τότε στη Μασσαλία ένα Έλληνας ναυτικός, ονόματι Sauter-Bourbaki (Βούρβαχης) από την Κεφαλλονιά. Αφού προφγουμένως βολιδοσκοπήθηκε από το περιβάλλον του Βοναπάρτη, δέχτηκε να διασχίσει τη Μεσόγειο με προορισμό το λιμάνι της Βηρυτού. Μέσα σε ένα σιδερένιο κιβώτιο μετέφερε σφραγισμένα έγγραφα. Επρόκειτο για τον παππού του μετέπειτα διοικητή της αυτοκρατορικής φρουράς υπό το καθεστώς της Δεύτερης  Γαλλικής Αυτοκρατορίας (1852-1870).² Ο Bourbaki εξεπλήρωσε την αποστολή του και ο Βοναπάρτης, που με τον τρόπο αυτό πληροφορήθηκε τα τεκταινόμενα στην πατρίδα του, αναχώρησε στις 28 Ιουλίου 1799 από την Αλεξάνδρεια. Το μέλλον διαγραφόταν ευοίωνο για τον κομιστή της αλληλογραφίας. Δυστυχώς για τον ίδιο, ασθένησε βαριά και λίγο αργότερα απεβίωσε. Πρόλαβε, ωστόσο, να συστήσει τους δυο γιούς του στον Βοναπάρτη, ο οποίος στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα είχε στεφθεί αυτοκράτορας. Ο δευτερότοκος διορίστηκε πρόξενος της Γαλλίας στην Κεφαλλονιά. Ο πρωτότοκος, ο συνταγματάρχης Constantin Denis Bourbaki, επισκέφτηκε τον Φεβρουάριο του 1815 τον ευρισκόμενο τότε υπό περιορισμό Ναπολέοντα στη νήσο Έλβα. Η μετάβαση πραγματοποιήθηκε με απόλυτη μυστικότητα μέσα στη νύκτα. Σκοπός ήταν να τηρηθεί ενήμερος ο αυτοκράτορας για την επικείμενη πρόθεση της Ιεράς Συμμαχίας να τον μεταφέρει στην μακρινή και απομονωμένη νήσο της Αγίας Ελένης. Κατόπιν τούτου, ο τελευταίος δραπέτευσε και την 1η Μαρτίου αποβιβάστηκε στην πόλη Fréjus της νοτίου Γαλλίας. Η όλη επιχείρηση καθώς και τα όσα έμελλαν να ακολουθήσουν, παρέμειναν γνωστά ως “οι εκατό ημέρες του Ναπολέοντα”. Τερματίστηκαν με την ήττα στη μάχη του Βατερλώ και την εξορία, τελικά, στην Αγία Ελένη.

Constantin-Denis Bourbaki (1787 – 1827), πατέρας του στρατηγού.

Η κατάρρευση του ναπολεοντείου καθεστώτος δεν επηρέασε ιδιαίτερα τον Constantin Bourbaki. Όταν, πέντε χρόνια αργότερα, το 1821, ξέσπασε ο αγώνας ανεξαρτησίας των Ελλήνων, ο Bourbaki βρισκόταν στην Ισπανία, γενέτειρα χώρα της συζύγου του. Θεωρούμενος ως επικίνδυνος από τον βασιλικό οίκο των Βουρβόνων αναγκάστηκε να μετοικήσει στη Γαλλία. Ήταν η στιγμή, κατά την οποία η κυβέρνηση του Παρισιού σχεδίαζε να στείλει στην Ελλάδα ένα εκστρατευτικό σώμα. Πληροφορούμενος το γεγονός, ο Bourbaki ζήτησε από τον βασιλέα Κάρολο Ι΄ την επανένταξή του στο στράτευμα και τη συμμετοχή του στην εκστρατεία του Μοριά. Το αίτημα απορρίφτηκε. Ωστόσο, ο ίδιος μετέβη στην Ελλάδα, όπου κατατάχθηκε ως απλός εθελοντής.  Δυο μήνες αργότερα, στις 8 Φεβρουαρίου 1827, έχασε τη ζωή του κατά την πολιορκία των Αθηνών.

Η πολιορκία των Αθηνών. Σκηνή από την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Πίνακας του Παναγιώτη Ζωγράφου με την καθοδήγηση του Μακρυγιάννη.

Ο Charles-Denis-Bourbaki (1816-1897) ορφάνεψε από πατέρα στην ηλικία των 12 ετών. Κηδεμόνας του ανέλαβε ο συνταγματάρχης υποκόμης de Rumigny. Το 1830, ο τελευταίος εξασφάλισε για τον μόλις 14 ετών Charles-Denis την εγγραφή με υποτροφία στο Βασιλικό Στρατιωτικό Κολλέγιο της Flèche. Εν συνεχεία ο χαρισματικός μαθητής συνέχισε τις σπουδές του στη Στρατιωτική Ακαδημία του Saint-Cyr, όπου εισήχθη το 1834. Ανέλαβε την πρώτη του διοίκηση στις τάξεις του σώματος των Ζουάβων. Υπό την παραπάνω ιδιότητα έλαβε μέρος, ως υπολοχαγός, στην πρώτη πολιορκία της Κωνσταντίνης (Οκτώβριος 1837), στην τελούσα υπό γαλλικό έλεγχο Αλγερία. Μάλιστα διακρίθηκε οργανώνοντας περιχαρακωμένες θέσεις, γεγονός που αποδείκνυε πως διέθετε απόλυτη αίσθηση του χώρου. Στην Αλγερία πληγώθηκε αρκετές φορές εν ώρα υπηρεσίας. Ένα από τα τραύματα, στην αριστερή κνήμη, τον ταλαιπώρησε μέχρι το τέλος του βίου του.  Στη μάχη του Milah (1838), καταπλακώθηκε από το φονευθέν άλογό του. Τον Μάϊο του 1843 συνέβαλε ουσιαστικά στην κατάληψη του στρατηγείου του εμίρη Abdelkader El Djezairi, ηγέτη της αλγερινής αντίστασης ενάντια στην γαλλική στρατιωτική παρουσία. Χαίροντας της εκτίμησης των ανωτέρων του, ο Bourbaki αγωνίστηκε για την ειρήνευση στην Αλγερία και για την αποκατάσταση των σχέσεων ανάμεσα στις φυλές της περιοχής αλλά και μεταξύ Γάλλων και ιθαγενών. Πρωτοστάτησε στην ενσωμάτωση ντόπιων στις μονάδες του γαλλικού στρατού. Ακολούθως ανέλαβε τη διοίκηση ενός λόχου της Λεγεώνας των Ξένων. Σε αυτή τη φάση της σταδιοδρομίας του ανακλήθηκε στο Παρίσι προκειμένου να αναλάβει καθήκοντα υπασπιστή του βασιλέα Λουδοβίκου-Φιλίππου.³ Αργότερα επανήλθε στην Αλγερία, όπου η παρουσία του είχε κριθεί ως απαραίτητη, συμμετέχοντας σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην ευρύτερη περιοχή της Καβυλίας. Ο Bourbaki παρέμεινε στην Αλγερία έως τα μέσα της δεκαετίας του 1850. Το 1850 προήχθη σε αντισυνταγματάρχη και ένα χρόνο αργότερα σε συνταγματάρχη. Τα ανδραγαθήματά του κατά την πολιορκία του Laghouat (Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1852) τού χάρισαν την ανώτατη διάκριση: το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής. Ο συνταγματάρχης Bourbaki υπήρξε δημοφιλής στις τάξεις της στρατιάς της Αφρικής, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που κυκλοφόρησαν τραγούδια αφιερωμένα στο πρόσωπό του.

Μεταξύ των ετών 1854 και 1856 συμμετείχε στην εκστρατεία της Κριμαίας με τον βαθμό του ταξιάρχου, επικεφαλής στρατευμάτων προερχομένων από την Αλγερία. Ήταν παρών στις μεγαλύτερες μάχες (Alma, Inkerman, Σεβαστούπολη). Στο Inkerman πολέμησε αδιάκοπα από τις 9 το πρωί έως τις 7 το απόγευμα.  Βαριά ασθενής εξαιτίας του νοσηρού κλίματος, επαναπατρίστηκε στη Γαλλία από όπου επανήλθε λαμβάνοντας μέρος στην αποφασιστική κατάληψη της νευραλγικής οχυρής θέσης του Malakoff (8 Σεπτεμβρίου 1855), πλησίον του λιμένα της Σεβαστούπολης. Τα θραύσματα ενός όλμου την ημέρα εκείνη έθεσαν σε κίνδυνο τη ζωή του. Για την εν γένει συνεισφορά του στον πόλεμο της Κριμαίας επιβραβεύθηκε το 1857 με προαγωγή στο αξίωμα του υποστρατήγου.

Horace Vernet, La prise de Malakoff, 1858. Musée Rolin, Autun

Με τη λήξη του πολέμου επανήλθε στην Αλγερία και τις γνώριμες, πλέον, επιχειρήσεις ειρήνευσης. Το 1859-1860 ήταν παρών σε δυο αποφασιστικές μάχες της εκστρατείας της Ιταλίας (Solférino και Magenta). To 1862 το όνομά του συγκαταλεγόταν μεταξύ των υποψηφίων για τον θρόνο της Ελλάδος. Ωστόσο, απέρριψε από μόνος την τιμητική αυτή προσφορά.⁴

To 1850 o Charles-Denis Bourbaki νυμφεύτηκε την Joséphine-Thérèse-Aline Adam, κόρη ενός πλούσιου κτηματομεσίτη, ο οποίος απέκτησε περιουσία από τον κατακερματισμό του ήδη κατεστραμμένου πάρκου του πύργου του Saint-Maure des Fossés, στα νοτιοανατολικά προάστια του Παρισιού. Έχουμε να κάνουμε, επομένως, με μια οικογένεια ελληνικών καταβολών, η οποία ενσωματώθηκε πλήρως στους κόλπους της γαλλικής κοινωνίας. Δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξουμε πως, υπό αυτή την οπτική, αποτελεί πρότυπο επιτυχίας. Κατά κανένα, όμως, τρόπο, δεν εξυπακούεται πως η ζωή και η σταδιοδρομία του στρατηγού Bourbaki υπήρξαν δίχως προσκόμματα, κάτι που, άλλωστε, πρόκειται να προκύψει από τη συνέχεια του κειμένου.

Louis Guédy, Charles-Denis Bourbaki, circa 1880, Musée de l’Armée, Paris.

 

Ο Γαλλοπρωσικός Πόλεμος των ετών 1870-1871 

Προτού αξιολογηθεί ο ρόλος που ο στρατηγός Bourbaki διαδραμάτισε στο πλαίσιο του Γαλλοπρωσικού Πολέμου των ετών 1870-1871, είναι θεμιτό να μνημονευθούν τα διαδοχικά στάδια, τα οποία επί έξι συνεχόμενους μήνες θρυμάτισαν το ηθικό των Γάλλων.

Το καθένα από τα δυο αντιμαχόμενα μέρη αναζητούσε για δικούς του λόγους την πρόφαση εκείνη, η οποία θα επέφερε μια ένοπλη αντιπαράθεση. Από την πλευρά της Γαλλίας, ο αυτοκράτορας Ναπολέων Γ΄, γιός της Hortense de Beauharnais, προγονής του Ναπολέοντα Α΄, αντιμετώπιζε προβλήματα σε όλα τα μέτωπα (εσωτερικό και εξωτερικό) στη διάρκεια της δεκαετίας του 1860. Η μεγαλύτερη, ωστόσο, ανησυχία του αφορούσε την Πρωσία και τη σταδιακή ενδυνάμωσή της με προσαρτήσεις, οι οποίες διαδέχονταν τις επιτυχίες της στα πεδία των εχθροπραξιών. Με τον τρόπο αυτό προσαρτήθηκαν τα δουκάτα του Schleswig και Holstein το 1864, ενώ η εντυπωσιακή στρατιωτική επικράτηση επί της Αυστρίας το 1866 στη μάχη της Sadowa είχε ως συνέπεια την ουσιαστική κυριαρχία του οίκου των Χοετσόλερν επί του ομωνύμου των Αψβούργων. Από την πλευρά της Πρωσίας λειτουργούσε ακόμη το σύνδρομο των ναπολεοντείων κατακτήσεων. Όμως, στη δεκαετία του 1860 τα πράγματα είχαν πλέον αλλάξει ριζικά. Ευρισκόμενο σε τροχιά ανάπτυξης, το βασίλειο της Πρωσίας αποτελούσε απειλή για τη Γαλλία. Ο Ναπολέων Γ΄ μπορεί μεν να είχε καταρχήν αποδεχτεί την προοπτική μιας ενοποίησης των γερμανικών κρατιδίων το 1865, κατά τη διάρκεια της συνάντησης του Biarritz, ωστόσο επιδίωκε εις μάτην ανταλλάγματα για την ουδετερότητα, την οποία είχε τηρήσει διαρκούσης της αποφασιστικής μάχης της Sadowa. Ως τέτοια θεωρούσε την αριστερή όχθη του Ρήνου, το Λουξεμβούργο και το Βέλγιο. Όσο για τον Otto von Bismarck, καγκελάριο της Πρωσίας, επιθυμούσε διακαώς έναν πόλεμο κατά της Γαλλίας, ικανό να συσπειρώσει τους Γερμανούς και συνακόλουθα να οδηγήσει στην ενοποίηση των διαφόρων κρατιδίων.

Το 1870, το κύρος του γαλλικού στρατού ήταν αδιαμφισβήτητο. Μεταξύ άλλων οφειλόταν στις διάφορες μακρινές εκστρατείες αποικιακής φύσεως, στις οποίες είχε επιδοθεί, όπως ήταν η κατάκτηση της Αλγερίας και οι επιτυχίες στα μέτωπα της Κριμαίας και της Ιταλίας. Παρά ταύτα, η φιλόδοξη μεταρρύθμιση στρατάρχη Niel το 1868 δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Η άμεση αφορμή για τον πόλεμο μπορούσε κάλλιστα να έχει αποφευχθεί. Ο βασιλέας της Πρωσίας Γουλιέλμος Α΄, ως χειρονομία καλής θελήσεως, απέσυρε την υποστήριξή του όσον αφορούσε στην υποψηφιότητα του εξαδέλφου του, πρίγκιπα Λεοπόλδου Χοετσόλερν-Σιγκμαρίνγκεν σχετικά με τον θρόνο της Ισπανίας. Ο τελευταίος ήταν σφόδρα αντιπαθής στη Γαλλία, η οποία, επιπρόσθετα, δεν επιθυμούσε να δει έναν Γερμανό πρίγκιπα να καταλαμβάνει το ανώτατο αυτό αξίωμα. Το ύφος  του τηλεγραφήματος του Γουλιέλμου παραποιήθηκε σκοπίμως από τον Bismarck, ο οποίος προσέδωσε μια περισσότερο άκαμπτη μορφή στο περιεχόμενο του κειμένου (είναι γνωστό και ως “τηλεγράφημα του Ems”) σε σχέση με το περισσότερο συγκαταβατικό αρχικό ύφος του βασιλέα της Πρωσίας. Πέφτοντας στην παγίδα, ο Ναπολέων Γ΄ εξέλαβε το κείμενο ως προσωπική προσβολή, με αποτέλεσμα να κυρήξει τον πόλεμο στις 19 Ιουλίου 1870. Διέθετε την υποστήριξη της συντριπτικής μερίδας της κοινής γνώμης, σε αντιδιαστολή με τον σκεπτικισμό σημαντικού αριθμού επιφανών προσώπων του πολιτικού στερεώματος εξαιτίας του ότι η Γαλλία δεν ήταν έτοιμη να ανταποκριθεί στην πολυτέλεια μιας ένοπλης αντιπαράθεσης.

 

Χιουμοριστικός χάρτης της Ευρώπης του 1870.

Με την πάροδο του χρόνου, ο αρχικός Γαλλοπρωσικός Πόλεμος μετεξελίχθηκε σε Γαλλογερμανικό, καθώς η διενέργειά του οδήγησε στην ενοποίηση των γερμανικών κρατιδίων. Κατά την αρχική φάση των επιχειρήσεων, ο γαλλικός στρατός παρουσίαζε ένα σημαδιακό μειονέκτημα: η διοίκησή του ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το πρόσωπο του αυτοκράτορα, αν και ο τελευταίος δεν διέθετε την απαιτούμενη κατάλληλη κατάρτιση. Ένα δεύτερο μειονέκτημα είχε να κάνει με την κατάσταση της υγείας του. Ο Ναπολέων Γ΄ υπέφερε ασταμάτητα από αφόρητους πόνους που οφείλονταν σε ύπαρξη λίθου στα νεφρά. Επρόκειτο για μια κάθε άλλο παρά ενδεδειγμένη πάθηση εν μέσω πολεμικών επιχειρήσεων που βρίσκονταν σε εξέλιξη. Ως εκ τούτου, ήταν ανίκανος να εγγυηθεί την ομαλή διεκπεραίωση της αρχιστρατηγίας. Δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξει κανείς πως οι θεαματικές γαλλικές αποτυχίες κατά την αρχική φάση του πολέμου οφείλονταν εν πολλοίς στην κατηγορηματική άρνηση του ιδίου (όπως και της αυτοκράτειρας Ευγενίας) να εκχωρήσει μέρος των αρμοδιοτήτων του σε τρίτους.

Σε τελική ανάλυση, η γαλλογερμανική αντιπαράθεση έφερε αντιμέτωπες μεταξύ τους δυο εκ διαμέτρου διαφορετικές αντιλήψεις περί διεξαγωγής πολέμου. Έχουμε συνηθίσει να προσεγγίζουμε την αναμέτρηση του 1870-1871 μέσω μιας εικονογραφικής κάλυψης, η οποία δεν αποδίδει την πραγματικότητα σε όλες της τις διαστάσεις. Οι ζωγραφικοί πίνακες και τα λογοτεχνικά κείμενα αναδεικύουν τρισδιάστατα τις παραδοσιακές διαστάσεις, αποκρύπτοντας, συνάμα, πρωτότυπες και αποκαλυπτικές πτυχές. Από γαλλικής πλευράς εξυμνείται η γενναιότητα των πολεμιστών σε ατομικό επίπεδο, τη στιγμή κατά την οποία η τελευταία είχε παντελώς υπερκεραστεί από την ισχύ πυρός του αντιπάλου. Οι ζωγραφικοί πίνακες εστιάζουν σε περιπτώσεις μεμονωμένου ηρωισμού ή σε περιφερειακές και άνευ ουσιαστικής σημασίας αναμετρήσεις στο περιθώριο των μεγάλων μαχών. Στην περίπτωση αυτή δεν καταβάλλεται προσπάθεια αποκατάστασης της ιστορικής πραγματικότητας. Αντιθέτως, αποφεύχθηκε συνειδητά η αναφορά στις μάχες, ούτως ώστε να μη διαφανούν τα αληθινά αίτια της ήττας. Οι παραπάνω αποδόσεις του πολέμου δημιούργησαν έναν μύθο, αντάξιο με εκείνον της περιόδου του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου λίγα χρόνια αργότερα.⁵ Από τη δική της πλευρά, η πραγματικότητα παραπέμπει σε μια πρωτοπόρο, για την εποχή, ένοπλη αντιπαράθεση, όπου η ισχύς των όπλων υπερέχει συντριπτικά έναντι της ατομικής ανδρείας. “Άλλαξαν τα πάντα, ακόμα και ο τρόπος με τον οποίο είχαμε συνηθίσει να πολεμάμε”, έγραφε χαρακτηριστικά ο Émile Zola.⁶

Στο σημείο αυτό κρίνεται απαραίτητη μια αντιπαραβολή ανάμεσα στα δυο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Οι Γερμανοί αξιωματικοί διέθεταν περιορισμένη μάχιμη εμπειρία. Επρόκειτο περισσότερο για θεωρητικούς, οι οποίοι είχαν ακολουθήσει εξαίρετες σπουδές στο τομέα της στρατιωτικής ιστορίας. Η Στρατιωτική Ακαδημία του Βερολίνου είχε υιοθετήσει ένα πρωτοπόρο σύστημα, καθώς οι σπουδαστές επιλέγονταν μέσω διενέργειας αυστηρών εισαγωγικών εξετάσεων. Διευθυντής της Ακαδημίας είχε χρηματίσει επί χρόνια ο Clausewitz, ο οποίος είχε μελετήσει σε βάθος τη θεωρία του πολέμου και αφομοιώσει την εμπειρία των ναπολεοντείων πολέμων (κάτι που δεν είχε φροντίσει να πράξει ο Ναπολέων Γ΄). Ο Helmuth von Moltke ο πρεσβύτερος δεν ήταν μπαρουτοκαπνισμένος. Επρόκειτο, όμως, για έναν θεωρητικό πρώτου μεγέθους. Όλα τα στελέχη ήταν εμποτισμένα από τα ένδοξα παράδειγματα του παρελθόντος. Η διδασκαλία στηριζόταν σε μια σοφή χρήση του ιππικού: ο Moltke διακήρυττε πως, ευρισκόμενοι σε αναζήτηση επαφής με τον αντίπαλο, οι άνδρες έπρεπε να καλύπτονται αλλά και να αντλούν πληροφορίες από λογχοφόρους ιππείς (ουλάνους) με σκοπό να μην επιτρέψουν στην απέναντι πλευρά να αποκτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Καθώς μάλιστα η αχίλλειος πτέρνα των Γάλλων ήταν η αναποτελεσματική χρήση του τηλεγράφου, δύναται κανείς να προσμετρήσει την αξία αυτών των ιππέων, οι οποίοι είχαν μετεξελιχθεί σε ειδήμονες στον τομέα της πληροφόρησης και των διαβιβάσεων.

Ο γερμανικός στρατός αποτελείτο από μόνιμα σώματα. Η στρατολόγηση διεκπεραιωνόταν με τοπικά κριτήρια. Συγκεκριμένα, σε κάθε περιοχή αντιστοιχούσε και από ένα σώμα στρατού. Αρχιστράτηγος ήταν ο βασιλέας της Πρωσίας. Τον πλαισίωναν ένας υπουργός Πολέμου και ένα Γενικό Επιτελείο, το οποίο αποτελούσε συνάμα και τον κρυφό άσσο του πρωσικού στρατού. Η εκπαίδευση του κάθε οπλίτη ήταν προχωρημένη σε πολλαπλά επίπεδα. Οι περισσότεροι αξιωματικοί (ακόμα και οι κατώτεροι), έφεραν επάνω τους επιτελικούς χάρτες της Γαλλίας κατακερματισμένους σε μικρά τετράγωνα, ούτως ώστε να μπορούν να τους αξιοποιούν κατά περίπτωση. Κάθε τεμάχιο του χάρτη διέθετε λεπτομερή και επικαιροποιημένη πληροφόρηση για τα πάντα, από το πιο ανούσιο μονοπάτι μέχρι το πλέον απομακρυσμένο αγρόκτημα και την περίφραξή του. Χαρακτηριστική ήταν η ρήση ενός Γάλλου ιερέα: “Οι Πρώσοι αξιωματικοί κουβαλούσαν, άπαντες, μαζί τους χάρτες. Οι γυλιοί των δικών μας ήταν γεμάτοι μυθιστορήματα”.⁷

Γάλλοι (αριστερά) και Πρώσοι στρατιώτες στον πόλεμο του 1870-1871.

Οι Γάλλοι διακατέχονταν από μια παρωχημένη αντίληψη. Κατά την άποψή τους, εξακολουθούσε να υφίσταται ένας “ευγενής” τρόπος διεξαγωγής του πολέμου. Επιπρόσθετα, μια προσέγγιση του είδους αυτού ευνοούσε την καλλιέργεια στερεοτύπων, με γνώμονα τα οποία ο Γερμανός αντίπαλος ήταν εξ’ ορισμού πανούργος, ύπουλος, υποκριτής, επιρρεπής στην προδοσία, ικανός για κάθε είδους ενέδρα προτού καν χαράξει το φως της ημέρας. Στα ανώτατα κλιμάκια του γαλλικού στρατού, οι αξιωματικοί είχαν να επιδείξουν μεγάλη επιχειρησιακή πείρα. Υστερούσαν, ωστόσο, σε επίπεδο θεωρητικής κατάρτισης. Οι διάφοροι αποικιακοί πόλεμοι όχι μόνο ήταν δαπανηροί, αλλά είχαν καταπονήσει τα στελέχη. Η διοίκηση υπέφερε από έλλειψη συντονισμού αλλά και από μια υπέρμετρα συγκεντρωτική διάρθρωση. Οι στρατιώτες ήταν αφοσιωμένοι, γενναίοι, γεμάτοι ενέργεια. Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν διαμορφωθεί στην Αλγερία κάτω από σκληρές και ιδιάζουσες συνθήκες. Αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στις επιταγές μιας ορθόδοξης αναμέτρησης.  Από τους επώνυμους ανώτατους αξιωματικούς δύσκολα μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει κάποιον. Οι Canrobert και MacMahon είχαν διακριθεί στην Ιταλία. Ο Le Boeuf όφειλε την ανέλιξή του στην εύνοια και υποστήριξη του αυτοκράτορα. Ο Bazaine ήταν ένας φιλόδοξος και αλαζόνας τυχοδιώκτης, ο οποίος ανέλαβε το στράτευμα μη έχοντας καν συμπληρώσει 8.000 ώρες διοίκησης στο ενεργητικό του.

Η χρήση του ιππικού από γαλλικής πλευράς διέφερε παρασάγγας. Οι ένδοξες επελάσεις του 1870 αποδείχτηκαν άσκοπες, ανούσιες, ανώφελες και ετεροχρονισμένες. Κόστισαν ακριβά σε ανθρώπινες απώλειες καθώς αποτελούσαν ιδανικό στόχο για σύγχρονα, για την εποχή, όπλα, όπως το μυδραλιοβόλο. Κι όμως, ο γαλλικός οπλισμός είχε να επιδείξει αρετές. Το τουφέκι Chassepot, με εμβέλεια 1.200 μέτρων, είχε διπλό βεληνεκές από το αντίστοιχο γερμανικό (Dreyse). Ωστόσο, το 1870 δεν υπήρχε ικανή επάρκεια εξαιτίας του περιορισμού των στρατιωτικών κονδυλίων. Το πυροβολικό ήταν υποδεέστερο εκείνου του αντιπάλου. Το 1868, στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης Niel και ενόψει του διαγραφόμενου πολέμου με την Πρωσία, δημιουργήθηκαν μονάδες ελεύθερων σκοπευτών, κυρίως στα ανατολικά γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας. Αποτελούμενες από στρατιωτικούς και πολίτες, οι μονάδες αυτές ήταν εκπαιδευμένες σε πρακτικές ανορθόδοξου πολέμου και προκάλεσαν μεγάλα προβλήματα στα μετόπισθεν του προελαύνοντος πρωσικού στρατού. Τέλος, γυναίκες και ανήλικα αγόρια συμπλήρωναν τις τάξεις του γαλλικού στρατού. Οι πρώτες χρησιμοποιούνταν ως πλύστρες, τα δεύτερα ως σαλπιγκτές και τυμπανιστές στην πρώτη γραμμή.

Χάρτης των πολεμικών επιχειρήσεων και της πολιορκίας του Παρισιού.

O πόλεμος διεξήχθη σε δυο φάσεις, οι οποίες συμπίπτουν με τα δυο διαφορετικά καθεστώτα που διαδέχθηκαν το ένα το άλλο τότε στη Γαλλία. Οι στρατιωτικές ήττες του αυτοκράτορα, η κατάκτηση εκ μέρους των Πρώσων μιας σειράς οχυρών θέσεων που προστάτευαν την εθνική επικράτεια όπως, π.χ. εκείνης του Metz, εξώθησαν τον Ναπολέοντα Γ΄ σε παράδοση και αιχμαλωσία έπειτα από την αποφασιστική μάχη του Sedan (1η Σεπτεμβρίου 1870). Επρόκειτο για μια ταπείνωση άνευ προηγουμένου, η οποία ενεργοποίησε με τη σειρά της πολιτειακή μεταβολή. Στις 4 Σεπτεμβρίου θεσπίστηκε ένα δημοκρατικό καθεστώς υπό μια κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας με επικεφαλής τον Léon Gambetta. Η νέα κυβέρνηση τοποθετήθηκε αμέσως υπέρ της συνέχισης του πολέμου. Ο πρωθυπουργός κατάφερε να διαφύγει με αερόστατο από το ευρισκόμενο υπό πολιορκία Παρίσι και να μεταβεί στην πόλη Tours, όπου εγκατέστησε προσωρινά την κυβέρνηση. Ταυτόχρονα προχώρησε στην ανασυγκρότηση του στρατεύματος, έχοντας ως απώτερο στόχο τη λύση της πολιορκίας της πρωτεύουσας. Στο νότιο τομέα, η στρατιά του Λίγηρα (armée de la Loire) κατάφερε μια πρώτη νίκη στο Coulmiers (9 Νοεμβρίου). Ωστόσο, υπέστη μια σειρά από διαδοχικές ήττες στις θέσεις Beaune-la-Rolande (28 Νοεμβρίου) και Orléans (3 και 4 Δεκεμβρίου). Μια δεύτερη στρατιά υπό τον στρατηγό Chanzy είχε ανάλογη τύχη στη μάχη του Mans (11 και 12 Μαρτίου 1871). Στο βόρειο τομέα, οι δυνάμεις του στρατηγού Faidherbe άντεξαν επί δυο μήνες απέναντι στα στρατιές των Manteuffel και Goeben. Υπέκυψαν τελικά στη μάχη του Saint-Quentin (19 Ιανουαρίου 1871). Η στρατιά της Ανατολής (armée de l’ Est) υπό τη διοίκηση του στρατηγού Bourbaki, εξανάγκασε τους Πρώσους σε υποχώρηση, ανακατέλαβε την πόλη Dijon και αναπτύχθηκε προς το πολιορκημένο Belfort, το οποίο υπερασπιζόταν με αυταπάρνηση ο συνταγματάρχης Denfert-Rochereau. Για λόγους οι οποίοι πρόκειται να αναλυθούν παρακάτω, η προέλαση ανακόπηκε, η στρατιά της Ανατολής ηττήθηκε και αναζήτησε καταφύγιο στη παρακείμενη Ελβετία.

Έχοντας αποτύχει σε αμφότερους τους στόχους ( στρατιωτικές επιτυχίες στην επαρχία και λύση της πολιορκίας του Παρισιού), η κυβέρνηση Gambetta αποδέχθηκε την διακοπή των εχθροπραξιών στις 28 Ιανουαρίου 1871. Ταυτόχρονα ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις για την υπογραφή ειρήνης. Λίγες εβδομάδες αργότερα, στο Παρίσι ξέσπασε λαϊκή εξέγερση, γνωστότερη ως Κομμούνα (Μάρτιος-Μάϊος 1871). Χάρη στον Friedrich Engels, το γεγονός αυτό έμελλε να λειτουργήσει ως υπόδειγμα για τους ανά τον κόσμο κομμουνιστές. Στις 19 Μαΐου υπεγράφη η καθόλα ταπεινωτική συνθήκη ειρήνης της Φρανκφούρτης, βάσει της οποίας η Γαλλία απώλεσε την επαρχία της Αλσατίας και μέρος εκείνης της Λωρραίνης (ενσωματώθηκαν στο νεότευκτο γερμανικό Ράιχ), εξαναγκάστηκε στην καταβολή μιας δυσβάστακτης πολεμικής αποζημίωσης ύψους 5 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, τέλος, υπέστη την παρουσία γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων εντός της εθνικής επικράτειας εν είδει εγγύησης για την αποπληρωμή της αποζημίωσης. Η ταπείνωση της ήττας εξέθρεψε το πνεύμα της εκδίκησης (Revanche), μόνιμης σταθεράς διαρκούντος ακόμη και του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Με την ανάκτηση των δυο επαρχιών το 1918, αποκαταστάθηκαν επιτέλους το κύρος και η τιμή που τόσο άσχημα είχαν δοκιμαστεί κοντά πέντε δεκαετίες νωρίτερα.

 

Ο στρατηγός Bourbaki και η οδυνηρή αναδίπλωση της στρατιάς της Ανατολής στην Ελβετία

Όταν εξεράγη ο πόλεμος, η σταδιοδρομία του Charles-Denis-Sauter Bourbaki βρισκόταν στο απόγειό της. Ένα χρόνο νωρίτερα, το 1869, είχε γίνει αποδέκτης σημαντικών προαγωγών. Συγκεκριμένα, του είχε ανατεθεί η διοίκηση του σημαντικότατου στρατοπέδου εκπαίδευσης του Châlons-sur-Marne, σε απόσταση 150 χιλιομέτρων ανατολικά της πρωτεύουσας. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τα στρατηγικά σχέδια του επιτελείου, η ίδια περιοχή προοριζόταν ως κομβικό σημείο συγκέντρωσης και κατόπιν προώθησης στρατευμάτων προς την γαλλογερμανική μεθόριο. Τον Ιούλιο του 1870, ο Ναπολέων Γ΄ του ανέθεσε προσωπικά τη διοίκηση της αυτοκρατορικής φρουράς (επρόκειτο για επίλεκτο σώμα) μαζί με καθήκοντα υπασπιστή. Τη στιγμή της έναρξης των εχθροπραξιών βρισκόταν στην οχυρή θέση του Metz, στη Λωρραίνη, επικεφαλής της αυτοκρατορικής φρουράς. Μέχρι τις 16 Αυγούστου και τη μάχη της Gravelotte-Rezonville, η φρουρά είχε παραμείνει αδρανής. Τα χαράματα της ημέρας εκείνης, ο Bourbaki είδε να ξεπροβάλλει από το παρακείμενο δάσος μια πλημμυρίδα εχθρικών στρατευμάτων, τη στιγμή που το στρατηγείο του άρχισε να σφυροκοπείται από το πρωσικό πυροβολικό. Το μηχανικό επιδόθηκε δίχως χρονοτριβή στην οργάνωση των αμυντικών θέσεων (αγροκτήματα, αποθήκες, περιφράξεις, χαρακώματα κλπ.) πέριξ της Gravelotte. Οι βολές του εχθρικού πυροβολικού στοίχισαν ακριβά σε ανθρώπινες απώλειες. “Στο έδαφος υπάρχουν ίχνη από την τροχιά των βλημάτων και τις ζημιές που προκαλούν στο διάβα τους. Τα δέντρα έχουν κοπεί, στα στάχυα λυγίσει. Τα άλογα χλιμιντρίζουν από τρόμο και τρέχουν πανικόβλητα προς την πεδιάδα, όπου βρίσκουν διέξοδο. Επιτόπου σημειώθηκε ανθρώπινη εκατόμβη”.⁸

Προκειμένου να ανακουφίσει τους αμυνόμενους, ο στρατάρχης Bazaine, ανώτατος διοικητής του γαλλικού στρατού, έστειλε το ιππικό σε αποστολή αυτοκτονίας. Διαδοχικές επελάσεις απέτυχαν δραματικά καθώς οι Πρώσοι παρέσυραν τους αντιπάλους τους σε βαθιά χαντάκια, όπου έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλον. Υπάρχουν μαρτυρίες, οι οποίες περιγράφουν τη θέα ακέφαλων καβαλάρηδων να συνεχίζουν την επέλαση. “Ουδείς τολμούσε να ανακόψει αυτά τα φαντάσματα, τα οποία επέλαυναν με το ξίφος ακόμα στο χέρι”.⁹ Ίλες 120 ιππέων έμειναν με 75. Οι αποτυχίες στα μέτωπα της Αλσατίας και της Λωρραίνης ανάγκασαν στις 19 Αυγούστου τη στρατιά Bazaine σε υποχώρηση. Η τελευταία βρήκε καταφύγιο κάτω από τα τείχη του Metz. Ωστόσο, ουδέποτε κατάφερε να απαγκιστρωθεί από εκεί. Μια δύναμη 19.000 ανδρών υπέστη τα δεινά της πολιορκίας και του λιμού. Αυτόπτης μάρτυς, ο Bourbaki ήταν σε ηλικία 54 ετών ο νεότερος από όλους τους διοικητές σώματος στρατού. Αντιτάχθηκε σθεναρά στην προοπτική μιας αψυχολόγητης και καταδικασμένης εκ των προτέρων ηρωικής εξόδου με στόχο τη λύση της πολιορκίας. Το Metz έπεσε στα χέρια των Πρώσων στις 27 Οκτωβρίου. Στο μεταξύ, στο Παρίσι είχε εγκαθιδρυθεί το δημοκρατικό καθεστώς.

Η πολιορκία του Metz σε γερμανική γκραβούρα εποχής.

Ενόσω το Metz βρισκόταν υπό πολιορκία, ο Bourbaki έπεσε θύμα μιας τραγελαφικής υπόθεσης. Είναι γνωστό πως ο φιλομοναρχικός στρατάρχης Bazaine δεν έπραξε τα δέοντα προκειμένου να υπερασπιστεί τη δημοκρατία συνεχίζοντας τον πόλεμο. Κατηγορήθηκε μάλιστα, πως άφησε το Metz να πέσει δίχως αντίσταση στα χέρια των Πρώσων. Από τη δική του πλευρά, ο Bourbaki είχε προσβάσεις στο στενό περιβάλλον του Ναπολέοντα Γ΄, η δε αδελφή του συνδεόταν φιλικά με την αυτοκράτειρα Ευγενία. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου, κάποιο άτομο ονόματι Régnier ζήτησε ακρόαση από την αυτοκράτειρα, η οποία στο μεταξύ είχε αναζητήσει καταφύγιο στο Hastings της Αγγλίας. Τελικά, κατάφερε να αποσπάσει από τον διάδοχο του αυτοκρατορικού θρόνου μια φωτογραφία μαζί με ένα μήνυμα με αποδέκτη τον αιχμάλωτο των Πρώσων πατέρα του. Χρησιμοποιώντας το μήνυμα και τη φωτογραφία ως ασφαλές διαβατήριο, ο Régnier διέσχισε τις εχθρικές γραμμές και παρουσιάστηκε στο Metz ενώπιον του Bazaine, υποστηρίζοντας ότι η αυτοκράτειρα επιθυμούσε τη σύναψη ειρήνης και πως γι αυτό τον σκοπό ο στρατάρχης Canrobert ή ο στρατηγός Bourbaki έπρεπε να μεταβούν στο Hastings. Υποστήριξε μάλιστα πως ο Bismarck προτιμούσε να διαπραγματευτεί με την αυτοκράτειρα παρά με την κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας και πως υπό τέτοιες συνθήκες, οι όροι της ειρήνης θα ήταν λιγότερο οδυνηροί για τη Γαλλία. Ο Bourbaki, εφοδιασμένος και με τη συναίνεση των Πρώσων, έφυγε δίχως καθυστέρηση για την Αγγλία, πεπεισμένος ότι είχε επιφορτιστεί με μια επίσημη διπλωματική αποστολή. Φτάνοντας στον προορισμό του άκουσε έκπληκτος την αυτοκράτειρα να διαψεύδει τα πάντα. Τελικά επρόκειτο για μια κατασκευασμένη υπόθεση των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών. Μολονότι ο στρατηγός είχε πλήρη άγνοια της πραγματικότητας, η συμμετοχή του στο παραπάνω επεισόδιο στιγμάτισε την μετέπειτα σταδιοδρομία του. Επιστρέφοντας άπραγος στη Γαλλία, επιχείρησε δίχως επιτυχία να εισέλθει στο πολιορκημένο Metz. Πάραυτα έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση της κυβέρνησης Εθνικής Άμυνας και του νέου καθεστώτος, φτάνοντας στις 15 Σεπτεμβρίου στην Tours.

Ένα μήνα αργότερα, στις 17 Οκτωβρίου, ο  Léon Gambetta του ανέθεσε τη διοίκηση της στρατιάς του Βορρά (armée du Nord). Μεταβαίνοντας επιτόπου βρήκε την Lille παντελώς άοπλη και ανυπεράσπιστη. Πυροβόλα και όπλα είχαν μεταφερθεί στο Παρίσι προς ενίσχυση της άμυνας της πρωτεύουσας. Μέσα στην πόλη επικρατούσε χάος και αναρχία. Συγκεντρώνοντας τα απομεινάρια της στρατιάς του Metz, ο Bourbaki συγκρότησε πρόχειρα το 12ο Σώμα Στρατού δύναμης 18.000 ανδρών. Πρόθεσή του ήταν να απελευθερώσει το Beauvais και να κατευθυνθεί προς το Chantilly, κέντρο ανεφοδιασμού του εχθρού. Την ίδια ακριβώς στιγμή, η κυβέρνηση του αφαίρεσε τη διοίκηση, πιθανότατα για πολιτικούς λόγους. Τον διαδέχθηκε ο στρατηγός Farre. Ο Bourbaki ανέλαβε διοικητής του 13ου Σώματος Στρατού, τμήματος της στρατιάς του Λίγηρα. Στις 10 Νοεμβρίου του ανατέθηκε το γενικό πρόσταγμα ολόκληρης της στρατιάς, η οποία μετονομάστηκε σε στρατιά της Ανατολής (armée de l’ Est). Αποστολή της ήταν η διενέργεια μιας επιχείρησης αντιπερισπασμού μεγάλης κλίμακας, ικανή να ανακουφίσει έμμεσα το πολιορκημένο Παρίσι. Συγκροτήθηκε μέσα στο μήνα Δεκέμβριο του 1870. Ως επί το πλείστον, οι ανώτεροι αξιωματικοί ήταν άπειροι, τα δε επιτελεία επιρρεπή στον αυτοσχεδιασμό.¹º

Το φιλόδοξο σχέδιο συνίστατο σε διενέργεια επίθεσης στις οπισθοφυλακές του εχθρού, αποκοπή των τελευταίων από την κύρια δύναμη και εν συνεχεία λύση της πολιορκίας και απελευθέρωση του Belfort. Στις 30 Δεκεμβρίου, ο Bourbaki, συνοδευόμενος από το επιτελείο του, έφτασε στην κωμόπολη Châlons-sur-Saône. Την επομένη, παραμονή Πρωτοχρονιάς, εκδηλώθηκε η επίθεση. Από τους 100.000 έως 140.000 άνδρες, τους οποίους είχε υπό τις διαταγές του, μόνο οι 35.000 διέθεταν προγενέστερη πολεμική πείρα. Στην παραπάνω δύναμη έπρεπε να προστεθούν και περί τα 400 πυροβόλα. Στην απέναντι πλευρά, ο στρατηγός Werder είχε αντιπαρατάξει 40.000 άρτια εκπαιδευμένους και οπλισμένους άνδρες. Οι Πρώσοι διέθεταν επίσης ένα αποτελεσματικό σύστημα πληροφοριών που τους επέτρεπε να παρακολουθούν ευθύς εξαρχής τις μετακινήσεις των αντιπάλων τους.

Οι καιρικές συνθήκες ήταν ιδιαίτερα δυσμενείς. Η συγκέντρωση των στρατευμάτων πραγματοποίθηκε υπό πολικό ψύχος κι ενώ το σιδηροδρομικό δίκτυο (απαραίτητο για τη μεταφορά ανδρών και οπλισμού) ήταν υπερκορεσμένο. Υπήρξαν μονάδες που αναγκάστηκαν να παραμείνουν επί δυο και τρεις ημέρες μέσα στα βαγόνια με θερμοκρασία -10 και -15°C. “Τα άλογα ψοφούσαν, οι δε άνδρες δεν έβλεπαν γύρω τους παρά μόνο χιόνι. Προτού εισπράξει καν τα πρώτα πλήγματα, η στρατιά Bourbaki είχε υποστεί σκληρή δοκιμασία”.¹¹ Οι δρόμοι είχαν καταστεί άχρηστοι εξαιτίας του συνεχούς παγετού, τα άλογα έχαναν διαρκώς την ισορροπία τους, οι φάλαγγες έφταναν στον προορισμό τους με μεγάλη καθυστέρηση. Τα στρατιωτικά αρχεία αποκαλύπτουν τους διαλόγους, συχνά σε έντονο ύφος, της περιόδου εκείνης ανάμεσα στην κυβέρνηση, το επιτελείο και τον στρατηγό Bourbaki. Τα κέντρα αποφάσεων δεν είχαν την παραμικρή εικόνα των τραγικών συνθηκών, οι οποίες επικρατούσαν επιτόπου. Χαρακτηριστικό υπήρξε το παράδειγμα του υπουργού Στρατιωτικών, Charles De Freycinet, ο οποίος, στις 7 Ιανουαρίου 1871, έστειλε προς τον στρατηγό την ακόλουθη επιστολή: “Σας καλώ να επιταχύνετε τον ρυθμό των επιχειρήσεών σας. Έχει παρατηρηθεί σημαντική συγκέντρωση αντιπάλων στρατευμάτων και σύντομα θα βρίσκεστε σε μειονεκτική θέση. Επί πολλές ημέρες σας προτρέπω να πραγματοποιήσετε όλες τις σχεδιασθείσες κινήσεις. Η κακή κατάσταση του οδικού δικτύου, την οποία επικαλείστε, δεν δείχνει να έχει εμποδίσει τους Πρώσους που κινούνται με διπλάσιους ρυθμούς από τους δικούς σας. Θέλω να με διαβεβαιώσετε ότι θα βρίσκεστε στο Vesoul στις 8 Ιανουαρίου”.¹² Ακολουθούσαν προτροπές για επιτάχυνση των μετακινήσεων, το αποτέλεσμα των οποίων καταγράφηκε από μια μαρτυρία εποχής: “Ο στρατηγός έστειλε επιτελικούς αξιωματικούς σε ολόκληρη τη διαδρομή, με εντολή να ενισχυθεί ο ρυθμός ανάπτυξης ολόκληρου αυτού του συνονθυλεύματος ανθρώπων, ζώων, πυροβόλων, πυρομαχικών, αμαξών και αποσκευών πάσης φύσεως. Η θέα της δίνης στρατιωτών, οι οποίοι προσπερνούσαν σπρώχνοντας οι μεν τους δε, διακατεχόμενοι από τον φόβο μήπως πέσουν στα χέρια των Πρώσων, που κατά τα φαινόμενα ακολουθούσαν από κοντά και ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα μας είχαν φτάσει μέσα στη νύκτα, ήταν τρομακτική.¹³ Όπως το 1812! Οι επιλογές ήταν δύο: να συνεχίσουμε την πορεία ή να πεθάνουμε επιτόπου”¹⁴.

Ο στρατηγός Bruneau περιγράφει με γλαφυρό τρόπο την κατάσταση των ανδρών κατά τη διάρκεια της απάνθρωπης αυτής πορείας: “Τα τελευταία άρβυλα είχαν λειώσει. Ωστόσο, η πορεία προς ανατολάς έπρεπε να συνεχιστεί. Οι κάτοικοι των περιοχών που διασχίζαμε δεν ασχολούνταν με τη μοίρα μας. Όποιος έμενε πίσω, έχανε απλούστατα τη ζωή του! Είδαμε ζουάβους να φορούν ξυλοπάπουτσα…Μέσα σε αυτό το κλίμα, μισό ανατολίτικο, μισό αγροτικό, ο λόχος μου συνέχιζε να προχωρεί δίχως να ασχολείται με τις δυσκολίες των υπόλοιπων μονάδων.” Μαρτυρίες και αρχεία είναι αποκαλυπτικά και απαντούν στα περισσότερα ερωτήματα. Τα άλογα δεν ήταν κατάλληλα πεταλωμένα για τον παγετό: “Έχαναν διαρκώς την ισορροπία τους και αδυνατούσαν να σταθούν πάνω στον πάγο. Αναγκαστήκαμε να σταματήσουμε σε ένα χωριό. Λόγω έλλειψης πεταλωτή, μια ομάδα από λογχοφόρους, οι οποίοι έτυχε να βρίσκονται εκεί, προθυμοποιήθηκε να στερεώσει τους αναβατήρες”.¹⁵ Από το αρχηγείο κατέφθασε διαταγή να τοποθετηθούν στα πίσω πόδια των αλόγων πέταλα με καρφιά, κατάλληλα για τον πάγο. “Το υλικό είναι διαθέσιμο στην κεντρική αποθήκη”, συνέχιζε το τηλεγράφημα με αφοπλιστική αφέλεια.¹⁶

Όπως ήταν επόμενο, προέκυψαν σοβαρότατα προβλήματα σε επίπεδο ανεφοδιασμού και επιμελητείας. Μέσα στο καθόλα ανασταλτικό κλίμα, ο στρατηγός Bourbaki κατηγορήθηκε για έλλειψη επιθετικού πνεύματος. O Gambetta θωρούσε τον ρυθμό της προέλασης εκνευριστικά αργό. Παρά ταύτα, ο Bourbaki πέτυχε την αναδίπλωση της στρατιάς von Werder, ανακατέλαβε την Dijon, την οποία νωρίτερα ο Garibaldi και οι εθελοντές του δεν είχαν καταφέρει να υπερασπιστούν και συνέχισε την πορεία του προς την κατεύθυνση του τελούντος υπό πολιορκία Belfort, η φρουρά του οποίου πρoέβαλε ηρωική αντίσταση κάτω από τις διαταγές του συνταγματάρχη Denfert-Rochereau. 

Ο Bourbaki επεδίωκε να αναμετρηθεί με τους Γερμανούς στο ύψος της κωμόπολης Villersexel, η οποία τελούσε υπό τον έλεγχο του αντιπάλου. Επρόκειτο για μεγίστης σημασίας στρατηγική θέση, επειδή στο συγκεκριμένο σημείο συνέκλιναν οι οδικοί άξονες Vesoul-Montbéliard και Lure-Besançon. Πρόθεσή του σε μια πρώτη φάση ήταν να διασπάσει τις εχθρικές γραμμές.¹⁷ Η μάχη του Villersexel έλαβε χώρα στις 9 Ιανουαρίου 1871 μέχρι αργά τη νύκτα. Ευρισκόμενος στην πρώτη γραμμή, ο Bourbaki άνοιξε πυρ σε βάρος δυο μεραρχιών του βαυαρικού στρατού. Δεν υπολόγισε, ωστόσο, την επικείμενη έλευση από τα βορειοανατολικά μιας δεύτερης γερμανικής στρατιάς υπό τον στρατάρχη Edwin von Manteuffel. Οι σφοδρότερες συγκρούσεις σημειώθηκαν γύρω από τον πύργο του Villersexel. Ο τελευταίος καταστράφηκε ολοσχερώς από τις φλόγες. Οι Γερμανοί ταμπουρώθηκαν μέσα στις οικίες, οι οποίες χρειάστηκε να καταληφθούν έπειτα από σφοδρές αναμετρήσεις σώμα με σώμα. Δυστυχώς για τους Γάλλους, η νίκη που κατήγαγαν πέρασε ανεκμετάλλευτη.

Alphonse de Neuville, Attaque d’ une maison barricadée à Villersexel , circa 1875, Paris, Musée d’Orsay.

Την επομένη της μάχης, η στρατιά von Werder αναδιπλώθηκε προς το Belfort και το Montbéliard. Φρόντισε ωστόσο να τοποθετηθεί με έξυπνες επιλογές στα υψώματα πέριξ του ποταμού Lizaine, σε απόσταση 15 περίπου χιλιομέτρων από το Belfort. Επρόκειτο για την ύστατη γραμμή άμυνας των Γερμανών πριν από την πόλη. Η μάχη του ποταμού Lizaine (γνωστή και ως μάχη του Héricourt από το όνομα ενός χωριού που βρισκόταν στο κέντρο ακριβώς του πεδίου των εχθροπραξιών), διήρκεσε επί τρεις ημέρες (15 – 17 Ιανουαρίου 1871). Ταλαιπωρημένοι από το δριμύ ψύχος, τον ανεπαρκή ρουχισμό, την έλλειψη τροφίμων, τέλος, το κλονισμένο ηθικό, οι Γάλλοι υπέκυψαν ευρισκόμενοι σε μια περιοχή, η οποία τους τρεις τελευταίους μήνες τελούσε υπό τον έλεγχο των αντιπάλων τους. Η αριθμητική τους υπεροχή δεν απέδωσε καθόλου. Η θερμοκρασία είχε πέσει στους -20°C. Την επομένη της ήττας στη μάχη του  Héricourt και μη έχοντας ουδεμία υποστήριξη από τη φρουρά του Belfort, ο Bourbaki απέσυρε τους άνδρες του από  το πεδίο της μάχης. “Εξαντλημένοι από την κόπωση, τις δοκιμασίες και την πείνα, οι στρατιώτες μας θα αντιμετώπιζαν βέβαιο θάνατο, εάν το βράδι της μάχης του Héricourt, ο Bourbaki δεν είχε την πρόνοια να πολεμήσει υποχωρώντας”.¹⁸

Στις 23, η στρατιά Bourbaki έφτασε στη Besançon.  Aν και στρατηγικής σημασίας, η πόλη αδυνατούσε να παράσχει την οποιαδήποτε φιλοξενία λόγω έλλειψης τροφίμων. Παρόλες τις φιλότιμες προσπάθειες του Μηχανικού να οργανώσει πρόχειρα την άμυνα (οι Γερμανοί βρίσκονταν σε απόσταση έξι μόλις  χιλιομέτρων), κάθε προβολή αντίστασης ήταν καταδικασμένη εκ των προτέρων. Η στρατιά συνέχισε την αναδίπλωση προς το Pontarlier και την ελβετική μεθόριο. Ο στρατηγός δεν μπορούσε να κρύψει την απογοήτευσή του: “Έδειχνε καταπονημένος και παρέμενε αμίλητος. Μια μόνη σκέψη τον απασχολούσε. Στις συζητήσεις με τους επιτελείς του ήταν άφωνος. Το βλέμμα του, απλανές και προβληματισμένο, ήταν σαν να επιχειρούσε να αποκρυπτογραφήσει ένα ζοφερό και απειλητικό μέλλον…”.¹⁹

Στο μεταξύ, τα γερμανικά στρατεύματα συνέχισαν την κυκλωτική τους κίνηση. Όταν ο Bourbaki έφτασε στη Besançon, οι Manteuffel και Werder ήλεγχαν ήδη τις δυο όχθες του ποταμού Doubs. Ήταν πλέον εμφανές πως η τανάλια είχε σφίξει. Η στρατιά Bourbaki υπήρξε το θύμα της τέταρτης, κατά σειρά, περικύκλωσης του γαλλικού στρατού στο πλαίσιο του πολέμου του 1870-1871, στη συνέχεια εκείνων του Sedan, του Metz και του Παρισιού. Μοναδική διέξοδο σωτηρίας προσέφερε πλέον το ελβετικό έδαφος. Η αναδίπλωση της στρατιάς της Ανατολής εντός της ελβετικής επικράτειας παραπέμπει ευθέως στην υποχώρηση του Ναπολέοντα Α΄ από τη Ρωσία (1812) ή, ακόμα, στη μεταγενέστερη εκείνη του σερβικού στρατού προς την Κέρκυρα μέσα από τους χιονισμένους ορεινούς όγκους της Αλβανίας (1915). Επρόκειτο για πραγματική εποποιία. “Αυτά τα υπολείμματα στρατού ήταν, ως επί το πλείστον, επίστρατοι και παιδιά αποκαμωμένα από την κόπωση, τις στερήσεις, την πείνα και παραλυμένα από την απόγνωση και την απογοήτευση. Πολλοί ξάπλωναν στην άκρη του δρόμου αγνοώντας τις διαταγές των ανωτέρων τους διακηρύττοντας ότι είχαν αρκετά υποφέρει…και πως προτιμούσαν να περιμένουν επιτόπου τον θάνατο. Τα άλογα τρέφονταν με φλοιούς των παρακείμενων δέντρων. Δάγκαναν τα κιβώτια του πυροβολικού αποσπώντας κομμάτια ξύλου που μασούσαν επί ώρες ή τρίχες από τη χαίτη και την ουρά, τις οποίες αφαιρούσαν το ένα από το άλλο. Το θερμόμετρο έδειχνε 20 βαθμούς υπό το μηδέν. Ο Bourbaki περιφερόταν από μονάδα σε μονάδα σε μια προσπάθεια να εμφυσήσει στους πεινασμένους, απελπισμένους και αρρώστους που τον περιέβαλαν την ζοφερή φιλοσοφία της παραίτησης μπροστά στην δυστυχία. Μια φιλοσοφία στην οποία ο ίδιος έμελλε να υποκύψει λίγες, μόλις, ώρες αργότερα.

Ο στρατηγός αισθανόταν εγκαταλειμμένος από μια κυβέρνηση, η οποία του πρόσαπτε αδράνεια. Στις 26 Ιανουαρίου 1871, μη βλέποντας τρόπο να σώσει τη στρατιά του, μεταβίβασε τη διοίκηση στον στρατηγό Clinchant. Το ίδιο βράδι επιχείρησε να θέσει τέλος στη ζωή του μέσα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου διέμενε, στη Besançon. Η απόπειρα απέτυχε, αλλά ο ίδιος τραυματίστηκε βαριά στο κεφάλι.²º Προς στιγμή, η Γαλλία ολόκληρη νόμισε πως ήταν νεκρός. Την επομένη, η κυβέρνηση του αφαίρεσε επίσημα τη διοίκηση με προσωπική επιστολή του Gambetta: “Σας διατάζω να μεταβιβάσετε τη διοίκηση της στρατιάς της Ανατολής στον στρατηγό Clinchant λόγω της διστακτικότητας και της έλλειψης εμπιστοσύνης που επιδείξατε στο πλαίσιο μιας επιχείρησης, από την οποία προσδοκούσαμε τόσα πολλά…”²¹ Αντίθετα, το “συλλυπητήριο” τηλεγράφημα του υπουργού Στρατιωτικών Freycinet ήταν πιο ανθρώπινο: “Με μεγάλη ικανοποίηση πληροφορούμαι από τον υπασπιστή σας πως η ζωή σας βρίσκεται εκτός κινδύνου. Στο πρόσωπό σας τιμώ έναν γεναίο και έντιμο στρατιωτικό, ο οποίος έπραξε με αυταπάρνηση το καθήκον του στα πεδία των μαχών. Μου είναι εξαιρετικά επώδυνο να βλέπω πως σας έχει αφαιρεθεί η δυνατότητα να υπηρετείτε την πατρίδα”.²²

Ο στρατηγός Clinchant εκκένωσε το Pontarlier στις 28 Ιανουαρίου. Τέσσερις ημέρες αργότερα, η στρατιά της Ανατολής διέβη την ελβετική μεθόριο. Η όροι της ανακωχής της 28ης Ιανουαρίου δεν την συμπεριλάμβαναν. Συνεπώς, ήταν καταδικασμένη να συνεχίσει τον πόλεμο. Μοναδική ελπίδα ήταν η διαφυγή εντός του ελβετικού εδάφους. Ήδη την 1η Φεβρουαρίου η κυβέρνηση της Βέρνης επιβεβαίωσε την παρουσία 90.000 ανδρών, οι οποίοι είχαν διασχίσει τα σύνορα από τα περάσματα Verrières (πλησίον του Pontarlier), Sainte-Croix και Vallorbe, με γνώμονα τους όρους της συμβασης της Verrières, η οποία συνομολογήθηκε την ίδια ημέρα μεταξύ των στρατηγών Clinchant και Herzog (εκ μέρους της ελβετικής κυβέρνησης). Με την είσοδό τους εντός του ελβετικού εδάφους, τα γαλλικά στρατεύματα αφοπλίζονταν και με μέριμνα του Ελβετικού Ερυθρού Σταυρού (επρόκειτο για την πρώτη αξιόλογη επιχείρηση στην ιστορία του συγκεκριμένου φορέα, ο οποίος είχε ιδρυθεί το 1863) προωθούνταν σε όλα τα καντόνια της συνομοσπονδίας. Τελικά κατασχέθηκαν 284 πυροβόλα και μυδραλιοβόλα, 63.400 τουφέκια, 64.800 πάσης φύσεως άλλα όπλα και 1.158 άμαξες. Περί τα 1.700 άτομα, καταπονημένα από τα τραύματα και τις κακουχίες, άφησαν την τελευταία τους πνοή στην Ελβετία, παρά την συστηματικά οργανωμένη προσπάθεια περίθαλψης. Την άνοιξη του 1871 επετράπη η επάνοδος στη Γαλλία. Η γαλλικές αρχές κάλυψαν όλα τα έξοδα της τετράμηνης φιλοξενίας. Ο Édouard Castres (1838-1902), ζωγράφος από τη Γενεύη και εθελοντής στις τάξεις του Ερυθρού Σταυρού, αποθανάτισε το γεγονός του οποίου υπήρξε ο ίδιος μάρτυς, φιλοτεχνώντας, το 1881, έναν εντυπωσιακό καμβά διαστάσεων 10 Χ 36 Χ 112 μέτρων. Το 1889 κατασκευάστηκε σε κεντρικό σημείο της Λουκέρνης ένα κυκλικό κτήριο, προορισμένο να φιλοξενήσει το έργο. Έκτοτε είναι γνωστό με την προσωνυμία Bourbaki Panorama.

 

Bourbaki Panorama Luzern

https://www.bourbakipanorama.ch/en/

To Bourbaki Panorama της Λουκέρνης.

 

Bourbaki Panorama. Άποψη του εσωτερικού χώρου.

 

Ο αφοπλισμός των γαλλικών στρατευμάτων (Bourbaki Panorama)

 

Άμαξα του Ελβετικού Ερυθρού Σταυρού μεταφέρει Γάλλους τραυματίες (Bourbaki Panorama).

 Αντί συμπερασμάτων 

Πολλές και διφορούμενες εκτιμήσεις στρέφονται γύρω από την προσωπικότητα, τον χαρακτήρα και τη σταδιοδρομία του Charles-Denis-Sauter Bourbaki. Σύμφωνα με μια εκδοχή, ο τελευταίος αποδέχτηκε την ανάληψη της διοίκησης της στρατιάς της Ανατολής από ευσυνειδησία και υψηλή αίσθηση του καθήκοντος κάτω από εξαιρετικά κρίσιμες περιστάσεις. Έντιμος και γενναίος, ήταν αποφασισμένος να υπηρετήσει την πατρίδα του μέχρις εσχάτων μη τρέφοντας, ωστόσο, ψευδαισθήσεις σχετικά με την ισχύ του γερμανικού στρατού. Φαίνεται πως κάποια στιγμή εκφράστηκε ως ακολούθως: “Εάν δεν ήμουν πολεμιστής, αλλά πολιτικός, θα τασσόμουν αναφανδόν υπέρ της σύναψης ανακωχής και υπέρ της ειρήνης”.²³ Στις 2 Φεβρουαρίου 1871, ο στρατηγός Clinchant τον μετέφερε σχεδόν ετοιμοθάνατο στην Ελβετία εξαιτίας της απόπειρας αυτοκτονίας που μόλις είχε προηγηθεί. Χρειάστηκε να περάσουν αρκετοί μήνες έως ότου αποκατασταθεί η υγεία του και μπορέσει να επιστρέψει στην πατρίδα του. Ενόσω βρισκόταν στην Ελβετία, ο Gambetta του απηύθυνε ένα νέο τηλεγράφημα σε περισσότερο ευπρεπές ύφος από ό,τι εκείνο της 27ης Ιανουαρίου: “Είμαι πεπεισμένος πως εκφράζω το αίσθημα του γαλλικού λαού ολόκληρου, ο οποίος ούτε μια στιγμή δεν εξέφρασε αμφιβολία και ούτε πρόκειται να εκφράσει μελλοντικά για την ακεραιότητα του χαρακτήρα σας. Εύχομαι και ελπίζω το παρόν τηλεγράφημα να σας βρεί σε καλό δρόμο ανάρρωσης.”²⁴       

Τον Ιούλιο του 1871, έπειτα από το πέρας του πολέμου, ο στρατηγός Bourbaki ανέλαβε καθήκοντα στρατιωτικού διοικητή της Λυών, έπειτα από πρόταση του Adolphe Thiers, πρώτου προέδρου της Γ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας. Δεν είχε ακόμα ανακάμψει πλήρως από την περιπέτεια της υγείας του. Ωστόσο, η παραπάνω πρωτοβουλία αποκατέστησε το κύρος του στις τάξεις του στρατεύματος και στη συνείδηση της γαλλικής κοινής γνώμης. Άσκησε το αξίωμα επί οκτώ συναπτά έτη. Το 1879 πέρασε στην εφεδρεία. Το 1885 απέτυχε στην προσπάθειά του να εκλεγεί γερουσιαστής. Απεβίωσε το 1897, σε ηλικία 81 ετών, από πνευμονικές επιπλοκές στην ιδιοκτησία του, κοντά στην πόλη Bayonne, όπου βρίσκεται ακόμη ο τάφος του.

Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως ο Bourbaki είναι μια προσωπικότητα ανάλογου διαμετρήματος με έναν Bayard ή έναν Murat.²⁵   Ποιος μπορούσε να φανταστεί πως αυτός ο αξιωματικός θα προσέφερε τόσες πολλές υπηρεσίες στη Γαλλία αφιερώνοντας σε αυτή την ίδια του τη ζωή; Ο στρατηγός Bourbaki, ο παππούς του οποίου ήταν ναυτικός από την Κεφαλλονιά, ανήκει στην κατηγορία των μεγάλων προσώπων της κοινής πορείας Ελλάδας και Γαλλίας στο διάβα της Ιστορίας. Μέσα από μια ταραχώδη και δραματική σταδιοδρομία, κατάφερε να διατηρήσει το κύρος του αλλά και να αποκτήσει πιστούς θαυμαστές και φίλους. Ένας από τους τελευταίους υπήρξε και ο ακαδημαϊκός Victor de Laprade, ο οποίος, στις 2 Μαρτίου 1879, απευθύνθηκε προς τον στρατηγό με τα ακόλουθα λόγια (προτιμήσαμε να παραθέσουμε το κείμενο στην αρχική του γλώσσα):

 

 Au Général Bourbaki

 

Il nous vient du pays d’Alexandre et d’Homère,

Du pays où la Muse enfantait des soldats.

France! tu l’as reçu de la Grèce ta mère,

Ce fier neveu d’Achille et de Leonidas.

 

A de pareils vaincus qu’importe la défaite!

Quand le devoir est fait qu’importe le bonheur!

Au-dessus des partis il peut lever la tête,

Fidèle à ses seuls dieux…. La Patrie et l’Honneur.

 

Va! Tu peux mépriser une atteinte vulgaire,

Tu gardes tes exploits, ton nom pur comme l’or.

Ce nom de Bourbaki, c’était un cri de guerre,

Tous nos vieux Africains le redisent encore.

 

Va! La France est toujours amoureuse des braves;

Et sitôt que les cœurs, sous un ciel plus serein,

Des villes passions ne seront plus esclaves,
Notre histoire inscrira ton nom sur son airain.²⁶ 

      

H Francine Saint-Ramond είναι εκπαιδευτικός και διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου Ι του Παρισιού. Είναι μέλος της Γαλλικής και της Διεθνούς Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας. Στη χώρα της συγκαταλέγεται μεταξύ των μεγαλύτερων ειδικών του Μακεδονικού Μετώπου της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Σήμερα, το ερευνητικό της ενδιαφέρον έχει μεταστραφεί προς τη μελέτη του Γαλλοπρωσικού Πολέμου του 1870-1871.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Οι γαλλικές στρατιές στον Δούναβη, στην Ιταλία και στην Ελβετία αντιμετώπιζαν προβλήματα, τη   στιγμή, κατά την οποία είχε ξεσπάσει εξέγερση στην επαρχία της Vendée.

² Commandant L. Grandin, Le général Bourbaki, Paris, Berget-Levrault, 1898, σ. 2.

³ Ο Λουδοβίκος-Φίλιππος βασίλευσε μεταξύ των ετών 1830 και 1848.

⁴ Alfred Guyé, Qui était le général Charles-Denis-Sauter Bourbaki?, Chézard, 1976.

⁵ Pascal Venesson, “Guerre moderne et stratégies picturales. La guerre de 1870 vue par Detaille, Deneuville et Meissonnier”, Revue Historique des Armées, αρ. 190, 1993, σ. 17-28.

⁶ Émile Zola, La Débâcle.

⁷ Pierre Defourny, L’ Armée de MacMahon et la Bataille de Beaumont, en Argonne, Bruxelles, 1872, σ. 85.

⁸ Grandin, οπ.π., σ. 166.

⁹ Grandin, οπ.π., σ. 174.

¹º Πρόκειται για εκτίμηση του στρατηγού Borel. Παρατίθεται στο Jean Diez, Le Combat de Villersexel, Paris, 1905, σ. 9.

¹¹ Grandin, οπ.π., σ. 231.

¹² Grandin, οπ.π., σ. 236.

¹³ Léopold Doussaint, Souvenirs anecdotiques de la guerre 1870-1871, τόμος Β΄, Paris, 1885, σ. 50.

¹⁴ Général Bruneau, Récits de guerre, Paris, 1911.

¹⁵ Léopold Doussaint, οπ.π., τόμος Β΄, σ. 6.

¹⁶ Service Historique de la Défense/Armée de Terre, carton GR R L 6, 11 Δεκεμβρίου 1870.

¹⁷ Grandin, οπ.π., σ. 234.

¹⁸ Grandin, οπ.π., σ. 243.

¹⁹ Léopold Doussaint, οπ.π., τόμος Β΄, σ. 52.

²º Grandin, οπ.π., σ. 251, 253, 254, 255.

²¹ Grandin, οπ.π., σ. 255.

²² Grandin, οπ.π., σ. 255.

²³ Jean Diez, οπ.π., σ. 9.

²⁴  L. de J.,  Bourbaki, Pau, 1885, σ. 30.

²⁵  Commandant Grandin, οπ.π., σ. 139

²⁶  L. de J., οπ.π., σ. 33.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Θεοδόσης Καρβουναράκης: Ο πρόεδρος George Herbert Walker Bush και οι Ευρω-Ατλαντικές Σχέσεις, 1988-1992

Θεοδόσης Καρβουναράκης

Ο πρόεδρος George Herbert Walker Bush και οι Ευρω-Ατλαντικές Σχέσεις, 1988-1992

Στις εκλογές του Νοεμβρίου 1988, νέος πρόεδρος των ΗΠΑ αναδείχθηκε ο George Herbert Bush, αντιπρόεδρος των κυβερνήσεων Reagan. Ο νέος πρόεδρος είχε μεγάλη εμπειρία σε θέματα εξωτερικής πολιτικής- κάτι μάλλον ασυνήθιστο για τα αμερικανικά δεδομένα- και συγκέντρωσε γύρω του ένα εκλεκτό επιτελείο συμβούλων που θα τον βοηθούσε στη λήψη των σχετικών αποφάσεων. Δεν συμμεριζόταν τον ενθουσιασμό του προκατόχου του, Ronald Reagan, που διακήρυσσε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, και ακόμη δυσπιστούσε ως προς τις προθέσεις του Gorbachev. Αφιέρωσε έτσι μεγάλο χρονικό διάστημα στη μελέτη των δεδομένων της διεθνούς κατάστασης και αποφάσισε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός στις κινήσεις του.

Στην Ανατολική Ευρώπη εν τω μεταξύ οι εξελίξεις έτρεχαν.Στην Πολωνία η κυβέρνηση του Στρατηγού Jaruzelski βρισκόταν από τον Αύγουστο του 1988 σε διαπραγματεύσεις με το ανεξάρτητο εργατικό συνδικάτο Αλληλεγγύη με στόχο την φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος, ενώ στην Ουγγαρία τον Φεβρουάριο του 1989 το κομμουνιστικό κόμμα είχε αποδεχθεί την ανάγκη εγκαθίδρυσης μιας πολυκομματικής δημοκρατίας. Τον Ιούλιο του 1989, ο Bush επισκέφθηκε την Πολωνία και την Ουγγαρία. Στην Πολωνία οι συζητήσεις κυβέρνησης και Αλληλεγγύης είχαν καταλήξει σε συμφωνία για ελεύθερες εκλογές μέρους των μελών του Κοινοβουλίου, τις οποίες είχε κερδίσει η Αλληλεγγύη με συντριπτική πλειοψηφία. Στην Ουγγαρία, οι συζητήσεις μεταξύ της κυβέρνησης και της όλο και τολμηρότερης αντιπολίτευσης για τον εκδημοκρατισμό της χώρας, συνεχίζονταν. Πρόθεση του Προέδρου Bush ήταν να ενθαρρύνει την πορεία προς τη δημοκρατία. Παράλληλα όμως ήθελε να συστήσει σύνεση, ψυχραιμία και όχι αλόγιστη επιτάχυνση του ρυθμού των αλλαγών από τους υπέρμαχους της δημοκρατίας. Ανησυχούσε για την αντίδραση του Gorbachev και της Σοβιετικής Ένωσης. Βέβαια, ο Σοβιετικός ηγέτης είχε ήδη δηλώσει στον ιστορικής σημασίας λόγο του στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών το Δεκέμβριο του 1988, ότι η ελευθερία επιλογής για όλα τα κράτη ήταν μια αρχή χωρίς εξαιρέσεις. Ενώ τον Ιούλιο του 1989, με δήλωση του στον τύπο υποστήριξε ότι «οποιαδήποτε ανάμειξη στα εσωτερικά μιας χώρας για τον περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας… είναι απαράδεκτη».Ο Bush όμως φοβόταν ότι η επιτάχυνση των ρυθμών αλλαγής και η αμφισβήτηση τόσο του κομμουνιστικού καθεστώτος όσο και της Σοβιετικής ηγεμονίας στην περιοχή, θα μπορούσε να προκαλέσει μια έντονη συντηρητική αντίδραση, που θα ακύρωνε τα επιτεύγματα των τελευταίων μηνών και θα έφραζε το δρόμο προς την εθνική και πολιτική ελευθερία στην Ανατολική Ευρώπη. Τους φόβους του επέτεινε το πρόσφατο παράδειγμα της Κίνας, όπου οι μεγάλες διαδηλώσεις και τα επίμονα αιτήματα εκδημοκρατισμού είχαν μόλις τον προηγούμενο μήνα αντιμετωπισθεί από το καθεστώς με εκτεταμένη χρήση βίας και μεγάλη αιματοχυσία με χιλιάδες νεκρούς στην πλατεία Tiananmen του Πεκίνου. Για τον ίδιο λόγο (αποφυγή προκλήσεων προς τους Σοβιετικούς και το υπάρχον καθεστώς), ο Αμερικανός Πρόεδρος απέφυγε την ενεργό και εμφανή παρέμβαση της χώρας του στα τεκταινόμενα στην Ανατολική Ευρώπη. Σε συναντήσεις του με Πολωνούς και Ούγγρους κομμουνιστές αξιωματούχους, ο Bush δήλωσε ότι «δεν είμαστε εδώ για να σας αναγκάσουμε να διαλέξετε μεταξύ Ανατολής και Δύσης». Επίσης ενθάρρυνε τον στρατηγό Jaruzelski να διεκδικήσει το προεδρικό αξίωμα στην Πολωνία και υποστήριξε τα μετριοπαθή στελέχη της Αλληλεγγύης που είχαν την ίδια άποψη, ώστε να επικρατήσουν στις διαβουλεύσεις του κινήματος για το θέμα. Ανάλογα ήταν και τα σχόλια του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών James Baker σε συναντήσεις του με το Σοβιετικό ομόλογο του Eduard Shevardnadze στο Παρίσι στο τέλος Ιουλίου και κατά τη διάρκεια επίσκεψης στις Ηνωμένες Πολιτείες του τελευταίου, τον Σεπτέμβριο. «Υποστηρίζουμε τη μεταρρυθμιστική διαδικασία αλλά σε καμία περίπτωση δεν θέλουμε να δημιουργήσουμε προβλήματα για τη Σοβιετική Ένωση…Δεν θέλουμε να προκαλέσουμε φασαρίες ή να υποκινήσουμε αναταραχή (στην Ανατολική Ευρώπη)».3

O George Η.W. Bush με τον Lech Wałęsa στη Βαρσοβία, το καλοκαίρι του 1989.

Τους επόμενους μήνες συντελέστηκαν κοσμοϊστορικές αλλαγές στην Ανατολική Ευρώπη. Στην Πολωνία την εξουσία ανέλαβε μη κομμουνιστική κυβέρνηση, ενώ στην Ουγγαρία και την Τσεχοσλοβακία η πορεία προς την πλήρη κατάρρευση του κομμουνισμού ήταν σαφής και προδιαγεγραμμένη. Από τους πανίσχυρους δικτάτορες των χωρών-μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας μόνο ο Nicolae Ceauşescu της Ρουμανίας παρέμενε στην εξουσία. Μεγάλες διαστάσεις και ιδιαίτερη σημασία είχε προσλάβει η πτώση του τείχους του Βερολίνου, συμβόλου του διαχωρισμού της Ευρώπης σε Ανατολικό και Δυτικό μπλοκ. Φαινόταν επίσης να ανοίγει ο δρόμος για την ενοποίηση των δύο Γερμανιών. Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτών των εξελίξεων, ο Πρόεδρος Bush παρέμεινε ιδιαίτερα προσεκτικός. Τα γεγονότα εξελίσσονταν από μόνα τους με τρόπο ιδιαίτερα ευνοϊκό για τις Ηνωμένες Πολιτείες που, εν πάση περιπτώσει, δεν είχαν τη δυνατότητα κάποιας ουσιαστικής παρέμβασης. Μια λάθος όμως κίνηση θα μπορούσε να ανησυχήσει τους Σοβιετικούς και να οδηγήσει σε βίαιη παρέμβαση ικανή να αναστείλει τόσο την πορεία προς τη δημοκρατία, όσο και την εξασθένιση της Σοβιετικής Αυτοκρατορίας.

Κρίσιμη θεωρούνταν η αντίδραση του Gorbachev έναντι της κατάρρευσης του κομμουνισμού στην Ανατολική Γερμανία. Η χώρα αυτή ήταν η πιο αξιόπιστη και πιο σημαντική οικονομικά από τα μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας, ενώ η ύπαρξή της συμβόλιζε τη νίκη των σοβιετικών όπλων μετά από τιτάνιο, πολύνεκρο αγώνα κατά του γερμανού εισβολέα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρακολουθώντας στην τηλεόραση σε απευθείας μετάδοση την πτώση του τείχους το βράδυ της 9ης Νοεμβρίου, ο Bush σχολίασε: «Αν οι Σοβιετικοί αφήσουν τους κομμουνιστές να πέσουν στην Ανατολική Γερμανία, πρέπει πραγματικά να εννοούν αυτά που λένε, περισσότερο απ’ ότι νόμιζα».Ο Bush απέφυγε να προκαλέσει τον Σοβιετικό ομόλογό του και δεν συμμετείχε στους πανηγυρισμούς άλλων δημοσίων προσώπων και των μέσων μαζικής ενημέρωσης για την πτώση του τείχους. «Δεν πρόκειται να χορέψω πάνω στο τείχος του Βερολίνου» είπε στους συνεργάτες του. Και όταν ρωτήθηκε από δημοσιογράφο γιατί δεν έδειχνε ενθουσιασμένος από τις εξελίξεις, απάντησε: «Δεν είμαι συναισθηματικός τύπος».

Βερολίνο, 9 Νοεμβρίου 1989. Η πτώση του τείχους και το συναπάντημα δυο κόσμων.

Η προοπτική της Γερμανικής ενοποίησης δημιούργησε προβλήματα στις τάξεις της Δυτικής Συμμαχίας. Βρετανία και Γαλλία ήταν αντίθετες, τουλάχιστον στην άμεση πραγματοποίησή της γιατί φοβόντουσαν, με την αύξηση της γερμανικής ισχύος, διατάραξη των ισορροπιών στην Ευρώπη αλλά και επιπλοκές στη διαδικασία της Ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η Πρωθυπουργός της Αγγλίας, Margaret Thatcher, δεν ήταν βέβαιη για την μη αναζωπύρωση των γερμανικών ηγεμονικών τάσεων – «ξέρω πολύ καλά τους Γερμανούς και ο εθνικός χαρακτήρας κατά βάση δεν αλλάζει» υποστήριζε – ενώ πίστευε ότι με την κατάρρευση του συστήματος ασφαλείας ΝΑΤΟ – Συμφώνου Βαρσοβίας που θα διευκόλυνε η γερμανική ενοποίηση, θα υπονομεύονταν η διεθνής επιρροή της χώρας της. Προσέβλεπε σε μία δημοκρατική αλλά ξεχωριστή Ανατολική Γερμανία, ή, εν ανάγκη, σε κάποια μορφή συνομοσπονδίας με την Δυτική Γερμανία. Ανήσυχος επίσης εμφανίζονταν ο Γάλλος πρόεδρος François Mitterrand, αλλά και άλλοι Γάλλοι ηγέτες.O Mitterrand εξέφρασε την υποστήριξή του προς την κυβέρνηση της Ανατολικής Γερμανίας και ζήτησε από τον Gorbachev (καθ’ ομολογίαν του ιδίου) να αποτρέψει τη γερμανική ενοποίηση. Οι Αμερικανοί, όμως, δεν είχαν αμφιβολίες για το δημοκρατικό ήθος και την πολιτική ωριμότητα των Γερμανών. Έβλεπαν επίσης θετικά τη γερμανική ενοποίηση ως σύμβολο νίκης του δημοκρατικού καπιταλισμού αλλά και ευκαιρία ενδυνάμωσης και επέκτασης του ΝΑΤΟ. Παράλληλα φοβόντουσαν πως αν πρόβαλαν εμπόδια στην ενοποίηση, οι Γερμανοί θα στρέφονταν στους Ρώσους, που σαν αντάλλαγμα για τη συναίνεσή τους, θα ζητούσαν την ουδετεροποίηση της Γερμανίας. Η αποχώρηση όμως της τελευταίας από το ΝΑΤΟ θα ισοδυναμούσε με κατάρρευση της Δυτικής Συμμαχίας. Στις Βρυξέλλες, ο Bush έπεισε τους επικεφαλής των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ να αποδεχθούν τη γερμανική ενοποίηση.6

Ούτε ο Gorbachev ήταν αντίθετος με τη γερμανική ενοποίηση. Όχι μόνο επειδή η άρνηση του να συγκατατεθεί θα ήταν αντίθετη με τις βαρυσήμαντες διακηρύξεις του περί αυτοδιάθεσης των λαών της Ευρώπης και θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στις σχέσεις του με το Δυτικό στρατόπεδο, αλλά και γιατί οι απόψεις του για τις δύο Γερμανίες είχαν αλλάξει: «Για τη Σοβιετική ηγεσία η Δυτική Γερμανία ήταν ο μεσάζων-κλειδί για οικονομική υποστήριξη από τη Δύση. Ως προς την οικονομική ακμαιότητα ή τις στρατιωτικές δυνατότητες στην Κεντρική Ευρώπη ήταν σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με τις Ηνωμένες Πολιτείες…Μια συνεργάσιμη Ομοσπονδιακή Δημοκρατία στην πραγματικότητα μπορούσε ακόμη και να βοηθήσει να σωθεί η περεστρόικα στη Ρωσία. Η φιλάσθενη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας…στην πραγματικότητα δεν είχε και μεγάλη σημασία μετά τον Νοέμβριο του 1989».7 Η αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών – Σοβιετικής Ένωσης θα αφορούσε στους όρους και όχι σ’ αυτή καθαυτή τη γερμανική ενοποίηση.

Οι Σοβιετικοί αποδέχτηκαν το Σχέδιο 2+4 που πρότειναν οι Αμερικανοί και προέβλεπε πως όλα τα ουσιώδη θέματα που αφορούσαν στην ενοποίηση θα συζητούνταν και θα αποφασίζονταν από τις δύο Γερμανίες. Οι τέσσερεις νικήτριες δυνάμεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Ηνωμένες Πολιτείες, Σοβιετική Ένωση, Βρετανία και Γαλλία) θα παραιτούνταν από τα δικαιώματα κατοχής επί της ηττημένης Γερμανίας και τα οποία εξακολουθούσαν να διατηρούν ως συνέπεια της Ψυχροπολεμικής διαμάχης (λόγω των μεταξύ τους διαφωνιών δεν είχε υπάρξει συνθήκη ειρήνης με τη Γερμανία). Δυστροπούσαν όμως ως προς τη συμμετοχή της ενοποιημένης Γερμανίας στο ΝΑΤΟ. Ο Πρόεδρος Bush δεν ήταν διατεθειμένος να υποχωρήσει, καθ’ ότι γνώριζε ότι τα δεδομένα τον ευνοούσαν. Η αδιαλλαξία του αλλά και η πλεονεκτική του θέση προκύπτουν από τον τρόπο που εκφράστηκε σε συνάντηση με τον Kohl στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Φεβρουάριο του 1990: «Οι Σοβιετικοί δεν είναι σε θέση να υπαγορεύσουν τη σχέση της Γερμανίας με το ΝΑΤΟ. Αυτό που με στεναχωρεί είναι η συζήτηση ότι η Γερμανία δεν πρέπει να παραμείνει στο ΝΑΤΟ. Στο διάβολο! Εμείς υπερισχύσαμε, όχι αυτοί. Δεν πρέπει να αφήσουμε τους Σοβιετικούς να αρπάξουν τη νίκη από τα σαγόνια της ήττας».8

Η επίσκεψη του καγκελαρίου της Δυτ. Γερμανίας Helmut Kohl στην Ουάσινγκτον, τον Φεβρουάριο του 1990.

Ο Gorbachev συμβιβάστηκε με αλλαγές στο στρατιωτικό δόγμα του ΝΑΤΟ που υποδήλωναν υποβάθμιση της Σοβιετικής απειλής και υποσχέσεις στενότερης πολιτικο-στρατιωτικής συνεργασίας. Σε επίσκεψή του στη Μόσχα τον Ιούλιο του 1990 ο Kohl επίσης υποσχέθηκε ότι η ενοποιημένη Γερμανία θα αναλάμβανε όλες τις οικονομικές υποχρεώσεις της Ανατολικής Γερμανίας προς τη Σοβιετική Ένωση η οποία επίσης θα λάβαινε οικονομική βοήθεια ύψους 3 δις. δολαρίων. Το κόστος παραμονής των σοβιετικών στρατευμάτων στην Ανατολική Γερμανία κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου θα κάλυπτε η γερμανική κυβέρνηση. Σε κοινή συνέντευξη τύπου κατά την ίδια επίσκεψη οι δύο ηγέτες ανακοίνωσαν τη συμφωνία τους για τους όρους της γερμανικής ενοποίησης: Η Γερμανία θα αποτελούσε μέλος του ΝΑΤΟ αν και τα σοβιετικά στρατεύματα θα παρέμεναν στην Ανατολική Γερμανία για μια μεταβατική περίοδο τριών έως τεσσάρων ετών. Το αμυντικό δόγμα του ΝΑΤΟ όμως θα ίσχυε άμεσα για το σύνολο της χώρας. Η Γερμανία θα περιόριζε τις ένοπλες δυνάμεις της στους 370.000 άνδρες, ενώ αναλάμβανε την υποχρέωση να μην αποκτήσει ή κατασκευάσει πυρηνικά, χημικά ή βιολογικά όπλα. Με αυτή τη συμφωνία η διαδικασία της ενοποίησης μπόρεσε να συνεχισθεί απρόσκοπτα και να ολοκληρωθεί τον Οκτώβριο του 1990.

Η κατάρρευση του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη και η ενοποίηση της Γερμανίας έθεσαν σε αμφισβήτηση τη χρησιμότητα του ΝΑΤΟ, μια και ο λόγος για τον οποίο είχε δημιουργηθεί, η άμυνα της Ευρώπης από την Σοβιετική απειλή, φαινόταν να έχει εκλείψει. Τόσο οι Ευρωπαίοι όμως όσο και οι Αμερικανοί εταίροι κατέληξαν στο συμπέρασμα πως η συμμαχία έπρεπε να διατηρηθεί. Η κατάσταση στη Σοβιετική Ένωση ήταν ακόμη ρευστή και η πιθανότητα αναζωπύρωσης της Σοβιετικής απειλής, αν και πολύ περιορισμένη, εξακολουθούσε να υφίσταται. Οι Βρετανοί, οι Γάλλοι, ακόμη και οι Γερμανοί9 θεωρούσαν τους θεσμούς του ΝΑΤΟ και την παρουσία των Αμερικανών στρατιωτών στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη Γερμανία ως απαραίτητη εγγύηση για την αποτροπή Γερμανικών ηγεμονικών τάσεων, που ήταν πιθανό να εκδηλωθούν, αφού με την ενοποίηση η Γερμανία αναδεικνύονταν στην ισχυρότερη πληθυσμιακά και οικονομικά Ευρωπαϊκή χώρα. Στην ίδια κατεύθυνση οι ΗΠΑ έθεταν το θέμα σε ευρύτερη κλίμακα. Καταθέτοντας στο Κογκρέσο τον Απρίλιο του 1990, ο ειδικός σε Ευρωπαϊκά θέματα αξιωματούχος του State Department James Dobbins, εξέφρασε φόβους ότι με την αποχώρηση των Αμερικανών, οι Ευρωπαίοι θα επαναλάμβαναν το παλιό «γεωπολιτικό παιχνίδι τους» τις «μεταβαλλόμενες συμμαχίες» και θα αδυνατούσαν να τηρήσουν την τάξη. Αυτό θα υπονόμευε την τότε Ευρωπαϊκή Κοινότητα και μπορούσε να οδηγήσει σε συγκρούσεις όπως οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι (όπου οι Αμερικανοί κλήθηκαν να δώσουν τη λύση). Σημαντικό ήταν επίσης να παραμείνουν τα Αμερικανικά στρατεύματα στην Ευρώπη για να αντιμετωπισθεί ο απομονωτισμός πολιτών και Κογκρέσου που θα έκανε πολύ δύσκολη, αν όχι αδύνατη, την επιστροφή σε ώρα ανάγκης των Αμερικανικών δυνάμεων. Τέλος μέσω του κομβικού τους ρόλου στην Ευρωπαϊκή άμυνα, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να επηρεάζουν το σύνολο των Ευρωπαϊκών υποθέσεων προς όφελός τους.10

Ο Πόλεμος του Περσικού Κόλπου (Αύγουστος 1990 – Φεβρουάριος 1991).

Το ΝΑΤΟ βέβαια κατ’ ανάγκη θα άλλαζε, προσαρμοζόμενο στις νέες συνθήκες. Επιθυμία των Αμερικανών ήταν η εμπλοκή του οργανισμού σε επιχειρήσεις εκτός περιοχής, πέρα δηλαδή από την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας των κρατών-μελών σε περίπτωση επίθεσης. Στον πόλεμο του Περσικού Κόλπου στις αρχές του 1991, χώρες του ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένης και της Γαλλίας, είχαν συμμετάσχει στη Μεγάλη Συμμαχία που υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών απελευθέρωσε το Κουβέιτ από τα στρατεύματα του Ιρακινού δικτάτορα Σαντάμ Χουσεΐν. Παρά την επιθυμία των Γάλλων να περιοριστεί ο ηγετικός ρόλος των Αμερικανών στην Ευρώπη, ο πρόεδρος Mitterrand, για να μην απομονωθεί η χώρα του αλλά και επιθυμώντας να αποδείξει ότι αποτελούσε παγκόσμια δύναμη, απέστειλε ισχυρές Γαλλικές στρατιωτικές δυνάμεις, οι οποίες, μάλιστα. συμμετείχαν στις επιχειρήσεις υπό Αμερικανική στρατιωτική διοίκηση. Οι Γερμανοί, επικαλούμενοι συνταγματικούς περιορισμούς στη χρήση των ενόπλων δυνάμεών τους, είχαν ελάχιστη στρατιωτική συμμετοχή αλλά συνεισέφεραν 9 δισεκατομμύρια δολάρια για την κάλυψη του κόστους της επιχείρησης.

Η εκστρατεία των Αμερικανών στο Ιράκ, που είχε νομιμοποιηθεί από την παγκόσμια κοινότητα με την έγκρισή της από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, αποτελούσε έκφανση της Νέας Παγκόσμιας Τάξης, του σχεδίου δηλαδή του προέδρου Bush για την προάσπιση από τις Ηνωμένες Πολιτείες της παγκόσμιας ειρήνης, της δημοκρατίας και της ελεύθερης οικονομίας μέσω και της εύρυθμης λειτουργίας των διεθνών θεσμών. Η Νέα Παγκόσμια Τάξη έπρεπε να περιφρουρηθεί με στρατιωτική ισχύ, που για πολιτικούς και οικονομικούς λόγους ήταν δύσκολο οι Ηνωμένες Πολιτείες να διαθέσουν από μόνες. Γι’ αυτό, ο Αμερικανός πρόεδρος επιδίωξε την επέκταση της περιοχής ευθύνης του ΝΑΤΟ. Συνάντησε όμως την αντίδραση των άλλων μελών του οργανισμού. Για τους Γάλλους οι εκτός περιοχής επιχειρήσεις θα έκαναν το ΝΑΤΟ εργαλείο του Αμερικανικού παγκόσμιου ηγεμονισμού. «Δεν θέλουμε το ΝΑΤΟ να γίνει ένα Διευθυντήριο για θέματα παγκόσμιας ασφάλειας» δήλωσε Γάλλος αξιωματούχος.

Δραστικά επίσης μειώθηκε ο αριθμός των Αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη, από 336.000 ενόπλων στις αρχές του 1990 σε 150.000 μέχρι το 1994. Παρά τις αντιρρήσεις των στρατιωτικών ιθυνόντων, που ανησυχούσαν για την αποτελεσματικότητα της Αμερικανικής αμυντικής ασπίδας και τη δυσαρέσκεια των Ευρωπαίων, ο πρόεδρος Bush παρέμεινε σταθερός στην απόφασή του. Η Σοβιετική απειλή είχε στην ουσία πάψει να υφίσταται, η Συμφωνία για τις Συμβατικές Δυνάμεις στην Ευρώπη, η οποία υπογράφτηκε ανάμεσα στα μέλη του ΝΑΤΟ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας11 το Νοέμβριο του 1990, είχε μειώσει κατά 68% σε σχέση με τις αρχές του 1989 τις Σοβιετικές δυνάμεις στην Ευρώπη, ενώ η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά ελλείμματα.

Το κενό που θα δημιουργούνταν καλούνταν να καλύψουν οι Ευρωπαίοι. Ήδη από το 1984, στα πλαίσια της προσπάθειας για συνεργασία των κρατών-μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στον τομέα της ασφάλειας, είχε επανενεργοποιηθεί η Δυτικο-Ευρωπαϊκή Ένωση (WEU), οργανισμός αμυντικής συνεργασίας που είχε ατονήσει μετά τη δημιουργία του ΝΑΤΟ και την ένταξη τη Δυτικής Γερμανίας σε αυτό. Το καλοκαίρι του 1987 η Δυτικο-Ευρωπαϊκή Ένωση είχε αναλάβει τον συντονισμό της δράσης ναυτικών μονάδων των κρατών-μελών (επίσης μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων) που είχαν σταλεί στον Περσικό Κόλπο για να βοηθήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες στη διασφάλιση των θαλασσίων οδών κατά τη διάρκεια του πολέμου Ιράν-Ιράκ. Το Δεκέμβριο του 1990, στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων για τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, που ενέτεινε την Ευρωπαϊκή ενοποίηση και οδήγησε στη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποφασίστηκε πως η Δυτικο-Ευρωπαϊκή Ένωση θα αποτελούσε τη βάση για την Κοινή Αμυντική Πολιτική της σχεδιαζόμενης συνθήκης, αρχικά αναπτύσσοντας μία «οργανική σχέση» και αργότερα ως αναπόσπαστο τμήμα των νέων Ευρωπαϊκών δομών.

Η αναβάθμιση του ρόλου της Δυτικο-Ευρωπαϊκής Ένωσης έγινε δεκτή καταρχήν θετικά από την Ουάσινγκτον. Η δημιουργία Ευρωπαϊκού αμυντικού πυλώνα θα οδηγούσε στην ενίσχυση της συμμετοχής των Ευρωπαίων στην άμυνα της ηπείρου αλλά και θα διευκόλυνε τη συμμετοχή τους σε επιχειρήσεις εκτός της περιοχής ευθύνης του ΝΑΤΟ, αφού θα ήταν, πλέον, δυνατό να αντιμετωπίζονται οι ισχυρισμοί ότι επιχειρώντας στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, οι Ευρωπαίοι γίνονταν εργαλείο των ανά τον κόσμο Αμερικανικών σχεδίων και εμπλέκονταν σε απρόβλεπτες περιπέτειες. Παράλληλα όμως. δεν θα έπρεπε ένας Ευρωπαϊκός αμυντικός μηχανισμός να υποβαθμίσει την κεντρική θέση του ΝΑΤΟ στην άμυνα της Ευρώπης και κατά συνέπεια την πρωτοκαθεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι Αμερικανοί ενθάρρυναν την Ευρωπαϊκή Αμυντική Συνεργασία, με την προϋπόθεση όμως ότι θα αναπτύσσονταν και θα παρέμενε εντός των ΝΑΤΟϊκών δομών.

James Baker (1989-1992) και Lawrence Eagleburger (1992-1993), οι δυο υπεύθυνοι της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ επί προεδρίας George H.W. Bush.

Διαφορετική ήταν η προσέγγιση των Γάλλων, που επιθυμούσαν τον περιορισμό της Αμερικανικής κυριαρχίας στην Ευρώπη με την ανάπτυξη ανεξάρτητων αμυντικών δομών στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής ενοποίησης. Αναγνώριζαν πως η στρατιωτική παρουσία των Αμερικανών ήταν προς το συμφέρον της Ευρώπης, σε συνδυασμό όμως με Ευρωπαϊκή ανεξαρτησία κινήσεων. Για να δείξει τη δέσμευση στην ιδέα της Ευρωπαϊκής ενοποίησης, καθησυχάζοντας έτσι όσους φοβούνταν πιθανές ηγεμονικές τάσεις εκ μέρους της Γερμανίας, αλλά και για να διατηρήσει την εμπιστοσύνη του Γάλλου προέδρου, ο Καγκελάριος Kohl στήριξε τα Γαλλικά σχέδια. Τον Φεβρουάριο του 1991 οι υπουργοί Εξωτερικών της Γαλλίας και της Γερμανίας συμφώνησαν σε λεπτομέρειες για το πώς η Δυτικο-Ευρωπαϊκή Ένωση θα εξελίσσονταν σε όργανο της υπό κατασκευή ενοποιημένης Ευρώπης. Η αντίδραση των Αμερικανών υπήρξε έντονη. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών James Baker προειδοποίησε ακόμη και για αποχώρηση των Αμερικανικών στρατευμάτων από την Ευρώπη, αν οι δύο χώρες υλοποιούσαν το σχέδιό τους. Οι συνεχείς διπλωματικές πιέσεις των Αμερικανών αλλά και οι διαφωνίες στις τάξεις των Ευρωπαίων εταίρων, έφεραν αποτέλεσμα. Σε σύνοδο υπουργών των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ τον Ιούνιο του 1991, τα κράτη-μέλη, συμπεριλαμβανομένης και της Γαλλίας που εξακολουθούσε να συμμετέχει στο πολιτικό σκέλος του οργανισμού, αποδέχθηκαν τον κύριο ρόλο του οργανισμού σε θέματα άμυνας της Ευρώπης αλλά και το ότι η στρατιωτική δομή του ΝΑΤΟ δεν έπρεπε να υποκατασταθεί από μία καθαρά Ευρωπαϊκή.

Οι Γάλλοι και οι Γερμανοί όμως δεν εγκατέλειψαν τις προσπάθειές τους. Τον Οκτώβριο του 1991 πρότειναν τη δημιουργία ενός καθαρά Ευρωπαϊκού στρατού, ο οποίος θα συνδέονταν με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η απάντηση του προέδρου Bush τον επόμενο μήνα στη σύνοδο των ηγετών των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ στη Ρώμη ήταν χωρίς περιστροφές: «αν φίλοι μου ο τελικός σας στόχος είναι να φροντίσετε ανεξάρτητα για την άμυνά σας, να μας το πείτε σήμερα…αν δε μας χρειάζεστε άλλο να μας το πείτε».12 Για μία ακόμη φορά οι Ευρωπαίοι έσπευσαν να διαβεβαιώσουν τους Αμερικανούς ότι το ΝΑΤΟ παρέμενε ο κεντρικός και αδιαφιλονίκητος θεσμός της Ευρωπαϊκής άμυνας.

Το αίτημα εν τω μεταξύ των κρατών της Ανατολικής Ευρώπης για ένταξη στο ΝΑΤΟ αντιμετωπιζόταν αρνητικά από τα μέλη της Συμμαχίας, που ανησυχούσαν για την αστάθεια η οποία επικρατούσε στο πρώην Ανατολικό μπλοκ και δεν ήθελαν μέσω της διεύρυνσης του οργανισμού να εμπλακούν στις εκεί εξελίξεις. Η αστάθεια όμως αυτή επηρέαζε και την Δυτική Ευρώπη και έπρεπε να αντιμετωπισθεί. Στη σύνοδο κορυφής της Ρώμης, τον Νοέμβριο του 1991, το ΝΑΤΟ ανακοίνωσε την πρόθεσή του να συμμετάσχει ως αρωγός σε μία διαδικασία αλλαγών που θα δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις για ένταξη στον οργανισμό, χωρίς βέβαια να υπάρξει κάποια συγκεκριμένη αναφορά σ’ αυτό το θέμα. «Έχουμε αφήσει πίσω μας τον Ψυχρό Πόλεμο και μία νέα κοινότητα με κοινές αξίες και συμφέροντα διαμορφώνεται», ήταν η νέα, θετικότερη προσέγγιση που προέκυψε από τη διάσκεψη.

The Impact Of President George H.W. Bush’s Foreign Policy

Την αβεβαιότητα της κυβέρνησης Reagan σχετικά με τη θετική επίδραση της Ευρωπαϊκής ενοποίησης στις Ευρω-Αμερικανικές σχέσεις, μετά την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη του 1986, διαδέχτηκε η απόλυτα θετική στάση του προέδρου Bush. Σε αντίθεση με τον προκάτοχό του, ο οποίος είχε αναμειχθεί προσωπικά επικρίνοντας κατά καιρούς τη στάση της Ευρώπης στις οικονομικές διαφορές που ανέκυπταν μεταξύ των δύο πλευρών, ο Bush δήλωσε πως θα ήταν παράλογο «αν στο μέλλον αποδώσουν το τέλος της Δυτικής Συμμαχίας σε διαφωνίες για τις ορμόνες βοοειδών ή πολέμους για τα μακαρόνια». Ο Αμερικανός πρόεδρος προσέβλεπε σε μία ευρύτερη και σταθερή σχέση με την Ενωμένη Ευρώπη, γιατί αντιλαμβάνονταν πως δεν θα μπορούσε να εμποδίσει τη δημιουργία της –η Ευρώπη ήταν αρκετά ισχυρή για να προχωρήσει παρά τις αντιρρήσεις των Αμερικανών. Μια ισχυρότερη Ευρώπη θα μπορούσε επίσης να συνεισφέρει περισσότερα τόσο στη δική της άμυνα όσο και στην προάσπιση της παγκόσμιας ειρήνης. Οι νέες, ισχυρές Ευρωπαϊκές δομές θα μπορούσαν να βοηθήσουν οικονομικά αλλά και με άλλους τρόπους τη μετάβαση των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης στο δημοκρατικό καπιταλισμό, παρέχοντας ένα ασφαλές οικονομικο-πολιτικό πλαίσιο γι’ αυτή τη διαδικασία, για την οποία την κύρια ευθύνη έπρεπε να αναλάβουν οι Ευρωπαίοι, καθότι η Αμερικανική οικονομία αντιμετώπιζε σημαντικά ελλείμματα. Τέλος είχε καταστεί σαφές ότι η Αμερικανική οικονομία δεν θα υφίστατο ζημιά από την Ενωμένη Ευρώπη. Όπως δήλωσε σε επιτροπή του Κογκρέσου τον Μάιο του 1989 η εκπρόσωπος Αμερικανικού Εμπορίου (υπεύθυνη για το εξωτερικό εμπόριο της χώρας) Carla Hills, οι Ευρωπαίοι «δεν έχουν ως στόχο τους ένα Φρούριο Ευρώπη που αποκλείει τον ανταγωνισμό» και ότι εφόσον είναι έτσι τα πράγματα «οι Αμερικανικές εταιρίες σχεδόν σε όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες πρόκειται να ωφεληθούν από το EC-92 (η δημιουργία ενιαίας Ευρωπαϊκής αγοράς)».13 Δεν εξέλειπαν βέβαια οι οικονομικές διαφωνίες. «Δεν πρόκειται να δεχθούμε μονομερή αφοπλισμό στη γεωργία (έναν τομέα με έντονες αντιπαραθέσεις στις διμερείς σχέσεις)», είχε δηλώσει ο πρόεδρος Bush, ενώ οι Γάλλοι επέμεναν στον περιορισμό της ελεύθερης διακίνησης Αμερικανικών πολιτιστικών προϊόντων (πχ. κινηματογραφικών ταινιών) με την αιτιολογία ότι υπονόμευαν την πολιτιστική ταυτότητα της χώρας τους.

Για να διασφαλίσουν τη συμμετοχή τους στα Ευρωπαϊκά πράγματα, οι Αμερικανοί προσπάθησαν να συνάψουν μία στενότερη σχέση με την υπό σύσταση Ενωμένη Ευρώπη, η οποία έδειχνε να εξελίσσεται σε ισχυρό πολιτικο-οικονομικό παράγοντα. Έδωσαν έτσι για πρώτη φορά μεγαλύτερη έμφαση στις σχέσεις τους με τους θεσμούς αντί με τα κράτη-μέλη της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Οι Ευρωπαίοι ήταν αντίθετοι σε συμβατικές δεσμεύσεις, ικανές να περιπλέξουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων εντός του οργανισμού αλλά αποδέχθηκαν την υπογραφή της Διατλαντικής Διακήρυξης το Νοέμβριο του 1990, με την οποία οι δύο πλευρές, οι Ηνωμένες Πολιτείες αφενός η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα κράτη-μέλη της αφετέρου, δεσμεύονταν για πληροφόρηση και διαβουλεύσεις επί πολιτικών και οικονομικών θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος, με στόχο κατά το δυνατόν εγγύτερες απόψεις. Προσδιορίζονταν επίσης το είδος και η συχνότητα των διαβουλεύσεων. Η Διατλαντική Διακήρυξη αναβάθμιζε τον ρόλο της Ενωμένης Ευρώπης στις Ευρω-Ατλαντικές σχέσεις και έθετε τις βάσεις για την περαιτέρω θεσμοποίησή τους.

Πολύ θετική υπήρξε, επίσης, η ανταπόκριση του Bush στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, που το 1992 δημιούργησε την Ευρωπαϊκή Ένωση: «Έχω καταστήσει σαφή από την αρχή αυτής της διακυβέρνησης την άποψή μου ότι μία ισχυρή, Ενωμένη Ευρώπη είναι πολύ ευνοϊκή για τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος.14

Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.

Την κυβέρνηση Bush απασχόλησε επίσης η Γιουγκοσλαβική κρίση. Η τάση διάσπασης των δημοκρατιών της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας και η έξαρση των αντιπάλων εθνικισμών κορυφώθηκε όταν τον Ιούνιο του 1991 η Σλοβενία και η Κροατία κήρυξαν μονομερώς την ανεξαρτησία τους. Ο πρόεδρος της Σερβίας Slobodan Milosević αντέδρασε με πολεμικές επιχειρήσεις κατά τον δύο δημοκρατιών, κινητοποιώντας τον Γιουγκοσλαβικό στρατό που έλεγχαν οι Σέρβοι. Κυρίως στράφηκε κατά της Κροατίας που είχε σημαντική Σερβική μειονότητα. Ο Milosević ήθελε να προσαρτήσει τις περιοχές εκείνες όπου η τελευταία κατοικούσε. Η αστάθεια στην καρδιά της Ευρώπης που δημιουργούσε αυτή η σύγκρουση, υπονομεύοντας ταυτόχρονα τη Νέα Παγκόσμια Τάξη του προέδρου Bush, καθώς και τα θύματα των αιματηρών συγκρούσεων, οι πρόσφυγες και η κακοποίηση των αμάχων αναπόφευκτα οδήγησαν στην άμεση εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Αμερικανική παρέμβαση όμως ήταν περιορισμένη και αναποτελεσματική. Ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία δεν απειλούσε άμεσα Αμερικανικά συμφέροντα. Αποτελούσε μία περιφερειακή σύγκρουση που μπορούσε και έπρεπε να αντιμετωπισθεί συλλογικά από τη Δυτική Συμμαχία. Παρά την σύντονη χρήση διπλωματικών και οικονομικών μέσων με στόχο την κατάπαυση των εχθροπραξιών και την εξεύρεση μιας ειρηνικής λύσης, οι Αμερικανοί αναγνώριζαν ότι μόνο η χρήση στρατιωτικών δυνάμεων θα μπορούσε να επιφέρει ουσιαστικά αποτελέσματα. Όμως, τόσο η Αμερικανική κοινή γνώμη, η οποία ήταν αντίθετη, όσο και ο φόβος μακροχρόνιας, ανεπιτυχούς εμπλοκής, όπως στην περίπτωση του Βιετνάμ, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το 1992 ήταν έτος εκλογών, οδήγησαν στο να αποκλεισθεί μια τέτοια λύση. Παράλληλα, οι ΗΠΑ ήταν απασχολημένες με τα εν εξελίξει ανησυχητικά γεγονότα εντός της Σοβιετικής Ένωσης αλλά και την ειρηνευτική διαδικασία στη Μέση Ανατολή, που φαινόταν να βρίσκεται σε καλό δρόμο. Οι Ευρωπαίοι, τους οποίους κυρίως αφορούσε το Γιουγκοσλαβικό πρόβλημα, έπρεπε να σηκώσουν κατά κύριο λόγο το βάρος της αντιμετώπισής του. Οι Αμερικανοί ήταν δυσαρεστημένοι από την επίδειξη αυτοπεποίθησης των Ευρωπαίων και προσπάθεια απεξάρτησης, πολιτικής και στρατιωτικής, από τις Ηνωμένες Πολιτείες, στα πλαίσια της διαδικασίας της Ευρωπαϊκής ενοποίησης που είχε προκαλέσει μεγάλο ενθουσιασμό, με αφορμή τη συνθήκη του Μάαστριχτ. «Η ώρα της Ευρώπης έχει ανατείλει» είχε δηλώσει ο Υπουργός Εξωτερικών του Λουξεμβούργου, εκπροσωπώντας την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, της οποίας την προεδρία είχε τότε η χώρα του. Ήταν καιρός λοιπόν οι Ευρωπαίοι να δείξουν από μόνοι τους τι αξίζουν.

Οι Ευρωπαίοι όμως δεν μπορούσαν να συγκλίνουν σε μια κοινή γραμμή. Οι Αμερικανοί, εκ προοιμίου αντίθετοι σε αυθαίρετες, μη δημοκρατικές λύσεις, έπεισαν το Νοέμβριο του 1991 τους ηγέτες των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ να προσυπογράψουν διακήρυξη, με την οποία καταδίκαζαν και αρνούνταν να αναγνωρίσουν την βίαιη ή αυθαίρετη αλλαγή συνόρων στη Γιουγκοσλαβία. Ένα μήνα αργότερα, αποκλίνοντας από τη συμφωνημένη γραμμή, η Γερμανία αναγνώρισε μονομερώς την ανεξαρτησία της Σλοβενίας και της Κροατίας.

Οι Γερμανοί πίστευαν πως η διεθνής αναγνώριση των δύο δημοκρατιών, με τις μεγαλύτερες δυνατότητες παρέμβασης που προσέφερε στη διεθνή κοινότητα, θα περιόριζε την επιθετικότητα του Milosević. Άλλοι λόγοι, όπως το ενδιαφέρον των Γερμανών καθολικών για τους ομοθρήσκους τους Σλοβένους και Κροάτες, το Κροατικό λόμπυ στη Γερμανία και η προοπτική δημιουργίας Γερμανικής σφαίρας επιρροής, διαδραμάτισαν επίσης ρόλο. Τον Ιανουάριο του 1992 τους ακολούθησαν και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι εταίροι.

Τον Μάρτιο του 1992, έπειτα από δημοψήφισμα με θετικό αποτέλεσμα, η Βοσνία ανακήρυξε και εκείνη την ανεξαρτησία της. Θεωρώντας ως μόνο πιθανό τρόπο για να αποτραπεί η διασπαστική δράση των Σέρβων και των Κροατών15 την εμπλοκή της διεθνούς κοινότητας, οι Ηνωμένες Πολιτείες, σε συνεννόηση με τους Ευρωπαίους, αναγνώρισαν την ανεξαρτησία της Βοσνίας στις 7 Απριλίου του 1992. Είχαν εν τω μεταξύ ξεσπάσει οι εχθροπραξίες μεταξύ των τριών εθνοτήτων της χώρας που σύντομα κλιμακώθηκαν, με μεγάλης έκτασης εγκλήματα πολέμου, υπαίτιους κυρίως τους Σέρβους και θύματα κυρίως τους Βόσνιους μουσουλμάνους. Καθώς ο πόλεμος εξελισσόταν σε ανθρωπιστική καταστροφή, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρωτοστάτησαν στην εμπλοκή του ΟΗΕ- που πέτυχε τη διεθνή απομόνωση της Γιουγκοσλαβίας- και φάνηκαν διατεθειμένες να προχωρήσουν σε αεροπορικές επιδρομές, εφόσον συμμετείχαν και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί τους, για να διασφαλιστεί η παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας.

Οι Ευρωπαίοι όμως ανησυχούσαν για πιθανά αντίποινα κατά στρατιωτικών τους τμημάτων που ανήκαν σε ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ στη Βοσνία και ήταν απρόθυμοι να συναινέσουν στη διεξαγωγή των επιδρομών. Έτσι, καμία στρατιωτική δράση δεν αναλήφθηκε από τους Αμερικανούς στη Βοσνία στη διάρκεια της προεδρίας Bush. Το πρόβλημα της Βοσνίας δεν αποτελούσε μια αρκετά υψηλή προτεραιότητα για τον Αμερικανό πρόεδρο ώστε να αναλάβει μονομερή δράση, πόσο μάλλον επιχειρησιακή, με τους μεγάλους πολιτικούς κινδύνους που κάτι τέτοιο εγκυμονούσε. Παράλληλα, η έλλειψη συνεννόησης και αποφασιστικότητας των Ευρωπαϊκών κυβερνήσεων οδήγησε σε αποτυχία τις Ευρωπαϊκές ειρηνευτικές πρωτοβουλίες. Η Ενωμένη Ευρώπη δεν ήταν ακόμη ικανή να ανταποκριθεί από μόνη της σε μείζονες διεθνοπολιτικές κρίσεις. Η άμεση εμπλοκή και η ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν ακόμη απαραίτητες για να δοθούν λύσεις.

Με ωριμότητα και ευρύτητα πνεύματος χειρίστηκε ο πρόεδρος Bush τις σχέσεις της χώρας του με την Ευρώπη. Παρακολούθησε διακριτικά τις εξελίξεις στο Ανατολικό μπλοκ (που και χωρίς την παρέμβασή του ευνοούσαν τη χώρα του) για να μην προκαλέσει την αντίδραση της κομμουνιστικής ηγεσίας. Είδε θετικά την ενοποίηση της Γερμανίας και στήριξε τον Γερμανό Καγκελάριο στις σχετικές του ενέργειες, χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα την ισχυρή θέση της χώρας του για να ασκήσει πίεση, όπου χρειαζόταν, στο Ρώσο ηγέτη Mikhail Gorbachev και φροντίζοντας να αρθούν οι Γαλλο-Βρετανικές αντιρρήσεις. Αντιμετώπισε θετικά την προσπάθεια των Ευρωπαίων για τη δημιουργία Ευρωπαϊκού αμυντικού πυλώνα που πίστευε πως θα συνεισφέρει στην αποτελεσματικότητα του ΝΑΤΟ.

Βερολίνο, 31 Οκτωβρίου 2009. Οι Mikhail Gorbachev, George H.W. Bush και Helmuth Kohl τιμούν την 20ή επέτειο της πτώσης του τείχους.

Αντέδρασε όμως με έντονο τρόπο, όταν θεώρησε πως οι πρωτοβουλίες των Ευρωπαίων μπορούσαν να βάλουν σε κίνδυνο τη δομή της Δυτικής Συμμαχίας και την ηγετική θέση των Ηνωμένων Πολιτειών. Ακολούθησε έτσι σ’ αυτό τον τομέα την πάγια πολιτική καλοπροαίρετης ηγεμονίας όλων των μεταπολεμικών Αμερικανών προέδρων, που αποδέχονταν την ανεξαρτησία των Ευρωπαϊκών εθνικών πολιτικών, ακόμη και σε αντίθεση με τα Αμερικανικά συμφέροντα και προέβλεπαν αντίδραση για να «συνετιστούν» οι Ευρωπαίοι, μόνο αν απειλείτο ο ηγετικός ρόλος των ΗΠΑ.

Ο Bush στήριξε τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς και τη διαδικασία της Ευρωπαϊκής ενοποίησης, γιατί αντιλαμβανόταν πως δεν μπορούσε να τη σταματήσει αλλά και γιατί τη θεωρούσε επωφελή τόσο για την Ευρωπαϊκή άμυνα, όσο και για την οικονομία της χώρας του. Αξιολογώντας το γεγονός ως χαμηλής προτεραιότητας και φοβούμενος τις μακροπρόθεσμες συνέπειες, ο Bush περιόρισε την ανάμειξη της χώρας του στο ζήτημα της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας και άφησε την πρωτοβουλία στους Ευρωπαίους. Ο Αμερικανός πρόεδρος αποτίμησε με επιτυχία τη διεθνή κατάσταση στη διάρκεια της θητείας του και συνέβαλε αποφασιστικά στον ειρηνικό μετασχηματισμό της Ευρώπης μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, προστατεύοντας ταυτόχρονα τα συμφέροντα και το κύρος της χώρας του.

George H.W. Bush: My extraordinary life | 1999 CNN Interview

 

Ο Θεοδόσης Καρβουναράκης είναι Καθηγητής της Διπλωματικής Ιστορίας της Ευρώπης και των ΗΠΑ στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Η αφήγηση σχετικά με την κατάρρευση του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη και την ενοποίηση της Γερμανίας ακολουθεί το άρθρο μου «Η εξωτερική πολιτική του προέδρου Bush (πατρός) και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου». Βήμα των Κοινωνικών Επιστημών, Τόμ. 16, Αρ. 63, 2014, σσ. 138-165.

2. Maynard Christopher, Out of the Shadow: George H. W. Bush and the End of the Cold War, Texas A&M University Press, College Station, 2008, σελ. 37.

3. Domber Gregory, “Skepticism and Stability: Reevaluating U.S. Policy During Poland’s Democratic Transformation in 1989”, Journal of Cold War Studies, Vol. 13, No. 3 (Summer 2011), σελ. 68-69.

4. Beschloss Michael, Talbott Strobe, At the Highest Levels, Little Brown and Company, Boston, 1993, σελ. 132.

5. Η μετέπειτα πρωθυπουργός Édith Cresson ήταν της άποψης πως «αν δεν αναγκάσεις τους Γερμανούς να είναι στα γόνατα θα σε πιάσουν από το λαιμό». Costigliola Frank, France and the United States, McMillan, New York, 1992, σ. 221.

6. Η Γαλλική συγκατάθεση διευκολύνθηκε από τη διαλλακτική στάση του Γερμανού Καγκελάριου Helmut Kohl. Σε συναντήσεις στα πλαίσια της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας ο Kohl δεσμεύτηκε να στηρίξει την επιτάχυνση της οικονομικής και πολιτικής ένωσης της Ευρώπης. «Δεν θέλουμε να είμαστε το Τέταρτο Ράιχ. Θέλουμε να είμαστε Ευρωπαίοι Γερμανοί και Γερμανοί Ευρωπαίοι» δήλωσε. (ibid., σ. 226). Η προοπτική της ανάσχεσης της Γερμανίας μέσω της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ικανοποίησε τους Γάλλους, ενώ η δέσμευση του Kohl για απαρέγκλιτη συμμετοχή της ενοποιημένης Γερμανίας στο ΝΑΤΟ και αποδοχή ως εκ τούτου της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, καθησύχασε τους Βρετανούς.

7. Maier Charles, Dissolution. The Crisis of Communism and the End of East Germany, Princeton University Press, Princeton, 1997, σ. 226-227.

8. Bush George, Scowcroft Brent, A World Transformed, Alfred A. Knopf, New York, 1998, σ. 253.

9. Ο Βερολινέζος συγγραφέας Peter Schneider είχε πει σχετικά: «Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποχωρήσουν, η Γερμανία θα είναι η κυρίαρχη ευρωπαϊκή δύναμη. Σε κανένα δεν αρέσει αυτή η ιδέα. Πολλοί Γερμανοί δεν το θέλουν. Αλλά θα συμβεί έτσι κι αλλιώς.» , Powaski Ronald, The Entangling Alliance. The United States and European Security, 1950-1993, Greenwood Press, London, 1994, σ. 181.

10. Costigliola, France and the United States, σσ. 228, 241.

11. Το Σύμφωνο της Βαρσοβίας έπαψε να υφίσταται τον Φεβρουάριο του 1991.

12. Powaski, σ. 185, Hurst Steven, The Foreign Policy of the Bush Administration, Cassel, London, 1999, σ. 212.

13. Hurst, σ. 177.

14. Lundestad Geir, Empire by Integration. The United States and European Integration, 1945-1997, Oxford University Press, Oxford, 1998, σ. 116.

15. Στη Βοσνία υπήρχε σημαντική Σερβική και Κροατική μειονότητα, πλην των Βοσνίων μουσουλμάνων.

 

ΕΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Baker James, The politics of Diplomacy, Putnam’s, New York, 1995.

2. Costigliola Frank, France and the United States, McMillan, New York, 1992.

3. Hanhimaki Jussi, Transatlantic Relations since 1945, Routledge, New York, 2012.

4. Hurst Steven, The Foreign Policy of the Bush Administration, Cassel, London, 1999.

5. Lundestad Geir, Empire by Integration. The United States and European Integration, 1945-1997, Oxford University Press, Oxford, 1998.

6. Lundesrad Geir, The United States and Western Europe since 1945, Oxford University Press, Oxford, 2005.

7. Maynard Christopher, Out of the Shadow: George H. W. Bush and the End of the Cold War, Texas A&M University Press, College Station, 2008.

8. McGuire Steven, Smith Michael, The European Union and the United States, McMillan, New York, 2008.

9. Powaski Ronald, The Entangling Alliance. The United States and European Security, 1950-1993, Greenwood Press, London, 1994.

10. Sloan Stanley, NATO, The European Union and the Atlantic Community, Rowman & Littlefield, New York, 2005.

11. Thatcher Margaret, The Downing Street Years, Harper Collins, London, 1993.

 

Γιάννης Μουρέλος: Η απόπειρα κατά της ζωής του Βενιζέλου στο Παρίσι: Η πορεία των ανακρίσεων και η δίκη των δραστών.

100 χρόνια από τότε

Γιάννης Μουρέλος

Η απόπειρα κατά της ζωής του Βενιζέλου στο Παρίσι.
Η πορεία των ανακρίσεων και η δίκη των δραστών

 

Η είδηση, η οποία έφτασε νωρίς το πρωί της 31 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1920 στην κρυπτογραφική υπηρεσία του υπουργείου Εξωτερικών, στην Αθήνα, φάνταζε αδιανόητη:

Παρίσιοι, 12 Αὐγούστου 1920, 11.5 μ.μ.

Καθ’ ἣν στιγμήν Πρόεδρος εἰσήρχετο τόν σταθμόν ὃπως ἐπιβιβασθῇ τῆς ἁμαξοστοιχίας δύο ἂτομα ἐπυροβόλησαν πεντάκις διά περιστρόφου κατ’ αὐτοῦ. Ὁ Πρόεδρος ἒχει δύο τραύματα, ἓν εἰς τήν ὠμοπλάτην, το ἕτερον εἰς τό ἰσχίον (μεταξύ αὐτῶν). Τραύματα κατά τήν πρώτην ἐξέτασιν τῶν ἰατρῶν δέν παρουσιάζουσι κίνδυνον. Ὁ Πρόεδρος μετεφέρθη ἀμέσως εἰς τήν κλινικήν Μπιζέ. Διατηρεῖ πλήρεις αἰσθήσεις του καί συνδιαλέγεται μετά θάρρους καί ἂνευ τῆς ἐλαχίστης μειώσεως τῆς συνήθους του διαθέσεως…

Ρωμάνος¹

 

Λιγότερο από μια ώρα αργότερα παρελήφθη νέο τηλεγράφημα με συμπληρωματικές πληροφορίες:

Τρίς ἐπεῖγον ἀπόλυτος προτεραιότης                                         Παρίσιοι, 30/12/8/20 11.45 μ. μ.

Οἱ δρᾶσται τῆς ἀποπείρας φόνου κατά Κου Προέδρου συνελήφθησαν αὐτοστιγμεί. Ὀνομάζονται Κυριάκης Γεώργιος πρῴην ὑπολοχαγός μηχανικοῦ και Τσερέπης Ἀπόστολος πρῴην ὑποπλοίαρχος. Τήν στιγμήν ταύτην γίνεται ἡ ραδιοσκόπησις καί θά τηλ/σω ἀποτέλεσμα μετά ὣραν περίπου.

Ρωμάνος

Ἐλήφθη 31/13/8/20 ὣρα 10.30²

 

Δυο μέρες νωρίτερα είχε προηγηθεί η συνομολόγηση της Συνθήκης Ειρήνης των Σεβρών με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και ο πρόεδρος της ελληνικής κυβέρνησης ετοιμαζόταν να επιστρέψει στην πατρίδα.

 

Η δολοφονική απόπειρα στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών

Οι λεπτομέρειες της απόπειρας είναι γνωστές από τη δικογραφία και τα πρακτικά της δίκης των δραστών (αμφότερα βρίσκονται στα Εθνικά Αρχεία της Γαλλίας, σε εκείνα των υπουργείων Εξωτερικών και Στρατιωτικών της ίδιας χώρας, τέλος, στα αρχεία της Αστυνομικής Διεύθυνσης του Παρισιού), καθώς και από την εκτενή διπλωματική αλληλογραφία, η οποία φυλάσσεται στο αρχείο του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών.

Το βράδι της 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου, ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συνοδεία του επρόκειτο να επιβιβασθούν σε αμαξοστοιχία, η οποία θα αναχωρούσε στις 20.30΄από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών με προορισμό τη Νίκαια της νοτίου Γαλλίας. Οι αστυνομικές αρχές του Παρισιού είχαν αυξήσει τα μέτρα ασφαλείας κατόπιν αιτήματος της ελληνικής πρεσβείας, στην οποία είχαν περιέλθει λίγο νωρίτερα φήμες περί ξεσπάσματος αντιβενιζελικού κινήματος στην Αθήνα (οι παραπάνω φήμες αποδείχτηκαν αβάσιμες).³ Ο Έλληνας πρωθυπουργός αναχώρησε από το ξενοδοχείο Meurice όπου διέμενε, στις 20.00΄μ.μ. και επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο της πρεσβείας. Στο μεταξύ, στον σιδηροδρομικό σταθμό είχε αυξηθεί η επιτήρηση τόσο από τους Γάλλους αστυνομικούς, όσο και από το προσωπικό ασφαλείας του Έλληνα πρωθυπουργού. Μάλιστα, επιτόπου είχε καταφθάσει νωρίτερα ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος προκειμένου να βεβαιωθεί ότι τα πάντα είχαν καλώς.

Στις 20.25΄μ.μ. η πρωθυπουργική συνοδεία εισήλθε στον σταθμό. Ο Βενιζέλος περιστοιχιζόταν από τους Άθω Ρωμάνο, πρεσβευτή της Ελλάδας στο Παρίσι, Λάμπρο Κορομηλά, πρεσβευτή στη Ρώμη και Maurice Paléologue, γενικό γραμματέα του υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας που είχαν μεταβεί εκεί για να τον ξεπροβοδίσουν. Κρίθηκε προτιμότερο να αποφευχθεί η χρήση της κεντρικής εισόδου και να προκριθεί εκείνη του χώρου αποσκευών. Όχι μόνο ο συνωστισμός ήταν μικρότερος, αλλά και η διαδρομή προς την αποβάθρα αρ. 2, όπου ανέμενε ο συρμός, περιοριζόταν δραστικά.

Οι πρώτες ύποπτες ενδείξεις είχαν ήδη εκδηλωθεί στην αποβάθρα. Ο εκ των ανδρών ασφαλείας Β. Λεοντόπουλος αντιλήφθηκε τον απότακτο υποπλοίαρχο Απόστολο Τσερέπη να περιφέρεται πλησίον της αμαξοστοιχίας. Ο Τσερέπης ήταν γνωστός για τα αντιβενιζελικά του αισθήματα και η παρουσία του επί της αποβάθρας προκάλεσε εύλογη ανησυχία. Ενώ ο Τσερέπης εγκατέλειπε τον χώρο με κατεύθυνση προς την αίθουσα των αποσκευών, ο Λεοντόπουλος αναζήτησε απεγνωσμένα τον μοίραρχο Τσάκωνα, υπεύθυνο ασφαλείας του πρωθυπουργού, προκειμένου να τον ενημερώσει σχετικά. Όμως, η πρωθυπουργική συνοδεία είχε ήδη εισέλθει στον σταθμό και ο Τσάκωνας είχε εγκαταλείψει και εκείνος την αποβάθρα προκειμένου να προϋπαντήσει τον Βενιζέλο.⁴

Η αποβάθρα αρ.2σε καρτ-ποστάλ του 1920.

Τη στιγμή, κατά την οποία ο Βενιζέλος ανταπέδιδε στους Γάλλους αστυνομικούς τον χαιρετισμό, ακούστηκαν οι πυροβολισμοί. Συνολικά ρίχτηκαν επτά (πέντε από τον Τσερέπη και δυο από τον Κυριάκη). Ο Έλληνας πρωθυπουργός είχε βρεθεί μεταξύ διασταυρωμένων πυρών, καθώς ο μεν Κυριάκης είχε κρυφτεί πίσω από έναν σορό αποσκευών, ο δε Τσερέπης στο άνοιγμα μιας θύρας, κατά μέτωπο με το υποψήφιο θύμα του. Ενστικτωδώς, ο Βενιζέλος έσκυψε προς τον τοίχο για να αποφύγει τα πυρά. Παρά ταύτα, τραυματίστηκε από δυο σφαίρες στην ωμοπλάτη και στην κάτω κοιλιακή χώρα. Πιο σοβαρό υπήρξε το πρώτο τραύμα, καθώς η σφαίρα σφηνώθηκε στο οστούν. Η δεύτερη σφαίρα πέρασε ξυστά, καταφέροντας επιφανειακές εκδορές. Οι δυο δράστες συνελήφθησαν επιτόπου από αστυνομικούς και υπαλλήλους του σταθμού (ο Κυριάκης μάλιστα κακοποιήθηκε με αποτέλεσμα να χρειαστεί ιατρική περίθαλψη στο κρατητήριο). Ο Βενιζέλος μεταφέρθηκε κατεπειγόντως σε κλινική της οδού Bizet, όπου την επομένη υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση της σφαίρας. Παρέμεινε κλινήρης επί μια εβδομάδα. Αμέσως μόλις έλαβε εξιτήριο αναχώρησε για τη Μασσαλία. Στις 14/27 Αυγούστου επιβιβάστηκε στο θωρηκτό Αβέρωφ και ακολούθως επέστρεψε στην Ελλάδα.

Στη διάρκεια της ανάκρισης καθώς και στην απολογία του ενώπιον του δικαστηρίου, ο Τσερέπης ισχυρίστηκε πως “αντικρίζοντας τον Βενιζέλο να εισέρχεται στον σταθμό ως σουλτάνος, περιστοιχισμένος από συνοδεία 30 αστυνομικών [σ.σ. 34 για την ακρίβεια], αισθάνθηκα το αίμα να μου ανεβαίνει στο κεφάλι”. Ο ίδιος είχε σημαδέψει το στήθος, στο ύψος της καρδιάς. Ο φόβος μήπως τραυματίσει τρίτους ήταν εκείνος που τον είχε κάνει να αστοχήσει. Από την βαλλιστική εξέταση προέκυψε πως το τραύμα στην ωμοπλάτη είχε καταφερθεί από το όπλο του Κυριάκη και το δεύτερο στην κοιλιακή χώρα, από εκείνο του Τσερέπη.

Σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, το πρωί της 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου οι δυο δράστες συναντήθηκαν στο κοσμικό Café de la Paix του βουλεβάρτου της Madeleine. Τότε, όπως ισχυρίστηκαν αργότερα, έλαβαν από κοινού την απόφαση να δολοφονήσουν τον Βενιζέλο. Ο Τσερέπης κατέβαλε στον συνένοχό του ένα χρηματικό ποσό. Με αυτό, μεταξύ 11.00΄π.μ. και 12.00΄μ.μ., ο Κυριάκης μετέβη στο κατάστημα όπλων Flobert επί του βουλεβάρτου Saint-Michel, από όπου προμηθεύτηκε δυο περίστροφα και πενήντα σφαίρες. Εν συνεχεία, έθεσε υπό διακριτική παρακολούθηση το ξενοδοχείο Meurice, από το οποίο επρόκειτο να αναχωρήσουν ο Βενιζέλος και η συνοδεία του. Περί τις 17.00΄μ.μ. πέρασε έξω από το ξενοδοχείο και ο Τσερέπης. Ο Κυριάκης τον πληροφόρησε πως η εν γένει κινητικότητα μαρτυρούσε ότι ο πρωθυπουργός ετοιμαζόταν να το εγκαταλείψει εντός των προσεχών ωρών. Κατόπιν, γύρω στις 18.00΄μ.μ., ο Τσερέπης συναντήθηκε με τον πλωτάρχη Φωκά, ο οποίος διατηρούσε στενές σχέσεις με την πρεσβεία, ζητώντας του να του δανείσει το ποσό των 200 γαλλικών φράγκων. Στην ανάκριση ομολόγησε ότι σκόπευε να κάνει χρήση του ποσού αυτού σε περίπτωση αναστολής της απόπειρας, οπότε θα επιβιβαζόταν στην ίδια αμαξοστοιχία.⁵

Αναπαράσταση της δολοφονικής απόπειρας.
Τα αιματοβαμμένα ρούχα του Βενιζέλου, όπως εκτίθενται στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών “Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος”, στα Χανιά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ακολούθως, ο Τσερέπης διασταύρωσε από έναν Έλληνα δημοσιογράφο ονόματι Σκαπάντη, την πληροφορία πως ο Βενιζέλος σκόπευε να αναχωρήσει το ίδιο βράδι. Επιβιβάστηκε σε ένα ταξί, παρέλαβε τον Κυριάκη από την είσοδο του ξενοδοχείου Meurice και μαζί αφίχθησαν στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών γύρω στις 20.00΄μ.μ. Αρχικά κάθισαν σε ένα παγκάκι πλησίον της αίθουσας των αποσκευών. “Συζητήσαμε για τα πάντα, πλην της απόπειρας”, κατέθεσε ο Τσερέπης ενώπιον του δικαστηρίου. Κατόπιν, μετέβη πλησίον της αμαξοστοιχίας, οπότε και υπέπεσε στην αντίληψη του Λεοντόπουλου. Ακολούθησε η απόπειρα, ο τραυματισμός του Βενιζέλου και η σύλληψη των δραστών. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Ρωμάνου και άλλων παρισταμένων, τη στιγμή της ακινητοποίησής του ο Τσερέπης αναφώνησε: “Εάν δεν τον έφαγα τώρα, θα τον πετύχω μια άλλη φορά”. Ο ίδιος το αρνήθηκε.⁶

 

Η είδηση της απόπειρας στα πρωτοσέλιδα γαλλικών και ελληνικών εφημερίδων.

 

Η πορεία των ανακρίσεων

Πολλά υπήρξαν τα ερωτήματα, τα οποία προέκυψαν από τον τρόπο με τον οποίον έλαβε χώρα η απόπειρα:

1)  Οι δυο επίδοξοι δολοφόνοι ενήργησαν αυτοβούλως, όπως ισχυρίστηκαν, ή κατόπιν άνωθεν εντολής;
2)  Υπήρξε εσωτερική πληροφόρηση, εφόσον οι Κυριάκης και Τσερέπης έστησαν ενέδρα εντός της αίθουσας αποσκευών, σαν να γνώριζαν εκ των προτέρων το δρομολόγιο, το οποίο θα ακολουθούσε, για λόγους ασφαλείας, η πρωθυπουργική πομπή εντός του σιδηροδρομικού σταθμού;
3)  Πώς ήταν δυνατό να σημειωθεί δολοφονική απόπειρα τη στιγμή που τα μέτρα ασφαλείας ήταν αυξημένα και ο Έλληνας πρωθυπουργός τελούσε υπό την επιτήρηση δύναμης 34 αστυνομικών;

Αυτά, και πολλά άλλα, απασχόλησαν τις γαλλικές και ελληνικές αρχές από την πρώτη κιόλας στιγμή. Τα περισσότερα έχουν μείνει αναπάντητα έως σήμερα.

Στην κατ’ αντιπαράσταση ανάκριση, όπως και ενώπιον του δικαστηρίου, οι δυο δράστες εμφάνισαν την ενέργειά τους ως προϊόν αυτοσχεδιασμού. Ευθύς εξ αρχής, οι έρευνες των γαλλικών αρχών επικεντρώθηκαν στην ίδια την απόπειρα καθώς δήλωσαν αναρμόδιες να εξετάσουν το ενδεχόμενο ευρύτερης συνωμοσίας. Υποσχέθηκαν πάντως να αξιολογήσουν παρεμπιπτόντως στοιχεία ενοχής σε συνωμοσία προς διευκόλυνση του έργου της ελληνικής Δικαιοσύνης. Αποδέχθηκαν επίσης την παρουσία του πρωτοδίκη Εμμανουήλ Σαουνάτσου ως παρατηρητή στο πλαίσιο των ανακρίσεων. Ο τελευταίος λειτούργησε ως σύνδεσμος ανάμεσα στις γαλλικές δικαστικές αρχές και την ελληνική πρεσβεία του Παρισιού. Τέλος, η εισαγγελία ζήτησε από την κυβέρνηση της Αθήνας να συγκεντρώσει και να αποστείλει στη γαλλική πρωτεύουσα κάθε είδους χρήσιμη πληροφορία σχετική με το παρελθόν, τη δράση και τις διασυνδέσεις των δραστών.⁷  Ωστόσο,  η διασταύρωση των πρώτων στοιχείων διέψευσε τις αρχικές προσδοκίες.

Ένα πρώτο πρόσωπο, το οποίο συγκέντρωσε την προσοχή, ήταν ο εκ Πατρών καταγόμενος σταφιδέμπορος  Ανδρέας Αργυρόπουλος. Σύμφωνα με την κατάθεση του μοίραρχου Τσάκωνα, ο ίδιος ο Τσερέπης ανέφερε τη στιγμή της σύλληψής του το συγκεκριμένο όνομα ως συνενόχου στην απόπειρα, αγνοώντας το γεγονός ότι και ο Κυριάκης τελούσε την ίδια στιγμή υπό κράτηση.⁸ Προς στιγμή δημιουργήθηκε η αίσθηση πως άρχισε να αποκαλύπτεται το παρασκήνιο της απόπειρας. Πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες ο Αργυρόπουλος μετέβη στο Λονδίνο αμέσως μετά την απόπειρα, κινητοποίησαν τις ελληνικές διπλωματικές και προξενικές αρχές στη βρετανική πρωτεύουσα. Ο πρεσβευτής Δημήτριος Κακλαμάνος χαρακτήρισε ως εξέχουσας σημασίας την αναφορά του Τσερέπη στο όνομα του Αργυρόπουλου, προτρέποντας την κυβέρνηση της Αθήνας να πείσει τις γαλλικές αρχές να προβούν σε αίτημα ανάθεσης ανακριτικής παραγγελίας προς τις ομόλογές τους βρετανικές. Πράγματι, η γαλλική εισαγγελία απηύθυνε το σχετικό αίτημα προς το Λονδίνο. Τελικά, αποδείχθηκε πως ο Αργυρόπουλος είχε μεταβεί τον Μάρτιο 1920 στο Αμβούργο για επαγγελματικές υποθέσεις. Ακολούθησε μια πολύμηνη διαμονή του στο Παρίσι, όπου υπεβλήθη σε εγχείρηση. Στο βιβλίο κινήσεως του ξενοδοχείου του (Hôtel du Louvre) αναφερόταν ως ημερομηνία αναχώρησης η 20 Ιουλίου/2 Αυγούστου, δηλαδή έντεκα μέρες πριν από την απόπειρα. Τα ίχνη του εντοπίστηκαν στη γαλλική λουτρόπολη Bagnolles, όπου είχε αποσυρθεί, πιθανότατα για ανάρρωση. Επέστρεψε στην Πάτρα μέσω Τεργέστης στις 8/21 Σεπτεμβρίου.⁹

Όπως ήταν αναμενόμενο, αστυνομικές και ανακριτικές αρχές στράφηκαν προς την αξιολόγηση του περιεχομένου της ιδιωτικής αλληλογραφίας των δυο δραστών, η οποία κατασχέθηκε από την πρώτη κιόλας στιγμή. Η κάθε λεπτομέρεια αποτέλεσε αντικείμενο ενδελεχούς έρευνας, δίχως ωστόσο να προκύψει κάποιο νεότερο ενοχοποιητικό στοιχείο. Άξιο λόγου είναι το συναίσθημα υπέρμετρης καχυποψίας που διατρέχει το σύνολο, σχεδόν, της διπλωματικής αλληλογραφίας, στην προσπάθεια των γαλλικών και ελληνικών αρχών να ρίξουν φως στην όλη υπόθεση. Η κάθε αναφορά, ακόμα και η πλέον ανώδυνη, εκλαμβάνεται ως πιθανή συνθηματική ενημέρωση για την κυοφορούμενη δολοφονία. Ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα αρκούν για να σκιαγραφήσουν την καχυποψία, στα όρια της ψύχωσης, των ανακριτικών αρχών.

Μεταξύ των κατασχεθέντων εγγράφων του Τσερέπη βρέθηκε σημείωμα, από το οποίο προέκυπτε ότι ο επίδοξος δολοφόνος είχε τηλεγραφική επικοινωνία με δυο πρόσωπα διαμένοντα στο Λονδίνο, ονόματι Μαγκάκη και Μπούμπουλη. Την ίδια στιγμή έφτασαν από την Αθήνα πληροφορίες σχετικές με ένα λακωνικό τηλεγράφημα του Τσερέπη προς τον Κωνσταντίνο Βάσσο, γιό του Τιμολέοντος Βάσσου και πρώην υπασπιστή του πρώην διαδόχου Γεωργίου (μετέπειτα Γεωργίου Β΄), από το Παρίσι με ημερομηνία 16/29 Ιουλίου 1920 και περιεχόμενο: “Mangakis reçut télégramme sucre” (“Ο Μαγκάκης έλαβε το τηλεγράφημα περί ζακχάρεως”). Τόσο στο Παρίσι, όσο στην Αθήνα και στο Λονδίνο ακολούθησε γενική κινητοποίηση, για να αποδειχθεί τελικά ότι οι Μαγκάκης και Μπούμπουλης, εγκατεστημένοι στη βρετανική πρωτεύουσα για εμπορικές υποθέσεις, είχαν απευθύνει στις 15/28 Ιουλίου (την παραμονή δηλ. της αποστολής του τηλεγραφήματος του Τσερέπη προς τον Βάσσο) επιστολή προς το εμπορικό τμήμα της ελληνικής πρεσβείας, στην οποία ανέφεραν ότι πληροφορούμενοι πως η ελληνική κυβέρνηση ζητούσε να προμηθευτεί ζάχαρη, πρότειναν την πώληση 20.000 τόννων. Αποδείχθηκε δε ότι ο Μπούμπουλης ήταν επιφορτισμένος με τη συγκεκριμένη παραγγελία από το ίδιο το ελληνικό υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, το οποίο και τον είχε συστήσει για τον ίδιο σκοπό στο εμπορικό τμήμα της πρεσβείας. Η πρεσβεία έκρινε την προσφορά ασύμφορη και εκεί κάπου έληξε η υπόθεση.¹º

Ο Βενιζέλος στο Παρίσι, την εποχή των εργασιών της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης.

Στις 27 Ιουλίου/9 Αυγούστου 1920, τρεις μόλις ημέρες πριν από την απόπειρα, κάποιος ονόματι Γεώργιος Κατσαΐτης, κάτοικος Αθηνών, απαντώντας σε επιστολή, την οποία του είχε απευθύνει ο Τσερέπης από τις 18/31 Ιουλίου, έγραφε επί λέξει τα εξής: “(…) Mέ ἐνθουσιάζει ἰδιαιτέρως ὃτι ἒχετε πολλάς ἀσχολίας. Βλέπω εἰς τάς γραμμάς σου τήν θέλησιν νά ἐπιτύχης τόν σκοπόν σου καί θά  ἐπιτύχης, εἶμαι βέβαιος.” [Η κτητική αντωνυμία “σου” είχε προστεθεί με το χέρι μετά τη λέξη “σκοπόν”]. “(…) Περιμένω πολύ γλήγορα νά μοῦ γράψης ὃτι ἐπέτυχες εἰς ὅλας τάς ἐλπίδας σου. Θά τό θεωρήσω ὠς ἰδικήν μου ἐπιτυχίαν (…)”. Η επιστολή περιήλθε στις γαλλικές ανακριτικές αρχές, προς τις οποίες ο Τσερέπης ισχυρίστηκε πως επρόκειτο για εξάδελφό του εξ αγχιστείας, υπάλληλο του υπουργείου Οικονομικών. Σύμφωνα με τις εξηγήσεις του δράστη, η επίμαχη λέξη “σκοπός” υπονοούσε εμπορικής (η περίφημη υπόθεση πώλησης ζάχαρης) και δημοσιογραφικής φύσεως δραστηριότητες και υποθέσεις.¹¹ Κατασχέθηκε επίσης μια επιστολή πάντοτε προς τον Τσερέπη, ευρισκόμενο ήδη στη φυλακή, γραμμένη στα γαλλικά. Είχε ταχυδρομηθεί από το Hôtel Métropole της Γενεύης, λίγες ημέρες έπειτα από την απόπειρα. Στην επιστολή αυτή εκφράζονται συγχαρητήρια προς τον δράστη για το έγκλημά του. Μάλιστα, ο συντάκτης τον προσαγορεύει “ἀγαπητόν φίλον”. Ερωτηθείς, ο Τσερέπης δήλωσε πως αγνοούσε τον αποστολέα, η υπογραφή του οποίου ήταν δυσανάγνωστη. Οι αστυνομικές αρχές της Γενεύης, πόλης όπου δρούσε οργανωμένη κωνσταντινική προπαγάνδα, αφού ενημερώθηκαν, επιχείρησαν δίχως επιτυχία να ταυτοποιήσουν τον συντάκτη.¹²

Η ανάκριση ανατέθηκε σε δυο δικαστικούς λειτουργούς. Τον ανακριτή Boutigny και τον βοηθό εισαγγελέα Philippon. Από την πρώτη κιόλας εξέταση, οι Τσερέπης και Κυριάκης υποστήριξαν με σθένος πως είχαν δράσει αυτοβούλως, δίχως να έχουν λάβει άνωθεν εντολές. Την ίδια υπερασπιστική γραμμή διατήρησαν μέχρι και τη διεξαγωγή της δίκης. Οι απαντήσεις τους στις ερωτήσεις των ανακριτικών αρχών ήταν πανομοιότυπες κι έτσι παρέμειναν μέχρι τέλους. Ουδείς εκ των δυο αντέταξε την παραμικρή αντίσταση τη στιγμή της σύλληψης. Ο πρώτος μάλιστα, ο Τσερέπης, εξέφρασε τη λύπη του για το γεγονός ότι ενήργησε κατά τέτοιο τρόπο επί του γαλλικού εδάφους. Δήλωσε πως έτρεφε μεγάλη συμπάθεια για τη Γαλλία. Είχε, ωστόσο, ορκιστεί να δολοφονήσει τον Βενιζέλο, στον οποίο προσήπτε ότι είχε θυσιάσει τα συμφέροντα της Ελλάδας. “Δεν μετανοιώνω παρά για ένα, μόνο, πράγμα. Το γεγονός ότι αστόχησα”, δήλωσε λίγες ώρες αργότερα. Επισήμανε μάλιστα πως σχεδίαζε το έγκλημα ήδη από το 1919. Το προσωπικό  του Grand Hôtel, όπου είχε καταλύσει, τον περιέγραψε ως έναν φιλήσυχο πελάτη. Εξίσου διακριτικός ήταν και ο έτερος (Κυριάκης). Αν και εύθραυστης υγείας, έδειχνε εύστροφος και καλλιεργημένος. Διάβαζε Racine, Molière, Pascal και Descartes και ήταν τακτικός θαμώνας του θεάτρου.¹³ Στο Hôtel du Rhône δεν δεχόταν καθόλου επισκέψεις. Στις 31 Ιουλίου/13 Αυγούστου, επομένη της δολοφονικής απόπειρας, οι δυο συλληφθέντες μεταφέρθηκαν στις φυλακές Santé. Αρνήθηκαν να υποδείξουν συνήγορο υπεράσπισης, αρκεσθέντες σε εκείνον που αυτεπάγγελτα όρισαν οι γαλλικές αρχές.

Άθως Ρωμάνος, πρεσβευτής της Ελλάδας στο Παρίσι.

Στις 19 Αυγούστου (ν.η.), ο ανακριτής Boutigny μετέβη στην ελληνική πρεσβεία προκειμένου να πάρει κατάθεση από τους Άθω Ρωμάνο, Λάμπρο Κορομηλά και Κλέαρχο Μαρκαντωνάκη, ιδιαίτερο γραμματέα του Βενιζέλου. Άπαντες υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες της απόπειρας. Ο Ρωμάνος δήλωσε πως ο Τσερέπης ήταν γνωστός στις ελληνικές αρχές για τα αντιβενιζελικά του αισθήματα και τον φανατισμό του. Τον θεωρούσε ικανό για όλα. Την επομένη, 20 Αυγούστου, ο ανταποκριτής του πρακτορείου Reuter στη Σμύρνη, σε ανταπόκρισή του, επισήμανε πως υπήρχε ενεργό δίκτυο κωνσταντινικών τόσο στις τάξεις της Στρατιάς Μικράς Ασίας, όσο και στους κόλπους του υπουργείου Εξωτερικών, στην Αθήνα. Σχετικά με τη δεύτερη περίπτωση, η ανταπόκριση έκανε λόγο για ένα κρυπτογραφικό μήνυμα προς τους δυο δολοφόνους, τις παραμονές της απόπειρας. Το τελευταίο είχε εντοπιστεί, σύμφωνα πάντοτε με την ανταπόκριση, στην ανταλλαγείσα αλληλογραφία ανάμεσα στην Κεντρική Υπηρεσία και την ελληνική πρεσβεία του Παρισιού.¹⁴ Η πληροφορία ήταν πέρα ως πέρα ανακριβής και συγχέεται με μια παλαιότερη υπόθεση. Ο Νικόλαος Τσερέπης, αδελφός του επίδοξου δολοφόνου, υπηρετούσε ως προξενικός υπάλληλος. Τον Σεπτέμβριο του 1917, λίγους μήνες έπειτα από την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου, το γραφείο λογοκρισίας του υπουργείου Συγκοινωνιών εντόπισε μια επιστολή, την οποία ο Νικόλαος Τσερέπης είχε απευθύνει από το Παρίσι προς τον αδελφό του, Απόστολο, ευρισκόμενο τότε στην Αθήνα. Η επιστολή ήταν γραμμένη σε κώδικα και είχε σταλεί με τον διπλωματικό σάκκο της πρεσβείας. Κληθείς για εξηγήσεις, ο Απόστ. Τσερέπης αρνήθηκε να αποκαλύψει την κρυπτογραφική κλείδα, λέγοντας ότι η επιστολή απευθυνόταν στην ερωμένη του αδελφού του, το όνομα της οποίας αρνήθηκε επίσης να αποκαλύψει. Το υπουργείο Εξωτερικών ενημέρωσε αμέσως την ελληνική πρεσβεία του Παρισιού, δίνοντας εντολή να παραμείνει ο αποστολέας στη γαλλική πρωτεύουσα έως το πέρας της διαταχθείσας σχετικής δικαστικής έρευνας. Στο μεταξύ όμως, ο Νικόλαος Τσερέπης βρισκόταν καθ οδόν για τη Βοστώνη, όπου επρόκειτο να αναλάβει υπηρεσία ως πρόξενος. Κατά την παραμονή του στη Νέα Υόρκη, υπάλληλος του ελληνικού προξενείου εισέβαλε στο δωμάτιό του και κατάφερε να του αποσπάσει την κρυπτογραφική κλείδα καθώς και σχέδιο νέας επιστολής προς τον αδελφό του. Το αποκωδικοποιημένο κείμενο του σχεδίου επιστολής αποδείχθηκε επιλήψιμο, καθώς περιλάμβανε πληροφορίες τόσο για τη διεξαγωγή του πολέμου εκ μέρους της Γερμανίας, όσο και για τις δραστηριότητες των κωνσταντινικών κύκλων της Ελβετίας. Το υπουργείο Εξωτερικών διέταξε την άμεση ανάκληση και επάνοδό του στην Ελλάδα. Ο γενικός πρόξενος στη Νέα Υόρκη έλαβε σαφείς οδηγίες να μεριμνήσει για την επιβίβαση του Τσερέπη σε ελληνικό ατμόπλοιο με προορισμό τον Πειραιά. Πανικόβλητος, ο Νικόλαος Τσερέπης επιβιβάστηκε κρυφά στο ισπανικό ατμόπλοιο Alfonso XII με προορισμό το Vigo της ΒΔ Ισπανίας. Η γαλλική κυβέρνηση, η οποία ειδοποιήθηκε σχετικά, διέταξε τη σύλληψή του με την κατηγορία της κατασκοπείας. Γαλλική ακταιωρός σταμάτησε το Alfonso XII προτού το τελευταίο εισέλθει εντός των ισπανικών χωρικών υδάτων, συνέλαβε τον Τσερέπη και τον οδήγησε στις ναυτικές φυλακές της Βρέστης. Από τον έλεγχο των αποσκευών δεν προέκυψε κάτι το ενοχοποιητικό. Σχετικά με τη χρήση κρυπτογραφικού κώδικα στις επιστολές προς τον αδελφό του, ο Νικ. Τσερέπης ισχυρίστηκε πως η προσφυγή σε αυτό το μέτρο (ο ίδιος είχε χρηματίσει στην κρυπτογραφική υπηρεσία του υπουργείου Εξωτερικών ενώ ο αδελφός του, Απόστολος, ως αξιωματικός του Ναυτικού, ήταν επίσης γνώστης της συγκεκριμένης μεθόδου) οφειλόταν στο ότι το περιεχόμενο των επιστολών ήταν ερωτικής φύσεως και δεν έπρεπε να περιέλθει σε γνώση των γονέων τους, ειδικά της μητέρας. Ο ίδιος αρνήθηκε κάθε κατηγορία περί διενέργειας κατασκοπείας, επικαλούμενος το υπηρεσιακό του παρελθόν (διετέλεσε υποπρόξενος στο Αϊβαλί κατά τους ανθελληνικούς διωγμούς του 1914 με κίνδυνο της ζωής του), ο δε αδελφός του, όπως είπε, είχε δώσει όρκο πίστης στον βασιλέα Αλέξανδρο (αργότερα, ενώπιον του δικαστηρίου, ο Απόστολος Τσερέπης τον διέψευσε λέγοντας πως ο λόγος, για τον οποίον αποτάχθηκε από τις τάξεις του Πολεμικού Ναυτικού ήταν ακριβώς η άρνησή του να δώσει όρκο πίστης στον νέο βασιλέα). Τον Ιανουάριο του 1918 το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών βολιδοσκόπησε την ελληνική πρεσβεία του Παρισιού με σκοπό τη μεταφορά του Τσερέπη στο λιμάνι της Τουλώνας και την απέλασή του στην Ελλάδα. Ο ίδιος, σε επιστολή προς την υπηρεσία του, διαμαρτύρεται επειδή οι γαλλικές αρχές, αντί να τον μεταφέρουν στην Τουλώνα τον περιέφεραν “αλυσσόδετον δια διαφόρων φυλακών”, μεταξύ των οποίων και εκείνη του Fort Saint-Nicolas της Μασσαλίας. Τελικά οδηγήθηκε με αστυνομική συνοδεία στην Τουλώνα, όπου επιβιβάστηκε στο αντιτορπιλικό Νέα Γενεά με προορισμό την Ελλάδα. Τεθείς σε διαθεσιμότητα, τον Ιούνιο του ιδίου έτους κλήθηκε σε απολογία από το γραφείο Προσωπικού του υπουργείου Εξωτερικών. Αφού απαριθμούσε ολόκληρη σειρά παραπτωμάτων, η κλήτευση τελείωνε ως εξής: “Πάντα ταῦτα ἀν οὐχί τί ἔτερον ἀποδεικνύουσι την πλήρη τοῦ εἰρημένου ὑπαλλήλου ἀνεπάρκειαν πρός ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του”. Αμέσως μετά την απολογία του, ο Τσερέπης αναγκάστηκε να υποβάλλει την παραίτησή του από τον βαθμό του προξένου β΄ τάξεως. Το σχετικό Βασιλικό Διάταγμα υπογράφηκε στις 4 Ιουνίου 1918. Δέκα μήνες νωρίτερα αποτάχθηκε από τις τάξεις του Πολεμικού Ναυτικού και ο Απόστολος Τσερέπης, θύμα των εκτεταμμένων εκκαθαρίσεων, στις οποίες το βενιζελικό καθεστώς προέβη στους κόλπους του κρατικού μηχανισμού και του στρατεύματος κατά την τριετία 1917-1920. Εάν επιμείναμε στην παράπλευρη, σε σχέση με την δολοφονική απόπειρα του σιδηροδρομικού σταθμού της Λυών, υπόθεση Νικολάου Τσερέπη, είναι επειδή τα κίνητρα, πέραν της πολιτικής εμπάθειας, κλίνουν και προς την κατεύθυνση της προσωπικής εκδίκησης εκ μέρους του ενός εκ των δυο δραστών.¹⁵

Η δικογραφία επιτρέπει να παρακολουθήσει κανείς τις κινήσεις των Τσερέπη και Κυριάκη προτού η απόπειρα λάβει χώρα. Ο Απόστολος Τσερέπης γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1889 στο Αιτωλικό. Το 1909 προσχώρησε στο κίνημα του Γουδί ενάντια στον τότε διάδοχο Κωνσταντίνο. Στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων υπηρέτησε σε θωρηκτό ως σημαιοφόρος. Η αρνητική στάση της ελληνικής κυβέρνησης έναντι του αυτονομιστικού κινήματος της Βορείου Ηπείρου υπήρξε το γεγονός εκείνο, το οποίο, το 1914, τον έστρεψε τελικά κατά του Βενιζέλου. Τρία χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 1917, αρνήθηκε να ορκιστεί πίστη στον βασιλέα Αλέξανδρο, θεωρώντας αντισυνταγματική την ανάρρηση του τελευταίου στο θρόνο. Κατόπιν τούτου τέθηκε σε διαθεσιμότητα και εν συνεχεία αποτάχθηκε και στάλθηκε σε κατ’οίκον περιορισμό σε νησί του Αρχιπελάγους. Έπειτα από την απελευθέρωσή του, ως πολίτης πλέον, ίδρυσε στην Αθήνα την Εφημερίδα του Χρηματιστηρίου, ιδιότητα που του προσέφερε τη δυνατότητα να επισκέπτεται συχνά την Ευρώπη. Στο Παρίσι κατέφθασε στις 12 Ιουνίου 1920 (ν.η.) και κατέλυσε σε πολυτελές ξενοδοχείο της συνοικίας της Όπερας. Από εκεί, έκανε δυο σύντομα ταξίδια εντός του Ιουλίου. Ένα πρώτο στη Νίκαια και ένα δεύτερο στο Λονδίνο. Το πρώτο δείχνει να είναι επαγγελματικής φύσεως, αν και η Νίκαια ήταν ο προορισμός του Βενιζέλου. Το δεύτερο υπήρξε ακόμη πιο αινιγματικό, καθότι συνέπεσε με μια ολιγοήμερη επίσκεψη του ιδίου του πρωθυπουργού στη βρετανική πρωτεύουσα. Στις 4/17 Αυγούστου, τέσσερις ημέρες έπειτα από την απόπειρα, το γενικό προξενείο της Ελλάδος στο Λονδίνο επιβεβαίωσε ότι στις 30 Ιουνίου/13 Ιουλίου είχε θεωρήσει το υπ αρ. 6036 διαβατήριο της Νομαρχίας Αττικής, με όνομα κατόχου Απόστολος Τσερέπης, δημότης Αιτωλικού, ετών 32, με προορισμό το Παρίσι. Δυο ημέρες νωρίτερα (15 Αυγούστου ν.η.), η εφημερίδα Observer δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο “The Plot Against Venizelos. Assassin’s Plans in London”, πιθανότατα κατόπιν προτροπής της ελληνικής πρεσβείας. Το άρθρο υποστήριζε μετ’επιτάσεως ότι σκοπός της μετάβασης του Τσερέπη στο Λονδίνο, ήταν η δολοφονία του Έλληνα πρωθυπουργού. Η τελευταία αποφεύχθηκε την ύστατη στιγμή χάρη σε μια ευτυχή συγκυρία. Ο Έλληνας πρεσβευτής, Δημήτριος Κακλαμάνος, προθυμοποιήθηκε να φιλοξενήσει τον Βενιζέλο στην φυλασσόμενη από την αστυνομία πρεσβευτική κατοικία και όχι στο πολυτελές ξενοδοχείο Ritz, όπου ο πρωθυπουργός συνήθιζε να καταλύει οσάκις επισκεπτόταν την βρετανική πρωτεύουσα. Επίσης, άγνωστο για ποιο λόγο, ο Βενιζέλος μετέβαλε την τελευταία στιγμή την ώρα της αναχώρησής του για το Παρίσι. Αντί να επιβιβαστεί στην αμαξοστοιχία, η οποία αναχώρησε στις 11.00 π.μ. από τον σιδηροδρομικό σταθμό Victoria, προτίμησε να επιλέξει το μάλλον ασυνήθιστο δρομολόγιο μέσω Σαουθάμπτον και Χάβρης. Τελικά, αναχώρησε από τον σταθμό Waterloo στις 19.20 της ίδιας ημέρας. Όσο καιρό παρέμεινε στο Λονδίνο, ο Τσερέπης χρησιμοποίησε ως κάλυψη τη δημοσιογραφική του ιδιότητα.

Ο Βενιζέλος κλινήρης στην κλινική της οδού Bizet αμέσως μετά την απόπειρα (Πηγή: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και  Μελετών Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος).

Επισκέφθηκε μάλιστα τόσο το γραφείο Τύπου της πρεσβείας, όσο και το γενικό προξενείο, ζητώντας συστατικές επιστολές προκειμένου να εισαχθεί σε δημοσιογραφική λέσχη ως εκδότης της Εφημερίδος του Χρηματιστηρίου. Ο πρόξενος Σταυρίδης, ανυποψίαστος, τον σύστησε σε έναν εκ των διευθυντών του ειδησεογραφικού πρακτορείου Reuter, προς τον οποίον ο Τσερέπης εκφράστηκε ως ακραιφνής βενιζελικός! Οι έρευνες γύρω από τα πρόσωπα, με τα οποία ο τελευταίος συναντήθηκε τόσο στη Νίκαια όσο και στο Λονδίνο απέβησαν άκαρπες.¹⁶

Ο Γεώργιος Κυριάκης ήταν 25 ετών τη στιγμή της απόπειρας. Απότακτος υπολοχαγός Μηχανικού, αποτελούσε, σύμφωνα με την κατάθεση του Άθω Ρωμάνου ενώπιον του δικαστηρίου, υποχείριο του Τσερέπη. Στο Παρίσι είχε φτάσει στις 28 Μαΐου (ν.η.) και καταλύσει στο Hôtel du Rhône, στην οδό Jean-Jacques Rousseau. Με τον Τσερέπη είχε γνωριστεί στην Αθήνα. Τους συνέδεαν τα κοινά αντιβενιζελικά αισθήματα, τα οποία έτρεφαν αμφότεροι. Στην απολογία του ενώπιον του δικαστηρίου, o Κυριάκης δήλωσε ότι το κίνητρο της δολοφονίας ήταν “η ελευθερία και η τιμή της επαπειλούμενης πατρίδας”.¹⁷

Απόστολος Αλεξανδρής, πρεσβευτής της Ελλάδας στη Βέρνη.

Το μεγάλο διακύβευμα για τις ελληνικές αρχές ήταν κατά πόσο ή όχι πίσω από την απόπειρα κρύβονταν οι εξόριστοι στην Ελβετία κωνσταντινικοί κύκλοι. Για την οργάνωση, τις εν γένει δραστηριότητες και τις επαφές των τελευταίων με την Ελλάδα, υπάρχει άφθονο αρχειακό και βιβλιογραφικό υλικό.¹⁸ Ταυτόχρονα σχεδόν με την άφιξη του Κωνσταντίνου και της συνοδείας του στο Λουγκάνο, ξεκίνησε μια οργανωμένη προσπάθεια προπαγάνδας. Περισσότερο δραστήριοι από το άμεσο περιβάλλον του εκπτώτου ήταν οι Γεώργιος Στρέιτ και Νικόλαος Θεοτόκης. Με δωρεές ευπόρων Ελλήνων της Ελβετίας και του εξωτερικού, αλλά και της γερμανικής πρεσβείας της Βέρνης, ιδρύθηκε το σωματείο Union Hellénique, ένα συντονιστικό όργανο με έδρα την Γενεύη και παραρτήματα στις Ζυρίχη, Λωζάννη και Λουκέρνη. Επιπρόσθετα, άρχισε να εκδίδεται και να κυκλοφορεί η εφημερίδα Écho de Grèce, με έδρα τη Γενεύη και να βλέπουν το φως της ημέρας πραγματείες και φυλλάδια με σφοδρό αντιβενιζελικό περιεχόμενο. Τον Σεπτέμβριο του 1917 ιδρύθηκε στην κωμόπολη Αρόλα το Ελληνικό Πρακτορείο (Agence Hellénique), σκοπός του οποίου ήταν η τροφοδοσία του ελβετικού Τύπου με πληροφορίες σχετικές με την Ελλάδα. Δυο μήνες αργότερα, τον Δεκέμβριο, ο Κωνσταντίνος κατάφερε να αποσπάσει την έγκριση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για την κυκλοφορία μιας δεύτερης εφημερίδας (Εθνική Αφύπνισις – Réveil National), τη φορά αυτή στη Ζυρίχη. Έτσι, οι βασιλόφρονες απόκτησαν πρόσβαση και στο γερμανόφωνο κοινό της Ελβετίας. Φορείς της κωνσταντινικής προπαγάνδας αναδείχτηκαν οι Μ. Κέπεντζης, Α. Καρτάλης, Δ. Μάξιμος, Β. Μπαμίχας, Κ. Σφυρής, Μ. Πάσσαρης, Ξ. Κομποθέκρας, Β. Περβανάς και Δ. Βαλλιάνος. Οι ενέργειες των κωνσταντινικών απέβλεπαν σε τέσσερις στόχους: 1) Την παρεμπόδιση των εργασιών της βουλής, 2) την υπονόμευση της γενικής επιστράτευσης, 3) την αποφυγή της ενεργού συμμετοχής της Ελλάδας στον πόλεμο, 4) την αποσταθεροποίηση του βενιζελικού καθεστώτος. Απευθύνονταν προς τους Έλληνες της Ελβετίας (φοιτητές και φυγόστρατους),  προς τους βασιλόφρονες της Ελλάδας, αλλά και προς τους Γερμανούς και τους Συμμάχους, με την προοπτική να διασφαλιστεί η (οικονομική κυρίως) υποστήριξη των πρώτων και να παρακινηθεί η ευμένεια των δευτέρων. Με την ήττα της Γερμανίας το 1918, ο προσανατολισμός της κωνσταντινικής προπαγάνδας δεν διαφοροποιήθηκε ουσιαστικά. Καταβλήθηκε απλώς προσπάθεια προσεταιρισμού του ελληνικού στοιχείου των χωρών της Δυτ. Ευρώπης και των ΗΠΑ.

Προκειμένου να διαχειριστούν την παραπάνω κατάσταση, οι ελληνικές διπλωματικές και προξενικές αρχές της Ελβετίας ανασυνάχτηκαν. Την γενική εποπτεία της παρακολούθησης ανέλαβε ο πρεσβευτής Απόστολος Αλεξανδρής, συνεπικουρούμενος από τον γενικό πρόξενο στη Γενεύη, Πέτρο Καψαμπέλη και τον ομόλογό του στη Βέρνη, Βασίλειο Μαμμωνά. Τον Φεβρουάριο του 1918, η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε ένα βήμα παραπέρα. Στην ίδρυση άμισθου προξενείου στο ίδιο το Λουγκάνο με δικαιοδοσία επί των καντονίων Grison και Tessin. Το ανέλαβε ο Simon Voidovich, ως άμισθος πρόξενος β΄ τάξεως. Δυο χρόνια αργότερα, το όνομα του τελευταίου συμπεριλαμβανόταν σε κατάσταση υπόπτων προσώπων για διενέργεια προπαγάνδας υπέρ του Κωνσταντίνου. Προφανώς είχε μεσολαβήσει επαφή και στρατολόγηση.¹⁹ Η είδηση της δολοφονικής απόπειρας των Τσερέπη και Κυριάκη έστρεψε, όπως ήταν αναμενόμενο, την προσοχή των ελληνικών αρχών προς την κατεύθυνση των κωνσταντινικών της Ελβετίας. Παρόλες τις εκτιμήσεις, βάσει των οποίων το κέντρο της απόφασης ήταν το ίδιο το περιβάλλον του εκπτώτου βασιλέα (αναφέρθηκαν σε επίσημα έγγραφα ακόμη και τα ονόματα του Στρέιτ και του στρατηγού Χατζηανέστη σε μια προσπάθεια επικοινωνιακής εκμετάλλευσης του συμβάντος εκ μέρους της βενιζελικής παράταξης), στην πορεία των ανακρίσεων και ερευνών δεν προέκυψε απολύτως κανένα στοιχείο, το οποίο να επιβεβαιώνει την παραπάνω εκτίμηση. Η εύλογη ευφορία, όπως και η απογοήτευση για την αποτυχημένη έκβαση του εγχειρήματος, που εκδηλώθηκαν στους κύκλους του Λουγκάνο, επ’ ουδενί συνιστούν απόδειξη συμμετοχής, πόσο μάλλον εκ του μακρόθεν καθοδήγησης. Συνεπώς, παρά την ύπαρξη κενών και ερωτηματικών, η εκδοχή ότι οι Τσερέπης και Κυριάκης έδρασαν αυτοβούλως δείχνει να είναι σήμερα η επικρατέστερη, μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου.²º

Η δίκη των δραστών

Η δίκη των δραστών πραγματοποιήθηκε ενώπιον του Κακουργοδικείου του Σηκουάνα (Cour d’ Assises de la Seine) και διήρκησε επί δυο ημέρες. Την πρώτη από αυτές (25 Φεβρουαρίου 1921) εξετάστηκαν οι κατηγορούμενοι και οι μάρτυρες. Η δεύτερη (26 Φεβρουαρίου) ήταν αφιερωμένη στις αγορεύσεις και στην έκδοση της απόφασης. Είναι χρήσιμο να επισημανθούν ευθύς εξ αρχής τα ακόλουθα: 1) Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα είχε επέλθει κυβερνητική μεταβολή στην Αθήνα. Ο Βενιζέλος είχε ηττηθεί στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920 και εγκαταλείψει την Ελλάδα. Η διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων είχε περιέλθει στα χέρια των πολιτικών του αντιπάλων, μεσούσης της ελληνικής εκστρατείας στη Μικρά Ασία. 2) Σε πάμπολλα σημεία και με ευθύνη όλων των πλευρών, η συζήτηση προσέλαβε έντονη πολιτική χροιά, απομακρυνόμενη από αυτό το καθαυτό αντικείμενο της δίκης, δηλαδή από την ίδια την απόπειρα. 3) Η γραμμή της υπεράσπισης, κυρίως δε ορισμένα επιχειρήματα των δραστών, προκαλούν θυμηδία. Πάντως, από την αρχή οι τελευταίοι παραδέχτηκαν την ενοχή τους, δηλώνοντας μεταμέλεια για την πράξη τους.²¹

Καθ’ όλη τη διεξαγωγή της δίκης, η αίθουσα ήταν κατάμεστη, κυρίως από βενιζελικούς, παρά την επίμονη, ακόμα τότε, διασπορά του ιού της ισπανικής γρίππης. Η φυσική παρουσία του μέχρι πρότινος πρωθυπουργού λειτούργησε ως πόλος έλξης. Ο έλεγχος των ταυτοτήτων από το προσωπικό ασφαλείας στις εισόδους του κτηρίου (όπου είχαν τοποθετηθεί σιδερένια κιγκλιδώματα για την ομαλή ροή του κοινού) και της  αίθουσας, ήταν εξονυχιστικός. Την πρώτη ημέρα οι ακροάσεις ξεκίνησαν στις 12.40΄μ.μ. και διήρκεσαν έως τις 18.30΄μ.μ.

Έναυσμα για την πολιτικοποίηση της δίκης αποτέλεσαν τα όσα υποστήριξαν οι Τσερέπης και Κυριάκης, αποδίδοντας τα κίνητρα της πρωτοβουλίας τους σε πολιτικούς λόγους. Ο Τσερέπης επανήλθε στο επεισόδιο του 1914 όταν, με αφορμή το αυτονομιστικό κίνημα στη Β. Ήπειρο, ο Βενιζέλος τον διέταξε αυτοπροσώπως να εμποδίσει την μετάβαση επιτόπου εθελοντών από την Ελλάδα, βυθίζοντας εν ανάγκη το πλοίο που τους μετέφερε. “Από τη στιγμή, κατά την οποία υπήρξα αποδέκτης μιας τέτοιας διαταγής, άρχισα να θεωρώ τον Βενιζέλο ως άτομο επιζήμιο για την πατρίδα μου” (λίγο αργότερα, όταν πήρε τον λόγο, ο Βενιζέλος διέψευσε το περιστατικό). Εν συνεχεία, ο Τσερέπης προέβη σε μια αναδρομή στο παρελθόν, εντοπίζοντας τις καταβολές του πατριωτικού, όπως δήλωσε, αισθήματος σε βάρος του Βενιζέλου στο κίνημα του 1909 στο Γουδί. Κάνοντας ένα άλμα μέχρι το 1917 και την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου, δήλωσε πως υπήρξε από τους πρώτους αξιωματικούς, οι οποίοι αποτάχθηκαν από τις τάξεις του Πολεμικού Ναυτικού ένεκα πολιτικών και μόνο φρονημάτων. Όταν ρωτήθηκε για τη χρήση κρυπτογραφικού κώδικα στην αλληλογραφία με τον αδελφό του, ανασκεύασε τα όσα είχε καταθέσει ενώπιον του ανακριτή περί ερωτικού περιεχομένου των επιστολών. Παραδέχτηκε πως επρόκειτο για αποκόμματα εφημερίδων που καταφέρονταν κατά των Δυνάμεων της Συνεννοήσεως, πολλά εκ των οποίων ήταν γαλλικής προέλευσης, όπως ισχυρίστηκε (το επιχείρημα δεν ευσταθεί, καθότι το 1917 λειτουργούσε αυστηρή λογοκρισία στη Γαλλία). Το σημείο εκείνο που προκαλεί θυμηδία, είναι η εμφατικά επαναλαμβανόμενη απέχθεια, την οποία αισθανόταν σχετικά με τη χρήση βίας, ήδη από την εποχή των παιδικών του χρόνων. Υποστήριξε ότι ακόμα και την ημέρα της απόπειρας όταν, όπως είπε, είχε καταστήσει για πρώτη φορά τον Κυριάκη κοινωνό των προθέσεών του, αισθανόταν αναστολές μπροστά στην προοπτική χρήσης βίας. Αυτός άλλωστε, υπήρξε και ο λόγος που αστόχησε. Όταν ρωτήθηκε για το ποσό των 200 φράγκων, το οποίο είχε δανειστεί από τον πλωτάρχη Φωκά προκειμένου να επιβιβαστεί στον συρμό σε περίπτωση αναστολής της απόπειρας, δήλωσε με μελοδραματικό ύφος πως, συντετριμμένος από τις τύψεις για την πράξη του, επινόησε το παραπάνω επιχείρημα στη διάρκεια της ανάκρισης, μόνο και μόνο προκειμένου να δυσχεράνει τη θέση του και να επισπεύσει την τιμωρία! “Στην πραγματικότητα, αισθανόμουν εκ των προτέρων πως είχα ήδη προβεί στη θυσία της ζωής μου για το καλό της πατρίδας και δεν ήθελα να πεθάνω προτού προλάβω να ξεχρεώσω το δωμάτιο του ξενοδοχείου, στο οποίο διέμενα”. Εμφάνισε την απόφαση για δολοφονία του Έλληνα πρωθυπουργού ως δική του πρωτοβουλία το πρωί της 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου 1920 για δυο λόγους και προφανώς κατόπιν συμβουλής του συνήγορου υπεράσπισης: 1) Για να φανεί ως επιλογή της τελευταίας στιγμής προκειμένου να αποφύγει την κατηγορία του προμελετημένου εγκλήματος και 2) για να σηκώσει προσωπικά το βάρος του όλου σχεδιασμού, ελαφρύνοντας, με τον τρόπο αυτό, τη θέση του συνενόχου Κυριάκη. Ολοκληρώνοντας την απολογία του, δήλωσε πως υπήρξε ευτυχής πληροφορούμενος πως ο Βενιζέλος δεν είχε υποκύψει τελικά στα τραύματα, ότι δεν θα διέπραττε το έγκλημα εάν γνώριζε ότι η διενέργεια βουλευτικών εκλογών στην Ελλάδα ανήκε στις άμεσες προτεραιότητες της τότε κυβέρνησης και εξέφρασε τη λύπη του επειδή αναγκάστηκε να δράσει κατά τέτοιο τρόπο επί του γαλλικού εδάφους. Αντιφάσκοντας, κατέληξε λέγοντας ότι η πράξη του δεν υπήρξε άσκοπη, εφόσον προσέφερε το έναυσμα για να δημοσιοποιηθεί διεθνώς η ειδεχθής πολιτική του βενιζελικού καθεστώτος.

Δυο πράγματα εντυπωσίασαν τους παρισταμένους μόλις ο Κυριάκης κλήθηκε με τη σειρά του στο εδώλιο: η νεαρή ηλικία του και ο συνεσταλμένος τρόπος, με τον οποίον εκφραζόταν. Η απολογία του υπήρξε σύντομης διάρκειας και δίχως μελοδραματικές κορώνες. Απέδωσε την πράξη του στα ίδια πολιτικά κίνητρα και επιβεβαίωσε ότι άκουσε για πρώτη φορά να γίνεται λόγος περί προθέσεως δολοφονίας του Βενιζέλου το πρωί της 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου. Περιορίστηκε στην περιγραφή της απόπειρας και υπογράμμισε πως το βάρος της ευθύνης έφεραν ισότιμα και οι δυο κατηγορούμενοι.

Όταν έφτασε η στιγμή να πάρει ο Βενιζέλος τον λόγο, μέσα στην αίθουσα επικράτησε νεκρική σιγή. Συνεπικουρούμενος από τις ερωτήσεις του εισαγγελέα, απέδωσε την απόπειρα στη μεγάλη επιτυχία, όπως την χαρακτήρισε, της υπογραφής της Συνθήκης των Σεβρών, δυο ημέρες νωρίτερα. “Προφανώς οι εχθροί μου θεώρησαν πως οι επικείμενες εκλογές θα ήταν μια θριαμβευτική επιβεβαίωση  της πολιτικής μου. Για τον λόγο αυτό, αποφάσισαν τη φυσική μου εξόντωση”. Περιορίστηκε σε σύντομες απαντήσεις στα όσα ερωτήματα του τέθηκαν. Εξίσου επιγραμματική υπήρξε εκ μέρους του και η περιγραφή της δολοφονικής απόπειρας. Την ένταση πυροδότησε ο συνταγματάρχης Χρ. Χατζημιχάλης, μάρτυς υπερασπίσεως των κατηγορουμένων, ο οποίος χαρακτήρισε τον Βενιζέλο ως τύραννο. Στην Ελλάδα δεν υπήρχαν, είπε, γερμανόφιλοι κύκλοι. Η αντιπαράθεση είχε εκδηλωθεί μεταξύ οπαδών και πολεμίων της παρέμβασης της χώρας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Άπαντες ήταν φιλικά διακείμενοι έναντι του συνασπισμού της Συνεννοήσεως. Το βενιζελικό καθεστώς υπήρξε εκείνο, το οποίο είχε προβεί σε σειρά αντισυνταγματικών μέτρων, μαζικών φυλακίσεων και αναγκαστικών εκτοπίσεων, καθώς και σε πάσης φύσεως κατάχρηση, για πολιτικούς και ιδιοτελείς σκοπούς, της επιβολής κατάστασης πολιορκίας.

Πρωτοσέλιδο του φύλλου της 26/2/1921 της εφημερίδας Excelsior.

Ζητώντας επισταμένα τον λόγο και λησμονώντας πως το αντικείμενο της δίκης ήταν αποκλειστικά και μόνο η ίδια η απόπειρα, ο Βενιζέλος προχώρησε σε μια εκτενή απολογία της πολιτικής του. Αναφέρθηκε αναλυτικά στις επιλογές του έναντι της έκρηξης του πολέμου το 1914, στις δυο παραιτήσεις, τις οποίες υπέβαλε εντός του 1915, στο κίνημα της Θεσσαλονίκης, στα “Νοεμβριανά” του 1916 (ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο για τους Γάλλους, που θρήνησαν νεκρούς μέσα στους δρόμους της Αθήνας), στην αποστολή Jonnart και την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου, στο πρόγραμμα των εθνικών διεκδικήσεων της Ελλάδας στο πλαίσιο της διεξαγωγής των εργασιών του Συνεδρίου της Ειρήνης, προτού καταλήξει στην υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών. Απέκρουσε μετά βδελυγμίας τα περί κατάχρησης εξουσίας (σήμερα πρόκειται για αποδεδειγμένο εις βάρος της κυβέρνησής του γεγονός), λέγοντας πως επί των ημερών του ουδέποτε απαγγέλθηκε η εσχάτη των ποινών για πολιτικούς λόγους. Έκλεισε την μαραθώνια δευτερολογία του υποστηρίζοντας ότι πράγματι, στην Ελλάδα δεν υπήρχαν γερμανόφιλοι. Υπήρχε όμως ένας και μοναδικός Γερμανός, ο Κωνσταντίνος. Θα έλεγε κανείς πως η παρουσία στη δίκη των επίδοξων δολοφόνων του αξιοποιήθηκε από τον πρώην πρωθυπουργό προκειμένου να υπεραμυνθεί, για πρώτη φορά μετά την εκλογική ήττα του Νοεμβρίου 1920 και μάλιστα επί διεθνούς εδάφους, της εν γένει πολιτικής του. Στο σημείο εκείνο η συνεδρίαση διακόπηκε για τις 12.00΄μ.μ. της επομένης ημέρας.

Η 26η Φεβρουαρίου 1921 ήταν αφιερωμένη στις αγορεύσεις. Κατά γενική ομολογία, ο εισαγγελέας Legris, που έλαβε πρώτος τον λόγο, εθεωρείτο από τους πλέον δεινούς ρήτορες των παρισινών δικαστηρίων. Σε μια κατάδηλη προσπάθεια να οικειοποιηθεί τους ενόρκους, πολιτικοποίησε έντονα την ομιλία του, τοποθετώντας την τελευταία στο μάτι του κυκλώνα του Εθνικού Διχασμού, αποδειχθείς εν τέλει βενιζελικότερος του Βενιζέλου. Διαμόρφωσε κλίμα ευθύς εξ αρχής: “Έχοντας μόλις βάλει την υπογραφή του στη Συνθήκη των Σεβρών, αυτός, που δικαίως αποκαλείται “Μέγας Κρης”, ετοιμαζόταν να επιστρέψει στην πατρίδα του. Μέσα στις αποσκευές έφερε τους καρπούς της δόξας και της τιμής. Στη Μακεδονία, στη Θράκη και μακρύτερα ακόμη, οι ελπίδες και τα οράματα του ελληνικού λαού υλοποιήθηκαν υπεράνω κάθε προσδοκίας. Αυτό ακριβώς υπήρξε το αποτέλεσμα της διορατικότητας του Προέδρου Βενιζέλου. Η προσήλωσή του στη Μεγάλη Ελλάδα [σσ. στο σημείο αυτό χρησιμοποιήθηκε για λόγους εντυπωσιασμού ο όρος Hellade αντί του συνήθους Grèce] και η εντιμότητά του έναντι των χωρών του συνασπισμού της Συνεννοήσεως. Τη στιγμή, που ο αρχιτέκτων ενός τόσο μεγαλειώδους έργου, ήσυχος με τη συνείδησή του, μπορούσε να στηριχτεί στην ατελείωτη και ομόφωνη ευαρέσκεια των συμπολιτών του, δυο θρασύδειλοι Έλληνες αξιωματικοί αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν”. Ακολούθησαν η περιγραφή της απόπειρας και η αναφορά στο παρελθόν των δυο κατηγορουμένων. Αναλύοντας τα κίνητρα της απόπειρας, ο εισαγγελέας εκφράστηκε ως εξής: “[Ο Βενιζέλος] Κτυπήθηκε επειδή ανέκαθεν υπήρξε ένθερμος φίλος της Γαλλίας και, μόλις του παρουσιάστηκε η δυνατότητα, οδήγησε την Ελλάδα στο πλευρό της Συνεννοήσεως. Γιατί να μην το επαναλαμβάνει κανείς, από τη στιγμή που πρόκειται για αλήθειες, οι οποίες έχουν πλέον αποκτήσει τη θέση τους στην Ιστορία; Περί τα τέλη του 1916, σε μια κρίσιμη καμπή του πολέμου, και ενώ μια συμμαχική στρατιά έδρευε στη Θεσσαλονίκη, η στάση της ελληνικής βασιλικής κυβέρνησης υπήρξε για εμάς πηγή σοβαρής έγνοιας. Την 1η Δεκεμβρίου 1916, μέσα στους δρόμους της Αθήνας, 57 Γάλλοι ναύτες δολοφονήθηκαν προδοτικά”. Ο εισαγγελέας αποσιώπησε σκοπίμως την πρόσφατη ακόμα εκλογική ήττα του Νοεμβρίου 1920, η δε αναφορά στα “Νοεμβριανά” (ευθύνη για την έκρηξη των οποίων φέρουν ισότιμα όλα τα εμπλεκόμενα μέρη – βενιζελικοί, αντιβενιζελικοί και Σύμμαχοι),²² υπήρξε ο κρυφός άσσος της αγόρευσης. Ο στομφώδης λόγος δικαίως ηχεί σήμερα ετεροχρονισμένος. Το 1921 όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Η Γαλλία είχε μόλις εξέλθει από μια τετραετή δοκιμασία, πληρώνοντας βαρύ τίμημα σε ανθρώπινες απώλειες. Ειδικότερα με το επεισόδιο των “Νοεμβριανών”, το γαλλικό κοινό υπήρξε αποδέκτης της μονομερούς εικόνας που μετέφεραν η κρατική προπαγάνδα και λογοκρισία της εποχής. Οι ένορκοι, άπαντες Γάλλοι, δεν γνώριζαν εκ προοιμίου τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα σε ολόκληρη την έκτασή τους. Ήταν συνεπώς επιρρεπείς στην επιτήδεια επιχειρηματολογία του έμπειρου εισαγγελέα. Αυτό φάνηκε ανάγλυφα και στο θεατρικό ύφος, με το οποίο ο τελευταίος έκλεισε την ομιλία, με εμφανή σκοπό να κερδίσει τις εντυπώσεις: “Αθωώνοντας τους Τσερέπη και Κυριάκη, είναι σαν να αποδέχεστε τις γερμανόφιλες αντιλήψεις τους. (…) Σαν να καλύπτετε όλες τις δραστηριότητες της γερμανόφιλης παράταξης στην Ελλάδα, διαρκούντος του πολέμου. (…) Σαν η δολοφονία των ναυτών μας, που κοιμούνται τον αιώνιο ύπνο εκεί, τόσο μακριά από εμάς, να είναι στα μάτια σας ένα κοινό, δικαιολογίσιμο, επεισόδιο. (…) Θα σήμαινε πως ο κατακλυσμός, ο οποίος επί τέσσερα έτη αναστάτωσε την υφήλιο, έχει κιόλας ξεχαστεί. Κιόλας, κι ενώ τα ερείπια επιδεικνύουν στα δακρυσμένα βλέμματά μας την τραγική θλίψη τους. Όταν, παρόλη τη αίγλη της νίκης, εμείς οι νικητές εξακολουθούμε να αγωνιζόμαστε ενάντια στις τεράστιες δυσκολίες της επομένης ημέρας, όταν τόσες γαλλικές καρδιές θρηνούν και εξακολουθούν να ματώνουν και όταν ένα τόσο μεγάλο πένθος παραμένει απαρηγόρητο. Όχι! Όχι! Είναι αδύνατο κάτι τέτοιο!”. Ολοκλήρωσε την παρέμβασή του ζητώντας από τους ενόρκους να συμπεριφερθούν ως “σωστοί Γάλλοι”. Παρακολουθώντας την αγόρευση του εισαγγελέα Legris, θα πίστευε κανείς ότι οι δυο αυτοσχέδιοι επίδοξοι δολοφόνοι, Τσερέπης και Κυριάκης, ήταν υπόλογοι για όλα τα δεινά του πολέμου!

Ο συνήγορος του Κυριάκη (Alfred Dominique), σχεδόν επιγραμματικός, αιτήθηκε την αθώωση του πελάτη του. Ο συνήγορος του Τσερέπη (Moro-Giafferi) δήλωσε ότι η αγόρευση του εισαγγελέα εξέτρεψε τη συζήτηση από την ουσία, δηλαδή την ίδια την απόπειρα, όπως άλλωστε και η παρέμβαση του Βενιζέλου νωρίτερα. Γι’ αυτό και θεωρούσε υποχρέωσή του να κινηθεί και εκείνος στο μήκος κύματος της πολιτικής, δίνοντας τη δική του εκδοχή σχετικά με τα όσα είχαν λεχθεί. Αγορεύοντας επί μία ώρα, απέδωσε τα αντιβενιζελικά αισθήματα του πελάτη του στο επεισόδιο του 1914 (Β. Ήπειρος) και στην απόταξη του 1917. Ενόσω ο Βενιζέλος, ευρισκόμενος εκτός Ελλάδος για μεγάλο χρονικό διάστημα και ασχολούμενος με τις εργασίες της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης, δεν έλεγχε τους συνεργάτες του στην Αθήνα, εκείνοι συμπεριφέρθηκαν ως τύραννοι. Μίλησε για άνω των 11.000 απολύσεις από τον κρατικό μηχανισμό και για αναρίθμητες κρατήσεις και εκτοπίσεις σε νησιά λόγω πολιτικών και μόνο φρονημάτων. Έκλεισε δε την ομιλία του παραθέτοντας ένα δημοφιλές ανέκδοτο, το οποίο στις αρχές του 1921 κυκλοφορούσε στους δρόμους της Αθήνας, σύμφωνα με το οποίο, κάποιο άτομο είχε προφυλακιστεί επειδή ο παπαγάλος του συνήθιζε να αναφωνεί: “Ζήτω ο βασιληάς!”.

Στις 18.30΄μ.μ. ο πρόεδρος των ενόρκων ανακοίνωσε την ετυμηγορία. Οι Τσερέπης και Κυριάκης κρίθηκαν ένοχοι με αναγνώριση ελαφρυντικών. Κατόπιν τούτου, το δικαστήριο τους επέβαλε ποινή πενταετούς φυλάκισης.

 

Εν κατακλείδι

Μέχρι στιγμής, στο υπάρχον πρωτογενές υλικό δεν υφίστανται αποδείξεις, οι οποίες να κλίνουν προς την ύπαρξη συνωμοσίας σε ότι αφορά την δολοφονική απόπειρα της 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου 1920. Άλλωστε, αυτό επιβεβαιώνεται από τα ίδια τα πρακτικά της δίκης, παρά τους όποιους υπαινιγμούς, οι οποίοι ωστόσο παρέμειναν αναπόδεικτοι. Οι δυο δράστες ενήργησαν αυτοβούλως, ορμώμενοι από πολιτικά και προσωπικά κίνητρα. Η επιλογή της ημερομηνίας (δυο ημέρες έπειτα από την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών), είναι μάλλον συγκυριακή και δεν αντανακλά κάποια συνειδητή προσπάθεια από τους Τσερέπη και Κυριάκη να προσδώσουν στο εγχείρημά τους συμβολική διάσταση. Το αντίθετο μάλιστα. Η χρονική αλληλουχία των δυο γεγονότων ευνόησε περισσότερο την κυβερνητική παράταξη προς την κατεύθυνση μιας περαιτέρω ηρωοποίησης του Βενιζέλου.

Ένα δεύτερο συμπέρασμα σχετίζεται με τα μέτρα ασφαλείας του Έλληνα πρωθυπουργού. Η κυβέρνηση της Αθήνας αντιμετώπιζε σοβαρά το ενδεχόμενο μιας δολοφονίας του Βενιζέλου μέσα στο καλοκαίρι του 1920. Είχε καταλήξει στην παραπάνω εκτίμηση έπειτα από σχετικές φήμες, αλλά και από κάποια δραστηριοποίηση, η οποία είχε παρατηρηθεί στους κόλπους των κωνσταντινικών κύκλων της Ελβετίας. Δεν ήταν τυχαία η ενίσχυση των μέτρων προστασίας του πρωθυπουργού (εισήλθε στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών υπό την επιτήρηση 34 αστυνομικών). Ωστόσο, η ενίσχυση αυτή προσέκρουσε στην αρνητική αντίδραση του ιδίου του Βενιζέλου, με αποτέλεσμα η όλη προσπάθεια να μετριαστεί τις παραμονές της απόπειρας.

Το τριήμερο 10 – 13 Αυγούστου (ν.η) είναι μια από τις πλέον δραματικές και εμβληματικές κορυφώσεις, τις οποίες βίωσε το φαινόμενο του Εθνικού Διχασμού. Ξεκίνησε με τη συνομολόγηση της Συνθήκης των Σεβρών, συνεχίστηκε με το επεισόδιο της δολοφονικής απόπειρας του Παρισιού, για να καταλήξει στα έκτροπα των Αθηνών, με αποκορύφωμα τη διενέργεια μιας πραγματικής δολοφονίας: την εκτέλεση εν ψυχρώ του Ίωνα Δραγούμη από τους παρακρατικούς του Γύπαρη.

Ίων Δραγούμης.
Η αναμνηστική στήλη στο σημείο της δολοφονίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ουδέποτε άλλοτε μέχρι τότε οι Έλληνες είχαν φτάσει σε τόσο προχωρημένο σημείο πολιτικής εμπάθειας και εσωτερικής διχόνοιας.

 

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου Υπουργείου Εξωτερικών (ΥΔΙΑ)/Πρεσβεία Λονδίνου/ 1920/ Φάκ. Ν 5 [Απόπειρα κατά ζωής κ. Βενιζέλου και ενέργειαι βασιλικών]/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα [κοινοποίηση: Πρεσβεία Λονδίνου], αρ. 5194, 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου 1920.

²  ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 18 [Απόπειρα δολοφονίας κ. Βενιζέλου εις Παρισίους]/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5195, 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου 1920.

³  Ministère des Affaires étrangères, Archives diplomatiques (MAE)/ Série Z /Grèce 52 [Politique intérieure, dossier général 1918-1920]/ Πρεσβεία Αθηνών προς Κεντρική Υπηρεσία, Παρίσι, αρ. 328, 14 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 18/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5198, 31 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1920.

⁴   ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(2) [Ανακρίσεις δια την απόπειραν δολοφονίας κ. Βενιζέλου]/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5278, 4/17 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/Πρεσβεία Λονδίνου/ 1920/ Φάκ. Ν 5/ Ιδιόχειρη επιστολή Β. Λεοντόπουλου προς Δημήτριο Κακλαμάνο, 31 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1920.

⁵  Gazette des Tribunaux, Cour d’ Assises de la Seine, audience du 26/2/1921.

⁶  Excelsior, 13/8/1920. Gazette des Tribunaux, Cour d’ Assises de la Seine, audiences des 25,26 et 27 /2/1921. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1921/ Φακ. Α 2 [Ασφάλεια καθεστώτος. Εσωτερική κατάστασις χώρας]/ Κρυπτογράφημα πρακτορείου Radio, αρ. 24, 25 Ιανουαρίου 1921.

⁷  ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(11) [Εμπιστευτικόν αρχείον. Ειδικός φάκελος ενεργειών Γαλλικής Ανακρίσεως]/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5504, 9/22 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Α 2 [Ειδικός φάκελος Γαλλικής Ανακρίσεως]/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5681, 16/29 Αυγούστου 1920. Υπουργείο Δικαιοσύνης προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 40230, 28 Αυγούστου/10 Σεπτεμβρίου 1920.

⁸  ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(2)/ Κεντρική Υπηρεσία,Αθήνα, προς Πρεσβεία Λονδίνου, αρ. 10725, 5/18 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5225, 1/14 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5681, 16/29 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(11)/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5504, 9/22 Αυγούστου 1920, αρ. 5684, 15/28 Αυγούστου 1920.

⁹  ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/Φακ. Α2/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5681, 16/29 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/Φακ. Α2 (2)/ Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς Πρεσβεία Παρισίων, αρ. 5225, 1/14 Αυγούστου 1920, αρ. 5884, 7/25 Αυγούστου 1920, αρ. 10910, 22 Αυγούστου/4 Σεπτεμβρίου 1920. ΥΔΙΑ/ Κεντρική Υπηρεσία/ 1920/ Φακ. Α 2(11)/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 6356, 1/14 Σεπτεμβρίου 1920. Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς Πρεσβεία Παρισίων, αρ. 12448 εμπιστ., 22 Σεπτεμβρίου/5 Οκτωβρίου 1920. ΥΔΙΑ/Πρεσβεία Λονδίνου/1920/Φακ. Ν 5/Πρεσβεία Παρισίων προς Πρεσβεία Λονδίνου, αρ. 5683, 15/28 Αυγούστου 1920, αρ. 5721, 15/28 Αυγούστου 1920, αρ. 4083Bis, 3/16 Αυγούστου 1920, αρ. 4944, 21 Αυγούστου/3 Σεπτεμβρίου 1920. Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς Πρεσβεία Λονδίνου, αρ. 12448, 5/18 Οκτωβρίου 1920. Foreign Office προς Πρεσβεία Λονδίνου, αρ. C 4959/3777/19, 31 Αυγούστου 1920 (ν.η.), αρ. C 8741/3777/19, 3 Νοεμβρίου 1920 (ν.η.) Πρεσβεία Λονδίνου προς Foreign Office, αρ. 4403, 1 Σεπτεμβρίου 1920 (ν.η.).

¹º ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(11)/ Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς Πρεσβεία Παρισίων, αρ. 10065, 4/17 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5447, 8/21 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/ Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 18/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, 5226, 1/14 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/ Πρεσβεία Λονδίνου/1920/ Φακ. Ν 5/ Πρεσβεία Παρισίων προς Πρεσβεία Λονδίνου, αρ. 5280, 5/18 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Λονδίνου προς Πρεσβεία Παρισίων, αρ. 4182, 6/19 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Λονδίνου προς Γενικό Προξενείο Λονδίνου, εμπιστευτικό σημείωμα, 6/19 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Παρισίων προς Πρεσβεία  Λονδίνου, αρ. 1844(;), 17/30 Αυγούστου 1920.

¹¹ ΥΔΙΑ/ Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(11)/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5682, 16/29 Αυγούστου 1920, αρ. 5879, 23 Αυγούστου/5 Σεπτεμβρίου 1920.

¹² ΥΔΙΑ/ Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(11)/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5682, 16/29 Αυγούστου 1920.

¹³ ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(11)/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5682 δις, 17/30 Αυγούστου 1920. “Ξεύρω ὃτι εἷσαι ἀρκετά λογική καί ψύχραιμη καί ἒτσι φαντάζομαι  ὃτι ὕστερα καί ἀπό τήν παράκλησί μου δεν θα στενοχωρηθῆς καθόλου. Ἄλλως τε ἐγώ τῶρα εἷμαι τελείως καλά. Ἡ μικρή ἀδιαθεσία θέλησε γρίγωρα νά μοῦ φύγη [σ.σ. αναφέρεται, μάλλον, στην κακοποίηση, που υπέστη  τη στιγμή της σύλληψης]. Τής ὧρες μου περνῶ διαβάζοντας, γιατί  εἷμαι ἐντελῶς μόνος στό δωμάτιό μου [σ.σ. εννοεί στο κελί του]. Συντροφιά ἀνεκτίμητη μοῦ κάμουν οἱ μεγάλοι συγγραφεῖς, μέ τούς ὁποίους διαβάζοντας προσεκτικά, ἒρχομαι εἰς εὐχάριστον καί ἐξυψώνουσανν ἐπικοινωνίαν. Τά βιβλία μοῦ εἶναι κάτι το πολύ ἀγαπητό. Περίπατο κάμω μόνον γιά ἓνα τέταρτο τό πρωΐ.”, έγραφε ο Κυριάκης προς τη φίλη του, Ειρήνη Φίλτσου, στις 24 Αυγούστου 1920 (ν.η.) μέσα από τη φυλακή. Excelsior, 13 Αυγούστου 1920.

¹⁴ ΥΔΙΑ/Πρεσβεία Λονδίνου/1920/Φακ. Ν 5/ Πρεσβεία Λονδίνου προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα/ αρ. 4522, 8/21 Σεπτεμβρίου 1922. Excelsior, 14 και 17 Αυγούστου 1920.

¹⁵ Στην Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών υπάρχει ένας ογκώδης φάκελος με τίτλο “Φάκελλος Τσερέπη”. Πρόκειται για συγχώνευση δυο αρχικών φακέλων με ενδείξεις Ι/76 και Θ/230 αντίστοιχα. Η όλη υπόθεση του Νικολάου Τσερέπη παρακολουθήθηκε στενά από το Ιδιαίτερο Γραφείο Υπουργού. Ο συγχωνευθείς φάκελος καταχωρίστηκε τελικά στο αρχείο της Διεύθυνσης Προσωπικού με την ένδειξη Ι/76 και αριθμό ατομικού φακέλου 18752/1918. Η εκτενής αλληλογραφία γύρω από την υπόθεση μας έκανε για λόγους οικονομίας να παραπέμψουμε συνολικά στον συγκεκριμένο φάκελο και όχι αναλυτικά στα έγγραφα, τα οποία ο τελευταίος περιέχει. Gazette des Tribunaux, 25-26/2/1921, Cour des Assises de la Seine, audience du 25 février 1921. Σχετικά με τις εκκαθαρίσεις της τριετίας 1917-1920 βλ. William Edgar: “Οι εκκαθαρίσεις του 1917: Η σημασία τους για το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Βενιζέλου”, Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την Εποχή του (επιμ. Οδυσσέας Δημητρακόπουλος), Αθήνα, 1980, σσ. 519-550.

¹⁶ ΥΔΙΑ/ Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(2)/ Πρεσβεία Λονδίνου προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 4401, 20 Αυγούστου/2 Σεπτεμβρίου 1920, αρ. 4289, 11/24 Σεπτεμβρίου 1920. Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5582, 29 Ιουλίου/12 Αυγούστου 1920, αρ. πρωτ. εισαγωγής 10008, 2/15 Αυγούστου 1910. Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς πρεσβεία Παρισίων, αρ. 10371 11/24 Αυγούστου 1920. Υπουργείο Εσωτερικών (Δ/σις Χωροφυλακής και Δημοσίας Ασφαλείας) προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 1694, 5/18 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/ Κεντρική Υπηρεσία/ 1920/ Φακ. Α 18/ Πρεσβεία Λονδίνου προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 4059, 31 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1920, 4059 δις, 1/14 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/ Πρεσβεία Λονδίνου/1920/ Ν 5/ Γενικό Προξενείο Λονδίνου προς Πρεσβεία Λονδίνου, αρ. πρωτ. Εισαγωγής 4143, 4/17 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Λονδίνου προς Foreign Office, α.α.π., 27 Αυγούστου (ν.η.) 1920. Foreign Office προς Πρεσβεία Λονδίνου, αρ. C 4959/3777/19, 31 Αυγούστου 1920 (ν.η.), αρ. C 8741/3777/19, 3 Νοεμβρίου 1920 (ν.η.). Excelsior, 13 Αυγούστου 1920 (ν.η.). Observer, 15 Αυγούστου 1920 (ν.η.).

¹⁷ Gazette des Tribunaux, 27/2/1921. Cour d’ Assises de la Seine, audience du 25/2/1921.

¹⁸ ΜΑΕ/Série Z/ Grèce 52 [Politique intérieure, dossier général 1918-1920], 56 [Politique intérieure, dossier général 1921-1922], 63 [L’ ex-roi Constantin – Intrigues 1918-1923]. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1918/ Φακ. Α/2 [Ασφάλεια και ησυχία του Κράτους. Αντιδραστικοί καθεστώτος], Φακ. Α/5/Ι [Αντιδραστικοί Ελβετίας], Φακ. Α/18 [Ζήτημα βασιλείας. Ενέργειαι και ραδιουργίαι κωνσταντινικών]. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α/2(7) [Ασφάλεια και ησιχία του Κράτους. Αντιδραστικοί καθεστώτος], Φακ. Α/2(8) [Αντιδραστικοί εξωτερικού], Φακ.Α/2(9) [Φάκελος ενεργειών κωνσταντινικών εν Ιταλία], Φακ. Α/2(10) [Συνομωσία κατά κ. Βενιζέλου υπό των βασιλικών], Φακ. Γ/101ε΄[Δημοσιεύματα ελβετικού Τύπου]. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1921/ Φακ. Α2 [Ασφάλεια καθεστώτος. Εσωτερική κατάστασις χώρας]. Απ. Αλεξανδρής, Πολιτικαί Αναμνήσεις, Πάτρα, 1947. Π. Ενεπεκίδης, Βασιλική ανταρσία. Έργα και ημέραι του βασιλέως Κωνσταντίνου κατά την εξορίαν του εις την Ελβετίαν, Αθήνα, 1975. Δ. Φεσσάς, Η υπόθεση του δευτέρου υποβρυχίου (1918-1920). Ένα επεισόδιο της εποχής του Διχασμού, Αθήνα, 2016. G. B. Leon [Leontaritis], «King Constantine’s policy in exile and the Central Powers 1917-1918» στο Essays in memory of Basil Laourdas, Thessaloniki, 1975, σ. 495-536.

¹⁹ ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1918/ Φακ. Α 5/Ι/ Γενικό Προξενείο Γενεύης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 604, 7/20 Σεπτεμβρίου 1918. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1918/ Φακ. Ι 79 [Διορισμοί – Παύσεις – Μεταθέσεις Αμίσθου Προξενικής Υπηρεσίας]/ Πρεσβεία Βέρνης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 254, 27 Ιανουαρίου/9 Φεβρουαρίου 1918, αρ. πρωτ. Εισαγωγής 02533, 2/15 Φεβρουαρίου 1918. Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς Πρεσβεία Βέρνης, αρ. 2090, 31 Ιανουαρίου/13 Φεβρουαρίου 1918. Βασιλικό Διάταγμα περί συστάσεως Αμίσθου Προξενείου εν Λουγκάνω, 8/21 Φεβρουαρίου 1918. Βασιλικό Διάταγμα περί διορισμού Αμίσθου Προξένου Β΄Τάξεως εν Λουγκάνω, 8/21 Φεβρουαρίου 1918. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1919/Α 2(4)/ Γενικό Προξενείο Βέρνης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 1817, 29 Οκτωβρίου/11 Νοεμβρίου 1919, αρ. πρωτ. εισαγωγής 12312, 27 Νοεμβρίου/10 Δεκεμβρίου 1920. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1919/Φακ. Α 2 (8)/ Πρεσβεία Βέρνης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 2856, 21 Νοεμβρίου/4 Δεκεμβρίου 1919, αρ. 3017, 6/19 Δεκεμβρίου 1919. Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς Πρεσβεία Βέρνης, αρ. 11860, 28 Νοεμβρίου/11 Δεκεμβρίου 1919. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(4)/ Γενικό Προξενείο Γενεύης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 6, 23 Ιανουαρίου/5 Φεβρουαρίου 1920.

²º ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/Φακ. Α 2(3) [Περί Στρατοδικείων. Περί αποπείρας δολοφονίας κ. Βενιζέλου]/Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5460, 8/21 Αυγούστου 1920, αρ. 5599, 12/25 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Βέρνης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα,  αρ. πρωτ. Εισαγωγής 10487, 7/20 Αυγούστου 1920, αρ. 1494, 11/24 Αυγούστου 1920. Γενικό Προξενείο Γενεύης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. εμπιστ. πρωτ. 13, 8/21 Αυγούστου 1920, αρ. εμπιστ. πρωτ.14, 9/22 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/ Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(9) [Φάκελος ενεργειών Κωνσταντινικών εν Ιταλία]/ Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς Πρεσβεία Ρώμης, αρ. 10645, 7/20 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Ρώμης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 2733, 15/28 Αυγούστου 1920. Γενικό Προξενείο Μιλάνου προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 525, 10/23 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/Α 18/ Πρεσβεία Λονδίνου προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 4053, 30 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Κωνσταντινουπόλεως προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5788, 4/17 Αυγούστου 1920.  ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Γ/101 ε΄/ Γενικό Προξενείο Γενεύης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 1230, 17/30 Αυγούστου 1920.

²¹ Τα σχετικά με τη διεξαγωγή της δίκης στοιχεία προέρχονται από τον φάκελο ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1921/Α 2 [Ασφάλεια καθεστώτος. Εσωτερική κατάστασις της χώρας], από την Gazette du Palais (φύλλα της 26 και 27 Φεβρουαρίου 1921), έντυπο που εξέδιδε το υπουργείο Δικαιοσύνης της Γαλλίας, καθώς και από πληθώρα τηλεγραφημάτων του Τηλεγραφικού Πρακτορείου Radio, τα οποία είναι καταχωρισμένα στον προαναφερθέντα φάκελο.

²² Σχετικά με τα “Νοεμβριανά” βλ. Γ. Μουρέλος, Τα «Νοεμβριανά» του 1916. Από το αρχείο της Μεικτής Επιτροπής Αποζημιώσεων των θυμάτων, Αθήνα, 2007.

Αντώνης Κλάψης: Η Ελλάδα και η Συνθήκη των Σεβρών

100 χρόνια από τότε 

Αντώνης Κλάψης 

Η Ελλάδα και η Συνθήκη των Σεβρών

 

Η ελληνική συμμετοχή στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού

Η λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της διευθέτησης διαφορών που είχαν ανακύψει κατά τη διάρκειά του, αλλά και άλλων που προϋπήρχαν της διεξαγωγής του. Η επαναχάραξη συνόρων, η διάλυση κρατών και η δημιουργία νέων, η πληρωμή πολεμικών αποζημιώσεων, η ηθική καταδίκη και ο αφοπλισμός των ηττημένων έμελλαν να αποτελέσουν τα κορυφαία ζητήματα που θα απασχολούσαν τη Συνδιάσκεψη Ειρήνης, η οποία συνήλθε στο Παρίσι με έναν βασικό σκοπό: την κατάρτιση των Συνθηκών Ειρήνης μεταξύ αφενός των νικητριών κρατών της Αντάντ, αφετέρου των ηττημένων Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανία και Αυστρο-Ουγγαρία) και των συμμάχων τους (Οθωμανική Αυτοκρατορία και Βουλγαρία). Μαζί με τους υπόλοιπους νικητές, στη Συνδιάσκεψη θα λάμβανε μέρος και η Ελλάδα, η οποία δεν είχε ποτέ μέχρι τότε κληθεί να συμμετάσχει σε ένα ανάλογο διεθνές forum.

Το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης είχε θεωρητικά τεθεί εκ των προτέρων πάνω στη βάση των Δεκατεσσάρων Σημείων, τα οποία είχε ανακοινώσει στις 26 Δεκεμβρίου 1917/8 Ιανουαρίου 1918 ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Γούντροου Ουίλσον: μεταξύ άλλων, κατάργηση της μυστικής διπλωματίας, ελευθερία της ναυσιπλοΐας και του εμπορίου, μείωση των εξοπλισμών, αμερόληπτη διευθέτηση όλων των αποικιακών διεκδικήσεων, αυτοδιάθεση των λαών, ίδρυση ενός παγκόσμιου οργανισμού για τη διαφύλαξη της ειρήνης και της ασφάλειας[1]. Ωστόσο, οι ιδεαλιστικές εισηγήσεις του Αμερικανού προέδρου δεν ήταν πάντα εύκολο να εφαρμοστούν, καθώς προσέκρουαν σε ζωτικής σημασίας εθνικά συμφέροντα. Παρά τις διακηρύξεις για την κυριαρχική ισότητα όλων των κρατών, από την πρώτη κιόλας στιγμή της έναρξης των εργασιών της Συνδιάσκεψης του Παρισιού αποδείχτηκε ότι η διάκριση μεταξύ Μεγάλων Δυνάμεων και μικρότερων χωρών παρέμενε κεφαλαιώδους σημασίας. Ο αποκλεισμός των ηττημένων, αλλά και της νεοπαγούς Σοβιετικής Ρωσίας από τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις συνοδεύτηκε από την καθιέρωση ενός «διευθυντηρίου» των τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων της Αντάντ: το Συμβούλιο των Τεσσάρων, στο οποίο συμμετείχαν ο πρόεδρος Ουίλσον και οι πρωθυπουργοί της Μεγάλης Βρετανίας Ντέηβιντ Λόυντ Τζωρτζ, της Γαλλίας Ζωρζ Κλεμανσώ και της Ιταλίας Βιττόριο Εμανουέλε Ορλάντο, θα συνεδρίαζε τακτικά, αναλαμβάνοντας αποφασιστικό ρόλο στη διευθέτηση όλων των επιμέρους ζητημάτων[2].

Η έναρξη των εργασιών του Συνεδρίου της Ειρήνης στο ανάκτορο του Τριανόν, στις Βερσαλλίες ( Ιανουάριος 1919).

Αναγνωρίζοντας την ιδιαίτερη σημασία της Συνδιάσκεψης για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της Ελλάδας, επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας στη γαλλική πρωτεύουσα τέθηκε ο Βενιζέλος, πλαισιωμένος από ικανότατους συνεργάτες, όπως ο Νικόλαος Πολίτης, ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, ο Άθως Ρωμάνος και ο Λάμπρος Κορομηλάς. Διαθέτοντας σπάνια διπλωματική δεινότητα και χαίροντας της εκτίμησης του συνόλου των άλλων ηγετών της εποχής του, ο Κρητικός πολιτικός γρήγορα αναδείχθηκε σε μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της Συνδιάσκεψης: ήταν «ο σπουδαιότερος άνθρωπος που συνάντησα στο Παρίσι» εξομολογούνταν ο Ουίλσον[3]. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το όνομα του Έλληνα πρωθυπουργού συζητήθηκε σοβαρά για την ανάληψη της θέσης του πρώτου γενικού γραμματέα της νεοσύστατης Κοινωνίας των Εθνών. Ικανότατος διαπραγματευτής, αποφασιστικός αλλά και διαλλακτικός όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν, ο Βενιζέλος επιχείρησε –συνήθως με επιτυχία– να εκμεταλλευθεί προς όφελος της Αθήνας τις μεταβαλλόμενες ισορροπίες μεταξύ των μελών του Συμβουλίου των Τεσσάρων, πείθοντας ότι η ικανοποίηση των ποικίλων ελληνικών αιτημάτων δεν εδραζόταν μόνο στον δίκαιο χαρακτήρα τους, αλλά ότι εξίσου εξυπηρετούσε τα συμπίπτοντα με εκείνα της Ελλάδας συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων.

Ελληνική λιθογραφία συμπεριλαμβάνουσα τον Ελευθέριο Βενιζέλο μεταξύ των συντελεστών της νίκης.

Αποδεικνύοντας προκαταβολικά το ρεαλιστικό του πνεύμα, ο Βενιζέλος είχε σπεύσει στα τέλη του 1918 να προσφέρει την ενεργή συμμετοχή ελληνικών στρατευμάτων στη συμμαχική εκστρατεία στην Ουκρανία εναντίον των Μπολσεβίκων έτσι ώστε να εξασφαλίσει πρόσθετα διαπραγματευτικά χαρτιά (ιδίως προς την κατεύθυνση της Γαλλίας) εν όψει της έναρξης της ειρηνευτικής Συνδιάσκεψης[4]. Για την επίτευξη, εξάλλου, των στόχων του χρησιμοποίησε μεθόδους όπως το lobbying και η συστηματική προπαγάνδα[5], οι οποίες συχνά συνδυάζονταν με ασυνήθιστες για τα δεδομένα της εποχής «διπλωματικές παραστάσεις»: όταν στις 21 Ιανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1919 εμφανίστηκε ενώπιον του Συμβουλίου των Τεσσάρων προκειμένου να παρουσιάσει προφορικά τις ελληνικές διεκδικήσεις, δεν ξεκίνησε αναφερόμενος στα αιτήματά του, αλλά αντίθετα, προφανώς σε μια προσπάθεια αφενός χαλάρωσης του φορτισμένου κλίματος των αδιάκοπων διαπραγματεύσεων, αφετέρου δημιουργίας θετικών εντυπώσεων, παρουσίασε στους ηγέτες των Μεγάλων Δυνάμεων φωτογραφίες σφουγγαράδων από τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα[6].

 

Οι ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις

Οι εδαφικές διεκδικήσεις της Ελλάδας διατυπώθηκαν αναλυτικά στο υπόμνημα που υπέβαλε ο Βενιζέλος προς τη Συνδιάσκεψη στις 17/30 Δεκεμβρίου 1918[7]. Τα ελληνικά αιτήματα θεμελιώνονταν πρώτα απ’ όλα στην επίκληση της αρχής της αυτοδιάθεσης των λαών, όπως αυτή είχε αποκρυσταλλωθεί στα Δεκατέσσερα Σημεία του Ουίλσον. Ο Έλληνας πρωθυπουργός παρέθετε αναλυτικά στατιστικά στοιχεία για τους αλύτρωτους ελληνικούς πληθυσμούς, επιχειρώντας να αποδείξει την αριθμητική υπεροχή του ελληνικού στοιχείου στις περιοχές που αποτελούσαν αντικείμενο διεκδίκησης από την πλευρά της Ελλάδας. Οι ελληνικές αξιώσεις, οι οποίες λίγες εβδομάδες αργότερα παρουσιάστηκαν και προφορικά από τον Βενιζέλο ενώπιον του Συμβουλίου των Τεσσάρων, περιλάμβαναν τη Βόρεια Ήπειρο, ολόκληρη τη Θράκη (Δυτική από τη Βουλγαρία και Ανατολική από την Οθωμανική Αυτοκρατορία) έως τα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης, το σύνολο των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας (από την Πάνορμο στη Θάλασσα του Μαρμαρά έως νότια της Μάκρης), τα Δωδεκάνησα (που από την άνοιξη του 1912 τελούσαν υπό καθεστώς ιταλικής κατοχής), καθώς και την επικύρωση της ελληνικής κυριαρχίας στα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου συμπεριλαμβανομένων της Ίμβρου και της Τενέδου[8].

Αντίθετα, αναγνωρίζοντας τις αντικειμενικές δυσχέρειες που προέκυπταν λόγω της γεωγραφικής απομόνωσής του από τις υπόλοιπες περιοχές με πυκνό ελληνικό πληθυσμό, ο Βενιζέλος απέφυγε να διατυπώσει διεκδικήσεις για τον Πόντο. Η Ελλάδα, ακόμα κι αν εξασφάλιζε τη συγκατάθεση των Μεγάλων Δυνάμεων, δεν ήταν σε θέση να παρέμβει στρατιωτικά στην περιοχή προκειμένου να επιβάλει με τη δύναμη των όπλων, εάν αυτό απαιτούνταν, τη θέλησή της. Ταυτόχρονα, δεδομένου ότι σοβαρές αμφιβολίες εκφράζονταν για τη δυνατότητα των Ποντίων να αντιμετωπίσουν μόνοι τους ενδεχόμενες τουρκικές πιέσεις, ο Βενιζέλος απέρριψε τη λύση της ίδρυσης ανεξάρτητου ποντιακού κράτους. Εισηγήθηκε, ωστόσο, την ενσωμάτωση του Πόντου (αλλά και του βιλαετίου των Αδάνων, όπου κατοικούσαν περίπου 70.000 Έλληνες) στη νεοσυσταθείσα Αρμενική Δημοκρατία, στο πλαίσιο της οποίας εικαζόταν ότι οι Έλληνες θα απολάμβαναν πλήρους ισονομίας και ισοπολιτείας, διασφαλίζοντας έτσι τη συνέχιση της παρουσίας τους και την ευημερία τους στις πατρογονικές τους εστίες[9].

Χάρτης της Μεγάλης Ελλάδος.

Έχοντας ως προτεραιότητα να μην διαταράξει τις εγκάρδιες σχέσεις με τη Μεγάλη Βρετανία, στην ένθερμη υποστήριξη της οποίας υπολόγιζε προκειμένου να προωθήσει τα υπόλοιπα ελληνικά αιτήματα, ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν έθεσε ούτε θέμα απόδοσης της Κύπρου στην Ελλάδα[10]. Εκτιμώντας ότι στη δεδομένη συγκυρία καμία άλλη χώρα δεν θα μπορούσε να εγείρει αξιώσεις για την Κύπρο, δεδομένου ότι ο πληθυσμός της ήταν κατά συντριπτική πλειοψηφία ελληνικός, ο Βενιζέλος προτίμησε να δώσει μεγαλύτερο βάρος σε άλλες εδαφικές διεκδικήσεις. Όπως, εξάλλου, δήλωσε ενώπιον του Συμβουλίου των Τεσσάρων, ο ίδιος ήταν πεπεισμένος ότι κάποια στιγμή στο μέλλον η βρετανική κυβέρνηση θα προσέφερε οικειοθελώς την Κύπρο στην Ελλάδα, όπως είχε πράξει περισσότερο από μισό αιώνα νωρίτερα στην περίπτωση των Επτανήσων[11].

Αντιλαμβανόμενος, τέλος, το ιδιαίτερα αυξημένο ενδιαφέρον των Μεγάλων Δυνάμεων για την Κωνσταντινούπολη, ο Βενιζέλος δεν επέμεινε για την κατακύρωσή της στην Ελλάδα. Αντιπρότεινε, όμως, τη συμπερίληψη της πόλης, μαζί με ολόκληρη την περιοχή των Στενών και την απαραίτητη ενδοχώρα, σε ένα διεθνές κράτος, το οποίο θα τελούσε υπό την προστασία της μέλλουσας να ιδρυθεί Κοινωνίας των Εθνών[12]. Ο υπολογισμός ήταν προφανής: σε μια διεθνοποιημένη Κωνσταντινούπολη, ο ήδη ποσοτικά και ποιοτικά ακμαίος ελληνικός πληθυσμός θα ενισχυόταν περαιτέρω και θα αναδεικνυόταν αναπόφευκτα σε κυρίαρχο στοιχείο. Εάν το διεθνές κράτος επιβίωνε, η Κωνσταντινούπολη θα μετατρεπόταν σταδιακά σε μια de facto ελληνική πόλη, τουλάχιστον από άποψη οικονομική και πνευματική. Αντίθετα, σε περίπτωση διάλυσής του, για τους ίδιους ακριβώς λόγους η απόδοση της Κωνσταντινούπολης στην Ελλάδα θα πρόβαλε ως η πλέον ρεαλιστική λύση. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ο χρόνος εικαζόταν ότι θα ήταν σύμμαχος των ελληνικών συμφερόντων.

Η ικανοποίηση του συνόλου των ελληνικών εδαφικών διεκδικήσεων συνεπαγόταν σχεδόν τον πλήρη θρίαμβο της Μεγάλης Ιδέας. Ένα ελληνικό κράτος που θα απλωνόταν σε δύο ηπείρους και θα βρεχόταν από πέντε θάλασσες, θα ενσωμάτωνε στους κόλπους του τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων που κατοικούσαν στα Βαλκάνια, στην Εγγύς Ανατολή και στα νησιά του Αιγαίου. Με ή έστω και χωρίς την Κωνσταντινούπολη, η προοπτική της ανασύστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας έμοιαζε περισσότερο εφικτή παρά ποτέ. Ασφαλώς, το εγχείρημα κάθε άλλο παρά εύκολο ήταν να ευοδωθεί. Όμως, οι υποστηρικτές του –συμπεριλαμβανομένου του Βενιζέλου– παρέμεναν αισιόδοξοι, υπολογίζοντας στη θετική για την ελληνική πλευρά αλληλεπίδραση μιας σειράς παραγόντων.

Προσέλευση της οθωμανικής αντιπροσωπείας.

Μεταξύ αυτών, ιδιαίτερη αυξημένη σημασία αποδιδόταν στη σταθερή υποστήριξη που παρείχε στα περισσότερα από τα ελληνικά αιτήματα η Μεγάλη Βρετανία, και ακόμα περισσότερο ο πρωθυπουργός της Ντέηβιντ Λόυντ Τζωρτζ. Ο Λόυντ Τζωρτζ έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση για τον Βενιζέλο (τον «μεγαλύτερο Έλληνα πολιτικό από την εποχή του Περικλή», όπως τον χαρακτήριζε[13]), με τον οποίο συνδεόταν με στενή φιλία. Υπό την επίδραση έντονων συναισθηματικών –κατά συνέπεια, όχι απαραίτητα ρεαλιστικών– παρορμήσεων ικανών να υπερβούν τις –συχνά τεκμηριωμένες– αντιρρήσεις ακόμα και των στενότερων συνεργατών του, ο Βρετανός πρωθυπουργός έβλεπε την Ελλάδα ως ανερχόμενη δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο και, ταυτόχρονα, ως τον μελλοντικό τοπικό εγγυητή των βρετανικών συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή. Η ενίσχυση, επομένως, της γεωπολιτικής σημασίας της Ελλάδας μέσω της διεύρυνσης των εδαφικών ορίων της επικράτειάς της, καθίστατο στη σκέψη του επιτακτική για τον έλεγχο κρίσιμης στρατηγικής σημασίας σημείων και κατ’ επέκταση για τη διασφάλιση της απρόσκοπτης συνέχισης των αυτοκρατορικών συγκοινωνιών με την Ινδία ακόμα και σε περιόδους διεθνών αναταραχών[14].

Την υλοποίηση των ελληνικών επιδιώξεων έμοιαζε επίσης να διευκολύνει η συμβατότητά τους με τις αρχές που είχαν διακηρυχθεί από τους νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και ειδικότερα με εκείνη της αυτοδιάθεσης των λαών. Η σταθερή επιμονή του Βενιζέλου στην υπογράμμιση της πληθυσμιακής υπεροχής του ελληνικού στοιχείου στις περιοχές που διεκδικούνταν από την Ελλάδα αποτελούσε οπωσδήποτε αντανάκλαση αυτής της διαπίστωσης και ταυτόχρονα προσπάθεια εκμετάλλευσης της διεθνούς συγκυρίας προς όφελος των ελληνικών συμφερόντων. Ειδικά ως προς την περίπτωση των εδαφικών διεκδικήσεων στην Ανατολική Θράκη και στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, η θέση της Αθήνας εμφανιζόταν να ευνοείται ακόμα περισσότερο από τη ρητή αναφορά, στο δωδέκατο από τα Δεκατέσσερα Σημεία του Ουίλσον, του δικαιώματος για «αυτόνομη ανάπτυξη» των μέχρι τότε υπόδουλων εθνοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε μια ιστορική συγκυρία που οι πολυεθνικές αυτοκρατορίες στην Ανατολική Ευρώπη, στην Εγγύς και τη Μέση Ανατολή διαλύονταν, τα αιτήματα του Βενιζέλου ήταν συμβατά με το πνεύμα της εποχής. Κατά την αντίληψή του, η διατύπωσή τους ήταν αυτονόητη, ενώ η παράλειψή τους θα σήμαινε την απώλεια μιας ευκαιρίας, η οποία ήταν αμφίβολο εάν θα παρουσιαζόταν ποτέ στο μέλλον.

Η διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας ενισχυόταν επιπλέον από το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των αιτημάτων της στρεφόταν σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Βουλγαρίας, οι οποίες είχαν βρεθεί στο στρατόπεδο των ηττημένων κρατών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η αντιπάθεια της διεθνούς κοινής γνώμης απέναντι και στις δύο ήταν δεδομένη, καθώς είχαν ταυτιστεί με τις Δυνάμεις που στα μάτια των νικητών βαρύνονταν με τις ευθύνες έναρξης της αιματηρής σύρραξης. Ο διαμελισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θεωρούνταν σχεδόν βέβαιος, ενώ η πλήρης αποχώρηση των Οθωμανών από την Ευρώπη περίπου δεδομένη[15]. Κατά συνέπεια, η πρόσκτηση περιοχών που έως τότε υπάγονταν είτε σε οθωμανική είτε σε βουλγαρική κυριαρχία μπορούσε να επιτευχθεί, από τη στιγμή μάλιστα που συνδυαζόταν με την επίκληση επιχειρημάτων εθνολογικού χαρακτήρα. Η διεκδίκηση της Ανατολικής Θράκης και της Δυτικής Μικράς Ασίας προβαλλόταν επιπλέον από τον Βενιζέλο ως το πιο (αν όχι το μόνο) αποτελεσματικό μέσο προστασίας των εκεί ελληνικών πληθυσμών από την επανάληψη των συστηματικών διώξεων, τις οποίες είχαν υποστεί από τις οθωμανικές αρχές τα αμέσως προηγούμενα χρόνια: αν η συμπερίληψή τους στον ελληνικό εθνικό κορμό δεν καθίστατο δυνατή, τότε η επιβίωση αυτών των πληθυσμών στις πατρογονικές τους εστίες ήταν στην καλύτερη περίπτωση αμφίβολη.

Ωστόσο, την ίδια στιγμή εξίσου σημαντικά εμπόδια ορθώνονταν στο δρόμο για την ευόδωση των ελληνικών εδαφικών επιδιώξεων. Από κάθε άποψη το σημαντικότερο από αυτά δεν ήταν άλλο από τη στάση της Ρώμης έναντι σχεδόν του συνόλου των ελληνικών αιτημάτων[16]. Οι Ιταλοί αντιμετώπιζαν αρνητικά την προοπτική ενίσχυσης της γεωπολιτικής σημασίας της Ελλάδας, βλέποντας την Αθήνα αφενός ως τοπική ανταγωνίστρια, αφετέρου ως πράκτορα των βρετανικών συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, την οποία θεωρούσαν ως δικό τους προνομιακό πεδίο δράσης. Το ενδεχόμενο απόδοσης της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα ενείχε για την Ιταλία τον κίνδυνο προώθησης της ελληνικής επιρροής στην είσοδο της Αδριατικής Θάλασσας[17]. Αντίστοιχα, η παραχώρηση στην Ελλάδα της Θράκης (Ανατολικής και Δυτικής), της Δυτικής Μικράς Ασίας και των Δωδεκανήσων (τα οποία οι Ιταλοί κατείχαν de facto από το 1912) θα καθιστούσε το Αιγαίο ελληνική λίμνη. Όσο η προοπτική της ανάδειξης της Ελλάδας σε υπολογίσιμη περιφερειακή Δύναμη έθελγε τον Λόυντ Τζώρτζ, άλλο τόσο αποτελούσε απευκταίο ενδεχόμενο για την ιταλική πλευρά.

Οι τέσσερις “Μεγάλοι”. Από αριστερά προς τα δεξιά: Vittorio Emanuele Orlando (Ιταλία), David Lloyd-George (Μεγ. Βρετανία), Georges Clemenceau (Γαλλία) και Woodrow Wilson (Η.Π.Α.).

H αντίδραση της Ρώμης σε κάθε ελληνικό αίτημα συνδυαζόταν με την επιφυλακτικότητα του Ουίλσον απέναντι σε κάποιες από τις ελληνικές διεκδικήσεις, και ειδικότερα σε εκείνες που αφορούσαν στη Θράκη και στη Μικρά Ασία. Μολονότι αυτές οι διεκδικήσεις φαινομενικά εδράζονταν στα Δεκατέσσερα Σημεία του, ο Αμερικανός πρόεδρος θεωρούσε πως συχνά κατέτειναν όχι στην εφαρμογή των αρχών που ο ίδιος είχε επιγραμματικά διατυπώσει, αλλά αντίθετα στη διαστρέβλωσή τους. Τόσο η αμερικανική όσο και άλλες αντιπροσωπείες στη Συνδιάσκεψη του Παρισιού συχνά αμφισβητούσαν την αξιοπιστία των ελληνικών στατιστικών, υποστηρίζοντας ότι τα στοιχεία παρουσιάζονταν με τέτοιο τρόπο ώστε να διογκώνουν σκόπιμα τον αριθμό των Ελλήνων σε βάρος των υπόλοιπων σύνοικων πληθυσμών: με σχεδόν ταχυδακτυλουργικό τρόπο, ο Βενιζέλος, προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη ελληνικής πλειοψηφίας στα δυτικά μικρασιατικά παράλια, δεν είχε διστάσει να αθροίσει στους κατοίκους τους και εκείνους των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου (Ίμβρο, Τένεδο, Λέσβο, Χίο, Σάμο, Ικαρία και Δωδεκάνησα[18]), υποστηρίζοντας ότι τα νησιά αυτά αποτελούσαν από γεωγραφική και οικονομική άποψη φυσική προέκταση της μικρασιατικής χερσονήσου[19]. Εξάλλου, ακόμα και βάσει των ελληνικών στοιχείων, σε κάποια από τα εδάφη που αξίωνε η Ελλάδα οι Έλληνες δεν ήταν παρά μειοψηφία: η περίπτωση της Δυτικής Θράκης ήταν η χαρακτηριστικότερη.

Οι εξωελληνικές δυσχέρειες συμπληρώνονταν από εκείνες που αφορούσαν στην κατάσταση στο εσωτερικό της Ελλάδας, καθώς η χώρα παρέμενε βαθιά διχασμένη, πολιτικά και ψυχολογικά. Τα πάθη του Εθνικού Διχασμού κάθε άλλο παρά είχαν κοπάσει. Ο φαύλος κύκλος των εκατέρωθεν διώξεων δεν είχε σταθεί δυνατόν να σταματήσει, δημιουργώντας έτσι συνθήκες λανθάνουσας εμφύλιας αναμέτρησης. Αυτή η διαίρεση  αποτυπωνόταν και στο πεδίο των εδαφικών διεκδικήσεων: στη «μεγάλη Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» που υποσχόταν ο Βενιζέλος, οι αντίπαλοί του αντέτειναν ότι προτιμούσαν μια «μικρή αλλά έντιμη Ελλάδα»[20]. Η σύμπνοια ως προς τον επιδιωκόμενο στόχο αλλά και ως προς τα μέσα που θα χρησιμοποιούνταν για την επίτευξή του –στοιχείο πάντοτε ενισχυτικό στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής των κρατών– όχι μόνο δεν είχε επιτευχθεί, αλλά αντίθετα στη δεδομένη συγκυρία αποτελούσε ανέφικτο ζητούμενο. Το διπλωματικό οικοδόμημα του Βενιζέλου θεμελιωνόταν σε εξαιρετικά ασταθές –και κατά συνέπεια επικίνδυνο για τη στατικότητα του κτίσματος– έδαφος.

Ακόμα, πάντως, κι αν όλα τα διεθνή και εσωτερικά εμπόδια μπορούσαν να ξεπεραστούν και οι ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις ικανοποιούνταν στο σύνολό τους ή έστω στο μεγαλύτερό τους μέρος, τα δεδομένα θα εξακολουθούσαν να δημιουργούν προβληματισμό σχετικά με τις προοπτικές του διευρυμένου ελληνικού κράτους. Με τα αιτήματα που διατύπωσε στη Συνδιάσκεψη του Παρισιού, ο Βενιζέλος πρότεινε σχεδόν τον επαναδιπλασιασμό της ήδη διπλασιασμένης Ελλάδας των Βαλκανικών Πολέμων. Το όραμα ήταν πολύ θελκτικό για να αγνοηθεί από οποιονδήποτε οπαδό της Μεγάλης Ιδέας. Όμως, ούτε η γοητεία που ασκούσε αυτό το όραμα, ούτε η καταπληκτική διπλωματική δεινότητα του Κρητικού πολιτικού αρκούσαν για να μεταβάλουν μονομιάς μια σειρά από δυσμενή για τα ελληνικά συμφέροντα δεδομένα. Η «Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» θα ήταν ένα κράτος με παράξενο σχήμα: όχι μια στεριά περιβαλλόμενη από θάλασσα, αλλά μια θάλασσα περιτριγυρισμένη από –συχνά εξαιρετικά στενές, όπως στην περίπτωση της Δυτικής Θράκης– λωρίδες στεριάς. Θα επρόκειτο, επίσης, για ένα κράτος που δεν θα ήταν εύκολα υπερασπίσιμο, αλλά αντίθετα θα ήταν ευάλωτο από στρατιωτική άποψη, ιδιαίτερα εάν λαμβανόταν υπόψη ότι θα συνόρευε με πολλούς εν δυνάμει εχθρούς[21]. Ειδικά στην περίπτωση της απόκτησης του συνόλου ή μέρους της δυτικής μικρασιατικής ακτής, η Ελλάδα, παρά τα προφανή οφέλη, θα κινδύνευε να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο της στρατηγικής υπερεξάπλωσης, επιδιώκοντας την επίτευξη ενός εξαιρετικά φιλόδοξου σχεδίου, για το οποίο όμως ήταν αμφίβολο εάν διέθετε τις απαραίτητες δυνάμεις[22]. Το μόνιμο πρόβλημα της αναντιστοιχίας στόχου και μέσων ως προς την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας εμφανιζόταν και πάλι στο προσκήνιο, απειλώντας να μετατρέψει το όνειρο σε εφιάλτη.

 

Η έναρξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας

Η διεθνής συγκυρία που είχε προκύψει μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έδινε την ευκαιρία στην Ελλάδα να επιδιώξει την επέκταση της κυριαρχίας της στα ασιατικά παράλια του Αιγαίου. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε ηττηθεί και οι νικητές είχαν ήδη αποφασίσει τον εδαφικό διαμελισμό της. Πριν ακόμα από τη σύγκληση της Συνδιάσκεψης, ο Βενιζέλος είχε θέσει ευθέως ενώπιον του Λόυντ Τζωρτζ το ζήτημα της προσάρτησης της Ιωνίας στην Ελλάδα[23]. Η επιλογή αυτή, πέραν της φιλίας που συνέδεε του δύο ηγέτες, αποτελούσε σαφή ένδειξη του αταλάντευτα φιλοβρετανικού προσανατολισμού του Βενιζέλου. Η πολιτική της σύμπραξης με τη Μεγάλη Βρετανία θεμελιωνόταν στην εδραία πεποίθησή του ότι τα ελληνικά συμφέροντα θα εξυπηρετούνταν αποτελεσματικότερα μέσα από τη στενή συνεργασία της Αθήνας με το Λονδίνο, από τη στιγμή μάλιστα που το τελευταίο είχε αποστασιοποιηθεί πλήρως από το παραδοσιακό βρετανικό δόγμα της διαφύλαξης της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η ανάγκη εξασφάλισης της υποστήριξης της Μεγάλης Βρετανίας καθίστατο ακόμα επιτακτικότερη προκειμένου να ικανοποιηθούν οι ελληνικές αξιώσεις στη Μικρά Ασία. Σημαντικό τμήμα της ίδιας περιοχής (από τη Σμύρνη έως την Αττάλεια) διεκδικούσε και η Ιταλία. Η Ρώμη είχε λάβει έγγραφες υποσχέσεις από το Λονδίνο και το Παρίσι κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Συνθήκη του Λονδίνου το 1915 και Συμφωνία του Αγίου Ιωάννη της Μωριέννης το 1917). Ωστόσο, μετά το τέλος του πολέμου οι Βρετανοί και οι Γάλλοι εμφανίζονταν ολοένα και λιγότερο πρόθυμοι να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους[24]. Η προσθήκη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής στον συμμαχικό συνασπισμό συνέτεινε στην περαιτέρω αποδυνάμωση των ιταλικών θέσεων. Οι Αμερικανοί δεν αναγνώριζαν τις μυστικές συμφωνίες που είχαν συναφθεί ερήμην τους πριν από τη συμμετοχή τους στην παγκόσμια σύρραξη. Ειδικότερα ως προς το μικρασιατικό ζήτημα, οι εδαφικές διεκδικήσεις της Ρώμης, οι οποίες δεν εδράζονταν στα πληθυσμιακά δεδομένα παρά μόνο σε γεωπολιτικά επιχειρήματα, αντέφασκαν με τις διακηρύξεις του Ουίλσον αναφορικά με την αυτοδιάθεση των λαών.

Η ύπαρξη σημαντικού ανταγωνιστή δυσχέραινε την ευόδωση των ελληνικών επιδιώξεων. Τα συμφέροντα της Ελλάδας και της Ιταλίας δεν συγκρούονταν μόνο στη Μικρά Ασία, αλλά εξίσου στα Δωδεκάνησα και στη Βόρειο Ήπειρο, καθώς επίσης και στην περίπτωση της Θράκης. Αναγνωρίζοντας την ιδιαίτερη σημασία του ιταλικού παράγοντα, ο Βενιζέλος είχε ήδη από τις παραμονές της έναρξης των εργασιών της Συνδιάσκεψης Ειρήνης του Παρισιού αναζητήσει το έδαφος μιας συνεννόησης ανάμεσα στην Αθήνα και στη Ρώμη. Όμως τον Δεκέμβριο του 1918 η προσπάθεια δεν ευοδώθηκε, καθώς πολύ γρήγορα έγινε σαφές ότι ούτε η ελληνική ούτε η ιταλική κυβέρνηση ήταν διατεθειμένες να υποχωρήσουν στο θέμα της διεκδίκησης της Σμύρνης[25].

Όταν πλέον η Συνδιάσκεψη του Παρισιού εγκαινίασε τις εργασίες της, οι αποκλίνουσες απόψεις της Ελλάδας και της Ιταλίας διαπιστώθηκαν πέρα από κάθε αμφιβολία. Η επίμονη άρνηση των Ιταλών έστω και να εξετάσουν το ενδεχόμενο εκχώρησης της Σμύρνης και της ενδοχώρας της στην Ελλάδα δημιούργησε αδιέξοδο όχι μόνο σε διμερές επίπεδο, αλλά εξίσου μέσα στους κόλπους του Συμβουλίου των Τεσσάρων. Η λύση στον γόρδιο διπλωματικό δεσμό ήρθε την άνοιξη του 1919 με τον πλέον απροσδόκητο και συνάμα καταιγιστικό τρόπο. Στις 11/24 Απριλίου ο Ιταλός πρωθυπουργός Βιττόριο Εμανουέλε Ορλάντο αποχώρησε από τη γαλλική πρωτεύουσα σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την άρνηση των υπόλοιπων τριών Δυνάμεων, και κυρίως των Ηνωμένων Πολιτειών, να συγκατανεύσουν στην παραχώρηση του Φιούμε (σημαντικού λιμανιού στη βόρεια ακτή της Αδριατικής Θάλασσας) στην Ιταλία. Αυτή η ενέργεια δημιούργησε κλίμα αντιπάθειας και καχυποψίας σε βάρος των Ιταλών, το οποίο ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο, μετατρεπόμενο σε αγανάκτηση, λίγες ημέρες αργότερα όταν στο Παρίσι έφτασαν πληροφορίες για ιταλικές προετοιμασίες κατάληψης της Σμύρνης χωρίς τη συγκατάθεση των άλλων μελών του Συμβουλίου. Αντιδρώντας άμεσα προκειμένου να προληφθεί η δημιουργία ιταλικού τετελεσμένου, οι ηγέτες των Ηνωμένων Πολιτειών, της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας συμφώνησαν να εξουσιοδοτήσουν την Ελλάδα να αποβιβάσει στρατεύματα στη Σμύρνη, η αποστολή των οποίων θα ήταν η τήρηση της τάξης και η προστασία του πολυάριθμου χριστιανικού πληθυσμού της περιοχής[26]. Έκδηλα ενθουσιασμένος, ο Βενιζέλος έσπευσε άμεσα να αδράξει την ευκαιρία που τόσο αναπάντεχα του είχε παρουσιαστεί, αποδεχόμενος χωρίς δισταγμό τη συμμαχική εντολή[27]. Εκ των υστέρων οι Ιταλοί αναγκάστηκαν απρόθυμα να συγκατανεύσουν.

Η νηοπομπή που μεταφέρει την Ι Μεραρχία στη Σμύρνη αποπλέει από τις Ελευθερές.

Το πρωί της 2ας/15ης Μαΐου 1919 τα πρώτα ελληνικά στρατιωτικά αποσπάσματα αποβιβάστηκαν στην προκυμαία της Σμύρνης, όπου έγιναν δεκτά με φρενήρη ενθουσιασμό από τους Έλληνες κατοίκους, καθώς η κατάληψη της πόλης από τον ελληνικό στρατό ερμηνεύτηκε ως προάγγελος της ένωσής της με την Ελλάδα. Πολύ γρήγορα ολόκληρη η περιοχή γύρω από τη Σμύρνη, από το Αϊβαλί στον βορρά έως το Αϊδίνι στον νότο, μαζί με την απαραίτητη ενδοχώρα, πέρασε σε ελληνικό έλεγχο. Ωστόσο, η αρχική ευφορία αμβλύνθηκε άμεσα από φαινόμενα διασάλευσης της τάξης, τα οποία, παρά τις ρητές εντολές του Βενιζέλου για επίδειξη πνεύματος αυτοσυγκράτησης και μετριοπάθειας, έλαβαν –ήδη από την πρώτη ημέρα– τη μορφή εκτρόπων των ελληνικών στρατευμάτων σε βάρος ανδρών του οθωμανικού στρατού αλλά και Τούρκων αμάχων. Η αποστολή του ύπατου αρμοστή της Ελλάδας στη Σμύρνη Αριστείδη Στεργιάδη συνέβαλε στην αποκατάσταση της ομαλότητας: η συστηματική προσπάθεια εμπέδωσης αισθήματος ασφάλειας και επιβολής κράτους δικαίου συνδυάστηκε με την παραδειγματική τιμωρία των ενόχων και την αποζημίωση των θυμάτων[28]. Οι αρνητικές διεθνείς εντυπώσεις όμως δεν ήταν εύκολο να ανασκευαστούν. Η Ελλάδα εμφανιζόταν ασυνεπής στην εκτέλεση της εντολής που είχε λάβει από τις νικήτριες Δυνάμεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το πόρισμα της Διασυμμαχικής Εξεταστικής Επιτροπής που συστήθηκε ειδικά για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και την απόδοση ευθυνών υπήρξε επιβαρυντικό για την ελληνική πλευρά, αμαυρώνοντας έτσι ευθύς εξαρχής την ελληνική επιχείρηση στη Δυτική Μικρά Ασία και δημιουργώντας πρόσθετα προσκόμματα στην ικανοποίηση των ελληνικών διεκδικήσεων σε αυτή την περιοχή: η εισήγηση των μελών της Επιτροπής για την όσο το δυνατόν ταχύτερη αντικατάσταση των ελληνικών στρατευμάτων από πολύ μικρότερα σε αριθμό συμμαχικά κάθε άλλο παρά θετική εξέλιξη προς την κατεύθυνση της υλοποίησης των σχεδίων του Βενιζέλου αποτελούσε[29].

Την ίδια στιγμή ένας ακόμα μεγαλύτερος κίνδυνος για τη συνέχιση της ελληνικής παρουσίας στα παράλια της Ιωνίας εμφανίστηκε στον ορίζοντα: η βούληση των Τούρκων να αντισταθούν στις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις. Στις 6/19 Μαΐου 1919 ο αξιωματικός του οθωμανικού στρατού Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα του Πόντου ως εντεταλμένος της κυβέρνησης του σουλτάνου, με σκοπό τη διάλυση των άτακτων ομάδων στις ανατολικές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αδιαφορώντας για το περιεχόμενο της αποστολής του, ο Κεμάλ έθεσε σε εφαρμογή του σχέδιό του για την οργάνωση ενός εθνικού τουρκικού κινήματος υπό την ηγεσία του. Στόχος του κινήματος, το οποίο εκ των πραγμάτων λειτουργούσε ως αντίπαλος πόλος εξουσίας σε αυτή του σουλτάνου, ήταν η υπεράσπιση του τουρκικού εδάφους απέναντι στους ξένους εισβολείς, συμπεριλαμβανομένων ασφαλώς –κατά την αντίληψη των κεμαλικών– και των Ελλήνων.  Η ελληνική κατάληψη της Σμύρνης είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις. Για τον Κεμάλ και τους οπαδούς του η Ελλάδα αποτελούσε τον μεγαλύτερο κίνδυνο, καθώς σε αντίθεση με τις Μεγάλες Δυνάμεις, διέθετε ιστορικά και εθνολογικά ερείσματα στη Μικρά Ασία, τμήμα της οποίας ήταν αποφασισμένη να προσαρτήσει μόνιμα[30].

Κεντρική αρτηρία της Σμύρνης (Πηγή: Library of Congress, Ουάσιγκτον).

Η εντυπωσιακά γρήγορη ανάπτυξη του κεμαλικού κινήματος δημιούργησε ανησυχίες στην ελληνική κυβέρνηση. Τον Ιούλιο του 1919 ο Βενιζέλος ζήτησε από το συμμαχικό Συμβούλιο στο Παρίσι ελευθερία δράσης για τα ελληνικά στρατεύματα έξω από τη ζώνη κατοχή της Σμύρνης προκειμένου να συντρίψουν τις αντάρτικες τουρκικές δυνάμεις πριν εκείνες μπορέσουν να οργανωθούν πλήρως. Η συμμαχική συγκατάθεση για τη διεξαγωγή εκκαθαριστικών επιχειρήσεων από την πλευρά του ελληνικού στρατού σε βάθος λίγων χιλιομέτρων, υπό τον όρο της επιστροφής του στα όρια της δικαιοδοσίας του, έδωσε τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης υπεράσπισης των θέσεών του[31]. Παράλληλα, ο Έλληνας πρωθυπουργός επιδίωξε τη συνεννόηση με την Ιταλία προκειμένου να υπερπηδηθεί ένα από τα σημαντικότερα διπλωματικά εμπόδια στο δρόμο για την απόδοση της περιοχής της Σμύρνης στην Ελλάδα. Η σύναψη της Συμφωνίας Βενιζέλου-Τιττόνι στις 16/29 Ιουλίου 1919, βάσει της οποίας η Ρώμη υποσχόταν να υποστηρίξει τις ελληνικές αξιώσεις στη Δυτική Μικρά Ασία, αποτέλεσε το επιστέγασμα αυτών των προσπαθειών. Όμως η ελληνοϊταλική συνεννόηση αποδείχθηκε θνησιγενής, καθώς ακριβώς έναν χρόνο αργότερα η νέα ιταλική κυβέρνηση υπό τον Τζιοβάννι Τζιολίττι κατήγγειλε τη Συμφωνία[32].

Το καλοκαίρι του 1920 την αμυντική τακτική διαδέχτηκε η ανάληψη επιθετικών πρωτοβουλιών από ελληνικής πλευράς. Μετά την εξασφάλιση της βρετανικής και της γαλλικής συναίνεσης για τη διεύρυνση των ορίων της ελληνικής ζώνης κατοχής[33], ο ελληνικός στρατός προέλαυσε ανατολικά έως τη Φιλαδέλφεια και κατόπιν έως το Ουσάκ, και βορειοανατολικά έως την Προύσα[34]. Στο ίδιο διάστημα, η κατάληψη της Ανατολικής Θράκης ενίσχυσε την ελληνική αισιοδοξία ότι το μικρασιατικό εγχείρημα μπορούσε να καταλήξει σε επιτυχία[35]. Ωστόσο, πίσω από τις επιτυχίες στα πεδία των μαχών κρυβόταν μια δυσάρεστη πραγματικότητα. Οι νίκες των ελληνικών όπλων δεν είχαν σταθεί ικανές να εκμηδενίσουν τις κεμαλικές δυνάμεις, οι οποίες μέρα με τη μέρα ενισχύονταν. Αντίθετα, η διείσδυση στο εσωτερικό της Ανατολίας και η διεύρυνση της γραμμής του μετώπου πολλαπλασίαζαν το κόστος διεξαγωγής του πολέμου για την Ελλάδα τόσο σε χρήματα όσο και σε ανθρώπινο δυναμικό, ενώ παράλληλα εξέθεταν τα ελληνικά στρατεύματα σε πολύ μεγαλύτερους κινδύνους. Ταυτόχρονα, πλήθαιναν ολοένα και καθίσταντο σαφέστερες οι ενδείξεις ότι η Γαλλία και η Ιταλία κάθε άλλο παρά με συμπάθεια αντιμετώπιζαν τη μικρασιατική πολιτική της Ελλάδας[36]. Τα πρώτα σημάδια της αδιέξοδης πορείας θα διαφαίνονταν πιο καθαρά εάν δεν τα κάλυπτε με την ακτινοβολία της η Συνθήκη Ειρήνης των Σεβρών.

 

«Εύθραυστη σαν πορσελάνη»: η Συνθήκη των Σεβρών

Στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920, στο εργοστάσιο κατασκευής ειδών από πορσελάνη των Σεβρών οι νικήτριες Δυνάμεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα, υπέγραψαν με την ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία την από καιρό αναμενόμενη Συνθήκη Ειρήνης. Για την ελληνική πλευρά η Συνθήκη των Σεβρών αποτελούσε διπλωματικό θρίαμβο. Η Ελλάδα αποκτούσε την Ανατολική Θράκη έως τη γραμμή της Τσατάλτζας λίγα χιλιόμετρα έξω από την Κωνσταντινούπολη, καθώς και όλα τα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου συμπεριλαμβανομένων της Ίμβρου και της Τενέδου. Επιπλέον, η Σμύρνη και η ενδοχώρα της ετίθεντο υπό ελληνική διοίκηση για περίοδο πέντε ετών, μετά την παρέλευση των οποίων η τοπική βουλή θα μπορούσε να ζητήσει από το Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών την ένωση με την Ελλάδα· από την πλευρά του, το Συμβούλιο διατηρούσε το δικαίωμα να συστήσει προηγουμένως τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος και να καθορίσει τους όρους του[37].

Οι ελληνικές υποθέσεις ρυθμίζονταν επίσης από τις διατάξεις τριών ειδικότερων διεθνών πράξεων: της Συνθήκης «περί Θράκης»[38], της ελληνοϊταλικής Συνθήκης «περί Δωδεκανήσου»[39] και της Συνθήκης για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων που κατοικούσαν στο ελληνικό έδαφος[40]. Βάσει της πρώτης, οι συμμαχικές Δυνάμεις μεταβίβαζαν την κυριότητα της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα· παράλληλα, αναγνωριζόταν η ελευθερία διαμετακόμισης βουλγαρικών εμπορευμάτων μέσω του ελληνικού θρακικού εδάφους και υπήρχε πρόνοια για την εκμίσθωση στη Βουλγαρία χώρου στο λιμάνι του Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολης), το οποίο κηρυσσόταν λιμάνι «διεθνούς συμφέροντος». Με τη δεύτερη Συνθήκη, η Ιταλία παραχωρούσε στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα, εκτός από το Καστελόριζο και τη Ρόδο: για την τελευταία, ωστόσο, προβλεπόταν η καθιέρωση καθεστώτος ευρείας τοπικής αυτονομίας, ενώ οι κάτοικοί της θα μπορούσαν μετά την πάροδο δεκαπενταετίας να αποφασίσουν για το μέλλον τους εφόσον προηγουμένως η Μεγάλη Βρετανία είχε εκχωρήσει την Κύπρο στην Ελλάδα. Η τρίτη Συνθήκη κατοχύρωνε την προστασία των ποικίλων μειονοτικών ομάδων που κατοικούσαν στα νέα ελληνικά εδάφη· οι ελληνικές δεσμεύσεις, όμως, συνδυάζονταν με την παραίτηση από την πλευρά της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας των δικαιωμάτων προστασίας που ασκούσαν στο ελληνικό κράτος από την εποχή της ίδρυσής του εννέα δεκαετίες νωρίτερα: η Ελλάδα είχε πλέον επίσημα «ενηλικιωθεί».

Τα ελληνικά εδαφικά κέρδη εντάσσονταν στο γενικότερο πλαίσιο της μεταπολεμικής διευθέτησης του Ανατολικού ζητήματος, η λύση του οποίου από τη Συνθήκη των Σεβρών συνεπαγόταν το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επιπλέον των παραχωρήσεων προς την πλευρά της Ελλάδας, ο σουλτάνος δήλωνε ότι παραιτούνταν από τα δικαιώματά του σε όλες τις πρώην αραβικές του επαρχίες. Τα Στενά διεθνοποιούνταν, προβλεπόταν η ίδρυση ανεξάρτητου αρμενικού κράτους, ενώ ανοιγόταν ο δρόμος για τη δημιουργία ενός αυτόνομου Κουρδιστάν. Τέλος, μία τριμερής Συμφωνία μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας, η οποία συνόδευε τη Συνθήκη, διένειμε σφαίρες οικονομικής επιρροής σε μεγάλα τμήματα της Μικράς Ασίας: οι Γάλλοι λάμβαναν την Κιλικία, ενώ οι Ιταλοί την περιοχή της Αττάλειας και τα νοτιοδυτικά μικρασιατικά παράλια[41].

Ο χάρτης της Συνθήκης των Σεβρών.

Στην πραγματικότητα η Οθωμανική Αυτοκρατορία έπαυε να υφίσταται ως σημαντικό κράτος. Πρακτικά αποκομμένη από τη Μεσόγειο, η σουλτανική επικράτεια διατηρούσε έξοδο στη θάλασσα –κι αυτή επισφαλή– μόνο μέσω του Εύξεινου Πόντου. Περιορισμένο στο εσωτερικό της Ανατολίας, χάνοντας τεράστιες εδαφικές εκτάσεις, πληθυσμιακό δυναμικό και πλουτοπαραγωγικούς πόρους, το οθωμανικό κράτος ήταν σχεδόν καταδικασμένο σε οικονομικό μαρασμό. Ακόμα και η διατήρηση της κυριαρχίας επί της Κωνσταντινούπολης τελούσε υπό την αίρεση ότι η Υψηλή Πύλη θα εφάρμοζε κατά γράμμα τους υπόλοιπους όρους της Συνθήκης των Σεβρών. Σε αντίθετη περίπτωση, οι συμμαχικές Δυνάμεις διατηρούσαν το δικαίωμα να τροποποιήσουν το καθεστώς της πόλης, τροποποίηση στην οποία η οθωμανική κυβέρνηση δήλωνε προκαταβολικά ότι θα συμφωνούσε.

Υπογράφοντας τη Συνθήκη Ειρήνης των Σεβρών και τα υπόλοιπα συμβατικά κείμενα που τη συνόδευαν, ο Βενιζέλος εκπλήρωνε σχεδόν το σύνολο των στόχων που είχε θέσει. Το όραμα της «Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» έμοιαζε πλέον να υλοποιείται. Η επιτυχία ήταν συγκλονιστική. Μέσα σε διάστημα οκτώ ετών η μικρή «Ελλάδα της Μελούνας» είχε κατορθώσει να υπερδιπλασιαστεί σε έκταση και σε πληθυσμό, δίνοντας τη θέση της στη μεγάλη «Ελλάδα των Σεβρών». Για πρώτη φορά στην ιστορική του πορεία το ελληνικό βασίλειο θα ενσωμάτωνε στους κόλπους του τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων κατοίκων των Βαλκανίων και της Εγγύς Ανατολής. Η Μεγάλη Ιδέα έτεινε προς τη σχεδόν ολοκληρωτική δικαίωσή της.

Πέρα από τις ρομαντικές αναπαραστάσεις περί ανασύστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (έστω και χωρίς την Κωνσταντινούπολη), για την Ελλάδα η Συνθήκη των Σεβρών ήταν κάτι πολύ σημαντικότερο: ήταν ένα κολοσσιαίων διαστάσεων γεωπολιτικό στοίχημα. Η εφαρμογή της Συνθήκης συνεπαγόταν την αναβάθμιση της Ελλάδας από μικρή σε σημαντική περιφερειακή Δύναμη. Ένα ελληνικό κράτος που θα ξεκινούσε δυτικά από τις παρυφές της Αδριατικής Θάλασσας και θα κατέληγε ανατολικά στον Εύξεινο Πόντο, έχοντας υπό τον έλεγχό του τις δύο ακτές και τα νησιά του Αιγαίου, θα μετέτρεπε το Αρχιπέλαγος σε ελληνική λίμνη. «Η Ελλάδα θα μπορέσει να βρει το αληθινό της μέλλον από τη στιγμή που θα κυριαρχήσει στο Αιγαίο»[42]: η ρήση του Βενιζέλου ενώπιον του Συμβουλίου των Τεσσάρων στις αρχές του 1919 κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν. Το σχήμα της «Ελλάδας των Σεβρών» ήταν βέβαια άβολο: μια θάλασσα περιτριγυρισμένη από στενές λωρίδες στεριάς. Ο Βενιζέλος το γνώριζε αυτό. Όμως δεν πτοούνταν. Εκτιμούσε ότι η ιστορία ήταν με το μέρος των Ελλήνων, οι οποίοι, όπως εξηγούσε, «επί τριάντα αιώνες […] είχαν ζήσει κάτω από αυτές τις συνθήκες και είχαν κατορθώσει να ξεπεράσουν μεγάλες καταστροφές, να ευημερήσουν και να αυξηθούν»[43].

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπογράφει τη Συνθήκη των Σεβρών.

Η «Ελλάδα των Σεβρών» ήταν ένα διπλωματικό δημιούργημα του Βενιζέλου, ενδεχομένως μεγαλύτερο από εκείνο που μπορούσαν να αντέξουν οι ελληνικές δυνάμεις. Διαθέτοντας οξύτατο πολιτικό αισθητήριο, ο  ίδιος είχε διαβλέψει πολλά από τα εμπόδια που παρεμβάλλονταν: η επιχειρηματολογία του υπέρ της σκοπιμότητας ενθάρρυνσης της αμοιβαίας εθελούσιας μετανάστευσης μουσουλμανικού πληθυσμού εκτός και αντίστοιχου χριστιανικού εντός της ελληνικής ζώνης στη Δυτική Μικρά Ασία, έτσι ώστε να ενισχυόταν η εθνική ομοιογένεια των κατοίκων της, αποτελούσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα[44]. Ο Βενιζέλος αντιλαμβανόταν τους περιορισμούς και τις ατέλειες της Συνθήκης των Σεβρών. Κοιτάζοντας, όμως, τον χάρτη της Εγγύς Ανατολής όπως διαμορφωνόταν από την ίδια Συνθήκη, είχε λόγους να αισιοδοξεί. Η ζώνη της Σμύρνης δεν αποτελούσε ένα μεμονωμένο κεφάλαιο, αλλά εντασσόταν στο πολύ ευρύτερο πλαίσιο της αναδιάταξης των ισορροπιών σε όλη την περιοχή. Το οθωμανικό κράτος προοριζόταν να είναι μικρό και αδύναμο, μεγάλα τμήματά του θα ελέγχονταν από ξένες Δυνάμεις (η Κιλικία από τη Γαλλία και η Αττάλεια από την Ιταλία), ενώ η Ελλάδα μπορούσε να υπολογίζει στη συνεργασία με φιλικές χώρες στην περιοχή, όπως η Αρμενία, προκειμένου να εξισορροπεί τυχόν αναθεωρητικές τουρκικές τάσεις[45].

Στην πραγματικότητα, η υπογραφή του Βενιζέλου στο κείμενο της Συνθήκης των Σεβρών δεν αποτελούσε το τέρμα, αλλά μόνο έναν ενδιάμεσο σταθμό στην πορεία για την υλοποίηση του σχεδίου της δημιουργίας της «Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών». Από όποια πλευρά κι αν το έβλεπε κάποιος, η ουσία του προβλήματος παρέμενε η απαράλλακτη: εάν η Ελλάδα ήθελε να δει τη Συνθήκη να εφαρμόζεται θα έπρεπε να την επιβάλει με τη δύναμη των όπλων στον Κεμάλ και στους οπαδούς του, καθώς αυτοί την είχαν ευθύς εξαρχής απορρίψει[46]. Η πύκνωση των τάξεων των κεμαλικού κινήματος λόγω της απογοήτευσης και της αγανάκτησης που προκάλεσαν σε σημαντική μερίδα του τουρκικού λαού οι επαχθείς για την Οθωμανική Αυτοκρατορία όροι της Συνθήκης των Σεβρών, δυσχέραινε την ελληνική προσπάθεια. Θα την καθιστούσε ακόμα δυσκολότερη η σταδιακή αποστασιοποίηση της Ιταλίας και της Γαλλίας από τις συμβατικές δεσμεύσεις που είχαν αναλάβει στις Σέβρες.

Φωτογραφία από αέρος του εργοστασίου κατασκευής ειδών από πορσελάνη των Σεβρών, όπου υπογράφηκε η τελική πράξη.

Οι εξωτερικές περιπλοκές συμπληρώνονταν από αντίστοιχες ενδοελληνικές. Στις 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου 1920, επιστρέφοντας από το Παρίσι στην Αθήνα, ο Βενιζέλος έπεσε θύμα ανεπιτυχούς δολοφονικής απόπειρας από δύο απότακτους αντιβενιζελικούς αξιωματικούς. Το γεγονός είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την όξυνση των πολιτικών παθών στην Ελλάδα. Τα αντίποινα των βενιζελικών σε βάρος των πολιτικών τους αντιπάλων κορυφώθηκαν με τη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη[47]. Ο κύκλος του Εθνικού Διχασμού ξανάνοιγε, και μάλιστα με αιματηρό τρόπο. Η πανηγυρική υποδοχή που επιφυλάχτηκε στον Βενιζέλο από τη Βουλή των Ελλήνων[48] δεν αρκούσε για να αποκρύψει το γεγονός ότι το διπλωματικό του οικοδόμημά είχε θεμελιωθεί σε ασταθές έδαφος, ελληνικό και διεθνές. Η Συνθήκη των Σεβρών, είχε προφητικά διαβλέψει ο επιφανής Γάλλος πολιτικός Ραιμόν Πουανκαρέ, έμοιαζε εντυπωσιακά με τις εύθραυστες πορσελάνες που κατασκευάζονταν στον τόπο υπογραφής της: γι’ αυτόν τον λόγο, συμπλήρωνε, ήταν προτιμότερο να παραμείνει ανέγγιχτη, διαφορετικά κινδύνευε να θρυμματιστεί[49].

La fin de l’Empire ottoman

Ο Αντώνης Κλάψης είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

*Το άρθρο βασίζεται σε κεφάλαια του βιβλίο του συγγραφέα με τίτλο Πολιτική και διπλωματία της ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης, 1821-1923, Εκδόσεις Πεδίο, Αθήνα 2019.

[1]Department of State, Papers relating to the foreign relations of the United States, 1918. Supplement 1. The World War, τ. 1 (Washington: United States Government Printing Office, 1933), σ. 12-17.

[2]Ακόμα και στο εσωτερικό του Συμβουλίου των Τεσσάρων η διάκριση μεταξύ περισσότερο και λιγότερο ισχυρών κρατών υπήρξε χαρακτηριστική στην περίπτωση της Ιταλίας, η οποία σταθερά αντιμετωπιζόταν από τα υπόλοιπα τρία μέλη του ως η μικρότερη από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Το Συμβούλιο των Τεσσάρων μετατρεπόταν, με την προσθήκη της Ιαπωνίας, σε Συμβούλιο των Πέντε όταν τα προς συζήτηση θέματα σχετίζονταν με την Άπω Ανατολή.

[3]Margaret MacMillan, Οι ειρηνοποιοί. Έξι μήνες που άλλαξαν τον κόσμο (Αθήνα: Θεμέλιο, 2005), σ. 458.

[4]Κωνσταντίνος Γ. Ζαβιτζιάνος, Αι αναμνήσεις του εκ της ιστορικής διαφωνίας βασιλέως Κωνσταντίνου και Ελευθερίου Βενιζέλου όπως την έζησε, 1914-1922, τ. 2 (Αθήνα: χ.ε., 1947), σ. 55-56· N. Petsalis-Diomidis, «Hellenism in Southern Russia and the Ukrainian campaign. Their effect on the Pontus question», Balkan Studies, 13(2) (1972), σ. 234-235· N. Petsalis-Diomidis, Greece at the Paris Peace Conference, 1919 (Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 1978), σ. 75· Κωνσταντίνος Γ. Διώγος, «Περί ανοήτου ταύτης εκστρατείας… Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδος στην εκστρατεία της Ουκρανίας, Νοέμβριος 1918-Απρίλιος 1919», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 14-15 (2003-2004), σ. 109-138· Π. Α. Ζάννας (επιμ.), Αρχείο της Π. Σ. Δέλτα. 2. Νικόλαος Πλαστήρας. Εκστρατεία Ουκρανίας 1919-Κίνημα 6ης Μαρτίου 1933-Αλληλογραφία (Αθήνα: Ερμής, 1979), σ. 1-54· Π. Α. Ζάννας (επιμ.), Αρχείο της Π. Σ. Δέλτα. 4. Εκστρατεία στη μεσημβρινή Ρωσία, 1919 (Αθήνα: Ερμής 1982)· Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Το ελληνικόν εκστρατευτικόν σώμα εις μεσημβρινήν Ρωσίαν (Αθήνα: Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, 1955)· Πέτρος Γ. Καρακασσώνης, Ιστορία της εις Ουκρανίαν και Κριμαίαν υπερποντίου εκστρατείας του 1919 (Αθήνα: Λαμπρόπουλος, 1934)· Στυλιανός Γονατάς, Απομνημονεύματα Στυλιανού Γονατά, 1897-1957 (Αθήνα: 1958), σ. 89-113· Κωνσταντίνος Ξ. Νίδερ, Η εκστρατεία της Ουκρανίας, Ιανουάριος-Μάιος 1919 (Αθήνα: Κέδρος, 2015).

[5]Dimitri Kitsikis, Propagande et pressions en politique internationale. La Grèce et ses revendications à la Conférence de la Paix, 1919-1920 (Paris: Presses Universitaires de France, 1963)· Dimitri Kitsikis, Le rôle des experts à la Conférence de la Paix. Gestation d’une technocratie en politique internationale (Ottawa: Editions de l’Université d’Ottawa, 1972).

[6]Harold Nicolson, Peacemaking, 1919, being reminiscences of the Paris Peace Conference (Boston, MA/New York, NY: Houghton Mifflin, 1933), σ. 255.

[7]Eleutherios Venizelos, Greece before the Peace Congress of 1919. A memorandum dealing with the rights of Greece (New York: Oxford University Press, 1919).

[8]Μολονότι είχαν απελευθερωθεί από τον οθωμανικό ζυγό κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, τα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου δεν είχαν επίσημα αποδοθεί στην Ελλάδα.

[9]Venizelos, Greece before the Peace Congress, σ. 20· Department of State, Papers relating to the foreign relations of the United States. The Paris Peace Conference, 1919, τ. 3 (Washington, DC: United States Government Printing Office, 1943), σ. 872-873· Ελευθέριος Δ. Παυλίδης, Πώς και διατί εματαιώθη η Δημοκρατία του Πόντου (Αθήνα: χ.ε., 1956)· Θεοφύλακτος Κ. Θεοφυλάκτου, Γύρω στην άσβεστη φλόγα. Βιογραφικές αναμνήσεις. Αγώνες για την ανεξαρτησία του Πόντου (Θεσσαλονίκη: Κυριακίδης, 1997)· Ευριπίδης Π. Γεωργανόπουλος, Η Δημοκρατία του Πόντου. Ένα ανέφικτο όνειρο ή μια ρεαλιστική επιδίωξη; (Αθήνα: Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, 2012)· Αλέξης Αλεξανδρής, «Η ανάπτυξη του εθνικού πνεύματος των Ελλήνων του Πόντου, 1918-1922. Ελληνική εξωτερική πολιτική και τουρκική αντίδραση», στο: Θάνος Βερέμης & Οδυσσέας Δημητρακόπουλος (επιμ.), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του (Αθήνα: Φιλιππότης, 1980), σ. 427-474.

[10]Οι Βρετανοί ασκούσαν τη διοίκηση της Κύπρου ήδη από το 1878. Τυπικά, ωστόσο, το νησί παρέμενε οθωμανική κτήση. Στις 23 Οκτωβρίου/5 Νοεμβρίου 1914, ημέρα κατά την οποία η Μεγάλη Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, το Λονδίνο ανακοίνωνε τη μονομερή προσάρτηση της Κύπρου.

[11]Department of State, Papers relating to the foreign relations of the United States. The Paris Peace Conference, 1919, τ. 3, σ. 861· Antonis Klapsis, «The strategic importance of Cyprus and the prospect of union with Greece, 1919-1931. The Greek perspective», Journal of Imperial and Commonwealth History, 41(5) (2013), σ. 768· Γιάννης Π. Πικρός, «Ο Βενιζέλος και το Κυπριακό ζήτημα», στο: Βερέμης & Δημητρακόπουλος (επιμ.), σ. 198-201.

[12]Venizelos, Greece before the Peace Congress, σ. 18-19· Department of State, Papers relating to the foreign relations of the United States. The Paris Peace Conference, 1919, τ. 3, σ. 865.

[13]MacMillan, Οι ειρηνοποιοί, σ. 462.

[14]Foreign Office, Documents on British foreign policy, 1919-1939, first series, τ. 12 (London: H.M. Stationery Office, 1962), έγγραφο αρ. 488· Harold Nicolson, Curzon. The last phase (London: Constable, 1934), σ. 92-94, 97.

[15]Paul C. Helmreich, From Paris to Sèvres. The partition of the Ottoman Empire at the Peace Conference of 1919-1920 (Columbus, OH: Ohio State University Press, 1974)· Elie Kedourie, England and the Middle East. The destruction of the Ottoman Empire, 1914-1921 (London: Hassocks, 1978, β΄ έκδοση)· R. J .B. Bosworth, «Italy and the end of the Ottoman Empire», στο: Marian Kent (ed.), The Great Powers and the end of the Ottoman Empire (London: Frank Cass, 1996), σ. 51-73· L. Bruce Fulton, «France and the end of the Ottoman Empire», στο: Kent (ed.), The Great Powers, σ. 137-164· Marian Kent, «Great Britain and the end of the Ottoman Empire, 1902-23», στο: Kent (ed.), The Great Powers, σ. 165-198· Γεώργιος Β. Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 1917-1918 (Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2000), σ. 432-466.

[16]Ministero degli Affari Esteri, I documenti diplomatici italiani, τ. 3(7) (Roma: Libreria dello Stato, 2007), έγγραφο αρ. 314.

[17]Pietro Pastorelli, L’Albania nella politica estera italiana, 1914-1920 (Napoli: Jovene, 1970)· Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, σ. 380-431.

[18]Με βάση τα ελληνικά στοιχεία στα νησιά αυτά κατοικούσαν λίγο περισσότεροι από 370.000 Έλληνες· βλ. Venizelos, Greece before the Peace Congress, σ. 36.

[19]Venizelos, Greece before the Peace Congress, σ. 21-22. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Βενιζέλος στο υπόμνημά του προς τη Συνδιάσκεψη του Παρισιού, στο σύνολο των περιοχών της Μικράς Ασίας που διεκδικούνταν από την Ελλάδα εμφανίζονταν να κατοικούν 1.188.359 Έλληνες και 1.042.050 Τούρκοι. Ωστόσο, ο Βενιζέλος διευκρίνιζε ότι σε αυτόν τον αριθμό συμπεριλάμβανε και τους 370.000 Έλληνες των παρακείμενων στα μικρασιατικά παράλια νησιών του Αιγαίου. Επομένως, οι Έλληνες που όντως διέμεναν στη δυτική Μικρά Ασία ανέρχονταν σε περίπου 818.000. Με άλλα λόγια, ένας στους τρεις Έλληνες που στο υπόμνημα του Βενιζέλου εμφανιζόταν ως Μικρασιάτης, στην πραγματικότητα ήταν νησιώτης. Ανεξάρτητα, πάντως, από την ταχυδακτυλουργική φύση του ισχυρισμού, ο Βενιζέλος φαίνεται να παραγνώρισε ότι επιχείρημα πως τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου αποτελούσαν προέκταση της Μικράς Ασίας ήταν ένα είδος δίκοπου μαχαιριού. Ευνοούσε στη δεδομένη συγκυρία την Ελλάδα που βρισκόταν στην πλευρά των νικητών και διεκδικούσε να επεκταθεί στα μικρασιατικά παράλια. Θα  μπορούσε όμως εξίσου –όπως και έγινε όταν τα δεδομένα αντιστράφηκαν ως αποτέλεσμα της Μικρασιατικής Καταστροφής– να χρησιμοποιηθεί αντεστραμμένο από τους Τούρκους προκειμένου να διεκδικήσουν εκείνοι τα νησιά.

[20]Η Καθημερινή, 12 Οκτωβρίου 1920, σ. 1.

[21]Erik Goldstein, «Great Britain and Greater Greece, 1917-1920», The Historical Journal, 32(2) (1989), σ. 346-347.

[22]Για παράδειγμα, ο Ιωάννης Μεταξάς ήδη από τον Ιανουάριο του 1915, όταν για πρώτη φορά διαφάνηκε για την Ελλάδα η προοπτική εξασφάλισης εδαφικών ανταλλαγμάτων στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας έναντι της άμεσης συμμετοχής της στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ είχε επισημάνει όλες τις περιπλοκές αλλά και τους κινδύνους που συνεπαγόταν ένα τόσο φιλόδοξο εγχείρημα· βλ. Ιωάννης Μεταξάς, Το προσωπικό του ημερολόγιο, τ. 2 (Αθήνα: Γκοβόστης, χ.χ.), σ. 384-390. Πρβλ. Ξενοφών Στρατηγός, Η Ελλάς εν Μικρά Ασία (Αθήνα: Δημιουργία, 1994, δ έκδοση), σ. 23-29· A. A. Pallis, Greece’s Anatolian venture – and after (London: Methuen, 1937), σ. 20-28.

[23]David Lloyd George, The truth about the Peace Treaties, τ. 2 (London: Victor Collancz, 1938), σ. 228-231.

[24][Foreign Office], Agreement between France, Russia, Great Britain and Italy, signed at London, April 26, 1915 (London: H.M. Stationery Office, 1920)· Paul C. Helmreich, «Italy and the Anglo-French repudiation of the 1917 St. Jean de Maurienne Agreement», The Journal of Modern History, 48(2, supplement) (1976), σ. 99-139.

[25]Michael Llewellyn Smith, Το όραμα της Ιωνίας. Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, 1919-1922 (Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2004), σ. 146-147.

[26]Paul Mantoux, Les délibérations du Conseil des Quatre, 24 mars-28 juin 1919 (Paris: Éditions du Centre National de la Recerche Scientifique, 1955), τ. 1, σ. 486, 499· Σωτήρης Ριζάς, Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας. Ο Βενιζέλος, ο αντιβενιζελισμός και η Μικρά Ασία (Αθήνα: Καστανιώτης, 2015), σ. 82-89· Έφη Αλλαμανή & Κρίστα Παναγιωτοπούλου, «Η συμμαχική εντολή για την κατάληψη της Σμύρνης και η δραστηριοποίηση της ελληνικής ηγεσίας», στο: Βερέμης & Δημητρακόπουλος (επιμ.), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο, σ. 119-172.

[27]Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος, Ιδιόγραφον ημερολόγιον (Χανιά: Ιστορική, Λαογραφική και Αρχαιολογική Εταιρεία Κρήτης, 1979), σ. 49-50. Για μια εκτενή και εμπεριστατωμένη ανάλυση της απόφασης του Βενιζέλου βλ. Κωνσταντίνος Δ. Σβολόπουλος, Η απόφαση για την επέκταση της ελληνικής κυριαρχίας στη Μικρά Ασία (Αθήνα/Χανιά: Ίκαρος/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος», 2009).

[28]Llewellyn Smith, Το όραμα της Ιωνίας, σ. 177-198· Στέφανος Ι. Στεφάνου (επιμ.), Τα κείμενα του Ελευθερίου Βενιζέλου, τ. 2 (Αθήνα: Λέσχη Φιλελευθέρων, 1981), σ. 582.

[29]Department of State, Papers relating to the foreign relations of the United States. The Paris Peace Conference, 1919, τ. 9 (Washington, DC: Governement Printing Office, 1946), σ. 44-73· Foreign Office, Documents on British foreign policy, 1919-1939, first series, τ. 2 (London: H.M. Stationery Office, 1948), έγγραφο αρ. 17.

[30]Mustapha Kemal, A speech delivered by ghazi Mustapha Kemal, president of the Turkish Republic, October 1927 (Leipzig: Koehler, 1929), σ. 10-82· Roderic H. Davison, «Turkish diplomacy from Mudros to Lausanne», στο: Gordon A. Craig & Felix Gilbert (eds.), The diplomats, 1919-1939, τ. 1 (New York, NY: Atheneum, 1963), σ. 174-182· Lord Kinross, Atatürk. The rebirth of a nation (London/Edinburgh: Morrison & Gibb, 1965, γ’ εκδόση), σ. 149-173· Foreign Office, Documents on British foreign policy, 1919-1939, first series, τ. 4 (London: H.M. Stationery Office, 1952), έγγραφα αρ. 433 και 500.

[31]Foreign Office, Documents on British foreign policy, 1919-1939, first series, τ. 1 (London: H.M. Stationery Office, 1947), έγγραφο αρ. 12· Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Επίτομος ιστορία εκστρατείας Μικράς Ασίας, 1919-1922 (Αθήνα: Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, 1967), σ. 34.

[32]A. F. Frangulis, La Grèce et la crise mondiale, τ. 2 (Paris: Librairie Félix Alcan, 1926), σ. 93-103· Αρετή Τούντα-Φεργάδη, Θέματα ελληνικής διπλωματικής ιστορίας (Αθήνα: Ι. Σιδέρης, 1996), σ. 160-161.

[33]Foreign Office, Documents on British foreign policy, 1919-1939, first series, τ. 8 (London: H.M. Stationery Office, 1958), έγγραφο αρ. 26.

[34]Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Η εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν, 1919-1922. Επιχειρήσεις Φιλαδελφείας-Προύσης-Ουσάκ, Ιούνιος-Νοέμβριος 1920, τ. 2 (Αθήνα: Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, 1957)· Παρασκευόπουλος, Αναμνήσεις, τ. 2, σ. 287-327.

[35]Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Επιχειρήσεις εις Θράκην, σ. 45-62· Λεωνίδας Ι. Παρασκευόπουλος, Αναμνήσεις, 1896-1920, τ. 2 (Αθήνα: Πυρσός, 1935), σ. 328-350· Μαζαράκης-Αινιάν, Απομνημονεύματα, σ. 272-276· Foreign Office, Documents on British foreign policy, 1919-1939, first series, τ. 13 (London: H.M. Stationery Office, 1963), έγγραφο αρ. 108.

[36]Ριζάς, Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας, σ. 130-157.

[37]Υπουργείο Εξωτερικών, Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ των Προεχουσών Συμμάχων και Συνησπισμένων Δυνάμεων και της Τουρκίας, υπογραφείσα εν Σέβραις τη 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920 (Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1920)· [Foreign Office], Treaty of Peace with Turkey, signed at vres, August 10, 1920 (London: H.M. Stationery Office, 1920).

[38]Υπουργείο Εξωτερικών, Συνθήκη μεταξύ των Προεχουσών Συμμάχων και Συνησπισμένων Δυνάμεων και της Ελλάδος περί Θράκης· [Foreign Office], Treaty between the Allied Powers and Greece relative to Thrace.

[39]Υπουργείο Εξωτερικών, Συνθήκη μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας περί της Δωδεκανήσου, υπογραφείσα εν Σέβραις τη 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920 (Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1920)· Skevos Zervos, La question du Dodécanèse et ses documents diplomatiques (Αθήνα: P. D. Sakellarios, 1926), σ. 96-107.

[40][Foreign Office], Treaty between the Principal Allied and Associated Powers and Greece, signed at Sèvres, August 10, 1920 (London: H.M. Stationery Office, 1920).

[41][Foreign Office], Tripartite Agreement between the British Empire, France and Italy respecting Anatolia, signed at Sèvres, August 10, 1920 (London: H.M. Stationery Office, 1920).

[42]Nicolson, Peacemaking, σ. 341.

[43]Department of State, Papers relating to the foreign relations of the United States. The Paris Peace Conference, 1919, τ. 3, σ. 874.

[44]Lloyd George, The truth, τ. 2, σ. 228-231.

[45]Nicolson, Curzon, σ. 91-93· Foreign Office, Documents on British foreign policy, τ. 13, έγγραφο αρ. 152· J. K. Hassiotis, «Shared illusions. Greek-Armenian co-operation in Asia Minor and the Caucasus, 1917-1922», στο: Greece and Great Britain during World War I (Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 1985), σ. 139-192.

[46]Bernard Lewis, The emergence of modern Turkey (London/Oxford/New York, NY: Oxford University Press, 1968, β΄ έκδοση), σ. 247.

[47]Επαμ. Ιω. Μάλαινος, Ιστορία των ξενικών επεμβάσεων, τ. 5 (Αθήνα: χ.ε., 1962), σ. 225-229.

[48]Πρακτικά της Βουλής, Συνεδρίαση ΟΑ΄, 25 Αυγούστου 1920, σ. 1-9· Η ιστορική συνεδρίασις της Βουλής. Λόγοι των κ.κ. Θ. Σοφούλη, Ελευθ. Βενιζέλου, Εμμ. Ρέπουλη (εκ των εστενογραφημένων πρακτικών της Βουλής) (Αθήνα: Πατρίς, χ.χ.), σ. 3-33.

[49]Raymond Poincaré, Histoire politique. Chroniques de quinzaine, τ. 1 (Paris: Plon, 1920), σ. 264.

Μαρία Καμπούρη-Βαμβούκου: Η Θεσσαλονίκη με το βλέμμα των Γάλλων στρατιωτών-ζωγράφων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου

Μαρία Καμπούρη-Βαμβούκου

Η Θεσσαλονίκη με το βλέμμα των Γάλλων στρατιωτών-ζωγράφων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου*

 

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, εκατό χρόνια μετά την έκρηξη του στις 28 Ιουλίου 1914, έχει εδραιωθεί στην ιστοριογραφία ως ο «Μεγάλος Πόλεμος». Γεγονός κομβικής σημασίας του 20ου αιώνα, έχει χαρακτηριστεί, σύμφωνα με τον ιστορικό Κρίστοφερ Κλαρκ, ως το τέλος μιας σύρραξης που συσσώρευσε 16 εκατ. νεκρούς, είδε τέσσερις αυτοκρατορίες να καταρρέουν, διέρρηξε τις βεβαιότητες της δυτικής κοινωνίας, συνομολόγησε τον θρίαμβο του εθνικισμού, εισήγαγε με βίαιο τρόπο την ανθρωπότητα στην εποχή της αμερικανικής ηγεμονίας και διαμόρφωσε καθοριστικά τις τροχιές στις οποίες αργότερα θα διαγράφονταν φασισμός και κομμουνισμός, όλες οι αναγνωρίσιμες δομές του σύγχρονου κόσμου.

Ο πόλεμος υπήρξε η χειρότερη έκφραση της βιομηχανικής εποχής που μεταφέρθηκε και στην τέχνη, εμπνέοντας μερικά από τα χαρακτηριστικότερα έργα και στα δύο εχθρικά στρατόπεδα. Δεν άλλαξε μόνο τη λογοτεχνία αλλά και τις υπόλοιπες τέχνες. Τα μεγάλα κινήματα στην τέχνη και στη λογοτεχνία του 20ου αιώνα είναι εν πολλοίς απότοκα του πολέμου. Ο υπερρεαλισμός, ο εξπρεσιονισμός, η αφηρημένη τέχνη, ο κυβισμός, ο φουτουρισμός, γεννήθηκαν πριν ή μετά τον πόλεμο. Αλλά και στη μουσική και στον κινηματογράφο δημιουργήθηκαν έργα εμβληματικά υπό την επίδρασή του, χωρίς να παραλείψουμε να θυμίσουμε και τον αντίκτυπο που είχε σε κοινωνίες και πολιτισμούς εκτός της Δύσης (Κίνα, Ρωσία, ΗΠΑ).

H παρουσίαση του έργου των Γάλλων στρατιωτών-ζωγράφων με θέμα τους την πόλη της Θεσσαλονίκης, που μέσα στη δίνη του πολέμου έβρισκαν καταφύγιο στη δημιουργική αυτή δράση, αποτελεί ανάκληση της μνήμης, μιας μνήμης που σήμερα όλο και πιο συχνά βρίσκεται σε συνεχή μάχη με τη λήθη. Το υλικό, άγνωστo στο ευρύ κοινό, ιχνηλατεί τη συνεισφορά των ξένων στρατιωτών στην ιστορική και κοινωνική ζωή της πόλης και αναζητεί να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο οι ξένοι μαχητές βίωναν τον πόλεμο στο Μακεδονικό Μέτωπο.

Μελετώντας την τέχνη του Μεγάλου Πολέμου διαπιστώνουμε μια σιωπή της ιστορίας της τέχνης πάνω στα πολεμικά γεγονότα ως να μην είχε συμβεί τίποτε. Στη χώρα μας η ελληνική συμμετοχή στον Πόλεμο αυτό απουσίαζε από την επίσημη ιστορία και τον δημόσιο λόγο για πολλές δεκαετίες. Το ίδιο παρατηρείται και με τις βιογραφίες των συμμάχων καλλιτεχνών, όπου, για τα έτη 1914-1918 υπάρχει ένα μεγάλο κενό. Εντούτοις, τα τέσσερα αυτά χρόνια δημιουργήθηκε μια πλούσια καλλιτεχνική παραγωγή, ανεξαρτήτως του τρόπου στράτευσης των καλλιτεχνών, η οποία σταδιακά από το 1980 και εξής έρχεται στο φως. Έκτοτε, το θέμα των ζωγράφων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου αποτέλεσε αντικείμενο πολλών εκθέσεων και μελετών. Για πρώτη φορά στην ιστορία του Πολέμου οι καλλιτέχνες παύουν να είναι μόνο παρατηρητές των συγκρούσεων και μετέχουν ενεργά στη μάχη.

Στο κείμενο αυτό δεν θα αναφερθούμε στα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα. Θα επικεντρώσουμε την προσοχή στην επίδραση του πολέμου στον καλλιτέχνη και στο έργο του, αναδεικνύοντας κυρίως τη σχέση του με την πόλη της Θεσσαλονίκης. Το πλούσιο εικαστικό έργο, είδος «ντοκουμέντου», έρχεται να συμπληρώσει το φωτογραφικό υλικό της στρατιάς της Ανατολής, υλικό που αποτελεί πολύτιμη πηγή για την σπουδή του μακεδονικού χώρου.

Το θέμα είναι άγνωστο στο ευρύ κοινό, αλλά και στην επιστημονική κοινότητα. Το υλικό είναι πολύ πλούσιο, πράγμα που μας υποχρεώσει σε μία επιλογή. Για τον λόγο αυτό, θα περιοριστούμε στους Γάλλους ζωγράφους στρατιώτες των οποίων ο αριθμός είναι μεγάλος και γιατί περισσότερο από τους άλλους στρατευμένους ασχολήθηκαν με την απεικόνιση της πόλης. Οι Άγγλοι μάς έχουν αφήσει ένα σπουδαίο εικαστικό έργο, όπως οι πίνακες που έχουν σχέση με την πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης και άλλα έργα που δεν αφορά αποκλειστικά την πόλη.

Ονόματα Σέρβων ζωγράφων που διέμεναν στη Θεσσαλονίκη ή περάσαν από αυτήν γνωρίζουμε αρκετά, αλλά το έργο τους δεν έχει εντοπιστεί στο σύνολό του. Για τους Ρώσους στρατιώτες που αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλονίκη το 1916 δεν γνωρίζουμε για την ώρα παρά ελάχιστα στοιχεία. Από τους Ιταλούς, εκτός άλλων, διαθέτουμε δύο ιδιαίτερα έργα του Αλμπέρτο Σαβίνιο, ψευδώνυμο του Αντρέα ντε Κίρικο, αδελφού του Τζιόρτζιο ντε Κίρικο, και πολλά κείμενά του που σχετίζονται με την πόλη, μια και υπηρέτησε στο Μακεδονικό Μέτωπο και μάλιστα στη Θεσσαλονίκη.

***

Η δίψα των στρατιωτών για ζωή θα στρέψει τα ενδιαφέροντά τους προς καλλιτεχνικές δραστηριότητες, ενέργειες αναψυχής και διασκέδασης για την αποφυγή της πρωτόγνωρης σε βιαιότητα αναμέτρησης. Η ενασχόληση με τη ζωγραφική θα χρωματίσει την καθημερινότητα πολλών από αυτούς και θα τους απομακρύνει για μια στιγμή από την ολέθρια πραγματικότητα του πολέμου. Στους πίνακές τους αποτυπώνονται σκηνές από τη φύση, τοπία, εικόνες από τις πόλεις και τα χωριά της Μακεδονίας, ενδυμασίες και ασχολίες των κατοίκων, στιγμιότυπα από τη ζωή στο στρατόπεδο και άλλα αξιοπερίεργα θέματα για αυτούς. Κυριαρχεί η εικόνα της πόλης με τα μνημεία και τα στενοσόκακα της Άνω Πόλης, το λιμάνι και η θάλασσα. Σε λίγους μόνο πίνακες θα βρούμε την αποτύπωση της φρίκης του πολέμου. Στα έργα τους διαβάζουμε τις συγκινήσεις, τις εντυπώσεις, τα ενδιαφέροντα, τις επιλογές τους.

Pierre Douillard, Η Αψίδα του Γαλερίου, 1916.

Για την κατανόηση της ενασχόλησης με την τέχνη στη ζωή του στρατοπέδου πολύ διαφωτιστικό είναι το άρθρο του J. De Tournes με τίτλο «Η τέχνη στα χαρακώματα», όπου ο συντάκτης αναφέρει ότι «αυτοί που δεν έχουν γνωρίσει τον πόλεμο δεν μπορούν να καταλάβουν μέχρι πιο σημείο η τέχνη γίνεται μία ανάγκη για όλους αυτούς που την αγαπούν». Bέβαια, διαφορετικά είναι τα πράγματα σε καιρό ειρήνης και συνεχίζει ο ίδιος ότι στον «πόλεμο οφείλουν να ευχαριστιούνται (οι μαχητές) με έναν άλλο τύπο ομορφιάς απόλυτα ηθικής: τον ηρωισμό ή την αφοσίωση, τα παιχνίδια της σκιάς και του φωτός, το θέαμα των μαχών που, εκτός από τους προσωπικούς κινδύνους, προσφέρει τις αρετές και τα μειονεκτήματα των πινάκων του Van der Meulen»

Η αξία που είχε στη ζωή των στρατευμένων η τέχνη φαίνεται και από το παρακάτω απόσπασμα του ίδιου συντάκτη. «Με τι ζήλο καταπιανόμασταν προκειμένου να γευτούμε το φρέσκο έργο τέχνης: Το σκίτσο ενός καλλιτέχνη γινόταν ένα τελείως πολύτιμο αγαθό, καθώς περνούσε από χέρι σε χέρι σαν ένα εύθραυστο και τρέμον φύλλο χρυσού. Η ιδέα δε ότι την επομένη θα είχαμε μια ώρα καλής μουσικής δεν μας άφηνε να κοιμηθούμε όλη νύχτα» Η παρουσία του θανάτου ολόγυρά τους, δεν χωρά αμφιβολία, ότι έδινε νόημα σε κάθε επικοινωνία με την τέχνη. Είναι γεγονός ότι η καλλιτεχνική δημιουργία θεωρήθηκε απαραίτητο είδος αναψυχής στη ζωή του στρατοπέδου από πολλές εμπόλεμες χώρες, με αποτέλεσμα να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στον τομέα αυτό.

Η πολεμική ζωγραφική είναι ένα εικαστικό σώμα που αντλεί πρωτογενές υλικό από τα πεδία των μαχών και δευτερευόντως από την εμπειρία της επιστροφής των πολεμιστών στο σπίτι τους ή από τους απόηχους της δημοσιότητας. Οι πρώτοι ήταν κάτι σαν τους σύγχρονους φωτορεπόρτερ οι δεύτεροι σκηνοθετούσαν τα γεγονότα εκ των υστέρων. Ως παράδειγμα της δεύτερης περίπτωσης μπορούν να αναφερθούν ο Άγγλος ζωγράφος Stanley Spencer και ο Γάλλος Georges Scott. Η τέχνη για τους στρατιώτες δεν αποτελούσε ούτε αυτοσκοπό ούτε έδαφος για προσωπική έκφραση, αλλά λειτουργούσε ως ανάπαυλα ή ως ψυχοθεραπευτικό μέσο.

Στο ερώτημα πώς κατανοούσαν ή πώς προσλάμβαναν τον πόλεμο οι καλλιτέχνες- στρατιώτες στη Μακεδονία, για να περιοριστούμε στη Στρατιά της Ανατολής, διαπιστώνουμε ότι με τα έργα τους δεν καταγγέλλουν, ούτε αποτυπώνουν αποκλειστικά τη φρίκη του πολέμου, όπως αυτό συνέβαινε με τη σύγχρονη λογοτεχνία ή τα έργα των καλλιτεχνών στο Δυτικό Μέτωπο. Μάλιστα θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι δεν ασχολήθηκαν με τα καθοριστικά γεγονότα του Πολέμου όσο θα περίμενε κανείς, ούτε τα είδαν ως ζωγράφοι ανταποκριτές, όπως συνέβη με τους Βαλκανικούς Πολέμους ή με άλλα μέτωπα μαχών. Ελάχιστοι απεικόνισαν τον ηρωισμό, τη φρίκη, ή τον πόνο. Ωστόσο, όλα τα σπουδαία και συγκλονιστικά συμβάντα που οι καλλιτέχνες απέδωσαν με τον δικό τους τρόπο πάνω στον καμβά, έχοντας ως πηγή έμπνευσης την ιστορία του τόπου, το τοπίο, την καθημερινότητα των κατοίκων, και τον πόλεμο, αποτελούν αξιόλογη πτυχή της ελληνικής συμμετοχής στην ευρωπαϊκή αυτή σύρραξη.

Ο πόλεμος είναι γεγονός ότι έθεσε τη Θεσσαλονίκη στο κέντρο της επικαιρότητας, όπως πριν λίγα χρόνια οι Βαλκανικοί Πόλεμοι. Ήδη, με την αποβίβαση των συμμαχικών δυνάμεων ή πόλη είχε μετατραπεί σε επιτελικό κέντρο της Αντάντ και σε σταθμό ανεφοδιασμού των πολεμικών επιχειρήσεων της περιοχής. Η παρουσία των συμμάχων, ιδίως των Γάλλων, αποτέλεσε σημαντικό γεγονός όχι μόνο για την οικονομική και την καλλιτεχνική ζωή της πόλης, αλλά και για τις εσωτερικές εξελίξεις, της χώρας.

Paul Jouve, Εσωτερικό του ναού της Αχειροποιήτου, 1916, σχέδιο με μολύβι σε χαρτί.

***

Η Θεσσαλονίκη, «μια εκλεκτή γωνιά της γης», πλούσια σε χρώματα και μνήμες», όπως αναφέρεται στις περιγραφές των ξένων μαχητών ήταν για τους καλλιτέχνες της Στρατιάς ένα νέο θέμα, ένα μάθημα τέχνης μοναδικό. Σε άρθρο με τίτλο «Η Θεσσαλονίκη και η γαλλική τέχνη» τα εγκωμιαστικά σχόλια που βρίσκουμε για το τοπίο και τα στοιχεία της φύσης ξεπερνούν κάθε φαντασία και κάθε ποιητική έκφραση. Καταρχάς, ο ύμνος στο φως που δεν έχει σχέση με το μεταλλικό φως των ακτών της Μεσογείου, αλλά είναι το φως των λεπτών αποχρώσεων, των διαφορετικών αποχρώσεων. «Το φως που τις ωραίες μέρες του χειμώνα, τη συγκινητική ώρα της δύσης, ντύνεται τις πιο γλυκιές αποχρώσεις του ροζ-μωβ, χρυσωμένου στον ήλιο, μέχρι τα μπλε γκρι-σιέλ, που ενώνουν γη, ουρανό και θάλασσα σε μια και μόνο ακαθόριστη ύλη. Στο βάθος του τοπίου ο μεγαλοπρεπής και ξεκάθαρος όγκος του Ολύμπου. Η θάλασσα μέσα στην αγκαλιά του κόλπου προσφέρει στο φως ένα θεϊκό αγγείο για να αντανακλάται ολόκληρη εκεί μέσα».

Η εικόνα της Θεσσαλονίκης στα μάτια των ξένων στρατιωτών μέσα από τα γεγονότα, μικρά και μεγάλα της Στρατιάς της Ανατολής μοιάζει να αποκτά ζωντάνια και έντονη δράση για μια ολόκληρη εποχή από το 1915 έως το 1918. Εξωτική και συγχρόνως κοσμοπολίτικη, παραδοσιακή και συνάμα πολύγλωσση με θρησκευτικές και πολιτισμικές αντιθέσεις θα αποτελέσει αντικείμενο καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας. Πεζογράφοι, ζωγράφοι, σκιτσογράφοι, χαράκτες, ξένοι και Έλληνες, δημιούργησαν έργα με θέμα την περιπόθητη πόλη που προκαλούν και σήμερα τον θαυμασμό.

Αξίζει να επισημάνουμε ότι την άνοιξη του 1916 οργανώθηκε έκθεση με έργα Γάλλων στρατιωτών ζωγράφων στη Θεσσαλονίκη, γεγονός που αποτέλεσε μία ευχάριστη έκπληξη για τα δεδομένα της πόλης. Η Θεσσαλονίκη είδε να ανοίγει, κατά τον «μήνα των ρόδων», το Σαλόνι Τέχνης της Στρατιάς της Ανατολής, αναφέρεται σε περιοδικό της εποχής, που ήταν «ένα χαμόγελο του στρατιώτη». Στην τέχνη τους υπήρχε τέτοια ειλικρίνεια και τέτοια ελευθερία, ώστε θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι «ένας πίνακάς τους μπορεί να μιλήσει για την τιμή της Γαλλίας, όπως και ένα καλό βιβλίο».

Η έκθεση και τα σχόλια του αρθρογράφου για τους καλλιτέχνες που πήραν μέρος με έργα τους, αποτελεί πολύτιμο οδηγό για την κατανόηση της καλλιτεχνικής δημιουργίας στο Μέτωπο. Μια έκθεση όμως ζωγραφικής εν μέσω πολέμου τι μπορούσε να σημαίνει; Το γεγονός αυτό καθαυτό και σήμερα ακόμη εκπλήσσει. Δεν είναι που οι στρατευμένοι είδαν και ξαναείδαν την πόλη να αντανακλά μέσα στις διάφορες φαντασίες και ευαισθησίες των καλλιτεχνών, ούτε την κάποια οικονομική βοήθεια που δινόταν ως ανταμοιβή στους ζωγράφους. Η επίσκεψη στην έκθεση μπορεί να μην αντιπροσώπευε για τους πολεμιστές τίποτε περισσότερο από ένα απόγευμα του Μαΐου, για τους ζωγράφους όμως ήταν η ανακάλυψη νέων εμπειριών και νέας ομορφιάς. Ωστόσο, κατά τον σχολιαστή «η έκθεση παραμένει ένα μοναδικό γεγονός, ένα επεισόδιο απλό μεν στη βουή του πολέμου, αλλά αξέχαστο στην ιστορία της γαλλικής τέχνης», γιατί «ποτέ άλλοτε τόσοι πολλοί καλλιτέχνες δεν θα προσεγγίσουν όλοι μαζί το ίδιο θέμα, μιλώντας ο καθένας για τις αλήθειες του».

Ωστόσο, με τους ζωγράφους-στρατιώτες έρχονται στο νου μας τα ονόματα μιας μεγάλης γενιάς νέων ανθρώπων, ποιητών, καλλιτεχνών, επιστημόνων ,απλών πολιτών που χάθηκε στα χαρακώματα, αφήνοντας μαρτυρίες για τη φρίκη του πολέμου. Ο Έζρα Πάουντ έγραψε χαρακτηριστικά: «Πέθαναν μυριάδες/ και ανάμεσά τους οι καλύτεροι». Είναι γεγονός ότι η «ανυπόμονη γενεά» της belle époque θα βαδίσει στην αρχή με ενθουσιασμό προς τα πεδία των μαχών, αλλά η πολεμική εμπειρία θα απέχει πολύ από τη νικηφόρο έκβαση και την ηρωική προσδοκία.

Η ζωή στην πόλη μακριά από τα μέτωπα του πολέμου φαινομενικά κυλούσε ήρεμα, σύμφωνα με μαρτυρίες και περιγραφές. Ένα πλήθος από θέατρα, καφενεία, ταβέρνες και οίκους ανοχής είχαν κατακλύσει την πόλη, ενώ το λιμάνι έσφυζε από στρατιώτες και κάθε είδος πολεμικού υλικού. Σε μικρό χρονικό διάστημα η Θεσσαλονίκη βρέθηκε να κατοικείται από έναν στρατό μεγαλύτερο από τον πληθυσμό της, ένα έγχρωμο πλήθος πολεμιστών, τριγυρισμένη από παραπήγματα και αντίσκηνα «που μοιάζουν με άσπρα στίγματα κάτω από τον ήλιο» θα γράψει Γάλλος αξιωματικός.

H απραξία για ένα διάστημα στο Μακεδονικό Μέτωπο θα συντελέσει ώστε να θεωρηθεί η πόλη ως ιδεώδης τόπος παραθερισμού και διασκέδασης με χορούς στα μεγάλα ξενοδοχεία και τις επαύλεις, με μουσικές και τραγούδια και σουπέ στο ζαχαροπλαστείο Φλόκα. Ακόμη και οι θεατρικές σκηνές στο Παρίσι εμφανίζουν το ζαχαροπλαστείο του Φλόκα, όπου έπαιρναν το τσάι τους ωραίες κυρίες και κομψοί αξιωματικοί. Πέρα από τα σχόλια για την κοσμοπολίτικη ζωή, η νικηφόρα συμμαχική επίθεση, με τη συμβολή και του ελληνικού στρατού, τον Σεπτέμβριο του 1918 στο Μακεδονικό Μέτωπο δείχνει την πραγματική διάσταση του πολέμου.

Μπαίνοντας στην πόλη δύο στοιχεία τραβούσαν σταθερά την προσοχή των ξένων : ο μιναρές και το κυπαρίσσι. Πράγματι, δεν είναι λίγοι οι ζωγράφοι που γοητεύτηκαν από τη ψιλόλιγνη κορμοστασιά του μιναρέ, με τον μικρό εξώστη και την εύθραυστη κορύφωσή του. Το κυπαρίσσι δίπλα στον μιναρέ έρχεται να υπογραμμίσει τη λευκότητα και την απλότητά του. Το δέντρο γνωστό στις χώρες της Μεσογείου, είναι εδώ στη Θεσσαλονίκη, που παίρνει όλη την αξία της τέχνης και του συμβολισμού.

Bernard de Monvel, Υπαίθριος στιλβωτής, καρτ-ποστάλ. Από τη σειρά La Pochette de la Marraine.

Μία άλλη εικόνα που θα αποτυπωθεί σε καρτ-ποστάλ, πίνακες, χαρακτικά με ζωντάνια και χιούμορ είναι οι υπαίθριοι στιλβωτές υποδημάτων. Η παρουσία μεγάλου αριθμού ξένων στρατιωτών έκανε τους γνωστούς  μας λούστρους να στήνουν τα σύνεργα της δουλειάς τους στους δρόμους, στις πλατείες, στα καφενεία και το περίεργο πλήθος να συνωστίζεται για να θαυμάσει τους ξένους με τις ωραίες στολές και τις γυαλισμένες μπότες.

Η εικόνα των μικρών ξυπόλητων στιλβωτών με τα λαμπερά κασελάκια τους θα βρει την καλύτερη έκφραση  στο ποίημα του Άγγλου οπλίτη Α. Γκάρλαντ (1916), με τον τίτλο «Λούστρος Τζόνυ», που φανερώνει τη συμπάθεια για τα αμέτρητα «βρόμικα χαμίνια, που σε τσούρμο μαζεμένα τα συναντούσες παντού, βράδυ πρωί, με χιόνι ή με βροχή». Και παρακάτω: «Όχι για τους μιναρέδες, ούτε για τον Όλυμπο, ούτε για τη λασπουριά, τον Βαρδάρη, του Μπότον τα Υγιεινά Λουτρά, μα για τα «Λούστρος Τζόνυ»-απ’ άλλον κόσμο, λες, φωνές. /Είναι που τη Σαλονίκη θα ‘χεις πάντα αναθυμιά».

Άμεση σχέση με τη ζωγραφική και την πόλη της Θεσσαλονίκης είχαν οι καρτ-ποστάλ γνωστές ως les souvenirs de Salonique. Για να μπορούν να αλληλογραφούν με τους δικούς τους οι χιλιάδες στρατιώτες και αξιωματικοί του συμμαχικού στρατού που ζούσαν μέσα στην πόλη και γύρω από αυτήν, τυπώθηκε στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις της Ευρώπης και κυκλοφόρησε ένας μεγάλος αριθμός ταχυδρομικών δελταρίων, οι καρτ-ποστάλ, όπως επικράτησε να ονομάζονται, με εικόνες της πόλης. H Θεσσαλονίκη υπήρξε κατεξοχήν ευνοημένη από την έκδοση και κυκλοφορία των εικονογραφημένων καρτών. Ο Μεγάλος Πόλεμος άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο στην παραγωγή και διάθεση των δελταρίων σε μία αγορά που ήδη ανθούσε, προκαλώντας ένα είδος πληθωρισμού του «όμορφου αυτού μικρού χαρτονιού».

Ασκηση Γάλλων ναυτών στον Θερμαϊκό, καρτ-ποστάλ, 1917.

Οι καρτ-ποστάλ, ιδιαίτερο καλλιτεχνικό είδος, υπήρξαν στενά συνδεδεμένες με τον πόλεμο αυτό. Χαρακτηρίστηκαν τα sms της εποχής του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και αποτέλεσαν έναν εκπληκτικό μηχανισμό επικοινωνίας και συναισθηματικής εκτόνωσης για τους λαούς των εμπλεκόμενων στον πόλεμο χωρών. Εκατομμύρια ταχυδρομικά δελτάρια που διακινήθηκαν από το 1914 έως το 1918, τον ακριβή αριθμό των οποίων δεν είναι εύκολο να υπολογίσει κανείς, έχουν να διηγηθούν απίθανες ιστορίες ηρωισμού, νίκης, πόνου και απώλειας. Ο τεράστιος αριθμός και η ποικιλία των θεμάτων τους αποτελεί σημαντική πτυχή του Μεγάλου Πολέμου. Δραματικό επιστέγασμα των μέσων επικοινωνίας κατά την εμπόλεμη περίοδο, είχαν γνωρίσει το απόγειό τους κατά την προηγούμενη περίοδο, της ευημερίας της αστικής τάξης της Βelle Époque.

Τα θέματα ήταν συνήθως σατιρικά, συναισθηματικά, πατριωτικά, χωρίς να λείπουν τα χιουμοριστικά ή τα ειρωνικά. Οι κάρτες για χρήση της αλληλογραφίας των στρατιωτών, με προπαγανδιστικό πολλές φορές περιεχόμενο, κυκλοφορούσαν σε σειρές ή μεμονωμένες εκτυπώσεις, οφείλονταν δε σε ταλαντούχους ζωγράφους ή γραφίστες. Τα εικονογραφημένα αυτά δελτάρια, σπουδαία χρωμολιθόγραφα ή απλώς σταμπαριστά, ή με χρήση φωτογραφικού κλισέ, αποτελούν σήμερα μέρος των συλλογών τέχνης μουσείων και ιδιωτικών συλλογών.

Μία ξεχωριστή έκδοση καρτ-ποστάλ στη Γαλλία συνιστά η γνωστή με το όνομα La Pochette de la Marraine, η οποία, εκτός από την καλλιτεχνική σημασία της, παρουσιάζει εξαιρετικό κοινωνικό και πολιτικό ενδιαφέρον. Πρόκειται για μία συλλογή που περιλαμβάνει περίπου τριάντα διαφορετικές σειρές καρτ-ποστάλ. Η κάθε σειρά αριθμούσε επτά διαφορετικά σχέδια, δουλεμένα από νέους γνωστούς καλλιτέχνες.

 

Bernard de Monvel, Οι απολαύσεις της Θεσσαλονίκης, καρτ-ποστάλ. Από τη σειρά La Pochette de la Marraine.

Ο σκοπός της συλλογής καταρχάς ήταν να κάνει ελκυστικό τον τρόπο αλληλογραφίας, ανάμεσα στους φαντάρους και σε αυτούς που είχαν μείνει στα σπίτια τους, στις πατρίδες τους. Μέσα από μία καινούργια και καλαίσθητη έκδοση, ήθελαν να βοηθήσουν επίσης τους στρατευμένους καλλιτέχνες ή αυτούς που είχαν επιστρέψει τραυματίες  ώστε να έχουν ένα συμπληρωματικό εισόδημα από την πώληση της La Pochette.

Εκείνο που εντυπωσιάζει στα θέματα των καρτών, τα εμπνευσμένα από τη Θεσσαλονίκη, είναι, εκτός από την αισθητική τους, η ποικιλία των θεμάτων και η χιουμοριστική τους διάθεση. Καταγράφουν πλανόδιους πωλητές που περιδιάβαιναν τους δρόμους της πόλης γραφικούς τύπους, μνημεία, παραδοσιακά επαγγέλματα που σήμερα έχουν χαθεί, και ό,τι ήταν περίεργο και εξωτικό. Μεταξύ των άλλων έδωσαν εικόνες ανεπανάληπτες από τα σπίτια του έρωτα και ό,τι έχει σχέση με αυτόν και τις φαντασιώσεις του σε καιρό πολέμου.

Αξίζει να αναζητήσουμε μερικούς από τους πιο χαρακτηριστικούς δημιουργούς εικονογραφημένων δελταρίων, και όχι μόνον, των οποίων η ζωγραφική ταυτίστηκε με την πόλη της Θεσσαλονίκης. Ξεχωρίζει ο Jacques Touchet, ο oποίος ίσως είναι ο πιο γνωστός από τους στρατιώτες- ζωγράφους χάρη στα χιουμοριστικά σχέδιά του πάνω σε τύπους και επαγγέλματα της Θεσσαλονίκης, που κυκλοφόρησαν σε έντυπα της εποχής εκείνης. Χαρακτηριστικό της φήμης του αποτελεί η έκδοση σκίτσων σε μορφή καρτ-ποστάλ και μάλιστα προς χρωματισμό, σαν ένα είδος παιχνιδιού. Με ένα χιούμορ εκλεπτυσμένο και πολύ ανθρώπινο, με όλη τη σημασία της λέξης, αποκαλύπτει χωρίς την παραμικρή κακία την καθημερινότητα των ανθρώπων της εργασίας, μετατρέποντας κάθε άτομο σε μια χαριτωμένη μαριονέττα. Η δουλειά του δείχνει

Jacques Touchet, Οι τέσσερις χωροφύλακες (στρατονόμοι), 1916-1917.

ότι πρόκειται για έναν επιδέξιο τεχνίτη ακουαρέλας που ξέρει να σέβεται τα μυστικά της τεχνικής. Εκτός από τα σχέδια για τις καρτ-ποστάλ επικοινωνίας, ο Touchet μάς άφησε 12 εξαιρετικές λιθογραφίες με επαγγέλματα της πόλης.

Ο ονόματι Coyer συνεχίζει στο ίδιο χιουμοριστικό πνεύμα να ασχολείται με τους πλανόδιους πωλητές, τα έθιμα του χωριού και τα επαγγέλματα της χαράς και του κεφιού.

Goyet, Σκηνές καθημερινότητας.

Ο υποπλοίαρχος Douillard διαφοροποιείται, δίνοντας 12 μαγευτικές απόψεις της Θεσσαλονίκης, από τις πιο όμορφες που έχουμε δει. Χρώματα ζεστά λουσμένα στο φως αναδεικνύουν τα αρχιτεκτονήματα, τα στενοσόκακα, τη φύση, την εμβληματική εικόνα του τεκέ των δερβίσηδων με το ανεπανάληπτης ωραιότητας κυπαρίσσι και τα αρχιτεκτονικά σύμβολα της πόλης.

Εκτός από τους στρατιώτες ζωγράφους της έκθεσης, είναι γνωστά και άλλα ονόματα καλλιτεχνών με έργα εμπνευσμένα από την πόλη, στα χρόνια του πολέμου. O Charles Millot, γνωστός με το ψευδώνυμο Henri Gervèse (1880-1959), αξιωματικός του ναυτικού, ζωγράφος και εικονογράφος, που αποτελεί μια τέτοια ενδιαφέρουσα περίπτωση δημιουργού, κυρίως για τις σειρές των δελταρίων με σχέδια χιουμοριστικά πάνω στο Ναυτικό και τη ζωή των ναυτών. Το σχέδιό του καρικατουρίστικο, στυλ κόμικς, δίνει φρεσκάδα και ζωντάνια στη σειρά των καρτ-ποστάλ.

Henri Gervèse, Οι ναύτες μας, καρτ-ποστάλ, 1915.

Στο ίδιο χιουμοριστικό πνεύμα κινείται και η δουλειά ενός άλλου Γάλλου του Drack Oub –André Antoine Bouchard-. Το αραβόφωνο όνομά του αποτελεί αναγραμματισμό του επωνύμου του. Υπήρξε κατεξοχήν καρικατουρίστας και εικονογράφος στον τύπο. Mε αδρές πινελιές μας χαρίζει ένα πανόραμα χαρακτηριστικών μορφών φαντάρων των διαφόρων φυλών και εθνών, που είχαν μετατρέψει την πόλη σε ένα πολύχρωμο και πολύγλωσσο παζάρι που ανακατεύονταν χωρίς να μπερδεύονται.

Ο ζωγράφος που θα απαθανατίσει τη μαγευτική συνύπαρξη, τη βαθιά αρμονία μιναρέ και κυπαρισσιού και θα δώσει μερικά από τα πιο ατμοσφαιρικά έργα είναι ο Paul Jouve (1878-1973). Ο Jouve γλύπτης, ζωγράφος και χαράκτης, όπως άλλοτε ήταν οι καλλιτέχνες, επιστρατεύτηκε το 1915 και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του πολέμου στη Θεσσαλονίκη. Στο Άγιον Όρος βρέθηκε κάποιους μήνες του 1917 και έδωσε υπέροχα σχέδια της μονής Σταυρονικήτα. Το κυπαρίσσι ή τα κυπαρίσσια που διακοσμούν τα εξώφυλλα του περιοδικού Revue Franco-Macédonienne, άλλοτε μόνα, άλλοτε παρέα με τον μιναρέ, δεν έχουν άλλη έγνοια για τον ζωγράφο παρά την απομόνωσή τους από τον γύρω κόσμο και την αναδημιουργία της αρχιτεκτονικής τους δομής. Με τα έργα «Αγία Αικατερίνη», «τα βουβάλια», «το εσωτερικό της Αχειροποιήτου», αποκαλύπτει τη δεξιοτεχνία του. Τα έργα του είναι πρωτότυπα και η τεχνική πρώτης τάξης. Το κάρβουνο, το μολύβι, η πένα υποτάσσονται στη φαντασία του, στην οποία επιβάλλει περισσότερο την ιδέα του, από τη ματιά του. Ο Jouve είναι ο καλλιτέχνης που ίσως χωρίς να το επιζητεί, μεταμορφώνει σε πρότυπο αυτό που βλέπει. Ο πίνακας με το βουβάλι έξω από τα ανατολικά τείχη και τη Ροτόντα στο βάθος, αποτελεί ένα τέτοιο δείγμα. Λατρεύει τα σύννεφα, τους ατμούς, τους οποίους ντύνει με μορφή πραγματική, κινούμενη.

Paul Jouve, Βουβάλι έξω από τα ανατολικά τείχη της Θεσσαλονίκης, 1916.

O Bernard Boutet de Monvel είναι ένας μετριοπαθής οπαδός του κυβισμού θα τολμούσε να πει κανείς, κρίνοντας από τις σέπιες του. Τα σχέδιά του είναι αποκαλυπτικά μιας ιδιοσυγκρασίας καλλιτέχνη πρώτης τάξης. Θυμίζουμε την πολύ ενδιαφέρουσα σειρά των καρτ-ποστάλ του, με τα λεπτεπίλεπτα μικρογραφικά σχέδια, και τη σκωπτική τους διάθεση, στο πλαίσιο της έκδοσης La Pochette de la Marraine.

Ξεχωριστή περίπτωση Γάλλου στρατευμένου, αποτελεί ο ζωγράφος Emile Gerlach, έργα του οποίου είχαμε τη χαρά να απολαύσουμε σε έκθεση που έγινε στην πόλη, το 1982. Το ξεχωριστό ενδιαφέρον που προκάλεσαν τα έργα του Γάλλου καλλιτέχνη δεν οφείλεται στην αισθητική τους αξία αλλά στις μνήμες που για τη ζωή και την ιστορία της πόλης. Ο κρυφός και διαρκής πόθος του για γνωριμία καινούργιων τόπων θα τον φέρουν στη Θεσσαλονίκη κατά τον Α’ Παγκόσμιο, όπου θα μείνει από τις 17 Απριλίου μέχρι το τέλος του Ιουνίου του 1917.

Émile Gerlach, Άποψη της Θεσσαλονίκης από τα κάστρα, 1917, υδατογραφία.

 

Émile Gerlach, Η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, 1917, υδατογραφία.

Στις υδατογραφίες του βρίσκουμε στιγμιότυπα από τη ζωή της πόλης, εικόνες παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, λαϊκές ενδυμασίες και ασχολίες κατοίκων. Οι πίνακές του κάνουν να περνούν μπροστά στα μάτια μας σπίτια πασάδων, βυζαντινές εκκλησίες, στενοσόκακα, απόψεις της Θεσσαλονίκης και άλλων πόλεων της Μακεδονίας. Το έργο του που μοιάζει με φωτογραφική αποτύπωση, έρχεται να συμπληρώσει με τη χρωματική και αισθητική αξία το φωτογραφικό υλικό της ίδιας εποχής. «Είναι αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι ένας στρατιώτης, όπως ο καλλιτέχνης, έχοντας επίγνωση της δίνης στην οποία περιέπεσε ο κόσμος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατόρθωσε να δώσει μια τόσο ζωηρή και ειρηνική απεικόνιση της πόλης, μια τόσο πιστή και φωτεινή απόδοση της υπαίθρου», θα γράψει ο Χρ. Λαμπρινός το 1982 με την ευκαιρία της έκθεσής του.

Ο αριθμός των στρατευμένων Γάλλων καλλιτεχνών φαίνεται πως είναι πολύ μεγάλος, ώστε να μπορεί να εξαντληθεί στο πλαίσιο της παρουσίασης αυτής. Αξίζει, ωστόσο, να σταθούμε στο ιδιαίτερο και εξαιρετικά ενδιαφέρον έργο του Α. Frank. Πρόκειται για την εικονογράφηση ενός μικρού λευκώματος αφιερωμένου στην Υπηρεσία Διάνοιξης Δρόμων, υπηρεσία της οποίας η συμβολή στη θετική έκβαση του πολέμου και στην ανάπτυξη γενικότερα της Μακεδονίας υπήρξε καθοριστική. Ο αφηγητής του λευκώματος, με ένα ποιητικό κείμενο γραμμένο σε στίχους και με τίτλο Η Προσευχή του Χαλίφη, επιχειρεί να αναδείξει τη σημασία της Υπηρεσίας αυτής στα πολύ δύσκολα χρόνια του Μεγάλου Πολέμου. Με έναν ανάλαφρο και χιουμοριστικό τρόπο επιζητεί να απαντήσει στις απορίες του χαλίφη σχετικά με τις επιτυχίες των Γάλλων στις πολεμικές επιχειρήσεις στην περιοχή του Μοναστηριού. Ο χαλίφης απορημένος και κουρασμένος από τις εξηγήσεις εύχεται στα τελευταία χρόνια της ζωής του να πεθάνει σε κάποια γωνιά, κοντά στα τείχη της Θεσσαλονίκης, που ο ήλιος χαϊδεύει στη δύση του. Τον ίδιο διασκεδαστικό χαρακτήρα αποπνέουν και τα έγχρωμα χαρακτικά του Α. Frank που συνοδεύουν το λεύκωμα και θυμίζουν εικονογραφημένα παιδικά και σχολικά βιβλία του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα.

Ruedolf, Φιγούρες νέων ανθρώπων στη Θεσσαλονίκη, 1916-1917.

Τέλος, μετά τα παραπάνω ονόματα των Γάλλων ζωγράφων στρατιωτών, αξίζει να αναφερθούμε και στον ζωγράφο Ruedolf, ο οποίος με το ευαίσθητο σχέδιό του, είτε με μολύβι είτε με υδατογραφία, τόσο με την απεικόνιση των μνημείων όσο και με τα εκφραστικά πορτραίτα, τις φιγούρες κυρίως νέων ανθρώπων, δείχνει ότι πρόκειται για έναν μεγάλο καλλιτέχνη.

Ο «Μεγάλος Πόλεμος» κατέχει ιδιαίτερη θέση στη συλλογική μνήμη των Γάλλων. Είναι ο τελευταίος παραδοσιακός και ταυτοχρόνως ο πρώτος μοντέρνος πόλεμος με όπλα μαζικής καταστροφής. «Δεν υπάρχει (σχεδόν καμία) γαλλική οικογένεια που να μην τη άγγιξε η απώλεια ή ο τραυματισμός κάποιου συγγενούς», αναφέρει ο Γάλλος συγγραφέας Πιερ Λεμέτρ στο βιβίο του Καλή αντάμωση εκεί ψηλά (Αθήνα 1914). Η αλήθεια πάντως είναι ότι «ο πόλεμος των χαρακωμάτων», όπως επίσης λέγεται, φέρνει στον νου των περισσοτέρων Γάλλων, σκηνές ανείπωτου ηρωισμού, ιστορίες με πάθη και δράματα, προπαντός τον πόνο μιας ανώφελης σφαγής. Στα χαρακώματα, μείγμα από λάσπη, ανθρώπινη σάρκα, εθισμό στον θάνατο, φόβο, οργή, ταπείνωση, ο άνθρωπος πλησίαζε άλλοτε τον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο και άλλοτε το κτήνος.

Οι Γάλλοι στρατιώτες-ζωγράφοι του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, άλλοτε εφευρετικοί και άλλοτε ενταγμένοι σε μια συμβατική αισθητική, εκφράζουν το ενδιαφέρον τους για την πόλη σε μια ολέθρια εποχή, σε δύσκολες συνθήκες. Ανεξάρτητα αν είναι δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς τη μελλοντική τους διαδρομή, αντιλαμβανόμαστε ότι με θάρρος μετέτρεψαν την αγωνία και τη φρίκη του πολέμου σε αίσθηση, σε όνειρο και δημιουργία.

Drack Oub  (André Antoine Bouchard), Σκωτσέζος και Ρώσος στρατιώτες, 1917.

 

Η Μαρία Καμπούρη-Βαμβούκου είναι Ομότιμη Καθηγήτρια του Τμήματος Αρχιτεκτόνων-Μηχανικών του ΑΠΘ.

 

 

*Το παρόν κείμενο αποτελεί μέρος του βιβλίου μου με τίτλο Η τέχνη στα χρόνια του «πολέμου των χαρακωμάτων». Στρατιώτες-ζωγράφοι της Στρατιάς της Ανατολής στη Θεσσαλονίκη, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2016, στο οποίο μπορεί κανείς να αντλήσει πληροφορίες και για τους άλλους στρατιώτες –ζωγράφους του Μακεδονικού Μετώπου.

Η επιδρομή Doolittle κατά του Τόκιο (Aπρίλιος 1942). Η πρώτη επιτυχία των ΗΠΑ στο Μέτωπο του Ειρηνικού

    Η επιδρομή Doolittle κατά του Τόκιο (Aπρίλιος 1942).

  Η πρώτη επιτυχία των ΗΠΑ στο Μέτωπο του Ειρηνικού

 

Στις 18 Απριλίου 1942, λίγους μήνες έπειτα από την ιαπωνική επιδρομή κατά του Περλ Χάρμπορ, το Τόκιο και άλλες πέντε μεγαλουπόλεις του Αρχιπελάγους (Γιοκοχάμα, Οσάκα, Ναγκόγια, Γιοκοσούκα και Κόμπε), βομβαρδίστηκαν από την αμερικανική πολεμική αεροπορία. Επρόκειτο για την πρώτη επιχειρησιακή δράση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου εντός της ιαπωνικής επικράτειας. Αν και τα αποτελέσματα υπήρξαν πενιχρά, ο ψυχολογικός αντίκτυπος αποδείχτηκε τεράστιος. Η ιαπωνική κοινή γνώμη είχε γαλουχηθεί με την ψευδαίσθηση ότι το μητροπολιτικό έδαφος βρισκόταν στο απυρόβλητο. Πόσο μάλλον έπειτα από το τράνταγμα, που είχε προκαλέσει στην αντίπερα όχθη του Ειρηνικού το πλήγμα σε βάρος του Περλ Χάρμπορ, τοποθεσία, η οποία επίσης εθεωρείτο άτρωτη, εξαιτίας της μεγάλης απόστασης. Τον Απρίλιο του 1942, ο αιφνιδιασμός και η ανασφάλεια άλλαξαν στρατόπεδο. Οι Αμερικανοί αισθάνθηκαν πως πήραν εκδίκηση, έστω και μερική, γι αυτό που είχε προηγηθεί. Οι Ιάπωνες, αναγκάστηκαν να επισπεύσουν το σχέδιο αναμέτρησης με τα αεροπλανοφόρα του αντιπάλου στην ανοικτή θάλασσα. Διαθέτοντας συντριπτική υπεροπλία, ήλπιζαν να εξουδετερώσουν ταχύτατα τον αμερικανικό παράγοντα και απαλλαγμένοι από την απειλή του, να θέσουν υπό έλεγχο ολόκληρο το σύμπλεγμα της ΝΑ Ασίας και του Νοτίου Ειρηνικού, με τα πλούσια κοιτάσματα και τις άφθονες πρώτες ύλες, τόσο απαραίτητες για την βιομηχανία ενός εμπολέμου κράτους. Η έκβαση της ναυμαχίας του Μίντγουέϊ τον Ιούνιο του ιδίου έτους, έμελλε να τους διαψεύσει παταγωδώς, καθώς συνέβαλε στην αποκατάσταση του συσχετισμού των ισορροπιών στο μέτωπο του Ειρηνικού. Η μετεξέλιξη του πολέμου σε αναμέτρηση μακράς διαρκείας ευνοούσε εξ ορισμού τον αμερικανικό παράγοντα. Η αυτάρκεια σε πρώτες ύλες και πηγές ενεργείας, σε συνδυασμό με την ταχύτατη μετατροπή της οικονομίας από οικονομία εν καιρώ ειρήνης σε οικονομία εν καιρώ πολέμου, καθιστούσε τις ΗΠΑ, ήδη από το καλοκαίρι του 1942, ως τον επικρατέστερο νικητή.

                  

H ιαπωνική επίθεση κατά του Περλ Χάρμπορ στις 7 Δεκεμβρίου 1941.

Στις 21 Δεκεμβρίου 1941, έλαβε χώρα με απόλυτη μυστικότητα στον Λευκό Οίκο μια σύσκεψη υπό την προεδρία του Franklin D. Roosevelt. Το τραύμα ήταν ακόμη νωπό και έχρηζε άμεσης αντιμετώπισης. Όλοι οι συμμετέχοντες συμφώνησαν ότι έπρεπε να καταφερθεί άμεσο πλήγμα κατά του ιαπωνικού μητροπολιτικού εδάφους. Μια ενέργεια του είδους αυτού προσέβλεπε σε δυο στόχους: 1) στην ανύψωση του ηθικού της αμερικανικής κοινής γνώμης και 2) στη διασπορά αισθήματος αμηχανίας και αμφισβήτησης στους κόλπους της αντίστοιχης ιαπωνικής, έτσι ώστε η τελευταία να αρχίσει να τρέφει αμφιβολίες ως προς την αποτελεσματικότητα της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας. Αρχές Ιανουαρίου του 1942, οι διάφοροι επιτελείς επέλεξαν, ως πλέον κατάλληλα για τη διεκπεραίωση της αποστολής, τα βομβαρδιστικά τύπου Β-25Β Mitchell. Διέθεταν μεγάλη ακτίνα δράσης (4.400 χλμ.). Ήταν απαραίτητο, ωστόσο, να υποστούν μετατροπές, που θα τα καθιστούσαν επιχειρησιακά για τις συγκεκριμένες ανάγκες της αποστολής. Ειδικότερα, μειώθηκε ο αριθμός των πολυβόλων, που έφερε το καθένα από τα αεροσκάφη. Η μείωση του οπλισμού επέφερε την ελάττωση του συνολικού βάρους και, αντιστρόφως ανάλογα, την επιμήκυνση της ακτίνας δράσης. Επικεφαλής της αποστολής ανέλαβε ο ηλικίας 52 ετών αντισμήναρχος James H. Doolittle, με πλούσιο και διακεκριμένο παρελθόν στους κόλπους της Πολεμικής Αεροπορίας.


James Harold Doolittle (1896-1993).

Η πρώτη μεγάλη πρόκληση, την οποία οι σχεδιαστές της αποστολής κλήθηκαν να ρυθμίσουν, ήταν οι συνθήκες μεταφοράς και απογείωσης των βομβαρδιστικών. Προκειμένου να πληγούν οι Ιαπωνικές Νήσοι, ο μόνος προσφερόμενος τρόπος ήταν η μεταφορά διά θαλάσσης των αεροσκαφών στα ανοικτά των ακτών των τελευταίων. Αμέσως ετίθετο ένα τρισυπόστατο πρόβλημα. Αφενός, ο διάπλους του Ειρηνικού έπρεπε να συντελεστεί με απόλυτη μυστικότητα, προκειμένου να διατηρηθεί στο ακέραιο το στοιχείο του αιφνιδιασμού, όπως είχε συμβεί, άλλωστε, στην περίπτωση του Περλ Χάρμπορ, αλλά και παλαιότερα, με τη βύθιση ισχυρών μονάδων του ιταλικού στόλου στον λιμένα του Τάραντα από τη βρετανική αεροπορία (Νοέμβριος 1940). Αφετέρου, η αποστολή Doolittle έθετε ένα πρωτόγνωρο πρόβλημα. Εκείνο της απογείωσης βαρέων βομβαρδιστικών από τον περιορισμένων διαστάσεων, για τις απαιτήσεις του συγκεκριμένου αεροσκάφους, διάδρομο του καταστρώματος ενός αεροπλανοφόρου. Ουδέποτε στο παρελθόν είχε τεθεί παρόμοιο ζήτημα, ο δε χρόνος και οι συγκυρίες της στιγμής (εμπόλεμο καθεστώς) απέκλειαν κάθε δυνατότητα επαρκούς εκπαίδευσης των πιλότων (οι λίγες δοκιμές, διάρκειας τριών εβδομάδων, πραγματοποιήθηκαν στην ξηρά, σε στρατιωτικό αεροδρόμιο του Νόρφολκ της Πολιτείας Βιρτζίνια, όπου ο διάδρομος απογείωσης έφερε ειδική σήμανση, με τις διαστάσεις εκείνου ενός αεροπλανοφόρου). Ο τομέας, ωστόσο, που δεν άφηνε την παραμικρή αχτίδα αισιοδοξίας, ήταν εκείνος της ανάκτησης των αεροσκαφών, έπειτα από το πέρας των βομβαρδισμών, όταν δεν θα ίσχυε, πλέον, το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Αμέσως έπειτα από την απογείωση, η αμερικανική αρμάδα έπρεπε να έχει εγκαταλείψει το ταχύτερο τα χωρικά ύδατα της Ιαπωνίας, για λόγους ασφαλείας. Συνεπώς, έπρεπε να βρεθεί κάποια εναλλακτική λύση για τους πιλότους και τα αεροσκάφη, ειδάλλως ελλόχευε σοβαρός κίνδυνος η όλη επιχείρηση να μετεξελιχθεί σε μια μεγαλοπρεπή αποστολή αυτοκτονίας.

Στο πρώτο υπόμνημα, το οποίο υπέβαλε αμέσως έπειτα από την ανάληψη της διοίκησης, ο Doolittle πρότεινε την περιοχή του Βλαδιβοστόκ, σε απόσταση 1.100, περίπου, χλμ. από τους στόχους των βομβαρδισμών και με βάση το σκεπτικό παραχώρησης των αεροσκαφών στην ΕΣΣΔ με καθεστώς εκμίσθωσης (Lend-Lease). Δυστυχώς, οι διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση της Μόσχας για έκδοση της σχετικής άδειας προσγείωσης δεν καρποφόρησαν, καθώς, ήδη από τον Απρίλιο του 1941, ο Στάλιν είχε υπογράψει με την Ιαπωνία ένα σύμφωνο ουδετερότητας. Το τελευταίο του παρείχε τη δυνατότητα απαγκίστρωσης σημαντικών δυνάμεων από τη Σιβηρία και μεταφοράς τους στο ευρωπαϊκό θέατρο επιχειρήσεων κατά των Γερμανών. Επ’ ουδενί επιθυμούσε, υπό τις παρούσες συνθήκες, να ερεθίσει τις αρχές του Τόκιο, υποδεχόμενος τα αμερικανικά αεροσκάφη έπειτα από βομβαρδισμό, μάλιστα, σε βάρος του ιαπωνικού εθνικού εδάφους. Κατόπιν τούτων, ακολούθησαν διαπραγματεύσεις με την Κίνα του Τσιανγκ Κάι-Σεκ, οι οποίες ευοδώθηκαν, παρά τους φόβους διενέργειας ιαπωνικών αντιποίνων κατά του αμάχου πληθυσμού. Επιλέχθηκαν από κοινού πέντε υποψήφια αεροδρόμια, ικανά να λειτουργήσουν ως βάση ανεφοδιασμού, έως τον τελικό προορισμό των αεροσκαφών, την πόλη Τσουνγκίνγκ (Chongqing), πρωτεύουσα εν καιρώ πολέμου του Κουομιτάνγκ (Εθνικιστικού Κόμματος της Κίνας).

Ο σχεδιασμός της επιχείρησης.              

Στην αρχική του εκδοχή, το σχέδιο προέβλεπε τη συμμετοχή 20 αεροσκαφών. Τελικά, χρησιμοποιήθηκαν 16. Μόλις η αποστολή εγκρίθηκε επισήμως, τα πρώτα αεροσκάφη φορτώθηκαν στο αεροπλανοφόρο USS Hornet, το οποίο είχε καταπλεύσει στο Νόρφολκ, ειδικά για τον σκοπό αυτό. Τα υπόλοιπα φορτώθηκαν στο Σαν Φρανσίσκο, αφού, προηγουμένως, είχαν ολοκληρωθεί οι απαραίτητες εργασίες για τη μετατροπή τους. Στις 2 Απριλίου, το αεροπλανοφόρο  απέπλευσε, με τα αεροσκάφη σε δημόσια θέα στο κατάστρωμα. Στα ανοικτά του συμπλέγματος της Χαβάης, στη συνοδεία προστέθηκε το αεροπλανοφόρο USS Enterprise, τα καταδιωκτικά του οποίου προορίζονταν για παροχή αεροπορικής προστασίας (εκείνα του USS Hornet είχαν στοιβαχτεί στα κάτω καταστρώματα, προκειμένου να εξασφαλιστεί χώρος για τα βομβαρδιστικά) καθώς και ένας στολίσκος καταδρομικών και αντιτορπιλλικών. Το γενικό πρόσταγμα είχε ο ναύαρχος William F. Halsey.

Επάνω και κάτω: Ο αντισμήναρχος Doolittle και τα πληρώματα της αποστολής στο κατάστρωμα του USS Hornet, κατά τη διάρκεια του διάπλου του Ειρηνικού.

Ο διάπλους του Ειρηνικού πραγματοποιήθηκε μέσα σε απόλυτη σιγή ασυρμάτου και κάτω από δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Ωστόσο, παρά την ταλαιπωρία (η μεγάλη έγνοια των πληρωμάτων ήταν η ευστάθεια των αεροσκαφών και η προστασία τους από τους κραδασμούς, που ενείχαν κινδύνους απωλειών στη θάλασσα), οι τελευταίες λειτούργησαν ευεργετικά, καθώς επέτρεψαν στην αρμάδα να καλύψει απαρατήρητη την μεγάλη απόσταση. Ο αντικειμενικός στόχος και οι εν γένει συνθήκες διενέργειας της αποστολής αποκαλύφθηκαν στα πληρώματα μετά τον απόπλου. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίστηκε το απόρρητο και διατηρήθηκε στο ακέραιο το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. 

Νωρίς  το πρωί της 18ης Απριλίου 1942, και ενώ η αρμάδα έπλεε σε απόσταση 650 ναυτικών μιλίων (1.200 χλμ.) από τις ανατολικές ακτές της Ιαπωνίας, εντοπίστηκε ένα σκάφος περιπολίας. Βυθίστηκε από το καταδρομικό συνοδείας USS Nashville. Ο κυβερνήτης του σκάφους αυτοκτόνησε και το υπόλοιπο πλήρωμα συνελήφθη. Μπροστά στον ελλοχεύοντα κίνδυνο αποκάλυψης της αποστολής, οι Halsey και Doolittle αποφάσισαν την πρόωρη έναρξη της επιχείρησης 10 ώρες νωρίτερα από την προβλεπόμενη και 170 ν.μ. (310 χλμ.) μακρύτερα από τις αρχικές εκτιμήσεις. Παρά το γεγονός ότι κανένα από τα πληρώματα (συμπεριλαμβανομένου του Doolittle προσωπικά) δεν διέθετε προηγούμενη εμπειρία απογείωσης από κατάστρωμα αεροπλανοφόρου, όλα τα βομβαρδιστικά απογειώθηκαν επιτυχώς κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες.

Η απογείωση των αεροσκαφών από το αεροπλανοφόρο USS Hornet.



Doolittle Raiders B-25 Launch Footage 1942 Silent Film Stock

    

 

Περίπου έξι ώρες έπειτα από την απογείωση, τα αεροσκάφη έφτασαν πάνω από την ξηρά. Ανέβηκαν στα 1.500 πόδια (460 μ.) και βομβάρδισαν δέκα προεπιλεγμένους στρατιωτικούς και βιομηχανικούς στόχους στο Τόκιο, δυο στη Γιοκοχάμα και από έναν στη Γιοκοσούκα, στη Ναγκόγια, στην Οσάκα και στο Κόμπε. Τα πληρώματα είχαν λάβει ρητή διαταγή να αποφύγουν κατοικημένες περιοχές, όπως και τα αυτοκρατορικά ανάκτορα της ιαπωνικής πρωτεύουσας. Παρά ταύτα, δεν αποφεύχθησαν οι παράπλευρες απώλειες. Εκτιμήσεις μετά το πέρας του πολέμου, ανέβαζαν το σύνολο των θυμάτων  στους 87 νεκρούς και 462 τραυματίες, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονταν άμαχοι.

 

Ο βομβαρδισμός του Τόκιο.
Η ναυτική βάση της Γιοκοσούκα στο στόχαστρο των αμερικανικών βομβαρδιστικών.

Το επεισόδιο των βομβαρδισμών καταγράφηκε από την έβδομη τέχνη σε δυο περιπτώσεις. Μια πρώτη το 1944, διαρκούντος ακόμη του πολέμου και μια δεύτερη το 2001, σε μια φαντασμαγορική παραγωγή με κεντρικό θέμα την επιδρομή κατά του Περλ Χάρμπορ. Αντιπαραβάλλοντας κανείς τα σχετικά στιγμιότυπα, δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την ποιότητα του πρώτου παραδείγματος και να προβληματιστεί επάνω στην εκτενή χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας του δευτέρου, γεγονός που καθιστά το τελικό αποτέλεσμα επίπλαστο και κατ’ επέκταση, λιγότερο πειστικό.

 

          Thirty Seconds Over Tokyo (1944)

 

         Pearl Harbor (2001)

Έπειτα από το πέρας των βομβαρδισμών, όλα τα αεροσκάφη αντιμετώπισαν απρόβλεπτες δυσκολίες στην πτήση προς την Κίνα. Η νύκτα έπεσε νωρίτερα, διαπιστώθηκε ανεπάρκεια καυσίμων, οι δε καιρικές συνθήκες  υπεράνω του κινεζικού εδάφους (παρά τον ευνοϊκό ισχυρό άνεμο, ο οποίος έπνεε ασταμάτητα επί επτά ώρες), είχαν επιδεινωθεί σε βαθμό, που καθιστούσε δυσχερή τον εντοπισμό των προκαθορισμένων σημείων προσγείωσης. Πάνω απ όλα, όμως, οι εθνικιστές του Τσιανγκ Κάι-Σεκ δεν είχαν ειδοποιηθεί για την επικείμενη υποδοχή. Ο Halsey απέφυγε να τους στείλει το σχετικό σήμα, για να μη σπάσει τη σιγή ασυρμάτου και αποκαλύψει τη θέση της αποχωρούσας αρμάδας. Έπειτα από δεκατρείς ώρες συνεχούς πτήσης (κοντά είκοσι, συνολικά,  από τη στιγμή της απογείωσης), δεκατέσσερα βομβαρδιστικά έκαναν αναγκαστική προσγείωση στις ανατολικές ακτές της Κίνας. Ένα άλλο, έπεσε στη θάλασσα. Το δέκατο έκτο, διαπιστώνοντας έλλειψη καυσίμων, επέλεξε την κατά πολύ συντομότερη διαδρομή προς το Βλαδιβοστόκ, παραβιάζοντας τις σχετικές διαταγές. Παρά την ομαλή προσγείωση, το αεροσκάφος επιτάχτηκε από τους Σοβιετικούς και το πλήρωμα συνελήφθη. Έπειτα από πολύμηνο εγκλεισμό, το τελευταίο κατάφερε να διαφύγει στην Περσία, αφού, προηγουμένως, είχε φροντίσει να δωροδοκήσει τους δεσμοφύλακες, εν γνώσει και με την ανοχή της NKVD, όπως αποδείχτηκε αργότερα, χάρη στον αποχαρακτηρισμό των σοβιετικών αρχείων.

Το επιταχθέν από τους Σοβιετικούς αεροσκάφος.

 

Χάρτης με τα διάφορα στάδια της αποστολής.

Από τα δεκατέσσερα υπόλοιπα πληρώματα, που κατάφεραν να φτάσουν έως την Κίνα, τα περισσότερα  (66 άτομα σε σύνολο 80) διασώθηκαν χάρη στη συνδρομή των Κινέζων. Ο αριθμός των απωλειών ανήλθε στους επτά (τρεις πνίγηκαν στη θάλασσα, άλλοι τρεις εκτελέστηκαν από τους Ιάπωνες και ένας πέθανε έγκλειστος στη φυλακή). Άλλοι τέσσερεις παρέμειναν αιχμάλωτοι έως το πέρας του πολέμου. Δεκαπέντε από τα δεκαέξι αεροσκάφη καταστράφηκαν ολοσχερώς.

Ο σμηναγός Robert L. Hite, αιχμάλωτος των Ιαπώνων.  Τελικά, επέζησε του εγκλεισμού.

Ο ίδιος ο Doolittle και το πλήρωμά του, αφού έπεσαν με αλεξίπτωτο δευτερόλεπτα πριν από τη συντριβή του αεροσκάφους στο έδαφος, περισυνελέγησαν από Κινέζους αλλά και από τον Αμερικανό ιεραπόστολο John Birch, ο οποίος έτυχε να δραστηριοποιείται στην περιοχή. Χάρη στη φροντίδα τους, επαναπατρίστηκε γρήγορα στις ΗΠΑ. Επιστρέφοντας, ήταν πεπεισμένος πως θα οδηγείτο ενώπιον στρατοδικείου, με την κατηγορία της απώλειας των αεροσκαφών. Αντ’ αυτού, του απενεμήθη το Παράσημο της Τιμής (Medal of Honnor) από τον πρόεδρο Roosevelt αυτοπροσώπως, σε ειδική τελετή στο Λευκό Οίκο, λίγους μήνες αργότερα.

Ο Doolittle και το πλήρωμά του φωτογραφίζονται με τους Κινέζους διασώστες τους.
Η παρασημοφόρηση στο οβάλ γραφείο του Λευκού Οίκου. Τη σκηνή παρακολουθούν οι στρατηγοί H.H. Arnold και George C. Marshall καθώς και η Josephine Doolittle.

Οι επιπτώσεις της επιδρομής Doolittle υπήρξαν καταλυτικές ως προς τη συνέχεια των επιχειρήσεων στο μέτωπο του Ειρηνικού. Βέβαια, σε αντιδιαστολή με τη μετέπειτα εκτενή χρήση των Boeing B-29 (των επονομαζομένων «ιπταμένων υπεροχυρών»-Superfortresses), κατά του ιαπωνικού μητροπολιτικού εδάφους, οι ζημιές, τις οποίες προκάλεσαν τα  Β-25Β Mitchell θεωρούνται πενιχρές. Άλλωστε, η περιορισμένη έκτασή τους ήταν προκαθορισμένη, εφόσον υπήρχε ρητή εντολή να αποφευχθούν παράπλευρες απώλειες. Βρισκόμαστε πολύ μακριά από τους μαζικούς βομβαρδισμούς των ετών 1944-1945 και τη ρίψη της ατομικής βόμβας. Πρώτιστο διακύβευμα της παράτολμης αυτής αποστολής, με ισχυρή δόση αυτοσχεδιασμού, ήταν ο αντίκτυπος στον ψυχολογικό τομέα σε αμφότερα τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Στις ΗΠΑ, η είδηση του βομβαρδισμού στην καρδιά της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας λειτούργησε λυτρωτικά προς όφελος μιας κοινής γνώμης, συγκλονισμένης ακόμα από τις παρενέργειες της απρόκλητης επίθεσης κατά του Περλ Χάρμπορ. Δεν είναι τυχαία η ανακούφιση, που διαδέχθηκε τη διεκπεραίωση της αποστολής, ούτε βέβαια ο πληθωρικός τρόπος, με τον οποίο η είδηση δημοσιοποιήθηκε από τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης.

Η είδηση στα πρωτοσέλιδα των αμερικανικών εφημερίδων.

Όπως ήταν επόμενο, εκ διαμέτρου αντίθετη υπήρξε η αντίδραση της ιαπωνικής πλευράς. Την αρχική έκπληξη διαδέχτηκε σύντομα η οργή και η δίψα για εκδίκηση. Η επιδρομή χαρακτηρίστηκε ως απάνθρωπη, εξαιτίας της συμπερίληψης αμάχων μεταξύ των θυμάτων. Μάλιστα, οι αρμόδιες αρχές, απευθύνθηκαν επιδεικτικά (για λόγους προπαγάνδας) προς τους γονείς παιδιών, που είχαν απωλέσει τη ζωή τους, ζητώντας να τοποθετηθούν ως προς τον τρόπο μεταχείρισης των συλληφθέντων αεροπόρων. Το ναυτικό επιδίωξε, δίχως επιτυχία, να εντοπίσει την αμερικανική αρμάδα στο δρόμο της επιστροφής. Οι ιαπωνικές στρατιωτικές αρχές κατοχής, προέβησαν σε σειρά αντιποίνων σε βάρος των κατοίκων των ανατολικών επαρχιών της Κίνας. Επρόκειτο για προληπτική ενέργεια, προκειμένου να αποφευχθούν, μελλοντικά, παρόμοια περιστατικά περίθαλψης πληρωμάτων του εχθρού. Η ανασφάλεια στο Τόκιο, ήταν διάχυτη. Ενισχύθηκε σημαντικά η αεράμυνα και διπλασιάστηκε η φύλαξη των δημοσίων κτηρίων, των στρατηγικών στόχων και των ξένων πρεσβειών. Η ιαπωνική πρωτεύουσα είχε πάψει, πλέον, να βρίσκεται στο απυρόβλητο. Παρά ταύτα, ο συσχετισμός των ισορροπιών στο μέτωπο του Ειρηνικού, εξακολουθούσε να είναι συντριπτικός σε βάρος των Αμερικανών. Θέλοντας να εξουδετερώσει μια για πάντα την αμερικανική απειλή, ο ναύαρχος Isoroku Yamamoto, αρχηγός του ιαπωνικού στόλου, επίσπευσε το σχέδιο εκείνο, που προέβλεπε αναμέτρηση στην ανοικτή θάλασσα, με την αιχμή του δόρατος του αντιπάλου, τα τρία εναπομείναντα αεροπλανοφόρα. Η αντιπαράθεση αυτή έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 1942, στα ανοικτά της κοραλλιογενούς ατόλης Μίντγουεϊ. Στηριζόμενοι στην υπεροπλία, οι Ιάπωνες σχεδίασαν την όλη επιχείρηση με χαρακτηριστική αλαζονεία, βέβαιοι για την τελική επικράτηση. Αγνοούσαν παντελώς πως οι αμερικανικές υπηρεσίες αποκρυπτογράφησης είχαν καταφέρει να σπάσουν, εν μέρει, τον ιαπωνικό κώδικα, σχηματίζοντας αρκετά σαφή εικόνα ως προς τις προθέσεις του εχθρού. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τον παράγοντα τύχη, ανέτρεψε πλήρως τις προβλέψεις. Μέσα σε επτά, μόλις, εκρηκτικά λεπτά τις ώρας, βυθίστηκαν τρία ιαπωνικά αεροπλανοφόρα με τον μεγαλύτερο αριθμό των αεροσκαφών στο κατάστρωμα. Λίγο αργότερα, βυθίστηκε και ένα τέταρτο. Οι απώλειες των Αμερικανών ανέρχονταν σε ένα αεροπλανοφόρο. Έξι μήνες έπειτα από την επιδρομή σε βάρος του Περλ Χάρμπορ, ο συσχετισμός των ισορροπιών είχε αποκατασταθεί. Έχοντας απόλυτη συνείδηση πως η χρονική παράταση των εχθροπραξιών λειτουργούσε εις βάρος τους, οι Ιάπωνες περιορίστηκαν εφεξής σε αμυντική τακτική. Το πλεονέκτημα των στρατηγικών κινήσεων και ελιγμών στο μέτωπο του Ειρηνικού είχε αλλάξει αμετάκλητα στρατόπεδο.

 

Οι ναύαρχοι Isoroku Yamamoto και Chester W. Nimitz.

 

 

Narrow Escapes of World War II  – The Doolittle Raid

 

 

 

 

 

 

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Μαρία Τσιτινίδου

Σπύρος Παυλίδης: Λουδίτες και Νέο-Λουδιτισμός: ουτοπική οικολογία ή βιώσιμη ανάπτυξη και συνεξέλιξη Πολιτισμού και Φύσης;

Σπύρος Παυλίδης

Λουδίτες και Νέο-Λουδιτισμός: ουτοπική οικολογία
ή βιώσιμη ανάπτυξη και συνεξέλιξη Πολιτισμού και Φύσης;

 

Στη χώρα μας, αλλά και διεθνώς, βιώνουμε τις τελευταίες δεκαετίες μια ιδιότυπη οικολογική «ευαισθησία» από μεγάλες κοινωνικές ομάδες για διάφορα σοβαρά περιβαλλοντικά θέματα (ΧΥΤΑ, εξόρυξη μεταλλευμάτων, εκμετάλλευση γεωθερμικών πεδίων, υδρογονάνθρακες-λιγνίτες παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, ακόμη και αντιδράσεις για ανεμογεννήτριες κ.α.), που σχεδόν πάντα ξεπέρνα την απλή ευαισθησία και παίρνει «πολεμικές» διαστάσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να παραλληλιστούν με το κίνημα των Λουδιτών ή στρατό των «Εκδικητών» (Redressers) του 19ου αιώνα, ως νεολουδιτικό κίνημα σήμερα.

Η Αγγλία ως γνωστό υπήρξε η κλασική χώρα της καπιταλιστικής ανάπτυξης στο 18ο και 19ο αιώνα. Η βιομηχανική ανάπτυξη στο αρχικό πρωτο-καπιταλιστικό στάδιό της πέρασε από διαφορές φάσεις διαμόρφωσης και προκάλεσε πολλές μορφές αντιδράσεων. Μια από τις πλέον ακραίες ήταν το περίφημο κίνημα των Λουδιτών (Luddites), που ξεκίνησε με μια «υστερική επίθεση» στα 1779, σε ένα χωριό του Λέισεστερσάιρ όταν κάποιος Νεντ Λουντ μπήκε σ’ ένα εργοστάσιο και κατέστρεψε δυο μηχανές πλεκτών, χαρακτηρίζοντας τες ως εχθρικές για τα συμφέροντα των εργαζομένων. Οι καταστροφές μηχανών προσέλαβαν μεγάλες διαστάσεις, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1811-12 με τις πολιτικές διακηρύξεις του τύπου:

«Δεν θα καταθέσουμε ποτέ τα όπλα (μέχρις ότου) η Βουλή υιοθετήσει νόμο για να απομακρυνθούν όλες οι μηχανές, οι οποίες είναι επιζήμιες για τις λαϊκές τάξεις και να ανακαλέσει τον νόμο για τον απαγχονισμό εκείνων οι οποίοι σπάζουν τις μηχανές. Δεν θα υποβάλλουμε αιτήματα, αυτό δεν αρκεί – αλλά κηρύσσουμε τον πόλεμο!».

C.L. Doughty: Workmen Take Out Their Anger on the Machines

Πραγματικά έγιναν επιθέσεις, αναπτύχτηκε ένα παράνομο, ισχυρό, αρκετά οργανωμένο και πειθαρχημένο κίνημα, με σημαντική λαϊκή υποστήριξη στις βιομηχανικές περιοχές, το οποίο προκάλεσε σημαντικές καταστροφές σε μηχανές και ιδιοκτησίες. Αντιμετωπίστηκε από μια πολιτική άγριας καταστολής, που περιελάμβανε τη δράση μυστικών αστυνομικών, πολιτοφυλάκων, εθελοντών πολιτών και εργατών που βοηθούσαν την αστυνομία, επεμβάσεις στρατιωτικών δυνάμεων, βαριές ποινές, ακόμη και εκτελέσεις με απαγχονισμό. Το λουδίτικο κίνημα αμφισβήτησε έμπρακτα τη νέα βιομηχανική κοινωνία, που επέβαλε η τεχνολογική ανάπτυξη, αλλά κινήθηκε στην απόλυτη ουτοπία. Το κίνημα επηρέασε και τους ρομαντικούς διανοούμενους. Ο λόρδος Μπάιρον μάλιστα έγραφε: «Κάτω όλοι οι βασιλιάδες, εκτός από τον βασιλιά Λουντ!», ενώ αντέδρασε, τότε, σθεναρά, εκφωνώντας τον περίφημο λόγο υποστήριξης των λουδιτών στη Βουλή των Λόρδων (σοβαρή ρομαντική πολιτική παρακαταθήκη).

Ned Ludd, ο αρχηγός των Λουδιτών.
Richard Westall: George Gordon Byron, 6th Baron Byron.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το κίνημα υπήρξε βραχύβιο. Δεν άργησε να κατανοηθεί η ανεπάρκεια αυτής της πολιτικής και ο ουτοπικός χαρακτήρας της. Όπως ήταν φυσικό δεν μπόρεσε ούτε κατ’ ελάχιστο να αντισταθεί ως κόκκος άμμου στο χειμαρρώδη μεγαποταμό της μεγάλης βιομηχανικής πλημμυρίδας, που χαρακτηρίστηκε επανάσταση (σταθμός της παγκόσμιας ιστορίας), γιατί άλλαξε ριζικά το οικονομικό, κοινωνικό, βιοτικό και πολιτιστικό επίπεδο της ανθρωπότητας και που συνεχίζεται μέχρι σήμερα με ακόμη μεγαλύτερες τεχνολογικές αλλαγές, με τις αναμφισβήτητα θετικές αλλά και αρνητικές της επιπτώσεις. Ακόμη και ο Μαρξ επεσήμανε τη διάκριση μεταξύ μηχανών από την οικονομική τους χρησιμοποίηση τονίζοντας ότι οι επιθέσεις δεν έπρεπε να στρέφονταν ενάντια στα ίδια τα υλικά μέσα παραγωγής, αλλά ενάντια στην κοινωνική μορφή της εκμετάλλευσής τους και τάχτηκε ουσιαστικά εναντίον του λουδιτισμού. Κατ΄ αναλογία κάθε σοβαρός μαρξιστής και κάθε σώφρων άνθρωπος θα τασσόταν σήμερα ξεκάθαρα ενάντια στο νεολουδιτιμό.

Το κίνημα των Λουδιτών, ως ιδεολογικό και συντεχνιακό κίνημα, επιχείρησε να αντιδράσει στις «διαρθρωτικές» αλλαγές της εποχής – στην επικράτηση των μηχανών και των νέων μεθόδων στην παραγωγή, στο νέο βιομηχανικό- καπιταλιστικό τρόπο ανάπτυξης – με τακτικές που, αν και πολλές φορές είχαν προσωρινά αποτελέσματα, εντούτοις, μακροπρόθεσμα δεν είχαν μέλλον και δεν επηρέασε στο ελάχιστο τη μεγάλη πορεία της τεχνολογικής-καπιταλιστικής ανάπτυξης. Παρέμεινε γραφικό. Αν και υπήρξε αναχρονιστικό-συντηρητικό κίνημα, ιδεολογικά ήταν πρωτοποριακό, που επηρεάζει μέχρι σήμερα οικολογικά και πολιτικά κινήματα και θα συνεχίζει να επηρεάζει ιδιαίτερα στο μέλλον.

Οι αναλογίες με τα σημερινά κινήματα οικο-αναρχίας είναι ιδιαίτερα εμφανείς και οι παραλληλισμοί οδηγούν σε ιδεολογίες των τελευταίων δεκαετιών, ιδιαίτερα με αυτές που προέρχονται από την ακραία φυσιοκρατική (φυσιολατρική) Οικολογία ή Οικοσοφία ή Βαθιά Οικολογία (Deep Ecology). Ουσιαστικά πρόκειται για μια ολιστική προσέγγιση των παγκόσμιων προβλημάτων, που περιλαμβάνει στοιχεία φιλοσοφικά, συναισθηματικά, μυστικιστικά, πολιτικά, αλλά και τρόπους καθημερινής δράσης, συχνά ακραίους και βίαιους. Η Βαθιά Οικολογία, σε αντίθεση με τον δυτικό ανθρωποκεντρισμό, αναδεικνύει ως κεντρική ιδέα ότι, όλα τα έμβια όντα έχουν τη δική τους αξία, που πρέπει να αντιμετωπίζονται ισότιμα. Χαρακτηρίστηκε από θεωρητικούς οικολόγους ως “βαθιά ανοησία” ή «Οικοφασισμός» και η σκέψη και πρακτική της επικίνδυνη. Παρόλο που οι εκφράσεις αυτές είναι βαριές και ίσως άδικες, έγιναν αιτία για έντονες συζητήσεις, διαμάχες, διασπάσεις, διενέξεις στους κόλπους του οικολογικού, αριστερού και αριστερίστικου χώρου. Παράλληλα όμως βοήθησαν στη φιλοσοφική και κυρίως πολιτική ωρίμανση του οικολογικού κινήματος. Η άκρατη φυσιοκρατία πίστευε πως οι αντιλήψεις μας χρήζουν θεμελιωδών αλλαγών, όσον αφορά τις αξίες και τις πρακτικές που εναγκαλίζονται, ειδάλλως η ποικιλομορφία, η ομορφιά και η ικανότητα του περιβάλλοντος να στηρίξει την επιβίωσή του αλλά και τον ανθρώπινο πολιτισμό θα εκλείψουν.

Η βαθιά οικολογία ενδιαφέρεται πρώτα για την ηθική, το δίκαιο και τα δικαιώματα της Φύσης. Ένας λιγότερο ήπιος κλάδος της προσέφερε θετική υπηρεσία στη δημόσια πολιτική και στο δίκαιο του περιβάλλοντος επανεισάγοντας την κρίσιμη σημασία των οικοσυστημάτων για την επιβίωση του ανθρώπου. Όμως, όταν αυτή η πραγματικότητα υιοθετείται αυτούσια, όταν μετατρέπεται σε ανθρώπινη αξία και ιδεολογία και εισάγεται στην ανθρώπινη κοινωνία ως μοντέλο συνύπαρξης και συμπεριφοράς, τότε κλονίζεται πλήρως ο κοινωνικός ιστός (αντιστοιχία παρενεργειών Κοινωνιοβιολογίας). Υποτιμά ωστόσο σημαντικά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ανθρώπινου πολιτισμού και κυρίως το ρόλο της ανθρώπινης φύσης και της τεχνολογικής ανάπτυξης. Τα οικοσυστήματα έχουν ζωτική σημασία ως αναντικατάστατη φυσική βάση των ανθρωπογενών συστημάτων. Από την θέση αυτή πήγασε η ορθή ιδέα της βιωσιμότητας ή αειφόρου ανάπτυξης, που έδωσε νέα διάσταση στην ιδέα της ανάπτυξης. Η Βαθιά Οικολογία προσέφερε ιδεολογικά και μπορεί να προσφέρει, γιατί προβάλλει φιλοσοφικές (ιδεολογικές) ιδέες του απώτερου μέλλοντος. Ως πρακτική όμως και ρεαλιστική πολιτική προοπτική δεν έχει άλλη διέξοδο παρά μόνο την απόλυτη αποτυχία όπως το προγονικό της λουδιτικό κίνημα. Δεν έχει να προσφέρει πρακτικά τίποτα εκτός από το μίσος και την απογοήτευση στους φανατικούς οπαδούς. Ούτε η παραδοσιακή ηθική και ιδεολογία της ληστρικής εκμετάλλευσης του περιβάλλοντος, που είναι κατά βάση άκρως ανθρωποκεντρική, μπορεί πλέον να λύσει τα άνθρωπο-περιβαλλοντικά προβλήματα. Οδηγείται και αυτή σε αδιέξοδα. Ο άνθρωπος παραδοσιακά αναγνωρίζει στα άλλα όντα σχετική μόνο αξία, ανάλογα με τη χρησιμότητα που έχουν γι’ αυτόν, η οποία εξακολουθεί να είναι κυρίαρχη ιδεολογία και πρακτική και σήμερα.

Λάθος και ορθή θεώρηση των πραγμάτων σύμφωνα με την βαθιά οικολογία.

Αντίθετα η Κοινωνική Οικολογία, υποστηρίζει ότι όλα τα οικολογικά προβλήματα προέρχονται από τα κοινωνικά προβλήματα. Η οικολογική ηθική αναγνωρίζει εγγενή, απόλυτη αξία σε ολόκληρη τη Φύση του ανθρώπου συμπεριλαμβανομένου ως τμήμα της.

Η λογική της βιώσιμης ανάπτυξης έχει μακροχρόνιο ορίζοντα και συλλαμβάνει ορθότερα στη δυναμική των οικοσυστημάτων, αφού δεν απορρίπτει εκ των προτέρων την δυνατότητα εναρμόνισης οικοσυστημάτων και ανθρωπογενών συστημάτων, τη συνύπαρξη δηλαδή φυσικής, τεχνολογικής και πολιτιστικής εξέλιξης. Ωστόσο αυτό παραμένει το κύριο πρόβλημα, αφού ΟΛΑ τα ανθρώπινης κατασκευής συστήματα διαφοροποιούνται από τα βιοτικά και διαθέτουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και δυνατότητες. Στα χαρακτηριστικά αυτά και ιδίως στη λογική ικανότητα, δημιουργικότητα και προσαρμοστικότητα του ανθρώπου, η συνεξέλιξη (όχι απλά συνύπαρξη) των ανθρωπογενών συστημάτων και των οικοσυστημάτων είναι εφικτή, αφού τα ανθρωπογενή συστήματα έχουν βραχύτερο χρόνο διάρκειας σε σχέση με τα φυσικά, όταν μπορούν να εντάσσονται αρμονικά στα οικοσυστήματα. Από τη διαπίστωση αυτή γεννήθηκε η σχολή της βιώσιμης ανάπτυξης.

Ακόμη και η πιο συντηρητική τάση της νέας περιβαλλοντικής οικονομίας επιδιώκει την ένταξη των παραμέτρων του περιβάλλοντος στα οικονομικά πρότυπα, αν και η βάρβαρη και καταστροφική περιβαλλοντική πολιτική συνεχίζεται πολλές φορές στα πλαίσια σύγχρονων οικονομικών μοντέλων. Η θεωρία της βιώσιμης ανάπτυξης, αντί απλουστευτικών νόμων και ιδεολογιών, προσανατολίζεται προς τα προβλήματα της επιδιωκόμενης σταθερής συνεξέλιξης πολιτισμού και φύσης (αναγκαία συνύπαρξη).

Το Κοινωνικο-Οικολογικό μοντέλο.

Η μορφή και η πολυπλοκότητα αυτών των δύο φιλοσοφικών προσεγγίσεων, μπορεί να διαφέρει κατά περίπτωση, χρόνο και τόπο. Οι κοινωνίες όμως πάντα ρύθμιζαν ή πρέπει να ρυθμίζουν τη σχέση των μελών τους, εξασφαλίζοντας τη συνοχή τους. Η έννοια του Δικαίου παράγει γραπτούς ή άγραφους νόμους, ενώ η Ηθική κανόνες συμβίωσης και συμπεριφοράς, εργαλεία απαραίτητα για να εξασφαλιστεί ένα κοινωνικό περιβάλλον, έστω και κατ’ ελάχιστο, κατάλληλο για την επιβίωση μιας κοινωνίας. Αυτά τα δύο φιλοσοφικά-κοινωνικά ρεύματα, βρέθηκαν συχνά αντιμέτωπα και επηρέασαν σημαντικά τις σύγχρονες οικολογικές τάσεις. Κατά καιρούς, όπως συμβαίνει πάντα, χρησιμοποιήθηκαν τα στοιχεία εκείνα που βόλευαν τις πολιτικές προεκτάσεις τους και τους σκοπούς εκείνων που τα χρησιμοποιούσαν (συμφέροντα πολλές φορές άσχετα με τις περιβαλλοντικές ευαισθησίες). Το σημαντικό είναι ότι σήμερα προστέθηκαν νέες αξίες στην ηθική εξέλιξη των ανθρώπων, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία. Στην κλασική ηθική (=κανόνες μεταξύ των ανθρώπων) προστίθενται και οι αξίες της Οικο-ηθικής (π.χ. βιοηθική). Ως οικο-ηθική νοείται γενικά η διερεύνηση κανόνων στη σχέση μεταξύ Ανθρώπων και Φύσης (ιδιαίτερα σημαντικοί νόμοι της τελευταίας 40ετίας, έλεγχοι, νέες πρακτικές, ατελές ακόμη το σύστημα στα σπάργανα του). Οπωσδήποτε αποτελεί ένα εντελώς νέο σταθμό όχι μόνο στη φιλοσοφική-πολιτιστική εξέλιξη του ανθρώπου, άγουρο ακόμη, αλλά και ένα νέο τρόπο σκέψης και δράσης, σε ολόκληρο τον πλανήτη, που ξεπερνά τις παλαιότερες αντιμαχόμενες αντιλήψεις πέραν του ανθρωποκεντρισμού και της ακραίας φυσιοκρατίας, στο πλαίσιο πάντα της μεσότητας και της εξεύρεσης ισορροπίας (δύσκολο εγχείρημα). Ακριβώς το αντίθετο επιδιώκουν οι ακρότητες, οι παρα-επιστημονικές διαστρεβλώσεις (πολύ συχνές) και πολιτικές σκοπιμότητας της Βαθιάς Οικολογίας. Επειδή η Οικολογία είναι και ιδεολογία με πολλές αποχρώσεις, ενέχει τη δυναμική να ευαισθητοποιεί το σύγχρονο άνθρωπο για τα περιβαλλοντικά θέματα, αλλά και τον κίνδυνο να παγιδεύει υγιώς σκεπτόμενους και ευαισθητοποιημένους πολίτες σε ουτοπικά αδιέξοδα, να υπηρετεί κρυπτο-προσωπικά καμουφλαρισμένα ιδιοτελή ΚΑΙ πολιτικά-κομματικά συμφέροντα, που δεν έχουν καμιά σχέση με την προστασία της φύσης και να φτάνει μέχρι και την ιδιαίτερα επικίνδυνη οικοφασιστική (ή καλύτερα ιδιαίτερα ακραία) πολιτική εκτροπή, η οποία τις περισσότερες φορές δεν γίνεται αντιληπτή σε ατομικό επίπεδο, με καταστροφικές όμως συνέπειες σε τοπικές και εθνικές κοινωνίες και φυσικά σε παγκόσμια κλίμακα, που μόνο στην προστασία του περιβάλλοντος δεν προσφέρει και στην επιδιωκόμενη ισορροπία Ανθρώπου-Φύσης. Αν δεν είναι καταστροφική είναι απλά ΟΥΤΟΠΙΚΗ.

 

Ο Σπύρος Παυλίδης είναι Ομότιμος Καθηγητής Νεοτεκτονικής και Παλαιοσεισμολογίας του Τμήματος Γεωλογίας ΣΘΕ-ΑΠΘ. Στο παρελθόν διετέλεσε Πρόεδρος του Τμήματος Γεωλογίας και Κοσμήτορας της Σχολής Θετικών Επιστημών. Σήμερα είναι Πρόεδρος του ΔΣ του Αριστοτελείου Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Θεσσαλονίκης και της Ελληνικής Γεωλογικής Εταιρίας.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Κερκπατρικ Σέιλ, Εξέγερση ενάντια στο μέλλον. Οι Λουδίτες και ο πόλεμος τους ενάντια στη βιομηχανική επανάσταση, Εκδ. Αγγλική 1995/Ελληνική FUTURA 2018.

Κωστελίδης Χρήστος, Οικολογικές θεωρήσειςhttp://ckostelidis.blogspot.com/2009/07/blog-post_22.html

Mc Shane Katie, Anthropocentrism vs. Nonanthropocentrism: Why Should We Care?, http://www.environmentandsociety.org/mml/anthropocentrism-vs-nonanthropocentrism-why-should-we-care

Luddites https://en.wikipedia.org/wiki/Luddite

“Λουδίτες και νεο-Λουδίτες”,  Το Βήμα Online, 24 Νοε 2008, www.tovima.gr › 2008/11/24 › archive › loydites-kai-neo-loydites

Παυλίδης, Σπ., ΠΑΝ-ΓΑΙΑ, μια διαφορετική Βιο-Γεωλογική διαδρομή στον Πλανήτη Γη, Εκδ. Leader Books, 2007.

Παυλίδης,  Σπ. “ΓΕΩ-ΒΙΟΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ, μια φυσιοκρατική αντίληψη της Οικολογίας”, Περιοδικό Περιβάλλον και Δίκαιο, 2/2012, σελ. 232-242.