Skip to main content

Λύντια Τρίχα: Η παρουσία του Χαρίλαου Τρικούπη στις βουλευτικές εκλογές, Μεσολόγγι 1865-1895

Λύντια Τρίχα

Η παρουσία του Χαρίλαου Τρικούπη στις βουλευτικές εκλογές, Μεσολόγγι 1865-1895

Πολιτική σταδιοδρομία

 Βουλευτής στα τριάντα τρία του ο Χαρίλαος Τρικούπης, υπουργός στα τριάντα τέσσερα, αρχηγός κόμματος στα σαράντα και πρωθυπουργός στα σαράντα τρία, υπήρξε από νέος ένας από τους κύριους παίκτες της πολιτικής σκακιέρας, για να εξελιχθεί σταδιακά στον επικρατέστερο και να δεσπόσει επί είκοσι χρόνια στην ελληνική πολιτική ζωή (1875-1895). Η σταδιοδρομία του, που άρχισε πανηγυρικά με την πρώτη εκλογή του, το 1865, δεν ήταν πάντα ανθόσπαρτη. Τις μεγάλες επιτυχίες, τις ακολουθούσαν αποτυχίες και απογοητεύσεις, με αποκορύφωμα την τελευταία εκλογική πανωλεθρία του, το 1895. Η σταδιοδρομία των πολιτικών συνήθως τελειώνει είτε με μια ήττα, είτε με τον θάνατό τους. Στην περίπτωση του Τρικούπη συνέβησαν και τα δύο: την ήττα, την ακολούθησε ο θάνατος, πριν προλάβει να επαναδραστηριοποιηθεί.

Δεδομένης της μικρής συμμετοχής του Χαρίλαου Τρικούπη στις εργασίες της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης, στην οποία είχε εκλεγεί πληρεξούσιος της Ελληνικής Κοινότητας του Λονδίνου, ως αρχή της πολιτικής του σταδιοδρομίας ουσιαστικά θα πρέπει να θεωρήσουμε το 1865. Τότε κατέρχεται για πρώτη φορά στον εκλογικό στίβο, λαμβάνοντας μέρος στις πρώτες εκλογές της βασιλείας του Γεωργίου Α΄, που προκηρύχθηκαν μετά την ψήφιση του Συντάγματος. Στα επόμενα τριάντα χρόνια, μέχρι το 1895, ο ελληνικός λαός θα κληθεί συνολικά δεκατέσσερεις φορές στις κάλπες. Ο Τρικούπης, υποψήφιος πάντα στο Μεσολόγγι, συμμετείχε στις δεκατρείς, αρνούμενος να θέσει υποψηφιότητα το 1874, όταν οι εκλογές προμηνύονταν, και όντως ήταν, κατεξοχήν νόθες. Εκλέχθηκε εννέα φορές βουλευτής και απέτυχε τέσσερεις, τρεις κατά τη νεότητά του (1868, 1869 και 1873) και μία το μοιραίο 1895.

1865                Εκλέγεται βουλευτής Μεσολογγίου στην Α΄ Βουλευτική περίοδο (1865-1868)

1868                Αποτυγχάνει στις εκλογές.

1869                Αποτυγχάνει πάλι στις εκλογές.

1872                Εκλέγεται βουλευτής Μεσολογγίου στη Δ΄ Βουλευτική περίοδο (1872)

1873                Αποτυγχάνει στις εκλογές.

1874                Δεν λαμβάνει μέρος στις εκλογές.

1875                Εκλέγεται βουλευτής Μεσολογγίου στη Ζ΄ Βουλευτική περίοδο (1875-1879)

1879                Εκλέγεται βουλευτής Μεσολογγίου στην Η΄ Βουλευτική περίοδο (1879-1881)

1881                Εκλέγεται βουλευτής Μεσολογγίου στη Θ΄ Βουλευτική περίοδο (1881-1885)

1885                Εκλέγεται βουλευτής Μεσολογγίου στην Ι΄ Βουλευτική περίοδο (1885-1886)

1887                Εκλέγεται βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας στην ΙΑ΄ Βουλευτική περίοδο (1887-1890)

1890                Εκλέγεται βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας στην ΙΒ΄ Βουλευτική περίοδο (1890-1892)

1892                Εκλέγεται βουλευτής Μεσολογγίου στην ΙΓ΄ Βουλευτική περίοδο (1892-1895)

1895                Αποτυγχάνει στις εκλογές.

Διεξαγωγή των εκλογών

Επί της βασιλείας του Όθωνα οι εκλογές διεξάγονταν τμηματικά, σε διαφορετική ημερομηνία σε κάθε εκλογική περιφέρεια. Η ψηφοφορία διαρκούσε οκτώ ημέρες, αρκετό χρόνο ώστε να «μαγειρεύονται» τα αποτελέσματα, και επιπλέον χρησιμοποιούσαν ψηφοδέλτια, ενώ οι περισσότεροι εκλογείς ήταν αγράμματοι. Οι εκλογικές παρεμβάσεις της εκτελεστικής εξουσίας ήταν απροκάλυπτες και η εκτεταμένη καλπονοθεία έδινε συχνά μηδενικό αριθμό ψήφων στους υποψήφιους της αντιπολίτευσης. Έτσι οι εκλογές κατέληγαν να είναι παρωδία εκλογών. Αυτά ήρθε να θεραπεύσει το Σύνταγμα του 1864 και οι εκλογικοί νόμοι που ψηφίσθηκαν για την εφαρμογή του.

Για να μη νοθεύεται η θέληση του μεγάλου αριθμού των αναλφάβητων, καταργήθηκαν τα ψηφοδέλτια, που ίσχυαν επί Όθωνα, και από το 1865 μέχρι το 1926 οι εκλογές γίνονταν με μολυβένια σφαιρίδια. Οι κάλπες ήταν χωρισμένες εσωτερικά σε δύο τμήματα, που εξωτερικά ήταν βαμμένα το ένα άσπρο και το άλλο μαύρο. Το άσπρο τμήμα έγραφε ναι, το μαύρο έγραφε όχι, και ο ψηφοφόρος ρίχνοντας το σφαιρίδιό του σε μια από τις δύο πλευρές, υπερψήφιζε ή καταψήφιζε τον υποψήφιο. Λόγω του ισχύοντος συστήματος, κάθε εκλογέας μπορούσε να υπερψηφίσει όσους υποψήφιους ήθελε, ακόμη και όλους. Επιτυχόντες ήταν εκείνοι, στις κάλπες των οποίων ευρίσκονταν τα περισσότερα ναι.

Στο Μεσολόγγι

Οι πρώτες μεταπολιτευτικές εκλογές διενεργήθηκαν στις 14-17 Μαΐου 1865· μέχρι το 1879, που εφαρμόσθηκε ο εκλογικός νόμος του 1877 και θεσπίσθηκε η διεξαγωγή τους σε μία μόνον ημέρα, η ψηφοφορία διαρκούσε τέσσερεις ημέρες, διεξαγόταν όμως ταυτόχρονα σε όλη την χώρα.  Ο Τρικούπης, έχοντας επιστρέψει από την Ευρώπη με την επιτυχή διαπραγμάτευση της Ένωσης των Επτανήσων στο ενεργητικό του, κατέρχεται το 1865 για πρώτη φορά στις εκλογές και επιλέγει να πολιτευθεί στο Μεσολόγγι, από όπου καταγόταν. Έκτοτε θα πολιτεύεται πάντοτε εκεί, παρόλο που θα το επισκέπτεται ελάχιστα.

Τα πρώτα χρόνια ο Τρικούπης βρισκόταν συνεχώς στο Μεσολόγγι κατά την προεκλογική περίοδο, περιοδεύοντας σχεδόν καθημερινά σε όλη την επαρχία. Προς ενίσχυσή του ερχόταν και ο θείος του, Απόστολος Τρικούπης, ενώ τον συνέδραμε και ο άλλος αδελφός του πατέρα του, ο Θεμιστοκλής, που ήταν δημοτικός σύμβουλος Μεσολογγίου. Αλλά από τη στιγμή που ανέλαβε πρωθυπουργός, περιόρισε δραστικά την προσωπική του παρουσία στην επαρχία του και ανέθεσε για πολλά χρόνια την εκπροσώπισή του στον Απόστολο Τρικούπη. Κατά τις τελευταίες όμως εκλογές, το 1895, θα παραμείνει πάλι αρκετό διάστημα στο Μεσολόγγι, περιοδεύοντας και ενθαρρύνοντας τους οπαδούς του, που δυστυχώς μειώνονταν.

Το Μεσολόγγι εξέλεγε αρχικά δύο βουλευτές. Οι εκλογές γίνονταν με το σύστημα της στενής εκλογικής περιφέρειας, όπου κάθε επαρχία αποτελούσε μια εκλογική περιφέρεια και ο αριθμός των βουλευτών της καθοριζόταν σε συνάρτηση με το μέγεθος του πληθυσμού της. Έτσι, όταν με την απογραφή του 1879 αυξήθηκε ο πληθυσμός του, αυξήθηκε και ο αριθμός των βουλευτών του σε τρεις. Ο Τρικούπης θα θεσπίσει το 1886 το σύστημα της ευρείας εκλογικής περιφέρειας, περιορίζοντας δραστικά τον αριθμό των εκλογικών περιφερειών από 74 σε 19, ενώ συγχρόνως θα μειώσει τον αριθμό των βουλευτών από 245 σε 150, ρυθμίσεις που θα ισχύσουν για δύο μόνο εκλογικές αναμετρήσεις (1887 και 1890). Το Μεσολόγγι κατά τις αναμετρήσεις αυτές ανήκε στην εκλογική περιφέρεια Αιτωλίας και Ακαρνανίας, που εξέλεγε δέκα βουλευτές.

Οικονομικά των εκλογών

Ο νεαρός Τρικούπης το 1865 άρχισε τον προεκλογικό αγώνα με μια τακτική, που δεν ξαναχρησιμοποίησε αργότερα: προσέφερε στον δήμο, για την κατασκευή υδραγωγείου, όλες τις αποδοχές που είχε λάβει ως πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση, 3.390 δραχμές, και γνωστοποίησε την πρόθεσή του, εφόσον εκλεγεί, να παραχωρεί το σύνολο των βουλευτικών αποδοχών του κατ’ αναλογία στους πέντε δήμους της επαρχίας. Δεν ήταν ούτε ανιδιοτελής ούτε πρωτότυπη η σκέψη του. Η προσφορά στο κοινωνικό σύνολο με απώτερο σκοπό τη δημόσια προβολή και την αύξηση της δημοτικότητας υπήρξε γνωστή και επιτυχημένη τακτική από την εποχή ήδη του Περικλή, που και αυτός προσέφερε μια χορηγία πριν εμφανισθεί στον πολιτικό στίβο.

Παρά το ότι η διάθεση του μισθού του υπέρ της επαρχίας του δείχνει οικονομική ευμάρεια, ο προεκλογικός αγώνας είχε έξοδα, τα οποία φαίνεται ότι ο Τρικούπης δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει μόνος, παρόλο που κατά δική του ομολογία δαπανούσε πολύ  λιγότερα χρήματα από ό,τι οι αντίπαλοί του. Αρωγός του ήρθε ήδη από το 1865 ο εξάδελφός του Γεώργιος Μαυροκορδάτος, δευτερότοκος γιος του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, ο οποίος έχοντας μεγάλη οικονομική άνεση λόγω του γάμου του με την κόρη του εθνικού ευεργέτη Σίμωνα Σίνα, θα χρηματοδοτήσει πολλές φορές στο μέλλον τις προεκλογικές ανάγκες του. Το 1865 τού διέθεσε το σημαντικό ποσόν των 20.000 φράγκων, αλλά το 1895, δυσαρεστημένος θα αρνηθεί καθε οικονομική ενίχυση, συντελώντας ίσως έτσι στη μεγάλη τρικουπική ήττα.

Πιθανώς υπήρχαν και άλλοι χρηματοδότες, τα ονόματα των οποίων δεν είναι γνωστά. Ο ίδιος ο Τρικούπης την εποχή εκείνη είχε πλέον εξαντλήσει την οικογενειακή περιουσία και είχε αναγκασθεί να πάρει δάνειο 28.000 δραχμών από την Εθνική Τράπεζα, δίνοντας ως ενέχυρο το βαρύτιμο ασημένιο σερβίτσιο τσαγιού, το οποίο του είχαν δωρίσει οι Έλληνες του Λονδίνου, όταν είχε ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις για την Ένωση της Επτανήσου.

Εκλογείς και υποψήφιοι βουλευτές

Επαμεινώνδας Δεληγεώργης

Παρά την καθολική ψηφοφορία, καθώς ψήφιζαν μόνον οι άνδρες, το εκλογικό σώμα δεν αντιστοιχούσε ούτε στο ένα τρίτο του πληθυσμού. Σύμφωνα με τους επίσημους πίνακες, οι εκλογείς αντιπροσώπευαν το 32% του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδας το 1870, το 25% το 1879 και το 29% το 1895. Από αυτούς ψήφιζε το 65-72 %, συνεπώς το 20% περίπου του συνολικού πληθυσμού. Αντίστοιχα ποσοστά ίσχυαν και για το Μεσολόγγι, όπου ήταν εγγεγραμμένοι περίπου 6.000 εκλογείς και συνήθως ψήφιζαν περί τους 4.500-4.800.

Οι υποψήφιοι βουλευτές Μεσολογγίου ήταν από τέσσερεις (το 1865) μέχρι δεκατέσσερεις (το 1895), δεν ενδιαφέρονταν όμως όλοι πράγματι για την εκλογή τους. Κάποιοι έθεταν υποψηφιότητα για να ενισχύσουν άλλον υποψήφιο ενώ ορισμένοι αξιωματικοί ήθελαν απλώς να επωφεληθούν από την υποχρεωτική άδεια, που έπαιρναν, για να ρυθμίσουν τις προσωπικές τους υποθέσεις. Βασικός τοπικός αντίπαλος του Τρικούπη ήταν τα πρώτα χρόνια ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης και μετά τον θάνατό του ο αδελφός του Λεωνίδας. Αντίθετα, ο Μιλτιάδης Γουλιμής, για τον οποίο λέχθηκε το περίφημο «Ανθ’ ημών ο κύριος Γουλιμής», ήταν αρχικά προστατευόμενος του Τρικούπη και  ένθερμος υποστηρικτής του, αλλά το 1895, χωρίς να προβεί σε απροκάλυπτη προεκλογική υποστήριξη του Δηλιγιάννη, είχε μεταστραφεί και είχε αποφύγει τον συνδυασμό με τον Τρικούπη.

Συνδυασμοί                                                                                      

Δεδομένου ότι οι ψηφοφόροι μπορούσαν να ψηφίζουν ελεύθερα όποιους και όσους  υποψήφιους ήθελαν, για να θεραπευθεί η έλλειψη κοινού ψηφοδελτίου που θα καθοδηγούσε τους εκλογείς, δημιουργήθηκαν οι «συνδυασμοί», συνεταιρισμοί δηλαδή υποψηφίων, όπου κάθε ένας αναλάμβανε την υποχρέωση να δώσει τις ψήφους των οπαδών του και στους άλλους συμμετέχοντες. Μερικές φορές καταρτίζονταν και οι ονομαζόμενοι μικτοί συνδυασμοί, όπου δηλαδή δύο ή περισσότεροι υποψήφιοι ζητούσαν από κοινού την ψήφο των συμπολιτών τους, για να υποστηρίξουν μετά στη Βουλή οι μεν την κυβέρνηση και οι δε την αντιπολίτευση.

Στις δύο πρώτες εκλογικές αναμετρήσεις (1865 και 1868), ο Τρικούπης έθεσε «ορφανή» κάλπη, δεν μετείχε δηλαδή σε κανένα συνδυασμό, γεγονός που ήταν μάλλον δυσμενές για την προοπτική της εκλογής του. Το 1865 κατάφερε να υπερκεράσει τις δυσκολίες και να εκλεγεί, αλλά το 1868 δεν εκλέχθηκε. Έκτοτε θα μετέχει πάντα σε συνδυασμό, από δε το 1879 και στο εξής ως επικεφαλής του.

Το 1875, διενεργώντας ο ίδιος πρώτη φορά εκλογές ως πρωθυπουργός, εξέπληξε τους συμπολίτες του, καθώς συνδυάσθηκε με τον Επαμεινώνδα Δεληγεώργη. Και τούτο παρά το ότι δήλωναν ότι αντιπροσώπευαν εκ διαμέτρου αντίθετες ιδέες, παρά τις διαφορές που τους χώριζαν μέχρι την παραμονή της ανακοίνωσης του συνδυασμού, παρά τις κατηγορίες που εκτόξευαν ο ένας για τον άλλον ακόμη και κατά το πολύ πρόσφατο παρελθόν και παρά την κυβερνητική καταγγελία των μικτών συνδυασμών ως καρκινωμάτων. Ίσως να υπερίσχυσε η σκέψη ότι ο συνδυασμός τους  θα είχε το θετικό αποτέλεσμα να αμβλύνει τα ακραία αποτελέσματα της προεκλογικής πόλωσης. Πάντως ο συνδυασμός των δύο πρωθυπουργών χαιρετίσθηκε με ενθουσιασμό, με πανηγυρικές εκδηλώσεις και τραγούδια και αποδείχθηκε απολύτως επιτυχής, καθώς εκλέχθηκαν αμφότεροι και μάλιστα με τον ίδιο αριθμό ψήφων.

Πρόγραμμα

Ο Τρικούπης δεν γνωρίζουμε να δημοσίευε γραπτό προσωπικό πρόγραμμα πριν από τις εκλογές. Τις θέσεις που επρόκειτο να ακολουθήσει ως βουλευτής και ως αρχηγός κόμματος τις εξέθετε προφορικά στους λίγους σχετικά προεκλογικούς ή μετεκλογικούς λόγους  του. Θεωρούσε ότι καθήκον του βουλευτή είναι να μεριμνά για την επαρχία του, αλλά και να μην ξεχνά ότι η ευημερία κάθε επαρχίας εξαρτάται αναπόσπαστα από την ευημερία ολόκληρου του κράτους. Διακήρυττε από την αρχή της σταδιοδρομίας του την πίστη του στο Σύνταγμα και στο πολίτευμα, τόνιζε, όμως, συγχρόνως και τον απαραίτητο δημοκρατικό χαρακτήρα του. Κατατάσσοντας σαφώς την Ελλάδα στη Δύση, υποστήριζε ότι έπρεπε να αναπτυχθεί για να καταλάβει τη θέση που της άρμοζε και θεωρούσε ότι ήταν καθήκον όλων των πολιτευόμενων να επιδιώξουν από κοινού την ανάπτυξή της, βασίζοντας την πολιτική τους στην ηθική και τη νομιμοφροσύνη της κυβέρνησης και στον σεβασμό της ελευθερίας και των δικαιωμάτων των πολιτών.

Ο Χαρίλαος Τρικούπης στο βήμα της Βουλής των Ελλήνων.

Γενικότερα, οι βασικοί άξονες της πολιτικής του, τους οποίους διακήρυττε με κάθε ευκαιρία, στηρίζονταν α) στην υπακοή στο Σύνταγμα, στους νόμους και στην ελεύθερη βούληση του λαού, β) στον σεβασμό των κοινοβουλευτικών θεσμών, γ) στην επιδίωξη του εκσυγχρονισμού και της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας σε συνδυασμό με την οργάνωση και την ενίσχυση του στρατού και του στόλου και δ) στη διαφύλαξη της ειρήνης μέχρι να καταστεί η Ελλάδα ισχυρή και ικανή να διεκδικήσει οποιαδήποτε επέκταση των εδαφικών ορίων της. Δεδομένου, όμως, ότι η πολιτικο-στρατιωτική ισορροπία στην περιοχή ήταν εξαιρετικά ασταθής και το Ανατολικό Ζήτημα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να εκραγεί, θεωρούσε ότι έπρεπε η οικονομική και η στρατιωτική ανάπτυξη να επιτευχθούν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Εξ ου και η σπουδή του στην εφαρμογή του εκσυγχρονιστικού του προγράμματος.

Αποτυχίες

Τα αίτια της επιτυχίας ενός βουλευτή σπάνια αναζητούνται. Αντιθέτως τα αίτια της αποτυχίας του διερευνώνται και αναλύονται προσεκτικά τόσο από τον ίδιο όσο και από εχθρούς και φίλους.

Ο Τρικούπης το 1868 απέδωσε την αποτυχία του στην ελεύθερη μεταστροφή των ψηφοφόρων του. Τον επόμενο όμως χρόνο θα αποτύχει για λόγους που αποτυπώνουν την έκρυθμη κατάσταση που επικράτησε στο Μεσολόγγι κατά τις εκλογές: στην αποτυχία του συνετέλεσαν η δολοφονία ενός κομματάρχη του, που διαπράχθηκε κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας, η απόπειρα δολοφονίας ενός άλλου και η φήμη ότι υπήρχε κατάλογος προγραφών, γεγονότα που προκάλεσαν μεγάλη αναταραχή και αποχή από τα εκλογικά τμήματα. Το 1873 θα αποδώσει την αποτυχία του στις κυβερνητικές πιέσεις που γίνονταν μέχρι την τελευταία ημέρα της ψηφοφορίας, στην αποσκίρτηση φίλων του που διορίσθηκαν από την κυβέρνηση σε δημόσιες υπηρεσίες και στην παράνομη συγκρότηση της εφορευτικής επιτροπής Μεσολογγίου, που επέτρεψε να ψηφίσουν άλλοι αντί άλλων, ακόμη και νεκρών. Εκτός των άλλων, όμως, κατά τη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα φαίνεται ότι στήθηκε και μια ενέδρα για να τον δολοφονήσουν. Απογοητευμένος κατά βάθος, αλλά ψύχραιμος, κατέληξε τότε να πιστεύει ότι έτσι όπως ήταν τα πράγματα μόνον εκτός Βουλής θα μπορούσε να πετύχει κάτι. Γιαυτό και δεν συμμετείχε στις εκλογές του 1874.

Τα αίτια της αποτυχίας του το 1895 και της πανωλεθρίας του τρικουπικού κόμματος είναι πολύ πιο σύνθετα. Οι εκλογές οδήγησαν σε σαρωτική νίκη του Δηλιγιάννη, ο προεκλογικός αγώνας του οποίου είχε βασισθεί κυρίως στη λαϊκή δυσφορία για την κακή οικονομική κατάσταση. Έχει υποστηριχθεί, ότι η αποτυχία του τόσο του ίδιου όσο και του κόμματός του στις τελευταίες αυτές εκλογές μπορεί να εκληφθεί και ως αποδοκιμασία όλου του φιλελεύθερου αγγλικού κοινωνικού προτύπου, προς το οποίο ήθελε να οδηγήσει την ελληνική κοινωνία. Ο μέσος Έλληνας είχε συνηθίσει στο ρουσφέτι, στη χαλαρότητα της διοίκησης, στην έλλειψη αυστηρού νομοθετικού και θεσμικού πλαισίου και δεν ήταν πρόθυμος να ξεφύγει από αυτά. Πιθανόν, επίσης, η καταψήφισή του να μην οφειλόταν μόνο στη δημαγωγία του Δηλιγιάννη και στον φατριασμό των αντιπάλων του, αλλά να είχε και κοινωνικο-οικονομικό χαρακτήρα, κατά της πλουτοκρατίας, την οποία τον κατηγορούσαν ότι ευνοούσε. Οπωσδήποτε πάντως οφειλόταν και στις επιπτώσεις των εκσυγχρονιστικών αλλαγών που επέβαλε στα ήδη διαμορφωμένα συμφέροντα, στο «ξεβόλεμα» πολλών, που έβλεπαν αρνητικά την επιδίωξη της συγκρότησης ενός ευνομούμενου σύγχρονου κράτους.

Το ίδιο εκείνο βράδυ, μετά τη συνειδητοποίηση της ήττας του, γράφει μια επιστολή στην αδελφή του όπου της δηλώνει και την πρόθεσή του να εγκαταλείψει οριστικά την πολιτική. Όσο εκλεγόταν βουλευτής, έστω και αν έχανε τις εκλογές το κόμμα του, αισθανόταν την υποχρέωση, τόσο απέναντι στην επαρχία του όσο και στους άλλους βουλευτές που πολιτεύονταν μαζί του, να μην εγκαταλείψει την πολιτική αρένα. Τώρα, όμως, αφού είχε κάνει ό,τι επιβαλλόταν για να παραμείνει στη Βουλή αλλά δεν εκλέχθηκε, θεωρούσε ότι κανείς δεν μπορούσε να έχει παράπονο αν αποσυρόταν για να ιδιωτεύσει.

Ακόμη και αν μπορούσε να ισχυρισθεί ότι δεν τον λύπησε η προσωπική αποτυχία του, δεν ήταν δυνατόν να μην παραδεχθεί ότι τον λύπησε η γενική αποτυχία των βουλευτών του, την οποία χαρακτήρισε ως αποδοκιμασία όλων των προσπαθειών του τόσων ετών. «Επί είκοσι έτη αγωνιζόμεθα ανενδότως δια να διορθώσωμεν τα κακώς κείμενα», έλεγε προσθέτοντας μελαγχολικά «και όμως ουδείς ανεγνώρισε τους κόπους μας και τους αγώνας μας. Εκοπιάσαμεν εις μάτην».

Η Λύντια Τρίχα είναι νομικός και ιστορικός. Έχει ειδικευθεί στη μελέτη της προσωπικότητας και του έργου του Χαριλάου Τρικούπη.
Οι πληροφορίες του παρόντος άρθρου αντλήθηκαν από την πραγματεία της συγγραφέως Χαρίλαος Τρικούπης. Ο πολιτικός του «Τις πταίει» και του «Δυστυχώς επτωχεύσαμε»,Αθήνα, Εκδόσεις Πόλις, 2016.

Γ. Κοντογιώργης – Η προσωπικότητα και το έργο του Χαρίλαου Τρικούπη (2014)

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς: Η αρχαία κληρονομιά μέσα στην σύγχρονη μεγαλούπολη: Η συμβολή του Δημήτρη Πικιώνη στην διαμόρφωση του μνημειακού χώρου της Αθήνας

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς

Η αρχαία κληρονομιά μέσα στην σύγχρονη μεγαλούπολη: Η συμβολή του Δημήτρη Πικιώνη στην διαμόρφωση του μνημειακού χώρου της Αθήνας

 

Η σημερινή Αθήνα, μια μητρόπολη 5 περίπου εκατομμυρίων κατοίκων, πάσχει από τις συνέπειες μιας ασύστολης πολεοδομικής ανάπτυξης και της απρογραμμάτιστης εγκατάστασης ενός μεγάλου μέρους της βιομηχανίας της χώρας στο από όρη περιβαλλόμενο λεκανοπέδιο.

Μια ραγδαία πτώση της ποιότητας ζωής σ’ αυτήν την μοναδική σε τοποθεσία πόλη και η απειλητική ρύπανση του περιβάλλοντος επιβαρύνουν την ζωή των κατοίκων της και σκιάζουν μάλιστα προοδευτικά ως και την αίγλη της ιστορίας της.

Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον μια κριτική παρουσίαση ενός τόσο σημαντικού θέματος, όπως είναι η διάσωση και ένταξη της αρχαίας αρχιτεκτονικής κληρονομιάς στην σύγχρονη πραγματικότητα της Αθήνας.

Μέσα στο πλαίσιο αυτής της κληρονομιάς κατέχει το έργο του Δημήτρη Πικιώνη μια ιδιαίτερη, καθοριστική σημασία. Προϋπόθεση για την κατανόηση της προσφοράς του αποτελεί ωστόσο η εξιστόρηση των πεπρωμένων, δηλαδή της ιστορικής εξέλιξης του μνημειακού χώρου της Αθήνας που δίνει στην Πόλη την ανεξίτηλή της ταυτότητα. Σ’ αντιδιαστολή προς τη Ρώμη ή την Κων/πολη, που στις ένδοξες μέρες τους είχαν τη δεκαπλάσια απ’ ότι η Αθήνα έκταση, κι όπου σήμερα τα αρχαιολογικά κατάλοιπα είναι διεσπαρμένα σ’ όλη την έκταση του σύγχρονου πολεοδομικού ιστού, οι αρχαιότητες της Αθήνας είναι συγκεντρωμένες στον εγγύς περί την Ακρόπολη και τους γειτονικούς λόφους χώρο. Εδώ, χάρη σε συνειδητό σχεδιασμό, αλλά ταυτόχρονα και χάρη σε ευτυχείς συγκυρίες των εξελίξεων κατά τα τελευταία 180 χρόνια, δημιουργήθηκε προοδευτικά ένας αρκετά ενιαίος χώρος σαν ιστορικό-αρχαιολογικό πάρκο στο κέντρο μιάς σύγχρονης μεγαλούπολης.

Ας μην επεκταθούμε, σε μια σύντομη ανασκόπηση, σε λεπτομέρειες της πολεοδομικής εξέλιξης της νεώτερης Αθήνας. Ας επισημάνουμε ωστόσο τους παράγοντες εκείνους που συνετέλεσαν στην διατήρηση και αποκάλυψη αυτού του ιστορικού τοπίου στη διάρκεια του 19ου και του 20ου αιώνα.

Στην σημερινή πρωτεύουσα, ολικής έκτασης 500 περίπου τετρ. χλμ. που απλώνεται σ’ όλο το αθηναϊκό λεκανοπέδιο, η ιστορική Αθήνα καταλαμβάνει ένα κεντρικό μεν, αλλά εντυπωσιακά μικρό χώρο. Η κλασική πόλη, η «πόλη του Θησέα», ήταν ανεπτυγμένη γύρω απ’ την Αγορά, στην βόρεια κλιτύ της Ακρόπολης, και είχε μόλις 2 τετρ. χλμ. έκταση και 50.000 περίπου κατοίκους, χωρίς τον πληθυσμό των πολυάριθμων δήμων της Αττικής. Η πόλη οχυρώθηκε μετά τους Περσικούς Πολέμους. Στην κυκλοτερή οχύρωση που εκτείνονταν εν μέρει στα πεδινά και εν μέρει στους λόφους, προστέθηκαν και τα 8 περίπου χλμ. των «μακρών τειχών», που συνέδεαν την Αθήνα με το λιμάνι του Πειραιά. Στη ρωμαϊκή εποχή, στα χρόνια του Αδριανού ξανάνθισε η πόλη. Απέκτησε ένα νέο κέντρο δημόσιας ζωής, τη Ρωμαϊκή Αγορά, και στολίστηκε με σημαντικά κτίσματα όπως το Στάδιο, το Ωδείο του Ηρώδου Αττικού και το τώρα πιά περατωμένο Ολυμπείο, τον μεγαλύτερο ναό στον αττικό χώρο. Μια σημαντική επέκταση της πόλης, η λεγόμενη «πόλη του Αδριανού», αύξησε την ολική επιφάνειά της σε 2,5 τετρ. χλμ., την μεγαλύτερή της έκταση στην Αρχαιότητα, που ξεπεράσθηκε πολύ αργότερα, μόνο μετά το 1860. Στη διάρκεια της ελληνικής και της ρωμαϊκής περιόδου οι λόφοι δυτικά της Ακρόπολης ήταν τμήμα της πόλης, καλυμμένοι με ιδιωτικές κατοικίες, γεγονός αρκετά ευνόητο, μια και αυτή η τοποθεσία διέθετε την ωραιότερη θέα και τις καλύτερες κλιματικές συνθήκες.

Η πόλη μειώθηκε δραματικά κατά τον Μεσαίωνα υπό βυζαντινή και φραγκική κυριαρχία. Υπό το γένος των Γάλλων De la Roche  και των Φλωρεντινών Acciaiuoli τον 13ο και 14ο αιώνα διεμορφώθησαν σε ανάκτορο τα Προπύλαια και το πλάτωμα της Ακρόπολης εποικίσθηκε ως οχυρωμένη άνω πόλη. Η κάτω πόλη περιορίσθηκε σε μία ελάχιστη έκταση 10 περίπου εκταρίων στη βόρεια πλευρά του οχυρού.

Στους επόμενους 4 αιώνες τουρκικής δουλείας αναπτύχθηκε και πάλι ο οικισμός σε μία μικρή επαρχιακή πόλη: 4000 κάτοικοι, Έλληνες, Αλβανοί και Τούρκοι σε χωριστές συνοικίες, περίπου 100 εκτάρια έκταση με μία οχύρωση (18ος αιών) από πλίνθους. Ένα επαρχιακό κέντρο, που φυτοζωούσε στο περιθώριο της ιστορίας. Ας θυμηθούμε εδώ και τον Ελληνιστή Μαρτίνο Κρούσιο (Martinus Crusius) από το Τübingen, που σ’ ένα απ’ τα γράμματά του προς τον Πατριάρχη της Κων/πολης αναρωτιόταν στα τέλη του 16ου αιώνα «αν η Αθήνα, η πόλη του Πλάτωνα και του Σωκράτη υπάρχει ακόμη».

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η πόλη επέζησε- επί 14 αιώνες μετά το κλείσιμο των Φιλοσοφικών Σχολών τον 6ον αιώνα από τον Ιουστινιανό, τόσο κάτω από τη βυζαντινή όσο και από την τουρκική κυριαρχία- στο περιθώριο της ιστορίας και ότι είχε αφανισθεί πολεοδομικά και πολιτιστικά. Η αρχιτεκτονική κληρονομιά καταρρέει από πολεμικές καταστροφές και κυρίως από έλλειψη μέριμνας και άγνοια. Ο περιορισμός της έκτασης της πόλης είχε ωστόσο και τις θετικές του συνέπειες για τη μετέπειτα εξέλιξη: όλοι οι λόφοι δυτικά και νότια της Ακρόπολης διατηρήθηκαν ελεύθεροι από κτίσματα, γεγονός που αποτέλεσε βασική προϋπόθεση αργότερα για τη δημιουργία του αθηναϊκού αρχαιολογικού πάρκου.

Η οικία Κλεάνθη-Schaubert στην Πλάκα, σήμερα ιστορικό μουσείο του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Το πάρκο αυτό θεωρήθηκε απ’ τους αρχιτέκτονες του σχεδίου της νέας Αθήνας σαν βασικό στοιχείο στην πολεοδομική της σύνθεση. Οι μαθητές του  C.F. Schinkel, Eduard Schaubert απ’ το Breslau και Σταμάτιος Κλεάνθης από τη Θεσσαλία, απόφοιτοι της αρχιτεκτονικής Ακαδημίας του Βερολίνου, είχαν αρχίσει ήδη απ’ το 1831 με δική τους πρωτοβουλία να αποτυπώνουν όλη την έκταση της κατεστραμμένης απ’ τον απελευθερωτικό αγώνα Αθήνας και είχαν συντάξει σχέδιο για την επανίδρυση της πόλης. Το σχέδιο, που εγκρίθηκε απ’ την κυβέρνηση το 1833, προέβλεπε την επέκταση της Αθήνας κατά τα πρότυπα του κλασικισμού της «Πεφωτισμένης Δεσποτείας». Τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της πόλης ακολουθούν το ακτινωτό πλέγμα οδών των πολεοδομικών προτύπων Versailles, Karlsruhe, St. Petersburg: Με συμβολικό τρόπο απλώνεται η δέσμη των κύριων οδών ακτινωτά από το επίκεντρο των ανακτόρων. Την πρόταση των δύο νεότατων αρχιτεκτόνων χαρακτηρίζουν θεμελιωμένες βασικές αρχές:

  • Ανοικοδόμηση όχι επάνω, αλλά δίπλα στο αρχαίο κέντρο της πόλης στη πεδιάδα προς Βορρά. Συνέχεια άρα στην ανάπτυξη του πολεοδομικού ιστού.
  • Διασφάλιση οπτικών διασυνδέσεων απ’ το κυρίαρχο σημείο της νέας πόλης (τα ανάκτορα) προς τα Προπύλαια της Ακροπόλεως μετωπικά και προς το Στάδιο και λιμάνι του Πειραιά πλευρικά.
  • Σύμπτωση των κατευθύνσεων των κυρίων οδών (σε διάταξη ορθογωνίου τριγώνου) με τους κύριους διαύλους διασυνδέσεων μεταξύ των λόφων του Αθηναϊκού λεκανοπεδίου.

Η επέκταση της πόλης προς Βορρά αποδείχθηκε ωστόσο προβληματική: η εξάπλωση εδώ της νέας πόλης δημιούργησε σύντομα ένα κίνητρο για την επανοικοδόμηση της βόρειας κλιτύος της Ακρόπολης που –σαν επίκεντρο της αρχαίας πόλης- θα έπρεπε να μείνει ακάλυπτη για μελλοντικές ανασκαφές. Τόσο οι δύο αρχιτέκτονες του σχεδίου όσο και ο αναθεωρητής του, Leo von Klenze, υποστήριξαν την αποκάλυψη του αρχαίου άστεος, αλλά η αλματώδης ανάπτυξη της πόλης, η οικονομική αδυναμία της νεοσύστατης πολιτείας και η κερδοσκοπία επί της γης ματαίωσαν αυτές τις προθέσεις. Αλλά ούτε και η αθηναϊκή Δημογεροντία μπόρεσε να κρατήσει την υπόσχεσή της προς τον Όθωνα, να απαλλοτριώσει- σε περίπτωση που θα διαλέγονταν η Αθήνα για πρωτεύουσα- τις ιδιοκτησίες στην τελείως κατεστραμμένη Παλιά Πόλη και να τις διαθέσει στην αρχαιολογική έρευνα. Έτσι επανοικοδομήθηκε στη διάρκεια του 19ου αιώνα ένα μεγάλο μέρος της σημερινής Παλιάς Πόλης, της Πλάκας, με λαϊκό-νεοκλασικό χαρακτήρα, κι έτσι προέκυψε για πολύ χρόνο η δεοντολογική αντίθεση ανάμεσα σε δύο αλληλοσυγκρουόμενους στόχους: την διατήρηση μιάς ζωντανής, ιστορικής, αν και μορφολογικά όχι σημαντικής παλιάς συνοικίας, και την κατεδάφιση των κτισμάτων στην βόρεια κλιτύ για αρχαιολογικές ανασκαφές.

Ο  Eduard Schaubert (1804-1860) σχεδιάζει το πολεοδομικό σχέδιο των νέων Αθηνών. Πίνακας του Carl Rahl, 1834.

Παρ’ όλα αυτά όμως, πρέπει να εκτιμηθεί σωστά η προνοητικότητα του Κλεάνθη και του Schaubert. Οι προθέσεις τους, που σαν κατευθυντήριες αρχές διατηρούν πάντα την ισχύ τους, υλοποιήθηκαν εν μέρει έναν αιώνα αργότερα! Αναφέρω απόσπασμα από το «Μνημόνιον τους προς την Αντιβασιλεία»: «Η μεταφορά της πόλης στην πεδιάδα προς βορράν προσφέρει το πλεονέκτημα, ότι η γή της παληάς πόλης του Θησέα και του Αδριανού μένει ακάλυπτη κι έτσι αφίνεται χώρος για ανασκαφές. Κι αν ακόμη η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα δεν επιτρέπει να γίνουν άμεσες ανασκαφές, οι επόμενες γενιές θα κατέκριναν την σημερινή για έλλειψη προνοητικότητας, αν δεν μεριμνήσουμε γι’ αυτό από σήμερα. Ιδιαίτερα επιθυμητό θα ήταν, να ελευθερώνονταν η βόρεια κλιτύς της Ακρόπολης με τις αρχαιότητές της σιγά-σιγά απ’ τις επιχώσεις που συσσώρευσαν πάνω της οι αιώνες».

Ως προς τη διαμόρφωση του χώρου και τη φύτευσή του, οι δύο αρχιτέκτονες διαπνέονται από τις ίδιες αρχές όπως 120 χρόνια αργότερα ο Πικιώνης. Γράφουν: «Η νότια πλευρά της πόλης θα χρησίμευε- αφού φυτεύονταν μετά το τέλος των ανασκαφών με δέντρα και διαμορφώνονταν με αλέες γύρω απ’ το βράχο- σαν περίπατος. Για τον περίπατο γύρω απ’ το κάστρο θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν δέντρα, που ν’ αντέχουν χωρίς νερό , έτσι ώστε οι ωραίοι βράχοι της Ακρόπολης να προβάλλουν στεφανωμένοι από πράσινο».

Πρόπλασμα της πόλεως των Αθηνών κατά το έτος 1842. Αναγνωρίζεται η πυκνά δομημένη παλαιά πόλη, η χάραξη των κυρίων οδών της νέας πόλεως, οι διανοίξεις οδών στην παλαιά πόλη, η Ακρόπολη και τα βασιλικά ανάκτορα στο ύψωμα της Αναλαμπής.

Ο Klenze, που επιδέξια ελισσόμενος, προσάρμοσε μεν το αρχικό σχέδιο στις συνθήκες της πραγματικότητας, αναγκάσθηκε όμως να εγκαταλείψει το μεγαλόπνοο χαρακτήρα του αρχικού σχεδίου, έπαιξε σημαντικό ρόλο ως εισηγητής της φροντίδας για τα μνημεία στην Ελλάδα. Με εισήγηση του καταργήθηκε η Ακρόπολη σαν στρατιωτικό οχυρό και άρχισαν οι εργασίες καθαρισμού για την απομάκρυνση των νεώτερων κτισμάτων και το άνοιγμα των Προπυλαίων. Λιγότερο ευτυχής θα ήταν η πραγματοποίηση του σχεδίου του για την ανέγερση των βασιλικών ανακτόρων στην δυτική κλιτύ του λόφου των Νυμφών. Το σχέδιο αυτό εμποδίσθηκε, ως γνωστόν, με την μεσολάβηση του Gärtner και την εκλογή της τελικής θέσης των ανακτόρων στην ανατολική πλευρά της νέας πόλης. Η επέκταση προς βορράν είχε όμως και τις θετικές της επιπτώσεις: ο άμεσος χώρος δυτικά και νότια της Ακρόπολης διατηρήθηκε ελεύθερος από κάθε οικοδόμηση.

Σχηματική ανασχεδίαση από τον συγγραφέα της προτάσεως Κλεάνθη-Schaubert, 1833 (άνω) και εκείνης του Leo von Klenze, 1834 (κάτω).

Η πόλη μεγάλωσε με βραδύ ρυθμό στη διάρκεια του 19ου αιώνα και ξεπέρασε το όριο των 100.000 κατοίκων γύρω στα 1900. Στο πρώτο ακριβές τοπογραφικό σχέδιο των Αθηνών, αποτυπωμένο απ’ τον Kaupert το 1875 για λογαριασμό του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, ξεπερνάει η έκταση της πόλης ελάχιστα τα όρια του αρχικού σχεδίου. Το σχέδιο δείχνει την πλήρη ανοικοδόμηση στην βόρεια κλιτύ του ιερού βράχου, αλλά και τον τελείως άκτιστο χώρο ανατολικά και νότια της Ακρόπολης. Πρώτες φωτογραφικές απεικονίσεις πιστοποιούν την ξηρότητα και εγκατάλειψη του χώρου, τις επιχώσεις από φερτά υλικά στη νότια κλιτύ και το χαρακτηριστικό περίγραμμα της Ακρόπολης που δεσπόζει στην εικόνα της πόλης.

Στα πρώτα 10 χρόνια του 20ου αιώνα διπλασιάζεται ο αριθμός των κατοίκων σε 250.000 και ξεπερνάει με το μικρασιατικό προσφυγικό ρεύμα το όριο του ενός εκατομμυρίου στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Στην διάρκεια αυτής της εκρηκτικής εξέλιξης θα είχαν πιθανότατα εποικισθεί και οι λόφοι του ιστορικού τοπίου, αν δεν είχε προνοήσει εναντίον μιάς τέτοιας εξέλιξης παλαιότερα η ενεργητικότητα δύο γυναικών. Έτσι, η πρώτη βασίλισσα της Ελλάδος Αμαλία, με την καθοδήγηση του πεθερού της, του φιλέλληνα βασιλιά Ludwig Ι. της Βαυαρίας, έθεσε υπό την προστασία της το αττικό τοπίο και δημιούργησε με πεισματική προσπάθεια στο χώρο της πόλης του Αδριανού τα 16 εκτάρια του βασιλικού κήπου: μια όαση στο τόσο εξαθλιωμένο και γυμνό αττικό τοπίο. Αργότερα, η βασίλισσα Σοφία εφρόντισε για την αναδάσωση – απ’ το 1890 και μετά- όλων των λόφων της πόλης (Λυκαβηττός, Αρδηττός, Πνύκα, Φιλοπάππου) και μάλιστα με πεύκα, κυπαρίσσια και κάκτους, που ταιριάζουν στις κλιματικές συνθήκες του τόπου. Χωρίς να έχει επιδιωχθεί κάποια συγκεκριμένη διαμόρφωση του χώρου, διασφάλισαν αυτές οι φυτεύσεις το «μη ανοικοδομήσιμο» καθεστώς των λόφων.

Η πρώτη μεγάλης κλίμακας προσπάθεια έρευνας της αρχαίας κληρονομιάς έξω από την Ακρόπολη άρχισε στην δεκαετία του ’30. Η έρευνα είχε βέβαια αρχίσει ήδη απ’ τον 19ο αιώνα στην περιοχή του θεάτρου του Διονύσου, της Πνύκας και του κλασικού οικισμού της Μελίτης στη δυτική κλιτύ του Αρείου Πάγου καθώς και στο Κεραμεικό. Τώρα όμως έρχεται η ανασκαφή του συνόλου της Αρχαίας Αγοράς, του κέντρου της αρχαίας δημόσιας ζωής, όπως το περιέγραψε ο Παυσανίας. Την ανασκαφή ανέλαβε η Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, που –στο διάστημα 30 χρόνων, με ένα μεγάλο διάλειμμα στην διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου- απεκάλυψε τα 10 εκτάρια της Κλασικής Αγοράς και συνέβαλε σημαντικά στην γνώση μας, όχι μόνο της αθηναϊκής τοπογραφίας, αλλά και της πολιτικής δομής της αρχαίας πόλης.

Με την πάροδο των ετών της δεκαετίας του ’50 άρχισε να διαφαίνεται, μετά από πολυάριθμες ανασκαφικές περιόδους, η ολοκλήρωση των ανασκαφών της Αρχαίας Αγοράς. Για πρώτη φορά κρίθηκε τότε αναγκαίο – 120 χρόνια μετά την ίδρυση της Νέας Αθήνας- ν’ αντιμετωπισθεί το πρόβλημα της διαμόρφωσης και ένταξης ενός εκτεταμένου χώρου ανασκαφών στον ζωντανό πολεοδομικό ιστό. Οι πρώτες απόψεις των δημοσίων υπηρεσιών για τη διαμόρφωση του άμεσου περιβάλλοντος της Ακρόπολης χρονολογούνται από αυτή την εποχή: η σκέψη δημιουργίας ενός περιφερειακού κυκλοφοριακού δακτυλίου, της ενοποίησης του Κεραμικού με την Αρχαία Αγορά, η συνέχιση των ανασκαφών στην ανατολική πλευρά της παλιάς πόλης, η διαπλάτυνση της οδού Αδριανού, η αποκατάσταση της αρχαίας οδού των Παναθηναίων- είναι τα αντικείμενα του προβληματισμού. Το κυρίως πρόβλημα όμως, η κατάτμηση του χώρου από σημαντικούς οδικούς άξονες(οδοί Αποστόλου Παύλου και Διονυσίου Αρεοπαγίτου) παραβλέπεται.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι αφορμή για τον πολεοδομικό σχεδιασμό στην περιοχή δεν ήταν η κηποτεχνική διαμόρφωση του χώρου γύρω από την Ακρόπολη, αλλά η προσπάθεια βελτίωσης της πρόσβασης των αρχαιοτήτων. Διαφαίνεται τώρα η ανάπτυξη του μαζικού τουρισμού. Για πρώτη φορά γίνεται λόγος για μια «αξιοποίηση» της αρχαίας κληρονομιάς. Το 1954 αναθέτει ο τότε υπουργός Δημοσίων Έργων και μετέπειτα πρωθυπουργός και πρόεδρος της Δημοκρατίας Κων. Καραμανλής, καθ’ υπόδειξη των υπηρεσιακών παραγόντων, στον καθηγητή Πικιώνη τα λεγόμενα «έργα Ακροπόλεως».  Για τον φίλο των δημοσίων έργων Καραμανλή σήμαινε η εντολή του την βιαστική εκτέλεση έργων πρόσβασης και «εξωραϊσμού» με την συμβατική έννοια του όρου. Αυτή όμως δεν ήταν και η άποψη του Πικιώνη· αυτός χρειάζονταν χρόνο, για ν΄ αφήσει να  ωριμάσει μέσα του με περίσκεψη ένα πνευματικό έργο.

Ιστορική φωτογραφία. Ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής δίνει με χαρακτηριστική χειρονομία κατευθύνσεις για τα έργα προσβάσεως της Ακροπόλεως από τον Δημήτρη Πικιώνη (1953-1957). Διακρίνονται ο Διευθυντής της Ακροπόλεως Έφορος Γιάννης Μηλιάδης και αριστερά οι καθηγηταί του ΕΜΠ Δ. Πικιώνης και Α. Ορλάνδος.

Παροιμιακή έμεινε η ήπια και γεμάτη αυτοπεποίθηση στάση του Πικιώνη. Στις επανειλημμένες πιέσεις του πρωθυπουργού να προωθήσει σύντομα τα έργα, απαντούσε ακλόνητος: «Κύριε πρόεδρε, εγώ δεν σας δίνω οδηγίες, πώς να εκτελέσετε τα καθήκοντά σας, αφήστε με κι εσείς να εκτελώ τα δικά μου όπως ξέρω».

Ποιος ήταν όμως ο αρχιτέκτων Δημήτρης Πικιώνης; Γεννημένος το 1887, βρίσκονταν σε ώριμη ηλικία και στο απόγειο της πείρας του, όταν του ανατέθηκε αυτό το σημαντικό έργο. Μεγαλωμένος στο Πειραιά, γιός μιας οικογένειας καπετάνιων, τον γοητεύει από νέο το αττικό τοπίο, που το εξερευνά και το ζωγραφίζει στα γυμνασιακά του χρόνια. Από νωρίς διαφαίνεται η ολοκληρωμένη του τοποθέτηση: καλλιτεχνικές ροπές, ηθική θεώρηση και ποιητική σύλληψη της ύπαρξης. Ακολουθεί πολλούς δρόμους για να προσεγγίσει τελικά τον στόχο του: την εναρμόνιση του αρχιτεκτονικού έργου με το – γι’ αυτόν- ιερό αττικό τοπίο και την πλαστική έκφραση μέσα σ’ αυτόν τον τότε ακόμη σχετικά αλώβητο χώρο.

Το 1908, σε ηλικία 21 χρόνων, αποφοιτά από το ΕΜΠ ως πολιτικός μηχανικός, τον έλκει όμως έντονα η ζωγραφική. Στις επισκέψεις του στην Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα γνωρίζεται με τον Giorgio de Chirico που σπούδαζε τότε εκεί. Περνάει 4 χρόνια στο Παρίσι, όπου αφοσιώνεται αποκλειστικά στην ζωγραφική. Σημαντική είναι γι’ αυτόν η επαφή με το έργο του Cézanne. Το 1912 στρέφεται σαν αυτοδίδακτος στην αρχιτεκτονική- ας σκεφτούμε εδώ τον Le Corbusier, που ακολούθησε την ίδια πορεία από την ζωγραφική στην αρχιτεκτονική- για να εξασφαλίσει ένα βιοποριστικό επάγγελμα. Υποκύπτει από εξωτερική- όπως νόμιζε τότε- αδίρητη βιοτική ανάγκη στην μόνη ωραία τέχνη, που υπηρετεί την χρησιμότητα, την Αρχιτεκτονική, και στο τέλος της παραδίνεται.

Ακολουθούν τα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που τα περνά στο μέτωπο ως λοχαγός του Μηχανικού. Σ’ αυτή τη δεκαετία (1912-22) εξοικειώνεται και με ένα καινούριο πεδίο δράσεως, την συστηματική μελέτη της ελληνικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Έτσι εξερευνά όλη τη χώρα. Η λαϊκή αρχιτεκτονική, που τα δημιουργήματά της του φαίνονται σαν προέκταση της φύσης, του γίνεται πρότυπο και αντικείμενο αναλλοίωτης αγάπης.

Ο αρχιτέκτων Δημήτριος Πικιώνης (1887-1968), αισθητής και οραματιστής.

Πλησιάζοντας τα 40 του χρόνια, δεν έχει κτίσει ακόμη τίποτε σχεδόν, αλλά έχει κερδίσει πείρα και έχει αποκρυσταλλώσει την πνευματική του τοποθέτηση. Αυτή η αυτεξούσια προσωπικότης ορίζεται στα 38 του χρόνια (1925) καθηγητής στην Έδρα της Αρχιτεκτονικής Εσωτερικών Χώρων (σημειωτέον ότι λέγονταν «Έδρα Διακοσμητικής») στο ΕΜΠ. Αυτή τη θέση θα την κρατήσει μέχρι την αποχώρηση του από το Πολυτεχνείο σε ηλικία εβδομήντα χρόνων, το 1957 και θα γίνει έτσι ο δάσκαλος δύο γενεών Ελλήνων αρχιτεκτόνων, τόσο της γενιάς του μεσοπολέμου όσο και της μεταπολεμικής.

Ο Πικιώνης τα πάντα εδίδασκε, μόνο «Διακοσμητική» δεν έκανε! Μια παράδοση μαθήματος «από καθέδρας» δεν ακούσαμε ποτέ απ’ αυτόν. Ήταν άνθρωπος των μικρών ομάδων – ας μην ξεχνάμε, ότι το 1950 ήμασταν είκοσι σπουδαστές σε κάθε έτος- της αυθόρμητης συζήτησης, του αυτοσχεδιασμού, του καθοδηγητικού, υποβλητικού διαλόγου. Τα θέματα που έθετε ήταν συγκεκριμένες, δύσκολες μορφολογικές συνθέσεις, μικρής κλίμακος: η μελέτη μιας βρύσης, η πλακόστρωση ενός περιβόλου, ένας τοίχος αντιστήριξης, η σύνθεση κτισμάτων γύρω από έναν υπαίθριο χώρο.

Οι συνάδελφοί του στο Πολυτεχνείο χαρακτήριζαν τη διδασκαλία του σαν «μάθημα ευαισθησίας». Ο Πικιώνης, που ασκούσε αρχιτεκτονική «επί του πεδίου» με συνεχή προσαρμογή και αυτοσχεδιασμό- κάτι ανάλογο με την τέχνη της φούγκας στη μουσική- και που εφεύρισκε την τελείωση του έργου του στο γιαπί, σχεδίαζε με μεγάλη ευαισθησία όχι για αυτοπροβολή, αλλά για άσκηση και διείσδυση στο θέμα.

Είναι αυτονόητο ότι, σε μία εποχή κατά την οποία ανθούσε η «διεθνιστική μορφολογία» (δεκαετία του ’50), ένας δάσκαλος που επέμενε στην αυτογνωσία και στον ενστερνισμό της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, είχε τους μαθητές του- θα ‘λεγα τους πιστούς του- αλλά βέβαια και τους αντιπάλους του. Για ένα μέρος των σπουδαστών ήταν ο ονειροπαρμένος, ευαίσθητος οραματιστής, που δεν ενδιαφέρονταν για τα επιτεύγματα της σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Ο Πικιώνης ωστόσο τα είχε ξεπεράσει όλ’ αυτά πολύ νωρίτερα. Στο διάστημα μεταξύ 1925 και 1933 είχε και αυτός γοητευθεί απ’ το κίνημα της νέας αρχιτεκτονικής. Ακριβώς όπως ο Le Corbusier την ίδια εποχή, ανεκάλυπτε την βαθύτερη συγγένεια ανάμεσα στην λαϊκή αρχιτεκτονική των Κυκλάδων και τις νέες κυρίαρχες ιδέες και πεποιθήσεις: την ίδια απαίτηση για λειτουργικότητα, την ίδια προσπάθεια για ένταξη στο φυσικό περιβάλλον και ειλικρίνεια στην χρήση των υλικών, την ίδια αφοσίωση στην ελεύθερη πλαστικότητα των κυβικών όγκων.

Ο Δ. Πικιώνης σχεδιάζει εις τον Άγιον Δημήτριο τον Λουμπαρδιάρη (1956). Παρακολουθούν οι μαθηταί του Σάββας Κονταράτος και Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς.

Ως σημαντικότερο κτίσμα του αυτής της περιόδου πρέπει να θεωρηθεί το Σχολείο του Λυκαβηττού. Η καθαρή διάρθρωση των όγκων και η κλιμάκωσή τους στην πλαγιά του λόφου πείθουν ακόμη σήμερα. Σε μια κατοπινή θεώρηση όμως, θα πεί γι’ αυτό το έργο: «Το Σχολείο του Λυκαβηττού χτίσθηκε περί το 1933. Όταν τελείωσε, δεν με ικανοποιούσε. Είναι τότε που στοχάσθηκα πως το οικουμενικό πνεύμα πρέπει να συντεθεί με το πνεύμα της εθνότητας».

Από τότε και μέχρι το θάνατό του, 35 χρόνια αργότερα, θ’ ακολουθούσε πλέον αποκλειστικά την μορφολογική κατεύθυνση, που είχε χαράξει. Πρόκειται για μια μεταγραφή της παραδοσιακής μορφολογίας της χθόνιας λαϊκής αρχιτεκτονικής σ’ ένα δικό του κανόνα μορφών, που δεν διστάζει να μεταχειρισθεί σύγχρονα δομικά υλικά, όπως το εμφανές σκυρόδεμα και το γυαλί.

Ο Πικιώνης κατηγορήθηκε γι’ αυτήν του την κατεύθυνση για μορφοκρατία και ρομαντικό τοπικισμό. Πιο σωστό θα ήταν να χαρακτηρισθεί σαν πρώιμος υπερασπιστής της διαφοροποίησης της αρχιτεκτονικής κατά γεωγραφικό χώρο (Regionalism) –μερικές δεκαετίες πριν εφευρεθεί ο όρος στην Δυτική Ευρώπη – που πίστευε μεν στην διεθνή σημασία της λειτουργικότητας και της κατασκευαστικής ειλικρίνειας, ταυτόχρονα όμως επιζητούσε την επιλογή των αρχιτεκτονικών μορφών που αντιστοιχούν στον εκάστοτε φυσικό και πολιτιστικό χώρο. Μ’ αυτό του το αίτημα βρίσκονταν πιο μπροστά απ’ την εποχή του. Το κατά πόσο, βέβαια, η εκλεκτική αναφορά στα πρότυπα της λαϊκής αρχιτεκτονικής ήταν ο μόνος σωστός δρόμος, μένει ένα ερώτημα ανοικτό. Αναμφισβήτητη είναι ωστόσο η υψηλή μορφολογική ποιότητα των σχεδίων του και η εράσμια και τέλεια εκτέλεσή τους από τα ανθρώπινα χέρια που οδηγούσε.

Απ’ τα μέσα της δεκαετίας του ’30 δημιούργησε μ’ αυτήν την θεώρηση κάπου 25 έργα, απ’ τα οποία κυριότερα ήταν το Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1933) και το Ξενία των Δελφών (στην δεκαετία του ’50). Σημαντικότερες μελέτες όπως το Δασικό Χωριό στο Περτούλι Τρικκάλων ή δεν έγιναν σε συνέπεια με τις απόψεις του ή δεν πραγματοποιήθηκαν καθόλου, όπως ο συνεταιρικός οικισμός στην Αιξωνή, όπου  ήλπιζε ότι θα πραγμάτωνε του πολεοδομικούς του οραματισμούς.

Η διαμόρφωση του χώρου γύρω από την Ακρόπολη παίρνει έτσι μια ξεχωριστή σημασία στο όλο έργο του, μια κι έδωσε στον δάσκαλο για πρώτη φορά την δυνατότητα να εργασθεί σε μια τέτοια κλίμακα. Δεν έχουμε εδώ ούτε μια καθαρά πολεοδομική ρύθμιση ούτε και μια απλή εργασία κηποτεχνικής διαμόρφωσης, αλλά την αρμονική διάρθρωση ενός ιστορικού ελεύθερου χώρου. Έπρεπε να μελετηθούν οι προσβάσεις σε σημαντικές αρχαιότητες καθώς και νέα κτίσματα ενταγμένα στο ιστορικό τοπίο: ένα απ’ τα πιο δύσκολα έργα για έναν αρχιτέκτονα.

Το άνδηρον θέας στον λόφο του Φιλοπάππου.

Ο Πικιώνης έθεσε σαν κύριο στόχο, να διαμορφώσει όσο το δυνατόν πιο διακριτικά προσβάσεις στα μνημεία της Ακρόπολης για τον πεζό, προσφέροντας τη φυσική αλλά και την πνευματική προσέγγιση. Για να πετύχει το πρώτο, σχεδίασε ένα σύστημα πεζόδρομων και ατραπών προσαρμοσμένο με μεγάλη ευαισθησία στην τοπογραφία του χώρου. Την πνευματική προσέγγιση προσπάθησε να διασφαλίσει με τρείς τρόπους:

α) την εκλογή και διαμόρφωση σημείων στάσεως και θέας που προσφέρουν τις καλύτερες οπτικές διασυνδέσεις προς τα μνημεία.

β) την ένταξη στη σύνθεσή του χαρακτηριστικών τοπογραφικών στοιχείων και υπαρχουσών αρχαιοτήτων διαφόρων εποχών.

γ) την αναφορά σε αρχέτυπες μορφές της ελληνικής αρχιτεκτονικής στο σχεδιασμό των νέων κτισμάτων, για να δημιουργήσει μία σχέση αναφοράς ανάμεσα σ’ αυτά και τις αρχαιότητες.

Το σύστημα των οδεύσεων αποτελείται από δύο κύριους κλάδους (μήκους 300 και 500 μ. αντίστοιχα) που, ξεκινώντας απ’ το σταυροδρόμι των οδών προσβάσεως στο διάσελο μεταξύ των λόφων του Φιλοπάππου, της Πνύκας και του Αρείου Πάγου, υπηρετούν δύο διαφορετικούς σκοπούς. Ενώ η πρώτη όδευση οδηγεί στην είσοδο της Ακρόπολης, η δεύτερη προσφέρει την ενατένιση της Ακρόπολης απ’ τους γειτονικούς λόφους. Αυτές οι κύριες οδεύσεις είναι διαμορφωμένες σαν λιθόστρωτα σπάνιας εφευρετικότητας: συμπαγείς ασβεστόλιθοι συντίθενται σ’ εναλλαγή με χοντρές μαρμαρόπλακες διαφόρων σχημάτων και μεγεθών καθώς και με επί τόπου χυμένες λωρίδες σκυροδέματος που υποβάλλουν την εκάστοτε πορεία. Το πλάτος των κύριων οδεύσεων κυμαίνεται ανάμεσα στα 5 και 7 μέτρα.

Για τον Πικιώνη ήταν αυτονόητη η λειτουργία αυτών των οδεύσεων αποκλειστικά σαν πεζόδρομων. Σε κριτικές παρατηρήσεις ότι θα ήταν αναγκαία η μηχανοκίνητη πρόσβαση των επισκεπτών αντιδρούσε με προσποιητή αφέλεια και λεπτή ειρωνεία, χαριτολογώντας: «Αν οι σύγχρονοι προσκυνητές είναι τόσο οκνοί ώστε να αρνούνται ν’ ανέβουν τα τελευταία μέτρα με τα πόδια, τότε ας φροντίσουν να τους ανεβάζουν με ανάκλιντρα, όπως γινόταν με τους μαλθακούς τουρίστες της ρωμαϊκής εποχής». Τα θαυμάσια αυτά λιθόστρωτα, που θυμίζουν πιο πολύ πίνακα του Klee ή του Mondrian παρά διάστρωση δρόμου, δέχθηκαν ωστόσο επί 20 χρόνια (μέχρι το 1978) την φθορά της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων!

Μοναδικής ευαισθησίας είναι η προσφερόμενη εναλλαγή οπτικών εντυπώσεων κατά μήκος των δύο οδεύσεων. Κύριο βοήθημα της ψυχολογικής υποβολής είναι το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Η Ακρόπολη φαίνεται αρχικά από το πλάι, από τον Νότο, και ο Παρθενών μόλις διακρίνεται από το θριγκό του. Στη συνέχεια χάνει ο πεζός – στην αρχή της πρώτης οδεύσεως – τελείως από τα μάτια του την Ακρόπολη πίσω από την δασωμένη πλαγιά, για να βρεθεί- αφού φθάσει στο βράχο του Αρείου Πάγου και να στραφεί προς τα δεξιά- έξαφνα μπροστά στην Πύλη του Beulé και τα Προπύλαια.

Αλλιώτικα είναι τα βιώματα στη δεύτερη όδευση: Με τα νώτα στραμμένα προς την Ακρόπολη, ανεβαίνουμε μέχρι το διάσελο μεταξύ Πνύκας και Φιλοπάππου. Εδώ η θέα απλώνεται απεριόριστη στο αθηναϊκό λεκανοπέδιο μέχρι τον Πειραιά: στο  βάθος η θάλασσα, η Σαλαμίνα και η Αίγινα. Εδώ σταματάει ο Πικιώνης δίπλα στα ορατά ίχνη των καταλοίπων του αρχαίου τείχους (Κλεώνειο Διατείχισμα) και τον μεταβυζαντινό ναΐσκο του Αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη. Σ’ αυτό το σημείο δημιουργείται ένα αναπαυτήρι και στοχαστήρι με τη μορφή ενός μικρού περιβόλου: ναός, περίπτερο θέας με σκιάδα και καφενείο περιβάλλουν ένα προαύλιο. Ξαναβρίσκουμε εδώ την ανοικτή μορφή των αρχαίων ιερών: ένα ραδινό ξύλινο πρόπυλο, αλλά και διάφορες οπτικές φυγές και εξόδους από τον περίβολο. Ένας με σαφήνεια ορισμένος, αλλά όχι ερμητικά κλειστός ελεύθερος χώρος: ελληνική χωροδομία.

Η επιλογή της θέσης του περιπτέρου –σε κατάλληλο ύψος και ακριβώς στην προέκταση του κυρίου άξονα του Παρθενώνα- προσφέρει την μετωπική θέα της επιβλητικής δυτικής όψης του ναού. Απ’ αυτό το διαρθρωτικό σημείο της όλης σύνθεσης προσφέρονται δύο δυνατότητες για την παραπέρα επίσκεψη του ιστορικού χώρου:

-Προς τα δεξιά φέρνει ένας απλός σκυρόστρωτος δρόμος στο ημικυκλικό πλάτωμα της Πνύκας, την αρχαία «εκκλησία του Δήμου». Απ’ αυτό το σημείο προσφέρεται στον θεατή ένα ευρύ πανόραμα προς τον ναό του Ηφαίστου και τον χώρο των ανασκαφών της Αρχαίας Αγοράς μέχρι την Ακρόπολη. Είναι χαρακτηριστικό για τον σεβασμό του Πικιώνη προς τα δημιουργήματα της αρχαιότητας, ότι εδώ όπου προϋπάρχει ένα αυθεντικό, αρχαίο χωροδρομικό σύνολο, δεν προσθέτει τίποτε δικό του και είναι απόλυτα επιφυλακτικός.

-Αλλιώτικη είναι η συνέχεια του δρόμου προς τ’ αριστερά: εδώ, με επιμέλεια λιθοστρωμένος όπως τον περιγράψαμε, ο δρόμος οδηγείται με απαλή ανηφορική καμπύλη προς τα επάνω και τελειώνει στα μισά περίπου του ύψους του λόφου του Φιλοπάππου, δίπλα στο αρχαίο τείχος. Σ’ αυτό το σημείο, σε ύψος επιλεγμένο με ακρίβεια που προσφέρει μια εντυπωσιακή πανοραμική θέα της Ακρόπολης, ο  Πικιώνης σχεδιάζει το  μεγάλο πλάτωμα θέας, το Άνδηρον, μ’ ένα σύνολο λίθινων εξεδρών, διατεταγμένων σε διάφορα, ελαφρά κλιμακωτά επίπεδα.

Η άνοδος προς τον λόφο του Φιλοπάππου.

Ένα πυκνό πλέγμα από σκαλοπατητά μονοπάτια, διαστρωμένα με μικρές πέτρες και εμπλουτισμένα μ’ ένα πλήθος μορφολογικών εφευρημάτων, επιτρέπει την παραπέρα διερεύνηση των πλαγιών. Ο λόφος του Φιλοπάππου καλύπτονταν στην ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή, από αστικές κατοικίες֗ έτσι βρίσκονται παντού κατόψεις και θεμέλια σπιτιών λαξευμένα σε βράχους. Όλ’ αυτά τα ίχνη τα διατήρησε με μεγάλο σεβασμό ο Πικιώνης, τα συνέδεσε όμως με το δικό του πλέγμα ατραπών. Στο δασύλλιο των πεύκων και των κυπαρισσιών τοποθετήθηκε ένα αρδευτικό δίκτυο που διευκόλυνε τον εμπλουτισμό της βλάστησης με φύτευση εγχωρίων φυτών και θάμνων-δάφνες, αγριελιές, τεύκρια και σχίνους. Κατηγορηματικά απέρριπτε οποιαδήποτε ιδέα ενός γλυκερού κηποτεχικού «εξωραϊσμού». Μόνο ένα φωτεινό αλσύλλιο που θα βοηθούσε στην ανάγνωση της ιστορικής τοπογραφίας του φαίνονταν ταιριαστό.

Ο Πικιώνης χρησιμοποιούσε συνειδητά και με συνέπεια μια μέθοδο δημιουργικού αυτοσχεδιασμού. Περνούσε ώρες ολόκληρες επί τόπου, καθισμένος σε ένα ταπεινό σκαμνάκι, για να ορίσει τις βασικές χαράξεις και να δώσει στους έμπειρους «πελεκάνους» τις απαραίτητες οδηγίες. Τα σχέδια χρησίμευαν μόνον ως στοιχεία αναφοράς. Μια μικρή μάδα πιστών μαθητών τέντωνε διαρκώς επί του πεδίου, με την καθοδήγησή του, τις ευθυντηρίες των νημάτων που όριζαν τα σχέδια των λιθόστρωτων.

Εκτός από τη πέτρα και το ξύλο, ο Πικιώνης χρησιμοποίησε συχνά και αρχιτεκτονικά μαρμάρινα μέλη που τα μάζευε από κατεδαφισμένα νεοκλασικά σπίτια της Αθήνας και που χρησιμοποιούσε για τοίχους αντιστήριξης, καθίσματα και λιθοστρώσεις. Γι’ αυτές τις εκλεκτιστικές αλλά με πολλή ευαισθησία βαλμένες ιστορικές «μνείες» υπήρχε πολύ λίγη κατανόηση το 1950, σε αντίθεση με σήμερα, που θα πρέπει να είχαν εξασφαλισμένη μια πολύ θετική αποδοχή. Κυκλοφορούσε μάλιστα ο μύθος για τα «ψεύτικα αρχαία» που δήθεν σκόρπισε στο τοπίο!

Λεπτομέρεια των ενθέτων σπαραγμάτων στην τοιχοποιϊα του ναϊσκου του Αγίου Δημητρίου Λουμπαρδιάρη.

 

O ναϊσκος του Αγίου Δημητρίου Λουμπαρδιάρη. Μεσημβρινή όψη.
Εξέδρες και πλακόστρωτα στην οδό προσπελάσεως προς τον ναϊσκον του Αγίου Δημητρίου Λουμπαρδιάρη.

Το 1958 είχε ολοκληρωθεί το έργο του Πικιώνη στην Ακρόπολη: ένα σχετικά μικρό αλλά πολύ σημαντικό τμήμα της διαμόρφωσης του αρχαιολογικού-ιστορικού πάρκου της Αθήνας, η οποία βρίσκεται ακόμη σε πλήρη εξέλιξη. Το αποτέλεσμα αναγνωρίσθηκε ήδη τότε –παρά τον υποτιθέμενο ιστορίζοντα χαρακτήρα του- σαν καθοριστικό. Έτσι ο Ιάπωνας μεταβολιστής Kurokawa μιλά για μια αρχιτεκτονική που ανταποκρίνεται στην ανθρώπινη κινητική διαδικασία και ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης για μια ανθρωπιστική δημιουργία που ξαναβρίσκει τον χαμένο διάλογο με το κλίμα, το πνεύμα του τόπου και την αρχιτεκτονική κληρονομιά.

Ο Πικιώνης έζησε ακόμη 10 χρόνια μετά τη σημαντικότερη αυτή δημιουργία του –πέθανε το1968 σε ηλικία 81 ετών. Μελέτησε δύο ακόμη σημαντικά έργα ωριμότητας: τη γαλήνια και αιθέρια Παιδική Χαρά στην Φιλοθέη και την τουριστική αξιοποίηση της Φορτέτζας στο Ρέθυμνο της Κρήτης. Η πρώτη μελέτη πραγματοποιήθηκε, η δεύτερη έμεινε – όπως πολλά άλλα έργα του- «ένα θαυμάσιο γοητευτικό όνειρο θερινής νύκτας ενός μεγάλου αρχιτέκτονα», για να μεταχειρισθώ τα λόγια του  Klenze που αναφέρονται στη πρόταση του Schinkel για ένα ανάκτορο στη Ακρόπολη.

Θα έπρεπε τώρα, για να ολοκληρωθεί η εικόνα της εξέλιξης, να μνημονευθούν εκτενώς τα σημαντικότερα μέτρα που ελήφθησαν για την ιστορική κληρονομιά της Αθήνας τα επόμενα χρόνια. Αυτό όμως θ’ αποτελούσε αντικείμενο μιας άλλης ενημερωτικής πραγματείας. Ας ανατρέξουμε ωστόσο στην περίοδο αυτή με κάθε συντομία, επισημαίνοντας τα κύρια βήματα: Ας αναφερθεί πρώτα η κατασκευαστικά με άψογη, από άποψη όμως δεοντολογίας της συντήρησης των μνημείων αμφιλεγόμενη ανακατασκευή της ελληνιστικής Στοάς του Αττάλου του Α’, στον χώρο της Αρχαίας Αγοράς στο διάστημα 1953-1958.

Λεπτομέρεια πλακοστρώσεως της οδού προς το άνδηρον του Φιλοπάππου.

Ακολουθεί η βαθμιαία αποκατάσταση του αρχαίου “Περιπάτου” του περιφερειακού πεζοδρόμου στη ρίζα του βράχου της Ακρόπολης, που προσφέρει την δυνατότητα μιάς συνολικής θέας του αρχαιολογικού χώρου αλλά και της εικόνας της σημερινής μεγαλούπολης από περίοπτη θέση.

Μετά από μια δημόσια αντιμαχία (που κράτησε μέχρι  1975 περίπου) για την τύχη των 20 περίπου εκταρίων της παλιάς Πόλης πάνω απ’ την οδό Αδριανού, ολοκληρώθηκαν τα μέτρα για μια προσεκτική συντήρηση και ανάπλαση της Πλάκας. Σημαντικές μεμονωμένες ανασκαφές έγιναν και σ’ αυτό το χώρο: η σκέψη όμως να κατεδαφισθεί όλη η περιοχή για αρχαιολογικές ανασκαφές εγκαταλείφθηκε οριστικά.

Απ’ το 1976 διεξάγεται μια μεγάλης κλίμακος επιχείρηση για την διάσωση των μνημείων της Ακρόπολης και την τακτοποίηση των 2.000 αρχιτεκτονικών μελών που είναι σκορπισμένα στο πλάτωμά της.

Σημαντικά έργα υποδομής, όπως το νέο μουσείο στις προσβάσεις της Ακροπόλεως απέναντι από το θέατρο του Διονύσου αλλά και η πεζοδρόμηση του άξονος των οδών Διονυσίου Αρεοπαγίτου – Αποστόλου Παύλου και η δημιουργία του “Αθηναϊκού περιπάτου”, ολοκληρώθηκαν με το ξεκίνημα του νέου αιώνα.

Έτσι διαφαίνεται η δημιουργία ενός ενοποιημένου πολιτιστικού πάρκου που εκτείνεται από τον Κεραμεικό και τον λόφο της Πνύκας δυτικά, μέχρι το Στάδιο και τον Αρδηττό ανατολικά, περιλαμβάνοντας τη  παλιά πόλη, την περιοχή Ακροπόλεως, Αρείου Πάγου και Φιλοπάππου καθώς και το Ολυμπείο, το Ζάππειο και τον Εθνικό Κήπο. Η σταδιακή δημιουργία μιας μνημειακής ζώνης πρασίνου στο κέντρο της πόλης μπορεί ν’ αξιολογηθεί σαν μια θετική εξέλιξη στην κατά τα άλλα πολεοδομικά πάσχουσα μεγαλούπολη.

Ο πεζόδρομος της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου σήμερα.

Στο πέλαγος των κτισμάτων των 500 τετρ. χλμ. της σύγχρονης πόλης, αυτά τα 2,5 τετρ. χλμ. πρασίνου διατηρούν ζωντανή τη μνήμη της ιστορικής εξέλιξης της πόλης και διασώζουν τα βασικά χαρακτηριστικά του ιστορικού τοπίου. Ακόμη δίνουν στην εικόνα της Αθήνας την μοναδική της ταυτότητα. Ταυτόχρονα προσφέρει αυτός ο ελεύθερος δημόσιος χώρος στον ταλαιπωρημένο σημερινό κάτοικο τη μοναδική δυνατότητα ανάπαυσης και περισυλλογής στην καρδιά της μεγαλούπολης.

Το περιδιάβασμα των λόφων που σώθηκαν από τον εποικισμό επιτρέπει τη θεώρηση του συνόλου της πόλης: το χαμένο περίγραμμά της, τα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος φυσικού χώρου, το ημικύκλιο των βουνών, η θάλασσα και τα κοντινά νησιά, όλα γίνονται μεμιάς πάλι ορατά.

Ποια είναι, όμως, η σημασία της δημιουργίας το Πικιώνη σαν συστατικό τμήμα αυτού του πολιτιστικού πάρκου; Ποια αξία έχουν τα 10 εκτάρια ελευθέρου χώρου που εκείνος διαμόρφωσε, μέσα στα 250 της ολικής έκτασης των λόφων, πάρκων και χώρων ανασκαφών;

Ας αποτολμήσουμε μια αποτίμηση της προσφοράς του: στο μεταξύ ανδρώθηκαν δυο γενιές αρχιτεκτόνων. Γι’ αυτές δεν έχουν πιά σημασία οι αισθητικές διαμάχες σχετικά με τις μορφολογικές λύσεις του Πικιώνη. Το κατά πόσον έκανε ιστορισμό ή «ψεύτικα αρχαία» ή έπαιζε με τρόπο μεγαλοφυή με την συλλογή ελληνικών αρχετύπων από διάφορες εποχές (για να θυμηθούμε τις επικρίσεις εναντίον του). Αυτά τα ερωτήματα δεν συγκινούν πια κανέναν!

Ο Πικιώνης περπατεί στα πλακόστρωτα που διαμόρφωσε κάτω από την Ακρόπολη.

Το έργο του εντάσσεται τέλεια στο ιστορικό χώρο και οι Αθηναίοι το έχουν οικειοποιηθεί. Η διακριτικότητα και σεμνότητα της καλλιτεχνικής δημιουργίας του Πικιώνη έχουν καταξιωθεί διπλά: για τον απλό πολίτη μοιάζει η διαμόρφωση σαν να υπήρχε πάντα, σαν άχρονη, σαν αναπόσπαστο μέρος του τοπίου. Στο εξασκημένο μάτι όμως αποκαλύπτεται ένα θαύμα προσεκτικής προσαρμογής, ένταξης στο πνεύμα του χώρου και υποταγής στην παρουσία της μεγάλης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

Οι μορφολογικές λεπτομέρειες ή η επιλογή των επιμέρους μορφών – για τις οποίες πάντα διῒστανται οι απόψεις- δεν είναι τα κριτήρια του έργου. Αυτό που προσδίδει στο έργο αυτό την ιδιαίτερη αξία του, είναι το καλλιτεχνικό ήθος του δημιουργού του: η απόφαση του Πικιώνη να μην αντιπαραταχθεί υπερφίαλα σαν σύγχρονος ανταγωνιστής στο έργο του Ικτίνου, αλλά να μας κάνει προσιτή αυτή την κληρονομιά με τη δύναμη της υποβολής. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Δάσκαλος μιλούσε μεν και ζωγράφιζε με τρόπο υποβλητικό, θεωρούσε όμως και τους δύο αυτούς τρόπους μόνον ως μέσα για την προσέγγιση του ουσιαστικού· κι αυτό ήταν γι’ αυτόν πάντα η βίωση του αρχιτεκτονημένου χώρου.

Θα ήθελα λοιπόν να σας προτρέψω να ζήσετε αυτόν το χώρο, όχι μόνο με την περιέργεια του επισκέπτη, αλλά σαν στοχαστικοί προσκυνητές –όπως το επιθυμούσε εκείνος. Θα γνωρίσετε τότε μια μεγάλη χαρά: το «θαυμάζειν». Θα νιώσετε θαυμασμό για τη διακριτική προσέγγιση της αρχαίας κληρονομιάς και την σεμνότητα κι ευαισθησία από την οποία πήγασε η δημιουργία αυτή.

Μια τέτοια αντιμετώπιση του έργου του θα ήταν και η μεγαλύτερη τιμή για τον Πικιώνη. Για την επίσκεψή σας αυτή, συνοδευτικά, τα σημαίνοντα λόγια του απ’ την πνευματική του διαθήκη: Έγραφε: “Νέοι… κατεβείτε στο σκάμμα της υποταγής. Αυτή και μόνη θα σας χαρίσει την αληθινή ελευθερία. Και μην οκνήσετε ποτέ, γιατ’ είναι γραμμένο πως το να μην μπορέσουμε, ίσως κάποτε μας συγχωρεθεί· το να μην προσπαθήσουμε, ποτέ».

Ο καθηγητής Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς είναι Αρχιτέκτων-Πολεοδόμος, μαθητής του Δημ. Πικιώνη

Δημήτρης Πικιώνης. Τα χρόνια της μαθητείας μου κοντά του. Ομιλεί ο Αλέξανδρος Παπαγεωργίου – Βενετάς

Αναστασία Παπαδία-Λάλα: Τα μετά το 1204. Ιστορικές πραγματικότητες και ιδεολογικές κατευθύνσεις στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας (13ος-18ος αι.)

Αναστασία Παπαδία-Λάλα

Τα μετά το 1204. Ιστορικές πραγματικότητες και ιδεολογικές κατευθύνσεις στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας (13ος-18ος αι.)*

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους Σταυροφόρους και τους Βενετούς, τον Απρίλιο του 1204, σηματοδότησε την πλήρη ανακατάταξη του πολιτικού χάρτη στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Με την Partitio Terrarum Imperii Romaniae, τη συνθήκη διανομής της βυζαντινής αυτοκρατορίας μεταξύ των νικητών, στον παραδοσιακό ελληνικό χώρο εγκαινιάζεται η μακρά περίοδος της λατινοκρατίας και εγκαθιδρύονται πολυάριθμες, βραχύβιες και εναλλασσόμενες δυτικές κυριαρχίες. Στη νέα ιστορική πραγματικότητα, η Βενετία απέκτησε δεσπόζουσα θέση. Σύμφωνα με την Partitio, απέσπασε, μεταξύ άλλων θέσεων, μεγάλο τμήμα της σημερινής παράκτιας και νησιωτικής Ελλάδας, ενώ τον Αύγουστο του 1204, μετά από συμφωνία με τον Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό, στην επικράτειά της ενσωματώθηκε και η Κρήτη.

Η Βενετία από τον Μπολονίνο Ζαλτιέρι, 1565 (https://el.wikipedia.org/wiki/Βενετία).

Με τον τρόπο αυτό, η Γαληνοτάτη Δημοκρατία του αγίου Μάρκου, πόλη-κράτος, που κατά τη μεσαιωνική περίοδο τυπικά ήταν υποτελής στον βυζαντινό αυτοκράτορα και από αιώνες διατηρούσε στενές εμπορικές σχέσεις με την Ανατολή, εγκατέστησε σε άλλοτε βυζαντινά εδάφη την πολιτική εξουσία της. Κατά τη μακρά χρονική περίοδο της βενετικής επιβολής, η ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου διατέλεσε συγχρόνως ή διαδοχικώς κάτω και από άλλες αρχές: τη βυζαντινή –από το 1261, όταν ανασυστάθηκε η βυζαντινή αυτοκρατορία, κατά ένα τμήμα της, έως το 1453–, διάφορες δυτικές και την οθωμανική. Στον ταραγμένο αυτό ιστορικό περίγυρο, το βενετικό «Κράτος της Θάλασσας» (Stato da Mar) αποδείχθηκε το μακροβιότερο από τα δυτικά κράτη της Ανατολής και διατηρήθηκε έως το 1797, όταν η ίδια η Βενετία και, ακολούθως, οι ολιγάριθμες πλέον κτήσεις της στον ελληνικό χώρο παραδόθηκαν στα γαλλικά στρατεύματα του Ναπολέοντα. Ωστόσο, τα γεωγραφικά όριά του δεν υπήρξαν σταθερά και μεταβλήθηκαν επανειλημμένα ως απόρροια του περίπλοκου ιστορικού περιγύρου αλλά και των μεταβαλλόμενων ιδεολογικών θέσεων των εγχώριων, ελληνορθόδοξων πληθυσμών.

Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 13ου αιώνα, μέσα σε έντονα αντιβενετικό και γενικότερα αντιδυτικό κλίμα, η Βενετία είχε περιορισθεί στην Κρήτη και στις πελοποννησιακές εμπορικές βάσεις της Μεθώνης και της Κορώνης.

Αγνώστου, Το Ρέθυμνο κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας, 17ος αιώνας, Δημαρχείο Ρεθύμνου.

Η θέση της, ακόμη και στην εδαφικά συρρικνωμένη αυτή επικράτεια, εμφανιζόταν επισφαλής. Η Κρήτη, επί μακρό χρόνο (13ος αιώνας – μέσα 14ου αιώνα), συνταράχθηκε από επαναστατικές κινήσεις, υπό την αρχηγία παλαιών αρχοντικών οικογενειών του νησιού, με βυζαντινές ρίζες (Αγιοστεφανίτες, Σκορδίληδες, Μελισσηνοί, Βαρούχες, Χορτάτσηδες, Καλλέργηδες κ.ά.), ενώ στο επαναστατικό αυτό κλίμα ιδιαίτερη είναι η σημασία της γνωστής, αποτυχημένης «αποστασίας του Αγίου Τίτου» (1363-1364/6), με πρωτεργάτες βενετικής και ελληνικής καταγωγής, εγχώριους φεουδάρχες. Παράλληλα, τόσο η ανασυγκροτημένη από το 1261 βυζαντινή αυτοκρατορία όσο και άλλες δυτικές δυνάμεις πρόβαλλαν ισχυρές διεκδικήσεις επί των βενετικών εδαφών.

Νέοι όροι εμπέδωσης αλλά και επέκτασης της βενετικής κυριαρχίας άρχισαν να διαμορφώνονται κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα, λόγω της τουρκικής προέλασης στην ανατολική Μεσόγειο και τη Βαλκανική. Στην Κρήτη, οι τοπικοί άρχοντες, σχεδόν στο σύνολό τους, είχαν συνθηκολογήσει με τις βενετικές αρχές, έλαβαν γαίες και τίτλους ευγενείας και μετατράπηκαν σε σταθερά φιλοβενετικά στοιχεία. Την ίδια εποχή, ενώ είχε προηγηθεί η προσάρτηση του θεσσαλικού κάστρου του Πτελεού (1322) και των Κυθήρων (1363), εγκαινιάζεται νέα περίοδος της βενετοκρατίας στην Ανατολή. Προ του τουρκικού κινδύνου, με την ανοχή ή και την πρόσκληση των κατοίκων τους, στο βενετικό κράτος ενσωματώθηκαν πολλές περιοχές, είτε βυζαντινές είτε φραγκοκρατούμενες: η Κέρκυρα και το ηπειρωτικό της εξάρτημα, ο Βουθρωτός (1386), το Ναύπλιο και το Άργος (1389 και 1394, αντίστοιχα), η Εύβοια, η Τήνος και η Μύκονος (1390), η Πάργα (1401), η Ναύπακτος (1407), το Ναβαρίνο (1423). Επιπλέον, στο πρώτο μισό του 15ου αιώνα βραχύχρονη βενετική κυριαρχία γνώρισαν η Πάτρα (1408-1413, 1417-1419) και η Θεσσαλονίκη (1423-1430), ενώ από τον 14ο έως τον 16ο αιώνα σποραδικά και για περιορισμένα χρονικά διαστήματα σημειώνεται άμεση υπαγωγή στη βενετική πολιτεία νησιών του Αιγαίου, που εξουσιάζονταν από δυτικής καταγωγής ηγεμόνες (Αμοργός, Άνδρος, Νάξος, Πάρος).

Το ενετικό κάστρο της Μεθώνης (13ος-15ος αιώνας).

Κατά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, το 1453, οι Βενετοί στάθηκαν στο πλευρό των Βυζαντινών, όμως, το 1454, ένα σχεδόν χρόνο μετά την Άλωση, έσπευσαν να συνάψουν νέα εμπορική συνθήκη με τους Οθωμανούς. Την ίδια περίοδο, περί τα μέσα του 15ου αιώνα, στην επικράτειά τους εντάχθηκαν ειρηνικά η Αίγινα (1451), η Σκύρος, η Σκιάθος και η Σκόπελος (1454), η Μονεμβασία (1463).

Τέλος, το βενετικό κράτος στην Ανατολή γνώρισε ποικίλες αυξομειώσεις ως συνέχεια των επτά βενετοτουρκικών πολέμων (δεύτερο μισό 15ου αιώνα – αρχές 18ου αιώνα.). Ο πρώτος βενετοτουρκικός πόλεμος (1463-1479), παρά τις περιστασιακές βενετικές επιτυχίες, όπως η προσωρινή κατάληψη ορισμένων πελοποννησιακών θέσεων, της Λήμνου και άλλων νησιών του βόρειου Αιγαίου, είχε ως κατάληξη την απώλεια για τους Βενετούς του Άργους (1463), της βίαια κατακτημένης το 1470 από τα τουρκικά στρατεύματα Χαλκίδας –του βενετικού Negroponte– και, συνακολούθως, ολόκληρης της Εύβοιας, καθώς και του Πτελεού. Την ίδια εποχή, το βενετικό κράτος επεκτάθηκε με την προσάρτηση της Ζακύνθου, υπό τον όρο της καταβολής στους Οθωμανούς φόρου υποτελείας (1484), και με την παραχώρηση της Κύπρου στη Βενετία από την τελευταία βασίλισσά της, τη Βενετή Αικατερίνη Cornaro (1489). Σημαντικές υπήρξαν οι εδαφικές απώλειες των Βενετών κατά τον δεύτερο βενετοτουρκικό πόλεμο (1499-1503). Με τη συνθήκη του 1503 αποδόθηκαν στους Οθωμανούς οι ήδη κατειλημμένες βενετικές βάσεις της Ναυπάκτου στη Στερεά Ελλάδα, καθώς και της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναβαρίνου στην Πελοπόννησο. Σε αντιστάθμισμα, οι Βενετοί επισημοποίησαν την κατοχή τους στη Ζάκυνθο και απέσπασαν την Κεφαλονιά και την Ιθάκη. Με τον τρόπο αυτό, όλα τα νησιά του Ιονίου, εκτός από τη Λευκάδα, πέρασαν στη βενετική κυριαρχία και ο χώρος απέκτησε ιδεατή ενότητα. Κατά τον τρίτο βενετοτουρκικό πόλεμο (1537-1540), στο πλαίσιο της «Ιεράς Συμμαχίας» (Santa Lega), οι Βενετοί υποχρεώθηκαν να παραχωρήσουν και επίσημα στους Οθωμανούς τα τελευταία εδάφη τους στην Πελοπόννησο –το Ναύπλιο και τη Μονεμβασία–, την Αίγινα, τη Σκύρο, τη Σκιάθο και τη Σκόπελο, ενώ στις Κυκλάδες μοναδική βενετική κτήση παρέμεινε η Τήνος. Τρεις δεκαετίες αργότερα κηρύχθηκε ο τέταρτος βενετοτουρκικός πόλεμος (1570-1573), κατά τη διάρκεια του οποίου οι οθωμανικές δυνάμεις κατέλαβαν την Κύπρο (1570-1571). Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι των Βενετών, στο πλαίσιο του νέου «Ιερού Συνασπισμού» (Sacra Liga), καθυστέρησαν να τους προσφέρουν τη βοήθειά τους, λόγω των εσωτερικών αντιθέσεών τους, και δεν κατόρθωσαν να εκμεταλλευθούν τη μεγάλη κοινή νίκη τους επί των Οθωμανών κατά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571), στην οποία έλαβαν μέρος στο πλευρό των χριστιανικών στρατευμάτων πολλοί Έλληνες από τις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές.

Γκραβούρα ανώνυμου Γερμανού με θέμα την πολιορκία του Χάνδακα, 1669.

Η μακρά περίοδος ειρήνης που ακολούθησε στον μεσογειακό χώρο διακόπηκε με την έκρηξη του πολυετούς Κρητικού Πολέμου (1645-1669). Η λήξη του, με τη συνθήκη παράδοσης του Χάνδακα (1669), σήμανε για τη Βενετία την οριστική απώλεια ολόκληρης της Κρήτης, εκτός από τις στρατιωτικές βάσεις της Σούδας, της Σπιναλόγκας και της Γραμβούσας. Είχαν προηγηθεί οι διαδοχικές καταλήψεις από τους Οθωμανούς των Χανιών (1645), του Ρεθύμνου (1646), της Σητείας (1651) και η υπερεικοσαετής πολιορκία του Χάνδακα (1648-1669).

Λίγα χρόνια αργότερα, η Βενετία, με τη συμμετοχή της στον «Ιερό Συνασπισμό του Linz» (1684), έλαβε μέρος στον νέο πόλεμο των ευρωπαϊκών δυνάμεων κατά των Οθωμανών (1684-1699), πέτυχε σημαντικές στρατιωτικές νίκες και, με τη συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699), εξασφάλισε και επίσημα την κυριαρχία της στις ήδη κατακτημένες περιοχές της Πελοποννήσου, της Λευκάδας και της Αίγινας, υποχρεώθηκε, ωστόσο, να παραχωρήσει τη Γραμβούσα. Οι νικηφόρες εκστρατείες των Βενετών αμαυρώθηκαν από την καταστροφή που επέφεραν στα μνημεία της Ακρόπολης οι σφοδροί βομβαρδισμοί των βενετικών στρατευμάτων υπό τον Francesco Morosini (1687). Η δεύτερη βενετοκρατία στην Πελοπόννησο έληξε κατά τη διάρκεια του τελευταίου βενετοτουρκικού πολέμου (1714-1718) και η προσάρτηση της περιοχής, όπως και της Τήνου, της Αίγινας, της Σούδας και της Σπιναλόγκας στην οθωμανική αυτοκρατορία, επικυρώθηκε με τη συνθήκη του Πασσάροβιτς (1718). Από την άλλη πλευρά, οι Βενετοί, έως και τα τέλη του 18ου αι., παρέμειναν κύριοι των Ιόνιων Νησιών και των ηπειρωτικών εξαρτημάτων τους (Βουθρωτός, Πάργα, Πρέβεζα, Βόνιτσα). Κατά την τελευταία περίοδο της βενετοκρατίας, κυρίαρχο ρόλο στον αντιτουρκικό αγώνα και στα εθνικοαπελευθερωτικά, πλέον, σχέδια ολόκληρου του ελληνικού κόσμου διαδραμάτιζε η ορθόδοξη Ρωσία. Ειδικά στα Ιόνια Νησιά, παρά τις μάταιες προσπάθειες των Βενετών να τηρήσουν στάση ουδετερότητας, αναπτύχθηκε ισχυρό ρωσοφιλικό ρεύμα, ενώ πολλοί από τους κατοίκους τους μετείχαν στους ρωσοτουρκικούς πολέμους και εκμεταλλεύθηκαν τις οικονομικές ευκαιρίες που προσέφερε η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774). Η περιορισμένη αυτή βενετική επικράτεια στον ελληνικό χώρο διατηρήθηκε έως την κατάλυση της βενετικής πολιτείας από τις γαλλικές δυνάμεις, το 1797. Το ίδιο έτος, γαλλικά στρατεύματα αποβιβάσθηκαν στα Ιόνια Νησιά, με την ενθουσιώδη αποδοχή του μεγαλύτερου τμήματος των κατοίκων τους, θέτοντας, έτσι, τέλος στη μακραίωνη περίοδο της βενετοκρατίας στον ελληνικό χώρο.

Η βενετική κυριαρχία στις ελληνικές περιοχές συνεπέφερε ριζικές αλλαγές σε όλο το φάσμα της εσωτερικής τους ζωής και συνέβαλε στην ανάδυση νέων ιστορικών πραγματικοτήτων, που είτε επιβλήθηκαν από τους Βενετούς είτε διαμορφώθηκαν σταδιακά, με τη συναίρεση παραδοσιακών, βυζαντινών – τοπικών στοιχείων και δυτικοευρωπαϊκών θεσμών: επιβολή της λατινικής Εκκλησίας, παράλληλα με την κεντρική θέση της ορθόδοξης Εκκλησίας, υιοθέτηση του βενετικού διοικητικού συστήματος, της μεσαιωνικής κοινωνικής οργάνωσης και των φεουδαρχικών θεσμών, ανάπτυξη, περιορισμένων έστω, σε σχέση με την κυρίαρχη αγροτική οικονομία, αστικών οικονομικών δραστηριοτήτων, εκδήλωση σημαντικών πολιτισμικών φαινομένων στη λογοτεχνία, την τέχνη και τη μουσική, με κορυφαίες εκφάνσεις την κρητική λογοτεχνία και την κρητική ζωγραφική.

Θεμελιακές υπήρξαν οι ανατροπές στην προηγούμενη εκκλησιαστική τάξη. Ο ευρύτερα πολιτικός ρόλος που διαδραμάτιζε η ορθόδοξη Εκκλησία για τους ελληνορθόδοξους υπηκόους της και η καχυποψία με την οποία η Βενετία αντιμετώπιζε το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, πριν και μετά το 1453, επέδρασαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση της βενετικής πολιτικής στο εκκλησιαστικό πεδίο. Στο πλαίσιο αυτό, παρά τη γνωστή –ανεξάρτητη έναντι του πάπα– πολιτική της, η Γαληνοτάτη στις νέες κτήσεις της απέδωσε στη λατινική Εκκλησία περίοπτη θέση. Στον χώρο ιδρύθηκαν λατινικές αρχές, αρχιεπισκοπή και επισκοπές, λειτούργησαν λατινικά μοναστήρια και έδρασαν μοναχικά τάγματα (Φραγκισκανοί, Βενεδικτίνοι, Ιησουίτες). Η απήχησή της, πάντως, υπήρξε περιορισμένη και στην όψιμη βενετοκρατία η λατινική Εκκλησία παρουσίαζε εικόνα παρακμής, με ποιμενάρχες που δεν ανταποκρίνονταν πάντοτε στον πνευματικό ρόλο τους, ολιγάριθμο ποίμνιο, πλημμελή διαχείριση της περιουσίας της. Από την άλλη πλευρά, η πολιτική των Βενετών απέναντι στην ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπήρξε ενιαία και καθορίσθηκε από τη στάση των κατοίκων κάθε κτήσης.

Χαρακτηριστικά στην Κρήτη, που από τα πρώτα χρόνια της βενετικής εγκατάστασης δοκιμάσθηκε από αντιβενετικές κινήσεις, οι ανώτερες ορθόδοξες αρχές εκδιώχθηκαν, η αρχιεπισκοπή και οι επισκοπές καταργήθηκαν, η περιουσία της ορθόδοξης Εκκλησίας αφαιρέθηκε. Η χειροτονία των ορθόδοξων ιερέων γινόταν έξω από το νησί, σε βενετικές και μη βενετικές περιοχές, όπου έδρευαν ορθόδοξοι επίσκοποι, με χρονοβόρες και περίπλοκες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Προϊστάμενοι του ορθόδοξου κλήρου ορίσθηκαν οι λεγόμενοι πρωτοπαπάδες και πρωτοψάλτες, φιλενωτικών τάσεων, που διορίζονταν και μισθοδοτούνταν από την πολιτεία. Αντίστοιχα στην Κέρκυρα, επικεφαλής του ορθόδοξου κλήρου ήταν ο μέγας πρωτοπαπάς, που εκλεγόταν από σώμα 32 κληρικών και λαϊκών από την τάξη των τοπικών ευγενών.

Οι ορθόδοξες επισκοπές εξακολούθησαν να λειτουργούν σε περιοχές, όπου η βενετική επιβολή συνέβη ομαλά (Μεθώνη – Κορώνη, Σκύρος, Σκιάθος, Μονεμβασία, Κύπρος, Ζάκυνθος – Κεφαλονιά, Λευκάδα, Πελοπόννησος κατά τη δεύτερη βενετοκρατία).

Η ορθόδοξη Μονή Αρκαδίου σήμερα.

Κατά τους τελευταίους αιώνες της βενετικής κυριαρχίας στην Ανατολή, στο πλαίσιο μιας γενικότερης πολιτικής προσέγγισης, οι Βενετοί αντιμετώπισαν τους ορθόδοξους υπηκόους τους με ηπιότητα· τους προστάτευσαν από τις ποικίλες πιέσεις της λατινικής Εκκλησίας σε ζητήματα όπως οι μικτοί γάμοι μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων ή στην τελικά αποτυχημένη προσπάθεια των Καθολικών να επιβάλουν και στην Ανατολή το γρηγοριανό ημερολόγιο, ενώ οι κάτοικοι των κτήσεων, ιδιαίτερα της Κρήτης, συνέβαλαν στρατιωτικά και οικονομικά στον αγώνα της βενετικής πολιτείας κατά της Αγίας Έδρας (αρχές 17ου αιώνα). Εξάλλου, ενδιαφέρον επέδειξε η Βενετία για την εξύψωση του ηθικού και μορφωτικού επιπέδου του ορθόδοξου όπως και του καθολικού κλήρου, καθώς και για τη διευθέτηση κρίσεων στο εσωτερικό της ορθόδοξης Εκκλησίας.

Στο κλίμα αυτό, στην Κρήτη μετά τον 15ο αι. σημειώνεται άνθηση των ορθόδοξων μοναστηριών, συνολικά στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές παρατηρείται άμβλυνση των αντιθέσεων Ορθοδόξων – Καθολικών, που, μεταξύ άλλων, εκδηλώθηκε με συλλειτουργίες, συμμετοχή σε κοινές γιορτές και λιτανείες, συστέγαση των δυο δογμάτων σε κοινούς χώρους, αποδοχή αγίων του άλλου δόγματος, με χαρακτηριστική περίπτωση τη λατρεία του αγίου Φραγκίσκου από τους ορθόδοξους Κρητικούς.

Στο διοικητικό πεδίο, οι Βενετοί εισήγαγαν στον ελληνικό χώρο στοιχεία του βενετικού διοικητικού συστήματος. Πρόκειται για σύστημα, που, σε αντίθεση με το παράδειγμα του βυζαντινού αλλά και του δυτικοευρωπαϊκού κόσμου της ίδιας εποχής, δεν γνώριζε την κληρονομική διαδοχή. Οι Βενετοί αξιωματούχοι εκλέγονταν στο σύνολό τους σε αξιώματα μη μεταβιβάσιμα, με θητεία είτε βραχύχρονη είτε, στην περίπτωση του δόγη, ισόβια. Παράλληλα, το δικαίωμα συμμετοχής στην άσκηση της βενετικής διοίκησης περιοριζόταν στις ευάριθμες ευγενείς οικογένειες, που απάρτιζαν το βενετικό Μείζον Συμβούλιο (Maggior Consiglio), με αποτέλεσμα το καθεστώς να εμφανίζει αριστοκρατικό χαρακτήρα. Το διοικητικό αυτό σχήμα, με διάφορες τοπικές παραλλαγές, μεταφυτεύθηκε και στις βενετικές κτήσεις στην Ανατολή.

Η διοίκηση χωρίσθηκε σε δύο επίπεδα, στη βενετική και την εγχώρια. Τα ανώτερα αξιώματα καταλάμβαναν βενετοί ευγενείς, που αποστέλλονταν από τη Μητρόπολη, με ολιγόχρονη θητεία, μεταξύ των δύο και τεσσάρων ετών. Οι αρμοδιότητές τους ήταν προσδιορισμένες σε γενικά κείμενα, τα λεγόμενα καπιτουλάρια, και εξειδικεύονταν με τις εντολές (commisiones), που λάμβαναν κατά την αναχώρησή τους, ενώ μετά το πέρας της θητείας τους υπέβαλλαν στη βενετική Σύγκλητο γραπτές εκθέσεις (relazioni). Στις μεγάλες περιφέρειες τη διοίκηση ασκούσαν τριμελή όργανα (Reggimenti), με εξουσίες πολιτικές, στρατιωτικές και δικαστικές. Οι επικεφαλής των τοπικών Διοικήσεων περιβάλλονταν από δύο συμβούλους και εμφανίζουν διάφορη κατά περιοχές τιτλοφορία: δούκας στον Χάνδακα και ρέκτορας στο Ρέθυμνο και στα Χανιά, βάιλος στην Κέρκυρα και στην Εύβοια, τοποτηρητής (locotenetnte) στην Κύπρο, προνοητής (provveditore) στη Ζάκυνθο και στην Κεφαλονιά. Τον τίτλο του προνοητή έφεραν οι επικεφαλής των τεσσάρων διαμερισμάτων (provincie) της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη βενετοκρατία, υπό τον ανώτερο διοικητή της περιοχής, τον γενικό προνοητή (Provveditor General dell’Armi in Regno di Morea), και τη Λευκάδα διοικούσαν ο έκτακτος και ο τακτικός προνοητής (provveditor estraordinario και provveditor ordinario). Στις μικρότερες κτήσεις (Μεθώνη, Κορώνη, Κύθηρα Άργος, Ναύπλιο, Τήνος – Μύκονος, Ναύπακτος, Αίγινα, Σκύρος, Σκιάθος, Σκόπελος, Μονεμβασία) τη διοίκηση ασκούσαν –άλλοτε μόνοι και άλλοτε με τη συνεργασία συμβούλων– αξιωματούχοι με τις διάφορες και, κάποτε εναλλασσόμενες, επωνυμίες τoυ φρουράρχου (castellan), του προνοητή, του ποτεστάτου, του ρέκτορα. Ιδιαίτερη θέση στη διοικητική ιεραρχία είχαν οι επικεφαλής των οικονομικών υπηρεσιών (camere), οι λεγόμενοι camerarii-camerlenghi και οι επικεφαλής των τοπικών γραμματειών (cancellieri).

Στην Κρήτη, από τα μέσα του 16ου αιώνα, μετά τον περιορισμό της εξουσίας του δούκα στο ανατολικό τμήμα της, ανώτερος διοικητής του νησιού αναδείχθηκε ο γενικός προνοητής (provveditor general), έκτακτο αξίωμα, που από το 1569 και στο εξής μετατράπηκε σε τακτικό, λόγω των εξωτερικών κινδύνων. Την ίδια περίοδο στα Ιόνια Νησιά αυξημένες αρμοδιότητες απέκτησε ο γενικός προνοητής της Θάλασσας και, αργότερα, της Ανατολής (provveditor general da Mar / del Levante).

Τέλος, εποπτικές λειτουργίες ασκούσαν ανώτεροι Βενετοί αξιωματούχοι, που κατά διαστήματα περιόδευαν στις κτήσεις, όπως οι σύνδικοι ανακριτές της Ανατολής (sindici inquisitori in Levante).

Από την άλλη πλευρά, συμμετοχή στην κατώτερη διοίκηση ως δικαστές, αγορανόμοι, υγειονόμοι, διευθυντές ευαγών ιδρυμάτων, αλλά και διοικητές μικρών περιφερειών, είχαν οι εγχώριοι, μέλη των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων και των κατά περιοχές αστικών συμβουλίων. Από τα τοπικά αξιώματα άλλα ήταν έμμισθα και άλλα άμισθα και τιμητικά. Επιπλέον, μια δεύτερη κατηγορία αξιωμάτων, ιεραρχικά υποδεέστερων, αλλά και υπαλληλικές θέσεις καταλαμβάνονταν από τα αποκλεισμένα από τα τοπικά συμβούλια αστικά στρώματα.

Το διοικητικό αυτό σχήμα σχετιζόταν άμεσα με το δυτικοευρωπαϊκό σύστημα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, που επέβαλαν οι Βενετοί, μεταφέροντας στον ελληνικό χώρο θεσμικές πραγματικότητες, άγνωστες και κατά την προγενέστερη βυζαντινή εποχή αλλά και σε μεταγενέστερους χρόνους.

Στην ανώτερη κοινωνική βαθμίδα, που σταδιακά ταυτίσθηκε με τα μέλη των κοινοτικών συμβουλίων, ανήκαν στη μεν Κρήτη οι ευγενείς, Βενετοί και Κρητικοί, στις δε υπόλοιπες περιοχές οι πολίτες (cittadini). Στην περίπτωση της Κρήτης προϋπόθεση της συμμετοχής στα κοινοτικά συμβούλια αποτελούσε η κατοχή της ιδιότητας της ευγένειας. Σε άλλες περιοχές οι τοπικές κοινότητες απαρτίσθηκαν κατά την πρώιμη ιστορία τους από το σύνολο του αστικού πληθυσμού, αρχικά του λατινικού, ακολούθως δε και του ελληνικού. Από τον 15ο αιώνα και στο εξής, με πρότυπο τo «κλείσιμο του Μείζονος Συμβουλίου» (serrata del Maggior Consiglio) της Μητρόπολης (1297), σε όλες τις βενετικές κτήσεις στην Ανατολή σημειώθηκαν ανάλογες κινήσεις προς αποκλεισμό από τις κοινοτικές διαδικασίες των κατώτερων αστικών στρωμάτων. Οι διεργασίες αυτές εκδηλώθηκαν σε ολοκληρωμένη μορφή στα Ιόνια Νησιά, και μάλιστα στην Κέρκυρα και στη Ζάκυνθο, όπου από το δεύτερο μισό του 16ου αι. παρατηρείται το σταδιακό «κλείσιμο» των τοπικών συμβουλίων, με βάση σωρευτικά κριτήρια αστικότητας, που όφειλε να πληροί κάθε μέλος τους (σχέση με την πόλη, εντοπιότητα, τρεις βαθμοί της αστικότητας, δηλαδή μη άσκηση χειρωνακτικής τέχνης επί τρεις γενεές, γέννηση από νόμιμο γάμο, ευυπόληπτος τρόπος ζωής). Oι κάτοχοι των αστικών κριτηρίων, με την επωνυμία των πολιτών (και αργότερα των ευγενών στην περίπτωση της Κέρκυρας και της Ζακύνθου), καταγράφονταν σε ειδικά μητρώα, τις τοπικές Χρυσές Βίβλους (Libri d’Oro), και αποτελούσαν, ισόβια και κληρονομικά, μέλη των συμβουλίων. Στο γενικό αυτό σχήμα ιδιόμορφη υπήρξε η περίπτωση της κοινοτικής οργάνωσης στην Κεφαλονιά, ενώ, κατά την ύστερη βενετοκρατία, στη Λευκάδα, την Πελοπόννησο, την Πρέβεζα, τη Βόνιτσα επιχειρήθηκε η επιβολή κλειστών, αστικών κοινοτήτων, με μικρό, εξαρχής προσδιορισμένο αριθμό μελών και αυστηρά προσόντα εισαγωγής. Σε όλες τις περιπτώσεις, τα μέλη των κοινοτήτων, ως απόρροια του προνομιακού κοινωνικού καθεστώτος που απολάμβαναν, είχαν το δικαίωμα να αποστέλλουν ως σώμα πρεσβείες στη Μητρόπολη και να μετέχουν στην τοπική διοίκηση.

Ιωάννου Κοράη, Η λιτανεία του λειψάνου του Αγίου Χαραλάμπη , Μουσείο Ζακύνθου.

Το δεύτερο κοινωνικό στρώμα αντιστοιχούσε σε μια ρευστή κοινωνική κατηγορία, με ελληνική κυρίως καταγωγή, τους πολίτες / αστούς (cittadini) στην Κρήτη ή αστικούς (civili) στην Κέρκυρα και στη Ζάκυνθο, που διακρίνονταν μεταξύ των υπόλοιπων κατοίκων των πόλεων για την εξέχουσα κοινωνικοοικονομική θέση τους και καταλάμβαναν ορισμένα αξιώματα στην τοπική υπαλληλία, ωστόσο ήταν αποκλεισμένοι από τα κοινοτικά συμβούλια. Στην τρίτη βαθμίδα, του λαού ή όχλου (popolo – plebe), ανήκαν τα κατώτερα, επίσης σχεδόν συνολικά ελληνικής καταγωγής, στρώματα των κατοίκων των πόλεων, όπως τεχνίτες και μικρέμποροι, συχνά οργανωμένοι σε συντεχνιακές ενώσεις. Τέλος, το πιο πολυάριθμο τμήμα των εγχώριων πληθυσμών απαρτιζόταν από τους ελληνορθόδοξους αγρότες, τους προσαρτημένους στα φέουδα βιλλάνους και τους ελεύθερους, κατόχους γης και, κυρίως, ακτήμονες. Η αυστηρή κοινωνική διαστρωμάτωση γέννησε κοινωνικές αντιθέσεις, που κάποτε εκδηλώνονταν με τη μορφή της ένοπλης σύρραξης και καταπνίγονταν βιαίως από τους Βενετούς. Αγροτικό χαρακτήρα είχαν οι ταραχές στη δυτική Κρήτη, οι γνωστές ως «επανάσταση» του Γεωργίου Γαδανολέου – Λυσσογιώργη (1508-1528), στην Κύπρο τη δεκαετία του 1560, στην Κέρκυρα περί τα μέσα του 17ου αιώνα. Από την άλλη πλευρά, έντονες κοινωνικές συγκρούσεις προκάλεσαν οι αποκλεισμοί από τις αστικές κοινότητες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το λεγόμενο Ρεμπελιό των Ποπολάρων στη Ζάκυνθο (1628).

Το σύστημα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης σε μεγάλο βαθμό απέρρεε από τη γαιοκτησία. Οι Βενετοί, καίτοι οι ίδιοι δεν γνώριζαν τους φεουδαρχικούς θεσμούς, επέβαλαν στις κτήσεις τους τη φεουδαρχία, με στόχο την αποτελεσματική οργάνωση της άμυνας και της οικονομίας. Η ισχυρή συγκεντρωτικότητα της βενετικής διοίκησης αφαίρεσε από το σύστημα τα αμιγώς φεουδαρχικά χαρακτηριστικά, αλλά διατήρησε στοιχεία που αντιστοιχούσαν στις σύγχρονες ευρωπαϊκές πραγματικότητες. Αρχικά το φεουδαρχικό σύστημα εφαρμόσθηκε στην Κρήτη. Οι πρώτοι φεουδάρχες ήταν Βενετοί άποικοι, που εγκαταστάθηκαν στο νησί με τους διαδοχικούς αποικισμούς των ετών 1211, 1222, 1233, 1252. Αργότερα, τόσο στην Κρήτη όσο και στις υπόλοιπες κτήσεις, στο σύστημα εντάχθηκαν και εγχώριοι. Ανάλογα με τον κάτοχο, τα φέουδα διακρίθηκαν σε δημόσια, εκκλησιαστικά και ιδιωτικά. Αντίστοιχα, οι καλλιεργητές, παράλληλα με τη βυζαντινή επωνυμία των παροίκων, παρουσιάζονται ως βιλλάνοι (του Δημοσίου, της Εκκλησίας και των ιδιωτών). Σε πολλές περιοχές το φεουδαρχικό σύστημα λειτουργούσε με βάση τον φεουδαρχικό κώδικα των Ασσιζών της Ρωμανίας και, ειδικά στην Κύπρο, των Ασσιζών των Ιεροσολύμων. Στο πλαίσιο της φεουδαρχικής κοινωνίας καθιερώθηκαν τίτλοι ευγενείας (κόμητες ή βαρώνοι) και οι θεσμοί περιβλήθηκαν με τελετουργικά στοιχεία, όπως η περιβολή (investitura), η τελετή κατάληψης του φεούδου από τον νέο φεουδάρχη. Μέρος του συστήματος αποτέλεσαν η ετήσια γενική επίδειξη των τοπικών φεουδαρχών, η mostra generale, αλλά και οι ιπποτικές κονταρομαχίες, οι γραφικές γκιόστρες. Το φεουδαρχικό σύστημα στην όψιμη βενετοκρατία παρουσίασε έκδηλα δείγματα αποσύνθεσης. Στην Κρήτη τα φέουδα έχασαν τον αρχικό στρατιωτικό τους χαρακτήρα και κατανεμήθηκαν σε πολλούς κατόχους, ενώ στα Ιόνια Νησιά ο αριθμός τους παρουσίασε σταδιακή μείωση.

Η Βενετία άσκησε ισχυρές παρεμβάσεις στην τοπική οικονομία, με τη χάραξη μιας συγκεντρωτικής οικονομικής πολιτικής, που αποφασιζόταν από το μητροπολιτικό κέντρο. Αρχικά οι βενετικές κτήσεις είχαν ως αποστολή την εξυπηρέτηση του βενετικού εμπορίου, λειτουργώντας ως εμπορικοί σταθμοί και βάσεις ανεφοδιασμού για τα βενετικά πλοία. Από τον 14ο αιώνα, μετά την ειρήνευση της Κρήτης και τις νέες εδαφικές προσαρτήσεις, οι Βενετοί επιδόθηκαν στην οικονομική αξιοποίηση της επικράτειάς τους στην Ανατολή.

Κυρίαρχη μορφή της οικονομίας υπήρξε η αγροτική. H γεωργική παραγωγή στηριζόταν στα μεσογειακά προϊόντα (δημητριακά, λάδι, κρασί, οπωροκηπευτικά), και λιγότερο στη ζάχαρη και στο βαμβάκι της Κύπρου. Ανάπτυξη γνώρισαν και η κτηνοτροφία, η μελισσοκομία, η υλοτομία, η εκμετάλλευση των αλυκών. Στον 16ο αιώνα, και ιδιαίτερα μετά την απώλεια και της Κύπρου, πάγιο πρόβλημα αποτέλεσε η σιτάρκεια, καθώς η σιτοκαλλιέργεια υποχώρησε υπέρ αποδοτικότερων καλλιεργειών, που εξελίχθηκαν σχεδόν σε μονοκαλλιέργειες: των αμπελιών στην Κρήτη, της ελιάς στην Κέρκυρα, της σταφίδας στη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά.

Η αύξηση της αγροτικής παραγωγής, καθώς και η σύνδεση της υπαίθρου με τις αναπτυσσόμενες πόλεις, συνέβαλαν στην άνθηση των εμπορικών δραστηριοτήτων. Οι εξαγωγές περιλάμβαναν κυρίως αγροτικά προϊόντα. Το κρασί της Κρήτης έφθανε μέχρι τις αγορές της Αγγλίας και της Φλάνδρας, η σταφίδα της Ζακύνθου και της Κεφαλονιάς ήταν περιζήτητη από την αγγλική αγορά και το λάδι της Κέρκυρας εξαγόταν στην ίδια τη Βενετία. Αντίστοιχα, οι εισαγωγές κάλυπταν τις ανάγκες των τοπικών αγορών σε μεταποιημένα και πολυτελή είδη, ενισχύοντας, έτσι, την εικόνα μιας περιφερειακής οικονομίας. Το εξαγωγικό – εισαγωγικό εμπόριο ελεγχόταν από τους Βενετούς, σταδιακά, όμως, σημειώνεται η διείσδυση και άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Στον 16ο αιώνα στην Κρήτη έδρευε Άγγλος πρόξενος, ενώ από το 1583 η Ζάκυνθος αποτέλεσε την έδρα της αγγλικής Εταιρείας της Ανατολής (Levant Company). Επιπλέον, από την πρώιμη ήδη βενετοκρατία μαρτυρείται η ενεργός συμμετοχή στο εμπόριο και στη ναυτιλία εγχωρίων, από τη Μεθώνη, την Κορώνη, την Εύβοια. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται για τη δραστηριότητα των Κρητικών ως εμπόρων, πλοιοκτητών, κυβερνητών πλοίων, ναυπηγών, ενώ ανάλογη εικόνα παρουσιάζεται στον 18ο αιώνα στα Ιόνια Νησιά. Οι πειρατικές επιδρομές καθώς και το λαθρεμπόριο της σταφίδας και του λαδιού συνέβαλαν στη συσσώρευση κεφαλαίων, που, μεταξύ άλλων, επενδύθηκαν στην αναπτυσσόμενη ναυτιλία του Μεσολογγίου και του Αιτωλικού. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία για τον ακμαίο εμπορικό στόλο της Κεφαλονιάς, που στα τέλη του 18ου αιώνα ανερχόταν σε 200 περίπου πλοία και πολυάριθμα πλοιάρια.

Περιορισμένες υπήρξαν οι βιοτεχνικές δραστηριότητες, κυρίως στο πλαίσιο της συντεχνιακής οργάνωσης, με κύριο στόχο την εξυπηρέτηση των τοπικών αγορών. Μεταξύ των λιγοστών αναπτυγμένων κλάδων μαρτυρούνται η βυρσοδεψία, η βαρελοποιία, η κατασκευή φορητών εικόνων και ξυλογλύπτων στην Κρήτη αλλά και χρυσοΰφαντων μεταξωτών και καμηλωτών στην Κύπρο.

Οι βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές υπήρξαν χώροι ανάδυσης σημαντικών πολιτισμικών φαινομένων, που χαρακτηρίσθηκαν από τη σύνθεση βυζαντινών και δυτικών στοιχείων. Αρχικά στην Κρήτη και ακολούθως στα Ιόνια Νησιά μεταφυτεύθηκε ο δυτικός θεσμός των Ακαδημιών, με πρότυπο την Πλατωνική Ακαδημία. Οι Ακαδημίες, φιλολογικοί σύλλογοι, με μέλη Βενετούς και Έλληνες από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα των πόλεων, συνέβαλαν στην προαγωγή της εγχώριας πνευματικής ζωής. Η πρώτη γνωστή Ακαδημία, με την επωνυμία των «Ζωντανών» (Vivi), ιδρύθηκε στο Ρέθυμνο το 1562 από τον βενετοκρητικό λόγιο Φραγκίσκο Barozzi, ενώ σημαντική δραστηριότητα ανέπτυξε σε δύο χρονικές φάσεις (τέλη 16ου αιώνα και περί τα μέσα του 17ου αιώνα) η Ακαδημία των «Αλλοκότων» (Stravaganti) στον Χάνδακα, με ιδρυτή τον ισχυρό βενετό ευγενή και λόγιο Ανδρέα Κορνάρο. Ιδιαίτερη είναι η περίπτωση της «Αγροτικής Ακαδημίας» της Κεφαλονιάς, που ιδρύθηκε το 1791, με στόχο την επιστημονική ανάπτυξη της γεωργίας.

Παρότι στον βενετοκρατούμενο ελληνικό χώρο δεν λειτούργησε τυπογραφείο, είναι γνωστή η διάδοση του έντυπου βιβλίου και η ύπαρξη βιβλιοθηκών, μοναστηριακών και ιδιωτικών. Τα βιβλία, ελληνικά και δυτικά, θρησκευτικά, επιστημονικά, λογοτεχνικά, προέρχονταν από τη Δύση, και, σε μεγάλο μέρος, από τα ελληνικά τυπογραφεία της Βενετίας. Παράλληλα, στις πιο αναπτυγμένες από τις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές σημειώνεται έντονη εκπαιδευτική δραστηριότητα. Οι νέοι των αστικών, κατά βάση, κέντρων είχαν τη δυνατότητα να διδαχθούν την ελληνική, λατινική ή ιταλική γλώσσα, αλλά και ποικίλους τομείς των τεχνών και της επιστήμης. Η διδασκαλία γινόταν κυρίως μέσω ιδιωτικών διδασκάλων, όπως μαρτυρούν πολυάριθμες συμβάσεις μαθητείας, καθώς και στα δημόσια και ιδιωτικά σχολεία, που λειτούργησαν κατά καιρούς. Ενδεικτικά, μνημονεύονται η ελληνική σχολή του Ιακώβου Διασσωρινού στην Κύπρο, στη δεκαετία του 1560, που συνδέθηκε με την αντιβενετική δράση του ιδρυτή της, το διδακτήριο του Βικεντίου Δαμοδού στην Κεφαλονιά (πρώτο μισό 17ου αιώνα) και το βραχύβιο «Κοινό Φροντιστήριο» του Νικηφόρου Θεοτόκη στην Κέρκυρα (μέσα 18ου αιώνα), όπου έμφαση δόθηκε στη διδασκαλία τόσο των κλασικών γραμμάτων όσο και των φυσικών επιστημών. Επιπλέον, πολλοί Έλληνες, από τα ανώτερα ιδιαίτερα στρώματα, συνέχιζαν τις σπουδές στη Δύση, και μάλιστα στο Πανεπιστήμιο της βενετικής επικράτειας, στην Πάδοβα, στους κλάδους της ιατρικής, της φιλοσοφίας και της νομικής.

Στο γόνιμο πνευματικό κλίμα των αναπτυσσόμενων αστικών κέντρων, εκδηλώθηκε το φαινόμενο της «Κρητικής Λογοτεχνίας». Στην πρώιμη φάση (14ος αιώνας – μέσα 16ου αιώνα) εγγράφονται τα ηθικοδιδακτικά, σατιρικά, θρησκευτικά ποιητικά έργα των Στέφανου Σαχλίκη, Λεονάρδου Ντελλαπόρτα, Μαρίνου Φαλιέρου, Ιωάννη Πικατόρου, Μπεργαδή και άλλων επώνυμων και ανώνυμων δημιουργών. Η ώριμη φάση της Κρητικής Λογοτεχνίας (μέσα 16ου – μέσα 17ου αιώνα) κυριαρχείται από την πλούσια, ποιοτική θεατρική παραγωγή, με κυριότερο εκπρόσωπο τον Γεώργιο Χορτάτση, ο οποίος καλλιέργησε εξίσου την τραγωδία (Ερωφίλη), την κωμωδία (Κατσούρμπος) και το ποιμενικό δράμα (Πανώρια ή Γύπαρης). Κορυφαίο έργο της Κρητικής Λογοτεχνίας είναι το έμμετρο ιπποτικό μυθιστόρημα Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου, στον οποίο παλαιότερα αποδιδόταν και το θρησκευτικό δράμα Η Θυσία του Αβραάμ. Στην πλούσια λογοτεχνική παραγωγή της περιόδου ανήκουν, μεταξύ άλλων, η Βοσκοπούλα, ανωνύμου, και το ιστορικό έργο Ο Κρητικός Πόλεμος του Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή. Τα έργα της Κρητικής Λογοτεχνίας έχουν χαρακτήρα έντεχνο και πρότυπα δυτικά, τα οποία, όμως, προσαρμόζουν στην τοπική παράδοση και αναπλάθουν με γόνιμο τρόπο, ξεπερνώντας τα συχνά σε δημιουργική έμπνευση. Οι συγγραφείς τους, ορθόδοξοι και καθολικοί, ελληνικής και βενετικής καταγωγής, προέρχονταν από τα ανώτερα και λόγια κοινωνικά στρώματα, αλλά η διάδοσή τους στο κοινωνικό σύνολο υπήρξε ευρύτατη.


Μετά την παράδοση του Χάνδακα (1669), πολλοί Κρητικοί κατέφυγαν ως πρόσφυγες στα Ιόνια Νησιά και μετέφεραν στις νέες πατρίδες τους το πνευματικό κλίμα της Κρήτης. Στον 18ο αιώνα ο χώρος του Ιονίου σηματοδοτήθηκε από την καλλιέργεια των επιστημών, την υποδοχή των δυτικών διαφωτιστικών ιδεών και την αφομοίωση των αξιών του δυτικού πολιτισμού.

Σημαντική ανάπτυξη γνώρισε στην Κρήτη η τέχνη, στους τομείς της αρχιτεκτονικής, της γλυπτικής και της μικροτεχνίας. Ωστόσο, η καλλιτεχνική δημιουργία στην κορυφαία της έκφανση, προϊόν σύνθεσης της βυζαντινής παράδοσης με δυτικά στοιχεία, εμφανίζεται στο πεδίο της ζωγραφικής, θρησκευτικής και κοσμικής, και μάλιστα της φορητής εικόνας. Σύμφωνα με πρόσφατες αρχειακές έρευνες, οι Κρητικοί ζωγράφοι, που ανέρχονταν σε εκατοντάδες, ήταν οργανωμένοι στη συντεχνία του Αγίου Λουκά και ζωγράφιζαν τις θρησκευτικές εικόνες τους εξίσου alla greca και alla latina, ανάλογα με τις απαιτήσεις του αγοραστικού κοινού. Στην Κρήτη εργάζονταν και Δυτικοί καλλιτέχνες. Μεταξύ των σημαντικών Κρητικών ζωγράφων του 16ου αιώνα συγκαταλέγονταν οι Θεοφάνης Στρελίτζας, λεγόμενος Μπαθάς, Γεώργιος Κλόντζας, Μιχαήλ Δαμασκηνός. Στο κλίμα αυτό ανδρώθηκε καλλιτεχνικά ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, αναγνωρισμένος ήδη ζωγράφος στην Κρήτη, πριν από τη μετάβασή του στην Ιταλία και εν συνεχεία στην Ισπανία, όπου και δημιούργησε το έργο που τον ανέδειξε σε έναν από τους κορυφαίους Ευρωπαίους ζωγράφους.

Μετά το 1669 η κρητική τέχνη μεταφέρθηκε στα Ιόνια Νησιά από Κρητικούς πρόσφυγες και άσκησε ισχυρή επίδραση στην τοπική καλλιτεχνική δημιουργία, που σταδιακά απέκτησε αυτοτέλεια, χωρίς, ωστόσο, να κατορθώσει να υπερβεί την Κρητική Σχολή στην ακτινοβολία της.

Δομήνικος Θεοτοκόπουλος,Η Προσκύνηση των Μάγων, 1565-1567, Συλλογή Μουσείου Μπενάκη.

Αξιόλογη δραστηριότητα, αρχικά στην Κρήτη και ακολούθως στα Ιόνια Νησιά, εμφανίζεται και στον τομέα της μουσικής, βυζαντινής, παραδοσιακής και δυτικής, κοσμικής και εκκλησιαστικής. Από τους πολυάριθμους μουσικούς που μνημονεύονται στις πηγές, ιδιαίτερη θέση κατέχει ο Κρητικός μουσικοσυνθέτης Φραγκίσκος Λεονταρίτης (πρώτο μισό του 16ου αιώνα), ο οποίος έδρασε στην Κρήτη αλλά και στη δυτική Ευρώπη και συνέθεσε έργα που εντάσσονται στη δυτικοευρωπαϊκή μουσική παράδοση.

Κατά τη μακραίωνη κυριαρχία της Βενετίας στον ελληνικό χώρο, μέσα από περίπλοκες ιστορικές διαδρομές αναδεικνύεται ένα νέο, σύνθετο ιδεολογικό τοπίο, που διαμορφώθηκε αφενός από τη διεκδικητική παρουσία στον ίδιο χώρο Βυζαντινών, άλλων Δυτικών και Οθωμανών, και αφετέρου από τις ιδεολογικές θέσεις των εγχώριων πληθυσμών απέναντι στη «Δύση». Πρόκειται για σχήμα με κυρίαρχα εθνοτικοθρησκευτικά γνωρίσματα, που, παράλληλα, καθορίσθηκε από το αυστηρά διαστρωματωμένο κοινωνικό σύστημα των βενετικών κτήσεων.

Σε πρώτο επίπεδο, το ιδεολογικό κλίμα προσδιοριζόταν από μια υποβόσκουσα εσωτερική σύγκρουση με πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Οι κάτοικοι των βενετοκρατούμενων ελληνικών περιοχών, με κριτήριο την ιστορική παράδοση, τη γεωγραφική θέση, το πολιτικό καθεστώς των τόπων τους, εντάσσονταν οργανικά στη σύγχρονη ευρωπαϊκή, και μάλιστα δυτικοευρωπαϊκή, κοινότητα, παράλληλα, όμως, διαχωρίζονταν από αυτήν λόγω της μακροχρόνιας αντιπαράθεσης του καθολικού δυτικού κόσμου με τον ορθόδοξο ανατολικό. Στο πλαίσιο αυτό, η δυτικοευρωπαϊκή Βενετία, εκπροσωπώντας κατά την πρώτη περίοδο της λατινοκρατίας στην Ανατολή τις πολιτικές – εκκλησιαστικές δυνάμεις που είχαν καταλύσει τη βυζαντινή αυτοκρατορία, συγκέντρωνε την αντίδρασή τους. Η τουρκική προέλαση από τα μέσα του 14ου αιώνα άλλαξε τα δεδομένα. Το δογματικό ζήτημα παρέμενε το καίριο σημείο διαχωρισμών Ελλήνων – Λατίνων και η ανεκτική στάση των Οθωμανών απέναντι στην ορθόδοξη Εκκλησία επέτεινε την ιδεολογική σύγχυση. Ωστόσο, η σταδιακή στροφή προς τις δυτικές δυνάμεις, μεταξύ των οποίων η Βενετία μέχρι το 18ο αιώνα είχε κεντρική θέση, αποτέλεσε μια νέα, ισχυρή πραγματικότητα, που εμπεδώθηκε όχι μόνο στον βενετοκρατούμενο αλλά και στον τουρκοκρατούμενο ελληνικό χώρο και συνδέθηκε με τις πολυάριθμες αντιτουρκικές κινήσεις των Ελλήνων στη δύσβατη διαδρομή προς την εθνική αυτοσυνειδησία.

Από την άλλη πλευρά, στο εσωτερικό των βενετικών κτήσεων σε όλη την περίοδο της βενετοκρατίας η στάση των υποτελών ελληνορθόδοξων πληθυσμών απέναντι στη βενετική κυριαρχία δεν υπήρξε ενιαία και καθορίσθηκε από τις οξείες κοινωνικοοικονομικές διαφορές τους. Γενικευτικά, μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα ανώτερα και αστικά κοινωνικά στρώματα στις βενετικές κτήσεις στην Ανατολή είχαν ταυτισθεί με τη βενετική πολιτική και τήρησαν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, σταθερή φιλοβενετική στάση, ενισχύοντας παντοιοτρόπως τους βενετικούς αγώνες. Αντίθετα, οι ελληνορθόδοξοι αγροτικοί πληθυσμοί, βιώνοντας ένα πιεστικό κοινωνικοοικονομικό καθεστώς, σε κρίσιμες για τη Βενετία συγκυρίες αντιμετώπισαν παθητικά μια ενδεχόμενη οθωμανική κυριαρχία, παράλληλα, όμως, σε αρκετές περιπτώσεις κατά τις βενετοτουρκικές συγκρούσεις αγωνίσθηκαν στο πλευρό των ομόθρησκων Βενετών, με σημαία τη χριστιανική πίστη.

Κατά τους έξι αιώνες της βενετοκρατίας οι ελληνικές περιοχές σταδιακά λειτούργησαν ως γέφυρα μεταξύ της δυτικής, καθολικής και της ανατολικής, ορθόδοξης Ευρώπης. Ανήκαν στην «Ανατολή», αλλά επί αιώνες διετέλεσαν τμήμα μιας δυτικής δύναμης, αναδέχθηκαν θεσμούς και πολιτισμικά ρεύματα της δυτικής Ευρώπης, που, σε πολλές περιπτώσεις, σε σύζευξη με τα στοιχεία της τοπικής παράδοσης, μεταπλάσθηκαν δημιουργικά σε κοινά σχήματα.

Ο ναός του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων (San Giorgio dei Greci) και η Φλαγγίνειος Σχολή, σημερινή έδρα του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών Σπουδών Βενετίας (https.//anemoution.blogspot.gr./2017/08/blog-post_787.html).

Από την άλλη πλευρά, η Δύση ήρθε σε άμεση επαφή με την Ανατολή όχι μόνο μέσα από την αρχαία κληρονομιά της αλλά και από τη σύγχρονη ιστορία της. Η αναγκαστική συμβίωση των δύο κοινοτήτων συνετέλεσε, παρά τις ποικίλες αντιξοότητες, στη γνωριμία, στην κατανόηση και, τελικά, στη δυνατότητα έκφρασης ενός κοινού λόγου σε διάφορα πεδία, ενώ η Γαληνοτάτη Δημοκρατία του αγίου Μάρκου σταδιακά εξελισσόταν για τους Έλληνες σε χώρο φιλικό, που έδιδε ευκαιρίες πνευματικού και υλικού πλουτισμού και ταυτιζόταν μαζί τους σε ευρύτερες πολιτικές επιδιώξεις. Το σύνθετο αυτό περιβάλλον ο αναπαραστατικός συμβολικός λόγος αποκτούσε τη δική του δυναμική, μετατρέποντας στην ελληνική συνείδηση την εχθρική, κατακτητική δύναμη του 1204 στη «φουμιστή» Βενετία των τρυφερών νανουρισμάτων, των οραμάτων και των προσδοκιών.

Η Αναστασία Παπαδία-Λάλα είναι Καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής
του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

*Πρώτη δημοσίευση στον συλλογικό τόμο: «H Τέταρτη Σταυροφορία και ο ελληνικός κόσμος», Ν. Γ. Μοσχονάς (επιστημονική επιμέλεια), Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Αθήνα 2008, σ. 365-381. Το κυρίως κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο. Αλλαγές, που συμπεριλαμβάνουν και πρόσφατες εκδόσεις, έχουν επέλθει στη βιβλιογραφία.

ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Αρβανιτάκης Δ. Δ., Κοινωνικές αντιθέσεις στην πόλη της Ζακύνθου. Το Ρεμπελιό των Ποπολάρων (1628), Αθήνα 2001.

Arbel Β., «Venice’s Maritime Empire in the Early Modern Period», A Companion to Venetian History, 1400-1797, επιμ. E. R. Dursteler, Λέιντεν – Βοστώνη 2013, σ. 125-253.

Γάσπαρης Χ., Η γη και οι αγρότες στη Μεσαιωνική Κρήτη. 13ος-14ος αι., Αθήνα 1997.

Georgopoulou Maria, Venice’s Mediterranean Colonies. Architecture and Urbanism, Cambridge 2001.

Karapidakis Ν., Civis fidelis: L’avènement et l’affirmation de la citoyenneté corfiote (XVIème-XVIIème siècles), Φραγκφούρτη 1992.

Κωνσταντινίδου Κατερίνα, «Το κακό οδεύει έρποντας…» Οι λοιμοί της πανώλης στα Ιόνια Νησιά (17ος-18ος αι.), Βενετία 2007.

Λαμπρινός Κ.Ε., Οι cittadini στη βενετική Κρήτη. Κοινωνικο-πολιτική και γραφειοκρατική εξέλιξη (15ος-17ος αι.), Αθήνα 2015.

Lane F. C., Βενετία, η θαλασσοκράτειρα, μετάφρ. Κ. Κουρεμένος, επιστ. επιμ. Γ. Παγκράτης, Αθήνα 2007.

Μάλλιαρης Α.Μ., Η Πάτρα κατά τη βενετική περίοδο, 1687-1715: γη, πληθυσμοί, κοινωνία στη Β.Δ. Πελοπόννησο, Βενετία 2008.

Μαλτέζου Χρύσα (επιμ.), Όψεις της ιστορίας του βενετοκρατούμενου Ελληνισμού. Αρχειακά τεκμήρια, Αθήνα 1993.

Μαλτέζου Χρύσα (επιμ.), Βενετοκρατούμενη Ελλάδα. Προσεγγίζοντας την ιστορία της, επιμ. κειμένων, Δέσποινα Βλάσση – Αγγελική Τζαβάρα, τ. 1-2, Αθήνα – Βενετία 2010.

Ντόκος Κ. – Γ. Παναγόπουλος Γ., Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας, πρόλογος: B. Παναγιωτόπουλος, Αθήνα 1993.

Παναγιωτάκης Ν. Μ., Ο ποιητής του «Ερωτοκρίτου» και άλλα βενετοκρητικά μελετήματα, Ηράκλειο 1989.

Παναγιωτόπουλος Β., Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου. 13ος-18ος αιώνας, μετάφρ. Χριστίνα Αγριαντώνη, Αθήνα 1985.

Πανοπούλου Αγγελική, Συντεχνίες και θρησκευτικές αδελφότητες στη βενετοκρατούµενη Κρήτη, Αθήνα – Βενετία 2012.

Παπαδία-Λάλα Αναστασία, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της βενετοκρατίας (13ος-18ος αι.). Μια συνθετική προσέγγιση, Βενετία ²2008.

Thiriet F, La Romanie Vénitienne au Moyen Age. Le développement et l’exploitation du domaine colonial vénitien (XIIe-XVe siècles), Παρίσι ²1975.

Τζιβάρα Παναγιώτα, Σχολεία και δάσκαλοι στη βενετοκρατούµενη Κέρκυρα (16ος-18ος αι.), Αθήνα 2003.

Ιωάννης Δ. Στεφανίδης:Η άλλη «Βάρκιζα»: Η κρίση αποστράτευσης του Βελγίου (Νοέμβριος 1944)

Ιωάννης Δ. Στεφανίδης:

Η άλλη «Βάρκιζα»: Η κρίση αποστράτευσης του Βελγίου

(Νοέμβριος 1944)

Η δεκαετία του 1930 υπήρξε μια περίοδος κλιμακούμενης αβεβαιότητας και ανασφάλειας για τον κόσμο των κρατών. Η δεκαετία ξεκίνησε με τη μεγάλη οικονομική κρίση και ύφεση και συνεχίστηκε με την απειλητική εμφάνιση δυνάμεων που επιδίωκαν την αναθεώρηση του εδαφικού καθεστώτος των συνθηκών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ενόψει της αποτυχίας να αντιμετωπιστούν τα φαινόμενα αυτά με συλλογική ή πολυμερή δράση, οι κυβερνήσεις τράπηκαν σε επιλογές που χαρακτηρίζονταν από εσωστρέφεια και ευσεβείς πόθους πως τα απειλητικά νέφη που σωρεύονταν στον διεθνή ορίζοντα δεν θα ξεσπούσαν επάνω τους. Η ηγεσία του Βελγίου δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Ήδη από τον Νοέμβριο του 1936, η χώρα που είχε δοκιμαστεί σκληρά κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου επέλεξε να ακολουθήσει πολιτική αυστηρής ουδετερότητας έναντι όλων των εν δυνάμει εμπόλεμων δυνάμεων. Η σχετική διακήρυξη έγινε δια στόματος του βασιλιά Λεοπόλδου Γ΄, και είχε ως συνέπεια οι Βρυξέλλες να αποχωρήσουν από τη Συνθήκη του Λοκάρνο (η οποία, μεταξύ άλλων, εγγυόταν τα σύνορα της χώρας με τη Γερμανία) και να καταγγείλουν την υφιστάμενη από το 1920 αμυντική συμμαχία με τη Γαλλία. Το ίδιο διάστημα, η βελγική αμυντική πολιτική επικεντρώθηκε στην ενίσχυση των οχυρωματικών έργων που κατανέμονταν σε δύο διαδοχικές γραμμές άμυνας (η πρώτη, κατά μήκος της νεότευκτης διώρυγας του βασιλιά Αλβέρτου, μεταξύ Αμβέρσας και Λιέγης, η δεύτερη μεταξύ Αμβέρσας και της πόλης Βαβρ, νοτιοανατολικά των Βρυξελλών). Η έκρηξη του πολέμου στην Ευρώπη, ως αποτέλεσμα της γερμανικής εισβολής στην Πολωνία τον Σεπτέμβριο του 1939, θορύβησε τη βελγική κυβέρνηση αρκούντως ώστε να προχωρήσει σε σταδιακή επιστράτευση. Ωστόσο, τα μέτρα αυτά αποδείχτηκαν ανεπαρκή απέναντι στη γερμανική τακτική του «αστραπιαίου πολέμου» (Blitzkrieg).

Όπως πάγια προέβλεπαν τα γερμανικά πολεμικά σχέδια από τις αρχές του 20ού αιώνα, η αποφασιστική επίθεση εναντίον της Γαλλίας εξαπολύθηκε μέσα από τα εδάφη του Βελγίου και του γειτονικού Λουξεμβούργου. Στις 28 Μαΐου 1940, έπειτα από αντίσταση δεκαοκτώ ημερών, ο 39χρονος Λεοπόλδος, ο οποίος είχε επιμείνει να ασκεί την αρχιστρατηγία, αγνόησε την αντίθετη άποψη της βελγικής κυβέρνησης και παραδόθηκε με τον στρατό του στους Γερμανούς.[1] Ο βασιλιάς έκρινε ότι όφειλε να συμμεριστεί τη μοίρα του λαού του και να παραμείνει στη χώρα του, επιχειρώντας να αμβλύνει τις αρνητικές συνέπειες της ήττας.[2] Οι προσπάθειές του επικεντρώθηκαν κυρίως στην απελευθέρωση των 80.000 βαλλώνων στρατιωτών, οι οποίοι, σε αντίθεση με τους φλαμανδούς συναδέλφους τους, δεν απελευθερώθηκαν το θέρος του 1940.[3] Παρά την ακρόαση που ο Λεοπόλδος εξασφάλισε με τον Αδόλφο Χίτλερ, στο Μπέρχτεσγκαντεν, τον Νοέμβριο του 1940, οι πλείστοι των βαλλώνων στρατιωτών παρέμειναν αιχμάλωτοι έως το τέλος του πολέμου. Η αποτυχία αυτή, η σκληρή πραγματικότητα της κατοχής, καθώς και η αρνητική για τον Άξονα τροπή του πολέμου μετά το 1942, επρόκειτο τελικά να γείρουν την πλάστιγγα υπέρ της εξόριστης βελγικής κυβέρνησης που έδρευε στο Λονδίνο.[4]

Λεοπόλδος Γ΄ (1901-1983).
Hubert Pierlot(1883-1963)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ως αιρετός πρωθυπουργός την εποχή της γερμανικής εισβολής, ο Hubert Pierlot δημόσια κατήγγειλε την παράδοση του στρατού από τον Λεοπόλδο ως αντισυνταγματική ενέργεια, αντίθετη με το καλώς νοούμενο συμφέρον της χώρας. Έπειτα από μία πρώτη περίοδο αμφιταλάντευσης, το ολιγομελές κυβερνητικό σχήμα του οποίου προΐστατο ο Pierlot ανέλαβε να σηκώσει τη σημαία της αντίστασης σε μια εποχή που στο κατεχόμενο Βέλγιο επικρατούσε πνεύμα παραίτησης και συμβιβασμού. Τον Pierlot, ο οποίος εκπροσωπούσε το Καθολικό Κόμμα, πλαισίωναν ανά ένα επιφανή στελέχη των άλλων δύο μεγάλων κομμάτων στο τελευταίο προπολεμικό κοινοβούλιο, του Σοσιαλιστικού και του Φιλελεύθερου. Διεκδικώντας τον ρόλο του συνεχιστή της προπολεμικής νομιμότητας, η εξόριστη κυβέρνηση διαχώριζε σαφώς τη θέση της από τον αυταρχικών αντιλήψεων Λεοπόλδο, η στάση του οποίου πρόδιδε μια μοιρολατρική αποδοχή της ναζιστικής «Νέας Τάξης» στην Ευρώπη.[5] Παρά ταύτα, ο Pierlot και οι εταίροι του στο Λονδίνο επιχείρησαν να έρθουν σε συνεννόηση με τον βασιλιά στην κατεχόμενη χώρα. Οι κρούσεις τους, όμως, έμειναν χωρίς ανταπόκριση έως ότου, την επομένη της συμμαχικής απόβασης στη Νορμανδία, τον Ιούνιο του 1944, ο Λεοπόλδος μεταφέρθηκε κρατούμενος σε γερμανικό έδαφος.[6] Έτσι, η καταφανής δυσαρμονία κυβέρνησης και ανώτατου άρχοντα έμεινε να υποδαυλίζει μια παρατεταμένη πολιτειακή κρίση, η οποία επρόκειτο να λυθεί με την παραίτηση του Λεοπόλδου υπέρ του διαδόχου του το 1950. Ωστόσο, μια άλλη κρίση, η οποία εκδηλώθηκε κατά το πρώτο στάδιο της απελευθέρωσης, απείλησε να κλιμακωθεί σε αιματηρή εμφύλια σύρραξη, ανάλογη με εκείνη που δοκίμασε η Ελλάδα με ελάχιστη χρονική διαφορά.

Λονδίνο, Οκτώβριος 1940. Ο πρωθυπουργός Hubert Pierlot επιθεωρεί στρατιωτικό άγημα.

Μελετώντας τη μετάβαση του Βελγίου από τον πόλεμο και την κατοχή στην ειρήνη και την ανασυγκρότηση, ο ιστορικός Martin Conway υποστήριξε ότι, παρά τους έντονους κλυδωνισμούς αυτής της περιόδου, η συναίνεση που έμπρακτα εκδηλώθηκε στο επίπεδο των ιθυνόντων της πολιτικής, της οικονομίας και της κοινωνίας, απέτρεψε τη βίαιη αμφισβήτηση της κυβερνητικής νομιμότητας. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στο γεγονός ότι οι εν λόγω ελίτ, ιδίως οι επιχειρηματικές του τραπεζικού και του βιομηχανικού τομέα, αλλά και η προπολεμική πολιτική τάξη σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, διατήρησαν σχετικά αλώβητη την ισχύ τους «σε αυτή την πλέον καπιταλιστική από τις κοινωνίες της Ευρώπης»,[7] – η οποία, πέρα από τη συμμαχική βοήθεια, διέθετε πρόσβαση και στους πόρους της πλουσιότατης αποικίας του Κονγκό. Ανθεκτικότητα επέδειξαν και μια σειρά από δυνάμεις της βελγικής πολιτείας και κοινωνίας που προϋπήρχαν του πολέμου. Επρόκειτο για τους μακραίωνους θεσμούς της τοπικής αυτοδιοίκησης, τη δικαιοσύνη, την Καθολική Εκκλησία, τα πανεπιστήμια, τις εργοδοτικές οργανώσεις, αλλά και φορείς μιας άνωθεν καθοδηγούμενης κοινωνίας πολιτών, δηλαδή, τα κοινωνικά και ιδεολογικά δίκτυα που είχαν ιδρύσει ήδη από τον 19ο αιώνα τα κυριότερα πολιτικά κόμματα της χώρας, Καθολικοί, Σοσιαλιστές και Φιλελεύθεροι.[8] Παρά τις επιμέρους διαφορές τους, όλοι αυτοί οι παράγοντες ήταν κατά βάση αντίθετοι στις ριζικές ανατροπές. Όταν, με την επιβολή της ξένης κατοχής, οι κεντρικοί θεσμοί (βασιλιάς, κυβέρνηση, κοινοβούλιο) τέθηκαν σε αναστολή, οι εν λόγω δυνάμεις λειτούργησαν ως εγγυητές κάποιας συνέχειας με την προπολεμική τάξη, αλλά και ως παράγοντες κοινωνικής συνοχής, στον βαθμό που μερίμνησαν για την επιβίωση του χειμαζόμενου έθνους. Επιπλέον, περιφρούρησαν την κοινή εθνική ταυτότητα των Βέλγων απέναντι στις εθνικιστικές αντιθέσεις που υποδαύλισε η γερμανική κατοχή.[9] Η συμπόρευση ή ταύτιση με τον κατακτητή κόστισε στους ακραίους εθνικιστές σε Βαλλωνία και Φλάνδρα την «καλή μαρτυρία» της μεγάλης πλειονότητας των Βέλγων για τις επόμενες δύο δεκαετίες, τουλάχιστον.

Στο πνεύμα, λοιπόν, του «compromis à la belge», το οποίο σφυρηλάτησαν με τη στάση τους στη διάρκεια του πολέμου οι δυνάμεις που αναφέρθηκαν, ο Conway απέδωσε τη μεταπολεμική σταθερότητα της χώρας, παρά την πόλωση που συντήρησε επί πενταετία η εκκρεμότητα σχετικά με την επάνοδο του Λεοπόλδου στον θρόνο.[10] Αυτό το πνεύμα συμβιβασμού αμφισβήτησαν οι βέλγοι κομμουνιστές τον Νοέμβριο του 1944, προβάλλοντας ως εναλλακτική πηγή νομιμοποίησης την αντίσταση στον κατακτητή. Όπως είχε συμβεί στις περισσότερες κατεχόμενες χώρες της Ευρώπης, ο ενεργός ρόλος τους στην αντίσταση είχε ενισχύσει την επιρροή τους. Παρά το γεγονός ότι στην αντίσταση αναμίχθηκε ενεργά ένα πολύ μικρό ποσοστό του πληθυσμού, μπορούσε βάσιμα να αναμένεται ότι η μεγάλη πλειονότητα θα έσπευδε να ταυτιστεί μαζί της κατά τη «μεθυστική» στιγμή της απελευθέρωσης.[11] Το ερώτημα ήταν κατά πόσον οι κομμουνιστές θα είχαν τη δυνατότητα να διαμορφώσουν τις εξελίξεις, είτε αυτοτελώς είτε μέσω συμμαχιών.

Οι Βρυξέλλες υπό Γερμανική κατοχή. Παρέλαση μπροστά από τα βασιλικά ανάκτορα.

Η επιτυχία της συμμαχικής απόβασης στη Νορμανδία έθεσε επί τάπητος το ζήτημα ποιος και πώς θα κάλυπτε το κενό εξουσίας που άφηνε ο τερματισμός της κατοχής.[12] Η αποχώρηση των Γερμανών συμπαρέσυρε στον πολιτικό Καιάδα τους πιο κραυγαλέους, τουλάχιστον, από τους συνεργάτες τους, ιδίως το κόμμα των «Ρεξιστών» (Parti Rexiste), που δρούσε στη Βαλλωνία, και τον Φλαμανδικό Εθνικό Σύνδεσμο (Vlaams Nationaal Verbond) – οργανώσεις που εξέφραζαν την εθνικιστική άκρα δεξιά στη δεκαετία του 1930. Ο βασιλιάς Λεοπόλδος, με μειωμένο κύρος λόγω της παθητικής στάσης του κατά τα τελευταία δύο χρόνια της κατοχής αλλά και της προσωπικής του ζωής,[13] είχε μεταφερθεί εκτός Βελγίου. Έτσι, απέμεναν τέσσερεις παράγοντες ικανοί να επηρεάσουν τις εξελίξεις: Πρώτον, η ετερόκλητη αντίσταση, με ισχυρότερους εκπροσώπους τον φιλοσυμμαχικό και εν πολλοίς βασιλόφρονα Μυστικό Στρατό (Armée Secrète: AS) και το φιλοκομμουνιστικό Μέτωπο Ανεξαρτησίας (Front de l’Indépendance: FI), οι τάξεις των οποίων πύκνωναν με «αντιστασιακούς της ενδέκατης ώρας». Θεωρητικά, οι δυνάμεις αυτές μπορούσαν να διεκδικήσουν αυτοτελή νομιμοποίηση, επικαλούμενες τον αγώνα τους κατά του κατακτητή. Η φιλοδοξία αυτή επρόκειτο να προσκρούσει στη στάση των άλλων τριών παραγόντων, με πρώτο τις δυνάμεις που είχαν στηρίξει την de facto διακυβέρνηση του Βελγίου από υψηλά ιστάμενα στελέχη του κρατικού μηχανισμού έως την ώρα της γερμανικής αποχώρησης. Επρόκειτο για τις κοινωνικές ελίτ που προαναφέρθηκαν (τοπικοί άρχοντες, δικαιοσύνη, Εκκλησία, κοινωνικές και οικονομικές ελίτ και οι οργανώσεις τους) και είχαν λειτουργήσει ως «θεματοφύλακες του εθνικού συμφέροντος» απέναντι στον κατακτητή και τους συνεργάτες του. Το ζήτημα ήταν ότι αυτή η ‘notable elite’ είχε τηρήσει διακριτική απόσταση από τον τρίτο παράγοντα, την εξόριστη κυβέρνηση, η οποία διέθετε, όμως, την πλήρη στήριξη των Συμμάχων, ιδίως των Βρετανών. Οι τελευταίοι αποτελούσαν τον τέταρτο και σημαντικότατο πόλο ισχύος, καθώς είχαν ισχυρότατη στρατιωτική παρουσία αλλά και την πρωτοκαθεδρία στη συμμαχική αποστολή που θα λειτουργούσε στο Βέλγιο όσο διαρκούσε ο πόλεμος με το Γ΄ Ράιχ.[14]

Εκτός από τη συμμαχική στήριξη, η κυβέρνηση Pierlot, που εγκαταστάθηκε στις Βρυξέλλες στις 8 Σεπτεμβρίου, διέθετε και το τεκμήριο της νομιμοποίησης. Παρά τη ρήξη με τον Λεοπόλδο, την αμοιβαία καχυποψία με την κομμουνιστική αλλά, ως ένα βαθμό, και με την υπόλοιπη αντίσταση, και τις αρνητικές επιπτώσεις που αναπόφευκτα είχε η αποκοπή της από την κατοχική εμπειρία της χώρας, στα μάτια της φιλοδυτικής πλειονότητας η κυβέρνηση αυτή «κατ’ ελάχιστον διασφάλιζε ότι το Βέλγιο εκπροσωπείτο στις τάξεις των Συμμάχων και θα αναγνωριζόταν ως [σύμμαχος χώρα] στο τέλος του πολέμου». Επιπλέον, το αρχικό τριμελές σχήμα του 1940 είχε σταδιακά διευρυνθεί με την προσέλευση σημαντικού αριθμού πολιτικών και κρατικών λειτουργών από την κατεχόμενη χώρα. Τέλος, και σημαντικότερο, οι αντιστασιακές οργανώσεις δεν είχαν πρόσβαση στη συμμαχική βοήθεια και προπαγάνδα χωρίς την έγκριση της εξόριστης κυβέρνησης. Υπό αυτές τις συνθήκες, από τους πρώτους μήνες του 1943, οι δυνάμεις της συνέχειας στο εσωτερικό του Βελγίου ξεκίνησαν μια «διαδικασία σύγκλισης» μέσω συμβιβασμών τόσο μεταξύ τους όσο και με το Λονδίνο, με την ενθάρρυνση των Βρετανών. Από τη διαδικασία αυτή δεν έμεινε αμέτοχο το Κομμουνιστικό Κόμμα Βελγίου (ΚΚΒ) και ο αντιστασιακός του βραχίονας, το FI.[15] Το ζητούμενο για τις δυνάμεις της συνέχειας και τους βρετανούς συμμάχους τους ήταν η απελευθέρωση να μη συνοδευτεί από έμπρακτη αμφισβήτηση της κυβερνητικής νομιμότητας.

 

ΛΥΤΡΩΣΗ!
Η απελευθέρωση των Βρυξελλών από τα Βρετανικά στρατεύματα (4 Σεπτεμβρίου 1944).

Σε αντίθεση με τη Γαλλία και την Ολλανδία, οι επαφές με τις αντιστασιακές οργανώσεις δεν κατέληξαν στη σύσταση ενός συλλογικού φορέα της αντίστασης υπό την εποπτεία της εξόριστης κυβέρνησης. Υπήρχαν, ωστόσο, άλλα εμπόδια στην ωρίμανση επαναστατικών συνθηκών. Σε μια χώρα, όπου η ευνομία μάλλον ήταν ο κανόνας πριν από τον πόλεμο, ο φόβος μήπως «η στιγμιαία μέθη της απελευθέρωσης» αποδεσμεύσει δυνάμεις αμφισβήτησης και ανατροπής οπωσδήποτε συνείχε μια σημαντική μερίδα του βελγικού πληθυσμού. Το ενδεχόμενο δε να επωφεληθεί από το κενό εξουσίας η κομμουνιστική αριστερά θορυβούσε τους θιασώτες της συνέχειας, οι οποίοι δεν άργησαν να συσπειρωθούν γύρω από την κυβέρνηση Pierlot, παραμερίζοντας προς στιγμήν το ζήτημα του θρόνου (το Καθολικό Κόμμα ευνοούσε την επιστροφή του Λεοπόλδου, οι υπόλοιποι αντιτάσσονταν). Φυσικά, και οι Σύμμαχοι ενδιαφέρονταν ζωηρά για τη διαφύλαξη της τάξης ενόσω οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στο βελγικό έδαφος συνεχίζονταν. Κατά συνέπεια, τρεις από τους τέσσερεις εν δυνάμει διεκδικητές της εξουσίας στο μετακατοχικό Βέλγιο είχαν βραχυπρόθεσμα κοινό συμφέρον να χαλιναγωγήσουν τον τέταρτο, την αντίσταση, και ιδίως την κομμουνιστική.[16]

Εν τέλει, κενό εξουσίας δεν υπήρξε στο Βέλγιο. Σε αυτό συνέβαλε αποφασιστικά η ταχεία ανάπτυξη ισχυρών συμμαχικών δυνάμεων και η δραστήρια παρουσία της αποστολής υπό τον βρετανό αντιστράτηγο George Erskine. Ενδεχομένως ως μια επιβεβαίωση της νόμιμης συνέχειας του κράτους, οι Σύμμαχοι ενθάρρυναν τη διατήρηση του κυβερνητικού σχήματος που έδρευε στο Λονδίνο. Ως παραχώρηση στους θιασώτες της αλλαγής, το σχήμα αυτό μετονομάστηκε σε κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» με την προσθήκη προσωπικοτήτων που είχαν παραμείνει στο κατεχόμενο Βέλγιο. Ωστόσο, οι υπουργοί που δεν ανήκαν στα τρία παραδοσιακά κόμματα μειοψηφούσαν, και μεταξύ αυτών συγκαταλέγονταν δύο ηγετικά στελέχη του FI και ένας εκπρόσωπος του ΚΚΒ. Οι θώκοι-κλειδιά παρέμειναν στα χέρια των προσώπων που είχαν στελεχώσει την εξόριστη κυβέρνηση.[17]

Bελγικές αντιστασιακές οργανώσεις: Κάρτα μέλους του Front de l’Indépendance (αριστερά) και της Armée Secrète .

Η σύνθεση της κυβέρνησης δεν ικανοποιούσε τις δυνάμεις που επιθυμούσαν να αντλήσουν πολιτικό κεφάλαιο από τη συμμετοχή τους στην αντίσταση. Αυτό ίσχυε ιδίως για τους κομμουνιστές και τους εταίρους τους στο FI. Στις τελευταίες προπολεμικές εκλογές του Απριλίου του 1939, το ΚΚΒ είχε συγκεντρώσει ένα μάλλον ισχνό 4,65%. Στη διάρκεια της κατοχής είχε κερδίσει νέους υποστηρικτές, ιδίως στη Βαλλωνία, και μπορούσε να υπολογίζει στην παρουσία δέκα, περίπου χιλιάδων ενόπλων, οργανωμένων σε ομάδες «παρτιζάνων» (Partisan Armés), οι οποίοι αποτελούσαν τη δύναμη κρούσης του FI.[18] Την αβεβαιότητα επέτεινε το γεγονός ότι, ένα μήνα μετά την επάνοδο της κυβέρνησης στις Βρυξέλλες, στη χώρα παρέμεναν περί τους 85.000 ενόπλους, οι οποίοι αναφέρονταν στις επί μέρους οργανώσεις. Προκειμένου να ενισχυθεί η κυβερνητική εξουσία, ο αρχιστράτηγος των συμμαχικών δυνάμεων στη δυτική Ευρώπη Dwight Eisenhower εξέδωσε ημερήσια διαταγή στις 3 Οκτωβρίου, με την οποία προσκαλούσε τις αντιστασιακές οργανώσεις να παραδώσουν τον οπλισμό τους στις βελγικές αρχές και τα μέλη τους να ενταχθούν στον τακτικό στρατό που επρόκειτο να σχηματισθεί. Οι κομμουνιστές αγνόησαν το σκέλος περί αφοπλισμού και ουσιαστικά επέμειναν να αναγνωριστούν οι ένοπλοι αντιστασιακοί σχηματισμοί ως μονάδες του μελλοντικού στρατού. Η κυβερνητική υπόσχεση για σταδιακή απορρόφηση αυτού του δυναμικού βρήκε ανταπόκριση μόνο από τον νομιμόφρονα AS. Ταυτόχρονα, ως μέτρο αυτοπροστασίας, οι δυνάμεις ασφαλείας, που αριθμούσαν μόλις 6.000 άνδρες, επανεξοπλίστηκαν με 5.000 βρετανικά αυτόματα τύπου Sten.[19]

Το ίδιο διάστημα, οι Βρετανοί εμφανίζονταν δυσαρεστημένοι με τις επιδόσεις της κυβέρνησης Pierlot. Γίνονταν μάρτυρες δημόσιων εκδηλώσεων διαμαρτυρίας με αφορμή τις ελλείψεις σε αγαθά, ιδίως τρόφιμα και καύσιμα.

Sir George Erskine (1899-1965).

Επιπλέον, ο Erskine, επιθυμούσε μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στο ζήτημα του αφοπλισμού. Στις 21 Οκτωβρίου, ζήτησε από το Ανώτατο Στρατηγείο των συμμαχικών δυνάμεων στην Ευρώπη να προετοιμάσει το έδαφος για ενδεχόμενη στρατιωτική επιχείρηση με σκοπό την προάσπιση της κυβέρνησης του Βελγίου. Έστω και με καθυστέρηση, η σχετική οδηγία εκδόθηκε στις 18 Νοεμβρίου. Νωρίτερα, ο Eisenhower με επιστολή του προς τη βελγική κυβέρνηση είχε ζητήσει να απαγορευτεί η οπλοκατοχή από τους πολίτες, υποσχόμενος βοήθεια σε περίπτωση ανάγκης. Λίγες μέρες αργότερα, επισκέφτηκε ο ίδιος τη βελγική πρωτεύουσα. Ενθαρρυμένη, στις 31 Οκτωβρίου, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι 40.000 πρώην μέλη της αντίστασης, δηλαδή, κάτι λιγότερο από τους μισούς, θα εντάσσονταν σε ατομική βάση – και όχι ως σχηματισμοί – στις ένοπλες δυνάμεις. Στις 13 Νοεμβρίου, εξέδωσε νομοθετικό διάταγμα που έθετε πενθήμερη διορία προκειμένου οι πολίτες να παραδώσουν όλο το στρατιωτικό υλικό που είχαν στην κατοχή τους στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα. Εξαίρεση προβλεπόταν μόνο σε περιπτώσεις κατοχής ειδικής άδειας από τις συμμαχικές ή τις βελγικές αρχές. Εκτός από τις ποινές για παράνομη οπλοκατοχή, το διάταγμα θέσπιζε και χρηματική ανταμοιβή για όσους συμμορφώνονταν.[20]

Ήταν προφανές ότι η κυβέρνηση είχε υπαναχωρήσει από την εξαγγελία της σταδιακής απορρόφησης των αντιστασιακών στο στράτευμα. Αυτό ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τις επιδιώξεις των κομμουνιστών. Ισχυριζόμενο ότι, εκδίδοντας το διάταγμα περί αφοπλισμού, ο πρωθυπουργός είχε ενεργήσει «εναντίον της θέλησης του υπουργικού συμβουλίου στο σύνολό του», το ΚΚΒ κατήγγειλε το μέτρο ως μέρος μιας «αντιδραστικής συνωμοσίας», έργο του μεγάλου κεφαλαίου και δεξιών στρατηγών, με στόχο «να φιμωθεί η φωνή των εργαζόμενων μαζών και να αποτραπούν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις». Το Πολιτικό Γραφείο του κόμματος, που συνεδρίασε στις 14 Νοεμβρίου, αξίωσε τελεσιγραφικά από την κυβέρνηση να εγγυηθεί αμέσως την χωρίς εξαιρέσεις ένταξη όλων των αντιστασιακών δυνάμεων, μαζί με τους αξιωματικούς και τον εξοπλισμό τους, στις ένοπλες δυνάμεις, καθώς και τη λήψη μέτρων εναντίον των συνεργατών του εχθρού στην οικονομία και τη διοίκηση, οι οποίοι, σύμφωνα με την απόφαση, εξακολουθούσαν να σαμποτάρουν την παραγωγή. Διαφορετικά, προειδοποίησε, η κυβέρνηση έχανε το δικαίωμά της να παραμένει στην εξουσία. Μετά από δύο ημέρες, καθώς οι αξιώσεις τους δεν ικανοποιήθηκαν, το ΚΚΒ και το FI απέσυραν τους υπουργούς τους από το κυβερνητικό σχήμα και προχώρησαν σε μαζικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας.[21]

Αψηφώντας την κυβερνητική απαγόρευση, στις 16 Νοεμβρίου οι κομμουνιστές πραγματοποίησαν συλλαλητήριο στο κέντρο των Βρυξελλών. Απευθυνόμενος στο πλήθος, ο γενικός γραμματέας του FI και μέχρι πρότινος υπουργός Fernand Demany απείλησε με επιστροφή στον ανταρτοπόλεμο, αν οι περιστάσεις το επέβαλλαν, για να προσθέσει αμέσως παρακάτω: «Όμως θέλουμε μια αξιοπρεπή χώρα και θα την έχουμε». Στην πρόκληση απάντησε αυθημερόν ο Pierlot σε σκληρό τόνο, μέσω του ραδιοφώνου. Η κυβέρνησή του, διακήρυξε, δεν επρόκειτο να ανεχθεί οποιαδήποτε απόπειρα από ένοπλους σχηματισμούς να πτοήσουν τις «νόμιμες αρχές» και τον πληθυσμό προκειμένου να επιβάλουν απόψεις που δεν είχαν καμία σχέση με τη συνεχιζόμενη πολεμική προσπάθεια εναντίον του εχθρού. Το πρωθυπουργικό διάγγελμα ακολούθησε η μετάδοση δήλωσης του Erskine, με την οποία ο βρετανός στρατηγός υποσχόταν επέμβαση των συμμαχικών δυνάμεων εάν αυτό επέβαλλε η προάσπιση του νόμου και της τάξης. Το ίδιο βράδυ, ο Erskine συναντήθηκε με τους τρεις πρώην υπουργούς των κομμουνιστών και εκμαίευσε κοινό ανακοινωθέν, σύμφωνα με το οποίο οι συνομιλητές του δήλωναν πρόθυμοι να διασφαλίσουν την τήρηση του νόμου και δεσμεύονταν να «αποφύγουν οιαδήποτε σύγκρουση» με τις συμμαχικές δυνάμεις. Τις επόμενες ημέρες, συμφωνήθηκε μια φόρμουλα που θα μπορούσε να διευκολύνει τον αφοπλισμό, καθώς οι προσκείμενες στην Αριστερά οργανώσεις δέχτηκαν να παραδώσουν τα όπλα τους στους συμμάχους, και όχι στις αστυνομικές αρχές.[22]

Παρά τις διαβεβαιώσεις αυτές προς τους εκπροσώπους των Συμμάχων, το ΚΚΒ και το FI απέρριπταν τον διάλογο με την κυβέρνηση Pierlot. Κατά την εκτίμηση του βρετανού πρεσβευτή Sir Hugh Knatchbull-Hugessen, oι κομμουνιστές «έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να καταρρακώσουν το κύρος της κυβέρνησης στα μάτια του πληθυσμού». Ως μέσο πίεσης επέλεξαν τα συλλαλητήρια με κύριο αίτημα την αντικατάσταση της κυβέρνησης από ένα περισσότερο «δημοκρατικό» σχήμα. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα έντασης και αμοιβαίας καχυποψίας αύξανε τις πιθανότητες για βίαιη κλιμάκωση των μαζικών αυτών εκδηλώσεων διαμαρτυρίας. Αυτό συνέβη στις 25 Νοεμβρίου, όταν αντικυβερνητική διαδήλωση στην πρωτεύουσα βάφτηκε στο αίμα. Παρά τις αποκλίνουσες μαρτυρίες για τον καταλογισμό των ευθυνών,[23] το βέβαιο είναι πως δυνάμεις της χωροφυλακής που προστάτευαν κυβερνητικά κτίρια άνοιξαν πυρ εναντίον του πλήθους, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό άνω των τριάντα διαδηλωτών. Το ευτύχημα για τη χώρα ήταν ότι δεν υπήρχαν νεκροί.[24]

Την αιματοχυσία ακολούθησε νέο συλλαλητήριο, στη διάρκεια του οποίου οι εκπρόσωποι του ΚΚΒ και του FI περιέγραψαν το συμβάν ως ένοπλη επίθεση εναντίον της «αντίστασης». Για τον Demany, η μακροημέρευση της κυβέρνησης θα άνοιγε τον δρόμο στην επάνοδο του φασισμού. Το συμπέρασμά του ήταν ότι το Βέλγιο χρειαζόταν μια «δεύτερη» απελευθέρωση. Φοβούμενοι τη βίαιη κλιμάκωση της κρίσης, οι Βρετανοί επιδίωξαν να έρθουν σε επαφή με την ηγεσία του FI. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 27ης Νοεμβρίου, ο Erskine απέσπασε νέα διαβεβαίωση του Demany ότι δεν θα καλούσε τους οπαδούς του FI σε ενέργειες που ήταν δυνατό να θέσουν τη ζωή τους σε κίνδυνο.[25] Παρά ταύτα, οι κομμουνιστές δεν εγκατέλειψαν την προσπάθεια να εξωθήσουν την κυβέρνηση σε παραίτηση. Αυτή τη φορά, δοκίμασαν τη μέθοδο της γενικής απεργίας, την οποία κήρυξαν οι προσκείμενες στο ΚΚΒ εργατικές ενώσεις για τις 28 Νοεμβρίου. Το ίδιο πρωί, ο βέλγος πρωθυπουργός ενημέρωσε τον βρετανό πρεσβευτή ότι ένοπλοι κομμουνιστές από την πόλη Μονς κατευθύνονταν οδικώς προς τις Βρυξέλλες με σκοπό να «χτυπήσουν την κυβέρνηση». Ο Pierlot υπέβαλε επίσημο αίτημα για βρετανική βοήθεια. Αμέσως, στρατιωτικές δυνάμεις με τεθωρακισμένα αναπτύχθηκαν μέσα και γύρω από την πρωτεύουσα. Το ίδιο απόγευμα, συγκλήθηκε εκτάκτως το τελευταίο προπολεμικό κοινοβούλιο με παρόντα 134 από τα 202 μέλη του, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. Το γεγονός αυτό, τα αυξημένα μέτρα ασφαλείας και, κυρίως, η απροθυμία άλλων δυνάμεων να συνταχθούν με την αντικυβερνητική γραμμή της κομμουνιστικής αριστεράς οδήγησαν σε αποτυχία το εγχείρημα της γενικής απεργίας.[26]

Η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΒ αμέσως μετά από την απελευθέρωση.

Από τις διεξοδικότερες μελέτες για τη βελγική κρίση του Νοεμβρίου προκύπτει το συμπέρασμα ότι η κομμουνιστική ηγεσία επεδίωκε δύο κύριους στόχους, οι οποίοι εν τέλει αποδείχθηκαν αλληλοαναιρούμενοι. Καταρχάς, επιζητούσαν να διατηρήσουν το πολιτικό κεφάλαιο της αντίστασης και να το εκμεταλλευτούν για να διεκδικήσουν μερίδιο στη διακυβέρνηση της χώρας αλλά και στο στράτευμα. Για τον λόγο αυτό, απαιτούσαν την αναβολή του αφοπλισμού των αντιστασιακών οργανώσεων μέχρι να εξασφαλιστεί η πλήρης ένταξη των «παρτιζάνων» τους στον υπό ανασύσταση τακτικό στρατό. Όταν αυτό προσέκρουσε στην κυβερνητική απόφαση για άμεσο αφοπλισμό των αντιστασιακών οργανώσεων και επιλεκτική στελέχωση του στρατεύματος, προέκριναν τον εξαναγκασμό της κυβέρνησης Pierlot σε παραίτηση, με απώτερη επιδίωξη να διευρύνουν τη συμμετοχή τους στο διάδοχο σχήμα. Καθώς υστερούσε συντριπτικά σε δύναμη πυρός απέναντι στο ενιαίο μέτωπο κυβέρνησης και Βρετανών, η κομμουνιστική ηγεσία προτίμησε να ασκήσει πίεση με διάφορα μέσα «ειρηνικής πάλης», όπως συλλαλητήρια και απεργίες. Το κλίμα αυτό αναταραχής και η επιθετική ρητορεία που το υποδαύλιζε υπονόμευσαν τον δεύτερο στόχο των κομμουνιστών, που απηχούσε τη γραμμή των «λαϊκών μετώπων»: Αν η χρήση βίας αποκλειόταν και ως μόνη ρεαλιστική επιλογή απέμενε η μακρόχρονη πάλη με τις δυνάμεις της «αντίδρασης», το ΚΚΒ όφειλε να αναζητήσει συμμάχους πέρα από τον στενό κύκλο του FI.[27] Ωστόσο, κατά το κρίσιμο διάστημα του Νοεμβρίου, η τακτική των κομμουνιστών εν τέλει διεύρυνε το χάσμα με τις «όμορες» πολιτικές δυνάμεις.

Καθοριστικής σημασίας στάθηκε η αποτυχία των κομμουνιστών να εκφοβίσουν ή να δελεάσουν τους σοσιαλιστές και τους εκπροσώπους οργανώσεων της αντίστασης, προκειμένου να αποσυρθούν από την κυβέρνηση. Παρά τις διαμαρτυρίες τριών οργανώσεων επιπλέον του FI, οι υπόλοιποι αντιστασιακοί υπουργοί έμειναν στις θέσεις τους. Αντιμέτωπη με την εκστρατεία του ΚΚΒ, η οποία έβρισκε απήχηση μεταξύ ορισμένων μελών του κόμματος, η ηγεσία των σοσιαλιστών ομόφωνα τάχθηκε εναντίον της παραίτησης και επέκρινε την κομμουνιστική ηγεσία για οπορτουνισμό. «Σε μια εμπόλεμη χώρα», ανέφερε η σχετική απόφαση της 17ης Νοεμβρίου, «είναι προτιμότερη μια μη δημοφιλής κυβέρνηση παρά η αναρχία».[28] Οκτώ ημέρες αργότερα, το εθνικό συμβούλιο του Σοσιαλιστικού Κόμματος που συνήλθε αμέσως μετά τα αιματηρά γεγονότα των Βρυξελλών, ενέκρινε με συντριπτική πλειοψηφία την παραμονή στο κυβερνητικό σχήμα. Όπως θα δήλωνε σε ξένο ανταποκριτή το ηγετικό στέλεχος του κόμματος και μελλοντικός διάδοχος του Pierlot στην πρωθυπουργία, ο Achille Van Acker: «Αφ’ ης στιγμής υπήρξε απειλή αναταραχής, είχαμε ξεκάθαρα καθήκον να παραμείνουμε στην Κυβέρνηση. Διότι εάν αυτή η Κυβέρνηση ενέδιδε στις διαδηλώσεις και στις απεργίες, θα εξασθένιζε τη θέση κάθε μελλοντικής κυβέρνησης».[29]

Η σθεναρή αντίδραση της κυβέρνησης και των Βρετανών και η αποτυχία τους να βρουν συμμάχους, οδήγησε τους κομμουνιστές σε τακτική αναδίπλωση. Μέσα σε δέκα ημέρες από την αιματηρή διαδήλωση της 25ης Νοεμβρίου, παραδόθηκαν ή κατασχέθηκαν δώδεκα χιλιάδες όπλα. Στις αρχές Δεκεμβρίου, όλες οι αντιστασιακές οργανώσεις συμφώνησαν με την κυβέρνηση να ξεκινήσει μια διαδικασία αναγνώρισης και απονομής ευεργετημάτων προς τα μέλη τους, γεγονός που σηματοδότησε τη λήξη της αποστολής τους. Ως προς τη συμμετοχή μελών της αντίστασης στο στράτευμα, μόνο 25.000 προσήλθαν σε σύνολο 80.000 περίπου, προερχόμενοι κυρίως από μη κομμουνιστικές οργανώσεις, όπως ο AS.[30] Με τα μέτρα αυτά, όπως επισημαίνει ο Conway, εκμηδενίστηκε «η αξία της αντίστασης ως πολιτικού κεφαλαίου».[31]

Τα Δεκεμβριανά.

Ο πειρασμός να συσχετιστούν τα «Νοεμβριανά» του Βελγίου με τα λίγο μεταγενέστερα «Δεκεμβριανά» στην Ελλάδα είναι ευεξήγητος. Ο ίδιος ο Winston Churchill προέβη σε ευθύ παραλληλισμό όταν, σε αγόρευσή του στη Βουλή των Κοινοτήτων στις 8 Δεκεμβρίου, έκανε λόγο για «διοργάνωση πραξικοπήματος» με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης Pierlot. Ωστόσο, ο ισχυρισμός ότι, όπως στην Ελλάδα έτσι και στο Βέλγιο, οι κομμουνιστές αποπειράθηκαν να υφαρπάξουν την εξουσία διά της βίας, δεν αποδεικνύεται από την ιστορική έρευνα. Το δραματικό διάβημα του βέλγου πρωθυπουργού προς τους Βρετανούς το πρωί της 28ης Νοεμβρίου μάλλον στόχευε σε μια δημόσια και σαφή επιβεβαίωση της συμμαχικής υποστήριξης προς την κυβέρνησή του, η οποία βέβαια θα λειτουργούσε αποτρεπτικά, σε περίπτωση που η Αριστερά εξέταζε τη χρήση βίας.[32] Ακόμα και η έκθεση που συνέταξε η βελγική κυβέρνηση για να διευκολύνει τον Churchill να τεκμηριώσει εκ των υστέρων τον ισχυρισμό του περί πραξικοπήματος, δεν ανέφερε παρά τέσσερα μεμονωμένα περιστατικά, όλα στην επαρχία Hainaut, κατά τα οποία η χωροφυλακή σταμάτησε και με χαρακτηριστική ευκολία αφόπλισε εποχούμενες ομάδες κομμουνιστών.[33] Τόσο ο Conway όσο και o Geoffrey Warner καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, σε αντίθεση με τους έλληνες ομολόγους τους, οι ηγέτες του ΚΚΒ και του FI δεν αντιμετώπισαν σοβαρά την προσφυγή στην ένοπλη βία.[34]

Η σύγκριση με την Ελλάδα μοιάζει αδόκιμη και για πρόσθετους λόγους. Το επί το πλείστον πεδινό έδαφος, η πληθώρα των αστικών κέντρων και το πυκνό δίκτυο επικοινωνιών του Βελγίου δεν ευνοούσαν τον ανταρτοπόλεμο. Αναμφίβολα, ο κύριος αποτρεπτικός παράγοντας ήταν η παρουσία πολύ μεγάλου αριθμού συμμαχικών στρατευμάτων, την οποία καθιστούσε αναγκαία η εγγύτητα του μετώπου με τη Γερμανία. Διαθέτοντας συντριπτική υπεροπλία, η βρετανική στρατιωτική αποστολή, που είχε την τελική ευθύνη για τη διαφύλαξη της τάξης στη χώρα, επέδειξε μεγάλη ετοιμότητα στη διαχείριση της κρίσης από την πρώτη στιγμή. Πέρα από την κατηγορηματική και δημόσια στήριξη της κυβέρνησης, ο Erskine φρόντιζε να συναντά αυτοπροσώπως τους ηγέτες του ΚΚΒ και του FI και να τους πειθαναγκάζει, κάθε φορά που απειλείτο βίαιη κλιμάκωση της αντιπαράθεσής τους με την κυβέρνηση. Φυσικά, ο Erskine μιλούσε από θέση ισχύος, κάτι που δεν ίσχυε για τον διοικητή των πολύ ασθενέστερων βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα, στρατηγό Ronald Scobie. Ο τελευταίος απευθύνθηκε στην ηγεσία του ΚΚΕ σχεδόν μία εβδομάδα μετά την έναρξη των επιθέσεων του ΕΛΑΣ εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων, με δεδομένη, βέβαια, την επιθυμία του Churchill για δυναμική λύση στο ελληνικό πρόβλημα μόλις έφταναν στην Αθήνα οι απαραίτητες ενισχύσεις.[35] Εκτός αυτού, στο Βέλγιο αποδείχτηκε ότι η κυβέρνηση μπορούσε να υπολογίζει στη στήριξη ενός ευρύτατου πολιτικού φάσματος, αλλά και στα «συντηρητικά ένστικτα» μιας πλειονότητας που απεχθανόταν τη «βία του πεζοδρομίου».[36] Στον κόσμο αυτό, η αντίσταση στην ένοπλη μορφή της είχε πολύ μικρότερη απήχηση – και δυνατότητα άσκησης επιρροής – από ό,τι συνέβαινε στην ελληνική ύπαιθρο ή στις φτωχογειτονιές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.

Όπως αναφέρει ο Warner, κατά το 8ο συνέδριό του, τον Φεβρουάριο του 1946, το ΚΚΒ εμμέσως παραδέχθηκε ότι η τακτική του υπήρξε εσφαλμένη. Αναγνώρισε, λοιπόν, ότι η βελγική κυβέρνηση είχε επιτύχει να απομονώσει το κόμμα, το οποίο, «βαλλόμενο από όλες τις πλευρές, γνώριζε πώς να υποχωρήσει συντεταγμένα», προκειμένου να ανασυντάξει τις δυνάμεις του. Το Πολιτικό Γραφείο επαινέθηκε για τη «ρεαλιστική εκτίμηση των συσχετισμών ισχύος» και για το ότι κατόρθωσε να μην αποκοπεί από τα εργατικά στρώματα και «τις διάφορες δημοκρατικές ομάδες», υπονοώντας, προφανώς τους συνοδοιπόρους των κομμουνιστών στο FI. Βεβαίως, σε αντίθεση με τη στρατιωτική συντριβή αλλά και την πολιτική απομόνωση των ελλήνων συντρόφων τους, οι βέλγοι κομμουνιστές μπορούσαν να αντλήσουν ικανοποίηση από το γεγονός ότι, την εποχή περίπου που υπογραφόταν η Συμφωνία της Βάρκιζας, η κυβέρνηση Pierlot έδωσε τη θέση της σε άλλη υπό τον Van Acker.[37] Η συμμετοχή του ΚΚΒ σε αυτή και σε διάδοχες κυβερνήσεις υπό σοσιαλιστή πρωθυπουργό αποτελούσε συνέχεια της «ρεαλιστικής στροφής» που το κόμμα αυτό εγκαινίασε μετά την κρίση του Νοεμβρίου. Από την πλευρά των αντιπάλων του, ιδίως των Σοσιαλιστών που ηγήθηκαν των εν λόγω κυβερνήσεων, επρόκειτο για μέρος μιας στρατηγικής για την εξουδετέρωση των κομμουνιστών ως παράγοντα αναταραχής, μέσω της ανάθεσης κυβερνητικών καθηκόντων,[38] αντίστοιχη της «κοοπτάτσια» που τότε εφάρμοζαν τα ίδια τα κομμουνιστικά κόμματα στις Λαϊκές Δημοκρατίες της Ανατολικής Ευρώπης απέναντι σε εν δυνάμει πολιτικούς ανταγωνιστές τους. Όταν οι κυβερνώντες αισθάνθηκαν μεγαλύτερη ασφάλεια, οδήγησαν τους κομμουνιστές εταίρους τους στην έξοδο από τη βελγική κυβέρνηση, τον Μάρτιο του 1947.

O Ιωάννης Δ. Στεφανίδης είναι Καθηγητής Διπλωματικής Ιστορίας στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ.

Υποσημειώσεις

[1] Χρήσιμη επισκόπηση της συμμετοχής του Βελγίου στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο προσφέρει το έργο του βέλγου διπλωμάτη Jean-Michel Veranneman, Belgium in the Second World War, Barnsley: Pen & Sword Military, 2014.

[2]Για τις απαρχές της διάστασης μεταξύ του Λεοπόλδου και της βελγικής κυβέρνησης, βλ. τη μονογραφία του Jean Vanwelkenhuyzen, Quand les chemins se parent (Mai – juin – juillet 1940): Aux origines de la question royale, Paris-Gembloux: Duculot, 1988 (επανέκδοση: Bruxelles, Racine, 2001)

[3]Η διακριτική αυτή μεταχείριση απηχούσε τη «φλαμανδική πολιτική» (Flamenpolitik) του ναζιστικού καθεστώτος, σύμφωνα με την οποία η Φλάνδρα προοριζόταν για ενσωμάτωση στο Γ΄ Ράιχ: Pieter Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation: Patriotic Memory and National Recovery in Western Europe, 1945-1965, Cambridge: C.U.P., 2000, 83.

[4]Για την ιστορία του κατεχόμενου Βελγίου, ειδικότερα, υπάρχει το βιβλίο του Werner Warmbrunn, The German Occupation of Belgium, 1940–1944, Νέα Υόρκη: Peter Lang, 1993. Επίσης, το εκτενές πρώτο κεφάλαιο στο Martin Conway, The Sorrows of Belgium: Liberation and Political Reconstruction, 1944–1947, Oxford: Oxford University Press, 2012.

[5]Αντιστρόφως ανάλογη ήταν η εικόνα στη γειτονική Ολλανδία, της οποίας η βασίλισσα Βιλελμίνη απέπεμψε τον πρωθυπουργό της πρώτης εξόριστης κυβέρνησης Dirk Jan de Geer, όταν εκείνος εισηγήθηκε συνδιαλλαγή με τη Γερμανία.

[6]Για τις σχέσεις του Λεοπόλδου με την κυβέρνηση του Λονδίνου στη διάρκεια του πολέμου, βλ. Conway, Sorrows, 32-33, 39-43.

[7] Στο ίδιο, 1.

[8]Μάλιστα, τα προσκείμενα σε Καθολικούς και Σοσιαλιστές συνδικάτα συμμετείχαν μαζί με εκπροσώπους των εργοδοτικών οργανώσεων στην εκπόνηση ενός «Κοινωνικού Συμφώνου», το οποίο αποσκοπούσε να εγγυηθεί την εναρμόνιση των συμφερόντων κεφαλαίου και εργασίας στο μεταπολεμικό Βέλγιο: Conway, Sorrows, 24-27.

[9]Στο ίδιο, 3·Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation, 35.

[10]Conway, Sorrows, 5-6, 9-15, 55.

[11]Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation, 32.

[12]Conway, Sorrows, 14-15.

[13]Ο Λεοπόλδος είχε χάσει την πρώτη του σύζυγο βασίλισσα Άστριντ σε τροχαίο δυστύχημα για το οποίο έφερε ο ίδιος την ευθύνη, το 1935. Τον Δεκέμβριο του 1941 σύναψε μοργανατικό γάμο με την κόρη βέλγου εφοπλιστή και πολιτικού. Ο γάμος αυτός κρίθηκε ανυπόστατος με βάση το βελγικό δίκαιο και μείωσε περαιτέρω τη δημοτικότητα του βασιλιά.

[14]Conway, Sorrows, 15 επ.

[15] Στο ίδιο, 13, 17, 33-37.

[16] Conway, Sorrows, 48-49, και idem, ‘The Greek Civil War: Greek Exceptionalism or Mirror of a European Civil War?’, στο Philip Carabott – Thanasis D. Sfikas (επιμ.), The Greek Civil War: Essays on A Conflict of Exceptionalism and Silences, Aldershot: Ashgate 2004, 26· Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation, 32, 35.

[17]Conway, Sorrows, 33, 61· idem, ‘The Greek Civil War’, 17.

[18]Geoffrey Warner, ‘Allies, Government and Resistance: The Belgian Political Crisis of November 1944’, Transactions of the Royal Historical Society, Vol. 28 (1978), 47.

[19]Στο ίδιο, 46-47.

[20] Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation, 32· Warner, ‘Allies, Government and Resistance’, 48-51.

[21]Στο ίδιο, 50-51.

[22]Στο ίδιο, 52.

[23]Οι διαφορές έγκεινται στο κατά πόσον οι διαδηλωτές επιχείρησαν να διασπάσουν τη ζώνη προστασίας του κοινοβουλίου και άλλων δημόσιων κτιρίων, απωθώντας βίαια τις δυνάμεις ασφαλείας.

[24]Warner, ‘Allies, Government and Resistance’, 52-53.

[25]Στο ίδιο, 53.

[26]Στο ίδιο, 54.

[27]Τη γραμμή αυτή συνιστούσε ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης στον γενικό γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας, σε συνάντησή τους στη Μόσχα, το ίδιο διάστημα με τα γεγονότα του Βελγίου: ‘Record of the Conversation of Comrade I.V. Stalin with the General Secretary of the CC French Communist Party, Comrade Thorez,’ November 19, 1944, History and Public Policy Program Digital Archive, ‘Anglichane i Amerikatsy khotiat vezde sozdat’ raktsionnye pravitel’stva,’ Istochnik, 1995, no. 4, pp. 152-158 (APRF, f. 45, op. 1, d. 390, l. 85-93). Translated by Vladislav Zubok. http://digitalarchive.wilsoncenter.org/document/123208.

[28]Conway, Sorrows, 109.

[29]Warner, ‘Allies, Government and Resistance’, 57.

[30]Οι βέλγοι εθελοντές διατέθηκαν κυρίως σε μη μάχιμες θέσεις, όπως η επιμελητεία και οι ταχυδρομικές υπηρεσίες, και ο αριθμός τους στο τέλος του πολέμου στην Ευρώπη δεν ξεπερνούσε τις 53.000: Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation, 32, 50.

[31]Conway, Sorrows, 108-109. Για την πολιτική διαχείριση και εκμετάλλευση της αναγνώρισης της αντιστασιακής δράσης από διαδοχικές βελγικές κυβερνήσεις, βλ. Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation, 50-58.

[32]Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation, 47.

[33]Conway, Sorrows, 108· Warner, ‘Allies, Government and Resistance’, 54-55.

[34]Αυτή ήταν και η άποψη αξιωματούχου του Foreign Office, που παραθέτει ο Conway: idem, Sorrows, 5. Πβ. Warner, ‘Allies, Government and Resistance’, 55.

[35]Μενέλαος Χαραλαμπίδης, Δεκεμβριανά 1944: Η μάχη της Αθήνας, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2014, σ. 219.

[36]Warner, ‘Allies, Government and Resistance’, 57.

[37]Στο ίδιο.

[38]Ο Warner αναφέρεται στην επιλογή αυτή ως «ομοιοπαθητική»: Στο ίδιο, 60.

Georges-Henri Soutou: Εισαγωγή στην προβληματική του Ψυχρού Πολέμου*

Georges-Henri Soutou

Εισαγωγή στην προβληματική του Ψυχρού Πολέμου*

Το 1947, ο γνωστός Αμερικανός δημοσιογράφος Walter Lippmann εφηύρε τον όρο Ψυχρός Πόλεμος, περιγράφοντας την διαρκώς κλιμακούμενη ένταση στις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ καθώς και την ευρισκόμενη, ακόμα τότε, σε πρώϊμο στάδιο αντιπαράθεση ανάμεσα στις δυο χώρες και τους αντίστοιχους συμμάχους τους. Μια επικίνδυνη ένταση και μια σκληρή αντιπαράθεση, κάτω, όμως, από το κατώφλι μιας στρατιωτικής σύγκρουσης.¹ Παρόλο που χρησιμοποιείται εκτενώς ακόμη και σήμερα, ο όρος δεν είναι επαρκής. Ήδη από το 1950, ο πόλεμος της Κορέας με τα 2 εκατομύρια νεκρούς, απέδειξε πως οι εξελίξεις είχαν διαψεύσει τις αρχικές εκτιμήσεις των ετών 1947-1949 και τις προβλέψεις της Δύσης περί περιορισμένης σε έκταση και διάρκεια έντασης.

Γενικότερα, η έννοια του Ψυχρού Πολέμου είναι υπέρμετρα ευρωκεντρική. Μπορεί μεν η Γηραιά Ήπειρος να μη γνώρισε κάποιον νέο πόλεμο μετά το 1945 (ας μη ξεχνάμε, πάραυτα, τη στρατιωτική παρέμβαση της ΕΣΣΔ το 1953, το 1956 και το1968 σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης), η Ασία, όμως, επλήγη σε μεγάλο βαθμό. Πέρα από τον πόλεμο της Κορέας, οι δυο πόλεμοι της Ινδοκίνας και οι ποικίλες παρενέργειές τους έχουν στιγματίσει ανεξίτηλα τις μνήμες όλων μας. Αλλά και η Αφρική πλήρωσε το δικό της αιματηρό τίμημα, ειδικότερα κατά τις δεκαετίες του ’60 και κυρίως του ’70. Οι διάφορες εκφάνσεις του Μεσανατολικού δεν αποτελούν απόρροια του Ψυχρού Πολέμου, είναι αδύνατον, ωστόσο, να γίνουν κατανοητές δίχως αυτόν. Τέλος, οι δραματικές κρίσεις, τις οποίες βίωσαν οι χώρες της λατινικής Αμερικής, είναι και εκείνες συνυφασμένες με την αντιπαράθεση Ανατολής-Δύσης. Ο Πόλεμος δεν υπήρξε Ψυχρός για όλο τον κόσμο.

Γι αυτό, προτιμώ να κάνω λόγο για αντιπαράθεση Ανατολής-Δύσης. Στη συγκεκριμένη έκφραση βρίσκω πως ενσωματώνεται καλύτερα ολόκληρη η πολυπλοκότητα των σχέσεων ανάμεσα στα δυο στρατόπεδα: η θεμελιώδης αντίθεσή τους, οι εκρήξεις βίας (έστω και αν παρέμειναν, ως επί το πλείστον περιφερειακές), οι περίοδοι σχετικής ύφεσης, ακόμη και η μεταξύ τους συνεργασία. Ασφαλώς, καταληκτική στιγμή είναι το έτος 1990. Τα πράγματα είναι λιγότερο απλά ως προς την εναρκτήρια ημερομηνία. Πάντως, ήδη από το 1943, διαφαίνεται ξεκάθαρα πως τον πόλεμο ενάντια στη ναζιστική Γερμανία επρόκειτο να διαδεχθεί μια σοβαρή κρίση ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και τον αγγλοσαξωνικό κόσμο.

Walter Lippmann, ο εμπνευστής του όρου “Ψυχρός Πόλεμος”.

Για το βιβλίο μου επέλεξα τον τίτλο: Ο Πεντηκονταετής Πόλεμος. Η ευθεία αναφορά στον Εκατονταετή και στον Τριακονταετή Πόλεμο είναι ηθελημένη. Όπως οι δυο αυτές μεγάλες συγκρούσεις, έτσι και ο Πεντηκονταετής Πόλεμος αποτελεί ένα πολύπλοκο ιστορικό σύνολο, με διαδοχικές και διαφορετικές, μεταξύ τους, φάσεις. Πρόκειται, επίσης, για μια αντιπαράθεση, η οποία σφυρηλάτησε μια ολόκληρη εποχή. Από τον Εκατονταετή Πόλεμο προέκυψε η δημιουργία, ή μάλλον, η εδραίωση των δυο πρώτων μεγάλων κρατών-εθνών, πάνω στα συντρίμμια του φεουδαρχισμού. Ο Τριακονταετής Πόλεμος συνόδευσε την Μεταρρύθμιση και συμβολίζει το τέλος της ενότητας του Χριστιανικού κόσμου. Παράλληλα, άνοιξε το δρόμο σε μια πρώτη σκιαγράφηση ενός ευρωπαϊκού πολιτικού και διπλωματικού συστήματος. Με τον Πεντηκονταετή Πόλεμο τίθεται τέλος, πέραν πάσης αμφιβολίας, στον κύκλο των μεγάλων ιδεολογικών αντιπαραθέσεων της περιόδου του Διαφωτισμού και του ευρωπαϊκού 19ου αιώνα, με την επικράτηση των φιλελεύθερων δημοκρατικών αρχών επί του κομμουνιστικού συγκεντρωτισμού και με τη θέση στα σκαριά μιας αρχιτεκτονικής συλλογικής ασφάλειας σε ευρωπαϊκή κλίμακα.²

Καλό είναι να θυμηθούμε τα διάφορα διακυβεύματα του Ψυχρού Πολέμου, μια που τείνουμε ήδη να τα ξεχάσουμε. Η ιστορική ιδιαιτερότητα του φαινομένου αποσυντίθεται μπροστά στα μάτια μας, αν κρίνουμε από την άγνοια, από την αποία διακατέχονται οι νέες γενιές. Εξαφανίζεται μέσα σε ένα κενό μνήμης, από κοινού με τον σοβιετικό κομμουνισμό.³ Κι όμως, ενεπλάκησαν άμεσα εκατοντάδες εκατομμύρια άτομα. Ο Ψυχρός Πόλεμος υπήρξε μια ολοκληρωτική σύγκρουση ιδεολογική, πολιτική, γεωπολιτική, στρατιωτική, με σημαίνουσες επιπτώσεις και σε άλλους τομείς: οικονομία, επιστήμες, πολιτισμός. Επιπρόσθετα, σε μεγαλύτερο, μαλιστα, βαθμό από όλες τις άλλες, συσχέτισε άμεσα την εξέλιξη των διεθνών σχέσεων των ενεχομένων κρατών με την πορεία των εσωτερικών τους πραγμάτων. Στιγμάτισε αμετάκλητα την καθημερινή ζωή πολλών ανθρώπων, που, με σπαρακτικό τρόπο αναγκάστηκαν να περάσουν από τον κοινό, με τους Σοβιετικούς, αγώνα κατά του ναζισμού στην ευθεία αντιπαράθεση με την ΕΣΣΔ και την κομμουνιστική κοσμοαντίληψη. Ας τονισθεί, επίσης, ό,τι ο Ψυχρός Πόλεμος δεν ήταν, όπως πολλοί πιστεύουν, μια διμερής αμερικανο-σοβιετική διαφορά. Έφερε αντιμέτωπες μεταξύ τους τις “δυο Ευρώπες”, την ανατολική και τη δυτική. Επεκτάθηκε στο σύνολο, σχεδόν, του πλανήτη, επηρρεάζοντας βαθύτατα τα τεκταινόμενα καθόλο το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα.

Για ποιο λόγο ο Ψυχρός Πόλεμος δεν μετεξελίχθηκε σε θερμό ή, για να το προσδιορίσουμε καλύτερα, σε παγκόσμιο; Η συχνότερη αιτιολογία έχει να κάνει με την εκατέρωθεν ύπαρξη πυρηνικών όπλων, που απέτρεψε τις δυο πλευρές από το να διαβούν το κατώφλι μιας απευθείας ένοπλης αντιπαράθεσης. Το επιχείρημα δεν πείθει απόλυτα. Είναι γεγονός πως από τη δεκαετία του ’60, η αμερικανική πλευρά καλλιέργησε τη θεωρία της αμοιβαίας πυρηνικής αποτροπής ως παράγοντα εξισορρόπησης των σχέσεων μεταξύ Ανατολής και Δύσης αλλά και ως μέσου ανοικοδόμησης των διεθνών σχέσεων σε κάποια λογική βάση, παρά την ύπαρξη των όποιων διαφορών. Η πολιτική αυτή ευοδώθηκε με τη διενέργεια στρατηγικών διαπραγματεύσεων ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και τη Μόσχα, οι οποίες κατέληξαν στην υπογραφή των Συμφωνιών SALT (Strategic Arms Limitation Talks) το 1972 και το 1979. Δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξουμε πως από τη δεκαετία του ’70 και μετά, οι διαπραγματεύσεις για τον περιορισμό των πυρηνικών όπλων υπήρξαν θεμελιώδης παράμετρος της όλης εξέλιξης των διμερών σχέσεων.

Βαλλιστικοί πύραυλοι παρελαύνουν στην Ερυθρά Πλατεία.

Όμως, από τη δική τους πλευρά, οι Σοβιετικοί ουδέποτε προσχώρησαν πλήρως σε αυτή την εκλογικευμένη οπτική της λειτουργίας των πυρηνικών όπλων ως παράγοντα σταθερότητας και όχι αποσταθεροποίησης. Γι αυτούς, ένας πυρηνικός πόλεμος παρέμενε πάντοτε εφικτός. Τον αντιμετώπιζαν ως συνακόλουθη συνέπεια της διαμάχης μεταξύ κομμουνισμού και καπιταλισμού. Η παραπάνω πεποίθηση ήταν τόσο σφηνωμένη στο νου τους, ώστε καμιά αόριστη έννοια περί αμοιβαίας αποτροπής δεν αρκούσε προκειμένου να την ανατρέψει. Η σε βάθος μελέτη κορυφαίων κρίσεων της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου (Βερολίνο 1958-1962, Κούβα 1962) έχει αποδείξει πως η ύπαρξη πυρηνικών όπλων και το ενδεχόμενο χρήσης των τελευταίων είχε καταστήσει τις κρίσεις αυτές ακόμα πιο επικίνδυνες. Η σκέψη και μόνο περί δυνατότητας καταφοράς ενός αστραπιαίου συντριπτικού πυρηνικού πλήγματος σε χρονικό διάστημα μικρότερο της μιας ώρας, πολλαπλασίαζε εντυπωσιακά την ένταση και περιόριζε το πεδίο της διπλωματίας. Η μεγάλη, πλέον, σημασία του πυρηνικού διακυβεύματος (ακόμα και σε επιστημονικό και τεχνικό επίπεδο) μετεξελίχθηκε σε Ανατολή και Δύση σε πραγματική παράνοια.

Η πραγματική εξήγηση της διατήρησης του Ψυχρού Πολέμου κάτω από το κατώφλι ενός γενικευμένου πολέμου, πρέπει να αναζητηθεί αλλού. Κατ αρχήν, η αντιπαράθεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης ήταν πρωτίστως ιδεολογική και πολιτική. Το ζητούμενο δεν ήταν η εξουδετέρωση και καταστροφή του αντιπάλου. Ήταν η μετάλλαξή του εκ των έσω, ο εξαναγκασμός του να υιοθετήσει ένα διαφορετικό πολιτικό και κοινωνικό μοντέλο. Βρισκόμαστε πολύ μακρυά από την πραγματικότητα του 1914 και από εκείνη του 1939. Τώρα, ο πόλεμος δεν ήταν πια το καταλληλότερο μέσο για την εφαρμογή αυτής της συγκεκριμένης πολιτικής. Η διαπίστωση είναι εμφανής για την ΕΣΣΔ, που είχε προ πολλού επιδοθεί σε μια προσπάθεια εξαγωγής της επανάστασης εκτός των εθνικών της συνόρων. Πρόκειται για έναν αγώνα, ο οποίος προϋπέθετε έναν στενό συντονισμό ανάμεσα στη διεθνή δραστηριότητα της Μόσχας και εκείνη των ανά χώρες κομμουνιστικών κομμάτων. Ο Stalin θεωρούσε πιθανό έως βέβαιο έναν παγκόσμιο πόλεμο, που θα επέφερε το τέλος του καπιταλισμού. Αντίθετα, από το 1956 και μετά, ο Khrushchev προσμέτρησε προσεκτικότερα τις συνέπειες του πυρηνικού οπλοστασίου: το τίμημα ενός ολοκαυτώματος θα πλήρωνε, μεταξύ άλλων, και η εργατική τάξη. Ένας πόλεμος παρέμενε πιθανός, έπρεπε, ωστόσο, να προταχθεί ο πολιτικός και κοινωνικός αγώνας, να ενισχυθούν τα διάφορα ανά τον κόσμο απελευθερωτικά κινήματα του τρίτου κόσμου κ.ο.κ. Πρόκειται για την πεμπτουσία του δόγματος της “ειρηνικής συνύπαρξης”, το οποίο εξαγγέλθηκε το 1956, στο πλαίσιο της διεξαγωγής των εργασιών του 20ού συνεδρίου του σοβιετικού κομμουνιστικού κόμματος. Το όλο δόγμα εφαρμόστηκε επιμελώς στη συνέχεια. Ενείχε κινδύνους, ωστόσο, όπως αποδείχτηκε στην περίπτωση της κρίσης των πυραύλων της Κούβας το 1962 και σε εκείνη του πολέμου του Yom Kippur το 1973, ο έλεγχος των εξελίξεων δεν ξέφυγε πέρα από το σημείο δίχως επιστροφή.

Στο δόγμα της “ειρηνικής συνύπαρξης”, η Δύση αντέταξε τη θεωρία της “ανάσχεσης” (containment), διαμορφωμένη ήδη από το 1947 από τον George Kennan. Με ελάχιστες παραλλαγές, η θεωρία αυτή υπήρξε σταθερά η βάση της στρατηγικής του δυτικού κόσμου: αντίσταση ενάντια στην ΕΣΣΔ, με στόχο την εξουδετέρωση των επαναστατικών της σχεδίων. Η τελευταία θα αναγκαζόταν σε βάθος χρόνου να αποποιηθεί τα σχέδια αυτά, στρεφόμενη προς την κατεύθυνση της επούλωσης των επαναλαμβανόμενων (οικονομικής φύσης κυρίως) εσωτερικών της προβλημάτων. Στην περίπτωση αυτή, η εισαγωγή φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων διαφαινόταν ως μονόδρομος. Επομένως και εδώ, ο ουσιαστικός στόχος είναι η εκ των έσω μετάλλαξη του αντιπάλου. Τα δυο στρατόπεδα είχαν υιοθετήσει από ένα μοντέλο: τη φιλελεύθερη δημοκρατία οι μεν, τη “σοσιαλιστική δημοκρατία” οι δε. Πρόκειται για το δίπτυχο της δημοκρατίας από την εποχή του Jean-Jacques Rousseau και της Γαλλικής Επανάστασης,⁴ για το μεγάλο διακύβευμα του 20ού αιώνα, έτσι όπως διευθετήθηκε τελικά προς την κατεύθυνση της φιλελεύθερης δημοκρατίας από τη Χάρτα του Παρισιού το 1990.

George Kennan, ο θεωρητικός της “ανάσχεσης”.

Πέρα από τις παραπάνω διαπιστώσεις, οι οποίες, παρόλη την κρισιμότητά τους δεν ήταν απαραίτητα προορισμένες να προκαλέσουν μια παγκόσμια ανάφλεξη, ο Ψυχρός Πόλεμος κινήθηκε τελικά εντός ορισμένων πλαισίων και περιορισμών, με καταβολές στο παρελθόν, έστω και αν οι ασκούντες την εξουσία δεν είχαν πάντοτε απόλυτη συναίσθηση αυτής της παραμέτρου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν ορισμένες νομικού περιεχομένου δομές της μεταπολεμικής Ευρώπης. Άξιο μνείας είναι το Γερμανικό Ζήτημα, δηλαδή το μεγαλύτερο ίσως και ασφαλώς το πολυπλοκότερο και πλέον επικίνδυνο διακύβευμα ολόκληρης της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου. Ήδη από τη στιγμή της συνομολόγησης των Συμφωνιών του Πότσνταμ, το 1945, το παραπάνω ζήτημα ουδέποτε εξετράπη από το συμπεφωνημένο αρχικό νομικό πλαίσιο, με άλλα λόγια από εκείνο της συλλογικής ευθύνης των Τεσσάρων (ΗΠΑ, ΕΣΣΔ, Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία). Άλλωστε, το 1989-1990, το πνεύμα των Συμφωνιών του Πότσνταμ μεταφέρθηκε ακέραιο στη Συνθήκη “2+4” του 1990, το νομικό υπόβαθρο της γερμανικής ενοποίησης. Πρόκειται για ένα γεγονός, που διευκόλυνε τις μετέπειτα εξελίξεις καθώς, με τον τρόπο αυτό, κάμθηκαν οι αντιδράσεις των πολεμίων του Gorbachev στη Μόσχα. Η ενωμένη Γερμανία δεσμευόταν να υιοθετήσει ορισμένα μέτρα (δημοκρατικές ελευθερίες, σεβασμός των συνόρων, στρατιωτικοί περιορισμοί), που συνέπιπταν απόλυτα με τις αρχές του Πότσνταμ, παρέχοντας τη δυνατότητα στον ηγέτη της ΕΣΣΔ να σώσει την τιμή των όπλων.

Στα παραπάνω, οφείλουμε να προσθέσουμε τη διαδικασία του Ελσίνκι, της πόλης όπου to 1975 συνήλθε η Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΔΑΣΕ – CSCE), καθώς και όλες τις ανά διετία διάδοχες συνδιασκέψεις. Μέσω του προαναφερθέντος μηχανισμού ξεκίνησε, έστω και με τρόπο σχετικό, η ενεργοποίηση ενός ευρωπαϊκού συστήματος ασφαλείας. Ακρογωνιαίος λίθος του συστήματος αυτού ήταν ο επωνομαζόμενος “Δεκάλογος”, ένα κείμενο, το οποίο ήταν ενσωματωμένο στην τελική πράξη του Ελσίνκι και που έφερε την ονομασία “Θεμελιώδεις αρχές που διέπουν τις σχέσεις των χωρών της Διάσκεψης”. Το κείμενο επαγγελόταν τη διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας, το απαραβίαστο των συνόρων, την αποφυγή βίας και την ειρηνική επίλυση των διαφορών, το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και βασικών ανθρωπίνων ελευθεριών – ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης, ανεξιθρησκία και ελευθερία της γνώμης – το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών και τη συνεργασία μεταξύ κρατών.

Πέρα από την εικόνα “καταλόγου καλών προθέσεων”, που απέπνεε το παραπάνω κείμενο και παρά τις υπάρχουσες ακόμη ιδιοτελείς σκέψεις και υστεροβουλίες εκατέρωθεν, είμαστε μάρτυρες μιας πρώτης σκιαγράφησης του νομικού υποβάθρου μιας ευρωπαϊκής τάξης πραγμάτων. Άλλωστε, οι αρχές αυτές έμελλαν να τελειοποιηθούν στο πλαίσιο των επομένων διασκέψεων της ΔΑΣΕ. Η όλη διαδικασία διήρκησε έως τη Διάσκεψη Κορυφής του Παρισιού το 1990. Αντικατοπτρίζοντας τις μεταβολές που είχαν συντελεσθεί και που εξακολουθούσαν να συντελούνται στην Ευρώπη και ανταποκρινόμενη στις νέες ανάγκες της μεταψυχροπολεμικής περιόδου, η Διάσκεψη Κορυφής του Παρισιού σήμανε την απαρχή της μεταβολής του φόρουμ των ΔΑΣΕ σε θεσμοθετημένο σώμα. Ταυτόχρονα, έθεσε, τρόπον τινα, επίσημα τέλος στον Ψυχρό Πόλεμο.

Να λοιπόν γιατί μπορούμε να υποστηρίξουμε πως η αποφυγή ενός γενικευμένου πολέμου οφείλεται σε μια σειρά ηθελημένων νομικών και ρεαλιστικών επιλογών στο πλαίσιο μιας παγκόσμιας πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης, απόρροιας των μεγάλων πολιτικών και κοινωνικών προβλημάτων του 19ου αιώνα. Αφετηρία της όλης διαδικασίας υπήρξε ο θάνατος του Stalin το 1953. Έκτοτε, η διαδικασία αυτή ακολουθήθηκε, δια μέσου πάμπολλων κρίσεων, έως το 1990. Σε ένα πρώτο στάδιο, αρχής γενομένης από το 1955, αποκαταστάθηκε ένα είδος πολιτικής και στρατιωτικής ισορροπίας ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση με την προσχώρηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στο ΝΑΤΟ και με μια σχετική αποκλιμάκωση, κυρίως όμως, από το 1962 και κατόπιν, χάρη στα διδάγματα της μείζονος κρίσης των πυραύλων της Κούβας. Αποδείχτηκε στην πράξη πως μια κατάρρευση του δυτικού κόσμου, πραγματικός εφιάλτης των κυβερνώντων από την απαρχή, ήδη, του Ψυχρού Πολέμου, ήταν πλέον αδύνατη. Σε ένα δεύτερο στάδιο, από το 1975 και μετά, παρόλες τις σοβαρότατες κρίσεις, που εξακολούθησαν να υφίστανται και παρόλες τις πάντοτε κατακτητικές προθέσεις της ΕΣΣΔ, ξεκίνησε η σταδιακή οικοδόμηση ενός ευρωπαϊκού συστήματος και ενός διεθνούς πλαισίου, το οποίο διευκόλυνε τα μέγιστα τον τερματισμό της αντιπαράθεσης μεταξύ Ανατολής και Δύσης το 1989-1990. Με πολλά λάθη και στιγμές αδυναμίας, η Δύση κατάφερε να εξαναγκάσει την ΕΣΣΔ να αποκαλύψει τις αντιφάσεις της, χάρη σε ένα μείγμα διαπραγματεύσεων και πιέσεων, που άσκησε σε βάρος της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν ορισμένες δεσμεύσεις της τελευταίας προς την κατεύθυνση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο πλαίσιο της διαδικασίας του Ελσίνκι, ή ακόμα, η αναζήτηση, από πλευράς Μόσχας, μιας εξομάλυνσης των σχέσεων με τις ΗΠΑ, εξαιτίας του φοβήτρου της Κίνας. Οι δομικές εσωτερικές αδυναμίες του σοβιετικού συστήματος και οι φιλελεύθερες διεκδικήσεις των λαών της ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες ουδέποτε κατεστάλησαν πλήρως, πήραν τη σκυτάλη ως το τέλος.

Οι Δυτικοί μπορούσαν να ενεργήσουν αποτελεσματικότερα, ακόμα περισσότερο δε, νωρίτερα; Το ερώτημα τίθεται. Κατά καιρούς, ειδικότερα μέσα στη δεκαετία του ’70, έδειξαν έτοιμοι να εγκαταλείψουν τον αγώνα, αποδεχόμενοι ως μόνιμο τον διαχωρισμό της Ευρώπης, την ισορροπία ανάμεσα στα δυο συστήματα, κυρίως δε, την εξάπλωση του κομμουνισμού στις χώρες του Τρίτου Κόσμου. Δεν είναι τυχαίο πως την ίδια, ακριβώς, εποχή έκαναν την εμφάνισή τους ορισμένες θεωρίες περί σύγκλισης του καπιταλισμού με τον κομμουνισμό, περί ελαχιστοποίησης των αμοιβαίων διαφορών, περί απάλειψης των αρχών και αξιών της Δύσης και περί οριστικής εγκατάλειψης της απαίτησης για αποκατάσταση των ελευθεριών στο αντίπαλο στρατόπεδο, σύνθημα που λειτουργούσε ως αιχμή του δόρατος από το 1947. Όταν, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, οι ΗΠΑ επαναβεβαίωσαν τις φιλελεύθερες αξίες τους και επιδόθηκαν σε μια προσπάθεια εξαναγκασμού της ΕΣΣΔ να εγκαταλείψει την αυτοκρατορία της και να μεταλλαχθεί, οι εξελίξεις έτρεξαν. Ταυτόχρονα, το 1989-1990, η Ουάσινγκτον προσέφερε στη Μόσχα μια εναλλακτική λύση εν είδει εξόδου: την ενσωμάτωση στο δυτικό οικονομικό σύστημα και την προσχώρηση σε ένα νέο συλλογικό σύστημα ασφαλέιας, σε αντάλλαγμα της γερμανικής ενοποίησης και της αποχώρησης από την Ανατολική Ευρώπη.

Με την πάροδο του χρόνου, διαπιστώνουμε πως ήδη από τη δεκαετία του ’70, ο Ψυχρός Πόλεμος, με δραματικές κορυφώσεις και με αβέβαιη, ακόμα, έκβαση, μετεξελισσόταν ολοένα και περισσότερο σε έναν αγώνα οπισθοφυλακής. Επρόκειτο για την τελευταία έκφανση των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων του 19ου αιώνα. Σήμερα, με το καταλάγιασμα των παθών, ο Ψυχρός Πόλεμος αποτελεί πλέον αντικείμενο ιστορικής έρευνας και μελέτης. Ασφαλώς, δεν διαθέτουμε ακόμα το σύνολο των αρχειακών πηγών. Εξίσου βέβαιο είναι πως θα προκύψουν μελλοντικά προβληματικές, την

Η διαιρεμένη Γερμανία στη Διάσκεψη του Ελσίνκι. Διακρίνονται οι καγκελάριοι της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας Eric Honecker (αριστερά) και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας Helmuth Schmidt (δεξιά).

ύπαρξη των οποίων δεν είμαστε σήμερα σε θέση να διανοηθούμε. Δεν είναι δυνατό να υπάρξει ποτέ οριστική ιστορική αφήγηση, πόσο μάλλον στην προκειμένη περίπτωση. Ωστόσο, μας προσφέρονται σημαντικές πηγές. Τα αρχεία των δυτικών κρατών είναι, συνήθως, προσβάσιμα έπειτα από την πάροδο τριάντα ετών. Ακόμα και τα πρώην σοβιετικά αρχεία είναι εν μέρει διαθέσιμα. Συγκεκριμένα, υπάρχει επιλεκτική δυνατότητα μελέτης των αρχείων του υπουργείου Εξωτερικών, λιγότερο εκείνων της Κεντρικής Επιτροπής. Όσο δε για τα αρχεία του Politbureau (ανώτατου οργάνου σχεδιασμού και λήψης αποφάσεων) και των διατελεσάντων Γενικών Γραμματέων της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ, η πρόσβαση εξακολουθεί να παραμένει αδύνατη. Δυστυχώς, στους κόλπους του σοβιετικού συστήματος, οι αποφάσεις λαμβάνονταν σε επίπεδο κόμματος. Το υπουργείο Εξωτερικών, μαζί με άλλους φορείς, εκτελούσε απλώς χρέη δεξαμενής σκέψης και μηχανισμού κάλυψης με νομική επίφαση των αποφάσεων και επιλογών του Politbureau, προκειμένου να καταστήσει τις τελευταίες αξιόπιστες σε διεθνή κλίμακα. Με άλλα λόγια, ήταν ένα εκτελεστικό όργανο και όχι ένα κέντρο εξουσίας. Μέχρι στιγμής, οι αναλύσεις με γνώμονα αποκλειστικά και μόνο τα αρχεία του υπουργείου Εξωτερικών, αλλοιώνουν την προοπτική των ερευνητών. Η μελέτη του σοβιετικού μηχανισμού λήψης αποφάσεων απαιτεί εξειδικευμένη μεθοδολογία, όπως ακριβώς πράττει το Cold War History Program του Woodrow Wilson Center, στην Ουάσινγκτον, του οποίου τα Bulletins και τα “working papers” αποτελούν απαραίτητα και χρήσιμα εργαλεία.

Για τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου και των ετών 1989-1990 γενικότερα, διαθέτουμε πληθώρα μαρτυριών και πονημάτων, στηριζόμενων σε αμερικανικά και σοβιετικά τεκμήρια, τα οποία δημοσιοποιήθηκαν από ορισμένους εκ των πρωταγωνιστών της εποχής εκείνης. Επίσης, κυκλοφορεί μεγάλος αριθμός δημοσιεύσεων για το Γερμανικό Ζήτημα. Η συγκεκριμένη χρονική περίοδος καλύπτεται καλύτερα από προγενέστερες και μπορούμε, άφοβα, να γράψουμε την ιστορία της στο σύνολό της.

Ο Ψυχρός Πόλεμος ενέπνευσε ως θέμα έναν τεράστιο αριθμό εκδόσεων στις ΗΠΑ, στη Μεγ. Βρετανία, στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Ιταλία, λιγότερο δε, στη Ρωσία. Σε αντίθεση με ό,τι συνέβη με την περίπτωση του Πρώτου Παγκοσμίο Πολέμου από τη δεκαετία του 1990 και μετά, στο παρόν κείμενο δεν συμπεριέλαβα μια νέα ιστοριογραφική τάση: εκείνη του “Ψυχρού Πολέμου από τη βάση προς την κορυφή”. Με άλλα λόγια, την οπτική της κοινής γνώμης στο σύνολό της και όχι εκείνη των κυβερνώντων και των πάσης φύσεως χειριστών των κρατικών υποθέσεων. Περιορίζομαι μόνο στην πρωτοποριακή, για το είδος αυτό, πραγματεία των Philippe Buton, Olivier Büttner και Michel Hastings: La Guerre froide vue d’ en bas, Παρίσι, Εκδόσεις του CNRS, 2014. Οφείλουμε, ωστόσο, να είμαστε συγκρατημένοι: ο Ψυχρός Πόλεμος δεν ενέπλεξε τα πλήθη στον βαθμό που το έπραξε ο Πρώτος Παγκόσμιος. Βεβαίως, η διαμάχη ανάμεσα στους κομμουνιστές και τους αντιπάλους τους προσέλαβε μεγάλη έκταση σε χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία. Όμως, θεωρήθηκε ως έκφανση μιας κλασσικής αντιπαράθεσης μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, δίχως να συνδεθεί απαραιτήτως με τη διεξαγωγή του Ψυχρού Πολέμου. Η περίπτωση της Ελλάδας είναι διαφορετική, καθώς η διενέργεια ενός Εμφυλίου Πολέμου υπήρξε καθοριστικό διακριτικό γνώρισμα της αντιπαράθεσης Ανατολής – Δύσης κατά την αρχική φάση του Ψυχρού Πολέμου. Στις δε μεγάλες κρίσεις της άλλης πλευράς του παραπετάσματος ( Βουδαπέστη το 1956, Πράγα το 1968, Πολωνία το 1980), σημειώθηκαν επικαλύψεις μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής με ενεργό εμπλοκή μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης των ενδιαφερομένων χωρών.

Η εντυπωσιακή σε μέγεθος ιστοριογραφία του Ψυχρού Πολέμου ακολούθησε την κλασσική πορεία μιας εποχής βαθειάς και παρατεταμένης κρίσης. Σε ένα πρώτο στάδιο, η αναζήτηση και κατανομή των ευθυνών χρωματίστηκε από το βάρος της πολιτικής αντιπαράθεσης. Την παραπάνω φάση διαδέχθηκε μια δεύτερη, λιγότερο φορτισμένη, όπου διαφάνηκαν ακριβέστερα η διαδικασία λήψης αποφάσεων, τα εκατέρωθεν κίνητρα, τα πάσης φύσεως διακυβεύματα. Ο κύκλος κλείνει με μια επαναπροσέγγιση των γεγονότων χάρη στη χρήση του πρωτογενούς υλικού, που προσδίδει στο φαινόμενο του Ψυχρού Πολέμου ιστορική χροιά και διάσταση. Σε αυτό, ακριβώς, το στάδιο βρισκόμαστε σήμερα, ασχέτως εάν υπολοίπονται πολλά, ακόμη, να γίνουν. Ταυτόχρονα έχει ξεκινήσει ένας στοχασμός σε βάθος χρόνου ως προς την έννοια του φαινομένου. Πρόκειται περί ιδεολογικής αντιπαράθεσης; Περί γεωπολιτικής σύγκρουσης; Περί πολιτισμικής κρίσης; Τέτοιας μορφής είναι τα ερωτήματα που θέτουν, σήμερα, οι ιστορικοί.

Οι πρώτες δυτικές αφηγήσεις των καταβολών του Ψυχρού Πολέμου αντανακλούν τα βιώματα των παρατηρητών της εποχής εκείνης. Ο Στάλιν υπήρξε ο μέγας υπαίτιος της διάσπασης του αντιχιτλερικού μετώπου, ήδη από τη στιγμή του τερματισμού του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου. Αρκεί να ανατρέξει κανείς στις πραγματείες του Herbert Feis, του Philip E. Mosely, του Jean Laloy, του Adam J. Ulam⁵ ή, ακόμα, στα τότε άρθρα του Raymond Aron στην εφημερίδα Le Figaro.⁶ Οι συγγραφείς δεν εκφράζουν την παραμικρή αμφιβολία ως προς αυτό το σημείο. Όμως, μια αντίδραση, ένα ρεύμα ιστορικού αναθεωρητισμού παρατηρήθηκε κατά στη διάρκεια των δεκαετιών του ΄60 και του ΄70 στους κόλπους των αμερικανικών πανεπιστημίων. Για πρώτη φορά γινόταν λόγος περί ύπαρξης ενός αμερικανικού ιμπεριαλισμού και περί ευθυνών των ΗΠΑ ως προς τις καταβολές του Ψυχρού Πολέμου. Επρόκειτο για θέσεις, οι οποίες έρχονταν σε ευθεία αντίθεση με όλα όσα υποστηρίζονταν μέχρι τότε. Τον δρόμο άνοιξε, το 1959, το βιβλίο του William Appleman Williams The Tragedy of the American Diplomacy. Ακολούθησαν κι άλλες παρεμφερείς μελέτες, που υιοθέτησαν μια διφορούμενη μεθοδολογία κάνοντας, παράλληλα, χρήση πηγών, οι οποίες δεν ενέπνεαν εμπιστοσύνη.⁷ Θα λέγαμε πως η ρεβιζιονιστική αυτή αντίληψη, αντανακλά την έλλειψη αυτοπεποίθησης, από την οποία διακατέχονταν οι Δυτικοί (ιδιαίτερα δε οι Αμερικανοί) στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, ως απόρροια του τραύματος, που είχε προκαλέσει τότε η διενέργεια του πολέμου του Βιετνάμ.

Εν συνεχεία, έκανε την εμφάνισή της μια “νεο-ρεβιζιονιστική” σχολή, κινούμενη πάνω σε ένα πιο αξιόπιστο μεθοδολογικό υπόβαθρο, παραμένοντας, ωστόσο, ιδιαίτερα καυστική έναντι της αμερικανικής πολιτικής. Η σχολή αυτή επικέντρωσε τις επικρίσεις της στη σταδιακή σκλήρυνση της στάσης των ΗΠΑ, στη μετάλλαξη των τελευταίων σε ένα είδος κράτους “εθνικής ασφάλειας” εις βάρος των ατομικών και συλλογικών ελευθεριών, καθώς και στην ενεργοποίηση και ανάπτυξη ενός τεράστιου μηχανισμού εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και εσωτερικής ασφάλειας. Όλα τα παραπάνω δε, εν ονόματι του αγώνα κατά του κομμουνισμού. Χαρακτηριστικό δείγμα αποτελεί το γνωστό βιβλίο του Daniel Yergin Shattered Peace.⁸ Παράλληλα, η ίδια σχολή υποστήριζε πως είχε εντοπίσει, στους κόλπους της σοβιετικής πολιτικής, κλασσικού τύπου γεωπολιτικές και όχι ιδεολογικές καταβολές, σε αντιδιαστολή με όλα όσα, ορθά, υποστήριζε η πλειοψηφία των ειδικών και των ιστορικών της δεκαετίας του ’50 και του πρώτου ημίσεως εκείνης του ΄60. Κατά συνέπεια, υπήρχαν, πλέον, δυο διαφορετικές σχολές, οι οποίες διασταύρωναν τα ξίφη τους. Μια πρώτη, περισσότερο πραγματιστική, η οποία αντιμετώπιζε την ΕΣΣΔ ως ένα ισχυρό κράτος και μια δεύτερη, η οποία επέμενε στην ιδεολογική διάσταση και στο ρόλο του κόμματος.

Βερολίνο, 1961. Αμερικανικά και σοβιετικά τεθωρακισμένα αντιμέτωπα στο Checkpoint Charlie.

Τα πάντα ξεκίνησαν εκ νέου από μηδενική βάση, με την ευκαιρία της πτώσης της ΕΣΣΔ και της, μερικής έστω, πρόσβασης στο σοβιετικό αρχειακό υλικό. Εν τέλει, η πολιτική της Μόσχας αποδείχθηκε ακόμα πιο δέσμια της ιδεολογίας από όσο την είχαν φανταστεί οι πλέον αυστηροί δυτικοί επικριτές. Οι κοινότυπες εικασίες των διαφόρων μαθητευόμενων σοβιετολόγων (η ΕΣΣΔ είναι μια μετενσάρκωση της αιώνιας Ρωσίας ή μήπως ένα κομματικό συγκεντρωτικού τύπου νέο σύστημα με παγκοσμίου βεληνεκούς επαναστατικές φιλοδοξίες;) στερούνται, πλέον, κάθε ίχνους σοβαρότητας. Η ΕΣΣΔ αποτελούσε από μόνη της μια ιδεολογία σε τροχιά εξέλιξης, συχνά μάλιστα σε βάρος των καλώς εννοούμενων συμφερόντων του ρωσικού λαού.

Από την άλλη πλευρά, έχει αποδειχθεί πως πολλά από όσα οι Δυτικοί εκλάμβαναν ως προθέσεις κατακτητικής επιθετικότητας της Μόσχας, στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά μια υπέρμετρη αμυντική παράνοια της τελευταίας, μια αντίδραση έναντι απειλών, οι οποίες προσλαμβάνονταν δια μέσου του παραμορφωτικού κατόπτρου της ιδεολογίας. Ασφαλώς, υπήρξαν εκατέρωθεν στιγμές, όπου ένας συμβιβασμός φάνταζε κάτι το αδύνατο. Υπήρξαν, επίσης, υστεροβουλίες απαράδεκτες για τους Δυτικούς (το αντίστροφο φαινόμενο ήταν σπανιότερο). Όμως, σημειώθηκαν αμοιβαία και πολλές λανθασμένες εκτιμήσεις σχετικά με τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της πολιτικής του αντιπάλου.

Τέλος, μπορεί η ΕΣΣΔ να ήταν ένα κόμμα και μια ιδεολογία. Ήταν όμως και ένα κράτος με γεωπολιτικές φιλοδοξίες, ορισμένες εκ των οποίων συμβάδιζαν με τους ιδεολογικούς στόχους και άλλες έρχονταν σε ευθεία αντίθεση μαζί τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εξέλιξη των διμερών σχέσεων με την Κίνα, ή, μάλλον, η αντιπαράθεση ανάμεσα στις δυο χώρες μέσα στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Ιδεολογικές και γεωπολιτικές παράμετροι εμπλέκονται σε αυτή τη ρήξη, έστω και αν αρχικά, η όλη διαμάχη είχε προκύψει από μια βαθειά ιδεολογική απόκλιση ως προς τη μορφή και την επιδιωκόμενη εξέλιξη των σχέσεων μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Επομένως, το να επικαλείται κανείς τους γενικούς ιδεολογικούς στόχους της ΕΣΣΔ δεν αρκεί προκειμένου να κατανοήσει την εξωτερική πολιτική της τελευταίας. Οφείλει να την αναλύσει, κατά περίπτωση, με γνώμονα ένα πλεγμα πολύπλοκων παραμέτρων, που χαρακτηρίζουν και διαμορφώνουν την άσκηση της σοβιετικής διπλωματίας. Με άλλα λόγια, οφείλει να ασπασθεί μια κλασσική ιστορική μεθοδολογία, η οποία να καλύπτει όλους τους παράγοντες: την ιδεολογική ιδιαιτερότητα του καθεστώτος αλλά και την πραγματικότητα της διεθνούς κατάστασης, εντός της οποίας το εν λόγω σοβιετικό καθεστώς λειτουργούσε και ήταν αναγκασμένο να λαμβάνει συνεχώς υπόψη. Στο εξής, η ιστοριογραφία του Ψυχρού πολέμου εισέρχεται σε μια αμιγώς επιστημονική φάση. Η σε βάθος ανάλυση του φαινομένου και των θεμελιωδών πτυχών του είναι εφικτή. Όπως, πολύ έυστοχα, γράφει ο John Lewis Gaddis στο περίφημο βιβλίο του We Now Know⁹, “Έστω και αν δεν τα ξέρουμε όλα, τουλάχιστον γνωρίζουμε αρκετά για να μπορέσουμε να δουλέψουμε με αξιώσεις”.¹º

Ο Georges-Henri Soutou (Γενεύη, 1943) είναι Ομότιμος Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης (Université Paris IV-Sorbonne). Έχει ειδικευθεί στην περίοδο του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου και στις σχέσεις Ανατολής-Δύσης μετά το 1945. Η διδακτορική του διατριβή για τους οικονομικούς στόχους του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου έχει αφήσει εποχή. Ταυτόχρονα, θεωρείται σε παγκόσμια κλίμακα, ως ένας από τους μεγαλύτερους ειδικούς του Ψυχρού Πολέμου. Το 2008 εκλέχθηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών της Γαλλίας (Académie des Sciences Morales et Politiques), της οποίας είναι σήμερα αντιπρόεδρος. Θα αναλάβει την προεδρία το 2019.

Εργογραφία του συγγραφέα

La grande illusion – Quand la France perdait la paix 1914-1920 ; Paris (Tallandier), 2015.

L’Europe de 1815 à nos jours ; Paris (PUF, coll. « Nouvelle Clio »), 2007.

La Guerre de cinquante ans ; Paris (Fayard), 2001.

L’Alliance incertaine – Les rapports politico-stratégiques franco-allemands (1954-1996) ; Paris (Fayard), 1996.

L’Or et le sang – Les buts de guerre économiques de la Première Guerre mondiale ; Paris (Fayard), 1989.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* (Σημ. μεταφρ.) Το παρόν κείμενο είναι μια επικαιροποιημένη εκδοχή της εισαγωγής στην πραγματεία του Georges-Henri Soutou, La guerre de Cinquante Ans. Les relations Est-Ouest (1943-1990), Παρίσι, Fayard, 2001. Οι θέσεις του συγγραφέα αντικατοπτρίζουν τη χρονική συγκυρία δημοσίευσης της μελέτης και την ευφορία, που επικρατούσε πριν από τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου, εξαιτίας της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού. Είναι προφανές πως η κρίση της κοινωνίας της Παγκοσμιοποίησης, ως διάδοχο σχήμα του τερματισμού του Ψυχρού Πολέμου, τοποθετεί, σήμερα, το όλο πρόβλημα επάνω σε εντελώς διαφορετικές βάσεις. Ελλείψει αντιπάλου δέους, ο καπιταλισμός εκφράζεται προβάλλοντας απροκάλυπτα την πλέον απάνθρωπη, ανήθικη και αλαζονική του έκφανση. Μήπως πρόκειται για κατάλοιπο του Ψυχρού Πολέμου, του οποίου εξακολουθούμε να βιώνουμε τον επίλογο; H β’ (επικαιροποιημένη) έκδοση της πραγματείας του Georges-Henri Soutou κυκλοφόρησε το 2011 με τον τίτλο La Guerre froide (1943-1990), από τον εκδοτικό οίκο Pluriel

¹ Walter Lippmann, The Cold War: A Study of the United States Foreign Policy, New York, 1947.

² Jean Bérenger και Georges-Henri Soutou (επιμ.), L’ Ordre européen du XVIe au XXe siècle, Παρίσι, Presses de l’ Université de Paris-Sorbonne, 1998.

³ Anne Applebaum, “Quand une mémoire en cache une autre”, Commentaire, αρ. 78, καλοκαίρι 1997. Alain Besançon, Le Malheur du siècle: sur le communisme, le nazisme et l’ unicité de la Shoah, Παρίσι, Fayard, 1998.

⁴ J.-L. Talmon, Les Origines de la démocratie totalitaire, Παρίσι, Calman-Lévy, 1966.

⁵ Herbert Feis, Churchill, Roosevelt, Stalin, Princeton UP, 1957. Philip E. Mosely, The Kremlin and World Politics, New York, Vintage Books, 1960. Jean Laloy, Entre guerre et paix, Parie, Le Seuil, 1966. Adam J. Ulam, Expansion and Coexistence. The History of Soviet Foreign Policy, 1917-1967, London, Secker and Warburg, 1968.

⁶ Raymond Aron, Les Articles de politique internationale dans “Le Figaro” de 1947 à 1977, Τόμος Α΄
La Guerre froide (juin 1947 à mai 1955) (Εισαγωγή και υπομνηματισμός Georges-Henri Soutou), Paris, Éditions de Fallois, 1990. Ο Τόμος Β΄ La Coexistence (mai 1955 à février 1965) κυκλοφόρησε το 1994 και ο Τόμος Γ΄ Les Crises  ( février 1965 à mars 1977) κυκλοφόρησε το 1997.

⁷ Για τις επικρίσεις σε βάρος της σχολής αυτής, στις οποίες πρωτοστάτησε ο Robert J. Maddox, βλ. The New Left and the Origins of the Cold War, Princeton, 1973.

⁸ Βοστώνη, εκδόσεις Houghton Mifflin, 1977. Ενδεικτικός είναι ο υπότιτλος: The Origins of the Cold War and the National Security State.

Rethinking Cold War History, Oxford, Clarendon Press, 1997.

¹º Σχετικά βλ. Melvyn P. Leffler, “The Cold War: What Do “We Now Know”?”, American Historical Review, Απρίλιος 1999.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Γιάννης Μουρέλος: 55 Μέρες στο Πεκίνο

Γιάννης Μουρέλος

55 Μέρες στο Πεκίνο

Σε ολόκληρο το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, η Κίνα ήταν ο “Μεγάλος Ασθενής” της Άπω Ανατολής (η Οθωμανική Αυτοκρατορία, την ίδια εποχή, ήταν κάτι το αντίστοιχο για τη Μέση Ανατολή). Σε μια χρονική περίοδο οργασμού του φαινομένου της αποικιακής εξάπλωσης, οι δυο αυτές περιπτώσεις διέθεταν κοινά διακριτικά γνωρίσματα: αχανή επικράτεια, ανεπαρκές διοικητικό σύστημα, προχωρημένη εσωτερική σήψη, πλούσιο ιστορικό και πολιτιστικό παρελθόν. Το τελευταίο, μάλιστα, από τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά, ήταν εκείνο, το οποίο σηματοδότησε, εν τέλει, το είδος της παρέμβασης του διεθνούς παράγοντα στα εσωτερικά πράγματα αμφοτέρων των κρατών. Ο Αυτοκράτορας της Κίνας, όπως και ο Σουλτάνος της Κωνσταντινούπολης, δεν συγκρίνονταν με τον όποιον άγνωστο και υπανάπτυκτο φύλαρχο της αχαρτογράφητης, ακόμα τότε, Kεντρικής Αφρικής. Δικαιούνταν το είδος εκείνο της μεταχείρισης, που ενέπνεε το αξίωμά τους και ο σεβασμός προς αυτό. Έτσι εξηγείται το ό,τι, τόσο στην περίπτωση της Κίνας όσο και σε εκείνη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δεν υιοθετήθηκε το πρότυπο της ίδρυσης αποικιών ή της δημιουργίας προτεκτοράτων, το οποίο, την ίδια εποχή, βλέπουμε να εφαρμόζεται σε εκτεταμένη κλίμακα αλλού. Εδώ, η παρέμβαση του διεθνούς παράγοντα συνίσταται στη διείσδυση κεφαλαίων υπό τη μορφή δανείων, επενδύσεων, ανάληψης μεγάλων κατασκευαστικών έργων κ.α. Ειδικότερα δε στην περίπτωση της Κίνας, η έλλειψη στρατιωτικής και ναυτικής ισχύος, κάτι που είχε έμπρακτα αποδειχθεί από τις διαδοχικές ήττες κατά κράτος στον Σινο-Γαλλικό (1881-1885) και στον Σινο-Ιαπωνικό (1894) πόλεμο, είχε εμπεδώσει την πεποίθηση πως η “Ουράνια Αυτοκρατορία” αποτελούσε προνομιακό χώρο για τη διείσδυση της ξένης επιρροής.

Ο κατακερματισμός της Κίνας (Break-up of China)

Λίγο πριν από το γύρισμα του αιώνα, είμαστε μάρτυρες ενός διαμελισμού της Κίνας σε σφαίρες επιρροής και οικονομικής εκμετάλλευσης. Πρωταγωνιστούν οι Μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις, στις οποίες θα έπρεπε να προστεθούν δυο νεο-εισελθόντες στο διεθνές στερέωμα: οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία. Ως εκ τούτου, η Κίνα μετεξελίχθηκε σε έναν αχανή χώρο ανελέητου αποικιακού ανταγωνισμού. Επί μια ολόκληρη εικοσαετία (έως την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου) διπλωμάτες και επιχειρηματίες, υπήκοοι διαφόρων χωρών, αλώνιζαν την κινεζική επικράτεια στο σύνολό της, επιδιώκοντας και διασφαλίζοντας μέσω χρηματισμού, αλλά ακόμα και μέσω άσκησης εκβιασμού, την εκχώρηση, για χρονικό διάστημα 99 ετών, στρατηγικής αξίας σημείων. Την αρχή έκανε το 1841 η Μεγάλη Βρετανία με το Hong Kong. Χρειάστηκε να περάσει πάνω από μισός αιώνας, έως ότου το μονοπώλιο της Γηραιάς Αλβιώνος αμφισβητηθεί με την εμφάνιση επικίνδυνων αντιζήλων.

Ο κατακερματισμός της Κίνας. Η μοιρασιά της πίττας ανάμεσα στη βασίλισσα Βικτωρία, τον κάιζερ Γουλιέλμο Β΄, τον τσάρο Νικόλαο Β΄, τη Γαλλική Δημοκρατία και τoν Ιάπωνα σαμουράϊ, υπό το βλέμμα του Κινέζου μανδαρίνου.

Η Ρωσία, με την οποία η Μεγάλη Βρετανία είχε χρόνια αντιπαράθεση στην Aνατολική Μεσόγειο και στην Κεντρική Ασία, έθεσε υπό έλεγχο το υψίστης σημασίας λιμάνι του Port Arthur (το επονομαζόμενο “Γιβραλτάρ” της Άπω Ανατολής), στο νότιο τμήμα της επαρχίας της Μαντζουρίας (1898), όπου εγκατέστησε ναυτική βάση. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση του Τσάρου απέκτησε το δικαίωμα κατασκευής σιδηροδρομικής γραμμής, η οποία θα συνέδεε, δια μέσου της Μαντζουρίας, το Port Arthur με το Vladivostok, καταληκτικό σημείο του Υπερσιβηρικού. Η Γερμανία, νεοφερμένη στην αρένα του αποικιακού ανταγωνισμού και με υπέρμετρες φιλοδοξίες στον τομέα αυτό, με πρόσχημα τη δολοφονία δυο ιεραποστόλων, κατέλαβε στρατιωτικά το λιμάνι Qingdao στη χερσόνησο Shandong, στη ΒΑ Κίνα. Επρόκειτο περί ιδανικής θέσης για ελλιμενισμό και ανεφοδιασμό του γερμανικού στόλου, σε μια εποχή που η κυβέρνηση του Βερολίνου είχε επιδοθεί σε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα αναβάθμισης της ναυτικής ισχύος της χώρας (1898). Οι Γάλλοι εμπέδωσαν την επιρροή τους στη μεσημβρινή Κίνα, πύλη εξόδου προς τις δικές τους κτήσεις του Τονκίνου (Tonkin) και του Annam (σημερινού Βιετνάμ). Οι Ιάπωνες εγκαταστάθηκαν στις ακτές της κεντρικής χώρας απέναντι από τη νήσο Φορμόζα, που τους είχε παραχωρήσει η Κίνα ως λάφυρο έναντι της επικράτησης τους κατά τον πόλεμο του 1894. Ανήσυχη από την αιφνίδια εμφάνιση τόσο πολλών μνηστήρων, η Μεγάλη Βρετανία απέσπασε από την κυβέρνηση του Πεκίνου την εκχώρηση του άνευ σημασίας λιμανιού Weihaiwei (απλό αντιστάθμισμα χαρτογραφικής φύσεως), κυρίως όμως, την υπόσχεση πως τα συμφέροντά της δεν επρόκειτο να θιγούν μελλοντικά από νέες εκχωρήσεις σε ολόκληρη τη λεκάνη του ποταμού Yangtze. Μόνες οι ΗΠΑ απείχαν σχολαστικά από πρακτικές αυτού του είδους. Προσηλωμένες στη διπλωματία του δολαρίου, περιόρισαν την παρέμβασή τους σε σημαντικής κλίμακας διείσδυση κεφαλαίων Η όλη διαδικασία κατακερματισμού της Κίνας έμελλε βιώσει ένα νέο στάδιο, εξαιτίας της εξέγερσης των Boxers.

Η εξέγερση των Boxers

Φυσικό επακόλουθο στην τραγική κατάσταση, υπό την οποία τελούσε η χώρα, ήταν η δημιουργία τοπικών μυστικών οργανώσεων, με σκοπό την αποτίναξη της ξένης επιρροής. Ξεχώριζε η “Γροθιά της Ενάρετης Αρμονίας”, περισσότερο γνωστή ως “Boxers” (Πυγμάχοι), επειδή τα μέλη της επιδίδονταν στις πολεμικές τέχνες. Η οργάνωση αυτή άρχισε να εξαπλώνεται το 1898 στις βοειοανατολικές επαρχίες (χερσόνησος Shandong) και απέκτησε ταχύτατα δεκάδες χιλιάδες οπαδούς.. Προερχόμενοι κατ’ εξοχή από τα χαμηλότερα στρώματα της κοινωνίας, οι τελευταίοι διακατέχονταν από έντονη δεισιδαιμονία έχοντας, παράλληλα, κατηγοριοποιήσει και στοχοποιήσει τους αντιπάλους τους: προηγούνταν όλοι οι αλλοδαποί και ακολουθούσαν οι Κινέζοι, οι οποίοι είχαν ασπασθεί τη Χριστιανική θρησκεία, τέλος, όσοι Κινέζοι απασχολούνταν εργασιακά από τους ξένους. Η εξέγερση δεν εκδηλώθηκε τυχαία στη ΒΑ Κίνα. Πρόκειται για την περιοχή εκείνη, όπου μόλις είχαν σημειωθεί κατά συρροή εκχωρήσεις εδαφών και πάσης φύσεως δικαιωμάτων στις Μεγάλες Δυνάμεις και η οποία μαστιζόταν από οικονομική δυσπραγία προτού ακόμα ξεσπάσει ο πόλεμος με την Ιαπωνία. Μετά δε τον πόλεμο, η κατάσταση είχε χειροτερέψει λόγω της συγκέντρωσης, επιτόπου, μεγάλου αριθμού Κινέζων στρατιωτών που είχαν αποστρατευτεί, αλλά και προσφύγων από νότιες περιοχές, που είχαν υποστεί ξηρασίες, πλημμύρες και λιμούς. Κατά κακή τύχη, το καλοκαίρι του 1898, προστέθηκε η μεγάλη πλημμύρα του ποταμού Yangtze, που κατέκλυσε ολόκληρη την ομώνυμη πεδιάδα και όχι μόνο, δικαιώνοντας την προσωνυμία του τελευταίου ως «πληγή της Κίνας». Η αυτοκρατορική κυβέρνηση στάθηκε ανίκανη να αντιμετωπίσει τις πλημμύρες και το κάθε χωριό είχε αφεθεί στην τύχη του. Η ανικανότητα αυτή ερμηνεύτηκε από τους Κινέζους ως απώλεια της θεϊκής βούλησης – εντολής προς την αυτοκρατορική δυναστεία για διακυβέρνηση της χώρας. Έτσι, η καταστροφή αυτή, που επαναλήφθηκε και το επόμενο έτος, απετέλεσε το έναυσμα για ανοικτή, πλέον, εξέγερση και σύγκρουση. Το κίνημα ήταν όχι μόνο αντιδυτικό, αλλά και αντιδυναστικό. Στρεφόταν και κατά της δυναστείας των Qing (γνωστής και ως Manchu), την οποία θεωρούσε υπεύθυνη για την αποσύνθεση της Κίνας. Συνεπώς, η εξέγερση των Boxers δεν ήταν μια σύγκρουση διαμετρικά αντίθετων πολιτισμών, όπως επιδιώκει να υποστηρίζει πεισματικά η Δύση, άλλα μια γνήσια αντι-ιμπεριαλιστική εξέγερση ενάντια στην πολιτική διείσδυσης, στην οποία είχαν επιδοθεί οι Μεγάλες Δυνάμεις.

Με την είσοδο του 1900, το κέντρο βάρους της εξέγερσης μεταφέρθηκε μέσα στους δρόμους του Πεκίνου, όπου σημειώθηκαν σφαγές αλλοδαπών (κατά κύριο λόγο ιεραποστόλων και Κινέζων Χριστιανών), λεηλασίες και καταστροφές εκκλησιών, καθώς και χρήση κάθε μορφής βίας. Οι Boxers μπορεί να στερούνταν στρατιωτικής εκπαίδευσης και επαρκούς οπλισμού, οι ενέργειές τους, ωστόσο, προκαλούσαν παντού τρόμο και δέος. Υποκύπτοντας στις υποδείξεις των Δυνάμεων, η κυβέρνηση χαρακτήρισε την οργάνωση ως παράνομη, επιβάλλοντας στα μέλη της τελευταίας την ποινή του αποκεφαλισμού σε δημόσια θέα. Εν τούτοις, σημειώθηκε μια αναπάντεχη ανατροπή, καθώς η εξέγερση άρχισε να αντιμετωπίζεται ακόμα και από κύκλους προσκείμενους στο αυτοκρατορικό περιβάλλον, ως αξιοποιήσιμος μοχλός για την αποτίναξη του ξένου ιμπεριαλιστικού ζυγού. Πρόκειται για μια εξέλιξη, η οποία θορύβησε τα μέγιστα τις ξένες παροικίες της πρωτεύουσας. Ανήσυχες για την ίδια την ασφάλειά τους, πλέον, οι τελευταίες άρχισαν να οργανώνουν την άμυνά τους ενάντια σε μια συντονισμένη ενδεχόμενη επίθεση σε βάρος τους.

Αποκεφαλισμοί Boxers μέσα στους δρόμους του Πεκίνου.

Επίκεντρο της άμυνας θα ήταν η συνοικία των πρεσβειών, κοντά στο τείχος της πρωτεύουσας, όπου οι υπήκοοι των Δυνάμεων άρχισαν να καταφεύγουν. Στις 30 Μαΐου 1900, ο πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας, Sir Claude Maxwell MacDonald, αξιολογώντας την κατάσταση ως ιδιαίτερα έκρυθμη, ζήτησε επιτακτικά την αποστολή ενισχύσεων. Μη δυνάμενη να αντικρούσει το αίτημα, η αυτοκρατορική κυβέρνηση παρείχε τη σχετική άδεια. Κατόπιν τούτου, μια δύναμη 435 ανδρών, αποτελούμενη από πεζοναύτες οκτώ διαφορετικών κρατών, διεκπεραιώθηκε σιδηροδρομικά από την ακτή προς την πρωτεύουσα. Αμέσως έπειτα από την άφιξη στον προορισμό της, κατασκεύασε αμυντικές περιμέτρους γύρω από τα κτήρια των πρεσβειών. Στις 5 Ιουνίου, η σιδηροδρομική σύνδεση με το επίνειο Tianjin διακόπηκε. Στις 11 Ιουνίου, ο γραμματέας της Ιαπωνικής πρεσβείας δολοφονήθηκε από άνδρες του τακτικού στρατού, οι οποίοι φύλαγαν τη νότια πύλη του τείχους. Η εμπλοκή του τακτικού στρατού στα έκτροπα, δεν προοιώνιζε τίποτα το καθησυχαστικό. Στις 13, διακόπηκε και η τηλεγραφική επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Στις 19, η Τοποτηρήτρια του Αυτοκρατορικού Θρόνου, Cixi, με Ρηματική Διακοίνωση προς όλες τις πρεσβείες, απαίτησε την αποχώρηση από το Πεκίνο του συνόλου των ξένων διπλωματικών αποστολών. Σε έκτακτη σύσκεψη του Διπλωματικού Σώματος, αμέσως μετά, στη Βρετανική πρεσβεία, αποφασίστηκε η απόρριψη του αιτήματος. Οι παροικίες αισθάνονταν περισσότερο ασφαλείς, οχυρωμένες πίσω από μια οργανωμένη αμυντική περίμετρο. Αντίθετα, μια πορεία στην κινεζική ύπαιθρο με προορισμό το επίνειο Tianjin, θα τις άφηνε εκτεθειμένες στις επιθετικές διαθέσεις των Boxers και του αυτοκρατορικού στρατού, κατά μήκος ολόκληρης της διαδρομής (160 χλμ.). Κατόπιν τούτου, η πολιορκία της συνοικίας των πρεσβειών δεν ήταν παρά ζήτημα χρόνου.

Νεαρός Boxer ασκείται στις πολεμικές τέχνες.

Η πολιορκία των πρεσβειών

Πράγματι, η πολιορκία ξεκίνησε στις 20 Ιουνίου 1900 και διήρκεσε επί 55 μέρες, έως τις 14 Αυγούστου. Σε ολόκληρο αυτό το χρονικό διάστημα, οι πολιορκημένοι ήταν πλήρως απομονωμένοι και είχαν εναποθέσει την τύχη τους στις φρουρές των διαφόρων πρεσβειών. Το πλεονέκτημα για τους αμυνόμενους, ήταν η γειτνίαση των τελευταίων. Σε μια ακτίνα 3,2 χλμ. μήκους και 1,6 βάθους ήταν συγκεντρωμένες οι αντιπροσωπείες έντεκα κρατών. Το βόρειο και το νότιο τμήμα της συνοικίας εφάπτονταν, το μεν πρώτο με το τείχος της Απαγορευμένης Πόλης (όπου βρίσκονταν τα Ανάκτορα), το δε δεύτερο με το ογκώδες Ταταρικό τείχος. Καθώς εθεωρείτο απίθανο να εκδηλωθεί επίθεση από την πλευρά της Απαγορευμένης Πόλης, κομβικό σημείο ήταν ο έλεγχος του Ταταρικού τείχους και των πύργων του, που δέσποζαν πάνω από τη συνοικία των πρεσβειών. Για την άμυνα των προσβάσεων από ανατολικά και δυτικά, οι οποίες έδιναν επάνω σε κεντρικές αρτηρίες, είχαν υψωθεί οδοφράγματα. Πέρα από τη φρουρά, υπολογίζεται πως περί τα 500 άτομα, υπήκοοι ξένων κρατών, είχαν αναζητήσει καταφύγιο στη συνοικία των πρεσβειών,οι περισσότεροι σε εκείνη της Μεγάλης Βρετανίας. Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν και περί τους 2800 Κινέζοι Χριστιανοί. Ο άμαχος πληθυσμός συνέδραμε στην ενίσχυση των οδοφραγμάτων, στον ανεφοδιασμό των πεζοναυτών και στην παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Τα αποθέματα σε τρόφιμα και πόσιμο νερό ήταν επαρκή για μια μεγάλης διάρκειας πολιορκία (ουδείς, ωστόσο, υπολόγιζε πως θα άγγιζε τους δυο μήνες), όχι, όμως, και τα πυρομαχικά. Πλην των Αυστριακών και των Ιταλών, οι οποίοι είχαν εκκενώσει τις πρεσβείες τους, όλοι οι υπόλοιποι ανέλαβαν την υπεράσπιση των διπλωματικών αποστολών που τους αναλογούσαν. Επιπρόσθετα,

Η συνοικία των πρεσβειών το καλοκαίρι του 1900

Αμερικανοί και Γερμανοί ήταν επιφορτισμένοι με τον έλεγχο του μεγίστης στρατηγικής σημασίας Ταταρικού τείχους. Οι διάφορες ιεραποστολές (περί τις 12), βρίσκονταν εκτός της αμυντικής περιμέτρου, διασκορπισμένες στο σύνολο, σχεδόν, της πρωτεύουσας. Ως εκ τούτου, η προστασία τους ήταν αδύνατη. Έναυσμα για την εκδήλωση της επίθεσης υπήρξε η δολοφονία του πρεσβευτή της Γερμανίας, Clemens von Ketteler, τη στιγμή που βρισκόταν καθ’ οδόν προς το υπουργείο Εξωτερικών, ένα, μόλις, οικοδομικό τετράγωνο προτού προλάβει να φτάσει στον προορισμό του. Από την έναρξη της επίθεσης διαφάνηκε πως οι επιτιθέμενοι (Boxers αλλά και μονάδες του τακτικού στρατού) κινούνταν δίχως συγκεκριμένο σχέδιο. Επί πολλές μέρες, συγκέντρωσαν τα πυρά τους κατά της Βρετανικής πρεσβείας, δίχως αξιόλογη επιτυχία. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να προκαλέσουν πυρκαγιά, λόγω αστοχίας, στο γειτονικό κτήριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης, με αποτέλεσμα να καταστραφεί υλικό ανεκτίμητης αξίας. Ακολούθως, η επίθεση στράφηκε κατά του ανακτόρου Fu, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι Κινέζοι Χριστιανοί, με την προστασία του οποίου ήταν επιφορτισμένοι οι Ιάπωνες. Οι τελευταίοι, κατάφεραν να αποφύγουν την περικύκλωση και να αντέξουν έως τη λύση της πολιορκίας. Οι πιο πολύνεκρες συγκρούσεις έλαβαν χώρα στο ύψος της Γαλλικής πρεσβείας, όπου είχαν υψωθεί οδοφράγματα. Η μικρή απόσταση ανάμεσα στις γραμμές των αντιπάλων, σε συνδυασμό με τον κίνδυνο να σκάψουν οι Κινέζοι λαγούμια, προκειμένου να τοποθετήσουν νάρκες, είχαν καταστήσει τη θέση των αμυνομένων (Γάλλων, ως επί το πλείστον, αλλά και ορισμένων Αυστριακών), ιδιαίτερα επισφαλή. Η δυσκολότερη αποστολή, ωστόσο, αναλογούσε στους Αμερικανούς και στους Γερμανούς. Επρόκειτο για τη διατήρηση του ελέγχου του 14 μέτρων ύψους Ταταρικού τείχους. Σε περίπτωση απώλειας του ελέγχου, το σύνολο της συνοικίας των πρεσβειών θα βρισκόταν εντός του βεληνεκούς των εχθρικών πυρών, κάτι που ισοδυναμούσε, αναπόφευκτα, με πλήρη κατάρρευση. Στις καθημερινές συγκρούσεις, θα έπρεπε να προστεθούν και οι νυκτερινές επιθέσεις με πυροβόλα και ρουκέτες, προκειμένου να κλονισθεί το ηθικό των πολιορκημένων, τόσο επί του τείχους όσο και εντός της περιμέτρου της συνοικίας των πρεσβειών. Κατά τα λεγόμενα του Sir Claude MacDonald, σκοτεινότερη μέρα της πολιορκίας υπήρξε η 13η Ιουλίου, όταν στον τομέα των ανακτόρων Fu, Ιάπωνες και Ιταλοί αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν έως την τελευταία γραμμή άμυνας, τη στιγμή που Γάλλοι και Αυστριακοί σχεδόν απωθήθηκαν από τη Γαλλική πρεσβεία. Και ενώ το τέλος φάνταζε αναπόφευκτο, η αυτοκρατορική κυβέρνηση προέβη σε μια στροφή 180 μοιρών, εκπλήσσοντας τους πάντες. Ενδεχομένως να μην είχε γίνει αντιληπτό το γεγονός ό,τι οι πολιορκημένοι είχαν φτάσει, πλέον, στο ύστατο όριο αντοχής. Η κυριότερη εξήγηση για την απότομη, αυτή, αλλαγή πλεύσης, θα πρέπει, παρά ταύτα, να αναζητηθεί στην παράταση των εχθροπραξιών. Με μια αναμενόμενη αντίδραση της διεθνούς κοινότητας επί θύραις, η κυβέρνηση του Πεκίνου δεν είχε άλλη επιλογή από το να επιχειρήσει να απεμπλακεί από τη δύσκολη θέση, στην οποία με δικές της πρωτοβουλίες είχε από μόνη της περιέλθει. Διχασμένη ανάμεσα στις ακραίες

Η μάχη έξω από τον περίβολο της Γαλλικής πρεσβείας.

και τις περισσότερο μετριοπαθείς τοποθετήσεις των συμβούλων της, η Τοποτηρήτρια του Αυτοκρατορικού Θρόνου, Cixi, πρότεινε, στις 17 Ιουλίου, εκεχειρία, η οποία τηρήθηκε από την πλευρά του τακτικού στρατού (όχι, όμως, από εκείνη των Boxers) έως τη λύση της πολιορκίας, ένα μήνα αργότερα. Στις 28 Ιουλίου, οι πολιορκημένοι έλαβαν το πρώτο μήνυμα από τον έξω κόσμο, το οποίο τους πληροφορούσε πως ένα διεθνές εκστρατευτικό Σώμα βρισκόταν καθ’ οδόν για την πρωτεύουσα, προερχόμενο από το Tianjin. Τα χαράματα της 14ης Αυγούστου, έπειτα από μια επώδυνη νύκτα, κατά την οποία οι Κινέζοι παραβίασαν την εκεχειρία, ακούστηκε από τα ανατολικά ο ήχος πυροβόλων. Στρατιωτικές μονάδες από πέντε διαφορετικές εθνότητες είχαν επιδοθεί σε έναν αγώνα δρόμου ως προς το ποια θα έσπαγε, πρώτη, την πολιορκία. Οι Ιάπωνες και οι Ρώσοι συνάντησαν σφοδρή αντίσταση. Οι Γάλλοι έχασαν τον προσανατολισμό τους. Οι Αμερικανοί προτίμησαν να σκαρφαλώσουν στο Ταταρικό τείχος αντί να επιχειρήσουν να παραβιάσουν τη θωρακισμένη πύλη του τελευταίου. Πρώτες κατάφεραν να εισέλθουν στη συνοικία των πρεσβειών βρετανικές αυτοκρατορικές δυνάμεις από την Ινδία (Σιχ).

Το διεθνές εκστρατευτικό Σώμα εντός της περιμέτρου της Απαγορευμένης Πόλης έπειτα από τη λήξη της πολιορκίας.

Χρησιμοποιώντας ένα μικρό αρδευτικό αυλάκι, ακριβώς κάτω από το τείχος, πέρασαν παντελώς απαρατήρητες, δίχως να συναντήσουν την παραμικρή αντίσταση. Οι συγκρούσεις διήρκεσαν έως τις 17.00 μ.μ., οπότε και εισήλθε μέσα στην πόλη το σύνολο του εκστρατευτικού Σώματος. Για δεύτερη φορά μέσα σε τρία χρόνια (είχε προηγηθεί η περίπτωση της Κρήτης το 1897), ένα διεθνές πολυεθνικό Σώμα αναλάμβανε την τήρηση της τάξης σε μια εύκρατη περιοχή. Η Αυτοκράτειρα-Τοποτηρήτρια, συνοδευόμενη από την Αυλή της, εγκατέλειψε το Πεκίνο για το Xi’an, πόλη της ΝΔ Κίνας, όπου παρέμεινε έως το 1902. Πέθανε το 1908 από φυσικό θάνατο, έχοντας προλάβει να χρίσει διάδοχο τον μόλις ηλικίας τριών ετών πρίγκηπα Puyi, τελευταίο Αυτοκράτορα της Κίνας. Οι απώλειες των υπερασπιστών των πρεσβειών ήταν της τάξης του 46,5% (55 νεκροί και 135 τραυματίες σε σύνολο 409 μάχιμων ανδρών). Η κατανομή, ωστόσο, ανά εθνότητα είναι ανισομερής καθώς οι Γάλλοι (57 άνδρες συνολικά) υπέστησαν απώλειες περίπου 100%. Στην κατηγορία των αμάχων καταμετρήθηκαν 13 θάνατοι και 24 τραυματισμοί. Δεν έχουν καταγραφεί οι, προφανώς μεγαλύτερες, απώλειες της απέναντι πλευράς, ούτε και εκείνες των Κινέζων Χριστιανών. Τον Σεπτέμβριο του 1901 υπογράφηκε το επονομαζόμενο “Σύμφωνο των Boxers”, ανάμεσα στην Κίνα και τα οκτώ σύμμαχα κράτη. Η κυβέρνηση του Πεκίνου κατέβαλε χρηματική αποζημίωση, ενώ όσοι υψηλόβαθμοι κρατικοί λειτουργοί κρίθηκαν ως συμμέτοχοι στην εξέγερση, εκτελέστηκαν. Το Σύμφωνο του 1901 επέβαλε και τη διάλυση της οργάνωσης των Boxers (στην ουσία αυτή είχε επιτευχθεί ήδη από την επομένη της λύσης της πολιορκίας). Το αποτέλεσμα ήταν μια περαιτέρω αποδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας και η ευθεία αμφισβήτηση της τελευταίας από τοπικούς πολέμαρχους. Τα γεγονότα του Πεκίνου δρομολόγησαν την ανατροπή της δυναστείας των Qing λίγα χρόνια αργότερα, το 1911. Στη χαώδη εσωτερική κατάσταση, η οποία συνέχισε να υφίσταται, έθεσε τέλος, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, το Κινεζικό Εθνικιστικό Κόμμα (Kuomintang) υπό τον Chiang Kai-Shek, έως ότου ανατραπεί, με τη σειρά του, από τους Κομμουνιστές του Mao Zedong to 1949, μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου.

Το Ταταρικό τείχος του Πεκίνου, με εμφανή τα ίχνη της ένοπλης αντιπαράθεσης.

Η μεταφορά στην οθόνη

Το 1963 προβλήθηκε για πρώτη φορά η παραγωγή του Sam Bronston 55 Days at Peking, σε σκηνοθεσία Nicholas Ray και με πρωταγωνιστές τους Charlton Heston, David Niven (ως Sir Claude MacDonald), Ava Gardner, Flora Robson (ως Αυτοκράτειρα-Τοποτηρήτρια Cixi). Παρά το γεγονός ό,τι προδίδει, πλέον, την ηλικία της, η αναπαράσταση του ιστορικού πλαισίου από αισθητικής πλευράς, είναι ανεκτή, υπάρχουν δε σημεία, όπως η απεικόνιση της αίθουσας του θρόνου στην Απαγορευμένη Πόλη και εκείνη του Ταταρικού τείχους, που πείθουν ακόμα και σήμερα τον θεατή. Ο κάθετος διαχωρισμός ανάμεσα σε καλούς (πολιορκημένοι) και κακούς (Κινέζοι) είναι πια ξεπερασμένος. Πρόκειται, ωστόσο, για ένα πνεύμα, το οποίο διαπερνά γενικότερα τις επικές παραγωγές της δεκαετίας του ’60. Για τις σκηνές του πλήθους χρησιμοποιήθηκαν 4.000 κομπάρσοι, πολλοί εκ των οποίων ήταν Κινέζοι, υπάλληλοι εστιατορίων και πλυντηρίων, που συνέρρευσαν από ολόκληρη την Ευρώπη, καθώς ο αριθμός των ασιατικής καταγωγής κατοίκων της Ισπανίας, όπου πραγματοποιήθηκαν τα γυρίσματα, ήταν ανεπαρκής για την κάλυψη των αναγκών του έργου. Από οικονομικής πλευράς, οι 55 Μέρες στο Πεκίνο απέτυχαν παταγωδώς, καθώς αποδείχθηκε, εν τέλει, αδύνατο να καλυφθεί ο τεράστιος, για την εποχή εκείνη, προϋπολογισμός των 17 εκατομ. δολαρίων. Παρά ταύτα, η ταινία διεκδικεί επάξια μια θέση στο πάνθεον των επικών κινηματογραφικών παραγωγών του δευτέρου ημίσεως του 20ού αιώνα.

Η Αίθουσα του Θρόνου.
Το Ταταρικό τείχος πριν από την πολιορκία (φωτογραφία εποχής).
Ο βομβαρδισμός του Ταταρικού τείχους από το κινεζικό πυροβολικό.
Στο οδόφραγμα μπροστά από τη Γαλλική πρεσβεία.
Sir Claude Maxwell Mac Donald.
David Niven
Η Τοποτηρήτρια του Αυτοκρατορικού Θρόνου Cixi.
Dame Flora Robson.

The Boxer rebellion (Time watch, παραγωγή BBC)

https://vimeo.com/94828509

55 Days at Peking, 1963 – Η λύση της πολιορκίας

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας
στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Robert A. Bickers and R. G. Tiedemann, eds., The Boxers, China, and the World, Lanham: Rowman & Littlefield, 2007

Robert A. Bickers, The Scramble for China: Foreign Devils in the Qing Empire, 1800–1914 London: Allen Lane, 2011

Joseph W. Esherick, The Origins of the Boxer Uprising. University of California Press, 1987

Peter Fleming, The Siege at Peking, New York: Harper, 1959

Pierre Loti, Les Derniers Jours De Pékin, Paris: Lévy, 1900

W.A.P. Martin, The Siege in Peking, China against the World , New York: F. H. Revell company, 1900

Frederic A.Sharf and Peter Harrington, China 1900: The Eyewitnesses Speak, London: Greenhill, 2000

David Silbey. The Boxer Rebellion and the Great Game in China. New York: Hill and Wang, 2012

Αρετή Τούντα-Φεργάδη: Η Σύμβαση περί Ειρήνης των Αθηνών

Η Σύμβαση περί Ειρήνης των Αθηνών

της 1ης/14ης Νοεμβρίου 1913 και τα παρεπόμενα

Η Σύμβαση Περί Ειρήνης των Αθηνών, της 1/14 Νοεμβρίου 1913 {1}, μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας έχει μείνει γνωστή ως Συνθήκη των Αθηνών.Ήταν η τρίτη Συνθήκη Ειρήνης, στην οποία, όμως, συμμετείχαν τα δύο από τα εμπόλεμα μέρη στους δύο Βαλκανικούς Πολέμους. Η Σύμβαση αποτελείται από Προοίμιο και 16 Άρθρα, 3 Πρωτόκολλα και 1 Δήλωση. Όλα τα κείμενα δημοσιεύονταν σε ελληνική μετάφραση και επαναλαμβάνονταν στη γαλλική, η οποία, τότε ακόμα, ήταν η επίσημη γλώσσα της διπλωματίας.Δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, με ημερομηνία 14 Νοεμβρίου 1913, όπου προηγείτο ο νόμος ΔΣΙΓ, υπ. αριθ. 4213, με το μοναδικό άρθρο του οποίου ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και η Βουλή των Ελλήνων αποφάσιζαν και διέτασσαν όπως η Σύμβαση Περί Ειρήνης και τα παραρτήματά της«έχει πλήρη και νόμιμον από της ημέρας της υπογραφής της ισχύν».Άξιο προσοχής είναι πως, μετά τα προαναφερθέντα κείμενα, ακολουθούσε το κείμενο της Συνθήκης Ειρήνης του Λονδίνου, της 17/30 Μαΐου 1913. Η δημοσίευση αυτή συνιστούσε και την επικύρωση της συγκεκριμένης Συνθήκης Ειρήνης. Αξιοπρόσεκτο είναι το ότι, βάσει της Σύμβασης των Αθηνών, επαναλαμβάνονταν οι διπλωματικές και προξενικές σχέσεις των δύο συμβαλλομένων μερών, οι οποίες είχαν παύσει υφιστάμενες, λόγω της εμπλοκής τους στους Βαλκανικούς πολέμους.

Ο λόγος της υπογραφής της Σύμβασης Περί Ειρήνης των Αθηνών εξηγείται στο άρθρο 15 αυτής, βάσει του οποίου Ελλάδα και Τουρκία υπόσχονταν αμοιβαίως πως θα τηρήσουν τη Συνθήκη Ειρήνης του Λονδίνου, η οποία δεν είχε επικυρωθεί λόγω της εμπλοκής των πρώην Βαλκάνιων συμμάχων στη δίνη του αδελφοκτόνου Β΄ Βαλκανικού Πολέμου, ο οποίος ξέσπασε ένα μήνα μετά τον ειρηνικό διακανονισμό του Μαΐου 1913. Έτσι, το ζήτημα της υπογραφής οριστικής Συμβάσεως Ειρήνης, ανάμεσα στα δύο κράτη, βάσει της οποίας θα ρυθμίζονταν επί μέρους θέματα, όπως αιχμαλώτων πολέμου, δικαστικής δικαιοδοσίας, εθνικότητας, εμπορίου κ.ά., παρέμεινε εκκρεμές. Το επίμαχο άρθρο, 15, ανέφερε κατά λέξη τα ακόλουθα«Τα δύο Υψηλά συμβαλλόμενα Μέρη υποχρεούνται να τηρήσωσι τας αφορώσας εις Αυτά διατάξεις της εν Λονδίνω Συνθήκης της 30ής Μαΐου 1913, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων του άρθρου 5 της ρηθείσης Συνθήκης».

Επρόκειτο για το άρθρο, βάσει του οποίου η Τουρκία και τα Σύμμαχα Βαλκανικά κράτη «εμπιστεύονταν […] τη φροντίδα του καθορισμού της τύχης όλων των οθωμανικών νησιών της Θάλασσας του Αιγαίου, εξαιρουμένων της Κρήτης και της Χερσονήσου του Άθω», στις Μεγάλες Δυνάμεις. Η Σύμβαση, επομένως, των Αθηνώνάφηνε σε εκκρεμότητα το ζήτημα των νησιών του Αιγαίου Πελάγους. Ή, όπως υποστηρίζει ο Richard Hall,«Το ζήτημα των νησιών παρέμενε ανοιχτό με τη Συνθήκη των Αθηνών».

Ούτε η επιδοθείσα στην Ελλάδα, μετά από τρεις μήνες, γνωστή Διακοίνωση των Δυνάμεων, της 1ης/13ης Φεβρουαρίου 1914, βάσει της οποίας εξαρτούσαν το θέμα των νησιών από την αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από τη Βόρειο Ήπειρο, έλυνε το πρόβλημα. Διότι, ναι μεν οι έξι Δυνάμεις, μνημονεύοντας, στην αρχή της Διακοίνωσης, το άρθρο 5 της Ειρήνης του Μαΐου, του 1913 και το άρθρο 15 της Σύμβασης των Αθηνών, του Νοεμβρίου 1913, δήλωναν την απόφασή τους να παραχωρήσουν τα νησιά στην Ελλάδα, η οποία τα κατείχε, ήδη, de facto, αλλά η υλοποίηση εκείνης της απόφασης ετίθετο υπό αίρεση.Συγκεκριμένα«Η οριστική απόδοση στην Ελλάδα των νησιών, που οι έξι Μεγάλες Δυνάμεις αποφασίζουν να θέσουν στη διάθεσή της, δεν θα καταστεί εκτελεστέα, παρά μόνο όταν τα ελληνικά στρατεύματα θα έχουν εκκενώσει τα εδάφη, που έχουν προσφερθεί στην Αλβανία, δυνάμει του Πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας με ημερομηνία 17 Δεκεμβρίου 1913 [συμπεριλαμβανομένης] της νήσου Σάσωνος, και όταν η ελληνική κυβέρνηση θα έχει δεσμευτεί τυπικώς στο να μην προβάλει καμία αντίσταση και να μην υποστηρίξει ούτε να ενθαρρύνει άμεσα ή έμμεσα καμία αντίσταση κανενός είδους στην εγκαθιδρυθείσα κατάσταση από τις Δυνάμεις στη νότιο Αλβανία».

Οι περιορισμοί, επομένως, αφορούσαν στην αποδοχή, εκ μέρους της Ελλάδας, των ελληνοαλβανικών συνόρων, όπως αυτά είχαν προσδιοριστεί με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας. Επιπροσθέτως, η Ελλάδα όφειλε να αποσύρει τα στρατεύματά της από περιοχές της Βορείου Ηπείρου, η εκκένωση των οποίων θα έπρεπε να ξεκινήσει την 1η Μαρτίου 1914 και να μην προβάλει καμία αντίσταση. Θεωρούμε, επομένως, πως η συγκρότηση προσωρινής κυβέρνησης, υπό τον Γεώργιο Χρηστάκη Ζωγράφο και τονΑλέξανδρο Καραπάνο, και η ανακήρυξη της Αυτόνομης Πολιτείας της Βορείου Ηπείρου, την 1η και 2α Μαρτίου, φαινόταν να αποδυναμώνει τις όποιες δεσμεύσεις της τότε ελληνικής κυβέρνησης, ως προς την αποδοχή της Διακοίνωσης των Δυνάμεων. Αν η ελληνική κυριαρχία επί των νήσων ήταν αδιαμφισβήτητη, δεν θα απαιτείτο η συμπερίληψη του θέματος στην ατυχή Συνθήκη των Σεβρών, ούτε στις προπαρασκευαστικές διαπραγματεύσεις της Συνδιάσκεψης της Λωζάννης και η ένταξή του στο άρθρο 12 της ομώνυμης Συνθήκης Ειρήνης, όπου αναφέρεται ρητώς η οριστική απόδοση των νησιών στην Ελλάδα. Η μαρτυρία τουMichael Llewellyn Smith, σύμφωνα με την οποία η Τουρκία δεν απεδέχθη την απόφαση των Δυνάμεων, του Φεβρουαρίου 1914, ως προς τη Μυτιλήνη, τη Σάμο και τη Χίο, λόγω της στρατηγικής τους θέσης και της άμεσης γειτνίασής τους με τα μικρασιατικά παράλια, και ακόμα η θέση του πως η Ελλάδα κατείχε τα νησιά de facto και «η έκρηξη του Μεγάλου Πολέμου τακτοποίησε το εν λόγω θέμα προς όφελός της», αιτιολογούν την πιο πάνω θεώρηση.

Όπως ήταν αναμενόμενο, στην Ελλάδα, η υπογραφή της Σύμβασης Περί Ειρήνης των Αθηνών χαιρετίστηκε από την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της χώρας με δοξολογία.Για την Τουρκία, η παρισινή, ημερήσια εφημερίδα, L’Humanité, της 16 Νοεμβρίου 1913, σημείωνε πως οι Νεότουρκοι εξέφραζαν έναν «σκεπτικισμό», ως προς το εάν η μόλις υπογραφείσα Συνθήκη θα επιδρούσε στη διατήρηση της ειρήνης. Το ζήτημα των νησιών δεν είχε διευθετηθεί. Η διάρκεια των καλών και φιλικών σχέσεων των δύο χωρών θα προέκυπτε ως επακόλουθο της στάσης, που θα τηρούσε η Ελλάδα απέναντι στους Μουσουλμάνους, αλλά και από τη στάση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας απέναντι στους Έλληνες κατοίκους της. Πάντως, σύμπας ο Τύπος των Νεότουρκων θεωρούσε τη Συνθήκη Περί Ειρήνης των Αθηνών «ικανοποιητική».

Από τις Μεγάλες Δυνάμεις, άμεσα ενδιαφερόμενη για το νησιωτικό ήταν η Ιταλία, της οποίας η παραπλανητική πολιτική, που είχε υιοθετήσει και ακολουθούσε κατά γράμμα, αποτυπωνόταν στην εφημερίδα Messagero, της Ρώμης, όπου σε άρθρο αναφερόμενο στο εν λόγω ζήτημα, υποστηριζόταν πως η μόλις συνομολογηθείσα διεθνής πράξη θα διευκόλυνε στη διευθέτηση των εκκρεμών προβλημάτων και, ειδικότερα, εκείνου, που αφορούσε στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου. Ελλάδα και Ιταλία, έχοντας κοινά συμφέροντα, ήταν πλέον στον δρόμο της βελτίωσης των φιλικών τους σχέσεων και θα είχαν τη δυνατότητα να ζήσουν υπό καθεστώς καλής γειτονίας τόσο στην Αδριατική, όσο και στη Μεσόγειο. Είναι πασιφανέστατο πως η ιταλική κυβέρνηση προσπαθούσε να αποσυσχετίσει το θέμα της Δωδεκανήσου, την οποία κατείχε «προσωρινώς» από την άνοιξη του 1912, από το ζήτημα των υπολοίπων νησιών του βορειοανατολικού Αιγαίου.

Στον βαλκανικό χώρο, η αγαστή συνεργασία και σύμπνοια Ελλάδας και Ρουμανίας, που είχε εγκαθιδρυθεί στο Βουκουρέστι, υπογραμμίστηκε από τον Ρουμάνο βασιλιά, Κάρολο, ο οποίος αναφερόμενος στη σύναψη της Σύμβασης των Αθηνών, υποστήριξε πως, σε περίπτωση που Τουρκία και Βουλγαρία διενεργούσαν επίθεση εναντίον της Ελλάδας, θα είχαν να αντιμετωπίσουν τη ρουμανική επέμβαση.

Δεν χωρεί αμφιβολία πως η Σύμβαση Περί Ειρήνης των Αθηνών συνιστούσε μια επιπλέον επιτυχία στη διπλωματική πορεία του Έλληνα ηγέτη, του Ελευθερίου Βενιζέλου. Παρ’ όσα, όμως, ευαγγελιζόταν ο Έλληνας πρωθυπουργός την επαύριον της υπογραφής της, σύμφωνα με τα οποία Ελλάδα και Τουρκία«ουδέν πλέον έχουσι να μοιράσωσιν» και η ύπαρξη μουσουλμάνων στην Ελλάδα και Ελλήνων στην Τουρκία επέβαλε τη συνεργασία των δύο χωρών, η δε υπεράσπισή τους συνιστούσε σοβαρό λόγο «όπως αμφότερα τα Κράτη διατηρώσι σχέσεις οσημέραι καλλιτέρας», η πραγματικότητα αποδείχθηκε όλως διάφορη και, συνάμα, ιδιαιτέρως σκληρή. Τα απάνθρωπα σχέδια των Νεότουρκων άρχισαν να εφαρμόζονται από την Ανατολική Θράκη.Αποκαλυπτικό ήταν άρθρο του Π. Χαραλαμπίδη, το οποίο αναδεικνύει ο Κωνσταντίνος Φωτιάδης, μέσα από τις γραμμές του οποίου αναβιώνουν τα όσα άρχισαν να διαδραματίζονται εκεί αμέσως μετά την υπογραφή της οριστικής ελληνοτουρκικής Συνθήκης Ειρήνης. Συγκεκριμένα:«Καταδιωγμοί, δηώσεις, φυλακίσεις, απειλαί, ύβρεις […] απαγχονισμοί κατά των Ελλήνων της Θράκης καθ’ εκάστην λαμβάνουσι χώραν με κρούσματα σποραδικά και κατά των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Συστηματικός πόλεμος εξοντώσεως εκηρύχθη κατά του Ελληνισμού εν Τουρκία από την υπογραφήν της ειρήνης, οι δε τας τύχας της Τουρκίας ιθύνοντες Νεότουρκοι άνευ σεβασμού προς την υπογραφείσαν ειρήνην, τρίβουσιν εκ χαράς τας χείρας κηρύττοντες μετά κυνικής αναιδείας […] ότι θα πατάξωσιν αμειλίκτως παν ό,τι ελληνικόν, διότι ο Ελληνισμός είνε ο θανάσιμος εχθρός των».

Όλη αυτή την εξόχως βίαιη κατάσταση βίωνε ο ελληνισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, παρότι, στις 10/23 Μαΐου 1914, λίγους μήνες πριν από το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, υπογράφηκε μια άλλη ελληνοτουρκική Συμφωνία, που αναφερόταν σε ανταλλαγή πληθυσμών, Ελλήνων και Μουσουλμάνων. Ας υπενθυμιστεί, όπως επισημαίνει ο Ladas, πως η Σύμβαση αυτή, όπως και η βουλγαρο-τουρκική, του Σεπτεμβρίου 1913, η οποία αναφερόταν σε ανταλλαγή πληθυσμών και μάλιστα σε ανταλλαγή των κατοίκων ολόκληρων χωριών, υπήρξε ο προάγγελος της Σύμβασης του Νεϊγύ, του Νοεμβρίου 1919 και της Συνθήκης του Ιανουαρίου 1923 για την υποχρεωτική ανταλλαγή των ελληνοτουρκικών πληθυσμών, με ορισμένες εξαιρέσεις, η οποία ενσωματώθηκε στη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης.

Η σημαντικότητα της Συνθήκης της Λωζάννης, της 24 Ιουλίου 1923, βάσει της οποίας αναγνωρίστηκε η de jure ελληνική κυριαρχία στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου,συμπυκνώνεται στα όσα σημείωνε ο Γρηγόριος Δαφνής, τον Μάρτιο του 1965, «Η Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης «δεν προκάλεσε ενθουσιασμόν […], αλλ’ επιφυλάξεις». Ωστόσο, συνέχιζε, «υπήρξεν η μόνη επιζήσασα εκ των συνθηκών ειρήνης, αι οποίαι έκλεισαν τον Α΄ Παγκόσμιον Πόλεμον».Και συνεχίζει, ακόμα και σήμερα, να συνιστά τον θεμέλιο λίθο των ελληνοτουρκικών σχέσεων παρά τις όποιες μεταβολές, που έχουν σημειωθεί στη μακρά πορεία της ισχύος της, σε ορισμένα, επί μέρους, συμβατικά κείμενά της, όπως για παράδειγμα η Σύμβαση περί της μεθορίου της Θράκης, της οποίας οι αποστρατικοποιημένες ζώνες στα σύνορα Ελλάδας-Βουλγαρίας-Τουρκίας καταργήθηκαν, βάσει της Συμφωνίας της Θεσσαλονίκης, του Ιουλίου 1938.

[1]Το κείμενο, εκτός από περιορισμένες παρεμβάσεις, συνιστά προδημοσίευση από το βιβλίο της συγγραφέως με τίτλο «Η ανάπλασις της ευρωπαϊκής Ανατολής». Βαλκανικοί Πόλεμοι και γαλλικός τύπος.

Κώστας Γαγανάκης: Η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση, 1517-2017. Μύθοι και κληρονομιές

Κώστας Γαγανάκης

Η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση, 1517-2017. Μύθοι και κληρονομιές

Στις 31 Οκτωβρίου 2017, περίπου 560 εκατομμύρια Προτεστάντες σε όλο τον κόσμο γιόρτασαν τα 500 χρόνια από την ημέρα που ο αυγουστινιανός μοναχός Μαρτίνος Λούθηρος θυροκόλλησε στην εκκλησία του κάστρου στη γερμανική πόλη της Βιττεμβέργης τις 95 θέσεις του ενάντια στις καταχρήσεις της Καθολικής Εκκλησίας[1]. Η επέτειος, η οποία είχε την απρόσμενη συμμετοχή του προκαθήμενου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας Πάπα Φραγκίσκου, με την παρουσία του σε επετειακή κοινή προσευχή με Λουθηρανούς στη σουηδική πόλη της Lund, τον περασμένο Οκτώβριο, αποτέλεσε την αφορμή για τη διεξαγωγή εκατοντάδων συνεδρίων σε Ευρώπη, ΗΠΑ, Αυστραλία και Καναδά, όπου ιστορικοί, θεολόγοι, οικονομολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες και πλήθος άλλων ειδικοτήτων θα ανταλλάξουν προβληματισμούς και θα επιχειρήσουν επανεκτιμήσεις του χαρακτήρα και της ιστορικής κληρονομιάς της Μεταρρύθμισης, της «πρώτης επανάστασης που άλλαξε ριζικά τον κόσμο».

Η ιστοριογραφία της Μεταρρύθμισης, από τα μέσα του 19ου αιώνα ως σήμερα, έχει εδραιωθεί ως ένα από τα δυναμικότερα και πολυπληθέστερα στη στελέχωσή τους πεδία ιστορικής έρευνας σε παγκόσμιο επίπεδο. Πανεπιστημιακά τμήματα ιστορίας συγκροτήθηκαν σε Ευρώπη και Αμερική, ήδη από τα μέσα του 16ου αιώνα, για να υποστηρίξουν ερευνητικά το νέο αντικείμενο σπουδών, ενώ σήμερα, η Μεταρρύθμιση ως προνομιακό πεδίο ιστορικής έρευνας, εξακολουθεί να κατέχει πρωτεύουσα θέση στα σημαντικότερα πανεπιστήμια της Δύσης, επιδεικνύοντας μια εντυπωσιακή ανθεκτικότητα στη γενικότερη στροφή της παγκόσμιας ακαδημαϊκής κοινότητας των ιστορικών προς τη σύγχρονη ιστορία. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι ήταν η μετατόπιση στην ιστοριογραφία της Μεταρρύθμισης από την αρχική, «απολογητική» της φάση – όπου Προτεστάντες και Καθολικοί ιστορικοί επιστράτευσαν τις γνώσεις τους για να καταδείξουν την ανωτερότητα της κάθε πλευράς – σε νέες, πολυεπίπεδες και διεπιστημονικές προσεγγίσεις της Μεταρρύθμισης ως ιστορικού φαινομένου που, από τη δεκαετία του 1960, συνέβαλαν στον απογαλακτισμό της ιστορίας από τις εμμονές και ιεραρχήσεις της θεολογικής σκέψης, ενώ συμπαρέσυραν τις όμορες επιστήμες (κοινωνιολογία, πολιτική επιστήμη) σε ψυχραιμότερες και διεισδυτικότερες προσεγγίσεις και αποτιμήσεις της Μεταρρύθμισης. Τέλος, ενδεικτική της «διαχρονικής επικαιρότητας» της Μεταρρύθμισης ως θεμελιώδους συνιστώσας της σύγχρονης δυτικής ταυτότητας, ήταν η υποταγή της γερμανόφωνης ιστοριογραφίας της Μεταρρύθμισης στις προπαγανδιστικές προτεραιότητες που πυροδότησε από τις αρχές του 1960 ο Ψυχρός Πόλεμος, όταν οι δύο Γερμανίες, η Δυτική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, και η Ανατολική Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία, αντιπαράθεσαν σε βιβλία, περιοδικά και σε ιστορικά συνέδρια τις εναλλακτικές τους αναγνώσεις του Μαρτίνου Λούθηρου και της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης.

Είναι όμως γεγονός ότι η Μεταρρύθμιση ως ιστορική διεργασία και παγκόσμια κληρονομιά, υπερβαίνει σαφώς τους ορίζοντες των ιστορικών και θέτει συνεχώς νέα ζητήματα – η προκαλεί επανεκκινήσεις παλαιότερων προβληματισμών – στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, επειδή είναι ακριβώς στη Μεταρρύθμιση όπου ειδικοί αναλυτές από το χώρο των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών, δημοσιογράφοι, πολιτικοί και κάθε λογής δημόσιοι σχολιαστές εντοπίζουν διαρκώς τον «θεμέλιο λίθο» στη συγκρότηση της ταυτότητας του νεωτερικού δυτικού ανθρώπου, σχεδόν πάγια σε αντιδιαστολή με διεργασίες και μορφοποιήσεις στις κοινωνίες πέραν της Δύσης. Η προτεσταντική Μεταρρύθμιση χάραξε ανεξίτηλα την ιστορική πορεία της Ευρώπης και, μέσω της ευρωπαϊκής αποικιακής εξάπλωσης και του κόσμου, γι’ αυτό και απέκτησε από νωρίς την ιδιαίτερή της μυθολογία. Σκοπός της παρούσας μικρής συμβολής είναι να διαλεχθεί κριτικά με κάποιους από τους «θεμελιώδεις μύθους» αλλά και με τις πολλαπλές κληρονομιές της Μεταρρύθμισης

                                                                         Μύθοι.

Μέχρι περίπου τις αρχές της δεκαετίας του 1960, η προωθούμενη εικόνα της Μεταρρύθμισης ως εγχειρήματος ήταν αυτή του “one-man show”: Στις 31 Οκτωβρίου του 1517, ο Μαρτίνος Λούθηρος θυροκόλλησε τις 95 Θέσεις του ενάντια στις καταχρήσεις της Καθολικής Εκκλησίας, πυροδοτώντας

Η γέννηση του μύθου Ο Λούθηρος θυροκολλεί τις 95 Θέσεις του στην εκκλησία του κάστρου στη Βιττεμβέργη.

ένα διεθνές κίνημα που με τη σειρά του σήμανε το οριστικό τέλος του Μεσαίωνα και τη βίαιη εισαγωγή στη νεωτερικότητα. Σήμερα, είμαστε σε θέση να υποθέσουμε με μεγάλη βεβαιότητα πως η πρωτοβουλία αυτή καθαυτή δεν είχε τίποτε το δραματικό. Η θυροκόλληση «θέσεων» αποτελούσε πάγια ακαδημαϊκή πρακτική στο Πανεπιστήμιο της Βιττεμβέργης, συνιστώντας πρόσκληση σε δημόσια αντιπαράθεση επί συγκεκριμένων θεμάτων, η δε πόρτα της εκκλησίας του κάστρου, πολύ κοντινής στο πανεπιστήμιο, λειτουργούσε και ως «πίνακας ανακοινώσεων» των πανεπιστημιακών δασκάλων. Αυτό που προκάλεσε τη θύελλα των αντιδράσεων και τον ορυμαγδό των εξελίξεων ήταν η επιστολή με τις 95 Θέσεις που απέστειλε ο Λούθηρος στον προϊστάμενό του, αρχιεπίσκοπο Άλμπρεχτ του Μαγδεβούργου και του Μάιντς, ο οποίος και την κοινοποίησε στη Ρώμη.

Ούτε όμως και το περιεχόμενο των 95 Θέσεων ήταν ιδιαίτερα επαναστατικό, επειδή οι Θέσεις επικεντρώνονταν σε μια συγκεκριμένη πρακτική της Καθολικής Εκκλησίας, την πώληση συγχωροχαρτίων και στη θεολογική θεμελίωσή της. Ο Λούθηρος δεν προχωρούσε σε μια «εφ’όλης της ύλης» κριτική στην Καθολική Εκκλησία, ούτε και αμφισβητούσε την αυθεντία του Πάπα. το σημαντικότερο, ο Λούθηρος δεν ανέπτυσσε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο Μεταρρύθμισης της Καθολικής Εκκλησίας. Όλα αυτά προέκυψαν πολύ γρήγορα, και ήταν προϊόντα της συγκυρίας και του ιδιαίτερου χαρακτήρα του Λούθηρου. Οι αμφιβολίες που εξέφρασε ο Λούθηρος για την σκοπιμότητα και ορθότητα του πολύπλοκου τελετουργικού μηχανισμού που είχε εδραιώσει η Καθολική Εκκλησία για τη σωτηρία της ψυχής των Χριστιανών μέσω των αγαθοεργιών γρήγορα ριζοσπαστικοποιήθηκαν στο σύνθημα “sola fide-sola scriptura” (η πίστη μόνον σώζει, οι Γραφές και όχι η αυθεντία του Πάπα ή των εκκλησιαστικών συμβουλίων, αποτελούν τη μόνη βάση διευθέτησης ζητημάτων πίστης), όταν κλήθηκε να διασαφηνίσει τις απόψεις του σε μια σειρά δημόσιων θεολογικών αντιπαραθέσεων με τον επιδέξιο αντίπαλο του, καθολικό θεολόγο Γιόχαν Εκκ. Ήταν στη δημόσια αντιπαράθεση στη Λειψία τον Ιούνιο και Ιούλιο του 1519, όπου ο Λούθηρος οδηγήθηκε από τον Εκκ στο να δηλώσει ανοιχτά την πλήρη διαφωνία του με την εδραιωμένη δογματική αντίληψη της Καθολικής Εκκλησίας σχετικά με τη σωτηρία της ψυχής μέσω των αγαθοεργιών και της αγοράς συγχωροχαρτίων, όπως και με την απόλυτη ανωτερότητα των εκκλησιαστικών οργάνων στη διασαφήνιση ζητημάτων του δόγματος, και να συνταχθεί δημόσια με τον Γιαν Χους, αρχιεπίσκοπο της Πράγας, o οποίος είχε καταδικασθεί ως αιρετικός και καεί στην πυρά με απόφαση της Συνόδου της Κωνσταντίας στις 6 Ιουλίου του 1415, έχοντας υποστηρίξει τις ίδιες ακριβώς θέσεις[2].

Με τη δημόσιά του πλέον διαφοροποίηση, ο Λούθηρος υποστήριζε πως οι δογματικές αντιλήψεις και τελετουργικές πρακτικές της Καθολικής Εκκλησίας βασίζονταν σε μια θεμελιώδη παρερμηνεία της φύσης της αμαρτίας, της μετάνοιας και της σωτηρίας. Δίνοντας απόλυτη έμφαση στο ζήτημα της μετάνοιας και της συνακόλουθης σωτηρίας της ψυχής, ο Λούθηρος εμφανιζόταν πλέον να βάλλει ευθέως στην καρδιά της Καθολικής Εκκλησίας, σε ένα τεράστιο κοινωνικό, πολιτισμικό και οικονομικό οικοδόμημα, το οποίο λειτουργούσε επί αιώνες ως μηχανισμός συλλογικής σωτηρίας των Χριστιανών: Αυτό επέτρεπε στους πιστούς να προσεύχονται για τους συνανθρώπους τους, ώστε να μειώσουν την παραμονή των ψυχών τους στο Καθαρτήριο, αυτό μισθοδοτούσε χιλιάδες τοπικούς ιερείς που τελούσαν επιμνημόσυνες δεήσεις υπέρ της σωτηρίας της ψυχής των μεταστάντων, και χρηματοδοτούσε μια στρατιά θεοσεβούμενων γυναικών που διοργάνωναν τακτικές προσευχές στα άσυλα και στα πτωχοκομεία. Αυτό το σύστημα δημιούργησε και εδραίωσε τις εκατοντάδες θρησκευτικές αδελφότητες, οι οποίες προσεύχονταν για τα μέλη τους, τελούσαν τη θεία λειτουργία, διοργάνωναν λιτανείες και έχτιζαν νέες εκκλησίες και ειδικούς χώρους συλλογικής  προσευχής στις ήδη υπάρχουσες. Όπως επισημαίνει η ιστορικός Lyndal Roper, το σύστημα αυτό δομούσε με τον πιο αυστηρό τρόπο τον θρησκευτικό αλλά και τον κοινωνικό βίο των ευρωπαίων Χριστιανών του Ύστερου Μεσαίωνα[3]. Επικεφαλής και θεματοφύλακας του συστήματος ήταν ο Πάπας της Ρώμης, ο βικάριος του Απόστολου Πέτρου.  η επίθεση του Λούθηρου αντιμετωπιζόταν πλέον και ως επίθεση στην παπική αυθεντία. Όμως, στην επίθεση αυτή, ο Λούθηρος δεν ήταν μόνος.

Δεν θα μπορέσουμε να αποτιμήσουμε πλήρως την ιστορική μοναδικότητα του Μαρτίνου Λούθηρου και του κινήματος που συγκροτήθηκε γύρω του, αν δεν απαλλαγούμε από τον δεύτερο από τους «καταστατικούς μύθους» της ιστορίας της Μεταρρύθμισης, αυτόν της μοναδικότητας της «περίπτωσης Λούθηρου», και παράλληλα αυτόν της «καταρρέουσας υστερο-μεσαιωνικής Καθολικής Εκκλησίας», που χρειάστηκε τελικά έναν Λούθηρο για να αφυπνισθεί και να προχωρήσει στη δικιά της «Αντί-Μεταρρύθμιση»[4]. Όπως επισήμανε πρόσφατα ο κορυφαίος ιστορικός της Μεταρρύθμισης Diarmaid MacCullogh, δεν ήταν οι θρησκευτικά αδιάφοροι και απαθείς που συντάχθηκαν με τον Λούθηρο, αλλά αντίθετα, εκείνοι που, όπως και ο Λούθηρος, πίστευαν με πάθος στην οδό για τη λύτρωση που πρότεινε η υστερο-μεσαιωνική Εκκλησία[5].

Η Καθολική Εκκλησία στις αρχές του 16ου αιώνα σίγουρα αντιμετώπιζε τα προβλήματα της εντεινόμενης καθοδηγητικής ανεπάρκειας, οργανωτικής δυσλειτουργίας, και θεσμικής κρίσης που έχει επισημάνει η ιστορική έρευνα, δεν ήταν όμως ένας αποστεωμένος οργανισμός, αποκομμένος από τους πιστούς. Ρεύματα ανανέωσης ή και μεταρρύθμισης του εκκλησιαστικού τυπικού, ή ακόμη και επαναπροσέγγισης της σχέσης των πιστών με τον Δημιουργό τους, εκφράζονταν ανοιχτά στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας, πριν ακόμα την εμφάνιση του Λούθηρου. Το κίνημα της Devotio moderna (της «σύγχρονης ευλάβειας»), με κορυφαίο εκπρόσωπό του τον Έρασμο του Ρότερνταμ, ή ο κύκλος κληρικών και λαϊκών λογίων γύρω από τον Γιόχαν φον Στάουπιτζ, ηγούμενο της αυγουστινιανής μονής στη Βιττεμβέργη και μέντορα του νεαρού Μαρτίνου Λούθηρου, αποτελούσαν δύο μόνο περιπτώσεις ζωντανών «θυλάκων προβληματισμού» στο εσωτερικό της Καθολικής Εκκλησίας. Με λίγα λόγια, είχαν ήδη δρομολογηθεί οι προϋποθέσεις για μια Καθολική Μεταρρύθμιση, η οποία τελικά υποτάχθηκε σε μεγάλο βαθμό στο σοκ της απόσχισης του Λούθηρου, δεν γεννήθηκε όμως από αυτήν. η σύνοδος του Τριδέντου (1545-1563), τοποθετήθηκε συνολικά επί της Προτεσταντικής θεολογίας, αλλά και κωδικοποίησε προβληματισμούς που είχαν εκφραστεί δημόσια πριν την καταλυτική εμφάνιση του Λούθηρου.

Ο Λούθηρος λοιπόν δεν ήταν ο μόνος που επιδίωξε να επαναπροσδιορίσει τη σχέση των πιστών με τον Θεό. αυτό που αποκρυσταλλώθηκε ως Προτεσταντική Μεταρρύθμιση ήταν η ταυτόχρονη έκρηξη πολλών δυσαρεσκειών, αγωνιών και προσδοκιών, από άνδρες και γυναίκες κάθε τάξης και ηλικίας, πολλές από τις οποίες βάδισαν παράλληλα με το εγχείρημα του Λούθηρου, ενώ άλλες εκφράστηκαν και μέσα στο λουθηρανικό κίνημα, αποδίδοντάς του εξ αρχής μια πολυφωνία στόχων και οραματισμών που ενόχλησε σφόδρα τον ίδιο τον Λούθηρο, ιδιαίτερα όταν διαπίστωσε αποκλίνουσες ή και ετερόδοξες αναγνώσεις της δικής του θεολογίας. Ακόμα σημαντικότερο, διαφάνηκε γρήγορα πως η «μεταρρύθμιση» δεν θα περιοριζόταν αυστηρά στο δογματικό/εκκλησιολογικό πεδίο, αλλά πως θα αφορούσε και άλλους, ζωτικής σημασίας, τομείς της εγκόσμιας (πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής) πραγματικότητας. και αυτό ήταν αποτέλεσμα της έντονης διεισδυτικότητας που είχε η θρησκεία σε όλο το εύρος της ζωής των πιστών. Δεν πρέπει να αγνοούμε το γεγονός ότι η θρησκεία τον 16ο αιώνα δεν αποτελούσε τον στενά προσδιορισμένο και ιδιαίτερο, προσωπικό, χώρο εμπειρίας και δραστηριοποίησης που συνιστά στον σύγχρονο δυτικό κόσμο, αλλά ότι ήταν ο θεμελιώδης πυλώνας μιας κοσμοαντίληψης που πρέσβευε πως ο Θεός δεν είχε αποχωρήσει από τον κόσμο μετά τη Δημιουργία, αλλά πως εξακολουθούσε να ελέγχει και να παρεμβαίνει καθημερινά στις ζωές των ανθρώπων, σε όλες τους τις εκφάνσεις. Η θρησκεία ήταν άρρηκτα συνυφασμένη με τις σχέσεις εξουσίας, και όχι απλά ως «νομιμοποιητικός καθρέπτης» του πολιτικό-κοινωνικού συστήματος του ύστερου φεουδαλισμού, όπως ήταν συνυφασμένη και με τις σχέσεις ανδρών και γυναικών, αφεντών και υπηρετών, ενηλίκων και ανηλίκων. Ήταν συνεπώς πρακτικά αδύνατο η επανάσταση που κήρυξε ο Λούθηρος ενάντια στην Καθολική Εκκλησία, μετά τον αφορισμό του από τον Πάπα Λέοντα Ι΄ (3 Ιανουαρίου του 1521), να μην «υπερχειλίσει» και σε άλλους, ζωτικής σημασίας, τομείς της εγκόσμιας τάξης πραγμάτων, προκαλώντας ορυμαγδό εξελίξεων, που δεν ήταν σε θέση να προβλέψει ο χαρισματικός ηγέτης της Μεταρρύθμισης. Ο Πόλεμος των Χωρικών στη Γερμανία το 1525, η μαζικότερη αγροτική εξέγερση που είχε γνωρίσει ως τότε ο δυτικός κόσμος, συνιστούσε για τον Λούθηρο φοβερή έκφραση παρερμηνείας της διδασκαλίας του. Για αναρίθμητους όμως χωρικούς της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η απόπειρα υλοποίησης μακροχρόνιων στόχων και προσδοκιών που βρήκαν αιφνιδιαστικά την ισχυρότερή τους νομιμοποίηση από το κήρυγμα του Λούθηρου.

Η επαναστατικότητα της θεολογικής σκέψης του Μαρτίνου Λούθηρου εκφράστηκε και στη μετάφραση των Γραφών στις εθνικές γλώσσες και περιφερειακές διαλέκτους, βασικό προαπαιτούμενο στη λουθηρανική διδασκαλία για την εγκαθίδρυση μιας άμεσης, προσωπικής σχέσης των πιστών με τον λόγο του Θεού. Αυτό είχε ως συνέπεια η θεολογία – που, επαναλαμβάνω, δεν πρέπει να τη βλέπουμε στη βάση του στενού προσδιορισμού του χαρακτήρα και του περιεχομένου της σήμερα – να ξεφύγει από τα auditoria των εκκλησιαστικών κύκλων και ακαδημαϊκών θεσμών της εποχής, και να καταστεί φλέγον ζήτημα δημόσιου προβληματισμού και αντιπαράθεσης. Ό,τι θεωρούνταν αίρεση και ανάθεμα στη θεώρηση της Καθολικής Εκκλησίας, δηλαδή η παρεμβολή λαϊκών σε ζητήματα πίστης, αρμόδια για την αποσαφήνιση των οποίων ήταν τα εκκλησιαστικά όργανα, όπως οι σύνοδοι της Εκκλησίας, κατέστη με ραγδαίους ρυθμούς κτήμα ενός ολοένα διευρυνόμενου τμήματος των δυτικών κοινωνιών.

Η πρωτοβουλία του Λούθηρου κατέστησε τη θεολογία «ζώσα», πεδίο επίκαιρου και διαρκούς προβληματισμού, στις ηγεμονικές αυλές, στις αίθουσες συνεδριάσεων των αστικών συμβουλίων, αλλά και στις ταβέρνες και στα καπηλειά της Γερμανίας[6]. Για να γίνει αυτό εφικτό, απαιτήθηκε η συστηματική εκμετάλλευση από μέρους του Λούθηρου του σχετικά νέου για την εποχή μέσου της τυπογραφίας. Μεταρρύθμιση και τυπογραφία είχαν μια εκρηκτική ώσμωση, με την τυπογραφία να λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής του λουθηρανικού μηνύματος, στέλνοντάς το στις εσχατιές της Ευρώπης και, σύντομα, στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Κι εδώ όμως πρέπει να αποφύγουμε το μύθο: Η Μεταρρύθμιση υπήρξε η πρώτη επικοινωνιακή επανάσταση στη νεότερη ιστορία γιατί εκμεταλλεύθηκε το νέο μέσον, δεν προκλήθηκε όμως από αυτό. δεν προέκυψε δηλαδή μια «Μεταρρύθμιση δια του εντύπου», όπως θεωρούσαν οι ιστορικοί ως περίπου τα τέλη της δεκαετίας του 1980[7], ακριβώς επειδή η Μεταρρύθμιση εξέφρασε – και εκφράσθηκε – από την κυρίαρχη προφορική κουλτούρα της εποχής. Το κήρυγμα από τον άμβωνα, οι δημόσιες αντιπαραθέσεις, αρχικά σε στενό κύκλο επαϊόντων, και κατόπιν σε συνεχώς διευρυνόμενους κύκλους ανεπίσημων – και ανεξέλεγκτων – συζητητών, συνδυάσθηκαν με το κείμενο, την εικόνα, την αφίσα, για να καταστήσουν τη λουθηρανική υπόθεση γνωστή αρχικά στην ευρωπαϊκή επικράτεια και κατόπιν στον κόσμο.

Ο Μαρτίνος Λούθηρος σε προχωρημένη ηλικία, και ο στενότερος συνεργάτης του στη Βιττεμβέργη και στην ηγεσία του λουθηρανικού κινήματος, Φίλιππος Μελάγχθων.

Ακόμη σημαντικότερο, όπως έχουν επισημάνει την τελευταία δεκαετία ιστορικοί που ασχολούνται με την «επικοινωνιακή διάσταση» της Μεταρρύθμισης, η τυπογραφία δεν λειτούργησε ως πολλαπλασιαστής ενός ενιαίου «λουθηρανικού μηνύματος», αλλά κοινωνικοποίησε τις διαφορετικές εκδοχές της Μεταρρύθμισης που συλλειτουργούσαν με τον Λούθηρο στο πλαίσιο του κινήματός του. Στη Γενεύη, ο Χούλντριχ Ζβίγκλιος έθεσε τις βάσεις για ένα μεταρρυθμιστικό κίνημα που θα εξέφραζε εντονότερα τις προσδοκίες του αστικού χώρου, και που θα μορφοποιούνταν αργότερα στην καλβινική εκδοχή του μεταρρυθμισμένου Προτεσταντισμού. Στο γερμανικό χώρο, ο Λούθηρος είχε να αντιπαλέψει με τις ριζοσπαστικές φωνές του Ανδρέα φον Κάρλσταντ και του Θωμά Μύντζερ, που τροφοδότησαν ένα λαϊκό, ριζοσπαστικό μεταρρυθμιστικό κίνημα, με προεξάρχοντες τους Αναβαπτιστές. Η πρωτοβουλία του Λούθηρου γέννησε την προτεσταντική Μεταρρύθμιση, η οποία με τη σειρά της δημιούργησε – και στηρίχθηκε σε αυτό – ένα τεράστιο, τελικά παγκόσμιο, δίκτυο επικοινωνίας και προπαγάνδισης των νέων ιδεών, που κανένας κατασταλτικός ή λογοκριτικός μηχανισμός της εκκλησιαστικής ή της κοσμικής εξουσίας της εποχής δεν ήταν σε θέση να το ανακόψει.

Η σημερινή εικόνα που δίνει για τον Λούθηρο η ιστοριογραφία της Μεταρρύθμισης απέχει πολύ από εκείνη της εξιδανικευμένης, ημι-προφητικής φιγούρας που αναμετρήθηκε με τις καταχρήσεις της Παπικής Εκκλησίας και άλλαξε ριζικά τον ρου της ιστορίας. Σήμερα, αναγνωρίζεται βέβαια η ιστορική πρωτοβουλία του Λούθηρου, αλλά οι ιστορικοί μιλούν για πολλαπλά μεταρρυθμιστικά ρεύματα στο εσωτερικό του μεταρρυθμιστικού κινήματος, επικεφαλής του οποίου τέθηκε ο Μαρτίνος Λούθηρος. Ο χαρακτηρισμός «λουθηρανοί», που ήταν του καθολικού αντιπάλου (ο Λούθηρος και οι οπαδοί του προτιμούσαν το «ευαγγελικός χριστιανός», υποδηλώνοντας την εγγύτητά τους στην αλήθεια του Ευαγγελίου, αλλά και για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο αγιοποίησης του ηγέτη της Μεταρρύθμισης), επέφερε μια επιφανειακή ομογενοποίηση του μεταρρυθμιστικού κινήματος, η οποία ωστόσο δεν συσκότισε τις διαφοροποιήσεις τόσο στο εσωτερικό του ευαγγελικού κινήματος, όσο και στην εξέλιξη επιμέρους μεταρρυθμιστικών κινημάτων στις πόλεις της Γερμανικής αυτοκρατορίας. Η ιστορική τυπολογία της Μεταρρύθμισης στο γερμανικό χώρο κάνει διάκριση ανάμεσα σε τρεις παράλληλες μεταρρυθμιστικές εκστρατείες: Τη μεταρρύθμιση των αστικών ολιγαρχιών, των ομάδων εξουσίας στις πόλεις (Ratsreformation), τη μεταρρύθμιση των κοινοτήτων, ιδιαίτερα του κόσμου της εργασίας, οργανωμένου στις συντεχνίες (Gemeinereformation), και τη λαϊκή, ριζοσπαστική μεταρρύθμιση (Volksreformation) που πυρπόλησε τη Γερμανία με τον Πόλεμο των Χωρικών, για να πνιγεί στο αίμα από την αντεπίθεση της φεουδαλικής, καθολικής και λουθηρανικής, αριστοκρατίας.

                                                                       Κληρονομιές.

Μέχρι περίπου τη δεκαετία του 1960, όταν ακόμα μεγάλο μέρος της διεθνούς ιστορικής κοινότητας παρέμενε προσηλωμένο στην ιδέα της «προόδου» στην ιστορία, δηλαδή της αναπόδραστης γραμμικής πορείας της ανθρωπότητας προς την αυτό-βελτίωση, η θέση της Μεταρρύθμισης ως ιστορικού φαινομένου ήταν αυτή του ορόσημου: Η προώθηση της επιστημονικής σκέψης με την «απομάγευση» του κόσμου, το ιδεώδες της πολιτικής ελευθερίας και η κοινοβουλευτική δημοκρατία, ο σύγχρονος καπιταλισμός, με άλλα λόγια η ταυτότητα του νεωτερικού δυτικού ανθρώπου, χρωματίσθηκαν ανεξίτηλα από τη Μεταρρύθμιση. Σήμερα, που οι ιστορικοί είναι κατά κανόνα πιο προσεκτικοί και μετριοπαθείς στις εκτιμήσεις τους, η πλειονότητα των ειδικών συμφωνεί ότι όλα το προηγούμενα ιστορικά επιτεύγματα πρέπει μάλλον να ειδωθούν ως απότοκα της σύνθετης αλληλόδρασης ανάμεσα στις δυνάμεις που εξαπέλυσε η κρίση της Μεταρρύθμισης, και στις ακούσιες συνέπειές της[8].

Έντυπη λουθηρανική προπαγάνδα: Ο Καθολικός μοναχός ως ασκός του διαβόλου(αριστερά). Το παπικό τέρας. Αναζωπύρωση των αποκαλυπτικών οραμάτων και εσχατολογικών αγωνιών του Μεσαίωνα (δεξιά).

Άμεση κληρονομιά της κρίσης της Μεταρρύθμισης ήταν η εδραίωση ενός κλίματος μισαλλοδοξίας σε ολόκληρη τη Δύση. Η εκστρατεία των Προτεσταντών για την κάθαρση των Εκκλησιών τους από τις «παπικές βλασφημίες» και η αντεπίθεση του Τριδεντινού Καθολικισμού στην αίρεση του Προτεσταντισμού προσέλαβαν αποκαλυπτικές διαστάσεις, ιδιαίτερα εξαιτίας της σύμπραξης Εκκλησίας και κράτους που επέβαλλε η κρίση της Μεταρρύθμισης, τόσο στις προτεσταντικές όσο και στις καθολικές επικράτειες. Και για τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, η θρησκευτική απόκλιση ταυτιζόταν πλέον με πράξη εσχάτης προδοσίας απέναντι στο κράτος και στον ηγεμόνα. Προτεσταντικές μειονότητες σε καθολικά κράτη και Καθολικές σε Προτεσταντικά, πήραν το δρόμο της προσφυγιάς και της εξορίας, όταν κλήθηκαν να επιλέξουν ανάμεσα στην αποκήρυξη της πίστης τους ή στον παραδειγματικό θάνατο. Τα αλλεπάλληλα κύματα θρησκευτικών διωγμών, οι αιματηρές εκστρατείες κάθαρσης των κοινωνιών από τον βλάσφημο άλλο, γρήγορα πυροδότησαν πολεμικές συγκρούσεις ανάμεσα στα ευρωπαϊκά βασίλεια, ή και στο εσωτερικό ευρύτερων κρατικών σχηματισμών: Οι πόλεμοι της αριστοκρατικής Σμαλκαλδικής ‘Ενωσης ενάντια στον αυτοκράτορα Κάρολο Ε΄(1546-1555) και ο ιδιαίτερα αιματηρός Τριακονταετής Πόλεμος (1618-1648) στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους, οι γαλλικοί Θρησκευτικοί Πόλεμοι (1562-1598), η Ολλανδική Επανάσταση (1568-1648), και η Αγγλική Επανάσταση και ο Εμφύλιος (1638-1660) πυροδοτήθηκαν, νομιμοποιήθηκαν, και ανατροφοδοτήθηκαν από τη θρησκευτική μισαλλοδοξία που

Μάρτυρες του Προτεσταντισμού.

διέσπασε τις ευρωπαϊκές κοινωνίες[9]. Το κλίμα απόλυτης έλλειψης ανεκτικότητας απέναντι στο διαφορετικό συνδυάσθηκε με τη διάχυση ενός αποκαλυπτικού τρόμου στις δυτικές κοινωνίες, όταν και τα δύο θρησκευτικά στρατόπεδα αλληλο-καταγγέλλονταν συστηματικά ως υπηρέτες του Σατανά, συνεργοί δαιμόνων, με απώτερο στόχο την έκλειψη της ανθρωπότητας. Δεν ήταν τυχαίο που το ευρωπαϊκό κυνήγι μαγισσών (1550-1750), ένα από τα σκοτεινότερα επεισόδια της ευρωπαϊκής ιστορίας, με εκατόμβες αθώων θυμάτων στο βωμό της θρησκευτικής παραφροσύνης και της μισαλλοδοξίας, συνέπεσε χρονικά με την κορύφωση της κρίσης της Μεταρρύθμισης.

Ήταν η αποκαλυπτική εμπειρία των θρησκευτικών πολέμων, η κόπωση που προκάλεσε το διαρκές θρησκευτικό μίσος, που γέννησαν στον 17ο αιώνα τις πρώτες ιδέες περί ανεκτικότητας (και όχι απλά ανοχής) απέναντι στο διαφορετικό, συμπεριλαμβανομένης και της θρησκευτικής ταυτότητας. Εξάλλου, οι συγκρούσεις που είχε προκαλέσει η Μεταρρύθμιση είχαν καταστήσει εμφανώς ουτοπικές τις όποιες σκέψεις για επανένωση της Χριστιανοσύνης. Οι πολλαπλασιαζόμενες φωνές που κήρυσσαν την ανεξιθρησκία, την αποχώρηση της Εκκλησίας από τη διαχείριση της ζωής των κοσμικών κοινωνιών, και που κορυφώθηκαν με το κίνημα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, πρέπει μάλλον να θεωρηθούν απότοκο της τραγικής εμπειρίας των θρησκευτικών πολέμων, και όχι της Μεταρρύθμισης[10].

Με  τη δημοσίευση του περίφημου έργου του Μαξ Βέμπερ Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού στις αρχές του 20ου αιώνα, η σχέση ανάμεσα στη Μεταρρύθμιση και στην εδραίωση του καπιταλισμού προσέλαβε διαστάσεις αξιώματος στη δυτική αυτοθεώρηση: διάφορες εκφάνσεις του Προτεσταντισμού, όπως ο Καλβινισμός, ο λουθηρανικός Πιετισμός και ο Μεθοδισμός, θεωρήθηκαν ότι προώθησαν συστηματικά και, τελικά εδραίωσαν τις αξίες της εργατικότητας, της αυτό-πειθάρχησης, της θεώρησης του κάθε επαγγέλματος ως κλήσης εκ Θεού, και της συσσώρευσης και παραγωγικής επανεπένδυσης του πλούτου ως θεϊκών επιταγών. Σε αντίθεση με τον αναχωρητισμό από τα εγκόσμια που θεωρούνταν ότι κήρυττε ο υστερο-μεσαιωνικός Καθολικισμός, ο Προτεσταντισμός του 16ου και 17ου αιώνα εμφανίσθηκε ως μια εξωστρεφής θρησκεία, η οποία αγιοποιούσε την ενασχόληση με τα κοινά, και ιδιαίτερα την επιχειρηματικότητα. Οι προτεστάντες αντιφρονούντες του 17ου αιώνα, οι άγγλοι Πουριτανοί που δημιούργησαν τις «ένθεες αποικίες» στη Βόρεια Αμερική, διωγμένοι από την απροθυμία του αγγλικού στέμματος να τους ακολουθήσει στον ευαγγελισμό της χώρας, οι γάλλοι ουγενότοι υφαντουργοί που εγκαταστάθηκαν στο Spitalfields του Λονδίνο μετά την ανάκληση του Διατάγματος της Νάντης από τον Λουδοβίκο ΙΔ΄ το 1685, θεωρήθηκαν οι κατεξοχήν εκφραστές αυτού του αυστηρού, ασκητικού πνεύματος, και της προσήλωσης στην επαγγελματική επιτυχία, που τους κατέστησαν πρωταγωνιστές στις εμπορικές και κατασκευαστικές δραστηριότητες[11]. Ψήγματα αυτής της αντίληψης εξακολουθούν να επιβιώνουν κυρίως στον λόγο των βόρειο-δυτικών ευρωπαϊκών πολιτικών ελίτ, όπως εκφράζονται εντός της ΕΕ (ιδιαίτερα στο διαχωρισμό με τους κηφήνες και λιγότερο ευρηματικούς οικονομικά Νότιους), στις περισσότερες όμως των περιπτώσεων, πρόκειται για προπαγανδιστικές χρήσεις στερεότυπων που αν και στερούνταν ιστορικής θεμελίωσης, επέδειξαν μια θαυμαστή αντοχή στο χρόνο.

Η προβαλλόμενη λιτότητα και αυστηρότητα των Προτεσταντών: Κουάκεροι στο Λονδίνο του 17ου αιώνα.

Σήμερα, η βεμπεριανή θέση έχει καταρριφθεί από τα πορίσματα της ιστορικής έρευνας: Η μετατόπιση του κέντρου βάρους του παγκόσμιου εμπορίου και της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τη Μεσόγειο στις ευρωπαϊκές ακτές του Ατλαντικού, η ανάδυση της Αγγλίας και των Κάτω Χωρών και η παρακμή της Ιταλίας στη διάρκεια του 16ου αιώνα θεωρούνται προϊόντα τόσο της μακροχρόνιας κρίσης που είχαν επιφέρει οι Ιταλικοί Πόλεμοι στην ιταλική χερσόνησο, όσο και ιδιαίτερα της εξάπλωσης της οθωμανικής απειλής. Η παροχέτευση της ενεργητικότητας των προτεσταντών αντιφρονούντων (Πουριτανοί στο αγγλικανικό βασίλειο της Αγγλίας, Ουγενότοι στην καθολική Γαλλία) του 17ου αιώνα στο εμπόριο, στις κατασκευές και στην επιχειρηματική δραστηριότητα, συνδεόταν λιγότερο με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις και περισσότερο με την περιθωριοποίησή τους από τη δημόσια ζωή και τα αξιώματα. Η έντονη θρησκευτικότητα, ο ασκητισμός των Προτεσταντών του 16ου και 17ου αιώνα, ήταν απόρροια της προσφυγικής, διασπορικής τους ταυτότητας. Οι διωκόμενοι κλητοί του Κυρίου ήταν, όπως ο  λαός του Ισραήλ της Παλαιάς Διαθήκης, σε βιβλική πορεία εξόδου από τις τυραννικές και φαύλες κοινωνίες που πλέον δεν τους ανέχονταν. Η έντονη θρησκευτικότητα, η ασκητική προσήλωση, θεωρήθηκαν οπτικοποιήσεις της διαφορετικότητας/ανωτερότητας των προτεσταντών προσφύγων στους νέους τόπους εγκατάστασής τους. Σταδιακά, εδραιώθηκαν ως κληρονομικά χαρακτηριστικά στις νέες κοινότητες των ένθεων στην αμερικανική ήπειρο, στην Αφρική και την Αυστραλία. Τέλος, η ιστορική έρευνα έχει καταδείξει ότι ο Καλβινισμός του 16ου και 17ου αιώνα, μια ιδιαίτερα κοινοτιστική εκδοχή της Μεταρρύθμισης, είχε ελάχιστη σχέση με τον επιθετικό, εγωιστικό ατομισμό που ο Μαρξ ταύτισε με το καπιταλιστικό ήθος. Ο Καλβινισμός καλούσε τους πιστούς να υποτάξουν τα συμφέροντά τους στη συλλογική ευημερία της κοινοπολιτείας, της κοινότητας, ενώ καυτηρίαζε όσους πλούτιζαν σε βάρος των ασθενέστερων.

American Gothic του Grant Wood.  Aρχετυπική απεικόνιση της καλβινιστικής ασκητικής αυστηρότητας.

Τέλος, θα πρέπει να αμφισβητήσουμε την «οικουμενικότητα» της Μεταρρύθμισης, ως διαδικασίας χειραφέτησης από τα διανοητικά δεσμά του φεουδαλικού Μεσαίωνα. Οι θρησκευτικοί πόλεμοι που πυροδότησε η κρίση της Μεταρρύθμισης επέφεραν έναν επαναστατικό μετασχηματισμό στην ευρωπαϊκή πολιτική σκέψη, με την απόρριψη της ελέω Θεού μοναρχίας και την ανάδειξη της λαϊκής κυριαρχίας ως θεμελίου της σχέσης ανάμεσα στους ηγεμόνες και στους υπηκόους τους (γαλλικοί Θρησκευτικοί Πόλεμοι του 16ου αιώνα, Αγγλική Επανάσταση του 17ου), όπως όμως φάνηκε γρήγορα, αυτές οι χειραφετητικές αντιλήψεις αφενός υποτάσσονταν στις προτεραιότητες θεοκρατικών συστημάτων σκέψης, ιδιαίτερα στους γάλλους Καλβινιστές, αφετέρου δεν αφορούσαν τους πάντες. Η ευρωπαϊκή αποικιακή εξάπλωση σε Αμερική και Αφρική, τροφοδοτούμενη και από την αντιπαράθεση Καθολικών και Προτεσταντών στον ευρύτερο κόσμο, οδηγήθηκε πολύ γρήγορα στην εδραίωση του δουλεμπορίου στη ζώνη του Ατλαντικού, για τρεις αιώνες. Οι ευρωπαίοι δουλέμποροι, Καθολικοί και Προτεστάντες, νομιμοποίησαν την αγορά, κατοχή και πώληση αφρικανών δούλων γιατί, τουλάχιστον ως τις αρχές του 18ου αιώνα, έβρισκαν νομιμοποίηση στις Γραφές, στον κόσμο της Βίβλου, όπου η δουλεία εμφανιζόταν ως αναπόσπαστο στοιχείο της εκ Θεού ανθρώπινης πραγματικότητας[12]. Οι μεταρρυθμισμένες ευρωπαϊκές κοινωνίες του 17ου αιώνα, είτε Προτεσταντικές είτε Τριδεντινές-Καθολικές, εξακολουθούσαν να μην αναγνωρίζουν αυτά που η «Εποχή των Επαναστάσεων» θα αναδείκνυε ως πανανθρώπινα δικαιώματα, και να κάνουν πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές  διακρίσεις στη βάση του θρησκεύματος.

Ο Κώστας Γαγανάκης είναι Αναπληρωτής
Καθηγητής Νεότερης Ευρωπαϊκής Ιστορίας
(16ος – 18ος αιώνας) στο Τμήμα Ιστορίας και
Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού
Πανεπιστημίου Αθηνών.

Υποσημειώσεις

[1]                      Todd M. Johnson, Gina A. Zurlo, Albert W. Hickman, Peter F. Grossing, “Christianity 2017: Five Hundred Years of Protestant Christianity”, International Bulletin of Mission Research, 41/1 (2016), pp. 1-12. Από όσους δηλώνουν Προτεστάντες σήμερα, το 41% κατοικεί στην Αφρική, ενώ μόλις το 16% στην Ευρώπη. Στις αρχές του 17ου αιώνα, το ποσοστό των ευρωπαίων Προτεσταντών καταλάμβανε το 96% του παγκόσμιου προτεσταντικού πληθυσμού, στοιχείο που, σε σύγκριση με την τωρινή πραγματικότητα, μας δίνει άμεσα μια εξαιρετική εικόνα της ευρωπαϊκής αποικιακής εξάπλωσης.

[2]                      Peter Marshall, The Reformation- A Very Short Introduction, Οξφόρδη, OUP, 2009, σ. 13, 16.

[3]                      Lyndal Roper, Martin Luther, Renegade and Prophet, Λονδίνο, The Bodley Head, 2016, σ. 3-4.

[4]              Ο όρος «Αντί-Μεταρρύθμιση», ο οποίος ουσιαστικά προδιαγράφει μια εκ των υστέρων αμυντική απάντηση της Καθολικής Εκκλησίας στη «λουθηρανική αφύπνιση», αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες και ανθεκτικότερες στην εμπειρική πραγματικότητα επιτυχίες της στρατευμένης Προτεσταντικής ιστοριογραφίας.

[5]                      Diarmaid MacCullogh, All Things Made New. The Reformation and its Legacy, Οξφόρδη, OUP, 2016, σ. 2-3.

[6]                      Heiko Oberman, The Reformation. Roots and Ramifications; Λονδίνο, T&T. Clark International, 2004, σ. 207.

[7]                      Άποψη που σε μεγάλο βαθμό προκλήθηκε από το επιβλητικό έργο της Elizabeth Eisenstein,  The Printing Revolution in Early Modern Europe, Κέιμπριτζ,  CUP, 1983.

[8]                      Peter Marshall, The Reformation- A Very Short Introduction…, σ. 133.

[9]                      Alexandra Walsham, “Reformation Legacies”, στο Peter Marshall (επιμ.), The Oxford Illustrated History of the Reformation, Οξφόρδη, OUP, 2015, σ. 229-230.

[10]                   Όπως σημειώνει ο Diarmaid MacCullogh, οι μόνες ζώνες θρησκευτικής ανεκτικότητας στον 16ο αιώνα εντοπίζονταν στην Ανατολική Ευρώπη, στην Πολωνία, την Ουγγαρία και την Τρανσυλβανία, την κάθε μια για τους ιδιαίτερούς της λόγους πολιτικών και κοινωνικών ισορροπιών. Diarmaid MacCullogh, All Things Made New. The Reformation and its Legacy…, σ. 7-8.

[11]                   Alexandra Walsham, “Reformation Legacies”…, σ. 241-242.

[12]                   Diarmaid MacCullogh, All Things Made New. The Reformation and its Legacy…, σ.9.

Δημήτριος Στ.Φεσσάς: Η υπόθεση του δεύτερου υποβρυχίου. Ένα επεισόδιο της εποχής του Διχασμού, 1918–1920

Δημήτριος Στ.Φεσσάς

Η υπόθεση του δεύτερου υποβρυχίου. Ένα επεισόδιο της εποχής του Διχασμού, 1918–1920

  1. Εισαγωγή.

Πυρήνα του παρόντος άρθρου, το οποίο συντάχθηκε με αφορμή πρόσφατη ομότιτλη έκδοση  του συγγραφέα, αποτελούν δύο μαρτυρίες εφέδρων αξιωματικών της εποχής του Α′ Παγκοσμίου πολέμου, που παρουσιάζονται για πρώτη φορά. Προέρχονται από το οικογενειακό αρχείο του συγγραφέα και επιμελητή των κειμένων συνταξιούχου πολιτικού – υδραυλικού μηχανικού Δημητρίου Στ. Φεσσά, που κατάγεται από την κωμόπολη Μεσσήνη. Συντάκτες των μαρτυριών οι υπολοχαγοί Νικόλαος Γ. Ποτηρόπουλος (Μεσσήνη 1882-1946) και Ηλίας Κ. Παπακώστας (Κομπότι Άρτας 1884 – Λυκότραφο Μεσσηνίας 1920).

Κύριο αντικείμενο των δύο χειρόγραφων μαρτυριών (7 σελίδων η πρώτη και 54 η δεύτερη) είναι η εξιστόρηση του ταξιδιού που οι αξιωματικοί έκαναν τον Φεβρουάριο – Μάρτιο 1918 ως κομιστές μηνυμάτων του εξόριστου στην Ελβετία βασιλιά Κωνσταντίνου προς τον γιο του Αλέξανδρο που βασίλευε στην Ελλάδα και των εν συνεχεία περιπετειών τους μέχρι το 1920.

Οι δύο υπολοχαγοί ήταν στελέχη του Δ′ Σώματος του ελληνικού στρατού, που είχε «αυτομολήσει» ή «εκβιαστεί να καταφύγει» από την Καβάλα στη Γερμανία τον Σεπτέμβριο 1916 και «φιλοξενείτο» από τότε στην πόλη Goerlitz της Γερμανίας, στα σημερινά γερμανοπολωνικά σύνορα. Αυτοί, μαζί με δύο άλλους —τον υπολοχαγό Ιωάννη Καλαμαρά και τον ανθυπολοχαγό Ιωάννη Χατζόπουλο— επελέγησαν από εκπρόσωπο του Κωνσταντίνου για τη μεταφορά των μηνυμάτων. Τα απορρήτου χαρακτήρα αυτά μηνύματα κρίθηκε από το βασιλικό περιβάλλον ότι έπρεπε να μεταφερθούν από στρατιωτικούς.

Ενώ η μαρτυρία Ποτηρόπουλου περιορίζεται στα του ταξιδιού του και του εγκλεισμού – απόκρυψής του που ακολούθησε μέχρι το Νοέμβριο 1920, η μαρτυρία Παπακώστα περιλαμβάνει και τις γενικότερες σκέψεις του για τον Α′ Παγκόσμιο πόλεμο. Αποτελεί μια προσπάθεια ανάλυσης των διεθνών γεγονότων και άντλησης συμπερασμάτων για την επιθυμητή πορεία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και τη στάση των ομοϊδεατών του αξιωματικών. Παρά τις αδυναμίες, ή και λόγω αυτών, δείχνει τον τρόπο σκέψης σημαντικού μέρους του πληθυσμού για τα εθνικά θέματα της εποχής.

Για τον Ποτηρόπουλο γνωρίζομε ότι ήταν απόφοιτος της Ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και προτίμησε τη σταδιοδρομία του μονιμοποιηθέντος εφέδρου αξιωματικού. Για τον Παπακώστα γνωρίζομε ότι μετά τις γυμνασιακές του σπουδές φοίτησε στη Σχολή Υπαξιωματικών της Κέρκυρας και κατόπιν ασκούσε το επάγγελμα του τηλεγραφητή μέχρι την επιστράτευσή του στους Βαλκανικούς πολέμους και την εν συνεχεία μονιμοποίησή του στο στράτευμα. Αμφότεροι ήταν άγαμοι.

Η μαρτυρία του Ποτηρόπουλου συνετάγη πολύ μετά την περιπέτειά του, κατά το έτος 1935, ενώ η μαρτυρία του Παπακώστα κατά τη διάρκεια της απόκρυψής του για να αποφύγει τη σύλληψη, μεταξύ 1918 και Αυγούστου 1920.

Ως ημερολόγιο αναφοράς χρησιμοποιήθηκε από τον επιμελητή αποκλειστικά το Ιουλιανό, που ίσχυε στην Ελλάδα μέχρι το 1923.

Μεσσήνη. Το Ηρώο (δεκαετία 1920)
  1. Η επιλογή του μέσου μεταφοράς και της διαδρομής.

Δεδομένου ότι η Ευρώπη ήταν κομμένη στα δύο λόγω του Παγκοσμίου πολέμου, δύο τρόποι για να πραγματοποιηθεί μια τέτοιας φύσεως αποστολή υπήρχαν : Δια ξηράς, με τα πόδια στη ζώνη των συνόρων μεταξύ Αλβανίας – Ηπείρου όπου το μέτωπο (Αυστριακοί απέναντι από Ιταλούς και Γάλλους) ήταν ανενεργό, ή με πλοίο. Η δια ξηράς μετάβαση και πλέον επικίνδυνη ήταν και υπερβολικά χρονοβόρα. Από τα πλοία πάλι, το υποβρύχιο ήταν το καταλληλότερο μέσο για προσέγγιση σε εχθρική ακτή τις νυκτερινές ώρες και αποβίβαση των απεσταλμένων.

Ξεκινώντας από τον πολεμικό ναύσταθμο των Αυστριακών στην Πόλα, στον μυχό της Αδριατικής θάλασσας (σημερινή  Pula της Κροατίας) δεκάδες γερμανικά και αυστριακά υποβρύχια διέσχιζαν τη θάλασσα αυτή και στη συνέχεια από το Ιόνιο πέλαγος στρεφόντουσαν είτε προς την ανατολική είτε προς τη δυτική Μεσόγειο για να πλήξουν εχθρικούς στόχους. Τα καύσιμα που διέθεταν επέτρεπαν πλού λίγων εβδομάδων. Επιδίωξη ήταν η εκτόξευση του συνόλου των τορπιλλών που διέθεταν που ήταν περί τις δέκα και η καταστροφή ισάριθμων εχθρικών, κυρίων πλωτών, στόχων. Το ποσοστό επιτυχίας των επιχειρήσεων των υποβρυχίων αυτών ήταν εξαιρετικά ψηλό, κυρίως κατά τα πρώτα έτη του πολέμου. Αργότερα, τα συμμαχικά σκάφη ταξίδευαν σε νηοπομπές, με τα μεταγωγικά πλαισιούμενα από καταδρομικά για προστασία.

Για τη μεταφορά λοιπόν των απεσταλμένων αξιωματικών στις ελληνικές ακτές, έπρεπε αυτοί να επιβιβασθούν σε ένα από τα υποβρύχια σε προγραμματισμένη αποστολή του και —με μικρή παρέκκλιση πορείας— να αποβιβασθούν νύκτα σε κάποια ακτή της δυτικής Πελοποννήσου απ’ όπου θα μπορούσαν να ταξιδεύσουν προς την Αθήνα.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, καθορίστηκε και η όλη διαδρομή των αξιωματικών από το Goerlitz μέχρι τη δυτική Πελοπόννησο. Αυτή περιελάμβανε σταθμούς στο Βερολίνο (για λήψη οδηγιών από τον υπασπιστή του βασιλιά Κωνσταντίνου), τη Βιέννη (για αναμονή μέχρις ότου έλθει η μέρα της επιβίβασης στο υποβρύχιο) και την Πόλα (για αυθημερόν επιβίβαση). Ο πλούς Πόλα – ακτές δυτικής Πελοποννήσου απαιτούσε τέσσερις πλήρεις μέρες.

Καρτ ποστάλ εποχής του Goerlitz. Ο σιδηροδρομικός σταθμός

    3. Η υπόθεση του (πρώτου) υποβρυχίου 

Για λόγους ασφαλείας, η εκκίνηση των δύο δυάδων αξιωματικών από την Πόλα έγινε με διαφορά είκοσι περίπου ημερών : μέσα Φεβρουαρίου και αρχές Μαρτίου 1918.

Οι δύο πρώτοι αξιωματικοί αποβιβάστηκαν νύκτα στις ακτές της Κυπαρισσίας, απ’ όπου ακολουθώντας διαφορετικές διαδρομές έφθασαν στην Αθήνα. Οι προσπάθειες του Καλαμαρά, που ήταν και κομιστής επιστολής του Κωνσταντίνου προς τον γιό του Αλέξανδρο γραμμένης με συνθηματική μελάνη, να παραδώσει την επιστολή μέσω τρίτου προσώπου, οδήγησαν στη σύλληψή του. Την επιστολή κατάφερε ωστόσο να εξαφανίσει. Λίγες μέρες αργότερα συνελήφθη από τη βενιζελική αστυνομία και ο Χατζόπουλος, λόγω της επιπολαιότητας και των άστοχων αντιβενιζελικών εκδηλώσεών του.

Οι αξιωματικοί παραπέμφθηκαν αμέσως στο Διαρκές Στρατοδικείο. Η κατηγορία ήταν της κατασκοπείας και αυτό διότι υπό την πίεση βασανιστηρίων ομολόγησαν ότι πέραν της προσκόμισης της επιστολής ήταν επιφορτισμένοι με τη συγκέντρωση πληροφοριών στρατιωτικής φύσης τις οποίες και θα μετέφεραν στον Κωνσταντίνο επιστρέφοντας στην Γερμανία, αφού διέσχιζαν με τα πόδια το μέτωπο στην Αλβανία.

Η δίκη τους έγινε τον Μάρτιο 1918 σε αρνητική γι’ αυτούς πολιτική συγκυρία. Είχαν προηγηθεί κατά λίγες εβδομάδες στάσεις φιλοβασιλικές και αντιπολεμικές σε μονάδες του υπό επιστράτευση ελληνικού στρατού στη Λαμία, τη Θήβα, την Αταλάντη και τη Λιβαδιά. Επόμενο ήταν οι στάσεις αυτές να αποδοθούν σε υποκίνηση του Κωνσταντίνου. Η δίκη απέληξε σε καταδίκες σε θάνατο και μετά την απόρριψη των αναιρέσεων που ασκήθηκαν, η καταδίκες εκτελέστηκαν τον Ιούλιο 1918.

Οι πληροφορίες που οι αξιωματικοί ομολόγησαν ότι έπρεπε να συγκεντρώσουν αφορούσαν τα ακόλουθα : 1) Το πνεύμα της κοινής γνώμης σε σχέση με τον βασιλιά Κωνσταντίνο. 2) Την όλη δύναμη του ελληνικού στρατού και εκτίμηση της μερίδας των βενιζελικών. 3) Τις δυνάμεις του συμμαχικού στρατού στο Μακεδονικό μέτωπο. 4) Τον αριθμό των αξιωματικών της βενιζελικής Εθνικής Άμυνας. 5) Τις τοποθεσίες των εγκαταστάσεων του συμμαχικού στρατού. 6) Την κατάσταση των μέσων συγκοινωνίας και ιδίως των σιδηροδρομικών και 7) Την επίβλεψη των ελληνικών παραλίων από τον συμμαχικό στρατό.

Η «υπόθεση του υποβρυχίου» όπως αυτή έγινε ευρύτερα γνωστή, προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στον τύπο και την κοινή γνώμη. Επειδή οι σχετικές δίκες συνέπεσαν με την άφιξη των αξιωματικών του δεύτερου υποβρυχίου, αυτοί αναγκάσθηκαν —για να σώσουν τη ζωή τους— να κρυφθούν σε αχυρώνα – σταύλο Μεσσηνιακού χωριού και να προσπαθήσουν να μεταφέρουν τα μηνύματα με τα οποία ήταν επιφορτισμένοι μέσω παρένθετου προσώπου.

Rappoltenkirchen Αυστρίας: Πύργος οικογένειας Υψηλάντη.
  1. Το ταξίδι του δεύτερου υποβρυχίου – Η απόκρυψη των αξιωματικών

Η ονομασία της αποστολής Καλαμαρά – Χατζόπουλου ως «υπόθεσης του υποβρυχίου» από τον τύπο της εποχής, οδήγησε στην ονομασία της αποστολής Ποτηρόπουλου – Παπακώστα ως «υπόθεσης του δεύτερου υποβρυχίου». Παρ’ όλον που υπάρχουν ομοιότητες και αναλογίες μεταξύ των υποθέσεων αυτών, η δεύτερη, λόγω ακριβώς και της τραγικής εξέλιξης της πρώτης, παρέμεινε ως σήμερα σχετικώς άγνωστη.

Η Αυστριακή ναυτική βάση της Πόλα στις ακτές της Αδριατικής. Πολεμικά πλοία στο λιμάνι.

Οι Ποτηρόπουλος και Παπακώστας ταξίδευσαν από το Goerlitz στα τέλη Ιανουαρίου 1918 σιδηροδρομικώς για το Βερολίνο. Εκεί έλαβαν οδηγίες από τον υπασπιστή του Κωνσταντίνου πλοίαρχο Παπαρρηγόπουλο για το τι έπρεπε να κάνουν στην Ελλάδα. Επιστολή, ή έγγραφες οδηγίες του βασιλιά Κωνσταντίνου δεν αναφέρεται κατά τρόπο σαφή στις μαρτυρίες τους, ή σε άλλα κείμενα, να τους δόθηκαν. Το πιθανότερο είναι ότι απομνημόνευσαν τις προς διαβίβαση εντολές (αναφέρονται δέκα τέσσερις) για να τις μεταφέρουν. Μετά παραμονή λίγων εβδομάδων στο Βερολίνο, μετέβησαν σιδηροδρομικώς στη Βιέννη και παρέμειναν στον πύργο RappoltenKirchen, κοντά στη Βιέννη, επί μερικές ακόμη εβδομάδες. Ο πύργος αυτός ήταν κατοικία της οικογένειας Εμμανουήλ Υψηλάντη, αδερφού του σταυλάρχη του βασιλιά Κωνσταντίνου. Από εκεί μετέβησαν σιδηροδρομικώς στην Πόλα, όπου επιβιβάσθηκαν αυθημερόν στο υποβρύχιο UB-50,  του νεότερου τότε γερμανικού τύπου υποβρυχίων UB III,  που αναχωρούσε για επιχειρησιακό πλού στη Μεσόγειο. Ο προσδιορισμός του αριθμού / ονομασίας του υποβρυχίου κατέστη δυνατός ύστερα από διασταύρωση των πληροφοριών που οι δύο αξιωματικοί παραθέτουν στις μαρτυρίες τους με τα ημερολόγια πλοίων (υποβρυχίων) που αναχώρησαν από την Πόλα κατά την χρονική εκείνη περίοδο. Τα ημερολόγια πλοίων βρίσκονται στα Γερμανικά Ομοσπονδιακά Αρχεία (Bundesarchiv) στο Φράϊμπουργκ (Freiburg).

Το υποβρύχιο με συνολικό πλήρωμα τριάντα τριών ανδρών και τους δύο αξιωματικούς αναχώρησε από την Πόλα στις 1800  της 1ης Μαρτίου 1918 και αποβίβασε τους δύο αξιωματικούς την ίδια περίπου ώρα τέσσερις μέρες αργότερα, στην παραλία της κωμόπολης Μεσσήνης την Μπούκα. Πρόθεση του κυβερνήτη ήταν να τους αποβιβάσει στην παραλία Κυπαρισσίας όπου είχαν οδηγηθεί και οι προηγούμενοι, αλλά τελικά επελέγη ο μυχός του Μεσσηνιακού κόλπου διότι ο Ποτηρόπουλος καταγόταν από την περιοχή και του ήταν ευκολότερο να κινηθεί εκεί τις επόμενες μέρες.

Μόλις αποβιβάστηκαν, οι δύο αξιωματικοί κατευθύνθηκαν στην αγροικία του αντιβενιζελικού πολιτικού Σπύρου Κουμουνδούρου, γιού του παλιού πρωθυπουργού. Δεν τον βρήκαν και από την αγροικία έστειλαν ειδοποίηση στον πρώην κοινοτάρχη Μεσσήνης, δικηγόρο Εμμανουήλ Φεσσά καλώντας τον να τους προϋπαντήσει. Δεν γνώριζαν ότι ο Εμμανουήλ Φεσσάς μαζί με άλλους σημαντικούς βασιλόφρονες της περιοχής είχαν προ εβδομάδων συλληφθεί από το βενιζελικό καθεστώς ως επικίνδυνοι για τη δημόσια τάξη και εκτοπισθεί στην Ιθάκη. Αντί του Εμμανουήλ ήλθε σε συνάντησή τους ο αδελφός του Χρήστος Φεσσάς, μαιευτήρας, ο οποίος τους πληροφόρησε για την προ ελαχίστων ημερών σύλληψη των Καλαμαρά και Χατζόπουλου και την επικέιμενη δίκη τους στο Διαρκές Στρατοδικείο.

Τα προβλήματα που ετίθεντο πλέον ήταν αφ’ ενός η διαβίβαση των μηνυμάτων του Κωνσταντίνου προς τον Αλέξανδρο μέσω τρίτου προσώπου και αφ’ ετέρου η απόκρυψη των δύο αξιωματικών για να σώσουν τη ζωή τους. Ως τρίτο κατάλληλο πρόσωπο επελέγη ο Χρήστος Φεσσάς. Ως προς την απόκρυψή τους, οι αξιωματικοί επί εξαήμερο παρέμειναν στην οικία Φεσσά στη Μεσσήνη και σε αγροικία της ίδιας οικογένειας στην περιοχή, μέχρις ότου καταλήξουν στον αχυρώνα – σταύλο της φιλικής προς την οικογένεια Φεσσά οικογένειας Ηλία Δημητρόπουλου στο χωριό Λυκότραφο, μια ώρα με τα πόδια από τη Μεσσήνη. Ο αχυρώνας – σταύλος, καίτοι στο κέντρο του μικρού χωριού των πεντακοσίων κατοίκων και απέναντι από το καφενείο του, ήταν απροσπέλαστος από τον δρόμο και συνεπώς και σε μη μέλη της οικογένειας Ηλία Δημητρόπουλου.

Στον αχυρώνα αυτόν έμελλε να παραμείνουν ο μεν Ηλίας Παπακώστας επί είκοσι εννέα μήνες και ένδεκα μέρες, από τις 12 Μαρτίου 1918 μέχρι τις 21 Αυγούστου 1920, οπότε και απεβίωσε από οξεία δηλητηρίαση και τάφηκε μέσα στον ίδιο χώρο, ο δε Νικόλαος Ποτηρόπουλος επί τριάντα μήνες και είκοσι έξι μέρες, από τις 12 Μαρτίου 1918 μέχρι τις 7 Νοεμβρίου 1920, οπότε και βγήκε από το κρυσφήγετό του. Είχαν προηγηθεί οι εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, που απέληξαν στη συντριβή του Βενιζέλου και η αλλαγή κυβέρνησης που ακολούθησε.

Κατά το διάστημα της απόκρυψης των αξιωματικών, ενήμεροι γι’ αυτήν ήταν λίγα μέλη των οικογενειών Δημητρόπουλου (η οποία ανέλαβε και την ευθύνη της τροφοδοσίας τους) στο Λυκότραφο και Φεσσά και Ποτηρόπουλου στη Μεσσήνη.

Το θέμα της «εξαφάνισης» των αξιωματικών πήρε κάποια δημοσιότητα στο τέλος του 1918 – αρχές 1919, όταν οι “προδότες του Goerlitz” επέστρεψαν μετά τη λήξη του Παγκοσμίου πολέμου στην Ελλάδα και οι Ποτηρόπουλος και Παπακώστας δεν ήταν μεταξύ αυτών. Διαδόθηκε τότε ότι πιθανόν επέβαιναν σε γερμανικό υποβρύχιο που είχε βυθισθεί. Στις 19 Ιουνίου 1920 οκτώ αξιωματικοί απ’ αυτούς που είχαν καταφύγει στο Goerlitz καταδικάστηκαν από το βενιζελικό καθεστώς σε θάνατο. Μεταξύ αυτών, καταδικάστηκαν —ερήμην— και οι Ποτηρόπουλος και Παπακώστας.

Μετά την απελευθέρωση του Ποτηρόπουλου τον Νοέμβριο 1920 και τη γνωστοποίηση του θανάτου του Παπακώστα, μέλη της οικογένειας του τελευταίου μετέβησαν από το Κομπότι Άρτας στο Λυκότραφο και αφ’ ενός προέβησαν στον θρησκευτικό ενταφιασμό του συγγενή τους, ενώ αφ’ ετέρου παρέλαβαν και τη χειρόγραφη μαρτυρία που είχε αυτός συντάξει κατά την περίοδο του εγκλεισμού του. Αυτήν, λίγα χρόνια αργότερα, αντέγραψε – μετέγραψε ο αδελφός του φιλόλογος Γεώργιος Κ. Παπακώστας. Διατηρήθηκε αδημοσίευτη μέχρι σήμερα.

Ο Νικόλαος Ποτηρόπουλος, ό μόνος από τους τέσσερις αξιωματικούς που επέζησε της περιπέτειας του ταξιδιού και των όσων ακολούθησαν μέχρι το 1920, επανήλθε στο στράτευμα, απ’ όπου αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του ταγματάρχη το 1923. Στη συνέχεια, εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα. Κατά το διάστημα Οκτωβρίου 1940 – Μαΐου 1941 επιστρατεύθηκε και υπηρέτησε ως υπασπιστής του βασιλιά Γεωργίου Β′. Έθεσε ο ίδιος τέρμα στη ζωή του το 1946 στη Μεσσήνη.

  1. Η διαβίβαση των οδηγιών του βασιλιά Κωνσταντίνου.

Από τα στοιχεία που θα οδηγούσαν στην πλήρη εικόνα της διαβίβασης των μηνυμάτων απουσιάζει δυστυχώς μια μαρτυρία του Χρήστου Φεσσά, κομιστή τους στα αρμόδια πρόσωπα, στην Αθήνα. Μια τέτοια μαρτυρία θα μας πληροφορούσε ποια ακριβώς ήταν τα μηνύματα, ποιοι οι αποδέκτες τους και σε ποιο βαθμό η διαβίβαση υπήρξε εφικτή.

Την απουσία της μαρτυρίας, αναπληρώνει εν μέρει η αφήγηση του Χρήστου Ζαλοκώστα, φίλου, σύγγαμβρου και αυτόπτη και αυτήκοου μάρτυρα των όσων περιγράφει σχετικά με το θέμα στη βιογραφία του βασιλιά ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, εκδόσεις ΑΛΦΑ, Αθήνα 1952. Δυστυχώς μεταξύ 1918 και 1952 έχουν περάσει 34 χρόνια και στο κείμενο Ζαλοκώστα, που έχει μυθιστορηματική μορφή, υπάρχουν πρόδηλες ανακρίβειες. Ακόμη, ο Ζαλοκώστας, όπως θα δούμε στο απόσπασμα που ακολουθεί «λογοκρίνει» τα μηνύματα, προφανώς για να μην εκθέσει τον ένα ή και τους δύο βασιλείς, Κωνσταντίνο και Αλέξανδρο.

Στο κεφάλαιο «Μήνυμα του Πατέρα» της βιογραφίας ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, ο Ζαλοκώστας αναφέρεται στις δυσκολίες που συνάντησε στην Αθήνα ο Χρήστος Φεσσάς στην προσπάθειά του να επικοινωνήσει με πρόσωπα του βασιλικού περιβάλλοντος που του είχαν υποδειχθεί, λόγω του φόβου που είχαν προκαλέσει οι πρόσφατες καταδίκες σε θάνατο όχι μόνον των Καλαμαρά και Χατζόπουλου, αλλά και του προσώπου που είχε δράσει ως μεσάζων με το περιβάλλον του Αλέξανδρου, στην υπόθεση του πρώτου υποβρυχίου.

Τις επόμενες μέρες, πάντως, η διαβίβαση των μηνυμάτων στον Αλέξανδρο έγινε από τον κοινό φίλο Φεσσά και Ζαλοκώστα, γιατρό Νικόλαο Οικονομόπουλο. Παρατίθεται στη συνέχεια αυτολεξεί το απόσπασμα του σχετικού κεφαλαίου του βιβλίου. Όλες οι υπογραμμίσεις είναι του επιμελητή.

……………………………………………………………………………………………………………Όταν φθάσαμε (ο Ζαλοκώστας με τον Οικονομόπουλο) ακριβώς μεσάνυκτα, ο Αλέξανδρος μας περίμενε κιόλας. Ολομόναχος. Του παρουσίασα τον γιατρό Οικονομόπουλο, ο οποίος του έδωσε το σημείωμα του Πατέρα του. Περιείχε δέκα τέσσερα θέματα ∙ απ’ αυτά είναι ανακοινώσιμα ένδεκα :

  • Ότι είχαν ανάγκη από χρήματα ∙ να τους στέλνη τακτικότερα ο Αλέξανδρος.
  • Ότι ξέχασε τους γονείς του, πράγμα που τους λυπεί πολύ.
  • Να κάνη οικονομίες, γιατί είναι στεναχωρημένοι ∙ άλλον πόρον ζωής δεν έχουν παρά όσα θα τους στέλνη αυτός.
  • Να μην τελέση τώρα τον γάμο του με την Ασπασία, επειδή τούτο εξυπηρετεί τα συμφέροντα του Βενιζέλου ∙ να την παντρευτή μετά την υπογραφή της ειρήνης.
  • Ότι μόλις τελειώσει ο πόλεμος, σκοπεύουν να επιστρέψουν αμέσως στην Ελλάδα.
  • Να δυσπιστή απολύτως στις συμβουλές του Βενιζέλου και να φειδωλεύεται τις δυνάμεις του τόπου, γιατί ο πόλεμος θ’ αργήση ακόμη να τελειώσει.
  • Να μην πηγαίνει στο μέτωπο και, προ πάντων, να μην εκτίθεται σε κινδύνους.
  • Να δώση απάντηση στους ίδιους υπολοχαγούς. Να στείλη τις απόψεις του για την εσωτερική κατάσταση του τόπου.
  • Να μην είναι τόσο ενδοτικός στα μέτρα της Κυβερνήσεως κατά των βασιλικών. Η ως τώρα πολιτική του στάθηκε πολύ φιλική προς τον Βενιζέλο. Εις το μέλλον να είναι προσεκτικότερος και να εμποδίση την γενική επιστράτευση.
  • Να αποφεύγη να παρουσιάζεται δημόσια, και να παριστάνη όσον το δυνατόν λιγότερο τον Βασιλέα.
  • Του έδινε πολεμικές πληροφορίες.

Ο Αλέξανδρος άκουσε με προσοχή τις οδηγίες, έσφιξε το χέρι του Οικονομόπουλου και τον ευχαρίστησε θερμά.

…………………………………………………………………………………………………………

Οι παραπάνω οδηγίες μπορούν να χαρακτηρισθούν «αναμενόμενες» από έναν μελετητή της ιστορίας της περιόδου. Μη αναμενόμενο είναι το ότι ο Ζαλοκώστας, το 1952, θεωρεί τρία από τα δέκα τέσσερα θέματα …. μη ανακοινώσιμα. Πιθανολογείται ότι, έστω και 34 χρόνια αργότερα, η μνεία ή ανακίνησή τους θα έβλαπτε την εικόνα των νεκρών από το 1920÷22 Αλέξανδρου και Κωνσταντίνου, ή την εικόνα του βασιλικού θεσμού (υπενθυμίζεται ότι το 1952 βασίλευε ο γιός του Κωνσταντίνου και αδελφός του Αλέξανδρου, Παύλος).

Κατά τα λοιπά, όπως πληροφορούμαστε από τα χειρόγραφα των εγκλείστων στην κρυψώνα αξιωματικών, ο Χρήστος Φεσσάς επέστρεψε από την Αθήνα μετά πάροδο ημερών και τους ενημέρωσε ότι οι βασιλικές οδηγίες είχαν μεταφερθεί…. κατά τι τετμημένες.

Γερμανικό υποβρύχιο τύπου  UB III.
  1. Διασταύρωση των κειμένων Ζαλοκώστα, Ποτηρόπουλου και Παπακώστα.

Επισημάναμε ήδη ότι από το κείμενο Ζαλοκώστα ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά σε τρία «μη ανακοινώσιμα» μηνύματα. Πράγματι, η αποστολή τεσσάρων αξιωματικών με δύο υποβρύχια, με προφανή στήριξη του γερμανικού στρατιωτικού μηχανισμού που τα διέθεσε, δημιουργεί την υποψία ότι αποσκοπούσε και στη διαβίβαση οδηγιών διαφορετικής μορφής απ’ αυτές που ο Ζαλοκώστας αναφέρει, οδηγιών πλησιέστερων προς τις γερμανικές πολεμικές επιδιώξεις της εποχής εκείνης.

Ανατρέχοντας στη μαρτυρία Ποτηρόπουλου, στο σχετικό με τη μεταφορά των μηνυμάτων απόσπασμα, διαβάζομε :

…………………………………………………………………………………………………………

Ο ιατρός κ. Φεσσάς μετέβη πράγματι εις Αθήνας όπου και κατώρθωσε παλαίων κατά μυρίων δυσχερειών να μεταβιβάση εις τον μακαρίτην Αλέξανδρον δια του στρατηγού μακαρίτου Μαλάμου, τας ας είχε λάβη παρ’ ημών οδηγίας, αίτινες συνίσταντο εις τα εξής :

Να προσπαθή δια παντός τρόπου να αποφεύγη τας υποδείξεις του Βενιζέλου. Να μην εκτίθεται δημοσία υπέρ αυτού, ως είχε πράξει εις κάποιαν συγκέντρωσιν που είχε λάβη χώραν εις Λαμίαν, αν δεν με απατά η μνήμη.

Να φροντίζη να έρχεται εις επαφήν με τους τότε εν Αθήναις ευρισκομένους πολιτικούς μακαρίτας Σκουλούδην, Ράλλην, Στράτον κλπ. των οποίων ν’ ακολουθή τας συμβουλάς.

Ν’ αποφύγη με κάθε τρόπον τον γάμον του με την δεσποινίδα Μάνου, τον οποίον επίτηδες ευνοεί ο Βενιζέλος, δια να ρίψη εις την συνείδησιν του ελληνικού λαού την δυναστείαν.

Να κάμνη  οικονομίας και να φροντίζη δια την υλικήν ενίσχυσιν της εν εξορία ευρισκομένης οικογενείας του και μερικά άλλα τα οποία λόγω της παρέλευσης δεκαεπταετίας δεν ενθυμούμαι.

…………………………………………………………………………………………………………

Τα όσα ο Ποτηρόπουλος αναφέρει εμπεριέχονται περίπου στα όσα ο Ζαλοκώστας εξιστορεί. Τα όσα ο ίδιος δεν θυμάται —κατά το έτος 1935 όταν συνέταξε τη μαρτυρία του— ή λιγότερο σημαντικά ήταν απ’ αυτά που αναφέρει ότι θυμάται, ή εύσχημα τα αποσιωπά.

Ας σημειωθεί ότι το κείμενο Ποτηρόπουλου γράφηκε σε κάποια στιγμή του πρώτου τριμήνου του 1935 και τούτο διότι ο Εμμανουήλ Φεσσάς αναφέρεται σ’ αυτό ως «ήδη γερουσιαστής», ενώ γνωρίζομε ότι η Γερουσία καταργήθηκε με την έκδοση συντακτικής πράξης την 1η Απριλίου 1935. Είχε προηγηθεί το αποτυχημένο βενιζελικό κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935. Η πολιτική ένταση, πυροδοτούμενη από την καθημερινή αρθρογραφία των εφημερίδων κατά το τρίμηνο αυτό, μπορεί να περιγραφεί ως καζάνι που βράζει. Συνεπώς δύσκολα φανταζόμαστε ένα άτομο με τις εμπειρίες του Ποτηρόπουλου να θέλει να εκτεθεί με κατάθεση εγγράφως αναμνήσεων για συμμετοχή του σε ακραίες συνωμοτικές πράξεις, της μορφής που τώρα (αρχή 1935) πάλι κατά γενική εντύπωση προετοιμαζόντουσαν και από τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα.

Τελείως διαφορετική από τις περιγραφές Ζαλοκώστα και Ποτηρόπουλου είναι η μαρτυρία Παπακώστα για τη φύση των επίμαχων μηνυμάτων. Αυτή γράφηκε μέσα στο κρησφύγετο, το πολύ λίγους μήνες μετά τη διαβίβασή τους. Μεταξύ Μαρτίου 1918 και καλοκαιριού 1920.

Τα σχετικά εδάφια από τη μαρτυρία Παπακώστα έχουν ως εξής :

……………………………………………………………………………………………………………Εκεί (στην αγροικία Φεσσά) την επομένην αφίκετο και ο κ. Φεσσάς και απεφασίσθη όπως σπεύση και αναχωρήση εις Αθήνας ίνα μεταδώση εις τους ομοϊδεάτας μας τας οδηγίας και παρασκευάσωσι το κίνημα προς ανατροπήν του εντολοδόχου των ξένων. Εδώκαμεν αυτώ και κατάλογον των προσώπων εις α έδει να αποταθή και να ανακοινώση τας οδηγίας επί τη βάσει των οποίων ούτοι θα ενήργουν. Ηγέρθη ζήτημα μεταξύ ημών αν κατόπιν της συλλήψεως των άλλων και του εγερθέντος θορύβου ως και απανθρώπων μέσων άτινα μετήρχετο η Κυβέρνησις δια πάντα όστις εφαίνετο αυτή ύποπτος θα ανελάμβανον οι υποδεικνυόμενοι παρ’ ημών να ρίψωσιν τον κύβον και να ενεργήσωσιν συμφώνως προς τας υποδείξεις των οδηγιών ίνα περιαγάγωσι την Κυβέρνησιν εις αδιέξοδον και εξαναγκάσωσιν αυτήν υποτασσομένην εις το κοινόν αίσθημα εν ανάγκη και εις την βίαν να εγκαταλείπη την αρχήν. Πλήν τούτου τα πλείστα των παρ’ ημών υποδεικνυομένων προσώπων διετέλουν εν εξορία, εν φυλακή, ύπο περιορισμόν και αστυνομικήν επίβλεψιν. Απεφασίσαμεν να επιδιωχθή η εργασία συτή και υπό προσώπων μη εμπεριεχομένων εν τω καταλόγω ομοϊδεατών ημών και προθύμων να συντρέξωσι τον αγώνα μας. Μετά δύο ημέρας απήρχετο ο Φεσσάς εις Αθήνας κομίζων τας οδηγίας και με την εξουσιοδότησιν ως αυτός θα ενόμιζε ασφαλέστερον αφιέντων ημών αυτώ πλήρη πρωτοβουλίαν.

…………………………………………………………………………………………………………

Και παρακάτω :

…………………………………………………………………………………………………………

Τω όντι μετά 10 ημέρας επανήρχετο εξ’ Αθηνών ο κ. Φεσσάς κομιστής ευαρέστων ειδήσεων, ότι δηλαδή αι οδηγίαι κατά τι τετμημέναι επεδόθησαν και ότι εντός ολίγου θέλομεν ίδει την έναρξιν των συνεπειών αυτών. Μετ’ ολίγας ημέρας αι στάσεις εις τα διάφορα σώματα μας έπειθον ότι η επενέργειά μας ήρξατο εκδηλούμενη προς αφύπνισιν του κοινού αισθήματος.

…………………………………………………………………………………………………………

Από τα παραπάνω αποσπάσματα της μαρτυρίας Παπακώστα, είναι σαφές ότι μεταξύ των κειμένων Ζαλοκώστα και Ποτηρόπουλου αφ’ ενός και του κειμένου Παπακώστα αφ’ ετέρου υπάρχουν οι ακόλουθες σημαντικές διαφορές:

Α′ Σε ότι αφορά τους αποδέκτες των μηνυμάτων, ο Ζαλοκώστας και ο Ποτηρόπουλος αναφέρουν τον βασιλιά Αλέξανδρο, ενώ ο Παπακώστας «τους ομοϊδεάτες μας (προφανώς αξιωματικούς)». Όλοι μάλιστα αναφέρουν ότι μετά την μετάβαση του Χρήστου Φεσσά στην Αθήνα, οι επαφές μ’ αυτούς (τον Αλέξανδρο ή/και τους ομοϊδεάτες) έγιναν και η ουσία των μηνυμάτων μεταβιβάστηκε.

Β′ Σε ότι αφορά το περιεχόμενο των μηνυμάτων, ο Ζαλοκώστας και ο Ποτηρόπουλος παραθέτουν οικογενειακού και προσωπικού κυρίως ενδιαφέροντος εντολές, ενώ ο Παπακώστας όχι μόνον ομιλεί για οδηγίες προς παρασκευήν αντιβενιζελικού κινήματος, αλλά και ότι οι στάσεις στα διάφορα στρατιωτικά Σώματα (προφανώς αναφέρεται σε κάποιες απ’ αυτές που εξερράγησαν μετά τον Μάρτιο 1918) μπορούν ν’ αποδοθούν στις εντολές που οι αξιωματικοί διαβίβασαν.

Βελίκα Μεσσηνίας. Αγροικία Σπ. Κουμουνδούρου (φωτ. 2016).
  1. Συμπεράσματα.

Η προετοιμασία που ο γερμανικός και ο εξόριστος φιλοβασιλικός παράγοντας αφιέρωσαν στο ταξίδι των δύο αξιωματικών, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία Παπακώστα που δεν διαψεύδεται, αλλά έμμεσα επιβεβαιώνεται από το κείμενο Ζαλοκώστα και τη μαρτυρία Ποτηρόπουλου οδηγεί στην εκδοχή ότι κατά πάσαν πιθανότητα οι αξιωματικοί στάλθηκαν για τη μεταφορά εντολών για την προετοιμασία κινήματος.

Από τους δύο αποδέκτες, των μηνυμάτων, τον βέβαιο —Αλέξανδρο— και τους πιθανούς —ομοϊδεάτες αξιωματικούς— ο πρώτος είχε πάρει ήδη θέση εναντίον των κινημάτων. Πράγματι, στις 25 Ιανουαρίου 1918, στη Λαμία όπου είχε μεταβεί ύστερα από την εκδήλωση κινήματος κατά της επιστράτευσης, είχε χαρακτηρίσει ως πράξη προδοτική όχι μόνον κάθε ενέργεια, αλλά και κάθε σκέψη που δεν θα έτεινε στην ενίσχυση του πολέμου. Η στάση βέβαια αυτή του Αλέξανδρου δεν ήταν αποδεκτή από τον πατέρα του, ο οποίος λίγες μέρες μετά έστειλε εντολή (Ποτηρόπουλος) : «Να μην εκτίθεται δημόσια υπέρ του Βενιζέλου, ως είχε πράξει εις κάποιαν συγκέντρωσιν που είχε λάβη χώραν εις Λαμίαν, αν δεν με απατά η μνήμη».

Για τα πολλά κινήματα, είτε υποκινούμενα από φιλοβασιλικούς στρατιωτικούς, είτε αυθόρμητα κατά της αντιδημοφιλούς επιστράτευσης, υπάρχουν πολλές μαρτυρίες αξιωματικών με συμμετοχή σ’ αυτά (θετική ή αρνητική). Λείπει όμως —βάσει των μέχρι σήμερα διαθέσιμων στοιχείων— η τεκμηρίωση της εξέλιξης ενός ή περισσότερων στασιασικών φιλοβασιλικών κινημάτων της περιόδου από τη σχεδίασή του στην Ελβετία και τη Γερμανία μέχρι την εκδήλωσή του σε ελληνικό στρατόπεδο. Οι μαρτυρίες Παπακώστα και —δευτερευόντως— Ποτηρόπουλου προσθέτουν μια ψηφίδα για μια τέτοια τεκμηρίωση.

Ο Δημήτριος Στ. Φεσσάς είναι διπλωματούχος πολιτικός μηχανικός του Πολυτεχνείου της Αθήνας (1961) και υδραυλικός μηχανικός του Πανεπιστημίου της Grenoble (1966). Εργάστηκε επί μισό περίπου αιώνα ως ελεύθερος επαγγελματίας, μελετητής υδραυλικών δημοσίων έργων. Είναι συγγραφέας της πραγματείας “1918 – 1920. Η υπόθεση του δευτέρου υποβρυχίου. Ένα επεισόδιο της εποχής του Διχασμού”, Αθήνα, εκδόσεις Καπόν, 2016.

 

Ιωάννης Σαραντίδης: Ξένοι στρατιώτες στην υπηρεσία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (4ος – 6ος αι.)

 Ιωάννης Σαραντίδης

Ξένοι στρατιώτες στην υπηρεσία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (4ος – 6ος αι.)

Η ένταξη ξένων στρατιωτών στον αυτοκρατορικό στρατό της πρώιμης βυζαντινής περιόδου αποτέλεσε μια εκ των κορυφαίων εσωτερικών διαδικασιών και επιλογών του Βυζαντινού κράτους κατά τους 4ο – 6ο αι. Η κεντρική διοίκηση της αυτοκρατορίας ευνόησε τη μαζική πρόσληψη «βαρβάρων» πολεμιστών στους βυζαντινούς σχηματισμούς μάχης κατά την περίοδο 324-565, προκειμένου να ενισχύσει τη στρατιωτική της ισχύ. Η συγκεκριμένη διαδικασία υποδηλώνεται γενικότερα στη σύγχρονη έρευνα ως «εκβαρβαρισμός» (αγγλ. Barbarization, γερμ. Barbarisierung) ή ειδικότερα «γερμανοποίηση» (αγγλ. Germanization, γερμ. Germanisierung)· με αυτούς τους περιγραφικούς όρους τονίζεται η αυξημένη παρουσία πολεμιστών από τα γερμανικά φύλα του Ρήνου και του Δούναβη στις ένοπλες δυνάμεις της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Για την επίτευξη της στρατιωτικής σύμπραξης και την ευχερή στρατολόγηση, η βυζαντινή ηγεσία συνδεόταν μέσω επίσημων συνθηκών με λαούς και κράτη πέρα από τα σύνορα της αυτοκρατορίας, με μικρότερες ομάδες προσφύγων που επιζητούσαν να μετοικήσουν στη αυτοκρατορία και, σπανιότερα, ακόμη και με επιδρομείς. Οι γραπτές πηγές όμως είναι δυστυχώς ασαφείς σχετικά με τους όρους αυτών των συμφωνιών. Ο λατινικός όρος foedus ή ο ελληνικός σπονδαί χρησιμοποιούνταν για να δηλώσουν γενικά την επίσημη συμφωνία του Ρωμαϊκού και έπειτα του Βυζαντινού κράτους με οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος, είτε επρόκειτο για συνθήκη μεταξύ μερών που ήλθαν σε συμφωνία επί ίσοις όροις (= ισοβαρής συνθήκη, λατ. foedera aequa) είτε επρόκειτο για συνθήκη που προήλθε μετά από τη στρατιωτική επικράτηση της αυτοκρατορίας και υποταγή (λατ. deditio) των εχθρών της (= ετεροβαρής συνθήκη, λατ. foedera iniqua)1. Στην περίπτωση της στρατιωτικής επικράτησης η κεντρική εξουσία υποχρέωνε κατά κανόνα τους ηττημένους λαούς να παράσχουν ένοπλα τμήματα για τις στρατιωτικές ανάγκες της αυτοκρατορίας. Οι πηγές όμως δεν παραδίδουν τις ακριβείς υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών, όπως (για παράδειγμα) εάν οι ξένες επικουρίες θα ελάμβαναν από το κρατικό ταμείο χρήματα, εφόδια, εξοπλισμό κ.ά.

Προσφορά δώρων από ξένους απεσταλμένους στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄, ανάγλυφο από τον Οβελίσκο του Θεοδοσίου Α΄ στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης (4ος αι.) – Πηγή: φωτογραφικό αρχείο κ. Θ. Κορρέ

Κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο οι κύριες πηγές στρατολόγησης βαρβάρων ήταν τρεις: Οι ξένοι εισέρχονταν για υπηρεσία στον αυτοκρατορικό στρατό κυρίως ως εθελοντές με σκοπό να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσης τους ή για να ξεφύγουν από τις κακουχίες, την ανασφάλεια, την εξαθλίωση ή ακόμα τις διώξεις στον τόπο καταγωγής τους. Επιπρόσθετα, το Βυζαντινό κράτος αντλούσε ανθρώπινο δυναμικό για την επάνδρωση των στρατιωτικών μονάδων του από τις ξένες πληθυσμιακές ομάδες που εγκαταστάθηκαν εντός της αυτοκρατορικής επικράτειας, όπως συνέβαινε με τις κοινότητες των laeti και gentiles, των dediticii ή των αιχμαλώτων πολέμου. Παράλληλα, η εδαφική επέκταση του Βυζαντίου στη Δύση, μέσω των κατακτητικών ή ανακτητικών πολέμων (reconquista) του Ιουστινιανού Α΄ (527-565), συνετέλεσε στην ενίσχυση των βυζαντινών στρατευμάτων και με επίστρατους από τους προσφάτως υποταχθέντες ξένους πληθυσμούς (βλ. σχετικά κατωτέρω).

Οι ξένοι από τις παραπάνω πηγές στρατολόγησης κατατάσσονταν μεμονωμένα ή μαζικά για μόνιμη θητεία στους σχηματισμούς μάχης του βυζαντινού στρατού υπό τις διαταγές αυτοκρατορικού αξιωματούχου και ήταν ενταγμένοι πλήρως στην πολεμική μηχανή του Βυζαντίου. Βάρβαροι με καθεστώς υπηρεσίας μακράς διάρκειας μαρτυρούνται στις βυζαντινές μονάδες του στρατού κρούσης (λατ. comitatenses) και των συνοριακών στρατευμάτων (λατ. limitanei) των 4ου και 5ου αι. ή στους λεγόμενους αριθμούς, τους καταλόγους και τα νέα έφιππα φοιδερατικά σώματα του 6ου αι., καθώς επίσης και στην ανακτορική φρουρά των λεγόμενων Παλατινών σχολών (λατ. scolae palatinae)2.  Επιπρόσθετα, ξένοι υπηρέτησαν στις προσωπικές ένοπλες ακολουθίες (bucellarii3) των αυτοκρατορικών αξιωματούχων ή των πλούσιων γαιοκτημόνων, όπως οι Ούννοι και οι Γότθοι στα τέλη του 4ου και τον 5ο αι., ή οι Αρμένιοι και οι Πέρσες τον 6ο αι.

Οι γεωγραφικές «δεξαμενές» προέλευσης των ξένων στρατιωτιών, οι οποίοι εισέρχονταν τελικά στις τάξεις των αυτοκρατορικών δυνάμεων, ήταν κυρίως τρεις: (α) οι περιοχές που εκτείνονταν αμέσως μετά το ανατολικό / ασιατικό σύνορο του κράτους (τουτέστιν από τον Καύκασο στα βόρεια μέχρι την Ερυθρά Θάλασσα στα νότια)· (β) οι περιφέρειες που βρίσκονταν βορείως του υδάτινου και πολιτικού συνόρου του Δούναβη καθώς και η βορειοανατολικότερη ρωσική στέπα έως τις βόρειες ακτές του Ευξείνου Πόντου· (γ) οι περιοχές της Δύσης, ειδικότερα η δυτική λεκάνη της Μεσογείου και η βορειοδυτική Ευρώπη.

Από τις σημαντικότερες πληθυσμιακές ομάδες της Ανατολής που παρείχαν σταθερά στρατιώτες στο βυζαντινό στρατό ήταν οι λαοί του Καυκάσου. Οι Αρμένιοι ιδιαίτερα κατείχαν εξέχουσα θέση μεταξύ των ξένων στρατιωτών καθ’ όλη τη διάρκεια της πρώιμης βυζαντινής περιόδου. Κατά τον 4ο αι. επαρχιώτες που προέρχονταν από τους συμπαγείς αρμενικούς πληθυσμούς του Πόντου, της Καππαδοκίας και της Μεσοποταμίας «κατέκλυσαν» τις συνοριακές μονάδες, ελαφρού πεζικού και ιππικού, που διοικούσε ο αυτοκρατορικός στρατιωτικός διοικητής dux Armeniae· αποτέλεσμα της ενσωμάτωσής τους ήταν η μετέπειτα «θωράκιση» της Μικράς Ασίας από τις επιδρομές των φύλων του Καυκάσου αλλά και των Περσών. Κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού Α΄ το αρμενικό στοιχείο αυξήθηκε κατακόρυφα και γενικότερα στο βυζαντινό στρατό· μάλιστα, τα τμήματα που επανδρώνονταν αποκλειστικά από Αρμενίους διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην άμυνα του βόρειου τομέα του ανατολικού συνόρου του κράτους αλλά και στους επεκτατικούς πολέμους του Βυζαντίου στη Δύση (κυρίως στην Ιταλία και τη βορειοδυτική Αφρική). Κατά την ίδια περίοδο μαρτυρούνται και στρατιώτες από τους πιο ολιγάριθμους λαούς του Καυκάσου, όπως οι Ίβηρες ή Τζάνοι, Λαζοί και Αβασγοί, ιδιαίτερα μετά την ενσωμάτωση των ηγεμονιών τους στον εδαφικό κορμό του Βυζαντίου κατά τη μακρά περίοδο διακυβέρνησης του Ιουστινιανού.

Το βυζαντινο-περσικό σύνορο και οι λαοί της Ανατολής στις αρχές του 7ου αι. – Πηγή: http://www.iranpoliticsclub.net/maps/maps06/index.htm

Αξιόλογη παρουσία στον αυτοκρατορικό στρατό μαρτυρείται όμως και για τα αραβικά φύλα της συριακής ερήμου. Τα τελευταία ενίσχυσαν το δύσκολο έργο της άμυνας των τομέων του ανατολικού συνόρου (στη Συρία, τη Μεσοποταμία και την Παλαιστίνη) από τις επιδρομές των Σασανιδών Περσών και των συμμάχων τους Λαχμιδών Αράβων· έτσι, συνέχισαν τη μακραίωνη παράδοση συνεργασίας των Αράβων νομάδων με την αυτοκρατορία, η απαρχή της οποίας χρονολογείται ήδη στη ρωμαϊκή εποχή. Ιδιαίτερα με την ενοποίηση της διοίκησης τους υπό την ηγεσία των Γασσανιδών του Αρέθα από τον Ιουστινιανό Α΄ (τέλη της δεκαετίας του 520), τα αραβικά φύλα συνέβαλαν καθοριστικά στην εδαφική ακεραιότητα και την επικράτηση του Βυζαντίου στην Ανατολή κατά τις μείζονες συγκρούσεις με τους Πέρσες4. Παράλληλα, οι «αστικοποιημένοι» αραβικοί επαρχιακοί πληθυσμοί της Συρίας και της Παλαιστίνης επάνδρωσαν μαζικά τις τοπικές συνοριακές μονάδες, κυρίως ελαφρού πεζικού και ιππικού, συντελώντας έτσι στην προστασία των ανατολικών επαρχιών από πάσης φύσεως εχθρική επιβουλή. Εξέχουσα θέση κατείχαν όμως και οι Πέρσες εξόριστοι που κατέφυγαν στη βυζαντινή επικράτεια. Οι τελευταίοι εντάχθηκαν κυρίως σε σχηματισμούς βαρέως ιππικού (clibanarii, clibanariis agittarii) του 4ου αι., κατά μίμηση των αντίστοιχων περσικών. Έτσι, συνέβαλλαν στην αναβάθμιση του ρόλου του ιππικού στην έκβαση των πολεμικών αναμετρήσεων έναντι του κυρίαρχου μέχρι τότε πεζικού αλλά και στη συνολική εξέλιξη της επιχειρησιακής τακτικής του βυζαντινού στρατού κατά τους 5ο και 6ο αι.5

Σημαντικό ήταν όμως και το πλήθος των σωμάτων του αυτοκρατορικού στρατού που επανδρώθηκαν από λαούς του Δούναβη και της ρωσικής στέπας κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο. Από τους λαούς αυτούς διακρίνονταν κυρίως οι γερμανικής καταγωγής Γότθοι στον κάτω Δούναβη, ιδιαίτερα από τις τελευταίες δεκαετίες του 4ου αι. και εξής, οι Έρουλοι και οι Γεπίδες στον άνω Δούναβη κατά τον 6ο αι. καθώς επίσης και τα ουννικά / τουρανικά φύλα της ρωσικής στέπας και του κάτω Δούναβη κατά τους 5ο και 6ο αι. Τα τελευταία μάλιστα άσκησαν, μαζί με τους Πέρσες (βλ. ανωτέρω), σημαντική επίδραση στο βυζαντινό στρατό: οι συγκρούσεις με τους νομάδες της στέπας βαθμιαία συνετέλεσαν στην αύξηση της σημασίας του ιππικού, ιδιαίτερα των τμημάτων ιπποτοξοτών, αλλά και στη γενικότερη εξέλιξη της επιχειρησιακής τακτικής και του εξοπλισμού των αυτοκρατορικών δυνάμεων6. Μικρότερη παρουσία μαρτυρείται και από γερμανικά φύλα του άνω Δούναβη, των Ταϊφάλων και Κουάδων (4ος αι.) αλλά και των Σκίρων και Ρούγων (5ος αι.)· επίσης, από τα ιρανικά φύλα των Σαρματών και Αλανών (4ος και 5ος αι.)· τέλος, από τα σλαβικά φύλα των Σκλαβηνών και Αντών του κάτω Δούναβη (6ος αι.). Οι πολεμιστές και τα σώματα από τους λαούς της Χερσονήσου του Αίμου και της ρωσικής στέπας διακρίθηκαν κυρίως στην άμυνα του παραδουνάβιου συνόρου της αυτοκρατορίας· συμμετείχαν όμως και στις πολεμικές επιχειρήσεις του βυζαντινού στρατού σε άλλα μέτωπα, όπως το ανατολικό σύνορο ή την Ιταλία.

Η διοικητική οργάνωση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και οι βαρβαρικοί λαοί πέρα από τα σύνορα κατά το έτος θανάτου του Θεοδοσίου Α΄ (395) – Πηγή: https://undevicesimus.deviantart.com/art/The-Roman-Empire-AD-395-466568534

Στρατιώτες και μόνιμοι σχηματισμοί μάχης από τους λαούς της Δύσης μαρτυρούνται σε δύο χρονικές περιόδους, τον 4ο και τον 6ο αι. Κατά τον 4ο αι. στις στρατιωτικές διοικήσεις της Βυζαντινής αυτοκρατορίας εμφανίζονται μονάδες των γερμανικών φύλων των Φράγκων, των Αλαμανών και των συγγενών τους Ιουθούγγων, των Σαξόνων και Anglii, των Βανδάλων, του κελτικού φύλου των Atecotti και του αφρικανικού φύλου των Μαυρουσίων. Το μεγαλύτερο μέρος των μονάδων αυτών εντάχθηκαν στα συνοριακά στρατεύματα των ανατολικών επαρχιών από Ρωμαίους αυτοκράτορες του 3ου αι. (Γαλλιηνό, Αυρηλιανό, Διοκλητιανό), ενώ σημαντικό ποσοστό από αυτές εντάχθηκε στον στρατό κρούσης (comitatenses) του Βυζαντίου, ως ενίσχυση του δυτικού τμήματος από τους αυτοκράτορες (π.χ. τους Ιουλιανό και Βαλεντινιανό Α΄). Οι μονάδες αυτές διατήρησαν τον αμιγή εθνικό τους χαρακτήρα μέχρι περίπου τα τέλη του 4ου αι., οπότε με τη διοικητική (σε ανώτερο επίπεδο) «διαίρεση» της αυτοκρατορίας σε δυτικό και ανατολικό τμήμα σταμάτησε η εισροή ξένων από τη Δύση στις αυτοκρατορικές δυνάμεις του ανατολικού τμήματος. Οι στρατιώτες από τη Δύση επανεμφανίστηκαν στο βυζαντινό στρατό κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Ιουστινιανού Α΄. Μετά την κατάλυση του Βανδαλικού βασιλείου (534), οι ηττημένοι Βάνδαλοι και Μαυρούσιοι συγκρότησαν τμήματα πεζικού και ιππικού αντίστοιχα και εντάχθηκαν στις αυτοκρατορικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Το Βυζάντιο και τα βαρβαρικά κράτη της Δύσης (476) – Πηγή: https://undevicesimus.deviantart.com/art/The-end-of-the-Western-Roman-Empire-AD-476-481124076

Αξιωματούχοι με καταγωγή από τους εκτός συνόρων λαούς σταδιοδρόμησαν στο βυζαντινό στρατό, απέκτησαν σημαντική πολιτική επιρροή στο αυτοκρατορικό επιτελείο και διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα της πρώιμης βυζαντινής περιόδου. Κορυφαίες περιπτώσεις βαρβάρων αξιωματούχων είναι εκείνες του ικανού Βανδάλου magister militum Στηλίχωνα επί Θεοδοσίου Α΄ (379-395) και του διαδόχου του Ονωρίου στα τέλη του 4ου και στις αρχές του 5ου αι., του Αλανού Άσπαρα επί Θεοδοσίου Β΄, Μαρκιανού και Λέοντoς Α΄ τον 5ο αι. και του διακεκριμένου Αρμένιου στρατηγού ευνούχου Ναρσή επί Ιουστινιανού Α΄ τον 6ο αι.

Η βυζαντινή reconquista επί Ιουστινιανού Α΄ και οι βαρβαρικοί λαοί (527-565) – Πηγή: https://undevicesimus.deviantart.com/art/The-Eastern-Roman-Empire-AD-527-565-491648322

Ιδιαιτέρως σημαντική εξέλιξη κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο (πιο συγκεκριμένα από τις τελευταίες δεκαετίες του 4ου αι. και εξής) ήταν η δημιουργία των βαρβαρικών φοιδερατικών σωμάτων. Ξένοι λαοί εγκαταστάθηκαν εντός της αυτοκρατορικής επικράτειας κατόπιν ειδικής συμφωνίας (foedus) των ηγεμόνων τους με τον αυτοκράτορα. Βασικές υποχρεώσεις τους υπήρξαν η παροχή στρατιωτικών σωμάτων για τη συνοριακή άμυνα αλλά και η συμμετοχή τους στις εκστρατείες του βυζαντινού στρατού σε μέτωπα απομακρυσμένα από τον εκάστοτε τόπο εγκατάστασης τους. Οι ξένοι φοιδεράτοι ελάμβαναν καλλιεργήσιμες γαίες στις συνοριακές περιοχές, δώρα, εξοπλισμό, ανεφοδιασμό (λατ. annona foederatica) και χρήματα. Οι παροχές καθορίζονταν δια της συμφωνίας που σύναπταν οι φοιδεράτοι με την αυτοκρατορία. Οι ίδιοι διατηρούσαν τον οπλισμό και τις τακτικές μάχης τους, διέθεταν σχετική πολιτική αυτονομία εντός της αυτοκρατορίας, ενώ παραμένει ασαφές εάν το κράτος τους παραχωρούσε πολιτικά δικαιώματα και το λεγόμενο connubium, δηλαδή το δικαίωμα σύναψης νόμιμου γάμου. Παράλληλα, οι φοιδεράτοι ηγέτες – πολέμαρχοι έπαιρναν τα διάσημα της εξουσίας τους από τον αυτοκράτορα και τις περισσότερες φορές διορίζονταν σε υψηλές θέσεις της στρατιωτικής ιεραρχίας ή ελάμβαναν τιμητικούς τίτλους της αυτοκρατορικής αυλής7. Από τα παραπάνω στοιχεία καθίσταται σαφές ότι οι φοιδεράτοι αποτέλεσαν νέα κατηγορία μόνιμων μονάδων, πλήρως ενταγμένων στο βυζαντινό στρατό.

Σημαντικότερη περίπτωση φοιδεράτων ήταν εκείνη των Γότθων μετά τη βυζαντινο-γοτθική συνθήκη ειρήνης του 382 (επί Θεοδοσίου Α΄). Οι Γότθοι φοιδεράτοι (Βησιγότθοι του Αλάριχου, Γότθοι του Γαϊνά, Γότθοι της Θράκης του Θεοδώριχου Στραβού και Οστρογότθοι του Θεοδωριχου Αμαλού) διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο (συνήθως αρνητικό) στα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα τόσο του ανατολικού όσο και του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας κατά τους 4ο και 5ο αι. Στο χώρο της Ανατολής φοιδερατικό καθεστώς απέκτησαν διάφορα αραβικά φύλα, όπως οι Τανουκίδες τον 4ο αι., οι Σαλιχίδες, οι ομάδες του Ασπέβετου και του Αμόρκεσου τον 5ο αι., και οι Γασσανίδες και Κινδίτες τον 6ο αι.· επίσης, οι άνδρες που υπηρετούσαν στις αρμενικές περιφέρειες Βελαβιτηνή, Σοφηνή, Αντζιτηνή, Ιγκιληνή και Σοφανηνή στη βόρεια Μεσοποταμία στα τέλη του 4ου αι. καθώς επίσης και οι Λαζοί ηγεμόνες στον Καύκασο κατά τον 5ο αι.

Κατά τον 6ο αι. τα φοιδερατικά σώματα εξελίχθηκαν, σύμφωνα με μαρτυρία του Προκοπίου,  σε μικτά επίλεκτα τμήματα βαρβάρων και Βυζαντινών υπηκόων, αν και το ξένο στοιχείο (ιδιαίτερα οι Γότθοι και οι Έρουλοι) συνέχισε να κυριαρχεί· τη διοίκηση τους ανέλαβε μάλλον ο κόμης των φοιδεράτων (λατ. comes foederatorum)8. Παράλληλα, οι λαοί που είχαν καθεστώς παρόμοιο με εκείνο των φοιδεράτων των 4ου και του 5ου αι. αποκαλούνται στις πηγές σύμμαχοι ή ένσπονδοι9. Δεν ενσωματώθηκαν όμως όλοι οι λαοί που απέκτησαν το καθεστώς των συμμάχων στις δομές του Βυζαντινού κράτους. Για παράδειγμα, οι Λογγοβάρδοι στον άνω Δούναβη κατά τη δεκαετία του 540 έγιναν μεν σύμμαχοι του Βυζαντίου, αλλά η ηγεμονία τους  παρέμεινε ουσιαστικά πολιτικώς ανεξάρτητη.

Από την εξέταση της ένταξης ξένων στρατιωτικών σωμάτων διαφαίνεται και η συμβολή του εκάστοτε αυτοκράτορα στον «εκβαρβαρισμό» του βυζαντινού στρατού. Η πολιτική στρατολόγησης ξένων εγκαινιάστηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο (306/24-337) κατά τις πρώτες δεκαετίες του 4ου αι. Ο τελευταίος στηρίχθηκε κυρίως στα βαρβαρικά φύλα της δυτικής Ευρώπης (κυρίως τους Φράγκους και Αλαμανούς) για να νικήσει τους αντιπάλους του (Μαξέντιο, Λικίνιο), ακολουθώντας έτσι την αντίστοιχη πολιτική των προκατόχων του Τετραρχών αυτοκρατόρων (Διοκλητιανού και Κωνστάντιου Χλωρού)10. Την ίδια πολιτική συνέχισαν όμως και οι διάδοχοι του Κωνσταντίνου επιστρατεύοντας πολεμιστές από λαούς που συνόρευαν με τις επικράτειες της δικαιοδοσίας τους. Στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας ο Ιουλιανός και ο Βαλεντινιανός Α΄ ενέταξαν λ.χ. στις στρατιωτικές τους δυνάμεις Φράγκους, Αλαμανούς, Σάξονες, Anglii και Atecotti κατά το β´ μισό του 4ου αι. Στο ανατολικό τμήμα ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος Β΄ (337-361) συγκρότησε αρκετούς σχηματισμούς κατάφρακτου ιππικού με Πέρσες πολεμιστές, ενώ ο Βάλης (364-378) στρατολόγησε μάλλον αρκετά νέα τμήματα Καυκασίων (Αρμενίων, Ιβήρων και Τζάνων). Παράλληλα, οι Τανουκίδες Άραβες επί Ιουλιανού (361-363) και Βάλεντος (364-378) συμμετείχαν ενεργά τόσο στις επιχειρήσεις του βυζαντινού στρατού εναντίον των Περσών όσο και σε εκστρατείες πέρα από το ανατολικό σύνορο, όπως για παράδειγμα στη Θράκη εναντίον των Γότθων το 378. Παρόλ’ αυτά όμως το συνολικό ποσοστό των ξένων πολεμιστών και σωμάτων έως τότε μάλλον δεν υπήρξε μεγάλο. Μέχρι τη δεκαετία του 370 η μεγάλη πλειονότητα των στρατιωτών του δυτικού και του ανατολικού τμήματος προερχόταν δηλαδή από τους επαρχιακούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας.

Ούννοι σε μάχη με τους Αλανούς. Γκραβούρα της δεκαετίας του 1870 – Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CF%8D%CE%BD%CE%BD%CE%BF%CE%B9#/media/File:Hunnen.jpg

Η είσοδος των ξένων στο βυζαντινό στρατό έλαβε μαζικές διαστάσεις κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄ (379-395). Οι τρομακτικές απώλειες που είχαν ήδη υποστεί οι Βυζαντινοί (= Ρωμαίοι της Ανατολής) από τους Γότθους κατά την καταστροφική για τους ίδιους μάχη της Αδριανούπολης (9 Aυγούστου 378) και άλλες συγκρούσεις ανάγκασαν τον Θεοδόσιο να προσλάβει ή να επιστρατεύσει πολυπληθή σώματα ξένων πολεμιστών, προκειμένου να καταστήσει και πάλι αξιόμαχα τα αυτοκρατορικά στρατεύματα. Γότθοι, Ούννοι, Αλανοί από το Δούναβη, Αρμένιοι και Ίβηρες από τον Καύκασο πλαισίωσαν τις βυζαντινές δυνάμεις κατά τις εκστρατείες του Θεοδοσίου στην Ιταλία εναντίον των σφετεριστών Μάξιμου και Ευγενίου. Ξένοι εξακολούθησαν να υπηρετούν στις αυτοκρατορικές δυνάμεις και κατά τις βασιλείες των Αρκαδίου, Θεοδοσίου Β΄, Μαρκιανού, Λέοντος Α΄ και Ζήνωνος από τη δεκαετία του 390 και κατά το μεγαλύτερο διάστημα του 5ου αι. Οι πηγές αναφέρονται σε Γότθους και Ούννους από τη Χερσόνησο του Αίμου αλλά και σε Αρμένιους και Άραβες από την Ανατολή.

Η ορδή των Ούννων εν κινήσει – Πηγή: http://eclass31.weebly.com/iotasigmatauomicronrho943alpha-epsilon900—beta900-epsilonnu972tauetataualpha.html#.Wfweg9Vl_IU

Πλήθος νέων ξένων στρατιωτών εντάχθηκε στο βυζαντινό στρατό και κατά τον 6ο αι. Ο αυτοκράτορας Αναστάσιος Α΄ (491-518) στηρίχθηκε στους Έρουλους, τους Αρμένιους και τα νεοεμφανιζόμενα αραβικά φύλα των Γασσανιδών και των Κινδιτών για την αντιμετώπιση των εξωτερικών και εσωτερικών αντιπάλων του. Αποκορύφωμα όμως της μαζικής στρατολόγησης ξένων αποτέλεσε η μακρά περίοδος διακυβέρνησης του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α΄ (527-565). Οι συνεχείς πολεμικές συγκρούσεις σε Ανατολή, Χερσόνησο του Αίμου και Δύση καθώς και ο μεγάλος λοιμός τη δεκαετία του 540, ο οποίος αποδεκάτισε τους επαρχιακούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας, συνετέλεσαν στην ολοένα και μεγαλύτερη επιστράτευση σωμάτων και πολεμιστών από τους λαούς του λεγόμενου barbaricum. Αυτή την περίοδο μαρτυρούνται τμήματα Αρμενίων, Τζάνων, Λαζών, Γασσανιδών Αράβων και Περσών από το ανατολικό σύνορο· επίσης, Ερούλων και Γεπιδών, Σκλαβηνών και Αντών, Πρωτοβούλγαρων και άλλων ουννικών / τουρανικών φύλων  από το Δούναβη και τη μετέπειτα ρωσική στέπα (π.χ. Σαβείρων Ούννων, Ούννων Κριμαίας κ.ά.)· τέλος, Οστρογότθων, Βησιγότθων, Βανδάλων και Μαυρουσίων από τα βαρβαρικά βασίλεια της δυτικής λεκάνης της Μεσογείου.

Συνοψίζοντας: κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο (κυρίως από τα τέλη του 4ου αι. και εξής) μεγάλο ποσοστό των στρατιωτών του αυτοκρατορικού στρατού προερχόταν από τους πληθυσμούς πέρα από τα σύνορα της Ρωμανίας (Βυζαντίου). Η κεντρική εξουσία της αυτοκρατορίας ανέπτυξε στενές σχέσεις με τους εκτός συνόρων λαούς, στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει τη στρατιωτική τους σύμπραξη στους αναρίθμητους και πολυμέτωπους πολέμους αυτής της περιόδου. Παρά τις μεγάλες καταστροφές που προξένησαν κυρίως οι Γότθοι, μέσω (και) των ξένων στρατιωτών η βυζαντινή ηγεσία πέτυχε να προσαρμόσει τις ένοπλες δυνάμεις της στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα και να ανταπεξέλθει στις δύσκολες περιστάσεις που δημιούργησαν οι λεγόμενες «μεταναστεύσεις των λαών», ενώ παράλληλα κατάφερε να επεκταθεί εδαφικά τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση.

Ο Ιωάννης Σαραντίδης είναι υποψήφιος διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ

Παραπομπές

  1. E. Chrysos, Legal Concepts and Patterns for the Barbarian’ Settlement on Roman Soil, στο E. Chrysos – A. Schwarcz (επιμ.), Das Reich und die Barbaren [Veröffentlichungen des Instituts für Österreichische Geschichtsforschung 29], Wien / Köln 1989, σ. 18-19. – P. Heather, Foedera and Foederati of the Fourth Century, στο T. Noble (επιμ.), From Roman Province to Medieval Kingdoms, London / NewYork 2006, σ. 244-245.
  2. Για την οργάνωση του αυτοκρατορικού στρατού κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο, βλ. A. H. M. Jones, The Later Roman Empire 284-602. A Social, Economic and Administrative Survey, τ. II, Oxford 1964, σ. 608-610, 613-614, 621, 649-654. – Ι. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους. Τόμος πρώτος (324-565 μ.Χ.), Θεσσαλονίκη 51995, σ. 622-628.
  3. Γ. Α. Λεβενιώτης, Οbsequentes – privatum obsequium – Οbsequium – Obsequioν – Οpsicion – Οψίκιον. Η εξέλιξη ενός τεχνικού όρου και η πρώιμη περίοδος του «θέματος» Οψικίου, στο Θ. Κορρές – Πολύμνια Κατσώνη – Ι. Λεοντιάδης – Α. Γκουτζιουκώστας (επιμ.), ΦΙΛΟΤΙΜΙΑ. Τιμητικός τόμος για την ομότιμη καθηγήτρια Αλκμήνη Σταυρίδου-Ζαφράκα, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 361-410, ειδικά 389 κ.ε.
  4. Προκόπιος, Υπέρ των πολέμων λόγοι, έκδ. J. Haury, Procopii Caesariensis Opera Omnia, τ. I (De bello Persico), Lipsiae 1913, 4-304. Addenda et corrigenda adiecit G. Wirth I, Leipzig 1962, 1.17.47.
  5. Grosse, Römische Militärgeschichte von Gallienus bis zum Beginn der Byzantinischen Themenverfassung, Berlin 1920, σ. 254-256. – Καραγιαννόπουλος, ό.π., σ. 639-640. – Λεβενιώτης, ό.π.
  6. Ι. Σαραντίδης, Η βυζαντινή πολιτική της ενσωμάτωσης ξένων λαών στη Χερσόνησο του Αίμου (450-491): προτάσεις ερμηνείας των αυτοκρατορικών πολιτικών στόχων, Βυζαντιακά 33 (2016) 37-54, ειδικά σ. 47, σημ. 24.
  7. Ενδεικτικά, βλ. Ε. Κ. Χρυσός, Το Βυζάντιον και οι Γότθοι.Συμβολή εις την εξωτερικήν πολιτικήν του Bυζαντίου κατά τον δ΄ αιώνα, Θεσσαλονίκη 1972, σ. 146-166. – P. Heather, Goths and Romans 332-489, Oxford 1994, σ. 158-165.
  8. Προκόπιος, ό.π., τ. I: De belloVandalico, 305-552. Addenda et corrigenda G. WirthI, Leipzig 1962, 1.11.3-4, και, τ. II: De bello Gothico, Lipsiae 1913. Addenda et corrigenda G. Wirth ΙI, Leipzig 1963, 7.33.13. – Codex Justinianus, έκδ. P. Krüger [CJC 2], Berlin 1877, ανατ. Dublin / Zürich 1970, 1.5.12, εδάφιο 17 (a. 527). Για τον κόμητα των φοιδεράτων, βλ. Jones, ό.π., σ. 665. – Καραγιαννόπουλος, ό.π., σ. 636.
  9. Καραγιαννόπουλος, ό.π., σ. 636.
  10. Ζώσιμος, Νέα Ιστορία, έκδ. F. Paschoud, Histoire Nouvelle, τ. I-ΙΙΙ [CUF], Paris 1971-1989, 2.15.1.

 Επιπρόσθετη βιβλιογραφία

  • Adontz, Armenia in the Period of Justinian. The Political Conditions based on the Naxarar System, αγγλ. μτφρ. N. Garsoïan, Lisbon 1970
  • Altheim, Geschichte der Hunnen. Band 1-5, Berlin 1959-1962
  • C. Blockley, East Roman Foreign Policy. Formation and Conduct from Diocletian to Anastasius, Leeds 1992
  • S. Burns, Rome and the Barbarians 100 B.C.-A.D. 400, Baltimore/London 2003
  • Curta (επιμ.), Borders, Barriers and Ethnogenesis. Frontiers in Late Antiquity and Middle Ages [Studies in Early Middle Ages 12], Turnhout 2005
  • Curta (επιμ.), Neglected Barbarians, Turnhout 2010
  • Dignas / E. Winter, Rome and Persia in Late Antiquity, Cambridge 2007
  • Elton, Warfare in Roman Europe, AD 350-425, Oxford 1996
  • Goffart, Barbarian Tides: the Migration Age and the Later Roman Empire, Philadelphia 2006
  • Hoffmann, Das spätrömische Bewegungsheer und die Notitia Dignitatum. Ι-ΙΙ [Epigraphische Studien 7], Düsseldorf 1969-1970
  • Γ. Καλαφίκης, Η οργάνωση του ύστερου ρωμαϊκού στρατού (260-395). Σχηματισμοί μάχης – διοίκηση – οχυρώσεις – αμυντική στρατηγική [ανέκδοτη διδακτορική διατριβή], ΑΠΘ 2008
  • H. W. G. Liebeschuetz, Barbariansand Bishops. Army, Church, and State in the Age of Arcadius and Chrysostom, Oxford 1990
  • J. Maenchen-Helfen, The World of the Huns. Studies in their History and Culture, Berkeley / Los Angeles / London 1973
  • Σ. Πατούρα-Σπανού, Χριστιανισμός και παγκοσμιότητα στο πρώιμο Βυζάντιο: από τη θεωρία στην πράξη [Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Ινστιτούτο Βυζαντινών Σπουδών. Μονογραφίες 10], Αθήνα 2008
  • Ι. Σαραντίδης, Βαρβαρικοί λαοί και βυζαντινή εξωτερική πολιτική στον Δούναβη (450-491): μια νέα ερμηνευτική θεώρηση, Βυζαντινά 34 (2015-2016) 189-215
  • Shahid, Byzantium and Arabs in the Fourth Century, Washington 1984
  • Shahid, Byzantium and Arabs in the Fifth Century, Washington 1989
  • Shahid, Byzantium and Arabs in the Sixth Century. I.1: Political and Military History, Washington 1995
  • Southern – K. R. Dixon, The Late Roman Army, New Haven/London 1996
  • L. Teall, The Barbarians in Justinian’s Armies, Speculum 40.2 (1965) 294-332
  • Sarantis – N. Christie (επιμ.), War and Warfare in late Antiquity. Current Perspectives [Late Antique Archaeology 8], Leiden / Boston 2013