Skip to main content

Η ταυτότητα των Ελλήνων της Σικελίας

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος

Η ταυτότητα των Ελλήνων της Σικελίας[1]

 

Ξυδόπουλος 2
Χάρτης της Αρχαίας Σικελίας

Θέμα αυτού του άρθρου αποτελούν οι διαφορετικές αναγνώσεις του όρου Σικελιῶται στα ιστοριογραφικά κείμενα της περιόδου από τον πέμπτο έως και τον πρώτο αιώνα π.Χ. Η προσπάθεια που καταβλήθηκε είχε ως εφαλτήριο την πρόσφατα διατυπωμένη άποψη ότι (με βάση κυρίως το κείμενο του Θουκυδίδη), «εάν πράγματι ικανοποιούν τον ορισμό μιας εθνικής ομάδας, παρά κάποιου άλλου είδους συλλογικής ταυτότητας, οι Σικελιῶται ίσως αποτελούν περίπτωση εθνογένεσης».[2] Δόθηκε επίσης βαρύτητα στη δικαιολόγηση των εκάστοτε αναγνώσεων, με βάση το πολιτικό κυρίως πλαίσιο στο οποίο αναφέρεται ή δρα ο ίδιος ο ιστοριογράφος. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι θεωρούμε αναχρονιστική την απόδοση οποιωνδήποτε εθνικών χαρακτηριστικών στον όρο Σικελιῶται, καθώς οι νεώτεροι όροι έθνος και εθνικός μόνον συμβατικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε ό,τι αφορά φαινόμενα της αρχαιότητας.

Οι Έλληνες, προκειμένου να αναφερθούν στα όσα είχαν διαδραματισθεί σε εποχές που χάνονταν στα βάθη του χρόνου, χρησιμοποιούσαν τη λέξη ἀρχαιολογία. Αντικείμενό της ήταν η περιγραφή ιστοριών, των οποίων οι συνθήκες ήταν αδιευκρίνιστες. Η ανθρωπότητα νοούνταν ως μία περίπλοκη συλλογή διαφορετικών λαών[3] με αποτέλεσμα την ανάπτυξη της συγκριτικής εθνογραφίας.[4] Στο πλαίσιο αυτό, λαοί οι οποίοι σχετίζονταν με την αποικιακή δραστηριότητα των Ελλήνων βρέθηκαν σχεδόν αναγκαστικά στο επίκεντρο της έρευνας. Η Σικελία και η προϊστορία της δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν εξαίρεση: Η ἀρχαιολογία του σικελικού  αποικισμού καλύπτεται επαρκέστατα από τις ελληνικές πηγές. Στο έκτο βιβλίο του (6.1.2-2.6), ο Θουκυδίδης αναφέρεται εκτενώς στην παρουσία προελληνικών πληθυσμών στη Σικελία. Αποφεύγει επιμελώς να ασχοληθεί με τα όσα ανήκουν στη μυθολογική σφαίρα και αφορούν την παρουσία στο νησί Κυκλώπων και Λαιστρυγόνων. Σχολιάζει σχετικά ότι θα πρέπει οι αναγνώστες του να αρκεστούν σε όσες πληροφορίες αντλούνται για αυτούς τους μυθικούς κατοίκους του νησιού από τους ποιητές, διαχωρίζοντας έτσι τη θέση του από το μυθῶδες. Ωστόσο, δεν αποφεύγει την αναφορά στην προϊστορία, καθώς στη συνέχεια περνά στην απαρίθμηση των λαών που πιστοποιημένα εγκαταστάθηκαν στη Σικελία, ξεκινώντας από τους Σικανούς. Ο Θουκυδίδης διασκεδάζει την αντίληψη περί αυτοχθονίας τους, με την πληροφορία ότι αυτοί ήλθαν από την Ιβηρική χερσόνησο διωγμένοι από τους Λίγυες και εγκαταστάθηκαν στη δυτική πλευρά του νησιού, όπου μπορούσε να τους συναντήσει κανείς ως τις μέρες του.[5] Στην άφιξη των Σικανών οφείλεται και η μετονομασία του νησιού από Τρινακρία[6] σε Σικανία. Ως δεύτεροι άποικοι του νησιού, αναφέρονται από τον Θουκυδίδη ορισμένοι Τρώες πρόσφυγες, οι οποίοι μετά την άλωση της πόλης τους εγκαταστάθηκαν στη Σικανία, σε περιοχή γειτονική προς εκείνη των Σικανών, και πήραν το όνομα Έλυμοι. Ανάμεσα στις ελυμιακές πόλεις που ιδρύθηκαν συγκαταλέγονταν ο Έρυκας και η Έγεστα. Στο σημείο αυτό, ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι μαζί με τους Τρώες ήλθε στο νησί και μια ομάδα Φωκέων, οι οποίοι χάθηκαν στον δρόμο του γυρισμού από την Τροία και κατέληξαν στις σικανικές ακτές. Την τρίτη ομάδα αποίκων αποτελούν οι πολυάριθμοι και πολεμοχαρείς Σικελοί, οι οποίοι περαιώθηκαν στο νησί από την Ιταλία, κυνηγημένοι από τους Οπικούς.[7] Η άφιξή τους στη Σικανία συνοδεύτηκε από συγκρούσεις με τους Σικανούς τους οποίους και νίκησαν, απωθώντας τους στις νότιες και δυτικές περιοχές του νησιού, το οποίο πλέον ονομαζόταν Σικελία. Ο Θουκυδίδης προβαίνει και σε μία χρονολογική επισήμανση, όταν γράφει ότι όλα αυτά έγιναν περίπου τριακόσια χρόνια πριν από την άφιξη των Ελλήνων αποίκων. Τελευταίος βάρβαρος λαός ο οποίος αναφέρεται από τον ιστορικό και συγκαταλέγεται στους κατοίκους της Σικελίας ήταν οι Φοίνικες, οι οποίοι αρχικά κατοικούσαν σε ολόκληρο το νησί, σταδιακά όμως περιορίστηκαν στη Μοτύη, τον Σολόεντα και τον Πάνορμο, κοντά στα εδάφη των Ελύμων.

Στο αποσπασματικά σωζόμενο έργο του Ελλάνικου, οι πληροφορίες που παρέχονται αφορούν κυρίως τους Σικελούς: σύμφωνα με αυτές, επρόκειτο για το ιταλικό φύλο των Αυσόνων, το οποίο εκδιώχθηκε από τους Ιάπυγες και, υπό την ηγεσία του βασιλέα τους, Σικελού, κυριάρχησαν σε ολόκληρο το νησί.[8]

Ο ελληνικός αποικισμός της Σικελίας ξεκίνησε κατά το δεύτερο ήμισυ του όγδοου αιώνα.[9] Πρώτοι οι Χαλκιδείς ίδρυσαν τη Νάξο, με επικεφαλής τον Θεοκλή. Στη συνέχεια, ιδρύθηκαν οι Συρακούσες από Κορινθίους, οι Λεοντίνοι και η Κατάνη από τον Θεοκλή, ενώ αρκετά αργότερα ο Ακράγας από Ροδίους αποίκους (γύρω στο 600 ή 580 π.Χ.). Στην περίπτωση των Συρακουσών, ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι οι Σικελοί που κατοικούσαν στο παρακείμενο νησάκι εκδιώχθηκαν από τους Έλληνες αποίκους (6.2). Η σύγκρουση με τους ιθαγενείς συνεχίστηκε και στην περίπτωση των Λεοντίνων, είναι όμως η τελευταία φορά που ο Θουκυδίδης αναφέρεται σε παρόμοιο περιστατικό. Έκτοτε, προφανώς, η συμβίωση Ελλήνων και Σικελών δεν εμφάνισε ιδιαίτερα προβλήματα, καθώς θα πρέπει να υποθέσουμε ότι είχε αρχίσει να επέρχεται η σταδιακή αφομοίωση των τελευταίων από τους πρώτους, χωρίς να εκλείψουν οι όποιες «επαρχιωτικής αποχρώσεως»[10] διαφοροποιήσεις.

Ξυδοπουλος 4
Ο αρχαίος Έλληνας ιστορικός Θουκυδίδης.

Είναι γνωστό και έχει διατυπωθεί από τον γράφοντα και από άλλη θέση,[11] ότι οι Περσικοί Πόλεμοι αποτέλεσαν την κύρια, όχι όμως και τη μοναδική αιτία της ελληνικής πρόσληψης του βαρβάρου.[12] Έκτοτε, το να είσαι Έλληνας απέκτησε και μία πολιτική χροιά, η οποία προστέθηκε στην ήδη υπάρχουσα ιδεολογικο-πολιτιστική. Ο διαλλακτικός και ανεκτικός απέναντι στους ξένους λαούς Ηρόδοτος ήταν, κατά παράδοξο τρόπο, εκείνος που καθόρισε με τον περίφημο ορισμό του τα «κριτήρια» της ελληνικότητας, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στη δημιουργία ορίων μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων. Στο έργο του Θουκυδίδη είναι πιο εμφανείς οι επιπτώσεις αυτής της οριοθέτησης, μολονότι το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται και οι δύο προαναφερθέντες  ιστορικοί είναι σχεδόν το ίδιο.

Το στοιχείο που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη μας είναι ότι οι Έλληνες της κυρίως Ελλάδας του πέμπτου αιώνα σκανδαλίζονταν από τις διαστάσεις που είχε προσλάβει η επιμειξία μεταξύ ελληνικών και μη ελληνικών πληθυσμών.[13] Οι πολλές και ποικίλες εκφράσεις αυτής της δυσφορίας που απαντώνται στις γραμματειακές πηγές της περιόδου, ωστόσο, δεν αποτελούν το κύριο αντικείμενο της παρούσας εργασίας. Σε ό,τι αφορά την κατάσταση που επικρατούσε ειδικότερα στη Σικελία, μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι, από τα τέλη του τέταρτου αιώνα, η σύνθεση μεταξύ του γηγενούς στοιχείου και του ελληνικού είχε συντελεσθεί πλήρως,[14] άποψη την οποία ασφαλώς ενίσχυσαν πριν από πολλές δεκαετίες τα αρχαιολογικά δεδομένα.[15] Η αντίθεση μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων στο νησί είχε πλέον ατονήσει, εξαιτίας αφενός της έντονης ελληνικής επιρροής και αφετέρου της αφομοιωτικής διάθεσης που προφανώς επεδείκνυαν οι εγχώριοι κάτοικοι.[16] Υπό την έννοια αυτή, είχε διαμορφωθεί μία συλλογική «σικελιωτική» ταυτότητα στον τέταρτο αιώνα. Αυτό δεν ίσχυε όμως στους χρόνους του Θουκυδίδη.

Σαφώς, στην περίπτωση των αποικιών, η δημιουργία της ταυτότητας πηγάζει από διαμάχες και συναγωνισμό και με τους ντόπιους βαρβάρους και ανάμεσα στις διάφορες ελληνικές κοινότητες.Ήταν, επίσης, αυτονόητη σχεδόν η συνεκδοχική δημιουργία μίας αποικιακής ταυτότητας, στην υπό εξέταση περίπτωση εκείνης του Σικελιώτη Έλληνα.   Είναι ένα παράδειγμα δημιουργίας ταυτότητας “συσσωμάτωσης / συναναστροφής” κατά τον J. Hall. [17] Η εμπειρία που απέκτησαν οι Έλληνες με τον αποικισμό έχει σημασία για την αποκρυστάλλωση μια αντιθετικής έννοιας ταυτότητας. Τα όρια του ελληνικού κόσμου συμπεριελάμβαναν τη Σικελία και τη νότια Ιταλία, παρόλο που εντός των ορίων αυτών υπήρχαν και βάρβαροι. Ωστόσο, η επαφή με τους δυτικούς «Άλλους» συνέβη πολύ νωρίτερα από τους Περσικούς πολέμους και δεν θα ήταν σωστό να στηριχθεί στο γεγονός αυτό μία άποψη περί δημιουργίας μιας χωριστής ταυτότητας Σικελιωτών ή της αρχής μιας διαδικασίας διαφοροποίησης των Σικελιωτῶν από τους άλλους Έλληνες, η οποία ξεκινά μαζί με τον αποικισμό και παράλληλα με τον εξελληνισμό και την αφομοίωση των γηγενών Σικελών.[18]

Ο όρος Σικελιῶται απαντάται για πρώτη φορά στον Θουκυδίδη. Μολονότι στον Ηρόδοτο βρίσκουμε μία φορά τον παράλληλο όρο Ἰταλιῶται, όταν ο ιστορικός αναφέρεται στους Έλληνες της Σικελίας, κάνει λόγο για «Έλληνες που ζουν στη Σικελία».[19] Οπωσδήποτε, έναν παράγοντα καθορισμού της ταυτότητας των Σικελιωτῶν αποτέλεσαν οι Σικελοί και οι άλλοι γηγενείς κάτοικοι της Σικελίας, η παρουσία των οποίων συνέβαλε στη δημιουργία της ελληνικής αποικιακής ταυτότητας των Σικελιωτῶν. Ο Θουκυδίδης διαχωρίζει τους μη ελληνικούς πληθυσμούς της Σικελίας σε ἔθνη, με βάση την επικράτεια και τους μύθους καταγωγής. Οι Σικελοί, οι Σικανοί και οι Έλυμοι θεωρούνται ξεχωριστές ταυτότητες, αλλά συλλογικά είναι βάρβαροι, οι οποίοι αντιδιαστέλλονται τόσο προς τους Σικελιώτες και τους Ιταλιώτες αλλά και προς τους Έλληνες της κυρίως Ελλάδος. Θα ήταν ωστόσο λανθασμένο να δεχθούμε ότι ο διαχωρισμός αυτός συνεπάγεται και ότι οι Σικελιώτες αποτελούσαν διαφορετική «εθνική» ομάδα από τους Έλληνες.[20] Απλώς, οι πρώτοι αποτελούν ένα υποσύνολο του γενικότερου συνόλου των Ελλήνων και θα πρέπει να αποκλεισθεί οποιαδήποτε διαδικασία «εθνογένεσης». Έγινε ήδη νύξη για την ύπαρξη ενός κοινού πολιτισμικού πλαισίου, το οποίο καθιστούσε απαγορευτική οποιαδήποτε «εθνική» διαφοροποίηση. Όπως φανερώνουν τα αρχαιολογικά δεδομένα άλλωστε, κατά την περίοδο που είχε προηγηθεί της ρωμαϊκής κατακτήσεως, το σύνολο της σικελικής χώρας ήταν κατατμημένο σε αυτόνομους ή ημιαυτόνομους πολιτικούς οργανισμούς. Υπό την έννοια αυτή, οι Σικελιῶται αποτελούσαν για τον Θουκυδίδη ό,τι και οι Πελοποννήσιοι: μία ομάδα Ελλήνων οι οποίοι κατοικούσαν σε ένα μωσαϊκό πόλεων[21] και καθορίζονταν απλώς από συγκεκριμένα γεωγραφικά όρια.

Πρόσφατα διατυπώθηκε η άποψη ότι, εκτός από τις γνωστές εθνοτικές κατηγορίες που αναφέρει ο Θουκυδίδης και που χρησιμοποιούνται και στις κοινότητες της κυρίως Ελλάδας, ένα διαφορετικό είδος ελληνικής ταυτότητας δημιουργήθηκε σε αυτό το πλαίσιο: αυτή των Ελλήνων αποίκων της Σικελίας.[22] Η ταυτότητα αυτή εκφράζεται σε ένα χωρίο του Θουκυδίδη που αναφέρεται στο συμβούλιο αντιπροσώπων των ελληνικών πόλεων της Σικελίας που συγκεντρώθηκε στη Γέλα, το 424. Ο Ερμοκράτης απευθύνεται στο ακροατήριό του αποκαλώντας τους «Σικελιώτες», τους οποίους παροτρύνει να σκεφτούν το συμφέρον τους έναντι των Αθηναίων με την ιδιότητα αυτή και όχι ως πολίτες ξεχωριστών πόλεων ή διαφορετικών «εθνών». Τονίζει ότι «… Είμαστε όλοι μας γείτονες και σύνοικοι σε μία χώρα, στο μέσο της θάλασσας, αποκαλούμενοι όλοι με ένα όνομα: Σικελιῶται…».[23] Ο Ερμοκράτης αναφέρει επομένως τα κριτήρια της ελληνικής ταυτότητας των ακροατών του: το εθνοτικό ή φυλετικό (π.χ. Δωριείς ή Ίωνες), το πολιτικό ή αστικό (ως Αθηναίοι ή Συρακούσιοι) και το ότι είναι νησιώτες που μοιράζονται μια χώρα που περιτριγυρίζεται από θάλασσα. Εμφανίζεται και μία αυτονόητη αντίθεση μεταξύ των Ελλήνων κατοίκων της Σικελίας (Σικελιώτας) προς τους αυτόχθονες κατοίκους (Σικελοί). Οι άποικοι αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους και ως Σικελιώτες. Ο Ερμοκράτης τους παρακινεί να δώσουν προτεραιότητα σε αυτή την ταυτότητά τους. Ιδιαίτερη σημασία για την πρόσληψη των Σικελιωτών από την πλευρά ειδικότερα των Αθηναίων της εποχής του Θουκυδίδη έχει η άποψη που εκφράζεται από τον Αλκιβιάδη: στον απαντητικό του λόγο προς τον Ερμοκράτη, δηλώνει ότι οι πληθυσμοί των πόλεων της Σικελίας είναι μεικτοί και δεν έχουν τα μέσα να προστατέψουν την πατρίδα τους. Επιπλέον, είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τις πόλεις τους και να γίνουν πρόσφυγες αλλού, σε περίπτωση που τα πράγματα δεν εξελιχθούν όπως επιθυμούν. Ο πληθυσμός των Ελλήνων της Σικελίας χαρακτηρίζεται με τη φράση ὄχλοις ξυμμείκτοις πολυανδροῦσιν (6.17). Αυτοί οι όροι σαφώς προδίδουν «την αναγνώριση χωριστής ελληνικής και γηγενούς ταυτότητας», αλλά οπωσδήποτε όχι και «μια υβριδική ταυτότητα λόγω του συνδυασμού των δύο».[24] Για να προχωρήσουμε λίγο περισσότερο τη σκέψη μας, ίσως ενυπάρχει στα λόγια του Αλκιβιάδη κάποιος υπαινιγμός σχετικά με την κατωτερότητα των βαρβαρικών πληθυσμιακών στοιχείων που βρίσκονταν στις σικελικές πόλεις ή τη δειλία που αυτοί οι πληθυσμοί θα επεδείκνυαν σε περίπτωση ένοπλης σύγκρουσης. Ο Ερμοκράτης και ο Αλκιβιάδης χρησιμοποιούν έννοιες κατοίκησης και τόπου διαμονής (οἰκειῶται), καθώς και συγγένειας εξ αίματος (συγγένεια). Σε άλλο σημείο (4.64.3), ο Ερμοκράτης λέει ότι οι Έλληνες της Σικελίας είναι ἐνοικοῦντες και ἀστυγείτονες και ότι υπάρχει μία φυσική εχθρότητα μεταξύ Αθηναίων και Σικελιωτών, κατά τον ίδιο τρόπο που οι Ίωνες και οι Δωριείς είναι φυσικοί εχθροί. Η έννοια οἰκειῶται είναι συχνά κάτι πιο περίπλοκο από μια παραλλαγή της εξ αίματος συγγένειας. Στον κόσμο των αποικιών είναι μια κατάσταση που ανταγωνίζεται τη συγγένεια. Ως μέλη αυτής της ομάδας, θα έπρεπε να κάνουν αμοιβαίες παραχωρήσεις, όπως ακριβώς θα έκαναν τα μέλη της ίδιας εθνότητας. Τα λόγια του Νικία το 415 π.Χ. ότι, εάν οι Σικελιῶται ενώνονταν υπό την ηγεμονία των Συρακουσών, θα είχαν μία ἀρχὴν σαν αυτή των Αθηνών, προσδίδουν και μία πολιτική διάσταση στην ταυτότητα των Σικελιωτών.

Υποστηρίχθηκε ότι ο Ερμοκράτης προσπάθησε να εισαγάγει μία νέα ταυτότητα και πατρίδα σε αντίθεση με τις παλαιές εθνότητες, Δωριείς και Ίωνες. Απέναντι στην κοινή απειλή, αυτή η νέα ταυτότητα θα έπρεπε να υπερισχύσει έναντι άλλων εθνικών, πολιτικών ή αστικών ταυτοτήτων και συμφερόντων.[25] Ωστόσο, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι, στο πλαίσιο ενός λόγου που στόχευε στη θετική για τον ομιλητή και την παράταξη που αυτός πρέσβευε επιρροή του ακροατηρίου του, παρόμοιες εκφράσεις είναι αναμενόμενες και δεν παραπέμπουν αναγκαστικά στη δημιουργία μιας χωριστής «εθνικής» ομάδας. Όπως σωστά υποστήριξε ο Hornblower, όλοι οι Έλληνες στη Σικελία είναι οικείοι που ζουν μαζί (σύνοικοι) και όλοι αποκαλούνται με το ίδιο όνομα (Σικελιῶταιι), ενώ τα λόγια του Αλκιβιάδη προδίδουν και τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα των ελληνικών πόλεων της Σικελίας.[26] Θεωρούμε ότι αυτή είναι και η σωστή άποψη. Ο όρος Σικελιῶται στον Θουκυδίδη δεν περιλαμβάνει όλους τους κατοίκους (Έλληνες και μη) του νησιού. Ανεξάρτητα από τη χροιά που αποδίδει στον όρο ο Ερμοκράτης για λόγους πολιτικούς και όχι εθνοτικούς, ο Θουκυδίδης φαίνεται να έχει διαχωρίσει με σαφήνεια τις διαφορετικές εθνότητες, καθώς κάνει λόγο για Σικελούς, Σικελιώτες[27] και βαρβάρους.[28] Επιπλέον, η προαναφερθείσα φράση του ιστορικού στο 6.17 δηλώνει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο τη διαφορετική εθνολογική σύσταση του πληθυσμού των πόλεων της Σικελίας. Ο Θουκυδίδης δεν προχωρά σε μία γενίκευση σχετικά με τον όρο Σικελιῶται, γιατί απλώς κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε στην εποχή του.

Δεκάδραχμο, περίοδος Αγαθοκλή 317-311 π.Χ.
Δεκάδραχμο, περίοδος Αγαθοκλή 317-311 π.Χ.

Μία διαφορετική ανάγνωση του όρου Σικελιῶται συναντούμε από τον τέταρτο αιώνα κεξ. Η πολιτική ιστορία του νησιού συνδέεται πλέον με τους εκεί τυράννους, οι οποίοι κυριάρχησαν στο πολιτικό σκηνικό. Παράλληλα, οι συγκρούσεις με τους Καρχηδονίους ενίσχυσαν αναπόφευκτα την ελληνική συνείδηση των κατοίκων της Σικελίας. Την ίδια στιγμή και σε θεωρητικό επίπεδο, οι τρόποι της προσλήψεως του Άλλου, οι οποίοι είχαν δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια του πέμπτου αιώνα, εν μέρει ενισχύθηκαν από τις πολιτικές θεωρίες του τετάρτου αιώνα. Η εμπειρία του Πελοποννησιακού πολέμου ενίσχυσε το εθνικό συναίσθημα των Ελλήνων και τους οδήγησε στη διατύπωση της θεωρίας ότι οι βάρβαροι ήταν οι φυσικοί εχθροί των Ελλήνων, επομένως η υποδούλωσή τους ήταν φυσική.[29] Αυτές οι απόψεις ήταν ευρέως αποδεκτές καθώς αντιστοιχούσαν στις προκαταλήψεις του μέσου Έλληνα.[30] Ήταν επομένως σχεδόν αναμενόμενη η ενδυνάμωση του ελληνικού αυτοσυναισθήματος και στις δυτικές παρυφές του ελληνικού κόσμου, η οποία εκφράστηκε με τη συσπείρωση όλων των Ελλήνων κατοίκων της Σικελίας πίσω από τον όρο Σικελιῶται, ιδιαίτερα έχοντας ως δεδομένη τη συνεχή καρχηδονιακή παρουσία στο νησί. Την αντίληψη αυτή συναντάμε στον άμεσο διάδοχο του Θουκυδίδη, τον Ξενοφώντα, ο οποίος σε ένα και μοναδικό εδάφιο στα Ἑλληνικὰ γράφει ότι οι Καρχηδόνιοι, έχοντας ηττηθεί από τους Συρακοσίους στη μάχη, κυρίευσαν την πόλη του Ακράγαντος, ἐκλιπόντων τῶν Σικελιωτῶν τὴν πόλιν. Η ιδιαίτερη αναφορά στους Συρακοσίους αφορά στην παρουσία του τυράννου και τον ηγετικό ρόλο της πόλης, παρά στην εθνοτική διαφοροποίησή τους από τους υπόλοιπους Σικελιώτες.[31] Άλλωστε, οι Συρακούσες ήταν κορινθιακή αποικία.

Στον τέταρτο αιώνα, επίσης, ο Έφορος σημειώνει σχετικά με τη μάχη της Ιμέρας (480 π.Χ.) ότι ο τύραννος της Γέλας, Γέλων, με 200 πλοία, 2000 ιππείς και 10000 πεζούς στρατιώτες κατήγαγε περηφανή νίκη εναντίον των Καρχηδονίων, καθιστώντας ελεύθερους όχι μόνον τους Σικελιώτες αλλά και ολόκληρη της Ελλάδα.[32] Είναι ξεκάθαρο ότι για τον Έφορο αλλά και τους Έλληνες του τετάρτου αιώνα, ο όρος Σικελιῶται αφορά το σύνολο των κατοίκων της Σικελίας, οι οποίοι προφανώς θεωρούνται Έλληνες. Αλλά και για τον Θεόπομπο, ο όρος Σικελιώτης φαίνεται να αποτελεί ένα υποσύνολο του γενικότερου όρου Ἓλλην, με μία συγκεκριμένη γεωγραφική χροιά, όπως ακριβώς και ο όρος Σπαρτιάτης. Αυτό διαφαίνεται στη μία από τις δύο συνολικά αναφορές στον όρο Σικελιώτης στο έργο του.[33] Τέλος, στο πέρασμα από τον τέταρτο στον τρίτο αιώνα, θα πρέπει να αναφερθούμε και στον Τίμαιο (FGrHist 566), ο οποίος συνέγραψε το πρώτο ολοκληρωμένο έργο για τη Δύση γενικά και τη Ρώμη ειδικότερα, βασιζόμενος, ίσως, στον Λύκο από το Ρήγιο.[34] Δυστυχώς, η αποσπασματικότητα του έργου του δεν μπορεί να μας οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με τη χρήση του όρου Σικελιῶται. Τμήμα του, το οποίο αφορά και στην προϊστορία της Σικελίας, σώζεται στον Διόδωρο.

Ξυδόπουλος 1
Το αρχαίο θέατρο των Συρακουσών.

Ο ρόλος του καρχηδονιακού στοιχείου αλλά και η σύγκρουση των Καρχηδονίων με τη Ρώμη ήταν ασφαλώς οι παράμετροι οι οποίες καθόρισαν αποφασιστικά την ανάπτυξη μιας συλλογικής, τοπικής, σικελιώτικης συνείδησης, ιδιαίτερα κατά τον τρίτο αιώνα. Μετά την αποτυχημένη εκστρατεία και την αποχώρηση του Πύρρου (276), οι Καρχηδόνιοι είχαν δημιουργήσει μία αρκετά μεγάλη σφαίρα επιρροής, η οποία συνόρευε με το κράτος του Συρακουσίου βασιλιά Ιέρωνος και των συμμάχων του.[35] Όταν το 264 ξεκίνησε η πρώτη σύγκρουση Ρωμαίων και Καρχηδονίων, η Σικελία κατέστη το κυριότερο θέατρο του πολέμου. Η συνθήκη φιλίας και συμμαχίας του Ιέρωνος με τους Ρωμαίους (263/2) έβγαλε το βασίλειό του από το επίκεντρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Η κατάσταση άλλαξε δραματικά από τον δεύτερο Καρχηδονιακό πόλεμο (ξεκίνησε το 218), καθώς οι καταστροφές που υπέστη το νησί ήταν τρομακτικές. Το 210, ο Ρωμαίος στρατηγός ύπατος Μάρκος Ουαλέριος Λαιβίνος προέβη στην πρώτη συστηματική οργάνωση της επαρχίας Σικελίας. Έκτοτε, η Σικελία αποτελούσε τμήμα του ρωμαϊκού κράτους.

Στο πλαίσιο αυτό, εντάσσονται και τα ιστοριογραφικά έργα του προαναφερθέντος Τίμαιου και του Διοδώρου. Ο Διόδωρος ξεκινά την αφήγησή του αναφερόμενος στα όσα μυθολογούνται παρὰ τοῖς Σικελιώταις. Θεωρεί μάλιστα ως απαραίτητη την παράθεση πληροφοριών σχετικά με τους πρώτους κατοίκους της Σικελίας, τους Σικανούς, δεδομένης της σύγχυσης που υπήρχε για το φύλο αυτό στους προγενέστερούς του συγγραφείς. Δέχεται την άποψη του Τίμαιου,[36] ο οποίος υπήρξε και η βασική του πηγή για την ιστορία των ετών 480-289/8, ότι οι Σικανοί ήταν αυτόχθονες κάτοικοι του νησιού και όχι άποικοι προερχόμενοι από την Ιβηρική χερσόνησο. Η πρώτη, για τον Διόδωρο, φάση αποικισμού της Σικελίας είχε πρωταγωνιστές τους Σικελούς, οι οποίοι πέρασαν τα στενά που χωρίζουν το νησί από την Ιταλία, εγκαταστάθηκαν στις εγκαταλελειμένες από τους Σικανούς περιοχές και στη συνέχεια ήλθαν σε συχνές συγκρούσεις μαζί τους, καθώς εποφθαλμιούσαν τα εδάφη των Σικανών και επιθυμούσαν την προς δυσμάς επέκτασή τους. Τελευταίοι έφθασαν στη Σικελία οι Έλληνες, οι οποίοι αποίκισαν αρχικά τις παράλιες περιοχές, όπου κτίστηκαν και οι πόλεις τους. Η επιμειξία με τους Έλληνες και το πλήθος των Ελλήνων αποίκων που ήλθαν στο νησί οδήγησε, σύμφωνα πάντα με τον Διόδωρο, τους ντόπιους (Σικανούς και Σικελούς) στη γνώση της ελληνικής γλώσσας και την υιοθέτηση των ελληνικών ηθών και εθίμων, με αποτέλεσμα να αλλάξουν τη βάρβαρον διάλεκτον καθώς και την προσηγορίαν τους και να ονομασθούν Σικελιῶται.[37]

Ο Διόδωρος αποτέλεσε πρόσφατα αντικείμενο μελέτης, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στις πηγές του.[38] Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η έρευνα ήταν ότι για σημαντικά θέματα ο Διόδωρος βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στα όσα αναπαρήγε, δίχως να προχωρά σε κριτική ανάλυση των δεδομένων του.[39] Ωστόσο, μολονότι και το δικό του έργο δεν σώθηκε πλήρες, είμαστε σε θέση να εξάγουμε πιο βέβαια συμπεράσματα σχετικά με τη χρήση του όρου Σικελιώτης. Αυτός απαντάται σε 86 εδάφια και έχει παντού την ίδια έννοια: ως Σικελιῶται νοούνται οι κάτοικοι της Σικελίας στο σύνολό τους. Αυτονόητο είναι ότι πρόκειται για τους Έλληνες κατοίκους του νησιού και όχι για τους Καρχηδονίους ή τους Ρωμαίους, οι οποίοι πάντοτε, επίσης, διαχωρίζονται με τα αντίστοιχα εθνικά τους επίθετα. Αξιοσημείωτη είναι η απουσία του εθνικού επιθέτου Σικελός, γεγονός το οποίο έρχεται σε πλήρη συμφωνία με τα όσα εκτέθηκαν ως τώρα.

Από την άλλη, η χρήση τού, σχεδόν μυθικού, παρελθόντος από τους δύο (ή τρεις, εννοώντας και τον Λύκο) ιστορικούς αποσκοπεί στην επινόηση της συνέχειας: τόσο ο Τίμαιος όσο και ο Διόδωρος είναι Σικελιῶται. Γράφουν, επίσης, σε περιόδους έντονης αντιπαράθεσης των Ελλήνων είτε προς τα φοινικικά φύλα είτε προς τους Ρωμαίους. Επομένως, ήταν αναμενόμενη η προσπάθειά τους αφενός να θεμελιώσουν την ύπαρξη αυτόχθονων φύλων στη Σικελία και αφετέρου να θεωρήσουν ότι ο εξελληνισμός της Σικελίας είχε συντελεσθεί σε μία πρώιμη περίοδο. Από την αναδρομή τους στην προϊστορία και τη χρήση της μυθολογίας γίνεται φανερό ότι και οι τρεις θα πρέπει να αναφέρονταν σε ένα ακροατήριο συμπατριωτών τους και όχι μόνον ο Διόδωρος.[40] Η παραπάνω παρατήρηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία εάν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η Σικελία αποτέλεσε πολλές φορές το κύριο θέατρο επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια των Καρχηδονιακών πολέμων και βρισκόταν ανάμεσα σε δύο αλλόφυλους –ως προς τους Έλληνες- ανταπαιτητές της. 

Είναι γνωστό ότι η ταυτότητα εξαρτάται από καταστάσεις. Το παράδειγμα της χρήσης του όρου Σικελιῶται είναι αντιπροσωπευτικό. Οι διάφορες φάσεις της ιστορικής πορείας των κατοίκων της Σικελίας δεν αποτελούν αιτίες δημιουργίας εθνικών χαρακτηριστικών. Η πρόσληψη μιας κοινής ταυτότητας των Σικελιωτών, επομένως, καθορίζεται από συγκυριακά αίτια. Ο όρος Σικελιῶται απηχεί για τον Θουκυδίδη περισσότερο μία γεωγραφική, παρά μία εθνοτική πρόσληψη. Αρχικά, πρόκειται για τους Έλληνες αποίκους του νησιού, οι οποίοι βρίσκονται σε καταφανή αντίθεση προς τους αυτόχθονες. Ωστόσο, η απειλητική εμφάνιση των Αθηνών φαίνεται να δημιουργεί πρόσκαιρα μία συλλογική σικελική ταυτότητα. Αυτό γίνεται εμφανές στους επόμενους αιώνες, όταν οι Έλληνες κάτοικοι του νησιού συνενώνονται με το γηγενές στοιχείο, προκειμένου να αντιμετωπισθεί ένας άλλος κοινός εχθρός του συνόλου των κατοίκων του νησιού, η Καρχηδόνα. Στην ιστοριογραφία αρχίζει να διαφαίνεται αυτή η συνένωση, καθώς εγκαταλείπονται, πλέον, οι αναφορές στους Σικελούς και όλοι οι κάτοικοι νοούνται με το συλλογικό όνομα Σικελιῶται. Η Ρώμη, αποτέλεσε τον τρίτο, τελευταίο και επιτυχή επίδοξο εισβολέα του νησιού κατά την Αρχαιότητα. Η χρήση, κατά τη ρωμαϊκή ρεπουμπλικανική περίοδο, του όρου «Siculus» σήμαινε είτε τον αυτόχθονα είτε τον Έλληνα Σικελιώτη, καθώς οι Ρωμαίοι δεν ενδιαφέρονταν για τη διάκριση, επιβεβαιώνοντας έτσι τον τοπικό και όχι τον «εθνικό» χαρακτήρα του όρου. 

Ξυδόπουλος 6
Ο Ιωάννης Ξυδόπουλος είναι Επίκουρος Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ

Βιβλιογραφία

  1. Antonaccio, ‘Ethnicity and Colonization’, στο Irad Malkin (επιμ.) Ancient Perceptions of Greek Ethnicity, Cambridge, Massachusetts and London 2001, 112-157.

H.C. Baldry, The Unity of Mankind in Greek Thought, Cambridge 1965. 

  1. Cartledge, The Greeks: A Portrait of Self and Others. Cambridge 1993 (ελλ. μτφ. 2002).
  2. Cartledge, “‘We are all Greeks’? Ancient (especially Herodotean) and Modern Contestations of Hellenism”, BICS 40.2 (1995).

Μ.Β. Χατζόπουλος, Ο Ελληνισμός της Σικελίας κατά την Ρωμαιοκρατία (περίοδος 264-44 π.Χ.), Αθήνα 1976.

T.J. Dunbabin, The Western Greeks, Oxford 1948.

H.-J. Gehrke, ‘Myth, history and collective identity: uses of the past in Ancient Greece and beyond’, στο N. Luraghi (επιμ.), The Historian’s Craft in the Age of Herodotus, Oxford  2001, 286-313.

  1. Hall, Inventing the Barbarian. Greek Self-definition through Tragedy, Oxford 1989.
  2. M. Hall, Ethnic Identity in Greek Antiquity, Cambridge 1997.

J.M. Hall, Hellenicity: Between Ethnicity and Culture, Chicago 2002.

  1. Harrison (επιμ.), Greeks and Barbarians, Edinburgh 2002.
  2. Hartog, The Mirror of Herodotus. The Representation of the Other in the Writing of History (tr. J. Lloyd), Berkeley-Los Angeles 1988.
  3. Hornblower (επιμ.), Greek Historiography, Oxford 1994.
  4. Hornblower, Thucydides and Pindar. Historical Narrative and the World of Epinikian Poetry, Oxford 2004.
  5. Lesky, Geschichte der griechischen Literatur, München 1971 (ελλ. μτφ. Θεσσαλονίκη 19853).
  6. Marincola, Greek Historians: Greece and Rome. New Surveys in the Classics No 31. Oxford 2001.
  7. Meister, Der Neue Pauly 3 (1997), s.v. “Diodoros’, n. 18, 592-594.
  8. Momigliano, Alien Wisdom: The Limits of Hellenization, Cambridge 1975 (ελλ. μτφ. Αθήνα 1998).
  9. Nippel, ‘The Construction of the “Other”’, στο T. Harrison (επιμ.), Greeks and Barbarians, Edinburgh 2002, 278-310.
  10. Olshausen, Der Neue Pauly 11 (2001), 505, s.v. “Sicilia”.
  11. Roussel, Les siciliens entre les Romains et les Carthaginois, Paris 1970.
  12. Vetter, RE 18.2 (1942), 1543-1567, s.v. “Osci”.

  13. I. Xydopoulos, “The Thracian image in Herodotus and the Rhetoric of Otherness”, Proceedings of the Mediterranean Crossroads Conference (MCC): New Trends in the Study of the Mediterranean and its history at the onset of the 21st century, 10-13 May 2005, Athens-Oxford 2007, 594-603.

Παραπομπές

[1] Η πλήρης μορφή του άρθρου δημοσιεύτηκε στην ΕΓΝΑΤΙΑ 11 (2007), 9-18;

[2] Antonaccio 2001, 120-121.

[3] Baldry 1965, 17. Marincola 2001, 14. Gehrke 2001, 298-300.

[4] E. Hall 1989, 75.

[5] Θουκ. 6.2.2-6.6.3.

[6] Σχετικά με την ονομασία του νησιού σε Τρινακρία και τη σχέση με την ομηρική Θρινακία (βλ. Ομήρου Οδ. λ 107, μ 12), βλ. Olshausen 2001, 505.

[7] Για την ετυμολογία του ονόματος των Οπικών και την ταύτισή τους με το φύλο των Οσκίων, βλ. Vetter 1942, 1543-1567.

[8] FGrHist 4, F 79a79
74-84

.

[9] Πλήρης αναφορά στον Θουκυδίδη 6.3-5.

[10] Dunbabin 1948, 191.

[11] Xydopoulos 2007, 594.

[12] Harrison 2002, 3. Cartledge 1995, 79. Momigliano 1975 [1998]. Cartledge 1993 [2002], 67. Hall 1997, 7 κεξ.. Hartog 1988, 375.

[13] Χατζόπουλος 1976, 20-21.

[14] Χατζόπουλος 1976, 19-20. Dunbabin 1948, 190-192.

[15] Βλ. τα σχετικά άρθρα στο Κokalos 8 (1962). Χατζόπουλος 1976, 19-21.

[16] Dunbabin 1948, 189· Χατζόπουλος 1976, 19-21.

[17] Hall 1997, 20-33.

[18] Antonaccio 2001, 116.

[19] Ηροδ. 4.15· 6.17.

[20] Antonaccio 2001, 120-121.

[21] Roussel 1970, 39-40.

[22] Antonaccio 2001, 114-116.

[23] Θουκ. 4.64.3.

[24] Antonaccio 2001, 120.

[25] Antonaccio 2001, 114-121.

[26] Hornblower 2004, 201.

[27] Θουκ. 7.32.2.

[28] Θουκ. 7.57.11.

[29] Ισοκρ. 4.184· 12.163. Πλάτωνος Πολιτεία 469b-471b· Μενέξ. 242d·  Nippel 2002, 290-291.

[30] Cartledge 1993 [2002], 70-71· Hall 2002, 212.

[31] Ξενοφ. Ἑλλην. 2.2.24.

[32] FGrHist 70, F 186.

[33] FGrHist 115, F.192· F 193.

[34] Hornblower 1994, 35 σημ. 70 και 45. Για τον Λύκο, βλ. FGrHist 570.

[35] Πολύβ. 1.17.5· Διόδ. 23.213.7. Βλ. και Χατζόπουλος 1976, 15.

[36] Η αναφορά στην αυτοχθονία των Σικανών σώζεται στον Διόδωρο (5.6).

[37] Η όλη αφήγηση στον Διόδωρο 5.5.3.3-5.6.5. Βλ. Χατζόπουλος 1976, 21, ο οποίος υποστήριξε ότι οι Σικανοί μαζί με τους Σικελούς είχαν πλήρως αφομοιωθεί από τους Έλληνες. Βλ. και Διόδ. 16.73.2.

[38] Hornblower 1994, 213-232.

[39] Hornblower 1994, 50.

[40] Lesky 1971 [1985], 1068· Meister, 1997, 592-594.