Skip to main content

Γιάννης Κοντάκης: Οι ελληνοκυπριακές σχέσεις 1960-2004

Γιάννης Κοντάκης

Οι ελληνοκυπριακές σχέσεις 1960-2004

  Οι διμερείς σχέσεις Ελλάδας  – Κύπρου αποτελούν μια ιδιαίτερη μορφή διακρατικών σχέσεων. Οι δύο χώρες μοιράζονται κοινή γλώσσα, κοινό πολιτισμό, κοινή ιστορία και κοινές εμπειρίες. Πρόκειται ουσιαστικά για δύο κομμάτια του ίδιου έθνους.

   Το 1960 η Κύπρος ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος, μην καταφέρνοντας να ενωθεί με την μητέρα – Ελλάδα. Η ύπαρξη δύο χωρών που ανήκουν στο ίδιο έθνος ήταν αρκετή από μόνη της να καταστήσει τις σχέσεις τους ιδιαίτερες και περίπλοκες. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι να γίνει μια παρουσίαση αυτών των ιδιαίτερων σχέσεων και να δοθεί μια εξήγηση για τα κίνητρα, τις σκέψεις, τις ιδέες και τους στόχους που καθόρισαν αυτή την ειδική σύνδεση Αθήνας – Λευκωσίας. Ως αφετηρία της μελέτης τέθηκε το έτος ανεξαρτησίας της Κύπρου (1960) και ως έτος λήξης η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004.

   Το 1878 η Κύπρος πέρασε από την κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον έλεγχο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, σε αντάλλαγμα της στήριξης που παρείχε το Λονδίνο στην Κωνσταντινούπολη. Το 1914, όταν η Βρετανία και Οθωμανική Αυτοκρατορία πολεμούσαν στα διαφορετικά στρατόπεδα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Βρετανοί προσάρτησαν την Κύπρο και επισήμως το Νησί χαρακτηρίστηκε ως βρετανική αποικία το 1925 (είχε προηγηθεί η αναγνώριση της προσάρτησης στην Βρετανία με την Συνθήκη της Λωζάννης το 1923)[1].

   Την περίοδο που η  Κύπρος άλλαζε κυριαρχία (1878) το ελληνικό κράτος συμπλήρωνε περίπου μισό αιώνα ζωής. Οι σχέσεις μεταξύ των δύο περιοχών ξεκινούσαν από την αρχαιότητα και στην ελληνική επανάσταση του 1821 η Κύπρος είχε συμμετάσχει. Για πρώτη φορά η Κύπρος προσφέρθηκε από την Βρετανία στην Ελλάδα με αντάλλαγμα την έξοδό της τελευταίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Η Αθήνα για λόγους ιστορικών συγκυριών αρνήθηκε[2]. Στο Συνέδριο Ειρήνης των Βερσαλλιών με το οποίο γινόταν διακανονισμός του μεταπολεμικού κόσμου μετά το τέλος του Μεγάλου Πολέμου, ο Έλληνας πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος συμπεριέλαβε την άγγλο – κρατούμενη Κύπρο στις εθνικές διεκδικήσεις, αν και γνώριζε ότι δεν υπήρχε πιθανότητα προσάρτησης της Νήσου στην Ελλάδα[3].

 Το 1931 οι Κύπριοι εξεγέρθηκαν ενάντια στο βρετανικό καθεστώς. Η Αθήνα αρνήθηκε να βοηθήσει καθώς οι τότε συγκυρίες αξιολογούσαν την βρετανική υποστήριξη ως σημαντικότερη από την  εκπλήρωση της Ένωσης Κύπρου – Ελλάδας. Η εξέγερση απέτυχε και την λήξη της ακολούθησε ένα σκληρότερο αποικιακό καθεστώς[4].

 Κατά τον Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου Ελλάδα και Βρετανία πολέμησαν μαζί και οργανώθηκαν μονάδες Κυπρίων εθελοντών, ώστε να συμβάλλουν στην πολεμική προσπάθεια. Μετά το τέλος του πολέμου, η εσωτερική κατάσταση της Ελλάδας, η πορεία προς τον Εμφύλιο πόλεμο και η λήξη αυτού το 1949 με επικράτηση της κυβερνητικής παράταξης, δεν επέτρεψαν την εμπλοκή της Ελλάδας σε άλλες περιπέτειες[5].

Η νικηφόρος παράταξη του Εμφυλίου είχε στηριχθεί απόλυτα στην μεγάλη βοήθεια που προσέφεραν Βρετανία και Ηνωμένες Πολιτείες. Έτσι η χώρα εντάχθηκε στο δυτικό στρατόπεδο του μεταπολεμικού ψυχροπολεμικού κόσμου[6]. Η εξάρτηση της χώρας από τους Δυτικούς και η ένταξή της το 1952 στον στρατιωτικό σχηματισμό των Συμμάχων, το ΝΑΤΟ (North Atlantic Treaty Organization – Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου) καθόρισαν τις γραμμές τις εξωτερικής πολιτικής που θα έπρεπε να ακολουθήσει η χώρα μελλοντικά[7].

Στην μεταπολεμική Κύπρο, το 1950 διενεργήθηκε δημοψήφισμα που με συντριπτικό καθεστώς ήταν υπέρ της Ένωσης της Νήσου με την Ελλάδα. Οι Βρετανοί αδιαφόρησαν και τα έτη 1955 – 1959 ξέσπασε ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας με στόχο την Ένωση. Τον αγώνα κατεύθυνε στρατιωτικά ο Γεώργιος Γρίβας – «Διγενής» και πολιτικός ηγέτη αναδείχθηκε α αρχιεπίσκοπος Κύπρου, Μακάριος Γ΄[8].  Η Ελλάδα αποφάσισε την μερική σύγκρουση με την σύμμαχο Βρετανία και κατέφυγε τέσσερις φορές (από το 1955 έως το 1959) στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) για να καταγγείλει την βρετανική κατοχή στην Κύπρο. Η διαδικασία αυτή της παγκόσμιας ανάδειξης και προσπάθειας επίλυσης ενός προβλήματος ονομάστηκε «διεθνοποίηση». Παράλληλα με αυτή την διαδικασία ξεκίνησε και η προσπάθεια «αποδιεθνοποίησης», η επίλυση δηλαδή ενός διακρατικού ζητήματος σε διμερής, τριμερής κλπ. συναντήσεις των εμπλεκόμενων μελών. Σε αυτή την διαδικασία ο ισχυρότερος εταίρος μπορεί να επιβάλει ευκολότερα την γνώμη του[9].

Αυτό έκανε και η Βρετανία όταν στο Λονδίνο το 1955 διεξήγαγε μια τριμερή διάσκεψη μεταξύ Ελλάδας, Βρετανίας και Τουρκίας. Η εμπλοκή της Άγκυρας έγινε γιατί στην Κύπρο το 18% του πληθυσμού ήταν Τουρκοκύπριοι και γιατί έτσι η Βρετανία ενέπλεκε στο διπλωματικό παιχνίδι έναν νέο σύμμαχο, ώστε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά της, παρά του ότι η Τουρκία είχε δηλώσει ρητώς στην Συνθήκη της Λωζάννης ότι δεν τρέφει βλέψεις για την Κύπρο[10].

Μετά από τέσσερα χρόνια διπλωματικού και ένοπλου αγώνα, αποφασίστηκε το 1959 ότι η ανεξαρτησία του Νησιού ήταν η καλύτερη λύση με βάσει τις τότε συνθήκες. Η ανεξαρτησία συμφωνήθηκε με τις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου (1959) και ανακηρύχθηκε επισήμως στις 16 Αυγούστου 1960. Η Κύπρος την επόμενη χρονιά έγινε μέλος της Βρετανικής Κοινοπολιτείας (οργανισμός των πρώην βρετανικών αποικιών και πλέον ανεξάρτητων κρατών)[11].

Οι Συμφωνίες ωστόσο κατοχύρωναν μια επίφαση ανεξαρτησίας. Ανάμεσα στον καθορισμό του τρόπου λειτουργίας της νεοσύστατης δημοκρατίας και διαφόρων επιμέρους συμφωνιών περιλαμβανόταν και δύο συνθήκες. Η Συνθήκη Συμμαχίας Κύπρου – Ελλάδας – Τουρκίας, που όριζε μεταξύ άλλων τις τρεις χώρες Σύμμαχους και συνυπεύθυνες για την άμυνα της Κύπρου και επίσης επέτρεπε την διατήρηση στρατιωτικών δυνάμεων στο Νησί (950 Έλληνες – 650 Τούρκοι αξιωματικοί και οπλίτες). Σημαντικότερη ήταν η Συνθήκη Εγγυήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας από τις Ελλάδα – Τουρκία – Μ. Βρετανία. Με βάσει το άρθρο 3 της Συνθήκης δινόταν η δυνατότητα μονομερούς επέμβασης για την αποκατάσταση της νομιμότητας στην Νήσο, εφόσον πριν δεν είχε βρεθεί κοινά αποδεκτή λύση σε συνδιάσκεψη των τριών εγγυητριών δυνάμεων[12].  

Α. 1960 – 1974: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΣΤΗΝ ΕΙΣΒΟΛΗ
 

1. 1960 – 1963: Τα «ειρηνικά» χρόνια
 

            Το κυπριακό κράτος που προέκυψε από τις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου ήταν αποτέλεσμα συμβιβασμού Ελλάδας, Βρετανίας και Τουρκίας. Ο στόχος της ελληνικής πλευράς, η Ένωση, δεν πραγματοποιήθηκε. Το ίδιο και η διχοτόμηση που επιδίωκε η Άγκυρα. Η Βρετανία, τέλος, αν και έχασε μια πολύτιμη στρατηγικά αποικία, διατήρησε επί κυριαρχία δύο βάσεις (Ακρωτήρι και Δεκέλεια) και διάφορες διευκολύνσεις από την Κυπριακή Δημοκρατία[13].

            Οι Συμφωνίες προέβλεπαν το νέο κράτος να ήταν μια ενιαία, δικοινοτική δημοκρατία. Οι δύο κοινότητες, η ελληνοκυπριακή (80% του συνολικού πληθυσμού) και η τουρκοκυπριακή (18% του πληθυσμού) ήταν υπεύθυνες για την λειτουργία του κρατικού μηχανισμού και των θεσμών. Η αντιπροσώπευση στα διάφορα όργανα γινόταν βάσει ποσοστών μη ανταποκρινόμενων στην πραγματική σύνθεση του πληθυσμού. Έτσι για παράδειγμα, στο 10μελές υπουργικό συμβούλιο 7 μέλη ήταν Ελληνοκύπριοι και 3 Τουρκοκύπριοι[14].

Σοβαρότερο όμως πρόβλημα αποτέλεσε το δικαίωμα αρνησικυρίας επί σχεδόν όλων των θεμάτων από τον Ελληνοκύπριο πρόεδρο και τον Τουρκοκύπριο αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας[15]. Έτσι, όταν ο πρόεδρος της Κύπρου Μακάριος θέλησε να μην εφαρμόσει την διάταξη των Συμφωνιών περί χωριστών διοικήσεων στους 5 μεγαλύτερους δήμους της χώρας, ο Τούρκος αντιπρόεδρος Κιουτσούκ έκανε χρήση του παραπάνω δικαιώματος επί των φορολογικών ζητημάτων, προκαλώντας κώλυμα στην διοίκηση.  Η ένταση κλιμακώθηκε όταν τον Δεκέμβριο του 1962 το υπουργικό συμβούλιο αποφάσισε την κατάργηση των διατάξεων για χωριστούς δήμους, ενώ η τουρκοκυπριακή κοινοτική βουλή την σύσταση τους, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί αδιέξοδο[16].

            Αυτή η κατάσταση οδήγησε τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο στην σκέψη να αναθεωρήσει μέρος των Συμφωνιών. Μάλιστα, είχε ενημερώσει και τον Αμερικανό πρόεδρο Τζον Κέννεντυ σε επίσημη επίσκεψη στην Ουάσινγκτον το 1962, ο οποίος όμως τον αποθάρρυνε[17]. Το ίδιο έπραξε και η ελληνική κυβέρνηση περίπου έναν χρόνο αργότερα.  

            Μετά την υπογραφή των Συμφωνιών, Ελλάδα και Κύπρος είχαν άψογη συνεργασία. Βάσει της Συνθήκης Συμμαχίας η Ελλάδα είχε αποστείλει την Ελληνική δύναμη Κύπρου (ΕΛΔΥΚ) στο νησί[18] και οι Μακάριος – Καραμανλής (ο Έλληνας πρωθυπουργός) είχαν συμφωνήσει η Κύπρος να μείνει πιστή στην εφαρμογή των διατάξεων των Συμφωνιών[19].

            Η ελληνική κυβέρνηση είχε υπογράψει τις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου ως το μη χείρον, γιατί ήθελε (με παρότρυνση των ΗΠΑ) να βελτιώσει τις σχέσεις με την Άγκυρα, καθώς θεωρούσε ότι περαιτέρω κλιμάκωση της έντασης θα ήταν απειλητική για την ελληνική μειονότητα στην Κωνσταντινούπολη και το Οικουμενικό  Πατριαρχείο[20]. Σε συνέχεια αυτής της πολιτικής, μέλημα της Ελλάδας ήταν να βελτιώσει τις σχέσεις της με την γείτονα χώρα. Όμως η τριετία 1960 – 1963 ήταν περίοδος όξυνσης για τον Ψυχρό πόλεμο, γιατί συντελέστηκε η κρίση των πυραύλων στην Κούβα το 1962 (παραλίγο δηλαδή άμεση στρατιωτική σύγκρουση των δύο υπερδυνάμεων, ΗΠΑ και ΕΣΣΔ) και η Αίγυπτος καθώς και άλλες χώρες τις Νοτιανατολικής Μεσογείου προσανατολιζόταν προς την Σοβιετική Ένωση, καθιστώντας οποιαδήποτε πολιτική-διπλωματική κίνηση στην περιοχή ιδιαίτερα κρίσιμη για την διατήρηση των ισορροπιών. Αποτέλεσμα των παραπάνω ελληνικών επιδιώξεων και του διεθνούς πλαισίου ήταν η σταθερή άρνηση της Αθήνας να συναινέσει σε οποιαδήποτε αλλαγή των υφιστάμενων διατάξεων στην Κύπρο, ειδικά από την στιγμή που η Λευκωσία είχε ενταχθεί στο Κίνημα των Αδεσμεύτων ήδη από το 1961, κάτι που η Ελλάδα (και το ΝΑΤΟ) δεν έβλεπε θετικά[21].

            Η Ελλάδα τότε ήταν σε τροχιά ανάπτυξης και είχε ανάγκη να επικεντρωθεί στα εσωτερικά της ζητήματα. Ανακίνηση του Κυπριακού για αναθεώρηση των Συμφωνιών σήμαινε όξυνση των σχέσεων με την Άγκυρα, διατάραξη της συνοχής του ΝΑΤΟ (Ελλάδα – Τουρκία είναι σύμμαχοι) – σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περιοχή και εποχή για την βορειοατλαντική συμμαχία -, εμπλοκή των Αδεσμεύτων και ενδεχομένως της ΕΣΣΔ και γενικώς μια εντελώς ανεπιθύμητη διατάραξη της τότε κατάστασης με άγνωστες συνέπειες[22].

            Στις 19 Απριλίου 1963, ό τότε υπουργός εξωτερικών της Ελλάδας, Ευάγγελος Αβέρωφ – Τοσίτσας σε επιστολή του προς τον πρόεδρο Μακάριο εξέφρασε τις ανησυχίες του αναφορικά με μια πιθανή αναθεώρηση διατάξεων των Συμφωνιών. Τόνισε τον αντίκτυπο που θα έχει για την Αθήνα και την Λευκωσία αυτή η κίνηση, θέλησε να υπενθυμίσει ότι η Ελλάδα τιμούσε την υπογραφή της και δεν ήταν διατιθεμένη να παρεκκλίνει, εξαιτίας μιας μονομερούς απόφασης της Κύπρου να αναθεωρήσει αυτά που μαζί είχαν συνυπογράψει. Σε μια τέτοια περίπτωση η Αθήνα θα διαχώριζε δημοσίως την θέση της. Με τον τρόπο αυτό η ελληνική κυβέρνηση εξέφρασε την δυσαρέσκειά της που η Λευκωσία, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση αποφάσισε να θίξει θέματα τα οποία θα είχαν επίπτωση στην ελληνική πολιτική[23].

            Αποτέλεσμα ήταν ο Μακάριος να συμμορφωθεί. Όμως, τα πράγματα άλλαξαν από τον Ιούνιο του 1963 και την παραίτηση Καραμανλή από την πρωθυπουργία. Ο Μακάριος σκεφτόταν όλο και περισσότερο να προβεί σε  αλλαγή ορισμένων διατάξεων των Συμφωνιών. Μετά τις εκλογές τις 3ης Νοεμβρίου 1963 στην Ελλάδα και την επικράτηση – χωρίς να έχει πλειοψηφία – της Ένωσης Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου, ο Κύπριος πρόεδρος θεώρησε ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή να κάνει το αποφασιστικό βήμα. Στις 30 Νοεμβρίου 1963 κατέθεσε στον Τουρκοκύπριο Αντιπρόεδρο Κιουτσούκ 13 σημεία βασικών διατάξεων των Συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου ζητώντας την κατάργησή τους ή την αναθεώρησή τους[24]. Η ενέργεια αυτή προκάλεσε αλυσιδωτές αντιδράσεις: ο Παπανδρέου διαφώνησε (παρόλο που ο ίδιος είχε χαρακτηρίσει τις Συμφωνίες «Επαχθή Κληρονομίαν») θεωρώντας, ότι ο Μακάριος βιάστηκε και ότι έπρεπε να είχε προηγηθεί συνεννόηση με την Αθήνα[25].

            Από την άλλη πλευρά, ο Κιουτσούκ δήλωσε ότι «το Σύνταγμα της Κύπρου είναι νεκρό» και οι Τουρκοκύπριοι παραιτήθηκαν από τις διοικητικές θέσεις και αποσύρθηκαν σε θύλακες του κυπριακού εδάφους (σε έκταση ίση με το 4,9% ) [26]. Η Τουρκία την τελευταία στιγμή ανακάλεσε τις δυνάμεις που είχε στείλει για απόβαση και η Λευκωσία απευθύνθηκε στον ΟΗΕ για διαμεσολάβηση, αφού πρώτα στις 28 Δεκεμβρίου 1964 οι Βρετανοί κατόπιν συνεννόησης με τον Μακάριο εγκατέστησαν δυνάμεις στην Λευκωσία, στην περιοχή που έκτοτε ονομάστηκε «Πράσινη Γραμμή»[27].

            Με τις εξελίξεις αυτές έκλεισε η πρώτη περίοδος της κυπριακής ανεξαρτησίας. Οι σχέσεις Αθήνας – Λευκωσίας ξεκίνησαν αρμονικά και κατέληξαν διαταραγμένες. Αυτό ίσως να οφείλεται στην βαθύτερη διαφορά στόχων. Το Κυπριακό για την Ελλάδα ήταν ένα από τα εθνικά προβλήματα ενώ για την Κύπρο ήταν Το πρόβλημα. Για την Αθήνα στόχος ήταν η διατήρηση των ισορροπιών και ο καλύτερος τρόπος για να γίνει αυτό ήταν η Κύπρος να συμμορφωθεί με τις διατάξεις των Συμφωνιών. Για την Λευκωσία ο στόχος ήταν η διεθνής αναγνώριση και ενίσχυση της νεότευκτης Κυπριακής Δημοκρατίας ( γι’ αυτό και εντάχθηκε στους Αδεσμεύτους) και στην συνέχεια μέσα από την προβολή των διατάξεων των Συμφωνιών και η αναθεώρησή τους την κατάλληλη στιγμή[28].  Μοιραία, προέκυψε ένταση ανάμεσα στις δύο χώρες και σε αυτό πιθανόν να συνέβαλε η λάθος χρονική στιγμή που επέλεξε ο Κύπριος πρόεδρος να κάνει την κίνησή του. Η Ελλάδα δεν είχε ισχυρή κυβέρνηση εκείνη την στιγμή και οι διεθνείς συνθήκες δεν ήταν ευνοϊκές (8 μέρες πριν, στις 22 Νοεμβρίου 1963, είχε δολοφονηθεί ο πρόεδρος Κέννεντυ, γεγονός που ενδεχομένως να επηρέαζε την στάση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ).

 
2. 1964 -1967: Η Θεωρία του «Εθνικού Κέντρου»
 

                Στις 15 Ιανουαρίου 1964, κατόπιν βρετανικής πρωτοβουλίας, ξεκίνησε στο Λονδίνο μια διάσκεψη («Πενταμερής διάσκεψη») με αντιπροσώπους της Ελλάδας, της Τουρκίας της Βρετανίας και των δύο κυπριακών κοινοτήτων. Στόχος της διάσκεψης ήταν να βρεθεί λύση με βάση τα νέα δεδομένα που είχαν δημιουργηθεί από την κρίση του προηγούμενου Δεκεμβρίου. Στην βρετανική πρωτεύουσα προτάθηκε ένα σχέδιο ΝΑΤΟ-ποίησης του Νησιού το οποίο απορρίφθηκε κατηγορηματικά από τον Μακάριο και προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις της Μόσχας[29]. Γρήγορα αποδείχτηκε, ότι δεν μπορούσε να υπάρξει συνεννόηση και ένα μήνα αργότερα ο πρόεδρος Μακάριος εισηγήθηκε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ[30]  την επείγουσα σύγκλησή του, ώστε να υπάρξει λύση στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών[31].

            Πράγματι, το Συμβούλιο Ασφαλείας στις 4 Μαρτίου 1964, με το υπ’ αρ. 186 απόφασή του, συνέστησε ομόφωνα σε όλα τα κράτη – μέλη του οργανισμού να σεβαστούν την κυπριακή ανεξαρτησία και αναγνώρισε ως επίσημη κυβέρνηση της Νήσου, αυτή του έδρευε στην Λευκωσία (κυβέρνηση Μακαρίου). Προέβη στην δημιουργία και εγκαθίδρυση ειρηνευτικής δύναμης στην Κύπρο υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, με αποστολή την διατήρηση της ειρήνης και της τάξης. Τέλος, ο γ. γ. των Ηνωμένων Εθνών θα διόριζε αντιπρόσωπό του, με σκοπό την κατάθεση έκθεσης λύσεων για το Κυπριακό ζήτημα, κατόπιν συνεννόησης των αντιπροσώπων Ελλάδας, Τουρκίας, Μ. Βρετανίας, Κύπρου και των δύο κοινοτήτων[32].

            Το ψήφισμα ήταν μια νίκη της πολιτικής του Μακαρίου. Στόχος του αρχιεπισκόπου ήταν να θωρακίσει διεθνώς την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας και να αποτρέψει έτσι την πραγματοποίηση των τουρκικών απειλών για απόβαση. Επίσης, μέσω της προσφυγής στον ΟΗΕ ο Κύπριος πρόεδρος επιδίωκε να κερδίσει την υποστήριξη όσο το δυνατόν περισσότερων κρατών, ούτως ώστε στο μέλλον να μπορούσε να επιτύχει την καταδίκη των Συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου ως αντίθετων του καταστατικού χάρτη του ΟΗΕ. Τέλος, κατάφερνε να εμπλέξει τα Ηνωμένα Έθνη στην επίλυση του Κυπριακού  μέσω της αποστολής της UNFICYP και του ειδικού διαμεσολαβητή του γ. γ. Ου Θαντ. Με αυτό τον τρόπο απομακρυνόταν η προοπτική λύσης μέσα στα πλαίσια του ΝΑΤΟ και η πιθανή κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της διχοτόμησης του Νησιού[33].

            Όμως, δυστυχώς για τον Μακάριο, η Αθήνα είχε διαφορετικές επιδιώξεις. Μετά την νέα εκλογική αναμέτρηση του Φεβρουαρίου του 1964, πρωθυπουργός της Ελλάδας αναδείχθηκε ο Γεώργιος Παπανδρέου. Αν και στήριξε την προσφυγή της Κύπρου στον ΟΗΕ, δυσαρεστήθηκε με την σύσφιξη των σχέσεων Μόσχας – Λευκωσίας – Αδεσμεύτων[34]. Σε επιστολή του προς τον πρόεδρο Μακάριο, στις 25 Φεβρουαρίου 1964, τόνιζε ότι το Κυπριακό ήταν ένα εθνικό θέμα και έπρεπε να υπάρχει αμοιβαία αλληλεγγύη και συνεννόηση μεταξύ Αθηνών και Λευκωσίας[35]. Από την στιγμή που το Κυπριακό ήταν εθνικό θέμα και η Ελλάδα ήταν μέλος του ΝΑΤΟ, η λύση έπρεπε να είναι στα πλαίσια της βορειοατλαντικής συμμαχίας. Για τον Έλληνα πρωθυπουργό ο καλύτερος και ασφαλέστερος τρόπος να συγκεράσει  τα δύο αυτά δεδομένα ήταν η Ένωση του Νησιού με την Ελλάδα. Μια ανεξάρτητη Κύπρος είχε την δυνατότητα να προσφεύγει σε διεθνείς οργανισμούς, όπου δραστηριοποιούνταν οι αντίπαλοι σχηματισμοί ή να απευθύνεται ευθέως σε αυτούς (ΕΣΣΔ). Αυτό εξέθετε την Ελλάδα. Αντίθετα, η Ένωση του νησιού, με παροχή κάποιων ανταλλαγμάτων στην Τουρκία, διασφάλιζε και την de facto ΝΑΤΟ-ποίηση της Κύπρου και την εξουδετέρωση ενός αποσταθεροποιητικού παράγοντα στις σχέσεις Άγκυρας – Αθήνας και κατά συνέπεια ολόκληρης της νοτιανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Τέλος η επίλυση του Κυπριακού ζητήματος με Ένωση θα εκτόξευε την δημοφιλία του Παπανδρέου στο εσωτερικό της χώρας αλλά και στου κόμματός του[36].

            Ο Έλληνας πρωθυπουργός επιδίωκε να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα. Πέρα από την προσπάθεια πραγματοποίησης των εθνικών στόχων μέσω των συμμαχικών στόχων έπρεπε να πείσει τον Μακάριο. Ο τελευταίος αρνούταν κατηγορηματικά την Ένωση με εδαφικά ανταλλάγματα επί κυπριακού εδάφους, θεωρώντας την ενέργεια αυτή ως ουσιαστική διχοτόμηση της Κύπρου και διευκόλυνση της Τουρκίας να αποκτήσει σταδιακά ολόκληρο το κυπριακό έδαφος. Το πρόβλημα για τον Παπανδρέου ήταν ή μεγάλη δημοφιλία του Μακαρίου στην ελληνική κοινή γνώμη σε συνδυασμό με έναν αντιαμερικανικό πνεύμα που χαρακτήριζε την τελευταία. Μια πιθανή παρέμβαση του αρχιεπισκόπου προς την ελληνική κοινή γνώμη θα κατέστρεφε όλα τα σχέδια του Παπανδρέου για επίλυση μέσα στα πλαίσια του ΝΑΤΟ και επομένως ενδεχόμενης αύξησης της δημοφιλίας του. Στόχος του πρωθυπουργού ήταν πλέον να επιδιώξει έναν νατοϊκό συμβιβασμό με τον οποίο θα συμφωνούσε ο Μακάριος[37].

            Σε μια πρώτη προσπάθεια πραγματοποίησης της πολιτικής του, ο Παπανδρέου κατόπιν συνεννόησης με τον Μακάριο έστειλε κρυφά στην Κύπρο μια Μεραρχία (περίπου 8.500 άνδρες, σταδιακά από τον Απρίλιο του 1964) με ισχύ πυρός σώματος στρατού. Πρωταρχικός στόχος ήταν η ισχυροποίηση της άμυνας του νησιού. Ταυτόχρονα όμως για τον Έλληνα πρωθυπουργό, η παρουσία της Μεραρχίας θα συντελούσε στον έμμεσο έλεγχο του Μακαρίου και στην ουσιαστική ΝΑΤΟ-ποίηση της Κύπρου[38].

            Οι Ηνωμένες Πολιτείες γνώριζαν για την αποστολή της Μεραρχίας και είχαν ενθαρρύνει τον Παπανδρέου να το πράξει. Οι ίδιες φοβόταν την διεθνοποίηση του Κυπριακού και οι σχέσεις Μόσχας – Λευκωσίας σε συνδυασμό με την έντονη παρουσία του κομμουνιστικού κόμματος Κύπρου, του ΑΚΕΛ, έκαναν τον Μακάριο να φαντάζει ως ο Κάστρο της Μεσογείου και η Κύπρος η αντίστοιχη Κούβα. Συνέπεια αυτών ήταν να πεισθούν από τον Παπανδρέου για την στρατηγική σημασία της Ένωσης και να προωθήσουν ένα σχέδιο αποδιεθνοποίησης του Κυπριακού[39].

            Τον Ιούνιου του 1964 ο Αμερικανός πρόεδρος Λίντον Τζόνσον  προσκάλεσε τον Γεώργιο Παπανδρέου και τον Τούρκο ομόλογό του, Ισμέτ Ινονού, να μεταβούν στην Ουάσινγκτον για συνομιλίες[40]. Ο λόγος ήταν ότι η εντεινόμενη ένταση στο Κυπριακό απειλούσε τις σχέσεις Αθήνας – Άγκυρας και γενικά το ΝΑΤΟ. Ο Παπανδρέου δέχτηκε να πάει, αρνήθηκε όμως να συναντηθεί με τον Τούρκο πρωθυπουργό και επέμεινε στην πολιτική της αυτοδιάθεσης (ουσιαστικά δηλαδή της Ένωσης). Η μετάβασή του στην Ουάσινγκτον ενόχλησε την Λευκωσία που θεώρησε την κίνηση αυτή ως προσπάθεια αποδιεθνοποίησης. Σύντομα αποδείχτηκε ότι η κυπριακή κυβέρνηση είχε δίκιο. Ο Τζόνσον  επιδιώκοντας λύση, ζήτησε από τον πρώην υπουργό εξωτερικών των ΗΠΑ, Ντην Άτσεσον αφού προετοιμαστεί να μεταβεί στην Γενεύη και να βοηθήσει τον διαμεσολαβητή του ΟΗΕ στην εξεύρεση λύσης. Παράλληλα κάλεσε Αθήνα και Άγκυρα να στείλουν και εκείνες αντιπροσώπους στην Γενεύη. Δεν κάλεσε όμως την Λευκωσία, η οποία ενέκρινε την αποστολή Έλληνα αντιπροσώπου, απέρριψε όμως την ιδέα μιας ελληνοτουρκικής διμερούς συζήτησης[41].

            Στην Γενεύη ο Αμερικανός απεσταλμένος παρουσίασε δύο σχέδια που πήραν το όνομά του (Σχέδια Άτσεσον), τα οποία προέβλεπαν ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα με αντάλλαγμα την παραχώρηση κυπριακού και ελληνικού εδάφους (Καστελόριζο) στην Τουρκία, αρχικά κατά κυριαρχία (1ο Σχέδιο[42]) και στην συνέχεια επί ενοικίω (2ο Σχέδιο[43]). Η Τουρκία δέχτηκε το πρώτο σχέδιο και απέρριψε το δεύτερο ενώ η Ελλάδα απέρριψε το πρώτο και ενέκρινε το δεύτερο. Ο Μακάριος απέρριψε και τα δύο[44]. Την πολιτική αυτή της Ένωσης με εδαφικά ανταλλάγματα της Κύπρο προς την Τουρκία ακολούθησαν όλες οι κυβερνήσεις μέχρι την εισβολή του 1974[45].

            Τον ίδιο μήνα ( 6 Αυγούστου) και πριν την κατάθεση του δεύτερου σχεδίου Άτσεσον, αποφασίστηκε από κοινού από τον Μακάριο και τον Γρίβα (Διοικητής της Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης Κύπρου-ΑΣΔΑΚ) να εκκαθαριστεί ο τουρκοκυπριακός θύλακας της Μανσούρα. Η επιχείρηση κατέληξε σε πλήρη αποτυχία και η τουρκική αεροπορία σε απάντηση βομβάρδισε περιοχές του νησιού. Η ελληνική κυβέρνηση είχε πλήρη άγνοια[46]. Αποτέλεσμα ήταν να φανεί η αδυναμία της Ελλάδας να ελέγξει τους Ελληνοκυπρίους, παρά την παρουσία της Μεραρχίας. Η αποτυχία αυτή της Αθήνας έκανε τις Ηνωμένες Πολιτείες να χάσουν την πίστη τους στο ότι η παρουσία της Μεραρχίας θα μπορούσε να παίξει κάποιο σταθεροποιητικό ρόλο στο νησί και επίσης στο να καταλάβουν ότι δύσκολα θα ενέδιδαν οι Ελληνοκύπριοι σε μια ενοποιητική διαδικασία. Στόχος πλέον ήταν η βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων[47]. 

            Εξίσου σημαντική συνέπεια για την μετέπειτα πορεία των ελληνοκυπριακών σχέσεων ήταν η αντίδραση της Αθήνας. Ο Παπανδρέου με επιστολή του προς τον Μακάριο στις 29 Αυγούστου 1964 προειδοποιούσε ότι «…δεν θα λαμβάνεται εις την Κύπρον καμμία απόφασις άγουσα, είτε αμέσως είτε εμμέσως, εις εχθροπραξίας χωρίς να προηγηθή συνεννόησις και συμφωνία ιδική μου…Εάν συμφωνήσωμεν θα έχη καλώς. Εάν διαφωνήσωμεν θα πρέπει να γίνει δεκτή η γνώμη των Αθηνών, διότι είναι φορεύς της ευθύνης ολόκληρου του Ελληνισμού…»[48]. Για πρώτη φορά ο Παπανδρέου εξέφρασε την θεωρία του προβαδίσματος της Αθήνας έναντι της Λευκωσίας, εισάγοντας άλλη μια σταθερά της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στο Κυπριακό ζήτημα – μετά την επιδίωξη της Ένωσης με ανταλλάγματα προς την Τουρκία κυπριακό έδαφος.

            Ο Μακάριος απάντησε στην επιστολή στις 21 Φεβρουαρίου 1965. Ο αρχιεπίσκοπος δήλωσε,  ότι δεν διαφωνεί επί της αρχής αλλά εάν κάποια απόφαση ήταν επιζήμια για τον κυπριακό ελληνισμό, τότε επιφυλασσόταν να διαφωνήσει[49].

            Την ένταση ανάμεσα στις δύο πρωτεύουσες του ελληνισμού όξυνε ακόμη περισσότερο η σύσφιξη των σχέσεων Μόσχας –  Λευκωσίας το Φθινόπωρο του 1964, που είχε στόχο την πολιτική βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης απέναντι στις προσπάθειες ΝΑΤΟικής επίλυσης του Κυπριακού[50]. Το αποκορύφωμα ήταν τον Μάρτιο του 1965 όταν αποκαλύφθηκε ότι ο Κύπριος Πρόεδρος είχε παραγγείλει πυραύλους αέρος – εδάφους στη Μόσχα. Η ελληνική κυβέρνηση εκτέθηκε ανεπανόρθωτα στην Ουάσιγκτον, γιατί κυρίως φάνηκε για άλλη μια φορά η αδυναμία της να ελέγχει τα τεκταινόμενα στην Κύπρο. Παράλληλα ένα μήνα μετά δημοσιεύτηκε και η έκθεση του ειδικού απεσταλμένου του ΟΗΕ για την Κύπρο (έκθεση Πλάζα). Γινόταν λόγος για κατοχύρωση του καθεστώτος ανεξαρτησίας και εθνικής κυριαρχίας της Κύπρου, απέκλειε Ένωση και διχοτόμηση ως επιλογές και παράλληλα εξασφάλιζε τα μειονοτικά δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων.

Αποτέλεσμα αυτών των δύο γεγονότων ήταν να πεισθεί η Ουάσινγκτον ότι ο Παπανδρέου δεν μπορεί να ελέγξει τον Μακάριο και ότι ο προσανατολισμός της Κύπρου γινόταν επικίνδυνα φίλο – Σοβιετικός. Πλέον η αμερικανική διπλωματία προσανατολιζόταν σε μια λύση πλησιέστερη στις τουρκικές προτάσεις[51].

Η πολιτική Παπανδρέου είχε εκ των πραγμάτων αποτύχει. Όχι μόνο δεν κατάφερε να επιτύχει την Ένωση, αλλά αντιθέτως οι σχέσεις Αθήνας – Λευκωσίας διαρκώς χειροτέρευαν, δημιουργώντας επικίνδυνα προηγούμενα για το μέλλον τους.

Τον Ιούλιο του 1965 ο Παπανδρέου έχασε την εξουσία και στους επόμενους 22 μήνες που ακολούθησαν μέχρι την εκδήλωση του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967, ακολούθησαν 5 κυβερνήσεις. Οι κυβερνήσεις αυτές ήταν κυβερνήσεις μειοψηφίας και παράλληλα πιο συντηρητικές από την προηγούμενη. Αυτά τα δύο δεδομένα τις έκαναν να βασίζονται πολύ στην συμμαχική υποστήριξη και επομένως να υπακούουν σε αυτή[52].

Τότε, οι συμμαχικές επιταγές πρόσταζαν να ξεκινήσουν διμερείς ελληνοτουρκικές συνομιλίες, ώστε να λυθεί το Κυπριακό στα πλαίσια των δύο χωρών. Η ελληνική πρόταση στις διαπραγματεύσεις ήταν η Ένωση Ελλάδας – Κύπρου, έστω κι αν έπρεπε να παραχωρηθούν σημαντικά ανταλλάγματα στην Τουρκία. Από την άλλη πλευρά η Άγκυρα απαντούσε ότι η Ένωση δεν ήταν  αποδεκτή και αντιπρότεινε είτε την διατήρηση του υπάρχοντος καθεστώτος με κατοχύρωση των μειονοτικών δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων, είτε κάποια μορφή συγκυριαρχίας επί της Νήσου[53].

Η άποψη του Μακάριου ήταν να συνεχιστεί η υπάρχουσα κατάσταση με τους θύλακες των Τουρκοκυπρίων και την κυριαρχία των Ελληνοκυπρίων, έως ότου αυτή νομιμοποιηθεί. Μέχρι να συμβεί αυτό, στόχος ήταν η ισχυροποίηση της ανεξαρτησίας της Κύπρου στα πλαίσια του ΟΗΕ, ώστε να θωρακιστεί το Νησί από τουρκική επίθεση. Πάντα ωστόσο, πρωταρχικός στόχος παρέμενε η Ένωση μέσω της αυτοδιάθεσης. Εν ολίγοις, το σκεπτικό του Μακαρίου ήταν ότι σε μια ισχυρή και ανεξάρτητη Κύπρο εξασφαλιζόταν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης που δεν ήταν άλλο από την Ένωση με την Ελλάδα[54].

Παρόλα αυτά η κυπριακή κυβέρνηση δέχτηκε τις διμερείς συνομιλίες υπό την προϋπόθεση να μην υπάρξει υπόσχεση για εδαφικό αντάλλαγμα σε κυπριακό έδαφος, να ενημερώνεται για τις εξελίξεις και να της ζητούταν η γνώμη της σε κρίσιμα ζητήματα που την αφορούσαν[55].

Η πρώτη φάση των συνομιλιών ξεκίνησε τον Ιούνιο του 1966 και έληξε τον Δεκέμβριο. Ειδικότερα, στις 17 Δεκεμβρίου 1966, υπογράφηκε το μνημόνιο των Παρισίων το οποίο συνόψιζε την έως τότε πορεία των διαπραγματεύσεων. Η Τουρκία επέμεινε στις αξιώσεις της για διατήρηση της ανεξαρτησίας ή μορφής συγκυριαρχίας. Η ελληνική πλευρά συμφωνούσε να παραχωρήσει κυπριακό έδαφος επί κυριαρχία ή βάση επί κυριαρχία (έγινε λόγος για παραχώρηση της βρετανικής βάσης της Δεκέλειας!) καθώς και καθεστώς αποστρατικοποίησης στο νησί, χωρίς όμως να λάβει θετική απάντηση στην προοπτική της  Ένωσης. Η Κύπρος αντέδρασε αρνητικά σε μια τέτοια πρόταση[56].

Με την υπογραφή του μνημονίου των Παρισίων έπρεπε να αποφασιστεί εάν θα συνεχιζόταν ο διμερής διάλογος. Την εξουσία στην Αθήνα είχε η κυβέρνηση μειοψηφίας του Ιωάννη Παρασκευόπουλου. Εξαιτίας της σημασίας μιας τέτοια απόφασης, ο πρωθυπουργός αποφάσισε να ζητήσει την σύγκληση του Συμβουλίου του Στέμματος (ΣτΣ) [57]. Το ΣτΣ συγκλήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 1967. Ο Έλληνας πρωθυπουργός και ο υπουργός εξωτερικών, Τούμπας, προσπάθησαν να πείσουν τον Μακάριο για την αναγκαιότητα της συνέχισης των συνομιλιών με βάση την Ένωση και την παραχώρηση βάσης στην Τουρκία κατά κυριαρχία, ως την καλύτερη δυνατή λύση[58].

Αντίθετα, ο Μακάριος διαφώνησε υποστηρίζοντας ότι οι συνομιλίες πέτυχαν τον σκοπό τους. Οι τουρκικές θέσεις έγιναν σαφείς. Περαιτέρω συνέχιση του διαλόγου θα μπορούσε να οδηγήσει την Ελλάδα σε τέτοιο σημείο που να έχει να επιλέξει μεταξύ μιας επαχθούς συμφωνίας ή βίαιης λύσης. Επιπλέον οι παραχωρήσεις που πρότεινε η ελληνική πλευρά παρέβαιναν τον όρο του Μακαρίου να μην δοθούν εδαφικά ανταλλάγματα σε κυπριακό έδαφος. Μολαταύτα, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να συνεχίσει τον ελληνοτουρκικό διάλογο ως τον καλύτερο τρόπο να διατηρηθεί η ειρήνη και η αρμονία στις διμερείς σχέσεις[59].

3. 1967 – 1974: οδεύοντας προς την καταστροφή
 

                Στις 21 Απριλίου 1967 συντελέστηκε στην Αθήνα πραξικόπημα από τον στρατό και εγκαθιδρύθηκε δικτατορικό καθεστώς. Το νέο καθεστώς ήταν αντικομουνιστικό και λόγω της φύσης του στηριζόταν ακόμη περισσότερο στους συμμάχους στο ΝΑΤΟ. Επιδίωκε επομένως μια Νατοϊκή λύση. Συνέχισε λοιπόν την πολιτική των διμερών συζητήσεων με την Άγκυρα. Έτσι, στις 9-10 Σεπτεμβρίου 1967 ο Έλληνας πρωθυπουργός Κόλλιας συνάντησε τον Τούρκο ομόλογό του Ντεμιρέλ στην λεγόμενη συνάντηση κορυφής του Έβρου. Στόχος της Ελλάδας ήταν η Ένωση με περιορισμένα εδαφικά ανταλλάγματα. Η Τουρκία, όμως, αρνήθηκε να συζητήσει οποιαδήποτε πρόταση περιελάμβανε την Ένωση και έτσι οι συνομιλίες οδηγήθηκαν σε ναυάγιο και δεν επαναλήφθηκαν έκτοτε[60].

            Στις 17 Νοεμβρίου 1967 με πρωτοβουλία του Γρίβα επιχειρήθηκε να εκκαθαριστεί ο τουρκοκυπριακός θύλακας της Κοφίνου – Αγ. Θεοδώρων. Η υπέρμετρη βία που χρησιμοποιήθηκε προκάλεσε την αντίδραση της Άγκυρας, η οποία απέστειλε τελεσίγραφο στην Λευκωσία θεωρώντας την επιχείρηση ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας εξουδετέρωσης των Τουρκοκυπρίων. Για να αποσοβηθεί η κρίση επενέβη η Ουάσιγκτον, μέσω του ειδικού διαπραγματευτή Σάιρους Βανς. Ο Βανς κατέθεσε μια σειρά αιτημάτων στην Αθήνα. Ανάμεσα σε αυτά ήταν η αποχώρηση των υπέρμετρων στρατιωτικών της δυνάμεων από το νησί (Μεραρχία), η απομάκρυνση του Γρίβα και διάλυση της Εθνικής Φρουράς της Κύπρου[61]. Αθήνα και Λευκωσία βρισκόταν σε πλήρη διαφωνία και τελικά στις 8 Δεκεμβρίου η ελληνική κυβέρνηση ικανοποίησε τα αιτήματα, ενώ η κυπριακή αρνήθηκε να συμμορφωθεί[62].

            Ένα μήνα αργότερα το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ εξουσιοδότησε τον Γενικό Γραμματέα να προσφέρει τις καλές του υπηρεσίες, ώστε να βρεθεί λύση στο κυπριακό. Με την σειρά του ο γ. γ. Ου Θαντ ζήτησε από τις δύο κοινότητες να ορίσουν διαπραγματευτές προκειμένου να ξεκινήσουν διακοινοτικές συνομιλίες. Οι δύο κοινότητες ανταποκρίθηκαν θετικά στο αίτημα αυτό. Το ίδιο και η Αθήνα[63].

Για το δικτατορικό καθεστώς των Συνταγματαρχών στην Αθήνα, ο Νοέμβριος του 1967 ήταν μια ήττα αλλά και μια αναγκαία κίνηση επιβίωσης (μια εξωτερική απειλή ίσως προκαλούσε κατάρρευση του καθεστώτος)[64]. Η απόσυρση της Μεραρχίας, αν και ανακούφισε τον Μακάριο – επειδή απαλλάχθηκε από την παρουσία μιας ισχυρής δύναμης ελεγχόμενης από δικτατορικό καθεστώς – αποδυνάμωσε την άμυνα του νησιού και έκανε ευκολότερο το ενδεχόμενο μιας τουρκικής απόβασης. Έδειχνε παράλληλα ότι η Αθήνα δεν είχε σκοπό να φτάσει στα άκρα, ώστε να υπερασπιστεί την κυπριακή ανεξαρτησία[65]. Αποτέλεσμα ήταν η Χούντα να αλλάξει ρητορική και να στηρίξει πλέον την ενίσχυση της κυπριακής ανεξαρτησίας[66]. Στην πράξη όμως έκανε το ακριβώς αντίθετο. Επιδίωκε την Ένωση με ανταλλάγματα στην Τουρκία (ουσιαστικά δηλαδή την διπλή Ένωση) και θεωρούσε τον Μακάριο εμπόδιο στην προσπάθεια επιβολής μιας Νατοϊκής λύσης. Αποτέλεσμα ήταν να ξεκινήσει έναν αντί – μακαριακό αγώνα χρησιμοποιώντας για προπαγάνδα την ΕΛΔΥΚ, τους Έλληνες αξιωματικούς της Εθνικής Φρουράς και την κυπριακή αντιπολίτευση[67].

Σε αυτό το κλίμα ξεκίνησαν οι διακοινοτικές διαπραγματεύσεις τον Ιούνιο του 1968. Τουρκία και Ελλάδα επενέβαιναν στις διαδικασίες και γρήγορα η Αθήνα κατηγόρησε την Λευκωσία για κωλυσιεργία και αδιαλλαξία. Η Χούντα των Αθηνών ήθελε μια γρήγορη λύση στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, δηλαδή αποδοχή των τουρκοκυπριακών προτάσεων, ώστε να λυθεί το ζήτημα και άρα να βελτιωθούν οι σχέσεις της με την Άγκυρα[68].

Οι Συνταγματάρχες θεωρούσαν υπεύθυνο της χρονοτριβής τον Μακάριο και για αυτό έβαλαν στόχο να τον εξασθενίσουν. Η στάση αυτή όμως, εν τέλει αποδυνάμωνε τα ίδια τους τα σχέδια. Ο Κύπριος πρόεδρος δεν μπορούσε να κάνει υποχωρήσεις γιατί θα κατηγορούταν ως «ανθενωτικός» και ταυτόχρονα δεν μπορούσε να σκληρύνει την στάση του γιατί θα υφίστατο την πίεση των Αθηνών[69].

Μέσα σε αυτό το κλίμα έγινε τον Μάρτιο του 1970 δολοφονική απόπειρα εναντίον του Προέδρου Μακάριου. Υπεύθυνη θεωρήθηκε η εθνικιστική οργάνωση «Εθνικό Μέτωπο» που είχε ιδρυθεί τον προηγούμενο χρόνο. Στην αποτυχημένη απόπειρα φάνηκε ότι είχαν παίξει σημαντικό ρόλο Έλληνες αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων στην Κύπρο. Ο έλεγχος της οργάνωσης και των αξιωματικών πιθανόν να ανήκε στην πιο ακραία πτέρυγα της Χούντας των Αθηνών (Ιωαννίδης, Λαδάς)[70].

Στο μεταξύ οι διακοινοτικές συνομιλίες όδευαν προς αδιέξοδο. Για αυτό τον λόγο στην σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Λισσαβώνα τον Ιούνιο του 1971 οι υπουργοί εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας (Ξανθόπουλος – Παλαμάς και Ολτσάυ αντίστοιχα) συμφώνησαν, ότι σε περίπτωση αδιεξόδου των διακοινοτικών διαπραγματεύσεων θα ξεκινήσουν απευθείας διμερείς ελληνοτουρκικές συνομιλίες[71].

Μετά την Συμφωνία αυτή η Χούντα ξεκίνησε μια καθαρά ηγεμονική πολιτική απέναντι στην Κύπρο. Στις 11 Ιουνίου άρχισε ένας «πόλεμος επιστολών» μεταξύ Αθήνας και Κύπρου. Πρώτη ξεκίνησε η ελληνική πλευρά μέσω επιστολής (11/06/1971) του χουντικού πρωθυπουργού Γεωργίου Παπαδόπουλου στον πρόεδρο Μακάριο. Στην επιστολή ασκούταν πίεση στον αρχιεπίσκοπο, ώστε να υποχωρήσει στις τουρκοκυπριακές απαιτήσεις[72]. Ο Μακάριος αγνόησε πλήρως τις ελληνικές συμβουλές και ο Παπαδόπουλος έστειλε νέα επιστολή (18/06/1971) που κατέληγε σε μια απειλή: «(Εάν η Κύπρος δεν μεταβάλλει την στάση της, η Ελλάδα) θα ευρεθεί εις την σκληράν ανάγκην να λαβη τα μέτρα εκείνα τα οποία επιτάσσει το εθνικόν συμφέρον και το καλώς νοούμενον συμφέρον του κυπριακού ελληνισμού, οσοδήποτε πικρά και αν είναι ταύτα.»[73].

Στην επιστολή αυτή ο Μακάριος απάντησε στις 24/06/1971 εκφράζοντας τις αντιρρήσεις του στις ελληνικές θέσεις, έκανε έκκληση για «αρμονικήν συνεργασίαν» και ζήτησε εξηγήσεις αναφορικά με το νόημα των «πικρών μέτρων». Στη συνέχεια αγνόησε και πάλι τις ελληνικές προτάσεις[74]. Ένα μήνα αργότερα, στις 20 Ιουλίου 1971, ο Έλληνας υπουργός εξωτερικών Ξανθόπουλος – Παλαμάς έστειλε εμπιστευτική επιστολή, στην οποία εξέφραζε καθαρά την ανωτερότητα της Αθήνας ως κέντρο του Έθνους και την συνακόλουθη υποχρέωση της Λευκωσίας να υπακούει[75]. Ο Μακάριος απάντησε υπερασπιζόμενος το δικαίωμα του Κυπριακού λαού να διαφωνήσει σε μια επαχθή επιβαλλόμενη λύση και ζήτησε την συμπαράσταση της ελληνικής πλευράς στις κυπριακές θέσεις[76].

Στις επιστολές φάνηκε η διάσταση απόψεων Αθήνας – Λευκωσίας, τόσο ως προς τους στόχους, όσο και ως προς τα μέσα. Η Κύπρος επιθυμούσε να διατηρηθεί η υπάρχουσα κατάσταση, ως το λιγότερο κακό[77], να ενισχυθεί η κυπριακή ανεξαρτησία και να βρεθεί λύση μέσω του διακοινοτικού διαλόγου[78]. Η Ελλάδα από την άλλη φαινομενικά επιθυμούσε το ίδιο, στην πράξη όμως ήθελε να επιβληθεί μια συμμαχική λύση και η τακτική του Μακαρίου εμπόδιζε την πραγμάτωση του στόχου[79].

Η κρίση εντάθηκε τον Φεβρουάριο του 1972. Η κυπριακή κυβέρνηση είχε παραγγείλει όπλα από την Τσεχοσλοβακία για να εξοπλίσει το νεότευκτο εφεδρικό αστυνομικό σώμα – που είχε ιδρυθεί για την καταπολέμηση των αντιπολιτευόμενων ενόπλων στοιχείων στην Νήσο. Στην άφιξη των όπλων η Αθήνα απάντησε με απόδοση τελεσιγράφου στην Λευκωσία (11/02/1972) απαιτώντας τα όπλα να δοθούν στην UNFICYP και η κυβέρνηση να προβεί σε ανασχηματισμό «με μέλη όλων των παρατάξεων»[80]. Λίγο μετά, εν μέσω της κρίσης, ξέσπασε εκκλησιαστική κρίση στην Κύπρο, καθώς τρεις ιεράρχες (υποκινούμενοι από την Χούντα) θεωρούσαν ασυμβίβαστες τις ιδιότητες αρχιεπισκόπου – Προέδρου της Δημοκρατίας[81].

Ο Μακάριος με την στήριξη της ΕΣΣΔ αλλά και με την κινητοποίηση των ΗΠΑ κατάφερε να βγει σχεδόν αλώβητος από την κρίση. Τα όπλα τελικά παραδόθηκαν στην ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ, αλλά, ο ανασχηματισμός περιορίστηκε στην αλλαγή τριών μελών του υπουργικού συμβουλίου και η ιερατική κρίση έληξε με την πλήρη επικράτηση του αρχιεπισκόπου και την αποπομπή των ιεραρχών. Ο Μακάριος είχε καταφέρει να  επικρατήσει χάρη στην ευρύτατη λαϊκή υποστήριξη που είχε. Όταν πια όλα είχαν τακτοποιηθεί απάντησε στο τελεσίγραφο στις 14 Μαρτίου κατακρίνοντας την ανάμειξη της Χούντας στα εσωτερικά κυπριακά ζητήματα και καταγγέλλοντας, ότι η Αθήνα γνώριζε καιρό για την παραγγελία των όπλων[82]. Όμως, δεν ήθελε να επέλθει ρήξη στις σχέσεις με την Ελλάδα και σε συνέντευξη του στις 27 Απριλίου μίλησε για την ανάγκη συμφιλίωσης[83].

Στο κλίμα αυτό ο γ. γ. του ΟΗΕ βρήκε την ευκαιρία να καλέσει για επανέναρξη των διακοινοτικών συνομιλιών που είχαν σταματήσει τον Σεπτέμβριο του 1971. Οι κοινότητες ανταποκρίθηκαν θετικά και στο νέο σχήμα των διαπραγματεύσεων εντάχθηκαν και δύο συνταγματολόγοι (ένας Έλληνας και ένας Τούρκος) ως απλοί σύμβουλοι.  Ο διάλογος ξεκίνησε τον Ιούνιο του 1972[84].

Όμως το κλίμα κάθε άλλο παρά ήρεμο ήταν. Ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1972 είχε επιστρέψει παράνομα στην Κύπρο ο Γρίβας (πιθανόν να βοηθήθηκε από τα ακραία στοιχεία της Χούντας – μάλλον από τον Ιωαννίδη). Ο Γρίβας ίδρυσε μια «εθνική» – αλλά στην πραγματικότητα τρομοκρατική – οργάνωση, την ΕΟΚΑ β΄ με στόχο την Ένωση. Για τον Μακάριο ο Γρίβας μπορούσε να λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά ή ακόμη και να προβεί σε πραξικόπημα, για αυτό τελικά συμφώνησε κατευναστικά στην συμμετοχή του Έλληνα συνταγματολόγου στις νέες διακοινοτικές διαπραγματεύσεις του 1972[85]. Στην οργάνωση παρείχε βοήθεια η ελεγχόμενη από ελλαδίτες αξιωματικούς Εθνική Φρουρά και η ΕΛΔΥΚ[86]. Σύντομα ξεκίνησαν τρομοκρατικές επιθέσεις και τον Οκτώβριο του 1973 πραγματοποιήθηκε αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Μακαρίου[87], παρόλο που νωρίτερα στις 8 Φεβρουαρίου ο Παπαδόπουλος είχε αποκηρύξει την βία στην Κύπρο, από όπου κι αν προερχόταν[88].

Τον Νοέμβριο του 1973 συντελέστηκαν στην Αθήνα τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, ως κορύφωση των αντικαθεστωτικών αντιδράσεων εκ μέρους των φοιτητών και της κοινωνίας. Αποτέλεσμα ήταν ο Παπαδόπουλος να χάσει την υποστήριξη που είχε από τον στρατό και τα ηνία της διοίκησης να αναλάβει ο σκληροπυρηνικός ταξίαρχος Ιωαννίδης. Για τον Ιωαννίδη το δίλημμα για το Κυπριακό ήταν ή Ένωση ή «Κουβανοποίηση». Επανέφερε έτσι την πολιτική της Ένωσης ως επιδίωξη της Αθήνας, χωρίς όμως ανταλλάγματα στην Τουρκία[89] Επισήμως όμως στήριζε τις διακοινοτικές διαπραγματεύσεις[90]. Επιπλέον ο Ιωαννίδης ήταν ακραίος αντικομουνιστής. Συνέπεια αυτών των πεποιθήσεων ήταν ότι η Ένωση θα γινόταν μόνο εάν απομακρυνόταν ο «κόκκινος» Μακάριος, που συνεργαζόταν με τους Κομμουνιστές της Κύπρου (ΑΚΕΛ) και της Μόσχας και τόσο καιρό  στεκόταν εμπόδιο στην Ένωση[91].

Ο Ιωαννίδης πραγματικά επιχειρούσε κάτι εντελώς ανεδαφικό. Στήριζε την Νατοϊκή λύση των διακοινοτικών διαπραγματεύσεων, ενώ, ανεπίσημα προωθούσε την Ένωση ως την καλύτερη λύση για το ΝΑΤΟ και την Ελλάδα, χωρίς να λαμβάνει καθόλου υπόψη τον παράγοντα της Τουρκίας, την οποία θεωρούσε ότι θα έφερνε μπροστά σε τετελεσμένα γεγονότα. Επιπλέον, επειδή θεωρούσε τον Μακάριο επικίνδυνο για το εθνικά του σχέδια, ενέτεινε την δράση εναντίον του αποσταθεροποιώντας την Κύπρο, με κίνδυνο να προκαλέσει καταστάσεις στις οποίες η Τουρκία ως εγγυήτρια δύναμη μπορούσε να εμπλακεί με δικαιολογία την επαναφορά της τάξης (όπως και τελικά έγινε). Αποτέλεσμα αυτών των πεποιθήσεων ήταν μετά τον θάνατο του Γρίβα στις 27/01/1974 η ΕΟΚΑ β΄ να συνεχίσει την δράση της, ελεγχόμενη ουσιαστικά από τον ίδιο τον Ιωαννίδη[92] .

Ο Μακάριος από την πλευρά του δεν αξιολογούσε τον κίνδυνο εναντίον του τόσο σημαντικό. Παρά την δράση της, η ΕΟΚΑ β΄ είχε υποστεί ισχυρά πλήγματα από τις δυνάμεις ασφαλείας, οι διακοινοτικές συνομιλίες προχωρούσαν ανέλπιστα καλά, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις διένυαν περίοδο μερικής κρίσης εξαιτίας του ζητήματος της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο και ΗΠΑ και Βρετανία δεν είχαν λόγο να είναι δυσαρεστημένες με την Λευκωσία (τους παραχωρούσε στρατιωτικές διευκολύνσεις)[93]. Τέλος ήταν τέτοια η αδυναμία του δικτατορικού καθεστώτος στην διεθνή σκηνή που μια κίνηση εναντίον του θα προκαλούσε την εμπλοκή ΕΣΣΔ και Αδεσμεύτων δημιουργώντας σοβαρό πρόβλημα στο ΝΑΤΟ[94].

Όμως τα πράγματα δεν ήταν έτσι στο διεθνές σκηνικό. Ο αραβοϊσραηλινός πόλεμος του 1973, αν και έληξε με στρατιωτική νίκη του Ισραήλ, έδειξε στους Άραβες την δύναμή τους και προέβησαν σε πετρελαϊκό εμπάργκο προς την Δύση. Η κίνηση αυτή προκάλεσε την ανάμειξη των ΗΠΑ και τελικά μετά από διαπραγματεύσεις η Αίγυπτος αποκήρυξε την φιλία της με την Μόσχα και ακολούθησε μια πιο φιλοδυτική πολιτική. Στις εξελίξεις αυτές η Σοβιετική Ένωση, για δικούς της λόγους, είχε αποφασίσει να μην εμπλακεί και να ακολουθήσει πολιτική ύφεσης. Αντίθετα οι Ηνωμένες Πολιτείες ακολουθούσαν επιθετική πολιτική και μια κρίση στο Κυπριακό, ίσως ήταν ευκαιρία για οριστική επίλυση του στα Νατοϊκά πλαίσια[95].

Μην έχοντας πλήρη συναίσθηση του κινδύνου ο Μακάριος αποφάσισε τον Ιούνιο του 1974 να δράσει δυναμικά. Οι δυνάμεις ασφαλείας συνέλαβαν τον αρχηγό της ΕΟΚΑ β΄ και με αρχεία που βρέθηκαν φάνηκε η σύνδεση της οργάνωσης με την Αθήνα[96]. Ακολούθησε η προσπάθεια εκκαθάρισης της Εθνικής Φρουράς από τα χουντικά στοιχεία. Αποφασίστηκε από το υπουργικό συμβούλιο (όπως προέβλεπε ο νόμος) να μην εγκριθεί ο διορισμός 57 αξιωματικών της Εθνικής Φρουράς. Όμως το Γενικό Επιτελείο της Εθνικής Φρουράς, κατόπιν οδηγιών από την Αθήνα, αγνόησε την εντολή του υπουργικού συμβουλίου και προχώρησε την διαδικασία διορισμού[97]. Ο Μακάριος τότε αποφάσισε να απευθυνθεί στην ελληνική κυβέρνηση. Με ανοιχτή επιστολή προς τον Έλληνα πρόεδρο της Δημοκρατίας, στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη στις 2 Ιουλίου 1974, κατέκρινε απερίφραστα την εμπλοκή της Χούντας στα εσωτερικά της Κύπρου και «ως εκλεγμένος ηγέτης μεγάλου τμήματος του Ελληνισμού» απαίτησε τον ανάλογο σεβασμό και ζήτησε την απομάκρυνση των αξιωματικών[98].

Σε απάντηση η Χούντα των Αθηνών με τις δυνάμεις της ΕΛΔΥΚ και μέρος την Εθνικής Φρουράς προέβη σε πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου στις 15 Ιουλίου 1974. Η κίνηση αυτή πρέπει να είχε προσχεδιαστεί και να εφαρμόστηκε νωρίτερα από το προβλεπόμενο[99]. Στα τέλη του Ιουνίου ο Ιωαννίδης φαίνεται να είχε εξασφαλίσει την συγκατάθεση των Γκιζίκη, Ανδρουτσόπουλου (τότε πρωθυπουργός) και Μπονάνου (Α/ΓΕΕΘΑ) και άφηνε να εννοηθεί ότι είχαν συμφωνήσει και οι ΗΠΑ[100].

Πριν ακόμη ολοκληρωθεί το πραξικόπημα διαδόθηκε ότι ο Μακάριος ήταν νεκρός και ότι το ζήτημα αφορούσε καθαρά το εσωτερικό της Κύπρου. Για κακή τύχη της Χούντας αυτό δεν συνέβη. Ο αρχιεπίσκοπος κατάφερε να γλυτώσει και αφού έκανε διάγγελμα προς τον κυπριακό λαό από την Πάφο, έφυγε μέσω της βρετανικής βάσης του Ακρωτηρίου για Μάλτα και από εκεί για Λονδίνο και Νέα Υόρκη, στην έδρα του ΟΗΕ. Ταυτόχρονα στην Κύπρο εγκαθιδρύθηκε το εγκάθετο καθεστώς του Νικόλαου Σαμψών (παλιός αγωνιστής της ΕΟΚΑ και μέλος της κυπριακής αντιπολίτευσης)[101].

Όμως, το πραξικόπημα έδωσε την ευκαιρία στην Τουρκία να επέμβει. Με το (εκείνη την στιγμή νόμιμο) πρόσχημα του δικαιώματος μονομερούς επέμβασης που της έδινε το άρθρο 3 της Συνθήκης Εγγυήσεως – και αφού πρώτα είχαν πραγματοποιηθεί άκαρπες προσχηματικές συνομιλίες με την άλλη εγγυήτρια δύναμη, Βρετανία – εισέβαλε στο Νησί στις 20 Ιουλίου 1974, για να αποκαταστήσει την τάξη – Επιχείρηση «Αττίλας»[102].

Ακολούθησαν ραγδαίες εξελίξεις. Στις 22 Ιουλίου είχε επιτευχθεί κατάπαυση του πυρός (δεν έγινε ιδιαίτερα σεβαστή από την Τουρκία) βάσει απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (υπ’ αρ. 353)[103], ο Σαμψών παραιτήθηκε και τον διαδέχτηκε βάσει του νόμου ο πρόεδρος της Κυπριακής Βουλής Γλαύκος Κληρίδης. Η Χούντα των Αθηνών κατέρρευσε μην μπορώντας να ελέγξει τον στρατό και στις 24 Ιουλίου 1974 κλήθηκαν οι πολιτικοί να αναλάβουν την εξουσία. Δημιουργήθηκε κυβέρνηση Εθνικής Σωτηρίας υπό τον Κ. Καραμανλή και υπουργό εξωτερικών τον πρόεδρο της Ένωσης Κέντρου Γ. Μαύρο[104].

Η νέα ελληνική κυβέρνηση έσπευσε να διαπραγματευτεί στην Γενεύη την πραγματική κατάπαυση του πυρός. Στις 30 Ιουλίου συμφωνήθηκε διακήρυξη με την οποία καθοριζόταν τα όρια της προέλασης, η αποχώρηση εν ευθέτω χρόνο των τουρκικών στρατευμάτων από το Νησί και η έναρξη νέων διαπραγματεύσεων στην Γενεύη στις 8 Αυγούστου. Στόχος της Ελλάδας ήταν να διασφαλιστεί η ανεξαρτησία, η κυριαρχία και η εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου. Όμως, στην Γενεύη, στις 08/08  παρά την πίεση που ασκήθηκε από Βρετανία, Ελλάδα και ΟΗΕ η Τουρκία δεν κάμφθηκε[105]. Οι ΗΠΑ φαινόταν όχι μόνο απρόθυμες να ασκήσουν πίεση στην Τουρκία αλλά μέσω του υπουργού εξωτερικών Χ. Κίσινγκερ δήλωσαν ότι πραγματικά υπήρχε ανάγκη προστασίας των Τουρκοκυπρίων και ότι υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης[106]. Η Τουρκία είχε σημαντικότερα στρατηγικά πλεονεκτήματα για το ΝΑΤΟ και δεν έπρεπε να πιεστεί πολύ[107].

Στις 14 Αυγούστου εξαπολύθηκε στην Κύπρο νέα τουρκική επίθεση –Αττίλας ΙΙ, χωρίς καμία νομική κάλυψη αυτή την φορά. Η ελληνική πλευρά αδυνατούσε να στείλει στρατεύματα και σε ένδειξη διαμαρτυρίας αποχώρησε από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Παρά τα καταδικαστικά ψηφίσματα του ΟΗΕ η Τουρκία σταμάτησε τελικά την προέλαση της στις 16 Αυγούστου. Έκτοτε η Άγκυρα κατέχει στρατιωτικά το 38% του Κυπριακού εδάφους.[108]

Β. 1974 – 2004: Η Κύπρος αποφασίζει και η Ελλάδα συμπαρίσταται

Μετά την εισβολή και την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Αθήνα, αποκαταστάθηκαν και οι σχέσεις με την Λευκωσία. Η νέα ελληνική κυβέρνηση Εθνικής Σωτηρίας προσπάθησε σε πλήρη συνεργασία με την Κύπρο να διορθώσει τα λάθη της Χούντας. Την 30η Νοεμβρίου – 1η Δεκεμβρίου 1974 σε συσκέψεις Μακάριου – Καραμανλή αποφασίστηκε και σχεδιάστηκε η κοινή εξωτερική πολιτική για την αντιμετώπιση των προβλημάτων. Επιπλέον συμφωνήθηκε η χορήγηση οικονομικής βοήθειας ύψους 1 δις δραχμών και ο από κοινού συντονισμός της άμυνας του Νησιού. Πρωταρχικό μέλημα ήταν η αποκατάσταση της ανεξαρτησίας και της αποτροπής της διχοτόμησης της Κύπρου[109].

Σε συνεδρίαση του ελληνικού κοινοβουλίου στις 10 Φεβρουαρίου 1975 ο Καραμανλής παρουσίασε τις ελληνικές θέσεις στο Κυπριακό ζήτημα. Η Αθήνα απέρριπτε οποιαδήποτε διχοτομική λύση, δεχόταν την δημιουργία ομοσπονδιακού κράτους με ισχυρή κεντρική κυβέρνηση, απαιτούσε επιστροφή των προσφύγων στις εστίες τους και αποστρατικοποίηση του εδάφους της Κύπρου. Ένα μήνα αργότερα ψηφίστηκε η εκ νέου παροχή οικονομικής βοήθειας ύψους 1.1 δις δραχμών. Το 1977 ο πρόεδρος Μακάριος σε δημόσια ομιλία του τίμησε την ελληνική κυβέρνηση για την προσφορά της[110].

Η Ελλάδα συνέχισε να προσφέρει την διπλωματική της βοήθεια στην Κύπρο και τα επόμενα χρόνια. Από το 1975 έως και το 2004 έχουν ψηφιστεί σχετικά με το Κυπριακό ζήτημα 89 ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, 12 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, 12 ψηφίσματα της Κοινοπολιτείας, 26 αποφάσεις από τους Αδέσμευτους (μέχρι το 1996), 26 αναφορές στα συμπεράσματα Συνόδων Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( Ε.Ε.) και 16 αποφάσεις τους Συμβουλίου της Ευρώπης. Κοινή συνισταμένη όλων είναι η ενεργή συμπαράσταση της Αθήνας[111].

Επιπλέον, κατά την ίδια περίοδο (1975 – 2004) ξεκίνησαν και συνεχίζονται με διακοπές οι διακοινοτικές διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα του ΟΗΕ και του Γενικού Γραμματέα. Σε κάποιες περιπτώσεις, όπως στις συνομιλίες το 1977 και το 1979, τέθηκαν οι βάσεις για την πορείας των μετέπειτα συνομιλιών. Σε αντίθεση με την τακτική που ακολουθούσε μέχρι το 1974, η Αθήνα δεν εμπλέκεται πλέον με κανένα τρόπο στην διεξαγωγή τους και στηρίζει τις αποφάσεις της Λευκωσίας[112].

Ενεργή και δραστήρια ήταν η συμπαράσταση της Αθήνας και μετά τον Νοέμβριου του 1983, οπότε τα κατεχόμενα εδάφη ανακηρύχθηκαν ως «Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου» (ΤΔΒΚ) στις 15 Νοεμβρίου 1983. Πρόκειται για  μια μετεξέλιξη του «Τουρκικού Ομόσπονδου Κράτους της Κύπρου» που είχε ιδρυθεί στις 13 Φεβρουαρίου του 1975, μετά την εισβολή[113]. Η αντίδραση της Αθήνας ήταν άμεση και έντονη. Δραστηριοποιήθηκε μαζί με την Κύπρο στον ΟΗΕ, ώστε να μην αναγνωριστεί η ΤΔΒΚ ως επίσημο κράτος και να εξασφαλιστεί η συνέχιση της κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας ως μόνης επίσημης για ολόκληρη την Νήσο. Μάλιστα, όταν η Δημοκρατία του Μπαγκλαντές έσπευσε να αναγνωρίσει το νέο κράτος, η Ελλάδα απείλησε με απέλαση όλων των υπηκόων του Μπαγκλαντές, που εργαζόταν στο έδαφός της. Τελικά μόνο η Τουρκία αναγνώρισε την ΤΔΒΚ[114].

Επιπρόσθετα, όλο το διάστημα από το 1975 έως το 2004 κατατέθηκαν υπό την αιγίδα (κυρίως) του ΟΗΕ αλλά και των Ηνωμένων Πολιτειών, σχέδια επίλυσης του Κυπριακού. Ειδικότερα μέχρι το 2002, οπότε και κατατέθηκε η πρώτη εκδοχή του σχεδίου Ανάν, προτάθηκαν το Αμερικανό – Βρετανό – Καναδικό σχέδιο (1978)[115] οι λεγόμενοι «Δείκτες για το Κυπριακό» του γ. γ. του ΟΗΕ Πέρες ντε Κουαγίερ (8 Αυγούστου 1983)[116], οποίος κατέθεσε άλλα δύο το «Ενοποιημένο Σχέδιο Συμφωνίας» (12 Απριλίου 1985)[117] και το «Σχέδιο Συμφωνίας για το Κυπριακό» [118]. Ακολούθησαν οι «Δέσμες Ιδεών» του επόμενου γ. γ. του ΟΗΕ, Μπούτρος Μπούτρος Γκάλι και το σχέδιο Ανάν το 2002 – 2004 (θα εξεταστεί παρακάτω). Τα σχέδια αυτά περιελάμβαναν διάφορες προτάσεις σχετικά με το εδαφικό ζήτημα που είχε προκύψει στην Κύπρο από το 1974 (με κάποια σχέδια να είναι σαφέστερα από άλλα και με διαφορές ως προς την έκταση του εδάφους που θα κατοικούσε η κάθε κοινότητα), τη μορφή τους κράτους (προτεινόταν σε όλα η ομοσπονδιακή μορφή με επιμέρους διαφορές ανά σχέδιο), τον τρόπο διοίκησης της δημοκρατίας (εκτελεστική, νομοθετική και δικαστική εξουσία) και την αναλογία των πληθυσμών στην διοίκηση (και πάλι υπάρχουν διαφορές από πρόταση σε πρόταση). Διαφορές υπάρχουν ως προς το ότι δεν έκαναν όλα τα σχέδια μνεία για την αποχώρηση των παράνομα σταθμευμένων στρατιωτικών δυνάμεων στο Νησί (αναφέρεται μόνο το Αμερικανό – βρετανικό – καναδικό σχέδιο) και για πρώτη φορά αναφέρθηκαν οι πρόσφυγες και τα ενδεχόμενα επαναπατρισμού ή αποζημίωσής τους από τις «Δέσμες Ιδεών» του Γκάλι και εξής (πάντα με επιμέρους διαφορές)[119]. Η στάση των ελληνικών κυβερνήσεων[120] διέφερε από σχέδιο σε σχέδιο, επίσης συνήθως διέφερε και με αυτή της Λευκωσίας (μόνο στις περιπτώσεις του Ενοποιημένου Σχεδίου Συμφωνίας – 1985  και του Σχεδίου Συμφωνίας για το Κυπριακό – 1986 υπήρξε πλήρης ταύτιση). Η ειδοποιός διαφορά της ελληνοκυπριακής διαφωνίας συνίστατο στο ότι η Αθήνα δεν ακολουθούσε πλάγιες μεθόδους προκειμένου να αναγκάσει την Λευκωσία να συμφωνήσει, όπως συνέβαινε στο παρελθόν. Η Ελλάδα έλεγε την γνώμη της στην Κύπρο, αλλά στήριζε την κυπριακή κυβέρνηση ανεξάρτητα της τελικής της απόφασης[121]. Η Αθήνα δεν είχε πλέον την απαίτηση να αναγνωρίζεται ως Εθνικό Κέντρο.

Ειδικότερα, οι θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης έμειναν έως το 1982 έτσι όπως εκφράστηκαν από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή το 1974. Την χρόνια αυτή ο Ανδρέας Παπανδρέου επανακαθόρισε τους στόχους ως εξής: τερματισμό της κατοχής, επιστροφή των προσφύγων στις εστίες στους και μια ενιαία, ανεξάρτητη, αποστρατικοποιημένη και αδέσμευτη δημοκρατία[122].

Το 1994 – 1996 με την νέα κυβέρνηση Α. Παπανδρέου τέθηκε σε ισχύ ο σχεδιασμός του ενιαίου αμυντικού χώρου Ελλάδας – Κύπρου. Επίσης, υιοθετήθηκε η πολιτική «Ενεργού Ηφαιστείου» σε συνεργασία με τον τότε Κύπριο πρόεδρο Γλαύκο Κληρίδη. Ειδικότερα, η πολιτική αυτή είχε τις ρίζες στις στο 1984, όταν ο Α. Παπανδρέου είχε προτείνει στο τότε πρόεδρο της Κύπρου Σπύρο Κυπριανού να αποσταλθεί στο Νησί μια ελληνική μεραρχία. Στόχος ήταν να αντιδράσει η Τουρκία, ώστε να προκληθεί ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και εξαιτίας αυτού να επέμβουν ΗΠΑ και ΝΑΤΟ για να αποσοβήσουν την κρίση. Στις διαπραγματεύσεις που θα ακολουθούσαν η ελληνική πλευρά θα ζητούσε σε αντάλλαγμα της απόσυρσης της μεραρχίας να αποσυρθεί μέρος των τουρκικών δυνάμεων. Ο Κυπριανού τότε είχε επιφυλάξεις και όταν το 1993 ο Κληρίδης ζήτησε την αποστολή της μεραρχίας από τον Κων. Μητσοτάκη εκείνος αρνήθηκε[123].

Με την νέα εξέλιξη του ενιαίου αμυντικού χώρου αποφασίστηκε η ενίσχυση της κυπριακής άμυνας με την εγκατάσταση αντιαεροπορικών πυραύλων. Οι πύραυλοι που επιλέχθηκαν ήταν οι ρωσικής κατασκευής S – 300, οι οποίοι ήταν μεγάλου βεληνεκούς και ισχύος. Αυτή η παραγγελία προκάλεσε την οργή της Άγκυρας, που απείλησε με επιθετική ενέργεια για την καταστροφή των πυραύλων και την άσκηση πίεσης στην Λευκωσία από ΗΠΑ και ΕΕ για να μην πραγματοποιηθεί η παραγγελία. Τελικά μετά από συνεννόηση του νέου Έλληνα πρωθυπουργού Κ. Σημίτη (1996 – 2004) και του Κληρίδη αποφασίστηκε οι S – 300 να εγκατασταθούν στην  Κρήτη (29 Δεκεμβρίου 1998)[124].

Την επίμονη στήριξη της ελληνικής πλευράς είχε η Λευκωσία στις προσπάθειες ένταξής της στην ΕΕ. Οι επαφές είχαν ξεκινήσει από το 1971 (με την τότε ΕΟΚ)  με καθαρά οικονομικά κριτήρια. Πολιτικοί λόγοι προέκυψαν από το 1990. Το σκεπτικό ήταν ότι με την ένταξη στην ΕΕ θα μπορούσε να προκύψει κάποια λύση στο Κυπριακό ή σε κάθε περίπτωση να αναγνωριστεί και να ισχυροποιηθεί ακόμη περισσότερο η ανεξαρτησία και η κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας[125].

Η πρώτη πρόταση για ένταξη κατατέθηκε από τον τότε Κύπριο πρόεδρο Γ. Βασιλείου (1988 – 1993) στις 4 Ιουλίου 1990. Τον Ιούνιο του 1994 η Κύπρος (μαζί με την Μάλτα) αποφασίστηκε να συμπεριληφθεί στα κράτη που θα ενταχθούν στην επόμενη διεύρυνση της ΕΕ[126]. Στο Ελσίνκι τον Δεκέμβριο του 1999 εξασφαλίστηκε η συνέχιση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων και ξεκαθαρίστηκε ότι δεν ήταν υποχρεωτική προηγούμενη λύση του Κυπριακού για ένταξη της χώρας στην ΕΕ[127]. Ταυτόχρονα Ελλάδα και ΕΕ αποδέχθηκαν την Τουρκία ως υποψήφια προς ένταξη χώρα[128].

Όμως, στις ενταξιακές διαδικασίες προέκυψε πρόβλημα το 2002. Την χρονιά αυτή παρουσιάστηκε το πρώτο (από τα συνολικά πέντε) «Σχέδιο Ανάν» (ονομάστηκε από το όνομα του τότε γ. γ. του ΟΗΕ, Κόφι Ανάν). Το σχέδιο αυτό προέβλεπε λύσεις εφ’ όλης της ύλης του Κυπριακού (εδαφικό ζήτημα, προσφυγικό, μορφή του κράτους, διοίκηση, ποσοστιαία συμμετοχή στην εξουσία κλπ). Το πρόβλημα για την κυπριακή πλευρά ήταν ότι αφέθηκε να εννοηθεί ότι απόρριψή του σήμαινε και απόρριψη της ένταξης στην ΕΕ, επειδή παρουσιάστηκε τον Νοέμβριο του 2002 και τον Δεκέμβριο του 2002 θα αποφασιζόταν στην Κοπεγχάγη το ενταξιακό μέλλον της Κύπρου στην ΕΕ. Το Σχέδιο τελικά το απέρριψε η τουρκοκυπριακή πλευρά και οι συνομιλίες στην πρωτεύουσα της Δανίας είχαν αίσιο τέλος για την Κύπρο[129].

Στις 16 Απριλίου 2003 υπογράφθηκε στην Αθήνα η Συνθήκη Προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την οποία η Κύπρος και εννέα ακόμη κράτη θα γινόταν μέλη της ΕΕ την 1η Μαΐου 2004 [130].  Τον Μάρτιο του 2004 κατατέθηκε η τελική μορφή του Σχεδίου Ανάν [131] και θα αποφασιζόταν με ταυτόχρονο δημοψήφισμα στις δύο κοινότητες της Κύπρου εάν θα εγκρινόταν ή θα απορριπτόταν[132]. Επικράτησε ένα κλίμα αβεβαιότητας και τρομοκρατίας στην Κύπρο για το τι θα σήμαινε για την ευρωπαϊκή πορεία  της χώρας έγκριση ή απόρριψη του σχεδίου. Η ελληνική κυβέρνηση Σημίτη χαρακτήρισε το Σχέδιο «Ιστορική ευκαιρία» και πίεσε την κυπριακή κυβέρνηση του Τάσσου Παπαδόπουλου (2003 – 2008) να το εγκρίνει. 

Σε διάγγελμά του στις 7 Απριλίου 2004 ο Κύπριος πρόεδρος κάλεσε τον κυπριακό λαό να πει ΟΧΙ στο Σχέδιο Ανάν[133]. Παράλληλα, η νέα ελληνική κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, που είχε προκύψει από τις εκλογές της 7η Μαρτίου 2004, αν και τάχθηκε διακριτικά υπέρ του Σχεδίου[134], διακήρυξε ότι η απόφαση ανήκει στους Κυπρίους και ότι η ελληνική κυβέρνηση θα την σεβαστεί[135]. Στις 24 Απριλίου 2004 το ΟΧΙ επικράτησε με ποσοστό 75,83 %. Την 1η Μαΐου 2004 η Κύπρος έγινε όπως προβλεπόταν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης[136].

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
 

            Μια πιθανή σύνοψη των ελληνοκυπριακών σχέσεων, θα μπορούσε να περιλαμβάνει τέσσερις περίοδοι. Τα έτη 1960 – 1963 ήταν η εποχή των «καλών σχέσεων», ακολουθεί η περίοδος «έντασης» από το 1964 – 1967, τα χρόνια της «ρήξης», 1967 – 1974 και η περίοδος της πραγματικής «συνεργασίας». Υπάρχει επίσης ένα δεδομένο που διατρέχει ολόκληρη την περίοδο και διαφοροποιεί τις διμερείς σχέσεις Αθήνας  – Λευκωσίας  από αυτές των άλλων χωρών και αυτό είναι η διαφορετικότητά τους που επαφίεται στις ξεχωριστές πολιτισμικές και ιστορικές σχέσεις των δύο χωρών, που ξεκινάνε πολύ πριν το 1960.

            Αποτιμώντας την ελληνική στάση τα έτη 1960 – 1974, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η Αθήνα επιδίωκε πάντα το καλύτερο για την Λευκωσία. Όμως, Τα προβλήματα ήταν δυο. Αρχικά, παρά τις καλές της προθέσεις, αυτό το οποίο θεωρούσε καλό η Ελλάδα δεν ήταν απαραίτητα καλό και για την Κύπρο και δεύτερον, ο τρόπος με τον οποίο επιχειρούνταν να πραγματοποιηθεί ο στόχος σπάνια εφαρμοζόταν βάσει σχεδίου, με αποτέλεσμα να έχει σαθρές βάσεις και στην πορεία να παρεκκλίνει. Δεν υπήρχε δηλαδή πρόγραμμα δράσης, για την επίτευξη του στόχου. Συνήθως υπήρχε ο στρατηγικός στόχος και η προσπάθεια υλοποίησής του στηριζόταν στον αυτοσχεδιασμό. Τα δύο αυτά χαρακτηριστικά σχετίζονται με το ασυμβίβαστο των στόχων της ελληνικής διπλωματίας. Το συμμαχικό συμφέρον το οποίο έπρεπε να υπηρετεί η Αθήνα, ως μέλος του ΝΑΤΟ, δεν συνέπιπτε πάντα με το εθνικό συμφέρον. Σε κάθε περίπτωση η Ελλάδα προσπαθούσε να λύσει το εθνικό συμφέρον στα πλαίσια του συμμαχικού. Όμως η «χρυσή τομή» που επιδίωκε να βρει η Αθήνα, τελικά δεν πραγμάτωνε με μεγάλη επιτυχία κανένα από τα δύο συμφέροντά της, αφήνοντάς δυσαρεστημένους τόσο τους Κυπρίους όσο και τους Συμμάχους.

            Από την άλλη πλευρά κατά τα ίδια έτη, η Λευκωσία επιχειρούσε να λύσει το εθνικό της πρόβλημα βάσει των δικών της πεποιθήσεων. Σε αυτά τα πλαίσια ακολουθούσε τις δικές της πολιτικές επιλογές (ένταξη στους Αδέσμευτους και ανάπτυξη επαφών με την Μόσχα). Παράλληλα ζητούσε την στήριξη της Αθήνας, η οποία όμως είχε διαφορετικές επιλογές από την Λευκωσία και με βάσει αυτές έπρεπε να δράσει. Αποτέλεσμα ήταν η κυπριακή ηγεσία να ισορροπεί επικίνδυνα στο διεθνές στερέωμα.

            Τέλος, κατά την περίοδο μετά το 1974, η συνεργασία μεταξύ των δύο κρατών χαρακτηρίζεται ως άριστη[137]. Οι δύο χώρες συνεργάζονται στενά στα πλαίσια των διεθνών οργανισμών και αποδείχτηκε ότι πράττουν το ίδιο στα εκάστοτε σχέδια επίλυσης που παρουσιάζονται, άσχετα με τις μεταξύ τους διαφωνίες. Σε αυτό ίσως να συμβάλλει το ότι τόσο η Κύπρος όσο και η Ελλάδα, έχουν συγκεκριμένες επιδιώξεις για επίλυση του Κυπριακού ζητήματος[138] και κυρίως στο ότι ανήκουν και οι δύο στους ίδιους γεω – στρατηγικούς συνασπισμούς (πχ. ΕΕ).

kontakis

Γιάννης Κοντάκης 

Μεταπτυχιακός Φοιτητής

του τμήματος Ιστορικού Αρχαιολογικού

της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
 

Α) ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

·         Diana Markides, “A state of Deceptive Ambiguity: The Turkish – Greek Framework, the Commonwealth, the non-Aligned Movement and Cyprus, 1960-64., στο Πέτρος Παπαπολυβίου, Άγγελος Συρίγος, Ευάνθης Χατζηβασιλείου (επιμ.), Το Κυπριακό και το Διεθνές Σύστημα, 1945 – 1974: Αναζητώντας θέση στον κόσμο,  Αθήνα, 2013, σ. 183 – 197.

·         Αβέρωφ – Τοσίτσας Ευάγγελος: Ιστορία Χαμένων Ευκαιριών (Κυπριακό 1950 – 1963), Αθήνα, 1981.

·         Βαληνάκης, Γιάννης, «Η ιστορική σημασία της ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.», στο Πέτρος Παπαπολυβίου, Άγγελος Συρίγος, Ευάνθης Χατζηβασιλείου (επιμ.), Το Κυπριακό και το Διεθνές Σύστημα, 1945 – 1974: Αναζητώντας θέση στον κόσμο,  Αθήνα, 2013, σ. 417 – 421.

·         Γεωργή, Γιώργος, «Από την πρώτη στην δεύτερη Αγγλοκρατία 1191 – 1878», στο Γ. Τενεκίδης, Γ. Κρανιδιώτης (επιμ.), ΚΥΠΡΟΣ, Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, Αθήνα, 2009, σ. 81 – 135.

·         Ιεροδιάκονος, Λεόντιος, «Το Κυπριακό από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως την ανεξαρτησία.», στο Γ. Τενεκίδης, Γ. Κρανιδιώτης (επιμ.), ΚΥΠΡΟΣ, Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, Αθήνα, 2009, σ. 169 – 191.

·         Κρανιδιώτης,  Γιάννος, « Οι σχέσεις Αθηνών – Λευκωσίας, 1960 – 1974.», , στο Γ. Τενεκίδης, Γ. Κρανιδιώτης (επιμ.), ΚΥΠΡΟΣ, Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, Αθήνα, 20092, σ.  327 – 361.

·         Κρανιδιώτης, Γιάννος,  Το Κυπριακό πρόβλημα, 1960 – 1974, χ. τ.,  1984.

·         Λάμπρου, Γιάννης Κ., Ιστορία του Κυπριακού, τα χρόνια μετά την ανεξαρτησία (1960 – 2004), Λευκωσία, 2004.

·         Μπότσιου, Κωνσταντίνα, «Το Κυπριακό και η ελληνική πολιτική κρίση, 1961 – 1967.», στο Πέτρος Παπαπολυβίου, Άγγελος Συρίγος, Ευάνθης Χατζηβασιλείου (επιμ.), Το Κυπριακό και το Διεθνές Σύστημα, 1945 – 1974: Αναζητώντας θέση στον κόσμο,  Αθήνα, 2013, σ. 247 – 265.

·         Παπαπολυβίου, Πέτρος, Συρίγος, Άγγελος, Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, (επιμ.), Το Κυπριακό και το Διεθνές Σύστημα, 1945 – 1974: Αναζητώντας θέση στον κόσμο,  Αθήνα, 2013.

·         Ριζάς, Σωτήρης,  Το Κυπριακό στην κρίσιμη καμπή, η ελληνική πολιτική και το σχέδιο Acheson (1964), Αθήνα, 1997.

·         Ριζάς, Σωτήρης, Οι ΗΠΑ η δικτατορία των συνταγματαρχών και το Κυπριακό ζήτημα, 1967 – 1974, Αθήνα, 2004.

·          Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Ελληνική εξωτερική πολιτική, 1830 – 1981, Αθήνα, 2014.

·         Συρίγος, Άγγελος, «Η ελληνική μεραρχία στην Κύπρο (1964 – 1968) και ο ρόλος των μεγάλων δυνάμεων», στο Πέτρος Παπαπολυβίου, Άγγελος Συρίγος, Ευάνθης Χατζηβασιλείου (επιμ.), Το Κυπριακό και το Διεθνές Σύστημα, 1945 – 1974: Αναζητώντας θέση στον κόσμο,  Αθήνα, 2013, σ. 267 – 288.

·         Συρίγος, Άγγελος, Σχέδιο Ανάν, οι κληρονομιές του παρελθόντος και οι προοπτικές του μέλλοντος, Αθήνα, 2005.

·         Τσαλάκου, Γιώργος, «Σύντομη επισκόπηση ορισμένων όψεων της Αγλλκρατίας στην Κύπρο» στο Γ. Τενεκίδης, Γ. Κρανιδιώτης (επιμ.), ΚΥΠΡΟΣ, Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, Αθήνα, 2009, σ. 139 – 165.

·         Τσαρδανίδης, Χαράλαμπος, «Η Κυπριακή εξωτερική πολιτική: 1960- 1974», χ. τ., 2006.

·         Χατζηβασιλείου, Ευάνθης,  «Το Κυπριακό ζήτημα», στο Γιάννης Βαληνάκης (επιμ.), Ελληνική εξωτερική και ευρωπαϊκή πολιτική, 1990 – 2010, Αθήνα, 2012, σ. 71 – 88.

Β) ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

·         Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών:

http://www.mfa.gr/kypriako/

·         Κυπριακό Υπουργείο Εξωτερικών

http://www.mfa.gov.cy/mfa/mfa2006.nsf/cyprus14_gr/cyprus14_gr?OpenDocument

·         Γραφείο Τύπου και Πληροφόρησης Κύπρου

http://www.piopressreleases.com.cy/easyconsole.cfm/page/search

·         Ελληνική Πολεμική Αεροπορία

http://www.haf.gr/el/mission/weapons/

·         Wikipedia

https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_modern_weapons_of_the_Turkish_Air_Force

·         YouTube

https://www.youtube.com/watch?v=L5LMTyi9kso.

Παραπομπές

[1] Αγγελος Συρίγος, Σχέδιο Ανάν, οι κληρονομιές του παρελθόντος και οι προοπτικές του μέλλοντος, Αθήνα, 2005, σ. 49. Γ. Τσαλάκου, «Σύντομη επισκόπηση ορισμένων όψεων της Αγλλκρατίας στην Κύπρο» στο Γ. Τενεκίδης, Γ. Κρανιδιώτης (επιμ.), ΚΥΠΡΟΣ, Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, Αθήνα, 2009, σ. 147.
[2] Γ. Γεωργή, «Απο την πρώτη στην δεύτερη Αγγλοκρατία 1191 – 1878», στο Γ. Τενεκίδης, Γ. Κρανιδιώτης (επιμ.), ΚΥΠΡΟΣ, Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, Αθήνα, 2009, σ. 124 – 130. – Γ. Τσαλάκου, ο. π., σ . 145, 161, 164 – 165.
[3] K. Σβολόπουλος, Ελληνική εξωτερική πολιτική, 1830 – 1981, Αθήνα, 2014, σ. 154.
[4] K. Σβολόπουλος, ο. π., σ. 190.
[5] K. Σβολόπουλος, ο. π., σ. 266.
[6] Έτσι ονομάστηκε από την δυτική ιστοριογραφία ο ανταγωνισμός για την κυριαρχία (σε κάθε επίπεδο) στον μεταπολεμικό κόσμο ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Σοβιετική Ένωση και των συμμάχων τους. Αν και υπήρχαν περίοδοι έντασης μεταξύ των δύο στρατοπέδων, ευθεία πολεμική σύγκρουση δεν έγινε ποτέ (για αυτό ονομάστηκε Ψυχρός).
[7] Λ. Ιεροδιάκονος, «Το Κυπριακό από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως την ανεξαρτησία.», στο Γ. Τενεκίδης, Γ. Κρανιδιώτης (επιμ.), ΚΥΠΡΟΣ, Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, Αθήνα, 2009, σ. 170 – 171. – K. Σβολόπουλος, ο. π., σ. 227 – 245.
[8] Λ. Ιεροδιάκονος, ο. π., σ. 170, 177.
[9] Λ. Ιεροδιάκονος, ο. π., σ. 172 – 174. – K. Σβολόπουλος, ο. π., σ. 269 – 276.
[10] Λ. Ιεροδιάκονος, ο. π., σ. 178 – 182.
[11] Λ. Ιεροδιάκονος, ο. π., σ. 186 – 189. –  Γ. Κρανιδιώτη, Το Κυπριακό πρόβλημα, 1960 – 1974, χ. τ., 1984, σ. 35.
[12] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π, σ. 34 – 35.
[13] Άγγελος Συρίγος, ο. π., σ. 50 – 51
[14] Γιάννος Κρανιδιώτης,  ο. π., σ. 36 – 40. –  Αγγελος Συρίγος, ο. π., σ. 51.
[15] Αγγελος Συρίγος, ο. π., σ. 51.
[16] K. Σβολόπουλος, ο. π., σ.  277.
[17] Ευάγγελου Αβέρωφ – Τοσίτσα: Ιστορία Χαμένων Ευκαιριών (Κυπριακό 1950 – 1963), Αθήνα, 1981, σ. 320.
[18] Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών: http://www.mfa.gr/images/docs/kypriako/treaty_of_guarantee.pdf. – Κ. Σβολόπουλος, ο.π., σ. 277.
[19] Γ. Κρανιδιώτη, « Οι σχέσεις Αθηνών – Λευκωσίας, 1960 – 1974.», 327 – 364, στο Γ. Τενεκίδης, Γ. Κρανιδιώτης (επιμ.), ΚΥΠΡΟΣ, Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, Αθήνα, 2009, σ. 330 -331. – Κωνσταντίνα Μπότσιου, «Το Κυπριακό και η ελληνική πολιτική κρίση, 1961 – 1967.», στο Πέτρος Παπαπολυβίου, Άγγελος Συρίγος, Ευάνθης Χατζηβασιλείου (επιμ.), Το Κυπριακό και το Διεθνές Σύστημα, 1945 – 1974: Αναζητώντας θέση στον κόσμο,  Αθήνα, 2013., σ. 252.
[20] Diana Markides, “A state of Deceptive Ambiguity: The Turkish – Greek Framework, the Commonwealth, the non-Aligned Movement and Cyprus, 1960-64., στο Πέτρος Παπαπολυβίου, Άγγελος Συρίγος, Ευάνθης Χατζηβασιλείου (επιμ.), Το Κυπριακό και το Διεθνές Σύστημα, 1945 – 1974: Αναζητώντας θέση στον κόσμο,  Αθήνα, 2013., σ. 186.
[21]  Γ. Κρανιδιώτη, « Οι σχέσεις», ο. π., σ. 330 – 331.
[22] Ευάγγελου Αβέρωφ – Τοσίτσα, ο. π., σ. 324 – 325. – Γ. Κρανιδιώτη, « Οι σχέσεις», ο.π., σ. 331. – Κωνσταντίνα Μπότσιου, « Το Κυπριακό», ο. π., σ. 252.
[23] Ευάγγελου Αβέρωφ – Τοσίτσα, ο. π., σ. 324 – 329. –  Κ. Σβολόπουλος, ο.π., σ. 278. – Γ. Κρανιδιώτη, «Οι σχέσεις», ο.π., σ. 331 – 332.
[24] Χ. Τσαρδανίδης, «Η Κυπριακή εξωτερική πολιτική: 1960- 1974″, 2006, σ. 16 – 17.
[25] Κρανιδιώτη, « Οι σχέσεις», ο. π., σ. 332. – Κ. Σβολόπουλος, ο.π., σ. 278.
[26] Κ. Σβολόπουλος, ο.π., σ. 278. – Αγγελος Συρίγος, ο. π., σ. 52 – 53.
[27] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 48 – 49.
[28] Γ. Κρανιδιώτη, « Οι σχέσεις», ο. π., σ. 329. – Τσαρδανίδης, ο. π., σ. 4 – 5.
[29] Σ. Ριζάς, Το Κυπριακό στην κρίσιμη καμπή, η ελληνική πολιτική και το σχέδιο Acheson (1964), Αθήνα, 1997, σ. 16 – 17. – Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 146.
[30] Για την σύνθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας εκείνη την περίοδο βλ. Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 79.
[31] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 58 – 67, 78. –  Χ. Τσαρδανίδης, ο. π., σ. 36 – 39.
[32] Κυπριακό Υπουργείο Εξωτερικών: http://www.mfa.gov.cy/mfa/mfa2006.nsf/All/2541EEDD0639B196C22571B5003C0922/$file/Resolution%20186%20_1964_.pdf?OpenElement  .
[33] Χ. Τσαρδανίδης, ο. π., σ.31 – 34.
[34] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 141 . – Σ. Ριζάς, ο. π., σ. 16. – Κωνσταντίνα Μπότσιου, « Το Κυπριακό», ο. π., σ. 254.
[35] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 141. – Κρανιδιώτη, « Οι σχέσεις», ο. π., σ. 332. – Κ. Σβολόπουλος, ο.π., σ. 279.
[36] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 145. – Κ. Σβολόπουλος, ο.π., σ. 279. – Σ. Ριζάς, ο. π., σ. 50 – 51. – Κωνσταντίνα Μπότσιου, « Το Κυπριακό», ο. π., σ. 254.
[37] Σ. Ριζάς, ο. π., σ. 51 – 53. – Κωνσταντίνα Μπότσιου, « Το Κυπριακό», ο. π., σ. 254 – 256.
[38] Ά. Συρίγος, «Η ελληνική μεραρχία στην Κύπρο (1964 – 1968) και ο ρόλος των μεγάλων δυνάμεων», στο Πέτρος Παπαπολυβίου, Άγγελος Συρίγος, Ευάνθης Χατζηβασιλείου (επιμ.), Το Κυπριακό και το Διεθνές Σύστημα, 1945 – 1974: Αναζητώντας θέση στον κόσμο,  Αθήνα, 2013., σ. 268 – 271
[39]Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 130. –  Σ. Ριζάς, ο. π., σ.  53. – Ά. Συρίγος, «Η ελληνική μεραρχία», ο. π., σ. 270 – 271.
[40] Είχε προηγηθεί στις αρχές Ιουνίου απειλή της Τουρκίας για απόβαση στην Κύπρο. Σε αυτήν απάντησε ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ με μια αυστηρότατη επιστολή (5 Ιουνίου 1964) προειδοποιώντας την Τουρκία, ότι η χώρα του και το ΝΑΤΟ δεν θα συνδράμουν την  Άγκυρα, εάν με τις κινήσεις της προκαλέσει την επέμβαση της ΕΣΣΔ., Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 130.
[41] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 132 – 133, 141.
[42] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 134 – 136
[43] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 136 – 137.
[44] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 137. – Κ. Σβολόπουλος, ο.π., σ. 279. – Σ. Ριζάς, ο. π., σ.  63.
[45] Κρανιδιώτη, « Οι σχέσεις», ο. π., σ. 335. Την απόρριψη των σχεδίων ακολούθησε στις 19/20 Αυγούστου 1964 πρόταση του Έλληνα υπουργού Άμυνας Γαρουφαλλιά στο Μακάριο να γίνει πραξικοπηματική Ένωση Ελλάδας – Κύπρου. Ο αρχιεπίσκοπος αρνήθηκε Σ. Ριζάς, ο. π., σ.  65 – 66. – Μπότσιου, « Το Κυπριακό», ο. π., σ. 258. – Ά. Συρίγος, «Η ελληνική μεραρχία», ο. π., σ. 279.
[46] Ά. Συρίγος, «Η ελληνική μεραρχία», ο. π., σ. 280.
[47] Κ. Σβολόπουλος, ο. π., σ. 280. – Ά. Συρίγος, «Η ελληνική μεραρχία», ο. π., σ. 281.
[48] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 144 ( ολόκληρη η επιστολή, στο ίδιο, σ. 142 – 144.)
[49] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 144 – 145.
[50] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 146. – Κρανιδιώτη, « Οι σχέσεις», ο. π., σ. 333.
[51] Κωνσταντίνα Μπότσιου, « Το Κυπριακό», ο. π., σ. 261.
[52] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 149 – 150. – Κωνσταντίνα Μπότσιου, « Το Κυπριακό», ο. π., σ. 261.
[53] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 152 – 153.
[54] Κ. Σβολόπουλος, ο. π., σ. 281.
[55] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 150 – 151. – Κρανιδιώτη, « Οι σχέσεις», ο. π., σ. 335.
[56] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 153 – 156. – Κ. Σβολόπουλος, ο. π., σ. 281.
[57] Συμβούλιο του ελληνικού κράτος που συγκαλείται για την συζήτηση – επίλυση σοβαρών θεμάτων. Μετείχαν ο Βασιλιάς, ο πρωθυπουργός, οι αρχηγοί των κομμάτων της βουλής, πρώην πρωθυπουργοί, αρμόδιοι υπουργοί και υπηρεσιακοί παράγοντες. Με την συμμετοχή του Μακαρίου για πρώτη φορά παρευρισκόταν ηγέτης ξένου κράτους, Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 156 – 157.
[58] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 157 – 158.
[59] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 158 – 161.
[60] Κ. Σβολόπουλος, ο. π., σ. 305. – Ά. Συρίγος, «Η ελληνική μεραρχία», ο. π., σ. 284.
[61] Εθνική Φρουρά, ένοπλο σώμα των Ελληνοκυπρίων που δημιουργήθηκε για την αυτοπροστασία τους στις ταραχές του 1964. Από την 1 Ιουνίου 1964 θεσπίστηκε νόμος περί Εθνικής Φρουράς που προέβλεπε την υποχρεωτική θητεία των Ελληνοκυπρίων. Η Φρουρά δημιουργήθηκε ως υποκατάστατο του σχεδιαζόμενου Κυπριακού στρατού, Γιάννης Κ. Λάμπρου,  Ιστορία του Κυπριακού, τα χρόνια μετά την ανεξαρτησία (1960 – 2004), Λευκωσία, 2004, σ. 130.
[62] Σ. Ριζάς, Οι ΗΠΑ η δικτατορία των συνταγματαρχών και το Κυπριακό ζήτημα, 1967 – 1974, Αθήνα, 2004, σ. 37 – 39. – Κρανιδιώτη, « Οι σχέσεις», ο. π., σ. 337.
[63] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 180. – Σ. Ριζάς, Οι ΗΠΑ, ο. π., σ. 43 – 44.
[64] Σ. Ριζάς, Οι ΗΠΑ, ο. π., σ. 39, 41 – 42.
[65] Ά. Συρίγος, «Η ελληνική μεραρχία», ο. π., σ. 288.
[66] Σ. Ριζάς, Οι ΗΠΑ, ο. π., σ. 179.
[67] Κρανιδιώτη, « Οι σχέσεις», ο. π., σ. 337. – Σ. Ριζάς, ο. π., σ.  74. – Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 194.
[68] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 180, 191 – 193.
[69] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 195.
[70] Σ. Ριζάς, Οι ΗΠΑ, ο. π., σ. 67, 69. – Τσαρδανίδης, ο. π., σ.  66.
[71] Κρανιδιώτη, « Οι σχέσεις», ο. π., σ. 339. – Τσαρδανίδης, ο. π., σ.  68 – 69.
[72] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 202 – 205.
[73] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 206 – 207.
[74] Κρανιδιώτη, « Οι σχέσεις», ο. π., σ. 342 – 344.
[75] Κρανιδιώτη, « Οι σχέσεις», ο. π., σ. 344 – 146.
[76] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 210 – 213.
[77] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 190.
[78] Κρανιδιώτη, « Οι σχέσεις», ο. π., σ. 340.
[79] Σ. Ριζάς, Οι ΗΠΑ, ο. π., σ. 101.
[80] Κρανιδιώτη, « Οι σχέσεις», ο. π., σ. 348 – 349.
[81] Κρανιδιώτη, « Οι σχέσεις», ο. π., σ. 352.
[82] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 220. – Σ. Ριζάς, Οι ΗΠΑ, ο. π., σ. 127 – 129.
[83] Γραφείο Τύπου και Πληροφόρησης Κύπρου: http://www.piopressreleases.com.cy/easyconsole.cfm/page/search.
[84] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 221.
[85] Σ. Ριζάς, Οι ΗΠΑ, ο. π., σ. 105, 113.
[86] Σ. Ριζάς, Οι ΗΠΑ, ο. π., σ. 105 – 106.
[87] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 222 – 223.
[88] Κ. Σβολόπουλος, ο. π., σ. 307.
[89] Σ. Ριζάς, Οι ΗΠΑ, ο. π., σ. 181.
[90] Σ. Ριζάς, Οι ΗΠΑ, ο. π., σ. 182.
[91] Σ. Ριζάς, Οι ΗΠΑ, ο. π., σ. 177.
[92] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 251. – Κ. Σβολόπουλος, ο. π., σ. 307.
[93] Η Λευκωσία είχε δώσει την συγκατάθεσή της να χρησιμοποιείται η βάση του Ακρωτηρίου ως ορμητήριο των αμερικανικών κατασκοπευτικών αεροπλάνων U-2, (βλ. Τσαρδανίδης, ο. π., σ.  78.),

καθώς και εγκαταστάσεις για στρατωνισμό Αμερικανών στρατιωτών,(βλ. Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 227.)
[94] Τσαρδανίδης, ο. π., σ.  77 – 79.
[95] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 226.
[96] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 237.
[97] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 238. – Κρανιδιώτη, « Οι σχέσεις», ο. π., σ. 354.
[98] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 238 – 239. – Κρανιδιώτη, « Οι σχέσεις», ο. π., σ. 355 – 357.
[99] Κ. Σβολόπουλος, ο. π., σ. 308.
[100] Σ. Ριζάς, Οι ΗΠΑ, ο. π., σ. 185.
[101] Κ. Σβολόπουλος, ο. π., σ. 308.
[102] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 243.
[103] Κυπριακό Υπουργείο Εξωτερικών: http://www.mfa.gov.cy/mfa/mfa2006.nsf/All/E286914EF8A39CFEC22571B50037925A/$file/Resolution%20353%20_1974_.pdf?OpenElement .
[104] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 245.
[105] Τσαρδανίδης, ο. π., σ.  89. – Κ. Σβολόπουλος, ο. π., σ. 311.
[106] Γ. Κρανιδιώτη, ο. π., σ. 248.
[107] Κ. Σβολόπουλος, ο. π., σ. 310.
[108] Κ. Σβολόπουλος, ο. π., σ. 312 – 313. – Αγγελος Συρίγος, ο. π., σ. 56. – Σ. Ριζάς, ο. π., σ. 74.
[109] Κρανιδιώτη, « Οι σχέσεις», ο. π., σ. 358 – 359.
[110] Κρανιδιώτη, « Οι σχέσεις», ο. π., σ. 360 – 361.
[111] Άγγελος Συρίγος, ο. π., σ. 57. – Τα ψηφίσματα του ΟΗΕ (Γενικής Συνέλευσης και Συμβουλίου Ασφαλείας), της Κοινοπολιτείας και των Αδεσμεύτων υπάρχουν ψηφιοποιημένα στην ιστοσελίδα του Κυπριακού υπουργείου Εξωτερικών: http://www.mfa.gov.cy/mfa/mfa2006.nsf/cyprus14_gr/cyprus14_gr?OpenDocument .
[112] Γ. Λάμπρου, ο. π., σ. 671, 674, 680, 685, 693, 697.  – Ευάνθης Χατζηβασιλείου, «Το Κυπριακό ζήτημα», στο Γιάννης Βαληνάκης (επιμ.), Ελληνική εξωτερική και ευρωπαϊκή πολιτική, 1990 – 2010, Αθήνα, 2012, σ. 71 – 72.
[113] Άγγελος Συρίγος, ο. π., σ. 60, 62 – 63.  – Γ.  Λάμπρου, ο. π., σ. 673, 687.
[114] Ο ίδιο ο ΟΗΕ είχε εντονότατη δράση ώστε να μην αναγνωριστεί ως επίσημο το νέο κρατικό μόρφωμα, όπως εξαιρετικά δραστήριες προς αυτή την κατεύθυνση ήταν και οι ΗΠΑ, Γ. Λάμπρου, ο. π., σ. 687 – 688.
[115] Γ. Λάμπρου, ο. π., σ. 678 – 680. – Ε. Χατζηβασιλείου, ο. π., σ. 72.
[116] Γ. Λάμπρου, ο. π., σ. 686. – Ε. Χατζηβασιλείου, ο. π., σ. 72.
[117] Γ. Λάμπρου, ο. π., σ. 689 – 690.
[118] Γ. Λάμπρου, ο. π., σ. 690.
[119] Βλ. για περισσότερες λεπτομέρειες τις παραπάνω σελίδες ανά σχέδιο.
[120] 1974 – 1978 – Κωνσταντίνος Καραμανλής, 1981 – 1989 Ανδρέας Παπανδρέου, κυβερνήσεις Τζανετάκη, Γρίβα και Ζολώτα 1989 – 1990,   1990 – 1993 Κωνσταντίνος Μητσοτάκης.
[121] Βλ. παραπομπές 105 – 109 και Αγγελος Συρίγος, ο. π., σ. 66 κ.ε. .
[122] Αγγελος Συρίγος, ο. π., σ. 66. – Ε. Χατζηβασιλείου, ο. π., σ. 71.
[123] Γ. Λάμπρου, ο. π., σ. 698. – Ε. Χατζηβασιλείου, ο. π., σ. 74.
[124] Ε. Χατζηβασιλείου, ο. π., σ. 74 – 75. Γ. Λάμπρου, ο. π., σ. 699. Οι δύο συγγραφείς θεωρούν την μεταφορά των πυραύλων ως διπλωματική ήττα Ελλάδας – Κύπρου. Ωστόσο κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αμφισβητηθεί, καθώς οι συγκεκριμένοι πύραυλοι εντάχθηκαν στην υπηρεσία της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας το 2000. Έως τότε ούτε η Ελλάδα ούτε η Τουρκία διέθεταν πυραύλους τέτοιας ισχύς και βεληνεκούς. Με την ένταξη στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις η Αθήνα αποκτούσε υπεροπλία στην περιοχή έναντι της Άγκυρας η οποία ακόμη μέχρι σήμερα δεν διαθέτει αντίστοιχου βεληνεκούς ή τεχνολογίας πυραύλους και μάλιστα μη – Νατοϊκής προέλευσης. Ακόμη περισσότερο, το 2003 προστέθηκαν στην αεράμυνα της Αθήνας και οι αντίστοιχοι Νατοϊκοί πύραυλοι «Patriot» καθιστώντας το πλεονέκτημα της Ελλάδας ακόμη μεγαλύτερο ( για περισσότερες πληροφορίες βλ. http://www.haf.gr/el/mission/weapons/weapon.asp?id=32 και http://www.haf.gr/el/mission/weapons/weapon.asp?id=30 για την ελλ. Πολεμική αεροπορία και https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_modern_weapons_of_the_Turkish_Air_Force για την τουρκική.)
[125] Γ. Λάμπρου, ο. π., σ. 708.
[126] Γ. Λάμπρου, ο. π., σ. 709 – 710.
[127] Ε. Χατζηβασιλείου, ο. π., σ. 77.
[128] το σκεπτικό –εκφραζόταν κυρίως από τον τότε υπεξ Γ. Α. Παπανδρέου- ήταν ότι  μια ελληνοτουρκική προσέγγιση θα εξασφάλιζε μεγαλύτερο βαθμό συνεννόησης με την Άγκυρα από ό,τι μια σκλήρυνση της στάσης της Αθήνας. Επιπλέον ικανοποιούταν και τα αμερικανικά αίτημα, που ήθελαν την Τουρκία στην ΕΕ., Γ. Λάμπρου, ο. π., σ. 713.
[129] Γ. Λάμπρου, ο. π., σ. 736 – 739. – Ε. Χατζηβασιλείου, ο. π., σ. 78.
[130] Γ. Λάμπρου, ο. π., σ. 746.
[131] Γ. Λάμπρου, ο. π., σ. 754 – 760, για τις προηγούμενες παραλλαγές βλ. στο ίδιο σ. 719 – 731.
[132] Γ. Λάμπρου, ο. π., σ. 753.
[133] Ολόκληρο το διάγγελμα στο: https://www.youtube.com/watch?v=L5LMTyi9kso.
[134] Γ. Λάμπρου, ο. π., σ. 762.
[135] Ε. Χατζηβασιλείου, ο. π., σ. 84. – Γ. Βαληνάκης, «Η ιστορική σημασία της ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.», στο Πέτρος Παπαπολυβίου, Άγγελος Συρίγος, Ευάνθης Χατζηβασιλείου (επιμ.), Το Κυπριακό και το Διεθνές Σύστημα, 1945 – 1974: Αναζητώντας θέση στον κόσμο,  Αθήνα, 2013., σ. 418.
[136] Γ. Λάμπρου, ο. π., σ. 763,
[137] Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών:

http://www.mfa.gr/blog/dimereis-sheseis-tis-ellados/kypros/.
[138] Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών:

http://www.mfa.gr/kypriako/.