Skip to main content

Αντώνης Κλάψης: Η Ελλάδα και η Συνθήκη των Σεβρών

100 χρόνια από τότε 

Αντώνης Κλάψης 

Η Ελλάδα και η Συνθήκη των Σεβρών

 

Η ελληνική συμμετοχή στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού

Η λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της διευθέτησης διαφορών που είχαν ανακύψει κατά τη διάρκειά του, αλλά και άλλων που προϋπήρχαν της διεξαγωγής του. Η επαναχάραξη συνόρων, η διάλυση κρατών και η δημιουργία νέων, η πληρωμή πολεμικών αποζημιώσεων, η ηθική καταδίκη και ο αφοπλισμός των ηττημένων έμελλαν να αποτελέσουν τα κορυφαία ζητήματα που θα απασχολούσαν τη Συνδιάσκεψη Ειρήνης, η οποία συνήλθε στο Παρίσι με έναν βασικό σκοπό: την κατάρτιση των Συνθηκών Ειρήνης μεταξύ αφενός των νικητριών κρατών της Αντάντ, αφετέρου των ηττημένων Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανία και Αυστρο-Ουγγαρία) και των συμμάχων τους (Οθωμανική Αυτοκρατορία και Βουλγαρία). Μαζί με τους υπόλοιπους νικητές, στη Συνδιάσκεψη θα λάμβανε μέρος και η Ελλάδα, η οποία δεν είχε ποτέ μέχρι τότε κληθεί να συμμετάσχει σε ένα ανάλογο διεθνές forum.

Το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης είχε θεωρητικά τεθεί εκ των προτέρων πάνω στη βάση των Δεκατεσσάρων Σημείων, τα οποία είχε ανακοινώσει στις 26 Δεκεμβρίου 1917/8 Ιανουαρίου 1918 ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Γούντροου Ουίλσον: μεταξύ άλλων, κατάργηση της μυστικής διπλωματίας, ελευθερία της ναυσιπλοΐας και του εμπορίου, μείωση των εξοπλισμών, αμερόληπτη διευθέτηση όλων των αποικιακών διεκδικήσεων, αυτοδιάθεση των λαών, ίδρυση ενός παγκόσμιου οργανισμού για τη διαφύλαξη της ειρήνης και της ασφάλειας[1]. Ωστόσο, οι ιδεαλιστικές εισηγήσεις του Αμερικανού προέδρου δεν ήταν πάντα εύκολο να εφαρμοστούν, καθώς προσέκρουαν σε ζωτικής σημασίας εθνικά συμφέροντα. Παρά τις διακηρύξεις για την κυριαρχική ισότητα όλων των κρατών, από την πρώτη κιόλας στιγμή της έναρξης των εργασιών της Συνδιάσκεψης του Παρισιού αποδείχτηκε ότι η διάκριση μεταξύ Μεγάλων Δυνάμεων και μικρότερων χωρών παρέμενε κεφαλαιώδους σημασίας. Ο αποκλεισμός των ηττημένων, αλλά και της νεοπαγούς Σοβιετικής Ρωσίας από τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις συνοδεύτηκε από την καθιέρωση ενός «διευθυντηρίου» των τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων της Αντάντ: το Συμβούλιο των Τεσσάρων, στο οποίο συμμετείχαν ο πρόεδρος Ουίλσον και οι πρωθυπουργοί της Μεγάλης Βρετανίας Ντέηβιντ Λόυντ Τζωρτζ, της Γαλλίας Ζωρζ Κλεμανσώ και της Ιταλίας Βιττόριο Εμανουέλε Ορλάντο, θα συνεδρίαζε τακτικά, αναλαμβάνοντας αποφασιστικό ρόλο στη διευθέτηση όλων των επιμέρους ζητημάτων[2].

Η έναρξη των εργασιών του Συνεδρίου της Ειρήνης στο ανάκτορο του Τριανόν, στις Βερσαλλίες ( Ιανουάριος 1919).

Αναγνωρίζοντας την ιδιαίτερη σημασία της Συνδιάσκεψης για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της Ελλάδας, επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας στη γαλλική πρωτεύουσα τέθηκε ο Βενιζέλος, πλαισιωμένος από ικανότατους συνεργάτες, όπως ο Νικόλαος Πολίτης, ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, ο Άθως Ρωμάνος και ο Λάμπρος Κορομηλάς. Διαθέτοντας σπάνια διπλωματική δεινότητα και χαίροντας της εκτίμησης του συνόλου των άλλων ηγετών της εποχής του, ο Κρητικός πολιτικός γρήγορα αναδείχθηκε σε μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της Συνδιάσκεψης: ήταν «ο σπουδαιότερος άνθρωπος που συνάντησα στο Παρίσι» εξομολογούνταν ο Ουίλσον[3]. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το όνομα του Έλληνα πρωθυπουργού συζητήθηκε σοβαρά για την ανάληψη της θέσης του πρώτου γενικού γραμματέα της νεοσύστατης Κοινωνίας των Εθνών. Ικανότατος διαπραγματευτής, αποφασιστικός αλλά και διαλλακτικός όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν, ο Βενιζέλος επιχείρησε –συνήθως με επιτυχία– να εκμεταλλευθεί προς όφελος της Αθήνας τις μεταβαλλόμενες ισορροπίες μεταξύ των μελών του Συμβουλίου των Τεσσάρων, πείθοντας ότι η ικανοποίηση των ποικίλων ελληνικών αιτημάτων δεν εδραζόταν μόνο στον δίκαιο χαρακτήρα τους, αλλά ότι εξίσου εξυπηρετούσε τα συμπίπτοντα με εκείνα της Ελλάδας συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων.

Ελληνική λιθογραφία συμπεριλαμβάνουσα τον Ελευθέριο Βενιζέλο μεταξύ των συντελεστών της νίκης.

Αποδεικνύοντας προκαταβολικά το ρεαλιστικό του πνεύμα, ο Βενιζέλος είχε σπεύσει στα τέλη του 1918 να προσφέρει την ενεργή συμμετοχή ελληνικών στρατευμάτων στη συμμαχική εκστρατεία στην Ουκρανία εναντίον των Μπολσεβίκων έτσι ώστε να εξασφαλίσει πρόσθετα διαπραγματευτικά χαρτιά (ιδίως προς την κατεύθυνση της Γαλλίας) εν όψει της έναρξης της ειρηνευτικής Συνδιάσκεψης[4]. Για την επίτευξη, εξάλλου, των στόχων του χρησιμοποίησε μεθόδους όπως το lobbying και η συστηματική προπαγάνδα[5], οι οποίες συχνά συνδυάζονταν με ασυνήθιστες για τα δεδομένα της εποχής «διπλωματικές παραστάσεις»: όταν στις 21 Ιανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1919 εμφανίστηκε ενώπιον του Συμβουλίου των Τεσσάρων προκειμένου να παρουσιάσει προφορικά τις ελληνικές διεκδικήσεις, δεν ξεκίνησε αναφερόμενος στα αιτήματά του, αλλά αντίθετα, προφανώς σε μια προσπάθεια αφενός χαλάρωσης του φορτισμένου κλίματος των αδιάκοπων διαπραγματεύσεων, αφετέρου δημιουργίας θετικών εντυπώσεων, παρουσίασε στους ηγέτες των Μεγάλων Δυνάμεων φωτογραφίες σφουγγαράδων από τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα[6].

 

Οι ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις

Οι εδαφικές διεκδικήσεις της Ελλάδας διατυπώθηκαν αναλυτικά στο υπόμνημα που υπέβαλε ο Βενιζέλος προς τη Συνδιάσκεψη στις 17/30 Δεκεμβρίου 1918[7]. Τα ελληνικά αιτήματα θεμελιώνονταν πρώτα απ’ όλα στην επίκληση της αρχής της αυτοδιάθεσης των λαών, όπως αυτή είχε αποκρυσταλλωθεί στα Δεκατέσσερα Σημεία του Ουίλσον. Ο Έλληνας πρωθυπουργός παρέθετε αναλυτικά στατιστικά στοιχεία για τους αλύτρωτους ελληνικούς πληθυσμούς, επιχειρώντας να αποδείξει την αριθμητική υπεροχή του ελληνικού στοιχείου στις περιοχές που αποτελούσαν αντικείμενο διεκδίκησης από την πλευρά της Ελλάδας. Οι ελληνικές αξιώσεις, οι οποίες λίγες εβδομάδες αργότερα παρουσιάστηκαν και προφορικά από τον Βενιζέλο ενώπιον του Συμβουλίου των Τεσσάρων, περιλάμβαναν τη Βόρεια Ήπειρο, ολόκληρη τη Θράκη (Δυτική από τη Βουλγαρία και Ανατολική από την Οθωμανική Αυτοκρατορία) έως τα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης, το σύνολο των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας (από την Πάνορμο στη Θάλασσα του Μαρμαρά έως νότια της Μάκρης), τα Δωδεκάνησα (που από την άνοιξη του 1912 τελούσαν υπό καθεστώς ιταλικής κατοχής), καθώς και την επικύρωση της ελληνικής κυριαρχίας στα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου συμπεριλαμβανομένων της Ίμβρου και της Τενέδου[8].

Αντίθετα, αναγνωρίζοντας τις αντικειμενικές δυσχέρειες που προέκυπταν λόγω της γεωγραφικής απομόνωσής του από τις υπόλοιπες περιοχές με πυκνό ελληνικό πληθυσμό, ο Βενιζέλος απέφυγε να διατυπώσει διεκδικήσεις για τον Πόντο. Η Ελλάδα, ακόμα κι αν εξασφάλιζε τη συγκατάθεση των Μεγάλων Δυνάμεων, δεν ήταν σε θέση να παρέμβει στρατιωτικά στην περιοχή προκειμένου να επιβάλει με τη δύναμη των όπλων, εάν αυτό απαιτούνταν, τη θέλησή της. Ταυτόχρονα, δεδομένου ότι σοβαρές αμφιβολίες εκφράζονταν για τη δυνατότητα των Ποντίων να αντιμετωπίσουν μόνοι τους ενδεχόμενες τουρκικές πιέσεις, ο Βενιζέλος απέρριψε τη λύση της ίδρυσης ανεξάρτητου ποντιακού κράτους. Εισηγήθηκε, ωστόσο, την ενσωμάτωση του Πόντου (αλλά και του βιλαετίου των Αδάνων, όπου κατοικούσαν περίπου 70.000 Έλληνες) στη νεοσυσταθείσα Αρμενική Δημοκρατία, στο πλαίσιο της οποίας εικαζόταν ότι οι Έλληνες θα απολάμβαναν πλήρους ισονομίας και ισοπολιτείας, διασφαλίζοντας έτσι τη συνέχιση της παρουσίας τους και την ευημερία τους στις πατρογονικές τους εστίες[9].

Χάρτης της Μεγάλης Ελλάδος.

Έχοντας ως προτεραιότητα να μην διαταράξει τις εγκάρδιες σχέσεις με τη Μεγάλη Βρετανία, στην ένθερμη υποστήριξη της οποίας υπολόγιζε προκειμένου να προωθήσει τα υπόλοιπα ελληνικά αιτήματα, ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν έθεσε ούτε θέμα απόδοσης της Κύπρου στην Ελλάδα[10]. Εκτιμώντας ότι στη δεδομένη συγκυρία καμία άλλη χώρα δεν θα μπορούσε να εγείρει αξιώσεις για την Κύπρο, δεδομένου ότι ο πληθυσμός της ήταν κατά συντριπτική πλειοψηφία ελληνικός, ο Βενιζέλος προτίμησε να δώσει μεγαλύτερο βάρος σε άλλες εδαφικές διεκδικήσεις. Όπως, εξάλλου, δήλωσε ενώπιον του Συμβουλίου των Τεσσάρων, ο ίδιος ήταν πεπεισμένος ότι κάποια στιγμή στο μέλλον η βρετανική κυβέρνηση θα προσέφερε οικειοθελώς την Κύπρο στην Ελλάδα, όπως είχε πράξει περισσότερο από μισό αιώνα νωρίτερα στην περίπτωση των Επτανήσων[11].

Αντιλαμβανόμενος, τέλος, το ιδιαίτερα αυξημένο ενδιαφέρον των Μεγάλων Δυνάμεων για την Κωνσταντινούπολη, ο Βενιζέλος δεν επέμεινε για την κατακύρωσή της στην Ελλάδα. Αντιπρότεινε, όμως, τη συμπερίληψη της πόλης, μαζί με ολόκληρη την περιοχή των Στενών και την απαραίτητη ενδοχώρα, σε ένα διεθνές κράτος, το οποίο θα τελούσε υπό την προστασία της μέλλουσας να ιδρυθεί Κοινωνίας των Εθνών[12]. Ο υπολογισμός ήταν προφανής: σε μια διεθνοποιημένη Κωνσταντινούπολη, ο ήδη ποσοτικά και ποιοτικά ακμαίος ελληνικός πληθυσμός θα ενισχυόταν περαιτέρω και θα αναδεικνυόταν αναπόφευκτα σε κυρίαρχο στοιχείο. Εάν το διεθνές κράτος επιβίωνε, η Κωνσταντινούπολη θα μετατρεπόταν σταδιακά σε μια de facto ελληνική πόλη, τουλάχιστον από άποψη οικονομική και πνευματική. Αντίθετα, σε περίπτωση διάλυσής του, για τους ίδιους ακριβώς λόγους η απόδοση της Κωνσταντινούπολης στην Ελλάδα θα πρόβαλε ως η πλέον ρεαλιστική λύση. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ο χρόνος εικαζόταν ότι θα ήταν σύμμαχος των ελληνικών συμφερόντων.

Η ικανοποίηση του συνόλου των ελληνικών εδαφικών διεκδικήσεων συνεπαγόταν σχεδόν τον πλήρη θρίαμβο της Μεγάλης Ιδέας. Ένα ελληνικό κράτος που θα απλωνόταν σε δύο ηπείρους και θα βρεχόταν από πέντε θάλασσες, θα ενσωμάτωνε στους κόλπους του τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων που κατοικούσαν στα Βαλκάνια, στην Εγγύς Ανατολή και στα νησιά του Αιγαίου. Με ή έστω και χωρίς την Κωνσταντινούπολη, η προοπτική της ανασύστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας έμοιαζε περισσότερο εφικτή παρά ποτέ. Ασφαλώς, το εγχείρημα κάθε άλλο παρά εύκολο ήταν να ευοδωθεί. Όμως, οι υποστηρικτές του –συμπεριλαμβανομένου του Βενιζέλου– παρέμεναν αισιόδοξοι, υπολογίζοντας στη θετική για την ελληνική πλευρά αλληλεπίδραση μιας σειράς παραγόντων.

Προσέλευση της οθωμανικής αντιπροσωπείας.

Μεταξύ αυτών, ιδιαίτερη αυξημένη σημασία αποδιδόταν στη σταθερή υποστήριξη που παρείχε στα περισσότερα από τα ελληνικά αιτήματα η Μεγάλη Βρετανία, και ακόμα περισσότερο ο πρωθυπουργός της Ντέηβιντ Λόυντ Τζωρτζ. Ο Λόυντ Τζωρτζ έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση για τον Βενιζέλο (τον «μεγαλύτερο Έλληνα πολιτικό από την εποχή του Περικλή», όπως τον χαρακτήριζε[13]), με τον οποίο συνδεόταν με στενή φιλία. Υπό την επίδραση έντονων συναισθηματικών –κατά συνέπεια, όχι απαραίτητα ρεαλιστικών– παρορμήσεων ικανών να υπερβούν τις –συχνά τεκμηριωμένες– αντιρρήσεις ακόμα και των στενότερων συνεργατών του, ο Βρετανός πρωθυπουργός έβλεπε την Ελλάδα ως ανερχόμενη δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο και, ταυτόχρονα, ως τον μελλοντικό τοπικό εγγυητή των βρετανικών συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή. Η ενίσχυση, επομένως, της γεωπολιτικής σημασίας της Ελλάδας μέσω της διεύρυνσης των εδαφικών ορίων της επικράτειάς της, καθίστατο στη σκέψη του επιτακτική για τον έλεγχο κρίσιμης στρατηγικής σημασίας σημείων και κατ’ επέκταση για τη διασφάλιση της απρόσκοπτης συνέχισης των αυτοκρατορικών συγκοινωνιών με την Ινδία ακόμα και σε περιόδους διεθνών αναταραχών[14].

Την υλοποίηση των ελληνικών επιδιώξεων έμοιαζε επίσης να διευκολύνει η συμβατότητά τους με τις αρχές που είχαν διακηρυχθεί από τους νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και ειδικότερα με εκείνη της αυτοδιάθεσης των λαών. Η σταθερή επιμονή του Βενιζέλου στην υπογράμμιση της πληθυσμιακής υπεροχής του ελληνικού στοιχείου στις περιοχές που διεκδικούνταν από την Ελλάδα αποτελούσε οπωσδήποτε αντανάκλαση αυτής της διαπίστωσης και ταυτόχρονα προσπάθεια εκμετάλλευσης της διεθνούς συγκυρίας προς όφελος των ελληνικών συμφερόντων. Ειδικά ως προς την περίπτωση των εδαφικών διεκδικήσεων στην Ανατολική Θράκη και στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, η θέση της Αθήνας εμφανιζόταν να ευνοείται ακόμα περισσότερο από τη ρητή αναφορά, στο δωδέκατο από τα Δεκατέσσερα Σημεία του Ουίλσον, του δικαιώματος για «αυτόνομη ανάπτυξη» των μέχρι τότε υπόδουλων εθνοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε μια ιστορική συγκυρία που οι πολυεθνικές αυτοκρατορίες στην Ανατολική Ευρώπη, στην Εγγύς και τη Μέση Ανατολή διαλύονταν, τα αιτήματα του Βενιζέλου ήταν συμβατά με το πνεύμα της εποχής. Κατά την αντίληψή του, η διατύπωσή τους ήταν αυτονόητη, ενώ η παράλειψή τους θα σήμαινε την απώλεια μιας ευκαιρίας, η οποία ήταν αμφίβολο εάν θα παρουσιαζόταν ποτέ στο μέλλον.

Η διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας ενισχυόταν επιπλέον από το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των αιτημάτων της στρεφόταν σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Βουλγαρίας, οι οποίες είχαν βρεθεί στο στρατόπεδο των ηττημένων κρατών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η αντιπάθεια της διεθνούς κοινής γνώμης απέναντι και στις δύο ήταν δεδομένη, καθώς είχαν ταυτιστεί με τις Δυνάμεις που στα μάτια των νικητών βαρύνονταν με τις ευθύνες έναρξης της αιματηρής σύρραξης. Ο διαμελισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θεωρούνταν σχεδόν βέβαιος, ενώ η πλήρης αποχώρηση των Οθωμανών από την Ευρώπη περίπου δεδομένη[15]. Κατά συνέπεια, η πρόσκτηση περιοχών που έως τότε υπάγονταν είτε σε οθωμανική είτε σε βουλγαρική κυριαρχία μπορούσε να επιτευχθεί, από τη στιγμή μάλιστα που συνδυαζόταν με την επίκληση επιχειρημάτων εθνολογικού χαρακτήρα. Η διεκδίκηση της Ανατολικής Θράκης και της Δυτικής Μικράς Ασίας προβαλλόταν επιπλέον από τον Βενιζέλο ως το πιο (αν όχι το μόνο) αποτελεσματικό μέσο προστασίας των εκεί ελληνικών πληθυσμών από την επανάληψη των συστηματικών διώξεων, τις οποίες είχαν υποστεί από τις οθωμανικές αρχές τα αμέσως προηγούμενα χρόνια: αν η συμπερίληψή τους στον ελληνικό εθνικό κορμό δεν καθίστατο δυνατή, τότε η επιβίωση αυτών των πληθυσμών στις πατρογονικές τους εστίες ήταν στην καλύτερη περίπτωση αμφίβολη.

Ωστόσο, την ίδια στιγμή εξίσου σημαντικά εμπόδια ορθώνονταν στο δρόμο για την ευόδωση των ελληνικών εδαφικών επιδιώξεων. Από κάθε άποψη το σημαντικότερο από αυτά δεν ήταν άλλο από τη στάση της Ρώμης έναντι σχεδόν του συνόλου των ελληνικών αιτημάτων[16]. Οι Ιταλοί αντιμετώπιζαν αρνητικά την προοπτική ενίσχυσης της γεωπολιτικής σημασίας της Ελλάδας, βλέποντας την Αθήνα αφενός ως τοπική ανταγωνίστρια, αφετέρου ως πράκτορα των βρετανικών συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, την οποία θεωρούσαν ως δικό τους προνομιακό πεδίο δράσης. Το ενδεχόμενο απόδοσης της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα ενείχε για την Ιταλία τον κίνδυνο προώθησης της ελληνικής επιρροής στην είσοδο της Αδριατικής Θάλασσας[17]. Αντίστοιχα, η παραχώρηση στην Ελλάδα της Θράκης (Ανατολικής και Δυτικής), της Δυτικής Μικράς Ασίας και των Δωδεκανήσων (τα οποία οι Ιταλοί κατείχαν de facto από το 1912) θα καθιστούσε το Αιγαίο ελληνική λίμνη. Όσο η προοπτική της ανάδειξης της Ελλάδας σε υπολογίσιμη περιφερειακή Δύναμη έθελγε τον Λόυντ Τζώρτζ, άλλο τόσο αποτελούσε απευκταίο ενδεχόμενο για την ιταλική πλευρά.

Οι τέσσερις “Μεγάλοι”. Από αριστερά προς τα δεξιά: Vittorio Emanuele Orlando (Ιταλία), David Lloyd-George (Μεγ. Βρετανία), Georges Clemenceau (Γαλλία) και Woodrow Wilson (Η.Π.Α.).

H αντίδραση της Ρώμης σε κάθε ελληνικό αίτημα συνδυαζόταν με την επιφυλακτικότητα του Ουίλσον απέναντι σε κάποιες από τις ελληνικές διεκδικήσεις, και ειδικότερα σε εκείνες που αφορούσαν στη Θράκη και στη Μικρά Ασία. Μολονότι αυτές οι διεκδικήσεις φαινομενικά εδράζονταν στα Δεκατέσσερα Σημεία του, ο Αμερικανός πρόεδρος θεωρούσε πως συχνά κατέτειναν όχι στην εφαρμογή των αρχών που ο ίδιος είχε επιγραμματικά διατυπώσει, αλλά αντίθετα στη διαστρέβλωσή τους. Τόσο η αμερικανική όσο και άλλες αντιπροσωπείες στη Συνδιάσκεψη του Παρισιού συχνά αμφισβητούσαν την αξιοπιστία των ελληνικών στατιστικών, υποστηρίζοντας ότι τα στοιχεία παρουσιάζονταν με τέτοιο τρόπο ώστε να διογκώνουν σκόπιμα τον αριθμό των Ελλήνων σε βάρος των υπόλοιπων σύνοικων πληθυσμών: με σχεδόν ταχυδακτυλουργικό τρόπο, ο Βενιζέλος, προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη ελληνικής πλειοψηφίας στα δυτικά μικρασιατικά παράλια, δεν είχε διστάσει να αθροίσει στους κατοίκους τους και εκείνους των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου (Ίμβρο, Τένεδο, Λέσβο, Χίο, Σάμο, Ικαρία και Δωδεκάνησα[18]), υποστηρίζοντας ότι τα νησιά αυτά αποτελούσαν από γεωγραφική και οικονομική άποψη φυσική προέκταση της μικρασιατικής χερσονήσου[19]. Εξάλλου, ακόμα και βάσει των ελληνικών στοιχείων, σε κάποια από τα εδάφη που αξίωνε η Ελλάδα οι Έλληνες δεν ήταν παρά μειοψηφία: η περίπτωση της Δυτικής Θράκης ήταν η χαρακτηριστικότερη.

Οι εξωελληνικές δυσχέρειες συμπληρώνονταν από εκείνες που αφορούσαν στην κατάσταση στο εσωτερικό της Ελλάδας, καθώς η χώρα παρέμενε βαθιά διχασμένη, πολιτικά και ψυχολογικά. Τα πάθη του Εθνικού Διχασμού κάθε άλλο παρά είχαν κοπάσει. Ο φαύλος κύκλος των εκατέρωθεν διώξεων δεν είχε σταθεί δυνατόν να σταματήσει, δημιουργώντας έτσι συνθήκες λανθάνουσας εμφύλιας αναμέτρησης. Αυτή η διαίρεση  αποτυπωνόταν και στο πεδίο των εδαφικών διεκδικήσεων: στη «μεγάλη Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» που υποσχόταν ο Βενιζέλος, οι αντίπαλοί του αντέτειναν ότι προτιμούσαν μια «μικρή αλλά έντιμη Ελλάδα»[20]. Η σύμπνοια ως προς τον επιδιωκόμενο στόχο αλλά και ως προς τα μέσα που θα χρησιμοποιούνταν για την επίτευξή του –στοιχείο πάντοτε ενισχυτικό στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής των κρατών– όχι μόνο δεν είχε επιτευχθεί, αλλά αντίθετα στη δεδομένη συγκυρία αποτελούσε ανέφικτο ζητούμενο. Το διπλωματικό οικοδόμημα του Βενιζέλου θεμελιωνόταν σε εξαιρετικά ασταθές –και κατά συνέπεια επικίνδυνο για τη στατικότητα του κτίσματος– έδαφος.

Ακόμα, πάντως, κι αν όλα τα διεθνή και εσωτερικά εμπόδια μπορούσαν να ξεπεραστούν και οι ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις ικανοποιούνταν στο σύνολό τους ή έστω στο μεγαλύτερό τους μέρος, τα δεδομένα θα εξακολουθούσαν να δημιουργούν προβληματισμό σχετικά με τις προοπτικές του διευρυμένου ελληνικού κράτους. Με τα αιτήματα που διατύπωσε στη Συνδιάσκεψη του Παρισιού, ο Βενιζέλος πρότεινε σχεδόν τον επαναδιπλασιασμό της ήδη διπλασιασμένης Ελλάδας των Βαλκανικών Πολέμων. Το όραμα ήταν πολύ θελκτικό για να αγνοηθεί από οποιονδήποτε οπαδό της Μεγάλης Ιδέας. Όμως, ούτε η γοητεία που ασκούσε αυτό το όραμα, ούτε η καταπληκτική διπλωματική δεινότητα του Κρητικού πολιτικού αρκούσαν για να μεταβάλουν μονομιάς μια σειρά από δυσμενή για τα ελληνικά συμφέροντα δεδομένα. Η «Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» θα ήταν ένα κράτος με παράξενο σχήμα: όχι μια στεριά περιβαλλόμενη από θάλασσα, αλλά μια θάλασσα περιτριγυρισμένη από –συχνά εξαιρετικά στενές, όπως στην περίπτωση της Δυτικής Θράκης– λωρίδες στεριάς. Θα επρόκειτο, επίσης, για ένα κράτος που δεν θα ήταν εύκολα υπερασπίσιμο, αλλά αντίθετα θα ήταν ευάλωτο από στρατιωτική άποψη, ιδιαίτερα εάν λαμβανόταν υπόψη ότι θα συνόρευε με πολλούς εν δυνάμει εχθρούς[21]. Ειδικά στην περίπτωση της απόκτησης του συνόλου ή μέρους της δυτικής μικρασιατικής ακτής, η Ελλάδα, παρά τα προφανή οφέλη, θα κινδύνευε να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο της στρατηγικής υπερεξάπλωσης, επιδιώκοντας την επίτευξη ενός εξαιρετικά φιλόδοξου σχεδίου, για το οποίο όμως ήταν αμφίβολο εάν διέθετε τις απαραίτητες δυνάμεις[22]. Το μόνιμο πρόβλημα της αναντιστοιχίας στόχου και μέσων ως προς την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας εμφανιζόταν και πάλι στο προσκήνιο, απειλώντας να μετατρέψει το όνειρο σε εφιάλτη.

 

Η έναρξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας

Η διεθνής συγκυρία που είχε προκύψει μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έδινε την ευκαιρία στην Ελλάδα να επιδιώξει την επέκταση της κυριαρχίας της στα ασιατικά παράλια του Αιγαίου. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε ηττηθεί και οι νικητές είχαν ήδη αποφασίσει τον εδαφικό διαμελισμό της. Πριν ακόμα από τη σύγκληση της Συνδιάσκεψης, ο Βενιζέλος είχε θέσει ευθέως ενώπιον του Λόυντ Τζωρτζ το ζήτημα της προσάρτησης της Ιωνίας στην Ελλάδα[23]. Η επιλογή αυτή, πέραν της φιλίας που συνέδεε του δύο ηγέτες, αποτελούσε σαφή ένδειξη του αταλάντευτα φιλοβρετανικού προσανατολισμού του Βενιζέλου. Η πολιτική της σύμπραξης με τη Μεγάλη Βρετανία θεμελιωνόταν στην εδραία πεποίθησή του ότι τα ελληνικά συμφέροντα θα εξυπηρετούνταν αποτελεσματικότερα μέσα από τη στενή συνεργασία της Αθήνας με το Λονδίνο, από τη στιγμή μάλιστα που το τελευταίο είχε αποστασιοποιηθεί πλήρως από το παραδοσιακό βρετανικό δόγμα της διαφύλαξης της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η ανάγκη εξασφάλισης της υποστήριξης της Μεγάλης Βρετανίας καθίστατο ακόμα επιτακτικότερη προκειμένου να ικανοποιηθούν οι ελληνικές αξιώσεις στη Μικρά Ασία. Σημαντικό τμήμα της ίδιας περιοχής (από τη Σμύρνη έως την Αττάλεια) διεκδικούσε και η Ιταλία. Η Ρώμη είχε λάβει έγγραφες υποσχέσεις από το Λονδίνο και το Παρίσι κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Συνθήκη του Λονδίνου το 1915 και Συμφωνία του Αγίου Ιωάννη της Μωριέννης το 1917). Ωστόσο, μετά το τέλος του πολέμου οι Βρετανοί και οι Γάλλοι εμφανίζονταν ολοένα και λιγότερο πρόθυμοι να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους[24]. Η προσθήκη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής στον συμμαχικό συνασπισμό συνέτεινε στην περαιτέρω αποδυνάμωση των ιταλικών θέσεων. Οι Αμερικανοί δεν αναγνώριζαν τις μυστικές συμφωνίες που είχαν συναφθεί ερήμην τους πριν από τη συμμετοχή τους στην παγκόσμια σύρραξη. Ειδικότερα ως προς το μικρασιατικό ζήτημα, οι εδαφικές διεκδικήσεις της Ρώμης, οι οποίες δεν εδράζονταν στα πληθυσμιακά δεδομένα παρά μόνο σε γεωπολιτικά επιχειρήματα, αντέφασκαν με τις διακηρύξεις του Ουίλσον αναφορικά με την αυτοδιάθεση των λαών.

Η ύπαρξη σημαντικού ανταγωνιστή δυσχέραινε την ευόδωση των ελληνικών επιδιώξεων. Τα συμφέροντα της Ελλάδας και της Ιταλίας δεν συγκρούονταν μόνο στη Μικρά Ασία, αλλά εξίσου στα Δωδεκάνησα και στη Βόρειο Ήπειρο, καθώς επίσης και στην περίπτωση της Θράκης. Αναγνωρίζοντας την ιδιαίτερη σημασία του ιταλικού παράγοντα, ο Βενιζέλος είχε ήδη από τις παραμονές της έναρξης των εργασιών της Συνδιάσκεψης Ειρήνης του Παρισιού αναζητήσει το έδαφος μιας συνεννόησης ανάμεσα στην Αθήνα και στη Ρώμη. Όμως τον Δεκέμβριο του 1918 η προσπάθεια δεν ευοδώθηκε, καθώς πολύ γρήγορα έγινε σαφές ότι ούτε η ελληνική ούτε η ιταλική κυβέρνηση ήταν διατεθειμένες να υποχωρήσουν στο θέμα της διεκδίκησης της Σμύρνης[25].

Όταν πλέον η Συνδιάσκεψη του Παρισιού εγκαινίασε τις εργασίες της, οι αποκλίνουσες απόψεις της Ελλάδας και της Ιταλίας διαπιστώθηκαν πέρα από κάθε αμφιβολία. Η επίμονη άρνηση των Ιταλών έστω και να εξετάσουν το ενδεχόμενο εκχώρησης της Σμύρνης και της ενδοχώρας της στην Ελλάδα δημιούργησε αδιέξοδο όχι μόνο σε διμερές επίπεδο, αλλά εξίσου μέσα στους κόλπους του Συμβουλίου των Τεσσάρων. Η λύση στον γόρδιο διπλωματικό δεσμό ήρθε την άνοιξη του 1919 με τον πλέον απροσδόκητο και συνάμα καταιγιστικό τρόπο. Στις 11/24 Απριλίου ο Ιταλός πρωθυπουργός Βιττόριο Εμανουέλε Ορλάντο αποχώρησε από τη γαλλική πρωτεύουσα σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την άρνηση των υπόλοιπων τριών Δυνάμεων, και κυρίως των Ηνωμένων Πολιτειών, να συγκατανεύσουν στην παραχώρηση του Φιούμε (σημαντικού λιμανιού στη βόρεια ακτή της Αδριατικής Θάλασσας) στην Ιταλία. Αυτή η ενέργεια δημιούργησε κλίμα αντιπάθειας και καχυποψίας σε βάρος των Ιταλών, το οποίο ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο, μετατρεπόμενο σε αγανάκτηση, λίγες ημέρες αργότερα όταν στο Παρίσι έφτασαν πληροφορίες για ιταλικές προετοιμασίες κατάληψης της Σμύρνης χωρίς τη συγκατάθεση των άλλων μελών του Συμβουλίου. Αντιδρώντας άμεσα προκειμένου να προληφθεί η δημιουργία ιταλικού τετελεσμένου, οι ηγέτες των Ηνωμένων Πολιτειών, της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας συμφώνησαν να εξουσιοδοτήσουν την Ελλάδα να αποβιβάσει στρατεύματα στη Σμύρνη, η αποστολή των οποίων θα ήταν η τήρηση της τάξης και η προστασία του πολυάριθμου χριστιανικού πληθυσμού της περιοχής[26]. Έκδηλα ενθουσιασμένος, ο Βενιζέλος έσπευσε άμεσα να αδράξει την ευκαιρία που τόσο αναπάντεχα του είχε παρουσιαστεί, αποδεχόμενος χωρίς δισταγμό τη συμμαχική εντολή[27]. Εκ των υστέρων οι Ιταλοί αναγκάστηκαν απρόθυμα να συγκατανεύσουν.

Η νηοπομπή που μεταφέρει την Ι Μεραρχία στη Σμύρνη αποπλέει από τις Ελευθερές.

Το πρωί της 2ας/15ης Μαΐου 1919 τα πρώτα ελληνικά στρατιωτικά αποσπάσματα αποβιβάστηκαν στην προκυμαία της Σμύρνης, όπου έγιναν δεκτά με φρενήρη ενθουσιασμό από τους Έλληνες κατοίκους, καθώς η κατάληψη της πόλης από τον ελληνικό στρατό ερμηνεύτηκε ως προάγγελος της ένωσής της με την Ελλάδα. Πολύ γρήγορα ολόκληρη η περιοχή γύρω από τη Σμύρνη, από το Αϊβαλί στον βορρά έως το Αϊδίνι στον νότο, μαζί με την απαραίτητη ενδοχώρα, πέρασε σε ελληνικό έλεγχο. Ωστόσο, η αρχική ευφορία αμβλύνθηκε άμεσα από φαινόμενα διασάλευσης της τάξης, τα οποία, παρά τις ρητές εντολές του Βενιζέλου για επίδειξη πνεύματος αυτοσυγκράτησης και μετριοπάθειας, έλαβαν –ήδη από την πρώτη ημέρα– τη μορφή εκτρόπων των ελληνικών στρατευμάτων σε βάρος ανδρών του οθωμανικού στρατού αλλά και Τούρκων αμάχων. Η αποστολή του ύπατου αρμοστή της Ελλάδας στη Σμύρνη Αριστείδη Στεργιάδη συνέβαλε στην αποκατάσταση της ομαλότητας: η συστηματική προσπάθεια εμπέδωσης αισθήματος ασφάλειας και επιβολής κράτους δικαίου συνδυάστηκε με την παραδειγματική τιμωρία των ενόχων και την αποζημίωση των θυμάτων[28]. Οι αρνητικές διεθνείς εντυπώσεις όμως δεν ήταν εύκολο να ανασκευαστούν. Η Ελλάδα εμφανιζόταν ασυνεπής στην εκτέλεση της εντολής που είχε λάβει από τις νικήτριες Δυνάμεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το πόρισμα της Διασυμμαχικής Εξεταστικής Επιτροπής που συστήθηκε ειδικά για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και την απόδοση ευθυνών υπήρξε επιβαρυντικό για την ελληνική πλευρά, αμαυρώνοντας έτσι ευθύς εξαρχής την ελληνική επιχείρηση στη Δυτική Μικρά Ασία και δημιουργώντας πρόσθετα προσκόμματα στην ικανοποίηση των ελληνικών διεκδικήσεων σε αυτή την περιοχή: η εισήγηση των μελών της Επιτροπής για την όσο το δυνατόν ταχύτερη αντικατάσταση των ελληνικών στρατευμάτων από πολύ μικρότερα σε αριθμό συμμαχικά κάθε άλλο παρά θετική εξέλιξη προς την κατεύθυνση της υλοποίησης των σχεδίων του Βενιζέλου αποτελούσε[29].

Την ίδια στιγμή ένας ακόμα μεγαλύτερος κίνδυνος για τη συνέχιση της ελληνικής παρουσίας στα παράλια της Ιωνίας εμφανίστηκε στον ορίζοντα: η βούληση των Τούρκων να αντισταθούν στις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις. Στις 6/19 Μαΐου 1919 ο αξιωματικός του οθωμανικού στρατού Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα του Πόντου ως εντεταλμένος της κυβέρνησης του σουλτάνου, με σκοπό τη διάλυση των άτακτων ομάδων στις ανατολικές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αδιαφορώντας για το περιεχόμενο της αποστολής του, ο Κεμάλ έθεσε σε εφαρμογή του σχέδιό του για την οργάνωση ενός εθνικού τουρκικού κινήματος υπό την ηγεσία του. Στόχος του κινήματος, το οποίο εκ των πραγμάτων λειτουργούσε ως αντίπαλος πόλος εξουσίας σε αυτή του σουλτάνου, ήταν η υπεράσπιση του τουρκικού εδάφους απέναντι στους ξένους εισβολείς, συμπεριλαμβανομένων ασφαλώς –κατά την αντίληψη των κεμαλικών– και των Ελλήνων.  Η ελληνική κατάληψη της Σμύρνης είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις. Για τον Κεμάλ και τους οπαδούς του η Ελλάδα αποτελούσε τον μεγαλύτερο κίνδυνο, καθώς σε αντίθεση με τις Μεγάλες Δυνάμεις, διέθετε ιστορικά και εθνολογικά ερείσματα στη Μικρά Ασία, τμήμα της οποίας ήταν αποφασισμένη να προσαρτήσει μόνιμα[30].

Κεντρική αρτηρία της Σμύρνης (Πηγή: Library of Congress, Ουάσιγκτον).

Η εντυπωσιακά γρήγορη ανάπτυξη του κεμαλικού κινήματος δημιούργησε ανησυχίες στην ελληνική κυβέρνηση. Τον Ιούλιο του 1919 ο Βενιζέλος ζήτησε από το συμμαχικό Συμβούλιο στο Παρίσι ελευθερία δράσης για τα ελληνικά στρατεύματα έξω από τη ζώνη κατοχή της Σμύρνης προκειμένου να συντρίψουν τις αντάρτικες τουρκικές δυνάμεις πριν εκείνες μπορέσουν να οργανωθούν πλήρως. Η συμμαχική συγκατάθεση για τη διεξαγωγή εκκαθαριστικών επιχειρήσεων από την πλευρά του ελληνικού στρατού σε βάθος λίγων χιλιομέτρων, υπό τον όρο της επιστροφής του στα όρια της δικαιοδοσίας του, έδωσε τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης υπεράσπισης των θέσεών του[31]. Παράλληλα, ο Έλληνας πρωθυπουργός επιδίωξε τη συνεννόηση με την Ιταλία προκειμένου να υπερπηδηθεί ένα από τα σημαντικότερα διπλωματικά εμπόδια στο δρόμο για την απόδοση της περιοχής της Σμύρνης στην Ελλάδα. Η σύναψη της Συμφωνίας Βενιζέλου-Τιττόνι στις 16/29 Ιουλίου 1919, βάσει της οποίας η Ρώμη υποσχόταν να υποστηρίξει τις ελληνικές αξιώσεις στη Δυτική Μικρά Ασία, αποτέλεσε το επιστέγασμα αυτών των προσπαθειών. Όμως η ελληνοϊταλική συνεννόηση αποδείχθηκε θνησιγενής, καθώς ακριβώς έναν χρόνο αργότερα η νέα ιταλική κυβέρνηση υπό τον Τζιοβάννι Τζιολίττι κατήγγειλε τη Συμφωνία[32].

Το καλοκαίρι του 1920 την αμυντική τακτική διαδέχτηκε η ανάληψη επιθετικών πρωτοβουλιών από ελληνικής πλευράς. Μετά την εξασφάλιση της βρετανικής και της γαλλικής συναίνεσης για τη διεύρυνση των ορίων της ελληνικής ζώνης κατοχής[33], ο ελληνικός στρατός προέλαυσε ανατολικά έως τη Φιλαδέλφεια και κατόπιν έως το Ουσάκ, και βορειοανατολικά έως την Προύσα[34]. Στο ίδιο διάστημα, η κατάληψη της Ανατολικής Θράκης ενίσχυσε την ελληνική αισιοδοξία ότι το μικρασιατικό εγχείρημα μπορούσε να καταλήξει σε επιτυχία[35]. Ωστόσο, πίσω από τις επιτυχίες στα πεδία των μαχών κρυβόταν μια δυσάρεστη πραγματικότητα. Οι νίκες των ελληνικών όπλων δεν είχαν σταθεί ικανές να εκμηδενίσουν τις κεμαλικές δυνάμεις, οι οποίες μέρα με τη μέρα ενισχύονταν. Αντίθετα, η διείσδυση στο εσωτερικό της Ανατολίας και η διεύρυνση της γραμμής του μετώπου πολλαπλασίαζαν το κόστος διεξαγωγής του πολέμου για την Ελλάδα τόσο σε χρήματα όσο και σε ανθρώπινο δυναμικό, ενώ παράλληλα εξέθεταν τα ελληνικά στρατεύματα σε πολύ μεγαλύτερους κινδύνους. Ταυτόχρονα, πλήθαιναν ολοένα και καθίσταντο σαφέστερες οι ενδείξεις ότι η Γαλλία και η Ιταλία κάθε άλλο παρά με συμπάθεια αντιμετώπιζαν τη μικρασιατική πολιτική της Ελλάδας[36]. Τα πρώτα σημάδια της αδιέξοδης πορείας θα διαφαίνονταν πιο καθαρά εάν δεν τα κάλυπτε με την ακτινοβολία της η Συνθήκη Ειρήνης των Σεβρών.

 

«Εύθραυστη σαν πορσελάνη»: η Συνθήκη των Σεβρών

Στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920, στο εργοστάσιο κατασκευής ειδών από πορσελάνη των Σεβρών οι νικήτριες Δυνάμεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα, υπέγραψαν με την ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία την από καιρό αναμενόμενη Συνθήκη Ειρήνης. Για την ελληνική πλευρά η Συνθήκη των Σεβρών αποτελούσε διπλωματικό θρίαμβο. Η Ελλάδα αποκτούσε την Ανατολική Θράκη έως τη γραμμή της Τσατάλτζας λίγα χιλιόμετρα έξω από την Κωνσταντινούπολη, καθώς και όλα τα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου συμπεριλαμβανομένων της Ίμβρου και της Τενέδου. Επιπλέον, η Σμύρνη και η ενδοχώρα της ετίθεντο υπό ελληνική διοίκηση για περίοδο πέντε ετών, μετά την παρέλευση των οποίων η τοπική βουλή θα μπορούσε να ζητήσει από το Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών την ένωση με την Ελλάδα· από την πλευρά του, το Συμβούλιο διατηρούσε το δικαίωμα να συστήσει προηγουμένως τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος και να καθορίσει τους όρους του[37].

Οι ελληνικές υποθέσεις ρυθμίζονταν επίσης από τις διατάξεις τριών ειδικότερων διεθνών πράξεων: της Συνθήκης «περί Θράκης»[38], της ελληνοϊταλικής Συνθήκης «περί Δωδεκανήσου»[39] και της Συνθήκης για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων που κατοικούσαν στο ελληνικό έδαφος[40]. Βάσει της πρώτης, οι συμμαχικές Δυνάμεις μεταβίβαζαν την κυριότητα της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα· παράλληλα, αναγνωριζόταν η ελευθερία διαμετακόμισης βουλγαρικών εμπορευμάτων μέσω του ελληνικού θρακικού εδάφους και υπήρχε πρόνοια για την εκμίσθωση στη Βουλγαρία χώρου στο λιμάνι του Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολης), το οποίο κηρυσσόταν λιμάνι «διεθνούς συμφέροντος». Με τη δεύτερη Συνθήκη, η Ιταλία παραχωρούσε στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα, εκτός από το Καστελόριζο και τη Ρόδο: για την τελευταία, ωστόσο, προβλεπόταν η καθιέρωση καθεστώτος ευρείας τοπικής αυτονομίας, ενώ οι κάτοικοί της θα μπορούσαν μετά την πάροδο δεκαπενταετίας να αποφασίσουν για το μέλλον τους εφόσον προηγουμένως η Μεγάλη Βρετανία είχε εκχωρήσει την Κύπρο στην Ελλάδα. Η τρίτη Συνθήκη κατοχύρωνε την προστασία των ποικίλων μειονοτικών ομάδων που κατοικούσαν στα νέα ελληνικά εδάφη· οι ελληνικές δεσμεύσεις, όμως, συνδυάζονταν με την παραίτηση από την πλευρά της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας των δικαιωμάτων προστασίας που ασκούσαν στο ελληνικό κράτος από την εποχή της ίδρυσής του εννέα δεκαετίες νωρίτερα: η Ελλάδα είχε πλέον επίσημα «ενηλικιωθεί».

Τα ελληνικά εδαφικά κέρδη εντάσσονταν στο γενικότερο πλαίσιο της μεταπολεμικής διευθέτησης του Ανατολικού ζητήματος, η λύση του οποίου από τη Συνθήκη των Σεβρών συνεπαγόταν το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επιπλέον των παραχωρήσεων προς την πλευρά της Ελλάδας, ο σουλτάνος δήλωνε ότι παραιτούνταν από τα δικαιώματά του σε όλες τις πρώην αραβικές του επαρχίες. Τα Στενά διεθνοποιούνταν, προβλεπόταν η ίδρυση ανεξάρτητου αρμενικού κράτους, ενώ ανοιγόταν ο δρόμος για τη δημιουργία ενός αυτόνομου Κουρδιστάν. Τέλος, μία τριμερής Συμφωνία μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας, η οποία συνόδευε τη Συνθήκη, διένειμε σφαίρες οικονομικής επιρροής σε μεγάλα τμήματα της Μικράς Ασίας: οι Γάλλοι λάμβαναν την Κιλικία, ενώ οι Ιταλοί την περιοχή της Αττάλειας και τα νοτιοδυτικά μικρασιατικά παράλια[41].

Ο χάρτης της Συνθήκης των Σεβρών.

Στην πραγματικότητα η Οθωμανική Αυτοκρατορία έπαυε να υφίσταται ως σημαντικό κράτος. Πρακτικά αποκομμένη από τη Μεσόγειο, η σουλτανική επικράτεια διατηρούσε έξοδο στη θάλασσα –κι αυτή επισφαλή– μόνο μέσω του Εύξεινου Πόντου. Περιορισμένο στο εσωτερικό της Ανατολίας, χάνοντας τεράστιες εδαφικές εκτάσεις, πληθυσμιακό δυναμικό και πλουτοπαραγωγικούς πόρους, το οθωμανικό κράτος ήταν σχεδόν καταδικασμένο σε οικονομικό μαρασμό. Ακόμα και η διατήρηση της κυριαρχίας επί της Κωνσταντινούπολης τελούσε υπό την αίρεση ότι η Υψηλή Πύλη θα εφάρμοζε κατά γράμμα τους υπόλοιπους όρους της Συνθήκης των Σεβρών. Σε αντίθετη περίπτωση, οι συμμαχικές Δυνάμεις διατηρούσαν το δικαίωμα να τροποποιήσουν το καθεστώς της πόλης, τροποποίηση στην οποία η οθωμανική κυβέρνηση δήλωνε προκαταβολικά ότι θα συμφωνούσε.

Υπογράφοντας τη Συνθήκη Ειρήνης των Σεβρών και τα υπόλοιπα συμβατικά κείμενα που τη συνόδευαν, ο Βενιζέλος εκπλήρωνε σχεδόν το σύνολο των στόχων που είχε θέσει. Το όραμα της «Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» έμοιαζε πλέον να υλοποιείται. Η επιτυχία ήταν συγκλονιστική. Μέσα σε διάστημα οκτώ ετών η μικρή «Ελλάδα της Μελούνας» είχε κατορθώσει να υπερδιπλασιαστεί σε έκταση και σε πληθυσμό, δίνοντας τη θέση της στη μεγάλη «Ελλάδα των Σεβρών». Για πρώτη φορά στην ιστορική του πορεία το ελληνικό βασίλειο θα ενσωμάτωνε στους κόλπους του τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων κατοίκων των Βαλκανίων και της Εγγύς Ανατολής. Η Μεγάλη Ιδέα έτεινε προς τη σχεδόν ολοκληρωτική δικαίωσή της.

Πέρα από τις ρομαντικές αναπαραστάσεις περί ανασύστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (έστω και χωρίς την Κωνσταντινούπολη), για την Ελλάδα η Συνθήκη των Σεβρών ήταν κάτι πολύ σημαντικότερο: ήταν ένα κολοσσιαίων διαστάσεων γεωπολιτικό στοίχημα. Η εφαρμογή της Συνθήκης συνεπαγόταν την αναβάθμιση της Ελλάδας από μικρή σε σημαντική περιφερειακή Δύναμη. Ένα ελληνικό κράτος που θα ξεκινούσε δυτικά από τις παρυφές της Αδριατικής Θάλασσας και θα κατέληγε ανατολικά στον Εύξεινο Πόντο, έχοντας υπό τον έλεγχό του τις δύο ακτές και τα νησιά του Αιγαίου, θα μετέτρεπε το Αρχιπέλαγος σε ελληνική λίμνη. «Η Ελλάδα θα μπορέσει να βρει το αληθινό της μέλλον από τη στιγμή που θα κυριαρχήσει στο Αιγαίο»[42]: η ρήση του Βενιζέλου ενώπιον του Συμβουλίου των Τεσσάρων στις αρχές του 1919 κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν. Το σχήμα της «Ελλάδας των Σεβρών» ήταν βέβαια άβολο: μια θάλασσα περιτριγυρισμένη από στενές λωρίδες στεριάς. Ο Βενιζέλος το γνώριζε αυτό. Όμως δεν πτοούνταν. Εκτιμούσε ότι η ιστορία ήταν με το μέρος των Ελλήνων, οι οποίοι, όπως εξηγούσε, «επί τριάντα αιώνες […] είχαν ζήσει κάτω από αυτές τις συνθήκες και είχαν κατορθώσει να ξεπεράσουν μεγάλες καταστροφές, να ευημερήσουν και να αυξηθούν»[43].

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπογράφει τη Συνθήκη των Σεβρών.

Η «Ελλάδα των Σεβρών» ήταν ένα διπλωματικό δημιούργημα του Βενιζέλου, ενδεχομένως μεγαλύτερο από εκείνο που μπορούσαν να αντέξουν οι ελληνικές δυνάμεις. Διαθέτοντας οξύτατο πολιτικό αισθητήριο, ο  ίδιος είχε διαβλέψει πολλά από τα εμπόδια που παρεμβάλλονταν: η επιχειρηματολογία του υπέρ της σκοπιμότητας ενθάρρυνσης της αμοιβαίας εθελούσιας μετανάστευσης μουσουλμανικού πληθυσμού εκτός και αντίστοιχου χριστιανικού εντός της ελληνικής ζώνης στη Δυτική Μικρά Ασία, έτσι ώστε να ενισχυόταν η εθνική ομοιογένεια των κατοίκων της, αποτελούσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα[44]. Ο Βενιζέλος αντιλαμβανόταν τους περιορισμούς και τις ατέλειες της Συνθήκης των Σεβρών. Κοιτάζοντας, όμως, τον χάρτη της Εγγύς Ανατολής όπως διαμορφωνόταν από την ίδια Συνθήκη, είχε λόγους να αισιοδοξεί. Η ζώνη της Σμύρνης δεν αποτελούσε ένα μεμονωμένο κεφάλαιο, αλλά εντασσόταν στο πολύ ευρύτερο πλαίσιο της αναδιάταξης των ισορροπιών σε όλη την περιοχή. Το οθωμανικό κράτος προοριζόταν να είναι μικρό και αδύναμο, μεγάλα τμήματά του θα ελέγχονταν από ξένες Δυνάμεις (η Κιλικία από τη Γαλλία και η Αττάλεια από την Ιταλία), ενώ η Ελλάδα μπορούσε να υπολογίζει στη συνεργασία με φιλικές χώρες στην περιοχή, όπως η Αρμενία, προκειμένου να εξισορροπεί τυχόν αναθεωρητικές τουρκικές τάσεις[45].

Στην πραγματικότητα, η υπογραφή του Βενιζέλου στο κείμενο της Συνθήκης των Σεβρών δεν αποτελούσε το τέρμα, αλλά μόνο έναν ενδιάμεσο σταθμό στην πορεία για την υλοποίηση του σχεδίου της δημιουργίας της «Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών». Από όποια πλευρά κι αν το έβλεπε κάποιος, η ουσία του προβλήματος παρέμενε η απαράλλακτη: εάν η Ελλάδα ήθελε να δει τη Συνθήκη να εφαρμόζεται θα έπρεπε να την επιβάλει με τη δύναμη των όπλων στον Κεμάλ και στους οπαδούς του, καθώς αυτοί την είχαν ευθύς εξαρχής απορρίψει[46]. Η πύκνωση των τάξεων των κεμαλικού κινήματος λόγω της απογοήτευσης και της αγανάκτησης που προκάλεσαν σε σημαντική μερίδα του τουρκικού λαού οι επαχθείς για την Οθωμανική Αυτοκρατορία όροι της Συνθήκης των Σεβρών, δυσχέραινε την ελληνική προσπάθεια. Θα την καθιστούσε ακόμα δυσκολότερη η σταδιακή αποστασιοποίηση της Ιταλίας και της Γαλλίας από τις συμβατικές δεσμεύσεις που είχαν αναλάβει στις Σέβρες.

Φωτογραφία από αέρος του εργοστασίου κατασκευής ειδών από πορσελάνη των Σεβρών, όπου υπογράφηκε η τελική πράξη.

Οι εξωτερικές περιπλοκές συμπληρώνονταν από αντίστοιχες ενδοελληνικές. Στις 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου 1920, επιστρέφοντας από το Παρίσι στην Αθήνα, ο Βενιζέλος έπεσε θύμα ανεπιτυχούς δολοφονικής απόπειρας από δύο απότακτους αντιβενιζελικούς αξιωματικούς. Το γεγονός είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την όξυνση των πολιτικών παθών στην Ελλάδα. Τα αντίποινα των βενιζελικών σε βάρος των πολιτικών τους αντιπάλων κορυφώθηκαν με τη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη[47]. Ο κύκλος του Εθνικού Διχασμού ξανάνοιγε, και μάλιστα με αιματηρό τρόπο. Η πανηγυρική υποδοχή που επιφυλάχτηκε στον Βενιζέλο από τη Βουλή των Ελλήνων[48] δεν αρκούσε για να αποκρύψει το γεγονός ότι το διπλωματικό του οικοδόμημά είχε θεμελιωθεί σε ασταθές έδαφος, ελληνικό και διεθνές. Η Συνθήκη των Σεβρών, είχε προφητικά διαβλέψει ο επιφανής Γάλλος πολιτικός Ραιμόν Πουανκαρέ, έμοιαζε εντυπωσιακά με τις εύθραυστες πορσελάνες που κατασκευάζονταν στον τόπο υπογραφής της: γι’ αυτόν τον λόγο, συμπλήρωνε, ήταν προτιμότερο να παραμείνει ανέγγιχτη, διαφορετικά κινδύνευε να θρυμματιστεί[49].

La fin de l’Empire ottoman

Ο Αντώνης Κλάψης είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

*Το άρθρο βασίζεται σε κεφάλαια του βιβλίο του συγγραφέα με τίτλο Πολιτική και διπλωματία της ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης, 1821-1923, Εκδόσεις Πεδίο, Αθήνα 2019.

[1]Department of State, Papers relating to the foreign relations of the United States, 1918. Supplement 1. The World War, τ. 1 (Washington: United States Government Printing Office, 1933), σ. 12-17.

[2]Ακόμα και στο εσωτερικό του Συμβουλίου των Τεσσάρων η διάκριση μεταξύ περισσότερο και λιγότερο ισχυρών κρατών υπήρξε χαρακτηριστική στην περίπτωση της Ιταλίας, η οποία σταθερά αντιμετωπιζόταν από τα υπόλοιπα τρία μέλη του ως η μικρότερη από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Το Συμβούλιο των Τεσσάρων μετατρεπόταν, με την προσθήκη της Ιαπωνίας, σε Συμβούλιο των Πέντε όταν τα προς συζήτηση θέματα σχετίζονταν με την Άπω Ανατολή.

[3]Margaret MacMillan, Οι ειρηνοποιοί. Έξι μήνες που άλλαξαν τον κόσμο (Αθήνα: Θεμέλιο, 2005), σ. 458.

[4]Κωνσταντίνος Γ. Ζαβιτζιάνος, Αι αναμνήσεις του εκ της ιστορικής διαφωνίας βασιλέως Κωνσταντίνου και Ελευθερίου Βενιζέλου όπως την έζησε, 1914-1922, τ. 2 (Αθήνα: χ.ε., 1947), σ. 55-56· N. Petsalis-Diomidis, «Hellenism in Southern Russia and the Ukrainian campaign. Their effect on the Pontus question», Balkan Studies, 13(2) (1972), σ. 234-235· N. Petsalis-Diomidis, Greece at the Paris Peace Conference, 1919 (Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 1978), σ. 75· Κωνσταντίνος Γ. Διώγος, «Περί ανοήτου ταύτης εκστρατείας… Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συμμετοχή της Ελλάδος στην εκστρατεία της Ουκρανίας, Νοέμβριος 1918-Απρίλιος 1919», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 14-15 (2003-2004), σ. 109-138· Π. Α. Ζάννας (επιμ.), Αρχείο της Π. Σ. Δέλτα. 2. Νικόλαος Πλαστήρας. Εκστρατεία Ουκρανίας 1919-Κίνημα 6ης Μαρτίου 1933-Αλληλογραφία (Αθήνα: Ερμής, 1979), σ. 1-54· Π. Α. Ζάννας (επιμ.), Αρχείο της Π. Σ. Δέλτα. 4. Εκστρατεία στη μεσημβρινή Ρωσία, 1919 (Αθήνα: Ερμής 1982)· Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Το ελληνικόν εκστρατευτικόν σώμα εις μεσημβρινήν Ρωσίαν (Αθήνα: Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, 1955)· Πέτρος Γ. Καρακασσώνης, Ιστορία της εις Ουκρανίαν και Κριμαίαν υπερποντίου εκστρατείας του 1919 (Αθήνα: Λαμπρόπουλος, 1934)· Στυλιανός Γονατάς, Απομνημονεύματα Στυλιανού Γονατά, 1897-1957 (Αθήνα: 1958), σ. 89-113· Κωνσταντίνος Ξ. Νίδερ, Η εκστρατεία της Ουκρανίας, Ιανουάριος-Μάιος 1919 (Αθήνα: Κέδρος, 2015).

[5]Dimitri Kitsikis, Propagande et pressions en politique internationale. La Grèce et ses revendications à la Conférence de la Paix, 1919-1920 (Paris: Presses Universitaires de France, 1963)· Dimitri Kitsikis, Le rôle des experts à la Conférence de la Paix. Gestation d’une technocratie en politique internationale (Ottawa: Editions de l’Université d’Ottawa, 1972).

[6]Harold Nicolson, Peacemaking, 1919, being reminiscences of the Paris Peace Conference (Boston, MA/New York, NY: Houghton Mifflin, 1933), σ. 255.

[7]Eleutherios Venizelos, Greece before the Peace Congress of 1919. A memorandum dealing with the rights of Greece (New York: Oxford University Press, 1919).

[8]Μολονότι είχαν απελευθερωθεί από τον οθωμανικό ζυγό κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, τα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου δεν είχαν επίσημα αποδοθεί στην Ελλάδα.

[9]Venizelos, Greece before the Peace Congress, σ. 20· Department of State, Papers relating to the foreign relations of the United States. The Paris Peace Conference, 1919, τ. 3 (Washington, DC: United States Government Printing Office, 1943), σ. 872-873· Ελευθέριος Δ. Παυλίδης, Πώς και διατί εματαιώθη η Δημοκρατία του Πόντου (Αθήνα: χ.ε., 1956)· Θεοφύλακτος Κ. Θεοφυλάκτου, Γύρω στην άσβεστη φλόγα. Βιογραφικές αναμνήσεις. Αγώνες για την ανεξαρτησία του Πόντου (Θεσσαλονίκη: Κυριακίδης, 1997)· Ευριπίδης Π. Γεωργανόπουλος, Η Δημοκρατία του Πόντου. Ένα ανέφικτο όνειρο ή μια ρεαλιστική επιδίωξη; (Αθήνα: Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, 2012)· Αλέξης Αλεξανδρής, «Η ανάπτυξη του εθνικού πνεύματος των Ελλήνων του Πόντου, 1918-1922. Ελληνική εξωτερική πολιτική και τουρκική αντίδραση», στο: Θάνος Βερέμης & Οδυσσέας Δημητρακόπουλος (επιμ.), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του (Αθήνα: Φιλιππότης, 1980), σ. 427-474.

[10]Οι Βρετανοί ασκούσαν τη διοίκηση της Κύπρου ήδη από το 1878. Τυπικά, ωστόσο, το νησί παρέμενε οθωμανική κτήση. Στις 23 Οκτωβρίου/5 Νοεμβρίου 1914, ημέρα κατά την οποία η Μεγάλη Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, το Λονδίνο ανακοίνωνε τη μονομερή προσάρτηση της Κύπρου.

[11]Department of State, Papers relating to the foreign relations of the United States. The Paris Peace Conference, 1919, τ. 3, σ. 861· Antonis Klapsis, «The strategic importance of Cyprus and the prospect of union with Greece, 1919-1931. The Greek perspective», Journal of Imperial and Commonwealth History, 41(5) (2013), σ. 768· Γιάννης Π. Πικρός, «Ο Βενιζέλος και το Κυπριακό ζήτημα», στο: Βερέμης & Δημητρακόπουλος (επιμ.), σ. 198-201.

[12]Venizelos, Greece before the Peace Congress, σ. 18-19· Department of State, Papers relating to the foreign relations of the United States. The Paris Peace Conference, 1919, τ. 3, σ. 865.

[13]MacMillan, Οι ειρηνοποιοί, σ. 462.

[14]Foreign Office, Documents on British foreign policy, 1919-1939, first series, τ. 12 (London: H.M. Stationery Office, 1962), έγγραφο αρ. 488· Harold Nicolson, Curzon. The last phase (London: Constable, 1934), σ. 92-94, 97.

[15]Paul C. Helmreich, From Paris to Sèvres. The partition of the Ottoman Empire at the Peace Conference of 1919-1920 (Columbus, OH: Ohio State University Press, 1974)· Elie Kedourie, England and the Middle East. The destruction of the Ottoman Empire, 1914-1921 (London: Hassocks, 1978, β΄ έκδοση)· R. J .B. Bosworth, «Italy and the end of the Ottoman Empire», στο: Marian Kent (ed.), The Great Powers and the end of the Ottoman Empire (London: Frank Cass, 1996), σ. 51-73· L. Bruce Fulton, «France and the end of the Ottoman Empire», στο: Kent (ed.), The Great Powers, σ. 137-164· Marian Kent, «Great Britain and the end of the Ottoman Empire, 1902-23», στο: Kent (ed.), The Great Powers, σ. 165-198· Γεώργιος Β. Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 1917-1918 (Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2000), σ. 432-466.

[16]Ministero degli Affari Esteri, I documenti diplomatici italiani, τ. 3(7) (Roma: Libreria dello Stato, 2007), έγγραφο αρ. 314.

[17]Pietro Pastorelli, L’Albania nella politica estera italiana, 1914-1920 (Napoli: Jovene, 1970)· Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, σ. 380-431.

[18]Με βάση τα ελληνικά στοιχεία στα νησιά αυτά κατοικούσαν λίγο περισσότεροι από 370.000 Έλληνες· βλ. Venizelos, Greece before the Peace Congress, σ. 36.

[19]Venizelos, Greece before the Peace Congress, σ. 21-22. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Βενιζέλος στο υπόμνημά του προς τη Συνδιάσκεψη του Παρισιού, στο σύνολο των περιοχών της Μικράς Ασίας που διεκδικούνταν από την Ελλάδα εμφανίζονταν να κατοικούν 1.188.359 Έλληνες και 1.042.050 Τούρκοι. Ωστόσο, ο Βενιζέλος διευκρίνιζε ότι σε αυτόν τον αριθμό συμπεριλάμβανε και τους 370.000 Έλληνες των παρακείμενων στα μικρασιατικά παράλια νησιών του Αιγαίου. Επομένως, οι Έλληνες που όντως διέμεναν στη δυτική Μικρά Ασία ανέρχονταν σε περίπου 818.000. Με άλλα λόγια, ένας στους τρεις Έλληνες που στο υπόμνημα του Βενιζέλου εμφανιζόταν ως Μικρασιάτης, στην πραγματικότητα ήταν νησιώτης. Ανεξάρτητα, πάντως, από την ταχυδακτυλουργική φύση του ισχυρισμού, ο Βενιζέλος φαίνεται να παραγνώρισε ότι επιχείρημα πως τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου αποτελούσαν προέκταση της Μικράς Ασίας ήταν ένα είδος δίκοπου μαχαιριού. Ευνοούσε στη δεδομένη συγκυρία την Ελλάδα που βρισκόταν στην πλευρά των νικητών και διεκδικούσε να επεκταθεί στα μικρασιατικά παράλια. Θα  μπορούσε όμως εξίσου –όπως και έγινε όταν τα δεδομένα αντιστράφηκαν ως αποτέλεσμα της Μικρασιατικής Καταστροφής– να χρησιμοποιηθεί αντεστραμμένο από τους Τούρκους προκειμένου να διεκδικήσουν εκείνοι τα νησιά.

[20]Η Καθημερινή, 12 Οκτωβρίου 1920, σ. 1.

[21]Erik Goldstein, «Great Britain and Greater Greece, 1917-1920», The Historical Journal, 32(2) (1989), σ. 346-347.

[22]Για παράδειγμα, ο Ιωάννης Μεταξάς ήδη από τον Ιανουάριο του 1915, όταν για πρώτη φορά διαφάνηκε για την Ελλάδα η προοπτική εξασφάλισης εδαφικών ανταλλαγμάτων στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας έναντι της άμεσης συμμετοχής της στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ είχε επισημάνει όλες τις περιπλοκές αλλά και τους κινδύνους που συνεπαγόταν ένα τόσο φιλόδοξο εγχείρημα· βλ. Ιωάννης Μεταξάς, Το προσωπικό του ημερολόγιο, τ. 2 (Αθήνα: Γκοβόστης, χ.χ.), σ. 384-390. Πρβλ. Ξενοφών Στρατηγός, Η Ελλάς εν Μικρά Ασία (Αθήνα: Δημιουργία, 1994, δ έκδοση), σ. 23-29· A. A. Pallis, Greece’s Anatolian venture – and after (London: Methuen, 1937), σ. 20-28.

[23]David Lloyd George, The truth about the Peace Treaties, τ. 2 (London: Victor Collancz, 1938), σ. 228-231.

[24][Foreign Office], Agreement between France, Russia, Great Britain and Italy, signed at London, April 26, 1915 (London: H.M. Stationery Office, 1920)· Paul C. Helmreich, «Italy and the Anglo-French repudiation of the 1917 St. Jean de Maurienne Agreement», The Journal of Modern History, 48(2, supplement) (1976), σ. 99-139.

[25]Michael Llewellyn Smith, Το όραμα της Ιωνίας. Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, 1919-1922 (Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2004), σ. 146-147.

[26]Paul Mantoux, Les délibérations du Conseil des Quatre, 24 mars-28 juin 1919 (Paris: Éditions du Centre National de la Recerche Scientifique, 1955), τ. 1, σ. 486, 499· Σωτήρης Ριζάς, Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας. Ο Βενιζέλος, ο αντιβενιζελισμός και η Μικρά Ασία (Αθήνα: Καστανιώτης, 2015), σ. 82-89· Έφη Αλλαμανή & Κρίστα Παναγιωτοπούλου, «Η συμμαχική εντολή για την κατάληψη της Σμύρνης και η δραστηριοποίηση της ελληνικής ηγεσίας», στο: Βερέμης & Δημητρακόπουλος (επιμ.), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο, σ. 119-172.

[27]Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος, Ιδιόγραφον ημερολόγιον (Χανιά: Ιστορική, Λαογραφική και Αρχαιολογική Εταιρεία Κρήτης, 1979), σ. 49-50. Για μια εκτενή και εμπεριστατωμένη ανάλυση της απόφασης του Βενιζέλου βλ. Κωνσταντίνος Δ. Σβολόπουλος, Η απόφαση για την επέκταση της ελληνικής κυριαρχίας στη Μικρά Ασία (Αθήνα/Χανιά: Ίκαρος/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος», 2009).

[28]Llewellyn Smith, Το όραμα της Ιωνίας, σ. 177-198· Στέφανος Ι. Στεφάνου (επιμ.), Τα κείμενα του Ελευθερίου Βενιζέλου, τ. 2 (Αθήνα: Λέσχη Φιλελευθέρων, 1981), σ. 582.

[29]Department of State, Papers relating to the foreign relations of the United States. The Paris Peace Conference, 1919, τ. 9 (Washington, DC: Governement Printing Office, 1946), σ. 44-73· Foreign Office, Documents on British foreign policy, 1919-1939, first series, τ. 2 (London: H.M. Stationery Office, 1948), έγγραφο αρ. 17.

[30]Mustapha Kemal, A speech delivered by ghazi Mustapha Kemal, president of the Turkish Republic, October 1927 (Leipzig: Koehler, 1929), σ. 10-82· Roderic H. Davison, «Turkish diplomacy from Mudros to Lausanne», στο: Gordon A. Craig & Felix Gilbert (eds.), The diplomats, 1919-1939, τ. 1 (New York, NY: Atheneum, 1963), σ. 174-182· Lord Kinross, Atatürk. The rebirth of a nation (London/Edinburgh: Morrison & Gibb, 1965, γ’ εκδόση), σ. 149-173· Foreign Office, Documents on British foreign policy, 1919-1939, first series, τ. 4 (London: H.M. Stationery Office, 1952), έγγραφα αρ. 433 και 500.

[31]Foreign Office, Documents on British foreign policy, 1919-1939, first series, τ. 1 (London: H.M. Stationery Office, 1947), έγγραφο αρ. 12· Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Επίτομος ιστορία εκστρατείας Μικράς Ασίας, 1919-1922 (Αθήνα: Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, 1967), σ. 34.

[32]A. F. Frangulis, La Grèce et la crise mondiale, τ. 2 (Paris: Librairie Félix Alcan, 1926), σ. 93-103· Αρετή Τούντα-Φεργάδη, Θέματα ελληνικής διπλωματικής ιστορίας (Αθήνα: Ι. Σιδέρης, 1996), σ. 160-161.

[33]Foreign Office, Documents on British foreign policy, 1919-1939, first series, τ. 8 (London: H.M. Stationery Office, 1958), έγγραφο αρ. 26.

[34]Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Η εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν, 1919-1922. Επιχειρήσεις Φιλαδελφείας-Προύσης-Ουσάκ, Ιούνιος-Νοέμβριος 1920, τ. 2 (Αθήνα: Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, 1957)· Παρασκευόπουλος, Αναμνήσεις, τ. 2, σ. 287-327.

[35]Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Επιχειρήσεις εις Θράκην, σ. 45-62· Λεωνίδας Ι. Παρασκευόπουλος, Αναμνήσεις, 1896-1920, τ. 2 (Αθήνα: Πυρσός, 1935), σ. 328-350· Μαζαράκης-Αινιάν, Απομνημονεύματα, σ. 272-276· Foreign Office, Documents on British foreign policy, 1919-1939, first series, τ. 13 (London: H.M. Stationery Office, 1963), έγγραφο αρ. 108.

[36]Ριζάς, Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας, σ. 130-157.

[37]Υπουργείο Εξωτερικών, Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ των Προεχουσών Συμμάχων και Συνησπισμένων Δυνάμεων και της Τουρκίας, υπογραφείσα εν Σέβραις τη 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920 (Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1920)· [Foreign Office], Treaty of Peace with Turkey, signed at vres, August 10, 1920 (London: H.M. Stationery Office, 1920).

[38]Υπουργείο Εξωτερικών, Συνθήκη μεταξύ των Προεχουσών Συμμάχων και Συνησπισμένων Δυνάμεων και της Ελλάδος περί Θράκης· [Foreign Office], Treaty between the Allied Powers and Greece relative to Thrace.

[39]Υπουργείο Εξωτερικών, Συνθήκη μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας περί της Δωδεκανήσου, υπογραφείσα εν Σέβραις τη 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920 (Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1920)· Skevos Zervos, La question du Dodécanèse et ses documents diplomatiques (Αθήνα: P. D. Sakellarios, 1926), σ. 96-107.

[40][Foreign Office], Treaty between the Principal Allied and Associated Powers and Greece, signed at Sèvres, August 10, 1920 (London: H.M. Stationery Office, 1920).

[41][Foreign Office], Tripartite Agreement between the British Empire, France and Italy respecting Anatolia, signed at Sèvres, August 10, 1920 (London: H.M. Stationery Office, 1920).

[42]Nicolson, Peacemaking, σ. 341.

[43]Department of State, Papers relating to the foreign relations of the United States. The Paris Peace Conference, 1919, τ. 3, σ. 874.

[44]Lloyd George, The truth, τ. 2, σ. 228-231.

[45]Nicolson, Curzon, σ. 91-93· Foreign Office, Documents on British foreign policy, τ. 13, έγγραφο αρ. 152· J. K. Hassiotis, «Shared illusions. Greek-Armenian co-operation in Asia Minor and the Caucasus, 1917-1922», στο: Greece and Great Britain during World War I (Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 1985), σ. 139-192.

[46]Bernard Lewis, The emergence of modern Turkey (London/Oxford/New York, NY: Oxford University Press, 1968, β΄ έκδοση), σ. 247.

[47]Επαμ. Ιω. Μάλαινος, Ιστορία των ξενικών επεμβάσεων, τ. 5 (Αθήνα: χ.ε., 1962), σ. 225-229.

[48]Πρακτικά της Βουλής, Συνεδρίαση ΟΑ΄, 25 Αυγούστου 1920, σ. 1-9· Η ιστορική συνεδρίασις της Βουλής. Λόγοι των κ.κ. Θ. Σοφούλη, Ελευθ. Βενιζέλου, Εμμ. Ρέπουλη (εκ των εστενογραφημένων πρακτικών της Βουλής) (Αθήνα: Πατρίς, χ.χ.), σ. 3-33.

[49]Raymond Poincaré, Histoire politique. Chroniques de quinzaine, τ. 1 (Paris: Plon, 1920), σ. 264.

Μαρία Καμπούρη-Βαμβούκου: Η Θεσσαλονίκη με το βλέμμα των Γάλλων στρατιωτών-ζωγράφων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου

Μαρία Καμπούρη-Βαμβούκου

Η Θεσσαλονίκη με το βλέμμα των Γάλλων στρατιωτών-ζωγράφων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου*

 

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, εκατό χρόνια μετά την έκρηξη του στις 28 Ιουλίου 1914, έχει εδραιωθεί στην ιστοριογραφία ως ο «Μεγάλος Πόλεμος». Γεγονός κομβικής σημασίας του 20ου αιώνα, έχει χαρακτηριστεί, σύμφωνα με τον ιστορικό Κρίστοφερ Κλαρκ, ως το τέλος μιας σύρραξης που συσσώρευσε 16 εκατ. νεκρούς, είδε τέσσερις αυτοκρατορίες να καταρρέουν, διέρρηξε τις βεβαιότητες της δυτικής κοινωνίας, συνομολόγησε τον θρίαμβο του εθνικισμού, εισήγαγε με βίαιο τρόπο την ανθρωπότητα στην εποχή της αμερικανικής ηγεμονίας και διαμόρφωσε καθοριστικά τις τροχιές στις οποίες αργότερα θα διαγράφονταν φασισμός και κομμουνισμός, όλες οι αναγνωρίσιμες δομές του σύγχρονου κόσμου.

Ο πόλεμος υπήρξε η χειρότερη έκφραση της βιομηχανικής εποχής που μεταφέρθηκε και στην τέχνη, εμπνέοντας μερικά από τα χαρακτηριστικότερα έργα και στα δύο εχθρικά στρατόπεδα. Δεν άλλαξε μόνο τη λογοτεχνία αλλά και τις υπόλοιπες τέχνες. Τα μεγάλα κινήματα στην τέχνη και στη λογοτεχνία του 20ου αιώνα είναι εν πολλοίς απότοκα του πολέμου. Ο υπερρεαλισμός, ο εξπρεσιονισμός, η αφηρημένη τέχνη, ο κυβισμός, ο φουτουρισμός, γεννήθηκαν πριν ή μετά τον πόλεμο. Αλλά και στη μουσική και στον κινηματογράφο δημιουργήθηκαν έργα εμβληματικά υπό την επίδρασή του, χωρίς να παραλείψουμε να θυμίσουμε και τον αντίκτυπο που είχε σε κοινωνίες και πολιτισμούς εκτός της Δύσης (Κίνα, Ρωσία, ΗΠΑ).

H παρουσίαση του έργου των Γάλλων στρατιωτών-ζωγράφων με θέμα τους την πόλη της Θεσσαλονίκης, που μέσα στη δίνη του πολέμου έβρισκαν καταφύγιο στη δημιουργική αυτή δράση, αποτελεί ανάκληση της μνήμης, μιας μνήμης που σήμερα όλο και πιο συχνά βρίσκεται σε συνεχή μάχη με τη λήθη. Το υλικό, άγνωστo στο ευρύ κοινό, ιχνηλατεί τη συνεισφορά των ξένων στρατιωτών στην ιστορική και κοινωνική ζωή της πόλης και αναζητεί να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο οι ξένοι μαχητές βίωναν τον πόλεμο στο Μακεδονικό Μέτωπο.

Μελετώντας την τέχνη του Μεγάλου Πολέμου διαπιστώνουμε μια σιωπή της ιστορίας της τέχνης πάνω στα πολεμικά γεγονότα ως να μην είχε συμβεί τίποτε. Στη χώρα μας η ελληνική συμμετοχή στον Πόλεμο αυτό απουσίαζε από την επίσημη ιστορία και τον δημόσιο λόγο για πολλές δεκαετίες. Το ίδιο παρατηρείται και με τις βιογραφίες των συμμάχων καλλιτεχνών, όπου, για τα έτη 1914-1918 υπάρχει ένα μεγάλο κενό. Εντούτοις, τα τέσσερα αυτά χρόνια δημιουργήθηκε μια πλούσια καλλιτεχνική παραγωγή, ανεξαρτήτως του τρόπου στράτευσης των καλλιτεχνών, η οποία σταδιακά από το 1980 και εξής έρχεται στο φως. Έκτοτε, το θέμα των ζωγράφων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου αποτέλεσε αντικείμενο πολλών εκθέσεων και μελετών. Για πρώτη φορά στην ιστορία του Πολέμου οι καλλιτέχνες παύουν να είναι μόνο παρατηρητές των συγκρούσεων και μετέχουν ενεργά στη μάχη.

Στο κείμενο αυτό δεν θα αναφερθούμε στα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα. Θα επικεντρώσουμε την προσοχή στην επίδραση του πολέμου στον καλλιτέχνη και στο έργο του, αναδεικνύοντας κυρίως τη σχέση του με την πόλη της Θεσσαλονίκης. Το πλούσιο εικαστικό έργο, είδος «ντοκουμέντου», έρχεται να συμπληρώσει το φωτογραφικό υλικό της στρατιάς της Ανατολής, υλικό που αποτελεί πολύτιμη πηγή για την σπουδή του μακεδονικού χώρου.

Το θέμα είναι άγνωστο στο ευρύ κοινό, αλλά και στην επιστημονική κοινότητα. Το υλικό είναι πολύ πλούσιο, πράγμα που μας υποχρεώσει σε μία επιλογή. Για τον λόγο αυτό, θα περιοριστούμε στους Γάλλους ζωγράφους στρατιώτες των οποίων ο αριθμός είναι μεγάλος και γιατί περισσότερο από τους άλλους στρατευμένους ασχολήθηκαν με την απεικόνιση της πόλης. Οι Άγγλοι μάς έχουν αφήσει ένα σπουδαίο εικαστικό έργο, όπως οι πίνακες που έχουν σχέση με την πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης και άλλα έργα που δεν αφορά αποκλειστικά την πόλη.

Ονόματα Σέρβων ζωγράφων που διέμεναν στη Θεσσαλονίκη ή περάσαν από αυτήν γνωρίζουμε αρκετά, αλλά το έργο τους δεν έχει εντοπιστεί στο σύνολό του. Για τους Ρώσους στρατιώτες που αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλονίκη το 1916 δεν γνωρίζουμε για την ώρα παρά ελάχιστα στοιχεία. Από τους Ιταλούς, εκτός άλλων, διαθέτουμε δύο ιδιαίτερα έργα του Αλμπέρτο Σαβίνιο, ψευδώνυμο του Αντρέα ντε Κίρικο, αδελφού του Τζιόρτζιο ντε Κίρικο, και πολλά κείμενά του που σχετίζονται με την πόλη, μια και υπηρέτησε στο Μακεδονικό Μέτωπο και μάλιστα στη Θεσσαλονίκη.

***

Η δίψα των στρατιωτών για ζωή θα στρέψει τα ενδιαφέροντά τους προς καλλιτεχνικές δραστηριότητες, ενέργειες αναψυχής και διασκέδασης για την αποφυγή της πρωτόγνωρης σε βιαιότητα αναμέτρησης. Η ενασχόληση με τη ζωγραφική θα χρωματίσει την καθημερινότητα πολλών από αυτούς και θα τους απομακρύνει για μια στιγμή από την ολέθρια πραγματικότητα του πολέμου. Στους πίνακές τους αποτυπώνονται σκηνές από τη φύση, τοπία, εικόνες από τις πόλεις και τα χωριά της Μακεδονίας, ενδυμασίες και ασχολίες των κατοίκων, στιγμιότυπα από τη ζωή στο στρατόπεδο και άλλα αξιοπερίεργα θέματα για αυτούς. Κυριαρχεί η εικόνα της πόλης με τα μνημεία και τα στενοσόκακα της Άνω Πόλης, το λιμάνι και η θάλασσα. Σε λίγους μόνο πίνακες θα βρούμε την αποτύπωση της φρίκης του πολέμου. Στα έργα τους διαβάζουμε τις συγκινήσεις, τις εντυπώσεις, τα ενδιαφέροντα, τις επιλογές τους.

Pierre Douillard, Η Αψίδα του Γαλερίου, 1916.

Για την κατανόηση της ενασχόλησης με την τέχνη στη ζωή του στρατοπέδου πολύ διαφωτιστικό είναι το άρθρο του J. De Tournes με τίτλο «Η τέχνη στα χαρακώματα», όπου ο συντάκτης αναφέρει ότι «αυτοί που δεν έχουν γνωρίσει τον πόλεμο δεν μπορούν να καταλάβουν μέχρι πιο σημείο η τέχνη γίνεται μία ανάγκη για όλους αυτούς που την αγαπούν». Bέβαια, διαφορετικά είναι τα πράγματα σε καιρό ειρήνης και συνεχίζει ο ίδιος ότι στον «πόλεμο οφείλουν να ευχαριστιούνται (οι μαχητές) με έναν άλλο τύπο ομορφιάς απόλυτα ηθικής: τον ηρωισμό ή την αφοσίωση, τα παιχνίδια της σκιάς και του φωτός, το θέαμα των μαχών που, εκτός από τους προσωπικούς κινδύνους, προσφέρει τις αρετές και τα μειονεκτήματα των πινάκων του Van der Meulen»

Η αξία που είχε στη ζωή των στρατευμένων η τέχνη φαίνεται και από το παρακάτω απόσπασμα του ίδιου συντάκτη. «Με τι ζήλο καταπιανόμασταν προκειμένου να γευτούμε το φρέσκο έργο τέχνης: Το σκίτσο ενός καλλιτέχνη γινόταν ένα τελείως πολύτιμο αγαθό, καθώς περνούσε από χέρι σε χέρι σαν ένα εύθραυστο και τρέμον φύλλο χρυσού. Η ιδέα δε ότι την επομένη θα είχαμε μια ώρα καλής μουσικής δεν μας άφηνε να κοιμηθούμε όλη νύχτα» Η παρουσία του θανάτου ολόγυρά τους, δεν χωρά αμφιβολία, ότι έδινε νόημα σε κάθε επικοινωνία με την τέχνη. Είναι γεγονός ότι η καλλιτεχνική δημιουργία θεωρήθηκε απαραίτητο είδος αναψυχής στη ζωή του στρατοπέδου από πολλές εμπόλεμες χώρες, με αποτέλεσμα να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στον τομέα αυτό.

Η πολεμική ζωγραφική είναι ένα εικαστικό σώμα που αντλεί πρωτογενές υλικό από τα πεδία των μαχών και δευτερευόντως από την εμπειρία της επιστροφής των πολεμιστών στο σπίτι τους ή από τους απόηχους της δημοσιότητας. Οι πρώτοι ήταν κάτι σαν τους σύγχρονους φωτορεπόρτερ οι δεύτεροι σκηνοθετούσαν τα γεγονότα εκ των υστέρων. Ως παράδειγμα της δεύτερης περίπτωσης μπορούν να αναφερθούν ο Άγγλος ζωγράφος Stanley Spencer και ο Γάλλος Georges Scott. Η τέχνη για τους στρατιώτες δεν αποτελούσε ούτε αυτοσκοπό ούτε έδαφος για προσωπική έκφραση, αλλά λειτουργούσε ως ανάπαυλα ή ως ψυχοθεραπευτικό μέσο.

Στο ερώτημα πώς κατανοούσαν ή πώς προσλάμβαναν τον πόλεμο οι καλλιτέχνες- στρατιώτες στη Μακεδονία, για να περιοριστούμε στη Στρατιά της Ανατολής, διαπιστώνουμε ότι με τα έργα τους δεν καταγγέλλουν, ούτε αποτυπώνουν αποκλειστικά τη φρίκη του πολέμου, όπως αυτό συνέβαινε με τη σύγχρονη λογοτεχνία ή τα έργα των καλλιτεχνών στο Δυτικό Μέτωπο. Μάλιστα θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι δεν ασχολήθηκαν με τα καθοριστικά γεγονότα του Πολέμου όσο θα περίμενε κανείς, ούτε τα είδαν ως ζωγράφοι ανταποκριτές, όπως συνέβη με τους Βαλκανικούς Πολέμους ή με άλλα μέτωπα μαχών. Ελάχιστοι απεικόνισαν τον ηρωισμό, τη φρίκη, ή τον πόνο. Ωστόσο, όλα τα σπουδαία και συγκλονιστικά συμβάντα που οι καλλιτέχνες απέδωσαν με τον δικό τους τρόπο πάνω στον καμβά, έχοντας ως πηγή έμπνευσης την ιστορία του τόπου, το τοπίο, την καθημερινότητα των κατοίκων, και τον πόλεμο, αποτελούν αξιόλογη πτυχή της ελληνικής συμμετοχής στην ευρωπαϊκή αυτή σύρραξη.

Ο πόλεμος είναι γεγονός ότι έθεσε τη Θεσσαλονίκη στο κέντρο της επικαιρότητας, όπως πριν λίγα χρόνια οι Βαλκανικοί Πόλεμοι. Ήδη, με την αποβίβαση των συμμαχικών δυνάμεων ή πόλη είχε μετατραπεί σε επιτελικό κέντρο της Αντάντ και σε σταθμό ανεφοδιασμού των πολεμικών επιχειρήσεων της περιοχής. Η παρουσία των συμμάχων, ιδίως των Γάλλων, αποτέλεσε σημαντικό γεγονός όχι μόνο για την οικονομική και την καλλιτεχνική ζωή της πόλης, αλλά και για τις εσωτερικές εξελίξεις, της χώρας.

Paul Jouve, Εσωτερικό του ναού της Αχειροποιήτου, 1916, σχέδιο με μολύβι σε χαρτί.

***

Η Θεσσαλονίκη, «μια εκλεκτή γωνιά της γης», πλούσια σε χρώματα και μνήμες», όπως αναφέρεται στις περιγραφές των ξένων μαχητών ήταν για τους καλλιτέχνες της Στρατιάς ένα νέο θέμα, ένα μάθημα τέχνης μοναδικό. Σε άρθρο με τίτλο «Η Θεσσαλονίκη και η γαλλική τέχνη» τα εγκωμιαστικά σχόλια που βρίσκουμε για το τοπίο και τα στοιχεία της φύσης ξεπερνούν κάθε φαντασία και κάθε ποιητική έκφραση. Καταρχάς, ο ύμνος στο φως που δεν έχει σχέση με το μεταλλικό φως των ακτών της Μεσογείου, αλλά είναι το φως των λεπτών αποχρώσεων, των διαφορετικών αποχρώσεων. «Το φως που τις ωραίες μέρες του χειμώνα, τη συγκινητική ώρα της δύσης, ντύνεται τις πιο γλυκιές αποχρώσεις του ροζ-μωβ, χρυσωμένου στον ήλιο, μέχρι τα μπλε γκρι-σιέλ, που ενώνουν γη, ουρανό και θάλασσα σε μια και μόνο ακαθόριστη ύλη. Στο βάθος του τοπίου ο μεγαλοπρεπής και ξεκάθαρος όγκος του Ολύμπου. Η θάλασσα μέσα στην αγκαλιά του κόλπου προσφέρει στο φως ένα θεϊκό αγγείο για να αντανακλάται ολόκληρη εκεί μέσα».

Η εικόνα της Θεσσαλονίκης στα μάτια των ξένων στρατιωτών μέσα από τα γεγονότα, μικρά και μεγάλα της Στρατιάς της Ανατολής μοιάζει να αποκτά ζωντάνια και έντονη δράση για μια ολόκληρη εποχή από το 1915 έως το 1918. Εξωτική και συγχρόνως κοσμοπολίτικη, παραδοσιακή και συνάμα πολύγλωσση με θρησκευτικές και πολιτισμικές αντιθέσεις θα αποτελέσει αντικείμενο καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας. Πεζογράφοι, ζωγράφοι, σκιτσογράφοι, χαράκτες, ξένοι και Έλληνες, δημιούργησαν έργα με θέμα την περιπόθητη πόλη που προκαλούν και σήμερα τον θαυμασμό.

Αξίζει να επισημάνουμε ότι την άνοιξη του 1916 οργανώθηκε έκθεση με έργα Γάλλων στρατιωτών ζωγράφων στη Θεσσαλονίκη, γεγονός που αποτέλεσε μία ευχάριστη έκπληξη για τα δεδομένα της πόλης. Η Θεσσαλονίκη είδε να ανοίγει, κατά τον «μήνα των ρόδων», το Σαλόνι Τέχνης της Στρατιάς της Ανατολής, αναφέρεται σε περιοδικό της εποχής, που ήταν «ένα χαμόγελο του στρατιώτη». Στην τέχνη τους υπήρχε τέτοια ειλικρίνεια και τέτοια ελευθερία, ώστε θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι «ένας πίνακάς τους μπορεί να μιλήσει για την τιμή της Γαλλίας, όπως και ένα καλό βιβλίο».

Η έκθεση και τα σχόλια του αρθρογράφου για τους καλλιτέχνες που πήραν μέρος με έργα τους, αποτελεί πολύτιμο οδηγό για την κατανόηση της καλλιτεχνικής δημιουργίας στο Μέτωπο. Μια έκθεση όμως ζωγραφικής εν μέσω πολέμου τι μπορούσε να σημαίνει; Το γεγονός αυτό καθαυτό και σήμερα ακόμη εκπλήσσει. Δεν είναι που οι στρατευμένοι είδαν και ξαναείδαν την πόλη να αντανακλά μέσα στις διάφορες φαντασίες και ευαισθησίες των καλλιτεχνών, ούτε την κάποια οικονομική βοήθεια που δινόταν ως ανταμοιβή στους ζωγράφους. Η επίσκεψη στην έκθεση μπορεί να μην αντιπροσώπευε για τους πολεμιστές τίποτε περισσότερο από ένα απόγευμα του Μαΐου, για τους ζωγράφους όμως ήταν η ανακάλυψη νέων εμπειριών και νέας ομορφιάς. Ωστόσο, κατά τον σχολιαστή «η έκθεση παραμένει ένα μοναδικό γεγονός, ένα επεισόδιο απλό μεν στη βουή του πολέμου, αλλά αξέχαστο στην ιστορία της γαλλικής τέχνης», γιατί «ποτέ άλλοτε τόσοι πολλοί καλλιτέχνες δεν θα προσεγγίσουν όλοι μαζί το ίδιο θέμα, μιλώντας ο καθένας για τις αλήθειες του».

Ωστόσο, με τους ζωγράφους-στρατιώτες έρχονται στο νου μας τα ονόματα μιας μεγάλης γενιάς νέων ανθρώπων, ποιητών, καλλιτεχνών, επιστημόνων ,απλών πολιτών που χάθηκε στα χαρακώματα, αφήνοντας μαρτυρίες για τη φρίκη του πολέμου. Ο Έζρα Πάουντ έγραψε χαρακτηριστικά: «Πέθαναν μυριάδες/ και ανάμεσά τους οι καλύτεροι». Είναι γεγονός ότι η «ανυπόμονη γενεά» της belle époque θα βαδίσει στην αρχή με ενθουσιασμό προς τα πεδία των μαχών, αλλά η πολεμική εμπειρία θα απέχει πολύ από τη νικηφόρο έκβαση και την ηρωική προσδοκία.

Η ζωή στην πόλη μακριά από τα μέτωπα του πολέμου φαινομενικά κυλούσε ήρεμα, σύμφωνα με μαρτυρίες και περιγραφές. Ένα πλήθος από θέατρα, καφενεία, ταβέρνες και οίκους ανοχής είχαν κατακλύσει την πόλη, ενώ το λιμάνι έσφυζε από στρατιώτες και κάθε είδος πολεμικού υλικού. Σε μικρό χρονικό διάστημα η Θεσσαλονίκη βρέθηκε να κατοικείται από έναν στρατό μεγαλύτερο από τον πληθυσμό της, ένα έγχρωμο πλήθος πολεμιστών, τριγυρισμένη από παραπήγματα και αντίσκηνα «που μοιάζουν με άσπρα στίγματα κάτω από τον ήλιο» θα γράψει Γάλλος αξιωματικός.

H απραξία για ένα διάστημα στο Μακεδονικό Μέτωπο θα συντελέσει ώστε να θεωρηθεί η πόλη ως ιδεώδης τόπος παραθερισμού και διασκέδασης με χορούς στα μεγάλα ξενοδοχεία και τις επαύλεις, με μουσικές και τραγούδια και σουπέ στο ζαχαροπλαστείο Φλόκα. Ακόμη και οι θεατρικές σκηνές στο Παρίσι εμφανίζουν το ζαχαροπλαστείο του Φλόκα, όπου έπαιρναν το τσάι τους ωραίες κυρίες και κομψοί αξιωματικοί. Πέρα από τα σχόλια για την κοσμοπολίτικη ζωή, η νικηφόρα συμμαχική επίθεση, με τη συμβολή και του ελληνικού στρατού, τον Σεπτέμβριο του 1918 στο Μακεδονικό Μέτωπο δείχνει την πραγματική διάσταση του πολέμου.

Μπαίνοντας στην πόλη δύο στοιχεία τραβούσαν σταθερά την προσοχή των ξένων : ο μιναρές και το κυπαρίσσι. Πράγματι, δεν είναι λίγοι οι ζωγράφοι που γοητεύτηκαν από τη ψιλόλιγνη κορμοστασιά του μιναρέ, με τον μικρό εξώστη και την εύθραυστη κορύφωσή του. Το κυπαρίσσι δίπλα στον μιναρέ έρχεται να υπογραμμίσει τη λευκότητα και την απλότητά του. Το δέντρο γνωστό στις χώρες της Μεσογείου, είναι εδώ στη Θεσσαλονίκη, που παίρνει όλη την αξία της τέχνης και του συμβολισμού.

Bernard de Monvel, Υπαίθριος στιλβωτής, καρτ-ποστάλ. Από τη σειρά La Pochette de la Marraine.

Μία άλλη εικόνα που θα αποτυπωθεί σε καρτ-ποστάλ, πίνακες, χαρακτικά με ζωντάνια και χιούμορ είναι οι υπαίθριοι στιλβωτές υποδημάτων. Η παρουσία μεγάλου αριθμού ξένων στρατιωτών έκανε τους γνωστούς  μας λούστρους να στήνουν τα σύνεργα της δουλειάς τους στους δρόμους, στις πλατείες, στα καφενεία και το περίεργο πλήθος να συνωστίζεται για να θαυμάσει τους ξένους με τις ωραίες στολές και τις γυαλισμένες μπότες.

Η εικόνα των μικρών ξυπόλητων στιλβωτών με τα λαμπερά κασελάκια τους θα βρει την καλύτερη έκφραση  στο ποίημα του Άγγλου οπλίτη Α. Γκάρλαντ (1916), με τον τίτλο «Λούστρος Τζόνυ», που φανερώνει τη συμπάθεια για τα αμέτρητα «βρόμικα χαμίνια, που σε τσούρμο μαζεμένα τα συναντούσες παντού, βράδυ πρωί, με χιόνι ή με βροχή». Και παρακάτω: «Όχι για τους μιναρέδες, ούτε για τον Όλυμπο, ούτε για τη λασπουριά, τον Βαρδάρη, του Μπότον τα Υγιεινά Λουτρά, μα για τα «Λούστρος Τζόνυ»-απ’ άλλον κόσμο, λες, φωνές. /Είναι που τη Σαλονίκη θα ‘χεις πάντα αναθυμιά».

Άμεση σχέση με τη ζωγραφική και την πόλη της Θεσσαλονίκης είχαν οι καρτ-ποστάλ γνωστές ως les souvenirs de Salonique. Για να μπορούν να αλληλογραφούν με τους δικούς τους οι χιλιάδες στρατιώτες και αξιωματικοί του συμμαχικού στρατού που ζούσαν μέσα στην πόλη και γύρω από αυτήν, τυπώθηκε στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις της Ευρώπης και κυκλοφόρησε ένας μεγάλος αριθμός ταχυδρομικών δελταρίων, οι καρτ-ποστάλ, όπως επικράτησε να ονομάζονται, με εικόνες της πόλης. H Θεσσαλονίκη υπήρξε κατεξοχήν ευνοημένη από την έκδοση και κυκλοφορία των εικονογραφημένων καρτών. Ο Μεγάλος Πόλεμος άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο στην παραγωγή και διάθεση των δελταρίων σε μία αγορά που ήδη ανθούσε, προκαλώντας ένα είδος πληθωρισμού του «όμορφου αυτού μικρού χαρτονιού».

Ασκηση Γάλλων ναυτών στον Θερμαϊκό, καρτ-ποστάλ, 1917.

Οι καρτ-ποστάλ, ιδιαίτερο καλλιτεχνικό είδος, υπήρξαν στενά συνδεδεμένες με τον πόλεμο αυτό. Χαρακτηρίστηκαν τα sms της εποχής του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και αποτέλεσαν έναν εκπληκτικό μηχανισμό επικοινωνίας και συναισθηματικής εκτόνωσης για τους λαούς των εμπλεκόμενων στον πόλεμο χωρών. Εκατομμύρια ταχυδρομικά δελτάρια που διακινήθηκαν από το 1914 έως το 1918, τον ακριβή αριθμό των οποίων δεν είναι εύκολο να υπολογίσει κανείς, έχουν να διηγηθούν απίθανες ιστορίες ηρωισμού, νίκης, πόνου και απώλειας. Ο τεράστιος αριθμός και η ποικιλία των θεμάτων τους αποτελεί σημαντική πτυχή του Μεγάλου Πολέμου. Δραματικό επιστέγασμα των μέσων επικοινωνίας κατά την εμπόλεμη περίοδο, είχαν γνωρίσει το απόγειό τους κατά την προηγούμενη περίοδο, της ευημερίας της αστικής τάξης της Βelle Époque.

Τα θέματα ήταν συνήθως σατιρικά, συναισθηματικά, πατριωτικά, χωρίς να λείπουν τα χιουμοριστικά ή τα ειρωνικά. Οι κάρτες για χρήση της αλληλογραφίας των στρατιωτών, με προπαγανδιστικό πολλές φορές περιεχόμενο, κυκλοφορούσαν σε σειρές ή μεμονωμένες εκτυπώσεις, οφείλονταν δε σε ταλαντούχους ζωγράφους ή γραφίστες. Τα εικονογραφημένα αυτά δελτάρια, σπουδαία χρωμολιθόγραφα ή απλώς σταμπαριστά, ή με χρήση φωτογραφικού κλισέ, αποτελούν σήμερα μέρος των συλλογών τέχνης μουσείων και ιδιωτικών συλλογών.

Μία ξεχωριστή έκδοση καρτ-ποστάλ στη Γαλλία συνιστά η γνωστή με το όνομα La Pochette de la Marraine, η οποία, εκτός από την καλλιτεχνική σημασία της, παρουσιάζει εξαιρετικό κοινωνικό και πολιτικό ενδιαφέρον. Πρόκειται για μία συλλογή που περιλαμβάνει περίπου τριάντα διαφορετικές σειρές καρτ-ποστάλ. Η κάθε σειρά αριθμούσε επτά διαφορετικά σχέδια, δουλεμένα από νέους γνωστούς καλλιτέχνες.

 

Bernard de Monvel, Οι απολαύσεις της Θεσσαλονίκης, καρτ-ποστάλ. Από τη σειρά La Pochette de la Marraine.

Ο σκοπός της συλλογής καταρχάς ήταν να κάνει ελκυστικό τον τρόπο αλληλογραφίας, ανάμεσα στους φαντάρους και σε αυτούς που είχαν μείνει στα σπίτια τους, στις πατρίδες τους. Μέσα από μία καινούργια και καλαίσθητη έκδοση, ήθελαν να βοηθήσουν επίσης τους στρατευμένους καλλιτέχνες ή αυτούς που είχαν επιστρέψει τραυματίες  ώστε να έχουν ένα συμπληρωματικό εισόδημα από την πώληση της La Pochette.

Εκείνο που εντυπωσιάζει στα θέματα των καρτών, τα εμπνευσμένα από τη Θεσσαλονίκη, είναι, εκτός από την αισθητική τους, η ποικιλία των θεμάτων και η χιουμοριστική τους διάθεση. Καταγράφουν πλανόδιους πωλητές που περιδιάβαιναν τους δρόμους της πόλης γραφικούς τύπους, μνημεία, παραδοσιακά επαγγέλματα που σήμερα έχουν χαθεί, και ό,τι ήταν περίεργο και εξωτικό. Μεταξύ των άλλων έδωσαν εικόνες ανεπανάληπτες από τα σπίτια του έρωτα και ό,τι έχει σχέση με αυτόν και τις φαντασιώσεις του σε καιρό πολέμου.

Αξίζει να αναζητήσουμε μερικούς από τους πιο χαρακτηριστικούς δημιουργούς εικονογραφημένων δελταρίων, και όχι μόνον, των οποίων η ζωγραφική ταυτίστηκε με την πόλη της Θεσσαλονίκης. Ξεχωρίζει ο Jacques Touchet, ο oποίος ίσως είναι ο πιο γνωστός από τους στρατιώτες- ζωγράφους χάρη στα χιουμοριστικά σχέδιά του πάνω σε τύπους και επαγγέλματα της Θεσσαλονίκης, που κυκλοφόρησαν σε έντυπα της εποχής εκείνης. Χαρακτηριστικό της φήμης του αποτελεί η έκδοση σκίτσων σε μορφή καρτ-ποστάλ και μάλιστα προς χρωματισμό, σαν ένα είδος παιχνιδιού. Με ένα χιούμορ εκλεπτυσμένο και πολύ ανθρώπινο, με όλη τη σημασία της λέξης, αποκαλύπτει χωρίς την παραμικρή κακία την καθημερινότητα των ανθρώπων της εργασίας, μετατρέποντας κάθε άτομο σε μια χαριτωμένη μαριονέττα. Η δουλειά του δείχνει

Jacques Touchet, Οι τέσσερις χωροφύλακες (στρατονόμοι), 1916-1917.

ότι πρόκειται για έναν επιδέξιο τεχνίτη ακουαρέλας που ξέρει να σέβεται τα μυστικά της τεχνικής. Εκτός από τα σχέδια για τις καρτ-ποστάλ επικοινωνίας, ο Touchet μάς άφησε 12 εξαιρετικές λιθογραφίες με επαγγέλματα της πόλης.

Ο ονόματι Coyer συνεχίζει στο ίδιο χιουμοριστικό πνεύμα να ασχολείται με τους πλανόδιους πωλητές, τα έθιμα του χωριού και τα επαγγέλματα της χαράς και του κεφιού.

Goyet, Σκηνές καθημερινότητας.

Ο υποπλοίαρχος Douillard διαφοροποιείται, δίνοντας 12 μαγευτικές απόψεις της Θεσσαλονίκης, από τις πιο όμορφες που έχουμε δει. Χρώματα ζεστά λουσμένα στο φως αναδεικνύουν τα αρχιτεκτονήματα, τα στενοσόκακα, τη φύση, την εμβληματική εικόνα του τεκέ των δερβίσηδων με το ανεπανάληπτης ωραιότητας κυπαρίσσι και τα αρχιτεκτονικά σύμβολα της πόλης.

Εκτός από τους στρατιώτες ζωγράφους της έκθεσης, είναι γνωστά και άλλα ονόματα καλλιτεχνών με έργα εμπνευσμένα από την πόλη, στα χρόνια του πολέμου. O Charles Millot, γνωστός με το ψευδώνυμο Henri Gervèse (1880-1959), αξιωματικός του ναυτικού, ζωγράφος και εικονογράφος, που αποτελεί μια τέτοια ενδιαφέρουσα περίπτωση δημιουργού, κυρίως για τις σειρές των δελταρίων με σχέδια χιουμοριστικά πάνω στο Ναυτικό και τη ζωή των ναυτών. Το σχέδιό του καρικατουρίστικο, στυλ κόμικς, δίνει φρεσκάδα και ζωντάνια στη σειρά των καρτ-ποστάλ.

Henri Gervèse, Οι ναύτες μας, καρτ-ποστάλ, 1915.

Στο ίδιο χιουμοριστικό πνεύμα κινείται και η δουλειά ενός άλλου Γάλλου του Drack Oub –André Antoine Bouchard-. Το αραβόφωνο όνομά του αποτελεί αναγραμματισμό του επωνύμου του. Υπήρξε κατεξοχήν καρικατουρίστας και εικονογράφος στον τύπο. Mε αδρές πινελιές μας χαρίζει ένα πανόραμα χαρακτηριστικών μορφών φαντάρων των διαφόρων φυλών και εθνών, που είχαν μετατρέψει την πόλη σε ένα πολύχρωμο και πολύγλωσσο παζάρι που ανακατεύονταν χωρίς να μπερδεύονται.

Ο ζωγράφος που θα απαθανατίσει τη μαγευτική συνύπαρξη, τη βαθιά αρμονία μιναρέ και κυπαρισσιού και θα δώσει μερικά από τα πιο ατμοσφαιρικά έργα είναι ο Paul Jouve (1878-1973). Ο Jouve γλύπτης, ζωγράφος και χαράκτης, όπως άλλοτε ήταν οι καλλιτέχνες, επιστρατεύτηκε το 1915 και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του πολέμου στη Θεσσαλονίκη. Στο Άγιον Όρος βρέθηκε κάποιους μήνες του 1917 και έδωσε υπέροχα σχέδια της μονής Σταυρονικήτα. Το κυπαρίσσι ή τα κυπαρίσσια που διακοσμούν τα εξώφυλλα του περιοδικού Revue Franco-Macédonienne, άλλοτε μόνα, άλλοτε παρέα με τον μιναρέ, δεν έχουν άλλη έγνοια για τον ζωγράφο παρά την απομόνωσή τους από τον γύρω κόσμο και την αναδημιουργία της αρχιτεκτονικής τους δομής. Με τα έργα «Αγία Αικατερίνη», «τα βουβάλια», «το εσωτερικό της Αχειροποιήτου», αποκαλύπτει τη δεξιοτεχνία του. Τα έργα του είναι πρωτότυπα και η τεχνική πρώτης τάξης. Το κάρβουνο, το μολύβι, η πένα υποτάσσονται στη φαντασία του, στην οποία επιβάλλει περισσότερο την ιδέα του, από τη ματιά του. Ο Jouve είναι ο καλλιτέχνης που ίσως χωρίς να το επιζητεί, μεταμορφώνει σε πρότυπο αυτό που βλέπει. Ο πίνακας με το βουβάλι έξω από τα ανατολικά τείχη και τη Ροτόντα στο βάθος, αποτελεί ένα τέτοιο δείγμα. Λατρεύει τα σύννεφα, τους ατμούς, τους οποίους ντύνει με μορφή πραγματική, κινούμενη.

Paul Jouve, Βουβάλι έξω από τα ανατολικά τείχη της Θεσσαλονίκης, 1916.

O Bernard Boutet de Monvel είναι ένας μετριοπαθής οπαδός του κυβισμού θα τολμούσε να πει κανείς, κρίνοντας από τις σέπιες του. Τα σχέδιά του είναι αποκαλυπτικά μιας ιδιοσυγκρασίας καλλιτέχνη πρώτης τάξης. Θυμίζουμε την πολύ ενδιαφέρουσα σειρά των καρτ-ποστάλ του, με τα λεπτεπίλεπτα μικρογραφικά σχέδια, και τη σκωπτική τους διάθεση, στο πλαίσιο της έκδοσης La Pochette de la Marraine.

Ξεχωριστή περίπτωση Γάλλου στρατευμένου, αποτελεί ο ζωγράφος Emile Gerlach, έργα του οποίου είχαμε τη χαρά να απολαύσουμε σε έκθεση που έγινε στην πόλη, το 1982. Το ξεχωριστό ενδιαφέρον που προκάλεσαν τα έργα του Γάλλου καλλιτέχνη δεν οφείλεται στην αισθητική τους αξία αλλά στις μνήμες που για τη ζωή και την ιστορία της πόλης. Ο κρυφός και διαρκής πόθος του για γνωριμία καινούργιων τόπων θα τον φέρουν στη Θεσσαλονίκη κατά τον Α’ Παγκόσμιο, όπου θα μείνει από τις 17 Απριλίου μέχρι το τέλος του Ιουνίου του 1917.

Émile Gerlach, Άποψη της Θεσσαλονίκης από τα κάστρα, 1917, υδατογραφία.

 

Émile Gerlach, Η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, 1917, υδατογραφία.

Στις υδατογραφίες του βρίσκουμε στιγμιότυπα από τη ζωή της πόλης, εικόνες παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, λαϊκές ενδυμασίες και ασχολίες κατοίκων. Οι πίνακές του κάνουν να περνούν μπροστά στα μάτια μας σπίτια πασάδων, βυζαντινές εκκλησίες, στενοσόκακα, απόψεις της Θεσσαλονίκης και άλλων πόλεων της Μακεδονίας. Το έργο του που μοιάζει με φωτογραφική αποτύπωση, έρχεται να συμπληρώσει με τη χρωματική και αισθητική αξία το φωτογραφικό υλικό της ίδιας εποχής. «Είναι αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι ένας στρατιώτης, όπως ο καλλιτέχνης, έχοντας επίγνωση της δίνης στην οποία περιέπεσε ο κόσμος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατόρθωσε να δώσει μια τόσο ζωηρή και ειρηνική απεικόνιση της πόλης, μια τόσο πιστή και φωτεινή απόδοση της υπαίθρου», θα γράψει ο Χρ. Λαμπρινός το 1982 με την ευκαιρία της έκθεσής του.

Ο αριθμός των στρατευμένων Γάλλων καλλιτεχνών φαίνεται πως είναι πολύ μεγάλος, ώστε να μπορεί να εξαντληθεί στο πλαίσιο της παρουσίασης αυτής. Αξίζει, ωστόσο, να σταθούμε στο ιδιαίτερο και εξαιρετικά ενδιαφέρον έργο του Α. Frank. Πρόκειται για την εικονογράφηση ενός μικρού λευκώματος αφιερωμένου στην Υπηρεσία Διάνοιξης Δρόμων, υπηρεσία της οποίας η συμβολή στη θετική έκβαση του πολέμου και στην ανάπτυξη γενικότερα της Μακεδονίας υπήρξε καθοριστική. Ο αφηγητής του λευκώματος, με ένα ποιητικό κείμενο γραμμένο σε στίχους και με τίτλο Η Προσευχή του Χαλίφη, επιχειρεί να αναδείξει τη σημασία της Υπηρεσίας αυτής στα πολύ δύσκολα χρόνια του Μεγάλου Πολέμου. Με έναν ανάλαφρο και χιουμοριστικό τρόπο επιζητεί να απαντήσει στις απορίες του χαλίφη σχετικά με τις επιτυχίες των Γάλλων στις πολεμικές επιχειρήσεις στην περιοχή του Μοναστηριού. Ο χαλίφης απορημένος και κουρασμένος από τις εξηγήσεις εύχεται στα τελευταία χρόνια της ζωής του να πεθάνει σε κάποια γωνιά, κοντά στα τείχη της Θεσσαλονίκης, που ο ήλιος χαϊδεύει στη δύση του. Τον ίδιο διασκεδαστικό χαρακτήρα αποπνέουν και τα έγχρωμα χαρακτικά του Α. Frank που συνοδεύουν το λεύκωμα και θυμίζουν εικονογραφημένα παιδικά και σχολικά βιβλία του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα.

Ruedolf, Φιγούρες νέων ανθρώπων στη Θεσσαλονίκη, 1916-1917.

Τέλος, μετά τα παραπάνω ονόματα των Γάλλων ζωγράφων στρατιωτών, αξίζει να αναφερθούμε και στον ζωγράφο Ruedolf, ο οποίος με το ευαίσθητο σχέδιό του, είτε με μολύβι είτε με υδατογραφία, τόσο με την απεικόνιση των μνημείων όσο και με τα εκφραστικά πορτραίτα, τις φιγούρες κυρίως νέων ανθρώπων, δείχνει ότι πρόκειται για έναν μεγάλο καλλιτέχνη.

Ο «Μεγάλος Πόλεμος» κατέχει ιδιαίτερη θέση στη συλλογική μνήμη των Γάλλων. Είναι ο τελευταίος παραδοσιακός και ταυτοχρόνως ο πρώτος μοντέρνος πόλεμος με όπλα μαζικής καταστροφής. «Δεν υπάρχει (σχεδόν καμία) γαλλική οικογένεια που να μην τη άγγιξε η απώλεια ή ο τραυματισμός κάποιου συγγενούς», αναφέρει ο Γάλλος συγγραφέας Πιερ Λεμέτρ στο βιβίο του Καλή αντάμωση εκεί ψηλά (Αθήνα 1914). Η αλήθεια πάντως είναι ότι «ο πόλεμος των χαρακωμάτων», όπως επίσης λέγεται, φέρνει στον νου των περισσοτέρων Γάλλων, σκηνές ανείπωτου ηρωισμού, ιστορίες με πάθη και δράματα, προπαντός τον πόνο μιας ανώφελης σφαγής. Στα χαρακώματα, μείγμα από λάσπη, ανθρώπινη σάρκα, εθισμό στον θάνατο, φόβο, οργή, ταπείνωση, ο άνθρωπος πλησίαζε άλλοτε τον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο και άλλοτε το κτήνος.

Οι Γάλλοι στρατιώτες-ζωγράφοι του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, άλλοτε εφευρετικοί και άλλοτε ενταγμένοι σε μια συμβατική αισθητική, εκφράζουν το ενδιαφέρον τους για την πόλη σε μια ολέθρια εποχή, σε δύσκολες συνθήκες. Ανεξάρτητα αν είναι δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς τη μελλοντική τους διαδρομή, αντιλαμβανόμαστε ότι με θάρρος μετέτρεψαν την αγωνία και τη φρίκη του πολέμου σε αίσθηση, σε όνειρο και δημιουργία.

Drack Oub  (André Antoine Bouchard), Σκωτσέζος και Ρώσος στρατιώτες, 1917.

 

Η Μαρία Καμπούρη-Βαμβούκου είναι Ομότιμη Καθηγήτρια του Τμήματος Αρχιτεκτόνων-Μηχανικών του ΑΠΘ.

 

 

*Το παρόν κείμενο αποτελεί μέρος του βιβλίου μου με τίτλο Η τέχνη στα χρόνια του «πολέμου των χαρακωμάτων». Στρατιώτες-ζωγράφοι της Στρατιάς της Ανατολής στη Θεσσαλονίκη, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2016, στο οποίο μπορεί κανείς να αντλήσει πληροφορίες και για τους άλλους στρατιώτες –ζωγράφους του Μακεδονικού Μετώπου.

Η επιδρομή Doolittle κατά του Τόκιο (Aπρίλιος 1942). Η πρώτη επιτυχία των ΗΠΑ στο Μέτωπο του Ειρηνικού

    Η επιδρομή Doolittle κατά του Τόκιο (Aπρίλιος 1942).

  Η πρώτη επιτυχία των ΗΠΑ στο Μέτωπο του Ειρηνικού

 

Στις 18 Απριλίου 1942, λίγους μήνες έπειτα από την ιαπωνική επιδρομή κατά του Περλ Χάρμπορ, το Τόκιο και άλλες πέντε μεγαλουπόλεις του Αρχιπελάγους (Γιοκοχάμα, Οσάκα, Ναγκόγια, Γιοκοσούκα και Κόμπε), βομβαρδίστηκαν από την αμερικανική πολεμική αεροπορία. Επρόκειτο για την πρώτη επιχειρησιακή δράση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου εντός της ιαπωνικής επικράτειας. Αν και τα αποτελέσματα υπήρξαν πενιχρά, ο ψυχολογικός αντίκτυπος αποδείχτηκε τεράστιος. Η ιαπωνική κοινή γνώμη είχε γαλουχηθεί με την ψευδαίσθηση ότι το μητροπολιτικό έδαφος βρισκόταν στο απυρόβλητο. Πόσο μάλλον έπειτα από το τράνταγμα, που είχε προκαλέσει στην αντίπερα όχθη του Ειρηνικού το πλήγμα σε βάρος του Περλ Χάρμπορ, τοποθεσία, η οποία επίσης εθεωρείτο άτρωτη, εξαιτίας της μεγάλης απόστασης. Τον Απρίλιο του 1942, ο αιφνιδιασμός και η ανασφάλεια άλλαξαν στρατόπεδο. Οι Αμερικανοί αισθάνθηκαν πως πήραν εκδίκηση, έστω και μερική, γι αυτό που είχε προηγηθεί. Οι Ιάπωνες, αναγκάστηκαν να επισπεύσουν το σχέδιο αναμέτρησης με τα αεροπλανοφόρα του αντιπάλου στην ανοικτή θάλασσα. Διαθέτοντας συντριπτική υπεροπλία, ήλπιζαν να εξουδετερώσουν ταχύτατα τον αμερικανικό παράγοντα και απαλλαγμένοι από την απειλή του, να θέσουν υπό έλεγχο ολόκληρο το σύμπλεγμα της ΝΑ Ασίας και του Νοτίου Ειρηνικού, με τα πλούσια κοιτάσματα και τις άφθονες πρώτες ύλες, τόσο απαραίτητες για την βιομηχανία ενός εμπολέμου κράτους. Η έκβαση της ναυμαχίας του Μίντγουέϊ τον Ιούνιο του ιδίου έτους, έμελλε να τους διαψεύσει παταγωδώς, καθώς συνέβαλε στην αποκατάσταση του συσχετισμού των ισορροπιών στο μέτωπο του Ειρηνικού. Η μετεξέλιξη του πολέμου σε αναμέτρηση μακράς διαρκείας ευνοούσε εξ ορισμού τον αμερικανικό παράγοντα. Η αυτάρκεια σε πρώτες ύλες και πηγές ενεργείας, σε συνδυασμό με την ταχύτατη μετατροπή της οικονομίας από οικονομία εν καιρώ ειρήνης σε οικονομία εν καιρώ πολέμου, καθιστούσε τις ΗΠΑ, ήδη από το καλοκαίρι του 1942, ως τον επικρατέστερο νικητή.

                  

H ιαπωνική επίθεση κατά του Περλ Χάρμπορ στις 7 Δεκεμβρίου 1941.

Στις 21 Δεκεμβρίου 1941, έλαβε χώρα με απόλυτη μυστικότητα στον Λευκό Οίκο μια σύσκεψη υπό την προεδρία του Franklin D. Roosevelt. Το τραύμα ήταν ακόμη νωπό και έχρηζε άμεσης αντιμετώπισης. Όλοι οι συμμετέχοντες συμφώνησαν ότι έπρεπε να καταφερθεί άμεσο πλήγμα κατά του ιαπωνικού μητροπολιτικού εδάφους. Μια ενέργεια του είδους αυτού προσέβλεπε σε δυο στόχους: 1) στην ανύψωση του ηθικού της αμερικανικής κοινής γνώμης και 2) στη διασπορά αισθήματος αμηχανίας και αμφισβήτησης στους κόλπους της αντίστοιχης ιαπωνικής, έτσι ώστε η τελευταία να αρχίσει να τρέφει αμφιβολίες ως προς την αποτελεσματικότητα της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας. Αρχές Ιανουαρίου του 1942, οι διάφοροι επιτελείς επέλεξαν, ως πλέον κατάλληλα για τη διεκπεραίωση της αποστολής, τα βομβαρδιστικά τύπου Β-25Β Mitchell. Διέθεταν μεγάλη ακτίνα δράσης (4.400 χλμ.). Ήταν απαραίτητο, ωστόσο, να υποστούν μετατροπές, που θα τα καθιστούσαν επιχειρησιακά για τις συγκεκριμένες ανάγκες της αποστολής. Ειδικότερα, μειώθηκε ο αριθμός των πολυβόλων, που έφερε το καθένα από τα αεροσκάφη. Η μείωση του οπλισμού επέφερε την ελάττωση του συνολικού βάρους και, αντιστρόφως ανάλογα, την επιμήκυνση της ακτίνας δράσης. Επικεφαλής της αποστολής ανέλαβε ο ηλικίας 52 ετών αντισμήναρχος James H. Doolittle, με πλούσιο και διακεκριμένο παρελθόν στους κόλπους της Πολεμικής Αεροπορίας.


James Harold Doolittle (1896-1993).

Η πρώτη μεγάλη πρόκληση, την οποία οι σχεδιαστές της αποστολής κλήθηκαν να ρυθμίσουν, ήταν οι συνθήκες μεταφοράς και απογείωσης των βομβαρδιστικών. Προκειμένου να πληγούν οι Ιαπωνικές Νήσοι, ο μόνος προσφερόμενος τρόπος ήταν η μεταφορά διά θαλάσσης των αεροσκαφών στα ανοικτά των ακτών των τελευταίων. Αμέσως ετίθετο ένα τρισυπόστατο πρόβλημα. Αφενός, ο διάπλους του Ειρηνικού έπρεπε να συντελεστεί με απόλυτη μυστικότητα, προκειμένου να διατηρηθεί στο ακέραιο το στοιχείο του αιφνιδιασμού, όπως είχε συμβεί, άλλωστε, στην περίπτωση του Περλ Χάρμπορ, αλλά και παλαιότερα, με τη βύθιση ισχυρών μονάδων του ιταλικού στόλου στον λιμένα του Τάραντα από τη βρετανική αεροπορία (Νοέμβριος 1940). Αφετέρου, η αποστολή Doolittle έθετε ένα πρωτόγνωρο πρόβλημα. Εκείνο της απογείωσης βαρέων βομβαρδιστικών από τον περιορισμένων διαστάσεων, για τις απαιτήσεις του συγκεκριμένου αεροσκάφους, διάδρομο του καταστρώματος ενός αεροπλανοφόρου. Ουδέποτε στο παρελθόν είχε τεθεί παρόμοιο ζήτημα, ο δε χρόνος και οι συγκυρίες της στιγμής (εμπόλεμο καθεστώς) απέκλειαν κάθε δυνατότητα επαρκούς εκπαίδευσης των πιλότων (οι λίγες δοκιμές, διάρκειας τριών εβδομάδων, πραγματοποιήθηκαν στην ξηρά, σε στρατιωτικό αεροδρόμιο του Νόρφολκ της Πολιτείας Βιρτζίνια, όπου ο διάδρομος απογείωσης έφερε ειδική σήμανση, με τις διαστάσεις εκείνου ενός αεροπλανοφόρου). Ο τομέας, ωστόσο, που δεν άφηνε την παραμικρή αχτίδα αισιοδοξίας, ήταν εκείνος της ανάκτησης των αεροσκαφών, έπειτα από το πέρας των βομβαρδισμών, όταν δεν θα ίσχυε, πλέον, το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Αμέσως έπειτα από την απογείωση, η αμερικανική αρμάδα έπρεπε να έχει εγκαταλείψει το ταχύτερο τα χωρικά ύδατα της Ιαπωνίας, για λόγους ασφαλείας. Συνεπώς, έπρεπε να βρεθεί κάποια εναλλακτική λύση για τους πιλότους και τα αεροσκάφη, ειδάλλως ελλόχευε σοβαρός κίνδυνος η όλη επιχείρηση να μετεξελιχθεί σε μια μεγαλοπρεπή αποστολή αυτοκτονίας.

Στο πρώτο υπόμνημα, το οποίο υπέβαλε αμέσως έπειτα από την ανάληψη της διοίκησης, ο Doolittle πρότεινε την περιοχή του Βλαδιβοστόκ, σε απόσταση 1.100, περίπου, χλμ. από τους στόχους των βομβαρδισμών και με βάση το σκεπτικό παραχώρησης των αεροσκαφών στην ΕΣΣΔ με καθεστώς εκμίσθωσης (Lend-Lease). Δυστυχώς, οι διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση της Μόσχας για έκδοση της σχετικής άδειας προσγείωσης δεν καρποφόρησαν, καθώς, ήδη από τον Απρίλιο του 1941, ο Στάλιν είχε υπογράψει με την Ιαπωνία ένα σύμφωνο ουδετερότητας. Το τελευταίο του παρείχε τη δυνατότητα απαγκίστρωσης σημαντικών δυνάμεων από τη Σιβηρία και μεταφοράς τους στο ευρωπαϊκό θέατρο επιχειρήσεων κατά των Γερμανών. Επ’ ουδενί επιθυμούσε, υπό τις παρούσες συνθήκες, να ερεθίσει τις αρχές του Τόκιο, υποδεχόμενος τα αμερικανικά αεροσκάφη έπειτα από βομβαρδισμό, μάλιστα, σε βάρος του ιαπωνικού εθνικού εδάφους. Κατόπιν τούτων, ακολούθησαν διαπραγματεύσεις με την Κίνα του Τσιανγκ Κάι-Σεκ, οι οποίες ευοδώθηκαν, παρά τους φόβους διενέργειας ιαπωνικών αντιποίνων κατά του αμάχου πληθυσμού. Επιλέχθηκαν από κοινού πέντε υποψήφια αεροδρόμια, ικανά να λειτουργήσουν ως βάση ανεφοδιασμού, έως τον τελικό προορισμό των αεροσκαφών, την πόλη Τσουνγκίνγκ (Chongqing), πρωτεύουσα εν καιρώ πολέμου του Κουομιτάνγκ (Εθνικιστικού Κόμματος της Κίνας).

Ο σχεδιασμός της επιχείρησης.              

Στην αρχική του εκδοχή, το σχέδιο προέβλεπε τη συμμετοχή 20 αεροσκαφών. Τελικά, χρησιμοποιήθηκαν 16. Μόλις η αποστολή εγκρίθηκε επισήμως, τα πρώτα αεροσκάφη φορτώθηκαν στο αεροπλανοφόρο USS Hornet, το οποίο είχε καταπλεύσει στο Νόρφολκ, ειδικά για τον σκοπό αυτό. Τα υπόλοιπα φορτώθηκαν στο Σαν Φρανσίσκο, αφού, προηγουμένως, είχαν ολοκληρωθεί οι απαραίτητες εργασίες για τη μετατροπή τους. Στις 2 Απριλίου, το αεροπλανοφόρο  απέπλευσε, με τα αεροσκάφη σε δημόσια θέα στο κατάστρωμα. Στα ανοικτά του συμπλέγματος της Χαβάης, στη συνοδεία προστέθηκε το αεροπλανοφόρο USS Enterprise, τα καταδιωκτικά του οποίου προορίζονταν για παροχή αεροπορικής προστασίας (εκείνα του USS Hornet είχαν στοιβαχτεί στα κάτω καταστρώματα, προκειμένου να εξασφαλιστεί χώρος για τα βομβαρδιστικά) καθώς και ένας στολίσκος καταδρομικών και αντιτορπιλλικών. Το γενικό πρόσταγμα είχε ο ναύαρχος William F. Halsey.

Επάνω και κάτω: Ο αντισμήναρχος Doolittle και τα πληρώματα της αποστολής στο κατάστρωμα του USS Hornet, κατά τη διάρκεια του διάπλου του Ειρηνικού.

Ο διάπλους του Ειρηνικού πραγματοποιήθηκε μέσα σε απόλυτη σιγή ασυρμάτου και κάτω από δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Ωστόσο, παρά την ταλαιπωρία (η μεγάλη έγνοια των πληρωμάτων ήταν η ευστάθεια των αεροσκαφών και η προστασία τους από τους κραδασμούς, που ενείχαν κινδύνους απωλειών στη θάλασσα), οι τελευταίες λειτούργησαν ευεργετικά, καθώς επέτρεψαν στην αρμάδα να καλύψει απαρατήρητη την μεγάλη απόσταση. Ο αντικειμενικός στόχος και οι εν γένει συνθήκες διενέργειας της αποστολής αποκαλύφθηκαν στα πληρώματα μετά τον απόπλου. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίστηκε το απόρρητο και διατηρήθηκε στο ακέραιο το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. 

Νωρίς  το πρωί της 18ης Απριλίου 1942, και ενώ η αρμάδα έπλεε σε απόσταση 650 ναυτικών μιλίων (1.200 χλμ.) από τις ανατολικές ακτές της Ιαπωνίας, εντοπίστηκε ένα σκάφος περιπολίας. Βυθίστηκε από το καταδρομικό συνοδείας USS Nashville. Ο κυβερνήτης του σκάφους αυτοκτόνησε και το υπόλοιπο πλήρωμα συνελήφθη. Μπροστά στον ελλοχεύοντα κίνδυνο αποκάλυψης της αποστολής, οι Halsey και Doolittle αποφάσισαν την πρόωρη έναρξη της επιχείρησης 10 ώρες νωρίτερα από την προβλεπόμενη και 170 ν.μ. (310 χλμ.) μακρύτερα από τις αρχικές εκτιμήσεις. Παρά το γεγονός ότι κανένα από τα πληρώματα (συμπεριλαμβανομένου του Doolittle προσωπικά) δεν διέθετε προηγούμενη εμπειρία απογείωσης από κατάστρωμα αεροπλανοφόρου, όλα τα βομβαρδιστικά απογειώθηκαν επιτυχώς κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες.

Η απογείωση των αεροσκαφών από το αεροπλανοφόρο USS Hornet.



Doolittle Raiders B-25 Launch Footage 1942 Silent Film Stock

    

 

Περίπου έξι ώρες έπειτα από την απογείωση, τα αεροσκάφη έφτασαν πάνω από την ξηρά. Ανέβηκαν στα 1.500 πόδια (460 μ.) και βομβάρδισαν δέκα προεπιλεγμένους στρατιωτικούς και βιομηχανικούς στόχους στο Τόκιο, δυο στη Γιοκοχάμα και από έναν στη Γιοκοσούκα, στη Ναγκόγια, στην Οσάκα και στο Κόμπε. Τα πληρώματα είχαν λάβει ρητή διαταγή να αποφύγουν κατοικημένες περιοχές, όπως και τα αυτοκρατορικά ανάκτορα της ιαπωνικής πρωτεύουσας. Παρά ταύτα, δεν αποφεύχθησαν οι παράπλευρες απώλειες. Εκτιμήσεις μετά το πέρας του πολέμου, ανέβαζαν το σύνολο των θυμάτων  στους 87 νεκρούς και 462 τραυματίες, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονταν άμαχοι.

 

Ο βομβαρδισμός του Τόκιο.
Η ναυτική βάση της Γιοκοσούκα στο στόχαστρο των αμερικανικών βομβαρδιστικών.

Το επεισόδιο των βομβαρδισμών καταγράφηκε από την έβδομη τέχνη σε δυο περιπτώσεις. Μια πρώτη το 1944, διαρκούντος ακόμη του πολέμου και μια δεύτερη το 2001, σε μια φαντασμαγορική παραγωγή με κεντρικό θέμα την επιδρομή κατά του Περλ Χάρμπορ. Αντιπαραβάλλοντας κανείς τα σχετικά στιγμιότυπα, δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την ποιότητα του πρώτου παραδείγματος και να προβληματιστεί επάνω στην εκτενή χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας του δευτέρου, γεγονός που καθιστά το τελικό αποτέλεσμα επίπλαστο και κατ’ επέκταση, λιγότερο πειστικό.

 

          Thirty Seconds Over Tokyo (1944)

 

         Pearl Harbor (2001)

Έπειτα από το πέρας των βομβαρδισμών, όλα τα αεροσκάφη αντιμετώπισαν απρόβλεπτες δυσκολίες στην πτήση προς την Κίνα. Η νύκτα έπεσε νωρίτερα, διαπιστώθηκε ανεπάρκεια καυσίμων, οι δε καιρικές συνθήκες  υπεράνω του κινεζικού εδάφους (παρά τον ευνοϊκό ισχυρό άνεμο, ο οποίος έπνεε ασταμάτητα επί επτά ώρες), είχαν επιδεινωθεί σε βαθμό, που καθιστούσε δυσχερή τον εντοπισμό των προκαθορισμένων σημείων προσγείωσης. Πάνω απ όλα, όμως, οι εθνικιστές του Τσιανγκ Κάι-Σεκ δεν είχαν ειδοποιηθεί για την επικείμενη υποδοχή. Ο Halsey απέφυγε να τους στείλει το σχετικό σήμα, για να μη σπάσει τη σιγή ασυρμάτου και αποκαλύψει τη θέση της αποχωρούσας αρμάδας. Έπειτα από δεκατρείς ώρες συνεχούς πτήσης (κοντά είκοσι, συνολικά,  από τη στιγμή της απογείωσης), δεκατέσσερα βομβαρδιστικά έκαναν αναγκαστική προσγείωση στις ανατολικές ακτές της Κίνας. Ένα άλλο, έπεσε στη θάλασσα. Το δέκατο έκτο, διαπιστώνοντας έλλειψη καυσίμων, επέλεξε την κατά πολύ συντομότερη διαδρομή προς το Βλαδιβοστόκ, παραβιάζοντας τις σχετικές διαταγές. Παρά την ομαλή προσγείωση, το αεροσκάφος επιτάχτηκε από τους Σοβιετικούς και το πλήρωμα συνελήφθη. Έπειτα από πολύμηνο εγκλεισμό, το τελευταίο κατάφερε να διαφύγει στην Περσία, αφού, προηγουμένως, είχε φροντίσει να δωροδοκήσει τους δεσμοφύλακες, εν γνώσει και με την ανοχή της NKVD, όπως αποδείχτηκε αργότερα, χάρη στον αποχαρακτηρισμό των σοβιετικών αρχείων.

Το επιταχθέν από τους Σοβιετικούς αεροσκάφος.

 

Χάρτης με τα διάφορα στάδια της αποστολής.

Από τα δεκατέσσερα υπόλοιπα πληρώματα, που κατάφεραν να φτάσουν έως την Κίνα, τα περισσότερα  (66 άτομα σε σύνολο 80) διασώθηκαν χάρη στη συνδρομή των Κινέζων. Ο αριθμός των απωλειών ανήλθε στους επτά (τρεις πνίγηκαν στη θάλασσα, άλλοι τρεις εκτελέστηκαν από τους Ιάπωνες και ένας πέθανε έγκλειστος στη φυλακή). Άλλοι τέσσερεις παρέμειναν αιχμάλωτοι έως το πέρας του πολέμου. Δεκαπέντε από τα δεκαέξι αεροσκάφη καταστράφηκαν ολοσχερώς.

Ο σμηναγός Robert L. Hite, αιχμάλωτος των Ιαπώνων.  Τελικά, επέζησε του εγκλεισμού.

Ο ίδιος ο Doolittle και το πλήρωμά του, αφού έπεσαν με αλεξίπτωτο δευτερόλεπτα πριν από τη συντριβή του αεροσκάφους στο έδαφος, περισυνελέγησαν από Κινέζους αλλά και από τον Αμερικανό ιεραπόστολο John Birch, ο οποίος έτυχε να δραστηριοποιείται στην περιοχή. Χάρη στη φροντίδα τους, επαναπατρίστηκε γρήγορα στις ΗΠΑ. Επιστρέφοντας, ήταν πεπεισμένος πως θα οδηγείτο ενώπιον στρατοδικείου, με την κατηγορία της απώλειας των αεροσκαφών. Αντ’ αυτού, του απενεμήθη το Παράσημο της Τιμής (Medal of Honnor) από τον πρόεδρο Roosevelt αυτοπροσώπως, σε ειδική τελετή στο Λευκό Οίκο, λίγους μήνες αργότερα.

Ο Doolittle και το πλήρωμά του φωτογραφίζονται με τους Κινέζους διασώστες τους.
Η παρασημοφόρηση στο οβάλ γραφείο του Λευκού Οίκου. Τη σκηνή παρακολουθούν οι στρατηγοί H.H. Arnold και George C. Marshall καθώς και η Josephine Doolittle.

Οι επιπτώσεις της επιδρομής Doolittle υπήρξαν καταλυτικές ως προς τη συνέχεια των επιχειρήσεων στο μέτωπο του Ειρηνικού. Βέβαια, σε αντιδιαστολή με τη μετέπειτα εκτενή χρήση των Boeing B-29 (των επονομαζομένων «ιπταμένων υπεροχυρών»-Superfortresses), κατά του ιαπωνικού μητροπολιτικού εδάφους, οι ζημιές, τις οποίες προκάλεσαν τα  Β-25Β Mitchell θεωρούνται πενιχρές. Άλλωστε, η περιορισμένη έκτασή τους ήταν προκαθορισμένη, εφόσον υπήρχε ρητή εντολή να αποφευχθούν παράπλευρες απώλειες. Βρισκόμαστε πολύ μακριά από τους μαζικούς βομβαρδισμούς των ετών 1944-1945 και τη ρίψη της ατομικής βόμβας. Πρώτιστο διακύβευμα της παράτολμης αυτής αποστολής, με ισχυρή δόση αυτοσχεδιασμού, ήταν ο αντίκτυπος στον ψυχολογικό τομέα σε αμφότερα τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Στις ΗΠΑ, η είδηση του βομβαρδισμού στην καρδιά της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας λειτούργησε λυτρωτικά προς όφελος μιας κοινής γνώμης, συγκλονισμένης ακόμα από τις παρενέργειες της απρόκλητης επίθεσης κατά του Περλ Χάρμπορ. Δεν είναι τυχαία η ανακούφιση, που διαδέχθηκε τη διεκπεραίωση της αποστολής, ούτε βέβαια ο πληθωρικός τρόπος, με τον οποίο η είδηση δημοσιοποιήθηκε από τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης.

Η είδηση στα πρωτοσέλιδα των αμερικανικών εφημερίδων.

Όπως ήταν επόμενο, εκ διαμέτρου αντίθετη υπήρξε η αντίδραση της ιαπωνικής πλευράς. Την αρχική έκπληξη διαδέχτηκε σύντομα η οργή και η δίψα για εκδίκηση. Η επιδρομή χαρακτηρίστηκε ως απάνθρωπη, εξαιτίας της συμπερίληψης αμάχων μεταξύ των θυμάτων. Μάλιστα, οι αρμόδιες αρχές, απευθύνθηκαν επιδεικτικά (για λόγους προπαγάνδας) προς τους γονείς παιδιών, που είχαν απωλέσει τη ζωή τους, ζητώντας να τοποθετηθούν ως προς τον τρόπο μεταχείρισης των συλληφθέντων αεροπόρων. Το ναυτικό επιδίωξε, δίχως επιτυχία, να εντοπίσει την αμερικανική αρμάδα στο δρόμο της επιστροφής. Οι ιαπωνικές στρατιωτικές αρχές κατοχής, προέβησαν σε σειρά αντιποίνων σε βάρος των κατοίκων των ανατολικών επαρχιών της Κίνας. Επρόκειτο για προληπτική ενέργεια, προκειμένου να αποφευχθούν, μελλοντικά, παρόμοια περιστατικά περίθαλψης πληρωμάτων του εχθρού. Η ανασφάλεια στο Τόκιο, ήταν διάχυτη. Ενισχύθηκε σημαντικά η αεράμυνα και διπλασιάστηκε η φύλαξη των δημοσίων κτηρίων, των στρατηγικών στόχων και των ξένων πρεσβειών. Η ιαπωνική πρωτεύουσα είχε πάψει, πλέον, να βρίσκεται στο απυρόβλητο. Παρά ταύτα, ο συσχετισμός των ισορροπιών στο μέτωπο του Ειρηνικού, εξακολουθούσε να είναι συντριπτικός σε βάρος των Αμερικανών. Θέλοντας να εξουδετερώσει μια για πάντα την αμερικανική απειλή, ο ναύαρχος Isoroku Yamamoto, αρχηγός του ιαπωνικού στόλου, επίσπευσε το σχέδιο εκείνο, που προέβλεπε αναμέτρηση στην ανοικτή θάλασσα, με την αιχμή του δόρατος του αντιπάλου, τα τρία εναπομείναντα αεροπλανοφόρα. Η αντιπαράθεση αυτή έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 1942, στα ανοικτά της κοραλλιογενούς ατόλης Μίντγουεϊ. Στηριζόμενοι στην υπεροπλία, οι Ιάπωνες σχεδίασαν την όλη επιχείρηση με χαρακτηριστική αλαζονεία, βέβαιοι για την τελική επικράτηση. Αγνοούσαν παντελώς πως οι αμερικανικές υπηρεσίες αποκρυπτογράφησης είχαν καταφέρει να σπάσουν, εν μέρει, τον ιαπωνικό κώδικα, σχηματίζοντας αρκετά σαφή εικόνα ως προς τις προθέσεις του εχθρού. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τον παράγοντα τύχη, ανέτρεψε πλήρως τις προβλέψεις. Μέσα σε επτά, μόλις, εκρηκτικά λεπτά τις ώρας, βυθίστηκαν τρία ιαπωνικά αεροπλανοφόρα με τον μεγαλύτερο αριθμό των αεροσκαφών στο κατάστρωμα. Λίγο αργότερα, βυθίστηκε και ένα τέταρτο. Οι απώλειες των Αμερικανών ανέρχονταν σε ένα αεροπλανοφόρο. Έξι μήνες έπειτα από την επιδρομή σε βάρος του Περλ Χάρμπορ, ο συσχετισμός των ισορροπιών είχε αποκατασταθεί. Έχοντας απόλυτη συνείδηση πως η χρονική παράταση των εχθροπραξιών λειτουργούσε εις βάρος τους, οι Ιάπωνες περιορίστηκαν εφεξής σε αμυντική τακτική. Το πλεονέκτημα των στρατηγικών κινήσεων και ελιγμών στο μέτωπο του Ειρηνικού είχε αλλάξει αμετάκλητα στρατόπεδο.

 

Οι ναύαρχοι Isoroku Yamamoto και Chester W. Nimitz.

 

 

Narrow Escapes of World War II  – The Doolittle Raid

 

 

 

 

 

 

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Μαρία Τσιτινίδου

Σπύρος Παυλίδης: Λουδίτες και Νέο-Λουδιτισμός: ουτοπική οικολογία ή βιώσιμη ανάπτυξη και συνεξέλιξη Πολιτισμού και Φύσης;

Σπύρος Παυλίδης

Λουδίτες και Νέο-Λουδιτισμός: ουτοπική οικολογία
ή βιώσιμη ανάπτυξη και συνεξέλιξη Πολιτισμού και Φύσης;

 

Στη χώρα μας, αλλά και διεθνώς, βιώνουμε τις τελευταίες δεκαετίες μια ιδιότυπη οικολογική «ευαισθησία» από μεγάλες κοινωνικές ομάδες για διάφορα σοβαρά περιβαλλοντικά θέματα (ΧΥΤΑ, εξόρυξη μεταλλευμάτων, εκμετάλλευση γεωθερμικών πεδίων, υδρογονάνθρακες-λιγνίτες παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, ακόμη και αντιδράσεις για ανεμογεννήτριες κ.α.), που σχεδόν πάντα ξεπέρνα την απλή ευαισθησία και παίρνει «πολεμικές» διαστάσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να παραλληλιστούν με το κίνημα των Λουδιτών ή στρατό των «Εκδικητών» (Redressers) του 19ου αιώνα, ως νεολουδιτικό κίνημα σήμερα.

Η Αγγλία ως γνωστό υπήρξε η κλασική χώρα της καπιταλιστικής ανάπτυξης στο 18ο και 19ο αιώνα. Η βιομηχανική ανάπτυξη στο αρχικό πρωτο-καπιταλιστικό στάδιό της πέρασε από διαφορές φάσεις διαμόρφωσης και προκάλεσε πολλές μορφές αντιδράσεων. Μια από τις πλέον ακραίες ήταν το περίφημο κίνημα των Λουδιτών (Luddites), που ξεκίνησε με μια «υστερική επίθεση» στα 1779, σε ένα χωριό του Λέισεστερσάιρ όταν κάποιος Νεντ Λουντ μπήκε σ’ ένα εργοστάσιο και κατέστρεψε δυο μηχανές πλεκτών, χαρακτηρίζοντας τες ως εχθρικές για τα συμφέροντα των εργαζομένων. Οι καταστροφές μηχανών προσέλαβαν μεγάλες διαστάσεις, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1811-12 με τις πολιτικές διακηρύξεις του τύπου:

«Δεν θα καταθέσουμε ποτέ τα όπλα (μέχρις ότου) η Βουλή υιοθετήσει νόμο για να απομακρυνθούν όλες οι μηχανές, οι οποίες είναι επιζήμιες για τις λαϊκές τάξεις και να ανακαλέσει τον νόμο για τον απαγχονισμό εκείνων οι οποίοι σπάζουν τις μηχανές. Δεν θα υποβάλλουμε αιτήματα, αυτό δεν αρκεί – αλλά κηρύσσουμε τον πόλεμο!».

C.L. Doughty: Workmen Take Out Their Anger on the Machines

Πραγματικά έγιναν επιθέσεις, αναπτύχτηκε ένα παράνομο, ισχυρό, αρκετά οργανωμένο και πειθαρχημένο κίνημα, με σημαντική λαϊκή υποστήριξη στις βιομηχανικές περιοχές, το οποίο προκάλεσε σημαντικές καταστροφές σε μηχανές και ιδιοκτησίες. Αντιμετωπίστηκε από μια πολιτική άγριας καταστολής, που περιελάμβανε τη δράση μυστικών αστυνομικών, πολιτοφυλάκων, εθελοντών πολιτών και εργατών που βοηθούσαν την αστυνομία, επεμβάσεις στρατιωτικών δυνάμεων, βαριές ποινές, ακόμη και εκτελέσεις με απαγχονισμό. Το λουδίτικο κίνημα αμφισβήτησε έμπρακτα τη νέα βιομηχανική κοινωνία, που επέβαλε η τεχνολογική ανάπτυξη, αλλά κινήθηκε στην απόλυτη ουτοπία. Το κίνημα επηρέασε και τους ρομαντικούς διανοούμενους. Ο λόρδος Μπάιρον μάλιστα έγραφε: «Κάτω όλοι οι βασιλιάδες, εκτός από τον βασιλιά Λουντ!», ενώ αντέδρασε, τότε, σθεναρά, εκφωνώντας τον περίφημο λόγο υποστήριξης των λουδιτών στη Βουλή των Λόρδων (σοβαρή ρομαντική πολιτική παρακαταθήκη).

Ned Ludd, ο αρχηγός των Λουδιτών.
Richard Westall: George Gordon Byron, 6th Baron Byron.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το κίνημα υπήρξε βραχύβιο. Δεν άργησε να κατανοηθεί η ανεπάρκεια αυτής της πολιτικής και ο ουτοπικός χαρακτήρας της. Όπως ήταν φυσικό δεν μπόρεσε ούτε κατ’ ελάχιστο να αντισταθεί ως κόκκος άμμου στο χειμαρρώδη μεγαποταμό της μεγάλης βιομηχανικής πλημμυρίδας, που χαρακτηρίστηκε επανάσταση (σταθμός της παγκόσμιας ιστορίας), γιατί άλλαξε ριζικά το οικονομικό, κοινωνικό, βιοτικό και πολιτιστικό επίπεδο της ανθρωπότητας και που συνεχίζεται μέχρι σήμερα με ακόμη μεγαλύτερες τεχνολογικές αλλαγές, με τις αναμφισβήτητα θετικές αλλά και αρνητικές της επιπτώσεις. Ακόμη και ο Μαρξ επεσήμανε τη διάκριση μεταξύ μηχανών από την οικονομική τους χρησιμοποίηση τονίζοντας ότι οι επιθέσεις δεν έπρεπε να στρέφονταν ενάντια στα ίδια τα υλικά μέσα παραγωγής, αλλά ενάντια στην κοινωνική μορφή της εκμετάλλευσής τους και τάχτηκε ουσιαστικά εναντίον του λουδιτισμού. Κατ΄ αναλογία κάθε σοβαρός μαρξιστής και κάθε σώφρων άνθρωπος θα τασσόταν σήμερα ξεκάθαρα ενάντια στο νεολουδιτιμό.

Το κίνημα των Λουδιτών, ως ιδεολογικό και συντεχνιακό κίνημα, επιχείρησε να αντιδράσει στις «διαρθρωτικές» αλλαγές της εποχής – στην επικράτηση των μηχανών και των νέων μεθόδων στην παραγωγή, στο νέο βιομηχανικό- καπιταλιστικό τρόπο ανάπτυξης – με τακτικές που, αν και πολλές φορές είχαν προσωρινά αποτελέσματα, εντούτοις, μακροπρόθεσμα δεν είχαν μέλλον και δεν επηρέασε στο ελάχιστο τη μεγάλη πορεία της τεχνολογικής-καπιταλιστικής ανάπτυξης. Παρέμεινε γραφικό. Αν και υπήρξε αναχρονιστικό-συντηρητικό κίνημα, ιδεολογικά ήταν πρωτοποριακό, που επηρεάζει μέχρι σήμερα οικολογικά και πολιτικά κινήματα και θα συνεχίζει να επηρεάζει ιδιαίτερα στο μέλλον.

Οι αναλογίες με τα σημερινά κινήματα οικο-αναρχίας είναι ιδιαίτερα εμφανείς και οι παραλληλισμοί οδηγούν σε ιδεολογίες των τελευταίων δεκαετιών, ιδιαίτερα με αυτές που προέρχονται από την ακραία φυσιοκρατική (φυσιολατρική) Οικολογία ή Οικοσοφία ή Βαθιά Οικολογία (Deep Ecology). Ουσιαστικά πρόκειται για μια ολιστική προσέγγιση των παγκόσμιων προβλημάτων, που περιλαμβάνει στοιχεία φιλοσοφικά, συναισθηματικά, μυστικιστικά, πολιτικά, αλλά και τρόπους καθημερινής δράσης, συχνά ακραίους και βίαιους. Η Βαθιά Οικολογία, σε αντίθεση με τον δυτικό ανθρωποκεντρισμό, αναδεικνύει ως κεντρική ιδέα ότι, όλα τα έμβια όντα έχουν τη δική τους αξία, που πρέπει να αντιμετωπίζονται ισότιμα. Χαρακτηρίστηκε από θεωρητικούς οικολόγους ως “βαθιά ανοησία” ή «Οικοφασισμός» και η σκέψη και πρακτική της επικίνδυνη. Παρόλο που οι εκφράσεις αυτές είναι βαριές και ίσως άδικες, έγιναν αιτία για έντονες συζητήσεις, διαμάχες, διασπάσεις, διενέξεις στους κόλπους του οικολογικού, αριστερού και αριστερίστικου χώρου. Παράλληλα όμως βοήθησαν στη φιλοσοφική και κυρίως πολιτική ωρίμανση του οικολογικού κινήματος. Η άκρατη φυσιοκρατία πίστευε πως οι αντιλήψεις μας χρήζουν θεμελιωδών αλλαγών, όσον αφορά τις αξίες και τις πρακτικές που εναγκαλίζονται, ειδάλλως η ποικιλομορφία, η ομορφιά και η ικανότητα του περιβάλλοντος να στηρίξει την επιβίωσή του αλλά και τον ανθρώπινο πολιτισμό θα εκλείψουν.

Η βαθιά οικολογία ενδιαφέρεται πρώτα για την ηθική, το δίκαιο και τα δικαιώματα της Φύσης. Ένας λιγότερο ήπιος κλάδος της προσέφερε θετική υπηρεσία στη δημόσια πολιτική και στο δίκαιο του περιβάλλοντος επανεισάγοντας την κρίσιμη σημασία των οικοσυστημάτων για την επιβίωση του ανθρώπου. Όμως, όταν αυτή η πραγματικότητα υιοθετείται αυτούσια, όταν μετατρέπεται σε ανθρώπινη αξία και ιδεολογία και εισάγεται στην ανθρώπινη κοινωνία ως μοντέλο συνύπαρξης και συμπεριφοράς, τότε κλονίζεται πλήρως ο κοινωνικός ιστός (αντιστοιχία παρενεργειών Κοινωνιοβιολογίας). Υποτιμά ωστόσο σημαντικά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ανθρώπινου πολιτισμού και κυρίως το ρόλο της ανθρώπινης φύσης και της τεχνολογικής ανάπτυξης. Τα οικοσυστήματα έχουν ζωτική σημασία ως αναντικατάστατη φυσική βάση των ανθρωπογενών συστημάτων. Από την θέση αυτή πήγασε η ορθή ιδέα της βιωσιμότητας ή αειφόρου ανάπτυξης, που έδωσε νέα διάσταση στην ιδέα της ανάπτυξης. Η Βαθιά Οικολογία προσέφερε ιδεολογικά και μπορεί να προσφέρει, γιατί προβάλλει φιλοσοφικές (ιδεολογικές) ιδέες του απώτερου μέλλοντος. Ως πρακτική όμως και ρεαλιστική πολιτική προοπτική δεν έχει άλλη διέξοδο παρά μόνο την απόλυτη αποτυχία όπως το προγονικό της λουδιτικό κίνημα. Δεν έχει να προσφέρει πρακτικά τίποτα εκτός από το μίσος και την απογοήτευση στους φανατικούς οπαδούς. Ούτε η παραδοσιακή ηθική και ιδεολογία της ληστρικής εκμετάλλευσης του περιβάλλοντος, που είναι κατά βάση άκρως ανθρωποκεντρική, μπορεί πλέον να λύσει τα άνθρωπο-περιβαλλοντικά προβλήματα. Οδηγείται και αυτή σε αδιέξοδα. Ο άνθρωπος παραδοσιακά αναγνωρίζει στα άλλα όντα σχετική μόνο αξία, ανάλογα με τη χρησιμότητα που έχουν γι’ αυτόν, η οποία εξακολουθεί να είναι κυρίαρχη ιδεολογία και πρακτική και σήμερα.

Λάθος και ορθή θεώρηση των πραγμάτων σύμφωνα με την βαθιά οικολογία.

Αντίθετα η Κοινωνική Οικολογία, υποστηρίζει ότι όλα τα οικολογικά προβλήματα προέρχονται από τα κοινωνικά προβλήματα. Η οικολογική ηθική αναγνωρίζει εγγενή, απόλυτη αξία σε ολόκληρη τη Φύση του ανθρώπου συμπεριλαμβανομένου ως τμήμα της.

Η λογική της βιώσιμης ανάπτυξης έχει μακροχρόνιο ορίζοντα και συλλαμβάνει ορθότερα στη δυναμική των οικοσυστημάτων, αφού δεν απορρίπτει εκ των προτέρων την δυνατότητα εναρμόνισης οικοσυστημάτων και ανθρωπογενών συστημάτων, τη συνύπαρξη δηλαδή φυσικής, τεχνολογικής και πολιτιστικής εξέλιξης. Ωστόσο αυτό παραμένει το κύριο πρόβλημα, αφού ΟΛΑ τα ανθρώπινης κατασκευής συστήματα διαφοροποιούνται από τα βιοτικά και διαθέτουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και δυνατότητες. Στα χαρακτηριστικά αυτά και ιδίως στη λογική ικανότητα, δημιουργικότητα και προσαρμοστικότητα του ανθρώπου, η συνεξέλιξη (όχι απλά συνύπαρξη) των ανθρωπογενών συστημάτων και των οικοσυστημάτων είναι εφικτή, αφού τα ανθρωπογενή συστήματα έχουν βραχύτερο χρόνο διάρκειας σε σχέση με τα φυσικά, όταν μπορούν να εντάσσονται αρμονικά στα οικοσυστήματα. Από τη διαπίστωση αυτή γεννήθηκε η σχολή της βιώσιμης ανάπτυξης.

Ακόμη και η πιο συντηρητική τάση της νέας περιβαλλοντικής οικονομίας επιδιώκει την ένταξη των παραμέτρων του περιβάλλοντος στα οικονομικά πρότυπα, αν και η βάρβαρη και καταστροφική περιβαλλοντική πολιτική συνεχίζεται πολλές φορές στα πλαίσια σύγχρονων οικονομικών μοντέλων. Η θεωρία της βιώσιμης ανάπτυξης, αντί απλουστευτικών νόμων και ιδεολογιών, προσανατολίζεται προς τα προβλήματα της επιδιωκόμενης σταθερής συνεξέλιξης πολιτισμού και φύσης (αναγκαία συνύπαρξη).

Το Κοινωνικο-Οικολογικό μοντέλο.

Η μορφή και η πολυπλοκότητα αυτών των δύο φιλοσοφικών προσεγγίσεων, μπορεί να διαφέρει κατά περίπτωση, χρόνο και τόπο. Οι κοινωνίες όμως πάντα ρύθμιζαν ή πρέπει να ρυθμίζουν τη σχέση των μελών τους, εξασφαλίζοντας τη συνοχή τους. Η έννοια του Δικαίου παράγει γραπτούς ή άγραφους νόμους, ενώ η Ηθική κανόνες συμβίωσης και συμπεριφοράς, εργαλεία απαραίτητα για να εξασφαλιστεί ένα κοινωνικό περιβάλλον, έστω και κατ’ ελάχιστο, κατάλληλο για την επιβίωση μιας κοινωνίας. Αυτά τα δύο φιλοσοφικά-κοινωνικά ρεύματα, βρέθηκαν συχνά αντιμέτωπα και επηρέασαν σημαντικά τις σύγχρονες οικολογικές τάσεις. Κατά καιρούς, όπως συμβαίνει πάντα, χρησιμοποιήθηκαν τα στοιχεία εκείνα που βόλευαν τις πολιτικές προεκτάσεις τους και τους σκοπούς εκείνων που τα χρησιμοποιούσαν (συμφέροντα πολλές φορές άσχετα με τις περιβαλλοντικές ευαισθησίες). Το σημαντικό είναι ότι σήμερα προστέθηκαν νέες αξίες στην ηθική εξέλιξη των ανθρώπων, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία. Στην κλασική ηθική (=κανόνες μεταξύ των ανθρώπων) προστίθενται και οι αξίες της Οικο-ηθικής (π.χ. βιοηθική). Ως οικο-ηθική νοείται γενικά η διερεύνηση κανόνων στη σχέση μεταξύ Ανθρώπων και Φύσης (ιδιαίτερα σημαντικοί νόμοι της τελευταίας 40ετίας, έλεγχοι, νέες πρακτικές, ατελές ακόμη το σύστημα στα σπάργανα του). Οπωσδήποτε αποτελεί ένα εντελώς νέο σταθμό όχι μόνο στη φιλοσοφική-πολιτιστική εξέλιξη του ανθρώπου, άγουρο ακόμη, αλλά και ένα νέο τρόπο σκέψης και δράσης, σε ολόκληρο τον πλανήτη, που ξεπερνά τις παλαιότερες αντιμαχόμενες αντιλήψεις πέραν του ανθρωποκεντρισμού και της ακραίας φυσιοκρατίας, στο πλαίσιο πάντα της μεσότητας και της εξεύρεσης ισορροπίας (δύσκολο εγχείρημα). Ακριβώς το αντίθετο επιδιώκουν οι ακρότητες, οι παρα-επιστημονικές διαστρεβλώσεις (πολύ συχνές) και πολιτικές σκοπιμότητας της Βαθιάς Οικολογίας. Επειδή η Οικολογία είναι και ιδεολογία με πολλές αποχρώσεις, ενέχει τη δυναμική να ευαισθητοποιεί το σύγχρονο άνθρωπο για τα περιβαλλοντικά θέματα, αλλά και τον κίνδυνο να παγιδεύει υγιώς σκεπτόμενους και ευαισθητοποιημένους πολίτες σε ουτοπικά αδιέξοδα, να υπηρετεί κρυπτο-προσωπικά καμουφλαρισμένα ιδιοτελή ΚΑΙ πολιτικά-κομματικά συμφέροντα, που δεν έχουν καμιά σχέση με την προστασία της φύσης και να φτάνει μέχρι και την ιδιαίτερα επικίνδυνη οικοφασιστική (ή καλύτερα ιδιαίτερα ακραία) πολιτική εκτροπή, η οποία τις περισσότερες φορές δεν γίνεται αντιληπτή σε ατομικό επίπεδο, με καταστροφικές όμως συνέπειες σε τοπικές και εθνικές κοινωνίες και φυσικά σε παγκόσμια κλίμακα, που μόνο στην προστασία του περιβάλλοντος δεν προσφέρει και στην επιδιωκόμενη ισορροπία Ανθρώπου-Φύσης. Αν δεν είναι καταστροφική είναι απλά ΟΥΤΟΠΙΚΗ.

 

Ο Σπύρος Παυλίδης είναι Ομότιμος Καθηγητής Νεοτεκτονικής και Παλαιοσεισμολογίας του Τμήματος Γεωλογίας ΣΘΕ-ΑΠΘ. Στο παρελθόν διετέλεσε Πρόεδρος του Τμήματος Γεωλογίας και Κοσμήτορας της Σχολής Θετικών Επιστημών. Σήμερα είναι Πρόεδρος του ΔΣ του Αριστοτελείου Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Θεσσαλονίκης και της Ελληνικής Γεωλογικής Εταιρίας.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Κερκπατρικ Σέιλ, Εξέγερση ενάντια στο μέλλον. Οι Λουδίτες και ο πόλεμος τους ενάντια στη βιομηχανική επανάσταση, Εκδ. Αγγλική 1995/Ελληνική FUTURA 2018.

Κωστελίδης Χρήστος, Οικολογικές θεωρήσειςhttp://ckostelidis.blogspot.com/2009/07/blog-post_22.html

Mc Shane Katie, Anthropocentrism vs. Nonanthropocentrism: Why Should We Care?, http://www.environmentandsociety.org/mml/anthropocentrism-vs-nonanthropocentrism-why-should-we-care

Luddites https://en.wikipedia.org/wiki/Luddite

“Λουδίτες και νεο-Λουδίτες”,  Το Βήμα Online, 24 Νοε 2008, www.tovima.gr › 2008/11/24 › archive › loydites-kai-neo-loydites

Παυλίδης, Σπ., ΠΑΝ-ΓΑΙΑ, μια διαφορετική Βιο-Γεωλογική διαδρομή στον Πλανήτη Γη, Εκδ. Leader Books, 2007.

Παυλίδης,  Σπ. “ΓΕΩ-ΒΙΟΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ, μια φυσιοκρατική αντίληψη της Οικολογίας”, Περιοδικό Περιβάλλον και Δίκαιο, 2/2012, σελ. 232-242.

Γιάννης Μουρέλος: Mexico ’70: H αποθέωση του ποδοσφαίρου

50 χρόνια από τότε   

Γιάννης Μουρέλος

Mexico ’70: H αποθέωση του ποδοσφαίρου

To πιο θεαματικό ποδόσφαιρο που παίχτηκε ποτέ σε τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Η καλύτερη ομάδα όλων των εποχών (Εθνική Βραζιλίας). Ο αγώνας του αιώνα (ημιτελικός ανάμεσα στην Ιταλία και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας). Η απόκρουση του αιώνα (Gordon Banks, τερματοφύλακας της εθνικής ομάδας της Αγγλίας). Ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής, που πέρασε ποτέ από τα γήπεδα (Pelé). Ονόματα, τα οποία άφησαν εποχή (οι Βραζιλιάνοι Gérson, Rivelino, Jairzinho, Tostão, Carlos Alberto Torres, οι Ιταλοί Gianni Rivera, Luigi Riva, Sandro Mazzola, Giacinto Facchetti, οι Γερμανοί Franz Beckenbauer, Gerd Müller, Uwe Seeler, Sepp Maier, οι Βρετανοί Gordon Banks, Bobby και Jackie Charlton,  Bobby Moore, Alan Ball, o Περουβιανός Teófilo Cubillas, o Ουρουγουανός Ladislao Mazurkiewicz κλπ.). Η αποθέωση του επιθετικού ποδοσφαίρου (ο μέσος όρος τερμάτων, 2,97 ανά αγώνα, εξακολουθεί να αποτελεί ακατάρριπτο ρεκόρ). Δίπλα στις παραπάνω συγκινήσεις, η αφόρητη ζέστη, το μεγάλο υψόμετρο, οι μεταμεσονύκτιες (ώρα Ευρώπης) απευθείας τηλεοπτικές μεταδόσεις.  Όλα αυτά και πολλά άλλα, στοιχειοθέτησαν ένα ανεπανάληπτο πρωτάθλημα, το οποίο έμεινε βαθιά χαραγμένο στη μνήμη και στις καρδιές (σε όσες τουλάχιστον, κατάφεραν να αντέξουν) όλων ημών, που το παρακολουθήσαμε καθηλωμένοι μπροστά από τους δέκτες, σε ημέρες, μάλιστα, κρίσιμων σχολικών απολυτηρίων εξετάσεων. Με άλλα λόγια, ένα πραγματικό χάρμα οφθαλμών.

Μέσα σε αυτή την πανδαισία, το αφιέρωμα των πενήντα χρόνων από τότε, κινείται επιλεκτικά, εστιάζοντας στις παραμέτρους εκείνες, οι οποίες κατέστησαν το ΙΧ Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου (το έκτο μεταπολεμικά), έναν ύμνο στην πορεία του δημοφιλούς αυτού αθλήματος μέσα στο χρόνο.

What made Mexico so ’70?

 

Α. Οργάνωση και τέλεση των αγώνων

Οι χώρες, οι οποίες, σε ένα αρχικό στάδιο, εκδήλωσαν ενδιαφέρον για την ανάληψη της διοργάνωσης ήταν η Αργεντινή, η Αυστραλία, η Κολομβία, η Ιαπωνία, το Μεξικό και το Περού. Η ευρωπαϊκή ήπειρος είχε αποκλειστεί εκ των πραγμάτων, εφόσον η τελική φάση του προηγουμένου Παγκοσμίου Πρωταθλήματος, εκείνου του 1966, είχε διεξαχθεί στην Αγγλία. Οι περισσότερες από τις προαναφερθείσες χώρες απέσυραν την υποψηφιότητά τους για ποικίλους λόγους, με αποτέλεσμα στη σύνοδο της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (FIFA), τον Οκτώβριο του 1964, οπότε και επρόκειτο να δωθεί το χρίσμα στην επιλεγείσα χώρα, να έχουν απομείνει μόνο δυο: η Αργεντινή και το Μεξικό. Τελικά επικράτησε το δεύτερο με 56 ψήφους έναντι 32. Για πρώτη φορά στην Ιστορία, η τέλεση των αγώνων θα λάμβανε χώρα εκτός Ευρώπης και Νοτίου Αμερικής.

Η επιλογή του Μεξικού διέθετε μειονεκτήματα: μεγάλο υψόμετρο (τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την Πόλη του Μεξικού), πολιτική αστάθεια, οικτρή κατάσταση της οικονομίας, κοινωνικός αναβρασμός κλπ. Άλλωστε, οι ίδιες ακριβώς επιφυλάξεις είχαν εκφραστεί τον Οκτώβριο του 1963, όταν η Πόλη του Μεξικού είχε επιλεγεί ως φιλοξενούσα της ΧΙΧ Ολυμπιάδας. Οι φόβοι επιβεβαιώθηκαν όταν, πέντε χρόνια αργότερα, οι Ολυμπιακοί Αγώνες λίγο έλειψε να ματαιωθούν εξαιτίας αιματηρών ταραχών και στυγνής καταστολής εκ μέρους των μεξικανικών αρχών. Όσο για το μεγάλο υψόμετρο, ήταν σαφές πως είχε επηρεάσει τις επιδόσεις των αθλημάτων ανοικτού χώρου. Μια δεύτερη ελεγχόμενη απόφαση της FIFA, αφορούσε την επιλογή της ημερομηνίας τέλεσης. Οι Ολυμπιακοί αγώνες του 1968, είχαν μεταφερθεί για τον μήνα Οκτώβριο, προς αποφυγή της ζέστης. Αντίθετα, η τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970 αποφασίστηκε για τον μήνα Ιούνιο. Η διαφορά ώρας με την Ευρώπη, επιβάρυνε την όλη κατάσταση με επιπρόσθετες δυσκολίες. Συγκεκριμένα, η απευθείας μετάδοση των αγώνων πραγματοποιήθηκε, ως επί το πλείστον, σε μεταμεσονύκτιες ώρες, γεγονός, το οποίο καταπόνησε τους τηλεθεατές της Γηραιάς Ηπείρου. Σημαντικοί αγώνες όμως, όπως ο τελικός και ορισμένοι άλλοι, διεξήχθησαν καταμεσήμερο (ώρα Μεξικού), με αποτέλεσμα να εξαντληθούν οι ποδοσφαιριστές. Παρά ταύτα, η τηλεθέαση ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Οι αγώνες μεταδόθηκαν απευθείας σε ολόκληρο, σχεδόν, τον κόσμο, σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, έγχρωμα (δεν είναι η περίπτωση της Ελλάδας, όπου, ωστόσο, η μαυρόασπρη εικόνα υπήρξε ποιοτικά παραπάνω από ευπρεπής).

Στην προκριματική φάση συμμετείχαν 68 χώρες. Η Εθνική Ελλάδος (με την ιστορική τριάδα Δομάζου-Σιδέρη-Παπαϊωάννου, αλλά και με άλλους προικισμένους ποδοσφαιριστές) έχασε την πρόκριση στην τελευταία αναμέτρηση από τη Ρουμανία, παραχωρώντας ισοπαλία εκτός έδρας (1-1). Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι Έλληνες φίλαθλοι έτρεφαν βάσιμες ελπίδες να δουν το εθνικό συγκρότημα να συμμετέχει σε μια τελική φάση, ειδικότερα έπειτα από τις θριαμβευτικές νίκες σε βάρος της Πορτογαλίας (4-2) και της Ελβετίας (4-1). Η τελική βαθμολογία του ομίλου είχε ως εξής: 1. Ρουμανία 8β. 2. Ελλάδα 7β. 3. Ελβετία 5β. 4. Πορτογαλία 4β. Αργότερα, η προκριθείσα Ρουμανία κληρώθηκε στον δυσκολότερο όμιλο, μαζί με τις Βραζιλία, Αγγλία και Τσεχοσλοβακία. Τα πικρόχολα σχόλια των Ελλήνων, τα οποία συνόδευσαν το αποτέλεσμα της κλήρωσης, ήταν αναμενόμενα. Στο Μεξικό μετέβησαν 16 ομάδες (9 από την Ευρώπη, 3 από τη Νότια Αμερική, 2 από την Κεντρική Αμερική και 2 από τις υπόλοιπες ηπείρους). Οι εθνικές ομάδες της Αγγλίας (κάτοχος του τροπαίου, τέσσερα χρόνια νωρίτερα) και του Μεξικού (διοργανώτρια χώρα) συμμετείχαν τιμής ένεκεν. Συγκροτήθηκαν τέσσερις όμιλοι, από ισάριθμες ομάδες ο καθένας.

Οι αγώνες της τελικής φάσης διεξήχθησαν σε πέντε πόλεις (Mexico City, Guadalajara, Léon, Puebla και Toluca) και σε ισάριθμα στάδια. Τα  μεγαλύτερα από αυτά (Estadio Azteca της πρωτεύσας και Estadio Jalisco της Guadalajara) ήταν χωρητικότητας 107.247 και 71.100 θεατών αντίστοιχα.

Πανοραμική άποψη του Estadio Azteca. Κάτω εικονίζεται ο Juanito, μασκότ  των αγώνων.

Για την ιστορία του θεσμού ας σημειωθεί πως το 1970, στο Μεξικό, εισήχθησαν καινοτομίες, για την εποχή εκείνη, οι οποίες εξακολουθούν να τελούν σε ισχύ. Πρόκειται για την κίτρινη (όχι ακόμα την κόκκινη) κάρτα των διαιτητών και για το δικαίωμα αλλαγής δυο (σήμερα τριών) παικτών ανά ομάδα σε οποιοδήποτε σημείο του αγώνα. Έως τότε, επιτρεπόταν μόνο η αντικατάσταση αποχωρούντος λόγω τραυματισμού.

 

Β. Εθνική Βραζιλίας. Η καλύτερη ομάδα όλων των εποχών

Η Εθνική Βραζιλίας του 1970 αποτελούσε την προσωποποίηση του επιθετικού ποδοσφαίρου. Στον τελικό, ισοπέδωσε με 4-1 την κατεξοχήν εκπρόσωπο της αμυντικής τακτικής, ομάδα της Ιταλίας. Τρία λεπτά πριν από τη λήξη του τόσο κρίσιμου αγώνα και ενώ προηγούνταν ήδη με 3-1, οι Βραζιλιάνοι συνέχισαν απτόητοι το επιθετικό τους σφυροκόπημα. Την μπάλα αντάλλαξαν μεταξύ τους εννέα από τους έντεκα παίκτες (δίχως να μπορέσει να την αγγίξει ούτε ένας αντίπαλος), προτού αυτή καταλήξει, μέσα σε γενική αποθέωση, για τέταρτη φορά στην αντίπαλη εστία. Η απόλυτη επικράτηση!

Άξιο μνείας είναι, επίσης, το ότι η Εθνική Βραζιλίας εξήλθε νικήτρια όλων ανεξαιρέτως των αγώνων που έδωσε τόσο στην προκριματική όσο και στην τελική φάση. Ειδικότερα στο Μεξικό, στην αρχική φάση των ομίλων κέρδισε την Τσεχοσλοβακία (4-1), την Αγγλία (1-0) και τη Ρουμανία (3-2). Στον προημητελικό γύρο, επικράτησε του Περού (4-2). Στον ημιτελικό επεβλήθη της Ουρουγουάης (3-1) και στον τελικό της Ιταλίας (4-1).

Κι όμως, στο Μεξικό η Εθνική Βραζιλίας δεν μετέβη ως φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου. Την διακατείχε ακόμη το σύνδρομο από την κακή εμφάνιση στα γήπεδα της Αγγλίας, τέσσερα χρόνια νωρίτερα, στο πλαίσιο της τελικής φάσης του VIII Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου. Παρά τη συστηματική προετοιμασία σε επίπεδο φυσικής αγωγής για την αντιμετώπιση των συνεπειών του μεγάλου υψομέτρου, τις παραμονές τέλεσης των αγώνων η ομάδα σπαραζόταν από εσωτερικές έριδες.

Η ανάκρουση των εθνικών ύμνων Βραζιλίας και Ιταλίας λίγο πριν από τον μεγάλο τελικό.

Χαρακτηριστική των διαφόρων ζυμώσεων υπήρξε η αντικατάσταση του προπονητή την τελευταία, κυριολεκτικά, στιγμή και η ανάληψη της τεχνικής ηγεσίας από τον Mário Zagallo. Ακόμα και η συμμετοχή του περιβόητου Pelé, αιχμής του δόρατος της ομάδας, δεν εθεωρείτο ως δεδομένη. Τελικά, ο μεγάλος ποδοσφαιριστής δέχτηκε να συμπεριληφθεί, καθιστώντας σαφές πως επρόκειτο για το τελευταίο Παγκόσμιο Κύπελλο της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Γενικότερα, η ομάδα της Βραζιλίας μετέβη στην τελική φάση, έχοντας συνειδητά διαθέσει ευρύ περιθώριο στο στοιχείο του αυτοσχεδιασμού. Σε συνδυασμό με τη δημιουργική φαντασία των ποδοσφαιριστών, την έφεση των τελευταίων στο επιθετικό παιχνίδι και με τη συνδρομή της τύχης, το στοιχείο αυτό έμελλε να οδηγήσει τα πράγματα στην τελική αποθέωση. H παράμετρος τύχη συνίστατο στο ότι η ομάδα έδωσε τους πέντε από τους έξι αγώνες στο Estadio Jalisco της Guadalajara, σε υψόμετρο επιφανείας της θάλασσας. Στην Πόλη του Μεξικού μετέβη μόνο για να αναμετρηθεί με την Ιταλία στον τελικό.

Κατακτώντας, το 1970, το τρόπαιο για τρίτη φορά, η Βραζιλία απέκτησε το δικαίωμα μόνιμης φύλαξης του κυπέλλου, όπως ακριβώς προέβλεπαν οι κανονισμοί. Το τελευταίο εκλάπη το 1983 από την έδρα της Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου, στο Rio de Janeiro. Έκτοτε, χάθηκαν τα ίχνη του. Καθώς είχε σφυρηλατηθεί με άνω των τριών κιλών ατόφιο χρυσό, εικάζεται πως οι διαρρήκτες έσπευσαν να το λιώσουν.

Football’s Greatest International Teams .. Brazil 1970

 

Γ. Edson Arantes do Nascimento (Pelé)

Ο μέγιστος ποδοσφαιριστής στην ιστορία του αθλήματος

Φτάνοντας στο Μεξικό, ο Pelé καλείτο να αναμετρηθεί με τα σύνδρομα και τις φοβίες του. Στις δυο προηγούμενες τελικές φάσεις του Παγκοσμίου Κυπέλλου (Χιλή 1962, Αγγλία 1966) είχε αναγκαστεί να αποχωρήσει σε πρώιμη φάση του τουρνουά, εξαιτίας σοβαρών τραυματισμών.  Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα είχε βαρύνει και η αυτοπεποίθησή του έδειχνε να τον έχει εγκαταλείψει. Η ψυχολογία του βρισκόταν σε κακή κατάσταση. Μάλιστα, είχε φτάσει μέχρι σημείου να δηλώσει πως δεν ήταν πλέον διατεθειμένος να συμμετάσχει σε αγώνες Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Το σφύριγμα έναρξης του πρώτου αγώνα των ομίλων ενάντια στην Τσεχοσλοβακία, μετέτρεψε όλα τα παραπάνω, σαν να επρόκειτο για άγγιγμα με κάποιο μαγικό ραβδί. Πέτυχε γκολ, συμμετείχε ενεργά σε όλες τις κρίσιμες φάσεις μπροστά από την εστία των αντιπάλων, μοίρασε έντεχνα παιχνίδι ως επιτελικός παίκτης, είχε έναν ξέφρενο ρυθμό από την αρχή έως το τέλος. Η πιο εντυπωσιακή φάση του αγώνα υπήρξε η προσπάθειά του να πετύχει γκολ από το κέντρο του γηπέδου. Διαπιστώνοντας ότι ο τερματοφύλακας Ivo Viktor βρισκόταν εκτός θέσης, έκανε ένα ψηλοκρεμαστό σουτ από απόσταση 65 μέτρων! Η ταχύτητα της μπάλλας καταμετρήθηκε στα 105 χλμ. Τελικά, αστόχησε για 20 εκατοστά.

Pelé vs Czechoslovakia ● Building Confidence ● 1970 World Cup First Match

<

Ο Banks αποκρούει τη μπάλλα, ενώ ο Pelé πανηγυρίζει πιστεύοντας ότι έχει σκοράρει.

Στον δεύτερο, κρίσιμο, αγώνα κατά της Αγγλίας πραγματοποίησε την κεφαλιά, που οδήγησε στην επονομαζόμενη “απόκρουση του αιώνα” εκ μέρους του τερματοφύλακα Gordon Banks κι ενώ το αποτέλεσμα ήταν ακόμα ισόπαλο 0-0. Κατά τα λεγόμενα του Banks, ο Pelé, πεπεισμένος ότι είχε πετύχει τέρμα, άρχισε να πανηγυρίζει αναφωνώντας “Γκολ!”. Του ήταν αδιανόητο να φανταστεί πως δεν είχε βρει στόχο.

Στο δεύτερο ημίχρονο, υπήρξε ο παίκτης, ο οποίος τροφοδότησε τον σκόρερ του αγώνα, Jairzinho. Χάρη στη νίκη επί της Αγγλίας με 1-0, πέρα από το όποιο ψυχολογικό πλεονέκτημα, η Εθνική Βραζιλίας διατήρησε το δικαίωμα συνέχισης των αγώνων της στην, από κάθε άποψη, ευνοϊκή Guadalajara.

Στον τελευταίο αγώνα των ομίλων (3-2 επί της Ρουμανίας) και ενώ η πρόκριση στον επόμενο γύρο είχε κριθεί, ο Pelé πέτυχε δυο από τα τρία τέρματα της ομάδας του. Το πρώτο (1-0) με απευθείας κτύπημα φάουλ και το δεύτερο (3-1), έπειτα από εκπληκτικής επινόησης τροφοδοσία από τον Tostão.

Pelé vs Romania ● Back To The Elite ● 1970 World Cup

Στους δυο επόμενους αγώνες (4-2 επί του Περού στον προημιτελικό γύρο και 3-1 επί της Ουρουγουάης στον ημιτελικό), ο Pelé δεν πέτυχε τέρμα. Ωστόσο, αξέχαστη θα παραμείνει στη μνήμη μας η ευρηματική του προσποίηση σε βάρος του τερματοφύλακα της Ουρουγουάης, η οποία λίγο έλειψε να καρποφορήσει και να διεκδικήσει, με τον τρόπο αυτό, επάξια τον χαρακτηρισμό του θεαματικότερου γκολ της διοργάνωσης.

Η ευρηματική προσποίηση στον ημιτελικό κατά της Ουρουγουάης

O Pelé πανηγυρίζει το τέρμα, το οποίο πέτυχε σε βάρος της Ιταλίας στον τελικό.

Στον τελικό της 21ης Ιουνίου στο Estadio Azteca ενάντια στην Ιταλία, ο Pelé πέτυχε το κρίσιμο, ψυχολογικά, πρώτο τέρμα στο 18΄, με εντυπωσιακή κεφαλιά. Το πρώτο ημίχρονο βρήκε τις δυο ομάδες ισόπαλες με 1-1. Το δεύτερο μέρος αποδείχτηκε παράσταση για μια ομάδα: την Εθνική Βραζιλίας, η οποία, σε ρυθμό σάμπας έως το τελικό σφύριγμα του διαιτητή, μάγεψε τους πάντες. Συνάμα, επρόκειτο για έναν εμβληματικό αποχαιρετισμό ενός μεγάλου παίκτη στην κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση στον κόσμο.

 

Δ. Η απόκρουση του αιώνα

Η απόκρουση του αιώνα πραγματοποιήθηκε στις 7 Ιουνίου, στο  Estadio Jalisco της Guadalajara, κατά το πρώτο ημίχρονο του κρίσιμου αγώνα μεταξύ Αγγλίας και Βραζιλίας για τη φάση των ομίλων. Το αποτέλεσμα τη στιγμή εκείνη ήταν ισόπαλο 0-0. Μοιρασμένη ήταν και η παρουσία των δυο ομάδων μέσα στο γήπεδο, με μια ελαφρά υπεροχή εκ μέρους των Βραζιλιάνων. Από την αρχή είχε διαφανεί ότι τα πάντα θα κρίνονταν στις λεπτομέρειες και πως, σε περίπτωση νίκης, το τελικό αποτέλεσμα δεν μπορούσε παρά να είναι οριακό.

Η επίμαχη φάση ξεκίνησε στο πλαίσιο μιας οργανωμένης επίθεσης της ομάδας της Βραζιλίας. Ο αρχηγός Carlos Alberto Torres τροφοδότησε στο δεξιό άκρο τον Jairzinho. Από τη γραμμή, σχεδόν, του άουτ, ο τελευταίος εξουδετέρωσε με μια ψηλοκρεμαστή σέντρα τον Άγγλο αμυντικό Terry Cooper. Με αξιοθαύμαστη ακρίβεια η μπάλα έφτασε στο κεφάλι του Pelé. Εκείνος απογειώθηκε και με καρφωτή κεφαλιά πίστεψε ότι είχε βρει στόχο. Η συνέχεια ανήκε στον τερματοφύλακα των αντιπάλων.

Ο Gordon Banks ήταν ένας έμπειρος και καταξιωμένος παίκτης. Τόσο πολύ, μάλιστα, που την παραμονή του αγώνα πληροφορήθηκε ότι είχε τιμηθεί με το Order of the British Empire (ΟΒΕ), την ανώτατη διάκριση, η οποία απονέμεται στον τομέα των γραμμάτων και των τεχνών αλλά και ως αναγνώριση για πάσης φύσεως δημόσια διάκριση.

Γράφημα, το οποίο απεικονίζει την επίμαχη φάση.

Ο ίδιος ο Banks διατείνεται πως είχε διαβάσει τη φάση ευθύς εξαρχής. Βλέποντας ότι η σέντρα του  Jairzinho δεν ακολουθούσε πορεία παράλληλη με τη γραμμή του τέρματος αλλά κατευθυνόταν προς τα πίσω, θεώρησε πως η απόσταση ήταν απαγορευτική προκειμένου να επιχειρήσει έξοδο. Για το λόγο αυτό, προτίμησε να κινηθεί προς το δεξιό άκρο της εστίας του, εκεί ακριβώς όπου υπολόγιζε ότι θα καταφερθεί το αντίπαλο κτύπημα. Τίποτα, μέχρι στιγμής, δεν ενέχει κάτι το εξαιρετικό. Η μεγάλη αξία της φάσης συνίσταται στην ίδια την απόκρουση. Ευρισκόμενος στην σωστή θέση, ο κάθε τερματοφύλακας μπορούσε να χρεωθεί γκολ κάτω από παρόμοιες συνθήκες. Πόσο μάλλον, που η μπάλα, μετά από την κεφαλιά του Pelé έσκασε στο έδαφος και αναπήδησε. Η ενστικτώδης απόκρουση του Banks, σε χαμηλό ύψος, προτού προλάβει η μπάλα να περάσει τη γραμμή του τέρματος, είναι χάρμα οφθαλμών. Με την άκρη των δακτύλων του δεξιού χεριού, άλλαξε την πορεία της τελευταίας παραχωρώντας κόρνερ. Χαρακτηριστική υπήρξε η στιχομυθία έως ότου εκτελεστεί το κόρνερ:

Pelé: “Νόμισα πως μπήκε γκολ”.

Banks: “Κι εγώ το ίδιο”.

Moore: “Άρχισες να γερνάς, Banksy. Συνήθιζες να ορμάς καταπάνω τους”.

Ο αρχηγός της Εθνικής Αγγλίας, θεώρησε, προφανώς, πως ο τερματοφύλακας είχε υιοθετήσει λανθασμένη τακτική, μη επιχειρώντας έξοδο. Μέσα στον αναβρασμό της φάσης, δεν αντιλήφθηκε πως μόλις είχε υπάρξει μάρτυς της μεγαλύτερης απόκρουσης όλων των εποχών.

Στο υπόλοιπο της διοργάνωσης, ο Gordon Banks στάθηκε άτυχος. Θύμα γαστρεντερίτιδας την παραμονή του κρίσιμου προημιτελικού ενάντια στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αντικαταστάθηκε από τον αναπληρωματικό τερματοφύλακα, Peter Bonetti, και αναγκάστηκε να παρακολουθήσει την οδυνηρή ήττα της ομάδας του από την τηλεόραση. Εξίσου άτυχος υπήρξε και στη συνέχεια της ζωής του. Τον Οκτώβριο του 1972, ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα του κόστισε ταυτόχρονα την απώλεια του ενός οφθαλμού και το άδοξο τέλος της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας. Απεβίωσε στις 12 Φεβρουαρίου 2019, σε ηλικία 81 ετών. 

FIFA World Cup moments: Gordon Banks

Οι δυο πρωταγωνιστές, τριάντα χρόνια έπειτα από την ιστορική απόκρουση.

Ε. Ο αγώνας του αιώνα

Game of the Century, Match du siècle, Partita del secolo, Jahrhundertspiel, Partido del Siglo. Ουδέποτε άλλοτε αγώνας ποδοσφαίρου είχε αποσπάσει τόσο διθυραμβικούς χαρακτηρισμούς. Το παράδοξο της όλης υπόθεσης συνίσταται στο ότι ο ημιτελικός της 17ης Ιουνίου στο Estadio Azteca ανάμεσα στις εθνικές ομάδες της Ιταλίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, δεν είχε να επιδείξει κάτι το ιδιαίτερο έως το τελευταίο λεπτό. Οι Ιταλοί προηγούνταν από νωρίς (8′ μόλις λεπτό) με 1-0, με τον Roberto Boninsegna και είχαν ξεδιπλώσει απλόχερα το περίφημο σύστημα Catenaccio, του οποίου υπήρξαν οι εμπνευστές και που προσέβλεπε στη διατήρηση του θετικού αποτελέσματος μέσω ενός ακραιφνούς αμυντικού τρόπου παιχνιδιού, συχνά σε βάρος του θεάματος. Η τακτική τους ήταν να διατηρήσουν μέχρι τέλους το οριακό πλεονέκτημα, αποτρέποντας με κάθε μέσο (ακόμα και αντιαθλητικό) την ισοφάριση. Ειδικότερα στο δεύτερο ημίχρονο, τα πάντα διαδραματίζονταν στο μισό γήπεδο, με τη μια ευκαιρία να διαδέχεται την άλλη για τους Γερμανούς. Τα πολλά νεύρα και οι σκληροτράχηλες φάσεις ενθαρρύνθηκαν και από την ανεπαρκέστατη (και μεροληπτική υπέρ των Ιταλών) διαιτησία του Μεξικανού Arturo Maldonado. Χαρακτηριστικό της έντασης, που επικρατούσε, υπήρξε ο τραυματισμός του στυλοβάτη της γερμανικής άμυνας Franz Beckenbauer, ο οποίος υπέστη εξάρθρωση της ωμοπλάτης προς το τέλος του αγώνα. Παρά ταύτα, αναγκάστηκε να συνεχίσει, επειδή η ομάδα του είχε εξαντλήσει ήδη το δικαίωμα των δυο αλλαγών. Έως τη λήξη, συμμετείχε τυλιγμένος με επιδέσμους.

Ένταση και εκνευρισμός στο δεύτερο ημίχρονο.
O Franz Beckenbauer συνεχίζει να αγωνίζεται με την ωμοπλάτη τυλιγμένη με επιδέσμους.

Κι ενώ τα πάντα προδίκαζαν την τελική επικράτηση της Ιταλίας, σημειώθηκε η φάση εκείνη, η οποία έκανε τον αγώνα να μπει στην Ιστορία. Είχε συμπληρωθεί η κανονική διάρκεια και παίζονταν οι καθυστερήσεις, όταν οι Γερμανοί εξαπέλυσαν την τελευταία, απέλπιδα, επίθεση. Εμφανιζόμενος από το πουθενά, σε μια στιγμή γενικευμένης σύγχυσης, κόπωσης και στιγμιαίας απώλειας αυτοσυγκέντρωσης των Ιταλών, ο αμυντικός Karl-Heinz Schnellinger, κατάφερε να ισοφαρίσει, στέλνοντας το παιχνίδι στην παράταση. Αυτό υπήρξε το ένα και μοναδικό τέρμα, το οποίο ο συγκεκριμένος παίκτης σημείωσε στους 47 αγώνες, που έδωσε φορώντας τα χρώματα της Εθνικής Γερμανίας. Μεγάλοι άτυχοι της όλης υπόθεσης ήσαν οι τηλεθεατές εκείνοι, οι οποίοι, θεωρώντας πως η έκβαση του αγώνα είχε κριθεί, έσβησαν τους δέκτες λίγα λεπτά της ώρας νωρίτερα και αποσύρθηκαν για ύπνο. Αναμενόμενη, κατά τα άλλα, αντίδραση, περασμένες 2.00 τα ξημερώματα, εφόσον η συνέχεια αποτελούσε πραγματική πρόκληση στη λογική και δεν μπορούσε να την προβλέψει κανείς.

Η κρίσιμη ισοφάριση της Γερμανίας από τον Schnellinger  στο 90+ λεπτό του αγώνα.

Στην ολιγόλεπτη διακοπή, η οποία μεσολάβησε έως την έναρξη του πρώτου ημιχρόνου της παράτασης, διάχυτη ήταν η εντύπωση πως ο αγώνας επρόκειτο να διατηρήσει τα μέχρι τότε χαρακτηριστικά του. Αν και διέθεταν ψυχολογικό πλεονέκτημα, οι Γερμανοί είχαν κατασπαταλήσει δυνάμεις στην προσπάθειά τους να εξισορροπήσουν το αποτέλεσμα. Αδιαφιλονίκητοι γνώστες της αμυντικής τακτικής, οι αντίπαλοί τους ήταν ανά πάσα στιγμή σε θέση να αιφνιδιάσουν σε κάποια αντεπίθεση, διαφυλάττοντας τα νώτα τους. Άλλωστε, οι συνθήκες δεν προδιέγραφαν κάτι διαφορετικό: 33°C υπό σκιά, αραιός αέρας εξαιτίας του μεγάλου υψομέτρου, φυσική κόπωση και αφυδάτωση των περισσοτέρων παικτών. Η λογική υπαγόρευε πως το εισιτήριο για τον μεγάλο τελικό θα αναλογούσε στην ομάδα εκείνη, η οποία θα κατάφερνε να πετύχει ένα γκολ.

Τελικά, δεν επιτεύχθηκε ένα, αλλά πέντε! Η Ιταλία άφησε πίσω της το αμυντικό παιχνίδι και αυτό, το οποίο ακολούθησε ήταν απίστευτο, τόσο ως προς τη διακύμανση του σκορ όσο και σε επίπεδο ψυχολογικών ανατροπών. Η αρχή έγινε με την αιχμή του δόρατος της επίθεσης της Εθνικής Γερμανίας και της F.C. Bayern του Μονάχου, Gerd Müller στο 94΄ (Ιταλία-Γερμανία 1-2). Τέσσερα λεπτά αργότερα (98΄), οι Ιταλοί ξανάφεραν το αποτέλεσμα στα ίσα με τον Tarcisio Burgnich (Ιταλία-Γερμανία 2-2). Στο 104΄, έκαναν τη μεγάλη ανατροπή με τον Luigi Riva (Ιταλία-Γερμανία 3-2). Έξι λεπτά αργότερα, στο 110΄ (απέμεναν δέκα λεπτά έως τη λήξη του αγώνα), οι Γερμανοί ξανακτύπησαν με τον Gerd Müller (Ιταλία-Γερμανία 3-3). Δεν είχε προλάβει να συμπληρωθεί ένα λεπτό, όταν, στο 111΄ ο μεσοεπιθετικός και αρχηγός της  A.C. Milan, Gianni Rivera, πέτυχε το τέρμα, το οποίο έκανε την τελική διαφορά (Ιταλία-Γερμανία 4-3). Η εξέλιξη υπήρξε τόσο γρήγορη, ώστε η μεξικανική τηλεόραση, που τη στιγμή εκείνη μετέδιδε σε επανάληψη το γκολ της ισοφάρισης του Müller, έχασε τη φάση. Το αποφασιστικότερο τέρμα μεταδόθηκε μόνο σε αργή κίνηση κατόπιν εορτής!

Ο Müller πανηγυρίζει το δεύτερό του τέρμα, στο 110΄ του αγώνα. Εύγλωττη είναι η απογοήτευση των Ιταλών αμυντικών.
To αποφασιστικό γκολ του Rivera, ένα λεπτό αργότερα. Οι Ιταλοί στα Ουράνια, οι Γερμανοί στα Τάρταρα.

Η υπερπροσπάθεια που κατέβαλε σε αυτό τον αγώνα, στέρησε ουσιαστικά από την Ιταλία το Παγκόσμιο Κύπελλο. Τέσσερις μέρες αργότερα, κατέβηκε στον μεγάλο τελικό φανερά εξουθενωμένη. Το μόνο που κατάφερε, ήταν να αντέξει επί ένα ημίχρονο στις πιέσεις μιας αχαλίνωτης Βραζιλίας. Επόμενο ήταν να ηττηθεί κατά κράτος. Η Γερμανία αποζημιώθηκε με την κατάληψη της τρίτης θέσης επικρατώντας με 1-0 της Ουρουγουάης στον διαδικαστικό και αδιάφορο μικρό τελικό. Το 1974, στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου, ήταν η δική της σειρά να στεφθεί πρωταθλήτρια κόσμου.

Fussball WM 1970 – Deutschland vs Italien (Halbfinale)

Πρόκειται για τη μοναδική φορά, σε τόσο προχωρημένο στάδιο του θεσμού, που σημειώθηκαν πέντε τέρματα στη διάρκεια της παράτασης ενός αγώνα. Πολύ κοντά σε αυτό το επίτευγμα έφτασε ένας άλλος μεγάλος, ημιτελικός: η αναμέτρηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με τη Γαλλία, στο  Estadio Ramón Sánchez Pizjuán της Σεβίλλης, στις 8 Ιουλίου 1982. Έληξε ισόπαλη 3-3 (1-1 στην κανονική διάρκεια), με τους Γερμανούς να προκρίνονται στη διαδικασία των πέναλτυ με 5-4. Ανάλογες συγκινήσεις, ανάλογες ανατροπές προς δόξα και τιμή του αθλήματος!

Σε μια από τις εισόδους του Estadio Azteca, υπάρχει μια εντοιχισμένη πινακίδα, επάνω στην οποία αναγράφεται:

Το Στάδιο των Αζτέκων αποτίει φόρο τιμής στα αντιπροσωπευτικά συγκροτήτατα της Ιταλίας (4) και της Γερμανίας (3), πρωταγωνιστές, στο πλαίσιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1970, στον ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

17 Ιουνίου 1970”

Κάθε σχόλιο είναι περιττό.

 

Η τιμητική πινακίδα έξω από το Estadio Azteca.

Στ΄. Οι υπόλοιποι σημαντικότεροι αγώνες

Από τους 32, συνολικά, αγώνες της τελικής φάσης, συγγκρατήσαμε τρεις, συμπεριλαμβανομένου του τελικού.

  1. Αγγλία – Βραζιλία 0-1 (7 Ιουνίου, Estadio Jalisco, Guadalajara)

Πέραν από τη μνημειώδη απόκρουση του Banks, ο συγκεκριμένος αγώνας υπήρξε ο σημαντικότερος, σε επίπεδο φάσης των ομίλων, ολόκληρης της διοργάνωσης. Η πρόκριση στους προημιτελικούς ήταν σχεδόν εξασφαλισμένη για αμφότερους τους αντιπάλους. Το διακύβευμα ήταν άλλης φύσεως. Το γόητρο κατ αρχήν. Η Εθνική Αγγλίας είχε μεταβεί στο Μεξικό με τον αέρα του τροπαιούχου. Πληρούσε όλες τις προδιαγραφές, προκειμένου να επαναλάβει τον άθλο του 1966. Η Βραζιλία, από τη δική της πλευρά, καλείτο να διασκεδάσει την άσχημη εντύπωση, την οποία είχε αφήσει τέσσερα χρόνια νωρίτερα στα γήπεδα της  Αγγλίας. Δυο παράμετροι συνηγορούσαν υπέρ της άποψης αυτής: α) η σωστή φυσική προετοιμασία, που είχε προηγηθεί και β) η τέλεση των αγώνων σε λατινοαμερικανικό έδαφος, εκ προοιμίου περισσότερο φιλόξενου για την ομάδα. Ο νικητής και πρωτοπόρος του ομίλου θα διέθετε δυο επιπρόσθετα πλεονεκτήματα. Την παραμονή στην Guadalajara, πόλη με μηδενικό υψόμετρο, στον επόμενο γύρο καθώς και, κατά τα φαινόμενα, έναν ευκολότερο αντίπαλο. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, οι οποίοι επιβεβαιώθηκαν, ο νικητής του αγώνα επρόκειτο να βρεθεί  αντιμέτωπος με το Περού, ο ηττημένος με την παντοδύναμη Γερμανία.

Ο αγώνας υπήρξε, σε γενικές γραμμές, ισοβαρής. Ξεκίνησε με μια υπεροχή της Βραζιλίας. Έπειτα από τη διάσωση του Banks, η Αγγλία εξισορρόπησε το παιχνίδι έως το τέλος του ημιχρόνου. Με την έναρξη του δευτέρου μέρους, η κατάσταση παρέμεινε ως είχε. Από τα πρώτα λεπτά άρχισε να εμπεδώνεται η αίσθηση ότι ο αγώνας θα κρινόταν οριακά. Το μοναδικό τέρμα, το οποίο έκανε τη διαφορά, πέτυχε στο 59΄ ο Jairzinho, έπειτα από πάσα του Pelé. Στο εναπομείναν μισάωρο, η Εθνική Αγγλίας άσκησε πίεση κι έφτασε αρκετές φορές κοντά στην ισοφάριση. Αλλά ακόμα και με ισόπαλο αποτέλεσμα, από βαθμολογικής απόψεως δεν θα άλλαζε απολύτως τίποτα. Οι δυο αντίπαλοι προκρίθηκαν στον επόμενο γύρο, όπου η Αγγλία έτυχε να βρεθεί απέναντι στη Γερμανία, σε μια επαναληπτική εκδοχή του τελικού του 1966.

Pelé vs England ● Early Clash ● 1970 World Cup

  1. ΓερμανίαΑγγλία 3-2 (14 Ιουνίου, Estadio Nou Camp, León)

Ο πρώτος, κατά σειρά, μεγάλος αγώνας της διοργάνωσης και, μακρόθεν, ο πιο δραματικός της προημιτελικής φάσης. Ταυτόχρονα ήταν επανάληψη του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1966. Τότε, η Αγγλία είχε νικήσει χάρη σε ένα αμφισβητούμενο γκολ και υπήρχαν ανοικτοί λογαριασμοί ανάμεσα στις δυο ομάδες. Το 1970 επρόκειτο για νοκ-άουτ αναμέτρηση. Ο νικητής περνούσε στα ημιτελικά, ο ηττημένος αναγκαζόταν να επιστρέψει στην πατρίδα του. Ουσιαστικά, η αντίστροφη μέτρηση για την Εθνική Αγγλίας είχε ξεκινήσει δυο μέρες πριν από την τέλεση του αγώνα, όταν ο τερματοφύλακας Gordon Banks, ο ήρωας του αγώνα με τη Βραζιλία, προσβλήθηκε από οξεία γαστρεντερίτιδα (εικάζεται ότι το πρόβλημα προέκυψε από κατανάλωση τοπικής μπύρας, καθότι η ομάδα είχε φέρει όλα τα εδέσματα από την Αγγλία και ίσχυαν αυστηρότατοι κανόνες διατροφής). Αντικαταστάθηκε από τον αναπληρωματικό Peter Bonetti, που έμελλε να αναδειχθεί σε μοιραίο παίκτη της συνάντησης.

Κι όμως, όλα ξεκίνησαν με τους καλύτερους οιωνούς για τους Άγγλους, οι οποίοι προηγήθηκαν στο 32΄ με τέρμα του Alan Mullery (Γερμανία – Αγγλία 0-1). Με το αποτέλεσμα αυτό οι δυο ομάδες αποσύρθηκαν στα αποδυτήρια με τη λήξη του ημιχρόνου.

Ο Alan Mullery πανηγυρίζει το 0-1.

Με την έναρξη του δευτέρου ημιχρόνου, η Εθνική Αγγλίας έδειχνε να ελέγχει τη ροή του αγώνα. Στο 50΄, μάλιστα, κατάφερε να διπλασιάσει τα τέρματά της με τον Martin Peters. Τα πάντα προδίκαζαν μια άνετη πρόκριση. Ο προπονητής Sir Alf Ramsey, άρχισε να τρέφει όνειρα για τη συνέχεια, αντικαθιστώντας τον πλέον επιτελικό και πεπειραμένο ποδοσφαιριστή της ομάδας, Bobby Charlton, για εξοικονόμηση δυνάμεων ενόψει του επικείμενου ημιτελικού. Σε αυτή τη νευραλγική στιγμή, οι Γερμανοί κατάφεραν το πρώτο κτύπημα.

Δεκαοκτώ λεπτά έπειτα από την επίτευξη του δευτέρου τέρματος των Άγγλων και ενώ απέμενε μισή ώρα αγώνα, ο Franz Beckenbauer, ευρισκόμενος στην καρδιά της αντίπαλης άμυνας, μείωσε το σκορ. (Γερμανία-Αγγλία 1-2). Στη συγκεκριμένη φάση ο τερματοφύλακας έφερε μεγάλη ευθύνη, καθώς η μπάλλα πέρασε κάτω από το σώμα του. Το τέρμα του Beckenbauer αντέστρεψε εκ διαμέτρου την ψυχολογία των παικτών. ΄Εχοντας ασκήσει έως το σημείο εκείνο σαφή υπεροχή, η ομάδα της Αγγλίας κατάφερε να χάσει τον αγώνα και να αποκλειστεί. Αντίθετα, οι Γερμανοί, αντλώντας δύναμη από το εις βάρος τους αποτέλεσμα, συνέχισαν τις επιθέσεις ενάντια στους αποδιοργανωμένους πλήρως και ευρισκόμενους σε κατάσταση πανικού αντιπάλους τους. Στο 82΄, οκτώ λεπτά πριν από το τέλος, ισοφάρισαν με μια εντυπωσιακή ανάποδη κεφαλιά του αρχηγού της ομάδας, Uwe Seeler (Γερμανία-Αγγλία 2-2). Ο τερματοφύλακας Bonetti έφερε ευθύνη και σε αυτή την περίπτωση. Ο αγώνας πήγε στην παράταση, με τους Γερμανούς να διαθέτουν, πλέον, το ψυχολογικό πλεονέκτημα.

Το αναπόφευκτο έλαβε χώρα στο 108΄. Ο ευρισκόμενος πάντοτε μέσα στις κρίσιμες φάσεις μπροστά από την αντίπαλη εστία Gerd Müller, πέτυχε από κοντά το γκολ της νίκης. (Γερμανία-Αγγλία 3-2). Παρότι απέμεναν ακόμη δώδεκα λεπτά αγώνα, ήταν σαφές πως η έκβαση είχε αμετάκλητα κριθεί.

Το νικητήριο τέρμα της Γερμανίας στο 108΄.

Επρόκειτο για τον πρώτο αγώνα της διοργάνωσης, ο οποίος διέθετε τόσο δραματική μορφή. Πολλοί έσπευσαν να υποστηρίξουν, αμέσως έπειτα από το σφύριγμα της λήξης, πως ενδεχομένως επρόκειτο για την κορυφαία στιγμή της τελικής φάσης. Ουδείς διανοείτο εκείνο, το οποίο έμελλε να ακολουθήσει, τρεις, μόλις, ημέρες αργότερα, στον ημιτελικό της Πόλης του Μεξικού, ανάμεσα στην νικήτρια Γερμανία και την Ιταλία.

14/06/1970 England v West Germany

  1. ΒραζιλίαΙταλία 4-1 (21 Ιουνίου, Estadio Azteca, Mexico City)

Ελπίδα και ευχή των οπαδών του αθλήματος ήταν ο μεγάλος τελικός να αποδειχθεί αντάξιος ενός πρωταθλήματος, το οποίο είχε ήδη προσφέρει υψηλού επιπέδου ποιοτικό θέαμα, έντονες συγκινήσεις και αναπάντεχες ανατροπές. Δεν διαψέυσθηκαν, μολονότι η τελευταία συνάντηση της διοργάνωσης δεν άργησε να μετεξελιχθεί σε παράσταση για έναν μόνο πρωταγωνιστή. Αλλά τί πρωταγωνιστή!

Μοναδική στιγμή, οπότε δημιουργήθηκε η ψευδαίσθηση ότι ο αγώνας μπορούσε να εκλάβει χαρακτήρα αμφίρροπης αναμέτρησης, ήταν το 37΄. Τότε ο Roberto Boninsegna ισοφάρισε το τέρμα, το οποίο είχε σημειώσει με θεαματική κεφαλιά ο Pelé είκοσι λεπτά νωρίτερα. Εικόνα απατηλή, καθώς από τα πρώτα κιόλας λεπτά είχε διαφανεί η διαφορά δυναμικότητας ανάμεσα στους δυο αντιπάλους. Η διαφορά δεν είχε να κάνει τόσο με την αξία, όσο με τη φυσική κατάσταση. Η Βραζιλία είχε ολοκληρώσει το πρόγραμμά της κάνοντας εξοικονόμηση δυνάμεων. Έδωσε όλους τους αγώνες της στο φιλόξενο και κλιματολογικά ευνοϊκό περιβάλλον της Guadalajara, απέναντι σε ευκολότερα διαχειρίσιμους αντιπάλους. Αντίθετα, η Ιταλία είχε δυσκολότερο, αναλογικά, πρόγραμμα και μόλις είχε εξέλθει εξουθενωμένη από την υπερπροσπάθεια, την οποία κατέβαλε στον πρόσφατο ημιτελικό ενάντια στη Γερμανία. Παρόλο το ισόπαλο (1-1) αποτέλεσμα του πρώτου ημιχρόνου, η Βραζιλία ξαναβγήκε στο γήπεδο με χαρακτηριστική αυτοπεποίθηση και με τη βούληση να αφήσει απλόχερα να ξεδιπλωθούν ανάγλυφα όλες τις τεχνικές της αρετές.

Ο Luigi Riva εν δράσει, υπό το βλέμμα του Pelé.

Στον τρόπο του παιχνιδιού της δεν υπήρχε τίποτα το επιδειξιομανές. Απλότητα, οξυδέρκεια, ευρηματικότητα, φαντασία, ομαδικότητα υπήρξε ο συνδυασμός εκείνος, τον οποίον, για ολόκληρο το υπόλοιπο της αναμέτρησης, απόλαυσαν οι 107.000 θεατές και εκατομμύρια άλλοι, καθηλωμένοι μπροστά από τους δέκτες τους. Τρία γκολ και ένα δοκάρι ήταν ο απολογισμός. Τα πέτυχαν οι Gérson (66′), Jairzinho (71′), Carlos Alberto Torres (86′) και Rivelino (59′ – δοκάρι). Το τελευταίο τέρμα, τέσσερα λεπτά πριν από τη λήξη και ενώ τα πάντα είχαν, πλέον, κριθεί με γνώμονα την εξέλιξη του αγώνα, ήταν συνάμα και η αποθέωση του επιθετικού παιχνιδιού: η μπάλα πέρασε από τα πόδια εννέα εκ των έντεκα Βραζιλιάνων παικτών, δίχως να καταφέρει να την αγγίξει ούτε ένας Ιταλός, προτού καταλήξει με θεαματικό τρόπο στα δίκτυα, επισφραγίζοντας την αδιαμφισβήτητη υπεροχή των νικητών. Έχει καταχωριστεί στα παγκόσμια χρονικά του ποδοσφαίρου ως το ωραιότερο τέρμα, προϊόν ομαδικής προσπάθειας.

Carlos Alberto (Mexico 1970)

Ο τελικός της 21ης Ιουνίου δεν είχε να επιδείξει τίποτα από την ένταση και τη δραματική εξέλιξη προηγουμένων αγώνων. Όσοι ανέμεναν μια επανάληψη του μεγαλειώδους ημιτελικού Ιταλίας-Γερμανίας, διαψεύσθηκαν. Άλλωστε, αγώνες αυτού του είδους, δύσκολα διαδέχονται ο ένας τον άλλον μέσα σε χρονικό διάστημα τεσσάρων ημερών. Η μαγεία του τελικού συνίστατο στην επικράτηση κατά κράτος του θεάματος έναντι της ψυχρής, υπολογιστικής, τακτικής. Δυστυχώς, υπήρξε από τις τελευταίες εκφάνσεις της αντίληψης αυτής, καθώς, με την πάροδο του χρόνου, τα δεδομένα αντιστράφηκαν, αφαιρώντας από το άθλημα μεγάλο μέρος της γοητείας του. Ίσως γι αυτόν τον λόγο, το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970, με την καλύτερη ομάδα όλων των εποχών, με τη συμμεχοτή του μεγαλύτερου ποδοσφαιριστή, την απόκρουση του αιώνα, την αναμέτρηση του αιώνα, την αποθέωση του επιθετικού ποδοσφαίρου και του εν γένει θεάματος, έμεινε βαθειά χαραγμένο στη μνήμη και στην καρδιά όσων είχαμε την τύχη να το παρακολουθήσουμε, με θαυμασμό, αγάπη, συνάμα, όμως, και με ανείπωτη νοσταλγία.

Η στέψη των πρωταθλητών.

1970 FIFA World Cup Mexico

https://www.fifa.com/worldcup/archive/mexico1970/

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Dawson, Jeff, Back Home: England and the 1970 World Cup,  London, Orion, 2001.

Downing, David, The Best of Enemies: England v Germany, London, Bloomsbury Publishing, 2001.

Glanville, Brian, The Story of the World Cup, London, Faber and Faber, 2010.

Jenkins, Garry, The Beautiful Team: In Search of Pele and the 1970 Brazilians, New York, Pocket Books, 1999.

Körner, Torsten, Franz Beckenbauer. Der freie Mann, Frankfurt, Scherz Verlag GmbH, 2005.

Morris, Jim, Gordon Banks: A BiographyStroud, Amberley Publishing 2013.

Pele, The AutobiographyNew York, Simon & Schuster, 2007.

Powell, Jeff, Bobby Moore: The Definitive Biography, London,The Robson Press 2014.

Rennie, Mandy, Gordon Banks and Pele!, San Francisco, Blurb, 2019.

Wilson, Jonathan, Inverting the Pyramid: The History of Football Tactics, London, Orion, 2008.

Θωμάς Γερασιμίδης, Χρήστος Παπανικολάου, Απόστολος Καμπαρούδης, Αιμίλιος Μαυρουδής, Δημήτριος Καραμάνος, Αθανάσιος Παπανικολάου, Συμεών Γερασιμίδης: Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου: Τα αίτια – Οι τελευταίες ημέρες

Θωμάς Γερασιμίδης, Χρήστος Παπανικολάου, Απόστολος Καμπαρούδης, Αιμίλιος Μαυρουδής, Δημήτριος Καραμάνος, Αθανάσιος Παπανικολάου, Συμεών Γερασιμίδης

Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Τα αίτια – Οι τελευταίες ημέρες

 

Ο Αλέξανδρος Γ’ που από τους αρχαίους αναφέρεται ως Αλέξανδρος ο Μακεδών και από τους νεότερους κυρίως ως Αλέξανδρος o Μέγας, γεννήθηκε στην Πέλλα της Μακεδονίας τον Ιούλιο του 356 π.Χ., έγινε βασιλιάς το 336 π.Χ. και πέθανε στην Βαβυλώνα το 323 π.Χ. Ήταν γιος του Βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου Β’, τον οποίο διαδέχθηκε στον θρόνο το 336 π.Χ., και της Ολυμπιάδος, κόρης του Νεοπτόλεμου Βασιλιά των Μολοσσών της Ηπείρου.1,2

Υπήρξε ο μεγαλύτερος ίσως στρατηλάτης που γνώρισε η ανθρωπότητα, αλλά ταυτόχρονα χάρη σ’ ένα πολιτικό αισθητήριο που η επαφή του με τον κόσμο της Ανατολής έκανε ολοένα και πιο ώριμο, η σημαντικότερη πολιτική προσωπικότητα της εποχής του.2

Στους αιώνες που ακολούθησαν το τέλος της εκστρατείας του και τον πρόωρο θάνατο του, η ιστορία και ο θρύλος διεκδίκησαν με τον ίδιο ζήλο το δικαίωμα να διασώσουν για την ανθρώπινη μνήμη τη ζωή και το έργο του στρατηλάτη.

Το πολιτικό του όραμα έγινε αντικείμενο ποικίλων εκτιμήσεων. Ωστόσο, φαίνεται αδιαμφισβήτητο, ότι η ενοποίηση του κόσμου που ανακλούσε το όραμα της κοσμοκρατορίας, έστω και αν δεν πραγματώθηκε στο πολιτικό επίπεδο, έγινε έντονα αισθητό στο πολιτιστικό. Για πολλούς αιώνες την ταυτότητα του ανθρώπου δεν θα την προσδιορίζει τόσο η εθνική του ιδιαιτερότητα όσο το γεγονός ότι ζει σε μια κοινότητα, που έχει ως υπόβαθρο την ελληνική γλώσσα και που στις πνευματικές και καλλιτεχνικές επιλογές της βαρύνει – περισσότερο ή λιγότερο – η ελληνική πολιτιστική παράδοση.

Αυτός ο κόσμος, ή σωστότερα, αυτή η οικουμένη, που με το πέρασμά της στη ρωμαϊκή κυριαρχία και στον χριστιανισμό θα αποκτήσει δύο ακόμη ενοποιά στοιχεία, το ρωμαϊκό δίκαιο και τη χριστιανική πίστη, δεν θα πάψει να ζει για πολλούς αιώνες τουλάχιστον ως την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453.

Αυτή η βαριά κληρονομιά στην ανθρωπότητα του φαινόμενου «Μέγας Αλέξανδρος» απασχόλησε την παγκόσμια βιβλιογραφία όλων των επιστημών και των ειδικοτήτων. Αναφέρεται ότι έχουν γραφεί πολύ περισσότερα από 250.000 βιβλία σε όλο τον κόσμο με 54.000.000 αναφορές στο διαδίκτυο και σε αμέτρητες γλώσσες με κύριο θέμα την ζωή και το έργο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Δείγμα και η ανεύρεση του ονόματος σε όλες σχεδόν τις γλώσσες του κόσμου.

Μία ιδανική αναπαραγωγή της νεότητας του Αλέξανδρου. Πιθανόν γνήσια εργασία του Λεοχάρη. Μουσείο Ακρόπολης.

Πως ήταν δυνατόν να λείψουν οι γιατροί από μια τέτοια πανδαισία;4 Το ιατρικό ιστορικό του Αλέξανδρου είναι πλούσιο σε τραυματισμούς και νοσήματα, όπως περιγράφονται από τους ιστορικούς.1,2,5,6,7 Ο Αλέξανδρος είχε πολύ δυνατή κράση που αποδεικνύεται από τους σοβαρούς τραυματισμούς που υπέστη ή τα νοσήματα που πέρασε και επέζησε σύμφωνα με το ιστορικό του.7 Έτσι αναφέρονται μερικοί από αυτούς όπως τους περιγράφει ο Αρριανός.1

Στην Κιλικία, στην πόλη Ταρσό, είχε πυρετό με σπασμούς, εξάντληση και έντονη αϋπνία. Ο ιατρός του, Φίλιππος ο Ακαρνάνας, του έδωσε κάποιο φάρμακο. αλλά οι αυλικοί τον είχαν ειδοποιήσει με γράμμα ότι ο ιατρός του θα τον δηλητηριάσει. Ο Αλέξανδρος διάβασε το γράμμα και το έδωσε στο Φίλιππο και ενώ εκείνος το διάβαζε, ο Αλέξανδρος ήπιε το φάρμακο δείχνοντας απεριόριστη εμπιστοσύνη στον ιατρό του.

Στην μάχη του Γρανικού ποταμού τραυματισμός στον ώμο από ακόντιο και κρανιοεγκεφαλική κάκωση με σπαθί που έκοψε την περικεφαλαία στα δύο και τραυμάτισε τον Αλέξανδρο στο κρανίο.

Ο Αλέξανδρος και ο Κρατερός στο κυνήγι λιονταριού, Νέο Μουσείο Πέλλας.

Στην Ισσό σοβαρός τραυματισμός στον μηρό από σπαθί.

Στην Γάζα διατιτραίνον τραύμα ωμοπλάτης επειδή τρύπησε η ασπίδα από εχθρικό βέλος.

Στον Ώξο ποταμό, βέλος στην κνήμη, διατιτραίνον τραύμα, κάταγμα περόνης.

Στην Κυρούπολη της Σογδιανής, κάκωση κεφαλής από πέτρα.

Στους Σκύθες, μολυσμένο νερό, σοβαρή διάρροια, εντερικοί κωλικοί.

Στην Ινδία, ελαφρύ τραύμα στην ποδοκνημική άρθρωση από βέλος του υιού του Πώρου.

Στην χώρα των Μαλλών γράφει ο Αρριανός: «Αλέξανδρος δε βάλλεται και αυτός δια του θώρακος ες το στήθος τοξεύματι υπέρ τον μαστόν , ώστε λέγει Πτολεμαίος ότι και πνεύμα ομού τω αίματι εκ του τραύματος εξεπνείτο». Διατιτραίνον τραύμα θώρακα πάνω από τον μαστό από μεγάλο Ινδικό βέλος. Εξήλθε αέρας με φύσημα από το τραύμα, μαζί με σφύζουσα αιμορραγία. Μεθαιμορραγική καταπληξία, ζάλη και λιποθυμία και διακοπή της αιμορραγίας προφανώς από πτώση της αρτηριακής πίεσης. Αφαίρεση του βέλους, νέα αιμορραγία, νέα απώλεια των αισθήσεων και νέα διακοπή αιμορραγίας. Φήμη ότι ο Αλέξανδρος πέθανε από το τραύμα, σύμφωνα με τον Αρριανό. Ο Αλέξανδρος επέζησε από τον βαρύτατο τραυματισμό, ανέρρωσε μετά από μήνες και παρουσιάσθηκε στους στρατιώτες του από το πλοίο που τον μετέφερε στον Υδάσπη ποταμό.

Μετά την επιστροφή του στην Βαβυλώνα αρρώστησε και έπαψε να ζει την 13η Ιουνίου του έτους 323 π.Χ. ανεξάρτητα από την θέληση και τις αντιρρήσεις της γοργόνας

Η ενασχόληση, λοιπόν, με θέματα υγείας του Αλεξάνδρου, αλλά κυρίως η αναζήτηση των αιτιών του θανάτου του, είναι κάτι που αποκτά κατά περιόδους επικαιρότητα.9 Το όνειρο όλων των αρχαιολόγων είναι η ανεύρεση του τάφου του Μεγάλου Αλεξάνδρου ο οποίος αναζητείται είτε στην Αλεξάνδρεια, είτε στην όαση Σίβα, στην Πέλλα, στην Αμφίπολη, στην Βενετία ή όπου αλλού.

Το βέβαιο είναι ότι ενταφιάσθηκε στη Αίγυπτο, αφού το σώμα του ταριχεύθηκε στην Βαβυλώνα με την μέθοδο μουμιοποιήσεως των Φαραώ, όπου παρέμεινε για δύο χρόνια αναμένοντας την προετοιμασία της άμαξας του φέρετρου και της σαρκοφάγου του.

Ο Πτολεμαίος τιμώντας τον νεκρό έφτασε με στρατό στην Συρία, παρέλαβε τον νεκρό από τον Αρριδαίο και τον φρόντισε όπως του άξιζε. Η άμαξα ήταν ένα κτίριο σχεδόν ολόχρυσο που το έσερναν 64 άλογα στεφανωμένα με ολόχρυσα στεφάνια, διαλεγμένα για την ρώμη και το ανάστημά τους από όλη την αυτοκρατορία.

Η αρμάμαξα που μετέφερε το φέρετρο και την σαρκοφάγο του Βασιληά.

Από τι πέθανε όμως ο Μέγας Μακεδόνας μόλις 33 χρονών, μακριά από την πρωτεύουσα της Μακεδονίας, την Πέλλα, την πατρίδα που τον γέννησε;

Η πιστοποίηση του θανάτου δεν είναι από τις δυσκολότερες ιατρικές δεξιότητες. Η αιτιολόγηση ή η δικαιολόγηση όμως του θανάτου είναι δυσχερής, κάποτε δε, με αυστηρά κριτήρια, είναι σχεδόν αδύνατη. Το καλύτερο και πλέον αξιόπιστο μέσο είναι η αυτοψία (νεκροψία και νεκροτομή) σε συνδυασμό και προς τις παρεχόμενες ιατρικές πληροφορίες.

Νεκροτομή και νεκροψία, από τις υπάρχουσες πληροφορίες, δεν φαίνεται να έγινε στον Αλέξανδρο. Εξάλλου, αυτό ήταν απαγορευμένο στην Αρχαία Ελλάδα, πόσο μάλλον στον Βασιλιά Αλέξανδρο. Επομένως, για τα αίτια του θανάτου του μπορεί κανείς να στηριχθεί μόνο στις πληροφορίες που ανευρίσκει στην προσιτή βιβλιογραφία, τις οποίες να κατατάξει και μετά με λογική και επιστημονική αξιολόγηση να οδηγηθεί σε κάποια συμπεράσματα. Η ιατρική προσέγγιση του προβλήματος, η αξιολόγηση δηλαδή των συμπτωμάτων και των σημείων των τελευταίων 14 ημερών της ζωής του, η εφαρμογή της ιατρικής βασισμένης σε στοιχεία (evidence based medicine) ίσως να είναι ο μοναδικός και ο ασφαλέστερος τρόπος γι αυτό. Συστηματική καταγραφή των συμπτωμάτων και των ευρημάτων (υποκειμενικά και αντικειμενικά σημεία και ευρήματα – παρατηρήσεις και αξιολόγηση) και κωδικοποίηση αυτών, ιδίως της πορείας των τελευταίων 14 ημερών της ζωής του, φαίνεται να υπάρχει στη σχετική βιβλιογραφία τόσο από τον Καθηγητή Χ.Ν.Σμπαρούνη9,10 όσο και αργότερα και από άλλους με διαφορετικά κάθε φορά αποτελέσματα.

Από τις πληροφορίες, οι οποίες υπάρχουν, έχουν κατά καιρούς υποστηριχθεί διάφορες απόψεις για την αιτία (ες) του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Οι βασιλικές εφημερίδες που κατέγραφαν καθημερινά δραστηριότητες του Βασιλιά και από όπου θα μπορούσε κανείς να αντλήσει πολλές πληροφορίες για τα συμπτώματα και τα σημεία δεν υπάρχουν, γιατί καταστράφηκαν στην πυρκαγιά της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας.

Ο Αρριανός1 και ο Πλούταρχος2 συμπυκνώνουν τα θρυλούμενα σε τρεις εκδοχές, οι οποίες και αποτελούν το περίγραμμα μιας Ελληνικής τραγωδίας στο χώρο του θρύλου.11

Εκδοχή 1η. Ο Αριστοτέλης – λόγω του θανάτου του ανεψιού του Καλλισθένη από το Μέγα Αλέξανδρο- ανακαλύπτει δραστικότατο δηλητήριο, το οποίο δίδει στον Αντίπατρο. Αυτός το δίδει στο γιο του Κάσσανδρο, που θα πήγαινε στη Βαβυλώνα, για να το παραδώσει στον αδελφό του, τον Ιόλα, ο οποίος ήταν ο οινοχόος του Βασιλέα. Αυτός, ο Ιόλας, θα μπορούσε να ρίξει το δηλητήριο στο κρασί του Βασιλέα. Κατ’ άλλη εκδοχή, όπως αναφέρεται από τον Πλούταρχο, το «φαρμάκι» προερχόταν από τα νερά της Στυγός. Ο τρόπος, με τον οποίο έφτασε στα χέρια του Ιόλα, ήταν ο ίδιος.

Εκδοχή 2η. Κατ’ αυτήν, συνεργός στη δολοφονία του θεωρείται ο Μήδιος (Μήδης). Ο Μήδιος ο οποίος υποκατέστησε τον Ηφαιστίωνα στην εμπιστοσύνη του Βασιλέα, αγαπούσε τον Ιόλα. Αυτός, ο οποίος και είχε αναλάβει να δηλητηριάσει το Βασιλέα, είχε κάθε λόγο να το κάνει γιατί τελευταία ο Αλέξανδρος του είχε κακοφερθεί. Ο Μήδιος στα τέλη του Μαΐου του 323 π.Χ. είχε καλέσει τον Βασιλέα στο σπίτι του για να συνεχίσουν, ύστερα από ένα «βαρύ» δείπνο, τη διασκέδασή τους. Του πρόσφερε κρασί. Ο Αλέξανδρος σε λίγο ένοιωσε ένα τρομερό πόνο στο στομάχι, ο οποίος τον ανάγκασε να φύγει από τη διασκέδαση.

Εκδοχή 3η. Όταν ο Αλέξανδρος κατάλαβε πως δεν ήταν πλέον για να ζήσει – το οποίον σημαίνει ότι είχε προηγηθεί ασθένεια – ήθελε να πάει στον Ευφράτη για μπάνιο και να χαθεί. Να δώσει την εντύπωση, πέφτοντας μέσα, πως – ως αθάνατος που ήταν – τον είχαν πάρει κοντά τους οι Θεοί. Αν και την εκδοχή αυτή την επικρίνει ο Αρριανός,ωστόσο, σύμφωνα με τα θρυλούμενα, ο Αλέξανδρος δοκίμασε να φύγει μυστικά από το κρεβάτι της αρρώστιας του και να πέσει στο ποτάμι, για να χαθεί το σώμα του και να νομισθεί ότι ανεβαίνει στον Όλυμπο ως θεός .

Ο Αρριανός, βέβαια, συμπληρώνει την περιγραφή όλων των παραπάνω υπογραμμίζοντας πως τα περιγράφει περισσότερο σαν διαδόσεις παρά σαν αξιόπιστες πληροφορίες, για να μην λεχθεί ότι δεν τις γνωρίζει.1,11

Τα υπάρχοντα στοιχεία όμως, δηλαδή τα συμπτώματα και τα σημεία, μπορούν να καταχωρηθούν σε ένα ιατρικό δελτίο που να αξιολογεί κάθε ημέρα την κατάσταση του ασθενούς.9,10,11

Ιατρικό Δελτίο

Ημέρα 1η: 31 Μαΐου (15 Δαισίου) 323 π.Χ.
Μετά από βαρύ φαγητό και οινοποσία, σε δείπνο, αναφέρεται πόνος έντονος – διαξιφιστικός, στην κοιλία με αντανάκλαση αρχικά προς το θώρακα και μετά προς την πλάτη (κωλικός πόνος). Ο πόνος συνοδεύεται από εμετό προκλητό – ανακουφιστικό. Ακολουθεί ρίγος και πυρετός.2,11
Σχόλιο: Ο θεράπων ιατρός του θεώρησε την κατάστασή του πολύ βαριά και λέγεται ότι του έδωσε προθεσμία ζωής. Είναι δυνατόν επομένως το επεισόδιο αυτό να ήταν παρόξυνση γνωστής ασθένειάς του. Επίσης αναφέρεται ότι ο ασθενής εζήτησε και έκανε ένα λουτρό για να ανακουφισθεί. Είναι δυνατόν αυτό να σχετίζεται με το θρύλο της πνευμονίας;

Ημέρα 2η: 1η Ιουνίου (16 Δαισίου)
Το ρίγος εξακολουθεί και ο ασθενής αισθάνεται σωματική εξάντληση. Παρά ταύτα, αποδέχεται πρόσκληση να συνεχίσει το βράδυ την διασκέδαση του. Ακολουθεί οινοποσία, μέχρι μέθης. Επανεμφανίζεται κωλικός πόνος με αντανάκλαση προς την ωμοπλάτη. Τον πόνο συνοδεύουν ρίγος και πυρετός. Λέγεται ότι ο Βασιλιάς φώναζε-ούρλιαζε δυνατά από τον πόνο.
Σχόλιο: Οι ιατροί του δηλώνουν αδυναμία να τον βοηθήσουν και προβλέπουν ταχεία εξέλιξη της καταστάσεώς του. Ο θρύλος, εδώ, τον θέλει δηλητηριασμένο αν και τα συμπτώματά του δεν είναι ανάλογα λήψεως δηλητηρίου.

Ημέρα 3η: 2 Ιουνίου (17Δαισίου)
Ο πυρετός παραμένει υψηλός, αναφέρονται δε ιδρώτες και ρίγος. Ο ασθενής παρουσιάζει βυθιότητα και σωματική αδυναμία (κατάπτωση).

Ημέρα 4η: 3 Ιουνίου (18 Δαισίου)
Ο πυρετός συνεχίζεται υψηλός, ο ασθενής είναι κάτωχρος.Οι ιατροί συστήνουν κρύα μπάνια. Παρουσιάζει σαφή επιδείνωση της καταστάσεώς του, και δεν έχει καλή επικοινωνία με το περιβάλλον (συγχυτική κατάσταση).

Ημέρα 5η: 4 Ιουνίου (19 Δαισίου)
Ο ασθενής ευρίσκεται σε «κρίσιμη κατάσταση» και πέρασε μια δύσκολη ημέρα.

Ημέρα 6η: 5 Ιουνίου (20 Δαισίου)
Παρουσιάζει θόλωση της διανοίας, έχει παραλήρημα και διεγέρσεις. Ο πυρετός και το ρίγος εξακολουθούν, εκδηλώνεται δε πιθανόν και ίκτερος που μπορεί να οφείλεται σε ηπατική δυσπραγία – απόφραξη χοληφόρου ή σηπτική καταπληξία.
Σχόλιο: Η κατάσταση κρίνεται πολύ βαριά, αφού συζητείται και θέμα αντιβασιλείας.

Ημέρα 7η: 6 Ιουνίου (21 Δαισίου)
Αναφέρεται, εντός έξι ημερών από της ενάρξεως της ασθένειάς του, σαφής επιδείνωση της καταστάσεώς του.
Σχόλιο: Οι θεράποντες ιατροί του ομολογούν ότι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την εμπύρετη κατάσταση και ήλπιζαν στην αντοχή του οργανισμού του για να την ξεπεράσει.

Ημέρα 8η: 7 Ιουνίου (22 Δαισίου)
Εμφανίζεται ψυχρότητα των άκρων και ο ασθενής παρουσιάζει γενικότερη «οργανική» κάμψη, προϊούσα αδυναμία κινήσεων των κάτω άκρων και κάμψης των αρθρώσεων. Οι ιατροί του παλεύουν για να τον συνεφέρουν.

Ημέρα 9η: 8 Ιουνίου (23 Δαισίου)
Το πρόσωπό του είναι χλωμό, τα χείλη του τραβηγμένα, τα δε άλλοτε ωραία του μαλλιά φαίνονται αραιά και θαμπά από τους κολλώδεις ιδρώτες. Τα μάτια του έδειχναν να σβήνουν. Κατάσταση ως επί επαπειλούμενου κώματος.

Ημέρα 10η και 11η: 9 και 10 Ιουνίου (24 και 25 Δαισίου)
Ο πυρετός του εξακολουθεί βασανιστικός η δε κατάστασή του είναι πολύ βαριά. Τα άκρα του είναι ψυχρά και παρουσιάζει προϊούσα επιδείνωση. Οι στρατιώτες παρελαύνουν μπροστά του για να βεβαιωθούν ότι ζει.

Ημέρα 12η: 11 Ιουνίου (26 Δαισίου)
Η κατάστασή του περιγράφεται βαρύτατη και μη αναστρέψιμη.
Σχόλιο: Σε φωτεινό διάλειμμα ορίζει όμως ότι η αυτοκρατορία πρέπει να δοθεί «τω κρατίστω».

Ημέρα 13η: 12 Ιουνίου (27 Δαισίου)
Ο Μέγας Αλέξανδρος υποφέρει νικημένος. Πέφτει σε κώμα.
Παρουσιάζει δυσχέρεια αναπνοής. Το πρόσωπο του είναι κάτωχρο και δείχνει να έχει αβάσταχτους πόνους. Τα χείλη του τα κρατάει σφιχτά, τα δε μάτια του είναι «ρουφηγμένα». Κατάσταση η οποία μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «Ιπποκράτειο προσωπείο».
Σχόλιο: Οι ιατροί του δηλώνουν ότι είναι αδύναμοι. Οι στρατηγοί του καταφεύγουν τώρα εις τους ναούς για να παρακαλέσουν τους Θεούς…..

Ημέρα 14η: 13 Ιουνίου (28 Δαισίου) του έτους 323 π.Χ.
Ο Αλέξανδρος ο Μέγας είναι νεκρός. Ο θάνατος επήλθε στην 114η Ολυμπιάδα όταν Άρχων της Αθήνας ήταν ο Ηγεσίας. Ο Βασιλιάς Αλέξανδρος έζησε 32 χρόνια και 8 μήνες σύμφωνα με τον Αριστόβουλο.13

Francesco Trevisani: Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Musée des beaux-arts de Pau, Γαλλία.

Ποια νόσο θα γράφαμε στο πιστοποιητικό θανάτου; Από τις πληροφορίες γύρω από το θάνατό του, ιδιαίτερα δε εκείνες των 14 ημερών της τραγικής και μοιραίας αρρώστιας του, έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις για την αιτία του θανάτου του όπως: Η ελονοσία,12,7,14 η πνευμονία ή πνευμονικό απόστημα,ο τυφοειδής πυρετός16, ο φόνος-δηλητηρίαση,15 ο μαρασμός από την απώλεια του Ηφαιστίωνα και η λοίμωξη από τον ιό του Δυτικού Νείλου.17

Γιατί όχι η ελονοσία; Επειδή το βασικό σύμπτωμα της ασθένειάς του είναι ο πυρετός. Αλλά ο τύπος του πυρετού δεν είναι εκείνος της ελονοσίας. Δεν αναφέρεται ύφεσή του της μορφής τριταίου ή τεταρταίου. Άλλωστε η ελονοσία δεν οδηγεί, συνήθως, τόσο σύντομα και με αυτόν τον τρόπο έως το θάνατο.

Γιατί όχι η πνευμονία; Σπάνια προκαλεί κοιλιακό πόνο. Η πνευμονία έχει ως βασικό σύμπτωμα τον πυρετό και θα μπορούσε να σχετισθεί με το λουτρό στον Ευφράτη ποταμό. Αλλά το αναφερόμενο λουτρό ήταν προς ανακούφιση και κυρίως από τον πυρετό, ο οποίος προϋπήρχε.

Γιατί όχι ο τύφος; Σοβαρή υποψηφιότητα για την αιτία του θανάτου. Πριν από την πιθανολογούμενη διάτρηση του εντέρου που θα προκαλούσε κοιλιακό πόνο, έπρεπε να προηγηθούν διάρροιες που δεν αναφέρονται. Δεν υπάρχουν, εξάλλου, στοιχεία ή πληροφορίες για μαζικούς θανάτους στο περιβάλλον σαν επιδημία.

Γιατί όχι λοίμωξη από τον ιό του δυτικού Νείλου; Δεν υπάρχουν στοιχεία ή πληροφορίες για επιδημία. Εξάλλου, ο ιός του δυτικού Νείλου προκαλεί εγκεφαλίτιδα και ποτέ κοιλιακό πόνο. Είναι, βέβαια, γνωστό ότι ο θάνατος από λοίμωξη από τον ιό του Δυτικού Νείλου επέρχεται κυρίως σε ηλικιωμένους ανθρώπους (άνω των 75 ετών ) και ανοσοκατασταλμένους.17

Γιατί όχι από το Σύνδρομο Guillain-Barre;29 Στο σύνδρομο Guillain-Barre δεν εμφανίζεται σχεδόν ποτέ πόνος κοιλιακός και πυρετός. Όλες οι διαθέσιμες πηγές περιγράφουν μια προοδευτική απώλεια της συνείδησης. Η «παράλυσή» του ήταν αδυναμία εκτέλεσης ενεργητικών κινήσεων προφανώς εξαιτίας ηλεκτρολυτικών διαταραχών, σηπτικής κατάστασης και σοκ. Εξάλλου, η παράλυση των αναπνευστικών μυών θα οδηγούσε σε υποξαιμία και κυάνωση στο δέρμα, στα χείλη και στα άκρα, ένα προφανές εύρημα που δεν θα μπορούσε να παραβλεφθεί. Ωστόσο, δεν υπάρχει τέτοια περιγραφή.

Γιατί όχι κατάθλιψη από την απώλεια του Ηφαιστίωνα; Ο μαρασμός φαίνεται ότι είναι πολύ δύσκολο να θεωρηθεί ως πρώτη αιτία εμπύρετου και σύντομου θανάτου. Ο μαρασμός μπορεί να ελαττώσει το αμυντικό σύστημα και το άτομο να γίνει ευάλωτο σε λοιμώξεις, αλλά ο Αλέξανδρος δεν είχε κατάθλιψη, απόδειξη δε αυτού είναι ότι τις πρώτες μέρες της αρρώστιας του συνεργαζόταν με τους στρατηγούς για την επόμενη εκστρατεία.

Γιατί όχι δολοφονία με δηλητήριο; Είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς πως ο σοφός δάσκαλός του, ο Αριστοτέλης, θα σκεφτόταν να δηλητηριάσει τον διάσημο μαθητή του; Αλλά και η όλη εισβολή και εξέλιξη της καταστάσεώς του δεν συμβαδίζει με εκείνη της δηλητηριάσεως. Σήμερα γνωρίζουμε όλα τα δηλητήρια της αρχαιότητας, επειδή όλα αυτά παράγονταν από φυσικές ουσίες και όχι από την χημική βιομηχανία. Μελετήσαμε 114 δηλητηριώδη ή δυνητικά δηλητηριώδη φυτά και δηλητήρια ζωικής προέλευσης της αρχαιότητας. Αυτά τα γνωστά δηλητήρια δεν προκαλούν τα συμπτώματα που είχε ο Αλέξανδρος στις τελευταίες ημέρες που αρρώστησε, όπως αναφέρει και ο Romm.19 Ουσίες όπως π.χ. το κώνειο, η στρυχνίνη, ατροπίνη, φυσοστιγμίνη, κυανογλυκοσίδες το υδροκυάνιο και άλλες γνωρίζουμε σήμερα από την τοξικολογία ότι προκαλούν βλάβες στο ΚΝΣ, παραλύσεις των άκρων και ο θάνατος επέρχεται από παράλυση του κέντρου της αναπνοής μέσα σε λίγες ώρες και όχι σε 14 ημέρες.

Αναλυτικότερα για την στρυχνίνη. Η στρυχνίνη ήταν γνωστή και χρησιμοποιούνταν από τους Έλληνες ως τονωτικό. Ήταν εύκολα διαθέσιμη και θα μπορούσε να χορηγηθεί με επιμέλεια στο κρασί από τον Ιόλα, κατά τη διάρκεια του δείπνου του Μήδιου. Οι θανατηφόρες δόσεις στρυχνίνης, συνήθως 1 – 2 mg / kg, προκαλούν θάνατο μέσα σε 3-5 ώρες, με συμπτώματα που περιλαμβάνουν μυϊκή ακαμψία, σαρδώνειο γέλωτα, οπισθότονο, σπασμούς και καρδιοαναπνευστική ανακοπή.21 Υπάρχουν, δυστυχώς, λίγες πληροφορίες σχετικά με τις κλινικές επιδράσεις μετά από υποθανατηφόρες δόσεις στρυχνίνης. Ένας ασθενής που έλαβε οξεία δόση (~ 0,8 mg / kg) στρυχνίνης εμφάνισε μυϊκές συσπάσεις, δυσκολία στο περπάτημα, ήπιο έως μέτριο οπισθότονο, και τρόμο, οι οποίοι επιλύθηκαν τελικά, χωρίς ιατρική παρέμβαση, μετά από 48 ώρες. Εκτός από την μυϊκή αδυναμία, ο Αλέξανδρος δεν εμφάνισε αυτά τα συμπτώματα και ως εκ τούτου ο θάνατός του ήταν απίθανο να οφείλεται σε δηλητηρίαση από στρυχνίνη.21

Άλλοι έχουν προτείνει το αρσενικό ως αιτία του θανάτου του Αλεξάνδρου.22,23 Η εμφάνιση συμπτωμάτων μετά από οξεία δηλητηρίαση είναι ταχεία με ναυτία, έμετο και σοβαρή διάρροια, εξελισσόμενη φλεγμονή του λεπτού εντέρου με κατάληξη νέκρωση του τοιχώματος και διάτρηση, οδηγώντας έτσι σε αφυδάτωση, υποογκαιμία και σοκ. Ο θάνατος λαμβάνει χώρα εντός 24 ωρών έως 4 ημερών. Αυτά τα συμπτώματα δεν ταιριάζουν με αυτά που εμφανίζει ο Μέγας Αλέξανδρος και συνεπώς ή πρόταση της δηλητηριάσεως από αρσενικό μπορεί να απορριφθεί.

Η δολοφονία του Αλεξάνδρου με δηλητήριο σε μικρογραφία του 15ου αιώνα. Ο Αλέξανδρος εικονίζεται στο κάτω μέρος, έχοντας εισαγάγει ένα φτερό στο λαιμό του, προκειμένου να αφαιρέσει το δηλητήριο από τον οργανισμό του.

Η αναφορά από τον Leo J.Schep24 ότι μπορεί ο Αλέξανδρος να δηλητηριάσθηκε από το φυτικό δηλητήριο που προέρχεται από το φυτό Veratrum Album, δεν μπορεί να ευσταθεί γιατί στα συμπτώματα που περιγράφει δεν αναφέρεται ο πόνος που είναι κυρίαρχο σύμπτωμα, σύμφωνα με τον Αρριανόκαι τον Πλούταρχο2 από την έναρξη των συμπτωμάτων μέχρι τον θάνατό του. Εξάλλου, και ο ίδιος ο συγγραφέας θέτει σε αμφιβολία την πρότασή του καταλήγοντας υποθετικά «εάν ο Αλέξανδρος ο Μέγας δηλητηριάσθηκε, το Βεράτρουμ Άλμπουμ προσφέρει την περισσότερο  αληθοφανή αιτία από ότι το αρσενικό, την στρυχνίνη και άλλα φυτικής προέλευσης δηλητήρια».  «If Alexander the Great was poisoned, Veratrum Album offers a more plausible cause than arsenic, strychnine, and other botanical poisons». Προφανώς η υπόθεση δηλητηρίασης βόλευε τους διαδόχους για να αμαυρώσουν  την φήμη των αντιπάλων τους για τον θρόνο και άρα μπορούμε να είμαστε καχύποπτοι γι’ αυτήν την εκδοχή.

Συνεπώς, θα πρέπει να οδηγηθούμε σε κάποια νόσο που να δικαιολογεί την αρχική συμπτωματολογία, την εξέλιξη και την κατάληξή της. Εάν ξεκινήσουμε για λόγους τακτικής από την εξέλιξη, διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για μια εξελισσόμενη σηπτική κατάσταση από ενδοκοιλιακή λοίμωξη.

Θα πρέπει τώρα να επανέλθουμε στην έναρξη της νόσου και να αξιολογήσουμε τα αρχικά συμπτώματα, που είναι ο δυνατός πόνος στο δεξιό υποχόνδριο με επέκταση στο επιγάστριο και την πλάτη έπειτα από βαρύ γεύμα και έντονη οινοποσία «άκρατου οίνου». Παράλληλα, εμφάνιση πυρετού που παραμένει σε όλη την διάρκεια της νόσου. Αιφνίδιος πόνος στο δεξιό υποχόνδριο εμφανίζεται ως κωλικός των χοληφόρων, διάτρηση γαστροδωδεκαδακτυλικού έλκους, οξεία χολοκυστίτιδα-χολαγγειίτιδα, οξεία σκωληκοειδίτιδα (σπανιότατα).

Η διάτρηση ΓΔΔΕ σπάνια εμφανίζεται μετά από γεύματα, διότι τα τελευταία εξουδετερώνουν τα όξινα υγρά του στομάχου και είναι χαρακτηριστική η διάτρηση σε κενό στόμαχο την νύχτα. Επίσης η περιτονίτιδα στην αρχή είναι χημική και δεν δημιουργεί πυρετό, όπως στον Αλέξανδρο. Η αυτόματη επικάλυψη από το μείζον επίπλου που μπορεί να συμβεί συχνά σε νέους ασθενείς είναι και θεραπευτική και δεν οδηγεί σε περαιτέρω επιπλοκές.

Η οξεία σκωληκοειδίτιδα πολύ σπάνια ή σχεδόν ποτέ δεν εκδηλώνεται με πόνο στο δεξιό υποχόνδριο, ακόμη και εάν είναι οπισθοτυφλική . Η τυπική φλεγμονή της σκωληκοειδούς απόφυσης αρχίζει με περιομφαλικό άλγος που γρήγορα εντοπίζεται στον δεξιό λαγόνιο βόθρο, συνοδεύεται από ελαφρό πυρέτιο, ποτέ στην αρχή από υψηλό πυρετό που να γίνει αντιληπτός από τους ιατρούς της αρχαιότητας, οι οποίοι δεν διέθεταν θερμόμετρα. Η δε εξέλιξή της μπορεί να είναι η δημιουργία plastron, αλλά όλα αυτά στον δεξιό λαγόνιο βόθρο και όχι στο επιγάστριο, όπως η περίπτωση του Αλέξανδρου.

Παραμένει λοιπόν ο κωλικός των χοληφόρων ή η χολοκυστίτιδα-χολαγγείτιδα που θα ταίριαζε στην εντόπιση, στο χαρακτήρα και στην εξέλιξη με έκρηξη μιας οξείας παγκρεατίτιδας, με τον πόνο στην πλάτη2 που στην αρχή μπορεί να είναι ορώδης, με πόνο και πυρετό και να εξελιχθεί σε νεκρωτική που οδηγεί σταδιακά αλλά σταθερά, εφόσον δεν αντιμετωπισθεί (αντικατάσταση υγρών, αντιμετώπιση της αιτίας –χολολιθίαση-, αναπνευστική υποστήριξη με αναπνευστήρα κ.α.) στην βαριά σήψη και στον θάνατο με την συμπτωματολογία που περιγράφηκε πιο πάνω.

Υπάρχει λοιπόν η σοβαρή πρόταση της οξείας νεκρωτικής παγκρεατίτιδας. Μια  διάσημη και επιθετική αρρώστια της κοιλιάς σκότωσε τον πιο διάσημο στρατηλάτη του κόσμου.25

Η σύγκριση της δηλητηρίασης με την οξεία παγκρεατίτιδα. Η δηλητηρίαση θα ταίριαζε ως πολιτική ερμηνεία γιατί:26

1. Υπάρχει (πάντα) η πρόθεση.

2. Το δηλητήριο όταν χορηγείται με φαγητό έχει ηπιότερη δράση λόγω της αραίωσης και της εξουδετέρωσης.

3. Η κλινική εικόνα εδώ δεν είναι τυπική.

4. Ο θάνατος είναι άμεσος και δεν διαρκεί 14 ημέρες.

5. Εάν το δηλητήριο είναι εισπνεόμενο, ο θάνατος επέρχεται αργότερα από επιπλοκές.

Η οξεία παγκρεατίτιδα μπορεί να θεωρηθεί ιατρική ερμηνεία:

1. Συχνή αιτία της είναι η χολολιθίαση και η χρήση οινοπνεύματος

2. Βαρύ γεύμα και οινοποσία συχνά είναι αιτία κωλικών και οξείας παγκρεατίτιδας.

3.  Η κλινική εικόνα είναι τυπική.

4. Χωρίς θεραπεία η νόσος κάνει γρήγορα τον κύκλο της μέχρι τέλους.

5. Ο θάνατος επέρχεται από σηπτική κατάσταση και τις συνέπειές της (π.χ. αναπνευστική ανεπάρκεια).

Η οξεία νεκρωτική παγκρεατίτιδα, πιθανότατα λιθιασικής αιτιολογίας, (επειδή υπάρχουν αναφορές ότι ο Βασιλιάς πάθαινε συχνές κρίσεις κοιλιακού πόνου) φαίνεται ότι είναι η πιθανότερη αιτία θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και τούτο διότι:

1. Της ασθένειας  προηγήθηκε βαρύ γεύμα και κατάχρηση οινοπνεύματος όπως συνήθιζε τελευταία ο Βασιλιάς. Είναι γνωστό δε ότι, παρά την εισβολή της νόσου, δηλαδή του πόνου, επακολούθησε και την επόμενη ημέρα κατάχρηση οινοπνεύματος μέχρι μέθης.

2. Η κλινική εικόνα, η εισβολή και η εξέλιξη είναι τυπική. Δηλαδή: Ο πόνος οξύς, διαξιφιστικός (κωλικός ήπατος) με αντανάκλαση προς  την ωμοπλάτη ή τον θώρακακαι ακολούθως προς την κοιλία, ο οποίος συνοδεύεται από εμετό (ανακουφιστικό), ρίγος και πυρετό. Οι κολλώδεις ιδρώτες ( χαρακτηριστικό αφυδάτωσης), η ωχρότητα (που είναι η αγγειοσύσπαση αρχόμενης σηπτικής κατάστασης), η συγχυτική κατάσταση (που είναι αποτέλεσμα ηλεκτρολυτικών διαταραχών και αναιμίας), η σωματική κατάπτωση (διαταραχές ηλεκτρολυτών κυρίως Καλίου), η θόλωση της διανοίας, το παραλήρημα, η διέγερση (χαρακτηριστικό εγκεφαλικής δυσλειτουργίας από έλλειψη ιχνοστοιχείων), τα ψυχρά άκρα (εκδήλωση εγκατεστημένης σήψης), η προϊούσα επιδείνωση, μέχρι το Ιπποκράτειο προσωπείο (βαριά σήψη, υποξυγοναιμία), τέλος ή αναπνευστική ανεπάρκεια (που είναι το τελευταίο στάδιο σηπτικής καταπληξίας), κατάσταση η οποία εξελίσσεται εντός 14 ημερών προς τον θάνατο, είναι τυπική της εξελίξεως βαριάς σηπτικής καταστάσεως σε εδάφος οξείας νεκρωτικής παγκρεατίτιδος.

Μετά από όσα αναφέρθηκαν θα μπορούσε κανείς αβίαστα να συντάξει το πιστοποιητικό θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ως εξής:

a.i. Όνομα: Αλέξανδρος ο III ο Μακεδών, Βασιλιάς των Ελλήνων.

a.ii. Ημέρα: 13η Ιουνίου ή 28η Δαισίου 323 π.X.

a.iii. Ώρα: Πιθανόν απόγευμα.

a.iv. Πάθηση: Χολολιθίαση (;)

a.v. Επιπλοκή: Οξεία νεκρωτική παγκρεατίτιδα.

a.vi. Αιτία θανάτου: Σηπτική κατάσταση, ανεπάρκεια οργάνων πολλών συστημάτων.

Για τον Νίκο Σοφιανό27, ο Αλέξανδρος πέθανε όταν «υποχρεώθηκε» να αρχίσει να επιστρέφει από την Ινδία . Έχει δίκιο ο Σοφιανός αλλά τότε πέθανε ίσως η μεγάλη φιλοδοξία του Στρατηλάτη να κατακτήσει όλον τον κόσμο μέχρι την Μεγάλη Θάλασσα, ενώ ο «οργανικός» του θάνατος επήλθε πολύ αργότερα στην Βαβυλώνα.

Ο Μέγας Αλέξανδρος έφιππος στον Βουκεφάλα. Παραλία Θεσσαλονίκης.

Εμείς οι Έλληνες Μακεδόνες όμως παραμένουμε στον θρύλο, ξεπερνώντας τον θάνατο. Μένουμε στην άφθαρτη νιότη του Αλέξανδρου με τα μακριά μαλλιά το γερμένο κεφάλι και το βλέμμα πάντα προς τα επάνω.

Γιατί όπως λέει ο Μάκης Βαρλάμης:28
Γεννήθηκα ανάμεσα στα ίδια βουνά και μεγάλωσα
κάτω από τον ίδιο Μακεδονικό ήλιο
κοινό χαμόγελο, κοινά μάτια.
Υπάρχουν μαζί μου χιλιάδες χρόνια.
Τα μάτια του, η ψυχή του, το πνεύμα Του.

Εμείς επίσης που ζούμε στην Θεσσαλονίκη, μια πόλη που πήρε το όνομα της από την ετεροθαλή αδελφή του Αλέξανδρου επειδή γεννήθηκε την ημέρα που ο Φίλιππος νικούσε τους Θεσσαλούς (Θεσσαλών-Νίκη), συμφωνούμε με αυτό που υποστηρίζει και η άλλη αδελφή του, η μυθική γοργόνα.

Ο Βασιλιάς των Ελλήνων Αλέξανδρος ζει και βασιλεύει

 

 

Ο Θωμάς Γερασιμίδης είναι Ομότιμος Καθηγητής Ιατρικής Χειρουργικής και Αγγειοχειρουργικής του ΑΠΘ. Για το επιστημονικό και το κοινωνικό του έργο τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις μεταξύ των οποίων και από την UNESCO και την Κοσμητεία της Σχολής Επιστημών Υγείας του ΑΠΘ. Έχει ασχοληθεί με τον εθελοντισμό, τις νέες τεχνολογίες αλλά και τις αιτίες του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, θέματα για τα οποία έχει κάνει πολλές διαλέξεις και δημοσιεύσεις. Υπήρξε Πρόεδρος πολλών επιστημονικών εταιρειών μεταξύ των οποίων της Ιατρικής Εταιρείας Θεσσαλονίκης τις διετίες 2006-2007 και 2008 -2010.

Ο Χρήστος Παπανικολάου είναι Δρ. Χειρουργικής, τέως Διευθυντής Α΄ Χειρουργικής Κλινικής, Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης.
Ο Απόστολος Καμπαρούδης είναι Καθηγητής Χειρουργικής, Ιατρική Σχολή ΑΠΘ και Διευθυντής Ε΄ Χειρουργικής Κλινικής, Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Αιμίλιος Μαυρουδής είναι Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας, ΑΠΘ.
Ο Δημήτριος Καραμάνος είναι Καθηγητής Αγγειοχειρουργικής, Ιατρική Σχολή ΑΠΘ, Α΄ Χειρουργική Κλινική, Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, ΑΠΘ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Αθανάσιος Παπανικολάου είναι Ειδικευόμενος Πλαστικής Χειρουργικής, Τμήμα Πλαστικής και Επανορθωτικής Χειρουργικής, Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Βέρνης, Ελβετία.
Ο Συμεών Γερασιμίδης είναι Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών και Μηχανικών Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Amherst MA της Μασαχουσέτης, ΗΠΑ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Βιβλιογραφία – Σημειώσεις

 

1. Αρριανός Φλάβιος: Αλεξάνδρου Ανάβασις. Μετάφραση: Β. Παπαδόπουλος. Εκδόσεις «Παιδεία», Θεσσαλονίκη 2003.

2. Πλούταρχος: Αλέξανδρος. Μετάφραση: Β. Παπαδόπουλος. Εκδόσεις «Παιδεία», Θεσσαλονίκη 2003.

3. Hammond N.G.L.: Μέγας Αλέξανδρος, ένας ιδιοφυής. Μετάφραση : Π.Θεοδωρίδης. Εκδόσεις «Μαλλιάρης Παιδεία», 1997.

4. Λασκαράτος Ι.: Ο Μέγας Αλέξανδρος στα πεδία της Ιατρικής. Εκδόσεις J&J Hellas, Αθήνα 1997.

5. Πτολεμαίος ο Λάγου. Αναφέρεται στον Αρριανό.

6. Διόδωρος ο Σικελιώτης (Diodorus Siculus) Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, Οι Έλληνες. Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια: Φιλολογική Ομάδα Κάκτου. Εκδόσεις Κάκτος, 1998.

6. Quintus Curtius Rufus: Historia Alexandri Magni [Η ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου]. Εισαγωγή-απόδοση-σημειώσεις Χάρη Μίκογλου. Εκδοτικός οίκος Ι.Ζαχαρόπουλος Α.Ε., Αθήνα 1993.

7. Σαμοθράκης Αχιλλέας: «Περί των ασθενειών, των τραυμάτων και του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου». Ελληνική Ιατρική 1928. Αναφέρεται από Καργάκο.

8. Αυρηλιώνης Σ. Διονύσιος: Αίτια του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αθήνα 1974. Αναφέρεται από Καργάκο.

9. Sbarounis, Charalambos N. M.D.Journal of Clinical Gastroenterology: June 1997 – Volume 24 – Issue 4 – p 294-296.

10. Σμπαρούνης Χ.Ν. “Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδου. Ένα οδοιπορικό ή ένα ιατρικό δελτίο”. Ελληνική Ιατρική 1995, 61, 2:162-166,

11. Κιτσόπουλος Γ.: Αλέξανδρος ο Μέγας. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Αλτιντζή, Τόμος τρίτος, Θεσσαλονίκη 1986.

12. Καργάκος Ι.Σαράντος: Μέγας Αλέξανδρος , ο άνθρωπος φαινόμενο. Μέρος Γ΄σελ. 199-208 Real news 2013.

13. Αριστόβουλος. Αναφέρεται στον Αρριανό.

14. National Geographic Deutschland. April 2013 D seite 40-73.

15. Docherty P.: The death of Alexander the Great: What or who really killed the young conqueror of the known world. New York: Carroll &Graf Publishers 2004. ISBN:0786713402

16. Oldach DW, Richard RE, Borza EN, Benitez RM.: “A mysterious death”, N Engl J Med 1998; 338:1764-1769.

17. Marr S, Calisher CH.: “Alexander the Great and West Νile virus encephalitis”. Emerg Infect Dis 2003;9:1599-1603.

18. Behrman AJ,Wilson RB.: “A mysterious death”, N Engl J Med 1998; 339:1248.

19.Romm J., Strassler R.B.: The Campaigns of Alexander. Pantheon Books, New York 2010. Book seven, page 310 and Appendix O page 404-6.

20. Boyd RE, Brennan PT,Deng JF, Rochester, Spyker DA,: “Strychnine poisoning. Recovery from profound lactic acidosis, hyperthermia, and rhabdomyolysis”. Am J Med 1983:74:507-512.

21. Haslam MT.: “Accidental strychnine poisoning”. Br Med J 1965:1:1191.

22. Ratnaike RN : “Acute and chronic arsenic toxicity”. Postgrad Med J 2003 79:391-396.

23. Gorby MS. “Arsenic poisoning”. West J Med.149, 1988, pp.308-315.

24. Schep Leo J. , Robin J. Slaughter, J. Allister Vale & Pat Wheatley: “Was the death of Alexander the Great due to poisoning? Was it Veratrum album?”. Clinical Toxicology 2013 Early Online 1-6 pp. 72-77.

25. Kuemmerle G : Professor fuer Chirurgie Dr.Med., Hab. Προσωπική επικοινωνία.

26. Ήρκος-Στάντης Ρ Αποστολίδης : Οι πρώτες Πηγές. «Μέγας Αλέξανδρος». Τα αποσπάσματα των αρχαίων ιστορικών. Εκδόσεις Gutenberg, 2015.

27. Σοφιανός Ν.: Ζεί ο Αλέξανδρος;, Εκδόσεις Αντίθεση, Αθήνα.

28. Βαρλάμης Ε.: Θεσσαλονίκη, η Αδελφή του Μεγαλέξανδρου. Εκδότης: IDEA International Art & Designcenter, Αυστρία και Πειραματικό Εργαστήρι Βεργίνας λζ΄Δημήτρια 2002.

29. Katherine Hall.: “Did Alexander the Great die from Guillain-Barre Syndrom?”. The Ancient History Bulletin, 2018, Vol. 32, pp 106-128.

 

Αλέξης Αλεξανδρής: Η απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης

100 χρόνια από τότε

Αλέξης Αλεξανδρής

Η απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης

Στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι, με συντονισμένες ενέργειες, ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Έλληνας πολιτικός αντιπρόσωπος στην προσωρινή γαλλοκρατούμενη Συμμαχική Διοίκηση της Δυτικής Θράκης (Thrace Interalliée), Χαρίσιος Βαμβακάς, έδιναν σκληρή μάχη για την εκχώρηση της Θράκης στην Ελλάδα κατά το πρώτο ήμισυ του 1919. Οπως είχαμε επισημάνει σε προηγούμενο άρθρο («Κ», 20.10.2019), ειδικά ο Βαμβακάς, έμπειρος διπλωμάτης και στενός συνεργάτης του Ελληνα πρωθυπουργού, κατάφερε, σε μικρό χρονικό διάστημα, να προωθήσει αποτελεσματικά τα συμφέροντα της Ελλάδας στη Δυτική Θράκη κερδίζοντας τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη μεγάλου μέρους των κατοίκων της περιοχής. Με την υποστήριξη του γενικού κυβερνήτη της διασυμμαχικής διοίκησης στρατηγού Σαρπί, κατόρθωσε να αναδείξει την Ελλάδα ως μελλοντική προστάτιδα δύναμη της περιοχής, αποκαθιστώντας τις διαταγμένες πολιτικές και πληθυσμιακές ισορροπίες που είχαν συντελεστεί επί βουλγαρικής κατοχής της Δυτικής Θράκης (1913-1918).

Κύριος αντίπαλος της ελληνικής προσάρτησης της Θράκης υπήρξαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες υποστήριζαν με εμμονή την εδαφική διέξοδο της Βουλγαρίας στο Αιγαίο. Οπως φαίνεται, είχε αναπτυχθεί ένα ισχυρό και αποτελεσματικό λόμπι στην Ουάσιγκτον αλλά και στο Παρίσι υπέρ της διατήρησης των βουλγαρικών συνόρων του 1913. Το λόμπι αυτό υποστηριζόταν από τους προτεσταντικούς ιεραποστολικούς κύκλους και ιδίως από τους Βουλγαροαμερικανούς προτεστάντες, ενώ κύριοι χρηματοδότες του ήταν οι Βούλγαροι μεγαλέμποροι καπνού και οι Αμερικανοί συνέταιροί τους, παραδοσιακοί ανταγωνιστές των ελληνικών οικονομικών συμφερόντων στη Θράκη. Αρωγός των βουλγαρικών διεκδικήσεων υπήρξε ο Αμερικανός πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον που συνδεόταν προσωπικά με το βουλγαρικό λόμπι, αφού η αδελφή της συζύγου του είχε νυμφευθεί τον Βούλγαρο πρέσβη στη Ουάσιγκτον.

Επιπλέον, ο Αμερικανός ηγέτης είχε οραματιστεί τη δημιουργία, με εντολή της Κοινωνίας των Εθνών, ενός διεθνούς Κράτους της Κωνσταντινούπολης υπό την κηδεμονία των ΗΠΑ, που θα περιλάμβανε ολόκληρη τη Θράκη.

2.6.1920. Ο Γάλλος στρατηγός Σαρπί εγκαταλείπει τη Δυτική Θράκη. Τον συνοδεύει ο νέος διοικητής της περιοχής, Χαρίσιος Βαμβακάς.

Ελληνικός στρατός στη θέση των συμμαχικών δυνάμεων

Χάρη στους επιδέξιους διπλωματικούς χειρισμούς του Βενιζέλου και την ευνοϊκή για την Ελλάδα διεθνή συγκυρία, η αρνητική στάση των Αμερικανών και ώς ένα βαθμό των Ιταλών κάμφθηκε ιδίως όταν για λόγους υγείας ο πρόεδρος Ουίλσον υποχρεώθηκε να αποσυρθεί από το διεθνές διπλωματικό προσκήνιο. Οι προσπάθειες του Βενιζέλου ευοδώθηκαν κατά τη Διασυμμαχική Διάσκεψη του Σαν Ρέμο (Απρίλιος 1920), όταν ο Ελληνας πολιτικός εξασφάλισε τη συγκατάθεση των Μεγάλων Δυνάμεων για την αντικατάσταση των συμμαχικών στρατευμάτων από τον ελληνικό στρατό σε ολόκληρη τη Θράκη (δυτικά και ανατολικά του ποταμού Εβρου). Στο μεταξύ η Γαλλία, πιεζόμενη από το κεμαλικό εθνικιστικό κίνημα στην Κιλικία (τμήμα της γαλλικής εντολής –Mandat– για τη Συρία και τον Λίβανο) αποφάσισε να μεταφέρει από τη Δυτική Θράκη στη Μικρά Ασία τα στρατεύματά της αφήνοντας τον πλήρη έλεγχο της περιοχής στην Ελλάδα.

Η προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων έλαβε χώρα στις 14 Μαΐου 1920 και είχε ως αφετηρία την Ξάνθη, που τελούσε ήδη υπό ελληνικό στρατιωτικό έλεγχο από τον προηγούμενο Οκτώβριο. Αφού κατέλαβε τις διαβάσεις προς τη Βουλγαρία, ο ελληνικός στρατός, υπό τον υποστράτηγο Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη, εισήλθε στη Γκιουμουλτζίνα όπως ονομαζόταν τότε η Κομοτηνή. Συνάμα τέθηκαν υπό ελληνικό έλεγχο το Πόρτο Λάγος και ο Ίασμος από τον υποστράτηγο Γεώργιο Λεοναρδόπουλο. Εχοντας ξεκινήσει με το οπλιταγωγό Μυκάλη από το λιμάνι των Ελευθερών Καβάλας, ένα άλλο τμήμα του ελληνικού στρατού υπό τον υποστράτηγο Κωνσταντίνο Μαζαράκη-Αινιάν, αποβιβάστηκε στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης και προχώρησε στην κατάληψη των Φερών, του Σουφλίου, του Διδυμότειχου και του Κάραγατς, προαστίου της Αδριανούπολης.

Ο υποστράτηγος Κωνσταντίνος Μαζαράκης-Αινιάν και το επιτελείο του στο κατάστρωμα του οπλιταγωγού Μυκάλη εν πλώ προς το λιμάνι του Δεδεαγάτς (μετέπειτα Αλεξανδρούπολης).

Ο διοικητής του στρατού της Θράκης και έμπειρος βενιζελικός υποστράτηγος Ζυμβρακάκης υπήρξε ο κύριος συντελεστής της επιχείρησης ειρηνικής κατάληψης της Δυτικής Θράκης, που πραγματοποιήθηκε εκ μέρους των Συμμάχων και ολοκληρώθηκε με παραδειγματική τάξη εντός έξι ημερών (14-20 Μαΐου 1920). Μια ημέρα μετά την τελετή παράδοσης της Κομοτηνής, με εντολή του στρατιωτικού διοικητή Ζυμβρακάκη, τοιχοκολλήθηκε τρίγλωσση (ελληνικά, τουρκικά και βουλγαρικά) προκήρυξη που διατύπωνε την πρόθεση της Ελλάδος να σεβαστεί την ισονομία και ισοπολιτεία όλων των κατοίκων της Θράκης. Δεκάδες φωτογραφίες της εποχής τεκμηριώνουν τις εντυπωσιακές στιγμές συναδέλφωσης του ντόπιου πληθυσμού με τον ελληνικό στρατό, ενώ στο δημαρχείο της Κομοτηνής γιορτάστηκε η ελληνική κατάληψη της Θράκης με θερμούς πανηγυρισμούς. Παρόμοιες τελετές διοργανώθηκαν στις υπόλοιπες πόλεις της Δυτικής Θράκης, ενώ στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου της Αλεξανδρούπολης τελέσθηκε δοξολογία και υπεγράφη το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης στον ελληνικό στρατό. Η λαμπρή τελετή ολοκληρώθηκε με την υποστολή της γαλλικής σημαίας και την έπαρση της ελληνικής από τον Κωνσταντίνο Μαζαράκη-Αινιάν.

Διοικητική ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος

Η εγκαθίδρυση της ελληνικής διοίκησης ολοκληρώθηκε με την παράδοση του συνόλου των κρατικών υπηρεσιών από τις γαλλικές αρχές της «Διασυμμαχικής Θράκης». Μεταξύ 22 και 29 Μαΐου πραγματοποιήθηκε η εκκένωση της περιοχής από τα γαλλικά στρατεύματα, με τον στρατηγό Σαρπί να εγκαταλείπει τη Δυτική Θράκη στις 2 Ιουνίου, συνοδευόμενος από τους τελευταίους Γάλλους στρατιώτες και διοικητικούς υπαλλήλους. Με τον τρόπο αυτό δόθηκε τέλος στη βραχύβια γαλλοκρατία της περιοχής. Παράλληλα, υπό την καθοδήγηση του μεθοδικού νέου διοικητή Χαρίσιου Βαμβακά, ξεκίνησαν οι εντατικές εργασίες θεσμικής, διοικητικής και λειτουργικής ενσωμάτωσης της Δυτικής Θράκης στον ελληνικό εθνικό κορμό.

Η νέα διοίκηση δεν αντιμετώπισε σοβαρές αντιδράσεις από τον τοπικό πληθυσμό καθώς η πλειονότητα του μουσουλμανικού στοιχείου της Δυτικής Θράκης αποδέχθηκε τη νέα τάξη πραγμάτων, που στην ουσία απομάκρυνε οριστικά τον κίνδυνο επαναφοράς της επώδυνης και καταπιεστικής για αυτούς βουλγαρικής κατοχής. Επιπλέον, η συντηρητική πλειοψηφία του μουσουλμανικού πληθυσμού παρέμενε προσηλωμένη στις θρησκευτικές παραδόσεις και έβλεπε με μεγάλη καχυποψία, αν όχι εχθρότητα, την επικράτηση της εθνικιστικής κοσμικής ιδεολογίας στην Τουρκία, αρχικά με τη μορφή του νεοτουρκικού κομιτάτου και στη συνέχεια με εκείνη του κεμαλικού σεκουλαρισμού. Εχοντας συσπειρωθεί γύρω από τις μουφτείες, η θρησκευτική μερίδα των τουρκογενών, Πομάκων και Κιρκάσιων Δυτικοθρακιωτών, γνωστών ως παλαιομουσουλμάνων, φαινόταν πρόθυμη να εμπιστευθεί την ελληνική διοίκηση η οποία υποσχόταν πλήρη ισοτιμία των πολιτών ανεξαρτήτως θρησκείας ή φυλής, στο πλαίσιο της ιδεολογίας της «μεγαλυνομένης Ελλάδας» που διακήρυττε ο Ελευθέριος Βενιζέλος στο Παρίσι.

Τη μεγάλη μάζα των παλαιομουσουλμάνων κατάφερε να προσεταιρισθεί ο τουρκομαθής και γνώστης του ισλαμικού νόμου Χαρίσιος Βαμβακάς, ο οποίος υποσχέθηκε την ευνοϊκή ρύθμιση από την Ελλάδα των αρμοδιοτήτων του µουφτή, των ζητημάτων των ανώτατων θρησκευτικών λειτουργών (μουφτήδων, ιεροδίκων και ιεροδιδασκάλων) και της διαχείρισης των κοινοτικών ευαγών περιουσιών. Ορθά είχε εκτιμήσει τα αισθήματα του μουσουλμανικού στοιχείου ο Χαρίσιος Βαμβακάς, όταν λίγο πριν από την κατάληψη της Δυτικής Θράκης από τον ελληνικό στρατό, σε τηλεγράφημά του προς τον υπουργό Εξωτερικών Νικόλαο Πολίτη, εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι η κοινότητα αυτή θα δεχόταν την ελληνική διοίκηση με «ανακούφιση και ικανοποίηση» (8.5.1920).

Αλλωστε η εκλογή του Χαφούζ Σαλήχ Εφέντη (Hafız Salih Efendi) στην προεδρία της μουσουλμανικής κοινότητας Κομοτηνής αντικατόπτριζε το αισθήματα της πλειονότητας των Δυτικοθρακιωτών μουσουλμάνων. Ακραιφνής παλαιομουσουλμάνος και πολέμιος του νεοτουρκικού κομιτάτου, ο Χαφούζ Σαλήχ Εφέντη ίδρυσε το 1923 το σωματείο «Ενωσις Μουσουλμάνων της Ελλάδος» και διατέλεσε πρόεδρός του.

Ανεπιτυχής αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας

Αντιθέτως, το εθνικιστικό νεοτουρκικό κομιτάτο αντέδρασε αρνητικά στην κατάληψη της Δυτικής Θράκης από τον ελληνικό στρατό και, σε συνεργασία με το αντίστοιχο βουλγαρικό, προχώρησε στις 27 Μαΐου στην κήρυξη αυτονομίας με τη δημιουργία προσωρινής κυβέρνησης που είχε έδρα τον παραμεθόριο οικισμό της Οργάνης, στον ορεινό όγκο της Ροδόπης. Αυτή όμως ήταν μια κίνηση απελπισίας χωρίς καμία δυνατότητα επιτυχίας, αφού ο τοπικός μουσουλμανικός πληθυσμός δεν επιθυμούσε νέες πολεμικές περιπέτειες και γνώριζε ότι δεν υπήρχε προοπτική ανατροπής της υφιστάμενης κατάστασης.

Πομάκοι παρελαύνουν με ελληνικές σημαίες. Μετά τον Μάιο του 1920, πολλοί Πομάκοι από τη Βουλγαρία μετακινήθηκαν προς την ορεινή Ξάνθη

Αλλωστε το κίνημα της Οργάνης δεν είχε την εξωτερική υποστήριξη των κυβερνήσεων του σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη και της Σόφιας, ενώ υπήρχαν και ενδογενείς εσωτερικές υφέρπουσες αντιπαλότητες, καθώς Βούλγαροι και Τούρκοι εθνικιστές έβλεπαν την αυτονομία ως ένα προσωρινό μεταβατικό στάδιο και ως προθάλαμο για τη ένωση της Δυτικής Θράκης με τις αντίστοιχες μητέρες πατρίδες. Αξιολογώντας τα τοπικά δεδομένα και τα αδιέξοδα του κινήματος της Οργάνης, η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να μην αντιδράσει καν, αφήνοντας το θνησιγενές αυτό εγχείρημα να εκπέσει εξ ιδίων. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όταν οι πρωταγωνιστές του νεοτουρκικού κομιτάτου στη Δυτική Θράκη αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την περιοχή, δεν μετέβησαν στην Οργάνη αλλά προτίμησαν να διαφύγουν είτε στη Βουλγαρία είτε στην Κωνσταντινούπολη. Η αποκαλούμενη «νεωτεριστική» φιλοκεμαλική εθνικιστική παράταξη που απέμεινε στη Δυτική Θράκη μετά το 1920 είχε συγκεντρωθεί κυρίως στην πόλη και στον κάμπο της Ξάνθης, χωρίς όμως σημαντική επιρροή στη μάζα του μουσουλμανικού πληθυσμού. Αντιθέτως, το πομακικό στοιχείο τάχθηκε εξαρχής υπέρ της συνεργασίας με την ελληνική πολιτεία και μετά τις 14 Μαΐου παρατηρήθηκε μετακίνηση Πομάκων από τη Βουλγαρία προς τα πομακοχώρια της ορεινής Ξάνθης. Με την επικράτηση των παλαιομουσουλμάνων και τη φυγή της εθνικιστικής παράταξης, το λάβαρο του τουρκικού εθνικισμού στη Δυτική Θράκη έμελλε να παραλάβει σταδιακά το τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής εκμεταλλευόμενο την ανοχή και αδιαφορία που συχνά επέδειξε η ελληνική πολιτεία.

Τελικά, η διεθνής νομιμοποίηση της ελληνικής στρατιωτικής και διοικητικής παρουσίας στη Δυτική Θράκη επιτεύχθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών στις 10 Αυγούστου 1920 που παραχώρησε το σύνολο της Θράκης στην Ελλάδα. Ειδικότερα για τη Δυτική Θράκη, η συνθήκη μεταβίβαζε στην Ελλάδα τα δικαιώματα που η Βουλγαρία είχε εκχωρήσει στους Συμμάχους με τη Συνθήκη του Νεϊγί τον Νοέμβριο 1919.

Ο Αλέξης Αλεξανδρής είναι πρέσβης ε.τ., Μέγας Ρήτωρ του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Πηγή: Η Καθημερινή

Ευθυμία Γεωργιάδου-Κούντουρα: Αποτυπώσεις του Άθω στη ζωγραφική του Σπύρου Παπαλουκά

Ευθυμία Γεωργιάδου-Κούντουρα

Αποτυπώσεις του Άθω στη ζωγραφική του Σπύρου Παπαλουκά*

Ο Σπύρος Παπαλουκάς (1892-1957) ανήκει στη γενιά των ζωγράφων που επιδίωξαν να διαμορφώσουν έναν «ελληνότροπο μοντερνισμό». Το έργο του χαρακτηρίζεται από διαρκή προβληματισμό και μιαν αμφίδρομη κίνηση για την εννόηση του μοντέρνου μέσα από τα δεδομένα της δικής μας παράδοσης και αντίστοιχα τη χρήση στοιχείων της παράδοσης κατά την ερμηνεία της μοντέρνας τέχνης.

Αρχικά φοίτησε στο «Σχολείο Καλών Τεχνών» της Αθήνας (1909-1916), κοντά σε συντηρητικούς δασκάλους, σπουδαγμένους στην Ακαδημία του Μονάχου, όπως ο Σπύρος  Βικάτος, ο Δημήτριος Γερανιώτης, ο Γεώργιος Ιακωβίδης  και  απόκτησε μια στέρεη ακαδημαϊκή παιδεία. Δούλευε, παράλληλα, για να επιβιώσει, «ρετουσάροντας σωρούς από μεγεθύνσεις πεσόντων στους Βαλκανικούς Πολέμους» και συνδέθηκε με στενή φιλία με  δύο Μικρασιάτες που σημάδεψαν τη ζωή και το έργο του, τον Στρατή Δούκα και τον Φώτη Κόντογλου. Ο Δούκας, μετά την επίσκεψή του, το 1914, δημιούργησε τον «θρύλο» του Άθω και ο Κόντογλου άνοιξε τον δρόμο για το Παρίσι, όπου έφτασε έναν χρόνο πριν από τον Παπαλουκά.

Ο πρώτος σημαντικός σταθμός στην καλλιτεχνική εξέλιξη του Παπαλουκά  υπήρξε η  παραμονή και οι σπουδές του στο Παρίσι (1917-1921) και επιδίωξε να κάνει μια καινούργια αρχή, αφού, όπως φημολογείται, έκαψε σχεδόν όλα τα σπουδαστικά του έργα πριν από την αναχώρησή του από την Αθήνα. Ωστόσο, φαίνεται πως αντιμετώπιζε τις νεωτεριστικές τάσεις με επιφυλακτικότητα κι επέλεξε να φοιτήσει στην Ακαδημία Ζυλιάν και στην Γκραντ Σωμιέρ.

Αυτοπροσωπογραφία, 1922, λάδι σε χαρτόνι. Συλλογή Ιδρύματος Β. και Μ. Θεοχαράκη.

Μετά την κρίση του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στο Παρίσι έφτασαν διαδοχικά οι Τζαρά, Ντυσάν, Πικαμπιά, Αρπ, Μαν Ρέυ, Μαξ Ερνστ και μαζί με τους ποιητές Μπρετόν, Αραγκόν, Σουπώ και τον Πιερ Ρεβερντύ προετοίμαζαν τον Σουρεαλισμό. Παράλληλα, συνυπήρχαν και συμπλήρωναν την εικαστική πολυφωνία συντηρητικοί καλλιτέχνες, οι επίγονοι των Ναμπί, που είχαν φοιτήσει, μάλιστα, στην Ακαδημία Ζυλιάν, οι Μορίς Ντενί, Πιερ Μποννάρ, Εντουάρ Βυιγιάρ και άλλοι. Οι Ναμπί εκτιμούσαν τους μεγάλους καλλιτέχνες πριν από αυτούς και κυρίως τους εμπρεσιονιστές. Αν και η ονομασία τους (Ναμπί =προφήτης, στα εβραϊκά) παραπέμπει στη θεοσοφία, πρόθεσή τους υπήρξε, κυρίως, να γίνουν προφήτες της μοντέρνας τέχνης και, εφαρμόζοντας το δίδαγμα του Γκωγκέν, υιοθέτησαν το αξίωμα ότι η τέχνη του ζωγράφου έγκειται στη δημιουργία ενός αυτόνομου κόσμου πάνω στη δισδιάστατη επιφάνεια του πίνακα που δε μιμείται τη φύση αλλά την αναπαριστά με πλαστικά και χρωματικά ισοδύναμα.

Οι επιδράσεις των πιο συντηρητικών τάσεων της ευρωπαϊκής ζωγραφικής, που ταίριαζαν και στην ιδιοσυγκρασία του, φαίνεται πως επηρέασαν τον Παπαλουκά κατά τη διάρκεια των σπουδών και  της παραμονής του στο Παρίσι, που διακόπηκε απότομα για να επιστρέψει στην Ελλάδα και να πάρει μέρος στη Μικρασιατική εκστρατεία, ως πολεμικός ζωγράφος, μαζί με τον Περικλή Βυζάντιο και τον Παύλο Ροδοκανάκη. Για τα έργα που εκτέθηκαν στο Ζάππειο, στην «Πολεμική ΄Εκθεση της Στρατιάς της Μικράς Ασίας», και χάθηκαν στην καταστροφή της Σμύρνης, είναι γνωστή μόνον η κριτική του Φώτου Πολίτη: « Ο κ. Παπαλουκάς…έχει μεθύσει, έχει τρελαθεί αληθινά με το φως της Ανατολής…Οι όγκοι των ανθρώπων, αι σειραί των στρατιωτών που ζωγραφίζει εξαϋλούνται, εξαερίζονται μέσα εις άπλετον φως».¹

Τα διδάγματα του Παρισιού διαφαίνονται σταδιακά στο έργο του, αφομοιωμένα και σε διαρκή επεξεργασία, σύμφωνα με τις προσωπικές του αναζητήσεις και σε συσχετισμό με τις αξίες που διέκρινε στη μελέτη της τέχνης της παράδοσης, μετά την εμπειρία της σύγχρονης δυτικής τέχνης. Η προσοχή του παρέμενε διαρκώς στραμμένη στα αιτήματα του πολιτισμού του καιρού του που επιχειρούσε να  εκφράσει με τη ζωγραφική του, έχοντας πλήρη συναίσθηση της καλλιτεχνικής πραγματικότητας στην Ελλάδα.

Σε συνέντευξή του το 1953 έλεγε: «Δεν έχουμε ακόμα μάτια για να φτάσουμε το μεγάλο αίτημα της εποχής μας (την απλούστευση). Αυτό θα το κατακτήσουμε βήμα-βήμα μόνο με τη μάθηση, ανεβαίνοντας ένα-ένα όλα τα σκαλιά που ανέβηκε η ζωγραφική στις χώρες της Ευρώπης».

Ξενάγηση στο έργο του Σπύρου Παπαλουκά

Ο Παπαλουκάς σε όλες τις φάσεις της δημιουργίας του φιλοτέχνησε προσωπογραφίες, λίγα εσωτερικά, νεκρές φύσεις, μελέτες γυμνών, μνημειακά σύνολα, σκηνογραφίες, αλλά η τοπιογραφία, χωρίς να θεωρηθεί υπαιθριστής, υπήρξε το επίκεντρο των εικαστικών αναζητήσεων και προβληματισμών του. Οι μελετητές, όταν αναφέρονται στο έργο του, συνηθίζουν να το χαρακτηρίζουν με την ονομασία του τόπου που επισκέφτηκε και δούλεψε εκεί: περίοδος Αίγινας, Αγίου ΄Ορους, Σαλαμίνας, Μυτιλήνης, Πάρου, ΄Υδρας. Ο ίδιος εξηγούσε ότι «το ύπαιθρο είναι… το μέσον που μου επιτρέπει να καθορίσω και να αξιολογήσω όλες τις ζωγραφικές δυνατότητες. Μέσα σε αυτό υπάρχουν εμφανή και σε μεγάλα μεγέθη οι πολύτιμες αξίες του χρώματος, των τόνων και του σχεδίου. Τα χαίρεται και τα μελετά ο καλλιτέχνης μεγεθυμένα. Δεν είμαι τοπιογράφος, γιατί με τραβούν τα θέλγητρα του τοπίου, δεν κάνω ζωγραφική ποίηση. Βγαίνω στο ύπαιθρο, εμπνέομαι από αυτό και πλουτίζω εντός μου όλες τις ζωγραφικές αξίες, τον ρυθμό, τις συνθετικές δυνατότητες».

Στον τομέα  της τοπιογραφίας, η επίδρασή του, μαζί με τον Μαλέα, τον Οικονόμου και τον Νικόλαο Λύτρα, υπήρξε καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη της νεοελληνικής τέχνης.

Το εικαστικό τοπίο είναι ένας διάλογος του ανθρώπου με τη φύση που μεταβάλλεται κάθε φορά που η μεταξύ τους σχέση διαφοροποιείται. Σύμφωνα με τη θεωρία του φυσικού W. Heisenberg, στις αρχές του 20ού αιώνα, η εικόνα της φύσης αντανακλά τη δική μας σχέση με τη φύση και αντικείμενο της γνώσης δεν είναι η φύση καθεαυτή, αλλά η φύση που υπέστη τα ερωτήματα του ανθρώπου.

Ο δεύτερος καθοριστικός σταθμός στην καλλιτεχνική εξέλιξη του Παπαλουκά υπήρξε η μετάβασή του στον Άθω με τον Στρατή Δούκα, από τον Νοέμβριο του 1923 έως τον Νοέμβριο του 1924. Είχε προηγηθεί η επίσκεψη του Κόντογλου και η έκθεση αντιγράφων από βυζαντινές τοιχογραφίες, εικόνες και κειμήλια, σχέδια και πίνακες από τη ζωή και τη φύση του Άθω, στο Λύκειο Ελληνίδων, τον Οκτώβριο και Νοέμβριο 1923, στην οποία εξέθεσε λίγα έργα και ο Παπαλουκάς. Με νωπές τις εντυπώσεις της έκθεσης ξεκίνησαν οι δύο σύντροφοι «γι αυτό το απεγνωσμένο ταξίδι στο Άγνωστο», όπως σημείωσε ο Δούκας.²

Ωστόσο το Άγιον Όρος δεν ήταν  άγνωστο ούτε στους Ευρωπαίους μελετητές ούτε στους ΄Ελληνες. Από τις αρχές του 20ού αιώνα οι έρευνες του Gabriel Millet στα αρχεία και στα μνημεία, οι φωτογραφίες και οι μελέτες του για το Όρος³ είχαν προκαλέσει μεγάλο ενδιαφέρον στη Γαλλία. Αλλά και ´Ελληνες αγιογράφοι μετά την Απελευθέρωση,  όπως ο Κωνσταντίνος Φανέλλης (1791- 1867;) και ο Σπυρίδων Χατζηγιαννόπουλος (1832- 1905), παρά τη δυτική παιδεία τους, κατέφευγαν στο ‘Ορος για να μελετήσουν και να αντιγράψουν βυζαντινές και μεταβυζαντινές εικόνες.⁴ Επίσης, το 1914, δύο σημαντικοί λόγιοι και φίλοι, με μεταφυσικές ανησυχίες,  ο Άγγελος Σικελιανός και ο Νίκος Καζαντζάκης ξεκίνησαν σαν τους παλιούς προσκυνητές για σαρανταήμερη περιήγηση στο Όρος.⁵  Και πριν από τον Παπαλουκά, ο Κερκυραίος Λυκούργος Κογεβίνας (1887- 1940), γοητευμένος από τη φύση και τα μοναστήρια, κυκλοφόρησε το 1922, Le Mont Athos, ένα σπάνιο λεύκωμα με 12 πρωτότυπες οξυγραφίες, τυπωμένο στο Παρίσι  με πρόλογο του βυζαντινολόγου Charles Diehl, ενώ αργότερα ακολούθησαν το παράδειγμά του κι άλλοι ´Ελληνες χαράκτες.⁶

Για την αναγνώριση της καλλιτεχνικής αξίας των μνημείων του ´Αθω εμβληματική υπήρξε η υπόδειξη του Δ. Γαλάνη προς τον Βενιζέλο, μετά την απογοητευτική υποδοχή της έκθεσης της Ομάδας Τέχνη στην παρισινή γκαλερί La Boetie, το 1919, «να στέλνετε τους υποτρόφους σας στο ΄Αγιον ΄Ορος».⁷ Πιθανόν και ο Παπαλουκάς που ήταν τότε στο Παρίσι να είδε την έκθεση και να άκουσε τα σχόλια.  Εξάλλου η προβολή επιλεγμένων αισθητικών στοιχείων της παραδοσιακής τέχνης-βυζαντινής και λαϊκής-συναντούσε  ανάλογα αξιώματα του μοντερνισμού.

Είναι ενδιαφέρον ότι η στροφή προς τη μελέτη της βυζαντινής τέχνης αναφέρεται  πολύ πρώιμα, με ιδιαίτερη έμφαση, στο άρθρο του Περικλή Γιαννόπουλου « Η σύγχρονος ζωγραφική», στην εφημερίδα Ακρόπολις, τον Δεκέμβριο του 1902. Στις υποδείξεις προς τους ζωγράφους της εποχής του τόνιζε, πέρα από τη σπουδαιότητα του Φυσικού, του Μυθολογικού,  ότι « ο Βυζαντινός μας κόσμος είναι ακριβώς τα Προπύλαια του Αρχαίου μας κόσμου» και παραμένει ανεκμετάλλευτος από τους ´Ελληνες, ενώ στην Ευρώπη « αι εκ της Βυζαντινής τέχνης εμπνεύσεις και μιμήσεις είναι του συρμού».

Αριστερά: Από τις Καρυές του Αγίου Όρους, 1924, λάδι σε χαρτόνι. Συλλογή Ιδρύματος  Β. και Μ. Θεοχαράκη. Δεξιά: Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους, 1924, λάδι σε χαρτόνι. Συλλογή Alpha Bank.

Έναν ολόκληρο χρόνο διήρκεσε η παραμονή του στο  ´Ορος και  ο Παπαλουκάς μελετούσε και ζωγράφιζε ασταμάτητα τα μνημεία και τη φύση. Κατά τη μαρτυρία πάλι του Δούκα, «η φύση θα του προσφέρει για σπουδή το δυσυπόταχτο πράσινο, οι τοιχογραφίες τις δύσκαμπτες σιέννες, ο ποικίλος βυζαντινός διάκοσμος τη σοφία του μαζί με τον αυθορμητισμό. Ο πίνακάς του στυφίζει γεμάτος χυμούς».⁸ Οι δύο σύντροφοι  γοητεύτηκαν τόσο από την τέχνη όσο και από τη φύση του ´Ορους, όπως γλαφυρά αναφέρει στις σημειώσεις του ο Δούκας και στα «Γράμματα από τον ´Αθω» που έστελνε τακτικά στην Εφημερίδα των Βαλκανίων της Θεσσαλονίκης. Κι ενώ ο συγγραφέας εξιστορούσε τις εντυπώσεις του από τα μνημεία και το περιβάλλον, ο ζωγράφος απεικόνιζε τα τοπία,  τα εξωτερικά των μοναστηριών και «σκαρφαλωμένος σε μαδέρι» έκανε αντίγραφα τοιχογραφιών του Τζώρτζη από τη Μονή Διονυσίου, του Θεοφάνη από την Τράπεζα της Λαύρας, χωρίς να γνωρίζει ότι αργότερα θα τα χρησιμοποιούσε για την αγιογράφηση της Ευαγγελίστριας στην ´Αμφισσα.  Μελέτησε επίσης και αντέγραψε εικόνες  των τέμπλων, το χειρογράφο-ψαλτήριο αρ. 61 της Μονής Παντοκράτορος, το χρυσοϋφαντο επιτραχήλιο του 16ου αιώνα της Μονής Σταυρονικήτα, με τους εικοσιτέσσερις οίκους του Ακαθίστου ΄Υμνου  [τώρα στη συλλογή του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης] και άλλα πολύτιμα, περίπου εξήντα συνολικά, αντικείμενα. ΄Οταν συμπληρώθηκε η συλλογή του υλικού, οι δύο φίλοι εγκαταστάθηκαν σ΄ένα κελί στις Καρυές, όπου ο συγγραφέας συνέχισε τις ανταποκρίσεις του και ο ζωγράφος δεν έπαψε να εργάζεται ακούραστα, φιλοτεχνώντας περί τα εκατό σχέδια και πίνακες . Τα τοπία του ΄Αθω, κυρίως απόψεις μοναστηριών  και αρσανάδες, συνεχίζουν τεχνοτροπικά τα έργα της Αίγινας, αλλά τώρα οι συνθέσεις γίνονται πολύπλοκες εξαιτίας της ιδιομορφίας του τὀπου, αναπτύσσονται κάθετα και το θέμα καταλαμβάνει όλη την επιφάνεια. Με κάποια θέματα από τον ΄Αθω, τοπία και κτίρια, πειραματίστηκε ο Παπαλουκάς και την επόμενη δεκαετία, επιχειρώντας με διαφορετικούς τρόπους την εικαστική τους απόδοση, ως προς τη δομή του χώρου, τις φόρμες και τα χρώματα.  Στα λίγα εσωτερικά που ζωγράφισε οι απαλοί χρωματισμοί, ο λυρισμός της γραμμής, η ρυθμική εναλλαγή καμπύλων και ευθειών παρουσιάζουν αναλογίες με  τις συνθέσεις των Γάλλων Εντιμιστών.

Αριστερά: Σκήτη Αγίου Ανδρέου του Αγίου Όρους, 1932-1935, λάδι σε μουσαμά. Συλλογή Ιδρύματος  Β. και Μ. Θεοχαράκη. Δεξιά: Αρσανάς στο Άγιον Όρος, 1935, λάδι σε μουσαμά. Εθνική Πινακοθήκη.

Τα αντίγραφα που φιλοτέχνησε από τις τοιχογραφίες και τα άλλα κειμήλια των μοναστηριών υπήρξαν μια άσκηση για την αποκρυπτογράφηση της σημειογραφίας και των αισθητικών κανόνων της βυζαντινής τέχνης  που διαπίστωσε ότι σε πολλά σημεία ανταποκρινόταν στα αξιώματα της μοντέρνας τέχνης: δισδιάστατες επιφάνειες, έλλειψη προοπτικής, λειτουργικότητα του χρώματος, υπέρβαση του νατουραλισμού, πλούσιος διάκοσμος με συμβολιστικές αναφορές.

 

Η Προδοσία, 1924, τέμπερα σε χαρτόνι, αντίγραφο από την τοιχογραφία του Καθολικού της Μονής Διονυσίου στο Άγιον Όρος. Συλλογή Ιδρύματος  Β. και Μ. Θεοχαράκη.
Ο Ευαγγελισμός, 1924, τέμπερα σε χαρτόνι, αντίγραφο από τον α´οίκο χρυσοϋφαντου επιτραχηλίου. Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης

Ένα χρόνο μετά, τον Δεκέμβριο 1924, κατεβαίνοντας από το Όρος, ο Παπαλουκάς, με τη συνεργασία του Δούκα, εξέθεσε στη Θεσσαλονίκη στο καφενείο του Λευκού Πύργου, ειδικά διαμορφωμένο για την περίσταση, εκατόν είκοσι έργα της Αθωνικής παραγωγής. Η έκθεση αποτέλεσε γεγονός για την πόλη, έστω κι αν τα έργα παραξένεψαν πολλούς. Με την ευκαιρία της έκθεσης ο τύπος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τον ζωγράφο που έδωσε συνεντεύξεις και διατύπωσε τις απόψεις του για τη βυζαντινή τέχνη.

« Η βυζαντινή τέχνη είναι μια άρτια τέχνη, που μπορεί να σταθεί αμείωτα σε κάθε εποχή…

Το Άγιον Όρος, το μεγαλύτερο αυτό Βυζαντινό Μουσείο του κόσμου, μου παρέσχε αληθινές αποκαλύψεις απάνου σε χίλιες δυό απορίες μου και τεχνικές εκζητήσεις. Είναι τόσο ενδιαφέρον όσο και άγνωστο…

Η μελέτη του βυζαντινού εκκλησιαστικού διακόσμου, που δεν είναι παρά η λύσις των αισθητικών ζητημάτων που παρουσιάζει η εποχή αυτή της εθνικής μας ζωής, θα μας έδινε την ευκαιρία να ατενίσουμε την Ελληνική ιδέα σε ένα μαγαλύτερο βάθος.

Όποιος δεν καταλαβαίνει αισθητικά τον Βυζαντινό, ας μου επιτρέψει να του πω ότι δεν εννοεί ολότελα τον Αρχαίο. Και όταν ένας καλλιτέχνης δεν εννοεί το ελληνικό παρελθόν, πώς θα μπορούσε να δημιουργήσει το ελληνικό μέλλον, που είναι η δουλειά του;

…Εκεί απάνω είδα καθαρά πως η τέχνη σε κάθε μεγάλη της εποχή δεν είναι παρά φόρμα και χρώμα που έπρεπε να έχουν ανταπόκριση με μια μορφή που πάσχιζε να τη συλλάβει ένας ολόκληρος λαός. Λέγοντας μορφή εννοώ ένα σύνολο αισθητικών νόμων που σύμφωνα με αυτό ένας λαός και μια εποχή αρμονίζουν τις ανάγκες της ζωής μας».

Εδώ, ακριβώς, έγκειται και η διαφοροποίησή του από τον Κόντογλου, ο οποίος επέβαλε  τη μίμηση αισθητικών κανόνων μιας άλλης εποχής που δεν ανταποκρίνονταν στις σύγχρονες ανάγκες. Ενδεικτική για τις εδραιωμένες αντιλήψεις του Παπαλουκά, σχετικά με τη διαχείρηση της παράδοσης είναι η συζήτησή του με τον αγιογράφο Κωνσταντίνο Ξυνόπουλο, ένα χρόνο πριν από τον θάνατό του, τον Ιούνιο του 1956: «…ο τεχνίτης δεν είναι ειλικρινής όταν βασίζεται μόνο σ´ένα  ῾δάνειο῾, δηλαδή σ´αυτά που πήρε από την παράδοση. Για να σταθείς και να βαδίσεις δεν αρκεί ένα πόδι, χρειάζονται και τα δύο. Και τα διδάγματα από την παράδοση είναι το ένα πόδι μόνο…¨Επιστροφή στη φύση !῾ Είναι κάτι που κοστίζει και ζητάει θυσίες, ιδιαίτερα στην αρχή. Αλλά χρειάζεται, για να μπορέσει  κανείς να συνεχίσει δημιουργικά την παράδοση και να μπορέσει καλύτερα ύστερα να κάμει την ίδια αυτή δουλειά της μνημειακής τέχνης».⁹

Με τα απαραίτητα καλλιτεχνικά εφόδια και σοβαρό προβληματισμό σχετικά με την πορεία της νεοελληνικής τέχνης, ο Παπαλουκάς πήρε μέρος στον διαγωνισμό για την ιστόρηση της Ευαγγελίστριας, του Μητροπολιτικού ναού της ΄Αμφισσας (1926) και τα σχέδιά του εγκρίθηκαν παμψηφεί από την κριτική επιτροπή, που όπως αναφέρθηκε, είχε συσταθεί από τους αρχιτέκτονες Α. Ορλάνδο, Αρ. Ζάχο, Δημ. Πικιώνη και τον γνωστό ζωγράφο Κ. Παρθένη. Στην έκθεση αναφερόταν με λόγο χαρακτηριστικό των αντιλήψεων των επιφανών μελών το σκεπτικό της επιτροπής: «Η αξία του Παπαλουκά συνίσταται όχι τόσον εις το ότι ο καλλιτέχνης πειράται να εκφρασθεί δια της μορφής της Ελληνικής παραδόσεως από απλούς συναισθηματικούς λόγους, αλλά διότι ως καθίσταται προφανές, ο καλλιτέχνης έφθασε κατόπιν μακράς και στοχαστικής εργασίας εκ της φύσεως, εις την ανάγκην μιας εργασίας αφαιρέσεως. Τοιουτοτρόπως κατέστη ικανός να λάβει συνείδησιν πραγματικήν της βυζαντινής τέχνης ως «τέχνης». Και δια να εκφρασθώμεν πλέον συγκεκριμμένως, η αίσθησίς του της σημασίας της αρχιτεκτονικής των σχημάτων απορρέει από την πραγματικήν γνώσιν των αισθητικών νόμων. Η κριτική επιτροπή εγκρίνει όχι μόνον παμψηφεί τα σχέδια του Παπαλουκά, αλλά εκφράζει τον θερμότατον αυτής ενθουσιασμόν δι΄αυτά, ελπίζουσα ότι το έργον εκτελούμενον θ΄αποτελέσει σταθμόν εις την τέχνην του τόπου μας και αναβίωσιν των παραδόσεών μας…».¹º

Ο ναός ήταν προγενέστερο κτίσμα, του 1868, χτισμένος στον αρχιτεκτονικό τύπο του σταυροειδούς με τρούλλο ναού, με επιβλητική είσοδο με τρίβηλο άνοιγμα,  τρία κλίτη στο εσωτερικό, εκ των οποίων το κεντρικό υπερυψωμένο και υπερώο σε σχήμα Π στα δυτικά.

Ο Παπαλουκάς εργάστηκε στο ναό από το 1927 έως το 1932, χωρίς να ολοκληρώσει το έργο.  Σεβάστηκε την αρχιτεκτονική διάρθρωση  του μνημείου και πέτυχε την αρμονική προβολή των παραστάσεων πάνω στις επιφάνειές του, αλλά κυρίως σεβάστηκε το βασικό αξίωμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας ότι η εκκλησιαστική τέχνη υπηρετεί το δόγμα και ότι η βυζαντινή παράδοση έχει ιδιαίτερο βάρος.¹¹  Οι αφηγηματικές απεικονίσεις καταλαμβάνουν τα υψηλότερα σημεία του ναού, τον τρούλλο, τις καμάρες του σταυρού, τα τόξα της Πρόθεσης και του Διακονικού, την καμάρα του υπερώου, ενώ οι υπόλοιπες επιφάνειες των τοίχων, των πεσσών, των οροφών των πλαγίων κλιτών και του υπερώου καλύπτονται από πλούσιο μεγάλης ποικιλίας διάκοσμο, φυτικό, γεωμετρικό, αφαιρετικό,  που έλκει την καταγωγή του από μνημεία της παλαιοχριστιανικής εποχής- κάνθαροι με πουλιά κι ελικοειδείς βλαστοί, όπου ενίοτε παρεμβάλλονται σταυροί από πολύπλοκα κασμήματα εμπνευσμένα από το μπαρόκ, από μιμήσεις ξυλόγλυπτων επιχρυσωμένων κοσμημάτων, από μοτίβα της λαϊκής τέχνης, ακόμα και από στοιχεία της αρ νουβώ.  Εκτός από τις οροφογραφίες των κλιτών του ισογείου και του γυναικωνίτη που παρουσιάζουν ομοιότητες μεταξύ τους ο λοιπός διάκοσμος ντύνει τις επιφάνειες με τέτοια ευφάνταστη ευρηματικότητα στην ποικιλία των σχημάτων και των έντονων χρωμάτων  ώστε να δημιουργείται ένα παραδείσιο τοπίο, του οποίου, δυστυχώς, η συνοχή σήμερα  διασπάται κι εξαιτίας των φθορών που έχουν υποστεί οι τοιχογραφίες αλλά και από τις πολλές αναρτημένες εικόνες και τον πρόσθετο εξοπλισμό.

Διακόσμηση του νοτίου κλίτους του Μητροπολιτικού ναού της ‘Αμφισσας, 1927-1932.

Τα εικονογραφικά πρότυπα των συνθέσεων μαρτυρούν τη γνωριμία του καλλιτέχνη με τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία του Όρους και τον ΄Οσιο Λουκά και τη στοχαστική μελέτη του πάνω σε αυτά πριν από τη μετάπλασή τους στον δικό του μορφοπλαστικό κώδικα. Ενδεικτικές είναι οι αντιστοιχίες μεταξύ θρησκευτικών σκηνών που είχε αποτυπώσει στο Όρος, τοιχογραφιών και άλλων κειμηλίων και παραστάσεων της Ευαγγελίστριας. Σε πολλές σκηνές της ζωής του Χριστού και των Παθών ο Παπαλουκας είχε ως πρότυπα τις ανάλογες τοιχογραφίες του Καθολικού της Μονής Διονυσίου (16ος αιώνας), αλλά  και μορφές από την ψηφιδωτή διακόσμηση του Οσίου Λουκά (11ος αιώνας).


Οι περισσότερες παραστάσεις ξετυλίγονται σε νυκτερινά τοπία με έναστρο ουρανό, μπροστά σε αρχιτεκτονήματα (Ευαγγελισμός, σκηνές Παθών)  ή στη φύση και περιβάλλονται από σχηματοποιημένα βράχια, βουνά και δέντρα (Γέννηση, Βαϊοφόρος), όπως στα παλαιολόγεια έργα.  Η απόδοση όμως των ολόσωμων αποστόλων Πέτρου και Παύλου θυμίζει την τεχνική του Παρθένη στον Άγιο Αλέξανδρο Φαλήρου .

H Γέννηση, τοιχογραφία στον Μητροπολιτικό ναό της Άμφισσας, 1927- 1932.
Η Βαΐοφόρος, 1924, τοιχογραφία στον Μητροπολιτικό ναό της Άμφισσας

Η ερμηνεία των παραδοσιακών προτύπων  γίνεται  μ΄έναν καινούργιο τρόπο και προσωπικό ύφος, με μια διάθεση φωβιστική  σε ό,τι αφορά την απόδοση της φόρμας, του χρώματος, της τεχνικής, στην οποία διακρίνονται και εξπρεσιονιστικά στοιχεία, όπως τα έντονα περιγράμματα που παραπέμπουν ακόμα και σε ἐργα του Ρουώ, χωρίς να λείπουν  όμως και  κάποια δάνεια από τη λαϊκή τέχνη  που χαρίζουν αυθορμητισμό και ζωντάνια στις παραστάσεις.  Τα χρώματα είναι έντονα, οι μορφές αδρές και στιβαρές, η πτυχολογία σχηματοποιημένη, οι συνθέσεις αρμονικές και ισορροπημένες μεταξύ τους. Η έλλειψη προοπτικής και φωτοσκιάσεων αντισταθμίζεται από τις μελετημένες στάσεις των μορφών και την ανάλυση των όγκων σε χρωματικά επίπεδα.  Η Μ. Λαμπράκη- Πλάκα αποφαίνεται ότι «η εμπειρική σοφία των Βυζαντινών επαληθεύεται εδώ από μια βαθειά γνώση των φυσικών ιδιοτήτων του χρώματος, που ο Παπαλουκάς είχε σπουδάσει τόσο στα θεωρητικά κείμενα, όσο και στα έργα των ζωγράφων που θαύμαζε, ιδιαίτερα των Νεοεμπρεσιονιστών».¹²

O Άγγελος της Αποκάλυψης, τοιχογραφία στον Μητροπολιτικό ναό της Άμφισσας.

Στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα παρατηρείται μια πολυφωνία στις τάσεις της νεοελληνικής θρησκευτικής ζωγραφικής που εκφράζει τον γενικότερο ιδεολογικό προβληματισμό, αντίθετα από την  επίσημη Εκκλησία που μένει πιστή σε μια ναζαρηνίζουσα τάση. Πρωταρχικά αναδεικνύεται ο ρόλος της βυζαντινής αισθητικής, ενισχυμένος από τις θέσεις του ελληνικού Μοντερνισμού. Ο Παρθένης πλησίασε τους Βυζαντινούς με το υψηλό ήθος και την πνευματικότητα των έργων του, ο Αστεριάδης, ο Βασιλείου και ο Ρέγκος άντλησαν από τη βυζαντινή και λαϊκή παράδοση, ο Κόντογλου όμως υπερέβαλε όλους, γιατί δεν άντλησε από την παράδοση αλλά επιδίωξε την αναβίωση της λειτουργικής τέχνης της Ορθοδοξίας και σύντομα κατέληξε σε μια στείρα επανάληψη στερεοτύπων που επέβαλε και στους μαθητές του, από τους οποίους μόνον ο Ράλλης Κοψίδης κατόρθωσε να αποτινάξει τη βαριά σκιά του δασκάλου. Γι αυτό η εικονογράφηση της Άμφισσας θεωρείται ένα ξεχωριστό παράδειγμα, όπου «ο Παπαλουκάς εφύσηξε εκεί νέα πνοή στη μεταβυζαντινή ζωγραφική παράδοση και ξεπέρασε την τυφλή αντιγραφή βυζαντινών προτύπων» (Π. Μιχελής)¹³, ενώ «τα πορίσματα της παράδοσης καταξιώνονται με τον πιο έγκυρο τρόπο» (Δ. Πικιώνης).¹ Στην περίπτωση του Παπαλουκά επιβεβαιώνεται ο στοχασμός του Σεφέρη σχετικά με την παράδοση: «Ένα μέρος του παρελθόντος πεθαίνει κάθε στιγμή, και η θνησιμότητά του μας μολύνει, αν προσκολληθούμε σ´αυτό με υπερβολική αγάπη. ´Ενα μέρος του παρελθόντος μένει πάντα ζωντανό και κινδυνεύουμε καταφρονώντας τη ζωντάνιά του».¹⁵

Φωτογραφία του Παπαλουκά μπροστά στο σχέδιο του Αρχαγγέλου για την παράσταση του Ευαγγελισμού στον Μητροπολιτικό ναό της Άμφισσας.

Το πλήθος των σχεδίων και των ανθιβόλων τα οποία χρησιμοποίησε, συνεχίζοντας την πρακτική των παλιών αγιογράφων, πολύ περισσότερο από το τελειωμένο έργο, αναδεικνύουν την προσωπικότητα του Παπαλουκά, τον πολύμοχθο αγώνα, τη συνδυαστική φαντασία, τη στἐρεη συνθετική δομή, την αξιοποίηση των πνευματικών και τεχνικών του γνώσεων  για τη δημιουργία ενός μνημειώδους  και τολμηρού έργου που αντλώντας από τις παρακαταθήκες της παράδοσης  φαντάζει σύγχρονο  και αντιπροσωπευτικό της εποχής του.

Η συντήρηση των έργων του Σπύρου Παπαλουκά – Ένα γοητευτικό ταξίδι

 

H Ευθυμία Γεωργιάδου-Κούντουρα διετέλεσε Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Το άρθρο αποτελεί μεταγραφή της  διάλεξης που πραγματοποίησα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης, στις  7 Μαϊου 2019, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας ΤΕΧΝΗ.

¹  Σπύρος Παπαλουκάς- Θητεία στον ´Αθω. Αγιορείτικη Πινακοθήκη, ´Αγιον ´Ορος 2003, σ. 298.

Στον ίδιο τόμο παρατίθενται  γραπτά και  συνεντεύξεις του καλλιτέχνη, σ.47-55 (γι´αυτό δεν γίνονται  συνεχείς παραπομπές, όταν πρόκειται για δικές του εκφράσεις), λεπτομερές χρονολόγιο που έχει συντάξει η κόρη του Μίνα Παπαλουκά, αναδημοσιεύσεις άρθρων από εφημερίδες του 1924-1925 για την έκθεση στη Θεσσαλονίκη, καθώς και επιλογή κριτικών κειμένων  για το έργο του καλλιτέχνη.

²  ό.π., σ. 299.

³ ´Αγιον ´Ορος στα χρόνια της Απελευθέρωσης. Πρακτικά Συνεδρίου, Αγιορειτική Εστία, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 335-340.

⁴ Eυθ. Γεωργιάδου -Κούντουρα, ¨Το ´Αγιον ´Ορος και η νεότερη ελληνική τέχνη¨, περ. ο παρατηρητής, σ. 36.

⁵  ό.π., σ. 37.

⁶  ό.π.. σ. 38, 40

⁷ Ευγ. Ματθιόπουλος, «Εικαστικές τέχνες», Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα- Ο Μεσοπόλεμος, 1922-1940, επιμ. Χρ.Χατζηιωσήφ, τομ.Β’- Μέρος 2ο, Αθήνα 2003, σ. 417.

⁸  βλ. σημ. 1, σ. 299.

Σπύρος Παπαλουκάς. Συλλογή Ιδρύματος Εικαστκών Τεχνών και Μουσικής Β. και Μ. Θεοχαράκη, Αθήνα 2008, σ. 102.

¹º Σπύρος Παπαλουκάς. Κατάλογος Εθνικής Πινακοθήκης, Αθήνα 1976, σ. 13.

¹¹ Αναλυτικά για την εικονογράφηση του ναού βλ. Σπύρος Παπαλουκάς. Μητροπολιτικός ναός ´Αμφισσας, ΜΙΕΤ/ΑΣΚΤ 2016.

¹² Σπύρος Παπαλουκάς-Ζωγραφική, Ιονική Τράπεζα, Αθήνα 1995, σ. 57.

¹³ Αφιέρωμα στον Παπαλουκά [ άρθρα των Στρ. Δούκα, Π.Α.Μιχελή, Δ.Πικιώνη, Τ.Σπητέρη, Ελ.Βακαλό, Ν.Γ.Πεντζίκη κ.ά.], περ. Ζυγός, τ.39, Μάιος-Ιουν. 1958, σ. 11.

¹⁴ ό.π., σ. 29, σημ. 9.

¹⁵ Σὐγχρονη τέχνη και παράδοση. Πρακτικά εισηγήσεων Δευτέρου Συμποσίου, Αθήνα 1981, σ.188.

Αλέξης Αλεξανδρής:Η αυτονομία της Δυτικής Θράκης(1919-1920)

100 Χρόνια από τότε

Αλέξης Αλεξανδρής

Η αυτονομία της Δυτικής Θράκης(1919-1920)

Μήλον της έριδος μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας η Δυτική Θράκη απασχόλησε τη Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι, που ακολούθησε τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στο Παρίσι, ο πρωθυπουργός και αρχηγός της ελληνικής αντιπροσωπείας Ελευθέριος Βενιζέλος υπέβαλε υπόμνημα στις 30 Δεκεμβρίου 1918 με το σύνολο των εδαφικών διεκδικήσεων της Ελλάδος, περιλαμβανομένης της Δυτικής Θράκης.

Η Ελλάδα συγκαταλεγόταν μεταξύ των νικηφόρων συμμαχικών δυνάμεων, ενώ η Βουλγαρία ανήκε στο στρατόπεδο των ηττημένων του πολέμου. Προσέτι, η Βουλγαρία βρισκόταν σε μειονεκτική θέση στο θρακικό ζήτημα επειδή κατηγορείτο για εφαρμογή στυγνής πολιτικής εθνικής κάθαρσης εις βάρος του ελληνορθόδοξου και μουσουλμανικού στοιχείου κατά την πενταετή βουλγαρική κατοχή της Δυτικής Θράκης (1913-1918). Στις 17 Σεπτεμβρίου 1919, το Ανώτατο Συμβούλιο των Συμμάχων στο Παρίσι επέβαλε την εκκένωση της Δυτικής Θράκης από τους Βούλγαρους, απόφαση που επικυρώθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης του Νεϊγί (27.11.1919), σύμφωνα με την οποία η Βουλγαρία παραιτείτο από όλες τις βλέψεις της στην περιοχή. Εν αναμονή της τελικής επίλυσης του δυτικοθρακιωτικού ζητήματος, η Αντάντ εγκαθίδρυσε, με απόφαση του Ανώτατου Συμβουλίου των Συμμάχων, προσωρινή Διασυμμαχική Διοίκηση στις 20 Οκτωβρίου 1919.

 Γαλλική εποπτεία επί ένα επτάμηνο

Η πολιτειακή μορφή και τα σύνορα του νέου αυτόνομου κρατιδίου της Διασυμμαχικής Θράκης (Thrace Interalliée), με πρωτεύουσα την Κομοτηνή, ετέθη υπό την εποπτεία του αρχιστράτηγου των συμμαχικών δυνάμεων της Ανατολής, Γάλλου Louis Franchet d’ Espèrey, με τον στρατηγό Charles Antoine Charpy να αναλαμβάνει τη στρατιωτική και πολιτική διοίκηση της νέας αυτής sui generis πολιτειακής οντότητας. Ο προσωρινός κυβερνήτης Charpy είχε ήδη εγκατασταθεί μαζί με το στρατιωτικό του επιτελείο στην Κομοτηνή στις 10 Οκτωβρίου 1919, θέτοντας υπό γαλλικό έλεγχο το σύνολο των νομοθετικών, εκτελεστικών και δικαστικών εξουσιών. Ο Καταστατικός Χάρτης της διοικητικής δομής εκδόθηκε την 1η Δεκεμβρίου 1919, ενώ η σημαία του νέου κρατιδίου αποτελείτο από μια μπλε λωρίδα μεταξύ δύο λευκών. Η γαλλοκρατούμενη αυτόνομη πολιτεία της Δυτικής Θράκης έμελλε να λειτουργήσει για ένα επτάμηνο, από τον Οκτώβριο 1919 έως τον Μάιο του 1920.

Στρατηγός Antoine Charpy.

Στο μεταξύ, συμμαχικές δυνάμεις κατέλαβαν τα σύνολο της Δυτικής Θράκης από το Πόρτο Λάγος μέχρι το Κάραγατς στις αρχές του Οκτωβρίου 1919 και διαίρεσαν την περιοχή σε τρία διαμερίσματα (Ξάνθη, Κομοτηνή και Κάραγατς/Ορεστιάδα). Στο πλαίσιο του γαλλικού ελέγχου της Δυτικής Θράκης, Γάλλοι στρατιωτικοί διοικητές διορίστηκαν στην Κομοτηνή και στο Κάραγατς. Αντιθέτως, στην περιοχή της Ξάνθης στρατιωτικός διοικητής ανέλαβε ο υποστράτηγος Γεώργιος Λεοναρδόπουλος, ο οποίος ηγείτο της 9ης μεραρχίας του ελληνικού στρατού και με εντολή της Αντάντ εισήλθε στην Ξάνθη στις 4 Οκτωβρίου 1919, γεγονός που αποτέλεσε την απαρχή της σταδιακής απελευθέρωσης της Δυτικής Θράκης.

Οι περισσότεροι μελετητές σήμερα συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι το 1919 ο πληθυσμός της περιοχής υπό τη διοίκηση της Διασυμμαχικής Θράκης είχε μεταξύ 206.000 και 212.000 κατοίκων. Σύμφωνα με τα πληθυσμιακά στοιχεία της διασυμμαχικής διοίκησης, η εθνοτική-θρησκευτική κατανομή των κατοίκων της Δυτικής Θράκης τον Απρίλιο του 1920 είχε ως εξής: 86.793 μουσουλμάνοι ή σχεδόν 43% του πληθυσμού, 56.114 ελληνορθόδοξοι ή 27,4%, 54.092 εξαρχικοί Βούλγαροι ή 26,4%, 2.985 Εβραίοι, 1.880 Αρμένιοι και 3.041 ξένοι υπήκοοι κυρίως καθολικοί Λεβαντίνοι, οι οποίοι, παρά το μικρό μέγεθός τους, κατείχαν μεγάλο πολιτικό εκτόπισμα, με διεθνείς διασυνδέσεις και οικονομική δύναμη. Τα πληθυσμιακά δεδομένα στην κατοχή της διασυμμαχικής διοίκησης αναδείκνυαν επίσης την εθνοτική ετερογένεια του μουσουλμανικού στοιχείου, καθώς προσδιόριζαν τις ακόλουθες ομάδες, οι οποίες αριθμούσαν πληθυσμιακά ως εξής: 73.220 Τούρκοι, 11.739 Πομάκοι και 1.834 Ρομά-Αθίγγανοι.

Μια άλλη κρίσιμη παράμετρος του πληθυσμιακού ζητήματος ήταν ο εξαναγκαστικός εκπατρισμός από τις πατρογονικές τους εστίες περίπου 70.000 Ελλήνων και σχεδόν 50.000 μουσουλμάνων κατά τα χρόνια της βουλγαροκρατίας, με την παράλληλη εγκατάσταση στη Δυτική Θράκη Βουλγάρων εποίκων (1913-1919). Με το τερματισμό του βουλγαρικού καθεστώτος πολλοί Δυτικοθρακιώτες πρόσφυγες παλιννόστησαν στους τόπους καταγωγής τους, ενώ αρκετοί επέλεξαν να παραμείνουν στις νέες κατοικίες τους στην ελεύθερη Ελλάδα, ιδίως στη Θεσσαλονίκη και στην Καβάλα.

Αυτοκινητοπομπή του στρατηγού Charpy στους δρόμους της Κομοτηνής στις 2.11.1919.

Η πολύτιμη συμβολή του Χαρίσιου Βαμβακά

Διπλωματικός εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης στη Διασυμμαχική Πολιτεία ορίστηκε ο στενός συνεργάτης του Βενιζέλου, Χαρίσιος Βαμβακάς, ο οποίος στη φάση εκείνη συμμετείχε στη Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι. Κοζανίτης στην καταγωγή, ο Βαμβακάς σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια αναγορεύτηκε σε διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Γενεύης. Εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου εξελίχθηκε σε διαπρεπή νομικό και διατέλεσε βουλευτής Σερβίων/Κοζάνης στην οθωμανική Βουλή από το 1909 έως το 1912, με έντονη εθνική δράση ως μέλος της ελληνικής ομάδας στο Κοινοβούλιο. Οταν μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους απελάθηκε ως ανεπιθύμητος από τους Νεότουρκους, βρήκε καταφύγιο στη Θεσσαλονίκη. Εκτιμώντας τις διπλωματικές ικανότητες και την πολιτική του ευστροφία, ο Ελευθέριος Βενιζέλος του ανέθεσε λεπτές διπλωματικές αποστολές σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων.

Με διπλωματική ευστροφία και πολιτική οξυδέρκεια, ο Βαμβακάς κατάφερε σε μικρό χρονικό διάστημα να πλαισιωθεί από ικανούς γαλλομαθείς Ελληνες συνεργάτες οι οποίοι του απεστάλησαν με εντολή του Βενιζέλου στην Κομοτηνή. Μεταξύ των στενών συνεργατών του συγκαταλέγεται ο εκ Μαρωνείας καταγόμενος έξαρχος της Μητρόπολης Μαρωνείας αρχιμανδρίτης Μιχαήλ Κωνσταντινίδης (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αμερικής).

Εχοντας εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη και την εκτίμηση των δύο πανίσχυρων Γάλλων στρατηγών Franchet d’ Espèrey και Charpy, ο Βαμβακάς ξεκίνησε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα επαναπατρισμού των Ελλήνων Δυτικοθρακιωτών προσφύγων. Με εύστοχες πρωτοβουλίες και επιδέξιους χειρισμούς επέτυχε, σε μικρό χρονικό διάστημα, την ανόρθωση της κατατρεγμένης και στην ουσία διαλυμένης θρακιώτικης ελληνικής κοινότητας. Χάρις στον Χαρίσιο Βαμβακά και τους συνεργάτες του, οι ισορροπίες και το πολιτικό σκηνικό στους κόλπους της διασυμμαχικής διοίκησης άλλαξε άρδην υπέρ της ελληνικής πλευράς.

Ενα σημαντικό πλεονέκτημα του Βαμβακά ήταν η άρτια γνώση της τουρκικής γλώσσας και η επαφή με την παλαιομουσουλμανική ηγεσία από την εποχή της κοινοβουλευτικής του θητείας στην οθωμανική Βουλή. Αμέσως μετά την άφιξή του στην Κομοτηνή, ο Βαμβακάς αναθέρμανε τις σχέσεις αυτές προσεγγίζοντας ένα σημαντικό τμήμα του μωαμεθανικού πληθυσμού. Υποσχέθηκε στους Θρακιώτες μουσουλμάνους πλήρη ισοτιμία των πολιτών ανεξαρτήτως θρησκείας ή φυλής, στο πλαίσιο του βενιζελικού δόγματος της «μεγαλυνομένης Ελλάδος».

Χαρίσιος Βαμβακάς.

Προσέγγιση της μουσουλμανικής κοινότητας

Η προσέγγιση με το μουσουλμανικό στοιχείο ήταν πρωταρχικής σημασίας. Στους κόλπους της πολυπληθούς μουσουλμανικής κοινότητας είχαν διαμορφωθεί δύο αντίπαλες πολιτικοθρησκευτικές τάσεις με τους συντηρητικούς παλαιομουσουλμάνους να παραμένουν πιστοί στη σουλτανική οθωμανική κυβέρνηση και τους κοσμικούς Τούρκους εθνικιστές, συσπειρωμένους γύρω από το τουρκικό Θρακικό Κομιτάτο, να αξιώνουν τη διενέργεια δημοψηφίσματος στη Δυτική Θράκη με σκοπό την αυτονόμηση της περιοχής.

Αντιμέτωπος με τη ρευστή αυτή κατάσταση ο Βαμβακάς αγωνίστηκε σθεναρά για να υποσκάψει τα ερείσματα της εθνικιστικής μερίδας αξιοποιώντας τις διχογνωμίες, έριδες και ανταγωνισμούς στους κόλπους της μουσουλμανικής κοινότητας. Αλλωστε, η συντριπτική πλειονότητα των μωαμεθανών επιθυμούσε πρωτίστως την αποτίναξη του βουλγαρικού ζυγού και προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο στόχος αυτός φαίνεται πως ήταν πρόθυμοι να έλθουν σε συνεννόηση με την Ελλάδα, καθώς συνειδητοποιούσαν ότι η επιστροφή του σουλτανικού καθεστώτος ήταν πλέον αδύνατη.

Η τάση αυτή ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη μεταξύ του πομακικού και θρησκευτικού στοιχείου της μουσουλμανικής κοινότητας. Με την υπογραφή της Συνθήκης του Νεϊγί (27.11.1919) η κατάσταση στο εσωτερικό της μουσουλμανικής κοινότητας κατέστη ακόμη πιο τεταμένη, όταν το τουρκικό Θρακικό Κομιτάτο συμμάχησε με τους Βούλγαρους προκαλώντας την έντονη αντίδραση της μεγάλης πλειονότητας των παλαιομουσουλμάνων.

Με διάταγμα του αρχιστράτηγου Franchet d’Espèrey στις 21 Δεκεμβρίου 1919, αναδείχθηκε 15μελές τοπικό και αντιπροσωπευτικό Ανώτατο Διοικητικό Συμβούλιο που απαρτιζόταν από πέντε Ελληνες, πέντε μουσουλμάνους, δύο Βούλγαρους, έναν Αρμένιο, έναν Εβραίο και έναν Λεβαντίνο. Ας σημειωθεί ότι με δεδομένους τους πληθυσμιακούς συσχετισμούς, ένας εκ των Ελλήνων, ο Εμμανουήλ Δουλάς από το Κάραγατς, επελέγη λόγω της γαλλικής του υπηκοότητας και όχι της ελληνικής του εθνικότητας.

Το Ανώτατο Διοικητικό Συμβούλιο ή η τοπική Βουλή κατά τη διάρκεια της Διασυμμαχικής Διοίκησης της Δυτικής Θράκης.

Στις 22 Μαρτίου 1920 το Ανώτατο Διοικητικό Συμβούλιο εξέλεξε τον πρόεδρο και την τετραμελή Διαρκή Επιτροπή, διαδικασία καθοριστικής σημασίας για το μέλλον της Δυτικής Θράκης που θα επηρέαζαν τους μελλοντικούς συσχετισμούς στη περιοχή. Αν και οι αριθμητικοί συσχετισμοί εντός του Συμβουλίου φαινομενικά ευνοούσαν τη βουλγαρο-τουρκική πλευρά, η διάσπαση της μουσουλμανικής κοινότητας μεταξύ των εθνικιστών και των παλαιομουσουλμάνων και η συνεργασία των δεύτερων με τους Ελληνες ανέτρεψαν τις ισορροπίες. Επειτα από έντονη παρασκηνιακή διπλωματική δράση του ευπατρίδη Βαμβακά, η ψηφοφορία ανέδειξε πρόεδρο του Συμβουλίου τον γαλλομαθή Εμμανούλ Δουλά, ενώ η Διαρκής Επιτροπή αποτελείτο από δύο Ελληνες, έναν Οθωμανό και έναν Βούλγαρο. Η κρίσιμη αυτή ψηφοφορία έλαβε χαρακτήρα δημοψηφίσματος και θεωρήθηκε ενδεικτική των διαθέσεων του συνόλου του πληθυσμού της Δυτικής Θράκης για τον μελλοντικό διακανονισμό του θρακικού ζητήματος.

Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο οι διοικητικοί μηχανισμοί της διασυμμαχικής διοίκησης περνούσαν υπό ελληνική επιρροή αλλά το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ενίσχυε τον διπλωματικό αγώνα του Βενιζέλου στο Παρίσι για την απόδοση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα. Η τελευταία πράξη του θρακικού ζητήματος έλαβε χώρα μεταξύ 18 και 24 Απριλίου 1920 στη Διάσκεψη Κορυφής στο Σαν Ρέμο, όπου η Αντάντ έδωσε το πράσινο φως στην Ελλάδα για την κατάληψη του συνόλου της Θράκης.

Ο Αλέξης Αλεξανδρής είναι πρέσβης ε.τ., Μέγας Ρήτωρ του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Πηγή: Η Καθημερινή

Μαρία Δαμηλάκου: Περονισμός: το πολιτικό φαινόμενο που άλλαξε την ιστορία της Αργεντινής

Μαρία Δαμηλάκου

Περονισμός: το πολιτικό φαινόμενο που άλλαξε την ιστορία της Αργεντινής

 

Ο περονισμός είναι το μεγάλο «αίνιγμα» της αργεντινής ιστορίας. Η πλατιά απήχησή του στην αργεντινή κοινωνία, η ανθεκτικότητα και η ικανότητά του να προσαρμόζεται σε πολύ διαφορετικές πολιτικές συγκυρίες έχουν αποτελέσει εδώ και δεκαετίες αντικείμενο στοχασμού, έρευνας και δημόσιων συζητήσεων που υπερβαίνουν τα όρια της αργεντινής κοινωνίας. Πολυάριθμες μελέτες έχουν δώσει διάφορες θεωρητικές ερμηνείες για την ανάδυσή του στη δεκαετία του 1940. Μεταξύ αυτών προβάλλονται η κρίση του ολιγαρχικού πολιτικού συστήματος που παλινορθώθηκε στην Αργεντινή τη δεκαετία του 1930, μετά την παρένθεση των προοδευτικών Ριζοσπαστικών κυβερνήσεων των ετών 1916-1930, η συσσώρευση πολλών κοινωνικών αιτημάτων τα οποία δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν στο πλαίσιο του υφιστάμενου θεσμικού συστήματος, αλλά και η αμφισβήτηση, από ορισμένα τμήματα της άρχουσας τάξης, του φιλελευθερισμού ως κινητήριας δύναμης του κοινωνικού εκσυγχρονισμού.Σε κάθε περίπτωση η βάση του περονισμού, ως γνήσιου λαϊκιστικού κινήματος, ήταν η ικανότητά του να κινητοποιεί και να ενσωματώνει στο πολιτικό σύστημα πλατιά κοινωνικά στρώματα τα οποία μέχρι τότε ήταν ελάχιστα ορατά στην πολιτική ζωή. Με κύρια χαρακτηριστικά του τον κορπορατισμό, τον πατερναλισμό, τον κρατικό παρεμβατισμό και τον εθνικισμό, ο περονισμός διαμόρφωσε στην Αργεντινή, την περίοδο 1946-1955, μια νέα τάξη πραγμάτων που άλλαξε οριστικά τον πολιτικό χάρτη της χώρας και άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στην κοινωνία.

 

Η 17η Οκτωβρίου 1945: η μέρα που γεννήθηκε ο περονισμός

Ο Χουάν Περόν, σπουδαστής στη Στρατιωτική Ακαδημία του Μπουένος Άιρες.

Ως ιδρυτικό γεγονός του περονισμού θεωρείται η λαϊκή κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου του 1945 που απαίτησε δυναμικά την απελευθέρωση του Περόν από τη φυλακή και τον οδήγησε τελικά στην εξουσία το 1946. Ο Περόν ήταν από τους πρωταγωνιστές της στρατιωτικής «Επανάστασης» του Ιουνίου του 1943, η οποία έκλεισε τον κύκλο της συντηρητικής παλινόρθωσης που ξεκίνησε στην Αργεντινή το 1930. Ο ίδιος είχε γεννηθεί το 1895 στην επαρχία του Μπουένος Άιρες, προερχόταν από οικογένεια μεσαίων κτηματιών και είχε ακολουθήσει από έφηβος τη στρατιωτική καριέρα. Στη δεκαετία του 1930 είχε συμμετάσχει στο πραξικόπημα που ανέτρεψε τον φιλολαϊκό Ριζοσπάστη πρόεδρο Ιππόλιτο Υριγκόζεν και μετά, όταν υπηρέτησε ως στρατιωτικός ακόλουθος στην πρεσβεία της Αργεντινής στη Ρώμη κατά τα έτη 1930-1941, του δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά το φασιστικό πείραμα του Μουσολίνι. Λίγο αργότερα ο πολλά υποσχόμενος και αναμφίβολα χαρισματικός συνταγματάρχης Περόν θα γινόταν από τα ιδρυτικά μέλη της μυστικής οργάνωσης που ανέλαβε την ηγεσία της στρατιωτικής «Επανάστασης» του Ιουνίου του 1943. Αυτή η μυστική οργάνωση, στην οποία συμμετείχαν συνταγματάρχες και υπαξιωματικοί, υποστήριζε την ουδετερότητα της Αργεντινής στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έβλεπε ως βασική αποστολή του στρατού την υπεράσπιση του έθνους και θεωρούσε την «Επανάσταση» του 1943 ως ιστορική ευκαιρία προκειμένου να προστατευθεί η αργεντινή κοινωνία από τον κομμουνιστικό κίνδυνο και να επανακτήσει τις παραδοσιακές και χριστιανικές αξίες της.2

Ο Περόν έγινε σιγά σιγά ο πραγματικός αρχηγός της ντε φάκτο κυβέρνησης. Ως επικεφαλής της Γραμματείας Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας προσέγγισε τη συνδικαλιστική ηγεσία και προχώρησε σε μια σειρά παραχωρήσεων προς την εργατική τάξη αποκτώντας έτσι ισχυρό λαϊκό έρεισμα. Σε αυτό το πλαίσιο οι αντιπολιτευτικές φωνές ενδυναμώθηκαν και από το 1945 οργανώθηκαν υπό την καθοδήγηση του αμερικανού πρεσβευτή στην Αργεντινή Spruille Braden. Το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων του πολιτικού φάσματος, καταγγέλλοντας την ουδέτερη στάση της Αργεντινής στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την όψιμη ρήξη των σχέσεών της με τον Άξονα, πίεζε για επάνοδο στη δημοκρατική νομιμότητα. Παράλληλα, οι επιχειρηματίες αντιμετώπιζαν με εχθρότητα τα φιλεργατικά μέτρα του Περόν ενώ ο κόσμος της διανόησης δυσπιστούσε για τις πολιτικές του που παρέπεμπαν στις ευρωπαϊκές φασιστικές εμπειρίες. Οι πιέσεις της αντιπολίτευσης, σε συνδυασμό με τις έντονες αντιπαλότητες που είχε πλέον αποκτήσει ο Περόν στο εσωτερικό του στρατού, οδήγησαν την ηγεσία της «Επανάστασης» στο να του αφαιρέσει όλα τα αξιώματά του – ήταν αντιπρόεδρος, υπουργός Πολέμου και επικεφαλής της Γραμματείας Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας – και να τον οδηγήσει στη φυλακή, στο κοντινό στο Μπουένος Άιρες νησί Martín García.

Μπουένος Άιρες, 17 Οκτωβρίου 1945. Η ανατολή του περονισμού.

Η κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου του 1945 ήταν η δυναμική απάντηση των λαϊκών στρωμάτων. Η ανασύσταση των γεγονότων εκείνης της ημέρας απέχει πολύ από το είναι ομόφωνη. Ορισμένες μαρτυρίες κάνουν λόγο για ένα εκατομμύριο άτομα, άλλες για δεκάδες χιλιάδες. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές του Περόν, οι διαδηλωτές που εκείνη τη μέρα κατέφθασαν από τα βιομηχανικά προάστια του Μπουένος Άιρες στην κεντρική Πλατεία του Μαΐου για να εκφράσουν την υποστήριξή τους στον αρχηγό τους ήταν ο «γνήσιος λαός», το «αληθινό έθνος». Άλλοι αντίθετα κάνουν λόγο για «άμορφη και άλογη μάζα» που ενσάρκωνε τη ντόπια «βαρβαρότητα» ενάντια στη φωνή της λογικής και του πολιτισμού. Ο τύπος της Αριστεράς ήταν ιδιαίτερα επικριτικός: το έντυπο του Κομμουνιστικού Κόμματος έκανε λόγο για «λούμπεν προλεταριάτο» ενώ η La Vanguardia, το όργανο του Σοσιαλιστικού Κόμματος, έκανε λόγο για «καρναβάλι» και για «δήθεν» εργάτες που λεηλατούσαν με πρόσχημα τις διεκδικήσεις τους.3

Πέρα από τις διχογνωμίες και τις αντίθετες ερμηνείες, το κρίσιμο ερώτημα του ποιες ήταν οι πραγματικές κινητήριες δυνάμεις πίσω από τα γεγονότα της 17ης Οκτωβρίου, και πιο συγκεκριμένα αν ήταν ο απλός λαός ή τα συνδικάτα, έχει μεγάλη σημασία γιατί, όπως λέει ο ιστορικός Μαριάνο Πλότκιν, αφορά την ίδια τη φύση του περονικού κινήματος.4 Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή του περονισμού, τα λαϊκά στρώματα είχαν κινηθεί αυθόρμητα προκειμένου να διασώσουν τον αρχηγό τους, ο οποίος όχι μόνο είχε υποστηρίξει τα δικαιώματά τους αλλά επιπλέον τους είχε δώσει πολιτική ύπαρξη και τα είχε καταστήσει ορατά στην κοινωνία. Πάντως, παρόλο που η πρωτοβουλία της κινητοποίησης όντως ξεκίνησε από τους απλούς εργάτες, η συνδικαλιστική ηγεσία, η «παλαιά» δηλαδή συνδικαλιστική «φρουρά», η οποία είχε κηρύξει γενική απεργία ως απάντηση στις πολιτικές εξελίξεις, έπαιξε και αυτή σημαντικό ρόλο στη διαδικασία που οδήγησε τελικά στην εργατική κινητοποίηση.5

Αυτή η διπλή διάσταση της 17ης Οκτώβρη είναι διαφωτιστική ως προς τον τρόπο διείσδυσης του περονισμού στα εργατικά στρώματα. Από τη μια πλευρά ο περονισμός αγκαλιάστηκε αυθόρμητα από τα λαϊκά εργατικά στρώματα των φτωχογειτονιών του Μπουένος Άιρες, τα οποία αποτελούνταν κυρίως από εσωτερικούς μετανάστες που εντάχθηκαν στην εκσυγχρονισμένη οικονομία κατά τη δεκαετία του 1930, κυρίως μέσω της απασχόλησής τους στον αναπτυσσόμενο βιομηχανικό τομέα. Οι περισσότεροι προέρχονταν από αγροτικές περιοχές όπου κυριαρχούσαν οι πατριαρχικές κοινωνικές δομές και οι πελατειακές σχέσεις. Αυτά τα στρώματα, τα οποία θα γίνονταν η ισχυρή συνδικαλιστική βάση, αποτέλεσαν το «καινούργιο» στοιχείο στον περονισμό, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του και ήταν η ένταξή τους στο πολιτικό σύστημα αυτή που σηματοδότησε τη ρήξη που έφερε ο περονισμός σε σχέση με προηγούμενες πολιτικές εμπειρίες.

Από την άλλη, όμως, πλευρά και ο ρόλος των παλαιών συνδικαλιστών ήταν πολύ σημαντικός τόσο στην κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου του 1945 όσο και γενικότερα στην ενσωμάτωση του περονισμού στο αργεντινό εργατικό κίνημα.6 Αυτή η παλιά συνδικαλιστική γενιά εκφράζει τον «παλαιό» παράγοντα και τη συνέχεια με το πριν. Όσο και αν ο περονισμός διακήρυττε ότι προέκυψε από το μηδέν, η ανάδυσή του συνδέεται με τις αλλαγές που είχαν συντελεστεί στην αργεντινή κοινωνία τις περασμένες δεκαετίες. Συγκεκριμένα, η πολιτική εμπειρία των Ριζοσπαστικών κυβερνήσεων των ετών 1916-1930 είχε επιφέρει σημαντικές κοινωνικές αλλαγές και είχε εξοικειώσει τα παλαιά εργατικά στρώματα με τον συνδικαλισμό και με τις στρατηγικές διεκδίκησης. Μπορούμε, λοιπόν, να πούμε ότι ο περονισμός κατόρθωσε, από τα μέσα της δεκαετίας του 1940, να ανακυκλώσει τα παλαιά και τα νέα εργατικά στρώματα δημιουργώντας τον «νέο» αργεντινό εργάτη ο οποίος έγινε ο κύριος άξονας του πολιτικού του προγράμματος.7

 

Η περίοδος 1946-1955: μια νέα τάξη πραγμάτων στην Αργεντινή

Η λαϊκή κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου 1945 άνοιξε τον δρόμο στην εκλογή του Περόν ως προέδρου το 1946 έχοντας λάβει το 53% των ψήφων. Από τον πρώτο χρόνο ξεκίνησε η οικοδόμηση της «νέας» Αργεντινής με άξονα το δόγμα της «δικαιοκρατίας». Αυτή η ιδεολογική πλατφόρμα πήγαζε από μια κορπορατιστική αντίληψη της κοινωνίας, στηριζόταν στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης Κράτους και κοινωνίας μέσω της ενίσχυσης του ρόλου του Κράτους σε όλα τα θέματα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής και έδινε έμφαση στην «αρμονία» όλων των δυνάμεων που θα συστρατεύονταν για την πρόοδο του έθνους.

Κατά τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης του Περόν επαναπροσδιορίστηκαν και οι συσχετισμοί εξουσίας: η εκτελεστική εξουσία ενισχύθηκε, το κοινοβουλευτικό σύστημα αποδυναμώθηκε και το πιο ισχυρό έρεισμα του περονισμού έγιναν τα συνδικάτα τα οποία πέρασαν σε καθεστώς κηδεμονίας παρόλο που διατήρησαν τη διαπραγματευτική τους δύναμη σε θέματα οικονομικής πολιτικής. Η σχέση του Περόν με τα συνδικάτα είναι ενδεικτική ως προς το θέμα των νέων συσχετισμών εξουσίας: μετά τη μεγάλη νίκη του στις εκλογές του 1946, διέλυσε το Εργατικό Κόμμα, το οποίο είχε σχηματιστεί από συνδικαλιστές ηγέτες με σκοπό να αποτελέσει τον κομματικό μηχανισμό στήριξης της υποψηφιότητας του Περόν, και συγκρότησε έναν νέο κομματικό μηχανισμό, το Περονικό Κόμμα, το οποίο είχε προσωποπαγή χαρακτήρα. Παρόλο που παλαιοί συνδικαλιστές ηγέτες προσπάθησαν να διαφυλάξουν την αυτονομία του εργατικού κινήματος, σύντομα επιτεύχθηκε η πλήρης υπαγωγή της Γενικής Εργατικής Συνομοσπονδίας στο περονικό Κράτος.

Σε οικονομικό επίπεδο ο Περόν επεδίωξε την οικονομική ανεξαρτησία της Αργεντινής εξισώνοντάς την με την εθνική κυριαρχία. Κύριοι άξονες της οικονομικής πολιτικής του ήταν ο κρατικός παρεμβατισμός, οι εθνικοποιήσεις, ο προγραμματισμός, και η ενίσχυση της εγχώριας αγοράς μέσω γενναίων αναδιανεμητικών πολιτικών. Η προώθηση της εθνικής βιομηχανίας κατέστη εκείνη την περίοδο εθνικό στοίχημα και σύμφωνα με το διεθνές κλίμα της εποχής έγινε συνώνυμο της ανάπτυξης. Όπως σε όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, η εκβιομηχάνιση στην Αργεντινή του Περόν στηρίχτηκε στην υποκατάσταση των εισαγωγών και στη μεταβίβαση πόρων από τον πρωτογενή τομέα.8 Σε πρώτη φάση η προώθηση της εκβιομηχάνισης κατά τη δεκαετία του 1940 πραγματοποιήθηκε σε ένα οικονομικό πλαίσιο που χαρακτηριζόταν από υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης –8% ετησίως στο διάστημα 1946-1948– και διευκολύνθηκε από τις υψηλές διεθνείς τιμές των σιτηρών και του κρέατος, οι μαζικές εξαγωγές των οποίων εξασφάλισαν στο αργεντινό κράτος μεγάλα συναλλαγματικά αποθέματα.

Προπαγανδιστικές αφίσες του περονικού καθεστώτος: “O σφυρηλάτης της Νέας Μεγάλης Αργεντινής” (αριστερά). Το δεύτερο πενταετές πρόγραμμα ανάπτυξης του 1952 (δεξιά).

Πάντως, η επιτυχία των αναπτυξιακών πολιτικής εκείνης της περιόδου ήταν σχετική. Ο Περόν, έχοντας χάσει την υποστήριξη του επιχειρηματικού κόσμου λόγω της στενής σχέσης του με τα συνδικάτα, δεν μπόρεσε να προχωρήσει στην ενεργή προώθηση των στρατηγικών κλάδων της βαριάς βιομηχανίας. Αντίθετα, προτίμησε την περαιτέρω ενίσχυση της ελαφριάς βιομηχανίας, η οποία συμβάδιζε με την προτεραιότητα που έδωσε στη διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς.9 Άλλες οικονομικές δυσκολίες πήγαζαν από τη διεθνή θέση της χώρας: η Αργεντινή του Περόν τιμωρήθηκε σκληρά για την ουδετερότητά της στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950 δεν είχε ουσιαστικά πρόσβαση στον εξωτερικό δανεισμό. Εξάλλου, πριν το τέλος της δεκαετίας του 1940 άρχισαν να φαίνονται οι δομικοί περιορισμοί του ακολουθούμενου μοντέλου ανάπτυξης το οποίο ήταν πρωταρχικά προσανατολισμένο στην εσωτερική αγορά. Το θεμελιώδες πρόβλημα ήταν οι ελλείψεις που άρχισαν να παρουσιάζονται σε συναλλαγματικά αποθέματα – λόγω της πτώσης των διεθνών τιμών των αγροτικών προϊόντων – γεγονός που επέβαλε σοβαρούς περιορισμούς στις εισαγωγές τεχνολογικού εξοπλισμού, καυσίμων και πρώτων υλών, τα οποία ήταν απαραίτητα για τη συνέχιση της εκβιομηχάνισης. Ως αποτέλεσμα, ο πληθωρισμός και το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο έγιναν μόνιμα χαρακτηριστικά της αργεντινής οικονομίας εκείνη την περίοδο.

Παρά τα μακροοικονομικά αυτά προβλήματα, η φιλολαϊκή και φιλεργατική πολιτική του Περόν μεταφράστηκε σε μια πρωτόγνωρη κινητικότητα για τη μεσαία και χαμηλά στρώματα: στο διάστημα 1943-1948 η συμμετοχή των μισθών στο εθνικό εισόδημα ανέβηκε από το 44% στο 53% ως αποτέλεσμα των γενναίων αυξήσεων των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων αλλά και της κρατικής υποστήριξης στο θέμα του καθορισμού των μισθών μέσω συλλογικών συμβάσεων. Τα λαϊκά στρώματα μπορούσαν να καταναλώνουν περισσότερο από ποτέ σε τρόφιμα, είδη ένδυσης, κατοικία, οικιακά ηλεκτρικά είδη.10 Γενικά, παρά τα όρια που έθετε η οικονομία, η αργεντινή κοινωνία την εποχή του Περόν ήταν αναμφίβολα μια κοινωνία με μεγαλύτερη ισότητα. Για τα πλήθη των εσωτερικών μεταναστών η ενσωμάτωσή τους στην αγορά της αστικής εργασίας, με ημερομίσθια υψηλότερα από τα αντίστοιχα που κέρδιζαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, σήμανε την άμεση βελτίωση της κοινωνικής τους θέσης. Ανοδικά κινήθηκε και το βιοτικό επίπεδο των παλαιότερων εργατών ενώ η επέκταση της δημόσιας διοίκησης πολλαπλασίασε τις υπαλληλικές θέσεις και τόνωσε τις προσδοκίες χιλιάδων εργαζομένων, προερχομένων από τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα, για την απόκτηση μιας θέσης εργασίας με διοικητικά καθήκοντα. Γενικά, τα πλατιά κοινωνικά στρώματα έζησαν μια νέα συλλογική εμπειρία κοινωνικής κινητικότητας, την οποία η αργεντινή κοινωνία είχε να ζήσει από τις αρχές του 20ού αιώνα.

Στον χώρο της εργατικής νομοθεσίας και της κοινωνικής πολιτικής το αποτύπωμα του περονισμού ήταν πολύ βαθύ. Κατά τον Περόν, η κατοχύρωση βασικών κοινωνικών δικαιωμάτων ήταν προϋπόθεση για τον πόλεμο ενάντια στον κομμουνισμό και για την επίτευξη της κοινωνικής αρμονίας. Ήδη από την εποχή που ήταν επικεφαλής της Γραμματείας Εργασίας και Πρόνοιας στην ντε φάκτο κυβέρνηση του 1943 η εργατική νομοθεσία έγινε προτεραιότητα για τον Περόν. Τα σημαντικότερα μέτρα εκείνης της περιόδου ήταν η κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εργατών γης καθώς και η καθιέρωση αμειβόμενων διακοπών για όλους τους εργαζομένους της χώρας, ενώ τις παραμονές των εκλογών του 1946 παραχωρήθηκε ο δέκατος τρίτος μισθός σε όλους τους εργαζομένους.11 Η αισθητή βελτίωση της διαπραγματευτικής θέσης των εργατών μεταφραζόταν σε μια σειρά δεσμεύσεων της εργοδοσίας που αποτυπώνονταν στις συλλογικές συμβάσεις. Επιπλέον οι εργάτες, μέσα από τη συμμετοχή τους στα ισχυρά συνδικάτα τους, απέκτησαν μεγάλη δύναμη που απέρρεε από τον έλεγχο που ασκούσαν στην ίδια την παραγωγική διαδικασία μέσω των εκπροσώπων τους.

Ο περονισμός στα βιβλία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Η διαδικασία εκδημοκρατισμού της κοινωνίας έγινε ορατή σε διάφορους τομείς: στον εκπαιδευτικό τομέα η πρόσβαση στο δημοτικό σχολείο επεκτάθηκε στα λαϊκά στρώματα συμβάλλοντας αισθητά στη μείωση του αναλφαβητισμού. Στον τομέα της υγείας οι νοσοκομειακές υποδομές και η προσφορά ιατρικών υπηρεσιών βελτίωσαν σημαντικά την ποιότητα ζωής των πολιτών, τουλάχιστον όσων ζούσαν στα αστικά κέντρα. Το δικαίωμα στην κατοικία επίσης προβλεπόταν από το κυβερνητικό πρόγραμμα του Περόν: οι δημόσιοι υπάλληλοι είχαν πρόσβαση σε χαμηλότοκα στεγαστικά δάνεια ενώ προωθήθηκε και η δημιουργία εργατικών κατοικιών η οποία αναζωογόνησε τον κατασκευαστικό τομέα. Ο «εκδημοκρατισμός της ευημερίας» έγινε αισθητός και στο θέμα του τουρισμού καθώς δόθηκαν κίνητρα για την κατασκευή λαϊκών ξενοδοχείων και κατασκηνώσεων. Η πόλη του Mar del Plata που είχε ξεκινήσει να αναπτύσσεται τουριστικά στα τέλη του 19ου αιώνα ως αριστοκρατικό θέρετρο, κατακλυσμένη τώρα τα καλοκαίρια από τα μέλη των συνδικάτων, έγινε ο καθρέφτης του εκδημοκρατισμού της κοινωνίας.12

Όμως, όσο τα κοινωνικά δικαιώματα επεκτείνονταν, τόσο ο πολιτικός πλουραλισμός υποχωρούσε: μετά τη δεύτερη μεγάλη νίκη του Περόν στις εκλογές του 1951 με ποσοστό 63,5%, η «περονοποίηση» των θεσμών έγινε βαθύτερη: η εγγραφή στο Περονικό Κόμμα έγινε προϋπόθεση για την πρόσληψη στη δημόσια διοίκηση, οι εικόνες του Περόν και της συζύγου του Εύας δέσποζαν στα αναγνωστικά του δημοτικού σχολείου, κυριάρχησε η λογοκρισία στον Τύπο ενώ εξαλείφθηκαν και τα τελευταία ίχνη πολιτικού διαλόγου, καθώς η περονική «δικαιοκρατία» πήρε τη μορφή εθνικού δόγματος.

Politización de la educación durante el peronismo

 

Εβίτα, η σημαιοφόρος των ταπεινών

Η παρουσία και η δημόσια δράση της Εύας Περόν έγιναν αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητας και της πολιτικής σκηνοθεσίας του περονισμού. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι σήμαινε η Εβίτα για τα πλατιά κοινωνικά στρώματα της Αργεντινής, τα οποία κατά τη δεκαετία του 1940 άρχισαν να συρρέουν από τις φτωχικές βόρειες επαρχίες της χώρας στην πρωτεύουσα για να συμβάλουν στο «θαύμα» που ανέλαβε να φέρει σε πέρας ο Περόν. Στην πυρετώδη προσπάθεια οικοδόμησης της «νέας» Αργεντινής, με βάση τις αρχές της δικαιοκρατίας, η Εβίτα έγινε η «πρώτη εργάτρια», η «πνευματική αρχηγός», η «καπετάνισσα». Με κύριο εργαλείο την πολιτική της διαίσθησης, η Εύα Περόν, ως μεσολαβήτρια μεταξύ του αρχηγού και του λαού του, κατάφερε να προσδώσει στον περονισμό ένα ύφος άμεσο και συναισθηματικό που άγγιξε τα λαϊκά στρώματα γιατί αναφερόταν σε απτές εμπειρίες του.

Σε καθημερινή βάση δεχόταν εκπροσώπους από τις συντεχνίες και τα συνδικάτα, άκουγε αιτήματα και παράπονα, εγκαινίαζε σχολεία και νοσοκομεία, ταξίδευε σε απομακρυσμένες επαρχίες και χωριά, έβγαζε πύρινους λόγους. Επισκεπτόταν τα εργοστάσια των λαϊκών συνοικιών, παρακινούσε τους εργάτες να σπάσουν τα ρεκόρ παραγωγικότητας και έστεφε σε κάθε εορτασμό της εργατικής Πρωτομαγιάς τις όμορφες βασίλισσες της εργασίας που συμβόλιζαν την καταξίωση της εργαζόμενης γυναίκας στην Αργεντινή του Περόν.13 Κυρίως, όμως, αφιέρωνε ατελείωτες ώρες στο περίφημο «Ίδρυμα» το οποίο αντικατέστησε την Φιλόπτωχο της παραδοσιακής ολιγαρχίας και έγινε το σπουδαιότερο εργαλείο για την κοινωνική πολιτική του περονισμού. Το Ίδρυμα Εύα Περόν επεκτάθηκε με ταχύτατους ρυθμούς χάρη στις υποχρεωτικές «δωρεές» που επέβαλλε στον επιχειρηματικό κόσμο. Σε σύντομο χρονικό διάστημα απέκτησε μια περίπλοκη οργάνωση σε πανεθνική κλίμακα που περιλάμβανε ένα ευρύ δίκτυο εξωτερικών ιατρείων, πολυκλινικών, σχολείων και συσσιτίων για παιδιά. Οι χιλιάδες πολίτες που πέρασαν από τους διαδρόμους του, μπόρεσαν να δουν από κοντά την Εβίτα να τους ρωτάει για τα προβλήματα, την εργασία, την υγεία, τα παιδιά τους και κατάφεραν να εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή κατοικία, τη δωρεάν μεταφορά στο εξωτερικό για λόγους υγείας, μια υποτροφία, πληρωμένες διακοπές στη θάλασσα αλλά κι ένα ζευγάρι πάνινα παπούτσια, ένα ορθοπεδικό πόδι ή μια τεχνητή οδοντοστοιχία που τόσο είχαν ανάγκη. Η Εβίτα, η «σημαιοφόρος των ταπεινών», εκπλήρωνε επιθυμίες και πραγματοποιούσε όνειρα.

Κοινωνική λειτουργός του Ιδρύματος Εύα Περόν καταγράφει τις ανάγκες των ταπεινών οικογενειών σε βασικά είδη.

Πάνω απ’ όλα, όμως, η Εβίτα δώρισε στους φτωχούς φίλους της την πίστη στον μύθο της σταχτοπούτας. Μια ολόκληρη φιλολογία έχει γραφτεί γύρω από τις ταπεινές καταβολές της, από την παιδική της ηλικία στην κωμόπολη Λος Τόλδος της επαρχίας Μπουένος Άιρες, από το γεγονός ότι ήταν νόθα κόρη του κτηματία Ντουάρτε και για το πώς πήγε στο Μπουένος Άιρες σε ηλικία δεκαπέντε χρονών για να ακολουθήσει καριέρα ηθοποιού στο ραδιόφωνο και στον κινηματογράφο. Πολλά έχουν γραφτεί και για το πώς γνώρισε τον συνταγματάρχη Περόν το 1944, σε μια φιλανθρωπική εκδήλωση στο Μπουένος Άιρες για τα θύματα που σεισμού που έπληξε την επαρχία Σαν Χουάν. Η γνωριμία τους κατέληξε σε γάμο τον επόμενο χρόνο. Αυτά, ακριβώς, τα χαρακτηριστικά της επέτρεπαν στα πλατιά στρώματα να ταυτίζονται μαζί της και να ελπίζουν σε μια καλύτερη μοίρα. Αυτά παρότρυναν τις φτωχές κοπέλες της Αργεντινής να επιδιώκουν να της μοιάσουν, να παίρνουν το όνομά της, να αντιγράφουν το χτένισμά της, να προσπαθούν να ντυθούν όπως εκείνη. Ό,τι άγγιζε η Εβίτα γινόταν φετίχ.

Εβίτα Περόν.

Έχουν μείνει στην ιστορία οι φλογεροί δημόσιοι λόγοι της στους οποίους κεντρική θέση είχε η αγάπη της για τον Περόν, η αφοσίωσή της στον λαό και η αυταπάρνηση. Αυτά τα συναισθήματά της τα εξέφρασε ανάγλυφα και στο έργο της Ο σκοπός της ζωής μου (La razón de mi vida) στο οποίο μιλά για τον πόνο που της προκαλούσε η κοινωνική αδικία.14 Με τους λόγους της δήλωνε ότι ένιωθε «στο πετσί της» τις πολιτικές θεωρίες του Περόν δείχνοντας με αυτό τον τρόπο στα λαϊκά στρώματα ότι η πολιτική ήταν πάνω απ’ όλα συναίσθημα. Ένα συναίσθημα που στηριζόταν στο δίπολο πίστη – απιστία και χώριζε την κοινωνία σε φίλους και εχθρούς, σε πιστούς και προδότες, σε πατριώτες και πατριδοκάπηλους. Οι πιστοί φίλοι ήταν αυτοί που συμμετείχαν στην «περονική αρμονία», σε μια συμφωνία συναισθημάτων που ένωνε τους εργάτες, τους εργοδότες και το κράτος σε έναν κοινό σκοπό. Σε έναν από τους ιστορικούς λόγους της που εκφωνήθηκε την 17η Οκτωβρίου 1951 στην πλατεία του Μαΐου, σε ένα έντονα πολωμένο πολιτικό κλίμα, πρόβαλλε τη σημασία της αμοιβαίας θυσίας: «Οι εχθροί του λαού», είπε, «του Περόν και της Εύας Περόν γνωρίζουν, εδώ και καιρό, ότι ο Περόν και η Εύα είναι διατεθειμένοι να πεθάνουν για αυτόν τον λαό. Τώρα γνωρίζουν επίσης ότι ο λαός είναι διατεθειμένος να πεθάνει για τον Περόν».

Ο Περόν και η Εβίτα στο κατώφλι του Προεδρικού Μεγάρου.

Τι σήμαινε, όμως, η Εβίτα για την «άλλη» Αργεντινή, αυτή που δεν συμμετείχε στην «περονική συμφωνία»; Σε αυτήν συμπεριλαμβάνονται όλοι όσοι ένιωθαν να απειλούνται από τον περονισμό: η παραδοσιακή οικονομική, κοινωνική και πολιτική ολιγαρχία, τα αστικά στρώματα, οι απόγονοι των ευρωπαίων μεταναστών που ένιωθαν την περιουσία τους να απειλείται από τους πρόσφατους εσωτερικούς μετανάστες, η αργεντινή διανόηση που θεωρούσε την πρώτη κυρία της χώρας ως την πιο ωμή έκφραση της δημαγωγίας του περονικού καθεστώτος που «υπνώτιζε» τον λαό με την προσφορά φτηνών παπουτσιών και πανηγυρικών θεαμάτων. Για όλους αυτούς η Εύα Περόν ήταν η φωνή του πλήθους, της μάζας, της ορδής. Αλλά και μέσα στον περονισμό η ισχυρή προσωπική επιρροή της στα συνδικάτα και στην κεφαλή της Εργατικής Συνομοσπονδίας δημιούργησε αντιπαλότητες. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα όταν οι στρατιωτικοί που στήριζαν τον Περόν αντέδρασαν θυελλωδώς στην υποψηφιότητα της Εύας για την αντιπροεδρία το 1951 επειδή θεωρούσαν ότι η πρώτη κυρία της χώρας επεδίωκε να δημιουργήσει σφαίρες παράλληλης εξουσίας.

Ο πρόωρος θάνατός της το 1952 από καρκίνο στα τριάντα τρία της χρόνια – έχει ειπωθεί ότι η Εβίτα δεν επινόησε μόνο την εικόνα της αλλά και τον θάνατό της – της επέτρεψε να μείνει άφθαρτη από τις δοκιμασίες που γνώρισε ο περονισμός κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970, όταν το κίνημα διχάστηκε. Μόνο η Εβίτα έμεινε αλώβητη και σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατό της εξακολουθεί να είναι μύθος για τους οπαδούς του περονισμού.

Argentina: Eva Perón

Μπουένος Άιρες, Ιούλιος 1952. Η κηδεία της Εβίτας Περόν μέσα σε κλίμα εθνικού πένθους και απόγνωσης.

 

Η ανατροπή του Περόν και η περίοδος της «περονικής αντίστασης»

Κατά τη δεύτερη προεδρία του Περόν (1952-1955) οι διαχωριστικές γραμμές που είχαν υψωθεί στο εσωτερικό της αργεντινής κοινωνίας βάθυναν ακόμη περισσότερο. Πίσω από αυτή την πόλωση κρύβονταν αντίθετα συμφέροντα, ταξικές προκαταλήψεις, διαφορετικά κοινωνικά βιώματα και αισθητικά πρότυπα, ασύμβατοι τρόποι ζωής. Η απόρριψη που προκαλούσε ο περονισμός στους αντιπάλους του επέτρεψε την προσέγγιση πολύ ετερογενών πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που είχαν ως κοινό στόχο την ανατροπή του Περόν και την αποκατάσταση της «τάξης».

Παρά τις έντονες αντιδράσεις που ξυπνούσε σε σημαντικά τμήματα της κοινωνίας ο περονισμός, το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1955 που τελικά τον ανέτρεψε δεν ήταν αναπόφευκτο: το 1954 ο Περόν διατηρούσε σχεδόν ανέπαφες τις πολιτικές συμμαχίες του και είχε καταφέρει, λόγω του ανοίγματός του προς το ξένο κεφάλαιο, να βελτιώσει αισθητά τις σχέσεις του τόσο με τους επιχειρηματικούς κύκλους όσο και με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ας σημειωθεί ότι από τα μέσα του 1953 οι σχέσεις του Περόν με τον νέο αμερικανό πρόεδρο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ είχαν μπει σε πιο πραγματιστικές βάσεις αφήνοντας πίσω τους παλιούς δογματισμούς. Η επίσκεψη μάλιστα του αδερφού του αμερικανού προέδρου, Μίλτον Αϊζενχάουερ, στο Μπουένος Άιρες τον Ιούλιο του 1953, στη διάρκεια της περιοδείας του στη Λατινική Αμερική, συνέβαλε σημαντικά στην αναθέρμανση των σχέσεων ΗΠΑ – Αργεντινής μετά από χρόνια ψυχρότητας. Σε αυτό το βελτιωμένο κλίμα ο Περόν άρχισε να εγκαταλείπει τις παλαιότερες θέσεις του περί Τρίτου Δρόμου – δηλαδή την τήρηση ίσως αποστάσεων από τον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό – και να προσανατολίζεται προς μια πιο στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ στο διεθνές πεδίο.15

Τι οδήγησε λοιπόν στην ανατροπή του Περόν το 1955; Παραδόξως η αρχή του τέλους επήλθε μέσα από ρήξη του με δύο από τις βασικές δυνάμεις που τον στήριζαν, την Εκκλησία και τον στρατό. Καταλύτης σε αυτή τη διαδικασία υπήρξε η σύγκρουση του Περόν με την ιεραρχία της καθολικής Εκκλησίας, εξαιτίας των ηγεμονικών αξιώσεων του περονικού Κράτους και των συνεχών παρεμβολών του στο κοινωνικό και εκπαιδευτικό έργο της Εκκλησίας. Η σύγκρουση οξύνθηκε όταν οι παρεμβάσεις αυτές άγγιξαν και δογματικά ζητήματα: από τους κυβερνητικούς κύκλους άρχισε να διαδίδεται όλο και περισσότερο μια «περονική» χριστιανική φιλοσοφία που κρατούσε συνεχώς μεγαλύτερες αποστάσεις από την επίσημη παράδοση του καθολικισμού. Επιπλέον οι άλλες θρησκείες άρχισαν να απολαμβάνουν μια πρωτόγνωρη ανοχή και ελευθερία ενώ η λατρεία γύρω από την Εβίτα είχε πάρει πλέον τη μορφή παράλληλης θρησκείας.16 Σε ένα πρωτοφανές κλίμα έντασης οι εκκλησίες άρχισαν να μετατρέπονται σε εργαστήρια για την οργάνωση της αντίστασης ενάντια στον περονισμό. Όταν έγινε γνωστή η ύπαρξη σχεδίου για την οργάνωση ενός Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, ο Περόν αντέδρασε έντονα αφαιρώντας από την καθολική Εκκλησία σημαντικά κατοχυρωμένα προνόμιά της: κατάργησε τη διδασκαλία των θρησκευτικών στη δημόσια εκπαίδευση, σταμάτησε τη χρηματοδότηση στα ιδιωτικά καθολικά σχολεία ενώ ταυτόχρονα επικυρώθηκε ο νόμος που επέτρεπε το διαζύγιο και απαγορεύτηκαν οι λιτανείες στους δρόμους. Κι ενώ ο αντικληρικαλισμός του φιλοκυβερνητικού Τύπου οξυνόταν, στις αρχές του 1955 προτάθηκε μια νέα συνταγματική μεταρρύθμιση για τον διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους. Σε αυτό το κλίμα η υπεράσπιση της θρησκείας έγινε η βασική αντιπολιτευτική σημαία που ένωσε παραδόξως όλο το φάσμα των φωνών της αντιπολίτευσης, από στρατευμένους καθολικούς μέχρι κομμουνιστές και σοσιαλιστές που συμμετείχαν σε θρησκευτικές λιτανείες στους δρόμους ως πράξη αντίστασης.

Ακολούθησε τον Ιούνιο του 1955 μια απόπειρα πραξικοπήματος όταν τμήματα του πολεμικού Ναυτικού και της Αεροπορίας ξεσηκώθηκαν και βομβάρδισαν το προεδρικό μέγαρο. Ο Περόν σώθηκε αλλά μεταξύ των τυχαίων περαστικών και των οπαδών του που έσπευσαν στην κεντρική πλατεία για να υπερασπιστούν τον αρχηγό τους, σκοτώθηκαν 300 άτομα και τραυματίστηκαν περίπου 600. Ακολούθησαν αντίποινα: εκείνη τη νύχτα, φανατικοί περονιστές βεβήλωσαν και έκαψαν τις σημαντικότερες εκκλησίες στο κέντρο της πρωτεύουσας. Όταν ορισμένες συμφιλιωτικές κινήσεις του Περόν δεν απέδωσαν, ο ίδιος κήρυξε τον πόλεμο στα τέλη Αυγούστου καλώντας τον λαό να αντισταθεί: «Στη βία θα απαντήσουμε με μεγαλύτερη βία. Όταν πέφτει ένας δικός μας, θα πέφτουν πέντε δικοί τους», είπε.

Αυτή η κήρυξη πολέμου έπεισε και πολλούς αναποφάσιστους ακόμη στρατιωτικούς για την αναγκαιότητα του πραξικοπήματος. Η σύγκρουση του Περόν με την Εκκλησία είχε γενικά διχάσει τον στρατό. Καθώς οι πιστοί στον Περόν στρατιωτικοί δεν έδειξαν μεγάλη διάθεση να τον υπερασπιστούν, επιβλήθηκαν οι πραξικοπηματίες. Η υπερίσχυση των εχθρικών στην κυβέρνηση στρατιωτικών κύκλων έθεσε σε κίνηση το πραξικόπημα 16ης Σεπτεμβρίου 1955 που με επικεφαλής τον στρατηγό Eduardo Lonardi ανέτρεψε τον Περόν έχοντας την υποστήριξη σύσσωμης της αντιπολίτευσης. Ο Περόν ζήτησε άσυλο στην πρεσβεία της Παραγουάης και ξεκίνησε η μακρά περίοδος της εξορίας του στην Παραγουάη, τον Παναμά, τη Νικαράγουα, τη Δομινικανή Δημοκρατία και τέλος στην Ισπανία όπου παρέμεινε από το 1960 μέχρι την επιστροφή του στην Αργεντινή το 1973.

Οι εκ των πρωτεργατών του πραξικοπήματος της 16ης Σεπτεμβρίου 1955, ναύαρχος Isaac Rojas και στρατηγός Pedro Eugenio Aramburu.

Η λεγόμενη «Απελευθερωτική Επανάσταση» ξεκίνησε αμέσως τη διαδικασία «αποπερονοποίησης» της αργεντινής κοινωνίας επιδιώκοντας την εξάλειψη κάθε ίχνους του περονισμού από τη δημόσια σφαίρα: το Περονικό Κόμμα απαγορεύτηκε και οδηγήθηκε στην παρανομία, οι επικεφαλής της Εργατικής Συνομοσπονδίας φυλακίστηκαν, απαγορεύτηκε οποιαδήποτε αναφορά του Τύπου στα ονόματα του Περόν και της Εύας και το 1956 εκτελέστηκε μια ομάδα συνωμοτών στρατιωτικών, οπαδών του Περόν. Από την άλλη πλευρά, μετά το κάλεσμα του Περόν το 1955, ξεκίνησε η μακρά περίοδος της «περονικής αντίστασης». Η αντίσταση περιλάμβανε μια σειρά αντιδράσεων, από την ατομική διαμαρτυρία μέχρι την οργάνωση συνομωσιών στο στρατό και εξεγέρσεων. Ειδικά η συνδικαλισμένη βάση του περονισμού πήρε στα χέρια της την αντίσταση στους χώρους εργασίας μετατρέποντας συχνά τα εργοστάσια σε πεδία μάχης: η δράση των εργατών στηριζόταν τόσο σε ανεπίσημες τακτικές όπως ήταν η αργόρυθμη εργασία μέχρι βίαιες απεργίες και δολιοφθορές.17

Κατά τα πρώτα χρόνια μετά το πραξικόπημα οι οπαδοί του Περόν ήταν ενωμένοι. Ωστόσο, ήδη από το 1957 άρχισαν να διαφαίνονται οι διαφορετικοί δρόμοι που επρόκειτο να ακολουθήσουν η συνδικαλιστική ηγεσία, από τη μια πλευρά, και η βάση του περονισμού από την άλλη. Για τους άλλοτε ισχυρούς συνδικαλιστές ηγέτες τέθηκε από νωρίς το δίλημμα αν θα έπρεπε να επιδιώξουν ένα είδος συμμετοχής και ενσωμάτωσης στο νέο πολιτικό σκηνικό προκειμένου να παραμείνουν παράγοντας εξουσίας ή αν θα έπρεπε να απέχουν από οποιαδήποτε διαπραγμάτευση γιατί έτσι απομακρυνόταν η δυνατότητα επιστροφής του Περόν. Παρόλο που ο συνδικαλισμός δέχτηκε μεγάλο πλήγμα από το πραξικόπημα, τα υψηλόβαθμα στελέχη του αναγνωρίστηκαν ως συνομιλητές του πολιτικού παιχνιδιού που διαμορφώθηκε μετά την ανατροπή του Περόν.18 Οι στρατηγικές τους άλλαζαν ανάλογα με τις εκάστοτε συγκυρίες: το 1958 υποστήριξαν έναντι πολιτικών ανταλλαγμάτων τον υποψήφιο των Ριζοσπαστών Arturo Frondizi, άλλοτε υποστήριζαν την πολιτική αποχή ή τη λευκή ψήφο, άλλοτε ψήφιζαν τα λεγόμενα νεοπερονικά κόμματα και όποτε τους επιτρεπόταν, κατέβαζαν υποψήφιους από τον συνδικαλιστικό χώρο. Ας σημειωθεί βέβαια ότι όλο αυτό το διάστημα ο ίδιος ο Περόν κινούσε τα νήματα από την εξορία.

Από την άλλη πλευρά κατά τη δεκαετία του 1960 ξεκίνησε η ριζοσπαστικοποίηση της περονικής νεολαίας που δεν ανεχόταν κανέναν συμβιβασμό και καταδίκαζε τη διαπραγματευτική στάση της συνδικαλιστικής ηγεσίας ως προδοσία προς το περονικό κίνημα. Οι περισσότεροι νεολαίοι ασπάστηκαν μια επαναστατική κουλτούρα, σύμφωνη και με παγκόσμιο πολιτικό κλίμα της εποχής, και πολλοί οργανώθηκαν σε ένοπλα αντάρτικα σώματα, με κυριότερο την οργάνωση Montoneros που δεν δίστασε να προχωρήσει σε εκτελέσεις πολιτικών αντιπάλων. Τον Μάιο του 1970 ο στρατηγός Aramburu, από τους πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος που ανέτρεψε τον Περόν, απήχθη από τους Montoneros και λίγες μέρες μετά δολοφονήθηκε. Σύντομα όμως ο πόλεμος μεταφέρθηκε και στο εσωτερικό του περονισμού καθώς μεταξύ των θυμάτων της ένοπλης δράσης των Montoneros ήταν τρανταχτά ονόματα περονιστών ηγετών από τον χώρο του συνδικαλισμού.

Κατά τη μεταβατική περίοδο 1971-1973, σε ένα κλίμα γενικευμένης πολιτικής βίας και εμφυλίου πολέμου στο περονικό κίνημα, ο Περόν έγινε ο κύριος διαχειριστής της κατάστασης και πρόβαλλε ως ο μόνος ικανός να επιβάλει την τάξη. Συνεχείς ζυμώσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων άνοιξαν τελικά τον δρόμο για την επιστροφή του Περόν στην Αργεντινή, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 20 Ιουνίου 1973 μετά από 18 χρόνια εξορίας. Είχαν προηγηθεί οι εκλογές του Μαρτίου του 1973 στις οποίες επικράτησε ο περονιστής υποψήφιος και κοντινός άνθρωπος του Περόν, Héctor Cámpora. Τον Σεπτέμβρη του 1973 προκηρύχθηκαν, σε ένα κλίμα ευφορίας και ενθουσιασμού, νέες εκλογές στις οποίες ο Περόν σάρωσε με ποσοστό 62%. Ωστόσο, ο εμφύλιος πόλεμος στο εσωτερικό του περονισμού εξακολουθούσε να μαίνεται.

O Χουάν Περόν και η σύζυγός του Ιζαμπέλ το 1973, έπειτα από την επιστροφή τους στην Αργεντινή.

Την 1η Ιουλίου 1974 ο Περόν πέθανε. Οι τίτλο των εφημερίδων εκείνη την ημέρα έγραψαν μόνο ένα τεράστιο «Πέθανε». Τον διαδέχτηκε η σύζυγός του Ιζαμπέλ Περόν την οποία είχε παντρευτεί το 1961. Αμέσως μετά οι Montoneros δήλωσαν ότι δεν αναγνώριζαν την εξουσία της Ιζαμπέλ Περόν και κήρυξαν ως μοναδικό διάδοχο του Περόν τον ίδιο τον λαό. Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς πέρασαν στην παρανομία και ανέλαβαν ξανά τον ένοπλο αγώνα. Από τότε επικράτησε ένα κλίμα ανεξέλεγκτης βίας ανάμεσα σε αντάρτικες ομάδες και στη παρακρατική οργάνωση Τριπλό Α. Αυτό το χρονικό βίας κατέληξε στο πραξικόπημα της 24ης Μαρτίου 1976 και στην κατάληψη της εξουσίας από μία από τις στυγνότερες χούντες στην σύγχρονη παγκόσμια ιστορία, η οποία θα άφηνε πίσω της 30.0000 αγνοούμενους. Οι περονιστές πλήρωσαν τον πιο βαρύ φόρο αίματος σε αυτή την τραγωδία.

Μπουένος Άιρες, Ιούλιος 1974. Θάνατος του Χουάν Περόν.

Παρά τις δραματικές εξελίξεις τις περιόδου 1976-1983 ο περονισμός επιβίωσε και μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1983 ανασυντάχθηκε και επανήλθε δυναμικά στην πολιτική σκηνή της Αργεντινής. Η επιστροφή του στην εξουσία κατά τις περιόδους 1989-1999 και 2003-2015, μέσα από πολύ διαφορετικά μεταξύ τους πρόσωπα και πολιτικά προγράμματα, δείχνει αναμφίβολα την ανθεκτικότητα της περονικής ταυτότητας και το ισχυρό έρεισμα του κινήματος στα λαϊκά στρώματα και στον συνδικαλιστικό χώρο. Από την άλλη πλευρά, η ετερογένειά του φανερώνει την ιδεολογική ευελιξία του, την ικανότητά του να προσαρμόζεται σε πολύ διαφορετικές συνθήκες αλλά και τη συμβιωτική σχέση του με την εξουσία.19

Η Μαρία Δαμηλάκου είναι Επίκουρη Καθηγήτρια της Ιστορίας της Αμερικανικής Ηπείρου με έμφαση στους Νεότερους Χρόνους στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Miguel Murmis – Juan Carlos Portantiero, Estudios sobre los orígenes del peronismo, Μπουένος Άιρες, Siglo XXI Editores, 1971. Federico Neiburg, Los intelectuales y la invención del peronismo, Μπουένος Άιρες, Alianza, 1998. Ernesto Laclau, La Razón Populista, Μπουένος Άιρες, FCE, 2005. Torcuato di Tella, Sociología de los procesos políticos, Μπουένος Άιρες, Grupo Editor Latinoamericano, 1985.

Juan Carlos Torre, “Introducción a los años peronistas”, στο J. C. Torre (επιμ.), Los años peronistas (1943-1955), σειρά Nueva Historia Argentina, τ. VIII, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2002, σ. 24-33.

Santiago Senén González- Gabriel Lerman, El 17 de Octubre de 1945. Antes, durante y después, Μπουένος Άιρες, Lumiere, 2005.

Mariano Plotkin, El día que se inventó el peronismo: la construcción del 17 de Octubre, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2008.

Juan Carlos Torre (επιμ.), El 17 de Octubre de 1945, Μπουένος Άιρες, Ariel, 1995.

Juan Carlos Torre, La vieja guardia sindical y Perón, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 1990. Miguel Murmis – Juan Carlos Portantiero, ό.π.

Μαρία Δαμηλάκου, Ιστορία της Λατινικής Αμερικής από το τέλος της αποικιοκρατίας μέχρι σήμερα, Αθήνα, Αιώρα, 2014, σ. 128-137.

P. Gerchunoff – D. Antúnez, “De la bonanza peronista a la crisis de desarrollo”, στο J. C. Torre (επιμ.), ό.π., σ. 145.

9 Claudio Belini, La industria peronista, Μπουένος Άιρες, Edhasa, 2009.

10 Juan Carlos Torre – Elisa Pastoriza, “La democratización del bienestar”, στο J. C. Torre (επιμ.), ό.π., σ. 282-283.

11 Juan Suriano, «Ο μακρύς δρόμος προς την κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων του πολίτη», στο Μ. Δαμηλάκου (επιμ.), Θέματα και τάσεις της σύγχρονης Λατινοαμερικανικής Ιστοριογραφίας, ΕΜΝΕ – Μνήμων, 2010, σ. 225-264.

12 Juan Carlos Torre – Elisa Pastoriza,ό.π., σ. 303-304.

13 Mirta Lobato, María Damilakou, Lizel Tornay, “Working-Class Beauty Queens under Peronism”, στο Matthew B. Karush and Oscar Chamosa (eds.), The New Cultural History of Peronism: Power and Identity in Mid Twentieth Century Argentina, Durham, Duke University Press, 2010, σ. 171-207.

14 Mirta Zaida Lobato, Eva Perón (1919-1952). Evita, Μαδρίτη, Ediciones del Orto, Biblioteca de mujeres, 2003.

15 Loris Zannata, La internacional justicialista. Auge y ocaso de los sueños imperiales de Perón, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2013, σ.358-365.

16 Juan Carlos Torre, “Introducción a los años peronistas”, στο J. C. Torre (επιμ.), Los años peronistas (1943-1955), ό.π., σ. 70-71.

17 Daniel James, Resistencia e integración. El peronismo y la clase trabajadora argentina, 1946-1976, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2η έκδοση, 1999.

18 Daniel James, “Sindicatos, burócratas y movilización”, στο Daniel James (επιμ.), Violencia, proscrición y autoritarismo (1955-1976), σειρά Nueva Historia Argentina, τόμος IX, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2003, σ. 117- 167.

19 Μαρία Δαμηλάκου, «Ο αργεντινός περονισμός. Ιδεολογία, πολιτική σκηνοθεσία και κοινωνική εμπειρία», στο: Λαϊκισμός στην ιστορία, την τέχνη, την πολιτική. Πρακτικά επιστημονικού συμποσίου, Αθήνα, Εταιρεία σπουδών νεοελληνικού πολιτισμού και γενικής παιδείας, 2016, σ. 93-102.