Skip to main content

Μαργαρίτα Λιάγκα: Οι σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών Κύπρου, από την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας 1960 στο Σχέδιο Annan 2004

Μαργαρίτα Λιάγκα

Οι σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών Κύπρου, από την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας 1960 στο Σχέδιο Annan 2004

 

Η εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών στις εξελίξεις του Κυπριακού Ζητήματος είναι ένα θέμα με αρκετές μελέτες στη βιβλιογραφία. Μέχρι πρόσφατα η έλλειψη ικανοποιητικού αρχειακού υλικού έκανε δύσκολη την έρευνα. Ο αποχαρακτηρισμός πολλών αρχειακών τεκμηρίων, ειδικότερα από τις ΗΠΑ, το Κυπριακό κράτος, αλλά και την Ελλάδα και η διάθεση τους προς το ερευνητικό κοινό αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον των ερευνητών για κάποιες από τις πιο κρίσιμες στιγμές της σύγχρονης ιστορίας του Ψυχρού Πολέμου και ειδικότερα των ισορροπιών της Ανατολικής Μεσογείου.

             Η παρούσα εργασία έχει ως στόχο να διακρίνει τις γενικές κατευθύνσεις της αμερικανικής πολιτικής στο Κυπριακό Ζήτημα, να εντοπίσει τα σημεία τομής και τους παράγοντες που διαμόρφωσαν τις στρατηγικές του State Department την περίοδο από το 1960 μέχρι την απόρριψη του Σχεδίου Annan από τον κυπριακό λαό το 2004. Θα αποφευχθεί, όσο είναι δυνατόν, μια χρονολογική- λεπτομερειακή αναπαράσταση των γεγονότων. Το κέντρο βάρους δίνεται στη διαχρονικότητα που εμφανίζουν κάποιες από τις επιλογές στρατηγικής των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά κυρίως στις στιγμές εκείνες που διαφαίνεται μια αλλαγή πλεύσης.

            Η ισχύς της Ουάσινγκτον απέναντι στην Λευκωσία εξ αρχής ανέδειξε την αδυναμία της τελευταίας να συναγωνιστεί την πρώτη. Οι πολιτικές όμως επιλογές, οι οποίες δημιουργήθηκαν από την συγκυρία δυνάμεων στην περιοχή, επέτρεψαν στην κυπριακή ηγεσία τη δυνατότητα ελιγμών εντός του ψυχροπολεμικού κλίματος που είχε διαμορφωθεί. Έτσι η Κύπρος, ένα μικρό νησί στην νοτιοανατολική Μεσόγειο προκάλεσε έντονες συζητήσεις στο State Department και στο Λευκό Οίκο, κινητοποιώντας έμπειρους γραφειοκράτες της αμερικανικής διπλωματίας για την εξεύρεση λύσης.

Η γεωγραφική θέση της Κύπρου στο νοτιοανατολικό άκρο της Μεσογείου θεωρήθηκε ήδη από την αρχαιότητα θέση κλειδί για τον στρατηγικό έλεγχο της περιοχής. Σε μικρή απόσταση από τις νότιες ακτές της Τουρκίας αλλά και από την ταραχώδη Μέση Ανατολή, η Κύπρος στη σύγχρονη εποχή αποτέλεσε πεδίο συγκρούσεων παγκόσμιων συμφερόντων.

            Η οθωμανική περίοδος κατάκτησης τερματίζεται το 1878 όταν με τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, ο Οθωμανός Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ παραχώρησε την Κύπρο στην Αγγλία μετά από τρεις αιώνες κατοχής του νησιού. Η Αγγλία προχώρησε στην επίσημη προσάρτηση του νησιού το 1914, μετά τη συμμαχία του καθεστώτος των Νεότουρκων με τις Κεντρικές Δυνάμεις στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το Βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών εξέτασε το ενδεχόμενο να παραχωρηθεί η Κύπρος στην Ελλάδα, αίτημα και των δύο χωρών ήδη από την δεκαετία του 1930, με αντάλλαγμα κάποιες βρετανικές βάσεις εντός της επικράτειας. Ωστόσο η σκέψη αυτή δεν προχώρησε λόγω των έντονων αντιδράσεων του Υπουργείου Αποικιών και του Βρετανικού Γενικού Επιτελείου, που επέμενε στην παραμονή του νησιού υπό τον πλήρη βρετανικό έλεγχο, ώστε να χρησιμεύσει στον επιχειρησιακό σχεδιασμό.[1] Τις αποφάσεις της Βρετανίας στήριζαν και οι ΗΠΑ την ίδια περίοδο, οι οποίες θεωρούσαν ότι μετά την αναδίπλωση του Λονδίνου από την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο, η Κύπρος ήταν η καταλληλότερη βάση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.[2]

            Πριν προχωρήσουμε όμως περαιτέρω στο ιστορικό πλαίσιο και εισέλθουμε στην δεκαετία του 1950, κρίνεται απαραίτητο να γίνει μια παρέκβαση ώστε να αποσαφηνιστούν οι όροι της διεθνοποίησης και αποδιεθνοποίησης. Η κρισιμότητα και ο ορισμός των δύο αυτών είναι αναγκαία για να γίνουν κατανοητές οι πολιτικές που ακολουθήθηκαν από όλες τις εμπλεκόμενες δυνάμεις ως προς την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος από το 1954, έτος που η ελληνική κυβέρνηση κάνει την πρώτη προσφυγή στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, μέχρι σήμερα. Πρόκειται για δυο διαμετρικά αντίθετες αντιλήψεις και πρακτικές. Η διεθνοποίηση ορίζεται ως η αναζήτηση λύσης και διευθέτησης ενός προβλήματος με τη διαδικασία προσφυγής σε διεθνή όργανα, ενώ η αποδιεθνοποίηση εντός ενός κλειστού συμμαχικού (νατοϊκού εν προκειμένω) χώρου ή διακοινοτικού ή ακόμη και εντός ενός στενότερου ελληνοτουρκικού. Κάθε προσπάθεια διεθνοποίησης του Κυπριακού, η οποία προερχόταν από την ελληνική πλευρά αρχικά και έπειτα από την ίδια την κυπριακή ηγεσία, προσέκρουε στην έντονη αντίθεση των Δυτικών Δυνάμεων οι οποίες επεδίωκαν μια ρύθμιση με βάση τα “δυτικά συμφέροντα” και την απομάκρυνση από οποιαδήποτε δημόσια συζήτηση καθώς υπήρχε ο κίνδυνος να βρεθούν υποστηρικτές.[3]

            Την δεκαετία του 1950 έγιναν προσπάθειες διεθνοποίησης του Κυπριακού Ζητήματος μέσω των Ηνωμένων Εθνών από ελληνικής πλευράς, χωρίς κάποια επιτυχία.[4] Το έτος 1957 θεωρείται σημείο καμπή για τη βρετανική πολιτική στην περιοχή, καθώς μετά την αποτυχία στο Σουέζ, οι στρατηγικές ανάγκες στην περιοχή επανεκτιμήθηκαν και η διατήρηση της Κύπρου δεν κρινόταν αναγκαία πια. Η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών ως προς το πρόβλημα, συνδύαζε την αντίδραση σε οποιαδήποτε ελληνική προσπάθεια εντός των Ηνωμένων Εθνών, αλλά παράλληλα και την προώθηση της ιδέας μιας «εγγυημένης» ανεξαρτησίας, από τις ενδιαφερόμενες δυνάμεις. Η εναλλακτική αυτή παραμέριζε την πιθανότητα κάποιας ένωσης αλλά και διχοτόμησης και εξασφάλιζε την διατήρηση του ελέγχου από κράτη- μέλη του ΝΑΤΟ. Για αυτό το λόγο και η Κύπρος δεν ήταν εντός της Ατλαντικής Συμμαχίας. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες η ουδετερότητα του νησιού υπό τον άμεσο έλεγχο δυνάμεων του ΝΑΤΟ ήταν η επιθυμητή λύση. Η πρόταση τέθηκε σε διαπραγμάτευση μόλις στα τέλη του 1958, αφού ο Μακάριος, εκπρόσωπος της ελληνοκυπριακής κοινότητας, είχε αποδεχτεί την ιδέα της ανεξαρτησίας και η Άγκυρα είχε εγκαταλείψει την ιδέα της διχοτόμησης. Οι Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, τον Φεβρουάριο του 1959, αποτελούν τομή για την ιστορία της Κύπρου. Η περίοδος της βρετανικής αποικιοκρατίας τερματίζεται επισήμως και το νησί γίνεται ανεξάρτητη Προεδρική Δημοκρατία, με εκλεγμένο ηγέτη της τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο.[5]

            Οι κινήσεις αυτές χαιρετίστηκαν δεόντως από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αφού το Κυπριακό μετά το 1954 και τις πρώτες προσπάθειες διεθνοποίησης του από την Αθήνα και τη Λευκωσία είχε προκαλέσει το έντονο ενδιαφέρον της Ουάσινγκτον. Η εμπλοκή τριών μελών- κρατών του ΝΑΤΟ και τα προβλήματα που μπορούσαν να προκύψουν, δημιουργώντας ρήξη στην νοτιοανατολική πτέρυγα της Ατλαντικής Συμμαχίας τα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, αφορούσε άμεσα τις ΗΠΑ. Παράλληλα, οι κινήσεις διεθνοποίησης του ζητήματος πρόσφεραν πρόσφορο έδαφος για εμπλοκή της Σοβιετικής Ένωσης σε ένα “δυτικό πρόβλημα”. Ενώ λοιπόν οι ΗΠΑ δεν επιθυμούσαν την άμεση εμπλοκή τους, σε αρκετές περιπτώσεις την περίοδο 1955-1959 προέτρεψαν τους Βρετανούς σε μια γρήγορη και οριστική διευθέτηση του Κυπριακού.[6] Εντός αυτού του πλαισίου οι Συμφωνίες Ζυρίχης- Λονδίνου διασφάλιζαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή, καθώς η δημιουργία του ανεξάρτητου Κυπριακού κράτους ταυτόχρονα σηματοδότησε και την πλήρη εξάρτησή του από τρία κράτη- μέλη του ΝΑΤΟ.[7]

Αμερικανική πολιτική τη δεκαετία του 1960 στο Κυπριακό.

            Οι συμφωνίες Ζυρίχης Λονδίνου ικανοποίησαν τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις συμμάχους τους γιατί διευθέτησαν με ειρηνικό τρόπο ένα πρόβλημα που για χρόνια υπονόμευε την νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ και έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντα των ΗΠΑ σε Βαλκάνια και Μέση Ανατολή.[8] Τα πρώτα χρόνια πριν την οριστική εδραίωση της Κυπριακής Δημοκρατίας οι ΗΠΑ είχαν ως στόχο να διασφαλίσουν τις επικοινωνιακές και άλλες διευκολύνσεις που διέθεταν στο νησί από την περίοδο της Αγγλοκρατίας.[9] Η ισχυρή παρουσία στην πολιτική ζωή του τόπου του κομμουνιστικού κόμματος, ΑΚΕΛ και ο ρόλος που θα μπορούσε να διαδραματίσει προβλημάτιζε το State Department χωρίς όμως να θεωρείται πιθανή η επικράτηση του κομμουνιστικού στοιχείου, κυρίως λόγω της ισχυρής παρουσίας των τριών εγγυητριών δυνάμεων αλλά και της πίστης στην ικανότητα του Μακάριου να το ελέγξει.[10] Στις αρχές του 1960 οι ΗΠΑ φαίνεται να αναγνωρίζουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο των Βρετανών στο νησί, εξαιτίας και των βάσεων που διατηρούσαν εκεί.[11] Η ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν προκάλεσε αλλαγές στην πολιτική όσο αφορά τα αμερικανικά συμφέροντα στο νησί. Αυτά θα διασφαλίζονταν από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις, ειδικότερα μέσω του Ηνωμένου Βασιλείου.

            Η πρώτη φορά που οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να επανεξετάζουν την πολιτική τους απέναντι στην Κύπρο και να διαφαίνεται η επιθυμία ανάληψης μιας ενεργότερης στάσης λαμβάνει χώρα τον Αύγουστο του 1961, έπειτα από ένα σημείωμα από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας με τίτλο «Status Report on Cyprus».[12] Η πρωτοκαθεδρία παρέμενε στους Βρετανούς, ωστόσο στις ΗΠΑ έκριναν ότι για την ομαλή λειτουργία των στρατηγικών τους διευκολύνσεων ήταν αναγκαίο να αναλάβουν πιο δραστήριο ρόλο με στόχο να σταματήσουν οι διακοινοτικές διαμάχες που είχαν ξεσπάσει. Σε αυτή τη μεταστροφή οφείλεται και η πρόσκληση για επίσκεψη του Μακάριου στην Ουάσινγκτον, με εμφανή τα πολιτικά της μηνύματα, τον Ιούνιο του 1962.

            Τον επόμενο χρόνο ο πρόεδρος Kennedy, προβληματισμένος με την αδράνεια που επιδείκνυαν οι Βρετανοί στην Κύπρο προχώρησε στην αλλαγή της πολιτικής που είχε αποφασιστεί τον Αύγουστο του 1961. Τα προβλήματα και οι αδυναμίες του Συντάγματος του 1960 είχαν οδηγήσει σε ρήξη τις διακοινοτικές σχέσεις στο νησί, προκαλώντας συγκρούσεις, ενώ ο Μακάριος επεδίωκε την αναθεώρηση των Συνθηκών Ζυρίχης Λονδίνου μέσω των Ηνωμένων Εθνών, χαράσσοντας αδέσμευτη εξωτερική πολιτική. Η νέα πολιτική των ΗΠΑ για το Κυπριακό αποσκοπούσε στην μεγαλύτερη εμπλοκή για αντιμετώπιση των προβλημάτων που προέκυπταν από τη δυσλειτουργία του κράτους και επηρέαζαν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά και στην ικανότητα της κυπριακής κυβέρνησης να λειτουργήσει ανατρεπτικά σε οποιαδήποτε κομμουνιστική επιρροή.[13] Η Κύπρος όμως ακόμα και τότε κρινόταν ότι εξακολουθούσε να παραμένει στη σφαίρα επιρροής της Βρετανίας και οι πρωτοβουλίες να βρίσκονται σε αυτή. [14]

            Η στροφή στην πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών σήμαινε την αναγνώριση από πλευράς τους της αποτυχίας των Συνθηκών Ζυρίχης Λονδίνου να διευθετήσουν την ελληνοτουρκική διαμάχη για το Κυπριακό, αλλά και το φόβο ότι ο Μακάριος με τη βοήθεια των Αδέσμευτων χωρών και της Σοβιετικής Ένωσης θα κατάφερνε την αναθεώρησή τους εντός και εκτός ΟΗΕ. Άλλος ένας βασικός παράγοντας ανησυχίας ήταν ότι ενώ στις αρχικές προβλέψεις ο Μακάριος κρινόταν ικανός να ελέγξει και να περιορίσει το κομμουνιστικό κόμμα της Κύπρου, ΑΚΕΛ, όχι μόνο δεν προχώρησε σε αυτά αλλά αντίθετα υποστηριζόταν από αυτό. Η αλλαγές στο συσχετισμό δυνάμεων που είχαν αρχίσει να διαφαίνονται στην Ανατολική Μεσόγειο έκαναν αναγκαία την εξουδετέρωση αυτών των τάσεων στην Κύπρο.[15]

            Η διαμάχη στο εσωτερικό της Κύπρου μεταξύ των δύο κοινοτήτων κορυφώθηκε το 1964 με την Άγκυρα να απειλεί ότι θα επέμβει στρατιωτικά. Η ανικανότητα της Βρετανίας να πετύχει μια άμεση λύση στο πρόβλημα οδήγησε στην ενεργό συμμετοχή των ΗΠΑ με την αποστολή σε πρώτη φάση του αρχηγού του ΝΑΤΟ, Lemnitzer σε Αθήνα και Άγκυρα και στη συνέχεια του Αμερικανού Υφυπουργού Εξωτερικών της κυβέρνησης Johnson, George Ball, στο νησί με στόχο να πετύχουν την αποδοχή από όλες τις πλευρές του σχεδίου Sandys. Το σχέδιο αυτό προέβλεπε μια λύση βασισμένη στο γεωγραφικό διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων και ήταν αγγλο-αμερικανικής έμπνευσης. Ο Μακάριος απέρριψε το σχέδιο δηλώνοντας ότι η Κύπρος δεν θα θυσιαστεί για τα συμφέροντα της Ατλαντικής Συμμαχίας, αφού οι προτάσεις αυτές ενίσχυαν την ήδη υπάρχουσα σχέση εξάρτησης της Κυπριακής Δημοκρατίας από τις Εγγυήτριες Δυνάμεις, προσθέτοντας το ΝΑΤΟ και ακρωτηρίαζαν κάθε δυνατότητα ανεξάρτητων κινήσεων της κυπριακής κυβέρνησης.

Από τον Μάρτιο του 1964 ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, U-Thant είχε ορίσει ως μεσολαβητή για διεύρυνση λύσης στο Κυπριακό τον Φιλανδό διπλωμάτη και πολιτικό, Sakari Tuomioja. Οι ΗΠΑ όμως αντίθετες σε οποιαδήποτε διαμεσολάβηση του ΟΗΕ ενεπλάκησαν διορίζοντας ως δικό τους μεσολαβητή τον Dean Acheson, πρώην υπουργό εξωτερικών στην κυβέρνηση Truman και άρα γνώστη της κατάστασης στην Ανατολική Μεσόγειο. Για να μην θεωρηθεί όμως ότι παρακάμπτεται ο ρόλος του μεσολαβητή του ΟΗΕ, η αποστολή του Acheson χαρακτηρίστηκε ως ενισχυτική και ως τέτοιος έγινε δεκτός. Εγκαταστάθηκε μαζί με τον Tuomioja στην Γενεύη.[16] Με τις συνομιλίες της Γενεύης οι ΗΠΑ πέτυχαν αφενός να περιορίσουν το θέμα μεταξύ ελληνοτουρκικών συνομιλιών και αφετέρου να παραγκωνίσουν πλήρως την θέση της κυπριακής ηγεσίας, στερώντας της το δικαίωμα να είναι παρούσα ως εκπρόσωπος του κυπριακού λαού.[17]

            Οι ΗΠΑ είχαν συνειδητοποιήσει ότι η ανεξαρτησία της Κύπρου και η πολιτική του Μακάριου απειλούσε τα συμφέροντά τους, καθώς δημιουργούσε κινδύνους για τουρκική εισβολή στο νησί και το ξέσπασμα ενός ελληνοτουρκικού πολέμου. Οι φιλικές σχέσεις Ουάσινγκτον Άγκυρας Αθήνας αποδυναμώνονταν, ενισχύοντας παράλληλα την θέση της Σοβιετικής Ένωσης και του ΑΚΕΛ στο εσωτερικό της Κύπρου. Επιπλέον, προξενούσε σοβαρά προβλήματα στον ΟΗΕ και υπονόμευε τη θέση του ΝΑΤΟ στην περιοχή. [18]

            Το σχέδιο που κατατέθηκε από τον Acheson δεν ακολουθούσε τις κατευθύνσεις των προηγούμενων προτάσεων των ΗΠΑ. Πρότεινε την ένωση του νησιού με την Ελλάδα με εδαφικά ανταλλάγματα προς την Τουρκία, την στρατιωτική της παρουσία στο νησί μέσω βάσεων και την νομική προστασία των Τουρκοκυπρίων, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάννης, παραχωρώντας τους τοπική αυτονομία, αφοπλίζοντας όλες τις παράνομες στρατιωτικές ομάδες, περιορίζοντας το ΑΚΕΛ και εξουδετερώνοντας πολιτικά τον Μακάριο.[19]

            Ο σχεδιασμός των προτάσεων και ο τρόπος εφαρμογής τους αποδεικνύουν την κυνικότητα των ψυχροπολεμικών τάσεων της αμερικανικής πολιτικής και την απαξίωση του κυπριακού λαού και των πολιτικών θεσμών. Αν ο Μακάριος ήταν το πρόβλημα υπήρχαν άλλες εναλλακτικές λύσεις που δεν τον περιελάμβαναν. Ουσιαστικά η πρόταση δεν ανέφερε τη διχοτόμηση, αλλά εισήγαγε στον διπλωματικό διάλογο την παράμετρο της “διπλής ένωσης”, που ήταν μια άλλη λέξη για τη διχοτόμηση. Για τους Αμερικανούς το Σχέδιο αποτελούσε μια ιδανική λύση για το Κυπριακό Πρόβλημα, καθώς κατέλυε ολοκληρωτικά την Κυπριακή Δημοκρατία και προέβλεπε την υπαγωγή του νησιού στην απόλυτο έλεγχο της Ελλάδας, της Τουρκίας και του ΝΑΤΟ, διασφαλίζοντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα της Ατλαντικής Συμμαχίας στην Ανατολική Μεσόγειο.[20]

Τελικά η αρνητική στάση όλων των πλευρών, ακόμα και μετά την αναθεώρηση του πρώτου σχεδίου που είχε καταθέσει ο Acheson, οδήγησε τις συνομιλίες σε αδιέξοδο. Αποστάσεις από την πρόταση πήρε και η ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο πρόεδρος Johnson αρνήθηκε να παραχωρηθεί τελικά η Καρπασία ως αντάλλαγμα στους Τούρκους, φοβούμενος ότι οι Έλληνες της Κύπρου θα πρόβαλαν έντονη αντίδραση σε οποιαδήποτε προσπάθεια τουρκικής εισβολής. Εξάλλου το Νοέμβριου ο πρόεδρος θα ήταν υποψήφιος για δεύτερη φορά για το προεδρικό αξίωμα και δεν επιθυμούσε μια κρίση στην Κύπρο να δημιουργήσει προβλήματα στην προεκλογική του εκστρατεία, ενώ παράλληλα ο πόλεμος στο Βιετνάμ ήταν σε εξέλιξη.[21]

Απόδειξη της κρισιμότητας του θέματος και της ψυχροπολεμικής πτυχής που είχε λάβει, καθώς έχουν παρέλθει μόλις δυο χρόνια μετά την κρίση των πυραύλων της Κούβας και ο πόλεμος στο Βιετνάμ μαίνεται, αποτελεί η προειδοποίηση της Σοβιετικής Ένωσης προς τις Δυτικές Δυνάμεις ότι μια επέμβαση στην Κύπρο δεν θα την άφηνε αδιάφορη, ενισχύοντας τη διπλωματική θέση του κύπριου ηγέτη της να αποφύγει τις νατοϊκές πιέσεις. Για την εξομάλυνση της κατάστασης χρειάσθηκε η προσωπική παρέμβαση του Προέδρου των ΗΠΑ, Lyndon Johnson, ο οποίος σε επιστολή του[22], στις 5 Ιουνίου 1964, προς τον Πρωθυπουργό της Τουρκίας, Inonu, έδωσε επί της ουσίας τελεσίγραφο πως οποιαδήποτε κίνηση της Τουρκίας ενάντια στην Κύπρο προκαλούσε την αντίδραση της Σοβιετικής Ένωσης, οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ δεν θα επενέβαιναν. Η παρέμβαση αυτή δεν άφησε άλλα περιθώρια στην Τουρκία παρά να υποχωρήσει. Από την τουρκική πλευρά η στάση αυτή θεωρήθηκε ως σημείο ρήξης με την κυβέρνηση της Ουάσινγκτον και προώθηση των ελληνικών συμφερόντων.[23]

Οι κατευθύνσεις της αμερικανικής πολιτικής μέχρι τώρα τοποθετούν το Κυπριακό εντός των στρατηγικών συμφερόντων της Αμερικής και της Δυτικής Συμμαχίας και επομένως την ανάγκη ικανοποίησης των τουρκικών αιτημάτων. Η αντίθεση στην ανεξαρτησία της Κύπρου φάνηκε για ακόμα μια φορά το 1965, όταν οι Τουρκοκύπριοι απέρριψαν την έκθεση του μεσολαβητή του ΟΗΕ, Galo Plaza Lasso και οι ΗΠΑ δεν πρόβαλαν καμιά διαφωνία.  Αλλά και αργότερα όταν καταψήφισαν μαζί με την Τουρκία, το Πακιστάν και το Ιράν, όλες χώρες μέλη του Συμφώνου της Βαγδάτης, το Ψήφισμα 2077 (ΧΧ) του ΟΗΕ με βάση το οποίο η Κύπρος αναγνωριζόταν ως ισότιμο μέλος, το οποίο έχαιρε ολοκληρωτικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας και καλούσε τα μέλη του ΟΗΕ να συμμορφωθούν με τον καταστατικό του χάρτη και να σεβαστούν την κυριαρχία, την ενότητα, την ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου. Η συγκυρία των δυνάμεων στον ΟΗΕ και η διπλωματική ευελιξία της πολιτικής του Μακάριου απέδειξαν ότι ο οργανισμός ήταν σε γενική αντίθεση με τα συμφέροντα της Αμερικής στο Κυπριακό. Από το καλοκαίρι του 1965 και αποστασιοποιημένη από την αποτυχημένη πολιτική που έχει επιδιώξει να εφαρμόσει μέχρι τότε, η Ουάσινγκτον αναζητά νέες κατευθύνσεις για τη λύση του προβλήματος.[24]

Η αποτυχία της άμεσης διπλωματικής μεσολάβησης σηματοδότησε την αρχής μιας νέας έμμεσης προσπάθειας για να βρεθεί λύση μέσω των συνομιλιών Ελλάδας και Τουρκίας. Στο εξής οι ΗΠΑ δεν ήταν διατεθειμένες να επέμβουν μετριάζοντας τις απαιτήσεις της Τουρκίας, αφού μετά την αποτυχία της αποστολής Acheson κύρια προτεραιότητα τους ήταν η αποκατάσταση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων και όχι η επίλυση του Κυπριακού. Η επιστροφή στις θέσεις του Σχεδίου Acheson για τις τουρκικές θέσεις ήταν αδύνατη πια.[25]

Η  Χούντα των Συνταγματαρχών και τα χρόνια πριν το πραξικόπημα.

Το πραξικόπημα των Συνταγματαρχών και η επιβολή δικτατορίας στις 21 Απριλίου 1967 στην Αθήνα ανησύχησε το State Department, μέχρι να γίνει φανερή η ταυτότητα των πραξικοπηματιών και οι στόχοι τους. Απομονωμένη σε εσωτερικό και εξωτερικό η Χούντα για λόγους γοήτρου και αμερικανικής υποστήριξης αναζήτησε μια γρήγορη λύση για το Κυπριακό. Αμερικανοί διπλωμάτες ενθάρρυναν αυτή την πρωτοβουλία και έτσι ξεκίνησαν ξανά οι συνομιλίες μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Οι κίνδυνοι αποτυχίας αυτών των συνομιλιών οδήγησαν σε νέες εντάσεις στο νησί. Στις 15 Νοεμβρίου 1967, ο Γρίβας, ηγέτης της ΕΟΚΑ Α’, προκάλεσε ταραχές στη θέση Κοφίνου, με αποτέλεσμα να βρουν το θάνατο 20 Τουρκοκύπριοι.

            Το τελεσίγραφο που απέστειλε η Τουρκία προκάλεσε νέους κινδύνους για ανάμειξη της Σοβιετικής Ένωσης στο πρόβλημα αυτό του ΝΑΤΟ, όπως το θεωρούσαν οι ΗΠΑ, σε μια περιοχή που μόλις είχε περάσει η κρίση του Αραβοϊσραηλινού Πολέμου (1967). Μεσολαβητής ορίστηκε ο Cyrus Vance, έχοντας και τη στήριξη του ΟΗΕ και του ΝΑΤΟ για να βρει μια λύση για τη νέα κρίση που είχε ξεσπάσει. Η μέθοδος όμως που ακολούθησε δεν είχε καμιά ομοιότητα με την πολιτική που είχε ασκήσει ο πρόεδρος Johnson το 1964. Η Τουρκία εμφανώς ενισχυμένη απέναντι στην Ελλάδα σε Θράκη και Κύπρο δεν θα ήταν αυτή που θα υποχωρούσε. Αυτή τη φορά όλες οι υποχωρήσεις έγιναν από την ελληνική πλευρά. Η αποστολή πέτυχε, αλλά για την ίδια την Κύπρο είχε μακροχρόνιες αρνητικές συνέπειες καθώς αποδυναμώθηκε από τις ελληνικές δυνάμεις, μετά την απομάκρυνση του Γρίβα και του Ελληνικού Στρατού και χωρίς καμιά υπόσχεση της Τουρκίας να σεβαστεί την εδαφική ακεραιότητα του νησιού.[26]

            Μετά από αυτή την κρίση ήταν ξεκάθαρο για την Αμερική και τους συμμάχους της ότι ούτε μπορούσαν να ελέγξουν τον Μακάριου, ούτε να επιβάλλουν κάποιο διακανονισμό στην Κύπρο. Οι αναταραχές όμως σε Ανατολική Μεσόγειο και Μέση Ανατολή υποχρέωναν τις δυνάμεις να βρουν μια γρήγορη λύση. Έτσι, η επανέναρξη των συνομιλιών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας υπό την αιγίδα του ΟΗΕ χαιρετίστηκαν από τις ΗΠΑ, οι οποίες μόλις λίγα χρόνια πριν τις είχαν αποδοκιμάσει. Κύρια αιτία της μεταστροφής της αμερικανικής πολιτικής πρέπει να θεωρηθεί η διπλωματική ικανότητα του Μακάριου να αποφεύγει τις πιέσεις που ασκούνταν από Ελλάδα και ΗΠΑ και παράλληλα να χειρίζεται προς το συμφέρον της Κυπριακής Δημοκρατίας τις διεθνείς εξελίξεις. Άλλος ένας παράγοντας ήταν και η αυξανόμενη σοβιετική ναυτική παρουσία στη Μεσόγειο μετά το 1964, όπου έθετε εμπόδια σε λύσεις και αύξανε το κόστος ανατροπής του Μακάριου ή διχοτόμησης και άρα κατάλυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η αστάθεια που όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως είχε προκύψει στην Ανατολική Μεσόγειο, αναβάθμισε το ρόλο της Κύπρου, ειδικότερα την ανάγκη του ΝΑΤΟ για χρήση των βρετανικών βάσεων του νησιού.

            Η αναθεώρηση όμως της πολιτικής δεν έγινε αποδεκτή από όλους στο Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ με αποτέλεσμα να κρατήσει για λίγο. Η πολιτική αυτή υπονομεύτηκε εξαιτίας του γεγονότος ότι οι ενδοκοινοτικές συνομιλίες προχωρούσαν πολύ αργά, αλλά και λόγω της κρίσης που ξέσπασε μεταξύ Αθηνών Λευκωσίας. Για τους αμερικανούς διπλωμάτες μια λύση στο Κυπριακό μέσω ενδοκοινοτικών συνομιλιών δεν ήταν αρνητική εξέλιξη, αφού γινόταν δεκτή από όλες τις πλευρές, αλλά παράλληλα δεν απέτρεπαν και τις κινήσεις Αθήνας και Άγκυρας στη δική τους προσπάθεια, γιατί θεωρούσαν ότι μια λύση που θα προέκυπτε από αυτές θα ήταν μονιμότερη και σύμφωνη με τα αμερικανικά συμφέροντα. Παρατηρείται λοιπόν, ότι μπορεί οι ΗΠΑ να έχουν απομακρυνθεί από παλαιότερες προτάσεις, περί ένωσης ή διχοτόμησης, αλλά δείγματα του σχεδίου Acheson εξακολουθούν να εντοπίζονται στην σκέψη της Ουάσινγκτον.[27]

            Στο νέο πλαίσιο της φάσης του Κυπριακού το State Department επανεξέτασε την πολιτική του ως προς το θέμα στα τέλη του 1968 και στις 10 Ιανουαρίου 1969 κατέληξε σε μια “Δήλωση Πολιτικής”. Στο έγγραφο αυτό υιοθετήθηκαν οι απόψεις του αρμόδιου Γραφείου Κύπρου του Υπουργείου Εξωτερικών, σύμφωνα με τις οποίες «το Κυπριακό ήταν ένα πολυεθνικό πρόβλημα, συντηρούμενο από ανταγωνιστικούς εθνικισμούς και αμοιβαία καχυποψία». Στο έγγραφο αναλύονται οι πολιτικές κάθε πλευράς, υπό την οπτική των στελεχών του Γραφείου Κύπρου. Θα επικεντρωθούμε όμως μόνο στους στόχους της αμερικανικής πολιτικής καθώς αυτοί είναι που ενδιαφέρουν.

            Παραμένει η επιθυμία αποφυγής οποιασδήποτε σύγκρουσης στην νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ και η διατήρηση ισορροπιών, απομακρύνοντας και κάθε σοβιετική προσπάθεια για εμπλοκή. Ως ειδικότεροι στόχοι αναφέρονται η επιθυμία επιτυχίας των διακοινοτικών συνομιλιών με στόχο να οδηγήσουν σε ένα ικανοποιητικό modus vivendi, η ομαλοποίηση στο εσωτερικό του νησιού, αλλά με τη διατήρηση των τουρκοκυπριακών θυλάκων, η περαιτέρω αποστρατικοποίηση αμφότερων των πλευρών και τέλος η υπογραφή μια διεθνούς συμφωνίας, η οποία θα εξασφάλιζε την ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων, την Κυπριακή Δημοκρατία από πιθανή τουρκική εισβολή και τα τουρκικά συμφέροντα ασφαλείας.

            Έπειτα από μια συνοπτική ανασκόπηση των κινήσεων των ΗΠΑ μέχρι τότε διαγράφεται ο νέος ρόλος που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν. Αυτός καθορίζεται από επιλογές μεταξύ εναλλακτικών λύσεων που αφορούσαν την ουσία του προβλήματος και την διαδικασία της επίλυσής του. Θεμελιώδης για αυτή τη νέα φάση της αμερικανικής πολιτικής ήταν η επιλογή ανάμεσα σε μια  “μόνιμη” ή “προσωρινή” λύση. Σύμφωνα πάντα με τους εμπειρογνώμονες του State Department η εμπλοκή των ΗΠΑ θα συνίστατο στην στήριξη είτε της μιας πλευράς είτε της άλλης ή σε κάποιο συμβιβαστικό σχέδιο.

            Το έγγραφο ανακεφαλαιώνει την ανάλυση του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών για το Κυπριακό στη δεκαετία του 1960. Οι ΗΠΑ σαφώς και δεν ήταν ικανοποιημένες από την εξέλιξη, όμως κατανοούσαν ότι η αλλαγή των συσχετισμών στην περιοχή τους επέτρεπε να προβούν σε περιορισμένες κινήσεις. Θα υποστήριζαν μια λιγότερο ευνοϊκή λύση για τα συμφέροντά τους σε περίπτωση που οι διακοινοτικές συνομιλίες οδηγούσαν σε κάποιο αποτέλεσμα. Υπογράμμιζαν όμως ότι οποιαδήποτε συμφωνία δεν θα ήταν οριστική γιατί «στην Κύπρο δεν αναπτυσσόταν καμιά χωριστή εθνική ταυτότητα, αλλά παρέμεναν κυρίαρχες η ελληνική και η τουρκική».[28]

            Νέο επεισόδιο για το Κυπριακό Ζήτημα πρέπει να θεωρηθεί η επίσκεψη του Μακάριου στη Μόσχα το καλοκαίρι του 1971. Μπορεί να μην υπήρξε κάποιο αποτέλεσμα από τη συνάντηση, αλλά οι ΗΠΑ δραστηριοποιήθηκαν επανεξετάζοντας το θέμα, το οποίο όπως αποδεικνύεται δεν είχε παύσει να ταράσσει τα νερά στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε έγγραφο με τίτλο «Πολιτική των ΗΠΑ έναντι των πιθανών ενδεχομένων και των επιλογών στην Κύπρο»[29] από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας του Λευκού Οίκου σκιαγραφούταν η πιθανότητα ανατροπής του Μακάριου από τη χούντα, αλλά και η ανάληψη στρατιωτικής δράσης από την Τουρκία. Στο έγγραφο αυτό απαριθμούνται μια σειρά από σενάρια και ο ρόλος των ΗΠΑ σε καθένα από αυτά. Το αδιέξοδο των ενδοκυπριακών συνομιλιών ήταν πιο φανερό από ποτέ. Ενόχληση προκαλούσε και η πολιτική του Μακάριου να καταφεύγει και να συνομιλεί με τη Μόσχα.[30]

            Το 1972 ο Παπαδόπουλος, επικεφαλής της χούντας των Αθηνών, με το σχέδιο «Σφενδόνη» επιχείρησε να ανατρέψει τον Μακάριο, χωρίς επιτυχία. Η σοβιετική προειδοποίηση προς την Αθήνα πως οποιαδήποτε κίνηση κατά του Μακάριου δεν θα την άφηνε αδιάφορη και η καθυστέρηση του τελευταίου να απαντήσει στο τελεσίγραφο των Αθηνών, έπεισαν την Αμερική ότι χρειαζόταν η άμεση κινητοποίησή της για την ανατροπή των σχεδίων. Οι εκκλήσεις του πρέσβη David Poppes από την Λευκωσία προς την Ουάσινγκτον είχαν αποτέλεσμα, καθώς δόθηκε οδηγία στον πρέσβη στην Αθήνα, Henry Tasca να προειδοποιήσει τον Παπαδόπουλο να μην χρησιμοποιήσει βία στην Κύπρο.

            Οι ΗΠΑ σταμάτησαν έστω και τελευταία στιγμή τα σχέδια των Αθηνών, μια πρακτική που έχει επαναληφθεί και στο παρελθόν. Η στάση τους αυτή εξηγείται και συμβαδίζει με τις εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο στη φάση που βρίσκεται ο Ψυχρός Πόλεμος. Η ανάπτυξη της ύφεσης των σχέσεων Αμερικής Ρωσίας και Αμερικής Κίνας μετά το Φεβρουάριο 1972, άλλαξαν ολοσχερώς τη συγκυρία δυνάμεων στην οποία μέχρι τότε η Κυπριακή Δημοκρατία στήριζε την επιβίωσή της. Μετά τη συνάντηση των υπουργών του ΝΑΤΟ στη Λισαβόνα, στις 3-4 Ιουνίου 1971, οι αμερικανοί διπλωμάτες είχαν προχωρήσει σε μια νέα εκτίμηση για την εμπλοκή της Σοβιετικής Ένωσης και στην ανάγκη να βρεθεί μια άμεση και αποφασιστική λύση στις ελληνοτουρκικές συνομιλίες, γι αυτό και έσπευσαν να αποτρέψουν την ανατροπή του Μακάριου. Ο Κύπριος ηγέτης παρέμενε ένας σημαντικός, αλλά όχι απαραίτητος παράγοντας για τη λύση του Κυπριακού, ωστόσο οποιαδήποτε κίνηση ανατροπής του θα προκαλούσε έντονους κινδύνους. Πρότειναν να περιοριστεί λοιπόν η ανεξαρτησία κινήσεων που διέθετε ώστε να υποχρεωθεί να κάνει πιο εύκολα συμβιβασμούς για την επίτευξη κάποιας λύσης.[31]

Το πραξικόπημα και η τουρκική εισβολή

Τα γεγονότα του καλοκαιριού του 1974 αποτελούν ίσως την κορυφαία στιγμή της κυπριακής ιστορίας. Το πραξικόπημα εναντίον του Μακάριου και η τουρκική εισβολή στο νησί δημιούργησαν μια νέα κατάσταση, μετέβαλαν τις ισορροπίες και επέβαλαν μια de facto πραγματικότητα. Η εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών είναι μια από τις ισχυρότερες παραμέτρους στα γεγονότα που έλαβαν χώρα. Υπάρχει εκτενής βιβλιογραφία σχετικά με τις κινήσεις των ΗΠΑ στο πραξικόπημα, την εμπλοκή και την ενίσχυση ως προς την Χούντα της Αθήνας και φυσικά για το ρόλο του μεγάλου άντρα του Λευκού Οίκου εκείνη την περίοδο, Henry Kissinger.

 Στόχος αυτού του κεφαλαίου δεν είναι να αναζητήσει αλήθειες και ψέματα, ούτε να αποκαλύψει συνομωσίες. Ο αποχαρακτηρισμός πολλών αμερικανικών εγγράφων από εκείνη την περίοδο δίνει τη δυνατότητα εξαγωγής συμπερασμάτων, ωστόσο η εικόνα δεν είναι απόλυτα πλήρης. Αυτό που ενδιαφέρει όμως είναι να επισημανθούν οι επιλογές των ΗΠΑ όσο είναι εφικτό, οι αποφάσεις να ακολουθηθούν οι συγκεκριμένες κατευθύνσεις και οι παράλληλες εξελίξεις που οδήγησαν στη εφαρμογή των τελικών κινήσεων.

Η ανατροπή του Παπαδόπουλου από τον Ιωαννίδη, η Ελληνοτουρκική διαφωνία για την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου και το Κυπριακό Πρόβλημα προκάλεσαν έντονες διαφωνίες και αντιρρήσεις στην Ουάσινγκτον ως προς την κατεύθυνση της πολιτικής που έπρεπε να ακολουθήσει. Ο Αραβοϊσραηλινός πόλεμος του 1973, αναβάθμισε τη σημασία της θέσης της Ελλάδας και της Κύπρου για το ΝΑΤΟ και επανέφερε στο προσκήνιο την ανάγκη να βρεθεί μια άμεση λύση για την σταθεροποίηση της κατάστασης στην περιοχή. Η διάσταση απόψεων για το ελληνικό θέμα αφορούσε τη στάση απέναντι στη νέα χούντα των Αθηνών και τα συμφέροντα του ΝΑΤΟ στην Ελλάδα, αφού για πρώτη φορά ακούστηκαν αντιδράσεις για το καθεστώς. Για το Κυπριακό ενώ στα κατώτερα κλιμάκια του Υπουργείου Εξωτερικών υπήρχε συμπάθεια για τον Μακάριο και τις ενδοκοινοτικές συνομιλίες, οι επικεφαλείς του Υπουργείου και των Υπηρεσιών Πληροφοριών δεν συμμερίζονταν την άποψη αυτή.[32]

            Στα μέσα Μαΐου, ο υπεύθυνος του Γραφείου Κύπρου στο State Department Tom Boyatt, σε υπόμνημά του προς τον Υπουργό Εξωτερικών, Kissinger ανέφερε ότι η στάση του Ιωαννίδη απέναντι στο Μακάριο θα οδηγούσε σε σύγκρουση, η οποία θα μπορούσε να αποφευχθεί μόνο με την αμερικανική παρέμβαση.[33] Η αδράνεια των ΗΠΑ στα γεγονότα που ακολούθησαν δεν ήταν αποτέλεσμα του σκανδάλου του Watergate, το οποίο κυριαρχούσε στο εσωτερικό της πολιτικής ζωής στην Ουάσινγκτον, όσο πλησίαζε όμως το τέλος της προεδρίας Nixon, ενισχυόταν η ανεξαρτησία των κινήσεων του Kissinger στην προσπάθειά του να σταθεροποιήσει τις συνθήκες σε Ανατολική Μεσόγειο και να αναζωογονήσει το ΝΑΤΟ. Το Κυπριακό επηρέαζε όλα αυτά και έτσι εξηγείται και η πεποίθηση του Υπουργού Εξωτερικών ότι είχε φθάσει η ώρα να βρεθεί μια οριστική λύση. Τα γεγονότα από τις 15 έως τις 20 Ιουλίου δημιούργησαν μια κρίση, αλλά έδωσαν και την ευκαιρία για να επιτευχθεί αυτή η ποθητή λύση και να σταθεροποιηθεί η κατάσταση.

             Οι φόβοι για μια σοβιετική εμπλοκή δεν υπήρχαν όπως στο παρελθόν, καθώς η ύφεση στις σχέσεις των υπερδυνάμεων εκείνη την περίοδο υπονοούσε και την αναγνώριση των ζωτικών τους συμφερόντων. Οι ΗΠΑ δεν καταδίκασαν την ανατροπή του Μακάριου, ούτε χαρακτήρισαν το πραξικόπημα ως εξωτερική ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, ούτε υποστήριξαν την επάνοδο στη συνταγματική μονιμότητα ιδίως μετά την διάσωση του Μακαρίου. Έτσι, έμμεσα, αν όχι και άμεσα ενθάρρυναν την επέμβαση και δεν προχώρησαν σε καμιά κίνηση αναστολής των προετοιμασιών της εισβολής, όπως είχαν πράξει το 1964 και ξανά το 1967. Η συνειδητά ριψοκίνδυνη πολιτική του Kissinger, χωρίς καμιά ηθική βάση και αναγνώριση των ανθρώπινων θυσιών στο νησί, αναζήτησε τη σταθερότητα και την εξυπηρέτηση των στρατηγικών συμφερόντων της Αμερικής στην Ανατολική Μεσόγειο.[34]

            Η επίσημη πολιτική της Ουάσινγκτον παρέμενε ίδια με το 1972, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί για την αποτροπή του πραξικοπήματος. Είναι λοιπόν βάσιμη η θέση ότι ενώ ο Kissinger διατηρούσε επιφανειακά αμετάβλητη την αμερικανική πολιτική, εισήγαγε κάποια μεταβολή στην αντίληψη που θεωρούσε την ανατροπή του Μακάριου αδιανόητη. Παρόλα αυτά στα κατώτερα κλιμάκια του State Department οποιαδήποτε κίνηση ενάντια στη σταθερότητα και την ανεξαρτησία που εγγυόταν ο Μακάριος παρέμενε αδιανόητη.[35]

            Ερώτημα παραμένει γιατί ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ επέλεξε να παρακούσει όλες τις συναινέσεις των κατώτερων αξιωματικών του Γραφείου του και να θέσει σε κίνδυνο με τις επιλογές του τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών. Στα πολιτικά απομνημονεύματά του αναφερόμενος στην επιστολή Μακάριου προς Γκιζίκη και την επιθυμία του Μακάριου να απαλλάξει την Εθνική Φρουρά από των έλεγχο των Ελλαδιτών αξιωματικών παρατηρεί: «Αυτά τα δυο βήματα θα ελάττωναν σε μεγάλο βαθμό, αν δεν εκμηδένιζαν, την επιρροή των Αθηνών στην Κύπρο και θα έδιναν την δυνατότητα στο Μακάριο να στηρίζεται ακόμη περισσότερο στο τοπικό κομμουνιστικό κόμμα (ΑΚΕΛ) στο εσωτερικό και στο Κίνημα των Αδεσμεύτων στο εξωτερικό». Από το σημείο αυτό συμπεραίνεται ο φόβος του για μια διολίσθηση της Κύπρου προς τη ΕΣΣΔ, καθώς και η απώλεια των εγγυήσεων που πρόσφερε η παρουσία των αξιωματικών στο νησί για το ΝΑΤΟ. Ίσως εκεί πρέπει να εντοπιστεί και η επιλογή του να διακινδυνεύσει έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο, τον οποίο θα μπορούσε να ελέγξει, για να αποφύγει την είσοδο της Κύπρου στη σφαίρα επιρροής της ΕΣΣΔ.

            Παρά τις όποιες κατηγορίες και υποθέσεις, δεν υπάρχει κανένα αρχειακό τεκμήριο που να επιβεβαιώνει ότι το πραξικόπημα που τελικά οδήγησε στην εισβολή είχε δρομολογηθεί από τον ίδιο. Η κατηγορία όμως ότι δεν πρόβαλε καμιά αντίσταση, ενώ είχε τη δυνατότητα ευσταθεί. [36] Η αποστολή του Υφυπουργού Εξωτερικών Joseph Sisco στις 17 Ιουλίου ως αντίδραση για το πραξικόπημα, και όχι του ίδιου του Kissinger επιβεβαιώνει την απροθυμία για αποσόβηση της κρίσης. Έπρεπε να διατηρηθεί η δημόσια στάση μη εμπλοκής, ώστε να μην δεσμεύονται οι Ηνωμένες Πολιτείες σε κάποιο συγκεκριμένο τρόπο ενέργειας. Η κατάσταση δεν έπρεπε να κλίνει προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, αλλά να οδηγηθεί σε συμβιβασμό και λύση μέσω διαπραγμάτευσης η οποία θα επέτρεπε την διατήρηση των συνταγματικών διευθετήσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας σε εσωτερικό και εξωτερικό.[37]

            Το ενδιαφέρον και οι επιλογές της Ουάσινγκτον στη νέα αυτή πραγματικότητα που είχε διαμορφωθεί αποτυπώνεται σε δυο έγγραφα. Το πρώτο συντάσσεται λίγες ώρες μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος από τον υπεύθυνου του Γραφείου Ευρώπης στο State Department, Arthur Hartman προς τον Kissinger, στο οποίο παρουσιάζονται οι εναλλακτικές επιλογές που θα έπρεπε να μελετηθούν για να ληφθούν οι αποφάσεις.[38] Το δεύτερο υπόμνημα προέρχεται από την Επιχειρησιακή Ομάδα για την Κύπρο (Cyprus Task Force), η οποία συστάθηκε αμέσως μετά το πραξικόπημα και στις 17 Ιουλίου υπέβαλε ένα τεχνοκρατικό μεν σημείωμα προς τον Sisco, στηριζόμενο όμως στους άξονες της πολιτικής του Kissinger, με τις εναλλακτικές επιλογές του State Department.[39]

            Μετά την ολοκλήρωση του πρώτου γύρου της τουρκικής εισβολής ο Kissinger και οι συνεργάτες του υιοθέτησαν την άποψη ότι η θέση της Τουρκίας ήταν ενισχυμένη στην Κύπρο και αυτή η αλλαγή των ισορροπιών εντός του νησιού αποτελούσε το κλειδί για μια λύση. Ουσιαστικά ο Υπουργός Εξωτερικών δεν έπραξε τίποτα για να σταματήσει τις παραβιάσεις της εκεχειρίας και εμπόδισε την απόπειρα της Σοβιετικής Ένωσης να παρέμβει στο Συμβούλιο Ασφαλείας προς αυτή την κατεύθυνση.

            Μοναδική ρεαλιστική λύση που διέβλεπε ο Kissinger παραμονές της δεύτερης εισβολής ήταν η πρόταση που είχε καταθέσει ο νομικός τους σύμβουλος, Helmout Sonnenfeldt στις 14 Αυγούστου.[40] Στο υπόμνημα ο Sonnenfeldt, ο οποίος φαίνεται να γνώριζε για το χάρτη που υπήρχε στα έγγραφα των Υπηρεσιών Πληροφοριών και απεικόνιζε τη γραμμή Αττίλα, όπως διαμορφώθηκε μετά την εισβολή, δήλωνε ξεκάθαρα πως ο μόνος δυνατός διακανονισμός είναι να υπάρξει μια de facto διαίρεση του νησιού. Έχοντας αποδεχτεί τη θέση αυτή και βέβαιος ότι η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που είχε έρθει στην εξουσία μετά την πτώση της χούντας στην Αθήνα, δεν θα προκαλούσε αντιδράσεις και δεν θα απειλούσε με πόλεμο ο Kissinger έπραξε ακόμα λιγότερα  για να σταματήσει τη δεύτερη εισβολή.[41]

            Επιχειρώντας μια ανακεφαλαίωση των βασικών γραμμών της πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών το καλοκαίρι του 1974, όπως αυτές αποφασίστηκαν και εφαρμόστηκαν από την πολιτική πρωτοβουλία του Kissinger θα πρέπει να τονιστεί ότι η σύλληψη της ιδέας, ο σχεδιασμός και η εφαρμογή του πραξικοπήματος στην Κύπρο δεν ήταν δημιούργημα των ΗΠΑ, αλλά του δικτάτορα Δημήτριου Ιωαννίδη. Ο ίδιος υποστήριξε ότι είχε λάβει την έγκριση της CIA πριν προχωρήσει, όμως αυτό δεν έχει επιβεβαιωθεί. Η απόφαση του Kissinger να μην εμποδίσει το πραξικόπημα θα λήφθηκε μάλλον μετά την επιστολή του Μακάριου προς Γκιζίκη φοβούμενος την επιρροή που θα μπορούσε να αποκτήσει η Σοβιετική Ένωση στην Κύπρο. Η απομάκρυνση του Μακάριου σαφώς και τον ικανοποίησε, γι αυτό και έπειτα απέρριψε κάθε κίνηση αποκατάστασής του.

            Παραμερίζοντας κάθε στοιχείο ηθικής ερμήνευσε την τουρκική εισβολή στο νησί ως ιδανική ευκαιρία για να βρεθεί μια οριστική λύση στο πρόβλημα. Η τουρκική στρατιωτική παρουσία αποτελούσε εγγύηση γι αυτόν ότι η Κύπρος δεν θα εισερχόταν σε κομμουνιστικό έλεγχο. Βασικός παράγοντας της πολιτικής του ήταν ότι η Τουρκία αποτελούσε πολύτιμο και αναντικατάστατο σύμμαχο για την Αμερική στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, βοηθώντας στην εδραίωση της πρωτοκαθεδρίας της απέναντι στη ΕΣΣΔ, μετά τον Αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1973. Οποιαδήποτε λύση στο Κυπριακό θα έπρεπε για το λόγο αυτό να ικανοποιεί τα τουρκικά συμφέροντα, τα οποία ήταν η υπαγωγή τμήματος του νησιού υπό τουρκικό έλεγχο. Προς αυτή την κατεύθυνση στρέφονταν και οι παραινέσεις του προς την ελληνική και ελληνοκυπριακή πλευρά στη Γενεύη να αποδεχτούν τις απαιτήσεις της Άγκυρας. Ακόμα και μετά το πραξικόπημα φρόντισε ώστε να μην υποβληθούν κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας από τον ΟΗΕ και το αμερικανικό Κογκρέσο.[42]

Από τη νέα πραγματικότητα  της  εισβολής στο Σχέδιο Annan.

Το 1974 αποτελεί έτος καμπής για την κυπριακή ιστορία. Τα κίνητρα της πολιτικής όμως των ΗΠΑ δεν φαίνεται να μεταβάλλονται. Στις 22 Σεπτεμβρίου 1975, ο Kissinger στην 30η Συνέλευση του ΟΗΕ διακήρυξε τα «Πέντε Σημεία» για τη λύση του Κυπριακού. Αναφέρονταν η ανεξαρτησία, η κυριαρχία και η εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου, η ανάγκη εδαφικών διευθετήσεων για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων και της ασφάλειας των δύο κοινοτήτων, ιδιαίτερα όμως της αυτονομίας των Τουρκοκυπρίων. Ο πρόεδρος Ford που είχε διαδεχτεί τον Nixon, εξακολουθούσε να αναγνωρίζει ως νόμιμη την κυβέρνηση Μακάριου, απόφαση που ακολούθησε και ο μετέπειτα πρόεδρος Carter μαζί με όλα τα μέλη του ΟΗΕ, εκτός της Τουρκίας, ακόμα και μετά το διαδοχή του Μακάριου από τον Σπύρο Κυπριανού.

Οι αποφάσεις όμως αυτές δεν θα πρέπει να ερμηνευθούν ως αλλαγή πολιτικής απέναντι στην Κύπρο, αλλά ως αλλαγή στην άσκηση της πολιτικής αυτής. Οι προτάσεις που υποβλήθηκαν από τις ΗΠΑ ήταν σύμφωνες με τις παλαιότερες επιλογές περιορισμού της Κυπριακής Δημοκρατίας και της ικανοποίησης των αιτημάτων των τουρκικών συμφερόντων. Τα νέα σχέδια των ΗΠΑ βασίζονταν στη “διζωνική ομοσπονδία”, η οποία αν γινόταν αποδεκτή από την Κύπρο θα νομιμοποιούσε την νέα κατάσταση που είχε επιβληθεί το 1974.

Στις 12 Φεβρουαρίου 1977, πραγματοποιήθηκε η Δεύτερη Συνάντηση Κορυφής μεταξύ Μακαρίου και Denktash.[43] Στην συνάντηση αυτή συμφώνησαν σε τέσσερεις “κατευθυντήριες γραμμές” για το μελλοντικό καθεστώς στην Κύπρο, η βασικότερη εκ των οποίων ήταν ότι «η Κύπρος θα ήταν δικοινοτική, ομοσπονδιακή δημοκρατία» (Bi-communal federal Republic). Η αποδοχή από ελληνοκυπριακής πλευράς της ομοσπονδίας, η επισημοποίηση του δικοινοτικού χαρακτήρα του μελλοντικού κράτους και η αποδοχή του εδαφικού διαχωρισμού έγιναν χωρίς ανταλλάγματα σηματοδοτώντας την οριστική αποδοχή της νέας κατάστασης στο νησί. [44]

Η σημασία της Τουρκίας ως συμμάχου των ΗΠΑ παρέμεινε σε υψηλή θέση στις προτεραιότητες της αμερικανικής πολιτικής λόγω της συγκυρίας δυνάμεων στη Μέση Ανατολή. Μια λύση στο Κυπριακό που θα ικανοποιούσε τις τουρκικές επιδιώξεις κρινόταν ότι θα ενίσχυε τις σχέσεις των δυο χωρών και θα βοηθούσε τις αδύναμες τουρκικές κυβερνήσεις να αντιμετωπίσουν τα εσωτερικά τους προβλήματα. Συγκεκριμένα, η ευαισθησία των κυβερνήσεων Ford και Carter μετά το εμπάργκο όπλων που επιβλήθηκε από το Κογκρέσο, Φεβρουάριο του 1975, για την εισβολή στην Κύπρο αποδεικνύεται και από τις πιέσεις που ασκούσαν για να ανασταλεί, όπως και συνέβη το καλοκαίρι του 1978, με πρόσχημα την υπονόμευση των στρατιωτικών ικανοτήτων της Ατλαντικής Συμμαχίας.

Σταθερή παρέμεινε και η προσπάθεια αποφυγής διεθνοποίησης του προβλήματος και εύρεσης λύσης εωτός ΟΗΕ ή άλλου διεθνή οργανισμού. Στην προσπάθεια αυτή οι ΗΠΑ είχαν πια συμπαραστάτη την Τουρκία, ενώ οι πρωτοβουλίες του ΟΗΕ απέδειξαν την ανικανότητα του οργανισμού να ανταπεξέλθει σε τέτοιου είδους ζητήματα και την χειραγώγηση του από τις μεγάλες δυνάμεις.[45]

Το αδιέξοδο των δύο Κυπριακών Κοινοτήτων να εφαρμόσουν τη συμφωνία Μακαρίου Denktash του 1977, η προσφυγή της Κύπρου στη Γενική Συνέλευση και στο Συμβούλιο Ασφαλείας για τη λήψη μέτρων για την εφαρμογή των αποφάσεων του ΟΗΕ το φθινόπωρο του 1978, η κατάσταση στη Μέση Ανατολή και η υποχρέωση που υπέβαλλε στον πρόεδρο Carter το Κογκρέσο με την άρση του εμπάργκο όπλων στην Τουρκία να αναλάβει πιο ενεργή μεσολάβηση για λύση του Κυπριακού, οδήγησαν στην κατάθεση ενός πλαισίου διακανονισμού από τις ΗΠΑ. Όπως δηλωνόταν και στον τίτλο του ήταν ένα «Πλαίσιο για ένα διακανονισμό του Κυπριακού». Το σχέδιο υποβλήθηκε από κοινού από τις κυβερνήσεις των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας και του Καναδά και αποτελεί το πρώτο συνολικό σχέδιο που κατέθεσε η διεθνής κοινότητα μετά το 1974 για την επίλυση του Κυπριακού. Η πρόταση πρότεινε τη δημιουργία ενός δικοινοτικού ομόσπονδου κράτους, ωστόσο είχε γενικό χαρακτήρα και περιληπτική δομή. Απορρίφθηκε τελικά και από τις δύο πλευρές, αλλά αποτέλεσε το μοντέλο για όλα τα μετέπειτα σχέδια λύσης του Κυπριακού που προτάθηκαν από τον ΟΗΕ.[46]

Στα πλαίσια πάντα του ΟΗΕ το 1986 κατατέθηκε ένα νέο «Πλαίσιο Συμφωνίας για το Κυπριακό», από των Γενικό Γραμματέα Javier Pérez de Cuéllar με στόχο την εισαγωγή της δικοινοτικής ομοσπονδίας ως προς την πολιτειακή διάρθρωση του νησιού. Η πρόταση έγινε αποδεκτή από την τουρκοκυπριακή πλευρά, αλλά το απέρριψε η ελληνοκυπριακή.[47] Δύο χρόνια αργότερα ο Γενικός Γραμματέας επανέρχεται με νέες προτάσεις με τίτλο «Δέσμη Ιδεών Cuéllar», σε μια προσπάθεια διατήρησης των ισορροπιών ανάμεσα στις δυο πλευρές. Αν και έγινε αρχικά αποδεκτό ως βάση για διαπραγματεύσεις από την ελληνοκυπριακή πλευρά απορρίφθηκε από την τουρκοκυπριακή.[48] Η τελευταία προσπάθεια πριν τη κατάθεση του Σχεδίου Anan αποτελεί η «Δέσμη Ιδεών του Βoutros Boutros-Ghali», του νέου Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ το 1992. Παρόμοιο σε ρευστότητα και αποσπασματικότητα με τα προηγούμενα σχέδια έχει ως άμεσο στόχο την επανέναρξη των συνομιλιών μεταξύ των δυο πλευρών. Οδηγήθηκε και αυτό όμως σε αδιέξοδο λόγω των έντονων διαφωνιών αμφότερων των πλευρών.[49]

Αποκορύφωμα των προσπαθειών για επανέναρξη των συνομιλιών μεταξύ των δυο κοινοτήτων στην Κύπρο αποτελεί η πρόταση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, Kofi Annan το 2004. Πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο σχέδιο προτάσεων, το οποίο όπως και τα προηγούμενα στηρίζεται στην “διζωνική ομοσπονδία”. Είναι λεπτομερές ως προς τη δομή και τη συγκρότηση του κράτους, αποτυπώνοντας την επιθυμία των Ηνωμένων Εθνών να βρεθεί μια οριστική λύση για το Κυπριακό. Το Σχέδιο Annan είχε τη στήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων, άρα και των ΗΠΑ[50], αλλά απορρίφθηκε από τον ελληνοκυπριακό λαό σε δημοψήφισμα.[51]

Η παρουσία των ΗΠΑ μετά την τουρκική εισβολή έπαψε να είναι τόσο ενεργή, καθώς η πραγματικότητα που είχε διαμορφωθεί εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους και οι λύσεις για το Κυπριακό προωθούνταν πια μέσω των Ηνωμένων Εθνών. Παράλληλα, οι φόβοι του παρελθόντος έπαψαν να υπάρχουν και η “κομμουνιστική απειλή” για το νησί δεν υφίστατο. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου οι Ηνωμένες Πολιτείες έλεγχαν πλήρως την περιοχή μέσω του ΝΑΤΟ, χωρίς να υπάρχουν ανταγωνισμοί και δυνατότητες διπλωματικών ελιγμών για την Κυπριακή Δημοκρατία.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οι σχέσεις Ουάσινγκτον Λευκωσίας που επιχειρήθηκε να σκιαγραφηθούν παραπάνω είναι σαφές ότι πέρασαν από αρκετές διακυμάνσεις. Η μη εμπλοκή των ΗΠΑ στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και η αποστασιοποίηση από το Κυπριακό, το οποίο θεωρούταν καθαρά βρετανικό πρόβλημα, ανατράπηκε όταν διαφάνηκαν οι δυσλειτουργίες του Συντάγματος του 1960 και η αδυναμία των Εγγυητριών Δυνάμεων να ελέγξουν την κατάσταση. Η παρέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών αρχικά είχε ως στόχο να υποβοηθήσει τη Βρετανία.

            Αναπόφευκτα όμως η σταδιακή κλιμάκωση των κινήσεων, η επιθυμία και των τριών εγγυητριών δυνάμεων να εμπλακούν και να αναλάβουν πρωταγωνιστικό ρόλο και της αδυναμίας τους να ελέγξουν την κατάσταση, οδήγησε στην ανάληψη πρωτοβουλιών. Η επιστολή Johnson προς τον Inonu και η αποστολή Acheson για την επίλυση των διαφορών προκάλεσε “αλλαγή φρουράς” στην Κύπρο και την μετάβαση από την βρετανική στην αμερικανική πρωτοκαθεδρία.[52]

            Οι Ηνωμένες Πολιτείες προσέγγιζαν την κατάσταση στην Κύπρο μέσα από την ψυχροπολεμική λογική, ενώ θεωρούσαν ότι το Λονδίνο δεν αντιλαμβανόταν πλήρως την κρισιμότητα της κατάστασης και το ενδιέφερε μόνο η διασφάλιση των στρατιωτικών του βάσεων.[53] Πράγματι, οι ΗΠΑ αντιμετώπισαν το Κυπριακό στο ευρύτερο πλαίσιο του μεταπολεμικού ανταγωνισμού συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο και την Μέση Ανατολή με τη Σοβιετική Ένωση. Η θέση του νησιού ενείχε ιδιαίτερη στρατηγική σπουδαιότητα για την άμυνα της δυτικής συμμαχίας. Επιπλέον, δυο κράτη μέλη του ΝΑΤΟ εμπλέκονταν βαθιά και υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να ξεσπάσει πόλεμος μεταξύ τους για Κυπριακό Ζήτημα, διαλύοντας την νοτιοανατολική πτέρυγα της Ατλαντικής Συμμαχίας. Επιπρόσθετα, η παράταση της κρίσης θα προκαλούσε το ενδιαφέρον και την ανάμειξη της Σοβιετικής Ένωσης σε μια περιοχή που η αντίθεση των δυο υπερδυνάμεων ήταν ήδη έντονη.[54]           

Τα αποτελέσματα των στρατηγικών που ακολουθήθηκαν και οι λύσεις που επιδιώχθηκαν, δηλαδή της ένωσης (διπλής ή με ανταλλάγματα) ή της διχοτόμησης, διαστρέβλωσαν τις διαστάσεις των προβλημάτων που απασχολούσαν τις δυο κοινότητες, βασίστηκαν στην ιδέα της διχοτόμησης του νησιού για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των συμμάχων των ΗΠΑ και οδήγησαν στα γεγονότα του Ιουλίου του 1974.[55]

Μέχρι το 1974 έγιναν έντονες προσπάθειες από κυπριακής πλευράς για διεθνοποίηση του ζητήματος που όμως προσέκρουαν πάντα στην αντίθεση των ΗΠΑ. Έτσι, όταν το θέμα κατέληγε στον ΟΗΕ οι αντιμαχόμενες πλευρές προσπαθούσαν να χρησιμοποιήσουν τον οργανισμό προς δικό τους όφελος. Ήταν φανερό ότι επηρέαζαν τις κατευθύνσεις και τις αποφάσεις προς τα δικά τους συμφέροντα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ υποστήριξαν μόνο εκείνες τις προτάσεις που έκριναν ότι ικανοποιούσαν τις ανάγκες τους. Αυτό συνέβη το 1964 όταν ο πρόεδρος Johnson έστειλε για υποστήριξη τον Acheson, αλλά ουσιαστικά επεδίωκε να ελέγξει τις ειρηνευτικές ενέργειες του οργανισμού και αργότερα στην κρίση του 1967, όταν ο Vance απέσπασε την συγκατάθεση της ελληνικής κυβέρνησης για απομάκρυνση των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων από το νησί. Όσες φορές οι ενέργειες του ΟΗΕ δεν κρίνονταν φιλικές τότε απορρίπτονταν.[56]

Η συμμετοχή στην κρίση του 1974 και οι πολιτικές που ακολούθησε το State Department αναλύθηκαν στο κύριο μέρος της εργασίας. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι αυτές οι πολιτικές στρατηγικές ήταν καταλυτικές για την εξέλιξη των γεγονότων και το τελικό αποτέλεσμα. Μετά την τουρκική εισβολή η πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ παύει να ισχύει. Το Κυπριακό έπαψε να είναι προτεραιότητα για τους Αμερικανούς. Η επίσημη δικαιολογία με την οποία απομακρύνθηκαν ήταν το “Διακοινοτικό πλαίσιο” του 1978 και η κατάληξή του. Εξάλλου, δεν υπήρχε πλέον κίνδυνος ελληνοτουρκικού πολέμου με αφορμή την κατάσταση στο νησί, ούτε διολίσθησης προς τον κομμουνισμό.

Οι λύσεις που προτείνονται έπειτα δεν στηρίζονται στην ένωση του νησιού, ούτε σε κάποιας μορφής διχοτόμησης. Το σχήμα της διζωνικής ομοσπονδίας έχει καθιερωθεί στο διάλογο και η λύση αναζητείται μέσα από τα Ηνωμένα Έθνη και τις ενδοκοινοτικές συνομιλίες, με βάση τις πραγματικότητες και τα νέα δεδομένα που έχει διαμορφώσει 40 χρόνια μετά η τουρκική εισβολή.

liaga
Μαργαρίτα Λιάγκα Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια του Τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. ΑΡΧΕΙΑΚΑ ΤΕΚΜΗΡΙΑ

 

  • Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών Κυπριακής Δημοκρατίας
    http://www.piopressreleases.com.cy/easyconsole.cfm/page/search
  • Foreign relations of the United States (FRUS), 1958-1960. Eastern Europe Region, Soviet Union, Cyprus, X.
  • Foreign relations of the United States (FRUS), 1961-1963. Eastern Europe, Cyprus, Greece, Turkey, XVI.
  • Foreign relations of the United States (FRUS), 1964-1968, Cyprus, Greece, Turkey, XVI.
  • Foreign relations of the United States (FRUS), 1969-1976. Eastern Europe, Eastern Mediterranean, XXIX.

 

  Β. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  • Βενιζέλος Κώστας, Μιχάλης Ιγνατίου, Τα Μυστικά Αρχεία Του Κίσιντζερ: Η Απόφαση Για Τη Διχοτόμηση, Αθήνα 2002, τ.1-3.
  • Κρανιδιώτης Γιάννος, Το Κυπριακό Πρόβλημα: Η Ανάμειξη Του ΟΗΕ Και Οι Ξένες Επεμβάσεις Στην Κύπρο: 1960-1974, Αθήνα 1984.
  • Λάμπρου Γιάννης, Ιστορία Του Κυπριακού: Τα Χρόνια Μετά Την Ανεξαρτησία, 1960-2004, Λευκωσία 2004.
  • Παπαπολυβίου Πέτρος, Σύριγος Άγγελος, Χατζηβασιλείου Ευάνθης, (επιμ.) Το Κυπριακό Και Το Διεθνές Σύστημα, 1945 – 1974: Αναζητώντας Θέση Στον Κόσμο, Αθήνα 2013.
  • Ριζάς Σωτήρης, Ενωση, Διχοτόμηση, Ανεξαρτησία: Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία στην Αναζήτηση Λύσης για το Κυπριακό 1963-1967, Αθήνα 2000.
  • Ριζάς Σωτήρης, Το Κυπριακό Σε Κρίσιμη Καμπή: Η Ελληνική Πολιτική Και Το Σχέδιο Acheson (1964), Αθήνα 1997.
  • Ριζάς Σωτήρης, Οι Ηνωμένες Πολιτείες, Η Δικτατορία Των Συνταγματαρχών Και Το Κυπριακό Ζήτημα 1967-1974, Αθήνα 2002.
  • Στεφανίδης Γιάννης, Isle of Discord: Nationalism, Imperialism and the Making of the Cyprus Problem, Λονδίνο
  • Συρίγος Άγγελος, Σχέδιο Ανάν: Οι Κληρονομιές Του Παρελθόντος Και Οι Προοπτικές Του Μέλλοντος, Αθήνα 2005.
  • Τενεκίδης Γιώργος, Κρανιδιώτης Γιάννος (επιμ.), Κύπρος: Ιστορία, Προβλήματα Και Αγώνες Του Λαού Της, Αθήνα 2000.
  • Χριστοδουλίδης Νίκος, Τα σχέδια λύσης του Κυπριακού, 1948-1978, Αθήνα 2009.

 

Παραπομπές

[1]  Ριζάς Σωτήρης, Ένωση, διχοτόμηση, ανεξαρτησία: οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία στην αναζήτηση λύσης για το Κυπριακό 1963-1967, Αθήνα 2000, σ.15.

[2]  Ριζάς Σωτήρης, Το Κυπριακό σε κρίσιμη καμπή, Αθήνα 1997, σ.8.

[3] Τενεκίδης Γιώργος, «Διεθνοποίηση και αποδιεθνοποίηση του Κυπριακού πριν και μετά την τουρκική εισβολή», στο Τενεκίδης Γιώργος, Κρανιδιώτης Γιάννος, Κύπρος: ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, Αθήνα 2000, σ.201.

[4]  Για τις εξελίξεις στο διάστημα 1949-1955, βλ. Στεφανίδης Γιάννης, Isle of discord: nationalism, imperialism and the making of the Cyprus problem, Λονδίνο 1999.

[5] Ριζάς Σωτήρης, Ένωση, διχοτόμηση, ανεξαρτησία, σ.16-17.

[6] Αναλυτικότερα για τις προτροπές των Αμερικανών, βλ. Χριστοδουλίδης Νίκος, Τα σχέδια λύσης του Κυπριακού, 1948-1978, Αθήνα 2009, σ.44-137.

[7] Χριστοδουλίδης Νίκος, «Αλλαγή φρουράς στην Κύπρο; Από τη βρετανική στην αμερικανική πρωτοκαθεδρία, 1960-1964», στο Παπαπολυβίου Πέτρος (επιμ.), Το Κυπριακό και το διεθνές σύστημα, 1945-1974. Αναζητώντας θέση στον κόσμο, Αθήνα, 2013, σ.199.

[8] Κουφουδάκης Βαγγέλης, «Η Κύπρος και οι Υπερδυνάμεις 1960-1979», στο Τενεκίδης Γιώργος, Κρανιδιώτης Γιάννος, Κύπρος: ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, Αθήνα 2000, σ.365.

[9] Foreign relations of the United States (FRUS), 1958-1960. Eastern Europe Region, Soviet Union, Cyprus, vol.X, doc.312, 315.

[10] Χριστοδουλίδης Ν, ό.π., σ.199-200.

[11] FRUS, 1958-1960, doc.342.

[12] Foreign relations of the United States (FRUS), 1961-1963. Eastern Europe, Cyprus, Greece, Turkey, vol.XVI, doc.248.

[13]  FRUS, 1961-1963, doc. 292.

[14] Χριστοδουλίδης Ν., ό.π., σ.200-204.

[15] Κουφουδάκης Β., ό.π., σ.366.

[16] Λάμπρου Γιάννης, Ιστορία του Κυπριακού: τα χρόνια μετά την ανεξαρτησία, 1960-2004 , Λευκωσία 2004, σ.147.

[17] Κρανιδιώτης Γ., Το Κυπριακό πρόβλημα: η ανάμειξη του ΟΗΕ και οι ξένες επεμβάσεις στην Κύπρο: 1960-1974, Αθήνα 1984,  σ.133.

[18] Κουφουδάκης Β, ό.π., σ.369; Ριζάς Σ., Το Κυπριακό σε κρίσιμη καμπή, σ.32-36.

[19] Αναλυτικότερα για το Σχέδια Acheson βλ. Κρανιδιώτης Γ., Το Κυπριακό πρόβλημα, σ.134-137; Λάμπρου Γ., ό.π., σ.148-152; Ριζάς Σ., Το Κυπριακό σε κρίσιμη καμπή, σ.36-47.

[20] Κρανιδιώτης Γ., Το Κυπριακό πρόβλημα, σ.138-140; Κουφουδάκης Β, ό.π., σ.369-370.

[21] Ριζάς Σ., Ένωση, διχοτόμηση, ανεξαρτησία, σ.163-164; Λάμπρου Γ., ό.π., σ.160.

[22] Foreign relations of the United States (FRUS), 1964-1968, Cyprus, Greece, Turkey, vol.XVI, doc.54.; Ο G. Ball χαρακτήρισε την επιστολή ως «το πιο βάναυσο διπλωματικό έγγραφο που έχω δει ποτέ», ενώ ο Kissinger αργότερα θεώρησε ότι κύριο σημείο της επιστολής ήταν η αναφορά της σοβιετικής απειλής. Βλ. Λάμπρου Γ., ό.π., σ.131.

[23] Κρανιδιώτης Γ., Το Κυπριακό Πρόβλημα, σ.67-71,129-133; Κουφουδάκης Β., ό.π., σ.367-368; Χριστοδουλίδης Ν., ό.π., σ.205-208.

[24] Κουφουδάκης Β., ό.π., σ.370-372.

[25] Ριζάς Σωτήρης, Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Δικτατορία των Συνταγματαρχών και το Κυπριακό Ζήτημα 1967-1974, Αθήνα  2002, σ.31-33.

[26] Κουφουδάκης Β., ό.π., σ.376-378; Ριζάς Σ., Η Δικτατορία των Συνταγματαρχών, σ.37-42.

[27] Κουφουδάκης Β., ό.π., σ.379-380.

[28] Ριζάς Σ., Η Δικτατορία των Συνταγματαρχών, σ.45-51.

[29] Βενιζέλος Κώστας, Ιγνατίου Μιχάλης, Τα μυστικά αρχεία του Κίσιντζερ, Αθήνα 2002, τ.3, σ.104-132.

[30] Foreign relations of the United States (FRUS), 1969-1976. Eastern Europe, Eastern Mediterranean, vol.XXIX, doc.372-275; Βενιζέλος Κ., Ιγνατίου Μ., ό., τ.1, σ.73-75.

[31] Κουφουδάκης Β., ό.π., σ.384-385; Ριζάς Σ., Η Δικτατορία των Συνταγματαρχών, σ.112-138.

[32] Κουφουδάκης Β., ό.π., σ.386.

[33] Ριζάς Σ., Η Δικτατορία των Συνταγματαρχών, σ.177.

[34] Κουφουδάκης Β., ό.π., σ.387-389.

[35] Ριζάς Σ., Η Δικτατορία των Συνταγματαρχών, σ.178-180.

[36] Λάμπρου Γ., ό.π., σ.651-652.; Για τις θέσεις του Kissinger βλ. Βενιζέλος Κ., Ιγνατίου Μ., ό.π., τ.1, σ.217-221; τ.3, σ.59-87.

[37] Ριζάς Σ., Η Δικτατορία των Συνταγματαρχών, σ.204-210.

[38] Βενιζέλος Κ., Ιγνατίου Μ., ό.π., τ.1, σ.130-134.

[39] Βενιζέλος Κ., Ιγνατίου Μ., ό.π., τ.1, σ.148-156.

[40] Βενιζέλος Κ., Ιγνατίου Μ., ό.π., τ.2, σ.50-51; τ.3, σ.56-57

[41] Λάμπρου Γ., ό.π., σ.657-658..

[42] Λάμπρου Γ., ό.π., σ.661-662; Ριζάς Σ., Η Δικτατορία των Συνταγματαρχών, σ.241-250.

[43] Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών Κυπριακής Δημοκρατίας, Δημοσιογραφική διάσκεψις του Προέδρου της Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου (13.02.1977).

[44] Συρίγος Άγγελος, Σχέδιο Ανάν: οι κληρονομιές του παρελθόντος και οι προοπτικές του μέλλοντος, Αθήνα 2005, σ.92-93.

[45] Κουφουδάκης Β., ό.π., σ.393-397.

[46] Συρίγος Ά., ό.π., σ.94-97; Λάμπρου Γ., ό.π., σ.678-680; Κουφουδάκης Β., ό.π., σ.398-401.

[47] Συρίγος Ά., ό.π., σ.97-100; Βλ. Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών Κυπριακής Δημοκρατίας, Τηλεγράφημα του Προέδρου της Δημοκρατίας προς το Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών (15.11.1986).

[48] Συρίγος Ά., ό.π., σ.100-103;  Βλ. Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών Κυπριακής Δημοκρατίας, Δηλώσεις του Προέδρου Βασιλείου στη Νέα Υόρκη (29.11.1989).

[49] Συρίγος Ά., ό.π., σ.103-107; Βλ. Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών Κυπριακής Δημοκρατίας, Ουσιαστικό το περιεχόμενο της έκθεσης Μπούτρος Γκάλι (07.04.1992).

[50] Βλ. Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών Κυπριακής Δημοκρατίας, US believes Annan plan is ‘good’ for Cyprus (05.03.2004).

[51] Αναλυτικά για το Σχέδιο Annan βλ. Συρίγος Ά., ό.π.

[52] Χριστοδουλίδης Ν., ό.π., σ.208-209.

[53] Χριστοδουλίδης Ν., ό.π., σ.210.

[54] Κρανιδιώτης Γ., Το Κυπριακό Πρόβλημα, σ.256.

[55] Κουφουδάκης Β., ό.π., σ.365.

[56] Κρανιδιώτης Γ., Το Κυπριακό Πρόβλημα, σ.259-260.