Skip to main content

Μιχάλης Σταυρή: «Αυτός είναι ο στόχος μας· μια ανεξάρτητη, ενωμένη, δημοκρατική Ιρλανδική Δημοκρατία» Η ιρλανδική «Εκστρατεία των Συνόρων» (1956-1962) στον ελληνικό κυπριακό Τύπο

Η ιρλανδική «Εκστρατεία των Συνόρων» (1956-1962) στον ελληνικό κυπριακό Τύπο

1
Πηγή: Tim Pat Coogan, The I.R.A., Λονδίνο: HarperCollins, 1995

Μετά την ένωση της Ιρλανδίας με το Ηνωμένο Βασίλειο το 1800, ο αγγλο-ιρλανδικός πόλεμος του 1919-1921 είχε ως αποτέλεσμα την εγκαθίδρυση του «Ελευθέρου Ιρλανδικού Κράτους» το 1922. Το κράτος περιελάμβανε τις 26 από τις 32 κομητείες στις οποίες είναι διαιρεμένο το νησί της Ιρλανδίας. Οι υπόλοιπες 6 κομητείες της επαρχίας του Ulster παρέμεναν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι κομητείες αυτές κατοικούνταν κυρίως από Προτεστάντες. Η περίπτωση της διαμάχης Προτεσταντών – Καθολικών, πέραν των οικονομικών διαφορών των δύο κοινοτήτων στη Β. Ιρλανδία, ανάγεται στον εποικισμό της περιοχής από Βρετανούς. Προσομοιάζει, λοιπόν, στη σύγκρουση της ελληνικής με την τουρκική κοινότητα της Κύπρου, η οποία κορυφώθηκε το 1958, και στην προσπάθεια δημιουργίας de facto χωριστών περιοχών για τις δύο κοινότητες, ενώ εντάχθηκε στον πολιτικό διάλογο και το σενάριο της διχοτόμησης, της πολιτικής δηλαδή που εφαρμόστηκε στην Ιρλανδία το 1922.[1]

Ως εκ τούτου, η μελέτη της περίπτωσης του ιρλανδικού αγώνα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους Κυπρίους, αφού πρόκειται για μια παρόμοια περίπτωση υπό την εξής έννοια: Οι Ιρλανδοί πάλεψαν στον 20ό αιώνα για το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης όπως και οι Έλληνες της Κύπρου. Επίσης, η Ιρλανδία, όπως και η Κύπρος, είναι νησί το οποίο κατοικείται από ευρωπαϊκό και χριστιανικό λαό, στοιχεία που έχουν ιδιαίτερη σημασία στα πλαίσια του απο-αποικιακού κινήματος που εντάθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τέλος, η περίπτωση της «Εκστρατείας των Συνόρων» την οποία εξετάζουμε στην παρούσα εργασία, κεντρίζει το ενδιαφέρον του ερευνητή, καθ’ ότι πρόκειται για μια εκστρατεία που ξεκίνησε σχεδόν ταυτόχρονα με τον αγώνα της ΕΟΚΑ και έλαβε χώρα σε μια εποχή – μεταίχμιο για την ιστορία της Κύπρου, καθώς τελειώνει 2 χρόνια μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ενδεικτικά, για τη συγκριτική τάση που επικρατούσε μεταξύ των δύο περιπτώσεων, αναφέρουμε ότι έναν χρόνο πριν την έναρξη του αγώνα της ΕΟΚΑ, με αφορμή τη δράση του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού (IRA), τα αθηναϊκά Νέα επιχείρησαν ταύτιση της κατάστασης στην Ιρλανδία με αυτήν που διαμορφωνόταν στην Κύπρο.[2]

Χρήζει, λοιπόν, έρευνας η παρουσίαση της Εκστρατείας όπως επιχειρείται από τις κυπριακές εφημερίδες. Ιδίως, αν έχουμε κατά νου, την προηγούμενη περίπτωση κατά την οποία οι εξελίξεις στην Ιρλανδία απασχόλησαν τον κυπριακό Τύπο, δηλαδή την περίοδο 1912-1923 όταν η Ιρλανδία διεξήγαγε τον πρώτο σύγχρονο δικό της απελευθερωτικό πόλεμο. Την περίοδο εκείνη, όπως καταδείχτηκε σε άλλη μελέτη,[3] οι συντάκτες των κυπριακών εφημερίδων τάχτηκαν αναφανδόν υπέρ της Μεγάλης Βρετανίας, επικρίνοντας τον αγώνα των Ιρλανδών, αφού θεωρούσαν ότι αποτελούσε εσωτερικό πρόβλημα το οποίο έπρεπε να λυθεί, προκειμένου οι πολιτικοί της Αλβιόνας να επικεντρωθούν, απερίσπαστοι, με την επίλυση του Κυπριακού.

Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την περίοδο που εξετάζουμε, άντρες της ΕΟΚΑ και του IRA είχαν συναντηθεί στις βρετανικές φυλακές Wormwood Scrubs και Wakefield, όπου ανέπτυξαν δράση με επιστέγασμα την κοινή απόπειρα απόδρασης, ενώ οι κύπριοι κρατούμενοι μετάφεραν τις εμπειρίες τους από το αντάρτικο της ΕΟΚΑ στους ιρλανδούς συγκρατούμενούς τους, οι οποίοι μετά την αποφυλάκισή τους τις χρησιμοποίησαν για νέα εκστρατεία κατά των Βρετανών.[4]

Τέλος, σημειώνουμε ότι στην παρούσα εργασία δεν επιχειρείται ιστορική ανασκόπηση της «Εκστρατείας των Συνόρων», αλλά θα επικεντρωθούμε στην παρουσίαση κάποιων σημαντικών συμβάντων που έλαβαν χώρα κατά την εν λόγω εκστρατεία, με αναφορές από τις ελληνικές κυπριακές εφημερίδες.[5] Εκ προοιμίου πρέπει να αναφερθεί ότι υπό το καθεστώς που επικρατούσε στην Κύπρο κατά τη διάρκεια του αγώνα της ΕΟΚΑ (1955-1959), οι συντάκτες των εφημερίδων εκφράζονταν αναλόγως της ενημέρωσης που είχαν και δεν εξέφραζαν τα συναισθήματα και τις απόψεις τους ελεύθερα. Μετά την έναρξη του αγώνα της ΕΟΚΑ είχε εφαρμοστεί καθεστώτος εκτάκτου ανάγκης (26 Νοεμβρίου 1955) και μεταξύ άλλων μέτρων, επεβλήθη λογοκρισία στον Τύπο. Βάσει των κανονισμών που εισήχθησαν, ο Κυβερνήτης μπορούσε να ασκήσει περιορισμό σε δημοσίευση υλικού το οποίο θεωρούσε επικίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια.[6] Ο Ανδρέας Σοφοκλέους σημειώνει ότι τη συγκεκριμένη περίοδο οι δημοσιογράφοι «ήταν προσεκτικοί και αυτολογοκρίνονταν… […] Περιέγραφαν απλά τα γεγονότα χωρίς να τα σχολιάζουν και ήσαν ιδιαίτερα προσεκτικοί να μη εκθειάζουν τα επιτεύγματα της ΕΟΚΑ και των αγωνιστών, γιατί τότε θα συλλαμβάνονταν αμέσως και θα φυλακίζονταν για στασιαστικές κατά του κράτους ενέργειες…».[7] Μπορούμε, λοιπόν, ν’ αντιληφθούμε υπό ποιο καθεστώς οι κυπριακές εφημερίδες παρουσίαζαν την εκστρατεία που είχαν αναλάβει οι Ιρλανδοί κατά των Βρετανών στη Β. Ιρλανδία.

Η Εκστρατεία

2
Οι κομητείες της Β. Ιρλανδίας – Η περιοχή στην οποία έλαβε χώρα η «Εκστρατεία των Συνόρων» Πηγή: Barry Flynn, Soldiers of folly, Cork: The Collins Press, 2009

Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, έφερε τη Βόρεια Ιρλανδία πιο κοντά στη Βρετανία, στο πλευρό της οποίας είχε πολεμήσει, σε αντίθεση με το κράτος της Ιρλανδίας το οποίο είχε επιλέξει στάση ουδετερότητας προκειμένου να τονίσει την ανεξαρτησία του από το Ηνωμένο Βασίλειο.[8] Το 1949, μάλιστα, οι δεσμοί Βρετανίας – Β. Ιρλανδίας έγιναν ακόμα πιο στενοί, όταν οι Βρετανοί ενέκριναν νόμο (Ireland Act)  βάσει του οποίου η περιοχή της Β. Ιρλανδίας θα παρέμενε στο Ηνωμένο Βασίλειο, εκτός αν με μελλοντική απόφαση της πλειοψηφίας των κατοίκων της περιοχής, ζητείτο η απόσχισή της.[9]

Ο Ιρλανδικός Δημοκρατικός Στρατός (IRA), ο οποίος είχε ανασυγκροτηθεί το 1925[10] μετά την ήττα του στον ιρλανδικό εμφύλιο πόλεμο, εξέλεξε νέα ηγεσία τον Σεπτέμβριο του 1948. Στη φάση αυτή, εντοπίζει ο Barry Flynn τους σπόρους της εκστρατείας που ξεκίνησε το 1956. Επικεφαλής της οργάνωσης μπήκε ο Tony Magan, οπαδός της δυναμικής ένοπλης στάσης, αντί της πολιτικής. Μαζί του, στο στρατιωτικό συμβούλιο εξελέγησαν οι Tomás MacCurtain και Paddy McLogan (έμειναν γνωστοί ως «Three Macs» ή «Three Ms»).[11]Την ίδια χρονιά, ο IRA έλαβε την απόφαση να μην λάβει χώρα καμιά στρατιωτική δράση έναντι του «Ελεύθερου Κράτους» της Ιρλανδίας (των 26 κομητειών) και να προσανατολιστούν οι ενέργειες της οργάνωσης κατά του καθεστώτος της Β. Ιρλανδίας (6 κομητείες), με σκοπό την απομάκρυνση των βρετανικών δυνάμεων από ολόκληρο το νησί της Ιρλανδίας.[12]

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ο IRA ανέλαβε την «Επιχείρηση Harvest» που έμεινε γνωστή ως «Εκστρατεία των Συνόρων» (Border Campaign). Η εκστρατεία ήταν συνέχεια προηγούμενων επιδρομών της ίδιας οργάνωσης, που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια των ετών 1951-1954. Για την εξομάλυνση της κατάστασης που δημιουργήθηκε από τις εν λόγω επιδρομές, κλήθηκε να οργανώσει την αντεπαναστατική κίνηση ο Στρατάρχης Sir John Harding, ο οποίος στα τέλη του 1955 είχε διοριστεί Κυβερνήτης της Κύπρου.[13]

Ο J. Bowyer Bell χωρίζει την περίοδο της «Εκστρατείας των Συνόρων» σε δύο φάσεις: α. Δεκέμβριος 1956 – Ιούλιος 1957 και β. Αύγουστος 1957 – Μάρτιος 1962. Θεωρεί ότι η πρώτη περίοδος είναι η φάση κατά την οποία ο IRA διεξήγαγε επιθετικό αγώνα, ενώ στη δεύτερη αναγκάστηκε να περάσει σε θέση άμυνας προκειμένου να επιβιώσει.[14] Η «Εκστρατεία των Συνόρων» οργανωνόταν από τον Απρίλιο του 1956. Το σχεδιάγραμμα της εκστρατείας εκπόνησε ο Seán Cronin, και στόχος οι επιθέσεις σε καίρια σημεία στη Β. Ιρλανδία που θα είχαν ως αποτέλεσμα τη μη εύρυθμη λειτουργία του συστήματος της κρατικής μηχανής. Όπως αναφέρει ο B. Flynn, το σκεπτικό δεν ήταν να ηττηθεί ο βρετανικός στρατός, αλλά να αναγκαστούν οι Βρετανοί να αποχωρήσουν από την περιοχή, έπειτα από τις δυσκολίες που θα τους δημιουργούσε διοικητικά η εκστρατεία, αλλά και λόγω της λαϊκής βούλησης, την οποία ήλπιζαν οι επικεφαλής του IRA ότι θα αναζωπύρωναν κατά των Βρετανών.[15] Τον Αύγουστο του ιδίου έτους είχαν σταλεί 20 άτομα στην περιοχή των συνόρων της Ιρλανδίας με τη Β. Ιρλανδία προκειμένου να οργανώσουν και να εκπαιδεύσουν μικρές – περιφερόμενες ομάδες (flying columns) των 25 ατόμων. Το κύριο όπλο που είχαν στη διάθεσή τους οι επίδοξοι αντάρτες ήταν τα Bren, με τα οποία θα έβαλλαν τον εχθρό, μέχρι μια άλλη ομάδα να τοποθετήσει εκρηκτικούς μηχανισμούς στον υπό επίθεση στόχο και ακολούθως να αποχωρήσει ολόκληρη η ομάδα. Αρχικά είχε αποφασιστεί όπως η Εκστρατεία ξεκινήσει τον Νοέμβριο του 1956, αλλά εν τέλει καθυστέρησε έναν περίπου μήνα.[16]

Οι επιθέσεις ξεκίνησαν στις 12 Δεκεμβρίου 1956, με εκρήξεις στην περιοχή Derry και την καταστροφή οργάνων αναμετάδοσης του BBC. Ακολούθησε επιδρομή στους στρατώνες Gough της περιοχής Armagh.[17] Μετά την πρώτη αυτή επίθεση, ο IRA σε ανακοίνωσή του διεμήνυσε:

«Είναι για τον ίδιο στόχο για τον οποίο γενεές του λαού μας υπέφεραν και σκοτώθηκαν. Αυτήν την κρίσιμη ώρα, όλοι οι Ιρλανδοί, άνδρες και γυναίκες, στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό, πρέπει να αφήσουν τις διαφορές τους, πολιτικές ή θρησκευτικές, και να συνταχθούν πίσω από το λάβαρο της εθνικής ελευθερίας. […] Αυτός είναι ο στόχος μας· μια ανεξάρτητη, ενωμένη, δημοκρατική Ιρλανδική Δημοκρατία. Γι’ αυτήν θα πολεμήσουμε μέχρι ο επιδρομέας να εκδιωχθεί από το έδαφός μας και να νικήσουμε».[18]

Στις 13/14 Δεκεμβρίου 1956 βόμβες εξερράγησαν στον σταθμό της Royal Ulster Constabulary (RUC) στην περιοχή Lisnaskea της κομητείας Fermanagh. Στόχος ήταν η ανατίναξη των εγκαταστάσεων και η αρπαγή οπλισμού. Το ίδιο βράδυ πραγματοποιήθηκε επίθεση και στους στρατώνες της περιοχής Derrylin στην ίδια κομητεία.[23] Μετά τις επιθέσεις αυτές, όπως αναφέρεται στον κυπριακό Τύπο, η Κυβέρνηση της Β. Ιρλανδίας εφάρμοσε κανονισμούς εκτάκτου ανάγκης, βάσει των οποίων επιτρεπόταν η σύλληψη και φυλάκιση χωρίς να προηγηθεί δίκη.[24] Στις εφημερίδες Αλήθεια, Φιλελεύθερος και Έθνος, εντοπίζεται είδηση νέας επιδρομής σε 12 σημεία στη Βόρεια Ιρλανδία.[25] Η διοίκηση της Β. Ιρλανδίας, θέτοντας σε εφαρμογή τους κανονισμούς εκτάκτου ανάγκης, προχώρησε στη σύλληψη 30 περίπου ατόμων.[26]

3
Ο κατεστραμμένος πομπός του BBC μετά την πρώτη επίθεση του IRA στις 12 Δεκεμβρίου 1956 Πηγή: Barry Flynn, Soldiers of folly, Cork: The Collins Press, 2009, σ. 69

Οι κυπριακές εφημερίδες παρουσίασαν στις στήλες τους τα γεγονότα, χωρίς να γίνεται αναφορά σε έναρξη κάποιας εκστρατείας. Η εφημερίδα Ελευθερία της Λευκωσίας αναφερόταν στην καταστροφή του σταθμού του BBC και σε επιθέσεις κατά διαφόρων στρατώνων.[19] Η εφημερίδα Έθνος χαρακτήριζε τις επιθέσεις ως τις χειρότερες «τὰς ὁποίας ἡ Βόρειος Ἰρλανδία ἐγνώρισε ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν».[20] Στον Φιλελεύθερο σημειώνεται ότι στις επιχειρήσεις συμμετείχαν πέραν των 100 ανδρών,[21] πληροφορία που επιβεβαιώνεται και από τη βιβλιογραφία.[22]

Στις 3 Ιανουαρίου 1957 η Χαραυγή πληροφορεί για νέα επίθεση στην περιοχή του Derrylin.[27] Δεν εντοπίστηκε όμως κάποια είδηση που ν’ αφορά στην επίθεση που έλαβε χώρα δύο μέρες προηγουμένως στον σταθμό της RUC στην περιοχή Brookeborough της κομητείας Fermanagh.[28] Η συγκεκριμένη επιχείρηση, παρά την παραδοχή του επικεφαλής της, Seán Garland, ότι εξελίχθηκε σε τραγωδία,[29] ήταν σημαντική για τον IRA από ηθικής πλευράς αφού στις κηδείες των δύο Ιρλανδών που σκοτώθηκαν, έλαβαν μέρος χιλιάδες λαού. Ο θάνατός τους, προσέθεσε δύο ακόμα μάρτυρες της εθνικής υπόθεσης της Ιρλανδίας και αναζωογόνησε το εθνικό κίνημα, βοηθώντας τον IRA, προσωρινά έστω, να κερδίσει τη συμπάθεια της κοινής γνώμης που αντιμετώπιζε σχεδόν αδιάφορα τα γεγονότα μέχρι τη δεδομένη περίοδο.

Στο μεταξύ ο IRA και η ίδια η Εκστρατεία, δέχτηκαν ισχυρό πλήγμα, όταν στις 8 Ιανουαρίου 1957, συνελήφθη από τις ιρλανδικές αρχές ο αρχιτέκτονας της επιχείρησης, Seán Cronin, μαζί με άλλους τρεις συναγωνιστές του. Με τη σύλληψη του Cronin, έφτασαν στα χέρια των αρχών οι οδηγίες που είχε γράψει για τη διεξαγωγή του ανταρτοπολέμου.[30]

Οι αρχές της Β. Ιρλανδίας, προσπαθώντας να περιορίσουν κατά το δυνατό τη δράση του IRA, έκλεισαν τους περισσότερους δρόμους των συνόρων. Σε έκταση 250 μιλίων έμειναν μόνο 17 δρόμοι ανοικτοί για μετακίνηση και φρουρούνταν συνεχώς.[31] Ο Φιλελεύθερος πληροφορεί τους αναγνώστες του για την εξέλιξη αυτή σε μικρό άρθρο με τίτλο «Απεκλείσθησαν οι δρόμοι μεταξύ των 2 Ιρλανδιών».[32] Στο άρθρο γίνεται αναφορά στην ανατίναξη γεφυρών και στην κατασκευή χαντακιών, ενώ σημειώνεται ότι οι δρόμοι που έμειναν ανοιχτοί βρίσκονται υπό τη συνεχή επίβλεψη αστυνομίας και στρατού.

Στην Ελευθερία γίνεται λόγος για ανατίναξη κτηρίων στην περιοχή του Dungannon, τα οποία, σύμφωνα με την εφημερίδα, είχαν στοιχίσει £40.000.[33] Στο ίδιο έντυπο δημοσιεύθηκε στις αρχές Φεβρουαρίου του 1957 άρθρο, βάσει του οποίου ο Σύνδεσμος Ηνωμένων Ιρλανδικών Κομητειών της Νέας Υόρκης καλούσε σε συσπείρωση τα ελεύθερα κράτη «προκειμένου νὰ ἀσκήσουν τὴν ἐπιρροήν των διὰ νὰ προληφθῆ ἡ συνέχισις τῆς ἀποικιακῆς πολιτικῆς τῆς Ἀγγλίας, ὡς αὕτη ἐφαρμόζεται ἰδίᾳ εἰς τὴν Βορειανατολικὴν Ἰρλανδίαν καὶ τὴν Κύπρον».[34] Όπως αναφέρθηκε στην εισαγωγή, ο Τύπος στην Κύπρο τη συγκεκριμένη περίοδο βρισκόταν υπό λογοκρισία. Ως εκ τούτου δεν μπορούσαν οι συντάκτες να εκφραστούν κατά των Βρετανών και, δη, να ταυτίσουν τον αγώνα τους με αυτόν των Ιρλανδών. Η αναδημοσίευση άρθρων από τον ξένο Τύπο, όπως το προαναφερθέν, παρείχε τη δυνατότητα στους ανθρώπους των εφημερίδων να εκφράσουν τα αισθήματά τους, έστω και εμμέσως, προς τον αγώνα των Ιρλανδών, συσχετίζοντάς τον με τον αγώνα της ΕΟΚΑ.

Ειδήσεις για τις επιθέσεις του IRA δημοσιεύθηκαν και στα τέλη Φεβρουαρίου – αρχές Μαρτίου 1957,[35] καθώς και τον Ιούλιο του ιδίου έτους.[36] Ήταν φανερό όμως ότι η Εκστρατεία περνούσε σε ύφεση. Τον Νοέμβριο του 1957 συνέβη ένα από τα πιο γνωστά επεισόδια της Εκστρατείας, η έκρηξη στην περιοχή Edentubber της κομητείας Louth, κατά την οποία σκοτώθηκαν τέσσερα  μέλη του IRA και ο ιδιοκτήτης του αγροκτήματος στο οποίο δρούσαν. Οι άντρες του IRA σκοτώθηκαν από έκρηξη των δικών τους εκρηκτικών υλών, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Θεωρείται ότι προσπαθούσαν να κατασκευάσουν βόμβα.[37] Πάντως, δεν εντοπίστηκε στον κυπριακό Τύπο κάποιο σχετικό άρθρο. Οι επόμενες ειδήσεις που αφορούσαν στην Ιρλανδία, εντοπίστηκαν κατά τους πρώτους μήνες του 1958.[38]

Στα μέσα Ιουλίου 1958, η Εκστρατεία, ενώ φαινόταν ότι όδευε προς το τέλος της, αναζωπυρώθηκε προσωρινά. Στις 15 Ιουλίου ο IRA εξαπέλυσε σειρά επιθέσεων, τις οποίες οι Times του Λονδίνου χαρακτήρισαν ως αυτές με τη μεγαλύτερη κλίμακα από την έναρξη της εκστρατείας.[39] Οι επιθέσεις είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο του αστυνομικού Henry Ross και του Patrick MacManus, ηγετικού στελέχους του IRA στον Βορρά, ο οποίος σκοτώθηκε από εκπυρσοκρότηση βόμβας. Τον επόμενο μήνα, στις 24 Αυγούστου 1958, έπεσε νεκρός από τα πυρά της RUC υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, ο James Crossan.[40] Όπως σημειώνει ο Barry Flynn, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1958, ο IRA δεν ήταν σε θέση να διεξάγει επιθέσεις και, αντιθέτως, ξεκίνησε την υποχώρησή του.

Το κράτος της Ιρλανδίας, προκειμένου να περιορίσει τη δράση του IRA, προέβη σε συλλήψεις προσώπων τα οποία κρατούνταν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της περιοχής Curragh. Εκεί βρίσκονταν 115 κρατούμενοι, συμπεριλαμβανομένης και της ηγεσίας του IRA. Από το εν λόγω στρατόπεδο συγκέντρωσης κατάφεραν να αποδράσουν 26 κρατούμενοι στις 2 Δεκεμβρίου 1958, αλλά 14 μόνο κατάφεραν να αποφύγουν την εκ νέου σύλληψη.[41] Για την απόδραση αυτή βρίσκουμε μικρές αναφορές στις εφημερίδες Έθνος και Φιλελεύθερος.[42]

Η τελευταία είδηση που εντοπίστηκε στον κυπριακό Τύπο σχετικά με την «Εκστρατεία των Συνόρων», αφορά στην έκρηξη βόμβας στο Armagh κατά την επίσκεψη του βρετανού Πρωθυπουργού, Harold Macmillan, στη Β. Ιρλανδία το 1959.[43] Στη φάση αυτή, ήταν φανερό ότι ο IRA αδρανοποιείτο και δεν είχε την ισχύ να εκδηλώσει εκ νέου επιθέσεις με τη δυναμική που ήταν απαραίτητη.

Οι επικεφαλής της οργάνωσης αντιλήφθηκαν τη δυσμενή θέση τους και το γεγονός ότι η Εκστρατεία έφτανε στο τέλος της. Έβλεπαν, επίσης, ότι δεν μπορούσαν να κινητοποιήσουν την κοινή γνώμη, ώστε να υποστηριχθεί ο ένοπλος αγώνας με μαζικές εκδηλώσεις του λαού, όπως ήταν το αρχικό πλάνο. Στις 18 Ιανουαρίου του 1962, το Στρατιωτικό Συμβούλιο του IRA αποφάσισε ομοφώνως τον τερματισμό της Εκστρατείας. Η απόφαση κοινοποιήθηκε στους αγωνιστές του IRA στις 5 Φεβρουαρίου 1962, ενώ επίσημη ανακοίνωση για τον τερματισμό των ενεργειών της οργάνωσης κυκλοφόρησε στις 26 Φεβρουαρίου.[44] Στην ανακοίνωση αναφερόταν χαρακτηριστικά ότι ένας από τους παράγοντες τερματισμού της εκστρατείας ήταν η στάση της κοινής γνώμης «των οποίων η προσοχή είχε επί σκοπού αποπροσανατολιστεί από τον ύψιστο στόχο των Ιρλανδών – την ένωση και την ελευθερία της Ιρλανδίας».[45]

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο Seán Cronin συνόψισε αργότερα τους λόγους αποτυχίας της εκστρατείας. Παραθέτουμε απόσπασμα από τον απολογισμό του: [46]

  1. Με τις επιχειρήσεις που προηγήθηκαν της «Εκστρατείας των Συνόρων», οι Βρετανοί και οι Ενωτικοί του Ulster είχαν προετοιμαστεί για νέες ενδεχόμενες επιδρομές.
  2. Ο IRA δεν είχε επάρκεια σε οπλισμό.
  3. Οικονομική δυσχέρεια.
  4. Ο IRA στον Βορρά δεν ήταν επαρκώς οργανωμένος.

Για την αδιαφορία της κοινής γνώμης, η οποία όπως προαναφέρθηκε, αποτελούσε έναν από τους κυριότερους παράγοντες εγκατάλειψης της Εκστρατείας, σημειώνει ο Tim Pat Coogan:

«Στον Βορρά οι εθνικιστές αναφέρονται στην εκστρατεία με τον όρο «περιστατικά», διότι κατ’ ακρίβεια περί αυτού επρόκειτο: μια σειρά περιστατικά κατά μήκος των συνόρων. […] Στον Νότο το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης αναζωπυρώθηκε κατά τις πρώτες μέρες της εκστρατείας ή σε περιπτώσεις κατά τις οποίες έλαβαν χώρα δραματικά γεγονότα. […] Όταν όμως έγινε φανερό ότι η εκστρατεία δεν θα επέφερε αλλαγή στο καθεστώς στο Βορρά, το ενδιαφέρον του κοινού έπαψε».[47]

Για την πορεία της Εκστρατείας, είναι ενδεικτικοί οι αριθμοί των επιθέσεων, όπως παρουσιάζονται στο βιβλίο του Bowyer Bell: Τον Δεκέμβριο του 1956 όταν η εκστρατεία είχε αρχίσει, είχαν σημειωθεί 25 περιστατικά επιθέσεων και κατά τη διάρκεια του 1957, 341. Το 1959 είχαν καταγραφεί μόνο 27 περιστατικά επιθέσεων του IRA και το 1960, 26.[48]  Οι αριθμοί μαρτυρούν τη σταδιακή ύφεση της Εκστρατείας και επιβεβαιώνουν τον συμβατικό διαχωρισμό της περιόδου από τον J.B. Bell, στον οποίο αναφερθήκαμε πιο πάνω.

Ο απολογισμός της Εκστρατείας ήταν 9 νεκροί εθελοντές του IRA και 2 της αποσχισθείσας οργάνωσης Saor Uladh. Σκοτώθηκαν επίσης 2 ρεπουμπλικάνοι πολίτες. Από την άλλη πλευρά, η RUC έχασε 6 άνδρες, ενώ τραυματίστηκαν 32 μέλη των βρετανικών δυνάμεων ασφαλείας. Σε οικονομικό επίπεδο, στην Κυβέρνηση της Β. Ιρλανδίας στοίχισε £700.000 η αποκατάσταση ζημιών και περίπου £500.000 ετησίως η συντήρηση των δυνάμεων ασφαλείας.[49]

Σχετικά με την παρουσία των γεγονότων της Ιρλανδίας στον κυπριακό Τύπο, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ήταν ανάλογη της πορείας της Εκστρατείας. Τα πιο πολλά δημοσιεύματα εντοπίζονται μέχρι το καλοκαίρι του 1957, ενώ μετά το χρονικό αυτό όριο, τα δημοσιεύματα που εντοπίστηκαν είναι ελάχιστα. Όπως ήταν φυσικό υπό το καθεστώς των κανονισμών εκτάκτου ανάγκης και της λογοκρισίας που είχε επιβληθεί, οι κύπριοι συντάκτες δεν μπορούσαν να πάρουν άμεσα θέση και να δείξουν τη συμπάθειά τους προς τον αγώνα των Ιρλανδών. Δεν χρήζει, λοιπόν, ιδιαίτερης ανάλυσης η ρητορική των άρθρων, αφού τα περισσότερα αποτελούν απλή ειδησεογραφία. Παρά ταύτα, όμως, μπορούμε ν’ αντιληφθούμε τα αισθήματα και τη στάση των συντακτών από ορισμένα γεγονότα: Κατ’ αρχάς, δεν εντοπίστηκε η χρήση του όρου «τρομοκρατία» τον οποίον χρησιμοποιούσαν οι Βρετανοί για τη δράση του IRA (και της ΕΟΚΑ). Αντιθέτως, για τους ιρλανδούς αγωνιστές χρησιμοποιήθηκε ο, φορτισμένος θετικά, όρος «επαναστάτες».[50] Επίσης, τον Αύγουστο του 1958 δημοσιεύθηκε στο Έθνος άρθρο του Χαράλαμπου Α. Δαυίδ, με τίτλο «Ο ιρλανδικός απελευθερωτικός αγών, η στάση της Αγγλίας και η Κύπρος».[51] Το άρθρο αναφέρεται σε προηγούμενη περίοδο της ιρλανδικής ιστορίας, αλλά η σημειολογία πίσω από το άρθρο και η επιχειρούμενη ταύτιση με τον αγώνα των Κυπρίων, είναι προφανείς. Στην ίδια εφημερίδα, στην είδηση για γνωστή ηθοποιό της εποχής με ιρλανδική καταγωγή, η οποία τάχθηκε υπέρ του αγώνα του IRA, η εφημερίδα χαρακτηρίζει την ιρλανδική οργάνωση ως την «ιρλανδική ΕΟΚΑ».[52] Το γεγονός ότι οι αναφορές αυτές, αλλά και η πλειοψηφία των άρθρων που εντοπίστηκαν, βρίσκονται στην εφημερίδα Έθνος, δεν είναι τυχαίο, αφού η εφημερίδα αποτελούσε το εκφραστικό όργανο του Κυπριακού Εθνικού Κόμματος και υποστήριζε ανοιχτά τον αγώνα της ΕΟΚΑ. Οι αναφορές, λοιπόν, σε ένα ξένο επαναστατικό – απελευθερωτικό κίνημα, το οποίο στρεφόταν κατά του ιδίου εχθρού, προσέδιδε ηθική νομιμοποίηση στον αγώνα των Κυπρίων.

Τέλος, σχετικά με τη στάση των Κυπρίων έναντι στον αγώνα των Ιρλανδών, είναι χαρακτηριστικό άρθρο το οποίο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ελευθερία με τίτλο «Η ύπαρξις αποκρύφων ημερολογίων εις την κατοχήν της βρεττανικής Κυβερνήσεως».[53] Στο άρθρο αυτό γίνεται αναφορά στο ημερολόγιο του Γ. Γρίβα το οποίο ανακάλυψαν οι Βρετανοί και τμήματα του οποίου δημοσίευσαν, συνδέοντας άμεσα τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο με την ΕΟΚΑ. Στο άρθρο γίνεται παραλληλισμός με το ημερολόγιο του Sir Roger Casement που είχαν δημοσιοποιήσει οι Βρετανοί μετά την εμπλοκή του στην «Εαρινή Εξέγερση» των Ιρλανδών του 1916 και την προσπάθειά του για συνεργασία με τους Γερμανούς στα πλαίσια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, κατά της Βρετανίας. Το ημερολόγιο απεκάλυπτε τις (κατ’ ισχυρισμό) ομοφυλοφιλικές τάσεις του Casement, αλλά η γνησιότητά του αμφισβητήθηκε από τους Ιρλανδούς. Προσφεύγοντας, λοιπόν, σ’ αυτό το παράδειγμα, ο συντάκτης του άρθρου προσπάθησε να αποδείξει ότι οι Βρετανοί είχαν προϊστορία στην πλαστογραφία. Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι οι χαρακτηρισμοί οι οποίοι αποδίδονταν στον Casement. Στο άρθρο χαρακτηρίζεται ως ιρλανδός ήρωας και πατριώτης και η εξέγερση των Ιρλανδών παρουσιάζεται ως μια επανάσταση που αποτελεί λαμπρή σελίδα στην ιστορία της χώρας. Το 1916, η εξέγερση των Ιρλανδών χαρακτηριζόταν από τους κυπρίους συντάκτες ως «μωρά επιχείρηση»[54] και ο ίδιος ο Casement ως «αρχιπροδότης».[55] Αν συγκρίνουμε τα πιο πάνω με τα δημοσιεύματα του κυπριακού Τύπου το 1959, καθίσταται εμφανής η αλλαγή των συναισθημάτων των Κυπρίων, οι οποίοι έβλεπαν πλέον με συμπάθεια τους Ιρλανδούς (με τον αγώνα των οποίων ταυτίζονταν) και ως εχθρούς – αντί συμμάχους – τους Βρετανούς.

mlc8lY9H
Ο Μιχάλης Σταυρή είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου

Παραπομπές

[1] Σταύρος Παντελής, Ιστορία της Κύπρου, Αθήνα: Στρατηγικές Εκδόσεις, χ.ε., σ. 81 και Tim Pat Coogan, The I.R.A., Λονδίνο: Harper Collins, 1995, σ. 4.

[2] «Ωπλισμένα φαντάσματα», Τα Νέα, Αθήνα 6-8 Δεκεμβρίου 1954. Ευχαριστώ για την επισήμανση των άρθρων τον υποψ. διδάκτορα του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Κύπρου, Κυριάκο Ιακωβίδη.

[3] Michalis Stavri, “Ireland 1912-1923: An exploration of Irish History through the Cypriot Press”, The Carnilval, vol. XVΙ, σσ. 111-128. [Προσβάσιμο: http://www.isha-international.org ].

[4] Βλ. Βίας Λειβαδάς, Κύπριοι και ιρλανδοί πολιτικοί κατάδικοι στις φυλακές της Αγγλίας, 1956-1959, , Κύπρος: Power Publishing, 2007 και Λάμπρος Γ. Καούλλας, «ΕΟΚΑ – IRA : Κοινές εμπειρίες Ιρλανδών και Κυπρίων στις βρετανικές φυλακές», στο  Γιώργος Γεωργής – Γιώργος Καζαμίας (επιμ.), Ιρλανδία – Κύπρος. Παράλληλοι δρόμοι. Κοινές επιδιώξεις, , Λευκωσία: Εν Τύποις, 2013, σσ. 142-195.

[5] Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας συνέβησαν περισσότερα από 500 περιστατικά βίας. Richard English, Armed struggle – The history of the IRA, Λονδίνο: Pan Books, 2004, σ. 76.

[6] Ανδρέας Κλ. Σοφοκλέους, Η λογοκρισία του Τύπου στην Κύπρο επί Αγγλοκρατίας (1878-1960), Λευκωσία: Εν Τύποις, 2014 σσ. 160-162 και Γεώργιος Γρίβας – Διγενής, Απομνημονεύματα αγώνος ΕΟΚΑ 1955-1959, Αθήνα: χ.ε., 1984. σ. 71.

[7] Α. Κλ. Σοφοκλέους, ό.π., σ. 166.

[8] Το 1941, προκειμένου να πειστεί ο Πρωθυπουργός της Ιρλανδίας, Éamon de Valera, να ενταχθεί η Ιρλανδία στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων, ο Churchill εισηγήθηκε την επανένωση της χώρας. Mike Cronin, A history of Ireland, Νέα Υόρκη: Palgrave, 2001, σ. 217

[9] Στο ίδιο, σσ. 215-217 και 220.

[10] R. English, ό.π., σσ. 42-43.

[11] Barry Flynn, ό.π., σσ. 15-17.

[12] Στο ίδιο, σ. 19.

[13] T.P. Coogan, ό.π., σσ. 263-264 και 274.

[14] J. Bowyer Bell, The secret army, Λονδίνο: Sphere Books, 1972.

[15] B. Flynn, ό.π., σσ. 48-49.

[16] R. English, ό.π., σ. 73 και B. Flynn, ό.π., σσ. 54-55.

[17] R. English, ό.π., σ. 73.

[18] B. Flynn, ό.π., σσ. 77-78.

[19] Ελευθερία, Λευκωσία 13 Δεκεμβρίου 1956.

[20] Έθνος, Λευκωσία 13 Δεκεμβρίου 1956.

[21] Ο Φιλελεύθερος, Λευκωσία 14 Δεκεμβρίου 1956 και Ελευθερία, 14 Δεκεμβρίου 1956.

[22] T.P. Coogan, ό.π., σ. 303.

[23] R. English, ό.π., σ. 74 και T.P. Coogan, ό.π., σσ. 310-311.

[24] Ελευθερία, 16 Δεκεμβρίου 1956, Χαραυγή, Λευκωσία 16 Δεκεμβρίου 1956 και Έθνος, 16 Δεκεμβρίου 1956.

[25] Αλήθεια, Λευκωσία 17 Δεκεμβρίου 1956,  Ο Φιλελεύθερος, 18 Δεκεμβρίου 1956 και Έθνος, 19 Δεκεμβρίου 1956.

[26] Χαραυγή, 23 Δεκεμβρίου 1956 και Έθνος, 23 Δεκεμβρίου 1956.

[27] Χαραυγή, 3 Ιανουαρίου 1957.

[28] R. English, ό.π., σ. 74.

[29] B. Flynn, ό.π., σ. 98.

[30] Στο ίδιο, σ. 134.

[31] J.B. Bell, ό.π., σ. 357.

[32] Ο Φιλελεύθερος, 13 Ιανουαρίου 1957.

[33] Ελευθερία, 19 Ιανουαρίου 1957. Η είδηση δημοσιεύθηκε και στο Έθνος της ίδιας μέρας.

[34] Ελευθερία, 9 Φεβρουαρίου 1957.

[35] Έθνος, 28 Φεβρουαρίου 1957 και 3 Μαρτίου 1957.

[36] Έθνος, 6 Ιουλίου 1957.

[37] T.P. Coogan, ό.π., σ. 315 και B. Flynn, ό.π., σσ.  152-155.

[38] Ελευθερία, 17 Ιανουαρίου 1958 και Κύπρος, Λευκωσία 17 Φεβρουαρίου 1958.

[39] B. Flynn, ό.π., σ. 162.

[40] T.P. Coogan, ό.π., σσ. 327-328 και B. Flynn, ό.π., σσ. 165-166.

[41] B. Flynn, ό.π., σ. 172.

[42] Έθνος, 3 Δεκεμβρίου 1958 και Ο Φιλελεύθερος, 5 Δεκεμβρίου 1958. Το Έθνος ασχολήθηκε και στις 5 Δεκεμβρίου στην είδηση της απόδρασης.

[43] Έθνος, 8 Μαρτίου 1959.

[44] R. English, ό.π., σ. 75.

[45] T.P. Coogan, ό.π., σ. 329.

[46] B. Flynn, ό.π., σσ. 201-202.

[47] T.P. Coogan, ό.π., σσ. 303-304.

[48] J.B. Bell, ό.π., σ. 388.

[49] Στο ίδιο, σ. 395.

[50] Βλ. ενδεικτικά: Έθνος, 25 Δεκεμβρίου 1956 και 3 Μαρτίου 1957.

[51] Έθνος, 23 Αυγούστου 1958.

[52] Έθνος, 24 Μαΐου 1959.

[53] Ελευθερία, 15 Αυγούστου 1959.

[54] Κυπριακός Φύλαξ, Λευκωσία 10 Μαΐου 1916.

[55] Φωνή της Κύπρου, 5 Αυγούστου 1916.