Skip to main content

Bruna Bagnato: Μια “πράξη πολέμου” στους ιταλικούς αιθέρες; Η Γαλλία, η Λιβύη και η αεροπορική συντριβή της Ustica (27 Ιουνίου 1980) (Μέρος Β΄)

Bruna Bagnato 

Μια “πράξη πολέμου” στους ιταλικούς αιθέρες; Η Γαλλία, η Λιβύη και η αεροπορική συντριβή της Ustica (27 Ιουνίου 1980) 

(Μέρος Β΄)

 

Η ενοχοποίηση της Γαλλίας (1986-1991)

Τα δημοσιεύματα των εφημερίδων γύρω από την πολυπλοκότητα των διμερών σχέσεων ανάμεσα στο Παρίσι και την Τρίπολη επί προεδρίας Giscard d’ Estaing, σε συνδυασμό με την εν γένει δραστηριοποίηση των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών στον συγκεκριμένο τομέα, έχουν οδηγήσει σε μια εκτίμηση, βάσει της οποίας η συντριβή του DC-9 της εταιρίας Itavia υπήρξε αποτέλεσμα λανθασμένου χειρισμού στο πλαίσιο μιας αερομαχίας ανάμεσα σε ένα αεροσκάφος της γαλλικής πολεμικής αεροπορίας και ένα λιβυκό MIG-23. Είναι γεγονός πως τα συντρίμμια του τελευταίου εντοπίστηκαν λίγες ημέρες αργότερα στην ευρύτερη περιοχή της Καλαβρίας, μαζί με τη σορό του χειριστή. Σύμφωνα με την ίδια εκδοχή, η οποία εκφράστηκε κατ’ επανάληψη μέσα στη δεκαετία του 1980, η πτήση 870 επλήγη από έναν δεύτερο πύραυλο που εκτόξευσε ο Γάλλος πιλότος στην προσπάθειά του να καταρρίψει το λιβυκό αεροσκάφος.1 Όπως και να έχει πάντως το ζήτημα, η Γαλλία βρέθηκε υπόλογη για την όλη υπόθεση σε δυο διαφορετικά, συχνά συγκλίνοντα, επίπεδα: εκείνο των δημοσιογραφικών αποκαλύψεων και εκείνο των κοινοβουλευτικών ανακρίσεων. Μέχρι το 1986, η τραγωδία της Ustica δεν συγκαταλεγόταν στην ημερήσια διάταξη των εργασιών του ιταλικού Κοινοβουλίου. Ούτε ήγειρε το ενδιαφέρον των πολιτικών κομμάτων και γενικότερα της κοινωνίας. Ωστόσο, η θεωρία του πυραύλου απασχολούσε σοβαρά τον δημοσιογραφικό κόσμο. Στον Τύπο άρχισαν να κυκλοφορούν ρεπορτάζ, τα οποία ήδη από το 1980 αμφισβητούσαν την επίσημη άποψη περί παντελούς απουσίας στρατιωτικών αεροσκαφών στην ευρύτερη περιοχή της Ustica τη στιγμή της συντριβής.2

Το 1986 μια δικαστική έρευνα κατέληξε σε αποτυχία. Σύμφωνα με το πόρισμα, δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για να εξακριβωθούν με απόλυτη βεβαιότητα τα αίτια του δυστυχήματος. Τον Ιούνιο, με αφορμή τη συμπλήρωση έξι ετών, ιδρύθηκε η Επιτροπή Αλήθειας για την Ustica. Η τελευταία ζήτησε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Francesco Cossiga να δώσει τέλος στην “αφόρητη σιωπή”, η οποία επί χρόνια επιβάρυνε το μυστήριο της τραγωδίας και να “άρει τα εμπόδια που απέτρεπαν την αλήθεια να βγει στο φως”.3 Χάρη στη στελέχωσή της από επώνυμα και επιφανή άτομα του κόσμου της πολιτικής και των θεσμών⁸¹4 και υπό την προεδρία του Francesco Bonifacio, πρώην προέδρου του Συνταγματικού Δικαστηρίου, η Επιτροπή κατάφερε να ευαισθητοποιήσει την Προεδρία της Δημοκρατίας σε μια υπόθεση, έναντι της οποίας ούτε η κυβέρνηση ούτε και το Κοινοβούλιο είχαν πάρει ακόμα θέση.5 Ο πρόεδρος Cossiga, ο οποίος τη στιγμή της συντριβής κατείχε το αξίωμα του πρωθυπουργού, ανταποκρινόμενος στην έκκληση της Επιτροπής ζήτησε από τον πρωθυπουργό Bettino Craxi να επιταχύνει τις διαδικασίες διαλεύκανσης των αιτίων και να μεριμνήσει για την ανέλκυση από τη θάλασσα των συντριμμιών του μοιραίου DC-9.6

Φωτογραφίες θυμάτων της αεροπορικής τραγωδίας.

Όπως ήταν επόμενο, η στάση του Προέδρου της Δημοκρατίας προσέδωσε νέα ώθηση στο ενδιαφέρον του Τύπου και της κοινής γνώμης. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1986, η εφημερίδα Corriere della Sera έκανε για πρώτη φορά λόγο περί παρουσίας στον ουρανό της Ustica, την μοιραία 27η Ιουνίου 1980, “αεροναυτικών μονάδων συμμάχων χωρών, οι οποίες δεν ανήκαν στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ”. Η είδηση αναμεταδόθηκε και από άλλα ΜΜΕ που επισήμαναν πως τη στιγμή της τραγωδίας, το γαλλικό αεροπλανοφόρο Clemenceau έπλεε στην ίδια περιοχή.7

Οι αναφορές των εφημερίδων κατά τις επόμενες ημέρες γίνονταν ολοένα και περισσότερο λεπτομερείς. Υιοθετώντας την εκδοχή του πυραύλου, οι υποψίες άρχισαν να στρέφονται γύρω από το αεροπλανοφόρο, το οποίο, σύμφωνα με πληροφορίες, βρισκόταν στον κόλπο της Νεάπολης και από όπου εκτοξεύθηκε από παραδρομή πύραυλος στο πλαίσιο άσκησης βολής. Αποτέλεσμα του λανθασμένου χειρισμού ήταν η κατάρριψη της πτήσης 870. Η ευαισθησία της γαλλικής πρεσβείας στη Ρώμη αυξήθηκε από τη σιβυλλική δήλωση του υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης Giuliano Amato ενώπιον του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με την οποία κανενός είδους εκδοχή δεν έπρεπε να αγνοηθεί στη διάρκεια της ανακριτικής διαδικασίας.8

Στις 7 Οκτωβρίου 1986, το υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Γαλλίας, ανταποκρινόμενο σε υπόδειξη του στρατιωτικού του ακολούθου στην Ιταλία, απέστειλε προς το Palazzo Farnese (έδρα της γαλλικής πρεσβείας στη Ρώμη) επίσημη δήλωση με αναλυτική καταγραφή των κινήσεων του πολεμικού στόλου στη Μεσόγειο στις 27 Ιουνίου 1980. Τρία ήταν τα επίμαχα σημεία, τα οποία διευκρινίζονταν: 1) το αεροπλανοφόρο Foch βρισκόταν στα ανοικτά της μεγάλης ναυτικής βάσης της Τουλώνης, πλησίον της Μασσαλίας, τα δε αεροσκάφη του ήταν προς στιγμή παροπλισμένα. Το έτερο αεροπλανοφόρο του γαλλικού στόλου Clemenceau, είχε επιστρέψει στις 6.30 π.μ. της επίμαχης ημέρας επίσης στην Τουλώνη, έχοντας ολοκληρώσει ναυτική αποστολή. 2) Οι γαλλικές αεροπορικές δυνάμεις βρίσκονταν στο έδαφος μακριά από τον τόπο της τραγωδίας. 3) Το εκρηκτικό τύπου Τ4, ίχνη του οποίου εντοπίστηκαν τόσο στις σορούς των θυμάτων όσο και στην άτρακτο του DC-9, ουδέποτε είχε χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για την κατασκευή πυραύλων αέρος-αέρος της γαλλικής ναυτικής αεροπορίας.9

Τα αεροπλανοφόρα Foch (αριστερά) και Clemenceau του γαλλικού Πολεμικού Ναυτικού.

Τα ιταλικά ΜΜΕ δεν έδειξαν να πείθονται. Στο πλαίσιο της τηλεοπτικής εκπομπής Monitor (Canale 5) της 26ης Οκτωβρίου 1986, αν και οι δημοσιογράφοι δεν απόκλεισαν τις άλλες πιθανές εκδοχές (λιβυκός δάκτυλος, έκρηξη βόμβας τοποθετημένης εντός του αεροσκάφους) επέμειναν εμφατικά στην περίπτωση ενός γαλλικού λανθασμένου χειρισμού. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, το DC-9 καταρρίφθηκε έναντι άλλου στόχου, ο οποίος την ίδια στιγμή βρισκόταν εν κινήσει στον αέρα. Προκειμένου μάλιστα να στηρίξουν τη θέση τους επικαλέστηκαν το γεγονός ότι ο στρατηγός Giuseppe Santovito, αρχηγός των ιταλικών μυστικών υπηρεσιών (SISMI), αμέσως μετά τη συντριβή ζήτησε εξηγήσεις από τον Γάλλο ομόλογό του, Alexandre de Marenches. Στενός συνεργάτης, μάλιστα, του τελευταίου φαίνεται πως είχε διαρρεύσει ότι οι υπηρεσίες των δυο χωρών είχαν συνεργαστεί προς την κατεύθυνση της συγκάλυψης όσον αφορούσε τα πραγματικά αίτια της τραγωδίας.

Λειτουργώντας ως προπομπός της παραπάνω εκπομπής δυο ημέρες νωρίτερα, η εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας Corriere della Serra υπογράμμισε πως στη Γαλλία, αναφερόμενα στη θεματολογία της επικείμενης εκπομπής, το μεν υπουργείο Εθνικής Άμυνας αρνήθηκε να σχολιάσει την πληροφορία περί συγκάλυψης, το δε υπουργείο Εξωτερικών τη διέψευσε κατηγορηματικά.10 Στις 25 Οκτωβρίου, παραμονή της μετάδοσης της εκπομπής, το SISMI ανταποκρινόμενο σε αίτημα ασαφούς προελεύσεως για πληροφόρηση, απάντησε λακωνικά πως “δεν υπάρχει τίποτα απολύτως στα αρχεία” περί επαφής ανάμεσα στους Marenches και Santovito κατά τις ώρες που διαδέχθηκαν την πτώση του αεροσκάφους.11 Την ίδια στιγμή, το Palazzo Farnese διέρρεε πως “ορισμένοι δημοσιογραφικοί κύκλοι ορμώμενοι από πνεύμα εντυπωσιασμού και οι δικαιολογημένα ανήσυχες οικογένειες των θυμάτων είχαν ενώσει τις προσπάθειές τους με στόχο να επιβαρύνουν τις υποψίες σε βάρος της Γαλλίας”. Ταυτόχρονα, η γαλλική πρεσβεία παρότρυνε το υπουργείο Εξωτερικών να προβεί σε μια επίσημη τοποθέτηση παρόμοια με εκείνη του υπουργείου Άμυνας της 7ης Οκτωβρίου, σύμφωνα με την οποία “καμία ναυτική ή αεροπορική μονάδα δεν είχε αναπτύξει επιχειρησιακή δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή της Ustica στις 27 Ιουνίου 1980, ακόμα λιγότερο δε είχε εξαπολύσει κάποιο πύραυλο”.12

Η πορεία της πτήσης 870 και η κινητικότητα των επίσημα και μη ταυτοποιηθέντων αεροσκαφών τη στιγμή της συντριβής.

Στις 7 Δεκεμβρίου 1986, η εφημερίδα L’ Espresso επανήλθε στη θεωρία περί γαλλικής ευθύνης στηριζόμενη επάνω σε ένα εντελώς διαφορετικό σκεπτικό. Συγκεκριμένα, ο αρθρογράφος Pierluigi Faconeri υποστήριξε για πρώτη φορά πως ένα αεροσκάφος MIG -23 της πολεμικής αεροπορίας της Λιβύης (τα συντρίμμια του οποίου εντοπίστηκαν λίγες μέρες αργότερα στην Καλαβρία) είχε πλησιάσει επικίνδυνα το αεροπλανοφόρο Clemenceau. Δίχως χρονοτριβή απονηώθηκε από το τελευταίο ένα καταδιωκτικό αεροσκάφος, το οποίο, εξαιτίας λανθασμένου χειρισμού, κατέρριψε ταυτόχρονα το MIG και το DC-9 της Itavia που την ίδια στιγμή έτυχε να ακολουθεί παρεμφερή πορεία. Σύμφωνα με τον ίδιο δημοσιογράφο, επιβεβαίωση των παραπάνω αποτελούσε η ταυτόχρονη σχεδόν επικοινωνία μεταξύ των Santovito και Marenches παρά τις διάφορες διαψεύσεις περί τούτου, τις οποίες ο ίδιος χαρακτήριζε ως ανεπαρκείς. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, οι γαλλικές ανακοινώσεις μιλούσαν για αεροπλανοφόρα με παροπλισμένα αεροσκάφη καθώς και για μια εκρηκτική ύλη (Τ4), η οποία υποτίθεται ότι ουδέποτε είχε χρησιμοποιηθεί, τη στιγμή που αποτελούσε κοινό μυστικό ότι ήταν το βασικό υλικό κατασκευής του πυροκροτητή παντός τύπου πυραύλων.13 Το Palazzo Farnese διαμαρτυρήθηκε έντονα προς τον εκδότη της εφημερίδας, Giovanni Valentini, ζητώντας με επιστολή από τον τελευταίο να αναδημοσιεύσει την ανακοίνωση της 7ης Οκτωβρίου του υπουργείου Εθνικής Άμυνας της Γαλλίας.14

Ανάλογες επιστολές στάλθηκαν και προς άλλες εφημερίδες και έντυπα στις αρχές του 1987, όταν, στις 5 Ιανουαρίου, η εκπομπή Focus (Rai 2) άφησε να εννοηθεί πως ναυτικές μονάδες της Γαλλίας και των ΗΠΑ εκτελούσαν κοινά γυμνάσια στο Τυρρηνικό Πέλαγος τη στιγμή της αεροπορικής τραγωδίας. Στη διάρκεια της παραπάνω τηλεοπτικής εκπομπής προβλήθηκε συνέντευξη του βοηθού γραμματέα της Προεδρίας της Κυβέρνησης Giuliano Amato, σύμφωνα με την οποία εξακολουθούσε ακόμα να παραμένει ασαφής η ακριβής ημερομηνία συντριβής του λιβυκού MIG-23 στην περιοχή της Καλαβρίας. Ήδη από τις 28 Οκτωβρίου του προηγουμένου έτους, η εφημερίδα Il Messaggero είχε προβεί στην εντυπωσιακή αποκάλυψη ότι το πόρισμα της νεκροψίας της σορού του χειριστή άφηνε να εννοηθεί ως ημερομηνία θανάτου όχι την 18η Ιουλίου 1980 (επίσημη εκδοχή), αλλά είκοσι περίπου ημέρες νωρίτερα. Με άλλα λόγια, το συμβάν μπορούσε κάλλιστα να είχε λάβει χώρα τη νύκτα της τραγωδίας της Ustica.15 Ωστόσο, στη συνέχεια της προβολής της εκπομπής Focus, οι υποψίες του ιταλικού Τύπου άρχισαν να στρέφονται προς την κατεύθυνση της Λιβύης προς μεγάλη ανακούφιση των κύκλων του Palazzo Farnese.16

Palazzo Farnese, έδρα της γαλλικής πρεσβείας στη Ρώμη.

Την άνοιξη του 1987, ο αρμόδιος για την υπόθεση ανακριτής Vittorio Bucarelli αποφάσισε να συγχωνεύσει την έρευνα για την τραγωδία της Ustica με εκείνη για τη συντριβή του λιβυκού αεροσκάφους. Με την ενέργεια αυτή αναδείχθηκε ανάγλυφα ο συσχετισμός του θανάτου του πιλότου Fadal el Adim με την απώλεια του DC-9. Τότε πρωτοεμφανίστηκε ένα σενάριο με γνώμονα τις ευθύνες του καθεστώτος της Τρίπολης: ομάδα καταδιωκτικών της λιβυκής αεροπορίας ήταν εκείνα που κατέρριψαν το MIG (σύμφωνα με την ίδια θεωρία ο χειριστής ανήκε στην κατηγορία των αντιφρονούντων του κανταφικού καθεστώτος και επιχειρούσε να αυτομολήσει στη Δύση). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συντριβή στη θάλασσα της πτήσης 870 έπρεπε να εκληφθεί ως παράπλευρη απώλεια. Παρά ταύτα, η εκδοχή της γαλλικής ευθύνης εξακολουθούσε να προβάλλεται από ορισμένα ιταλικά έντυπα. Στις 16 Απριλίου 1987, η κυβέρνηση της Ρώμης ανέθεσε την περισυλλογή και ανέλκυση των συντριμμιών του μοιραίου DC-9 στη γαλλικών συμφερόντων εταιρία IFREMER. To Palazzo Farnese εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για την επιλογή, φροντίζοντας να τις διαμηνύσει στο Παρίσι. Κατά την άποψή του, ελλόχευε κίνδυνος να κατηγορηθεί το γαλλικό κράτος για εσκεμμένη απόκρυψη στοιχείων μέσω της συγκεκριμένης εταιρίας.17

Περί το τέλος του 1988 η Γαλλία βρέθηκε εκ νέου στο στόχαστρο από την ίδια την πρόοδο των ανακρίσεων. Τη φορά αυτή οι υποψίες δεν προέρχονταν από τους δημοσιογραφικούς κύκλους, αλλά από την ίδια την επιτροπή του ιταλικού Κοινοβουλίου, η οποία είχε συγκροτηθεί με την αποστολή να διαλευκάνει τα αίτια του δυστυχήματος. Η συντριβή της Ustica είχε πλέον προσλάβει πολιτικές διαστάσεις. Εμβληματική του επικρατούντος πνεύματος υπήρξε η ίδρυση, τον Φεβρουάριο του 1988 στην Μπολόνια, του Συλλόγου Συγγενών των Θυμάτων της Σφαγής της Ustica (Associazione Parenti delle Vittime della Strage di Ustica), στόχος των ενεργειών του οποίου ήταν η αναζήτηση της αλήθειας και η κατανομή των ευθυνών. Χαρακτηριστική είναι η συμπερίληψη στην ονομασία του Συλλόγου του όρου “σφαγή” (strage). Στο εξής η υπόθεση της Ustica προσλάμβανε στα μάτια του κόσμου διαστάσεις “κρατικής σφαγής”.18

Quarant’anni dalla strage di Ustica, le famiglie delle vittime

Ο πολιτικός αγώνας του Συλλόγου για την αναζήτηση της αλήθειας ενώθηκε με εκείνους αντίστοιχων ομάδων θυμάτων τρομοκρατικών επιθέσεων κ.ά. Η μυστικοπάθεια γύρω από όσα συνέβησαν θεωρήθηκε από κοινού ως παράγωγο “σκοτεινής θεσμικής ανεπάρκειας”.19 Το ίδιο αφήγημα υιοθετήθηκε από τον Τύπο και από το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο επιστρατεύθηκε ενάντια στη σιωπή και την αμηχανία της ελεγχόμενης από τους Χριστιανοδημοκράτες εξουσίας. Το 1989 η υπόθεση της Ustica συμπεριλήφθηκε μεταξύ των θεμάτων που απασχόλησαν την κοινοβουλευτική επιτροπή αρμόδια για τις τρομοκρατικές ενέργειες επί του ιταλικού εδάφους, ειδικότερα δε εκείνες, για τις οποίες είχε προκύψει δυστοκία ως προς την ταυτοποίηση των υπευθύνων (Commissione parlamentare d’ inchiesta sul terrorismo in Italia e sulle cause della mancata individuazione dei responsabili delle stragi). Η παραπάνω επιτροπή συγκροτήθηκε βάσει του Νόμου 172/17.5.1988.

Η ανάσυρση των σορών των θυμάτων την επομένη της τραγωδίας.

Τον Νοέμβριο του 1988, ο υπουργός Άμυνας Valerio Zanone, ζήτησε από τον πρωθυπουργό Ciriaco De Mita να συγκροτήσει μια ανακριτική επιτροπή με σκοπό να αξιολογήσει κάθε είδους πληροφορία με προέλευση (πέραν της ίδιας της Ιταλίας) χώρες όπως η Γαλλία, οι ΗΠΑ και η Λιβύη. Είχε μόλις προηγηθεί μια εκπομπή του τηλεοπτικού δικτύου Rai 1, η οποία δεν απέκλειε το ενδεχόμενο ευθύνης των ιταλικών ενόπλων δυνάμεων στα γεγονότα της Ustica.20 Στις 29 Δεκεμβρίου, ο Ιταλός πρέσβης στο Παρίσι Giacomo Attolico επέδωσε προς τον γενικό γραμματέα του Quai d’ Orsay ρηματική διακοίνωση, με την οποία ζητούσε από το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών να παρέμβει σε επίπεδο των αρμοδίων αρχών για τη συλλογή πληροφοριών σε διπλό επίπεδο: 1) ενδεχόμενη παρουσία γαλλικών ναυτικών ή αεροπορικών μονάδων στη ζώνη και τη στιγμή της καταστροφής και 2) σε περίπτωση καταφατικής απάντησης προώθηση προς τις ιταλικές αρχές όλων των πληροφοριών, τις οποίες οι εν λόγω μονάδες είχαν περισυλλέξει μέσω ασυρμάτου και ραντάρ. Το Quai d’ Orsay προθυμοποιήθηκε να διαβιβάσει πάραυτα το ιταλικό αίτημα προς τα υπουργεία Άμυνας και Συγκοινωνιών. Δεσμεύθηκε δε να ενημερώσει τη Ρώμη μόλις συγκέντρωνε τα σχετικά στοιχεία.21

Το αίτημα διαβιβάσθηκε στις 6 Ιανουαρίου 1989.22 Η απάντηση του γαλλικού υπουργείου Άμυνας κοινοποιήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου. Στο μεταξύ είχε μεσολαβήσει μια κατ’ ιδίαν συνάντηση μεταξύ των δυο υπουργών Άμυνας Jean-Pierre Chevènement και Valerio Zanone (Ρώμη, 7 Ιανουαρίου), στο πλαίσιο της οποίας το επίμαχο ζήτημα εθίγη επιδερμικά. Συγκεκριμένα, η συζήτηση περιορίστηκε σε μια αόριστη αναφορά του Ιταλού υπουργού για στοιχεία που πιθανό να είχε στη διάθεσή της η απέναντι πλευρά. Ο Γάλλος ομόλογός του υποσχέθηκε να απαντήσει.23 Η επίσημη απάντηση του γαλλικού υπουργείου Άμυνας της 16ης Φεβρουαρίου, αποτελούσε απλή αναπαραγωγή των όσων το τελευταίο είχε υποστηρίξει τον Οκτώβριο του 1986, με αφορμή τότε “μια δημοσιογραφική εκστρατεία, η οποία επιδίωκε να εμπλέξει τις ένοπλες δυνάμεις τρίτων χωρών στο όλο επεισόδιο”: στις 27 Ιουνίου 1980 το αεροπλανοφόρο Foch έπλεε στα ανοικτά της Τουλώνης, τα δε παροπλισμένα αεροσκάφη του βρίσκονταν εκτός βεληνεκούς της Ustica. Το Clemenceau μόλις είχε επιστρέψει στη βάση του στις 6.30 του πρωινού της ίδιας ημέρας. Η πολεμική αεροπορία δεν επιχείρησε στη ζώνη της συντριβής και, το κυριότερο, κανένα αεροσκάφος δεν προέβη σε εκτόξευση πυραύλου. Τα στοιχεία αυτά, σύμφωνα με το κείμενο, απάλλασσαν τη γαλλική πλευρά από κάθε υποψία. Ως προς τη διαβίβαση των ραδιοσημάτων (το δεύτερο σκέλος του ιταλικού διαβήματος) η απάντηση του υπουργείου Άμυνας υπήρξε αόριστη. Εφόσον είχε τέτοια σήματα στη διάθεσή του θα τα έστελνε εν ευθέτω χρόνω στο Quai d’ Orsay.24 Στις 27 Ιουνίου 1989, ένατη επέτειο της τραγωδίας, το υπουργείο Άμυνας επανήλθε δηλώνοντας πως οι έρευνες για τα ραδιοσήματα δεν είχαν αποδώσει. Επανέλαβε ότι “καμιά μονάδα του γαλλικού ναυτικού ή της αεροπορίας ενεπλάκη με άμεσο ή έμμεσο τρόπο στην υπόθεση ούτε και είχε συλλέξει πληροφορίες ικανές να συνδράμουν τις ιταλικές αρχές στην αναζήτηση των αιτίων του δυστυχήματος”.25

Στην Ιταλία, η τραγωδία της Ustica είχε εξελιχθεί σε κεντρικό θέμα δημόσιας συζήτησης σε συνδυασμό με την αδιαφάνεια που επικρατούσε, αλλά και τη γενικότερη κρίση ηθικής, η οποία χαρακτήριζε την τότε εξουσία.26 Πολλοί ήσαν εκείνοι που καταλόγιζαν όχι απλή αδυναμία αλλά εσκεμμένη άρνηση να αποδοθεί δικαιοσύνη στα θύματα της πτήσης 870 και στους συγγενείς τους. Μέσα σε αυτό το κλίμα συνεχίστηκαν οι εργασίες της κοινοβουλευτικής ανακριτικής επιτροπής, οι οποίες, εκ νέου, έθεσαν ζήτημα γαλλικής εμπλοκής και ευθύνης. Περί το τέλος Ιουνίου του 1990, σε κατάθεσή του ενώπιον της επιτροπής, ο ναύαρχος Fulvio Martini, επικεφαλής της SISMI ήδη από το 1984, δίχως να αποκλείσει την εκδοχή έκρηξης βόμβας, έκανε λόγο “ως απλή υπόθεση εργασίας” περί εκτόξευσης πυραύλου. Ο αρχηγός των ιταλικών μυστικών υπηρεσιών, αποκλείοντας για διάφορους λόγους την πιθανότητα λιβυκής ή βρετανικής ευθύνης, υποδείκνυε ως υπεύθυνες τη Γαλλία και τις ΗΠΑ “με ποσοστά ευθύνης 50% για την κάθε μια από αυτές”, όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε.27 Πέραν αυτού, ο Martini εξέφρασε ζωηρές επιφυλάξεις σχετικά με την αμεροληψία της διαδικασίας περισυλλογής των συντριμμιών του DC-9 από τη γαλλική εταιρία IFREMER. Από μόνη της, η παραπάνω ανάθεση έθετε θέμα αξιοπιστίας. Η κατάθεση πραγματοποιήθηκε κεκλεισμένων των θυρών και το περιεχόμενό της παρέμεινε απόρρητο. Ωστόσο, οι συνεντεύξεις τις οποίες ο ναύαρχος παρέθεσε προς τις εφημερίδες, έπεισαν τα ΜΜΕ να επανέλθουν με δριμύτητα στην εκδοχή περί γαλλικής εμπλοκής.

Ο ναύαρχος Fulvio Martini και η συναρμολόγηση των συντριμμιών της ατράκτου του μοιραίου DC-9.

Η όλη υπόθεση προσέλαβε τέτοιες διαστάσεις, ώστε το Palazzo Farnese διαμήνυσε προς το Παρίσι μήπως ήταν σκόπιμο η γαλλική κυβέρνηση να προβεί σε μια επίσημη και κατηγορηματική δήλωση.28 Πόσο μάλλον που η κοινοβουλευτική ανακριτική επιτροπή είχε μόλις αποφασίσει να αξιολογήσει τις συνθήκες ανάθεσης της ανέλκυσης των συντριμμιών στην IFREMER.29 Δεν είναι τυχαίο πως την ίδια ακριβώς στιγμή, η λιβυκή τηλεόραση υιοθέτησε με δραματικά και σαρκαστικά σχόλια την εκδοχή περί γαλλικής ανάμειξης.30

To Quai d’ Orsay ωστόσο, χαρακτήρισε ως “μη επιθυμητή” μια δημόσια τοποθέτηση στο πλαίσιο μιας αντιδικίας, κάτι “που θα μας ανάγκαζε να αντιδρούμε συνεχώς στις φήμες και διαδόσεις των εφημερίδων”. Στις οχλήσεις των ιταλικών ΜΜΕ, το Palazzo Farnese έλαβε εντολή από το Παρίσι να αντιτάσσει επίμονα τη διάψευση του Οκτωβρίου 1986.31 Στους κύκλους της γαλλικής πρεσβείας της Ρώμης επικράτησε μεγάλος προβληματισμός, καθώς η γαλλική κυβέρνηση αρκούνταν μέχρι τότε στο να απορρίπτει ως αβάσιμες τις κατηγορίες του ιταλικού Τύπου αντί να διαψεύδει κατηγορηματικά και ξεκάθαρα το περιεχόμενό τους. Σύμφωνα πάντοτε με τους ίδιους κύκλους, η ίδια η διατύπωση του ανακοινωθέντος του Οκτωβρίου 1986 ήταν ασαφής. Συγκεκριμένα, διέψευδε την παρουσία στη ζώνη της συντριβής γαλλικών μονάδων, κάτι που αναφερόταν ευθέως σε πλοία του Πολεμικού Ναυτικού όχι όμως σε αεροσκάφη. Κυρίως όμως, ουδέποτε μέχρι στιγμής είχε αποσαφηνιστεί η διαφορά ανάμεσα σε δυο σοβαρούς υπαινιγμούς: ο πρώτος από αυτούς κατηγορούσε τη Γαλλία ως υπεύθυνη για την καταστροφή του DC-9. Ο δεύτερος πρόσαπτε στην κυβέρνηση του Παρισιού την επιμονή να μην αποκαλύπτει στοιχεία σχετικά με το συμβάν, τα οποία είχε συγκεντρώσει χάρη στα ακουστικά και ηλεκτρονικά μέσα παρακολούθησης τα οποία διέθετε. Επρόκειτο για δυο εκ διαμέτρου διαφορετικά πράγματα. Όπως και να είχε, πάντως, το ζήτημα, το Palazzo Farnese παρακολουθούσε στενά την πορεία της ανακριτικής διαδικασίας. 32 Τον Ιούνιο του 1990 ο Vittorio Bucarelli υπέβαλε την παραίτησή του. Ο φάκελος των ανακρίσεων ανατέθηκε στον Rosario Priore. Στο τέλος του ιδίου έτους ο νέος ανακριτής αποφάσισε να επανεξετάσει τις έρευνες της IFREMER σχετικά με τα συντρίμμια του DC-9.33 Η γαλλική εταιρία αντέδρασε έντονα τον Ιούλιο του 1991, όταν δημοσιεύθηκαν στον Τύπο υπαινιγμοί περί συνεργασίας της τελευταίας με τις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες με αποτέλεσμα την εσκεμμένη αλλοίωση των αποτελεσμάτων της έρευνας.34

Dara Bonfietti, η δραστήρια πρόεδρος του Συλλόγου Συγγενών των Θυμάτων της Σφαγής της Ustica.
Ο ανακριτής Rosario Priore.

 

 

 

Συμπέρασμα

Στις 31 Αυγούστου 1999 ολοκληρώθηκε η μακροσκελέστερη ανακριτική διαδικασία στα δικαστικά χρονικά της Ιταλίας με την κατάθεση του τελικού πορίσματος από τον Rosario Priore. Η ταυτόχρονη δήλωση του ανακριτή υπήρξε αποκαλυπτική: “Το συμβάν σε βάρος του DC-9 έλαβε χώρα στο πλαίσιο μιας στρατιωτικής επιχείρησης αναχαίτισης. Επομένως τη νύκτα της 27ης Ιουνίου 1980 σημειώθηκε στον ουρανό της Ustica πολεμική πράξη ένεκα της οποίας το DC-9 καταρρίφθηκε. Η ζωή 81 αθώων πολιτών χάθηκε από μια στρατιωτική ενέργεια ακήρυχτου πολέμου, μια καλυμμένη επιχείρηση διεθνούς αστυνόμευσης σε βάρος της χώρας μας, τα σύνορα και τα δικαιώματα της οποίας παραβιάστηκαν. Ουδείς προθυμοποιήθηκε να δώσει την παραμικρή εξήγηση γιa ό,τι συνέβη”.35

Έκτοτε, η ιταλική Δικαιοσύνη δεν σταμάτησε ούτε στιγμή να εργάζεται για την αποκάλυψη της αλήθειας. Η αναζήτηση των πραγματικών αιτίων συνιστά χρέος έναντι της κοινωνίας κι όχι μόνο έναντι της μνήμης των θυμάτων και της αξιοπρέπειας των συγγενών τους. 36 Στους ιστορικούς εμπίπτει η αποστολή να στραφούν προς τις αρμόδιες αρχές ζητώντας να τεθούν στη διάθεση της επιστημονικής έρευνας οι πηγές και τα στοιχεία που θα επιτρέψουν την μελέτη και κατανόηση σε βάθος ενός από τα πλέον δραματικά επεισόδια της σύγχρονης ιταλικής ιστορίας.

CRASH DE L’USTICA : Une Bavure Française ?

 

Η Bruna Bagnato είναι Καθηγήτρια της Ιστορίας των Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας (Università degli Studi, Firenze).

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Lormier, Les grandes affaires d’ espionnageοπ.π.
  2. Cora Ranci Ortigosa, La strage di Ustica nell’ opinione pubblica italiana, 1980-1992: analisi di un caso politico e mediatico, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο της Bologna, 2015, http://amsdottorato.unibo.it/7094/1/ranciortigosa_cora_tesi.pdf .
  3. Η έκκληση της Επιτροπής δημοσιεύθηκε στις 29 Ιουνίου 1980 στην εφημερίδα L’Unità, όργανο του ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος.
  4. Μέλη της Επιτροπής ήταν, μεταξύ άλλων, ο κοινωνιολόγος Franco Ferrarotti, ο αντιπρόεδρος της Γερουσίας Adriano Ossicini, οι βουλευτές Antonio Giolitti (PSI), Pietro Ingrao (PCI), Pietro Scoppola (DC) και Stefano Rodotà (Sinistra Indipendente).
  5. Flaminia Cardini, Ustica. La via dell’ ombra, Roma, Sapere 2000, Edizioni multimediali, 1990.
  6. L’ Avanti, 15 Αυγούστου 1986.
  7. Centre des archives diplomatiques de Nantes (στο εξής CADN), Rome, Ambassade 1981-1992, 579PO/4, b. 100 “Catastrophe aérienne d’ Ustica 1986-1991”, Πρεσβεία Ρώμης προς Κεντρική Υπηρεσία, Παρίσι, αρ. 731 επείγον, 27 Ιουνίου 1990.
  8. Ibid., Πρεσβεία Ρώμης (Jacques Andréani) προς Κεντρική Υπηρεσία, Παρίσι, αρ. 945, 3 Οκτωβρίου 1986.
  9. Ibid., συνημμένο στο υπ αρ. 172/IP/86, 14 Οκτωβρίου 1986.
  10. Ibid.
  11. Pesoconti stenografici della Commissione parlamentare d’ inchiesta sul terrorismo in Italia e sulle cause della mancata individuazione dei responsabili delle stragi”, vol. IV, Dalla 41° alla 55° seduta, 5 dicembre 1989 – 27 giugno 1990” σ. 12.
  12. CADN, Πρεσβεία Ρώμης (Jacques Andréani) προς Κεντρική Υπηρεσία, Παρίσι, αρ. 1056 απόρρητο, 26 Οκτωβρίου 1986.
  13. Pierluigi Ficoneri, “Segreto di Stato”, L’ Espresso, 7 Δεκεμβρίου 1986.
  14. CADN, Πρεσβεία Ρώμης προς Giovanni Valent;ini (εφημερίδα L’ Espresso), αρ. 214/IP, 8 Δεκεμβρίου 1986.
  15. Ordinanza Sentenza Priore, Procedimento Penale Nr. 527/84 A G. I., Considerazioni finali, σ. 4510-4512.
  16. CADN, Πρεσβεία Ρώμης προς Κεντρική Υπηρεσία, Παρίσι, αρ. 6 IP, 7 Ιανουαρίου 1987.
  17. Ibid., Πρεσβεία Ρώμης προς Κεντρική Υπηρεσία, Παρίσι, αρ. 489, 22 Απριλίου 1987.
  18. http://www.associazioneparentiustica.it/.
  19. F. Bonifacio, “La democrazia è trasparenza”, Corriere della Serra, 25 Ιουνίου 1988.
  20. Tgl. 7, 2 Νοεμβρίου 1988.
  21. CADN, Πρακτικό της ακρόασης της 30 Δεκεμβρίου 1988. Σημείωμα προς το γραφείο του υπουργού Εξωτερικών, 30 Δεκεμβρίου 1988.
  22. Ibid., επιστολή αρ. 0043, 6 Ιανουαρίου 1989.
  23. Ibid., Πρεσβεία Ρώμης προς Κεντρική Υπηρεσία, Παρίσι, αρ. 782, 11 Ιουλίου 1990.
  24. Ibid., Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, αρ. 512/DEF/C28, 16 Φεβρουαρίου 1989.
  25. Ibid., Υπουργείο Εθνικής Άμυνας προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 20615, 27 Ιουνίου 1989.
  26. Luciano Cafagna, La grande slavina. L’ Italia verso la crisi della democrazia, Venezia, Marsilio, 1993, σ. 109-114.
  27. http://www.senato.it/documenti/repository/relazioni/archiviostorico/commissioni/X%20LEG_COMM.20%20INCH.520SUL520TERRORISMO520IN520ITALIA/X_%20LEG_TERRORISMO_55_27.6.90.PDF.
  28. CADN, Πρεσβεία Ρώμης προς Κεντρική Υπηρεσία, Παρίσι, αρ. 735, 27 Ιουνίου 1990 και αρ. 736, 28 Ιουνίου 1990.
  29. Ibid., Πρεσβεία Ρώμης προς Κεντρική Υπηρεσία, Παρίσι, αρ. 762, 4 Ιουλίου 1990.
  30. Ibid., Πρεσβεία Τρίπολης προς Πρεσβεία Ρώμης, αρ. 34, 7 Ιουλίου 1990.
  31. Ibid., Κεντρική Υπηρεσία, Παρίσι προς Πρεσβεία Ρώμης, αρ. 702, 9 Ιουλίου 1990.
  32. Ibid., Πρεσβεία Ρώμης προς Κεντρική Υπηρεσία, Παρίσι, αρ.782, 11 Ιουλίου 1990.
  33. Ibid., Επιστολή IFREMER προς Rosario Priore, 20 Νοεμβρίου 1990.
  34. Ibid., Επιστολή IFREMER προς εφημερίδες Corriere della Sera και La Stampa, 1 Ιουλίου 1991.
  35. Ordinanza Sentenza Priore, Procedimento Penale n° 527/84 A G.I. (http://www.stragi80.it/doc/la_sentenza-ordinanza-del-g-i/) Considerazioni finali.
  36. http://www.associazioneparentiustica.it/. Στις 27 Ιουνίου 2007, στη Μπολόνια, εγκαινιάστηκε το Μουσείο μνήμης της Ustica (Museo per la memoria di Ustica), όπου, μεταξύ άλλων, εκτίθενται τα συντρίμμια του μοιραίου DC-9. ( (http://www.museomemoriaustica.it/).