Skip to main content

Γιάννης Γκλαβίνας: Η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Πολιτικών Αρχών των ελληνικών κατοχικών κυβερνήσεων: αρχειακό υλικό στην Κεντρική Υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους

Γιάννης Γκλαβίνας

Η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Πολιτικών Αρχών των ελληνικών κατοχικών κυβερνήσεων: Αρχειακό υλικό στην Κεντρική Υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους1

 

Τα τελευταία χρόνια η δεκαετία του ‘40 αποτελεί το επίκεντρο της ιστορικής έρευνας, ιδίως των νέων ιστορικών, ενώ, παράλληλα, κυριαρχεί στις συζητήσεις και στις δράσεις της δημόσιας Ιστορίας. Το έντονο αυτό ενδιαφέρον για την ιστορία της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου προκαλεί αναπόφευκτα και τη συνεχή αναζήτηση νέων αρχειακών πηγών από ιστορικούς, φορείς, ομάδες προφορικής ιστορίας, πολίτες που θέλουν να βρουν στοιχεία για την ιστορία της οικογένειάς τους ή της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

Στο πλαίσιο αυτό, το παρόν άρθρο παρουσιάζει ένα αρχειακό υλικό της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ) που αφορά την περίοδο της Κατοχής και είναι σχετικά άγνωστο στην έρευνα. Πρόκειται για τμήμα του αρχείου της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών του Πολιτικού Γραφείου του Πρωθυπουργού της ελληνικής κατοχικής κυβέρνησης, που, για έναν ανεξήγητο λόγο, βρέθηκε ενταγμένο στο αρχείο της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης στη Μέση Ανατολή. Πάντως τα ανεξήγητα αρχειακά μυστήρια, όπως το παραπάνω, δεν είναι σπάνια στις μεγάλες αρχειακές υπηρεσίες και στην ταξινόμηση μεγάλων σε όγκο αρχείων, όπως αυτό της ελληνικής κυβέρνησης της Μέσης Ανατολής που αριθμεί 2.072 φακέλους2. Το μεγαλύτερο μέρος του αρχείου της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων βρίσκεται στην Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών. Το αρχειακό υλικό της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων έρχεται να προστεθεί στις σημαντικές αρχειακές πηγές για την περίοδο της Κατοχής που διαθέτουν τα ΓΑΚ και, ειδικότερα, η Κεντρική Υπηρεσία3. Αν εξαιρέσουμε τη γερμανική, ιταλική και βουλγαρική διοίκηση, για την Ελλάδα έριζαν τρεις φορείς εξουσίας: η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής ως συνέχεια των πριν από την συνθηκολόγηση κυβερνήσεων, η κυβέρνηση της Αθήνας των συνεργατών με τις κατοχικές δυνάμεις και μία νέα μορφή εξουσίας αυτή των ομάδων αντίστασης και των πολιτικών τους φορέων με κυρίαρχο και πρωταγωνιστικό τον ρόλο του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ που είχαν υπό τον έλεγχό τους μεγάλο τμήμα της ελληνικής επικράτειας. Η Κεντρική Υπηρεσία των ΓΑΚ διαθέτει αρχειακό υλικό και των τριών αυτών φορέων εξουσίας. Τα αρχεία των κυβερνήσεων της Μέσης Ανατολής, των Βασιλικών Ανακτόρων και αυτό του Εμμανουήλ Τσουδερού φωτίζουν την πολιτική των εξόριστων ελληνικών κυβερνήσεων και, από την άλλη, πλήθος αρχείων υπουργείων και υπηρεσιών της περιόδου 1941 – 1944 σκιαγραφούν το πεδίο δράσης των κατοχικών κυβερνήσεων της Αθήνας. Ενδεικτικά αναφέρω τα αρχεία του Υπουργείου Επισιτισμού και της Νομαρχίας Αττικοβοιωτίας. Αρχειακό υλικό που παρήγαγαν οι ίδιες οι αντιστασιακές ομάδες και οι πολιτικοί τους φορείς εντοπίζεται στα ΓΑΚ στις ιδιωτικές συλλογές, όπως αυτή του Ηρακλή Πετιμεζά, του Ναπολέοντα Ζέρβα και του Μιχαήλ Μυριδάκη. Παράλληλα, τα ΓΑΚ διασώζουν και σημαντικά αρχεία που αφορούν τη νομική αντιμετώπιση από την πλευρά του επίσημου ελληνικού κράτους των γεγονότων της περιόδου 1941-1944, όπως τα αρχεία των Ειδικών Δικαστηρίων Δωσιλόγων, Εγκληματιών Πολέμου και του δικαστηρίου ακύρωσης των αγοραπωλησιών της κατοχικής περιόδου. Πρόσφατες, σημαντικές προσθήκες για την ιστορία της Κατοχής αποτελούν οι εισαγωγές των αρχείων της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας και των φυλακών Κορυδαλλού που περιλαμβάνει για την περίοδο της Κατοχής, έστω και αποσπασματικά, βιβλία κρατουμένων και άλλων φυλακών, όπως της Καλλιθέας, της Αίγινας, των φυλακών Αβέρωφ κ.ά.

Το αναγνωστήριο της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους.

Η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών

Στοιχεία για τις αρμοδιότητες, τη στελέχωση και τον τρόπο λειτουργίας της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών παρέχει η έκθεση πεπραγμένων του διευθυντή της υπηρεσίας Γ. Φαρμακίδη, διπλωματικού υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών που είχε υπηρετήσει πριν από τον πόλεμο σε πρεσβεία της Κεντρικής Ευρώπης και είχε σπουδάσει σε γερμανικό πανεπιστήμιο4. Η κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου για να αντιμετωπίσει την ανάγκη επικοινωνίας με τις ξένες κατοχικές δυνάμεις συγκρότησε δύο ειδικές δημόσιες υπηρεσίες που ενέταξε στο Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού: την Επιτροπή Συνδέσμου μετά της Ιταλικής Διοικήσεως και την Επιτροπή Συνδέσμου μετά των Γερμανικών Αρχών Κατοχής. Οι δύο υπηρεσίες στελεχώθηκαν με γερμανομαθείς και ιταλομαθείς Έλληνες αξιωματικούς και αποσπασμένους δημοσίους υπαλλήλους. Υπενθυμίζεται εδώ το παράδοξο για κατεχόμενη χώρα να διατηρεί Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Πολύ γρήγορα η κυβέρνηση Τσολάκογλου συνειδητοποίησε ότι οι αξιωματικοί δεν θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν ζητήματα που προέκυπταν στις σχέσεις με τις κατοχικές δυνάμεις και απαιτούσαν γνώσεις κανόνων διεθνούς δικαίου, όπως, για παράδειγμα, στο ζήτημα της βουλγαρικής κατοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και Δυτικής Θράκης. Έτσι, τον Οκτώβριο του 1941 συγκροτήθηκε στο Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού η Υπηρεσία Ανταποκρίσεων μετά των Πολιτικών Γερμανικών Αρχών Κατοχής με αρμοδιότητα, σύμφωνα με την απόφαση, τη διενέργεια «ανταποκρίσεων και διαπραγματεύσεων μετά της Υπηρεσίας του Πληρεξουσίου του Ράιχ δια την Ελλάδα διά πάντα τα μεταξύ των Ελληνικών Αρχών και της υπηρεσίας ταύτης ζητήματα»5. Με σχετική εγκύκλιο καθορίστηκε ότι όλες οι δημόσιες υπηρεσίες θα προωθούσαν τα ζητήματα που ανάγονται στις σχέσεις με τις δυνάμεις Κατοχής στην Υπηρεσία Ανταποκρίσεων. Ανάλογη υπηρεσία συγκροτήθηκε και για την επικοινωνία με τις ιταλικές αρχές Κατοχής. Οι Επιτροπές Συνδέσμων από Έλληνες αξιωματικούς διατηρήθηκαν έχοντας αρμοδιότητα την επικοινωνία με τις στρατιωτικές αρχές των δυνάμεων Κατοχής. Η Υπηρεσία Ανταποκρίσεων στελεχώθηκε από υπαλλήλους του καταργημένου Υπουργείου Εξωτερικών, αν και πολλοί δεν ήταν και ιδιαίτερα πρόθυμοι να ενταχθούν στη νέα υπηρεσία. Με την αντικατάσταση του Τσολάκογλου από τον Λογοθετόπουλο στην πρωθυπουργία της κατοχικής κυβέρνησης, οι Επιτροπές Συνδέσμων από Έλληνες αξιωματικούς καταργήθηκαν και οι αρμοδιότητες τους μεταβιβάστηκαν στην Υπηρεσία Ανταποκρίσεων που αναβαθμίστηκε σε Διεύθυνση, αναλαμβάνοντας, πλέον, όλο το φάσμα των συνεννοήσεων της κατοχικής κυβέρνησης με τις πολιτικές και στρατιωτικές κατοχικές δυνάμεις. Πρώτος επικεφαλής της Υπηρεσίας και μετέπειτα Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών ήταν ο υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών Πολύβιος Σαραντόπουλος, που αντικαταστάθηκε, για ένα μικρό διάστημα, από τον Κ. Ματθόπουλο, ενώ από τις αρχές, περίπου, του 1942 τη διεύθυνση αναλαμβάνει ο Γ. Φαρμακίδης.

Γεώργιος Τσολάκογλου, πρόεδρος της πρώτης κατοχικής κυβέρνησης.

Η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων, σύμφωνα πάντα με τον διευθυντή της, αναλάμβανε τη σύνταξη υπομνημάτων, τη διακίνηση αλληλογραφίας, τη μετάφραση εγγράφων, αλλά και τις διά ζώσης επαφές με τις γερμανικές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές για όλα τα ζητήματα που μπορεί να προέκυπταν στις σχέσεις της κατοχικής κυβέρνησης και των γερμανικών κατοχικών αρχών. Τέτοια ζητήματα ήταν οι διαμαρτυρίες για τις προσπάθειες εκβουλγαρισμού της Μακεδονίας από τις βουλγαρικές κατοχικές δυνάμεις, για τη δράση των μουσουλμάνων της Τσαμουριάς εναντίον του ελληνικού στοιχείου και για τη ρουμανική προπαγάνδα στους Κουτσόβλαχους, οι συνεννοήσεις για τα έξοδα Κατοχής, τις απαιτήσεις αποζημιώσεων από τις γερμανικές δυνάμεις, τη μεταφορά των εξόριστων κομμουνιστών από τον Άγιο Ευστράτιο και άλλα νησιά στην Κέα, την επιβολή προσωπικής εργασίας στον ελληνικό πληθυσμό, την αναζήτηση αιχμαλώτων και τον επαναπατρισμό τους κ.ά. Ο κύριος όγκος, όμως, των εγγράφων που παρήγαγε η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων ήταν η σύνταξη διαβημάτων διαμαρτυρίας για τις μαζικές εκτελέσεις, τις καταστροφές χωριών, τη δίωξη των Εβραίων και τις άλλες ωμότητες που διέπραξαν οι Γερμανοί στην Ελλάδα. Παράλληλα, βασική αρμοδιότητα της υπηρεσίας ήταν η παραλαβή αιτήσεων ή η ακρόαση πολιτών, επιτροπών, δημάρχων, ιερωμένων κ.ά. που ζητούσαν την απελευθέρωση καταδικασμένων από τα γερμανικά στρατοδικεία ή ομήρων που συνελήφθησαν από τους Γερμανούς ως αντίποινα για τη δράση των ανταρτών. Για την προώθηση των αιτημάτων αυτών η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων συνέτασσε έγγραφα προς τις γερμανικές αρχές για την απονομή χάριτος, τη μείωση της ποινής ή την απελευθέρωση των καταδικασθέντων, ενώ, πολλές φορές, εκπρόσωποι της Διεύθυνσης μετέβαιναν αυτοπροσώπως σε στρατιωτικές, πολιτικές και αστυνομικές γερμανικές υπηρεσίες για υποβάλουν τα σχετικά αιτήματα.

Βέβαια η εικόνα που δίνει ο Φαρμακίδης για το έργο της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων εντάσσεται στην προσπάθειά του, όπως και άλλων μελών των κατοχικών κυβερνήσεων, να αναδείξει τον «πατριωτικό» της χαρακτήρα ανασκευάζοντας την κατηγορία της συνεργασίας με τον κατακτητή 6. Για τον Φαρμακίδη «πατριωτισμός» δεν ήταν μόνο η σύνταξη διαβημάτων διαμαρτυρίας για τις ωμότητες των Γερμανών, που είχαν αμφίβολη αποτελεσματικότητα, αλλά η αντιμετώπιση του ολοένα και αυξανόμενου κομμουνιστικού κινδύνου, του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ δηλαδή. Για την επίτευξη του «ανώτερου αυτού σκοπού» δικαιολογούνταν, μάλλον, και η συνεργασία με τον κατακτητή της χώρας.

 

Το περιεχόμενο του αρχείου της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων που στα βρίσκεται στα ΓΑΚ

Το αρχείο της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών αμέσως μετά την απελευθέρωση της Αθήνας παραδόθηκε στα αρχεία της Βουλής και μετά τα «Δεκεμβριανά» στο αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών, όπου και παραμένει μέχρι σήμερα. Στην Κεντρική Υπηρεσία των ΓΑΚ διασώζεται στο αρχείο της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης της Μέσης Ανατολής ένας φάκελος της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων που έχει τίτλο «Διώξεις, συλλήψεις, καταδίκαι, σαμποτάζ, αντιδραστικοί, προκηρύξεις, εκκενώσεις χωρίων» και περιλαμβάνει έγγραφα του 1943 και ελάχιστα του τέλους του 1942.

Τα έγγραφα του φακέλου ομαδοποιούνται σε δύο κατηγορίες: η πρώτη περιλαμβάνει αναφορές νομαρχών, επάρχων, διευθύνσεων και υποδιευθύνσεων Χωροφυλακής σχετικά με τη δράση των ανταρτών, τα αντίποινα και τις εκτελέσεις που διενεργούνταν από τις δυνάμεις Κατοχής, αναφορές που αποστέλλονταν, κατά κύριο λόγο, στη Διεύθυνση Ασφάλειας του Υπουργείου Εσωτερικών, το οποίο τις διαβίβαζε προς ενημέρωση στη Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών του Πολιτικού Γραφείου Πρωθυπουργού των κατοχικών κυβερνήσεων. Στις διευθύνσεις χωροφυλακής οι γερμανικές αρχές κοινοποιούσαν τα ονόματα των εκτελεσθέντων, όπως προκύπτει και από αλληλογραφία που διασώζεται στον φάκελο της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων ανάμεσα στην Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση Θεσσαλονίκης – Αιγαίου και στη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας, με την τελευταία να απαντά σε ερώτημα της Στρατιωτικής Διοίκησης ότι τα ονόματα των εκτελεσθέντων θα έπρεπε να δηλώνονται στη Διεύθυνση Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης7. Οι διευθύνσεις χωροφυλακής ενημέρωναν το Υπουργείο Εσωτερικών που με τη σειρά του ενημέρωνε το Γραφείο Πρωθυπουργού και τη Διεύθυνση Ανταποκρίσεων. Η δεύτερη ομάδα εγγράφων αποτελείται από αιτήσεις συγγενών καταδικασθέντων σε θάνατο ή σε φυλάκιση από τα γερμανικά και ιταλικά στρατοδικεία ή συλληφθέντων ως ομήρων κατά την επιβολή αντιποίνων για αντιστασιακές ενέργειες. Και για αυτές τις δύο ομάδες εγγράφων η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων αλληλογραφούσε, κυρίως, με το Γραφείο του Πληρεξουσίου του Ράιχ στην Ελλάδα Γκύντερ Άλτενμπουργκ, αλλά και με τον Γερμανό Στρατιωτικό Διοικητή Νοτίου Ελλάδος Βίλχεμ Σπάιντελ ζητώντας την απονομή χάριτος, μείωση ποινών, απελευθέρωση ομήρων ή την αποφυγή σκληρών αντιποίνων εις βάρος του άμαχου πληθυσμού. Στον φάκελο, εκτός από τα εξερχόμενα έγγραφα της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων, περιλαμβάνονται και απαντήσεις των γερμανικών αρχών. Εκτός από τις δύο αυτές μεγάλες ομάδες εγγράφων, στον φάκελο εντοπίζεται υλικό σχετικά με την κατάσταση των εκτοπισμένων από το μεταξικό καθεστώς κομμουνιστών στα νησιά του Αιγαίου και τα σχέδια μεταφοράς τους, το αίτημα των γερμανικών αρχών να κηρυχθεί έκπτωτος της έδρας του ο Μητροπολίτης Κοζάνης Ιωακείμ εφόσον είχε καταφύγει στους αντάρτες κ.ά. Το υλικό αφορά όλη την ελληνική επικράτεια εκτός από τη βουλγαρική ζώνη κατοχής, όπου οι ελληνικές πολιτικές αρχές είχαν καταργηθεί από τους Βούλγαρους.

Ο φάκελος της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων, παρά την αποσπασματικότητά του, παρέχει, υπό συγκεκριμένη βέβαια οπτική, από πληθώρα πληροφοριών μέχρι έμμεσες αναφορές και νύξεις για όλες σχεδόν τις εξελίξεις στην κατεχόμενη Ελλάδα το 1943: από την καταιγιστική επέκταση του αντάρτικου του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στην ύπαιθρο, την αντίσταση και τις μαζικές κινητοποιήσεις στα αστικά κέντρα, τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και τα αντίποινα Γερμανών και Ιταλών, τον αντικομμουνιστικό χαρακτήρα των δωσιλογικών κυβερνήσεων και τη συγκρότηση των ταγμάτων ασφαλείας μέχρι και την κατάσταση των εκτοπισμένων κομμουνιστών, το ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων και τις συγκρούσεις μεταξύ των ανταρτικών οργανώσεων. Παράλληλα, ο φάκελος διασώζει εκατοντάδες τραγικές ατομικές ιστορίες της Κατοχής, εκατοντάδες μικροϊστορίες της ίδιας περιόδου.

Οι αναφορές των νομαρχιών και διευθύνσεων Χωροφυλακής της χώρας δίνουν μια εικόνα της έκρηξης της ένοπλης αντίστασης στην ύπαιθρο και της ραγδαίας ενίσχυσης του ΕΛΑΣ από την οπτική βέβαια των ελληνικών αρχών κατοχής. Τα έγγραφα βρίθουν περιγραφών συγκρούσεων ανταρτών με Ιταλούς και Γερμανούς, σαμποτάζ σε σιδηροδρομικές γραμμές και γέφυρες, εισόδου ανταρτών σε χωριά όπου καταργούσαν τις κυβερνητικές αρχές, συλλήψεων και εκτελέσεων συνεργατών των εχθρών, αφοπλισμού χωροφυλάκων και αναγκαστικής σύμπτυξης των σταθμών Χωροφυλακής, απαλλοτρίωσης συγκεντρωμένων τροφίμων κ.ά. Μέχρι το φθινόπωρο του 1943 η ύπαιθρος ήταν η επικράτεια της ελεύθερης Ελλάδας όπου οι εκπρόσωποι των Αθηνών δεν είχαν καμία εξουσία. Ο Νομάρχης Κοζάνης σε έκθεσή του τον Φεβρουάριο του 1943 αναφέρει ότι η ύπαιθρος, ιδίως αυτή των Γρεβενών, βρισκόταν στα χέρια των ενόπλων που δρούσαν ανενόχλητοι «κηρύττοντες την αναρχίαν», όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, ενώ οι αρχές αδυνατούσαν να τηρήσουν την τάξη και να συνεχίσουν τα καθήκοντά τους8. Αλλά και ο Νομάρχης Αχαΐας περιγράφει παρόμοια κατάσταση τον Ιούνιο τονίζοντας ότι οι διάφορες κυβερνητικές αρχές λειτουργούσαν μόνο στο παραλιακό τμήμα του Νομού, ενώ ο Νομάρχης Βοιωτίας στις πολυάριθμες εκθέσεις του δίνει λεπτομερή εικόνα της δράσης των ανταρτών και των επιδρομών τους στην πεδιάδα της Κωπαΐδας με στόχο τα συγκεντρωμένα σιτηρά και κοπάδια9.

Αντάρτες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στο Μαυρολιθάρι Φωκίδας τον Μάϊο του 1943.

Τα έγγραφα του φακέλου παρέχουν, παράλληλα, πληροφορίες για τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις Γερμανών και Ιταλών, ιδίως στην περιοχή της ορεινής Βοιωτίας και της Πίνδου το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1943, αλλά και για τα αντίποινα που ακολουθούσαν κάθε ενέργεια των ανταρτών ή την υπόνοια παροχής στήριξης τους, δίνοντας, έτσι, περιγραφές για πυρπολήσεις και λεηλασίες χωριών, εκτελέσεις κατοίκων, συλλήψεις ομήρων και εγκλεισμό τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και φυλακές ή την αποστολή τους σε καταναγκαστικά έργα. Τα ναζιστικά στρατεύματα εφάρμοσαν και στην Ελλάδα τη λογική του ολοκληρωτικού πολέμου που δεν έκανε διάκριση ενόπλων και αμάχων, ενώ οι πράξεις αντιποίνων για επιθέσεις εναντίον Γερμανών πλαισιώνονταν συχνά και από θεωρίες φυλετικής κατωτερότητας. Σε στρατιωτικό επίπεδο οι καταστροφές των χωριών αποσκοπούσαν να στερήσουν από τους αντάρτες τις βάσεις ανεφοδιασμού τους και στρατολόγησής νέων δυνάμεων.

Από τις πάμπολλες αυτές περιπτώσεις βαρβαρότητας των στρατευμάτων κατοχής που διασώζονται στον φάκελο θα αναφερθώ στις πιο χαρακτηριστικές. Δυστυχώς δεν εντοπίζονται αναφορές για την καταστροφή του Κομμένου και των Καλαβρύτων. Η διαταγή της 1ης Γερμανικής Ορεινής Μεραρχίας που αποστέλλεται στη Γενική Διοίκηση Ηπείρου τον Σεπτέμβριο του 1943 δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας του ναζιστικού ολοκληρωτικού πολέμου. Για κάθε απώλεια Γερμανού στρατιώτη η Μεραρχία θα εκτελούσε δέκα Έλληνες, ενώ σε διαταγή του διοικητή των γερμανικών στρατευμάτων στην Πελοπόννησο, που αποστέλλεται στον Νομάρχη Αρκαδίας τον Ιούλιο, υπογραμμίζεται ότι οποιαδήποτε αντίσταση κατά των κατοχικών δυνάμεων, η υπόθαλψη ανταρτών ή και η μη αναφορά διαμονής ξένων ατόμων σε χωριά θα επέφεραν αυστηρή τιμωρία που θα εφαρμοζόταν σε ολόκληρο τον πληθυσμό10. Στο πλαίσιο αυτό, σε έγγραφο της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής Ιεράπετρας προς το Υπουργείο Εσωτερικών τον Σεπτέμβριο του 1943, περιγράφεται το ολοκαύτωμα της επαρχίας Βιάννου στην Κρήτη. Ως αντίποινα για την επίθεση σε Γερμανούς στρατιώτες οι Γερμανοί πυρπόλησαν πάνω από 20 χωριά και εκτέλεσαν, περίπου, 500 κατοίκους.

Μνημείο ολοκαυτώματος της Βιάννου.

Στο έγγραφο του μοιράρχου περιγράφονται τα γεγονότα στην περιφέρεια των σταθμών Μήτρου και Μαλλών Λασιθίου, η πυρπόληση των χωριών Μύρτου, Μαλλών, Γδοχίου και Ριζών, ο ξεριζωμός 2.000 κατοίκων που αναζητούσαν καταφύγιο στα αστικά κέντρα, αφού η περιοχή κηρύχθηκε απαγορευμένη ζώνη, ενώ συνημμένα υπάρχει και ένας κατάλογος με τα ονόματα 83 εκτελεσθέντων11. Τον Φεβρουάριο του 1943 η Ανώτερη Διοίκηση Χωροφυλακής Κεντρικής Μακεδονίας πληροφορεί το Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού ότι η αιχμαλωσία δύο Γερμανών μετά από επίθεση ανταρτών σε μεταλλείο στον Άγιο Δημήτριο Πιερίας είχε αποτέλεσμα τη σύλληψη 39 χωρικών και την εκτέλεσή τους από τους Γερμανούς στον σιδηροδρομικό σταθμό Κατερίνης, αφού ο πρόεδρος της κοινότητας δεν κατάφερε στη σύντομη διορία που του τέθηκε να απελευθερώσει τους Γερμανούς αιχμαλώτους12. Στη Λιβαδειά τον Σεπτέμβριο η ανεύρεση πτώματος Γερμανού στρατιώτη κοντά στην πόλη προκάλεσε τα σκληρά αντίποινα των Γερμανών. Ο νομάρχης περιγράφει ότι η έξοδος από την πόλη απαγορεύτηκε, πέντε κάτοικοι εκτελέστηκαν σε οικίσκο με χειροβομβίδες, ενώ 200 κάτοικοι συνελήφθησαν όμηροι και δέκα από αυτούς απαγχονίστηκαν στην κεντρική πλατεία της πόλης. Τα αντίποινα των Γερμανών, εκτός από τον νεκρό Γερμανό στρατιώτη, σχετίζονταν με την αναζήτηση ιταλικών όπλων μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας και τη διευκόλυνση Ιταλών στρατιωτών να καταφύγουν στους αντάρτες. Στην ίδια περιοχή, ο Νομάρχης περιγράφει τον Νοέμβριο τη σύλληψη 136 κατοίκων της Αράχοβας με την κατηγορία ότι ήταν τα μέλη του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ, όμηροι που οδηγήθηκαν στα καταναγκαστικά έργα του σιδηροδρόμου Θηβών. Οι συγγενείς των ομήρων κατέκλυζαν τα γραφεία της Νομαρχίας στη Λιβαδειά τα οποία, όπως σημειώνει ο Νομάρχης, «δονούνται από τας ικεσίας και τας κραυγάς απογνώσεως». Και όχι άδικα, αφού τον επόμενο μήνα οκτώ από τους ομήρους εκτελέστηκαν ως αντίποινα για τη δολοφονία από τους αντάρτες της συζύγου του διευθυντή της Γεωργικής Υπηρεσίας Κωπαΐδας13.

Οι περιπτώσεις καταστροφής χωριών και των συνακόλουθων βιαιοτήτων Γερμανών και Ιταλών που αναφέρονται είναι πάρα πολλές, όπως η καταστροφή της Δόμβραινας, των Χωστίων, της Θίσβης, της Δαύλειας στη Βοιωτία, του Αιγιτίου και της Βραΐλας στη Φωκίδα, των Σοφάδων στη Καρδίτσα, της Καλαμπάκας και των γύρω χωριών στα Τρίκαλα, του Γερακίου στην Αμαλιάδα, των χωριών Ματαράγκα, Γαβαλού, Ριζά, Μυρτιά, Κάτω Μακρινού στην Αιτωλοακαρνανία, της Καλλιθέας και του Λιβαδίου στη Λάρισα κ.ά. Οι πυρπολήσεις των χωριών δημιουργούσαν παράλληλα ένα κύμα προσφύγων που περιφέρονταν στα ορεινά έχοντας άμεση ανάγκη σίτισης και στέγασης. Για παράδειγμα, ο Νομάρχης Τρικάλων πληροφορεί τον Οκτώβριο του 1943 το Υπουργείο Εσωτερικών ότι χιλιάδες κάτοικοι των χωριών της Επαρχίας Καλαμπάκας περιφέρονταν στα ορεινά «γυμνοί, ανέστιοι και πεινώντες», ενώ οι γερμανικές αρχές απαγόρευσαν την αποστολή επισιτιστικής βοήθειας από τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό, αφού η περιοχή χαρακτηρίστηκε ζώνη επιχειρήσεων14. Στον Δήμο Μακρυνείας Αιτωλοακαρνανίας τον Αύγουστο του 1943 η πυρπόληση χωριών από τους Γερμανούς και η διαταγή εκκένωσης των χωριών από τους κατοίκους τους δημιούργησαν 25.000 άστεγους15. Η επιτροπή των κατοίκων του Αλμυρού που κατέφυγε στην Αθήνα, από την άλλη, σε αίτησή της προς το Γραφείο Πρωθυπουργού περιγράφει την καταστροφή της κωμόπολης από τους Ιταλούς ως αντίποινα για την επίθεση ανταρτών τον Αύγουστο του 1943. Ο Αλμυρός πυρπολήθηκε και λεηλατήθηκε, όπως και τα γύρω χωριά, 255 άρρενες συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Λάρισα, 36 εκτελέστηκαν, ενώ οι κάτοικοι διατάχθηκαν να εκκενώσουν τα σπίτια τους και περίπου 20.000 άτομα περιφέρονταν άστεγοι αναζητώντας καταφύγιο στον Βόλο, την Αθήνα ή τη γύρω από τον Αλμυρό ύπαιθρο16.

Γυναίκες στον Πύργο Εορδαίας Κοζάνης, έχοντας περισυλλέξει ό,τι απέμεινε από τους νεκρούς του χωριού.

Επιπλέον, τα γερμανικά στρατεύματα προέβαιναν συχνά σε προληπτικές μαζικές συλλήψεις ομήρων για να διασφαλίσουν τη διατήρηση της τάξης ή για να εξασφαλίσουν εργατικό δυναμικό σε οχυρωματικά και άλλα έργα. Τον Οκτώβριο, για παράδειγμα, σύμφωνα με έκθεση του Νομάρχη Μεσσηνίας, το δυτικό τμήμα της πόλης της Καλαμάτας περικυκλώθηκε από τους Γερμανούς που συνέλαβαν όλους τους άρρενες από 16 έως 60 χρονών και τους οδήγησαν στις φυλακές της Τρίπολης με σκοπό τη διατήρηση της τάξης στην πόλη, ενώ συνελήφθησαν βάσει καταλόγου μέλη του ΕΑΜ και συνεργάτες του, ανάμεσά τους και ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Καλαμάτας. Τον επόμενο μήνα δέκα από τους ομήρους οδηγήθηκαν στην Καλαμάτα για εκτέλεση ως αντίποινα για τον τραυματισμό ενός Γερμανού στρατιώτη, με επιτροπή κατοίκων να επισκέπτεται το Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού ζητώντας την παρέμβαση του Ράλλη για να αποτραπούν οι εκτελέσεις17. Τον Μάιο στον Πόρο Γερμανοί διάλεξαν 35 τυχαία άτομα τα οποία εξανάγκασαν σε εκτέλεση χειρωνακτικής εργασίας18.

ΓΑΚ, Κ.Υ., Αρχείο Κυβέρνησης Μέσης Ανατολής, φ. 1882, απόφαση εκτέλεσης πέντε Ελλήνων από τη Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση Θεσσαλονίκης – Αιγαίου, Φεβρουάριος 1943.

Κάποιες φορές για τους Γερμανούς οι εκτελέσεις ομήρων δεν ήταν αρκετές για να παραδειγματίσουν τον πληθυσμό. Στη Λακωνία η επίθεση ανταρτών σε γερμανική αυτοκινητοπομπή τον Νοέμβριο προκάλεσε ως αντίποινα την εκτέλεση 100 ομήρων, κυρίως από τη Σπάρτη, που κρατούνταν στις φυλακές της Τρίπολης. Ο Νομάρχης Λακωνίας ενημερώνει το Υπουργείο Εσωτερικών ότι τα πτώματα έμειναν άταφα για δύο ημέρες προς παραδειγματισμό και επιτράπηκε η μεταφορά και ο ενταφιασμός τους στη Σπάρτη μετά από παρέμβασή του. Στο ίδιο έγγραφο ο Νομάρχης αναφέρεται και στην καταστροφή των Μονών των Αγίων Τεσσαράκοντα και Φανερωμένης κατά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών19. Στην Ποντοκώμη της Κοζάνης, σύμφωνα με έγγραφο της Διεύθυνσης Χωροφυλακής Κοζάνης, συνελήφθη από Γερμανούς χωρικός με αντάρτικη εφημερίδα ο οποίος καταδικάστηκε σε θάνατο επί εσχάτη προδοσία και εκτελέστηκε. Την επομένη της εκτέλεσης Γερμανοί στρατιώτες επέστρεψαν στο χωριό, έκαψαν το σπίτι του, κατάσχεσαν την περιουσία του, συνέλαβαν την οικογένειά του που οδηγήθηκε στον Νομάρχη Κοζάνης για διοικητική εκτόπιση20.

Εκτός από τις μαζικές εκτελέσεις και συλλήψεις, τα έγγραφα του φακέλου αποκαλύπτουν πληθώρα μεμονωμένων εκτελέσεων, εν ψυχρώ δολοφονιών, συλλήψεων και φυλακίσεων από τις ιταλικές και γερμανικές αρχές συνθέτοντας μια εικόνα της κατοχικής πραγματικότητας στην Ελλάδα όπου ο θάνατος παραμόνευε ανά πάσα στιγμή. Εκτός από την ύπαιθρο, στην οποία αναφέρθηκα, τα διοικητικά έγγραφα των εκπροσώπων της κατοχικής κυβέρνησης, αλλά και οι αιτήσεις των συγγενών των καταδικασθέντων και φυλακισθέντων αποκαλύπτουν και τις δυναμικές αντιστασιακές ενέργειες, με πρωταγωνιστή το ΕΑΜ, στα αστικά κέντρα και ιδίως στην Αθήνα, ενέργειες που είχαν άλλη μορφή σε σχέση με την ύπαιθρο, όπως απεργίες και διαδηλώσεις, διανομή προκηρύξεων, ενέργειες σαμποτάζ. Στην Αθήνα φοιτητής του Πολυτεχνείου καταδικάστηκε από ιταλικό στρατοδικείο σε δώδεκα χρόνια φυλακή για συμμετοχή σε συγκέντρωση κοντά στο Υπουργείο Εργασίας τον Μάρτιο του 1943, ενώ σε δέκα χρόνια φυλακή καταδικάστηκε Αθηναίος για συμμετοχή σε διαδήλωση στην οδό Ομήρου τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς21. Καταδίκες βέβαια που σχετίζονται με τις μεγάλες διαδηλώσεις των κατοίκων της Αθήνας κατά της πολιτικής επιστράτευσης τον Μάρτιο του 1943 και κατά της επέκτασης της βουλγαρικής ζώνης κατοχής τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς που πνίγεται στο αίμα στην οδό Ομήρου. Υπάλληλος της Εταιρείας Υδάτων, από την άλλη, καταδικάστηκε σε θάνατο για υποκίνηση συναδέλφων του σε απεργία, ενώ την ίδια τύχη είχαν τον Φεβρουάριο του 1943 και υπάλληλοι της Ηλεκτρικής που μοίραζαν προκηρύξεις που παρακινούσαν σε απεργία22. Όσοι συμμετείχαν σε ενέργειες σαμποτάζ καταδικάζονταν σε θάνατο. Σαμποτάζ, όμως, χαρακτηρίζονταν από τα γερμανικά στρατοδικεία ενέργειες όπως η κλοπή ελαστικών από έναν 17χρονο, η κλοπή χάλκινου σωλήνα των ναυπηγείων Σαλαμίνας από δύο 18χρονους ή η κλοπή βενζίνης23. Η διανομή ή κατοχή αντιστασιακών προκηρύξεων επιφέρει και αυτή την ποινή θανάτου, όπως στην περίπτωση ενός 25χρονου φοιτητή της Ανωτάτης Εμπορικής ή έξι εργατών του εργοστασίου Σταυριανού στον Πειραιά24. Με θάνατο πάλι τιμωρούνταν όσοι κατείχαν όπλα, όσοι έκλεβαν ιματισμό του γερμανικού στρατού, όπως ένας ιερέας στην Ελασσόνα, όσοι προσπαθούσαν να διαφύγουν στο εξωτερικό και βεβαίως όσοι συμμετείχαν σε αναρχικές, κομμουνιστικές ή αντιαξονικές οργανώσεις, σύμφωνα με την φρασεολογία των εγγράφων.

Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος (δεύτερος από αριστερά), πρόεδρος της δεύτερης κατοχικής κυβέρνησης.

Κάποιες άλλες συλλήψεις που έγιναν στη Θεσσαλονίκη αποκαλύπτουν την τύχη των Εβραίων της πόλης. Σε έγγραφο της Διεύθυνσης Ασφάλειας προς το Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού γίνεται αναφορά σε συλλήψεις από τους Γερμανούς 40, περίπου, Εβραίων της Θεσσαλονίκης στις αρχές Φεβρουαρίου για άγνωστη αιτία ή για παράνομη κυκλοφορία. Είναι γνωστό ότι τον Φεβρουάριο του 1943 ξεκινά η τελική λύση για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης. Πολύ πιο σαφές για τις αιτίες συλλήψεων των Εβραίων είναι ένα άλλο έγγραφο της Διεύθυνσης Δημόσιας Ασφάλειας με το οποίο πληροφορείται το Πολιτικό Γραφείο ότι ύστερα από εντολή των γερμανικών αρχών συνελήφθησαν τον Μάιο από την τοπική χωροφυλακή τέσσερις Εβραίοι στο Κασσανδρινό Χαλκιδικής «ως Ισραηλίται το θρήσκευμα και την καταγωγή» και οι οποίοι οδηγήθηκαν στη Θεσσαλονίκη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ισραηλιτών Βαρόνου Χιρς25.

Οι αναφορές της χωροφυλακής αποκαλύπτουν και πολλούς θανάτους πολιτών που δεν περνάνε από τη διαδικασία των στρατοδικείων των κατοχικών δυνάμεων. Υπάρχουν πολλές αναφορές για πολίτες που παρασύρθηκαν από γερμανικά αυτοκίνητα και τεθωρακισμένα και τραυματίστηκαν θανάσιμα, όπως ένας 11χρονος τον Ιούνιο του 1943 στην Ιερά Οδό στην Αθήνα, μια γυναίκα τον Σεπτέμβριο στο Άργος κ.λπ.26 Μάλιστα ο Γενικός Επιθεωρητής Νομαρχών Πελοποννήσου σημειώνει τα πολλά τέτοια περιστατικά λόγω της εσπευσμένης καθόδου των Γερμανών στην Πελοπόννησο και προσπαθεί να εκδώσει διαταγή μέσω των γερμανικών αρχών για να αποφευχθούν παρόμοια γεγονότα27. Σε άλλες περιπτώσεις Έλληνες σκοτώθηκαν από Γερμανούς γιατί δεν σταμάτησαν σε σήματα ελέγχου, όπως μία γυναίκα που κουβαλούσε καυσόξυλα στην Εκάλη ή ένας εργάτης στο αεροδρόμιο του Χασανίου28 ή γιατί προσπάθησαν να αποτρέψουν την κλοπή της περιουσίας τους, όπως μια γυναίκα στο Αγρίνιο που πήγε να σώσει τον οικόσιτο χοίρο της με αποτέλεσμα να εκτελεστεί με περίστροφο από τους Γερμανούς στρατιώτες που τον είχαν κλέψει ή όπως ένας αγρότης στο Ψαροφάι Αχαΐας που αντιλαμβανόμενος Ιταλούς στρατιώτες να κλέβουν πατάτες από το χωράφι του τους ακολούθησε με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να τον σκοτώσουν29. Θάνατοι και τραυματισμοί αμάχων προκαλούνταν ακόμη από πυροβολισμούς γερμανικών περιπόλων εναντίον σπιτιών που δεν εφάρμοσαν σωστά τις διαταγές συσκότισης, από ασκήσεις του γερμανικού πυροβολικού, από νάρκες ή από αδέσποτες σφαίρες μεθυσμένων Γερμανών στρατιωτών.

Για τις κατοχικές αρχές μια βολική δεξαμενή ομήρων για εκτελέσεις ήταν οι φυλακισμένοι και εκτοπισμένοι κομμουνιστές της δικτατορίας του Μεταξά που παραδόθηκαν σε Γερμανούς και Ιταλούς. Ο φάκελος της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων περιέχει συγκλονιστικά ντοκουμέντα για την τύχη των ανθρώπων αυτών. Σε έγγραφο της Ειδικής Ασφάλειας προς το Πολιτικό Γραφείο τον Σεπτέμβριο του 1942 αναφέρεται ότι πριν από τον πόλεμο κρατούνταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στα νησιά 1275 κομμουνιστές. Τον Σεπτέμβριο του 1942 είτε λόγω απόλυσής τους από τις κατοχικές αρχές, είτε επειδή υπέγραψαν δήλωση μετανοίας ή επειδή απέδρασαν ή επειδή πέθαναν από ασιτία ο αριθμός τους μειώθηκε σε 752 από τους οποίους οι 525 κρατούνταν στην Ακροναυπλία, 80 στην Ανάφη και 74 στον Άγιο Ευστράτιο. Ο χειμώνας του 1941 – 1942 ήταν τραγικός για τους εκτοπισμένους ιδίως στην Ανάφη και τον Άγιο Ευστράτιο, αφού η αποστολή επισιτιστικής βοήθειας και η επικοινωνία με την ενδοχώρα ήταν σχεδόν αδύνατη. 31 άτομα πέθαναν από ασιτία στον Άγιο Ευστράτιο και 10 στην Ανάφη30. Η έκθεση του γιατρού του Ερυθρού Σταυρού που έφτασε στον Άγιο Ευστράτιο τον Οκτώβριο του 1942 είναι αποκαλυπτική. Στο νησί υπήρχαν 74 εξόριστοι, 31 είχαν πεθάνει τον χειμώνα από ασιτία. Οι ζωντανοί ζύγιζαν 30 με 40 οκάδες, υπέφεραν από δυσεντερία επειδή έτρωγαν «θνησιμαία», πολλοί ήταν φυματικοί, κινούνταν με δυσκολία και με τη βοήθεια μπαστουνιών, ενώ άλλοι εξαντλημένοι, σύμφωνα με τον γιατρό, «περίμεναν κατακεκλιμμένοι βέβαιον θάνατον»31. Η όλη αλληλογραφία για τους εκτοπισμένους ήταν το αποτέλεσμα υπομνήματος των εξορίστων και των συγγενών τους στον Ερυθρό Σταυρό τον Μάρτιο του 1942 που τη διαβίβασε στις γερμανικές πολιτικές αρχές οι οποίες με τη σειρά τους αλληλογραφούσαν με την κατοχική κυβέρνηση των Αθηνών. Τελικά, ως λύση προκρίθηκε η μεταφορά των εξορίστων στην Κέα και των βαριά ασθενών σε σανατόρια32. Ακόμη όμως και έτσι οι εκτοπισμένοι αυτοί κομμουνιστές δεν απέφυγαν τα εκτελεστικά αποσπάσματα. Σε έγγραφο της Ειδικής Ασφάλειας αναφέρεται ότι τον Ιανουάριο του 1943 εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς στη Θεσσαλονίκη, επειδή κυκλοφόρησαν στην πόλη κομμουνιστικές προκηρύξεις, 38 κομμουνιστές που κρατούνταν στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά. Οι εκτελεσμένοι συνελήφθησαν στο σανατόριο της Πέτρας Ολύμπου όπου είχαν μεταφερθεί για νοσηλεία από την Ακροναυπλία, την Ανάφη, τη Φολέγανδρο και τον Άγιο Ευστράτιο. Σε υπόμνημα των συγγενών των εκτοπισμένων αναφέρονται και άλλες περιπτώσεις εκτελέσεων, αφού «αι Αρχαί Κατοχής εισέρχονται κάθε τόσον εις τα στρατόπεδα και τας φυλακάς των πολιτικών κρατουμένων ως εις μάνδραν προβάτων προς σφαγήν, διαλέγουν τυχαίως και τα εκτελούν»33.

ΓΑΚ, Κ.Υ., Αρχείο Κυβέρνησης Μέσης Ανατολής, φ. 1882, ρηματική διακοίνωση του Πληρεξουσίου του Γερμανικού Ράιχ για την Ελλάδα σχετικά με τους εξόριστους κομμουνιστές στον Άγιο Ευστράτιο, Απρίλιος 1942.

Ο χαρακτήρας των εγγράφων και της υπηρεσίας που διαβιβάζονται, της Διεύθυνσης, δηλαδή, Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών, θέτει το ερώτημα κατά πόσο οι κατοχικές κυβερνήσεις είχαν τη δυνατότητα παρέμβασης στις γερμανικές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές ώστε να διασώσουν από τα εκτελεστικά αποσπάσματα και τις φυλακές Έλληνες πολίτες. Πολλές φορές στις αιτήσεις των συγγενών ή στις ρηματικές διακοινώσεις του Πολιτικού Γραφείου επισυνάπτεται η απάντηση των γερμανικών αρχών ή σημειώνεται στο περιθώριο του εγγράφου το αποτέλεσμα της παρέμβασης. Συνεπώς είναι δυνατόν να βγουν κάποια συμπεράσματα για την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων, παρεμβάσεις που δεν γίνονταν μόνο από το Πολιτικό Γραφείο αλλά και από τους νομάρχες ή την εκκλησία. Διαπιστώνεται ότι αρκετές φορές οι παρεμβάσεις του Πολιτικού Γραφείου ή των νομαρχών είχαν αποτέλεσμα. Για να μείνουμε στα παραδείγματα που ανέφερα παραπάνω, η ποινή θανάτου που επιβλήθηκε σε 17χρονο για κλοπή ελαστικών μετατράπηκε μετά από παρέμβαση του Πολιτικού Γραφείου σε 10 χρόνια φυλακή, ενώ από τους έξι εργάτες του εργοστασίου Σταυριανού διασώθηκαν από το εκτελεστικό απόσπασμα οι δύο. Στην μετά θάνατον απολογία του Ράλλη περιλαμβάνεται στο παράρτημα η πληροφορία ότι η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων την περίοδο 20 Οκτωβρίου 1943 έως 17 Αυγούστου 1944 απηύθυνε στις γερμανικές αρχές κατοχής 219 έγγραφα που αφορούσαν την απελευθέρωση και μείωση ποινών 247 ατόμων, με το 67% των παρεμβάσεων να έχει επιτυχές αποτέλεσμα34. Η δυνατότητα της παρέμβασης και της επίσημης αλληλογραφίας των κατοχικών ελληνικών κυβερνήσεων με τις κατοχικές δυνάμεις και η πιθανότητα σωτηρίας καταδικασθέντων πολιτών εκλαμβάνονταν από την κυβέρνηση των Αθηνών ως ένα είδος νομιμοποίησης και ενίσχυσης του κύρους της ενώπιον του ελληνικού λαού. Ο Ράλλης, για παράδειγμα, ζητούσε τον Απρίλιο του 1943 να δοθεί χάρη σε τρεις εργάτες της Ηλεκτρικής που καταδικάστηκαν σε θάνατο κάτι που θα ενίσχυε τη θέση της κυβέρνησης στην αρχή της θητείας της35. Για τον διευθυντή της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων Φαρμακίδη, η υπηρεσία μπορούσε να παρέμβει σωτήρια σε περιπτώσεις που οι ποινές και οι συλλήψεις είχαν γίνει από τις γερμανικές στρατιωτικές υπηρεσίες και τη γερμανική στρατιωτική δικαιοσύνη, ενώ, αντίθετα, δεν υπήρχε σχεδόν κανένα περιθώριο παρέμβασης σε κρατούμενους των SS και S.D. (Sicherheitsdienst, υπηρεσία ασφαλείας των SS) . Προς το τέλος της Κατοχής ο Φαρμακίδης δεν γινόταν δεκτός στα κρατητήρια των SS στη Σέκερη, ενώ ο αξιωματικός των SS και διοικητής των κρατητηρίων Βάλτερ Μπλούμε δεν δεχόταν καν τα έγγραφα της Διεύθυνσης  Ανταποκρίσεων36.

Ιωάννης Ράλλης (δεξιά), πρόεδρος της τρίτης κατοχικής κυβέρνησης.

Βεβαίως οι παρεμβάσεις των κατοχικών κυβερνήσεων εντάσσονταν σε ένα σαφέστατο πλαίσιο συνεργασίας με τις γερμανικές κατοχικές δυνάμεις. Το πλαίσιο αυτό ήταν η αντιμετώπιση του ΕΑΜ και ο αντικομμουνισμός που, ιδίως μετά την ήττα στο Στάλινγκραντ, κυριαρχούσε στη ναζιστική προπαγάνδα. Τα έγγραφα του φακέλου στοιχειοθετούν αυτό το πλαίσιο. Για παράδειγμα, τον Δεκέμβριο του 1943, με αφορμή την καταδίκη του αντιπροέδρου της ενώσεως εφέδρων, το Πολιτικό Γραφείο σε ρηματική του διακοίνωση στις γερμανικές αρχές σημειώνει ότι ο καταδικασθείς ανήκει στο υγιές συντηρητικό κομμάτι του ελληνικού λαού που σχημάτισε αμυντικές οργανώσεις για να αντιταχθεί στην ανατρεπτική προσπάθεια του κομμουνισμού και ότι δεν θα έπρεπε οι γερμανικές αρχές να εξομοιώνουν τις ενέργειες αυτών των οργανώσεων με αυτές των κομμουνιστών, ενώ η επιείκεια του γερμανικού στρατοδικείου θα είχε θετικό αντίκτυπο «εις την υγιώς σκεπτομένην συντηρητικήν και νομιμόφρονα μερίδα του Ελληνικού λαού»37. Σε άλλο έγγραφο του φακέλου, τον Ιούλιο του 1943, ο Γενικός Διοικητής Μακεδονίας και ο πρωθυπουργός Ράλλης πρότειναν στον πληρεξούσιο του Ράιχ στην Ελλάδα μέτρα για την αντιμετώπιση των κομμουνιστικών ενόπλων ομάδων, ανάμεσα στα οποία ήταν η δημιουργία πολιτοφυλακής από Έλληνες εγνωσμένων εθνικιστικών και αντικομμουνιστικών φρονημάτων και η συνεργασία τους με τις δυνάμεις της Χωροφυλακής. Ο Ράλλης επανέρχεται στο ίδιο θέμα με επιστολή στον Γερμανό στρατιωτικό διοικητή Νοτίου Ελλάδας ζητώντας από τους Γερμανούς να μην ακολουθήσουν την πολιτική των Ιταλών και να ενισχύσουν την κυβέρνηση στην προσπάθεια αντιμετώπισης των «επαναστατικών στοιχείων»38. Σημειώνεται ότι το 1943 είναι η χρονιά συγκρότησης των Ταγμάτων Ασφαλείας. Μπορεί οι παρεμβάσεις του Πολιτικού Γραφείου να ήταν σε ένα βαθμό πετυχημένες σε μεμονωμένες περιπτώσεις καταδικασθέντων, ωστόσο τα διαβήματα διαμαρτυρίας της κυβέρνησης των Αθηνών για την κατάσταση, για παράδειγμα, στην Θεσπρωτία ή για τα εκτεταμένα αντίποινα κατά του άμαχου πληθυσμού στην περιοχή των Ιωαννίνων έπεφταν στο κενό, έστω και αν τόνιζαν ότι η πολιτική της συλλογικής ευθύνης επέφερε τελικά την πύκνωση των δυνάμεων των «αναρχικών στοιχείων», ενώ η εκτέλεση εύπορων χωρικών χαροποιούσε, όπως σημείωνε ο Νομάρχης Βοιωτίας, τους αντάρτες και ευνοούσε «το πρόγραμμα της κοινωνικής αποσυνθέσεως»39.

ΓΑΚ, Κ.Υ., Αρχείο Κυβέρνησης Μέσης Ανατολής, φ. 1882, έγγραφο στα γερμανικά και ελληνικά του γερμανικού στρατοδικείου σχετικά με την απόρριψη απονομής χάριτος και την εκτέλεση της θανατικής ποινής καταδικασμένου, Οκτώβριος 1943.

Στους συγγενείς των καταδικασθέντων ήταν γνωστό το πλαίσιο αυτό συνεργασίας της κατοχικής κυβέρνησης με τους Γερμανούς και έτσι φρόντιζαν να συνυποβάλλουν με την αίτηση απονομής χάριτος ή μείωσης της ποινής πιστοποιητικά της Ειδικής Ασφάλειας ή άλλων υπηρεσιών με τα οποία αποδεικνυόταν ότι ο οικείος τους ήταν υγειών κοινωνικών φρονημάτων και δεν είχε σχέση με κομμουνιστικές και αναρχικές ομάδες. Σε άλλες περιπτώσεις οι συγγενείς επικαλούνταν την οικονομική τους κατάσταση για να αποδείξουν ότι δεν μπορεί να είχαν σχέση με τον κομμουνισμό. Ένας πατέρας που ζητούσε την αποφυλάκιση του γιου του που συνελήφθη από την Γκεστάπο τονίζει ότι ο γιος του και η οικογένειά του δεν μπορεί να ήταν κομμουνιστές αφού έχουν μεγάλη κτηματική περιουσία στο Χαλάνδρι, ενώ το γεγονός ότι ένας άλλος συλληφθείς ήταν γιος δικαστή τον κατατάσσει αυτομάτως στη συντηρητική πλευρά της κοινωνίας και απέκλειε τη συνταύτισή του με τον κομμουνισμό. Η μητέρα του φοιτητή του Πολυτεχνείου που είχε καταδικαστεί σε δεκαετή φυλάκιση για συμμετοχή σε διαδήλωση, από την άλλη, χρησιμοποιεί ως επιχείρημα για την αθωότητα του γιού της το γεγονός ότι ο πατέρας του εκτελέστηκε από του Μπολσεβίκους το 192240. Η παρέμβαση του Πολιτικού Γραφείου ήταν εξαιρετικά δύσκολη εάν η κατηγορία είχε να κάνει με συμμετοχή στο ΕΑΜ, όπως για παράδειγμα για έναν πατέρα και τον γιο του από τις Αχαρνές που στην αίτηση της μητέρας σημειώνεται από το Πολιτικό Γραφείο ότι η παρέμβαση ήταν δύσκολη, αφού η κατηγορία αφορούσε τη συμμετοχή στο ΕΑΜ. Βέβαια ακόμη και η απόδειξη ότι ο συγγενής τους δεν ήταν κομμουνιστής δεν σήμαινε ότι θα τον γλίτωνε από το εκτελεστικό απόσπασμα. Ο φοιτητής της Ανωτάτης Εμπορικής Σχολής που μοίραζε παράνομα φυλλάδια εκτελέστηκε παρά τη διαβεβαίωση του Πολιτικού Γραφείου ότι πρόκειται για «νέο εμπνεόμενου από αντικομμουνιστικά φρονήματα». Είναι αυτονόητο και ανθρώπινο ότι οι συγγενείς για να γλιτώσουν τα προσφιλή τους πρόσωπα από τον θάνατο θα επικαλούνταν τα πάντα. Στις αιτήσεις τους, εκτός από τον αντικομμουνισμό των καταδικασθέντων, αναφέρονται στην κακή κατάσταση της υγείας τους, στο νεαρό της ηλικίας τους και στη συνακόλουθη επιπολαιότητά τους, ότι έπεσαν θύματα σκευωριών και συκοφαντιών και υπογραμμίζουν ότι είναι τα μοναδικά στηρίγματα της οικογένειας και ότι χωρίς αυτούς τα απροστάτευτα μέλη της οικογένειας οδηγούνταν στον θάνατο, ενώ κάνουν επίκληση στην ανθρώπινη ευσπλαχνία και – εις μάτην – στη «γενναιοφροσύνη της γερμανικής ψυχής». Τρεις μητέρες, που τα παιδιά τους είχαν καταδικαστεί σε θάνατο από το Γερμανικό Στρατοδικείο επειδή προσπάθησαν να διαφύγουν στην Αίγυπτο, σημειώνουν στην αίτησή τους για την απονομή χάριτος: «Η μητρική καρδιά, αιμάσσουσα και βαρυαλγούσα, επικαλείται ομού με την θείαν βοήθειαν και την ανθρώπινην ευσπλαχνίαν υπέρ των λατρευτών της τέκνων»41. Και εδώ, νομίζω, έγκειται και η σημασία του φακέλου, στην τεράστια συναισθηματική του φόρτιση, αφού συγκεντρώνει αιτήσεις στις οποίες μητέρες, πατέρες, σύζυγοι εναποθέτουν, ίσως, την τελευταία τους ελπίδα για τη σωτηρία των αγαπημένων τους προσώπων.

Ο Γιάννης Γκλαβίνας είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ. και Αρχειονόμος της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Το κείμενο, με διαφορετική και πιο σύντομη μορφή, παρουσιάστηκε με τίτλο «Ιστορίες Κατοχής μέσα από έγγραφα του Πολιτικού Γραφείου Πρωθυπουργού των Κατοχικών Κυβερνήσεων της Αθήνας» στις εκδηλώσεις του «12 Οκτωβρίου Η Αθήνα ελεύθερη» το 2017.

[2] Μαρία Παπαδάκη-Τζαβάρα, «Αρχείο Κυβέρνησης Μέσης Ανατολής, Υπηρεσίας οικονομικού ελέγχου (1941-1966). Μέθοδος καταγραφής: Με τη μάτια στην ταξινόμηση» στο Μαρία Χ. Βακαλοπούλου – Ν. Ε. Καραπιδάκης (επιμ.), Αρχειονομία. Η πρακτική των Γενικών Αρχείων του Κράτους, [Βιβλιοθήκη Γενικών Αρχείων του Κράτους 37], Αθήνα 2012, σ. 251 – 262.

[3] Για το αρχειακό υλικό της περιόδου της Κατοχής στην Κεντρική Υπηρεσία των ΓΑΚ βλ. Βάσω Ψιμούλη – Αμαλία Παππά, «Σχετικά με τη δεκαετία του ΄40. Δημόσια αρχεία και ιδιωτικές συλλογές των Γενικών Αρχείων του Κράτους», Αρχειοτάξιο 7 (2005) 146 – 165.

[4] Γ. Α. Φαρμακίδης, Πεπραγμένα της παρά τω Πρωθυπουργώ Υπηρεσίας Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών κατά την Κατοχήν, Αθήνα 1957.

[5] Νομοθετικό Διάταγμα 2221/1943 «περί συστάσεως και λειτουργίας υπηρεσίας Ανταποκρίσεως μετά των Γερμανικών Πολιτικών Αρχών Κατοχής», ΦΕΚ τχ Α΄/72/31.3.1943.

[6] Για τον «πατριωτικό» και αντικομμουνιστικό χαρακτήρα των κατοχικών κυβερνήσεων και την παρέμβασή τους για τη σωτηρία καταδικασμένων σε θάνατο από Γερμανούς και Ιταλούς βλ. και Κ. Λογοθετόπουλος, Ιδού η αλήθεια, Αθήνα 1948, σ. 138-142 όπου σημειώνονται περιπτώσεις καταδικασμένων σε θάνατο ή συλληφθέντων για τις οποίες η παρέμβαση του κατοχικού πρωθυπουργού Λογοθετόπουλου συνέβαλε στην απελευθέρωσή τους. Ανάλογη επιχειρηματολογία και από τον Ιωάννη Ράλλη και τον Γεώργιο Τσολάκογλου: Γ. Ι. Ράλλης, Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου, Αθήνα 1947, σ. 17, 41-45, 114-115 και Γ. Τσολάκογλου, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1959, σ. 248.

[7] ΓΑΚ, Κ.Υ., Αρχείο Κυβέρνησης Μέσης Ανατολής, φ. 1882, Γενική Διοίκηση Μακεδονίας προς Διοικητή Θεσσαλονίκης Αιγαίου, Θεσσαλονίκη 2 Φεβρουαρίου 1943 «πιστοποίησιν θανάτων». Στο εξής οι παραπομπές αφορούν τον παραπάνω φάκελο.

[8] Υπουργείο Εσωτερικών προς Γραφείο Πρωθυπουργού – Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Πολιτικών Αρχών, Αθήνα 25 Μαρτίου 1943, όπου συνημμένη η έκθεση.

[9] Υπουργείο Εσωτερικών προς Γραφείο Πρωθυπουργού – Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Πολιτικών Αρχών, Αθήνα 25 Μαρτίου 1943, όπου συνημμένη η έκθεση και Νομαρχία Βοιωτίας προς Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Χωροφυλακής, Λιβαδειά 6 Σεπτεμβρίου 1943.

[10] Γραφείο Πρωθυπουργού προς Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Πολιτικών Αρχών, Αθήνα 15 Οκτωβρίου 1943, όπου συνημμένο έγγραφο της Γενικής Διοίκησης Ηπείρου προς Διοίκηση της Ι Ορεινής Γερμανικής Μεραρχίας, Ιωάννινα 15 Σεπτεμβρίου 1943.

[11] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 25 Οκτωβρίου 1943 με την οποίο διαβιβάζονται δύο έγγραφα της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής Ιεράπετρας.

[12] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 26 Μαρτίου 1943 όπου συνημμένο έγγραφο της Ανώτερης Διοίκησης Χωροφυλακής Κεντρικής Μακεδονίας προς την Γενική Διοίκηση Μακεδονίας.

[13] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 19 Οκτωβρίου 1943 με το οποίο διαβιβάζεται έκθεση της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής Βοιωτίας και Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 22, 16 και 11 Νοεμβρίου,2 και 16 Δεκεμβρίου 1943 με τα οποία διαβιβάζονται εκθέσεις του Νομάρχη Βοιωτίας «περί της εν τω Νομώ Βοιωτίας Καταστάσεως».

[14] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 19 Νοεμβρίου 1943 με το οποίο διαβιβάζεται έκθεση της Νομαρχίας Τρικάλων.

[15] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 14 Αυγούστου 1943 και σχετική ρηματική διακοίνωση του Γραφείου Πρωθυπουργού προς το Γραφείο Πληρεξουσίου του Ράιχ διά την Ελλάδα, Αθήνα 7 Αυγούστου 1943.

[16] Αίτηση της εν Αθήναις Επιτροπής πυρροπαθών Επαρχίας Αλμυρού Θεσσαλίας προς Πρόεδρον της Κυβερνήσεως, Αθήνα 2 Σεπτεμβρίου 1943.

[17] Υπουργείο Δικαιοσύνης προς Πρόεδρο Κυβερνήσεως, Αθήνα 11 Νοεμβρίου 1943 όπου συνημμένη έκθεση Νομάρχη Μεσσηνίας προς Υπουργείο Εσωτερικών και επιστολή Προέδρου Κυβερνήσεως προς Στρατιωτικό Διοικητή Νοτίου Ελλάδας Στρατηγό Αεροπορίας Speidel, Αθήνα 25 Νοεμβρίου 1943.

[18] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 14 Μαΐου 1943 όπου συνημμένη αναφορά της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής Πόρου.

[19] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 11 Δεκεμβρίου 1943 όπου συνημμένη έκθεση του Νομάρχη Λακωνίας και ονομαστική κατάσταση εκτελεσθέντων.

[20] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 7 Ιουνίου 1943 όπου συνημμένη αναφορά της Διεύθυνσης Χωροφυλακής Κοζάνης.

[21] Αίτηση της Όλγας Κ. προς το Πολιτικό Γραφείο του Προέδρου της Κυβερνήσεως, Αθήνα 1 Νοεμβρίου 1943 «περί του κρατουμένου υιού της Αντωνίου» και έγγραφο της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεως μετά των Γερμανικών Αρχών προς τον Στρατιωτικό Διοικητή Νοτίου Ελλάδας, Αθήνα 10 Αυγούστου 1943.

[22] Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο – Γραφείο Συγκλήτου προς Υπουργείο Εσωτερικών, Αθήνα 18 Νοεμβρίου 1942 «διαβιβάζονται υπομνήματα εγκαθείρκτων φυματικών κ.λπ.» και Γραφείο Προέδρου Κυβερνήσεως προς Στρατιωτικό Διοικητή Νοτίου Ελλάδας Στρατηγό Αεροπορίας Speidel, Αθήνα 17 Απριλίου 1943.

[23] Γραφείο Προέδρου Κυβερνήσεως προς Στρατιωτικό Διοικητή Νοτίου Ελλάδας Στρατηγό Αεροπορίας Speidel, Αθήνα 10 Ιουλίου 1943 και αίτηση Αλεξάνδρου Β. και Κυριακής Κ. προς τον Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβερνήσεως, Αθήνα 4 Μαρτίου 1943.

[24] Ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεως μετά των Γερμανικών Αρχών προς την Υπηρεσία του Στρατιωτικού Διοικητή Νοτίου Ελλάδας, Αθήνα 13 Οκτωβρίου 1943 και προς την Ένωση Ελλήνων Σιδηροβιομηχάνων, Αθήνα 6 Σεπτεμβρίου 1943.

[25] Υπουργείου Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας προς το Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 26 Μαρτίου 1943, «συλλήψεις ατόμων παρά των Γερμανικών Αρχών» και Αθήνα 3 Ιουνίου 1943 «συλλήψεις ενεργούμεναι υπό των Γερμανικών Αρχών Κατοχής».

[26] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας προς το Γραφείο του Πρωθυπουργού, Αθήνα 26 Ιουνίου 1943, «Φόνος Ε.Φ. υπό Γερμανικού Στρατιωτικού Αυτοκινήτου» και Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 4 Οκτωβρίου 1943.

[27] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 28 Ιουνίου 1943 όπου συνημμένο έγγραφο του Γενικού Επιθεωρητή Νομαρχιών Πελοποννήσου.

[28] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 10 Αυγούστου 1943 και Αθήνα 2 Μαΐου 1943.

[29] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 17 Σεπτεμβρίου 1943 όπου συνημμένη αναφορά του Α.Τ. Αγρινίου και Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 28 Ιουλίου 1943 όπου συνημμένη έκθεση του Νομάρχη Αχαΐας.

[30] Υπουργείο Εσωτερικών – Τμήμα Ειδικής Ασφάλειας προς Γραφείο Πρωθυπουργού – Επιτροπή Συνδέσμου μετά της Ιταλικής Διοικήσεως, Αθήνα 5 Σεπτεμβρίου 1942 «περί των όρων διαβιώσεως των εξορίστων κομμουνιστών».

[31] Διεθνές Κομιτάτο Ερυθρού Σταυρού – Αντιπροσωπεία εν Ελλάδι προς Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας – Τμήμα Ειδικής Ασφάλειας, Αθήνα 25 Νοεμβρίου 1942 όπου συνημμένη έκθεση «επί της υγειονολογικής και επισιτιστικής καταστάσεως των πολιτικών κρατουμένων εις Άγιον Ευστράτιον».

[32] Ρηματική Διακοίνωση του Πληρεξουσίου του Ράιχ δια την Ελλάδα προς Γραφείο Προέδρου Κυβερνήσεως, Αθήνα 9 Μαρτίου 1942 και Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας – Τμήμα Ειδικής Ασφαλείας προς το Στρατόπεδον Συγκεντρώσεως Κομμουνιστών Ακροναυπλίας και Σταθμούς Χωροφυλακής Αγίου Ευστρατίου, Ανάφης, Φολεγάνδρου και Κιμώλου, Αθήνα 26 Νοεμβρίου 1942 «περί υποβολής προτάσεως απολύσεως εξορίστων κομμουνιστών».

[33] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας – Τμήμα Ειδικής Ασφαλείας προς διάφορες Αστυνομικές Διευθύνσεις και Διευθύνσεις Χωροφυλακής, Αθήνα 2 Απριλίου 1943, «εκτέλεσις κομμουνιστών υπό Γερμανικών αρχών» και Γραφείο Πρωθυπουργού προς Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών Κατοχής, Αθήνα 13 Μαΐου 1943 όπου συνημμένο υπόμνημα συγγενών πολιτικών κρατουμένων.

[34] Γ. Ι. Ράλλης, ό.π., σ. 129.

[35] Πρόεδρος Κυβερνήσεως προς Στρατιωτικό Διοικητή Νοτίου Ελλάδας Στρατηγό Αεροπορίας Speidel, Αθήνα 17 Απριλίου 1943.

[36] Γ. Φαρμακίδης, ό.π., σ. 15.

[37] Πρόεδρος Κυβερνήσεως προς Πληρεξούσιο του Ράιχ δια την Ελλάδα, Αθήνα 6 Δεκεμβρίου 1943.

[38] Ρηματική διακοίνωση Προέδρου Κυβερνήσεως προς Πληρεξούσιο του Ράιχ δια την Ελλάδα, Αθήνα 3 Ιουνίου 1943 και Πρόεδρος Κυβερνήσεως προς Στρατιωτικό Διοικητή Νοτίου Ελλάδας Στρατηγό Αεροπορίας Speidel, Αθήνα 23 Οκτωβρίου 1943.

[39] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 30 Σεπτεμβρίου 1943 όπου συνημμένη έκθεση του Νομάρχη Βοιωτίας.

[40] Αίτηση Θ. Μ. προς το Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού, Χαλάνδρι 8 Ιουνίου 1943. Σημείωμα του Γραφείου Πρωθυπουργού προς Γερμανό αξιωματικό (όνομα δυσανάγνωστο) για την απονομή χάριτος στον καταδικασθέντα σε θάνατο Π. Μ. για συμμετοχή σε απαγορευμένη οργάνωση. Αίτηση της Όλγας Κ. προς το Πολιτικό Γραφείο του Προέδρου της Κυβερνήσεως, Αθήνα 1 Νοεμβρίου 1943 «περί του κρατουμένου υιού της Αντωνίου».

[41] Αίτηση Β. Χ., Μ. Π. και Ε. Κ. μητέρων καταδικασθέντων εις θάνατον τέκνων των προς το Υπουργείον Εθνικής Αμύνης – Γενική Διεύθυνση Ναυτικού, Αθήνα 26 Ιανουαρίου 1943.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΓΑΚ, Κ.Υ., Αρχείο Κυβέρνησης Μέσης Ανατολής, φ. 1882 «Διώξεις, συλλήψεις, καταδίκαι, σαμποτάζ, αντιδραστικοί, προκηρύξεις, εκκενώσεις χωρίων».

Μαρία Παπαδάκη-Τζαβάρα, «Αρχείο Κυβέρνησης Μέσης Ανατολής, Υπηρεσίας οικονομικού ελέγχου (1941-1966). Μέθοδος καταγραφής: Με τη μάτια στην ταξινόμηση» στο Μαρία Χ. Βακαλοπούλου – Ν. Ε. Καραπιδάκης (επιμ.), Αρχειονομία. Η πρακτική των Γενικών Αρχείων του Κράτους, [Βιβλιοθήκη Γενικών Αρχείων του Κράτους 37], Αθήνα 2012, σ. 251 – 262.

Βάσω Ψιμούλη – Αμαλία Παππά, «Σχετικά με τη δεκαετία του ΄40. Δημόσια αρχεία και ιδιωτικές συλλογές των Γενικών Αρχείων του Κράτους», Αρχειοτάξιο 7 (2005) 146 – 165.

Γ. Α. Φαρμακίδης, Πεπραγμένα της παρά τω Πρωθυπουργώ Υπηρεσίας Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών κατά την Κατοχήν, Αθήνα 1957.

Κ. Λογοθετόπουλος, Ιδού η αλήθεια, Αθήνα 1948.

Γ. Ι. Ράλλης, Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου, Αθήνα 1947.

Γ. Τσολάκογλου, Απομνημονεύματα, Αθήνα, Έκδοσις Ακροπόλεως, 1959.

Μ. Χαραλαμπίδης, Η εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2012.

Στρ. Δορδανάς, Το αίμα των αθώων. Αντίποινα γερμανικών αρχών κατοχής στη Μακεδονία, 1941 – 1944, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2007.

Στρ. Δορδανάς, «Κατοχικές δυνάμεις και αντίποινα στην Αιτωλοακαρνανία» στο Κωνσταντίνα Μπάδα (επιμ.), Κατοχή, αντίσταση, εμφύλιος: η Αιτωλοκαρνανία στη δεκαετία του 1940-1950, Αθήνα, Παρασκήνιο, 2010, σ. 67-78.

Π. Μούτουλας, Πελοπόννησος 1940-1945. Η περιπέτεια της επιβίωσης, του διχασμού και της απελευθέρωσης, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2004.

Κ. Μπόσης, ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941, Αθήνα, Ιστορικές Εκδόσεις, 1977.

Χ. Φλάισερ, Στέμμα και σβάστικα. Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης, 1941-1944, 2 τ., Αθήνα, Παπαζήσης, 1989-1995.

Λ. Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, 2 τ., Λάρισα, ΕΛΛΑ, 1999.

Ν. Καζαντζάκης, Ι. Καλιτσουνάκης, Ι. Κακριδής, Κ. Κουτουλάκης, Έκθεσις της Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων εν Κρήτη, Ηράκλειο, Δήμος Ηρακλείου, 1983.

Χέρμαν Φράνκ Μάγερ, Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα. Τα αιματηρά ίχνη της 117ης μεραρχίας στη Σερβία και την Ελλάδα, μτφρ. Γ. Μυλωνόπουλος, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2003.

Ι. Χανδρινός, «Γερμανική κατοχή, αντίσταση και εμφύλιος πόλεμος στη Βοιωτία (1941-1949)», 2012, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Βοιωτία URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=12768> [τελευταία επίσκεψη: 3/6/2020].