Skip to main content

Βασιλική Γ. Κάλφογλου-Καλοτεράκη: «Πυρπολήσατε τήν μετάφρασιν τῆς Σλαύας» Πολιτικές και ιστορικές παράμετροι των Εὐαγγελικῶν του έτους 1901

Βασιλική Γ. Κάλφογλου-Καλοτεράκη

«Πυρπολήσατε τήν μετάφρασιν τῆς Σλαύας»[1]

Πολιτικές και ιστορικές παράμετροι των Εὐαγγελικῶν του έτους 1901

 

Στο φύλλο της 12ης Νοεμβρίου 1901 της εφημερίδας Σκρίπ σατιρίζεται σκωπτικά η επικαιρότητα με την ακόλουθη στιχομυθία: «Τί διαβάζεις κυρ Μελέτη; -Τό Εὐαγγέλιο Κατά Ματθαῖον. – Κάτι στά πολιτικά τό’ριξες».

Τα  γεγονότα

Το ευφυολόγημα είναι ενδεικτικό. Ο συντάκτης γνωρίζει, ότι οι βίαιες ταραχές των προηγούμενων ημερών που η εφημερίδα του κάλυψε -συμβάλλοντας, όπως και το σύνολο σχεδόν του Τύπου, στην περαιτέρω όξυνση των παθών – είχαν εκτός από το θρησκευτικό έντονο και το πολιτικό πρόσημο.[2] Η φοιτητική εξέγερση, η οποία ξέσπασε την 5η Νοεμβρίου 1901 πυροδοτήθηκε από τη σφοδρή αντιπαράθεση που προκάλεσε η δημοσίευση στην εφημερίδα Ἀκρόπολις από την 9η Σεπτεμβρίου έως την 20η Οκτωβρίου μετάφρασης στη δημοτική του Κατά Ματθαῖον Ευαγγελίου. Τη μετάφραση είχε εκπονήσει ο Αλέξανδρος Πάλλης, ένθερμος υποστηρικτής της χρήσης της δημοτικής γλώσσας.[3] Η εξέγερση απέκτησε ταχύτατα μέγεθος και διαστάσεις οι οποίες προφανώς αιφνιδίασαν την πολιτική ηγεσία, καθώς στις διαμαρτυρίες συμμετείχαν, εκτός από τους φοιτητές, Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, απλοί πολίτες και οι Συντεχνίες Αθηνών-Πειραιώς. Αδέξιοι χειρισμοί στην προσπάθεια ελέγχου των γεγονότων σε συνδυασμό, όπως συνήθως συμβαίνει σε παρόμοιες συνθήκες, με το «απρόβλεπτο» οδήγησαν στη «Ματωμένη Πέμπτη» της 8ης Νοεμβρίου με τους οκτώ νεκρούς και περί τους εβδομήντα τραυματίες και στην συνακόλουθη παραίτηση της κυβέρνησης του Γεωργίου Θεοτόκη (ο οποίος μάλιστα κινδύνευσε και ο ίδιος από την οργή των διαδηλωτών) και του Μητροπολίτη Αθηνών Προκοπίου. Παύθηκαν επίσης από τα καθήκοντά τους ο Διευθυντής της Αστυνομίας Δ. Βούλτσος και ο Αρχηγός της Χωροφυλακής Δ. Στάϊκος.[4]

Το συλλαλητήριο της 8ης Νοεμβρίου 1901 στην πλατεία Κλαυθμώνος.

Η άμεση πολιτική εκμετάλλευση των Νοεμβριανῶν ή Εὐαγγελι(α)κῶν, όπως αργότερα η ιστοριογραφία αποκάλεσε τα βίαια γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στην ελληνική πρωτεύουσα τις πρώτες μέρες του Νοεμβρίου του 1901, η κυβερνητική μεταβολή δηλαδή που προκάλεσαν αποτελούν, βέβαια, πραγματικά δεδομένα που μπορεί και πρέπει να συνεκτιμηθούν, δεν είναι όμως οι μείζονες πολιτικές παράμετροι που επιχειρεί να κωδικοποιήσει το παρόν άρθρο. Κι αυτό, επειδή δεν ήταν η πρώτη, ούτε βεβαίως επρόκειτο να είναι και η τελευταία φορά που η αντιπολίτευση και ο προσκείμενος σ’ αυτήν Τύπος θα εκμεταλλεύονταν μια εστία δυσφορίας, προκειμένου να προκληθεί κυβερνητική κρίση. Είναι δύσκολο να καθορισθεί επακριβώς κατά πόσον η εμπλοκή της αντιπολίτευσης στην επέκταση των ταραχών ήταν αποφασιστική, άμεση ή έμμεση· χωρίς αμφιβολία όμως εμπλοκή υπήρξε. Αρκεί να αναφερθεί, ότι οι Συντεχνίες Αθηνών-Πειραιώς, οι οποίες συμμετείχαν στο μεγάλο συλλαλητήριο της 8ης Νοεμβρίου ελέγχονταν από αντικυβερνητικούς κύκλους.[5] Η σχετική έρευνα στις αναφορές των ξένων πρεσβευτών προς τις κυβερνήσεις τους αποκαλύπτει τη γενική παραδοχή των διπλωματών, ότι παράγοντες της αντιπολίτευσης εκμεταλλεύτηκαν και υπέθαλψαν τα γεγονότα.[6]

Τα ερωτήματα

Οπωσδήποτε σημαντικώτερο είναι να εξεταστούν οι βαθύτεροι ιστορικοί και ιδεολογικοί λόγοι που συνετέλεσαν, ώστε α) αυτή καθεαυτή η ενδογλωσσική μετάφραση του Ευαγγελίου να είναι δυνατόν να καταστεί αντικείμενο σύγκρουσης στον δημόσιο βίο, β) αυτό να συμβεί τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή προκαλώντας την έκλυση μιας τόσο εμπαθούς αντίδρασης με μαζικό χαρακτήρα και αιματηρές συνέπειες.

 

Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η μετάφραση της Βίβλου

Ήδη από τον 11ο αι. έως και το πρόσφατο παρελθόν υπήρξαν απόπειρες να αποδοθεί κυρίως το κείμενο των Ευαγγελίων, ενίοτε και τμημάτων της Παλαιάς Διαθήκης, σε απλούστερη μορφή της Ελληνικής, προκειμένου ο Λόγος του Θεού να γίνει προσιτός και κατανοητός σε ευρύτερα στρώματα του λαού. Οι απόπειρες αυτές έχουν μακρά ιστορία, ποικίλλουν ως προς την προέλευση, αντιμετωπίσθηκαν κατά περίπτωση θετικά ή αρνητικά από την επίσημη Εκκλησία, ποτέ όμως δεν κατέστησαν βέβαια πρόξενοι ανάλογων ακραίων αντιδράσεων. Το ζήτημα είχε αντιμετωπισθεί ενδοεκκλησιαστικά και φυσικά είχε οδηγήσει στις ανάλογες αποφάσεις και οδηγίες προς τους πιστούς. Άλλωστε η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ήταν κατ’ αρχήν και εκ διδασκαλίας αντίθετη προς τη μετάφραση των Ιερών Κειμένων, ούτε υιοθέτησε το δόγμα των «ιερών γλωσσών». Απόδειξη αποτελούν οι μεταφράσεις που είχαν ήδη εκπονηθεί, υπό την πλήρη έγκρισή της, τμημάτων και ολοκλήρου της Βίβλου όπως και λειτουργικών κειμένων στις γλώσσες των Ορθοδόξων της Βαλκανικής αλλά και των Τουρκόφωνων και Αραβόφωνων Ορθοδόξων. Στην περίπτωση βέβαια της ενδογλωσσικής μετάφρασης υπήρχαν εξ αρχής ενστάσεις που βασίζονταν μεταξύ άλλων στον φόβο αλλοίωσης των πνευματικών εννοιών και των δογμάτων της πίστης (εφόσον, όπως επισημαίνεται «προϋπόθεση τῆς μετάφρασης εἶναι ἡ ἑρμηνεία»)[7], στην πεποίθηση ότι η απόδοση του σημαινομένου σε άλλο γλωσσικό ιδίωμα είναι εγχείρημα εξαιρετικά δύσκολο και απαιτεί φιλολογική και θεολογική σκευή σπάνια, καθώς και στην παραδοχή ότι το ζητούμενο δεν είναι τελικά η κατά λέξη μετάφραση του κειμένου, αλλά η ανάλυση και ο σχολιασμός των εννοιών.[8] Χωρίς μια θεολογικά έγκυρη ερμηνεία η απλή κατά λέξη μετάφραση δεν θεωρούνταν ότι εξυπηρετεί την ουσιαστική κατανόηση του Θείου Λόγου. Σπανιότερα προβαλλόταν το επιχείρημα ότι τα Ιερά Κείμενα έχουν τη δυνατότητα να επιδρούν αγιαστικά στους πιστούς, ακόμη και όταν δεν γίνονται κατανοητά.[9] Έντονη αντίθεση στην ενδογλωσσική μετάφραση της Βίβλου εκδηλώθηκε, όταν αυτή προερχόταν από δράσεις ετεροδόξων, κυρίως Προτεσταντών, και υπό τον πραγματικό ή φανταστικό φόβο προσηλυτισμού. Αυτοί οι τελευταίοι παράγοντες είχαν οδηγήσει στην απαγόρευση κάθε μετάφρασης των Ιερών Κειμένων μέσω των Συνοδικών Πατριαρχικών εγκυκλίων του 1836 και του 1839. Αιτία: η δημοσίευση της μετάφρασης από τον Αρχιμανδρίτη Νεόφυτο Βάμβα, αρχικά τμημάτων και τελικά ολόκληρης της Αγίας Γραφής υπό την αιγίδα της Βρεταννικής Βιβλικής Εταιρείας (1831-1850/1).[10]

 

Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η μετάφραση  του Α. Πάλλη

Η ίδια ανώτατη εκκλησιαστική αρχή, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ήταν η πρώτη που επίσημα αποδοκίμασε και την απόδοση του Ευαγγελίου από τον Αλέξανδρο Πάλλη. Εν όσω ακόμη η Ἀκρόπολις δημοσίευε το επίμαχο κείμενο, στις 8 Οκτωβρίου, εξεδόθη σχετική πατριαρχική και συνοδική εγκύκλιος του Ιωακείμ Γ΄ προς τον Πρόεδρο και τα μέλη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, στην οποία στηλιτευόταν η «μετάφρασις τῶν Ἱερῶν Εὐαγγελίων εἰς τό…καινοφανές χυδαϊκόν γλωσσικόν σύστημα, ὅπερ οὐ μόνον ἀπρόσφορον ἐστίν εἰς ἑρμηνείαν τῶν θείων εὐαγγελικῶν ρημάτων καί νοημάτων, ἀλλά καί τοιοῦτον, ὥστε ψυχικῆς βλάβης μᾶλλον ἢ ὠφελείας πρόξενον γίγνεσθαι». Παράλληλα εκφραζόταν η βεβαιότητα, ότι και η Ιερά Σύνοδος θα προέβαινε σε ανάλογη επίσημη αποδοκιμασία.[11]

Αλέξανδρος Πάλλης.

Πράγματι σε συνεδρία της 17ης Οκτωβρίου η Ιερά Σύνοδος δήλωνε, ότι «ἀποκρούει καί ἀποδοκιμάζει καί κατακρίνει ὡς βέβηλον πᾶσαν διά μεταφράσεως εἰς ἁπλουστέραν ἑλληνικήν γλῶσσαν ἀλλοίωσιν ἢ μεταβολήν τοῦ πρωτοτύπου κειμένου τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου, οὐ μόνον ὡς περιττήν, ἀλλά καί ὡς ἔκθεσμον καί συντελοῦσαν εἰς σκανδαλισμόν μέν τῶν συνειδήσεων, στρέβλωσιν δέ τῶν θείων αὐτοῦ ἐννοιῶν καί διδαγμάτων». Βεβαίως η Συνοδική εγκύκλιος δημοσιοποιήθηκε μόλις στις 7 Νοεμβρίου, κατά τη διάρκεια δηλ. των επεισοδίων. Πρόκειται για καθυστέρηση, η οποία επισημάνθηκε και συζητήθηκε από την έρευνα.[12] Ανεξάρτητα πάντως από το ποια ερμηνεία αποδίδει ακριβέστερα τα αίτια της μη άμεσης γνωστοποίησης της Συνοδικής απόφασης, η καθυστέρηση αυτή μάλλον επιβάρυνε το κλίμα οξύτητος και έντονων αρνητικών αντιδράσεων που όλο αυτό το διάστημα καλλιεργούσε και συντηρούσε, μεταξύ άλλων, και η αρθρογραφία των εχθρικών προς τη μετάφραση εφημερίδων.[13] Όπως είναι γνωστό, όλες αυτές οι έντονες αρνητικές αντιδράσεις εκ μέρους εκκλησιαστικών παραγόντων, θεολόγων, ακαδημαϊκών αλλά και πολιτικών προσώπων οδήγησαν τελικά τη διεύθυνση της εφημερίδος Ἀκρόπολις να διακόψει στις 20 Οκτωβρίου τη δημοσίευση της μετάφρασης του Α. Πάλλη, όμως ο διάλογος – ή, κατά περίπτωση, η πολεμική – από τις στήλες των εφημερίδων συνέχισε.[14] Και βεβαίως δεν συνέβαλε στην αποκλιμάκωση της έντασης η, ομολογουμένως, άκρως ειρωνική (στα όρια της απρέπειας) «απάντηση» του Πάλλη προς τον Πατριάρχη, η οποία είχε συνταχθεί στο αρχαΐζον ιδίωμα της πατριαρχικής εγκυκλίου και δημοσιεύθηκε στις 24 Οκτωβρίου στο Ἄστυ.[15]

Η τρίτη επίσημη «καταδίκη» της μετάφρασης προήλθε από τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στη συνεδρία της 29ης Οκτωβρίου συστάθηκε επιτροπή από τους Εμμανουήλ Ζολώτα (Κοσμήτορα), Ζήκο Ρώση και Ιωάννη Μεσολωρά, προκειμένου να συντάξει υπόμνημα των θέσεων της Σχολής σχετικά με το «ζήτημα τῆς μεταφράσεως ἢ παραφράσεως τοῦ Ἱεροῦ ἀρχετύπου κειμένου τῆς Καινῆς Διαθήκης εἰς τήν σήμερον εὐχρηστοῦσαν ἑλληνικήν γλῶσσαν». Απών από τη συνεδρία ήταν ο καθηγητής Α. Διομήδης Κυριακός. Στο υπόμνημα το οποίο αναγνώσθηκε σε συνεδρία της 3ης Νοεμβρίου και υπεγράφη στη συνεδρία της 5ης Νοεμβρίου από τους καθηγητές Ε. Ι. Ζολώτα, Ζ. Ρώση, Γ. Ι. Δέρβο, Ι. Μεσολωρά και Ιγνάτιο Μοσχάκη παρατίθενται 15 λόγοι, για τους οποίους δεν γίνεται αποδεκτή η μετάφραση των Ιερών Κειμένων. Μεταξύ των επιχειρημάτων που προβάλλονται αξίζει να υπογραμμιστούν τα εξής: το αδύνατον της ακριβούς και ορθής κατανοήσεως των Γραφών «ἄνευ τῆς χειραγωγίας τῆς Ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως», ο κίνδυνος σύγχυσης ως προς την πρόσληψη του κειμένου, καθώς η ανοχή στην εκπόνηση μίας θα οδηγήσει στη συνεχή παραγωγή και άλλων μεταφράσεων, η βέβαιη διαστρέβλωση των σημαντικών δογμάτων της πίστης (: «καί ἡ μετάφρασις πλείστων δογματικῶν χωρίων τῆς Γραφῆς, τῶν λεγομένων ἐκφαντορικῶν, δι’ ἄλλων λέξεων καί φράσεων τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης μετά τῆς ἀποφυγῆς παρεκδοχῶν εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀδύνατος»).[16] Δεν παρέστη και πάλι και, βεβαίως, δεν υπέγραψε ο καθηγητής Α. Δ. Κυριακός, ο οποίος σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Ἄστυ της 30ης Οκτωβρίου είχε εκθέσει τους λόγους της απουσίας του από την αρχική συνεδρίαση, όπως και τους λόγους της διαφωνίας του με την αρνητική στάση των συναδέλφων του έναντι του ζητήματος των μεταφράσεων. [17]

Η σύνταξη του υπομνήματος ήταν γνωστή στον Τύπο την 4η Νοεμβρίου. Εκείνη την ημέρα η Ἀκρόπολις έδωσε τη σχετική πληροφορία με την παρατήρηση, ότι «τό ὑπόμνημα διαπνέεται ὑπό τοῦ πνεύματος ὄχι τῆς κατηγορηματικῆς ἀπαγορεύσεως, ὡς ἐάν ἐπρόκειτο διά κανέν ἔγκλημα, τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλά τῆς ὑποδείξεως τῶν κακῶν, τά ὁποῖα ἠδύνατο νά ἐπιφέρῃ ἡ ἀνεκτικότης μιᾶς τοιαύτης μεταφράσεως». Πράγματι εκεί κυρίως επικεντρώνονταν τα 15 σημεία του υπομνήματος. Την επομένη, 5 Νοεμβρίου, στην ίδια εφημερίδα δημοσιεύθηκε υπό τον τίτλο «Ἐπιδημία Ὑπομνηματομανίας» σύντομο σημείωμα, το οποίο περιείχε εξαιρετικά καυστικά σχόλια για τη στάση των καθηγητών της Θεολογικής Σχολής.[18] Το ίδιο απόγευμα οι φοιτητές της Θεολογικής, της Ιατρικής, της Νομικής και της Φιλοσοφικής Σχολής εξεγέρθηκαν.[19] Το σχετικό δημοσίευμα λειτούργησε ως σπινθήρας που πυροδότησε την έναρξη των ταραχών, των οποίων όμως τα βαθύτερα αίτια πρέπει να διερευνηθούν.     

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Ακρόπολις.

           

Η «Μετάφραση της Σλαύας»

Οι οργισμένες διαδηλώσεις του Νοεμβρίου 1901 με την πάνδημη συμμετοχή, οι πορείες προς τα Ανάκτορα και τη Μητρόπολη, ο βανδαλισμός των γραφείων των εφημερίδων Ἀκρόπολις και Ἄστυ, οι οποίες υποστήριξαν το μεταφραστικό εγχείρημα, ήταν οπωσδήποτε εκδηλώσεις καινοφανείς. Ένα δε πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό των ταραχών, αφορμή του τίτλου της παρούσας εισήγησης, ήταν τα έντονα αντισλαβικά συνθήματα που κυριάρχησαν πριν και κατά τη διάρκεια των επεισοδίων, η απόδοση της μεταφραστικής πρωτοβουλίας σε ρωσσικό δάκτυλο και στα σκοτεινά σχέδια των Πανσλαβιστών. Οι δρόμοι της Αθήνας αντηχούσαν από συνθήματα, όπως: «Κάτω τα ρούβλια!», «Κάτω οι Σλαύοι!», «Κάτω οι Ρωσόφρονες!», «Έξω οι Σλαύοι και οι Βούλγαροι!», «Έξω τα ρούβλια!». Τα φύλλα των εφημερίδων που στήριζαν τις διαδηλώσεις φιλοξενούσαν αναλύσεις για τον από βορρά κίνδυνο που απειλεί τον απανταχού Ελληνισμό.[20] Στις 7 Νοεμβρίου ο Ρώσος πρέσβης επισκέφθηκε τον πρωθυπουργό Γ. Θεοτόκη και προέβη σε διαμαρτυρία,[21] ενώ ο Έλληνας ομόλογός του στην Αγία Πετρούπολη Α. Τομπάζης πληροφορούσε ανήσυχος στις αναφορές του για τη δυσφορία που επικρατούσε στους Ρωσικούς πολιτικούς και διπλωματικούς κύκλους αναφορικά με τις κατηγορίες που εκτοξεύονταν για Ρωσική ανάμιξη στο θέμα της μετάφρασης. [22]

Βεβαίως η Σλάβα, της οποίας τη μετάφραση, προτρέπει μετά πάθους ο εμπνευστής του συνθήματος να ριφθεί στην πυρά, είναι η ρωσικής καταγωγής βασίλισσα Όλγα, της οποίας η πρόσφατη πρωτοβουλία να μεταφραστεί η Καινή Διαθήκη σε ομαλή δημοτική γλώσσα και να εκδοθεί τελικά μαζί με το αρχαίο κείμενο σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, απετέλεσε την αφορμή και την πρώτη πράξη στην έντονη αντιπαράθεση αναφορικά με τη μετάφραση του Ευαγγελίου, η οποία εκδηλώθηκε στα τέλη του 19ου αι. και κορυφώθηκε με τα Εὐαγγελικά. Είναι γνωστό ότι η έκδοση, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες της βασίλισσας, δεν έλαβε την έγκριση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, πραγματοποιήθηκε ύστερα από προφορική συγκατάθεση του Μητροπολίτη Προκοπίου, έφερε δε στο εξώφυλλο τη χαρακτηριστική επεξήγηση: «πρός ἀποκλειστικήν οἰκογενειακήν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ χρῆσιν».[23]

Μητροπολίτης Προκόπιος

Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί τελικά η απόδοση του Ευαγγελίου σε μια μορφή της καθομιλουμένης Δημοτικής (δεν θα σχολιασθεί εδώ αν ήταν η πλέον δόκιμη ή όχι) κατέστη δυνατόν να αναχθεί σε κίνδυνο υπονόμευσης όχι απλώς της ορθής πίστης, μέσω της επαπειλούμενης αλλοίωσης των εννοιών και του μηνύματος του κειμένου, της επαπειλούμενης αυθαίρετης και υποκειμενικής ερμηνείας, κατά το προτεσταντικό πρότυπο, αλλά και σε μείζον εθνικό θέμα.

 

Γλώσσα και Εθνική Ταυτότητα

Το πρώτο που θα πρέπει σύντομα να εξεταστεί είναι η ιδιαίτερη λειτουργία που για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους απέκτησε η ελληνική γλώσσα και ιδίως η γλώσσα του Ευαγγελίου και των λειτουργικών κειμένων στην αυτοσυνειδησία και ταυτότητα του νεώτερου ελληνικού έθνους. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας η ελληνική γλώσσα των Γραφών και της Ορθόδοξης Λειτουργίας λειτούργησε ως ένας ισχυρός συνδετικός ιστός μεταξύ των Ορθοδόξων Χριστιανών της Ανατολής, κυριότατα των Ελληνόφωνων, αλλά και ως ισχυρός παράγων γλωσσικού εξελληνισμού των συνοίκων Ορθοδόξων λαών της Νότιας Βαλκανικής.[24] Εξάλλου ήταν η γλώσσα του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, του αναγνωρισμένου από την εξουσία εκπροσώπου των Ορθοδόξων Χριστιανών της αυτοκρατορίας. Ιδίως δε μετά το 1766, όταν καταργήθηκαν οι ανεξάρτητες σλαβικές εκκλησίες, το Πατριαρχείο Ιπεκίου και η Αρχιεπισκοπή Αχρίδας, ο Έλληνας Πατριάρχης ανεδείχθη στον μοναδικό πνευματικό ηγέτη των Ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ελληνόφωνων και μη λαών. [25] Κατά τον ύστερο 18ο αιώνα, την περίοδο δηλαδή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, η ίδια ελληνική γλώσσα, είτε στην αρχαιοπρεπή μορφή της, είτε, κατά περίπτωση, στην καθομιλουμένη αναδείχθηκε στον χώρο του Οθωμανικού πολυεθνικού κράτους, σε γλώσσα της εκπαίδευσης και μετάδοσης νέων επιστημονικών πορισμάτων από τη Δυτική Ευρώπη, συγχρόνως δε σε γλώσσα του εμπορίου αλλά και μέσον κοινωνικής ανέλιξης για τους μη ελληνόφωνους Ορθοδόξους.[26]

Συγχρόνως η ίδια γλώσσα, ιδίως στη μορφή της γλώσσας του Ευαγγελίου, αναγνωριζόταν από τους ελληνόφωνους «Ρωμιούς», λογίους και μη, ως φυσικός σύνδεσμος με το προ-Χριστιανικό ελληνικό παρελθόν. Αυτό το παρελθόν της Κλασσικής Αρχαιότητας -αντικείμενο θαυμασμού και ήδη ιστορικής και επιστημονικής έρευνας στη Δύση- αναδύθηκε σε συστατικό στοιχείο της νεωτερικής ταυτότητας, η οποία υπό το εθνικό πλέον όνομα Ἕλλην άρχισε την ίδια περίοδο να διαμορφώνεται, κορυφούμενη στα χρόνια του πολέμου της Ανεξαρτησίας, και διαχωρίζοντας τελικά το Νεοελληνικό έθνος από το Rum Millet, το σύνολο των Χριστιανών Ορθοδόξων υπηκόων του Σουλτάνου.[27] Συνακόλουθα συστατικό στοιχείο της νέας αυτής ταυτότητος απετέλεσε επίσης η γλώσσα-γέφυρα με την Αρχαιότητα, την οποία η Εκκλησία μέσω της χρήσης των Ιερών Κειμένων και της Ορθόδοξης λειτουργίας είχε διαφυλάξει καθ’ όλη τη μακρά περίοδο της Τουρκοκρατίας. Όταν δε κατά τη δεκαετία του 1850-1875 η επίσημη ιστοριογραφία προέβαλε και επέβαλε το Χριστιανικό Βυζάντιο ως το ενδιάμεσο τμήμα μιας γραμμής που χωρίς ενοχλητικές διακοπές συνέδεε το νέο Ελληνικό κράτος με την Αρχαία Ελλάδα, η σημασία της γλωσσικής συνέχειας ενισχύθηκε.[28] Όπως είναι γνωστό, η επίσημη γραπτή γλώσσα που τελικά επικράτησε στο ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος και καλλιεργήθηκε στη δημόσια διοίκηση, στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο και στον Τύπο, ήταν η καθαρεύουσα, αρχαΐζουσα ή απλούστερη. Βέβαια, όπως είναι γνωστό, παράλληλα με την επίσημη γλώσσα, κινείται ισχυρό, κυρίως στον χώρο της λογοτεχνίας αλλά όχι μόνον, το ρεύμα του δημοτικισμού. Σύμφωνα με τους εκπροσώπους του δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή πνευματική ανάπτυξη και παιδεία παρά με φορέα τη ζωντανή καθομιλουμένη γλώσσα. [29]

Ως κιβωτός και διαχρονικός προστάτης αυτού του πολύτιμου συστατικού της ελληνικής ταυτότητας, της γλώσσας, η Εκκλησία αναλαμβάνει και στο σύγχρονο κράτος την ίδια αποστολή. Επιπλέον, έχοντας ηυξημένο κύρος ύστερα από τη συμβολή της στον Αγώνα για την Ανεξαρτησία, λαμβάνει από την εξουσία αποφασιστικό ρόλο στη συγκρότηση της πολιτείας και στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης. Καθίσταται έτσι η Ορθόδοξη πίστη κυρίαρχο συστατικό της ιδιότητος του Έλληνα πολίτη. Το άλλο κυρίαρχο στοιχείο, η γλώσσα, αποδεικνύει αφενός τη συνέχεια του Ελληνισμού, αφετέρου, ειδικά ως γλώσσα του Ευαγγελίου, επιβεβαιώνει την ανάδειξη του ελληνικού έθνους ως «περιούσιου λαοῦ», «ἱεροῦ ἔθνους», εφόσον ο Θεός μίλησε στη γλώσσα του. [30]

Συνεπώς, η μετάφραση του Ευαγγελίου για πολλούς εκ των αντιτιθεμένων σε αυτήν αποτελούσε έμμεση ομολογία, ότι οι σύγχρονοι Έλληνες δεν ήταν σε θέση να καταλάβουν τη μορφή της Ελληνικής που χρησιμοποιήθηκε για τη συγγραφή των Ιερών Κειμένων – συνεπώς, αποτελούσε έμμεσο πλήγμα τόσο στην ιδέα της εθνικής συνέχειας όσο και στην ιδέα του ἱεροῦ ἔθνους, το οποίο δεν εκτιμά εκείνον ακριβώς τον θησαυρό που το καθιστά ἱερόν και συνιστά κρίσιμο στοιχείο της ταυτότητάς του.[31]

Αυτή η θέση προβάλλεται χαρακτηριστικά και στην εισαγωγή των «Φοιτητικῶν Σελίδων». Το κείμενο, η σημασία του οποίου ως σύγχρονης ιστορικής πηγής έχει ήδη επισημανθεί[32], συνέταξε το επόμενο έτος ομάδα φοιτητών, προκειμένου να εκθέσουν τόσο το ιστορικό των ημερών της διαμαρτυρίας και των ταραχών του Νοεμβρίου 1901, όσο και το ιδεολογικό υπόβαθρο που τις προκάλεσε: «Ἀλλ’ ὅταν ἡμεῖς αὐτοί ἐρχώμεθα διά τῶν μεταφράσεων τούτων νά διασπάσωμεν τήν περίζηλον ταύτην ἑνότητα τοῦ τε ἀρχαίου καί νεωτέρου Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ὅταν ἡμεῖς λακτίζωμεν τόν θησαυρόν τοῦτον καί ἀποδεικνύωμεν ἡμᾶς αὐτούς ἀναξίους νά διατηρήσωμεν τό τιμαλφέστατον τοῦτον κειμήλιον, δέν διαπράττομεν τήν μεγίστην ἐθνικήν ἀφροσύνην;».[33] Η ίδια άποψη υποστηρίχθηκε και κατά τη Συνεδρίαση της 29ης Οκτωβρίου 1901 από τους συμμετέχοντες καθηγητές της Θεολογικής Σχολής Αθηνών: «Ἀπό ἐθνικῆς δέ ἀπόψεως ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος ἡ μετάφρασις εἶναι ἐπιβλαβής. Διότι τό πρωτότυπον τοῦ Εὐαγγελίου δέν εἶναι μόνον θρησκευτικόν βιβλίον ἀλλά καί σύμβολον ἑνότητος γλωσσικῆς τοῦ Χριστιανικοῦ Ἑλληνισμοῦ μέ τόν πρό Χριστοῦ Ἑλληνισμόν. Πρός τούτοις ἡ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελίου ἀποτελεῖ τήν ἑνότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ἐν ταῖς διαφόροις φάσεσιν ἃς ἔλαβεν ἡ γλῶσσα τοῦ μετά Χριστόν Ἑλληνισμοῦ ἀπό Χριστοῦ μέχρι σήμερον».[34]

Η Κεντρική Επιτροπή Φοιτητών του Πανεπιστημίου και λαού Αθηνών- Πειραιώς, που πρωτοστάτησε στα «Ευαγγελιακά».

Η Γλώσσα: Σύνδεσμος με την πέραν Ελλάδα

H γλώσσα του Ευαγγελίου ήταν όμως και κάτι άλλο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στον φλογερό του λόγο ο ἐκ Μαινεμένης τῆς Μ. Ἀσίας φοιτητής της Ιατρικής Ηλίας Πυλαρινός λίγο πριν εκραγεί η φοιτητική εξέγερση, η μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική αποτελεί «βεβήλωσιν καί ἐξευτέλισιν τοῦ Συνδέσμου ἐκείνου, τοῦ ἑνοῦντος, αὐτοῦ ἴσως καί μόνου, τά ἑκατομμύρια τῶν τόσων δούλων ἀδελφῶν μας». Καταλήγει δε αναφερόμενος και προσωπικά στον Αλέξανδρο Πάλλη: «Ἐν τῷ κραταιῷ ἀγῶνι, τῷ διεξαγομένῳ πρός συνασπισμόν καί ἕνωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἷς ποταπός καί ἐξουθενημένος ἀρνησίπατρις προσπαθεῖ νά ἐγείρει μεσότοιχον, προσπαθεῖ νά ἐπαυξήσῃ τήν κατακερμάτισιν τοῦ Ἔθνους μας διά τῆς ἐκφαυλίσεως τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Καί ἡμεῖς οἱ Ἀπόστολοι, αἱ ἐλπίδες τοῦ Ἔθνους, ἡμεῖς εἰς τούς ὁποίους ὁ Ἑλληνισμός, ὡς εἰς μόνην ἄγκυραν σωτηρίας ἀποβλέπει εἰς τήν ἐκ βορρᾶ ἐπερχομένην καταιγίδα, σιγῶμεν….Ἐγερθῶμεν, ἀδέλφια, καιρός!».[35]

Παρά τον προφανή συναισθηματικό χαρακτήρα του λόγου, έννοιες, όπως «σύνδεσμος τῶν ἑκατομμυρίων δούλων ἀδελφῶν», «κατακερμάτισις τοῦ Ἔθνους», «κραταιός ἀγών διεξαγόμενος πρός συνασπισμόν καί ἕνωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ», «ἐκ βορρᾶ ἐπερχόμενη καταιγίς» αποτελούν κλειδιά για την κατανόηση των ιστορικοπολιτικών και ιδεολογικών παραγόντων που συνέβαλαν στην έκρηξη των Εὐαγγελικῶν.

Δεδομένου ότι η δημιουργία του νεοελληνικού εθνικού κράτους άφησε εκτός αρχικών ορίων το μεγαλύτερο τμήμα του Ελληνισμού, η ιερή γλώσσα των Ευαγγελίων και των λειτουργικών κειμένων είχε αποκτήσει επιπλέον και την ιδιαίτερη συμβολική και ουσιαστική σημασία ζωτικού συνδέσμου με την «πέραν Ἑλλάδα». Η σημασία ήταν ουσιαστική, καθώς πολύ σύντομα η εξωτερική πολιτική του νεογέννητου κράτους δομήθηκε με άξονα τη Μεγάλη Ιδέα και το αλυτρωτικό όραμα μιας ιδεατής συνένωσης των απανταχού Ελλήνων.[36] Η κατάσταση περιπλεκόταν εξαιτίας της ύπαρξης στην «πέραν Ἑλλάδα» αλλοφώνων συνοίκων λαών. Αυτοί ανήκαν στο Ορθόδοξο ποίμνιο και, παρά τις μεταφράσεις των Γραφών και λειτουργικών κειμένων στη γλώσσα τους, βρίσκονταν σαφώς ως τα μέσα του 19ου αιώνα υπό την πολιτιστική και θρησκευτική επιρροή της ελληνικής Εκκλησίας και της γλώσσας της. Όμως τις τελευταίες δεκαετίες μέσα σε ένα κλίμα εθνικής αφύπνισης και διαφοροποίησης των συνοίκων αυτών λαών από την πνευματική «κηδεμονία» του Οικουμενικού Πατριαρχείου, γεγονότα όπως κυρίως η αυτονόμηση του Βουλγαρικού κλήρου, η σύσταση της Βουλγαρικής Εξαρχίας και οι πολιτικές της επιπτώσεις, η δημιουργία αυτόνομης Βουλγαρικής ηγεμονίας, είχαν αλλάξει τα δεδομένα στον χώρο αυτό της «πέραν Ελλάδος» καθιστώντας τον αλυτρωτικό αγώνα δυσχερέστερο, την επιβεβαίωση δε και προβολή των δεσμών μεταξύ του εντός και εκτός Ελληνισμού επιτακτική.[37]

Από την σύσταση του νεοελληνικού κράτους ως τις παραμονές των Εὐαγγελικών είχε εκδηλωθεί ένας σημαντικός αριθμός πολεμικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο αυτού «τοῦ κραταιοῦ ἀγῶνος τοῦ διεξαγομένου πρός ἕνωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ» με κοινό παρονομαστή την απουσία οικονομικών προϋποθέσεων και στρατιωτικής προπαρασκευής ικανών να στηρίξουν τα εγχειρήματα, την υποτίμηση της εκάστοτε πολιτικής των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων κατά την εξέλιξη του Ανατολικού Ζητήματος και την αποτυχία ή μερική επιτυχία. Το τελευταίο εγχείρημα με αφορμή αναζωπύρωση του Κρητικού ζητήματος ήταν ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897. Την κυβέρνηση Θ. Δηλιγιάννη είχαν εξωθήσει ουσιαστικά σ’ αυτή την εμπλοκή, τέσσερα μόλις χρόνια μετά την κήρυξη πτώχευσης του Ελληνικού κράτους από τον Χ. Τρικούπη, η πατριωτική ορμή της κοινής γνώμης και εξωθεσμικοί παράγοντες, η πίεση δηλαδή της Εθνικής Εταιρείας. Ο πόλεμος κατέληξε σε δραματική ήττα, η οποία λίγο έλειψε να ακυρώσει προηγούμενες επιτυχίες (να οδηγήσει δηλαδή σε απώλεια της Θεσσαλίας), στην οικονομική κατάρρευση και στην υπαγωγή της χώρας σε ΔΟΕ (Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο).[38] Έτσι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα τέσσερα χρόνια αργότερα ήταν αυτή της γενικευμένης απογοήτευσης, αγανάκτησης και δυσπιστίας απέναντι στην πολιτική ηγεσία, εν μέρει και στη δυναστεία. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της έντονης δυσφορίας για τη ματαίωση των εθνικών στόχων η μετάφραση του Ευαγγελίου εκλαμβάνεται από μεγάλο μέρος της πνευματικής και πολιτικής ηγεσίας και γενικώτερα της κοινωνίας ως ένα ακόμη πλήγμα στον δεσμό που αποτελεί η γλώσσα του Ευαγγελίου με τον αλύτρωτο Ελληνισμό. «Ἐν συγκινήσει προδήλῳ» ο φοιτητής Θεολογίας Πολυχρονίδης κατά τη δεύτερη ημέρα των επεισοδίων δηλώνει μιλώντας στο συγκεντρωμένο πλήθος στα Προπύλαια: «ἡ μετάφρασις θά βλάψῃ ἐθνικῶς διασπῶσα τόν ἔσω καί ἔξω Ἑλληνισμόν, μετά τοῦ ὁποίου ἀρρήκτοις καί ἀδαμαντίνοις δεσμοῖς συνεδέθημεν διά τῆς ἀθανάτου τῶν προγόνων γλώσσης καί δή τῆς γλώσσης τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου».[39]

Τα «Ευαγγελικά» όπως αποτυπώθηκαν από τον λαϊκό ζωγράφο Σωτ. Χρηστίδη

 “Σλαύοι – Οι χείριστοι των εχθρών μας”

Αυτή η διάσπαση, σχολιάζουν οι συντάκτες των «Φοιτητικῶν Σελίδων», απηχώντας συγχρόνως απόψεις που επικρατούσαν στην κοινή γνώμη, αποβαίνει τελικά υπέρ του θεωρούμενου ως μεγαλύτερου εχθρού του Ελληνισμού, των Σλάβων.

«Kαί τί δέ ἄλλο θά ηὔχοντο οἱ ἐποφθαλμιῶντες τήν πατρικήν ἡμῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ κληρονομίαν, οἱ ἀπαίσιοι καί χείριστοι τῶν ἐχθρῶν μας Σλαῦοι; Δέν θά ἐθεώρουν τοῦτο ὡς τό μεγαλύτερο κατόρθωμα τῆς Πανσλαυιστικῆς των Ἑταιρείας ὡς τό μεγαλύτερον πλῆγμα ὅπερ ἠδύναντο νά ἐπιφέρωσι ἐπί τοῦ δύσμοιρου Ἑλληνισμοῦ[40]

Στη γνωστή επιστολή του της 28ης Οκτωβρίου προς την εφημερίδα Ἀκρόπολις ο καθηγητής του Πανεπιστημίου και παράγων της πολιτικής ζωής Παύλος Καρολίδης (ο οποίος μάλιστα κατά τη διάρκεια των Ευαγγελικών ηγήθηκε πορείας των φοιτητών προς τη Μητρόπολη) διατύπωνε τον φόβο, ότι η παραδοχή της αδυναμίας των Ελλήνων να κατανοούν τη γλώσσα του Ευαγγελίου θα ενεθάρρυνε τη διάδοση αντίστοιχων μεταφράσεων μεταξύ των ετερόγλωσσων και ετεροεθνοτικών Ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα ευνοούσε αποσχιστικές τάσεις από την ελληνική ορθόδοξη κοινότητα και τελικά θα ευνοούσε τους εχθρούς του έθνους. Κυρίως εννοείται η Βουλγαρική δράση στη Μακεδονία, η οποία μέσω της ένταξης όσο το δυνατόν περισσότερων κοινοτήτων στη Βουλγαρική Εξαρχία επεδίωκε να δημιουργεί τετελεσμένα απέναντι στις ελληνικές διεκδικήσεις.[41]

Σατιρικός χάρτης της Ευρώπης του 1900 και το σύνδρομο του Πανσλαβισμού.

Πίσω από αυτή τη δράση η ελληνική πλευρά αναγνωρίζει τον μείζονα εχθρό, όπως τον προσλαμβάνει, τον Πανσλαβισμό και την Δύναμη που κυρίως τον εκφράζει, τη Ρωσία. Πράγματι, η στροφή της Ρωσικής πολιτικής μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο (1853-1856) προς την ενίσχυση κινημάτων αφύπνισης και ανεξαρτησίας των σλαβόφωνων πληθυσμών, μεταξύ αυτών στην ανάδυση του Βουλγαρικού εθνικισμού και στην απόσχιση της Βουλγαρικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο (1870), οι διπλωματικές ενέργειες για τη δημιουργία Μεγάλης Βουλγαρίας κατά τις διαβουλεύσεις που προηγήθηκαν της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου (1878), η επέκταση της Ρωσικής επιρροής στα πατριαρχεία της Μέσης Ανατολής με την υποστήριξη αραβικής καταγωγής επισκόπου στο Πατριαρχείο Αντιοχείας, όλες αυτές οι κινήσεις είχαν οδηγήσει στη δημιουργία έντονου αντιρωσικού κλίματος. Το «ὁμόδοξον ἔθνος», η «μαθήτρια τοῦ Βυζαντίου» είχε αναδειχθεί στον κατ’εξοχήν εχθρό.[42]

Έτσι τα Εὐαγγελικά μπορούν να εξεταστούν και ως έξαρση – παροξυσμός του αντισλαβικού συνδρόμου που κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αι. επηρέαζε σε μεγάλο βαθμό (αν και όχι απόλυτα) την επίσημη πολιτική συμπεριφορά του Ελληνικού κράτους και διαμόρφωνε τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης.[43]

 

Η παράδοξη «Σύζευξη» δυο ανεξάρτητων μεταφράσεων

Αναμφίβολα, η πρωτοβουλία της βασίλισσας ήταν τελείως ανεξάρτητη από αυτήν του Α. Πάλλη, όπως διαφορετικές ήταν και οι ιδεολογικές και πνευματικές αφετηρίες των δύο εγχειρημάτων. Το αν συνδέθηκε με το δικό του πόνημα, αυτό οφείλεται εν μέρει σε ενέργειες, οι οποίες μπορεί να μην είχαν αυτόν τον σκοπό, όμως τον εξυπηρέτησαν. Έτσι ο Β. Γαβριηλίδης, εκδότης της Ἀκροπόλεως, αναγγέλλοντας στις 9.9.1901 τη δημοσίευση της μετάφρασης δήλωνε στο κύριο άρθρο του, ότι «Ἡ Ἀκρόπολις συνεχίζει τό ἔργον τῆς βασιλίσσης». Επίσης ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας Γ. Πωπ, προκειμένου να αντιμετωπίσει στις 5 Νοεμβρίου την ορμητική εισβολή των φοιτητών στα γραφεία της εφημερίδας «παρετήρησεν, ὅτι ἔπρεπε ἡ διαδήλωσις νά ἀρχίσῃ ἀπό τῶν Ἀνακτόρων, ἀφοῦ τῇ πρωτοβουλίᾳ καί τῇ προστασίᾳ τῆς φιλολάου καί σεπτῆς Ἀνάσσης μας μετεφράσθη τό Εὐαγγέλιον. Ἔπειτα ἔπρεπε νά ἀπευθυνθοῦν πρός τόν καθηγητήν τῆς Θεολογίας κ. Διομήδην Κυριακόν ὅστις κηρύσσεται ὑπέρ τῆς μεταφράσεως ἐπίσης καί ἔπειτα νά στραφῆτε πρός τάς ἐφημερίδας αἵτινες μεταφράζουν ἢ συνηγοροῦν ὑπέρ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου»[44].

Σοβαρότερο λόγο γι’ αυτή τη σύγχυση αποτελεί βεβαίως η σύζευξη της μετάφρασης με τον εθνικό κίνδυνο που σύμφωνα με πολιτικούς, ακαδημαϊκούς και εκκλησιαστικούς κύκλους συνιστούσε η σλαβική απειλή. Η σύζευξη αυτή απαντά στην αρθογραφία εφημερίδων, ήδη όταν έγινε γνωστή η επιθυμία της βασίλισσας να δρομολογήσει τη μεταφραστική προσπάθεια και καθώς εκτυλισσόταν ο αγώνας της να επιτύχει την έγκριση της Ιεράς Συνόδου.[45] Κατά τη διάρκεια των Εὐαγγελικών και στο πλαίσιο των ιστορικών παραμέτρων που επιχειρήθηκε να αναδειχθούν, μεταξύ των οποίων σημαντική θέση κατέχει ο παράγων «Πανσλαβισμός», η πρόσφατη μεταφραστική δράση της βασίλισσας και βεβαίως η καταγωγή της, ήταν αρκετά, ώστε αφ’ ενός να ταυτιστούν ουσιαστικά σε μερίδα του Τύπου οι δύο ανεξάρτητες μεταξύ τους ενέργειες, αφ’ ετέρου δε να συνδεθεί στα συνθήματα που «πέρασαν» στο ανώνυμο πλήθος η ρωσίδα Όλγα με την κρινόμενη ως εχθρική προς τα εθνικά συμφέροντα πολιτική της γενέτειράς της και τα ρωσικά ρούβλια που κρύβονταν πίσω από τη μετάφραση.[46]

Στο ερώτημα, αν πίσω από τη μεταφραστική πρωτοβουλία της βασίλισσας Όλγας υποκρύπτονταν τα σκοτεινά σχέδια του Πανσλαβισμού η απάντηση της έρευνας είναι αρνητική.[47] Αρνητική είναι επίσης αν τεθεί το ίδιο ερώτημα στην περίπτωση της μετάφρασης του Α. Πάλλη.

Η βασίλισσα Όλγα και η μετάφραση του Ιερού Ευαγγελίου “Προς αποκλειστικήν οικογενειακήν του ελληνικού λαού χρήσιν”.

Ένα «Ανοιχτό» Ζήτημα

Σε μερίδα της ιστοριογραφίας θεωρείται πιθανή η μέσω της γερμανίδας πριγκήπισσας διαδόχου Σοφίας ανάμιξη του γερμανικού παράγοντα στα επεισόδια. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, οι εκδότες των εφημερίδων που πρωταγωνίστησαν στην πολεμική εναντίον της μετάφρασης του Πάλλη προβάλλοντας με ιδιαίτερα εμπαθή αρθρογραφία το φάσμα του Πανσλαβισμού ως την δύναμη την κυρίως επωφελούμενη από τις επαπειλούμενες βλαπτικές συνέπειες μιας παράφρασης του Ιερού Κειμένου, οι εκδότες οι οποίοι συνέδεσαν αυθαίρετα και κακόβουλα το πόνημα του Πάλλη με το προηγούμενο εγχείρημα της βασίλισσας, υποκινούμενο και αυτό από τις ίδιες σκοτεινές δυνάμεις, χρηματίστηκαν αδρά από τη Γερμανική πρεσβεία. Στόχος ήταν η στοχοποίηση της Όλγας ως εκπροσώπου ουσιαστικά των ρωσικών συμφερόντων στη Βαλκανική και η αποδυνάμωση του Γεωργίου, ώστε να επισπευσθεί η άνοδος στον θρόνο του Διαδόχου Κωνσταντίνου. Εκείνος (σύμφωνα με το συγκεκριμένο αφήγημα) επρόκειτο να εξυπηρετήσει αποτελεσματικώτερα τα αντίστοιχα συμφέροντα της Γερμανίας, η οποία την ίδια εποχή επιζητούσε ενίσχυση της επιρροής της στην παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Όσοι προβάλλουν έστω ως πιθανή αυτή την εκδοχή αποδέχονται ουσιαστικά την θέση του Γ. Κορδάτου, ο οποίος με τη σειρά του στηρίζεται σε απόσπασμα ανέκδοτων απομνημονευμάτων του Κ. Τοπάλη (1868-1915), πολιτευτή της επαρχίας Βόλου (1895-1910) και υπουργού Δικαιοσύνης της κυβέρνησης Αλεξάνδρου Ζαΐμη, η οποία διαδέχθηκε μετά τα Εὐαγγελικά την παραιτηθείσα κυβέρνηση Θεοτόκη.[48] Ο Τοπάλης, οπαδός του Δημοτικισμού (γράφει βέβαια σε απλή καθαρεύουσα) σχολιάζει με θλίψη τα γεγονότα: «Ὅσοι εἶχον συμφέρον παρεπλάνησαν τόν λαόν καί τόν ὤθησαν εἰς πράξεις μεσαιωνικάς … Τόν ρόλον τῆς Α.Υ. εἰς τά εὐαγγελικά κανείς δέν πρέπει νά τόν μάθει. Διότι αὔριον θά γίνῃ ἡ σεπτή βασίλισσα … Τό συμφέρον τοῦ Ἔθνους ἀπαιτεῖ νά λησμονήσωμεν τούς ὑπαιτίους τῶν Εὐαγγελικῶν. Ἐάν οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν ἐφημεριδογράφων ὑπῆρξαν ἐλεεινοί πατριδοκάπηλοι, καθ’ ἣν ὥραν μάλιστα ξένη Πρεσβεία συνδεομένη μέ τήν μέλλουσαν Βασίλισσαν ἐπιδαψίλευεν εἰς αὐτούς ὑλικάς καί ἠθικάς παροχάς, τό συμφέρον τοῦ τόπου καί ἰδιαιτέρως τό συμφέρον τοῦ Ἔθνους ἀπαιτοῦν τήν λήθην ἐπ’ αὐτῶν».

Πρόκειται για έγγραφο, το οποίο κανείς άλλος έκτοτε δεν έχει δει και το οποίο ουσιαστικά δεν συνεισφέρει αποχρώντα στοιχεία[49]. Το ζήτημα συνεπώς παραμένει ανοικτό.

Σύνοψη και Συμπεράσματα

Υπενθυμίζεται το πρώτο ερώτημα που τέθηκε, ποιοι δηλαδή λόγοι συνετέλεσαν, ώστε η μετάφραση του Ευαγγελίου, είτε στην εκδοχή του Α. Πάλλη είτε στον συμφυρμό που επιχειρήθηκε με αυτήν της βασίλισσας, να αναχθεί σε ζήτημα υψίστης εθνικής σημασίας και αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης.

Η γλώσσα του Ευαγγελίου λειτούργησε στην εθνική συνείδηση ως αναπόσπαστος κρίκος στη γλωσσική και πολιτιστική συνέχεια του Ελληνισμού και ως καθοριστικό στοιχείο της νεοελληνικής ταυτότητας. Προστατευμένη στους κόλπους της εκκλησίας καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας συνετέλεσε, μαζί με τα λειτουργικά κείμενα, στη διατήρηση της συνείδησης του «συνανήκειν» μεταξύ των Ελλήνων Ορθοδόξων και παρέμεινε μετά τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους ζωντανός σύνδεσμος με τον πέραν των συνόρων Ελληνισμό. Συνεπώς η παραδοχή της ανάγκης το πολύτιμο αυτό κτήμα να αλλοιωθεί μέσω των παραφράσεων, προκειμένου να γίνει κατανοητό, συνιστά για τους αντιτιθέμενους στη μετάφραση του Ευαγγελίου παραδοχή ότι η γλωσσική συνέχεια έχει τρωθεί, συνιστά πλήγμα στην ίδια τη νεοελληνική ταυτότητα, απειλεί δε την ενότητα με τους υπόδουλους αδελφούς καθιστώντας τους συγχρόνως ευάλωτους σε ενδεχόμενη εχθρική προπαγάνδα στις διαφιλονικούμενες πλέον περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

«Τα κείμενα της Αγίας Γραφής είναι γραμμένα στην ελληνική», παρατηρεί η Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου[50]. «Εάν μεταφραστούν, θα εξισωθούν ως λόγος με τα δυτικά ή τα άλλα ορθόδοξα-σλαβικά … Το εν πολλοίς ακατάληπτο κείμενο αυτονομείται από το περιεχόμενό του και μέσω της γλώσσας γίνεται σύμβολο της ελληνικής μοναδικότητας και υπεροχής».

Η γλώσσα του Ευαγγελίου, ως γλώσσα του πρωτοτύπου των ιερών κειμένων, εκλαμβάνεται επίσης ότι θεμελιώνει το πνευματικό πρωτείο της ελληνικής Εκκλησίας έναντι των υπολοίπων ορθοδόξων εκκλησιών. Δεδομένου ότι έχει αρχίσει η αμφισβήτηση αυτού του πρωτείου τόσο στη Μακεδονία με την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας, όσο και στη Μέση Ανατολή με την ανάρρηση αραβικής καταγωγής προσώπου στον Πατριαρχικό θρόνο Αντιοχείας, η ενθάρρυνση των μεταφράσεων θεωρήθηκε ότι θα ενισχύσει περαιτέρω αποσχιστικές τάσεις μεταξύ των αλλοφώνων Ορθοδόξων. Αυτές οι τάσεις, σύμφωνα με τις προβαλλόμενες αναλύσεις, συνιστούν κίνδυνο ιδίως στη Μακεδονία, όπου ήδη εκτυλίσσεται από ελληνικής πλευράς, αν και σοβούσα, προσπάθεια να αντιμετωπισθεί η βουλγαρική θρησκευτική και πολιτική διείσδυση μέσω προσεταιρισμού κοινοτήτων στην Εξαρχία. Η περιρρέουσα άποψη ότι πίσω από αυτή την υπονόμευση των ελληνικών δικαίων τόσο στον χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας όσο και στα διεκδικούμενα εδάφη της «πέραν Ελλάδος» ενεργούσε η Ρωσική πολιτική, απετέλεσε το ιδεολογικό υπόβαθρο στο να αποδοθούν οι επικίνδυνες για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα μεταφράσεις επίσης στον Ρωσικό δάκτυλο.

Στο ερώτημα, «γιατί αυτές οι βίαιες αντιδράσεις εκδηλώθηκαν τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή» απαντούν εν μέρει όσα μόλις αναφέρθηκαν σχετικά με τους εξωτερικούς κινδύνους του Ελληνισμού, αλλά βεβαίως και το κλίμα απογοήτευσης, οργής και πληγωμένης εθνικής υπερηφάνειας μετά την ήττα του 1897.

Ο πρωθυπουργός των Ευαγγελικών Γεώργιος Θεοτόκης.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ως επιπλέον στοιχεία, τα οποία υποβοήθησαν αυτή την πάνδημη έκρηξη αγανάκτησης, σε αντίθεση, όπως προαναφέρθηκε, με παλαιότερες μεταφραστικές απόπειρες, μπορούν να επισημανθούν τα εξής: η απόδοση του Ευαγγελίου σε μια εκδοχή της δημοτικής που θεωρήθηκε ακραία, η δημοσίευση του Ιερού Κειμένου σε καθημερινό φύλλο εφημερίδας και η πρωτοφανής έκθεσή του στον αναγνώστη παράλληλα και σε οπτική γειτνίαση με θέματα της επικαιρότητας, τέλος, η καθημερινή αρθρογραφία και ανταλλαγή απόψεων στον Τύπο, η οποία κατέστησε το ζήτημα δημόσιο κτήμα και αντικείμενο συζητήσεων, ανεξάρτητα από κατανόηση, παραπληροφόρηση, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των εμπλεκομένων.[51]

Και βεβαίως μετά το πέρας των επεισοδίων η προσοχή του κοινού είχε στραφεί πλέον στην κυβερνητική μεταβολή: «Τό ζήτημα ἔχει λάβει ὄχι χροιάν, ἀλλά καραμπογιάν πλέον πολιτικήν. Πᾶνε πλέον αἱ γνῶμαι περί τῶν θείων νοημάτων τοῦ Εὐαγγελίου καί τῆς ἑνότητος τοῦ Ἑλληνισμοῦ διά τοῦ ὑπάρχοντος κειμένου. Αἱ γνῶμαι περιεστρέφοντο χθές εἰς τό ἂν οἱ 109 εἶναι ἢ ὄχι ἀριθμός στηρίζων μίαν Κυβέρνησιν, εἰς τό ἂν ὁ Βασιλεύς εἰς τό ἂν ὁ Ζαΐμης …. Καί εἰς τό ἂν ἡ νέα κυβέρνησις διορίσῃ τόν συζητοῦντα» (!) Έτσι σχολιάζεται η επικαιρότητα στις στήλες της εφημερίδας Σκρίπ (φύλ. 12ης Νοεμ).[52]

Συνέπειες

Στις 25 Νοεμβρίου διαβάστηκε σε όλους τους ναούς της Ελλάδας απόφαση της Ιεράς Συνόδου, σύμφωνα με την οποία απαγορευόταν, υπό την απειλή αφορισμού, η πώληση ή και απλή ανάγνωση οιασδήποτε μετάφρασης των Ευαγγελίων.[53] Στις 18 Δεκεμβρίου 1901 με νέα πατριαρχική και συνοδική εγκύκλιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποδοκίμασε «πᾶσαν εἰς νεώτερον κοινολεκτούμενον γλωσσικόν ἰδίωμα κατά λέξιν μετάφρασιν» γενικά της Αγίας Γραφής, ιδίως δε του Ευαγγελίου. Στην εγκύκλιο, μετά την παράθεση των σταθερών αντι-μεταφραστικών επιχειρημάτων, υπογραμμιζόταν και πάλι, ότι το αναγκαίο δεν είναι η κατά λέξη μετάφραση αλλά η προσεκτική ανάγνωση του πρωτοτύπου και η ερμηνεία του «ὑπό ἁρμοδίων καί εἰδικῶν διδασκάλων καί τῶν πνευματικῶν Ποιμένων». Αυτό εξάλλου παρέδωσαν οι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας, «οἵτινες ἐχρησιμοποίουν πάντοτε ἑρμηνείας καί διασαφήσεις πρός μετάδοσιν εἰς τούς ἁπλουστέρους τοῦ ἐνυπάρχοντος ἐν ταῖς Γραφαῖς θείου ὕφους καί βάθους». Συνεπώς, κατέληγε το κείμενο «πᾶσα κατά λέξιν μετάφρασις εἶναι ἀποδοκιμαστέα καί καταδικαστέα».[54]

Ως θεσμική κατάληξη όλης αυτής της αντιπαράθεσης που πυροδοτήθηκε κυρίως από τα Εὐαγγελικά μπορεί να θεωρηθεί η προσθήκη στο άρθρο 2 του Συντάγματος που ψήφισε η Β΄ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων την 1η Ιουνίου 1911 παραγράφου, η οποία προέβλεπε, ότι «τό κείμενον τῶν Ἁγίων Γραφῶν τηρεῖται ἀναλλοίωτον – ἡ εἰς ἄλλον γλωσσικόν τύπον ἀπόδοσις τούτου, ἄνευ προηγουμένης ἐγκρίσεως τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἀπαγορεύεται ἀπολύτως».

Στο Σύνταγμα του 1952 προσετέθη ως αναγκαία προϋπόθεση, η ενδεχόμενη μετάφραση να έχει και την έγκριση της «Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Είναι γνωστό, ότι με την προσθήκη της διευκρίνησης «ἐπίσημος μετάφρασις» το Σύνταγμα της 9ης Ιουνίου 1975 άλλαξε σημαντικά τα δεδομένα αναφορικά με τη μετάφραση της Βίβλου[55].

Επίλογος

Οι ταραχές που ξέσπασαν στην Αθήνα την 5η Νοεμβρίου 1901 δεν τερματίστηκαν αυτόματα με την πτώση της κυβέρνησης Θεοτόκη. Το Πανεπιστήμιο παρέμεινε υπό τον έλεγχο των φοιτητών ως τις 13 Νοεμβρίου. Και σε έναν από τους αρκετούς «μετασεισμούς» του επομένου μήνα, στις 12 Δεκεμβρίου, 4000 διαδηλωτές που θεώρησαν ότι το ζήτημα δεν είχε λήξει συγκεντρώθηκαν και πάλι στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Όταν ο επικεφαλής ζήτησε σπίρτα για να κάψει ένα αντίτυπο της μετάφρασης του Ευαγγελίου, που είχε επιμεληθεί η βασίλισσα Όλγα, πολλοί γεμάτοι ζήλο προθυμοποιήθηκαν να του προμηθεύσουν.

Ελεύθερος από το βάρος των ιστορικών παραμέτρων και των ιδεολογικών δεδομένων που ο ιστορικός είναι υποχρεωμένος να αναζητήσει, προκειμένου να ερμηνεύσει μια συγκεκριμένη εξέλιξη ή ένα φαινόμενο, με την αμεσότητα όμως και ακρίβεια της ποιητικής ματιάς ο Ληξουριώτης Μικέλης Άβλιχος (1844-1917) σχολίασε το γεγονός:

Αν είχε στόμα τ’ Αγαθό βιβλίο, / ήθε μιλήσει μέσ’ αφ’ την πυρά. Κι ήθελ’ ο κόσμος έκθαμβος και πάλι ξανακούσει εκείνη τη φωνή την ιερά «Συγχώρεσ’ τους πατέρα μου, δεν ξέρουν τι ποιούσι.»[56]

Τα Ευαγγελικά – Hellenic Parliament TV

 

Η Βασιλική Γ. Κάλφογλου-Καλοτεράκη είναι Λέκτορας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το κείμενο του παρόντος άρθρου τελεί υπό δημοσίευση στα Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου που διοργάνωσε η Ελληνική Βιβλική Εταιρεία με θέμα «Βίβλος και Πολιτική», (Αθήνα, 14-15 Δεκεμβρίου 2018).

 

[1] Ο πλήρης τίτλος του άρθρου που δημοσιεύθηκε από τον Δημήτριο Αναστασόπουλο (τον Αθηναίο) στην εφημερίδα Καιροί, φύλ. της 7.11.1901 έχει ως εξής: «Ἔκκλησις εἰς τόν πατριωτισμόν τῶν Ἑλλήνων. Πυρπολήσατε τήν μετάφρασιν τῆς Σλαύας! Ἕλληνες τό σύνθημά σας: κάτω ὁ Σλαυϊσμός».

[2] Άλλωστε στη διπλανή στήλη του ίδιου φύλλου διαβάζουμε τα εξής: «ἐνῶ εἰς τό Πανεπιστήμιον ὑποστηρίζεται θρησκευτική ὑπόθεσις, εἰς τούς στύλους τοῦ Ὀλυμπίου Διός βυσσοδομοῦνται πολιτικαί κρίσεις».

[3] Ο τίτλος: «Ἡ Νέα Διαθήκη κατά τόν ἀρχαιότατο κώδικα, μεταφρασμένη ἀπό τόν Ἀλέξ. Πάλλη. Μέρος πρῶτο. Τά ἅγια Εὐαγγέλια. Κατά τόν Ματθαῖον». Είναι γνωστές οι απόψεις του εκδότη της εφημερίδας Βλάση Γαβριηλίδη για την επιτακτική ανάγκη να βελτιωθούν το μορφωτικό επίπεδο και η γενικώτερη παιδεία του λαού μέσω και της καλλιέργειας και χρήσης ενός γλωσσικού ιδιώματος, κατανοητού στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Από την αρθρογραφία της Ἀκροπόλεως, στην οποία επεχειρείτο να καταδειχθεί η αναγκαιότητα της μετάφρασης αναφέρονται ενδεικτικά τα εξής: φύλ. 9ης Σεπτ.: «Τόσοι σοφοί καί τόσοι μεγάλοι… δέν ἐννόησαν ὅτι ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶνε κλεισμένη εἰς τό Εὐαγγέλιον καί διά νά εἶνέ τις χριστιανός πρέπει νά ξεύρῃ τό Εὐαγγέλιόν του. Ἀλλά διά νά τό ξεύρῃ πρέπει νά τό ἐννοῇ. Τίς ὅμως ἀπό τούς χωρικούς ἢ ἀπό τούς ἐργατικούς … καί ἀπό ὅλους ὅσοι δέν ἐτελείωσαν τό λιγώτερον τό Γυμνάσιον δύναται νά ἐννοήσῃ τήν γλῶσσαν τοῦ Εὐαγγελίου; … Ἡ Ἀκρόπολις νομίζει ὅτι ἐπιτελεῖ μέγιστον ἀναμορφωτικόν ἔργον διαδίδουσα εἰς τάς μυριάδας τῶν ἀναγνωστῶν της τό κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖον μέχρι σήμερον ἦτο μέ πολλαπλάς σφραγισμένον σφραγίδας». Και το άρθρο κατέληγε: «Ἀπό τῆς σήμερον δυνάμεθα νά ἐπιφωνήσωμεν Οὕτω λαμψάτω τό φῶς». Φύλ. 2ας Νοεμ.: «Καί ἡ καινή αὕτη κτίσις, ἡ μεταβολή ἐπί τό βέλτιον τῶν αἰσθημάτων καί τῆς καρδίας, ἡ ἐν Χριστῷ ἀναγέννησις, τότε μόνον εἶναι δυνατή, ὅταν ὁ ἄνθρωπος κατανοήσῃ τό Εὐαγγέλιον». Φύλ. 3ης Νοεμ.: «Ὅλη ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ἐλευθερία….Ἀλλά τό Εὐαγγέλιον διά νά δράσῃ ἐπωφελῶς πρέπει νά καταννοῆται ὑπό τοῦ λαοῦ, νά εἶναι κτῆμα τοῦ λαοῦ, νά εἶναι προσφιλέστατον ἀνάγνωσμα καί τοῦ πλουσίου καί τοῦ πτωχοῦ, νά κοσμῇ τά μέγαρα τῶν ἰσχυρῶν καί τάς καλύβας τῶν πενήτων…… νά κυβερνᾶ ὅλας τάς τάξεις τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας». Η δημοσίευση διακόπηκε στις 20.10 ύστερα από τις έντονες αντιδράσεις που προκάλεσε. Ο Αλέξανδρος Πάλλης (1851-1935), σημαντικός εκπρόσωπος των Ελλήνων της Διασποράς, εργαζόταν στο Λονδίνο στις επιχειρήσεις των αδελφών Ράλλη («θρασύς ἔμπορος τοῦ λουλακίου» κατά την εχθρική προς τη μετάφραση εφημερίδα Σκρίπ). Επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τις ιδέες του Γ. Ψυχάρη (όπως κυρίως εκτίθενται στο «προγραμματικό» του σύγγραμμα «Το Ταξίδι μου» του 1888) και υιοθέτησε την άποψη ότι η επικράτηση της δημοτικής γλώσσας ήταν απαραίτητη, προκειμένου να υπάρξει αληθινή παιδεία στον λαό και άνοδος του πολιτιστικού επιπέδου. Το 1892 μετέφρασε την Ιλιάδα και στη συνέχεια επιδόθηκε στη μετάφραση του Ευαγγελίου. Ήταν πεπεισμένος, ότι το μήνυμά του μπορούσε να επηρεάσει ουσιαστικά κυρίως τον Έλληνα που δεν είχε την απαραίτητη κατάρτιση, ώστε να κατανοήσει το πρωτότυπο, παρά μόνον αν εκφραζόταν στο οικείο και καθημερινό γλωσσικό ιδίωμα. Στην Ἀκρόπολις δημοσιεύθηκε μόνον το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Το 1902 εκδόθηκαν στην Αγγλία και τα τέσσερα Ευαγγέλια. Βλ. μεταξύ άλλων Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα 19878, 366. Μ. Τριανταφυλλίδης, «Α. Πάλλης», Άπαντα τ. 5, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2002, 381-439. Για τον Βλάση Γαβριηλίδη βλ. μεταξύ άλλων Κ. Σαρδελής, Βλάσης Γαβριηλίδης 1848-1920. Ο μεγάλος αναμορφωτής της ελληνικής δημοσιογραφίας και πνευματικός ηγέτης, Αθήνα 20112.

[4] Τα γεγονότα έχουν μελετηθεί και σχολιασθεί σε μελέτες και άρθρα ως πρόβλημα θεολογικό, ιστορικό και βεβαίως ως μέρος της ιστορίας του γλωσσικού ζητήματος. Ενδεικτικά αναφέρω: Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ἱστορία τῆς Νεωτέρας Ἑλλάδος, 1828-1964, τ. 2: Ἡ συνταγματική βασιλεία 1863-1964, Ἀθῆναι 1966, 371-376, Ε. Κωνσταντινίδης, Τά Εὐαγγελικά. Τό πρόβλημα τῆς μεταφράσεως τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἰς τήν νεοελληνικήν καί τά αἱματηρά γεγονότα τοῦ 1901, Ἀθήνα 1976. Η εμπεριστατωμένη μελέτη του Κωνσταντινίδη αποτελεί οπωσδήποτε σημείο αναφοράς για την προσέγγιση των γεγονότων. Σχετικές εισηγήσεις με ειδικά θέματα και εκτενή βιβλιογραφία στα Πρακτικά του επιστημονικού συμποσίου με τίτλο: Ευαγγελικά (1901) – Ορεστειακά (1903). Νεωτερικές πιέσεις και κοινωνικές αντιστάσεις» (31 Οκτωβρίου -1 Νοεμβρίου 2003), Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Σχολή Μωραΐτη, Αθήνα 2005 (στο εξής: Ευαγγελικά και Ορεστειακά 2005). Βλ. επίσης Ph. Carabott, «Politics, Orthodoxy and the Language Question in Greece – The Gospel Riots of November 1901», Journal of Mediterranean Studies 3 (1993) σ. 117-138. Για λιγότερο ή περισσότερο λεπτομερές χρονικό των γεγονότων βλ. Κωνσταντινίδης, ό.π. καί Ά. Βερέβη, «Ευαγγελικά και Ορεστειακά. Το χρονικό των γεγονότων», στο: Ευαγγελικά και Ορεστειακά 2005, σ. 27-42. Το ιδεολογικό υπόβαθρο της στάσης των φοιτητών του Αθήνησιν Πανεπιστημίου, ιδίως σε συνάρτηση με το γλωσσικό ζήτημα, επιχειρεί να διερευνήσει το άρθρο των Γ. Μπέτσα, Δ. Χαραλάμπους, «Εἵμεθα οἱ μόνοι θεματοφύλακες καί κλειδοκράτορες τῶν προγονικῶν κειμηλίων – Οι φοιτητές στην υπηρεσία της γλωσσικής καθαρότητας (1901)», Πρακτικά του 6ου Επιστημονικού Συνεδρίου Ιστορίας Εκπαίδευσης με διεθνή συμμετοχή «Ελληνική Γλώσσα κι Εκπαίδευση». Αφιέρωμα στη μνήμη του Σπύρου Ράση. Πανεπιστήμιο Πατρών, 30 Σεπτεμβρίου & 1-2 Οκτωβρίου 2011, σ. 60-70. Βασισμένη σε πρωτογενή έρευνα στον Τύπο της εποχής είναι η εμπεριστατωμένη μελέτη της Ά. Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, «Ευαγγελικά και Ορεστειακά», στο: Γ. Μπαμπινιώτης (επιμ.), Το γλωσσικό ζήτημα – Σύγχρονες προσεγγίσεις, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2011, 253-281. Εξαιρετικό ιστορικό ενδιαφέρον ως σύγχρονη καταγραφή των γεγονότων παρουσιάζει το πόνημα τριών εκ των πρωτεργατών φοιτητών στην οργάνωση των εκδηλώσεων διαμαρτυρίας, δηλαδή των Γ. Σωτηρίου, Λ. Μάτλη, Δ. Λεονταρίτη, Φοιτητικαὶ Σελίδες του 1901, ἤτοι πλήρης περιγραφή τῆς κατά τῶν μεταφράσεων τοῦ Ἱ. Εὐαγγελίου ἐξεγέρσεως τῶν φοιτητῶν καί τοῦ λαοῦ μετά τῶν προκαλεσάντων αὐτήν αἰτίων, ἐκ τοῦ τυπογραφείου Ἀδελφῶν Κτενᾶ, Ἐν Ἀθήναις 1902.

[5] Βλ. Carabott (σημ. 4) σ. 130 και σημ. 16. Το πρακτικό της Συνεδρίασης της 7.11. του Συνδέσμου των Συντεχνιών Αθηνών-Πειραιώς, στην οποία αποφασίσθηκε «πάνδημον λαϊκόν συλλαλητήριον» για την επομένη μέρα, παρατίθεται στο κείμενο των Σωτηρίου-Μάτλη-Λεονταρίτη (σημ. 4) σ. 66-68. Είναι χαρακτηριστικό ότι επίτιμος πρόεδρος των Συντεχνιών Αθηνών – Πειραιώς ήταν ο Α. Σκουζές, βουλευτής και βασικός συνεργάτης του πρώην πρωθυπουργού Θ. Δηλιγιάννη, κύριου πολιτικού αντιπάλου της κυβέρνησης Γεωργίου Θεοτόκη. Οι Θ. Δηλιγιάννης, Α. Σκουζές, Σ. Δραγούμης και βεβαίως οι βουλευτές που επηρέαζαν ήταν κορυφαία στελέχη της αντιπολιτευόμενης μερίδας του Κοινοβουλίου μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Γ. Θεοτόκη (1899). Στην μερίδα αυτή ανήκε και ο βουλευτής Αττικής Ν. Λεβίδης, ο οποίος κατά το επίμαχο διάστημα της δημόσιας αντιπαράθεσης δημοσίευσε στην εφημερίδα Καιροί σειρά άρθρων επιχειρηματολογώντας εναντίον της μετάφρασης του Ευαγγελίου. Ο ίδιος εκφώνησε επικήδειο στην κηδεία τριών από τα θύματα των επεισοδίων με περιεχόμενο και φρασεολογία χαρακτηριστικά της έντασης των συναισθημάτων που επικρατούσαν· βλ. σχετικά Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 112-113.

[6] Βλ. Κ. Αρώνη-Τσίχλη, «Τα Ευαγγελικά κατά την άποψη της Ευρωπαϊκής Διπλωματίας», στο: Ευαγγελικά και Ορεστειακά 2005, σ. 189-205. Χαρακτηριστική η μαρτυρία του Άγγλου πρέσβη σχετικά με όσα σχολίασε σε συζήτησή τους ο Βασιλεύς Γεώργιος: «το γεγονός της μετάφρασης του Ευαγγελίου είχε οδηγήσει τους πρώην άσπονδους εχθρούς, όπως ήταν ο Δηλιγιάννης και ο Δραγούμης, να προχωρήσουν δημοσίως χέρι με χέρι» (σ. 200).

[7] Βλ. σχετικά Ά. Κόλτσιου-Νικήτα, «Δεδομένα καί προβληματισμοί ἀπό τήν Ἱστορία τῆς «Χριστιανικῆς» Μετάφρασης», στο: ΙΓ΄ Πανελλήνιο Λειτουργικό Συμπόσιο τῆς Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Λειτουργικῆς Ἀναγεννήσεως, Τῆνος, 19-21 Σεπτεμβρίου, 2011, ΕΚΚΛΗΣΙΑ-ΕΠΙΣΗΜΟΝ ΔΕΛΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, έτος ΠΘ’, τεύχος 5, 2012, σ. 278, όπου παρατίθενται βασικοί λόγοι, για τους οποίους η εκάστοτε μετάφραση μπορεί βάσιμα να κριθεί ανεπαρκής: «Ἡ ἑρμηνεία δέν ἀποτελεῖ ἁπλῶς προϋπόθεση μίας μετάφρασης, ἀλλά ἐπηρεάζει καί τίς ἴδιες τίς μεταφραστικές ἀρχές, τίς ὁποῖες θά ἐφαρμόσει ἐν τέλει ὁ μεταφραστής… προκειμένου νά μεταφράσουμε ἕνα ἔργο, πρέπει ὣς ἕνα βαθμό νά τό ἔχουμε ἑρμηνεύσει μέσα μας, προϋπόθεση μέ ἄλλα λόγια τῆς μετάφρασης εἶναι ἡ ἑρμηνεία. Ἂν αὐτό ἰσχύει γιά τή θύραθεν γραμματεία, τό ἴδιο ἀσφαλῶς ἰσχύει καί γιά τή χριστιανική γραμματεία: στά κείμενά της ἰσχύουν γιά τή μετάφραση οἱ ἴδιες θεολογικές προϋποθέσεις πού ἰσχύουν καί γιά τήν ἑρμηνεία».

[8] Προς αυτή τη γραμμή συμμορφωμένη ήταν η έκδοση το 1900 του Κατά Ματθαῖον Ευαγγελίου από τον Θρησκευτικό Σύλλογο της Ἀναπλάσεως: περιείχε το πρωτότυπο κείμενο, ερμηνευτική «παράφραση» και προσευχές ανάλογες με το πνεύμα του κάθε κεφαλαίου. Η πρωτοβουλία είχε αφετηρία τον διευθυντή του περιοδικού Ἀγάπη Κωνσταντίνο Διαλησμά, ο οποίος είχε εξασφαλίσει για το σχεδιαζόμενο εγχείρημα ήδη από το 1896 την επίσημη έγκριση του Πατριάρχου Ανθίμου Ζ΄, την οποία και αξιοποίησε ως αντιπρόεδρος του Συλλόγου. Το 1892 ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Ιγνάτιος Μοσχάκης είχε επίσης δημοσιεύσει μετάφραση των Ευαγγελικών περικοπών που διαβάζονταν στη λειτουργία της Κυριακής: «μετά πιστῆς αὐτῶν μεταφράσεως καί συντόμων ἑρμηνευτικῶν καί ἠθικῶν παρατηρήσεων». Η έκδοση είχε εγκριθεί από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος προοριζόμενη για σχολική χρήση. Ο ίδιος ο Μοσχάκης μιλώντας στους φοιτητές κατά τη δεύτερη ημέρα των επεισοδίων ανέλυε τη συγκεκριμένη θέση περί της ανάγκης ερμηνείας και όχι κατά λέξιν μετάφρασης των Ιερών Κειμένων: «Ἡ τοῦ Εὐαγγελίου δύναμις δέν ἔγκειται ἐν ταῖς λέξεσιν αὐταῖς, ἀλλ’ ἐν τοῖς ὑψηλοῖς καὶ μυστικιστικοῖς αὐτοῦ νοήμασιν, ἡ δέ διά τῆς μετατροπῆς τῶν λέξεων γινομένη μετάφρασις ἐξηγεῖ οὐχί τό νόημα ἀλλά τάς λέξεις αὐτάς. Αἱ ἐν τοῖς ρήμασι τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου δυσερμήνευτοι ἔννοιαι βεβαίως καί μετά τήν τοιαύτην μετάφρασιν δυσκατάληπτοι θὰ παραμείνωσι. Ποῖον λοιπόν τό ἐκ τῆς μεταφράσεως ὄφελος; Οὐδέν βεβαίως». Τόνιζε επίσης ιδιαίτερα τα σχίσματα και τις αιρέσεις που προέκυψαν στους λαούς που βεβαίως μελετούν την Αγία Γραφή μεταφρασμένη στη γλώσσα τους: «Αἱ αἱρέσεις δέ αὗται καί τά σχίσματα προῆλθον ἀκριβῶς λόγῳ τῆς μεταφράσεως, καθ’ ὅσον οἱ ποικίλοι μεταφρασταί εἴτε ἐξ ἀτελοῦς εἴτε ἐκ πλημμελοῦς ἀντιλήψεως ἀπέδιδον διαφόρως τάς ἐννοίας»· βλ. Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 50-51· πρβ. και την παρατήρηση του καθηγητή Παύλου Καρολίδη στην επιστολή του προς την εφημερίδα Ἀκρόπολιν την 28η Οκτωβρίου (βλ. κατωτ. σ. ***): «Τό Εὐαγγέλιον δεῖται ἑρμηνείας κατ’ ἔννοιαν, οὐχί μεταφράσεως κατ’ ἰδίωμα. Ἡ δέ ἑρμηνεία γίνεται διά μακρᾶς προφορικῆς ἢ ἐγγράφου διδασκαλίας».

[9] Βλ. π.χ. τα λεγόμενα στην εισαγωγή της δίγλωσσης έκδοσης του Ιερού Ευαγγελίου (ελληνικό κείμενο και βλαχική μετάφραση) που τυπώθηκε το 1693 στο Βουκουρέστι με πρωτοβουλία του Βλάχου ηγεμόνα Μπασαράμπα. Προλογίζοντας ο «λογοθέτης» του ηγεμόνα Σερβάνος Γκρετσεάνου σημειώνει απευθυνόμενος στους πιστούς αναγνώστες: «Εἰ καί δέν δύνασθε νά καταλάβητε τά ἐγκείμενα, ἀπό μόνην τήν ἀνάγνωσιν πολύς γίνεται ὁ ἁγιασμός». Παραθέτει μάλιστα και σχετικό χωρίο του Ωριγένη. Βλ. σχετικά Δ. Λυβάνιος, «Χαμένοι στη Μετάφραση; Ορθοδοξία, Αγία Γραφή και ελληνική γλώσσα (16ος-19ος αι.)» στο: Β. Κ. Γούναρης (επιμ.), Έθνος, Κράτος και Πολιτική. Μελέτες Νεοελληνικής Ιστορίας αφιερωμένες στον Γιάννη Σ. Κολιόπουλο, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 173-190 (ιδιαίτερα σ. 180).

[10] Δημοσιεύθηκαν: το 1831 οι Ψαλμοί, το 1833 η Πεντάτευχος και ο Ιησούς του Ναυή, το 1834 ο Ησαΐας, το 1836 ο Ιώβ, οι Παροιμίες, ο Εκκλησιαστής, όπως και οι τέσσερις μεγάλοι προφήτες: Ησαΐας, Ιερεμίας, Ιεζεκιήλ, Δανιήλ, το 1838 τα Ευαγγέλια και οι Πράξεις των Αποστόλων, το 1840 ολόκληρη η Καινή Διαθήκη. Ολόκληρη η Αγία Γραφή εκδόθηκε στην Οξφόρδη κατά την περίοδο 1850-1851. Βλ. σχετικά Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 9-88 για μία λεπτομερή έκθεση της προϊστορίας των μεταφράσεων όπως και της προβληματικής που διατυπώθηκε εκ μέρους της Ορθόδοξης Εκκλησίας αναφορικά με τις μεταφραστικές απόπειρες. Από την εκτεταμένη βιβλιογραφία βλ. ενδεικτικά, Γ. Μεταλληνός, Τό ζήτημα τῆς μεταφράσεως τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἰς τήν Νεοελληνικήν κατά τόν ΙΘ΄ αἰῶνα, Ἀθήνα 1977, N. M. Vaporis, Translating the Scriptures into Modern Greek, Brookline Mass. 1994 και πρόσφατα, P.D.Vasileiadis, «An overview of the New Testament translations in vernacular Greek during the printing era», στο: Fränz Biver- Pettinger & Eran Shuali (eds.), Translating the Bible: Past and Present (υπό έκδοση), διαθέσιμο στην ηλεκτρονική  διεύθυνση: https://www.academia.edu/38648487. Κυρίως ιστορική η προοπτική στο χρήσιμο άρθρο του Λυβάνιου (βλ. σημ. 9). Γενικά για τα προβλήματα και τη συζήτηση που προκαλεί η μετάφραση των Ιερών Κειμένων με τή σχετική προηγούμενη βιβλιογραφία βλ. Ά. Κόλτσιου-Νικήτα (σημ. 7), της ιδίας, «Η Ταυτότητα της Χριστιανικής Μετάφρασης», στο: Άννα Κόλτσιου-Νικήτα (επιμ.), Αφιέρωμα: Προβλήματα μετάφρασης των Ιερών Κειμένων, Δελτίο Βιβλικών Μελετών 28 (2010) [2012] σ. 9-23, Αικ. Τσαλαμπούνη, «Σύγχρονες Ερμηνευτικές Μέθοδοι και Μετάφραση της Βίβλου», στο: Β. Η. Σπαθοκώστα (επιμ.), Εισηγήσεις Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας με θέμα: Η Μετάφραση της Βίβλου στην Εκκλησία και στην Εκπαίδευση –Αφιέρωμα στα 25 χρόνια από την έκδοση της Νέας Μετάφρασης της Καινής Διαθήκης στη Νεοελληνική Γλώσσα (Αθήνα, 12-13 Δεκεμβρίου 2014), Αθήνα 2015, σ. 70-80.

[11] Το κείμενο της εγκυκλίου στην Ἐκκλησιαστικήν Ἀλήθειαν –δημοσιογραφικό όργανο του Πατριαρχείου- έτος ΚΑ (1901) αρ. 45, σ. 444-445. Βλ. σχετικά Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 164 κε.

[12] Ως λόγοι της καθυστέρησης προβλήθηκαν: η θετική έναντι των μεταφράσεων στάση του Μητροπολίτη Αθηνών και Προέδρου της Ιεράς Συνόδου Προκοπίου, ο οποίος, (βλ. και κατωτέρω σ. *** και σημ. 23), η αναμονή εκ μέρους της Συνόδου της έκδοσης Υπομνήματος της Θεολογικής Σχολής, η ασθένεια της μητέρας του Μητροπολίτη, η οποία τον υποχρέωσε να απουσιάσει από τα καθήκοντά του, ώστε να μην επικυρωθούν εγκαίρως τα πρακτικά· βλ. Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 206-207. Ο Carabott (σημ. 4), σ. 126-127, θεωρεί πιθανότερη την πρώτη εκδοχή και πιθανολογεί ότι ο Μητροπολίτης Αθηνών διαφωνούσε με την απόφαση της Συνόδου, η οποία συλλήβδην καταδίκαζε κάθε παράφραση των Ιερών Κειμένων, του καταλογίζει δε έλλειψη πυγμής.

[13] Έντονη αντίθεση στη μετάφραση του Ευαγγελίου εκφράστηκε κυρίως από τις εφημερίδες Καιροί (εκδ. Πέτρος Κανελλίδης), Ἐμπρός (εκδ. Δημήτριος Καλαποθάκης), Πρωΐα» και «Σκριπ» (εκδ. Ευάγγελος Κουσουλάκος).

[14] Είναι χαρακτηριστικό, ότι στις 29 Οκτωβρίου η Ἀκρόπολις εγκαινίασε στήλη, στην οποία δημοσιεύθηκαν ποικίλες απόψεις ανθρώπων του πνεύματος σχετικά με το ζήτημα της μετάφρασης: «σκοπός τῶν συνεντεύξεων τούτων εἶνε νά γίνῃ ὅσον τό δυνατόν εὐρυτέρα συζήτησις καί ἐξευρεθῇ ὁ καλλίτερος τρόπος, διά τοῦ ὁποίου εἶνε δυνατόν νά διαδοθῇ τό Εὐαγγέλιον καί συγχρόνως νά ἀναπτυχθῶσιν οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται ἡ μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου καί ἡ διάδοσις του εἰς τάς λαϊκάς τάξεις».

[15] Βλ. Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 175-176, όπου ολόκληρο το κείμενο της επιστολής.

[16] Βλ. σχετικά Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 170 κε., 211-217, όπου παρατίθενται οι 15 λόγοι, για τους οποίους, σύμφωνα με τους υπογράφοντες καθηγητές, η Ορθόδοξη Εκκλησία αποδοκιμάζει τις μεταφράσεις της Αγίας Γραφής και του Ιερού Ευαγγελίου.

[17] «Δέν παρέστην κατά τήν συνεδρίασιν τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, διότι διαφωνῶ πρός τούς συναδέλφους μου. Περί μεταφράσεως τῆς Γραφῆς ἀνέκαθεν ὑπῆρχαν δύο γνῶμαι», δήλωσε ο Κυριακός. Υπογράμμισε δε χρησιμοποιώντας στοιχεία από το ιστορικό των ενδογλωσσικών μεταφράσεων, ότι «… Ὁ Κύριλλος ΣΤ΄ καί ὁ Γρηγόριος Ε΄ ἦσαν ὑπέρ τῶν μεταφράσεων καθώς καί ὁ Φαρμακίδης καί ὁ Βάμβας. Ὁ Γρηγόριος Στ΄ μετά τοῦ Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων ἦσαν κατά τῶν μεταφράσεων, οὗτοι δέ ἔπεισαν καί τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἑλλάδος νὰ κατακρίνῃ αὐτάς». Αναφερόμενος στην προσωπική του θέση σχολίασε : «…ἐγώ δέν καταλέγομαι μετά τῶν φρονούντων, ὅτι αἱ μεταφράσεις τῆς Γραφῆς εἶνε πρᾶξις ἐγκληματική. Ὅσον ἀφορᾷ τήν μετάφρασιν τοῦ Πάλλη, τήν θεωρῶ γελοίαν καί εἶμαι σφόδρα κατ’ αὐτῆς ὡς ἐκχυδαϊζούσης τήν ὡραίαν ἡμῶν γλῶσσαν. Φρονῶ, ὅτι πρέπει νά ἀποδοκιμάζηται αὕτη ὡς καταγέλαστος, οὐχί ὅμως νά καταδικάζηται ὡς ἐγκληματική».

[18] Βλ. Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 176-178, όπου παρατίθεται ολόκληρο το κείμενο.

[19] Tην αρχή των επεισοδίων περιγράφει ο τότε φοιτητής Μανόλης Τρανταφυλλίδης, Άπαντα, τ.5: Γλωσσικό ζήτημα και γλωσσοεκπαιδευτικά Β΄, ΑΠΘ, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Θεσσαλονίκη 1963, σ. 381-382 ως εξής: «Πρωτοετής φοιτητής της φιλολογίας και οπαδός ακόμη της καθαρεύουσας, δεν είχα διαβάσει τίποτε του Πάλλη και δεν είχα προσέξει ίσως ακόμη ούτε τ’ όνομά του. Η πρώτη ωστόσο γνωριμία δεν άργησε. Ένα φθινοπωριάτικο πρωινό του 1901, το πανεπιστημιακό μάθημα της Γενικής γλωσσικής του Χατζιδάκι κόβονταν απότομα, καθώς φαίνεται ακόμη από τις φοιτητικές μου σημειώσεις. Σπούσαν τα παράθυρα μέσα σε φωνές και ουρλιάσματα, η κλειστή πόρτα άνοιγε με τη βία και μια διαδήλωση φοιτητική, ξεκινημένη από τη Νομική σχολή, συνέχιζε τη θριαμβευτική πορεία της προς τα γραφεία μιας εφημερίδας. Η εξαγριωμένη φοιτητική νεολαία αξίωνε να διακόψη η Ακρόπολη τη μετάφραση των Ευαγγελίων του Πάλλη που δημοσίευε και ν’ αφοριστή κάθε μετάφραση και κάθε ακόμη αναγνώστης της».

[20] Χαρακτηριστική η εμπαθής αρθρογραφία στην εφημερίδα Καιροί του δημοσιογράφου Δημητρίου Αναστασόπουλου (του Αθηναίου). Από την 1.11 έως την 5.11 είχε δημοσιεύσει σειρά άρθρων υπό τον τίτλο «Ἡ βεβήλωσις τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Οἱ Σλαῦοι καί ἡ Ἑλληνική Ὀρθοδοξία. Κάτω ὁ Σλαυισμός». Στις 6.11 το άρθρο του επιγραφόταν: «Ἔκκλησις εἰς τόν πατριωτισμόν τῶν Ἑλλήνων. Πυρπολήσατε τήν μετάφρασιν! Κάτω ὁ Σλαυϊσμός!», ενώ στις 7.11 ο στόχος γινόταν συγκεκριμένος (βλ. σημ. 1).

[21] Βλ. κατωτέρω σημ. 41, για την εξήγηση που έδωσε ο Έλληνας πρωθυπουργός.

[22] Βλ. σχετικά Α. Διάλλα, «Ευαγγελικά και Πανσλαβισμός: Ο παράδοξος συσχετισμός», στο Ευαγγελικά και Ορεστειακά 2005, σ. 43-44: η Ρωσική πλευρά θεωρούσε ανυπόστατες τις κατηγορίες, ο δε Τομπάζης ανησυχούσε για τις δυσμενείς επιπτώσεις αυτών των εκδηλώσεων στα εθνικά συμφέροντα, καθώς η δυσφορία που διαπίστωνε στους κύκλους της Αγίας Πετρούπολης μπορούσε σαφώς να αποβεί «πρός ζημίαν τῶν μᾶλλον τιμαλφῶν ἡμῶν συμφερόντων».

[23] Η μεταφραστική προσπάθεια άρχισε το δεύτερο ήμισυ του 1898 από την γραμματέα και έμπιστη συνεργάτιδα της βασιλίσσης Ιουλία Σωμάκη (μετέπειτα Καρόλου). Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της Σωμάκη, αφορμή υπήρξε η διαπίστωση που έκανε η βασίλισσα επισκεπτόμενη τραυματίες στρατιώτες του πολέμου του 1897, ότι ο λόγος του Ευαγγελίου ήταν ακατανόητος σε όσους δεν είχαν ανώτερη μόρφωση. Το κείμενο ελέγχθηκε αρχικά από επιτροπή αποτελούμενη από τον Μητροπολίτη Προκόπιο, τον καθηγητή Πανεπιστημίου Ιωάννη Πανταζίδη και τον καθηγητή Θεολογίας Φίλιππο Παπαδόπουλο και εν συνεχεία εστάλη σε καθηγητές της Θεολογικής Σχολής, μεταξύ των οποίων ο Ζήκος Ρώσης, ο Εμμανούλ Ζολώτας, ο Διομήδης Κυριακός. Οι δύο πρώτοι, όπως και οι Γ. Ι. Δέρβος, Ιω. Μεσολωράς και Ιγν. Μοσχάκης υπέγραψαν στις 3.11.1901 το γνωστό υπόμνημα που καταδίκαζε τη μετάφραση του Α. Πάλλη . Εξαίρεση, όπως ήδη αναφέρθηκε, απετέλεσε ο Διομήδης Κυριακός (βλ. ανωτ. σελ.*** και σημ. 17), ο οποίος και στην περίπτωση της πρωτοβουλίας της βασιλίσσης Όλγας, διατύπωσε σε επιστολή τη θετική του άποψη σχετικά με το ζήτημα της μετάφρασης («Ἡ ἰδέα νά μεταφραστεῖ τό Εὐαγγέλιο σέ γλῶσσα κατανοητή στόν ἑλληνικό λαό καί νά διαδοθεῖ σ’ αυτόν εἶναι ὀρθή καί πολύ ὠφέλιμη…. Θά συντελέσει σημαντικά στή θρησκευτική καί ἠθική ἀνάπτυξή του, τήν ὁποία ἔχει πάρα πολύ ἀνάγκη… Ἡ Ἐκκλησία μας δέν εἶναι ἐναντίον τῶν μεταφράσεων βάσει ἀρχῶν..»). Ύστερα από το αίτημα του εκδότη Α. Κωνσταντινίδη να του δοθεί συστατική εγκύκλιος από το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαίδευσης, προκειμένου να προχωρήσει στην έκδοση, το θέμα παραπέμφθηκε στον τότε Υπουργό Αντ. Μομφεράτο και εκείνος αρνήθηκε να παραχωρήσει συστατική εγκύκλιο χωρίς την έγκριση της Ιεράς Συνόδου. Η βασίλισσα εξέφρασε το αίτημα να της δοθεί η σχετική έγκριση με επιστολή της προς την Ιερά Σύνοδο στις 2.12.1898. Ύστερα από αρνητική απάντηση που έλαβε στις 31.3.1899, επανήλθε με το ίδιο αίτημα στις 2.5.1899. Υπογράμμιζε, ότι κατανοεί τους λόγους που στο παρελθόν είχαν οδηγήσει στις απαγορευτικές αποφάσεις, όταν οι μεταφράσεις «ἀπέκρυπτον ἴσως προσηλυτιστικούς σκοπούς», οι οποίοι όμως στη δική της περίπτωση δεν υφίσταντο. Κατέληγε: «.. ὁ λαός μας στερεῖται τήν ἐπαρκῆ καί ὑγιῆ παρηγοριά πού προέρχεται ἀπό τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο. Τοῦτο γνωρίζω θετικά ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως καί πείρας καί εἶμαι βεβαία ὅτι ἡ μετάφραση τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου θά συντελέσει τά μέγιστα στή ριζική ἀναμόρφωση». Η απάντηση της Συνόδου ήταν και πάλι αρνητική με κύριο επιχείρημα την ανάγκη ανάλυσης και ερμηνείας των Γραφών και όχι κατά λέξιν μετάφρασης του κειμένου. Η βασίλισσα προχώρησε τότε, ύστερα από προφορική άδεια του Μητροπολίτη και με δικά της έξοδα, στην έκδοση κατ’ αρχήν 1000 αντιτύπων, τα οποία θα πωλούνταν έναντι μικρού τιμήματος. Τα αντίτυπα σφραγίστηκαν με τον λογότυπο «Πλανᾶσθε μή εἰδότες τάς Γραφάς». Η διάθεσή τους είχε μεγάλη απήχηση και η βασίλισσα ετοιμαζόταν για δεύτερη έκδοση, η οποία όμως ματαιώθηκε λόγω των Εὐαγγελικῶν. Βλ. την αφήγηση της Ιουλίας (Σωμάκη) Καρόλου, Όλγα – Η Βασίλισσα των Ελλήνων, Αθήνα 1934 (ανατ. 2017), σ. 89-123.

[24] Είναι χαρακτηριστικά όσα αναφέρονται σε άρθρο της εφημερίδας Ἐμπρός τις παραμονές των Εὐαγγελικῶν (φύλ. 2ας Νοεμ. 1901): «Ὅ,τι διετήρησε τήν γλωσσικήν καί θρησκευτικήν ἑνότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατά τούς σκοτεινούς χρόνους τῆς δουλείας δέν ἦτο οὔτε ὁ Ὅμηρος, οὔτε ὁ Πλάτων. Ἦτο τό Εὐαγγέλιον. Αὐτό ἀπετέλεσε τήν πυξίδα, πρός τήν ὁποίαν ἦσαν ἐπί αἰῶνες προσηλωμένα τά βλέμματα τῶν ὑποδούλων. Ἕλληνες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἢ τῆς Πελοποννήσου, Θεσσαλοί ἢ Θρᾷκες, πρίν ἢ αἰσθανθῶσι τήν κοινότητα τῆς καταγωγῆς των, ἠσθάνοντο τήν κοινότητα τῆς θρησκείας καί τῆς γλώσσης διά τῶν ἱερῶν λόγων τοῦ Εὐαγγελίου».

[25] Για την «κληρονομιά» του Οθωμανικού παρελθόντος, τη σημασία της γλώσσας και τον ρόλο του Πατριαρχείου, βλ. Ιω. Σ. Κολιόπουλος, Ιστορία της Ελλάδος από το 1800 – Το Έθνος, η Πολιτεία και η Κοινωνία των Ελλήνων, τ. Α΄, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 29-31, 35-36, 107. Πρβλ. Θ. Βερέμης – Γ. Κολιόπουλος, Ελλάς. Η σύγχρονη συνέχεια (από το 1821 μέχρι σήμερα), Αθήνα 2006, σ. 30 κε. Ενδεικτικές είναι οι παρατηρήσεις του Αντώνη Λιάκου: «Τα Ελληνικά δεν ήταν μόνον αυτά που ακούγονταν στην καθημερινή ομιλία. Υπήρχε μια ελληνική γλώσσα γραπτή και επίσημη, η οποία απλωνόταν σαν ένα δίχτυ πάνω από ετερόγλωσσους πληθυσμούς. Ήταν η γλώσσα της Εκκλησίας, ενός θεσμού και με τη μεγαλύτερη χρονική διάρκεια, από τα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και με το μεγαλύτερο γεωγραφικό εύρος. Οι ελληνόγλωσσες επισκοπές εκτείνονταν από την Αίγυπτο έως τη Μολδοβλαχία. Τα Ελληνικά ήταν επίσης η γλώσσα των εγγραμμάτων, του έντυπου λόγου και των βιβλίων, του εμπορίου». Βλ. Γλώσσα και Έθνος στη Νεότερη Ελλάδα: Θέματα Ιστορίας της Ελληνικής Γλώσσας, Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα, 2007), διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο: <http://www.greek-language.gr/greekLang/studies/history/thema_18/index.html. (7.3.2019).>

[26] Για τη σχέση γλώσσας-εθνικής ταυτότητας βλ. ενδεικτικά P. Mackridge, Language and National identity in Greece 1766-1976, Οξφόρδη 2010. Βέβαια ήδη από τα χρόνια του Νεοελληνικού Διαφωτισμού είχαν διαμορφωθεί οι διάφορες τάσεις ως προς το γλωσσικό όργανο, με το οποίο θα έπρεπε να μεταδοθεί η γνώση και η παιδεία, ώστε να έρθει ο «φωτισμός του γένους»: καθομιλουμένη [σημαντικοί εκπρόσωποι: Ρήγας Φεραίος (1757-1798), Δημ. Καταρτζής (1730-1807), Γρηγ. Κωνσταντάς (1758-1844), Αθαν. Χριστόπουλος (1772-1847), Ιω. Βηλαράς (1771-1823)], μια μορφή που κατά το δυνατόν θα προσομοίαζε στην αρχαία Ελληνική [σημαντικοί εκπρόσωποι: Νεόφυτος Δούκας (1760-1845) Παναγ. Κοδρικάς (1762-1827)], ή ένας συγκερασμός των δύο, η «κεκαθαρμένη» ομιλουμένη, εμπλουτισμένη με έννοιες και στοιχεία της Αρχαίας και προσαρμοσμένη στους γραμματικούς κανόνες, στο φωνολογικό και μορφολογικό της πλαίσιο. Η τελευταία γλωσσική εκδοχή που συνδέεται κυρίως με τον Αδαμάντιο Κοραή ονομάσθηκε αργότερα καθαρεύουσα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στους υποστηρικτές όλων των τάσεων ήταν κοινή η υπογράμμιση της σύνδεσης με την Κλασσική Αρχαιότητα και η επιβεβαίωση της συνέχειας του Ελληνισμού. Όπως παρατηρεί ο Vincenzo Rotolo, A. Korais e la questione della lingua in Grecia, Παλέρμο 1965, σ. 56-57, για μεν τους οπαδούς της αρχαΐζουσας η χρήση της ήταν η καλύτερη απόδειξη -τόσο απέναντι στους ίδιους όσο και απέναντι στους ξένους-ότι οι σύγχρονοι Έλληνες είναι οι νόμιμοι απόγονοι των Αρχαίων, για δε τους δημοτικιστές η χρήση της δημοτικής κατεδείκνυε, ότι η ελληνική γλώσσα παρέμενε ουσιαστικά η ίδια για πάνω από 25 αιώνες, αν εξαιρέσει κανείς ασήμαντες λεξιλογικές και φωνητικές αλλαγές. Πρβ. Mackridge, ό.π. σ. 66 κε.

[27] Βλ. V. N. Roudometof, «From Rum Millet to Greek Nation: Enlightenment, Secularization and National Identity in Ottoman Balkan Society, 1453-1821», Journal of Modern Greek Studies 16.1 (1998) 11-48. Το ίδιο έτος των επεισοδίων (1901) εκδίδεται στην Αθήνα, τύποις Π. Δ. Σακελλαρόπουλου, το άρθρο του Ν. Γ. Πολίτου, «Ἕλληνες ἢ Ρωμιοί». Σ’ αυτό ο Πολίτης αντικρούει την άποψη του Κ. Παλαμά ότι ο όνομα Ἕλλην άρχισε να χρησιμοποιείται κατά την επανάσταση του 1821 υπό την επίδραση λογίων με κλασσική παιδεία, καθώς είχε αντικατασταθεί στη συλλογική συνείδηση ήδη από το τέλος της αρχαιότητος με το Ρωμαῖος. Ο Πολίτης βασιζόμενος σε συγκεκριμένα χωρία υποστηρίζει ότι η χρήση του εθνικού Ἕλλην είναι παρούσα ήδη στα ύστερα βυζαντινά χρόνια, αλλά το Πατριαρχείο, ως πνευματικός ηγέτης και των άλλων μη ελληνικών Ορθοδόξων κοινοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, απέφυγε τη χρήση. Αυτή, κατά τον Πολίτη, ήταν κυρίως η αιτία που επεκράτησε ο όρος Ρωμαῖος/Ρωμηός. Επίσης πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπ’ όψιν ο ρόλος που έπαιξε στην Χριστιανική Ανατολή η ταύτιση του ονόματος Ἕλλην με τον ειδωλολάτρη/εθνικό. Ο Mackridge (βλ. σημ. 26) ανήκει στους μελετητές που διστάζουν να αποδεχθούν τόσο πρώϊμη συνειδητή χρήση του ονόματος Ἕλλην και την θεωρεί «… a rhetorical conceit confined to a small intellectual elite,…. hardly ever intended to imply that the authors felt that they and their compatriots were to be identified with the ancient Hellenes» (σ. 49). Δέχεται βέβαια ότι η εικόνα αλλάζει σαφώς από τον 17ο αιώνα και εξής [«..there was an increasingly expressed assumption that the modern speakers of the Greek language were the descendants of the ancient Hellenes…they inhabited the same region (called Hellas) and spoke a version of the same language»] και σχολιάζει εύστοχα τη σημασία που απέκτησε η κληρονομιά της Κλασσικής Αρχαιότητος, γνωστή ήδη στη Δυτική Ευρώπη, για τη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας σε συνδυασμό με το κύρος της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού μεταξύ των Ορθοδόξων λαών της Βαλκανικής: «The ancient component of their ‘national history’ was already written…In addition, the cultural prestige of Greek language and culture in the modern Balkans (what is sometimes called,… the Orthodox Commonwealth) was also ready-made…» (σελ. 63). Ωστόσο, η ενδελεχής και συνεχώς εμπλουτιζόμενη έρευνα των πηγών, τόσο της ύστερης Βυζαντινής περιόδου, όσο και αυτής της Τουρκοκρατίας, στηρίζει και επιβεβαιώνει τις παλαιές θέσεις του Ν. Πολίτη. Βλ. πρόσφατα τις ακόλουθες συμβολές στον συλλογικό έργο Ό. Κατσιαρδή-Hering, Αν. Παπαδία-Λάλα, Κ. Νικολάου, Β. Καραμανωλάκης (επιμ.), Έλλην, Ρωμηός, Γραικός. Συλλογικοί προσδιορισμοί & ταυτότητες, Ιστορήματα 7, Αθήνα 2018: Ό. Κατσιαρδή-Hering, «Έλλην, Γραικός, Ρωμηός: από το πολυεθνικό στο εθνικό», σ. 19-36· Σ. Μεργιαλή-Σάχα, «Συλλογικές και εξατομικευμένες ταυτότητες βυζαντινών διανοουμένων στον απόηχο της δύσκολης επικαιρότητας του 14ου αιώνα», σ. 119-134· Τ. Κιουσοπούλου, «Ρωμαίοι και Έλληνες στο δεσποτάτο του Μορέως», σ. 137-144· Ε. Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη, «Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες ἀφοῦ ἐχάσαμε τό βασίλειο, ἐχάσαμεν ὅλα. Πώς αυτοπροσδιορίζονταν οι υπό ξένη κυριαρχία Έλληνες: η μαρτυρία των κειμένων», σ. 247-265· Ιω. Κ. Χασιώτης, «Αναζητώντας εσωτερικές και εξωτερικές μαρτυρίες για τον εθνικό προσδιορισμό των Ελλήνων κατά την πρώιμη Τουρκοκρατία», σ. 299-316. Οι μαρτυρίες που παρατίθενται στο τελευταίο άρθρο αντικρούουν τη θέση ότι η χρήση του όρου Ἕλλην περιοριζόταν σε μια ελίτ λογίων. Για μια συνολική εικόνα βλ. ενδεικτικά Κατσιαρδή-Hering, ό.π.: «..Οι αυτοκράτορες και λόγιοι της Νίκαιας ελλήνιζαν πλέον … η ελληνίζουσα εναπομείνασα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και οι επανελθόντες στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης Παλαιολόγοι, αλλά και η παλαιολόγεια αναγέννηση, … οδήγησαν και στη σταδιακή επανασημασιοδότηση του όρου Έλλην. Ο «Έλλην», ήδη σε πρωϊμότερο χρόνο και σύμφωνα με την Άννα Κομνηνή, τον Ιωάννη Δούκα Βατάτση, τον Νικηφόρο Βλεμμύδη, τον Θεόδωρο Β΄ Λάσκαρη [αποκαλούσε Ἑλληνικόν, Ἑλλάδα την Αυτοκρατορία της Νίκαιας], τον Γεμιστό Πλήθωνα, τον Βησσαρίωνα και άλλους, αποκτά και πρώιμο εθνοτικό περιεχόμενο, χωρίς όμως η ρωμαϊκή ταυτότητα να απεμπολείται. Οι όροι Έλλην/Ελλάς απαντούν και σε πολλές από τις εκκλήσεις ελλήνων λογίων προς ηγεμόνες και εκκλησιαστικούς εκπροσώπους της Δύσης κατά τους 15ο και 16ο αιώνες, με τις οποίες επεδίωκαν να προκαλέσουν το ενδιαφέρον τους για τους υποτελείς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ομογενείς τους». Ιδιαίτερα για τη χρήση του όρου Ρωμαίος/Ρωμηός … «Τον όρο της Ρωμαϊκής Εκκλησίας κράτησαν και οι ανατολικές εκκλησιαστικές αρχές για λογαριασμό του Πατριαρχείου..ιδίως μετά την εγκατάσταση των Οθωμανών στην Κωνσταντινούπολη και την ανάρρηση του Γενναδίου στον πατριαρχικό θρόνο…. Ο πατριάρχης των Ρωμαίων κατά την αυτοαπόκλησή του, θα αποτελέσει την ανώτερη αναγνωρίσιμη εκκλησιαστική αρχή της Ανaτολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας…Χάνει ο όρος <Ρωμηός> την ένδοξη αυτοκρατορική του απόχρωση, αποκτά όμως λαϊκή αποδοχή του υποτελούς μεν στον Σουλτάνο, πλην όμως και διαφορετικού από τους λοιπούς μουσουλμάνους υποτελείς. Μέσω της αυτοαπόκλησής τους ως Ρωμηοί ενδύονται, υπόδηλα, οι υποτελείς το παρελθόν της χαμένης αυτοκρατορικής αίγλης. Θρήνοι για την απώλεια της Ρωμανίας… συγκρατούν το αυτοκρατορικό παρελθόν και συμβάλλουν στη λαϊκή πλέον ένδυση του όρου Ρωμηός με θρησκευτικό μεν περιεχόμενο για τις οθωμανικές και εκκλησιαστικές αρχές, αλλά βαθμιαία και με εθνικό…Συχνά πλέον ο όρος Ρωμαίος απαντά σε ελληνικές και οθωμανικές πηγές και ως εθνικό όνομα, χωρίς απαραίτητα να χάνει και την οικουμενικότητά του. Ο όρος Ρωμαίος/Ρωμηός περιβλήθηκε με οικουμενικότητα, εν είδει αυτοκρατορικότητας, δεδομένης και της ανάδειξης του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου ως κυριαρχούσας εκκλησιαστικής αρχής για τους υποτελείς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ρωμηός ήταν για το Πατριαρχείο ο ορθόδοξος πιστός». Και σχετικά με την επικράτηση του όρου Έλλην στην προεπαναστατική και μετέπειτα περίοδο (σ. 27-29) … «Στα κείμενα Ρωσοαγγλογάλλος και Ελληνική Νομαρχία ήτοι Λόγος περί Ελευθερίας (1805, 1806), ο όρος Έλλην επικρατεί … Ο όρος Έλλην επιβάλλεται στις προκηρύξεις και τα Συντάγματα της Επανάστασης του 1821. Απόγονοι του σοφού και φιλανθρώπου έθνους των Ελλήνων, σύγχρονοι των νυν πεφωτισμένων και ευνομουμένων λαών της Ευρώπης αυτοαποκαλούνταν στη Διακήρυξη της Πρώτης Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου… Η συμβολή… των ελλήνων διαφωτιστών, ο κλασικισμός και ο ευρωπαϊκός ρομαντισμός, παράλληλα με την εμφάνιση της ιδεολογίας του εθνικισμού, συνιστούσαν το πλαίσιο για την επικράτηση του όρου Έλλην. Ο όρος Έλλην επιβλήθηκε στον προσδιορισμό της εθνικής ταυτότητας και της κρατικής υπόστασης για τον υπήκοο του νέου εθνικού κράτους» (σ. 34-35).

[28] Με την ολοκλήρωση το 1875 του έργου του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, το οποίο είχε αρχίσει να εκδίδεται το 1860. Πριν απ’ αυτόν ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος, Λευκαδίτης λόγιος, στην εισαγωγή υπό τον τίτλο «Περί Μεσαιωνικού Ελληνισμού» του βιβλίου του Ἅσματα δημοτικά τῆς Ελλάδος είχε διατυπώσει πρώτος παρόμοιες θέσεις με αυτές του Παπαρρηγόπουλου. Αντιμετώπισε τον Χριστιανισμό ως «στοιχεῖον Ἑλληνισμοῦ» και χρησιμοποίησε τον όρο «Χριστιανικὸς Ἑλληνισμός». Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Η Εποχή του -Η Ζωή του – Το Έργο του, Αθήνα 1986, σ. 287.

[29] Η μακρά και έντονη αντιπαράθεση των δύο τάσεων, καθαρεύουσα ή δημοτική, η εξέλιξη δηλαδή του λεγομένου «γλωσσικού ζητήματος» είχε εισέλθει σε νέα φάση μετά το 1888. Τότε ο Γ. Ψυχάρης εξέδωσε το «Ταξίδι μου», έργο που θεωρήθηκε προγραμματικό για την υπόθεση του δημοτικισμού. Βεβαίως η μετάφραση του Ευαγγελίου από τον Α. Πάλλη μπορεί να μελετηθεί ως μέρος του γλωσσικού ζητήματος, αυτό όμως βρίσκεται έξω από τις προθέσεις της παρούσας εισήγησης. Για το θέμα αυτό εκτεταμένη βιβλιογραφία παραθέτει ο Peter Mackridge στη μελέτη που έχει ήδη αναφερθεί  (βλ. σημ. 26).

[30] Ιω. Σ. Πέτρου, Εκκλησία και Πολιτική, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 178-182. Πρβλ. Μιλτ. Κωνσταντίνου, «Der Streit um eine Bibelübersetzung in Griechenland im 19. und 20. Jahrhundert», εισήγηση που παρουσιάσθηκε κατά τις εργασίες Συνεδρίου του Τομέα Εκκλησιαστικής Ιστορίας (Fachgruppe Kirchengeschichte) της Επιστημονικής Θεολογικής Εταιρείας (Wissenschaftliche Gesellschaft für Theologie), 23-25 Μαρτίου 2018, Haus Hainstein, Eisenach (υπό δημοσίευση).

[31] Χαρακτηριστική η αποστροφή του πρώην Υπουργού Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαίδευσης Α. Ευταξία σε ομιλία του στη Βουλή μετά το πέρας των επεισοδίων, η οποία δημοσιεύθηκε στον Τύπο στις 13.11. Αναφέρεται μάλιστα σε εκείνους, οι οποίοι «ὡς ὁ περιβόητος Φαλμεράϋερ ἠθέλησαν νά μᾶς παραστήσωσι ὡς οὐδέν κοινόν ἔχοντας πρός τούς πάλαι Ἕλληνας». Και συνεχίζει: «Αὐτοί ἐφρόντισαν ν’ ἀποδείξωσι ταῦτα καί δ’ ἄλλων ἐπιχειρημάτων καί διά τῆς διαφορᾶς τῆς καθομιλουμένης ἡμῶν γλώσσης πρός τήν ἀρχαίαν Ἑλληνικήν καὶ πρός αὐτήν τοῦ Εὐαγγελίου περί ἧς ἰσχυρίζονται, ὅτι εἶναι πάντῃ ἀκατάληπτος εἰς ἡμᾶς τούς νεωτέρους Ἕλληνας. Ἀλλ’ ὅταν ἡμεῖς αὐτοί ἐρχώμεθα διά τῶν ἔργων ἡμῶν ν’ ἀποδείξωμεν ὅτι πράγματι δέν ἐννοοῦμεν τό Εὐαγγέλιον ἐν τῇ ἀρχετύπῳ αὐτοῦ γλώσσῃ καί ἔχομεν ἀνάγκη μεταφράσεως αὐτοῦ διά τόν λαόν, τί πράττομεν οὕτως; Δέν παρέχομεν τρανήν ἀπόδειξιν εἰς τούς ξένους, ὅτι εἵμεθα ἀνάξιοι ἡμεῖς νά διατηρήσωμεν τήν ἱεράν παρακαταθήκην τῶν πατέρων μας, ὅτι εἴμεθα ἀνάξιοι νά φέρωμεν τό Ἑλληνικόν ὄνομα, ὅτι οὐδέν κοινόν ἔχομεν πρός τούς πάλαι Ἕλληνας;»· βλ. εφημ. Ἀκρόπολις (φύλ. 13.11).

[32] Βλ. ανωτέρω σημ. 4, όπου και ο πλήρης τίτλος.

[33] Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 11. Βεβαίως η ομοιότητα των κειμένων παραπέμπει πιθανότατα σε επίδραση στους φοιτητές-συντάκτες των λόγων του Α. Ευταξία, δηλώνει όμως παράλληλα, εάν συνεκτιμηθεί το σύνολο της αφήγησης των φοιτητών, ότι επρόκειτο για θέσεις με γενικώτερη απήχηση.

[34] Βλ. Πρακτικά Συνεδριάσεων Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ, Συνεδρίαση 29ης Οκτωβρίου 1901, διαθέσιμα στον δικτυακό τόπο: https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/49843#contents (7.3.2019). Στη συνέχεια γίνεται ένας ενδιαφέρων παραλληλισμός με τα Ομηρικά έπη, τα οποία, κατά τους γράφοντες, αποτελούσαν το σύμβολο της γλωσσικής ενότητας του Ελληνισμού ως την εποχή του Χριστού και δεν μεταφράσθηκαν ποτέ στις επιμέρους διαλέκτους (Αιολική, Δωρική, Αττική κλπ). Κατ’ αναλογία δεν πρέπει να γίνεται κατά λέξη μετάφραση του Ευαγγελίου στην καθομιλουμένη Ελληνική, αλλά μάλλον ερμηνεία, δεδομένου, ότι αυτή παρουσιάζει μεγαλύτερη συγγένεια προς τη γλώσσα του Ευαγγελίου απ’ ό,τι οι Αρχαίες διάλεκτοι με τη γλώσσα των Ομηρικών επών.

[35] Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 29-30.

[36] Η αναγνώριση δε του Βυζαντίου ως αναπόσπαστου τμήματος της ελληνικής ιστορίας και επιβεβαίωσης της συνέχειας του Ελληνισμού προσέφερε ιστορικά επιχειρήματα στον αλυτρωτισμό, εφόσον το νεοελληνικό κράτος αναδεικνυόταν ως ο νόμιμος κληρονόμος του Βυζαντίου, ο αδιαφιλονίκητος διεκδικητής των συνόρων (και της πρωτεύουσας) του. Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Ελληνικός Ρομαντισμός, Αθήνα 1994, σ. 461. Αναφορικά με τη Μεγάλη Ιδέα βλ. ενδεικτικά: Έ. Σκοπετέα, Τό «Πρότυπο Βασίλειο» καί ἡ Μεγάλη Ἰδέα – Ὄψεις τοῦ ἐθνικοῦ προβλήματος στήν Ἑλλάδα (1830-1880), Αθήνα 1988 και πρόσφατα Σπ. Γ. Πλουμίδης, «Τῆς μεγάλης ταύτης ἰδέας: Οι αφετηρίες της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας» στο: Κατσιαρδή κ.ά., Έλλην, Ρωμηός, Γραικός (σημ. 27), σ. 555-569.

[37] Αξίζει επιπλέον να σημειωθεί ότι στην ελληνική πνευματική και πολιτική ηγεσία του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα έχει διαμορφωθεί και απαντά ευρύτατα η θέση ότι καθοριστικός παράγων για τον προσδιορισμό της εθνικής ταυτότητας ήταν η συνείδηση. Το στοιχείο της γλώσσας θεωρείται δευτερεύον, συνεπώς θεμελιώνεται η ιδέα της ένωσης των λαών που συναποτελούσαν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία και το αίτημα η ιδεατή επικράτεια του ελληνικού έθνους να περιλάβει και τους αλλοφώνους χριστιανικούς λαούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

[38] Βλ. σχετικά Ιω. Σ. Κολιόπουλου, Ιστορία της Ελλάδος από το 1800 – Η Διαμόρφωση και η Άσκηση της Εθνικής Πολιτικής, τ. Β΄, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 61-196, ιδίως σ. 178-196 για τη δράση της «Εθνικής Εταιρείας» και τον πόλεμο του 1897. Πρβλ. και Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 105-106, ιδιαίτ. σημ. 167, όπου εκτενής αναφορά στη σύνθεση και τους στόχους της «Εθνικής Εταιρείας».

[39] Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 39,40.

[40] Σωτηρίου-Μάτλης-Λεονταρίτης (σημ. 4) σ. 10.

[41] «Τέλος ἐξ ἐθνικῆς ἀπόψεως κρίνων τό πρᾶγμα θεωρῶ τήν εἰς τήν ἁπλῆν δῆθεν γλῶσσαν μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου ὀλεθριωτάτην εἰς τά ἐθνικά συμφέροντα. Ἂν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες κηρύξωμεν εἰς τόν κόσμον, ὅτι ὁ λαός ὁ Ἑλληνικός δέν ἐννοεῖ τήν γλῶσσαν τοῦ Εὐαγγελίου καί ἔχει ἀνάγκην μεταφράσεως πῶς θά διαμαρτυρηθῶμεν κατά τῆς ἐν Βλαχικῇ, Βουλγαρικῇ καί Ἀλβανικῇ μεταφράσει διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου μεταξύ τῶν Βλαχοφώνων και Βουλγαροφώνων και Αλβανοφώνων Ὀρθοδόξων, πῶς θά κωλύσωμεν τήν ἐκ τῆς γλώσσης ταύτης μετάφρασιν πάντων τῶν ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων καί τήν εἰσαγωγήν τοιαύτης γλώσσης εἰς τήν Ἐκκλησίαν αὐτῶν; Δέν θά ἐξυπηρετοῦμεν οὕτω τά σχέδια τῶν ἀσπόνδων ἐχθρῶν τοῦ ὀρθοδόξου Ἑλληνισμοῦ;». Να σημειωθεί, ότι στη διαμαρτυρία του Ρώσου πρέσβη για τα αντισλαβικά συνθήματα κατά τη διάρκεια των επεισοδίων ο πρωθυπουργός Θεοτόκης απάντησε με τη διευκρίνιση ότι στόχος δεν ήταν η Ρωσία, αλλά η Βουλγαρία, βλ. Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 262 και σημ. 289. Για τον Παύλο Καρολίδη (1849-1930), σημαντικό εκπρόσωπο των Ελληνορθοδόξων της Μ. Ασίας (συγεκριμένα του «Καππαδοκικού κύκλου»), καθηγητή Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1908 βουλευτή στην Οθωμανική Βουλή των Νεοτούρκων, βλ. Σ. Β. Κουγέας, «Παύλος Καρολίδης», Νέα Εστία 8 (1930) σ. 935-937, Ε. Π. Φωτιάδης, «Παύλος Καρολίδης», Ελληνικά 4 (1931) σ. 291-300, Α. Σαββίδης, «Ὁ ιστορικός Παύλος Καρολίδης (1849-1930)», Νέα Εστία 135 (1994) σ. 39-42, Ι. Πετροπούλου, «Ιστοριογραφικές προσεγγίσεις του Οθωμανικού παρελθόντος (19ος αι.)», Μνήμων 21 (2001) σ. 269-295, Κ. Γεωργιάδου, Προσέγγιση στη ζωή και το έργο του Παύλου Καρολίδη, (αδημ. Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη). Για μια έγκυρη και συνοπτική παρουσίαση βλ. Π. Τουλουμάκος, «Καρολίδης Παύλος», 2005, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ.Ασία, URL: http://www.ehw.gr/l/aspx?id=4762. (7.3.2019).

[42] Βλ. ειδικά το άρθρο της Ά. Διάλλα (σημ. 22) σ. 43-61. Επίσης της ιδίας: Η Ρωσία απέναντι στα Βαλκάνια-Ιδεολογία και πολιτική στο δεύτερο μισό του 19ου αι., Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2009, όπου και εκτενής σχετική βιβλιογραφία. Για τον Πανσλαβισμό με παλαιότερη βιβλιογραφία βλ. Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 268 κ.ε., ιδιαίτερα σημ. 297. Πρβλ. επίσης Κολιόπουλος (σημ. 38) σ. 131 κε. Ειδικά για το ζήτημα του Πατριαρχείου Αντιοχείας βλ. Π. Τζουμέρκας, «Η Εκκλησία Αντιοχείας- Συνοπτική ιστορική παρουσίαση», στο: Τιμητικός Τόμος Νικολάου Μποχλόγυρου, Ίδρυμα Παιδαγωγικών Μελετών και Εφαρμογών, Αθήνα 2014, σ. 371-421.

[43] Φυσικά δεν έλειπαν και οι αντίθετες εκτιμήσεις, οι περισσότερο νηφάλιες και μετριοπαθείς. Να αναφερθούν ενδεικτικά οι δηλώσεις του καθηγητή της Θεολογικής Α. Διομήδη Κυριακού στη γνωστή συνέντευξή του της 29.10, για την οποία έγινε ήδη λόγος ανωτέρω (βλ. σημ. 17). Αναφερόμενος εκτός των άλλων και στον υποτιθέμενο σλαβικό δάκτυλο όπως και στους εθνικούς κινδύνους, οι οποίοι ελλοχεύουν πίσω από τη μετάφραση ο καθηγητής σχολίασε: «Νομίζω ὅτι εἶναι ὑπερβολικοί καί ἀβάσιμοι οἱ φόβοι περί μηχανορραφιῶν καί ἐπιβουλῶν πανσλαυϊστικῶν. Ἐπίσης θεωρῶ ἀβασίμους τούς φόβους περί κινδύνων ἐθνικῶν. Οἱ βουλγαρόφωνοι καί τουρκόφωνοι ὀρθόδοξοι ἔχουν ἤδη μεταφράσεις τοῦ Εὐαγγελίου εἰς βουλγαρικήν καί τουρκικήν γλῶσσαν, οὐδέν δ’ ἐκ τούτων κακόν προῆλθεν. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου καί δι’ αὐτό δέν ἔλαβον μέρος εἰς τήν συνεδρίαν τῆς Σχολῆς». Πρόκειται ουσιαστικά για έναν αντίλογο στις ανησυχίες που τις ίδιες μέρες εξέφραζε ο Παύλος Καρολίδης στην επιστολή του προς την ἐφημ. Ἀκρόπολις (βλ. σημ. 41). Πρβλ. και τις θέσεις του Επισκόπου Κεφαλληνίας Γερασίμου, τις οποίες παραθέτει η Σωμάκη-Καρόλου (σημ. 23) σ. 116-120.

[44] ’Ακρόπολις, φύλ. 6 Νοεμ. Πρβλ. ανωτ. σημ. 17 και 43.

[45] Σε άρθρο του με τίτλο «Οdi profanum vulgus et arceo», εφημ. Καιροί (φύλ. 9.10.1899), ο Αύγουστος Ζωγράφος υποστήριζε ότι εκείνοι που επιθυμούν να παραφράσουν το κείμενο της Βίβλου «σκάβουν τόν τάφο τοῦ Ἑλληνισμοῦ» καταλήγοντας ότι σύσσωμο του έθνος πρέπει να κραυγάσει στους «συμμορίτας»: «Κάτω οἱ βλάσφημοι πού διαπράττουν ἔγκλημα ἐναντίον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἱεροσυλίαν ἐναντίον τῆς γλώσσας πού χρησιμοποιήθηκε ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό Ἑλληνικό Πνεῦμα». Στην εφημ. Ἐμπρός της 4.10.1899 διαβάζουμε: «ὅταν στήν πρωτεύουσα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἡ ἀρχέτυπη Ἑλληνική γλῶσσα, στήν ὁποία καταγράφηκαν τά Εὐαγγέλια κρίνεται ἀκατανόητη, πῶς δέν μπορεῖ νά ὑποστηριχθεῖ τό ἴδιο ἀπό τούς Βουλγαρόφωνους Ἕλληνες;». Και στην Πρωΐα της 14.10.1899: «Ἂν ἡ Ἑλλάς ἐγκαταλείψῃ τήν ἱεράν κληρονομίαν, οἱ Βούλγαροι δικαιοῦνται νά εἴπουν εἰς τούς Ἕλληνας: «Ἀχρεῖοι, ἔχομεν καί ἡμεῖς βουλγαρικήν μετάφρασιν». Ὅλη ἡ βάσις τῆς ἑλληνικῆς κυριαρχίας, ὅλη ἡ παράδοσις, ὅλον τό ἐθνικόν γόητρον καταπίπτει. Καί ὁ Πανσλαυισμός θριαμβεύει καί αἱ γλῶσσαι ἐξομοιοῦνται καί ἡ Ἑλληνική Ἐκκλησία καταδεικνύεται μία ἁπλῆ ὁμάς χριστιανική ἄνευ κύρους, ἄνευ δικαιωμάτων ἱστορικῶν, ἄνευ ἡγεμονίας, ἕνας ἁπλοῦς τροχός εἰς τό τέθριππον ἅρμα τοῦ Πανσλαυισμοῦ».

[46] Βλ. κυρίως τα άρθρα του Δημητρίου Αναστασόπουλου στην εφημερίδα Καιροί (πρβλ. σημ. 1 και σημ. 20). Ήδη από την 1.11. σχολίαζε ως εξής: «Ποῦ νά τολμήσεις νά εἴπῃς, ὅτι ἡ μετάφρασις, οὐχί ἡ τοῦ Πάλλη … ἀλλ’ ἡ ἄλλη ἐκείνη ἡ κρύφα διαδεδομένη, εἶναι ἔργον καθαρῶς Σλαυικόν, καθαρῶς Ρωσικόν, καθαρῶς ἀνθελληνικόν». Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που αρχίζει το άρθρο του της 7.11 με τον τίτλο: «Πυρπολήσατε τήν μετάφρασιν τῆς Σλαύας»: «Ἐξακολουθῶ ἐρρωμένως τόν ἀγῶνα κατά τῆς μεταφράσεως τῆς Σλαύας. Ὅλη ἡ νεολαία, ὅλος ὁ λαός τῆς Ἑλλάδος ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον πρέπει νά πεισθῇ, ὅτι τό ἔργον της εἶναι ἔργον Σλαυικόν. Ὅτι ἔχει ὕποπτον τήν προέλευσίν της ἀφ’ ἑνός. Ὅτι ἔχει ἀπ’ αὐτήν τήν μισαράν συναίνεσίν της ἡ πρωταγωνιστοῦσα τῆς Ἐκκλησίας μας Ἀρχή».

[47] Τόσο στις πρωτογενείς πηγές, σύγχρονες των γεγονότων, όσο και στην ιστορική έρευνα και βιβλιογραφία που αφορά τα Εὐαγγελικά δεν τίθεται εν αμφιβόλω η ειλικρίνεια και αγαθότητα των προθέσεων της βασιλίσσης όπως και η βαθύτατη, ουσιαστική της ευσέβεια και Χριστιανική πίστη. Όπως αναφέρει στο βιβλίο της η Ιουλία Σωμάκη-Καρόλου (σημ. 23) σ. 120-122, ανάμεσα στα έγγραφα της βασιλίσσης βρέθηκε ιδιόχειρο προσχέδιο επιστολής -γραμμένο με μολύβι- απευθυνόμενης προς τον Πατριάρχη. Δεν αναγράφεται ημερομηνία, ούτε είναι γνωστό αν εστάλη ποτέ η επιστολή. Στο εξαιρετικά διαφωτιστικό κείμενο η βασίλισσα αναφέρεται με ιδιαίτερη θλίψη και απογοήτευση στα γεγονότα του Νοεμβρίου 1901 εκθέτοντας και πάλι τις σταθερές της θέσεις σχετικά με το ζήτημα της μετάφρασης (η έκδοση του 2017 της βιογραφίας αποδίδει το αρχικό κείμενο της α΄ έκδοσης του 1934 στη δημοτική γλώσσα και στο μονοτονικό): «Ήδη εδώ και χρόνια έχω πειστεί από προσωπική αντίληψη ότι ο λαός δεν κατανοεί την Αγία Γραφή και εξαιτίας αυτού δεν μπορεί να επωφεληθεί από τη διδασκαλία και την παρηγοριά των ιερών Ευαγγελίων… Ο κλήρος μας δυστυχώς δεν είναι μορφωμένος και δεν μπορεί να εξηγεί παντού όπως έπρεπε τις Άγιες Γραφές… Είναι θλιβερό να βλέπει κανείς τη θρησκευτική δίψα του λαού και την έλλειψη μέσων για την ανακούφισή της…. Γνωρίζοντας ότι η Εκκλησία πολλάκις κατέκρινε … τις μεταφράσεις … που εκπονήθηκαν από ετεροδόξους, νόμισα απαραίτητο να γίνει μετάφραση από ορθοδόξους… Η Ιερά Σύνοδος το 1898 αρνήθηκε εγγράφως να μου δώσει ⟨την έγκριση⟩, προφορικώς, όμως, μου μήνυσε με τον Μητροπολίτη Προκόπιο ότι μπορώ να προβώ στη μετάφραση, διότι στην Ελλάδα υπάρχει ελευθερία Τύπου και λόγου… Δεν μου είναι δυνατόν να παραδεχθώ ότι σε ολόκληρη την οικουμένη μόνο η νεοελληνική γλώσσα δεν μπορεί να εκφράσει τις υψηλές έννοιες του Ιερού Ευαγγελίου… Βεβαίως, δεν θα δοθεί λόγος μια φορά σχετικά με το σε ποια γλώσσα διδάχτηκε ο λαός, αλλά αν διδάχτηκε καθόλου τὰ ῥήματα ζωῆς αἰωνίου.

 

[48] Γ. Κορδάτος, Δημοτικισμός και Λογιωτατισμός. Κοινωνιολογική μελέτη του γλωσσικού ζητήματος, Αθήνα 19742, σ. 104-107.

[49] Εκτενής παρουσίαση από τον Κωνσταντινίδη (σημ. 4) σ. 258 κε., ο οποίος αποδέχεται την ανάμιξη της πριγκηπίσης Σοφίας και της Γερμανικής πρεσβείας σημειώνοντας ότι πρόκειται για άποψη που πρώτος διατύπωσε ο Γ. Κορδάτος. Παραδέχεται ωστόσο ότι ο ίδιος ούτε είδε, ούτε βέβαια μελέτησε τα χειρόγραφα του Κ. Τοπάλη, των οποίων η τύχη αγνοείται (σ. 266 σημ. 295). Εμπλοκή του Γερμανικού παράγοντα βλέπει και ο Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας (Από την επανάσταση του 1821 ως το κίνημα στο Γουδί), Αθήνα 1998, σ. 569.

[50] Ρ. Σταυρίδη-Πατρικίου, «Παλαιές ιδέες και νέοι φόβοι», στο: Ευαγγελικά και Ορεστειακά 2005, σ. 20.

[51] Είναι γνωστή η παραπληροφόρηση και τελικά η μυθολογία που αναπτύχθηκε γύρω από τη μετάφραση του Α. Πάλλη. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: η γνωστή φράση «Μνήσθητί μου Κύριε, ὅταν ἔλθῃς εἰς τὴν βασιλείαν σου» υποτίθεται αποδόθηκε ως «Θυμήσου με Αφέντη, όταν έλθης στα πράγματα». Στην πραγματικότητα ο Πάλλης έγραψε: «Ιησού, θυμήσου με, όταν πας στη βασιλεία σου». Ο «Μυστικός Δείπνος» έγινε «Κρυφό Τσιμπούσι». Πουθενά στα Ευαγγέλια δεν απαντά η φράση «Μυστικός Δείπνος», ώστε να χρήζει μετάφρασης! Εκτενή αναφορά σ’ αυτή τη «γλωσσική μυθολογία» με παράθεση πλείστων παραδειγμάτων κάνει ο Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 99-103. Η συμμετοχή στα επεισόδια ατόμων που ποτέ δεν είχαν ουσιαστικά ενδιαφερθεί για το περιεχόμενο του Ευαγγελίου σχολιάζεται χαρακτηριστικά στην εφημερίδα Ἐμπρός (φύλ. της 8.11): «Ἄνθρωποι πᾶν ἄλλο ἢ θρῆσκοι, νέοι τῶν σαλονίων καί τῶν Λεσχῶν, οἵτινες βλέπουν τήν ὁδόν τῆς Ἐκκλησίας ἅπαξ τοῦ ἔτους, κατέχονται τάς ἡμέρας ταύτας ὑπό πυρετοῦ … ἀπειλοῦν τούς ἀποπειραθέντας τό βλάσφημον καί ἀνίερον ἐγχείρημα. «Μά ἐσύ χθές μοῦ ἔλεγες ἀκόμη, ὅτι πιστεύεις εἰς μίαν Θεότητα παγκοσμίαν ἢ μᾶλλον εἰς τήν Φύσιν», ἔλεγον χθές βράδυ πρός ἕνα τῶν πλέον κομψευομένων μυροβόλων νεανιῶν μας καί αὐτός μοῦ ἀπήντα: «Ναί, αἱ θεωρίαι μου εἶνε θεωρίαι. Ἀλλ’ ὁ Χριστός εἶνε Χριστός μου. Τό Εὐαγγέλιον, κύριε, εἶνε ἑλληνική φιλολογία. Ἐγράφη Ἑλληνιστί … Χριστός καί Ἑλληνισμός εἶνε ἕνα πρᾶγμα..».

[52] Ο Γ. Θεοτόκης υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησής του την 10η Νοεμβρίου 1901, παρ’ όλο που αυτή και μετά τα αιματηρά γεγονότα της 8ης Νοεμβρίου (όταν μάλιστα και ο ίδιος κινδύνευσε από την οργή των διαδηλωτών) είχε λάβει στη Βουλή ψήφο εμπιστοσύνης. Επί 297 παρόντων ψήφισαν 197 και η κυβέρνηση έλαβε 109 ψήφους υπέρ. Ο Γεώργιος Α΄ ανέθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης στον Αλέξανδρο Ζαΐμη, ο οποίος ηγείτο 14 βουλευτών μόνον, σε αντίθεση με τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη, ο οποίος διέθετε 49. Ήταν όμως εκπεφρασμένη η θέση του Γεωργίου Θεοτόκη ότι θα στήριζε με την κοινοβουλευτική δύναμη που διέθετε τον Α. Ζαΐμη. Βλ. σχετικά Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 244 κε. και ιδιαίτερα Μαρκεζίνης (σημ. 4).

[53] Βλ. Carabott (σημ. 4) σ.132.

[54] Βλ. σχετικά Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 249-252.

[55] Η ίδια διατύπωση στο Σύνταγμα του 2008: Μέρος Α΄, άρθρο 3, παρ. 3. Βλ. και Κωνσταντινίδης (σημ. 4) σ. 252-258.

[56] Α. Ρουχωτάς, Τα Άπαντα του Μικέλη Άβλιχου, Αθήνα 1976, σ.80 και σημ.4