Skip to main content

Σοφία Ηλιάδου – Τάχου: Κομμουνισμός, αντικομμουνισμός και εκπαίδευση από την κατοχή του Άξονα ως τον πρώιμο Ψυχρό Πόλεμο (1944-1967)

Σοφία Ηλιάδου – Τάχου

Κομμουνισμός, αντικομμουνισμός και εκπαίδευση από την κατοχή του Άξονα ως τον πρώιμο Ψυχρό Πόλεμο (1944-1967)

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν απέφυγε τη συμμετοχή της στις  διεθνείς αντιπαραθέσεις, για παράδειγμα στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους, στον Ψυχρό Πόλεμο ή ακόμα υπέστη τη δοκιμασία ενός στον εμφυλίου σπαραγμού (1943-1949), εντούτοις υπάρχει ένα σημαντικό κενό στην ελληνική βιβλιογραφία  που σχετίζεται με την Iστορία της Eκπαίδευσης την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, μολονότι η ιστορία της εκπαίδευσης αποτελεί αποδεδειγμένα  αναπόσπαστο τμήμα της Νεοελληνικής Ιστορίας. Τα επιστημονικά άρθρα που σχετίζονται με την επιλογή του ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος  (ΚΚΕ) να ιδρύσει μειονοτικά σλαβομακεδονικά σχολεία στις σλαβόφωνες  κοινότητες της Δυτικής Μακεδονίας είναι λιγοστά.[1]  Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχει σημαντική ακαδημαϊκή συμβολή στην περιγραφή της  διπλωματικής ιστορίας του Ψυχρού Πολέμου στην Ελλάδα, [2] και στο θεματικό πεδίο της κοινωνικής ιστορίας του Ψυχρού Πολέμου, που αναφέρεται στον αντικομουνισμό και στην αμερικανική επεμβατική πολιτική, [3] με ιδιαίτερη εστίαση στη Δυτική Μακεδονία. [4] Υπάρχουν επίσης αξιοσημείωτες μελέτες σχετικές με την καλλιέργεια της ιδεολογίας της «εθνικοφροσύνης» στην Ελλάδα, στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. [5] Ωστόσο, το επιστημονικό πεδίο της Ιστορίας της Εκπαίδευσης στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου δεν αποτέλεσε αντικείμενο της ιστορικής έρευνας. [6]

Η παρούσα έρευνα εκτείνεται χρονικά από το 1944 έως το 1967. Το 1944  είναι το έτος κατά το οποίο δημιουργήθηκε ο θεσμός του  σλαβομακεδονικού σχολείου  στην περιοχή της ελληνικής Μακεδονίας. Πρόκειται για τα σχολεία τα οποία υπάγονταν στην   διοίκηση του ΕΑΜ / ΚΚΕ. Η έρευνα τελειώνει το 1967, έτος κατάλυσης της δημοκρατίας στην Ελλάδα  και επιβολής ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος, της χούντας των συνταγματαρχών.

Η συγκεκριμένη μελέτη στοχεύει στην εξέταση της κομμουνιστικής εκπαίδευσης στην κατεχόμενη από τον Άξονα Ελλάδα της περιόδου 1944-1945. Εστιάζει ακόμα  στην αντικομμουνιστική εκπαίδευση που επιβλήθηκε στην Ελλάδα την εποχή του Ψυχρού Πολέμου (1950-1967). Ειδικότερα διεξέρχεται πρώτα  τους σκοπούς και τους στόχους της ίδρυσης των σλαβομακεδονικών σχολείων από το ΕΑΜ/ΚΚΕ, με εστίαση στα χαρακτηριστικά τους. Έπειτα καθορίζει τις ιδιαιτερότητες του αμερικανικού αντικομμουνιστικού εκπαιδευτικού μοντέλου και  τις επιπτώσεις του στην διαμόρφωση του χαρακτήρα της ελληνικής εκπαίδευσης: εστιάζει δηλαδή στην προσπάθεια για ανασύσταση του ελληνικού έθνους, στην απόπειρα συγκρότησης του αντικομμουνιστικού νομοθετικού πλαισίου, στο αίτημα για την  προώθηση μιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, στην ανάγκη για εκσυγχρονισμό  των δομών του κράτους και στην προαγωγή του στόχου της τεχνολογικής και οικονομικής προόδου. Σε αυτή τη μελέτη χρησιμοποιήθηκε πρωτογενές αρχειακό υλικό, το οποίο εντοπίστηκε σε δημόσια και τοπικά αρχεία και εξετάστηκε διεξοδικά. [7]

 

Η κομμουνιστική εκπαίδευση στην κατεχόμενη Ελλάδα (1944-1945)

Το συγκείμενο

Η επανάσταση των μπολσεβίκων επικράτησε, την ώρα που η Ευρώπη βρισκόταν στα πρόθυρα της οικονομικής και πολιτικής κατάρρευσης. Η Σοβιετική Ένωση ίδρυσε δύο μεγάλες οργανώσεις προκειμένου να προωθήσει την πολιτική της ατζέντα και να μεγιστοποιήσει την επιρροή της στα Βαλκάνια από τη μια και στο διεθνές προσκήνιο από την άλλη:  τη «Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία» (1920/21-1939) και την «Κομμουνιστική Διεθνή (Comintern)» (1919–1943 ). [8]

Αφίσα της Τρίτης Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Στην πραγματικότητα, το 1935, η στρατηγική της «Κομμουνιστικής Διεθνούς» -η οποία αργότερα υιοθετήθηκε και από το Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) – ήταν να ενθαρρύνει την πολιτική συνεργασία μεταξύ των κομμουνιστών και των σοσιαλιστών, με σκοπό τη δημιουργία μετώπου κατά του φασισμού.[9]

Αυτή η στρατηγική δημιούργησε ένα ευφάνταστο, ευέλικτο πρόγραμμα, στο οποίο οι κομμουνιστές είχαν τη δυνατότητα να εκμεταλλευτούν τα σύμβολα του πατριωτισμού και να αναλάβουν τον ρόλο των υπερασπιστών της εθνικής ανεξαρτησίας, προκειμένου να επιτεθούν στον φασισμό. [10]  Κατά συνέπεια, η 7η σύνοδος της «Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας» αποδέχθηκε τη νέα πολιτική πλατφόρμα της «Κομμουνιστικής Διεθνούς», η οποία σχετιζόταν με την παροχή ίσων δικαιωμάτων στις μειονότητες, εντός των εθνικών ορίων. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 1935, το ελληνικό Κομμουνιστικό Κόμμα[11] αναγνώρισε την ύπαρξη σλαβομακεδονικής μειονότητας και διεκδίκησε  την παροχή ίσων δικαιωμάτων σε αυτήν, εντός των ορίων του ελληνικού κράτους. [12]

Νέος Ριζοσπάστης, 19 Σεπτεμβρίου 1932.

Έμμεση συνέπεια της αναγνώρισης ήταν η ίδρυση, τον Οκτώβριο του 1944, από το ΕΑΜ / ΚΚΕ, των σλαβομακεδονικών σχολείων στη Δυτική Μακεδονία,  παρά το γεγονός ότι  δεν τεκμηριώνεται ότι είχε τεθεί   ανάλογο θέμα στο πλαίσιο της αναγνωρισμένης τότε από το ΕΑΜ/ΚΚΕ «Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας». Πραγματικά το θέμα της ίδρυσης σλαβομακεδονικών σχολείων υλοποιήθηκε από την  περιφερειακή επιτροπή του ΚΚΕ της Φλώρινας-Καστοριάς, με πρωτοβουλία του τοπικού κομισάριου της παιδείας Γιάννη Καλαϊτζίδη.  Εικάζουμε ότι το συγκεκριμένο γεγονός  αποτελεί πολιτική επιλογή του  τοπικού κομισάριου που αποσκοπούσε στο να δοθεί απτή διαβεβαίωση στους σλαβόφωνους της Δυτικής  Μακεδονίας που είχαν συμμαχήσει  με το ΕΑΜ/ΚΚΕ ότι εκπληρώνονταν έμπρακτα οι δεσμεύσεις του ΕΑΜ/ΚΚΕ απέναντί τους  στην ουσία όμως ως δέλεαρ για να αποτραπεί, μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, η προσχώρησή τους  στους Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους των Τέμπο-Τίτο.

Τα κύρια χαρακτηριστικά της κομμουνιστικής εκπαίδευσης στην Ελληνική Μακεδονία (1941-1944)

Τα κύρια χαρακτηριστικά του κομμουνιστικού εκπαιδευτικού μοντέλου ήταν τα εξής:

α) Η κατασκευή της «σλαβομακεδονικής μειονότητας»  με εργαλείο τον εκπαιδευτικό μηχανισμό: Στην Τριανταφυλλιά, στις 24 Οκτωβρίου 1944, οι αξιωματικοί του επαρχιακού γραφείου του ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος ενημέρωσαν τους Έλληνες δασκάλους ότι έπρεπε να παραδεχτούν και να αναγνωρίσουν την ύπαρξη «σλαβομακεδονικής μειονότητας με τα έθιμα, τη γλώσσα, τον πολιτισμό, την ιστορία και τον χαρακτήρα της, ως μειονότητας διαφορετικής από το ελληνικό έθνος.» [13]

β) H αναζήτηση του «σλαβομακεδόνα δασκάλου» ανάμεσα στους δασκάλους με σλαβόφωνη καταγωγή: Σύμφωνα με το ελληνικό Κομμουνιστικό Κόμμα, το ζήτημα της καθιέρωσης της  «μειονοτικής εκπαίδευσης» παρουσιάστηκε στους εκπαιδευτικούς κατά την «1η Εκπαιδευτική Συνάντηση» που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1944 στον Πολυπόταμο, ένα χωριό της Φλώρινας. [14]

Στο επόμενο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στην Τριανταφυλλιά, οι αντιδράσεις των εκπαιδευτικών που είχαν σλαβόφωνη προέλευση, σύμφωνα με την εφημερίδα Εκπαιδευτικός Ακρίτας, ήταν οι ακόλουθες : « (α) Εμείς, οι εκπαιδευτικοί, που συμμετείχαμε στο εκπαιδευτικό συνέδριο, απορρίπτουμε τη σλαβομακεδονική  ταυτότητα και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μας αποκαλεί έτσι, επειδή είμαστε Έλληνες (β) Το σλαβομακεδονικό έθνος δεν υπάρχει (γ) Η γλώσσα στη Μακεδονία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κριτήριο της εθνικής συνείδησης κάποιων (δ) Η επιμονή των αγροτών να αυτοαποκαλούνται Σλαβομακεδόνες δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μάσκα για να καλύψουν τα βουλγαρικά, αυτονομιστικά και γενικά ανθελληνικά αισθήματά τους…» [15]

Λαοκρατία, Φλώρινα 3 Αυγούστου 1944.

γ) Η επιλογή των  εκπαιδευτικών εγχειριδίων: Τα μέλη του ΕΑΜ / ΚΚΕ παρουσίασαν ένα «Βουλγαρικό Αλφαβητάριο», το οποίο είχε εκδοθεί το 1936 στη Σόφια και προοριζόταν για τα σλαβομακεδονικά σχολεία της περιοχής. Ο Επιθεωρητής Καλαϊτζίδης πρότεινε, μεταξύ άλλων, τη σύσταση Επιτροπής για τη σύνταξη ενός Αλφαβήτου στη σλαβομακεδονική γλώσσα για τους μαθητές των σλαβομακεδονικών σχολείων.

δ) Οι δημιουργία σχολής για την εκπαίδευση των εκπαιδευτικών των σλαβομακεδονικών σχολείων: Η έλλειψη εκπαιδευτικών για τα σλαβομακεδονικά σχολεία αντιμετωπίστηκε με τη βραχύβια λειτουργία του Φροντιστηρίου στο Άργος Ορεστικό. Το «Φροντιστήριο» προετοίμασε δασκάλους  για τα σλαβομακεδονικά σχολεία, οι οποίοι φαίνεται ότι προέρχονταν από τα σλαβόφωνα χωριά, κυρίως της περιφέρειας  της Καστοριάς. [16]

Χαιρετισμός του Νίκου Ζαχαριάδη στο 2ο συνέδριο του ΝΟΦ (Σλαβομακεδονικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο) στις 25-26 Μαρτίου 1949 στο χωριό Ψαράδες των Πρεσπών.

Η αντικομμουνιστική εκπαίδευση την εποχή του Ψυχρού Πολέμου (1950-1967)

Το συγκείμενο

Η κυριαρχία ενός διπολικού πολωτικού λόγου  ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον αντικομμουνισμό καθόρισε τις επιλογές του ελληνικού κράτους στην διάρκεια της πρώιμης φάσης του Ψυχρού Πολέμου. [17] Ο Εμφύλιος Πόλεμος τελείωσε με τη νίκη της Δεξιάς, χάρις και στην αμερικανική παρέμβαση[18] που ξεκίνησε με το «Δόγμα  Τρούμαν»,[19] το οποίο θεωρήθηκε ως ουσιαστικό σημείο καμπής της Νεοελληνικής Ιστορίας. [20] Στην πραγματικότητα, η διακήρυξη του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Χάρυ Τρούμαν το 1947[21] υπογράμμισε τη δέσμευση των ΗΠΑ  να προστατέψουν τους λαούς και να τους στηρίξουν στον αγώνα τους για την «ανάσχεση του κομμουνιστικού κινδύνου» [22]

Επομένως την εποχή του Ψυχρού Πολέμου ο αντικομμουνισμός ως ιδεολογία συσπείρωνε έναν κόσμο στον οποίο τα ανεξάρτητα έθνη, όπως το ελληνικό, ενώνονταν ενάντια στην κομμουνιστική απειλή. [23] Σε αυτό το πλαίσιο, το «Σχέδιο Μάρσαλ» [24]εκπονήθηκε ως ένα σχέδιο οικονομικής βοήθειας που στόχευε στο να βοηθήσει τα έθνη της Δυτικής Ευρώπης.[25]Έτσι, δημιουργήθηκε η συμμαχία του «Δυτικού Μπλοκ» ή του «Ελεύθερου Κόσμου»[26]  ή του «Δυτικού κόσμου» με τις Ηνωμένες Πολιτείες[27] και το ΝΑΤΟ,[28] ενάντια στην απειλή που αντιπροσώπευε η  Σοβιετική Ένωση. [29]

Η εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν (12 Μαρτίου 1947).

Τα κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής αντικομμουνιστικής εκπαίδευσης την εποχή του Ψυχρού Πολέμου (1950-1967)

Τα χαρακτηριστικά αυτά ήταν: α) Ο επαναπροσδιορισμός  της έννοιας του ελληνικού έθνους[30]:Η εφαρμογή του αντικομμουνιστικού μοντέλου οδήγησε στην κυριαρχία ενός εθνικιστικού μοντέλου εκπαίδευσης. [31] Η κυριαρχία του εθνικισμού ως αξίας του πρώιμου Ψυχρού Πολέμου είναι ένα προϊόν που εισάγεται στην Ελλάδα από τις Ηνωμένες Πολιτείες και σχετίζεται άμεσα με την ιδεολογία, η οποία είχε επικρατήσει σε ολόκληρο το δυτικό μπλοκ, σύμφωνα με την οποία έπρεπε «να αντιμετωπιστεί και να ανασχεθεί η απειλή του κομμουνισμού»

Στην περίπτωση του ελληνικού αντικομμουνισμού, όπως αποδεικνύεται από μελέτες, τόσο του αμερικανικού όσο και του ιταλικού εκπαιδευτικού μοντέλου, η αναβίωση του ελληνικού εθνικισμού είχε ως στόχο να αναδημιουργήσει «το έθνος», ως ασπίδα για την καταπολέμηση του κομμουνιστικού διεθνισμού. Συμπερασματικά, στην Ελλάδα της εποχής του Ψυχρού Πολέμου ο εθνικισμός  θεωρήθηκε ως  η ισχυρότερη συλλογική εναλλακτική λύση που θα μπορούσε να σταθεί απέναντι στην κομμουνιστική ιδεολογία. Για αυτό τον λόγο  είχε  εξελιχτεί σε σημείο σύγκλισης για ένα ευρύ φάσμα εθνικών ελίτ. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις συγκροτήθηκε το αντικομμουνιστικό μέτωπο.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε μια άλλη διάσταση του ελληνικού αντικομμουνιστικού μοντέλου, τον «πατριωτισμό» ο οποίος στην ελληνική περίπτωση θεωρήθηκε κυρίαρχη εθνική και υπερεθνική αξία. Μπορούμε ακόμα να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι το αντικομμουνιστικό μέτωπο υποσχέθηκε να αποκαταστήσει τις αξίες της ελληνορθόδοξης παράδοσης,   η οποία θεωρήθηκε  ως  βασική συνιστώσα του ελληνικού έθνους και  της  ελληνικής εθνικής ταυτότητας, αφού το 1951 ψηφίστηκε ένας νόμος από το ελληνικό κοινοβούλιο[32] που διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό από το δημόσιο εκείνων που δεν είχαν  ενστερνιστεί τις αξίες του ελληνορθόδοξου πολιτισμού, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 16 του Νέου Συντάγματος του 1952, ο ελληνορθόδοξος προσανατολισμός της εκπαίδευσης θεωρήθηκε καθοριστικός.

Τέλος πρέπει να τονιστεί ότι η ιδιαιτερότητα του ελληνικού εκπαιδευτικού μοντέλου έγκειται κυρίως στην έμφαση που δίνεται στον αντισλαβισμό ο οποίος θεωρείται  συνιστώσα του αντικομμουνισμού. [33] Η ταυτοποίηση του εσωτερικού εχθρού, των κομμουνιστών, με τον εξωτερικό εχθρό, τους Σλάβους, προσλήφθηκε εύκολα από το συλλογικό υποσυνείδητο του Έλληνα, επειδή βασίστηκε στις μακροχρόνιες αξιώσεις των Σλάβων  για τη διεκδίκηση της ελληνικής Μακεδονίας.

Αναμόρφωσις, 2 Οκτωβρίου 1948.

β) Η Ανασυγκρότηση του κράτους[34]: το μοντέλο της αμερικανικοποίησης[35] ή της δυτικοποίησης[36] Όσον αφορά στον πολιτικό τομέα, αξίζει να σημειωθεί ότι το αντικομμουνιστικό πολιτικό μέτωπο είχε σαφή φιλοδυτικό προσανατολισμό και ως εκ τούτου υποστήριξε την ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και στα όργανα της Δυτικής Ευρώπης. Έτσι, η αντικομμουνιστική ιδεολογία στην πρώιμη εποχή του Ψυχρού Πολέμου υποστήριξε τις στρατηγικές της δυτικής συμμαχίας και τις αξίες του δυτικού κόσμου. Κατά συνέπεια, κατά την πρώιμη περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρήθηκαν ως η Μεγάλη Δύναμη του Προστατευτισμού που περιφρουρούσε  το νόμο, την τάξη και την ασφάλεια της Ελλάδας και η οποία διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για την οικονομική πρόοδο και ανάπτυξή της.

Οι κύριοι στόχοι της αμερικανικής παρέμβασης ή της προστατευτικής πολιτικής των ΗΠΑ απέναντι στην Ελλάδα καταβλήθηκε προσπάθεια να ενσωματωθούν άμεσα στην ελληνική κοινωνία. Οι στόχοι αυτοί ήταν οι εξής: α) η επιστροφή και η αποκατάσταση των παιδιών που μεταφέρθηκαν από τον εθνικό στρατό κατά τη διάρκεια εμφύλιων συγκρούσεων από τις αγροτικές περιοχές στα αστικά κέντρα και παράλληλα η επιστροφή των παιδιών που μεταφέρθηκαν στις κομμουνιστικές χώρες από τους αντάρτες.[37] β) η παροχή γεωργικής και τεχνικής εκπαίδευσης που στόχευε στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων γ) η ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας, [38] δ) η δημιουργία συνθηκών σωματικής και ψυχικής υγιεινής, ε) η βελτίωση  των υποδομών.

Προκειμένου να διαμορφωθούν οι συνθήκες για την αμερικανική πολιτισμική διείσδυση, κατασκευάστηκε μια ελίτ τεχνοκρατών επιφορτισμένη με  τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την προώθηση του δυτικού μοντέλου ανάπτυξης.[39] Επιπλέον στον πολιτικό τομέα προετοιμάστηκε μια φιλοαμερικανική ηγεσία,  η οποία εκμεταλλεύτηκε ένα ευρύ δίκτυο εκπαιδευτικών δομών, που χρηματοδοτήθηκε από τις ΗΠΑ.[40] Οι δραστηριότητες οι οποίες αναπτύχθηκαν, ακολούθησαν τις κατευθυντήριες γραμμές που καθορίστηκαν και χρηματοδοτήθηκαν στο πλαίσιο του «Σχέδιο Marshal» από την δράση «Εξωτερική Βοήθεια», η οποία παρεχόταν από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών.

Οι ομοιότητες αυτού του εκπαιδευτικού μοντέλου με εκείνες που εφαρμόστηκαν στην Ιταλία, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με την συνδρομή του αμερικανικού παράγοντα και της παρέμβασής του  στη χώρα είναι καθοριστικές. Όπως έγραψε ο Andrea Mariuzzo, [41]σχετικά με την ιταλική εκπαιδευτική πολιτική τη δεκαετία του 1950, μια ομάδα συμβούλων χρηματοδοτήθηκε από το Ίδρυμα Ford το 1960 για τη στήριξη των  εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, οι αρχές των οποίων βασίστηκαν στον «αξιοκρατικό εκδημοκρατισμό» της εκπαίδευσης. [42]

γ) Η προώθηση της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης: Η ανάγκη εκσυγχρονισμού και η απαίτηση για τεχνολογική και οικονομική πρόοδο: Η δημιουργία των συνθηκών για τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης  ωρίμασε μετά τον καταστροφικό Εμφύλιο Πόλεμο στην ελληνική κοινωνία. Η  ανάδυση της ηγεμονίας των Ηνωμένων Πολιτειών, σε συνδυασμό με τη σύνδεση της χώρας με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, κατά την περίοδο Καραμανλή (1955-1961), η οποία οδήγησε στην επικείμενη ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα την περίοδο  1979-1981, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις στροφής της χώρας  προς την τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση.

Κατά συνέπεια, τα μέτωπα που σχηματίστηκαν στην κοινωνία ήταν δύο: το μέτωπο της φιλελεύθερης αστικής τάξης και το μέτωπο των συντηρητικών. Οι φιλελεύθεροι υποστήριξαν την ανάγκη για θεσμικό εκσυγχρονισμό της ελληνικής εκπαίδευσης, προκειμένου αυτή να ανταποκριθεί στις  νέες κοινωνικές και οικονομικές απαιτήσεις. Οι συντηρητικοί αντίθετα προέκριναν  την ανάγκη προστασίας της ανθρωπιστικής εκπαίδευσης. Ακόμα οι ίδιοι υπερεκτίμησαν την χρήση  της καθαρεύουσας γλώσσας ως επίσημης γλώσσας  του κράτους,  προκειμένου να διασφαλισθεί «η ενότητα του Ελληνισμού». [43]

Η άνοδος της φιλελεύθερης αστικής τάξης στην εξουσία το 1963,  κατέστησε κυρίαρχο το αίτημα για θεσμικές και διαρθρωτικές αλλαγές στην ελληνική κοινωνία,  και διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση του 1964. [44] Η ορμή της μεταρρύθμισης αυτής ανακόπηκε το 1967,   εξαιτίας  της επιβολής της «δικτατορίας των συνταγματαρχών», όπως είναι ευρύτερα γνωστή η στρατιωτική χούντα. [45]

δ) Η συγκρότηση του αντικομουνιστικού νομοθετικού πλαισίου[46] :Παρά το γεγονός ότι η οικοδόμηση νομικών κανόνων υπήρξε ανέκαθεν απαραίτητη προϋπόθεση για την ανοικοδόμηση του κράτους, στο ελληνικό αυταρχικό κράτος της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου, διαμορφώθηκε ένα νομοθετικό πλαίσιο που αποσκοπούσε στον έλεγχο μέσω του εκπαιδευτικού μηχανισμού  των φρονημάτων των πολιτών. Προέκυψαν έτσι οι νόμοι που έλεγχαν τη νομιμοφροσύνη των εκπαιδευτικών και τιμωρούσαν αυτούς που εμφορούνταν από κομμουνιστικές ιδέες.

Εκπαιδευτικός Ακρίτας, 23.6.1945.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκκαθάριση της εκπαίδευσης από τους αριστερούς δασκάλους ήταν η δημιουργία του κατάλληλου νομικού πλαισίου που θα εναρμονιζόταν με τις αξίες του αντικομμουνισμού. Αρχικά η δημιουργία ενός κατάλληλου ιδεολογικού κλίματος για την αποδοχή των διώξεων κατά  των αριστερών δασκάλων προετοιμάστηκε από τις εφημερίδες των εθνικοφρόνων. Συγκεκριμένα, μέσω των άρθρων του Εκπαιδευτικού Ακρίτα κατασκευάστηκε  το μοντέλο του αντικομμουνιστή δασκάλου που προοριζόταν να πραγματοποιήσει «μια ανώτατη εθνική αποστολή». [47][48]

Είναι προφανές ότι σε αυτό το πλαίσιο, οι ελληνικές κυβερνήσεις της πρώιμης φάσης του Ψυχρού Πολέμου,[49] διαμόρφωσαν ένα καθεστώς στέρησης της ατομικής ελευθερίας: Σε αυτό το σημείο  πρέπει να συμπεριληφθεί το «Γ Ψήφισμα», [50] το οποίο σηματοδότησε την αρχή της δίωξης των κομμουνιστών [51] και το οποίο συνέχισε την παράδοση του «Ιδιωνύμου» του Ελευθέριου Βενιζέλου ή τη νομοθεσία του Ιωάννη Μεταξά. [52]

Τέλος, το κράτος   της εθνικοφροσύνης και του αντικομμουνισμού προσπάθησε να εκκαθαρίσει τον δημόσιο τομέα, μέσω της έκδοσης των «πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων»,  τα οποία παρέχονταν αυστηρά στον κόσμο των «εθνικοφρόνων πολιτών». Βάσει του προαναφερθέντος νομοθετικού πλαισίου, η κυβέρνηση του Αλεξάνδρου Παπάγου προχώρησε το 1953 σε εκτεταμένη απόλυση των «μη εθνικοφρόνων εκπαιδευτικών«. Ο Αλέξανδρος Δελμούζος χαρακτήρισε την κατάσταση ως απαράδεκτη. [53]

 

Αντικρουόμενα συνθήματα στις προσόψεις κτηρίων στην ύπαιθρο.

Συμπεράσματα

Η εκπαιδευτική πολιτική του ΕΑΜ / ΚΚΕ σχετικά με την ίδρυση των σλαβoμακεδονικών σχολείων κατά το τελευταίο έτος της γερμανικής κατοχής ήταν απόλυτα σύμφωνη με την απόφαση της «Κομμουνιστικής Διεθνούς» το 1935 που αφορούσε στην αναγνώριση σλαβομακεδονικής μειονότητας  εντός του ελληνικού κράτους.

Το εγχείρημα της κομμουνιστικής αριστεράς για την λειτουργία αυτών των σχολείων απέβη εξαιρετικά δυσχερές και ανατράπηκε από τις μετέπειτα εξελίξεις. Στη συνέχεια τα σχολεία αυτά θεωρήθηκαν προϊόντα του κομμουνιστικού διεθνισμού και ενίσχυσαν την πεποίθηση του συντηρητικού τμήματος της κοινωνίας, ότι μια πιθανή νίκη του κομμουνισμού θα σήμαινε απώλεια εθνικών ελληνικών εδαφών και απειλή για την εθνική ακεραιότητα της χώρας.

Συμπερασματικά, στον ιδεολογικό τομέα, οι δραστηριότητες των Ηνωμένων Πολιτειών αποτέλεσαν μια επιτυχημένη κοινωνική παρέμβαση μεγάλης κλίμακας, με επίκεντρο κυρίως τις βόρειες επαρχίες της χώρας. Η αμερικανική παρέμβαση και η ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών, ενοποιήθηκαν και έγιναν δεκτές, όχι μόνο χάρις σε μια σειρά οικονομικών πακέτων, υποσχέσεων  που αποσκοπούσαν στην ανάπτυξη στρατηγικών βοήθειας για τον «εκσυγχρονισμό» της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και χάρις στο γεγονός ότι είχε προωθηθεί η δημιουργία των προϋποθέσεων οικονομικής και κοινωνικής προόδου, βάσει του «δυτικού αναπτυξιακού μοντέλου». [54]

Εντούτοις σε ότι αφορά στο αντικομμουνιστικό εκπαιδευτικό μοντέλο, πρέπει να επισημάνουμε ότι  πρωταρχικός στόχος της  πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών υπήρξε ο μετασχηματισμός της Ελλάδας σε πρότυπο εφαρμογής των δυτικών θεσμών και  περιφρούρησης της αμερικανικής και δυτικής κουλτούρας, στο πλαίσιο της «πολιτισμικής διπλωματίας». [55]

Κατά συνέπεια πρέπει να παραδεχτούμε ότι η ελληνική εκπαίδευση στην πρώιμη εποχή του Ψυχρού Πολέμου είχε ως στόχο, αφενός, την πολιτισμική αφομοίωση της νέας γενιάς βάσει των αμερικανικών προτύπων και, αφετέρου,  τον συνδυασμό αυτών των προτύπων με την ελληνική παράδοση της ορθοδοξίας και  του εθνικισμού.

Ειδικότερα, το μοντέλο του αντικομμουνισμού, όπως διαμορφώθηκε στην ελληνική εκπαίδευση, περιείχε μια εγγενή αντίφαση: ενώ προσπαθούσε να ακολουθήσει τα αμερικανικά πρότυπα εκσυγχρονισμού, φάνηκε να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα  σε αυτά και στα ξεπερασμένα πρότυπα του νεοελληνικού εθνικισμού και της παραδοσιακής Ορθοδοξίας. Έτσι η σύγκρουση μεταξύ της αμερικανικής διαδικασίας εκσυγχρονισμού από την μια και του ελληνικού εθνικισμού από την άλλη, απέβη καταλυτική για την ελληνική εκπαίδευση: η αντιμεταρρυθμιστική τάση κυριάρχησε κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, με κύρια χαρακτηριστικά την υιοθέτηση των παρωχημένων αντιλήψεων, την επιβράδυνση κάθε μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, την παρεμπόδιση  της προόδου.

Χρειάστηκαν πολλά χρόνια και πολλή προσπάθεια για να απαλλαγεί η ελληνική κοινωνία από τα αντικομμουνιστικά της σύνδρομα και να προχωρήσει προς το μέλλον.

 

Η Σοφία Ηλιάδου-Τάχου είναι Καθηγήτρια Νέας Ελληνικής Ιστορίας και Ιστορίας της Εκπαίδευσης στη Σχολή Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Τάσος Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη γλώσσα. Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων. (Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2008);  Ανδρέας Ανδρέου, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ιωάννης Μπέτσας, «Από το παιδομάζωμα στην βασιλική προστασία του παιδιού: μεταπολεμικές όψεις κοινωνικής δικαιοσύνης στις βόρειες επαρχίες της χώρας» στο  Σήφης Μπουζάκης (εκδ). Πρακτικά του 5ου επιστημονικού συμποσίου της Ιστορίας της Εκπαίδευσης. Εκπαίδευση και κοινωνική δικαιοσύνη. (Patra, 2009) http// www. eriande. elemedu. upatras. Gr (accessed June 7, 2008); Andreas Andreou, Sofia Iliadou-Tachou, Ioannis Mpetsas, ‘Inclusive Education as a Concept of Social Inclusion or a method of Assimilation? The case of Frederica’s Children’, in Proceedings of 12th International Conference of BASOPED, Athina Sipitanou and N. Galevska-Angeloska (ed). Inclusive Education in the Balkan Countries: Policy and Practice, (Thessaloniki: Kyriakidis, 2011), 709-718; Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ανδρέας Ανδρέου «Όψεις της εκπαιδευτικής πολιτικής στη Δυτική Μακεδονία. Τα σχολεία της εκπαίδευσης των σλαβοφώνων», στο Κωνσταντίνος Φωτιάδης, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Βλάσης Βλασίδης (επιμ), Πρακτικά του Διεθνούς συνεδρίου Δυτική Μακεδονία. Από την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος μέχρι σήμερα.  (Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο, 2014), 253-275; Sofia Iliadou – Tachou, Ioannis Mpetsas, ‘Children in the Maelstrom of the Greek Civil War. Educational and Social Practices at the Beginning of the Cold War’, in Pantelis Kiprianos, Jean Pierre Pourtois (eds) Actes du XVeme Congres de l’ AIFREF a Patras en Mai 2013, Family, School, and Local Societies: Policies and Practices for Children, (Patra 2015), 221-229.

[2] Mark Mazaower. “The Cold War and the Appropriation of Memory: Greece after Liberation”. In Deák I., Gross J., & Judt T. (Eds.), The Politics of Retribution in Europe: World War II and Its Aftermath. (Princeton, New Jersey: Princeton University Press, 2000), 212-232, http://www.jstor.org/stable/j.ctt7s01h.12;  Andreas Stergiou, (2008). ‘Greece during the cold war’. Southeast European and Black Sea Studies, 8, 1, (2008): 67–73; Pelt Mogens, Tying Greece to the West: US–West German–Greek Relations, 1949–1974. (Copenhagen: Museum Tusculanum Press, 2006); Evanthis Hatzivassiliou, Greece and the Cold War: Frontline state, 1952–1967, London and New York: Routledge, 2006).

[3] Ricci Van Boeschoten, ‘Enemies of the Nation—A Nation of Enemies: The Long Greek Civil War’. In Kissane B. (Ed.), After Civil War: Division, Reconstruction, and Reconciliation in Contemporary Europe  (University of Pennsylvania Press, 2015), 93-120, http://www.jstor.org/stable/j.ctt13x1ntm.7; James Miller, ‘The Right (1953-1963)’. In The United States and the Making of Modern Greece: History and Power, 1950-1974, (Chapel hill: University of North Carolina Press, 2009), 66-83, http://www.jstor.org/stable/10.5149/9780807887943_miller.1 (accessed February 3, 2020); Polymeris Voglis, ‘The Civil War: A Case of Nation-State Rebuilding’,  in Becoming a Subject: Political Prisoners during the Greek Civil War, 1945-1950, (New York; Oxford: Berghahn Books,2002), 52-73; Neni Panourgia, ‘1945–1946: White Terror’,  in Dangerous Citizens: The Greek Left and the Terror of the State, (New York: Fordham University 2009), 78-80,  http://www.jstor.org/stable/j.ctt13x011k.12, (accessed February 3, 2020); Efi Avdela, ‘Youth in moral danger: (re)conceptualizing delinquency in post-Civil-War Greece’, Social History, 42 no 1 (2017): 73-93; Νίκος Μαραντζίδης, Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Ευάνθης Χατζηβασιλείου  (επιμ). Η Ελλάδα και ο Ψυχρός πόλεμος. Επέκταση των ερμηνειών. (Θεσσαλονίκη : Επίκεντρο, 2018).

[4] Ricci Van Boeschoten, ‘When difference matters: sociopolitical dimensions of ethnicity in the district of Florina’, in Jane Cowan  (ed.), Macedonia: The Politics of Identity and Difference,  (London, Sterling, Virginia: Pluto Press, 2000), 28-46; Piero Vereni, ‘Os Ellin Makedonas: Autobiografy, memory and national identity in western Greek Macedonia’, in Jane Cowan (ed.), Macedonia: The Politics of Identity and Difference, (London, Sterling, Virginia: Pluto Press, 2000), 47-67; Iakovos Michailidis, ‘On the other side of the river: the defeated slavophones and Greek history’,  in Jane Cowan (ed.), Macedonia: The Politics of Identity and Difference,  (London, Sterling, Virginia: Pluto Press, 2000), 68-84;

[5]Βασίλης Γούναρης. Εγνωσμένων κοινωνικών φρονημάτων. Κοινωνικές και άλλες όψεις του αντικομμουνισμού στην Μακεδονία του εμφυλίου πολέμου (1945-1949). (Θεσσαλονίκη: Επίκεντρo, 2005).

[6] Χαράλαμπος Νούτσος, Ο δρόμος της καμήλας και το σχολείο. Εκπαιδευτική πολιτική στην Ελλάδα 1944-1946. (Αθήνα:Βιβλιόραμα, 2003); Loukianos Hassiotis, ‘The views of Franco’s regime on the ‘children’s issue’ during the Greek civil war’, Byzantine and Modern Greek Studies, 33 no 2 (2009): 204-218, Andrea Mariuzzo,  ‘American cultural diplomacy and post-war educational reforms: James Bryant Conant’s mission to Italy in 1960’, History of Education, 45, no 3 (2016): 352-371; Zinovia Lialiouti, ‘American cultural diplomacy in Greece, 1953–1968’, Journal of Transatlantic Studies, 15 no 3  (2017); 229-250; Ιωάννης Μπέτσας, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ανδρέας Ανδρέου «Πολιτικές των Βασιλικών Ιδρυμάτων σχετικά με την νεολαία, την έρευνα και την εκπαίδευση στην Ελλάδα μετά τον Πόλεμο. Η εφαρμογή του αμερικανικού μοντέλου της πολιτισμικής αφομοίωσης» στο Νίκος Μαραντζίδης, Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Ευάνθης Χατζηβασιλείου  (επιμ). Η Ελλάδα και ο Ψυχρός πόλεμος. Επέκταση των ερμηνειών.(Θεσσαλονίκη : Επίκεντρο, 2018), 259-275.

[7] Εφημερίδα των εθνικοφρόνων δασκάλων, Εκπαιδευτικός Ακρίτας, {Φλώρινα}, θ. 2, Ιούλιος 29, 1945, «Επί του ψηφίσματος διαμαρτυρίας που έκανε η οργάνωση των εθνικοφρόνων εκπαιδευτικών της περιοχής της Φλώρινας»; ΦΕΚ 407/τ. Α,  Νοέμβριος 14, 1941,   ΦΕΚ 67,τ.Α,  Μάρτιος 21, 1941, ΦΕΚ 93, τ. Α, Απρίλιος 13, 1945;

Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (=ΑΣΚΙ), Φάκελος ΚΚΕ, F 23/8/253, 1944. Περιφερειακή Επιτροπή Φλώρινας στο Επαρχιακό Γραφείο Μακεδονίας, Θάνος στον Αλέκο, F : 23. 8. 221 a, Σημείωση του Θάνου στον Θεόφιλο (χωρίς αναφορά δεδομένων), Κ:415, F:23.8.75α, Σημείωση, του Περικλή στο Μακεδονικό γραφείο, (χωρίς αναφορά δεδομένων), Κ:415, F :23. 8. 258, Περιφερειακή Επιτροπή Φλώρινας στο Επαρχιακό Γραφείο Μακεδονίας, «Οργανωτική Κατάσταση 1944«, Θάνος προς Αλέκο, Ιανουάριος 10, 1945;

Electronical sources, http://www.yourarticlelibrary.com/international-politics/study-of-international-politics-areas-and-scope/48466, University of Siena, Department of Social, Political and Cognitive Sciences European Union National, Institutes for Culture / EUNIC, Cultural diplomacy “… should be something that is limited to what state actors do, that is what government, government agents, or governmental institutions do to pursue diplomatic goals through cultural tools.

In https://www.cultureinexternalrelations.eu/2017/01/20/cultural-diplomacy-as-discipline-and-practice-concepts-training-and-skills/, http://www.marxists.org/history/international/comintern/7th-congress/index.htm The Seventh Congress, Marxist Inernet Alliance, http://libcom.org/library/1914-1946-third-camp-internationalists-france-during-world-war-ii .

[8]Leften Stavros Stavrianos, Balkan Federation: A History of the Movement toward Balkan Unity in Modern Times (1942, 1944), (Smith College studies in history: Archon Books, 1964).

[9]Archie Brown, the rise and fall of communism, (New York: Paperback, 2011), 88-100; Peter Joyce, ‘The Liberal Party and the Popular Front: an assessment of the arguments over progressive unity in the 1930sJournal of Liberal Democrat History 28 (2000): 11-16.

https://liberalhistory.org.uk/wp-content/uploads/2014/10/28_joyce_the_liberal_party_and_the_popular_front.pdf (Accessed September 24, 2018).

[10]Kermit E. McKenzie, Comintern and World Revolution, 1928-1943: The Shaping of a Doctrine, (London and New York: Columbia University Press, 1964), 159-160.

[11]Ελληνικό Κομουνιστικό Κόμμα  (=KKE)

[12]Evaggelos Kofos, Nationalism and Communism in Macedonia, (Thessaloniki: Institute for Balkan studies, 1964).

[13]  Εφημερίδα των εθνικοφρόνων δασκάλων, Εκπαιδευτικός Ακρίτας, {Φλώρινα}, θ. 2, Ιούλιος 29, 1945, «Επί του ψηφίσματος διαμαρτυρίας που έκανε η οργάνωση των εθνικοφρόνων εκπαιδευτικών της περιοχής της Φλώρινας».

[14] Ηλιάδου-Τάχου κα., «Όψεις της Εαμικής εκπαιδευτικής πολιτικής»; Εφημερίδα των εθνικοφρόνων δασκάλων Εκπαιδευτικός Ακρίτας, {Φλώρινα}, θ. 2, Απρίλιος 21, 1945, «Περί του ιστορικού συνεδρίου της Τριανταφυλλιάς».

[15] Στο ίδιο

[16] Στο ίδιο.

[17] David Close, ‘Conservatism, authoritarianism and fascism in Greece, 1915-45’, in Martin Blinkhorn (ed.), Fascists and Conservatives. The radical right and the establishment in twentieth-century Europe. (London: Routledge, 1990), 200-217.

[18] Alan P. Dobson, Steve Marsh, US foreign policy since 1945. (London: Routledge, 2002); Robert Frazier, British and American policy with regard to Greece 1943-1947: the transition from British to American patronage, (PhD thesis, University of Nottingham, 1989).

[19] Robert Frazier, (1984). ‘Did Britain Start the Cold War? Bevin and the Truman Doctrine’ The Historical Journal, 27 no 3 (1984): 715-727.

[20] Alan P. Dobson, Steve Marsh, US foreign policy since 1945…, (PhD thesis, University of Nottingham, 1989).

[21] Michael Cox, ‘From the Truman Doctrine to the Second Superpower Detente: The Rise and Fall of the Cold War’, Journal of Peace Research, 27 no 1 (1990): 25-41;

[22] Leften S. Stavrakis, (1989). Moscow and Greek Communism, 1944–1949, (Ithaca and London: Cornell University Press, 1989); Matthias Esche, Die kommunistische Partei Griechenlands 1941–1949, (Munich, Germany: Oldenburg, 1982); John Lewis Gaddis, ‘Containment: Its Past and Future’, International Security, 5, no 4 (1981): 74-102; David Mayers, ‘Containment and the Primacy of Diplomacy: George Kennan’s Views, 1947-1948, International Security, 11 no 1(1986): 124-162; John Lewis Gaddis, Strategies of containment, (Oxford University Press: New York, 2005); Fredrik Logevall, ‘A Critique of Containment’, Diplomatic History, 28 no 4 (2004): 473-499.

[23] Walter LaFeber, America, Russia, and the Cold War, 1945-1966. (New York: Wiley, 1967); Simon J. Ball, The cold war. (London: Arnold, 2004), Melvyn P. Leffler and David S., Origins of the Cold War. (London: Routledge, 2002); John W. Mason, The Cold War, 1945-1991, (London: Routledge, 1996).

[24] Apostolos Vetsopoulos, The economic dimensions of the Marshall Plan in Greece, 1947-1952, (Doctoral thesis , University of London, 2002) ; Stephen Mc  Glinchey, The Marshall Plan, the Truman Doctrine, and the Division of Europe, (2009) in https://www.e-ir.info/2009/10/13/the-marshall-plan-the-truman-doctrine-and-the-division-of-europe; Edwin Borchard, ‘The Truman Doctrine and the Marshall Plan’, The American Journal of International Law, 41 no 4 (1947):  885-888, Kathleen Burk, ‘The Marshall Plan: Filling in Some of the Blanks’, Contemporary European History, 10 no 2 (2001): 267-294; William C. Cromwell, ‘The Marshall Non Plan, Congress and the Soviet Union’, The Western Political Quarterly, 32 no 4 (1979):  422-443.

[25] Michael Cox, and Caroline Kennedy-Pipe, ‘The Tragedy of American Diplomacy? Rethinking the Marshall Plan’, Journal of Cold War Studies, 7, no 1(2005): 97-134.

[26] John Spanier, American foreign policy since World War II. (Washington, D.C.: CQ Press, 1988).

[27] Warren I. Cohen, America in the age of Soviet power, 1945-1991. (Cambridge: Cambridge University Press, 1993); James Edward Miller, The United States and the Making of Modern Greece: History and Power, 1950–1974. (Chapel Hilll. University of North Carolina Press, 2009); Alexander Kitroef. ‘Greece and the U.S. during the Cold War’, Diplomatic History, 35, no 5, (2011):  929–932.

[28]  Diego A. Ruiz Palmer, Constancy on purpose and Strategy-Making in NATO, 1949-2019. Research Division, n.3, June 2019.NDC Research paper-NATO defense College-Rome, in NDC_RP_03pdf. Accessed 22.8.2020.

[29] Francesca Gori and Silvio Pons, The Soviet Union and Europe in the Cold War, 1943-53. (New York: St. Martin’s Press, 1996); Caroline Kennedy-Pipe, Stalin’s Cold War, (Manchester: Manchester University Press, 1995); Vojtech Mastny, The Cold War and Soviet insecurity, (New York: Oxford University Press., 1996)

[30] Mazower Marc, Μετά τον Πόλεμο. Η ανακατασκευή της οικογένειας, του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα, 1943-1960. (Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2004).

[31] Β. Anderson, Imagined communities. Reflections on the Origin and the Spread of Nationalism, London 1983, p. 3;

[32] Αναγκαστικός Νόμος 1811, ΦΕΚ 141, τ. Α, Μάιος 16, 1951 «Σχετικά με τον κώδικα κατάστασης των υπαλλήλων δημόσιας διοίκησης».

[33] Βασίλης Γούναρης. Εγνωσμένων κοινωνικών… (Θεσσαλονίκη Επίκεντρο, 2005).

[34] Mazower Marc. Μετά τον Πόλεμο…Στο ίδιο.

[35]Volker R. Berghahn, ‘The Debate on “Americanization” among Economic and Cultural Historians’, Cold War History 10 (2010); 107-130, Constantina Botsiou (2007), ‘The interface between Politics and Culture in Greece’ in Alexander Stefan (ed). The Americanization of Europe: Culture, Diplomacy and Anti-Americanism after 1945. (New York: Berghahn, 2007): 277-306.

[36] Holger Nehring, ‘Westernization’: A new paradigm for interpreting west European History in a cold war context’, Cold war History 4 (2004); 175-191.

[37]Ανδρέας Ανδρέου, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ιωάννης Μπέτσας «Από το παιδομάζωμα..» στο ίδιο.

[38]Στο ίδιο

[39]Μπέτσας, Ηλιάδου, Ανδρέου, «Πολιτικές των βασιλικών ιδρυμάτων..», στο ίδιο, 259-275.

[40]Στο ίδιο

[41] Andrea Mariuzzo (2016) «American cultural diplomacy and post-war educational

reforms: James Bryant Conant’s mission to Italy in 1960», History of Education, 45:3, 352-371, Fabio Pruneri (2016) ibid.

[42]Στο ίδιο

[43] Αλέξης Δημαράς. Η Μεταρρύθμιση που δεν έγινε: τεκμήρια Ιστορίας, τ. B, 1895-1967, (Athens: Εστία), 1973-1974, 229-233.

[44] Διάταγμα 4379/1964. «Σχετικά με τον Οργανισμό Γενικής Στοιχειώδους και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης», ΦΕΚ, τ. Α, Μάϊος  1965. Περί της τεχνικής εκπαίδευσης και της καθιέρωσής της στα πανεπιστήμια.

[45] Σήφης Μπουζάκης, Νεοελληνική Εκπαίδευση (1821-1998). (Αθήνα: Gutenberg, 2002),  118-119.

[46] Νίκος Αλιβιζάτος, Πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974. (Αθήνα: Θεμέλιο, 1995).

[47]Εφημερίδα των εθνικοφρόνων δασκάλων Εκπαιδευτικός Ακρίτας, {Φλώρινα}, θ. 2, Απριλίου 21, 1945, «ο δάσκαλος, ως φορέας των ιδεών του νέου ελληνικού κράτους, ο οποίος πρέπει να συμμετάσχει στον αγώνα της δικής του ανοικοδόμησης»

[48]Στο ίδιο

[49]John V. Kofas, (1983). Authoritarianism in Greece. The Metaxas-Regime. (New York; Columbia University Press, 1983); Heinz Richter, Griechenland zwischen Revolution und Konterrevolution (1936 – 1946). (Europäische Verlagsanstalt, 1973)

[50]Mark Mazower, The Policing of Politics in the 20th century. Historical Perspectives. (Providence: Berghahn Books, 1997)

[51]Evi Gkotzaridis, A pacifist’s life and death. Grigorios Lambrakis and Greece in the long shadow of the Civil War, (Cambridge Scholar Publishing, 2016), 173.

[52] Kofas, (1983). Authoritarianism; Richter, Griechenland zwischen Revolution…, Στο ίδιο

[53] Χρήστος Κάτσικας, Κώστας Θεριανός, Ιστορία της Σύγχρονης Ελληνικής Εκπαίδευσης.  (Αθήνα: Σαβάλας, 2007).

[54] George Politakis, The Post-War Reconstruction of Greece: A History of Economic Stabilization and development 1944-1952. (New York: Palgrave Macmillan, 2018);  Evanthis Hatzivassiliou, Cold War Allegiances and Societal Pressures: Post-war Reconstruction and Greece’s Position in the International Economic System, in https://repository.edulll.gr/edulll/retrieve/10413/3465_02_2.5.1 (accessed February 3, 2020).

[55]Richard T. Arndt, The First Resort of Kings.: American cultural Diplomacy in the 20th century, (Potomac Books Inc, Dulles Va, 2005); Ιωάννης Μπέτσας, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ανδρέας Ανδρέου, «Πολιτικές των βασιλικών ιδρυμάτων…», Στο ίδιο

Ελλάδα και Πολωνία στις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου:Κατά κλαδο περιπτωσιολογική εξέταση της πολεμικής προπαρασκευής δυο ευρωπαϊκών κρατών του Μεσοπολέμου

Ελλάδα και Πολωνία στις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου

Κατά κλαδο περιπτωσιολογική εξέταση της πολεμικής προπαρασκευής δυο ευρωπαϊκών κρατών του Μεσοπολέμου

Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις του Πολεμικού Μουσείου ένας συλλογικός τόμος με αντικείμενο την αντιπαραβολή της πολεμικής προπαρασκευής δυο κρατών, τα οποία θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως λειτουργούσαν με γνώμονα έναν κοινό παρονομαστή σε ζητήματα σχεδιασμού εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, αλλά και γενικότερης (αν)ασφάλειας και υπαρξιακής αγωνίας στο πλαίσιο της διαρκούς κλιμακούμενης διεθνούς έντασης κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1930. Πρόκειται για τις περιπτώσεις της Ελλάδας και της Πολωνίας, ένα case study, το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να επεκταθεί με άλλους πρωταγωνιστές (Τσεχοσλοβακία, Βέλγιο, Κάτω Χώρες, Γιουγκοσλαβία, Ρουμανία κλπ.) μέσα στην ίδια πάντοτε εκρηκτική συγκυρία.

Ο τόμος περιλαμβάνει τρία εκτενή άρθρα. Ένα πρώτο  είναι αμιγώς ελληνικού ενδιαφέροντος αλλά με έντονο πολωνικό άρωμα. Ένα δεύτερο αμιγώς πολωνικού. Μόνο το τρίτο (πρώτο κατά σειρά εμφάνισης) επιχειρεί μια συγκριτική προσέγγιση ανάμεσα στις δυο περιπτώσεις, ελληνική και πολωνική.

Στο πρώτο άρθρο (Κωνσταντίνος Δ. Βλάσσης) με τίτλο Εξοπλισμοί Πολωνίας-Ελλάδας και ο αγγλογαλλικός παράγοντας προ του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, επιχειρείται μια συγκριτική προσέγγιση, από την οποία προκύπτουν περισσότερες ομοιότητες παρά διαφορές. Κινούμενος με χαρακτηριστική άνεση στην (όχι δεδομένα γνωστή στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό) πολωνική πραγματικότητα, ο συγγραφέας, αφού σκιαγραφεί προηγουμένως την ιστορική διαδρομή του νεότευκτου Πολωνικού κράτους από γενέσεώς του (1918) έως το 1935, επικεντρώνει εν συνεχεία στην εξοπλιστική πολιτική της χώρας μέσα στο διαταραγμένο διεθνές γίγνεσθαι των ετών 1936-1939 σε επίπεδο επιτελικού σχεδιασμού, δομής και επιχειρησιακής ετοιμότητας των τριών όπλων, εξοπλισμών και εκσυγχρονισμού, τέλος, αναζήτησης και ανεύρεσης πόρων. Το όλο πρόγραμμα ανακόπηκε την 1η Σεπτεμβρίου 1939 εξαιτίας της γερμανικής εισβολής. Ωστόσο, η έως τότε υλοποίησή του υπήρξε μάλλον απογοητευτική. Ο λόγος συνίστατο στο αγεφύρωτο χάσμα που υφίστατο ανάμεσα σε μεγαλεπήβολα σχέδια αφενός και περιορισμένες δυνατότητες αφετέρου, τα πάντα μέσα σε ένα σαθρό διεθνές στερέωμα. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των τεθωρακισμένων (το 1939 η Πολωνία ήταν σε θέση να αντιτάξει μόλις 119 ελαφρά άρματα και τεθωρακισμένα σε ένα στόλο 2.600 αντιστοίχων γερμανικών, εκ των οποίων 440 περίπου σύγχρονης τεχνολογίας) της πολεμικής αεροπορίας (στα τέλη Ιουλίου 1939, λίγες ημέρες πριν από την εισβολή, εγκαταλείφθηκε λόγω συναλλαγματικών περιορισμών η παραγγελία 143 αεροσκαφών) και του πολεμικού ναυτικού (τον κρίσιμο Σεπτέμβριο η δύναμη των κυρίων μονάδων μάχης περιορίζονταν σε 4 αντιτορπιλικά και 5 υποβρύχια σε αντιδιαστολή με τον αρχικό προγραμματισμό, ο οποίος προέβλεπε την προμήθεια θωρηκτών, καταδρομικών και δεκάδων αντιτορπιλικών). Σημαντικότερη όλων πρέπει να θεωρηθεί η αποκρυπτογράφηση του γερμανικού συστήματος Enigma από Πολωνούς ειδικούς, χάρη στην ανακάλυψη των οποίων οι βρετανικές υπηρεσίες κατόρθωσαν εν συνεχεία καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου και μέσα σε απόλυτη μυστικότητα να διαβλέπουν κινήσεις και επιλογές του αντιπάλου.

Αντίστοιχη πορεία μέσα στο χρόνο ακολουθεί ο συγγραφέας και για την περίπτωση της Ελλάδας την ίδια εποχή. Μια χώρα, η οποία καλείτο να αντιμετωπίσει διπλή απειλή: βαλκανικών διαστάσεων από την αναθεωρητική Βουλγαρία και, από την άνοιξη του 1939 και κατόπιν, μεσογειακών διαστάσεων με προέλευση την Ιταλία και το αλβανικό ορμητήριο της τελευταίας. Ένα από τα κύρια διακριτικά γνωρίσματα του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου αποτελεί η αντίφαση, η οποία διαπιστώνεται ανάμεσα στην εκφορά ενός φασιστικού λόγου και τη στρατηγική ένταξη της χώρας στο πλευρό των δημοκρατικών κρατών της Δύσης (Βρετανία, Γαλλία). Υπό αυτή την οπτική, η γαλλοβρετανική παρέμβαση στη εν γένει πολεμική προετοιμασία δεν πρέπει να εκπλήσσει, αν και με γνώμονα διμερή διακρατική συμφωνία με τη Γερμανία, κατά τα έτη 1936 και 1937 αγοράστηκαν οπλικά συστήματα με χρήση, από ελληνικής πλευράς, του πιστωτικού υπολοίπου (1,3 δισ. δραχμές), που οφειλόταν στην στη μαζική εξαγωγή καπνών προς τη Γερμανία. Πέραν όμως από την κάλυψη των εξοπλιστικών αναγκών σε συνάλλαγμα, υπήρξε πρόνοια προς την κατεύθυνση της εξεύρεσης επιπρόσθετων πόρων στο εσωτερικό με τη διενέργεια εράνων και δωρεών. Το άρθρο ολοκληρώνεται με μια άκρως εμπεριστατωμένη συγκριτική προσέγγιση της γαλλοβρετανικής εξοπλιστικής συνδρομής προς την Πολωνία και την Ελλάδα κατά τα έτη 1938-1939, ειδικότερα δε μετά την άνοιξη του 1939, οπότε, ως επακόλουθο της κατάληψης του συνόλου της Τσεχοσλοβακίας από τα ναζιστικά στρατεύματα, Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία προχώρησαν μονομερώς στην παροχή εγγυήσεων προς τις Πολωνία, Ρουμανία και Ελλάδα και στις δυτικές καγκελαρίες άρχισε να σκιαγραφείται η φρούδα προοπτική δημιουργίας ενός βαλκανικού μετώπου με τη επιπλέον συνδρομή της Γιουγκοσλαβίας, της Τουρκίας ακόμα και της ΕΣΣΔ, με στόχο την ανάσχεση της γερμανικής και ιταλικής επιρροής στο σύμπλεγμα Βαλκανίων – ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Με αφορμή, πάντοτε, το ζήτημα των εξοπλισμών, ο συγγραφέας επιχειρεί μια διεξοδική ανάλυση του διπλωματικού και στρατιωτικού πλαισίου, αναδεικνύοντας τις αποκλίνουσες προτεραιότητες μεταξύ Λονδίνου και Παρισιού, τις πολλαπλές αντιφάσεις και το χάσμα μεταξύ λόγου και πράξεων, που οδήγησε τελικά τον Σεπτέμβριο 1939 στην ουσιαστική εγκατάλειψη της Πολωνίας στη μοίρα της και στις αρχές του 1941 σε μια δονκιχωτική βρετανική στρατιωτική παρέμβαση στον ελλαδικό χώρο, εκ προοιμίου καταδικασμένη να μετεξελιχθεί σε πραγματική πανωλεθρία.

Polish Army Manoeuvres (1939) – British Pathé Film ID: 1021.16

Η Πολωνία βρίσκεται στο επίκεντρο και του δευτέρου άρθρου (Νίκος Χατζηϊωακείμ) με τίτλο: Η ναυτική υπόσταση της Β΄ Πολωνικής Δημοκρατίας και οι απειλές που αντιμετώπισε. Το πολιτικό και διπλωματικό υπόβαθρο της λεγομένης “Δεύτερης Πολωνικής Δημοκρατίας” (1918-1939) αναλύεται σε ένα χρήσιμο, για την κατανόηση των όσων έπονται, εισαγωγικό μέρος. Ακολουθούν, πάντοτε για την ίδια εικοσαετία, οι ναυτικοί σχεδιασμοί αλλά και οι γερμανικές και σοβιετικές σκέψεις για εξουδετέρωση του πολεμικού ναυτικού της χώρας.

Το πολεμικό ναυτικό της Β΄ Πολωνικής Δημοκρατίας χρονολογείται από τον Νοέμβριο του 1918. Τα πληρώματα στελέχωναν αξιωματικοί και ναύτες, οι οποίοι είχαν πολεμήσει στις τάξεις του ρωσικού, του γερμανικού  και του αυστροουγγρικού ναυτικού διαρκούντος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (η τριμερής αυτή προέλευση ίσχυε επίσης και για τον στρατό ξηράς). Αρχικά, η νεότευκτη δημοκρατία στερείτο πρόσβασης στη Βαλτική. Μόλις η τελευταία οριστικοποιήθηκε μέσω του περίφημου διαδρόμου του Δάντσιχ, τέθηκε σε ισχύ ένα φιλόδοξο (και εν πολλοίς εξωπραγματικό) πρόγραμμα ναυτικής ανασυγκρότησης σε όλα τα επίπεδα: προμήθεια μονάδων επιφανείας και υποβρυχίων, εκπαίδευση στελεχών, προοπτική εγχώριας ναυπήγησης, δημιουργία και ανάπτυξη ναυτικής αεροπορίας, παράκτια οχύρωση. Το άρθρο διεισδύει διεξοδικά σε όλους τους παραπάνω τομείς, συμπεριλαμβανομένης της παρεμβατικής πολιτικής της βρετανικής Ναυτικής Αποστολής και των επαφών της κυβέρνησης της Βαρσοβίας με το Παρίσι με την προοπτική διακοπής της συνεργασίας με τους Βρετανούς και αντικατάστασής τους από τους Γάλλους (οι τελευταίοι αναζητούσαν περιφερειακούς συμμάχους και εξαγωγικούς πελάτες για την πολεμική τους βιομηχανία). Τελικά, οι πολωνικές αρχές ενέκριναν ένα τετραετές πρόγραμμα ναυτικής ανασυγκρότησης, το οποίο, πέρα από την αναβάθμιση των υποδομών του λιμένα της Γδύνιας, περιλάμβανε τη ναυπήγηση εννέα υποβρυχίων. Οι Πολωνοί εξάρτησαν την επιλογή του αναδόχου από την εξασφάλιση δωρεάν εκπαίδευσης, παροχή πιστώσεων και εγγύηση προσφοράς βάσης για τα υποβρύχια σε περίπτωση απώλειας του ορμητηρίου της Γδύνιας. Ο τελευταίος όρος εκχωρούσε σαφές προβάδισμα στους Γάλλους χάρη στην υφιστάμενη διμερή συνθήκη συμμαχίας με την Πολωνία. Το άρθρο αναφέρεται αναλυτικά στις διαπραγματεύσεις με τους Γάλλους και στα διαφόρου φύσεως προβλήματα και δυσκολίες που προέκυψαν στην πορεία υλοποίησης του προγράμματος. Γεγονός πάντως είναι ότι ο γαλλικός παράγοντας μετεξελίχθηκε σε κομβική διάσταση χάρη στο πρόγραμμα ναυτικής ανασυγκρότησης. Ναυπηγήθηκαν 3 υποβρύχια, αγοράστηκαν 2 αντιτορπιλικά, η επέκταση των ναυτικών εγκαταστάσεων ανατέθηκε σε γαλλική κοινοπραξία, ενώ εξίσου ενεργό συμμετοχή είχαν οι Γάλλοι και στην ίδρυση και λειτουργία της Ακαδημίας Ναυτικών Δοκίμων. Την άνοιξη του 1932 η Βαρσοβία ανακοίνωσε τον τερματισμό της δραστηριότητας της γαλλικής Ναυτικής Αποστολής, έχοντας πλέον συνειδητοποιήσει ότι οι Γάλλοι εκμεταλλεύονταν ασύστολα την όλη κατάσταση από οικονομικής απόψεως, ενώ στρατηγικά η συμμαχία αποδεικνυόταν στην πράξη ετεροβαρής εις βάρος της Πολωνίας. Μεταξύ των ετών 1936 και 1939 δημοσιοποιήθηκαν εξωπραγματικές προθέσεις απόκτησης μεγάλου στόλου (2 θωρηκτά, βαριά καταδρομικά, δεκάδες αντιτορπιλικά, υποβρύχια, τορπιλάκατοι, ναρκαλιευτικά και βοηθητικά σκάφη). Ζητούμενο ήταν η συγκρότηση δύναμης ίσης με το 1/3 του γερμανικού πολεμικού στόλου. Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1939, κανενός από τα σκάφη που τελικά παραγγέλθηκαν δεν είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή.

Ο πρόεδρος της Πολωνικής Δημοκρατίας  Ignacy Mościcki (αριστερά) και ο ναύαρχος Józef Unrug, ανώτατος διοικητής του πολεμικού ναυτικού, στο κατάστρωμα της κανονιοφόρου ORP Mazur το 1937.

Εν συνεχεία, το κείμενο υπεισέρχεται σε θέματα ευρύτερου επιχειρησιακού σχεδιασμού (διοικητική διάρθρωση, αποστολές του στόλου θαλάσσης, προβλήματα ηγεσίας, παράκτια οχυρά, εμπορική ναυτιλία, δυνητικοί σύμμαχοι), καθώς με την πάροδο του χρόνου παρατηρείτο κάθετη αύξηση της διεθνούς έντασης και τα σύννεφα του πολέμου διακρίνονταν πυκνά στον ορίζοντα.Έπεται μια συνοπτική παρουσίαση της ναυτικής ισχύος των δυο κυριοτέρων αντιπάλων: της Γερμανίας και της ΕΣΣΔ. Πέραν, όμως, από την πολωνική οπτική, το κείμενο προσφέρει μια επιπρόσθετη, εξίσου άγνωστη στο ευρύ ελληνικό κοινό, διάσταση. Πρόκειται για το ναυτικό σκέλος της “Λευκής Υπόθεσης” (Fall Weiss), με άλλα λόγια της επιχείρησης εισβολής στην Πολωνία τον Σεπτέμβριο του 1939. Εσφαλμένα έχει δημιουργηθεί η αίσθηση πως το σύνολο των επιχειρήσεων έλαβαν χώρα στην ξηρά και στους αιθέρες. Υπάρχει και μια σημαντική ναυτική διάσταση (άλλωστε, τα πρώτα πυρά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου εξαπολύθηκαν τα χαράματα της 1ης Σεπτεμβρίου από μονάδες του γερμανικού πολεμικού ναυτικού σε βάρος του λιμένα του Δάντσιχ). Για πρώτη φορά στην ελληνική ιστοριογραφία προσφέρεται η δυνατότητα να παρακολουθήσουμε διεξοδικά τον γερμανικό ναυτικό σχεδιασμό ενόψει της εισβολής, από τον Ιούνιο του ιδίου έτους και μετά, αλλά και τη διαφυγή πολωνικών υποβρυχίων και μονάδων επιφανείας σε σουηδικά, αρχικά, και βρετανικά, τελικά, λιμάνια από όπου συνέχισαν στο πλευρό των Συμμάχων τη δράση τους καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του υποβρυχίου ORP Orzel.

Τα πρώτα πυρά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το γερμανικό θωρηκτό Schleswig-Holstein βάλει κατά του λιμένα του Δάντσιχ τα χαράματα της 1ης Σεπτεμβρίου 1939.

The Extraordinary Voyage of the Polish Submarine Orzeł

Το τρίτο και τελευταίο άρθρο του τόμου (Ηλίας Καλύβας) με τίτλο: Η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία στην Κρίση του Μεσοπολέμου. Η Περίπτωση Εξοπλισμού της με τα Πολωνικά Αεροπλάνα PZL P.24, εστιάζει στην εξέταση και παρουσίαση των συνθηκών που διαμόρφωσαν το εξοπλιστικό πρόγραμμα της Ελλάδας με αφορμή την απόκτηση του παραπάνω τύπου αεροσκαφών στο δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1930. Το άρθρο διαρθρώνεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο από αυτά εξετάζονται τα επιδράσαντα επί της περιόδου φαινόμενα (οικονομική κατάσταση της Ελλάδας, εξέλιξη της Πολεμικής Αεροπορίας, πολιτικές εξελίξεις και διεργασίες της εποχής, οι οποίες αντικατοπτρίζονται στην εξελικτική διαδικασία της Αεροπορίας). Το δεύτερο μέρος είναι αφιερωμένο στο εξοπλιστικό πρόγραμμα της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας μέσα στη δεκαετία του 1930 (ίδρυση του Υπουργείου Αεροπορίας και ανεξαρτητοποίηση του όπλου, συνεξέταση και ερμηνεία του νέου θεσμού με την εν γένει πολιτική κατάσταση και αστάθεια της κρίσιμης αυτής δεκαετίας, ενέργειες και διαπραγματεύσεις για την απόκτηση των πολωνικών αεροσκαφών τύπου PZL P.24 και η σημαντική συνδρομή των τελευταίων στο πλαίσιο της διενέργειας του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Το τρίτο και τελευταίο μέρος συγκροτείται από ένα παράρτημα εικόνων.

Αεροσκάφος τύπου PZL P. 24 της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας.

Ειδικότερα με την προμήθεια του μονοθέσιου και μονοπτέρυγου καταδιωκτικού, που αποτελεί και τον συνδετικό κρίκο με την πολωνική διάσταση του τόμου,  πληροφορούμαστε ότι στις 9 Ιανουαρίου 1936 (επί υπηρεσιακής κυβέρνησης Κων/τίνου Δεμερτζή), πραγματοποιήθηκε επίδειξη στο αεροδρόμιο Τατοΐου ενώπιον της πολιτειακής, πολιτικής και στρατιωτικής  ηγεσίας της χώρας. Συγκεκριμένα, ο Πολωνός πιλότος πραγματοποίησε πτήσεις οριζόντιας και ανοδικής ταχύτητας, ακροβατικούς ελιγμούς. Έως τότε, η Αεροπορία είχε ενισχυθεί με γαλλικά και τσεχοσλοβακικά αεροσκάφη. Τον Απρίλιο του 1936 (υπηρεσιακή κυβέρνηση Μεταξά), με πρωτοβουλία του Υπουργείου Αεροπορίας συγκροτήθηκε ειδική επιτροπή για να περιοδεύσει σε ευρωπαϊκές χώρες με προηγμένη αεροπορική βιομηχανία. Απώτερος στόχος ήταν η επιλογή του κατάλληλου τύπου αεροπλάνου διώξεως.Τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους αποφασίστηκε η προμήθεια 36 πολωνικών αεροπλάνων, εφοδιασμένων με γαλλικούς κινητήρες, υπό την προϋπόθεση πως θα επιτυγχάνονταν όροι πληρωμής με ανταλλαγή (ελληνοπολωνικό κλήρινγκ), εξασφαλίζοντας το ελληνικό δημόσιο. Ωστόσο, η ανταλλαγή καπνών ως εξόφληση και η υπό του οίκου PZL ανάληψη της προμήθειας των κινητήρων επιβάρυναν το ελληνικό δημόσιο με τα έξοδα της ανταλλαγής και εκείνα της αποστολής και διαμονής στη Γαλλία Πολωνών ειδικών, επιφορτισμένων με την παραλαβή των κινητήρων. Κατά τη στιγμή της υπογραφής της σύμβασης, η πολωνική πλευρά είχε ζητήσει προκαταβολή ύψους 30% επί του συνολικού κόστους. Με την αύξηση της παραγγελίας από 24 σε 36 αεροσκάφη αιτήθηκε προκαταβολή 50%, για να συμβιβαστεί τελικά στο 40%, πληρωτέο τον Απρίλιο του 1937, λίγο πριν την παραλαβή των αεροσκαφών. Η ελληνική πλευρά διεκδίκησε και πέτυχε την ελεύθερη μετασκευή στην Ελλάδα οποιουδήποτε αριθμού ανταλλακτικών. Το τελικό κόστος του PZL ανήλθε στα 4.357.594 δρχ., πλήρες και με όλες τις επιβαρύνσεις. Στο πλαίσιο του προγράμματος τυποποίησης (καθώς για λόγους πολιτικούς, διπλωματικούς και οικονομικούς η Ελλάδα ήταν αναγκασμένη να προμηθεύεται αεροπλάνα από διάφορες χώρες), τα PZL εξοπλίστηκαν με γερμανικούς ασύρματους, αμερικανικό σύστημα οξυγόνου, τσεχοσλοβακικά και βρετανικά πολυβόλα.

PZL P 24 με τα διακριτικά της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας.

Με τα παραληφθέντα PZL P 24 εξοπλίστηκαν οι τρεις Μοίρες Διώξεως, οι οποίες υπάγονταν στη Διοίκηση Αεροπορίας Διώξεως. Πρόκειται για τις υπ αρ. 21, 22 και 23 με αντίστοιχες έδρες τα Τρίκαλα, τη Θεσσαλονίκη και τη Λάρισα. Στο πλαίσιο διεξαγωγής του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, η απόδοση των PZL υπήρξε εξαιρετική, καθώς κλήθηκαν να σηκώσουν ουσιαστικά το κύριο βάρος των εναερίων μαχών. Μοναδικό μειονέκτημα αποδείχθηκε στην πράξη ο περιορισμένος επιχειρησιακός χρόνος (30΄-35΄) υπέρθεν του μετώπου από τη στιγμή που ο συνολικός χρόνος πτήσης ήταν 60΄ κατά μέσο όρο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ανθυποσμηναγού Μαρίνου Μητραλέξη, ο οποίος, στις 2 Νοεμβρίου 1940, με αεροσκάφος PZL αφού εξάντλησε τα πυρομαχικά του καταρρίπτοντας ένα αντίπαλο ιταλικό, εμβόλισε με την έλικά του το ουραίο πηδάλιο ενός δεύτερου, το οποίο ως εκ τούτου εισήλθε σε περιδίνηση και συνετρίβη στο έδαφος. Εν συνεχεία, ο Μητραλέξης πραγματοποίησε αναγκαστική προσγείωση και συνέλαβε, με τη βοήθεια κατοίκων της περιοχής, τα διασωθέντα μέλη του πληρώματος.

Μαρίνος Μητραλέξης 

 

Το ανδραγάθημα του Μαρίνου Μητραλέξη σε γραμματόσημο του 1968.

Εν κατακλείδι, η έκδοση του Πολεμικού Μουσείου προσφέρει σημαντικές (άγνωστες ως επί το πλείστον) πτυχές της πολεμικής προπαρασκευής δυο κρατών με κοινά χαρακτηριστικά, χάρη στην αντιπαραβολή ανάμεσα στις περιπτώσεις Πολωνίας και Ελλάδας. Η ουσιαστική συνεισφορά στην ελληνική ιστοριογραφία οφείλεται, όπως είναι επόμενο, στην παρουσίαση και ανάλυση της πολωνικής διάστασης. Εκείνη είναι που κατέχει, αναμφίβολα τα σκήπτρα. Η αντίστοιχη ελληνική, αν και υπεισέρχεται συχνά στο κείμενο (ειδικότερα στο πρώτο και τρίτο άρθρο) θεωρείται εκ προοιμίου γνωστή. Η αξία της έκδοσης συνίσταται στο ό,τι και στις τρεις περιπτώσεις οι συγγραφείς δεν περιχαρακώθηκαν πίσω από την εύκολη λύση μιας μονομερούς ελληνοκεντρικής θεώρησης, αλλά αντέστρεψαν συνειδητά την προοπτική, προσφέροντας στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ένα πρωτότυπο αποτέλεσμα με γνώμονα όλους τους κανόνες της επιστημονικής δεοντολογίας. Εδώ ακριβώς συνίσταται και η πολύτιμη συμβολή τους στην ήδη υπάρχουσα ελληνόγλωσση ιστοριογραφία.

 

Γιάννης Μουρέλος

Ομότιμος Καθηγητής Τμήματος Ιστορίας

 και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ

Dušan T. Bataković: Η Γενοκτονία εντός του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους (1941 – 1945)

Dušan T. Bataković

Η Γενοκτονία εντός του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους
(1941 – 1945)

 

Η επίσημη ανακήρυξη του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους (Nezavisna Država Hrvatska – NDH), υπό την προστασία του Γ΄ Ράιχ, πραγματοποιήθηκε στις 10 Απριλίου 1941 στο Ζάγκρεμπ, τέσσερις ημέρες έπειτα από την επίθεση του Hitler κατά του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας και μια εβδομάδα πριν από τη συνθηκολόγηση του τελευταίου. Η ανακήρυξη του NDH ενισχύθηκε και από την άφιξη των γερμανικών προφυλακών. Η ανάγνωση του σχετικού κειμένου έγινε μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού του Ζάγκρεμπ από τον Slavko Kvaternik, πρώην αξιωματικό του αυστροουγγρικού στρατού, εξ ονόματος του Ante Pavelić, αρχηγού των Ούστασε (Ustaša – Hrvatski revolucionarni pokret) – επρόκειτο για τους Κροάτες φασίστες- ο οποίος τη συγκεκριμένη εκείνη στιγμή βρισκόταν στη Φλωρεντία. Αμέσως κατόπιν διαβάστηκε και το διάγγελμα του Δρ. Vladko Maček, προέδρου του Κροατικού Αγροτικού Κόμματος και αντιπροέδρου της βασιλικής γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης, σύμφωνα με το οποίο ζητούσε από τον κόσμο να επιδείξει σεβασμό προς τις νέες αρχές. Στο μεταξύ, ο Mussolini έδωσε εντολές, προκειμένου ο Pavelić και οι περίπου 250 Ούστασε, οι οποίοι είχαν παραμείνει στην Ιταλία υπό την προστασία του, να μεταφερθούν στην Κροατία. Ως αντάλλαγμα ζήτησε την διαβεβαίωση ότι η Δαλματία θα εκχωρείτο στην Ιταλία.

Στις 15 Απριλίου ο Pavelić αφίχθη στο Ζάγκρεμπ και ανέλαβε την εξουσία. Με γνώμονα τις διατάξεις του Συμφώνου της Ρώμης της 18ης Μαΐου 1941 “Περί εγγυήσεων και συνεργασίας ανάμεσα στα Βασίλεια της Κροατίας και της Ιταλίας”, το Ανεξάρτητο Κροατικό Κράτος είχε καταστεί προτεκτοράτο της Ιταλίας. Το στέμμα του βασιλέα Zvonimir (1075-1089) προσφέρθηκε στον δούκα του Σπολέτο του οίκου της Σαβοΐας. Η στέψη επρόκειτο να λάβει χώρα στη Μπάνια Λούκα, την πόλη, την οποία ο Pavelić είχε επιλέξει ως πρωτεύουσα του NDH. Ωστόσο, ο δούκας του Σπολέτο, που επρόκειτο να βασιλεύσει ως Tomislav Β΄, αρνήθηκε την προσφορά. Η πραγματική εξουσία στο Ζάγκρεμπ ασκείτο από τον στρατιωτικό απεσταλμένο του Ράιχ, τον στρατηγό Edmund Glaise von Horstenau, πρώην αξιωματικό του αυστροουγγρικού στρατού. Παρά τη συμφωνία ανάμεσα στους Hitler και Mussolini, το νεότευκτο κράτος θα υπαγόταν στην ιταλική σφαίρα επιρροής. Σύμφωνα πάντοτε με το παραπάνω σύμφωνο, το NDH θα αποτελείτο από τις ακόλουθες επαρχίες: Κροατία, Σλοβενία, τμήμα της Δαλματίας από το Σπλιτ έως το Ντουμπρόβνικ καθώς και τρία νησιά της Αδριατικής. Στις 23 Απριλίου 1941, ο γερμανικός στρατός παραχώρησε στο νέο κράτος ολόκληρη τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, προσθέτοντας το Σρεμ και το νοτιοδυτικό τμήμα της Βοϊβοντίνας μέχρι την κωμόπολη Ζέμουν, που μόνο ο ποταμός Σάβας χώριζε από την πρωτεύουσα της Σερβίας, το Βελιγράδι.¹

Χάρτης του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους.

Σύμφωνα με κροατική στατιστική του 1941, η εθνολογική σύνθεση του κράτους είχε ως εξής:

 Κροάτες                 3.069.000       50.78%
Σέρβοι                    1.847.000       30,56%
Μουσουλμάνοι         717.000       11,86%
Άλλες εθνότητες      410.000       6,80% ²

Το μεγάλο πρόβλημα για τις νέες αρχές ήταν το ψηλό ποσοστό των Σέρβων. Σύμφωνα με την απογραφή του 1931, οι Σέρβοι πλειοψηφούσαν οριακά στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη (44,3%) και υπερτερούσαν αδιαμφισβήτητα στην περιοχή της Κράινας (σερβικός θύλακας εντός του κροατικού εδάφους) καθώς και στην περιοχή του Σρεμ, όπου εκπροσωπούνταν με ποσοστό ανώτερο του 50%. Στην πραγματικότητα, όμως, τα πληθυσμιακά δεδομένα υπέρ των τελευταίων ήταν ανώτερα από εκείνα που δημοσιοποιούνταν μέσω των επίσημων στατιστικών. Μέσα στα γεωγραφικά όρια του μελλοντικού NDH, το 1921 κατοικούσαν 1.570.000 Σέρβοι ορθόδοξοι. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1931, ο συνολικός αριθμός είχε ανέλθει στους 1.850.000. Με έναν μέσο όρο ετήσιας αύξησης της τάξεως του 1,8%, το 1941 λογικά έπρεπε να κατοικούν στην περιοχή 2.180.000 Σέρβοι, σύμφωνα δε με ορισμένες άλλες εκτιμήσεις, ο αριθμός ξεπερνούσε τα 2.200.000.³

Στις 7 Ιουνίου 1941, στο πλαίσιο της μεταξύ τους συνάντησης, ο Hitler είχε συμβουλέψει τον Pavelić να επιλύσει το πρόβλημα των εντός του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους Σέρβων με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με τον οποίο ο ίδιος είχε χειριστεί το ζήτημα των Πολωνών, οι οποίοι ζούσαν στις παρυφές των ανατολικών συνόρων του Γ΄ Ράιχ. Ο Pavelić δήλωνε και εκείνος οπαδός της θεωρίας περί φυλετικής ανωτερότητας. Μάλιστα, διέθετε πρότυπα για την επίλυση των προβλημάτων που πήγαζαν από τις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων εθνοτήτων, αποφασισμένος να τα εφαρμόσει στη χώρα του. Μέχρι την αναχώρησή του, το 1929, από την Γιουγκοσλαβία, ήταν μέλος του Κροατικού Κόμματος Δικαιοσύνης (Hrvatska stranka prava).

Ο Hitler υποδέχεται τον Pavelić στο Μπερχτεσγκάντεν στις 7 Ιουνίου 1941.

Εμφανιζόταν ως θεματοφύλακας της θεωρίας του Ante Starčević (1823-1896), ιδρυτή και κορυφαίου ιδεολόγου του συγκεκριμένου κόμματος. Σε αντίθεση με την κίνηση προσέγγισης μεταξύ Σέρβων και Κροατών, ο Starčević αμφισβητούσε την ίδια την ύπαρξη της σερβικής εθνότητας εντός της Κροατίας. Την θεωρούσε ως “εισβολέα” κάνοντας χρήση υποτιμητικών χαρακτηρισμών όπως “ράτσα σκύλων αλητών”. Η ιδεολογία αυτή ενσωματώθηκε από τον Pavelić στις Αρχές του Κινήματος Ούστασε, μόλις δε ο τελευταίος ανέλαβε την εξουσία φρόντισε να δημοσιεύσει με κάθε επισημότητα τα έργα του μέντορά του.⁴ Τα Χριστούγεννα του 1941, ο καθολικός αρχιεπίσκοπος του Σαράγεβου Ivan Sarić συνέθεσε μια Ωδή προς τον Poglavnik (= Αρχηγό κατά το πρότυπο του Φύρερ και του Ντούτσε), μέσα στην οποία συμπεριέλαβε την ακόλουθη στροφή: “O Ante Starčević υπήρξε εκείνος που σε ενέπνευσε/ Εκείνος υπήρξε το ίνδαλμά σου”.⁵

Οι Ούστασε, αντλώντας στοιχεία από τα κείμενα του Starčević, υιοθέτησαν την άποψη ότι οι Μουσουλμάνοι της Βοσνίας αποτελούσαν την πλέον αυθεντική έκφανση του κροατικού έθνους: “Ανήκουν στην κροατική φυλή, αποτελούν την παλαιότερη και περισσότερο ανόθευτη αριστοκρατία που γνώρισε ποτέ η Ευρώπη”.⁶ Ο υπουργός Jozo Dumančić, σε λόγο, τον οποίον εκφώνησε στις 25 Μαΐου στην πρωτεύουσα Μπάνια Λούκα, επισήμανε πως: “Ο Αρχηγός μας τρέφει για τους Μουσουλμάνους αδελφούς μας τα ίδια ακριβώς αισθήματα αγάπης που έτρεφε γι’ αυτούς παλαιότερα ο Starčević”.⁷ Μέρος της πολιτικής ηγεσίας των τελευταίων (Osman και Džafer Kulenović) εισήλθε στην κυβέρνηση των Ούστασε. Σημαντικός αριθμός Μουσουλμάνων της Βοσνίας οργανώθηκε στους κόλπους της Μεραρχίας SS Handžar, η οποία προέβη σε σειρά εκτεταμένων εγκλημάτων σε βάρος του σερβικού πληθυσμού της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Παρά ταύτα, ένα άλλο τμήμα της ηγεσίας των Μουσουλμάνων τήρησε αποστάσεις από το νέο καθεστώς από την πρώτη κιόλας στιγμή, καταδικάζοντας τα εγκλήματα κατά των Σέρβων και των Εβραίων και καταγγέλλοντας όσους συμμετείχαν ενεργά σε αυτά.⁸

Ο Μέγας Μουφτής της Ιερουσαλήμ Haj Amin al-Hussein, απευθύνει ναζιστικό χαιρετισμό σε τιμητικό άγημα εθελοντών της Μεραρχίας SS Handžar, τον Νοέμβριο του 1943.

 

Η πυραμίδα των φυλετικών διακρίσεων

Αμέσως έπειτα από την ανάληψη της εξουσίας, το καθεστώς Ούστασε εξήγγειλε τους κανόνες φυλετικής διάκρισης. Στις 30 Απριλίου 1941 εκδόθηκαν: 1) Ο νόμος περί φυλετικής προέλευσης και 2) ο νόμος περί προστασίας του άριου αίματος και της τιμής του κροατικού έθνους. Στα παραπάνω κείμενα προσδιοριζόταν η ρητή απαγόρευση τέλεσης γάμου μεταξύ των Εβραίων, αλλά και μεταξύ ατόμων, των οποίων η καταγωγή δεν προερχόταν από την Αρία φυλή. Η ίδια απαγόρευση ίσχυε και για τους ανήκοντες στην Αρία φυλή, οι οποίοι, ωστόσο, καταμετρούσαν Εβραίους ή ανήκοντες σε άλλη φυλή προγόνους μέχρι τη δεύτερη γενιά.⁹ Σε ό,τι αφορούσε τους Σέρβους, στις 3 Μαΐου θεσπίστηκε νόμος, ο οποίος προέβλεπε την μεταπήδηση από το ένα δόγμα στο άλλο. Επρόκειτο για το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση του βίαιου προσηλυτισμού των Σέρβων στην καθολική θρησκεία. Ο νόμος περί προστασίας του έθνους και του κράτους (17 Απριλίου 1941) προσέβλεπε στην ίδρυση ειδικών εθνικών δικαστηρίων. Ιδού η μαρτυρία του Κροάτη δημοσιογράφου Sime Balen αναφορικά με τη λειτουργία των παραπάνω δικαστηρίων: “Αρκούσε μια απλή καταγγελία σε βάρος ενός Εβραίου ή ενός Σέρβου καταστηματάρχη, προκειμένου αυτός να κατηγορηθεί για δολιοφθορά, να συρθεί ενώπιον του δικαστηρίου, το οποίο χωρίς χρονοτριβή τον καταδίκαζε ως ένοχο εσχάτης προδοσίας και τον εκτελούσε. Όσο για τον Ούστασε, ο οποίος τον είχε καταγγείλει, το κατάστημα περιερχόταν σε αυτόν”.¹º Σύντομα τέθηκαν σε λειτουργία και έκτακτα στρατοδικεία, κύρια θύματα των οποίων υπήρξαν Σέρβοι και Εβραίοι.¹¹

Με το που έφτασε στο Ζάγκρεμπ, ο Pavelić, αναφερόμενος στη δολοφονία του βασιλέα Αλέξανδρου της Γιουγκοσλαβίας το 1934 στη Μασσαλία δήλωσε χαρακτηριστικά: “Έκοψα το δέντρο. Σε εσάς εναπόκειται τώρα να πράξετε το ίδιο με τα κλαδιά του (τον σερβικό λαό)”. Την επομένη του λόγου του της 21ης Μαΐου, όπου εξέθεσε το πρόγραμμά του για την “νέα Κροατία”, οι πλησιέστεροι συνεργάτες του, οι υπουργοί και οι ιθύνοντες του καθεστώτος ανέπτυξαν τις θέσεις του Αρχηγού σχετικά με το ζήτημα των Σέρβων. Ο υπουργός Εξωτερικών του NDH Milovan Žanić δήλωσε: “Ούστασε! Μιλώ ξεκάθαρα, αυτό το κράτος, η πατρίδα μας, πρέπει να είναι κροατικό και να μην ανήκει σε κανέναν άλλο. Για το λόγο αυτό, όσοι ήρθαν εδώ, οφείλουν να φύγουν. Τα τεκταινόμενα ανά τους αιώνες και ειδικότερα κατά τα είκοσι τελευταία χρόνια (η διάρκεια του βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας), απέδειξαν ότι αποκλείεται κάθε είδους συμβιβασμός. Το μέρος αυτό πρέπει να είναι η γη των Κροατών και κανενός άλλου. Για εμάς τους Ούστασε, δεν υπάρχει άλλη προσφερόμενη μέθοδος προκειμένου η γη αυτή να παραμείνει κροατική από το να την απαλλάξουμε από τους Σέρβους, οι οποίοι μας έθεσαν σε κίνδυνο εδώ και αιώνες ολόκληρους και που συνεχίζουν να μας εκθέτουν ευκαιρίας δοθείσης. Δεν πρόκειται για κανένα μυστικό. Πρόκειται για την πολιτική αυτού του κράτους. Μόλις την ολοκληρώσουμε, θα έχουμε πραγματοποιήσει όσα ανταποκρίνονται στις αρχές μας”.¹² Συνέχισε δε απειλώντας: “Ο κροατικός λαός οφείλει να εξαγνιστεί από όλα τα στοιχεία εκείνα, τα οποία αντιπροσωπεύουν τη δυστυχία του, που είναι ξένα προς αυτόν και που επί αιώνες τον είχαν σπρώξει από το ένα κακό στο άλλο. Πρόκειται για τους Εβραίους και για τους Σέρβους”.¹³

Ο υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού Mile Budak, σε δικό του λόγο που εκφώνησε στο Σλαβόνσκι Μπροντ, υποστήριξε ότι: “Έχουμε όχι μόνο δικαίωμα αλλά και χρέος να απαιτήσουμε από τον εδώ ορθόδοξο πληθυσμό να καταλάβει ποιος ακριβώς είναι και να πορευτεί δεόντως. Για τον λόγο αυτό μπορούμε να λέμε: εάν κάποιος είναι Σέρβος, υπάρχει και η Σερβία. Εκεί βρίσκεται η πατρίδα του.”¹⁴ Στο Γκόσπιτς, εκφράστηκε ενώπιον του Μεγάλου Κοινοβουλίου των Ούστασε, όπου εξέθεσε με μεγάλη ευκρίνεια τον τρόπο, με τον οποίο επρόκειτο να ενεργοποιηθεί η “τελική λύση” του ζητήματος των Σέρβων: “Θα εξοντώσουμε ένα μέρος του σερβικού πληθυσμού, θα εκτοπίσουμε ένα άλλο και θα προσηλυτίσουμε τους εναπομείναντες στον καθολικισμό μετατρέποντάς τους σε Κροάτες.”¹⁵

Από την πρώτη στιγμή, οι Σέρβοι υπέστησαν τα πάνδεινα. Απαγορεύτηκε η χρήση του κυριλλικού αλφαβήτου, η όποια αναφορά στην σερβορθόδοξη θρησκεία, η μετακίνηση στη διάρκεια της νύκτας. Όλοι οι Σέρβοι, οι οποίοι κατοικούσαν σε αστικές συνοικίες των πόλεων, εκδιώχθηκαν από τις οικίες τους. Γενικότερα, οι Σέρβοι, όπως και οι Εβραίοι, ήταν αναγκασμένοι να φέρουν στο πίσω μέρος του ενδύματός τους μια λωρίδα κυανού χρώματος με το κεφαλαίο αρχικό “P” (Pravoslavni – ορθόδοξος). Σχεδόν αμέσως ακολούθησαν μαζικές συλλήψεις και λίγο αργότερα μαζικές εκτελέσεις.¹⁶

Προπαγανδιστική αφίσα με αντισημιτικό περιεχόμενο
Προκήρυξη, η οποία καλεί Σέρβους και Εβραίους να παραδώσουν τον οπλισμό τους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι ομαδικές εκτελέσεις

H ιστορικός Filektra Jelić-Butić από την Κροατία, κάνοντας χρήση αυθεντικού υλικού, προερχομένου από τους Ούστασε, αποκατέστησε τη χρονολογία των διώξεων εις βάρος των Σέρβων κατά τους πρώτους μήνες ζωής του NDH. Εκτός από τον εγκλεισμό ολοένα και περισσότερων ατόμων στα στρατόπεδα, όπου άρχισαν να λαμβάνουν χώρα ομαδικές εκτελέσεις, παρατηρήθηκαν φαινόμενα σφαγών και μέσα σε ορισμένες κατοικημένες περιοχές. Μεταξύ 27 και 28 Απριλίου 1941, στο χωριό Γκούντοβατς, πλησίον του Μπγιέλοβαρ, οι Ούστασε εκτέλεσαν 184 Σέρβους χωρικούς. Στο Μπλαγκάζ, στην ευρύτερη περιοχή του Κόρντουν, αφού κάλεσαν τους Σέρβους των γύρω οικισμών να συγκεντρωθούν σε εκείνο το σημείο, σκότωσαν περί τα 250 άτομα, τα οποία είχαν ανταποκριθεί στο κάλεσμα. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 11 και 12 Μαΐου, 300 περίπου Σέρβοι σφαγιάστηκαν στη Γκλίνα. Κατά τον μήνα Ιούνιο, σημειώθηκαν εκτελέσεις ευρύτερης κλίμακας στην Ερζεγοβίνη. Στα προάστια της κωμόπολης Λιουμπίνιε, στις 2 Ιουνίου, πραγματοποιήθηκε ομαδική σφαγή 140 περίπου Σέρβων. Τρεις ημέρες αργότερα, οι Ούστασε εξολόθρευσαν 180 κατοίκους του χωριού Κορίτα, πλησίον του Γκάτσκο. Στις 23 του ιδίου μήνα, πάντοτε στην παραπάνω περιοχή, 240 συνολικά άνδρες, γυναίκες και παιδιά βρήκαν τον θάνατο. Στις 25, σε χωριά της περιοχής του Στόλατς, σφαγιάστηκαν 260 άνδρες. Στις 30, στο Λιουμπούσκο, περί τους 90 Σέρβοι, οι οποίοι είχαν μεταφερθεί εκεί εκτελέστηκαν. Τον Ιούνιο πάντοτε, έλαβε χώρα και η εξόντωση των Σέρβων της βορείου Δαλματίας. Οι σφαγές ξεκίνησαν με ομαδικό εγκλεισμό στις περιοχές Ντρνις και Κνιν. Γύρω στους 60 χωρικοί φυλακίστηκαν στο κάστρο του Κνιν, όπου εκτελέστηκαν. Ανάλογη μοίρα επιφυλάχθηκε σε μια ομάδα 50 ατόμων κατά μήκος του οδικού άξονα μεταξύ Κνιν και Γκράκατς. Τη νύκτα της 19ης προς 20ή Ιουνίου συνελήφθησαν 76 Σέρβοι του Κνιν και Κνίνσκο-Πόλιε και τουφεκίστηκαν κοντά στην Προμίνα. Σε πολλά χωριά του τριγώνου Βρλίκα-Ντρνις-Προμίνα 250 χωρικοί, μεταξύ των οποίων μεγάλος αριθμός γυναικών και παιδιών, βρήκαν τραγικό θάνατο. Σε τέσσερα χωριά πέριξ του Κνιν, 70 Σέρβοι είχαν εκτελεστεί πριν τις 12 Ιουλίου. Ανάλογη τύχη είχαν άλλα 90 άτομα του χωριού Προσόϊ, αφού προηγουμένως συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν.¹⁷

Οι ομαδικές σφαγές συνεχίστηκαν στη διάρκεια του θέρους του 1941. Τον Ιούλιο – σύμφωνα πάντοτε με την Jelić-Butić – οργανώθηκε σειρά ολόκληρη ανάλογων εκτρόπων, η οποία κορυφώθηκε στο τέλος του μήνα. Η συγκυρία συμπίπτει με εκείνη της ένοπλης εξέγερσης κατά των αρχών τόσο στην Κροατία όσο και στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Την 1η Ιουλίου, εκτελέστηκαν πλησίον του Γκράκατς περί τους 300 άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Στις 24 και 25 Ιουλίου, οι Ούστασε σφαγίασαν γύρω στα 1.200 άτομα. Ανάλογα περιστατικά σημειώθηκαν στο Πρίγιεμποζ την εβδομάδα μεταξύ 20 και 27 Ιουλίου. Τη νύκτα της 27ης προς 28η του ιδίου μήνα 80 άνδρες φυλακίστηκαν και εκτελέστηκαν στο Πριμίσλιε. Την επομένη, 28 Ιουλίου, ανάλογη τύχη είχαν περί τους 180 Σέρβοι κοντά στο Βόγνιτς. Την ίδια ημέρα εκτελέστηκαν 50 άνδρες και γυναίκες του χωριού Πολάτσε, πλησίον του Κνιν. Στις 29, έλαβε χώρα η μεγάλη σφαγή πολλών εκατοντάδων Σέρβων στην εκκλησία της Γκλίνα. Ταυτόχρονα σημειώθηκαν ανάλογα έκτροπα με 500 περίπου θύματα στο Γκράκατς και την ευρύτερη περιοχή. Οι μεγαλύτερες σφαγές, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν επί του βοσνιακού εδάφους έλαβαν χώρα στο δυτικό τμήμα στο τέλος του μήνα. Υπολογίζεται πως τότε εκτελέστηκαν γύρω στους 20.000 Σέρβοι στις περιφέρειες Μπίχατς, Μποζάνσκα Κρούπα και Καζίν, από 6.000 σε εκείνες του Σάνσκι Μοστ, Πρίγιεντορ και Μποζάνσκι Μπροντ. Οι Ούστασε σκότωσαν περί τα 250 άτομα, κατοίκους των σερβικών χωριών του Ντούβνο. Στις 29 Ιουλίου ξεκίνησε γύρος μαζικών εκκαθαρίσεων στην περιοχή του Λίβνο, όπου κατά τους αμέσως επόμενους μήνες καταμετρήθηκαν άνω των 1.000 θύματα.¹⁸ Στα χωριά Πρεμπίλοβσι και Σουρμάνσι της Ερζεγοβίνης εκτελέστηκαν 559 Σέρβοι, ως επί το πλείστον ηλικιωμένοι, γυναίκες και παιδιά. Οδηγήθηκαν στο χείλος ενός γκρεμού, όπου σφαγιάστηκαν, οι δε σοροί τους ρίχτηκαν από τον γκρεμό. Οι θηριωδίες συμπεριέλαβαν και την περιοχή του Σρεμ. Έπειτα από τις σφαγές του 1941, ένα έτος αργότερα, στις 12 Αυγούστου 1942, εκτελέστηκαν 60 άτομα στη Ρούμα και στις 25 Αυγούστου άλλα 140 στο Βούκοβαρ.¹⁹

Το εύρος και η συχνότητα των θηριωδιών εξέπληξαν ακόμη και τους διαπιστευμένους στο Ανεξάρτητο Κροατικό Κράτος διπλωματικούς αντιπροσώπους της Ιταλίας και της Γερμανίας. Στις 28 Ιουνίου, ο Glaise von Horstenau σημείωνε πως “σύμφωνα με αξιόπιστες εκθέσεις προερχόμενες από μεγάλο αριθμό Γερμανών παρατηρητών, κατά τις τελευταίες ημέρες τόσο στις πόλεις όσο και στην ύπαιθρο οι Ούστασε έχουν κυριολεκτικά παραφρονήσει”.²º Στις αρχές του μηνός Ιουλίου, ο στρατηγός von Horstenau πάντοτε δήλωνε έκπληκτος ότι “οι Κροάτες έχουν απελάσει από το Ζάγκρεμπ όλους τους Σέρβους διανοούμενους”. Στις 10 του ιδίου μήνα έκανε λόγο περί “απολύτως απάνθρωπης μεταχείρισης σε βάρος του σερβικού πληθυσμού της Κροατίας”. Ταυτόχρονα, περιέγραφε και την ενόχληση των Γερμανών, οι οποίοι παρά τα έξι συντάγματα πεζικού που διατηρούσαν επιτόπου, δεν μπορούσαν να πράξουν κάτι διαφορετικό από το να είναι απλοί μάρτυρες “της τυφλής και αιμοσταγούς οργής των Ούστασε”.²¹

Ο Ιταλός συνταγματάρχης Umberto Salvatore σημείωνε την 1η Αυγούστου 1941 ότι “το Γκράκατς θύμιζε την κόλαση του Δάντη. Ακούγονταν συνεχώς πυροβολισμοί, γυναίκες και παιδιά ούρλιαζαν, ενώ παντού περιφέρονταν ένστολοι Ούστασε, προκλητικοί και αλαζόνες, με πρόσωπα δημίων”.²² Αναλυτικές πληροφορίες των ιταλικών στρατιωτικών αρχών κάνουν λόγο για μεγάλο αριθμό θυμάτων το 1941. Σε ένα υπόμνημα με τίτλο Τεκμήρια σχετικά με τις παράνομες και βίαιες πράξεις των Ούστασε σε βάρος του γιουγκοσλαβικού πληθυσμού, αναφέρονται 141 περιπτώσεις ομαδικών σφαγών, συνοδευόμενες από αναλυτική ονομαστική κατάσταση 46.286 νεκρών. Γενικότερα για το χρονικό διάστημα μεταξύ Απριλίου και Αυγούστου 1941 ο συνολικός αριθμός των θυμάτων – οι περισσότεροι Σέρβοι – ξεπερνά τις 80.000.²³

Τεκμήρια ομαδικών εκτελέσεων προερχόμενα από το περιφερειακό αρχείο της Βοϊβοντίνας (Νόβι Σαντ).

Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης

Ήδη από το καλοκαίρι του 1941 δημιουργήθηκαν στρατόπεδα προσωρινού εγκλεισμού, τα οποία, μιμούμενα το ναζιστικό πρότυπο, μετεξελίχθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τα μεγαλύτερα “στρατόπεδα του θανάτου” βρίσκονταν στο Γιασένοβατς, στο Γιάντοβνο, στη Στάρα Γκράντισκα και στο Γιαστρέμπαρσκο. Η Filektra Jelić-Butić επισημαίνει πως τα κυριότερα από αυτά ήταν το πρώτο και το τελευταίο από τα προαναφερθέντα. Το στρατόπεδο του Γιασένοβατς είδε το φως της ημέρας στη διάρκεια του καλοκαιριού, οπότε οι Ούστασε άρχισαν να συγκεντρώνουν εκεί ομάδες Σέρβων και Εβραίων (στρατόπεδο αρ.1). Η συνεχόμενη άφιξη νέων αιχμαλώτων οδήγησε στη δημιουργία νέων εγκαταστάσεων (στρατόπεδο αρ.2). Από τον μήνα Νοέμβριο και κατόπιν, το στρατόπεδο συνέχισε να επεκτείνεται (στρατόπεδα αρ.3 και αρ.4).²⁴

Η Jelić-Butić αναφέρει επίσης ότι ο μεγαλύτερος αριθμός φονευθέντων ατόμων εντός των συνόρων του NDH – πολλές εκατοντάδες χιλιάδες – παρατηρήθηκε στα στρατόπεδα του Γιασένοβατς, στη συμβολή των ποταμών Ούνα και Σάβα. Ο συνολικός αριθμός κυμαίνεται μεταξύ 500.000 και 600.000, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Κροατικής εθνικής επιτροπής για την εκτίμηση των εγκλημάτων των δυνάμεων κατοχής και των συνεργατών τους. Οι επιτόπιες έρευνες στα νεκροταφεία της περιοχής απέδειξαν ότι άνω των 360.000 έγκλειστοι εκτελέστηκαν και θάφτηκαν σε μια επιφάνεια 57.000 τετραγωνικών μέτρων. Οι σχετικές αναφορές συμπεριλαμβάνονται στο φυλλάδιο Το Γιασένοβατς και τα στρατόπεδά του (Γιασένοβατς, 1974) με συντάκτη τον R. Trivunćić. Στο συγκεκριμένο φυλλάδιο, ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα πως “Με γνώμονα τα ευρήματα στην επιφάνεια της γης καθώς και τις μαρτυρίες των επιζώντων κρατουμένων, ο αριθμός των 700.000 εκτελεσθέντων φαντάζει ως πολύ αξιόπιστος.”²⁵

Ο Edmond Paris υποστηρίζει ότι μόνο μεταξύ των ετών 1941 και 1942, έχασαν τη ζωή τους στο Γιασένοβατς περί τους 200.000 άντρες. Το 1942 γύρω στα 24.000 παιδιά βρίσκονταν έγκλειστα στο ίδιο στρατόπεδο. Τα μισά από αυτά έχασαν τη ζωή τους: “Ομάδες ολόκληρες παιδιών εβραϊκής προέλευσης κάηκαν ζωντανά στους φούρνους του παλαιού κεραμοποιείου, το οποίο είχε για την περίσταση μετατραπεί σε κρεματόριο”.²⁶ Σύμφωνα με τις δηλώσεις του Vjekoslav Luburić, επικεφαλής του στρατοπέδου και υπεύθυνου για τη λειτουργία του, ενώπιον της αφρόκρεμας του NDH στις 9 Οτωβρίου 1942 “Φέτος, στο Γιασένοβατς, σφάξαμε περισσότερους άντρες από όσους η Οθωμανική αυτοκρατορία σε ολόκληρη τη διάρκεια της παρουσίας της στην Ευρώπη”.²⁷

Παραμορφωμένες σοροί εκτελεσθέντων στο στρατόπεδο του Γιασένοβατς.

Οι έρευνες της Jelić-Butić απέδειξαν πως, όταν τον Αύγουστο του 1941 διακόπηκε η λειτουργία του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Γιάντοβνο, 35.000 άτομα, σε μεγάλο ποσοστό Σέρβοι και Εβραίοι, είχαν απωλέσει τη ζωή τους. Επίσης, σημαντικός αριθμός γυναικών σερβικής καταγωγής, από κοινού με 1.300 Εβραίες και τα παιδιά τους, μεταφέρθηκαν από το στρατόπεδο του Λόμπογκραντ (προτού αυτό κλείσει το 1942) προς εκείνο του Άουσβιτς. Στο στρατόπεδο της Στάρα Γκράντισκα, το προσωπικό είχε ειδικευθεί στην εξόντωση γυναικοπαίδων.²⁸ Άλλοι 4.500 Σέρβοι και 2.400 Εβραίοι είχαν συγκεντρωθεί στη νήσο Παγκ. Την παραμονή της εκχώρησης της τελευταίας στους Ιταλούς, οι Ούστασε προέβησαν στην εκτέλεση 4.500 κρατουμένων.²⁹ Το 1942, στο Γιαστρέμπαρσκο, μεταφέρθηκαν 1.200 παιδιά από το βόρειο τμήμα της Κράινας. Έπεσαν θύματα της χειρότερης βίας. Τα 486 από αυτά υπέκυψαν αμέσως λόγω ασιτίας και μόνο ένας μικρός αριθμός κατόρθωσε τελικά να αποφύγει την εξόντωση.³º

Ο στρατιωτικός απεσταλμένος του Γ΄ Ράιχ, στρατηγός Glaise von Horstenau, σε έκθεση της 20ής Φεβρουαρίου 1942 με αποδέκτη το Βερολίνο, εκτιμά πως ο συνολικός αριθμός των θυμάτων εντός του NDH κυμαινόταν μεταξύ 200.000 και 700.000 ατόμων. Ο ίδιος θεωρούσε ως περισσότερο ακριβή τον αριθμό των 300.000. Μέλη της κροατικής κυβέρνησης επαίρονταν πως πριν από την είσοδο του 1942 είχαν ήδη εκτελεστεί 250.000 Κροάτες και 200.000 Σέρβοι. Ο Horstenau ήταν της άποψης ότι η πρώτη εκτίμηση ήταν υπερβολική, η δε δεύτερη κατά πολύ κατώτερη της πραγματικότητας.³¹ Οι μαζικές σφαγές επεκτάθηκαν και στα επόμενα χρόνια. Μια από τις σημαντικότερες έλαβε χώρα στην Κοζάρα, στο βορειοδυτικό τμήμα της Βοσνίας, όταν, στο πλαίσιο κοινών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των Ούστασε με τους Γερμανούς, δεκάδες χιλιάδες Σέρβοι, μεταξύ των οποίων πολλά παιδιά, έχασαν τη ζωή τους.³²

Edmund Glaise von Horstenau.
Vjekoslav Luburić, ο δήμιος του Γιασένοβατς.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προνομιακός στόχος των διώξεων υπήρξαν και οι λειτουργοί της σερβικής ορθόδοξης εκκλησίας. Σε ολόκληρη την επικράτεια του NDH υπήρχαν 9 επισκοπές, 1.100 ναοί, 31 μονές, 800 ιερείς και 160 μοναχοί. Τρεις από τους σημαντικότερους επισκόπους, οι Platon Jovanović της Μπάνια Λούκα, Petar Zimonjić του Σαράγεβου και Sava Trlajić του Κάρλοβατς δολοφονήθηκαν με βίαιο τρόπο. Ο μητροπολίτης του Ζάγκρεμπ Dositej εκτοπίστηκε στο Βελιγράδι, αφού προηγουμένως υπέστη βασανιστήρια. Εντός των ορίων της επισκοπής του Κάρλοβατς, 175 ναοί κάηκαν, καταστράφηκαν ολοσχερώς ή υπέστησαν μεγάλες ζημιές. Μόνο 14 παρέμειναν άθικτοι. Στην επισκοπή του Πάκρατς, σε σύνολο 99 ναών, 53 πυρπολήθηκαν και άλλοι 22 υπέστησαν ζημιές. Στην επισκοπή της Δαλματίας, σε σύνολο 109 ναών, 18 κατεδαφίστηκαν και 55 υπέστησαν ζημιές. Από τις 12 ναούς, τους οποίους διέθετε η επισκοπή της Μποσάνσκα Δντούμπιτσα 7 κατεδαφίστηκαν και άλλοι 6 υπέστησαν ζημιές. Στην ίδια επισκοπή, ο συνολικός αριθμός των Σέρβων από 32.687 κατήλθε σε 13.286. Στα πέντε χρόνια που διήρκησε το καθεστώς των Ούστασε, στο σύνολο της επικράτειας καταμετρήθηκαν περί τις 400 κατεδαφίσεις σερβικών ναών και μοναστηριών. Πολλοί μετατράπηκαν σε στάβλους, αποθήκες, σφαγεία ζώων, ακόμη και δημόσια αποχωρητήρια. Προτού καταστραφεί πλήρως, η εκκλησία του Γιασένοβατς λειτούργησε ως ιπποφορβείο. Από την εκδικητική μανία των Ούστασε δεν εξαιρέθηκαν ούτε τα ορθόδοξα νεκροταφεία, πολλά από τα οποία βεβηλώθηκαν, καταστράφηκαν και εν συνεχεία χρησίμευσαν ως καλλιεργήσιμη γη. Χαρακτηριστικές υπήρξαν οι περιπτώσεις των νεκροταφείων πέριξ της Μπάνια Λούκα, καθώς και των περιοχών Κάινιτσε, Μπρτσκο, Τράβνικ, Μόσταρ, Λιουμπίνιε, Σλαβόνσκι Μπροντ, Μπόροβο, Τένια και πολλών άλλων.³³

 

Οι μαζικές εκτοπίσεις

Αρμόδιο όργανο για τις εκτοπίσεις των Σέρβων ήταν η Κρατική Διεύθυνση για την Αναβίωση. Η αποστολή της συνίστατο στην υποδοχή και εγκατάσταση πληθυσμών από τη γερμανοκρατούμενη Σλοβενία με τον συνακόλουθο εκπατρισμό των Σέρβων κατοίκων του NDH.³⁴ Ο εν λόγω εκπατρισμός πραγματοποιείτο κατά κύματα και δίχως να υφίσταται κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο. Σύμφωνα με γερμανικές πηγές, 137.000 Σέρβοι είχαν φύγει οικειοθελώς ή αναγκαστεί να εγκαταλείψουν την επικράτεια του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους ήδη πριν από το τέλος Ιουνίου 1941. Τα δεδομένα, τα οποία διέθετε την ίδια εποχή η Γενική Διεύθυνση Προσφύγων της Σερβίας, έκαναν λόγο για αριθμό που ξεπερνούσε τα 200.000 άτομα.³⁵

Σε συνέντευξη, την οποία παραχώρησε στη γερμανική εφημερίδα Neue Ordnung, ο Ante Pavelić είχε δηλώσει επί λέξει: “Έχει προκύψει μια σύγχυση σχετικά με τους Σέρβους. Στην Κροατία κατοικούν λίγοι μόνο πραγματικοί Σέρβοι. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ορθόδοξους Κροάτες και για Βλάχους. Το όλο πρόβλημα θα λυθεί με τον πλέον ενδεδειγμένο προσφερόμενο τρόπο. Κατόπιν συνεργασίας με τις γερμανικές αρχές, 250.000 Σέρβοι πρόκειται να σταλούν στη Σερβία, ενώ στους υπόλοιπους θα επιτραπεί να παραμείνουν εδώ”.³⁶ Στην ίδια, πάντοτε, συνέντευξη, ο αρχηγός του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους αναπαρήγαγε την προσφιλή, αναπόδεικτη ωστόσο, θεωρία του Starčević, σύμφωνα με την οποία οι ορθόδοξοι Σέρβοι της Κροατίας ήταν κροατικής ή βλάχικης προέλευσης Ρουμάνοι κτηνοτρόφοι που χείμαζαν στις Δειναρικές Άλπεις και οι οποίοι, με την πάροδο του χρόνου, είχαν μετεξελιχθεί σε Σέρβους ασπασθέντες το ορθόδοξο δόγμα. Με την είσοδο του 1942, οι Ούστασε προχώρησαν στην ίδρυση μιας κροατικής ορθόδοξης Εκκλησίας, τοποθετώντας επικεφαλής έναν Ρώσο μοναχό. Προφανής τους στόχος ήταν να εξαλείψουν κάθε σερβικό ίχνος.

Ο Ante Pavelić ενώπιον του κροατικού κοινοβουλίου τον Νοέμβριο του 1942.

To σχέδιο του Pavelić δεν κατάφερε να υλοποιηθεί στον βαθμό, τουλάχιστον, που οραματιζόταν ο επικεφαλής του NDH, εξαιτίας της αντίδρασης των γερμανικών αρχών κατοχής της Σερβίας. Μέχρι τις 25 Αυγούστου 1941 είχαν καταμετρηθεί 13.343 περιστατικά Σέρβων, οι οποίοι είχαν “νομίμως” εκπατριστεί στη Σερβία. Στις 22 Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους, οι Γερμανοί δήλωσαν πως επιχειρήσεις αυτού του είδους έπρεπε να διακοπούν. Μοναδική εξαίρεση αποτελούσαν 3.200 περίπου Σέρβοι, που είχαν συγκεντρωθεί στα στρατόπεδα του Μπγέλοβαρ, της Σλαβόνσκα Ποζέγκα και του Κάμπραγκ, εν αναμονή της μεταφοράς τους στη Σερβία. Παρά ταύτα, οι εκτοπίσεις συνεχίστηκαν και στους επόμενους μήνες, μόνο που δεν καλύπτονταν από τον μανδύα της “νομιμότητας”. Μέχρι το τέλος του 1941, υπολογίζεται ότι οι Ούστασε είχαν εκδιώξει 118.000 άτομα.³⁷

 

Ο προσηλυτισμός στην Καθολική θρησκεία

H ηγεσία της καθολικής εκκλησίας της Κροατίας καλλιέργησε στενές σχέσεις συνεργασίας με το καθεστώς των Ούστασε. Επικεφαλής της ιεραρχίας βρισκόταν ο αρχιεπίσκοπος του Ζάγκρεμπ Alojzije Stepinac, ο οποίος, όχι μόνο χαιρέτισε την άνοδο των τελευταίων στην εξουσία, αλλά έσπευσε να δώσει την ευλογία του στον Ante Pavelić. Οι πλειοψηφία των επισκόπων (πρόκειται για τους καρδινάλιους Sarić στο Σαράγεβο, Bonefaćić στο Σπλιτ, Pusić στο Χβαρ, Srebrenić στο Κρκ, Burić στο Σένι, Aksamović στο Ντιάκοβο, Garić στη Μπάνια Λούκα, Mileta στο Σίμπερνικ) συνέβαλαν ενεργά στην εξάπλωση του καθεστώτος. Πολλοί, μάλιστα, ιερείς και μοναχοί φορούσαν στολές των Ούστασε, ειδικότερα οι φραγκισκανοί της Βοσνίας, οι οποίοι ουδόλως απέκρυπταν τη συμμετοχή τους στα εγκλήματα.³⁸

Στους κόλπους της Κρατικής Διεύθυνσης για την Αναβίωση ιδρύθηκε ένας τομέας, αρμόδιος για τα θρησκευτικά ζητήματα. Ως κύρια αποστολή είχε τον προσηλυτισμό ενός εκατομμυρίου Σέρβων στον καθολικισμό. Αξίζει να σημειωθεί πως η Καθολική Εκκλησία απαγόρευε ρητά τον αναγκαστικό προσηλυτισμό. Οι μαζικές αιτήσεις για δήθεν οικειοθελή αλλαγή θρησκείας ήταν απόρροια πιέσεων και φόβου για αντίποινα. Ο φραγκισκανός αδελφός Dionizije Jurcev, ο οποίος ηγείτο μέχρι τον Νοέμβριο του 1941 της όλης εκστρατείας προσηλυτισμού των Σέρβων, δήλωσε πως “Σε τούτη τη χώρα, μόνο οι Κροάτες δικαιούνται να ζουν. Όσους αρνηθούν να ασπαστούν την Καθολική θρησκεία γνωρίζουμε πολύ καλά που θα τους στείλουμε. (…) Το να σκοτώσει κανείς σήμερα ένα παιδί 7 ετών, επειδή θεωρείται εμπόδιο στο κίνημά μας των Ούστασε, δεν αποτελεί αμάρτημα. (…) Αγνοείστε το γεγονός ότι φορώ ιερατική αμφίεση. Να ξέρετε πως ανά πάσα στιγμή, εάν χρειαστεί, είμαι έτοιμος να πιάσω ένα πολυβόλο και να εξοντώσω οποιονδήποτε αντιμάχεται το Κράτος και τις κροατικές αρχές”.³⁹

Αριστερά: ο επικεφαλής της κροατικής καθολικής εκκλησίας και αρχιεπίσκοπος του Ζάγκρεμπ Alojzije Stepinac. Δεξιά: ο ειδικός απεσταλμένος του Βατικανού στην Κροατία μεταξύ των ετών 1941-1945, Μονσινιόρ Ramiro Marcone (δεξιά στη φωτογραφία), στο πλευρό του Ante Pavelić.

Ο υπουργός των Ούστασε Mirko Puk, επισήμαινε εμφατικά πως το NDH “υποστηρίζει τις ενέργειες προσηλυτισμού των ορθοδόξων στην καθολική θρησκεία, στο ποσοστό που αυτός ακριβώς ο προσηλυτισμός συνιστά επάνοδο στη θρησκεία των προγόνων”, κατέληγε δε λέγοντας, αναφερόμενος σε όποιον αντιστεκόταν σε αυτή την ιστορικά αποδεδειγμένη, όπως έλεγε, πραγματικότητα, “δεν του απομένει παρά να εγκαταλείψει το έδαφος αυτού εδώ του Κράτους”.⁴° Όπου η εκστρατεία εξαναγκασμού στον προσηλυτισμό δεν απέδιδε τα αναμενόμενα, ακολουθούσαν εγκλεισμοί στη φυλακή και σφαγές. Τον Φεβρουάριο του 1942, στα περίχωρα της Μπάνια Λούκα, υπολογίζεται πως εξολοθρεύτηκαν 2.300 Σέρβοι από μονάδες των Ούστασε. Καταγράφηκαν ακόμα και περιπτώσεις ατόμων που μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, παρά το γεγονός ότι, νωρίτερα, είχαν ασπαστεί τον καθολικισμό. Το ίδιο ακριβώς συνέβη περί τα τέλη Μαΐου του ιδίου έτους, όταν σύσσωμος ο σερβικός πληθυσμός της Μποσάνσκα Ντούμπιτσα στάλθηκε στα στρατόπεδα. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, υπολογίζεται ότι κατά τα έτη 1941 και 1942, περί τους 240.000 Σέρβοι αναγκάστηκαν να αλλάξουν θρησκεία.⁴¹

Ο δρ. Rusinović, ειδικός απεσταλμένος της κροατικής κυβέρνησης στο Βατικανό, σε έκθεση της 9ης Μαΐου 1942 επισήμαινε ότι είχε ενημερώσει την τελευταία “πως η Αγία Έδρα διαθέτει τουλάχιστον οκτώ χιλιάδες φωτογραφίες, όπου αποτυπώνονται οι σφαγές των Σέρβων ορθοδόξων”. Ο Γάλλος καρδινάλιος Eugène Tisserant εξέφρασε τον αποτροπιασμό του, πληροφορούμενος την εξαφάνιση 350.000 Σέρβων καθώς και την αξιοθρήνητη διαγωγή των φραγκισκανών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης.⁴²

 

 Ο γενικός απολογισμός

Μέχρι σήμερα, δεν έχει εξακριβωθεί επακριβώς ο συνολικός αριθμός των Σέρβων, θυμάτων της τρομοκρατίας των Ούστασε. Αυτό οφείλεται στην έλλειψη συστηματικής έρευνας στους τόπους εκείνους, όπου τα εγκλήματα διαπράχτηκαν. Οι εκτιμήσεις κυμαίνονται μεταξύ 300.000 και 700.000 ατόμων. Οι αριθμοί των Εβραίων και Αθίγγανων θυμάτων (35.000 και 25.000 αντίστοιχα) παραμένουν αναλλοίωτοι. Αντίθετα, εκείνοι των Σέρβων επί δεκαετίες υπήρξαν αντικείμενο παραποίησης για πολιτικούς λόγους. Μειώνοντας την έκταση του ολοκαυτώματος των Σέρβων, η ύπαρξη του τελευταίου είτε διαψεύδεται πλήρως, είτε περιορίζεται δραστικά, εμφανιζόμενο ως φαινόμενο αντεκδίκησης για έκτροπα σε βάρος των Μουσουλμάνων της ανατολικής Βοσνίας, ή ακόμα και για ομαδικές εκτελέσεις αιχμαλωτισθέντων Ούστασε. Πρόσφατα, ο Robert Fink, αποκτώντας ο ίδιος πρόσβαση σε χιλιάδες φακέλους των αρχείων της Μπάνια Λούκα, απέδειξε πως η εθνική κάθαρση των Σέρβων της Βοσνίας ήταν κολοσσιαίων διαστάσεων.⁴³

 

Sons of Herod (genocide in independent state of Croatia WWII)

 

O Dušan T. Bataković (Βελιγράδι 1957- Βελιγράδι 2017) ήταν ιστορικός και διπλωμάτης. Έπειτα από μια πλούσια σταδιοδρομία στον χώρο της επιστήμης της Ιστορίας, διετέλεσε πρέσβης της Σερβίας στην Ελλάδα, στον Καναδά, στη Γαλλία και ειδικός σύμβουλος της Προεδρίας της Δημοκρατίας για το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου. Από το 2008 έως τον θάνατό του, υπήρξε διευθυντής του Βαλκανολογικού Ινστιτούτου της Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών της Σερβίας.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Σε δυτικές γλώσσες η πιο πλήρης πραγματεία για το Ανεξάρτητο Κροατικό Κράτος είναι εκείνη των Ladislaus Hory – Martin Broszat, Der Kroatische Ustasha Staat 1941-1945, Stuttgart, Deutche Verlags-Anstalt, 1964. Σχετικά με τα εγκλήματα των Ούστασε βλ. Edmond Paris, Genocide in Satellite Croatia 1941-1945. A Record of Racial and Religious Persecutions and massacres, translated from the French by Louis Perkins, The Institute for Balkan Affairs, Chicago 1962, V. Dedijer, The Yugoslav Auschwitz and the Vatican. The Croatian Massacre of the Serbs during World War II, Prometheus Books Buffalo-New York and Ahriman Verlag Freiburg Germany, 1992, H. Laurière, Assasins au nom de Dieu, Paris 1951, Kruno Meneghello-Dincić, “L’Etat ‘Oustacha’ de Croatie (1941-1945)”, Revue d’histoire de la Deuxième Guerre mondiale, N° 74, avril 1969, pp.43-65, Xavier de Montclos, Les chrétiens face au nazisme et au stalinisme. L’épreuve totalitaire, 1939-1945, Editions Complexe, 1991, pp.151-179. Στην κροατική γλώσσα: F. Jelić-Butić, Ustase i NDH, Globus-Skolska knjiga, Zagreb 1977, B.Krizman, Pavelić izmedju Hitlera i Musolinija, Globus, Zagreb 1983.

² B.Krizman, op. cit., σ. 129.

³ E.Paris, op. cit., σ. 47 υποσ. 7. Βλ. Carlo Falconi, Le silence de Pie XII 1939-1945, Monaco, editions du Rocher, 1965, σ. 274.

⁴ F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 14, 15, 23.

Hrvatski narod, Zagreb, 25 Δεκεμβρίου 1941. Βλ. H. Laurière, op. cit., σ. 88.

⁶ Ante Starčević, Izabrana djela (επιμ. Blaz Jurisić), Zagreb 1942, σ. 430.

Hrvatska krajina, Banja Luka, 28 Μαΐου 1941.

⁸ F. Jelić-Butić, op.cit., σ. 196-201.

Hrvatski narod, Zagreb, 17 Απριλίου 1941, N° 64 et 67.

¹º Sime Balen, Pavelić, Zagreb 1952, σ. 65.

¹¹ B. Krizman, op.cit., σ. 120-121.

¹² B. Krizman, op. cit., σ. 120-121.

¹³ F. Jelić-Butić, op.cit., σ. 164, note 95.

¹⁴ B.Krizman, op. cit., σ. 123-124.

¹⁵ Viktor Novak, Magnum Crimen. Pola vijeka klerikalizma u Hrvatskoj, Zagreb 1948, σ. 605.

¹⁶ B. Krizman, op.cit., σ. 124.

¹⁷ F. Jelić-Butić, op.cit., σ. 166.

¹⁸ Ibid., σ. 167. Ανάλογο διαφωτιστικό υλικό με αναλυτική κατάσταση των διώξεων στο E.Paris, op.cit., σ. 59-60, 80-87, 104-107. Σχετικά με τα εγκλήματα των Ούστασε στην Ερζεγοβίνη βλ. Savo Skoko, Pokolji hercegovackih Srba 1941, Beograd 1991. Μαρτυρία ιδίοις όμμασι αποτελεί η πραγματεία του Jean Hussard, Vu en Yougoslavie 1939-1944, Lausanne 1944.

¹⁹ E.Paris, op. cit., σ. 103, 127.

²º Johnatan Steinberg, All or Nothing. The Axis and the Holocaust 1941-1945, Ruthledge, London and New York 1990, σ. 29-30.

²¹ Ibid., σ. 30.

²² Ibid., σ. 38.

²³ Stato Maggiore Generale, Ufficio informazioni, Doc. Nos 00001-00129. L. Maliković (ed.), Krvavi bilans Nezavisne Hrvatske. Iz tajnih dokumenata italijanske armije, Revija 92, Beograd 1991, σ. 1-55.

²⁴ F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 186.

²⁵ Ibid., σ. 187, υποσ. 214.

²⁶ E.Paris, op. cit., σ. 132-133.

²⁷ Ibid.

²⁸ F.Jelić-Butić, op. cit., σ. 186-187.

²⁹ E.Paris, op. cit., σ. 129.

³º Ibid., σ. 130.

³¹ Antun Miletić, Koncentracioni logor Jasenovac, Beograd 1986, τ. Α΄, σ. 161.

³² Dragoje Lukić, Rat i djeca Kozare, Beograd 1990, με κατάσταση των 11.196 παιδιών, τα οποία εκτελέστηκαν από τους Ούστασε μεταξύ των ετών 1941-1945.

³³ Dragoslav Stranjaković, Najveci zlocini sadasnjice. Patnje i stradanje srpskog naroda u Nezavisnoj drzavi Hrvatskoj, Decje Novine – Jedinstvo, Gornji Milanovac και Pristina, 1991, σ. 127-185.

³⁴ B. Krizman, op. cit., σ. 127.

³⁵ F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 172.

³⁶ Neue Ordnung, Berlin, 24 Αυγούστου 1941.

³⁷ F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 170-171, B. Krizman, op. cit., σ. 127.

³⁸ V. Novak, op. cit., σ. 450-700; F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 214-221.

³⁹ V. Novak, op. cit., σ. 627.

⁴° F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 175. Βλ. Dokumenti o protunarodnom radu i zlocinima jednog dijela katolickog klera, Zagreb 1946, passim, Dragoljub R. Zivojinovic-Dejan Lucić, Varvarstvo u ime Hristovo. Prilozi za Magnum Crimen, Beograd 1988, passim.

⁴¹ F. Jelić-Butić, op. cit., p. 175. Cf. Sima Simić, Prekrstavanje Srba u Drugom svetskom ratu, Titograd 1958, passim.

⁴² X. de Montclos, op. cit., σ. 178.

⁴³ Robert Fisk, ‘Cleansing Bosnia at the Camp called Jasenovac’, The Independent, 15 Αυγούστου 1992. Βλ. επίσης Richard West, ‘Convert a third, kill a third’, The Guardian, 20 Αυγούστου,1992.

 

Το παρόν άρθρο βρίσκεται στην αρχική του μορφή με τίτλο Le Génocide dans l’ État Indépendant Croate, 1941-1945 στον παρακάτω σύνδεσμο:

https://www.rastko.rs/rastko-bl/istorija/batakovic/batakovic-ustase_fr.html

Μια συνοπτική εκδοχή έχει δημοσιευτεί στο Hérodote, N° 67, Paris 1992, σ. 70-80.

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

Γεωργία Μπακάλη: Ο Κ. Π. Καβάφης τιμώμενος (1926)

Γεωργία Μπακάλη

Ο Κ. Π. Καβάφης τιμώμενος (1926)

Η απονομή του «Αργυρού Παρασήμου του Τάγματος του Φοίνικος» στον Καβάφη από την κυβέρνηση Θ. Πάγκαλου, το 1926, είναι ένα γεγονός για το οποίο, έως σήμερα, δεν γνωρίζουμε πολλά. Καταγράφεται στην χρονογραφία των Δημήτρη Δασκαλόπουλου και Μαρίας Στασινοπούλου (2002):

Μάιος (;): Η δικτατορική  κυβέρνηση του Πάγκαλου απονέμει στον Καβάφη, αλλά και στην ισπανίδα χορεύτρια Αούρεα, το παράσημο του Φοίνικος. Είναι η μόνη διάκριση που αξιώθηκε ο ποιητής όσο ζούσε.  Πίσω από τη βράβευση βρίσκεται ο φίλος και θαυμαστής του Καβάφη, Γ. Χαριτάκης, υπουργός στην τότε κυβέρνηση. Το θέμα συζητιέται πολύ στην Αλεξάνδρεια και άλλοι πιέζουν τον ποιητή να το δεχτεί , άλλοι να το επιστρέψει. Ο ίδιος απαντά «Το παράσημο μου το απένειμε η Ελληνική Πολιτεία, την οποία σέβομαι και αγαπώ. Η επιστροφή του παρασήμου θα είναι προσβολή εκ μέρους μου προς την Ελληνικήν Πολιτείαν, γι’ αυτό και το κρατώ».

Από τις σελίδες της αλεξανδρινής εφημερίδας Ταχυδρόμος μπορούμε να εξακριβώσουμε τι πραγματικά έγινε εκείνη τη βραδιά της Κυριακής, 23 Μαΐου 1926, στο κοσμικό Εξέλσιορ της Αλεξάνδρειας. Τα αλεξανδρινά περιοδικά Νέα Ζωή και Γράμματα παρέθεσαν δείπνο, προς τιμήν του γενικού προξένου Μαρίνου Σιγούρου, με την ευκαιρία της ανάληψης των καθηκόντων του· την ανάμνηση αυτής της τιμητικής βραδιάς αφηγείται, χρόνια μετά, ο Μ. Σιγούρος σε συνέντευξή του στον Μαν. Γιαλουράκη (Ταχυδρόμος, 19.07.1953). Στο δείπνο εκείνο, παρευρίσκονταν όλοι σχεδόν οι διανοούμενοι της ελληνικής Αλεξάνδρειας, σαράντα τέσσερις αντιπρόσωποι των γραμμάτων και των τεχνών. Μεταξύ αυτών αναφέρονται η Αγγελική Παναγιωτάτου (ιατρός, διευθύντρια του μικροβιολογικού εργαστηρίου του Ελληνικού Νοσοκομείου και ποιήτρια, με το ψευδώνυμο Ίσις), η Θάλεια Φλωρά-Καραβία,  η Ρίκα Αγαλλιανού (μετέπειτα Σεγκοπούλου, ποιήτρια, κληρονόμος του Καβάφη), ο Στέφανος Πάργας (εκδότης των Γραμμάτων) κ.ά. Την επομένη, το εκτενές ρεπορτάζ μετέφερε στιγμιότυπο από τις προπόσεις:

[…] ο κ. Σιγούρος διά του επιλόγου της αντιφωνήσεώς του μετέτρεψε το δοθέν υπέρ αυτού γεύμα, εις τιμητικόν υπέρ του ποιητού μας κ. Κ. Καβάφη, του οποίου, είπε, το όνομα θα παραμείνει και όταν ακόμη ουδέν θα έχει εκ της ακμαίας και ανθούσης σήμερον ελληνικής αποικίας.

Ταχυδρόμος-Ομόνοια, 24.05.1926.

Κεντρικά σημεία της Αλεξάνδρειας σε καρτ ποστάλ εποχής.

Ο Μ. Σιγούρος, οικουμενική προσωπικότητα (ελληνοϊταλικής καταγωγής, ποιητής, μεταφραστής, διπλωμάτης), αν και ήταν το τιμώμενο πρόσωπο, προτίμησε να τιμήσει κατά την πρόποσή του τον Καβάφη, παρόμοια και οι εκλεκτοί συνδαιτυμόνες: «Στη γενική συμμετοχή πρωτοστάτησε ο Καβάφης και στην ανταλλαγή των προπόσεων έκρινα πως έπρεπε να ανταποδώσω την τιμή στον Αλεξανδρινό ποιητή», λέγει ο Σιγούρος στη συνέντευξή του. Συνεπώς, την Κυριακή 23 Μαΐου 1926, στο Εξέλσιορ της Αλεξάνδρειας, τίμησε τον Καβάφη ο Σιγούρος – όχι ο Πάγκαλος στην Αθήνα, όπως ίσως αφήνεται να εννοηθεί στο Σχεδίασμα Χρονογραφίας του Τσίρκα.

Ως προς την επίσημη τιμή προς τον Καβάφη: στις 12.07.1926 υπογράφτηκε από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Θ. Πάγκαλο δίπλωμα «εις πίστωσιν» της απονομής του Αργυρού Παρασήμου του Τάγματος του Φοίνικος. Δύο περίπου μήνες μετά (08.09.1926), ο Μ. Σιγούρος διαβίβασε στον Καβάφη το δίπλωμα αυτό του παράσημου «προς ένδειξιν τιμής διά το ποιητικόν υμών έργον», εκφράζοντας με την ευκαιρία την ιδιαίτερη υπόληψή του προς τον ποιητή (βλ. Ίδρυμα Ωνάση/ Αρχείο Καβάφη/Νομικά έγγραφα). Η σύνδεση της απονομής με τον φίλο του Καβάφη Γ. Χαριτάκη και υπουργό στην τότε κυβέρνηση (σύμφωνα με το χρονολόγιο των Δ. Δασκαλόπουλου – Μ. Στασινοπούλου), δεν αποκλείει τη σύνδεση και με τον Σιγούρο, αν λάβουμε υπόψη τον θεσμικό του ρόλο, ως προξένου στην Αλεξάνδρεια.

Αριστερά: Μαρίνος Σιγούρος, Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας στην Αλεξάνδρεια (πηγή: Ελληνικό Λογτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ). Δεξιά: Το δίπλωμα του Αργυρού Παρασήμου του Τάγματος του Φοίνικα που απονεμήθηκε στον ποιητή από την Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας με χρονολογική ένδειξη 12/7/1926 (© 2016-2018 Αρχείο Καβάφη, Ίδρυμα Ωνάση).

Με τη βράβευση του Καβάφη δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα ο αθηναϊκός Τύπος· η είδηση πέρασε μόνο στα ψιλά της Πρωίας (23.07.1926):

Εις τον Έλληνα ποιητήν της Αλεξανδρείας κ. Κ. Καβάφην απενεμήθη το Αργυρούν Παράσημον του Τάγματος του Φοίνικος.

Ο Καβάφης είναι γνωστότατος μεταξύ των διανοουμένων μας και τιμάται ιδιαζόντως υπό της μορφωμένης Ελληνικής κοινωνίας της Αιγύπτου διά την εξαιρετικήν του μόρφωσιν και το ισχυρόν του ποιητικόν ταλέντο. 

Το, μάλλον, άνευρο αυτό δημοσίευμα ο (φιλοκαβαφικός) Ταχυδρόμος (28.07.1926) σχολίαζε ειρωνευόμενος: «Οι άσπονδοι φίλοι του κ. Καβάφη, οι ανησυχήσαντες μήπως η είδησις της παρασημοφορίας του ήτο ψευδής, παρακαλούνται να ησυχάσουν». Άλλες αθηναϊκές εφημερίδες δεν αναφέρονται στην απονομή (θα έλεγε κανείς, ενθυμούμενος τον καβαφικό «Οροφέρνη», πως «ίσως η ιστορία να το πέρασε, και, με το δίκιο της, τέτοιο ασήμαντο πράγμα δεν καταδέχθηκε να το σημειώσει»).

Στην Αλεξάνδρεια, την απονομή χαιρέτισε πρώτος ο Ταχυδρόμος (24.07.1926). Στο αθησαύριστο (όσο διαπίστωσα) πρωτοσέλιδο άρθρο του, ο αρχισυντάκτης και χρονογράφος Αγησίλαος Αριστοκλής (Αριστό) συνθέτει έναν υπέρ του Καβάφη λόγο. Επιδοκιμάζεται εξαρχής το γεγονός της παρασημοφορίας «[…] αυτό δεν είναι μικρό πράγμα, που ανεγνωρίσθη συμπολίτης μας ποιητής από κυβέρνησιν ελληνικήν», με το σκεπτικό ότι κάθε παρασημοφορία «Έλληνος λογίου, πρέπει να θεωρείται γεγονός παρήγορον διά τα Ελληνικά γράμματα […]». Ειδικότερα για τον Καβάφη τονίζεται ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του, πως δεν είναι «πλασμένος για να συγκινεί», αλλά είναι ποιητής που «αναγκάζει τον άλλον να σκέπτεται», χαρακτηριστικό που, σκόπιμα, όπως φαίνεται, συνδέεται με το ελληνικό αναγνωστικό κοινό: «γενικώς, οι άνθρωποι μάλιστα δε οι εξ αυτών Έλληνες, προτιμούν να συγκινούνται φιλολογικώς παρά να σκέπτονται…». Και παρότι, συνεχίζει, ο Καβάφης «θέλησε να μπει στο μυαλό του άλλου» και γι’ αυτό «τα ηύρε μπαστούνια απ’ τους πολλούς», που προτιμούν να συγκινούνται «οσάκις στρέφονται προς τα γράμματα […] παρά να σκέφτονται», αυτό δεν σημαίνει ότι «είναι ολιγότερον άξιος τιμής». Σημαντικό, λοιπόν, είναι το γεγονός ότι, μολονότι ο Καβάφης γράφει ποίηση «εγκεφαλική» και γι’ αυτό «δεν κατόρθωσε παρά τους ολίγους να απασχολήσει», η ελληνική πολιτεία τον βράβευσε. Ο συντάκτης εκφράζει την ικανοποίησή του για την παρασημοφόρηση και για τον λόγο ότι εφεξής θα προσέχουν αυτοί που διασύρουν ανευλαβώς τον ποιητή των Κεριών, τη φήμη του οποίου προσπαθεί να αποκαταστήσει:

«Ο Καβάφης δεν εννοεί ν’ απασχολεί διαρκώς τον πνευματικόν κόσμον […] Σχολιάζεται πάνω εις τα ολίγα που έδωσε και δίδει. Και πώς τα δίδει! Ουδέποτε ποιητής υπήρξε τόσον καουτσουκέ [sic], τόσον αθόρυβος, τόσον διακριτικός και εις τούτο: γράφει το ποίημά του, το τυπώνει αμέσως και σου το βάζει στη τσέπη σου, όπως σου ρίχνουν εκεί, με πολλάς προφυλάξεις, ερωτικήν επιστολήν μπρος σε κόσμον».

Η ιδιότυπη εκδοτική πρακτική του Καβάφη είναι κι αυτή απόδειξη του ξεχωριστού ήθους του· όμως, όπως γράφει, «[…] είναι ανάγκη ο ποιητής της Αλεξανδρείας να παραδώσει εις το τυπογραφείον το ποιητικόν του άπαντον […] Ο Καβάφης είναι καιρός να βρίσκεται και εις το βιβλιοπωλείον, όχι δε μόνον στις τσέπες των φίλων του σαν καπνοσακούλα ή στας στήλας περιοδικών και εφημερίδων […]». Τότε μόνο, αν δηλαδή διαβαστεί από το πλατύ κοινό, ο κόσμος δεν θα σκεφτεί, «όπως δυνατόν να σκεφθεί σήμερον, ότι το Κράτος ετίμησεν έναν ποιητήν του τελείως ερήμην του κοινού…».

Εντύπωση, ωστόσο, θα προξενούσε στον αναγνώστη του Ταχυδρόμου η αλλαγή της στάσης του στο θέμα του παράσημου. Ο ανοιχτά αντιπαγκαλικός Ταχυδρόμος είχε ειρωνευτεί αρχικά (20.05.1926) τόσο την ιδέα του Πάγκαλου να συστήσει νέο παράσημο (απορώντας αν ήθελε με τον Φοίνικα να αναγεννήσει την Ελλάδα σαν άλλος Καποδίστριας) όσο και λίγο αργότερα (17.06.1926) την, πολιτικών σκοπιμοτήτων, ανταλλαγή Μεγαλόσταυρων «μεταξύ των δικτατόρων» Πάγκαλου και Μουσολίνι. Η απονομή του Καβάφη είναι προφανές ότι για τον Ταχυδρόμο αποτελούσε μια ηθική δικαίωση και μια ευκαιρία αναγνώρισης και επανεκτίμησης του ποιητικού έργου του. Εντέλει μετρούσε ως εξαιρετική τιμή της ελληνικής πολιτείας και, κατ’ επέκταση, του ελληνισμού.

Το θέμα της απονομής συζητήθηκε πολύ στην Αλεξάνδρεια. Από το άρθρο της εφημερίδας Ομόνοια-Ταχυδρόμος (13.08.1926) με τον παιγνιώδη τίτλο: «Το παράσημον της … Αρουραίας», μαθαίνουμε ότι η (αλεξανδρινή) Εφημερίς συσχέτισε την απονομή του Καβάφη με εκείνη της Áurea. Η συσχέτιση αυτή έδωσε αφορμή σε μερικούς άσπονδους φίλους του ποιητή να παρακινήσουν το περιοδικό Οθόνη, να διερευνήσει τη γνώμη διανοουμένων της παροικίας για τη στάση του Καβάφη απέναντι στην κυβέρνηση που τον τίμησε. Ο Ταχυδρόμος θεωρεί άστοχη τόσο τη συσχέτιση όσο και την έρευνα της Οθόνης, για τον εξής λόγο: «Διότι ο κ. Καβάφης δεχθείς μετά θερμών ευχαριστιών την προσγενομένην αυτώ τιμήν, δεν οφείλει ουδέ δικαιούται να κρίνει και να επικρίνει την κυβέρνησιν διότι ετίμησε αύτη και ανάξια τοιαύτης τιμής πρόσωπα. Πολύ δε ολιγότερον να επιστρέψει το παράσημο». Έτσι, η Ομόνοια-Ταχυδρόμος κρατάει μακριά τον Καβάφη από τους όποιους ειρωνικούς συσχετισμούς ή δηκτικούς υπαινιγμούς, μη παραλείποντας όμως να εκφράσει την αγανάκτησή του για την παρασημοφόρηση ανάξιων προσώπων. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση Πάγκαλου παρασημοφόρησε διαδοχικά δύο ανθρώπους της τέχνης, οι οποίοι δεν ήταν το ίδιο άξιοι να τιμηθούν, έδωσε λαβές ώστε να συζητηθεί έντονα στην Αλεξάνδρεια η παρασημοφόρηση του Καβάφη. Ενδεχομένως αυτό να οφείλεται και στη διαφορετική αντιμετώπιση της Áurea (όπως την υπαινίσσεται η εφημερίδα): «την οποίαν εγνωρίσαμεν μεν ημείς εδώ, οι εν Αθήναις όμως εξέλαβον ως μεγάλη καλλιτέχνιδα». Άλλη μία έμμεση βολή για το κοινό της Αθήνας. Παρόμοια στάση, αποσύνδεσης των δύο απονομών, κρατάει και η Αργώ (Σεπτέμβριος 1926), παρότι, κρίνοντας από πολιτική σκοπιά την παρασημοφόρηση, την αποκηρύσσει:

«Η κυβέρνηση της δικτατορικής “κατάστασης” παρασημοφόρησε τον ποιητή Κ. Π. Καβάφη. Νομίζουμε πως ένα τέτοιο διάβημα κάθε άλλο παρά τιμή αποτελεί για τον ποιητή…»

«Μα θαρρούμε πολύ αδικαιολόγητα μερικοί απαιτούν από τον κ. Καβάφη να αρνηθεί το παράσημο, μόνο και μόνο γιατί δόθηκε και στην Αουρέα».

Με σατιρική διάθεση, η αιχμηρή γελοιογραφία του Ν. Παπά, δημοσιευμένη στο περιοδικό Ίσις (Δασκαλόπουλος – Στασινοπούλου, σ. 122-123), φέρει τον  τίτλο: «Οι δύο παρασημοφορηθέντες και οι αναρίθμητοι μνηστήρες». Απεικονίζεται ημίγυμνη η Áurea, σαν κοινή γυναίκα ή χορεύτρια σε καμπαρέ, με ένα πέπλο πίσω της, ο Καβάφης ντυμένος σαν ταυρομάχος, κι οι δυο τους σε χορευτική πόζα κρατώντας φύλλα φοίνικα. Απέναντί τους παράταξη λογίων της εποχής (Σικελιανός, Καζαντζάκης κ.ά) στην ουρά για το παράσημο(;). Γελοία αναπαράσταση της απονομής και υποτίμηση του τιμώμενου Καβάφη.

Η επίμαχη γελοιογραφία.

Θα άξιζε εδώ να ειπωθούν λίγα λόγια για την Áurea, η παρασημοφόρηση της οποίας συνδέθηκε τόσο κακόπιστα με του Καβάφη. Η Áurea de Sarrá (1884-1974) ήταν γνωστή για τους πλαστικούς χορούς της, που αναπαρίσταναν περιπέτειες και δράματα θεών και ηρώων της αρχαιότητας (όπως η αναπαράσταση του θρήνου της θεάς Δήμητρας στην Ελευσίνα). Μάλιστα, θεωρήθηκε, στον τομέα του χορού, η καλύτερη εκπρόσωπος του πολιτιστικού κινήματος της Καταλονίας, του Νoucentisme (κυρίαρχο στοιχείο του η επιστροφή στον κλασικό και τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό). Παρά την όποια φήμη της, η αθηναϊκή εφημερίδα Εμπρός (15.05.1926) εξέφρασε ανοιχτά την αντίθεσή της για την παραχώρηση αρχαιολογικών χώρων σε ξένες χορεύτριες, υποστηρίζοντας πως είναι μια ανήθικη και εμπορικότατη εκμετάλλευση που έπρεπε να σταματήσει – ένα ζήτημα με προϊστορία που συχνά επανέρχεται στο προσκήνιο! Η Áurea απαντώντας υπερασπίστηκε την τέχνη της, με το επιχείρημα, μεταξύ άλλων, ότι της παραχωρήθηκε ο ναός του Καρνάκ (Εμπρός, 19.05.1926) κατά την περιοδεία της στην Αίγυπτο (ενδεχομένως το πρόσφατο πέρασμα της Áurea από την Αλεξάνδρεια να προκάλεσε στους κύκλους πόλης συνειρμούς, ώστε να συσχετιστούν οι δύο απονομές). Οι παραστάσεις της στο Ηρώδειο και στην Ελευσίνα τελούσαν υπό την προστασία του πρωθυπουργού και προέδρου της Δημοκρατίας Θ. Πάγκαλου (συνήθης η προβολή δικτατόρων μέσα από το κλασικό παρελθόν) καθώς και του Ισπανού πρεσβευτή (Ελεύθερος Τύπος, 28.05.1926). Επιπλέον, ο (αντικαβαφικός) Κωστής Παλαμάς και ο αρχαιολόγος Αλέξανδρος Φιλαδελφέας, παρόντες κι αυτοί στις παραστάσεις της, την τιμούσαν με τη φιλία τους. Θα μπορούσε να δει κάποιος μια σειρά από ειρωνικές συμπτώσεις στη συγκυρία της τιμής προς τον Καβάφη.

Áurea de Sarrá

Για αρκετό διάστημα μετά την απονομή ζωήρευε η δημόσια συζήτηση στην Αλεξάνδρεια γύρω από τον ποιητή. Φαίνεται πως κορυφώθηκε με τη δημοσίευση (στο περιοδικό Οθόνη) της συνέντευξης του Κ. Παλαμά στον λόγιο του Καΐρου Λουκά Χριστοφίδη (το επίμαχο απόσπασμα όπου ο Παλαμάς αμφισβητεί απαξιωτικά την καβαφική ποίηση αναδημοσίευσε η Ομόνοια-Ταχυδρόμος (18.10.1926). Οι συζητήσεις αυτές στάθηκαν αφορμή να γεννηθεί, αντίβαρο στην καβαφική πολεμική, ένα λογοτεχνικό περιοδικό, η Αλεξανδρινή Τέχνη (Ταχυδρόμος, 02.12.1926), υποστηριζόμενο από τον Καβάφη, σύμφωνα με τον Τσίρκα. Στο πρώτο μάλιστα τεύχος (Δεκέμβριος 1926) και στη στήλη Σημειώματα, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο, σχολιάζεται η απονομή σύντομα μεν αλλά με τρόπο ρητό και απόλυτο. Δίνεται έτσι μια απάντηση σε όσα επικριτικά είχαν μέχρι τότε γραφεί, ίσως και για να κατασιγάσει ο θόρυβος που είχε προκληθεί στην Αλεξάνδρεια: 

«Η Ελληνική Πολιτεία έκαμε άριστη εκλογή απονέμοντας στον ποιητή Κ.Π. Καβάφη τον Φοίνικά της».

«Παίρνοντάς το για σύμβολο της άφθαρτης αξίας του Ποιητή, διαδηλώνομε σ’ αυτόν την βαθειά εκτίμηση και τον αμείωτο σεβασμό που τρέφομε στο έργο του».

Ο Κ.Π. Καβάφης με το βλέμμα του Στρατή Τσίρκα.

 

Η Γεωργία Μπακάλη είναι εκπαιδευτικός και Διδάκτωρ Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Βιβλιογραφία, δικτυογραφία

«Σημειώματα», περ. Αλεξανδρινή Τέχνη, τχ. 1/1 (Δεκ. 1926) 21.

«Σημειώματα», περ. Αργώ, Αλεξάνδρεια, τχ. 3/3 (Σεπτ. 1926) 119.

Στρατής Τσίρκας, «Κ. Π. Καβάφης, Σχεδίασμα Χρονογραφίας του Βίου του», Επιθεώρηση Τέχνης, 108 (12/1963) 699.

Δημήτρης Δασκαλόπουλος – Μαρία Στασινοπούλου, Ο Βίος και το Έργο του Κ. Π. Καβάφη, Αθήνα, Μεταίχμιο, 2002.

Χ. Λ. Καράογλου, «Καβαφικά βιβλιογραφικά πελεκούδια και ροκανίδια», Κονδυλοφόρος, 12 (2013) 241-249.

 Ευχαριστίες

Ευχαριστώ θερμά τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Γρανάδας Μόσχο Μορφακίδη Φυλακτό για τη μετάφραση του άρθρου:

https://www.raco.cat/index.php/RevistaGirona/article/view/99469/125498

Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλω στον Χ. Κ. Καράογλου, ομότιμο καθηγητή του Τμήματος Φιλολογίας ΑΠΘ, για τα λήμματα της βράβευσης και τις χρησιμότατες υποδείξεις στο κείμενο.

Πάνος Καπετανίδης: Το φως της σκιάς. Μια αναδρομή στην παγκόσμια ιστορία του Θεάτρου Σκιών

Πάνος Καπετανίδης

Το φως της σκιάς.

Μια αναδρομή στην παγκόσμια ιστορία του Θεάτρου Σκιών

 

Πόσες φορές δεν παίξαμε με τη σκιά μας, που μία μεγαλώνει και μία μικραίνει!
Πόσες φορές δεν την κυνηγήσαμε, δεν τρέξαμε να την ξεπεράσουμε, δεν κοντοσταθήκαμε να μην την πατήσουμε, δεν κρυφτήκαμε από το φως, για να σταματήσει να μας παρακολουθεί!…

Ποιος τη γεννάει τη σκιά μας; ΤΟ ΦΩΣ.
Όταν έχουμε φως, έχουμε και σκιά.
Το φως είναι η πηγή της δημιουργίας, της ύπαρξής μας.
Πρώτα ο ήλιος, και μετά η φωτιά.
Σήμερα στο παιχνίδι με τη σκιά, βοηθάνε και οι ηλεκτρικοί λαμπτήρες.
Τόσο παλιά είναι η ύπαρξη της σκιάς. Μαζί με την γέννηση του ήλιου.

Η σκιά εξαρτάται πάντα από το φως, και την παρουσία μιας τρισδιάστατης ύπαρξης, έμψυχης ή άψυχης. Πολλές θρησκείες έδωσαν θρησκευτική σημασία στη σκιά.

Το βασίλειο των σκιών δεν είναι παρά ένα συνώνυμο, για το βασίλειο των νεκρών, ενώ ονομάζουν τους πεθαμένους σκιές του παρελθόντος, και αναφέρονται στις σκιές των νεκρών που περιφέρονται κυρίως τη νύχτα, έξω, ή μέσα σ’ ερειπωμένα σπίτια.

Το πέσιμο της σκιάς και η αλλαγή διαστάσεων, σύμφωνα με τη θέση του ήλιου, κρύβει μιά … μαγική διφορούμενη έννοια.

Σ’ ορισμένα κράτη της Αφρικής, το μεσημέρι θεωρείται η πιο …δαιμονική ώρα, μιας και ο ήλιος είναι κατακόρυφος, εξαφανίζοντας τέλεια τις σκιές.

Να γιατί το Θέατρο Σκιών έχει τόσο παλιές ρίζες, που χάνονται στα βάθη των αιώνων, και οι πηγές δημιουργίας του τόσο σκοτεινές, όσο σκοτεινή είναι και η σκιά. Οι διάφορες θεωρίες, τοποθετούν την αρχή του στην Ινδία την Ιάβα ή την Κίνα. Όμως όλες οι πληροφορίες δείχνουν ότι κατάγεται από την Ασία.

Οι παλαιότερες αποδείξεις εμπεριέχονται στα έπη της Μαχαμπαράτα και της Τεριγκάτα. Μα και τα θέματα των έργων του Θεάτρου Σκιών της Ιάβας, της Κεϋλάνης, της Καμπότζης και της Ταϊλάνδης, προέρχονται από την Μαχαμπαράτα και τη Ραμαγιάνα.

Mahābhārata: Χειρόγραφη απεικόνιση της μάχης της Kurukshetra.

Η ανάπτυξη του Θεάτρου Σκιών στην Ινδία εντοπίζεται γύρω στα 200 π.Χ.

Στην Κίνα εμφανίζεται γύρω στα 200 μ.Χ. από ένα μάγο, που για να παρηγορήσει τον Βασιλιά Βού – Τί, που έχασε τη γυναίκα του, αναπαριστάνει τη σκιά της πίσω από μία οθόνη.

Το Κινέζικο Θέατρο Σκιών φτάνει σε θαυμαστό βαθμό τελειότητας και απαράμιλλη αισθητική ποιότητα, γιατί ενσωματώνει διαφορετικές Τέχνες, όπως: η ζωγραφική, η χαρακτική, η μουσική, η μιμητική, δένοντάς τες, σε μια καινούργια έκφραση.

Καμίας άλλης χώρας οι φιγούρες δεν συγκρίνονται σε φινέτσα και λεπτοδουλειά μ` αυτές της Κίνας. Δουλεμένες με κοφτερά μαχαίρια, πάνω σε δέρμα γαϊδάρου συνδυάζουν μαστοριά και φαντασία. Λεπτοκομμένες και χαραγμένες φιγούρες, έχουν ύψος γύρω στους 33 πόντους και είναι καμωμένες από 11 κομμάτια: το κεφάλι, το πάνω και κάτω μέρος του σώματος, δύο μπράτσα, δύο βραχίονες, δύο παλάμες και δύο πόδια.

Η οθόνη είναι καμωμένη από χαρτί βατόμουρου ή καθαρή άσπρη γάζα, τεζαρισμένη πάνω σε σκελετό μπαμπού, μήκους 8 μέτρων. Βρίσκεται ενάμισι μέτρο πάνω από το έδαφος, διακοσμημένη με μεταξωτά, που κρέμονται και από τις δύο πλευρές.

Στην παράσταση παίρνουν μέρος: ο παρουσιαστής, ο βοηθός, και τρεις μουσικοί, που χρησιμοποιούν διάφορα όργανα.

Οι παλαιότερες φιγούρες προβάλλονταν απάνω στο πανί ακίνητες. Είχαν νύχια και ράμφος, όπως οι ψυχές των νεκρών που συμβόλιζαν. Η παράσταση είχε θρησκευτικό χαραχτήρα. Οι παίκτες ήταν παπάδες, οι Νταλάγκ, όπως τους ονόμαζαν. Τα έργα και οι φιγούρες, παρμένες από τη θρησκευτική λατρεία τους ήταν θεότητες, ή Δράκοι. Αργότερα έπαψε να είναι αποκλειστικά θρησκευτική τέχνη και οι φιγούρες πήραν ανθρώπινη μορφή και κίνηση. Οι παραστάσεις, διαρκούν μέχρι και τέσσερις ώρες.

Το Θέατρο Σκιών της Κίνας.

Το Θέατρο Σκιών της Κίνας, του Μπαλί και της Ιάβας μπορεί να είναι τα πιο γνωστά, με παγκόσμια απήχηση, όμως και άλλες χώρες της Άπω Ανατολής έχουν αναπτύξει αυτή τη Λαϊκή Τέχνη, με ενδιαφέρουσες παραλλαγές, όπως η Καμπότζη και η Ταϊλάνδη.

Στο ταξίδι του από την Άπω Ανατολή προς τα Δυτικά, η Περσία είναι ο πρώτος φυσικός σταθμός. Στο Ιράν, τα έργα Σκιών είναι γνωστά μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα.

Απ’ όλες τις Αραβικές χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, μόνο η Αίγυπτος μας παρέχει τα πρώτα τεκμήρια για Θέατρο Σκιών, παρόλο που κάπου – κάπου τ’ αχνάρια του παρουσιάζονται στα μεγάλα Αραβικά αστικά κέντρα όπως η Βαγδάτη και η Δαμασκός.

Μα και στην Αλγερία, από διάφορες πηγές μαθαίνουμε ότι το Θέατρο Σκιών, ήταν ή αγαπημένη διασκέδαση των κατοίκων, όπου κάποιος Καραγκούς παρουσιαζόταν σαν ένας φοβερός πατριώτης και εθνεγέρτης, που χτυπούσε με προσβλητικό τρόπο τους Γάλλους τότε αποικιοκράτες.

Garagouz. Παράσταση Θεάτρου Σκιών στο Αλγέρι το 1843.

Εκτός της Αλγερίας, η Τυνησία και το Μαρόκο έχουν να επιδείξουν ένα δικό τους Θέατρο Σκιών.

Η μόνη απ’ όλες τις χώρες, που κατέχει τα πρώτα γραπτά κείμενα παιγμένα σε παραστάσεις Θεάτρου Σκιών, είναι η Αίγυπτος στις αρχές του 20ού αιώνα.

Το θέμα πολλών συζητήσεων και διαφωνιών, ανάμεσα στους ερευνητές, της τέχνης του Θεάτρου Σκιών, είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτό ταξιδεύει Δυτικά, φθάνει στη Μεσόγειο, και καταλήγει στην Τουρκία και την Ελλάδα. Το πιο πιθανό είναι να ταξίδεψε μαζί με τους Τσιγγάνους από την Ινδία.

Για το πώς ξέφυγε το Θρησκευτικό Θέατρο Σκιών από σοβαρό να γίνει κωμικό, ένας από τους πολλούς – γοητευτικούς θρύλους λέει πως ο Χατζηαβάτης είναι εργολάβος στην Προύσα και χτίζει το σαράι του Πασά. Ο Καραγκιόζ δουλεύει εκεί σαν αρχιμάστορας – μαραγκός, και διηγείται χιλιάδες ιστορίες στους εργάτες. Εκείνοι ακούν τον Καραγκιόζ μ’ ανοιχτό το στόμα, …. και το σαράι δεν λέει να τελειώσει.

Όταν ο Πασάς ανακαλύπτει το λόγο της αργοπορίας, διατάζει να θανατώσουν τον Καραγκιόζ. Αργότερα όμως ο Πασάς είχε τύψεις για το έγκλημά του αυτό, κι έπεσε σε βαθιά μελαγχολία. Τότε ο Χατζηαβάτης, που είχε ακούσει πολλές ιστορίες απ’ τον Καραγκιόζ, κόβει ένα χαρτόνι, του δίνει τη μορφή του Καραγκιόζ, και κάνοντας τη φωνή του παίζει σ’ ένα άσπρο σεντόνι τις αστείες ιστορίες του Καραγκιόζ.

Karagöz και Hacivat: το Θέατρο Σκιών της Τουρκίας.

Αυτός και άλλοι πολλοί θρύλοι, δείχνουν την σύγχυση που υπάρχει για την είσοδο του θεάματος στην Τουρκία, ή αλλιώς την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Στον Ελλαδικό χώρο εμφανίζεται στα 1841 στο Ναύπλιο όπου σε μια εφημερίδα της εποχής, γίνεται λόγος για τον Καραγκιόζη.

Ο πρώτος Καραγκιοζοπαίκτης στην Ελλάδα, ήταν ο μπάρμπα – Γιάννης Βράχαλης. Αμέσως ο Καραγκιόζης γίνεται δεκτός και αγαπητός στην ελεύθερη Ελλάδα, και όπου παίζεται παράστασή του γεμίζει από απλό κόσμο.

 

Η απαλλαγή του Καραγκιόζη από τα τούρκικα στοιχεία, θα γίνει με πολλή σοφία από τον Δημήτριο Σαρδούνη ή Μίμαρο στα 1890, στην Πάτρα. Μεγάλος μάστορας και μίμος ο … Μίμαρος, χτενίζει από τα αισχρά λόγια και άσεμνες εκφράσεις και κινήσεις τον Καραγκιόζη, και σιγά – σιγά του δίνει τη φόρμα που βλέπουμε και σήμερα.

Με τον καιρό, ο Καραγκιόζης γίνεται πια Σατυρικό Θέατρο. Χρησιμοποιώντας την παλιά εξουσία (Πασά, Βεζυροπούλα, Βεζίρη, Βεληγκέκα), πρόσωπα που δεν υπήρχαν στο τούρκικο Θέατρο Σκιών, σατιρίζει την καινούργια εξουσία. Από τόπο σε τόπο, προσθέτονται νέοι χαρακτήρες, ανάλογα με τις ανάγκες της περιοχής, από τους οποίους οι πιο ισχυροί παραμένουν μέχρι σήμερα.

Δημήτριος Σαρδούνης ή Μίμαρος (1859-1912).

Στην Αθήνα, τον πρωτοβλέπουμε στα 1852 σε συνοικία της Πλάκας.

Όπως στον τούρκικο Καραγκιόζη, έτσι και στον ελληνικό, τα γυναικεία πρόσωπα είναι λιγοστά, γιατί ο παίκτης που κάνει όλες τις φωνές, είναι άνδρας. Το ίδιο συμβαίνει και στο αρχαίο ελληνικό Θέατρο, όπου οι ηθοποιοί ήταν άνδρες, που έκαναν και τους γυναικείους ρόλους.

Ο Πάνος Καπετανίδης και το κιούπι με τις φιγούρες του Καραγκιόζη.

Μεγάλη ομοιότητα του Καραγκιόζη υπάρχει και με τα πρόσωπα της αρχαίας Αριστοφανικής κωμωδίας. Ο Καραγκιόζης φαίνεται σαν ο απόγονος των δούλων των Αριστοφανικών κωμωδιών. Ακόμα λόγω των σταθερών τύπων, υπάρχει μεγάλη συγγένεια και με την Κομέντια ντε λ` άρτε. Ο ήρωας της Κομέντια Πουλτσινέλα φαντάζει σαν ο πρώτος εξάδελφος του Καραγκιόζη.

Ανακεφαλαιώνοντας το μικρό σε έκταση αλλά μεγάλο σε διάρκεια αιώνων και απόσταση ηπείρων οδοιπορικό μας, πρέπει να θυμηθούμε:

 Σκοτεινές και βαθιές είναι οι ρίζες του Θεάτρου Σκιών.

       Οι  μελετητές συγκρούονται ως προς την καταγωγή  του Ελληνικού Θεάτρου Σκιών.

Ο Καραγκιόζης μας και τα πρόσωπα που τον περιστοιχίζουν, είναι καθαρά     

           ΕΛΛΗΝΙΚΟ – ΛΑΪΚΟ – ΘΕΑΤΡΟ.

 Σήμερα στη Μεσόγειο μόνο στην Ελλάδα παίζεται Θέατρο Σκιών, σε τόσο μεγάλο  ακροατήριο.

 

Και λίγα λόγια για τους Έλληνες παίκτες

Ο Καραγκιοζοπαίκτης, είναι ένας μεγάλος δημιουργός. Μόνος του κατασκευάζει τις φιγούρες του, τις ζωγραφίζει και τις σκαλίζει από δέρμα μεγάλου ζώου. Μόνος του φτιάχνει τα σκηνικά. Μόνος του κάνει όλες τις φωνές, και τα έργα που παίζει δεν είναι γραμμένα σε κείμενο, αλλά στη μνήμη κάθε Καραγκιοζοπαίχτη, από τον καιρό που ήτανε βοηθός! Δηλαδή από στόμα σε στόμα, από Καραγκιοζοπαίχτη σε βοηθό, σαν το Δημοτικό τραγούδι, ανήκει κι αυτό στον Παραδοσιακό – λαϊκό λόγο.

Ο Καραγκιοζοπαίκτης, κάνει τη σκηνοθεσία, τη μουσική επιμέλεια, προετοιμάζει με τη φαντασία του τα διάφορα εφέ. Επίσης εκείνος μόνος του κατασκευάζει τη σκηνή του, δίνοντας τη δική του αρχιτεκτονική. Δηλαδή, ο Καραγκιοζοπαίκτης πρέπει να είναι ένα πολύπλευρο ταλέντο.

Ο Βάγγος (Ευάγγελος Κορφιάτης) στην είσοδο του θεάτρου του Ποσειδώνιον.

Η πιο γόνιμη περίοδος που ανθεί το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο Σκιών είναι από το 1915 μέχρι το 1950, οπότε δημιουργούνται τα περισσότερα έργα απ’ αυτά που παίζονται και σήμερα και γεννιούνται οι μεγαλύτεροι Καραγκιοζοπαίχτες. Κάθε γειτονιά έχει το δικό της μαντράκι που γεμίζει κάθε βράδυ από πλήθος κάθε ηλικίας. Τη δυναμική πορεία του θεάματος την ανακόπτει βίαια η τεχνολογία και η ανάπτυξη της 7ηςτέχνης, του Κινηματογράφου, και αργότερα της τηλεόρασης. Σήμερα, το θέαμα βρίσκεται και πάλι σε άνοδο, χωρίς όμως τα κλασσικά μαντράκια με τον κισσό και το αγιόκλημα, χώρος όπου ξεκίνησαν οι μεγαλύτεροι καραγκιοζοπαίχτες.

Οι Έλληνες Καραγκιοζοπαίχτες, παλεύουν σήμερα, για την δημιουργία Εθνικής Σκηνής Θεάτρου Σκιών. Για να διατηρηθεί και να αναπτυχθεί η τόσο σπουδαία τέχνη: η τέχνη του Ελληνικού – Λαϊκού Θεάτρου Σκιών.

 

Αφιέρωμα στον Πάνο Καπετανίδη

 

Ο Πάνος Καπετανίδης είναι καλλιτέχνης του Θεάτρου Σκιών. Σπούδασε θέατρο και από πολύ μικρός έμαθε την τέχνη του Καραγκιόζη κοντά στον μεγάλο καραγκιοζοπαίκτη Ευάγγελο Κορφιάτη. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. www.karagkiozis.com

 

Έλληνες Καραγκιοζοπαίκτες – Ονομαστική Κατάσταση

 

http://www.karagkiozis.com/paiktes1.htm

 

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία
(με αντίστροφη χρονολογική σειρά)

 

Κορφιάτης, Ευάγγελος, Ο Βάγγος στον Παράδεισο. Αναμνήσεις Ευάγγελου Κορφιάτη (Βάγγου) παίκτη του Θεάτρου Σκιών, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2019.

Ντζαβολάκη, Ελένη, Μπροστά από τον μπερντέ. Ενσαρκώσεις του Καραγκιόζη στην Ελληνική Δραματουργία στον 20ό και τον 21ο αιώνα, Αθήνα, Αιγόκερως, 2019.

Νταγιάκος, Γιάννης, Ελάτε να παίξουμε Καραγκιόζη, Αθήνα, Ωρίων, 2005.

Χαριτάτου, Αλεξάνδρα (επιμ.), Ελληνικό Θέατρο Σκιών. Φιγούρες από φως και ιστορία, Αθήνα, ΕΛΙΑ, Πολιτιστική Ολυμπιάδα, 2004.

Χοτζάκογλου, Ανθούλα, “Το Θεματολόγιο του Κυπριακού Θεάτρου Σκιών και η παρουσία της Κύπρου στα έργα Ελλαδιτών Καραγκιοζοπαικτών”, Δελτίο Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών, Τόμος ΞΣτ΄, Λευκωσία, 2004, σ. 21-246.

Χατζάκης, Μιχάλης, Το έντεχνο Θέατρο Σκιών. Θεωρία και πράξη, Αθήνα, Προσκήνιο, 2003.

Αναγνωστόπουλος, Β. Δ. (επιμ.), Θέατρο Σκιών και Εκπαίδευση, Αθήνα, Καστανιώτης, 2003.

Τσίπηρας, Κώστας, Έλληνες Καραγκιοζοπαίχτες πίσω από τα φώτα του μπερντέ, Αθήνα, Κοχλίας, 2003.

Μόλλας, Δημήτρης, Ο Καραγκιόζης μας: Ελληνικό Θέατρο Σκιών, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 2002.

Κοτοπούλης, Γεώργιος Κ., Ο Καραγκιόζης στην Πάτρα 1890-1906. Η περίπτωση του Μίμαρου, Πάτρα, Περί Τεχνών, 2000.

Ιερωνυμίδης, Μιχάλης, Πίσω από τον μπερντέ. Ηχητικά και οπτικά τεχνάσματα στο ελληνικό Θέατρο Σκιών, Αθήνα, Άμμος, 1998.

Οφλίδης, Σίμος – Καλαϊτζή-Οφλίδη, Λένα, Τα Καραγκιόζικα της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1996.

Κιουρτσάκης, Γιάννης, Προφορική παράδοση και ομαδική δημιουργία. Το παράδειγμα του Καραγκιόζη, Αθήνα, Κέδρος, 1996.

Βογιατζής, Φώτης Ν., Το Θέατρο Σκιών στην Θεσσαλία, Καρδίτσα, Εκτυπωτική Καρδίτσας, 1995.

Σπαθάρης, Σωτήρης, Απομνημονεύματα και η τέχνη του Καραγκιόζη, 4η έκδοση, Αθήνα, Άγρα, 1992.

Πούχνερ, Βάλτερ, “Η θέση του Καραγκιόζη στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου”, Ελληνική θεατρολογία. Δώδεκα μελετήματα, Αθήνα, Εταιρεία Θεάτρου Κρήτης, 1988, σ. 409-418.

Πούχνερ, Βάλτερ, Οι βαλκανικές διαστάσεις του Καραγκιόζη, Αθήνα, Στιγμή, 1985.

Χατζηπανταζής, Θεόδωρος, Η εισβολή του Καραγκιόζη στην Αθήνα του 1890, Αθήνα, Στιγμή, 1984.

Μόλλα – Γιοβάνου, Αρετή, Ο Καραγκιοζοπαίχτης Αντώνης Μόλλας. Η κόρη του θυμάται, Αθήνα, Κέδρος, 1981.

Πετρόπουλος, Ηλίας, Υπόκοσμος και Καραγκιόζης, Αθήνα, Γράμματα, 1978.

Φωτιάδης, Θανάσης, “Ελληνικό Θέατρο Σκιών. Στοιχεία για την προέλευση του Καραγκιόζη”, Άνθρωπος, Αθήνα, Ανθρωπολογική Εταιρεία Ελλάδος, 1974, σ. 69-90.

Βενάρδος, Σωκράτης, Με τον Σωτήρη Σπαθάρη, Αθήνα, Τυπογραφείο Εμμ. Ροδάκη, 1975.

Puchner, Walter, Das Neugriechische Shattentheatre Karagiozis, München, Institut für Byzantinistik und Neugriechische Philologie, 1975.

Μπίρης, Κώστας Η., “Ο Καραγκιόζης: Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο”, Νέα Εστία, τόμος 52, Αθήνα, 1952, σ. 3-67.

Τo “Blitz” του Λονδίνου (1940 – 1941)

ΤoBlitz” του Λονδίνου (1940 – 1941)

Με τον όρο Blitz (από το γερμανικό Blitzkrieg κεραυνοβόλος πόλεμος) αποδίδονται  οι εκτεταμένοι  βομβαρδισμοί σε βάρος κατοικημένων περιοχών των Βρετανικών Νήσων, στους οποίους προέβη  από τον Σεπτέμβριο του 1940 έως τον Μάιο του 1941 η Γερμανική πολεμική αεροπορία. Πρόκειται για μια σελίδα απαράμιλλου θάρρους και αυτοθυσίας, ενστικτώδους συσπείρωσης, ιώβειας στωικότητας και ψυχραιμίας, τέλος, μιας παραδειγματικής οργάνωσης του Βρετανικού λαού σε όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας, από την ηγεσία έως τον καθημερινό πολίτη, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή του πολέμου. Έχει καταγραφεί από την Ιστορία σαν η επικράτηση της βούλησης και της πειθαρχίας ενάντια στην βία και στην αλαζονεία, από όπου και αν αυτές προέρχονται. Ενός λαού, συνεπαρμένου, στην κυριολεξία, από τα λόγια ενός ανεπανάληπτου πολεμικού ηγέτη, του Winston Churchill, ο οποίος, με τους πύρινους  λόγους του, γνώριζε καλά πώς να περιφρουρεί την αξιοπρέπεια και να ανυψώνει το ηθικό μέσα στις πιο σκοτεινές ώρες της δοκιμασίας, του πόνου και του σπαραγμού. 

“But if we fail, then the whole world, including the United States, including all that we have known and cared for, will sink into the abyss of a new dark age made more sinister, and perhaps more protracted, by the lights of perverted science. Let us therefore brace ourselves to our duties, and so bear ourselves, that if the British Empire and its Commonwealth last for a thousand years, men will still say, This was their finest hour”. 

Δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ προνομιούχων και μη. Τις συνέπειες του Blitz υπέστησαν όλες, ανεξαιρέτως, οι κοινωνικές τάξεις, καταβάλλοντας βαρύ φόρο αίματος. Όπως είναι επόμενο, η πρωτοφανής αυτή συλλογική δοκιμασία δεν άφησε ασυγκίνητους τους καλλιτέχνες, οι οποίοι  αποτύπωσαν τη δική τους, υποκειμενική, εμπειρία, έτσι όπως την βίωσαν. Ξεχωρίζει ο μεγάλος γλύπτης Henry Moore, με τη γνωστή σειρά σχεδίων, που φέρει τον τίτλο Shelter drawings (Σχέδια των καταφυγίων), ένα σημαντικό μέρος της οποίας εκτέθηκε το καλοκαίρι του 2000 στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Άνδρου, στο πλαίσιο της έκθεσης Henry Moore: Υπό το φως της Ελλάδος. Ξεχωριστή μνεία αξίζει και για τον Walter Nessler, ο οποίος, επηρεασμένος από το ιστορικό και από το περιεχόμενο του γνωστού πίνακα του Pablo Picasso Guernica (όπου περιγράφεται η ισοπέδωση της ομώνυμης πόλης από τη Γερμανική Πολεμική Αεροπορία το 1937, στο πλαίσιο του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου), φιλοτέχνησε έναν δικό του πίνακα, τον οποίο τιτλοφόρησε Premonition (Προαίσθηση). Πρόκειται για έναν προάγγελο των όσων δεινών έμελλαν να λάβουν χώρα τρία χρόνια αργότερα.

Στις εικόνες, οι οποίες ακολουθούν, σκοπίμως αντιπαραβάλλονται τα ιστορικά γεγονότα και η καλλιτεχνική αποτύπωσή τους, προκειμένου να αναδειχθεί ανάγλυφα ο βαθμός αλληλεπίδρασης, αλλά και ο στενός συσχετισμός που υφίσταται ανάμεσα στην αντικειμενική διάσταση ενός φαινομένου και την υποκειμενική πρόσληψη και απόδοση του τελευταίου.

 The Blitz – WWII London

Walter Nessler, Premonition, 1937.

  

Joseph Gray, Battle of Britain: The First Blitz, 1940.

Anthony Gross, Fire in a Paper Warehouse, 1940.

 

                                       

Harry Bush, A Corner of Merton, 1940.

Henry Moore, The Shelter Perspective: The Liverpool Street Extension, 1941.

Henry Moore, Bunks and Sleepers, 1941.

 

Henry Moore, Pink and Green Sleepers, 1941.

Henry Moore, Woman Seated in the Underground, 1941.
Henry Moore, Eighteen Ideas for War Drawings, 1940.
Ο Henry Moore στο Mornington Crescent Station το 1940.

The Culture Show – Henry Moore (2010)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ: Το έργο των Ρωμιών αρχιτεκτόνων της Κωνσταντινούπολης (1839-1923)

Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ

Το έργο των Ρωμιών αρχιτεκτόνων της Κωνσταντινούπολης
(1839-1923)

 

Προλεγόμενα

Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί – σύμβολο της απομάκρυνσης της Τουρκίας από τον κοσμικό κεμαλισμό και τη Δύση απέχει μία μόλις δεκαετία από τον αντίθετο συμβολισμό των εκδηλώσεων και εκδόσεων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με αφορμή την ανακήρυξη της Κωνσταντινούπολης ως «Πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης». Σε αυτές ανήκαν η περιοδεύουσα έκθεση «Ρωμιοί αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού» και το ομότιτλο βιβλίο με κείμενα σε τρεις γλώσσες (ελληνικά – τουρκικά και ελληνικά – αγγλικά) που παρουσίασαν το έργο των αρχιτεκτόνων της ελληνορθόδοξης κοινότητας στην πολυεθνική πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Πέραν της συμβολής του στον εξευρωπαϊσμό της όψης της Κωνσταντινούπολης, κατά τον 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ού –έως την ανακήρυξη της Τουρκικής Δημοκρατίας, το 1923–, το έργο αυτό κάνει ακόμη και σήμερα αισθητή την παρουσία του. Πολλά από τα κτίρια των ρωμιών αρχιτεκτόνων κατοικούνται άνετα μέχρι σήμερα ή άλλαξαν επιτυχώς χρήση, ενώ αρκετά έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα μνημεία.

Πανώ της έκθεσης «Οι Ρωμιοί αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού», στο Πανεπιστήμιο Ωραίων Τεχνών Μιμάρ Σινάν (Mimar Sinan Güzel Sanatlar Üniνersitesi) της Κωνσταντινούπολης με έργα του Περικλή Φωτιάδη, ενός από τους κυριότερους εκφραστές της ελληνοορθόδοξης αρχιτεκτονικής (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 23.11.2010).

 

Cité de Péra – Κτίριο καταστημάτων και διαμερισμάτων με στοά στην ιστορική συνοικία του Πέραν / σήμερα Beyoğlu, 1876, έργο του αρχιτέκτονα Κλεάνθη Ζάννου εκλεκτικιστικής τεχνοτροπίας (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 17.9.2009).

Στο άρθρο παρουσιάζονται η έκθεση και το βιβλίo για το έργο των ρωμιών αρχιτεκτόνων της Κωνσταντινούπολης στα χρόνια του εξευρωπαϊσμού της, αφού γίνει λόγος για τις ευνοϊκές συνθήκες δημιουργίας αυτού του έργου και ανάδειξής του.

 

Οι ευνοϊκές συνθήκες της περιόδου 1839-1923

Οι μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στην εξασθενημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία υπό την πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων και παραχώρησαν πολλά δικαιώματα στις μη μουσουλμανικές εθνότητες, άρχισαν το 1839 με το αυτοκρατορικό φιρμάνι Χάττ-ι Σερίφ του Γκιούλχανε. Συμπληρώθηκαν το 1856 με το Χαττ-ι Χουμαγιούν και ολοκληρώθηκαν με την ανακήρυξη του πρώτου Συντάγματος του 1876.

Οι μεταρρυθμίσεις αυτές στους τομείς της διοίκησης, της δικαιοσύνης, της παιδείας και της οικονομίας διευκόλυναν, μεταξύ άλλων, τη διάδοση των νέων τεχνοτροπιών και κατασκευαστικών μεθόδων της Δύσης, που ήταν άγνωστες στην οθωμανική αρχιτεκτονική. Έτσι, άρχισαν να εμφανίζονται οι ευρωπαίοι αρχιτέκτονες με σκοπό την κατασκευή των πρεσβειών των χωρών τους, πολλοί από τους οποίους θα παραμείνουν στην Πόλη. Ακολουθούν οι αρχιτέκτονες οθωμανικής υπηκοότητας, όπως Λεβαντίνοι, Έλληνες και Αρμένιοι, που είχαν κατά κανόνα επαφές με την Ευρώπη και γνώριζαν καλά ξένες γλώσσες (Kuruyazici, 2019: 9).

Ένας από τους λόγους της κυριαρχίας των ξένων αρχιτεκτόνων στον εξευρωπαϊσμό της όψης της Κωνσταντινούπολης ήταν το γεγονός ότι οι νεαροί Μουσουλμάνοι προτιμούσαν να γίνουν στρατιωτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι ή θεολόγοι. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι, ακόμη και στις αρχές του 20ού αιώνα, ένα μεγάλο μέρος των φοιτητών της αρχιτεκτονικής στη Σχολή Βιομηχάνων Τεχνών –της μετέπειτα Σχολής Ωραίων Τεχνών– ήσαν Έλληνες και Αρμένιοι (Kuruyazici, 2019: 9).

 

Η αισιοδοξία της ρωμαίικης κοινότητας στην αυγή του 21ου αιώνα

Η ιδέα της πρωτοποριακής έκθεσης και του βιβλίου για την αρχιτεκτονική κληρονομιά των Ρωμιών της Πόλης ανήκει στον ομογενή κ. Λάκη Βίγκα, του οποίου ο πατέρας ήταν αρχιτέκτων. Η ανάδειξη της αξίας αυτής της κληρονομιάς  συνδέθηκε  με τη βούληση της  ρωμαίικης κοινότητας να επαναπροσδιορίσει την παρουσία της στην κοσμοπολίτικη Κωνσταντινούπολη της οικονομικά αναπτυσσόμενης Τουρκίας. Τη βούληση αυτή εξέφρασε σε εισήγηση-μανιφέστο, δημοσιευμένη στα Πρακτικά Συνεδρίου με θέμα «Συνάντηση στην Πόλη. Το παρόν και το μέλλον» (30.6.-2.7.2006), ο εμπνευστής της έκθεσης και του βιβλίου Λάκης Βίγκας: «Η ομογένεια της Πόλης αναμετρά σήμερα τις δυνατότητές της … Κουράστηκε να επιβιώνει μέσα σε μια ατμόσφαιρα απαισιοδοξίας, που μας εμβολιάζεται επί δεκαετίες από παντού… Θέλουμε να αγωνιστούμε για τη λειτουργικότητα και τον εκσυγχρονισμό της διοίκησης των ιδρυμάτων μας… ώστε να πετύχουμε την ανοικοδόμηση ή ανάπλαση των κοινοτικών μας ακινήτων, για την επιμόρφωση και την ενθάρρυνση της νεολαίας μας, για τις σπουδές της και τον επαγγελματικό της προσανατολισμό, στο πλαίσιο των νέων προοπτικών που ανοίγονται από την οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας και την έλευση στη χώρα μας ελληνικών εταιρειών…Επιθυμούμε να συμβάλλουμε στο διάλογο της Ελλάδας με την Τουρκία, όντας ταυτόχρονα μέλη μιας ιστορικής κοινότητας με ελληνικό πολιτισμό και Τούρκοι πολίτες… Θέλουμε να προσαρμοστούμε στην εξελισσόμενη ευρωπαϊκή κοινωνία…, να επωφεληθούμε από τις εμποροβιομηχανικές ευκαιρίες της χώρας μας… Υπάρχει μια νέα γενιά που παραμένει εδώ στην Πόλη τα τελευταία δέκα χρόνια, είναι προσαρμοσμένη στις καθημερινές συνθήκες της ζωής και ενταγμένη στα κοινωνικά και εμπορικά δεδομένα της Πόλης. Αυτοί οι νέοι θα ενισχυθούν και με την έλευση άλλων, από την Ελλάδα, την Κύπρο και τις ΗΠΑ, και θα είναι δυναμικοί παράγοντες του μέλλοντός μας.» (Βίγκας, 2009 και Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου, 2009: 295-297).

Η έκθεση και το βιβλίο «Ρωμιοί αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού» πραγματοποιήθηκαν από τον Σύνδεσμο Αποφοίτων Ζωγραφείου με τη συνδρομή ελλήνων και τούρκων ειδικών επιστημόνων και με τις χορηγίες του Οργανισμού «Istanbul 2010 – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης» και του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννου Σ. Λάτση. Την έκθεση επιμελήθηκε ο ακάματος ερευνητής του έργου των ρωμιών και αρμενίων αρχιτεκτόνων της Πόλης δρ Hasan Kurayazici, ο οποίος ανέλαβε και την επιστημονική επιμέλεια του βιβλίου μαζί με την δρα Εύα Αλεξάνδρου-Σαρλάκ, αναπληρώτρια καθηγήτρια ιστορίας της τέχνης του Πανεπιστημίου Ισίκ. Πολύτιμη υπήρξε η συμβολή των μελών της επιτροπής του προγράμματος και συγκεκριμένα του δρα αρχιτέκτονα Σάββα Τσιλένη και της δρος αρχιτέκτονος και λέκτορος του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης Μαρίκας Παντελάρα, της διεθνολόγου Μαρίνας Δρυμαλίτου, του προέδρου του Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου Άρη Τσόκωνα και του καθηγητή ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Κώστα Γαβρόγλου.

 

Η έκθεση

Τα εγκαίνια της περιοδεύουσας έκθεσης «Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού», στην οποία παρουσιάστηκε και το βιβλίο, έγιναν παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, τη Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010, στην αίθουσα Οσμάν Χαμντί (Osman Hamdi Salonu) του Πανεπιστημίου Καλών Τεχνών Μιμάρ Σινάν (Mimar Sinan Güzel Sanatlar üniversitesi) της συνοικίας Φιντικλί. Η επιλογή του πρώτου χώρου της περιοδεύουσας έκθεσης είχε συμβολική σημασία. Από αυτό το ιστορικό Πανεπιστήμιο αποφοίτησε η πλειονότητα των ρωμιών αρχιτεκτόνων, όταν το ίδρυμα λειτουργούσε ως Σχολή Βιομηχάνων Τεχνών (Sanayi-i Nefise) και αργότερα ως Ακαδημία Ωραίων Τεχνών (Güzel Sanatlar Akademisi). Το πολυπληθές και πολυεθνικό κοινό των εγκαινίων υποδέχτηκαν με σύντομες ομιλίες τους ο Πρόεδρος του Οργανισμού της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης 2010 κ. Σεκίπ Αβντάτζιτς και ο κ. Λάκης Βίγκας, εκ μέρους του Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου. Χαιρετισμό απηύθυνε και η Α.Θ.Π. ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος.

Στιγμιότυπα από τα εγκαίνια της έκθεσης «Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού» και την ομιλία της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στην αίθουσα Οσμάν Χαμντί (Osman Hamdi Salonu) του Πανεπιστημίου Καλών Τεχνών Μιμάρ Σινάν (Mimar Sinan Güzel Sanatlar Üniversitesi), στις 22 Νοεμβρίου 2010 (Πηγή: αρχείο Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου).

Στην έκθεση τιμήθηκαν 105 ρωμιοί καλφάδες και αρχιτέκτονες, για τους οποίους οι πληροφορίες που έχουμε είναι λιγοστές. Πρόκειται για τους: Πετράκη Κάλφα Αδαμαντίδη, Βίκτωρα Αδαμαντίδη, Αχιλλέα Αλεξίου, Αλέξανδρο Αλβανόπουλο, Σταύρο Αλβανόπουλο, Δημήτριο Βασιλειάδη, Θεοχάρη Γ. Βασιλειάδη, Χαρίλαο Βλαδίκα, Μιχάλη Βλασσιάδη, Χατζηστέφανο Γαϊτανάκη, Κωνσταντίνο Γαλάτη, Νικόλα Γιαγτζιόγλου, Αθανάσιο Γιάκα, Αλέξανδρο Δ. Γενίντουνια, Γεώργιο Γεωργιάδη, Δημήτριο Γεωργιάδη, Στέφανο Γεωργιάδη, Κωνσταντίνο Γιολασιγμάζη, Ευάγγελο Ν. Δεβετζιάδη, Χρήστο Δημάδη, Κωνσταντίνο Δημάδη, Νικόλαο Δημάδη, Χρήστο Δημάδη, Αντώνη Φ. Δημητρακόπουλο, Βασίλειο Δημητρίου, Χρήστο Δημόπουλο,, Γ. Εμμανουηλίδη, Χατζηστέφανο Γαϊτανάκη, Κωνσταντίνο Γαλάτη, Χρήστο Ιωαννίδη, Γεώργιο Ζαχαριάδη, Κλεάνθη Ζάννο, Νικόλαο Ζήκο, Βασιλάκη Ιωαννίδη, Χρήστο Ιωαννίδη, Γιάγκο Κάλφα, Νικόλα Γκιργκιτζή, Θεόδωρο Κάλφα, Θεόγνωστο Κάλφα, Καντακουζηνό Κάλφα, Κώστα Κάλφα του Σισονίου, Μακρή Κάλφα, Μάρκο Κάλφα, Μήτσο Κάλφα, Παναγιώτη Κάλφα, Χατζή-Κομνηνό Κάλφα, Πάτροκλο Καμπανάκη, Κωνσταντίνο Κάντζο, Καπετανάκη, Ιωάννη Καραγιάννη, Κοσμά Καραγιάννη, Κωνσταντίνο Καρατζά, Λύσανδρο Καυταντζόγλου, Νίκο Κεφάλα, Ι. Κιουπετζόγλου, Κλεόβουλο Κλωναρίδη, Κωνσταντίνο Κυριακίδη, Γ. Κωνσταντινίδη, Γεώργιο Κόββα, Ευθύμο Κοτζαμπασούλη, Γεώργιο Κούλουθρο, Βασίλειο Κουρεμένο, Κωνσταντίνο Κυριακίδη, Ε. Λαδόπουλο, Μάρκο Γ. Λάγγα, Καλούδη Λάσκαρη, Ν. Λάτσo, Βελισάριο Μακρόπουλο, Χατζηκωστή Μαλτεζάκη, Αχιλλέα Μανούσο, Απόστολο Μαυροδόγλου, Αχιλλέα Μαυρομμάτη, Πέτρο Μεϊμαρίδη, Ι.Π. Μελίδη, Απόστολο Μεπάρλο, Ιωάννη Μογακοτή, Γρηγόριο Μόσχο, Χατζηνικολή Νικηταΐδη, Οικονόμου,,Δημήτριο Παναγιωτίδη, Μπ.Γ. Παπάζογλου, Κωνσταντίνο Παππά, Νικόλαο Γ. Πάρλο, Φ. Παρτάλη, Αριστείδη Πασαδαίο, Γ. Πασχάλη, Δημήτριο Ν. Πετσίλα, Απόστολο Κοσμά Πίστικα, Αχιλλέα Πολίτση, Ποτεσάρο, Οδυσσέα Πουσκουλού, Αριστείδη Ραζή, Ιωάννη Σωτήρη, Γιουβανάκη Ταστσιόγλου, Νικόλαο Τζελέπη, Βασίλειο Τσιλένη, Δημήτριο Τσιλένη, Μ. Δ. Τσουρβίδα,, Ιωάννη Τσουβαλά, Σταμάτη Φαλιέρο, Δημήτριο Φαρδή, Ε. Φαραντζή, Περικλή Φωτιάδη, Μ.Ι. Φραγκιά, Αντώνη Κάλφα Χατζηκώστα, Χατζηπέτρο, Ι. Χρηστίδη, Σταύρο Σ. Χρηστίδη, Αλφρέδο Ψάλτη.

Το Banner της έκθεσης (Φωτογραφία
Ε.Φ.-Ε., 23.11.2010).

Οι 42 από αυτούς τους αρχιτέκτονες και καλφάδες αναφέρονταν μόνο στο μπάννερ της έκθεσης. Το έργο των υπολοίπων —120 εμβληματικά ή χαρακτηριστικά κτίριά τους— παρουσιάστηκε με φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά σχέδια και αρκετά πορτρέτα αρχιτεκτόνων και καλφάδων, καθώς και από ενημερωτική βιντεοταινία. Με την πρωτοβουλία αυτή του Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου, άνοιξε ο δρόμος για τη συγκέντρωση νέων στοιχείων και την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης στο θέμα της προστασίας της αρχιτεκτονικής αυτής κληρονομιάς.

Οι βασικοί κτιριακοί τύποι που παρουσιάστηκαν στην έκθεση είναι οι Ναοί, τα κτίρια εκπαίδευσης, πολιτισμού και ψυχαγωγίας, οι πολυκατοικίες, τα ξενοδοχεία, τα χάνια (κτίρια καταστημάτων, γραφείων και εργαστηρίων),οι εμπορικές στοές και οι εξοχικές κατοικίες.

Μερικά από τα εμβληματικά έργα της έκθεσης φέρουν την υπογραφή διακεκριμένων αρχιτεκτόνων που είναι λιγότερο ή περισσότερο γνωστοί και στην Ελλάδα. Το αρχικό και σήμερα κατεδαφισμένο κτίριο του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου (έτος ίδρυσης 1861) ήταν έργο του Λύσανδρου Καυταντζόγλου (Θεσσαλονίκη 1811 – Αθήνα 1885), ηγετικής φυσιογνωμίας της ελληνικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα (Loyer, 1966: 75,82, 108-114, 177, 179, Loyer, 1983: 74 και Φεσσά-Εμμανουήλ, 2001: 58—75, 114-115, 371-375). Η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή (1880-1882) ανεγέρθηκε με σχέδια του γερμανοσπουδασμένου αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Δημάδη (; – 1901), καταγόμενου πιθανώς από τον Λαύκο του Πηλίου. Άλλα σημαντικά έργα του Kωνσταντίνου Δημάδη στην Κωνσταντινούπολη είναι: το Zωγράφειο Παρθεναγωγείο, μετέπειτα Aστική Σχολή Nεοχωρίου στο Bόσπορο (1872) και το θέρετρο Tριανταφυλλίδη στη Πρίγκηπο (Τσιλένης 2004, 2009: 331-341 και Φεσσά-Εμμανουήλ 2002).

Η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή στη συνοικία Μουχλίου, 1880-1883, έργο του αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Δημάδη (Πηγή: https://www.offlinepost.gr/2020/02/η-μεγάλη-του-γένους-σχολή-μέχρι σήμερα/).

Τη σφραγίδα του στο κέντρο του Γαλατά θα αφήσει με την εμβληματική Τράπεζα Αθηνών (Minerva Han, 1911-1913) ο Βασίλειος Κουρεμένος (Βουλιαράτες Β. Ηπείρου 1875 – Αθήνα 1957), διπλωματούχος αρχιτέκτων της Ecole des beaux-arts του Παρισιού και ακαδημαϊκός, ο οποίος ανήκει στις δεσπόζουσες μορφές της ελληνικής αρχιτεκτονικής του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Αξιόλογα κτίρια έχουν την υπογραφή αποφοίτων της Σχολής Ωραίων Τεχνών της Κωνσταντινούπολης, στους οποίους περιλαμβάνονται ο Περικλής Φωτιάδης (Κωνσταντινούπολη 1859 – Αθήνα 1960), αρχιτέκτων της Πατριαρχικής Θεολογικής Σχολής Χάλκης (1894-1896), του Ζωγραφείου Γυμνασίου (1890-1893) και τμημάτων του ρωμαίικου Νοσοκομείου Βαλουκλί, οι αρχιτέκτονες της πολυκατοικίας Frej (1905-1906) στην πλατεία Sishane Κωνσταντίνος Κυριακίδης (Κωνσταντινούπολη 1881 – Αθήνα 1942) και Αλέξανδρος Γενίντουνια, καθώς και ο Αχιλλέας Μανούσος, αρχιτέκτων των ξενοδοχείων Grand Hôtel de Londres και Bristol, στο Τεπέμπασι (Τσιλένης, 2009: 295-330 και Φεσσά-Εμμανουήλ – Μαρμαράς, 2005 & 2013: 46-59)

Πανώ της έκθεσης «Οι Ρωμιοί αρχιτέκτονες της Πόλης…»: αριστερά η Τράπεζα Αθηνών / Minerva Han, σήμερα παράρτημα του ιδιωτικού Πανεπιστημίου Sabanci, 1911-1913, έργο του αρχιτέκτονα Βασιλείου Κουρεμένου στο οποίο η νεωτερικότητα εναρμονίστηκε με την παράδοση του κλασικισμού και το πνεύμα του τόπου· στο κέντρο και δεξιά οι πολυκατοικίες κ.λπ. κτίρια των αρχιτεκτόνων Κωνσταντίνου Κυριακίδη και Αλέξανδρου Γενίντουνια (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 23.11.2010).

 

Η Θεολογική Σχολή Χάλκης, 1894-1896, έργο του αρχιτέκτονα Περικλή Φωτιάδη νεοβυζαντινής μορφολογίας (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 23.11.2010).

 

Το Ζωγράφειο Γυμνάσιο, 1890-1893, έργο του αρχιτέκτονα Περικλή Φωτιάδη όψιμης νεοκλασικής μορφολογίας(Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 29.9.2009).

 

Λεπτομέρεια της εκλεκτικιστικής πολυκατοικίας Frej (1905-1906) στην πλατεία Sishane, έργο των αρχιτεκτόνων Κωνσταντίνου Κυριακίδη και Αλέξανδρου Γενίντουνια (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 29.9.2009)

 

To ξενοδοχείο Bristol στο Τεπέμπασι, 1893, σχεδιασμένο από τον αρχιτέκτονα Αχιλλέα Μανούσου στο πνεύμα ενός ακαδημαϊκού εκλεκτικισμού (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 17.9.2009).

Οι επόμενοι σταθμοί της έκθεσης στην Κωνσταντινούπολη ήταν το Σισμανόγλειο Μέγαρο του Ελληνικού Προξενείου στη λεωφόρο Istiklal (πρώην Grande rue de Péra), όπου παρέμεινε από την 17η Δεκεμβρίου 2010 έως την 16η Ιανουαρίου 2011 και το Πανεπιστήμιο Μπαχτεσεχίρ (Φεβρουάριος 2011). Μετά την Κωνσταντινούπολη η έκθεση φιλοξενήθηκε στη Θεσσαλονίκη (Κτίριο Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας – Τμήμα Κεντρικής Μακεδονίας, Απρίλιος 2011), στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών – Ίδρυμα Βούρου-Ευταξία (Μάιος – Ιούλιος 2011), στη Δημοτική Πινακοθήκη Ιωαννίνων (Φεβρουάριος 2012), στη Μαρίνα της Μυτιλήνης (Αύγουστος 2012), στα Οθωμανικά Λουτρά του Κάστρου της Χίου (Σεπτέμβριος 2012), στη Δημοτική Πινακοθήκη της Ξάνθης (Φεβρουάριος 2013), στο Loyola University, Chicago (Οκτώβριος 2013), στο κτίριο της Turkish American Society of Chicago (Μάϊος 2014), στο Clarke University, Dubuque, Iowa (Νοέμβριος 2014) και στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ίμβρου, Παναγία (Μάιος 2015).

 

Το βιβλίο

Με το βιβλίο Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού αξιοποιήθηκε επιστημονικά ένα μικρό μέρος των στοιχείων που έφεραν στο φως οι πολυετείς έρευνες και δημοσιεύσεις του δρα αρχιτέκτονα Hasan Kurayazici (Kurayazici, 2010, 2010) και του δρα αρχιτέκτονα-πολεοδόμου Σάββα Τσιλένη (Τσιλένης, 1998, 1999, 2000, 2002, 2004, 2005α,β, 2009α,β), το βιβλίο του καθηγητή Βασίλη Κολώνα “Έλληνες αρχιτέκτονες στην Οθωμανική αυτοκρατορία”, αλλά και το ερευνητικό έργο των συγγραφέων του συλλογικού αυτού τόμου, τα ονόματα και τα άρθρα των οποίων αναφέρονται στη συνέχεια.

Το βιβλίο αυτό ανοίγει ένα ουσιαστικά αδιερεύνητο κεφάλαιο της οθωμανικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, το οποίο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη νεότερη ιστορία της ελληνικής, τουρκικής και ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής. Πρόκειται για την ανάδειξη του έργου των ρωμιών αρχιτεκτόνων και της συμβολής του στον εκσυγχρονισμό της όψης της Κωνσταντινούπολης. Ο εκσυγχρονισμός αυτός πραγματοποιήθηκε υπό την επήρεια των νέων ρευμάτων της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής αυτών των χρόνων: του νεοκλασικισμού, του ιστορισμού, του εκλεκτικισμού, της art nouveau (Jugendstil / Arte Nuova) και της art déco (Batur, 2005). Στη διαδικασία εξευρωπαϊσμού της Κωνσταντινούπολης, η οποία έλαβε χώρα σε μια από τις πιο πολυτάραχες περιόδους της παγκόσμιας ιστορίας, καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος των ξένων καλφάδων και αρχιτεκτόνων – Ρωμιών, και Λεβαντίνων (Kuruyazici, 2010:9).

Ο συλλογικός τόμος εκδόθηκε στα ελληνικά και τουρκικά από τον Σύνδεσμο Αποφοίτων Ζωγραφείου με τις χορηγίες του Οργανισμού «Istanbul 2010 – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης» και του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννου Σ. Λάτση. Περιλαμβάνει εισαγωγικό κείμενο του υπεύθυνου της έκθεσης Λάκη Βίγκα, πρόλογο του επιστημονικού επιμελητή της έκδοσης Hasan Kurayazici, δρα αρχιτέκτονα και διδάσκοντα στο Πανεπιστήμιο Μπαχτσέσεχιρ, και 13 άρθρα Ελλήνων και Τούρκων ειδικών, τα οποία παρουσιάζονται εδώ με τη σειρά που δημοσιεύτηκαν.

Εξώφυλλο της έκδοσης του βιβλίου στα ελληνικά και τα τουρκικά.
Εξώφυλλο της έκδοσης του βιβλίου στα ελληνικά και τα αγγλικά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

1. Στο άρθρο του με τίτλο «Οι ελληνορθόδοξες κοινότητες της Κωνσταντινούπολης στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα: Από την αναδιοργάνωση στον κοσμοπολιτισμό», ο Βαγγέλης Κεχριώτης, επίκουρος καθηγητής Πανεπιστημίου του Μπογάζιτσι, αφού αναφερθεί στη διαμάχη του εθνοκεντρικού μεγαλοϊδεατισμού της Αθήνας με την ιδεολογία του οικουμενισμού της Πόλης, καταλήγει στην εξής καίρια παρατήρηση: «Ωστόσο, η αυτοκρατορική Κωνσταντινούπολη, με τις δομές του Πατριαρχείου και τον Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως, ένα άτυπο Υπουργείο Παιδείας για τους Ελληνο-οθωμανούς, ήταν σε θέση να διαμορφώσει το δικό της πολιτικό και πολιτισμικό όραμα… Το πολιτισμικό, που πρωτίστως μας ενδιαφέρει με αφορμή την έκθεση, … έγκειται σε μια γόνιμη όσμωση ευρωπαϊκών επιρροών με τη ντόπια βυζαντινή και οθωμανική κληρονομιά, με άλλα λόγια έναν εκλεκτικισμό που σφράγισε αποκαλυπτικά τον κοσμοπολιτικό χαρακτήρα και την κοινωνική αυτοπεποίθηση των ηγετικών αυτών ομάδων έως την κατάρρευση της αυτοκρατορίας που σήμαινε το τέλος μιας δημιουργικής περιόδου για τους Ρωμιούς της Πόλης».

2. Ο Κώστας Γαβρόγλου, καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών και η Έφη Κάννερ, λέκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, στο άρθρο τους με τίτλο «Από την καθημερινή ζωή των Ρωμιών της Πόλης: Αρχεία κοινοτήτων και τεκμήρια κατοίκησης», επικεντρώνονται στην ιστορική αξία της αρχειακής αυτής τεκμηρίωσης για την ανασυγκρότηση της καθημερινότητας του ελληνορθόδοξου πληθυσμού της πόλης.

3. Η Ayşe Özil, δρ ιστορικός και διδάσκουσα στο Πανεπιστήμο του Μπογάζιτσι, στο άρθρο της «Δύο αναγνωστήρια, ένας νάρθηκας: Μια ιστορική και κοινωνική ματιά στα ρωμαίικα κοινοτικά κτίρια (1856-1914)», συσχετίζει το εκσυγχρονιστικό έργο των ρωμιών αρχιτεκτόνων στην εντός και εκτός των τειχών Κωνσταντινούπολη με τις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές που σημειώθηκαν στους κόλπους της ελληνορθόδοξης κοινότητας κατά τον 19ο αιώνα. Μια τέτοια αλλαγή ήταν η άνοδος της αστικής τάξης, στην οποία οφείλεται η ίδρυση του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου, ο εκδημοκρατισμός και εκσυγχρονισμός της παιδείας κ.ά.

4. Τα σχολεία, ως δημόσια κτίρια που απηχούν τις νεωτεριστικές απόψεις της εποχής και εκφράζουν με τον πλέον ηχηρό τρόπο τις προσπάθειες της ελληνικής κοινότητας να προωθήσει τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής, προσεγγίζονται στο άρθρο του Pınar Εrkan, δρα αρχιτέκτονα μηχανικού και λέκτορα, με τίτλο «Τα ελληνικά σχολεία της περιοχής Γαλατά Πέρα στα τέλη του 19ου αιώνα».

5. Το άρθρο του Σάββα Τσιλένη, δρα αρχιτέκτονα-μηχανικού – πολεοδόμου, με τίτλο «Η προβολή των ρωμιών αρχιτεκτόνων στα ελληνόφωνα έντυπα της Κωνσταντινούπολης (τέλος 19ου – αρχές 20ού αιώνα)», δεν περιορίζεται στην αναφορά ονομάτων και πληροφοριών που προέκυψαν από τη συστηματική αποδελτίωση του ημερήσιου και περιοδικού Τύπου της Πόλης, ενός ελληνόφωνου στόλου των μέσων μαζικής επικοινωνίας, ναυαρχίδα του οποίου ήταν ο Νεολόγος (Α’ περίοδος 1867-1897) του Σταύρου Βουτυρά. Φωτίζει τα δυσμενή για το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεδομένα του τελευταίου τετάρτου του 19ου αιώνα — πανσλαβική κίνηση, καθολική και προτεσταντική προπαγάνδα κ.ά. Τα δεδομένα αυτά οδήγησαν στη δημιουργία δημοσιογραφικού οργάνου, το οποίο, εκτός του μορφωτικού του ρόλου, αποσκοπούσε στην προβολή των απόψεων του οικουμενισμού προς την οθωμανική κυβέρνηση και τις κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων και της Ελλάδας. Πρόκειται για το περιοδικό που εκδιδόταν κατά την πρώτη πατριαρχία του Ιωακείμ Γ’ (1880-1923) με τίτλο Εκκλησιαστική Αλήθεια, εκτός του πρώτου έτους κατά το οποίο είχε κυκλοφορήσει με τον τίτλο Αλήθεια.

6. Με γνώση και αντικειμενικότητα ο Uğur Tanyeli, καθηγητής Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πολυτεχνείου Γιλδίζ, προσεγγίζει βασικά ιστοριογραφικά ζητήματα με το εκτενές άρθρο του «Η εθνοθρησκευτική πολυμορφία στην Κωνσταντινούπολη και η οθωμανική αρχιτεκτονική (15ος-19ος αιώνας), Ρωμιοί, Αρμένιοι, Τούρκοι». Κρατώντας αποστάσεις από τις συνήθεις προσεγγίσεις, στις οποίες ανήκουν η εθνοκεντρική προσέγγιση (ταύτιση της εθνοθρησκευτικής ποικιλομορφίας με την ποικιλομορφία της αρχιτεκτονικής), η ερμηνεία της μνημειώδους αρχιτεκτονικής ως προϊόντος της οθωμανικής διακυβέρνησης, η οποία αποσιωπά την εθνοθρησκευτική διάσταση και η ιστορία των κτιρίων που αγνοεί ή υποτιμά τους δημιουργούς τους, ο Tanyeli υποστηρίζει μεταξύ άλλων τα εξής: «Με λίγα λόγια, αν δεν ληφθεί υπ’ όψιν η εθνικότητα και η θρησκεία (ή απλά η ποικιλομορφία των ταυτοτήτων) είναι δύσκολο να γραφτεί η ιστορία της οθωμανικής αρχιτεκτονικής». Απορρίπτει όμως και την αντίθετη κατεύθυνση. Την προσπάθεια τεκμηρίωσης ότι «η κάθε εθνοθρησκευτική κοινότητα έχει τη δική της αρχιτεκτονική», ότι δηλαδή «υπάρχει Τουρκικό (ή Οθωμανικό) σπίτι, Ελληνορθόδοξο σπίτι, Αρμένικο σπίτι κ.ο.κ .»

7. Ακολουθεί το άρθρο της Εύας Αλεξάνδρου-Σαρλάκ, αναπληρώτριας καθηγήτριας του Πανεπιστημίου του Ισίκ, με τίτλο «Οι ελληνικές ορθόδοξες τρουλαίες εκκλησίες που έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας της Κωνσταντινούπολης του 19ου αιώνα». Σε αυτό αναλύονται οι αρχιτεκτονικοί ρυθμοί ενός μέρους των ελληνικών ορθόδοξων εκκλησιών της Πόλης που υπάγονται στο Πατριαρχείο και ανεγέρθηκαν κατά την περίοδο του εξευρωπαϊσμού της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Πρόκειται για τους τρουλαίους ναούς του 19ου αιώνα και συγκεκριμένα για τη ρυθμολογική προσέγγιση των προσόψεων και των εσωτερικών τους χώρων.

8. Το άρθρο «Εμπορικά κτίρια και κτίρια διαμερισμάτων στην Κωνσταντινούπολη την εποχή του εξευρωπαϊσμού» του Βασίλη Κολώνα, καθηγητή Τμήματος Αρχιτεκτόνων-Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, είναι μια ιστορικοκριτική παρουσίαση του έργου των ελλήνων αρχιτεκτόνων της πόλης, επικεντρωμένη στις δύο βασικές κατηγορίες πολυώροφων κτιρίων της περιόδου 1890-1910 —τα χάνια (καταστήματα, γραφεία, εργαστήρια) και τα κτίρια διαμερισμάτων—, τα οποία άλλαξαν την εικονογραφία της Κωνσταντινούπολης. Επισημαίνονται οι όροι που ευνόησαν την κυριαρχία του εκλεκτικισμού ως αρχιτεκτονικής τεχνοτροπίας και ιδεολογίας, καθώς και η υπολογίσιμη παρουσία του νεοκλασικισμού σε κτίρια ελλήνων ιδιοκτητών, αλλά και σε κτίρια άλλων εθνοτήτων που έχουν σχεδιαστεί από ρωμιούς αρχιτέκτονες.

9. Το άρθρο του Αhmet Ersoy, αναπληρωτή καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Μπογάζιτσι, με τίτλο «Ο κρυφός κάλφας του ασύμβατου κτιρίου: Το Χαμιντιγέ Τζαμί και ο Νικόλαος Τζελέπης», δεν περιορίζεται στην τεκμηρίωση της πατρότητας του κτιρίου και την επιστημονική σκιαγράφηση του πορτρέτου του άγνωστου αρχιτέκτονά του Νικόλαου Τζελέπη ή Τζελεπόπουλου, ο οποίος στα οθωμανικά έγγραφα αναφέρεται ως Νικολάκης Εφέντης, κρατικός υπάλληλος και κάλφας. Ο Ersoy ερμηνεύει την τυπολογική και μορφολογική ασυμβατότητα του τζαμιού ως προσωπική αναζήτηση του δημιουργού της, ο οποίος ανέμειξε με εκλεκτικιστική διάθεση ιστορικά στοιχεία της οθωμανικής αρχιτεκτονικής και στοιχεία της ευρωπαϊκής οριενταλιστικής τεχνοτροπίας που ήταν τότε του συρμού. Επρόκειτο, δηλαδή, για πειραματική έκφραση της τοπικής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και της διαφορετικότητας με μια διεθνή γλώσσα — τον εκλεκτικισμό και οριενταλισμό.

10. Το έργο του αρχιτέκτονα και ακαδημαϊκού Βασιλείου Κουρεμένου (1875-1957) στην Πόλη, ο οποίος ανήκει στις δεσπόζουσες μορφές της ελληνικής αρχιτεκτονικής των ετών 1905-1940, προσεγγίζεται από την Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ, ιστορικό της αρχιτεκτονικής και ομ. καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το άρθρο της, καρπός αρχειακής και επιτόπιας έρευνας, έχει τίτλο «Εκσυγχρονισμός και αυθεντικότητα στο πλαίσιο της παράδοσης του κλασικισμού: Το έργο του αρχιτέκτονα Βασιλείου Κουρεμένου στην Κωνσταντινούπολη, 1911-1915». Περιλαμβάνει: (α) ένα εισαγωγικό για την αρχιτεκτονική κατάρτιση και την επαγγελματική εμπειρία του αρχιτέκτονα, πριν εγκατασταθεί στην οθωμανική πρωτεύουσα, (β) καταγραφή των άγνωστων μέχρι πρότινος κτιρίων και μελετών του στην Κωνσταντινούπολη και (γ) συγκριτική ιστορική προσέγγιση δύο επαρκώς τεκμηριωμένων έργων του —του υποκαταστήματος της Τράπεζας Αθηνών στον Γαλατά και του τάφου της οικογένειας Γαλίτση, στο ελληνικό νεκροταφείο του Sisli. Τα δύο αυτά έργα αποτελούν χαρακτηριστικές εκφράσεις της ανανεωτικής, εκλεπτυσμένης, συμβολικής και εναρμονισμένης προς το περιβάλλον της αρχιτεκτονικής του Κουρεμένου.

11. Καρπός αρχειακής και επιτόπιας έρευνας είναι και το άρθρο της δρος αρχιτέκτονος Λίλας Θεοδωρίδου-Σωτηρίου, καθηγήτριας Τ.Ε.Ι. Σερρών και του δρα αρχιτέκτονα Σάββα Τσιλένη με τίτλο «Το αρχιτεκτονικό όραμα του Πάτροκλου Καμπανάκη». Σε αυτό σκιαγραφούνται η επαγγελματική πορεία, ο ιδεολογικός πλουραλισμός και το άγνωστο έργο του διανοούμενου–καλλιτέχνη, ο οποίος κινήθηκε έξω από τα όρια της ομογένειας. Εκτός από τη δραστηριότητά του στο Κάιρο και την Αθήνα, ο Καμπανάκης δοκίμασε τις δυνάμεις του στις διεθνείς αρένες, συμμετέχοντας στους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς για τον Πύργο του Λονδίνου (1890), το Αρχαιολογικό Μουσείο Καϊρου (1890), το μέγαρο της Κοινωνίας των Εθνών (1928) και τον Φάρο του Κολόμβου (1929).

12. Η εισαγωγή της καινοτόμου τεχνικής του οπλισμένου σκυροδέματος στην Κωνσταντινούπολη, η οποία είναι σχεδόν αποκλειστικά συνδεδεμένη με τη δραστηριότητα της παρισινής φίρμας Bureau Technique de François Hennebique και τα σημαντικότερα κτίρια με οπλισμένο σκυρόδεμα πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στα οποία συμμετείχαν έλληνες τεχνικοί, είναι το θέμα του άρθρου της Βίλμας Χαστάογλου-Μαρτινίδη, καθηγήτριας Τμήματος Αρχιτεκτόνων της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που έχει τίτλο «Η έλευση του μπετόν αρμέ στην Πόλη και οι έλληνες αρχιτέκτονες, μηχανικοί και εργολάβοι, 1902-1913». Στο άρθρο παρέχεται πίνακας των 37 έργων, που μελετήθηκαν ή κατασκευάστηκαν στη Πόλη με το σύστημα Hennebique από το 1902 έως τις παραμονές του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Τα 26 ήταν έργα ελλήνων αρχιτεκτόνων —Ερ. Βουτσίνου, Μ. Λάγγα κ.ά.— ή εργοληπτών και τα σημαντικότερα από αυτά παρουσιάζονται αναλυτικά από τη συγγραφέα.

13. Το άρθρο του Στέλιου Ροΐδη, αρχιτέκτονα-μηχανικού του Πολυτεχνείου Κωνσταντινουπόλεως, έχει τίτλο «Μια παράδοση του 20ού αιώνα: Οι ρωμιοί αρχιτέκτονες της Κωνσταντινούπολης και η προσφορά τους στην πόλη». Βασίζεται στη βιβλιογραφία (Τσιλένης, Κολώνας κ.ά.), σε στοιχεία που έφερε στο φως η ιστορική έρευνα, και σε δικές του αναζητήσεις. Στο πρώτο μέρος του άρθρου, υπάρχουν πληροφορίες για τις σπουδές και το έργο ορισμένων από τους 230 ρωμιούς αρχιτέκτονες της Πόλης, από τις αρχές του 20ού αιώνα έως το 1923. Στοιχεία για τα ονόματα, τις σπουδές και τη σταδιοδρομία των ρωμιών αρχιτεκτόνων μετά το 1923 δίνονται στο δεύτερο μέρος του άρθρου.

 

Greek Architects of Istanbul exhibition film

 

 

Η Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ είναι ιστορικός της αρχιτεκτονικής και Ομότιμη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

  • Batur, Afife (ed., 2005), Architectural Guide to Istanbul. Galata, Chamber of Architects of Turkey – Istanbul Metropolitan Branch, Istanbul.

  • Βίγκας, Λάκης (2009), «Εισήγηση 21. Επισημάνσεις και αποτιμήσεις», σε: Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου, Συνάντηση στην Πόλη. Το παρόν και το μέλλον. Κείμενα για τη ρωμαίικη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα, σ. 295-297

  • Κuruyazici, Hasan και Sarlak, Eva (επιμέλεια, 2010), Batılılaşan İstanbul’un Rum Mimarları / Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού, Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου, Κωνσταντινούπολη.

  • Kuruyazici, Hasan (επιμέλεια, 2010), Batılılaşan İstanbul’un Ermeni Mimarları / Οι Αρμένιοι Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού (δίγλωσσο βιβλίο που εκδόθηκε στο πλαίσιο της ομώνυμης έκθεσης), Uluslararası Hrant Dink Vakfı (Διεθνές Κοινωφελές Ίδρυμα Χραντ Ντινκ), Κωνσταντινούπολη.

  • Kuruyazici, Hasan (2010), «Πρόλογος», Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού, Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου, Κωνσταντινούπολη, σ. 9.

  • Loyer, François (1983), “Lysandre Caftanzoglou. L’ architecture néoclassique dans la Grèce de l’ Indépendence, Archives d’Architecture Moderne, 25/1983, σ. 74-102.

  • Loyer, François (1966), Αrchitecture la Grèce contemporaine, διδακτορική διατριβή 3ου κύκλου, πολυγραφημένη, Παρίσι, σ. 75, 82, 108-114, 177, 179.

  •  Μαρμαράς, Εμμανουήλ Β. (2005 & 2013), «Κωνσταντίνος Κυριακίδης», σε: Φεσσά-Εμμανουήλ, Ε. και Μαρμαράς, Εμ. Β., Δώδεκα ΄Έλληνες Αρχιτέκτονες του Μεσοπολέμου / Twelve Greek Architects of the Interwar Period, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, σ. 46-59.

  • Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου (2009), Συνάντηση στην Πόλη. Το παρόν και το μέλλον. Κείμενα για τη ρωμαίικη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα.

  • Τσιλένης, Σάββας (1998), «Η Κωνσταντινούπολη του 19ου αιώνα, το πέρασμα από την παράδοση στον κοσμοπολιτισμό», επιθεώρηση Η καθ’ ημάς Ανατολή, Σύνδεσμος των εν Αθήναις Μεγαλοσχολιτών, Αθήνα, 4/1998, σ. 251-272.

  • Τσιλένης, Σάββας (1999), «Τα έργα και οι ημέρες ενός Κωνσταντινοπολίτη Κάλφα, του Περικλή Δημητρίου Φωτιάδη», σε: Η καθημερινή ζωή στην Κωνσταντινούπολη στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, Πρακτικά επιστημονικής ημερίδας, Σύνδεσμος των εν Αθήναις Μεγαλοσχολιτών, Αθήνα, σ. 189 – 244.

  • Τσιλένης, Σάββας (2000), «Οι Ρωμιοί ‘αρχιτέκτονες’ καλφάδες της Πόλης, 1869-1945», Σύγχρονα Θέματα, 74-75/2000, σ. 166 – 179.

  • Τσιλένης, Σάββας (2002), «Ο αιώνας του εξευρωπαϊσμού στην πολεοδομική εξέλιξη της Κωνσταντινούπολης, 1840-1950» / «The century of Europeanization in the urban development of Constantinople», σε: Γιαννακόπουλος, Γ. (επιμ.), Κωνσταντινούπολη, η Πόλη των Πόλεων / Constantinople. City of Cities, Έφεσος, Αθήνα, σ. 89- 114.

  • Τσιλένης, Σάββας (2004), «Το κτίριο της Μεγάλης του Γένους Σχολής και ο δημιουργός της K.  Δημάδης», σε: Η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, Πρακτικά της τέταρτης επιστημονικής ημερίδας, Εταιρεία Μελέτης της καθ’ ημάς Ανατολής, Αθήνα, σ. 323-366.

  • Τσιλένης, Σάββας (2005), «Η αρχιτεκτονική και πολεοδομική εξέλιξη της Κωνσταντινούπολης και η συμβολή της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας στη διαμόρφωση της πόλης (1878-1908), το παράδειγμα του κάλφα Περικλή Δ. Φωτιάδη», σε: Σαπουνάκη-Δρακάκη, Λ. (επιμ.), Η Ελληνική Πόλη σε ιστορική προοπτική, εκδόσεις Διονικός με συνεργασία του European Association for Urban History, Αθήνα, σ. 70-81.

  • Τσιλένης, Σάββας (2006), «Οι Έλληνες αρχιτέκτονες της Κωνσταντινούπολης και η συμβολή τους στη δημιουργία του αστικού περιβάλλοντος», σε: Πρακτικά πρώτου παγκόσμιου συνεδρίου Κωνσταντινουπολιτών, 27, 28, 29 Μαΐου 2005, Ένωσις Κωνσταντινουπολιτών, Αθήνα, σ. 161-177.

  • Τσιλένης, Σάββας (2009), Η διαμόρφωση του χώρου στην Κωνσταντινούπολη και ο ρόλος των   ομογενών αρχιτεκτόνων στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, διδακτορική διατριβή Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΕΜΠ, Αθήνα 2009.

  • Φεσσά-Εμμανουήλ, Ελένη (2002), «Αρχιτέκτονες του Βόλου και του Πηλίου. Μια πρώτη καταγραφή», εν Βόλω, περιοδική έκδοση Δημοτικού Κέντρου Ιστορίας Βόλου, 6/2002, σ. 42-49.

  • Φεσσά-Εμμανουήλ, Ελένη (2017), Βασίλειος Κουρεμένος, Αρχιτέκτων, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 2017.

Masaki Miyake: Ευκαιρίες αναχαίτισης του πολέμου στην πορεία της Ιαπωνίας προς το Pearl Harbor

Masaki Miyake

Ευκαιρίες αναχαίτισης του πολέμου στην πορεία της Ιαπωνίας προς το Pearl Harbor

Μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που συνοδεύουν την διαδοχή των γεγονότων του παρελθόντος είναι ασφαλώς η λεγόμενη “ανεκπλήρωτη πιθανότητα” (unfulfilled possibility) μιας δεδομένης στιγμής. Ο Γερμανός μελετητής συνταγματικού δικαίου και πολιτικής Carl Schmitt, στην πραγματεία του με τίτλο Politische Romantik (1919) επισημαίνει πως το κάθε δευτερόλεπτο καθορίζει τον χρόνο ενός ανθρώπου  ψαλιδίζοντας τη δυναμική της βούλησής του. Υπό αυτή την έννοια η κάθε στιγμή ισοδυναμεί με τη διαρκή απόρριψη των αναρίθμητων εναλλακτικών επιλογών, τις οποίες και τελικά εξουδετερώνει.¹ Εάν υποτεθεί, λόγου χάρη, ότι σε κάποια συγκεκριμένη συγκυρία υφίσταντο οι Α΄, Β΄, Γ΄, Δ΄, Ε΄ πολιτικές επιλογές, αλλά από αυτές υιοθετήθηκε μόνο η Α΄, η μελέτη και ανάλυση των υπολοίπων δεν στερείται ενδιαφέροντος. Αν μη τι άλλο, μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τους λόγους που υπαγόρευσαν την προτίμηση της Α΄ επιλογής αλλά και να υπολογίσουμε επακριβώς την αξία της τελευταίας. Διαφορετικά, η πρόσληψη εκ μέρους μας της συγκεκριμένης εκείνης στιγμής θα ήταν ελλιπής.²

Ένας επαναπροσδιορισμός του παρελθόντος του είδους αυτού θα μπορούσε κάλλιστα να βαπτιστεί “αντισταθμιστική ιστορία” (counterfactual history). Συμπεριλαμβάνει το σκεπτικό “εάν…τότε…”. Ένα σκεπτικό, το οποίο θα μπορούσε να ευσταθεί και στην περίπτωση της πορείας της Ιαπωνίας προς το Pearl Harbor. Ως εναρκτήρια αιτία της σύγκρουσης με τις ΗΠΑ θεωρείται γενικότερα η ιαπωνική εισβολή στην Μαντζουρία τον Σεπτέμβριο του 1931. Κατέστησε αναπόφευκτη την μετέπειτα ρήξη μεταξύ των δυο κρατών, στρεφόμενη ενάντια στην Διπλωματία των Ανοικτών Θυρών της κυβέρνησης της Ουάσινγκτον, η οποία σφυρηλατήθηκε με αφορμή την συνομολόγηση, το 1922, της Συνθήκης των Εννέα Δυνάμεων (Nine-Power Treaty). Εξάλλου, η Ιαπωνία συγκαταλεγόταν μεταξύ των συμβαλλομένων μερών της προαναφερθείσας Συνθήκης. Η Συνθήκη των Εννέα Δυνάμεων λειτουργούσε ως πυρήνας της Συνθήκης της Ουάσινγκτον, η οποία με τη σειρά της υποκαθιστούσε το καθεστώς εκείνης των Βερσαλλιών στην Ασία.

Σεπτέμβριος 1931. Η ιαπωνική εισβολή στη Μαντζουρία.

Ένας από τους λόγους της ιαπωνικής εισβολής στη Μαντζουρία ήταν η οικονομική κρίση, η οποία επί δυο χρόνια ήδη μάστιζε τις ΗΠΑ έχοντας καταστήσει αναπόφευκτη την δραστική μείωση των εισαγωγών από την Ιαπωνία, ειδικότερα δε σε ό,τι αφορούσε το ακατέργαστο μετάξι, που ήταν και το κυριότερο από τα προϊόντα τα οποία εξήγαγε η Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Στη μελέτη του World Economy and World Politics 1924-1931 ο Γερμανός πολιτικός επιστήμονας Gilbert Ziebura αναφέρει σχετικά με το θέμα αυτό:

Οι συνέπειες εις βάρος της ιαπωνικής οικονομίας και κοινωνίας δύνανται εύκολα να  αξιολογηθούν εφόσον ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι κατά τα έτη 1930 και 1931 οι ΗΠΑ απορροφούσαν το 96% των εξαγωγών της Ιαπωνίας σε μετάξι. Αντίστροφα, τα κέρδη από τις εξαγωγές επέτρεπαν την κάλυψη κατά 40% της δαπάνης αγοράς πρώτων υλών και μηχανημάτων που τόσο μεγάλη ανάγκη είχε η χώρα. Σημειωτέον πως το μετάξι αποτελούσε το μοναδικό προϊόν που η Ιαπωνία ήταν σε θέση να εξαγάγει σε μεγάλες ποσότητες. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να κοπεί το “μεταξένιο νήμα”, επί του οποίου στηριζόταν το σύνολο της ιαπωνικής οικονομίας. Επιπρόσθετα, οι εξαγωγές προς τον δεύτερο καλύτερο πελάτη, την Κίνα, γνώρισαν και εκείνες μείωση κατά 50%. Διόλου παράξενο, επομένως, το ότι πολλοί Ιάπωνες συμπέραναν τότε πως το καθεστώς της Συνθήκης της Ουάσινγκτον αποτελούσε πλέον νεκρό γράμμα.”.³

Το παραπάνω απόσπασμα περιγράφει εύγλωττα την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η Ιαπωνία όταν η στρατιά του Κουαντούνγκ, τμήμα των στρατευμάτων που στάθμευαν ήδη στην Μαντζουρία και στη χερσόνησο Λιαοτούνγκ, ανέλαβαν δράση ευελπιστώντας την άρση του αδιεξόδου.

Παρά την αναπόφευκτη, κατά τα φαινόμενα, ρήξη με τις ΗΠΑ, υπήρχαν πιθανότητες αποτροπής της σύγκρουσης. Η υπογραφή, στις 23 Αυγούστου 1939, του Συμφώνου μη Επιθέσεως μεταξύ ΕΣΣΔ και Γερμανίας άνοιξε νέους ορίζοντες στην ιαπωνική διπλωματία.

Michinomiya Hirohito, Αυτοκράτορας της Ιαπωνίας(1926-1989).
Fumimaro Konoe, Πρωθυπουργός (1937–39, 1940–41).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στρατηγός Hideki Tojo, Πρωθυπουργός (1941-44)
Yōsuke Matsuoka, Υπουργός Εξωτερικών (1940-41).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η λεγομένη Συνδιάσκεψη του Ογκικούμπο (αριστοκρατικό προάστιο του Τόκιο) του Ιουλίου 1940 κατέδειξε την προθυμία των πολιτικών αρχηγών υπέρ μιας ειρηνικής επίλυσης των διαφορών με την Σοβιετική Ένωση. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η επιλογή αυτή απέρρεε από την ολοκληρωτική ήττα την οποία είχαν υποστεί οι Ιάπωνες από τους Ρώσους το 1939 στο Νομονχάν, στη μεθόριο μεταξύ Μαντζουρίας και Μογγολίας. Ένας δεύτερος λόγος ήταν το γεγονός ότι η ΕΣΣΔ φάνταζε πλέον ως συνεταίρος της Γερμανίας, συμμάχου της Ιαπωνίας από την εποχή της συνομολόγησης του Συμφώνου Αντι-Κομιτέρν, τον Νοέμβριο του 1936. Παρόντα στη Συνδιάσκεψη του Ογκικούμπο ήταν τέσσερα επιφανή στελέχη της δεύτερης κατά σειρά κυβέρνησης Konoe, η οποία λιγες ημέρες μόλις αργότερα (22 Ιουλίου 1940) έμελλε να αναλάβει καθήκοντα. Επρόκειτο για τους Fumimaro Konoe (1891-1945), εν αναμονή πρωθυπουργό, αντιστράτηγο Hideki Tojo (1884-1948), μελλοντικό υπουργό Στρατιωτικών και πρωθυπουργό, υποναύαρχο Zengo Yoshida (1885-1966), εν ενεργεία υπουργό Ναυτικών και Yōsuke Matsuoka (1880-1946), μετέπειτα υπουργό Εξωτερικών. Όλοι τους υιοθέτησαν ως κοινή πολιτική γραμμή της υπό εκκόλαψη κυβέρνησης ένα κείμενο με συντάκτη τον Matsuoka, το οποίο έθιγε, μεταξύ άλλων, δυο σημεία που επρόκειτο σύντομα να λειτουργήσουν ως θεμελιώδεις προτεραιότητες: α) την ενδυνάμωση του Άξονα μεταξύ Ιαπωνίας, Γερμανίας και Ιταλίας και β) τη συνομολόγηση ενός Συμφώνου μη Επιθέσεως πενταετούς ή δεκαετούς διάρκειας ανάμεσα στην Ιαπωνία, το κρατίδιο του Μαντσούκουο και την Εσωτερική Μογγολία αφενός, την ΕΣΣΔ αφετέρου. Το κείμενο αυτό διανθίστηκε με δυο ακόμη προσθήκες. Η πρώτη αναφερόταν στην Ανατολική Ασία και η δεύτερη στις ΗΠΑ.⁴

Ήδη από το καλοκαίρι του 1938, η ιαπωνική ηγεσία είχε αντιμετωπίσει την προοπτική σύναψης μιας νέας αμυντικής συμμαχίας με τη Γερμανία και την Ιταλία. Μια συμμαχία αυτού του είδους θα είχε μεγαλύτερη ισχύ από ό,τι το Σύμφωνο Αντι-Κομιτέρν, στο οποίο είχε εν τω μεταξύ προσχωρήσει και η Ιταλία. Οι σχετικές συζητήσεις δεν καρποφόρησαν εξαιτίας της αντίθεσης του ιαπωνικού Ναυτικού.⁵ Η είδηση της υπογραφής του γερμανο-σοβιετικού Συμφώνου του Αυγούστου 1939 έπεσε σαν κεραυνός στο Τόκιο. Για κάποιο χρονικό διάστημα το όλο σχέδιο παρέμεινε στο περιθώριο. Ωστόσο, η διαφαινόμενη επικράτηση της Γερμανίας στην Ευρώπη έπεισε τους Ιάπωνες να εναρμονιστούν με τις εξελίξεις. Η Συνδιάσκεψη του Ογκικούμπο δρομολόγησε την πορεία προς το Τριμερές Σύμφωνο.

Ως υπουργός Εξωτερικών πλέον, ο Yōsuke Matsuoka έσπευσε να συνομολογήσει το παραπάνω Σύμφωνο έπειτα από συνoμιλίες που είχε τον Σεπτέμβριο του 1940 στο Τόκιο με τον Heinrich Stahmer, ειδικό απεσταλμένο του Γερμανού ομολόγου του, Joachim von Ribbentrop. Στο πλαίσιο των συζητήσεων σχημάτισε την εντύπωση πως η Γερμανία ήταν πρόθυμη να επωμιστεί έναν ρόλο έντιμου διαμεσολαβητή μεταξύ Τόκιο και Μόσχας καθώς οι διμερείς σχέσεις με την ΕΣΣΔ εξακολουθούσαν να είναι προβληματικές και να εγείρουν ανησυχία στην Ιαπωνία.

Ορισμένες επισημάνσεις του Stahmer έχουν περισωθεί σε ένα έγγραφο, το οποίο τιτλοφορείται “Θεμελιώδη σημεία του ενημερωτικού διαλόγου μεταξύ Matsuoka και Stahmer, παρουσία του Γερμανού πρέσβη (9 και 10 Σεπτεμβρίου 1940)”.⁶

Μεταξύ άλλων ο Γερμανός απεσταλμένος, ο οποίος αργότερα ο αναβαθμίστηκε σε πρέσβη του Γ΄ Ράιχ στο Τόκιο (1943-1945), απευθύνθηκε προς τον Ιάπωνα υπουργό Εξωτερικών με τα ακόλουθα λόγια:Θεωρώ προτιμότερο να προηγηθεί η υπογραφή ενός Συμφώνου ανάμεσα στη Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία και αμέσως κατόπιν να στρέψουμε την προσοχή μας προς τη Σοβιετική Ένωση. Η Γερμανία είναι διατεθειμένη να λειτουργήσει ως ειλικρινής διαμεσολαβητής ανάμεσα στην Ιαπωνία και την ΕΣΣΔ. Δεν διακρίνει να παρεμβάλλονται ανυπέρβλητα εμπόδια και πιστεύει πως η όλη διαδικασία δύναται να ολοκληρωθεί δίχως μεγάλη δυσκολία. Σε αντίθεση με τα όσα διατυμπανίζει η βρετανική προπαγάνδα, οι διμερείς γερμανο-σοβιετικές σχέσεις είναι καλές, η δε ΕΣΣΔ ανταποκρίνεται σε όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις απέναντί μας προς μεγάλη μας ικανοποίηση”.

 

Οι Yōsuke Matsuoka, Wilhelm Keitel και Heinrich Stahmer στο Βερολίνο, τον Μάρτιο του 1941 (Πηγή:  Bundesarchiv Bild 183-B01910).

Λέγοντας τα παραπάνω, ο Stahmer διαβεβαίωσε τον συνομιλητή του πως αντανακλούσαν τις απόψεις του ιδίου του Ribbentrop προσωπικά. Παίρνοντας τον λόγο, ο Matsuoka διεύρυνε το όλο σκεπτικό προς την κατεύθυνση ενός μεγαλειώδους οράματος: τη συνομολόγηση ενός Τετραμερούς Συμφώνου με τη συμμετοχή σε αυτό και της ΕΣΣΔ. Μια τέτοια εξέλιξη θα ενδυνάμωνε τη θέση της Ιαπωνίας έναντι των ΗΠΑ και θα απομάκρυνε τον κίνδυνο μιας πολεμικής εμπλοκής με αυτές στο Ειρηνικό Ωκεανό, την οποία στο Τόκιο χαρακτήριζαν με δέος ως πραγματικό “Αρμαγεδδώνα”.⁷  Οι βιογράφοι του Matsuoka διαβεβαιώνουν ότι ήδη από τη διάρκεια της δεκαετούς παραμονής του στην Καλιφόρνια και στο Όρεγκον (1893-1902), ο τελευταίος είχε διαπιστώσει ιδίοις όμμασι πως οι ΗΠΑ είχαν εισέλθει σε τροχιά ανέλιξης σε Μεγάλη Δύναμη. Μοναδικός τρόπος, ούτως ώστε η Ιαπωνία να μπορέσει να αποφύγει την απομόνωση ενισχύοντας συνάμα τη θέση της, ήταν η συνομολόγηση του Τριμερούς Συμφώνου με απώτερη προσχώρηση της ΕΣΣΔ σε αυτό. Προκειμένου να πετύχει τον στόχο του εκμαίευσε από τον Γερμανό πρέσβη, στρατηγό Eugen Ott, την περίφημη δέσμευση περί έντιμης διαμεσολάβησης του Βερολίνου στην όλη υπόθεση. Πράγματι, σε ιδιωτική επιστολή με ημερομηνία 27 Σεπτεμβρίου 1940, ο Ott ανταποκρίθηκε στην προτροπή του Matsuoka ως εξής:Αναφορικά με τις σχέσεις της Ιαπωνίας με τη Σοβιετική Ρωσία, η Γερμανία προτίθεται να προσφέρει ανά πάσα στιγμή τις καλές της υπηρεσίες και να πράξει ό,τι δυνατόν για την προαγωγή ενός κλίματος αμοιβαίας και φιλικής κατανόησης μεταξύ των δυο μερών”.⁸ Η Johanna Menzel Meskill ισχυρίζεται πως ο Stahmer δεν φιλοτιμήθηκε καν να στείλει στον Ribbentrop αντίγραφο της επιστολής.⁹ Εάν κάτι τέτοιο αληθεύει, τότε το όραμα του Matsuoka περί Τετραμερούς Συμφώνου δεν ήταν τίποτε παραπάνω από μια απλή ψευδαίσθηση.

Στο σημείο αυτό θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη και κάτι άλλο. Ο ίδιος ο Ribbentrop οραματιζόταν τη σφυρηλάτηση ενός ηπειρωτικού συνασπισμού, αποτελούμενου από τις τέσσερις προαναφερθείσες χώρες και με προοπτική προσχώρησης της Ισπανίας. Συχνά έκανε λόγο για μια συμμαχία, η οποία θα εκτεινόταν από το Γιβραλτάρ μέχρι τη Γιοκοχάμα.¹º Ο συνασπισμός αυτός θα στρεφόταν πρωτίστως ενάντια στη Μεγάλη Βρετανία. Ο Ribbentrop καλλιεργούσε συστηματικά την ιδέα εδώ και αρκετό καιρό. Σε σημείωμα, το οποίο είχε υποβάλλει στις 2 Ιανουαρίου 1938 στον Hitler, υποστήριζε ήδη τη δημιουργία ενός τριγώνου Βερολίνου-Ρώμης-Τόκιο.¹¹ Στη μελέτη του για τη διπλωματία του Ribbentrop,  o Wolfgang Michalka φτάνει μέχρι σημείου να ισχυριστεί πως το Σύμφωνο Αντι-Κομιτέρν του 1936 ήταν αντικομμουνιστικό τύποις μόνο. Στην ουσία στρεφόταν κατά της Μεγάλης Βρετανίας.¹² Διακαής πόθος του Ribbentrop ήταν η προσέγγιση με τη Μόσχα. Στις οδηγίες του προς τον Γερμανό πρέσβη στη σοβιετική πρωτεύουσα, κόμη Werner von Schulenburg, ο Ribbentrop επανέρχεται στην ιδέα της γερμανικής έντιμης διαμεσολάβησης. Το γερμανο-σοβιετικό Σύμφωνο μη Επιθέσεως του Αυγούστου 1939 ήταν, επομένως, το επιστέγασμα της φιλορωσικής πολιτικής του επικεφαλής της γερμανικής διπλωματίας.¹³

Από την άλλη πλευρά, φαίνεται ότι ο Hitler αποφάσισε να επιτεθεί κατά της ΕΣΣΔ έπειτα από την ολοκλήρωση των συνομιλιών, τις οποίες είχε στις 12 και 13 Νοεμβρίου 1940 στο Βερολίνο με τον Vyacheslav Molotov, κομισάριο του λαού για τις εξωτερικές υποθέσεις και επικεφαλής της σοβιετικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με αυτή την εκτίμηση, επρόκειτο, τότε, για το ουσιαστικό τέλος του γερμανο-σοβιετικού Συμφώνου μη Επιθέσεως του Αυγούστου 1939. Είναι η άποψη τόσο του George F. Kennan, πρώην πρέσβη των ΗΠΑ στη Μόσχα,¹⁴ όσο και του James F. Byrnes, πρώην υπουργού Εξωτερικών. Ειδικότερα ο Byrnes γράφει σχετικά:Στους ιστορικούς εναπόκειται να εντοπίσουν πότε ακριβώς ο Hitler έλαβε την τελική απόφαση. Η σκέψη τον απασχολούσε από νωρίς. Ωστόσο, μέχρις αποδείξεως του εναντίον, είμαι πεπεισμένος πως η κρίσιμη καμπή ήταν οι συνομιλίες με τον Molotov. Είναι προφανές ότι έπειτα από εκείνη τη μοιραία 13η Νοεμβρίου και μετά, οι διμερείς γερμανο-σοβιετικές σχέσεις ακολούθησαν μια σταδιακή φθίνουσα πορεία.”¹⁵

Η επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών της ΕΣΣΔ Vyacheslav Molotov στο Βερολίνο και οι συνομιλίες κορυφής με τη γερμανική ηγεσία (12 – 13 Νοεμβρίου 1940).

Στην πρόσκληση του Hitler να προσχωρήσει στο Τριμερές Σύμφωνο, ο Stalin απάντησε με προκλητικό τρόπο. Ούτε λίγο ούτε πολύ ζήτησε να μοιραστούν η Γερμανία με την ΕΣΣΔ τον κόσμο, ύστερα από την επικείμενη κατάρρευση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.¹⁶ Κατά την άποψή του, ο Hitler προέβη σε μια πρόταση αυτού του είδους προκειμένου να τον παρασύρει σε διαπραγματεύσεις γύρω από ευαίσθητα ζητήματα. Με τη σειρά του απάντησε ζητώντας υψηλό αντίτιμο όντας διατεθειμένος πάντως να μετριάσει τους όρους στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη μετατροπή του Τριμερούς Συμφώνου σε Τετραμερές.¹⁷

Τα κυριότερα σημεία της απάντησης του Stalin της 25ης Νοεμβρίου 1940 είχαν ως εξής:

Η σοβιετική κυβέρνηση ήταν διατεθειμένη να εξετάσει ευμενώς το σχέδιο περί συνομολόγησης ενός Τετραμερούς Συμφώνου με αμοιβαίες πολιτικές και οικονομικές δεσμεύσεις, κάτω από τους ακόλουθους όρους:

  • Υπό την προϋπόθεση της άμεσης απόσυρσης των γερμανικών στρατευμάτων από την Φινλανδία εφόσον η τελευταία ανήκε πλέον στη ρωσική σφαίρα επιρροής· η ΕΣΣΔ δεσμευόταν από την πλευρά της να προστατέψει τα εκεί οικονομικά συμφέροντα της Γερμανίας (προμήθεια ξυλείας και νικελίου).
  • Υπό την προϋπόθεση ότι μέσα στους αμέσως επόμενους μήνες θα διασφαλιζόταν η προστασία της ΕΣΣΔ στα Στενά μέσω της υπογραφής ενός διμερούς Συμφώνου με την Βουλγαρία και της εκχώρησης μιας ναυτικής βάσης στην ευρύτερη περιοχή του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων με καθεστώς μακροχρόνιας μίσθωσης.
  • Υπό την προϋπόθεση αναγνώρισης της ζώνης νοτίως του Μπατούμ και του Μπακού με γενική κατεύθυνση προς τον Περσικό Κόλπο ως ζώνης αποκλειστικών συμφερόντων της ΕΣΣΔ.
  • Υπό την προϋπόθεση αποποίησης εκ μέρους της Ιαπωνίας κάθε δικαιώματος εκχώρησης στους τομείς του άνθρακα και του πετρελαίου στο βόρειο τμήμα της νήσου Σαχαλίνης.¹⁸

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η σφυρηλάτηση ενός Τετραμερούς Συμφώνου (ή μιας Τετραμερούς Συνεννόησης, κατά τον προσφιλή όρο του Matsuoka) θα ενίσχυε σημαντικά τη θέση της Ιαπωνίας έναντι των ΗΠΑ, πόσο μάλλον εάν η πρωτοβουλία αυτή είχε μακροχρόνια διάρκεια. Η κυβέρνηση της Ουάσινγκτον, ευρισκόμενη προ τετελεσμένων, θα δίσταζε να εμπλακεί σε μια ένοπλη αντιπαράθεση. Από τη δική της πλευρά, η Κίνα, υπό την ηγεσία του στρατηγού Ciang Kai-shek, θα αποδεχόταν μια ειρηνική διευθέτηση της πολεμικής της διαφοράς με την Ιαπωνία. Απόρροια όλων των παραπάνω θα ήταν μια αποκλιμάκωση της έντασης στον τομέα των διμερών αμερικανο-ιαπωνικών σχέσεων. Εξυπακούεται πως η ιδέα περί Τετραμερούς Συνεννόησης φάνταζε ως μακιαβελική για όποιον δεν προσμετρούσε τις ιδεολογικές διαφορές. Ήταν σε θέση, παρά ταύτα, να αποτρέψει τον κίνδυνο ενός πολέμου εναντίον των ΗΠΑ. Άλλωστε, το εναλλακτικό αυτό σχήμα παρέμεινε αξιόπιστο έως τις συνομιλίες Hitler-Molotov (12-13 Νοεμβρίου) και την επίσημη απάντηση του Stalin (25 Νοεμβρίου). Μια απάντηση, η οποία έθεσε την ταφόπλακα στην βραχύβια αυτή ιδέα. Ο Hitler δεν είχε την παραμικρή πρόθεση να διαπραγματευθεί με την ΕΣΣΔ την απόσυρση των γερμανικών στρατευμάτων από τη Φινλανδία. Αντίθετα, την ίδια ακριβώς στιγμή αποφάσισε να περάσει στην αντεπίθεση. Με την οδηγία της 18ης Δεκεμβρίου 1940, διέταξε την  έναρξη των προετοιμασιών για την επιχείρηση Μπαρμπαρόσα.

Ο Gerhard L. Weinberg μας εφιστά την προσοχή στο Ημερολόγιο του στρατηγού Franz Halder, αρχηγού του επιτελείου του γερμανικού στρατού. Σύμφωνα με αυτό (καταχώριση της 31ης Ιουλίου 1940), η απόφαση για την εισβολή είχε ληφθεί από τον καγκελάριο του Γ΄ Ράιχ πολύ νωρίτερα. Μάλιστα, την είχε κοινοποιήσει σε συνάντησή του με την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία στις 31 Ιουλίου στο Μπερχτεσγκάντεν. Η θεωρία του Weinberg μας δυσκολεύει να κατανοήσουμε τους λόγους της αποστολής, ένα μήνα αργότερα, τον Σεπτέμβριο, του Stahmer στο Τόκιο με τη προτροπή του Ribbentrop προς την Ιαπωνία να προσχωρήσει στον Άξονα Βερολίνου-Ρώμης με προοπτικές περαιτέρω διεύρυνσης χάρη στη συμμετοχή και της  ΕΣΣΔ σε αυτόν.¹⁹

Εάν η θεωρία του Weinberg ευσταθεί, τότε το όραμα του Matsuoka έτσι όπως το περιέγραψε τον Σεπτέμβριο του 1940 για μια Τετραμερή Συνεννόηση αποτελεί αυταπάτη, η οποία ουδέποτε ενεργοποίησε το ενδιαφέρον της Γερμανίας. Εάν, αντίθετα, ισχύουν τα όσα υποστηρίζει ο Byrnes, η ιδέα του Matsuoka αντιστοιχούσε με τη γερμανική αντίληψη περί σχηματισμού ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού, η οποία προωθήθηκε από τον Ribbentrop στο σχέδιο για Τετραμερές Σύμφωνο και  επιδόθηκε στις 13 Νοεμβρίου στον Molotov από τον Hitler προσωπικά.²º Σε περίπτωση δε που ο καγκελάριος του Γ΄ Ράιχ έτρεφε κάποιες αμυδρές ελπίδες, ακόμα και μετά τη σύσκεψη της 31ης  Ιουλίου στο Μπερχτεσγκάντεν, να προσεταιριστεί την ΕΣΣΔ, τότε το όραμα του Matsuoka συγκέντρωνε  πιθανότητες επιτυχίας σε ποσοστό 50%. Όπως προαναφέρθηκε, οι μαξιμαλιστικοί όροι τους οποίους έθεσε ο Stalin στην απάντησή του της 25ης Νοεμβρίου, υπήρξαν εκείνοι που έθεσαν απότομο και αμετάκλητο τέλος στην όλη υπόθεση, στρέφοντας τον Hitler προς την επιλογή της δυναμικής λύσης.

Αποκαλυπτική ως προς όλα αυτά είναι η εκδοχή του Klauss Hildebrand. Υποστηρίζει πως στους κόλπους του Γ΄ Ράιχ υπήρχαν δυο αντικρουόμενες πολιτικές. Η πρώτη από αυτές ήταν αντιβρετανική και φιλορωσική με κύριους εκφραστές τους κύκλους του υπουργείου Εξωτερικών, του Πολεμικού Ναυτικού, τους μεγαλοεπιχειρηματίες, τον Ribbentrop, τον ναύαρχο Erich Raeder και τον Hjalmar Schacht. Επρόκειτο ουσιαστικά για την παραδοσιακή εξωτερική πολιτική της Γερμανίας ήδη από την εποχή του αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β΄. Δεύτερη τάση ήταν η αγγλόφιλη και αντισοβιετική πολιτική του ιδίου του Hitler.²¹ Η θεωρία του Hildebrand επιτρέπει να κατανοήσουμε την αδυναμία του Matsuoka να αντιληφθεί τον δισυπόστατο χαρακτήρα της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής. Τόσο για τον ίδιο, όσο και για τον πρωθυπουργό Fumimaro Konoe και άλλους Ιάπωνες ανώτατους κρατικούς λειτουργούς, η εξωτερική πολιτική του Γ΄ Ράιχ παράμεινε αινιγματική και μυστηριώδης έως το τέλος του πολέμου.

Βερολίνο, 27 Σεπτεμβρίου 1940: η τελετή υπογραφής του Τριμερούς Συμφώνου. Διακρίνονται οι Saburō Kurusu, πρέσβης της Ιαπωνίας στη Γερμανία, Galeazzo Ciano, υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας, Adolf Hitler και Joachim von Ribbentrop (όρθιος στο βήμα).

Στο Τόκιο κοινή ήταν η πεποίθηση ότι οι θέσεις του Ribbentrop αντανακλούσαν εκείνες του Hitler, κάτι που κάθε άλλο παρά συνέβαινε στην πραγματικότητα.²² Σύμφωνα με τους Hildebrand και Andreas Hillgruber, ο Γερμανός καγκελάριος ουδέποτε ενστερνίστηκε με ενθουσιασμό το σχήμα ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού που προωθούσε ο Ribbentrop.²³ Στο σημείο ακριβώς αυτό εντοπίζονται οι ρίζες της λανθασμένης εκτίμησης, εκ μέρους των Ιαπώνων, της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής. Ο τότε πρέσβης στο Βερολίνο, Hiroshi Oshima, εκμυστηρεύτηκε πολύ αργότερα προς τον γράφοντα τη θλίψη, την οποία του εξέφρασε τον Φεβρουάριο του 1941 ο Ribbentrop, επειδή η οριστική επιλογή του Hitler έκλινε προς την κατεύθυνση της εισβολής στη Σοβιετική Ένωση. Σχετικά με όλα αυτά, ο Hildebrand γράφει τα ακόλουθα:

Αν και ο Hitler έδειχνε ολοένα και περισσότερο απορροφημένος από την ιδέα της εισβολής, ο Ribbentrop κατάφερε προς στιγμή να τον κάνει να στραφεί προς τη δική του αντίληψη. Στόχος του ήταν να τερματιστεί νικηφόρα ο πόλεμος το ταχύτερο δυνατό. Ο Hitler, έστω και δίχως ενθουσιασμό, συμφώνησε με την ιδέα του υπουργού του να εξαναγκάσει τη Μεγάλη Βρετανία να καταθέσει τα όπλα μέσω της σφυρηλάτησης ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού εκτεταμένου από τη Μαδρίτη έως τη Μόσχα. Το σχήμα αυτό απασχόλησε εκ νέου τους δυο άνδρες κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1940. Η υπογραφή του Τριμερούς Συμφώνου ανάμεσα στη Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία στις 27 Σεπτεμβρίου 1940 σηματοδοτεί το αποκορύφωμα της πολιτικής του Ribbentrop…Το σχέδιο περί δημιουργίας ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού θα οδηγούσε, έστω και προσωρινά, στην απομόνωση των ΗΠΑ και στη διατήρηση της ουδετερότητας της Ρωσίας. Θα γονάτιζε τη Βρετανία και θα εξασφάλιζε υπερπόντια εδαφικά κέρδη προς όφελος της Γερμανίας. Από την άλλη πλευρά, φαίνεται πως ο Hitler κατέληξε στις δικές του επιλογές επιθυμώντας να προσελκύσει το Λονδίνο σε αυτές. Όμως, η προσέγγιση με την Ιαπωνία, τον συνεταίρο από την Άπω Ανατολή στους κόλπους του Τριμερούς Συμφώνου, δεν γνώρισε εφαρμογή στην πράξη. Άλλο τόσο δεν ευοδώθηκε η προσπάθεια ευθυγράμμισης των Mussolini, tain και Franco με τους ευσεβείς πόθους του Γερμανού καγκελαρίου. Πάντως, το όραμα του Ribbentrop δεν καρποφόρησε. Ο Φύρερ απέφυγε να αποκλείσει την ιδέα έως το τέλος Οκτωβρίου, οπότε τάχθηκε αναφανδόν υπέρ της “Ανατολικής πολιτικής”. Η αποτυχία των συνομιλιών με τον Molotov τον Νοέμβριο του 1940 αφήνει να διαφανεί πως έπεισε τον Hitler να επιλέξει τη στρατιωτική λύση σε βάρος της ΕΣΣΔ, μια σκέψη, με την οποία ερωτοτροπούσε εδώ και αρκετό καιρό. Το ίδιο ισχύει σχετικά και με την πεποίθηση ότι η Βρετανία ήταν εφικτό να εξαναγκαστεί σε υποταγή.²⁴

Η απάντηση του Stalin της 25ης Νοεμβρίου 1940 και η έκδοση της σχετικής διαταγής από τον Hitler στις 18 Δεκεμβρίου, διέλυσαν κάθε προοπτική περί σχηματισμού ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού και μαζί με αυτό κάθε ελπίδα αποφυγής, για την Ιαπωνία, ενός πολέμου στον Ειρηνικό. Μη έχοντας την παραμικρή ενημέρωση σχετικά με την τελική επιλογή του καγκελαρίου του Γ΄ Ράιχ, η κυβέρνηση Konoe ανέμενε εις μάτην την υποσχεθείσα έντιμη διαμεσολάβηση της Γερμανίας όσον αφορά τις σχέσεις της με την ΕΣΣΔ. Όταν ο Matsuoka υπέγραψε με δική του πρωτοβουλία το Σύμφωνο Ουδετερότητας στις 13 Απριλίου 1941 στη Μόσχα, η έναρξη της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα πλησίαζε επικίνδυνα. Υπάρχουν δε και ενδείξεις, σύμφωνα με τις οποίες και ο Stalin προετοιμαζόταν, με τη σειρά του, για μια δυναμική αναμέτρηση με την Γερμανία.²⁵ Εάν αυτό ευσταθεί, τότε μπορούμε να συμπεράνουμε πως ουδέποτε υπήρξαν πραγματικές προϋποθέσεις, οι οποίες να συνηγορούν υπέρ της συνομολόγησης ενός Τετραμερούς Συμφώνου. Έπειτα από την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στις 22 Ιουνίου 1941 εντός του σοβιετικού

Μόσχα, 13 Απριλίου 1941: Ο Yōsuke Matsuoka υπογράφει το Σύμφωνο Ουδετερότητας με την ΕΣΣΔ. Όρθιοι διακρίνονται οι Joseph Stalin και Vyacheslav Molotov.

εδάφους, οι προοπτικές αποφυγής ενός πολέμου ανάμεσα στην Ιαπωνία και τις ΗΠΑ αποδείχθηκαν ισχνές έως μηδαμινές. Μια από αυτές ήταν η αποφυγή στρατιωτικής παρέμβασης στη γαλλική κτήση της Ινδοκίνας. Ο Matsuoka είχε ταχθεί απροκάλυπτα εναντίον, προφητεύοντας πως μια πρωτοβουλία αυτού του είδους θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε μια αμερικανο-ιαπωνική πολεμική αντιπαράθεση. Αντ΄ αυτού, συνέστησε επίθεση κατά της ΕΣΣΔ, σε συντονισμό με τη σύμμαχο Γερμανία. Δυο Ιάπωνες ιστορικοί, οι Sumio Hatano και Sadao Asada περιγράφουν την κατάσταση ως εξής:

Το μεγάλο εμπόδιο στην περίπτωση ήταν ο Matsuoka. Τις παραμονές της έναρξης των εχθροπραξιών ανάμεσα στην Γερμανία και την ΕΣΣΔ αντέστρεψε τις αρχικές του προτεραιότητες και τάχθηκε κατά μιας προέλασης προς νότο. Αντίθετα, υποστήριξε μια επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Οι ανώτατες ηγεσίες του Στρατού Ξηράς και του Ναυτικού, οι οποίες μέχρι τότε τον θεωρούσαν ως υπέρμαχο της παρέμβασης στην Ινδοκίνα, αδυνατούσαν να κατανοήσουν αυτή τη μεταστροφή. Αργότερα, μετά το πέρας του πολέμου, ο Matsuoka κατέθεσε πως είχε αντιταχθεί στη ιδέα μιας προέλασης προς νότο επειδή φοβόταν ότι θα οδηγούσε σε πόλεμο με τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία. Αυτή η εξήγηση μένει να επιβεβαιωθεί. Είναι προφανές πως έτρεφε επίσης μεγάλη εκτίμηση στο Τριμερές Σύμφωνο, στη σύναψη του οποίου είχε ο ίδιος διαδραματίσει σημαντικό ρόλο…Η γερμανική επίθεση κατά της ΕΣΣΔ στις 22 Ιουνίου θρυμμάτισε το μεγάλο όραμα του Matsuoka περί Τετραμερούς Συμφώνου και έριξε τους Ρώσους στις αγκάλες των Βρετανών και των Αμερικανών. Ωστόσο, η παραπάνω εξέλιξη δεν οδήγησε σε μονομερή καταγγελία του Τριμερούς Συμφώνου εκ μέρους της Ιαπωνίας. Το αντίθετο μάλιστα: η ιαπωνική ηγεσία συνέχισε να το υποστηρίζει. Προέβλεψε κατά κράτος επικράτηση της Γερμανίας στον πόλεμο εναντίον της ΕΣΣΔ, γεγονός, το οποίο θα απάλλασσε την Ιαπωνία από τον σοβιετικό κίνδυνο, επιτρέποντάς της, συνάμα, να καταφέρει απρόσκοπτα ένα αποφασιστικό κτύπημα προς νότο. Έκτοτε, η στρατιωτική ηγεσία της χώρας υιοθέτησε ένα νέο σχέδιο: ιαπωνικά στρατεύματα θα στάθμευαν στην Ινδοκίνα. Ταυτόχρονα, θα προετοιμαζόταν επίθεση προς βορρά (εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης), στο ποσοστό που οι συνθήκες για κάτι τέτοιο θα ήταν “ιδιαίτερα ευνοϊκές”. Το Ναυτικό εξέφραζε αντιρρήσεις, μη επιθυμώντας μια ένοπλη σύγκρουση με την ΕΣΣΔ. Τελικά, αναγκάστηκε να ευθυγραμμιστεί έπειτα από την διαβεβαίωση πως η πολεμική προετοιμασία ενάντια στη Βρετανία και τις ΗΠΑ δεν επρόκειτο να επηρεαστεί. Αυτός υπήρξε ο συμβιβασμός, στον οποίο κατέληξε το Αυτοκρατορικό Συμβούλιο της 2ας Ιουλίου 1941. Την επομένη, διατάχθηκε επιστράτευση. Στρατός και Ναυτικό προετοιμάστηκαν για ειρηνική ή ένοπλη προέλαση, ανάλογα με τις περιστάσεις. Έτσι, στις 28 Ιουλίου, 40.000 άνδρες  εισήλθαν “ειρηνικά” στο νότο της Ινδοκίνας.²⁶

Η προέλαση του ιαπωνικού στρατού στη νότια Ινδοκίνα.

Οι ΗΠΑ απάντησαν στην ιαπωνική κατοχή της Ινδοκίνας με την επιβολή πλήρους πετρελαϊκού εμπάργκο που με τη σειρά της οδήγησε τις δυο χώρες σε πόλεμο. Ύστατη ευκαιρία αποτροπής του τελευταίου θα μπορούσε να ήταν, ενδεχομένως, μια συνάντηση κορυφής ανάμεσα στον πρωθυπουργό Konoe και τον πρόεδρο Franklin D. Roosevelt.²⁷ Οι Hatano και Asada συνεχίζουν επ’ αυτού: Η τελευταία απέλπιδα προσπάθεια του Konoe συνίστατο σε μια συνάντηση κορυφής με τον Roosevelt. Ο Ιάπωνας πρωθυπουργός ήταν διατεθειμένος να προβεί σε δραστικές παραχωρήσεις, παραβλέποντας τις προτεραιότητες της στρατιωτικής και ναυτικής ηγεσίας. Σκόπευε να αποσπάσει μια ειρηνική διευθέτηση των εκκρεμών υποθέσεων και με τη συνδρομή του Αυτοκράτορα να διατάξει κατόπιν τον υπουργό Στρατιωτικών Tojo να αποφύγει κάθε πρωτοβουλία ικανή να οδηγήσει σε πόλεμο. Στις αρχές Οκτωβρίου η πρόταση περί συνάντησης κορυφής απορρίφτηκε από τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Cordell Hull, ο οποίος έθεσε ως προϋπόθεση την επίτευξη μιας προκαταρκτικής συμφωνίας επάνω σε βασικές αρχές. Οι Ιάπωνες ιστορικοί επιδόθηκαν σε μια προσπάθεια να εκτιμήσουν κατά πόσο μια αποδοχή της πρότασης Konoe ήταν δυνατό να οδηγήσει σε αποφυγή πολέμου. Υπάρχει η άποψη πως εάν οι Konoe και Roosevelt κατέληγαν σε κάποιο είδος modus vivendi κερδίζοντας πολύτιμο χρόνο, οι ίδιες οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες θα καθιστούσαν σχεδόν αδύνατη την αιφνιδιαστική επίθεση κατά του Pearl Harbor.²⁸

Τέλος, ως μια ανεπαίσθητη ευκαιρία αναχαίτισης του πολέμου θα μπορούσε να εκληφθεί και η στιγμή της επιλογής, εκ μέρους του αυτοκράτορα, του διαδόχου του Konoe στον πρωθυπουργικό θώκο. Στη συγκεκριμένη συγκυρία, ο πανίσχυρος υπουργός Σφραγιδοφύλακας Koichi Kido τάχθηκε υπέρ της επιλογής του στρατηγού Hideki Tojo με την ελπίδα πως ο τελευταίος θα συγκρατούσε τις πολεμοχαρείς τάσεις των αξιωματικών και θα απέφευγε μια πολεμική αναμέτρηση με τις ΗΠΑ. Στις 18 Οκτωβρίου 1941 ο Tojo διορίστηκε πρωθυπουργός. Το αυτοκρατορικό διάταγμα διορισμού συνοδευόταν από ένα προσωπικό μήνυμα του αυτοκράτορα, σύμφωνα με το οποίο καλείτο να επανεξετάσει την απόφαση της Αυτοκρατορικής Σύσκεψης της 2ας Ιουλίου περί πολεμικής προπαρασκευής και να προσπαθήσει να αποφύγει τον πόλεμο. Έως τότε, ο Tojo δήλωνε οπαδός της εξάντλησης κάθε διπλωματικού περιθωρίου με τις ΗΠΑ πριν από την προσφυγή στα όπλα. Ήταν επίσης αντίθετος στην ιδέα της απόσυρσης των ιαπωνικών στρατευμάτων από την Κίνα. Ο Kido ήλπιζε ότι ο νέος πρωθυπουργός θα παρέμενε συνεπής στις απόψεις του και πως θα συμμορφωνόταν με το περιεχόμενο του αυτοκρατορικού μηνύματος. Δεν χρειάστηκε να συμπληρωθούν δυο, μόλις, μήνες έως ότου οι προσδοκίες του Kido διαψευστούν παταγωδώς. Η ιαπωνική επίθεση κατά του Pearl Harbor εκδηλώθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1941 [ώρα Ιαπωνίας].

Koichi Kido.
Ναύαρχος Koshiro Oikawa.

                                                                                                

 

 

 

 

 

7 Δεκεμβρίου 1941: η ιαπωνική επίθεση κατά του Pearl Harbor.

Ο υπολογισμός του Kido αποδείχθηκε πέρα ως πέρα εξωπραγματικός. Σε περίπτωση σύρραξης με τις ΗΠΑ, επόμενο ήταν ότι το μεγαλύτερο βάρος αναλογούσε στο Ναυτικό. Εκείνο προοριζόταν να διεξαγάγει τις αποφασιστικές μάχες. Υπό αυτές τις συνθήκες φάνταζε προτιμότερο να είχε επιλεγεί για τη θέση του πρωθυπουργού ένα άτομο προερχόμενο από τις τάξεις του Ναυτικού. Ο ναύαρχος Koshiro Oikawa, υπουργός Ναυτικών της απελθούσας κυβέρνησης Konoe, ήταν εξίσου καλά ενημερωμένος για την όλη κατάσταση χάρη στο αξίωμα, το οποίο κατείχε.²⁹ Επιπρόσθετα, ο Oikawa ήταν πολέμιος μιας δυναμικής αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ. Ο συλλογισμός του Kido στηριζόταν στην πεποίθηση πως ο Tojo θα παρέμενε νομοταγής στις υποδείξεις του αυτοκράτορα. Παράλληλα, ήταν ένας τρόπος να κτυπηθεί το κακό με το κακό. Αντ’αυτού, στις 18 Οκτωβρίου ο Tojo επέβαλε ένα αμιγώς δικτατορικό καθεστώς. Στην υποθετική περίπτωση επιλογής του Oikawa, ενδεχομένως να είχε αποφευχθεί το μοιραίο ακόμη και εξαιτίας του αναποφάσιστου χαρακτήρα του ναυάρχου, διαμετρικά αντίθετου με εκείνον του Tojo. Όπως και να έχει το ζήτημα, η προτίμηση του Kido στράφηκε προς το πρόσωπο του Tojo και με τον τρόπο αυτό εξανεμίστηκε κάθε υπόνοια ελπίδας αποφυγής του πολέμου.³º

The Road to War – Japan


 

Ο Masaki Miyake είναι Ομότιμος Καθηγητής Ιαπωνικής Ιστορίας Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Meiji του Τόκιο

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

Το παρόν άρθρο, με τίτλο “Possibilities for Avoiding War on Japan’s Road to Pearl Harbor» δημοσιεύτηκε στον τόμο L’ année ’41. La mondialisation du conflit, Conférence Internationale, C.R.H.Q Université de Caen – Mémorial de Caen “Un musée pour la paix”, Caen, Éditions du Lys, 1992, σ. 185-193.

¹  Carl Schmitt, Politische Romantik, β΄ έκδοση, Μόναχο, 1932, σ. 102.

² Masaki Miyake, “Kita Ikki’s Political Ideas and the February Mutiny of 1936”, International Studies, 1987/II.

³ Gilbert Ziebura, World Economy and World Politics 1924-1931. From Reconstruction to Collapse, μτφ. από τα γερμανικά Bruce Little, Οξφόρδη / Νέα Υόρκη / Μόναχο, 1990, σ. 161.

⁴ Σχετικά με τη Συνδιάσκεψη του Ογκικούμπο βλ. James W. Morley (επιμ.), Deterrent Diplomacy. Japan, Germany and the USSR, 1935-1940, New York, 1976, σ. 216-219 και Gerhard Krebs, Japans Deutschlandpolitik 1935-1941. Eine Studie zur Vorgeschichte des Pazifischen Krieges, τόμος Α΄, Αμβούργο, 1984, σ. 438-440.

⁵ Το θέμα αναλύεται διεξοδικά στο Morley (επιμ.), οπ.π., κεφ. Α΄ και Krebs, οπ.π., κεφ. Β’ και Γ΄. Βλ. επίσης Theo Sommer, Deutschland und Japan zwischen den Mächten 1935-1940 Tübingen,1962, κεφ. Γ΄ και Bernd Martin, “Die deutsch-japanischen Beziechungen während des Dritten Reiches” στο Manfred Funke (επιμ.), Deutschland und die Mächte, Ντύσσελντορφ, 1976.

International Military Tribunal for the Far East, τεκμήριο αρ. 549. Βλ. επίσης Ernst L. Presseisen, Germany and Japan. A Study in Totalitarian Diplomacy 1933-1941, Χάγη, 1958, σ. 260.

⁷ Masaki Miyake, “Die Achse Berlin-Rom-Tokyo im Spiegel der Japanischen Quellen”, Mitteilungen des Österreichischen Staatsarchivs, αρ. 21, 1968 (Βιέννη, 1969), του ίδιου, Nichi-doku-i sangoku domei no kenkyu (A Study on the Tripartite Alliance Berlin-Rome-Tokyo), Tokyo, 1975 (στα ιαπωνικά με περίληψη στην αγγλική γλώσσα).

⁸ Kimitada Miwa, Matsuoka Yōsuke. Sono ningen to gaiko (Yōsuke Matsuoka. His Personality and Diplomacy), Tokyo, 1971, σ. 36.

⁹  Johanna Menzel Meskill, “Der geheime deutsch-japanische Notenaustausch zum Dreimächtepakt. Documentation”, Vierteljahrshefte für Zeitgeschichte, 1957,2 και της ιδίας, Hitler and Japan. The Hollow Alliance, Νέα Υόρκη, 1966, σ. 20.

¹º Wolfgang Michalka, Ribbentrop und die deutsche Weltpolitik 1933-1940. Aussenpolitische Konzeptionen und Entscheindungsprozesse im Dritten Reich, Μόναχο, 1980, σ. 255.

¹¹ Akten zur Deutschen Auswärtigen Politik 1918-1945 (στο εξής ADAP), σειρά Δ΄, τόμος 1, έγγραφο αρ.93.

¹² Michalka, οπ.π., σ. 138.

¹³ ADAP, σειρά Δ΄, τόμος 6, έγγραφο αρ. 441.

¹⁴ George F. Kennan, Russia and the West under Lenin and Stalin, Βοστώνη, 1960, κεφ. 22.

¹⁵ James F. Byrnes, Speaking Family, Νέα Υόρκη, 1947, σ. 289.

¹⁶ ADAP, σειρά Δ΄, τόμος 11/1, έγγραφο αρ.325 και τόμος 11/2, έγγραφο αρ. 404.

¹⁷ Andreas Hillgruber, Hitlers Strategie. Politik und Kriegführung 1940-1941, Φρανκφούρτη, 1965, σ. 305-309.

¹⁸ Raymond J. Sontag – James S. Beddie (επιμ.), Nazi-Soviet Relations 1939-1941. Documents from the Archives of the German Foreign Office, Westpoint, 1976, σ. 258-259.

¹⁹ Gerhard L. Weinberg, “Hitlers Entschluss zum Angriff auf Russland”, Vierteljahrshefte für Zeitgeschichte, 1953, 4. Weinberg, Germany and the Soviet Union, β΄ έκδοση, Λάιντεν, 1972. Franz Halder, Kriegstagebuch, τόμος 2, Στουτγάρδη, 1963, σ. 49. Philipp W. Fabry, Der Hitler-Stalin Pakt 1939-1941. Ein Beitrag zur Methode Sowjetischer Aussenpolitik, Ντάρμσταντ, 1962, σ. 498 σημ. 272.

²º R. Sontag – J. Beddie, οπ.π., σ. 255-258. Το γερμανικό πρωτότυπο του σχεδίου περιλαμβάνεται στο ADAP, σειρά Δ΄, τόμος 11/1, έγγραφο αρ. 309.

²¹ Klaus Hildebrand, The Foreign Policy of the Third Reich, Translated by Anthony Fothergill, Λονδίνο, 1973, εισαγωγή.

²² Ibid., κεφ. 4.

²³ Hillgruber, Hitlers Strategie..., σ. 238-242.

²⁴ Hildebrand, The Foreign Policy…, σ. 102-103.

²⁵ Viktor Suvorov, Der Eisbrecher: Hitler in Stalin’s Kalkül, Στουτγάρδη, 1989.

²⁶ Sumio Hatano – Sadao Asada, “The Japanese Decision to Move South (1939-1941)” στο Robert Boyce και Esmonde M. Robertson (επιμ.), Paths to War. New Essays on the Origins of the Second World War, Λονδίνο, 1989, σ. 398-399.

²⁷ Chihiro Hosoya, “Taiheiyo senso wa sakeraretaka?” Rekishi to Jinbutsu, Τόκιο, Ιούλιος 1973, σ. 30-47.

²⁸ Hatano και Asada, οπ.π., σ. 401-402.

²⁹ Yoshitake Oka, Konoe Fumimaro. A Political Biography, Translated by Shumpei Okamoto and Patricia Murray, Τόκιο, 1983, σ. 158.

³º Kido Koichi kankei bunsho, Τόκιο, 1966, σ. 35-35. Hearings before the Joint Committee on the Investigation of the Pearl Harbor Attack, Congress of the United States, Seventy-Ninth Congress, Washington D.C. 1946, Part 20, Joint Committee Exhibits Nos. 173 – 179. Masaki Miyake, “Theories of Civil-Military Relations as related to Japan and a Comparison with Germany’s Case”, Sekei Ronso, τόμος 59, σ. 1-2, Τόκιο, Αύγουστος 1990.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Η ισπανική γρίπη του 1918-1920. Μια πανδημία την επαύριο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

Η ισπανική γρίπη του 1918-1920.
Μια πανδημία την επαύριο
του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

 

Η πανδημία της ισπανικής γρίπης εκδηλώθηκε τον Φεβρουάριο του 1918, προτού καν λήξουν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και ολοκλήρωσε τον κύκλο της τον Απρίλιο του 1920 αφήνοντας πίσω της 500 εκατομμύρια κρούσματα – το ένα τρίτο του πληθυσμού της Γης τότε – μεταξύ των οποίων περί τα 50 εκατομμύρια θανάτους. Διεκδικεί επάξια τον χαρακτηρισμό μιας από τις φονικότερες πανδημίες στην ιστορία της Ανθρωπότητας.

Σε αντιδιαστολή με ό,τι υπονοεί το όνομα, ο συγκεκριμένος τύπος γρίπης δεν εκδηλώθηκε στην Ισπανία, ούτε η παραπάνω χώρα έχει να επιδείξει στατιστικά δεδομένα τέτοια, που να την κάνουν να ξεχωρίζει. Ο πραγματικός λόγος της ετυμολογίας πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι η Ισπανία, ως χώρα ουδέτερη στο πλαίσιο του πολέμου, δεν γνώρισε το φαινόμενο της λογοκρισίας σε αντίθεση με τα εμπόλεμα κράτη, ούτε συμμετείχε σε πολεμικές επιχειρήσεις εν εξελίξει τη στιγμή κατά την οποία ξέσπασε η πανδημία. Αποτέλεσμα ήταν να χρεωθεί την επιλογή της να δημοσιοποιήσει τα πραγματικά στοιχεία και όχι την πλαστή (σαφώς υποβαθμισμένη) εικόνα που παρήγαγαν για λογαριασμό της χώρας τους οι υπηρεσίες λογοκρισίας των εμπολέμων κρατών.

Η επέλαση της πανδημίας πραγματοποιήθηκε σε τέσσερα διαδοχικά κύματα (αρχές 1918, τέλος 1918 – το φονικότερο, αρχές 1919 και άνοιξη 1920). Η απαρχή του φαινομένου εντοπίζεται στις 4 Μαρτίου 1918 σε στρατόπεδο του Κάνσας, όπου εκπαιδεύονταν οπλίτες με προορισμό τη Γαλλία και την πρώτη γραμμή του μετώπου. Σε αυτό, άλλωστε, οφείλεται και η διασπορά του ιού σε άλλα στρατόπεδα αλλά και από τις ΗΠΑ προς την Ευρώπη. Ξεκινώντας από τη Βρέστη (λιμένα υποδοχής των αμερικανικών ενισχύσεων αλλά και κύρια ναυτική βάση του γαλλικού πολεμικού ναυτικού) ο ιός διαδόθηκε ταχύτατα σε ολόκληρη τη Γαλλία. Μέχρι τον Μάιο είχαν πληγεί η Μεγάλη Βρετανία, η Ιταλία και η Ισπανία.

Το στρατόπεδο Funston του Kansas, όπου εκδηλώθηκαν τα πρώτα κρούσματα σε παγκόσμια κλίμακα (πηγή: National Museum of Health AP httpswww.vintag.es2020031918-spanish-flu.html).
Το Ναυτικό Νοσοκομείο της Βρέστης. Θάλαμος ασθενών.

Οι αιχμάλωτοι της πρώτης γραμμής υπήρξαν φορείς μετάδοσης και στο αντίπαλο στρατόπεδο (Γερμανία – Αυστροουγγαρία). Την επομένη της συνθήκης ειρήνης του Brest-Litovsk, Ρώσοι αιχμάλωτοι, έγκλειστοι στα γερμανικά στρατόπεδα, μετέφεραν τον ιό στη χώρα τους. Πρόβλημα ανέκυψε επίσης με την αποστράτευση των αποικιακών στρατευμάτων που επαναπατρίστηκαν στις γενέτειρές τους (Αυστραλία-Νέα Ζηλανδία, Ινδία, Ινδοκίνα, Καναδάς, Νότια Αφρική, χώρες του Μαγκρέμπ και της κεντρικής Αφρικής) έπειτα από τη λήξη των εχθροπραξιών στην Ευρώπη.

Συνεπώς, η διενέργεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου συνέβαλε καταλυτικά στην ταχύτατη εξάπλωση της επιδημίας σε δυο επίπεδα. Το πρώτο ήταν η μεταφορά του ιού από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη και κατ’ επέκταση στις διάφορες αποικιακές κτήσεις. Το δεύτερο σχετίζεται με τις κακουχίες του ιδίου του πολέμου (συνωστισμός και άθλιες συνθήκες διαβίωσης στα χαρακώματα της πρώτης γραμμής, βεβαρημένο αναπνευστικό σύστημα εκατοντάδων χιλιάδων μαχητών εξαιτίας της εισπνοής χημικών αερίων, ασιτία και ανεπαρκής υγειονομική περίθαλψη στα μετόπισθεν, κόπωση και γενικότερη κατάθλιψη του πληθυσμού από την παράταση των πολεμικών επιχειρήσεων). Η ίδια η ταυτότητα των κρουσμάτων επιβεβαιώνει την παραπάνω διαπίστωση. Μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 1918, ο αριθμός των θανάτων στις ΗΠΑ (75.000) μόλις που ξεπερνούσε εκείνον του προηγουμένου έτους (63.000). Γενικότερα δεν υιοθετήθηκαν για την ώρα περιοριστικά μέτρα. Αντίθετα, η επιδημία έπληξε τα στρατεύματα που μάχονταν στην πρώτη γραμμή. Τα τρία τέταρτα του γαλλικού στρατού, ο μισός αντίστοιχος βρετανικός και περί το ένα εκατομμύριο Γερμανοί στρατιώτες προσβλήθηκαν από τον ιό μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα.

Seattle, Δεκέμβριος 1918. Άνδρες του 39ου συντάγματος μετακινούνται φορώντας προστατευτικές μάσκες (πηγή:
Everett Historical Shutterstock).

Το δεύτερο και μακρόθεν φονικότερο κύμα εκδηλώθηκε τον Αύγουστο του 1918 και σχετίζεται επίσης με τον επαναπατρισμό των στρατευμάτων. Οι ομαδικοί πανηγυρισμοί, οι οποίοι μέσα στο φθινόπωρο πλαισίωσαν τη λήξη του πολέμου, επιδείνωσαν, όπως ήταν επόμενο, την όλη κατάσταση. Το φαινόμενο εξαπλώθηκε ανεξέλεγκτα στους κόλπους του άμαχου πληθυσμού. Κατά τους μήνες Σεπτέμβριο με Δεκέμβριο καταμετρήθηκαν 292.000 θάνατοι στις ΗΠΑ έναντι 26.000 δυο χρόνια νωρίτερα στο ίδιο, πάντοτε, χρονικό διάστημα (δεν υπολογίζονται οι απώλειες του πολέμου). Η Νέα Υόρκη βίωσε τα πρώτα θανατηφόρα περιστατικά, ενώ στη Φιλαδέλφεια μια παρέλαση με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για τις ανάγκες του πολέμου (Philadelphia Liberty Loans Parade) στις 28 Σεπτεμβρίου είχε ως τραγικό απολογισμό την απώλεια 12.000 ατόμων. Από το δεύτερο κύμα επλήγησαν επίσης χώρες της λατινικής Αμερικής (ειδικότερα η Βραζιλία), της Ασίας (Οθωμανική Αυτοκρατορία, Περσία, Κίνα, Ιαπωνία), της δυτικής και της ανατολικής Αφρικής (Αιθιοπία). Στην υπερπληθή και ανέκαθεν προβληματική Ινδία καταμετρήθηκαν πάνω από 12,5 εκατομμύρια θάνατοι μέσα στο τελευταίο τέταρτο του 1918.

Ενημερωτική εκστρατεία ανά τον κόσμο

Η επέλαση του τρίτου κύματος διαδέχθηκε σχεδόν αμέσως εκείνη του δευτέρου. Με την είσοδο του 1919 πρώτη κτυπήθηκε η Αυστραλία και εν συνεχεία η Ευρώπη (Μεγάλη Βρετανία, Ισπανία, Σερβία) και η Αμερική (ΗΠΑ, Μεξικό). Η θνησιμότητα δεν κυμάνθηκε στα επίπεδα του δευτέρου κύματος. Παρά ταύτα, υπήρξε υψηλότερη από εκείνη του πρώτου. Η κατάσταση εξομαλύνθηκε τον Ιούνιο του ιδίου έτους.

Το τέταρτο και τελευταίο κύμα (Ιανουάριος – Απρίλιος 1920), αν και μικρότερης έντασης, κτύπησε μεμονωμένα με αξιοσημείωτες συνέπειες. Πόλεις των ΗΠΑ όπως η Νέα Υόρκη (6.372 θάνατοι), το Ντητρόιτ, το Κάνσας, η Μινεάπολη κατέγραψαν ποσοστά, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνούσαν το σύνολο των θανάτων ολόκληρου του 1918. Κράτη όπως η Ισπανία, η Δανία, η Γερμανία, η Φινλανδία, η Ελβετία, το Περού και η Ιαπωνία γνώρισαν μια καθυστερημένη έξαρση με καταβολές από το τέλος του προηγουμένου έτους.

Διασπορά της πανδημίας (1918-1920).

Ο συνολικός απολογισμός της πανδημίας σε πλανητική κλίμακα δεν έχει εξακριβωθεί πλήρως. Τα κρούσματα υπολογίζονται γύρω στα 500 εκατομμύρια, δηλαδή το ένα τρίτο του πληθυσμού της Γης. Περισσότερο δύσκολη είναι η εκτίμηση των θανάτων, αν και είναι γενικότερα αποδεκτό ότι πρόκειται για μια από τις πλέον θανατηφόρες πανδημίες στην Ιστορία. Μελέτες, οι οποίες χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1970 και έπειτα, παρουσιάζουν μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ τους ως προς το σημείο αυτό. Συγκεκριμένα κυμαίνονται μεταξύ 21,6 και 100 εκατομμυρίων ατόμων. Οι περισσότερες, ωστόσο, κατεβάζουν τον πήχη αρκετά κάτω από τα 50 εκατομμύρια, κάτι που αντιστοιχεί στο 1 έως 6% του συνολικού πληθυσμού.

Στην Ελλάδα, τα πρώτα κρούσματα της ισπανικής γρίπης εκδηλώθηκαν στη Θεσσαλονίκη και στην Πάτρα κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του 1918. Το δεύτερο κύμα του φθινοπώρου υπήρξε κατά πολύ βαρύτερο τόσο ως προς τα συμπτώματα (ρινική αιμορραγία, πνευμονία, εγκεφαλίτιδα, υψηλός πυρετός, πνευμονικό οίδημα νεφρίτιδα, αιματουρία και κώμα – ουσιαστικά δεν υπήρχε όργανο του ανθρώπινου οργανισμού που να μην έχει προσβληθεί από τον ιό) όσο και σε ποσοστά θανάτων. Μέσα στον Οκτώβριο μόνο, στην Αθήνα καταμετρήθηκαν 1.726 περιστατικά εκ των οποίων κατέληξαν τα 616 (ποσοστό 35,5%). Τον Νοέμβριο το ποσοστό κινήθηκε σε ανάλογο επίπεδο (634 θάνατοι, 36,7%). Η Θεσσαλονίκη θρήνησε 5.284 θύματα, η Πάτρα πάνω από 800, ο Βόλος 86. Στην ύπαιθρο ιδιαίτερα επλήγησαν η δυτική Μακεδονία (πεδίο εχθροπραξιών μέχρι πρότινος με 4.436 θανάτους) ενώ η Σκύρος αποδεκατίστηκε στην κυριολεξία: κατέγραψε 1.000 θύματα, που ισοδυναμούσαν με το ένα τρίτο των κατοίκων της. Από τον Δεκέμβριο, ωστόσο, η κατάσταση βελτιώθηκε αισθητά. Εν ολίγοις, η Ελλάδα κτυπήθηκε από το δεύτερο και φονικότερο κύμα της επιδημίας δίχως να υποφέρει περισσότερο από τα επόμενα δυο του 1919 και 1920, σε αντίθεση με πολλές ευρωπαϊκές και όχι μόνο χώρες. Τα περιοριστικά μέτρα, τα οποία υιοθετήθηκαν τη στιγμή της έξαρσης του φαινομένου, περιλάμβαναν δεκαπενθήμερη αναστολή λειτουργίας δημοσίων και ιδιωτικών υπηρεσιών, σχολείων, δημοσίων θεαμάτων, απαγόρευση κυκλοφορίας από τις 17.00 μ.μ. έως τις 5.00 π.μ., απαγόρευση συναθροίσεων κ.ά.. Η ποινή για τους παραβάτες ήταν η επιτόπου σύλληψη. Η οικονομική ζωή της χώρας (η οποία είχε σχετικά πρόσφατα βιώσει έναν εμπορικό αποκλεισμό και ήταν βαθειά διχασμένη ήδη από το 1915) υπέστη καταχείμωνα βαρύ πλήγμα. Στην κακή ψυχολογία του πληθυσμού θα πρέπει να προσθέσει κανείς και την φοβία ενάντια στην επέλαση της πανδημίας και τον ενδεχόμενο θάνατο.

[Ειδικότερα για την Ελλάδα βλ. https://www.infezmed.it/media/journal/Vol_23_1_2015_14.pdf, https://www.spandidos-publications.com/10.3892/etm.2019.7515, https://www.athenssocialatlas.gr/en/article/the-spanish-flu-in-athens/ ].

Καμπύλη των θανάτων στην Αθήνα κατά το έτος 1918.
Αθήνα: κατανομή των θανάτων ανά ενορία.

Δημοσιεύματα Τύπου.

Η διαχείριση της δημόσιας υγείας σε παγκόσμια κλίμακα θυμίζει περισσότερο αυτοσχεδιασμό και λιγότερο οργανωμένη πολιτική πρόληψης. Το ίδιο το γεγονός της εκδήλωσης της πανδημίας ενόσω ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν ακόμα σε εξέλιξη αποτελεί, ίσως, μια αξιόπιστη εξήγηση. Παρά ταύτα, ορισμένα μέτρα όπως ήταν η θαλάσσια καραντίνα σε χώρες που προσφέρονταν γεωγραφικά (Αυστραλία, Ισλανδία), η αναστολή λειτουργίας σχολείων, θεάτρων και τόπων λατρείας, η απαγόρευση συναθροίσεων και ο περιορισμός της κυκλοφορίας συνέβαλαν σε μια σχετική άμβλυνση του φαινομένου, υιοθετήθηκαν, ωστόσο, με καθυστέρηση. Παρατηρήθηκε επίσης η χρήση προστατευτικής μάσκας σε χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία, δίχως να εκλείψουν και αντιδράσεις. Συγκεκριμένα, το 1918 οργανώθηκε στο Σαν Φρανσίσκο κίνηση διαμαρτυρίας ενάντια στη χρήση (Anti-Mask League of San Francisco). Η διάρκεια ζωής της κίνησης δεν ξεπέρασε τον ένα μήνα. Έτσι εξηγείται και ο μικρός αριθμός των εγγεγραμμένων μελών (υπολογίζονται περί τα 4.000 – 5.000 άτομα).

Εκστρατεία υπέρ της χρήσης μάσκας.
Προσαγωγή για πλημμελή χρήση μάσκας (πηγή: California State Library).

Τέλος, κατά τη διάρκεια της πανδημίας αναπτύχθηκαν εμβόλια, τα οποία όμως είχαν περιορισμένη αποτελεσματικότητα καθώς επικεντρώθηκαν σε βακτήρια και όχι στον ιό αυτόν καθεαυτόν. Κατά συνέπεια συνέδραμαν μόνο στην αντιμετώπιση δευτερογενών λοιμώξεων.

Ποια υπήρξε, άραγε, η κληρονομιά της μεγάλης αυτής περιπέτειας; Το κύριο διακριτικό γνώρισμα είναι η αλληλεξάρτηση της τελευταίας με τη διενέργεια της τελικής φάσης του πολέμου, της οποίας υπήρξε κατά κάποιο τρόπο παράπλευρη απώλεια. Τα ανοικτά τραύματα που άφησε πίσω της η ανθρωποσφαγή των ετών 1914-1918 και η έξοδος από την τελευταία, ήταν επόμενο να επισκιάσουν την επέλαση του ιού της ισπανικής γρίπης. Δεν πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι στις ονομαστικές καταστάσεις θανάτων που δημοσιεύονταν σε καθημερινή κλίμακα στις εφημερίδες, την προσοχή προσέλκυαν οι βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες απώλειες εξαιτίας του πολέμου και όχι τα θύματα της πανδημίας. Επιπρόσθετα, η τελευταία εκδηλώθηκε κατά κύματα με μικρή ύφεση στα ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα. Αντίθετα, ο πόλεμος, για τον οποίον όλοι πίστευαν στην αρχή πως δεν επρόκειτο να ξεπεράσει χρονικά λίγους μήνες, διήρκεσε πάνω από τέσσερα χρόνια, βυθίζοντας την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο σε μια άνευ προηγουμένου δοκιμασία. Όταν επιτέλους τερματίστηκε, το όραμα για ένα καλύτερο μέλλον ήταν δύσκολο να υποκατασταθεί από μια υγειονομική ταλαιπωρία, έστω και αν η τελευταία προσέλαβε διαστάσεις πανδημίας. Ίσως για τον λόγο αυτό δεν κυοφορήθηκαν φαινόμενα ομαδικής ψύχωσης και υπάρχουν ειδικοί σήμερα που κάνουν λόγο περί “ξεχασμένης γρίπης”.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Βαγγέλης Κανσίζογλου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος: Άνω Μακεδονία

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος

Άνω Μακεδονία

 

Η ιδέα για τη συγκεκριμένη μελέτη προέκυψε μετά την ενασχόληση του γράφοντος με τους όρους “κοινότητα” και “ταυτότητα” στην αρχαία Μακεδονία.Περιττό να σημειωθεί ότι με τους παραπάνω όρους συνδέονται κι άλλοι, όπως “όρια”, “σύνορα” και “τόποι”, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν ευρύτατα από τους ανθρωπολόγους κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα, μετά από την έκδοση από τον F. Barth του πρωτοποριακού για την εποχή του συλλογικού έργου Ethnic Groups and Boundaries.2 Κίνητρο για την επανεξέταση των πηγών που αφορούν στην Άνω Μακεδονία και τους πληθυσμούς της απετέλεσε η λεγόμενη “ανθρωπολογία των συνόρων”, η οποία θα μπορούσε πιθανόν να χρησιμοποιηθεί ως ένα μεθοδολογικό εργαλείο για την πρόσληψή τους, υπό την προϋπόθεση ότι κάτι τέτοιο υποβοηθείται από τις μαρτυρίες που διαθέτουμε. Ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη η θέση ότι «οι παραμεθόριες περιοχές συχνά έχουν καθοριστικό ρόλο στον σχηματισμό εθνών και κρατών».3 Μολονότι η άποψη αφορά σε σύγχρονους όρους, ίσως το σχήμα να έχει εφαρμογή και στην Αρχαιότητα. Τέλος, θα ληφθούν υπόψη, έστω και ακροθιγώς, οι πρόσφατες αρχαιολογικές ανακαλύψεις στην περιοχή, προκειμένου να συμπληρωθεί η εικόνα.

Η γεωγραφική ενότητα, η οποία περικλείεται από τους ορεινούς όγκους του Βόρα Βερμίου στα ανατολικά, του Demir-Hissar, του Plakenska, της Πίνδου και του Βαρνούντα στα δυτικά, των Χασίων, Πιερίων και Καμβουνίων στα νότια και των Dautica, Babuna και Dren στα βόρεια, είναι γνωστή ως Άνω Μακεδονία.4 Ο όρος απαντά για πρώτη φορά στον Ηρόδοτο (7.173.4 και 8.137) και αργότερα στον Θουκυδίδη (2.99) ενώ τα εδάφια είναι γνωστά και έχουν σχολιασθεί επανειλημμένα.5 Ως περιοχές που περιλαμβάνονταν στην Άνω Μακεδονία θα πρέπει να θεωρηθούν η Ορεστίδα, η Ελίμεια, η Λυγκηστίδα, η Πελαγονία, η Εορδαία και η Δερρίοπος.6 Ωστόσο, στα ρωμαϊκά χρόνια οι εν λόγω περιοχές θεωρούνταν πλήρως ενταγμένες στο μακεδονικό βασίλειο.7

Χάρτης της Άνω Μακεδονίας κατά τον 4º αιώνα π.Χ.

O γεωγραφικός καταμερισμός, ο οποίος επιτείνεται από την ύπαρξη και άλλων, μικρότερων ορεινών όγκων στο εσωτερικό αυτής της περιοχής, δημιουργεί ακόμη και σήμερα ένα έντονο αίσθημα διαφοροποίησης στον επισκέπτη, ο οποίος προκαλείται να ανακαλύψει τον τόπο και να εικάσει σε μεγάλο βαθμό (ελλείψει πηγών) την πρόσληψή του από τους νότιους Έλληνες αλλά και τους ίδιους τους κατοίκους του. Η γεωμορφολογία της περιοχής σε συνδυασμό με τα λιγοστά αρχαιολογικά κατάλοιπα είχε οδηγήσει αρχικά στην άποψη περί μερικής απομόνωσής της, όχι μόνον από τις νοτιότερες περιοχές του ελληνικού κόσμου αλλά και από την υπόλοιπη Μακεδονία, άποψη η οποία φαίνεται να διασκεδάζεται μερικώς τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, θα πρέπει να θεωρούμε βέβαιη τη διατήρηση της κώμης, ενός ανοχύρωτου οικισμού, ως βασικού τύπου εγκατάστασης, παρά το γεγονός ότι στη γειτονική Κάτω Μακεδονία η ύπαρξη αστικών σχηματισμών επιβεβαιώνεται αρχαιολογικά ήδη από τα τέλη του έκτου αιώνα π.Χ.8 Όπως, ωστόσο, αποδεικνύεται από τις πρόσφατες αρχαιολογικές ανακαλύψεις στην περιοχή, αυτή η απομόνωση φαίνεται ότι απετέλεσε μεν έναν παράγοντα καθοριστικό για την πρόσληψη των κατοίκων της από τρίτους, όχι όμως και για τις ιστορικές, πολιτικές αλλά και πολιτισμικές εξελίξεις.9 Άλλωστε η αστικοποίηση ήταν ένα πρώιμο και αρκετά διαδεδομένο φαινόμενο, λ.χ. στην Ελίμεια, όπως φανερώνει η περίπτωση της Αιανής, πρωτεύουσας της Ελίμειας.10

Το κύριο ερώτημα που προκύπτει είναι το αν τα φύλα τα οποία κατοικούσαν στην περιοχή ήταν ελληνικά. Ή, για να θέσουμε αλλιώς το ζήτημα, αφορούσε τους κατοίκους της το συγκεκριμένο ερώτημα και, αν ναι, τότε το έθεταν για λόγους εσωτερικής ή εξωτερικής πρόσληψης; Θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε την απάντηση, αφού προηγηθεί μία σύντομη αναφορά σε εκείνα τα φύλα της Άνω Μακεδονίας για τα οποία σώζονται οι ιδρυτικοί τους μύθοι.

 

I. Ορεστίδα και Ορέστες

Οι διαθέσιμες για τους Ορέστες πηγές είναι εξαιρετικά ευάριθμες. Ο Στράβων θεωρεί ότι οι Ορέστες ήταν ένα ηπειρωτικό φύλο, αντλώντας προφανώς την πληροφορία του από τον Εκαταίο,11 το οποίο προσαρτήθηκε βίαια στο μακεδονικό βασίλειο μαζί με τους Πελαγόνες και τους Ελιμιώτες.12 Ο Hammond τους αποδέχεται ως Μολοσσούς και θεωρεί ότι κατοικούσαν κάποτε στη δυτική πλευρά των υψιπέδων στα νότια της κοιλάδας του Αώου και σταδιακά κινήθηκαν προς τα ανατολικά, στην κοιλάδα του Άνω Αλιάκμονα.13 Ο Zahrnt πιστεύει πως ο Θουκυδίδης θεωρεί όλα τα ἐπάνωθεν ἔθνη ως μακεδονικής καταγωγής.14 Ο θεσμός της βασιλείας ήταν επίσης γνώρισμα αυτού του φύλου, όπως προκύπτει από τον Θουκυδίδη και την αναφορά του στον βασιλέα των Ορεστών, Αντίοχο.15 Δεν συμπεριλαμβάνονται ονομαστικά και αυτοί στα φύλα της Άνω Μακεδονίας από τον ιστορικό, όπως οι Ελιμιώται και οι Λυγκησταί. Ωστόσο, μένει ανοιχτό το θέμα της ένταξής τους στο βασίλειο του Περδίκκα, καθώς η φράση καί ἄλλα ἔθνη ἐπάνωθεν θα μπορούσε κάλλιστα να τους συμπεριλαμβάνει.

Ανεξάρτητα από το ότι στην εποχή του Εκαταίου θεωρούνταν μολοσσικό φύλο,16 ο Πολύβιος τους συμπεριλαμβάνει στους Μακεδόνες, όταν γράφει ότι οι Ρωμαίοι, μετά τη νικηφόρα για αυτούς έκβαση του Β’ Μακεδονικού πολέμου εναντίον του Φιλίππου Ε’, Μακεδόνων μέν οὖν τούς Ὀρέστας καλουμένους διά τό προσχωρῆσαι σφίσι κατά τόν πόλεμον αὐτονόμους ἀφεῖσαν, ἠλευθέρωσαν δέ Περραιβούς καί Δόλοπας καί Μάγνητας.17 Προφανώς, είχε επέλθει η πολιτική αφομοίωση των Ορεστών με τους Μακεδόνες, μετά την προσάρτησή τους στο μακεδονικό κράτος από τον Φίλιππο Β’18 και ο Πολύβιος τους προσέδιδε την πολιτική έννοια του Μακεδόνος.19 Ενδεχομένως με αυτόν τον τρόπο να εξηγείται και η αναφορά του εθνικού Ὀρεστός Μολοσός σε επιγραφή του 164 π.Χ. από τη Δωδώνη.

Ο Ορέστης στο μαντείο των Δελφών περιστοιχιζόμενος από την Αθηνά και τον Πυλάδη. Ερυθρόμορφος κρατήρας, c. 330 π.Χ.

Σε κάθε περίπτωση, οι πηγές διασώζουν τον σχετικό μύθο περί της ονοματοδοσίας της περιοχής από τον διωκόμενο από την Πελοπόννησο Ορέστη, ο οποίος ίδρυσε μάλιστα και την πόλη Ἄργος Ὀρεστικόν στη Μακεδονία.20 Μολονότι η ιστορική αξία του μύθου δεν αναγνωρίζεται,21 η επιβίωσή του δεν αφήνει καμία αμφιβολία για την ελληνική καταγωγή των Ορεστών και, κυρίως, για την επιθυμία τους να εμφανίζονται ως Έλληνες. Εάν ο Ορέστης αντιπαραβάλλεται προς το δωρικό Άργος, τότε γιατί να ιδρύσει στο μακεδονικό έδαφος μία ομώνυμη προς την “εχθρική” του πόλη;22 Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι, επειδή ο επώνυμος ήρωάς τους δεν συνδέεται με τον αντίστοιχο των Μακεδόνων, οι Ορέστες διαχωρίζονταν από τους Μακεδόνες και με αυτόν τον τρόπο αναδεικνυόταν ο «ξεχωριστός χαρακτήρας των Ορεστών μεταξύ των εθνών της Άνω Μακεδονίας και έναντι των Μακεδόνων της παραθαλάσσιας χώρας».23 Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ανεξάρτητα από το αν οι Ορέστες ήταν μολοσσικό ή μακεδονικό φύλο, εντάσσονται στην ίδια ευρύτερη ελληνική εθνική ομάδα. Από την άλλη, ανεξάρτητα από την ιστορική αξία του ιδρυτικού μύθου, η τάση των Ορεστών να αποδώσουν την καταγωγή τους σε έναν Έλληνα της νότιας Ελλάδας εντάσσεται, κατά τη γνώμη μου, στο ότι σαφώς και διαφοροποιούνταν ως φύλο από τους Τημενίδες Μακεδόνες, χωρίς να θέτουν, ωστόσο, θέμα ελληνικότητας των τελευταίων. Το ίδιο έγινε και στην περίπτωση της Ηπείρου, όπου τα διαφορετικά μολοσσικά φύλα, πιεζόμενα μεταξύ τους, κατέληξαν σε κάποιον ελληνικό προσδιορισμό της εθνότητάς τους (ή, τουλάχιστον, των βασιλικών τους οίκων) μέσω ενός μύθου.24 Απόδειξη των παραπάνω είναι, πιστεύω, το γεγονός ότι στον τέταρτο αιώνα ο Περδίκκας είχε υποκατασταθεί στον ιδρυτικό μύθο των Μακεδόνων από τον Κάρανο, πρόσωπο στενά δεμένο προς την Ορεστίδα.25 Εδώ θα πρέπει να ανιχνεύσουμε μάλλον την πολιτική του Φιλίππου Β’, ειδικά μετά την προσάρτηση της Ορεστίδος στο μακεδονικό βασίλειο. Η συνοχή του νέου βασιλείου απαιτούσε αλλαγές στην ιδρυτική του παράδοση, προκειμένου τα φύλα που είχαν προσαρτηθεί πρόσφατα να εγκολπωθούν και ιδεολογικά σε αυτό.

 

ΙΙ. Ελιμιώτιδα και Ελιμιώτες

Σύμφωνα με τον Στέφανο Βυζάντιο, ο οποίος αντλεί την πληροφορία από τον Στράβωνα, στην περιοχή της Ελιμιώτιδας υπήρχε η πόλη της Ἐλιμίας, την οποία αναφέρει ρητά ως “πόλιν Μακεδονίας”. Η συγκεκριμένη πόλη είχε ιδρυθεί είτε από τον Τρώα ήρωα Έλυμο, νόθο γιο του Αγχίση και αδελφό του Αινεία, είτε από τον Έλενο, γιο του Πριάμου.26 Άσχετα με την αποδοχή ύπαρξης της εν λόγω πόλεως,27 προκύπτει η εύλογη απορία γιατί να υιοθετηθεί ένας Τρώας ως ιδρυτής μιας πόλεως στη Μακεδονία. Η έρευνα κατέληξε στο ότι οι Τρώες δεν αποτελούσαν τον απόλυτο βάρβαρο Άλλο πριν από την περίοδο των Περσικών Πολέμων.28 Εμφανίζονται να μιλούν ελληνικά, με ακριβώς τα ίδια ήθη και έθιμα αλλά και κανόνες ηθικής (φιλοπατρία). Επομένως, η ίδρυση πόλεων ή γενικότερα η παρουσία Τρώων σε περιοχές όπως η Μακεδονία (αλλά και η Ήπειρος), καθιστούσε αυτούς τους τόπους πιο οικείους για τους Έλληνες της Νότιας Ελλάδας.

Ενδεχομένως, επειδή ακριβώς δεν υπάρχει μαρτυρία για την καταγωγή του φύλου αλλά για την ίδρυση μιας πόλης από τον συγκεκριμένο ήρωα, οι Ελιμιώτες να θεωρούσαν τους εαυτούς τους Μακεδόνες. Ωστόσο, οι γραμματειακές πηγές μας δεν βοηθούν στη διαλεύκανση του ζητήματος. Επίσης, όπως αποδεικνύεται από τις επιγραφικές μαρτυρίες, οι κάτοικοι της Ελίμειας διατήρησαν και τα δύο εθνικά επίθετα, ένδειξη ίσως του ισχυρού τοπικού αυτοσυναισθήματος,29 ενώ ο Hatzopoulos υποστήριξε ότι “το αρχαίο έθνος των Ελιμιωτών επιβίωσε όχι μόνον ως μονάδα επιστράτευσης, αλλά και σαν μία πολιτική οργάνωση μετά την κατάλυση της αρχαίας του βασιλείας και την προσάρτησή του στο βασίλειο των Τημενιδών, επί Περδίκκα Β’”.30 Ανεξάρτητα από τη σημασία αυτού του γεγονότος, η Ελιμιώτιδα παρέμεινε ανεξάρτητη ως την εποχή του Φιλίππου Β’. Η δράση των βασιλέων της (κυρίως του Δέρδα) ανιχνεύεται αδρά στον Θουκυδίδη31 καθώς και στην προαναφερθείσα επιγραφή που αφορά στη συνθήκη Περδίκκα και Αθηναίων.32 Ύστερα από την υπαγωγή της στο βασίλειο της Μακεδονίας, επί Φιλίππου Β, η Ελίμεια θεωρούνταν ως μακεδονική περιοχή.

Εκθέματα του αρχαιολογικού μουσείου Αιανής. Αριστερά: Κεραμικό του 14ου αιώνα π.Χ. Δεξιά: Χρυσή περόνη του δεύτερου ημίσεος του 6ου αιώνα π.Χ.

 

ΙΙΙ. Λύγκος και Λυγκηστές

Στο ήδη αναφερθέν εδάφιο του Θουκυδίδη (2.99.2), εμφανίζονται για πρώτη φορά στις πηγές μας οι Λυγκηστές. Αναφέρονται ως Μακεδόνες, με τον δικό τους βασιλέα (τον Αρραβαίο) και ήταν σύμμαχοι και υπήκοοι των Αργεαδών, ενώ η φυλετική τους οργάνωση αποτυπώνεται και στην ύπαρξη κωμών, όπως διαφαίνεται από ένα άλλο εδάφιο του Θουκυδίδη, στο οποίο αναφέρεται στην εισβολή του Βρασίδα και του Περδίκκα ἐς Λύγκον και τη δήωση των τοπικών κωμών από τους στρατιώτες του Περδίκκα.33 Ο Αρραβαίος απαντά σε τρία εδάφια στον Θουκυδίδη34 καθώς και στο κείμενο της συνθήκης μεταξύ των Αθηναίων και του Περδίκκα Β’.35 Η περιοχή αναφέρεται ως Λυγκηστίς για πρώτη φορά από τον Κλαύδιο Πτολεμαίο.36

Σύμφωνα με τον Hammond, παρά το μικρό μέγεθος της περιοχής που ήλεγχαν, οι Λυγκηστές ήταν το πλέον ισχυρό φυλετικό κράτος στα μέρη αυτά, τουλάχιστον κατά το δεύτερο ήμισυ του πέμπτου αιώνα, ενώ η δύναμή του σχετίζεται με την ίδρυση ενός βασιλικού οίκου στα μέσα του αιώνα.37 Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο γεγονός ότι αυτή η βασιλική οικογένεια ανήγαγε την καταγωγή της στους Βακχιάδες της Κορίνθου, παράδοση η οποία επιβίωνε ως την εποχή του Στράβωνος.38 Επρόκειτο, προφανώς, για μία παράδοση που εκπορευόταν από την ίδια τη βασιλική οικογένεια των Λυγκηστών, αντίστοιχη προς εκείνη των Τημενιδών. Οπωσδήποτε, δεν θα πρέπει να θεωρείται τυχαία η ύπαρξη κορινθιακών αποικιών στα παράλια της Αδριατικής με την κατασκευή αυτού του μύθου.39 Θα πρέπει να θεωρήσουμε και τους Λυγκηστές Μακεδόνες με την πολιτική έννοια του όρου. Άλλωστε, στην έρευνα εντάσσονται φυλετικά στους Ηπειρώτες.40

Αγγείο-κύπελλο σε σχήμα κεφαλής κριού και ερυθρόμορφη διακόσμηση με φύλλα κισσού στον λαιμό (6ος-4ος αι. π.Χ.) που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη στην αρχαία Λυγκηστίδα της Aνω Μακεδονίας. Πρόκειται για μια ανέλπιστη σημαντική αποκάλυψη, καθώς, μέχρι πρόσφατα, λόγω έλλειψης δεδομένων, επικρατούσε η λανθασμένη αντίληψη ότι η περιοχή την περίοδο εκείνη ήταν κοινωνικά και πολιτισμικά απομονωμένη.

 

IV. Πελαγονία και Πελαγόνες

Ως επώνυμος ήρωας των Πελαγόνων αναφέρεται ο Πηλεγών, γιος του ποταμού Αξιού και της νύμφης Περιβοίας, πατέρας του Αστερόπαιου.41 Πρόκειται για τη μοναδική περίπτωση μεταξύ των φύλων της Άνω Μακεδονίας όπου η καταγωγή ανάγεται σε έναν ομηρικό ήρωα, γιο ποταμού, ενδεικτικό της αυτοχθονίας του φύλου.42 Οι πρώτες μαρτυρίες για τους Πελαγόνες χρονολογούνται μόλις στον τέταρτο αιώνα π.Χ. και, κατά παράδοξο τρόπο, είναι επιγραφικές. Όπως επισημαίνει η Papazoglou, θα έπρεπε να περάσουν άλλοι δύο αιώνες μέχρις ότου να εμφανισθούν οι Πελαγόνες στις γραμματειακές πηγές.43 Η πρώτη από αυτές τις μαρτυρίες αφορά στον Π[…6 τὸν Πε]λαγόνων βα|[σιλέα,44 ο οποίος τιμάται από τον δήμο των Αθηναίων ως πρόξενος καί εὐεργέτης. Το όνομα του τιμώμενου βασιλέα των Πελαγόνων δεν σώζεται, αντίθετα με την περίπτωση απονομής του τίτλου του ευεργέτη στον “ομοεθνή” του βασιλέως Μενέλαο, δύο χρόνια αργότερα (362 π.Χ.).45 Πιθανότατα, ο Μενέλαος ήταν μέλος της βασιλικής οικογένειας των Πελαγόνων, ίσως αδελφός του προαναφερθέντος βασιλέως. Όπως έχει ήδη τονισθεί, η σημασία των δύο επιγραφών έγκειται στο ότι διαχωρίζεται η πολιτική οργάνωση των Πελαγόνων από εκείνη των Λυγκηστών.46 Έκτοτε, και ως την εποχή των Αντιγονιδών, η Πελαγονία δεν μαρτυρείται. Έχει υποστηριχθεί πως η Πελαγονία, ως τη ρωμαϊκή κατάκτηση, αποτελούσε τμήμα της Παιονίας και επομένως βρισκόταν εκτός των συνόρων της κυρίως Μακεδονίας.47

 

Η ταυτότητα

Η Papazoglou θεωρεί ότι η φράση του Θουκυδίδη τῶν γάρ Μακεδόνων εἰσί καί Λυγκησταί καί Ἐλιμιῶται καί ἄλλα ἔθνη ἐπάνωθεν, σχετικά με τα φύλα που κατοικούσαν στην Άνω Μακεδονία, δεν υπονοεί την πολιτική υπαγωγή όλων των φύλων που εννοούνται στο βασίλειο του Περδίκκα, αλλά την εθνική τους καταγωγή.48 Θεωρεί ότι επρόκειτο για Μακεδόνες, οι οποίοι δεν ήταν ενταγμένοι στο βασίλειο του Περδίκκα, αλλά είχαν τις δικές τους μοναρχίες.49 Δεν νομίζω ότι ήταν αμιγούς μακεδονικής καταγωγής φύλα. Θα πρέπει ενδεχομένως να θεωρήσουμε ότι οι πληθυσμοί αυτών των περιοχών ήταν από εθνολογική άποψη μεικτοί, υπό την έννοια ότι μολοσσικά φύλα αναμείχθηκαν με τους Μακεδόνες, δημιουργώντας ένα «ετερογενές υπόστρωμα».50 Η άποψη της Papazoglou περί μακεδονικής καταγωγής θα ευσταθούσε, αν στην ξεχωριστή τους αναφορά από τον Θουκυδίδη υπήρχε μόνον η διευκρίνιση ότι επρόκειτο για ξύμμαχα φύλα. Ο ιστορικός, όμως, τα χαρακτηρίζει και ως ὑπήκοα, ένδειξη ότι αυτά είχαν υπαχθεί στη μακεδονική κυριαρχία κάποια στιγμή στο πρώτο μισό του πέμπτου αιώνα.51

Ο Hammond ισχυρίζεται ότι ο Θουκυδίδης δεν άφησε τυχαία απροσδιόριστη τη φράση καί ἄλλα ἔθνη ἐπάνωθεν, καθώς θεωρούσε ότι τα υπόλοιπα φύλα της περιοχής δεν ανήκαν στην άμεση εξουσία του Περδίκκα εκείνη την περίοδο,52 επισημαίνοντας παράλληλα και το εδάφιο από το τέταρτο βιβλίο του ιστορικού, στο οποίο αναφέρεται ο Αρραβαίος ως βασιλεύς των Λυγκηστών Μακεδόνων, όμορων του μακεδονικού βασιλείου.53 Σημειώνει ότι οι Ορέστες, οι Πελαγόνες και οι Ελιμιώτες εντάσσονταν από τον Στράβωνα (ο οποίος αντλούσε τις πληροφορίες του από τον Εκαταίο) ξεκάθαρα στα μολοσσικά φύλα,54 δείγμα ότι την εποχή του Εκαταίου αυτά τα φύλα θεωρούνταν «Μολοσσοί»,55 ενώ αργότερα, την εποχή του Θουκυδίδη, κάποια από αυτά (οι Ελιμιώτες και οι Λυγκηστές αλλά όχι και οι Πελαγόνες) χαρακτηρίζονται ως «Μακεδόνες». Η αιτία της αλλαγής για τον Hammond, όπως προαναφέρθηκε, ήταν καθαρά πολιτική, ενώ το εδάφιο του ιστορικού ερμηνεύεται ως αναγνώριση από την πλευρά του Θουκυδίδη των αξιώσεων του μακεδονικού βασιλείου στις περιοχές της Άνω Μακεδονίας, αξιώσεις που δεν έγιναν πραγματικότητα παρά μόνο κατά τον τέταρτο αιώνα.56

O ιστορικός Nicholas Hammond (1907-2001) σε φωτογραφία του 1931.

Δεν μπορούμε να διακρίνουμε με ακρίβεια σε τι συνίστατο η διαφορά μεταξύ πόλεως και ἔθνους κατά τον πέμπτο αιώνα. Θα πρέπει να δεχθούμε ότι δεν επρόκειτο για δύο αντιθετικούς πόλους, αλλά ότι αποτελούσαν διαφορετικά επίπεδα κοινωνικής οργάνωσης.57 Αφενός, χωρίς να αποτελούν πόλεις με την έννοια της πόλεως-κράτους, αυτά τα έθνη της Άνω Μακεδονίας δεν ήταν σε θέση να λειτουργήσουν αυτόνομα στον τομέα των «διεθνών» σχέσεων, τουλάχιστον όσο ήταν ενταγμένα στο μακεδονικό βασίλειο.58 Η φράση του Στράβωνος, πιστεύω ότι απηχεί αυτήν την πραγματικότητα: καί δή καί τά περί Λύγκον καί Πελαγονίαν καί Ὀρεστιάδα καί Ἐλίμειαν τήν ἄνω Μακεδονίαν ἐκάλουν, οἱ δ’ ὕστερον καί ἐλευθέραν·59

Αφετέρου, καθ’ όλη τη διάρκεια της Αρχαϊκής εποχής, «η αίσθηση του ανήκειν σε ένα έθνος, το οποίο κατοικούσε σε μία ευρύτερη περιοχή, ήταν πιο δυνατή από την αντίστοιχη του ανήκειν σε μία συγκεκριμένη κοινότητα καθορισμένη να ξεχωρίζει από τους γείτονές της».60 Τα φύλα της Άνω Μακεδονίας εντάσσονται σε αυτήν την κατηγορία. Υπό αυτήν την έννοια θα μπορούσε να ερμηνευθεί και το ότι εκεί οι κάτοικοί της έφεραν το εθνικό επίθετο του γεωγραφικού συνόλου από το οποίο κατάγονταν και που είχε διαμορφωθεί πριν από την ενσωμάτωση αυτών των περιοχών στο βασίλειο των Αργεαδών.61

Παρόμοια με την εικόνα που συναντούμε στη Μακεδονία ήταν και εκείνη στη γειτονική Ήπειρο. Η πολιτική οργάνωση των εθνών της Άνω Μακεδονίας μπορεί να συγκριθεί άνετα με εκείνη των Μολοσσών, για τους οποίους διαθέτουμε και τα περισσότερα στοιχεία.62 Όπως έχει ήδη επισημανθεί, οι σχετικές μαρτυρίες από τις περιοχές της Άνω Μακεδονίας φανερώνουν την ύπαρξη μιας πολιτικής οργάνωσης βασισμένης στις κώμες, την οποία αναγνωρίζει και ο Θουκυδίδης (1.5.1: πόλεσιν ἀτειχίστοις καί κατά κώμας οἰκουμέναις).63 Αυτό που μένει να διερευνηθεί είναι η σχέση μεταξύ αυτών των οικισμών και των μεγάλων αστικών κέντρων ή της πρωτεύουσας, μέσω μιας εμπειρικής προσέγγισης και μιας ανάλυσης στην οποία δεν θα υπερτερεί (ελλείψει πηγών) η κρίση.64

 

Οι μύθοι καταγωγής

Ένα από τα στοιχεία που αποτελούν κοινό παρονομαστή στα φύλα που κατοικούσαν στην Άνω Μακεδονία είναι οι παραδόσεις σχετικά με την καταγωγή της βασιλικής οικογένειας του κάθε φύλου. Αντιστοιχία υπάρχει όχι μόνον με τους Τημενίδες Μακεδόνες αλλά και με τους Μολοσσούς. Είναι γνωστή η προσπάθεια του Αλέξανδρου Α’ της Μακεδονίας να πείσει τους Ελλανοδίκες στην Ολυμπία για την καταγωγή του από τους Τημενίδες του Άργους, έτσι ώστε να του επιτραπεί να αγωνισθεί (Ηρόδ. 5.22). Επίσης, οι Μολοσσοί ανήγαγαν την καταγωγή τους στον Πύρρο, γιο του Αχιλλέα, ο οποίος είχε βιάσει τη Λάνασσα, εγγονή του Ηρακλή, στη Δωδώνη.65 Έχει υποστηριχθεί ότι η ομοιότητα μεταξύ των δύο παραδόσεων συνεπάγεται ότι αυτές συνδέονταν κατά κάποιον τρόπο μεταξύ τους, δίχως όμως αυτός να προσδιορίζεται.66 Η παρουσία του Ηρακλή στον ιδρυτικό μύθο των Μολοσσών καθώς και το γεγονός ότι είναι ο μυθικός προπάτορας των Μακεδόνων δεν θα πρέπει να θεωρείται τυχαία. Ο I. Malkin, γράφοντας για τους κατοίκους της Ηπείρου, θεωρούσε ότι ο βασιλικός οίκος των Μολοσσών (όπως και οι αντίστοιχοι οίκοι των υπολοίπων Ελλήνων) δεν στόχευε στον εξελληνισμό των «εθνικών» ριζών των λαών τους αλλά στην αναγωγή της καταγωγής τους σε κάποιον ήρωα, γεγονός σύνηθες στην Ελλάδα της Αρχαϊκής εποχής.67 Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι οι Μολοσσοί -με παρόμοιο τρόπο- υιοθέτησαν την ηρωική τους καταγωγή και τα συμπεριέλαβαν ως αποφασιστικό κριτήριο για την ταυτότητά τους, όταν θεώρησαν τον Νεοπτόλεμο, τον γιο του Αχιλλέα, ως τον μυθικό τους προπάτορα.68

Αυτό το οποίο θα μπορούσε να υποστηριχθεί με βεβαιότητα είναι ότι και η μοναδική ομοιότητα αφορά στην επιθυμία των βασιλικών οίκων για αναγνώριση της ελληνικότητάς τους. Για την Άνω Μακεδονία αντίστοιχοι μύθοι υπάρχουν, όπως είδαμε, για τους Ορέστες, τους Λυγκηστές, τους Ελιμιώτες και τους Πελαγόνες. Μολονότι οι μύθοι αυτοί δεν συνδέονται ρητά σε όλες τις περιπτώσεις με τις βασιλικές οικογένειες αυτών των φύλων, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι η κατάσταση θα ήταν όμοια, δεδομένων των ομοιοτήτων στις φυλετικές δομές τους. Όλοι οι παραπάνω βασιλικοί οίκοι χρησιμοποιούσαν αυτούς τους μύθους ως «πολιτιστικά διαβατήρια» της ελληνικότητάς τους.69 Αν δεχθούμε ότι αυτά τα φύλα δεν υπολογίζονταν ως ελληνικά από τους Έλληνες της νότιας Ελλάδας, τότε αυτή η ενέργεια είναι απόλυτα κατανοητή από την πλευρά των βασιλικών οικογενειών: προσπαθούσαν να συμπεριληφθούν στον ελληνικό κόσμο, επομένως η χρήση του μύθου για τη δόμηση μιας συλλογικής συνείδησης ήταν σχεδόν επιβεβλημένη. Αυτοί οι μύθοι χρησιμοποιήθηκαν επίσης και για την πολιτισμική και “εθνική” διαμεσολάβηση μεταξύ Ελλήνων και ντόπιων και συνέβαλαν τελικά στην δημιουργία της συλλογικής ταυτότητας των γηγενών λαών και την αυτοπρόσληψή τους.70

Ωστόσο, όλες αυτές οι παραδόσεις υιοθετούνται άκριτα από τον Εκαταίο (πηγή για τον Στράβωνα αλλά και τον Στέφανο) και τον Ηρόδοτο, γεγονός που υποδηλώνει ότι ήταν ήδη διαδεδομένες στα τέλη του έκτου αιώνα π.Χ. Επίσης, δεν θα ήταν δυνατή η επιβίωση (ή η κατασκευή) αυτών των παραδόσεων δίχως την ύπαρξη ορισμένων πραγματικών ιστορικών στοιχείων. Μολονότι δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πότε ακριβώς έγινε αυτή η διεύρυνση του όρου Ἕλλην ώστε να συμπεριλάβει και όσους κατοικούσαν στις εν λόγω περιοχές,71 θα πρέπει να θεωρήσουμε ως βέβαιο ότι ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης της εποχής θα θεωρούσε τους βασιλικούς οίκους αυτών των φύλων ως ελληνικούς.72 Σύμφωνα με τις γενεαλογίες, ο Δευκαλίων και η Πύρρα τοποθετούνται να κατοικούν στους πρόποδες της Όσσας και του Ολύμπου, ένα γεωγραφικό σημείο από το οποίο ξεκινά η «εθνογένεση»73 όλων των Ελλήνων. Η γεωγραφική διεύρυνση της περιπλάνησης των Ηρακλειδών από τον Ηρόδοτο (Ι.56.2-3) στα βόρεια του Ολύμπου δεν είναι συμπτωματική. Οι απόγονοι του Ηρακλή (σημειωτέον, μυθικού προπάτορα των Μακεδόνων) εγκαταλείπουν την Πελοπόννησο και βρίσκουν καταφύγιο αρχικά (επί Δευκαλίωνος) στη Φθιώτιδα, στη συνέχεια -επί Δώρου, γιου του Έλληνος (!)- στους πρόποδες της Όσσας και του Ολύμπου. Από εκεί, διωγμένοι από τους Καδμείους, καταφεύγουν στην Πίνδο, όπου ονομάζονται Μακεδνόν έθνος, για να καταλήξουν μέσω της Δρυοπίδας στην Πελοπόννησο. Στους Έλληνες συμπεριλαμβάνονται φυσικά όχι μόνον τα φύλα της νότιας Ελλάδας αλλά και εκείνα της Άνω Μακεδονίας, όπως επίσης οι Μολοσσοί και οι Αργεάδες Μακεδόνες, καθώς όλες αυτές οι παραδόσεις εξαπλώνονται σε ένα εξαιρετικά μεγάλο γεωγραφικό εύρος της βόρειας πλευράς της ελληνικής χερσονήσου, από τα παράλια του Ιονίου ως τον Θερμαϊκό κόλπο.

Αρχαιολογικά ευρήματα στο Καστρί Γρεβενών.

Την προφορική παράδοση έρχονται να ενισχύσουν τα αρχαιολογικά κατάλοιπα. Πρόσφατες ανασκαφές στις περιοχές της Άνω Μακεδονίας καταδεικνύουν την ύπαρξη πόλεων (αστικών κέντρων), με ιερά, μεγαλεπήβολα κτίρια και γενικότερα στοιχεία τα οποία παραπέμπουν σε μια αναθεώρηση της άποψης ότι η Μακεδονία αποτελούσε μία περιοχή ξένη προς τον ελληνικό κόσμο. Αντίθετα, όλα φαίνεται να ενισχύουν την πεποίθηση ότι η Μακεδονία αποτελούσε την εσωτερική περιφέρεια του ελληνικού κόσμου. Τα πρόσφατα αρχαιολογικά δεδομένα καταδεικνύουν ισχυρές επαφές με τα μυκηναϊκά κέντρα, τουλάχιστον από την Ύστερη Εποχή Χαλκού, αν όχι νωρίτερα.74 Στην περιοχή του Ολύμπου και της Πιερίας αποκαλύφθηκαν σαφή δείγματα μυκηναϊκής παρουσίας, όπως και στην κοιλάδα του Αλιάκμονα.75 Επιπλέον, και οι αναφορές του Θουκυδίδη για την ενεργό συμμετοχή Αθηναίων και Σπαρτιατών κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου στην περιοχή, ενισχύουν τη θέση αυτή. Μολονότι ο ιστορικός δεν παρουσιάζει αναλυτικά το πολιτειακό καθεστώς των φύλων αυτών εντάσσοντάς τα στους Μακεδόνες, δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε άστοχη την άποψη που διατυπώθηκε ότι τους θεωρούσε τμήμα του μακεδονικού βασιλείου.

Όσον αφορά στην ομοιογένεια που εμφάνιζαν τα φύλα που κατοικούσαν εκεί, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί τυχαία η αναφορά του Στράβωνος ότι η όλη περιοχή θεωρούνταν Μακεδονία, εξαιτίας των ομοιοτήτων στη γλώσσα, την ενδυμασία και την κουρά (7.7.8: ἔνιοι δέ καί σύμπασαν τήν μέχρι Κορκύρας Μακεδονίαν προσαγορεύουσιν, αἰτιολογοῦντες ἅμα ὅτι καί κουρᾷ καί διαλέκτῳ καί χλαμύδι καί ἄλλοις τοιούτοις χρῶνται παραπλησίως). Επίσης, οι βασιλικοί οίκοι των Αργεαδών και των Μολοσσών ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου επί Φιλίππου Β’. Αυτό βέβαια συνέβαινε και με άλλους οίκους για πολιτικούς λόγους, ωστόσο η εν λόγω ένωση θα πρέπει να είχε μία ιδιαίτερη σημασία.

*

Η κατασκευή / επινόηση των παραπάνω ιδρυτικών μύθων τοποθετείται, όπως είδαμε, στον έβδομο αιώνα. Ωστόσο, ως και την υπαγωγή αυτών των περιοχών στο βασίλειο της Μακεδονίας από τον Φίλιππο Β’, αυτοί χρησιμοποιούνται ευρέως. Τι αναγκάζει τη διατήρησή τους ως τα μέσα του τέταρτου αιώνα; Ίσως το γεγονός ότι η περιοχή της Άνω Μακεδονίας συγκεντρώνει χαρακτηριστικά στοιχεία ενός ενδιάμεσου, αν όχι βαρβαρικού τόπου. Άξιο λόγου, ωστόσο, είναι ένα εδάφιο που απαντά στον Θεόπομπο, σύμφωνα με το οποίο ἐν † Λυγκήστωι φησί πηγήν εἶναι, τῆι μέν γεύσει ὀξίζουσαν, τούς δέ πίνοντας μεθύσκεσθαι ὡς ἀπό οἴνου.76 Είναι, κατά τη γνώμη μας, ενδεικτικό της πρόσληψης αυτών των περιοχών από τους νότιους Έλληνες. Συνήθως, παρόμοιες απόψεις παραπέμπουν σε αποτυπώσεις του βαρβαρικού στοιχείου, καθώς οι κάτοικοι αυτών των περιοχών εντάσσονταν σε ένα πλαίσιο διαφορετικό από εκείνο της Νότιας Ελλάδας. Δεν ήταν βάρβαροι, με την έννοια της πλήρους πολωτικής αντίθεσης μεταξύ αυτών και των Ελλήνων, αλλά ήταν τμήμα του ημιεξωτικού Άλλου.

Ακόμη και ο Θουκυδίδης προσπάθησε να καθορίσει τον πολιτιστικό προσδιορισμό της ελληνικότητας, αλλά με διαφορετικούς όρους από τον Ηρόδοτο. Η πολιτιστική πρόσληψη της ελληνικής ταυτότητας από τον τελευταίο λειτουργούσε πάνω σε μία αδιαμφισβήτητη βάση αποδοχής/αποκλεισμού. Αντίθετα, ο Θουκυδίδης θεωρούσε τους Έλληνες (δηλ. τους Αθηναίους) και τους βαρβάρους ως πολωτικά αντίθετους. Σε ένα εδάφιό του, όπου γίνεται αναφορά στους Ευρυτάνες, που αποτελούσαν ένα μεγάλο τμήμα του αιτωλικού ἔθνους, αφήνονται μέσω της διήγησης να διαφανούν οι ευρύτερες αθηναϊκές προκαταλήψεις απέναντι στους κατοίκους της κεντρικής και βόρειας Ελλαδικής χερσονήσου ως σύνολο. Το σχόλιο του Θουκυδίδη ότι οι Ευρυτάνες «μιλούσαν μία τελείως άγνωστη γλώσσα και κατανάλωναν ωμό κρέας» τονίζει εμφατικά τα γλωσσικά και πολιτισμικά κριτήρια της διαφοροποίησης ανάμεσα στους Έλληνες και τους Ευρυτάνες «άλλους».77 Ο Θουκυδίδης διακήρυξε στην Αρχαιολογία του ότι, κατά τη γνώμη του, «οι αρχαίοι Έλληνες ζούσαν έτσι όπως ζουν οι σημερινοί βάρβαροι»,78 άποψη που υπονοεί ότι οι σύγχρονοί του Έλληνες ήταν κατά τεκμήριο ανώτεροι από τους βαρβάρους και ότι ήταν αδύνατο για τους τελευταίους να φτάσουν το ελληνικό επίπεδο διαβίωσης. Άρα, ένας βασικός σκοπός της Αρχαιολογίας ήταν να «δείξει τη βαθμίδα της πολιτιστικής προόδου στην οποία είχαν φτάσει ορισμένα τουλάχιστον μέρη της Ελλάδος το 431 και, ως εκ τούτου, να προβάλει έντονα την ηθική εξαχρείωση που είχε επιφέρει ο πόλεμος στον ελληνικό κόσμο».79 Γίνεται αντιληπτή η ύπαρξη μιας διπολικότητας στην εισαγωγή του, η οποία απουσιάζει από το υπόλοιπο έργο του. Αλλά αυτή η διπολικότητα δεν είναι μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων (με τους οποίους, σημειωτέον, δεν ασχολείται καθόλου στη συγγραφή του). Από τη στιγμή που ονομάζει ως πολιτιστικά καθυστερημένους τους Λοκρούς, τους Ακαρνάνες και τους Αιτωλούς, πρόκειται ουσιαστικά για μία αντίθεση ανάμεσα σε εκείνους που είχαν φτάσει στο αθηναϊκό πολιτιστικό επίπεδο και σε όλους τους υπολοίπους.

Αρχαία Έδεσσα.

Αυτή η διαπίστωση μας οδήγησε στο συμπέρασμα ότι ο Θουκυδίδης επηρεαζόταν από συγκεκριμένες παραμέτρους. Καταρχάς, από την λεγόμενη «οπτική του αποικιστού», μέσω της οποίας οι συμπολίτες του Αθηναίοι, όπως και άλλοι Έλληνες της Νότιας Ελλάδας, αντιμετώπιζαν τους κατοίκους όλων των υπολοίπων περιοχών, από την Αιτωλία ως τα παράλια του βορείου Αιγαίου. Οι ελληνικές αποικίες στις ακτές της Πιερίας και της Χαλκιδικής θα πρέπει να συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας αντίληψης ότι αυτές οι περιοχές κατοικούνταν από βαρβάρους. Όπως χαρακτηριστικά συμβαίνει στις αποικιακές κοινωνίες, οι εγχώριοι που κατοικούν στις νεοανακαλυφθείσες περιοχές προσλαμβάνονται από τους αποίκους ως «άλλοι», με τους οποίους έπρεπε είτε να συνεργαστούν (μέσω εμπορικών συναλλαγών, για παράδειγμα), είτε να εμπλακούν σε διαμάχες, ίσως και πόλεμο. Επομένως, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η αποικιακή εμπειρία των Ελλήνων έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στην αποκρυστάλλωση τόσο της συνολικής όσο και της αντιθετικής αίσθησης της ελληνικότητας. Σε αυτήν τη διαδικασία, οι γηγενείς εθνικές ομάδες είχαν μία αντιθετική χροιά.80 Επιπρόσθετα, συγκεκριμένα στοιχεία αυτών των γηγενών πληθυσμών πρέπει να είχαν συμβάλει στην ανάπτυξη της εικόνας του βαρβαρικού: όλα αυτά τα έθνη είχαν βεβαίως τον δικό τους υλικό πολιτισμό, τη δική τους γλώσσα, θρησκεία καθώς και άλλα έθιμα.81 Η δεύτερη παράμετρος, που θα μπορούσε σαφώς να έχει επηρεάσει λ.χ. τον Θουκυδίδη ως προς τις αναφορές του στους λαούς της περιοχής, ήταν η ύπαρξη της πόλεως-κράτους. Η βάση της σκέψης του ήταν εκείνη της πόλεως με τον διαφορετικό πολιτισμό και τον τρόπο ζωής αλλά και τους διαφορετικούς θεσμούς. Αν στα παραπάνω προστεθούν και οι διενέξεις μεταξύ των φύλων της Άνω Μακεδονίας με τους Μακεδόνες,82 τότε η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο ρευστή για έναν εξωτερικό παρατηρητή.

Επομένως, η κατασκευή και χρήση των ιδρυτικών μύθων από τα φύλα της Άνω Μακεδονίας εξυπηρετούσε και αυτήν την ανάγκη: τη διασκέδαση οποιωνδήποτε υπονοιών περί μη ελληνικότητάς τους. Παράλληλα, λειτουργούσαν ενωτικά και στο εσωτερικό τους, καθιστώντας τα συμπαγή και με μία ισχυρή ελληνική αυτοσυνείδηση. Άλλωστε, επρόκειτο για μικρές περιοχές, όπου όλοι σχεδόν γνωρίζονταν μεταξύ τους και όπου ο όρος περιφερειακός σήμαινε σχεδόν τοπικός. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ταυτότητα βασίζεται στην καθημερινή εμπειρία, σε ό,τι αφορά αυτό που γίνεται κατανοητό ως “κοινά συμφέροντα” ή “το κοινό μας παρελθόν”.

 

Ο Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας
του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Xydopoulos, 2007, 1-22.

2. Barth 1969, 9.

3. Wilson-Donnan 1998, 3.

4. Για τα γεωγραφικά όρια της Μακεδονίας, βλ. Ριζάκης-Τουράτσογλου 1985, 11 και σημ. 1.

5. Ηρόδοτ. 7.173.4: δοκέειν δέ μοι, ἀρρωδίη ἦν τό πεῖθον, ὡς ἐπύθοντο καί ἄλλην ἐοῦσαν ἐσβολήν ἐς Θεσσαλούς κατά τήν ἄνω Μακεδονίην διά Περραιβῶν κατά Γόννον πόλιν, τῇ περ δή καί ἐσέβαλε ἡ στρατιή ἡ Ξέρξεω και 8.137: τοῦ δέ Ἀλεξάνδρου τούτου ἕβδομος γενέτωρ Περδίκκης ἐστί ὁ κτησάμενος τῶν Μακεδόνων τήν τυραννίδα τρόπῳ τοιῷδε. ἐξ Ἄργεος ἔφυγον ἐς Ἰλλυριούς τῶν Τημένου ἀπογόνων τρεῖς ἀδελφεοί, Γαυάνης τε καί Ἀέροπος καί Περδίκκης, ἐκ δέ Ἰλλυριῶν ὑπερβαλόντες ἐς τήν ἄνω Μακεδονίην ἀπίκοντο ἐς Λεβαίην πόλιν. Βλ και Θουκ. 2.99.1 κεξ.: ξυνηθροίζοντο ον ν τΔοβήρκαί παρεσκευάζοντο, πως κατά κορυφήν σβαλοσιν ς τήν κάτω Μακεδονίαν, ς Περδίκκας ρχεντν γάρ Μακεδόνων εσί καί Λυγκησταί καί Ἐλιμιται καί ἄλλα θνη πάνωθεν, ξύμμαχα μέν στι τούτοις καί πήκοαβασιλείας δχει καθ’ ατά. Βλ. Classen-Steup 19145, 190. Gomme 1956, 247Kleinknecht 1966, 134-146. Hammond 1967, 422 και 1979, 28. Zahrnt 1984, 341. Hornblower 1991, 374-375.

6. Με την εξαίρεση της Τυμφαίας, ακολουθώ τον χωρισμό του Hatzopoulos 1996, 77-104. Ο Zahrnt 1984, 346 επισημαίνει τη δυσκολία προσδιορισμού των ορίων της Άνω Μακεδονίας, ενώ οι Ριζάκης-Τουράτσογλου 1985, 11, δεν συμπεριλαμβάνουν σε αυτήν τη Δερρίοπο. Πιστεύω ότι δεν θα πρέπει να συμπεριλάβουμε την Τυμφαία στις μακεδονικές περιοχές (ενν. πριν την προσάρτησή της στο μακεδονικό βασίλειο από τον Φίλιππο Β’), ακολουθώντας τον Στράβωνα, όπως υποστήριξε και η Papazoglou (1988, 229-234), αλλά σε εκείνες που ανήκαν στο βασίλειο των Μολοσσών. Οι Τυμφαίοι συμπεριλήφθηκαν στο μακεδονικό βασίλειο μετά το 350, αποτελώντας έκτοτε αναπόσπαστο τμήμα του, επομένως δεν συγκαταλέγονταν στα έθνη για τα οποία κάνει λόγο ο ΘουκυδίδηςΗ Papazoglou εξαιρεί τη Δασαρρήτιδα από την Άνω Μακεδονία, με το επιχείρημα ότι οι Δασσαρέτες ήταν ένα ιλλυρικό φύλο, το οποίο βρισκόταν στο εθνικό και πολιτικό όριο ανάμεσα στους Ιλλυριούς και τους Μακεδόνες (Papazoglou 1988, 227-228). Αντίθετα, η Καραμήτρου-Μεντεσίδη 1999, 73 κεξ., συμπεριλαμβάνει τη Δασσαρήτιδα.

7. Όπως δέχεται η Papazoglou 1988, 276.  Για την αντίθετη άποψη, ότι δηλ. τα επιμέρους βασίλεια της Άνω Μακεδονίας (και ειδικά η Ορεστίδα) δεν ενσωματώθηκαν ποτέ πλήρως στο μακεδονικό βασίλειο, βλ. Bosworth 1971, 105.

8. Hatzopoulos 2003, 55 και σημ. 30.

9. Καραμήτρου-Μεντεσίδη 2008, 7.

10. Καραμήτρου-Μεντεσίδη 1990, 75-92 ib., 2008.

11. Hammond 1967, 447 κεξ. Για τον Εκαταίο, βλ. πρκ. σημ. Στράβων 7.7.8: πειρται δ’ εἰσί καί Ἀμφίλοχοι καί οἱ ὑπερκείμενοι καί συνάπτοντες τος λλυρικος ρεσι, τραχεαν οκοντες χώραν, Μολοττοί τε καί Ἀθαμνες καΑθικες καί Τυμφαοι καί Ὀρέσται Παρωραοί τε καί τιντνες, οἱ μέν πλησιάζοντες τος Μακεδόσι μλλον οδέ τῷ Ἰονίῳ κόλπ.

12. Στράβων 9.5.11: διά γάρ τήν πιφάνειάν τε καί τήν πικράτειαν τν Θετταλν καί τν Μακεδόνων οπλησιάζοντες ατος μάλιστα τν πειρωτν, ομέν κόντες οδ’ κοντες, μέρη καθίσταντο Θετταλν Μακεδόνων, καθάπερ θαμνες καί Αθικες καί Τάλαρες Θετταλν, ρέσται δέ καί Πελαγόνες καί Ἐλιμιται Μακεδόνων.

13. Hammond 1972, 310.

14. Zahrnt 1984, 345.

15. Θουκ. 2.80.6: Μολοσσούς δέ ἦγε καί τιντνας Σαβύλινθος πίτροπος ν Θάρυπος τοβασιλέως τι παιδός ντοςκαί Παραυαίους ροιδος βασιλεύων. ρέσται δέ χίλιοι, ν βασίλευεν ντίοχος, μετά Παραυαίων ξυνεστρατεύοντο ροίδῳἈντιόχου πιτρέψαντος. Ο Αντίοχος απαντά επίσης και στη συνθήκη μεταξύ Περδίκκα Β’ και Αθήνας (IG I3, 89, στ. 69). Το γεγονός ότι οι βασιλείς των Ορεστών, Λυγκηστών και πιθανότατα των Ελιμιωτών αναφέρονται ως σύμμαχοι του Περδίκκα επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του Θουκυδίδη, περί ξυμμάχων καί ὑποτελῶν. Δεν θα πρέπει να θεωρούμε απίθανο το ότι ο αναφερόμενος στην ίδια επιγραφή Δέρδας, είναι ο ηγέτης της Ελίμειας (Θουκ. 1.57.3, 59.2), άποψη που έχουν διατυπώσει ήδη οι Geyer 1930, 78 και Hammond 1979, 18 και αφήνει ανοιχτή ως πιθανότητα ο Zahrnt 1984, 341, σημ. 53. Η επιγραφή χρονολογείται από τον Hammond 1979, 134 κεξ. γύρω στα 415 π.Χ. Ο Hatzopoulos 1986, 285 και σημ. 29 παραθέτει τη σχετική βιβλιογραφία Ο Μάλλιος 2011, 176-177, πιθανολογεί συμμαχία του Περδίκκα Β’ με τον Αντίοχο, προκειμένου να αντιμετωπίσει τους «φυγόκεντρους» Ελιμιώτες και Λυγκηστές, κάτι που προφανώς -κρίνοντας από την παραπάνω επιγραφή- στέφθηκε από επιτυχία.

16. Ο Hammond 1972, 439, σημειώνει ότι ο Στράβων τους αναφέρει ως ηπειρωτικά φύλα, χρησιμοποιώντας προφανώς έναν όρο που είχε εισαγάγει ο Έφορος.

17. Πολύβ. 18.47.6. Ο Walbank 1967, 616, απλά αναφέρει για τους Ορέστες ότι σύμφωνα με τον Στράβωνα (7.323.326) και τον Θουκ.(2.80.6) ήταν ηπειρωτικά φύλα, ενώ ο Εκαταίος τους αναφέρει ως Μολοσσούς (FGrHist 1, F 107). Ωστόσο, ήδη στον τέταρτο αιώνα οι Ορέστες είχαν συμπεριληφθεί στη Μακεδονία, δεδομένου ότι αποτελούν μια από τις έξι τάξεις στα Γαυγάμηλα, υπό την ηγεσία του Περδίκκα (Διόδ. 17.5.2). Βλ. Schmidt 1939, 960-965. Δεν θεωρώ ότι έχει δίκιο η Καραμήτρου-Μεντεσίδη 1999, 96, η οποία επιχειρηματολογεί υπέρ της μακεδονικής τoυς προέλευσης. Το ότι ονομάζονται Μακεδόνες στις πηγές σχετίζεται με το ότι είχαν υπαχθεί στο μακεδονικό βασίλειο. Βλ. και Zahrnt 1984, 353, ο οποίος θεωρεί ότι οι Ορέστες, όπως και τα άλλα ἔθνη ἐπάνωθεν «ανήκαν στους Μακεδόνες», εννοώντας την πολιτική τους ταυτότητα.

18. Ο Hammond 1972, 439 σημειώνει την αλλαγή στις αναφορές των Ορεστών, των Πελαγόνων και των Ελιμιωτών ως Μολοσσσών από τον Εκαταίο και ως «Μακεδόνων» την εποχή του Θουκυδίδη, την οποία βασίζει σε πολιτικούς λόγους (την προσάρτησή τους, δηλ. στο μακεδονικό βασίλειο). Στην κατεύθυνση αυτή κλίνει και ο Hornblower 1991, 363, ο οποίος θεωρεί ότι κατά τον πέμπτο αιώνα η Ορεστίδα λογιζόταν ως τμήμα της Ηπείρου, ακολουθώντας το απόσπασμα του Θουκυδίδη (2.80.6).

19. Η αναφορά στον Hammond 1972, 111.

20. Στράβων 7.7.8: λέγεται δέ τήν ρεστιάδα κατασχεν ποτε ρέστης φεύγων τόν τς μητρός φόνον καί καταλιπεν πώνυμον αυτοτήν χώραν κτίσαι, δέ καί πόλιν, καλεσθαι δ’ αὐτήν ργος ρεστικόνΟ Hatzopoulos 2004, 796, την συμπεριλαμβάνει στους προελληνιστικούς οικισμούς, οι οποίοι μαρτυρούνται ως πόλεις.

21. Hammond 1972, 311.

22. Όπως ισχυρίζεται ο Hammond 1979, 44-45. Βλ. για την αντίθετη άποψη, Μάλλιος 2011, 173.

23. Μάλλιος 2011, 169.

24. Malkin 1998, 141.

25. Ο Μάλλιος 2011, 174 κεξ, θεωρεί ότι ο Ορέστης ως μυθικός προπάτορας των Ορεστών αντιπαραβάλλεται προς τον Νεοπτόλεμο, γιο του Αχιλλέα και ιδρυτή του κράτους των Μολοσσών.

26. Στέφ. Βυζ. σ. 266, στ. 13: <Ἐλιμία,πόλις Μακεδονίας, Στράβων ἑβδόμῳ. ἀπό Ἐλύμου τοῦ ἥρωος ἢ ἀπό Ἑλένου ἢ ἀπό Ἐλύμα τοῦ Τυρρηνῶν βασιλέως. τό ἐθνικόν Ἐλιμιώτης.

27. Η εν λόγω πόλη δεν αναφέρεται καν στον συνολικό κατάλογο των πόλεων της Μακεδονίας από τον Hatzopoulos, 2004 (βλ. Hansen–Nielsen 2004, 794-809).

28. Για την παρουσία των Τρώων στο έπος και την τραγωδία, βλ. γενικά την E. Hall 1989. Πρβλ. και J. Hall 1997, 46
και ib. 2007, 346-350.

29.  Αυτό ισχυρίζεται η Papazoglou ότι προκύπτει από το ψήφισμα των Δελφών, η οποία το χρονολογεί στο 222 π.Χ. Βλ. FD III 4, 417, III, 1  κεξ (εκεί δίνεται η χρονολόγηση 257/6 π.Χ.): θεοί· | Δελφοί ἔδωκαν Φιλάρχωι Ἑλλανίωνος Μακεδόνι Ἐ[λ]ειμιώτ[ηι] | ἐκ Πυθείου αὐτῶι καί ἐκγόνοις προξενίαν, προμαντείαν προεδρί|αν προδικίαν, ἀσυλίαν, ἀτέλειαν πάντων καί τἆλλα ὅσα καί τοῖς ἄλ|λοις προξένοις καί εὐεργέταιςΤο Πύθ(ε)ιο απουσιάζει επίσης στον Hatzopoulos 2004 (βλ. Hansen–Nielsen 2004, 794-809).

30. Hatzopoulos 1996, 89.

31. Θουκ. 1.57 και 59.

32. Βλ. πρπ., σημ. 15.

33. Θουκ. 4.124.4.

34. Θουκ. 4.79.2, 4.83, 4.124 κεξ.

35. IG I3, 89, στ. 55 -χρονολογημένη στη διάρκεια του Αρχιδάμειου Πολέμου.

36. Πτολεμ. 3.12.30: Λυγκηστίδος ράκλεια.

37. Hammond 1972, 103.

38. Στράβων 7.7.8: οδέ Λυγκσται π‘ ρραβαίῳ ἐγένοντο τοῦ Βακχιαδν γένους ντι·

39. Malkin 1998, 136.

40. Ο Malkin 1998, 136 και σημ. 83, τους χαρακτηρίζει ως Ηπειρώτες (παραπέμποντας στον Hammond 1967, 439).

41. Ομήρου, Ιλιάδος Φ, 141.

42. Μάλλιος 2011, 204.

43. Papazoglou 1988, 276.

44. IG II/III2, 190.

45. IG II/III2, 110.

46. Papazoglou 1988, 278-279.

47. Hatzopoulos 1996, 91

48. Papazoglou 1988, 228.

49. Papazoglou 1988, 232.

50. Papazoglou 1988, σ. 227. 

51. Ο Hammond 1972, 439, ισχυρίζεται ότι αυτό συνέβη κάποια στιγμή μετά το 500 π.Χ., και θα μπορούσε να τοποθετηθεί πιθανότατα στην εποχή του Αλεξάνδρου Α’, καθώς ο Θουκυδίδης αναφέρει μόνον αυτόν ανάμεσα στους επτά διαδόχους του Περδίκκα Α’. Ο Hammond 1989, 51, σημ. 4, σημειώνει ότι μεταφράζει τον όρο ξύμμαχα ως «υπόχρεους να πολεμούν μαζί με τους Μακεδόνες», καθώς η κυριολεκτική σημασία του δεν συμβαδίζει νοηματικά με τον όρο ὑπήκοα. Βασίζει τη μετάφρασή του στο εδάφιο 2.100.5, όπου οι Μακεδόνες αναζήτησαν ιππείς από τους συμμάχους στο εσωτερικό.

52. Hammond 1972, 436. Λίγο πιο κάτω (439), ο Hammond σημειώνει: «Το 429 π.Χ. η Μακεδονία ήταν περιορισμένη επειδή οι Λυγκηστές, οι Ελιμιώτες και τα άλλα φύλα είχαν τις δικές τους μοναρχίες και συμπεριφέρονταν κατά καιρούς ανεξάρτητα, όπως στην περίπτωση των Λυγκηστών».

53. Θουκ. 4.83.1: Περδίκκας δέ Βρασίδαν καί τήν στρατιάν εθύς λαβών μετά τς αυτοδυνάμεως στρατεύει πί ρραβαον τόν ΒρομεροΛυγκηστν Μακεδόνων βασιλέα μορον ντα, διαφορς τε ατοσης καί βουλόμενος καταστρέψασθαι.

54. Στράβων, Γεωγραφικά, 7.7.8: Ἠπειρῶται δ’ εἰσί καί Ἀμφίλοχοι καί οἱ ὑπερκείμενοι καί συνάπτοντες τοῖς Ἰλλυρικοῖς ὄρεσι, τραχεῖαν οἰκοῦντες χώραν, Μολοττοί τε καί Ἀθαμᾶνες καί Αἴθικες καί Τυμφαῖοι καί Ὀρέσται Παρωραῖοί τε καί Ἀτιντᾶνες, οἱ μέν πλησιάζοντες τοῖς Μακεδόσι μᾶλλον οἱ δέ τῷ Ἰονίῳ κόλπῳ (…). πρός δέ τούτοις Λυγκῆσταί τε καί ἡ Δευρίοπος καί ἡ τρίπολις Πελαγονία καί Ἐορδοί καί Ἐλίμεια καὶ Ἐράτυρα.

55. Εκαταίος, FGrHist 1, 107: ρέσται. Μολοσσικόν θνος.

56. Hammond 1972, 439. Ο Hornblower 1991, 374-375, αφού σημειώνει ότι είναι παράξενο ότι ο Θουκυδίδης, ο οποίος και στο 2.99.2 και στο 4.83 είναι ξεκάθαρος ότι αυτοί οι βασιλείς της Άνω Μακεδονίας ήταν ανεξάρτητοι, τους αποκαλεί παρόλα αυτά “Μακεδόνες””, συντάσσεται με την άποψη του Hammond.

57. Archibald 2000, 214.

58. Hatzopoulos 1996, 81.

59. Στράβων 7.7.8.

60. Osborne 1996, 286.

61. Hatzopoulos 1996, 81. Kalléris 1988, 597.

62. Hatzopoulos 1996, 104.

63. Hatzopoulos 1996, 101.

64. Archibald 2000, 214-215.

65. Η όλη ιστορία στον Ιουστίνο, 17.3.1-22.

66. Davies 2000, 242.

67. Malkin 1998, 135.

68. Malkin 1998, 136.

69. Davies 2000, 242.

70. Malkin 1998 1 κεξ . Antonaccio 2001, 122 κεξ.

71. Όπως υποστήριξε σωστά ο Heuß 1962, 108, οι απαρχές αυτής της διεύρυνσης του όρου Ἕλλην θα πρέπει να τοποθετηθούν στο δεύτερο μισό του έβδομου αιώνα π.Χ. 

72. Για τους Αργεάδες, βλ. Ξυδόπουλος 20062, 54 και σημ. 87. Δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε αυτήν την αποδοχή αντίστοιχη με εκείνη που εννοεί ο S. Hornblower , σε ένα πρόσφατο άρθρο του, σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες άποικοι κατά τον όγδοο αιώνα, “επανακατηγοριοποιούσαν ως Έλληνες τους λαούς που έβρισκαν εκεί” (Hornblower 2008, 39).

73. Ο όρος απαντά στον Ulf 1996, 269-270.

74. Για την μυκηναϊκή παρουσία στην Μακεδονία βλ. Tiverios 2008, σ. 11  και σημ. 55, όπου και η σχετική πρόσφατη βιβλιογραφία.

75. Για την παρουσία Μυκηναίων στην κοιλάδα του Αλιάκμονα βλ. Karamitrou-Mentessidi 2007. Για τις ανασκαφές στην Πιερία και τον Όλυμπο βλ. Tiverios 2008, σ. 19 και σημ. 84-85.

76.  FGrHist 115, F 278d.

77. Θουκ. 3.94.5.

78. Θουκ. 1.6.6.

79. Cartledge 1993 [2002], 84.

80. Antonaccio 2001, 120-121.

81.  Antonaccio 2001, 121.

82.  Για την σχέση ανάμεσα στην Μακεδονία των Τημενιδών και την Άνω Μακεδονία βλ. ενδεικτικά Hammond 1978, 14 κεξ. Επίσης βλ. Zahrnt 1984, 341 κεξ.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Antonaccio 2001 C. Antonaccio, ‘Ethnicity and Colonization’, Irad Malkin (εκδ.), Ancient Perceptions of Greek Ethnicity, Cambridge, Massachusetts and London, 2001, 112-157.
Archibald 2000 Z.H. Archibald, “Space, Hierarchy, and Community in Archaic and Classical Macedonia, Thessaly, and Thrace”, στο R. Brock and S. Hodkinson (εκδ.), Alternatives To Athens. Varieties of Political Organization and Community in Ancient Greece, Oxford 2000, 212-233.

 

Barth 1969

 

F. Barth, “Introduction”, in F. Barth (εκδ.), Ethnic Groups and Boundaries. The Social organization of Culture Difference, Boston 1969.

 

Bosworth 1971

 

A.B. Bosworth, “Philip II and Upper Macedonia”, The Classical Quarterly 21 (1971), 93-105.

 

Cartledge 1993 [2002] P. Cartledge, The Greeks: A Portrait of Self and Others. Cambridge: Cambridge University Press, 1993 (ελλ. μτφ. 2002).
Classen-Steup 19145

 

J. Classen – J. Steup, Thukydides, II, Berlin 19145.

 

Davies 2000

 

J.K. Davies, “A Wholly Non-Aristotelian Universe” στο R. Brock and S. Hodkinson (εκδ.), Alternatives To Athens. Varieties of Political Organization and Community in Ancient Greece, Oxford 2000, 234-258.

 

Geyer 1930

 

F. Geyer, Makedonien bis zur Thronbesteigung Philipps II. [HZ 19], München 1930.

 

Gomme 1956

 

A.W. Gomme, A Historical Commentary on Thucydides, vol. II, Books II-III, Oxford, 1956.

 

E. Hall 1989

 

E. Hall, Inventing the Barbarian. Greek Self-definition through Tragedy, Oxford, 1989.

 

J. Hall 1997 J.M. Hall, Ethnic Identity in Greek Antiquity, Cambridge, 1997.
J. Hall 2002

 

J.M. Hall, Hellenicity: Between Ethnicity and Culture, Chicago, 2002.

 

Hammond 1967

 

N.G.L. Hammond, Epirus, Oxford 1967.

 

Hammond 1972

 

N.G.L. Hammond, A History of Macedonia I. Historical Geography and Prehistory,
Oxford 1972.
Hammond 1979

 

N.G.L. Hammond – G.T. Griffith, A History of Macedonia, II, Oxford, 1979.

 

Hammond 1989

 

N.G.L. Hammond, The Macedonian State, Oxford 1989.

 

Hansen–Nielsen 2004

 

M.H. Hansen – T.H. Nielsen (εκδ.), An inventory of Archaic and Classical Poleis, Oxford 2004.
Hatzopoulos 1986

 

M.B. Hatzopoulos, “Succesion and Regency in Classical Macedonia”, Αρχαία Μακεδονία IV, Θεσσαλονίκη 1986, 279-292.

 

Hatzopoulos 1996

 

Μ.Β. Hatzopoulos, Macedonian Institutions Under the Kings I (ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ 22), Athens 1996.

 

Hatzopoulos 2003

 

M. B. Hatzopoulos, “Polis, Ethnos and Kingship in Northern Greece” στο K. Buraselis – K. Zoumboulakis (εκδ.), The Idea of European Community in History, vol. II, Athens 2003, 51-64.

 

Hatzopoulos 2004

 

Μ.Β. Hatzopoulos, “Makedonia” στο M.H. Hansen – T.H. Nielsen (εκδ.), An inventory of Archaic and Classical Poleis, Oxford 2004, 794-809.

 

Heuß 1962

 

A. Heuß, “Hellas” στο G. Mann – A. Heuß (εκδ.), «Griechenland. Die hellenistische Welt», Propyläen Weltgeschichte, III, Berlin / Frankfurt a.M. / Wien 1962, 69-400.

 

Hornblower 1991

 

S. Hornblower, A Commentary on Thucydides, vol. I, Oxford, 1991.

 

Hornblower 2008

 

S. Hornblower, “Greek Identity in the Archaic and Classical Periods”, in K. Zacharia (εκδ.), Hellenisms. Culture, Identity, and Ethnicity from Antiquity to Modernity, Hampshire 2008, 37-58.

 

 

Kalléris 1988

 

J. Kalléris, Les Anciens Macédoniens, I-II.1, Athènes, 1954-ανατ. 1988.

 

Καραμήτρου-Μεντεσίδη 1990

 

Γ. Καραμήτρου-Μεντεσίδη, “Ανασκαφή Αιανής 1990, ”ΑΕΜΘ 4 (1990), 75-92.

 

Καραμήτρου-Μεντεσίδη 1999

 

Γ. Καραμήτρου-Μεντεσίδη, Βόιον-Νότια Ορεστίς. Αρχαιολογική έρευνα και ιστορική τοπογραφία, Θεσσαλονίκη 1999.
Karamitrou-Mentessidi 2007 Karamitrou-Mentessidi, G., «The Late Bronze Age in Aiani», Aegeo-Balkan Prehistory, ανάρτηση της 16ης Μαρτίου 2007, (www.aegeobalkanprehistory.net).
Καραμήτρου-Μεντεσίδη 2008

 

Γ. Καραμήτρου-Μεντεσίδη, Αιανή. Αρχαιολογικοί χώροι και Μουσείο, Αιανή 2008.
Kleinknecht 1966

 

H. Kleinknecht, “Herodot und die makedonische Urgeschichte”, Hermes 94 (1966), 134-146.

 

Malkin 1998

 

I. Malkin, The Returns of Odysseus. Colonization and Ethnicity, Berkeley and Los Angeles 1998.

 

Μάλλιος (υπό έκδ.)

 

Γ. Μάλλιος, Μύθος και Ιστορία. Η περίπτωση της Αρχαίας Μακεδονίας, Διδ. Διατρ., Θεσσαλονίκη (υπό έκδοση).

 

Osborne 1996

 

R. Osborne, Greece in the Making 1200-479 BC, London 1996.

 

Papazoglou 1988

 

F. Papazoglou, Les villes de Macédoine à l’époque romaine (BCH Suppl. XIV), Paris 1988.

 

Ριζάκης-Τουράτσογλου 1985

 

Θ. Ριζάκης – Ι. Τουράτσογλου, Ἐπιγραφές Ἄνω Μακεδονίας Ι, Αθήνα 1985.
Schmidt 1939

 

J. Schmidt, RE XVIII.1 (1939), s.v. ‘Orestai’, 960-965.

 

Tiverios 2008

 

M. Tiverios, “Greek Colonization of the Northern Aegean” στο G.R. Tsetskhladze (ed.), Greek Colonization. An Account of Greek Colonies and Other Settlements Overseas, vol. 2, Leiden-Boston 2008, 1-154.

 

Ulf 1996

 

C. Ulf, “Griechische Ethnogenese versus Wanderungen von Stämmen und Staamstaaten”, στο C. Ulf (εκδ.), Wege zur Genese griechischer Identität. Die Bedeutung der frügriechischen Zeit, Berlin 1996, 240-280.

 

Walbank 1967

 

F.W. Walbank, A Historical Commentary on Polybius II, Oxford 1967.

 

Wilson-Donnan 1998 T.M. Wilson and H. Donnan, “Nation, State and identity at International frontiers” in T.M. Wilson and H. Donnan (eds.), Border identities. Nation and State at International frontiers, Cambridge 1998, 1-30.
Ξυδόπουλος 20062 Ι.Κ. Ξυδόπουλος, Κοινωνικές και πολιτιστικές σχέσεις των Μακεδόνων και των Νοτίων Ελλήνων, Θεσσαλονίκη 20062.
Xydopoulos 2007 I.K. Xydopoulos, “The Concept and Representation of Northern Communities in Ancient Greek Historiography: The Case of Thucydides”, in J. PanMontojo and F. Pedersen (eds.), Communities in European History: Representations, Jurisdictions, Conflicts, Pisa 2007, 1-22.
Zahrnt 1984

 

M. Zahrnt, ‘Die Entwicklung des makedonischen Reiches bis zu den Persenkriegen’, Chiron 14 (1984), 325-368.